Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Χαρ­τί, ψα­λί­δι



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Χαρ­τί, ψα­λί­δι

(Paper, Scissors) 


ΚΕΦΤΟΤΑΝ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε ἂν εἶ­χε κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Γιὰ μιὰν ἐ­λά­χι­στη στιγ­μὴ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του ἡ εἰ­κό­να τοῦ σπι­τιοῦ του, γε­μά­το ἀ­πὸ προ­σεγ­μέ­νους, κομ­ψευ­ό­με­νους, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες καὶ ἀ­πάν­θρω­πα εὐ­γε­νεῖς ἀν­θρώ­πους. Τὰ που­κά­μι­σά τους θὰ ἦ­ταν γα­μι­στε­ρά, καὶ ἡ γρα­βά­τα ἑ­νὸς ἐξ αὐ­τῶν θά ’­ταν ἀ­νε­κτὴ πλὴν ἐ­λα­φρῶς ἐκ­κεν­τρι­κή, – ἂς ποῦ­με, ἐ­λα­χί­στως που­ὰ μὲ δι­ά­σπαρ­τα, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα ἔν­το­να κόκ­κι­να σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τὴ τοῦ ἔ­φε­ρε ἀ­να­γού­λα. Ἔ­στρε­ψε γιὰ ἀ­κό­μα μί­α φο­ρὰ τὸ βλέμ­μα του στὸ ση­μεί­ω­μα ποὺ ἀ­να­γρά­φον­ταν τὰ λύ­τρα. Γά­μα τα. Τὸ πο­σὸ ποὺ ζη­τοῦ­σαν ἦ­ταν ἀ­σύλ­λη­πτο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸ ση­μεί­ω­μα, πλά­ι στὸ μα­ξι­λά­ρι του, ἤ­λεγ­ξε καὶ πά­λι τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ του ἐ­πι­με­λῶς. Δὲ βρῆ­κε τί­πο­τα, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σκό­νη καὶ μιὰ μα­κριὰ λευ­κὴ κλω­στὴ ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ρα­φές. Κι ἔ­πει­τα ξα­να­δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι τη­λε­φω­νοῦ­σε στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα – ἕ­να εὐ­γε­νι­κό, πλού­σιο, ἤ­πιο καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἄ­το­μο, ὁ πλου­σι­ό­τε­ρος ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­ζε. Μὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὴν τὸ πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ὑ­ψη­λό. Θὰ πλάν­τα­ζε στὸ κλά­μα σκε­πτό­με­νη τὴν κα­ϋ­μέ­νη Λώ­ρα κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α θὰ τὴν ἀ­νέ­κρι­νε. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, δὲ θὰ λο­γι­ζό­ταν ὕ­πο­πτη: ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μῆ­νες, βρι­σκό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ νὰ γεν­νή­σει τὸν δεύ­τε­ρο γιό της, ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κό, δυ­να­τὸ κοκ­κι­νο­μάλ­λη, ποὺ εἶ­χε τὰ στρα­βὰ αὐ­τιὰ καὶ τὴ μι­κρὴ σὰν κουμ­πὶ μύ­τη τοῦ νέ­ου της συ­ζύ­γου. Θυ­μή­θη­κε τὸ ἀ­χόρ­τα­γο συ­ναί­σθη­μα ποὺ βί­ω­σε ὅ­ταν εἶ­δε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη τους πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, τὸ πρω­τό­γο­νο πά­θος νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του στὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στο πρό­σω­πό της. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε κοκ­κι­νο­μάλ­λα οὔ­τε εἶ­χε στρα­βὰ αὐ­τιά· χρει­ά­στη­καν κά­να δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὰ φρύ­δια τῆς Βε­ρό­νι­κας ἔ­μοια­ζαν μὲ τὰ δι­κά του. Ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα ἕ­νε­κα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ βρῆ­κε τὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὰ λύ­τρα.  «Κρα­τᾶ­με τὴ γυ­ναί­κα σου», ἔ­λε­γε. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν δι­α­στη­μι­κό. Πρὶν τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­θα­βε τὴν μη­τέ­ρα του, ἑ­κα­τὸ σχε­δὸν ἄ­το­μα τὸν ἄγ­γι­ξαν, τὸν ἀγ­κά­λια­σαν, τὸν ἀ­κούμ­πη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του. Κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ Λώ­ρα κοι­μό­ταν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό, ὡς συ­νή­θως. Ἕ­να ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ἁ­πα­λὸ φῶς ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὶς κα­φὲ κουρ­τί­νες ἔ­κα­νε τὸ πρη­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο πρό­σω­πό της νὰ μοιά­ζει βα­θυ­κόκ­κι­νο. Ἑ­κα­τὸ πε­ρί­που ἄ­το­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο πλῆ­θος, γε­μά­το μὲ τσέ­πες. Δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὸ πο­σό αὐ­τό. Τρά­βη­ξε τὸ ψα­λι­δά­κι γιὰ τὰ νύ­χια ἀ­πὸ τὴ δερ­μά­τι­νή του θή­κη, ἔ­κο­ψε τὸ ση­μεί­ω­μα σὲ με­γά­λα ἀ­κα­νό­νι­στα κομ­μά­τια καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε πά­νω στὴν γκρι­ζω­πὴ στε­γνὴ γλώσ­σα τῆς Λώ­ρας. Ἔ­λα, σκέ­φτη­κε, ρού­φα τα μέ­σα. Ἄν­τε, ρού­φα τα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Ἡ Λινὸρ Γκοράλικ (Li­nor Go­ra­lik / Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Πρῶτο του βιβλίο: Τὰ Καναρίνια (ποίηση, Σμίλη, 2019). Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


