Τζ. Ντέιβιντ Στίβενς (J. David Stevens): Ὁ Θάνατος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος

 

.

Stevens,J.David-OThanatosTouDiigimatos-Eikona-01

.

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens)

 

Θάνατος τοῦ Διηγήματος

(The Death of the Short Story)

 

17-oΘΑΝΑΤΟΣ τοῦ Δι­η­γή­μα­τος μᾶς κα­τέ­λα­βε ἑ­ξα­πή­νης. Πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τό­σο στε­νὰ τὴν Ποί­η­ση ποὺ πα­ρα­βλέ­ψα­με τὰ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ ση­μά­δια. Τὴ μιὰ μέ­ρα τὸ Δι­ή­γη­μα ἦ­ταν ἐ­δῶ, ἔ­βλε­πε πο­δό­σφαι­ρο, πή­γαι­νε σὲ μπὰρ ἐρ­γέ­νη­δων, ἔ­φτια­χνε τάρ­τες. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα —ΠΑΦ!— δι­α­βά­σα­με γιὰ τὴν ἀ­πώ­λειά του στοὺς T­i­m­es, καὶ πα­ρα­τή­σα­με σύ­ξυ­λα τὰ ψω­μά­κια μας κι ἀ­φή­σα­με τοὺς κα­φέ­δες μὲ τὸ γά­λα νὰ σχη­μα­τί­ζουν λευ­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα στὰ σκοῦ­ρα ξύ­λι­να τρα­πέ­ζια τῆς κου­ζί­νας μας.

       Φυ­σι­κά, αὐ­τὸ ξε­σή­κω­σε τὸ κοι­νὸ αἴ­σθη­μα. Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, βλέ­πα­με πλή­θη νὰ στοι­βά­ζουν λου­λού­δια καὶ τα­ρι­χευ­μέ­να ζῶ­α ἔ­ξω ἀ­πὸ βι­βλι­ο­θῆ­κες σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Σύν­το­μα οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ἔ­βρι­θαν ἀ­πὸ ὑ­πο­νο­ού­με­να. Ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ποὺ χά­θη­κε πά­νω στὸ ἄν­θος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, ἔ­λε­γαν. Τὸ κοι­νὸ ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­το ἀ­κού­γον­τας τὴ Βι­ο­γρα­φί­α νὰ πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς εἶ­χε σχέ­ση μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα στὴ διά­ρκεια τῆς φά­σης «ἀ­πω­θη­μέ­νης μνή­μης τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας». Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης ἔ­γι­ναν τό­σο φορ­τι­κὰ ποὺ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν πό­λη γιὰ ἕ­να μή­να προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­πι­λύ­σει τὰ θέ­μα­τά της κα­τ’ ἰ­δί­αν.

      Στὴν κη­δεί­α, τὸ Πε­ζο­ποί­η­μα στὸ ἐγ­κώ­μιό του ἀ­να­φέρ­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, στοὺς ἐκ­δό­τες ὡς «προ­α­γω­γοὺς τῆς ἀ­γο­ρᾶς» καὶ ἀ­πο­κά­λε­σε τοὺς ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὺς «λο­γο­τε­χνι­κὰ ἁρ­πα­κτι­κὰ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­να πλέ­ον μὲ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση τοῦ Δι­η­γή­μα­τος». Ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­λοι φταί­γα­με. Στὸ ἐ­πι­κή­δει­ο δεῖ­πνο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, γυ­ρο­φέρ­να­με σα­στι­σμέ­νοι, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νοι τί θὰ μπο­ρού­σα­με ἄ­ρα­γε νὰ εἴ­χα­με κά­νει. Σὲ μιὰ γω­νί­α, ἡ ἄ­ξε­στη Νου­βέ­λα με­θοῦ­σε μὲ φθη­νὸ C­h­a­r­d­o­n­n­ay καὶ φλυ­α­ροῦ­σε, μι­λών­τας γιὰ τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς ποὺ ἔ­ζη­σε μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα. Πα­ρη­γο­ρή­θη­κε σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τας στὴν τύ­χη πε­ρα­στι­κοὺς καὶ φω­νά­ζον­τας «Σ’­ἀ­γα­πῶ!» τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ ἔ­βα­λε σὲ ἀ­νη­συ­χί­α τοὺς ἐκ­δό­τες λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν λί­γα μέ­τρα πιὸ πέ­ρα.

