Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Ἀντρέι Μπίτοφ (Андрей Битов): Συμμαθητές

 

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов)

 

Συμ­μα­θητές

(Однокашники)

 

ΠΕΤΙΑ ΜΠΟΪΤΣΕΝΚΟ ἀπὸ τὴ Τρί­τη Δη­μο­τι­κοῦ μά­ζευε χάλ­κι­να κέρ­ματα. Στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη Λυ­κεί­ου ἤδη εἶχε τριά­ντα ὀκά­δες. Στὸ πέ­μπτο ἔτος τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου – ἑξήντα. Τὸν συ­νέ­λα­βαν γιὰ παρα­κώ­λυ­ση κυ­κλο­φο­ρί­ας ψιλῶν.

         Στὶς δια­κοπὲς ὁ Βά­σια Βλά­σοφ βρῆκε στὸ πο­τά­μι μιὰ ξι­φο­λόγ­χη. Τῆς ἔφτια­ξε θή­κη καὶ τὴν κρα­τοῦσε στὸ γρα­φεῖ­ο του ὥσπου πα­ντρεύ­τη­κε. Μπῆκε μέ­σα γιὰ ὁπλο­κα­το­χή.

        Ὁ Κό­λια Σά­νιν, ποὺ κα­θό­μα­σταν στὸ ἴδιο θρα­νί­ο, μοῦ εἶπε ἕνα ἀνέκ­δο­το, καὶ μετὰ ὁμο­λό­γη­σε ὅτι τὸ ἄκου­σα.

        Καὶ ὁ Φί­λια Σμά­ρο­νοφ εἶναι ἀκό­μη ἐλεύ­θε­ρος.

 

21.03.1960

 

 

 

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: πε­ρ. Σό­λο, τεῦχος 6, 1991.

 

Ἀντρέι Μπί­τοφ (Андрей Битов) (Λέ­νιν­γκρα­ντ, 1937). Γνω­στὸς Σο­βιε­τι­κός, Ρῶσος συγ­γραφέ­ας. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 1956.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Φω­το­γρα­φία: Ἀν­τρέι Μπί­τοφ.

 

Μπορὶς Βάχτιν (Борис Вахтин): Ἀστέρι, μάτια καὶ λάμπα

 

 

Μπορὶς Βάχτιν (Борис Вахтин)

 

Ἀστέρι, μάτια καὶ λάμπα 

(Звезда, глаза и лампа)

 

ΑΘΕ ΠΡΑΓΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μά του. Τὸ δέν­τρο λέ­γε­ται δέν­τρο, κι ὄ­χι κε­ρί, τὸ ἰ­κρί­ω­μα λέ­γε­ται ἰ­κρί­ω­μα καὶ ὄ­χι γρα­φεῖ­ο, ἡ γυ­ναί­κα λέ­γε­ται γυ­ναί­κα, κι ὄ­χι ἄν­δρας, καὶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας λέ­γε­ται συγ­γρα­φέ­ας καὶ ὄ­χι ξυ­λουρ­γός. Καὶ τὸ ἀν­τί­θε­το.

       Στὴν ἀ­κρί­βεια τῶν ὀ­νο­μά­των ὑ­πάρ­χει σο­φί­α. Καὶ ἂν ἡ φύ­ση δὲν ἐμ­πο­δί­ζε­ται, τό­τε τὸ φιν­τά­νι γί­νε­ται δέν­τρο, ὁ ὀ­νει­ρο­πό­λος γί­νε­ται συγ­γρα­φέ­ας, τὸ κο­ρι­τσά­κι γί­νε­ται γυ­ναί­κα καὶ ἡ πο­λι­τι­κὴ γί­νε­ται ἰ­κρί­ω­μα.

      Κι ἂν ἐμ­πο­δί­ζε­ται, τό­τε δὲ γί­νε­ται τί­πο­τα, εἴ­τε γί­νε­ται ἡ ἔκ­πτω­ση τῶν ὀ­νο­μά­των: ὁ ξυ­λουρ­γὸς ποὺ νο­σταλ­γεῖ τὴν πέν­να, τὸ κού­τσου­ρο ποὺ πέ­τα­ξε ἕ­να κλα­ρί, ὁ ἄν­δρας μὲ καρ­διὰ γυ­ναί­κας καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο ποὺ θέ­λει νὰ γί­νει ἰ­κρί­ω­μα.

