Τζὸν Ἄπνταϊκ (John Updike): Ἡ ἐξέλιξη τοῦ Ὄλιβερ

 

Updike,John-IEkseliksiTouOliber-Eikona-01


Τζὸν Ἄπ­ντα­ϊκ (John Updike)


ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Ὄ­λι­βερ

(Oliver’s Evolution)


09-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_Star_Spangled_BannerΙ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ δὲν εἶχαν σκοπό νὰ τὸν κα­κο­ποι­ή­σουν. Εἶ­χαν σκο­πὸ νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σουν, καὶ τὸν ἀ­γά­πη­σαν. Ἀλ­λὰ ὁ Ὄ­λι­βερ εἶ­χε προ­κύ­ψει ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να στὸ μι­κρὸ τσοῦρ­μο τῶν παι­δι­ῶν τους, σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ ἡ πρό­κλη­ση τῆς ἀ­να­τρο­φῆς ἑ­νὸς παι­διοῦ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ σβή­νει κά­νον­τάς τον ἐ­πιρ­ρε­πὴ στὶς ἀ­να­πο­δι­ές. Ὡς με­γα­λό­σω­μο ἔμ­βρυ­ο, στρι­μωγ­μέ­νο στὴ μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας του, γεν­νή­θη­κε μὲ τὰ πό­δια του στραμ­μέ­να πρὸς τὰ μέ­σα καὶ ἔ­μα­θε νὰ μπου­σου­λά­ει μὲ ἕ­να νάρ­θη­κα ἀ­πα­γω­γῆς μέ­χρι τοὺς ἀ­στρα­γά­λους του. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους τὸν ἔ­βγα­λε, ἔ­κλαι­γε ἔν­τρο­μος, για­τί πί­στευ­ε πὼς αὐ­τὲς οἱ βα­ρι­ὲς γύ­ψι­νες μπό­τες, ποὺ ἔ­γδερ­ναν καὶ ἔ­βρι­σκαν στὸ πά­τω­μα, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν κομ­μά­τι τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του.

       Μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν ἦ­ταν νή­πιο, τὸν βρῆ­καν στὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα τους μὲ ἕ­να κου­τὶ μὲ μπα­λά­κια να­φθα­λί­νης, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ σα­λι­ω­μέ­να. Ἀ­να­δρο­μι­κὰ ἀ­να­ρω­τι­όν­του­σαν ἂν ἔ­πρε­πε νὰ τὸν εἶ­χαν πά­ει ἀ­μέ­σως στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καὶ νὰ κά­νουν πλύ­ση στὸ στο­μα­χά­κι του. Με­τὰ ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, τὸ πρό­σω­πο του ἦ­ταν γκρι­ζο­πρά­σι­νο. Τὸ ἑ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν εἶ­χε πιὰ μά­θει νὰ περ­πα­τά­ει, οἱ γο­νεῖς του εἶ­χαν κο­λυμ­πή­σει ἀ­πε­ρί­σκε­πτα ὣς τὴν ἄ­κρη τῆς πα­ρα­λί­ας, πα­σχί­ζον­τας γιὰ μιὰ ρο­μαν­τι­κὴ ἁρ­μο­νί­α ἕ­να πρω­ι­νὸ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να με­τα­με­σο­νύ­κτιο πάρ­τυ κι ἕ­ναν τσα­κω­μὸ ὕστερα ἀ­πὸ κα­τα­νά­λω­ση ἀλ­κο­όλ, ἀ­γνο­ών­τας τε­λεί­ως τὸν Ὄ­λι­βερ ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε μπου­σου­λή­σει ξω­πί­σω τους καὶ ἐ­πέ­πλε­ε μὲ τὸ κε­φά­λι του βυ­θι­σμέ­νο γιὰ λί­γα λε­πτά. Εἶ­δαν τὸ ναυ­α­γο­σώ­στη νὰ τρέ­χει κα­τὰ μῆ­κος τῆς πα­ρα­λί­ας κι ἂν δὲν ἦ­ταν τό­σο σβέλ­τος, τὰ λί­γα αὐ­τὰ λε­πτὰ θὰ εἶ­χαν ἀ­πο­βεῖ μοι­ραί­α. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ πρό­σω­πο του ἦ­ταν μπλὲ κι ἔ­βη­χε γιὰ ὦ­ρες.

