Ἄννε Βάισγκέρμπερ (Anne Weisgerber): Ἡ μικρομυθοπλασία ὡς τέχνη τῆς γλώσσας


Ἄν­νε Βά­ισ­γκέρ­μπερ (Anne Weisgerber)


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας

(Flash fiction as language art)

 

Μου­σεῖ­α : Μυ­θι­στο­ρή­μα­τα :: Ζω­γρα­φι­ές : Γλώσ­σα


ΠΟΤΕ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι ἕ­να μου­σεῖ­ο καὶ προ­χω­ρῶ ἀ­πὸ τό ’­να ση­μεῖ­ο στὸ ἑ­πό­με­νο, βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ δι­ά­φο­ρους ζω­γρα­φι­κοὺς πί­να­κες. Πλη­σι­ά­ζον­τάς τους, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ μυ­ρί­σω τὸ ἔ­λαι­ο λι­να­ρό­σπο­ρου τῶν χρω­μά­των τους,[1] ἐ­νῷ κα­μιὰ φο­ρὰ μπο­ρῶ νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ τὴ στά­ση στὴν ὁ­ποί­α ἐρ­γα­ζό­ταν ὁ καλ­λι­τέ­χνης (ὅ­ταν στέ­κε­ται ἀ­κρι­βῶς μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν καμ­βά του, λ.χ., οἱ πι­νε­λι­ὲς κι­νοῦν­ται στὸ ὕ­ψος τοῦ πή­χε­ώς του ἢ τοῦ ὤ­μου του;) Πῶς στε­κό­ταν ὁ δη­μι­ουρ­γός; Συμ­βαί­νει κά­τι στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἔρ­γου, ἢ ἀ­πὸ κά­τω της; Τί ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πί­να­κα; Δὲν στα­μα­τῶ στὰ ἀ­φη­ρη­μέ­να ἔρ­γα, κα­θὼς τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐξ αὐ­τῶν προ­ϋ­πο­θέ­τουν κά­ποι­α πρό­τε­ρη γνώ­ση προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­λά­βῃ κα­νεὶς τὶς ἀ­να­φο­ρὲς στὶς ὁ­ποῖ­ες βα­σί­ζε­ται ὁ ἑ­κά­στο­τε πί­να­κας. Μὲ τὸν ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς τρό­πο, ἡ ἀν­τί­λη­ψη καὶ ἡ ἐ­κτί­μη­ση τῆς στά­σε­ως τοῦ συγ­γρα­φέ­α, τοῦ ἐ­λέγ­χου ποὺ αὐ­τὸς ἀ­σκεῖ στὴ σύν­τα­ξη, στὸν ρυθ­μό, ἢ στὶς ἀ­να­φο­ρές του, βο­η­θᾷ στὴν ἐ­ξα­γω­γη συμ­πε­ρα­σμά­των σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πῶς στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἔρ­γο του, ἐ­νι­σχύ­ον­τας ἔ­τσι τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

 

Πορ­τραῖ­τα : Μυ­θο­πλα­σί­α :: Σχέ­δια : Προ­τά­σεις


Ὅ­ταν ἡ συ­ζή­τη­ση φτά­νει στὴν προ­σω­πο­γρα­φί­α, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­κτᾷ τε­ρά­στια ἀ­πή­χη­ση. Κι αὐ­τὸ για­τὶ οἱ ἀ­να­πα­ρα­στά­σεις ἀ­πο­κτοῦν ἀν­θρώ­πι­νο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Μιὰ σπου­δαί­α ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση στὸν κό­σμο τῶν μου­σεί­ων, ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι λαμ­βά­νει χώ­ρα στὴν συλ­λο­γὴ Φρίκ.[2] Το­πο­θε­τη­μέ­να σὲ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση βρί­σκον­ται τὰ πορ­τραῖ­τα τοῦ Σὲρ Τό­μας Μόρ[3] καὶ ἐ­κεῖ­νο τοῦ θα­νά­σι­μου ἐ­χθροῦ του ―καὶ τε­λι­κὰ ἐ­κτε­λε­στῆ του―, Τό­μας Κρόμ­γου­ελλ,[4] το­πο­θε­τη­μέ­να τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο. Οἱ δύ­ο πί­να­κες ἀλ­λη­λο­συμ­πλη­ρώ­νον­ται δι­α­τη­ρῶν­τας μιὰ βα­θειὰ ἔν­τα­ση, γνω­στὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Χόλ­μπά­ιν,[5] ἡ ὁ­ποί­α προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴν φυ­σι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση τῶν ἔρ­γων. Ὁ ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νος αὐ­τὸς δι­α­γω­νι­σμὸς κοι­τάγ­μα­τος, σ’ ἕ­να μου­σεῖ­ο γε­μά­το ἀ­πὸ σπου­δαῖ­α ἔρ­γα τέ­χνης, ἀ­να­δει­κνύ­ει ὁ­ρι­σμέ­να δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἠ­θι­κὰ θέ­μα­τα. Κα­τ’ ἐ­μὲ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἕ­να δί­πτυ­χο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – σὰν μιὰν ἀν­τί­στι­ξη. Ἡ νο­η­μο­σύ­νη τοῦ θε­α­τῆ συμ­πι­έ­ζει, ἐ­νῷ τι­μᾷ μνη­μο­νι­κὰ τὶς συγ­κρού­σεις. Ἀ­ξι­ο­ποι­ῶν­τας τό­σο τὸν χῶ­ρο ὅ­σο καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη, ὁ Χόλ­μπά­ϊν ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται στὰ μά­τια μου, ὡς ἕ­νας πρω­το­πό­ρος τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης.

 

Χρώ­μα­τα : Λέ­ξεις :: Ἐ­πι­φά­νεια : Σε­λί­δα


Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι τὶς γκα­λε­ρί, δι­α­σχί­ζω τὸν χῶ­ρο πε­ρι­πλα­νώ­με­νη εὐ­χά­ρι­στα, ἐ­νῷ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πῶς μπο­ρῶ νὰ ξε­κι­νή­σω ἕ­ναν δι­ά­λο­γο μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀν­τι­κεί­με­νο συ­ναν­τή­σω, μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πορ­τραῖ­το δῶ, γιὰ ὅ­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια ἀν­τι­κρί­σω. Κα­τευ­θύ­νο­μαι συ­χνὰ στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς ἔκ­θε­σης, γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι θὰ βα­ρε­θῶ καὶ θὰ πε­ρά­σω κα­τευ­θεί­αν στοὺς πραγ­μα­τι­κοὺς πρω­τα­γω­νι­στές, στὴν ἴ­δια τὴν τέ­χνη. Εἶ­μαι ἐ­λεύ­θε­ρη νὰ ρι­σκά­ρω καὶ νὰ μπῶ στὸ παι­χνί­δι. Εἴ­τε βρί­σκο­μαι στὴν Νέ­α Υ­όρ­κη ἢ στὸ Πα­ρί­σι ἢ στὸ Λον­δί­νο, κοι­τά­ζω νὰ δῶ τί λέ­νε οἱ εἰ­κό­νες. Ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ῶ αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πω σὲ λέ­ξεις, καὶ στα­μα­τῶ ὅ­πο­τε ἐν­θου­σι­ά­ζο­μαι, προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι ἢ αἰ­σθά­νο­μαι εὐ­γνώ­μων. Οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις εἶ­ναι παι­χνί­δια ποὺ ἀ­παι­τοῦν τὴ συ­νύ­παρ­ξη νο­η­μο­σύ­νης, πνεύ­μα­τος καὶ γλώσ­σας. Οἱ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι οἱ ζω­γρά­φοι, κα­λοῦν τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν δι­α­νο­η­τι­κά, συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ καὶ δι­α­σκε­πτι­κά. Δὲν ἀ­παι­τοῦν­ται δε­κα­νί­κια γιὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σῃ κα­νεὶς ἀ­πέ­ναν­τι σ’ ἕ­να ἔρ­γο, εἴ­τε πρό­κει­ται γιὰ μου­σεια­κὸ ἔκ­θε­μα εἴ­τε γιὰ ἔρ­γο τοῦ Δυ­τι­κοῦ Κα­νό­να· εἴ­τε προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν πτέ­ρυ­γα Ντε­νὸν[6] εἴ­τε ἀ­π’ τὸ Μόμ­πι Ντίκ· ἀ­πὸ τὸ Ἔγ­κλη­μα καὶ τι­μω­ρί­α ἢ τὸ Γκέτ­τυ.[7] Ἀρ­κεῖ μιὰ δρα­στι­κὴ εἰ­κό­να μέ­σα σ’ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο μου­σεῖ­ο ἢ μιὰ σκη­νὴ τρι­α­κο­σί­ων λέ­ξε­ων γραμ­μέ­νη σ’ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γλώσ­σα τοῦ κό­σμου, γιὰ νὰ πλο­η­γη­θῶ στὸ βα­θὺ σύμ­παν τοῦ χω­ρο­χρό­νου.

