Ρόμ­περτ Σά­παρντ (Robert Shapard): Ἡ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη ἐ­πα­νε­πι­νό­η­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας



Ρόμ­περτ Σά­παρντ (Robert Shapard)


Ἡ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη ἐ­πα­νε­πι­νό­η­ση

τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας


(The Remarkable Reinvention of Very Short Fiction)


ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΗ μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­παν­τᾶ μὲ πολ­λὲς ὀ­νο­μα­σί­ες, ποὺ ποι­κίλ­λουν ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἔ­κτα­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας καὶ τὴ χώ­ρα. Στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, ἡ πλέ­ον δι­α­δε­δο­μέ­νη ὀ­νο­μα­σί­α εἶ­ναι flash· στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ micro. Ἄ­κρες μέ­σες, μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι δέ­κα φο­ρὲς συν­το­μό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ δι­ή­γη­μα, ὡ­στό­σο οἱ ἀ­ριθ­μοὶ δὲν μᾶς λέ­νε τὰ πάν­τα. Προ­τι­μῶ τὶς με­τα­φο­ρές, σὰν κι αὐ­τὴ τῆς Λί­σας Βα­λεν­σου­έ­λα: «Συ­νή­θως πα­ρο­μοιά­ζω τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ θη­λα­στι­κό, ἄ­γριο σὰν τὴν τί­γρη ἢ καὶ ἥ­με­ρο σὰν τὴν ἀ­γε­λά­δα, τὸ δι­ή­γη­μα μὲ πτη­νὸ ἢ ψά­ρι καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα μὲ ἔν­το­μο (στὶς κα­λύ­τε­ρές των πε­ρι­πτώ­σε­ων ἰ­ρι­δί­ζον).»(1)

       Ἡ ἀ­πή­χη­ση τῶν ἐν λό­γῳ «ἰ­ρι­δι­ζόν­των ἐν­τό­μων» ὁ­λο­έ­να καὶ με­γα­λώ­νει παγ­κο­σμί­ως, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 κι ἔ­πει­τα. Στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, ἀν­θο­λο­γί­ες, συλ­λο­γὲς καὶ βι­βλι­α­ρά­κια τοῦ εἴ­δους ἔ­χουν που­λή­σει ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο ἀν­τί­τυ­πα – λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ μπὲστ σέ­λερ τοῦ Τζὸν Γκρί­σαμ, ὅ­μως ὁ ἀ­ριθ­μὸς δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­τος. Ἠ­θο­ποι­οὶ τῆς τη­λε­ό­ρα­σης καὶ τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ἔ­χουν δι­α­βά­σει τέ­τοι­α κεί­με­να στὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ, τὰ ἔ­χουν ἠ­χο­γρα­φή­σει γιὰ νὰ με­τα­δο­θοῦν μα­γνη­το­σκο­πη­μέ­να στὴν ἐκ­πομ­πὴ Selected Shorts τοῦ National Public Radio. Παγ­κό­σμια συ­νέ­δρια μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔ­χουν δι­ε­ξα­χθεῖ καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ δι­ε­ξά­γον­ται στὴν Ἐλ­βε­τί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες. Στὴ Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α, ἔ­χει κα­θι­ε­ρω­θεῖ καὶ ἑ­ορ­τά­ζε­ται Ἐ­θνι­κὴ Μέ­ρα Flash Fiction (ὅ­πως δι­α­βά­ζου­με στὴν Guardian)(2), πράγ­μα ποὺ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση τῆς Νέ­ας Ζη­λαν­δί­ας.

       Ἐν­τού­τοις, λί­γοι μοιά­ζουν νὰ γνω­ρί­ζουν ἀ­κρι­βῶς τοὺς λό­γους τῆς ἀ­πή­χη­σης τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν αὐ­τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ἢ ἀ­κό­μη καὶ τί εἶ­ναι. Ἄ­ρα­γε εἶ­ναι μό­δα τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου; Εἶ­ναι σύν­το­μα δι­ό­τι ἡ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὸ Twitter ἔ­χουν συρ­ρι­κνώ­σει τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δι­α­τή­ρη­σης τῆς προ­σο­χῆς; Ἂν ἰ­σχύ­ει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ὁ Τζού­λιαν Γκόφ, πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ἰρ­λαν­δὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος ποὺ ζεῖ στὴ Γερ­μα­νί­α, τὸ βλέ­πει ἀρ­κε­τὰ θε­τι­κά. Στὸ Βest European Fiction 2010 (στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­με­τέ­χει μ’ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα), ἐ­πι­ση­μαί­νει τὸ ἑ­ξῆς:

       «Ἡ γε­νιά μου, κα­θὼς καὶ οἱ νε­ό­τε­ροι, δέ­χον­ται τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α ὄ­χι μὲ τὴ μορ­φὴ μα­κρο­σκε­λοῦς, συ­νε­κτι­κῆς, αὐ­το­τε­λοῦς ἑ­νό­τη­τας (μιᾶς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ται­νί­ας, ἑ­νὸς δί­σκου, ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος) ἀλ­λὰ μέ­σῳ θραυ­σμά­των ποὺ δι­α­φέ­ρουν ση­μαν­τι­κὰ ὡς πρὸς τὸ ὕ­φος. (Ζά­πινγκ, σερ­φά­ρι­σμα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ κομ­μα­τι­ῶν μὲ τυ­χαί­α σει­ρὰ στὸ iPod). Ἡ συν­θή­κη αὐ­τὴ ἀλ­λά­ζει τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο δι­α­βά­ζου­με, ἄ­ρα εἶ­ναι εὔ­λο­γο ὅ­τι ὀ­φεί­λει νὰ ἀλ­λά­ξει καὶ ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φου­με. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α κα­τα­στρο­φὴ ἀλ­λὰ γιὰ εὐ­και­ρί­α. Ἔ­χου­με τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ κά­νου­με νέ­α πράγ­μα­τα, πράγ­μα­τα ποὺ προ­η­γου­μέ­νως δὲν θὰ γί­νον­ταν ἀν­τι­λη­πτά. Τὸ τυ­πι­κὸ δι­ή­γη­μα (ποὺ ἔ­χει εἰ­πω­θεῖ καὶ ξα­να­ει­πω­θεῖ δε­κά­δες χι­λιά­δες φο­ρὲς) πά­σχει ἀ­πὸ σύν­δρο­μο ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νης κα­τα­πό­νη­σης. Ἡ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἔ­χουν προ­σαρ­μο­στεῖ στὴν κρί­ση αὐ­τὴ καὶ ἔ­χουν δι­α­τη­ρή­σει τὸ κοι­νό τους. Ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲν τὸ ἔ­χει κά­νει.»(3)

       Ἡ συμ­βου­λὴ τοῦ Γκὸφ στοὺς νε­α­ροὺς συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι: «Κλέψ­τε ἀ­πὸ τὸ The Simpsons, ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν Χέν­ρι Τζέ­ιμς.»

       Ἀ­κό­μη κι ἂν ἡ πο­λὺ μι­κρὴ φόρ­μα ἰ­σο­δυ­να­μεῖ μὲ ἐ­λευ­θε­ρί­α γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς συ­νε­χί­ζου­με νὰ ἐ­ξο­μοι­ώ­νου­με τὴ «λο­γο­τε­χνί­α» μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (σί­γου­ρα ὄ­χι μὲ τὸ The Simpsons), πράγ­μα ποὺ ἴ­σως ἐ­ξη­γεῖ ἐν μέ­ρει για­τί οἱ κρι­τι­κοὶ ἔ­χουν δώ­σει τό­σο λί­γη προ­σο­χὴ σὲ δου­λει­ὲς τῆς συν­το­μί­ας τοῦ flash ἢ τοῦ sudden fiction. Ἐν­τού­τοις, ἂν κοι­τά­ξου­με ἀρ­κε­τὰ πί­σω, ἡ εἰ­κό­να δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ­ται. Σπου­δαῖ­οι συγ­γρα­φεῖς ἔ­γρα­ψαν πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες πο­λὺ πρὶν γρα­φτεῖ μυ­θι­στό­ρη­μα. Ὁ Πε­τρώ­νιος ἔ­γρα­ψε μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες στὴν ἀρ­χαί­α Ρώ­μη καὶ ἡ Μα­ρί­α τῆς Γαλ­λί­ας κα­τὰ τὸν με­σαί­ω­να. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ντε­φό­ου (στὸν ἀγ­γλό­φω­νο κό­σμο του­λά­χι­στον), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —δη­λα­δή, ὁ τύ­πος τῆς ἐν­σαρ­κω­μέ­νης ρε­α­λι­στι­κῆς ἀ­φή­γη­σης— κυ­ρι­άρ­χη­σε καὶ κυ­ριαρ­χεῖ στὴ μυ­θο­πλα­σί­α. Ὡ­στό­σο, τὸν εἰ­κο­στὸ αἰ­ώ­να, πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­νά­με­σά τους ὁ Μπόρ­χες, ὁ Κορτά­σαρ, ὁ Βάλ­ζερ, ὁ Κάφ­κα, ὁ Μπου­τζάτι, ὁ Καλ­βί­νο, ἡ Ντί­νε­σεν καὶ ὁ Κα­ου­αμ­πά­τα ἐ­πέ­λε­ξαν νὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν στὴν πο­λὺ μι­κρὴ φόρ­μα. Ξε­κί­νη­σαν ἄ­ρα­γε μιᾶς μορ­φῆς ἀ­θό­ρυ­βη ἀ­να­γέν­νη­ση τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ τώ­ρα μό­νον, χά­ρη στὶς ἀ­πέ­ραν­τες δυ­νά­μεις τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ἀν­θεῖ ἀ­πὸ τὴ Γροι­λαν­δί­α ὥς τὴν Ἰν­δο­νη­σί­α μὲ nanos, micros, suddens καὶ flashes;

       Ναὶ καὶ ὄ­χι. Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, ἡ μό­νη ὑ­παρ­κτὴ πα­ρά­δο­ση ἦ­ταν κά­τι ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔπιαναν μιὰ σε­λί­δα καὶ δη­μο­σι­εύ­ον­ταν σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποι­κί­λης ὕ­λης σὰν τὸ Ladies Home Journal. (Ἡ λέ­ξη «πα­ρά­δο­ση» ἴ­σως δὲν ται­ριά­ζει ἐ­δῶ – μὲ βά­ση ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ με­λέ­τη πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Κα­λι­φόρ­νιας τὸ Journal εἶ­χε δη­μο­σι­εύ­σει ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α σὲ ὅ­λα τὰ τεύ­χη τῶν τε­λευ­ταί­ων πε­νήν­τα ἐ­τῶν. Λε­πτο­μέ­ρει­ες ὅ­πως τὸ σκη­νι­κὸ καὶ οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες ἄλ­λα­ζαν ὄν­τως, ὅ­μως ἡ πλο­κὴ πα­ρέ­με­νε ἡ ἴ­δια: πάν­τα κά­τι γί­νε­ται στὸ τέ­λος κι ἔ­χου­με χά­πι ἔντ.)

       Ὁ ρυθ­μὸς τοῦ πο­λὺ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος, σύμ­φω­να μὲ τὴν Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς, «συ­χνὰ προ­σο­μοιά­ζει ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὴν ποί­η­ση μᾶλ­λον πα­ρὰ στὴ συμ­βα­τι­κὴ πρό­ζα, ἡ ὁ­ποί­α πρό­δη­λα ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ δρα­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἐμ­πει­ρί­α καὶ νὰ ξυ­πνή­σει συ­ναι­σθή­μα­τα· στοὺς σφι­χτοὺς καὶ μι­κροὺς χώ­ρους, ἡ ἐμ­πει­ρί­α περ­νᾶ μό­νον μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό».

       Ἤ­δη ὅ­μως τὸ 1985, ποὺ ὁ Τζέ­ιμς Τό­μας κι ἐ­γὼ ἀρ­χί­σα­με νὰ συλ­λέ­γου­με πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Sudden Fiction, εἶ­χε συμ­πλη­ρω­θεῖ δε­κα­ε­τί­α ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πει­ρα­μα­τι­κὲς δου­λει­ὲς πρω­το­εμ­φα­νί­στη­καν αἰφ­νι­δί­ως στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τυ­πο­ποι­η­μέ­να, συ­χνὰ ξάφ­νι­α­ζαν, πάν­το­τε συ­νι­στοῦ­σαν μιᾶς μορ­φῆς πρό­κλη­ση. Ὁ­ρι­σμέ­να χρη­σι­μο­ποι­οῦν τὴ ρε­α­λι­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, ἀλ­λὰ σὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ κλί­μα­κα. Ἄλ­λα προ­σεγ­γί­ζουν πλα­γί­ως τὴ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ συγ­κι­νη­τι­κὸ «Mo­ther» τῆς Γκρέις Πέ­ϊ­λι, ποὺ ξε­κι­νᾶ μὲ τὴν ἀ­φη­γή­τρια νὰ λέ­ει πὼς ἀ­νέ­κα­θεν ἤ­θε­λε νὰ γρά­ψει μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ τὸ τέ­λος της θὰ εἶ­ναι «καὶ τό­τε πέ­θα­νε», καὶ κα­τὰ μιὰ ἔν­νοι­α μᾶς ξαφ­νιά­ζει στὴν ἑ­πό­με­νη σε­λί­δα κά­νον­τας ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό. Σὲ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες ση­μει­ώ­νε­ται μιὰ ἀλ­λό­κο­τη ἐ­πι­τά­χυν­ση, ὅ­πως στὴ λαμ­πρὴ ἱ­στο­ρί­α «A Fa­ble» του Ρό­μπερτ Φοξ, μὲ θέ­μα ἕ­ναν νε­α­ρὸ στὸν ὑ­πό­γει­ο σι­δη­ρό­δρο­μο ποὺ εἶ­ναι τό­σο μὰ τό­σο χα­ρού­με­νος ποὺ πά­ει πρώ­τη μέ­ρα γιὰ δου­λειὰ στὴν πό­λη, ποὺ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα πού ’­ναι κα­θι­σμέ­νη ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ τοὺς παν­τρεύ­ει ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση. Ὁ­ρι­σμέ­να ἄλ­λα ἀ­κο­λου­θοῦν ἀν­τί­στρο­φη πο­ρεί­α, ὅ­πως τὸ συγ­κι­νη­τι­κὸ «Cur­rents» τῆς Χάν­νας Βά­σκο­ϊλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­φή­γη­ση δὲν γί­νε­ται μέ­σω φλὰς μπὰκ (ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν στὸ πα­ρὸν) ἀλ­λὰ μὲ μι­κρὲς πα­ρα­γρά­φους ποὺ τα­ξι­δεύ­ουν ἀ­δυ­σώ­πη­τα ὁ­λο­έ­να καὶ βα­θύ­τε­ρα στὸ πα­ρελ­θόν.

       Οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς δὲν συ­νι­στοῦν ἀ­να­γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἀρ­χαί­ας φόρ­μας. Συ­νι­στοῦν ἀ­πό­πει­ρες ἐ­πα­νε­πι­νό­η­σης τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας.

       Πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς, ὅ­ταν τοὺς ρω­τή­σα­με γιὰ τὸ νέ­ο αὐ­τὸ εἶ­δος μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀ­να­φέρ­θη­καν στὴ σχέ­ση του μὲ ἄλ­λα εἴ­δη. «Ὁ ρυθ­μὸς τοῦ πο­λὺ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος», σύμ­φω­να μὲ τὴν Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς, συ­χνὰ προ­σο­μοιά­ζει ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὴν ποί­η­ση μᾶλ­λον πα­ρὰ στὴ συμ­βα­τι­κὴ πρό­ζα, ἡ ὁ­ποί­α πρό­δη­λα ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ δρα­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἐμ­πει­ρί­α καὶ νὰ ξυ­πνή­σει συ­ναι­σθή­μα­τα· στοὺς σφι­χτοὺς καὶ μι­κροὺς χώ­ρους, ἡ ἐμ­πει­ρί­α περ­νᾶ μό­νον μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό».(4)

       Ἄλ­λοι, ὅ­πως ὁ Ρά­σελ Μπάν­κς, ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ φτά­σουν βα­θιὰ στὶς ἀ­παρ­χὲς τῆς φόρ­μας:

       Εἶ­ναι κά­τι μο­να­δι­κό, ἐγ­γε­νῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα, μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὸ σο­νέ­το ἢ τὸ γκα­ζὰλ – δύ­ο γορ­γές, ἀν­τίρ­ρο­πες κι­νή­σεις, ἐν­δε­χο­μέ­νως σὲ δι­α­λε­κτι­κὴ σύν­δε­ση, κι ἔ­πει­τα ἕ­να ἅλ­μα ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ ρι­ζι­κὴ λύ­ση ἡ ὁ­ποί­α ἀ­φή­νει στὸν ἀ­να­γνώ­στη μιὰ ἰ­δι­α­ζόν­τως εὐ­χά­ρι­στη ἀ­γω­νί­α. Ἡ πη­γή, ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ φτια­χτεῖ ἡ φόρ­μα αὐ­τὴ μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἀ­νάγ­κη ποὺ γέν­νη­σε τὰ σκαν­δι­να­βι­κὰ κέ­νινγκ, τὰ ζὲν κό­αν, τὶς ἱ­στο­ρί­ες τῶν σού­φι, ὅ­που ἡ γλώσ­σα καὶ ἡ με­τα­φυ­σι­κὴ πα­λεύ­ουν γιὰ μιὰ λα­βὴ σὰν τοὺς ἀρ­χαί­ους ἕλ­λη­νες πα­λαι­στὲς καὶ ὄ­χι ἡ ἀ­νάγ­κη ποὺ γέν­νη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἢ καὶ τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­κό­μη, ὅ­που ἡ γλώσ­σα καὶ οἱ κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες κοι­μοῦν­ται γα­λή­νια ἡ μιὰ μέ­σα στὴν ἄλ­λη σὰν τὰ κου­τά­λια τῶν μπουρ­ζουά­δων.

       Κα­θὼς ὁ Τζέ­ιμς Τό­μας κι ἐ­γὼ συ­νε­χί­ζα­με νὰ συλ­λέ­γου­με ὑ­λι­κό, προ­σέ­ξα­με ὅ­τι ἕ­να κεί­με­νο, ὅ­σο πιὸ σύν­το­μο εἶ­ναι, θέ­τει ὑ­πὸ με­γα­λύ­τε­ρη ἀμ­φι­σβή­τη­ση τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ «πα­ρα­δο­σια­κοῦ» (ρε­α­λι­στι­κοῦ) δι­η­γή­μα­τος. Ὁ Τζέ­ιμς ἔ­θε­σε τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «Πό­σο σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα γιὰ νὰ μὴν πά­ψει ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ ὄν­τως δι­ή­γη­μα;» καὶ ἐμ­πνεύ­στη­κε τὸν τί­τλο Flash Fiction για μιὰ νέ­α ἀν­θο­λο­γί­α, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1992. Ὁ Τζε­ρὸμ Στὲρν στὴν ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε τὸ 1996 μὲ τί­τλο Micro Fiction τρά­βη­ξε ἀ­κό­μη πα­ρα­πέ­ρα τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τή. Συ­νέ­λε­ξε ἱ­στο­ρί­ες τῆς μι­σῆς ἔ­κτα­σης συγ­κρι­τι­κὰ μὲ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρί­ες flash fiction τοῦ Τζέ­ιμς. Λί­γα χρό­νια με­τά, κα­θὼς τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ἔ­γι­νε μέ­ρος τῆς ζω­ῆς μας, ἐμ­φα­νί­στη­καν δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ μὲ ἀ­κό­μη πιὸ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­θε­σαν ἐκ νέ­ου τοὺς κα­νό­νες τοῦ παι­χνι­διοῦ καὶ πρό­τει­ναν, ἀ­σφα­λῶς, νέ­ες ὀ­νο­μα­σί­ες, ὅ­πως quick fictionnano fiction καὶ hint fiction. Σὺν τοῖς ἄλ­λοις, σὲ ἱ­στο­τό­πους ὅ­πως οἱ Double Room καὶ FlashFictionNet ἄρ­χι­σαν νὰ δη­μο­σι­εύ­ον­ται κρι­τι­κὲς γιὰ τὰ εἴ­δη αὐ­τά, ὡ­στό­σο στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες πάν­το­τε ἡ ἔμ­φα­ση θὰ δί­νε­ται στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ καὶ πρα­κτι­κὴ πλευ­ρά: τὸ θέ­μα μὲ τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πή­χη­ση ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ το flash fiction εἶ­ναι τὸ πῶς γρά­φε­ται. Δὲν μᾶς ἐκ­πλήσ­σει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ ὅ­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι φοι­τη­τὲς προ­τι­μοῦν νὰ ἐ­πι­χει­ρή­σουν νὰ γρά­ψουν ἕ­να flash μιᾶς σε­λί­δας πα­ρὰ ἕ­να πα­ρα­δο­σια­κὸ δι­ή­γη­μα εἴ­κο­σι πέν­τε σε­λί­δων.

       Εἶ­ναι αὐ­τὸς κα­λὸς τρό­πος γιὰ νὰ μά­θει κα­νεὶς νὰ γρά­φει; Μπο­ρεῖ καὶ νὰ εἶ­ναι. Ἂς πά­ρου­με γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὴν Τζέιν Ἂν Φίλιπς, ἡ ὁ­ποί­α ὀ­φεί­λει τὴ φή­μη της στὴ θρυ­λι­κὴ συλ­λο­γὴ τοῦ εἴ­δους Black Tickets καὶ τῆς ὁ­ποί­ας τὸ πρό­σφα­το μυ­θι­στό­ρη­μα Lark and Termite ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο καὶ γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν καὶ γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου. Ὡς νε­α­ρὴ ποι­ή­τρια, πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου, ἔ­μα­θε μό­νη της νὰ γρά­φει γρά­φον­τας πε­ζὰ τῆς μιᾶς σε­λί­δας, βρί­σκον­τας στὴν πα­ρά­γρα­φο μιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α «μυ­στη­ρια­κὴ καὶ ἀ­να­τρε­πτι­κή», συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὴν «ἁ­πλο­ϊ­κή, κοι­νὴ» φόρ­μα μὲ δυ­να­τές, λυ­ρι­κὲς εἰ­κό­νες, οἱ ὁ­ποῖ­ες λει­τουρ­γοῦν σω­ρευ­τι­κά. «Τὰ κα­λὰ πε­ζὰ τῆς μιᾶς σε­λί­δας ἔ­χουν τὴ δο­μὴ σπεί­ρας: οἱ λέ­ξεις ξε­δι­πλώ­νον­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν πυ­κνό, συμ­πα­γῆ πυ­ρή­να καὶ ἡ σπεί­ρα πε­ρι­στρέ­φε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις καὶ ξε­φεύ­γει ἀ­π’ τὰ πε­ρι­θώ­ρια τῆς σε­λί­δας», ὑ­πο­στη­ρί­ζει. «Τα­χύ­τη­τα, ἀ­κρί­βεια καὶ τέ­λος. Ἢ καὶ ὄ­χι. Τὰ πε­ζὰ τῆς μιᾶς σε­λί­δας θὰ πρέ­πει νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται στὸν νοῦ σὰν εἰ­κό­να κα­πνοῦ.»(5)

       Ἡ Φί­λιπς, πα­ρό­τι ἡ γρα­φή της εἶ­ναι λυ­ρι­κή, λέ­ει στοὺς μα­θη­τές της ὅ­τι τὰ μο­νο­σέ­λι­δα ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι «ἀ­λη­θι­νὲς ἱ­στο­ρί­ες». Γιὰ νὰ βροῦ­με τί πρέ­πει νά ’­χει μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὴ —τὰ ἐ­λά­χι­στα προ­α­παι­τού­με­να— μπο­ροῦ­με νὰ στρέ­ψου­με τὸ βλέμ­μα πέ­ραν τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν.


* * *


Πρὶν ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια, δι­ορ­γα­νώ­θη­κε στὴν πρω­τεύ­ου­σα τῆς ἐ­παρ­χί­ας Νε­ου­κὲν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ παγ­κό­σμιο συ­νέ­δριο μὲ θέ­μα τὴν πο­λὺ σύν­το­μη μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ ἑ­κα­τον­τά­δων ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κῶν ἀ­π’ ὅ­λον τὸν κό­σμο, τὴν Αὐ­στρί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὸ Με­ξι­κό, τὴ Βρα­ζι­λί­α, τὴν Τζα­μά­ι­κα· οἱ πόρ­τες τοῦ ἀμ­φι­θε­ά­τρου τοῦ το­πι­κοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου ἄ­νοι­ξαν γιὰ νὰ ὑ­πο­δε­χτοῦν τὶς φω­τει­νές, ὄ­ψι­μα ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες, μέ­ρες τοῦ Νο­εμ­βρί­ου. Ἤ­μουν κι ἐ­γὼ ἐ­κεῖ, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ ἱ­σπα­νι­κά, ὡ­στό­σο δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κα νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ τὸ πά­θος, τὸ κέ­φι καὶ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α ποὺ συ­νε­πά­γε­ται ἡ ἑ­δραί­ω­ση τοῦ κύ­ρους τῆς πο­λὺ σύν­το­μης μυ­θο­πλα­σί­ας στὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς καὶ πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές. Τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζὰ στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ εἶ­ναι στὸ σύ­νο­λό τους συν­το­μό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα ποὺ γρά­φον­ται στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, καὶ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τί­θεν­ται γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν νὰ κά­νουν πρω­τί­στως μὲ τὸ πό­σο σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ἀλ­λὰ μὲ τὸ κα­τὰ πό­σον εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη τὰ πο­λὺ σύν­το­μα πε­ζὰ νὰ ἀ­φη­γοῦν­ται ἱ­στο­ρί­ες. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἕ­να micro ἢ mi­ni­fic­ción, ἀν­τι­στοί­χως μὲ ἕ­να sudden ἢ ἕ­να flash, εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἀ­πη­χεῖ κά­θε γνω­στὸ τρό­πο: τὸν ρε­α­λι­σμό, τὴ με­τα­μυ­θο­πλα­σί­α, τὸ φαν­τα­στι­κό, τὴν ἀλ­λη­γο­ρί­α, τὴν πα­ρα­βο­λή, τὸ ἀ­νέκ­δο­το.

       Σκε­φτεῖ­τε, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ρη, τὴν πο­λὺ γνω­στὴ Ἀλ­λη­λου­χία τῶν κή­πων τοῦ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ· ἕ­νας ἄν­τρας δι­α­βά­ζει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μυ­στη­ρί­ου στὴν ὁ­ποί­α ἕ­νας ἄν­τρας ἕ­τοι­μος γιὰ φό­νο δι­α­σχί­ζει ἕ­να πάρ­κο, μπαί­νει σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα καί, μὲ τὸ μα­χαί­ρι στὸ χέ­ρι, ξε­γλι­στρᾶ πί­σω ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα αὐ­τὸν ποὺ δι­α­βά­ζει τὴν ἱ­στο­ρί­α μυ­στη­ρί­ου. Πρό­κει­ται γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ αἰ­νίγ­μα­τος ποὺ ἀ­κουμ­πᾶ στὸ φαν­τα­στι­κὸ (ἴ­σως καὶ γιὰ με­τα­φο­ρὰ γιὰ τὴν ἴ­δια τὴν ἀ­νά­γνω­ση) τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­ρέ­σει πο­λὺ στὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή – βρι­σκό­μα­στε στὶς πα­ρυ­φὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, ὡ­στό­σο ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας ἢ ἀ­φή­γη­σης. Σκε­φτεῖ­τε τώ­ρα τὴν ἐ­πα­νεγ­γρα­φὴ (reescritura) (δη­μο­φι­λὴς φόρ­μα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ση­μαί­νει τὸ ξα­να­γρά­ψι­μο κει­μέ­νων ποὺ εἶ­ναι εὐ­ρέ­ως γνω­στά) τοῦ με­ξι­κα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Ἐντ­μοῦντο Βα­λα­ντές μὲ τί­τλο «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση»: «Οἱ μα­νι­α­σμέ­νες αὐ­τὲς σει­ρῆ­νες ποὺ οὐρ­λιά­ζουν πε­ρι­πλα­νώ­με­νες στὴν πό­λη ἀ­να­ζη­τών­τας τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α.»