      Τὶς ἑ­βδο­μά­δες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, ἄρ­χι­σαν νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν φῆ­μες ὅ­τι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος εἶ­χε κρυ­ο­γε­νε­τι­κὰ ἀ­πο­θη­κευ­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο κον­τὰ στὴν Ὀ­μά­χα. Κά­ποι­ος κα­θη­γη­τὴς στὴ Γλα­σκώ­βη πρό­σφε­ρε χί­λι­ες λί­ρες σὲ ὅ­ποι­ον μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­πα­ρά­ξει ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ DNA τοῦ Δι­η­γή­μα­τος, γιὰ λό­γους κλω­νο­ποί­η­σης. Ἐ­νῶ ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν ὅ­τι τὸ Δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­χε πε­θά­νει, ἀλ­λὰ προ­σποι­ή­θη­κε πὼς πέ­θα­νε κι ἀ­πο­σύρ­θη­κε σὲ κά­ποι­ο ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο ὀ­ρει­νὸ κα­τα­φύ­γιο κά­που στὶς Ἄν­δεις ἢ τὰ Ἰ­μα­λά­ι­α.

      Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη μᾶς ἀ­να­κού­φι­σε κά­πως. Ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­πι­νο­οῦ­με φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὸ Δι­ή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­μοι­αζαν ἀ­λη­θο­φα­νεῖς με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο. Φαν­τα­ζό­μα­σταν τὸ Δι­ή­γη­μα νὰ κά­θε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τζά­κι μὲ τὸν Τζὸν Λέ­νον, τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τὴν Ἀ­μέ­λια Ἔρ­χαρτ, νὰ σι­γο­πί­νουν κο­νιὰκ ἑ­κα­τὸ ἐ­τῶν καὶ νὰ συ­ζη­τοῦν γιὰ τοὺς παῖ­κτες ποὺ θὰ κα­τέ­βα­ζαν στὶς φαν­τα­στι­κές τους ὁ­μά­δες μπέ­ιζ­μπολ. Τοὺς φαν­τα­ζό­μα­σταν νὰ φο­ροῦν τὶς κάλ­τσες ποὺ εἴ­χα­με χά­σει στὸ στε­γνω­τή­ριο πρὸ πολ­λοῦ καὶ νὰ παί­ζουν μὲ τὰ ψι­λὰ ποὺ μᾶς εἶ­χαν πα­ρα­πέ­σει ἀ­νά­με­σα στὰ μα­ξι­λα­ρά­κια τοῦ κα­να­πέ. Στὴν προ­ε­ξο­χὴ τοῦ τοί­χου, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο, μὲ θέ­α τὰ βου­νά, ἔ­βλε­παν, πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, μιὰ στρο­βι­λι­ζό­με­νη δί­νη ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὰ χρώ­μα­τα φαν­τά­ζον­ταν πὼς ἦ­ταν τὰ ὄ­νει­ρά τους καὶ πε­ρί­με­ναν καρ­τε­ρι­κὰ τὶς στιγ­μὲς ἐ­κεῖ­νες ποὺ μιὰ λε­πτὴ γραμ­μὴ φω­τὸς θὰ ξέ­φευ­γε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στε­νὸ πλαί­σιο, σὰν ζω­η­ρὴ μου­σι­κὴ νό­τα ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ προ­τοῦ χα­θεῖ σὰν ἀ­στρα­πὴ στὴν πε­ρι­βάλ­λου­σα νύ­χτα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Σί­τον Χὸλ καὶ ζεῖ στὸ βό­ρει­ο Νιοὺ Τζέρ­σε­ϊ. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα δι­η­γή­μα­τά του δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὰ Har­p­e­r­’s M­a­g­a­z­i­ne, T­he P­a­r­is R­e­v­i­ew, M­id-A­m­e­r­i­c­an R­e­v­i­ew καὶ N­o­t­re D­a­me R­e­v­i­ew, ἀ­νά­με­σά σε ἄλ­λα. Γρά­φει λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς καὶ τὸ βι­βλί­ο του T­he W­o­rd R­i­d­es A­g­a­in: R­e­r­e­a­d­i­ng t­he Fron­t­i­er in A­m­e­r­i­c­an F­i­c­t­i­on δη­μο­σι­εύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ O­h­io U­n­i­v­e­r­s­i­ty P­r­e­ss. Ζεῖ στὸ Ρί­τσμοντ τῆς Βιρ­τζί­νια.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Μάικλ Νάιτ (Michael Knight): Ὁ Ὑπνωτιστής

 

.