            Μέ­χρι ν’ ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δὲν εἶ­χα ἐ­κτι­μη­σει τὸ ὅ­τι ζῶ σὲ μιὰ πε­ρί­ο­δο ὅ­που συμ­βαί­νει κά­τι τό­σο συ­ναρ­πα­στι­κό, ὁ­λο­καί­νου­ριο καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κὸ στὸ πε­δί­ο τῶν γλωσ­σι­κῶν τε­χνῶν. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ συμ­βαί­νουν σὲ μι­κρὰ ―πλὴν ὅ­μως πε­ρι­πε­τει­ώ­δη― πε­ρι­ο­δι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α δροῦν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­π’ τὶς ἀ­να­μο­νὲς τῆς τυ­πι­κῆς σύν­τα­ξης, τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων, τῶν συμ­βά­σε­ων, ἐ­νῷ εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­μέ­να καὶ φρον­τι­σμέ­να ἀ­πὸ πρω­το­πό­ρους ἐκ­δό­τες. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ὡ­ραι­ό­τε­ρα πράγ­μα­τα νὰ ση­μει­ώ­νῃ κα­νείς, καὶ ἀ­κό­μα συγ­κι­νη­τι­κό­τε­ρο νὰ τὰ δι­α­βά­ζῃ.

        Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ γρά­φω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θ’ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ μι­κρο­α­φη­γή­σεις. Εἶ­χα αὐ­τὴ τὴν τρε­λὴ ἰ­δέ­α νὰ ἑ­νώ­σω ὄ­λους αὐ­τοὺς τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες ποὺ ἀ­κοὺν στ’ ὄ­νο­μα Λέγ­γεττ (ἢ πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἐκ­δο­χές του), ἀ­πὸ τὸ «The Secret Sharer» τοῦ Κόν­ραντ ὣς τὸ BUtterfield 8 τοῦ Ὀ­’­Χά­ρα.[8] Μό­λις ὅ­μως ξε­κί­νη­σα νὰ ὀρ­γα­νώ­νω τὴν πλο­κή μου σὲ τρεῖς ἠ­πεί­ρους ἁ­πλώ­νον­τας χρο­νι­κὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση στὶς πέν­τε γε­νε­ὲς αὐ­τοῦ τοῦ θρύ­λου, ἀ­πελ­πί­στη­κα. Ἡ πλο­κὴ κόμ­πια­ζε ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἡ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α ἀ­πορ­ρυθ­μι­ζό­ταν, ἐ­νῷ ἐ­γὼ αἰ­σθα­νό­μουν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη, εἶ­χα πα­ρα­λύ­σει κι ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τό­τε, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να ἐρ­γα­στή­ρι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸν Ράν­ταλλ Μπρά­ουν·[9] συ­νέ­χι­σα νὰ ἐ­πε­ξερ­γά­ζο­μαι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου κα­θ’ ὅ­λη τὴν πε­ρί­ο­δο ποὺ πή­γαι­να ἐ­κεῖ. Καὶ πράγ­μα­τι, σὰν κά­τι νὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει.

        Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ συν­θέ­σω μι­νι­α­τοῦ­ρες μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες θὰ κα­τέ­λη­γαν ἀ­θροι­στι­κὰ σὲ κά­τι με­γα­λύ­τε­ρο, ἂν θὰ τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς οἱ πι­νε­λι­ὲς σ’ ἕ­ναν πί­να­κα τοῦ Σε­ρά.[10] Κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ὁ ἀ­να­γνώ­στης μου ἀ­τε­νί­ζον­τας τὸ ἔρ­γο μου ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, θά ’­βλε­πε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα, θὰ ἄ­κου­γε τὴν ὀρ­χή­στρα, θὰ βί­ω­νε τὴν προ­βο­λὴ τῶν κα­λο­στη­μέ­νων ἀρ­χεί­ων gif, ὡ­στό­σο ὅ­λα αὐ­τὰ μέ­σα ἀ­πὸ σκη­νές – κά­θε τζά­μι, κά­θε τσε­λί­στας, κά­θε μι­μί­διο θὰ ἦ­ταν αὐ­θύ­παρ­κτα. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης θὰ βί­ω­νε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου σὰν μιὰ μι­κρο­χο­ρω­δί­α, ἢ σὰν ἔρ­γο τοῦ που­αν­τι­γι­σμοῦ, ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε τε­λο­σπάν­των κα­τέ­λη­γε αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­ναγ­κά­ζει τοὺς συγ­γρα­φεῖς νὰ βροῦν τὸ κου­ρά­γιο καὶ νὰ ποῦν: ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΕΣ. Κι ἔ­τσι πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου τώ­ρα νὰ γρά­φῃ ἕ­να τέ­ρα­στιο μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ ἀ­να­στο­χα­στι­κές, πο­λύ­χρω­μες δό­σεις. Πρέ­πει, ὡ­στό­σο, νὰ θυ­μᾶ­μαι νὰ ἐ­λέγ­χω τὶς εἰ­κό­νες ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν οἱ λέ­ξεις μου, τό­σο στὴν κα­θε­μιὰ πι­νε­λιά μου ὅ­σο καὶ στὰ εἴ­κο­σι δι­α­σκε­πτι­κά μου βή­μα­τα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­νη­συ­χῶ: Πῶς μπο­ρῶ νὰ ἀ­να­δεί­ξω τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ μέ­σ’ ἀ­π’ τὴ συγ­γρα­φή; Καὶ πραγ­μα­τι­κά, τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­πα­ραί­τη­των ἀ­πο­στά­σε­ων, μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἑ­ξῆς ἀ­γω­νί­α: Τί ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ μέ­σα γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη μου;

        Γιὰ τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ αἰ­σθαν­θῶ σί­γου­ρη εἶ­ναι ὅ­τι ὁ σχη­μα­τι­σμὸς προ­τά­σε­ων καὶ σκη­νῶν, ἡ στί­ξη, ἡ ἔν­τα­ση κι ὁ ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμὸς τῶν φω­νη­έν­των καὶ τῶν ρη­μά­των, καὶ οἱ κι­νού­με­νες σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση ―ὅ­πως οἱ νίν­τζα― γε­ρουν­δια­κὲς προ­τά­σεις, τεί­νουν νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν ὕ­στα­τη ἀ­πο­στο­λή μου. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να καλ­λι­τε­χνι­κὸ μέ­σο· ἡ συγ­γρα­φή της σὲ με­τα­φέ­ρει σ’ ἕ­ναν κό­σμο ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα γιὰ τὴν τέ­χνη.


