Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов): Μαρία Ντι­μι­τρόβα: Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов)


Μαρία Ντι­μι­τρόβα:

Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ


Ο ΕΡΓΟ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κα­τα­λαμ­βά­νει ἕ­ναν χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ κοι­νό­το­πο δὲν μπο­ρεῖ μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο. Ἀ­κο­λου­θών­τας δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς ποὺ ἔ­τυ­χαν θερ­μῆς ὑ­πο­δο­χῆς, τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1999, τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, μᾶς τὸν σύ­στη­σε ὡς πι­στὸ χρο­νι­κο­γρά­φο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­ό­τυ­πο λο­γο­τε­χνι­κὸ προ­βο­κά­το­ρα, ἀ­να­τα­ρά­ζον­τας τὰ γα­λή­νια νε­ρὰ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ με­τά­βα­ση τῆς χώ­ρας στὴ δη­μο­κρα­τί­α. Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ εἶ­χε τὴν ἰ­δέ­α νὰ γρά­ψει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο «θὰ πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα (ὅ­λα ὅ­σα δὲν βρί­σκει κα­νεὶς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) – μιὰ φυ­σι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς του­α­λέ­τας, προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἀρ­χαί­α φι­λο­σο­φί­α, κου­βέν­τες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἄ­κου­σε κα­τὰ τύ­χη, μύ­γες καὶ τὰ κα­θη­με­ρι­νά, λί­στες, ἀρ­χι­κὰ μέ­ρη μυ­θι­στο­ρη­μά­των» – δη­λα­δὴ ὅ­λα ὅ­σα «βρί­σκον­ται στὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­φη­γη­θεῖ τὴ δι­κή του ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α». Ἡ ἀ­πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τὴ συ­νι­στᾶ γιὰ τὸν Γκο­σπον­τί­νοφ σύμ­πτω­μα ἑ­νὸς και­ροῦ «κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ὑ­ψη­λὸ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ καὶ τὸ μό­νο ποὺ μᾶς ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή», κα­τα­δει­κνύ­ον­τας τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν κα­θι­ε­ρω­μέ­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν τα­ξι­νο­μή­σε­ων ν’ ἀ­πει­κο­νί­σουν τὴν «ἀ­που­σί­α σπου­δαί­ων γε­γο­νό­των» στ’ ἀ­πό­νε­ρα τῆς με­τα­κομ­μου­νι­στι­κῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἔ­χει δο­μη­θεῖ μὲ πα­ρεμ­φε­ρῆ τρό­πο ἐ­πά­νω σε μιὰ ἑ­κού­σια ἑ­τε­ρο­γέ­νεια, ἐ­πι­λέ­γον­τας ἀν­τὶ γιὰ πλο­κὴ μιὰ ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χὴ κε­φα­λαί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α κι­νοῦν­ται πρὸς ποι­κί­λες κα­τευ­θύν­σεις καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας δὲν ἀ­να­πτύσ­σον­ται πα­ρὰ συσ­σω­ρεύ­ον­ται σ’ ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο βι­ω­μέ­νης ἐμ­πει­ρί­ας. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ χα­μη­λοῦ ρί­σκου νεῦ­μα στὸν με­τα­μον­τερ­νι­σμό, τὸ ἐ­ξα­το­μι­κευ­μέ­νο αὐ­τὸ ὕ­φος εἶ­ναι κομ­μά­τι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης τά­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­μέ­λιο τοῦ συ­νό­λου τῆς δου­λειᾶς τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ —ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του καὶ τὰ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, τὰ δο­κί­μια, τὰ σε­νά­ρια καὶ τὰ κό­μικ του μέ­χρι τὴ συλ­λο­γι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз жи­вях со­ци­а­ли­зма)—, νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὸ χει­ρο­πια­στὸ καὶ ὅ,τι μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας μπο­ροῦ­με ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καὶ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὰν ἀν­τί­δο­το στὸ νὰ συλ­λά­βου­με τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὡς ἀ­φαί­ρε­ση, ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­κτυ­πό τους στὶς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων.

       Ἡ ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση καὶ ἀ­με­τά­φρα­στη γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, τῶν προ­γό­νων του καὶ ἡ γλώσ­σα τῆς κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας συ­να­πο­τε­λοῦν τὸ θέ­μα τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἀν­τί­δρα­ση ἐ­νάν­τια στὴν «κουλ­τού­ρα τῆς σι­ω­πῆς» στὴ Βουλ­γα­ρί­α —σι­ω­πὴ σὰν κι αὐ­τὴ ποὺ προ­κα­λοῦν ὅ­λα τα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ συ­στή­μα­τα— τὸ ἔργο αὐ­τὸ εἶ­ναι ἕ­να προ­σω­πι­κὸ μι­κρο­χρο­νι­κὸ τῶν στιγ­μῶν ἐ­κεί­νων τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ ποὺ δὲν ἔ­φτα­σαν πο­τὲ ν’ ἀ­πο­τυ­πω­θοῦν σὲ κά­ποι­ο κεί­με­νο. Ἕ­να, ἴ­σως ὄ­χι καὶ τὸ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἀ­πό­σπα­σμα στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του σὲ μιὰ ἔκ­θε­ση μὲ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Ἄλ­φρεντ Στίγ­κλιτς(1) λει­τουρ­γεῖ ὡς μι­κρό­κο­σμος ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κει­μέ­νου. Πε­ρι­γρά­φον­τας τὶς δύ­ο ἐμ­μο­νὲς τοῦ Στίγ­κλιτς, τὰ σύν­νε­φα καὶ τὴν Τζόρ­τζια Ὀ’Κίφ, ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ πε­ρι­γρά­φει τὶς «δι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1920 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1930 οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πει­κο­νί­ζουν σύν­νε­φα: ἀ­ραι­ά, πυ­κνά, ψη­λά, χα­μη­λά, ἀ­μυ­δρὰ» καὶ τὶς «πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τρι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζουν τὴν Ὀ’Κίφ: χέ­ρια, πα­λά­μες, στή­θη, χεί­λη, μά­τια, προ­φίλ, ἀν­φάς, μέ­χρι καὶ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν […]. Νὰ φω­το­γρα­φί­ζει συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν κά­θε πτυ­χὴ καὶ τὴν κά­θε καμ­πύ­λη, τὸ κά­θε ἑ­κα­το­στὸ τοῦ σώ­μα­τός της, σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ ἀ­πε­γνω­σμέ­να μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­πα­νω­τὲς λή­ψεις νὰ στα­μα­τή­σει τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου». Ἀ­κό­μη κι ἂν γνω­ρί­ζει κα­νεὶς πὼς ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α εἶ­ναι βέ­βαι­η, ὁ με­θο­δι­κὸς αὐ­τὸς ψυ­χα­ναγ­κα­σμὸς μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι στὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ὁ μό­νος τρό­πος νὰ τὴν ἀ­πο­σο­βή­σει.

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα


ΠΩΣ γρά­φτη­κε τὸ βι­βλί­ο The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν); Εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας; Ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά;

ΔΕΝ ΕΧΕΙ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά, γρά­φτη­κε εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πι­κα­λύ­ψεις, ἴ­σως κά­ποι­ες πα­ρά­γρα­φοι, ποὺ τὶς πῆ­ρα αὐ­τού­σι­ες ἀ­πὸ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἡ ἰ­δέ­α ὅ­μως εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου, γραμ­μέ­να ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ποὺ πέ­ρα­σα σ’ ἕ­να φραγ­κι­σκα­νι­κὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

 

Πῶς κύ­λη­σε ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς με­τά­φρα­σης;

       Θέ­λη­σα ἡ με­τά­φρα­ση, ἢ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α με­τά­φρα­σης, νὰ συ­νι­στᾶ ἐγ­γε­νὲς κομ­μά­τι τοῦ κει­μέ­νου. Συ­νε­πῶς, ἀ­φε­τη­ρί­α ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­με­τά­φρα­στο τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λέ­ξης тъ­га («ta­ga»: θλί­ψη, με­λαγ­χο­λί­α), ἡ ἔν­νοι­α ὅ­σο καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ κα­θαυ­τή. Τὸ κεί­με­νο τὸ ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ σει­ρὰ προ­σω­πι­κὲς ση­μει­ώ­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν τὴ δο­μὴ ποὺ ἔ­χουν τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια ποὺ παίρ­νω μα­ζί μου ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ω. Κου­βα­λῶ πάν­τα μα­ζί μου ἕ­να, τώ­ρα πρέ­πει νά ’­μαι στὸν 67ο τό­μο ἢ κά­που ἐ­κεῖ γύ­ρω.


Τὸ ἔ­χε­τε μα­ζί σας αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή;

       Ναί, ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου τὸ πιὸ πρό­σφα­το. Μιᾶς καὶ τα­ξι­δεύ­ω συ­χνά, ἔ­χω πά­νω μου τὰ τε­λευ­ταῖ­α δε­κα­πέν­τε του­λά­χι­στον.


Γρά­φε­τε κα­θό­λου στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή;

       Ναί, ὅ­λα ὅ­μως ξε­κι­νοῦν ἀ­π’ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια: οἱ ἰ­δέ­ες, οἱ φρά­σεις. Τὰ ἐ­ξε­λίσ­σω, φυ­σι­κά, στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ κι ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γρά­φω ἐ­κεῖ πε­ζὸ λό­γο, ὅ­μως ποί­η­ση μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω μο­νά­χα στὸ χαρ­τί. Εἶ­μαι ποι­η­τὴς ἀ­να­λο­γι­κός. Ἡ ποί­η­ση πού ’­ναι γραμ­μέ­νη σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὁ­λό­τε­λα δι­α­φο­ρε­τι­κὸ εἶ­δος.


Δι­ά­βα­σα πρό­σφα­τα μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ὁ­ποί­α μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει στα­μα­τή­σει τε­λεί­ως νὰ γρά­φει σὲ χαρ­τί, ὅ­τι οἱ κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ δί­νει τὸ νὰ με­τα­κι­νεῖς ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἔ­χουν φτά­σει ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τοῦ τρό­που γρα­φῆς της.

       Ἀ­κρι­βῶς, πρό­κει­ται γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Γιὰ μέ­να, τὸ γρά­ψι­μο σὲ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ γρή­γο­ρο, σὲ βά­ζει σὲ ἀ­πό­στα­ση. Στὸ χαρ­τί, δὲν μπο­ρῶ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ν’ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω τί ἔ­χω γρά­ψει, ἔ­τσι ὅ­μως γεν­νι­οῦν­ται ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ ἄλ­λα σχή­μα­τα, μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ λά­θη αὐ­τά. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τή, τοῦ λά­θους, τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς, πα­ρα­μέ­νει πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ γιὰ μέ­να. Ἔ­γρα­ψα τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ δα­κτυ­λο­γρα­φή­σω καὶ ἐ­κτύ­πω­σα ὅ­λες τὶς σε­λί­δες μα­ζί, εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ τὶς ἀ­ριθ­μή­σω. Κα­τάρ­γη­σα τὸν φά­κε­λο ἐ­κεῖ­νο, ἡ σει­ρὰ εἶ­χε χα­θεῖ διὰ παν­τὸς καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἔ­χει τὴ μορ­φὴ λα­βυ­ρίν­θου, ἡ φυ­σι­κὴ δη­λα­δὴ ἀ­τα­ξί­α τῶν σε­λί­δων ἐ­κεί­νων. Θὰ μπο­ροῦ­σα, σα­φῶς, νὰ ἔ­χω ἀ­να­κτή­σει τὴ σει­ρὰ ἀ­π’ τὸ ἀρ­χι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, προ­τί­μη­σα ὅ­μως νὰ προ­σα­να­το­λι­στῶ μὲ βά­ση τὶς κό­λες αὐ­τὲς τὸ χαρ­τί. Σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἡ ἀ­σφα­λέ­στε­ρη, ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη τε­χνο­λο­γί­α εἶ­ναι τὸ χαρ­τί. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πὼς εἶ­ναι κι ἡ πιὸ στέ­ρε­η. Βρί­σκω ὁ­πωσ­δή­πο­τε πα­ρη­γο­ριὰ σ’ αὐ­τό.


Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ρευ­στὴ μορ­φὴ τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας. Ἡ ρευ­στό­τη­τα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, κα­θὼς φαί­νε­ται, συμ­πτω­μα­τι­κή. Πῶς ἐ­πι­λέ­γει κα­νεὶς τὸ τέ­λος, ἐ­φό­σον ἔ­χει οἰ­κο­δο­μή­σει κά­τι μὲ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος, κά­τι ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει;

       Ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πο­λὺ βα­σι­κὴ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ καὶ ἦ­ταν βα­σι­κὸ ζη­τού­με­νο γιὰ μέ­να τὸ νὰ τὴν πε­τύ­χω, δι­ό­τι συν­δέ­ει με­τα­ξύ τους τὶς δύ­ο βα­σι­κὲς δο­μὲς ποὺ συν­δι­α­μορ­φώ­νουν τὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀρ­χι­κὰ ὁ λα­βύ­ριν­θος, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ μὴν εἶ­ναι πο­τὲ βέ­βαι­ος ἂν ὁ δρό­μος ποὺ πῆ­ρε βγά­ζει μπρο­στὰ ἢ πί­σω. Ἔ­πει­τα, ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­μέ­νου­με πάν­το­τε, θυ­μί­ζον­τας λι­γά­κι τὴ γά­τα τοῦ Σρέν­τιγ­κερ, δί­χως νὰ εἶ­ναι σα­φὲς ἂν εἴ­μα­στε νε­κροὶ ἢ ζων­τα­νοί, σὲ μιὰ κα­τά­στα­ση κυ­μα­το­σω­μα­τι­δια­κοῦ δυ­ϊ­σμοῦ. Βρῆ­κα τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ —πὼς μπο­ρεῖς νὰ βρί­σκε­σαι ταυ­τό­χρο­να σὲ δύ­ο μέ­ρη, σὲ δύ­ο κα­τα­στά­σεις, σὰν κύ­μα καὶ σὰν σω­μα­τί­διο— πο­λὺ θελ­κτι­κή. Τὴ με­τα­μόρ­φω­ση αὐ­τή, τὴν παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν δυ­να­τὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α πρὶν τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή: γρά­φον­τάς τα αὐ­τά, εἶ­σαι ἐ­δῶ καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­σαι καὶ στὰ παι­δι­κὰ χρό­νια τοῦ παπ­ποῦ σου. Ἔ­φτια­ξα, συ­ναι­σθα­νό­με­νος, μιὰ ἀ­να­λο­γί­α, μιὰ χρο­νο­μη­χα­νὴ διὰ μέ­σου τῆς ὁ­ποί­ας μπαί­νεις ταυ­τό­χρο­να στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ παπ­ποῦ σου, τοῦ πα­τέ­ρα σου καὶ τὴ δι­κή σου. Ἐ­ξοῦ καὶ τὸ ν’ ἀ­πο­φύ­γω νὰ δώ­σω ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο τέ­λος, τὸ ν’ ἀ­φή­σω τὸ τέ­λος ἀ­νοι­χτό, εἶ­χε γιὰ μέ­να με­γά­λη ση­μα­σί­α, δι­ό­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες δί­χως τέ­λος, οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ δὲν εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νες, ἀ­φή­νουν χῶ­ρο γιὰ ὅ­λα τα ἐν­δε­χό­με­να. Ἂν τὶς κλεί­σεις, ἂν τὶς ὁ­λο­κλη­ρώ­σεις, ἀ­πο­κό­βεις τὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ συμ­βεῖ κά­τι ἄλ­λο. Τὸ πρό­βλη­μα σ’ ἕ­ναν λα­βύ­ριν­θο δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο ἕ­νας δρό­μος, ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ δρό­μοι, τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι πὼς εἶ­ναι ὅ­λοι τους λά­θος. Καὶ φέ­ρεις καὶ τὸ βά­ρος τῆς ἐ­πι­λο­γῆς. Ὅ­σο γιὰ τὰ τε­λει­ώ­μα­τα, πάν­το­τε ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κι­νη­μά­των, ἔ­χον­τας γιὰ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τὴν ἑ­ξῆς: τί ὡ­ραῖ­α ποὺ θὰ ἦ­ταν νὰ ζοῦ­με τὴ ζω­ή μας ὣς τὴ σε­λί­δα 17 κι ὕ­στε­ρα ν’ ἀλ­λά­ζου­με, εἴ­τε χα­ρα­κτή­ρα εἴ­τε ζω­ή.


Εἶ­στε ταγ­μέ­νος στὸ νὰ συν­τη­ρεῖ­τε μιὰ κά­ποι­α αἴ­σθη­ση πὼς βρι­σκό­μα­στε δια­ρκῶς στὸ ξε­κί­νη­μα κά­ποι­ου πράγ­μα­τος;

       Κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α. Ἂν καὶ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἔ­χει τέ­λη, τὰ τέ­λη αὐ­τὰ εἶ­ναι πολ­λα­πλά, δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει δο­μη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ πολ­λα­πλό­τη­τα ἑ­αυ­τῶν. Ἐ­φό­σον ἔ­χεις γεν­νη­θεῖ καὶ εἶ­σαι πολ­λὰ πράγ­μα­τα μα­ζί, κα­τα­νο­εῖς ἐν­τέ­λει ὅ­τι πε­θαί­νον­τας συ­νε­χί­ζεις νὰ εἶ­σαι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα. Ὁ θά­να­τός σου συν­δυά­ζει πολ­λά, πε­θαί­νεις σὰν Μι­νώ­ταυ­ρος, σὰν δέν­τρο γκίγ­κο, σὰν φρου­τό­μυ­γα, πε­θαί­νεις μέ­σ’ ἀ­π’ τὸν θά­να­το ὅ­λων των ὑ­πό­λοι­πων πραγ­μά­των. Ἡ ἀ­νοι­χτό­τη­τα αὐ­τὴ καὶ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος τῶν ξε­χω­ρι­στῶν κομ­μα­τι­ῶν, τὰ ξε­χω­ρι­στὰ κε­φά­λαι­α, εἶ­ναι μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ ξε­γλι­στρή­σω ἀ­π’ τὸ τέ­λος.


Κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς ἔ­γρα­ψε ὅ­τι τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ ὡς ἐκ­πλή­ρω­ση κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων ποὺ ἄ­φη­σε τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.

       Ὄν­τως, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας φτά­νει βα­θύ­τε­ρα, ἐ­νῶ δι­α­θέ­τει καὶ πλο­κή. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς καὶ μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ εἰ­πω­θεῖ ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς μύ­γες καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τους, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἄλ­λων πραγ­μά­των. Νο­μί­ζω πὼς κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς τῆς Village Voice τὸ ἀ­πο­κά­λε­σε μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει καὶ ξα­ναρ­χί­ζει τραυ­λί­ζον­τας, τραυ­λί­ζον­τας δι­ό­τι ἡ τά­ση ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν, δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α σή­με­ρα ὅ­πως θὰ τὴν εἶ­χες πεῖ τὸν 19ο αἰ­ώ­να. Ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι ὀρ­γα­νω­μέ­νη μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νη τὸν 19ο αἰ­ώ­να, ἡ συ­νέ­χεια δι­α­κό­πτε­ται, κι ἔ­τσι γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα πι­στὸ στὸ πα­ρόν, τὸ μό­νο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει εἶ­ναι νὰ τραυ­λί­ζει καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νει στὴν ἀρ­χή, πα­ρεκ­κλί­νον­τας ὁ­λο­έ­να σὲ νέ­α ξε­κι­νή­μα­τα. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, πα­ρὰ τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βές, ἀ­φή­νει ἐν­δε­χο­μέ­νως με­γα­λύ­τε­ρα πε­ρι­θώ­ρια νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ ζω­ὴ αἰ­σι­ό­δο­ξα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν συν­το­μό­τε­ρο, τα­χύ­τε­ρο, πιὸ ἔν­το­νο, ἰ­δω­μέ­νο ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα ἑ­νὸς νε­ό­τε­ρου ἀν­θρώ­που. Τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι πιὸ ἀρ­γό, σω­ρευ­τι­κό, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὰ ἄ­δεια αὐ­τὰ τε­τρα­γω­νά­κια, κα­λύ­πτον­τας με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γρά­φτη­κε γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βὲς ποὺ ὄν­τως ὑ­πο­στή­κα­με τό­τε. Ἡ ἐν λό­γῳ δε­κα­ε­τί­α εἶ­χε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, γιὰ τὴ γε­νιά μου. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἐ­πι­χει­ρεῖ μιὰ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­να, μέ­σα ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φτά­νον­τας πο­λὺ πα­λιὰ στὴν ἀ­δι­κί­α τοῦ μύ­θου τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου (τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου ποὺ δὲν τοῦ ἔ­χουν δώ­σει τὸ προ­νό­μιο τῆς φω­νῆς).


Ἀμ­φό­τε­ρα τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἔ­χουν, ὅ­πως φαί­νε­ται, μιὰ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη σχέ­ση μὲ τὸ συγ­κεί­με­νο καὶ μὲ τὴν γκά­μα, ἀ­πὸ χρο­νι­κὴ ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ γε­ω­γρα­φι­κὴ σκο­πιά, ἐ­φό­σον κα­λύ­πτουν μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἴ­σα­με τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς οἰ­κο­γέ­νειας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἀμ­φό­τε­ρα ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν­ται, μὲ τρό­πο χει­ρο­πια­στό, μὲ βά­ση ἀν­τι­κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ βι­βλί­ου ἐ­κεί­νου μὲ θέ­μα τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο πολ­λὰ παι­διὰ ποὺ με­γά­λω­σαν τό­τε στὴ Βουλ­γα­ρί­α —μα­ζὶ κι ἐ­γὼ— θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν, μέ­χρι καὶ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἔκ­δο­ση στὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἀ­να­φο­ρά. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα το­πο­θε­τεῖ τὴ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μέ­σα σ’ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο, ὁ­ρα­τὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὕ­στε­ρα τὴν ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει μὲ τ’ ἀρ­χι­κὰ κομ­μά­τια κλα­σι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων, ὑ­πο­νο­ών­τας σχε­δὸν πὼς δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ ζω­ὴ αὐ­τὴ μι­λών­τας μό­νο γι’ αὐ­τή, ἀ­πε­ναν­τί­ας ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ δί­πλα στὶς ἄλ­λες, δι­ό­τι αὐ­τὸ τῆς προσ­δί­δει κύ­ρος ἢ βα­ρύ­τη­τα. Εἶ­χα τὴν πε­ρι­έρ­γεια νὰ μά­θω κα­τὰ πό­σον ἡ τά­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη.

       Ἔ­χε­τε δί­κιο ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­κρι­βῶς μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­α το­πο­θέ­τη­ση ἐν­τὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου πλαι­σί­ου ἀ­να­φο­ρᾶς, μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἀ­το­μι­κοὺς φι­λο­σό­φους, τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Ἐμ­πε­δο­κλῆ· ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς ἀ­να­γω­γῆς στὰ ἄ­το­μα, τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τὴ τῆς ἀρ­χαί­ας φι­λο­σο­φί­ας. Τὴν ἰ­δέ­α τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων καὶ τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης, ὑ­λι­κῆς ὑ­πό­στα­σης τὴ θε­ω­ρῶ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ δι­ό­τι ἀ­πο­δί­δει πι­στὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸν κό­σμο τὸ παι­δί. Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ παί­ζει τὸν ρό­λο της καὶ στὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­πορ­ρέ­ον­τας συ­χνὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, τὸ νὰ κοι­τᾶ δη­λα­δὴ ἕ­να παι­δὶ τὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­τρο ἢ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα πιὸ ψη­λὰ καὶ νὰ βλέ­πει τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὅ­λες οἱ παι­δι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις ποὺ ἔ­χω —με­γά­λω­σα σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριό— κα­τα­λή­γουν στὴ Βί­βλο τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζε ἡ για­γιά μου (τὸ βι­βλί­ο τὸ τύ­λι­γε συ­νω­μο­τι­κὰ μέ­σα στὴν ἐγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­φη­με­ρί­δα), στὶς μύ­γες στὸ τα­βά­νι, στὸν γυ­μνὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­μέ­νουν μὲ κά­ποι­ον τρό­πο στὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ παι­διοῦ. Τὸ πῶς βλέ­πω γε­νι­κῶς τὴν ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα δε­μέ­νο μὲ τὰ προ­η­γού­με­να κι ἀ­πο­τε­λεῖ πι­θα­νὸν κομ­μά­τι τῆς σα­φή­νειας τῶν βι­βλί­ων μου. Τὸ νὰ μι­λῶ, δη­λα­δή, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ δί­χως αὐ­τό, οἱ μύ­γες λό­γου χά­ρη, νὰ μὲ ἀ­πω­θεῖ, ἀν­τι­θέ­τως νὰ τὸ προ­σεγ­γί­ζω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι κι αὐ­τὲς ἀ­κό­μη, οἱ μύ­γες, δι­α­θέ­τουν κά­τι ὑ­ψη­λό­τε­ρο ἢ καὶ ἱ­ε­ρό. Στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ὑ­πάρ­χει ἕ­να κε­φά­λαι­ο μὲ τί­τλο «Σκα­τὰ βου­βα­λιοῦ ἢ Τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ». Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς πράγ­μα­τι τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ, πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με κά­τι ποὺ βλέ­πει ἕ­να παι­δὶ σὲ κά­ποι­ο βουλ­γα­ρι­κὸ χω­ριὸ νὰ τὸ ἐ­ξυ­ψώ­σου­με καὶ νὰ τὸ με­τα­φέ­ρου­με στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο, παγ­κό­σμιο πλαί­σιο καὶ πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­ξί­σου εὐ­γε­νὲς μὲ ὅ,τι συμ­βαί­νει στὰ ἀ­νά­κτο­ρα τοῦ Μπά­κιγ­χαμ.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να πα­λιὸ δο­κί­μιο τῆς Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν γιὰ τὸν Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ· ἡ γρά­φου­σα ἐ­πι­ση­μαί­νει ἕ­να κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μπάμ­πελ γρά­φει γιὰ μύ­γες «ποὺ πε­θαί­νουν σ’ ἕ­να βά­ζο γε­μά­το γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρὸ»(2) καὶ τὸ συ­σχε­τί­ζει μὲ ἄλ­λες μύ­γες ποὺ πνί­γον­ται ἢ πε­θαί­νουν στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (ἕ­να με­λα­νο­δο­χεῖ­ο γε­μά­το νε­κρὲς μύ­γες στὶς Νε­κρὲς ψυ­χές)· ἕ­ναν στί­χο γιὰ μύ­γες-κα­νί­βα­λους μέ­σα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ στοὺς Ἀ­δερ­φοὺς Κα­ρα­μά­ζοφ(3). Μοῦ ἔ­κα­νε ὅ­μως ἐν­τύ­πω­ση τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­νῶ οἱ ρω­σι­κὲς μύ­γες μοιά­ζουν πάν­το­τε νὰ ση­μαί­νουν τὴ θνη­τό­τη­τα ἢ τὴ σή­ψη, στὶς δι­κές σας μύ­γες ὑ­πάρ­χει κά­τι ζω­τι­κό, κά­τι ποὺ κα­τα­φά­σκει τὴ ζω­ή, κά­τι σὰν ὑ­περ­τρο­φο­δό­τη­ση.

