Τζέιμς Στίλ (James Still): Ἡ μετακόμιση

 

Still,James-IMetakomisi-Eikona-02

 

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still)

 

Ἡ με­τα­κό­μι­ση

(The Moving)

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΕΚΟΜΑΣΤΑΝ δί­πλα στὴ φορ­τω­μέ­νη ἅ­μα­ξα ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας κάρ­φω­νε τὰ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα καὶ ἔ­φτυ­νε μέ­σα στὶς κλει­δα­ρι­ὲς γιὰ νὰ τὶς κά­νει νὰ γυ­ρί­σουν. Πε­ρι­μέ­να­με, τὸ ἴ­διο ἀ­νυ­πό­μο­να μὲ τὴ φο­ρά­δα ποὺ ἦ­ταν ζε­μέ­νη στὴν ἅ­μα­ξα, ἀ­δη­μο­νών­τας νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με ἀ­πὸ τὰ ἐ­πί­μο­να βλέμ­μα­τα. Τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τοῦ Χάρ­ντστε­ϊ εἶ­χε κλεί­σει γιὰ πάν­τα καὶ δι­ά­φο­ροι ἀρ­γό­σχο­λοι ἄν­τρες εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ νὰ δοῦν ποὺ θὰ φεύ­γα­με. Κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὸ φρά­κτη, στρι­μώ­χνον­ταν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ μί­σχοι ἀ­πὸ τὶς ρε­τσι­νο­λα­δι­ὲς ἔ­πλε­καν γρο­θι­ὲς μὲ τὰ κα­φε­τιὰ φύλ­λα.

       Εἶ­δα τὰ ἀ­γό­ρια, μὲ τὶς τσέ­πες γε­μά­τες πέ­τρες, νὰ κοι­τά­ζουν κλε­φτὰ τὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων μας. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κα τὰ πρό­σω­πά τους καὶ ἔ­νιω­σα νὰ γε­μί­ζω νο­σταλ­γί­α. Λα­χτα­ροῦ­σα μιὰ κου­βέν­τα, ἕ­ναν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό. Ὅ­μως, μό­νο ἕ­νας ἀ­γα­θού­λης λυ­πό­ταν ποὺ θά ’φευ­γα – ἕ­νας ἄν­τρας μὲ μυα­λὸ παι­διοῦ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ κορ­δό­νια καὶ τὰ τσιγ­κά­κια ἀ­πὸ τὰ πα­κέ­τα κα­πνοῦ, ἕ­να παι­δὶ μὲ με­γα­λί­στι­κα ροῦ­χα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο νὰ λέ­ει πάν­τα τὰ πράγ­μα­τα ἀ­νά­πο­δα. Ὁ Χὶγκ Σό­μερς στε­κό­ταν μὲ τὰ μά­τια γουρ­λω­μέ­να καὶ οἱ ἄλ­λοι τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν. Κά­ποι­ος γο­νά­τι­σε καὶ τοῦ ἔ­λυ­σε τὰ κορ­δό­νια τῶν πα­που­τσι­ῶν του.

      Ἂν καὶ εἶ­χαν βγεῖ καὶ γυ­ναῖ­κες καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν ἀ­πὸ τὶς βε­ράν­τες τους, μό­νο μιὰ χή­ρα ἦρ­θε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὴ μη­τέ­ρα. Ἡ Σού­λα Μπά­σαμ βά­δι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μας, ψη­λὴ σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, μὲ ἕ­να κί­τρι­νο σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της νὰ κου­νι­έ­ται σὰν βα­ρί­δι ἀ­πὸ ἐκ­κρε­μές.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ εἶ­πε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο: «Ἂν εἶ­χα ἐ­γὼ γυ­ναί­κα στὸ μπό­ι της, θὰ τῆς κρέ­μα­γα κο­λο­κύ­θες, νὰ κά­νει τὴν τα­ΐ­στρα γιὰ τὰ που­λιά. Μὰ τὴν πί­στη μου, σοῦ λέ­ω.» Οἱ ἄλ­λοι γέ­λα­σαν πνι­χτά. Ὁ Λὸς ἔ­κα­νε πί­σω· ἤ­ξε­ρε ὅ­τι οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της δὲν εἶ­χαν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς μῦς τῶν ἀν­τρῶν.

      Ἡ Σού­λα ἦ­ταν τε­ρά­στια δί­πλα στὴ μη­τέ­ρα. Τὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μό­ταν σὰν ἀλ­φά­δι. Ἡ μη­τέ­ρα ἴ­σα ποὺ ἔ­φτα­νε τὸ ἑ­νά­μι­σι μέ­τρο καὶ ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νὰ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ κοί­τα­ζε στὸν οὐ­ρα­νό. Καὶ τὰ μά­τια της στά­θη­καν στὸ μεν­τα­γιόν, μιὰ καὶ ἡ ἴ­δια δὲν εἶ­χε πο­τέ της μεν­τα­γιόν, δα­χτυ­λί­δι ἢ καρ­φί­τσα. Ἡ Σού­λα μί­λη­σε φω­να­χτὰ στὴ μη­τέ­ρα, ρί­χνον­τας στοὺς ἄν­τρες πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς μα­τι­ές: «Πρέ­πει νὰ νι­ώ­θεις πε­ρή­φα­νη ποὺ ὁ ἄν­τρας σου δὲν θέ­λει νὰ μεί­νει νὰ σα­πί­σει στὸ Χάρ­ντστε­ϊ, νὰ κο­προ­σκυ­λιά­ζει ὁ­λη­με­ρίς. Σύν­το­μα ὅ­λοι θὰ πρέ­πει νὰ φύ­γουν. Ἢ αὐ­τὸ ἢ θὰ ψο­φή­σουν τῆς πεί­νας. Δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει ξα­νὰ τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο. Πά­ει, τά ’­φα­γε τὰ ψω­μιά του.»