      Τί­πο­τα δὲ γί­νε­ται, μό­νο ὁ πό­νος. Ὅ­μως ἔρ­χον­ται κά­ποι­οι πα­ρά­ξε­νοι ἄν­θρω­ποι καὶ παί­ζουν στὸν κό­σμο τῶν ἀ­κρι­βῶν ὀ­νο­μά­των κω­μω­δί­ες τῶν συ­νειρ­μῶν. Καὶ γί­νε­ται φα­νε­ρό ὅ­τι στὴν ἀ­κρί­βεια τῶν ὀ­νο­μά­των δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μιὰ σο­φί­α, για­τὶ δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα στα­θε­ρὸ στὴ φαν­τα­σί­α, δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μιὰ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸ ὄ­νει­ρο ποὺ θυ­μᾶ­σαι καὶ τὸ γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­μει­νε στὴ μνή­μη, ἀ­νά­με­σα σὲ σέ­να καὶ σὲ μέ­να (δι­ό­τι ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­μαι ἐ­γώ, καὶ δὲν ὑ­φί­στα­ται στὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο), πρὸς τί λοι­πὸν ἡ κου­βέν­τα γιὰ τὰ δέν­δρα καὶ τὰ κε­ριά, τὰ γρα­φεῖ­α καὶ τὰ ἰ­κρι­ώ­μα­τα, τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τοὺς ἄν­δρες, τοὺς συγ­γρα­φεῖς καὶ τοὺς ξυ­λουρ­γούς. Πρὸς τί ἡ κου­βέν­τα γιὰ τ’ ἀ­στέ­ρια, τὰ μά­τια καὶ τὶς λάμ­πες.

      Πρὸς τί ἡ κου­βέν­τα γιὰ ὅ­λα αὐ­τά.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν κύ­κλο «Ἡ­με­ρο­λό­γιο χω­ρὶς ὀ­νό­μα­τα καὶ ἀ­ριθ­μούς». Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. – σελ. 24-25. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Σού­μερ­κι (Λυ­κό­φως), τεῦ­χος 11 (1991). Πρώ­τη με­τά­φρα­ση στὰ ἑλ­λη­νι­κά.

 

Μπορὶς Βάχτιν (Борис Вахтин). (Ρο­στόφ-Ντόν, 1930). Γιὸς τῆς πε­ζο­γρά­φου Βέ­ρα Πα­νό­βα, σπού­δα­σε κι­νέ­ζι­κη φι­λο­λο­γί­α στὴ Σχο­λὴ Ἀ­να­το­λι­κῶν Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Λέ­νιν­γκραντ. Γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἔ­γρα­φε γιὰ τὸ Σα­μιζ­ντάτ (παράνομος τύπος). Δη­μο­σί­ευ­ε τὰ ἔρ­γα του στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ἐ­μιγ­κρέ­δων στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­γρα­ψε ἀρ­κε­τὰ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­νε­βά­στη­καν μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α μό­λις στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 2000. Πέ­θα­νε τὸ 1981.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Βλαντιμὶρ Μονάχοφ (Владимир Монахов): Δρόμος σπαρμένος μὲ ροδοπέταλα

 

 

Βλαν­τι­μὶρ Μο­νά­χοφ (Владимир Монахов)

 

Δρό­μος σπαρ­μέ­νος μὲ ρο­δο­πέ­τα­λα

(Счастливый путь)

 

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ τὸν μα­θη­τὴ νὰ βγεῖ στὴ με­γά­λη ζω­ή, ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε τὰ πάν­τα ἐκ τῶν πρό­τε­ρων, εἶ­πε:

         — Πή­γαι­νε, ζῆ­σε, χω­ρὶς νὰ σπρώ­χνε­σαι. Εἶ­σαι δυ­να­τός, θὰ σ’ ἀ­φή­σουν νὰ πε­ρά­σεις ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

        Ὁ κα­λὸς μα­θη­τὴς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὴ συμ­βου­λή. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κά­θε μέ­ρα κα­θά­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ δου­λε­μέ­να του χέ­ρια ξέ­νο αἷ­μα, χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νει τὴν αἰ­τί­α τῆς τρα­γω­δί­ας. 