 

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της

(The Starling of Her Name)


ΥΠΝΗΣΑ ἀ­π’ τὸν ἦ­χο ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ που­λιὰ κα­θὼς συγ­κρού­ον­ταν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο στὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ράς μας. Πά­ει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξέ­σπα­σε αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­δη­μί­α. Μό­λις τὸ φῶς τοῦ πρω­ϊ­νοῦ προ­βάλ­λει, ἡ τζα­μα­ρί­α με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­πευ­θεί­ας σὲ οὐ­ρα­νὸ στὰ μά­τια τῶν που­λι­ῶν. Κά­θε μέ­ρα φρον­τί­ζω νὰ κα­τε­βαί­νω στὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πε­ρι­συλ­λέ­ξω τὰ πτώ­μα­τά τους, προ­τοῦ τὰ δεῖ ἡ Ἀ­μέ­λια. Ὄ­χι ὅ­τι βγαί­νει πλέ­ον τό­σο συ­χνὰ ἔ­ξω.

       Στρέ­φο­μαι πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἔ­χει ἤ­δη ξυ­πνή­σει, τὰ μά­τια της λάμ­πουν, τὸ πρό­σω­πό της μέ­νει ἀ­νέκ­φρα­στο. Σὲ ξύ­πνη­σαν τὰ που­λά­κια; Θέ­λω νὰ τὴ ρω­τή­σω, μὰ δὲν τὸ κά­νω, δὲ λέ­ω τί­πο­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω τὴ φω­νή της. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω οὔ­τε κὰν τὴ δι­κή μου τὴ φω­νὴ νὰ προ­φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μα τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἀ­μέ­λια. Ἀ­μέ­λια. Ἀ­γά­πη μου. Θὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω πο­τέ; Κα­λη­μέ­ρα. Ἀ­μέ­λια. Ἔ­φτια­ξα κα­φέ. Ξε­που­που­λι­α­σμέ­νες λέ­ξεις, ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται πε­ρι­στα­σια­κά, ἀ­προ­σχη­μά­τι­στα ὅ­πως καὶ πρίν, σὰ νὰ μὴ ση­μαί­νουν τί­πο­τε. Ἡ ἐ­πι­δη­μί­α αὐ­τὴ μᾶς με­τέ­τρε­ψε ὅ­λους σὲ φι­λο­σό­φους, εἶ­πε μιὰ φο­ρὰ ἡ Ἀ­μέ­λια γε­λών­τας, τό­τε ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα ἀ­στει­ευ­ό­ταν.

       Φιλά­ω τὸ μέ­τω­πό της καὶ τῆς τσιμ­πά­ω τὸν δε­ξιὸ ὦ­μο μὲ τρό­πο τέ­τοι­ο ποὺ κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι πά­ω νὰ μᾶς φτιά­ξω κα­φέ. Τὰ μά­τια της οὔ­τε ποὺ τρε­μο­παί­ζουν.

