Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να

τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια

ΠΗΡΧΕ καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος Σα­ρα­πί­ων, ποὺ τοῦ δώ­σα­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «σεν­το­νά­κιας», για­τὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σεν­τό­νι τί­πο­τ’ ἄλ­λο πο­τέ του δὲν φό­ρε­σε. Αὐ­τός, λοι­πόν, πολ­λὴν ἐ­ξή­σκη­σεν ἀ­κτη­μο­σύ­νην· ἐ­πι­πλέ­ον, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν καὶ γραμ­μα­τι­ζού­με­νος, ἀ­πο­στή­θι­ζε ὅ­λες τὶς Γρα­φές. Καὶ ἀ­πὸ τὴν πολ­λὴ με­λέ­τη τῶν Γρα­φῶν καὶ τὴ με­γά­λη του ἀ­κτη­μο­σύ­νη σὲ κελ­λὶ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ἡ­συ­χά­σει —κι ὄ­χι βέ­βαι­α για­τὶ τὸν πε­ρι­σποῦ­σαν τὰ «ὑ­λι­κά»— γι’ αὐ­τὸ τὴν ἀ­ρε­τή του αὐ­τὴ τὴν ἀ­νέ­δει­ξε γυ­ρο­φέρ­νον­τας τὴν Οἰ­κου­μέ­νη. Για­τὶ ἔ­τσι ἦ­ταν καὶ τὸ φυ­σι­κό του. Δι­α­φο­ρὲς στοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες ὑ­πάρ­χουν πολ­λές, ἡ οὐ­σί­α ὅ­μως εἶ­ναι μί­α.

       Δι­η­γόν­του­σαν, λοι­πόν, οἱ πα­τέ­ρες, πὼς ἀ­φοῦ πῆ­ρε κά­ποι­ον ἀ­σκη­τὴ μα­ζί του ὡς συμ­παί­κτη, πού­λη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ εἴ­κο­σι νο­μί­σμα­τα, σὲ κά­ποι­ους εἰ­δω­λο­λά­τρες ἠ­θο­ποι­οὺς μιᾶς πό­λης. Κι ἀ­φοῦ σφρά­γι­σε τὰ λε­φτὰ τὰ ἔ­κρυ­ψε πά­νω του. Ἔ­μει­νε, λοι­πόν, μα­ζὶ μὲ τοὺς ἠ­θο­ποι­οὺς ποὺ τὸν ἀ­γό­ρα­σαν καὶ ποὺ τοὺς ὑ­πη­ρέ­τη­σε πι­στά, τό­σο και­ρό, ὅ­σο χρει­ά­στη­κε καὶ χρι­στια­νοὺς νὰ τοὺς κά­νει καὶ ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο νὰ τοὺς τρα­βή­ξει. Στὸν πο­λὺ και­ρὸ ποὺ ἔ­ζη­σε μα­ζί τους πρῶ­τος μπῆ­κε στὸ δρό­μο τοῦ Θε­οῦ ὁ ἠ­θο­ποι­ός, με­τὰ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ ἔ­πει­τα ὅ­λο του τὸ σπί­τι. Λέ­γα­νε, μά­λι­στα, ὅ­τι, ὅ­σο και­ρὸ ἀ­γνο­οῦ­σαν τὸν ἄν­θρω­πο, αὐ­τὸς τοὺς ἔ­πλε­νε καὶ τῶν δυ­ο­νῶ τὰ πό­δια. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, βα­φτί­στη­καν καὶ οἱ δυ­ό τους, καὶ ἀ­πέ­στη­σαν τοῦ θε­α­τρί­ζειν, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴ σε­μνὴ καὶ θε­ο­φο­βού­με­νη ζω­ή, λέ­νε στὸν ἅ­γιο, ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ κλέ­ψει τὸν ἀ­πέ­ραν­το σε­βα­σμό τους: «Ἔ­λα, ἀ­δελ­φέ μας, νὰ σ’ ἐ­λευ­θε­ρώ­σου­με για­τὶ καὶ σὺ ἀ­πὸ αἰ­σχρὴ σκλα­βιὰ μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σες.» Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: «Ἐ­πει­δὴ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς καὶ σώ­θη­κε ἡ ψυ­χή σας, θὰ σᾶς πῶ τὸ μυ­στι­κό μου· ἐ­γώ, λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ σᾶς πό­νε­σα, ἂν καὶ ἤ­μουν ἀ­σκη­τὴς ἐ­λεύ­θε­ρος, αἰ­γυ­πτια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, γιὰ τὸ χα­τή­ϡ­ρι σας πού­λη­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου, γιὰ νὰ σᾶς σώ­σω. Κ’ ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ, ποὺ θέ­λη­σε μὲ τὴν δι­κή μου τὴν τα­πεί­νω­ση νὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή σας, πάρ­τε τώ­ρα τὸ χρυ­σά­φι σας γιὰ νὰ φύ­γω κι ἄλ­λους μὲ τὴ σει­ρὰ νὰ βο­η­θή­σω.» Κ’ ἐ­κεῖ­νοι ἀ­φοῦ πολ­λὰ τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν καὶ τὸν βε­βαί­ω­ναν, λέ­γον­τας, πώς: «σὰν πα­τέ­ρα θὰ σ’ ἔ­χου­με καὶ κύ­ριο, μό­νο μεῖ­νε μα­ζί μας», δὲν κα­τά­φε­ραν, τε­λι­κά, νὰ τὸν πεί­σουν. Τό­τε τοῦ εἶ­παν: «Δῶ­σ’ τὸ χρυ­σά­φι στοὺς φτω­χο­ό­υς, γιὰ μᾶς ἔ­γι­νε ἀρ­ρα­βὼν σω­τη­ρί­ας· μό­νο νά ‘ρ­χε­σαι, μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο, νὰ μᾶς βλέ­πεις…»

