Χουὰν Χοσὲ Μιγιάς (Juan José Millás): Μπέρδεμα

Millas,JuanJose-Mperdema-Eikona-04


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Μπέρ­δε­μα

(Confusión)


 

01-PiΡΙΝ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ξε­τυ­λί­ξω τὸ δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων μου, ἀ­κού­στη­κε μέ­σα ἀπ’ τὸ πα­κέ­το ἕ­να κου­δού­νι­σμα: ἦ­ταν ἕ­να κι­νη­τό. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄ­κου­σα τὴ γυ­ναί­κα μου νὰ μοῦ εὔ­χε­ται γε­λών­τας ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου. Τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὴ ζω­ή: γιὰ τὰ χρό­νια ποὺ ἤ­μα­σταν μα­ζὶ κι ὅ­λα αὐ­τά. Ἐ­πέ­μει­νε ὅ­μως νὰ τὸ κά­νου­με ἀ­π’ τὸ τη­λέ­φω­νο, κι ἔ­τσι πῆ­γε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε στὸ σα­λό­νι, ὅ­που εἶ­χα ἀ­πο­μεί­νει ἐ­γὼ μὲ τὸ μα­ρα­φέ­τι στὴν τσέ­πη. Μό­λις τε­λει­ώ­σα­με τὴν κου­βέν­τα πῆ­γα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ τὴ βρῆ­κα νὰ κά­θε­ται στὸ κρε­βά­τι, σκε­φτι­κή. Μοῦ εἶ­πε πὼς εἶ­χε μό­λις μι­λή­σει στὸ τη­λέ­φω­νο μὲ τὸν ἄν­τρα της καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε σ’ αὐ­τόν. Ἡ ἱ­στο­ρί­α μας τῆς προ­κα­λοῦ­σε ἐ­νο­χές. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κός της σύ­ζυ­γος, κι ἔ­τσι ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξέ­λα­βα ὡς σε­ξου­α­λι­κὴ πρό­κλη­ση. Κά­να­με ἔ­ρω­τα μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α δύ­ο μοι­χῶν. Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, ἤ­μουν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­τρω­γα ἕ­να σάν­του­ιτς γιὰ κο­λα­τσιό, ὅ­ταν χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη, φυ­σι­κά. Εἶ­πε ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ μοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ πὼς εἶ­χε ἐ­ρα­στή. Ἐ­γὼ πῆ­γα μὲ τὰ νε­ρά της για­τὶ μοῦ φά­νη­κε πὼς ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­χνί­δι μᾶς βό­λευ­ε καὶ τοὺς δύο. Τῆς ἀ­πάν­τη­σα λοι­πὸν νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ: εἴ­χα­με ξε­πε­ρά­σει κι ἄλ­λες κρί­σεις, κι ἔ­τσι θὰ ξε­περ­νού­σα­με κι αὐ­τήν. Τὸ βρά­δυ ξα­να­μι­λή­σα­με στὸ τη­λέ­φω­νο, ὅ­πως τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα, καὶ μοῦ εἶ­πε πὼς σὲ λί­γο θὰ συ­ναν­τι­ό­ταν μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της. Αὐ­τὸ μὲ δι­ή­γει­ρε πο­λύ, τὸ ἔ­κλει­σα ἀ­μέ­σως, πῆ­γα στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ κά­να­με ἔ­ρω­τα μέ­χρι τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ὅ­λη ἡ βδο­μά­δα κύ­λη­σε ἔ­τσι. Τὸ Σάβ­βα­το, τε­λι­κά, ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα με­τὰ ἀ­πὸ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τη­λε­φω­νι­κὴ συ­νο­μι­λί­α, μοῦ εἶ­πε πὼς μ’ ἀ­γα­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε νὰ μ’ ἀ­φή­σει για­τὶ ὁ ἄν­τρας της τὴ χρει­α­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­γώ. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ δή­λω­ση, τὰ μά­ζε­ψε καὶ ἔ­φυ­γε· ἀ­πὸ τό­τε τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν ἔ­χει ξα­να­χτυ­πή­σει. Εἶ­μαι μπερ­δε­μέ­νος.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Por favor, sea breve 2 (ἐπ. Clara Obligado, Editorial Paginas de Espuma, Madrid, 2009).

