Ρόμπερτ Κοῦβερ (Robert Coover): Ἡ πίστη τοῦ ἔκπτωτου

Coover,Robert-IPistiTouEkptotou-Eikona-01


Ρόμ­περτ Κοῦ­βερ (Robert Coover)

 

Ἡ πί­στη τοῦ ἔκ­πτω­του

(The Fallguy’s Faith)


01-GammaΕΜΑΤΟΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ, μὲ κά­ποι­ου εἴ­δους ἔ­σχα­το τέ­χνα­σμα, κα­τέρ­ρευ­σε σὰν κα­τη­γο­ρού­με­νο δί­χως ὑ­πο­κεί­με­νο σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε χῶ­ρο (ἐ­νί­ο­τε καὶ χρό­νο) καὶ μὲ ἕ­ναν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ κρό­το τὰ ση­μαν­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του γνω­ρί­σμα­τα σκόρ­πι­σαν παν­τοῦ στὸ ἔ­δα­φος. Ὤ, μὰ ἦ­ταν μί­α ὑ­πέ­ρο­χη πτώ­ση, σκέ­φτη­κε κα­θὼς κεί­τον­ταν ἐ­κεῖ, μου­δι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τρό­μο, προ­σπα­θών­τας ἀ­πε­γνω­σμέ­να νὰ μα­ζέ­ψει τὰ κομ­μά­τια του. Σὲ αὐ­τὸν τὸ χρό­νο (ἢ ἔ­στω χῶ­ρο) πραγ­μα­τι­κὰ τὰ κα­τά­φε­ρα! Φυ­σι­κά, εἶ­χε ξα­να­πέ­σει. Χω­ρὶς προσ­δο­κί­ες, βου­τηγ­μέ­νος στὶς κα­τα­χρή­σεις, ἔ­ξω μὲ τοὺς φί­λους του, σὲ ἄ­σχη­μους και­ρούς, ἔ­χον­τας μπλε­ξί­μα­τα μὲ τὸ νό­μο, μὲ ἐ­ρω­τι­κὰ πά­θη, γε­μά­τος βά­σα­να —πράγ­μα­τι, λὲς καὶ τὸν πα­ρα­κι­νοῦ­σε κά­τι μο­χθη­ρό, δη­μι­ούρ­γη­μα τῆς κα­τά­στα­σης τὴν ὁ­ποί­α βί­ω­νε— μὰ δια­ρκῶς ἔ­πε­φτε, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Αὐ­τὴ ὅ­μως ἦ­ταν ἡ χει­ρό­τε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ ὅ­λες. Ἦ­ταν σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια, τ’ ἀ­στέ­ρια, ἡ Βα­βυ­λώ­να, τὰ λί­κνα, ἡ αὐ­λαί­α, οἱ ἄγ­γε­λοι, ἡ βρο­χὴ καὶ τὰ σπουρ­γί­τια, σὰ νὰ ἔ­πε­σε μί­α τρο­μα­κτι­κὴ ἡ­συ­χί­α, σὰ νὰ ἔ­πε­σε θα­να­τι­κό. Οὕ­τως εἰ­πεῖν, ὅ­πως πλέ­ον κα­τά­λα­βε, κα­θὼς πα­ρα­δι­νό­ταν στὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ κομ­μά­τι τῆς οὐ­σί­ας, ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴν ὕ­στα­τη πτώ­ση (του­λά­χι­στον τὴ δι­κή του – ὅ­σο γιὰ τὰ τσίπς, ἀ­φή­νον­τάς τα ἔ­βγα­λε ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό, κι ἐ­κεῖ­να σκορ­πί­στη­καν ἀ­ρι­στε­ρά-δε­ξιὰ πέ­φτον­τας). Κι ὅ­μως, ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρει, γιὰ ποι­ό λό­γο ὅ­σα τοῦ συ­νέ­βη­σαν εἶ­χαν σχέ­ση μὲ τὴ γλώσ­σα; Ἀ­κό­μα κι αὐ­τό! Πε­ρί­που λὲς κι ἂν δὲν ὑ­πῆρ­χαν λέ­ξεις, δὲ θὰ εἶ­χε συμ­βεῖ πο­τέ! Μή­πως ὕ­στε­ρα ἀ­π’ ὅ­λα ὅ­σα εἰ­πώ­θη­καν καὶ συ­νέ­βη­σαν, δὲν ἦ­ταν πλέ­ον τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ ἀ­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γη πα­ρά­φρα­ση, ἕ­να κε­νὸ σχῆ­μα λό­γου, στὰ πλαί­σια ἑ­νὸς ση­μαν­τι­κό­τα­του συν­τα­κτι­κοῦ ὑ­παρ­ξια­κοῦ σφάλ­μα­τος; Εἶ­χε ἐ­πέλ­θει ἡ πτώ­ση;, σκέ­φτη­κε ἀ­νή­συ­χα, κα­θὼς ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια του γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πλέ­ον ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θὸν (ἔν­δο­ξο ἢ ὄ­χι καὶ τό­σο), οἱ χυ­μοί του στὸ χῶ­μα (ἦ­ταν ὄν­τως χῶ­μα;), μό­νο καὶ μό­νο λέ­γον­τας ὅ­τι εἶ­χε πέ­σει; Ἄχ, δά­κρυ­α ἔ­πε­φταν κυ­λών­τας στὰ μά­γου­λά του, νο­τι­σμέ­να ἔ­τσι ἀν­τη­χών­τας τὴ με­γα­λύ­τε­ρη πτώ­ση, πλέ­ον πα­νάρ­χαι­η, τό­σο ποὺ κι ὁ ἴ­διος ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ξε­χνά­ει (μί­α ἀ­κό­μα πιὸ ξε­κομ­μέ­νη πτώ­ση ἀ­π’ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες, λη­σμο­νών­τας τοῦ­το: πὼς ἦ­ταν μιὰ πτώ­ση σὰν μέ­σα σὲ μιὰ πτώ­ση), καὶ τό­τε τοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ σ’ αὐ­τὲς τὶς ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες στιγ­μὲς ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε κάλ­λι­στα νὰ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι, γεν­νη­μέ­νος γιὰ νὰ πέ­φτει, εἶ­χε ἴ­σως πέ­σει ἁ­πλῶς, γιὰ νὰ γεν­νη­θεῖ (ὅ­που ἡ γέν­νη­ση δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να ξε­καρ­δι­στι­κὸ ἀ­στεῖ­ο, γιὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω μί­α φρά­ση)! Ναί, ναί, θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἰ­πω­θοῦν, ὅ­σα δὲν μπο­ροῦν νὰ εἰ­πω­θοῦν, ἀλ­λὰ δὲν τὰ πί­στευ­ε πραγ­μα­τι­κά, οὔ­τε πί­στευ­ε ὅ­τι ἡ κλί­ση πρὸς τυ­χαῖ­α πε­ρι­στα­τι­κὰ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λης ση­μα­σί­ας. Ὄ­χι, ἐ­ὰν εἶ­χε πί­στη σὲ κά­τι, αὐ­τὸς ὁ ἔκ­πτω­τος (ἐ­πα­νῆλ­θε ἐκ νέ­ου στὸ θέ­μα μας), αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: ἀρ­χι­κὰ ἦ­ταν τὸ νό­η­μα, καὶ τὸ νό­η­μα ἦ­ταν τὸ ἑ­ξῆς: ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα του, γιὰ νὰ τὸ φω­νά­ξει (ἄ­ρα­γε γιὰ ν’ ἀ­πο­δεί­ξει τὸ ἕ­να ἢ τὸ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο;), ἀλ­λὰ ἦ­ταν πλέ­ον πο­λὺ ἀρ­γὰ – τὸ πρό­σω­πό του λύ­γι­σε μ’ ἕ­να στρα­βὸ χα­μό­γε­λο κι οἱ λέ­ξεις πέ­θα­ναν στὰ χεί­λη του…