[1] Τὸ λι­νά­ρι, εἴ­τε ὡς λι­να­ρό­σπο­ρος εἴ­τε ὡς λι­νέ­λαι­ο, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς στα­θε­ρο­ποι­η­τὴς τῶν χρω­μά­των στὴ ζω­γρα­φι­κή. [ΣτΜ]
[2] Ἡ Συλ­λο­γὴ Φρίκ (Frick Collection) εἶ­ναι ἕ­να μου­σεῖ­ο τέ­χνης στὸ Μαν­χάτ­ταν τῆς Νέ­ας Ύ­όρ­κης, γνω­στὸ γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συλ­λο­γὴ πι­νά­κων ὀ­ρι­σμέ­νων ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων Εὐ­ρω­παί­ων ζω­γρά­φων τῆς προ­νε­ω­τε­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου. [ΣτΜ]
[3] Ὁ Σὲρ Τό­μας Μόρ (Sir Thomas More, 1478-1535) ἦ­ταν Ἄγ­γλος πο­λι­τι­κός, συγ­γρα­φέ­ας καὶ φι­λό­σο­φος. Ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἅ­γιος τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­πι­τέ­θη­κε μὲ δρι­μύ­τη­τα στὴ λου­θη­ρα­νι­κὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Ἡ δι­ά­στα­σή του μὲ τὸν Ἑρ­ρί­κο Η΄ σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου νὰ ξα­να­παν­τρευ­θῇ, ἀ­πο­σχι­ζό­με­νος ἀ­πὸ τὴν κα­θο­λι­κὴ καὶ ἱ­δρύ­ον­τας τὴν ἀγ­γλι­κα­νι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α, ὁ­δή­γη­σε στὴν φυ­λά­κι­ση, κι ἔ­πει­τα στὸν θά­να­το δι’ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμοῦ τοῦ Μόρ. Σπου­δαι­ό­τε­ρο ἔρ­γο του ὑ­πῆρ­ξε ἡ Οὐ­το­πί­α. [ΣτΜ]
[4] Ὁ Τό­μας Κρόμ­γου­ελ (Thomas Cromwell, 1485-1540) ἦ­ταν Ἄγ­γλος νο­μι­κὸς καὶ πο­λι­τι­κός, σύμ­βου­λος καὶ ὑ­πουρ­γὸς τοῦ Ἑρ­ρί­κου τοῦ Η΄. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τῆς ἀγ­γλι­κα­νι­κῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς με­ταρ­ρύθ­μι­σης, στέλ­νον­τας τὸν Μόρ ―καὶ ἄλ­λους― στὴν κα­ρα­τό­μη­ση. Ὑ­πῆρ­ξε ὀ­ξυ­δερ­κὴς πο­λι­τι­κός, ὡ­στό­σο οἱ ἀ­πο­φά­σεις του τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ νὰ κα­τα­στῇ μι­ση­τός, μ’ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ βρῇ κι αὐ­τὸς ὅ­μοι­ο μὲ τὸν Μὸρ τέ­λος. [ΣτΜ]
[5] Ὁ Χὰνς Χόλ­μπά­ϊν ὁ νε­ώ­τε­ρος (Hans Holbein der Jüngere, 1497-1543) ἦ­ταν Γερ­μα­νὸς ζω­γρά­φος, ἐκ τῶν σπου­δαι­ό­τε­ρων τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης στὸ πε­δί­ο τῆς προ­σω­πο­γρα­φί­ας/πορ­τραι­το­ποι­ί­ας. Πορ­τραῖ­α φι­λο­τε­χνη­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του ἔ­μει­ναν στὴν ἱ­στο­ρί­α, ἐ­νῷ τά­χθη­κε στὸ πλευ­ρὸ τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­πέν­δυ­σης τῆς Με­ταρ­ρύθ­μι­σης· μά­λι­στα, ἡ Ἀγ­γλί­α ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἐκ τῶν ἐρ­γο­δο­τῶν του, μιᾶς κι ὁ Ἑρ­ρί­κος Η΄ τὸν προ­σέ­λα­βε ὡς βα­σι­λι­κὸ ζω­γρά­φο. Κά­πως ἔ­τσι, φι­λο­τέ­χνη­σε τὰ πορ­τραῖ­τα τῶν Μὸρ καὶ Κρόμ­γου­ελ, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­κτί­θεν­ται δί­πλα-δί­πλα στὴ συλ­λο­γὴ Φρὶκ στὴν Νέ­α Υ­όρ­κη. [ΣτΜ]
[6] Ἡ πτέ­ρυ­γα Ντε­νόν (Denon Wing) εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις πτέ­ρυ­γες τοῦ Μου­σεί­ου τοῦ Λού­βρου. [ΣτΜ]
[7] Τὸ μου­σεῖ­ο Γκέτ­τυ (Getty) βρί­σκε­ται στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες καὶ φι­λο­ξε­νεῖ ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα τέ­χνης ἀ­πὸ ὅ­λον τὸν κό­σμο. [ΣτΜ]
[8] Ἀ­να­φο­ρὰ στά: (Ι) “The Secret Sharer”, δι­ή­γη­μα τοῦ Πο­λω­νο­βρε­τα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α, Τζό­ζεφ Κόν­ραντ (Joseph Conrad, 1857-1924), τὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φτη­κε στὰ 1909 καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ δύ­ο μέ­ρη στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Harper’s magazine. Ἕ­νας ἐκ τῶν πρω­τα­γω­νι­στι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὀ­νο­μά­ζε­ται Leggatt. (ΙΙ) BUtterfield 8, μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α, Τζὼν Ὀ­’­Χά­ρα (John O’Hara, 1905-1970), τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε στὰ 1935 καὶ γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε best-seller. Ἕ­νας ἐκ τῶν βα­σι­κῶν ἡ­ρώ­ων τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ας Weston Ligget. [ΣτΜ]
[9] Ὁ Ράν­ταλλ Μπρά­ουν (Randall Brown) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος ἐρ­γα­στη­ρί­ου συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ὁ προ­σω­πι­κός του ἱ­στό­το­πος εἶ­ναι: www.randall-brown.com [ΣτΜ]
[10] Ὁ Ζὼρζ Σε­ρά (Georges Seraut, 1859-1891) ἦ­ταν Γάλ­λος ζω­γρά­φος, εἰ­ση­γη­τὴς τῆς τε­χνο­τρο­πί­ας τοῦ που­αν­τι­γι­σμοῦ (ἑλλ.: στιγ­μα­το­γρα­φί­α), ση­μα­το­δο­τῶν­τας τὸ πέ­ρα­σμα στὸν με­τα-ιμ­πρεσ­σι­ο­νι­σμό. [ΣτΜ]

 

Πηγή: ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση SmokeLong Quarterly:

http://www.smokelong.com/flash-fiction-as-language-art/

 

Ἄν­νε Βά­ισ­γκέρ­μπερ (Anne Weisgerber). Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς A. E. Weisgerber στὰ­ Shotgun HoneySmokeLong Quar­ter­lyEn­tro­py MagazineNew SouthThe Journal of Compressed Creative Arts, ἐ­νῷ τὸ δι­ή­γη­μά της «Sleeping Beauty: Markson Fangirl» βρέ­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς φι­να­λί­στ τοῦ Best Small Fictions γιὰ τὸ ἔ­τος 2016. Δι­α­βά­ζει στὸ Pithead Chapel, γρά­φει κρι­τι­κὲς στὸ Change Seven Magazine, καὶ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο γρά­φει τὸ πρῶ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο: Unincorporated Area, μ’ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα τὴ φο­ρά. Ἀ­κο­λου­θῆ­στε τὴν στὸ Twitter @AEWeisgerber, ἢ ἐ­πι­σκε­φθῆ­τε τὸ anneweisgerber.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com


Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Συνέντευξη γιὰ τὴν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)

 

Συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὴν μικρομυθοπλασία

στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008


Πῶς ἀλ­λη­λε­πι­δρᾷ ὁ τί­τλος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α;


ΟΠΟΤΕ ΕΠΙΛΕΓΩ ἕ­ναν τί­τλο, προ­σπα­θῶ νὰ βρῶ μιὰ συν­θή­κη ποὺ νὰ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ῃ τὴ βα­θύ­τε­ρη οὐ­σί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τὸν πυ­ρή­να τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας. Τὸ «Χα­στού­κι» [=«Slam»] συμ­πυ­κνώ­νει γιὰ μέ­να τὴν ἐγ­γε­νῆ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα ποὺ κρύ­βε­ται στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς μη­τέ­ρας νὰ δεί­ξῃ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Εὔ­χο­μαι νὰ κα­τα­φέρ­νῃ [ὁ τί­τλος] νὰ ἐκ­φρά­σῃ τὸ αἴ­σθη­μα μιᾶς γυ­ναῖ­κας ποὺ προ­σπα­θῇ νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θῇ ὡς μη­τέ­ρα πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ζω­ῆς ποὺ χα­στου­κί­ζει τό­σο αὐ­τὴ ὅ­σο καὶ τὸ παι­δί της κα­θὼς προ­σπα­θοῦν νὰ ὑ­περ­πη­δή­σουν τὴ βί­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς ἐμ­πό­διο στὸν διά­βα τους.


Μοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λὺ οἱ εἰ­κό­νες τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης τῶν οὐ­λῶν – ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι, καὶ οἱ στοι­χι­σμέ­νοι με­νε­ξε­δέ­νιοι γυ­μνο­σά­λια­γκες. Ἕ­να ψά­ρι καὶ γυ­μνο­σά­λια­γκες… Πλά­σμα­τα…

 

Μιὰ ἀ­πὸ τὶς χα­ρὲς τῆς συγ­γρα­φῆς εἶ­ναι τὸ νὰ ἔ­χῃς ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτῃ στοι­χεῖ­α ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­κά­λε­στα καὶ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴ γρα­φὴ ἀ­θέ­λη­τα. Ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α συ­χνὰ κρύ­βει μέ­σα της μυ­στη­ρι­ώ­δεις ποι­ό­τη­τες. Δου­λεύ­ει σ’ ἐ­πί­πε­δα, ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στα­δια­κά. Δὲν εἶ­χα πα­ρα­τη­ρή­σει τὴν πα­ρου­σί­α τῶν πλα­σμά­των αὐ­τῶν ὥ­σπου μοῦ τὰ ἐ­πε­σή­μα­νες, ὡ­στό­σο λει­τουρ­γοῦν ἐν προ­κει­μέ­νῳ μιᾶς καὶ ἡ μη­τρό­τη­τα εἶ­ναι τρό­πον τι­νὰ σὰν ἕ­να γλι­στε­ρὸ ψά­ρι.