       Αὐ­τός, λοι­πόν, μὲ τὰ πολ­λά του τα­ξί­δια ἔ­φτα­σε κά­πο­τε στὴν Ἑλ­λά­δα. Τρεῖς μέ­ρες ἔ­μει­νε στὴν Ἀ­θή­να, κ’ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἀ­πὸ κα­νέ­να. Αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος οὔ­τε κέρ­μα δὲν κρά­τα­γε, οὔ­τε σακ­κού­λι, οὔ­τε προ­βειά, οὔ­τε τί­πο­τα. Τὴν τέ­ταρ­τη μέ­ρα τὸν ἔ­κο­ψ’ ἡ πεί­να. Πεί­να φο­βε­ρή. Ἀ­κού­σια. Ἀ­πὸ ‘­κεῖ­νες ποὺ σπρώ­χνουν στὴν ἀ­πι­στί­α. Στά­θη­κε, τό­τε, σ’ ἕ­να λό­φο τῆς πό­λης —ἐ­κεῖ ποὺ οἱ ἄρ­χον­τες ἦ­σαν μα­ζε­μέ­νοι— καὶ ἄρ­χι­σε δυ­να­τὰ νὰ θρη­νεῖ, χτυ­πών­τας μὲ κρό­το τὰ χέ­ρια του, καὶ νὰ κρά­ζει: «Ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, βο­η­θᾶ­τε!». Κι ἀ­φοῦ τρέ­ξα­νε ὅ­λοι κον­τά του —φι­λο­σό­φοι κι ἀρ­χόν­τοι— τὸν ρω­τᾶ­νε: «Τί ἔ­χεις; κι ἀ­πὸ ποῦ ‘­σαι καὶ τί πά­σχεις;». Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς λέ­ει: «Ὅ­σο γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή μου, εἶ­μαι Αἰ­γύ­πτιος· ἀ­πὸ τὴν μέ­ρα ποὺ ἄ­φη­σα τὴν πα­τρί­δα μου σὲ τρεῖς δα­νει­στὲς ἔ­πε­σα· κι ἀ­π’ τοὺς δυ­ὸ γλύ­τω­σα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τοὺς πλή­ρω­σα καὶ τὸ χρέ­ος ξό­φλη­σα καὶ τί­πο­τα πιὰ δὲν τοὺς δέ­νει μα­ζί μου· ἀ­π’ τὸν τρί­το δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξε­φύ­γω…» Καὶ ‘­κεῖ­νοι προ­σπα­θών­τας, γε­μά­τοι πε­ρι­έρ­γεια, νὰ μά­θουν γιὰ τοὺς δα­νει­στές, νὰ τοὺς κα­θη­συ­χά­σουν, τὸν ρω­τοῦ­σαν: «Ποῦ βρί­σκον­ται καὶ ποι­οὶ εἶ­ναι; ποιός εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ σ’ ἐ­νο­χλεῖ; δεῖξέ τον μας, νὰ σὲ βο­η­θή­σου­με.» Τό­τε τοὺς εἶ­πε: «Μ’ ἐ­νό­χλη­σαν ἀ­πὸ τὰ νιά­τα μου φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ γα­στρι­μαρ­γί­α καὶ πορ­νεί­α· κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο γλύ­τω­σα – φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ πορ­νεί­α πιὰ δὲν μ’ ἐ­νο­χλοῦ­νε. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ τὴν πεί­να νὰ ξε­φύ­γω δὲν μπο­ρῶ. Τέ­ταρ­τη μέ­ρα σή­με­ρα καὶ πα­ρα­μέ­νει μοι ὀ­χλοῦ­σα ἡ γα­στήρ· ζη­τᾶ τὸ κα­θη­με­ρι­νό της – δί­χως αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται νὰ ζή­σω.» Τό­τε κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ποὺ νό­μι­ζαν πὼς βλέ­πα­νε θε­α­τρι­κὴ πα­ρά­στα­ση, τοῦ ­δῶ­σαν ἕ­να νό­μι­σμα. Αὐ­τὸς τὸ πῆ­ρε, τὸ κα­τέ­θε­σε ὁ­λό­κλη­ρο στὸν φοῦρ­νο, πῆ­ρε ἕ­να ψω­μὶ καὶ δί­χως νὰ στα­θεῖ στιγ­μή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Πί­σω δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Κα­τά­λα­βαν, τό­τε, οἱ φι­λό­σο­φοι, πὼς ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος κι ἀ­φοῦ πλή­ρω­σαν στὸν φούρ­να­ρη τὴν ἀ­ξί­α τοῦ ψω­μιοῦ, πῆ­ραν πί­σω τὸ πο­λὺ ἀ­κρι­βό­τε­ρο νό­μι­σμα.

       Κά­πο­τε, πά­λι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε σ’ ἕ­να πλοῖ­ο ποὺ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ρώ­μη, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν τα­ξι­δι­ώ­τη. Οἱ ναυ­τι­κοὶ ποὺ νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νε­βά­σει πρω­τύτε­ρα τὰ τρό­φι­μα ποὺ θὰ τοῦ χρει­ά­ζον­ταν στὸ τα­ξί­δι, ἢ ὅ­τι θά ‘­χε μα­ζί του χρή­μα­τα ν’ ἀ­γο­ρά­σει, τὸν δέ­χτη­καν χω­ρὶς ὑ­πο­ψί­ες. Ὁ κα­θέ­νας νό­μι­ζε πὼς κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­νέ­βα­σε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, σαλ­πά­ρα­νε καὶ θά ‘­χαν φτά­σει πεν­τα­κό­σια στά­δια ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια – ἐ­κεῖ στὴν δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, οἱ ἐ­πι­βά­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τρῶ­νε. Τὸ πλή­ρω­μα εἶ­χε φά­ει νω­ρί­τε­ρα. Εἶ­δαν τὴν πρώ­τη μέ­ρα νὰ μὴν τρώ­ει καὶ εἶ­παν πὼς τὸν πεί­ρα­ξε ἡ θά­λασ­σα· τὸν βλέ­που­νε τὴν δεύ­τε­ρη, τὴν τρί­τη καὶ τὴν τέ­ταρ­τη τὸ ἴ­διο. Τὸν βλέ­που­νε τὴν πέμ­πτη μέ­ρα, νὰ κά­θε­ται ἥ­συ­χα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τρώ­γα­νε καὶ τοῦ λέ­νε: «Διὰ τί οὐκ ἐ­σθί­εις, ἄν­θρω­πε;» Τοὺς λέ­ει: «Για­τὶ δὲν ἔ­χω.» Τό­τε, ἄρ­χι­σε ὁ ἕ­νας νὰ ρω­τᾶ τὸν ἄλ­λο: «Ποι­ός πα­ρέ­λα­βε τὰ τρό­φι­μα καὶ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του;», καὶ ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σαν πὼς δὲν τά ‘­χε πα­ρα­λά­βει κα­νείς, ἄρ­χι­σαν νὰ τσα­κώ­νον­ται μα­ζί του καὶ νὰ τοῦ λέ­νε: «Πῶς μπῆ­κες χω­ρὶς τρό­φι­μα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ μᾶς δώ­σεις τὰ ναῦ­λα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ τρῶς;». Τοὺς λέ­ει: «Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω μί­α πη­γαί­νε­τε καὶ ρίξ­τε με ὅ­που μὲ βρή­κα­τε.» Ἐ­κεῖ­νοι, ποὺ οὔ­τε γιὰ ἑ­κα­τὸ χρυ­σὰ δὲν θὰ στα­μα­τοῦ­σαν τὸ τα­ξί­δι τους, τρά­βη­ξαν στὸ σκο­πό τους. Ἔ­τσι πα­ρέ­μει­νε στὸ πλοῖ­ο καὶ μά­λι­στα τὸν τρέ­φα­νε ὥ­σπου νὰ φτά­σουν στὴν Ρώ­μη.

       Ὅ­ταν, λοι­πόν, ἔ­φτα­σε στὴν Ρώ­μη, ἐ­ξέ­τα­ζε προ­σε­κτι­κά, ἂν καὶ κα­τὰ πό­σον βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ κά­ποι­ος με­γά­λος ἀ­σκη­τὴς ἢ ἀ­σκή­τρια. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων συ­νάν­τη­σε καὶ τὸν μα­θη­τὴ τοῦ Ὠ­ρι­γέ­νη Δο­μνί­νο, ποὺ τὸ κρεβ­β­ά­τι του, με­τὰ τὸν θά­να­τό του θε­ρά­πευ­ε ἀ­σθε­νεῖς. Σχε­τί­στη­κε, λοι­πόν, μα­ζί του, πράγ­μα ποὺ ἄλ­λω­στε τὸν ὀφέ­λη­σε – για­τὶ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τε­τορ­νευ­μέ­νος σὲ ἦ­θος καὶ γνώ­σεις. Ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἔ­μα­θε γιὰ ἀ­σκη­τὲς καὶ ἀ­σκή­τρι­ες ποὺ μό­να­ζαν ἐ­κεῖ καί, μά­λι­στα, γιὰ κά­ποι­α παρ­θέ­νο ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ βλέ­πει ἄν­θρω­πο. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ποῦ μέ­νει, πά­ει καὶ λέ­ει στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ τὴν φρόν­τι­ζε: «Πὲς στὴν παρ­θέ­νο πὼς εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω· ὁ Θε­ὸς μὲ στέλ­νει.» Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ δυ­ὸ-τρεῖς μέ­ρες τὴ συ­ναν­τᾶ καὶ τῆς λέ­ει:

       — Τί κά­θε­σαι;

       — Δὲν κά­θο­μαι, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, ὁ­δεύ­ω.