      Τὰ λό­για της φά­νη­κε νὰ ἀ­να­στα­τώ­νουν τοὺς ἄν­τρες. Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ σή­κω­σε ψη­λὰ τὰ χέ­ρια του καὶ τὰ ἅ­πλω­σε ὅ­πως κά­νουν οἱ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες. «Δὲν πρό­κει­ται νὰ πᾶ­νε που­θε­νὰ αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι», εἶ­πε. «Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­ταυ­λι­σμοὶ στὸν πο­τα­μὸ Κεν­τά­κι ποὺ νὰ ζη­τᾶ­νε ἐρ­γά­τες. Που­θε­νὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν δου­λει­ές. Εἶ­ναι ἔγ­κλη­μα νὰ γυρ­νᾶς τοὺς δι­κούς σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ σὰν τοὺς γύ­φτους. Ὅ­σο ἔ­χεις μιὰ στέ­γη πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καὶ τὸ σπί­τι σου, αὐ­τὸ λέ­ω ἐ­γώ.»

      Οἱ ἄν­τρες ἔ­βγα­λαν μουγ­κρη­τὰ ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας καὶ κου­νοῦ­σαν τὸ κε­φά­λι τους, ἐ­νῶ τὰ παι­διὰ σή­κω­ναν τὶς τσέ­πες τους ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τες πέ­τρες καὶ κον­το­σί­μω­ναν στὴν ἅ­μα­ξα. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο ἅρ­πα­ξε τὸ κα­πέ­λο τοῦ Χὶγκ Σό­μερς καὶ τὸ φό­ρε­σε. Αὐ­τὸ στη­ρί­χτη­κε πά­νω στ’ ἀ­φτιά του. Τὰ ἀ­γό­ρια ἀ­κούμ­πα­γαν στὶς ρό­δες τῆς ἅ­μα­ξας, ἔ­πι­α­ναν τὰ χα­λι­νά­ρια τῆς φο­ρά­δας, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι τοῦ κι­βώ­τιου μὲ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α γιὰ νὰ δοῦν τί ἔ­χει μέ­σα. Ὁ Σέ­σι σύρ­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι, ἀ­πὸ τὰ πί­σω πρὸς τὰ μπρός, καὶ κου­νοῦ­σε τὸν ζυ­γό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου μή­πως κά­νει κα­μιὰ κα­σκα­ρί­κα.

      Ὁ πα­τέ­ρας ἦρ­θε στὴν αὐ­λὴ κρα­τών­τας τὸ κλει­δί – τὸ σπί­τι ἦ­ταν πιὰ κλει­στό, ἀ­πο­κλεί­ον­τας τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με. Κοί­τα­ξα τὸ ἄ­δει­ο κέ­λυ­φος ποὺ ἦ­ταν τὸ σπί­τι μας, κοί­τα­ξα με­τὰ τὴ χα­μέ­νη πό­λη, καὶ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ μεί­νω στὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χα γεν­νη­θεῖ, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ γνώ­ρι­ζα. Ὁ πα­τέ­ρας σή­κω­σε ψη­λά το κλει­δί, πε­ρα­σμέ­νο στὸ ἕ­να δά­χτυ­λο. «Θὰ ἤ­μουν ὑ­πό­χρε­ος», εἶ­πε, «ἂν κά­ποι­ος ἔ­δι­νε τὸ κλει­δὶ στὸν ἐ­πι­στά­τη».

      Ὁ Χὶγκ Σό­μερς πῆ­γε βα­ρι­ο­πα­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ πα­τέ­ρα, μὲ τὸ που­κά­μι­σο νὰ ἀ­νε­μί­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του. Κά­ποι­ος τὸ εἶ­χε τρα­βή­ξει καὶ τοῦ τό ’­χε βγά­λει. «Ἐ­γὼ θὰ τὸ φέ­ρω», φώ­να­ξε ὁ Χίγκ, καὶ σὰν μω­ρὸ ἅ­πλω­σε καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸ κλει­δί.

      «Δὲν θέ­λω νὰ τὸ φέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας. Δὲν σκό­πευ­ε νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸ κλει­δὶ σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τε­τρα­κό­σια. «Λά­θος κα­τά­λα­βες. Θέ­λω νὰ τὸ πά­ει κά­ποι­ος.»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, ἀλ­λὰ δὲν προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­κε νὰ πά­ει αὐ­τὸς τὸ κλει­δί. «Ἀ­κό­μα καὶ ἡ Βί­βλος λέ­ει νὰ μὴν πα­ρα­σύ­ρου­με τοὺς ἀ­θώ­ους», εἶ­πε σο­βα­ρά. «Μεῖ­νε ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χεις σα­νί­δια κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια σου καὶ κε­ρα­μί­δια πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι σου.»

      Ὁ πα­τέ­ρας ἀ­πάν­τη­σε μὲ θυ­μό: «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει νό­μος ποὺ νὰ λέ­ει νὰ κοι­τᾶ­με τὴ δου­λειά μας. Προ­τι­μῶ νὰ πνι­γῶ στὸν ἱ­δρώ­τα ψά­χνον­τας νὰ βρῶ δου­λειὰ πα­ρὰ νὰ μὲ φά­ει τὸ σα­ρά­κι στὸ Χάρ­ντστε­ϊ.»

