Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó): Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος



Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó)


Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος

(Sant Valentí)


ΑΝΤΡΑΣ ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μου­σεῖ­ο καὶ κά­θε­ται σὲ ἕ­να παγ­κά­κι στὴν πλα­τεί­α ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Στὸ μου­σεῖ­ο, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε ἕ­να σχέ­διο τοῦ Μα­νό­λο Οὐγ­κέ, γνώ­ρι­σε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ βλέμ­μα κα­θα­ρό, βα­θὺ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς καὶ σκέ­φτη­κε πὼς αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἐ­ρω­τευ­τεῖ. Ἐ­πί­σης σκέ­φτη­κε πὼς δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει σ’ ἐ­κεί­νη. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ὁ τρό­πος ποὺ μι­λά­ει. Ὅ­ση ὥ­ρα μί­λη­σαν στὸ μου­σεῖ­ο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τὸ προ­φα­νές, οὔ­τε ἀ­πήγ­γει­λε κά­ποι­α δογ­μα­τι­κὴ θε­ω­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν, τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­πὸ μα­κριά, μέ­χρι ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ μπαί­νει σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τώ­ρα πε­ρι­μέ­νει.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ εἶ­χε ἕ­να προ­αί­σθη­μα: δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ βρεῖ τὴ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του. Ἀ­πὸ μω­ρὸ κοί­τα­ζε μὲ πό­θο τὰ πό­δια τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ μὲ τὰ ἄ­σπρα καλ­τσά­κια καὶ κά­τι μέ­σα του τοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ δρό­μος θὰ ἦ­ταν δύ­σβα­τος. Κυ­ρί­ως ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε μιὰ ξε­κά­θα­ρη ἰ­δέ­α γιὰ τὸ πῶς ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του, οὔ­τε ἂν (ὄν­τως) ὑ­πῆρ­χε. Δὲν εἶ­χε προ­τι­μή­σεις. Δὲν τὴ φαν­τα­ζό­ταν οὔ­τε ψη­λὴ οὔ­τε κον­τή, οὔ­τε ξαν­θιὰ οὔ­τε με­λα­χρι­νή. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ χα­ζή, ὅ­πως θέ­λουν ὁ­ρι­σμέ­νοι. Ὅ­ταν ἦ­ταν πέν­τε χρο­νῶν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν κό­ρη αὐ­τῶν ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ἀ­γό­ρα­ζε τὰ μο­λύ­βια, τὶς γό­μες, τὶς πέ­νες, τὶς γρα­φί­δες, τὸ με­λά­νι καὶ τὰ σπι­ρὰλ τε­τρά­δια. Προ­φα­νῶς, δὲν τῆς εἶ­πε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας κρυ­φὸς ἔ­ρω­τας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνά­ει τὶς νύ­χτες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του· ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ὅ­ταν σκέ­φτε­ται τὴ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, σκέ­φτε­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­μως, αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο τὸ πού­λη­σαν, ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ δὲν ἔ­μα­θε πο­τὲ ξα­νὰ νέ­α τους. Τὴ νο­σταλ­γοῦ­σε. Σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε νέ­α της, ἀ­π’ ὅ­σο ὅ­ταν τὴν εἶ­χε μπρο­στά του καὶ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τῆς κά­νει ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ξα­νὰ μέ­χρι τὰ ὀ­χτώ του. Τό­τε τὸ ἀ­γνο­οῦ­σε, ἀλ­λὰ θὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἐ­ρω­τευ­ό­ταν. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ φί­λη τῆς με­γα­λύ­τε­ρης ἀ­δελ­φῆς του, ποὺ συ­χνὰ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τους γιὰ παι­χνί­δι. Αἰ­σθα­νό­ταν ἔ­νο­χος ποὺ εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ: τοῦ φαι­νό­ταν προ­δο­σί­α πρὸς τὸ κο­ρί­τσι τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου. Ἡ φί­λη τῆς ἀ­δελ­φῆς του πρέ­πει νὰ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ δώ­δε­κα κι ἐ­κεῖ­νος, ἕ­να ἀ­γό­ρι ὀ­χτὼ χρο­νῶν, δὲν εἶ­χε κα­μί­α πι­θα­νό­τη­τα. Ἴ­σως ὅ­ταν με­γά­λω­νε καὶ ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ τώ­ρα ἔ­μοια­ζε μὲ ἄ­βυσ­σο μει­ω­νό­ταν… Ὕ­στε­ρα τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας μὲ ἑ­κα­τὸ τὴν ὥ­ρα, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. Τώ­ρα εἶ­ναι ἤ­δη δε­κα­εν­νιά. Εἶ­ναι ἐ­νή­λι­κας ἐ­δῶ καὶ ἕ­να χρό­νο. Ἕ­να χρό­νο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γί­νει εἴ­κο­σι. Εἴ­κο­σι! Πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ ὅ­τι θὰ τὰ ἔ­φτα­νε, αὐ­τός, ποὺ με­τα­ξὺ δώ­δε­κα καὶ δε­κα­τεσ­σά­ρων εἶ­χε μιὰ μυ­στι­κι­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ πέ­θαι­νε πρὶν τὰ εἴ­κο­σι: σὲ δυ­στύ­χη­μα μὲ αὐ­το­κί­νη­το ἢ μὲ μη­χα­νὴ ἢ του­λά­χι­στον θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­ρί­α του εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Δὲν θὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ πο­τὲ ξα­νά; Ἐ­δῶ καὶ δέ­κα χρό­νια δὲν ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ κι ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­πο­λεῖ τὶς νύ­χτες ἀ­γρύ­πνιας ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του. Ἴ­σως ἡ ἐ­νη­λι­κί­ω­ση νὰ ση­μαί­νει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό. Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, συλ­λο­γί­ζε­ται, ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δεῖγ­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι για­τί ἀ­να­πο­λεῖ κά­τι ποὺ σύμ­φω­να μὲ τὴ λο­γι­κὴ εἶ­ναι τό­σο ζο­φε­ρό. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ αἰ­σθά­νε­ται ἄ­δει­ος; Για­τί δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ Μάρ­τα, ἐ­κεί­νη τὴν κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μά­θη­μα σχε­δί­ου; Δὲν τῆς λεί­πουν οἱ ἀ­ρε­τές. Ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἐ­λατ­τώ­μα­τα ποὺ τὰ συγ­χω­ρεῖ κα­νείς. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα: στὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα συγ­χω­ροῦν­ται. Αὐ­τὸ σκέ­φτη­κε ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­α­κό­ψει μα­ζί της. Ἀλ­λὰ για­τί νὰ συγ­χω­ρή­σει τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα καὶ ὄ­χι ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης; Ἂν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­γα­πή­σει κά­ποι­α, ἂν ἀ­γά­πη ση­μαί­νει πράγ­μα­τι αὐ­τὸ ποὺ φαν­τά­ζε­ται, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν ἀ­σή­μαν­τα ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν. Εἶ­ναι ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κή. Εἶ­ναι ὅ­μως καὶ θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ Νέ­ους εἶ­ναι θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Νέ­ους ἔ­χει τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­νη­θι­σμέ­νη· οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ δὲν ἔ­χει σκε­φτεῖ κά­τι πρω­τό­τυ­πο. Αὐ­τὸ τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι (λό­γῳ ἀ­να­σφά­λειας) γί­νε­ται ἐ­πι­θε­τι­κή. Μὲ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­χνά­ζουν στὶς ντι­σκο­τὲκ καὶ ποὺ μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα καὶ μὲ τὴ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σὼν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες. Τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα τὴ δη­μι­ουρ­γοῦν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας καυ­στι­κὲς φρά­σεις, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νες, πάν­τα ἕ­τοι­μες νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν ὅ­που νά ’­ναι. Καὶ ἡ Τέ­σα; Ἡ Τέ­σα εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνη, εὐ­φυ­ής, δι­α­σκε­δα­στι­κή. Καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο, ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ στὴν ἄλ­λη, καὶ ξέ­ρουν, χω­ρὶς νὰ ποῦν λέ­ξη, ἀ­πὸ τὴ λάμ­ψη στὰ μά­τια, τί σκέ­φτον­ται, ποι­όν κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Στὸ κρε­βά­τι, ἐ­πί­σης, ται­ριά­ζουν κα­τα­πλη­κτι­κά. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­μως, εἶ­ναι ἕ­να κα­κο­μα­θη­μέ­νο κο­ρί­τσι ποὺ κα­τε­βά­ζει μοῦ­τρα ὅ­ταν δὲν τῆς κά­νεις τὸ χα­τί­ρι. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι τεμ­πέ­λα καὶ περ­νά­ει τὴ μέ­ρα της ξα­πλω­μέ­νη στὸν κα­να­πέ, κα­πνί­ζον­τας νω­χε­λι­κὰ ἕ­να τσι­γά­ρο ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ. Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πὸ τὴν Ἄ­να ποὺ συ­νε­χῶς κά­τι κά­νει. Εἶ­ναι ἕ­να δυ­να­μὸ πού σοῦ με­τα­δί­δει τὸ κέ­φι της γιὰ ζω­ή. Ἀλ­λὰ ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐ­λάτ­τω­μα τῆς Ἄ­να; Ὅ­τι εἶ­ναι κτη­τι­κὴ ὅ­πως κα­μιὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­χει γνω­ρί­σει, ὅ­τι τοὺς μῆ­νες ποὺ ἔ­βγαι­ναν τοῦ ἔ­κα­νε ἔ­λεγ­χο μέ­ρα-νύ­χτα καὶ ὅ­τι πάν­τα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο ὅ­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ἐ­κεί­νη. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπά­θη­σε. Τὴν ἐ­κτι­μά­ει, τοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀλ­λὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει, νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει… Καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ψά­χνει ἄ­πια­στα ἰ­δα­νι­κά. Δὲν εἶ­ναι τό­σο ἠ­λί­θιος ὥ­στε νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ βρεῖ κά­ποι­α χω­ρὶς ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἂν ἀ­γα­πᾶς ἀ­λη­θι­νά, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα μέ­νουν φυ­λαγ­μέ­να σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ δὲν βγαί­νουν ὅ­λη τὴν ὥ­ρα στὴν ἐ­πι­φά­νεια. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Ὅ­πως προ­σπά­θη­σε νὰ ἀ­γα­πή­σει τὴν Τέ­σα, τὴ Νέ­ους καὶ τὴ Μάρ­τα. Θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Ἐ­πει­δὴ θὰ ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπα­θεῖ, δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει. Για­τί δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σὰν ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται; Ἡ Σέ­φα (μιὰ ἄλ­λη κο­πέ­λα ἄ­ξια νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἔ­ρω­τα ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἔ­χει μιὰ στα­λιὰ μυα­λὸ) τοῦ λέ­ει πὼς σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ παι­δι­κὸ τραῦ­μα. Πὼς δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ ἔ­δει­ξε ἀρ­κε­τὴ ἀ­γά­πη οὔ­τε ἡ μη­τέ­ρα του οὔ­τε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­πως εἶ­ναι. Ἄλ­λη πρω­τό­τυ­πη ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τῆς Κού­κι, ἡ ὁ­ποί­α τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα, πρὶν τὸ τε­λι­κὸ ἀν­τί­ο, τοῦ εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συμ­βαί­νει εἶ­ναι ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­γα­πή­σει κα­μί­α ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πά­ει μό­νο τὸν ἑ­αυ­τό του. Για­τί εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­γω­ι­στὴς ποὺ δὲν ἀ­ξί­ζει τὴν ἀ­γά­πη τῶν γυ­ναι­κῶν ποὺ τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Ἄ, τί φο­βε­ρὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἂν βέ­βαι­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό! Καὶ ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λο: πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Για­τί ἄ­ρα­γε ὅ­λες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­ο ἀ­χα­λί­νω­το πά­θος; Για­τί ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νος νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, κα­τ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές;