.

Μά­ι­κλ Νά­ιτ (M­i­c­h­a­el K­n­i­g­ht)

 .

Ὁ Ὑ­πνω­τι­στής

(T­he M­e­s­m­e­r­i­st)

.

 

ΜΟΥΝ­ΤΥ(1) μό­λις ἐ­πι­βι­βά­στη­κε στὸ S­i­l­v­er S­t­a­r(2) μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὴν Οὐ­ά­σιν­γκτον· ἐ­κεῖ θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ C­r­e­s­c­e­n­t(3) καὶ θὰ τα­ξί­δευ­ε ὅ­λη νύ­χτα. Στὴ Νέα Ὀρ­λε­ά­νη μιὰ μου­σι­κὴ σκη­νὴ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε κά­ποι­ον ὑ­πνω­τι­στὴ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὴν πα­ρά­στα­ση· εἶ­χε ξα­να­παί­ξει ἐ­κεῖ στὸ πα­ρελ­θόν. Στὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί του, ἕ­να κο­ρί­τσι δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ μό­δας. Φο­ροῦ­σε κο­λε­για­κὸ φοῦ­τερ (ΠΑ­ΝΕ­ΠΙ­ΣΤΗ­ΜΙΟ ΤΗΣ ΒΟ­ΣΤΩ­ΝΗΣ ΛΕ­ΣΧΗ ΜΟΥ­ΣΙ­ΚΗΣ ΔΩ­ΜΑ­ΤΙΟΥ) καὶ κά­θε τό­σο μά­ζευ­ε τὴν ἴ­δια πει­σμα­τά­ρι­κη τού­φα πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­φτί της. Ὁ Μούν­τυ εἶ­χε τὸ χά­ρι­σμα νὰ δι­α­βά­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους καί, σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι, ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ κά­ποι­α θλί­ψη, κά­τι οἰ­κεῖ­ο καὶ κον­τι­νὸ στὴν καρ­διά του. Τὸ εἶ­δε στοὺς πε­σμέ­νους ὤ­μους της. Τὸ εἶ­δε στὴν ὑ­πό­νοι­α ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει ἡ φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ φθο­ρὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια της. Φέ­ρελ­πις καὶ φο­βι­σμέ­νη. Ἄ­τυ­χη σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ή. Κά­ποι­ος μᾶλ­λον τῆς εἶ­χε ρα­γί­σει τὴν καρ­διὰ και­ρὸ πρίν.

 

       «Μὲ πα­ρα­κο­λου­θεῖς;» εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Δὲν μ’­ἀ­ρέ­σει κα­θό­λου νὰ μὲ πα­ρα­κο­λου­θοῦν.»

       Ἔ­κλει­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ κι ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸν Μούν­τυ. Μὲ μιὰ κί­νη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του στὴν τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του, τρά­βη­ξε ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ φα­κὸ καὶ τί­να­ξε τὴν ἀ­κτί­να φω­τὸς πά­νω στὴ νο­η­τὴ γραμ­μὴ τοῦ βλέμ­μα­τός της. Κι εἶ­πε: «Κά­θε μῦς στὸ σῶ­μα σου εἶ­ναι χα­λα­ρὸς τώ­ρα. Τρα­βῶ τὰ μά­τια σου τὰ κλει­στὰ μὲ με­τα­ξέ­νια νή­μα­τα.» Τὸ κο­ρί­τσι ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ ἀν­τὶ νὰ μι­λή­σει, σω­ρι­ά­στη­κε στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ­νος μέ­τρη­σε ἀν­τί­στρο­φα ἀ­πὸ τὸ δέ­κα μέ­χρι τὸ ἕ­να, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ μὲ τὰ χέ­ρια της στραμ­μέ­να πρὸς τὰ πά­νω, κρε­μα­σμέ­να δί­πλα της. Τὸ κε­φά­λι της τι­να­ζό­ταν κα­θὼς τραν­τά­ζον­ταν περ­νών­τας μιὰ γέ­φυ­ρα. Εἶ­χε μιὰ ὄ­ψη ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στης ἔκ­πλη­ξης.