       Ναί, στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἡ μύ­γα εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ἄγ­γε­λος καὶ Ἑ­ω­σφό­ρος, ἔ­τσι ὅ­πως κι­νεῖ­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του, με­τα­ξύ τῶν ζων­τα­νῶν καὶ τῶν νε­κρῶν. Οἱ μύ­γες ἐμ­φα­νί­στη­καν πο­λὺ νω­ρὶς στὴ δου­λειά μου κι ἔ­κτο­τε κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α. Ἀρ­χι­κά, στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ ποὺ ἐ­ξέ­δω­σα τὸ 1992 μὲ τί­τλο Lapidarium (Лапидариум) ἡ μύ­γα ἐμ­φα­νί­στη­κε πιὸ πο­λὺ σὰν λέ­ξη, σὰν ἦ­χος – муха (muha).


Γνω­ρί­ζω πὼς συ­νερ­γα­στή­κα­τε μ’ ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς κό­μικ μὲ τί­τλο Ἡ αἰ­ώ­νια μύ­γα (Вечната муха). Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε λί­γα λό­για γιὰ τὸ πῶς συ­νέ­βη;

       Ἡ ἰ­δέ­α ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: νὰ δι­η­γη­θῶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ καὶ μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ μιᾶς μύ­γας. Ἦ­ταν ἕ­να νεῦ­μα ποὺ ἔ­δει­χνε πρὸς τὸν ἀν­τι­αν­θρω­πο­κεν­τρι­σμό μου, νὰ τα­ρα­κου­νή­σου­με τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου. Τὸ πιὸ πρό­σφα­το γρα­πτό μου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μύ­γα παί­ζει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο εἶ­ναι τὸ λιμ­πρέ­το μου γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα, ἕ­να ἀ­κό­μη ἔρ­γο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει στὰ βουλ­γα­ρι­κά.


Πῶς προ­έ­κυ­ψε;

       Λέ­γε­ται Space Opera. Ἦ­ταν πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ Με­γά­λου Θε­ά­τρου τῆς Λυ­ρι­κῆς Σκη­νῆς τοῦ Πόζ­ναν. Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι ἡ ἐ­περ­χό­με­νη ἀ­πο­στο­λὴ στὸ δι­ά­στη­μα τῶν δύ­ο πρώ­των ἀ­στρο­ναυ­τῶν ποὺ θὰ πᾶ­νε στὸν Ἄ­ρη καὶ τὸ πρό­βλη­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἀλ­λὰ τὸ πῶς δύ­ο ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν ν’ ἀ­νε­χτοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον γιὰ πεν­τα­κό­σι­ες μέ­ρες ὥ­στε νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας τὸ τα­ξί­δι με­τ’ ἐ­πι­στρο­φῆς. Θὰ πρέ­πει νά ’­ναι κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι πο­λὺ στα­θε­ρό, πο­λὺ δε­μέ­νο. Ἡ ὄ­πε­ρα πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς κλει­στο­φο­βί­ας αὐ­τῆς στὸ δι­ά­στη­μα, μέ­σα στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο, καὶ τὸ τί συμ­βαί­νει μό­λις ἕ­νας τρί­τος χα­ρα­κτή­ρας —μιὰ μύ­γα— κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὸ σκη­νι­κό. Δὲν εἶ­ναι μιὰ κοι­νὴ μύ­γα, εἶ­ναι μιὰ μύ­γα πού ’­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ δι­α­βά­σει τὶς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων· αὐ­τὸ ποὺ στα­δια­κὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται εἶ­ναι πὼς ἡ μύ­γα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ὂν ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Ἄ­ρη ποὺ ἔ­φτα­σε στὴ Γῆ καὶ μπῆ­κε στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο στὰ κρυ­φὰ γιὰ νὰ γυ­ρί­σει στὴ γε­νέ­τει­ρά της. Ἡ ἰ­δέ­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α: μιὰ μύ­γα ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμὸς ποὺ στάλ­θη­κε στὸ δι­ά­στη­μα, τὸ 1947, ὅ­ταν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­κτό­ξευ­σαν ἕ­ναν πύ­ραυ­λο V-2 ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τοὺς να­ζὶ με­τὰ τὴ λή­ξη τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Χρει­ά­ζον­ταν ἕ­να θνη­τό, φθαρ­τὸ ὅν, τὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει στὸ δι­ά­στη­μα μο­να­χὰ δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες κι ἔ­τσι δι­ά­λε­ξαν τὴν κοι­νὴ φρου­τό­μυ­γα· νο­μί­ζω ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς εἶ­ναι Drosophila melanogaster. Ὁ­λό­κλη­ρη, λοι­πόν, ἡ ὄ­πε­ρα πη­γά­ζει καὶ πά­λι ἀ­π’ τὴν ἴ­δια ἀν­τι­αν­θρω­πο­μορ­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα νὰ προ­βλη­θοῦν οἱ ζων­τα­νοὶ ὀρ­γα­νι­σμοὶ ποὺ πῆ­γαν στὸ δι­ά­στη­μα προ­τοῦ πά­ει ὁ ἄν­θρω­πος – ἡ Λά­ϊ­κα τὸ σκυ­λί, οἱ πί­θη­κοι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν, τὰ σκου­λή­κια. Ἡ ὄ­πε­ρα ἀρ­χί­ζει καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ μιὰ χο­ρω­δί­α ἀ­πὸ μύ­γες καὶ ἡ ση­μα­σί­α τους ἔγ­κει­ται ἀ­κρι­βῶς στὴ φθαρ­τό­τη­τα καὶ τὸν ἐ­φή­με­ρο χα­ρα­κτή­ρα τῆς μύ­γας. Ὁ θά­να­τος, ἡ φθαρ­τὴ φύ­ση, εἶ­χε καὶ ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἴ­σως ση­μα­σί­α ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο.


Βρί­σκε­τε κά­ποι­α σύν­δε­ση μὲ τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη λο­γο­τε­χνί­α τῆς ὑ­περ­θέρ­μαν­σης τοῦ πλα­νή­τη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ μύ­γα εἶ­ναι συ­χνὰ ἀ­πει­λη­τι­κή;

       Ναί, ἂν καὶ ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο ἀ­κό­μη κι ἔ­πει­τα βλέ­που­με μύ­γες νὰ τι­μω­ροῦν, φρι­κτὲς μύ­γες. Κι ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης, οἱ μύ­γες ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴν ἀ­πο­σύν­θε­ση, τὴ σή­ψη. Στὸ Литературен Вестник (βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­φα γιὰ 20 χρό­νια, εἴ­χα­με ἀ­φι­ε­ρώ­σει ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τεῦ­χος στὴ μύ­γα, φι­λο­ξε­νών­τας ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Μπρόν­τσκι γιὰ τὴ μύ­γα ὡς κα­τα­στρο­φι­κὸ ὂν, τὸ ἀν­τί­θε­το τῆς μέ­λισ­σας, ποὺ ἔ­γι­νε κομ­μου­νι­στι­κὸ σύμ­βο­λο – ἡ μέ­λισ­σα, ποὺ δι­α­θέ­τει ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ οἰ­κο­δο­μεῖ.


Μέ­ρος τοῦ με­λισ­σιοῦ.

       Ναί, τὸ με­λίσ­σι ὡς σύ­νο­λο εἶ­ναι σὰν μιὰ μι­κρὴ κομ­μου­νι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἰ­δε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι πα­ροῦ­σα στὴν εἰ­κό­να τῆς μύ­γας καὶ τῆς μέ­λισ­σας.


Πῶς ἀ­πο­φα­σί­σα­τε ν’ ἀ­να­μει­χθεῖ­τε μὲ τὴν ὄ­πε­ρα;

       Ἔ­λα­βα ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λω­νὸ συν­θέ­τη, τὸν Ἀ­λε­ξάν­τερ Νό­βακ. Εἶ­χαν ἐκ­δο­θεῖ δύ­ο βι­βλί­α μου στὰ πο­λω­νι­κὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Μοῦ ἔ­γρα­ψε πὼς εἶ­χε ἀ­κού­σει μιὰ συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σα στὸ πο­λω­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη ὄ­πε­ρά του, δί­νον­τάς μου πλή­ρη ἐ­λευ­θε­ρί­α ὡς πρὸς τὸ θέ­μα, γιὰ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καὶ νὰ συν­θέ­σει ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω τὴ μου­σι­κή. Ἀρ­χι­κά, ἀρ­νή­θη­κα δι­ό­τι δὲν εἶ­χα γρά­ψει πο­τὲ τί­πο­τε γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα καὶ δὲν δι­έ­θε­τα κα­θό­λου εἰ­δι­κὲς γνώ­σεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος. Ἐ­πέ­μει­νε πο­λύ, ὡ­στό­σο, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ μοῦ στέλ­νει σιν­τὶ μὲ σύγ­χρο­νες ὄ­πε­ρες. Ξε­κί­νη­σα μὲ τὸ Einstein on the Beach τοῦ Φί­λιπ Γκλὰς καὶ τὸ Nixon in China τοῦ Τζὸν Ἀν­ταμς καὶ λί­γο-λί­γο κόλ­λη­σα. Ὅ­πως τὸ κα­τα­λά­βαι­να πρὶν ἀ­σχο­λη­θῶ, ἡ ὄ­πε­ρα ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ξο­φλη­μέ­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ταί­ρια­ζε κα­θό­λου μὲ τὸ δι­κό μου γρά­ψι­μο, καὶ πή­γαι­νε ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ μα­ζὶ μ’ ἕ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό, με­γα­λο­πρε­πὲς ὕ­φος. Οἱ ὄ­πε­ρες αὐ­τές, ὅ­μως, μοῦ ἔ­δει­ξαν πὼς ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λος τρό­πος καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα πὼς πολ­λοὶ συν­θέ­τες συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ ποι­η­τές, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Φί­λιπ Γκλὰς ποὺ δού­λε­ψε μὲ τὸν Γκίν­σμπεργκ. Δὲν ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς μό­νον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ὄ­πε­ρα, ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς καὶ ὡς πρὸς τὸ ἂν ὁ πλα­νή­της Ἄ­ρης εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὸ θέ­μα μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἤ­θε­λα νὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α ἢ μὲ οὐ­το­πι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ἀλ­λὰ μὲ μιὰ ἀ­πει­λὴ ποὺ σο­βεῖ. Ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σω τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κὸ ἀλ­λὰ ψυ­χο­λο­γι­κό, νὰ θί­ξω το πῶς ζοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ὁ ἕ­νας μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον.

       Ὁ Ἀ­δὰμ καὶ ἡ Εὕ­α, πέ­ρα ἀ­πὸ σύμ­βο­λα τοῦ πρώ­του ἄν­δρα καὶ τῆς πρώ­της γυ­ναί­κας, εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κοι­νὰ πο­λω­νι­κὰ ὀ­νό­μα­τα. Ἀρ­χι­κὰ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἐν­σω­μα­τώ­σω τὴ μύ­γα στὸ ἔρ­γο, στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως δι­ά­βα­σα πα­ρα­πά­νω καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι ἡ μύ­γα εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμός. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­σα αὐ­το­στιγ­μεὶ νὰ συν­δέ­ο­μαι προ­σω­πι­κὰ μὲ τὸ ὑ­λι­κὸ καὶ τὸ θε­ω­ρῶ πάν­το­τε κρί­σι­μο σὲ κά­θε δου­λειά μου νὰ ὑ­πάρ­χει τὸ προ­σω­πι­κὸ αὐ­τὸ στοι­χεῖ­ο. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον λυ­πη­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δὶ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Λά­ϊ­κας τῆς σκυ­λί­τσας, καὶ πάν­το­τε ἔ­νι­ω­θα πὼς πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη κά­που ἐ­κεῖ πά­νω. Αὐ­τὸ ἦ­ταν με­γά­λο κομ­μά­τι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων. Κά­πως ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το αὐ­τὸ σὰν ὠ­δὴ στὴ Λά­ϊ­κα, στὶς μύ­γες, σὲ ὅ­λα τα ὄν­τα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται κα­τὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος, τὰ μι­σὰ ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἐ­πέ­στρε­ψαν πο­τέ, κα­θὼς καὶ στὴ δυ­σπι­στί­α μου ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι μὲ τὸ νὰ πᾶ­με στὸ δι­ά­στη­μα θὰ λύ­σου­με τὸ πρό­βλη­μα τῶν ἀν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων. Ἡ μύ­γα στὴν ὄ­πε­ρα κα­τα­φτά­νει μὲ μιὰ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας· καυ­χι­έ­ται ὅ­τι εἶ­ναι «ἡ πρώ­τη μύ­γα ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὲ ὄ­πε­ρα». Ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ σύγ­κρου­σης τῆς ὑ­ψη­λῆς φύ­σης τῆς ὄ­πε­ρας μὲ τὴν πο­τα­πό­τη­τα τῆς μύ­γας. Δού­λε­ψα πά­νω σ’ αὐ­τὸ μα­ζὶ μὲ τὸν συν­θέ­τη καὶ ἀ­να­πτύ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ θέ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να συγ­κι­νη­τι­κὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ μύ­γες τρα­γου­δοῦν ἐν χο­ρῷ τὴ δι­κή τους ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὶς ἀ­παρ­χὲς τοῦ κό­σμου, τὸ ὁ­ποῖ­ο πά­ει κά­πως ἔ­τσι: «Ἐν ἀρ­χή, ὁ Θε­ὸς ἔ­πλα­σε τὴ μύ­γα, δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νον ἡ μύ­γα καὶ ἀ­πὸ τὴ μύ­γα γεν­νή­θη­καν τὰ πάν­τα» – μιὰ ἐκ­δο­χὴ ἀ­πό­κρυ­φη, τὴν ὁ­ποί­α ὁ­ρι­σμέ­να μέ­λη τοῦ θιά­σου ἀρ­νή­θη­καν νὰ τρα­γου­δή­σουν στὶς πρό­βες δι­ό­τι πή­γαι­νε κόν­τρα στὶς πε­ποι­θή­σεις τους.


Ἔ­νι­ω­σαν πὼς ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στὸν κα­θο­λι­κι­σμό; Τὸ βρῆ­καν βλά­σφη­μο;

       Ναί, ἀρ­νή­θη­καν νὰ συμ­με­τά­σχουν καὶ χρει­ά­στη­κε συν­το­νι­σμέ­νη προ­σπά­θεια γιὰ νὰ τοὺς με­τα­πεί­σου­με ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρὶ μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ ἐν­νο­οῦ­σα αὐ­τὸ γιὰ τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴ Γέ­νε­ση καὶ ὄ­χι γιὰ τοὺς κα­θο­λι­κούς. Τὸ κα­τα­νο­ῶ πὼς τὸ λιμ­πρέ­το ἦ­ταν προ­κλη­τι­κό, κι ἐ­νῶ ὁ­ρι­σμέ­νοι κρι­τι­κοὶ τὸ ἀγ­κά­λια­σαν, ἄλ­λοι τὸ ἐ­ξέ­λα­βαν σὰν γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ εἴ­δους. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ὅ­μως, πὼς οἱ συ­νερ­γα­σί­ες με­τα­ξὺ συν­θε­τῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ων ὑ­πῆρ­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὲς γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὄ­πε­ρας. Ὁ συν­θέ­της μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συ­νερ­γά­στη­κα δου­λεύ­ει τώ­ρα πά­νω σε μιὰ νέ­α ὄ­πε­ρα, ποὺ τὸ λιμ­πρέ­το της θὰ τὸ γρά­ψει ἡ Ὄλ­γκα Τό­καρ­τσουκ.


Κά­τι ἄλ­λο ἢ μᾶλ­λον κά­ποι­ος ἄλ­λος ποὺ ἔ­χει δια­ρκῆ πα­ρου­σί­α στὰ βι­βλί­α σας εἶ­ναι ὁ Γκα­ου­στίν, σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἄλ­τερ ἔγ­κο. Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μᾶς πεῖ­τε πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν ἐ­πι­νο­ή­σα­τε;

       Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴν ποί­η­σή μου – ὅ­πως καὶ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μο­τί­βα ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται στὴ δου­λειά μου. Ἤ­θε­λα στὴν ἀρ­χὴ κά­ποι­ου ποι­ή­μα­τος νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το ποὺ νὰ μὴν τὸ ὑ­πο­γρά­φω ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος κι ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα καὶ σκέ­φτη­κα τὸν Γκα­ου­στίν, ἕ­ναν τρο­βα­δοῦ­ρο τοῦ δέ­κα­του τρί­του αἰ­ώ­να. Τὸ μό­το ἔ­πι­α­νε τρεῖς ἀ­ρά­δες καὶ ἔ­λε­γε πε­ρί­που: «Τὸν τρο­βα­δοῦ­ρο τὸν δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ γυ­ναί­κα, τὸ ξα­να­λέ­ω, αὐ­τὴ ἐ­φηῦ­ρε τὸν ἐ­φευ­ρέ­τη.» Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου, θυ­μᾶ­μαι πὼς συ­νάν­τη­σα τυ­χαῖ­α τὸν κα­θη­γη­τή μου τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας —τὸν κα­λύ­τε­ρο στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του— μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη καὶ μοῦ εἶ­πε, σχε­δὸν σὰν νά ’­ναι ἔ­νο­χος γιὰ κά­τι, «Ἔ­χω φά­ει ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα νὰ ψά­χνω στὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης γι’ αὐ­τὸν τὸν Γκα­ου­στὶν καὶ δὲν βρί­σκω κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως πη­γὴ ποὺ νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει». Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὄ­μορ­φη φι­λο­φρό­νη­ση. Κά­πως ἔ­τσι, ὁ Γκα­ου­στὶν προ­χώ­ρη­σε καὶ βρῆ­κε τὸν δρό­μο του, κά­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή του μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φές.


Πό­τε κα­θί­σα­τε καὶ γρά­ψα­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρά;

       Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ ἢ ὀ­χτὼ χρό­νων, εἶ­χα πά­ρει ἕ­να πα­λιὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τῆς μη­τέ­ρας μου ἢ τοῦ παπ­ποῦ μου κι ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω ποι­ή­μα­τα. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἦ­ταν πο­λὺ σκο­τει­νά, δὲν ἔ­μοια­ζαν μὲ παι­δι­κὰ ποι­ή­μα­τα. Σὰν παι­δὶ ἤ­μουν κά­πως βα­ρύς· μπο­ρεῖ νὰ ἔ­ζη­σα εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­δι­κὰ χρό­νια, σκε­φτό­μουν ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ σκο­τει­νὰ πράγ­μα­τα, τὸ γῆ­ρας, τὸν θά­να­το.


Πι­στεύ­ε­τε πὼς αὐ­τὸ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πολ­λὰ παι­διὰ ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ τὰ με­γά­λω­ναν οἱ παπ­ποῦ­δες τους, ἑ­πο­μέ­νως περ­νοῦ­σαν πο­λὺ χρό­νο ἐ­κτε­θει­μέ­να στὸ γῆ­ρας;

       Ἀ­κρι­βῶς, θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ ὅ­ταν ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρό­νων τὴ για­γιά μου ν’ ἀ­νοί­γει τὴν ντου­λά­πα καὶ νὰ μοῦ λέ­ει, «Ὅ­ταν πε­θά­νω καὶ μὲ θά­ψε­τε, θέ­λω νὰ φο­ρά­ω αὐ­τὸ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ροῦ­χο» καὶ ζοῦ­σα λὲς κι εἶ­χα τὸν θά­να­το μέ­σα ἐ­κεῖ στὴν ντου­λά­πα· ἂν ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι μου, θὰ τὸν ἔ­πι­α­να. Ἔ­βγα­ζε καὶ δο­κί­μα­ζε δι­ά­φο­ρα ροῦ­χα, φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νού­ριο μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τι­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σει ἂν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ εὐ­πα­ρου­σί­α­στη γιὰ νὰ τὴ βρεῖ ὁ θά­να­τος.

       Ὅ­πως καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι τοῦ και­ροῦ της, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἔ­δει­χνε κά­ποι­ον κι ἔ­λε­γε «ἔ­χει φτε­ρὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του», «ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα μ’ ἕ­ναν δρά­κο», σὰν ἕ­νας ντό­πιος Μάρ­κες τοῦ χω­ριοῦ, χω­ρὶς νὰ τὸν ἔ­χει οὔ­τε κὰν ἀ­κου­στά.


Πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μι­λοῦν γιὰ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο καμ­πῆς ἢ γιὰ κά­ποι­α ἐ­πιρ­ρο­ὴ ποὺ τοὺς ἔ­δω­σε σχε­δὸν τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψουν ὅ­πως γρά­φουν, εἴ­τε δι­ό­τι κά­τι τέ­τοι­ο δὲν ὑ­πῆρ­χε ὣς τό­τε εἴ­τε δι­ό­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο. Ὑ­πῆρ­ξε κά­τι ἀν­τί­στοι­χο γιὰ ἐ­σᾶς; Ἔ­χω στὸν νοῦ μου ἰ­δί­ως τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρεκ­κλί­νει σα­φῶς ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ ἀ­π’ ὅ,τι γρα­φό­ταν τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο.

       Πράγ­μα­τι, μό­λις ἐκ­δό­θη­κε, ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀν­τι­κεί­με­νο δι­α­μά­χης ἡ ὁ­ποί­α ξε­δι­πλώ­θη­κε σὲ μιὰ σει­ρὰ συ­ζη­τή­σε­ων ἀλ­λὰ καὶ κρι­τι­κῶν μὲ θέ­μα τὸ ἂν μπο­ρεῖ κα­νεὶς ἀ­κό­μη καὶ νὰ γρά­ψει κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ τώ­ρα πιὰ πὼς τὸ βι­βλί­ο ἴ­σως ἦ­ταν τολ­μη­ρὸ κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α, τό­τε ὅ­μως δὲν τὸ βί­ω­να ἔ­τσι. Ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἔ­γρα­φα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ποί­η­ση καὶ αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ὅ,τι κι ἂν συμ­βεῖ, εἶ­μαι ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἔ­τυ­χε ἁ­πλῶς νὰ γρά­ψει κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ πε­ζὸ λό­γο. Δὲν εἶ­μαι ὅ­μως ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς, τοὺς πε­ζο­γρά­φους, καὶ δὲν θὰ ἔμ­παι­να πο­τὲ στὸ σι­νά­φι τους. Τὸ ὅ­τι ἐρ­χό­μουν στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω πὼς μπο­ρῶ νὰ κά­νω τὰ πάν­τα. Τὸ ἄλ­λο ση­μαν­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι μι­λᾶ­με γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τό­τε ποὺ ὄν­τως νι­ώ­θα­με πὼς ὅ­λα εἶ­ναι ἐ­φι­κτά, καὶ στὴ γλώσ­σα καὶ στὰ πάν­τα. Καὶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­θί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ νὰ λει­τουρ­γεῖ ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, ποὺ νὰ πα­ρι­στά­νει πὼς εἶ­ναι τυ­πι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, εἰ­δι­κὰ ἐ­φό­σον εἶ­χα ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι ἡ πα­ρά­δο­ση αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πλέ­ον δυ­να­τὸ νὰ συ­νε­χι­στεῖ ἢ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­παρ­κής. Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σω εὐ­θέ­ως στὸν ἀ­να­γνώ­στη. Καί, ἐρ­χό­με­νος ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση, ἤ­θε­λα κά­θε πρό­τα­ση νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή. Τὸ στοι­χεῖ­ο αὐ­τὸ χα­ρα­κτή­ρι­ζε καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸ κα­θε­τὶ ποὺ γρά­φω, ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν προ­τά­σε­ων, ποὺ συν­δέ­ε­ται πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν ποί­η­ση.