        Ὁ μά­στο­ρας τοῦ δρό­μου τοῦ σπαρ­μέ­νου μὲ ρο­δο­πέ­τα­λα δὲ προ­σέ­χει τὰ θύ­μα­τά του.

 

 

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἰ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Βλαν­τι­μὶρ Μο­νά­χοφ (Владимир Монахов) (Χάρ­κο­βο, 1955). Τε­λεί­ω­σε τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἰρ­κού­τσκ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὰ ΜΜΕ, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς νι­κη­τὲς τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ τοῦ ρω­σι­κοῦ χα­ϊ­κοῦ, ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­κε τὸ 1998 ἀ­πὸ τὴν πρε­σβεί­α τῆς Ἰ­α­πω­νί­ας καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἀρ­γου­μέν­τι ἲ φά­κτι» («Ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ Γε­γο­νό­τα»).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λογί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νό­σοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα.

 

Ἀλεξὰνδρ Ὀμπραζτσόφ: Συνταγματάρχης

 

 

Ἀ­λε­ξὰν­δρ Ὀμ­πραζ­τσόφ (Александр Образцов)

 

Συν­ταγ­μα­τάρ­χης

(Полковник)

 

ΤΙΣ ΕΠΩΜΙΔΕΣ τοῦ Συν­ταγ­μα­τάρ­χη φώ­λια­σαν οἱ ἀ­στε­ρο­φά­γοι. Μιὰ φο­ρά, στὸ τράμ, ἕ­νας ξαν­θὸς μὲ μού­σι τοῦ ψι­θύ­ρι­σε:

       — Κύ­ρι­ε Συν­ταγ­μα­τάρ­χα! Τὰ ἀ­στε­ρά­κια σας – μπά­ι-μπά­ι!

         Ὁ Συν­ταγ­μα­τάρ­χης κοί­τα­ξε λο­ξὰ – ὁ ξαν­θὸς εἶ­χε δί­κι­ο! Που­θε­νὰ τὰ ἀ­στέ­ρια, ἔ­μει­ναν μό­νο τὰ κε­νά.

        Τὸ μπέρδεμα τῆς κα­τά­στα­σης τὸν πεί­ρα­ξε τό­σο πο­λύ, ποὺ μό­λις ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι, κλει­δώ­θη­κε στὸ γρα­φεῖ­ο του κι ἄρ­χι­σε ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ νὰ βγά­ζει τὴ χλαί­νη.­.. Τὰ ἀ­στέ­ρια ἔ­κα­ναν φτε­ρὰ κι ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι!

        Ἔ­τρε­ξε στὴ ντου­λά­πα – οὔ­τε καὶ στὴ κα­θη­με­ρι­νὴ στο­λὴ ὑ­πῆρ­χαν τ’ ἀ­στέ­ρια!

        Οὔ­τε στὸ κα­λο­και­ρι­νὸ που­κά­μι­σο!

        Τί νὰ κά­νει; Ἂν ἦ­ταν ταγ­μα­τάρ­χης, τό­τε, δὲν θὰ τὸν πεί­ρα­ζε. Ὁ Ταγ­μα­τάρ­χης χω­ρὶς τ’ ἀ­στέ­ρια θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ περ­νιέ­ται ἄ­νε­τα γιὰ Ἀν­τι­συν­ταγ­μα­τάρ­χης. Ἀλ­λὰ ξέ­ρε­τε τί νι­ώ­θει ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς Ἀρ­χη­γεί­ου, ὅ­ταν, συ­ναν­τών­τας ἀν­τι­συν­ταγ­μα­τάρ­χες καὶ ταγ­μα­τάρ­χες δὲν βλέ­πει στὰ μά­τια τους τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὑ­πο­τα­γὴ ἀλ­λὰ πε­ρι­έρ­γεια; Καὶ ὄ­χι ἁ­πλῶς πε­ρι­έρ­γεια, ἀλ­λὰ ἀ­προ­κά­λυ­πτη εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τοῦ φέ­ρον­ται μὲ στε­νὴ οἰ­κει­ό­τη­τα! Ξέ­ρουν, οἱ μπά­σταρ­δοι, ὅ­τι εἶ­ναι Συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ἀ­πὸ τὸν πό­νο στὰ μά­τια του, ξέ­ρουν!