       Πρῶ­τ’ ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρα­τη­ροῦ­με τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν σει­ρή­νων —πι­θα­νό­τα­τα πρό­κει­ται γιὰ τὶς σει­ρῆ­νες τῶν ἀ­σθε­νο­φό­ρων στὶς σύγ­χρο­νες πό­λεις—, ὕ­στε­ρα ἔρ­χε­ται, ἀ­σφα­λῶς, ἡ ἀ­πό­το­μη στά­ση στὸ ὄ­νο­μα Ὀ­δυσ­σέ­ας καὶ ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς μας τῆς πα­λιᾶς ἱ­στο­ρί­ας στὴν ὁ­ποί­α, δε­μέ­νος στὸ κα­τάρ­τι, ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας σα­γη­νεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὶς Σει­ρῆ­νες ποὺ θέ­λουν νὰ ρί­ξουν τὸ πλοῖ­ο του στὰ βρά­χια· μὲ τὸ ξάφ­νια­σμα αὐ­τὸ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης ἐ­γεί­ρον­ται ἐ­ρω­τή­μα­τα, προ­κύ­πτουν ἀν­τη­χή­σεις. Ἄ­ρα­γε ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ τὶς ἀρ­χαῖ­ες Σει­ρῆ­νες αἰ­ώ­νια κα­τα­δί­κη νὰ ψά­χνουν γιὰ πάν­τα, ἀ­κό­μη καὶ στὶς σύγ­χρο­νες πό­λεις, τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α ποὺ ξέ­φυ­γε; Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τὸ πεῖ; Μπο­ροῦ­με νὰ σκε­φτοῦ­με τὸν Λί­ο­πολντ Μπλοὺμ τοῦ Τζό­ις, ἕ­ναν σύγ­χρο­νο κα­θέ­ναν – οἱ σει­ρῆ­νες ἀ­να­ζη­τοῦν αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, τὸν ἀ­φη­γη­τὴ ἢ μή­πως ὅ­λους ἐ­μᾶς; Κα­θὼς ἡ σκέ­ψη μας ἀ­να­πτύσ­σε­ται, ξε­χνᾶ­με, ἴ­σως, ὅ­τι οἱ δώ­δε­κα λέ­ξεις του «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση» δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν κα­λὰ-κα­λὰ ὁ­λό­κλη­ρη πρό­τα­ση. Δι­α­θέ­τει στοι­χεῖ­α ἔ­πους – εἶ­ναι, ὅ­μως, ἱ­στο­ρί­α;


Βρῆ­κα τὸ κεί­με­νο μὲ τί­τλο «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση» σὲ μιὰ με­λέ­τη τοῦ Κό­λιν Πί­τερς μὲ τί­τλο «Minificción: A Narratological Investigation», ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βι­έν­νης.(6) Η με­λέ­τη προ­σεγ­γί­ζει τὸ ἔρ­γο ὁ­ρι­σμέ­νων ἀ­φη­γη­μα­το­λό­γων ποὺ ἔ­λα­βαν μέ­ρος στὸ συ­νέ­δριο στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῶν Λά­ου­ρο Σα­βά­λα καὶ Δα­βὶδ Λαγ­κμά­νο­βιτς, κα­θὼς καὶ τῶν Ζε­ρὰρ Ζε­νέτ, Τσβε­τὰν Τον­το­ρόφ, Ρο­λὰν Μπάρτ, καὶ τῆς Σλό­μιθ Ρί­νον Κι­νάν, ἡ ὁ­ποί­α ὁ­ρί­ζει ὡς ἐ­λά­χι­στο προ­α­παι­τού­με­νο ἑ­νὸς ἀ­φη­γή­μα­τος τὴν ὕ­παρ­ξη δύ­ο συμ­βάν­των. (Αὐ­τὸ μᾶς φέρ­νει στὸν νοῦ τὴ γνω­στὴ δή­λω­ση τοῦ Ε.Μ. Φόρ­στερ κα­τὰ τὶς δι­α­λέ­ξεις του στὴν Ὀξ­φόρ­φη τὸ 1927: «Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε κι ὕ­στε­ρα πέ­θα­νε ἡ βα­σί­λισ­σα· αὐ­τὸ συ­νι­στᾶ ἱ­στο­ρί­α.» Μὲ βά­ση τὸ κρι­τή­ριο αὐ­τὸ «Ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση» δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­στο­ρί­α. Ὁ Πί­τερς, ὡ­στό­σο, τὴν ἀ­πο­δέ­χε­ται ὡ­ς mi­ni­fic­ción, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ἁ­πλῶς ὅ­τι τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­φή­γη­σης δὲν εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ τὸ εἶ­δος.

       Ἐν­τού­τοις, ὁ Χού­λιο Ὀρ­τέγ­κα ἀ­πὸ τὸ Πε­ρού, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Μπρά­ουν, θέ­τει χα­μη­λό­τε­ρα τὸ ὅ­ριο γιὰ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἕ­να κεί­με­νο ἱ­στο­ρί­α, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι ἡ βά­ση μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να καὶ μό­νο συμ­βάν:

       Ἡ πρώ­τη ἱ­στο­ρί­α ποὺ γρά­φτη­κε πο­τέ, ὅ­πως δι­ά­βα­σα κά­που, ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὲ μιὰ ἀρ­χαί­α αἰ­γυ­πτια­κὴ ἐ­πι­γρα­φὴ καὶ ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς: «ὁ Τζὸν πῆ­γε τα­ξί­δι.» Πῶς ξέ­ρου­με ὅ­τι ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ flash fiction καὶ ὄ­χι μὲ ντο­κου­μέν­το; Ὁ λό­γος εἶ­ναι ὅ­τι τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο κα­νεὶς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νά ’­χει φύ­γει ἀ­πὸ τὴν πό­λη του μὲ τὴ θέ­λη­σή του. Ἐ­πι­πλέ­ον, συμ­πυ­κνώ­νει τὴν οὐ­σί­α, τὸν πυ­ρή­να τοῦ sudden fiction: ὑ­πάρ­χει χα­ρα­κτή­ρας (τὸν λέ­ω «John», ὅ­μως ἔ­χει χι­λιά­δες ὀ­νό­μα­τα), ὑ­πάρ­χει κυ­ρί­αρ­χη δρά­ση (ἡ ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι σὲ πρῶ­το πλά­νο) καὶ ὅ,τι ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἢ λέ­γε­ται συμ­βαί­νει σὲ ὁ­ρι­σμέ­νο χρό­νο. Καὶ κά­τι ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κό, ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ ἀ­ναγ­γέλ­λει τὸν βα­σι­κό­τε­ρο κα­νό­να κά­θε ἱ­στο­ρί­ας – τὴν πα­ρα­βί­α­ση ἑ­νὸς κώ­δι­κα. Ὁ Τζὸν εἶ­ναι ἕ­νας τυ­χο­δι­ώ­κτης ποὺ πη­γαί­νει ἐ­νάν­τια στὴν ἐ­ξου­σί­α καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ φύ­γει, νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σει, νὰ γνω­ρί­σει.(7)


Μπο­ροῦν νὰ ἐ­φαρ­μο­στοῦν τὰ κρι­τή­ρια αὐ­τὰ καὶ στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα; Μὲ τὰ λό­για τοῦ βρα­βευ­μέ­νου μὲ Πού­λι­τζερ Ρόμ­περτ Ὄ­λεν Μπά­τλερ (μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος ποὺ γρά­φει καὶ flash fiction): «Ἡ μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἡ μορ­φὴ τέ­χνης ποὺ ἀ­πο­τυ­πώ­νει τὴ λα­χτά­ρα τῶν ἀν­θρώ­πων, εἴ­τε μι­λᾶ­με γιὰ μι­κρὰ εἴ­τε γιὰ με­γά­λα πε­ζά.»(8)

       Θὰ συμ­φω­νή­σω μὲ τὸν Μπά­τλερ. Εἶ­ναι ζή­τη­μα ἑ­στί­α­σης. Συλ­λέ­γω συ­στη­μα­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζά, ὅ­μως συ­χνὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὸ χά­σι­μο μέ­σα σὲ κά­ποι­ο μυ­θι­στό­ρη­μα. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ χα­θεῖ μέ­σα σὲ μιὰ ἱ­στο­ρί­α μί­ας σε­λί­δας; Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς τὰ θέ­λω καὶ τὰ δύ­ο, τὴν ἔν­τα­ση τοῦ πο­λὺ σύν­το­μου καὶ τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, κά­πως φευ­γα­λέ­α, κι ὕ­στε­ρα προ­τι­μῶ κά­ποι­ο sudden fiction, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τέσ­σε­ρις ἢ πέν­τε σε­λί­δες. Πολ­λοὶ θαυ­μά­σιοι συγ­γρα­φεῖς προ­τι­μοῦν κεί­με­να τῆς ἔ­κτα­σης αὐ­τῆς, συγ­γρα­φεῖς ποὺ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὸ Ὄμ­πι, τὸ Ὄ­σκαρ, τὸ Πού­λι­τζερ, ἀ­κό­μη καὶ τὸ Νόμ­πελ.

       Μιᾶς, ὅ­μως, καὶ μᾶς ἀ­πα­σχό­λη­σε κα­τὰ κύ­ριο λό­γο ἡ ἰ­δι­αι­τέ­ρως σύν­το­μη μυ­θο­πλα­σί­α, τί πιὸ ται­ρια­στὸ ἀ­πὸ τὸ νὰ μᾶς πεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη, κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά, ὁ Γκι­γι­έρ­μο Σαμ­πέ­ριο, με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἱ­στο­ρί­α «Fantasma» («Φάν­τα­σμα») εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α δί­χως οὔ­τε μιὰ λέ­ξη, ὁ τί­τλος μό­νον, κι ὕ­στε­ρα μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα.

Ὄ­στιν, Τέ­ξας


Πη­γὲς
(1) Robert Shapard / James Thomas / Ray Gon­za­lez (ἐ­πιμ.), Sud­den Fi­ction Lati­no: Short-Short Sto­ries from the U­ni­ted Sta­tes and La­tin A­me­ri­ca (W.W. Nor­ton, 2010), 20.
(2) David Gaf­fney, «Top Flash Fi­ction Wri­ting Tips: Da­vid Gaf­fney», Guardian, 15 Μα­ΐ­ου 2012
(www.guardian.co.uk/childrens-books-site/2012/may/15/flash-fiction-tips-david-gaffney?newsfeed=true ).
(3) Aleksandar Hemon (ἐ­πιμ.), Best Eu­ro­pean Fi­ction 2010 (Dal­key Archi­ve Press, 2009), 374–75.
(4) Robert Shapard / James Thomas (ἐ­πιμ.), Sud­den Fic­tion: A­me­ri­can Short-Short Sto­ries (W. W. Norton, 1986), 247 (Joy­ce Ca­rol Oa­tes), 244–45 (Russell Banks).
(5) Jayne Anne Phillips, «‘Cheers,’ (or) How I Taught My­self to Wri­te,» στὸ Tara L. Masih (ἐ­πιμ.) The Rose Me­tal Press Fi­eld Gui­de to Wri­­ting Flash Fi­­ction (Ro­se Me­tal Press, 2009), 36, 37, 38.
(6) Colin Peters, « Minific­ción: A Nar­rato­lo­gical Inve­sti­gation» PhD diss., U­nive­ri­tat Wien, Σε­πτέμ­βριος 2008. Βλ. σ. 110 γιὰ τὸ Mini­fic­ción «La bus­que­da» τοῦ Ed­mun­do Va­la­dés: «E­sas si­re­nas enlo­­que­­ci­­das que aúl­­lan re­cor­­rien­do la ciu­­dad en bus­ca de U­li­ses.»
(7) Julio Ortega, «A Flash be­fore the Bang» στὸ Ta­ra L. Masih (ἐ­πιμ.), The Rose Me­­tal Press Fi­eld Gu­i­de to Wri­­ting Flash Fi­­ction, (Ro­se Me­tal Press, 2009), 150–51.
(8) Ro­bert O­len But­ler, «A Short Short The­o­ry», στὸ Tara L. Masih (ἐ­πιμ.), The Rose Me­tal Press Field Gui­de to Wri­ting Flash Fi­ction, (Ro­se Me­tal Press, 2009), 102.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση World Literature Today, Σε­πτέμ­βριος 2012:

https://www.worldliteraturetoday.org/2012/september/remarkable-reinvention-very-short-fiction-robert-shapard

Ρόμ­περτ Σά­παρντ (Ro­bert Sha­pard). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Δι­ηύ­θυ­νε τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Western Humanities τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γι­ού­τα. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ (πε­ζο­γρα­φί­α) στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χα­βά­ης. Μὲ τὸν James Thomas ἐ­πι­με­λή­θη­καν σει­ρὰ ἀν­θο­λο­γι­ῶν μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος (Flash καὶ Sudden Fiction).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

Εἰκόνα: Φω­το­γρα­φί­α τῆς Grantand Caroline/Flickr


			

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta): Ἡμερολόγιο μπάρας


Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta)


Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας

Βαρ­κε­λώ­νη, Συ­νοι­κί­α 5η (χει­μώ­νας τοῦ 1979)

(Diario de bar

Barcelona, distrito 5.o [invierno de 1979])


Πέμ­πτη, 8 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


ΗΤΑΝ ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΕΦΤΑ τὸ πρω­ῒ καὶ ὁ Βί­λα κά­πνι­ζε σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα· στη­ρι­ζό­ταν στὴν προ­ε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τά, τὰ μά­τια του ἦ­ταν στο­χα­στι­κὰ καὶ τὰ χέ­ρια του δι­πλω­μέ­να στὸ στο­μά­χι. Μὲ τὸ ποὺ πέ­ρα­σε τὴν πόρ­τα, ὁ Μά­ριο στά­θη­κε μιὰ στιγ­μὴ καὶ τὸν κοί­τα­ξε κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε στὸ σκαμ­πὸ κι ἀ­κούμ­πη­σε τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὁ Βί­λα ση­κώ­θη­κε· φο­ροῦ­σε ἕ­να που­κά­μι­σο μὲ λε­ρω­μέ­νο για­κὰ καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τά ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Γειά, Χι­λια­νέ, ἀ­πο­κρί­θη­κε δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὰ χεί­λη του, κα­τευ­θυ­νό­με­νος μὲ κι­νή­σεις μπα­σκετ­μπο­λί­στα πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς κα­φε­τι­έ­ρας, ἑ­νὸς πα­λιοῦ ἰ­τα­λι­κοῦ μον­τέ­λου ποὺ τὸ περ­νοῦ­σε κα­μιὰ φο­ρὰ μ’ ἕ­να πα­νὶ ποὺ πά­νω εἶ­χε λί­γο γυ­α­λι­στι­κό. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, μο­νο­λό­γη­σε. Δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ μπάρ· ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του καὶ τὸ ἀ­νέ­μι­σε, κι ἔ­πει­τα τὸ κρέ­μα­σε στὸ δι­πλα­νὸ σκαμ­πό. Κά­τι σὰν ρί­γος δι­α­πέ­ρα­σε τὸ στο­μά­χι του καὶ τὴ σπον­δυ­λι­κή του στή­λη. Ὕ­στε­ρα κάλ­μα. Στά­ξε μου μιὰ-δυ­ὸ στα­γό­νες κο­νιὰκ στὸν κα­φέ, εἶ­πε. Ὁ Βί­λα ἔ­γνευ­σε ξε­φυ­σών­τας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα δου­λειᾶς, ὁ Χι­λια­νὸς ἦ­ταν χα­ρού­με­νος ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ μι­σο­σκό­τα­δο τοῦ στε­νό­μα­κρου πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μου, ποὺ τὸ πά­τω­μά του ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης ποὺ θά ’ρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει κά­να δυ­ὸ ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα. Θα­μῶ­νες δὲν ὑ­πῆρ­χαν, ἔ­ξω ἔ­βρε­χε καὶ τὰ μά­τια τοῦ Μά­ριο γυ­ά­λι­ζαν, ὅ­πως γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­τια ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νυ­χτέ­ρι. Σκέ­φτη­κα πὼς εἶ­σαι νε­κρός, ἀ­να­φώ­νη­σε ὁ Βί­λα κα­θὼς το­πο­θε­τοῦ­σε μπου­κά­λια στὰ ρά­φια. Ὁ Μά­ριο χα­σμου­ρή­θη­κε. Ὕ­στε­ρα ἄ­να­ψε ἕ­να Ducados καὶ ἤ­πι­ε μιὰ πρώ­τη γου­λιὰ κα­φέ. Ἦ­ταν ἕ­να μαῦ­ρο ὑ­γρό, σκέ­το φαρ­μά­κι, μύ­ρι­ζε μα­σχα­λί­λα κι ὅ­ταν τὸ κα­τέ­βα­ζες ἦ­ταν λὲς κι εἶ­χες φά­ει κλο­τσιὰ στὸν λαι­μό. Ρί­ξε λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιάκ, εἶ­πε. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­πί­σης νά ’­χει τρί­ψει τὰ χέ­ρια του· ἴ­σως τὸ ἔ­κα­νε νο­ε­ρά. Ὁ Βί­λα πο­τὲ δὲν τοῦ χρέ­ω­νε τὸ κο­νιάκ, ὅ­ταν τὸ ζη­τοῦ­σε μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Ἦ­ταν στὴν ὕ­λη τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας τῆς προ­η­γού­με­νης μέ­ρας. Ἕ­νας Χι­λια­νὸς πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸν ἕ­βδο­μο ὄ­ρο­φο τοῦ δι­πλα­νοῦ κτι­ρί­ου· ἐ­δῶ, ἔ­δει­ξε ὁ Βί­λα ὥ­στε νὰ ἔ­χει ὁ Μά­ριο μιὰ ἰ­δέ­α ποῦ συ­νέ­βη τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Ἦ­ταν γεί­το­νας, κα­νέ­νας ὅ­μως δὲν τὸν γνώ­ρι­ζε, ἐ­ξή­γη­σε ὁ Βί­λα σκα­λί­ζον­τας τὸ δόν­τι του μ’ ἕ­να σπίρ­το. Ἔ­πει­τα ἄ­να­ψε κι ἄλ­λο τσι­γά­ρο κι ἦρ­θε πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ Μά­ριο· στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τί του. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ σκε­φτῶ, τὴν πε­ρα­σμέ­νη βδο­μά­δα δὲν ἦρ­θες. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ σκε­φτεῖ, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Χι­λια­νὸς ἀ­πὸ μέ­σα του, συ­νο­δεύ­ον­τας τὴ σκέ­ψη μὲ μιὰ ἀ­μυ­δρὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ· τὰ δά­χτυ­λα ἦ­ταν βα­ριά, λὲς καὶ ἦ­ταν ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους μὲ μιὰ πυ­κνή, δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ χέ­ρι του ὅ­λος πε­ρι­έρ­γεια τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτα μὲ τὸν Χι­λια­νό. Ὁ Μά­ριο εἶ­δε στὸν νοῦ τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ μπὰρ τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ πέ­φτει ἀ­πὸ ψη­λά, νὰ προ­σκρού­ει στὸ ἔ­δα­φος, πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ κραυ­γές, καὶ φω­νὲς νὰ ρω­τᾶ­νε γι’ αὐ­τόν. Κρά­τη­σε τὸ στό­μα του κλει­στό, δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Ἐ­φό­σον δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ταυ­τό­τη­τά του, πῶς ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἦ­ταν Χι­λια­νός;



Πα­ρα­σκευ­ή, 9 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Βρῆ­καν τὸ δι­α­βα­τή­ριο κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα, τυ­λιγ­μέ­νο σὲ χαρ­τὶ ἐ­φη­με­ρί­δας μα­ζὶ μὲ κά­ποι­ο κό­σμη­μα. Δὲν ἄ­φη­σε δι­α­θή­κη, οὔ­τε χρή­μα­τα, φυ­σι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε κὰν ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα. Τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σε, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.



Σάβ­βα­το, 10 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, σκε­φτό­ταν ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, σὰν νά ’­ταν συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Χι­λια­νοῦ. Ἔ­μοια­ζε ἀ­νό­η­το νὰ τοῦ ἐ­πι­ση­μά­νει κα­νεὶς τὴν ἀ­να­κρί­βεια τῆς μη­χα­νι­κῆς αὐ­τῆς σκέ­ψης. Ὁ Βί­λα γνώ­ρι­ζε ἤ­δη πολ­λὰ ἱ­στο­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἂν θέ­λε­τε, πο­λέ­μων, ἐ­θνο­τή­των, τά­ξε­ων κι ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Μά­ριο δί­χως νὰ τὸ σκε­φτεῖ καὶ πο­λύ, γιὰ νὰ συ­νο­ψί­σει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ λό­για πού ’­χαν στοι­βα­χτεῖ στὸ κε­φά­λι του ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη, κά­τι ποὺ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν καὶ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα.



Κυ­ρια­κή, 11 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τα­με­σῆς τῆς κυ­ρι­α­κά­τι­κης ἡ­συ­χί­ας, ὁ Βί­λα πε­ρί­με­νε τὴ συ­νέ­χεια τῆς κου­βέν­τας, πα­ρό­τι στὸν Μά­ριο φαι­νό­ταν σὰν νὰ μὴν ἔ­χει καὶ πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα, ἕ­να ρεῦ­μα κρύ­ου ἀ­έ­ρα ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄ­νοιγ­μα τῆς τζα­μό­πορ­τας. Ἡ ἐκ­δο­χὴ τῆς δο­λο­φο­νί­ας δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κλει­στεῖ, εἶ­πε ρί­χνον­τας —χω­ρὶς νὰ τοῦ τὸ ζη­τή­σει ὁ Χι­λια­νός— λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιὰκ σ’ ὅ­σο κα­φὲ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Σάλ­τα­ρε ἁ­πλῶς ἢ τὸν ἔ­σπρω­ξαν κι ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νά ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­ριο, κα­τα­νο­ών­τας τὸ τε­τριμ­μέ­νο τοῦ ὅ­λου πράγ­μα­τος. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ἕ­ως τό­τε δὲν εἶ­χε μπο­ρέ­σει νὰ φαν­τα­στεῖ τὸ πρό­σω­πο ἢ τὸν σω­μα­τό­τυ­πό του ἢ ἂν εἶ­χε με­γά­λα αὐ­τιά. Βου­τιὰ ἔ­κα­νε, ἐ­πα­νέ­λα­βε δύ­ο ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ τοῦ θύ­μι­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α, τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σε σὰν παι­δὶ στὴν Βί­νια ντὲλ Μάρ, στὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς του ποὺ κρα­τοῦ­σε συν­τρο­φιὰ σ’ αὐ­τὸν καὶ στὴν ἀ­δελ­φή του, τὶς βου­τι­ὲς ποὺ ἔ­κα­ναν στὴν πι­σί­να Ρε­κρέ­ο. Καὶ τὶς ἀ­τε­λεί­ω­τες πε­ραν­τζά­δες μὲ τὴ για­γιά του στὴν προ­βλή­τα τοῦ Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο, καὶ τὸν βρά­χο τῶν ἐ­ρω­τευ­μέ­νων, ποὺ τὸν λέ­νε καὶ Σάλ­το ἢ Βρά­χο τῶν αὐ­το­χεί­ρων: ἕ­να κομ­μά­τι γῆς ποὺ κρέ­με­ται πά­νω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, ὅ­που πᾶ­νε γιὰ ν’ αὐ­το­κτο­νή­σουν οἱ ντό­πιοι ποὺ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι, θε­με­λι­ώ­νον­τας μὲ τὰ κορ­μιά τους —ποὺ τ’ ἀ­να­σύ­ρουν οἱ πυ­ρο­σβέ­στες μέ­σ’ ἀ­π’ τοὺς πέ­τρι­νους ὄγ­κους— τὴν αὔ­ρα ἑ­νὸς πράγ­μα­τος ἱ­ε­ροῦ, τῆς σπου­δαί­ας πέ­τρας, τό­που ἱ­ε­ροῦ γιὰ τοὺς ἐ­ρω­τευ­μέ­νους ποὺ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται στὶς γω­νι­ές του ἢ ἑ­νὸς μέ­ρους σχε­δὸν του­ρι­στι­κοῦ, ὅ­που γη­ραι­ὲς κυ­ρί­ες κρα­τᾶ­νε φο­βι­σμέ­νες τὰ ἐγ­γό­νια τους γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Ὁ Βί­λα εἶ­πε πὼς εἶ­χε ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν αὐ­τό­χει­ρα σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ τοῦ ἔ­δει­ξαν τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοί. Ἔ­με­νε δί­πλα στὸ μπάρ, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν θα­μώ­νας του. Τὸν εἶ­χε δεῖ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο. Ὁ Μά­ριο ἤ­πι­ε ἄλ­λη μιὰ γου­λιὰ κα­φέ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς ἐ­ξέ­τα­ζε τὸ πτῶ­μα, οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ μπού­κα­ραν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Τὸ κα­θι­στι­κὸ ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Τί­πο­τα, δὲν εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει τί­πο­τα· σκό­νη, ἕ­να κρε­βά­τι κι ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Ἴ­σως ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ὁ Βί­λα ὅ­μως δὲν τὸ πί­στευ­ε.



Δευ­τέ­ρα, 12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Στὶς δέ­κα καὶ μι­σὴ πε­ρί­που τὸ πρω­ῒ ὁ Μά­ριο πέ­ρα­σε τὸ κα­τώ­φλι καὶ κά­θι­σε στὴν μπά­ρα ἀ­κουμ­πών­τας τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ἔ­γρα­φε ὅ­λη νύ­χτα, ὥ­σπου νὰ ξη­με­ρώ­σει, καὶ ξύ­πνη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του, ὅ­που εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­νά­βον­τας ἕ­να Ducados. Πί­σω του, ἕ­νας φοι­τη­τὴς καὶ μιὰ φοι­τή­τρια φι­λι­όν­του­σαν σ’ ἕ­να ἀ­π’ τὰ τρα­πέ­ζια, ἔ­χον­τας ἀ­κουμ­πή­σει σὲ μιὰ ἄ­κρη κά­τι φα­κέ­λους γε­μά­τους χαρ­τιὰ καὶ κλει­σμέ­νους μὲ λά­στι­χο. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα σκού­πι­ζε ἐ­κεῖ δί­πλα. Στὶς ἕν­τε­κα πα­ρὰ εἴ­κο­σι μπῆ­κε μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να χον­τρὸ καὶ μα­κρὺ παλ­τὸ ποὺ ἔ­φτα­νε χα­μη­λὰ μέ­χρι τὰ ζω­η­ρό­χρω­μα καὶ ζε­στὰ πα­πού­τσια της. Ρώ­τη­σε, τρέ­μον­τας, ἂν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ὁ Βί­λα τὴν πα­ρα­τή­ρη­σε σα­στι­σμέ­νος. Ὁ Μά­ριο καὶ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι σή­κω­σαν τὸ βλέμ­μα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη συ­νέ­χι­σε τὸ ἔρ­γο της. «Χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια;», ρώ­τη­σε ὁ Βί­λα ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πιά­σει γραμ­μή. Ἀ­π’ τὴν κί­νη­ση τῆς γυ­ναί­κας συμ­πέ­ρα­ναν ὅ­λοι πὼς κά­τι τέ­τοι­ο δὲν χρει­α­ζό­ταν. Κά­λε­σε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νος σ’ ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ καὶ ζή­τη­σε τὸν ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴ Ἀν­δρά­δε. Ὕ­στε­ρα, συ­στή­θη­κε ὡς ἡ θυ­ρω­ρί­να τοῦ κτι­ρί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ αὐ­τό­χει­ρας, ἐ­πα­νέ­λα­βε, εἶ­χε λά­βει ἕ­να γράμ­μα.