       Βί­ω­σα καὶ τὸ ἑ­ξῆς καὶ μοῦ ἔ­δω­σε ἴ­σως τὴν ἄ­δεια· ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω στὰ τριά­ντα μου, τὸ 1998, μὲ τὸ ποὺ βγῆ­κε τὸ δι­α­ζύ­γιό μου. Τὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ζεῖ γιὰ μῆ­νες σ’ ἕ­να δω­μά­τιο χω­ρὶς τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι προ­σω­πι­κό, αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό. Κά­πως ἔ­τσι εἶ­χαν τὰ πράγ­μα­τα —πα­ρά­ξε­νος και­ρός, και­ρὸς ἀ­πο­μό­νω­σης— ὅ­ταν ξέ­θα­ψα τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου —τό­τε εἶ­χα πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε— καὶ θέ­λη­σα νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ν’ ἀν­τα­να­κλᾶ τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ βρί­σκον­ταν ἀ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­νες στὶς σε­λί­δες τους.

       Μιὰ ἀ­κό­μη ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο Ὁ θά­να­τος ἑ­νὸς με­λισ­σο­κό­μου (En biodlares dod) τοῦ Λὰρς Γκού­σταφ­σον μὲ θέ­μα ἕ­ναν δά­σκα­λο ποὺ ἔ­χει δι­α­γνω­στεῖ μὲ καρ­κί­νο κι ὁ ὁ­ποῖ­ος ζεῖ μό­νος του καὶ κρα­τᾶ ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὰ λου­λού­δια, τὴ με­λισ­σο­κο­μί­α, τὰ φυ­το­λό­για κλπ. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἔ­τρε­φα ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴ βο­τα­νι­κὴ καὶ περ­νοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη δι­α­βά­ζον­τας γιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους θέ­μα­τα, προ­τοῦ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να ἄρ­θρο μὲ θέ­μα πῶς ἐ­πέ­δρα­σε o λό­γος τῆς βο­τα­νι­κῆς των ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να στὴ λο­γο­τε­χνί­α.


Πῶς σᾶς φά­νη­κε ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἀ­νὰ τὸν κό­σμο;

       Μοῦ ἄ­ρε­σε ποὺ ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο. Στὴ Γαλ­λί­α, οἱ κρι­τι­κοὶ ἔ­γρα­ψαν ὅ­τι τὸ ὕ­φος εἶ­ναι εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νο μὲ τὴ γαλ­λι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ὅ­τι τὸ εἶ­χαν ἐ­φεύ­ρει γάλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ πα­ρέ­θε­ταν καὶ τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Στὴν Ἀγ­γλί­α, ὑ­πῆρ­ξε γε­νι­κὴ συμ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δύ­να­μη τοῦ βι­βλί­ου δὲν ὀ­φεί­λε­ται στὶς με­τα­μον­τέρ­νες τε­χνι­κές του, ἀλ­λὰ στὸ ὅ­τι πα­ρὰ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες τε­χνι­κὲς εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α του αὐ­τὴ ποὺ σὲ συ­ναρ­πά­ζει. Στὴ Village Voice γρά­φτη­κε ἐ­πί­σης ὅ­τι ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς εἶ­ναι πα­ρω­χη­μέ­νος. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση μέ­χρι σή­με­ρα εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἰσ­λαν­δί­α, ὅ­που το βι­βλί­ο δι­α­βά­στη­κε σὰν πο­λὺ χα­ρού­με­νο, εὔ­θυ­μο καὶ εἰ­ρω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.Ὑ­πάρ­χει ὄν­τως εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση τὴν ὁ­ποία δὲν βρί­σκου­με στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ποὺ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες του τὸ βρῆ­καν ἐν γέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο.


Στὴ θέ­ση τῆς εἰ­ρω­νεί­ας ὑ­πάρ­χει κά­τι πιὸ προ­σω­πι­κό.

       Ναί, κι ἐ­νῶ τὰ με­τα­μον­τέρ­να αὐ­τὰ παι­χνί­δια μὲ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γρά­ψω τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­λη­σα νὰ κά­νω ἕ­να ἀ­κό­μη βῆ­μα καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση καὶ ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α πι­στεύ­ω πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κι ὅ­μως, πα­ρό­τι ἔ­νι­ω­θα πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας βρί­σκε­ται πιὸ κον­τὰ στὸ κλα­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἐκ­δό­τες, ἰ­δί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι, τὸ φο­βή­θη­καν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ. Καὶ μό­νο ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση δη­λα­δὴ νὰ δώ­σεις κά­τι σ’ ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς μυ­θι­στό­ρη­μα, μὲ τὴν κλα­σι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου, φάν­τα­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σοί­ω­νη.


Νι­ώ­σα­τε πο­τὲ ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σας ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νους προ­γό­νους στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἢ πὼς στρέ­φε­ται ἐν­δε­χο­μέ­νως συ­νει­δη­τὰ ἐ­ναν­τί­ον μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­θνι­κῆς πα­ρά­δο­σης στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ τῶν δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των σας εἶ­ναι ἡ παν­τε­λής, σχε­δόν, ἔλ­λει­ψη προ­η­γού­με­νου στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ γράμ­μα­τα.

       Δι­α­θέ­τω φι­λο­λο­γι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο καὶ πολ­λὰ κλα­σι­κὰ βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα ἔ­χουν συμ­βά­λει στὴ δι­ά­πλα­σή μου. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὑ­πῆρ­ξε ἀ­μη­χα­νί­α λό­γῳ του ὅ­τι συγ­κρου­ό­ταν μὲ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ρῆγ­μα, ὡς πρὸς τὸ ὕ­φος, στὴν πα­ρά­δο­ση ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη αἴ­σθη­ση ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ 1989. Θυ­μᾶ­μαι νὰ περ­νῶ ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, μιᾶς καὶ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο χρό­νο τῶν σπου­δῶν μου στα­μά­τη­σα νὰ πη­γαί­νω στὸ πα­νε­πι­στή­μιο λό­γῳ τῶν γε­γο­νό­των τοῦ 1989. Βρι­σκό­μα­στε εἴ­τε στὸν δρό­μο εἴ­τε στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­που ἀ­κού­γα­με τὶς ἀ­να­τα­ρα­χὲς ποὺ συ­νέ­βαι­ναν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ξω. Δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως φι­λο­σο­φί­α, ἐ­νῶ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε καὶ ἡ ἐ­θνο­με­θο­δο­λο­γί­α. Ὁ Σούλ­τς, ἡ συ­νο­μι­λί­α στὸν Γκαρ­φίν­κελ, ἡ με­λέ­τη τῆς πραγ­μα­το­λο­γι­κῆς λει­τουρ­γί­ας τῆς γλώσ­σας —τὸ πῶς ξε­κι­νᾶ μιὰ συ­νο­μι­λί­α, τὸ πῶς μι­λᾶ­με— μ’ ἔ­φε­ραν πο­λὺ κον­τὰ στὴν κοι­νο­το­πί­α. Ἡ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνία εἶ­ναι πιὸ με­γα­λο­πρε­πής, πιὸ συν­τη­ρη­τι­κή. Τὰ μι­κρὰ κι ἀ­σή­μαν­τα πράγ­μα­τα ποὺ ἦ­ταν κομ­μά­τι τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς καὶ τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων —ἔ­νι­ω­θα πὼς ὁ σο­σι­α­λι­σμὸς ὅ­λος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό, αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἡ ἐ­λά­χι­στη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Οἱ συ­νο­μι­λί­ες εἶ­χαν ὡς ἑ­ξῆς: «πῶς εἶ­σαι, τί κά­νεις», «ἐν­νο­εῖς τί θὰ ἔ­κα­να», «ναί, τί θὰ ἔ­κα­νες», «φεύ­γει ἡ ζω­ή, γερ­νᾶ­με, ση­μα­σί­α ἔ­χει τὰ παι­διὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὰ καὶ νὰ ἔ­χουν ὑ­γεί­α, θὰ τὰ βο­η­θή­σου­με ὅ­πως μπο­ροῦ­με»— ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ κα­τα­σκευ­ές.

       Πρό­κει­ται σχε­δὸν γιὰ ἕ­να ζὲν τοῦ κοι­νό­το­που. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α μου δὲν σκλη­ραί­νει ἀρ­κε­τὰ ὥ­στε νὰ φτά­σει νὰ γί­νει σαρ­κα­σμός. Προ­σπα­θοῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­νο­ή­σω, νὰ ἐμ­πλα­κῶ. Μ’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, πι­στεύ­ω πὼς δὲν εἶ­μαι οὔ­τε ἕ­νας τυ­πι­κὸς με­τα­μον­τέρ­νος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δὲν ἔ­νι­ω­σα πο­τὲ πὼς ἀ­νή­κω στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρά­δο­ση. Ἀ­που­σιά­ζει ἐν­τε­λῶς ἡ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, ἡ σά­τι­ρα· γύ­ρευ­α μιὰ αἴ­σθη­ση πα­ρη­γο­ριᾶς, τρυ­φε­ρό­τη­τας.


Ἔ­κα­να ὁ­ρι­σμέ­νες σκέ­ψεις γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κό­τη­τα τῆς γλώσ­σας, τὸ νὰ ἐκ­λαμ­βά­νει κα­νεὶς τὶς λέ­ξεις σὰν ξε­χω­ρι­στὲς ὀν­τό­τη­τες, κά­ποι­ες ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων βρί­σκον­ται ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, νὰ φτια­χτεῖ τὸ ἀρ­χεῖ­ο μιᾶς γλώσ­σας ποὺ χά­νε­ται, νὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν ἡ γλώσ­σα τῶν προ­γό­νων, οἱ ἰ­δι­ω­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις μιᾶς ὁ­ρι­σμέ­νης ἐ­πο­χῆς, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πιὰ κλπ. ἦ­ταν μιὰ προ­σπά­θεια ποὺ ἔ­γι­νε συ­νει­δη­τά;

       Εἶ­χα ἐ­ξαρ­χῆς στὸ μυα­λό μου τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας νὰ λει­τουρ­γή­σει ὡς χρο­νο­κά­ψου­λα. Γρά­φω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς κά­τι δι­α­τη­ρῶ, εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φου­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ γλώσ­σα, ἕ­να κομ­μά­τι της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, εἶ­ναι μιὰ προ­σο­σι­α­λι­στι­κὴ γλώσ­σα, σχε­δὸν μυ­θο­λο­γι­κὴ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, εἴ­χα­με μέ­λισ­σες καὶ ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα τῶν με­λισ­σῶν, μὲ ἄλ­λα λό­για ἡ «βα­σί­λισ­σα μέ­λισ­σα», ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ με­λίσ­σι, ἡ για­γιά μου φώ­να­ζε «μάτ, μάτ, μάτ» καὶ ἡ μέ­λισ­σα ἐ­πέ­στρε­φε στὸ με­λίσ­σι. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι mat (μὰτ) εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ ρί­ζα τῆς λέ­ξης «mother» (μη­τέ­ρα). Ἑ­πο­μέ­νως, μι­λᾶ­με στὴ μέ­λισ­σα στὴν ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ γλώσ­σα. Τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σα αὐ­τὸ σ’ ἕ­να ποί­η­μα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να ποί­η­μα τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, τὸ «Μυ­στι­κοὶ δεῖ­πνοι τῆς γλώσ­σας», τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ γιὰ τὴ «γλώσ­σα τοῦ παπ­ποῦ Οὐ­ί­τμαν καὶ τοῦ παπ­ποῦ μου / αὐ­τὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­ρι­ό­ταν τὰ πρό­βα­τα / αὐ­τὴ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­λά­βαι­ναν», τὴ γλώσ­σα «τοῦ παπ­ποῦ Ἔ­λιοτ καὶ τοῦ πα­τέ­ρα μου», τῆς «για­γιᾶς Ἔ­μι­λυς καὶ τῆς για­γιᾶς Λί­ζας (τῆς Ἐ­λι­σα­βέ­τας Μπαγ­κριά­να) καὶ τῆς για­γιᾶς μου»· τὶς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ τὶς συν­δέ­σεις αὐ­τὲς τὶς θε­ω­ροῦ­σα πάν­τα πο­λὺ ση­μαν­τι­κές.

      Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως ποί­η­ση ἀ­πὸ τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 1930 καὶ τοῦ 1940 καὶ ἡ γλώσ­σα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ βρί­σκον­ταν στὸν πε­ρί­γυ­ρό μου μα­ζὶ μὲ τὴν ποί­η­ση αὐ­τή, ὁ συν­δυα­σμὸς αὐ­τός, ὑ­πῆρ­ξε στα­θε­ρὸ κομ­μά­τι τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρω τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές μου, ὁ Μπόρ­χες πάν­τα πά­ει μα­ζὶ μὲ τὴ για­γιά μου, συν­δυ­α­στι­κά, πο­τὲ χω­ρι­στά. Τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ τοῦ θαυ­μα­στοῦ μέ­σα στὸ κα­θη­με­ρι­νὸ τὴν ἔ­χω κον­τά μου ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια, τό­τε ποὺ δι­ά­βα­ζα Ἀν­τερ­σεν καὶ περ­νοῦ­σα πολ­λὴ ὥ­ρα μό­νος. Οἱ γο­νεῖς μου ἐρ­γά­ζον­ταν κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σα πολ­λὲς ὧ­ρες σὲ δι­ά­φο­ρα δω­μά­τια, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα γιὰ νὰ πε­ρά­σω τὸν και­ρό μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα προ­σπα­θοῦ­σα νὰ με­τα­τρέ­ψω τὸ νε­ρὸ σὲ λε­μο­νά­δα ἢ νὰ ἐ­κτε­λέ­σω ἕ­να πεί­ρα­μα φυ­σι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα δι­α­βά­σει, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα νὰ βά­λω μιὰ τρί­χα ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρὰ ἑ­νὸς ἀ­λό­γου στὸ νε­ρὸ ὥ­στε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα μέ­ρες νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ φί­δι. Ὑ­πῆρ­χε στὴ γλώσ­σα μιὰ ποι­ό­τη­τα σχε­δὸν ὁ­ρα­τὴ καὶ ἡ ἴ­δια ποι­ό­τη­τα ὑ­πῆρ­χε καὶ στὰ ἀν­τι­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να παι­χνί­δι ποὺ ἔ­λε­γε: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ εἶ­σαι ἐ­σύ, ποιός ἔ­φα­γε σκα­τά, ἐ­γὼ ἢ ἐ­σύ;». Ἡ σύν­δε­ση αὐ­τή, λοι­πόν, μὲ τὴ γλώσ­σα ἔρ­χε­ται ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α καὶ ἕ­να κομ­μά­τι της εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς μου ἡ­λι­κί­ας. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ λέ­ει «Μό­νο το κοι­νό­το­πο μοῦ κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον» καὶ πράγ­μα­τι μό­νο τὸ ἐ­φή­με­ρο, τὸ θνη­τὸ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ για­γιά μου ἔ­λε­γε συ­χνὰ ὅ­τι «οἱ μύ­γες καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια συ­νεί­δη­ση», ὅ­τι δὲν εἴ­μα­στε ση­μαν­τι­κοὶ πα­ρὰ μό­νο τρῶ­με ψω­μί, σὰν τὶς μύ­γες. Θὰ μπο­ρού­σα­με εἴ­τε νὰ ὑ­πάρ­χου­με εἴ­τε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χου­με. Δὲν εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­καῖ­οι, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ οἱ μύ­γες, δὲν εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι. Αὐ­τὴ ἡ ἡ­συ­χα­στι­κὴ σχε­δὸν πα­ραί­τη­ση ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ καὶ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α πο­ρεύ­ε­σαι μ’ αὐ­τή. Ζή­σα­με σὲ δι­ά­φο­ρα ὑ­πό­γεια δω­μά­τια στὸ νοί­κι, μεί­να­με σὲ κλει­στο­φο­βι­κοὺς χώ­ρους. Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση, εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ποὺ λέ­νε ἱ­στο­ρί­ες καὶ ὅ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­νεις εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο, μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ συν­δε­θεῖς μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ἡ για­γιά μου ὄν­τως κα­λοῦ­σε ἀν­θρώ­πους νὰ μᾶς ἐ­πι­σκε­φθοῦν καὶ νὰ μᾶς μι­λή­σουν γιὰ τοὺς τό­πους στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει καὶ γιὰ ὅ­σα εἶ­χαν κά­νει ἐ­κεῖ. Ὅ­ταν δὲν ἔ­χεις κα­μιὰ πρό­σβα­ση στὸν κό­σμο καὶ γνω­ρί­ζεις ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἐ­λά­χι­στοι τρό­ποι γιὰ νὰ τὸν βι­ώ­σεις μὲ τρό­πο φυ­σι­κό, καὶ δὲν εἶ­σαι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὴ με­τα­φυ­σι­κή, ἐν­τέ­λει ἐ­φευ­ρί­σκεις ἰ­δι­ω­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ἱ­ε­ροῦ.


Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη πό­σο στέ­ρε­η καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νη εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ­τε τὸ λε­ξι­λό­γιό σας, ποι­ά εἶ­ναι ὡς τώ­ρα ἡ ἐμ­πει­ρί­α σας ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ με­τά­φρα­ση; Ἔ­παι­ξε ρό­λο ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἢ θὰ λέ­γα­με πὼς εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ζή­τη­μα ἐμ­πι­στο­σύ­νης;

       Ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἔ­χει παί­ξει με­γά­λο ρό­λο στὰ βι­βλί­α μου, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὸν λό­γο ὅ­τι ἡ κα­θε­μιὰ πρό­τα­ση ξε­χω­ρι­στὰ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Πάν­το­τε ἀ­νη­συ­χῶ ὅ­ταν οἱ με­τα­φρα­στὲς δὲν μοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ ὅ­ταν δὲν μι­λᾶ­με ἐ­νό­σω με­τα­φρά­ζουν. Συ­χνὰ σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις προ­κύ­πτουν τε­ρα­τώ­δη λά­θη. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μὲ τοὺς κα­τὰ και­ροὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ ἔρ­γου μου καὶ τὸ νὰ βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὰ ἀ­με­τά­φρα­στα στοι­χεῖ­α τῆς κά­θε γλώσ­σας. Δὲν ἔ­χου­με ἀ­κό­μα ἀ­πο­φα­σί­σει ἂν ἡ λέ­ξη тъга ἀ­πο­δί­δε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­κρί­βεια ὡς θλί­ψη ἢ με­λαγ­χο­λί­α. Ξα­να­σκε­φτό­μα­στε, ἐ­πί­σης, πῶς θὰ με­τα­φρά­σου­με τὴν τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση τοῦ προ­λό­γου στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας: τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με εἶ­ναι «Ἐ­μεῖς εἶ­μαι» ἀλ­λὰ ἡ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὴ ση­μα­σί­α εἶ­ναι «Ἐ­γὼ εἶ­ναι» καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ὅ­τι ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ἐν­σαρ­κώ­νει καὶ ἄλ­λους χα­ρα­κτῆ­ρες. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι ἂν θὰ ἐ­πι­λέ­ξου­με ὅ,τι ἀ­κού­γε­ται φυ­σι­κό­τε­ρο ἢ ὅ,τι με­τα­φέ­ρει κα­λύ­τε­ρα τὸ νό­η­μα.

       Ἕ­να ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σου­με τὴν πο­σό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με σ’ ἕ­ναν «ξέ­νο» ἀ­να­γνώ­στη. Ἡ με­τα­φρά­στριά μου στὰ ἀγ­γλι­κά, ἡ Ἄν­τζε­λα Ρον­τέλ, εἶ­χε μιὰ πο­λὺ κα­λὴ ἰ­δέ­α, νὰ προ­σθέ­σου­με ὑ­πο­σε­λί­δι­ες ση­μει­ώ­σεις, οἱ ἐκ­δό­τες ὅ­μως δὲν τὴν ἐν­στερ­νί­στη­καν. Ἐ­ξάλ­λου, τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει ἤ­δη στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ πολ­λὲς λί­στες καὶ κά­ψου­λες λέ­ξε­ων.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο ποὺ εἶ­χε γρά­ψει ὁ Ντι­μί­ταρ Κε­νά­ροφ στὴν Boston Review πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα πε­ρί­που χρό­νια, στὸ ὁ­ποῖ­ο σᾶς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸν λι­γό­τε­ρο βούλ­γα­ρο με­τα­ξύ των βούλ­γα­ρων συγ­γρα­φέ­ων», ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὸ ὕ­φος σας καὶ στὴν αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τά σας. Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι λέ­ει κά­τι αὐ­τό;

       Εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο δι­ό­τι τὰ θέ­μα­τά μου καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου συν­δέ­ον­ται μὲ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο μὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α. Αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ κά­νω καὶ ποὺ ἴ­σως προ­ξε­νεῖ αὐ­τὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση εἶ­ναι νὰ πῶ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες αὐ­τὲς το­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες —χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ω ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980— καὶ ν’ ἀ­φυ­πνί­σω μιὰ κά­ποι­α συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη στὸν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ δὲν ἔ­χει γνώ­σεις γιὰ τὸν τό­πο αὐ­τό. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς μι­λᾶς γιὰ τὴ με­λαγ­χο­λί­α ἑ­νὸς παι­διοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νο σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1978, κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ος στὴ Ζυ­ρί­χη ἔρ­χε­ται, σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση ποὺ δι­α­βά­στη­κε κά­ποι­ο κεί­με­νό σου, καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἐ­πι­σκε­φτεῖ πο­τὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α οὔ­τε ἔ­χει ζή­σει πο­τέ του σὲ ὑ­πό­γει­ο, κι ὅ­μως ἔ­νι­ω­σε πὼς ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς δι­κῆς του παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ἔ­νι­ω­σε τὸ ἴ­διο αἴ­σθη­μα ἐγ­κα­τά­λει­ψης. Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες αὐ­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου οἰ­κου­με­νι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν προ­κύ­ψει ἀ­πὸ πράγ­μα­τα συγ­κε­κρι­μέ­να, το­πι­κά. Τὸ λέ­ω καὶ στοὺς μα­θη­τές μου, δὲν νο­εῖ­ται νὰ ξε­κι­νᾶ­τε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κου­με­νι­κό· ὀ­φεί­λε­τε σ’ ἕ­να ἀρ­χι­κὸ ἐ­πί­πε­δο νὰ το­πο­θε­τεῖ­τε τὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ κά­ποι­α δη­μό­σια ἀ­νά­γνω­ση στὴ Γερ­μα­νί­α ποὺ ἦρ­θε καὶ μὲ βρῆ­κε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πε­ρί­με­νε ν’ ἀ­κού­σει γιὰ συμ­πλο­κὲς Βουλ­γά­ρων καὶ Ὀ­θω­μα­νῶν, γι­α­τα­γά­νια, σφα­γές, τὰ ἐ­θνι­κὰ δη­λα­δὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα. Εἶ­ναι ἕ­να πρό­βλη­μα αὐ­τὸ στὸ ἐ­θνι­κὸ το­πί­ο.


Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, εἶ­ναι σὰν νὰ ἀ­να­γεν­νᾶ­ται ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ­τε, εἰ­δι­κὰ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­α τῆς γλώσ­σας τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ ὕ­στε­ρου δέ­κα­του ἔ­να­του αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὴν Ὕψωμα (Възвишение) τοῦ Μι­λὲν Ροῦ­σκοφ, στὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των τοῦ Γκε­όρ­γκι Μπο­ζί­νοφ μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Βουλγαρικῆς Ἀ­ναγέννησης…

       Ναί, ὑ­πάρ­χει ρεῦ­μα πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἴ­σως ὅ­μως ἔ­χω μιὰ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου, καὶ ἡ ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τὴ δὲν ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τὸ ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς συ­χνὰ προ­αι­σθά­νον­ται καὶ προ­βλέ­πουν τὶς προ­τι­μή­σεις τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἢ ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν τὸ κά­νουν, τὶς πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πὸ σύμ­πτω­ση. Αὐ­τὸ δὲν πά­ει φυ­σι­κὰ στὸν Μπο­ζί­νοφ, ἐ­φό­σον ἔ­γρα­ψε τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, μὰ ἀ­να­φέ­ρο­μαι κα­τὰ κύ­ριο λό­γο στὸν Μί­λεν Ροῦ­σκοφ καὶ τὸν ἕ­τε­ρο πα­σί­γνω­στο συγ­γρα­φέ­α ἱ­στο­ρι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, τὸν Βλαν­τι­μὶρ Ζά­ρεφ, γιὰ νὰ φέ­ρω ἕ­να ἀ­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα. Λί­γα βι­βλί­α ἔ­χουν τρα­βή­ξει πολ­λὴ προ­σο­χή· ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως πι­θα­νὲς ἐ­ξη­γή­σεις ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ὁ­ρι­σμέ­νες ὄ­ψεις τῆς ἀ­πή­χη­σης τοῦ εἴ­δους. Μιὰ ἐ­ξή­γη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ τυ­πι­κὸς βούλ­γα­ρος ἀ­να­γνώ­στης τῆς γε­νιᾶς τῶν γο­νι­ῶν μου ποὺ ἔ­χει με­γα­λώ­σει δι­α­βά­ζον­τας ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —τὴν Ὥ­ρα τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ (Време разделно) τοῦ Ἀν­τὸν Ντόν­τσεφ, τὰ βι­βλί­α τῆς Βέ­ρας Μου­ταφ­τσί­ε­βα κλπ.— καὶ οἱ πρό­σφα­τες ἐν­σαρ­κώ­σεις τους κου­βα­λοῦν ἐ­νί­ο­τε μιὰ νο­σταλ­γι­κὴ αὔ­ρα γιὰ τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο καὶ γιὰ τὴν ἐ­πα­νόρ­θω­ση τῆς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νης ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ πα­ρόν­τος. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αὐ­τὰ μᾶς μι­λοῦν γιὰ ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θόν, γιὰ χα­ϊν­τού­κους καὶ ἥ­ρω­ες, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας ἕ­να με­γα­λεῖ­ο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ μὴν ξέ­ρου­με ποι­οί εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη νὰ μα­θαί­νου­με ὅ­τι κά­πο­τε ὑ­πήρ­ξα­με σπου­δαῖ­οι.

      Νο­μί­ζω πὼς αὐ­τὸ σχε­τί­ζε­ται μὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀ­νη­συ­χί­α, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς στὸ μέλ­λον θὰ εἴ­μα­στε μᾶλ­λον ἐλ­λι­πεῖς, καὶ σὰν ἀν­τί­δρα­ση σ’ αὐ­τὸ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κοι­τά­ξου­με πί­σω. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει εἶ­ναι πώς, σὲ κά­ποι­ους ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, τά­χι­στα ὅ­λο αὐ­τὸ με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­νε­παι­σθή­τως σὲ ἐ­θνι­κι­σμό. Εἶ­ναι πολ­λὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, δὲν θὰ τὰ ἀ­πα­ριθ­μή­σω, καὶ το­πο­θε­τοῦν τὸν Βούλ­γα­ρο πο­λὺ ψη­λά, στὴν κα­τη­γο­ρί­α τοῦ ἱ­ε­ροῦ· ὑ­πάρ­χει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ μᾶς λέ­ει πῶς οἱ ρο­μὰ κλέ­βουν καὶ λε­η­λα­τοῦν τὰ βουλ­γα­ρι­κὰ χω­ριὰ κι ἕ­νας βούλ­γα­ρος ἥ­ρω­ας ξε­ση­κώ­νει τὸ ἔ­θνος ἐ­ναν­τί­ον τους. Εἶ­ναι σκέ­τη σπέ­κου­λα. Θυ­μᾶ­μαι τὸν και­ρὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­να­λά­βει τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз живях социализма), ποὺ τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν προ­σω­πι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις δι­α­φό­ρων ἀ­τό­μων ἀ­πὸ τὴ σο­σι­α­λι­στι­κὴ πε­ρί­ο­δο, καὶ ἡ ὁ­ποί­α κρί­θη­κε αὐ­το­μά­τως ἀ­πορ­ρι­πτέ­α. Οἱ κρι­τι­κοὶ δι­ε­ρω­τῶν­το ἂν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὸν σο­σι­α­λι­σμό, ἐ­νῶ κά­ποι­ος πο­λι­τι­κὸς ἐ­πι­στή­μο­νας εἶ­χε γρά­ψει ὅ­τι «Δὲν θὰ πρέ­πει ν’ ἀ­φή­σου­με ν’ ἀ­φη­γη­θοῦν τὸν σο­σι­α­λι­σμὸ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­ζη­σαν». Με­ρο­λη­πτοῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σει και­ρός, νὰ τὰ δοῦ­με ἀ­πὸ μιὰ κά­ποι­α ἀ­πό­στα­ση, οὕ­τως ὥ­στε οἱ πε­ρι­γρα­φὲς νὰ εἶ­ναι ψυ­χρὲς καὶ οὐ­δέ­τε­ρες, πράγ­μα­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τος λό­γῳ τοῦ τρό­που μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­νο­ῶ τὸν κό­σμο ὡς συγ­γρα­φέ­ας. Αὐ­τὸ ποὺ λεί­πει εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οἱ προ­σω­πι­κές, ἰ­δι­ω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τῶν.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει τὴν κρι­τι­κή σας στὸ Μου­σεῖ­ο Ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κῆς Τέ­χνης τῆς Σό­φιας μὲ τὸ ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ 2011· σᾶς θυ­μᾶ­μαι ν’ ἀ­σκεῖ­τε δρι­μεί­α κρι­τι­κὴ στὴν ἀ­νι­στο­ρι­κὴ πα­ρου­σί­α­ση καὶ στὸν ἀ­νι­στο­ρι­κὸ τρό­πο ἔκ­θε­σης τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων.

       Εἶ­ναι τρο­με­ρό. Ἐ­πί­σης, εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ κά­ποι­οι φί­λοι καὶ σκε­φτό­μα­σταν νὰ φτι­ά­ξου­με κά­τι σὰν Μου­σεῖ­ο τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πράγ­μα τε­λεί­ως ἀ­φε­λὲς φυ­σι­κά, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους πράγ­μα­τα ἐμ­πο­δί­ζον­ται στὴ ρί­ζα τους καὶ οἱ ἐν­το­λὲς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κλι­μά­κια. Εἴ­χα­με, ὅ­μως, βά­λει μπρο­στὰ πολ­λὰ σχέ­δια, ἡ ἰ­δέ­α μας ἔ­πι­α­νε πε­ρί­που πε­νήν­τα σε­λί­δες. Ἦ­ταν τὸν και­ρὸ ποὺ βρι­σκό­μουν στὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α. Ξό­δε­ψα ἀρ­κε­τὸ χρό­νο, ἔ­φτια­ξα τὴν πα­ρου­σί­α­ση αὐ­τή, βρή­κα­με ἀρ­χι­τέ­κτο­νες, βρή­κα­με τὸ μέ­ρος. Τὴν ἰ­δέ­α τὴν πή­ρα­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­θνι­κοῦ ἀρ­χεί­ου ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο αὐ­τό, στὰ ὑ­πό­γεια, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 5 τῆς ὁ­δοῦ Μο­σκόβ­σκα, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960 συ­νε­λάμ­βα­ναν οὐκ ὀ­λί­γους νε­α­ροὺς γιὰ δι­α­τά­ρα­ξη τῆς τά­ξης —ἐ­πει­δὴ φο­ροῦ­σαν στε­νὰ παν­τε­λό­νια ἢ κά­ποι­ο ἄλ­λο ροῦ­χο ποὺ ἔ­μοια­ζε δυ­τι­κό— κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­στελ­ναν στὸ στρα­τό­πε­δο ἐρ­γα­σί­ας στὸ Μπέ­λε­νε. Ἤ­θε­λε νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει, ὅ­ταν ὅ­μως ἡ κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ὀ­ρε­σάρ­σκι ἦλ­θε στὴν ἐ­ξου­σί­α, τὰ πάν­τα φυ­σι­κὰ κα­τέρ­ρευ­σαν [τὴ στιγ­μὴ ποὺ το­πο­θέ­τη­σε τὸν με­γι­στά­να τῶν μίν­τια Ντε­λιὰν Πέ­εφ­σκι ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς Ὑ­πη­ρε­σί­ας Ἐ­θνι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πυ­ρο­δο­τών­τας τὶς μα­ζι­κὲς δι­α­δη­λώ­σεις τοῦ 2013]. Τὸ πρό­βλη­μα δὲν τὸ προ­κά­λε­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ κυ­βέρ­νη­ση αὐ­τὴ ἢ ἡ προ­η­γού­με­νη. Δὲν ὑ­πάρ­χει, ἁ­πλῶς, ἡ συλ­λο­γι­κὴ βού­λη­ση ποὺ χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ κά­τι αὐ­τῆς τῆς κλί­μα­κας. Ἡ ἐ­ναν­τί­ω­ση πα­ρα­εῖ­ναι ἰ­σχυ­ρή.


Ὑ­πάρ­χει ἡ αἴ­σθη­ση στὴ Βουλ­γα­ρί­α πὼς ὁ­ρι­σμέ­να κτί­ρια ποὺ χτί­στη­καν πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1989 πα­ρέ­μει­ναν καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἄ­θι­κτα, κι αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν γί­νε­ται εὐ­ρέ­ως κου­βέν­τα.

       Ναί, ἄ­θι­κτα ἀ­πὸ τὴ μί­α, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη μπαί­νουν στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα μὲ νέ­ους τρό­πους, μὲ τὴ χρή­ση τῶν νέ­ων μέ­σων, ἀ­πὸ τὸ φέ­ισ­μπουκ καὶ ἀ­πὸ τὰ τρὸλ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου… τὸ κα­τά­λα­βα κα­λύ­τε­ρα τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πάν­το­τε εἶ­χα ξε­κά­θα­ρη θέ­ση κι ἦ­ταν πάν­το­τε φα­νε­ρό το ποῦ κι­νοῦ­μαι. Δὲν ὀρ­γα­νώ­θη­κα πο­τὲ σὲ κόμ­μα, εἶ­χα ὅ­μως δέ­κα χρό­νια στή­λη στὴν Дневник [ὑ­ψη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας ἐ­φη­με­ρί­δα ἐ­θνι­κῆς ἐμ­βέ­λειας], κι ἔ­τσι κά­θε ἑ­βδο­μά­δα ἔ­γρα­φα αὐ­τὰ ποὺ πί­στευ­α. Τὸ 2013, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς ἐ­ξου­σί­ας ἀ­πὸ τὸν Ὀ­ρε­σάρ­σκι, ἐκ­φώ­νη­σα μιὰ ὁ­μι­λί­α μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε εὐ­ρέ­ως ἀλ­λὰ καὶ πα­ρερ­μη­νεύ­τη­κε εὐ­ρέ­ως. Μί­λη­σα γιὰ τὸ πο­λι­τι­κὸ κὶτς ποὺ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα καὶ εἶ­πα ὅ­τι μό­νο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­στα­θεῖ ἐ­παρ­κῶς, πὼς εἶ­ναι ζή­τη­μα πο­λι­τι­κὸ τὸ νὰ δι­α­θέ­τεις καὶ ν’ ἀ­να­πτύσ­σεις γοῦ­στο ποὺ νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­νά­χω­μα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πο­λι­τι­κοῦ αὐ­τοῦ κίτς. Ὑ­πάρ­χει στὴν ὁ­μι­λί­α ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο λέ­ω «ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει εἶ­ναι ὄ­μορ­φος» δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­α­φθα­ρεῖ μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α, πρῶ­τα καὶ κύ­ρια χά­ρη στὴν αἰ­σθη­τι­κή του. Ἀ­κο­λού­θη­σε καὶ ἔν­το­νη ἀν­τί­δρα­ση καὶ μιὰ κά­ποι­α προ­σκόλ­λη­ση στὸ πρό­σω­πό μου ὡς δι­α­μορ­φω­τῆ τῆς κοι­νῆς γνώ­μης, κα­θὼς τὸ μή­νυ­μα αὐ­τὸ γιὰ τὸν «ὄ­μορ­φο» δι­α­δη­λω­τὴ τὸ σφε­τε­ρί­στη­καν κά­ποι­οι καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν σὰν πο­λε­μι­κὸ ὑ­λι­κὸ ἐ­νάν­τια στὸ κί­νη­μα. Σὰν νὰ λέ­με ὅ­τι ἂν τοὺς ἀ­πο­κα­λῶ ὄ­μορ­φους, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ ὅ­τι ὅ­σοι δὲν δι­α­δη­λώ­νουν εἶ­ναι ἄ­σχη­μοι, τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Οἱ ρη­το­ρι­κὲς αὐ­τὲς δι­α­μά­χες ἐν­σω­μα­τώ­νον­ται φυ­σι­κὰ στὶς ἀν­τί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές.


Ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ας ποὺ φτι­ά­ξα­τε μὲ τὸν Τε­ον­τὸρ Οὖ­σεφ, Ἡ τυ­φλὴ Βά­ϊ­σα (Blind Vaysha) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ Ὄ­σκαρ. Πῶς ξε­κι­νή­σα­τε νὰ δου­λεύ­ε­τε μα­ζί; Θὰ δοῦ­με στὸ μέλ­λον καὶ κά­ποι­α ἄλ­λη συ­νερ­γα­σία σας;

       Δι­α­σκευ­ά­ζου­με τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας γιὰ νὰ τὸ κά­νου­με κι­νού­με­νο σχέ­διο. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πά­νω σ’ αὐ­τὸ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει νὰ δου­λεύ­ου­με ἀ­πὸ κοι­νοῦ καὶ ἡ Τυ­φλὴ Βά­ι­σα προ­έ­κυ­ψε σχε­δὸν κα­τὰ τύ­χη, κι ἂς μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κή. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δι­α­σκευ­ή, συ­νερ­γα­στή­κα­με ἐ­πί­σης καὶ γιὰ τὸ φυλ­λά­διο ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, μό­λις τώ­ρα, τὸ κα­νά­λι ARTE ἀ­νέ­λα­βε τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­λε­πτης ται­νί­ας. Ὁ Τε­ον­τὸρ μοῦ ἔ­γρα­ψε μό­λις δι­ά­βα­σε τὸ βι­βλί­ο καὶ ἀ­πο­δεί­χτη­κε πὼς εἶ­χε γεν­νη­θεῖ κι αὐ­τὸς τὸ 1968. Κολ­λή­σα­με κα­τευ­θεί­αν μὲ τὸ ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς σι­ω­πη­λούς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν τὴν ἐ­σω­στρέ­φεια.


Ποι­ούς σύγ­χρο­νους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς δι­α­βά­ζε­τε; Μι­λῆ­στε μας γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους ἀ­πὸ αὐ­τούς. Πεῖ­τε μας καὶ γιὰ μὴ Βούλ­γα­ρους.

       Δὲν δι­α­βά­ζω καὶ πολ­λοὺς σύγ­χρο­νους, ξα­να­δι­α­βά­ζω ὅ­μως συ­χνὰ πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς πα­λιούς· δι­ά­βα­σα προ­σφά­τως τὸν Ἰ­βά­ι­λο Πε­τρόφ, ποὺ πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι πὼς ὑ­πάρ­χει ἐ­δῶ κα­λὸ γε­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ἐ­παγ­γελ­μα­τι­σμοῦ καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζω πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ δου­λεύ­ουν στὶς μέ­ρες μας.

Ποιά εἶ­ναι τὰ ἄ­με­σα σχέ­διά σας;

       Κέρ­δι­σα μιὰ ὑ­πο­τρο­φί­α στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ θὰ μεί­νω τοῦ χρό­νου ἐ­κεῖ. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Κάλ­μαν στὴ Δη­μό­σια Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ὅ­που θὰ περ­νά­ω τὶς πιὸ πολ­λὲς μέ­ρες. Ἡ Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν ὑ­πῆρ­ξε κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ὑ­πό­τρο­φος.


Σὲ ποι­ά πό­λη βρί­σκε­τε αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἡ βά­ση σας, πρὶν με­τα­φερ­θεῖ­τε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη; Γνω­ρί­ζω ὅ­τι μέ­να­τε στὴ Βι­έν­νη.

       Πῆ­γα ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­ξι μῆ­νες, κά­πως ἰν­κόγ­κνι­το. Ἔ­γι­ναν κά­ποι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δι­ά­βα­σα κεί­με­νά μου, γε­νι­κῶς ὅ­μως δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σα πο­λύ. Προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν στὸ Βε­ρο­λί­νο ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν ἔ­χω που­θε­νὰ τὴ βά­ση μου. Εἶ­μαι κά­τι σὰν τὸν ἱ­πτά­με­νο Ὀλ­λαν­δό. Ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις αὐ­τὸ εἶ­ναι ὄ­μορ­φο, τὸ Βε­ρο­λί­νο μ’ ἄ­ρε­σε πο­λὺ μὰ ἡ Βι­έν­νη…


Ἡ Βι­έν­νη δὲν ταί­ρια­ξε;

       Δὲν μπο­ροῦ­σα, πε­ρι­έρ­γως, νὰ γρά­ψω στὴ Βι­έν­νη, πα­ρα­εῖ­χε χα­λα­ροὺς ρυθ­μούς, πα­ρα­ῆ­ταν με­λαγ­χο­λι­κή. Χρει­ά­ζο­μαι ἀν­τί­βα­ρο στὴ με­λαγ­χο­λί­α μου.


Ἕ­να μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ ὑ­πάρ­χουν τρι­βές.

       Ναί, καὶ τὸ Βε­ρο­λί­νο εἶ­ναι κά­πως ἔ­τσι, εἶ­ναι πό­λη σκλη­ρή, ἄ­γρια. Στὴ Βι­έν­νη μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­φή­σεις ἁ­πλῶς τὸν χρό­νο νὰ κυ­λή­σει… καὶ συ­νέ­βη ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό.


Θὰ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ δι­α­βά­σω γιὰ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη πε­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ δι­κό σας φίλ­τρο. Δου­λεύ­ε­τε πά­νω σὲ κά­τι αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες;

       Ἐ­πι­χει­ρῶ ν’ ἀρ­χί­σω ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα. Δι­ά­φο­ρες ἰ­δέ­ες συγ­κρού­ον­ται στὸ κε­φά­λι μου καὶ σχη­μα­το­ποι­οῦν­ται…


(1) Πρόκειται γιὰ τὸν σπου­δαῖο ἀμε­ρι­κα­νὸ φω­το­γρά­φο Al­fred Stie­glitz. Λαν­θα­σμέ­να στὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­να­γρά­φε­ται ὡς Ed­ward Stie­glitz (Σ.τ.Μ.).
(2) Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχε­τι­κὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸ ἀ­φή­γη­μα τοῦ Μπάμ­πελ: […] Μύ­γες πέ­θαι­ναν μέ­σα σὲ μιὰ πλα­τύ­στο­μη φιά­λη γε­μά­τη μὲ ἕ­να γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρό. Ἡ κα­θε­μιὰ πέ­θαι­νε μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο. Στὴ μί­α ἡ ἀ­γω­νί­α δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ, μὲ βί­αι­α σκιρ­τή­μα­τα. Ἡ ἄλ­λη πέ­θαι­νε με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ τρε­μου­λι­ά­σμα­τα μό­λις αἰ­σθη­τά. […] [«Ἡ πρώ­τη μου ἀ­μοι­βὴ» στὸν τό­μο: Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ, Στὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες, μτφρ. Σπύ­ρος Τσα­κνιᾶς, Στιγ­μή, Ἀ­θή­να 1988, σέλ. 98.] (Σ.τ.Μ.).
 (3) Μνη­μο­νι­κὸ λά­θος τῆς Ντι­μι­τρό­βα· πρό­κει­ται γιὰ τὸν μύ­θο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­παγ­γέλ­λει ὁ Λεμ­πιά­ντκιν στὴν 5η ἑ­νό­τη­τα («Ὁ φρό­νι­μος ὄ­φις») τοῦ Πρώ­του μέ­ρους τῶν Δαι­μο­νι­σμέ­νων:
Κα­τσα­ρί­δα κα­τα­γό­με­νη ἀ­πὸ μέ­γα κύ­ρη
κα­τσα­ρί­δα ἀ­πὸ σό­ι κο­τσο­νά­το
καὶ μί­α μέ­ρα μέ­ρα βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τή­ρι
σὲ πο­τή­ρι μυ­γο­φτύ­σμα­τα γε­μά­το.
[…]
Πῆ­ρε θέ­ση ἡ κα­τσα­ρί­δα ἐ­κεῖ στὸν πά­το
Νά­σου οἱ μύ­γες φα­σα­ρί­α:
«Τὸ πο­τή­ρι δὲν χω­ρά­ει , εἶ­ναι πιὰ γε­μά­το»
Ἐ­φω­νά­ζα­νε στὸ Δί­α.
Μὰ κα­θὼς αὐ­τὲς φω­νά­ζαν
Πλη­σιά­ζει ὁ Νι­κη­φό­ρος
Εὐ-γε­νέ­στα­τος πρε­σβύ­της…
[Βλ. με­τά­φρα­ση τοῦ Ἄ­ρη Ἀ­λε­ξάν­δρου στὸ Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι, ἐκδ. Γκο­βό­στης, χ.χ., σελ. 176-177.] (Σ.τ.Μ.).


Πηγή: Music & Li­te­ra­ture. 17.08.2017. «A con­ver­sa­tion with Ge­o­rgi Gos­po­di­nov», ἀπὸ τὴ Maria Dimitrova.

https://www.musicandliterature.org/features/2017/8/17/conversation-with-georgi-gospodinov

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα (Maria Dimitrova) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζεῖ στὸ Λον­δί­νο.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът ид­ва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­­να­ρι­ο­γρα­φί­α:  Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Φωτογραφία: Petya Vassileva.

Ἀνίτα Γκόβιτς (Anita Goveas): Ἄς τραγουδήσουμε όλα τα βρομόλογα που ξέρουμε


Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas)


Ἂς τρα­γου­δή­σου­με ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ ξέ­ρου­με

(Let’s Sing All the Swear Words We Know)


ΙΣΑΙ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ μὲ μύ­τη σὰν καμ­πά­να καὶ μ’ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς ση­μά­δι ποὺ μοιά­ζει μὲ ἄγ­κυ­ρα. Εἶ­σαι ἡ Ἀν­τω­νί­α για­τί αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ,τι πλη­σι­έ­στε­ρο ὑ­πάρ­χει πρὸς τὸ μο­να­δι­κὸ ὄ­νο­μα ποὺ δι­ά­λε­ξε ὁ πα­τέ­ρας σου. Δὲν εἶ­σαι ὁ λό­γος τῆς φυ­γῆς του, μὰ δὲν εἶ­σαι καὶ λό­γος ἱ­κα­νὸς νὰ τὸν κά­νει νὰ μεί­νει. Οἱ πνεύ­μο­νές σου εἶ­ναι ὑ­γι­εῖς ὅ­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι, καὶ κλαῖς σὰν τὸ πο­τά­μι ποὺ χυ­μά­ει, ὅ­λο φο­νι­κὰ ρεύ­μα­τα στὸν βυ­θὸ καὶ κα­νέ­να τέρ­μα. Τρῶς μο­νά­χα ρύ­ζι μπα­σμά­τι καὶ φο­ρᾶς μο­νά­χα σόρ­τς. Χτυ­πᾶς τα­του­ὰζ σ’ ὅ­λες σου τὶς Μπάρ­μπι μ’ ἀ­νε­ξί­τη­λο με­λά­νι καὶ τρα­γου­δᾶς ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ σοῦ μα­θαί­νει ἡ νταν­τά σου σ’ ἕ­να ἄ­σμα ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ τὸ βγά­λουν νὸκ ἄ­ουτ ὅ­λες οἱ σφα­λιά­ρες τοῦ κό­σμου. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ δόν­τια μι­σο­φέγ­γα­ρα κι ἔ­χεις τοὺς νε­φρο­ει­δεῖς λο­βοὺς τοῦ πα­τέ­ρα σου. Φο­ρᾶς ἄ­ρω­μα ποὺ ἀ­φή­νει λί­γδα κι ἀγ­γί­ζεις ὅ­λους τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες. Λα­τρεύ­εις τὸ πῶς στοι­χί­ζον­ται ἀ­ριθ­μοὶ στὸ κε­φά­λι σου καὶ κρύ­βε­σαι πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἀ­τη­μέ­λη­τη φράν­τζα σου καὶ κά­τω ἀ­πὸ μπλου­ζά­κια Πὲρλ Τζὰμ στὸ μά­θη­μα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν. Σ’ ἑλ­κύ­ει ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς πυ­ρω­μέ­νης ἀ­σφάλ­του καὶ τὸ νὰ βλέ­πεις τὰ κα­φε­τιὰ —στὸ χρῶ­μα σου— φύλ­λα μὲ με­γε­θυν­τι­κὸ φα­κό. Τὸ στό­μα σου λέ­ει «ἄν­τε γα­μή­σου» χω­ρὶς νὰ χρεια­στεῖ νὰ τὸ ἀ­νοί­ξεις. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βυ­ζιὰ σὰν γκρέ­ιπ­φρουτ καὶ καρ­που­ζέ­νιο κῶ­λο. Χα­ζεύ­εις τὰ ἀ­γό­ρια κα­θὼς σὲ χα­ζεύ­ουν. Δὲν δι­α­θέ­τεις τὰ λό­για ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ μεί­νει, μι­λᾶς μό­νη σου ὅ­ταν κα­νεὶς δὲν σ’ ἀ­κού­ει. Φεύ­γεις ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα μπο­ρεῖς κι ἐ­πι­στρέ­φεις κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ξέ­ρει τὰ λό­για ἀ­π’ τὸ τρα­γού­δι σου.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν διαδικτυακὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Lost Ballon (19.09.19) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ ἦ­ταν προ­τει­νό­με­νες στὸ Lost Balloon γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

https://lost-balloon.com/2018/09/19/lets-sing-all-the-swear-words-we-know-by-anita-goveas/

Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas). Βρε­τα­νί­δα ἀ­σι­α­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Βά­ση της εἶ­ναι τὸ Λον­δί­νο καὶ καύ­σι­μό της ὁ δυ­να­τὸς κα­φὲς καὶ τὸ πα­νὶρ τζαλ­φρέ­ζι. Εἶ­ναι συ­χνὰ χω­μέ­νη σὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες καὶ στὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς της Bookseller Crow. Δου­λειά της πρω­το­εκ­δό­θη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Lon­don Short Story Prize An­tho­logy τοῦ 2016 καὶ πιὸ πρό­σφα­τα στὰ Rig­gwel­ter PressAnti-He­roin ChicFor­mer ca­ctus magLitro, καὶ Long­leaf Re­view. Τι­τι­βί­ζει ἀ­τά­κτως στὸ @coffeeandpaneer.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Ἔ­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender): Τέρμα



­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender)


Τέρ­μα

(End of the Line)


ΑΝΤΡΑΣ πῆ­γε στὸ κα­τά­στη­μα κα­τοι­κί­δι­ων ζώ­ων νὰ ἀ­γο­ρά­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­ναν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ κρα­τᾶ συν­τρο­φιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν γε­μά­το πι­τσι­λω­τοὺς σκύ­λους καὶ συ­νε­σταλ­μέ­νες γά­τες ποὺ ἔ­κα­ναν νά­ζια καὶ οἱ προ­ση­νεῖς ἀ­γό­ρα­ζαν σκύ­λους καὶ οἱ ἀ­νε­ξάρ­τη­τοι ἀ­γό­ρα­ζαν γά­τες καὶ ὁ ἄν­τρας αὐ­τὸς χά­ζευ­ε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ ὥ­σπου στὸ βά­θος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος βρῆ­κε ἕ­να κλου­βὶ ποὺ εἶ­χε μέ­σα ἕ­ναν κα­να­πὲ-μι­νι­α­τού­ρα καὶ μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση κι ἕ­ναν μι­κρὸ γο­η­τευ­τι­κὸ κα­στα­νὸ ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­ροῦ­σε κο­στού­μι ἀ­πὸ του­ίντ. Κοί­τα­ξε τὸ καρ­τε­λά­κι μὲ τὴν τι­μή. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν ἀ­κρι­βὸς ἀλ­λὰ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας εἶ­χε στα­θε­ρὴ δου­λειὰ ὑ­ψη­λοῦ κύ­ρους καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς ἡ ἀ­γο­ρὰ αὐ­τὴ ἀ­ξί­ζει τὰ χρή­μα­τά της.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κλου­βὶ στὸν μπρο­στι­νὸ χῶ­ρο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, πλή­ρω­σε μὲ τὴν πι­στω­τι­κή του κάρ­τα καὶ κέρ­δι­σε πόν­τους γιὰ δω­ρε­ὰν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὰ εἰ­σι­τή­ρια.

       Μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν δε­μέ­νο μὲ τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἐ­λα­φρῶς στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τα­κτο­ποί­η­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό του, ἐ­πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βί. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ βλέ­φα­ρα, πράγ­μα ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ τὸ δεῖ κα­νείς, κι ἔ­πει­τα μὲ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ ζή­τη­σε κά­τι νὰ φά­ει. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­φε­ρε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μιὰ στα­γό­να οὐ­ί­σκι σερ­βι­ρι­σμέ­νη μέ­σα στὸ σπεί­ρω­μα μιᾶς βί­δας κι ἕ­να κομ­μά­τι κο­τό­που­λο ρο­λὸ μὲ τὴν πέ­τσα του. Δὲν εἶ­χε μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, κι ἔ­τσι εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ φά­ει ἐ­λεύ­θε­ρα μὲ τὰ χέ­ρια του, πράγ­μα ποὺ νευ­ρί­α­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­ξή­γη­σε πὼς προ­τοῦ τὸν πιά­σουν ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος καὶ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νος σύμ­βου­λος τε­χνο­λο­γί­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τα­ξι­δέ­ψει πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ Πα­ρί­σι καὶ στὸ Μι­λά­νο καὶ πὼς τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τρώ­ει μὲ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κι εὐ­χα­ρι­στεῖ πά­ρα πο­λύ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας λύ­θη­κε στὰ γέ­λια, ἔ­βρι­σκε τὸν μι­κρὸ αὐ­τὸ ἄν­τρα τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ εἶ­πε μὲ φω­νὴ καμ­πά­να ὅ­τι τὰ κα­τα­στή­μα­τα ποὺ δι­α­θέ­τουν κου­κλό­σπι­τα εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὰ τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα καὶ ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται ἕ­να κρε­βά­τι, πα­ρα­κα­λεῖ, μ’ ἕ­να κα­νο­νι­κὸ μα­ξι­λά­ρι, πα­ρα­κα­λεῖ, κι ἕ­να φω­τι­στι­κὸ καὶ με­ρι­κὰ βι­βλί­α μὲ πραγ­μα­τι­κὲς σε­λί­δες, ἂν εἶ­ναι εὔ­κο­λο, φυ­σι­κά. Πα­ρα­κα­λεῖ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κάγ­χα­σε λί­γο ἀ­κό­μη καὶ ἔ­γνε­ψε κα­τα­φα­τι­κά.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νος στὸν κα­να­πέ του. Ἔ­μει­νε ξύ­πνιος μέ­χρι ἀρ­γὰ τὴν πρώ­τη ἐ­κεί­νη νύ­χτα, γε­λών­τας τσι­ρι­χτὰ μὲ τὶς βρα­δι­νὲς τη­λε­ο­πτι­κὲς ἐκ­πομ­πές, πράγ­μα ποὺ ἐ­νό­χλη­σε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ δὲν πά­ει τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει μά­τι. Στὶς τέσ­σε­ρις τὰ χα­ρά­μα­τα, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε λί­γο ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κὸ μέ­σα στὸ σω­λη­νά­ριο μὲ τὸ νε­ρὸ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, καὶ κά­πως ἔ­τσι τε­λι­κὰ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα τὸν ἔ­πι­α­σε ὑ­πνη­λί­α. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κα­τὰ λά­θος πά­ρα πο­λύ, δι­ό­τι, ἂν κά­ποι­ος πε­τύ­χαι­νε τὴ σω­στὴ ἀ­να­λο­γί­α, θὰ ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἄ­θλου, ἀ­κό­μη κι ἂν ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος εἶ­χε κλί­ση στὰ μα­θη­μα­τι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ δυ­να­τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τρεῖς μέ­ρες τρέ­κλι­ζε, χου­ζου­ρεύ­ον­τας πό­τε ἐ­δῶ καὶ πό­τε ἐ­κεῖ στὸ κλου­βί του, ἐ­νῶ τὰ σά­λια του ἄ­φη­ναν μι­κρο­σκο­πι­κοὺς λε­κέ­δες στὸν κα­να­πέ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας πῆ­γε στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­λη μέ­ρα νὰ σκέ­φτε­ται μὲ λα­χτά­ρα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα, καὶ στὶς πέν­τε ἔ­τρε­ξε πί­σω στὸ σπί­τι, τό­σο ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἦ­ταν ποὺ θὰ ξα­νά­βλε­πε τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὅ­μως βρῆ­κε πά­λι τὸν φι­λα­ρά­κο σκο­τει­νι­α­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κοῦ πα­ρῆλ­θε, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ξύ­πνη­σε μὲ τὰ ἰγ­μό­ρεια πεν­τα­κά­θα­ρα, καὶ βρι­σκό­ταν τώ­ρα πιὰ σ’ ἕ­να πλή­ρως ἐ­πι­πλω­μέ­νο δω­μά­τιο, μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις, μὲ πο­λυ­έ­λαι­ο καὶ μὲ ἀρ­κε­τά, πο­λὺ μι­κρὰ βι­βλί­α, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ἦ­ταν καὶ ἡ Στα­χτο­πού­τα στὰ ἱ­σπα­νι­κά, καὶ τὸ ὁ­λο­δι­κό του κα­τοι­κί­διο μυρ­μήγ­κι μέ­σα σὲ κλου­βί.

       Οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες τὰ πῆ­γαν κα­λὰ γιὰ πε­ρί­που δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μὲ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ βο­η­θοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα μὲ τὶς τρα­πε­ζι­κές του συ­ναλ­λα­γές. Ἀ­νά­με­σα στοὺς λο­γα­ρια­σμούς, ὅ­μως, τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴ ζω­ή του πί­σω στὸ σπί­τι του καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν εἶ­χαν συλ­λά­βει οἱ κυ­νη­γοὶ κε­φα­λῶν μι­κρῶν ἀν­τρῶν μέ­σα σ’ ἕ­ναν φοῦρ­νο, ἀ­π’ ὅ­λα τὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ – ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, καὶ γιὰ τὸ πό­σο πο­λὺ τοῦ ἔ­λει­παν ἡ γυ­ναί­κα του καὶ τὰ παι­διά του. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν εἶ­χε οὔ­τε γυ­ναί­κα οὔ­τε παι­διὰ καὶ δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­ει τὸ κομ­μά­τι αὐ­τό. «Εἶ­σαι δι­κός μου τώ­ρα», εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. «Πλή­ρω­σα τρε­λὰ λε­φτὰ γιὰ πάρ­τη σου.»

       «Μὰ ἔ­χω εὐ­θύ­νες», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη του, καὶ τὸ βλέμ­μα του, στὸ φῶς, ἔ­μοια­ζε ὑ­γρό.

       «Εἶ­πες ὅ­τι θὰ μὲ πᾶς πί­σω», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας.

       «Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα τέ­τοι­ο», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ ἂν ὄν­τως τὸ εἶ­χε πεῖ ἢ ὄ­χι. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­λὸς στὸ νὰ συγ­κρα­τεῖ ὀ­νό­μα­τα οὔ­τε στὸ νὰ ἀ­να­κα­λεῖ, γε­νι­κῶς, τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε στὴ μνή­μη του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρά­σα­νε τρεῖς πε­ρί­που ἑ­βδο­μά­δες, ἀ­φοῦ ἐ­νη­με­ρώ­θη­κε γιὰ τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τες τῶν παι­δι­ῶν καὶ τῶν παπ­πού­δων καὶ τῶν θεί­ων τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε γιὰ τὸ δέ­κα­το γεῦ­μα στὸ Πα­ρί­σι καὶ γιὰ τὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ εἶ­πε ὅ­τι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε πά­ρα πο­λὺ κα­λὴ προ­φο­ρά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ ἀ­φη­γή­θη­κε τὴ δι­α­δρο­μὴ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ τρέ­νο γιὰ Το­σκά­νη, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τρα­γου­δοῦ­σε ἄ­ρι­ες γιὰ τε­νό­ρους συ­νο­δεία μαν­το­λί­νου, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἐ­πι­δό­θη­κε στὸ νὰ βα­σα­νί­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­στα­ξε στὸ νε­ρό του στὰ μου­λω­χτὰ μιὰ στα­γο­νί­τσα οἰ­κια­κοῦ κα­θα­ρι­στι­κοῦ, λε­πτὴ σὰν τὴ μύ­τη τῆς βε­λό­νας, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη νύ­χτα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ βλέ­πει πα­ραι­σθή­σεις, νὰ τι­νά­ζε­ται καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ, ν’ ἀ­να­γου­λιά­ζει καὶ ν’ ἀ­μο­λά­ει μι­κρὰ ρὸζ βου­να­λά­κια στὶς γω­νί­ες τοῦ κλου­βιοῦ. Τὸ μι­κρὸ σῶ­μα του ἦ­ταν τό­σο μι­κρό, ὥ­στε ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς πὼς πο­νοῦ­σε τό­σο πο­λύ. Πό­σος πο­λὺς πό­νος μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αἰ­σθη­τὸς σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο μι­κρο­σκο­πι­κὸ σὰν κι αὐ­τόν; Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κοι­μή­θη­κε βα­ριά, βέ­βαι­ος πὼς τὸ κα­τοι­κί­διό του ὑ­πε­ρέ­βαλ­λε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ κά­νει ἐ­φέ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἄρ­χι­σε νὰ παίρ­νει τὴν ἀ­ναρ­ρω­τι­κή του ἄ­δεια καὶ νὰ μέ­νει στὸ σπί­τι.

       Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ νὰ πε­τά­ει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ τὸν ξα­να­πιά­νει. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους. Ἀρ­χι­κὰ εἶ­πε μὲ στι­βα­ρή, πα­τρι­κὴ φω­νὴ ὅ­τι δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό, ὕ­στε­ρα οὔρ­λια­ξε κι ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Ὁ ἄν­τρας δὲν ἀν­τέ­δρα­σε κι ἔ­τσι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­στρά­τευ­σε τὴ λο­γι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­δω­σε γιὰ λί­γο, λέ­γον­τας: «κοί­τα, κι ἐ­γὼ ἄν­τρας εἶ­μαι, εἶ­μαι ἁ­πλῶς μι­κρὸς ἄν­τρας. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­πο­νο αὐ­τὸ γιὰ μέ­να», εἶ­πε. «Ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν μὲ συμ­πα­θεῖς», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, «πο­νά­ει καὶ πά­λι». Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στά­θη­κε ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο καὶ ἄ­κου­σε, εἶ­χε ὅ­μως φτά­σει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ τι­νά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν μι­λοῦ­σε πιὰ καὶ τό­σο γιὰ τὴν τέ­χνη τῆς μπαγ­κέ­τας καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, ἐμ­φα­νί­ζον­τας με­λα­νι­ὲς καὶ οὐ­λὲς στὸ κορ­μί του, κα­τέ­λη­ξε νὰ στα­μα­τή­σει ἐν­τε­λῶς νὰ μι­λᾶ. Τὸν πο­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ δὲν εἶ­χε πιὰ κα­μιὰ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ νε­ρό.

       Τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ νὰ δρα­πε­τεύ­σει. Μὰ πῶς; Τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας εἶ­ναι τὸ Ἐμ­πά­ιρ Στέ­ιτ Μπίλ­ντινγκ. Ἡ πί­σω αὐ­λὴ εἶ­ναι ἀ­φρι­κα­νι­κὸ βο­σκο­τό­πι.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κά­θι­σε καὶ εἶ­δε τη­λε­ό­ρα­ση μα­ζὶ μὲ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἐκ­πομ­πὴ μὲ τὶς σέ­ξι γυ­ναῖ­κες, ἔ­ρι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σα στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἄ­φη­σε ἁ­πλῶς ἐ­κεῖ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκούν­τη­ξε τὸ πέ­ος τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα τὸ ὁ­ποῖ­ο με­γά­λω­νε στὸ πλά­ι του λὲς κι ἦ­ταν ἡ φα­σο­λιὰ τοῦ Τζὰκ αὐ­το­προ­σώ­πως, ἀ­πο­πνέ­ον­τας μιὰ γή­ι­νη μυ­ρω­διὰ κλει­σού­ρας, τέ­τοι­α ποὺ ἔ­κα­νε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ νι­ώ­θει ἀ­μη­χα­νί­α γιὰ τὸ δι­κό του μι­κρὸ πέ­ος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νο στὸ παν­τε­λό­νι τοῦ συμ­βού­λου τὸ ὁ­ποῖ­ο φο­ροῦ­σε. Ἕ­σφι­ξε τὴ γρο­θιὰ του κα­τὰ πά­νω της καὶ ἡ φα­σο­λιὰ ψή­λω­σε κι ἄλ­λο καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἐ­νο­χλη­μέ­νος, βού­τη­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἐκ­σφεν­δό­νι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸ πό­δι τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ κλου­βί του, τὸ κε­φά­λι του βού­ι­ζε. Δὲν τὸν εἶ­χε πτο­ή­σει καὶ τό­σο τὸ ὅ­τι βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ ἐ­σώ­ρου­χο ἑ­νὸς με­γά­λου ἄν­τρα, δι­ό­τι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἔπι­α­σαν, ποὺ ἔ­νι­ω­σε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἰ­σχύ­ος.

       «Μὴν τὸ ξα­να­κά­νεις αὐ­τό», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, μὲ τὸ κε­φά­λι του νὰ κα­τα­λαμ­βά­νει ὁ­λό­κλη­ρό το βό­ρει­ο τοί­χω­μα τοῦ κλου­βιοῦ.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ βλέμ­μα δὲν ἦ­ταν πλέ­ον ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ ἀ­πλα­νές. «Κύ­ρι­ε. Λυ­πη­θεῖ­τε με.»

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τύ­λι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μὲ κολ­λη­τι­κὴ ται­νί­α, ὅ­λο του τὸ κορ­μί, κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλο­τσή­σει καὶ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο μι­κρὲς τρύ­πες γιὰ τὸ στό­μα του καὶ γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­πει­τα, τὸν ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο γιὰ μί­α ὥ­ρα. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα λι­πό­θυ­μο καὶ τὸν ἔ­ρι­ξε στὸ φουρ­νά­κι, σὲ πο­λύ, πο­λὺ χα­μη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α, ἄλ­λα δέ­κα λε­πτά. Τὸ εἶ­χε προ­θερ­μά­νει. Ὁ ἄν­τρας ξα­να­ζων­τά­νε­ψε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, μὲ σπα­σμέ­νη φω­νή.

       Τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ λέ­ξη πα­ρα­κα­λῶ. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ εὐ­γέ­νεια καὶ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι. Ἦ­ταν πλη­κτι­κὰ στὴ δου­λειὰ καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε τὸ και­νού­ριο του παλ­τό. Ἀ­γό­ρα­σε στὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο γιὰ Πα­ρί­σι μὲ ὅ­λους τους πόν­τους ποὺ εἶ­χε μα­ζέ­ψει στὴν πι­στω­τι­κὴ κάρ­τα του, δὲν ἄρ­γη­σε ὅ­μως νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι δὲν γνώ­ρι­ζε οὔ­τε λέ­ξη ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα καὶ φο­βό­ταν πο­λὺ ὅ­τι μπο­ρεῖ κα­τὰ λά­θος νὰ πα­ραγ­γεί­λει νὰ φά­ει ἀρ­νί­σια μυα­λά. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζη­τή­σει ἀ­πὸ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ με­τα­φρά­σει, δι­ό­τι δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ μι­λᾶ μὲ προ­φο­ρά. Ἡ σκέ­ψη καὶ μό­νο τὸν ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ προ­θε­σμί­α γιὰ τὴ χρή­ση τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου ἔ­λη­ξε, χω­ρὶς ἀν­τί­κρι­σμα. Στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ἁ­πλώ­θη­κε στὸ κά­θι­σμά της καὶ κοι­μή­θη­κε, ἐ­φό­σον δὲν ἐμ­φα­νί­στη­κε κα­νεὶς στὸ δι­πλα­νὸ κά­θι­σμα. Στὴ δου­λειά, πρό­τει­νε σὲ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ συ­νά­δελ­φο ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε πολ­λὰ χρό­νια νὰ βγοῦν κι ἐ­κεί­νη τὸν πα­ρα­μέ­ρι­σε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ πεῖ ἀ­μέ­σως στοὺς συ­να­δέλ­φους της. Δὲν εἶ­πε κὰν ὄ­χι· τῆς φά­νη­κε τό­σο προ­φα­νές, ποὺ δὲν χρει­ά­στη­κε κὰν νὰ τὸ πεῖ.

       «Βγά­λε τὰ ροῦ­χα σου», εἶ­πε τὸ ἴ­διο ἀ­πό­γευ­μα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας μα­ζεύ­τη­κε καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ὕ­ψω­σε ἕ­να μπου­κά­λι ποὺ πε­ρι­εῖ­χε κα­θα­ρι­στι­κὸ μπά­νιου ἀ­πει­λών­τας τον. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας γδύ­θη­κε ἀρ­γά, δί­πλω­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν χλω­μό, τὸ στῆ­θος του μιὰ πυ­κνή, τρι­χω­τὴ χλό­η, τὸ πέ­ος του κρυμ­μέ­νο, τὰ χεί­λη του ἔ­τρε­μαν ἀ­νε­παί­σθη­τα, ἔ­πρε­πε νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς πα­ρὰ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρή­σει.

       «Κά­νε κά­τι», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε στὸν κα­να­πέ. «Τί;», εἶ­πε.

       «Γί­νε ντοῦ­ρος», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Δεῖ­ξε μου πῶς μοιά­ζεις.»

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ πο­νά­ει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ χτύ­πη­σε στὸ τρα­πέ­ζι· τὸ μυα­λό του τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ εἶ­ναι θο­λω­μέ­νο καὶ σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε μιὰ ὥ­ρα στὸ ψυ­γεῖ­ο κι ὕ­στε­ρα λί­γο χρό­νο στὸ φουρ­νά­κι. Ἔ­βα­λε τὸ πέ­ος του στὴ χού­φτα του κι ἔ­νι­ω­σε μιὰ βα­ριά, θλι­βε­ρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἡ­δο­νῆς καί, στὸ φόν­το τῆς ἀ­πό­λυ­της βρα­δύ­νοι­ας, τὸ κορ­μί του ξα­να­βρῆ­κε τὴ σει­ρά του.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ μὲ τὴ στύ­ση τοῦ μι­κροῦ του ἄν­τρα ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν μιὰ χα­ρὰ ἀ­λη­θι­νὴ ἀλ­λὰ μι­κρο­σκο­πι­κή! Τί ἀ­στεῖ­ο νὰ βλέ­πεις αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα σὰν ἄν­τρα. Ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ γε­λοῦ­σε. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸν κα­να­πὲ καὶ σκέ­φτη­κε τὴ γυ­ναί­κα του, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω στὸν κό­σμο καὶ μά­ζευ­ε τὰ κα­πά­κια ἀ­πὸ τὰ μπου­κά­λια τὰ ὁ­ποῖ­α πε­τοῦ­σαν κά­τω οἱ με­γά­λοι ἄν­θρω­ποι καὶ τὰ ἔ­κα­νε δί­σκους σερ­βι­ρί­σμα­τος· τῆς ἔ­παιρ­νε ὧ­ρες νὰ λειά­νει τὶς αἰχ­μη­ρὲς ἄ­κρες τους κι ὕ­στε­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε με­ταλ­λι­κὸ χρῶ­μα γιὰ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ τὰ ζή­λευ­αν ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ γύ­ρω, τό­σο ὄ­μορ­φα ἦ­ταν καὶ μὲ τό­σο με­ρά­κι φτι­αγ­μέ­να. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν δι­έ­θε­τε τὴν ὑ­πο­μο­νὴ νὰ κάμ­ψει τὶς αἰχ­μη­ρὲς αὐ­τὲς γω­νί­ες. Ἐ­νί­ο­τε που­λοῦ­σε καὶ κα­νέ­ναν κι ἔ­βγα­ζε γε­ρὸ χαρ­τζι­λί­κι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκέ­φτη­κε τοὺς δί­σκους αὐ­τούς, δί­σκους πά­νω σε δί­σκους, κόκ­κι­νους, μπλὲ καὶ κί­τρι­νους, ὥ­σπου στὸ τέ­λος κά­τι λί­γο ἀ­νά­βλυ­σε, ὁ ὀρ­γα­σμὸς ἦ­ταν δί­χως ἡ­δο­νὴ ἀλ­λὰ γε­μά­τος νο­σταλ­γί­α.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ.

       «Τί σκέ­φτε­σαι;», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

       «Πῶς εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου;», εἶ­πε.

       Τί­πο­τα.

       «Πή­γαι­νε με νὰ τὴ δῶ», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε, γυ­μνός, στὸ πά­τω­μα τοῦ κλου­βιοῦ του. Εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τώ­ρα πιά. Εἶ­χε ἀ­πο­κο­πεῖ. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω, πο­λὺς ὁ δρό­μος γιὰ πί­σω. Εἶ­χε φύ­γει.

       «Νὰ δεῖς ποι­ά;», ρώ­τη­σε.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας γέ­λα­σε πο­νη­ρά.

       «Τὴ γυ­ναί­κα σου», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι. Κοί­τα­ξε ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. «Γιὰ σέ­να ἡ δι­α­δρο­μὴ φτά­νει στὸ τέρ­μα της μ’ ἐ­μέ­να», εἶ­πε.

       Ἦ­ταν ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πρό­τα­ση ποὺ εἶ­χε ἀρ­θρώ­σει τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κά­τω το κλου­βὶ κι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸν κα­να­πέ.

       «Ναί!» , οὔρ­λια­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Καὶ τὰ παι­διά σου θέ­λω νὰ δῶ. Πῶς τὰ λα­τρεύ­ω τὰ παι­διά!»

       Ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βὶ καὶ στή­ρι­ξε στὴν πα­λά­μη του τὸν μι­κρὸ λου­λου­δά­το κα­να­πέ. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν ἀ­νέκ­φρα­στο καὶ ψυ­χρό.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε, μὲ κλει­στὰ μά­τια.

