Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская): Σοπὲν καὶ Μέντελσον


Petrousefskagia,Loudmila-SopenKaiMentelson-Eikona-03


Λιουντμίλα Πετρουσέφσκαγια (Людмила Петрушевская)


Σοπὲν καὶ Μέντελσον

(Шопен и Мендельсон)


10-Mi-605px-Barcley_custom_corsetsMΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ὅ­λο πα­ρα­πο­νι­ό­ταν, κά­θε βρά­δυ, ἔ­λε­γε, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ τοί­χου πάν­τα ἡ ἴ­δια μου­σι­κή, με­τὰ τὸ φα­γη­τὸ οἱ γέ­ροι γεί­το­νες, ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα, ἴ­δια σὰν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο δρο­μο­λό­γιο τρέ­νου πᾶ­νε στὸ πιά­νο καὶ ἡ γυ­ναί­κα παί­ζει τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια: στὴν ἀρ­χὴ κά­τι με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ με­τὰ ἕ­να βάλς. Κά­θε μέ­ρα τὸ ἴ­διο πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά, ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα, ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων καὶ γε­λών­τας τὸ δι­η­γοῦν­ταν σὲ ὅ­λους τους γνω­στούς της καὶ στὴ δου­λειά της, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση δὲν ἤ­τα­νε γιὰ γέ­λια. Ἀ­φοῦ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ συμ­βαί­νουν δι­ά­φο­ρα, νὰ σοῦ πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι ἢ ἁ­πλὰ νὰ θέ­λεις νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ κά­θε βρά­δυ νὰ βου­λώ­νεις τὰ αὐ­τιά σου βά­ζον­τας δυ­να­τὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση – καὶ στοὺς γέ­ρους ὅ­λο ἡ ἴ­δια λα­τέρ­να, αὐ­τὸ τὸ πα­λι­ό­πρα­μα, τα­ρα­τα­τὶ-τα­ρα­τα­τά.

       Αὐ­τοὶ οἱ γέ­ροι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ξω ἔ­βγαι­ναν πάν­τα μα­ζί, σο­βα­ρὰ καὶ εὐ­γε­νι­κὰ μὲ μι­κρὰ βή­μα­τα ἔ­φτα­ναν στὸ μα­γα­ζά­κι, καὶ αὐ­τὸ μὲ δρο­μο­λό­γιο, ἀρ­κε­τὰ νω­ρὶς τὸ πρω­ί, —τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ δυ­να­τοὶ ἐ­νή­λι­κες καὶ οἱ πι­ω­μέ­νοι βρί­σκον­ταν στὴ δου­λειὰ ἢ κοι­μόν­του­σαν— γιὰ νὰ μὴν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει.

       Κον­το­λο­γίς, ἡ γει­τό­νισ­σα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ ἤ­ξε­ρε πιὰ τὸ ρε­περ­τό­ριό τους, ρώ­τη­σε ἀρ­κε­τὰ ἄ­ξε­στα, μὲ τὸ πε­ρι­παι­κτι­κό της ὕ­φος, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω τους (αὐ­τοὶ μό­λις βγαί­να­νε γιὰ τὸ μα­γα­ζά­κι, μὲ γι­ορ­τι­νὰ σι­δε­ρω­μέ­να ροῦ­χα, σὰν γιὰ χο­ρό, ἐ­κεί­νη μὲ τριμ­μέ­νο πα­να­μα­δά­κι, ἐ­κεῖ­νος μὲ ἄ­σπρη τρα­γιά­σκα, τὰ μα­τά­κια καὶ τῶν δύ­ο χα­ρού­με­να, τὰ χε­ρά­κια ζα­ρω­μέ­να), τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ παί­ζε­τε συ­νέ­χεια, ἄ! χαί­ρε­τε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω, – ἐ­νῶ βα­σι­κὰ θὰ ἤ­θε­λε νὰ πεῖ «γιὰ ποιό λό­γο παί­ζε­τε συ­νέ­χεια καὶ ἐ­νο­χλεῖ­τε», ὅ­μως αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το, συγ­κι­νή­θη­καν, χα­μο­γέ­λα­σαν φαρ­διὰ-πλα­τειὰ μὲ τὰ λεί­α πλα­στι­κά τους δόν­τια καὶ αὐ­τὴ εἶ­πε —αὐ­τὴ τὸ εἶ­πε— ἡ γρι­ού­λα: «Ἀ­πὸ τὰ τρα­γού­δια χω­ρὶς λό­για τοῦ Μέν­τελ­σον καὶ ἕ­να βὰλς-φαν­τα­σί­α τοῦ Σο­πὲν.» (Φτοῦ σου! σκέ­φτη­κε ἡ γει­τό­νισ­σα).

       Ὅ­μως ὅ­λα στὸν κό­σμο τε­λει­ώ­νουν, καὶ ἡ μου­σι­κὴ ξαφ­νι­κὰ τε­λεί­ω­σε. Ἡ γει­τό­νισ­σα ἀ­νέ­πνε­ε ἐ­λεύ­θε­ρα, ἄρ­χι­σε νὰ τρα­γου­δά­ει καὶ νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει, αὐ­τὴ ἦ­ταν κά­τι σὰν πα­ρα­πε­τα­μέ­νη, ἦ­ταν μιὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη σύ­ζυ­γος, σω­στό­τε­ρα οὔ­τε κὰν σύ­ζυ­γος, καὶ ἔ­τσι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν χω­ρι­σμὸ τῆς ἔ­μει­νε μιὰ γκαρ­σο­νι­έ­ρα, καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ σπί­τι της, ἔ­με­νε ἐ­κεῖ, κάρ­φω­σε ἕ­να ρά­φι στὴν κου­ζί­να, ἀ­γό­ρα­σε καὶ κά­τι γιὰ τὸν ἐ­φο­δια­σμὸ τοῦ ἀ­πο­χω­ρη­τη­ρί­ου σὰν κα­νο­νι­κὸς νοι­κο­κύ­ρης, ἦρ­θε μὲ ἕ­να συ­σκευ­α­σμέ­νο κα­πά­κι καὶ τὸ βί­δω­σε μουρ­μου­ρί­ζον­τας ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἦ­ταν χά­λια. Ὕ­στε­ρα ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ μά­να του. Καὶ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ μου­σι­κὴ κά­θε βρά­δυ, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺ λε­πτό, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῖ­χο, αὐ­τὸ τὸ βὰλς τοῦ Σο­πὲν μὲ τὰ λά­θη πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, πάν­τα το ἴ­διο φάλ­τσο σὰν ἕ­να πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ποὺ κολ­λά­ει καὶ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ σὲ τρε­λά­νει. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἦ­ταν στὸν ἄλ­λο τοῖ­χο, καὶ ἐ­δῶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να ντι­βά­νι, καὶ ὡς συ­νή­θως τὸ πα­λι­ω­μέ­νο γραμ­μό­φω­νο ἦ­ταν σχε­δὸν κολ­λη­μέ­νο κά­θε βρά­δυ στὸ αὐ­τί της. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με ἡ ἀ­κο­ὴ τῆς γει­τό­νισ­σας βελ­τι­ω­νό­ταν σὰν τῆς νυ­χτε­ρί­δας, σὰν τοῦ τυ­φλοῦ ποὺ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­νά­με­σα στὸν πά­τα­γο τῆς τη­λε­ό­ρα­σης ξε­χω­ρί­ζει αὐ­τὸν τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο Μέν­τελ­σον καὶ τὸν Σο­πέν.       

       Κον­το­λο­γίς, ξαφ­νι­κὰ ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες δὲν ἀ­κου­γό­ταν μου­σι­κὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δεῖς τη­λε­ό­ρα­ση μὲ ἠ­ρε­μί­α, νὰ τρα­γου­δή­σεις ἢ νὰ χο­ρέ­ψεις, ὅ­μως ἀ­πὸ μα­κριὰ σὰν νὰ ἔ­κλαι­γε κά­ποι­ος, σὰν νὰ τσί­ρι­ζε ἕ­να παι­δὶ ἀ­πὸ τὰ πά­νω πα­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὸ στα­μά­τη­σε. «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!», – δι­η­γοῦν­ταν με­τὰ ἡ γει­τό­νισ­σα τῶν γέ­ρων στὴ δου­λειά, ὅ­ταν ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­στη­καν, ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ τσί­ριγ­μα ἦ­ταν τοῦ ἄν­τρα τῆς γριᾶς πι­α­νί­στας, ὅ­τι δὲν τὴ βρή­κα­νε κά­που γε­νι­κὰ ἀλ­λὰ στὸ πά­τω­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα της, φαί­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ἀ­πὸ και­ρὸ ἦ­ταν πα­ρά­λυ­τος στὸ κρε­βά­τι («καὶ ἐ­γὼ δὲν τὸ εἶ­χα κα­τα­λά­βει, κά­πο­τε τοὺς συ­ναν­τοῦ­σα, νά ‘τα­νε πα­λιά;» – συ­νέ­χι­ζε μο­νο­λο­γών­τας τὴ δι­ή­γη­σή της ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα), κεί­τον­ταν πα­ρά­λυ­τος, καὶ ἡ γυ­ναί­κα του κά­θε βρά­δυ, ὅ­πως φαί­νε­ται, τοῦ ἔ­παι­ζε τὸ ρε­περ­τό­ριό της ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ αὐ­τὶ τῆς γει­τό­νισ­σας, προ­φα­νῶς γιὰ νὰ τὸν εὐ­θυ­μή­σει, καὶ ὕ­στε­ρα αὐ­τὴ κά­πως ἔ­πε­σε, πέ­θα­νε κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι του καὶ αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ κα­τέ­βει, γιὰ τὸ τη­λέ­φω­νο μᾶλ­λον, καὶ στὸ τέ­λος γκρε­μί­στη­κε πά­νω στὴ γυ­ναί­κα του καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση, πα­ρό­λ’ αὐ­τά, κα­τά­φε­ρε νὰ τη­λε­φω­νή­σει, ἄ­νοι­ξαν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, καὶ οἱ δύ­ο δὲν ἦ­ταν πιὰ ζων­τα­νοί, ἦ­ταν γρή­γο­ρη ἡ ἔκ­βα­ση.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – ἔ­λε­γε κα­μα­ρώ­νον­τας ἡ νε­α­ρὴ γει­τό­νισ­σα σὲ ὅ­λους συ­νέ­χεια στὸ τη­λέ­φω­νο, ἐ­νῶ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο τσί­ριγ­μα ἢ κλά­μα καὶ ὑ­πο­λό­γι­ζε τὸν χρό­νο ποὺ τοῦ χρει­ά­στη­κε (τὸ βρά­δυ καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λη τὴν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα), γιὰ νὰ φτά­σει τὸ τη­λέ­φω­νο· γι’ αὐ­τὸ φαί­νε­ται ὅ­τι τσί­ρι­ζε ὁ γέ­ρος.