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ πλη­σί­α­σε τὸν πα­τέ­ρα, μὲ τὰ μά­τια του νὰ καῖ­νε καὶ τὶς γω­νι­ὲς τοῦ στό­μα­τός του νὰ συ­στρέ­φον­ται. Ἔ­γνε­ψε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Σού­λα Μπά­σαμ. «Με­τὰ χα­ρᾶς νὰ πά­ω ἐ­γὼ τὸ κλει­δὶ ἂν πά­ρεις κι ἐ­σὺ μα­ζί σου τὴν ψη­λέγ­κω τὴ χή­ρα καὶ τὴν πᾶς κά­που νὰ βρεῖ ἄν­τρα. Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ φο­ρά­ει τὰ μαῦ­ρα.»

      Οἱ ἄλ­λοι βάλ­θη­καν νὰ γε­λοῦν, πνί­γον­ταν, ξε­φυ­σοῦ­σαν. Ἡ Σού­λα γύ­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μὲ τὸ πρό­σω­πο νὰ τὸ φω­τί­ζει ὁ θυ­μός. «Ἂν εἶ­χα κα­τὰ νοῦ νὰ παν­τρευ­τῶ», εἶ­πε καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ με­τά­νι­ω­νε γιὰ τὰ λό­για της, «σί­γου­ρα θὰ πή­γαι­να ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­βρι­σκα κα­τάλ­λη­λο ἄν­τρα. Θὰ πή­γαι­να…»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ τὴ δι­έ­κο­ψε, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ λε­γό­με­νά της. Ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα: «Τί θὰ τρῶ­τε γιὰ ψω­μὶ στὸ δρό­μο; Δὲν πέ­φτει πιὰ μάν­να ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ στὶς μέ­ρες μας.»

      Ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λοῦ­σε πα­ρα­τη­ρών­τας τὴ Σού­λα. Εἶ­δε ποὺ σφί­χτη­καν οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της καὶ ὁ Λὸς ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας γύ­ρι­σε πρὸς τὸν Σὶλ καὶ τοῦ εἶ­πε κα­λο­δι­ά­θε­τα: «Μὰ τὸ πρω­ὶ ὑ­πάρ­χει τὸ δρο­σό­με­λι στὰ φύλ­λα. Μπο­ροῦ­με νὰ ξυ­πνοῦ­με νω­ρὶς καὶ νὰ τρῶ­με αὐ­τό.»

      «Ἄ­σ’ τους νὰ πᾶν στὸ δι­ά­ο­λο», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα γιὰ νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὴ Σού­λα. «Οἱ ἄν­τρες δὲν ἔ­χουν θε­ό. Ἄ­σ’ τους νὰ βουρ­λί­ζον­ται.» Πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν τὸ μεν­τα­γιόν, τὸ με­λε­τοῦ­σε γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει, νὰ πά­ρει μα­ζί της τὴ θύ­μη­σή του. Σκέ­φτη­κα τῆς μη­τέ­ρας τὰ ἀ­τρύ­πη­τα ἀ­φτιὰ ἀ­π’ ὅ­που πο­τὲ δὲν εἶ­χε κρε­μά­σει σκου­λα­ρί­κια, τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να της δά­χτυ­λα ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τυ­λί­ξει χρυ­σά­φι, τὸν ἀ­στό­λι­στο μποῦ­στο της ποὺ οὔ­τε μιὰ καρ­φί­τσα δὲν εἶ­χε φι­λο­ξε­νή­σει. Κοί­τα­ζε τὸ μεν­τα­γιὸν ὄ­χι μὲ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­πο­ρί­α.

      «Θὰ τὸ πά­ρω ἐ­γὼ τὸ κλει­δί», εἶ­πε ἡ Σού­λα, «ἀ­φοῦ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος πρό­θυ­μος νὰ κά­νει τὸν κα­λὸ γεί­το­να».

      Ὁ Λὸς ἄ­νοι­ξε τὰ χέ­ρια του, μὲ τὸ πρό­σω­πο σο­βα­ρε­μέ­νο, σὰν τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τας. Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἔ­δει­ξε τὴ Σού­λα, μὲ τὸ ἄλ­λο ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸ πλῆ­θος. «Πάν­τα συμ­πο­νοῦ­σα τὶς χῆ­ρες», εἶ­πε. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του στὸ ὕ­ψος τῆς Σού­λα. «Ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς ποὺ μα­ζευ­τή­κα­με ἐ­δῶ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος ἄν­τρας ποὺ νὰ θέ­λει νὰ παν­τρευ­τεῖ τὴν Τε­τρά­ψη­λη Γυ­ναί­κα.»

      Τὸ στό­μα τῆς Σού­λα σκλή­ρυ­νε. «Νὰ μοῦ λεί­πει ὁ οἶ­κτος σου», τοῦ φώ­να­ξε. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του μὲ τὰ νεῦ­ρα τῶν χε­ρι­ῶν της νὰ τεν­τώ­νουν. Ὅ­ταν ὁ Λὸς πι­σω­πά­τη­σε, ἡ Σού­λα στρά­φη­κε πρὸς τὴ μη­τέ­ρα μου, ποὺ μό­λις εἶ­χε ἀ­νέ­βει πά­νω στὴν ἅ­μα­ξα. Τώ­ρα τὰ μά­τια τους ἦ­ταν στὸ ἴ­διο ὕ­ψος. «Ἐ­σὺ μὲ βο­ή­θη­σες ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ δι­κοί μου», εἶ­πε ἡ Σού­λα. «Ἐ­σὺ μὲ πα­ρη­γό­ρη­σες ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας μου κεί­τον­ταν στὸ φέ­ρε­τρό του. Δὲν τὰ ξε­χνῶ. Μα­κά­ρι νὰ εἶ­χα νὰ σοῦ δώ­σω κά­τι νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι, νὰ δεί­χνει ὅ­τι πάν­τα θὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι.»