Τρί­τη, 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Μπῆ­κε ἕ­να νέ­ο παι­δὶ ἐν­τε­λῶς μου­σκε­μέ­νο, κά­θι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς μπά­ρας καὶ πα­ρήγ­γει­λε μιὰ κό­κα κό­λα. Ἡ πόρ­τα ἄρ­γη­σε νὰ κλεί­σει κι ὁ Μά­ριο ἔ­νι­ω­σε τὸ ψύ­χος. Ὁ Βί­λα ἦρ­θε πά­λι κον­τά του. Ἔ­μα­θαν ἀ­πὸ τὴ θυ­ρω­ρί­να ὅ­τι εἶ­ναι Χι­λια­νός, ἐ­ξοῦ καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι ἴ­σως πρό­κει­ται γιὰ σέ­να. Τὴν πρώ­τη μέ­ρα κα­νεὶς δὲν σκέ­φτη­κε νὰ ψά­ξει κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα. Ἐ­κεῖ φυ­λοῦ­σε τὸ δι­α­βα­τή­ριό του. Ἐ­σύ, ποῦ τὸ φυ­λᾶς; Ὁ Μά­ριο τὸ κου­βα­λοῦ­σε πάν­το­τε πά­νω του. Ἕ­να πα­λιό, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο δι­α­βα­τή­ριο γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος στὴν κω­λό­τσε­πη. Ὁ Μά­ριο δὲν ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­σε κα­μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ν’ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τί σκε­φτό­ταν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ ἔ­στρε­ψε τὴ μα­τιά του στὸν Βί­λα, κοι­τών­τας τὸν κα­τά­μα­τα. Ἦ­ταν σκε­πτι­κός, ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί εἴ­δους ἔ­ρευ­νες μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ὑ­πο­ψί­ες ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ Βί­λα ἔ­πα­ψε νὰ στη­ρί­ζε­ται στὴν μπά­ρα, πέ­τα­ξε τὸ πα­νὶ ἀ­π’ τὸν ὦ­μο του καὶ πλη­ρώ­θη­κε ἀ­π’ τὸν νε­α­ρὸ τὴν κό­κα κό­λα. Ἄ­νοι­ξε τὸ τα­μεῖ­ο μ’ ἕ­ναν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ με­ταλ­λι­κὸ θό­ρυ­βο καὶ τὸ ἔ­κλει­σε πά­λι μό­λις ἔ­φυ­γε ὁ νε­α­ρός. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸν δρό­μο, δί­χως δι­α­βά­τες, γκρί­ζο ἐ­πά­νω σε γκρί­ζο, γε­μά­το αὐ­το­κί­νη­τα ποὺ κι­νοῦν­ταν ἀρ­γὰ πέ­ρα-δῶ­θε· ὁ­ρι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν τό­σο θαμ­πά, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ δι­α­κρί­νεις τί­πο­τα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τους. Ἔ­λει­ψες μιὰ βδο­μά­δα καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ἂν μέ­νουν κι ἄλ­λοι Χι­λια­νοὶ στὴ γει­το­νιά. Ὁ Μά­ριο σκέ­φτη­κε πὼς ἂν τυ­χὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε κα­νεὶς γι’ αὐ­τόν, θὰ τοῦ ξέ­φευ­γε κα­μιὰ χον­τρά­δα. Ἴ­σως δὲν φα­νε­ρώ­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ κά­ποι­ον τὸ νὰ ψά­ξεις νὰ βρεῖς ἂν εἶ­ναι νε­κρός. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση θὰ πρό­κει­ται πε­ρὶ ἀ­νη­συ­χί­ας γιὰ τοὺς οἰ­κεί­ους του ἢ τὰ νού­με­ρα στὴν ἀ­πο­γρα­φή, γιὰ κά­ποι­α κλη­ρο­νο­μιά, γιὰ τὸ ἄ­με­σο μέλ­λον ἢ γιὰ τὴ σύν­θε­ση κά­ποι­ας ἐ­λε­γεί­ας. Εἰ­λι­κρι­νά, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός, ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν καὶ πολ­λὴ ση­μα­σί­α.



Τε­τάρ­τη, 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τὰ βά­θος ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γνω­στή, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός: ἡ πά­λη τῆς κά­θε μέ­ρας, στὸν ἔ­ξω κό­σμο κι ἐν­τὸς τοῦ κα­θε­νός, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πά­λη κι αὐ­τὴ ποὺ τρώ­ει τὰ σω­θι­κά. Ἔ­κλει­ναν τὰ μά­τια του. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν. Στὸ πί­σω κά­θι­σμα κά­ποι­ου αὐ­το­κι­νή­του ἕ­να κο­ρί­τσι κα­τέ­βα­σε τὸ τζά­μι, ἔ­βγα­λε ἔ­ξω το κε­φά­λι καὶ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο πρὸς τὸ μέ­ρος του, δί­χως νὰ τὸν δεῖ. Θὰ ἦ­ταν τὸ πο­λὺ ἐν­νιὰ χρό­νων, τὰ μαλ­λιά της ἦ­ταν πια­σμέ­να πλε­ξοῦ­δες κι ἔ­πε­φταν στὸ γα­λά­ζιο κολ­λε­για­κὸ φοῦ­τερ ποὺ φο­ροῦ­σε σκε­πά­ζον­τας τοὺς ὤ­μους της. Τὸ ἁ­μά­ξι ξε­κί­νη­σε, τὸ κο­ρί­τσι πέ­τα­ξε ἔ­ξω κά­τι χαρ­τά­κια ποὺ βρά­χη­καν ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­πε­σαν κά­τω, ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βα­σε τὸ τζά­μι. Πρό­λα­βε νὰ δεῖ ἄλ­λη μιὰ πλε­ξού­δα, ἴ­σως ἦ­ταν ἕ­να ἄλ­λο παι­δί, κουρ­νι­α­σμέ­νο πιὸ πέ­ρα στὸ πί­σω κά­θι­σμα. Κι ὕ­στε­ρα κι ἄλ­λα ἁ­μά­ξια. Ὅ­λα ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στά. Ὁ Μά­ριο ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ὀ­νει­ρευ­τεῖ. Ἔ­μει­νε μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ.



Πέμ­πτη, 15 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς κι εἶ­χε σύν­τρο­φο. Μιὰ κο­πέ­λα τοῦ εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα. Μιὰ κο­πέ­λα ἀ­π’ τὴ Χι­ρό­να. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­καν ἦ­ταν ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα αὐ­τὸ ἦ­ταν γιὰ ἄλ­λη δου­λειά, εἶ­πε ὁ Βί­λα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸν σκό­τω­σαν. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­ῆ­ταν πα­ρά­ξε­να. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Μιὰ κο­πέ­λα εἶ­χε γρά­ψει καὶ τοῦ εἶ­χε στεί­λει ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα. Πι­θα­νό­τα­τα ἦ­ταν ἡ κο­πέ­λα του. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ τὸ γράμ­μα ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει.



Πα­ρα­σκευ­ή, 16 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Σκέ­φτη­κε ὅ­τι, ἔ­χον­τας βρεῖ ἕ­να πρῶ­το στοι­χεῖ­ο (τὸ γράμ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ στοι­χεῖ­ο), θὰ ξε­χνοῦ­σαν πὼς ὁ ἴ­διος, ὁ πρῶ­τος ποὺ ὑ­πο­ψι­ά­στη­καν ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει αὐ­το­κτο­νή­σει, δὲν δι­έ­θε­τε κὰν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς. Τί­πο­τα, οὔ­τε μιὰ ἀ­τζέν­τα, τοῦ εἶ­πε ὁ Βί­λα κα­θὼς προ­σέ­θε­τε λί­γο ἀ­κό­μη κο­νιὰκ στὸν κα­φέ. Λὲς καὶ ὁ τύ­πος δὲν εἶ­χε κα­θό­λου φί­λους σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Νὰ ἔ­χεις φί­λους· νὰ εἶ­σαι μό­νος· νὰ κά­νεις σχέ­σεις· μιὰ κο­πέ­λα· ἕ­να γράμ­μα. Ἂν ὅ­μως ἔμ­παι­ναν στὸ δι­κό του σπί­τι, χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Χι­λια­νός, θά ’­βρι­σκαν πε­ρισ­σό­τε­ρα: βι­βλί­α, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ τὸ χέ­ρι σὲ τε­τρά­δια δί­χως κα­μί­α ἔν­δει­ξη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί τύ­χη θά ’­χε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του, ἂν θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σουν λέ­ξη πρὸς λέ­ξη ντε­τέ­κτιβ δι­ψα­σμέ­νοι γιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α, πά­νω στὴ φού­ρια νὰ κλεί­σουν μιὰ ὑ­πό­θε­ση, τὴ δι­κή του ὑ­πό­θε­ση. Ἂν ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι του, εἶ­πε μὲ σι­γου­ριὰ ὁ Βί­λα, θὰ γέ­μι­ζαν φορ­τη­γὸ ὁ­λό­κλη­ρο μὲ τι­μο­λό­για καὶ ἀ­πο­δεί­ξεις πα­ρα­λα­βῆς μὲ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπάρ. Ὁ Χι­λια­νὸς σκέ­φτη­κε τί θλι­βε­ρὸ ποὺ ἦ­ταν. Φαν­τά­στη­κε τὸν αὐ­τό­χει­ρα νὰ περ­πα­τᾶ κου­βα­λών­τας τὸν πε­ρί­φη­μο Ὁ­δη­γό. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ λί­γες μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα, τώ­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεῖ: κα­φε­τὶ ρι­γω­τὸ πα­νω­φό­ρι, ὁ ὁ­δη­γὸς στὸ δε­ξὶ χέ­ρι, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι χω­μέ­νο στὴν τσέ­πη· νὰ ὀ­νει­ρο­πο­λεῖ συλ­λο­γι­ζό­με­νος πὼς τοῦ στέλ­νουν γράμ­μα. Ὁ Βί­λα ἔ­κα­νε νὰ ἰ­σι­ώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι τὰ μαλ­λιά του, ἐ­πι­χει­ρών­τας νὰ βά­λει τά­ξη στὸ χά­ος. Ὁ Μά­ριο τὸν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Νύ­στα­ζε, ὅ­πως πάν­τα. Τὸ γρά­ψι­μο τὸν εἶ­χε κρα­τή­σει ξύ­πνιο μέ­χρι πο­λὺ ἀρ­γά, φυ­σι­κά, ἴ­σα­με τὸ ξη­μέ­ρω­μα.



Σάβ­βα­το, 17 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα ἄ­να­ψε τὴν κα­φε­τι­έ­ρα. Ἦρ­θε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν μπά­ρα κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ ρο­λὸ τῆς πόρ­τας. Πέ­ρα­σε τὰ τρα­πέ­ζια μὲ τὸ πα­νί. Ἔ­βα­λε πά­νω τα­σά­κια. Το­πο­θέ­τη­σε μη­χα­νι­κὰ στὴ σει­ρὰ τὰ σκαμ­πὸ καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα. Ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο κι ἔ­βγα­λε μι­κρὰ πι­α­τά­κια μὲ τά­πας τὰ ὁ­ποῖ­α ἄ­φη­σε στὴν προ­θή­κη προ­στα­τευ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ μιὰ τζα­μα­ρί­α. Ἔ­βα­λε λά­δι στὸ τη­γά­νι καὶ τὸ ἄ­φη­σε νὰ κά­ψει, ἔ­βγα­λε λί­γες πα­τά­τες ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες, κομ­μέ­νες γιὰ τη­γά­νι­σμα καὶ τὶς ἄ­φη­σε δί­πλα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ πέ­τα­ξε τὸ σπίρ­το στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς μπά­ρας, κά­τω στὸ πά­τω­μα, μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ τ’ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει σὲ κά­να-δυ­ὸ ὧ­ρες. Πε­ρί­με­νε πρῶ­τα νὰ ζε­στα­θεῖ ἡ κα­φε­τι­έ­ρα κι ἑ­τοί­μα­σε ἕ­ναν κα­φὲ δυ­να­τό. «Τί πρω­ϊ­νὸ κι αὐ­τό», εἶ­πε δί­χως νὰ ξέ­ρει τὸ για­τί. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε κρύ­ο κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη σκο­τά­δι, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ὁ Μά­ριο φα­νε­ρὰ νυ­σταγ­μέ­νος.



Κυ­ρια­κή, 18 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ δρό­μος δὲν εἶ­χε ξυ­πνή­σει ἀ­κό­μη κα­λά. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ ὅ­ταν ὁ Βί­λα ἄ­νοι­ξε τὸ μα­γα­ζὶ γιὰ τὸ κοι­νό. Ὁ Μά­ριο δι­α­σταυ­ρώ­θη­κε στὴν εἴ­σο­δο μὲ δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους ποὺ πή­γαι­ναν στὴ λει­τουρ­γί­α. Ζή­τη­σε τὸ ἴ­διο ὅ­πως πάν­τα, ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα.



Δευ­τέ­ρα, 19 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Πέ­ρα­σε ἕ­να κόκ­κι­νο ἁ­μά­ξι. Κα­τα­κόκ­κι­νο κι ἀ­στρα­φτε­ρό. Ἔ­πει­τα ἕ­να πρά­σι­νο ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νο. Ἕ­νας κου­τσο­δόν­της γέ­ρος ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κλα­σι­κὸ γκρί­ζο κο­στού­μι ἔ­πι­νε κα­φὲ μὲ γά­λα· τὸ κα­πέ­λο του τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα σχε­δόν. Ἡ πο­λι­τεί­α σι­γὰ-σι­γὰ ξυ­πνοῦ­σε. Ὁ Μά­ριο πα­ρα­τή­ρη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πή­γαι­ναν στὶς δου­λει­ές τους, σκε­πα­σμέ­νους ἀ­π’ τὶς ὀμ­πρέ­λες τους, νὰ βα­στοῦν στὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι ἕ­να σάν­του­ιτς τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, μὲ τὰ μά­τια μι­σά­νοι­χτα· τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἥ­συ­χο ρυθ­μὸ τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τὶς μέ­ρας. Μπῆ­κε ὁ γιὸς τοῦ φούρ­να­ρη ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα μὲ τὸ πό­δι· κρα­τοῦ­σε στὰ χέ­ρια του ἕ­ναν δί­σκο μὲ γλυ­κὰ σκε­πα­σμέ­να μὲ δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Κα­λη­μέ­ρα, εἶ­πε. Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­πάν­τη­σαν ὁ Βί­λα, ὁ γέ­ρος μὲ τὸ γκρί­ζο κο­στού­μι καὶ ὁ Μά­ριο, μὲ μιὰ φω­νή. Μό­λις ξεμ­πέρ­δε­ψε μὲ τὸ παι­δί, ὁ Βί­λα πλη­σί­α­σε τὸν Μά­ριο. Τώ­ρα λέ­νε ὅ­τι πέ­θα­νε προ­τοῦ πέ­σει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Οἱ γεί­το­νες κου­τσομ­πο­λεύ­ουν καὶ βγά­ζουν τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τά τους κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοὺς προ­σεγ­γί­ζει κά­ποι­ος ντε­τέ­κτιβ καὶ τοὺς ρω­τᾶ γιὰ τοῦ­το καὶ γιὰ κεῖ­νο, μή­πως καὶ θυ­μη­θοῦν κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια. Ὁ Χι­λια­νὸς ρου­φοῦ­σε ἀρ­γὰ τὸν κα­φέ του, τρα­βοῦ­σε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες τζοῦ­ρες τοῦ τσι­γά­ρου του καὶ χά­ζευ­ε τὴ βρο­χὴ νὰ πέ­φτει στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Γκρί­ζο πά­νω σε γκρί­ζο, ξα­νά. Κου­τσομ­πο­λιὸ στὴ γει­το­νιά. Δυ­ὸ Ἄ­ρα­βες ντυ­μέ­νοι μὲ κε­λεμ­πί­ες στα­μά­τη­σαν στὴν εἴ­σο­δο, ἔ­ρι­ξαν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ μπὰρ καὶ συ­νέ­χι­σαν τὴν πο­ρεί­α τους. Ὁ Μά­ριο φαν­τά­στη­κε ὅ­τι θά ’­χουν κι αὐ­τοὶ τὸν θαυ­μά­σιο Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Σὰν πα­λιὸς ἐ­ρα­στὴς τοῦ νου­ὰρ ποὺ ἦ­ταν, ὄ­φει­λε νὰ γρά­ψει κά­τι γιὰ τὸν «Ἄν­θρω­πο ποὺ δι­ά­βα­ζε μό­νο τὸν Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης». Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη ψά­χνον­τας λε­φτὰ γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ὁ Βί­λα, ποὺ στη­ρι­ζό­ταν στὴν πρε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τὰ βρῆ­κε ἀ­φορ­μὴ νὰ ση­κω­θεῖ· ὁ για­κάς του ἦ­ταν λε­ρω­μέ­νος καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τὰ ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Ἅρ­πα­ξε τὰ λε­φτὰ καὶ δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὸ στό­μα ἔ­γνευ­σε ἀν­τί­ο. Ὁ Μά­ριο κα­τέ­βη­κε ἀ­π’ τὸ σκαμ­πὸ κι ἔ­κα­νε λί­γα βή­μα­τα πρὸς τὴν πόρ­τα. Σκέ­φτη­κε νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι, κά­νον­τας ἴ­σως πρῶ­τα ἕ­ναν μι­κρὸ κύ­κλο, γιὰ τὴ βόλ­τα, ἀν­τὶ νὰ πά­ρει τὸν πιὸ σύν­το­μο δρό­μο. Γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα, εἶ­πε. Στὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, τὰ μά­τια του στά­θη­καν στὸ ἀ­στρα­φτε­ρὸ πλα­κό­στρω­το ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε θραύ­σμα­τα τῶν πα­λι­ῶν τοί­χων, τῶν γκρί­ζων προ­σό­ψε­ων καὶ τῶν μαύ­ρων σι­δε­ρέ­νι­ων μπαλ­κο­νι­ῶν· σὰν χα­λά­σμα­τα ποὺ τὰ με­λε­τοῦν εὐ­λα­βι­κὰ οἱ εὐαί­σθη­τοι ἀρ­χι­τέ­κτο­νες τοῦ μέλ­λον­τος. Ἡ βρο­χὴ ἦ­ταν σὰν μιὰ μπά­ρα ποὺ θό­λω­νε τὸν προ­ο­ρι­σμό του. «Θὰ κοι­μη­θεῖς;», τὸν ρώ­τη­σε ἡ ἀ­δελ­φή του ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. Βγά­λ’ τὰ αὐ­τὰ τὰ ροῦ­χα. Ὁ Μά­ριο φταρ­νί­στη­κε με­ρι­κὲς φο­ρές. Καὶ συμ­πλή­ρω­σε: «Στέ­γνω­σε, ἀ­γό­ρι μου, τὰ μαλ­λιά σου πρὶν ξα­πλώ­σεις». Ὁ Μά­ριο θυ­μή­θη­κε τί κα­λὰ ποὺ ἦ­ταν στὴ Βί­λα, μὲ τὴ για­γιά τους στὴ Βί­νια ντὲλ Μάρ, ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὸ γρα­φεῖ­ο του, τσα­λά­κω­σε τὰ χαρ­τιὰ μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ μὲ τὸ ἄλ­λο χέ­ρι ἔ­σβη­νε τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι, κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ πά­σο του καὶ δί­χως κα­νέ­ναν δι­σταγ­μό, σάλ­τα­ρε στὸ κε­νὸ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νὰ βγαί­νει ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα, σκέ­φτη­κε, ἔ­τσι ἁ­πλά, σὰν νὰ ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω.



Πη­γή: Roberto Bolano & A. G. Porta, Conse­­jos de un discí­­pulo de Moris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce. Dia­­rio de bar, σει­ρά: Nar­rativa Hispánica / Biblio­teca Rober­to Bolaño, Μα­δρί­τη, Alfa­gua­ra, 2018 [α΄ ἔκ­δο­ση: 2006].

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño) (1953, Σαν­τιά­γκο – 2003, Βαρ­κε­λώ­νη): Χι­λια­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Ἐ­ξέ­δω­σε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ συλ­λο­γὲς ἀ­πὸ ἄρ­θρα. Ἐκ τῶν σπου­δαι­ό­τε­ρων μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Ἀ. Γκ. Πόρ­τα (Antoni García Porta ) (1954, Βαρ­κε­λώ­νη): Βρα­βευ­μέ­νος Ἱ­σπα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ στε­νὸς φί­λος τοῦ Μπο­λά­νιο. Ἔ­γρα­ψαν μα­ζὶ τὸ Conse­­jos de un discí­­pulo de Mo­ris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Ám­bi­to Li­tera­rio de Nar­ra­tiva τὸ 1984, κα­θὼς καὶ τὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας», κεί­με­νο ποὺ γρά­φτη­κε τὴν ἴ­δια πε­ρί­που ἐ­πο­χὴ μὲ τὸ πρῶ­το, πα­ρέ­μει­νε ὅ­μως ἀ­νέκ­δο­το ἕ­ως τὸ 2006.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke): Τὸ κλουβὶ μὲ τὰ λιοντάρια


Ράϊ­νερ Μα­ρί­α Ρίλ­κε (Rainer Maria Rilke)


Τὸ κλου­βὶ μὲ τὰ λι­ον­τά­ρια

(Der Löwenkäfig)


ΗΓΑΙΝΕΙ πέ­ρα-δῶ­θε ὅ­πως οἱ σκο­ποὶ ἔ­ξω στὴν ἄ­κρη τῶν τει­χῶν, ὅ­που τί­πο­τα πιὰ δὲν ὑ­πάρ­χει. Κι ὅ­πως καὶ στοὺς σκο­πούς, ὑ­πάρ­χει νο­σταλ­γί­α μέ­σα της, βα­ριὰ νο­σταλ­γί­α κομ­μα­τι­α­σμέ­νη.

            Ὅ­πως κά­τω στὸ πέ­λα­γος κά­που θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν κα­θρέ­φτες, κα­θρέ­φτες ἀ­πὸ τὶς καμ­πί­νες ναυ­α­γι­σμέ­νων πλοί­ων, κομ­μά­τια ἀ­πὸ κα­θρέ­φτες, ποὺ τώ­ρα πιὰ φυ­σι­κὰ δὲν πε­ρι­έ­χουν τί­πο­τα: οὔ­τε τὰ πρό­σω­πα τῶν τα­ξι­δι­ω­τῶν οὔ­τε κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­νο­μί­ες τους· οὔ­τε τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο γυρ­νοῦ­σαν τὴν πλά­τη κι ἔ­μοια­ζαν ἀ­πὸ πί­σω τό­σο ἀλ­λό­κο­τα ἀ­δέ­ξιοι· οὔ­τε τὸν τοῖ­χο, οὔ­τε τὴ γω­νιά, στὴν ὁ­ποία κοι­μοῦν­ταν· ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρο ὅ,τι ἐ­δῶ μέ­σα ἔ­φεγ­γε τα­λαν­τευ­ό­με­νο ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κι ἀ­π’ ἔ­ξω· ὄ­χι, τί­πο­τα.

            Ὅ­μως ὅ­πως κά­ποι­ο φύ­κι ἴ­σως, κά­ποι­ο ἀ­νοιγ­μέ­νο κο­ράλ­λι ποὺ βυ­θί­ζε­ται, ἡ ἀ­να­πάν­τε­χη ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο κά­ποι­ου ψα­ριοῦ ἢ ἀ­κό­μη καὶ τὸ νε­ρὸ τὸ ἴ­διο, τὸ νε­ρὸ ποὺ ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, ποὺ δι­α­μοι­ρά­ζε­ται, τὸ νε­ρὸ ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει καὶ μα­ζεύ­ε­ται ξα­νὰ καὶ γί­νε­ται ἕ­να, φέρ­νει στὸ νοῦ ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς κα­θρέ­φτες τοὺς μα­κρυ­σμέ­νους, τοὺς λο­ξούς, τοὺς κάλ­πι­κους, ὁ­μοι­ό­τη­τες εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες, μα­ζὶ μὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­πο­τε ὑ­πῆρ­ξε –:

            ἔ­τσι κεῖν­ται ἀ­να­μνή­σεις, κομ­μά­τια ἀ­να­μνή­σε­ων, θραύ­σμα­τα, στὸ σκο­τά­δι βα­θιὰ μέ­σα στὸ αἷ­μα της.

            Πη­γαί­νει πέ­ρα-δῶ­θε γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τό, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ λι­ον­τά­ρι, ποὺ εἶ­ναι ἄρ­ρω­στο. Ἡ ἀρ­ρώ­στια δὲν τοῦ προ­ξε­νεῖ ἀ­νη­συ­χί­α καὶ δὲν τὸ ἐ­ξα­σθε­νί­ζει· μο­νά­χα τὸ ἐγ­κλω­βί­ζει. Ἔ­τσι ὅ­πως κεῖ­ται ἐ­κεῖ, τὰ ἁ­πα­λὰ πέλ­μα­τά του χω­ρὶς σκο­πό, τὸ πε­ρή­φα­νο πρό­σω­πό του κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξε­φτι­σμέ­νη χαί­τη, τὰ μά­τια του ἀ­δεια­νά, ἔ­χει ἀ­νε­γεί­ρει στὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τὸ μνη­μεῖ­ο τῆς θλί­ψης του, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ κά­πο­τε (πάν­το­τε πά­νω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τὸ του) ὑ­πῆρ­ξε ὡς τραν­τα­χτὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς δύ­να­μής του.

            Τώ­ρα συ­σπᾶ­ται ἀ­κό­μα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στοὺς μῦς καὶ σφίγ­γε­ται, μι­κρὲς ἑ­στί­ες ὀρ­γῆς δι­α­μορ­φώ­νον­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ὑ­περ­βο­λι­κὰ μα­κριὰ ἡ μιὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη· τὸ αἷ­μα κυ­λᾶ μὲ με­γά­λη ὁρ­μή, ἀ­να­βλύ­ζει, ἀ­πὸ τὶς κά­μα­ρες τῆς καρ­διᾶς καὶ ἀ­σφα­λῶς δι­α­θέ­τει ἀ­κό­μα τὴν προ­σε­χτι­κὰ δο­κι­μα­σμέ­νη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ στρί­βει ἀ­πό­το­μα κι ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, κα­θὼς χυ­μᾶ στὸν ἐγ­κέ­φα­λο.

            Ὅ­μως ἀ­φή­νει τὰ πράγ­μα­τα νὰ πά­ρουν ἁ­πλῶς τὸν δρό­μο τους, για­τὶ δὲν ἔ­χει φτά­σει ἀ­κό­μα στὸ τέ­λος καὶ δὲν ἔ­χει ἄλ­λη ἐ­νέρ­γεια γιὰ ξό­δε­μα καὶ δὲν παίρ­νει μέ­ρος σὲ τί­πο­τα πιά. Μο­νά­χα πέ­ρα μα­κριά, σὰν ἀ­πο­τρα­βηγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό, ζω­γρα­φί­ζει μὲ τὸ μα­λα­κὸ πι­νέ­λο τῆς οὐ­ρᾶς του ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ κά­ποι­α ἡ­μι­κυ­κλι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτης κα­τα­φρό­νιας. Κι αὐ­τὸ συμ­βαί­νει μὲ τέ­τοι­α σπου­δαι­ό­τη­τα ποὺ ἡ λέ­αι­να στέ­κει ἀ­κί­νη­τη καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ: ἀ­νή­συ­χη, τα­ραγ­μέ­νη, γε­μά­τη προ­σμο­νή.