       «Θὰ σὲ βα­σα­νί­σω», φώ­να­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­γει­ρε σ’ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι καὶ ἕ­νω­σε τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὸ μά­γου­λό του. Ὁ πό­νος δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ μυ­στή­ριο γι’ αὐ­τόν, καὶ ὅ­ποι­ος ἔ­χει ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ τὸν πό­νο, ἔ­χει εἰ­σέλ­θει σ’ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

       «Ὄ­χι», ψι­θύ­ρι­σε μέ­σα στὶς ἀρ­θρώ­σεις του.

       Κα­θὼς ἡ ἀ­νά­σα του σχη­μά­τι­ζε ζε­στὰ σύν­νε­φα ποὺ σκέ­πα­ζαν τὰ χέ­ρια του, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας πε­ρί­με­νε, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος, νὰ θα­να­τω­θεῖ. Αἰ­σθα­νό­ταν τὸν θά­να­τό του σὰν κά­τι τρο­με­ρὰ ἀ­σή­μαν­το καὶ σὰν βρα­χὺ σῆ­μα κι ὅ­μως δὲν βι­α­ζό­ταν νὰ πε­θά­νει κι ἔ­στελ­νε κύ­μα­τα ἀ­γά­πης στὴ γυ­ναί­κα του καὶ στὰ παι­διά του, στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κός, σὲ αὐ­τοὺς ποὺ δι­αι­σθά­νον­ταν τὸ βρα­χὺ σῆ­μα.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­παι­ζε μὲ τὰ πό­δια τῆς μι­κρῆς πο­λυ­θρό­νας. Ἀ­φαί­ρε­σε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ στὶς σχι­σμὲς μέ­σα βρῆ­κε με­ρι­κὰ κέρ­μα­τα, κέρ­μα­τα τό­σο μι­κρὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε κὰν νὰ τὰ πιά­σει καὶ νὰ τὰ ση­κώ­σει.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κε­φά­λι του κον­τὰ στὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα.

       «Σύμ­φω­νοι», εἶ­πε.

       Τέσ­σε­ρις μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­φη­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα ἐ­λεύ­θε­ρο. Τοῦ συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε κα­λὰ τὶς τέσ­σε­ρις αὐ­τὲς μέ­ρες, τοῦ ἔ­δω­σε νὰ φά­ει κα­λά, νὰ κά­νει μπά­νιο ἀ­κό­μη, νὰ πι­εῖ ἀ­σπι­ρί­νη, τοῦ ἔ­δω­σε καὶ και­νού­ριο μα­ξι­λά­ρι. Θέ­λη­σε νὰ τοῦ μεί­νουν θε­τι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις καὶ μιὰ κα­λὴ γε­νι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μέ­ρες, πῆ­ρε τὸ κλου­βὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, ἄ­νοι­ξε τὴν μπρο­στι­νὴ πόρ­τα καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ξε­κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα τοῦ κλου­βιοῦ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κοι­μό­ταν ἀ­στα­μά­τη­τα ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, λί­γες μό­νο στιγ­μὲς ἦ­ταν δια­υγὴς καὶ τό­τε κοι­τοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα στὰ γι­γαν­τια­ῖα του μά­τια, ὅ­μως οἱ ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου τὸν ἔ­λου­σαν στὴ στιγ­μή, κι ἔ­τσι ξύ­πνη­σε. Βγῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κλου­βί. Πε­ρί­με­νε νὰ πε­τά­ξει χα­μη­λὰ κά­ποι­ο που­λὶ καὶ νὰ τὸν φά­ει. Δὲν εἶ­ναι κι ὁ χει­ρό­τε­ρος θά­να­τος, σκέ­φτη­κε. Οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ κα­νό­να ἕ­να λά­δι τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πω­θοῦ­σε τὰ που­λιὰ καὶ ἄλ­λα ζῶ­α, ὅ­λο αὐ­τὸ ὅ­μως εἶ­χε ξε­πλυ­θεῖ μὲ τὸν και­ρὸ ἀ­πὸ πά­νω του. Μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει στὰ δε­ξιά του τὴν μπα­τά­λι­κη φι­γού­ρα τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θό­ταν ὀ­κλα­δόν. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ἡ θλί­ψη δὲν ἦ­ταν ὅ­μως πο­λὺ με­γά­λη. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε κα­ταν­τή­σει βα­ρε­τός. Τώ­ρα ποὺ κά­πως ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­θρω­πο, ἦ­ταν εὐ­κο­λό­τε­ρο νὰ τὸν συ­να­να­στρα­φεῖς καὶ δυ­σκο­λο­τε­ρο νὰ τὸν ἔ­χεις γιὰ παι­χνί­δι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­έ­σχι­σε τὸ πε­ζο­δρό­μιο πα­ρα­παί­ον­τας, τὰ χέ­ρια του προ­ε­ξεῖ­χαν μὲ τρό­πο ἀ­συ­νή­θι­στο, λὲς καὶ ἦ­ταν βρεγ­μέ­να ἢ βου­τηγ­μέ­να σὲ μπο­γιά. Ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸ ἴ­διο του τὸ σῶ­μα.

       Κά­θι­σε κά­τω, στὸ κρά­σπε­δο. Ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­νέ­βη­κε τὸν δρό­μο, τό­σο μι­κρό, ποὺ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν θὰ τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει, ἂν δὲν κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ πρὶν στὸ ὕ­ψος τῶν πο­δι­ῶν. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­βι­βά­στη­κε. Δὲν εἶ­χε κα­θό­λου χρή­μα­τα, τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ὅ­μως μάρ­σα­ρε πρὸς στιγ­μὴν κι ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­σε τὴν πο­ρεί­α του με­τα­φέ­ρον­τας καὶ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­θι­σε πί­σω καὶ κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι γύ­ρω του εἶ­χαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ὀ­σμι­στοῦν τί εἶ­χε συμ­βεῖ. Ζοῦ­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν φό­βο κα­θη­με­ρι­νά. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες τοὺς κρα­τοῦ­σαν ἐ­νή­με­ρους καὶ τοὺς πλη­ρο­φο­ροῦ­σαν γιὰ κά­θε νέ­ο πε­ρι­στα­τι­κό. Ἕ­νας γη­ραι­ό­τε­ρος ἄν­τρας μὲ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη λευ­κὴ γε­νειά­δα δι­έ­σχι­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ νὰ κα­θί­σει δί­πλα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα καὶ ἅ­πλω­σε ἁ­πα­λὰ τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο του. Πα­ρα­κο­λού­θη­σαν πα­ρέ­α τὰ γκρί­ζα κρά­σπε­δα νὰ μέ­νουν πί­σω.

       Στὸ γκα­ζόν, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ξε­καρ­δι­στι­κὸ καὶ περ­πά­τη­σε δί­πλα του μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο τε­τρά­γω­νο. Ὣς καὶ τὰ ἐ­λα­στι­κὰ καὶ οἱ τρο­χοὶ πε­ρι­στρέ­φον­ταν στὴν ἐν­τέ­λεια. Σκέ­φτη­κε πώς, ἐ­φό­σον τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­τή­σει πά­νω στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο αὐ­τὸ καὶ νὰ τὸ συν­τρί­ψει. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἦ­ταν ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο μὲ καρ­φιὰ τό­σο αἰχ­μη­ρά, ποὺ θὰ τρυ­ποῦ­σαν εὔ­κο­λα τὴ λα­στι­χέ­νια σό­λα καὶ θὰ ἔ­φτα­ναν μέ­σα στὴ σάρ­κα τοῦ πο­διοῦ. Γιὰ κά­ποι­α τε­τρά­γω­να κρα­τοῦ­σε τὸ πό­δι του πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὄ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρών­τας νὰ ξε­προ­βάλ­λουν στά­σεις λε­ω­φο­ρεί­ου, πι­να­κί­δες μι­κρὲς σὰν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες, κά­ποι­α στιγ­μὴ ὅ­μως αἰ­σθάν­θη­κε κό­πω­ση καὶ πῆ­γε στὴ γω­νί­α καὶ ἄ­φη­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο νὰ στρί­ψει καὶ κά­θι­σε κά­τω στὸ με­γά­λο πλα­στι­κὸ μπλὲ παγ­κά­κι, στὴ γω­νί­α ποὺ ἦ­ταν γιὰ τοὺς με­γά­λους ἀν­θρώ­πους.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο του, τὸ πῆ­ρε. Ἦ­ταν Σάβ­βα­το. Τὸ πῆ­ρε μέ­χρι τὸ τέρ­μα. Ἐ­δῶ, οἱ δρό­μοι ἦ­ταν γε­μά­τοι σκου­πί­δια καὶ τὴν ἀ­πό­στα­ση τὴν ὁ­ρι­ο­θε­τοῦ­σαν με­νε­ξε­διὰ βου­νά. Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν νὰ ἔρ­χον­ται πο­λὺ κον­τὰ κι ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἐ­πι­γρα­φὲς τῶν κα­τα­στη­μά­των φάν­τα­ζαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ φω­τει­νὲς καὶ ἐ­πι­βλη­τι­κές. Ἐ­ξαρ­χῆς δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε, αὐ­τὸς ὁ τό­πος στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε ξα­να­βρε­θεῖ πο­τὲ πρὶν κι ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀλ­λι­ώ­τι­κη μυ­ρω­διά, μύ­ρι­ζε εὐ­ω­δια­στὸ λου­λού­δι καὶ χω­ρι­ά­τι­κο ψω­μί. Ἐ­πὶ μί­α ὥ­ρα δὲν πέ­ρα­σε κα­νέ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲ στα­θε­ρὸ βῆ­μα πρὸς τὸ σπί­τι του, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἁ­πλῶς ποῦ ἔ­με­ναν. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὰ μι­κρὰ σπί­τια τους καὶ τὰ κα­τοι­κί­διά τους καὶ τὰ σχο­λεῖ­α τους. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἂν εἶ­χαν ἁ­μά­ξια ἢ ἂν τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ βα­σι­κὸ με­τα­φο­ρι­κὸ μέ­σο. Εὐ­ελ­πι­στοῦ­σε νὰ ἐν­το­πί­σει κά­ποι­ο μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο.

       «Δὲν θέ­λω νὰ σᾶς βλά­ψω!», εἶ­πε φω­να­χτά. «Θέ­λω ἁ­πλῶς νὰ γί­νω κομ­μά­τι τῆς κοι­νω­νί­ας σας.»

       Τὸ βλέμ­μα του δι­έ­τρε­χε τε­τρά­γω­να ὁ­λό­κλη­ρα μὲ γκα­ζὸν καὶ πε­ζο­δρό­μια. Ἀ­νέ­κα­θεν δι­έ­θε­τε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὅ­ρα­ση.

       «Ἂν μὲ ἀ­φή­σε­τε νὰ δῶ τὸ χω­ριό σας», εἶ­πε φω­να­χτά, «σὰν ἀν­τάλ­λαγ­μα, θὰ σᾶς προ­στα­τεύ­σω ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Θὰ φυ­λά­ω τὶς ἐ­ξώ­πορ­τές σας σὰν κέρ­βε­ρος!». Τὸ φώ­να­ζε στὶς ἀγ­κα­θω­τὲς σκι­ὲς ποὺ ἔ­ρι­χναν οἱ φυ­το­φρά­χτες, κά­τω στὸ ρεῖ­θρο, μέ­σα στὶς νω­πὲς κε­φα­λὲς τῶν ψε­κα­στή­ρων.

       Τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε ἦ­ταν ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ κί­τρι­νο κα­πέ­λο μὲ μιὰ κορ­δέ­λα, στε­ρε­ω­μέ­νο ἔ­ξο­χα πά­νω στὸ κί­τρι­νο πέ­τα­λο ἑ­νὸς ρό­δου. Τὸ κρά­τη­σε στὸ χέ­ρι του γιὰ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρα λε­πτά, θαυ­μά­ζον­τας τὴ λε­πτο­δου­λειὰ τοῦ χει­ρο­τε­χνή­μα­τος. Ἦ­ταν κεν­τη­μέ­νο ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη. Τὸ γεῖ­σο τοῦ κα­πέ­λου ἦ­ταν ἴ­σο μὲ τὴ βά­ση τοῦ ἀν­τί­χει­ρά του. Ὅ,τι εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸν ἴ­διο τοῦ φά­νη­κε ἀ­η­δι­α­στι­κὸ καὶ τε­ρά­στιο. Ποῦ νὰ εἶ­ναι οἱ ψη­λοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ πιὸ χον­τροὶ ἄν­θρω­ποι, σκέ­φτη­κε. Ποῦ εἶ­ναι οἱ θε­ϊ­κῶν δι­α­στά­σε­ων ἐ­ξω­γή­ι­νοι;

       Τε­λι­κά, κά­θι­σε κά­τω στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       «Βρῆ­κα ἕ­να κα­πέ­λο!», φώ­να­ξε. «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ! Βγεῖ­τε ἔ­ξω! Ὑ­πό­σχο­μαι νὰ τὸ δώ­σω στὸν νό­μι­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη του.»

       Φω­λι­α­σμέ­νοι μέ­σα σ’­ἕ­να βρα­χῶ­δες μόρ­φω­μα, ὀ­χτὼ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι, μιὰ ὁ­μά­δα, κρα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να πάρ­τι γε­νε­θλί­ων. Τὸ ἕ­να κορ­μὶ με­τέ­δι­δε στὸ ἄλ­λο κα­τα­πλη­κτι­κὴ ζε­στα­σιά. Θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ πα­ρα­μεί­νουν ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα, ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νουν. Ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νοι σ’ αὐ­τό. Τὰ γε­νέ­θλια ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Τὰ κί­τρι­να κα­πέ­λα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὰ ξα­να­ρά­ψουν. Δὲν ἦ­ταν δι­κή τους δου­λειὰ νὰ φρον­τί­σουν τὸν κό­σμο ὅ­λο, ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα στὴν κό­ρη, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ κί­τρι­νο φό­ρε­μα ἦ­ταν ἀ­πα­ρά­μιλ­λο, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ χέ­ρι ἔ­παι­ζε ἱ­δρω­μέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸν γί­γαν­τα ἀ­π’ ἔ­ξω νὰ το­πο­θε­τεῖ τὸ κα­πέ­λο της στὸ πε­λώ­ριο κε­φά­λι του καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐν­νο­ή­σει τὴν τό­ση εὐ­σπλα­χνί­α ποὺ λυ­νό­ταν καὶ ξα­να­λυ­νό­ταν μὲς στὴν καρ­διά της.


Δραματοποίηση:

Shatterbox

Σκηνοθεσία: Jessica Sanders

Simon Helber ὡς Ὁ μικρὸς ἄντρας

Brett Gelman ὡς Ὁ μεγάλος ἄντρας

shatterbox: Μιὰ συσκευὴ γιὰ τὴ μηχανικὴ κονιοποίηση ἑνὸς δείγματος ὑλικοῦ, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀπὸ ἐπιστήμονες.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Luvina.

(https://luvina.com.mx/foros/index.php?option=com_content&task=view&id=486&Itemid=46)

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender) (1969). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των W­i­l­l­f­ul Crea­tu­res καὶ T­he G­i­rl in t­he F­l­a­m­m­a­b­le S­k­i­rt, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το βι­βλί­ο τῶν Τά­ιμς τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς χρο­νιᾶς τῶν Τά­ιμς τοῦ Λὸς Ἄν­τζε­λες, ὅ­πως καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, I­n­v­i­s­i­b­le S­i­gn of My O­wn. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ G­r­a­n­ta, Har­per­’s, P­a­r­is R­e­v­i­ew, GQ, F­e­n­ce, M­c­S­w­e­e­n­e­y­’s καὶ ἔ­χουν με­τα­δο­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ δί­κτυ­ο στὴ ρα­δι­ο­φω­νι­κὴ ἐκ­πομ­πή, T­h­is A­m­e­r­i­c­an L­i­fe. Κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­σκαρτ τὸ 2002. Στὴν ἱστο­σε­λίδα μας δη­μο­σιεύτη­κε τὸ διήγη­μά της «Μνη­μο­νι­κό».

Ἱ­στο­σε­λί­δα: http://aimeebender.com/

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss): Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή



Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss)


Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή

(Domestic Appliance)


Α ΠΡΟΑΣΤΙΑ, σὲ μιὰ προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α, σὲ μιὰ κου­ζί­να μὲ γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο, μέ­σα σ’ ἕ­να ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι ζοῦ­σε μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της πῶς βρέ­θη­κε νὰ ζεῖ μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της ἄλ­λη ζω­ή, ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι μέ­σα σ’ αὐ­τό. Ξύ­πνη­σε μιὰ μέ­ρα ξα­πλω­μέ­νη πά­νω σε μιὰ ρά­βδο βού­τυ­ρο· τὸ βού­τυ­ρο εἶ­χε μα­λα­κώ­σει ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­να­παυ­ό­ταν τὸ σῶ­μα της, θη­λυ­κὲς ἐ­σο­χὲς εἶ­χαν σχη­μα­τι­στεῖ, στὸ σχῆ­μα τῶν γο­φῶν καὶ τῆς μέ­σης. Τὰ πό­δια τῆς γυ­ναί­κας ἔ­φτα­ναν ἴ­σα­με τὴν ἄ­κρη σχε­δὸν τῆς ρά­βδου. Ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος μὲ δι­α­στά­σεις ἑ­φτὰ κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Γιὰ ψυ­γεῖ­ο, ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο. Φρέ­σκα φροῦ­τα καὶ λα­χα­νι­κά, πε­ρι­στρε­φό­με­να μπου­κά­λια λευ­κὸ κρα­σὶ καὶ ἑ­ξά­δες μπί­ρες, κου­τά­κι μὲ κι­νέ­ζι­κο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ βρά­δυ, μο­σχα­ρί­σιο κρέ­ας σὲ μα­ρι­νά­δα, μιὰ ἀ­νοιγ­μέ­νη μα­γει­ρι­κὴ σό­δα. Σπά­νια συ­νέ­βαι­νε νὰ λή­ξει κά­τι.

       Μό­λις τὸ ψυ­γεῖ­ο ἄ­νοι­γε, ἡ γυ­ναί­κα κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ γά­λα, ἔ­σκυ­βε καὶ χω­νό­ταν σὲ μιὰ χάρ­τι­νη αὐ­γο­θή­κη ἢ περ­πα­τοῦ­σε δι­στα­κτι­κὰ πρὸς τὸ βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες. Λί­γες πί­κλες, κόκ­κοι πι­πέ­ρι καὶ λε­πτὲς φέ­τες κρεμ­μυ­διοῦ κο­λυμ­ποῦ­σαν στὴν ἅλ­μη, χο­ρεύ­ον­τας ὑ­πὸ τοὺς ἤ­χους μιᾶς μου­σι­κῆς τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κού­σει. Κοι­τοῦ­σε μέ­σα στὸ βά­ζο ὧ­ρες πολ­λές. Τὸ φῶς μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν μουν­τὸ καὶ γκρί­ζο, δὲν ἦ­ταν πίσ­σα σκο­τά­δι. Ὅ­σο γιὰ τὴν τρο­φή της, πό­τε-πό­τε τσιμ­πo­λο­γοῦ­σε λί­γο τυ­ρί, σὰν τὰ πον­τί­κια. Κά­ποι­ες ἄλ­λες φο­ρές, ἄ­νοι­γε ἕ­να γι­α­ούρ­τι στὴν ἄ­κρη καὶ ρου­φοῦ­σε λι­χού­δι­κα τὴν κρέ­μα φρά­ου­λα. Ἀ­πέ­φευ­γε γε­νι­κῶς τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα, τὸ ταμ­πά­σκο, τὴ σάλ­τσα χό­ι­σιν καὶ τὴν κά­πα­ρη, ποὺ ἦ­ταν τρα­γα­νι­στή, μό­λις τὴν ἄ­νοι­γες. Τρο­φὲς ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δύ­σκο­λα θὰ τὶς ἔ­τρω­γε κα­νεὶς σκέ­τες.

       Ἡ γυ­ναί­κα κρύ­ω­νε συ­νέ­χεια.

       Κα­θη­με­ρι­νά, λε­πτὰ δά­χτυ­λα μὲ γυ­α­λι­στε­ρὰ νύ­χια το­πο­θε­τοῦ­σαν στὸ ψυ­γεῖ­ο τσάν­τες ποὺ πε­ρι­εῖ­χαν κο­λα­τσιὸ καὶ πά­νω τους ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Ἔι­μος» μὲ μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο, ἐ­νί­ο­τε καὶ μὲ κη­ρομ­πο­γιά, μὲ τὸ τρα­χὺ ἀ­πο­τύ­πω­μα τὸ ὁ­ποῖο ἀ­φή­νουν τὰ παι­διά. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο κοι­τοῦ­σε πάν­το­τε μέ­σα στὶς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Συ­νή­θως ἦ­ταν κά­ποι­ο σάν­του­ιτς, συ­χνὰ ἦ­ταν σάν­του­ιτς μὲ τό­νο, κα­μιὰ φο­ρὰ ἦ­ταν ψω­μὶ μὲ φι­στι­κο­βού­τυ­ρο καὶ μαρ­με­λά­δα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­βρι­σκε φο­βε­ρὰ ἑλ­κυ­στι­κό. Ἐ­νί­ο­τε ἔ­βρι­σκε ἀ­πο­μει­νά­ρια γεύ­μα­τος μέ­σα σὲ πλα­στι­κὰ τά­περ. Τυ­ρά­κια μέ­σα σὲ κόκ­κι­νο γυ­α­λι­στε­ρὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα, πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ πα­τα­τά­κια, σο­κο­λά­τες. Καὶ ὅ­λες τὶς φο­ρές, ἕ­να ση­μεί­ω­μα σὲ δι­πλω­μέ­νο χαρ­τά­κι. Σὲ σε­λί­δες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἦ­ταν προ­χει­ρο­γραμ­μέ­νο, μὲ τὸν ἴ­διο χον­τρὸ μαρ­κα­δό­ρο ποὺ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ καὶ γιὰ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό της τσάν­τας, κά­τι σὰν σύν­το­μο ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα.

       Σ’ ἀ­γα­πῶ! Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι!, Εἶ­σαι ὁ κα­λύ­τε­ρος!, Κύ­κλω­σε τὸ σω­στό: Μὲ ἀ­γα­πᾶς; Ναὶ / Ὄ­χι. Θύ­μι­ζαν ὅ­λα γυ­μνά­σιο, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν δι­πλω­μέ­να σὲ μι­κρὰ χάρ­τι­να μπα­λά­κια, μὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὰ ἔ­κα­νε νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­ξι­α­γά­πη­τα. Τὸ σκλη­ρὸ μα­νι­κιοὺρ στὰ νύ­χια ἔ­κρυ­βε κα­τὰ βά­θος μιὰ γλυ­κιὰ καρ­δού­λα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς νὰ ἔ­μοια­ζε ὁ Ἔι­μος. Πέ­ρα­σαν μῆ­νες καὶ ξε­θάρ­ρε­ψε πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὸν Ἔι­μος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται. Ἡ γυ­ναί­κα του, κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να, ἦ­ταν σπα­νι­ό­τε­ρα τρι­γύ­ρω. Ἐν μέ­σῳ βά­λε-βγά­λε μι­σο­φα­γω­μέ­νης πί­τσας καὶ ἀλ­λαν­τι­κῶν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἐ­ρω­τεύ­τη­κε. Μαῦ­ρα κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους καὶ στὰ χέ­ρια τοῦ Ἔι­μος. Πρά­σι­να μά­τια σὰν φέ­τες μο­σχο­λέ­μο­νο στὸ πρό­σω­πό του. Πυ­κνὰ φρύ­δια, τὸ ἕ­να πάν­τα ση­κω­μέ­νο. Ἦ­ταν πάν­τα μὲ τὸ χα­μό­γε­λο ὅ­ταν ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα γού­στα­ρε ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ δὲν ἤ­θε­λε πο­λὺ γιὰ νὰ χα­ρεῖ.

       Κά­ποι­ο πρω­ι­νὸ ἐ­πά­νω στὴν ὀ­νει­ρο­πό­λη­ση, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο δὲν πή­δη­ξε γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ μό­λις ὁ Ἔι­μος ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου. Ἔ­πι­α­σε ἀ­φη­ρη­μέ­νος τὴν κέ­τσαπ καὶ ξαφ­νι­ά­στη­κε βλέ­πον­τας την. Τό­τε ἔ­σκυ­ψε καὶ εἶ­δε τὸ σῶ­μα τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α στη­ρι­ζό­ταν σ’ ἕ­να μπου­κά­λι σάλ­τσα σρι­ρά­τσα, συλ­λέ­γον­τας στα­γό­νες μὲ τὰ δά­χτυ­λά της καὶ γλεί­φον­τας τες, σου­φρώ­νον­τας τὰ λι­λι­πού­τεια χεί­λη της ἀ­πὸ τὸ κά­ψι­μο.

       «Γειά σου», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Πά­ρα πο­λὺ δυ­να­τά, γι’ αὐ­τὸ ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω, γρή­γο­ρα ὅ­μως ξα­να­στά­θη­κε στὰ πό­δια-ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες της.

       «Γειά», ἔ­κα­νε τὰ μαλ­λιά της πέ­ρα καὶ φά­νη­κε τὸ πρό­σω­πό της.

       «Τί κά­νεις ἐ­δῶ μέ­σα;», ρώ­τη­σε ὁ Ἔι­μος.