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν αὐ­τό, Βλά­κας, νε­κρός, μπά­σταρ­δος καὶ ἀ­ό­ρα­τος, Λά­ου­ρα καὶ Χού­λιο (καὶ Μα­νου­έλ).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ ΕΚΕΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες: Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Στε­φα­νί­α Κω­στού­ρου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μα­ρά, Μα­ρί­α Στερ­γί­ου, Μα­ρί­α Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Πάμπλο Έτσάρτ (Pablo Echart): Father & Son

 

 

Πάμ­πλο Ἐ­τσάρτ (P­a­b­lo E­c­h­a­rt)

 

F­a­t­h­er & S­on 

 

ΠΑΤΕΡΑΣ τοῦ εἶ­πε: «Ἄν­τε, τώ­ρα, ἔ­λα.» Τὸ ἀ­γό­ρι ξε­γλί­στρη­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­δελ­φές του, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα καὶ περ­νών­τας σβέλ­τα πά­νω ἀ­πὸ­  τὸ χει­ρό­φρε­νο καὶ τὸ λε­βι­ὲ τῶν τα­χυ­τή­των, βο­λεύ­τη­κε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια τοῦ ὁ­δη­γοῦ. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ὅ­πως κά­θε Σάβ­βα­το, τὸ τε­τρά­γω­νο ἦ­τα­ν φί­σκα ἀ­πὸ αὐ­το­κί­νη­τα, ἀλ­λὰ κα­νεὶς ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο δὲ­ν βι­α­ζό­ταν νὰ παρ­κά­ρει. Μιὰ ἀ­να­πάν­τε­χη εὐ­γνω­μο­σύ­νη κυ­ρί­ευ­σε τὸν ἄν­δρα καὶ τὸ κου­ρα­σμέ­νο του πρό­σω­πο χα­λά­ρω­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το χα­μό­γε­λο ποὺ οὔ­τε κὰν ὁ ἴ­δι­ο­ς τὸ ἀν­τι­λή­φθη­κε. Μὲ μιὰ συγ­κί­νη­ση ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἐκ­φρά­σει, συ­νει­δη­το­ποί­η­σε τὴν εὐ­τυ­χί­α του πα­ρα­τη­ρών­τας —μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του— τὸ βλέμ­μα τοῦ παι­διοῦ καρ­φω­μέ­νο στὸ δρό­μο, τὴν γκρι­μά­τσα εὐ­τυ­χί­ας στὸ πρό­σω­πό του, τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ χε­ρά­κια του γαν­τζω­μέ­να στὸ τι­μό­νι, τὴ μά­ται­η προ­σπά­θεια τῶν πο­δι­ῶν του γιὰ νὰ φτά­σουν στὰ πεν­τάλ.

         Βρῆ­κα­ν μιὰ θέ­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ὁ μι­κρὸς πί­στε­ψε ὅ­τι εἶ­χε παρ­κά­ρει. Ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι καὶ ἐ­νῶ ἄλ­λα­ζε που­κά­μι­σο, ὁ πα­τέ­ρας ὡς συ­νή­θως ἔ­βα­λε νὰ ἀ­κού­σει τὰ ἠ­χο­γρα­φη­μέ­να μη­νύ­μα­τα τοῦ τη­λε­φω­νη­τῆ.

        «Μα­νου­έλ, εἶ­μαι ὁ Κάρ­λος. Πά­ρε με μό­λι­ς γυ­ρί­σεις. Στὴν τρά­πε­ζα λέ­νε ὅ­τι τὴ Δευ­τέ­ρα σοῦ κα­τά­σχουν τὸ σπί­τι.»

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α D­os V­e­c­es C­u­e­n­to. A­n­t­o­l­o­g­ía d­e M­i­c­r­o­r­r­e­l­a­t­os (ἐπ. Jo­s­e­l­u­ís G­o­n­z­á­l­ez, E­d­i­c­i­o­n­es I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­a­l­es U­n­i­v­e­r­s­i­t­a­r­i­as, M­a­d­r­id, 1998).

 

P­a­b­lo E­c­h­a­rt. Βά­σκος. Γρά­φει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Να­βά­ρα. 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά: 

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στὲς Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Δή­μη­τρα Λαμ­πρί­δου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μά­ρα, Μα­ρί­α-Ἑ­λέ­νη Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. 

 

Tomás Borrás: Ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἥρωα

 

 

Τομὰς Μποράς (Tomás Borrás)

 

Ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ ἥ­ρω­α

(La misión del héroe)

 

ΗΡΩΑΣ εἶ­χε νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ὁ­πλι­σμέ­νος καὶ μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὴν πόρ­τα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ φύ­γει γιὰ νὰ σώ­σει τὸ λαό του. Ἡ σύ­ζυ­γος τὸν ἱ­κέ­τευ­ε νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς.

         «Μπο­ρεῖ νὰ σοῦ στοι­χί­σουν τὴ ζω­ή. Συμ­φι­λι­ώ­σου μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἀ­γά­πη» τοῦ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε σκυφτὴ κλαί­γον­τας.