      «Θὰ εἶ­σαι στὴ σκέ­ψη μου», τὴ βε­βαί­ω­σε ἡ μη­τέ­ρα.

      «Θὰ εἶ­μαι πε­ρή­φα­νη γι’ αὐ­τό.»

      Ἤ­μα­σταν ἕ­τοι­μοι νὰ φύ­γου­με. «Ἀ­νέ­βα πά­νω, γι­ό­κα μου», μοῦ φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας. Πι­ά­στη­κα ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα καὶ σκαρ­φά­λω­σα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ φορ­τί­ου. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τῶν ἀν­τρῶν ἔ­βλε­πα ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κα­ταυ­λι­σμό, μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπι­τά­κια στὸ ἴ­σω­μα, μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τοὺς σω­ροὺς τὰ σκου­πί­δια ποὺ ἔ­και­γαν. Στὸ στῆ­θος μου ἔ­νι­ω­σα νὰ ἀ­να­βλύ­ζει ὁ πό­νος τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ὁ πα­τέ­ρας πλα­τά­γι­σε τὴ γλώσ­σα του καὶ ἡ φο­ρά­δα ξε­κί­νη­σε. Ξε­κί­νη­σε καὶ προ­χώ­ρη­σε μό­νη της, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς ρυ­μοὺς τῆς ἅ­μα­ξας. Οἱ ἁ­λυ­σί­δες τοῦ ζυ­γοῦ ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴ θέ­ση τους καὶ οἱ ἄ­κρες των ρυ­μῶν ἀ­να­πή­δη­σαν στὸ ἔ­δα­φος.

      «Ἔι χό!» φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας καὶ πή­δη­ξε κά­τω. Πί­σω μας εἶ­χαν στή­σει πα­νη­γύ­ρι. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο εἶ­χε κά­νει τὴν κα­σκα­ρί­κα του καὶ εἶ­χε ξε­ζέ­ψει τὴ φο­ρά­δα. Χα­μο­γε­λών­τας ὁ πα­τέ­ρας ἔ­ζε­ψε πά­λι τὸ ζῶ­ο —δὲν τὸν πεί­ρα­ζαν κα­θό­λου τὰ ἔ­ξυ­πνα πει­ράγ­μα­τα— καὶ ξα­να­νέ­βη­κε στὴν ἅ­μα­ξα.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ ἔ­κα­νε χω­νὶ τὰ χέ­ρια του γιὰ νὰ φω­νά­ξει: «Ἂν δὲν πά­ρεις μα­ζί σου τὴ χή­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ βροῦ­με κα­νέ­ναν χα­ζὸ νὰ τὴν παν­τρέ­ψου­με. Θὰ τὴν προ­ξε­νέ­ψου­με στὸν Χὶγκ Σό­μερς.»

      Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­σταν, μὲ τὶς ρό­δες χω­μέ­νες στὴν τρο­χιὰ πα­λι­ῶν αὐ­λα­κι­ῶν, μὲ τὸ φορ­τί­ο νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε. Ξε­μα­κρύ­να­με μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πει­λὴ τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ νὰ ἀν­τη­χεῖ στ’ ἀ­φτιά μας: «Στὴν κό­λα­ση στρώ­νε­τε νὰ κοι­μη­θεῖ­τε!» εἶ­χε φω­νά­ξει. Καὶ τό­τε εἶ­δα τὸ χρυ­σὸ σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν νὰ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ λαι­μὸ τῆς μη­τέ­ρας καὶ νὰ πάλ­λε­ται στὸ στῆ­θος της σὰν καρ­διά.

      Κοί­τα­ξα πί­σω, εἶ­δα ποὺ ἄρ­χι­σαν νὰ πε­τᾶ­νε τὶς πρῶ­τες πέ­τρες, ἄ­κου­σά τα πα­ρά­θυ­ρά μας νὰ σπᾶ­νε. Κοί­τα­ξα πί­σω στὸν κα­ταυ­λι­σμό, σὰν νὰ κοί­τα­ζα τὸ πρό­σω­πο ἑ­νὸς νε­κροῦ. Εἶ­δα τὸ πλῆ­θος νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ μπρο­στὰ στὴ Σού­λα Μπά­σαμ, σκον­τά­φτον­τας ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Εἶ­χε χτυ­πή­σει τὸν Λὸς Τρὰμπλ μὲ τὴ γρο­θιά της κι αὐ­τὸς εἶ­χε πέ­σει στὰ γό­να­τα καὶ φο­βό­ταν νὰ ξα­να­ση­κω­θεῖ. Ἀ­π’ ὅ­λους μό­νο ὁ Χὶγκ Σό­μερς μᾶς ἔ­βλε­πε ποὺ φεύ­γα­με. Στε­κό­ταν ἐ­κεῖ καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ παν­τε­λό­νι του νὰ μὴν τοῦ πέ­σει, για­τί κά­ποι­ος τοῦ εἶ­χε κό­ψει τὶς τι­ράν­τες. Σή­κω­σε τὸ ἕ­να χέ­ρι ψη­λὰ καὶ μᾶς φώ­να­ξε: «Χαί­ρε­τε, χαί­ρε­τε!»

