Μύριελ Ρουκάιζερ (Muriel Rukeyser): Μύθος


Rukeyser,Muriel-Myth-Eikona-01


Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser)


Μύ­θος

(Myth)


02-PiΟΛΥ ΚΑΙΡΟ με­τά, ὁ Οἰ­δί­πο­δας, γέ­ρος καὶ τυ­φλός, περ­πα­τοῦ­σε στοὺς δρό­μους. Κι ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κεί­α μυ­ρω­διά. Ἦ­ταν ἡ Σφίγ­γα.

       «Θέ­λω νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Για­τί δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ μη­τέ­ρα μου;» εἶ­πε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ἔ­δω­σες λά­θος ἀ­πάν­τη­ση», εἶ­πε ἡ Σφίγ­γα.

        «Μὰ αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα ἐ­φι­κτά», ἀν­τα­πάν­τη­σε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­ταν ρώ­τη­σα: Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ περ­πα­τά­ει στὰ τέσ­σε­ρα τὸ πρω­ί, στὰ δύ­ο τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ στὰ τρί­α το βρά­δυ, ἐ­σὺ ἀ­πάν­τη­σες: ὁ Ἄν­θρω­πος. Δὲν εἶ­πες τί­πο­τα γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες.»

       «Ὅ­ταν λὲς ὁ Ἄν­θρω­πος», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Οἰ­δί­πο­δας, «συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νεις καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­λοι τὸ γνω­ρί­ζουν αὐ­τό.»

       Κι ἐ­κεί­νη εἶ­πε, «Ἔ­τσι νο­μί­ζεις ἐ­σύ».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Breaking Open (Random House, USA, 1973).

Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser ) (15 Δε­κεμ­βρί­ου 1913–12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1980). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια καὶ πο­λι­τι­κὴ ἀ­κτι­βί­στρια, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὴ γιὰ τὰ ποι­ή­μα­τά της μὲ θέ­μα τὴν ἰ­σό­τη­τα, τὸν φε­μι­νι­σμό, τὴν κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὸν Ἰ­ου­δα­ϊ­σμό. Ἔ­χει γρά­ψει πολ­λὲς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, κα­θὼς καὶ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἡ πιὸ γνω­στὴ συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των της τι­τλο­φο­ρεῖ­ται Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Νε­κρῶν (1938) καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἐρ­γα­τι­κὴ τρα­γω­δί­α, ὅ­που ἑ­κα­τον­τά­δες ἐρ­γά­τες ὀ­ρυ­χεί­ων πέ­θα­ναν ἀ­πὸ σι­λί­κω­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Με­τά­φρα­ση στὴν Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νο­ς (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Εὔθραστο ὅριο (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2014), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­τω­ν Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (ἐκ­δ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

Εἰκόνα: Antoni Stanislaw Brodowski, Oedipus and Antigone, 1828.



		

	

Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard): Κομμάτι τοῦ Τείχους τοῦ Βερολίνου

.

Shepard,Sam-KommatiTouTeichousTouBerolinou-Eikona-01

.

Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard)

.

Κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου

(Berlin Wall Piece)

.

17-oΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε ἀ­πο­λύ­τως γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80. Πρέ­πει νὰ τοῦ πά­ρω συ­νέν­τευ­ξη γιὰ μιὰ ἐρ­γα­σί­α μου στὸ μά­θη­μα τῆς κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας τῆς πρώ­της γυ­μνα­σί­ου καὶ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε. Λέ­ει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ θυ­μη­θεῖ τί­πο­τε γιὰ τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ μαλ­λιά, τὰ ροῦ­χα, τὴ μου­σι­κὴ ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο. Λέ­ει ὅ­τι ἡ οἰ­κο­νο­μί­α ἦ­ταν χά­λια καὶ γι’ αὐ­τὸ ἔ­φται­γαν οἱ ρε­πουμ­πλι­κά­νοι, ἀλ­λὰ ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τὸ δὲν ξε­χώ­ρι­ζε κά­τι ἄλ­λο κα­τὰ τὴ γνώ­μη του. Λέ­ει ὅ­τι τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἦ­ταν ὅ­τι τό­τε γνώ­ρι­σε τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ ὅ­τι τό­τε γεν­νη­θή­κα­με κι ἐ­γὼ καὶ ἡ ἀ­δελ­φή μου. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Ὅ­ταν τοῦ λέω ὅ­τι ἡ ἐρ­γα­σί­α δὲν ἀ­φο­ρᾶ τὰ προ­σω­πι­κά μας, λέ­ει: «Μὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι ἄλ­λο;» Τοῦ λέω ὅ­τι χρει­ά­ζο­μαι πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὸ στὺλ καὶ τὴ μό­δα καὶ ὅ,τι ἄλ­λο συ­νέ­βαι­νε στὴ χώ­ρα ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ λέ­ει ὅ­τι τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· ὅ­τι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι μιὰ «ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ὑ­πό­θε­ση» καὶ ὅ­τι ὅ­λα τα ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι μό­νο ἐ­πι­φα­νεια­κὰ καὶ ψεύ­τι­κα – σὰν τὶς εἰ­δή­σεις. Λέ­ει ὅ­τι οἱ εἰ­δή­σεις εἶ­ναι ὅ­λο ψέ­μα­τα καὶ ὁ λό­γος ποὺ εἶ­ναι τό­σο δη­μο­φι­λεῖς εἶ­ναι ὅ­τι πα­ρου­σι­ά­ζον­ται σὰν ἀ­λή­θεια καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι τὶς πι­στεύ­ουν ἐ­πει­δὴ προ­τι­μοῦν νὰ πι­στεύ­ουν σ’ ἕ­να ψέ­μα. Ὅ­τι δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ χω­νέ­ψουν τὴν ἀ­λή­θεια. Αὐ­τὸ λέ­ει. Τοῦ λέ­ω ὅ­τι ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς εἶ­ναι μιὰ ἁ­πλὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80, ὄ­χι γιὰ τὴν «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα» καὶ τὶς «εἰ­δή­σεις», ἀλ­λὰ λέ­ει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὸ ζή­τη­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας· ὅ­τι τὸ ζή­τη­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ξε­περ­νά­ει ὅ­λα τα ἄλ­λα ζη­τή­μα­τα γιὰ τὰ μαλ­λιά, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὴ μου­σι­κὴ κι ὅ­λα αὐ­τά. Ἔ­πει­τα λέ­ει ὅ­τι δὲν θυ­μᾶ­ται τὴ ζω­ή του τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 καὶ ὅ­τι ἴ­σως νὰ μὴν ἔ­ζη­σε κὰν ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο, ἀλ­λὰ με­τὰ λέ­ει ὅ­τι πρέ­πει νὰ ζοῦ­σε τό­τε για­τί θυ­μᾶ­ται ποὺ γνώ­ρι­σε τὴ μη­τέ­ρα μου, καὶ ὅ­τι τό­τε γεν­νη­θή­κα­με κι ἐ­γὼ καὶ ἡ ἀ­δελ­φή μου. Αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει. Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­ναι τρε­λὸς γιὰ δέ­σι­μο. Ἔ­τσι εἶ­ναι. Χρό­νια τώ­ρα δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι. Ἡ ἀ­δελ­φή μου ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἀπ’ τὸν πα­τέ­ρα μου καὶ εἶ­ναι μό­νο ἕ­ναν χρό­νο πε­ρί­που με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ μέ­να. Πά­ει τρί­τη γυ­μνα­σί­ου. Ξέ­ρει δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα —μὴ μὲ ρω­τᾶ­τε ἀ­πὸ ποῦ— ὅ­πως ὅ­τι τό­τε τὰ παν­τε­λό­νια εἶ­χαν πα­ρά­ξε­νο στύλ, ἦ­ταν στε­νὰ κά­τω καὶ τὰ φο­ροῦ­σαν μὲ τὰ μπα­τζά­κια χω­μέ­να μέ­σα σὲ μπό­τες μὲ φερ­μου­ὰρ καὶ τὰ κο­ρί­τσια φο­ροῦ­σαν σκι­σμέ­να δι­χτυ­ω­τὰ καλ­σὸν καὶ φτη­νι­ά­ρι­κα λευ­κὰ βαμ­βα­κε­ρὰ γάν­τια προ­σπα­θών­τας νὰ μι­μη­θοῦν τὴ Μαν­τό­να, ποὺ φαν­τά­ζο­μαι πὼς ἔ­κα­νε πά­τα­γο στὴ μου­σι­κὴ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, ἢ τὸν Μά­ι­κλ Τζάκ­σον, ποὺ τό­τε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ λευ­καί­νει τὸ μαῦ­ρο του δέρ­μα, ἢ τὸν Μπὸμπ Σίγ­κερ, ποὺ νό­μι­ζα πὼς ἦ­ταν γνω­στὸς μό­νο γιὰ τὸ τρα­γού­δι «L­i­ke a R­o­ck» ἀ­πὸ κεί­νη τὴ χα­ζὴ δι­α­φή­μι­ση τῆς Σε­βρο­λέ. Κι ἔ­πει­τα, ἐ­κτὸς ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, ξέ­ρει δι­ά­φο­ρα πο­λι­τι­κὰ ὅ­πως ὅ­τι ἡ Ρω­σί­α δὲν ἦ­ταν πιὰ Ρω­σί­α καὶ ὅ­τι γκρε­μί­στη­κε τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου, καὶ τὴ ρω­τά­ω πῶς καὶ ξέ­ρει τέ­τοι­α πράγ­μα­τα καὶ λέ­ει ὅ­τι τὰ ξέ­ρει ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἐ­κεῖ. «Ναί, κα­λά», τῆς λέ­ω κι αὐ­τὴ ἀ­παν­τά­ει, «Μά­λι­στα, μπο­ρῶ νὰ τὸ ἀ­πο­δεί­ξω», τρέ­χει πά­νω στὸ δω­μά­τιό της καὶ ξα­να­κα­τε­βαί­νει μ’ ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι βαμ­μέ­νο μπε­τὸν πε­ρί­που στὸ μέ­γε­θος χάμ­πουρ­γκερ καὶ τὸ βά­ζει πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας μπρο­στὰ σ’ ἐ­μέ­να καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου. «Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» ρω­τάω κι αὐ­τὴ ἀ­παν­τά­ει, «Ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου».

       «Ὄν­τως!» λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου κι ἐν­θου­σι­ά­ζε­ται. «Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι! Ἀ­πί­στευ­το, ἔ­τσι;» Τὸ πιά­νει καὶ τὸ στρι­φο­γυ­ρί­ζει στὰ χέ­ρια του, ζυ­γι­ά­ζον­τάς το λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­πὸ ἄλ­λον πλα­νή­τη. «Πό­τε πῆ­γες στὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου, γλυ­κιά μου;» Ἡ ἀ­δελ­φή μου τὸν κοι­τά­ζει, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη.

      «Δὲν θυ­μᾶ­σαι;» λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου. «Πῆ­γα μὲ τὴ μα­μὰ καὶ τὴ θεί­α Ἔι­μι.»

      «Δὲν τὸ θυ­μᾶ­μαι», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου. «Πό­σων χρο­νῶν ἤ­σουν;» Τί­πο­τα δὲν θυ­μᾶ­ται. Λὲς καὶ ξε­μω­ρά­θη­κε. Πῶς γί­νε­ται νὰ μὴ θυ­μᾶ­ται κά­τι τέ­τοι­ο; Ὅ­τι ἡ ἴ­δια του ἡ κό­ρη πῆ­γε στὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Δὲν εἶ­ναι τό­σο γέ­ρος ὥ­στε νὰ ξε­μω­ρα­θεῖ, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἔ­χει πά­θει.

      «Ἐ­γὼ ποῦ ἤ­μου­να;» λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου.

      «Μᾶλ­λον θὰ ἔ­μει­νες ἐ­δῶ», λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου.

      «Μᾶλ­λον», λέ­ει ἐ­κεῖ­νος.

