Ἕλενα Σανχουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): Ὁ ταξιδιώτης

sanjuanbenitoelena-otaksidiotis-eikona-01


Ἕλε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της

(El viajero)


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΝΙΕΜΠΛΑ μι­σεῖ τοὺς ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, γι’ αὐ­τὸ ἀ­μέ­σως μό­λις φτά­νει ἀρ­χί­ζει νὰ φεύ­γει: δὲν θὰ κά­τσω πο­λύ, πρέ­πει νὰ φύ­γω σύν­το­μα, αὔ­ριο ξυ­πνά­ω νω­ρίς. Φρά­σεις μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ προ­λά­βει νὰ ἔρ­θει. Δι­στά­ζει νὰ βγά­λει τὸ παλ­τό του καὶ τὸ κρα­τά­ει πάν­τα στὸ χέ­ρι γιὰ νὰ τὸ φο­ρέ­σει ξα­νά. Δὲν ἔ­χει πά­νω του πο­τὲ μαν­τή­λι, κά­νει με­γά­λους κύ­κλους προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν πε­ρά­σει κον­τὰ ἀ­πὸ σταθ­μοὺς καὶ δὲν ἔ­χει πα­τή­σει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ τὸ πό­δι του σὲ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο.

        Ἔ­χει πεῖ ἀν­τί­ο τό­σες φο­ρὲς ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρου­με πὼς δὲν πρό­κει­ται νὰ φύ­γει πο­τέ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Καθημερινὴ ζωή


CristinaPeriRossi-KathimeriniZoi-Eikona-01


Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi)


Κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή

(Vida cotidiana)


09-Mi-589px-M_LeMannequinΟΥ ΔΙΝΕΙ τὸ κα­σκὸλ καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρυ­φε­ρά. Ἔ­χει τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι φτά­νον­τας στὴν γω­νί­α μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου θὰ μὲ πνί­ξει ἢ ὅ­τι ἐ­γὼ θὰ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μὲ τὴν βε­λό­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α μοῦ ἔ­ρα­ψε τὸ που­κά­μι­σο. Παίρ­νω τὸ κα­σκὸλ καὶ ἀ­φή­νω τὸ χα­μό­γε­λο. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔ­ξω κά­νει κρύ­ο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Συμφιλίωση

Olgoso,Angel-Symfiliosi-Eikona-02


Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 

Συμφιλίωση

(Reconciliación)


02-Htta ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΗ γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­ζή­σει τὸ θά­να­το τῶν παι­δι­ῶν καὶ τοῦ ἄν­δρα της, βυ­θί­ζον­ταν κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ πάρ­κο, σὰν σὲ ἕ­να μπά­νιο-βάλ­σα­μο, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ ἄ­δει­ο δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι της, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­τὶ ἀν­τή­χη­σης στὸ ὁ­ποῖ­ο πάλ­λον­ταν ἀ­κό­μα ζων­τα­νὰ ὁ πό­νος καὶ ἡ μο­να­ξιά. Ἔ­πι­α­νε πάν­τα τὴν ἴ­δια θέ­ση. Μι­σο­βυ­θι­σμέ­νη δί­πλα στὴν πλά­τη τοῦ παγ­κα­κιοῦ, μιὰ τρα­χιὰ πέ­τρα, γκρί­ζα καὶ πα­σπα­λι­σμέ­νη μὲ σκου­ριά, ἦ­ταν ὅ­λη κι ὅ­λη ἡ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιά της. Ἡ γυ­ναί­κα τὴν κοι­τοῦ­σε μὲ προ­σο­χὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, σὰν κά­τι ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ ὁ­ποί­ου συγ­κι­νεῖ, καὶ τὴν κυ­ρί­ευ­ε τό­τε ἕ­να αἴ­σθη­μα με­γά­λης γα­λή­νης, μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­λα­φρό­τη­τα στὴν καρ­διά, σὰν μέ­λι ποὺ γι­α­τρεύ­ει ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ σφρα­γί­ζει κοι­νὰ πε­πρω­μέ­να.

