Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).


 

Ντάρεν Ἀρονόφσκι (Darren Aronofsky): Τὸ πρῶτο φιλί (A First Kiss)

7711f1e232936f62e67269439f396b91_xl


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky)


Τὸ πρῶ­το φι­λὶ

(A First Kiss)


03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.

        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.

        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.

        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.

        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;

        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.

        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.

        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.

        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.

        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.

        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.

        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.

        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.

        Τί νὰ κά­νου­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).


Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky). (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1969). Σε­νά­ριο, σκη­νο­θε­σί­α, πα­ρα­γω­γὴ ται­νι­ῶν. Γνω­στὸς γιὰ τὴ δου­λειά του στὶς ται­νί­ε­ς Ρεκ­βι­εμ γιὰ ἕ­να Ὄ­νει­ρο (Requiem for a Dream, 2000), Ὁ Πα­λαι­στή­ς (The Wrestler, 2009) καὶ Μαῦ­ρος Κύ­κνο­ς (Black Swan, 2010), ἡ ὁ­ποί­α προ­τά­θη­κε γιὰ Ὄσκαρ Σκη­νο­θε­σί­ας.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:


Ἑ­λέ­νη Ρί­ζου Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.



 

Βίβιαν Γκόρνικ (Vivian Gornick): Πῶς διαβάζω μετὰ τὸ Συμβὰν τῆς 11ης Σεπτεμβρίου

photo2jpg


Βί­βιαν Γκόρ­νικ (Vivian Gornick)


Πῶς Δι­α­βά­ζω με­τὰ τὸ Συμ­βὰν τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου

(How I Read since September 11th)


02-TaphΗΝ ΕΝΤΕΚΑΤΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, στὶς 09:30 τὸ πρω­ί, στά­θη­κα στὸ δρό­μο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὸ Γκρί­νου­ϊτς Βί­λα­τζ, ἀ­νά­με­σα στὸ σι­ω­πη­ρὸ πλῆ­θος, ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κτί­ρια στὸ Μαν­χά­ταν νὰ φλέ­γον­ται καὶ ἔ­πει­τα νὰ κα­ταρ­ρέ­ουν. Κα­νεὶς δὲν μί­λη­σε, κα­νεὶς δὲν φώ­να­ξε. Νο­μί­ζω πὼς ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μή, ὅ­λοι σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πλῆ­θος κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­χε πλέ­ον ἀλ­λά­ξει καὶ ὅ­τι ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ ξα­νὰ ἡ ἴ­δια. Στοὺς μῆ­νες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν τρο­μα­κτι­κὴ ἡ­μέ­ρα, μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ποὺ δύ­σκο­λα τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει κα­νεὶς —ἄν­θρω­ποι κά­πως σο­κα­ρι­σμέ­νοι, κά­πως ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι, πε­ρί­ερ­γα σκε­πτι­κοὶ— πε­ρι­έ­βαλ­λε τὴν πό­λη καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χει κα­τα­λα­γιά­σει. Ἡ πό­λη συ­χνὰ νι­ώ­θει κε­νή, μπερ­δε­μέ­νη, ξε­ρι­ζω­μέ­νη. Καὶ τὰ πάν­τα πνιγ­μέ­να σὲ πε­ρί­ερ­γη σι­ω­πή: ἡ κί­νη­ση, ὁ θό­ρυ­βος, τὸ πλῆ­θος· ἑ­στι­α­τό­ρια, θέ­α­τρα, μου­σεῖ­α, κά­ποι­ες φο­ρὲς μι­σο­ά­δεια, κά­ποι­ες φο­ρὲς ἀ­κό­μη καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­να. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα κά­ποι­ο ἀ­κα­θό­ρι­στο στοι­χεῖ­ο στὴ ζω­ὴ μας μοιά­ζει στα­δια­κὰ νὰ χά­νε­ται ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἕ­νας ἄν­τρας, ποὺ κά­θε Σάβ­βα­το, ἐ­δῶ καὶ τριά­ντα χρό­νια, πή­γαι­νε σὲ τζὰζ συ­ναυ­λί­ες, πλέ­ον κά­θε­ται σπί­τι τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τοῦ Σαβ­βά­του. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­δι­ά­φο­ρα ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. «Δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἴ­χνος δι­α­σκέ­δα­σης στὴ δι­α­σκέ­δα­ση.» Μιὰ γυ­ναί­κα, ποὺ λα­τρεύ­ει τὶς ται­νί­ες ποὺ ἔ­χουν γυ­ρι­στεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, πλέ­ον κλεί­νει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ὅ­ταν προ­βάλ­λε­ται κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­ό­ρι­στα, «δὲν φαί­νε­ται νὰ ται­ριά­ζουν πλέ­ον μὲ τὴν κα­τά­στα­ση». Μιὰ ἄλ­λη τα­ρά­ζε­ται στὴ θέ­α φω­το­γρα­φι­ῶν μὲ φόν­το τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. «Τὰ πάν­τα», λέ­ει, «θυ­μί­ζουν τὸ «πρὶν» καὶ τί­πο­τα ἀ­πὸ τὸ «πρὶν» δὲν προ­σφέ­ρει πα­ρη­γο­ριά».

