Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo): Magush



Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo)

Μαγκούς

(Magush)


ΑΠΟΙΑ ΘΕΣΣΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ προ­έ­βλε­ψε τὴ μοί­ρα τοῦ Πο­λυ­κρά­τη πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ σχέ­δια ποὺ ἔ­φτια­χνε ἡ θά­λασ­σα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ ὅ­ταν ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν τὸ κύ­μα· μιὰ Ρω­μαί­α ἑ­στιά­δα προ­έ­βλε­ψε ἐ­κεί­νη τοῦ Καί­σα­ρα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄμ­μο ποὺ πε­ρι­στοί­χι­ζε κά­ποι­ο φυ­τό· ὁ γερ­μα­νὸς Κορ­νή­λιος Ἀ­γρίπ­πας χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ προ­βλέ­ψει τὸ μέλ­λον. Ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­γοι τοῦ και­ροῦ μας δι­α­βά­ζουν τὰ φύλ­λα τοῦ τσα­γιοῦ ἢ τὸ κα­τα­κά­θι τοῦ κα­φὲ στὸν πά­το τοῦ φλι­τζα­νιοῦ, κά­ποι­οι τὰ δέν­τρα, τὴ βρο­χή, τὶς κη­λί­δες με­λά­νι ἢ τὸ ἀ­σπρά­δι τοῦ αὐ­γοῦ, κά­ποι­οι τὶς γραμ­μὲς ἁ­πλῶς τῆς πα­λά­μης, ἄλ­λοι κοι­τοῦν μέ­σα σὲ κρυ­στάλ­λι­νες σφαῖ­ρες. Ὁ Μαγ­κοὺς λέ­ει τὴ μοί­ρα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο στὸ ὁ­ποῖ­ο ζεῖ. Τὰ ἑ­φτὰ πε­λώ­ρια πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ δώ­δε­κα πα­ρα­θυ­ρά­κια τοῦ γει­το­νι­κοῦ κτι­ρί­ου εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν σὰν τρα­που­λό­χαρ­τα. Ὁ Μαγ­κοὺς δὲν σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ συ­σχε­τί­σει πα­ρά­θυ­ρα μὲ τρα­που­λό­χαρ­τα: ἦ­ταν δι­κή μου ἡ ἰ­δέ­α. Οἱ μέ­θο­δοί του εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μο­νά­χα ἐν μέ­ρει. Μοῦ εἶ­πε πὼς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς μέ­ρας δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα, για­τὶ τὸ φῶς κά­νει τὶς εἰ­κό­νες νὰ ἀ­χνο­φαί­νον­ται. Ἡ πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γι’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ εἶ­ναι τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, τό­τε ποὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­χτί­δες φω­τός, κα­θὼς φιλ­τρά­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς περ­σί­δες τῶν πα­ρα­θύ­ρων στὰ πλά­για τοῦ κτι­ρί­ου, ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ τζά­μια τῶν μπρο­στι­νῶν πα­ρα­θύ­ρων. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­νο­νί­ζει τὰ ραν­τε­βοῦ του μὲ τοὺς πε­λά­τες πάν­το­τε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Γνω­ρί­ζω —ἔ­φτα­σα σὲ αὐ­τὴ τὴ γνώ­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σει­ρὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σε­ων— ὅ­τι τὸ ψη­λό­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου φα­νε­ρώ­νει ὑ­πο­θέ­σεις τῆς καρ­διᾶς, τὸ χα­μη­λὸ τμῆ­μα ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ κεν­τρι­κὸ τμῆ­μα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ θέ­μα­τα ὑ­γεί­ας.