       — Ποῦ ὁ­δεύ­εις;

       — Πρὸς τὸν Θε­ό.

       — Ζεῖς ἢ ἔ­χεις πε­θά­νει;

       — Ἂν πι­στεύ­ω στὸν Θε­ὸ εἶ­ναι για­τὶ πέ­θα­να· ἐ­κεῖ­νος ποὺ ζεῖ σαρ­κι­κὰ δὲν θὰ πο­ρευ­θεῖ.

       — Βε­βαί­ω­σέ με, λοι­πόν, ὅ­τι πέ­θα­νες κά­νον­τας ὅ,τι κά­νω.

       — Πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ροῦν νὰ γί­νουν πές μου καὶ θὰ τὰ κά­νω.

       — Γιὰ τὸν νε­κρὸ ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τά, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­σέ­βεια. Βγὲς ἔ­ξω καὶ προ­χώ­ρα!

       — Εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια ἐ­δῶ μέ­σα καὶ δὲν βγῆ­κα· τώ­ρα για­τί νὰ βγῶ;

       — Ἐ­ὰν γιὰ τὸν κό­σμο πέ­θα­νες κι ὁ κό­σμος γιὰ σέ­να, τὸ ἴ­διο σοῦ κά­νει νὰ βγεῖς καὶ νὰ μὴ βγεῖς· προ­χώ­ρα λοι­πόν!

       Καὶ προ­χώ­ρη­σε· καὶ ἀ­φοῦ βγῆ­κε κ’ ἔ­φτα­σε σὲ κά­ποι­α ἐκ­κλη­σιὰ τῆς λέ­ει:

       — Ἂν θέ­λεις, λοι­πόν, νὰ μὲ βε­βαι­ώ­σεις ὅ­τι πέ­θα­νες καὶ δὲν ζεῖς πιὰ γιὰ ν’ ἀ­ρέ­σεις στοὺς ἀν­θρώ­πους, κά­νε ὅ,τι κά­νω, καὶ τό­τε θὰ κα­τα­λά­βω, πράγ­μα­τι, πὼς πέ­θα­νες· βγά­λε, ὅ­πως ἐ­γώ, ὅ­λα σου τὰ ροῦ­χα καὶ ρίξε τα στὸν ὦ­μο καὶ ὕ­στε­ρα βά­δι­σε στὸ μέ­σον τῆς πό­λης· ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω μπρο­στὰ τὸ ἴ­διο γυ­μνός.

       — Πολ­λοὺς θὰ σκαν­δα­λί­ζω μ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­σχή­μια, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, καὶ θά ‘χουν νὰ λέ­νε πὼς αὐ­τὴ τρελ­λά­θη­κε κ’ εἶ­ναι δαι­μο­νι­σμέ­νη.

       — Καὶ τί σὲ νοιά­ζει ἂν ποῦν ὅ­τι Ἐ­ξέ­στη καὶ δαι­μο­νι­ῶ­σά ἐστιν· ἐ­σὺ γι’ αὐ­τοὺς εἶ­σαι πε­θα­μέ­νη.

       — Ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις τὸ κά­νω· τέ­τοι­α ἀ­να­μέ­τρη­ση νὰ μοῦ λεί­πει.

       — Πρό­σε­ξε, λοι­πόν, με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μὴν ἔ­χεις πιά: πὼς εἶ­σαι, τά­χα, πάν­των εὐ­λα­βε­στέ­ρα καὶ ἀ­πο­θα­νοῦ­σα τῷ κό­σμῳ· ἐ­γὼ ἀ­πὸ σέ­να εἶ­μαι πιὸ νε­κρὸς καὶ μ’ ἔρ­γα δεί­χνω πὼς πέ­θα­να γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους· ἐ­γὼ χω­ρὶς πά­θος ἢ ντρο­πὴ αὐ­τὸ τὸ κά­νω.

       Κι ἀ­φοῦ τῆς τσά­κι­σε τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­φή­νον­τάς την τα­πει­νω­μέ­νη.

       Ἔ­κα­νε καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα πράγ­μα­τα, ἀ­πὸ τὰ συν­τεί­νον­τα εἰς ἀ­πά­θειαν. Πέ­θα­νε ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν καὶ μέ­σα στὴν Ρώ­μη τὸν θά­ψαν.



Πη­γή: περ. Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να, ἀρ. 1, Χει­μώ­νας 1984, μτφ. Γιά­ννης Πα­τί­λης, ἀ­πὸ Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Κεί­με­νο. Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 198-209.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!


ΙΠΕΝ ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος τῷ Ἀβ­βᾷ Ἀ­κα­κί­ῳ· ἡ γυ­νὴ τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βεν, ὅ­ταν στα­λῇ τὸ αἷ­μα αὐ­τῆς· οὕ­τως οὖν καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιον, ὅ­ταν στα­λῇ τὰ ρέ­ον­τα ἀ­π’ αὐ­τῆς κά­τω­θεν πά­θη· ἐν ὅ­σῳ δὲ ἐ­νέ­χε­ται ἐν αὐ­τοῖς, πῶς δύ­να­ται κε­νο­δο­ξεῖν ὡς ἀ­πα­θής; δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα.


Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

Εἶ­πε ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος στὸν Ἀβ­βᾶ Ἀ­κά­κιο: ἡ γυ­ναί­κα τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε, ὅ­ταν στα­μα­τή­σει ἡ ἐμ­μη­νό­ροι­ά της· ἔ­τσι, λοι­πόν, καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιο, ὅ­ταν στα­μα­τή­σουν νὰ τρέ­χουν ἀ­π’ αὐ­τὴν τὰ κα­τώ­τε­ρα πά­θη της. Ὅ­σο εἶ­ναι μπλεγ­μέ­νη μα­ζί τους, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἐ­παί­ρε­ται ὅ­τι εἶ­ναι δί­χως πά­θη; Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]