       Ἐ­νῶ σκέ­φτε­ται ὅ­λα αὐ­τά, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βλέ­πει πὼς ἡ κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μου­σεῖ­ο βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ στρί­βει στὴ γω­νί­α. Ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­νε­ται μ’ ἕ­να σάλ­το. Τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ. Στα­δια­κὰ μι­κραί­νει τὴν ἀ­πό­στα­ση. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν κοι­τά­ζει, κα­θὼς ἐ­κεί­νη περ­πα­τά­ει μπρο­στά του, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρό τοῦ ἀ­ρέ­σει καί, ἀ­π’ ὅ,τι πα­ρα­τή­ρη­σε στὸ μου­σεῖ­ο, μᾶλ­λον κι ἐ­κεί­νης πρέ­πει νὰ τῆς ἀ­ρέ­σει. Κι ἂν αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια; Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ πί­σω της, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς. Θὰ ἀρ­κοῦ­σε ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο της γιὰ νὰ γυ­ρί­σει.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Τὸ Για­τί γιὰ Κα­θε­τὶ (με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου, ἔκδ. Μιχ. Σι­δέ­ρης, Ἀ­θή­να, 2016).

Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitanta-sis contes. Τὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου ἔ­χει Μά­στερ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔρ­γα τῶν Λόρ­κα, Βι­τά­λε, Πα­λό­μας, Φραμ­πέ­τι, Νε­ου­μαν.


			

Κάρλος Βιτάλε (Carlos Vitale): John & John Ltd

 

 

Κάρλος Βιτάλε (Carlos Vitale) 

 

J­o­hn & J­o­hn L­td

 

Ι ΑΔΕΛΦΟΙ ΓΟΥΕΙΝ καὶ Φὸρντ Τζὸν ὑ­πῆρ­ξαν πάν­το­τε πο­λὺ δε­μέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο. Μο­νο­ζυ­γω­τι­κοὶ δί­δυ­μοι, δὲν εἶ­χαν χω­ρί­σει πο­τέ. Φοί­τη­σαν στὴν ἴ­δια βι­ο­μη­χα­νι­κὴ σχο­λὴ καὶ με­τὰ συ­νέ­χι­σαν στὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἐ­πι­χεί­ρη­ση, μιὰ μι­κρὴ ἑ­ται­ρεί­α ἐ­πι­σκευ­ῆς καὶ πώ­λη­σης ἠ­λε­κτρι­κῶν συ­σκευ­ῶν, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ ὄ­νο­μα εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει ἀ­πὸ J­o­hn & S­o­ns σὲ J­o­hn & J­o­hn L­td. Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύο δὲν παν­τρεύ­τη­κε, ὄ­χι για­τὶ δὲν τοὺς πα­ρου­σι­ά­στη­καν εὐ­και­ρί­ες, ἀλ­λὰ για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ δι­α­νο­η­θοῦν τὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ πρέ­πει νὰ μοι­ρα­στοῦν τὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἔ­τρε­φε ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο. Γι’ αὐ­τὸν τὸ λό­γο, ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ Γου­έ­ιν, ὁ Φὸρντ φρόν­τι­σε νὰ τὸν βαλ­σα­μώ­σει καὶ νὰ τὸν βά­λει νὰ κα­θί­σει ἄ­νε­τα στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ ἦ­ταν συ­νε­χῶς ἀ­νοι­χτή. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, στὸν Γου­έ­ιν πο­τὲ δὲν ἄ­ρε­σαν τὰ πολ­λὰ λό­για.

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των D­e­s­c­o­r­t­e­s­ía d­el s­u­i­c­i­da [Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα] (ἐκδ. C­a­n­d­a­ya, Βαρ­κε­λώ­νη, 2008).

 

Carlos Vitale (Μπουένος Ἄιρες, 1953). Πο­ιη­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος καὶ με­τα­φρα­στὴς ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κά . Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη ἀ­πὸ τὸ 1981. Δημοσίευσε μεταξὺ ἄλλων: Unidad de lugar (2004), Fuera de casa (2004).

Ἱστολόγιο: http://carlosvitale.blogspot.com/

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἰσπανικά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου (Πά­τρα, 1967). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μα­δρί­τη.  Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση.

 

Κάρλος Βιτάλε (Carlos Vitale): Συνέντευξη στὸ “Πλανόδιον – Ἱστορίες Μπονζάι”

 

 

Κάρλος Βιτάλε (C­a­r­l­os V­i­t­a­le): Συ­νέν­τευ­ξη στὸ “Πλα­νό­διον

– Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι”

 

ΕΡ: Μο­λο­νό­τι ἡ μι­κρὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα, μυ­θο­πλα­στι­κὴ καὶ δι­δα­κτι­κὴ συ­νή­θως, μᾶς εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο ἀ­κό­μη, τοὺς ἀρ­χαί­ους πα­ρα­δο­ξο­γρά­φους καὶ τὰ με­σαι­ω­νι­κὰ ἀ­σκη­τι­κὰ καὶ ἁ­γι­ο­λο­γι­κὰ κεί­με­να, καὶ σ’ ὅ­λες σχε­δὸν τὶς φι­λο­λο­γι­κὲς πα­ρα­δό­σεις θὰ συ­ναν­τή­σου­με ἀρ­κε­τὰ ἀν­τί­στοι­χα πα­ρα­δείγ­μα­τα τό­σο τὸν 19ο ὅ­σο καὶ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α πα­ρα­τη­ροῦ­με μιὰ ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­σή της σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο. Ποῦ κα­τὰ τὴν γνώ­μη σας ὀ­φεί­λε­ται τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τό;