        Ἕ­να πρω­ί, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει κα­λὰ για­τί, ἀ­κούμ­πι­σε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ συμ­πύ­κνω­νον­τας σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄγ­γιγ­μα ὅ­λη τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια πού, πα­ρό­λα αὐ­τά, εἶ­χε μέ­σα της, τὴν χά­ι­δε­ψε μὲ ὑ­περ­βο­λι­κὴ λε­πτό­τη­τα. Ὅ­μοι­α μὲ τὸν σπό­ρο ποὺ δὲν πε­θαί­νει κά­τω ἀ­πὸ τὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη γῆ, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια φαι­νο­με­νι­κῆς ἀ­δρά­νειας, ἀ­πάν­θρω­πης σι­ω­πῆς, πει­σμα­τώ­δους καὶ ξε­ρο­κέ­φα­λης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς μπρὸς στὴν κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πα­φή, αὐ­τὴ ἡ αὐ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ προ­φέ­ρει ἡ πέ­τρα τὴν κα­λη­μέ­ρα της.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λογοτε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ Δημοσίευσε τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)

CristinaPeriRossi-Pote-Eikona-02

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi)

Πο­τέ

(Nunca)


 

07-Delta-Haraldsonnenes_saga-initial-G__MuntheΕΝ ΕΧΩ ΠΑΕΙ ΠΟΤΕ στὸ Βερ­μόντ, οὔ­τε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, οὔ­τε στὴ Νεμ­πρά­σκα. Ἔ­χω τριά­ντα χρό­νια σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο ποὺ δὲν γνω­ρί­ζω κα­λὰ καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὅ­ταν σκύ­βω ν’ ἀ­φή­σω τὰ πα­πού­τσια κά­νω καὶ ἀ­πὸ κα­μιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψη. Ἀ­να­κα­λύ­πτω γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὅ­τι χτὲς ντύ­σα­με τοὺς τοί­χους μὲ χαρ­τὶ τα­πε­τσα­ρί­ας, ὅ­τι ἅ­πλω­σες τὴ θή­κη τῆς πλά­της τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἢ ὅ­τι οἱ γό­πες τοῦ τσι­γά­ρου στέ­γνω­σαν πά­νω στὸ πά­τω­μα. Σκέ­φτο­μαι τό­τε τὴν ἀ­πέ­ραν­τη ἄ­βυσ­σο τοῦ χώ­ρου.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ὁ ἐξόριστος


06-CristinaPeriRossi-OEksoristos-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ὁ ἐξόριστος

(El exiliado)