 

       Στὴ Φι­λα­δέλ­φεια, ὁ Μούν­τυ τὴν ὁ­δή­γη­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τῶν ἐν­θου­σι­ω­δῶν ἐ­πι­βα­τῶν κι ἀ­γό­ρα­σε δυ­ὸ εἰ­σι­τή­ρια γιὰ τὴν κλι­νά­μα­ξα μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Κλί­βε­λαντ. Κα­θὼς δι­έ­σχι­ζαν τὴ χώ­ρα μὲς στὸ σκο­τά­δι, ὁ Μούν­τυ πε­ρι­έ­γρα­φε τὴ ζω­ὴ ποὺ θὰ εἶ­χαν ἀ­πὸ κοι­νοῦ. Τῆς εἶ­πε πὼς πο­τὲ δὲν θὰ ἦ­ταν μό­νη. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τὴν δι­έ­κρι­νε ἡ χά­ρη κι ἡ γο­η­τεί­α. «Θὰ ξα­να­με­τρή­σω», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ὅ­ταν ξυ­πνή­σεις, δὲν θὰ σὲ συν­δέ­ει τί­πο­τα πλέ­ον μὲ τὴ δυ­στυ­χί­α.»

 

       Ὁ Μούν­τυ βρῆ­κε πρω­ι­νὴ δου­λειὰ καὶ νοί­κια­σαν ἕ­να σπί­τι σὲ μιὰ πο­λυ­τε­λέ­στα­τη γει­το­νιὰ χτι­σμέ­νη μὲ τοῦ­βλα καὶ σκιά. Ἦ­ταν χα­ρού­με­νοι γιὰ λί­γο. Ἡ Πη­νε­λό­πη ἔ­κα­νε μα­θή­μα­τα πιά­νου μὲ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα στὸ ἴ­διο οἰ­κο­δο­μι­κὸ τε­τρά­γω­νο, τὴν κ. Μπέ­ρυ­μαν, ποὺ κά­θε τό­σο στα­μα­τοῦ­σε τὸν Μούν­τυ στὸν δρό­μο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε, «Αὐ­τὴ ἡ Πη­νε­λό­πη σου εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη μα­θή­τρια ποὺ εἶ­χα πο­τέ. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξέ­ρει πιά­νο ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ της.» Ὅ­ταν ὁ και­ρὸς τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἄ­φη­ναν ἀ­νοι­χτὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα κι ὁ Μούν­τυ τὴν ἄ­κου­γε νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται κα­θὼς ἐ­πέ­στρε­φε στὸ σπί­τι τους τὴ νύ­χτα. Στε­κό­ταν στὴν αὐ­λὴ θαυ­μά­ζον­τας τὰ ἁ­πλὰ τοῦ­βλα καὶ τὰ ντε­λι­κά­τα σφεν­δά­μια κι ἔ­νι­ω­θε ἔκ­πλη­κτος, συ­ναι­σθα­νό­με­νος ὅ­τι αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ζω­ὴ ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια.

 

       Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ἤ­δη σὲ ἀρ­κε­τὰ κον­τι­νὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὶς με­λω­δί­ες τῆς Πη­νε­λό­πης, ὁ Μούν­τυ δι­έ­κρι­νε ἕ­ναν ξέ­νο νὰ κρυ­φο­κοι­τᾶ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἦ­ταν φθι­νό­πω­ρο καὶ τὰ φύλ­λα ἄλ­λα­ζαν χρῶ­μα στὰ κλα­διά τους. Ὁ Μούν­τυ ἔ­τρε­ξε, φω­νά­ζον­τας ἕ­να φι­λι­κὸ «γειά», κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε φω­να­χτὰ τί ἔ­κα­νε ὁ ἄν­τρας ἐ­κεῖ­νος στὴ βε­ράν­τα του. Ὁ ἄν­τρας χα­μο­γέ­λα­σε μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ Μούν­τυ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλά­βει ὡς­κα­θη­συ­χα­στι­κό.

       «Εἶ­μαι ἰ­δι­ω­τι­κὸς ἐ­ρευ­νη­τής», εἶ­πε. «Ψά­χνω ἕ­να κο­ρί­τσι.» Ἔ­βγα­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὸν χαρ­το­φύ­λα­κά του – ἡ Πη­νε­λό­πη μὲ πρά­σι­νη κορ­δέ­λα στε­ρε­ω­μέ­νη στὸν ὦ­μο της.