       Πα­ρα­πο­νι­ό­ταν λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ παι­διά τους. Δὲν κα­τη­γό­ρη­σε τοὺς γο­νεῖς του ὅ­ταν οὔ­τε ἐ­κεῖ­νοι, οὔ­τε καὶ οἱ κα­θη­γη­τὲς τοῦ σχο­λεί­ου πα­ρα­τή­ρη­σαν τὸ «τεμ­πέ­λι­κο» δε­ξί του μά­τι ἔγ­και­ρα, γιὰ νὰ τὸ θε­ρα­πεύ­σει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ὅ­ταν τὸ ἔ­κλει­νε, ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν ἀ­πελ­πι­στι­κὰ θο­λά. Ἡ εἰ­κό­να καὶ μό­νο τοῦ ἀ­γο­ριοῦ ποὺ κρα­τοῦ­σε τὸ σχο­λι­κό του βι­βλί­ο σὲ μί­α πε­ρί­ερ­γη γω­νί­α πρὸς τὸ φῶς, ἔ­κα­νε τὸν πα­τέ­ρα του νὰ θέ­λει νὰ ξε­σπά­σει σὲ λυγ­μούς, ἀ­βο­ή­θη­τος.

       Ἔ­τυ­χε νὰ εἶ­ναι στὴ λά­θος, εὐ­ά­λω­τη ἡ­λι­κί­α, ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν σὲ δι­ά­στα­ση καὶ με­τέ­πει­τα χω­ρι­σμέ­νοι. Τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­δέλ­φια του εἶ­χαν φύ­γει γιὰ τὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο καὶ τὸ κο­λέ­γιο, ὥ­ρι­μοι ἄν­τρες πιά, ἐ­λεύ­θε­ροι ἀ­πὸ τὰ δε­σμὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­δελ­φή του ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ νε­α­ρή, ὥ­στε νὰ βρί­σκει συ­ναρ­πα­στι­κοὺς τοὺς νέ­ους κα­νό­νες, ὅ­πως τὰ γεύ­μα­τα σὲ ἑ­στι­α­τό­ρια μὲ τὸν πα­τέ­ρα της ἢ τοὺς φι­λι­κοὺς ἄν­τρες ποὺ ἔρ­χον­ταν, γιὰ νὰ βγά­λουν ἔ­ξω τὴ μη­τέ­ρα της. Ὅ­μως ὁ Ὄ­λι­βερ, στὰ δε­κα­τρί­α του, ἔ­νι­ω­σε τὸ βά­ρος τοῦ νοι­κο­κυ­ριοῦ νὰ πέ­φτει πά­νω του. Φορ­τώ­θη­κε τὴν αἴ­σθη­ση ἐγ­κα­τά­λει­ψης τῆς μη­τέ­ρας του. Ὁ πα­τέ­ρας του θρη­νοῦ­σε ξα­νὰ ἀ­βο­ή­θη­τος. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­κεῖ­νος ἔ­φται­γε κι ὄ­χι τὸ ἀ­γό­ρι ὅ­ταν οἱ κα­κοὶ βαθ­μοὶ ξε­κί­νη­σαν στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ κο­λέ­γιο, κι ὅ­ταν ὁ Ὄ­λι­βερ ἔ­σπα­σε τὸ χέ­ρι του πέ­φτον­τας ἀ­πὸ τὶς σκά­λες τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τας, ἢ πη­δών­τας, σὲ ἕ­να ἄλ­λο μπερ­δε­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κοι­τώ­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ. Ὄ­χι ἕ­να, ἀλ­λὰ κάμ­πο­σα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ αὐ­το­κί­νη­τα ἔ­γι­ναν σ­μπα­ρά­λια μὲ ἐ­κεῖ­νον στὸ τι­μό­νι, ἂν καὶ μὲ μό­νες ζη­μι­ές, στὴν πρά­ξη, κά­ποι­α με­λα­νι­α­σμέ­να γό­να­τα καὶ με­ρι­κὰ χα­λα­ρω­μέ­να μπρο­στι­νὰ δόν­τια. Τὰ δόν­τια στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­καν καὶ πά­λι, δό­ξα τῷ Θε­ῷ, μιᾶς καὶ τὸ ἀ­θῶ­ο του χα­μό­γε­λο ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν ἀρ­γὰ σὲ ὅ­λο του τὸ πρό­σω­πο, κα­θὼς γι­νό­ταν ἀν­τι­λη­πτὸ τὸ χι­οῦ­μορ τοῦ τε­λευ­ταί­ου του ἀ­τυ­χή­μα­τος, ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του. Τὰ δόν­τια του ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ στρογ­γυ­λὰ μὲ με­γά­λα κε­νά, δόν­τια ἑ­νὸς μω­ροῦ.