            Ὁ Μαγ­κοὺς εἶ­ναι φί­λος μου πα­ρό­τι εἶ­ναι μό­λις δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Τὸν γνώ­ρι­σα κα­τὰ τύ­χη μιὰ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να σα­κὶ κάρ­βου­να. Δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δι­αι­σθαν­θῶ τὴ μαν­τι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς κου­βέν­τες στὸ αἴ­θριο τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου (ἤ­μα­σταν πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ σα­κιὰ μὲ κάρ­βου­νο καὶ πε­θαί­να­με ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά), μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται. Τὸ δω­μά­τιο εἶ­ναι κά­τι σὰν δι­α­δρο­μά­κος, ἐ­ξί­σου κρύ­ος μὲ τὸ αἴ­θριο· ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν συν­δυα­σμὸ ἀ­πὸ φεγ­γί­τες μὲ χρω­μα­τι­στὰ τζά­μια κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ψη­λὸ καὶ στε­νὸ —σὰ νὰ προ­ο­ρί­ζε­ται γιὰ κά­ποι­α κα­μη­λο­πάρ­δα­λη—, δι­α­κρί­νε­ται μὲ ἄ­νε­ση τὸ ἀ­πέ­ναν­τι κτί­ριο μὲ τὴν κι­τρι­νω­πὴ πρό­σο­ψή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς βρο­χὲς κι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σα λί­γη ὥ­ρα σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ κρύ­ο ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ καὶ τὴ θέ­ση του ἔ­παιρ­νε μιὰ εὐ­χά­ρι­στη αἴ­σθη­ση ζε­στα­σιᾶς. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο φαι­νό­με­νο συμ­βαί­νει κα­τὰ τὶς στιγ­μὲς τῆς μαν­τεί­ας κι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ δω­μά­τιο ἀλ­λὰ τὸ σῶ­μα ποὺ ἀ­πορ­ρο­φᾶ ἐ­κεῖ­νες τὶς τό­σο ὠ­φέ­λι­μες ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες.

            Ὁ Μαγ­κοὺς μὲ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως κι ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μα­ζί μου. Μὲ ἄ­φη­νε νὰ κοι­τά­ζω ὁ­λο­μό­να­χος, τὴν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, ἕ­να πρὸς ἕ­να τα πα­ρά­θυ­ρα τοῦ κτι­ρί­ου. (Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, σκη­νὲς ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θοῦν γί­νον­ταν ὁ­ρα­τές· ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α στά­θη­κα ἀρ­χι­κὰ τυ­χε­ρός.) Σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­δα —πλη­ρώ­νον­τας ποι­ός ξέ­ρει τί ἁ­μαρ­τί­ες— τὴ με­τέ­πει­τα ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­ζη­λό μου. Φο­ροῦ­σε τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ θαμ­πώ­νει καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιά της ἦ­ταν πι­α­σμέ­να πί­σω σε ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ κό­τσο χα­μη­λὰ στὸ σβέρ­κο της. Γιὰ νὰ δῶ τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια λύγ­κα, ὅ­μως ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὀ­φει­λό­ταν στὴ μα­γεί­α ποὺ τὴν πε­ρι­έ­βαλ­λε καὶ ὄ­χι στὴν ὅ­ρα­σή μου. (Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στα­ση κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­βά­σω ἐ­πι­στο­λὲς ἢ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ ἡ­με­ρο­λό­για.) Ἐ­κεῖ εἶ­δα τὴν ἐ­πώ­δυ­νη σκη­νὴ ποὺ θὰ κα­λού­μουν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ ὑ­πο­μεί­νω ἐν­σαρ­κω­μέ­νη. Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κεί­νη τὴν κλί­νη κα­λυμ­μέ­νη μὲ ρό­δι­να σκε­πά­σμα­τα καὶ τὶς φρι­κτὲς αὐ­τὲς κυ­ρί­ες ποὺ ἔμ­παι­ναν κι ἔ­βγαι­ναν κρα­τών­τας δέ­μα­τα στὰ χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, στὰ τζα­μέ­νια πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς δύ­σης, εἶ­δα τὶς βόλ­τες στοὺς πο­τα­μοὺς Τίγ­κρε καὶ Λου­χάν. Ἐ­κεῖ ἔ­φτα­σα πο­λὺ κον­τὰ στὸ νὰ στραγ­γα­λί­σω κά­ποι­ον. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ βι­ώ­σω αὐ­τὰ τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ φά­νη­κε κομ­μα­τά­κι ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φη.

            Μὲ τὸ πέ­ρας αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν λι­γό­στε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου νὰ ζή­σω ὅ,τι μοῦ ἤ­τα­νε γρα­φτό. Συμ­βου­λεύ­τη­κα τὸν Μαγ­κούς. Ἦ­ταν ἄ­ρα­γε δυ­να­τὸν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω; Νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ τὴ ζω­ή… ἦ­ταν δυ­να­τόν; Ὁ Μαγ­κούς, ἔ­ξυ­πνος ὅ­πως εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Γιὰ κάμ­πο­σες μέ­ρες δὲν ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ κον­τά του. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω εἰ­κό­νες, νὰ ἀ­πέ­χω ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τῶ ὅ­πως κι ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ζῶ. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς γιὰ χά­ρη τῆς φι­λί­ας μας, ποὺ κρα­τοῦ­σε τό­σα χρό­νια, ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξαί­ρε­ση· σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει αὐ­τὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς πα­γί­δες ποὺ ἔ­στη­νε ὁ Μαγ­κοὺς σὲ πε­λά­τες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξα­πα­τοῦ­σε πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς τους τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὰ νὰ ἦ­ταν δι­κό τους.

            — Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σῶ­φρον νὰ βι­ώ­σει κά­ποι­ος ἄλ­λος τὴ μοί­ρα σου εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως μό­λις κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Εἰ­δάλ­λως, δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται αὐ­τὴ νὰ ἔρ­θει στὴ συ­νέ­χεια καὶ νὰ σὲ γυ­ρέ­ψει: ἡ μοί­ρα μοιά­ζει μὲ ἀν­θρω­πο­φά­γο τί­γρη ποὺ στή­νει ἐ­νέ­δρα στὸ ἀ­φεν­τι­κό της, συ­νή­θι­ζε νὰ μοῦ λέ­ει ὁ Μαγ­κούς· καὶ γιὰ νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει πρό­σθε­τε: Κά­ποι­α μέ­ρα ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὰ γιὰ σέ­να σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

            — Θὰ πε­θά­νω; – ρω­τοῦ­σα μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­νη­συ­χί­α.

            — Δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το – ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ Μαγ­κούς. Μπο­ρεῖς νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς πε­πρω­μέ­νο.

            — Μά, μέ­χρι καὶ τὰ σκυ­λιὰ ἔ­χουν πε­πρω­μέ­νο – ἀν­τέ­τει­να.

            — Τὰ σκυ­λιὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γουν: εἶ­ναι ὑ­πά­κου­α.

            Ἡ πρό­γνω­ση τοῦ Μαγ­κοὺς ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ κι ἔ­τσι ἔ­ζη­σα γιὰ λί­γο και­ρὸ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος καὶ ἤ­ρε­μος, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὴ δου­λειά μου, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ μὲ τρά­βα­γε καὶ τὴ νο­σταλ­γοῦ­σα, τὸ νὰ εἶ­μαι μα­ζὶ μὲ τὸν Μαγ­κοὺς καὶ νὰ ἀ­τε­νί­ζω τὸ κτί­ριο. Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν ἐ­κλεί­ψει οἱ μορ­φὲς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὸ νὰ ρί­ξουν φῶς στὴ μοί­ρα μου. Σὲ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα μᾶς ξαφ­νί­α­ζαν ἐ­νί­ο­τε νέ­ες ἀ­να­πό­δρα­στες συν­θέ­σεις. Ἀ­μυ­δρὰ φῶ­τα, φαν­τά­σμα­τα μὲ κε­φά­λια σκύ­λων, ἐγ­κλη­μα­τί­ες, τὰ πάν­τα ἔ­δει­χναν πὼς θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ φτά­σουν αὐ­τὲς οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ γί­νουν ἀ­λη­θι­νές.

            — Ποι­ὸς θὰ ζοῦ­σε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὲς τὶς ἀ­θλι­ό­τη­τες; – εἶ­πα στὸν Μαγ­κούς, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τέ­λη­ξε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀ­πο­σπά­σει τὴν προ­σο­χή, νὰ κά­νει τὸν σύμ­βου­λο μα­ζὶ καὶ τὸν μά­γο. Ἄρ­χι­σα νὰ βλέ­πω βεγ­γα­λι­κά, μα­ρι­ο­νέ­τες, γι­α­πω­νέ­ζι­κα φα­νά­ρια, νά­νους, ἀν­θρώ­πους ντυ­μέ­νους σὰν ἀρ­κοῦ­δες καὶ σὰν γά­τες. Τοῦ εἶ­πα ὑ­πο­κρι­νό­με­νος:

            — Σὲ ζη­λεύ­ω. Θά ’­θε­λα νά ’­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων.

            — Ἂς ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να – μοῦ εἶ­πε ὁ Μαγ­κούς.

            Ἀ­πο­δέ­χτη­κα τὴν πρό­τα­ση, ἂν καὶ μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­τολ­μη. Τί θὰ ἔ­κα­να μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς μι­κρού­λη­δες νά­νους; Μι­λή­σα­με ὥ­ρα πολ­λὴ γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πι­θα­νὸν κου­βα­λοῦ­σαν μα­ζί τους οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἡ­λι­κί­ες μας. Χά­σα­με, ἴ­σως, τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὴν εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη.

