Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Χέρια ποὺ βλέπουν

.

07-Olgoso,Angel-CheriaPouBlepoun--Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Χέρια ποὺ βλέπουν

(Manos que ven)

 .

11-Epsilon-Magnussonnenes_saga_1_-_G__MuntheΝΑ ΑΙΩΝΙΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ κα­λο­και­ριοῦ. Ἀ­νη­φο­ρί­σα­με τὸ σο­κά­κι ἐ­κεί­νου τοῦ λευ­κοῦ καὶ ἥ­συ­χου χω­ριοῦ τοῦ Νό­του πι­α­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ χέ­ρι. Στὴ γω­νί­α, τρεῖς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες στὴν σκιά, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νες στὶς μο­δι­στρι­κές τους ἐρ­γα­σί­ες, ἀ­δι­ά­φο­ρες μπρο­στὰ στὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν του­ρι­στῶν. Με­ρι­κὲς ψά­θι­νες κα­ρέ­κλες , ἕ­να μι­κρὸ τραν­ζί­στορ, κά­ποι­α γε­ρά­νια, ἕ­να μουρ­μου­ρη­τό, λί­γες ἀ­σπι­δί­στρες. Ἐ­κεί­νη δὲν βλέ­πει πα­ρὰ μό­νο τα μαῦ­ρα φο­ρέ­μα­τα καὶ τὶς ἀ­να­ρίθ­μη­τες ρυ­τί­δες τοῦ δέρ­μα­τος. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ ὅ­τι σχη­μα­τί­ζουν ἕ­να ξε­χω­ρι­στὸ ση­μεῖ­ο στὸ χρό­νο, στὸν κό­σμο, ὅ­τι ἡ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­των ἐ­τῶν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων τους εἶ­ναι μιὰ ἐκ­δή­λω­ση ἱ­ε­ρό­τη­τας, ὅ­τι οἱ κι­νή­σεις αὐ­τὲς ἔ­χουν κά­τι τὸ ἀ­ρά­χνι­νο, τὸ ἀ­ναλ­λοί­ω­το καὶ ὅ­τι δὲν ἁ­πα­λύ­νουν τὸν πό­νο, ὅ­ταν τὸ πε­πρω­μέ­νο ὑ­φαί­νει τὴν πλε­κτά­νη του. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ ὅ­τι ὅ­σο ἡ μιὰ γνέ­θει, ἡ ἄλ­λη τυ­λί­γει καὶ ἡ τρί­τη κό­βει τὸ νῆ­μα τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (ÁngelOlgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Ἀνεβαίνοντας κάτω

.

06-Olgoso,Angel-AnebainontasKato-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Ἀνεβαίνοντας κάτω

(Subir abajo)

 .

Στὴν P­a­l­ma A­m­o­r­os

 .

08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΝΑ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ μα­θαί­νει σή­με­ρα ν’ ἀ­νε­βαί­νει μό­νο του καὶ κρα­τών­τας τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του, τὶς σκά­λες ποὺ ὁ­δη­γοῦν στὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο. Νι­ώ­θει φό­βο, ἀλ­λὰ καὶ μιὰ ἄ­πλη­στη ἐ­πι­θυ­μί­α ν’ ἀρ­χί­σει τὴν ἀ­νά­βα­ση. Ση­κώ­νει τὸ δε­ξί του πο­δα­ρά­κι μέ­χρι τὸ πρῶ­το σκα­λί. Τὸ ἀ­ρι­στε­ρό, ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­με­νο, ὑ­πο­βο­η­θᾶ τὴν κί­νη­ση. Τρο­μαγ­μέ­νο ἀ­κό­μα, ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­ει με­ρι­κὰ ἀ­κό­μη βή­μα­τα χω­ρὶς νὰ στη­ρί­ζει τὰ χέ­ρια του στὸν τοῖ­χο. Τὸ φαν­τα­στι­κὸ κον­τά­ρι ἑ­νὸς ἀ­κρο­βά­τη εἶ­ναι ὁ μυ­στι­κός του σύμ­μα­χος. Κα­θυ­στε­ρεῖ στὰ κεν­τρι­κὰ σκα­λο­πά­τια κι ὕ­στε­ρα, λί­γο πιὸ ἀ­νά­λα­φρο, σχη­μα­τί­ζει ζὶγκ-ζὰγκ σὰν τὰ φι­δο­γυ­ρι­στὰ δρο­μά­κια ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὶς πλα­γι­ές. Στὸ τέ­λος, ἔ­χον­τας πιὰ ἀ­νέ­βει, πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­λιγ­γο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, τὸ δι­α­κα­τέ­χει μιὰ σύν­το­μη καὶ ἀ­νε­ξή­γη­τη χα­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ κα­τε­βαί­νει, εἶ­ναι πιὰ ἕ­νας γέ­ρος ποὺ μά­χε­ται ἐ­νάν­τια στὸν κίν­δυ­νο τῆς σκά­λας μὲ τα­ρα­χὴ καὶ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα, συν­θέ­τον­τας προ­σε­κτι­κὰ κά­θε βῆ­μα, ὅ­πως ὅ­ταν ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί.


Δραματοποίηση: Σταῦρος Λαδικός:

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Ἡ διάφανη γυναίκα

.

05-Olgoso,Angel-IDiafaniGynaika-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Ἡ διάφανη γυναίκα

(A mujer transparente)

 .

H-Itta-SomataΓΥΝΑΙΚΑ γδύ­νε­ται, ἀ­λεί­φει σχο­λα­στι­κὰ μὲ μέ­λι ὅ­λο της τὸ σῶ­μα, κυ­λι­έ­ται μὲ ἐ­πί­γνω­ση πά­νω σ’ ἕ­ναν σω­ρὸ στά­ρι ποὺ βρί­σκε­ται στὸν σι­το­βο­λώ­να, μα­ζεύ­ει μὲ προ­σή­λω­ση, ἕ­ναν πρὸς ἕ­να, τοὺς κολ­λη­μέ­νους στὸ σῶ­μα της κόκ­κους καὶ φτιά­χνει μ’ αὐ­τοὺς μιὰ γευ­στι­κὴ πί­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ τα­ΐ­σει τὸν ἄν­δρα ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψει.