 

C.V.: Ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μι­κρὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ποὺ ται­ριά­ζει σὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ τρέ­λας καὶ ἄγ­χους στὴν ὁ­ποί­α ζοῦ­με, ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἀ­παι­τεῖ ὑ­περ­βο­λι­κὸ χρό­νο ἀ­νά­γνω­σης. Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ὡ­στό­σο, μὲ τὸν τρό­πο του, ἀ­παι­τεῖ καὶ αὐ­τὸ κά­ποι­α ἀ­φο­σί­ω­ση, ἐ­πει­δὴ πο­λὺ συ­χνὰ πρέ­πει νὰ τὸ δι­α­βά­σει κα­νεὶς μὲ ἠ­ρε­μί­α, ἀ­κό­μη καὶ δυ­ὸ ἢ καὶ τρεῖς φο­ρές. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, ἕ­να κα­λὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ μί­α ἀ­να­γνώ­σεις· μί­α ἐ­πι­φα­νεια­κή, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α μέ­νου­με στὴν ἁ­πλὴ ἱ­στο­ρί­α καὶ μί­α ἄλ­λη, πιὸ βα­θιὰ ἢ δεύ­τε­ρη ἀ­νά­γνω­ση, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­χει­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σου­με αὐ­τὸ ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ θέ­λουν νὰ ποῦν αὐ­τὲς οἱ λί­γες γραμ­μές. Συ­χνὰ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα κρύ­βει ἕ­να με­γά­λο μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ πλο­κὲς καὶ ὑ­πο-πλο­κές· πρέ­πει ὅ­μως νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς γνώ­στης γιὰ νὰ τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψει. 

 

ΕΡ: Πα­ρα­κο­λου­θών­τας στὸν δι­ε­θνῆ ἱ­στο­χῶ­ρο τὶς σε­λί­δες γιὰ τὶς μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες δι­α­πι­στώ­νου­με μιὰ ση­μαν­τι­κὰ ὑ­πέρ­τε­ρη ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν σχε­τι­κῶν ἱ­σπα­νό­φω­νων συν­δέ­σμων. Ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη πα­ρά­δο­ση ἢ στὶς σύγ­χρο­νες συν­θῆ­κες τοῦ ἱ­σπα­νό­φω­νου κό­σμου ποὺ νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ αὐ­τὸ τὸ ξε­χω­ρι­στὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον;

 

C.V.: Πράγ­μα­τι, ο ­στο­σε­λί­δες πο εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στς μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι πο­λυ­ά­ριθ­μες κα αὐ­ξά­νον­ται κα­θη­με­ρι­νά, τό­σο στν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­σο κα στ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Κα­θὼς ἐ­πί­σης κα ο ἐκ­δο­τι­κοὶ οἶ­κοι πο ἐ­ξει­δι­κεύ­ον­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σ αὐ­τὸ τ εἶ­δος. Ἀ­πὸ τς ἀρ­χὲς το 20ο αἰ­ώ­να ἀν­θεῖ τ μι­κρο­δι­ή­γη­μα στν ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Ἀ­νά­με­σα στος πρώ­τους συγ­γρα­φεῖς, μπο­ρεῖ ν ἀ­να­φέ­ρει κα­νεὶς τος Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Βι­θέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ, Χου­ν Ρα­μὸν Χι­μέ­νεθ, Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γι­ες, Γκαμ­πρι­έ­λα Μι­στρὰλ Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες. Με­τέ­πει­τα, τος Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χου­ν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα.­.. δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι σή­με­ρα φαί­νε­ται ὅ­τι τ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει ἀ­πο­σπα­στεῖ ἀ­πὸ τ δι­ή­γη­μα δη­μι­ουρ­γών­τας ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ὑ­πο-κα­τη­γο­ρί­α, μ τς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές της. Ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα κα προ­η­γου­μέ­νως, ο συν­θῆ­κες ζω­ῆς, ὄ­χι μό­νο στν ἱ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο ἀλ­λὰ σ ὅ­λες τς «πο­λι­τι­σμέ­νες» χῶ­ρες, εἶ­ναι ἰ­δα­νι­κὲς γι τν ἄν­θι­ση το μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος.

 

ΕΡ: Τί κα­τὰ τὴ γνώ­μη σας συ­νι­στᾶ τὸ “μι­κρὸ” ἢ “ὑ­περ­μι­κρὸ” δι­ή­γη­μα; Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων (καὶ ποιός μπο­ρεῖ ἢ θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι αὐ­τός) ὑ­πάρ­χουν κά­ποι­α ἄλ­λα ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δε­σμευ­τι­κὰ στοι­χεῖ­α ποὺ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν, ὅ­πως πλο­κή, χα­ρα­κτή­ρας ἢ χα­ρα­κτῆ­ρες, λύ­ση, ἢ ἄλ­λα;­  

 