       «Μὰ τί κα­λὴ ἀ­κο­ὴ ποὺ ἔ­χω!» – σκε­φτό­ταν μὲ ἀ­νη­συ­χί­α ἡ γει­τό­νισ­σα γιὰ τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς γεί­το­νες καὶ θυ­μό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα της μὲ ἀ­γά­πη καὶ ζή­λια τὸν Σο­πὲν καὶ τὸν Μέν­τελ­σον, – αὐ­τοὶ ἐ­δῶ ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι μορ­φω­μέ­νοι, ἥ­συ­χοι, δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ τὴν ἡ­μέ­ρα ἔ­κα­ναν θό­ρυ­βο καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο, ποιὸς θὰ τοὺς ἀν­τι­κα­τα­στή­σει; Καὶ πέ­θα­ναν μὲ δι­α­φο­ρὰ μιᾶς μέ­ρας, ὅ­πως στὰ πα­ρα­μύ­θια, ἔ­ζη­σαν πο­λὺ καὶ πέ­θα­ναν μὲ μιὰ μέ­ρα δι­α­φο­ρὰ» – Σο­πέν, Σο­πέν, Μέν­τελ­σον σκε­φτό­ταν σα­στι­σμέ­νη μέ­σα στὴν σι­ω­πή.



[«Τραγούδια δίχως λόγια» Op. 19b No. 1, τοῦ Men­dels­shon, Book I.

Στὸ πιά­νο ὁ Da­niel Gor­tler.]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀνθολογία И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­то­уст» 2004 (Ἀντι­συμ­βα­τι­κὴ ρω­σι­κὴ πε­ζο­γρα­φία τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γία Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δόσεις Ζλα­τα­ούστ 2004). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­τά­φρα­σης: περ. Φρέ­αρ (Δε­κέμ­βρι­ος, 2013).

Λι­ουν­τμί­λα Στε­φά­νοβ­να Πε­τρου­σέφ­σκα­για (Людмила Стефановна Пе­тру­шев­ская) (Μό­σχα 1938). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γιὰ με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δὲν τῆς δη­μο­σί­ευ­αν ἔρ­γα. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα ἔ­χει ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα. Συ­χνὰ στὸ ἔρ­γο της ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν. Στὰ ἔρ­γα της μπο­ρεῖ νὰ συ­ναν­τή­σεις μιὰ «φυ­σι­κὴ» ρο­ὴ ἢ μιὰ «εἰ­ρω­νι­κὴ πρω­το­πο­ρί­α, λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια… καὶ πα­ρω­δί­ες στε­ρε­ο­τύ­πων». Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα.

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά. Τὸ 2010 πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄ­ντον Τσέ­χοφ» 2010. Ἔ­κτο­τε ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Σα­λιά­πιν Μά­σκα καὶ Ψυ­χή (2014), ἡ Νῆ­σος Σα­χα­λί­νη τοῦ Τσέ­χοφ» (2015), δι­η­γή­μα­τα στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι, Βακ­χι­κόν, Στρό­βι­λος κα­θὼς καὶ στὰ ἔν­τυ­πα Μαν­δρα­γό­ρας, Φρέ­αρ καὶ Κου­κού­τσι. Ἐ­πί­σης ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὴ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τσέ­χοφ στὴ σει­ρὰ «Μι­κρὰ Βι­ο­γρα­φι­κά» τῶν ἐκ­δό­σε­ων Λέμ­βος 2015.



		

	

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух): Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα


 

Pietsouch,Bitseslaf-EgoKaiIPerestroika-Eikona-04

 

Βιτσεσλὰφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух)


Ἐγὼ καὶ ἡ περεστρόικα

(Я и перестройка)


10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΩΡΑ ΘΑ ΣΑΣ ΠΩ πῶς ἔ­πε­σε ἡ πε­ρε­στρό­ι­κα. Δὲν ἔ­πε­σε ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θὰ πέ­σει ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νης μορ­φῆς τῆς οἰ­κο­γέ­νειας καὶ τοῦ γά­μου ποὺ δε­σπό­ζει στὸν πραγ­μα­τι­κὸ σο­σι­α­λι­σμό. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, πρέ­πει νὰ σᾶς προ­ει­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ δὲν ἔ­γι­ναν με­γά­λες δη­μι­ουρ­γί­ες, ἀ­πὸ μιὰ σα­χλα­μά­ρα ποὺ τοὺς στά­θη­κε ἐμ­πό­διο. Ἂς πά­ρου­με τὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Πέ­τρου Φιο­ν­τό­ρο­βιτς, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν πραγ­μα­το­ποί­η­σε τὴ με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κή του ἀ­πο­στο­λή, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­χε κά­νει δη­μό­σιο κή­ρυγ­μα στὴ γυ­ναί­κα του Αἰ­κα­τε­ρί­νη(1) γιὰ τὸ φρε­νι­α­σμέ­νο ταμ­πε­ρα­μέν­το της.

       Ὅ­λο το προ­η­γού­με­νο ἔ­τος δού­λευ­α πά­νω σὲ ἕ­να σχέ­διο ρι­ζι­κῆς ἀ­να­μόρ­φω­σης πού, κα­τὰ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς μου, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὴ χώ­ρα στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πό­λυ­της εὐ­η­με­ρί­ας καί, τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κό, στὸ μι­κρό­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Αὐ­τὴ ἡ δου­λειὰ τρά­βα­γε σὲ μά­κρος. Ὑ­πο­λό­γι­ζα νὰ τὴν τε­λει­ώ­σω τὸν χει­μώ­να καὶ ναὶ μὲν τὴν τέ­λει­ω­σα τὸν χει­μώ­να, ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸν χει­μώ­να τοῦ ἴ­διου ἔ­τους, ἐ­πει­δὴ με­τὰ τὴν Ὀ­κτω­βρια­νὴ ἐ­πέ­τει­ο μπε­κρού­λια­ζα φο­βε­ρά. Ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, συμ­βι­βά­στη­κε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς με­θύ­σι, στὸ μέ­τρο πού, τρό­πος τοῦ λέ­γειν, ἦ­ταν προ­φα­νὲς ὅ­τι ἐ­γὼ κου­βα­λοῦ­σα ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο φορ­τί­ο: δου­λειὰ στὸ ἐργοστά­σιο, δου­λειὰ στὸ σπί­τι καὶ ἀ­κό­μα κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο βρά­δυ νὰ πη­γαί­νω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πα­να­στα­τι­κὸ σχέ­διο, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μο­χθῶ, σχε­δὸν μέ­χρι τὸ πρω­ί. Νὰ ὅ­μως ποὺ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να τὰ Σάβ­βα­τα καὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς δὲ μὲ ἀ­φή­νει νὰ πά­ω που­θε­νά, ὅ­ταν ἔ­χω πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη νὰ χαλα­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴν τρε­λὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα μὲ τὸν μπαλ­τὰ καὶ λέ­ει:

       — Σάβ­βα­το καὶ Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι στὸ σπί­τι!

       Ἄρ­γη­σα, ξάρ­γη­σα τε­λεί­ω­σα τὸ σχέ­διό μου. Τὴ νύ­χτα τῆς τρί­της πρὸς τὴν τε­τάρ­τη τοῦ Δε­κεμ­βρί­ου ἔ­βα­λα τὴν τε­λευ­ταί­α τε­λεί­α, το­πο­θέ­τη­σα τὸ χει­ρό­γρα­φο στὸ ντο­σι­ὲ μὲ τὶς με­τα­ξω­τὲς κορ­δέ­λες, τὸ πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τὸ τα­χτά­ρι­σα γύ­ρω-γύ­ρω στὸ δω­μά­τιο, χόρ­τα­σα νὰ κοι­τά­ζω τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸν κα­θρέ­φτη, ποι­οί εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, τὰ αὐ­το­δί­δα­κτα τα­λέν­τα, καὶ ἔ­κρυ­ψα τὸ ντο­σι­ὲ στὸ πα­τά­ρι. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἀ­κό­μα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὴ δου­λειά μου θὰ τὴν ἔ­θα­βα, για­τί πρέ­πει νὰ φαν­τα­ζό­μου­να πο­λὺ κα­λὰ τὶς κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες, ἂν προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὴν σπρώ­ξω πρὸς τὶς Ἀρ­χές, «γι’ αὐ­τὸ ἀ­κού­σα­με ἕ­να σω­ρὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα στὴν ἱ­στο­ρί­α»: ἂς πά­ρου­με τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ πρώ­του μας ἀ­νε­μο­πλό­ου Κου­σμὰ Ζι­ό­μοφ, ποὺ τὸν μα­στί­γω­σαν δη­μό­σια, ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά, γιὰ τὴν ἐ­φεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­νε­μό­πτε­ρου. Ὅ­μως οἱ πο­λι­τι­σμέ­νοι μας ἀ­πό­γο­νοι ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ ξέ­ρουν ὅ­τι τὸ γό­νι­μο ρω­σι­κὸ μυα­λὸ δὲν λα­γο­κοι­μό­ταν οὔ­τε κὰν στοὺς πιὸ σι­χα­με­ροὺς και­ρούς. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω πε­ρί­λη­ψη τοῦ σχε­δί­ου μου καὶ νὰ τὴ στεί­λω στὰ «παι­διὰ» τοῦ ὑ­πουρ­γι­κοῦ συμ­βου­λί­ου, τὸ πι­θα­νό­τε­ρο ἀ­πὸ μα­ται­ο­δο­ξί­α, καὶ ἔ­τσι πῆ­ραν τὰ μυα­λά μου ἀ­έ­ρα.