     Μα­ζὶ μὲ τὰ ξύ­λα τοῦ φούρ­νου παίρ­νουν φω­τιὰ πα­λι­ὲς πλη­γὲς καὶ κα­κί­ες, καί­γον­ται γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ φό­βοι καὶ ἐ­γω­ι­σμοί, τὰ δά­κρυ­α ξε­σποῦν ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς σπί­θες ἀ­να­δύ­ον­τας μιὰ εὐ­ω­δια­στὴ μυ­ρω­διὰ ποὺ ἀ­ρω­μα­τί­ζει τὸ σπί­τι σὰν λι­βά­νι. Τὰ μά­τια τῆς γυ­ναί­κας, ἄ­γρυ­πνα καὶ καρ­τε­ρι­κά, στρέ­φον­ται πρὸς τὴν εἴ­σο­δο καὶ ἡ καρ­διά της χτυ­πᾶ μὲ μιὰ δύ­να­μη ποὺ μοιά­ζει νὰ ξε­χύ­νε­ται ἀ­π’ τὶς πόρ­τες. Ἄ­φη­σε λυ­τά τα μαλ­λιά της καὶ στό­λι­σε τὸ τρα­πέ­ζι μὲ λου­λού­δια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ δε­λε­α­στι­κὸ ἔ­δε­σμα. Ὅ­ταν ὁ ἄν­δρας φτά­νει, προ­σπερ­νά­ει τὴ γυ­ναί­κα καὶ χω­ρὶς νὰ στα­θεῖ, οὔ­τε νὰ τὴν κοι­τά­ξει, ἀ­να­κοι­νώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι φα­γω­μέ­νος.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Ἀστρολάβος (As­tro­la­bio, ἐκδ. Cuentos del vigia, Γρανάδα, 2007).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Πύλη στὴν αὐλὴ τῶν θαυ­μά­των

.

04-Olgoso,Angel-PyliStinAyliTonThaymaton-Eikona-02

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Πύλη στὴν αὐλὴ τῶν θαυ­μά­των

(Puerta en le jardin de las maravillas)

 .

02-EpsilonΦΤΑ τὸ πρω­ί. Χτυ­πά­ω κάρ­τα φτά­νον­τας στὴ δου­λειά. Κά­θο­μαι στὸ γρα­φεῖ­ο, ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λει ἡ ρου­τί­να. Ἡ μο­νό­το­νη ἐρ­γα­σια­κὴ μέ­ρα ξε­κι­νᾶ σή­με­ρα μὲ τὴν κα­τά­ρα ἑ­νὸς γη­τευ­τῆ. Τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὰ χρυ­σὰ μαλ­λιὰ ποὺ με­τα­τρά­πη­κε σὲ βά­τρα­χο κρύ­βε­ται μέ­σα στὴν τρύ­πια κου­φά­λα ἑ­νὸς δέν­τρου τοῦ Δί­α. Ἔ­χει τὸν Λί­θο τῆς Κα­λῆς Τύ­χης φυ­λαγ­μέ­νο μέ­σα στὸ κε­φά­λι της. Μό­νο ἕ­να δόν­τι Ἀν­θρω­πό­μορ­φης Νυ­φί­τσας πι­α­σμέ­νη κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­κλει­ψης τῆς Σε­λή­νης μπο­ρεῖ νὰ τὴ σώ­σει, ἀλ­λὰ ἡ Ἀν­θρω­πό­μορ­φη Νυ­φί­τσα ζεῖ στὸ δά­σος ποὺ ρο­βο­λοῦν οἱ Κέν­ταυ­ροι, πέ­ρα ἀ­π’ τὴν Ἀ­ση­μέ­νια Πο­λι­τεί­α. (Μι­σὴ ὥ­ρα δι­ά­λειμ­μα, σάν­του­ιτς λα­χα­νι­κῶν, μιὰ μπύ­ρα, δυ­ὸ τσι­γά­ρα.) Ξε­κι­νῶ, λοι­πόν, ὄ­χι χω­ρὶς νὰ ἔ­χω πρὶν κρύ­ψει κάμ­πο­σα κλα­διὰ ἐ­στραγ­κὸν μέ­σα στὰ σαν­δά­λια μου γιὰ νὰ δώ­σουν δύ­να­μη καὶ ἐ­λα­φρό­τη­τα στὰ βή­μα­τά μου. Σὰν ἕ­νας σπό­ρος ποὺ με­τα­φέ­ρει ὁ ἄ­νε­μος, δι­α­σχί­ζω τὰ Τρο­μαγ­μέ­να Βου­νά, μά­χο­μαι ἐ­νάν­τια σὲ γι­γάν­τια λου­λα­κὶ μυρ­μήγ­κια, γι­α­τρεύ­ω τὶς πλη­γές μου μὲ σκό­νη ἀ­πὸ ρί­ζα καμ­πα­νού­λας, δι­εισ­δύ­ω στὴν Ἀ­ση­μέ­νια Πο­λι­τεί­α μέ­σῳ μιᾶς ἀ­ό­ρα­της χα­ρα­μά­δας ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ τεί­χη μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ μα­γι­κοῦ μου σκού­φου ἀ­πὸ σκιὰ ποὺ κα­λύ­πτει πάν­τα το κε­φά­λι μου, πί­νω τὸ νε­ρὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ σι­δη­ρουρ­γοὶ κρυ­ώ­νουν τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους γιὰ νὰ μὴν ξε­χά­σω τὴν ἀ­πο­στο­λή μου, στὶς πλά­τες ἑ­νὸς σκα­ρα­βαί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἔ­χω νοι­κιά­σει, πε­τά­ω μέ­χρι τὰ σύ­νο­ρα τοῦ Δά­σους τῶν Κεν­ταύ­ρων καὶ ὅ­ταν ὁ σκα­ρα­βαῖ­ος μὲ προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι ὅ­ποι­ος ἐ­πι­χεί­ρει νὰ μπεῖ σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ ἕ­λη χά­νει τὴν κρί­ση του, εἶ­ναι πιὰ τρεῖς το με­ση­μέ­ρι. Χτυ­πά­ω πά­λι κάρ­τα, ἀ­φή­νω πί­σω μου τὸ γρα­φεῖ­ο, ἀ­νε­βαί­νω στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ ἐ­πι­στρέ­φω σπί­τι μὲς στὴν ρου­τί­να.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009». Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Μιὰ μέρα στὴν ἐξοχή

.

03-Olgoso,Angel-MiaMeraStinEksochi-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Μιὰ μέρα στὴν ἐξοχή

(Un dia de campo)

 .