       «Τί κέρ­δι­σε;» εἶ­πε ὁ Μούν­τυ.

       «Τὸ δεύ­τε­ρο βρα­βεῖ­ο στὸ Ρε­σι­τὰλ Πιά­νου F­a­i­r­f­ax C­o­u­n­t­y(4)», εἶ­πε. «Ἔ­παι­ξε Σο­πέν. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Πη­νε­λό­πη.»

       Ὁ Μούν­τυ τρά­βη­ξε τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ φα­κὸ ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του κι ἄ­να­ψε τὴ δε­σμί­δα φω­τὸς μὲ τὸν γνώ­ρι­μο, ἐ­ξα­σκη­μέ­νο τρό­πο του. Χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή του καὶ εἶ­πε: «Κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χεις κά­νει. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α Πη­νε­λό­πη ἐ­δῶ.»

       «Κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χω κά­νει», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ ἄν­τρας. «Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α Πη­νε­λό­πη ἐ­δῶ.»

       Τὰ μά­τια του γυ­ά­λι­ζαν, τὸ στό­μα του ἔ­χα­σκε. Ἡ φω­το­γρα­φί­α ἔ­πε­σε στρο­βι­λι­ζό­με­νη ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες τῶν δα­κτύ­λων του.

      Ὁ Μούν­τυ εἶ­πε: «Ἴ­σως τὸ ἔ­σκα­σε γιὰ τὴν Ὀν­δού­ρα. Πρέ­πει νὰ πᾶς ἐ­κεῖ καὶ νὰ ρί­ξεις μιὰ μα­τιά.»

       «Ἴ­σως τὸ ἔ­σκα­σε γιὰ τὴν Ὀν­δού­ρα», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ ἄν­τρας. «Πρέ­πει νὰ πά­ω ἐ­κεῖ καὶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιά.»

       Ὁ Μούν­τυ τὸν εἶ­δε νὰ περ­πα­τᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο τρε­κλί­ζον­τας μέ­χρι τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του καὶ νὰ φεύ­γει. Ἔ­σκυ­ψε καὶ σή­κω­σε τὴ φω­το­γρα­φί­α, κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ νὰ τὴν κοι­τά­ζει ἕ­ως ὅ­του ἡ μου­σι­κὴ τῆς Πη­νε­λό­πης ξα­νά­φτα­σε στὰ ἀ­φτιά του, ἕ­νας με­λαγ­χο­λι­κὸς ἦ­χος στὸν εὔ­θραυ­στο ἀ­έ­ρα.

 

       Τὰ Χρι­στού­γεν­να, κά­λε­σαν τὴν κυ­ρί­α Μπέ­ρυ­μαν, ποὺ ζοῦ­σε μό­νη. Με­τὰ τὸ δεῖ­πνο κά­θι­σε δί­πλα στὴν Πη­νε­λό­πη στὸ σκαμ­πὸ τοῦ πιά­νου καὶ ἔ­παι­ξαν μα­ζὶ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα τρα­γού­δια. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κε πιά, τύ­λι­ξαν τὴν κ. Μπέ­ρυ­μαν μὲς στὸ παλ­τό της καὶ τὴν πῆ­γαν σπί­τι μὲ τὰ πό­δια. Στά­θη­καν στὸ κρά­σπε­δο καὶ ἔ­βλε­παν τὸ χι­ό­νι νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κα­πὸ τοῦ αὐ­το­κι­νή­του τοῦ Μούν­τυ.

       Ἡ Πη­νε­λό­πη εἶ­πε: «Μ’­ἀ­ρέ­σει ἔ­τσι ὅ­πως τὸ χι­ό­νι κα­λύ­πτει καὶ πα­ράλ­λη­λα με­γεθύ­νει τὰ πάν­τα. Ἡ φω­νή μου ἀ­κού­γε­ται τό­σο δυ­να­τὴ τώ­ρα.»

      Ὁ Μούν­τυ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση της, ἄ­φη­σε τὴ σι­ω­πὴ ποὺ δυ­νά­μω­νε νὰ κυ­λή­σει ἀρ­γὰ πί­σω ἀ­πὸ τὰ λό­για της. Φί­λη­σε τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ τῆς Πη­νε­λό­πης, τὰ μαλ­λιά της ἦταν ­κρύ­α κι εὔ­θραυ­στα, σκο­νι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χιό­νι.