     Στὴν κου­ζί­να, ἀ­νοί­γω τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ δυ­να­μώ­νω τὴν ἔν­τα­ση. Ἀ­να­γνω­ρί­ζω τὴ με­λω­δί­α τοῦ «The Lark A­scen­ding» ἀ­πὸ τὸν Ρὰλφ Βό­ουν Οὐ­ίλ­λιαμς. Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν εὔ­θυ­μη ἰ­δέ­α κά­ποι­ου ἐν εἴ­δει σχο­λί­ου, γιὰ νὰ ξε­κι­νή­σει κα­λὰ ἡ μέ­ρα Τὸ βρί­σκω ἄ­ξε­στο καὶ κα­κό­γου­στο, ἀλ­λὰ ὅ­ταν φτά­νει τὸ ρα­δι­ό­φω­νο νὰ σχο­λιά­ζει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν πτη­νῶν, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἐ­πι­λο­γῆς εἶ­ναι πιὰ ἐ­λά­χι­στα. Ἄ­ρα εἴ­τε αὐ­τό, εἴ­τε ἡ σι­ω­πή.

       Ἔ­ξω, τὰ δέν­τρα λυ­γί­ζουν κά­τω ἀ­π’ τὸ βά­ρος τῶν που­λι­ῶν. Σύν­νε­φα ἀ­πὸ ψα­ρό­νια σκιά­ζουν τὸν οὐ­ρα­νό. Πλέ­ον περ­πα­τοῦν ἀ­κό­μα καὶ στοὺς δρό­μους, μιᾶς κι οἱ αἰ­θέ­ρες γέ­μι­σαν ἀ­π’ τὰ φτε­ρά τους. Οἱ γά­τες καὶ οἱ ἀ­λε­ποῦ­δες ἴ­σα ποὺ τὰ πε­ρι­ο­ρί­ζουν.

       Ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θαυ­μά­ζω τὸ πλῆ­θος τους. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κό­μα μι­λοῦν, κα­θὼς φαί­νε­ται. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κό­μα ἀ­με­λοῦν τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἔ­στω κι ἂν ὁ κό­σμος γύ­ρω τους κα­ταρ­ρέ­ει.

       Σερ­βί­ρω τὸν κα­φὲ στὶς κοῦ­πες μας καὶ κα­τευ­θύ­νο­μαι πρὸς τὸ σα­λό­νι. Ἔ­μει­να ἔκ­πλη­κτος κα­θὼς εἶ­δα τὴν Ἀ­μέ­λια νὰ κά­θε­ται ἤ­δη στὸ τρα­πέ­ζι, μὲ τὸν πί­να­κα στὸ πλά­ι της. Παίρ­νει τὴν κού­πα ποὺ τῆς δί­νω καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ. Πό­σος και­ρὸς πά­ει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δα τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ νὰ χα­μο­γε­λᾶ; Φυ­σά­ει τὸν κα­φέ της γιὰ νὰ κρυ­ώ­σει, καὶ ρου­φά­ει προ­σε­κτι­κά.

       Θέ­λω νὰ πά­ω στὸ πάρ­κο, μοῦ γρά­φει.


Συ­νέ­λα­βα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ τὰ κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ποι­ά λέ­ξη νὰ εἶ­ναι τὸ κα­θέ­να ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ που­λιά, προ­σπα­θών­τας νὰ τὰ με­τα­φρά­σω. Θε­ός; Μη­τέ­ρα; Γα­μῶ­το; Ἀ­να­κα­λῶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες τὶς φτε­ρω­τὲς προ­τά­σεις ποὺ ἀ­πέ­δρα­σαν ἀ­π’ τὰ χεί­λη μας τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη ποὺ ἡ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη μας ἔ­πα­ψε νὰ ἀ­να­πνέ­ει. Τρο­μαγ­μέ­να που­λιά, που­λιὰ σὰν βέ­λη, που­λιὰ ποὺ τσα­κί­ζον­ταν στοὺς τοί­χους τοῦ δω­μα­τί­ου. Μὰ πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα θυ­μᾶ­μαι ἐ­κεῖ­νο τὸ στε­φά­νι ἀ­πὸ τρυ­πο­φρά­κτες ποὺ ἐ­ξα­πέ­λυ­σε τὸ στό­μα τῆς γυ­ναί­κας μου. Τὸ ὄ­νο­μα τῆς κό­ρης μας, ἕ­να που­λὶ κι ἔ­πει­τα ἄλ­λο ἕ­να κι ἄλ­λο ἕ­να.

       Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ὅ­λα τέ­λει­ω­σαν καὶ ἐ­πι­στρέ­ψα­με ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὸ σπί­τι μὲ τὴν φρε­σκο­α­πο­κτη­μέ­νη γνώ­ση τοῦ κε­νοῦ, τί πε­ρι­μέ­να­με; Ὅ­τι θὰ ε­ξα­φα­νί­ζον­ταν ὡς διὰ μα­γεί­ας; Ἑ­κα­τον­τά­δες τρυ­πο­φρά­κτες πε­τοῦ­σαν κυ­κλι­κὰ κά­τω ἀ­π’ τὸ τα­βά­νι μας, φτε­ρού­γι­ζαν πί­σω ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες μας, πε­τά­ρι­ζαν νευ­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, κι ἀ­πὸ τὴν κού­νια τῆς κό­ρης μας πρός…

       Τί θέ­λεις νὰ κά­νω μ’ ὅ­λα αὐ­τά; ρώ­τη­σα.

       Ἀ­πάν­τη­σε στα­θε­ρά, εὐ­θέ­ως. Νὰ τὰ σκο­τώ­σεις ὅ­λα, εἶ­πε.

       Κι ἔ­τσι ἔ­πρα­ξα. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κά τους ὀ­στὰ συν­τρί­φτη­καν ἀ­πὸ τὶς γρο­θι­ές μου, τοὺς ἀγ­κῶ­νες μου, θρυμ­μα­τί­στη­καν κά­τω ἀ­π’ τὰ πέλ­μα­τά μου. Γέ­μι­σα καὶ πέ­τα­ξα ὁ­λό­κλη­ρες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν γε­μά­τες μὲ που­λιά, ὀ­νο­μα­σμέ­να ἀ­π’ τὸ μω­ρό μας. Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα στὸ πά­τω­μα ζα­ρω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, πέ­φτον­τας ἥ­συ­χα καὶ στα­θε­ρὰ ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γη ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­π’ τὸ κλά­μα τῆς συ­ζύ­γου μου. Κά­τι θὰ μοῦ ξέ­φυ­γε. Εἶ­χε πά­ρει ἕ­ναν μι­κρὸ τρυ­πο­φρά­κτη στὶς πα­λά­μες της, τὸν μι­κρό­τε­ρο που εἶ­δα πο­τέ μου, καὶ ἔ­κλαι­γε πά­νω στὸ χνού­δι του, σι­ω­πη­λά, χω­ρὶς λό­για.


Τὸ πάρ­κο ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρη ζω­ὴ ἀ­πὸ ὅ­ση πε­ρί­με­να. Πᾶ­νε μό­λις λί­γοι μῆ­νες κι ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ξε­κί­νη­σαν νὰ βγαί­νουν ξα­νά. Ζευ­γά­ρια κά­θον­ται δί­πλα-δί­πλα στὰ παγ­κά­κια. Μιὰ μη­τέ­ρα σπρώ­χνει τὸ κα­ρό­τσι τοῦ μω­ροῦ της ἀ­νά­με­σα στὰ που­λιὰ ποὺ κα­λύ­πτουν τὸ ἔ­δα­φος. Παι­διὰ παί­ζουν καὶ βου­ί­ζουν. Ἀ­νοί­γουν τὰ στό­μα­τά τους ἀ­φή­νον­τας τὰ που­λιὰ νὰ ξε­πη­δή­σουν – τὰ πιὸ πο­λύ­χρω­μα που­λιά· πορ­το­κα­λιὰ καὶ μπλέ, λι­λὰ καὶ κί­τρι­να, ἰ­ρι­δί­ζον­τα— κι ἔ­πει­τα τὰ κυ­νη­γοῦν κα­θὼς ἐ­κεῖ­να πε­τοῦν μα­κριά. Σὰν παι­χνί­δι. Ἡ Ἀ­μέ­λια τὰ κοι­τά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πῶς θὰ τὸ ὀ­νό­μα­ζαν.