Τὸ τέ­λος μὲ ἐν­θου­σιά­ζει. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­γῶ­να με­τα­ξὺ τῆς ἐλ­πί­δας καὶ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας. Ἡ κό­ρη τσα­λα­κώ­νει τὶς ζω­γρα­φι­ές της καὶ τὶς πε­τᾷ στὰ σκου­πί­δια· ἡ μη­τέ­ρα τὶς ἀ­να­σύ­ρει καὶ τὶς σι­δε­ρώ­νει. Ἡ σύγ­κρου­ση, στὴν οὐ­σια, συ­νε­χί­ζε­ται, ὡ­στό­σο ἡ τε­λι­κὴ σκη­νὴ ἀ­νή­κει στὴν ἐλ­πί­δα. Πι­στεύ­εις ὅ­τι ἡ μυ­θο­πλα­σί­α πρέ­πει νὰ κα­τα­λή­γῃ σὲ χαρ­μό­συ­νο μή­νυ­μα;


Ὁ Ρόμ­περτ Μπέρ­ντεττ Σου­ΐτ, στὸ Writing Towards Wisdom: The Writer as Shaman (Helios, 1990) ση­μει­ώ­νει: «Τὸ κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν δη­μι­ου­ρι­κῶν ἀ­τό­μων εἶ­ναι ἡ τε­ρά­στια ἀ­νο­χὴ ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ουν στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Ἐ­πι­τρέψ­τε στὸν ἑ­αυ­τό σας τὴν ἄ­γνοι­α. Γρά­φε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τί συμ­βαί­νει καὶ για­τί. Ἐ­φό­σον ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­το­συγ­γρά­φε­ται, δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ γνω­ρί­ζε­τε τὸ τέ­λος. Οὔ­τε τὴ μέ­ση. Ἐν­δε­χο­μέ­νως οὔ­τε κὰν τὴν ἀρ­χή».

     Νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ ἐμ­μο­νὴ μὲ τὸ χαρ­μό­συ­νο τέ­λος ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να μέ­σο ποὺ ἐ­πι­στρα­τεύ­ου­με ἐ­νάν­τια στὴν ἀ­μη­χα­νί­α μας ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀμ­φι­ση­μί­α. Προσ­λαμ­βά­νεις τὸ σι­δέ­ρω­μα τῆς μη­τέ­ρας ὡς ἐλ­πι­δο­φό­ρα χει­ρο­νο­μί­α. Ἐ­γὼ τὸ βλέ­πω ὡς τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σή της ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ μό­νο ποὺ θὰ λά­βῃ νἆ­ναι τσα­λα­κω­μέ­να σκου­πί­δια ἂν ἡ κό­ρη της προ­βῇ ἐκ νέ­ου σὲ ἐ­πί­θε­ση πρὸς τοὺς Προ­γό­νους της.

     Οἱ ἀμ­φί­ση­μοι ἐ­πί­λο­γοι ἀ­νοί­γουν τὸ πε­δί­ο τῆς πα­ρα­γω­γῆς νο­ή­μα­τος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Πό­τε θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των σου 100 Papers;


Κα­λῶς ἐ­χόν­των τῶν πραγ­μά­των πρό­κει­ται νὰ σε­λι­δο­ποι­η­θῇ αὐ­τὴ τὴν ἑ­βδο­μά­δα καὶ θὰ τυ­πω­θῇ μέ­χρι τὰ τέ­λη Μαρ­τί­ου. Ὁ ἐκ­δό­της μου εὐ­ε­λι­πι­στεῖ νὰ τὸ πα­ρου­σιά­σῃ στὴν Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Κέ­ηπ Τά­ουν φέ­τος τὸν Ἰ­ού­νιο.


Ἐ­νῷ δι­ά­βα­ζα προ­σε­κτι­κὰ τὶς αἰ­τή­σεις τῆς ἐ­τή­σιας ὑ­πο­τρο­φί­ας Kathy Fish, ἐ­ξε­πλά­γην ἀ­πὸ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς —πα­ρα­φρά­ζον­τας— ἕ­να βο­η­θη­τι­κὸ μέ­σο ἔκ­φρα­σης. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν ἔ­γρα­φαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­ποῦ­σαν αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα ἢ ἐ­πει­δὴ ἀν­τι­κα­θι­στοῦ­σαν κά­ποι­αν ἄλ­λη μορ­φὴ μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δὲν τοὺς κά­λυ­πτε πλέ­ον. Ἀν­τι­θέ­τως, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴ σύν­θε­ση με­γα­λύ­τε­ρων ἔρ­γων – δι­η­γη­μά­των, συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ὡς πρω­τα­θλή­τρια τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ βρῆ­κα ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό. Εἶ­ναι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α λι­γό­τε­ρο συ­ναρ­πα­στι­κή, εἴ­τε συγ­γρα­φι­κὰ εἴ­τε ἀ­να­γνω­στι­κά, ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρης ἔ­κτα­σης ἔρ­γα; Ἢ εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­γο­ρὰ δὲν ἔ­χει ἀ­πο­δε­χθεῖ ἀ­κό­μα τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα;


Συμ­φω­νῶ ὅ­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι μιὰ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ποὺ δὲν γί­νε­ται ἐ­παρ­κῶς κα­τα­νο­η­τή. Ἡ ἄ­πο­ψή μου εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι ἕ­νας πί­να­κας μι­νι­α­τού­ρα, εἶ­ναι ἀ­φ’ ἑ­αυ­τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νος. Ὅ­πως μιὰ μι­νι­α­τού­ρα δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν πλη­ρό­τη­τα τοῦ με­γα­λεί­ου της μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Ἂν ἤ­μουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὰ προ­σα­να­το­λι­σμέ­νη θὰ ὁ­δη­γοῦ­σα τὴν με­τα­πτυ­χια­κή μου δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α σὲ μιὰ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­τας ἄλ­λα ἕ­ξι χρό­νια πά­νω-κά­τω, ὡ­στό­σο δὲν εἶ­ν’ αὐ­τὴ ἡ φι­λο­δο­ξί­α μου. Δὲν μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς μιὰ δι­έ­ξο­δο πρὸς ὁ­που­δή­πο­τε, πα­ρὰ πρὸς τὸν δι­κό της μυ­στη­ρια­κὸ καὶ ἀ­στα­θῆ πυ­ρή­να. Ἡ αἴ­σθη­σή μου εἶ­ναι ὅ­τι ἡ κα­λύ­τε­ρη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α φι­λο­δο­ξεῖ ἁ­πλὰ νὰ εἶ­ν’ ὁ ἑ­αυ­τός της, προ­σκα­λῶν­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ συλ­λο­γι­στῇ καὶ νὰ ἔρ­θῃ πρὸς αὐ­τήν.

     Ὑ­πο­ψι­ά­ζο­μαι ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­νι­σχύ­ουν τὴ­ φόρ­μα μὲ με­γα­λύ­τε­ρες προσ­δο­κί­ες δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νουν νὰ γρά­ψουν κα­λὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία. Τού­του λε­χθέν­τος, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἄ­σκη­ση ποὺ δι­δά­σκει οἰ­κο­νο­μί­α καὶ βελ­τι­στο­ποι­εῖ τὴν ποι­η­τι­κὴ φαν­τα­σί­α. Ἡ ἀ­κρί­βεια αὐ­τὴ ὀ­φε­λεῖ ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες συγ­γρα­φι­κὲς μορ­φὲς μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἐμ­πλα­κῇ κα­νείς.

     Ὅ­πως οἱ πι­α­νί­στες ἐ­ξα­σκοῦν­ται σὲ κλί­μα­κες καὶ ἀρ­πέ­τζιο, νο­μί­ζω ὅ­τι κά­θε συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νὰ ἐ­ξα­σκῇ τα­κτι­κὰ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­λο­γί­α εἶ­ναι προ­βλη­μα­τι­κή, δι­ό­τι ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι κα­τὰ πο­λὺ πιὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τη κι ἀ­π’ τὶς πιὸ λαμ­πρὲς ἀ­κό­μα μου­σι­κὲς κλί­μα­κες.


Για­τί γρά­φεις μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, καὶ ποῦ βλέ­πεις ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σῃ αὐ­τό;


Μὲ τὰ λό­για τοῦ Στὴβ Μπά­ι­κο, «Γρά­φω ὅ,τι μοῦ ἀ­ρέ­σει».

     Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ ὁ­δη­γεῖ σ’ ἕ­να τα­ξί­δι ἐ­ξε­ρεύ­νη­σης καὶ ἔκ­πλη­ξης, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐ­πι­χει­ρῶ νὰ δι­αρ­ρή­ξω τὸ δι­ά­φα­νο πε­ρί­βλη­μά της. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ φόρ­μα, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­φι­ε­ρώ­νω πολ­λὲς ὧ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δος μου ἂν ἀ­φε­θῶ. Κι ὅ­μως, ἀ­κό­μα κι ἂν μοῦ κλέ­βῃ πο­λύ­τι­μο χρό­νο ἢ ἂν ἂ­να­λώ­νο­μαι σ’­αὐ­τό, ὁ­δη­γοῦ­μαι σ’ ἕ­ναν δη­μι­ουρ­γι­κὸ χῶ­ρο ἀ­φάν­τα­στης εὐ­χα­ρί­στη­σης καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κῆς εὐ­δαι­μο­νί­ας.