       Τῆς εἶ­πε: «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες βά­λει τὸ κα­πέ­λο σου.»

       «Ἐν­τά­ξει εἶ­μαι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­λο μὲ νταν­τεύ­εις, Μούν­τυ.»

       Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ τὸν τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα ἔ­λαμ­παν ἀ­νά­με­σα στὶς πα­ρα­με­ρι­σμέ­νες κουρ­τί­νες. Τὸ χι­ό­νι λαμ­πύ­ρι­ζε. Ὁ Μούν­τυ ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν οἱ πα­τη­μα­σι­ές τους θὰ εἶ­χαν κα­λυ­φθεῖ ὣς τὸ πρω­ί.

 

1. Τὸ ὄ­νο­μα Μούν­τυ (στὰ ἀγ­γλι­κὰ “M­o­o­dy”) ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν κυ­κλο­θυ­μι­κό, δύ­σθυ­μο ἄν­θρω­πο.

2. Δρο­μο­λό­γιο ἐ­πι­βα­τι­κοῦ τρέ­νου ποὺ κα­λύ­πτει με­γά­λο μέ­ρος τῶν Η­ΠΑ.

3. Ἐ­πι­βα­τι­κὸ τρέ­νο στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ τμῆ­μα τῶν Η­ΠΑ.

4. Κο­μη­τεί­α στὴ Βό­ρεια Βιρ­τζί­νια τῶν Η­ΠΑ.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Μά­ι­κλ Νά­ιτ (M­i­c­h­a­el K­n­i­g­ht). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των, D­i­v­i­n­i­ng R­od καὶ T­he T­y­p­i­st· δύ­ο συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, D­o­g­f­i­g­ht a­nd O­t­h­er S­t­o­r­i­es καὶ G­o­o­d­n­i­g­ht, N­o­b­o­dy· καὶ μί­ας συλ­λο­γῆς μὲ νου­βέ­λες, T­he H­o­l­i­d­ay S­e­a­s­on. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ E­s­q­u­i­re, T­he N­ew Y­o­r­k­er καὶ O­x­ford A­m­e­r­i­c­an. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Τε­νε­σί.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Ντὰν Κάπλαν (Dan Kaplan): Μπίλ

 

 

Ντὰν Κάπλαν (Dan Kaplan)

 

Μπίλ

(Bill)

 