01-HttaΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ τὸν προ­δί­νει. Πα­ρα­τεί­νει λί­γο τὰ σίγ­μα καὶ προ­φέ­ρει μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο τὸ β καὶ τὸ μπ. Δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τό­τε μιὰ σχε­τι­κὴ σι­ω­πὴ γύ­ρω του. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κα­μιὰ με­γά­λη σι­ω­πή, ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως συλ­λαμ­βά­νει κά­ποι­α πε­ρι­έρ­γεια στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ἕ­ναν μι­κρὸ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ στὶς κι­νή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες γί­νον­ται πιὸ ἐμ­φα­τι­κές. (Ἀ­νε­παί­σθη­τες ἀλ­λα­γὲς γιὰ ἕ­ναν κοι­νὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ἀλ­λὰ ἡ ἐ­ξο­ρί­α εἶ­ναι ἕ­νας με­γε­θυν­τι­κὸς φα­κός.) Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ (καὶ ἀ­πὸ ἄλ­λες ἐ­πί­σης) ἐ­κεῖ­νος νι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σει τοὺς ἄλ­λους. Ὤ, εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος καὶ ὀ­φεί­λει νὰ κά­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν. Εὐ­γνω­μο­νεῖ τὴν κα­λὴ θέ­λη­ση τῶν πλη­σί­ον του, αὐ­τὴ ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ μὴν τὸν ρω­τοῦν πο­τὲ ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται, οὔ­τε τί ἔ­κα­νε πρίν, ἂν ἔ­λυ­σε ἢ ὄ­χι τὰ προ­βλή­μα­τα μὲ τὰ χαρ­τιά, πῶς ἦ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε, ἂν ἔ­χα­σε κά­τι στὴ δι­α­δρο­μή, ἂν νιώ­θει μό­νος. Ὅ­λοι φαί­νον­ται δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ πα­ρα­βλέ­ψουν αὐ­τὴν τὴν μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α, νὰ τὸ λά­βουν ὑ­πό­ψιν τους πά­ρα ταῦ­τα, νὰ μὴν τοῦ κά­νουν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ κυ­ρί­ως νὰ μὴν δεί­ξουν κα­νε­νὸς εἴ­δους πε­ρι­έρ­γεια γιὰ τὴν ζωή του. Ὡς ἀ­πάν­τη­ση στὴν τό­ση προ­σή­νεια, ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ πεῖ­σμα νὰ ξε­χά­σει τὸ πα­ρελ­θὸν του (κά­νει σὰν νὰ μὴν τὸ εἶ­χε πο­τέ), κα­τα­πι­έ­ζει κά­θε τύ­πο ἀ­δι­α­θε­σί­ας καὶ ἐ­πι­δει­κνύ­ει τὶς γνώ­σεις του σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πλα­τεῖ­ες τῆς πό­λης, τὰ μνη­μεῖ­α, τὸ ὄ­νο­μα καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν δρό­μων, τὶς δη­μό­σι­ες ὑ­πη­ρε­σί­ες καὶ τὴν λι­γο­στὴ βλά­στη­ση τοῦ τό­που.

       Μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ μὲ ἀ­κρί­βεια στὴν δι­α­δρο­μὴ τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων καὶ τοῦ με­τρό, κα­θὼς καὶ στὴν σύν­θε­ση τῆς Δη­μαρ­χί­ας, ἀλ­λὰ τὸ γε­γο­νὸς ἀ­κρι­βῶς πὼς γνω­ρί­ζει ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες (κυ­ρί­ως τὸ ὄ­νο­μα τῶν φυ­τῶν τῆς δη­μό­σιας δεν­τρο­φύ­τευ­σης καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων μνη­μεί­ων) προ­κα­λεῖ ὁ­ρι­σμέ­νη κα­χυ­πο­ψί­α γύ­ρω του καὶ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὸ γε­γο­νὸς πὼς πρό­κει­ται πράγ­μα­τι γιὰ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ ζεῖ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀ­πο­φεύ­γει πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ τὴν χρή­ση τοῦ πρώ­του προ­σώ­που τοῦ πλη­θυν­τι­κοῦ γιὰ νὰ μὴν σπεί­ρει ἀμ­φι­βο­λί­ες στὸ πέ­ρα­σμά του, για­τί τὰ ἄ­το­μα εἶ­ναι συ­νή­θως πο­λὺ κτη­τι­κὰ ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κουν, κι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ προ­σβάλ­λει κα­νέ­ναν. Εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­γνώ­μων στὸν ἥ­λιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζε­σταί­νει ἐ­πί­σης τὸν ἴ­διο, καὶ χά­ρη σ’ ἕ­ναν εὐ­φυ­ῆ μη­χα­νι­σμὸ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς πα­γί­δες ποὺ τοῦ στή­νον­ται γιὰ νὰ τὸν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νουν: ὅ­ταν κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ ἕ­να ἐ­θνι­κὸ ἐ­λάτ­τω­μα, ἐ­κεῖ­νος τὸ με­τα­τρέ­πει κα­τευ­θεί­αν σὲ ἀ­ρε­τή. Ὅ­ταν ὁ συ­νο­μι­λη­τής του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χω­ρὶς νὰ στρέ­ψει τὸ βλέμ­μα του σ’ αὐ­τὸν συγ­κε­κρι­μέ­να, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν τσιγ­κου­νιὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πό­λης, ἐ­κεῖ­νος δι­α­τεί­νε­ται ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ ὑ­γι­ὲς πνεῦ­μα τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πέ­τρε­ψε στὶς οἰ­κο­γέ­νει­ες νὰ εὐ­η­με­ρή­σουν. Ἂν ἡ κου­βέν­τα ἀ­φο­ρᾶ στὴν τρα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη εὐ­γέ­νειας τῶν πε­ρα­στι­κῶν, ἐ­κεῖ­νος δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ αὐ­θορ­μη­τι­σμὸς καὶ ἔλ­λει­ψη πε­ρι­ο­ρι­σμῶν. Ἂν κά­ποι­ος σχο­λιά­σει ὅ­τι σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χει ἀρ­κε­τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὅ­τι οἱ κά­τοι­κοί της εἶ­ναι βα­ρε­τοί, ἐ­κεῖ­νος ἀν­τα­παν­τᾶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νὴ λο­γι­κὴ τοῦ ἔ­θνους, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν προ­βαί­νει —δό­ξᾳ τῷ Θεῷ!— σὲ δρά­μα­τα καὶ ρι­ψο­κίν­δυ­νες ἀ­πο­φά­σεις. Ἂν ὁ συ­νο­μι­λη­τὴς ἐ­πι­μέ­νει νὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ τὶς κα­κὲς συ­νή­θει­ες τῆς χώ­ρας, ἐ­κεῖ­νος βά­ζει τέρ­μα στὴν συ­ζή­τη­ση μ’­ἕ­να ἐμ­φα­τι­κὸ «Ἄχ, δὲν ξέ­ρε­τε τί ἔ­χε­τε!» καὶ ὁ πο­λί­της ἀ­φή­νει στὴ μέ­ση τὴν ὁ­μι­λί­α του, κοι­τά­ζει γύ­ρω του κά­πως μπερ­δε­μέ­νος, πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ ἐ­ξό­ρι­στος ἀ­γα­πᾶ τὸν τό­πο του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, συ­νέρ­χε­ται. Δὲν εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει σὲ κα­νέ­ναν νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴν πα­τρί­δα του σὲ ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μό, ἂν δὲν ἔ­χει γεν­νη­θεῖ σ’ αὐ­τήν. Εἶ­ναι τό­τε ποὺ ὁ Ἐ­ξό­ρι­στος κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι δι­έ­πρα­ξε ἕ­να ἀ­συγ­χώ­ρη­το λά­θος καὶ ὅ­τι ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θή­σει, θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­νας ξέ­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Jonas Torres (2015).



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα


05-CristinaPeriRossi-IFysiTouErota-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα

(La naturaleza del amor)


E-Epsilon-SomataΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ἀ­γα­πά­ει μιὰ γυ­ναί­κα για­τὶ τὴν θε­ω­ρεῖ ἀ­νώ­τε­ρη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τοῦ του ἄν­δρα θε­με­λι­ώ­νε­ται στὴν συ­νει­δη­τό­τη­τα τῆς ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας τῆς γυ­ναί­κας, ἀ­φοῦ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­γα­πᾶ ἕ­να πλά­σμα κα­τώ­τε­ρο, οὔ­τε κὰν ἕ­να ἰ­σό­τι­μο. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη τὸν ἀ­γα­πᾶ καὶ ἂν καὶ αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ καὶ πλη­ροῖ ὅ­λες τὶς φι­λο­δο­ξί­ες του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ μιὰ με­γά­λη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Πραγ­μα­τι­κά. Ἂν ἐ­κεί­νη εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τόν, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ, για­τί αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, ἢ ψεύ­δε­ται ὅ­ταν βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πᾶ ἢ δὲν εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀπ΄αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ δι­κή του ἀ­γά­πη πρὸς τὸ πρό­σω­πό της δὲν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πα­ρὰ μο­νάχα ὡς ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ λά­θος.