 

Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008

http://www.smokelong.com/smoking-with-liesl-jobson-3/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony. Διαβάστε στὸ ἱστολόγιό μας τὸ διήγημά της “Χαστούκι” (“Slam”).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

 http://ptinologion.wordpress.com


Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Χαστούκι



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)


Χα­στού­κι

(Slam)


ΚΟΡΗ ΤΗΣ ἐ­πέ­στρε­φε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρό. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ μά­θαι­νε ξα­νὰ νἆ­ναι Μα­μά. Ἔ­πει­τα, θὰ μά­θαι­νε πό­τε μπο­ρεῖ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζῃ, καὶ πό­τε νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται.

     Δε­κα­πέν­τε χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, ἡ κό­ρη της ἦ­ταν ἕ­να πρό­ω­ρα γεν­νη­μέ­νο βρέ­φος μὲς σὲ μιὰ θερ­μο­κοι­τί­δα καὶ ζύ­γι­ζε ἀ­κρι­βῶς ἕ­να κι­λό. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της ὁ­δη­γοῦ­σε ὣς τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὶς 04:00 π.μ. ἁ­πλὰ καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὴ δῇ ν’ ἀ­να­πνέ­ῃ. Τῆς σκά­ρω­νε να­νου­ρί­σμα­τα, ὥ­σπου κοι­μό­ταν πλά­ι στὶς ὀ­θό­νες. Ἔ­πλε­κε μάλ­λι­να ―μυ­τε­ρὰ στὴν κο­ρυ­φὴ σὰν ξω­τι­κοῦ― σκου­φά­κια, ποὺ ἔ­φτα­ναν τὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς μή­λου, ὡ­στό­σο ἕ­να πρω­ῒ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λει­πε, μιὰ νο­ση­λεύ­τρια ἀ­π’ τὴν κλι­νι­κὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων ἀ­σθε­νῶν ποὺ ἀ­να­πλή­ρω­νε κά­ποι­ον στὴ ΜΕΘ τῶν νε­ο­γέν­νη­των, το­πο­θέ­τη­σε τὴ λά­θος ται­νί­α στό πρό­σω­πο τοῦ βρέ­φους προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψῃ τὸν τρο­φο­δο­τι­κὸ σω­λή­να. Ὅ­ταν αὐ­τὴ ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­φαι­ρε­θῇ, τὸ ἀ­νώ­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ βρε­φι­κοῦ δέρ­μα­τος σκί­στη­κε, δη­μι­ουρ­γῶν­τας ἕ­να κά­πα­λο, κι’ ἀρ­γό­τε­ρα μιὰν οὐ­λὴ στὸ ζυ­γω­μα­τι­κὸ τοῦ νε­ο­γνοῦ, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε κα­τα­λή­γον­τας νὰ μοιά­ζῃ μὲ ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι.

     Ὅ­ταν ἦ­ταν νή­πιο, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σῃ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῇ σα­πού­νι γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ ἐκ­ζέ­μα­τος τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ τὴν ἄ­λει­φε μὲ τὴν ὑ­δα­ρῆ κρέ­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἀ­φροὺς μὲς στὴ λε­κά­νη. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ βλά­βη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­ξε­νή­σῃ ὁ ἀ­φρι­κα­νι­κὸς ἥ­λιος, ἱ­κε­τεύ­ον­τας τὸ νε­α­ρὸ πλέ­ον κο­ρί­τσι νὰ φο­ρᾷ κα­πέ­λο, ἀν­τη­λια­κὴ προ­στα­σί­α, προ­ει­δο­ποι­ῶν­τας την πα­ράλ­λη­λα γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση φα­κί­δων καὶ τὸν καρ­κί­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ κό­ρη της ἐρ­χό­ταν σπί­τι τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ὡς ἐ­πι­σκέ­πτρια, θὰ ρω­τοῦ­σε μὲ τὴ σει­ρά της τὴ μη­τέ­ρα της γιὰ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς κρέ­μες γιὰ τὰ σπυ­ρά­κια, καὶ γιὰ προ­ϊ­όν­τα ἐ­νυ­δά­τω­σης. Θὰ ψώ­νι­ζαν πα­ρέα. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ τῆς ἀ­γό­ρα­ζε κι ἀ­ρώ­μα­τα, λέ­γον­τάς της, Γιὰ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι κά­θε φο­ρὰ ποὺ θὰ τὸ μυ­ρί­ζῃς.

     Τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πέ­κτη­σε πλέ­ον νέ­α ση­μά­δια σὰν στοι­χι­σμέ­νους με­νε­ξε­δέ­νιους γυ­μνο­σά­λια­γκες, ποὺ ἕρ­πον­ται στὸ μπρά­τσο της, ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τα­φέ­ρῃ κα­νεὶς νὰ τ’ ἀγ­γί­ξῃ. Ἀ­φό­του ἔ­κο­ψε τὶς φλέ­βες της, ὁ δερ­μα­το­λό­γος της τῆς πρό­τει­νε νὰ κά­νουν πλα­στι­κὰ ράμ­μα­τα, ὡ­στό­σο οἱ πιὸ βα­θι­ὲς ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς το­μὲς πα­ρα­λί­γο νὰ φτά­σουν στὴν ἁρ­τη­ρί­α. Ἡ μη­τέ­ρα τρί­βει ἔ­λαι­ο ἀ­πὸ κυ­νό­ρο­δο στὸ δέρ­μα τοῦ παι­διοῦ της, προ­σπα­θῶν­τας νὰ κα­τα­πρα­ΰ­νῃ τὸν χη­λο­ει­δῆ ἱ­στό, ἐν­θυ­μού­με­νη τὶς πα­λι­ές της ἀ­νη­συ­χί­ες, ποὺ εἶ­χαν πιὰ πε­τά­ξει μα­κριὰ σὰν φου­σκά­λες σὲ πο­τή­ρι ἀ­να­ψυ­κτι­κοῦ, ἀ­νά­λα­φρες σὰν κον­φε­τὶ ἀ­πὸ ρυ­ζό­χαρ­το.

     Ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὸν πα­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ της, τὸ δέρ­μα της ἦ­ταν κα­θα­ρό. Δὲν εἶ­χε στίγ­μα­τα ἀ­ϋ­πνί­ας, οὔ­τε με­λα­νι­ὲς ἀ­π’ τὶς ἀ­να­κρί­σεις στὶς ἕν­τε­κα, τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴ μί­α, στὶς δύ­ο. Μό­νον οἱ ἀρ­γοὶ χτύ­ποι τοῦ ρο­λο­γιοῦ ἦ­ταν μάρ­τυ­ρες στὸν φό­βο της.

     Τώ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λὲς ὧ­ρες τὴν κό­ρη της νὰ στρι­φο­γυρ­νᾷ στὸν ὕ­πνο της. Ἀ­κού­ει τὶς σοῦ­στες τοῦ κρε­βα­τιοῦ νὰ τρί­ζουν, κά­θε ποὺ τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­νε­ται γιὰ νὰ πά­ῃ στὴν του­α­λέ­τα. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α ἀ­να­ρω­τι­έ­ται γιὰ τὰ φο­ρέ­μα­τα τοῦ ἐ­τή­σιου χο­ροῦ τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σης, γιὰ τὰ νυ­φι­κά. Τὸ κο­ρί­τσι σχε­διά­ζει μὲ ξυ­λομ­πο­γι­ὲς στὸ τε­τρά­διό της, δαν­τε­λέ­νια μα­νί­κια ἢ τού­λια, μα­κρι­ὲς φοῦ­στες ποὺ νὰ κα­λύ­πτουν τὰ ση­μά­δια ἀ­π’ τὰ χα­ρα­κω­μέ­να κα­λά­μια καὶ τοὺς μη­ρούς της.

     Ἡ μη­τέ­ρα βρί­σκει τὶς ζω­γρα­φι­ὲς ὅ­ταν τὸ κο­ρί­τσι λεί­πει στὸ σχο­λεῖ­ο, τσα­λα­κω­μέ­νες στὰ σκου­πί­δια της. Τὶς παίρ­νει καὶ κα­θὼς τὶς σι­δε­ρώ­νει, ὁ ἀ­έ­ρας πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­π’ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ζε­στοῦ χαρ­τιοῦ.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008:

http://www.smokelong.com/slam/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney): Τὰ ρομπὸτ εἴμαστε ἐμεῖς


Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney)

 

T­ὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς

(We are the robots)


ΤΑΝ Η ΤΡΙΤΗ κο­πέ­λα ποὺ μὲ πα­ρά­τα­γε φέ­τος. «Πή­γα­με σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κλάμπ», ἔ­λε­γα στὸν Γκά­ρυ, «καὶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐν­τε­λῶς. Εἶ­χε γί­νει ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­χθρι­κή».