      Ρω­τά­ω τὴν ἀ­δελ­φή μου ποῦ τὸ βρῆ­κε τὸ κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ μοῦ λέ­ει ὅ­τι δι­έ­σχι­ζαν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τὸ Βε­ρο­λί­νο τό­τε ποὺ γκρέ­μι­ζαν τὸ τεῖ­χος καὶ οἱ ἐρ­γά­τες μοί­ρα­ζαν κομ­μά­τια στὸν κό­σμο, τοὺς τὰ ἔ­δι­ναν ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Λέ­ει πὼς ἦ­ταν σὰν γι­ορ­τή. Ἦ­ταν τρι­ῶν χρο­νῶν καὶ θυ­μᾶ­ται τὰ χον­τρά, τρι­χω­τὰ ἀν­τρι­κὰ χέ­ρια νὰ μπαί­νουν ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ νὰ τοὺς δί­νουν χον­τρὰ κομ­μά­τια πέ­τρας καὶ μπε­τὸν σὰν νὰ μοί­ρα­ζαν κέ­ικ κι ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἦ­ταν ὅ­λα αὐ­τά.

      Πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι τὸ κομ­μά­τι τοῦ μπε­τὸν πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας. Ἡ μιὰ πλευ­ρὰ εἶ­ναι λεί­α, ἐ­πί­πε­δη καὶ βαμ­μέ­νη μὲ φαν­τα­χτε­ρὸ τιρ­κου­ὰζ καὶ βυσ­σι­νὶ χω­ρι­σμέ­να στὴ μέ­ση ἀ­πὸ μιὰ λε­πτὴ κί­τρι­νη λω­ρί­δα – μοιά­ζει μὲ μπο­γιὰ ἀ­πὸ σπρέ­ι, γκρά­φι­τι ἴ­σως. Ἡ ἄλ­λη πλευ­ρὰ εἶ­ναι σπα­σμέ­νη καὶ τρα­χιὰ καὶ φαί­νον­ται τὰ θραύ­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ δι­ά­φο­ρα ὑ­λι­κὰ ποὺ εἶ­χε φτια­χτεῖ τὸ μπε­τόν: λεῖ­ες πε­τροῦ­λες ποὺ μοιά­ζουν σὰν νὰ προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ βά­θη κά­ποι­ου δά­σους καὶ κο­φτε­ρὰ χα­λί­κια ἀ­να­κα­τε­μέ­να μ’ ἕ­να τσι­μέν­το σὰν κι­μω­λί­α ποὺ δὲν μοιά­ζει κα­θό­λου ἀ­με­ρι­κά­νι­κο καὶ κά­τι μι­κρο­σκο­πι­κὰ κομ­μα­τά­κια ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζουν. Ὅ­ταν τρί­βεις μὲ τὸ δά­χτυ­λο τὴν κό­ψη του, βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο μᾶλ­λον σὰν γυα­λὶ πα­ρὰ σὰν πέ­τρα. Ἡ ἀ­δελ­φή μου προ­σφέ­ρε­ται νὰ μ’ ἀ­φή­σει νὰ πά­ρω τὸ κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ νὰ τὸ δεί­ξω στὴν τά­ξη, μιὰ πο­λὺ γεν­ναι­ό­δω­ρη προ­σφο­ρὰ ἀ­πὸ μέ­ρους της, πι­στεύ­ω. Ὕ­στε­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου πιά­νει τὸ βα­ρὺ κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ Τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ τὸ ρί­χνει μέ­σα σὲ μιὰ πλα­στι­κή, δι­α­φα­νῆ σα­κού­λα μὲ σφρά­γι­σμα κι ὅ­ταν τὸν ρω­τά­ω για­τί τὸ κά­νει αὐ­τό, μοῦ λέ­ει γιὰ νὰ μὴ χα­θεῖ. Λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ νὰ μὴ χα­θεῖ ἢ νὰ μὴν τὸ κλέ­ψει κα­νείς, για­τί εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κό, ζων­τα­νὸ κομ­μά­τι τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­στο­ρί­ας. Τί τὸν νοιά­ζει; Δὲν εἶ­ναι κὰν σί­γου­ρος ἂν ἦ­ταν ζων­τα­νὸς ὁ ἴ­διος ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ τώ­ρα λέ­ει ζων­τα­νὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι μπε­τόν. Βγά­ζει ἕ­να με­γά­λο ρο­λὸ ἀ­ση­μὶ μο­νω­τι­κὴ ται­νί­α ἀ­πὸ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ κό­βει ἕ­να κομ­μά­τι μὲ τὰ δόν­τια του. Κολ­λά­ει τὴ λω­ρί­δα τῆς ται­νί­ας στὴ σα­κού­λα κι ἔ­πει­τα παίρ­νει ἕ­ναν μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο καὶ γρά­φει «ΚΟΜ­ΜΑ­ΤΙ ΤΟΥ ΤΕΙ­ΧΟΥΣ ΤΟΥ ΒΕ­ΡΟ­ΛΙ­ΝΟΥ» λὲς καὶ εἶ­ναι ἐ­τι­κέ­τα μου­σεί­ου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο. «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει, «ἔ­τσι θὰ εἶ­ναι ἐν­τά­ξει». Εἶ­ναι θε­ο­πά­λα­βος.

      Ἡ ἀ­δελ­φή μου κά­νει τὰ μα­θή­μα­τά της ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται συ­νέ­χεια κι ἄλ­λα γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 καὶ μοῦ τὰ ξε­φουρ­νί­ζει τὴν ὥ­ρα ποὺ δι­α­βά­ζει λὲς καὶ τὸ μυα­λό της εἶ­ναι ἱ­κα­νὸ νὰ χω­ρί­ζε­ται στὴ μέ­ση καὶ νὰ κά­νει δυ­ὸ πράγ­μα­τα ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­ναι πα­νέ­ξυ­πνη, λέ­ω ἐ­γώ. «Ἕ­να ἡ­φαί­στει­ο πέ­ρα στὰ δυ­τι­κὰ στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον εἶ­χε ἐ­κρα­γεῖ», λέ­ει. «Ἐ­ξερ­ρά­γη καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ἐ­κρή­γνυ­ται πό­τε πό­τε ὅ­λη ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­80 ἦ­ταν, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι, μπαμ­πά;» Δὲν ξέ­ρω για­τί τὸν ρω­τά­ει. Ποῦ νὰ ξέ­ρει αὐ­τός;

      «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου σκου­πί­ζον­τας μαῦ­ρα μυρ­μήγ­κια ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σφουγ­γά­ρι. Δὲν τὰ πο­δο­πα­τά­ει, μό­νο τὰ ρί­χνει στὸ πά­τω­μα καὶ τὰ ἀ­φή­νει νὰ φύ­γουν.

      «Για­τί δὲν τὰ σκο­τώ­νεις;» τὸν ρω­τά­ω.

      «Μ’ ἀ­ρέ­σουν τὰ μυρ­μήγ­κια», λέ­ει. «Μοῦ θυ­μί­ζουν κα­λο­καί­ρι καὶ τό­πους ζε­στούς. Πάν­τα εἴ­χα­με μυρ­μήγ­κια ὅ­ταν ἤ­μου­να μι­κρός.» Τὸ λέ­ει σὰν νὰ μι­λού­σα­με γιὰ κου­τα­βά­κια ἢ ἰν­δι­κὰ χοι­ρί­δια.

      «Καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὸ A­I­DS!» ξε­φουρ­νί­ζει ξαφ­νι­κὰ ἡ ἀ­δελ­φή μου. «Τό­τε πρω­το­α­να­κά­λυ­ψαν τὸν ἰ­ὸ τοῦ A­I­DS, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.» Ἔ­χει πά­ρει φό­ρα τώ­ρα. Δὲν ξέ­ρω πῶς δου­λεύ­ει τὸ μυα­λό της. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο γιὰ μέ­να· σὰν νὰ ἀ­να­φέ­ρει δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα ποὺ κυ­λᾶ­νε γραμ­μέ­να πά­νω σε μιὰ ὀ­θό­νη μπρο­στά της. Τὸ A­I­DS; Ἀ­πὸ ποῦ τὰ κα­τε­βά­ζει ὅ­λα αὐ­τὰ ὁ νοῦς της; «Καὶ τό­τε πυ­ρο­βό­λη­σε τὸν Μάρ­βιν Γκέ­ι ὁ πα­τέ­ρας του, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» λέ­ει. Ξαφ­νι­κὰ ὁ πα­τέ­ρας μου πα­γώ­νει κα­τα­με­σῆς στὴν κου­ζί­να λὲς καὶ τὸν χτύ­πη­σε σα­νί­δα στὸ κε­φά­λι.

      «Δί­κιο ἔ­χεις», λέ­ει ὁ πα­τέ­ρας μου. «Αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­μαι.»

      «Τὸ θυ­μᾶ­σαι;» λέ­ω ἐ­γώ, καὶ τὸν κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα, ὄρ­θιο ἐ­κεῖ μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι νὰ κρέ­με­ται ἀ­π’ τὸ χέ­ρι του στά­ζον­τας στὸ πά­τω­μα νὰ κοι­τά­ζει πέ­ρα χω­ρὶς νὰ βλέ­πει οὔ­τε ἐ­μέ­να οὔ­τε τὴν ἀ­δελ­φή μου οὔ­τε τί­πο­τ’ ἄλ­λο, ἀλ­λὰ λὲς καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὴν εἰ­κό­να τοῦ Μάρ­βιν Γκέ­ι στὸν νοῦ του, πυ­ρο­βο­λη­μέ­νου στὸ κε­φά­λι καὶ μα­τω­μέ­νου, ἀ­πὸ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α στὶς εἰ­δή­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, τὶς εἰ­δή­σεις ποὺ σι­χαί­νε­ται.

      «Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­θα­ρά», λέ­ει. «Ἤ­μουν στὴν Κα­λι­φόρ­νια. Τὸ 1984 ἦ­ταν – ἄ­νοι­ξη ἢ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1984 κι ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη. Ὁ Μάρ­βιν Γκέ­ι σκο­τώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του κι ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ἱ­ε­ρω­μέ­νος, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Νο­μί­ζω πὼς ἦ­ταν. Ἄν­θρω­πος τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε τὸν γιό του στὸ κε­φά­λι γιὰ κά­ποι­α δι­εκ­δί­κη­ση – κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ γυ­ναῖ­κες, νο­μί­ζω. Κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ μιὰ γυ­ναί­κα, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» Στρέ­φε­ται πρὸς τὴν ἀ­δελ­φή μου, ποὺ δὲν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι σ’ ἐ­κεί­νη ἀ­πευ­θύ­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση καὶ συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά της μὲ τὸ κε­φά­λι σκυμ­μέ­νο στὸ βι­βλί­ο της, προ­σπα­θών­τας νὰ τε­λει­ώ­σει τὶς ἐρ­γα­σί­ες της. «Δὲν ἦ­ταν κά­τι σχε­τι­κὸ μὲ μιὰ γυ­ναί­κα;» τῆς ξα­να­λέ­ει. Ἡ ἀ­δελ­φή μου ση­κώ­νει τε­λι­κά το κε­φά­λι καὶ βλέ­πει ὅ­τι τῆς μι­λά­ει. Τὸν κοι­τά­ζει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι σκέ­φτε­ται κά­ποι­ο μα­θη­μα­τι­κὸ πρό­βλη­μα.

      «Δὲν ξέ­ρω, μπαμ­πά», τοῦ λέ­ει, καὶ τὸ βλέμ­μα της ξα­να­γυ­ρί­ζει στὰ βι­βλί­α. Ἐ­κεῖ­νος κοι­τά­ζει ἐ­μέ­να, κά­πως σὰν νὰ ψά­χνει ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Δὲν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Ποῦ νὰ τὴν ξέ­ρω ἐ­γὼ τὴν ἀ­πάν­τη­ση; Δὲν εἶ­χα κὰν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν ἔ­γι­νε. Κοι­τά­ζει πά­λι πέ­ρα στὴν κου­ζί­να, πρὸς τὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα.