            Ὕ­στε­ρα πιά­νει πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸν βη­μα­τι­σμό της, τὸν ἄ­χα­ρο, γε­λοῖ­ο βη­μα­τι­σμὸ τῶν σκο­πῶν, ποὺ πάν­το­τε πά­ει καὶ πέ­φτει πά­νω στὰ ἴ­δια χνά­ρια ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Καὶ πη­γαί­νει… καὶ πη­γαί­νει, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ ρη­μαγ­μέ­νη μά­σκα της, ὁ­λο­στρόγ­γυ­λη, δι­α­γραμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα.

            Πη­γαί­νει ὅ­πως οἱ δεῖ­κτες στὰ ρο­λό­για. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της φαί­νε­ται, ὅ­πως σὲ κά­ποι­ο καν­τράν, ποὺ τοῦ ρί­χνουν ἕ­να φῶς καὶ φω­τί­ζει τὴ νύ­χτα, κά­ποι­α ἀλ­λό­τρια, πα­ρά­ξε­νη ὥ­ρα ποὺ γιὰ λί­γο μό­νο μέ­νει σχη­μα­τι­σμέ­νη: μιὰ φρι­κτὴ ὥ­ρα, ἡ ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος πε­θαί­νει.



Πη­γή: Rainer Maria Rilke, Werke, τ. ΙΙΙ-2 (Prosa), Φραγ­κφούρ­τη, Insel Ver­lag, 41968 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Rai­ner Ma­ria Ril­ke, Der Löwenkäfig, Βα­σι­λεία, Gryff-Pres­se, 1947].

Ρά­ι­νερ Μα­ρί­α Ρίλ­κε (Rai­ner Ma­ria Ril­ke) (1875, Πρά­γα – 1926, Βαλ­μόν). Γερ­μα­νό­φω­νος λυ­ρι­κὸς ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος καὶ κρι­τι­κός. Ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς δυ­τι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Θρυ­λεῖ­ται πὼς ἀ­σθέ­νη­σε ἀ­πὸ καλ­πά­ζου­σα λευ­χαι­μί­α τραυ­μα­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ἀγ­κά­θι ἑ­νὸς ρό­δου, ἐ­νῶ φρόν­τι­ζε τὸν κῆ­πο του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


 

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα

(The smallest snowstorm on record)


Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα συ­νέ­βη μιὰ ὥ­ρα πρὶν στὴν αὐ­λή μου. Ἦ­ταν δύ­ο μό­λις νι­φά­δες. Πε­ρί­με­να νὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, ὅ­μως αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ θύ­ελ­λα ἦ­ταν δύ­ο μό­νο νι­φά­δες.

       Ἔ­πε­σαν ἀ­π’ τὸν οὐ­ρα­νὸ μ’ ἕ­να στὶλ πού ’­φερ­νε στὸν νοῦ τὶς σπιρ­τό­ζι­κες γκά­φες τοῦ Χον­τροῦ καὶ τοῦ Λι­γνοῦ καί, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, οἱ δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες τοὺς ἔ­μοια­ζαν. Ἦ­ταν λὲς κι ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνὸς εἶ­χαν με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ χι­ο­νο­νι­φά­δες καὶ πρω­τα­γω­νι­στοῦ­σαν στὴ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου.

       Οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἔ­πε­φταν μὲ τὸ πά­σο τους, μὲ τοῦρ­τες στὸ πρό­σω­πο, ἀ­γω­νι­ώ­δεις προ­σπά­θει­ες νὰ βγά­λουν γέ­λιο καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοὺς τὴ στε­ρή­σει, ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἦ­ταν μα­θη­μέ­νος σὲ με­γα­λύ­τε­ρες χι­ο­νο­θύ­ελ­λες, ἑ­ξήν­τα πόν­τους καὶ πά­νω, καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε πο­λὺ εὔ­κο­λα νὰ δυ­σα­να­σχε­τή­σει βλέ­πον­τας μιὰ θύ­ελ­λα μὲ δύ­ο νι­φά­δες.

       Ἀ­φοῦ προ­σγει­ώ­θη­καν κω­μι­κὰ πά­νω στὸ χι­ό­νι πού ’­χε μεί­νει στρω­μέ­νο ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χι­ο­νο­πτώ­σεις ἐ­τοῦ­το τὸν χει­μώ­να, πε­ρί­με­να λι­γά­κι μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ δῶ ἂν θὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, κι ὕ­στε­ρα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἦ­ταν ἀ­πὸ μό­νες τους θύ­ελ­λα σω­στή, ὅ­πως ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνός.

       Βγῆ­κα ἔ­ξω κι ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ τὶς βρῶ. Θαύ­μα­σα τὸ θάρ­ρος τους νὰ μεί­νουν ἴ­δι­ες πα­ρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνα νὰ τὶς βρῶ, σκαρ­φι­ζό­μουν τρό­πους νὰ τὶς βά­λω στὴν κα­τά­ψυ­ξη, νὰ νι­ώ­σουν ἄ­νε­τα καὶ νὰ δε­χτοῦν τὴν προ­σο­χή, τὸν θαυ­μα­σμὸ καὶ τὶς τι­μὲς ποὺ τοὺς ἄ­ξι­ζαν γιὰ τὴν τό­ση ὀ­μορ­φιά τους.

       Ἔ­χε­τε πο­τὲ ἐ­πι­χει­ρή­σει νὰ βρεῖ­τε δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο το­πίο σκε­πα­σμέ­νο γιὰ μῆ­νες ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι;

       Πῆ­γα στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­σγεί­ω­σης. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σα δύ­ο χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­ναν κό­σμο δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τὶς πα­τή­σει, κι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­λὴ ἰ­δέ­α.

       Μοῦ πῆ­ρε λί­γη μό­νο ὥ­ρα νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τὴ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λου αὐ­τοῦ. Ἡ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ πάν­τα. Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν ξε­χω­ρί­σω.

       Μοῦ δί­νει χα­ρὰ ἡ σκέ­ψη πὼς ἴ­σως τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο θάρ­ρος τῶν δύ­ο αὐ­τῶν νι­φά­δων ἔ­χει βρεῖ τρό­πο νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει σ’ ἕ­ναν κό­σμο στὸν ὁ­ποῖ­ο τέ­τοι­α πράγ­μα­τα δὲν ἐ­κτι­μῶν­ται πάν­τα.

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι, κι ἄ­φη­σα τὸν Χον­τρὸ καὶ τὸν Λι­γνὸ χα­μέ­νους στὸ χι­ό­νι.



Πη­γή: Richard Brautigan, The TokyoMon­tana Ex­press, Λον­δί­νο, Pi­cador (Pan Books), 1982 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Targ Editions, 1979].

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Τί θὰ τὶς κά­νεις 390 φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων;



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Τί θὰ τὶς κά­νεις 390 φω­το­γρα­φί­ες

χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων;

(What are you going to do with 390

photographs of Christmas trees?)


ΕΝ ΞΕΡΩ. Ἔ­μοια­ζε ὅ­μως νά ’­ναι ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω τὴν πρώ­τη ἑ­βδο­μά­δα τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1964, κι ἔ­πει­σα ἄλ­λους δύ­ο νά ’ρ­θουν μα­ζί μου. Ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο θέ­λει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α του, κι ἔ­τσι θὰ γί­νει.

       Θε­ω­ρῶ πὼς δὲν εἴ­χα­με συ­νέλ­θει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὸ σὸκ τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ προ­έ­δρου Κέ­νεν­τι. Ἴ­σως αὐ­τὸ ἔ­χει κά­ποι­α σχέ­ση μ’ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς φω­το­γρα­φί­ες τῶν χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων.

       Τὰ Χρι­στού­γεν­να τοῦ 1963 εἶ­χαν φρι­χτὴ ὄ­ψη, φω­τα­γω­γη­μέ­νη ἀ­π’ ὅ­λες τὶς ση­μαῖ­ες στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ κυ­μά­τι­ζαν με­σί­στι­ες ὅ­λον τὸν Δε­κέμ­βριο κι ἔ­φτια­χναν μιὰ σή­ραγ­γα πέν­θους.

       Ζοῦ­σα μό­νος μου σ’ ἕ­να πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ φρόν­τι­ζα ἕ­να με­γά­λο κλου­βὶ μὲ που­λιὰ γιὰ λο­γα­ρια­σμὸ κά­ποι­ων ἄλ­λων ποὺ ἦ­ταν στὸ Με­ξι­κό. Τά­ϊ­ζα τὰ που­λιὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ τοὺς ἄλ­λα­ζα τὸ νε­ρό, ἐ­νῶ εἶ­χα καὶ μιὰ μι­κρὴ ἠ­λε­κτρι­κὴ σκού­πα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­ζω τὸ κλου­βὶ ὅ­πο­τε χρει­α­ζό­ταν.

       Ἀ­νή­με­ρα τὰ Χρι­στού­γεν­να κά­θι­σα μό­νος μου νὰ φά­ω. Ἔ­φα­γα κάμ­πο­σα χὸτ ντὸγκ καὶ φα­σό­λια καὶ ἤ­πια ἕ­να μπου­κά­λι ρού­μι μὲ Coca-Cola. Ἦ­ταν μο­να­χι­κὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να αὐ­τὰ καὶ ἡ δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου Κέ­νεν­τι ἦ­ταν θαρ­ρεῖς ἕ­να ἀ­κό­μη ἀ­π’ τὰ που­λιὰ ποὺ ἔ­πρε­πε κα­θη­με­ρι­νὰ νὰ τα­ΐ­ζω.

       Τὰ λέ­ω αὐ­τὰ μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ θέ­σω, ἂς ποῦ­με, τὸ ψυ­χο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο ποὺ θὰ χω­ρέ­σει 390 φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων. Δὲν ξε­κι­νά­ει κα­νεὶς νὰ κά­νει κά­τι τέ­τοι­ο ἂν δὲν δι­α­θέ­τει ἰ­σχυ­ρὸ κί­νη­τρο.

       Ἕ­να βρά­δυ, ἀρ­γὰ ἦ­ταν, γυρ­νοῦ­σα μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὸ Νὸμπ Χίλ. Εἴ­χα­με ἀ­ρά­ξει καὶ πί­να­με τὸν ἕ­ναν κα­φὲ με­τὰ τὸν ἄλ­λον ὥ­σπου τὰ νεῦ­ρα μας γί­ναν τσα­τά­λια.

       Ἔ­φυ­γα γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα καὶ κα­τη­φό­ρι­σα σ’ ἕ­ναν ἥ­συ­χο, σκο­τει­νὸ δρό­μο ποὺ ἔ­βγα­ζε στὸ σπί­τι μου, καὶ εἶ­δα ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο πα­ρα­τη­μέ­νο δί­πλα σ’ ἕ­ναν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νό.

       Τὸ δέν­τρο γυ­μνό, χω­ρὶς τὰ στο­λί­δια του, ἦ­ταν πε­σμέ­νο ἐ­κεῖ, θλι­βε­ρό, σὰν νε­κρὸς στρα­τι­ώ­της ποὺ ἔ­πε­σε στὴ μά­χη. Τὴν πε­ρα­σμέ­νη ἑ­βδο­μά­δα ἦ­ταν κά­τι σὰν ἥ­ρω­ας.

       Ἔ­πει­τα εἶ­δα ἕ­να ἀ­κό­μη χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, μ’ ἕ­να ἁ­μά­ξι παρ­κα­ρι­σμέ­νο κα­τα­πά­νω του. Κά­ποι­ος εἶ­χε ἀ­φή­σει τὸ δέν­τρο στὴ μέ­ση του δρό­μου καὶ τὸ ἁ­μά­ξι τὸ εἶ­χε κα­βα­λή­σει. Ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὸ δέν­τρο, ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τὸ προ­σέ­ξουν τὰ παι­διὰ καὶ νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σουν. Κά­τι λί­γα κλα­διὰ ξε­πρό­βαλ­λαν μέ­σα ἀ­π’ τὸν προ­φυ­λα­κτή­ρα.

       Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο οἱ ἄν­θρω­ποι ξε­φορ­τώ­νον­ται τὰ δέν­τρα τους βγά­ζον­τάς τα στοὺς δρό­μους ἢ το­πο­θε­τών­τας τα στὸν ἀ­κά­λυ­πτο ἢ ὁ­που­δή­πο­τε μπο­ροῦν, προ­κει­μέ­νου νὰ τὰ ξε­φορ­τω­θοῦν. Ταξι­διῶ­τες ποὺ ξε­μα­κραί­νουν ἀπ’ τὰ Χρι­στού­γεν­να.

       Τὰ θλι­βε­ρὰ αὐ­τὰ καὶ πα­ρα­τη­μέ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα δὲν ἄ­φη­ναν μὲ τί­πο­τα τὴ συ­νεί­δη­σή μου νὰ ἡ­συ­χά­σει. Εἶ­χαν δώ­σει ὅ,τι εἶ­χαν γιὰ χά­ρη τῶν δο­λο­φο­νη­μέ­νων αὐ­τῶν Χρι­στου­γέν­νων καὶ βρέ­θη­καν τώ­ρα πε­τα­μέ­να σὰν ζη­τιά­νοι στὸν δρό­μο.

       Εἶ­δα δε­κά­δες τέ­τοι­α δέν­τρα περ­πα­τών­τας πρὸς τὸ σπί­τι στὸ ἔμ­πα τοῦ νέ­ου ἔ­τους. Ὁ­ρι­σμέ­νοι πα­ρα­τᾶ­νε ἁ­πλῶς τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους. Ἕ­νας φί­λος μου λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς ἱ­στο­ρί­α: ἦ­ταν 26 Δε­κεμ­βρί­ου, περ­πα­τοῦ­σε στὸν δρό­μο κι ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του, ἄ­κου­σε τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ ἀ­έ­ρα στ’ αὐ­τί του καὶ μιὰ πόρ­τα ἀ­πό­το­μα νὰ κλεί­νει. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἔ­χει σκο­τώ­σει.

       Ἄλ­λοι πά­λι εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τοὺς πο­λὺ ἱ­κα­νοὶ στὸ νὰ πα­ρα­τᾶ­νε τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα τους. Τὸ βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο σχε­δὸν εἶ­δα τοὺς πάν­τες νὰ βγά­ζουν ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, χω­ρὶς ἀ­κρι­βῶς νὰ τοὺς δῶ. Ἦ­ταν ἀ­ό­ρα­τοι σὰν τὸν Σκάρ­λετ Πίμ­περ­νελ. Μπο­ροῦ­σα σχε­δὸν ν’ ἀ­κού­σω τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ ἔ­βγα­ζαν.

       Σὲ κά­θε γω­νί­α ἔ­βρι­σκα μὲς στὴ μέ­ση του δρό­μου κι ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο, κι ἐ­κεῖ γύ­ρω δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χή. Πάν­τα θὰ βρε­θοῦν κά­ποι­οι νὰ κά­νουν κά­τι πά­ρα πο­λὺ κα­λά, ὅ,τι κι ἂν εἶ­ναι αὐ­τό.

       Μό­λις γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι, πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο ἕ­ναν φί­λο μου πού ’­ναι φω­το­γρά­φος καὶ ἀ­νοι­χτὸς στὰ πα­ρά­ξε­να ἐ­νερ­γεια­κὰ πε­δί­α τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν γύ­ρω στὴ μί­α με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Τὸν ξύ­πνη­σα κι ἡ φω­νὴ του ἦ­ταν φυ­γὰς πού ’χει ἔρ­θει ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο.

       «Ποιός εἶ­ναι;», εἶ­πε.

       «Τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα», εἶ­πα.

       «Τί πράγ­μα;»

       «Τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα.»

       «Ρί­τσαρντ, ἐ­σὺ εἶ­σαι;», ρώ­τη­σε.

       «Ναί.»

       «Τί πράγ­μα τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα;»

       «Τὰ Χρι­στού­γεν­να εἶ­ναι σκέ­τη βι­τρί­να», εἶ­πα. «Τί λὲς νὰ τρα­βή­ξου­με ἑ­κα­τον­τά­δες φω­το­γρα­φί­ες μὲ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα πα­ρα­τη­μέ­να στοὺς δρό­μους; Θὰ φα­νε­ρώ­σου­με τὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη τῶν Χρι­στου­γέν­νων δεί­χνον­τας πῶς οἱ ἄν­θρω­ποι πα­ρα­τᾶ­νε τὰ δέν­τρα τους.»

       «Μπο­ρῶ νὰ τὸ κά­νω ὅ­πως κά­νω τὸ κα­θε­τί», εἶ­πε. «Θὰ ξε­κι­νή­σω αὔ­ριο στὸ με­ση­με­ρια­νὸ δι­ά­λειμ­μά μου.»

       «Θέ­λω νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­σεις σὰν νά ’­ναι νε­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες», εἶ­πα. «Νὰ μὴν τὰ ἀγ­γί­ξεις οὔ­τε νὰ τὰ στή­σεις γιὰ νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει ἡ πό­ζα. Φω­το­γρά­φι­σέ τα ἁ­πλῶς, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι με­τὰ τὴν πτώ­ση τους.»

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ φί­λος μου φω­το­γρά­φι­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ δι­ά­λειμ­μά του. Δού­λευ­ε στὰ Macy’s ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ κι ἀ­νη­φό­ρι­σε στὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Νὸμπ Χὶλ καὶ στὴν Τσά­ι­να­τά­ουν καὶ τρά­βη­ξε ἐ­κεῖ φω­το­γρα­φί­ες μὲ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα.

       1, 2, 3, 4, 5, 9, 11, 14, 21, 28, 37, 52, 66.

       Τοῦ τη­λε­φώ­νη­σα τὸ ἴ­διο βρά­δυ.

       «Πῶς πῆ­γε;»

       «Θαυ­μά­σια», εἶ­πε.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τρά­βη­ξε κι ἄλ­λες φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων στὸ με­ση­με­ρια­νὸ δι­ά­λειμ­μά του.

       72, 85, 117, 128, 137.

       Τοῦ ξα­να­τη­λε­φώ­νη­σα κι ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ.

       «Πῶς πῆ­γε;»

       «Κα­λύ­τε­ρα δὲν γί­νε­ται», εἶ­πε. «Ἔ­χω 150 πε­ρί­που φω­το­γρα­φί­ες.»

       «Συ­νέ­χι­σε ἔ­τσι», εἶ­πα. Εἶ­χα δου­λειά, μόν­τα­ρα ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο νὰ πᾶ­με κι ἀλ­λοῦ νὰ φω­το­γρα­φί­σου­με χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα.

       Πί­στευ­α πὼς ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα τῆς προ­σφο­ρᾶς πα­ρα­τη­μέ­νων χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο θὰ μᾶς ἦ­ταν ἀ­ναγ­καῖ­ο.

       Ὁ ὁ­δη­γός μας τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α του. Φο­βᾶ­ται ὅ­τι θὰ χά­σει τὴ δου­λειά του καὶ θὰ δε­χτεῖ πι­έ­σεις οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἂν βγεῖ πα­ρα­έ­ξω ὅ­τι συ­νερ­γα­στή­κα­με τὴ μέ­ρα ἐ­κεί­νη.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ βά­λα­με μπρο­στὰ κι ὀρ­γώ­σα­με το Σὰν Φραν­σί­σκο τρα­βών­τας παν­τοῦ φω­το­γρα­φί­ες πα­ρα­τη­μέ­νων χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων. Ἐ­κτε­λέ­σα­με τὸ σχέ­διο μὲ τὴ θέρ­μη μιᾶς τριά­δας ἐ­πα­να­στα­τῶν.

       142, 159, 168, 175, 183.

       Γυρ­νού­σα­με μὲ τ’ ἁ­μά­ξι καὶ ἐν­το­πί­ζα­με χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα νὰ στέ­κον­ται γιὰ πα­ρά­δειγ­μα στὴν αὐ­λὴ ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου σπι­τιοῦ στὸ Πα­σί­φικ Χά­ιτς ἢ στὸ πλά­ι κά­ποι­ου ἰ­τα­λι­κοῦ μπα­κά­λι­κου στὸ Νὸρθ Μπίτς. Στα­μα­τού­σα­με ἀ­πό­το­μα καὶ πη­δού­σα­με ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἁ­μά­ξι καὶ ὁρ­μού­σα­με μὲ μα­νί­α στὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο καὶ ἀρ­χί­ζα­με νὰ τὸ φω­το­γρα­φί­ζου­με ἀ­π’ ὅ­λες τὶς γω­νί­ες λή­ψης.

       Οἱ ἁ­πλοὶ ἄν­θρω­ποι τοῦ Σὰν Φραν­σί­σκο θὰ μᾶς πέ­ρα­σαν γιὰ τε­λεί­ως πα­ρά­φρο­νες: ἐκ­κεν­τρι­κούς. Ἀ­πο­τε­λού­σα­με ἀ­τρα­ξιόν, μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης.

       199, 215, 227, 233, 245.

       Πε­τύ­χα­με τὸν ποι­η­τὴ Λό­ρενς Φερ­λιν­γκέ­τι νά ’­χει βγά­λει βόλ­τα τὸν σκύ­λο του στὸ Πο­τρέ­ρο Χίλ. Μᾶς εἶ­δε νὰ πε­τα­γό­μα­στε μ’ ἕ­να σάλ­το ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ ν’ ἀρ­χί­ζου­με με­μιᾶς νὰ φω­το­γρα­φί­ζου­με ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο ποὺ ἦ­ταν πε­σμέ­νο στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       277, 278, 279, 280, 281.

       Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα, εἶ­πε: «Φω­το­γρα­φί­ζε­τε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα;»

       «Πε­ρί­που», εἴ­πα­με κά­νον­τας ὅ­λοι μας τὴν ἴ­δια πα­ρα­νο­ϊ­κὴ σκέ­ψη: Ξέ­ρει ἄ­ρα­γε τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κά­νου­με; Θέ­λα­με νὰ τὸ κρα­τή­σου­με ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κό. Τὸ πι­στεύ­α­με ὅ­τι εἴ­μα­στε σὲ κα­λὸ δρό­μο καὶ μιὰ κά­ποι­α ἐ­χε­μύ­θεια ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­τη ἕ­ως ὅ­του φτά­σου­με ἐ­κεῖ ποὺ θέ­λα­με.

       Κά­πως ἔ­τσι πέ­ρα­σε ἡ μέ­ρα καὶ ἡ σού­μα μας ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων ξε­πέ­ρα­σε ἀ­θό­ρυ­βα τὸ φράγ­μα τῶν 300.

       «Τί λές; Ἀρ­κε­τὲς δὲν εἶ­ναι τώ­ρα;», εἶ­πε ὁ Μπόμπ.

       «Ὄ­χι, λί­γες ἀ­κό­μη κι εἴ­μα­στε ἐν­τά­ξει.», εἶ­πα.

       317, 332, 345, 356, 370.

       «Τώ­ρα;», εἶ­πε ὁ Μπόμπ.

       Εἴ­χα­με ἀ­φή­σει πί­σω μας τὸ Σὰν Φραν­σί­σκο πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ ἤ­μα­στε στὸ Τέ­λεγ­κραφ Χίλ, σκαρ­φα­λω­μέ­νοι σὲ μιὰ σκά­λα γιὰ νὰ ἑ­λι­χθοῦ­με ὣς τὸν ἀ­κά­λυ­πτο, ὅ­που κά­ποι­ος εἶ­χε σφη­νώ­σει ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο σ’ ἕ­να συρ­μα­τό­πλεγ­μα. Τὸ δέν­τρο ἔ­βγα­ζε τὴν ἴ­δια ἁ­γνό­τη­τα μὲ τὸν Ἅ­γιο Σε­βα­στια­νό, μὲ τὰ βέ­λη του, μὲ τὰ ὅ­λα του.

       «Ὄ­χι, λί­γες μο­νά­χα ἀ­κό­μη», εἶ­πα.

       386, 387, 388, 389, 390.

       «Τώ­ρα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τές», εἶ­πε ὁ Μπόμπ.

       «Ἔ­τσι νο­μί­ζω», εἶ­πα.

       Εἴ­χα­με ὅ­λοι μας με­γά­λη χα­ρά. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη ἑ­βδο­μά­δα τοῦ 1964. Πα­ρά­ξε­νοι και­ροὶ στὴν Ἀ­με­ρι­κή.



Πη­γή: Richard Brautigan, The TokyoMon­tana Ex­press, Λον­δί­νο, Pi­cador (Pan Books), 1982 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Targ Editions, 1979].

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ράσελ Ἔντσον (Russell Edson): Ὥρα φαγητοῦ

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson)


Ὥ­ρα φα­γη­τοῦ

(Dinner time)


ΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΣ σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι πε­ρί­με­νε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ σερ­βί­ρει φα­γη­τό. Τὴν ἄ­κου­σε νὰ χτυ­πᾶ μιὰ κα­τσα­ρό­λα ποὺ τὴν εἶ­χε κά­ψει. Μι­σοῦ­σε τὸν ἦ­χο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ κα­τσα­ρό­λα ὅ­ταν τὴ χτυ­ποῦ­σαν, για­τὶ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὸν πό­νο της μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ θέ­λει νὰ κα­τα­φέ­ρει κι ἄλ­λα τέ­τοι­α χτυ­πή­μα­τα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ χτυ­πᾶ τὸ ἴ­διο του τὸ πρό­σω­πο, κι οἱ ἀρ­θρώ­σεις τῶν δα­χτύ­λων του κοκ­κί­νι­σαν. Πῶς μι­σοῦ­σε τὶς κόκ­κι­νες ἀρ­θρώ­σεις, ἐ­κεῖ­νο τὸ χτυ­πη­τὸ χρῶ­μα, πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τά­ρε­σκο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν πλη­γή.

            Ἄ­κου­σε νὰ πέ­φτει ὁ­λό­κλη­ρό το γεῦ­μα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τῆς γυ­ναί­κας του στὸ πά­τω­μα τῆς κου­ζί­νας κι ἐ­κεί­νη νὰ ἀ­να­θε­μα­τί­ζει. Για­τὶ κα­θὼς τὸ ἔ­φερ­νε πρὸς τὰ μέ­σα, τῆς εἶ­χε κά­ψει τὸν ἀν­τί­χει­ρα. Ἄ­κου­σε τὰ πι­ρού­νια καὶ τὰ κου­τά­λια, τὶς κοῦ­πες καὶ τὰ πιά­τα νὰ κλαῖ­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ προ­σγει­ώ­νον­ταν στὸ πά­τω­μα τῆς κου­ζί­νας. Πῶς μι­σοῦ­σε τὸ γεῦ­μα ἐ­κεῖ­νο πού, μό­λις ἔ­χει ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀρ­χί­ζει καὶ σὲ καί­ει θα­νά­σι­μα, καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, στριγ­γλί­ζει καὶ σκού­ζει τὴ στιγ­μὴ ποὺ προ­σγει­ώ­νε­ται στὸ πά­τω­μα, ὅ­που οὕ­τως ἢ ἄλ­λως ἀ­νή­κει.

            Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μιὰ γρο­θιὰ στὸ πρό­σω­πό του κι ἔ­πε­σε στὸ πά­τω­μα.

            Μό­λις συ­νῆλ­θε, ἦ­ταν πο­λὺ θυ­μω­μέ­νος, κι ἔ­τσι ἔ­δω­σε ἄλ­λη μιὰ γρο­θιὰ στὸ πρό­σω­πό του καὶ ζα­λί­στη­κε. Ἡ ζα­λά­δα τὸν θύ­μω­σε κι ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νὰ κο­πα­νᾶ τὸ κε­φά­λι του στὸν τοῖ­χο, λέ­γον­τας τώ­ρα θὰ δεῖς τί πά­ει νὰ πεῖ στ’ ἀ­λή­θεια ζα­λά­δα ἀ­φοῦ θὲς νὰ ζα­λι­στεῖς. Σω­ρι­ά­στη­κε στὸ πά­τω­μα.

            Ἄ, τὰ πό­δια δὲν βα­στᾶ­νε, ἔ; … Ἄρ­χι­σε νὰ δί­νει γρο­θι­ὲς στὰ πό­δια του. Εἶ­χε δώ­σει ἕ­να κα­λὸ μά­θη­μα στὸ κε­φά­λι του καὶ τώ­ρα θὰ ἔ­δι­νε ἕ­να μά­θη­μα στὰ πό­δια του.

            Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἄ­κου­σε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ θρυμ­μα­τί­ζει τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα πι­α­τι­κὰ καὶ τὰ πι­α­τι­κὰ νὰ σκού­ζουν καὶ νὰ τσι­ρί­ζουν.

            Κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ τοί­χου. Ἄ, ὥ­στε μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις, ἔ; Κι ἔ­τσι ἔ­κα­νε τὸν κα­θρέ­φτη κομ­μά­τια μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­σπα­σε. Ἄ, μᾶλ­λον δὲν θέ­λεις νὰ εἶ­σαι κα­ρέ­κλα ἄλ­λο πιά· πα­ρα­εῖ­σαι κα­λὴ γιὰ νὰ κά­θον­ται πά­νω σου, ἔ; Ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ τὰ κομ­μά­τια τῆς κα­ρέ­κλας.

            Ἄ­κου­σε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ χτυ­πᾶ τὴν ἑ­στί­α τοῦ μα­γει­ρέ­μα­τος μὲ ἕ­να σφυ­ρί. Φώ­να­ξε «πό­τε θὰ φᾶ­με;», ἐ­νῶ στρί­μω­χνε ἕ­να κε­ρὶ μέ­σα στὸ στό­μα του.

            Ὅ­ταν θὰ εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἕ­τοι­μη, οὔρ­λια­ξε ἐ­κεί­νη.

            Θὲς νὰ ἔρ­θω νὰ στὶς βρέ­ξω; Οὔρ­λια­ξε ἐ­κεῖ­νος.

            Γιὰ κό­πια­σε καὶ θὰ φᾶς κλο­τσιὰ ποὺ θὰ σοῦ πε­τα­χτοῦν τὰ μά­τια ἔ­ξω.

            Θὰ σοῦ ξε­ρι­ζώ­σω τὰ αὐ­τιά.

            Θὰ σοῦ ρί­ξω σφα­λιά­ρα στὰ μοῦ­τρα.

            Θὰ σὲ κλο­τσή­σω ἀ­κρι­βῶς στὸ δι­ά­φραγ­μα.

            Θὰ σὲ δι­πλώ­σω στὰ δύ­ο.

            Ὁ γέ­ρος ἔ­φα­γε τε­λι­κά το ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ό του χέ­ρια. Ἡ γριὰ εἶ­πε, πα­λι­ο­η­λί­θι­ε, για­τί δὲν τὸ μα­γεί­ρε­ψες πρῶ­τα; Σὰν ζῶ­ον κά­νεις – Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι πρέ­πει νὰ κα­τευ­νά­ζω τὴν κου­ζί­να κά­θε βρά­δυ, εἰ­δάλ­λως θὰ μὲ μα­γει­ρέ­ψει καὶ θὰ μὲ προ­σφέ­ρει στὰ πον­τί­κια μέ­σα στὸ κα­λύ­τε­ρο σερ­βί­τσιο μου. Καὶ ξέ­ρεις τί λι­γο­φά­γα ποὺ εἶ­ναι· ὕ­στε­ρα θὰ πλα­κώ­σουν οἱ μύ­γες, καὶ πῶς μι­σῶ τὶς μύ­γες μέ­σα στὴν κου­ζί­να μου.

            Ὁ γέ­ρος κα­τά­πι­ε ἕ­να κου­τά­λι. Ὡ­ραῖ­α, εἶ­πε ἡ γριά, τώ­ρα εἴ­μα­στε μεῖ­ον ἕ­να κου­τά­λι.

            Ὁ γέ­ρος, μὴν μπο­ρών­τας νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸν θυ­μό του, ἔ­κα­νε τὸν ἑ­αυ­τό του μιὰ χα­ψιά.

            Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἡ γριά, τώ­ρα τὸ πα­ρά­κα­νες.



Πη­γή: Robert Shapard / James Thomas (ἐ­πιμ.), Sudden Fiction: American ShortShort Stories, Σὸλτ Λέ­ικ Σί­τι, Peregrine Smith Books (Gibbs Smith, Publisher), 1986 [ἀ­να­τύ­πω­ση ἀ­πό το: Russell Edson, The Very Thing That Happens, New Directions, 1964 = πρώ­τη ἔκ­δο­ση.].

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson) (1935, Κο­νέ­κτι­κατ – 2014, Κο­νέ­κτι­κατ). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἐ­ξέ­δω­σε ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν, κα­θὼς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Τὰ σχέ­δια στὰ βι­βλί­α του τὰ ἔ­φτια­χνε ὁ ἴ­διος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ κει­μέ­νων Ὅ­ταν τὸ τα­βά­νι κλαί­ει (Αἰ­γό­κε­ρως, 1985) σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ντὰν Κό­ις (Dan Kois): Ἡ μι­σαν­θρω­πι­κὴ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α τῆς Τζόι Οὐ­ί­λιαμς



Ντὰν Κό­ις (Dan Kois)  [Joy Williams, Ἀφιέρωμα, 11/11]


Ἡ μι­σαν­θρω­πι­κὴ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς

(The Misanthropic Genius of Joy Williams)


ΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ, ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη ἐκ­κλη­σί­α τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς χά­ρι­σε κάμ­πο­σα στα­σί­δια ἔ­πει­τα ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀ­να­καί­νι­ση. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς πη­γαί­νει στὴν ἐκ­κλη­σί­α μό­νο τὸν Ἀ­πρί­λιο καὶ τὸν Ὀ­κτώ­βριο, τό­τε ποὺ τὰ συ­χνὰ τα­ξί­δια της μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­π’ τὴ μιὰ ἄ­κρη τῆς χώ­ρας στὴν ἄλ­λη τὴ βγά­ζουν στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ, ὡ­στό­σο ἤ­θε­λε ὁ­πωσ­δή­πο­τε στα­σί­δι. Δα­νεί­στη­κε ἕ­να τρέ­ι­λερ, φόρ­τω­σε τὸ στα­σί­δι μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς φί­λου καὶ ὁ­δή­γη­σε χί­λια ἑ­ξα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα σέρ­νον­τάς το πί­σω ἀ­π’ τὸ πε­λώ­ριο Bronco της, ἔ­χον­τας γιὰ συ­νε­πι­βά­τες τοὺς δυ­ὸ ποι­με­νι­κούς της. Τώ­ρα, τὸ μα­κρύ, σκου­ρό­χρω­μο στα­σί­δι συ­νε­χί­ζει τὴ ζω­ή του στὸ σπί­τι της στὸ Τοῦ­σον.

       Ὅ­ταν ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἦ­ταν παι­δί, ὁ πα­τέ­ρας της ἦ­ταν ἱ­ε­ρέ­ας σὲ προ­τε­σταν­τι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α στὸ Πόρ­τλαντ, Μέ­ιν. «Τὸ κή­ρυγ­μά του ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χο», μοῦ εἶ­πε κα­θὼς πε­ζο­πο­ρού­σα­με δι­α­σχί­ζον­τας τοὺς λο­φί­σκους στοὺς πρό­πο­δες τῆς Σάν­τα Κα­τα­λί­να στὴν Ἀ­ρι­ζό­να παίρ­νον­τας μο­νο­πά­τια ποὺ ἡ ἴ­δια τὰ περ­πα­τᾶ κά­θε πρω­ί. Τὴ ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε πο­τὲ σκε­φτεῖ νὰ γί­νει κή­ρυ­κας σὰν τὸν πα­τέ­ρα της: Συ­χνὰ οἱ ἱ­στο­ρί­ες της εἶ­ναι κα­τὰ βά­θος πα­ρα­βο­λὲς καὶ τὸ γρά­ψι­μό της εἶ­ναι πῦρ, πῦρ τῆς κο­λά­σε­ως κι ἐ­ξύ­μνη­ση ἐ­ξί­σου. «Ὄ­χι, ὄ­χι, εἶ­μαι πο­λὺ συ­νε­σταλ­μέ­νη», εἶ­πε, πρὶν βυ­θι­στεῖ σὲ μιὰ συμ­πα­θη­τι­κὴ σι­ω­πή, μὲ μό­νο ἦ­χο τὸ τρί­ξι­μο ἀ­π’ τὰ στα­ρά­κια της στὸ χῶ­μα. «Ἴ­σως αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ χρει­ά­ζο­μαι», ἔ­κρω­ξε ἀ­πό­το­μα. «Ἕ­νας ἄμ­βω­νας, νὰ τὸν παίρ­νω μα­ζί μου ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση σὲ ἀ­νά­γνω­ση.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς εἶ­ναι στε­γνή, μυ­ώ­δης καὶ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νη, τὰ χέ­ρια καὶ τὸ πρό­σω­πό της ρυ­τι­δι­α­σμέ­να μὲ τρό­πο βι­βλι­κό. Εἶ­ναι ἑ­βδο­μήν­τα ἑ­νός. Πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια, ἔ­χα­σε τὰ γυα­λιά της ἐ­νῶ ἦ­ταν κα­λε­σμέ­νη σὲ κά­ποι­ο πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ ἀ­να­λό­γιο χρει­ά­στη­κε νὰ φο­ρέ­σει συν­τα­γο­γρα­φη­μέ­να γυα­λιὰ ἡ­λί­ου· ἐ­κτι­μών­τας, πι­θα­νόν, τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν, τὰ φο­ρᾶ ἔ­κτο­τε ὅ­λη μέ­ρα κι ὅ­λη νύ­χτα. Πα­ρο­μοί­ως μὲ τὸ στα­σί­δι ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σί­α στὸ κα­θι­στι­κό της, τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου μοιά­ζουν μὲ πρά­ξη πε­ρι­φρό­νη­σης τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀ­νέ­σε­ων, ἐκ­κεν­τρι­κό­τη­τα ποὺ φέρ­νει ὅ­λους τους ἄλ­λους σὲ ἀ­μη­χα­νί­α, τὴν Οὐ­ί­λιαμς τὴν κά­νει ὡ­στό­σο νὰ νι­ώ­θει πιὸ ἀ­σφα­λής.

       Εἶ­χε μό­λις ξη­με­ρώ­σει, ἤ­δη ὅ­μως φυ­σοῦ­σε καυ­τός, ἀ­πο­πνι­κτι­κὸς ἀ­έ­ρας. Φτά­σα­με σὲ μιὰ βου­νο­κορ­φὴ καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἤ­πι­ε νε­ρὸ ἀ­π’ τὸ γδαρ­μέ­νο καὶ σκαμ­μέ­νο πα­γού­ρι τῶν σκύ­λων της. Σμή­νη ἀ­πὸ μαῦ­ρα, χον­τρὰ μυρ­μήγ­κια συ­νέ­ρε­αν σὲ μιὰ χα­ρα­μά­δα δί­πλα στὰ πό­δια μας. Τρεῖς κά­κτοι σαγ­κουά­ρο στέ­κον­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­ρα­δι­πλα­νοῦ λό­φου καὶ οἱ κορ­μοί τους ἦ­ταν κά­τω χα­μη­λὰ μαῦ­ροι ἀ­πὸ κά­ποι­α πρό­σφα­τη πυρ­κα­γιὰ ἢ ἀ­σθέ­νεια δε­κα­ε­τι­ῶν. Πο­λὺ μα­κριά μας, ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­πί­θα­νο σύν­νε­φο-ἀ­μό­νι ἔ­ρι­χνε κα­ρε­κλο­πό­δα­ρα στὴν ἔ­ρη­μο Σο­νό­ρα. Τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­σα βλέ­πα­με δὲν ἔ­δι­νε δε­κά­ρα γιὰ μᾶς.

       Τὸ νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λέ­σει κα­νείς, μὲ βά­ση τὴν πε­νην­τά­χρο­νη κα­ρι­έ­ρα της, συγ­γρα­φέ­α τῶν συγ­γρα­φέ­ων δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Τὶς τρεῖς συλ­λο­γές της μὲ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα σκο­τει­νῶν ἀ­πο­χρώ­σε­ων δι­α­σκε­δα­στι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της τὰ ἀ­γνο­οῦν κα­τὰ κα­νό­να οἱ ἀ­να­γνῶ­στες, τὰ λα­τρεύ­ουν ὅ­μως ὁ­λό­κλη­ρες γε­νι­ὲς ἀ­πὸ μέ­τρ τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ εἶ­ναι ἴ­σως ἡ κα­τε­ξο­χὴν συγ­γρα­φέ­ας τῶν συγ­γρα­φέ­ων. «Ἔ­φε­ρε σὲ πέ­ρας μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειά, παίρ­νον­τας τὸ σφι­χτό, μι­νι­μα­λι­στι­κὸ δι­ή­γη­μα τοῦ Κάρ­βερ καὶ δεί­χνον­τας ὅ­τι μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὸ ἐμ­πλου­τί­σει μὲ τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς κω­μω­δί­ας», μοῦ λέ­ει ὁ Τζὸρτζ Σόν­τερς, «τὸ ἐ­ξό­χως ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ αὐ­τὸ καὶ μο­να­δι­κὸ στὸ εἶ­δος του ἀ­στεῖ­ο πού ’­ναι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πό­νο».

       Μιὰ τυ­πι­κὴ πρω­τα­γω­νί­στρια τῆς Οὐ­ί­λιαμς θά ’­ναι ἕ­να δύ­στρο­πο κο­ρί­τσι ἢ μιὰ δύ­στρο­πη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα τῆς ὁ­ποί­ας οἱ κα­κὲς ἀ­πο­φά­σεις ἢ ἡ κα­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἢ καὶ τὰ δύ­ο μᾶς δυ­σκο­λεύ­ουν νὰ τὴ θαυ­μά­σου­με: Τὴν κο­πα­νά­ει τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἄν­τρας της πλη­ρώ­νει στὸ βεν­ζι­νά­δι­κο ἢ κά­νει ἄ­νω-κά­τω το δω­μά­τιο τῆς φι­λο­ξε­νού­με­νής της γιὰ νὰ δι­α­βά­σει τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της. Στὴν ἀ­κρι­βῆ, λι­τή, αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ πρό­ζα τῆς Οὐ­ί­λιαμς, οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες ἐ­πι­ζη­τοῦν τὸ ὑ­ψη­λό, συ­χνὰ ὅ­μως ἡ προ­σγεί­ω­ση εἶ­ναι θλι­βε­ρή: «Ὁ Σὰμ καὶ ἡ Ἐ­λί­ζαμ­πεθ γνω­ρί­στη­καν ὅ­πως γνω­ρί­ζον­ται συ­νή­θως οἱ ἄν­θρω­ποι. Ξαφ­νι­κά, ἕ­να ἀ­πα­τη­λὸ φῶς ἄ­να­ψε στὸ σκο­τά­δι. Ἕ­να φῶς ποὺ ὑ­πεν­θύ­μι­ζε ζο­φε­ρὰ τὴν ἐ­ρη­μιὰ τοῦ σκο­τα­διοῦ.» Εἶ­ναι χα­ρι­σμα­τι­κὴ στὸ νὰ σχη­μα­τί­ζει προ­τά­σεις τῶν ὁ­ποί­ων οἱ ἀ­νη­συ­χα­στι­κὲς τρο­πὲς —«Τὴν ὥ­ρα ποὺ σκε­φτό­ταν κά­τι φο­βε­ρὰ ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νο καὶ δι­α­σκε­δα­στι­κὸ νὰ πεῖ, γεν­νή­θη­κε τὸ μω­ρό»— τα­ρα­κου­νᾶ­νε τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, τὸ ἴ­διο ποὺ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες, ἔ­τσι ὅ­πως ἡ ζω­ὴ τοὺς κά­νει ὅ­λους ὅ,τι γου­στά­ρει. Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους μί­λη­σα γιὰ τὸ ἔρ­γο τῆς Οὐ­ί­λιαμς εἶ­παν ὅ­τι τοὺς προ­ξε­νεῖ δέ­ος τὸ με­γα­λεῖ­ο ποὺ ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­π’ τὶς ἱ­στο­ρί­ες της μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς φρι­κιὰ κι ἀ­προ­σάρ­μο­στους. «Δι­α­θέ­τει ὅ­ρα­μα», μοῦ εἶ­πε ἡ Κά­ρεν Ρά­σελ, «καὶ δί­νει στοὺς ἀν­θρώ­πους νέ­ες δι­α­στά­σεις το­πο­θε­τών­τας τους σὲ φόν­το κο­σμι­κό».

       Τὸν μή­να αὐ­τό, ὁ ἐκ­δο­τι­κὸς οἶ­κος Knopf θὰ ἐκ­δώ­σει τὸ The Visiting Privilege, μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ 46 ἱ­στο­ρί­ες ποὺ πα­γι­ώ­νουν τὴν Οὐ­ί­λιαμς ὄ­χι μό­νο ὡς μιὰ ἐκ τῶν με­γα­λύ­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς γε­νιᾶς της ἀλ­λὰ καὶ ὡς τὴν ἐ­ξέ­χου­σα ρα­ψω­δὸ τῆς ἀ­ση­μαν­τό­τη­τας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Τὸ μό­το τῆς συλ­λο­γῆς εἶ­ναι ἕ­νας στί­χος ἀ­πὸ τὴν Α’ ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς Κο­ριν­θί­ους: «πάν­τες δὲ ἀλ­λα­γη­σό­με­θα, ἐν ἀ­τό­μῳ, ἐν ῥι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ». Ὅ­ταν ὁ Ντὸν Ντε­Λί­λο κλή­θη­κε νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴν Οὐ­ί­λιαμς, μνη­μό­νευ­σε ἀρ­χι­κὰ αὐ­τὸν τὸν στί­χο. Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ μοῦ εἶ­πε: «Πρό­κει­ται γιὰ τὸν ὁ­ρι­σμὸ τοῦ κλα­σι­κοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος. Κι εἶ­ναι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Τζό­ι γρά­φει τό­σο ὄ­μορ­φα.»

       Μιᾶς καὶ στὴν Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς ἀ­ρέ­σουν τὰ τα­ξί­δια μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἂς ἐ­πι­βι­βα­στοῦ­με σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ ὄ­χη­μα μιὰ ἱ­στο­ρί­α της. Ὁ δρό­μος εἶ­ναι οἰ­κεῖ­ος – θὰ ἀ­να­γνω­ρί­σε­τε τὸ θρη­σκευ­τι­κὸ ὑ­πό­στρω­μα· τὸ σκο­τει­νὸ χι­οῦ­μορ· τὰ ζων­τα­νὰ ποὺ φτε­ρο­κο­ποῦν πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια καὶ συν­θλί­βον­ται στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Θὰ χα­μο­γε­λά­σε­τε μὲ τὸν ἀ­φο­πλι­στι­κὸ τρό­πο ποὺ δι­α­θέ­τει ἡ Οὐ­ί­λιαμς νὰ βά­ζει τὶς λέ­ξεις στὴ σει­ρά, ἐκ­μαι­εύ­ον­τας ἀ­π’ αὐ­τὲς ἀ­νη­συ­χα­στι­κὰ νο­ή­μα­τα: «Οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες κά­θι­σαν στὸ κα­θι­στι­κὸ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νες ἀ­πὸ ξύ­λι­νες πά­πι­ες. Οἱ πά­πι­ες, θε­σπέ­σι­ες καὶ τυ­ραν­νι­κὲς εἶ­χαν φω­λιά­σει σ’ ὅ­λες τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες.» Θε­ω­ρεῖ­τε πὼς ξέ­ρε­τε τὴ δι­α­δρο­μὴ ποὺ πρό­κει­ται ν’ ἀ­κο­λου­θή­σε­τε, ὕ­στε­ρα ὅ­μως ἀ­πὸ κάμ­πο­σες πα­ρα­καμ­πτή­ρι­ες καὶ φουρ­κέ­τες εἶ­ναι πι­θα­νὸ νά ’­χε­τε χά­σει τε­λεί­ως τὰ ἴ­χνη καὶ νὰ μὴν ἔ­χε­τε ἰ­δέ­α πῶς θὰ βρε­θεῖ­τε ἐ­κεῖ ποὺ σκο­πεύ­α­τε νὰ πᾶ­τε. Στὸ τέ­λος τῆς βόλ­τας μπο­ρεῖ τὰ φρέ­να νὰ σφυ­ρί­ζουν ἢ τὰ τζά­μια νά ’­χουν γί­νει θρύ­ψα­λα. Δι­ό­λου ἀ­πί­θα­νο αὐ­τὸ νά ’­ναι ὄ­μορ­φο:

       Τὸ αὐ­το­κί­νη­το ντε­ρα­πά­ρι­σε, τούμ­πα­ρε καὶ ξα­να­τούμ­πα­ρε, ὡς ἐκ θαύ­μα­τος εὐ­θυ­γραμ­μί­στη­κε καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε πά­λι στὸν δρό­μο, μὲ τὴν ὀ­ρο­φὴ καὶ τὰ φτε­ρὰ δι­α­λυ­μέ­να… Κα­νεὶς δὲν τραυ­μα­τί­στη­κε καὶ σὲ πρώ­τη φά­ση ἀρ­νή­θη­καν κι­ό­λας ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ κά­τι σπου­δαῖ­ο. Ἡ Μέ­ι εἶ­πε: «νό­μι­σα ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς ἕ­να ὄ­νει­ρο, κι ἔ­τσι συ­νέ­χι­σα τὴν πο­ρεί­α μου.»

       Καὶ τὰ θαυ­μα­στι­κά! Κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους καὶ χτυ­ποῦν σὰν σφυ­ριά. Ὑ­πο­νο­οῦν μιᾶς μορ­φῆς ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πῶς ἡ ἴ­δια κι ἐ­μεῖς μα­ζί της βρε­θή­κα­με ἐν­τέ­λει σ’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀ­πί­θα­να μέ­ρη. («Ὁ μπαμ­πὰς κά­πνι­ζε κι ἔ­πι­νε καὶ πα­ρα­συ­ρό­ταν σὲ θλι­βε­ρὲς δη­λώ­σεις. Ἐ­νί­ο­τε γι­νό­ταν πο­λὺ σκλη­ρὸς μα­ζί τους, λὲς καὶ δὲν σή­μαι­ναν τὰ πάν­τα γιὰ κεῖ­νον!») Ἡ Ἂν Μπί­τι ἀ­να­φέ­ρει τὸ ἑ­ξῆς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θαυ­μα­στι­κό: «Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς τὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­χνὰ καὶ ἄ­κρι­τα. Ἡ Τζό­ι χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ θαυ­μα­στι­κὰ μὲ σύ­νε­ση, συ­νή­θως δι­ό­τι κά­ποι­ος χα­ρα­κτή­ρας νι­ώ­θει ἀ­μή­χα­να λό­γῳ τῆς ἔλ­λει­ψης σύν­δε­σης ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὸ ποὺ λέ­γε­ται καὶ σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νε­ται νὰ ἐν­νο­η­θεῖ. Ὅ­πως ὅ­ταν γε­λᾶ­με ἀ­μή­χα­να τὴν ὥ­ρα ποὺ λέ­με κά­τι.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς μι­λᾶ σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀ­πὸ βι­βλί­ο τῆς Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς· ὅ­ση ὥ­ρα πε­ρά­σα­με μα­ζί, ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὀ­λι­γό­λο­γη, σὲ ἀρ­κε­τὲς πε­ρι­πτώ­σεις, ὡ­στό­σο, ὕ­ψω­σε τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς της ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας κά­τι τό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ γιὰ τὴν προ­σω­πι­κή της ζω­ή, ποὺ κι ἐ­γὼ γέ­λα­σα ἀ­μή­χα­να. Ὁ ρυθ­μὸς τῆς συ­ζή­τη­σής μας —κου­βεν­τού­λα μὲ κυ­ρί­αρ­χο ση­μεῖ­ο στί­ξης τὴ σι­ω­πή, σι­ω­πὴ ποὺ τὴ δι­έ­κο­πταν ἐ­πι­φω­νή­μα­τα ἀ­πό­γνω­σης καὶ μα­νί­ας— ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν τὸ εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει. Κά­ποι­α στιγ­μή, τρο­μά­ζον­τας κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος, βρέ­θη­κα νὰ τὴ ρω­τῶ πῶς θά ’­θε­λε νὰ πε­θά­νει. Ἀ­πάν­τη­σε ἀ­κα­ρια­ῖα: «Σὲ τρο­χαῖ­ο. Εἶ­ναι γρή­γο­ρο.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς γνώ­ρι­σε τὸν πρῶ­το της σύ­ζυ­γο, τὸν Φρὲντ Μακ­Κόρ­μακ, τὸν και­ρὸ ποὺ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα. Με­τα­κό­μι­σαν στὴ Φλό­ριν­τα, ἐ­κεῖ ὁ Μακ­Κόρ­μακ δού­λε­ψε ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τὴς κι ἀ­πέ­κτη­σαν μιὰ κό­ρη, τὴν Κέ­ι­τλιν. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­γρα­φε σ’ ἕ­να τρο­χό­σπι­το ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Τα­λα­χά­σι ὅ­που ἔ­μει­ναν γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα, κά­τι ποὺ πε­ρι­έ­γρα­ψε στὴν ἱ­στο­ρί­α της μὲ τί­τλο «Woods»: «Ὁ τό­πος μύ­ρι­ζε τσι­γά­ρα καὶ πον­τί­κια ποὺ ξέ­φευ­γαν ἀ­π’ τὶς πα­γί­δες. Ἡ τα­πε­τσα­ρί­α στοὺς τοί­χους βυ­θι­ζό­ταν μὲ τὸ ποὺ τὴν ἄγ­γι­ζες.» Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­φε­ρε στὴ μνή­μη της τὶς συν­θῆ­κες δι­α­βί­ω­σης καὶ τὶς χα­ρα­κτή­ρι­σε «ἄ­ψο­γες, ὄν­τως μα­κά­βρι­ες συν­θῆ­κες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να πρῶ­το μυ­θι­στό­ρη­μα».

       Προ­τοῦ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τό, τὸ State of Grace, φτά­σει νὰ θέ­σει ὑ­πο­ψη­φι­ό­τη­τα γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου (National Book Award) τὸ 1974, ἡ Οὐ­ί­λιαμς εἶ­χε πά­ρει δι­α­ζύ­γιο ἀ­πὸ τὸν Μακ­Κόρ­μακ καὶ εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ τὸν Λ. Ρὰ­στ Χίλς, τὸν γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ὑ­πεύ­θυ­νο λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Esquire· σύν­το­μα ὁ Χὶλς υἱ­ο­θέ­τη­σε τὴν κό­ρη της. Ἀ­κό­μη κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν στα­θε­ρὸ γά­μο 30 καὶ βά­λε χρό­νων, στὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἔ­γρα­φε ἡ Οὐ­ί­λιαμς τὸ βλέμ­μα της πα­ρέ­μει­νε δη­κτι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸν ἔ­ρω­τα· οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες της ἐ­ρω­τεύ­ον­ται τοὺς λά­θος ἀν­θρώ­πους, ἀ­νη­συ­χοῦν ὅ­ταν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι τοὺς πα­ρα­τᾶ­νε, κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν εἶ­ναι ἀ­πε­ρί­σκε­πτα σκλη­ροὶ μα­ζί τους. Λα­χτα­ροῦν νὰ πα­θια­στοῦν, δὲν ξέ­ρουν ὅ­μως τί νὰ κά­νουν με­τά. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ βρί­σκε­ται πε­λα­γω­μέ­νη στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ «The Lover» (1974), ἐ­νῶ εἶ­ναι σὲ σχέ­ση, «θέ­λει νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ», γρά­φει ἡ Οὐ­ί­λιαμς. «Τὸ πρό­σω­πό της εἶ­ναι ρου­φηγ­μέ­νο ὅ­πως τὰ πρό­σω­πα τῶν μα­ται­ω­μέ­νων ἐ­ρα­στῶν. Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο!»

       Στὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ἀ­φή­νει τὴν κό­ρη της στὸν παι­δι­κὸ σταθ­μὸ γιὰ νὰ πά­ει γιὰ ἱ­στι­ο­πλο­ΐ­α μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της καί, μό­λις ἐ­πι­στρέ­φει, δυ­σκο­λεύ­ε­ται ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸ παι­δί της: «Ὑ­πάρ­χουν τό­σα παι­διά, ἄλ­λω­στε, σ’ αὐ­τὰ τὰ δω­μά­τια, ἔ­χουν ὅ­λα τὶς ἴ­δι­ες δι­α­στά­σεις, εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κά, πα­ρά­ξε­να πλά­σμα­τα.» Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­χει στα­θεῖ δί­πλα στὴν, ἐ­νή­λι­κη τώ­ρα πιά, κό­ρη της καὶ στὸν ἐγ­γο­νό της, καὶ μοῦ μι­λᾶ γιὰ τὴν ξέ­γνοια­στη παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τῆς κό­ρης της δί­πλα στὴ θά­λασ­σα στὴ Φλό­ριν­τα. Μιὰ κά­ποι­α ἀμ­φι­θυ­μί­α ὡ­στό­σο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ νὰ εἶ­σαι γο­νιὸς ἔ­χει ἐμ­πο­τί­σει τὴ δου­λειά της. Μοιά­ζει, στὴ δι­α­μά­χη ἀ­νά­με­σα στοὺς γο­νεῖς καὶ τοὺς ἀ­πο­γό­νους τους, νὰ παίρ­νει τὸ μέ­ρος τῶν παι­δι­ῶν· ξέ­ρει ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες τους καὶ τὰ μι­κρο­πα­ρα­πτώ­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ ὑ­πο­πέ­σουν γιὰ νὰ τὶς ὑ­λο­ποι­ή­σουν. «Ὅ­λα τα παι­διὰ κά­νουν ζα­βο­λιές», γρά­φει στὴν ἱ­στο­ρί­α της «The Excursion». «Οἱ ζω­ές τους εἶ­ναι ἀ­συμ­βί­βα­στες μὲ τὰ ὅ­ρια ποὺ τοὺς ἐ­πι­βάλ­λει τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ βί­ω­μά τους.»

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς καὶ ὁ Χὶλς στὴν πο­ρεί­α ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὸ Κὶ Οὐ­έ­στ. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ σκη­νὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, καλ­λι­έρ­γη­σαν τὴ δι­κή τους κοι­νό­τη­τα συγ­γρα­φέ­ων καὶ δι­ορ­γά­νω­ναν βρα­δι­ὲς στὸ σπί­τι τους στὴν Πά­ϊν Στρίτ. Ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ πιὸ ἐ­ξω­στρε­φὲς πε­ρι­βάλ­λον, θυ­μᾶ­ται ἡ Οὐ­ί­λιαμς, δὲν ἦ­ταν λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴν πα­ρέ­α στὴ ζού­λα καὶ πή­γαι­νε νω­ρὶς γιὰ ὕ­πνο. Τὸ με­θυ­σμέ­νο καὶ μυ­στη­ρι­ῶ­δες δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά της The Changeling (1978) ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἀλ­λη­λε­πί­δρα­ση ἀ­νά­με­σα στὶς ἐ­σω­τε­ρι­κὲς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τὸν φυ­σι­κὸ κό­σμο: Σ’ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ νη­σὶ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ, οἱ ἄν­θρω­ποι τρέ­χουν σὰν ζῶ­α στὰ χορ­τά­ρια, χλι­μιν­τρί­ζουν σὰν ἄ­λο­γα, δαγ­κώ­νουν καὶ γρα­τζου­νί­ζουν. Σὲ μιὰ ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­τη σκη­νὴ ἕ­να κο­ρί­τσι με­τα­μορ­φώ­νε­ται γιὰ μιὰ μό­νο στιγ­μὴ σὲ ἐ­λά­φι, τὰ πλευ­ρά της «τὰ σκε­πά­ζει πυ­κνό, στιλ­πνὸ τρί­χω­μα».

       Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —ὅ­πως τὸ ἔ­θε­σε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ντουά­ιτ Γκάρ­νερ, κρι­τι­κὸς τῆς New York Times— «θά­φτη­κε κι ὕ­στε­ρα πυρ­πο­λή­θη­κε ζων­τα­νὸ» ἀ­πὸ τὸν Ἀ­να­τὸλ Μπρο­γιὰρ στὴν Times. «Ἔ­γρα­ψε γι’ αὐ­τὸ πρὶν προ­λά­βει κα­λὰ-κα­λὰ νὰ ἐκ­δο­θεῖ!», λέ­ει ὀρ­γι­σμέ­νη ἡ Οὐ­ί­λιαμς γιὰ τὸν Μπρο­γιάρ. «Δὲν κρα­τι­ό­ταν νὰ μὲ θά­ψει.» Ἡ Οὐ­ί­λιαμς, πι­κρα­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κρι­τι­κή, ἐ­ξέ­δω­σε τὸ τρί­το μυ­θι­στό­ρη­μά της Breaking and Entering μό­λις τὸ 1988· ἡ ἀ­γω­νι­ώ­δης ἱ­στο­ρί­α στὴν ὁ­ποί­α ἕ­να ζευ­γά­ρι πλά­νη­τες κά­νουν δι­αρ­ρή­ξεις σ’ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια ἐ­νῶ οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες τους ἀ­που­σιά­ζουν στὸν βορ­ρᾶ δι­α­βά­ζε­ται τώ­ρα ὡς ἀ­κτί­νες Χ τῆς ἐ­πο­χῆς του – ἄ­νο­μο καὶ δυ­σοί­ω­νο. Ἡ πα­ρα­λί­α τῆς Φλό­ριν­τας ὑ­πάρ­χει μό­νο ὅ­πως τὴ βλέ­πουν μέ­σα ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα οἱ ἀ­νό­η­τοι δι­α­χει­μα­στὲς ποὺ ζοῦν πί­σω ἀ­π’ αὐ­τά.

       Μὲ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Quick and the Dead τοῦ 2000, ἡ δου­λειὰ τῆς Οὐ­ί­λιαμς πῆ­ρε μιὰ αἰφ­νί­δια τρο­πὴ καὶ το­πο­θε­τή­θη­κε σ’ ἕ­να νέ­ο το­πί­ο: στὴν Ἀ­ρι­ζό­να, ὅ­που ἡ ἴ­δια καὶ ὁ Χὶλς εἶ­χαν ἀ­γο­ρά­σει σπί­τι. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς ρί­χνει τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες της –φαν­τά­σμα­τα καὶ ἐ­φή­βους καὶ ἀ­να­ζη­τη­τές– στὴν ἔ­ρη­μο μὲ ἰ­δι­ά­ζου­σα ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ μα­νί­α. Κι οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες δὲν πο­λυ­σκο­τί­ζον­ται γιὰ τὸ τί πι­στεύ­ουν οἱ ἄλ­λοι γι’ αὐ­τούς, ὅ­πως κι ἡ δη­μι­ουρ­γός τους. Στὸ The Quick and the Dead ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ το­πί­ου ἔρ­χε­ται γιὰ τὴν Οὐ­ί­λιαμς ἀ­πὸ τὴ γῆ, τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ φυ­τά, τὰ ζῶ­α, τὴ θα­νά­σι­μη ζέ­στη – καὶ τὴν ἀ­να­κο­λου­θί­α κά­θε ἀν­θρώ­πι­νης προ­σπά­θειας σ’ ἕ­ναν κό­σμο σὰν κι αὐ­τόν. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο δι­α­σκε­δά­ζουν μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ ἔ­ρη­μος το­πο­θε­τεῖ κά­θε χα­ρα­κτή­ρα στὴν κό­ψη τοῦ μα­χαι­ριοῦ· στὴν ἱ­στο­ρί­α «Charity» ἕ­να καὶ μό­νο φί­δι ποὺ δι­α­σχί­ζει τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο τοῦ Νέ­ου Με­ξι­κοῦ ἀ­ναγ­κά­ζει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το «μὲ τοὺς ἄ­ξο­νές του νὰ συν­τρί­βον­ται» νὰ πέ­σει πά­νω σ’ ἕ­να μά­τσο δι­α­βο­λό­χορ­τα, φυ­τὰ ποὺ κά­θε τους μέ­ρος εἶ­ναι δη­λη­τη­ρι­ῶ­δες.» Τὸ ἀ­τύ­χη­μα συμ­βαί­νει δι­ό­τι ἕ­να ἀ­γό­ρι ἁρ­πά­ζει τὸ τι­μό­νι καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ πα­τή­σει τὸ φί­δι. Ἀ­κό­μη καὶ στὸ τρο­μα­χτι­κὸ χά­ος ποὺ προ­ξε­νεῖ­ται ἀ­π’ τὴ σύγ­κρου­ση, ἡ Οὐ­ί­λιαμς τὸ γυρ­νᾶ στὴν κω­μω­δί­α: «Ἤ­θε­λα σὰν τρε­λὸς αὐ­τὸ τὸ φί­δι», μουρ­μου­ρί­ζει τὸ ἀ­γό­ρι.

       Θέ­τον­τας ὑ­πο­ψη­φι­ό­τη­τα γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ, τὸ The Quick and the Dead ἀ­πη­χεῖ τὸ νέ­ο πά­θος τῆς Οὐ­ί­λιαμς γιὰ τὸ πε­ρι­βάλ­λον, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­μο­χλεύ­τη­κε τὸ 1997 κι ἐ­νῶ ἀρ­θρο­γρα­φοῦ­σε στὸ Harper’s γιὰ τὸ κί­νη­μα ὑ­πε­ρά­σπι­σης τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ζώ­ων. Τὸ ἄρ­θρο της «The Inhumanity of the Animal People» ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 2001 στὴ φρέ­σκια συλ­λο­γὴ Ill Nature. Ἐ­νῶ τὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον στὴ μυ­θο­πλα­σί­α της εἶ­ναι ὑ­πο­βλη­τι­κὸ κι ἔ­χει μιὰ ἄ­γρια ὀ­μορ­φιά, τὰ δο­κί­μια αὐ­τὰ εἶ­ναι ἱ­ε­ρε­μιά­δες – ὠ­μὰ καὶ μαι­νό­με­να καὶ δί­χως δι­ά­θε­ση νὰ δώ­σουν τὸ πα­ρα­μι­κρὸ δί­κιο. «Ἡ ἐ­πέμ­βα­σή σας στὴ Φύ­ση ὑ­πῆρ­ξε ὁ­λωσ­δι­ό­λου βί­αι­η», λέ­ει, «Δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ συλ­λά­βε­τε τὸ με­γα­λεῖ­ο της».

       «Τί νὰ τὴν κά­νω τὴν εὐ­γέ­νεια;», μὲ ρώ­τη­σε κά­ποι­ο βρά­δυ ἀρ­γά. «Τί νὰ τὴν κά­νω τὴ με­τρι­ο­πά­θεια;» Τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου ἀ­στρά­φτα­νε στὸ φῶς τῆς λάμ­πας. «Τί­πο­τε δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀλ­λά­ξει, ἂν πρῶ­τα δὲν σκο­τώ­σουν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἄ­γριο ζῶ­ο ποὺ ζεῖ στὸν πλα­νή­τη.»

       Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πρὶν ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α μας, συ­νάν­τη­σα τὴν Οὐ­ί­λιαμς σὲ μιὰ αὐ­λὴ στὸ Arizona Inn, το­πο­θε­σί­α ποὺ ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἐ­σω­στρε­φὴς συγ­γρα­φέ­ας τὴν ἐ­πέ­λε­ξε ἀ­κρι­βῶς γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὰ σκυ­λιά, τὴ χε­λώ­να, τὸ σπί­τι ἢ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της. To ξε­νο­δο­χεῖ­ο εἶ­ναι κα­λαί­σθη­το ἀλ­λὰ ἀ­παρ­χαι­ω­μέ­νο, εἶ­ναι ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρουν δω­ρε­ὰν πα­γω­τὸ πλά­ϊ στὴν πι­σί­να κά­θε βρά­δυ. Τὴ ρώ­τη­σα πῶς βγά­ζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν. (Τὸ μο­να­δι­κὸ βι­βλί­ο της ποὺ πού­λη­σε ἀρ­κε­τὰ εἶ­ναι ἕ­νας του­ρι­στι­κὸς ὁ­δη­γὸς γιὰ τὸ Φλό­ριν­τα Κὶς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­ψε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, κα­τα­πλη­κτι­κὸ δεῖγ­μα γρα­φῆς καὶ μὲ ἔν­το­νη τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση γιὰ τὸν του­ρι­σμό.) «Τί ἐ­ρώ­τη­ση!» Γέ­λα­σε μὲ τὸ βρα­χνό της γέ­λιο, τὸ σκέ­φτη­κε, ὡ­στό­σο, πί­νον­τας ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἕ­να πο­τή­ρι λευ­κὸ κρα­σί. «Δὲν βγαί­νει», εἶ­πε, «Δὲν ξέ­ρω! Δὲν ξέ­ρω πῶς ἔ­ζη­σα».

       Ἡ Οὐ­ί­λιαμς δὲν ἔ­χει δι­εύ­θυν­ση email. Ἔ­χει ἕ­να πα­λιὸ κι­νη­τὸ μὲ πλῆ­κτρα καὶ συ­χνὰ γρά­φει σὲ μο­τὲλ καὶ σὲ σπί­τια φί­λων σὲ πα­λι­ὲς γρα­φο­μη­χα­νὲς Smith-Corona· τὴ μί­α τὴν κου­βα­λᾶ μα­ζί της καὶ τὶς ἄλ­λες τὶς ἀ­φή­νει στὰ σπί­τια ποὺ μέ­νει. Ὁ Χὶλς πέ­θα­νε τὸ 2008 καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς μοι­ρά­ζει τώ­ρα τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον, στὸ σπί­τι τῆς κό­ρης της στὸ Μέ­ιν καὶ στὸ Λά­ρα­μι, με­τα­να­στεύ­ον­τας στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τῆς χώ­ρας μὲ τὰ σκυ­λιά της πάν­τα στὸ Toyota της, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει γρά­ψει 257.500 χι­λι­ό­με­τρα ἀλ­λὰ γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να της πα­ρα­μέ­νει σχε­τι­κὰ καινούργιο. (Τὸ προ­η­γού­με­νό της ἁ­μά­ξι, ἕ­να πα­λιὸ Bronco, κόν­τευ­ε νὰ φτά­σει τὰ 579.400.) Τρώ­ει συ­χνὰ δη­μη­τρια­κὰ Weetabix.

       Τώ­ρα τε­λευ­ταί­α, ἡ Οὐ­ί­λιαμς περ­νᾶ τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρό της μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιά της τὰ σκυ­λιὰ Νό­τσε καὶ Ἀσ­λάν – γερ­μα­νι­κοὺς ποι­με­νι­κούς, ρά­τσα ποὺ τὴ συν­τρο­φεύ­ει σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ή. Μι­λᾶ μὲ θέρ­μη γιὰ τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τές τους καὶ γιὰ τὶς ἀν­τι­πά­θει­ες καὶ τοὺς φό­βους τους. Τὸ 1997, τῆς χί­μη­ξε καὶ τὴν τραυ­μά­τι­σε σο­βα­ρὰ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ποι­με­νι­κούς της, ἕ­να ἀρ­σε­νι­κὸ 9 χρό­νων ὀ­νό­μα­τι Χόκ· τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ τρο­φο­δό­τη­σε ἕ­να σπα­ρα­ξι­κάρ­διο, ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ δο­κί­μιο στὸ Ill Nature, τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ κυ­ρί­ως γιὰ τὴ θλί­ψη τῆς Οὐ­ί­λιαμς μπρο­στὰ στὴν εὐ­θα­να­σί­α ποὺ πρέ­πει ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ νὰ γί­νει με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση τοῦ σκύ­λου. Τὸ δο­κί­μιο κλεί­νει μ’ ἕ­να ὄ­νει­ρο στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Οὐ­ί­λιαμς περ­πα­τᾶ πα­ρέ­α μὲ τὸν Χόκ, «τὸν ὄ­μορ­φο, τὸ κα­λὸ παι­δί, τὴν ἀ­γά­πη της» ἀ­νά­με­σα στοὺς νε­κρούς.

       Ὁ οὐ­ρα­νὸς πά­νω ἀ­πὸ τὸ Arizona Inn εἶ­χε γί­νει αὐ­τὸ τὸ θαμ­πὸ πορ­το­κα­λὶ κι ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ που­λὶ πε­τοῦ­σε ἀ­πει­λη­τι­κὰ πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια μας. Σκέ­φτη­κα τὴ σκη­νὴ στὸ The Changeling, τὸ κο­ρί­τσι ποὺ με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ ἐ­λά­φι. Ἡ Οὐ­ί­λιαμς μοιά­ζει νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ δια­ρκῶς καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἕ­να εἶ­δος καλ­λι­τε­χνι­κῆς με­τα­μόρ­φω­σης, μὲ τὸν ρό­λο τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας στὶς ἱ­στο­ρί­ες νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται δρα­στι­κά. «Τὰ δι­η­γή­μα­τα πρέ­πει νὰ ἀγ­γί­ζουν τοὺς ἀν­θρώ­πους σ’ ἕ­να βα­θύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο, ἕ­να βα­θύ­τε­ρο, λι­γό­τε­ρο προ­φα­νὲς ἐ­πί­πε­δο», μοῦ εἶ­πε τὸ ἴ­διο βρά­δυ, «καὶ δὲν τὸ κα­τα­φέρ­νουν». Ὅ­ταν ρώ­τη­σα τὴν Οὐ­ί­λιαμς τί πρέ­πει νά ’­χει μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ νά ’­ναι σπου­δαί­α, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε «πρέ­πει μὲ κά­ποι­ον τρό­πο νὰ μὲ συν­τρί­βει». Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ βρεῖ τὸ νῆ­μα ποὺ ἑ­νώ­νει τὴ δου­λειά της μὲ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­ξε­ρευ­νοῦν τὰ ἴ­δια το­πί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς μὲ τὸν νο­ση­ρὸ αὐ­τὸ ἥ­λιο —τὴν Κά­ρεν Ρά­σελ, τὸν Τζά­στιν Τέ­ι­λορ, τὴν Κλὲρ Βέ­ι Οὐ­ότ­κινς— ἐ­λά­χι­στοι συγ­γρα­φεῖς ὡ­στό­σο ἀ­πο­πει­ρῶν­ται, ἔ­στω, νὰ γρά­ψουν μὲ τὴ δι­κή της πα­ρα­φο­ρά. Ἂν καὶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἔ­χει ἐκ­φρα­στεῖ θε­τι­κὰ γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους σύγ­χρο­νους συγ­γρα­φεῖς, πα­ρα­μέ­νει ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νη γε­νι­κῶς ἀ­πὸ τὸ σύγ­χρο­νο δι­ή­γη­μα – καὶ ἡ δι­κή της δου­λειά, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ξαί­ρε­ση.

       «Οἱ πιὸ πολ­λὲς ἀ­π’ τὶς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς δὲν πλη­σιά­ζουν κὰν σ’ αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ πε­τύ­χω», εἶ­πε μι­λών­τας γιὰ τὸ The Visiting Privilege. Ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φει ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει, εὐ­ελ­πι­στεῖ, ἕ­να βῆ­μα πα­ρα­πέ­ρα – βῆ­μα ποὺ θὰ τὴν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴ «γλώσ­σα καὶ τὴν ἀ­να­λαμ­πὴ καὶ τὸ κά­ψι­μο» τῆς σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνι­κῆς γρα­φῆς. Γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ μοῦ εἶ­πε μό­νο ὅ­τι ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται στὴν ἔ­ρη­μο καὶ θὰ βροῦ­με σ’ αὐ­τὸ ζῶ­α ποὺ ἀ­νή­κουν σὲ «ἄ­γνω­στα εἴ­δη, εἴ­δη ποὺ δὲν τὰ ἔ­χει δεῖ κα­νεὶς πο­τέ».

       Ἀρ­γὰ τὸ ἴ­διο βρά­δυ, μοῦ ἔ­δω­σε μὲ τὸ ζό­ρι ἕ­να δο­κί­μιο πού, ἂν καὶ δὲν τὸ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἀ­κό­μη, θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι θὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται ἡ ἴ­δια. Ἦ­ταν 17 δα­κτυ­λό­γρα­φες σε­λί­δες, μὲ δι­ορ­θώ­σεις στὸ χέ­ρι καὶ μιὰ ἑ­νό­τη­τα κολ­λη­μέ­νη μὲ σε­λο­τέ­ιπ. «Αὔ­ριο θὰ μοῦ τὸ ’­χεις φέ­ρει πί­σω», εἶ­πε. Ἤ­μουν πο­λὺ με­θυ­σμέ­νος καὶ κου­ρα­σμέ­νος γιὰ νὰ τὸ δι­α­βά­σω ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα κι ἔ­τσι ζή­τη­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν σα­στι­σμέ­νο ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ Arizona Inn νὰ μοῦ τὸ σκα­νά­ρει.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου ἀ­πὸ τὸ Τοῦ­σον, ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ τὴν Οὐ­ί­λιαμς —ἀ­παν­τή­σεις σὲ γρα­πτὲς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ τῆς εἶ­χα θέ­σει— ἦλ­θε μὲ τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Εἶ­χε κα­βα­τζώ­σει τὸν φά­κε­λο ἀ­πὸ κά­ποι­α καλ­λι­τε­χνι­κὴ δι­α­μο­νή, εἶ­χε δι­α­γρά­ψει μιὰ δι­εύ­θυν­ση κά­που στὸ Πρό­βιν­στά­ουν καὶ εἶ­χε δα­κτυ­λο­γρα­φή­σει «Οὐ­ί­λιαμς» ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω. Μέ­σα στὸν φά­κε­λο βρῆ­κα ἀ­παν­τή­σεις σὲ πολ­λὲς ἐ­ρω­τή­σεις μου, κα­θὼς καὶ ἄλ­λες δι­ά­φο­ρες γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν τὴν εἶ­χα ρω­τή­σει. Ἔ­γρα­φε «πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει (καὶ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει) μὲ τρό­πο ὑ­περ­βα­τι­κὸ σὲ κά­θε ἀ­ξι­έ­παι­νο ἔρ­γο τέ­χνης». Ἔ­γρα­φε πὼς εἶ­ναι εὐ­γνώ­μων στὸν Ρὰ­στ δι­ό­τι τὴν εἶ­χε «εἰ­σα­γά­γει σ’ ἕ­ναν κό­σμο συγ­γρα­φέ­ων καὶ βι­βλί­ων καὶ κοι­νω­νι­κῶν ἐ­πα­φῶν ποὺ εἰ­δάλ­λως δὲν θὰ εἶ­χε γνω­ρί­σει πο­τέ της». Ἔ­γρα­φε «Ἂν κά­ποι­ος μᾶς ἀ­φά­νι­ζε στὴν κυ­κλο­φο­ρια­κὴ συμ­φό­ρη­ση τῆς Ἀ­ρι­ζό­νας, ἡ τε­λευ­ταία μου σκέ­ψη θὰ ἦ­ταν – κα­λὰ νὰ πά­θω ποὺ ἔ­χω τὸ προ­φὶλ ποὺ ἔ­χω».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ ἔ­λα­βα τὸ γράμ­μα, ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ πῆ­γα στὶς σε­λί­δες πού μου εἶ­χε δώ­σει ἡ Οὐ­ί­λιαμς γιὰ νὰ τὶς δι­α­βά­σω τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη στὸ Τοῦ­σον. Τὸ δο­κί­μιο εἶ­ναι κα­τ’ ἀρ­χὰς ἐ­λε­γεί­α γιὰ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῆς σύγ­χρο­νης γλώσ­σας νὰ ἀν­τε­πε­ξέλ­θει στὸ με­γα­λεῖ­ο καὶ τὴν τρα­γω­δί­α τοῦ φυ­σι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος. Σύν­το­μα ὅ­μως ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς δι­ευ­ρύ­νε­ται καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας κρού­ει τὸν κώ­δω­να τοῦ κιν­δύ­νου γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ καὶ τὴν πει­σμα­τι­κὴ ἑ­στί­α­σή της, ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Σὸλ Μπέ­λο­ου, στὴν «ἀν­θρώ­πι­νη οἰ­κο­γέ­νεια ὡς ἔ­χει». «Θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὴ ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ μα­τιὰ στὸν ἄν­θρω­πο νὰ ἐ­πι­φέ­ρει τὸν θά­να­το τῆς λο­γο­τε­χνί­ας;», ρω­τᾶ ἡ Οὐ­ί­λιαμς. Στὴν κα­τα­κλεί­δα του τὸ δο­κί­μιο ἀ­πο­τε­λεῖ μα­χη­τι­κὸ κά­λε­σμα γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Οὐ­ί­λιαμς ἀμ­φι­βάλ­λει ἂν μπο­ρεῖ κα­νείς, κι αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια δη­λα­δή, νὰ τὸ γρά­ψει.

       Στὸ γράμ­μα της, ἡ Οὐ­ί­λιαμς κά­νει ἀ­να­φο­ρὰ καὶ στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, αὐ­τὸ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐλ­πί­ζει ὅ­τι ἴ­σως ἀ­πο­τε­λέ­σει ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο νὰ γρά­ψει κα­νεὶς γιὰ τὴ γῆ. «Τὸ ξε­κί­νη­σα λί­γα χρό­νια πρὶν τὸν θά­να­το τοῦ Ρ.», γρά­φει. «Ὀ­φεί­λω νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση σώ­ζε­ται.» Τὴ φαν­τά­στη­κα τό­τε, στὰ βά­θη τῆς Σάν­τα Κα­τα­λί­να, μὲ τὰ δυ­ὸ ἀ­γα­πη­μέ­να της σκυ­λιὰ στὸ πλά­ι της, τὸ πα­γού­ρι γε­μά­το μαρ­τί­νι, νὰ πα­τᾶ τὰ πλῆ­κτρα μιᾶς ἀ­πὸ τὶς πα­λι­ές της Smith-Corona. Ἴ­σως εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ κά­ποι­α σπη­λιὰ ἀν­τὶ γιὰ μο­τέλ. Εὔ­χο­μαι ὅ­ταν ἐν­τέ­λει ξε­φυλ­λί­σω αὐ­τὸ τὸ ἀ­νέ­φι­κτο μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ θὰ μι­λᾶ τὴ γλώσ­σα τῆς ἔν­δο­ξης αὐ­τῆς γῆς, τῆς ὁ­ποί­ας ἡ ἀ­μεί­λι­κτη ὀ­μορ­φιὰ θὰ ἐ­πι­ζή­σει γιὰ και­ρὸ με­τὰ τὸν χα­μό μας – εὔ­χο­μαι νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω οὔ­τε μιὰ λέ­ξη.

       «Μή­πως δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να ὄ­νει­ρο ὅ­τι ἡ Λο­γο­τε­χνί­α ὑ­πῆρ­ξε κά­πο­τε ἐ­πι­κίν­δυ­νη καὶ εἶ­χε τὴ δύ­να­μη νὰ μᾶς ἀ­φυ­πνί­σει καὶ νὰ μᾶς ἀλ­λά­ξει;», γρά­φει ἡ Οὐ­ί­λιαμς στὸ ἀ­δη­μο­σί­ευ­το αὐ­τὸ δο­κί­μιο. «Σί­γου­ρα πάν­τως ὀ­φεί­λει νὰ γί­νει ἐ­πι­κίν­δυ­νη στὸ τώ­ρα… Ἰ­δοὺ τὸ μυ­στή­ριο, ἡ μυ­στη­ρι­ώ­δης κι ἀ­νά­ξιά μας ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου.» Ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκα­να­ρι­σμέ­νο μου ἀν­τί­γρα­φο μπό­ρε­σα νὰ δῶ τὴν ἀ­κα­νό­νι­στη γραμ­μὴ ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὸ μο­λύ­βι της γιὰ νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σει τὴ λέ­ξη ἰ­δού.


       02.09.2015.



