Βιλιὲ Ντὲ Λ’Ἴλ-Ἀντὰμ (Villiers de l’Isle-Antam)

 .

VilliersDeL'IsleAdam-OIroismosTouGiatrouAllintonil-Eikona-02

.

Βιλιὲ Ντὲ Λ’ Ἲλ-Ἀντάμ (Villiers de l’Isle-Antam)

. 

ἡρωϊσμὸς τοῦ γιατροῦ Ἀλλιντονίλ

(L’héroïsme du docteur Hallindonhill)

 .

Στὸνκύ­ριο Henry May

Σκο­τῶ­στε γιὰ νὰ θε­ρα­πευ­τεῖ­τε.

Ἐ­πί­ση­μο γνω­μι­κὸ τοῦ Broussais*

 .

01-HttaΠΑΡΑΞΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ τοῦ για­τροῦ Ἀλ­λιν­το­νὶλ θὰ ἐκ­δι­κα­σθεῖ προ­σε­χῶς στὸ κα­κουρ­γι­ο­δι­κεῖο τοῦ Λον­δί­νου.

       Νὰ πῶς ἔ­χουν τὰ γε­γο­νό­τα:

       Στὶς εἴ­κο­σι τοῦ πε­ρα­σμέ­νου Μά­η, οἱ δυ­ὸ με­γά­λες αἴ­θου­σες ἀ­να­μο­νῆς τοῦ ἐ­πι­φα­νοῦς εἰ­δι­κοῦ καὶ θε­ρα­πευ­τῆ ὅ­λων τῶν πνευ­μο­νι­κῶν πα­θή­σε­ων, ἦ­ταν ὡς συ­νή­θως, γε­μά­τες ἀ­πὸ πε­λά­τες μὲ τὰ δελ­τί­α ἀ­να­μο­νῆς στὸ χέ­ρι.

       Στὴν εἴ­σο­δο στε­κό­ταν ντυ­μέ­νος μὲ τὴν μα­κριὰ μαύ­ρη ρεν­τιγ­κό­τα του, ὁ δο­κι­μα­στὴς τῶν νο­μι­σμά­των: ἐ­λάμ­βα­νε ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να τὶς δύο ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὲς γκι­νέ­ες, τὶς δο­κί­μα­ζε μὲ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ χτύ­πη­μα τοῦ σφυ­ριοῦ πά­νω σὲ ἕ­να πο­λυ­τε­λὲς ἀ­μό­νι, φω­νά­ζον­τας μη­χα­νι­κὰ all right.

       Μέ­σα στὸ τζα­μω­τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο —στο­λι­σμέ­νο ὁ­λό­γυ­ρα μὲ με­γά­λα τρο­πι­κὰ δεν­δρύλ­λια μέ­σα σὲ με­γά­λες ἰ­α­πω­νι­κὲς γλά­στρες— εἶ­χε μό­λις πά­ρει τὴ θέ­ση του στὸ γρα­φεῖ­ο του, ὁ αὐ­στη­ρός, μι­κρό­σω­μος για­τρὸς Ἀλ­λιν­το­λίλ. Δί­πλα του, στὸ στρογ­γυ­λὸ τρα­πε­ζά­κι, ἡ γραμ­μα­τέ­ας του συν­τα­γο­γρα­φοῦ­σε τὶς σύν­το­μες συν­τα­γές. Στὴν πορ­φυ­ρὴ βε­λού­δι­νη πα­ρα­στά­δα μιᾶς πόρ­τας, τῆς καρ­φω­μέ­νης μὲ χρυ­σὰ καρ­φιά, ὀρ­θω­νό­ταν ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της μὲ τε­ρα­τώ­δη τρά­χη­λο, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν νὰ με­τα­φέ­ρει, τὸν ἕ­να με­τὰ τὸν ἄλ­λο, τοὺς πα­ρα­παί­ον­τες πνευ­μο­νο­πα­θεῖς, μέ­χρι τὴν πόρ­τα τῆς ἐ­ξό­δου – ἀ­π’ ὅ­που, ὁ ἀ­νελ­κυ­στή­ρας τοὺς ἔ­βγα­ζε, κα­θι­σμέ­νους σὲ εἰ­δι­κὰ κα­ρό­τσια, ἔ­ξω. (Κι αὐ­τό, μό­λις ἀ­κου­γό­ταν τὸ μυ­στη­ρι­ῶ­δες «ὁ ἑ­πό­με­νος».)

       Οἱ ἀ­σθε­νεῖς ἔμ­παι­ναν μέ­σα μὲ βλέμ­μα θο­λὸ καὶ θαμ­πὸ καὶ τὸ στέρ­νο γυ­μνό, κρα­τών­τας στὰ χέ­ρια τους τὰ ροῦ­χα τους· ἀ­μέ­σως, δέ­χον­ταν στὴν πλά­τη καὶ στὸ στῆ­θος, τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ πλη­ξί­με­τρου καὶ τοῦ σω­λη­να­ρί­ου:

       — Τίκ, τίκ, πλάφ! Ἀ­να­πνεῦ­στε!…πλάφ!… ὡ­ραῖ­α.

       Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἡ συν­τα­γο­γρά­φη­ση κά­ποι­ου φαρ­μά­κου ἐν­τὸς ὀ­λί­γων δευ­τε­ρο­λέ­πτων, καὶ στὸ τέ­λος ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­φη­μο «ὁ ἑ­πό­με­νος».

       Κι ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια, κά­θε πρω­ΐ, ἡ οὐ­ρὰ πα­ρή­λαυ­νε συ­νή­θως ἀ­πὸ τὶς ἐν­νιὰ τὸ πρω­ῒ ἕ­ως τὶς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς.

       Ξαφ­νι­κά, τὴν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη, στὶς 20 Μαΐου, στὶς ἐν­νιὰ ἡ ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς, νά ’σου ποὺ κα­τα­φθά­νει ἕ­να εἶ­δος μα­κρο­σκε­λοῦς σκε­λε­τοῦ, μὲ δι­ε­σταλ­μέ­νες τὶς κό­ρες τῶν μα­τι­ῶν του, βα­θου­λω­μέ­να μά­γου­λα ποὺ ἄγ­γι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νί­σκο του, μὲ τὸ στέρ­νο του γυ­μνὸ νὰ μοιά­ζει μὲ θω­ρα­κι­κὴ κοι­λό­τη­τα κηλι­δω­μέ­νης περ­γα­μη­νῆς, τὸ ὁ­ποῖ­ο τραν­τα­ζό­ταν ἀ­πὸ ξε­ρό­βη­χα – μὲ λί­γα λό­για ἕ­να εἶ­δος ζων­τα­νοῦ νε­κροῦ. Εἶ­χε μιὰ γα­λά­ζια γού­να ρε­νὰρ ποὺ τὴν κρα­τοῦ­σε στὸ ἀ­πο­στε­ω­μέ­νο χέ­ρι του καὶ ξά­πλω­σε τὸ μη­ρια­ῖο ὀ­στό του στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο, βα­στα­ζό­με­νος, γιὰ νὰ μὴν πέ­σει, ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα φύλ­λα τῶν δεν­δρυλ­λί­ων.

       — Τάκ! τάκ! πάφ! Δὲν γί­νε­ται τί­πο­τε! Μουρ­μού­ρι­σε ὁ για­τρὸς Ἀλ­λιν­το­νίλ: μπὰς καὶ εἶ­μαι ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς ποὺ δι­α­πι­στώ­νει τὸ θά­να­το; Θὰ φτύ­νε­τε τὰ φλέ­μα­τα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πνεύ­μο­να, ὁ δε­ξιὸς εἶ­ναι ξα­φρι­στή­ρι!..

       — Ὁ ἑ­πό­με­νος!

       Ὁ ὑ­πη­ρέ­της πῆ­γε νὰ ση­κώ­σει τὸν πε­λά­τη, ὅ­ταν ἡ ἐ­ξο­χό­τη­τά του ὁ θε­ρα­πευ­τής, χτυ­πών­τας ξαφ­νι­κὰ τὸ μέ­τω­πό του, πρό­σθε­σε μὲ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο χα­μό­γε­λο:

       — Εἶ­στε πλού­σιος;

       — Πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος! Ἀ­πάν­τη­σε βρα­χνὰ ὁ δυ­στυ­χὴς ποὺ μό­λις εἶ­χε ξα­πο­στεί­λει ὁ Ἀλ­λιν­το­νὶλ τό­σο γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη.

       — Τό­τε, ἡ ἅ­μα­ξά σας νὰ σᾶς με­τα­φέ­ρει ἀ­μέ­σως στὸ σταθ­μὸ Βι­κτώ­ρια! Ὑ­πάρ­χει μιὰ τα­χεί­α τῶν ἕν­τε­κα γιὰ τὸ Ντό­βερ! Με­τὰ παίρ­νε­τε τὸ ὑ­πε­ρω­κε­ά­νιο ! Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ Κα­λαί, πᾶ­τε στὴ Μασ­σα­λί­α μὲ κλι­νά­μα­ξα ποὺ δι­α­θέ­τει θερ­μά­στρα! Μὲ τε­λι­κὸ προ­ο­ρι­σμὸ τὴ Νί­και­α! Ἐ­κεῖ, ἐ­πὶ ἕ­ξι μῆ­νες θὰ τρῶ­τε νε­ρο­κάρ­δα­μο, χω­ρὶς ψω­μί, οὔ­τε κρα­σί, οὔ­τε φροῦ­τα, οὔ­τε κρέ­ας. Θὰ παίρ­νε­τε μιὰ κου­τα­λιὰ τῆς σού­πας βρό­χι­νο νε­ρὸ ἐμ­πλου­τι­σμέ­νο μὲ ἰ­ώ­διο κά­θε δυ­ὸ μέ­ρες. Καὶ νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο! Λι­ω­μέ­νο καὶ ἀ­λε­σμέ­νο μὲ τὸ χυ­μό του, εἶ­ναι ἡ μό­νη σας εὐ­και­ρί­α… ἀλ­λὰ καὶ πά­λι!