       Σύν­το­μα, οἱ ἐ­πι­βλέ­πον­τες ἐ­νή­λι­κες τοὺς ἐν­το­πί­ζουν καὶ τὸ παι­χνί­δι τε­λει­ώ­νει. Τὰ παι­διὰ δι­α­λύ­ον­ται σὰν τὰ που­λιά, ὡ­στό­σο ἐ­γὼ κα­τα­φέρ­νω καὶ τὰ ξε­δι­α­κρί­νω μὲς στὰ φύλ­λα ἀ­π’ τὶς ση­μύ­δες ποὺ μᾶς σκε­πά­ζουν. Τὰ δεί­χνω στὴν Ἀ­μέ­λια, μὰ προ­τοῦ ση­κώ­σει τὰ μά­τια της αὐ­τὰ ἔ­χουν χα­θεῖ.


Ἔ­χου­με βά­λει τὸν τρυ­πο­φρά­κτη σ’ ἕ­να κλου­βί. Ἡ ἐ­κτρο­φὴ τοῦ τρυ­πο­φρά­κτη λέ­γε­ται ὅ­τι φέρ­νει κα­κὴ τύ­χη, ἔ­γρα­ψα μιὰ μέ­ρα. Ἡ Ἀ­μέ­λια ἁ­πλῶς μὲ κοί­τα­ξε, δί­χως ν’ ἀ­παν­τή­σει. Δε χρει­α­ζό­ταν. Τί χει­ρό­τε­ρο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­πὸ ὅ,τι μᾶς εἶ­χε ἤ­δη συμ­βεῖ;


Ἐ­πι­στρέ­ψα­με ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο ἀ­μέ­σως μό­λις βρά­δια­σε. Ἡ Ἀ­μέ­λια ἔ­χει ἀ­φε­θεῖ στὰ χέ­ρια μου κα­θὼς τὴν βά­ζω στὸν κα­να­πέ. Τὴν τυ­λί­γω μὲ σεν­τό­νια καὶ τῆς δί­νω μιὰ κού­πα ζε­στὸ τσά­ι μὲ γλυ­κό­ρι­ζα. Κά­τι γλυ­κό, τῆς λέ­ω χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νο­η­μα­τι­κὴ καὶ χα­μο­γε­λῶ, ἀλ­λὰ δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι μὲ βλέ­πει. Κοι­τά­ζει πρὸς τὸ μπαλ­κό­νι. Εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ που­λιά – που­λιὰ με­γά­λα καὶ μι­κρά, ἢ που­λιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦν ἄλ­λο νὰ πε­τά­ξουν, συν­τε­τριμ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τοῦ κο­πα­διοῦ τους. Κλεί­νω τὶς κουρ­τί­νες καὶ ἀ­ρά­ζω δί­πλα της. Ὁ μι­κρὸς τρυ­πο­φρά­κτης φτε­ρου­γί­ζει μὲς στὸ κλου­βί του. Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­χει ἐ­νη­με­ρω­τι­κὲς ἐκ­πομ­πές, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ ὅ­λοι ἀ­να­ζη­τοῦν ἐ­ναλ­λα­κτι­κὲς λύ­σεις γιὰ τὰ πάν­τα, ὡ­στό­σο παί­ζουν πολ­λὲς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­μα­στε μὲ ἕ­να βου­βὸ φὶλμ τοῦ Τσάρ­λι Τσά­πλιν ποὺ τὸ βλέ­που­με γιὰ ἑ­κα­το­στὴ φο­ρά.

       Τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι καὶ ὁ χου­χου­ρι­στι­κὸς ἦ­χος τῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν μὲ ξυ­πνοῦν. Οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τες εἶ­ναι ἀ­νοι­κτὲς καὶ τὰ που­λιὰ ἤ­δη ἐ­φορ­μοῦν πρὸς τὰ μέ­σα. Εἶ­ναι τό­τε ποὺ βλέ­πω τὴν Ἀ­μέ­λια νὰ στέ­κε­ται στὸ χεῖ­λος τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ.