        Ξέ­ρω τί ἐν­νο­οῦν. Ὅ­λη μου τὴ ζω­ή, σὲ κά­θε εἴ­δους κρί­ση, κα­τέ­φευ­γα σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ δο­κί­μια μὲ ὑ­πό­βα­θρο τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη γιὰ νὰ ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­σω τὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο πνεῦ­μα μου. Ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Στρέ­φο­μαι πρὸς τὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, στὴ με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α κα­τὰ προ­τί­μη­ση. «Κα­νέ­νας κίν­δυ­νος ἐ­δῶ», σκέ­φτο­μαι μὲ πι­κρὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Νό­μι­ζα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πέ­φευ­γα ἦ­ταν ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ σω­στὴ λέ­ξη.

        Μιὰ γα­λή­νια, ξά­στε­ρη νύ­χτα τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, δι­έ­σχι­ζα τὴ λε­ω­φό­ρο Μπρόν­τγου­ε­ϊ, ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ βρί­σκε­ται στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­βδο­μήν­τα, καὶ στὰ μι­σά τοῦ δρό­μου τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε κόκ­κι­νο. Στα­μά­τη­σα στὴ νη­σί­δα ποὺ δι­α­χω­ρί­ζει τὴ λε­ω­φό­ρο καὶ ἔ­κα­να αὐ­τὸ ποὺ κά­νουν ὅ­λοι: κοί­τα­ξα τὸ δρό­μο γιὰ νὰ δῶ ἐ­ὰν ἔρ­χε­ται κα­νεὶς ὥ­στε νὰ πε­ρά­σω μὲ ἀ­σφά­λεια ἀ­πέ­ναν­τι. Πρὸς ἔκ­πλη­ξή μου, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­θό­λου κί­νη­ση. Οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Στά­θη­κα ἐ­κεῖ ὑ­πνω­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ καὶ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση κε­νό­τη­τας. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ —ἐ­κτὸς ἴ­σως σὲ πε­ρί­πτω­ση χι­ο­νο­θύ­ελ­λας— ποὺ ἡ λε­ω­φό­ρος Μπρόν­τγου­ε­ϊ δὲν εἶ­χε ἔ­στω καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κί­νη­ση. Ἔ­μοια­ζε σὰν σκη­νὴ ἀ­πὸ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. «Σὰν φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμπ….» ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι καὶ ἀ­μέ­σως ἡ σκέ­ψη μου δι­α­κό­πη­κε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ τρο­μο­κρα­τοῦ­σε καὶ μό­νο τὸ νὰ σκε­φτῶ «μιὰ σκη­νὴ ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή». Σὰν νὰ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὀ­λέ­θριος χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ μέ­να καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ λα­χτα­ρῶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς ζων­τα­νὴ σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμ­ποτ. Τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε πρά­σι­νο καὶ ἐ­γὼ πα­ρέ­μει­να στὴ νη­σί­δα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τέ­βω τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ νὰ μπῶ σὲ μιὰ σκέ­ψη ποὺ ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ γα­λή­νη ἡ ὁ­ποί­α πλέ­ον φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει χα­θεῖ γιὰ πάν­τα: μιὰ γα­λή­νη ποὺ πί­στευ­α πὼς ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν δι­καί­ω­μά μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ ἀρ­γο­σβή­νει ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θλι­βε­ρή, σο­κα­ρι­σμέ­νη ἐ­πο­χή: ἡ νο­σταλ­γί­α. Καὶ ἔ­πει­τα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὴν καρ­διὰ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των ποὺ δι­ά­βα­ζα, δὲν ἦ­ταν τὸ συ­ναί­σθη­μα, ἀλ­λὰ ἡ νο­σταλ­γί­α. Αὐ­τὴ ἡ κρύ­α, ἀ­μι­γὴς σι­ω­πὴ στὴν καρ­διὰ τῆς μον­τέρ­νας εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τῆς νο­σταλ­γί­ας: δι­α­θέ­σι­μη μό­νο σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ στέ­κον­ται στὸ τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας χω­ρὶς λα­χτά­ρα ἢ λύ­πη, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας τὰ πράγ­μα­τα ὅ­πως ἔ­χουν. Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό, ποὺ γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ἡ πα­ρη­γο­ριὰ πη­γά­ζει μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νη πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ τι­μᾶ τὴ σκλη­ρό­τη­τα αὐ­τὴ μὲ ἀ­πό­λυ­τη προ­σή­λω­ση στὸ πα­ρόν. Ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ με­γά­λη δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξύ τοῦ τί ἐν­νο­οῦν οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι μὲ τὸν ὄ­ρο «με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α» καὶ τί ἐν­νο­οῦ­σε ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος. Μιὰ δι­α­φο­ρά, ποὺ ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι πά­λι, θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως κά­ποι­ος νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ μό­νο τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