       Αὐ­τὸς ὁ δῆ­θεν θε­ρα­πευ­τὴς γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον μὲ ἔ­χουν ξε­κου­φά­νει, μοῦ φαι­νό­ταν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ πα­ρά­λο­γος, τὸν συ­στή­νω σ’ ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο, ἀλ­λὰ δί­χως νὰ τὸν πι­στεύ­ω οὔ­τε μιὰ στιγ­μή.

       Ἀ­φοῦ το­πο­θε­τή­θη­κε μὲ με­γά­λη προ­σο­χὴ στὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα ὁ φθι­σι­κὸς Κροῖ­σος, ἡ οὐ­ρὰ τῶν πνευ­μο­νο­πα­θῶν, σκορ­βου­τι­κῶν καὶ βρογ­χι­τι­κῶν, ξα­να­βρῆ­κε πά­λι τὴν κα­νο­νι­κὴ ρο­ή της. Ἕ­ξι μῆ­νες με­τά, στὶς 3 Νο­εμ­βρί­ου, στὶς ἐν­νιὰ ἡ ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς, μπῆ­κε χω­ρὶς τὸ δελ­τί­ο ἀ­να­μο­νῆς μέ­σα στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο τοῦ δό­κτο­ρος Ἀλ­λι­λον­τὶλ ἕ­να εἶ­δος γί­γαν­τα μὲ δυ­να­τὴ καὶ χα­ρού­με­νη φω­νὴ ποὺ τὸ ἠ­χό­χρω­μά της ἔ­κα­νε νὰ δο­νοῦν­ται τὰ τζά­μια τοῦ ἰ­α­τρεί­ου καὶ νὰ ρι­γοῦν τὰ φύλ­λα τῶν τρο­πι­κῶν φυ­τῶν, ἕ­νας κο­λοσ­σια­ῖος με­γα­λο­μπε­μπὲς μὲ πλού­σιο τρί­χω­μα. Ἄ­νοι­ξε δρό­μο ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς πε­λά­τες τοῦ δό­κτο­ρος Ἀλ­λι­λον­τίλ, ἴ­διος μὲ ἀν­θρώ­πι­νη βόμ­βα, καὶ ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὸ ἱ­ε­ρὸ τοῦ πρίγ­κη­πα τῆς Ἐ­πι­στή­μης, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ψυ­χρός, μὲ τὸ μαῦ­ρο του ἔν­δυ­μα, μό­λις εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κα­θί­σει, ὡς συ­νή­θως, στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἀρ­πά­ζον­τάς τον ἀ­πὸ τὶς μα­σχά­λες, τὸν σή­κω­σε σὰν πού­που­λο καὶ φι­λοῦ­σε καὶ ξα­να­φι­λοῦ­σε τὰ δυ­ὸ ψυ­χρὰ καὶ λεῖ­α μά­γου­λα τοῦ για­τροῦ, μὲ τὸν τρό­πο μιᾶς πα­ρά­ξε­νης Νορ­μαν­δῆς τρο­φοῦ· στὴ συ­νέ­χεια τὸν ἄ­φη­σε σὲ κω­μα­τώ­δη σχε­δὸν κα­τά­στα­ση καὶ νὰ ἀ­σφυ­κτιᾶ, στὴν πο­λυ­θρό­να του.

       — Δυ­ὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια; Τὰ θέ­λε­τε; Μή­πως θέ­λε­τε τρί­α; φώ­να­ζε ὁ γί­γαν­τας, ἀ­παί­τη­ση φο­βε­ρὴ καὶ τρο­με­ρή!

       — Σᾶς ὀ­φεί­λω τὴν ἀ­νά­σα μου, τὸν ἥ­λιο, τὰ ὡ­ραῖ­α γεύ­μα­τα, τὰ φρε­νή­ρη πά­θη τῆς ζω­ῆς, τὰ πάν­τα! Ἀ­παι­τεῖ­στε λοι­πὸν ἀ­νή­κου­στη ἀ­μοι­βή: δι­ψῶ γιὰ ἀ­να­γνώ­ρι­ση!

       — Ἄ! αὐ­τὸ πιά! Ποι­ὸς εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ τρε­λός; Νὰ τὸν δι­ώ­ξε­τε… ἄρ­θρω­σε ἀ­δύ­να­μα ὁ για­τρὸς με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­ξάν­τλη­σης.

       — Μὰ ὄ­χι, μὰ τί λέ­τε; Γρύλ­λι­σε ὁ τρε­λὸς μὲ βλέμ­μα πυγ­μά­χου ποὺ ἔ­κα­νε τὸν ὑ­πη­ρέ­τη νὰ ὀ­πι­σθο­χω­ρή­σει. Γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής, κα­τα­νο­ῶ για­τί ἐ­σεῖς, ὁ σω­τή­ρας μου, δὲν μὲ ἀ­να­γνω­ρί­ζε­τε. Εἶ­μαι ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὸ νε­ρο­κάρ­δα­μο! Ὁ ἀ­πο­τε­λει­ω­μέ­νος σκε­λε­τός, ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος! Νί­και­α, τὸ νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο, νε­ρο­κάρ­δα­μο! Πέ­ρα­σε τὸ ἑ­ξά­μη­νό μου ἐ­κεῖ, καὶ ἰ­δοὺ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ ἔρ­γου σας. Ἐ­λᾶ­τε, ἀ­κοῦ­στε αὐ­τό.

       Καὶ χτυ­ποῦ­σε τὸ θώ­ρα­κά του μὲ τὶς γρο­θι­ές του ποὺ ἦ­ταν ἱ­κα­νὲς νὰ τσα­κί­σουν τὸ κρα­νί­ο τῶν πλέ­ον δυ­να­τῶν ταύ­ρων τοῦ Μίν­τλε­σεξ.

       — Ἔ! Εἶ­πε ὁ για­τρὸς χο­ρο­πη­δών­τας — Εἶ­στε…τί! Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ ἑ­τοι­μο­θά­να­τος πού…

       — Ναί, χί­λι­ες φο­ρὲς ναί, ἐ­γὼ εἶ­μαι! Οὔρ­λια­ξε ὁ γί­γαν­τας. — Χθὲς τὸ βρά­δυ κι­ό­λας, μό­λις ἀ­πο­βι­βά­στη­κα, πα­ράγ­γει­λα τὴν προ­το­μή σας ἀ­πὸ μπροῦν­τζο κι ἔ­χω τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ πα­ραγ­γεί­λω νὰ σᾶς ἀ­πο­νεί­μουν ἐ­πι­κή­δει­ες τι­μὲς στὸ Γου­έ­στμιν­στερ!

     Πῆ­ρε τὸ θάρ­ρος νὰ ἀ­νέ­βει πά­νω σὲ ἕ­ναν ἄ­νε­το κα­να­πὲ μὲ σπα­σμέ­να ἐ­λα­τή­ρια καὶ κλα­ψού­ρι­σε:

       — Ἄ! τί ὄ­μορ­φη ποὺ εἶ­ναι ἡ ζω­ή, καὶ ἀ­να­στέ­να­ξε μὲ τὸ χα­σμω­δι­κὸ χα­μό­γε­λο μιᾶς ἤ­ρε­μης, ἀ­τά­ρα­χης ἔκ­στα­σης.

       Μὲ τὶς δυ­ὸ λέ­ξεις ποὺ ἐκ­στό­μι­σε χα­μη­λό­φω­να ὁ για­τρός, ὁ γραμ­μα­τέ­ας καὶ ὁ ὑ­πη­ρέ­της ἀ­πο­σύρ­θη­καν. Μό­λις ἔ­μει­νε μό­νος ὁ Ἀλ­λιν­το­νὶλ μὲ τὸν ἀ­να­στη­θέν­τα, κοί­τα­ξε τὸν γί­γαν­τα μὲ ὕ­φος ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νο, χλω­μὸς καὶ ψυ­χρός, μὲ βλέμ­μα ποὺ πρό­δι­δε νευ­ρι­κό­τη­τα, κι ἀ­φοῦ ἔ­μει­νε κά­ποι­ες στιγ­μὲς σι­ω­πη­λός, μουρ­μού­ρι­σε ξαφ­νι­κά:

       — Ἐ­πι­τρέψ­τε μου πρῶ­τα νὰ ἀ­φαι­ρέ­σω αὐ­τὴ τὴ μύ­γα ἀ­πὸ τὸν κρό­τα­φό σας.

       Καὶ προ­χω­ρών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος του, ὁ για­τρὸς ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του ἕ­να κον­τό­κα­νο ρε­βόλ­βερ bulle dog καὶ τὸ ἄ­δεια­σε δυ­ὸ φο­ρές, πο­λὺ γρή­γο­ρα, στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ κρο­τα­φι­κὴ ἀρ­τη­ρί­α.