       Θαυ­μα­στὰ τὰ ἔρ­γα σου, Κύ­ρι­ε: ἔ­στει­λα τὸ πα­κέ­το τὴ Δευ­τέ­ρα καὶ ἤ­δη τὸ Σάβ­βα­το μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν. Μιὰ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαι­νό­ταν νε­α­νι­κὴ μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Τώ­ρα θὰ σᾶς μι­λή­σει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κά­τι ἄ­να­ψε μέ­σα μου τὴν πε­ρη­φά­νια καὶ εἶ­χα καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ κρα­τι­κοῦ στε­λέ­χους. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι, ἂν μὲ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα ὁ­λο­κλη­ρω­νό­τα­νε ἡ μοί­ρα τοῦ σχε­δί­ου μου, ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μου θὰ εἶ­χε ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό. Φυ­σι­κά, ἐ­γὼ ἔ­κα­να ἕ­να μορ­φα­σμό, κού­νη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι μου κά­νον­τας νό­η­μα στὴ γυ­ναί­κα μου, γιὰ νὰ ση­κώ­σει τὴν πα­ράλ­λη­λη συ­σκευ­ὴ καὶ μ΄ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ὁ ἄν­τρας της κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­λα­βὸς ὀ­νει­ρο­πό­λος εἶ­ναι, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ κρα­τι­κὸ στέ­λε­χος.

       — Χαί­ρε­τε, Ἀ­λε­ξάντρ Ἰ­βά­νιτς, – λέ­ει ξαφ­νι­κὰ ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς, — τί κά­νε­τε, πῶς εἶ­σθε;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τά­ω: — Ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω, ὅ­λα κα­λά.

       — Γιὰ ἐ­σᾶς δὲν εἶχα ἀ­κού­σει κά­τι νω­ρί­τε­ρα, – συ­νε­χί­ζει τὸ λόγο του ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ποῦ ἐρ­γά­ζε­σθε: στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Ἐ­πι­στη­μῶν ἢ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τοῦ Ἀμ­πάλ­κιν;

       — Ἐ­γώ, – ἀ­παν­τά­ω: γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, εἶ­μαι πρα­κτι­κὸς ποὺ ἀ­σχο­λοῦ­μαι ἄ­με­σα στὴ βι­ο­μη­χα­νί­α.

       — Καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τά σας καὶ ὁ βαθ­μός σας ποι­οί εἶ­ναι;

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἁ­πλό: εἶ­μαι ἐρ­γά­της με­τάλ­λου ἀ­νώ­τα­της βαθ­μί­δας – νά καὶ ἡ εἰ­δι­κό­τη­τα, νά καὶ ὁ βαθ­μός μου!

       — Μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νιτς, θὰ πρέ­πει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με νὰ συ­ζη­τή­σου­με σο­βα­ρά. Οἱ ἰ­δέ­ες σας μᾶς κί­νη­σαν «ἔν­το­να» τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χουν στὸ ση­μεί­ω­μά σας, νὰ ποῦ­με, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σκο­τει­νὰ ση­μεῖ­α ποὺ χρει­ά­ζον­ται «ἀ­πο­σα­φή­νι­ση» ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α. Τί λέ­τε, εἶστε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με, νὰ μι­λή­σου­με σο­βα­ρά;

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τῶ καὶ κά­νω μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου. (Μὰ ποι­ός εἶ­μαι! Ἔ­ζη­σες δέ­κα πέν­τε χρό­νια μα­ζί μου καὶ στὴν οὐ­σί­α δὲν ξέ­ρεις ποι­ός εἶ­μαι.)

       — Τό­τε, μᾶλ­λον, ἂς μὴ κα­θυ­στε­ρή­σου­με αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ – λέ­ει ὁ Νι­κο­λά­ι Ἰ­βά­νιτς. — Ἂς συ­ναν­τη­θοῦ­με καὶ σή­με­ρα. Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, θὰ στεί­λου­με αὐ­το­κί­νη­το νὰ σᾶς πά­ρει…

       — Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, – ἀ­παν­τά­ω.

       Με­τά, συν­δέ­ε­ται πά­λι ἡ εὐ­χά­ρι­στη φω­νὴ ποὺ φαί­νε­ται νε­α­νι­κὴ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει: τὸ αὐ­το­κί­νη­το θὰ ἔρ­θει σὲ δε­κα­πέν­τε λε­πτά, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι δε­κα­ε­πτὰ-εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα.

       Βά­ζον­τας στὴ θέ­ση του τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­ρι­ξα χα­ρού­με­νες μα­τι­ὲς στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να καὶ ξε­κί­νη­σα νὰ ντύ­νο­μαι. Ἀλ­λὰ ἡ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να πῆ­ρε τὸν μπαλ­τά, στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της εἶ­πε:

       — Τὸ Σάβ­βα­το καὶ τὴν Κυ­ρια­κὴ πα­λου­κώ­νε­σαι ἐ­δῶ!

       — Μά, εἶ­σαι μὲ τὰ κα­λά σου…! – ἀ­να­φω­νῶ, τὴ στιγ­μὴ ποὺ χώ­νω τὰ πό­δια μου στὰ και­νούρ­για τσε­χοσ­λο­βά­κι­κα μπο­τά­κια. Ἔ­χεις ἰ­δέα;… Ποιός μὲ κα­λεῖ, για­τί καὶ σὲ ποι­ό μέ­ρος; Αὐ­τὸ εἶ­ναι κρα­τι­κὴ ὑ­πό­θε­ση! Τώ­ρα φθά­νει γιὰ μέ­να μιὰ «Τσά­ι­κα»(2)… Ποῦ κολ­λά­ει τὸ Σάβ­βα­το καὶ ἡ Κυ­ρια­κή;

       — Κολ­λά­ει, – ξε­κα­θα­ρί­ζει ἡ Βέ­ρα Στεπά­νοβ­να, στὸ ὅ­τι καὶ τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το ποὺ εἶ­χες κρα­τι­κὲς ὑ­πο­θέ­σεις ἐμ­φα­νί­σθη­κες με­τὰ τὶς δύ­ο τὴ νύ­χτα, καὶ ἤ­σου­να καὶ στου­πί! Καὶ τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το ἦρ­θε νὰ σὲ πά­ρει, μό­νο ποὺ δὲν ἦ­ταν «Τσά­ι­κα» ἀλ­λὰ «Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν», – ἢ τὸ ξε­χνᾶς Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς ἐ­πει­δὴ ἤ­σουν σου­ρω­μέ­νος;

       Μὰ καὶ πῶς νὰ τὸ ξέ­χνα­γα, φυ­σι­κὰ καὶ δὲν τὸ ξέχασα: τὸ προ­πε­ρα­σμέ­νο Σάβ­βα­το μὲ ἔ­πι­α­σε ξαφ­νι­κὰ τό­ση με­λαγ­χο­λί­α, —αὐ­τὸ συ­νέ­βη τὸ πρω­ὶ ποὺ δι­ά­βα­σα γιὰ τὴν ἐ­περ­χό­με­νη οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση— πού, ἁ­μαρ­τί­α ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νη, τη­λε­φώ­νη­σα σὲ ἕ­να φί­λο ποὺ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς «πρῶ­τες βο­ή­θει­ες» καὶ μὲ πή­ρα­νε γιὰ πι­θα­νὴ «σαλ­μο­νέ­λω­ση» ποὺ δῆ­θεν εἶ­χε πέ­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιό μας.

       Μὲ δυ­ὸ λό­για, μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ φέ­ρω ἀν­τίρ­ρη­ση στὴ Βέ­ρα Στε­πά­νοβ­να, για­τί τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ ἐμ­φα­νί­στη­κα στὶς δύο τὸ πρω­ὶ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἤ­μουν στου­πί.

(1) Ἐν­νο­εῖ τὴ Με­γά­λη Αἰ­κα­τε­ρί­νη ποὺ ἀ­νέ­τρε­ψε τὸν σύ­ζυ­γό της Πέ­τρο.

(2) Πο­λυ­τε­λὲς σο­βι­ε­τι­κὸ αὐ­το­κί­νη­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἀνθολογία И.И. Яцен­ко: Рус­ская «нет­ра­диц­ионная» про­за ко­нца ХХ века, Санкт-Пе­те­рбург, «Зла­тоуст» 2004 (Ρω­σι­κὴ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ τέ­λους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ἐκ­δό­σεις Ζλα­τα­ού­στ 2004). Πρώτη δημοσίευση τῆς με­τά­φρα­σης στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Βακ­χι­κόν (30-03-2015).