Σωτήρης Παστάκας: New York, New York ἐξ ἀναβολῆς


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


New York, New York ἐξ ­να­βο­λῆς

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΟΥΝ μὲ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Τὸ Αἰ­γαῖ­ο, βα­θὺ μπλέ, ἀ­σά­λευ­τα στίγ­μα­τα τὰ κα­ρά­βια καὶ τὸ ἄ­σπι­λο λευ­κὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει χρω­μα­τι­κὰ τοὺς γκρί­ζους ὄγ­κους τῶν νη­σι­ῶν, ἁ­πλώ­νον­ταν σὰν κεν­τη­μέ­νο χρά­μι. Χρώ­μα­τα καὶ σχή­μα­τα αἰχ­μά­λω­τα τῆς ἀ­σά­φειας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ ἐ­ξά­τμι­ση τοῦ νε­ροῦ καὶ ἡ φυ­σι­κὴ κού­ρα­ση τῆς μα­τιᾶς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ ἢ κα­λύ­τε­ρα, ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει μέ­σα στὸ χά­ος μιὰ γνώ­ρι­μη μορ­φή, μιὰ πα­τρί­δα. Ναί, μιὰ πα­τρί­δα ποὺ τὴν μπό­λια­σαν οἱ ὑ­γρα­σί­ες τοῦ πόν­του μὲ τὰ βα­λαν­τω­μέ­να ἀ­νε­μο­σού­ρια καὶ τὴν πυ­ρί­καυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῶν βρά­χων, θρυμ­μα­τι­σμέ­νη στὴν πρέ­σα τοῦ δι­ά­πυ­ρου μύ­δρου νὰ γί­νε­ται σκό­νη κι ἄλ­λη σκό­νη φερ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς κον­τι­νὲς στε­ρι­ές, ἀ­φρά­το βού­τυ­ρο, πα­ρα­χω­μέ­νη στὸ ρα­ϊ­διὸ τῶν βρά­χων γκα­στρω­μέ­νη, ἕ­τοι­μη νὰ γεν­νή­σει τὴν πουρ­να­ριὰ καὶ τὰ λει­ψό­χορ­τα μὲ τὴν κά­πα­ρη καὶ τὸ θρούμ­πι νὰ εὐ­ω­διά­ζουν στὴ σάρ­κα τῆς ἐ­λιᾶς, τὰ κρί­τα­μα καὶ τ’ ἄλ­λα λι­α­νο­φά­για. Μέ­σα στὸ φῶς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου, κύ­λη­σε ξαν­θό το λά­δι –εὐ­λο­γί­α χει­μω­νι­ά­τι­κη–  στὰ σκα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἁλ­μύ­ρα χέ­ρια, στὰ ρο­ζι­α­σμέ­να δά­κτυ­λα μὲ τοὺς δι­ογ­κω­μέ­νους σταυ­ρούς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ μπο­λι­ά­στη­κε κι ἄν­θι­σε ἡ ζω­ὴ ἀ­πο­δι­ώ­χνον­τας τὰ σκο­τά­δια τοῦ θα­νά­του».

        Γιὰ νὰ ἀν­θί­σει ἡ ζω­ὴ πε­τού­σα­με μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο ἀ­πὸ τὴν Ἀ­μορ­γό, ὅ­που ἔ­κα­να τὸ Ἀ­γρο­τι­κό, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ὑ­παί­θρου, στὴν Ἀ­θή­να ἔ­τσι Ἀ­πρί­λιο μή­να, σὲ μιὰ πτή­ση δι­ά­σω­σης, καὶ γιὰ χρό­νια ἀ­νέ­βα­λα νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ὀ­μορ­φιὰ μὲ τὰ νη­σά­κια ἀ­νά­γλυ­φα νὰ γλι­στρᾶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τοῦ ΕΚΑΒ, καὶ νὰ ποὺ ὅ­λως τυ­χαί­ως πέ­φτουν τὰ μά­τια μου στὸ βι­βλί­ο τοῦ Ἀ­λέ­κου Ζού­κα «Στὴ Χί­ο μὲ τὸν Anatol de Meibohm», ἐ­κεῖ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Φαρ­φου­λᾶ, καὶ ἀ­νοί­γον­τάς το ἔ­πε­σα στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη σε­λί­δα. Μι­λά­ει γιὰ πτή­ση μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ χά­ρη στὴ μα­γεί­α τῆς πα­ρα­νά­γνω­σης, αὐ­τὸν τὸν ὕ­στε­ρο βαθ­μὸ τῆς ἀ­πό­λαυ­σης τοῦ κει­μέ­νου, ἐ­γὼ κα­τα­κλύ­ζο­μαι ἀ­πὸ τὸ ρυθ­μι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, οἱ με­ταλ­λι­κὲς ἕ­λι­κες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν καὶ γε­μί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο τους τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ὅ­πως στὴν πρώ­τη σκη­νὴ τῆς «Ἀ­πο­κά­λυ­ψης» τοῦ Κό­πο­λα, ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας ὀ­ρο­φῆς μπλέ­κε­ται μὲ τὶς ἕ­λι­κες τῶν ἑ­λι­κο­πτέ­ρων σὲ ἕ­να μον­τὰζ ποὺ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

        Τώ­ρα εἶ­ναι οἱ ἕ­λι­κες τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης σὲ ἕ­να πο­λὺ ἰ­δι­ω­τι­κὸ τα­ξί­δι-προ­σφο­ρὰ μὲ λί­γους καὶ ἐ­ξέ­χον­τες συ­να­δέλ­φους. Εἶ­ναι πά­λι Ἄ­νοι­ξη, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες πτή­σεις ποὺ ἐ­πι­τρέ­πον­ται πέν­τε χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων, καὶ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι μοῦ σφίγ­γει τὸ μπρά­τσο: Ἀ­πὸ φό­βο; Ἀ­πὸ ἀ­να­σφά­λεια; Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη; Δὲν ξέ­ρω… Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸ σπα­ρα­κτι­κὸ θέ­α­μα τῆς με­γα­λού­πο­λης πέ­ρα­σε αὐ­τό­μα­τα σὲ δεύ­τε­ρο πλά­νο, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ σκίρ­τη­μα κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, αὐ­τὰ τὰ γυ­ναι­κεῖ­α νύ­χια ποὺ εἶ­χαν φτά­σει νὰ ξε­σκί­ζουν τρυ­φε­ρὰ τὴ γυ­μνή μου σάρ­κα ὑ­περ­κέ­ρα­σαν καὶ τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὴν ἄ­γρια ὀ­μορ­φιὰ τῆς πτή­σης, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ ξύ­πνη­μα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­να πιὸ ἰ­σχυ­ρὸ κι ἀ­πὸ τὸ μου­σι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κό­πτε­ρου, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ μον­τὰζ στὴν ται­νί­α γί­νε­ται ἡ εἰ­σα­γω­γὴ στὶς πρῶ­τες νό­τες τοῦ «The End» τῶν Doors.

        Χά­ρη σ’ αὐ­τὴ τὴ μί­ξη τῶν ἤ­χων, ποὺ οἱ εἰ­δι­κοὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν ἀν­τι­γρά­ψουν ἀ­πὸ τὶς ἀ­νώ­τε­ρες νο­η­τι­κές μας λει­τουρ­γί­ες, τὴ συ­νεί­δη­ση γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με μὲ ἄλ­λα λό­για, ἔμ­πλε­ξαν μὲς στὸ μυα­λό μου δύ­ο ἀ­να­βο­λές: ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς πτή­σης μου μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο, καὶ ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὴ συ­νά­δελ­φο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, για­τί δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ κά­λε­σμα καὶ νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψω σὲ ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, μὲ τοὺς βόμ­βους τῶν δι­ά­φο­ρων ἑ­λι­κό­πτε­ρων νὰ βου­ί­ζουν στὰ αὐ­τιά μου, βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καὶ πά­τη­σα στὴ Μαυ­ρο­μι­χά­λη 18 μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος κι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, αὐ­τὴ μὲ τὸν Ἀ­λέ­κο Ζού­κα.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015)


Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς

(Angelheaded Hipsters)