       Ὁ γί­γαν­τας σω­ρι­ά­στη­κε κά­τω, κά­νον­τας τὴν ὀ­στε­ο­θή­κη θρύ­ψα­λα καὶ κη­λι­δώ­νον­τας μὲ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­σι­μο τσερ­βέ­λο του τὸ χα­λὶ τοῦ ἰ­α­τρεί­ου πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο χτυ­πι­ό­ταν γιὰ ἕ­να λε­πτὸ μὲ τὶς πα­λά­μες του ἀ­νοι­χτές.

       Μὲ δέ­κα ψα­λι­δι­ές, γού­να, ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, ψα­λι­δι­σμέ­να στὴν τύ­χη, ἄ­φη­σαν γυ­μνὸ τὸ στῆ­θος τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ σο­βα­ρὸς χει­ρουρ­γός, μὲ μιὰ κί­νη­ση τοῦ τε­ρά­στιου χει­ρουρ­γι­κοῦ του νυ­στε­ριοῦ, ἔ­σκι­σε εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἕ­να τέ­ταρ­το ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ὁ ἀ­στυ­φύ­λα­κας μπῆ­κε στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν δό­κτο­ρα Ἀλ­λιν­το­νὶλ νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει, ἐ­κεῖ­νος, ἤ­ρε­μος, κα­θι­σμέ­νος μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο του, μὲ ἕ­να φα­κὸ στὸ χέ­ρι, ἐ­ξέ­τα­ζε ἕ­να ζεῦ­γος τε­ρά­στια πνευ­μό­νια, ποὺ κεί­τον­ταν ὅ­μοι­α, σὲ πρη­νῆ στά­ση, πά­νω στὸ αἱ­μάσ­σον ἀ­να­λό­γιό του.

      Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἰ­δι­ο­φυΐα προ­σπά­θη­σε μ’ αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴν ὑ­περ-θαυ­μα­τουρ­γὴ δρά­ση τοῦ νε­ρο­κάρ­δα­μου ποὺ ἦ­ταν θρε­πτι­κὴ καὶ ταυ­το­χρό­νως ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­τι­κή.

       — Κύ­ρι­ε ἀ­στυ­φύ­λα­κα, εἶ­πε ἐ­νῶ ση­κω­νό­ταν, ἔ­κρι­να σκό­πι­μο νὰ θυ­σιά­σω αὐ­τὸν τὸν ἄν­θρω­πο ἐ­φό­σον ἡ ἄ­με­ση νε­κρο­ψί­α μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὸ μυ­στι­κὸ τῆς ὑ­γεί­ας γιὰ τὴν ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη ἀ­ρεί­α φυ­λὴ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους· αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ον δὲν δί­στα­σα, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ, νὰ θυ­σιά­σω ἐ­δῶ τὴν συ­νεί­δη­σή μου στὸ κα­θῆ­κον.

       Εἶ­ναι πε­ριτ­τὸ νὰ προ­σθέ­σου­με ὅ­τι ὁ ἐ­πι­φα­νὴς για­τρὸς ἀ­φέ­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος μὲ μιὰ ἀ­πο­λύ­τως τυ­πι­κὴ ἐγ­γύ­η­ση, ἐ­φό­σον ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α του ἦ­ταν πιὸ χρή­σι­μη ἀ­πὸ τὴν κρά­τη­σή του.

       Αὐ­τὴ ἡ πα­ρά­ξε­νη ὑ­πό­θε­ση θὰ ἐκ­δι­κα­σθεῖ τώ­ρα στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Κα­κουρ­γι­ο­δι­κεῖ­ο. Ἄ! πό­σο θαυ­μά­σι­ες ἀ­γο­ρεύ­σεις θὰ δι­α­βά­σει ἡ Εὐ­ρώ­πη!

       Ὅ­λα δεί­χνουν ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ ὑ­πέ­ρο­χο ἔγ­κλη­μα δὲν θὰ κο­στί­σει στὸν ἥ­ρω­ά του τὴν κρε­μά­λα τοῦ Newgate , ἀ­φοῦ οἱ Ἄγ­γλοι εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τα­νο­οῦν, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, ὅ­τι ἡ ἀ­πο­κλει­στι­κὴ ἀ­γά­πη τῆς μελ­λον­τι­κῆς Ἀν­θρω­πό­τη­τας, μὲ τὴν τέ­λεια πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ ση­με­ρι­νοῦ Ἀ­τό­μου, ἀ­πο­τε­λεῖ στὶς μέ­ρες μας, τὸ μο­να­δι­κὸ κί­νη­τρο γιὰ τὴν ἀ­θώ­ω­ση τῶν με­γα­λό­ψυ­χων αὐ­τῶν πα­ρα­βα­τῶν τῆς Ἐ­πι­στή­μης.

.

* Francois Broussais: Ἐ­πι­φα­νὴς για­τρὸς ποὺ πέ­θα­νε τὸ 1938. Συγ­γρα­φέ­ας τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς «Ἰ­α­τρι­κῆς τῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας». Φη­μι­ζό­ταν γιὰ τὸν δε­σπο­τι­κό του χα­ρα­κτή­ρα, καὶ τὸ γνω­μι­κὸ ποὺ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ὁ Βι­λι­ὲ ἐκ­φρά­ζει τὴν θρυ­λι­κὴ βι­αι­ό­τη­τα τῶν με­θό­δων του.

. 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

..

Πη­γή: Ἀπὸ τὸ βι­βλί­ο Claire Lenoir et autres contes insolites, ἐκ­δό­σεις Flam­ma­ri­on, εἰ­σα­γω­γὴ καὶ ση­μει­ώ­σεις τοῦ Jacques Noiray, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1888 μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση στὸν ἐκ­δό­τη Louis-Henry-May τῶν ἐκ­δό­σε­ων Quantin.

 

Auguste_de_Villers_de_L'Isle-AdamJean-Marie-Mathias-Philippe-Auguste de Villiers de L’Isle-Adam, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος Κό­μης, καὶ ἀ­πὸ τὸ 1846 Μαρ­κή­σιος de Villiers de L’Isle-Adam (Saint-Brieuc, 7 Νο­εμ­βρί­ου 1838 – Πα­ρί­σι, 18 Αὐ­γού­στου 1889). Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του τὸν φώ­να­ζε Mathias ἐ­νῶ γιὰ τοὺς φί­λους του ἦ­ταν ὁ Βιλ­λι­έ, ὁ ἴ­διος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ὄ­νο­μα Auguste στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πολ­λῶν βι­βλί­ων του. Ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος θαυ­μα­στὴς τοῦ Ἔν­τγκαρ Ἄλ­λαν Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τῆς μου­σι­κῆς τοῦ Βάγ­κνερ. Ἦ­ταν φί­λος τοῦ Μαλ­λαρ­μὲ καὶ ἐ­νέ­πνευ­σε τοὺς Γάλ­λους συμ­βο­λι­στές. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­ρι­στο­κρά­της ποὺ ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ μο­ναρ­χί­α, εἶ­ναι γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ νέ­α αἰ­σθη­τι­κὰ μέ­σα ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τῆς ἐ­πο­χῆς καὶ γιὰ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κοῦ καὶ τοῦ ὀ­νει­ρι­κοῦ στὸ ἔρ­γο του.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἰ­ω­άν­να Ἀ­βρα­μί­δου (Δρά­μα, 1951). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς με­τα­φρά­στρια στὴν ΕΕ ἀ­πὸ τὸ 1980 ἕ­ως τὸ 2001. Ἀ­πὸ τὸ 2003 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­σης, καὶ φι­λο­σο­φί­ας.

.

Advertisements

Γκὺ Ντὲ Μωπασσάν (Guy de Maupassant): Ὄνειρα

 

 

Γκὺ Ντὲ Μωπασσάν (Guy de Maupassant)

 

Ὄνειρα

(Rêves)

 

ΤΑΝ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΔΕΙΠΝΟ μὲ φί­λους, πα­λιοὺς φί­λους. Ἦ­ταν πέν­τε: ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας για­τρὸς καὶ τρεῖς ἀ­νύ­παν­δροι, ἀ­νε­πάγ­γελ­τοι πλού­σιοι ἄν­δρες.

       Εἴ­χα­με μι­λή­σει πε­ρὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ καὶ βρι­σκό­μα­σταν σὲ μιὰ κα­τά­στα­ση νω­χέ­λειας, ἐ­κεί­νη ἡ νω­χέ­λεια ποὺ προ­η­γεῖ­ται τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης με­τὰ τὸ γεῦ­μα. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς συν­δαι­τη­μό­νες ποὺ κοί­τα­ζε σι­ω­πη­λὸς ἐ­πὶ πέν­τε λε­πτὰ τὴ θο­ρυ­βώ­δη, κε­λα­ρυ­στὴ καὶ στο­λι­σμέ­νη μὲ τὰ μπὲκ γκα­ζιοῦ λε­ω­φό­ρο, λέ­ει ξαφ­νι­κά:

       «Ὅ­ταν δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται κα­νεὶς μὲ τί­πο­τε ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ἕ­ως τὸ βρά­δυ, οἱ μέ­ρες εἶ­ναι ἀ­τε­λεί­ω­τες.»