ΟΡΩΝΤΑΣ ἕ­να ξε­φτι­σμέ­νο μάλ­λι­νο που­λό­βερ, ὁ Μπὶλ κό­βει στὰ δύο μιὰ κα­ρύ­δα ἀ­πὸ τὴ Χα­βά­η μὲ μιὰ σπά­θα. Ὁ Μπὶλ στὸ μπάρ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος σὲ ἕ­να σκαμ­πό, μὲ τὶς κλει­δώ­σεις νὰ χτυ­ποῦν ἐ­λα­φρὰ καὶ τὴ βρο­χὴ νὰ σφυ­ρο­κο­πᾶ τὴν τσίγ­κι­νη ὀ­ρο­φή. Στὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη τη­λε­ό­ρα­ση τοῦ Μπὶλ παί­ζει Ὁ μά­γος τοῦ Ὄζ. Ὁ Μπὶλ σω­ρι­ά­ζε­ται στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ὁ ἥ­λιος μοιά­ζει ἐ­κτο­ξευ­μέ­νος στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­πὸ τὸ δά­κτυ­λο τοῦ Μπίλ. Μιὰ γυ­ναί­κα σι­γο­ψι­θυ­ρί­ζει «Μπίλ», ἀ­νοί­γον­τας τὰ ἀ­φτά­κια σὲ ἐ­ξώ­φυλ­λα βι­βλί­ων. Ὁ Μπὶλ ζη­τᾶ ἀ­πὸ τὸ ζευ­γά­ρι νὰ κα­θί­σει, τὰ πρό­σω­πά τους χω­ρὶς ἴ­χνος δέ­σμευ­σης. Ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος ξε­τυ­λί­γε­ται, ὁ Μπὶλ γέρ­νει τὸ κά­θι­σμά του πρὸς τὰ πί­σω. Κά­ποι­ος φω­νά­ζει «Σέν­τρικ!» ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου σὲ μιὰ νέ­α πό­λη. Μὲ ἀ­φτιὰ κοκ­κι­νι­σμέ­να, σφυ­ρο­κο­πη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ χα­λά­ζι, ὁ Μπὶλ με­λε­τᾶ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς τῆς ὁ­δοῦ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἕ­να παι­δά­κι βρί­σκει τὴ γά­τα τοῦ Μπίλ, χω­ρὶς τρί­χω­μα κι ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νη, στὴν ὑ­δρορ­ρο­ή. Τὸ βι­βλί­ο μὲ τὰ βα­φτι­στι­κὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­νοι­χτὸ στὸ «Μπ». Ὁ Μπὶλ σκύ­βει πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν πα­ρεν­δυ­σί­α μὲ χον­τροὺς μη­ροὺς καὶ μιὰ τεν­τω­μέ­νη καλ­τσο­δέ­τα. Ἕ­νας κά­τι­σχνος για­τρός, δυ­ὸ χρό­νια πρὶν τὴ σύν­τα­ξη, δί­νει μιὰ συν­τα­γὴ στὸν Μπίλ. Ὁ Μπὶλ ρί­χνει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πί­σω του. Τὸ ραν­τε­βοὺ στὶς δύο μὲ τὸν Μπὶλ σβη­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο. Τὸ «Μπίλ» κεν­τη­μέ­νο μὲ κόκ­κι­να ἑ­νω­μέ­να γράμ­μα­τα στὴν μπρο­στι­νὴ τσέ­πη τοῦ που­κά­μι­σου ἑ­νὸς ἐ­φή­βου ποὺ πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν Μπίλ. Μιὰ γυ­ναί­κα, σχε­δὸν ἄ­γνω­στη στὸν Μπίλ, ἀ­νοί­γει τὴν μπρο­στι­νὴ πόρ­τα. Ἡ μπα­νι­έ­ρα γιὰ δύο ἄ­το­μα, ὅ­που κά­πο­τε ὁ Μπὶλ εἶ­χε τρί­α. Ὁ Μπὶλ στὴν πρώ­τη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, δι­α­τρέ­χει τὴ λί­στα στὸν τοῖ­χο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Μπὶλ μὲ ἕ­ναν δα­κρυ­σμέ­νο Πά­πα, ντυ­μέ­νο γυ­ναι­κεί­α, νὰ πα­ρα­λαμ­βά­νει τὴν κο­ρώ­να τῆς M­i­ss U­n­i­v­e­r­se. Ὁ Μπὶλ καὶ τὸ κρύ­ο. Τὸ φεγ­γά­ρι σὰν βῶ­λος ἀ­πὸ βού­τυ­ρο στὸν οὐ­ρα­νὸ πρὸς νό­το. Μιὰ σει­ρὰ ποὺ στρί­βει στὴ γω­νί­α, ὁ Μπὶλ πλη­σιά­ζει στὸ τέ­λος. Ὁ Μπὶλ κοι­τά­ζει μιὰ δι­α­φή­μι­ση γιὰ κά­τι ποὺ τὸ λέ­νε «γι­όγ­κα». Κά­ποι­ος φω­νά­ζει «Μπίλ!» στὴν ἀ­πο­βά­θρα, ὅ­λοι γυ­ρί­ζουν καὶ κοι­τοῦν.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Ντὰν Κάπλαν (D­an K­a­p­l­an) (Οὐ­ά­σιν­γκτον). Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τλαντ στὸ Ὄ­ρεγ­κον, ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Ρὸμπ Κέρνι (Rob Carney): Ταξιδεύοντας μόνος

 

 

Ρὸμπ Κέρ­νι (Rob Carney)

 

Τα­ξι­δεύ­ον­τας μό­νος

(Traveling Alone)

 

ΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ νὰ με­γα­λώ­νεις μὲ τὶς ἀ­στρα­πές. Ἂν εἶ­σαι, λό­γου χά­ρη, ἀ­πὸ τὸ Κάν­σας, κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι φυ­σι­κό. Φυ­σι­κὸ κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο μα­ζί, μιὰ καὶ ξέ­ρεις πῶς εἶ­ναι νὰ ρα­πί­ζουν οἱ οὐ­ρὲς τῶν φω­τει­νῶν μα­στι­γί­ων τὴ σκε­πή σου ἢ τὴ σι­τα­πο­θή­κη ἢ τὸ μο­να­δι­κὸ δέν­τρο στὴν πε­ρι­ο­χή. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι τὸ θέ­μα μου. Γιὰ μέ­να, ὅ­λο αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο. Μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ προ­σμέ­νω μὲ λα­χτά­ρα ὅ­πο­τε μυ­ρί­ζω τὴν ἀ­στρα­πὴ νὰ πλη­σιά­ζει, κα­θὼς μα­στι­γώ­νει καὶ ρι­γώ­νει καὶ τὴν ἀ­κοῦς νὰ συ­ρί­ζει καὶ νὰ σχί­ζει τὴ νύ­χτα. Αὐ­τὸ λα­τρεύ­ω. Φαν­τά­σου, λοι­πόν: κά­πο­τε ἤ­μουν σὲ ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο —πᾶ­νε τρί­α χρό­νια— ἕ­να μι­κρὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­πὸ τὸ Ντάλ­λας μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὴ λί­μνη Τσάρλς —ἑ­πο­μέ­νως πρέ­πει νὰ ἤ­μα­σταν κά­που πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Τέ­ξας ἢ τὸ Σρίβ­πορτ— θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καὶ τὸ Ἀρ­κάν­σας —τέ­λος πάν­των— τὸ θέ­μα εἶ­ναι πὼς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­ρά­στιο σύν­νε­φο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­στρα­πῆς. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ ἔ­βλε­πες. Δὲν ἐ­κτό­ξευ­ε ἀ­στρα­πό­βρον­τα. Ὅ­λα συ­νέ­βαι­ναν μέ­σα στὸ σύν­νε­φο: πε­ρι­ο­χὲς ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἄ­στρα­φταν ξαφ­νι­κὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του… ὕ­στε­ρα πα­ρα­πέ­ρα… ὕ­στε­ρα πὶν πὶν πὶν πὶν πὶν ὅ­λες στὴ σει­ρά… σὰν νὰ στε­κό­σουν ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐρ­γα­στή­ριο συγ­κολ­λή­σε­ων μὲς στὸ σκο­τά­δι, μὲς στὸ χι­ό­νι, καὶ νὰ βλέ­πεις τὶς ἠ­λε­κτρι­κὲς ἐκ­κε­νώ­σεις μέ­σα ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τὰ κα­λυμ­μέ­να μὲ σκό­νη. Κά­πως ἔ­τσι ἔ­μοια­ζε. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ συ­νε­χι­ζό­ταν χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Ναί, ἔ­μοια­ζε πραγ­μα­τι­κὰ μὲ ἐρ­γο­στά­σιο. Σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ σύν­νε­φο τὸ ση­μεῖ­ο πα­ρα­γω­γῆς τῆς ἀ­στρα­πῆς, ποὺ στὴ συ­νέ­χεια με­τα­φε­ρό­ταν σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο μέ­σῳ κα­ται­γί­δων. Σὰν νὰ δού­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα οἱ θε­οὶ μὲ σφυ­ριὰ κι ἀ­μό­νια καὶ φυ­σε­ρά, φο­ρών­τας αὐ­τὰ τὰ κρά­νη μὲ τοὺς φα­κοὺς κε­φα­λῆς γιὰ νὰ βλέ­πουν. Σὰν συν­νε­φι­α­σμέ­νο κα­μί­νι ἔ­μοια­ζε. Σὰν τὴν κοι­τί­δα τοῦ φω­τός. Ἴ­σως ἔ­τσι νὰ ἦ­ταν τὸ σύμ­παν μέ­σα στὴ μή­τρα. Θε­έ μου, μα­κά­ρι κά­ποι­ος νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ μα­ζί μου. Εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἀ­ξί­ζει πο­λὺ νὰ μοι­ρα­στεῖς μὲ κά­ποι­ον.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Ρὸμπ Κέρ­νι (Rob Carney).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει δύ­ο τομί­δια ποί­η­σης καὶ τὴ συλ­λογὴ Boasts, Toasts, and Ghosts, ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖο ποί­η­σης τῆς Γιού­τα τὸ 2004. Τὸ σύ­ντο­μο θε­α­τρι­κό του ἔργο «Sirens: A Play in One Act» δη­μοσιεύ­τη­κε ἀπὸ τὸ Northwest Review. Ἡ τε­λευ­ταί­α ποι­η­τικὴ δουλειά του μὲ τί­τλο Weather Report, δη­μο­σιεύ­τη­κε ἀπὸ τὸ Somondoca Press τὴν Ἄνοι­ξη τοῦ 2006.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει. 10 βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).