πη­γή: https://www.nytimes.com/2015/09/06/magazine/the-misanthropic-genius-of-joy-williams.html

Ντὰν Κό­ις (Dan Kois) εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νος γιὰ θέ­μα­τα πο­λι­τι­σμοῦ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Slate στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πί­σης ἀρ­θρο­γρα­φεῖ.



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κόλπα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 10/11)


Κόλ­πα

(Tricks)*


ΛΙΜΠΕΡΤΙ δὲν τὸ γού­στα­ρε γε­νι­κῶς τὸ Χά­λο­ου­ιν. Ἡ νύ­χτα μᾶς ἔ­κα­νε μά­ται­α νὰ ἐλ­πί­ζου­με πὼς μό­λις κά­ποι­ος ξέ­νος μᾶς χτυ­πή­σει καὶ μᾶς φω­νά­ξει στὴν πόρ­τα, οἱ πιὸ φρι­κτοὶ φό­βοι μας θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν καὶ θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν φαν­τά­σμα­τα, νυ­χτε­ρί­δες, βα­δί­ζον­τα πτώ­μα­τα καὶ τ’ ἀ­κέ­φα­λα σκυ­λιὰ τῆς κο­λά­σε­ως.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ νη­σὶ στὰ ἀ­νοι­χτὰ τῆς Φλό­ριν­τας, ἡ Λίμ­περ­τι δι­έ­σχι­ζε τοὺς δρό­μους καὶ ὁ­δη­γοῦ­σε τρί­α παι­διά, τὸν Τέν­τι, τὴ Λίν­τι καὶ τὴν Ἰ­βὸν σ’ ἕ­να μι­κρό, σκο­τει­νὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο, ὅ­που ὁ Νί­κι, ὁ τέ­ταρ­τος τῆς πα­ρέ­ας, ζοῦ­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς του στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν Oh. Ὁ Κλέμ, ὁ με­γά­λος, ἄ­σπρος σκύ­λος τῆς Λίμ­περ­τι, ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ πί­σω με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος μὲ μιὰ μαύ­ρη μά­σκα. Ὁ Τέν­τι ἦ­ταν για­τρός, ἡ Λίν­τι ἦ­ταν ρό­δο, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη φού­στα μπα­λέ­του καὶ ψη­λές, πρά­σι­νες κάλ­τσες. Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν πά­πια.

       Συ­νάν­τη­σαν ἕ­να μα­γα­ζὶ μ’ ἀ­θλη­τι­κά. Μιὰ ἐ­πι­γρα­φὴ στὸ μα­γα­ζὶ ἔ­λε­γε: Ναί! Δι­α­θέ­του­με μα­γιὸ μα­στε­κτο­μῆς! Ἡ Λίμ­περ­τι χτύ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν. Πί­σω ἀ­π’ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν ἕ­νας φοῦρ­νος καὶ μιὰ ἰν­δι­ά­νι­κη σκη­νή. Ὁ Ρό­τζερ καὶ ἡ Ρό­ζι, οἱ γο­νεῖς τοῦ Νί­κι, δὲν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει νὰ ψή­σουν τί­πο­τα στὸν φοῦρ­νο τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μή­να, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἕ­να ζευ­γά­ρι κα­κα­τού­α εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει νὰ φω­λιά­σει ἐ­κεῖ. Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει καὶ βρῆ­κε τὴ Ρό­ζι κα­θι­σμέ­νη ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸ πά­τω­μα. Τὰ μά­τια τῆς Ρό­ζι προ­ε­ξεῖ­χαν, ἡ γλώσ­σα της κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ στό­μα κι οἱ τέ­νον­τες τοῦ λαι­μοῦ εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω. Μό­λις εἶ­δε τὰ παι­διά, χα­λά­ρω­σε τοὺς μῦς τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­λυ­σε καὶ ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί της κι ἦλ­θε χο­ρο­πη­δών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Θύ­μι­σε στὴ Λίμ­περ­τι ἰρ­λαν­δι­κὸ σέ­τερ χω­ρὶς κα­θό­λου μυα­λό.

       «Ὤ», εἶ­πε. «Νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα! Ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­θη­κα! Καὶ μα­ζὶ χα­λά­ρω­σα.»

       «Τί εἶ­ν’ αὐ­τό;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι. Ἄγ­γι­ξε μιὰ κον­κάρ­δα στὴν μπλού­ζα τῆς Ρό­ζι. Ἡ κον­κάρ­δα εἶ­χε πά­νω τὴ φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς ἄν­τρα.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «εἶ­ναι ὁ Δα­λά­ι Λά­μα. Τὸν συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Φο­ροῦ­σε κο­κά­λι­να γυα­λιά, κι ἕ­να μι­κρὸ σῆ­μα στὸ ἔν­δυ­μά του ἀ­κρι­βῶς σὰν καὶ τοῦ­το ἀ­πει­κό­νι­ζε τὸν ἴ­διο, τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Ὅ­ταν τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πνεῦ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ σὰν μι­κρὰ βέ­λη. Πό­θη­σα πο­λὺ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἦ­ταν τέ­λει­ο!» Ἡ Ρό­ζι πέ­ρα­σε τὰ χέ­ρια της μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς μποῦ­κλες τῶν κα­στα­νο­κόκ­κι­νων μαλ­λι­ῶν της. Χα­μο­γέ­λα­σε στὰ παι­διά. «Ἔ­παιρ­να ναρ­κω­τι­κά, ὅ­μως συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα καὶ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κα­θα­ρί­σω. Ἦ­ταν τέ­λει­ο ποὺ κα­θά­ρι­σα, θὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νὰ σᾶς πῶ. Ὕ­στε­ρα γνώ­ρι­σα τὸν μπαμ­πα-Ρό­τζερ κι ἦ­ταν κι αὐ­τὸ τέ­λει­ο. Θέ­λω νὰ πῶ, εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­νοι­χτῆ τώ­ρα πιά.»

       «Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος ὁ Νί­κι;», ρώ­τη­σε ἡ Λίμ­περ­τι. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν γε­μά­το γλά­στρες καὶ γα­βά­θες καὶ κοῦ­πες καὶ βά­ζα. Στὴ γω­νί­α ἦ­ταν μιὰ μα­γει­ρι­κὴ ἑ­στί­α καὶ πά­νω της ἦ­ταν ἕ­να κου­τὶ Corn Flakes.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «ναί. Εἶ­ναι πα­νέ­τοι­μος. Ἔ­χει τὴν πιὸ ὡ­ραί­α στο­λὴ ἀπ’ ­ὅ­λες ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει. Δὲν θέ­λει νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή. Παι­διά, για­τί δὲν πᾶ­τε ἐ­σεῖς νὰ τὸν φέ­ρε­τε ἀ­π’ τὴ σκη­νή;»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω, βά­ζον­τας μιὰ φω­νή.

       Ἕ­να χα­μό­γε­λο φώ­τι­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς Ρό­ζι κα­θὼς κοι­τοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­σαι χρι­στια­νή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Εἶ­μαι σί­γου­ρη, θέ­λω νὰ πῶ, τὸ φαν­τά­ζο­μαι.»

       «Πι­στεύ­ω στὴν ἐ­νο­χὴ καὶ στὸν πό­θο», πα­ρα­δέ­χτη­κε ἡ Λίμ­περ­τι. «Στὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καὶ τὴ δια­ρκῆ συν­τρι­βή. Τὸν κύ­κλο καὶ τὴ σπεί­ρα.» Οἱ λέ­ξεις γέ­μι­σαν εὐ­χά­ρι­στα τὸ δω­μά­τιο ὣς ἐ­πά­νω, σὰν λί­θοι.

       «Ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν θὰ μ’ εἶ­χε σώ­σει πο­τὲ ἀ­π’ τὰ ναρ­κω­τι­κά. Ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι νε­κρός.» Ἡ Ρό­ζι στο­χά­στη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ λυ­πη­μέ­νη.

       Τὰ παι­διὰ ἐ­πέ­στρε­ψαν μα­ζὶ μὲ τὸν Νί­κι. Τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι ἦ­ταν ντυ­μέ­νο τὸ μι­σὸ ἄν­τρας καὶ τὸ μι­σὸ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ γρα­βά­τα ἦ­ταν ραμ­μέ­νη σὲ μι­σὴ μπλού­ζα πλι­σέ, μι­σὴ φού­στα σ’ ἕ­να μο­νὸ μπα­τζά­κι. Στὸ μι­σό του πρό­σω­πο ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νη μιὰ γε­νειά­δα κι ἕ­να πυ­κνὸ φρύ­δι. Στὸ μι­σό του στό­μα φο­ροῦ­σε κρα­γιὸν κι ἕ­να σκου­λα­ρί­κι μὲ στρὰς κρε­μό­ταν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί του.

       «Τί ἔ­χει ντυ­θεῖ;», ρώ­τη­σε ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ἡ Ἰ­βὸν τὴ Ρό­ζι.

       «Εἶ­ναι», εἶ­πε πε­ρή­φα­νη ἡ Ρό­ζι, «ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, σὲ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, τῆς ἀρ­χῆς τῆς ὁ­λό­τη­τας.»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε μιὰ με­γά­λη γα­λά­ζια τσι­χλό­φου­σκα καὶ τὴ μά­ζε­ψε πά­λι πί­σω στὸ στό­μα της.

       «Δὲν εἶ­ναι γλυ­κού­λης;», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸν Νί­κι. «Ὁ Νί­κι τ’ ἀ­γό­ρι μου κι ὁ μπαμ­πα-Ρό­τζερ εἶ­ναι κι οἱ δυ­ὸ τό­σο γλυ­κὰ ἀν­θρω­πά­κια!» Ἔ­βα­λε ἀ­πὸ μιὰ πι­τσι­λω­τὴ μπα­νά­να στὴν τσάν­τα κα­θε­νὸς ἀ­π’ τὰ παι­διά. «Κα­λὰ νὰ πε­ρά­σε­τε», εἶ­πε στὰ παι­διά. Τὰ παι­διὰ κοίτα­ξαν τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ μπῆ­κε κά­τω-κά­τω στὶς τσάν­τες τους. Προ­η­γου­μέ­νως, οἱ τσάν­τες τους ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἄ­δει­ες. Τώ­ρα κά­θε τσάν­τα εἶ­χε μέ­σα κι ἀ­πὸ μιὰ μπα­νά­να.

       Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ ἄ­φη­σε πί­σω της τὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­λιοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ κέν­τρου καὶ μπῆ­κε σὲ μιὰ γει­το­νιὰ ποὺ ἡ Λίμ­περ­τι τὴ γνώ­ρι­ζε κα­λά. Στὸν ἀ­πέ­ραν­το οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­π’ τὸν κόλ­πο τῆς Φλό­ριν­τας φά­νη­κε ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­στέ­ρι. Ἡ Λίν­τι βα­στοῦ­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τῆς Λίμ­περ­τι κι ὁ Νί­κι τὸ δε­ξί. Στὸ μπρά­τσο της ἡ Λίν­τι εἶ­χε μιὰ με­γά­λη μὼβ με­λα­νιά. Ἡ Λίν­τι τραυ­μα­τι­ζό­ταν συ­χνά, σπά­νια ὅ­μως πο­νοῦ­σε ἢ ἔ­δει­χνε νά ’­χει κά­τι ἀ­νη­συ­χη­τι­κό. Μιὰ φο­ρά, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ ντου­λά­πι τῆς κου­ζί­νας γιὰ ν’ ἁρ­πά­ξει ἕ­να βά­ζο φι­στι­κο­βού­τυ­ρο ἀ­πὸ τὸ ντου­λα­πά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, ἔ­πε­σε μ’ ἀ­νοι­χτά τα πό­δια στὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τοῦ ντου­λα­πιοῦ ἀ­πὸ κά­τω της. Ὁ κόλ­πος της μά­τω­σε. Τὸ μα­γιὸ Wonder Woman ἔ­γι­νε κα­τα­κόκ­κι­νο. Ἡ Λίμ­περ­τι τὴν πῆ­γε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ὅ­που κρί­θη­κε ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ πε­ρά­σει τὴ νύ­χτα. Ἡ Λίν­τι οὔ­τε ποὺ ἔ­κλα­ψε.

       Τὸ χέ­ρι τοῦ Νί­κι, τὸ χέ­ρι ποὺ μ’ αὐ­τὸ βα­στοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ’ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γάν­τι ἀ­πὸ μο­σχα­ρί­σιο δέρ­μα. Στ’ ἀ­νοι­χτά του Κόλ­που, κά­τι πλού­σιοι σ’ ἕ­να κό­τε­ρο ἔ­τρω­γαν κρέ­ας ἀ­πὸ ἀ­γέν­νη­το μο­σχα­ρά­κι. Ρό­δα ἄν­θι­ζαν σὲ τε­φρο­δό­χους. Τὰ μπρούν­τζι­να κομ­μά­τια τους ἄ­στρα­φταν.

       Τὸ πε­ρα­σμέ­νο Χά­λο­ου­ιν, στὴν ἠ­πει­ρω­τι­κὴ χώ­ρα, ἕ­νας ὁ­δη­γὸς αὐ­το­κι­νή­του ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­να ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νο, γδαρ­μέ­νο κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο πτῶ­μα πα­ρα­τη­μέ­νο στὸν χῶ­ρο στάθ­μευ­σης ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος Land-O-Sleep. Τὸ θέ­α­μα ἦ­ταν ἀ­η­δι­α­στι­κό. Ὁ ἀν­τα­πο­κρι­τὴς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ξέ­ρα­σε. Ἀρ­χι­κὰ βγῆ­κε πρὸς τὰ ἔ­ξω ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν φό­νο ποὺ τὸν ε­ἶ­χε δι­α­πρά­ξει θρη­σκευ­τι­κὴ αἵ­ρε­ση. Ἀ­κο­λού­θη­σαν ὑ­πό­νοι­ες ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἡ κα­τά­λη­ξη ἑ­νὸς ἄ­γριου κα­βγὰ με­τα­ξὺ ἐ­ρα­στῶν. Τὸ τρί­το ποὺ ἀ­κού­στη­κε ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μιὰ πλευ­ρὰ ἑ­νὸς μο­σχα­ριοῦ πού ’­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴν ξε­κλεί­δω­τη πόρ­τα ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ μὲ κρέ­α­τα. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ξε­χα­στεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὶς συ­νή­θεις τους ἔ­γνοι­ες, νὰ μὴν ἀ­με­λή­σουν νὰ πο­τί­σουν τὶς γλά­στρες μὲ τὸ πλα­τυ­κέ­ριο καὶ νὰ ἐ­πεν­δύ­σουν σὲ χαρ­το­φυ­λά­κια ποι­κί­λης σύν­θε­σης.

       «Οἱ γο­νεῖς μου πῆ­γαν σ’ ἕ­να πάρ­τι χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε ὁ Νί­κι, «καὶ μοῦ ’­παν ὅ­τι μέ­σα στὸ σπί­τι ἦ­ταν ἕ­να φέ­ρε­τρο καὶ τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν γε­μά­το Big Macs.»

       Ἦ­ταν ζε­στὴ βρα­διά. Ἀ­κού­γον­ταν τὰ νε­ρὰ τοῦ Κόλ­που πού ’­γλει­φαν τὴν ἀμ­μου­διά. Τ’ ἁ­μά­ξια σέρ­νον­ταν με­τα­φέ­ρον­τας μι­κρά, ἀ­πο­τρό­παι­α ὄν­τα. Ἡ Λίμ­περ­τι καὶ τὰ παι­διὰ πλη­σί­α­σαν πρῶ­τα στὸ σπί­τι τοῦ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χη. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης εἶ­χε στὴν κα­το­χή του ἕ­να μπα­ζού­κα καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ κα­θοί­κια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι μιὰ πα­λιὰ ἐ­πι­τύμ­βια στή­λη ποὺ πα­τοῦ­σε πά­νω σὲ δυ­ὸ τσι­μεν­τό­λι­θους. Ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη, ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­π’ τὶς και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες κι ἔ­φε­ρε ἕ­να χα­ρα­κτι­κὸ μ’ ἕ­ναν ἄγ­γε­λο. Οἱ χρο­νο­λο­γί­ες ἦ­ταν: 1797-1798. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ποὺ στὸ σπί­τι του βρι­σκό­ταν ἡ πλά­κα, σκε­πα­σμέ­νη μ’ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να τα­σά­κια, ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος βα­ρύς, χλεμ­πο­νιά­ρης, ἕ­νας χῆ­ρος μὲ μαῦ­ρα μπιμ­πί­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Ἔ­δω­σε στὸ κά­θε παι­δὶ ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γλει­φι­τζού­ρι, σὰν κι αὐ­τὰ πού ’­βρι­σκε κα­νεὶς στὶς τρά­πε­ζες.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­πε­σαν τυ­χαῖ­α ἐ­πά­νω στὶς μυρ­μηγ­κο­φω­λι­ὲς στὸ γρα­σί­δι τοῦ γει­το­νι­κοῦ σπι­τιοῦ, ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κου­γό­ταν ὁ Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ νὰ τρα­γου­δᾶ τὸ «Heartbreak Hotel». Ἡ Λίμ­περ­τι στά­θη­κε καὶ χά­ζευ­ε τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει καὶ τὰ παι­διὰ στὰ σκα­λιὰ ὅ­λο χά­χα­να καὶ κού­νη­μα. Ἕ­να πε­λώ­ριο ἀ­να­το­λί­τι­κο χα­λὶ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κα­θι­στι­κὸ καὶ συ­νέ­χι­ζε στὸν ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἀ­κουμ­πι­σμέ­νοι πά­νω του ἦ­ταν δυ­ὸ με­γά­λοι γα­λά­ζιοι ἀρ­κοῦ­δοι. Καρ­φι­τσω­μέ­νη στὸ μέ­σο του χα­λιοῦ ἦ­ταν μιὰ τε­ρά­στια με­γε­θυ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ τὸν Βα­σι­λιὰ —μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, τὰ μά­τια μὲ τὶς χον­τρὲς βλε­φα­ρί­δες, τὸ κω­μι­κὰ σα­δι­στι­κὸ βλέμ­μα— νὰ ὑ­πο­γρά­φει στὸ χέ­ρι μιᾶς ξαν­θιᾶς, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νης κο­πέ­λας μὲ που­λό­βερ ἀ­πὸ μαλ­λὶ ἀν­κο­ρὰ καὶ φού­στα μὲ πι­έ­τες. Μιὰ πα­χιὰ γυ­ναί­κα μὲ πυ­κνὲς μποῦ­κλες καὶ σκού­φια καὶ μ’ ἕ­να μπου­κά­λι Coca-Cola στὸ χέ­ρι στε­κό­ταν στὴ μι­κρὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ παι­διά. Ἡ Λίμ­περ­τι συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς βλέ­πει μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια κά­ποι­α πού ‘ναι σχε­δὸν πε­θα­μέ­νη, κά­ποι­α γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ στιγ­μὴ αὐ­τὴ ἔ­χει πε­ρι­κλεί­σει ὅ­λα τὰ χρό­νια πού ’­χει ἤ­δη ζή­σει. Ὁ Κλὲμ κοι­τοῦ­σε κι αὐ­τὸς τὴ γυ­ναί­κα μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς τρύ­πες τῆς μαύ­ρης μά­σκας του, τὸ βλέμ­μα του ὡ­στό­σο ἦ­ταν πιὸ ἀ­νε­κτι­κό. Τὸ νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα τοῦ Κλὲμ τοῦ ’­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ ἄλ­λο μά­τι ἀ­π’ τὴ Λίμ­περ­τι. Ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ἕ­να πρό­τυ­πο γιὰ τὸν κό­σμο, ἕ­ναν κό­σμο νὰ πι­στεύ­ει, ἕ­ναν κό­σμο νὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­μέ­νει. Ἔ­τσι εἶ­ναι, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­νη γιὰ κα­θέ­να εἶ­δος. Κα­θέ­νας —μη­δε­νὸς ἑ­ξαι­ρου­μέ­νου— καὶ τὸ δι­κό του μαῦ­ρο δά­σος.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν στὸ γρα­σί­δι πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρά.

       «Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ μᾶς ἔ­δω­σε ἀ­πὸ ἕ­να κέρ­μα τῶν δέ­κα σέν­τς», φώ­να­ξε ἡ Νί­κι.

       «Δὲν δε­χό­μα­στε μπι­σκό­τα», ἔ­λε­γε ἡ Ἰ­βὸν σὲ μιὰ γυ­ναί­κα στὴν εἴ­σο­δο μιᾶς ἄλ­λης κα­τοι­κί­ας. «Ἡ μά­να μου λέ­ει ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ‘χουν μέ­σα ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κὸ του­α­λέ­τας Sani-Flush ἢ κά­τι ἀν­τί­στοι­χο. Δὲν ἔ­χε­τε τί­πο­τε ἄλ­λο;»

       Τὸ ἕ­να ἀ­π’ τὰ δύ­ο μπρά­τσα τῆς γυ­ναί­κας ἔ­μοια­ζε πα­ρα­λυ­μέ­νο. Χα­μο­γέ­λα­σε στὴν Ἰ­βὸν κι ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λὰ τὴν πόρ­τα. Τὰ μπι­σκό­τα ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­νοι­χτό­χρω­μα, πα­σπα­λι­σμέ­να μὲ χρω­μα­τι­στὲς στα­γό­νες. Ἡ Ἰ­βὸν ἀ­να­στέ­να­ξε κι ἕ­σφι­ξε τὰ μπι­σκό­τα στὴ χού­φτα της καὶ τά ’­κα­νε κομ­μα­τά­κια. Ἡ μά­σκα πά­πιας πρό­δι­δε σά­στι­σμα καὶ ἀ­νη­συ­χί­α. Δὲν ἦ­ταν ὁ Ντό­ναλντ Ντάκ. Ἦ­ταν μιὰ πά­πια μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τοῦ Ντό­ναλντ.

       Προ­χώ­ρη­σαν πα­ρα­πέ­ρα, βό­σκον­τας τὴν ἔ­κτα­ση σὰν με­ξι­κά­νι­κες κα­τσί­κες. Δε­κα­πέν­τε κα­τοι­κί­ες, εἴ­κο­σι. Οἱ πι­σί­νες ἦ­ταν φω­τι­σμέ­νες, οἱ συ­σκευ­ὲς αὐ­τό­μα­του πο­τί­σμα­τος σχη­μά­τι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ ὑ­δά­τι­να, ἁ­πα­λὰ τό­ξα τους. Χι­λιά­δες δο­λά­ρια γιὰ φω­τι­στι­κὰ καὶ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια κι­λο­βὰτ ξο­δεύ­ον­ταν γιὰ νὰ κά­νουν πρά­σι­να φυ­τὰ νὰ μοιά­ζουν κόκ­κι­να καὶ γα­λά­ζια. Χι­λιά­δες λί­τρα νε­ρὸ ἀν­τλοῦν­ταν γιὰ νὰ σκου­ρύ­νουν χι­λιά­δες σά­κοι ρο­κα­νί­δια καὶ νὰ κά­νουν ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἀ­νοι­χτό­χρω­μους κορ­μούς. Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ προ­χώ­ρη­σε κι ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­πέ­ραν­το καμ­πυ­λω­τὸ οὐ­ρα­νό, πού ’­χε τώ­ρα γε­μί­σει ἀ­στέ­ρια.

       Ὁ Κλὲμ εἶ­χε χά­σει τὴ μά­σκα του. Ἐρ­χό­ταν μὲ τὸ πά­σο του πί­σω ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α, στα­μα­τοῦ­σε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ γιὰ νὰ κα­του­ρή­σει, ἔ­ψα­χνε λύ­σεις στὰ προ­βλή­μα­τα, ξε­δι­ά­λε­γε τὶς προ­τι­μή­σεις του, με­τροῦ­σε πα­λι­ὲς ἀ­δι­κί­ες καὶ χα­ρές.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ φο­ροῦ­σε κόκ­κι­νο παν­τε­λό­νι κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος καὶ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἦλ­θε ἀ­πὸ μέ­σα καὶ χώ­θη­κε γρή­γο­ρα μέ­σα στὴν πνι­γη­ρὴ νύ­χτα. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε πυ­κνὰ γκρί­ζα μαλ­λιὰ καὶ τέσ­σε­ρις ρῶ­γες. Μιὰ πυ­κνὴ τού­φα ἀ­πὸ γκρί­ζες τρί­χες ἁ­πλω­νό­ταν συμ­με­τρι­κὰ ἀ­νά­με­σα στὶς ρῶ­γες του. Προ­σποι­ή­θη­κε ὅ­τι τρό­μα­ξε πά­ρα πο­λὺ μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἔ­βγα­λε μιὰ γα­βά­θα γε­μά­τη σο­κο­λά­τες.

       «Μπο­ρῶ νὰ πά­ω στὴν του­α­λέ­τα σου;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι.

       «Φυ­σι­κά», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τὰ παι­διὰ κοι­τοῦ­σαν ἐ­πί­μο­να τὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα πα­ρα­μέ­νον­τας σι­ω­πη­λά. Ἡ Λίν­τι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ δί­πλα του καὶ κα­τέ­βη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸν δι­ά­δρο­μο στὰ δε­ξιά της. Ἡ Λίν­τι χαι­ρό­ταν νὰ πη­γαί­νει στὰ ξέ­να μπά­νια καὶ τὸ ἀ­λά­θη­το αἰ­σθη­τή­ριό της τὰ ἔ­βρι­σκε ἀ­μέ­σως.

       «Ξέ­ρει κόλ­πα τὸ σκυ­λί;», ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­χα ἕ­ναν σκύ­λο κά­πο­τε ποὺ ἦ­ταν τό­σο κα­λὰ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος, ποὺ τοῦ ’­δι­νες ἕ­να μπι­σκό­το, ἔ­τρω­γε τὸ μι­σό, τοῦ ’­λε­γες νὰ τὸ φτύ­σει κι αὐ­τὸς τό ’­φτυ­νε.»

       «Δὲν ξέ­ρει νὰ τὸ κά­νει αὐ­τό», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸν Κλέμ.

       «Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ κλί­ση του, ἔ;», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τοὺς φά­νη­κε πὼς ἡ Λίν­τι εἶ­χε ἀρ­γή­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ὁ Νί­κι, βα­στών­τας τὸ χέ­ρι τοῦ Τέν­τι, κοι­μό­ταν ὄρ­θιος. Ἔ­βγα­ζε σύν­το­μους, σφυ­ρι­χτοὺς στε­ναγ­μούς.

       «Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι μέ­σα», εἶ­πε ἐν­τέ­λει ὁ ἄν­τρας, «νὰ βρεῖς τὸ παι­δί σου;». Δὲν ἔ­δει­ξε ἐ­νο­χλη­μέ­νος.

       Τὰ παι­διὰ κά­θι­σαν στὰ σκα­λιὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν τὶς σο­κο­λά­τες. Ἡ Λίμ­περ­τι μπῆ­κε στὸ σπί­τι μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα. Ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να λευ­κὸ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ἦ­ταν ἕ­να πιά­το φι­στί­κια, δυ­ὸ ἄ­δεια πο­τή­ρια γιὰ μαρ­τί­νι κι ἕ­νας κε­ρα­μι­κὸς δο­νη­τής.

       «Πα­λιὸς εἶ­ναι», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Εἶ­ναι ὄν­τως πα­λιός», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, κοι­τών­τας μὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια τὸν δο­νη­τή. «Εἶ­ναι ἀ­π’ τὸ Μάρ­θας Βί­νιαρντ. Ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς δύ­στυ­χες γυ­ναῖ­κες στὰ φα­λαι­νο­θη­ρι­κά.»