       «Καὶ οἱ νύ­χτες ἐ­πί­σης» πρό­σθε­σε κά­ποι­ος ποὺ κα­θό­ταν δί­πλα του. «Δὲν κοι­μᾶ­μαι κα­θό­λου, οἱ ἀ­πο­λαύ­σεις μὲ κου­ρά­ζουν, οἱ συ­ζη­τή­σεις εἶ­ναι πάν­τα οἱ ἴ­δι­ες· πο­τὲ δὲν σκον­τά­φτω πά­νω σὲ μιὰ νέ­α ἰ­δέ­α καὶ πρὶν ξε­κι­νή­σω μιὰ συ­ζή­τη­ση μὲ κά­ποι­ον, αἰ­σθά­νο­μαι μιὰ σφο­δρὴ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μὴ λέω, οὔ­τε ν’ ἀ­κού­ω τί­πο­τε. Δὲν ξέ­ρω τί νὰ κά­νω τὰ βρά­δια μου.»

       Καὶ ὁ τρί­τος ἄ­ερ­γος ἀ­να­φώ­νη­σε:

       «Θὰ πλή­ρω­να ὅ­σο-ὅ­σο γιὰ νὰ περ­νῶ κα­θη­με­ρι­νά, του­λά­χι­στον δύο ὧ­ρες εὐ­χά­ρι­στες.»

       Τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη πλη­σί­α­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος μό­λις εἶ­χε ἀ­πο­θέ­σει στὸ μπρά­τσο του τὸ ἐ­πα­νω­φό­ρι του.

       «Ἐ­κεῖ­νος», εἶ­πε, «ποὺ θὰ ἀ­να­κά­λυ­πτε ἕ­να και­νούρ­γιο βί­τσιο καὶ θὰ τὸ πρό­σφε­ρε στοὺς ὁ­μοί­ους του ὥ­στε νὰ συν­το­μέ­ψει κα­τὰ τὸ ἥ­μι­συ τὴ ζω­ή τους, θὰ πρό­σφε­ρε με­γα­λύ­τε­ρη ὑ­πη­ρε­σία στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον ποὺ θὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο γιὰ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὴν αἰ­ώ­νια ὑ­γεί­α καὶ νε­ό­τη­τα».

       Ὁ για­τρὸς ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια· καὶ μα­σών­τας τὸ ποῦ­ρο του εἶ­πε:

       «Ναί, ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει κα­νεὶς ἔ­τσι ἁ­πλά. Πα­ρ’ ὅ­λες τὶς ἐ­πι­στα­μέ­νες ἔ­ρευ­νες καὶ με­λέ­τες σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὕ­λη ἀ­πὸ συ­στά­σε­ως κό­σμου. Οἱ πρῶ­τοι ἄν­θρω­ποι ἔ­φτα­σαν ξαφ­νι­κὰ στὴν τε­λει­ό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους. Ἐ­μεῖς, μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας μπο­ροῦ­με νὰ συγ­κρι­θοῦ­με μα­ζί τους.»

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς ἄ­ερ­γους μουρ­μού­ρι­σε:

       «Κρί­μα.»

       Κι ἕ­να λε­πτὸ με­τὰ πρό­σθε­σε:

       «Ἂν μπο­ροῦ­με του­λά­χι­στον νὰ κοι­μό­μα­στε, νὰ κοι­μό­μα­στε κα­λὰ χω­ρὶς νὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε οὔ­τε κρύ­ο, οὔ­τε ζέ­στη, νὰ κοι­μό­μα­στε ἐ­ξα­φα­νί­ζον­τας τὴ με­γά­λη κό­πω­ση ποὺ νι­ώ­θου­με τὰ βρά­δια, νὰ κοι­μό­μα­στε δί­χως νὰ βλέ­που­με ὄ­νει­ρα.»

       «Για­τί δί­χως ὄ­νει­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ γεί­το­νάς του.

       Ὁ ἄλ­λος συ­νέ­χι­σε:

       «Για­τὶ τὰ ὄ­νει­ρα δὲν εἶ­ναι πάν­τα εὐ­χά­ρι­στα, εἶ­ναι πάν­τα πα­ρά­ξε­να, ἀ­πί­θα­να, ἀ­συ­νάρ­τη­τα, κι ἐ­πει­δὴ κοι­μό­μα­στε, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­λαύ­σου­με τὰ κα­λύ­τε­ρα, ὅ­πως θὰ θέ­λα­με. Πρέ­πει νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε ξύ­πνιοι.»

       «Καὶ ποι­ός σᾶς ἐμ­πο­δί­ζει»; ρώ­τη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας.

       Ὁ για­τρὸς πέ­τα­ξε τὸ ποῦ­ρο του.

       «Ἀ­γα­πη­τέ μου, γιὰ νὰ ὀ­νει­ρευ­τεῖς, χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη δύ­να­μη καὶ πο­λὺ δου­λειὰ ὥ­στε νὰ ἔ­χεις τὴν ἀ­ναγ­καί­α θέ­λη­ση, καὶ συ­νε­πῶς ἡ κό­πω­ση ποὺ θὰ προ­κύ­ψει ἀ­πὸ ὅ­λη τὴν προ­σπά­θεια, θὰ εἶ­ναι με­γά­λη.

       »Ὅ­μως, τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νει­ρο, ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρί­πα­τος τῆς σκέ­ψης μας μέ­σα ἀ­πὸ γο­η­τευ­τι­κὰ ὁ­ρά­μα­τα, εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα, ὅ,τι πιὸ ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ ὑ­πάρ­χει στὸν κό­σμο· ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ ἔρ­θει μὲ φυ­σι­κὸ τρό­πο, νὰ μὴν τὸ προ­κα­λοῦ­με ἐ­μεῖς βε­βι­α­σμέ­να καὶ νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­λυ­τη σω­μα­τι­κὴ εὐ­ε­ξί­α. Τὸ ὄ­νει­ρο αὐ­τὸ μπο­ρῶ νὰ σᾶς τὸ προ­σφέ­ρω, ὑ­πὸ τὸν ὅρο ὅ­τι θὰ μοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ­τε πὼς δὲν θὰ κά­νε­τε κα­τά­χρη­ση.»

       Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους:

       «Ἄ, ξέ­ρω, τὸ χα­σίς, τὸ ὄ­πιο, ἡ πρά­σι­νη μαρ­με­λά­δα, οἱ τε­χνη­τοὶ πα­ρά­δει­σοι. Δι­ά­βα­σα τὸν Μπων­τλαίρ· καὶ μά­λι­στα δο­κί­μα­σα τὸ πε­ρί­φη­μο ναρ­κω­τι­κὸ ποὺ μὲ ἔ­ρι­ξε βα­ριὰ ἄρ­ρω­στο.»

       Ὁ για­τρὸς κά­θι­σε.

       «Ὄ­χι, αἰ­θέ­ρα, μό­νον αἰ­θέ­ρα, τί­πο­τε ἄλ­λο, καὶ θὰ πρό­σθε­τα ὅ­τι ἐ­σεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν γραμ­μά­των, θὰ ἔ­πρε­πε ποῦ καὶ ποῦ νὰ κά­νε­τε χρή­ση.»

       Οἱ τρεῖς πλού­σιοι ἄν­δρες πλη­σί­α­σαν. Ὁ ἕ­νας ρώ­τη­σε:

       «Ἐ­ξή­γη­σέ μας λοι­πὸν τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ἀ­πὸ τὴ χρή­ση του.»

       Ὁ για­τρὸς ἀ­πάν­τη­σε:

       «Ἂς ἀ­φή­σου­με κα­τὰ μέ­ρος τὰ με­γά­λα λό­για, ἐν­τά­ξει; Δὲν μι­λῶ μὲ ὅ­ρους ἰ­α­τρι­κῆς, οὔ­τε ἠ­θι­κῆς· μι­λῶ γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση. Κα­θη­με­ρι­νὰ ἐ­πι­δί­δε­στε σὲ ὑ­περ­βο­λὲς ποὺ ρο­κα­νί­ζουν τὴ ζω­ή σας. Θέ­λω νὰ σᾶς ὑ­πο­δεί­ξω μιὰ νέ­α ἐμ­πει­ρί­α τὴν ὁ­ποί­αν μό­νο οἱ εὐ­φυ­εῖς ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ βι­ώ­σουν, θὰ ἔ­λε­γα μά­λι­στα: οἱ πο­λὺ εὐ­φυ­εῖς, για­τί εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νη ὅ­πως καὶ κά­θε τὶ ποὺ προ­κα­λεῖ ὑ­περ­δι­έ­γερ­ση τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν ὀρ­γά­νων μας, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κή. Θὰ πρό­σθε­τα δὲ ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται μιὰ κά­ποι­α προ­ε­τοι­μα­σί­α, δη­λα­δὴ θὰ πρέ­πει νὰ μᾶς γί­νει συ­νή­θεια προ­κει­μέ­νου νὰ αἰ­σθαν­θοῦ­με ἀ­πό­λυ­τα τὰ μο­να­δι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ αἰ­θέ­ρα.

       »Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τά του δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τοῦ χα­σίς, τοῦ ὀ­πί­ου ἢ τῆς μορ­φί­νης καὶ στα­μα­τοῦν ἀ­μέ­σως μό­λις δι­α­κό­πτε­ται ἡ εἰ­σπνο­ή του, ἐ­νῶ τὰ ἄλ­λα ποὺ πα­ρά­γουν ὀ­νει­ρι­κὲς κα­τα­στά­σεις, συ­νε­χί­ζουν τὴ δρά­ση τους ἐ­πὶ πολ­λὲς ὧ­ρες ἀ­κό­μα.