08-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_KovalevskyΛΟΦΟΣ ἔ­μοια­ζε σὰν ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ ζῶ­ο, ἀγ­κα­θω­τὸ καὶ ἀ­κτι­νο­βό­λο. Πα­ρα­ταγ­μέ­νος, ὅ­μως, πά­νω του ὁ στρα­τὸς καὶ πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ὥ­ρα τῆς μά­χης, δὲν φαί­νον­ταν πα­ρὰ μο­νά­χα ἕ­να ση­μαι­ο­στο­λι­σμέ­νο κο­πά­δι ἀ­πὸ το­ξό­τες, πε­ζι­κά­ριους, κα­τά­φρα­κτους ἱπ­πό­τες, πο­λι­ορ­κη­τι­κὲς μη­χα­νές, φαν­τα­χτε­ρὲς παν­τι­έ­ρες ἀ­πὸ τα­φτὰ καὶ βε­λού­δι­να λά­βα­ρα, ἄ­λο­γα μὲ σα­γὲς ἀ­πὸ δα­μα­σκη­νὰ ὑ­φά­σμα­τα, πα­νο­πλί­ες καὶ πε­ρι­κε­φα­λαῖ­ες, κα­τα­πέλ­τες, ἔ­φιπ­πους το­ξό­τες μὲ ὑ­πέ­ρο­χα φά­λα­ρα πε­ρι­φραγ­μέ­νους ἀ­πὸ λόγ­χες. Μὲ φόν­το τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα καὶ δρο­σε­ρὰ λου­λού­δια, τὰ ταμ­ποῦρ­λα, τὰ κέ­ρα­τα, οἱ στρα­τι­ῶ­τες κρα­τοῦ­σαν αὐ­τὴν τὴν ντρο­πι­α­στι­κὴ καὶ κά­πως ἀλ­λό­κο­τη σι­ω­πὴ ποὺ προ­κα­λεῖ συ­νή­θως τὸ ἀ­κα­τα­νό­η­το. Κα­νεὶς δὲν ἔ­δει­χνε νὰ εἶ­ναι νευ­ρι­κός, κα­νεὶς δὲν ἵ­δρω­νε ἢ ἔ­τρε­με ἀ­π’ τὸ φό­βο, ἄν­τε νὰ εἰ­σέ­πνε­αν τὸ πο­λὺ-πο­λὺ χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὸ ἀ­νό­θευ­το ἄ­ρω­μα τῆς ρί­γα­νης καὶ τῆς βαλ­σα­μί­νας. Δὲν ἀν­τη­χοῦ­σε δι­α­τα­γὴ κα­μιά, οἱ μπουρ­λο­τι­ὲς οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἔ­φτα­ναν. Ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα γε­νι­κῆς ἀ­βου­λί­ας, σὰν αὐ­τὴ ποὺ νι­ώ­θει ἴ­σως κα­νείς, ὅ­ταν φο­ρᾶ ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ­πλο­κη καὶ βα­ριὰ πε­ρι­βο­λή. Τὰ στρα­τεύ­μα­τα εἶ­χαν τὴν ὄ­ψη κά­ποι­ου ποὺ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος λό­γω ἄ­γνοι­ας, κά­ποι­ου ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ ἔρ­θει σὲ σύγ­κρου­ση ἢ δὲν θὰ ρι­χτεῖ σὲ λυσ­σα­λέ­α μά­χη για­τί —ἀν­τί­θε­τα μ’ ὅ­τι συμ­βαί­νει στὸν ἔ­ρω­τα— δὲν ἔ­χει ἀ­κού­σει νὰ μι­λᾶ­νε γιὰ ἐ­χθρό, οὔ­τε γιὰ πό­λε­μο.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

.

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Ἡ ἐργασία

.

02-Olgoso,Angel-IErgasia-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

.

ἐργασία

(El Proyecto)

 .

04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟ ΠΑΙΔΙ ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὴν σχο­λι­κὴ ἐρ­γα­σί­α του, μιὰ μι­κρὴ μπά­λα ἀ­πὸ ἄρ­γι­λο τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε δι­α­μορ­φώ­σει μὲ προ­σο­χή. Κλει­σμέ­νο στὸ δω­μά­τιό του γιὰ μέ­ρες, τὴν ἐ­ξέ­θε­σε στὴ ζέ­στη, τὴν πε­ρι­κύ­κλω­σε μὲ κι­νη­τὲς πη­γὲς φω­τός, τὴν ὑ­πέ­βαλ­λε σὲ ἠ­λε­κτρι­κὴ τά­ση , δι­α­χώ­ρι­σε τὴν στέ­ρε­η ὕ­λη ἀ­πὸ τὴν ὑ­γρή, ἔ­κα­νε νὰ βρέ­ξουν πά­νω της γο­νι­μο­ποι­η­μέ­νοι σπό­ροι καὶ τὴν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να ὑ­γρὸ γα­λα­ζο­πρά­σι­νο πα­νί. Τὸ παι­δί, μὲ τὴν πε­ρη­φά­νεια ἑ­νὸς τε­χνί­τη, ἀ­τέ­νι­σε τὴν τε­λει­ό­τη­τα τοῦ συ­νό­λου ταυ­τό­χρο­να μὲ τὴν ἁρ­μο­νί­α κα­θε­νὸς ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­μέ­ρους μέ­ρη, τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα μπα­χα­ρι­κά, τὰ δι­ά­φο­ρα φροῦ­τα, τὴ φρε­σκά­δα τῶν φυλ­λω­μά­των καὶ τὴ χλι­α­ρό­τη­τα τῶν βαλ­τό­το­πων, τὸν χρυ­σὸ καὶ τὸν ἄ­νε­μο, τὰ κο­ράλ­λια καὶ τὰ ἐ­φή­με­ρα παι­χνί­δια τῆς σκιᾶς μὲ τὸ φῶς, τὴν σύ­ζευ­ξη τῶν ἤ­χων, χρώ­μα­τα καὶ ἀ­ρώ­μα­τα ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἀρ­γί­λου. Ἐ­νάν­τια σὲ κά­θε λο­γι­κή, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πρό­βλε­πτες ἀν­τι­δρά­σεις πυ­ρο­δο­τή­θη­καν δι­α­σπών­τας στὴν ἀρ­χὴ ἀ­να­πάν­τε­χα ἄ­το­μα καὶ ἡ πνο­ὴ τῆς ζω­ῆς, ἀ­φη­νι­α­σμέ­νη, ἁ­πλώ­θη­κε ὑ­πέρ­με­τρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­φύ­σι­κος κνη­σμός, ὕ­στε­ρα μιὰ πλη­γή, καὶ στὴ συ­νέ­χεια μιὰ πυ­κνὴ καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ κη­λί­δα πά­νω στοὺς ὕ­πε­ρους τῆς γῆς. Ὁ συ­νω­στι­σμὸς τῶν ζων­τα­νῶν ὄν­των ἔ­βρα­ζε σὰν μιὰ αἱ­μο­ρα­γί­α ἐμ­βρύ­ου, ἔ­ζε­χνε σὰν μιὰ πυ­ώ­δης φλύ­κται­να ποὺ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ κλεί­σει. Ἡ σύγ­χυ­ση καὶ ὁ θό­ρυ­βος πολ­λα­πλα­σι­ά­στη­καν καὶ ἀ­δι­ό­ρα­τες στῆ­λες κα­πνοῦ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὴν το­μή. Ὅ­λα ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ σχοι­νο­τε­νῆ καὶ χω­ρὶς νό­η­μα. Εἶ­χε πά­ρει ἕ­ξι μέ­ρες στὸ παι­δὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο καὶ τώ­ρα, γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ στὸ μά­θη­μα αὐ­τό, θὰ ἐ­κτί­θε­το στὴν δυ­σπι­στί­α τοῦ Δα­σκά­λου καὶ τῶν Συμ­μα­θη­τῶν του. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­λὸ ση­μά­δι. Ἀ­πο­φά­σι­σε, τό­τε, νὰ τὸν λι­ώ­σει μὲ τὰ χέ­ρια του, κά­νον­τάς τον νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ γιὰ πάν­τα στὸ κε­νὸ τοῦ σύμ­παν­τος μὲ ἔκ­δη­λη πε­ρι­φρό­νη­ση. Θὰ ξε­κου­ρά­ζον­ταν τὴν ἕ­βδο­μη μέ­ρα καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε πά­λι ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

Φω­το­γρα­φί­α: Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μη­χα­νὴ Φθο­ρᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μα­δρί­τη, 2009), ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­θο­λο­γοῦν­ται τὰ πέν­τε ἀ­πὸ τὰ ἕ­ξι δι­η­γή­μα­τα τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τός μας.