Pietsouch,Bitseslaf-Eikona-02Βιτσεσλάφ Πιέτσουχ (Вячеслав Пьецух) (Вячеслав Пьецух) (Μό­σχα, 1946). Τε­λεί­ω­σε τὸ παι­δα­γω­γι­κὸ ἰν­στι­τοῦ­το. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων Ἀλ­φά­βη­το (1983), Νέ­α μο­σχο­βί­τι­κη φι­λο­σο­φί­α (1989), Ραμ­μάτ (1990), Ἐ­γὼ καὶ οἱ ἄλ­λοι (1990), Κύ­κλοι (1992), Παι­δά­κι τοῦ κρά­τους (1997). Ζεῖ στὴ Μό­σχα. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ γρά­φτη­κε τὸ 1989. Εἶ­ναι ἐκ­πρό­σω­πος τῆς «εἰ­ρω­νι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας». Σκο­πός της εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῶν λαν­θα­σμέ­νων ἐ­κτι­μή­σε­ων. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἡ ἀ­φή­γη­ση τοῦ Πι­έ­τσουχ φτά­νει στὸ μον­τερ­νι­σμό, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας τὸν πα­ρα­λο­γι­σμὸ τοῦ κό­σμου. Τὸν ἥ­ρω­α τοῦ Πι­έ­τσουχ τὸν σώ­ζει ἡ ρή­ξη του μὲ τὸν κό­σμο, τὸ κλεί­σι­μο στὸν ἑ­αυ­τό του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Ἔ­χει πά­ρει τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης «Ἄντον Τσέχωφ» 2010 καὶ ἔ­χει ἀ­ναρ­τή­σεις στὸ ἱστολόγιο Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι καὶ στὰ ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ σε­νά­ρια τῆς β’ γυ­μνα­σί­ου τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου.

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

 

 

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)

 

Τὸ παραξήλωσε

(Пересолил)

 

ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι ἐ­φό­σον ὁ ἁ­μα­ξὰς ἔ­χει γρή­γο­ρα ἄ­λο­γα τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πιά­σει κα­τευ­θεί­αν καὶ τὰ πε­νήν­τα).

       — Πεῖ­τε μου, πα­ρα­κα­λῶ, ποῦ μπο­ρῶ νὰ βρῶ ἐ­δῶ κον­τὰ τα­χυ­δρο­μι­κὰ ἄ­λο­γα; εἶ­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν χω­ρο­φύ­λα­κα τοῦ σταθ­μοῦ.

       — Τί; Τα­χυ­δρο­μι­κά; Ἐ­δῶ γιὰ ἑ­κα­τὸ βέρ­τσια δρό­μο δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε σκυ­λί, ὄ­χι τα­χυ­δρο­μι­κά… Καὶ σεῖς ποῦ θέ­λε­τε νὰ πᾶ­τε;

       — Στὸ Δέφ­κι­νο, στὰ κτή­μα­τα τοῦ στρα­τη­γοῦ Χα­χό­τοφ.

       — Λοι­πόν; χα­σμου­ρή­θη­κε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας. Πη­γαί­νε­τε μέ­χρι τὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ στὴν πόρ­τα συ­χνὰ βρί­σκον­ται χω­ρι­κοί, με­τα­φέ­ρουν τα­ξι­δι­ῶ­τες.

       Ὁ το­πο­γρά­φος ξε­φύ­ση­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει πρὸς τὸν σταθ­μό. Ἐ­κεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς ἀ­να­ζη­τή­σεις, συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­σταγ­μούς, βρῆ­κε ἕ­ναν ρω­μα­λέ­ο χω­ρι­κό, κα­τσού­φη, βλο­γι­ο­κομ­μέ­νο, ντυ­μέ­νο μὲ ἕ­να κου­ρε­λια­σμέ­νο τσό­χι­νο κα­φτά­νι καὶ πλε­χτὰ χορ­το­πά­που­τσα.

       Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει τί σό­ι κά­ρο ἔ­χει! Συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε ὁ το­πο­γρά­φος, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις ποῦ εἶ­ναι τὸ πί­σω καὶ τὸ μπρός…

       — Μὰ τί νὰ κα­τα­λά­βεις; Ὅ­που εἶ­ναι ἡ οὐ­ρὰ εἶ­ναι καὶ τὸ μπρός, καὶ ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται ἡ εὐ­γέ­νειά σας εἶ­ναι τὸ πί­σω…

       Τὸ που­λα­ρά­κι ἦ­ταν λι­πό­σαρ­κο, μὲ ἁ­πλω­τὰ πό­δια καὶ φα­γω­μέ­να αὐ­τιά. Ὅ­ταν ὁ ἁ­μα­ξὰς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ τὸ χτύ­πη­σε μὲ τὸ σχοι­νέ­νιο μα­στί­γιο, αὐ­τὸ κού­νη­σε μό­νο τὸ κε­φά­λι, ὅ­ταν ἀ­γρί­ε­ψε καὶ τὸ χτύ­πη­σε ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, τό­τε τὸ κά­ρο ἔ­τρι­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει σὰν δαι­μο­νι­σμέ­νο. Με­τὰ τὸ τρί­το χτύ­πη­μα τὸ κά­ρο κύ­λη­σε λί­γο καὶ πιὰ μὲ τὸ τέ­ταρ­το κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του.

       Ἔ­τσι θὰ πᾶ­με ὅ­λο τὸ δρό­μο; ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, νι­ώ­θον­τας τὸ δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν Ρώ­σων ἁ­μα­ξά­δων νὰ κά­νουν, μὲ μιὰ ἤ­ρε­μη χε­λω­νί­σια δι­α­δρο­μή, τὴν ψυ­χὴ νὰ ξε­βι­δώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ τράν­ταγ­μα.

       Θά-α-α φτά­σου­με! – τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ ἁ­μα­ξάς. Ἡ φο­ρά­δα εἶ­ναι νέ­α, ἔ­ξυ­πνη…Ἄσ’ τὴν μό­νο νὰ πά­ρει φό­ρα καὶ με­τὰ δὲν στα­μα­τά­ει… Ἄιν­τε, κα­τα­ρα­μέ…νη!

       Ὅ­ταν τὸ κά­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν σταθ­μό, ἦ­ταν σού­ρου­πο. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ το­πο­γρά­φου ἁ­πλω­νό­ταν ἡ πε­διά­δα, σκο­τει­νή, πα­γω­μέ­νη, χω­ρὶς τέ­λος καὶ ἄ­κρη… (Δι­α­σχί­ζον­τάς την εἶ­ναι σὰν νὰ ξε­κι­νᾶς γιὰ τοῦ δι­α­ό­λου τὴ μά­να.) Στὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­κεῖ ποὺ χα­νό­ταν καὶ ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­σβη­νε νω­χε­λι­κὰ τὸ κρύ­ο φθι­νο­πω­ρι­νὸ σού­ρου­πο… Ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, στὸν σκο­τει­νι­α­σμέ­νο ἀ­έ­ρα ξε­χώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βου­να­λά­κια, ὄ­χι σὰν περ­σι­νὲς θη­μω­νι­ές, οὔ­τε σὰν χω­ριό. Τί ἦ­ταν μπρο­στὰ στὸ χω­ρά­φι δὲν ἔ­βλε­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἐ­πει­δὴ ἀπ΄ αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο τὸ κά­λυ­πτε ἡ φαρ­διά, ἄ­γαρ­μπη πλά­τη τοῦ ἁ­μα­ξᾶ. Ἦ­ταν ἥ­συ­χα, ἀλ­λὰ κρύ­α καὶ πα­γω­μέ­να.

       «Τί ἐ­ρη­μιὰ εἶ­ναι αὐ­τή! (σκε­φτό­ταν ὁ το­πο­γρά­φος, προ­σπα­θών­τας νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ αὐ­τιά του μὲ τὸ για­κὰ τοῦ μαν­δύα) παν­τοῦ ἐ­ρη­μιά!» Ἂν τοῦ ἐ­πι­τε­θοῦν ξαφ­νι­κὰ καὶ τὸν λη­στέ­ψουν; Δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ἂν θὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο!­.. Καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος… Γιὰ δές τον, τί πλα­τά­ρα! Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τῆς φύ­σης καὶ δά­χτυ­λο νὰ κου­νή­σει, ἡ ψυ­χή σου πά­ει στὴν Κού­λου­ρη! Καὶ ἡ μού­ρη του εἶ­ναι ἄ­γρια, ὕ­πο­πτη.»

      — Ἔ! κα­λέ μου, ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, πῶς σὲ λέ­νε;

      — Ἐ­μέ­να; Κλή­μη.

      — Λοι­πόν, Κλή­μη, πῶς εἶ­ναι ἐ­δῶ; Δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Δὲν γί­νον­ται ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Ὄ­χι, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ… Σὲ ποι­ὸν νὰ κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Εἶ­ναι κα­λὸ ποὺ δὲν κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις… Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἔ­χω πά­ρει μα­ζί μου τρί­α ρε­βόλ­βερ, εἶ­πε ψέ­μα­τα ὁ το­πο­γρά­φος. Καὶ μὲ τὸ ρε­βόλ­βερ, ξέ­ρεις, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται κα­νείς. Μὲ δέ­κα λη­στὲς μπο­ρεῖς νὰ τὰ βγά­λεις πέ­ρα…

      Σκο­τει­νιά. Τὸ κά­ρο ξαφ­νι­κὰ ἔ­τρι­ξε, τσί­ρι­ξε, τρε­μού­λια­σε, καί, σὰν ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἀ­ρι­στε­ρά.

      «Ποῦ μὲ πά­ει; σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Πή­γαι­νε ὅ­λο εὐ­θεία καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­στρι­ψε ἀ­ρι­στε­ρά. Πι­θα­νὸν νὰ μὲ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­α λόχ­μη ὁ πα­λιάν­θρω­πος, καί… καί… συμ­βαί­νουν τέ­τοια πε­ρι­στα­τι­κά!»