       »Τώ­ρα θὰ προ­σπα­θή­σω νὰ ἀ­να­λύ­σω ὅ­σο γί­νε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη σα­φή­νεια αὐ­τὸ ποὺ αἰ­σθά­νε­ται κα­νείς. Ἀλ­λὰ τὰ πράγ­μα­τα δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λα, εἶ­ναι πο­λὺ εὔ­θραυ­στες, σχε­δὸν ἀ­σύλ­λη­πτες αὐ­τὲς οἱ αἰ­σθή­σεις.

       »Εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ αὐ­τὸ τὸ φάρ­μα­κο, ὅ­ταν εἶ­χα προ­σβλη­θεῖ ἀ­πὸ πο­λὺ δυ­να­τὲς νευ­ραλ­γί­ες, ἀλ­λὰ ἔ­κτο­τε μᾶλ­λον ἔ­κα­να μιὰ κά­ποι­α κα­τά­χρη­ση.

       »Ὑ­πέ­φε­ρα ἀ­πὸ πο­λὺ δυ­να­τοὺς πο­νο­κε­φά­λους καὶ πο­νό­λαι­μους, κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ μιὰ ἀ­φό­ρη­τη θερ­μό­τη­τα στὸ δέρ­μα μου, ἕ­ναν ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ πυ­ρε­τό. Πῆ­ρα ἕ­να με­γά­λο φι­α­λί­διο αἰ­θέ­ρα καὶ ἀ­φοῦ ξά­πλω­σα, εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ τὸν εἰ­σπνέ­ω σι­γὰ-σι­γά. Σὲ λί­γα λε­πτά, εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἄ­κου­γα θο­λὰ ἕ­να μουρ­μου­ρη­τὸ ποὺ πο­λὺ γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε ἕ­να εἶ­δος βου­η­τοῦ, καὶ ὅ­τι ὅ­λο τὸ μέ­σα μου γι­νό­ταν ἐ­λα­φρύ, ἐ­λα­φρὺ σὰν ἀ­έ­ρας ποὺ ἐ­ξα­τμι­ζό­ταν.

       »Με­τά, αἰ­σθα­νό­μουν ἕ­να εἶ­δος ψυ­χι­κοῦ λή­θαρ­γου, μιᾶς ὑ­πνω­τι­κῆς εὐ­ε­ξί­ας πα­ρὰ τοὺς πό­νους ποὺ ἐ­πέ­με­ναν, ἀλ­λὰ ποὺ εἶ­χαν πά­ψει πλέ­ον νὰ εἶ­ναι ἀ­φό­ρη­τοι. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πό­νους ποὺ δέ­χε­ται κα­νεὶς νὰ τοὺς ὑ­πο­μέ­νει καὶ ὄ­χι πιὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ φρι­κτὸς σπα­ραγ­μὸς ἐ­νάν­τια στὸν ὁ­ποῖ­ον δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο κορ­μί μας.

       »Ἀ­μέ­σως, ἡ πα­ρά­ξε­νη καὶ γο­η­τευ­τι­κὴ αἴ­σθη­ση κε­νοῦ ποὺ εἶ­χα στὸ στῆ­θος μου, ἐ­πε­κτά­θη­κε καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα μέ­λη μου, ποὺ ἔ­γι­ναν κι αὐ­τὰ μὲ τὴ σει­ρά τους πο­λὺ ἐ­λα­φριά, ἐ­λα­φριὰ σὰν νὰ εἶ­χαν συγ­χω­νευ­θεῖ ἡ σάρ­κα καὶ τὰ ὀ­στά μου καὶ εἶ­χε μεί­νει μό­νο τὸ δέρ­μα, ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ νὰ μὲ κά­νει νὰ γευ­τῶ τὴ γλύ­κα τῆς ζω­ῆς καὶ νὰ γέρ­νω μέ­σα της μὲ εὐ­ε­ξί­α. Τό­τε δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πιά. Ὁ πό­νος εἶ­χε φύ­γει, συγ­χω­νεύ­τη­κε κι αὐ­τὸς καὶ ἐ­ξα­τμί­στη­κε. Καὶ τό­τε ἄ­κου­σα φω­νές, τέσ­σε­ρις φω­νές, δύο δι­α­λό­γους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα ὅ­μως νὰ δι­α­κρί­νω τὰ λό­για. Ἄλ­λο­τε ἦ­ταν δυσ­δι­ά­κρι­τοι ἦ­χοι κι ἄλ­λο­τε ἔ­φτα­νε στ’ αὐ­τιά μου κά­ποι­α λέ­ξη ποὺ ξε­χώ­ρι­ζε. Ἀλ­λὰ ἀ­να­γνώ­ρι­σα ὅ­τι ἦ­ταν μό­νο τὸ ὀ­ξυ­μέ­νο βου­η­τὸ στ’ αὐ­τιά μου. Δὲν κοι­μό­μουν, ἤ­μουν ξύ­πνιος· κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μουν, ἤ­μουν σὲ θέ­ση νὰ σκέ­πτο­μαι λο­γι­κά, κα­θα­ρά, καὶ βα­θιά, μὲ μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ δύ­να­μη καὶ μιὰ χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς καὶ μιὰ πα­ρά­ξε­νη μέ­θη ποὺ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ δε­κα­πλα­σια­σμοῦ τῶν νο­η­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των μου.

       »Δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο ὅ­πως συμ­βαί­νει μὲ τὸ χα­σίς, δὲν ἦ­ταν οὔ­τε τὰ κά­πως νο­ση­ρὰ ὁ­ρά­μα­τα τοῦ ὀ­πί­ου· ἦ­ταν μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὄ­ξυν­ση τῆς σκέ­ψης, ἕ­νας νέ­ος τρό­πος νὰ βλέ­πω, νὰ κρί­νω, νὰ ἐ­κτι­μῶ τὰ πράγ­μα­τα τῆς ζω­ῆς, νὰ εἶ­μαι σί­γου­ρος καὶ νὰ ἔ­χω ἀ­πό­λυ­τη συ­νεί­δη­ση ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ τρό­πος ἦ­ταν ὁ ἀ­λη­θι­νός.

       »Καὶ ξαφ­νι­κά, μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ ἡ ἀρ­χαί­α εἰ­κό­να τῆς Γρα­φῆς. Μοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι εἶ­χα γευ­τεῖ τὸν καρ­πὸ τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ ὅ­τι μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ταν ὅ­λα τὰ μυ­στή­ρια, τό­σο πο­λὺ βρι­σκό­μουν ὑ­πὸ τὸ κρά­τος μιᾶς νέ­ας, πα­ρά­ξε­νης καὶ ἀ­ναν­τίρ­ρη­της λο­γι­κῆς.

       »Καὶ τὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, οἱ συλ­λο­γι­σμοί, οἱ ἀ­πο­δεί­ξεις ἔ­φτα­ναν σω­ρη­δὸν καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ ἀ­να­τρέ­πον­ταν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πό­δει­ξη, ἕ­ναν λο­γι­κὸ συλ­λο­γι­σμό, ἕ­να ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο ἐ­πι­χεί­ρη­μα. Τὸ κε­φά­λι μου εἶ­χε γί­νει ἡ πα­λαί­στρα νέ­ων ἰ­δε­ῶν. Ἤ­μουν ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὄν, ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο μὲ μιὰ ἀ­ήτ­τη­τη εὐ­φυί­α καὶ γευ­ό­μουν μιὰ ὑ­πέρ­με­τρη ἡ­δο­νή, δι­α­πι­στώ­νον­τας τὴν δύ­να­μή μου.

       »Αὐ­τὸ κρά­τη­σε πο­λύ. Εἰ­σέ­πνε­α πάν­το­τε τὸν αἰ­θέ­ρα μου ἀ­πὸ τὸ στό­μιο τοῦ φι­α­λι­δί­ου μου. Ξαφ­νι­κὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­δει­ο καὶ ἔ­νι­ω­σα μιὰ τρο­μα­κτι­κὴ θλί­ψη.»

       Οἱ τέσ­σε­ρις ἄν­δρες ἀ­να­φώ­νη­σαν μὲ μιὰ φω­νή: «Για­τρὲ γρή­γο­ρα μιὰ συν­τα­γὴ γιὰ ἕ­να λί­τρο αἰ­θέ­ρα!!» Ἀλ­λὰ ὁ για­τρὸς φο­ρών­τας τὸ κα­πέ­λο του ἀ­πάν­τη­σε:

       «Ἄ, ὅ­λα κι ὅ­λα, πᾶ­τε νὰ σᾶς δη­λη­τη­ριά­σουν οἱ ἄλ­λοι!»

       Καὶ βγῆ­κε.

       Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ἂν τὸ ἀν­τέ­χει ἡ καρ­διά σας!!!!

                                                                                                           

8 Ἰ­ου­λί­ου 1882

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Contes Fantastiques Complets, ἐπι­λογὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις: ἐκ­δό­σεις Marabout. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: 8 Ἰ­ου­λί­ου 1882, στὸ Gil Blas.