            Τὸ σχέ­διό μας δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Χά­σα­με κι οἱ δυ­ὸ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας.

            Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ὑ­πο­κύ­πτου­με ἐκ νέ­ου στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να· κά­νου­με κά­ποι­ες ἀ­πό­πει­ρες, ὅ­μως κά­θε φο­ρὰ τεί­νει νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς πα­ρά­γον­τας: ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς δυ­σκο­λί­ες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χει ὑ­περ­νι­κή­σει ὁ Μαγ­κούς, ἀ­πο­βαί­νει πα­ρά­λο­γο. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ εἶ­χα βά­λει σκο­πὸ νὰ φύ­γω. Ἑ­τοί­μα­σα τὶς ἀ­πο­σκευ­ές μου. Ἀ­πο­χαι­ρε­τη­θή­κα­με. Οἱ εἰ­κό­νες στὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν θελ­κτι­κές. Κά­τι μὲ κρά­τη­σε πί­σω τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ στὸν Μαγ­κούς· δὲν εἶ­χε τὸ κου­ρά­γιο νὰ δρα­πε­τεύ­σει ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο.

            Πάν­το­τε μὲ συ­ναρ­πά­ζει τὸ πε­πρω­μέ­νο τοῦ Μαγ­κοὺς κι ἐ­κεῖ­νον τὸ δι­κό μου (ὅ­σο ἄ­σχη­μο κι ἂν εἶ­ναι), ὅ­μως κα­τὰ βά­θος ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τῶν δυ­ό μας εἶ­ναι νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ ἀ­τε­νί­ζου­με τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­κεί­νου τοῦ σπι­τιοῦ καὶ νὰ δω­ρί­ζου­με σὲ ἄλ­λους τὸ δι­κό μας πε­πρω­μέ­νο, ἐ­φό­σον δὲν μᾶς φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο.



Πηγή: Silvina Ocampo, La furia y otros cuentos, ἐ­πιμ. Ernesto Montequin, Biblioteca Silvina Ocampo, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Sudamericana, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Sur, 1959].

Σιλ­βί­να ­κάμ­πο (Silvina Ocampo) (1903, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 1993, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Προ­τοῦ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ μὲ πά­θος στὴ γρα­φὴ σπού­δα­σε σχέ­διο καὶ ζω­γρα­φι­κὴ στὸ Πα­ρί­σι μὲ δα­σκά­λους τὸν Τζόρ­τζιο ντὲ Κί­ρι­κο καὶ τὸν Φερ­νὰν Λε­ζέ. Σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ φί­λη τοῦ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες. Οἱ τρεῖς τους ἐ­πι­με­λή­θη­καν καὶ ἐ­ξέ­δω­σαν τὸ 1940 τὴ μνη­μει­ώ­δη Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Advertisements

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς

(The Conscripted Storyteller)


«ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ εἶ­σαι;» ρώ­τη­σα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε. «Εἶ­μαι κο­ρι­τσά­κι. Ποῦ χά­θη­κες τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, Κύ­ρι­ε;»

            Στε­κό­μουν στὸ τμῆ­μα λο­γο­τε­χνί­ας τῆς δη­μο­τι­κῆς βι­βλι­ο­θή­κης καὶ δι­ά­βα­ζα ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Γου­ό­τσον Τ. Σμὶθ Μπρά­ουν­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­τύ­πω­νε, μὲ ἀ­πο­λύ­τως λο­γι­κὸ τρό­πο, τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ ποι­η­τὲς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σουν νὰ γρά­φουν κι ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ ἐ­πι­δο­θοῦν στὸ χτί­σι­μο μὲ τοῦ­βλα. Ἤ­μουν πά­ρα πο­λὺ ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο, τὴν ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζα κά­ποι­ο βι­βλί­ο στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κά­ποι­ος μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ πό­δι. Ἤ­μουν πε­ρί­ερ­γος νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει. Κοί­τα­ξα πρὸς τὰ κά­τω καὶ εἶ­δα ἕ­να κο­ρι­τσά­κι μὲ ξαν­θὰ μαλ­λιά, πρά­σι­νο φό­ρε­μα καὶ μπλὲ μά­τια νὰ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι μου μὲ τὸν δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του.

            «Ποῦ ’­ναι ἡ μη­τέ­ρα σου, κο­ρι­τσά­κι;» ρώ­τη­σα.