 .

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Καθαρὴ ἀφηρημάδα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Καθαρὴ ἀφηρημάδα

(De puro distraido)

 

ΟΤΕ ΔΕΝ ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ πο­λι­τι­κὸς ἐ­ξό­ρι­στος. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν πα­τρί­δα του ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς πα­ρά­ξε­νης πα­ρόρ­μη­σης ἡ ὁ­ποί­α σφυ­ρη­λα­τή­θη­κε σὲ τρεῖς φά­σεις. Ἡ πρώ­τη, ὅ­ταν τὸν στρί­μω­ξαν ἐ­πα­νειλ­λη­μέ­να τρεῖς ἄ­στε­γοι στὴν Ἀ­βε­νί­δα. Ἡ δεύ­τε­ρη, ὅ­ταν ἕ­νας ὑ­πουρ­γὸς χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὴ λέ­ξη Εἰ­ρή­νη στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του βλέ­φα­ρο. Ἡ τρί­τη, ὅ­ταν μπῆ­κε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς γει­το­νιᾶς του καὶ εἶ­δε μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ (ὄ­χι τὴν πιὸ πο­λυ­προ­σκυ­νη­μέ­νη καὶ φορ­τω­μέ­νη μὲ κε­ριά, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη πα­ρα­με­λη­μέ­νη, σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πλα­ϊ­νὰ δι­α­ζώ­μα­τα) νὰ κλαί­ει σὰν μω­ρό.

         Ἴ­σως νὰ σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἂν ἔ­με­νε στὴ χώ­ρα του θὰ ἀ­πελ­πί­ζον­ταν σύν­το­μα καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ τὴν πε­ρι­πλά­νη­ση, τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τὴν συ­νε­τὴ ἀ­πό­λαυ­ση. Τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὄ­χι οἱ δε­σμέ­υ­σεις. Δι­α­σκέ­δα­ζε μὲ τὰ το­πί­α, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος μπού­χτι­ζε ἀ­πὸ τό­σο πρά­σι­νο καὶ νο­σταλ­γοῦ­σε τὴ βου­ὴ τῶν πό­λε­ων. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὶς μη­τρο­πο­λι­τι­κὲς ἐν­τά­σεις, ἔ­φτα­νε ὅ­μως μιὰ μέ­ρα ποὺ ἔ­νι­ω­θε πα­γι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βλη­τι­κοὺς τσι­μεν­τέ­νιους ὄγ­κους.

         Ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε πε­ρι­πλα­νη­θεῖ στοὺς δρό­μους καὶ τὰ μο­νο­πά­τια τῆς πα­τρί­δας του, ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται σὲ χῶ­ρες, σύ­νο­ρα καὶ θά­λασ­σες. Ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Συ­χνὰ δὲν ἤ­ξε­ρε σὲ ποι­ὰ πό­λη βρί­σκον­ταν, δὲν ἀ­πο­φά­σι­ζε ὡ­στό­σο νὰ ρω­τή­σει. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε νὰ πε­ρι­δι­α­βαί­νει καί, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἂν ἔ­κα­νε λά­θος, δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε νὰ βρεῖ τὸ σω­στό. Ἂν χρει­ά­ζον­ταν κά­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ φά­ει ἢ νὰ κοι­μη­θεῖ, εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­ση του τέσ­σε­ρεις γλῶσ­σες γιὰ νὰ τὸ ἀ­να­ζη­τή­σει καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ποὺ τὸν κα­τα­λά­βαι­νε. Στὴ χει­ρό­τε­ρη τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων, μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­φύ­γει πάν­τα στὴ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τος.

         Τα­ξί­δευ­ε μὲ τραῖ­νο ἢ μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ἂν καὶ συ­νή­θως κα­τά­φερ­νε νὰ τὸν παίρ­νει μα­ζί του κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το ἢ φορ­τη­γό. Ἐ­νέ­πνε­ε ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Ὁ κό­σμος πί­στευ­ε γι’ αὐ­τὸν τὰ πιὸ ἀλ­λό­κο­τα πράγ­μα­τα, καὶ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο, για­τὶ ὅ­λα πά­νω του ἦ­ταν κά­πως ἀλ­λό­κο­τα. Γε­νι­κὰ πε­ρι­δι­ά­βαι­νε μό­νος του, καὶ ἦ­ταν λο­γι­κό, μιᾶς ποὺ κα­νέ­νας ἄν­δρας, καὶ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο καμ­μιὰ γυ­ναί­κα, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νὸς νὰ ἀν­τέ­ξει τό­ση ἀ­μέ­λεια καὶ τό­ση ἀ­τα­ξί­α.

         Ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ κά­ποι­α σύ­νο­ρα ἔ­δει­χνε τὸ δι­α­βα­τή­ριο μὲ μιὰ κί­νη­ση δυ­σφο­ρί­ας ἢ μη­χα­νι­κή, ἀ­μέ­σως ὅ­μως ξε­χνοῦ­σε γιὰ ποι­ὰ σύ­νο­ρα ἐ­πρό­κει­το. Ἔ­με­νε λί­γο στὸ κέν­τρο τῶν πό­λε­ων. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ πε­ρι­θω­ρια­κὰ προ­ά­στια, ὅ­που τα πή­γαι­νε κα­λὰ μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς σκύ­λους.

         Καμ­μιὰ φο­ρὰ συ­νέ­βαι­νε νὰ τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ τοῦ χρη­σί­μευ­ε γιὰ νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ. Ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα. Ἕ­να πρω­ὶ βρέ­θη­κε δί­πλα σ’ ἕ­να κα­νά­λι καὶ πί­στε­ψε ὅ­τι ἦ­ταν στὴν Βε­νε­τί­α, ἀλ­λὰ ἦ­ταν στὴν Μπρίζ. Τὸ νὰ μπερ­δέ­ψει τὸν Ση­κουά­να μὲ τὸν Ρῆ­νο, καὶ ἀν­τί­στρο­φα, τοῦ εἶ­χε συμ­βεῖ του­λά­χι­στον σὲ τρεῖς πε­ρι­πτώ­σεις. Δὲν εἶ­χε μα­ζί του πυ­ξί­δα, πα­ρὰ προ­σα­να­το­λί­ζον­ταν μὲ βά­ση τὸν ἥ­λιο, ὅ­ταν ὅ­μως τύ­χαι­ναν βρο­χε­ρὲς μέ­ρες μὲ σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α πρὸς τὰ ποὺ ἔ­πε­φτε ὁ Βορ­ρᾶς. Οὔ­τε κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­πη­ρέ­α­ζε, μιᾶς ποὺ δὲν εἶ­χε καμ­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα.