       Αὐ­τὴ ἡ ἀμ­βι­φο­λί­α τὸν κα­θι­στᾶ κα­χύ­πο­πτο καὶ τὸν ἀ­να­στα­τώ­νει. Σκέ­φτε­ται μὲ δυ­σπι­στί­α τὶς πρῶ­τες του ἐν­τυ­πώ­σεις (σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὀ­μορ­φιά, τὴν ἠ­θι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα τῆς γυ­ναί­κας) καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς κα­τηγο­ρεῖ τὴν φαν­τα­σί­α του ποὺ ἐ­πι­νό­η­σε ἕ­να πλά­σμα ἀ­νύ­παρ­κτο. Δὲν ἔ­κα­νε λά­θος, ὡ­στό­σο. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­φὴ καὶ ἀ­νε­κτι­κή, ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Δὲν μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ. Ἡ ἀ­γά­πη της εἶ­ναι ἕ­να ψέ­μα. Τό­τε λοι­πόν, ἂν πρό­κει­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γιὰ μιὰ ψεύ­τρα, γιὰ μιὰ ὑ­πο­κρί­τρια, δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, ἕ­ναν ἄν­δρα κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­λι­κρι­νῆ. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­δεί­ξει μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν κα­τω­τε­ρό­τη­τά της, δὲν τῆς ἀν­τι­στοι­χεῖ ἡ ἀ­γά­πη του, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, ὁ ἄν­δρας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ χω­ρί­σει τὴ γυ­ναί­κα γιὰ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Ὀ­φεί­λει νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του. Ἡ γυ­ναί­κα δέ­χε­ται τὴν ἀ­πό­φα­σή του μὲ φαι­νο­με­νι­κὴ φυ­σι­κό­τη­τα, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸν βυ­θί­ζει ἐκ νέ­ου στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἢ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὂν ποὺ κα­τα­νό­η­σε σι­ω­πη­λὰ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τά του καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ ὁ ἔ­ρω­τας του εἶ­ναι δι­και­ο­λο­γη­μέ­νος καὶ πρέ­πει νὰ τρέ­ξει δί­πλα της καὶ νὰ τὴν κά­νει νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει, ἢ δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ γι’ αὐ­τὸ δέ­χε­ται μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὸν χω­ρι­σμό τους κι ἐ­κεῖ­νος δὲν πρέ­πει νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.


       Στὸ χω­ριὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­σύρ­θη­κε, ὁ ἄν­δρας περ­νά­ει τὶς μέ­ρες του παί­ζον­τας σκά­κι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ἢ μὲ τὴν πλα­στι­κὴ κού­κλα φυ­σι­κοῦ με­γέ­θους ποὺ ἀ­γό­ρα­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Τελεία


04-CristinaPeriRossi-Teleia-Eikona-01


Κριστίνα Πέ­ρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Τελεία

(Punto final)