Βί­βιαν, Γκόρ­νικ, (Vivian, Gornick). (Μπρόνξ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1935). Δο­κί­μιο, κρι­τι­κή, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕν­τε­κα βι­βλί­α κι ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κυ­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες εὐ­ρεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: πα­ρά­ξε­νη γυ­ναί­κα καὶ Πό­λη (The Odd Woman and the City, 2015). Δι­δά­σκει γρα­φὴ σὲ τρι­το­βάθ­μια σχο­λὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τσί­για­ννη, Ἄν­νυ. Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τάφρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.

 

Μπουσραὴλ Ἐστσάουι (Bouchrail Echchaoui): Μιὰ ἀποκρουστικὴ πραγματικότητα

tromokratia1


Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι


Μιὰ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα



01-xiΑΠΛΩΣΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ἀλ­λὰ ἡ σι­έ­στα μοῦ ἐ­πε­φύ­λασ­σε ἕ­ναν φρι­κτὸ ἐ­φιά­λτη. Φω­τιὰ παν­τοῦ καὶ κα­πνὸς νὰ κα­λύ­πτει τοὺς πε­ζοὺς ποὺ τρέ­χουν δί­χως καὶ οἱ ἴ­διοι νὰ ξέ­ρουν πρὸς τὰ ποῦ, με­τα­τρέ­πον­τάς τους σὲ γκρί­ζα ἀ­γάλ­μα­τα. Χά­ος σὲ γῆ καὶ οὐ­ρα­νό. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω ἐμ­πρὸς στὸν τρό­μο τῶν εἰ­κό­νων ποὺ δια­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Νὰ συ­νε­χί­σω νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους πού, γαν­τζω­μέ­νοι στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ζη­τοῦν βο­ή­θεια ἢ νὰ τρέ­ξω νὰ ἠ­ρε­μή­σω τὰ παι­διὰ ποὺ κλαῖ­νε ὄν­τας καὶ αὐ­τὰ μάρ­τυ­ρες τοῦ τρό­μου;

        Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν. Οἱ ἀν­τι­λή­ψεις μας, οἱ φι­λί­ες, οἱ ἐλ­πί­δες, ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη καὶ ὁ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς χάρ­της ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἔ­χει ἀλ­λά­ξει διὰ παν­τός. Τρό­μος, ἐ­πι­θέ­σεις καὶ ἀ­πει­λὲς παν­τοῦ. Πό­λε­μοι, ἱ­ε­ροὶ καὶ μή, ἀ­πὸ φα­να­τι­σμὸ ἢ γιὰ ἐκ­δί­κη­ση.

        Δὲν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι πιὰ κα­νέ­ναν καὶ κα­νεὶς δὲν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται ἐ­μέ­να οὔ­τε καὶ θὰ μὲ ἐμ­πι­στευ­τεῖ πο­τέ. Ὅ­λοι με­τα­τρα­πή­κα­με σὲ πι­θα­νοὺς ὑ­πό­πτους καὶ ἐν­δε­χό­με­νους φα­να­τι­κούς. Τὰ παι­διὰ δὲν εἶ­ναι πιὰ τὰ ἴ­δια, δὲν κά­νουν ὄ­νει­ρα οὔ­τε παί­ζουν ὅ­πως πα­λιά.

        Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πὲ τοῦ σα­λο­νιοῦ καί, ἀ­νοί­γον­τας τὰ μά­τια, ἀν­τί­κρι­σα στὶς εἰ­δή­σεις εἰ­κό­νες φρι­κα­λέ­ες. Νό­μι­ζα πὼς ὀ­νει­ρευ­ό­μουν, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μό­λις εἶ­χαν ἐ­πι­τε­θεῖ στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

        Ἀ­κό­μη δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ἂν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἢ ἂν εἶ­χα πα­ραι­σθή­σεις. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι ἡ ὠ­μὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ἔ­γι­νε ἕ­να μὲ τὸ με­ση­με­ρια­νό μου ἐ­φιά­λτη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι (Bouchrail Echchaoui) (Ἀλ­κα­σαρ­κιμ­πίρ, Μα­ρό­κο, 1974). Ποί­η­ση, ἀρ­θρο­γρα­φί­α, πλα­στι­κὲς τέ­χνες. Σπού­δα­σε βι­ο­λο­γί­α στὴν Τυ­νη­σί­α. Γρά­φει ποί­η­ση στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ καὶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Ποί­η­ση καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ Τύ­πο σὲ ἐ­θνι­κὸ καὶ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο. Εἶ­ναι μέ­λος δι­ά­φο­ρων πο­λι­τι­στι­κῶν καὶ ἀν­θρω­πι­στι­κῶν συλ­λό­γων καὶ ὀρ­γα­νι­σμῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη.


 

Τζένιφερ Μπέρμαν (Jenifer Berman): Πρόλογος: Τὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο

fos1400104-960x671


Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman)


Πρό­λο­γος: Τὸ Κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην Εὐ­αγ­γέ­λιο


02-TaphΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ ΦΩΣ ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­θω­ριά­ζει καὶ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει ἔκ­πλη­ξη. Κα­θὼς τὸ δι­α­σχί­ζει περ­πα­τώντας στὸ πά­τω­μα μὲ τὶς πλα­τι­ὲς σα­νί­δες τὸν βλέ­πει νὰ κά­θε­ται στη­τὸς στὸ κρε­βά­τι. Τὸ ση­μά­δι ἀ­πὸ τὶς τρί­χες του ἔ­χει ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ πά­νω στὰ φρε­σκο­σι­δε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια καὶ κα­θὼς ἐ­κεί­νη προ­χω­ρά­ει πρὸς τὸ μέ­ρος του τὰ βή­μα­τά της γί­νον­ται κο­φτὰ καὶ δι­στα­κτι­κά. Δὲν ἔ­χει ξα­να­δεῖ πο­τὲ κά­ποι­ον νε­κρό. Οὔ­τε νε­ο­γέν­νη­το ἔ­χει ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ στὸ στρε­βλὸ φῶς τοῦ λυ­κό­φω­τος αὐ­τὴ ἡ μά­ζα ἀ­πὸ μύ­ες, αἷ­μα καὶ κό­κα­λα μοιά­ζει μὲ που­λά­ρι ποὺ μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἀ­μνια­κὸ σά­κο τῆς μη­τέ­ρας του.

        Ὅ­ταν φτά­νει στὸ κρε­βά­τι, τὸν σκουν­τά­ει ἐ­λα­φρά. Μα­ζεύ­ει τὸ δά­χτυ­λό της, κα­θὼς τὴ φό­βι­σε τὸ δέρ­μα του, ἐ­νῶ τῆς φαί­νε­ται πὼς εἶ­ναι νε­κρὸς ἐ­δῶ καὶ ἀρ­κε­τὸ και­ρό. Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ἄ­ψυ­χα καὶ γκρί­ζα. Ἔ­χουν τὸ χρῶ­μα μιᾶς χι­ο­νο­θύ­ελ­λας καὶ κοι­τά­ζουν τὸ τα­βά­νι, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει τὸ ξε­φλού­δι­σμα τῆς μπο­γιᾶς. Ἀ­κο­λου­θεῖ τὴ μα­τιά του. Ψη­λὰ μέ­σα στὰ σύν­νε­φα ὅ­που γεν­νι­έ­ται μιὰ κα­ται­γί­δα, ἐ­νῶ τὸ στό­μα του ἔ­χει ἀ­νοί­ξει λὲς καὶ πρό­κει­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἐ­ρώ­τη­ση. Ἡ ἀ­νά­σα του μυ­ρί­ζει μέν­τα. Εἶ­ναι μιὰ κα­θα­ρή, κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διά, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἀ­πό­ψεις ὁ θά­να­τος τὸν ἔ­χει κά­νει νὰ μοιά­ζει μὲ ἄ­γνω­στο: τὰ πα­χιά του μά­γου­λα καὶ τὰ μυ­τε­ρὰ αὐ­τιά του, τὰ πλα­τιὰ δά­χτυ­λά του, σχε­δὸν σὰν τῆς πά­πιας, τὰ νύ­χια του με­λα­νι­α­σμέ­να στὸ χρῶ­μα τοῦ δα­μά­σκη­νου.