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Τὸ μπά­νιο εἶ­ναι ἀ­πὸ δῶ», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Ἡ Λίμ­περ­τι κα­τέ­βη­κε μα­ζί του τὸν δι­ά­δρο­μο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη, κι εἶ­δε μιὰ λευ­κὴ πε­τσέ­τα σὲ μιὰ κυ­κλι­κὴ κρε­μά­στρα, ἕ­ναν κα­θρέ­φτη στὸν ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν τὸ πλα­κά­κι τῆς ντου­ζι­έ­ρας, λευ­κὰ ὅ­λα τους, ὅ­πως τὸ στῆ­θος τοῦ λευ­κο­τσι­κνιᾶ. Ὁ σβέρ­κος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν λε­πτὸς καὶ νε­α­νι­κός. Τὰ χέ­ρια τῆς Λίμ­περ­τι ἔ­πε­φταν στὸ πλά­ι. Αἰ­σθα­νό­ταν λὲς καὶ μὲ κά­ποι­ον τρό­πο εἶ­χε γί­νει ἡ ἴ­δια ἀ­πει­λη­τι­κή. Ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­ταν μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση νὰ παί­ζει.

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Ἐ­δῶ εἶ­ναι», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Ἡ Λίν­τι ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ φο­ροῦ­σε ρι­γὲ μπουρ­νού­ζι. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο. Τὸ κά­λυμ­μα τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἦ­ταν ἀ­πὸ σκου­ρό­χρω­μη συν­θε­τι­κὴ γού­να. Ἔ­βλε­παν ἕ­να ντο­κι­μαν­τὲρ γιὰ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση. Ἡ με­γά­λη ὀ­θό­νη στὸν τοῖ­χο ἔ­δει­χνε τὶς χρυ­σὲς πύ­λες τοῦ Γκιμ­πέρ­τι στὸ Βα­πτι­στή­ριο στὴ Φλω­ρεν­τί­α.

       «Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ ἡ ἔκ­πτω­ση ἀ­π’ τὴν Ἐ­δέμ», εἶ­πε ἡ Λίν­τι, χο­ρο­πη­δών­τας στὸ κρε­βά­τι. «Ἄ­βελ καὶ Κά­ϊν. Κι­βω­τὸς καὶ Νῶ­ε. Ἡ θυ­σί­α τοῦ Ἰ­σα­άκ.»

       Ἡ Λίν­τι πή­γαι­νε στὸ κα­τη­χη­τι­κό. Τοὺς ἤ­ξε­ρε αὐ­τοὺς ὅ­λους. Τοὺς ζω­γρά­φι­ζε μὲ τὰ κρα­γι­ό­νια της.

       «Θὰ ἀ­πο­γο­η­τευ­τεῖς ἂν πᾶς στὴ Φλω­ρεν­τί­α, μι­κρή», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας στὸ κρε­βά­τι. «Ἁ­μά­ξια παν­τοῦ. Βρο­με­ρὸ μέ­ρος.»

       «Ἔ­λα, γλύ­κα μου», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ γό­να­το τῆς Λίν­τι. Οἱ ρῶ­γες στὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν σὰν τὰ μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτουν πά­νω ἀ­π’ τὶς πυ­ρα­μί­δες στὶς πί­σω ὄ­ψεις τῶν χαρ­το­νο­μι­σμά­των. Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ δὲν τὴν πεί­ρα­ξες, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ πεῖ.

       «Τρέ­χω», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Ση­κώ­θη­κε πά­νω.

       «Σὲ λί­γο θὰ δεί­ξει τοὺς τέσ­σε­ρις Σκλά­βους τοῦ Μι­χα­ὴλ Ἄγ­γε­λου», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ μπουρ­νού­ζι. «Τὴν ἔ­χω δεῖ πά­ρα πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἐκ­πομ­πὴ αὐ­τή.» Κοί­τα­ξε τὴ Λίν­τι συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ὅ­τι εἶ­ναι κι αὐ­τὴ σὰν σκλά­βα, μ’ ἕ­να της μέ­ρος φυ­λα­κι­σμέ­νο σὲ μιὰ σκλη­ρὴ σὰν πέ­τρα, ἀ­δού­λευ­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ νοῦ της.

       Ἡ Λίν­τι κοί­τα­ξε τὴν ὀ­θό­νη. «Μιὰ κού­κλα», εἶ­πε.

       «Ἔ ὄ­χι καὶ κού­κλα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. «Σ’ ἀ­ρέ­σουν οἱ κοῦ­κλες;», εἶ­πε ἡ Λίν­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος του. Οἱ ρί­γες στὸ μπουρ­νού­ζι τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν με­γά­λες καὶ σκοῦ­ρες, τὸ ὑ­πό­λοι­πο μπουρ­νού­ζι ἦ­ταν λευ­κό. Ὁ κα­πνὸς γέ­μι­ζε τὸ δω­μά­τιο ὣς ἀ­πά­νω δη­μι­ουρ­γών­τας ἐ­πί­πε­δα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο του καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Τὴν ὀ­θό­νη τὴ γέ­μι­ζαν μουν­τές, θαμ­πὲς εἰ­κό­νες. Ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο, σά­λι­ω­σε κι ἔ­κλει­σε τὸν φά­κε­λο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι τῆς Λίν­τι. Αὐ­τὴ τὸν ἔ­ρι­ξε μέ­σα στὴν τσάν­τα της μὲ τὶς σο­κο­λά­τες.

       Ἐ­νῶ στε­κό­ταν στὴν πόρ­τα, ὁ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω ἄν­τρας ψι­θύ­ρι­σε: «Δὲν θὰ γνω­ρί­σεις πο­τὲ πιὸ γεν­ναι­ό­δω­ρο, πιὸ γνή­σιο ἄν­θρω­πο.»

       Ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ὁ δρό­μος φά­νη­κε στὴ Λίν­τι πα­ρά­ξε­νος, σὰν νὰ τὸν εἶ­χαν βου­τή­ξει στὸ γά­λα.

       «Κι ἄλ­λο σπί­τι», πα­ρα­κά­λε­σαν τὰ παι­διά. «Ἄλ­λο ἕ­να!»

       Τοὺς πλη­σί­α­σε ἕ­να φορ­τη­γά­κι. Ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­νας ἄν­τρας καὶ στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ ἦ­ταν ἕ­νας σκύ­λος. Ὁ ὁ­δη­γὸς πρό­σε­ξε τὸν Κλὲμ καὶ κά­λυ­ψε μὲ τὸ ἕ­να του χέ­ρι τὰ μά­τια τοῦ σκύ­λου του κα­θὼς περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα.

       Τὴ Λίμ­περ­τι τὴν ἔ­πια­σε πο­νο­κέ­φα­λος. Ἔ­νι­ω­θε σὰν προ­σκυ­νή­τρια ποὺ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται προ­ση­λω­μέ­νη δι­α­σχί­ζον­τας στέρ­φες στέ­πες, δί­χως ὡ­στό­σο προ­σευ­χή. Πῆ­ρε μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα προ­σπα­θών­τας νὰ χα­λα­ρώ­σει. Εἰ­σέ­πνευ­σε πεῦ­κο, πορ­το­κά­λια καὶ μη­χα­νό­λα­δο.

       Ἡ ἀ­νά­σα τῶν παι­δι­ῶν μύ­ρι­ζε ζα­χα­ρω­τὸ ἀρ­κου­δά­κι μὲ γεύ­ση κα­νέ­λα.

       «Ἄλ­λο ἕ­να!», φώ­να­ξαν.

       «Μοῦ ’­χουν μεί­νει μό­νο τσί­χλες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι.

       «Ἔ­πρε­πε νά ’λ­θε­τε νω­ρί­τε­ρα.» Ἔ­μοια­ζε μᾶλ­λον φτι­αγ­μέ­νη. Φο­ροῦ­σε μπι­κί­νι κι ἔ­πι­νε μπί­ρα. Τὸ πά­νω καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τοῦ μα­γιὸ εἶ­χαν ἄλ­λα σχέ­δια. «Τσί­χλες μό­νο, ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι ἀ­κό­μη, δὲν ἔ­χει κέ­ρα­σμα ἂν δὲν μοῦ κά­νε­τε κά­ποι­ο κόλ­πο.» Χα­μο­γε­λοῦ­σε λὲς καὶ φλέρ­τα­ρε.

       Αἴφ­νης ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε κα­τα­κό­ρυ­φο. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Μύ­ρι­σε μπλεγ­μέ­να μπού­τια μὲ καλ­σόν, μιὰ ἐ­λα­φρὰ ὀ­σμὴ οὔ­ρων.

       «Φαν­τα­στι­κό», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Μπο­ρῶ νὰ σοῦ πῶ τὴ μοί­ρα σου ἂν θές», εἶ­πε ὁ Τέν­τι.

       «Ὄ­χι, γλύ­κα μου, εὐ­χα­ρι­στῶ», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα, «καὶ θὰ σοῦ πῶ για­τί». Ἀ­κούμ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὸ στῆ­θος τοῦ Τέν­τι μὲ τὸ μα­κρύ, βαμ­μέ­νο νύ­χι της. «Οἱ για­τροὶ μὲ κά­νουν καὶ τρέ­μω. Μοῦ φέρ­νουν τα­ρά­κου­λο. Ὁ πρῶ­τος μου ἄν­τρας ἦ­ταν για­τρός. Ξέ­ρεις μὲ τί ἀ­σχο­λι­ό­ταν; Μὲ συ­κώ­τια. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος του ἦ­ταν τὰ συ­κώ­τια. Ἦ­ταν ἕ­νας μι­κρό­σω­μος, μαυ­ρι­δε­ρὸς Ἰ­ρα­νός, πάν­το­τε χα­μο­γε­λα­στός. Ἦ­ταν φρι­κι­α­στι­κὸς ὅ­σο δὲν πά­ει.» Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Ἰ­βόν. «Ἐ­σὺ τί θὰ κά­νεις γιὰ μέ­να, μι­κρὴ πά­πια;»

       Ἡ πά­πια μί­λη­σε δί­χως νὰ κου­νη­θεῖ τὸ ράμ­φος της.

       Τὸ για­τὶ θὰ τὸ βρῶ ὅ­ταν λή­ξει ὁ Χρό­νος

       Καὶ πιὰ θά ’­χω πά­ψει νὰ ζη­τῶ τὸ για­τί

       Χρι­στὸς θὰ ἐ­ξη­γεῖ τό­τε τὴν κά­θε ὀ­δύ­νη

       Στὴ σχο­λι­κὴ τά­ξη τ’ οὐ­ρα­νοῦ τὴν ἁ­γνή

       Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν λι­γά­κι ψευ­δῆ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια σὰν νά ’­ταν οἱ στί­χοι ἀ­πὸ κά­ποι­ο τρα­γού­δι ρὸκ ἒντ ρόλ. «Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον», εἶ­πε ἡ Ἰ­βόν.

       «Εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πό­κο­σμο πράγ­μα πού ’­χω ἀ­κού­σει πο­τέ μου», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Τὰ παι­διὰ γί­νον­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­πό­κο­σμα. Εἶ­ναι οἱ και­ροὶ αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦ­με.» Ἔ­δω­σε ἀ­πρό­θυ­μα μιὰ τσί­χλα στὴν Ἰ­βὸν καὶ κοί­τα­ξε τὸν Νί­κι.

       «Τί θά ’­λε­γες νὰ μοῦ πεῖς τί­πο­τε στα­τι­στι­κὰ γιὰ τὸ ράγ­κμπι;», εἶ­πε, χω­ρὶς νά ’­ναι σί­γου­ρη. «Ἔ­χεις κα­μιὰ κα­λὴ πλη­ρο­φο­ρί­α γιὰ τοὺς Bandits;» Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­κό­μη κέ­φια. Θὰ τὸ γού­στα­ρε ἕ­να κα­λὸ ἀ­στεῖ­ο. «Ἔ­χω μιὰ ἰ­δέ­α», εἶ­πε στὸν Νί­κι. «Πές μου τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ σοῦ συ­νέ­βη πο­τέ.»

       Ὁ Νί­κι κοί­τα­ξε πρῶ­τα τὴ γυ­ναί­κα κι ὕ­στε­ρα τὴ Λίμ­περ­τι. Ἔ­βα­λε τὸν ἀν­τί­χει­ρα στὸ στό­μα.

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα στρι­φο­γυρ­νών­τας τὴν μπί­ρα στὴν κοι­λιά της, «θὰ σοῦ πῶ τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ συ­νέ­βη σ’ ἐ­μέ­να. Ἤ­μουν μι­κρὸ παι­δὶ σὰν κι ἐ­σέ­να κι εἶ­χα πά­ει νὰ δῶ τὸ τσίρ­κο. Δι­α­σκέ­δα­ζα πά­ρα πο­λὺ στὸ τσίρ­κο. Πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα μ’ ἄ­ρε­σαν τὰ ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Τρε­λαι­νό­μουν νὰ βλέ­πω τοὺς ἀ­κρο­βά­τες ἀ­νε­βα­σμέ­νους ἐ­κεῖ ψη­λά, νὰ πε­τοῦν καὶ νὰ σκί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ στρὰς στὶς στο­λές τους ν’ ἀ­στρά­φτουν. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ ἀ­κρο­βά­τισ­σα καὶ νὰ κά­νω ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Ἤ­μουν, λοι­πόν, στὸ τσίρ­κο κι ἕ­νας ἄν­τρας, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζιο, δὲν βρῆ­κε τὸ δί­χτυ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ κοι­νό. Ἔ­πε­σε πά­νω μου καὶ μοῦ ’­σπα­σε τὴν κλεί­δα. Εἶ­χε ἀ­παί­σια μυ­ρω­διά. Λέ­ω ἀ­παί­σια καὶ τὸ ἐν­νο­ῶ, μύ­ρι­ζε σὰν με­γά­λος πον­τι­κὸς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο».

       Ἡ γυ­ναί­κα γέ­λα­σε, ἀ­πὸ μέ­σα της σχε­δόν, μὲ μιὰ θλί­ψη. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ χρῶ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν της καὶ νὰ γνω­ρί­σει κα­νέ­ναν στὰ μπάρ, ἢ νὰ ψευ­το­κά­νει θα­λάσ­σιο σκί, ἡ νύ­χτα ὡ­στό­σο ἔ­φτα­νε στὸ τέ­λος της. Μπρο­στά της θὰ ἔ­βρι­σκε μνῆ­μες ποὺ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δυ­σκο­λό­τε­ρο νὰ τὶς πι­στέ­ψει, χαν­γκό­βερ καὶ πό­νο στὸ σέξ. Σπόν­τες παν­τοῦ. Γρα­πτὲς ἰ­α­τρι­κὲς δι­α­γνώ­σεις. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπάρ­μπε­κιου τῆς ἔ­σπα­σε ἕ­να δόν­τι. Κά­ποι­οι τῆς ἄ­νοι­ξαν πρό­σφα­τα τὸ σπί­τι καὶ δὲν πῆ­ραν τί­πο­τα. Οὔ­τε ἕ­να γα­μη­μέ­νο πράγ­μα. Τί πε­ρί­με­ναν νὰ βροῦν; Ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο ποὺ δὲν ἔ­λει­πε τί­πο­τα, ἦ­ταν ὅ­μως καὶ θλι­βε­ρό. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς.

       Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­λεγ­ξε τὴν κά­θε τσάν­τα χω­ρι­στὰ γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι δὲν ἔ­χουν μέ­σα ξυ­ρα­φά­κια, πι­νέ­ζες, χά­πια ἢ τα­του­ὰζ μὲ LSD.

       «Εἶ­μαι ἡ μό­νη πού ’­χω φά­κε­λο», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω καὶ τὸν ζού­λη­ξε. Ὁ ἀν­τί­χει­ράς της ἄ­φη­σε ἀ­πο­τύ­πω­μα. Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα δο­λα­ρί­ων.

       Ἡ Λίν­τι τὸ κοί­τα­ξε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­δι­α­φο­ρί­α ποὺ τὸ κοί­τα­ξε κι ὁ Κλέμ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα ἦ­ταν κολ­λα­ρι­στό, δὲν κου­βα­λοῦ­σε ἴ­χνος ἱ­στο­ρί­ας.

       «Μπο­ρεῖς μ’ αὐ­τὸ ν’ ἀ­γο­ρά­σεις κά­τι ποὺ νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Τί θὰ ἤ­θε­λες;»

       Ἡ Λίν­τι δὲν ἔ­βλε­πε πῶς συν­δέ­ον­ται τὰ δύ­ο. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα. Τὸ φί­λη­σε.

       «Νὰ τὸ προ­σέ­χεις», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. «Μὴν τὸ χά­σεις.»

       Ἡ Λίν­τι ὡ­στό­σο δὲν τὸ πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­δω­σε στὴ μά­να της κι αὐ­τὴ τὸ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐκ­κλη­σί­α τό ’­δω­σε σὲ μιὰ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση. Ἡ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τὸ δι­ο­χέ­τευ­σε σὲ μιὰ κλι­νι­κὴ γιὰ τὴν ἀ­πε­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὰ ναρ­κω­τι­κὰ καὶ τὴν πρό­λη­ψη τῶν αὐ­το­κτο­νι­ῶν. Τρα­βή­χτη­κε ἀ­π’ τὸν λο­γα­ρια­σμὸ τῆς κλι­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­γο­ρα­στεῖ ἕ­να φουρ­νά­κι γιὰ τοὺς ἐρ­γα­ζό­με­νους. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἠ­λε­κτρι­κῶν συ­σκευ­ῶν ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­γο­ρά­στη­κε τὸ φουρ­νά­κι τὸ πέ­τα­ξε, κα­τὰ τὴ διάρ­κεια μιᾶς ἀ­πο­πνι­κτι­κῆς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῆς πα­ρά­στα­σης, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ σ’ ἕ­ναν σκύ­λο ὀ­νό­μα­τι Μπὰτ Μί­στερ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα μπῆ­κε τό­τε σ’ ἕ­να γα­ϊ­τα­νά­κι πλη­ρω­μῶν γιὰ σέξ, ἀλ­κο­όλ, ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα βι­ο­ψί­ας καὶ γιὰ τὴν ἐ­πι­σκευ­ὴ ἑ­νὸς καρ­μπι­ρα­τέρ. Σή­κω­σε τὸ βά­ρος μιᾶς ζω­ῆς ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ συλ­λά­βει οὔ­τε κι ἡ πιὸ τρε­λὴ φαν­τα­σί­α. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ κα­νά­λια σφο­δρά, ἀ­νό­σια καὶ βα­ρε­τά. Τα­ξί­δε­ψε καὶ πι­ά­στη­κε κο­ρό­ϊ­δο οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρές. Γνώ­ρι­σε φῶ­τα ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ καὶ σκο­τει­νὲς τσέ­πες. Εἶ­δε ἀ­πὸ κον­τὰ τὸ γεῦ­μα ποὺ πα­ρα­τέ­θη­κε πρὸς τι­μὴν μιᾶς ἠ­θο­ποι­οῦ στὸ Κὶ Οὐ­ὲ­στ κι εἶ­χε γιὰ κυ­ρί­ως πιά­το μπρι­ζό­λα ἀ­πὸ χε­λώ­να. Κέρ­δι­σε μο­νὸ εἰ­σι­τή­ριο γιὰ ται­νί­α πορ­νὸ στὴν ὁ­ποί­α τὸ σο­κα­ρι­στι­κὸ μέ­γε­θος τοῦ ὀρ­γά­νου τοῦ ἱ­ε­ρέ­α-μάρ­τυ­ρα ὀ­φει­λό­ταν σὲ πε­ρί­σφι­ξη τὴν ὥ­ρα τῆς ἐκ­σπερ­μά­τι­σης. Ἀ­γό­ρα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα, ντά­κι­ρι φρά­ου­λα κι ἕ­να προ­πλη­ρω­μέ­νο τα­ξί­δι ποὺ τε­λι­κὰ δὲν ἔ­γι­νε. Ἔ­φυ­γε σὰν ὀρ­φα­νό, κλαί­γον­τας γο­ε­ρά. Οἱ ἀστρα­φτε­ρὲς στὴν ἐ­πι­φά­νειά τους συμ­πτώ­σεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­κά­λυ­πτε, γρή­γο­ρα γί­νον­ταν ρου­τί­να. Δὲν κοί­τα­ξε πο­τὲ τὴ ζω­ὴ στὰ μά­τια. Οὔ­τε μιὰ φο­ρά. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πο­τὲ πί­σω. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πί­σω οὔ­τε τὸ ρό­δο, οὔ­τε ἡ πά­πια, οὔ­τε ἡ ἀρ­χὴ τῆς ὁ­λό­τη­τας. Πο­τὲ ξα­νά.


* Τὸ ἔ­θι­μο τοῦ Χά­λο­ου­ιν «trick-or-treating» (κόλ­πο-ἢ-κέ­ρα­σμα), στὸ ὁ­ποῖ­ο τὰ παι­διὰ μα­σκα­ρεύ­ον­ται καὶ ζη­τοῦν κε­ρά­σμα­τα ἀ­πὸ τοὺς γεί­το­νες δι­α­δό­θη­κε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, κα­θὼς ἰρ­λαν­δι­κὲς καὶ σκο­τσέ­ζι­κες κοι­νό­τη­τες ἀ­να­βί­ω­σαν τὸ προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ τὸν Πα­λιὸ Κό­σμο ἔ­θι­μο τῆς με­ταμ­φί­ε­σης· οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦ­σαν στο­λὲς προ­κει­μέ­νου νὰ ποῦν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νὰ ἀ­παγ­γεί­λουν κά­ποι­ο ποί­η­μα ἢ νὰ κά­νουν κά­ποι­ο ἄλ­λο κόλ­πο μὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα φροῦ­το ἢ ἄλ­λο κέ­ρα­σμα. Στὴν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα ἐκ­δο­χὴ τοῦ Χά­λο­ου­ιν, τὸ βρά­δυ τῆς 31ης Ὀ­κτω­βρί­ου τὰ παι­διὰ βά­ζουν τὶς στο­λές τους καὶ βγαί­νουν στὸν δρό­μο, κα­τὰ κα­νό­να σὲ ὁ­μά­δες, πᾶ­νε ἀ­πὸ πόρ­τα σὲ πόρ­τα καὶ ἀ­να­φω­νοῦν σ’ ὅ­ποι­ον τοὺς ἀ­νοί­γει: trick-or-treat (κόλ­πο ἢ κέ­ρα­σμα). Ἂν τὸ κέ­ρα­σμα δὲν ἔλ­θει, τὸν σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη τὸν πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­α… δυ­σά­ρε­στη ἔκ­πλη­ξη.
            Στὸ δι­ή­γη­μα τῆς Οὐ­ί­λιαμς βλέ­που­με, ἐ­κτὸς ὅ­λων των ἄλ­λων, πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ ἐ­θί­μου στὴν πρά­ξη (θὰ σὲ κε­ρά­σω… ἀλ­λὰ μό­νο ἂν μοῦ κά­νεις κόλ­πο), ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὴν ἀ­παγ­γε­λί­α ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τοῦ τε­τρά­στι­χου τῆς Ντί­κιν­σον, εἶ­δος κόλ­που-τε­χνά­σμα­τος ποὺ τεί­νει δυ­στυ­χῶς νὰ ἐ­κλεί­ψει (ἐ­ξοῦ κι ἡ χλια­ρὴ ἀν­τί­δρα­ση —ἔμ­με­σο σχό­λιο τῆς γρά­φου­σας— καὶ τὸ ἀ­πρό­θυ­μο κέ­ρα­σμα).
(σ.τ.μ. μὲ πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ ἀν­τλή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια Bri­tan­nica)


Πη­γή: The Paris Review, τεῦ­χος 90, χει­μώ­νας 1983 (βλ. ἐδῶ).

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἄρτος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 9/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἄρ­τος

(Bread)


ΚΑΜΠΟΣΟΥΣ ΜΗΝΕΣ πρὶν πε­θά­νει, ἡ γαλ­λί­δα φι­λό­σο­φος καὶ μυ­στι­κί­στρια Σι­μὸν Βέ­ιλ ἔ­γρα­ψε στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μπαί­νει μιὰ μέ­ρα στὸ δω­μά­τιό της καὶ λέ­ει:

       «Κα­η­μέ­νο πλά­σμα, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν ξέ­ρεις. Ἔ­λα μα­ζί μου καὶ θὰ σοῦ μά­θω πράγ­μα­τα ποὺ δὲν τά ’χεις φαν­τα­στεῖ.»

       Τὴν ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ «καινούργια κι ἄ­σχη­μη ἐκ­κλη­σί­α», ὕ­στε­ρα σὲ μιὰ ἄ­δεια σο­φί­τα. Μέ­ρες καὶ νύ­χτες περ­νοῦν. Κου­βεν­τιά­ζουν καὶ μοι­ρά­ζον­ται ἄρ­το καὶ οἶ­νο.

       «Ὁ ἄρ­τος εἶ­χε πράγ­μα­τι γεύ­ση ἄρ­του», ἔ­γρα­ψε. «Δὲν τὴν ἔ­χω ξα­να­συ­ναν­τή­σει που­θε­νὰ τὴ γεύ­ση αὐ­τή.» Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀλ­λὰ σα­στι­σμέ­νη: «Ὑ­πο­σχέ­θη­κε νὰ μὲ δι­δά­ξει, ὅ­μως δὲν μοῦ ’­μα­θε τί­πο­τα.»

       Ὕ­στε­ρα τὴ δι­ώ­χνει. Ἡ καρ­διά της ρα­γί­ζει κι ἡ ἴ­δια πε­ρι­πλα­νι­έ­ται ἀ­δεια­νή. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἦρ­θε ἀ­πὸ λά­θος νὰ τὴ βρεῖ, ὅ­τι ἡ θέ­ση της δὲν εἶ­ναι στὴ σο­φί­τα.

       Τὸ κεί­με­νο τε­λει­ώ­νει μὲ τὰ ἑ­ξῆς λό­για: «Τὸ ξέ­ρω κα­λὰ πὼς δὲν μ’ ἀ­γα­πᾶ. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε; Κι ὅ­μως βα­θιὰ μέ­σα μου κά­τι, ἕ­να κομ­μα­τά­κι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ συλ­λο­γι­στεῖ μὲ φό­βο καὶ τρό­μο πὼς ἴ­σως, μο­λα­ταύ­τα, μ’ ἀ­γα­πᾶ.»

       Ἡ Βέ­ιλ πέ­θα­νε στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρά της, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἐ­λάτ­τω­σε σκό­πι­μα τὴν πο­σό­τη­τα τῆς τρο­φῆς ποὺ κα­τα­νά­λω­νε· ὅ­σο γιὰ τοὺς λό­γους ποὺ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, ἡ συ­ζή­τη­ση δὲν ἔ­χει τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μη.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Δρόσος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 8/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Δρό­σος

(Dew)


ΔΡΟΣΟΣ ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται λί­γο με­τὰ τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα. Οἱ ὑ­δρα­τμοὶ ἐ­ξα­τμί­ζον­ται καὶ ψύ­χουν τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν φυ­τῶν, κα­θὼς αὐ­τὰ γρή­γο­ρα χά­νουν τὴ θερ­μό­τη­τα πού ’­χουν μα­ζέ­ψει ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ φυ­τοῦ ἢ τοῦ λου­λου­διοῦ γί­νε­ται ψυ­χρό­τε­ρη ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν πε­ρι­βάλ­λει, κι αὐ­τὸ ἔ­χει σὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ὑ­δρα­τμοὶ κα­τὰ τὴ δι­α­πνο­ὴ νὰ συμ­πυ­κνώ­νον­ται καὶ νὰ γί­νον­ται δρο­σο­στα­λί­δες.

       Ἡ δρό­σος εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κρυ­στάλ­λους ποὺ ἀ­ε­νά­ως σχη­μα­τί­ζονται, ὑγρο­ποι­οῦνται καὶ συλ­λέ­γουν ἐ­νέρ­γεια.

       Δι­α­σχί­ζον­τας κα­νεὶς ξυ­πό­λυ­τος τὴ δρό­σο μπο­ρεῖ πιὸ εὔ­κο­λα νὰ δε­χτεῖ τὴν ἐ­νέρ­γεια ἀ­π’ τὸ μα­γνη­τι­κὸ πε­δί­ο τῆς Γῆς.

       Ἡ δρό­σος ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐν­δι­α­φέ­ρον θέ­μα.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).