        Ὁ ἥ­ρω­ας γιὰ νὰ ἐ­κτε­λέ­σει τὸ κα­θῆ­κον του, τρά­βη­ξε τὸ σπα­θὶ καὶ σκό­τω­σε τὴ σύ­ζυ­γο, ἐμ­πό­διο, λο­γι­κή, ἀδυναμί­α.

        Ὅ­ταν γύ­ρι­σε στὸ σπί­τι του, με­τὰ τὴ νί­κη, ὁ ἥ­ρω­ας δι­έ­τα­ξε νὰ ἀ­νά­ψουν φω­τιὰ καὶ ἔ­κα­ψε τὸ δε­ξί χέ­ρι του μέ­χρι ποὺ ἔ­γι­νε κάρ­βου­νο.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α D­os V­e­c­es C­u­e­n­to. A­n­t­o­l­o­g­ía D­e M­i­c­r­o­r­r­e­l­a­t­os (ἐπ. Jo­s­e­l­u­ís G­o­n­z­á­l­ez, E­d­i­c­i­o­n­es I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­a­l­es U­n­i­v­e­r­s­i­t­a­r­i­as, M­a­d­r­id, 1998).

 

Tomás Borrás (Μα­δρί­τη, 1891-1976). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στὲς Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Δή­μη­τρα Λαμ­πρί­δου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μά­ρα, Μα­ρί­α-Ἑ­λέ­νη Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

 

Albert García Elena: Ἡ μεταμόρφωση

 

 

Ἀλμπὲρτ Γκαρσία Ἐλένα (Albert García Elena)

 

Ἡ με­τα­μόρ­φω­ση

(La metamorfosis)

 

ΥΠΝΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΡΩΪ ὁ Γκρεγ­κὸρ Σάμ­σα, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­νή­συ­χο ὕ­πνο, βρέ­θη­κε στὸ κρε­βά­τι του με­τα­μορ­φω­μέ­νος σὲ τε­ρα­τῶ­δες ἔν­το­μο. Μό­λις ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι εἶ­χε φτε­ρά, δὲν τὸ σκέ­φτη­κε πο­λύ, καὶ χω­ρὶς κα­θυ­στέ­ρη­ση ἔ­φυ­γε γιὰ τὴ δου­λειὰ πε­τών­τας ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πη­δών­τας πά­νω ἀ­πὸ τὰ φα­νά­ρια καὶ τὴ Ρόν­τα Λι­το­ράλ. Οἱ προ­ϊ­στά­με­νοί του ἐ­ξε­πλά­γη­σαν τό­σο εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴ συ­νέ­πειά του, ὥ­στε τὸν ἀ­να­κή­ρυ­ξα­ν Ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ Μή­να, σὲ ἐ­πί­ση­μη τε­λε­τὴ —πα­ρου­σί­ᾳ ὅ­λης τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του καὶ ση­μαν­τι­κῶν ἐκ­προ­σώ­πων τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς καὶ πο­λι­τι­στι­κῆς ζω­ῆς τῆς πό­λης— στὴν ὁ­ποί­α ὁ Πρό­ε­δρος αὐ­το­προ­σώ­πως τοῦ καρ­φί­τσω­σε τὸ σῆ­μα τῆς ἑ­ται­ρί­ας στὸ μέ­σο τοῦ θώ­ρα­κα, γε­γο­νὸς ποὺ τοῦ προ­κά­λε­σε τὸν ἀ­κα­ρια­ῖο θά­να­το καὶ τὸν προ­ε­τοί­μα­σε στὴν ἐν­τέ­λεια γιὰ νὰ ἐ­κτε­θεῖ σὲ κά­σα μὲ γυ­ά­λι­νο σκέ­πα­σμα, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ κα­νείς, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ συλ­λέ­κτες γνω­ρί­ζουν, ἀ­πὸ τὶς ἐν­νέ­α ὣς τὶς πέν­τε τὸ ἀ­πό­γευ­μα, Δευ­τέ­ρα ἕ­ως Πα­ρα­σκευ­ὴ καὶ τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το κά­θε μή­να, στὴν κύ­ρια εἴ­σο­δο τῆς ἑ­ται­ρί­ας. Μει­ω­μέ­νες τι­μὲς γιὰ γκρούπ.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α D­os V­e­c­es C­u­e­n­to. A­n­t­o­l­o­g­ía D­e M­i­c­r­o­r­r­e­l­a­t­os (ἐπ. Jo­s­e­l­u­ís G­o­n­z­á­l­ez, E­d­i­c­i­o­n­es I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­a­l­es U­n­i­v­e­r­s­i­t­a­r­i­as, M­a­d­r­id, 1998).

 

Ὁ Albert García Elena γεν­νή­θη­κε στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στὲς Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Δή­μη­τρα Λαμ­πρί­δου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μά­ρα, Μα­ρί­α-Ἑ­λέ­νη Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.