        Ἀλ­λὰ τί νὰ κά­νεις, ὅ­ταν πέν­τε φο­ρὲς τὴν ἡ­μέ­ρα κολ­λᾶς τ’ ἀ­στέ­ρια καὶ τὰ γλεί­φουν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ οἱ κα­τα­ρα­μέ­νοι ἀ­στε­ρο­φά­γοι; Τρε­λαί­νον­ται γιὰ ἀ­νο­δι­ω­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να.

        Τὴν κα­τά­στα­ση ἔ­σω­σε ἕ­νας ἀν­θυ­πο­λο­χα­γός, ποὺ ἔ­χει πά­θει τὰ ἴ­δια. Τώ­ρα ὁ Συν­ταγ­μα­τάρ­χης φο­ρά­ει κί­τρι­να ἀ­στε­ρά­κια ἀ­πὸ χαρ­τί, καὶ δὲ φο­βᾶ­ται κα­νέ­να ἀ­στε­ρο­φά­γο.

        Μό­νο ποὺ στρί­βουν οἱ ἄ­κρες τους. Γι’ αὐ­τὸ ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ τὰ ἰ­σι­ώ­νει κά­θε τρεῖς καὶ λί­γο. Ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ψι­λο­φα­λά­κρας, μὲ μιὰ κί­νη­ση στρώ­νει στὴν ἀρ­χὴ τὶς τρί­χες τοῦ κε­φα­λιοῦ του, κι ἔ­πει­τα – τ’ ἀστέρια.

        Οἱ κακὲς γλῶσσες λένε ὅτι ὁ Συνταγματάρχης εἶναι κρυ­πτο­χριστιανός, κι ἔτσι δὲν κάνει δυό, ἀλλὰ τρεῖς δουλειὲς μαζί.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Звезда, 2002, №7 (Ζβεζντά, ἀρ. 7, 2002).

 

Ἀ­λε­ξάν­δρ Ὀμ­πραζ­τσόφ (Александр Образцов) (Σιβηρία, 1944). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, πε­ζο­γρά­φος, δρα­μα­τουρ­γός, ποι­η­τής, σε­να­ρι­ο­γρά­φος.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγενία Κριτσέφτσκαγια (Μόσχα, 1958). Φιλόλογος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ογράφος. Σπού­δα­σε Κλασικὴ Φιλολογία καὶ Νέα Ἑλληνικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λομονόσοφ τῆς Μόσχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἑλλάδα.

 

Ἕλενα Μουλιάροβα: Αὐτὸ εἶναι ἱερό

 

 

Ἕλε­να Μου­λι­ά­ρο­βα (Е­л­е­на М­у­л­я­р­о­ва)

 

Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἱ­ε­ρό

(Э­то с­в­я­т­ое) 

 