      «Χά, πα­ρά­ξε­νο ποὺ τὸ θυ­μᾶ­μαι αὐ­τό», λέ­ει καὶ με­τὰ πε­τά­ει τὸ σφουγ­γά­ρι στὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ βγαί­νει στὴ σκε­πα­στὴ βε­ράν­τα καὶ στέ­κε­ται ἐ­κεῖ πολ­λὴ ὥ­ρα ἀ­τε­νί­ζον­τας τὴν αὐ­λὴ καὶ τὸ σφεν­τά­μι. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κοι νε­οσ­σοὶ τι­τι­βί­ζουν στὴ λι­μνού­λα λί­γο πα­ρα­κά­τω στὸν λό­φο. Πιά­νω τὴ δι­ά­φα­νη σα­κού­λα μὲ τὸ κομ­μά­τι τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ τὴ ση­κώ­νω ψη­λὰ στὸ φῶς. Εἶ­ναι μο­νά­χα ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μπε­τόν.

      «Μὴν τὸ χά­σεις», λέ­ει ἡ ἀ­δελ­φή μου χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

      «Πῶς γί­νε­ται νὰ τὸ χά­σω;» λέ­ω ἐ­γώ. «Ἔ­χει ἐ­τι­κέ­τα.»

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

Σὰμ Σέπαρντ (Sam Shepard) (1943). Ὁ βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ Πού­λι­τζερ συγ­γρα­φέ­ας πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πὸ 45 θε­α­τρι­κῶν ἔρ­γων, κα­θὼς καὶ πο­λυ­ά­ριθ­μων δι­η­γη­μά­των καὶ δο­κι­μί­ων. Ἕν­τε­κα ἀ­πὸ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν κερ­δί­σει τὸ βρα­βεῖ­ο Ὄμ­πι, ἀ­νά­με­σά τους καὶ τὰ B­u­r­i­ed C­h­i­ld, T­he L­a­te H­e­n­ry M­o­ss, S­i­m­p­a­t­i­co, C­u­r­se of t­he S­t­a­r­v­i­ng C­l­a­ss, T­r­ue W­e­st, F­o­ol f­or L­o­ve, T­he G­od of H­e­ll, A Lie of t­he M­i­nd, τὸ ὁ­ποῖ­ο κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο N­ew Y­o­rk D­r­a­ma D­e­sk. Ἔ­χει ἐμ­φα­νι­στεῖ ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πά­νω ἀ­πὸ 30 ται­νί­ες καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ Ὄ­σκαρ τὸ 1984 γιὰ τὴν ἠ­θο­ποι­ί­α του στὴν ται­νί­α T­he R­i­g­ht S­t­u­ff. Ὁ Σέ­παρντ εἰ­σή­χθη στὸ H­a­ll of F­a­me Θε­ά­τρου τὸ 1994. Ζεῖ στὴ Μι­νε­σό­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Τζόις Κάρολ Ὄουτς (Joyce Carol Oates): Εὐτυχισμένη

 

.

Τζόις Κάρολ Ὄουτς (J­o­y­ce C­a­r­ol O­a­t­es)

Εὐτυχισμένη

(H­a­p­py)

.

ΠΕ­ΣΤΡΕ­ΨΕ ΜΕ ΤΟ Α­Ε­ΡΟ­ΠΛΑ­ΝΟ τὰ Χρι­στού­γεν­να, ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της τὴν πε­ρί­με­ναν στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο. Ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτὰ καὶ τῆς εἶ­πε πὼς ἦ­ταν στὶς ὀ­μορ­φι­ές της, καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της τῆς ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι καὶ τῆς εἶ­πε, Ναὶ καὶ βέ­βαι­α ἦ­ταν στὶς ὀ­μορ­φι­ές της καὶ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε. Οἱ φα­βο­ρί­τες στὰ στρουμ­που­λά του μά­γου­λα εἶ­χαν πε­ρί­γραμ­μα κο­φτε­ρὸ σὰν ξυ­ρά­φι κι ἄλ­λα­ζαν χρῶ­μα, γκρί­ζα­ραν, χα­μη­λὰ στὸ πρό­σω­πό του. Στὴ χει­ρα­ψί­α του, ἔ­νι­ω­σε τὸ χέ­ρι της μι­κρὸ καὶ νο­τι­σμέ­νο, τὰ κό­κα­λά της σχε­δὸν ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν. Ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀγ­κά­λια­σε πά­λι, Θε­έ μου χαί­ρο­μαι τό­σο πο­λὺ ποὺ σὲ βλέ­πω, καὶ οἱ φλέ­βες στὰ μπρά­τσα της ἔ­μοια­ζαν μὲ σκοι­νιὰ πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θυ­μό­ταν ἡ μι­κρή, τὰ μπρά­τσα της πιὸ ἀ­δύ­να­τα, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, τὸ ἔ­νι­ω­θες στὰ πάν­τα πά­νω της. Τὸ πα­χὺ στρῶ­μα τοῦ μα­κι­γι­ὰζ στὸ πρό­σω­πό της εἶ­χε μιὰ ἀ­ρω­μα­τι­σμέ­νη ρο­δα­κι­νὶ ἀ­πό­χρω­ση ποὺ ἔ­σβη­νε ἐ­πι­δέ­ξια στὸν λαι­μό της. Στὸ ἀ­ρι­στε­ρό της χέ­ρι φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νούρ­γιο δα­χτυ­λί­δι: ἕ­να μι­κρὸ ἀ­στρα­φτε­ρὸ δι­α­μάν­τι δε­μέ­νο ψη­λὰ μὲ μυ­τε­ρὲς δι­χά­λες ἀ­πὸ λευ­κό­χρυ­σο.

       Στα­μά­τη­σαν γιὰ ἕ­να πο­τὸ στοῦ Ἴ­ζι Σὰλ δί­πλα στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο, ἡ μι­κρὴ πῆ­ρε μιὰ σό­δα μὲ μιὰ φέ­τα λά­ιμ (πο­λὺ μο­δά­το, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα της), ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γός της πῆ­ραν μαρ­τί­νι μὲ πά­γο, ποὺ ἦ­ταν τὰ «ἑ­ορ­τα­στι­κά» πο­τά τους. Γιὰ λί­γο, μί­λη­σαν γι’ αὐ­τὸ ποὺ σπού­δα­ζε ἡ μι­κρὴ καὶ τί σχέ­δια εἶ­χε καὶ ὅ­ταν αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ἐ­ξαν­τλή­θη­κε μί­λη­σαν γιὰ τὰ δι­κά τους σχέ­δια, νὰ ξε­φορ­τω­θοῦν τὸ πα­λιὸ σπί­τι, αὐ­τὴ ἦ­ταν μιὰ ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες ἀγ­γα­ρεῖ­ες, ν’ ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να μι­κρό­τε­ρο, πιὸ και­νούρ­γιο, ἢ ἴ­σως νὰ νοι­κιά­σουν κά­τι προ­σω­ρι­νά. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να και­νούρ­γιο συγ­κρό­τη­μα κα­τοι­κι­ῶν δί­πλα στὸ πο­τά­μι, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα τῆς κο­πέ­λας, θὰ σοῦ τὸ δεί­ξου­με ὅ­ταν θὰ περ­νᾶ­με ἀ­πὸ κεῖ· με­τὰ ρου­θού­νι­σε γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, ἤ­πι­ε μιὰ γου­λιὰ ἀ­πὸ τὸ μαρ­τί­νι της, ἔ­σφι­ξε τὸ μπρά­τσο τῆς κο­πέ­λας, κι ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι της κον­τὰ στὸ δι­κό της, χα­χα­νί­ζον­τας. Χρι­στέ μου, εἶ­πε, εἶ­μαι τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ποὺ ἔ­χω τοὺς δύ­ο ἀν­θρώ­πους ποὺ ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λον στὸν κό­σμο ἐ­δῶ μα­ζί μου. Ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Μιὰ σερ­βι­τό­ρα μὲ ἐ­φαρ­μο­στὴ μαύ­ρη σα­τὲν στο­λὴ ἔ­φε­ρε ἄλ­λα δυ­ὸ μαρ­τί­νι κι ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ γυ­ά­λι­νο μπο­λά­κι μὲ ἁ­λα­τι­σμέ­νους ξη­ροὺς καρ­πούς. Εὐ­χα­ρι­στῶ γλυ­κιά μου! εἶ­πε ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της.

      Ἡ κο­πέ­λα δὲν εἶ­χε μι­λή­σει μὲ τὴ μη­τέ­ρα της πά­νω ἀ­πὸ δύ­ο ἢ τρεῖς φο­ρὲς γιὰ τὰ σχέ­διά της νὰ ξα­να­παν­τρευ­τεῖ, πάν­τα σὲ ὑ­πε­ρα­στι­κὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἡ μη­τέ­ρα της ὅ­λο ἔ­λε­γε Ναὶ ἐ­σὺ τὸ θε­ω­ρεῖς ξαφ­νι­κὸ ἀλ­λὰ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα πάν­τα ξαφ­νι­κὰ εἶ­ναι, τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις ἀ­μέ­σως ἢ δὲν τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις πο­τέ. Πε­ρί­με­νε καὶ θὰ δεῖς. Ἡ κο­πέ­λα μι­λοῦ­σε ἐ­λά­χι­στα, μουρ­μου­ρί­ζον­τας Ναὶ ἢ Δὲν ξέ­ρω ἢ Μᾶλ­λον ἔ­τσι εἶ­ναι. Ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­λε­γε Μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω πά­λι ὄ­ρε­ξη γιὰ ζω­ή. Νι­ώ­θω, ξέ­ρεις, σὰν γυ­ναί­κα ξα­νά, καὶ ἡ κο­πέ­λα δὲν ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­πὸ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἀρ­κεῖ νὰ εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, ἔ­λε­γε.

      Τώ­ρα εἶ­χε πά­ει σχε­δὸν ὀ­κτώ­μι­σι, καὶ ἡ κο­πέ­λα ἔ­νι­ω­θε μιὰ ἐ­λα­φριὰ ζα­λά­δα ἀ­πὸ τὴν πεί­να, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της ἦ­ταν στὸν τρί­το γύ­ρο τῶν πο­τῶν τους. Στοῦ Ἴ­ζι Σὰλ εἶ­χε καὶ ψυ­χα­γω­γί­α, πρῶ­τα ἕ­ναν πι­α­νί­στα γιὰ μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση, πα­λι­ὲς ἐ­πι­τυ­χί­ες τοῦ Χόγ­κι Καρ­μά­ι­κλ, με­τὰ μιὰ τρα­γου­δί­στρια, μαύ­ρη, μ’ ἕ­να κόκ­κι­νο φό­ρε­μα μὲ πού­λι­ες καὶ βα­θὺ ντε­κολ­τέ, με­τὰ μιὰ κω­μι­κό, μιὰ νε­α­ρὴ γύ­ρω στὰ εἰ­κο­σι­έ­ξι, μὲ μι­κρὸ ὀ­στε­ῶ­δες γω­νι­ῶ­δες πρό­σω­πο, χω­ρὶς μα­κι­γι­άζ, μὲ κού­ρε­μα πάνκ, σκου­ρο­κά­στα­να μαλ­λιὰ μὲ μπρι­γιαντί­νη, μαύ­ρη ὁ­λό­σω­μη φόρ­μα ἀ­πὸ δερ­μα­τί­νη, λε­κά­νη προ­τε­τα­μέ­νη σὲ μιὰ πό­ζα ποὺ χλεύ­α­ζε τὰ μον­τέ­λα τοῦ Βόγκ, ἡ ἐκ­φο­ρά της γρή­γο­ρη ἀ­ναι­δὴς ἀ­νέκ­φρα­στη μὲ τὴ μορ­φὴ μουρ­μου­ρι­στῶν σύν­το­μων μο­νο­λό­γων, σὰν νὰ σκε­φτό­ταν φω­να­χτά, λὲς καὶ οἱ θα­μῶ­νες ἁ­πλῶς τύ­χαι­νε νὰ κρυ­φα­κοῦ­νε, Τὸ ὡ­ραῖ­ο ὅ­ταν κά­νεις ἔ­κτρω­ση νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ εἶ­ναι, ἒ ξέ­ρεις ὅ­τι ἡ ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα ἒ θὰ πά­ει κα­λύ­τε­ρα γα­μῶ­το, ἔ­τσι; Εἶ­ναι μι­σὴ ντου­ζί­να ἄν­θρω­ποι σ’ ἕ­να ἒ τζα­κού­ζι, ἒ λε­σβί­ες σὲ μιὰ με­γά­λη μπα­νι­έ­ρα, ἕ­να καυ­τὸ και­νούρ­γιο παι­χνί­δι ποὺ λέ­γε­ται «μου­σι­κὲς τρύ­πες», ἒ ἴ­σως δὲν ἔ­χει πιά­σει ἀ­κό­μα στὸ Νιοὺ Τζέρ­σι γι’ αὐ­τὸ δὲν γε­λά­ει κα­νείς, ἔ; ἡ κο­πέ­λα δὲν ἔ­πι­α­νε τὰ λό­για κα­θὼς ἦ­ταν πο­λὺ γρή­γο­ρα καὶ μα­ση­μέ­να ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νού­ριος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της ἔ­δει­χναν νὰ τ’ ἀ­κοῦ­νε, ὅ­πως καὶ νά ‘χε γε­λοῦ­σαν, πα­ρό­τι με­τὰ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της τοὺς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὅ­τι δὲν ἐ­νέ­κρι­νε τὰ προ­στυ­χό­λο­γα ἀ­πὸ τὰ χεί­λη γυ­ναι­κῶν, εἴ­τε ἦ­ταν λε­σβί­ες εἴ­τε ὄ­χι.