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still) (Κεν­τά­κι, 1906-2001). Ἔ­γρα­ψε πάμ­πολ­λα δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ βι­βλί­α γιὰ παι­διά, ἐ­νῶ δί­δα­ξε γιὰ δέ­κα χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μόρ­χεντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Λίγ­γρης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1948). Λε­ξι­κο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν βι­βλί­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Δί­δα­ξε ἀγ­γλι­κά, δού­λε­ψε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ B­BC, ἔ­χει κά­νει ὅ­λα σχε­δὸν τὰ εἴ­δη τῆς με­τά­φρα­σης, καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια βο­η­θᾶ με­τα­φρα­στὲς μέ­σῳ ἑ­νὸς με­τα­φρα­στι­κοῦ φό­ρουμ ποὺ ἔ­χει ἱ­δρύ­σει. Οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­γι­ναν στὸ μο­νο­το­νι­κὸ καὶ πο­λυ­το­νί­στη­καν σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ.

 

Advertisements

Ρόμπερτ Φόξ (Robert Fox): Παραμύθι

 

 

Ρόμπερτ Φόξ (Robert Fox)

 

Παραμύθι

(A Fable)

 

ΝΕΑΡΟΣ ἦ­ταν φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος καὶ κα­λον­τυ­μέ­νος. Ἦ­ταν Δευ­τέ­ρα, νω­ρὶς τὸ πρω­ί, ὅ­ταν ἐ­πι­βι­βά­στη­κε στὸν ὑ­πό­γει­ο σι­δη­ρό­δρο­μο. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη μέ­ρα τῆς πρώ­της του δου­λειᾶς καὶ ἔ­νι­ω­θε ἀ­μή­χα­να: δὲν ἤ­ξε­ρε ἀ­κρι­βῶς ποι­ὰ θὰ ἦ­ταν ἡ δου­λειά του. Κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ἔ­νι­ω­θε ὑ­πέ­ρο­χα. Ἀ­γα­ποῦ­σε τοὺς πάν­τες στὸ δρό­μο καὶ ὅ­λους ποὺ ἔμ­παι­ναν στὸ τρέ­νο, καὶ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν κό­σμο για­τί ἦ­ταν μιὰ ὄ­μορ­φη ἀ­νέ­φε­λη μέ­ρα, ἡ πρώ­τη τῆς πρώ­της του δου­λειᾶς.

       Χω­ρὶς νὰ κλο­τσή­σει κα­νέ­ναν, ὁ νε­α­ρὸς κα­τά­φε­ρε νὰ βρεῖ μιὰ θέ­ση στὸ τρέ­νο γιὰ τὸ Μαν­χά­ταν. Ὁ συρ­μὸς γέ­μι­σε γρή­γο­ρα: ὁ νε­α­ρὸς κοί­τα­ξε γύ­ρω του, τοὺς ὄρ­θιους ποὺ θὰ ἤ­θε­λαν νὰ κά­θον­ται αὐ­τοὶ στὴ θέ­ση του. Ἀ­νά­με­σά τους ἦ­ταν μιὰ μη­τέ­ρα καὶ μιὰ κό­ρη ποὺ εἶ­χαν βγεῖ γιὰ ψώ­νια. Ἡ κό­ρη, μιὰ ὄ­μορ­φη ξαν­θιὰ κο­πέ­λα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα, τοῦ τρά­βη­ξε ἀ­μέ­σως τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον.

      «Σὲ κοι­τά­ζει», ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα στὴν κό­ρη.

      «Ναί, μη­τέ­ρα, νι­ώ­θω πο­λὺ ἄ­βο­λα. Τί νὰ κά­νω;»

      «Σὲ ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ.»

      «Μὲ ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ; Μὰ ποῦ τὸ κα­τά­λα­βες;»

      «Ἡ μη­τέ­ρα σου εἶ­μαι.»

      «Καὶ τί νὰ κά­νω;»

      «Τί­πο­τα. Θὰ προ­σπα­θή­σει νὰ σοῦ μι­λή­σει. Ἂν τὸ κά­νει, ἀ­πάν­τη­σέ του. Νὰ εἶ­σαι εὐ­γε­νι­κή. Μι­κρὸ ἀ­γό­ρι εἶ­ναι ἀ­κό­μα.»

      Τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­σε στὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ κέν­τρο καὶ κα­τέ­βη­καν πολ­λοὶ ἐ­πι­βά­τες. Ἄ­δεια­σαν θέ­σεις καὶ τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὴ μη­τέ­ρα της κά­θι­σαν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν νε­α­ρό. Αὐ­τὸς συ­νέ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει τὸ κο­ρί­τσι καὶ αὐ­τὴ κοί­τα­ζε κά­θε τό­σο νὰ δεῖ ἂν τὴν κοι­τοῦ­σε.

      Ὁ νε­α­ρὸς ἔ­δω­σε τὴ θέ­ση του σ’ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο κύ­ριο, μιὰ κα­λὴ δι­και­ο­λο­γί­α νὰ στα­θεῖ ὄρ­θιος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὴ μη­τέ­ρα. Αὐ­τὲς ἀν­τάλ­λασ­σαν ψι­θυ­ρι­στὲς κου­βέν­τες καὶ ὅ­λο κοι­τοῦ­σαν πρὸς τὸ μέ­ρος του. Σὲ μιὰ ἄλ­λη στά­ση ἄ­δεια­σε τὸ κά­θι­σμα δί­πλα στὸ κο­ρί­τσι καὶ ὁ νε­α­ρὸς μπο­ρεῖ νὰ κοκ­κί­νι­σε ἀλ­λὰ ἔ­σπευ­σε νὰ κα­θί­σει ἐ­κεῖ.