         Κά­ποι­ο με­ση­μέ­ρι κα­τά­λα­βε ὅ­τι περ­πα­τοῦ­σε στὸ Ἐλ­σίν­κι για­τί εἶ­δε ἕ­ναν τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο ποὺ ἔ­λε­γε Puhelin. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­λά­χι­στα στοι­χεῖ­α ποὺ ἤ­ξε­ρε γιὰ τὴν Φιν­λαν­δί­α. Ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­νι­ω­σε ἕ­να ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ τρά­βηγ­μα πεί­νας στὸ στο­μά­χι καὶ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ σα­κί­διό του λί­γο τυ­ρί. Κα­θὼς μα­σοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λαυ­ση πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος πά­νω σε μιὰ κο­λώ­να ποὺ τοῦ ἔ­φε­ρε στὸ νοῦ τὶς στῆ­λες ἀ­πὸ πεν­τε­λι­κὸ μάρ­μα­ρο ποὺ εἶ­χε δεῖ σὲ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α τοῦ Παρ­θε­νώ­να καί, ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν συ­νειρ­μὸ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι βρί­σκον­ταν πραγ­μα­τι­κὰ στὴν Ἀ­κρό­πο­λη. Ναί, ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση χι­ό­νι­ζε καὶ γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο μπῆ­κε μέ­σα σὲ κά­τι στο­ὲς μὲ ἐμ­πο­ρι­κὰ κα­τα­στή­μα­τα στὸ μον­τέρ­νο ὑ­πέ­δα­φος τῆς Χά­γης. Ὅ­ταν, ἕ­να τρί­μη­νο με­τά, βγῆ­κε ἀ­πὸ ἄλ­λες ὑ­πό­γειες στο­ὲς στὸ κέν­τρο τῆς Στοκ­χόλ­μης χά­ρη­κε πραγ­μα­τι­κὰ ποὺ δὲν χι­ό­νι­ζε πιά.

         Ποῦ καὶ ποῦ πή­γαι­νε στὰ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ δὲν τα­ξί­δευ­ε σχε­δὸν πο­τὲ ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, για­τὶ ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν στὸν ἀ­νά­λο­γο γκι­σὲ καὶ ἄ­φη­νε τὶς ἐ­λα­φρι­ὲς ἀ­πο­σκευ­ές του, πή­γαι­νε στὴν τα­ρά­τσα νὰ δεῖ πῶς ἀ­πο­γει­ώ­νον­ταν καὶ προ­σγει­ώ­νον­ταν τὰ με­γά­λα ἀ­ε­ρο­σκά­φη καὶ δὲν ἔ­δι­νε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ση­μα­σί­α στὰ με­γά­φω­να ποὺ ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μὲ ἐ­πι­­μο­νὴ τὸ ὄ­νο­μά του.

         Κά­ποι­α φο­ρά, ὡ­στό­σο, καὶ ἄν­τε νὰ ξέ­ρει κα­νεὶς ἐ­ξαι­τί­ας ποι­οῦ πε­ρί­ερ­γου μη­χα­νι­σμοῦ, πα­ρέ­μει­νε στὴν εἴ­σο­δο τῆς θύ­ρας καὶ ἐ­πι­βι­βά­στη­κε ὑ­πά­κου­α στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο μα­ζὶ μὲ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους τα­ξι­δι­ῶ­τες. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμὸ καὶ ἔ­δει­ξε, ὑ­πά­κου­α ὡς συ­νή­θως, τὸ δια­βα­τή­ριό του, ἕ­νας ὑ­πάλ­λη­λος τοῦ Τμή­μα­τος Ἀλ­λο­δα­πῶν τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ξε­τα­στι­κὰ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­λᾶ­τε μα­ζί μου». Ἐ­κεῖ­νος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κα­λό­βο­λα δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­ναν ἔ­ρη­μο δι­ά­δρο­μο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν σὲ μιὰ πόρ­τα μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ εἴ­σο­δος», ὁ ὑ­πάλ­λη­λος τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ τοῦ ἔ­κα­νε νεῦ­μα νὰ μπεῖ. Ἔ­τσι κι ἔ­κα­νε, ὄν­τας ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος. Σκέ­φτη­κε νὰ πλη­σιά­σει σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὴ μέ­ση του δω­μα­τί­ου, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Κά­ποι­ος ἀ­πὸ πί­σω του τοῦ εἶ­χε φο­ρέ­σει μιὰ κου­κού­λα. Τό­τε μό­νο κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ἀ­πὸ κα­θα­ρὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα, βρί­σκον­ταν καὶ πά­λι στὴν πα­τρί­δα του.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Geografias (1984).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦ­ταν κρατούμενος

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦταν κρατούμενος

(Sono que estaba preso)

 