       Κα­θὼς πη­δά­ει, φω­νά­ζω τὸ ὄ­νο­μά της χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ. Ἕ­να ψα­ρό­νι πέ­φτει μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου, ἀ­πί­θα­να κυα­νό. Πα­ρα­πα­τά­ει λι­γά­κι, ἔ­πει­τα πε­τᾶ μα­κριὰ στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της» («The Starling of Her Name») δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Gamut τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2017.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της “The Forest, Ednaστὴν ἀνθολογία Letters from the Grave (Οrbannin books).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του

 



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του

(A man told me the story of his life)


ΒΙΘΕΝΤΕ εἶ­πε: Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω για­τρός. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω για­τρὸς μ’ ὅ­λη μου τὴν καρ­διά! Εἶ­χα μά­θει κά­θε ὀ­στό, κά­θε ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Για­τὶ ὑ­πάρ­χει; Πῶς δου­λεύ­ει;

       Τὸ σχο­λεῖ­ο μοῦ εἶ­πε: Βι­θέν­τε, γί­νε μη­χα­νι­κός. Αὐ­τὸ θά ‘ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ σέ­να. Τὰ παίρ­νεις τὰ μα­θη­μα­τι­κά.

       Εἶ­πα στὸ σχο­λεῖ­ο: Θέ­λω νὰ γί­νω για­τρός. Ἤ­δη γνω­ρί­ζω πῶς συν­δέ­ον­ται με­τα­ξύ τους τὰ ὄρ­γα­να. Ἂν κά­τι πά­ει στρα­βά, θὰ ξέ­ρω πῶς νὰ τὸ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σω.

       Τὸ σχο­λεῖ­ο μοῦ εἶ­πε: Βι­θέν­τε, ἀ­λή­θεια, θὰ γί­νεις ἕ­νας σπου­δαῖ­ος μη­χα­νι­κός. Σ’ ὅ­λα σου τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα φαί­νε­ται αὐ­τό! Ἀν­τι­θέ­τως, δὲ φαί­νε­ται τὸ ἴ­διο γιὰ για­τρός.

       Εἶ­πα: Ὤ, θέ­λω πά­ρα πο­λὺ νὰ γί­νω για­τρός. Σχε­δὸν ἔ­κλα­ψα. Ἤ­μουν δε­κα­ε­πτά.

       Εἶ­πα: Ἀλ­λὰ ἴ­σως ἔ­χε­τε δί­κιο. Ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ δά­σκα­λος. Ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ δι­ευ­θυν­τής. Κα­τα­λα­βαί­νω, εἶ­μαι μι­κρός.

       Τὸ σχο­λεῖ­ο εἶ­πε: Καὶ πέ­ραν αὐ­το­ῦ, θὰ πᾶς καὶ στὸ Στρα­τό.

       Καὶ τό­τε ἔ­γι­να μά­γει­ρας. Ἑ­τοί­μα­ζα φα­γη­τὸ γιὰ δυ­ὸ χι­λιά­δες ἄν­τρες.

       Τώ­ρα, μὲ βλέ­πεις, ἔ­χω μιὰ κα­λὴ δου­λειά. Ἔ­χω, ἀ­κό­μη, τρί­α παι­διά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Κον­σου­έ­λα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι τῆς ἔ­σω­σα τὴ ζω­ή;

       Κοί­τα, πο­νοῦ­σε πά­ρα πο­λύ.

       Ὁ για­τρὸς εἶ­πε: Τί τρέ­χει; Κου­ρά­στη­κες; Ἔ­χεις ἄγ­χος μὲ τὴ δου­λειά; Πό­σα παι­διά; Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Αὔ­ριο θὰ κά­νου­με τὴν ἐ­ξέ­τα­ση.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ κά­λε­σα τὸν για­τρό.

       Εἶ­πα: Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ τὴ βά­λε­τε στὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τό ‘ψα­ξα στὸ βι­βλί­ο. Βλέ­πω ποῦ τὴν πο­νᾶ καὶ κα­τα­λα­βαί­νω ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται αὐ­τὴ ἡ πί­ε­ση. Ἔ­χω βρεῖ τὸ ὄρ­γα­νο ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ πρό­βλη­μα.

       Ὁ για­τρὸς ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξέ­τα­ση.

       Εἶ­πε: Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ τὴ βά­λου­με στὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο!