      «Τὸ ἤ­ξε­ρα», ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δόν­τια της. «Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἤ­ξε­ρα.»

      Ὁ νε­α­ρὸς ξε­ρό­βη­ξε καὶ σκούν­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Αὐ­τὴ πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­α­σμέ­νη.

      «Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε», τῆς εἶ­πε. «Εἶ­στε πο­λὺ ὡ­ραί­α κο­πέ­λα.»

      «Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ», τοῦ εἶ­πε αὐ­τή.

      «Μὴν τοῦ μι­λᾶς», τῆς εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα της. «Μὴν τοῦ ἀ­παν­τᾶς. Σὲ προ­ει­δο­ποι­ῶ. Πί­στε­ψέ με».

      «Σὲ ἔ­χω ἐ­ρω­τευ­τεῖ», εἶ­πε αὐ­τὸς στὸ κο­ρί­τσι.

      «Δὲν σὲ πι­στεύ­ω», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τή.

      «Μὴν τοῦ ἀ­παν­τάς», τῆς εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα της.

      «Ἀ­λή­θεια σοῦ λέ­ω», ἐ­πέ­μει­νε αὐ­τός. «Μά­λι­στα εἶ­μαι τό­σο ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ποὺ θέ­λω νὰ σὲ παν­τρευ­τῶ.»

      «Δου­λειὰ ἔ­χεις;» τὸν ρώ­τη­σε αὐ­τή.

      «Ναί, σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μέ­ρα. Πη­γαί­νω στὸ Μαν­χά­ταν νὰ ξε­κι­νή­σω σή­με­ρα».

      «Τί δου­λειὰ θὰ κά­νεις;» τὸν ρώ­τη­σε.

      «Δὲν ξέ­ρω ἀ­κρι­βῶς», τῆς εἶ­πε. «Δὲν ἄρ­χι­σα ἀ­κό­μα, βλέ­πεις.»

      «Συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἀ­κού­γε­ται», εἶ­πε αὐ­τή.

      «Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μου δου­λειά, ἀλ­λὰ θὰ ἔ­χω δι­κό μου γρα­φεῖο καὶ θὰ περ­νᾶ­νε πολ­λὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου καὶ θὰ τὰ κου­βα­λά­ω μὲ ἕ­να χαρ­το­φύ­λα­κα καὶ θὰ παίρ­νω κα­λὰ λε­φτὰ καὶ θὰ φτά­σω ψη­λά.»

      «Σ’ ἀ­γα­πῶ», τοῦ εἶ­πε αὐ­τή.

      «Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Δὲν ξέ­ρω. Πρέ­πει νὰ ρω­τή­σω τὴ μη­τέ­ρα μου.»

      Ὁ νε­α­ρὸς ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴ μη­τέ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Ἀ­φοῦ κα­θά­ρι­σε κα­λὰ κα­λὰ τὸ λαι­μό του, τῆς εἶ­πε: «Μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω τὴν τι­μὴ νὰ ζη­τή­σω τὸ χέ­ρι τῆς κό­ρης σας;­», ἀλ­λὰ ὁ θό­ρυ­βος τοῦ τρέ­νου σκέ­πα­σε τὰ λό­για του.

      Ἡ μη­τέ­ρα σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα καὶ τὸν κοί­τα­ξε. «Τί;» τοῦ εἶ­πε. Οὔ­τε αὐ­τὸς μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν κί­νη­ση τῶν χει­λι­ῶν της καὶ ἀ­πὸ τὴν σύ­σπα­ση τοῦ προ­σώ­που της κα­τά­λα­βε ὅ­τι τὸν ρώ­τη­σε «Τί;­».

      Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε σ’ ἕ­να σταθ­μό.

      «Μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω τὴν τι­μὴ νὰ ζη­τή­σω τὸ χέ­ρι τῆς κό­ρης σας;» εἶ­πε φω­να­χτά, λη­σμο­νών­τας ὅ­τι εἶ­χε στα­μα­τή­σει ὁ θό­ρυ­βος τοῦ τρέ­νου.

      Ὅ­λοι οἱ ἐ­πι­βά­τες τοῦ τρέ­νου τὸν κοί­τα­ξαν, χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ χει­ρο­κρό­τη­σαν.

      «Τρε­λά­θη­κες;» ρώ­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα. Τὸ τρέ­νο ξε­κί­νη­σε πά­λι. «Τί;» τὴ ρώ­τη­σε.

      «Για­τί θὲς νὰ τὴν παν­τρευ­τεῖς;» τὸν ρώ­τη­σε.

      «Μά, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη – θέ­λω νὰ πῶ, τὴν ἔ­χω ἐ­ρω­τευ­τεῖ.»

      «Μό­νο αὐ­τό;»

      «Ἔ­τσι νο­μί­ζω», εἶ­πε. «Χρει­ά­ζε­ται κά­τι πα­ρα­πά­νω;»

      «Ὄ­χι, συ­νή­θως ὄ­χι», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα. «Ἐρ­γά­ζε­σαι κά­που;»

      «Ναί, ἐρ­γά­ζο­μαι. Μά­λι­στα γι’ αὐ­τὸ πη­γαί­νω τό­σο νω­ρὶς στὸ Μαν­χά­ταν. Σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μέ­ρα τῆς πρώ­της μου δου­λειᾶς.»