ΚΕΙΝΟΣ Ο ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ κά­ποι­ες δι­α­φο­ρὲς καὶ ἀ­πο­κλί­σεις, ἐν­νο­εῖ­ται. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν τοῖ­χο τοῦ ὀ­νεί­ρου ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­φί­σα ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι. Στὸν πραγ­μα­τι­κὸ τοῖ­χο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἕ­νας σκοῦ­ρος λε­κὲς ἀ­πὸ ὑ­γρα­σί­α. Στὸ πά­τω­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου ἔ­τρε­χε ἕ­να σα­μι­α­μί­δι. Ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ πά­τω­μα τὸν κοι­τοῦ­σε ἕ­νας ἀ­ρου­ραῖ­ος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Κά­ποι­ος τοῦ ἔ­κα­νε μα­σὰζ στὴν πλά­τη καὶ ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­ζε νὰ νιώ­θει κα­λύ­τε­ρα. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποι­ὸς ἦ­ταν, ἀλ­λὰ ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ἡ ὁ­ποῖ­α σ’ αὐ­τὸ ἦ­ταν εἰ­δι­κή. Ἀ­πὸ τὴν φαρ­διὰ τζα­μα­ρί­α ἔμ­παι­νε ὁ θα­λασ­σι­νὸς ἥ­λιος καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν ἐ­κλάμ­βα­νε σὰν ἕ­να ση­μά­δι ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια δὲν ὑ­πῆρ­χε ἥ­λιος. Ὁ φεγ­γί­της μὲ τὰ κάγ­κε­λα (δύ­ο ἐ­πὶ τρί­α) ἔ­βλε­πε σ’ ἕ­να στε­νὸ ἄ­νοιγ­μα ἀ­έ­ρα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κλει­νε ἀ­π’ τὴν ἀν­τι­κρι­νὴ πλευ­ρὰ ἕ­νας σκι­ε­ρὸς τοῖ­χος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ὅ­τι δί­ψα­γε καὶ ἔ­πι­νε ἄ­φθο­νο πα­γω­μέ­νο νε­ρό. Καὶ τὸ νε­ρὸ του ἔ­τρε­χε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὰ μά­τια σὲ μορ­φὴ κλά­μα­τος. Εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση τοῦ για­τί ἔ­κλαι­γε, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε οὔ­τε κὰν στὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό. Κοι­τοῦ­σε τὰ ἄ­πρα­γα χέ­ρια του, αὐ­τὰ ποὺ πρὶν ἔ­φτια­χναν προ­το­μές, πρό­σω­πα ἀ­πὸ γύ­ψο, πό­δια, κορ­μιὰ μπλεγ­μέ­να, γυ­ναῖ­κες ἀ­πὸ μάρ­μα­ρο. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε τὰ μά­τια ἦ­ταν στε­γνά, τὰ χέ­ρια βρώ­μι­κα, οἱ μεν­τε­σέ­δες σκου­ρι­α­σμέ­νοι, ὁ σφυγ­μὸς καλ­πά­ζων, τὰ πνευ­μό­νια χω­ρὶς ἀ­έ­ρα, τὸ τα­βά­νι ὑ­γρό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο ὁ κρα­τού­με­νος ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ ὀ­νει­ρευ­τεῖ ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ εἶ­δε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ κρα­τᾶ ἕ­να πορ­τρέ­το τῆς Μι­λάγ­κρος. Δὲν τοῦ ἦ­ταν ἀρ­κε­τή, ὅ­μως, μό­νο ἡ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λε τὴν Μι­λάγ­κρος προ­σω­πι­κὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νί­στη­κε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ μιὰ γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά.Τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ νὰ τῆς τὴ βγά­λει, κι ἐ­κεῖ­νος, αὐ­τὸ ἔ­λει­πε, τῆς τὴν ἔ­βγα­λε. Ἡ γύ­μνια τῆς Μι­λάγ­κρος ἦ­ταν, φυ­σι­κά, θαυ­μά­σια καὶ τὴν δι­έ­τρε­ξε μὲ κά­θε ἑ­κα­το­στό της μνή­μης του, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τάς τη μὲ ὅ­λες του τὶς αἰ­σθή­σεις. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει, ξύ­πνη­σε, ὅ­μως, λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν τὸν ὀ­νει­ρι­κὸ καὶ εἰ­κο­νι­κὸ ὀρ­γα­σμό. Καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς. Οὔ­τε φω­το­γρα­φί­α, οὔ­τε Μι­λάγ­κρος, οὔ­τε γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά. Πα­ρα­δέ­χτη­κε ὅ­τι ἡ μο­να­ξιὰ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πά­ψει νὰ κά­νει μα­σάζ, με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων για­τὶ πή­γαι­ναν χρό­νια ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸ βλέμ­μα της, τὸ τρα­γού­δι της, τὸν τρό­πο ποὺ τὸν ἔ­παιρ­νε στὰ γό­να­τά της, τὰ χά­δια της, τὶς ἐ­πι­κρί­σεις της, τὶς συ­γνῶ­μες της. Ἀγ­κά­λια­σε μό­νος του τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἔ­τσι δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Ἡ Μι­λάγ­κρος τοῦ ἔ­γνε­φε ἀν­τί­ο ἀ­πὸ κά­που μα­κριά. Ἀ­πὸ ἕ­να νε­κρο­τα­φεῖ­ο εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀλ­λά, δὲν ἦ­ταν δυ­να­τόν. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πάρ­κο. Στὸ κε­λὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε, ὅ­μως, πάρ­κο, ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ μὲς στὸ ὄ­νει­ρο, εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μό­νο αὐ­τό: ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ὕ­ψω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ τῆς πεῖ κι αὐ­τὸς ἀν­τί­ο. Τὸ χέ­ρι του, ὅ­μως, ἦ­ταν μό­νο μιὰ γρο­θιά, καὶ ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στό, οἱ σφιγ­μέ­νες γρο­θι­ὲς δὲν ἔ­χουν μά­θει νὰ λέ­νε ἀν­τί­ο. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια, ὁ σο­μι­ὲς ποὺ ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πάν­τα τοῦ με­τέ­δω­σε ἕ­να δι­α­πε­ρα­στι­κὸ κρύ­ο. Τουρ­του­ρί­ζον­τας, κου­λου­ρι­α­σμέ­νος, προ­σπά­θη­σε νὰ ζε­στά­νει τὰ χέ­ρια του μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή του. Δὲν μπο­ροῦ­σε ὅ­μως ν’ ἀ­να­πνεύ­σει. Ἐ­κεῖ, στὴ γω­νί­α, ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του, τό­σο πα­γω­μέ­νος, ὅ­σο καὶ ὁ ἴ­διος. Κού­νη­σε τὸ χέ­ρι του καὶ ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τέν­τω­σε ἕ­να πό­δι. Ἦ­ταν πα­λιοὶ γνω­στοί. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς τοῦ πε­τοῦ­σε κα­νέ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ ἀ­παί­σιο καὶ ἀ­ξι­ο­κα­τα­φρό­νη­το πιά­το του. Ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος ἦ­ταν εὐ­γνώ­μων. Μ’ αὐ­τὰ καὶ μ’­αὐ­τά, ὁ κρα­τού­με­νος πε­θύ­μη­σε τὸ πρά­σι­νο, εὐ­έ­λι­κτο σα­μι­α­μί­δι τοῦ ὀ­νεί­ρου του καὶ κοι­μή­θη­κε γιὰ νὰ τὸ ξα­να­συ­ναν­τή­σει. Βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὸ σα­μι­α­μί­δι εἶ­χε χά­σει τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νει­ρο, δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ τὸ ὀ­νει­ρευ­τεῖ κα­νείς. Κι, ὡ­στό­σο… κι ὡ­στό­σο, ἄρ­χι­σε νὰ με­τρά­ει μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὰ χρό­νια ποὺ τοῦ ἔ­λει­παν. Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α, τέσ­σε­ρα καὶ ξύ­πνη­σε. Ἦ­ταν ἕ­ξι συ­νο­λι­κὰ καὶ εἶ­χε συμ­πλη­ρώ­σει τὰ τρί­α. Τὰ μέ­τρη­σε πά­λι, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξύ­πνια. Δὲν εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε βι­βλί­α, οὔ­τε μο­λύ­βι, οὔ­τε τε­τρά­διο. Καμ­μιὰ φο­ρὰ τρα­γου­δοῦ­σε χα­μη­λό­φω­να γιὰ νὰ γε­μί­σει προ­σω­ρι­νὰ τὸ κε­νό. Κά­θε φο­ρά, ὅ­μως, θυ­μό­ταν λι­γό­τε­ρα τρα­γού­δια. Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρὸς εἶ­χε μά­θει καὶ με­ρι­κὲς προ­σευ­χὲς ποὺ τοῦ εἶ­χε δι­δά­ξει ἡ για­γιά του. Ἀλ­λά, τώ­ρα, σὲ ποι­όν θὰ προ­σεύ­χο­ταν; Ἔ­νι­ω­θε ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νος ἀπ’ τὸ Θε­ό, δὲν ἤ­θε­λε ὅ­μως νὰ ἐ­ξα­πα­τή­σει ὁ ἴ­διος τὸν Θε­ό. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος καὶ ὅ­τι ἔρ­χον­ταν ὁ Θε­ὸς καὶ τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν ὅ­τι ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νος, ὅ­τι ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀϋ­πνί­α κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­ξαν­τλοῦ­σε, καὶ ὅ­τι καμ­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τε­λι­κὰ κα­τά­φερ­νε νὰ συμ­φι­λι­ω­θεῖ μὲ τὸν ὕ­πνο, εἶ­χε ἐ­φιά­λτες στοὺς ὁ­ποί­ους ὁ Ἰ­η­σοῦς τοῦ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια ἀ­π’ τὸ σταυ­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε κου­κού­λα καὶ δὲν τοῦ τὴν ἔ­δι­νε. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα, τοῦ ἔ­λε­γε ὁ Θε­ός, εἶ­ναι ὅ­τι Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω Θε­ὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ν’ ἀ­πευ­θυν­θῶ. Εἶ­μαι σὰν ἕ­να ὀρ­φα­νὸ μὲ Κε­φα­λαῖ­α. Ὁ κρα­τού­με­νος ἔ­νι­ω­σε οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­σο μό­νο καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο Θε­ό. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ἡ ἀρ­ρώ­στια τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν ἡ μο­να­ξιά, μιᾶς ποὺ ἡ φή­μη του ὡς ἀ­νώ­τε­ρος, ἄ­βα­τος καὶ αἰ­ώ­νιος τρό­μα­ζε τοὺς ἁ­γί­ους, τό­σο τοὺς ἐ­πί­ση­μους, ὅ­σο καὶ τοὺς ἀ­να­πλη­ρω­τές. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε καὶ θυ­μή­θη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­θεος τοῦ ἔ­φυ­γε ὁ οἶ­κτος γιὰ τὸν Θε­ό, καὶ ἔ­νι­ω­σε πιὸ πο­λὺ οἶ­κτο γιὰ τὸν ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κλει­στος, μό­νος, βου­τηγ­μέ­νος στὴ λί­γδα καὶ τὴν ἀ­νί­α. Με­τὰ ἀ­πὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τα ὄ­νει­ρα καὶ ξα­γρύ­πνι­ες ἔ­φτα­σε ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ποὺ κοι­μό­ταν καὶ τὸν τα­ρα­κού­νη­σαν χω­ρὶς τὴν σύ­νη­θη ἀ­γρι­ό­τη­τα καὶ ἕ­νας φρου­ρὸς τοῦ εἶ­πε νὰ ση­κω­θεῖ για­τὶ τοῦ εἶ­χαν πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Ὁ κρα­τού­με­νος πεί­στη­κε ὅ­τι δὲν ὀ­νει­ρεύ­ο­ταν μό­νο ὅ­ταν ἔ­νι­ω­σε τὸ κρύ­ο του σο­μι­ὲ καὶ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν αἰ­ώ­νια πα­ρου­σί­α τοῦ ἀ­ρου­ραί­ου. Τὸν χαι­ρέ­τη­σε μὲ λύ­πη κι ὕ­στε­ρα πῆ­γε μὲ τὸν φρου­ρὸ νὰ τοῦ δώ­σουν τὰ ροῦ­χα του, λί­γα χρή­μα­τα, τὸ ρο­λό­ι, τὸ στυ­λό, ἕ­να δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι, τὰ λί­γα ποὺ τοῦ εἶ­χαν πά­ρει ὅ­ταν φυ­λα­κί­στη­κε. Στὴν ἔ­ξο­δο δὲν τὸν πε­ρί­με­νε κα­νείς. Ἄρ­χι­σε νὰ περ­πα­τά­ει. Περ­πά­τη­σε δυ­ὸ μέ­ρες στὴ διά­ρκεια τῶν ὁ­ποί­ων κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου ἢ κά­τω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα. Σ’ ἕ­να συ­νοι­κια­κὸ μπὰρ ἔ­φα­γε δυ­ὸ σάν­του­ιτς καὶ ἤ­πι­ε μιὰ μπύ­ρα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ γεύ­ση ἀ­π’ τὸ πα­ρελ­θόν. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τε­λι­κὰ στὸ σπί­τι τῆς ἀ­δερ­φῆς του, ἐ­κεί­νη σχε­δὸν λι­πο­θύ­μη­σε ἀπ΄τὴν ἔκ­πλη­ξη. Ἔ­μει­ναν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι σχε­δὸν δέ­κα λε­πτά. Ἀ­φοῦ ἔ­κλα­ψε γιὰ λί­γο, ἐ­κεί­νη τὸν ρώ­τη­σε τί σκέ­φτον­ταν νὰ κά­νει. Ἕ­να μπά­νιο καὶ ὕ­πνο, πρὸς τὸ πα­ρόν, εἶ­μαι πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος. Με­τὰ τὸ μπά­νιο ἐ­κεί­νη τὸν ὁ­δή­γη­σε σ’ ἕ­να δῶ­μα ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κρε­βά­τι. Ὄ­χι κα­νέ­νας βρώ­μι­κος σο­μι­ές, ἀλ­λὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ κρε­βά­τι, μα­λα­κὸ καὶ ἀ­ξι­ο­πρε­πές. Κοι­μή­θη­κε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα συ­νε­χό­με­νες ὧ­ρες. Κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο τρό­πο, στὴν διά­ρκεια αὐ­τῆς τῆς μα­κρό­χρο­νης ἀ­νά­παυ­σης, ὁ πρώ­ην κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ σα­μι­α­μί­δι καὶ ἀπ’ ὅ­λα.