C.V.: Ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ ν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ 4 λέ­ξεις, ὅ­πως τ «Ἐ­πι­τά­φιο Ἐ­πί­γραμ­μα» («Ἦλ­θον, εἶ­δον κα ἀ­πῆλ­θον»­), 200, τ ὅ­ρια εἶ­ναι συ­ζη­τή­σι­μα. Πολ­λοὶ θε­ω­ροῦν ὅ­τι τ ἀ­νώ­τα­το μέ­γε­θος εἶ­ναι μί­α σε­λί­δα. Ἕ­να ἀ­πὸ τ πι ση­μαν­τι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ το μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι τ γε­γο­νὸς ὅ­τι πρέ­πει ν δι­α­τη­ρεῖ τν ἔν­τα­ση ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή, ἀν­τί­θε­τα μ ,τι συμ­βαί­νει μ τ με­γα­λύ­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα μ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, ὅ­που ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γι «κε­νὰ δι­α­στή­μα­τα». Στ «ὑ­περ­μι­κρ» δι­ή­γη­μα, ὅ­πως κα στν ποί­η­ση, ὅ­λα πρέ­πει ν ση­μαί­νουν κά­τι. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το ν δη­μι­ουρ­γή­σει κα­νεὶς χα­ρα­κτῆ­ρες μ πραγ­μα­τι­κὴ ὀν­τό­τη­τα ἢ ν ἀ­να­πτύ­ξει τν ψυ­χο­λο­γί­α τους, κά­θε κεί­με­νο ἀ­παι­τεῖ τε­ρά­στια προ­σο­χὴ κ μέ­ρους το ἀ­να­γνώ­στη, ὁ­ποῖ­ος, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, ὀ­φεί­λει ν συμ­πλη­ρώ­σει αὐ­τὸ πο το προ­σφέ­ρε­ται, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­με­νος τν ἀ­να­φο­ρὰ σ κά­ποι­ο συγ­κε­κρι­μέ­νο γε­γο­νός, μι κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ται­νί­α ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Ὅ­λα τ πα­ρα­πά­νω θ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς ν τ συ­νο­ψί­σει στς ἑ­ξῆς προ­ϋ­πο­θέ­σεις: οἰ­κο­νο­μί­α λό­γου, λι­τό­τη­τα χω­ρὶς ἰ­δι­αί­τε­ρη πλο­κή, λε­ξι­λο­γι­κὸς πλοῦ­τος, ἀ­κρί­βεια στν ἐ­πι­λο­γὴ τν λέ­ξε­ων κα εἰ­ρω­νεί­α, πα­ρὰ χον­τρο­κομ­μέ­νο χι­οῦ­μορ.

 

ΕΡ: Ἐ­σεῖς ὡς συγ­γρα­φέ­ας ὑ­περ­μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τί δε­σμεύ­σεις ἀ­να­λαμ­βά­νε­τε στὸ γρά­ψι­μό τους; 

 

C.V.: μο­να­δι­κή μου δέ­σμευ­ση εἶ­ναι, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, μ τν ἑ­αυ­τό μου κα συ­νί­στα­ται στν πρό­κλη­ση ν δη­μι­ουρ­γή­σω τ κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τὸ κεί­με­νο, σύμ­φω­να μ τς ἱ­κα­νό­τη­τές μου. Τ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει εἴ­τε γρά­φω ἕ­να ποί­η­μα, εἴ­τε ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἕ­να σύν­το­μο ἄρ­θρο. Κα­τό­πιν εἶ­ναι σει­ρὰ το ἀ­να­γνώ­στη, πο ἔ­χει κα τν τε­λευ­ταῖ­ο λό­γο, ν ἀ­πο­φα­σί­σει ἐ­ὰν πέ­τυ­χα τ στό­χο μου ὄ­χι.

 

ΕΡ: Θε­ω­ρεῖ­τε τὴν ποι­η­τι­κὴ πρό­ζα (p­o­è­me en p­r­o­se) συγ­γε­νι­κὴ ἢ συμ­βα­τὴ μὲ τὰ ὑ­περ­μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα;

 

C.V.: Ναί, του­λά­χι­στον σ κά­ποι­ες πε­ρι­πτώ­σεις κα σ ὁ­ρι­σμέ­νους δη­μι­ουρ­γούς. Δν θ τολ­μοῦ­σα ὅ­μως ν εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τος σ αὐ­τὸ τ ζή­τη­μα. Βέ­βαι­α, ὑ­πάρ­χουν συγ­γρα­φεῖς πο τ κεί­με­νά τους εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ «ἀ­φη­γη­μα­τι­κ» κα ἄλ­λοι πο κι­νοῦν­ται στ ὅ­ριο με­τα­ξὺ τν δύο εἰ­δῶν. Θε­ω­ρῶ ὅ­τι τ δι­κό μου ἔρ­γο ἀ­νή­κει σ αὐ­τὴ τ δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α.

 

ΕΡ: Τὸ πιὸ μα­κρι­νὸ ση­μεῖ­ο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φτά­σει ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ θέ­λει νὰ δι­α­φο­ρο­ποι­η­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας, εἶ­ναι, συ­νή­θως, τέ­τοι­ες μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­τε ἐ­σεῖς μιὰ τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη; Πι­στεύ­τε πὼς αὐ­τὲς οἱ μι­κρο­ϊ­στο­ρί­ες θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν ἕ­νας τό­πος συ­νάν­τη­σης ποί­η­σης καὶ πε­ζο­γρα­φί­ας;

 

C.V.: Στ ἔρ­γο μου συμ­βαί­νει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό· στν Ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα ὑ­πάρ­χουν κεί­με­να πο θ συγ­κα­τα­λέ­γον­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα στν ὑ­περ­σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἐ­νῶ ἄλ­λα θ μπο­ροῦ­σαν ν θε­ω­ρη­θοῦν ς ποι­η­τι­κὴ πρό­ζα, ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­φο­ρι­σμοί, εὐ­φυ­ο­λο­γή­μα­τα.­.. Σ αὐ­τὴ τ ἀ­χνὴ γραμ­μή, τν ὄ­χι ἰ­δι­αί­τε­ρα σα­φῆ, εἶ­ναι πο αἰ­σθά­νο­μαι πι ἄ­νε­τα. Ὡ­στό­σο, ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ποι­η­τὲς πο ὅ­ταν γρά­φουν σ πε­ζὸ λό­γο, δη­μι­ουρ­γοῦν μα­κρο­σκε­λῆ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Δν θ τ δι­α­κιν­δύ­νευ­α, λοι­πόν, ν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω ἢ ν ἀρ­νη­θῶ ὁ­τι­δή­πο­τε μ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὸ τρό­πο.