      Στα­μά­τη­σαν γιὰ βρα­δι­νὸ σ’ ἕ­να πο­λυ­νη­σια­κὸ ἑ­στι­α­τό­ριο δέ­κα μί­λια με­τὰ τὰ δι­ό­δια τοῦ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μου, ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­χε τί­πο­τα κα­λὸ γιὰ φα­γη­τὸ στὸ σπί­τι, καὶ εἶ­χε πά­ει ἀρ­γὰ ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι, αὔ­ριο θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να ὡ­ραῖ­ο με­γά­λο δεῖ­πνο, Δὲν σὲ πει­ρά­ζει κα­λή μου ἔ­τσι; Ἡ μη­τέ­ρα της τσα­κώ­θη­κε μὲ τὸν και­νούρ­γιο σύ­ζυ­γό της, ἐ­πει­δὴ μπῆ­καν στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο καὶ ξα­να­βγῆ­καν ἀ­μέ­σως, ἀλ­λὰ στὸ δεῖ­πνο ἦ­ταν πά­λι σὲ με­γά­λα κέ­φια, γε­λών­τας συ­χνὰ-πυ­κνά, πι­α­σμέ­νοι χέ­ρι-χέ­ρι μέ­χρι νὰ ἔρ­θει τὸ ἑ­πό­με­νο πιά­το, πί­νον­τας ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ ψη­λὸ πα­γω­μέ­νο ζω­η­ρό­χρω­μο τρο­πι­κὸ πο­τὸ τοῦ ἄλ­λου. Χρι­στέ μου εἶ­μαι τρε­λὸς γι’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, εἶ­πε στὴν κο­πέ­λα ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της, ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα της ἦ­ταν στὴν του­α­λέ­τα, Ἡ μη­τέ­ρα σου εἶ­ναι μιὰ πρώ­της τά­ξε­ως κυ­ρί­α, εἶ­πε. Ἔ­συ­ρε πιὸ κον­τὰ τὴν ψά­θι­νη κα­ρέ­κλα του, ἔ­γει­ρε νο­τι­σμέ­νος καὶ ζε­στός, σαρ­κώ­δης, πά­νω της, μὲ τὸ χέ­ρι του στοὺς ὤ­μους της. Κα­νεὶς ἄλ­λος στὸν κό­σμο δὲν εἶ­ναι μο­νά­κρι­βος γιὰ μέ­να σὰν αὐ­τὴ τὴν κυ­ρί­α, θέ­λω νὰ τὸ ξέ­ρεις, τῆς εἶ­πε, καὶ ἡ κο­πέ­λα εἶ­πε Ναὶ τὸ ξέ­ρω, καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της εἶ­πε μὲ ἔν­το­νη ἄ­γρια φω­νὴ σχε­δὸν ἕ­τοι­μος νὰ κλά­ψει, Ναί, νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος, γλυ­κιά μου: τὸ ξέ­ρεις.

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Τζόις Κάρολ Ὄουτς (J­o­y­ce C­a­r­ol O­a­t­es) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1938). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Βι­βλί­α της: Τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ τα­του­ὰζ, Ἡ ξαν­θιά κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova): Αἷμα

 

 

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova)

 

Αἷμα

(Blood)

 

ΙΓΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ἐ­πι­σκέ­πτον­ται τὸ μα­γα­ζί μου, τρεῖς-τέσ­σε­ρις ἄν­θρω­ποι τὴ μέ­ρα. Κοι­τά­ζουν τὰ ζῶ­α στὰ κλου­βιά, ἀλ­λὰ σπά­νια τὰ ἀ­γο­ρά­ζουν. Ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι στε­νὸς καὶ δὲν χω­ρά­ω πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο, ὁ­πό­τε κά­θο­μαι συ­νή­θως στὴν πα­λιὰ σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη κα­ρέ­κλα μου πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­χω τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο σὲ βα­τρά­χους, σαῦ­ρες, φί­δια καὶ ἔν­το­μα, ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ χον­τρὲς κι­τρι­νω­πὲς γυ­ά­λι­νες πλά­κες. Δά­σκα­λοι ἔρ­χον­ται καὶ παίρ­νουν βα­τρά­χια γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα βι­ο­λο­γί­ας, ψα­ρά­δες περ­νᾶ­νε κα­μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σουν κά­τι γιὰ δό­λω­μα· οὐ­σι­α­στι­κά, αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Σύν­το­μα, θὰ πρέ­πει νὰ κλεί­σω τὸ μα­γα­ζί μου καὶ θὰ λυ­πη­θῶ γι’ αὐ­τό, για­τί ἡ νυ­στα­λέ­α, βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης πάν­τα μὲ γα­λή­νευ­ε καὶ πε­ρι­έρ­γως μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω σὰν στὸ σπί­τι μου. Δου­λεύ­ω ἐ­δῶ πέν­τε χρό­νια τώ­ρα.

       Μιὰ μέ­ρα, μιὰ πα­ρά­ξε­νη μι­κρό­σω­μη γυ­ναί­κα μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί μου. Τὸ πρό­σω­πό της φαι­νό­ταν φο­βι­σμέ­νο καὶ γκρί­ζο. Μὲ πλη­σί­α­σε, μὲ τὰ χέ­ρια της νὰ τρέ­μουν, ἀ­φύ­σι­κα χλο­μά, μοι­ά­ζον­τας μὲ δυ­ὸ νε­κρὰ λευ­κὰ ψά­ρια στὸ σκο­τά­δι. Ἡ γυ­ναί­κα δὲν μὲ κοί­τα­ξε, οὔ­τε εἶ­πε τί­πο­τε. Οἱ ἀγ­κῶ­νες της πα­ρέ­παι­αν, ἀ­να­ζη­τών­τας στή­ρι­ξη πά­νω στὸν ξύ­λι­νο πάγ­κο. Μοῦ φά­νη­κε πὼς δὲν εἶ­χε ἔρ­θει ν’ ἀ­γο­ρά­σει σαῦ­ρες· μπο­ρεῖ ἁ­πλῶς νὰ μὴν ἔ­νι­ω­θε κα­λὰ καὶ νὰ ἀ­να­ζή­τη­σε βο­ή­θεια στὴν πρώ­τη ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ποὺ βρῆ­κε μπρο­στά της. Φο­βή­θη­κα πὼς θὰ ἔ­πε­φτε, καὶ τὴν ἔ­πια­σα ἀ­π’ τὸ χέ­ρι. Ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λὴ καὶ σκού­πι­σε τὰ χεί­λη της μ’ ἕ­να μαν­τή­λι. Δὲν ἤ­ξε­ρα τὶ νὰ κά­νω· ἦ­ταν πο­λὺ ἥ­συ­χα καὶ σκο­τει­νὰ μέ­σα στὸ μα­γα­ζί.

       «Ἔ­χε­τε τυ­φλο­πόν­τι­κες ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Τό­τε εἶ­δα τὰ μά­τια της. Ἔ­μοια­ζαν μὲ πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους, κου­ρε­λι­α­σμέ­νους ἱ­στοὺς μὲ μιὰ μι­κρὴ ἀ­ρά­χνη στὸ κέν­τρο, τὴν κό­ρη.

       «Τυ­φλο­πόν­τι­κες;» μουρ­μού­ρι­σα. Ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ   πού­λη­μα στὸ μα­γα­ζὶ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα δεῖ τυ­φλο­πόν­τι­κα πο­τέ μου. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἄλ­λο – μιὰ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια της, στὸ δει­λὸ σά­λε­μα τῶν δα­χτύ­λων της ποὺ ἁ­πλώ­θη­καν νὰ μὲ ἀγ­γί­ξουν. Ἔ­νι­ω­σα στε­νά­χω­ρα κοι­τά­ζον­τάς την.

       «Δὲν ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες», εἶ­πα. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, σι­ω­πη­λὴ καὶ τσα­κι­σμέ­νη, μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στοὺς ὤ­μους της. Τὰ βή­μα­τά της ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­βέ­βαι­α.

       «Ἔ, πε­ρι­μέ­νε­τε!» φώ­να­ξα. «Ἴ­σως νὰ ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες.» Δὲν ξέ­ρω, για­τί φέρ­θη­κα ἔ­τσι.

       Τὸ σῶ­μα της τι­νά­χτη­κε, εἶ­χε πό­νο στὰ μά­τια της. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­σχη­μα, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σω.

       «Τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα μπο­ρεῖ νὰ θε­ρα­πεύ­σει ἀρ­ρώ­στους», ψι­θύ­ρι­σε. «Μό­νο τρεῖς στα­γό­νες πρέ­πει νὰ πι­εῖς.»

       Φο­βή­θη­κα. Ἔ­νι­ω­σα κά­τι μο­χθη­ρὸ νὰ κα­ρα­δο­κεῖ στὸ σκο­τά­δι.

       «Ἁ­πα­λύ­νει τὸν πό­νο, του­λά­χι­στον», συ­νέ­χι­σε ἀ­φη­ρη­μέ­να, καὶ ἡ φω­νή της κα­τέ­λη­ξε σ’ ἕ­ναν λυγ­μό.

       «Εἶ­στε ἄρ­ρω­στη;» ρώ­τη­σα. Οἱ λέ­ξεις σφύ­ρι­ξαν σὰν σφαῖ­ρες στὸν πη­χτό, ὑ­γρὸ ἀ­έ­ρα κι ἔ­κα­ναν τὸ κορ­μί της νὰ τραν­τα­χτεῖ. «Λυ­πᾶ­μαι.»

       «Ὁ γιός μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος.»

       Τὰ δι­ά­φα­να βλέ­φα­ρά της ἔ­κρυ­βαν τὴν ἀ­μυ­δρή, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη λάμ­ψη στὸ βλέμ­μα της. Τὰ χέ­ρια της κεί­τον­ταν μου­δι­α­σμέ­να στὸν πάγ­κο, ἄ­ψυ­χα σὰν κού­τσου­ρα. Οἱ στε­νοί της ὦ­μοι φαί­νον­ταν στε­νό­τε­ροι μέ­σα στὸ τριμ­μέ­νο γκρὶ παλ­τό της.

       «Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ θὰ σᾶς κά­νει νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα», εἶ­πα.

       Ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη, κι ὅ­ταν τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­δρα­ξαν τὸ πο­τή­ρι, τὰ βλέ­φα­ρά της ἦ­ταν ἀ­κό­μα σφα­λι­σμέ­να. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, μι­κρὴ καὶ εὔ­θραυ­στη, μὲ τὴν πλά­τη καμ­που­ρι­α­σμέ­νη, τὰ βή­μα­τά της ἀ­θό­ρυ­βα κι ἀ­νήμ­πο­ρα μέ­σα στὸ σκο­τά­δι. Ἔ­τρε­ξα στὸ κα­τό­πι της. Εἶ­χα πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή μου.

       «Θὰ σᾶς δώ­σω αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!» φώ­να­ξα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸ πρό­σω­πό της μὲ τὰ χέ­ρια. Ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρο νὰ τὴν κοι­τᾶς. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­δειος. Τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν σὰν κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ. Δὲν εἶ­χα αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα. Φαν­τά­στη­κα τὴ γυ­ναί­κα στὸ δω­μά­τιό της, νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς. Ἴ­σως νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα σκε­πα­σμέ­νο τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια. Λοι­πόν, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ μὴ μὲ δεῖ καὶ χά­ρα­ξα τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πὸ μ’ ἕ­να μα­χαί­ρι. Ἡ πλη­γὴ αἱ­μορ­ρά­γη­σε καὶ στά­λα­ξε ἀρ­γὰ μέ­σα σ’ ἕ­να γυ­ά­λι­νο μπου­κα­λά­κι. Ὅ­ταν δέ­κα στα­γό­νες κά­λυ­ψαν τὸν πά­το του, ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ βρῆ­κα τὴ γυ­ναί­κα νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει.

       «Ὁ­ρί­στε», εἶ­πα. «Ὁ­ρί­στε τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα.»

       Δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο κοί­τα­ξε τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πό. Ἡ πλη­γὴ ἀ­κό­μα αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε λί­γο, κι ἔ­χω­σα τὸ χέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­διά μου. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ κοί­τα­ξε κι ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λή. Δὲν ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι στὸ γυ­ά­λι­νο μπου­κά­λι, ἀλ­λὰ στρά­φη­κε καὶ πῆ­γε γορ­γὰ στὴν πόρ­τα. Τὴν πρό­φτα­σα κι ἔ­βα­λα μὲ τὸ ζό­ρι τὸ μπου­κά­λι στὰ χέ­ρια της.

       «Εἶ­ναι αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»

       Ψη­λά­φη­σε τὰ δι­ά­φα­νο μπου­κά­λι. Τὸ αἷ­μα μέ­σα του λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἑ­τοι­μο­θά­να­τη φω­τιά. Ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη της.

       «Ὄ­χι. Ὄ­χι», εἶ­πα.

       Ἔ­σκυ­ψε τὸ κε­φά­λι. Ἔ­ρι­ξε τὰ χρή­μα­τα στὸν πάγ­κο καὶ δὲν εἶ­πε λέ­ξη. Ἤ­θε­λα νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὴ γω­νί­α. Μέ­χρι καὶ δεύ­τε­ρο πο­τή­ρι νε­ρὸ ἔ­βα­λα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν πε­ρί­με­νε. Τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν πά­λι ἄ­δει­ο καὶ τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη σὰν βρεγ­μέ­να κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ.

       Ψυ­χρές, ἥ­συ­χες μέ­ρες πέ­ρα­σαν. Τὰ φθι­νο­πω­ρι­νὰ φύλ­λα στρο­βι­λί­ζον­ταν ἀ­νήμ­πο­ρα στὸν ἄ­νε­μο, δί­νον­τας στὸν ἀ­έ­ρα ὄ­ψη κα­φε­τιά. Οἱ πρῶ­τες χει­μω­νι­ά­τι­κες χιο­νο­θύ­ελ­λες ἐκ­σφεν­δό­νι­ζαν νι­φά­δες στὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν στὶς φλέ­βες μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω ἐ­κεί­νη τὴ γυ­ναί­κα. Τῆς εἶ­χα πεῖ ψέ­μα­τα. Κα­νεὶς δὲν ἔμ­παι­νε στὸ μα­γα­ζί μου, καὶ μέ­σα στὸ ἥ­συ­χο σού­ρου­πο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ πῶς ἦ­ταν ὁ γιός της. Τὸ ἔ­δα­φος ἦ­ταν πα­γω­μέ­νο, οἱ δρό­μοι ἔ­ρη­μοι, καὶ ὁ χει­μώ­νας ἔ­δε­νε τὸν πα­γω­μέ­νο κόμ­πο του γύ­ρω ἀ­πὸ σπί­τια, ψυ­χὲς καὶ πέ­τρες.

       Ἕ­να πρω­ί, ἡ πόρ­τα τοῦ μα­γα­ζιοῦ μου ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἡ ἴ­δια μι­κρό­σω­μη γκρί­ζα γυ­ναί­κα μπῆ­κε μέ­σα, καὶ πρὶν προ­λά­βω νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σω, ὅρ­μη­ξε καὶ μὲ ἀγ­κά­λια­σε. Οἱ ὦ­μοι της ἦ­ταν πα­νά­λα­φροι κι ἀ­δύ­να­μοι καὶ δά­κρυ­α κυ­λοῦ­σαν στὰ λε­πτε­πί­λε­πτα ρυ­τι­δω­μέ­να μά­γου­λά της. Ὅ­λο της τὸ σῶ­μα συγ­κλο­νί­στη­κε καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ σω­ρι­α­ζό­ταν, γι’ αὐ­τὸ ἔ­πια­σα τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της. Τό­τε ἡ γυ­ναί­κα ἅρ­πα­ξε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι καὶ τὸ σή­κω­σε μπρο­στὰ στὰ μά­τια της. Τὸ ση­μά­δι τῆς πλη­γῆς εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λὰ βρῆ­κε τὸ ση­μεῖ­ο. Τὰ χεί­λη της φί­λη­σαν τὸν καρ­πό μου, τὰ δά­κρυ­ά της ζέ­στα­ναν τὸ δέρ­μα μου. Ξαφ­νι­κὰ τὸ μα­γα­ζὶ γέ­μι­σε θαλ­πω­ρὴ καὶ γα­λή­νη.

       «Περ­πα­τά­ει!» Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­κλαι­γε μὲ ἀ­να­φι­λη­τά, κρύ­βον­τας ἕ­να δα­κρυ­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πί­σω ἀ­πὸ τὶς πα­λά­μες της. «Περ­πα­τά­ει!»

       Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ δώ­σει χρή­μα­τα· ἡ με­γά­λη μαύ­ρη τσάν­τα της ἦ­ταν γε­μά­τη δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χε φέ­ρει γιὰ μέ­να. Ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­να­θαρ­ρή­σει, τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν γί­νει σκλη­ρὰ κι ἐ­πί­μο­να. Τὴ συ­νό­δε­ψα μέ­χρι τὴ γω­νί­α ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου, νὰ μὲ κοι­τά­ζει, μι­κρὴ καὶ χα­μο­γε­λα­στὴ στὴν πα­γω­νιά.

       Εἶ­χε τό­ση θαλ­πω­ρὴ στὸ σκο­τει­νό μου μα­γα­ζὶ καὶ ἡ πα­λιά, ἀ­νε­παί­σθη­τη μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης μοῦ ἔ­φερ­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ζά­λη. Οἱ σαῦ­ρες μου ἦ­ταν τό­σο ὄ­μορ­φες ποὺ τὶς ἀ­γα­ποῦ­σα λὲς καὶ ἦ­ταν παι­διά μου.

       Τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἴ­διας μέ­ρας, ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἄν­τρας μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί. Ἦ­ταν ψη­λός, κο­κα­λιά­ρης καὶ φο­βι­σμέ­νος.

       «Ἔ­χε­τε… αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα;» ρώ­τη­σε, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ. Τρό­μα­ξα.

       «Ὄ­χι, δὲν ἔ­χω. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ πού­λη­μα.»

       «Μὰ ἔ­χε­τε! Ἔ­χε­τε! Τρεῖς στα­γό­νες… Τρεῖς στα­γό­νες, ὄ­χι πα­ρα­πά­νω… Ἡ γυ­ναί­κα μου θὰ πε­θά­νει. Ἔ­χε­τε! Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ!»

       Μοῦ ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… τρεῖς στα­γό­νες! Ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­θά­νει-­-»

       Τὸ αἷ­μα μου στά­λα­ξε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὴν πλη­γή. Ὁ ἄν­τρας κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπου­κα­λά­κι καὶ οἱ κόκ­κι­νες στα­γό­νες ἔ­λαμ­παν ἐ­κεῖ μέ­σα σὰν ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να. Ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γε κι ἕ­να μι­κρὸ ρο­λὸ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα κύ­λη­σε πά­νω στὸν πάγ­κο.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ι­νὸ ἕ­να πλῆ­θος ἀ­γνώ­στων ποὺ ψι­θύ­ρι­ζαν μὲ πε­ρί­με­νε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Στὰ χέ­ρια τους ἔ­σφιγ­γαν γυ­ά­λι­να μπου­κα­λά­κια.

      «Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα! Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»

       Φώ­να­ζαν, στρίγ­γλι­ζαν καὶ σπρώ­χνον­ταν. Ὅ­λοι τους εἶ­χαν ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο στὸ σπί­τι κι ἕ­να μα­χαί­ρι στὸ χέ­ρι.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova) Ἡ Ζντράφ­κα Ἐ­φτί­μο­βα ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τέσ­σε­ρις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα στὴ γε­νέ­τει­ρά της Βουλ­γα­ρί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, τὸν Κα­να­δά, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Ἡ νου­βέ­λα της B­i­t­t­er S­ky δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴ Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της G­od of T­r­a­i­t­o­rs δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ βι­βλί­ο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις B­u­ck. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Βουλ­γα­ρί­ας καὶ ἔ­χει με­τα­φρά­σει πολ­λὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γερ­μα­νι­κὰ στὰ βουλ­γά­ρι­κα. Ζεῖ μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, τοὺς δύο γιούς τους καὶ τὴν κό­ρη τους στὸ Περ­νίκ. Τὸ δι­ή­γη­μά της «Αἷ­μα» πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε μὲ τὸν τίτ­λο «Τὸ Αἷ­μα ἐ­νὸς Τυ­φλο­πόν­τι­κα».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Ρέι Μπράντμπερι (Ray Bradbury): Θὰ σὲ δῶ ποτέ

 

 

Ρέι Μπράντμπερι (Ray Bradbury)

 

Θὰ σὲ δῶ πο­τέ

(Ι see you never)

 

Ο ΣΙΓΑΝΟ χτύ­πη­μα ἀ­κού­στη­κε στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, καὶ ὅ­ταν τὴν ἄ­νοι­ξε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, στὴν πί­σω βε­ράν­τα ἦ­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος νοι­κά­ρης της, ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ, καὶ δύο ἀ­στυ­νο­μι­κοί, ἕ­νας σὲ κά­θε πλευ­ρά του. Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἔ­στε­κε ἐ­κεῖ, πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νος καὶ μι­κρός.

       «Κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ!» εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἦ­ταν συν­τε­τριμ­μέ­νος. Ἔ­δει­χνε ἀ­νί­κα­νος νὰ βρεῖ τὰ λό­για γιὰ νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σει.