       Μοῦ εἶ­πε: Μὰ Βι­θέν­τε, πῶς τό ‘ξε­ρες;



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του» («A man told me the story of his life») πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Grace Paley, The col­le­cted stories, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Far­rar, Stra­us & Gi­roux, 2007 [χαρ­τό­δε­το· 1η: 1994], 668-669.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Ἐ­ρω­τΑ­πο­κρί­σεις μὲ τὸν Κλέ­μενς Ζέτς


E: Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ἀ­πό­φθεγ­μα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει ἢ ποὺ θε­ω­ρεῖς ὅ­τι εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ται­ρια­στὸ ἢ καὶ σχε­τι­κὸ μὲ τὴ μι­κρο­α­φή­γη­ση, ποὺ νὰ ἀ­νή­κει εἴ­τε σε κά­ποι­ον συγ­γρα­φέ­α εἴ­τε σὲ κά­ποι­ον ποὺ νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται σὲ πε­δία ἄλ­λα ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­πως λ.χ. ἄλ­λες τέ­χνες, οἱ ἐ­πι­στῆ­μες, ἡ φι­λο­σο­φί­α, ἡ θρη­σκεί­α ἢ ἀλ­λοῦ;

 

Α: «Μί­λα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου κι αἴ­νιγ­μα θά ‘ναι», λέ­ει ἡ Σφίγ­γα στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ Φά­ου­στ τοῦ Γκαῖ­τε.[1]

  

Ε: Ἔ­χεις κά­ποι­α ἀ­γα­πη­μέ­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ συγ­γρα­φέ­α, ἢ ἀ­γα­πη­μέ­νο βι­βλί­ο μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων;

 

Α: Ὁ Φε­λὶξ Φε­νε­όν, ἕ­νας Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­φε αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νό­μα­ζε «Ἱ­στο­ρί­ες τῶν τρι­ῶν ἀ­ρά­δω­ν» γιὰ τὴ Φιγ­κα­ρό – μι­κρές, ἐν­δε­λε­χεῖς μα­τι­ὲς στὴν ἀ­νε­ξάν­τλη­τη πε­ρι­έρ­γεια τῶν ἀν­θρώ­πι­νων ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων. Ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: «Τὴν Μαν­τὰμ Κουν­τέρκ, τοῦ Σαὶντ-Οὐ­έν, τὴν ἀ­πέ­τρε­παν δια­ρκῶς ἀ­π’ τὸ νὰ κρε­μα­στεῖ ἀ­πὸ τὸ μάν­τα­λο τοῦ πα­ρα­θύ­ρου της. Μό­λις ἐ­ξαν­τλή­θη­κε ἡ ὑ­πο­μο­νή της, πέ­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ λι­βά­δια.»

 

Ε: Τί δι­α­βά­ζε­τε τώ­ρα;


Α: Τὸ Κρι­στὶν Λά­βραν­σντάτ­τερ τῆς Σίγ­κριντ Οὔν­τσετ – τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης.

 

Ε: Τί προ­σφέ­ρει ἡ μι­κρο­α­φή­γη­ση στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, ποὺ δὲν προ­σφέ­ρει ἡ ἀρ­γὴ (κα­νο­νι­κὴ) ἀ­φή­γη­ση;

 

Α: Τὴν ἀ­πο­λαυ­στι­κὰ πα­ρά­δο­ξη αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σης ποὺ δι­α­φαί­νε­ται στὰ λό­για τοῦ Ἄμ­λετ: «Ὦ, Θε­έ μου, κι ἂν ἤ­μουν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος σὲ ἕ­να κα­ρυ­δό­τσου­φλο, θὰ μὲ λο­γά­ρια­ζα γιὰ βα­σι­λιὰ τοῦ ἀ­πεί­ρου.»

 

Ε: Ἔ­χει προ­κύ­ψει κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα σας ἀ­φη­γή­μα­τα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρο­α­φή­γη­ση ἢ τὸ ἀ­νά­πο­δο;

 

Α: Ναί, συμ­βαί­νει πο­λὺ συ­χνά. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α δι­α­μορ­φώ­νει προ­ο­δευ­τι­κὰ ἀ­πὸ μό­νη της τὴ φόρ­μα ποὺ τῆς χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει.


[1] Πρόκειται γιὰ τὸν στ. 7132 τοῦ Δευτέρου μέρους τοῦ Φάουστ (Sprich nur dich selbst aus, wird schon Rätsel sein). Ἡ μετάφραση προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔκδοση: Goethe, Φάουστ, (εἰσ.-μτφρ.-σχόλ.: Π. Μάρκαρης), Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2003).