ΟΝ ΕΙΔΕ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ με­τρό. Στε­κό­ταν μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ τζά­μι τῆς πόρ­τας καὶ κοί­τα­ζε ἔ­ξω. Ἦ­ταν με­λα­χρι­νός, μὲ ψη­λὰ ζυ­γω­μα­τι­κά. Τὰ μά­τια του δὲν τὰ εἶ­χε δεῖ ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ εἶ­χαν τὸ χρῶ­μα τοῦ πά­γου. Πρό­σε­ξε τὶς ὠ­μο­πλά­τες ποὺ προ­ε­ξεῖ­χαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ δερ­μά­τι­νο σα­κά­κι του. Κά­τι τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει τό­τε, γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸς ἂν καὶ ἀγ­γε­λό­μορ­φος ἔ­τσι ὅ­πως στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ βλέμ­μα του τὸν ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σει λί­γο, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα —ποὺ βρῆ­κα ξαφ­νι­κὰ τέ­τοι­ο θρά­σος;— ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του κά­τω ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στὴν πλά­τη του. Ἀ­νέ­συ­ρε τὴν πα­λά­μη του μα­τω­μέ­νη. «Πᾶ­με σπί­τι μου», τοῦ εἶ­πε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Μά­τω­σε ἔ­τσι καὶ τὸ δι­κό του. Ὁ κό­σμος τοὺς κοί­τα­ζε. Κα­τέ­βη­καν στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση καὶ περ­πά­τη­σαν τὴν ὑ­πό­λοι­πη δι­α­δρο­μὴ μέ­σα στὴ βρο­χή.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, πέ­τα­ξε τὰ κλει­διὰ στὸ τα­σά­κι δί­πλα στὴν εἴ­σο­δο καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο νὰ φέ­ρει πε­τσέ­τες. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι, στά­ζον­τας, ἀ­κί­νη­τος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὶς πε­τσέ­τες, τὸν εἶ­δε ποὺ στε­κό­ταν. «Για­τί δὲν μπαί­νεις μέ­σα;», τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν τρά­βη­ξε νὰ κα­θί­σει στὸ στρῶ­μα ποὺ σχε­δὸν γέ­μι­ζε τὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ. Τοῦ σκού­πι­σε τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν πε­τσέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα. Εἶ­χε τὴν πλά­τη του γυ­ρι­σμέ­νη κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κοί­τα­ζαν τὴ μα­τω­μέ­νη του πα­λά­μη. Τὰ σγου­ρὰ μαλ­λιά του ἀ­νέ­δι­δαν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ἄ­ρω­μα. Τί τοῦ θύ­μι­ζε; Τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ σα­κά­κι. Τὸ μπλου­ζά­κι του ἦ­ταν μου­λι­α­σμέ­νο στὸ αἷ­μα.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε. Πῆ­γε στὸ μπά­νιο κι ἔ­φε­ρε μιὰ λε­κά­νη μὲ νε­ρὸ κι ἕ­να σφουγ­γά­ρι. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ στρῶ­μα.

            «Πρέ­πει νὰ σὲ πλύ­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε, κοί­τα­ζε ἀ­κό­μα τὸ αἷ­μα στὴν πα­λά­μη του.

            «Πο­νᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

            Τό­τε μί­λη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. «Δὲν πο­νά­ω», εἶ­πε μὲ μιὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τη φω­νὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἀ­γό­ρι ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ αἴ­σθη­ση.

            Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ μπλου­ζά­κι. Τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν ἁ­πα­λό. Ὅ­που δὲν ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα, εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἄμ­μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε τὸ ἀ­γό­ρι. Τὰ μαλ­λιὰ του μυ­ρί­ζουν ἔ­ρη­μο. Τὸ ἤ­ξε­ρε, κι ἂς μὴν εἶ­χε πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο πο­τέ.

            Τὸ ἀ­γό­ρι βού­τη­ξε τὸ σφουγ­γά­ρι στὴ λε­κά­νη κι ὕ­στε­ρα τὸ στράγ­γι­ξε. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νους χόν­δρους, ἐ­κεῖ­νος ρί­γη­σε. Τὸ σῶ­μα του ἦ­ταν δυ­να­τό, γραμ­μω­μέ­νο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς δυ­ὸ πλη­γὲς στὴν πλά­τη του. Τὸ ἀ­γό­ρι δού­λευ­ε ὅ­σο πιὸ μα­λα­κὰ μπο­ροῦ­σε. Μό­λις τε­λεί­ω­σε, πῆ­ρε τὴ μα­τω­μέ­νη λε­κά­νη καὶ τὴν πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Τὴν ἄ­δεια­σε στὸ νε­ρο­χύ­τη, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι πε­τοῦ­σε κά­τι πο­λύ­τι­μο.


            «Δι­ψᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε. «Νὰ σοῦ φέ­ρω κά­τι νὰ πι­εῖς;»

            «Δὲν πί­νω», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.

            «Πει­νᾶς;»

            «Δὲν τρώ­ω.»

            «Τί θέ­λεις; Θέ­λεις ἕ­να τσι­γά­ρο;»

            «Ἁ­πλὰ μί­λα μου. Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            Τό­τε τὸ ἀ­γό­ρι τοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν τύ­πο ποὺ κα­τά­πι­νε σπα­θιὰ καὶ μα­χαί­ρια στὸ Σό­χο. Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς εἶ­χε στὸν οἰ­σο­φά­γο του τρί­α κο­φτε­ρὰ ξί­φη, ἕ­νας ἄν­τρας στα­μά­τη­σε μπρο­στά του καὶ τὸν κοί­τα­ζε. Ὁ περ­φόρ­μερ ἦ­ταν γυ­μνό­στη­θος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να πέ­τσι­νο παν­τε­λό­νι καὶ μιὰ ζώ­νη μὲ καρ­φιά. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ ἀ­φτί. Ὁ περ­φόρ­μερ τό­τε συ­στρά­φη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν τρό­μο. Ἔ­βγα­λε ὅ­πως-ὅ­πως τὰ σπα­θιὰ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει αἷ­μα. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἔ­φυ­γε. Ὁ περ­φόρ­μερ δὲν ξα­να­μί­λη­σε πο­τέ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι εἶ­χε σκί­σει τὶς φω­νη­τι­κές του χορ­δές. Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει τί τοῦ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

            «Σοῦ ἄ­ρε­σε;» ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Μοῦ ἀ­ρέ­σουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες. Ἂν καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τὶς ἔ­χω ξα­να­κού­σει», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.


Τὸ πρω­ὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸ σπί­τι, κα­θι­σμέ­νο πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ πῆ­γε στὴ δου­λειά. Τὸ δι­σκά­δι­κο ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­δει­ο ὅ­λη μέ­ρα. Πέ­ρα­σε τὴν ὥ­ρα χα­ϊ­δεύ­ον­τας τοὺς δί­σκους μὲ τὰ δά­χτυ­λα καὶ κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ἡ Πά­τι Σμίθ, ὄ­μορ­φη σὰν ἀ­γό­ρι, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζει τὸ φα­κὸ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τι­ράν­τες της καὶ τὸ σα­κά­κι στὸν ὦ­μο. Οἱ Μπὴτλς ἔ­χουν λα­στι­χω­τὲς ψυ­χὲς κι ὁ Τζὸν Λέ­νον χα­μο­γε­λά­ει. Τὰ Μπὴτς Μπό­υς τα­ΐ­ζουν μη­ρυ­κα­στι­κά. Ὁ Μέ­ρι­λυν Μάν­σον με­τα­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ σκου­λή­κι σὲ ἄγ­γε­λο.

            Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τὸν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μπρού­μυ­τα στὸ στρῶ­μα. Οἱ χόν­δροι στὴν πλά­τη του ἐ­ξεῖ­χαν σὰν δυ­ὸ ξα­σπρι­σμέ­να βου­νὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς σάρ­κι­νης χώ­ρας. Κά­θι­σε δί­πλα του στὸ στρῶ­μα καὶ δι­έ­τρε­ξε τὴν πλά­τη του μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι.

            «Ἦ­ταν τρο­με­ρό;» τὸν ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Ναί.»

            «Πῶς ἔ­νι­ω­σες;»

            «Ὁ νοῦς μου στα­μά­τη­σε κι ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει.»

            «Καὶ τώ­ρα τί εἶ­σαι;»

            «Ὅ,τι ἤ­μουν πάν­τα. Δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀλ­λά­ξεις αὐ­τὸ ποὺ εἶ­σαι.»

            «Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σεις;»

            «Μπο­ρῶ. Τί­πο­τα δὲν κρα­τά­ει αἰ­ώ­νια.»

            «Για­τί τὸ ἔ­κα­νες;»

            Ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του.

            «Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τὸ Λον­δί­νο ἀ­πὸ κον­τά.»

            Τὸ ἀ­γό­ρι σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο. «Ποῦ πή­γαι­νες ὅ­ταν σὲ συ­νάν­τη­σα;», ρώ­τη­σε τε­λι­κά.

            «Θὰ σοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο.»

            «Πές μου, ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴ γε­λά­σω.»

            «Πή­γαι­να στὸ Ἔιν­τζελ. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ βρῶ κι ἄλ­λους ἐ­κεῖ», εἶ­πε μ’ ἕ­να παι­δι­ά­στι­κο χα­μό­γε­λο ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ὄ­ψη του κά­τι ἀρ­χαῖ­ο κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

            Τὸ ἀ­γό­ρι γέ­λα­σε.

            «Θὰ μὲ γνω­ρί­σεις στοὺς φί­λους σου;» ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Εἶ­χε ἱ­δρώ­σει καὶ τὰ μαλ­λιά του κολ­λοῦ­σαν στὸ μέ­τω­πό του.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά. «Πᾶ­με», εἶ­πε.


Οἱ φί­λοι του ἔ­κλει­σαν τὸν ξέ­νο μέ­σα σ’ ἕ­ναν στε­νὸ κύ­κλο ἀ­πὸ με­θυ­σμέ­να σώ­μα­τα. Ἡ Τζού­λι, ὁ Μά­ικ, ὁ Φί­λιπ, ἱ­δρω­μέ­νοι δο­ρυ­φό­ροι φτι­αγ­μέ­νοι μὲ ὀ­ξὺ καὶ τρι­πά­κια καὶ μά­τια ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως —τὸ φῶς μοιά­ζει νὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα του— πρό­σω­πα ἐ­πί­μο­να νὰ κλέ­ψουν ἕ­να ἄγ­γιγ­μά του, χέ­ρια ποὺ δι­ψοῦ­σαν χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν για­τί. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν εἶ­δε ν’ ἁ­πλώ­νει ἕ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δά­χτυ­λο καὶ ν’ ἀγ­γί­ζει τὴ Τζού­λι στὸ μέ­τω­πο. Ἐ­κεί­νη γλί­στρη­σε κον­τά του κι ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι της στὸ στῆ­θος του. Ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε καὶ τὴ φί­λη­σε στὰ χεί­λη, τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα. Χρει­α­ζό­ταν ἀ­έ­ρα. Κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο κι εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δρα­πε­τεύ­σει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να γι­γάν­τιο σῶ­μα. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κλὰμπ μὲ βλέμ­μα θη­ρά­μα­τος. Τὸ μπὴτ τῆς μου­σι­κῆς ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα μουν­τό – ἡ τα­χυ­καρ­δί­α κά­ποι­ου ἄλ­λου.

            Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πό του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο τοῦ κτι­ρί­ου κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κρα­τή­σει τὴ νύ­χτα ἀ­κί­νη­τη. Σὲ λί­γο αἰ­σθάν­θη­κε δυ­ὸ χέ­ρια νὰ γλι­στρᾶ­νε στὸ στῆ­θος του, ὕ­στε­ρα στὸ στο­μά­χι του. Γύ­ρι­σε καὶ βρέ­θη­καν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Ἡ ἀ­νά­σα του μύ­ρι­ζε οὐ­ρα­νό. Τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸν φί­λη­σε πει­να­σμέ­να. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι φι­λά­ει τὸν γα­λα­ξί­α. Τὰ χέ­ρια του ἔ­ψα­χναν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σί­α πρω­τό­γνω­ρη κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λός του φώ­να­ζε ψη­λα­φῶ τὸν χρό­νο, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, θέ­λω νὰ σὲ δῶ ἀ­λή­θεια καὶ τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἀ­σύλ­λη­πτος καὶ γυ­μνός.


Κι ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι:

            «Μπο­ρῶ νὰ γί­νω γυ­ναί­κα γιὰ σέ­να. Θὰ ἤ­θε­λες μιὰ γυ­ναί­κα;»

            Καὶ τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­πε:

            «Ὄ­χι. Θέ­λω ἐ­σέ­να ὅ­πως εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κά.»

            «Καὶ ξέ­ρεις τί ση­μαί­νει αὐ­τό;»

            «Ξέ­ρω.»

            Καὶ τό­τε ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­ρι­ξε κά­τω τὴν ἀ­σπί­δα του

            καὶ πῆ­ρε τὸ σπα­θί του

            καὶ τρύ­πη­σε τὸ στῆ­θος τοῦ ἀ­γο­ριοῦ

            τρυ­φε­ρά,

            ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: «Angelheaded Hipsters», An Unlikely Companion, Μά­ϊ­ος 2015. (Με­τά­φρα­ση: Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου.)

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της «The Forest Edna» στὸν τόμο Letters from the Grave (Οrbannin books).

Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ πιάνο


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Τὸ πιά­νο


ΠΟ ΜΙΚΡΗ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παί­ζει πιά­νο. Κα­θό­ταν μὲ τὶς ὧ­ρες στὸ δω­μά­τιό της, κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της, ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μα­ξι­λά­ρι καὶ πά­νω του τὰ λε­πτά της δά­χτυ­λα ἔ­παι­ζαν ὅ­λες τὶς συμ­φω­νί­ες τοῦ κό­σμου. Οἱ νό­τες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν στὸ ἀ­φρο­λὲξ καὶ τὰ δά­χτυ­λά της πλη­γώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­ω­ρη ἐ­ξά­σκη­ση. Ὥ­σπου τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἡ μά­να της γιὰ νὰ φά­ει καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ ξύ­λου ἔ­βγαι­νε τρέ­χον­τας, ἀ­φή­νον­τας τὸ πιά­νο της ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ ὄ­νει­ρά της. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὶς τέ­χνες, μὰ πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λε νὰ φτιά­χνει τοὺς δι­κούς της κό­σμους μὲ τὸ πιά­νο της, τὴ ζω­γρα­φι­κή της, τὰ κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τά της. Σὲ αὐ­τὰ κα­τα­κτοῦ­σε τὸν κό­σμο καὶ φαν­τα­ζό­ταν τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να ξαν­θά της μαλ­λιὰ σὲ μιὰ συ­ναυ­λί­α νὰ πέ­φτουν πλού­σια πά­νω ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο της φό­ρε­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὴν τε­λευ­ταί­α ὑ­πό­κλι­ση τῆς βρα­διᾶς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ πα­ρα­λη­ροῦ­σε γιὰ τὴν ἑρ­μη­νεί­α της.