02-OmikronΤΑΝ ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΜΕ, ἐ­κεί­νη μοῦ εἶ­πε: «Σοῦ δί­νω τὴν τε­λεί­α. Εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­α πο­λύ­τι­μη, μὴν τὴ χά­σεις. Κρά­τη­σέ τη γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ μπο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω καὶ τὸ κά­νω για­τὶ σὲ ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν μὲ ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις.» Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ εἶ­χα στὴν τσέ­πη μου τὴν τε­λεί­α. Ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὰ ψι­λά, τὰ τρίμ­μα­τα κα­πνοῦ καὶ τὰ σπίρ­τα, εἶ­χε λι­γά­κι βρω­μί­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἴ­μα­σταν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ποὺ πί­στε­ψα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω. Ἀ­γό­ρα­σα τό­τε μιὰ μαύ­ρη θή­κη καὶ τὴ φύ­λα­ξα ἐ­κεῖ. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν ἀ­νέ­με­λες, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὴν πλή­ξη. Τὸ πρω­ὶ ξυ­πνού­σα­με χα­ρού­με­νοι, εὐ­γνώ­μο­νες ποὺ εἴ­μα­σταν μα­ζί. Ἡ κά­θε μέ­ρα ἀ­νοί­γον­ταν μπρο­στά μας σὰν ἕ­νας με­γά­λος ἄ­γνω­στος κό­σμος, γε­μά­τος ἐκ­πλή­ξεις ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με. Τὰ οἰ­κεῖ­α πράγ­μα­τα ἐ­πα­νέ­κτη­σαν μιὰ χα­μέ­νη φρε­σκά­δα καὶ ἄλ­λα, ὅ­πως τὰ πάρ­κα ἢ οἱ λί­μνες, ξα­νά­γι­ναν φι­λό­ξε­να, μη­τρι­κά. Δι­α­σχί­ζα­με τοὺς δρό­μους πα­ρα­τη­ρών­τας πράγ­μα­τα ποὺ ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος δὲν ἔ­βλε­πε καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ χρώ­μα­τα, τὰ φῶ­τα, ὁ χρό­νος καὶ ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν πιὸ ἔν­το­να. Ἡ ἀν­τί­λη­ψή μας εἶ­χε ὀ­ξυν­θεῖ σὰν ὑ­πὸ τὴν ἐ­πήρ­εια ἑ­νὸς ἰ­σχυ­ροῦ ναρ­κω­τι­κοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἴ­μα­σταν ζα­λι­σμέ­νοι, πα­ρὰ δια­υγεῖς καὶ γα­λή­νιοι, προι­κι­σμέ­νοι μὲ μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἱ­κα­νό­τη­τα ἐ­ναρ­μό­νι­σης μὲ τὸν κό­σμο. Εἴ­χα­με μα­ζὶ μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας μιὰ μο­να­δι­κὴ με­λω­δί­α ποὺ σε­βό­ταν τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ τά­ξη, χω­ρὶς νὰ στη­ρί­ζε­ται σ’ αὐ­τή.

       Μὲ τὴν εὐ­τυ­χί­α ξέ­χα­σα τὴ θή­κη, ἢ τὴν ἔ­χα­σα ἀ­συ­ναί­σθη­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ξέ­ρω. Τώ­ρα ποὺ ἡ εὐ­τυ­χί­α τε­λεί­ω­σε δὲν βρί­σκω που­θε­νὰ τὴν τε­λεί­α. Αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ καυ­γά­δες καὶ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­χθρό­τη­τα. «Ποῦ τὴν ἔ­βα­λες;», μὲ ρω­τά­ει ἐ­κεί­νη ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη, «Τί πε­ρι­μέ­νεις γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις; Μὴν κα­θυ­στε­ρεῖς ἄλ­λο ἀλ­λι­ῶς ὅ­λα ὅ­σα προ­η­γή­θη­καν θὰ χά­σουν ὀ­μορ­φιὰ καὶ νό­η­μα». Ψά­χνω στὶς ντου­λά­πες, στὰ παλ­τά, στὰ συρ­τά­ρια, στὴ φό­δρα τῆς πο­λυ­θρό­νας, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἀλ­λὰ ἡ τε­λεί­α δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ θή­κη. Ἡ ἀ­να­ζή­τη­σή μου ἔ­γι­νε ἔν­το­νη, ἐμ­μο­νι­κή. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ τὴν ἔ­χα­σα στὴ διά­ρκεια μιᾶς ἀ­πὸ τὶς εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μας στιγ­μές. Δὲν εἶ­ναι στὸ σα­λό­νι, οὔ­τε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, οὔ­τε στὸ τζά­κι. Νὰ τὴν ἔ­φα­γε ὁ γά­τος;