Πη­γή: Cl. Setz (μτφρ.: Ρ. Constantine), «Τwo stories», World Li­te­ra­tu­re Today 86, 5 (Σε­πτέμ­βριος/Ὀ­κτώ­βριος 2012) 62.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α

(Eine sehr kurze Geschichte)


ΠΕΙΤΑ ἀ­πὸ μιὰ μα­κρὰ καὶ δύ­σκο­λη μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο, ἡ Λίλ­λυ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι στὶς ὠ­μο­πλά­τες της εἶ­χαν φυ­τρώ­σει δυ­ὸ μι­κρὰ φτε­ρά: ἦ­ταν δυ­ὸ ρόζ, βρώ­μι­κα κι εὐ­αί­σθη­τα κομ­μά­τια δέρ­μα­τος, τὰ ὁ­ποῖ­α τὴν ἔ­τρω­γαν σὰν τσίμ­πη­μα κου­νου­πιοῦ καὶ τῆς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ πη­γαί­νει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ κα­τα­βάλ­λον­τας μι­κρὴ προ­σπά­θεια. Ἀ­πὸ τὸ φό­βο της ἡ Λίλ­λυ ἔ­κο­ψε μ’ ἕ­να ψα­λί­δι τὰ φτε­ρά της καὶ πῆ­γε νὰ πλυ­θεῖ στὸ μπά­νιο. Σκε­φτό­ταν, ἂν πο­τὲ θὰ ξα­να­φυ­τρώ­να­νε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α της ἀ­πε­δεί­χθη ἀ­βά­σι­μος. Ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ πό­σο μα­κρὰ καὶ δύ­σκο­λη ἦ­ταν ἡ μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο γιὰ τὴ Λίλ­λυ, τὰ φτε­ρὰ δὲν ξα­να­βγῆ­καν πο­τέ μέ­χρι τὸ τέ­λος τῆς σύν­το­μης ζω­ῆς της.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α» («Ei­ne sehr kur­ze Ge­schi­chte») πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Clemens J. Setz, Die Lie­be zur Zeit des Mahl­städ­ter Kin­des, Βε­ρο­λί­νο, Suhrkamp Verlag, 2011.

 

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Πε­ρὶ τῆς ἀ­γω­γι­μό­τη­τας τῶν μο­να­χῶν



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Πε­ρὶ τῆς ἀ­γω­γι­μό­τη­τας τῶν μο­να­χῶν

(Die Leitfähigkeit von Mönchen)


ΤΑ 1746 ὁ ἀβ­βὰς Ζάν-Ἀν­του­ὰν Νολ­λὲ το­πο­θέ­τη­σε κυ­κλι­κὰ μέ­σα σ’ ἕ­να χω­ρά­φι ἐ­πτα­κό­σιους Καρ­θου­σια­νοὺς μο­να­χοὺς καὶ τοὺς ἕ­νω­σε ὅ­λους μ’ ἕ­να κα­λώ­διο. Τὸ κα­λώ­διο αὐ­τὸ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ μιὰ λου­γδου­νι­κὴ λά­γη­νο, ἕ­ναν ἁ­πλὸ πυ­κνω­τὴ ποὺ πα­ρή­γα­γε ἠ­λε­κτρι­σμό. Τὸ πεί­ρα­μα σκό­πευ­ε νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν ὅ­λοι οἱ μο­να­χοὶ θὰ οὐρ­λιά­ξουν ἀ­πὸ πό­νο τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἡ δο­κι­μὴ πέ­τυ­χε, ὅ­πως ἄλ­λω­στε εἶ­χε ξα­να­συμ­βεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν μὲ ἑ­κα­τὸν ὀ­γδόν­τα στρα­τι­ῶ­τες τῆς Ἐ­θνι­κῆς Φρου­ρᾶς. Ἔ­πει­τα ἀ­π’ αὐ­τό, ὁ Νολ­λὲ τι­μή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν βα­σι­λιὰ καὶ ἔ­λα­βε τὴ θέ­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ πει­ρα­μα­τι­κῆς φυ­σι­κῆς στὸ Πα­ρί­σι.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Πε­ρὶ τῆς ἀ­γω­γι­μό­τη­τας τῶν μο­να­χῶν» («Die Leit­fä­hig­keit von Mönchen») πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Clemens J. Setz, Die Vo­gel­strauß­trom­pete. Ge­di­chte, Βε­ρο­λί­νο, Suhrkamp Verlag, 2014.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.