        Ἡ μά­να της δύ­σκο­λη, μὰ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Κα­θά­ρι­ζε σχο­λεῖα ἀ­πὸ τὴ ριγ­μέ­νη γνώ­ση, τὰ μι­σο­φα­γω­μέ­να γράμ­μα­τα καὶ τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια τοῦ παι­χνι­διοῦ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Μιὰ μέ­ρα τὴν πῆ­ρε μα­ζί. Ὅ­σο ἡ μά­να της κα­θά­ρι­ζε, ἐ­κεί­νη βα­ρι­ό­ταν ποὺ δὲν εἶ­χε μέ­ρος νὰ χτί­σει κό­σμους καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­σκο­πα στὶς αὐ­λὲς καὶ στὶς τά­ξεις στὰ ὑ­πό­γεια. Σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο στὸ βά­θος, ἡ πόρ­τα ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη μὲ λου­κέ­το, κα­θὼς ἔ­λει­πε ἡ κλει­δα­ριά της. Ἀ­μέ­σως, ἡ μι­κρὴ Ζω­ὴ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι κά­ποι­ο ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κὸ φυ­λοῦ­σαν οἱ δά­σκα­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὸ μυα­λό της κάλ­πα­ζε σὰν ἄ­λο­γο ὅ­σο πλη­σί­α­ζε. Μὲ λί­γο φό­βο, μὰ πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν πε­ρι­έρ­γεια ποὺ πάν­τα δι­έ­θε­τε μπό­λι­κη, τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ ἐ­κεί­νη μι­σά­νοι­ξε ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ λου­κέ­το. Ἡ Ζω­ὴ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κε­νὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε καὶ τό­τε τὸ εἶ­δε.

        Κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, κα­τά­μαυ­ρο καὶ σο­βα­ρό, στε­κό­ταν ἀ­γέ­ρω­χο ἕ­να πιά­νο. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιὰ μὲ τὴν οὐ­ρά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι παί­ζει. Μα­γεύ­τη­κε μο­νο­μιᾶς! Γιὰ λί­γες στιγ­μές, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ κοι­νὸ ἀ­πὸ κά­τω, τὰ φῶ­τα καὶ τὴ ζά­λη τῶν δα­χτύ­λων της πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Δὲν κου­νή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­μέ­σως. Σὲ λί­γο, τρά­βη­ξε κι ἄλ­λο τὴν πόρ­τα, μὰ δὲν τῆς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Ψη­λό­λι­γνη, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς στέ­κες, ποὺ λέ­γα­με πα­λιά, δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­φή­σει μιὰ πόρ­τα νὰ τὴ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς εὐ­χῆς της. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη ὅ­σο πή­γαι­νε καὶ χώ­θη­κε στὸ κε­νό. Τὰ χέ­ρια της μά­τω­σαν ἀ­πὸ τὰ γρέ­ζια τῆς πόρ­τας, μὰ ἡ Ζω­ὴ σφί­χτη­κε κι ἄλ­λο καὶ πέ­ρα­σε τε­λι­κά. Πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ τὸ βου­βὸ πιά­νο καὶ ἀ­φοῦ τὸ χά­ϊ­δε­ψε σὲ ὅ­λη του τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­θι­σε στὸ φα­γω­μέ­νο σκα­μνὶ μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ πι­σι­νοῦ τῆς μου­σι­κοῦ τοῦ σχο­λεί­ου. Κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα της. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ πλῆ­κτρα. Πρῶ­τα στὰ με­γά­λα λευ­κὰ καὶ με­τὰ στὰ μι­κρὰ μαῦ­ρα. Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὶς συμ­φω­νί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τό­σο και­ρὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι της. Τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, τὰ πλῆ­κτρα ὑ­πο­κλί­νον­ταν στὴ μα­ε­στρί­α της, ζη­τών­τας ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ χά­δι ἀ­πὸ τὰ ὁ­λό­λευ­κά της χέ­ρια. Κι ἐ­κεί­νη τοὺς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη.

        Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κυ­νη­γη­τό, ὅ­που μιὰ γά­τα μὲ νύ­χια σὰν τὰ δά­χτυ­λα τῆς Ζω­ῆς κυ­νη­γοῦ­σε τὰ μαῦ­ρα πον­τί­κια πά­νω στὸ χι­ό­νι. Γλι­στροῦ­σε ἡ γά­τα στὸν πά­γο, πα­νη­γύ­ρι­ζαν τὰ πον­τί­κια μὲ ἔν­τα­ση. Μιὰ μά­χη ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πά­νω στὸ μουν­τὸ πιά­νο. Φα­νε­ρά τὰ ση­μά­δια της, κα­θὼς τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὰ κομ­μέ­να στὴν πόρ­τα χέ­ρια τῆς Ζω­ῆς ἄρ­χι­σε νὰ κοκ­κι­νί­ζει τὰ λευ­κὰ πλῆ­κτρα. Πάν­τα νι­κοῦ­σαν τὰ πον­τί­κια στὸ τέ­λος. Ἡ γά­τα πέ­θαι­νε μὲ ἕ­να δυ­να­τὸ ντὸ καὶ τὰ πον­τί­κια ἔ­στη­ναν τε­λε­τουρ­γι­κὸ χο­ρὸ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σουν. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἡ πι­α­νί­στρια ἀ­πὸ τὴ σφο­δρὴ μά­χη, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της στὸ ἀ­να­λό­γιο νὰ ξα­πο­στά­σει. Εἶ­χε πά­ρει ζω­ὴ τώ­ρα. Εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους δεῖ ἕ­να πιά­νο ἀ­πὸ κον­τά. Ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει πλέ­ον.

        «Ἄ­τι­μα πον­τί­κια. Κι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σαν;» ἀ­κού­στη­κε ἡ μά­να νὰ λέ­ει. «Νό­μι­ζα πὼς εἶ­χαν σφρα­γί­σει τὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι πῆ­ρε τὴ ζω­ή του πά­νω στὸ πιά­νο» εἶ­πε καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα ἐ­νώ­νον­τας τὰ δύ­ο φύλ­λα.

        Ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἡ κό­ρη της, μὰ τώ­ρα πιὰ ἡ γριὰ κα­θα­ρί­στρια δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται τὶς πέν­θι­μες νό­τες ποὺ τῆς πῆ­ραν τὴ Ζω­ή της.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Διονυσίου, Ἑλένης και ὅλων τῶν διὰ πυρᾶς τελειωθέντων


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Δι­ο­νυ­σί­ου, Ἑ­λέ­νης καὶ ὅ­λων τῶν διὰ πυ­ρᾶς τε­λει­ω­θέν­των


Κι ἂν πιοῦν θο­λὸ νε­ρὸ ξα­να­θυ­μοῦν­ται,

δι­α­βαί­νον­τας λι­βά­δια ἀ­πὸ ἀ­σφο­δεί­λι,

πό­νους πα­λιοὺς ποὺ μέ­σα τους κοι­μοῦν­ται…


ΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ τῆς λήθης ἀ­πό­δω­σε: πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τῆς κα­τά­ρας ὅ­που γεν­νή­θη­καν καὶ ἔ­ζη­σαν ἀ­νί­δε­οι ὅ­πως οἱ προ­η­γού­με­νοι, ὥ­σπου νὰ λε­η­λα­τη­θεῖ ἐ­πι­τη­δεί­ως τῶν ὀ­στῶν τους καὶ ἡ ἔ­σχα­τη στά­χτη. Πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν κα­νέ­ναν ἀ­π’ ὅ­σους παν­τὶ τρό­πω τοὺς δι­έ­φθει­ραν, τοὺς ἐ­ξα­χρεί­ω­σαν καὶ τοὺς ξε­πού­λη­σαν κά­θε στιγ­μή, ὡς καὶ αὐ­τὴν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους.