      — Ἄ­κου, ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸν ἁ­μα­ξά. — Ἔ­τσι λές! Ὅ­τι ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Κρί­μα… Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πα­λεύ­ω μὲ λη­στές… Στὴν ὄ­ψη εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τος, ἀρ­ρω­στιά­ρης, ἀλ­λὰ οἱ δυ­νά­μεις μου, λὲς καὶ εἶ­ναι ταύ­ρου… Μιὰ φο­ρὰ μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν τρεῖς λη­στές… Καὶ τί νο­μί­ζεις; Τὸν ἕ­να τὸν χτύ­πη­σα τό­σο ἄ­σχη­μα, πού… πού, κα­τα­λα­βαί­νεις, πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ στὸν Θε­ό, καὶ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο ἐ­ξαι­τί­ας μου πῆ­γαν στὰ κά­τερ­γα τῆς Σι­βη­ρί­ας. Καὶ ἀ­πὸ ποῦ παίρ­νω αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη, δὲν ξέ­ρω… Παίρ­νεις τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου δυ­να­τοῦ, κά­ποι­ου σὰν καὶ σέ­να, καί… καὶ τὸν χτυ­πᾶς.

      Ὁ Κλή­μης ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν το­πο­γρά­φο, ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.

      — Ναί, ἀ­δελ­φέ… συ­νέ­χι­σε ὁ το­πο­γρά­φος. Νὰ μὴ δώ­σει ὁ Θε­ὸς νὰ μπλε­χτεῖς μὲ μέ­να. Δὲν φτά­νει ποὺ ὁ λη­στὴς μέ­νει δί­χως χέ­ρια καὶ δί­χως πό­δια, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ νὰ δι­κα­στεῖ… Σὲ μέ­να ὅ­λοι οἱ δι­κα­στὲς καὶ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ εἶ­ναι γνω­στοί. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἄν­θρω­πος τοῦ κρά­τους, μὲ χρει­ά­ζον­ται… Τὸ ὅ­τι ἐ­γὼ τα­ξι­δεύ­ω εἶ­ναι γνω­στὸ στὴ δι­οί­κη­ση… καὶ γι΄ αὐ­τὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν γιὰ νὰ μή μοῦ κά­νει κά­ποι­ος κα­κό. Παν­τοῦ στὸν δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τοὺς θά­μνους εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ ὁρ­μή­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν Κο­ζά­κων… Ἄ-α-αλτ! Ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ὁ το­πο­γρά­φος. — Ποῦ βγῆ­κες; Ποῦ μὲ πᾶς;

      — Μὰ τί­πο­τε δὲν βλέ­πε­τε; Εἶ­ναι δά­σος!

      «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι δά­σος… σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Μὰ ἐ­γὼ φο­βή­θη­κα! Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α μου… Ἤ­δη πρό­σε­ξε πὼς τρέ­μω. Για­τί μὲ κλε­φτο­κοί­τα­ζε τό­σο συ­χνά; Ἴ­σως σχε­διά­ζει κά­τι… Προ­η­γου­μέ­νως πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γά, βῆ­μα-βῆ­μα, καὶ τώ­ρα γιὰ δές τον, πά­ει σὰν ἀ­στρα­πή!»

      — Ἄ­κου, Κλή­μη, για­τί βιά­ζεις τό­σο τὸ ἄ­λο­γο;

      — Δὲν τὸ βιά­ζω, μό­νο του πῆ­ρε φό­ρα… Καὶ ὅ­ταν παίρ­νει φό­ρα τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ στα­μα­τή­σει… Καὶ τὸ ἴ­διο δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νο μὲ τέ­τοι­α πό­δια ποὺ ἔ­χει.

      — Λὲς ψέ­μα­τα, ἀ­δελ­φέ! Βλέ­πω ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα! Μό­νο σὲ συμ­βου­λεύ­ω νὰ μὴν τρέ­χεις τό­σο γρή­γο­ρα. Κά­νε λί­γο κρά­τει… Ἀ­κοῦς; Κά­νε λί­γο κρά­τει!

      — Για­τί;

      — Ἐ­πει­δή… ἐ­πει­δή, μα­ζί μου ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θουν τέσ­σε­ρις φί­λοι. Πρέ­πει νὰ μᾶς ἔ­φτα­ναν… Ὑ­πο­σχέ­θη­καν νὰ μὲ προ­λά­βουν σ΄ αὐ­τὸ τὸ δά­σος… Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α νὰ πη­γαί­νεις μα­ζί τους… Εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ὑ­γι­εῖς, γε­ρο­δε­μέ­νοι… ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει πε­ρί­στρο­φο… Για­τί συ­νέ­χεια στρί­βεις πί­σω καὶ κοι­τά­ζεις, σὰν νὰ κά­θε­σαι σὲ βε­λό­νες; Ἔ! Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, ἔ… ἀ­δελ­φέ… Σὲ μέ­να τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει νὰ κοι­τά­ζεις… τί­πο­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ μέ­να… Ἴ­σως μό­νο τὰ ρε­βόλ­βερ… Πα­ρα­κα­λῶ, ἂν θέ­λεις, θὰ σοῦ τὰ δεί­ξω, πα­ρα­κα­λῶ…

      Ὁ το­πο­γρά­φος ἔ­κα­νε ὅ­τι ψα­χου­λεύ­ει τὶς τσέ­πες, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νέ­βη κά­τι ποὺ κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ον, ὅ­σο δει­λὸς καὶ ἂν ἦ­ταν. Ὁ Κλή­μης ξαφ­νι­κὰ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ κά­ρο καὶ στὰ τέσ­σε­ρα ἔ­τρε­ξε πρὸς τὸ ρου­μά­νι.

     — Βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε κλα­ψι­ά­ρι­κα. Βο­ή­θεια! Πάρε, κα­τα­ρα­μέ­νε, καὶ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, μό­νο μὴ μὲ χα­λά­σεις! Βο­ή­θεια!

      Ἀ­κού­στη­καν γρή­γο­ρα βή­μα­τα ποὺ χά­νον­ταν, τριγ­μὸς ξε­ρό­κλα­δων – καὶ τέ­λος σι­ω­πή… Ὁ το­πο­γρά­φος, μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, στα­μά­τη­σε πρῶ­τα τὸ ἄ­λο­γο, με­τὰ κά­θι­σε πιὸ βο­λι­κὰ στὸ κά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται.

      «Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας… ὁ βλά­κας… φο­βή­θη­κε. Καὶ τώ­ρα τί θὰ γί­νει; Μό­νος νὰ προ­χω­ρή­σω δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί δὲν ξέ­ρω τοὺς δρό­μους καὶ μπο­ρεῖ νὰ νο­μί­ζουν ὅ­τι ἔ­κλε­ψα τὸ ἄ­λο­γό του… Τί θὰ γί­νει;» — Κλή­μη! Κλή­μη!

     — Κλή­μη!­..  ἀ­πάν­τη­σε ἡ ἠ­χώ.

      Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ τὴν πε­ρά­σει κα­θι­σμέ­νος στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος, μέ­σα στὸ κρύ­ο, ἀ­κού­γον­τας μό­νο τοὺς λύ­κους καὶ τὴν ἠ­χὼ ἀ­πὸ τὰ ρου­θου­νί­σμα­τα τῆς λι­πό­σαρ­κης φο­ρά­δας τὸν ἔ­πια­σε σύγ­κρυ­ο.

      — Κλη­μού­λη! –φώ­να­ξε. — Κα­λέ μου! Ποῦ εἶ­σαι, Κλη­μού­λη;

      Δυ­ὸ ὧ­ρες φώ­να­ζε ὁ το­πο­γρά­φος, καὶ μό­νο ἀ­φοῦ βρά­χνια­σε καὶ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σή του στὸ δά­σος, τό­τε τὸ ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο βογ­κη­τό.

      — Κλή­μη! Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­λέ μου; Πᾶ­με.

      — Θὰ μέ… σκο­τώ­σεις;

      — Ἀ­στει­εύ­τη­κα, κα­λέ μου! Τι­μώ­ρη­σέ με, κύ­ρι­ε, ἀ­στει­εύ­τη­κα! Τί ρε­βόλ­βερ! Ἐ­γὼ εἶ­πα ψέ­μα­τα ἀ­πὸ φό­βο! Κά­νε μου τὴ χά­ρη, πᾶ­με! Πα­γώ­νω!

      Ὁ Κλή­μης συλ­λο­γί­στη­κε ὅ­τι, μᾶλ­λον, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς λη­στὴς θὰ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πρὸ πολ­λοῦ μὲ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δά­σος καὶ ἀ­να­πο­φά­σι­στα πλη­σί­α­σε τὸν ἐ­πι­βά­τη του.

      — Μὰ ἀ­πὸ τί φο­βή­θη­κες, βλά­κα; Ἐ­γώ… ἐ­γὼ ἀ­στει­ευ­ό­μου­να καὶ σὺ φο­βή­θη­κες… κά­τσε!

   — Ὁ θε­ὸς μα­ζί σου, ἀ­φέν­τη, μουρ­μού­ρι­σε ὁ Κλή­μης σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα οὔ­τε μὲ ἑ­κα­τὸ ὁ­λό­κλη­ρα δὲν θὰ σὲ πή­γαι­να. Πα­ρα­λί­γο νὰ πε­θά­νω ἀ­π’ τὸν φό­βο…

      Ὁ Κλή­μης μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο. Τὸ κά­ρο τραν­τά­χτη­κε. Ὁ Κλή­μης τὸ ξα­να­μα­στί­γω­σε καὶ τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε. Με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το χτύ­πη­μα, ὅ­ταν τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, ὁ το­πο­γρά­φος σκέ­πα­σε τ’ αὐ­τιά του μὲ τὸν για­κὰ καὶ βυ­θί­στη­κε σὲ σκέ­ψεις. Ὁ δρό­μος καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν τοῦ φαι­νόν­του­σαν πιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι.