       Ἔ­πει­τα παν­τρεύ­τη­κε, κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ μί­α ἀ­κό­μα ἀ­να­πο­διά, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὰ ξε­νύ­χτια, τὶς ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες δου­λει­ὲς καὶ τὶς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες εὐ­και­ρί­ες ποὺ εἶ­χε ὡς νε­α­ρὸς ἔ­φη­βος. Τὸ κο­ρί­τσι, ἡ Ἀ­λί­σια, ἦ­ταν τὸ ἴ­διο ἀ­πρό­σε­κτη μὲ ἐ­κεῖ­νον, ἂν λά­βει κα­νεὶς ὑ­πό­ψη τὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ κα­κο­ποί­η­ση καὶ τὶς ἀ­νε­πι­θύ­μη­τες ἐγ­κυ­μο­σύ­νες. Οἱ συ­ναι­σθη­μα­τι­κές της δι­α­τα­ρα­χὲς ἄ­φη­ναν τὴν ἴ­δια καὶ τοὺς ἄλ­λους μὲ τραύ­μα­τα. Συγ­κρι­τι­κὰ μὲ ἐ­κεί­νη, ὁ Ὄ­λι­βερ ἦ­ταν στα­θε­ρὸς καὶ ἀ­ξι­ό­πι­στος κι ἐ­κεί­νη τὸν θαύ­μα­ζε. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ κλει­δί. Ὅ,τι πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, κα­τα­βάλ­λουν φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ μᾶς τὸ προ­σφέ­ρουν. Ἐ­κεῖ­νος κρά­τη­σε τὴ δου­λειά του κι ἐ­κεί­νη ὑ­πέ­με­νε τὶς ἐγ­κυ­μο­σύ­νες. Θά ‘πρε­πε νὰ τοὺς δεῖς τώ­ρα, μὲ τὰ δυ­ὸ παι­διά τους, ἕ­να ξαν­θὸ κο­ρι­τσά­κι κι ἕ­να με­λα­χρι­νὸ ἀ­γό­ρι. Ὁ Ὄ­λι­βερ εἶ­ναι πιὰ γε­ρο­δε­μέ­νος καὶ κρα­τά­ει καὶ τὰ δυ­ὸ ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­ναι σὰν τὰ που­λιὰ στὴ φω­λιά τους. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι τὸ δέν­τρο, ἕ­νας στα­θε­ρὸς βρά­χος. Εἶ­ναι ὁ προ­στά­της τῶν ἀ­δυ­νά­των.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Τζὸν Ἄπ­ντα­ϊκ (John Updike) (Ρέν­τινγκ τῆς Πεν­σιλ­βά­νια, 1932-2009). Ἡ δι­ά­ση­μη σει­ρά μυ­θι­στο­ρη­μά­των Rabbit—ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει τὰ Rabbit, Run (1960), Rabbit Redux (1971), Rabbit Is Rich (1981, Βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ), Rabbit at Rest (1990, Βρα­βεί­ο Πού­λι­τζερ) καὶ Rabbit Remembered (2001)—πα­ρα­­κο­λου­θεῖ τὴ ζω­ὴ ἑ­νὸς πο­λύ συ­νη­θι­σμέ­νου Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ τῖς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­­να. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη προ­σθή­κη στὴ σει­ρά, τὸ Rabbit Remembered, ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται σὲ χα­ρα­κτῆ­ρες ἀ­πὸ τὰ πα­λι­ό­τε­ρα βι­βλί­α με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ Ράμ­πιτ. Ὁ Ἄπ­ντα­ϊκ πέ­θα­νε στὶς 27 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2009 στὸ Ντάν­βερς τῆς Μα­σα­χου­σέ­της.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νε­φέ­λη Γα­λα­νοῦ. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.