 

ΕΡ: Ἔ­χε­τε ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση τῆς ἰ­τα­λι­κῆς ποί­η­σης. Γιὰ πολ­λοὺς ἡ με­τά­φρα­ση τῆς ποί­η­σης εἶ­ναι μιὰ οὐ­το­πί­α, ἀ­φοῦ σύμ­φω­να μὲ μιὰ ὁ­ρι­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη “ποί­η­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ χά­νε­ται στὴ με­τά­φρα­ση”. Πε­ρι­μέ­νει κα­λύ­τε­ρη τύ­χη τὴν με­τά­φρα­ση τῶν ὑ­περ­μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των;

 

C.V.: Πράγ­μα­τι, συ­νη­θί­ζουν ν λέ­νε ὅ­τι “ποί­η­ση εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ χά­νε­ται στὴ με­τά­φρα­ση”, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δι­α­φω­νῶ κά­θε­τα μ αὐ­τὴ τν ἄ­πο­ψη. Ἔ­χω δι­α­βά­σει, γι πα­ρά­δειγ­μα, ἐκ­πλη­κτι­κὲς με­τα­φρά­σεις ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν, ὅ­πως το Σε­φέ­ρη, το Κα­βά­φη το Ρί­τσου κα δν ἔ­χω τν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἡ ποί­η­ση ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ αὐ­τές. με­τά­φρα­ση τς ποί­η­σης ὄ­χι μό­νο εἶ­ναι ἐ­φι­κτή, ἀλ­λὰ κα ἀ­πα­ραί­τη­τη. Χω­ρὶς τ με­τά­φρα­ση θ ἤ­μα­σταν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­δα­εῖς. Ἐ­ὰν ὁ με­τα­φρα­στὴς εἶ­ναι κα­λὸς γνώ­στης τς γλώσ­σας-ἀ­φε­τη­ρί­ας κα τς γλώσ­σας-ἄ­φι­ξης, κα ἔ­χει κα­λὸ ποι­η­τι­κὸ «αὐ­τί», με­τά­φρα­ση μπο­ρεῖ ν εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, χω­ρὶς ν προ­δί­δει τν ὀ­μορ­φιὰ τν στί­χων το ποι­η­τῆ, οὔ­τε ς πρς τ νό­η­μα οὔ­τε ς πρς τ μου­σι­κό­τη­τα· , του­λά­χι­στον, με­τά­φρα­ση μπο­ρεῖ ν κα­τα­φέ­ρει ν τ προ­σεγ­γί­σει ὅ­σο τ δυ­να­τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Θ ἤ­μουν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἐ­ὰν ἡ με­τά­φρα­ση τν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των μου εἶ­χε τν ἴ­δια τύ­χη μ τ με­τά­φρα­ση τν ποι­η­μά­των μου. συ­νεύ­ρε­ση ἑ­νὸς κα­λοῦ συγ­γρα­φέ­α μ ἕ­ναν κα­λὸ με­τα­φρα­στῆ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τη εὐ­τυ­χί­α. Μι κα­κὴ με­τά­φρα­ση, τ γνω­ρί­ζω κ πεί­ρας, μπο­ρεῖ ν κα­τα­στρέ­ψει ἐν­τε­λῶς τν ἀ­ξί­α ἑ­νὸς ἔρ­γου. με­τα­φρα­στὴς πρέ­πει ν ἔ­χει ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι ἐρ­γά­ζε­ται μ ἕ­να «εὐ­αί­σθη­το» ὑ­λι­κὸ κα συ­νά­μα ξέ­νο, πο δν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­κό του ἔρ­γο κα γι’ αὐ­τὸ τ λό­γο δν μπο­ρεῖ ν τ κά­νει ,τι θέ­λει. συγ­γρα­φέ­ας δι­και­οῦ­ται σε­βα­σμό.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Carlos Vitale (Μπουένος Ἄιρες, 1953). Πο­ιη­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος καὶ με­τα­φρα­στὴς ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κά . Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη ἀ­πὸ τὸ 1981. Δημοσίευσε μεταξὺ ἄλλων: Unidad de lugar (2004), Fuera de casa (2004).

Ἱστολόγιο: http://carlosvitale.blogspot.com/

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἰσπανικά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου (Πά­τρα, 1967). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μα­δρί­τη.  Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση.

  

********

 

[Ἀκολουθεῖ ἡ συνέντευξη στὸ ἱσπανικὸ πρωτότυπο:
 
Planodion-BonsaiStories: A pesar de que el minicuento, con fines narrativos o didácticos la mayoría de las veces, nos es conocido desde Esopo, los paradoxografos griegos y los textos teológicos medievales, y pese a que encontramos ejemplos de forma breve en la tradición de muchas literaturas nacionales a lo largo de los siglos XIX y XX, es cierto que los últimos quince años la narración hiperbreve se cultiva con éxito en todo el mundo. ¿A qué se debe según su opinión este fenómeno?  
Carlos Vitale: A que el minicuento es un género que se adecúa a esta época de locos, de prisas, que vivimos, en la que prima lo fragmentario, lo que no exige demasiado tiempo de lectura. El minicuento, no obstante, a su manera, también requiere una cierta dedicación, porque en ocasiones debe leerse con calma e incluso dos o tres veces. En mi opinión, un buen minicuento tiene varias lecturas, una superficial, en la que nos quedamos con la mera anécdota, y otra más profunda o segunda lectura en la que intentamos desentrañar lo que dicen de verdad esas pocas líneas. Es habitual que un minicuento oculte una larga novela con tramas y subtramas, pero hay que saber encontrarla. 
 