       Ἡ ἀ­που­σί­α της αὐ­ξά­νει τὴν δυ­στυ­χί­α μας μὲ τρό­πο ἐ­πώ­δυ­νο. Ὅ­σο ἡ τε­λεί­α δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται εἴ­μα­στε δε­μέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ αὐ­τοὶ οἱ κρί­κοι τῆς ἁ­λυ­σί­δας εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­χθρό­τη­τα, ἀ­πά­θεια, ντρο­πὴ καὶ μί­σος. Πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦ­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι θὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, χα­ρα­μί­ζον­τας τὴν πι­θα­νό­τη­τα μιᾶς και­νούρ­γιας ζω­ῆς. Οἱ νύ­χτες μας εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τες ὄν­τας ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὴν ἴ­δια κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὅ­που ἡ μνη­σι­κα­κί­α ἔ­χει τὸ ὕ­ψος ἑ­νὸς τοί­χου καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­σφυ­ξί­α σὰν μιὰ νο­ση­ρὴ ἀ­να­θυ­μία­ση. Τυ­λί­γει τὰ ἔ­πι­πλα, τὰ ντου­λά­πια, τὰ βι­βλί­α, δι­ά­σπαρ­τα στὸ πά­τω­μα. Δι­α­φω­νοῦ­με γιὰ τὰ πάν­τα ἂν καὶ κα­τὰ βά­θος ξέ­ρου­με ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς τε­λεί­ας, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κεί­νη μὲ κα­τη­γο­ρεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζω ὅ­τι ἔ­χει τὴν ὑ­πο­ψί­α πὼς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὴν ἔ­χω κρυμ­μέ­νη γιὰ νὰ τὴν ἐκ­δι­κη­θῶ. «Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ σὲ ἐμ­πι­στευ­τῶ», κα­τη­γο­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της. «Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φαν­τα­στῶ ὅ­τι θὰ μὲ πρό­δι­νες».

       Ἦ­ταν μιὰ μα­κριά, ἀ­ση­μέ­νια θή­κη, ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν πα­λιὰ γιὰ νὰ φυ­λᾶ­νε τὸν κα­πνό. Τὴν ἀ­γό­ρα­σα σὲ μιὰ ἀ­γο­ρὰ πα­λαι­ῶν εἰ­δῶν. Μοῦ φά­νη­κε τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο μέ­ρος γιὰ νὰ τὴν βά­λω. Ἡ τε­λεί­α ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στρογ­γυ­λή, μι­κρο­σκο­πι­κή, βο­λε­μέ­νη μιὰ χα­ρά. Ἀλ­λὰ πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ χά­θη­κε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια μιᾶς με­τα­κό­μι­σης ἢ ἴ­σως νὰ τὴν ἔ­κλε­ψε κά­ποι­ος νο­μί­ζον­τας πὼς ἦ­ταν πο­λύ­τι­μη.

       Ἀ­φοῦ τὴν ψά­χνω μά­ται­α σχε­δὸν ὅ­λη τὴ μέ­ρα, φεύ­γω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴν συ­ναν­τή­σω τὸ κα­τη­γο­ρη­τή­ριο βλέμ­μα της, τὴ φω­νή της γε­μά­τη μί­σος. Ὅ­λη ἡ προ­η­γού­με­νη εὐ­τυ­χί­α μας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε καὶ θὰ ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς πὼς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ χω­ρί­σου­με μπο­ροῦ­με. Αὐ­τὴ ἡ τε­λεί­α ποὺ ἔ­χει τὴν τά­ση νὰ ξε­γλι­στρᾶ μᾶς ἑ­νώ­νει, μᾶς δέ­νει, μᾶς γε­μί­ζει κα­κί­α καὶ θυ­μό, κα­τα­σπα­ρά­ζει μί­α πρὸς μί­α τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, αὐ­τὲς ποὺ ὑ­πῆρ­ξαν ὄ­μορ­φες.

       Τὸ μό­νο ποὺ ἐλ­πί­ζω εἶ­ναι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ κά­ποι­α στιγ­μή, κα­τὰ τύ­χη, χα­μέ­νη σὲ κά­ποι­α τσέ­πη, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να. Τό­τε θὰ εἶ­ναι μιὰ χον­τρή, θλι­βε­ρή, βρώ­μι­κη καὶ σκο­νι­σμέ­νη τε­λεί­α ἐ­κτὸς χρό­νου, σὰν αὐ­τὴ ποὺ βά­ζουν οἱ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι συγ­γρα­φεῖς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.