Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel): Μιὰ ἱστορία καθὼς πρέπει


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel)


Μιὰ ἱ­στο­ρί­α κα­θὼς πρέ­πει

(Una historia decente)

(1/2)


 ΚΑΡΜΕΝΘΙΤΑ ἦ­ταν πο­λὺ πει­θή­νια. Ἡ ἀ­θω­ό­τη­τα τῆς Καρ­μεν­θί­τα ἦ­ταν πα­ροι­μι­ώ­δης. Ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­πα­γρυ­πνοῦ­σε γιὰ αὐ­τὴν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ ἔ­βα­ζε ἕ­να τεῖ­χος προ­στα­σί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν κό­ρη της καὶ στὰ τε­χνά­σμα­τα τοῦ κό­σμου.

Ἡ μη­τέ­ρα, μὲ τὸ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ Καρ­μεν­θί­τα δώ­δε­κα χρο­νῶν, φαί­νον­ταν πο­λὺ ἀ­νή­συ­χη. «Τὴν μέ­ρα ποὺ θὰ ἔ­χει πε­ρί­ο­δο ἡ κό­ρη μου γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —σκε­φτό­ταν— ἀν­τί­ο στὴν χρυ­σή της ἀ­θω­ό­τη­τα.» Ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴν κό­ρη της νὰ χλο­μιά­ζει γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τρε­ξε στοὺς δρό­μους σὰν τρε­λὴ καὶ γύ­ρι­σε σύν­το­μα μὲ ἕ­να με­γά­λο μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. «Πά­ρε κό­ρη μου, πά­ρε, τώ­ρα ἀρ­χί­ζεις νὰ γί­νε­σαι γυ­ναί­κα.» Καὶ ἡ Καρ­μεν­θί­τα, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κόκ­κι­να λου­λού­δια, ξέ­χα­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση. Ὅ­λους τους μῆ­νες, δώ­δε­κα φο­ρὲς τὸν χρό­νο, κα­τὰ τὴν διά­ρκεια πολ­λῶν χρό­νων, ἡ Καρ­μεν­θί­τα πα­ρέ­με­νε ἔ­τσι ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ ἀ­λη­θι­νὰ προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Μὲ τοὺς μαύ­ρους κύ­κλους γιὰ προ­άγ­γε­λο κά­θε 30 τοῦ μή­να, ἡ μά­να της τῆς ἔ­βα­ζε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια στὸ χέ­ρι.

        Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ἔ­κλει­σε τὰ σα­ράν­τα. Ἡ μά­να της, γριὰ πιά, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὴν φω­νά­ζει Καρ­μεν­θί­τα, ἀλ­λὰ ὅ­λοι τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Δό­νια Καρ­μέ­λα. Σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­λι­κί­α, ἔ­φτα­σε ἕ­νας μή­νας ποὺ ἡ Καρ­μεν­θί­τα δὲν εἶ­χε μαύ­ρους κύ­κλους, τό­τε ἡ μη­τέ­ρα της, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το ἄ­σπρα λου­λού­δια. «Πά­ρε, κό­ρη μου, εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κέ­το ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρω, ἔ­χεις στα­μα­τή­σει ἤ­δη νὰ εἶ­σαι γυ­ναί­κα.» Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ξε­ση­κώ­θη­κε. «Μά, μα­μά, οὔ­τε κὰν τὸ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξα.» Σὲ αὐ­τὸ ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα: «Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γιὰ ἐ­σέ­να κό­ρη μου.» Ἐ­κεῖ­νο τὸ λευ­κὸ μπου­κέ­το, μα­ρα­μέ­νο πιά, μα­δη­μέ­νο, δι­α­λυ­μέ­νο, ξε­ρό, ἦ­ταν τὸ μπου­κέ­το ποὺ ἔ­βα­λαν στὸ φέ­ρε­τρο τῆς Καρ­μεν­θί­τα.


Μιὰ μὴ κα­θὼς πρέ­πει ἱ­στο­ρί­α

(Historia indecente)

(2/2)


ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΙΤΑ, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὴν κρί­σι­μη ἠ­λι­κί­α, ἡ μη­τέ­ρα της ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ μά­να τῆς Καρ­μεν­θί­τα, καὶ ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ γί­νε­ται χλω­μὴ καὶ νὰ ἔ­χει μαύ­ρους κύ­κλους, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. Ὅ­μως ἡ Μα­ρι­κί­τα ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ξε­δι­άν­τρο­πη ἀ­πὸ τὴν Καρ­μεν­θί­τα. Ἅρ­πα­ξε τὸ μπου­κέ­το, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πέ­τα­ξε τὰ λου­λού­δια καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση.



Πη­γή: Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narativo, Catedra Letras Hispánicas, 2013.