       «Μὲ προ­σέ­λα­βε τὸ ὑ­γει­ο­νο­μι­κό. Ἔ­χουν ἀρ­χί­σει καὶ χα­λᾶ­νε δι­ά­φο­ρα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γι­α­ούρ­τι μὲ μύρ­τι­λο ἔ­χει λή­ξει ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ μῆ­νες;»

       «Τὸ ξέ­ρω, ναί», εἶ­πε. Συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος. Ἔ­πι­α­σε τὸ γι­α­ούρ­τι καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε στὰ σκου­πί­δια ποὺ ἦ­ταν πί­σω του. «Πά­ει αὐ­τό. Τί ἄλ­λο;»

       «Αὐ­τὴ ἡ σάλ­τσα μή­λου. Δὲν ἔ­χει λή­ξει ἀ­κό­μη, ἔ­χει ὅ­μως πιά­σει μού­χλα πά­νω-πά­νω», εἶ­πε, δεί­χνον­τας τὸ βά­ζο. Τὸ ἔ­πι­α­σε, τὸ ἔ­ρι­ξε πί­σω του.

       «Ὡ­ραῖ­α, τί ἄλ­λο ἔ­χου­με;» Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ τοῦ δώ­σει ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο κρέ­ας τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Ἔι­μος ἦρ­θε πί­σω του.

       «Κλεῖ­σε τὴν πόρ­τα», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Προ­σπα­θῶ ν’­ἀ­πο­φα­σί­σω τί θὰ φά­ω», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Ἔι­μος, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα στὸ ρά­φι.

       «Τὸ ψυ­γεῖ­ο βγά­ζει κρύ­ο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Ἔ­χει ἤ­δη πολ­λὴ ψύ­χρα ἐ­δῶ ἔ­ξω», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο μει­δί­α­σε καί, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἔι­μος, ἕ­να χλω­μὸ χέ­ρι ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν πόρ­τα καὶ τὴν ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη. Ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­μει­νε στὸ ρά­φι, πα­ρέ­α μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο ἠ­λε­κτρι­κὸ βου­η­τὸ τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ τὸ μουν­τό, γκρί­ζο ψύ­χος.

       Ὁ Ἔι­μος ἄρ­χι­σε ν’­ἀ­φή­νει μι­κρο­πραγ­μα­τά­κια γιὰ τὴ γυ­ναί­κα, τρό­φι­μα χω­ρὶς πολ­λὰ ὑ­γρὰ – το­στά­κια, μπι­σκό­τα γε­μι­στά, δη­μη­τρια­κὰ σὲ σχῆ­μα δα­χτυ­λι­διοῦ, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φτια­ξε ἕ­να βρα­χι­ό­λι. Μα­σου­λοῦ­σε τὸ σού­ρου­πο, ὥ­σπου ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα τῶν νυ­χτε­ρι­νῶν ἐ­πι­σκέ­ψε­ων τοῦ Ἔι­μος. Με­τα­με­σο­νύ­χτι­ες λι­γοῦ­ρες, ἔ­τσι τὸ ἔ­λε­γε, καὶ φώ­να­ζε δι­και­ο­λο­γί­ες στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ ἦ­ταν στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε φω­νά­ζον­τας ὅ­τι θὰ χον­τρύ­νει… καὶ ποι­ός θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ τό­τε;

       Ἦ­ταν ἐν γνώ­σει τους. Ἦ­ταν, ὅ­μως, ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο. Δι­ό­λου πρα­κτι­κό. Δὲν εἶ­χε λο­γι­κὴ τὸ νὰ ἔ­χει σχέ­ση ἕ­νας ἄν­τρας πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νος μὲ μιὰ ἐ­νή­λι­κη τῆς ὁ­ποί­ας οἱ δι­α­στά­σεις ἦ­ταν 7 κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη μὲ τὰ ψί­χου­λα στὰ ρά­φια τοῦ ψυ­γεί­ου φώ­να­ξε τὸν Ἔι­μος νὰ ἔρ­θει. Ποι­ός πε­ρι­μέ­νεις νὰ τὰ κα­θα­ρί­σει αὐ­τά;! Τό­σος θυ­μὸς γιὰ ἕ­να πταῖ­σμα. Ἔ­πα­ψε νὰ παίρ­νει μα­ζί του τὶς τσάν­τες μὲ τὸ κο­λα­τσιὸ στὴ δου­λειά. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε νὰ τοῦ ἀ­φή­νει ση­μει­ώ­μα­τα στὶς τσάν­τες τοῦ κο­λα­τσιοῦ. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς νὰ τοῦ ἑ­τοι­μά­ζει κο­λα­τσιό.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, τὸ ψυ­γεῖ­ο τὸ ἄ­νοι­γε μό­νο ἡ γυ­ναί­κα. Ὁ Ἔι­μος ἔ­λει­ψε γιὰ μιὰ μέ­ρα, γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὕ­στε­ρα γιὰ ἕ­ναν μή­να.

       Θλιμ­μέ­νη ὅ­πως ἦ­ταν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­πι­νε μπί­ρα ἤ­δη σερ­βι­ρι­σμέ­νη καὶ  ξε­θυ­μα­σμέ­νο κα­φέ, ποὺ τὰ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει ἐ­κεῖ ἡ γυ­ναί­κα. Τὸ μα­ρού­λι μα­ραι­νό­ταν, ἔ­πει­τα γι­νό­ταν κολ­λῶ­δες, ἔ­πει­τα μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ὑ­γρὴ μαυ­ρί­λα στὸ βά­θος τοῦ ψυ­γεί­ου· τὸ δι­ά­φα­νο πλα­στι­κὸ κου­τὶ τε­ρά­στιο γιὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πει­ρά­μα­τα. Ἔ­τρω­γε ἀ­να­πο­φλοί­ω­το ρύ­ζι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πε­τρώ­σει, ἀ­πὸ σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο φα­γη­τὸ σὲ πα­κέ­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κι οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες τὸ ἔ­τρω­γαν. Μοι­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ τα ἄ­θλια ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι – ἀ­π’ αὐ­τὰ πού σου δί­νουν πά­γο καὶ φιλ­τρα­ρι­σμέ­νο νε­ρό, ἐ­φό­σον τὸ ζη­τή­σεις.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο, κοί­τα­ξε μέ­σα, ἔ­κλει­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο, χω­ρὶς νὰ πά­ρει τί­πο­τα. Ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε στὴν πα­γω­νιὰ τοῦ ψυ­γεί­ου μὲ κα­τα­κόκ­κι­να μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­πι­ε τὸ ζου­μὶ ἀ­πὸ τὸ δί­χως πί­κλες βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες· τὸ ἔ­βα­λε πί­σω στὴ θέ­ση του. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­τρι­ψε τὸ συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ τὰ φροῦ­τα. Ἡ γυ­ναί­κα πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα.

       Δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν πα­ρου­σί­α τῆς γυ­ναί­κας στὸ ψυ­γεῖ­ο, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε πλέ­ον καὶ πολ­λὰ μέ­ρη γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ. Μιὰ μέ­ρα, ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­νοι­χτή. Λι­γά­κι μό­νο. Τὸ ψύ­χος ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα σή­κω­σε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα στὰ ξύ­λι­να πα­τώ­μα­τα, ἔ­ξω καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ψυ­γεῖ­ο. Τὸ φῶς σὰν σκό­νη ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν ἥ­λιο, ἦ­ταν ὅ­μως ἑλ­κυ­στι­κό. Σκέ­φτη­κε νὰ πη­δή­ξει. Σκέ­φτη­κε νὰ γί­νει κα­πνός. Τό­τε, ὅ­μως, ἡ γυ­ναί­κα πρό­σε­ξε τὸ λά­θος της, ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα, πι­ά­νον­τας σχε­δὸν τὰ μαλ­λιὰ τῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς γυ­ναί­κας. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω καὶ γιὰ μέ­ρες δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε κα­νείς.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­ρι­ξε μί­α στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κά­λι μπί­ρα ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Μὲ τὴν πλά­τη κόν­τρα στὸ γυα­λί, γυα­λὶ κρὺo καὶ μὲ στα­γο­νί­δια, ἔ­νι­ω­σε πί­ε­ση στὰ μά­τια, οἱ φλέ­βες στὸν λαι­μό της πε­τά­χτη­καν ἔ­ξω. Στὴν ἐ­τι­κέ­τα, ἕ­νας δρά­κος κα­θό­ταν σὲ μιὰ κού­νια. Ἐ­πι­κίν­δυ­νος, με­λαγ­χο­λι­κὸς ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Τὸν συ­ναι­σθα­νό­ταν. Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μί­α στὸ μπου­κά­λι κι αὐ­τὸ ἔ­πε­σε μ’ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κρό­το. Ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ βγά­λει τὸ κα­πά­κι. Ἦ­ταν πε­ρι­στρε­φό­με­νο. Μὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί της γυρ­νοῦ­σε γύ­ρω-γύ­ρω. Καὶ τό­τε: μιὰ στα­γό­να μπί­ρα. Γκλούπ, γκλούπ, γκλοὺπ βγῆ­κε τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρό. Ἡ γυ­ναί­κα γλί­στρη­σε στὸ ἀ­πο­κά­τω ρά­φι. Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα της γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μη νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτεῖ· ὁ κα­τα­κλυ­σμὸς μπί­ρας τὴν ἔ­πνι­ξε. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ ὅ,τι τὸ μι­κρό της σῶ­μα ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βά­λει φρέ­νο. Πά­λευ­ε καὶ ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­κό­μη. Πνι­γό­ταν. Ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κι ὕ­στε­ρα σω­ρι­ά­στη­κε κά­τω. Τὸ ρά­φι στὴν πλά­τη της ἦ­ταν κρύ­ο.

       Ὁ Ἔι­μος ἐ­πέ­στρε­ψε. Δὲν θὰ ξα­να­γί­νει, συμ­βαί­νουν αὐ­τά, ὅ­πως εἶ­πε στοὺς φί­λους του. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε σὲξ μὲ τὴ μέλ­λου­σα πρώ­ην του, ὁ Ἔι­μος σύρ­θη­κε καὶ ἄ­φη­σε πί­σω το ρο­χα­λη­τό της καὶ τὸ κου­λου­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Εἶ­χε σχε­δὸν ξη­με­ρώ­σει κι ἕ­να ἁ­πα­λὸ φῶς ἔμ­παι­νε λί­γο-λί­γο μέ­σα ἀ­πὸ βρό­μι­κα πα­ρά­θυ­ρα. Πῆ­γε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ μη­χα­νὴ γιὰ πά­γο ἔ­βγα­λε τὰ ὁ­μοι­ό­μορ­φα πα­γά­κια της. Δα­χτυ­λι­ὲς λέ­ρω­σαν τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι.

       Τὴ βρῆ­κε μέ­σα, τὸ λι­λι­πού­τει­ο στό­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μπρά­τσα της δυ­ὸ εὔ­θραυ­στες μα­κρό­στε­νες μά­ζες. Τὸ ἀλ­κο­ὸλ κολ­λοῦ­σε καὶ σκέ­πα­ζε τὸ κορ­μί της καὶ τὰ πα­ρα­δι­πλα­νὰ ρά­φια. Τσίμ­πη­σε τὸ μι­κρὸ κορ­μί της μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του καὶ το­πο­θέ­τη­σε μ’ αὐ­τὰ τὸ κε­φά­λι της στὴν ἄ­κρη τοῦ δεί­χτη του. Μὲ τὸ ποὺ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν νε­ρο­χύ­τη, εἶ­δε στὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι τὴ θαμ­πὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση ἀ­πὸ τὶς ξαν­θι­ές της μποῦ­κλες. Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­κού­σει τὸ ρο­χα­λη­τὸ τῆς ὄ­χι-γυ­ναί­κας του ἀ­πὸ τὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­στα­ση ἀ­κου­γό­ταν ἀρ­κε­τὰ πνι­χτό, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πάν­τως ἦ­ταν θο­ρυ­βῶ­δες. Πί­ε­σε τὸ στῆ­θος τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. Πί­ε­σε. Φύ­ση­ξε λί­γο ἄ­ε­ρα μέ­σα στὸ στό­μα της, ὅ­πως θὰ φυ­σοῦ­σε μιὰ βλε­φα­ρί­δα στὸ δά­χτυ­λό του γιὰ νὰ φύ­γει. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Οἱ βλε­φα­ρί­δες της τρε­μό­παι­ξαν. Τὰ χεί­λη της συ­σπά­στη­καν. Ἔ­βη­ξε. Κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρὸ ξε­πή­δη­σε σὰν πί­δα­κας ἀ­πὸ μέ­σα της, ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ γε­μί­σει μιὰ δα­χτυ­λή­θρα. Ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της καὶ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὰ μα­κριά, ἄ­γρια, κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ στοὺς ὤ­μους κι ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε πά­λι τὸ κε­φά­λι. Ὁ Ἔι­μος τὴν το­πο­θέ­τη­σε σὲ μιὰ πιά­στρα κου­ζί­νας, τῆς εἶ­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἕ­να λε­πτό.

       Πῆ­ρε ἕ­να πα­νὶ κου­ζί­νας γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα. Σκού­πι­σε καὶ τὸν πάγ­κο. Ἐ­ξέ­τα­σε ἐ­πι­στα­μέ­νως καὶ τὸ φουρ­νά­κι καὶ τὰ μι­κρο­κύ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε μι­κρο­σκο­πι­κὲς γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ. Ἄ­ρα­γε ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νέ­κα­θεν γυ­ναῖ­κες στὶς γω­νί­ες καὶ στὶς ρωγ­μὲς τοῦ κό­σμου καὶ κα­τεύ­θυ­ναν τὴ ζω­ή; Ἦ­ταν σκό­πι­μο νὰ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­φα­νεῖς; Μὰ αὐ­τὸς τὴν εἶ­χε προ­σέ­ξει. Ἄ­ρα­γε αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε καὶ σὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους; Μὲ μιὰ πε­τσέ­τα γιὰ τὰ πιά­τα καὶ μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ σφουγ­γά­ρι ἔ­φτια­ξε ἕ­να κρε­βά­τι γιὰ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα μέ­σα σ’ ἕ­να πλα­στι­κὸ δο­χεῖ­ο ἀ­πο­θή­κευ­σης. Κα­θά­ρι­σε ἀ­πὸ τὶς δα­χτυ­λι­ὲς τὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι στὴν κου­ζί­να μὲ τὸν γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο στὴν προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α στὰ προ­ά­στια.



Πη­γή: Ἰ­στο­σε­λί­δα Bartleby Snopes

http://www.bartlebysnopes.com/stories/domestic-appliance.html?fbclid=IwAR2w49ilS7ouhLgx4yTEMXqVhDZ6LP3sYwPaiI-q9NKaUfaQUsQCW7FHuOI

Τζέ­νι­φερ Φλὶς (Jennifer Fliss) γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δο­κί­μιο καὶ ἔ­χει γιὰ βά­ση της τὸ Σιά­τλ. Δου­λειά της ἔ­χει πα­ρου­σια­στεῖ στὰ PANKThe RumpusThe Citron ReviewNecessary FictionMonkeybicycle καὶ ἀλ­λοῦ. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴ βρεῖ στὸ Twitter, στὸ @JFlissCreative ἀλ­λὰ καὶ στὸν προ­σω­πι­κό της ἱ­στό­το­πο:

 www.jenniferflisscreative.com.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα (Virgilio Piñera): Ἀ­ϋ­πνί­α



Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα (Virgilio Piñera)


Ἀ­ϋ­πνί­α

(En el insomnio)


ΑΝΤΡΑΣ ξα­πλώ­νει νω­ρίς. Δὲν τοῦ κολ­λά­ει ὕ­πνος. Στρι­φο­γυρ­νᾶ στὸ κρε­βά­τι, εἶ­ναι λο­γι­κό. Εἶ­ναι χω­μέ­νος στὰ σκε­πά­σμα­τα καὶ τὰ ἀ­να­κα­τώ­νει. Ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο. Δια­βά­ζει λι­γά­κι. Σβή­νει ξα­νὰ τὸ φῶς. Ὅ­μως δὲν τὸν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος. Στὶς τρεῖς τα χα­ρά­μα­τα ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος. Ξυ­πνᾶ τὸν φί­λο του ποὺ μέ­νει δί­πλα καὶ τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται ὅ­τι δὲν τὸν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος. Ζη­τᾶ τὴ συμ­βου­λή του. Ὁ φί­λος τὸν συμ­βου­λεύ­ει νὰ κά­νει μιὰ μι­κρὴ βόλ­τα, οὕ­τως ὥ­στε νὰ κου­ρα­στεῖ καὶ λί­γο. Νὰ πι­εῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ ἕ­να φλι­τζά­νι τί­λιο καὶ νὰ σβή­σει τὸ φῶς. Τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τά. Δὲν κα­τορ­θώ­νει νὰ κοι­μη­θεῖ. Ση­κώ­νε­ται πά­λι στὸ πό­δι. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὸν για­τρό. Ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­τα, ὁ για­τρὸς μι­λᾶ πο­λύ, ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ. Στὶς ἕ­ξι τὸ πρω­ὶ γε­μί­ζει ἕ­να πε­ρί­στρο­φο καὶ τι­νά­ζει τὰ μυα­λά του στὸν ἀ­έ­ρα. Ὁ ἄν­τρας εἶ­ναι νε­κρὸς μὰ δὲν ἔ­χει κα­τα­φέ­ρει ν’ ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ. Ἡ ἀϋ­πνί­α εἶ­ναι πράγ­μα ἐ­πί­μο­νο πο­λύ.


1946

Δραματοποίηση

(Σκηνοθεσία Jetsael Villegas):



Πη­γή: Virgilio Pinera, Cuentos frios, Με­ξι­κό, Lectorum, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση:Virgilio Pinera, Cuentos frios, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Losada, 1956].

Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα (Virgilio Piñera) (1912, Κάρ­δε­νας – 1979, Ἀ­βά­να). Κου­βα­νὸς θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε γνω­στὸς χά­ρη στὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ ἔρ­γο τοῦ ἀλ­λὰ καὶ στὴ μπο­έ­μι­κη ζω­ή του. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950 γνω­ρί­στη­κε στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ϊ­ρες μὲ τὸν Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ εἶ­δε τὴ δου­λειά του νὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη στὸ ξα­κου­στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sur.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Λό­ρενς Ρά­ϊτ (Lawrence Wright): Μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸν Ντέ­νις Τζόν­σον



Λό­ρενς Ρά­ϊτ (Lawrence Wright)


Μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸν Ντέ­νις Τζόν­σον

(Remembering Denis Johnson)


ΝΤΕΝΙΣ ΤΖΟΝΣΟΝ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πέ­θα­νε τὴν πε­ρα­σμέ­νη Τε­τάρ­τη, σὲ ἡ­λι­κία ἑ­ξήν­τα ἑ­φτὰ ἐ­τῶν, ἔ­κλαι­γε μὲ εὐ­κο­λί­α, δί­χως νὰ ντρέ­πε­ται γι’ αὐ­τό. «Εἶ­ναι ἁ­πλῶς κά­τι ποὺ τὸ κά­νω πο­λύ», εἶ­πε στοὺς μα­θη­τές του στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, στὴ Ρω­σί­α, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2000 σὲ κά­ποι­ο σε­μι­νά­ριο γρα­φῆς, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀμ­φό­τε­ροι δι­δά­σκα­με. Τὰ δά­κρυ­α ἐν προ­κει­μέ­νῳ ἦ­ταν ἡ ἀν­τί­δρα­ση, ὅ­ταν κά­ποι­ος μα­θη­τὴς τὸν ρώ­τη­σε πῶς δι­α­λέ­γει τοὺς τί­τλους γιὰ τὰ βι­βλί­α του. Ἦ­ταν ἀ­νη­συ­χα­στι­κὰ ἀ­νοι­χτὸς ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ τὸν κα­τα­δί­ω­καν. Ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἤ­μα­στε στὴ Ρω­σί­α, ἔ­ψα­χνε νὰ βρεῖ πα­ράρ­τη­μα τῶν Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν Ἀ­νω­νύ­μων. Ἦ­ταν πάν­το­τε ἐν δι­ε­γέρ­σει, βα­δί­ζον­τας σ’ ἕ­να μο­νο­πά­τι σπαρ­μέ­νο μὲ πει­ρα­σμούς, ἐ­θι­σμὸ καὶ βί­α. Λό­γῳ ἴ­σως τοῦ ὅ­τι βρι­σκό­μα­σταν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ὅ­ταν τὸν πρω­το­γνώ­ρι­σα, ὁ Ντέ­νις μου θύ­μι­σε τὸν Ντο­στο­γι­έφ­σκι, συγ­γρα­φέ­α δι­α­τε­θει­μέ­νο νὰ βυ­θο­με­τρή­σει τὶς πιὸ σκο­τει­νὲς γω­νι­ὲς τῆς ἴ­διας τῆς ψυ­χῆς του προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­δώ­σει μὲ εἰ­λι­κρί­νεια τὴ φύ­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας.

       Ζοῦ­σε μέ­σα στὸ δά­σος, στὸ βο­ρει­ο­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ Ἀ­ϊν­τά­χο, στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ἔ­κτα­σης αὐ­τῆς ποὺ μοιά­ζει μὲ ψη­λὸ μα­κρό­στε­νο κα­πέ­λο, κον­τὰ στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὸν Κα­να­δά. Εἶ­χε στὴν κα­το­χή του πυ­ρο­βό­λα ὅ­πλα καὶ βι­βλί­α καὶ μιὰ Κορ­βέτ, εἶ­χε καὶ μιὰ εὔθυμη σύ­ζυ­γο, τὴ Σίν­τυ, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α πι­α­νό­ταν ὅ­πως πι­ά­νε­ται κα­νεὶς ἀ­π’ τὸ κα­τάρ­τι στὴ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα. Νο­μί­ζω πὼς κρα­τι­ό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κοι­νω­νί­α δι­ό­τι πα­ρα­ῆ­ταν ἑλ­κυ­στι­κός. Σα­γή­νευ­ε τοὺς ἄλ­λους μὲ τὸ χι­οῦ­μορ του καὶ μὲ τὴ σπιρ­τά­δα του, ἡ κο­λα­κεί­α ὅ­μως ἦ­ταν μιὰ ἀ­κό­μη μορ­φὴ μέ­θης ποὺ τὴν ἀ­πέ­φευ­γε μὲ μα­νί­α.

       Ὁ Ντέ­νις ἔ­λε­γε πὼς δὲν δι­ά­βα­ζε πο­τὲ τὶς κρι­τι­κές, πα­ρ’ ὅ­τι συγ­κα­τα­λε­γό­ταν στοὺς πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς. Τὸν και­ρὸ ποὺ ἤ­μα­στε στὴ Ρω­σί­α, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς νου­βέ­λας του The Name of the World ἀ­πὸ τὸν Ρόμ­περτ Στό­ουν βρέ­θη­κε στὴν πρώ­τη σε­λί­δα τῆς Times Book Review. Ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της τοῦ τη­λε­φώ­νη­σε γιὰ νὰ τοῦ ἀ­ναγ­γεί­λει τὸ νέο, ὁ Ντέ­νις μοῦ εἶ­πε: «Χρει­ά­στη­κε νὰ δι­α­βά­σω τὴ Βί­βλο μου γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω.» Κι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κα­λὴ κρι­τι­κή. Εἶ­πε πὼς στα­μά­τη­σε νὰ δι­α­βά­ζει κρι­τι­κές, μό­λις οἱ φί­λοι του ἄρ­χι­σαν νὰ τοῦ τη­λε­φω­νοῦν στὶς ἕ­ξι τὸ πρω­ί, προ­ει­δο­ποι­ών­τας τον νὰ μὴ δι­α­βά­σει κά­ποι­ο ἀ­δι­ά­φο­ρο ση­μεί­ω­μα στοὺς Times. Κα­θέ­νας ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του ἀ­νέ­φε­ρε ἕ­να κομ­μά­τι τῆς κρι­τι­κῆς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀρ­κοῦ­σε ὥ­στε νὰ νι­ώ­σει ὁ Ντέ­νις πὼς τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. «Ἡ κα­κὴ κρι­τι­κὴ μοιά­ζει μὲ τὰ πα­ρά­σι­τα ἐ­κεῖ­να στὸν Ἀ­μα­ζό­νιο ποὺ φτά­νουν κο­λυμ­πών­τας στὸ πέ­ος σου μέ­χρι μέ­σα», μοῦ ἔ­λε­γε. «Ἂν τὴ δι­α­βά­σεις, κά­πως γί­νε­ται καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴ βγά­λεις ἀ­πὸ μέ­σα σου μὲ τί­πο­τα.»

       Ἡ φω­νὴ τοῦ Ντέ­νις ἦ­ταν συγ­χρό­νως λυ­ρι­κὴ καὶ τρα­χιά, κά­τι ποὺ φάν­τα­ζε ἐ­νί­ο­τε ἀ­ταί­ρια­στο μὲ τὴν ἀ­λέ­γρα προ­σω­πι­κό­τη­τά του. Κά­πο­τε ποὺ τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κα τὴν ἀ­γω­νί­α μου ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ γρά­ψι­μο κά­ποι­ου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ἀ­νη­συ­χών­τας γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ ὁ­δεύ­ει, ὁ Ντέ­νις εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι πρό­βλη­μα. «Ξε­κι­νᾶς νὰ κά­νεις κου­πὶ μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν Αὐ­στρα­λί­α», εἶ­πε, «κι ἂν κα­τα­λή­ξεις στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, μέ­νεις ἐκ­στα­τι­κός».