ΙΣ ΔΕΥΤΕΡΕΣ μὴ μᾶς ἐ­νο­χλεῖ­τε. Τὰ βρά­δια τῆς Δευ­τέ­ρας εἶ­ναι κα­νο­νι­σμέ­να γιὰ δυ­ὸ χρό­νια μπρο­στά. Ἀλ­λι­ῶς δὲ γί­νε­ται. Ἡ ἑ­βδο­μά­δα ξε­κι­νά­ει μὲ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη στὸν ψυ­χα­να­λυ­τή. Εἶ­ναι μιὰ ἱ­ε­ρὴ στιγ­μή, ἀλ­λι­ῶς δὲ γί­νε­ται. Ἑ­πτὰ μὲ ὀ­χτώ – κα­νέ­να ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἢ αἰ­σθη­μα­τι­κὸ ραν­τε­βοὺ ἢ ρο­μαν­τι­κὸ τα­ξί­δι στὸ τζὰζ κλάμπ. Ἡ ψυ­χὴ πο­νά­ει καὶ τὴ κου­βα­λᾶ­με, τὴν φου­κα­ριά­ρα, ἀγ­κα­λιά, σὰν ἄρ­ρω­στο παι­δί. Τὴν πα­ρα­δί­δου­με, πλη­ρώ­νον­τας κά­ποι­ο πο­σό, ποὺ μα­ζεύ­ου­με ὅ­λη τὴν ἑ­βδο­μά­δα. Πάρ­τε την, λέ­με, κάν­τε της κά­τι, ἂς κλά­ψει του­λά­χι­στον στὸν ὦ­μο σας, για­τὶ ἀλ­λοῦ δὲν μπο­ρεῖ. Ἀλ­λοῦ εἴ­μα­στε κυ­νι­κὲς γυ­ναῖ­κες καὶ συγ­κρα­τη­μέ­νοι ἄν­δρες.

         Πα­λιὰ πι­στεύ­α­με ὅ­τι οἱ ξέ­νοι δὲ χρει­ά­ζον­ται τοὺς πα­πά­δες, για­τὶ ἔ­χουν τοὺς ψυ­χα­να­λυ­τές, κι ἐ­μεῖς δὲ χρει­α­ζό­μα­στε τοὺς ψυ­χα­να­λυ­τές, για­τὶ ἔ­χου­με τοὺς πα­πά­δες. Ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με καὶ τοὺς δυ­ό, ἀρ­κεῖ νὰ μὴ μπερ­δεύ­ου­με τί πρέ­πει νὰ κου­βα­λᾶ­με σὲ ποι­όν. Ὁ ψυ­χα­να­λυ­τὴς δι­ορ­θώ­νει τὸ σε­νά­ριο τῶν σχέ­σε­ων μὲ τοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ ἄλ­λου φύλ­λου, κι ὁ πα­πὰς δὲν ἀ­φή­νει νὰ κα­κα­ρώ­σει ἡ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ὅ­λα πᾶ­νε ρο­λό­ι. Γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σου­με τὸ πρό­γραμ­μα πρέ­πει κα­νο­νι­κὰ νὰ γρα­φτοῦ­με στὸ γυ­μνα­στή­ριο ἢ γιὰ μα­σάζ. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι τὸ κά­νουν. Καὶ μέ­νουν πο­λὺ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι. Κά­θε λε­πτὸ τῆς ἑ­βδο­μά­δας εἶ­ναι ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νο, λύ­νε­ται καὶ τὸ πρό­βλη­μα τοῦ ἐ­λευ­θέ­ρου χρό­νου. Δευ­τέ­ρα – ψυ­χα­να­λυ­τής, Τρί­τη – σο­λά­ριουμ, με­τά – ἀ­ε­ρο­βι­κὴ ἢ π.χ. πέ­ιντ­μπολ, Κυ­ρια­κή – ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει, ὅ­τι ­κά­νω ὅ,τι μπο­ρῶ. Ἀ­φῆ­στε με ἥ­συ­χη.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. – с.233 (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, ἐκδ. ΝΛΟ, 2000, σ. 233).

 

Ἕλε­να Μου­λι­ά­ρο­βα (Е­л­е­на М­у­л­я­р­о­ва) (Μόσχα, 1964). Σπού­δα­σε στὴ γε­ω­λο­γι­κὴ σχο­λὴ καὶ στὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Γκόρ­κι, σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴ τη­λε­ό­ρα­ση.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγενία Κριτσέφτσκαγια (Μόσχα, 1958). Φιλόλογος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ογράφος. Σπού­δα­σε Κλασικὴ Φιλολογία καὶ Νέα Ἑλληνικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λομονόσοφ τῆς Μόσχας. Ἀ­πὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἑλλάδα.