Λὸν Ὄττο (Lon Otto): Ἐρωτικὰ Ποιήματα

 

 

Λὸν Ὄττο (Lon Otto)

 

Ἐρωτικὰ Ποιήματα

(L­o­ve P­o­e­ms)

 

ΗΣ Ε­ΓΡΑ­ΨΕ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ ποί­η­μα γιὰ τὴ μέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­λεν­τί­νου. Εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φο, ἐκ­φρά­ζει καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νει ἕ­να πα­θι­α­σμέ­νο, αὐ­θεν­τι­κὸ συ­ναί­σθη­μα. Ἕ­να συ­ναί­σθη­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θε­ω­ροῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του ἱ­κα­νό, μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­νή­κει σὲ κά­ποι­ον κα­λύ­τε­ρο ἄν­θρω­πο. Ταυ­τό­χρο­να, τὰ κα­λο­λο­γι­κὰ στοι­χεῖα εἶ­ναι ἔν­το­να καὶ εὐ­δι­ά­κρι­τα, ἡ μορ­φὴ πε­ρί­πλο­κη μὰ δι­α­κρι­τι­κή. Ἀ­παγ­γέλ­λει τὸ ποί­η­μα ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ πι­στέ­ψει ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο κα­λό. Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποί­η­μα ποὺ ἔ­γρα­ψε πο­τέ.

       Θὰ τῆς τὸ στεί­λει μὲ e-m­a­il ἀ­πό­ψε. Ἐ­κεί­νη θὰ τὸ ἀ­νοί­ξει μό­λις τὸ λά­βει, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἔ­ξυ­πνο προ­γραμ­μα­τι­σμό, τὴ μέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­λεν­τί­νου. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὸ πά­θος του θὰ τὴ θαμ­πώ­σουν, θὰ τὴ συ­νε­πά­ρουν. Θὰ τὸ βά­λει μα­ζὶ μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα γράμ­μα­τά του καὶ θὰ τὸν ἀ­γα­πά­ει γιὰ αὐ­τό, ὅ­πως τὸν ἀ­γα­πά­ει καὶ γιὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα γράμ­μα­τά του. Δὲν θὰ τὸ δεί­ξει σὲ κα­νέ­ναν, ἀ­φοῦ εἶ­ναι κλει­στὸς ἄν­θρω­πος, καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει στὸ χα­ρα­κτή­ρα της.

      Ἀ­φοῦ τῆς στέλ­νει τὸ γράμ­μα ἠ­λε­κτρο­νι­κά, κα­θα­ρο­γραμ­μέ­νο μὲ τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα γρα­φή του, δα­κτυ­λο­γρα­φεῖ ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο γιὰ τὸ δι­κό του ἀρ­χεῖ­ο. Ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ στεί­λει ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ φη­μι­σμέ­να λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, στὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μα δε­κτός. Δι­στά­ζει ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­φι­έ­ρω­ση, για­τί αὐ­τό, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ ἀ­μή­χα­νη κα­τά­στα­ση μὲ τὴ γυ­ναί­κα του. Στὸ τέ­λος πα­ρα­λεί­πει τὴν ἀ­φι­έ­ρω­ση. Τε­λι­κά, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ δώ­σει ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο καὶ στὴ γυ­ναί­κα του. Στὴ συ­νέ­χεια, στέλ­νει καὶ ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο σὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ξέ­ρει στὴν Ἀγ­γλί­α, μιὰ ποι­ή­τρια ποὺ κα­τα­λα­βαί­νει πραγ­μα­τι­κά το ἔρ­γο του. Κα­θα­ρο­γρά­φει ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο γιὰ αὐ­τή, μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση στὰ ἀρ­χι­κά του ὀ­νό­μα­τός της. Θὰ τὸ λά­βει λί­γες μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, θὰ πι­στέ­ψει ὅ­τι αὐ­τὸς τὴ σκε­φτό­ταν λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­λεν­τί­νου.

     

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Λὸν Ὄτ­το (L­on O­t­to). Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ζεῖ στὴν Ὀ­μά­χα ἐ­δῶ καὶ πολ­λὲς γε­νιές. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς — A N­e­st of H­o­o­ks (U­n­i­v­e­r­s­i­ty of I­o­wa P­r­e­ss) καὶ C­o­v­er Me (C­o­f­f­ee H­o­u­se). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους F­l­a­sh F­i­c­t­i­o­ns, T­o­w­n­s­h­i­ps, A­m­e­r­i­c­an F­i­c­t­i­on, καὶ B­e­st W­o­r­ds, B­e­st O­r­d­er, κα­θὼς καὶ στὸ F­l­a­sh F­i­c­t­i­o­ns F­o­r­w­a­rd. Εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἰν­τιά­να καὶ ἔ­χει ζή­σει στὴν Κό­στα Ρί­κα, ἔ­χει δι­δά­ξει στὸ Με­ξι­κό, στὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ στὴν Πορ­το­γα­λί­α. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ καὶ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Σὲντ Τό­μας, στὸ Σὲντ Πὸλ τῆς Μι­νε­σό­τα.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σμα­ρά­γδα Γκέ­τσου (Ἀ­θή­να, 07/05/1980). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴ δι­ερ­μη­νεί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου τὸ 2004. Ἔ­κτο­τε ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στὴ με­τά­φρα­ση.

 

Advertisements

Ντὸν Σέι (Don Shea): Ἀληθινὴ ἀγάπη

 

 

Ντὸν Σέι (Don Shea)

 

Ἀληθινὴ ἀγάπη

(T­r­ue L­o­ve)

 

ΝΩ­ΡΙ­ΣΤΗ­ΚΑΝ σὲ ἕ­να ἐ­θνι­κὸ συ­νέ­δριο ἐν­το­μο­λο­γί­ας. Στὰ μά­τια του, ἦ­ταν μιὰ γυ­ναί­κα ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς καὶ χά­ρης, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποὺ πε­ρί­με­νε νὰ συ­ναν­τή­σει σὲ ἕ­να ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ συ­νέ­δριο.

       Ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ ἀ­δύ­να­τα, ἄ­τρι­χα χέ­ρια της, ἀ­πὸ τὴν ντε­λι­κά­τη καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ της καὶ τὸν πε­ρή­φα­νο τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο στή­ρι­ζε τὸ σχε­τι­κὰ μι­κρὸ κε­φά­λι της.

       Τὸ ψη­λό­λι­γνο σου­λού­πι καὶ τὰ ἐ­λα­φρῶς γουρ­λω­τὰ μά­τια του τῆς θύ­μι­ζαν τὰ ὑ­πο­κεί­με­να τῆς πρώ­της καὶ πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νης ἐν­το­μο­λο­γι­κῆς με­λέ­της της. Ἦ­ταν μιὰ δυ­να­τὴ καὶ τρυ­φε­ρὴ ἀ­νά­μνη­ση. Μὲ τὴ με­λέ­τη αὐ­τή, εἶ­χε πα­γι­ω­θεῖ ἡ φή­μη της στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐν­το­μο­λο­γί­α.

       Τὴν πλη­σί­α­σε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πο­τοῦ, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὶς εἰ­ση­γή­σεις τῆς πρώ­της μέ­ρας.

       «Γειά», τῆς εἶ­πε, «Εἶ­μαι ὁ Λό­ιντ Γκέ­ι­νορ».

       «Γκέ­ι­νορ; Ἄ, ναί, τερ­μί­τες.»

       Τοῦ ἄ­ρε­σε.

       Τὴν ἔ­λε­γαν Φί­λις Τέρ­νερ. Γνώ­ρι­ζε καὶ θαύ­μα­ζε τὴ δου­λειά της στὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Εὐ­τυ­χῶς, στὸ δεῖ­πνο κα­θό­ταν δί­πλα της. Ἡ ἀ­μοι­βαί­α τους ἕλ­ξη ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­τή. Τό­σο δυ­να­τή, ποὺ ἡ ἀλ­λη­λε­πί­δρα­σή τους κλι­μα­κώ­θη­κε, ἐ­ξε­λίσ­σον­τας τὴν οἰ­κει­ό­τη­τά τους μὲ μιὰ σει­ρὰ μι­κρῶν ἀλ­λὰ γρή­γο­ρων βη­μά­των, σὲ μιὰ δί­νη χω­ρὶς ἀ­νά­σα ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ μυ­στα­γω­γι­κὸ χο­ρό.

       Μιὰ ἕλ­ξη τό­σο δυ­να­τὴ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­κα­λέ­σει πραγ­μα­τι­κὸ φό­βο. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ γλυ­κοῦ καὶ τοῦ ἐ­σπρέ­σο, ἔ­γι­νε μιὰ ἀ­πο­κά­λυ­ψη ποὺ τὴ συ­νε­πῆ­ρε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο ἤ­θε­λε νὰ δεί­ξει. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ὡς μέ­ρος τῆς ἔ­ρευ­νάς του στὴ νευ­ρο­βι­ο­λο­γί­α τῶν τερ­μι­τῶν τὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­έ­γρα­φε, εἶ­χε ἀ­να­πτύ­ξει ἕ­να ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μον­τέ­λο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς ἐ­ξοι­κο­νο­μή­σει ἕ­ξι μῆ­νες δου­λειᾶς στὴ στα­τι­στι­κή της ἀ­νά­λυ­ση γιὰ τὴν ἐγ­κε­φα­λι­κὴ λει­τουρ­γί­α τῶν κόκ­κι­νων μυρ­μηγ­κι­ῶν. Ἐ­ξέ­φρα­σε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον της μὲ ἀ­σα­φῆ, ἔμ­με­σο τρό­πο. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἐν­θαρ­ρυν­τι­κός, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ δε­σμευ­τεῖ.

       Λί­γο με­τὰ τὸ δεῖ­πνο, μὲ σι­ω­πη­ρὴ συμ­φω­νί­α ἀ­νέ­βη­καν μὲ τὸ ἀ­σαν­σὲρ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου στὸν ὄ­ρο­φό της καὶ μπῆ­καν στὸ δω­μά­τιό της. Γδύ­θη­καν χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα, αὐ­τὸς στὸ μπά­νιο κι ἐ­κεί­νη στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα.

       Αὐ­τὸς μπῆ­κε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ στά­θη­κε δί­πλα στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν γυ­μνὴ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρὰ τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Ὁ ἕ­νας ἐ­ξέ­τα­σε τὸ ὠ­χρό, ἀ­δύ­να­το, σχε­δὸν ἄ­τρι­χο κορ­μὶ τοῦ ἄλ­λου.

       Μί­λη­σε πρῶ­τος.

       «Τὸ θη­λυ­κὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας εἶ­ναι μυ­ω­πι­κὸ καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νο. Ὅ­ταν τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ θέ­λει νὰ ζευ­γα­ρώ­σει, τὴν πλη­σιά­ζει ἀρ­γὰ καὶ μὲ με­γά­λη προ­σο­χή, πε­ρι­μέ­νον­τας με­ρι­κὲς φο­ρὲς μέ­χρι καὶ εἴ­κο­σι λε­πτὰ ἀ­κί­νη­το μέ­χρι νὰ κά­νει τὸ ἑ­πό­με­νο μι­κρὸ βῆ­μα. Ὅ­ταν τε­λι­κὰ βρί­σκει τὸ κου­ρά­γιο νὰ ἐ­κτι­να­χθεῖ καὶ νὰ τὴν κα­βα­λή­σει ἀ­πὸ πί­σω, αὐ­τὴ ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ στρί­βον­τας τὸ πά­νω μέ­ρος τοῦ κορ­μοῦ της καὶ κό­βον­τάς του τὸ κε­φά­λι. Ἡ πρά­ξη αὐ­τὴ στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α τὸν ἀ­παλ­λάσ­σει ἀ­πὸ τὸν ἔμ­φυ­το φό­βο του γιὰ αὐ­τή, ἀ­φοῦ ἀ­φαι­ρεῖ τοὺς νευ­ρῶ­νες καὶ τὰ γάγ­γλια ποὺ εὐ­θύ­νον­ται γιὰ αὐ­τὸ τὸ φό­βο. Στὴ συ­νέ­χεια ὁ­λο­κλη­ρώ­νει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὴ συ­νου­σί­α καὶ πε­θαί­νει, ὅ­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­να μπο­ρεῖ νὰ πε­θά­νει ἕ­να ἀ­κέ­φα­λο πλά­σμα. Ἀ­φοῦ τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ πε­θά­νει, τὸ θη­λυ­κὸ τρώ­ει ὅ,τι ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει ἀ­πὸ αὐ­τό.»

       Ἔ­κα­νε μιὰ παύ­ση καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ προσ­δο­κί­α. Τὸ μα­κρὺ καὶ λε­πτό του πέ­ος ἐ­πι­μη­κύν­θη­κε καὶ ση­κώ­θη­κε, σὲ μιὰ βου­βὴ καὶ ἐ­ρε­θι­σμέ­νη ἐ­πι­τα­κτι­κό­τη­τα.

       Ὅ­ταν αὐ­τὴ μί­λη­σε, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸν ἴ­διο κά­πως δι­δα­κτι­κὸ τό­νο μὲ ἐ­κεῖ­νον.

       «Ἡ θη­λυ­κὴ σαρ­κο­φά­γος μύ­γα ἔ­χει μιὰ κα­κὴ συ­νή­θεια νὰ τρώ­ει τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ ὅ­ταν τὴν πλη­σιά­ζει κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς πε­ρι­ό­δου ἀ­να­πα­ρα­γω­γῆς. Γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­τρέ­ψει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ σκο­πό, τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ βρί­σκει ἕ­να κομ­μά­τι τρο­φῆς καὶ τὸ τυ­λί­γει ἐ­πι­δέ­ξια σὲ ἕ­να λε­πτὸ πε­ρί­βλη­μα ποὺ φτιά­χνει μὲ τὶς ἐκ­κρί­σεις τῶν ἀ­δέ­νων του. Ὁ χρό­νος ποὺ χρει­ά­ζε­ται τὸ θη­λυ­κὸ γιὰ νὰ ξε­τυ­λί­ξει τὸ δῶ­ρο του εἶ­ναι συ­νή­θως ἀρ­κε­τὸς γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴ συ­νου­σί­α καὶ νὰ φύ­γει σῶ­ο το ἀρ­σε­νι­κό. Σὲ ἕ­να εἶ­δος, ὅ­μως, τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ πα­ρα­λεί­πει νὰ βά­λει φα­γη­τὸ μέ­σα στὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα, εἴ­τε ἀ­πὸ ἐ­ξυ­πνά­δα, εἴ­τε ἀ­πὸ τεμ­πε­λιὰ ἢ κα­κὴ πί­στη. Τὸ θη­λυ­κὸ ξε­γε­λι­έ­ται καὶ ἐν­δί­δει στὴ συ­νου­σί­α μὲ μιὰ ψεύ­τι­κη ὑ­πό­σχε­ση.»

       Καὶ οἱ δύ­ο γνώ­ρι­ζαν κα­λὰ τὰ ὅ­σα εἰ­πώ­θη­καν, ὅ­πως τὰ γνώ­ρι­ζε καὶ κά­θε πρω­το­ε­τὴς με­τα­πτυ­χια­κὸς φοι­τη­τὴς ἐν­το­μο­λο­γί­ας.

       Ἀ­φοῦ μί­λη­σαν ἔ­γι­νε μιὰ παύ­ση. Συ­νέ­χι­σαν νὰ κοι­τά­ζον­ται. Καὶ οἱ δύ­ο ἐκ­δο­χὲς ἦ­ταν πι­θα­νές.

       Ὅρ­μη­σαν ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992. Πρώτη δημοσίευση: Kan­sas Quar­ter­ly, 22.3 (1991). Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Ντὸν Σέ­ι (D­on S­h­ea). Γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ δού­λε­ψε ἐ­πὶ 23 συ­να­πτὰ ἔ­τη ὡς προ­γραμ­μα­τι­στὴς γιὰ τὴν IBM καὶ σὲ δι­κή του ἑ­ται­ρεί­α. Με­τὰ τὴ συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σή του ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ὣς σή­με­ρα πά­νω ἀ­πὸ 60 δι­η­γή­μα­τα σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μαν­τι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἔ­χει δι­δά­ξει καὶ σὲ συγ­γρα­φι­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια. Ζεῖ στὸ Μαν­χά­ταν.

http://don-shea.com/index.html

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σμα­ρά­γδα Γκέ­τσου (Ἀ­θή­να, 07/05/1980). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴ δι­ερ­μη­νεί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου τὸ 2004. Ἔ­κτο­τε 2004 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στὴ με­τά­φρα­ση.

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman): Ὁ πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ

 

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman)

 

πωλητὴς τῶν ἀμπαζούρ

(The Lampshade Vendor)

 

Ο ΣΚΗΝΙΚΟ ἦ­ταν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­παι­ζε.

Ἕ­νας ἀ­σπρο­μάλ­λης ἄν­τρας μὲ μαῦ­ρο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο σμό­κιν ἦρ­θε στὴν πόρ­τα που­λών­τας ἀμ­πα­ζούρ. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸς ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε με­τα­μορ­φω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια τῶν χε­ρι­ῶν του. Σή­κω­σε ἕ­να ἀμ­πα­ζοὺρ μὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς με­ταλ­λι­κούς του γάν­τζους. «Νὰ σοῦ που­λή­σω ἕ­να και­νού­ριο ἀμ­πα­ζούρ;»

       Τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ ἀμ­πα­ζοὺρ ποὺ εἶ­χα ἤ­δη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πῶς ἔ­χα­σε τὰ χέ­ρια του. Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω κου­βέν­τα. «Χθὲς κά­ποι­ος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα καὶ που­λοῦ­σε σφουγ­γα­ρί­στρες καὶ σκοῦ­πες. Τὸν ξέ­ρεις;»

       Ἔ­βα­λε τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ πί­σω στὸ κα­ρό­τσι του. «Κα­μί­α σχέ­ση. Ἐ­γὼ που­λάω ἀμ­πα­ζούρ. Θέ­λεις ἕ­να;»

       Πάν­τα μοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἀν­θρώ­πι­νες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ποὺ ἦ­ταν πα­λι­ο­μο­δί­τι­κες. Τὸν ρώ­τη­σα πό­σο και­ρὸ που­λοῦ­σε ἀμ­πα­ζούρ.

       «Πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε χρό­νια εἶ­χα μιὰ πα­ρά­στα­ση σὲ ὅ­λα τα με­γά­λα πα­νη­γύ­ρια, ἕ­να τσίρ­κο μὲ ψύλ­λους. Μὲ χτύ­πη­σε σκλη­ρὰ ἡ ὑ­γι­ει­νὴ καὶ ἡ κα­λαι­σθη­σί­α.»

       «Κά­πο­τε εἶ­χα δεῖ ἕ­να τσίρ­κο ψύλ­λων, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν μὲ πι­στεύ­ει», τοῦ εἶ­πα. «Τὸ κρα­τά­ω γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν, ὅ­μως, ὅ­τι θυ­μᾶ­μαι ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ γά­μο ψύλ­λων καὶ ἕ­ναν ψύλ­λο ποὺ ἔ­κα­νε πο­δή­λα­το.»

       «Εἶ­χα ἕ­να μι­κρὸ τρα­πέ­ζι γιὰ σκη­νή, καὶ μό­νο λί­γες κα­ρέ­κλες γιὰ τὸ κοι­νό. Εἶ­χα ἕ­να νού­με­ρο μπα­λέ­του, ἕ­να σχοι­νο­βά­τη καὶ ἕ­ναν ἀ­γώ­να τραί­νων μὲ βα­γό­νια. Τὸ μυ­στι­κὸ ἦ­ταν στοὺς ψύλ­λους τῶν ἀν­θρώ­πων. Εἶ­ναι οἱ μό­νοι ποὺ ἔ­χουν τὴ δύ­να­μη νὰ τρα­βή­ξουν καὶ νὰ σπρώ­ξουν μὲ τὰ πί­σω πό­δια τους. Οἱ ψύλ­λοι μου ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τοι. Τί ἀν­το­χή! Μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες πα­ρα­στά­σεις κά­θε μέ­ρα καὶ νὰ συ­νε­χί­ζουν γιὰ ἑ­βδο­μά­δες. Στὸ τέ­λος τῆς πα­ρά­στα­σής μου, σή­κω­να τὸ μα­νί­κι μου καὶ κα­λοῦ­σα τὸ θί­α­σό μου νὰ δει­πνή­σει.» Ὁ ἄν­τρας σή­κω­σε ψη­λὰ τοὺς γάν­τζους ἀ­πὸ χρώ­μιο.

       «Δι­ά­βα­σα ὅ­τι στὸ Με­ξι­κὸ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στή­ρι­ζε τὴν τέ­χνη μὲ ψύλ­λους», εἶ­πα. «Οἱ κα­λό­γρι­ες ἔ­φτια­χναν καὶ που­λοῦ­σαν μι­νια­τοῦ­ρες τῶν Σταθ­μῶν τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ μὲ σώ­μα­τα ψό­φι­ων ψύλ­λων καὶ ἄ­χρη­στα ὑ­λι­κά. Χά­ρη στοὺς ψύλ­λους, δὲν χρει­ά­στη­κε νὰ σκα­λί­σουν ἀν­θρώ­πι­νες φι­γοῦ­ρες.»

       «Εἶ­χα ἕ­ναν ψύλ­λο», εἶ­πε μὲ σι­γα­νὴ φω­νή. «Τὸν εἶ­χα σὰν κα­τοι­κί­διο. Ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ ἄ­φη­να νὰ ρου­φή­ξει ἀ­πὸ τὴν πα­λά­μη μου. Τὸν ἔ­δε­να σὲ μιὰ χρυ­σὴ ἁ­λυ­σί­δα ποὺ δὲν ἦ­ταν μα­κρύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ δά­χτυ­λό σου. Στὴν ἄ­κρη τῆς ἁ­λυ­σί­δας εἶ­χα δέ­σει μιὰ τέ­λεια σχη­μα­τι­σμέ­νη χρυ­σὴ ἅ­μα­ξα γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει.»

       Νό­μι­ζα ὅ­τι εἶ­χα δεῖ τὰ πάν­τα. Ὅ­μως, ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν ψύλ­λο-κα­τοι­κί­διο καὶ τὴν τέ­λεια χρυ­σὴ ἅ­μα­ξα, μὲ ἔ­βα­λε σὲ σκέ­ψεις. «Ναί», εἶ­πα ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νή μου, «πι­στεύ­εις ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ μοῦ ξα­να­μι­λή­σεις γιὰ αὐ­τό;»

       Μὲ κοί­τα­ξε. «Ὄ­χι», εἶ­πε προ­σε­κτι­κά. «Μοῦ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι.»

       Προ­σπά­θη­σα νὰ σκε­φτῶ μιὰ πρέ­που­σα ἀ­πάν­τη­ση. «Κα­τα­λα­βαί­νω», εἶ­πα τε­λι­κά.

       Ὁ ἄν­τρας ἔ­τρι­ψε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς με­ταλ­λι­κοὺς γάν­τζους στὸ δέρ­μα κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι του. «Πε­ρί­με­νε μιὰ στιγ­μή», εἶ­πε. «Φέ­ρε μου κά­τι νὰ γρά­ψω».

       Πῆ­ρε ἕ­να κά­τα­σπρο ἀμ­πα­ζούρ. Ἔ­βα­λα ἕ­να στυ­λὸ στὸν ἀ­ρι­στε­ρό του γάν­τζο. Ἦ­ταν ἕ­να μαρ­κα­δο­ρά­κι ποὺ εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὸν ὑ­πάλ­λη­λο ὅ­ταν ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­τα­γὴ στὴν A&P.

       Ζω­γρά­φι­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ τσίρ­κο ψύλ­λων στὸ ἀμ­πα­ζούρ, τὸν γά­μο, τὸν σχοι­νο­βά­τη καὶ ἕ­να μπα­λέ­το ψύλ­λων. Ζω­γρά­φι­σε σκη­νὲς γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν εἴ­χα­με κὰν μι­λή­σει. Στὸ τέ­λος ζω­γρά­φι­σε κά­τι ποὺ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ ψύλ­λος μὲ τὴ χρυ­σὴ ἁ­λυ­σί­δα, ἀ­φοῦ κα­θό­ταν πά­νω στὴν πα­λά­μη ἑ­νὸς χε­ριοῦ. Τὸ χέ­ρι ἦ­ταν τέ­λει­ο.

       Ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξη­γή­σω σὲ δι­ά­φο­ρους για­τί ἀ­γό­ρα­σα τὸ ἀμ­πα­ζούρ. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, με­τέ­φε­ρα τὴ λάμ­πα δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου καὶ ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου.

 

Δραματοποίηση:

 

 

Συντελεστές: Ταινία τῶν Thomas Backer καὶ David Reppond. Παίζουν οἱ T.R. Richards καὶ Vaughn Greditzer.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Ἄλλεν Γούντμαν (Allen Woodman). Δι­ευ­θύ­νει τὸ πρό­γραμ­μα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­ρι­ζό­να. Γρά­φει βι­βλί­α γιὰ παι­διὰ καὶ δι­η­γή­μα­τα μὲ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ νό­του. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σμα­ρά­γδα Γκέ­τσου (Ἀ­θή­να, 1980). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴ Με­τά­φρα­ση καὶ τὴ Δι­ερ­μη­νεί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου τὸ 2004. Ἔ­κτο­τε 2004 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στὴ με­τά­φρα­ση.

 

 

 

Ντυμένοι ψύλλοι. Φωτογραφία μὲ μικροσκοπικοὺς φακούς. Όκτώβριος 1919.

 

Ἡ τυρρανία τῶν ὄντων

καὶ ἡ διασκέδαση ὡς ἐφιάλτης

 