      «Συγ­χα­ρη­τή­ρια», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα.

      «Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ», ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός. «Μπο­ρῶ νὰ παν­τρευ­τῶ τὴν κό­ρη σας;»

      «Ἔ­χεις αὐ­το­κί­νη­το;»

      «Ὄ­χι ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ εἶ­ναι βέ­βαι­ο ὅ­τι σύν­το­μα θὰ ἀ­πο­κτή­σω. Καὶ σπί­τι.»

      «Καὶ σπί­τι;»

      «Μὲ πολ­λὰ δω­μά­τια.»

      «Ναί, αὐ­τὸ πε­ρί­με­να ὅ­τι θὰ ἔ­λε­γες», συ­νέ­χι­σε ἐ­κεί­νη. Γύ­ρι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς κό­ρης της. «Τὸν ἀ­γα­πᾶς;»

      «Ναί, μη­τέ­ρα, τὸν ἀ­γα­πῶ.»

      «Για­τί;»

      «Για­τί εἶ­ναι κα­λὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς καὶ εὐ­γε­νι­κός.»

      «Εἶ­σαι σί­γου­ρη;»

      «Εἶ­μαι.»

      «Τό­τε τὸν ἀ­γα­πᾶς πραγ­μα­τι­κά.»

      «Ναί».

      «Εἶ­σαι σί­γου­ρη ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­γα­πή­σεις καὶ νὰ θὲς νὰ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Ὄ­χι, μη­τέ­ρα», εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

      «Ὡ­ραῖ­α, λοι­πόν», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα στὸν νε­α­ρό. «Φαί­νε­ται ὅ­τι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ κά­νω κά­τι γι’ αὐ­τό. Ξα­να­ρώ­τα την.» Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε.

      «Πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη μου», εἶ­πε αὐ­τός, «θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

      «Ναί», τοῦ εἶ­πε αὐ­τή. Ὅ­λοι οἱ ἐ­πι­βά­τες τοῦ βα­γο­νιοῦ χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ χει­ρο­κρό­τη­σαν.

      «Δὲν εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χη ἡ ζω­ή;» εἶ­πε ὁ νε­α­ρὸς στὴ μη­τέ­ρα.

      «Πα­νέ­μορ­φη», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τή.

      Ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ χώ­ρι­σμα ἀ­νά­με­σα στὰ βα­γό­νια καί, κα­θὼς ξε­κι­νοῦ­σε πά­λι τὸ τρέ­νο, ἔ­φτια­ξε τὴ σκου­ρό­χρω­μη γρα­βά­τα του καὶ τοὺς πλη­σί­α­σε κρα­τών­τας ἕ­να ἐ­πί­ση­μο μαῦ­ρο βι­βλί­ο.

 

[Ἡ δρα­μα­το­ποί­η­ση πε­ζο­γρα­φικῶν κει­μέ­νων ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖα ἔτη σα­ρώ­νει τὴ ἑλλη­νικὴ θε­α­τρικὴ σκη­νή (ἀπο­μέ­νει ὁ τη­λε­φωνικὸς κα­τά­λο­γος) ἔχει τὸ προ­η­γού­με­νό της στὴν δια­δε­δο­μέ­νη πρα­κτικὴ τοῦ δια­δι­κτύ­ου ἐρα­σι­τέ­χνες καὶ νέοι καλ­λι­τέ­χνες νὰ δρα­ματο­ποιοῦν γνω­στὰ καὶ ἄγνω­στα μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα. Ἕνα φαι­νό­με­νο ποὺ πε­ριλαμ­βά­νει ἐξαι­ρε­τικὰ δείγ­μα­τα, ὅπως τὸ «Ρο­χέ­λιο» τοῦ Γκι­γέρ­μο Ἀρριά­γα ποὺ ἀναρ­τή­σα­με ἐδῶ, ἕως τὸ πα­ρακά­τω ἐρα­σι­τε­χνικὸ βί­ντε­ο ποὺ πα­ρα­θέ­του­με γιὰ τὴν τεκ­μη­ρί­ω­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου (γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῶν δια­λόγων πα­ρα­θέ­του­με καὶ τὸ ἀγ­γλι­κὸ πρω­τό­τυ­πο):

 

R­o­b­e­rt F­ox

 

A Fable

 

THE YOUNG MAN was clean shaven and neatly dressed. It was early Monday morning and he got on the subway. It was the first day of his first job and he was slightly nervous; he didn’t know exactly what his job would be. Otherwise he felt fine. He loved everybody he saw. He loved everybody on the street and everybody disappearing into the subway, and he loved the world because it was a fine clear day and he was starting his first job.

       Without kicking anybody, the young man was able to find a seat on the Manhattan-bound train. The car filled quickly and he looked up at the people standing over him envying his seat. Among them were a mother and daughter who were shopping. The daughter was a beautiful girl with blond hair and soft-looking skin, and he was immediately attracted to her.

      “He’s staring at you,” the mother whispered to the daughter.

      “Yes, Mother, I feel so uncomfortable. What shall I do?”

      “He’s in love with you.”

      “In love with me? How can you tell?”

      “Because I’m your mother.”

      “But what shall I do?”

      “Nothing. He’ll try to talk to you. If he does, answer him, be nice to him. He’s only a boy.”

      The train reached the business district and many people got off. The girl and her mother found seats opposite the young man. He continued to look at the girl who occasionally looked to see if he was looking at her.

      The young man found a good pretext for standing in giving his seat to an elderly woman. He stood over the girl and her mother. They whispered back and forth and looked up at him. At another stop the seat next to the girl was vacated, and the young man blushed but quickly took it. “I knew it,” the mother said between her teeth. “I knew it, I knew it.”