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel) (Ἱ­σπα­νί­α 1900-Με­ξι­κὸ 1983). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κα­λάν­τα (Calanda) τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, κον­τὰ στὴν ἐ­παρ­χί­α τῆς Ἀ­ρα­γώ­νας, τὸ 1900.Ἦ­ταν γό­νος εὔ­πο­ρης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ ἀ­να­τρά­φη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­στη­ρά. Τὴν πε­ρί­ο­δο 1917-1924 σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της ὅ­που γνω­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων Ἱ­σπα­νῶν καλ­λι­τε­χνών— μὲ τὸν ζω­γρά­φο Σαλ­βα­δὸρ Ντα­λὶ κα­θὼς καὶ μὲ τὸν ποι­η­τὴ Φε­δε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά. Με­τὰ τὶς σπου­δές του ξε­κί­νη­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­τη στὸ Πα­ρί­σι. Ἡ πρώ­τη του προ­σω­πι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐκ­δη­λώ­θη­κε μὲ τὸν Ἀν­δα­λου­σια­νὸ σκύ­λο, τὸ 1929, μί­α ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, μό­λις 17 λε­πτῶν. Ὡς κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς θε­ω­ρεῖ­ται πλέ­ον ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς παγ­κό­σμιας ἱ­στο­ρί­ας τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὡς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τα­λαν­τοῦ­χος καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κός. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ καὶ ἐκ­δο­θεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του, Ἡ Τε­λευ­ταί­α μου Πνο­ή­, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­δυσ­σέ­α­ς, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2015. Τὸ ἔρ­γο του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὅ­πως τὸ δι­α­τυ­πώ­νει ὁ ἴ­διος μι­λών­τας γιὰ τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν αὐ­τοβι­ογραφία του, «­ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔν­το­νο ἐ­ρω­τι­σμό, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο σὲ μιὰ βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη καὶ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του­». Ἐ­κεί­νη τὴν βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη θὰ ἀ­πο­δo­μή­σει μὲ κά­θε τρό­πο τό­σο στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ὅ­σο καὶ στὸ συγ­γρα­φι­κό.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


 

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna): Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους



Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna)


Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους

(El sentenciado a diez muertes)


ΚΕΙΝΟΣ ὁ πε­ρι­πλα­νώ­με­νος ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴν γῆ, ἐ­πέ­στρε­ψε μιὰ μέ­ρα στὴν πό­λη του. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α τὸν ρώ­τη­σε πὼς τὸν ἔ­λε­γαν, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος μὲ ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἄ­ξι­ζαν τὴν προ­σο­χή του, αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Ἔ­τσι τὸν ἔ­βα­λαν στὴν φυ­λα­κή, τὸν τύ­λι­ξαν σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ καὶ ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­καν ὅ­λες οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες, τὸν κα­τα­δί­κα­σαν δέ­κα φο­ρὲς σὲ θά­να­το γιὰ δέ­κα ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα ἐγ­κλή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­χαν βρεῖ τὸν δρά­στη καὶ τὸν σκό­τω­σαν μό­νο μιὰ φο­ρά, δι­ό­τι δὲν γι­νό­ταν ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ὁ­ρι­στι­κό. Αὐ­τός, ὁ κα­κό­μοι­ρος ἄν­τρας ποὺ δὲν εἶ­χε δι­α­πρά­ξει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δι­δαν, μέ­χρι ποὺ με­τα­νό­η­σε στὸ τέ­λος.

       Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀ­να­κου­φί­στη­κε δι­ό­τι, ὄ­χι μό­νο εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν δύ­στυ­χο κα­λὸ ἄν­τρα «ποὺ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του» ἀλ­λὰ εἶ­χε φέ­ρει εἰς πέ­ρας τὴν δι­α­λεύ­καν­ση ἐ­κεί­νων τῶν ἐγ­κλη­μά­των ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν ἀ­τι­μώ­ρη­τα, ἔχοντας ἐ­πί­σης δι­και­ώ­σει τὸ ἀ­ξί­ω­μά της «Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θρι­αμ­βεύ­ει».



Πη­γή: Antologia del microrrelato espanol (1906-2011), el cuatro genero narativo, Catedra Letras Hispanicas, 2013.

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna) γεν­νή­θη­κε τὸ 1888 στὴ Μα­δρί­τη καὶ πέ­θα­νε τὸ 1963 στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες. Συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 100 βι­βλί­α: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια, βι­ο­γρα­φί­ες καὶ θε­α­τρι­κά. Πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ξε­χώ­ρι­σε καὶ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας ὡς ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς γκρεγ­κε­ρί­ας (λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­κῆς του ἐ­πι­νό­η­σης ποὺ συν­δυά­ζει τὴν με­τα­φο­ρὰ μὲ τὸ χι­οῦ­μορ) καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου τρό­που ζω­ῆς του, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μὲ μιὰ κέ­ρι­νη κού­κλα ποὺ ἀ­γό­ρα­σε καὶ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz): Χίλιες και δύο νύχτες


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz)


Χί­λι­ες καὶ δύ­ο νύ­χτες

(Mil y dos noches)


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ στὸ τέ­λος της ἡ χι­λι­ο­στὴ καὶ μιὰ νύ­χτα, ἡ Σε­χρα­ζάντ, κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὶς τό­σες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σει ἕ­να τέ­λος σὲ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­φή­γη­σης ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς ἄν­τρα ποὺ κά­θε βρά­δυ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος χω­ρὶς νὰ τῆς δί­νει ἄ­φε­ση.

Νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ πα­λά­τι. Ἀ­φοῦ τρι­γυρ­νοῦ­σε γιὰ ὧ­ρες ἔ­φιπ­πη, φτά­νον­τας στὰ βου­νὰ βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο στὴν κα­λύ­βα ἑ­νὸς βο­σκοῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­σφα­λὴς πιά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε πιὸ πο­λύ. Τὰ πρω­ι­νὰ θὰ ἔ­γρα­φε τὴν πρώ­τη της νου­βέ­λα καὶ τὰ βρά­δια, θὰ ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα της τὴν ρυθ­μι­κὴ κί­νη­ση ἑ­νὸς ἄν­τρα, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες νύ­χτες πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἀ­πο­χῆς.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez: Anto­lo­gía del mi­cror­re­la­to espa­ñol (1906-2011), el cu­arto gé­nero nar­rativo, Cá­tedra Le­tras His­pánicas

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz) γεν­νή­θη­κε τὸ 1957 στὴν πό­λη Κάν­τιθ τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος Φι­λο­σο­φί­ας καὶ δι­δά­κτωρ Φι­λο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σε­βίλ­λης. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ γυ­μνά­σιο καὶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι συν­το­νι­στὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ κέν­τρου τῆς Τε­του­ὰν καὶ μέ­λος τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ἐ­πι­τε­λεί­ου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σε­βίλ­λης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ πα­ρα­κά­τω βι­βλί­α: La luna azul. Cuentos desde Tetúan (2005), Letras minúsculas y coda (2009), Cronicas de reojo (2011) κ.ἄ. καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἐ­πί­σης γρά­φει μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἐντμοῦνδο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Μπάρνες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Μπάρ­νες

(Barnes)


ΤΟ ΚΕΛΙ ποὺ πα­ρέ­με­νε ὑ­πὸ κρά­τη­ση, ὁ Μπάρ­νες σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν μιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Γιὰ αὐ­τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ γαν­τζω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια μὲ ἔ­παρ­ση. Ὅ­μως λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ ἕ­να σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο καὶ τὸν ση­μά­δε­ψαν στὰ μά­τια μὲ ἕ­ναν ἐ­κτυ­φλω­τι­κὸ ἀ­να­κλα­στή­ρα καὶ ξε­κί­νη­σε ἡ ἀ­νά­κρι­ση, ὅ­ταν τοῦ ἀ­πήγ­γει­λαν κα­τη­γο­ρί­ες γιὰ τὴν δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου, ἀ­να­λο­γί­στη­κε τὴν με­τρι­ό­τη­τά του, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ση­μαν­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του καὶ τό­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­νι­ω­σε τὸ βά­ρος τῆς ὕ­παρ­ξης, πε­ρή­φα­νο καὶ μη­δα­μι­νὸ καὶ τό­τε ἀ­πο­κρί­θη­κε πὼς ναί, ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δο­λο­φο­νή­σει τὸν πρό­ε­δρο.Ἔ­πει­τα τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν γιὰ τὴν βομ­βι­στι­κὴ ἐ­πί­θε­ση ποὺ προ­κά­λε­σε τὸν θά­να­το 287 στρα­τι­ω­τῶν στὴν Τα­ρα­πα­κὰ καὶ ἡ μο­να­δι­κή του ἀν­τί­δρα­ση ἦ­ταν νὰ γε­λά­σει ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ καὶ νὰ δε­χτεῖ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες. Στὴν συ­νέ­χεια, ὁ­μο­λό­γη­σε δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ὑ­παί­τιος γιὰ τὸ σαμ­πο­τὰζ τοῦ ἀ­ε­ρα­γω­γοῦ ποὺ προ­κά­λε­σε τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Βο­λι­βί­ας, γιὰ τὴν πυρ­κα­γιὰ ποὺ ἀ­φά­νι­σε τὸ 92% τῶν δα­σι­κῶν ἐ­κτά­σε­ων τῆς Κο­τσαμ­πάμ­πα, γιὰ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τεσ­σά­ρων ἀ­ε­ρο­πλά­νων τῆς LAB* ἐν πτή­σει καὶ τέ­λος γιὰ τὸν βια­σμὸ τῆς κό­ρης τοῦ Νο­τι­α­με­ρι­κα­νοῦ πρέ­σβη στὴν Λὰ Πάθ. Τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σαν ὅ­τι θὰ τὸν ἐ­κτε­λοῦ­σαν τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ καὶ ἐ­κεῖ­νος συμ­φώ­νη­σε ὅ­τι ἕ­νας ἄν­θρω­πος σὰν κι αὐ­τὸν δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ ζεῖ.

* Ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α τῆς Βο­λι­βί­ας.


Πη­γή: Desecuentros, Santillana USA Publishing Company, 2004.

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán) γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Premio Juan Rulfo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Premio Nacional de Novela) (Bolivia) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggenheim Fellowship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­mes, El Pais, Time καὶ E­ti­que­ta Ne­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.