Κοι­τῶν­τας με πά­νω ἀ­π’ τοὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν του μὲ ρώ­τη­σε. «Χό­­ρε­ψες;»

«Κοί­τα», ἀ­πάν­τη­σα ἀ­κουμ­πῶν­τας μὲ τὸ δά­χτυ­λό τὸ σου­βὲρ τῆς μπύ­ρας μου. «Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­ρι­ξα με­ρι­κὲς στρο­φές.»

        Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἔ­κα­νες μή­πως τὸ ρομ­πότ;»

        «Ὄ­χι, οὔ­τε κάν.»

        «Τί μου­σι­κὴ ἔ­παι­ζε;»

        «Τέ­κνο τῆς δε­κα­τί­ας τοῦ ’80.»

        Ὁ Γκά­ρυ ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του κι ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του. «Πό­σες φο­ρὲς τό ’χου­με ξα­να­πεῖ – μὲ τὸ ποὺ ἀ­κοῦς αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, πρέ­πει νὰ κά­νῃς τὸ ρομ­πότ.» Σή­κω­σε τὸ παλ­τό του. «Κα­μιὰ γυ­ναῖ­κα δὲν θὰ ἀ­νε­χθῇ κά­τι τέ­τοι­ο.»

        Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἤ­μουν στὰ πα­τώ­μα­τα. Μιὰ μπα­σο­γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πό ’­να συν­θε­σά­ϊ­ζερ κόν­τευ­ε νὰ μὲ πνί­ξῃ, ὁ ἦ­χος ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ ταμ­πού­ρου ἔ­σκι­ζε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, κι ἐ­γὼ ἤ­μουν πλέ­ον μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νου με­ταλ­λι­κοῦ τέ­ρα­τος ποὺ κα­τα­βρό­χθι­ζε τὰ πάν­τα.


 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα του https://www.davidgaffney.org/

https://www.davidgaffney.org/we-are-the-robots.html#

 

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Κλῆ­τορ Μοὺρ τῆς Δυ­τι­κῆς Κάμ­πρια καὶ πλέ­ον ζεῖ στὸ Μάν­τσε­στερ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ Sawnoff Tales (2006), Aromabingo (2007), Never Never (2008), The Halflife of Songs (2010) καὶ τὴν πιὸ πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του, More SawnOff Tales (2013). Ἐ­πί­σης, ἔ­χει γρά­ψει τὸ Buildings Crying Out, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας ἀ­φί­σες ἀ­πὸ χα­μέ­νες γά­τες (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Λάν­κα­στερ, 2009)· τὸ 23 Stops To Hull, μιὰ σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­ῶν γιὰ κά­θε κόμ­βο τῆς ἀγ­γλι­κῆς ἐ­θνι­κῆς ὀ­δοῦ M62 (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας Χάμ­περ Μά­ουθ 2009)· τὸ Sawnoff Opera, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὄ­πε­ρες μὲ τὴν Ἰρ­λαν­δὴ συν­θέ­τρια Ailís Ní Ríain (BBC Radio 3, RNCM, Φι­λαρ­μο­νι­κὴ τοῦ Λί­βερ­πουλ καὶ Φε­στι­βὰλ Τέτ-ἄ-τέτ, Λον­δί­νο London 2010)· τὸ Destroy PowerPoint, ἱ­στο­ρί­ες σὲ μορ­φὴ PowerPoint γιὰ τὸ Φε­στι­βὰλ τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου τοῦ 2009· τὸ The Poole Confessions, ἱ­στο­ρί­ες εἰ­πω­μέ­νες σ’ ἕ­να κι­νη­τὸ ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ριο (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Πούλ 2010)· τὸ Station Stories, ὅ­που ἕ­ξι συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νοι μὲ τὸ κοι­νὸ μέ­σῳ ἀ­σύρ­μα­των ἀ­κου­στι­κῶν ἀ­παγ­γέ­λον­τας δι­η­γή­μα­τα στὸν σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μὸ τοῦ Πι­καν­τίλ­λυ στὸ Μάν­τσε­στερ (Φε­στι­βὰλ Λο­το­τε­χνί­ας Μάν­τσε­στερ 2011)· τὸ Boy You Turn Me, μιὰν ἠ­χη­τι­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση (Φε­στι­βὰλ Βι­βλί­ου Μπέρ­μιγ­χαμ 2011)· τὸ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὸ πρό­γραμ­μα συγ­γρα­φῆς Errata Slips (Κόρ­νερ­χά­ουζ τοῦ 2011)· τὸ Preston 3twenty (2012-2032), ἕ­να εἰ­κο­σα­ε­τοῦς δι­αρ­κεί­ας καλ­λι­τε­χνι­κὸ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ πρό­γραμ­μα· τὸ Men Who Like Women Who Smell of Their Jobs, (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Μάν­τσε­στερ 2014) μιὰ ἔκ­θε­ση ὀ­πτι­κῶν τε­χνῶν μα­ζὶ μὲ τὴ ζω­γρά­φο Ἄ­λι­σον Ἔ­ρι­κα Φό­ουρντ, καὶ τὸ The Three Rooms In Valeries Head, (Φε­στι­βὰλ Κό­μικς τοῦ Λέ­ηκς 2015) ἕ­να ζων­τα­νὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μα­ζὶ μὲ τὸν καλ­λι­τέ­χνη Ντὰν Μπέρ­ρυ καὶ τὴ συν­θέ­τρια Σά­ρα Λό­ουζ. Ἔ­χει γρά­ψει ἄρ­θρα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες GuardianSunday TimesFinancial Times καὶ Prospect magazine, ἐ­νῷ ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῆς κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τροπῆς γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Μπρά­ιν­τπορτ τοῦ 2015. Ἡ ἱ­στο­ρί­α του The Staring Man συγ­κα­ταλ­λέ­ε­ται στὴ συλ­λο­γὴ τῶν κα­λύ­τε­ρων βρε­τα­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των γιὰ τὸ 2016, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του μυ­θι­στό­ρη­μα, All The Places I’ve Ever Lived, κυ­κλο­φο­ρεῖ μέ­σῳ Urbane, καὶ τὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τὸν Ντὰν Μπέρ­ρυ, The Three Rooms In Valeries Head, κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ  Top Shelf.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θανάσης Γαλανάκης (Ἀθήνα, 1993): Σπούδασε Μεσαιωνικὴ καὶ Νεοελ­λη­νικὴ Φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν Ἱστορία καὶ τὴ Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας, τὴ Μετάφραση θεωρητικῶν καὶ λογοτεχ­νικῶν κειμένων καὶ τὴν Ποίηση. Μελέτες, μεταφράσεις καὶ ποιήματά του ἔ­χουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐπιστημονικά, φιλολογικὰ καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δι­κά, ἐφημερίδες καὶ ἰστοτόπους. Ἀγαπᾷ τὰ ζῶα, ἰδιαίτερα τὰ πτηνά. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πιὸ πρόσφατό του βιβλίο, ἡ ποιητικὴ συλλογή Τὰ Καναρίνια (Ἀθήνα, Σμίλη, 2019). Διατηρεῖ τὸ ἰστολό­γιο:

 ­http://ptinologion.wordpress.com


Φράντς Κάφκα (Franz Kafka): Ἕνας μικρὸς μύθος


Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka)


Ἕ­νας Μι­κρὸς Μύ­θος

(Kleine Fabel)


ΛΛΟΙΜΟΝΟ», εἶ­πε ὁ πον­τι­κός, «ὁ κό­σμος φυ­ραί­νει μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λος ποὺ τρό­μα­ζα κι ὅ­λο τό ’­βα­ζα στὰ  πό­δια, ὥ­σπου ἐ­πι­τέ­λους ἀ­να­κου­φί­στη­κα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τεί­χη δε­ξιὰ κι’ ἀ­ρι­στε­ρά, ποὺ ἂν καὶ βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριά μου σύν­το­μα συ­νέ­κλι­ναν, κι ἤ­δη ἔ­χω βρε­θεῖ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο, ἐ­νῷ κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α στέ­κει ἡ φά­κα, στὴν ὁ­ποί­α καὶ τρέ­χω».