        Πρῶ­τα τὴ Δι­και­ο­σύ­νη τῆς Λή­θης. Κι ὕ­στε­ρα τά­ξον αὐ­τοὺς σταῖς χλό­αις, σταῖς δρό­σους, σταῖς παν­τοῖ­ες ἀ­να­ψυ­χαῖς ἐν Τό­πω Ἀ­να­ψύ­ξε­ως πά­λι καὶ πά­λι!

        Νὰ σβή­σει τῆς ἐκ­πύ­ρω­σης τὴν ἀ­γω­νι­ώ­δη ἀ­πο­ρί­α, τὴ φρι­κώ­δη τους τή­ξη στὸ ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­κεῖ: τῆς Λα­κω­νί­ας, τῆς Ἠ­λεί­ας, τῆς Μά­νης, τῆς Εὐ­βοί­ας, ἁ­παν­τα­χοῦ, ὅ­ταν πὼς τε­λει­ω­τι­κά τοὺς πρό­λα­βε κα­τά­λα­βαν μα­ζὶ μ’ ὅ­λη τὴ φλο­γι­σμέ­νη μα­ται­ό­τη­τα τῶν κραυ­γῶν: ἀ­γά­πη μου! τὰ παι­διά μου! οἱ ἄλ­λοι.., ποῦ… μά­να μου! για­τί; ἄν; καὶ ἅ­παν­τα τοῦ πρό­τε­ρον βί­ου κα­θο­λι­κὰ ἐγ­καύ­μα­τα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σει μιὰ Ἀ­νά­ψυ­ξις, δὲ φτά­νει.

        Τὸν ὕ­πνο τῶν ἀ­δί­κων, τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο μας ὕ­πνο νὰ στοι­χει­ώ­νουν ὅ­μως!

        Ὥ­σπου οἱ θη­ρι­ω­δῶς ἀ­δι­ά­φο­ροι, οἱ ἀ­με­λεῖς, οἱ ἀ­μνή­μο­νες οἱ δῆ­θεν ἐν ἀ­γνοί­α, οἱ νω­θροί, οἱ ψεῦ­τες, οἱ δει­λοί, οἱ ἀ­γνώ­μο­νες, οἱ παν­τοῖ­οι εὐ­πώ­λη­τοι, πτω­μα­το­φά­γοι ἄ­πλη­στοι, γλεῖ­φτες κά­θε ἀ­χρει­ό­τα­της ἐ­ξου­σί­ας, ἄυ­πνοι στὸν αἰ­ώ­να νὰ λει­ώ­σου­με

στῆς Ἔ­νο­χης

τὴν Πυ­ρω­μέ­νη Φά­κα

27/8/2007



Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἐξόριστες Φωνές  Στοχασμοί καί Ἱστορίες,  Ἐκδ. Ἁρ­μός,­­ 2013.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012.


Βασίλης Μανουσάκης: Ὄχι τυχαῖα


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ὄ­χι τυ­χαῖ­α


Η ΒΡΗΚΕ νὰ κά­θε­ται στὶς 28 τοῦ λει­ψοῦ μή­να στὸ κα­φὲ ποὺ τὴ φαν­τα­ζό­ταν πάν­τα. Δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ ζη­τά­ει κά­τι. Ἀ­τά­ρα­χη. Κοι­τοῦ­σε τὸ κι­νη­τό της καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ ἕ­να τη­λέ­φω­νο. Δὲν τὸν πρό­σε­ξε.

        Κά­θι­σε στὸν ἀ­πέ­ναν­τι πάγ­κο καὶ πα­ρήγ­γει­λε τὸν κα­φέ του. Ἡ σερ­βι­τό­ρα τὸν προ­σπέ­ρα­σε μὲ τὸν κα­φέ της. «Ἄ­σε, τὸν πά­ω ἐ­γώ», τῆς εἶ­πε πι­ά­νον­τάς της ἐ­λα­φρά τὸ μπρά­τσο. «Μά…», τὸν εἶ­δε ὅ­μως νὰ ἐ­πι­μέ­νει μὲ τὸ βλέμ­μα καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σε.

        «Τὸν κα­φέ σου», τῆς εἶ­πε. «Εὐ­χα­ρι­στῶ», δί­χως νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

        «Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔρ­χε­σαι ἐ­δῶ… Μᾶλ­λον τὸ ἤ­ξε­ρα, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πε­ρί­με­να», τῆς εἶ­πε ἀ­κα­τά­λη­πτα.

       Ἐ­κεί­νη, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὶς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ες του, σή­κω­σε αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὸ κε­φά­λι. Τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὰ μά­τια καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ κα­θί­σει. «Ὄ­χι ἀ­πέ­ναν­τι. Ἐ­δῶ. Δί­πλα.»

        Ὁ ἥ­λιος κρύ­φτη­κε μέ­σα στὰ σύν­νε­φα καὶ σκο­τεί­νια­σε γιὰ δύ­ο ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὲς πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους. Τὴ μί­α κοι­τά­χτη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἄλ­λη φι­λή­θη­καν. Τὴν τρί­τη στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι εἶ­χαν ἑ­νω­θεῖ ἤ­δη.

        «Σὲ πε­ρί­με­να», τοῦ εἶ­πε. «Τὸ ἤ­ξε­ρα…»

        «Κι ἐ­γώ», τὴν ἔ­κο­ψε. «Δὲν θὰ φύ­γω». Καὶ ἔ­σκυ­ψε καὶ τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να ἀ­κό­μα φι­λὶ στὸ ἑ­πό­με­νο σύν­νε­φο.

       Στὴ ζω­ὴ του εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Στὴ ζω­ὴ της εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­κού­ει. Ἦ­ταν ἡ ἀ­κο­ή τους ποὺ τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τά, μιὰ καὶ βα­θιὰ μέ­σα στοὺς φώ­να­ζαν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἐ­αυ­τοί τους. Οὔρ­λια­ζαν οἱ λύ­κοι μέ­σα τους καὶ ἔ­ψα­χναν τὴ σε­λή­νη τους.

        Ἄλ­λη μιὰ στιγ­μὴ μα­ζὶ καὶ χω­ρί­στη­καν ἀ­μί­λη­τοι. Ὁ κα­θέ­νας ἄλ­λο δρό­μο. Μὰ οἱ μέ­ρες τους πλέ­ον ἦ­ταν πλεγ­μέ­νες μα­ζί. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ δί­νει τὴ θέ­ση τους στὴ σε­λή­νη ποὺ θὰ τοὺς ἕ­νω­νε πιά. Ὄ­χι τυ­χαῖα.

        «Θὰ σὲ βρῶ», εἶ­παν ταυ­τό­χρο­να. Καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α τους γρά­φε­ται.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.