        Τὸ στο­μά­χι της γουρ­γου­ρί­ζει δυ­να­τά. Πλη­σιά­ζει ἡ κα­ται­γί­δα. Τὴ βλέ­πει στὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὰ ἄ­μορ­φα σύν­νε­φά της καὶ τὴ δυ­σοί­ω­νη ἀ­νη­συ­χί­α τῆς βα­θιᾶς ἀ­νά­σας της. Ὁ οὐ­ρα­νὸς βα­στά­ει τὰ βά­σα­να ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ὅ­λο το χυ­μέ­νο αἷ­μα καὶ τὴν πλη­γω­μέ­νη κού­ρα­σή του. Καὶ βλέ­πει τοὺς στρα­τι­ῶ­τες νὰ κρα­τᾶ­νε σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια τους τὶς ψυ­χές τους, νὰ σκί­ζουν τὰ δι­α­κρι­τι­κά τους καὶ νὰ βογ­γᾶ­νε μπρο­στὰ στὶς νο­σο­κό­μες τους ζη­τών­τας λί­γη ἀ­να­κού­φι­ση. Καὶ ἀ­κού­ει καὶ αὐ­τές, τὶς νο­σο­κό­μες, μὲ τὶς λε­πτὲς καὶ ψυ­χρὲς φω­νές τους, κα­θὼς χτυ­πᾶ­νε τὸ κρύ­ο δέρ­μα γιὰ νὰ βροῦν μιὰ φλέ­βα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας οὐ­ρα­νὸς ποὺ βα­στά­ει ὅ­λη τὴν κού­ρα­ση τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι μου­δι­α­σμέ­νος καὶ κε­νός. Σὲ δι­α­περ­νά­ει σὰν ἠ­χώ.

        Για­τί αὐ­τό, πι­στεύ­ει ἐ­κεί­νη, πὼς εἶ­ναι αὐ­τὸς τώ­ρα. Μιὰ ἄ­δεια ἀν­τή­χη­ση, ἕ­να σύ­νο­λο μο­ρί­ων μό­νο, ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται μέ­σα στὸν χρό­νο. Κά­πο­τε ἦ­ταν ἄν­τρας καὶ τώ­ρα εἶ­ναι ἕ­να ποί­μνιο ποὺ ἔ­χει χά­σει τοὺς πι­στούς του. Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἀν­τι­κεί­με­να, φυ­σι­κά: μιὰ βέ­ρα, ἕ­να ρο­λό­ι τσέ­πης, ἕ­να ἐ­πι­με­λῶς φρον­τι­σμέ­νο σὲτ βουρ­τσί­σμα­τος δον­τι­ῶν. Ὅ­μως, μέ­σα στὴν ἀ­χνὴ πά­χνη, αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἔ­χουν ἐ­λά­χι­στη ση­μα­σί­α. Κά­πο­τε ἴ­σως κα­θό­ρι­ζαν τὴ ζω­ὴ κά­ποι­ου, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἁ­πλῶς αἰ­ω­ροῦν­ται δί­χως νό­η­μα. Χω­ρὶς τὸ ὑ­πό­βα­θρο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, χω­ρὶς κά­ποι­α ἀ­φή­γη­ση, μιὰ ἱ­στο­ρί­α, αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να πε­ρί­γραμ­μα μό­νο. Ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὴ ξε­χνά­ει καὶ χω­ρὶς τὰ κα­τάλ­λη­λα ἔγ­γρα­φα εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να παι­δι­κὸ παι­χνί­δι τη­λε­φώ­νου, ἕ­να μέ­σο δι­α­σκέ­δα­σης σὲ πάρ­τι γε­νε­θλί­ων, ποὺ χω­ρὶς τὴν πα­ρου­σί­α κά­ποι­ου γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει δὲν ἔ­χει κα­νέ­να νό­η­μα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἑρ­μη­νεύ­τρια νο­η­μα­τι­κῆς γλώσ­σας. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.