            «Γιὰ ψώ­νια», ἀ­πάν­τη­σε.

            «Κι ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;» εἶ­πα. «Καὶ στα­μά­τα, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, νὰ σκουν­τᾶς τὸ πό­δι μου.»

            «Ἡ μη­τέ­ρα μου μὲ ἄ­φη­σε ἐ­δῶ νὰ δι­α­βά­σω μέ­χρι νὰ κά­νει τὰ ψώ­νια της. Ἔ­χω ξε­κι­νή­σει νὰ δι­α­βά­ζω ἕ­να βι­βλί­ο.»

            «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω τό­τε νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;» πρό­τει­να.

            «Εἶ­ναι σα­χλα­μά­ρα», εἶ­πε.

            «Καὶ τί ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι πρέ­πει νὰ κά­νω ἐ­γὼ γι’ αὐ­τό;»

            «Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε.

            «Τί;»

            «Ἥ­συ­χα,» εἶ­πε «ἀλ­λι­ῶς θὰ τοὺς ξε­ση­κώ­σεις ὅ­λους».

            «Δὲν θέ­λω νὰ σοῦ πῶ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α,» εἶ­πα. «Θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω τὸ βι­βλί­ο μου.»

            «Θὰ μοῦ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Για­τί ἐ­γώ;»

            «Για­τί ἔ­ψα­ξα νὰ δῶ ποι­ὸς ἔ­χει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο στό­μα ἐ­δῶ μέ­σα καὶ τὸ ἔ­χεις ἐ­σύ.»

            «Τί θὰ κά­νεις ἂν ἀρ­νη­θῶ νὰ σοῦ πῶ τὴν ἱ­στο­ρί­α σου;» ρώ­τη­σα.

            «Ἄ, τί­πο­τα», εἶ­πε γλυ­κά. «Ἁ­πλῶς θὰ ἀρ­χί­σω νὰ οὐρ­λιά­ζω ὅ­σο πιὸ δυ­να­τὰ μπο­ρῶ καὶ μό­λις ἔρ­θουν ὅ­λοι ἐ­δῶ πέ­ρα, θὰ τοὺς πῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ πα­τέ­ρας μου. Μοῦ ’­χουν πεῖ ὅ­τι ὅ­ταν οὐρ­λιά­ζω ἀ­κού­γε­ται σὰ νὰ ἐ­πί­κει­ται τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ δαγ­κώ­σω καὶ κα­νέ­ναν: μιὰ ἀ­γα­θὴ κι ἀ­θώ­α γρι­ού­λα λό­γου χά­ρη. Σ’ ἔ­χουν ἁ­λυ­σο­δέ­σει πο­τὲ σὲ γα­λέ­ρα νὰ κά­νεις κου­πί, Κύ­ρι­ε;»

            Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τὴν εἶ­χα πα­τή­σει κι ἔ­τσι, ἀ­πρό­θυ­μα, ἔ­βα­λα τὸ βι­βλί­ο πί­σω στὸ ρά­φι. «Θὰ σοῦ πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἔ­ξω στὰ σκα­λιά», εἶ­πα μὲ τὴ φω­νὴ τοῦ ἡτ­τη­μέ­νου.

            «Τὸ ’­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὰ βροῦ­με», εἶ­πε.

            Βγῆ­κα περ­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ κρα­τι­ό­μουν ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ γνώ­ρι­ζα χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι θὰ δι­έ­ψευ­δε τὴ θε­ω­ρί­α τῆς σχε­τι­κό­τη­τας τοῦ Ἀ­ϊν­στά­ιν.

            Κά­θι­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς βι­βλι­ο­θή­κης κι ἐ­κεί­νη κά­θι­σε ἀ­νέ­με­λα στὰ πό­δια μου. Σή­κω­σα τὸ βλέμ­μα μου κι εἶ­δα τὸ πα­λιὸ δη­μαρ­χεῖ­ο σκε­πα­σμέ­νο ἀ­πὸ κλή­μα­τα καὶ πε­ρι­στέ­ρια νὰ στέ­κον­ται στὴν ὀ­ρο­φή του καὶ νὰ γουρ­γου­ρί­ζουν.

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες νὰ ἀ­κού­σεις μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι;» ρώ­τη­σα.

            «Ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στέ­ρια;» εἶ­πε δεί­χνον­τας τὴν ὀ­ρο­φὴ τοῦ δη­μαρ­χεί­ου.

            «Ναί», εἶ­πα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε.

            «Για­τί ὄ­χι;» εἶ­πα.