       Κα­τὰ και­ροὺς δί­δα­σκε στὸ Κέν­τρο Μί­τσε­νερ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Τέ­ξας, στὸ Ὄ­στιν. To 2012, σὲ κά­ποι­α ἀ­νά­γνω­ση, μιὰ πα­λιὰ μα­θή­τριά του δι­α­τύ­πω­σε μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Εἶ­πε πὼς ὁ Τζόν­σον τοὺς εἶ­χε προ­τρέ­ψει νὰ γρά­ψουν τρεῖς κα­νό­νες, ὅ­μως τῆς ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ θυ­μη­θεῖ τὸν τρί­το ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ὁ Ντέ­νις τοὺς ἀ­πήγ­γει­λε:


* Νὰ γρά­φεις γυ­μνός. Νὰ γρά­φεις, δη­λα­δή, ὅ,τι δὲν θὰ ἔ­λε­γες πο­τέ.

* Νὰ γρά­φεις μὲ αἷ­μα. Λὲς καὶ τὸ με­λά­νι εἶ­ναι τό­σο πο­λύ­τι­μο ποὺ δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ σπα­τα­λή­σεις.

* Νὰ γρά­φεις σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­ξο­ρί­ας, λὲς καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ γυ­ρί­σεις πο­τὲ πί­σω, καὶ ὀ­φεί­λεις ν’ ἀ­να­κα­λέ­σεις στὴ μνή­μη σου τὴν κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια.

(26/5/2017)

Βλέπε ἐδῶ τὸ πεζὸ τοῦ Ντένις Τζόνσον

«Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ»:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/01/denis-johnson-st…niki-tou-seattle/



Πη­γή: Ἐ­πιθ. The New Yorker (https://www.newyorker.com/books/page-turner/remembering-denis-johnson)

Lawrence Wright (1947) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος τοῦ New Yorker ἀ­πὸ τὸ 1992. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης σε­να­ρι­ο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐρ­γα­σί­α του ἡ με­λέ­τη The Loo­ming Tower: Al-Qaeda and the Road to 9/11 (Ὁ Δυ­σοί­ω­νος Πύρ­γος: Ἡ λ-Κά­ϊν­τα καὶ ὁ δρό­μος πρὸς τὴν 11/9/2001), πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο βα­σί­στη­κε καὶ ἡ ὁ­μό­τι­τλη τη­λε­ο­πτι­κὴ ἱ­στο­ρι­κὴ σει­ρὰ 10 ἐ­πει­σο­δί­ων.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson): Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ



Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson)


Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ

(Steady Hands at Seattle General)


Ε ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ὄ­χι μό­νο μπό­ρε­σα καὶ ξυ­ρί­στη­κα ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­φε­ρα νὰ ξυ­ρί­σω ἕ­ναν-δυ­ὸ και­νού­ριους, δι­ό­τι οἱ οὐ­σί­ες ποὺ μοῦ χο­ρή­γη­σαν σὲ ἐ­νέ­σι­μη μορ­φὴ ἔ­φε­ραν κα­τα­πλη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Λέ­ω κα­τα­πλη­κτι­κὸ δι­ό­τι λί­γες μό­λις ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα μὲ εἶ­χαν τσου­λή­σει κα­θι­σμέ­νο σὲ κα­ρο­τσά­κι μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους στοὺς ὁ­ποί­ους βί­ω­σα τὴν πα­ραί­σθη­ση μιᾶς ἁ­πα­λῆς, κα­λο­και­ρι­νῆς βρο­χῆς. Στὰ δω­μά­τια τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να —βά­ζα, στα­χτο­δο­χεῖ­α, κρε­βά­τια— μοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ ὑ­γρὰ καὶ τρο­μα­χτι­κά· ἔ­δει­χναν νὰ μὴν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται νὰ συγ­κα­λύ­ψουν τὰ πραγ­μα­τι­κά τους νο­ή­μα­τα.

       Μοῦ χο­ρή­γη­σαν κάμ­πο­σες δό­σεις μὲ τὴ σύ­ριγ­γα, κι ἔ­νι­ω­θα λὲς κι εἶ­χα γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν ἕ­να ἐ­λα­φρὺ κομ­μά­τι φε­λι­ζόλ. Ἔ­φε­ρα τὰ χέ­ρια μου ψη­λὰ μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Τὰ χέ­ρια ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τα ὅ­πως τὰ χέ­ρια κά­ποι­ου γλυ­πτοῦ.

       Ξύ­ρι­σα τὸν συγ­κά­τοι­κό μου στὸ δω­μά­τιο, τὸν Μπίλ. «Μὴν κά­νεις κά­να ἀ­στεῖο μὲ τὸ μου­στά­κι μου», εἶ­πε.

       «Ἐν­τά­ξει ὣς ἐ­δῶ;»

       «Ὣς ἐ­δῶ ναί.»

       «Θὰ σοῦ φτιά­ξω καὶ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά.»

       «Λο­γι­κὸ ἀ­κού­γε­ται, σύν­τρο­φε.»

       Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να ζυ­γω­μα­τι­κὸ ὁ Μπὶλ εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ση­μά­δι στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που μιὰ σφαί­ρα τὸν εἶ­χε βρεῖ στὸ πρό­σω­πο καὶ στὸ ἄλ­λο μά­γου­λο εἶ­χε μιὰ ἐ­λα­φρῶς με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­λή· ἐ­κεῖ τὸ βλῆ­μα εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι μέ­σα.

       «Τό­τε ποὺ σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν ἔ­τσι μὲς στὰ μοῦ­τρα, ἡ σφαί­ρα ἔ­κα­νε τί­πο­τα ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ συ­νέ­χεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω; Δὲν κρά­τη­σα ση­μει­ώ­σεις. Ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ προ­χω­ρή­σει μέ­σα βα­θιά, ἐ­σὺ νι­ώ­θεις πὼς μό­λις σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν στὸ κε­φά­λι.»

       «Κι αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ οὐ­λὴ ἐ­δῶ, στὴ φα­βο­ρί­τα σου;»

       «Δὲν ξέ­ρω. Ἴ­σως τὴν ἔ­χω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κα. Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν βλέ­πω.»

       «Μιὰ μέ­ρα θὰ δι­α­βά­ζουν γιὰ σέ­να σὲ κά­ποι­ο δι­ή­γη­μα ἢ σὲ κά­ποι­ο ποί­η­μα. Θέ­λεις νὰ πε­ρι­γρά­ψεις τὸν ἑ­αυ­τό σου γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους;»

       «Χμ, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­μαι ἕ­νας σκα­το­χον­τρός, κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ὄ­χι, σο­βα­ρο­λο­γῶ.»

       «Σι­γὰ ποὺ θὰ κα­θί­σεις νὰ γρά­ψεις γιὰ μέ­να.»

       «Ρέ, εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας.»

       «Ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι, πές τους ἁ­πλῶς ὅ­τι εἶ­μαι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Εἶ­ναι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Μ’ ἔ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει δυ­ὸ φο­ρές.»

       «Δυ­ὸ φο­ρές;»

       «Μιὰ φο­ρὰ ἡ κά­θε γυ­ναί­κα μου, τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ σύ­νο­λο, μᾶς κά­νει τέσ­σε­ρις τρύ­πες· τρεῖς μπαί­νον­τας καὶ μί­α βγαί­νον­τας.»

       «Κι εἶ­σαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός.»

       «Ἔ­χεις σκο­πὸ ν’ ἀλ­λά­ξεις τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ γιὰ τὸ ποί­η­μά σου;»

       «Ὄ­χι. Θὰ μποῦν ὅ­λα λέ­ξη πρὸς λέ­ξη.»

       «Πο­λὺ κα­κὸ αὐ­τό, δι­ό­τι μὲ τὸ νὰ μὲ ρω­τᾶς ἂν εἶ­μαι ζων­τα­νὸς μοιά­ζεις κομ­μα­τά­κι χα­ζός. Προ­φα­νῶς εἶ­μαι ζων­τα­νός.»

       «Κοί­τα, ἴ­σως ἐν­νο­ῶ ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λᾶς, καὶ νὰ μὴν εἶ­σαι, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α.»

       «Δὲν πά­ει πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ σκα­τὰ ποὺ μέ­σα τους κο­λυμ­πᾶ­με αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.»

       «Τί θὲς νὰ πεῖς; Εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Μᾶς δί­νουν μέ­χρι καὶ τσι­γά­ρα.»

       «Ἐ­μέ­να δὲν μοῦ ’­δω­σαν ἀ­κό­μα.»

       «Ὁ­ρί­στε, πά­ρε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, ρέ.»

       «Μοῦ τὸ ξε­πλη­ρώ­νεις μό­λις σοῦ δώ­σουν τὰ δι­κά σου.»

       «Ἴ­σως.»

       «Τί εἶ­πες ὅ­ταν σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν;»

       «Εἶ­πα: “Μὲ πυ­ρο­βό­λη­σες!”»

       «Καὶ τὶς δυ­ὸ φο­ρές; Καὶ στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες;»

       «Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα, για­τί μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε στὸ στό­μα.»

       «Ἄ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λή­σεις.»

       «Σω­ρι­ά­στη­κα ἀ­ναί­σθη­τος, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω. Κι ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν ἔ­τρω­γα ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά.»

       «Τί ὄ­νει­ρο ἦ­ταν;»

       «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τό; Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε κα­νέ­να γα­μω­νό­η­μα. Τὸ θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως κα­λά.»

       «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψεις ἔ­στω λί­γο;»

       «Ἀ­λή­θεια, δὲν ξέ­ρω τί πε­ρι­γρα­φὴ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μὲ συγ­χω­ρεῖς.»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ πα­ρα­μι­κρό.»

       «Λοι­πόν, τὸ μό­νο σί­γου­ρο, τὸ ὄ­νει­ρο εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἐν­νο­ῶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­μαι ξύ­πνιος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὴν πρώ­τη μου γυ­ναί­κα, θυ­μᾶ­μαι ποὺ τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη ση­μα­δεύ­ον­τάς με κι ὕ­στε­ρα, νά το πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὄ­νει­ρο…

       «Καὶ τὸ ὄ­νει­ρο δὲν ἦ­ταν – θέ­λω νὰ πῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τὸ τί­πο­τα θλι­βε­ρό. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ θυ­μᾶ­μαι, λέ­ω, Γα­μῶ­το, ρὲ φί­λε, στ’ ἀ­λή­θεια, στ’ ἀ­λή­θεια μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε. Καὶ νά το πά­λι τὸ ὄ­νει­ρο.»

       «Μή­πως ἔ­χεις δεῖ ἐ­κεί­νη τὴν ται­νί­α μὲ τὸν Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ, τὸ Follow That Dream

       «Τὸ Follow That Dream. Ναί, τό’ χω δεῖ. Τώ­ρα δὰ θὰ τό ’­λε­γα κι­ό­λας.»

       «Εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λεί­ω­σα μὲ τὸ ξύ­ρι­σμα. Κοι­τά­ξου στὸν κα­θρέ­φτη.»

       «Ἔ­γι­νε.»

       «Τί βλέ­πεις;»

       «Πῶς κα­τά­φε­ρα κι ἔ­γι­να τό­σο χον­τρός, ἀ­φοῦ δὲν τρώ­ω πο­τέ;»

       «Αὐ­τὸ μό­νο;»

       «Ἔ, δὲν ξέ­ρω. Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὴ ζω­ή σου.»

       «Χά! Κα­λὸ κι αὐ­τό.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν σου.»

       «Σὰν τί θὲς ν’ ἀ­κού­σεις;»

       «Ὅ­ταν κοι­τᾶς πρὸς τὰ πί­σω, τί βλέ­πεις;»

       «Κα­τε­στραμ­μέ­να ἁ­μά­ξια.»

       «Βλέ­πεις κι ἀν­θρώ­πους μέ­σα σ’ αὐ­τά;»

       «Ναί.»

       «Ποι­οὺς βλέ­πεις;»

       «Ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι τώ­ρα πα­ρὰ σκέ­το κρέ­ας, φί­λε.»

       «Εἶ­ναι ἔ­τσι στ’­ἀ­λή­θεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι; Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα. Καὶ βρο­μά­ει.»

       «Πλά­κα κά­νεις; Ἐ­δῶ μας πο­τί­ζουν ἀ­λο­πε­ρι­δό­λη μὲ τὸ λί­τρο. Πάρ­κο γιὰ νή­πια εἶ­ναι.»

       «Τὸ ἐλ­πί­ζω. Για­τί ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ μό­νο ποὺ κά­νουν εἶ­ναι νὰ σὲ τυ­λί­γουν μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σεν­τό­νι καὶ νὰ σοῦ δί­νουν νὰ δαγ­κώ­νεις ἕ­να λα­στι­χέ­νιο παι­χνί­δι γιὰ κου­τά­βια.»

       «Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μὲ φαν­τα­στῶ νὰ ζῶ ἐ­δῶ δυ­ὸ βδο­μά­δες κά­θε μή­να.»

       «Κοί­τα, εἶ­μαι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ σέ­να. Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις με­ρι­κοὺς ἀ­κό­μα γύ­ρους σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν τρο­χὸ καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ κα­τορ­θώ­νεις πάν­τα νὰ βγαί­νεις μὲ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια σου στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ἐ­γὼ ὄ­χι.»

       «Ρέ, εἶ­σαι μιὰ χα­ρά.»

       «Γιὰ μί­λα ἐ­δῶ μέ­σα.»

       «Νὰ μι­λή­σω μέ­σα στὴν τρύ­πα ποὺ σοῦ ’­χει κά­νει ἡ σφαί­ρα;»

       «Γιὰ μί­λα μέ­σα ἐ­κεῖ. Καὶ πές μου ἂν εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»


Περισσότερα γιὰ τὸν Ντένις Τζόνσον

δὲς ἐδῶ τὴν νεκρολογία τοῦ Λό­ρενς Ρά­ϊτ:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/02/lawrence-wright-…on-denis-johnson/



Πη­γή: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries, New York, Pica­­dor Modern Classics / Farrar, Str­a­us and Gi­­roux, 2015 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries by Denis John­son, New York, Farrar, Straus and Giroux, 1992]. Ἡ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­ρί­α πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Esquire.

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis John­son) (1949, Μό­να­χο-2017, Κα­λι­φόρ­νια). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Στὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα εἶ­χε γιὰ δά­σκα­λό του τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γενικὴ Κλινικὴ τοῦ Σηάτλ. Φωτογραφία τοῦ 1917.



		

	

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis): Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση



Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση

(A Strange Impulse)


ΟΙΤΑΞΑ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου κά­τω στὸν δρό­μο. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε κι οἱ μα­γα­ζά­το­ρες εἶ­χαν βγεῖ ἔ­ξω νὰ ζε­στα­θοῦν καὶ νὰ χα­ζέ­ψουν τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Ὅ­μως για­τί ἄ­ρα­γε οἱ μα­γα­ζά­το­ρες κα­λύ­πτα­νε τ’ αὐ­τιά τους; Καὶ για­τί ἔ­τρε­χαν οἱ ἄν­θρω­ποι στὸν δρό­μο λὲς καὶ τοὺς κυ­νη­γοῦ­σε κά­ποι­ο τρο­με­ρὸ φάν­τα­σμα; Σύν­το­μα τὰ πάν­τα ξα­νά­γι­ναν κα­νο­νι­κά: τὸ συμ­βὰν δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ πα­ρα­φρο­σύ­νης κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπό­ρε­σαν ν’ ἀν­τέ­ξουν τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­π’ τὶς ζω­ές τους καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σαν σὲ κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση.



Πη­γή: Lydia Davis, The Collected Stories of Lydia Davis, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2009 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Lydia Davis, Varieties of Disturbance, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2007].

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (1947, Νορ­θάμ­πτον Μα­σα­χου­σέ­της). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρά­στρια ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γνω­στὴ κυ­ρί­ως γιὰ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τά της. Ἡ ἴ­δια θε­ω­ρεῖ κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ὕ­φους τῆς τὴ συ­νάν­τη­σή της μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ρά­σελ Ἔν­τσον.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan): Ὁ ἐ­χθρός



Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan)


Ὁ ἐ­χθρός

(The Enemy)


ΑΠΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἔ­χω ἕ­ναν ἀ­μεί­λι­κτο ἐ­χθρὸ κι ἂς μὴν ξέ­ρω τ’ ὄ­νο­μά του. Δὲν ξέ­ρω οὔ­τε πῶς μοιά­ζει. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ἂν τύ­χαι­νε κι ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φω, δὲν θὰ γι­νό­μουν κα­θό­λου σο­φό­τε­ρη. Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ πί­στευ­α πὼς σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐρ­χό­μα­σταν πο­τὲ πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο, κά­ποι­ο ἔν­στι­κτο θὰ μὲ προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε· ὅ­μως τώ­ρα πιὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι ἔ­τσι. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μοῦ εἶ­ναι ξέ­νος· ὅ­μως εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ος τὸν ὁ­ποῖ­ο γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ – ἴ­σως εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ τὸν βλέ­πω κά­θε μέ­ρα. Δι­ό­τι ἂν δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο πρό­σω­πο ἀ­π’ τὸ ἄ­με­σό μου πε­ρι­βάλ­λον, πῶς κα­τα­φέρ­νει κι ἔ­χει στὴ δι­ά­θε­σή του τό­σο λε­πτο­με­ρῆ πλη­ρο­φό­ρη­ση γιὰ τὴν κά­θε μου κί­νη­ση; Φαν­τά­ζει ἀ­δύ­να­το τὸ νὰ πά­ρω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πό­φα­ση —ἀ­κό­μη κι ἂν ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­να τό­σο ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ὅ­πως τὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ κά­ποι­ον φί­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα— κι ὁ ἐ­χθρός μου νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει καὶ νὰ μὴν κά­νει ὅ,τι πρέ­πει προ­κει­μέ­νου νὰ μὲ φέ­ρει σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση. Προ­φα­νῶς εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος καὶ γιὰ τὰ πιὸ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα.

       Τὸ ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν κά­νει τὴ ζω­ὴ ἀ­νυ­πό­φο­ρη, δι­ό­τι εἶ­μαι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ πα­ρα­τη­ρῶ τοὺς πάν­τες μὲ τὴν ἴ­δια κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν ὑ­πάρ­χει —χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λὴ— οὔ­τε μί­α ψυ­χὴ ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ.

       Κα­θὼς οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, βρί­σκω πὼς ἀ­νη­συ­χῶ  ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο γι’ αὐ­τὸ τὸ οἰ­κτρὸ πρό­βλη­μα· στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ ἔ­χει γί­νει ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μι­λῶ μὲ κά­ποι­ον, πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται στὰ κρυ­φά, ψά­χνον­τας κά­ποι­ο ση­μά­δι ποὺ θ’ ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὸν προ­δό­τη πού ’­ναι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὲ κα­τα­στρέ­ψει. Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ στὴ δου­λειά μου, δι­ό­τι δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λῶ τὸ μυα­λό μου μὲ τὸ ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἐ­χθροῦ μου καὶ τὴν αἰ­τί­α τοῦ μί­σους του. Ποι­ά πρά­ξη μου εἶ­ναι δυ­να­τὸν νά ’­χει προ­κα­λέ­σει τέ­τοι­α ἀ­νη­λε­ῆ κα­τα­δί­ω­ξη; Σκα­λί­ζω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴν πε­ρα­σμέ­νη μου ζω­ὴ καὶ δὲν βρί­σκω τὸ νῆ­μα. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, πάν­τως, ἡ κα­τά­στα­ση νὰ μὴν ἔ­χει προ­κύ­ψει ἀ­πὸ κά­ποι­ο δι­κό μου λά­θος ἀλ­λὰ νὰ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τυ­χαῖ­α καὶ μό­νο συμ­βάν­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα. Ἴ­σως εἶ­μαι τὸ θύ­μα κά­ποι­ας μυ­στι­κῆς πο­λι­τι­κῆς, θρη­σκευ­τι­κῆς ἢ οἰ­κο­νο­μι­κῆς μη­χα­νορ­ρα­φί­ας – κά­ποι­ας πε­λώ­ριας καὶ σκι­ώ­δους συ­νω­μο­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα εἶ­ναι τό­σο σκο­τει­νὰ ποὺ μοιά­ζουν, στὸν ἀ­μύ­η­το, ἐν­τε­λῶς ἐ­κτὸς λο­γι­κῆς· ἔ­χουν βά­λει σκο­πό, λό­γου χά­ρη, κά­τι τό­σο κα­τα­φα­νῶς ἀ­νό­η­το ὅ­πως εἶ­ναι ὁ ἀ­φα­νι­σμὸς ὅ­λων τὸν κοκ­κι­νο­τρί­χη­δων ἢ ὅ­λων ὅ­σοι ἔ­χουν κρε­α­το­ε­λιὰ στὸ ἀ­ρι­στε­ρό τους πό­δι.

       Λό­γῳ τῆς κα­τα­δί­ω­ξης αὐ­τῆς ἡ προ­σω­πι­κή μου ζω­ὴ ἔ­χει ἤ­δη οὐ­σι­α­στι­κὰ κα­τα­στρα­φεῖ. Οἱ φί­λοι μου καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου κρα­τοῦν ἀ­πο­στά­σεις, ἡ δη­μι­ουρ­γι­κή μου ἐρ­γα­σί­α ἔ­χει πα­γώ­σει, ἔ­χω γί­νει φο­βι­σμέ­νη, κα­τη­φὴς κι εὐ­έ­ξα­πτη, δὲν πι­στεύ­ω σὲ μέ­να, ἀ­κό­μα κι ἡ φω­νή μου βγαί­νει μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ἴ­σα ποὺ ἀ­κού­γε­ται.

       Θὰ σκε­φτή­κα­τε πὼς ὁ ἐ­χθρός μου θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ συμ­πο­νέ­σει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή· πώς, βλέ­πον­τας τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το χά­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο μὲ ἔ­χει σύ­ρει, θὰ τοῦ ἀρ­κοῦ­σε ἡ ἐκ­δί­κη­ση καὶ θὰ μὲ ἄ­φη­νε στὴν ἡ­συ­χί­α μου. Ὄ­χι ὅ­μως, τὸ γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ πὼς δὲν θὰ κά­νει πο­τὲ πί­σω. Δὲν θὰ φτά­σει πο­τὲ νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­στρέ­ψει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ τέ­λους· δι­ό­τι τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες ἔ­χουν ὑ­πο­πέ­σει στὴν ἀν­τί­λη­ψή μου ἀρ­κε­τὰ σα­φεῖς ἐν­δεί­ξεις πὼς ἔ­χει ἀρ­χί­σει καὶ ἀ­παγ­γέλ­λει ψευ­δεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ἐ­ναν­τί­ον μου μὲ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα. Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα ποὺ θὰ μὲ πά­ρουν μα­κριά. Νύ­χτα θά ’­ναι, πι­θα­νό­τα­τα, ὅ­ταν θὰ μὲ γυ­ρέ­ψουν. Δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­στρο­φα, οὔ­τε καὶ χει­ρο­πέ­δες· τὰ πάν­τα θά ’­ναι ἥ­συ­χα καὶ στὴ θέ­ση τους, θά ’­ναι δύ­ο ἢ τρεῖς ἄν­τρες καὶ θὰ φο­ροῦν στο­λὲς ἢ λευ­κὲς πο­δι­ές, κι ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους θὰ κρα­τᾶ μιὰ ἔ­νε­ση ὑ­πο­δό­ρια. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς θὰ γί­νει μὲ μέ­να. Τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­μαι κα­τα­δι­κα­σμέ­νη καὶ δὲν σκο­πεύ­ω νὰ πα­λέ­ψω ἐ­νάν­τια στὴ μοί­ρα μου. Τὰ γρά­φω αὐ­τὰ μο­νά­χα γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, ὅ­ταν πιὰ δὲν θὰ μὲ βλέ­πε­τε, πὼς ὁ ἐ­χθρός μου ἐν­τέ­λει θρι­άμ­βευ­σε.



Πηγή: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London and Chester Springs, Peter Owen, 2001 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London, Jonathan Cape, 1940].

Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan) (1901, Κά­νες-1968, Λον­δί­νο). Βρε­τα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος. Βα­φτί­στη­κε Ἔ­λεν Γοὺν­τς καὶ στὰ πρῶ­τα της γρα­πτὰ χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ ἐ­πώ­νυ­μο Φέρ­γκι­ου­σον τοῦ πρώ­του της συ­ζύ­γου. Τὸ 1940 υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο μιᾶς ἐκ τῶν ἡ­ρω­ί­δων ποὺ εἶ­χε πλά­σει καὶ μα­ζὶ κι ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Τὸ Asylum Piece ἦ­ταν τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε ὡς Ἄν­να Κα­βάν. Τὸ πιὸ γνω­στό της ἔρ­γο εἶ­ναι τὸ Ice (1967) καὶ κυ­κλο­φό­ρη­σε λί­γο πρὶν τὸν θά­να­τό της.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.