       Εἶ­χε φτά­σει στὸν ξε­νώ­να τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’­Μπρά­ι­αν πά­νω ἀ­πὸ δύο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα κι ἀ­πὸ τό­τε ἔ­με­νε ἐ­κεῖ. Εἶ­χε πά­ει μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ μέ­χρι τὸ Σὰν Ντι­έγ­κο κι ὕ­στε­ρα ἦρ­θε βο­ρει­ό­τε­ρα στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες. Ἐ­κεῖ εἶ­χε βρεῖ τὸ κα­θα­ρὸ δω­μα­τιά­κι, μὲ γυ­α­λι­σμέ­νο γα­λά­ζιο λι­νό­λε­ουμ στὸ πά­τω­μα καὶ φω­το­γρα­φί­ες καὶ ἡ­με­ρο­λό­για πά­νω στὴ λου­λου­δά­τη τα­πε­τσα­ρί­α τῶν τοί­χων, καὶ τὴν κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, μιὰ αὐ­στη­ρὴ ἀλ­λὰ κα­λό­καρ­δη οἰ­κο­δέ­σποι­να. Στὴ διά­ρκεια τοῦ πο­λέ­μου δού­λευ­ε στὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­ε­ρο­πλά­νων κι ἔ­φτια­χνε ἐ­ξαρ­τή­μα­τα γιὰ τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ποὺ ἔ­φευ­γαν γιὰ κά­που ἀλ­λοῦ, κι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, με­τὰ τὸν πό­λε­μο, ἦ­ταν ἀ­κό­μα στὴν ἴ­δια δου­λειά. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἔ­βγα­ζε κα­λὰ λε­φτά. Ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη με­ρι­κά, καὶ με­θοῦ­σε μό­νο μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα – ἕ­να προ­νό­μιο πού, ὅ­πως πί­στευ­ε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, ἄ­ξι­ζε σὲ κά­θε κα­λὸ ἐρ­γα­ζό­με­νο, χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α καὶ χω­ρὶς ἐ­πι­πλή­ξεις.

       Μέ­σα στὴν κου­ζί­να τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, στὸν φοῦρ­νο ψή­νον­ταν πί­τες. Σύν­το­μα οἱ πί­τες θὰ ἔ­βγαι­ναν μὲ ὄ­ψη σὰν τοῦ κυ­ρί­ου Ρα­μί­ρεζ – κα­φε­τιά, στιλ­πνὴ καὶ τρα­γα­νή, μὲ σχι­σμὲς στὴν ἐ­πι­φά­νειά τους γιὰ νὰ βγεῖ ὁ ἀ­έ­ρας, σὰν τὶς σχι­σμὲς τῶν μαύ­ρων μα­τι­ῶν τοῦ κυ­ρί­ου Ρα­μί­ρεζ. Ἡ κου­ζί­να μύ­ρι­ζε ὡ­ραῖ­α. Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ἔ­γερ­ναν μπρο­στά, σα­γη­νε­μέ­νοι ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διά. Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ κοί­τα­ζε τὰ πό­δια του, λὲς καὶ αὐ­τὰ τὸν εἶ­χαν βά­λει σ’ αὐ­τὸν τὸν μπε­λά.

       «Τί ἔ­γι­νε, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ;» ρώ­τη­σε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       Πί­σω ἀ­πὸ τὴν κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, ὅ­ταν σή­κω­σε τὰ μά­τια του, ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ εἶ­δε τὸ μα­κρὺ τρα­πέ­ζι στρω­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ λευ­κὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο καὶ μιὰ πι­α­τέ­λα, δρο­σε­ρά, ἀ­στρα­φτε­ρὰ πο­τή­ρια, μιὰ κα­νά­τα μὲ νε­ρὸ καὶ πα­γά­κια νὰ ἐ­πι­πλέ­ουν, μιὰ γα­βά­θα μὲ φρέ­σκια πα­τα­το­σα­λά­τα κι ἄλ­λη μιὰ μὲ μπα­νά­νες καὶ πορ­το­κά­λια, κομ­μέ­να σὲ μι­κρούς, ζα­χα­ρω­μέ­νους κύ­βους. Σ’ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι κά­θον­ταν τὰ παι­διὰ τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’Μπρά­ι­αν – οἱ τρεῖς ἐ­νή­λι­κοι γιοί της, τρώ­γον­τας καὶ κου­βεν­τι­ά­ζον­τας, καὶ οἱ δυ­ὸ νε­ό­τε­ρες κό­ρες της, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς κα­θὼς ἔ­τρω­γαν.

       «Εἶ­μαι ἐ­δῶ τριά­ντα μῆ­νες», εἶ­πε ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἥ­συ­χα, κοι­τά­ζον­τας τὰ στρουμ­που­λὰ χέ­ρια τῆς κυ­ρί­ας Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       «Ἕ­ξι μῆ­νες πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ ὅ­σο πρέ­πει», εἶ­πε ὁ ἕ­νας ἀ­στυ­νο­μι­κός. «Εἶ­χε μό­νο προ­σω­ρι­νὴ βί­ζα. Τώ­ρα τὸ ἀν­τι­λη­φθή­κα­με καὶ ψά­ξα­με νὰ τὸν βροῦ­με.»

       Λί­γο με­τὰ τὴν ἄ­φι­ξή του, ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ τὸ δω­μα­τιά­κι του· τὰ βρά­δια τὸ ἔ­βα­ζε πο­λὺ δυ­να­τὰ καὶ τὸ εὐ­χα­ρι­στι­ό­ταν. Ἀ­γό­ρα­σε κι ἕ­να ρο­λό­ι χει­ρὸς καὶ τὸ εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε κι αὐ­τό. Καὶ πολ­λὲς βρα­δι­ὲς πε­ρι­δι­ά­βαι­νε στοὺς σι­ω­πη­λοὺς δρό­μους καὶ κοί­τα­ζε τὰ φαν­τα­χτε­ρὰ ροῦ­χα στὶς βι­τρί­νες κι ἀ­γό­ρα­ζε με­ρι­κά, κι ἔ­βλε­πε τὰ κο­σμή­μα­τα κι ἀ­γό­ρα­ζε με­ρι­κὰ γιὰ τὶς λι­γο­στὲς φι­λε­νά­δες του. Καὶ πή­γαι­νε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο πέν­τε φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα μί­α πε­ρί­ο­δο. Μιὰ ἐ­πο­χή, ἐ­πί­σης, πή­γαι­νε βόλ­τα μὲ τὸ τρὰμ —ὅ­λη νύ­χτα με­ρι­κὲς φο­ρές— μυ­ρί­ζον­τας τὸν ἠ­λε­κτρι­σμό, μὲ τὰ μαῦ­ρα μά­τια του νὰ κι­νοῦν­ται πά­νω στὶς δι­α­φη­μί­σεις, νι­ώ­θον­τας τοὺς τρο­χοὺς νὰ μουγ­κρί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια του, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὰ κοι­μι­σμέ­να μι­κρὰ σπί­τια καὶ τὰ με­γά­λα ξε­νο­δο­χεῖ­α νὰ γλι­στροῦν μπρο­στά του. Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό, εἶ­χε πά­ει σὲ με­γά­λα ἑ­στι­α­τό­ρια, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας δεῖ­πνα μὲ πολ­λὰ πιά­τα, καὶ στὴν ὄ­πε­ρα καὶ στὸ θέ­α­τρο. Καὶ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ξέ­χα­σε νὰ τὸ πλη­ρώ­σει, εἶ­χε ἔρ­θει νὰ τὸ πά­ρει ὀρ­γι­σμέ­νος ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν ξε­νώ­να.

       «Ἦρ­θα λοι­πόν», εἶ­πε τώ­ρα ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ, «νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι πρέ­πει ν’ ἀ­φή­σω τὸ δω­μά­τιό μου, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν. Ἦρ­θα νὰ πά­ρω τὰ μπα­γά­ζια μου καὶ τὰ ροῦ­χα μου καὶ νὰ πά­ω μα­ζὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες.»

       «Πί­σω στὸ Με­ξι­κό;»

       «Ναί. Στὸ Λάγ­κος. Μιὰ μι­κρὴ πό­λη βό­ρεια ἀ­πὸ τὴν Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ.»

       «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ.»

       «Τὰ μά­ζε­ψα», εἶ­πε βρα­χνὰ ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ, ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας γορ­γὰ τὰ μαῦ­ρα του μά­τια καὶ κου­νών­τας ἀ­μή­χα­να τὰ χέ­ρια του μπρο­στά του. Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ δὲν τὸν ἄγ­γι­ζαν. Δὲν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη.

       «Ὁ­ρί­στε τὸ κλει­δί, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν» εἶ­πε ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ. «Πῆ­ρα τὴν τσάν­τα μου ἤ­δη.»

       Ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, πρό­σε­ξε μιὰ βα­λί­τσα ποὺ ἔ­στε­κε πί­σω του στὴ βε­ράν­τα.

       Ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ κοί­τα­ξε πά­λι μέ­σα στὴν πε­λώ­ρια κου­ζί­να, τὰ ἀ­ση­μέ­νια μα­χαι­ρο­πί­ρου­να καὶ τοὺς νέ­ους ἀν­θρώ­πους ποὺ ἔ­τρω­γαν καὶ τὸ γυ­α­λι­σμέ­νο πά­τω­μα ποὺ ἔ­λαμ­πε. Γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο τὴ δι­πλα­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α, τρεῖς ὀ­ρό­φους ψη­λὴ καὶ ὄ­μορ­φη. Κοί­τα­ξε τὰ μπαλ­κό­νια καὶ τὶς ἐ­ξό­δους κιν­δύ­νου καὶ τὶς σκά­λες ἀ­πὸ πί­σω, τὶς ἁ­πλω­μέ­νες μπου­γά­δες ποὺ πλα­τά­γι­ζαν στὸν ἄ­νε­μο.

       «Ἤ­σουν κα­λὸς νοι­κά­ρης», εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν.

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν» εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος σι­γα­νά. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του.

       Ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν ἔ­στε­κε κρα­τών­τας τὴν πόρ­τα μι­σά­νοι­χτη. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς γιούς της, πί­σω της, εἶ­πε ὅ­τι τὸ βρα­δι­νό της κρύ­ω­νε, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι ἀρ­νη­τι­κὰ πρὸς τὸ μέ­ρος του καὶ στρά­φη­κε ξα­νὰ στὸν κύ­ριο Ρα­μί­ρεζ. Θυ­μή­θη­κε μιὰ φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­σκε­φτεῖ κά­ποι­ες πα­ρα­με­θό­ρι­ες κω­μο­πό­λεις τοῦ Με­ξι­κοῦ – τὶς πο­λὺ ζε­στὲς μέ­ρες, τὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα τρι­ζό­νια ποὺ πη­δοῦ­σαν κι ἔ­πε­φταν ἢ κεί­τον­ταν νε­κρὰ καὶ εὔ­θραυ­στα σὰν τὰ ποῦ­ρα στὶς βι­τρί­νες, καὶ τὰ κα­νά­λια ποὺ δι­ο­χέ­τευ­αν τὸ νε­ρὸ τοῦ πο­τα­μοῦ στὰ χω­ρά­φια, τοὺς χω­μα­τό­δρο­μους, τὸ κα­ψα­λι­σμέ­νο το­πί­ο. Θυ­μή­θη­κε τὶς σι­ω­πη­λὲς πό­λεις, τὴ χλια­ρὴ μπί­ρα, τὰ καυ­τε­ρά, πη­χτὰ φα­γη­τὰ κά­θε μέ­ρα. Θυ­μή­θη­κε τὰ ἀρ­γά, νω­θρὰ ἄ­λο­γα καὶ τοὺς στε­γνω­μέ­νους λα­γοὺς στὸν δρό­μο. Θυ­μή­θη­κε τὰ σι­δε­ρέ­νια βου­νὰ καὶ τὶς σκο­νι­σμέ­νες κοι­λά­δες καὶ τὶς πα­ρα­λί­ες τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ ποὺ ἐ­κτεί­νον­ταν ἑ­κα­τον­τά­δες μί­λια βου­βὲς ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν ἦ­χο τῶν κυ­μά­των – οὔ­τε αὐ­το­κί­νη­τα, οὔ­τε κτή­ρια, τί­πο­τα.

       «Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ», εἶ­πε.

       «Δὲν θέ­λω νὰ γυ­ρί­σω πί­σω, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν», εἶ­πε ἀ­δύ­να­μα. «Μ’ ἀ­ρέ­σει ἐ­δῶ, θέ­λω νὰ μεί­νω ἐ­δῶ. Δού­λε­ψα, ἔ­χω λε­φτά. Κα­λὸς φαί­νο­μαι, ἔ­τσι; Καὶ δὲν θέ­λω νὰ γυ­ρί­σω πί­σω!»