 

 

Πηγή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Buzondetiempo (1999).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Τὸ ἄλλο Ἐγώ

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Τὸ ἄλλο Ἐγώ

(El otro Yo)

 

ΠΡΟΚΕΙΤΟ γιὰ ἕ­ναν συ­νη­θι­σμέ­νο νε­α­ρό: τὰ παν­τε­λό­νια του ἔ­κα­ναν πάν­τα γό­να­τα, δι­ά­βα­ζε εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πε­ρι­ο­δι­κά, ἔ­κα­νε θό­ρυ­βο ὅ­ταν ἔ­τρω­γε, ἔ­βα­ζε τὸ δά­χτυ­λο στὴ μύ­τη του, ρο­χά­λι­ζε ὅ­ταν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος, τὸν ἔ­λε­γαν Ἀρ­μάν­το. Συ­νη­θι­σμέ­νο σὲ ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να πράγ­μα: εἶ­χε ἄλ­λο Ἐ­γώ.

      Τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ κοι­τοῦ­σε μὲ μιὰ δό­ση ποί­η­σης στὴ μα­τιά, ἐ­ρω­τεύ­ον­ταν ἠ­θο­ποι­ούς, ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, συγ­κι­νοῦν­ταν τὰ δει­λι­νά. Τὸν νε­α­ρὸ τὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε πο­λὺ τὸ ἄλ­λο του Ἐ­γὼ καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θει ἄ­σχη­μα μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἦ­ταν με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ Ἀρ­μάν­το δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὅ­σο ἀ­γροῖ­κος θὰ ἤ­θε­λε.

     Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὁ Ἀρ­μάν­το γύ­ρι­σε σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια, κού­νη­σε ἀρ­γὰ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του κι ἔ­βα­λε τὸ ρά­διο. Τὸ ρά­διο εἶ­χε Μό­τσαρτ, ἀλ­λὰ ὁ νε­α­ρὸς κοι­μή­θη­κε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ νέ­ος δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, με­τὰ ὅ­μως πῆ­ρε τὰ πά­νω του καὶ πρό­σβαλ­λε μὲ εὐ­συ­νει­δη­σί­α τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ. Ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ αὐ­το­κτό­νη­σε.

     Στὴν ἀρ­χὴ ὁ θά­να­τος τοῦ ἄλ­λου Ἐ­γὼ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­να σκλη­ρὸ χτύ­πη­μα γιὰ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το, στὴ συ­νέ­χεια, ὅ­μως, σκέ­φτη­κε, ὅ­τι τώ­ρα ναί, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἀ­γροῖ­κος. Αὐ­τὴ ἡ σκέ­ψη τὸν πα­ρη­γό­ρη­σε.

     Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει πα­ρὰ μο­νά­χα πέν­τε μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἦ­ταν σὲ πέν­θος, ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο μὲ σκο­πὸ νὰ πε­ρι­φέ­ρει τὴν και­νούρ­για καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­γριά­δα του. Εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ τοὺς φί­λους του νὰ πλη­σιά­ζουν. Αὐ­τὸ τὸν γέ­μι­σε μὲ τό­ση χα­ρὰ ποὺ ξέ­σπα­σε ἀ­μέ­σως σὲ χά­χα­να. Κι ὡ­στό­σο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι πέ­ρα­σαν δί­πλα του, δὲν κα­τά­λα­βαν τὴν πα­ρου­σί­α του. Καὶ δὲν ἔ­φτα­νε μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ὁ νέ­ος κα­τά­φε­ρε ν’­ἀ­κού­σει ποὺ ἔ­λε­γαν: «Τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το. Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἔ­μοια­ζε τό­σο δυ­να­τὸς καὶ ὑ­γι­ής.»

     Ὁ νέ­ος στα­μά­τη­σε νὰ γε­λά­ει καὶ ταυ­τό­χρο­να ἔ­νι­ω­σε στὸ ὕ­ψος τοῦ στέρ­νου ἕ­να πνί­ξι­μο ποὺ ἔ­μοια­ζε ἀρ­κε­τὰ μὲ νο­σταλ­γία. Δὲν μπό­ρε­σε ὅ­μως νὰ νι­ώ­σει πραγ­μα­τι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, για­τί ὅ­λη τὴν με­λαγ­χο­λί­α τὴν εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ La muerte y otras sorpresas (1968).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (MarioBenedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν:  τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

(El hombre que aprendio a ladrar)

 

ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ὅ­τι ἦ­ταν χρό­νια σκλη­ρῆς καὶ πραγ­μα­τι­κῆς μα­θη­τεί­ας, μὲ πα­ρο­δι­κὰ πα­ρα­στρα­τή­μα­τα κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει. Στὸ τέ­λος, θρι­άμ­βευ­σε, ὡ­στό­σο, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἔ­μα­θε νὰ γα­βγί­ζει. Ὄ­χι νὰ μι­μεῖ­ται γα­βγί­σμα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν νὰ κά­νουν με­ρι­κοὶ πλα­κα­τζῆ­δες, ἢ ποὺ θω­ροῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους τέ­τοι­ους, ἀλ­λὰ νὰ γα­βγί­ζει κα­νο­νι­κά. Τί τὸν εἶ­χε ὠ­θή­σει σ’ αὐ­τὴν τὴν ἐκ­παί­δευ­ση; Μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του αὐ­το­σαρ­κά­ζο­ταν μὲ χι­οῦ­μορ: «Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γα­βγί­ζω γιὰ νὰ μὴν κλά­ψω.» Ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς λό­γος, ὅ­μως, ἦ­ταν ἡ φραγ­κι­σκα­νι­κὴ σχε­δὸν ἀ­γά­πη του πρὸς τ’ ἀ­δέρ­φια του, τοὺς σκύ­λους. Ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

       Πῶς ἀ­γα­πᾶ, λοι­πόν, κα­νείς, ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν ἄλ­λον;

      Γιὰ τὸν Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἡ μέ­ρα ποὺ τὸ γά­βγι­σμά του ἔ­γι­νε ἐ­πι­τέ­λους κα­τα­νο­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν Λέ­ο, τὸν σύν­τρο­φο σκύ­λο του, καὶ (κά­τι ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­πί­στευ­το) ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε τὸ γά­βγι­σμα τοῦ Λέ­ο, ση­μα­το­δό­τη­σε μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο καὶ ὁ Λέ­ο ξά­πλω­ναν φαρ­διὰ-πλα­τιά, συ­νή­θως κα­τὰ τὸ δει­λι­νό, κά­τω στὸν κυ­κλο­φο­ρια­κὸ κόμ­βο καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν πά­νω σε γε­νι­κὰ θέ­μα­τα. Πα­ρὰ τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τοὺς συν­τρό­φους σκύ­λους, ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ πο­τὲ ὅ­τι ὁ Λέ­ο εἶ­χε μιὰ τό­σο σο­φὴ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.

      Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρε τε­λι­κά το θάρ­ρος νὰ τὸν ρω­τή­σει μὲ κάμ­πο­σα ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὰ γα­βγί­σμα­τα: «Πές μου, εἰ­λι­κρι­νά, Λέ­ο, τί γνώ­μη ἔ­χεις γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ γα­βγί­ζω;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ­τοῦ Λέ­ο ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ στα­ρά­τη: «Θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­σαι ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ βελ­τι­ω­θεῖς. Τὸ γά­βγι­σμά σου ἔ­χει ἀ­κό­μα ἀν­θρώ­πι­νη προ­φο­ρά.»

 

 

Πη­γή: on line ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά: www.4.loscuentos.net  

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.