 

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση: Ρω­σι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μι­κροῦ μή­κους μὲ κι­νού­με­να σχέ­δια (1959). Σκη­νο­θε­σία Βλα­ντί­μιρ Ντι­ά­κτε­ρεφ, σε­νάριο: E. Μι­γκου­νόφ.

 

 

 

Πη­γή: Δι­ή­γη­μα τοῦ 1885. П­о­л­н­ое с­о­б­р­а­н­ие с­о­ч­и­н­е­н­ий и п­и­с­ем в 30-ти т­о­м­ах. С­о­ч­и­н­е­н­ие Т­ом 4 М. «Н­а­у­ка», 1984. (Πλή­ρης συλ­λο­γὴ ἔρ­γων 30 τό­μων, 4ος τό­μος. Ἐκ­δό­σεις Να­ού­κα, 1984).

 

Ἄν­τον Τσέ­χωφ (А­н­т­он Ч­е­х­ов) (Ταγ­καν­ρὸγκ Ρω­σί­ας 1860 – Μπαν­τεν­βά­ι­λερ Γερ­μα­νί­ας 1904). Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Μό­σχα. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἰ­α­τρι­κὲς σπου­δὲς ἄρ­χι­σε καὶ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὄ­χι μό­νο. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ ­στυ, στὶς 30/8/1901 σὲ με­τά­φρα­ση, ἀ­πὸ τὴ γαλ­λι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Πα­πα­δι­α­μάν­τη.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης Ἄντον Τσέχωφ 2010.

  

Βίκτορ Ἐροφέγιεφ: Λευκὸς εὐνουχισμένος γάτος μὲ μάτια καλλονῆς

 

 

Βί­κτορ Ἐ­ρο­φέ­γι­εφ (Виктор Ерофеев)

 

Λευ­κὸς εὐ­νου­χι­σμέ­νος γά­τος μὲ μά­τια καλ­λο­νῆς

(Белый кастрированный кот с глазами красавицы)

 

ΠΟ ΤΗ ΝΕΥΡΙΚΗ ΥΠΕΡΔΙΕΓΕΡΣΗ δύ­σκο­λα δι­έ­κρι­να τὶς ἐ­πω­μί­δες καὶ τὰ γα­λό­νια τῶν στρα­το­δι­κῶν, μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­μως πὼς ἡ ὑ­πό­θε­ση δι­ε­ξα­γό­ταν σὲ ἄλ­λη ἐ­πο­χή, κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ τσα­ρι­σμοῦ ἢ σὲ ἄλ­λο τό­πο, πράγ­μα ποὺ δὲν ἀ­ναι­ροῦ­σε τὴν οὐ­σί­α τῆς κα­τα­δι­κα­στι­κῆς ἀ­πό­φα­σης πού μοῦ ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε.

         Τό­τε πή­δη­ξα, ἔμ­πη­ξα τὶς φω­νὲς καί, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὸ πο­λε­μι­κο-δι­κα­στι­κὸ νε­φέ­λω­μα, εἶ­πα ὅ­τι ἔ­κα­ναν λά­θος, ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­τι­μο νὰ φέ­ρουν ἐ­μέ­να καὶ αὐ­τοὺς σὲ τέ­τοι­α ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ κα­τά­στα­ση καὶ συ­νέ­χι­σα οὐρ­λι­ά­ζον­τας: πρῶ­τον, ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τί­πο­τε κοι­νὸ μὲ τὸ στρα­τὸ καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο. Δεύ­τε­ρον, εἶ­μαι ἐ­ναν­τί­ον τῆς θα­να­τι­κῆς ποι­νῆς, ἑ­πο­μέ­νως αὐ­τὴ ἡ ἀ­πό­φα­ση φαί­νε­ται σὰν ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον ἐμ­παιγ­μὸς καὶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν ἕ­νας δι­α­βο­λι­κὸς χλευα­σμός. Τρί­τον, ἀ­γα­πῶ τὴ γυ­ναί­κα μου ποὺ δὲν θὰ ξε­πε­ρά­σει πο­τὲ τὸ θά­να­τό μου. Ἢ θὰ κρε­μα­στεῖ ἢ θὰ δη­λη­τη­ρια­στεῖ ἢ θὰ πέ­σει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἢ θὰ πνι­γεῖ καὶ ὁ γιός μου θὰ μεί­νει πεν­τάρ­φα­νος καὶ αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ σᾶς συγ­χω­ρή­σει. Τέ­ταρ­τον, μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τες φο­ρὲς εἰ­πω­μέ­νο καὶ χι­λι­ο­παιγ­μέ­νο σκη­νι­κὸ ποὺ κα­ταν­τά­ει τό­σο μπα­νάλ, ἀ­πὸ ἔ­νο­χο συ­νεί­δη­σης —ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ δὲν δι­α­θέ­τω— μὲ κά­νε­τε δη­μι­ουρ­γὸ αὐ­τοῦ τοῦ γε­λοί­ου ἔρ­γου, πράγ­μα ποὺ ἐ­γὼ ὡς ἄν­θρω­πος τῶν γραμ­μά­των, μὲ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὸ τρό­πο, δὲν ἐ­πι­θυ­μῶ. Πέμ­πτον, ἐ­σεῖς ἐ­κμε­ταλ­λευ­ό­με­νοι τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός σας, παίρ­νε­τε πο­λὺ στὰ σο­βα­ρὰ τὸν ἑ­αυ­τό σας μὲ τὸ νὰ ἐ­πεμ­βαί­νε­τε στὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων σὲ ἀ­κραῖ­ο βαθ­μὸ καί, ἐ­νῶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ὑ­πο­χρε­ώ­σω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ ἀ­γα­πή­σει τοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κούς —πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σαν—, γνώ­ρι­σα τὴ σχε­τι­κή τους ὠ­φε­λι­μό­τη­τα, ὅ­ταν μοῦ κλέ­ψα­νε τὶς ρό­δες τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου καὶ πέ­ρα­σα ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα. Κι ἐ­κεῖ μὲ ἄ­κου­σαν μὲ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ τὶς ρό­δες μέ­χρι σή­με­ρα πο­τὲ δὲν τὶς βρή­κα­νε.

        Συ­νῆλ­θα στὸ κε­λὶ ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἀμ­μω­νί­ας. Μπρο­στά μου κα­θό­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δα ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης Ντια­μάντ, δι­ευ­θυν­τὴς τῆς ἕ­δρας πο­λέ­μου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μό­σχας, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­φοί­τη­σα πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα ἑ­πτὰ χρό­νια. Τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὶς ξαν­θὲς μποῦ­κλες καὶ τὸ ἔν­το­να ἐκ­φρα­στι­κὸ σλα­βι­κὸ πρό­σω­πό του. Κά­πο­τε ὑ­πέ­φε­ρα πο­λὺ ἀ­πὸ αὐ­τόν.

        — Μὰ ἐ­σύ, νε­α­ρέ, ἔ­γι­νες λι­ῶ­μα, – εἶ­πε ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ ὁ Ντια­μὰντ ὄ­χι χω­ρὶς πα­τρι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα καί, γιὰ πλά­κα, μύ­ρι­σε τὴν ἀμ­μω­νί­α, πρὶν κλεί­σει τὸ μπου­κα­λά­κι. — Τί λές; Δὲν θέ­λεις νὰ πε­θά­νεις;

        — Σὲ τί­πο­τα δὲν εἶ­μαι ἔ­νο­χος ἐ­γώ, σύν­τρο­φε συν­ταγ­μα­τάρ­χα – τοῦ ἐ­ξή­γη­σα μὲ ἀ­δύ­να­μη φω­νή.

        — Εἶ­σαι ἔ­νο­χος – εἶ­πε σκλη­ρὰ ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        Ἦ­ταν ἕ­νας πα­χου­λὸς ἄν­δρας, μὲ πα­λι­κα­ρί­σια ὄ­ψη καὶ μι­κρὰ σφι­χτὰ χεί­λη. Αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ἡ ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τά του ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου, ἦ­ταν ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τα ἑ­νὸς πε­νην­τά­ρη ποὺ εἶ­χε γευ­θεῖ τὴν ἐ­ξου­σί­α, ἐ­γὼ πο­τὲ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ μὲ τέ­τοι­ους ἀν­θρώ­πους σὲ ἀ­νοι­χτὴ σύγ­κρου­ση, τὰ ἔ­χα­να, ἄρ­χι­ζα νὰ συμ­φω­νῶ σὲ ὅ­λα καὶ τοὺς μι­σοῦ­σα.

        — Ἐ­σέ­να αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ μπάμ-μπάμ – τοῦ γνω­στο­ποί­η­σε ἐμ­πι­στευ­τι­κὰ ὁ Ντια­μάντ.

        — Αὔ­ριο κι­ό­λας! – οἱ λέ­ξεις δρα­πέ­τευ­σαν ἄ­θε­λά μου.

        — Στὶς 7.00΄ – δι­ευ­κρί­νη­σε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ρί­χνον­τας μα­τι­ὲς στὸ ρο­λό­ι. — Ἔ­χεις πο­λὺ χρό­νο. Θὰ γρά­ψεις;

        — Ἔ­φε­ση; – ἀ­να­σκίρ­τη­σα ἐ­γώ.

        — Για­τί; – ἐ­ξε­πλά­γη. Κά­τι καλ­λι­τε­χνι­κό. Κα­μιὰ προ­κή­ρυ­ξη.

        Ἐ­γὼ σκε­φτό­μου­να.