 

Γκὺ ντὲ Μω­πασ­σάν (Guy de Maupassant) (Tourville-sur-Arques 5.8.1850-Πα­ρί­σι 6.7.1893). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ νο­βε­λί­στας, συν­δε­ό­ταν μὲ φι­λί­α μὲ τὸν Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ καὶ τὸν Γου­σταῦ­ο Φλωμ­πέρ. Τὰ ἔρ­γα του χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται, πα­ρὰ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ τὸν πε­σι­μι­σμὸ ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ αὐ­τό, ἀ­πὸ με­γά­λη ρε­α­λι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἔ­λεγ­χο τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν του μέ­σων. Ἡ πα­ρου­σί­α του στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στε­ρέ­ω­μα τῆς Γαλ­λί­ας, διαρ­κεῖ μί­α δε­κα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τὸ 1880 ἕ­ως τὸ 1890, πρὶν τρε­λα­θεῖ καὶ πε­θά­νει σὲ ἡ­λι­κί­α 42 ἐ­τῶν. Ἀ­πέ­κτη­σε φή­μη πρὶν τὸ θά­να­τό του καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα νὰ θε­ω­ρεῖ­ται με­γά­λος συγγραφέας ἐ­νῶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ ἔρ­γο του ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­θη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴ με­τα­φο­ρὰ ἔργων του στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἰ­ω­άν­να Ἀ­βρα­μί­δου (Δρά­μα, 1951). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς με­τα­φρά­στρια στὴν ΕΕ ἀ­πὸ τὸ 1980 ἕ­ως τὸ 2001. Ἀ­πὸ τὸ 2003 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­σης, καὶ φι­λο­σο­φί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά.

 

Εἰ­κό­να: Τὸ γρα­φεῖο τοῦ Γκὺ ντὲ Μω­­πασ­σὰν στὸ Πα­ρί­σι.

 

Γκὺ ντὲ Μωπασσάν (Guy de Maupassant): Ὁ θρύλος τοῦ ὄρους Σαὶν-Μισέλ

.

.

Γκὺ ντὲ Μωπασσάν(Guy de Maupassant)

.

Ὁ θρύλος τοῦ ὄρους Σαὶν-Μισέλ

(La légend dy mont Saint-Michel)

.

ΑΤ’ ΑΡΧΗΝ τὸ εἶ­δα ἀ­πὸ τὴν Καν­κάλ, τὸν πα­ρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο ποὺ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νος μέ­σα στὴ θά­λασ­σα. Τὸ εἶ­χα δεῖ θο­λὰ σὰν μιὰ γκρί­ζα σκιὰ ὑ­ψω­μέ­νη πρὸς τὸν νε­φε­λώ­δη οὐ­ρα­νό.

       Τὸ ξα­να­εῖ­δα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­βάνς, τὸ δεί­λι. Ἡ ἀ­τε­λεί­ω­τη ἄμ­μος ἦ­ταν κόκ­κι­νη, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἦ­ταν κόκ­κι­νος, ὅ­λος ὁ ἀ­τε­λεί­ω­τος κάμ­πος ἦ­ταν κόκ­κι­νος· μό­νο τὸ ἀ­πό­κρη­μνο ἀ­βα­εῖ­ο ποὺ ἦ­ταν σφη­νω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ στε­ριά, σὰν μιὰ φαν­τα­στι­κὴ ἀ­γρέ­παυ­λη, σὰν ἕ­να ἐ­ξαί­σιο ὀ­νει­ρε­μέ­νο πα­λά­τι, ἀ­πί­στευ­τα πα­ρά­ξε­νο καὶ ὄ­μορ­φο, πα­ρέ­με­νε σχε­δὸν μαῦ­ρο μέ­σα στὴν πορ­φύ­ρα τῆς μέ­ρας ποὺ ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ξε­κί­νη­σα τὴν αὐ­γὴ γιὰ νὰ τὸ δῶ, δι­α­σχί­ζον­τας τὴν ἄμ­μο καὶ μὲ τὸ μά­τι στραμ­μέ­νο πρὸς αὐ­τὸ τὸ τε­ρα­τῶ­δες κό­σμη­μα ποὺ ἦ­ταν με­γά­λο ὅ­σο κι ἕ­να βου­νὸ σμι­λευ­μέ­νο σὰν μιὰ κα­μέ­α καὶ ἀ­έ­ρι­νο σὰν μου­σε­λί­να. Ὅ­σο πλη­σί­α­ζα, τό­σο αἰ­σθα­νό­μουν μιὰ ἀ­νά­τα­ση ἀ­πὸ τὸν θαυ­μα­σμό, για­τὶ τί­πο­τε στὸν κό­σμο δὲν εἶ­ναι, κα­τὰ τὴν ἄ­πο­ψή μου, τό­σο ἐκ­πλη­κτι­κὸ καὶ τό­σο τέ­λει­ο.

       Καὶ πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν, ἔκ­πλη­κτος ὡ­σὰν νὰ εἶ­χα ἀ­πο­κτή­σει τὶς συ­νή­θει­ες ἑ­νὸς θε­οῦ, δι­α­μέ­σου ἐ­κεί­νων τῶν αἰ­θου­σῶν ποὺ τὶς στή­ρι­ζαν ἀ­νά­λο­γα ἐ­λα­φρι­ὲς ἢ βα­ρι­ὲς στῆ­λες, δι­α­μέ­σου τῶν δι­α­δρό­μων ποὺ τοὺς δι­α­περ­νοῦ­σε τὸ φῶς τῆς μέ­ρας, καὶ μὲ ἀ­νυ­ψω­μέ­να τὰ γε­μά­τα θαυ­μα­σμὸ μά­τια μου πρὸς τὶς καμ­πα­νοῦ­λες ποὺ φαί­νον­ται σὰν πύ­ραυ­λοι ἕ­τοι­μοι νὰ ἐ­κτο­ξευ­τοῦν στὸν οὐ­ρα­νό, καὶ σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ μπερ­δε­μέ­νο κου­βά­ρι ἀ­πὸ πυρ­γί­σκους, ὑ­δρορ­ρό­ες, τὸν κομ­ψὸ καὶ ἑλ­κυ­στι­κὸ δι­ά­κο­σμο, τὰ λί­θι­να κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα καὶ τὶς γρα­νι­τέ­νι­ες δαν­τέ­λες, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα μιᾶς κο­λοσ­σια­ίας καὶ πε­ρί­τε­χνης ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς.

       Κα­θὼς στε­κό­μουν ἐκ­στα­τι­κός, μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­νας χω­ρι­κὸς τῆς Κά­τω Νορ­μαν­δί­ας καὶ μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς με­γά­λης δι­α­μά­χης του Ἁ­γί­ου Μι­χα­ὴλ μὲ τὸν δι­ά­βο­λο.

       Ἕ­νας ἰ­δι­ο­φυ­ὴς σκε­πτι­κι­στὴς εἶ­πε: «Ὁ Θε­ός, ἔ­πλα­σε τὸν ἄν­θρω­πο κα­τ’ εἰ­κό­ναν του, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ τὸ ἀν­τα­πέ­δω­σε μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω.»

       Αὐ­τὰ τὰ λό­για κρύ­βουν μιὰ αἰ­ώ­νια ἀ­λή­θεια καὶ θὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γο νὰ δη­μι­ουρ­γή­σου­με σὲ κά­θε ἤ­πει­ρο τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς το­πι­κῆς θε­ό­τη­τας, καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων σὲ κά­θε μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἐ­παρ­χί­ες μας.

       Ὁ νέ­γρος προ­σκυ­νᾶ τὰ ἄ­γρια, ἀν­θρω­πο­βό­ρα εἴ­δω­λα· ὁ πο­λυ­γα­μι­κὸς Μω­α­με­θα­νός, γε­μί­ζει τὸν πα­ρά­δει­σό του μὲ γυ­ναῖ­κες· οἱ Ἕλ­λη­νες, ὡς πρα­κτι­κοὶ ἄν­θρω­ποι, εἶ­χαν θε­ο­ποι­ή­σει ὅ­λα τα πά­θη. Κά­θε χω­ριὸ στὴ Γαλ­λί­α, τε­λεῖ ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α ἑ­νὸς ἁ­γί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ εἰ­κό­να δι­α­φέ­ρει ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῶν κα­τοί­κων.

       Ὅ­μως, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ ἀ­γρυ­πνᾶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν Κά­τω Νορ­μαν­δί­α, ὁ Ἄγ­γε­λος Μι­χα­ήλ, ὁ δο­ξα­σμέ­νος καὶ νι­κη­φό­ρος ἄγ­γε­λος, ὁ ρομ­φαι­ο­φό­ρος, ὁ θρι­αμ­βι­κὸς ἥ­ρω­ας τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, αὐ­τὸς ποὺ ἐ­πι­κρά­τη­σε ἐ­πὶ τοῦ δι­α­βό­λου.

       Ἀλ­λά, ἰ­δοὺ πῶς ὁ πο­λυ­μή­χα­νος κά­τοι­κος τῆς Κά­τω Νορ­μαν­δί­ας, ὁ ὑ­πο­κρι­τι­κός, στρε­ψό­δι­κος καὶ ὕ­που­λος, κα­τα­νο­εῖ καὶ ἀ­φη­γεῖ­ται τὸν ἀ­γώ­να τοῦ Μέ­γα Ἁ­γί­ου μὲ τὸν δι­ά­βο­λο.

       Γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὶς κα­κί­ες τοῦ δαί­μο­να γεί­το­νά του, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ κα­τα­σκεύ­α­σε με­σο­πέ­λα­γα αὐ­τὴ τὴν κα­τοι­κί­α ποὺ εἶ­ναι ἀν­τά­ξια ἑ­νὸς Ἀρ­χα­γέλ­λου· καὶ πράγ­μα­τι, μό­νον ἕ­νας τέ­τοι­ος ἅ­γιος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­σκευά­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μιὰ τέ­τοι­α κα­τοι­κί­α.

       Ἀλ­λὰ κα­θὼς εἶ­χε ἀ­κό­μα τὶς ἀμ­φι­βο­λί­ες του γιὰ τὶς πρά­ξεις τοῦ Κα­κοῦ, πε­ρι­έ­βα­λε τὸ βα­σί­λει­ό του μὲ κι­νού­με­νη ἄμ­μο, πιὸ κα­κό­βου­λη καὶ ἀ­πὸ τὴν θά­λασ­σα.

       Ὁ δι­ά­βο­λος κα­τοι­κοῦ­σε σὲ μιὰ τα­πει­νὴ κα­λύ­βα στὴν ἀ­κτή· ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ κά­το­χός των βο­σκό­το­πων ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σαν μέ­σα στὸ ἁλ­μυ­ρὸ νε­ρό, τὰ γό­νι­μα χω­ρά­φια μὲ τὶς γό­νι­μες σο­δει­ές, τὶς πλού­σι­ες πε­διά­δες καὶ τὶς ἐ­πί­σης γό­νι­μες πλα­γι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρης τῆς χώ­ρας· ἐ­νῶ ὁ ἅ­γιος βα­σί­λευ­ε μό­νον στὶς ἀμ­μώ­δεις πε­ρι­ο­χές, κι ἔ­τσι, ὁ δι­ά­βο­λος ἦ­ταν πλού­σιος καὶ ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ ἦ­ταν φτω­χὸς σὰν ἀ­γύρ­της.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α χρό­νια νη­στεί­ας, ὁ ἅ­γιος ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση καὶ σκέ­φτη­κε νὰ κά­νει ἕ­να συμ­βι­βα­σμὸ μὲ τὸν δι­ά­βο­λο· ἀλ­λὰ τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου εὔ­κο­λα, για­τὶ ὁ Σα­τα­νᾶς νοια­ζό­ταν γιὰ τὴ συγ­κο­μι­δή του.

       Τὸ σκέ­φτη­κε ἕ­ξι μῆ­νες καὶ με­τά, ἕ­να πρω­ί, πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὴ στε­ριά. Ὁ δαί­μο­νας ἔ­τρω­γε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα του τὴ σού­πα του, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ ἀν­τί­κρι­σε τὸν ἅ­γιο. Ἀ­μέ­σως ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει, φί­λη­σε τὸ χέ­ρι του, τοῦ εἶ­πε νὰ πε­ρά­σει μέ­σα καὶ τοῦ πρό­σφε­ρε κά­τι νὰ δρο­σι­στεῖ.

       Ἀ­φοῦ ἤ­πι­ε μιὰ γα­βά­θα γά­λα, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ πῆ­ρε τὸ λό­γο:

       «Ἦρ­θα νὰ σοῦ προ­τεί­νω μιὰ κα­λὴ δου­λειά.»

       Ὁ δι­ά­βο­λος, ἀ­θῶ­ος καὶ δί­χως κα­χυ­πο­ψί­α, ἀ­πάν­τη­σε:

       — Δέ­χο­μαι.

       — Ἰ­δού, θὰ μοῦ ἐκ­χω­ρή­σεις ὅ­λα τα κτή­μα­τά σου.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς ἀ­νή­συ­χος, θέ­λη­σε νὰ μι­λή­σει.

       «Ναί, ἀλ­λά…»

       Ὁ ἅ­γιος συ­νέ­χι­σε:

       «Ἄ­κου πρῶ­τα. Θὰ μοῦ ἐκ­χω­ρή­σεις ὅ­λα σου τὰ κτή­μα­τα, θὰ ἀ­να­λά­βω τὴ συν­τή­ρη­ση, τὴ δου­λειά, τὸ ὄρ­γω­μα, τὴ σπο­ρά, τὸ κά­πνι­σμα, τὰ πάν­τα τέ­λος πάν­των καὶ θὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὴ σο­δειά. Συμ­φω­νεῖς;»

       Ὁ δι­ά­βο­λος, τεμ­πέ­λης κα­θὼς ἦ­ταν, δέ­χτη­κε.

       Ζή­τη­σε μό­νο ἐ­πι­πλέ­ον κά­ποι­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ γευ­στι­κὰ μπαρ­μπού­νια ποὺ ψα­ρεύ­ουν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μο­να­χι­κὸ ὄ­ρος. Ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ τοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κε.

       Ἕ­σφι­ξαν τὰ χέ­ρια, ἔ­φτυ­σαν κι οἱ δυ­ὸ γιὰ νὰ δεί­ξουν ὅ­τι ἡ συμ­φω­νί­α εἶ­χε κλεί­σει, καὶ ὁ ἅ­γιος συ­νέ­χι­σε:

       «Κοί­τα, δὲν θέ­λω νὰ ἔ­χεις πα­ρά­πο­να ἀ­πὸ μέ­να. Δι­ά­λε­ξε τί προ­τι­μᾶς: τὸ τμῆ­μα τῆς σο­δειᾶς ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν χω­ρα­φι­ῶν, ἢ ἐ­κεῖ­νο ποὺ φυ­τρώ­νει μέ­σα στὴ γῆ.»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς φώ­να­ξε:

       «Θὰ πά­ρω ἐ­κεῖ­νο ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια.»

       — «Σύμ­φω­νοι» εἶ­πε ὁ ἅ­γιος.

       Καὶ ἔ­φυ­γε.

       Ὅ­μως, ἕ­ξι μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μέ­σα στὸ τε­ρά­στιο τσι­φλί­κι τοῦ δι­α­βό­λου, δὲν ἔ­βλε­πες πα­ρὰ μό­νο κα­ρό­τα, ρα­πα­νά­κια, κρεμ­μύ­δια, λα­γό­χορ­το , ὅ­λα τα φυ­τὰ ποὺ οἱ θρε­πτι­κὲς ρί­ζες τους εἶ­ναι κα­λὲς καὶ νό­στι­μες, καὶ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ἄ­χρη­στα φύλ­λα προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ ζω­ο­τρο­φές.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν κέρ­δι­σε τί­πο­τε καὶ θέ­λη­σε νὰ σπά­σει τὸ συμ­βό­λαι­ο, χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τὸν Ἅ­γιο Μι­χα­ὴλ «πο­νη­ρό».

       Ἀλ­λὰ ὁ Ἅ­γιος εἶ­χε γλυ­κα­θεῖ ἀ­πὸ τὶς καλ­λι­έρ­γει­ες· ἐ­πέ­στρε­ψε νὰ βρεῖ τὸ δι­ά­βο­λο:

       «Σὲ δι­α­βε­βαι­ῶ ὅ­τι δὲν τὸ σκέ­φτη­κα κα­θό­λου· ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψε, δὲν φταίω σὲ τί­πο­τε ἐ­γώ. Καὶ γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σω, σοῦ προ­σφέ­ρω αὐ­τὴ τὴ χρο­νιά, ὅ,τι ὑ­πάρ­χει κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς.»

       — Συμ­φω­νῶ, εἶ­πε ὁ Σα­τα­νᾶς.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη Ἄ­νοι­ξη, ὅ­λη ἡ ἔ­κτα­ση τῶν χω­ρα­φι­ῶν τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Κα­κοῦ, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νη μὲ πα­χὺ σι­τά­ρι, μὲ βρώ­μη με­γά­λη σὰν καμ­πα­νού­λα, λι­νά­ρι, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ κράμ­βη, κόκ­κι­νο τρι­φύλ­λι, μπι­ζέ­λια, λά­χα­να, ἀγ­κι­νά­ρες, μὲ ὅ­λους τους σπό­ρους καὶ ὅ­λες τὶς ὀ­πῶ­ρες ποὺ εὐ­δο­κι­μοῦν ὑ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη τί­πο­τε καὶ ἦ­ταν ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νος.

       Κα­τα­πι­ά­στη­κε πά­λι μὲ τὰ λι­βά­δια του καὶ μὲ τὸ ὄρ­γω­μα καὶ πα­ρέ­μει­νε κου­φὸς σὲ ὅ­λα τα νέ­α ἀ­νοίγ­μα­τα ποὺ τοῦ ἔ­κα­νε ὁ γεί­το­νάς του.

       Κύ­λη­σε ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος χρό­νος. Ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νου ἀρ­χον­τι­κοῦ του, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ κοί­τα­ζε τὴν γό­νι­μη γῆ ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν ὣς πέ­ρα μα­κριὰ καὶ ἔ­βλε­πε τὸν δι­ά­βο­λο νὰ δι­ευ­θύ­νει τὶς ἐρ­γα­σί­ες, νὰ ἀ­πο­θη­κεύ­ει τὴ σο­δειά, νὰ ἀ­λέ­θει τοὺς σπό­ρους του. Καὶ ἦ­ταν ἔ­ξω φρε­νῶν καὶ ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος μὲ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α του. Μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψει τὸν Σα­τα­νᾶ, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ, καὶ πῆ­γε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λέ­σει νὰ δει­πνή­σουν μα­ζὶ τὴν ἑ­πό­με­νη Δευ­τέ­ρα.