        «Πρέ­πει μο­νά­χα ν’ ἀλ­λά­ξῃς τὴν κα­τεύ­θυν­ση», εἶ­πε ἡ γά­τα – καὶ τὸν ἔ­φα­γε.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Babelmatrix                                                  

(https://www.babelmatrix.org/works/de/Kafka%2C_Franz-1883/Kleine_Fabel/en/34801-A_Little_Fable)

Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka) γεν­νή­θη­κε στὰ 1883 στὴν Πρά­γα τῆς Τσε­χί­ας. Ἦ­ταν ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Με­γά­λω­σε κα­τὰ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἑ­βρα­ϊ­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, μὲ ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­σή του, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­τάς τον σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τά του. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε λί­γα ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὅ­σο βρι­σκό­ταν ἐν ζω­ῇ, ἐ­νῷ λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νει φυ­μα­τι­κὸς στὰ 1924 ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­στή­θιο φί­λο του, τὸν Μὰξ Μπρόντ, νὰ κά­ψῃ τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ἔρ­γα του, ἐν­το­λὴ ποὺ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρά­κου­σε. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα ὑ­πῆρ­ξε σταθ­μὸς γιὰ τὴ νε­ω­τε­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α, ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα τοῦ μον­τέρ­νου ὑ­πο­κει­μέ­νου καὶ ἀ­ξι­ο­ποι­ῶν­τας τοὺς τρό­πους τῆς δυ­στο­πι­κῆς ἀ­φή­γη­σης προ­κει­μέ­νου νὰ προ­βάλ­λῃ τὶς προ­σω­πι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες καὶ ἀ­γω­νί­ες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Γερμανικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com


Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)



Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)


Μη­τέ­ρα

(Mother)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ΑΚΟΥΓΑ ρα­δι­ό­φω­νο στὰ μα­κρὰ κύ­μα­τα τῶν ΑΜ. Ἒ­κεῖ, λοι­πόν, ἄ­κου­σα ἕ­να τρα­γού­δι: «Πῶς λα­χτα­ρῶ νὰ δῶ τὴ μά­να μου στὴν πόρ­τα.» Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε! Σκέ­φτη­κα ἀ­μέ­σως, πό­σο νι­ώ­θω αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Πο­λὺ συ­χνὰ ἔ­χω λα­χτα­ρή­σει νὰ δῶ τὴ μη­τέ­ρα μου στὸ κα­τώ­φλι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τάς μου. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς συ­νή­θι­ζε νὰ στέ­κῃ σὲ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια καὶ νὰ μὲ κοι­τά­ζῃ. Ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι στε­κό­ταν μιὰ μέ­ρα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά μας, ἔ­χον­τας τὸ σκο­τά­δι τοῦ δι­α­δρό­μου ἀ­πὸ πί­σω της. Ἦ­ταν Πρω­το­χρο­νιά. Μοῦ εἶ­πε λυ­πη­μέ­να, Ἂν ἐ­πι­στρέ­φῃς στὸ σπί­τι στὶς 4 π.μ. στὰ δε­κα­ε­φτά σου, τί ὥ­ρα θὰ γυρ­νᾷς στὰ εἴ­κο­σί σου; Μὲ ρώ­τη­σε δί­χως νὰ κά­νῃ χι­οῦ­μορ, δί­χως κα­κί­α. Εἶ­χε μό­λις ξε­κι­νή­σει τὴν ἐ­να­γώ­νια προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ θα­νά­του της. Δὲν θἆ­ταν ἐ­δῶ ὅ­ταν θά ’­κλει­να τὰ εἴ­κο­σί μου, σκε­φτό­ταν. Κι ἔ­τσι, εὔ­λο­γα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν.

       Μιὰν ἄλ­λη φο­ρὰ ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Εἶ­χα μό­λις δη­μο­σι­εύ­σει ἕ­να πο­λι­τι­κὸ μα­νι­φέ­στο ἐ­πι­τι­θέ­με­νη στὴ θέ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Μοῦ εἶ­πε, Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, κοι­μή­σου ἠ­λί­θια, ἐ­σὺ κι οἱ κομ­μου­νι­στι­κές σου ἰ­δέ­ες. Τοὺς εἴ­δα­με ἤ­δη, κι ο μπαμ­πὰς κι ἐ­γώ, στὰ 1905. Τά ’­χα­με κα­τα­λά­βει ὅ­λα.

       Στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας μοῦ εἶ­πε, Πο­τὲ δὲν τε­λει­ώ­νεις τὸ φα­γη­τό σου. Ὅ­λο τρι­γυρ­νᾷς ἄ­σκο­πα. Τί θὰ γί­νῃ μὲ σέ­να τε­λι­κά;

       Κι ὕ­στε­ρα πέ­θα­νε.

       Φυ­σι­κὰ, σ’ ὅ­λη μου τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ὴ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ τὴ δῶ, ὄ­χι μό­νο στὰ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τους ἄλ­λους τό­πους – στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α μὲ τὶς θεῖ­ες μου, στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ κοι­τά­ζῃ τὸν δρό­μο ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, στὸν κῆ­πο τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μας ἀ­νά­με­σα στὰ ζί­νια καὶ τοὺς κα­τι­φέ­δες, στὸ σα­λό­νι μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου.

       Κα­θόν­του­σαν στὶς δερ­μά­τι­νες, ἀ­να­παυ­τι­κές τους πο­λυ­θρό­νες. Ἄ­κου­γαν Μό­τσαρτ. Κοι­τι­όν­του­σαν ἔκ­πλη­κτοι. Τοὺς φαι­νό­ταν σὰν νά ’­χαν μό­λις κα­τέ­βει ἀ­π’ τὸ πλοῖ­ο. Σὰν νά ’­χαν μό­λις μά­θει τὶς πρῶ­τες τους ἀγ­γλι­κὲς λέ­ξεις. Τοὺς φαι­νό­ταν λὲς κι εἶ­χε μό­λις πα­ρα­δώ­σει τὸ ἀ­λάν­θα­στο δι­α­γώ­νι­σμά του στὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ κα­θη­γη­τὴ τῆς ἀ­να­το­μί­ας. Λὲς κι εἶ­χε μό­λις βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν κου­ζί­να της.

       Πό­σο θά ’­θε­λα νὰ τὴν ἔ­βλε­πα στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ μας.

       Στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­να λε­πτό. Ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πλά­ι του. Εἶ­χαν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γραμ­μό­φω­νο. Ἄ­κου­γαν Μπάχ. Τοῦ ’­πε, Μί­λα μου λί­γο. Δὲν μι­λᾶ­με πιὰ τό­σο.

       Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τὸ βλέ­πεις; Εἶ­δα κον­τὰ τριά­ντα ἄ­το­μα σή­με­ρα. Ὅ­λοι τους ἄρ­ρω­στοι, ὅ­λοι τους μπλὰ μπλὰ μπλά. Ἄ­κου τὴ μου­σι­κή, τῆς εἶ­πε. Θυ­μᾶ­μαι κά­πο­τε ἔ­πια­νες ἀ­πί­θα­νους τό­νους. Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, ξα­νᾶ­πε.

       Κι’ ἔ­πει­τα, αὐ­τὴ πέ­θα­νε.

 


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Read a Short, 25.06.2008.

(http://readashort.blogspot.com/2008/06/mother-by-grace-paley.html)

 

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley) (1922-2007) ἦ­ταν συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com



		

	

Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Κα­λὲς ἐ­πο­χές


Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Κα­λὲς ἐ­πο­χές

(Good times)


ΠΟΛΕΜΟΣ δι­ήρ­κε­σε ὀ­χτὼ ἡ­μέ­ρες· νί­κη­σαν. Ἡ μό­νη ἀ­πώ­λεια ἦ­ταν ὁ σκύ­λος του. Πράγ­μα γε­λοῖ­ο. Σὲ μιὰν ἐ­φη­με­ρί­δα δη­μο­σι­εύ­τη­κε μιὰ γε­λοι­ο­γρα­φί­α. Μιὰ ἄλ­λη τὸν κά­λε­σε ζη­τών­τας του νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρή­σει συ­νέν­τευ­ξη. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν ἀ­στει­εύ­ον­ταν. Ἐ­κεῖ­νοι εἶ­παν: «Ὄ­χι» – ἀρ­κε­τοὶ ἄν­θρω­ποι τοῦ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν, θέ­λον­τας νὰ μά­θουν πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ τὸν σκύ­λο του ἢ γιὰ τὸ πῶς ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸν πό­νο του. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν θὰ τὸν πλή­ρω­ναν. Τοῦ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ σκε­φτοῦν πρῶ­τα. Αὐ­τὴ ἦ­ταν κι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε νέ­α τους.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лин­о́р Го­ра́­лик): Βα­θυκκόκινο



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Βα­θυ­κόκ­κι­νο

(Oxblood)

 