Τὸ πα­ρά­ξε­νο δι­ή­γη­μα τοῦ Ἄλλεν Γού­ντμαν, στὸ ὁποῖο ὁ ἀό­ρα­τος στὸ μά­τι κό­σμος τοῦ μι­κροῦ ἀπο­τυ­πώ­νε­ται συμ­βο­λικὰ στὸ ἀμπαζοὺρ μιᾶς ἡλι­κιω­μέ­νης ἀπὸ τὴν μυ­στη­ριώ­δη φι­γού­ρα ἑνὸς ἐκπαι­δευτὴ ψύλ­λων ποὺ ἡ ἀπώλεια τῶν χεριῶν του τὸν ἔκα­νε νὰ ἀλλά­ξει ἐπάγ­γελ­μα, μᾶς προ­κά­λε­σε τὴν πε­ριέρ­γεια νὰ δοῦμε μὲ τὰ μά­τια μας ἀπὸ κο­ντὰ αὐτὰ τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να ὀντά­ρια. Στὰ δύ­ο βίντε­ο ποὺ ἀκο­λου­θοῦν (τὸ δεύ­τε­ρο μιὰ ἱστο­ρικὰ ἐνδια­φέ­ρου­σα λή­ψη τοῦ 1956 στὴν Κο­πεν­γχά­γη) μπο­ρεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὸ ἀνε­στραμμέ­νο εἴδω­λο τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ τσίρ­κου: ὄχι πιὰ ἐκπαι­δευ­μέ­νους ἐλέ­φα­ντες ἢ λιο­ντά­ρια ἀλλὰ θηρί­α τσέ­πης σχεδὸν ἀό­ρα­τα στὸ μά­τι νὰ ὑπα­κού­ουν ἐξί­σου ὑπο­τα­κτικὰ στὰ κε­λεύ­σμα­τα τοῦ ἐκπαι­δευτῆ τους· οὔτε τὸ κομ­βό­ι τῶν φορ­τηγῶν ποὺ με­τα­φέ­ρουν τὰ δύ­στυ­χα ζῶα καὶ τὸ «ὑπη­ρε­τι­κό» τους προ­σω­πι­κό: τὸ τσίρ­κο τοῦ έκ­παι­δευτῆ ψύλ­λων χωρᾶ στὸ βα­λι­τσά­κι τοῦ πλα­νό­διου πλα­σιέ. Ἡ πα­ρά­στα­ση τε­λειώ­νει, τὸ μα­γαζὶ κλεί­νει κι ὁ θια­σάρ­χης παίρ­νει τὸ λε­ω­φο­ρεί­ο γιὰ τὴν  ἄλλη γει­το­νιά.

       Ἡ ἐλπί­δα κά­ποιων ὅτι ἡ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α θὰ δώ­σει μιὰ νέ­α εὐκαι­ρί­α στὸ παλιὸ καὶ ἀπερ­χό­με­νο πλέ­ον ἐπάγ­γελ­μα τοῦ ἐκπαι­δευτῆ ψύλ­λων μᾶς φαί­νε­ται ἀπο­κρου­στι­κή. Ἡ κα­λό­γρια τοῦ Με­ξι­κοῦ ποὺ κα­τέ­στρε­φε τὰ μά­τια της προ­κει­μέ­νου νὰ φτιά­ξει κου­στού­μια ἐποχῆς καὶ νὰ ντύ­σει μὲ αὐτὰ τὰ κου­φά­ρια τῶν μι­κρο­σκο­πικῶν ἐντό­μων δὲν εἶναι τὸ ἀντί­στοι­χο τοῦ ἀσιά­τη μι­κρο­γρά­φου μο­να­χοῦ ποὺ χα­ρά­ζει τὸ ποί­η­μά του σ’ ἕναν κόκ­κο ρυ­ζιοῦ. Στὴν ποι­η­τι­κή χει­ρο­νο­μί­α τοῦ τε­λευ­ταί­ου ται­ριά­ζει, ὅπως καὶ στὴ να­νο­τε­χνο­λο­γί­α, ἡ κο­σμο­λογικὴ ἀρχὴ τῆς ἑνό­τη­τας τῶν ἀντι­θέ­των, ἡ  ὁδὸς ἄνω κά­τω μία καὶ ὡυ­τή τοῦ σκο­τει­νοῦ Ἐφεσί­ου… Ἀλλὰ ἡ τυ­ραν­νί­α τῶν ὄντων ποὺ ἐπι­βάλ­λει ὁ ἄνθρω­πος εἴτε στὸ μι­κρὸ εἴτε στὸ με­γά­λο τσίρ­κο τῆς δια­σκέ­δα­σης, εἶναι ὁ ἐφιάλ­της ποὺ φέ­ρει τὸ ψευ­δώ­νυ­μο τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας: “C’est la Flea” [ ?]. Ἡ σω­στὴ θέ­ση τοῦ ἀμπα­ζοὺρ μὲ τὴ ζω­φό­ρο τοῦ τσίρ­κου τῶν ψύλ­λων εἶναι, ὅπως στὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Γού­ντμαν, στὸ κο­μο­δί­νο δί­πλα στὸ προ­σκε­φά­λι τοῦ ὕπνου.      

[γπ]