      The young man cleared his throat and tapped the girl. She jumped.

      “Pardon me,” he said. “You’re a very pretty girl.”

      “Don’t talk to him,” her mother said. “Don’t answer him. I’m warning you. Believe me.”

      “I’m in love with you,” he said to the girl.

      “I don’t believe you,” the girl said.

      “Don’t answer him,” the mother said.

      “I really do,” he said. “In fact, I’m so much in love with you that I want to marry you.”

      “Do you have a job?” she said.

      “Yes, today is my first day. I’m going to Manhattan to start my first day of work.”

      “What kind of work will you do?” she asked.

      “I don’t know exactly,” he said. “You see, I didn’t start yet.”

      “It sounds exciting,” she said.

      “It’s my first job, but I’ll have my own desk and handle a lot of papers and carry them around in a briefcase, and it will pay well,” and I’ll work my way up.”

      “I love you,” she said.

      “Will you marry me?”

      “I don’t know. You’ll have to ask my mother.”

      The young man rose from his seat and stood before the girl’s mother. He cleared his throat very carefully for a long time. “May I have the honor of having your daughter’s hand in marriage?” he said, but he was drowned out by the subway noise.

      The mother looked up at him and said, “What?” He couldn’t hear her either, but he could tell by the movement of her lips and by the way her face wrinkled up that she said, What.

      The train pulled to a stop.

      “May I have the honor of having your daughter’s hand in marriage!” he shouted, not realizing there was no subway noise. Everybody on the train looked at him, smiled, and then they all applauded.

      “Are you crazy?” the mother asked.

      The train started again.

      “What?” he said.

      “Why do you want to marry her?” she asked.

      “Well, she’s pretty — I mean, I’m in love with her.”

      “Is that all?”

      “I guess so,” he said. “Is there supposed to be more?”

      “No. Not usually,” the mother said. “Are you working?”

      “Yes. As a matter of fact, that’s why I’m going to Manhattan so early. Today is the first day of my first job.”

      “Congratulations,” the mother said.

      “Thanks,” he said. “Can I marry your daughter?”

      “Do you have a car?” she asked.

      “Not yet,” he said. “But I should be able to get one pretty soon. And a house, too.”

      “A house?”

      “With lots of rooms.”

      “Yes, that’s what I expected you to say,” she said. She turned to her daughter. “Do you love him?”

      “Yes, Mother, I do.”

      “Why?”

      “Because he’s good, and gentle, and kind.”

      “Are you sure?”

      “Yes.”

      “Then you really love him.”

      “Yes.”

      “Are you sure there isn’t anyone else you might love and might want to marry?”

      “No, Mother,” the girl said.

      “Well, then,” the mother said to the young man. “Looks like there’s nothing I can do about it. Ask her again.”

      The train stopped.

      “My dearest one,” he said, “will you marry me?”

      “Yes,” she said.

      Everybody in the car smiled and applauded.

      “Isn’t life wonderful?” the boy asked the mother.

      “Beautiful,” the mother said.

      The conductor climbed down from between the cars as the train started up and, straightening his dark tie, approached them with a solemn black book in his hand.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Mid­western U­ni­ver­si­ty Quar­ter­ly, 1966, ἀρ. 3. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Ρό­μπερ­τ Φόξ (R­o­b­e­rt F­ox). Δια­μέ­νει στὸ Κο­λό­μπους τοῦ Ὀχά­ιο. Γρά­φει καὶ δη­μο­σιεύει πε­ζο­γρα­φί­α γιὰ πά­νω ἀπὸ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες. Τὸ 1987 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ ἔργο του Tlar & Codpol: The Last American RevolutionConfessions of a Dead Politician. Two novels dy Robert Fox. Ὁ Φὸξ γρά­φει ἐπί­σης καὶ παί­ζει μπλοὺζ καὶ ἔχει κυ­κλοφο­ρή­σει ἕνα CD μὲ τί­τλο Primary Blues. Εἶναι συ­ντο­νι­στὴς ἑνὸς προ­γράμ­μα­τος λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸ Συμ­βού­λιο Τε­χνῶν τοῦ Ὀχά­ιο, καὶ ἱδρυτὴς (1973) τοῦ ἐκδο­τι­κοῦ «Carpenter Press». Γιὰ τὰ ὑπέρ­μι­κρα δι­η­γή­μα­τά του δη­λώ­νει: «Οἱ προ­σπά­θειές μου ἐμπνέ­ο­νται ἀπὸ ἕνα ἀπί­θα­νο μίγ­μα συγγρα­φέ­ων: Σα­ρο­γιάν, Μπα­μπέλ, καὶ Μπόρ­χες.»

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νί­κος Λίγ­γρης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1948) Λε­ξι­κο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν βι­βλί­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Δί­δα­ξε ἀγ­γλι­κά, δού­λε­ψε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ B­BC, ἔ­χει κά­νει ὅ­λα σχε­δὸν τὰ εἴ­δη τῆς με­τά­φρα­σης, καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια βο­η­θᾶ με­τα­φρα­στὲς μέ­σῳ ἑ­νὸς με­τα­φρα­στι­κοῦ φό­ρουμ ποὺ ἔ­χει ἱ­δρύ­σει. Οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­γι­ναν στὸ μο­νο­το­νι­κὸ καὶ πο­λυ­το­νί­στη­καν σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ.

 

Φωτογραφία: Πίνακας τοῦ Κestutis Κasparavicius.