ΕΓΡΑΨΕ ὅ­τι τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο μά­θη­μα ποὺ πῆ­ρε τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συ­νέ­βη δέ­κα πε­ρί­που μέ­ρες πρὶν τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν. Βο­η­θοῦ­σε τὴ για­γιά του, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε ἕ­να σάν­του­ιτς μὲ γα­λο­πού­λα, καὶ κό­πη­κε στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς του πα­λά­μης μὲ τὴν κο­φτε­ρὴ λε­πί­δα τοῦ μα­χαι­ριοῦ. Μά­τω­σε λί­γο. Ἡ για­γιὰ ἔ­σπευ­σε στὸ δω­μά­τιό της καὶ ἀ­πὸ τὴ στε­νά­χω­ρη, γλυ­κιὰ ὀ­σμὴ ποὺ ἔ­φτα­σε στὰ ρου­θού­νια του κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὸ ντου­λα­πά­κι μὲ τὰ φάρ­μα­κα. Μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κή, ἀ­πί­θα­να ὄ­μορ­φη βα­θυ­κόκ­κι­νη οὐ­λὴ ἔ­χαι­νε ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρό του δα­χτυ­λά­κι. Ἡ για­γιὰ το­πο­θέ­τη­σε τὸ πο­ρῶ­δες ἑ­νὸς τσι­ρό­του πά­νω στὴν οὐ­λή, καὶ αὐ­τὸ ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­πορ­ρό­φη­σε τὸ αἷ­μα μὲ τὸ μα­λα­κὸ βε­λού­δι­νο ὑ­λι­κό του. Κόλ­λη­σε τὰ ἐ­πι­θέ­μα­τα καί στὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς πα­λά­μης του καὶ τοῦ ‘πε νὰ σφί­ξει δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς τὴ γρο­θιά του, ὥ­στε νὰ ἁ­πλω­θεῖ κα­λὰ ἡ κόλ­λα τους. Κι αὐ­τὸς τὸ ἔ­κα­νε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω, μ’ ἕ­να σάν­του­ιτς γα­λο­πού­λας στὸ τραυ­μα­τι­σμέ­νο χέ­ρι του καὶ μ’ ἕ­να κι­νη­τὸ στὸ ἄλ­λο, τὸ κα­λό του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φω­το­γρα­φί­σει τὴν πλη­γὴ καὶ νὰ τὴ στεί­λει στὴν Τζά­νε­ϊ. Τὸ σάν­του­ιτς δυ­σκό­λε­ψε τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ ρί­ξει κά­τω τὸ τσι­ρό­το του. Ἕ­νας ἁ­πα­λὸς ἦ­χος ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς αὐ­τὸ ἔ­πε­φτε στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια τῶν νε­κρῶν φθι­νο­πω­ρι­νῶν φύλ­λων. Ὅ­ταν τὸ ἀ­νέ­βα­σμα τῆς φω­το­γρα­φί­ας ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, κοί­τα­ξε κά­τω καὶ ἀν­τί­κρι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα μυρ­μήγ­κια ποὺ δρα­σκε­λοῦ­σαν, τρα­βοῦ­σαν, μύ­ρι­ζαν καὶ ἔ­τρω­γαν τὸ κα­φὲ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ βαμ­βα­κε­ροῦ πο­ρώ­δους ὑ­λι­κοῦ στὸ κέν­τρο τοῦ ἐ­πι­θέ­μα­τος. «Δυ­ὸ λε­πτά», ἔ­γρα­φε στὴν ἔκ­θε­σή του, «πι­στέψ­τε τὸ ἢ ὄ­χι, δά­σκα­λε· δυ­ὸ λε­πτὰ μο­νά­χα τοὺς παίρ­νει ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα».



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.

 

Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Χαρ­τί, ψα­λί­δι



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Χαρ­τί, ψα­λί­δι

(Paper, Scissors) 


ΚΕΦΤΟΤΑΝ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε ἂν εἶ­χε κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Γιὰ μιὰν ἐ­λά­χι­στη στιγ­μὴ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του ἡ εἰ­κό­να τοῦ σπι­τιοῦ του, γε­μά­το ἀ­πὸ προ­σεγ­μέ­νους, κομ­ψευ­ό­με­νους, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες καὶ ἀ­πάν­θρω­πα εὐ­γε­νεῖς ἀν­θρώ­πους. Τὰ που­κά­μι­σά τους θὰ ἦ­ταν γα­μι­στε­ρά, καὶ ἡ γρα­βά­τα ἑ­νὸς ἐξ αὐ­τῶν θά ’­ταν ἀ­νε­κτὴ πλὴν ἐ­λα­φρῶς ἐκ­κεν­τρι­κή, – ἂς ποῦ­με, ἐ­λα­χί­στως που­ὰ μὲ δι­ά­σπαρ­τα, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα ἔν­το­να κόκ­κι­να σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τὴ τοῦ ἔ­φε­ρε ἀ­να­γού­λα. Ἔ­στρε­ψε γιὰ ἀ­κό­μα μί­α φο­ρὰ τὸ βλέμ­μα του στὸ ση­μεί­ω­μα ποὺ ἀ­να­γρά­φον­ταν τὰ λύ­τρα. Γά­μα τα. Τὸ πο­σὸ ποὺ ζη­τοῦ­σαν ἦ­ταν ἀ­σύλ­λη­πτο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸ ση­μεί­ω­μα, πλά­ι στὸ μα­ξι­λά­ρι του, ἤ­λεγ­ξε καὶ πά­λι τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ του ἐ­πι­με­λῶς. Δὲ βρῆ­κε τί­πο­τα, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σκό­νη καὶ μιὰ μα­κριὰ λευ­κὴ κλω­στὴ ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ρα­φές. Κι ἔ­πει­τα ξα­να­δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι τη­λε­φω­νοῦ­σε στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα – ἕ­να εὐ­γε­νι­κό, πλού­σιο, ἤ­πιο καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἄ­το­μο, ὁ πλου­σι­ό­τε­ρος ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­ζε. Μὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὴν τὸ πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ὑ­ψη­λό. Θὰ πλάν­τα­ζε στὸ κλά­μα σκε­πτό­με­νη τὴν κα­ϋ­μέ­νη Λώ­ρα κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α θὰ τὴν ἀ­νέ­κρι­νε. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, δὲ θὰ λο­γι­ζό­ταν ὕ­πο­πτη: ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μῆ­νες, βρι­σκό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ νὰ γεν­νή­σει τὸν δεύ­τε­ρο γιό της, ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κό, δυ­να­τὸ κοκ­κι­νο­μάλ­λη, ποὺ εἶ­χε τὰ στρα­βὰ αὐ­τιὰ καὶ τὴ μι­κρὴ σὰν κουμ­πὶ μύ­τη τοῦ νέ­ου της συ­ζύ­γου. Θυ­μή­θη­κε τὸ ἀ­χόρ­τα­γο συ­ναί­σθη­μα ποὺ βί­ω­σε ὅ­ταν εἶ­δε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη τους πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, τὸ πρω­τό­γο­νο πά­θος νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του στὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στο πρό­σω­πό της. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε κοκ­κι­νο­μάλ­λα οὔ­τε εἶ­χε στρα­βὰ αὐ­τιά· χρει­ά­στη­καν κά­να δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὰ φρύ­δια τῆς Βε­ρό­νι­κας ἔ­μοια­ζαν μὲ τὰ δι­κά του. Ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα ἕ­νε­κα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ βρῆ­κε τὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὰ λύ­τρα.  «Κρα­τᾶ­με τὴ γυ­ναί­κα σου», ἔ­λε­γε. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν δι­α­στη­μι­κό. Πρὶν τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­θα­βε τὴν μη­τέ­ρα του, ἑ­κα­τὸ σχε­δὸν ἄ­το­μα τὸν ἄγ­γι­ξαν, τὸν ἀγ­κά­λια­σαν, τὸν ἀ­κούμ­πη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του. Κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ Λώ­ρα κοι­μό­ταν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό, ὡς συ­νή­θως. Ἕ­να ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ἁ­πα­λὸ φῶς ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὶς κα­φὲ κουρ­τί­νες ἔ­κα­νε τὸ πρη­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο πρό­σω­πό της νὰ μοιά­ζει βα­θυ­κόκ­κι­νο. Ἑ­κα­τὸ πε­ρί­που ἄ­το­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο πλῆ­θος, γε­μά­το μὲ τσέ­πες. Δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὸ πο­σό αὐ­τό. Τρά­βη­ξε τὸ ψα­λι­δά­κι γιὰ τὰ νύ­χια ἀ­πὸ τὴ δερ­μά­τι­νή του θή­κη, ἔ­κο­ψε τὸ ση­μεί­ω­μα σὲ με­γά­λα ἀ­κα­νό­νι­στα κομ­μά­τια καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε πά­νω στὴν γκρι­ζω­πὴ στε­γνὴ γλώσ­σα τῆς Λώ­ρας. Ἔ­λα, σκέ­φτη­κε, ρού­φα τα μέ­σα. Ἄν­τε, ρού­φα τα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Ἡ Λινὸρ Γκοράλικ (Li­nor Go­ra­lik / Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Πρῶτο του βιβλίο: Τὰ Καναρίνια (ποίηση, Σμίλη, 2019). Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


 

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.