Planodion-BonsaiStories: Observando los sitios electrónicos dedicados a la narrativa hiperbreve notamos la numerosa presencia de sitios en español. ¿Hay algo en la tradición literaria hispana o las condiciones actuales de vida en el mundo hispano que justifique este particular interés?
Carlos Vitale: Es verdad, los sitios electrónicos dedicados a la narrativa hiperbreve  son numerosos y aumentan día a día, tanto en España como en América Latina. Y también las editoriales dedicadas casi exclusivamente a este género. Desde principios del siglo XX se cultiva el minicuento en lengua española. Entre los primeros autores, puede recordarse a Rubén Darío, Vicente Huidobro, Juan Ramón Jiménez, José Antonio Ramos Sucre, Alfonso Reyes, Gabriela Mistral o Leopoldo Lugones. Más tarde, a Jorge Luis Borges, Julio Cortázar, Adolfo Bioy Casares, Augusto Monterroso, Juan José Arreola… La diferencia es que en la actualidad parece haberse desgajado del cuento en general formando un nuevo género o subgénero con sus propias particularidades.  Como decía en la pregunta anterior, las condiciones de vida, no sólo en el mundo hispánico, sino en todos los países “civilizados” son ideales para el florecimiento del minicuento.
 
Planodion-BonsaiStories: Según su punto de vista ¿qué es la narrativa breve o hiperbreve? Aparte del número reducido de palabras (por cierto ¿de cuántas palabras estamos hablando?) ¿existen algunas otras características particulares en lo referente a la trama, los personajes, el desenlace, etc.?  
Carlos Vitale: Un minicuento puede tener 5 palabras, como mi “Epitafio” (“Vine, vi y me fui”), o 200, los límites son muy discutibles. Muchos piensan que la longitud máxima es de una página. Entre las características más relevantes del microrrelato está el hecho de que debe mantener en todo momento la tensión, diversamente de lo que ocurre con un relato más largo o una novela, en la que puede haber sitio para los “espacios vacíos”. En el relato hiperbreve, como en la poesía, todo debe ser significativo. Dado que es imposible crear personajes que tengan una verdadera entidad o desarrollar su psicología, cada texto exige una enorme atención por parte del lector, que, de algún modo, debe completar aquello que se le ofrece, captando la referencia a un determinado acontecimiento, a una película o a una novela. Todo ello quizá podría sintetizarse en estos requisitos: economía verbal, austeridad con un mínimo de combinaciones, riqueza de vocabulario, precisión de la palabra escogida e ironía, más que humor vulgar. 
 
Planodion-BonsaiStories: Usted, como escritor de minicuentos, a la hora de escribir ¿siente que asume una serie de compromisos propios del género? ¿cuáles son ellos?
Carlos Vitale: No, mi único compromiso es, en cierto modo, conmigo mismo, y consiste en el desafío de que el texto sea tan bueno como yo sea capaz de hacerlo. Tanto si escribo un poema, un minicuento o un breve artículo. Después viene el lector, que tiene la última palabra y decide si he acertado o no.
 
Planodion-BonsaiStories:¿Considera que la prosa poética guarda relaciones de parentesco con la narrativa hiperbreve?
Carlos Vitale: Sí, al menos en algunas ocasiones y en ciertos autores. Pero no me atrevería a constituirme en árbitro de esta cuestión. Eso sí, hay autores que escriben textos que son exclusivamente “narrativos” y otros que se mueven en un territorio más fronterizo entre ambos géneros. Creo que mi caso entraría en esta segunda categoría.
 
Planodion-BonsaiStories: Se dice que un poeta que quiere pasar de la forma poética a la narrativa lo hace a través de la narrativa breve. ¿Está usted de acuerdo con dicha opinión? ¿Considera que los minirrelatos son un lugar de encuentro de la poesía con la narrativa?
Carlos Vitale: En mi obra es efectivamente así, en Descortesía del suicida hay textos que entrarían sin ninguna duda en la narrativa hiperbreve, pero otros podrían considerarse poemas en prosa, anécdotas, aforismos, ocurrencias… Es en esa línea nebulosa, no demasiado marcada, donde me siento más cómodo. Sin embargo, hay muchos poetas que cuando hacen narrativa escriben largas novelas. No me arriesgaría, pues, a asegurar o negar nada de manera definitiva.
  
Planodion-BonsaiStories: Usted es un traductor consumado de la poesía italiana al castellano. Para muchos, la traducción de la poesía es una utopía, puesto que creen que “poesía es lo que se pierde en la traducción”. ¿Qué opina de la traducción de los minicuentos? ¿les espera mejor suerte?
Carlos Vitale: Es cierto, suele decirse que la “poesía es lo que se pierde en la traducción”, pero yo no estoy del todo de acuerdo. Yo he leído, por ejemplo, magníficas traducciones de poetas griegos, como Seferis, Cavafis o Ritsos, y no me parece que la poesía hubiera estado ausente de ellas. La traducción de poesía no sólo es posible, sino necesaria. Sin la traducción, seríamos aún más ignorantes. Si el traductor es un buen conocedor de la lengua de partida y de llegada, y tiene buen “oído” poético, la traducción puede ser muy lograda. Y sin traicionar la belleza de los versos del poeta, ni en su sentido ni en su música. O aproximándose al máximo a ellos. Yo me conformaría con que la traducción de mis minicuentos tuviera la misma suerte que la mis libros de poesía.  La confluencia de un buen autor con un buen traductor es la completa felicidad. Una mala traducción, lo sé por experiencia, puede desvirtuar gravemente una obra. El traductor debe ser consciente de que está trabajando con un material “sensible” y ajeno, que no es su propia obra y, por tanto, no puede hacer con ella lo que quiera. El autor merece respeto.
 