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Ρόμ­περτ Λό­ου­ελ Κοῦ­βερ (Robert Coover) (1932). Ἀ­με­ρι­κα­νός συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐ­πί­τι­μος κα­θη­γη­τὴς στὸ πρό­γραμ­μα Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Τε­χνῶν τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου Μπρά­ουν. Θε­ω­ρεῖ­ται γε­νι­κό­τε­ρα συγ­γρα­φέ­ας ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ μυ­θο­πλα­σί­α καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ στὶς ἱ­στο­ρί­ες του και χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται συγ­γρα­φέ­ας “με­τα­μυ­θο­πλα­σί­ας”.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ:

Νά­για Δα­σκα­λο­πού­λου. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American Col­lege. Δι­δά­σκων: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης

Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Οἱ γάτες στὴν αἴθουσα ψυχαγωγίας τῆς φυλακῆς

Davis,Lydia-OiGatesStinAithousa...-Eikona-01


Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Οἱ γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς

(The Cats in the Prison Recreation Hall)


01-TaphΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς ἦ­ταν οἱ γά­τες. Ὑ­πῆρ­χαν πε­ριτ­τώ­μα­τα παν­τοῦ. Τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα τῆς γά­τας προ­σπα­θοῦν νὰ κρυ­φτοῦν σὲ μιὰ γω­νιὰ καὶ μό­λις κά­ποι­ος τὰ δεῖ, μοιά­ζουν θυ­μω­μέ­να καὶ ντρο­πι­α­σμέ­να συ­νά­μα, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως νι­ώ­θει ἕ­νας ἄ­στε­γος ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κοι­μη­θεῖ στὸ παγ­κά­κι.

        Ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ βρο­χή, οἱ γά­τες πα­ρέ­με­ναν στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς, κι ἀ­φοῦ ἔ­βρε­χε συ­χνά, ἡ αἴ­θου­σα βρό­μα­γε καὶ οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ὅ­λο γκρί­νια­ζαν. Ἡ μυ­ρω­διὰ δὲν προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ ζων­τα­νά. Ἦ­ταν μιὰ δυ­να­τή, δυ­σά­ρε­στη μυ­ρω­διά. Μιὰ ἐ­με­τι­κὴ βρό­μα.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει, αὐ­τὲς τὶς γά­τες. Ὅ­πο­τε τὶς κλώ­τσα­γαν, δὲν τό ’­σκα­γαν ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ἀλ­λὰ δι­α­σκορ­πί­ζον­ταν ἀ­ρι­στε­ρά-δε­ξιά, τρέ­χον­τας μὲ χα­μη­λω­μέ­να τὰ πό­δια τους, καὶ μὲ τὶς κοι­λι­ὲς τους σχε­δὸν νὰ ἀ­κουμ­πᾶ­νε στὸ πά­τω­μα. Πολ­λὲς ἐ­κτι­νάσ­σον­ταν τό­σο ψη­λά, κά­νον­τας σάλ­το ἀ­πὸ δο­κὸ σὲ δο­κό, καὶ τε­λι­κὰ κά­θον­ταν κά­που ψη­λά, κι ἔ­τσι οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι, ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἔ­παι­ζαν πίνκ-πόνκ, ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν καὶ δὲν ἀ­κου­γό­ταν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ τὸ θό­λο τῆς ὀ­ρο­φῆς, κά­τι ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει αὐ­τὲς τὶς γά­τες, για­τὶ μπαι­νό­βγαι­ναν στὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τρύ­πες κα­λὰ κρυμ­μέ­νες. Τὰ πα­τή­μα­τά τους ἦ­ταν ἀ­θό­ρυ­βα – μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν κά­ποι­ον μὲ πε­ρισ­σὴ ὑ­πο­μο­νή, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­ση ἔ­χει ἕ­νας ἄν­θρω­πος.

        Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἄλ­λες ἔ­γνοι­ες, ἀλ­λὰ σὲ κά­θε στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς της, ἡ γά­τα ἔ­χει μό­νο μί­α καὶ μο­να­δι­κή. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τῆς δί­νει μιὰ τό­σο τέ­λεια ἰ­σορ­ρο­πί­α, καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­ξάλ­λου τὸ θέ­α­μα μιᾶς μπερ­δε­μέ­νης ἢ φο­βι­σμέ­νης γά­τας μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­νά­μει­κτα συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­φοῦ νι­ώ­θου­με οἶ­κτο καὶ ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ γε­λά­σου­με. Ἡ γά­τα δὲ δι­στά­ζει ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὴν πη­γὴ προ­έ­λευ­σης τοῦ φό­βου ἢ τῆς σύγ­χυ­σης, ἔ­χον­τας ὡς μό­νο βο­ή­θη­μα μιὰ δύ­σο­σμη ἀ­νά­σα ποὺ βγαί­νει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ πι­τσι­λω­τά της οὖ­λα.

        Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά, οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οί. Εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει μι­κρο­α­δι­κή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖα δὲ θε­ω­ροῦν­ταν σο­βα­ρά, κι ἔ­τσι τοὺς συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν μὲ ἐ­πι­εί­κεια.. Ὅ­μως, ἂν καὶ οἱ ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οὶ συ­χνὰ ἀ­ρέ­σκον­ται νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται γιὰ τὴν κα­λὴ κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας τους, οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νοι ἄρ­χι­σαν νὰ βγά­ζουν ἐ­ξαν­θή­μα­τα καὶ ἐκ­ζέ­μα­τα. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά τους καὶ στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κλεί­δω­ση στὸ ὕ­ψος τοῦ ἀγ­κώ­να εἶ­χαν ἀ­φό­ρη­τους πό­νους καὶ τὸ δέρ­μα εἶ­χε ξε­φλου­δί­σει παν­τοῦ. Ἔ­γρα­φαν ἐ­πι­στο­λὲς γε­μά­τες ἀ­γα­νά­κτη­ση στὸν Κυ­βερ­νή­τη τῆς Πο­λι­τεί­ας τους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐν­τε­λῶς συμ­πτω­μα­τι­κὰ ἦ­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­σή­μαν­τος ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά. Οἱ γά­τες, ὑ­πο­στή­ρι­ζαν, τοὺς προ­κα­λοῦ­σαν ἀ­να­φυ­λα­ξί­α.

        Ὁ Κυ­βερ­νή­της λυ­πή­θη­κε τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸ δι­ευ­θυν­τὴ τῆς φυ­λα­κῆς νὰ φρον­τί­σει τὸ ζή­τη­μα.

        Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῆς φυ­λα­κῆς εἶ­χε χρό­νια νὰ πά­ει στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αἴ­θου­σα. Μπαί­νον­τας, ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει, νι­ώ­θον­τας ἀ­να­γού­λα ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ερ­γη μυ­ρω­διά.

        Στὸ τέ­λος ἑ­νὸς δι­α­δρό­μου, στρί­μω­ξε στὴ γω­νί­α ἕ­ναν ἄ­σχη­μο κε­ρα­μι­δό­γα­το. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπα­στού­νι καὶ ὁ γά­τος, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ θυ­μω­μέ­νη του φά­τσα, ἦ­ταν ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νο μὲ τὰ δόν­τια καὶ τὰ νύ­χια του. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κι ὁ γά­τος ἔ­κα­ναν ἑ­λιγ­μοὺς μπρὸς-πί­σω γιὰ λί­γη ὥ­ρα, καὶ τό­τε ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πῆ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει μὲ δύ­να­μη, κι ὁ γά­τος ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει τρι­γύ­ρω του κι ἔ­φυ­γε, χω­ρὶς νὰ κά­νει κά­ποι­α λαν­θα­σμέ­νη κί­νη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἔ­βλε­πε γά­τες παν­τοῦ.

        Με­τὰ τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ὅ­ταν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι εἶ­χαν ἐ­πι­στρέ­ψει στὰ κε­λιά τους, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐ­πέ­στρε­ψε κρα­τών­τας μιὰ κα­ραμ­πί­να. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἄ­κου­γαν τὸν ἦ­χο τῶν πυ­ρο­βο­λι­σμῶν ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα. Ἦ­ταν ἕ­νας ἦ­χος ὑ­πό­κω­φος καὶ ἀ­κου­γό­ταν κά­που ἀ­πὸ μα­κριά, σὰν νά ’­ταν πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἤ­ξε­ρε κα­λὸ ση­μά­δι καὶ σκό­τω­σε πολ­λὲς γά­τες – λὲς κι ἔ­βρε­χε γά­τες ἀ­πὸ τὸ θό­λο, ἦ­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς δι­α­δρό­μους γυ­ρι­σμέ­νες ἀ­νά­πο­δα. Καὶ παρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­κό­μα ἔ­βλε­πε σκι­ὲς νὰ κι­νοῦν­ται στὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου, κα­θὼς ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ κτή­ριο.

        Ἡ δι­α­φο­ρὰ ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν ἐμ­φα­νής. Τὸ δέρ­μα τῶν φυ­λα­κι­σμέ­νων ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Ἂν καὶ ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε στὸν ἀ­έ­ρα τοῦ κτη­ρί­ου, δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο ἔν­το­νη ὅ­πως πρίν. Με­ρι­κὲς γά­τες ἀ­κό­μα ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπα­ρου­τιοῦ καὶ τοῦ αἵ­μα­τος κι ἀ­πὸ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν ἄλ­λων με­λῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους καὶ τῶν μι­κρῶν τους.

        Ἔ­πα­ψαν νὰ ἀ­να­πα­ρά­γον­ται καὶ πα­ρα­μό­νευ­αν στὶς γω­νί­ες συ­ρί­ζον­τας ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς τρι­γύ­ρω, κά­νον­τας ἐ­πί­θε­ση χω­ρὶς λό­γο σὲ ὁ­τι­δή­πο­τε κι­νοῦν­ταν.

        Οἱ γά­τες αὐ­τὲς δὲν τρέ­φον­ταν κα­λὰ καὶ δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου κα­θα­ρές, καὶ μιὰ-μιὰ, μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο καὶ στὸ δι­κό της χρό­νο πέ­θαι­νε, ἀ­φή­νον­τας πί­σω μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ δυ­να­τὴ μυ­ρω­διὰ ποὺ πλα­νι­ό­ταν στὸν ἀ­έ­ρα γιὰ κα­να­δυ­ὸ βδο­μά­δες καὶ με­τὰ δι­α­λυ­ό­ταν. Με­ρι­κοὺς μῆ­νες με­τὰ δὲν ὑ­πῆρ­χαν κα­θό­λου γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς. Στὸ με­τα­ξὺ τοὺς ἀ­σή­μαν­τους φυ­λα­κι­σμέ­νους εἶ­χαν δι­α­δε­χθεῖ κά­ποι­οι ἄλ­λοι, δια­­βό­η­τοι, κι ὁ δι­ευ­θυν­τὴς εἶ­χε ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄλ­λον, πιὸ φι­λό­δο­ξο. Μό­νο ὁ Κυ­βερ­νή­της πα­ρέ­μει­νε στὴ θέ­ση του.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (Νορθάμπτον, Μασσαχουσέττης, 1947): Διήγημα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, με­τά­φραση ἀ­πό τὴ γαλ­λι­κή καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κλα­σι­κὰ γαλ­λι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα, ὅπως τὸ Α­να­ζη­τών­τας τὸν Χα­μέ­νο Χρό­νο τοῦ Προύστ καὶ τὸ Μαν­τὰμ Μπο­βα­ρὺ τοῦ Φλομ­πέρ.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νά­για Δα­σκα­λο­πού­λου. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American Col­le­ge. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.