        — Ὄ­χι – εἶ­πα. Δὲν ἔ­χω τί­πο­τα ἀ­πο­λύ­τως νὰ πῶ. Νὰ γρά­ψω κα­λύ­τε­ρα ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­κι στὴ γυ­ναί­κα μου;

        — Μά­ται­ο, – εἶ­πε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Κά­νε­τε λά­θος, – εἶ­πα ἐ­γώ. Πιὸ πο­λὺ ἄπ΄ ὅ­λα στὸν κό­σμο ἀ­γα­ποῦ­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Καὶ ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι ἔ­χον­τας ἀν­τι­λη­φθεῖ ὅ­τι μι­λοῦ­σα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου σὲ πα­ρελ­θόν­τα χρό­νο.

        — Λὲς ψέ­μα­τα, – δὲν τὸν πί­στε­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Κά­πο­τε, πρὶν πολ­λὰ χρό­νια, ὅ­ταν ἀ­κό­μη δὲν εἴ­χα­με παν­τρευ­τεῖ, καὶ ἐ­νῶ τὴν ἀ­πο­χω­ρι­ζό­μουν γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι, πέ­ρα­σα τρεῖς ὧ­ρες στὸν πα­ρα­στά­τη τῆς πόρ­τας. Στὴ ζω­ὴ μπο­ρεῖ ν΄ ἀ­γα­πή­σεις σο­βα­ρὰ μό­νο μιὰ φο­ρά.

        — Γι’ αὐ­τὸ νὰ γρά­ψεις – πρό­τει­νε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης.

        — Γι’ αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται νὰ γρά­φεις, – εἶ­πα ἐ­γὼ αὐ­στη­ρὰ καὶ θλιμ­μέ­να.

        — Μαυ­ροῦ­λες (1) δὲν εἶ­χες;

        — Καὶ μαυ­ροῦ­λες δὲν εἶ­χα, καὶ τὴν πα­τρί­δα δὲν τὴν πρό­δω­σα, – ξε­φύ­ση­ξα ἐ­γώ.

        — Τὴν πρό­δω­σες, – εἶ­πε σκλη­ρὰ ὁ Ντια­μάντ. Ξέ­ρεις τί μοῦ ἀ­ρέ­σει σὲ σέ­να, – καὶ σι­ω­πών­τας γιὰ λί­γο ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης συ­νέ­χι­σε. Δὲν φο­ρᾶς βέ­ρα. Ὁ πραγ­μα­τι­κὸς ἄν­δρας δὲν φο­ρά­ει βέ­ρα.

        Σκε­φτό­μα­σταν. Ὁ κα­θέ­νας τὰ δι­κά του.

        — Θέ­λεις νὰ μά­θεις τὸ μυ­στι­κό μου; – ρώ­τη­σα, πλη­σι­ά­ζον­τας στὸ πρό­σω­πό του.

        — Ἔ­λα, – σφί­χτη­κε ὁ­λό­κλη­ρος καὶ κο­κά­λω­σε, ἔ­γι­νε σκου­ρο­κόκ­κι­νος.

        — Ἐ­γὼ ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου εἶ­μαι ρο­μαν­τι­κός… Νά! Ἄ­κου! Τί ἡ­συ­χί­α! Ὅ­πως στὸ χω­ριό!… Μό­νο σκυ­λιὰ δὲν γα­βγί­ζουν. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κρυ­φο­ρο­μαν­τι­κός, συν­ταγ­μα­τάρ­χα.

        — Δέ μᾶς χέ­ζεις! Ἀ­γρί­ε­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἔ­φτυ­σε μὲ κα­κί­α στὸ πά­τω­μα.

        — Καὶ δὲ ντρέ­πε­σαι νὰ φτύ­νεις σὲ κε­λὶ μελ­λο­θα­νά­του; – τὸν μά­λω­σα.

        — Μὲ συγ­χω­ρεῖς. Ἄ­θε­λά μου, – ντρά­πη­κε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἔ­τρι­ψε τὴ φτυ­σιά του μὲ τὴ μπό­τα.

        — Ἔ­χεις μᾶλ­λον γυ­ναί­κα γριὰ στρίγ­κλα.

        Ὁ Ντια­μὰντ ἔ­γνε­ψε σκυ­φτά.

        — Ὅ­μως ἡ δι­κιά μου εἶ­ναι λευ­κὸς ἄγ­γε­λος μὲ λευ­κὰ φτε­ρά!

        — Τί εἶ­ναι, ἀ­θλή­τρια; – ρώ­τη­σε ὁ Ντια­μάντ.

        — Ἄπ΄ ὅ­,τι ξέ­ρω ὄ­χι… – εἶ­πα καὶ ἄρ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω στὸ κε­λὶ πέ­ρα-δῶ­θε σὰν ἐκ­κρε­μές, καὶ μὲ χω­μέ­να τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες σκε­φτό­μουν τὴ γυ­ναί­κα μου. Μή­πως καὶ δὲν μὲ του­φε­κί­σουν; Ἴ­σως μὲ τρο­μά­ξουν μό­νο σὰν τὸν Ντο­στο­γι­έφ­σκι καὶ μὲ ἐ­ξο­ρί­σουν. Καὶ θὰ ἀ­νά­βω τὴ σόμ­πα καὶ θὰ γρά­φω μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἀ­φοῦ τί θὰ ἦ­ταν ὁ Ντο­στο­γι­έφ­σκι, ἂν δὲν τὸν εἶ­χαν στεί­λει γιὰ ἐ­κτέ­λε­ση;

        — Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει! – εἶ­πε μὲ ἀ­μη­χα­νί­α ὁ Ντια­μάντ.

        — Θὰ ἔ­με­νε σὰν τὸν Τσερ­νι­σέφ­σκι, κα­τά­λα­βες; Ἀ­λή­θεια, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ Τσερ­νι­σέφ­σκι ἔ­φα­γε τό­σα χρό­νια στὴ Σι­βη­ρί­α καὶ δὲν ἔ­γι­νε τί­πο­τε, ἔ­μει­νε ὁ Τσερ­νι­σέφ­σκι.

        — Καὶ κα­λὰ ἔ­κα­νε, ἐ­πι­δο­κί­μα­σε ὁ Ντια­μάντ.

        — Κά­πως φλυ­ά­ρη­σα, – συ­νῆλ­θα ἐ­γώ. — Ε­γώ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ΄ ὅ­λα ὑ­πέ­φε­ρα στὴ ζω­ή μου, ἐ­πει­δὴ ἡ ζω­ὴ δὲν ἦ­ταν σὲ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ τὸ ἰ­δα­νι­κό μου. Στὸ σχο­λεῖ­ο εἶ­χα μιὰ δα­σκά­λα ἱ­στο­ρί­ας, τὴ Σί­λια Σα­μοΐ­λοβ­να Πάλ­τσικ. Τί ἐ­πί­θε­το! – Πάλ­τσικ! Δα­χτυ­λά­κι! – Ἔ­δει­ξα στὸν Ντια­μὰντ τὸ δεί­χτη μου. Χα­χα­νί­σα­με φι­λι­κά.

        — Ἔ πιά, πα­ρά­τα με, – εἶ­πε κά­νον­τας τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ὁ Ντια­μὰντ καὶ σκου­πί­ζον­τας τὰ δά­κρυα ἀ­πὸ τὰ γέ­λια.

        — Ὑ­πάρ­χει κά­τι νὰ χλα­πα­κι­ά­σου­με;

        — Ἔ­χω σο­κο­λά­τα βου­τύ­ρου. Θέ­λεις;

        — Δὲν πει­ρά­ζει νὰ σοῦ μι­λῶ μὲ τὸ «σύ»; Για­τὶ τί νό­η­μα ἔ­χει ποὺ εἶ­σαι συν­ταγ­μα­τάρ­χης, ἀ­φοῦ ὅ­λα θὰ τε­λει­ώ­σουν αὔ­ριο.

        — Κά­που τὴ δι­ά­βα­σα αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη, – σκέ­φθη­κε ὁ Ντια­μάντ. Ἄ! τώ­ρα ποὺ εἴ­πα­με γιὰ σκέ­ψεις. – Γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι μέ­σα στὴ τσάν­τα κι ἔ­βγα­λε ἕ­να ἄλ­μπουμ ζω­γρα­φι­κῆς. — Βλέ­πεις, ἔ­χω ἄλ­μπουμ. Συλ­λέ­γω σκέ­ψεις. Αὐ­τῶν ποὺ ἐ­μεῖς κά­νου­με μπάμ-μπάμ. Γρά­ψε κά­τι. Καὶ θὰ τὸ φυ­λά­ξω, καὶ ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ θὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­ζω.

        — Ὅ­μως οἱ ἄλ­λοι τί γρά­φουν; Μπο­ρῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιά;

        — Πε­ρί­με­νε, γρά­ψε πρῶ­τα ἐ­σύ, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ δὲν θὰ ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον.

        — Ἄν­τε, ἔ­λα! – συμ­φώ­νη­σα ἐ­γώ.

        — Ἔ­ξο­χα! – ἔ­λαμ­ψε ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ ἄλ­μπουμ σὲ μιὰ κα­θα­ρὴ σε­λί­δα. Νὰ πά­ρε στυ­λό. Κι ἐ­γὼ θὰ κά­τσω. Θὰ κα­πνί­σω.

        Ἔ­βα­λα τὸ ἕ­να πό­δι πά­νω στὸ ἄλ­λο καὶ συλ­λο­γι­ζό­μουν. Σκε­φτό­μουν γιὰ πο­λὺ τί νὰ γρά­ψω.

        — Μό­νο, σὲ πα­ρα­κα­λῶ πο­λύ, νὰ εἶ­ναι εὐ­α­νά­γνω­στο, – ἐ­κλι­πά­ρη­σε μὲ χα­μη­λὴ φω­νὴ ὁ Ντια­μάντ.