            «Μοῦ μοιά­ζουν μὲ ἕ­να μά­τσο μπού­φους», εἶ­πε.

            «Τό­τε τί εἴ­δους ἱ­στο­ρί­α θὲς νὰ ἀ­κού­σεις;»

            «Νά, μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ μιὰ ὡ­ραι­ό­τα­τη ἀν­θρω­πο­κτο­νί­α μὲ τὰ ὅ­λα της· καὶ νὰ ’­ναι σύν­το­μη καὶ κο­φτὴ ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Σι­χαί­νο­μαι τὶς πα­ρεκ­βά­σεις.»

            «Ἔ;»

            «Λοι­πόν, βιά­σου», εἶ­πε ἀ­νυ­πό­μο­να.

            «Ξέ­ρεις τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν Δρά­κου­λα;»

            «Ναί», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πα­λιὰ ὅ­σο καὶ τὰ Καρ­πά­θια.»

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας;»

            «Ὄ­χι ἀ­π’ αὐ­τὲς μ’ ἐ­κεί­νους τοὺς τύ­πους ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ γί­νουν ἀ­στρο­ναῦ­τες», εἶ­πε μὲ πε­ρι­σπού­δα­στο ὕ­φος.

            «Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό,» ξε­κί­νη­σα νὰ λέ­ω, «ἦ­ταν μιὰ φυ­λὴ πεν­τα­κέ­φα­λων σκορ­πι­ῶν ποὺ ζοῦ­σαν στὸν Πο­σει­δώ­να.»

            «Πό­σο κοι­νό­το­πο», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἀρ­χὴ εἶ­ναι τό­σο μὰ τό­σο πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη… Ἄ­σε ποὺ ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὸν Πο­σει­δώ­να εἶ­ναι πα­γω­μέ­νη στὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ ἐ­δά­φους. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σαν πεν­τα­κέ­φα­λοι σκορ­πιοὶ νὰ ζή­σουν χω­ρὶς ἀ­τμό­σφαι­ρα, μοῦ λές;»

            Γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε σι­ω­πή.

            «Εἶ­σαι σί­γου­ρη ὅ­τι θὲς ὄν­τως νὰ ἀ­κού­σεις ἱ­στο­ρί­α;» ρώ­τη­σα. «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη νὰ δι­α­βά­σεις Νί­τσε ἢ Γιοὺνγκ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο;»

            «Θέ­λω νὰ ἀ­κού­σω μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Κα­λά… κα­λά», εἶ­πα δου­λο­πρε­πῶς.

            Τῆς εἶ­πα μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ κά­τι βα­τρά­χια μὲ ὑ­ψη­λὴ νο­η­μο­σύ­νη καὶ πὼς αὐ­τὰ εἶ­χαν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἕ­ναν τρό­πο νὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ὅ­τι θὰ εἶ­χαν κα­τα­λά­βει τὸν κό­σμο ἂν δὲν εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει τὸ ἑ­ξῆς σφάλ­μα: ἔ­φτα­σαν τό­σο βα­θιὰ στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση ποὺ κα­τρα­κύ­λη­σαν μέ­σα στὴν πέμ­πτη δι­ά­στα­ση καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ γυ­ρί­σουν πί­σω στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ βλά­ψουν μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο τὴ γῆ για­τί αὐ­τὴ βα­σί­ζε­ται αὐ­στη­ρὰ στὶς τρεῖς καὶ στὶς τέσ­σε­ρις δι­α­στά­σεις. Μό­λις τε­λεί­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι συλ­λο­γί­στη­κε γιὰ λί­γη ὥ­ρα σι­ω­πη­λὸ μὲ τὸ πρό­σω­πό του νὰ ἔ­χει πά­ρει μιὰ πο­λὺ σο­βα­ρὴ ἔκ­φρα­ση. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ πό­δια μου καὶ εἶ­πε ἀρ­γά,

            «Κύ­ρι­ε, για­τί δὲν πᾶς πά­λι μέ­σα νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;»

            Ἔ­τρε­ξα μὲ μι­κρὰ βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα, σὰν πλη­γω­μέ­νος κά­βου­ρας, πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη. Δό­ξα τῷ θε­ῶ δὲν ξα­να­εῖ­δα πο­τὲ τὸ κο­ρι­τσά­κι!



Πη­γή: Richard Brautigan, The Edna Webster Collection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Abbott, Βο­στό­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Houghton Mifflin Company), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.