		
Advertisements

Τζὶμ Κρέις (jim Crace): 21

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Τζὶμ Κρέ­ις (Jim Crace)


 

21

 


12-EpsilonΝΑΣ ΝΕΑΡΟΣ ΑΝΤΡΑΣ, σχε­τι­κὰ ὑ­πέρ­βα­ρος καὶ πο­λὺ ἀγ­χώ­δης γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, τε­λεί­ω­σε τὸ γύ­ρο του στὰ ρά­φια καὶ τὰ ψυ­γεῖ­α τοῦ σου­περ­μάρ­κετ καὶ στά­θη­κε στὴν οὐ­ρὰ ντρο­πι­α­σμέ­νος, ὡς συ­νή­θως.

       Τα­κτο­ποί­η­σε τὶς ἀ­γο­ρὲς του στὸ τα­μεῖ­ο καὶ πε­ρί­με­νε, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ δρό­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α, κα­θὼς ἡ γυ­ναί­κα στὸ τα­μεῖ­ο σκά­να­ρε τοὺς κω­δι­κοὺς ἀ­πὸ τὰ φάρ­μα­κα, τὶς βι­τα­μί­νες, τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κὸ χώ­ρου, τὸ χαρ­τὶ ὑ­γεί­ας, τὰ κα­τε­ψυγ­μέ­να «Γεύ­μα­τα γιὰ Ἕ­ναν», τὶς κον­σέρ­βες, τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὴν μπύ­ρα καὶ τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κό του, τὸ ψω­μί, τὶς μπα­νά­νες, τὸ γά­λα, τὸ ἄ­πα­χο γι­α­ούρ­τι, τὸν ντε­κα­φε­ϊ­νὲ καὶ τὶς λι­χου­δι­ὲς τῆς ἡ­μέ­ρας: ψη­μέ­να μπου­τά­κια κο­τό­που­λου, λί­γα στα­φύ­λια, μία πλά­κα σο­κο­λά­τας καὶ δυ­ὸ κρουα­σάν. Πέ­ρα­σε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἀ­νά­γλυ­φα νού­με­ρα τῆς πι­στω­τι­κῆς του κάρ­τας, κα­θὼς κά­θε προ­ϊ­ὸν ἔ­βγα­ζε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἦ­χο ἀ­πὸ τὸ τα­μεῖ­ο.

       Ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς τοῦ τα­μεί­ου ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν «Ταυ­τό­τη­τα τοῦ Πε­λά­τη» τοῦ νέ­ου ἄν­τρα, τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­να­λο­γί­α με­τα­ξὺ λι­πα­ρῶν καὶ ἀ­μύ­λου, τὴν οἰ­κεί­α ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς κον­σέρ­βες, τὴν πρό­σφα­τη καὶ αὐ­ξα­νό­με­νη ποι­κι­λί­α τῶν συμ­πλη­ρω­μά­των ὑ­γεί­ας, τὸν ξε­χω­ρι­στὸ συν­δυα­σμὸ τῶν μη­νια­ίων πε­ρι­ο­δι­κῶν. Οἱ ἀ­γο­ρὲς ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν τὸν κά­θε πε­λά­τη. Προ­τοῦ ἡ γυ­ναί­κα στὸ τα­μεῖ­ο πε­ρά­σει τὴν πι­στω­τι­κή του κάρ­τα, ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς εἶ­χε πα­ρα­θέ­σει τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ νέ­ου ἄν­τρα, τὴ λί­στα μὲ τὶς ἀ­γο­ρὲς του τοὺς τε­λευ­ταί­ους ἑ­πτὰ μῆ­νες, τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση φε­ρεγ­γυ­ό­τη­τας τῆς κάρ­τας του, τὸ πο­σο­στό του στὴν κλί­μα­κα «Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος Πε­λά­της». Γνώ­ρι­ζε σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὸ ποι­ός ἦ­ταν καὶ τὸ πῶς ζοῦ­σε. Μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­πε­ρά­νει πῶς ἦ­ταν τὸ τα­πει­νό του δω­μά­τιο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο, πό­σο πα­λιὸ ἦ­ταν, χω­ρὶς κα­θό­λου λου­λού­δια, πό­σο λει­τουρ­γι­κὸ καὶ πό­σο κραύ­γα­ζε γιὰ ἀλ­λα­γή. Ἐ­δῶ ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ ἡ γά­τα του εἶ­χε πε­θά­νει ἢ εἶ­χε χα­θεῖ πρὶν τρεῖς μῆ­νες. Δὲν εἶ­χε ἀ­γο­ρα­στεῖ γα­το­τρο­φὴ γιὰ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἐ­δῶ ἦ­ταν ὁ πε­λά­της ποὺ δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά του γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μί­α ἑ­βδο­μά­δα, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­νερ­γὴ ψη­φια­κὴ μνή­μη του. Πέ­ρυ­σι τὴν ἄ­νοι­ξη εἶ­χε προ­σπα­θή­σει, ἀ­πο­τυ­χη­μέ­να, νὰ κό­ψει τὰ γλυ­κὰ καὶ τὴ ζά­χα­ρη. Σή­με­ρα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­χε ἀν­τι­στα­θεῖ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του πα­ρόρ­μη­ση νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να πα­κέ­το ποῦ­ρα Cheroots.