        Κά­πνι­σε ἕ­να τσι­γά­ρο, δεύ­τε­ρο, τρί­το. Στὸ τέ­λος συγ­κεν­τρώ­θη­κα στὶς σκέ­ψεις μου. Τὰ χέ­ρια μου ἦ­ταν ὑ­γρὰ καὶ κρύ­α. Μὴ ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸ γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα κα­τά­φε­ρα νὰ βγά­λω με­ρι­κὲς λέ­ξεις.

        Ὁ Ντια­μάντ μοῦ ἅρ­πα­ξε τὸ ἄλ­μπουμ, φό­ρε­σε τὰ χρυ­σὰ γυα­λιὰ καὶ δι­ά­βα­σε συλ­λο­γι­σμέ­να, δυ­να­τά:

        Ο ΑΝ­ΘΡΩ­ΠΟΣ ΓΕΝ­ΝΗ­ΘΗ­ΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥ­ΤΥ­ΧΙ­Α, Ο­ΠΩΣ ΤΟ ΠΟΥ­ΛΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕ­ΤΑΓ­ΜΑ.

        — Πῶς τὸ βλέ­πεις; – τὸν ρώ­τη­σα.

        Εἶ­χε κι­ό­λας πνι­γεῖ ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση καὶ γιὰ πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀρ­θρώ­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Κοί­τα­γε μιὰ ἐ­μέ­να, μιὰ τὸ ἄλ­μπουμ.

        — Ἐ­σὺ μό­νος σου τὸ ἐ­πι­νό­η­σες αὐ­τό; – ρώ­τη­σε τε­λι­κὰ ὁ Ντια­μάντ.

        — Μό­νος μου, – ἀ­πάν­τη­σα σε­μνὰ ἐ­γώ, μὴ κρύ­βον­τας πα­ράλ­λη­λα ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πε­ρη­φά­νειας.

        — Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς σὰν ὕ­μνος! – ἐν­θου­σι­ά­στη­κε ὁ Ντια­μάντ, λάμ­πον­τας. — Με­γα­λο­φυ­ῆ λό­για.

        Μ΄ ἀγ­κά­λια­σε κι­ό­λας.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ, γλυ­κέ μου!

        — Ναί, ἐν­τά­ξει… – κα­μώ­θη­κα.

        Κοί­τα τώ­ρα τί θὰ σοῦ πῶ, ψι­θύ­ρι­σε ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ὁ Ντια­μάντ, σκυμ­μέ­νος στὸ αὐ­τί μου. — Γιὰ τέ­τοι­α λό­για… Γιὰ τέ­τοι­α λό­για… Ἄν­τε, θὰ πά­ω νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρω στὴ δι­οί­κη­ση. Γιὰ τέ­τοι­α λό­για μπο­ρεῖ νὰ σὲ ἀ­θω­ώ­σουν!

        — Τί; – πε­τά­χτη­κα ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου.

        — Τί ὥ­ρα εἶ­ναι τώ­ρα; 4.30’; Ἄν­τε, φεύ­γω! Μπο­ρεῖ καὶ νὰ προ­λά­βω.

        — Δῶ­στε μου κι ἄλ­λη σο­κο­λά­τα! – πα­ρα­κά­λε­σα.

        — Νά, πά­ρε ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο πλα­κά­κι. – Ἔ­βγα­λε βι­α­στι­κὰ τὴ σο­κο­λά­τα ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, ἅρ­πα­ξε τὸ ἄλ­μπουμ καὶ κλεί­νον­τάς μου τὸ μά­τι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε.

        Φαν­τά­στη­κα πὼς φο­ρά­ει βι­α­στι­κὰ τὴ χλαί­νη καὶ τὸ γού­νι­νο κα­πέ­λο, βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα, βρί­σκει τα­ξί, τὸ αὐ­το­κί­νη­το στα­μα­τά­ει, ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς τα­ξιτ­ζῆς βά­ζει μπρὸς τὸ με­τρη­τή, πη­γαί­νουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πό­λη ἀ­φή­νον­τας ση­μά­δια τρο­χῶν στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι, στὸ αὐ­το­κί­νη­το εἶ­ναι ζε­στὰ καὶ βο­λι­κά, ὁ ὁ­δη­γὸς εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ρί­χνει μα­τι­ὲς στὸ ρο­λό­ι, τὸ αὐ­το­κί­νη­το πε­τι­έ­ται στὸν πα­ρό­χθιο δρό­μο καὶ ἐ­πι­τα­χύ­νει, φω­τί­ζουν τὰ κί­τρι­να φα­νά­ρια, ἐ­γὼ τρώ­ω σο­κο­λά­τα καὶ κοι­τά­ζω πῶς ἁ­πλώ­νε­ται τὸ χι­ό­νι στὰ μαῦ­ρα νε­ρὰ τοῦ Μό­σχο­βα, τὸ αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρει κον­τὰ σὲ ἕ­να πο­λυ­ώ­ρο­φο σπί­τι ποὺ μοιά­ζει μὲ γα­μή­λια τούρ­τα, μὲ κα­τα­λαμ­βά­νει ἀ­γά­πη γι’ αὐ­τὴ τὴν τούρ­τα, βλέ­πω τὸν συν­ταγ­μα­τάρ­χη ποὺ χτυ­πά­ει τὴ σκα­λι­στὴ ἐ­ξώ­πορ­τα, τὴν ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ ἀ­σαν­σὲρ μὲ τὸ μαν­τή­λι ποὺ χα­σο­με­ρά­ει μὲ τὴν ἀ­σφά­λεια τῆς κλει­στῆς πόρ­τας, τὸ τε­ρά­στιο χὸλ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ἀ­σαν­σέρ, τὸν με­γα­λο­πρε­πῆ θά­λα­μο τοῦ ἀ­σαν­σὲρ μὲ τοὺς με­γά­λους κα­θρέ­φτες ποὺ κα­θρε­φτί­ζουν τὸ συν­ταγ­μα­τάρ­χη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­τά­ει ἀ­πὸ πά­νω του τὸ χι­ό­νι, καὶ ἐ­πι­τέ­λους ἡ πο­λυ­πό­θη­τη πόρ­τα: σύν­το­μο κου­δού­νι­σμα – ἡ­συ­χί­α. Δεύ­τε­ρο, τρί­το κου­δού­νι­σμα – καὶ νά! ἀ­πὸ τὸ μα­κρι­νὸ βά­θος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ἀ­κού­γον­ται βή­μα­τα, ὄ­χι τῆς οἰ­κο­δέ­σποι­νας, τῆς ὑ­πη­ρέ­τριας, ἀ­κού­γε­ται πο­λὺ κον­τὰ ὁ (γνω­στός) μο­σχο­βί­τι­κος ἦ­χος τῆς ἁ­λυ­σί­δας καὶ τὸ τρί­ξι­μο τῆς κλει­δα­ριᾶς, ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει. —Χαί­ρε­τε, Ντού­σια! — Χαί­ρε­τε, λέ­ει μὲ ἔκ­πλη­ξη, Σε­μιὸν Γι­α­κό­βλε­βιτς! — Καὶ ὁ Πά­βελ Πε­τρό­βιτς; Κοι­μᾶ­ται; — Φαί­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα δὲν ξά­πλω­σαν. Ἐρ­γά­ζον­ται. Ἐ­λᾶ­τε, νὰ κρε­μά­σω τὴ χλαί­νη. Δι­ά­δρο­μος. Χα­ρα­μά­δα φω­τός. Ἡ φω­νὴ τοῦ οἰ­κο­δε­σπό­τη. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ γρα­φεί­ου, λυ­γί­ζον­τας τὴ μα­κριά του ρά­χη, βγαί­νει ἕ­νας λευ­κὸς εὐ­νου­χι­σμέ­νος γά­τος μὲ μά­τια καλ­λο­νῆς.

 

        — Μὰ τί ἔ­γι­νε; – φώ­να­ξα ἐ­γώ.

        Ὁ συν­ταγ­μα­τάρ­χης Ντια­μὰντ μὲ ἀ­νή­συ­χη τὴν πρω­ι­νή του ὄ­ψη στα­μά­τη­σε κα­τα­με­σῆς τοῦ κε­λιοῦ.

        — Μὲ συγ­χω­ρεῖς, νε­α­ρέ, – εἶ­πε ἀ­δι­ά­φο­ρα ἀλ­λὰ μὲ πό­νο στὴ ψυ­χὴ καί, κα­τὰ τὸ ρω­σι­κὸ στύλ, μὴ κοι­τών­τας στὰ μά­τια, ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­νοί­γει τὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ.

 

 

(1) Σ.τ.μ.: Ἐννοεῖ ἐξωτικὲς φιλενάδες.

 

 Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α И.И. Яценко: Русская «нетрадиционная» проза конца ХХ века», Санкт-Петербург, «Златоуст», 2004 (Σύγχρονη ρωσικὴ πεζογραφία τοῦ τέλους τοῦ 20οῦ αἰ., Ἁγία Πετρούπολη, ἐκδόσεις Ζλαταούστ, 2004).

 

Βίκτορ Ἐροφέγιεφ (Виктор Ерофеев) (Μόσχα, 1947). Πεζογράφος καὶ εἰδικὸς σὲ ζητήματα Φιλολογίας, Κριτικῆς καὶ Ἱστορίας τῆς Φιλολογίας. Σπούδασε στὴ Φιλολογικὴ Σχολὴ τοῦ Κρατικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Μόσχας. Ζεῖ στὴ Μόσχα.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Ἑλένη Κατσιώλη (Ζωγράφος, 1943). Μουσικός. Σπούδασε ρωσικὰ στὸ Ἰνστιτοῦτο Πούσκιν καὶ στὸ Κέντρο Ρωσικῶν Σπουδῶν Μίρ. Πῆρε τὸ β΄ βραβεῖο μετάφρασης στὸν 1ο διαγωνισμὸ λογοτεχνικῆς μετάφρασης «Ἄντον Τσέχωφ 2010».