* Ἡ μετάφραση τῶν ἐρωτημάτων στὰ Ἱσπανικὰ ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὸν συν­ερ­γά­τη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Κων­σταν­τῖ­νο Πα­λαι­ο­λό­γο. ] 

 

Κάρλος Βιτάλε (Carlos Vitale): Συνωμοσία

 

 

Κάρλος Βιτάλε (Carlos Vitale) 

 

Συνωμοσία

(Complot)

 

ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ὅ­λα τὰ τη­λέ­φω­να τοῦ κτη­ρί­ου ἄρ­χι­σαν νὰ χτυ­πᾶ­νε ἐ­ναλ­λάξ. Μό­λις στα­μα­τοῦ­σε ἕ­να, ἄρ­χι­ζε ἄλ­λο, καὶ με­τὰ ἄλ­λο. Ἡ ἀ­προ­θυ­μί­α ὁ­ρι­σμέ­νων ἐ­νοί­κων νὰ ἀ­πο­συν­δέ­σουν τὶς συ­σκευ­ές τους (πε­ρί­με­ναν πο­λὺ ση­μαν­τι­κὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα: μιὰ ὁ­λο­νυ­χτί­α, μιὰ παρ­τί­δα πό­κερ, ἕ­να τα­ξί­δι, ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ ραν­τε­βού), ἐμ­πό­δι­ζε τὸ νὰ δο­θεῖ ὁ­ρι­στι­κὸ τέ­λος σὲ αὐ­τὴ τὴν τη­λε­φω­νι­κὴ συ­νω­μο­σί­α. Ὁ Ὀρ­γα­νι­σμὸς Τη­λε­πι­κοι­νω­νι­ῶν, ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του, ἀ­πο­ποι­ή­θη­κε τῶν εὐ­θυ­νῶν του, δι­α­βε­βαι­ώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ζή­τη­μα τοῦ κτη­ρί­ου. Ὡ­στό­σο, στὶς δύο τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, τὰ τη­λέ­φω­να, ἀ­φοῦ χτύ­πη­σαν ὅ­λα ταυ­τό­χρο­να, σι­ώ­πη­σαν ξαφ­νι­κά. Γε­γο­νὸς ποὺ κά­ποι­οι ἐ­ξέ­λα­βαν ὡς ἀ­νε­ξή­γη­τη τε­χνι­κὴ βλά­βη καὶ ἄλ­λοι ὡς προ­ει­δο­ποί­η­ση, τὴ ση­μα­σί­α τῆς ὁποίας δὲν κατάφεραν νὰ ἀποκρυπτογραφήσουν.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των D­e­s­c­o­r­t­e­s­ía d­el s­u­i­c­i­da [Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα] (ἐκδ. C­a­n­d­a­ya, Βαρ­κε­λώ­νη, 2008).

 

Carlos Vitale (Μπουένος Ἄιρες, 1953). Πο­ιη­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος καὶ με­τα­φρα­στὴς ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κά . Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη ἀ­πὸ τὸ 1981. Δημοσίευσε μεταξὺ ἄλλων: Unidad de lugar (2004), Fuera de casa (2004).

Ἱστολόγιο: http://carlosvitale.blogspot.com/

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἰσπανικά: 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου (Πά­τρα, 1967). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μα­δρί­τη.  Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση.

 

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Nicholas Guarino.

  

Carlos Vitale: Ὁ ὡραῖος κοιμώμενος

 

 

Κάρλος Βιτάλε (Carlos Vitale) 

 

Ὁ ὡραῖος κοιμώμενος

(El bello durmiente)

 

ΑΡΟΛΟ ποὺ συ­νή­θως ἔ­κα­νε πο­λὺ κα­λὸ ὕ­πνο, ὁ Λού­κας Με­δί­να εἶ­χε μεί­νει ξά­γρυ­πνος. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ δι­α­βά­σει λι­γά­κι καὶ νὰ φτιά­ξει ἕ­να χα­λα­ρω­τι­κὸ ρό­φη­μα. Ὅ­ταν γύ­ρι­σε στὸ κρε­βά­τι, βρῆ­κε κά­ποι­ον ξα­πλω­μέ­νο. Ἔ­βγα­λε μιὰ κραυ­γή, κά­τι με­τα­ξὺ τρο­μά­ρας καὶ ἀ­γα­νά­κτη­σης, κυ­ρί­ως ὅ­ταν πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ κοι­μό­ταν τοῦ ἔ­μοια­ζε τό­σο, ποὺ οὔ­τε ὁ ἴ­διος δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ξε­χω­ρί­σει. Ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἢ ὄρ­θιος; Ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κοι­μό­ταν ἢ ἦ­ταν ὁ ἄλ­λος; Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ξυ­πνή­σει· ἢ μή­πως νὰ ξυ­πνή­σει ὁ ἴ­διος; Κοι­μό­ταν βα­ριά, ὅ­πως πάν­τα! Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κά­νει ὑ­πο­μο­νή, ξά­πλω­σε στὸν κα­να­πὲ καὶ ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νος μέ­χρι τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα. Ὅ­ταν θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι, θὰ ἀ­παι­τοῦ­σε ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­ξη­γή­σεις.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των D­e­s­c­o­r­t­e­s­ía d­el s­u­i­c­i­da [Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα] (ἐκδ. C­a­n­d­a­ya, Βαρ­κε­λώ­νη, 2008).

 

Carlos Vitale (Μπουένος Ἄιρες, 1953). Πο­ιη­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος καὶ με­τα­φρα­στὴς ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κά . Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη ἀ­πὸ τὸ 1981. Δημοσίευσε μεταξὺ ἄλλων: Unidad de lugar (2004), Fuera de casa (2004).

Ἱστολόγιο: http://carlosvitale.blogspot.com/

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἰσπανικά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου (Πά­τρα, 1967). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μα­δρί­τη.  Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των Ἡ ἀ­γέ­νεια τοῦ αὐ­τό­χει­ρα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση.

 

Εἰκόνα: Ἔργο τῆς Reb Frost.