       Στὸ τα­μεῖ­ο ὁ ὑ­πο­λο­γι­στὴς ἐμ­φά­νι­σε τὸ μή­νυ­μα: «Cheroots…Cheroots. Ὑ­πεν­θύ­μι­σε στὸν πε­λά­τη ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἀ­γο­ρά­σει δη­μη­τρια­κὰ ἢ τυ­ρὶ ἢ λα­χα­νι­κὰ αὐ­τὸ τὸ μή­να. Ὑ­πεν­θύ­μι­σέ του τὶς εἰ­δι­κές μας προ­σφο­ρές: 12 μπου­κά­λια μπύ­ρας lager στὴν τι­μὴ τῶν 10. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να μπου­κά­λι ἀ­πὸ τὸ Boulevard λι­κέρ μας καὶ σοῦ δί­νου­με τὸ δεύ­τε­ρο δῶ­ρο. Ὑ­πεν­θύ­μι­σέ του ὅ­τι ὁ χρό­νος περ­νά­ει πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ὅ­σο νο­μί­ζει, τὸ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κό του θὰ ἔ­χει τε­λει­ώ­σει μέ­χρι τώ­ρα, ὅ­πως καὶ τὰ ἀν­τι­συλ­λη­πτι­κὰ ποὺ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει πρὶν δυ­ὸ χρό­νια. Τοῦ χρει­ά­ζον­ται τὰ βα­σι­κά, ὅ­πως ρύ­ζι καὶ μα­κα­ρό­νια, σα­πού­νι, ὀ­δον­τό­κρε­μα, ἀ­λεύ­ρι, λά­δι καὶ μπα­χα­ρι­κά. Ἐ­νη­μέ­ρω­σέ τον γιὰ τὰ Προ­γράμ­μα­τα Λι­α­νι­κῆς μας καὶ πὼς πα­ρα­μέ­νου­με ἀ­νοι­χτοὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τῆς Κυ­ρια­κῆς. Συμ­βού­λευ­σέ τον νὰ μα­γει­ρεύ­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ὀ­φεί­λει νὰ συ­γυ­ρί­ζει καὶ νὰ κα­θα­ρί­ζει τὰ πλα­κά­κια τοῦ μπά­νιου του μὲ τὸ νέ­ο μας λευ­καν­τι­κὸ μὲ λε­μό­νι. Πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Πρό­τει­νέ του νὰ κά­νει ἄλ­λη μιὰ γύ­ρα στοὺς δι­α­δρό­μους μας. Ἀ­μέ­σως. Για­τί αὐ­τὸ ποὺ ἐ­πι­λέ­γου­με εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ εἴ­μα­στε. Δὲ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ χά­σει αὐ­τὴ τὴ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­δη­μι­ουρ­γή­σει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὸ φα­γη­τό.»


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Τζιμ Κρέ­ις (Jim Crace) (1946-): Βρε­τα­νός μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος μὲ πλού­σια πα­ρα­γω­γή μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των. Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ και­νο­τό­μους καὶ πρω­τό­τυ­πους συγ­γρα­φείς μὲ με­γά­λη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ φαν­τα­στι­κοὺς κό­σμους και τό­πους.

Με­τά­φρα­ση ὰπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νε­φέ­λη Γα­λα­νοῦ. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.