       «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε Ρα­μί­ρεζ» εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω κά­τι.»

       «Κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν;» φώ­να­ξε ξαφ­νι­κά, ἐ­νῶ δά­κρυ­α κυ­λοῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ βλέ­φα­ρά του. Ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του κι ἔ­πια­σε τὸ δι­κό της φλο­γε­ρά, κου­νών­τας το, σφίγ­γον­τάς το, κρα­τών­τάς το. «Κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν, θὰ σὲ δῶ πο­τέ, θὰ σὲ δῶ πο­τέ!»

       Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ χα­μο­γέ­λα­σαν, ἀλ­λὰ ὁ κύ­ριος Ρα­μί­ρεζ δὲν τὸ πρό­σε­ξε, καὶ πο­λὺ σύν­το­μα ἔ­πα­ψαν νὰ χα­μο­γε­λοῦν.

       «Ἀν­τί­ο, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν. Ἤ­σουν κα­λὴ μα­ζί μου. Ὤ, ἀν­τίο, κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν. Θὰ σὲ δῶ πο­τέ!»

       Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ πε­ρί­με­ναν τὸν κύ­ριο Ρα­μί­ρεζ νὰ γυ­ρί­σει, νὰ πά­ρει τὴ βα­λί­τσα του καὶ νὰ ξε­κι­νή­σει. Τό­τε τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν, ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σαν τὴν κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν ἀγ­γί­ζον­τας τὰ πη­λή­κιά τους. Τοὺς εἶ­δε νὰ κα­τε­βαί­νουν τὰ σκα­λιὰ τῆς βε­ράν­τας. Ἔ­πει­τα ἔ­κλει­σε ἥ­συ­χα τὴν πόρ­τα καὶ γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ στὴ θέ­ση της στὸ τρα­πέ­ζι. Τρά­βη­ξε τὴν κα­ρέ­κλα της καὶ κά­θι­σε. Πῆ­ρε τὸ κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­νο μα­χαί­ρι καὶ τὸ πι­ρού­νι καὶ ξα­νάρ­χι­σε τὴν μπρι­ζό­λα της.

       «Βιά­σου, μά­να», εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς γιούς. «Θὰ κρυ­ώ­σει.»

       Ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν ἔ­βα­λε μί­α μπου­κιὰ στὸ στό­μα της καὶ τὴ μά­ση­σε πολ­λὴ ὥ­ρα, ἀρ­γά· ἔ­πει­τα κοί­τα­ξε τὴν κλει­στὴ πόρ­τα. Ἄ­φη­σε τὸ μα­χαί­ρι καὶ τὸ πι­ρού­νι της.

       «Τί τρέ­χει, μά­να;» ρώ­τη­σε ὁ γιός της.

       «Τώ­ρα τὸ κα­τά­λα­βα», εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Ὀ­’­Μπρά­ι­αν —σκέ­πα­σε μὲ τὸ χέ­ρι τὸ πρό­σω­πό της— «ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­δῶ πο­τὲ τὸν κύ­ριο Ρα­μί­ρεζ.»

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Ρέ­ι Μπράντ­μπε­ρι (Ray Bradbury). (Ἰ­λι­νό­ις, 1920). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ μυ­στη­ρί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει πολ­λοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς. Δι­α­ση­μό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι τὰ T­he M­a­r­t­i­an C­h­r­o­n­i­c­l­es καὶ τὸ F­a­h­r­e­n­h­e­it 451, ποὺ ἔ­γι­νε ται­νί­α ἀ­πὸ τὸν Φραν­σου­ὰ Τρυ­φό. Πολ­λὲς ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Σή­με­ρα, ζεῖ στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Ἔιμι Μπέντερ (Aimee Bender): Μνημονικό

 

 

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender)

 

Μνη­μο­νι­κό

(The Rememberer)

 

ΕΡΑΣΤΗΣ ΜΟΥ βι­ώ­νει ἀν­τί­στρο­φη ἐ­ξέ­λι­ξη. Δὲν τὸ λέ­ω σὲ κα­νέ­ναν. Δὲν ξέ­ρω πῶς ἔ­γι­νε, μό­νο ὅ­τι τὴ μιὰ μέ­ρα ἦ­ταν ὁ ἐ­ρα­στής μου καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη ἦ­ταν κά­ποι­ο εἶ­δος πι­θή­κου. Ἔ­χει πε­ρά­σει ἕ­νας μή­νας καὶ τώ­ρα εἶ­ναι θα­λάσ­σια χε­λώ­να.

       Τὸν ἔ­χω πά­νω στὸν πάγ­κο, σ’ ἕ­να γυ­ά­λι­νο τα­ψὶ γε­μά­το μὲ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό.

      «Μπέν», λέ­ω στὸ προ­ε­ξέ­χον κε­φα­λά­κι του, «μπο­ρεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βεις;» καὶ μὲ κοι­τά­ζει μὲ μά­τια σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὲς στα­γό­νες πίσ­σας κι ἐ­γὼ χύ­νω δά­κρυ­α στὸ τα­ψί, μιὰ θά­λασ­σα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου.

      Ἀ­πο­βάλ­λει ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο χρό­νια τὴν ἡ­μέ­ρα. Δὲν εἶ­μαι ἐ­πι­στή­μο­νας, ἀλ­λὰ τό­σα πε­ρί­που τὰ ὑ­πο­λό­γι­σα. Πῆ­γα στὸν πα­λιὸ κα­θη­γη­τὴ βι­ο­λο­γί­ας στὸ κοι­νο­τι­κὸ κολ­λέ­γιο καὶ τοῦ ζή­τη­σα ἕ­να πρό­χει­ρο χρο­νο­λό­γιο τῆς ἐ­ξέ­λι­ξής μας. Ἐ­νο­χλή­θη­κε στὴν ἀρ­χὴ – ἤ­θε­λε χρή­μα­τα. Τοῦ εἶ­πα ὅ­τι με­τὰ χα­ρᾶς θὰ πλή­ρω­να καὶ τό­τε ἔ­φτια­ξαν πο­λὺ τὰ κέ­φια του. Μὲ τὸ ζό­ρι μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω τὸ χρο­νο­λό­γιό του —κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ εἶ­χε δα­κτυ­λο­γρα­φή­σει— καὶ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται λαν­θα­σμέ­νο. Σύμ­φω­να μὲ αὐ­τόν, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α θὰ πρέ­πει νὰ δι­αρ­κέ­σει πε­ρί­που ἕ­ναν χρό­νο, ἀλ­λὰ ὅ­πως πᾶ­νε τὰ πράγ­μα­τα, πι­στεύ­ω ὅ­τι μᾶς ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­νας μή­νας.

      Στὴν ἀρ­χή, μοῦ τη­λε­φω­νοῦ­σαν καὶ ρω­τοῦ­σαν ποῦ εἶ­ναι ὁ Μπέν. Για­τί δὲν ἦ­ταν στὴ δου­λειά; Για­τί δὲν πῆ­γε στὸ γεῦ­μα μὲ τοὺς πε­λά­τες; Ἡ εἰ­δι­κὴ πα­ραγ­γε­λί­α του, τὸ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο βι­βλί­ο γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, εἶ­χε φτά­σει στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, θὰ περ­νοῦ­σε πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ πά­ρει; Τοὺς ἔ­λε­γα ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος, μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἀρ­ρώ­στια, καὶ πάψ­τε πα­ρα­κα­λῶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ­τε. Τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ἦ­ταν ὅ­τι τὸ ἔ­κα­ναν. Ἔ­παυ­αν νὰ τη­λε­φω­νοῦν. Με­τὰ ἀ­πὸ μί­α βδο­μά­δα, τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γοῦ­σε καὶ ὁ Μπέν, ὁ μπαμ­που­ί­νος, κα­θό­ταν σὲ μιὰ γω­νιὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ τὶς κουρ­τί­νες, φλυ­α­ρών­τας μό­νος του.

      Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δα ἄν­θρω­πο, ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος γιὰ τὸν κό­σμο.

      Δὲν ἦ­ταν ἀ­συ­νή­θι­στο. Πάν­τα ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος γιὰ τὸν κό­σμο. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κοὺς λό­γους ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σα. Κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ θλιμ­μέ­νοι καὶ σκε­φτό­μα­σταν τὴ θλί­ψη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ συ­ζη­τού­σα­με.

      Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, εἶ­πε, «Ἄν­νι, δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις; Γι­νό­μα­στε ὅ­λοι πο­λὺ ἔ­ξυ­πνοι. Οἱ ἐγ­κέ­φα­λοί μας ὅ­λο καὶ με­γα­λώ­νουν, καὶ ὁ κό­σμος στε­γνώ­νει καὶ πε­θαί­νει, ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει πά­ρα πολ­λὴ σκέ­ψη καὶ κα­θό­λου καρ­διά.»

      Μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πι­τι­μη­τι­κά, τὰ γα­λά­ζια του μά­τια ἀ­κλό­νη­τα, «Ὅ­πως ἐ­μεῖς, Ἄν­νι», εἶ­πε. «Σκε­φτό­μα­στε πά­ρα πο­λύ.»

      Κά­θι­σα. Θυ­μή­θη­κα πὼς τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κά­να­με σέξ, ἄ­φη­σα τὰ φῶ­τα ἀ­ναμ­μέ­να, κρά­τη­σα τὰ μά­τια μου ὀρ­θά­νοι­χτα, καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­κα πο­λὺ στὸ νὰ ἀ­φε­θῶ· τό­τε πρό­σε­ξα ὅ­τι καὶ τὰ δι­κά του μά­τια ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὰ καὶ μέ­σα σ’ ὅ­λα αὐ­τὰ κα­θί­σα­με στὸ πά­τω­μα καὶ συ­ζη­τού­σα­με γιὰ ποί­η­ση ἐ­πὶ μί­α ὥ­ρα. Ἦ­ταν πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο. Ἦ­ταν πο­λὺ οἰ­κεῖ­ο.

      Μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ μὲ ξύ­πνη­σε μέ­σα στὴ νύ­χτα, μὲ σή­κω­σε ἀ­πὸ τὰ γα­λά­ζια σεν­τό­νια, μὲ ὁ­δή­γη­σε ἔ­ξω στ’ ἀ­στέ­ρια καὶ ψι­θύ­ρι­σε: Κοί­τα, Ἄν­νι, κοί­τα – δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ τί­πο­τ’ ἄλ­λο, μό­νο γιὰ ὄ­νει­ρα. Τὸν ἄ­κου­σα, νυ­σταγ­μέ­νη, γύ­ρι­σα ἀρ­γὰ στὸ κρε­βά­τι κι ἀ­πό­μει­να νὰ κοι­τά­ζω τὸ τα­βά­νι, ἔ­χον­τας χά­σει τὸν ὕ­πνο μου, ἀ­νί­κα­νη νὰ ὀ­νει­ρευ­τῶ. Ὁ Μπὲν ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἀ­μέ­σως, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ξα­να­βγῆ­κα ἀ­θό­ρυ­βα ἔ­ξω. Προ­σπά­θη­σα νὰ ὀ­νει­ρευ­τῶ στ’ ἀ­στέ­ρια, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρα πῶς γί­νε­ται. Προ­σπά­θη­σα νὰ βρῶ ἕ­να ἀ­στέ­ρι ποὺ κα­νεὶς σὲ ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α δὲν εἶ­χε εὐ­χη­θεῖ πο­τὲ σ’ αὐ­τό, καὶ ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ γι­νό­ταν ἂν τὰ κα­τά­φερ­να.

      Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, ἔ­χω­σε τὸ κε­φά­λι στὰ χέ­ρια του κι ἀ­να­στέ­να­ξε κι ἐ­γὼ ση­κώ­θη­κα καὶ φί­λη­σα ὅ­λο τὸν αὐ­χέ­να του, σκέ­πα­σα ἐ­κεί­νη τὴ σάρ­κα, ἔ­κα­να εὐ­χὲς ἐ­κεῖ για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι κα­μιὰ γυ­ναί­κα δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τό­σο ἐ­πι­με­λής, κα­μιὰ δὲν εἶ­χε φι­λή­σει κά­θε ἑ­κα­το­στό της ἐ­πι­δερ­μί­δας του. Τὸν κά­λυ­ψα παν­τοῦ. Τί εὐ­χή­θη­κα; Εὐ­χή­θη­κα κα­λό. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Μό­νο κα­λό. Εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ κά­νω γε­νι­κό­λο­γες εὐ­χὲς πο­λὺ και­ρὸ πρίν, στὰ παι­δι­κά μου χρό­νια· γρή­γο­ρα ἔ­μα­θα τὶς συ­νέ­πει­ες τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων εὐ­χῶν.

      Τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ τοῦ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα, στὸν θλιμ­μέ­νο μου ἄν­τρα. «Βλέ­πεις, δὲν σκε­φτό­μα­στε,» ψι­θύ­ρι­σα στ’ ἀ­φτί του τὴν ὥ­ρα ποὺ μοῦ φι­λοῦ­σε τὸν λαι­μό, «κα­θό­λου δὲν σκε­φτό­μα­στε» κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­χω­σε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου καὶ μὲ ἀγ­κά­λια­σε πιὸ σφι­χτά. Με­τά, βγή­κα­με πά­λι ἔ­ξω· δὲν εἶ­χε φεγ­γά­ρι καὶ ἡ νύ­χτα ἦ­ταν σκο­τει­νή. Εἶ­πε ὅ­τι σι­χαι­νό­ταν τὶς κου­βέν­τες καὶ τὸ μό­νο ποὺ ἤ­θε­λε ἦ­ταν νὰ μὲ κοι­τά­ζει στὰ μά­τια καὶ νὰ μοῦ λέ­ει πράγ­μα­τα μ’ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο. Τὸν ἄ­φη­σα καὶ μ’ ἔ­κα­ναν ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σω αὐ­τὰ ποὺ εἶ­δα στὸ βλέμ­μα του. Ὕ­στε­ρα μοῦ εἶ­πε ὅ­τι γιὰ κά­ποι­ο λό­γο ἤ­θε­λε νὰ κοι­μη­θεῖ ἔ­ξω καὶ τὸ πρω­ὶ ποὺ ξύ­πνη­σα στὸ κρε­βά­τι, κοί­τα­ξα ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ καὶ εἶ­δα ἕ­ναν πί­θη­κο ξα­πλω­μέ­νο στὸ τσι­μέν­το, μὲ τὰ με­γά­λα τρι­χω­τὰ χέ­ρια του νὰ σκε­πά­ζουν τὸ πρό­σω­πό του γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὴν ἐ­κτυ­φλω­τι­κὴ λάμ­ψη τοῦ ἥ­λιου.

      Πρὶν κὰν δῶ τὰ μά­τια του, ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος. Καὶ μό­λις βρε­θή­κα­με ἀν­τι­μέ­τω­ποι, μὲ κοί­τα­ξε μὲ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο θλιμ­μέ­νο βλέμ­μα του κι ἐ­γὼ ἀγ­κά­λια­σα ἐ­κεί­νους τοὺς πε­λώ­ριους ὤ­μους. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε πραγ­μα­τι­κά, τό­τε, στὴν ἀρ­χή, δὲν πα­νι­κο­βλή­θη­κα οὔ­τε κά­λε­σα γιὰ βο­ή­θεια. Κά­θι­σα ἔ­ξω μα­ζί του καὶ χά­ι­δε­ψα τὸ τρί­χω­μα στὴ ρά­χη τοῦ χε­ριοῦ του. Ὅ­ταν ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του, εἶ­πα «Ὄ­χι», δυ­να­τά, κι ἔ­δει­ξε πὼς κα­τά­λα­βε κι ἔ­κα­νε πί­σω. Ἔ­χω κι ἐ­γὼ τὰ ὅ­ριά μου.

      Κα­θί­σα­με μα­ζὶ στὸ γρα­σί­δι καὶ τὸ ξε­ρι­ζώ­να­με μη­χα­νι­κά. Δὲν μοῦ ἔ­λει­ψε ἀ­μέ­σως ὁ ἄν­θρω­πος Μπέν· ἤ­θε­λα νὰ γνω­ρί­σω καὶ τὸν πί­θη­κο, νὰ φρον­τί­σω τὸν ἐ­ρα­στή μου σὰν γιό, σὰν κα­τοι­κί­διο· ἤ­θε­λα νὰ τὸν γνω­ρί­σω μὲ κά­θε δυ­να­τὸ τρό­πο ἀλ­λὰ δὲν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε.

      Τώ­ρα γυ­ρί­ζω σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ ψά­χνω νὰ τὸν δῶ στὴν κα­νο­νι­κή του μορ­φὴ νὰ βη­μα­τί­ζει ἀ­νή­συ­χος καὶ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, ὅ­τι χά­θη­κε. Κά­νω βόλ­τες μέ­σα στὸ σπί­τι. Μα­σά­ω ὁ­λό­κλη­ρα πα­κέ­τα τσί­χλες σὲ ἐ­λά­χι­στα λε­πτά. Ἐ­πι­θε­ω­ρῶ τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου καὶ βε­βαι­ώ­νο­μαι ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἄ­θι­κτες για­τί ἂν δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸς πα­ρών, τό­τε πέ­φτει σὲ μέ­να τὸ κα­θῆ­κον νὰ θυ­μᾶ­μαι. Σκέ­φτο­μαι πῶς τύ­λι­γε τὰ χέ­ρια του γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου καὶ μὲ κρα­τοῦ­σε τό­σο σφι­χτὰ ποὺ μ’ ἔ­πια­νε ἀ­μη­χα­νί­α καὶ πῶς ἔ­νι­ω­θα τὴν ἀ­νά­σα του στὸ ἀ­φτί μου: ται­ρια­στή.

      Ὅ­ταν πά­ω στὴν κου­ζί­να, κοι­τά­ζω μέ­σα ἀ­π’ τὸ γυα­λὶ καὶ βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος σα­λα­μάν­δρας τώ­ρα. Εἶ­ναι μι­κρός.

      «Μπέν,» ψι­θυ­ρί­ζω, «μὲ θυ­μᾶ­σαι; Θυ­μᾶ­σαι;»

      Τὰ μά­τια του γυ­ρί­ζουν πρὸς τὰ μέ­σα κι ἐ­γὼ ρί­χνω στα­γό­νες μέ­λι στὸ νε­ρό. Τὸ λά­τρευ­ε τὸ μέ­λι. Τὸ γλεί­φει καὶ με­τὰ πά­ει κο­λυμ­πών­τας στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ τα­ψιοῦ.

      Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὅ­ριο τῶν ὁ­ρί­ων μου: νά ‘το. Δὲν ξέ­ρεις πο­τὲ ἀ­κρι­βῶς ποῦ εἶ­ναι καὶ με­τὰ σκον­τά­φτεις πά­νω του καὶ μπάμ, ἔ­φτα­σες. Για­τί δὲν θ’ ἀν­τέ­ξω νὰ κοι­τά­ξω μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ μὴν μπο­ρέ­σω νὰ τὸν βρῶ που­θε­νά, νὰ ψά­ξω στὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ δι­ά­φα­να κύ­μα­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φα­κὸ μι­κρο­σκο­πί­ου καὶ νὰ ἐν­το­πί­σω τὸν ἐ­ρα­στή μου, τὸ μο­νο­κύτ­τα­ρο θαῦ­μα, ἁ­δρό, ἁ­πλό, ἀ­νεγ­κέ­φα­λο, ἄ­κα­κο, νὰ κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, δι­ά­φα­νο καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὸ σὰν μυι­ο­ψί­α.

      Τὸν βά­ζω στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τὸν πά­ω στὴν πα­ρα­λί­α. Κα­τη­φο­ρί­ζον­τας μὲ τὰ πό­δια τὴν ἄμ­μο, γνέ­φω σὲ ἀν­θρώ­πους πά­νω σὲ πε­τσέ­τες, ποὺ ἔ­χουν ἁ­πλώ­σει τὰ κορ­μιά τους στὸν ἥ­λιο καὶ εὔ­χον­ται. Στὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιά, σκύ­βω καὶ βά­ζω ὅ­λο τὸ τα­ψὶ στὴν κορ­φὴ ἐ­νὸς μι­κροῦ κύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ει μί­α χα­ρά, μιὰ βάρ­κα μα­γει­ρι­κῆς, γιὰ ὅ­ποι­ον θὰ τὴ βρεῖ ξε­βρα­σμέ­νη στὴν ἀ­κτὴ καὶ θὰ ψή­νει κου­λου­ρά­κια, ἕ­να τυ­χε­ρὸ γιὰ κά­ποι­ον ἄ­τυ­χο μὲ ὅ­λα τὰ ὑ­λι­κὰ μὰ χω­ρὶς σκεῦ­ος.

      Ὁ Μπὲν ἡ σα­λα­μάν­δρα βγαί­νει στ’ ἀ­νοι­χτά. Ἀ­νε­μί­ζω καὶ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια πρὸς τὴ θά­λασ­σα, μιὰ μορ­φὴ τό­σο ψη­λὴ ὥ­στε νὰ μὲ δεῖ ἂν κοι­τά­ξει πί­σω.

      Γυ­ρί­ζω καὶ περ­πα­τῶ μέ­χρι τὸ αὐ­το­κί­νη­το.

      Κα­μιὰ φο­ρὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι θὰ ξε­βρα­στεῖ σὲ κά­ποι­α πα­ρα­λί­α. Ἕ­νας γυ­μνὸς ἄν­τρας μὲ ξαφ­νι­α­σμέ­νο βλέμ­μα. Ποὺ πῆ­γε στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ γύ­ρι­σε. Ἔ­χω τὸ νοῦ μου στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Φρον­τί­ζω νὰ εἶ­ναι τὸ τη­λέ­φω­νό μου στὸν κα­τά­λο­γο. Κά­νω τὸν γύ­ρο τοῦ τε­τρα­γώ­νου τὰ βρά­δια μή­πως δὲν θυ­μᾶ­ται κα­λὰ ποι­ὸ σπί­τι εἶ­ναι. Τα­ΐ­ζω τὰ που­λιὰ στὴν αὐ­λὴ καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ πρὶν βά­λω τὸν ἕ­να μου ἑ­αυ­τὸ γιὰ ὕ­πνο, πιά­νω τὸ κρα­νί­ο μου μὲ τὰ χέ­ρια νὰ δῶ ἂν με­γα­λώ­νει, καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί, ποὺ νά ’­ναι χρή­σι­μο, θὰ τὸ γέ­μι­ζε ἂν με­γά­λω­νε.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender) (1969). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των W­i­l­l­f­ul Crea­tu­res καὶ T­he G­i­rl in t­he F­l­a­m­m­a­b­le S­k­i­rt, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το βι­βλί­ο τῶν Τά­ιμς τῆς Νέ­ας ­όρ­κης καὶ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς χρο­νιᾶς τῶν Τά­ιμς τοῦ Λὸς Ἄν­τζε­λες, ὅ­πως καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, I­n­v­i­s­i­b­le S­i­gn of My O­wn. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ G­r­a­n­ta, Har­per­’s, P­a­r­is R­e­v­i­ew, GQ, F­e­n­ce, M­c­S­w­e­e­n­e­y­’s καὶ ἔ­χουν με­τα­δο­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ δί­κτυ­ο στὴ ρα­δι­ο­φω­νι­κὴ ἐκ­πομ­πή, T­h­is A­m­e­r­i­c­an L­i­fe. Κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­σκαρτ τὸ 2002.

Ἱ­στο­σε­λί­δα: http://f­l­a­m­m­a­b­l­e­s­k­i­rt.c­om

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τιτ­λί­ζει ται­νί­ες.