       «Δὲν εὐ­τύ­χη­σες μὲ τὶς δου­λει­ές σου μα­ζί μου, τοῦ εἶ­πε, τὸ ξέ­ρω· ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ μεί­νει με­τα­ξὺ μας κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα μνη­σι­κα­κί­ας, γι’ αὐ­τὸ σὲ προ­σκα­λῶ νὰ δει­πνή­σεις μα­ζί μου. Θὰ σοῦ προ­σφέ­ρω γιὰ γεῦ­μα ὡ­ραῖ­α πράγ­μα­τα.»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς ποὺ ἦ­ταν τό­σο λαί­μαρ­γος ὅ­σο καὶ τεμ­πέ­λης, δέ­χτη­κε εὐ­χα­ρί­στως. Τὴν μέ­ρα ἐ­κεί­νη, φό­ρε­σε τὰ κα­λύ­τε­ρα ροῦ­χα του καὶ πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ Ὄ­ρος.

       Ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ τὸν ἔ­βα­λε νὰ κα­θί­σει σὲ ἕ­να κα­τα­πλη­κτι­κὸ τρα­πέ­ζι. Στὴν ἀρ­χὴ σέρ­βι­ραν βὸλ ὠ βὰν πα­ρα­γε­μι­σμέ­να μὲ νε­φρὰ κό­κο­ρα, κε­φτε­δά­κια μὲ σάρ­κα ἀ­πὸ λου­κά­νι­κα, με­τὰ δύ­ο με­γά­λα μπαρ­μπού­νια ἀ λὰ κρέμ, κα­τό­πιν μιὰ λευ­κὴ γα­λο­πού­λα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ κά­στα­να κον­φὶ μέ­σα σὲ κρα­σί, με­τὰ ἕ­να ἀρ­νί­σιο μπού­τι μα­ρι­να­ρι­σμέ­νο καὶ τρυ­φε­ρὸ σὰν γλυ­κό· με­τὰ λα­χα­νι­κὰ ποὺ ἔ­λι­ω­ναν στὸ στό­μα καὶ ζε­στή, νό­στι­μη, ἀ­χνι­στὴ γα­λέ­τα, ποὺ μο­σχο­μύ­ρι­ζε βού­τυ­ρο.

       Ἤ­πιαν κα­θα­ρὸ μη­λί­τη οἶ­νο, ἀ­φρώ­δη καὶ ζα­χα­ρώ­δη, καὶ κόκ­κι­νο με­θυ­στι­κὸ κρα­σί, καὶ ὕ­στε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε πιά­το, ἔ­πι­ναν σὰν σφουγ­γά­ρι πε­πα­λαι­ω­μέ­νο ἀ­πό­σταγ­μα μή­λου.

       Ὁ δι­ά­βο­λος ἔ­φα­γε καὶ ἤ­πι­ε τὸν ἀ­γλέ­ο­ρα, τό­σο πο­λὺ καὶ τό­σο κα­λὰ ποὺ ἔ­νι­ω­σε δυ­σά­ρε­στα.

       Τό­τε, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ήλ, ση­κώ­θη­κε φο­βε­ρὸς καὶ τρο­με­ρὸς καὶ φώ­να­ξε μὲ βρον­τε­ρὴ φω­νή:

       «Μπρο­στά μου!!! Μπρο­στά μου, κά­θαρ­μα! Τολ­μᾶς…μπρο­στά μου…»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς τὰ ἔ­χα­σε καὶ τό ’βά­λε στὰ πό­δια καὶ ὁ ἅ­γιος, ἀρ­πά­ζον­τας μιὰ μαγ­κού­ρα, τὸν κυ­νή­γη­σε.

       Ἔ­τρε­χαν στὰ κά­τω σα­λό­νια, γυ­ρί­ζον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς κο­λῶ­νες, ἀ­νέ­βαι­ναν τὶς ἀ­έ­ρι­νες σκά­λες, κάλ­πα­ζαν κα­τὰ μῆ­κος τῶν γει­σω­μά­των, πη­δοῦ­σαν ἀ­πὸ ὑ­δρορ­ρό­η σὲ ὑ­δρορ­ρό­η. Ὁ φτω­χὸς δαί­μο­νας, ἄρ­ρω­στος νὰ σοῦ σπα­ρά­ζει τὴν ψυ­χή, ἔ­τρε­χε νὰ φύ­γει, βρω­μί­ζον­τας τὴν κα­τοι­κί­α τοῦ ἁ­γί­ου. Ἐ­πι­τέ­λους, βρέ­θη­κε στὴν τε­λευ­ταί­α τα­ρά­τσα, πο­λὺ ψη­λά, ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­κα­λύ­πτει κα­νεὶς τὸν ἀ­πέ­ραν­το κόλ­πο μὲ τὶς ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πό­λεις, τὴν ἄμ­μο καὶ τὰ βο­σκο­τό­πια του. Δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ξε­φύ­γει γιὰ πο­λύ· καὶ ὁ ἅ­γιος τοῦ κα­τά­φε­ρε ἕ­να πι­σώ­πλα­το χτύ­πη­μα, μιὰ γε­ρὴ κλω­τσιὰ ποὺ τὸν ἐκ­σφεν­δό­νι­σε σὰν μπά­λα στὸ δι­ά­στη­μα.

       Πέ­τα­ξε στὰ οὐ­ρά­νια σὰν ἀ­κόν­τιο καὶ ἔ­πε­σε μὲ ὅ­λο του τὸ βά­ρος μπρο­στὰ στὴν πό­λη Μορ­τέν. Τὰ κέ­ρα­τα στὸ μέ­τω­πό του καὶ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια τῶν με­λῶν του, καρ­φώ­θη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὸ βρά­χο ὁ ὁ­ποῖ­ος κρα­τᾶ αἰ­ώ­νια τα ἴ­χνη αὐ­τῆς τῆς πτώ­σης τοῦ Σα­τα­νᾶ.

       Ση­κώ­θη­κε κου­τσαί­νον­τας, σα­κα­τε­μέ­νος στὸν αἰ­ώ­να τὸν ἅ­παν­τα· καὶ κοι­τών­τας πί­σω του τὸ μοι­ραῖ­ο Ὄ­ρος νὰ ὀρ­θώ­νε­ται σὰν ἀ­πό­κρη­μνη κορ­φὴ στὴ δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, κα­τά­λα­βε κα­λὰ ὅ­τι θὰ ἔ­βγαι­νε πάν­τα ἡτ­τη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἄ­νι­σο ἀ­γώ­να, καὶ ἀ­να­χώ­ρη­σε σέρ­νον­τας τὸ πό­δι του, κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς μα­κρι­νὲς χῶ­ρες, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας στὸν ἐ­χθρό του τὰ χω­ρά­φια, τὶς πλα­γι­ές, τὰ βο­σκο­τό­πια καὶ τὶς πε­διά­δες.

       Νά λοι­πὸν πὼς ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ήλ, προ­στά­της τῶν Νορ­μαν­δῶν νί­κη­σε τὸν δι­ά­βο­λο.

       Ἕ­νας ἄλ­λος λα­ὸς θὰ εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὴ τὴ μά­χη.

(19 Δε­κεμ­βρί­ου 1882)

      .      

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Contes Fantastiques Complets, ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις: ἐκ­δό­σεις Marabout. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1882, στὸ Gil Blas.

.

Γκὺ ντὲ Μω­πασ­σάν(Guy de Maupassant). Γεν­νή­θη­κε στὶς 5 Αὐ­γού­στου 1850 στὸν πύρ­γο Miromesnil στὴν Tourville-sur-Arques καὶ πέ­θα­νε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1893 στὸ Πα­ρί­σι. Συν­δε­ό­ταν μὲ φι­λί­α μὲ τὸν Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ καὶ τὸν Γου­σταῦ­ο Φλωμ­πέρ. Τὰ ἔρ­γα του χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται, πα­ρὰ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ τὸν πε­σι­μι­σμὸ ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ αὐ­τό, ἀ­πὸ με­γά­λη ρε­α­λι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἔ­λεγ­χο τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν του μέ­σων. Ἡ πα­ρου­σί­α του στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στε­ρέ­ω­μα τῆς Γαλ­λί­ας, δια­ρκεῖ μιὰ δε­κα­ε­τί­α—ἀ­πὸ τὸ 1880 ἕ­ως τὸ 1890—πρὶν τρε­λα­θεῖ καὶ πε­θά­νει σὲ ἡ­λι­κί­α 42 ἐ­τῶν. Ἀ­πέ­κτη­σε φή­μη πρὶν τὸ θά­να­τό του καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα νὰ θε­ω­ρεῖ­ται με­γά­λος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ νο­βε­λί­στας, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ ἔρ­γο του ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­θη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴ με­τα­φο­ρὰ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο πολ­λῶν ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του.

.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἰ­ω­άν­να Ἀ­βρα­μί­δου (Δρά­μα, 1951). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς με­τα­φρά­στρια στὴν ΕΕ ἀ­πὸ τὸ 1980 ἕ­ως τὸ 2001. Ἀ­πὸ τὸ 2003 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­σης, καὶ φι­λο­σο­φί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά.

.