Πάνος Ἰ. Κωστελένος: Τὸ κουτάλι!


Πά­νος Ἰ. Κω­στε­λέ­νος


Τὸ Κου­τά­λι!


 ΑΣΙΦ ΡΟΥΦΗΞΕ τὴν τε­λευ­ταί­α κου­τα­λιὰ σού­πας. Μιὰ αἴ­σθη­ση πλη­ρό­τη­τας τὸν κυ­ρί­ευ­σε καὶ τὸν γα­λή­νευ­σε, κά­θη­σε ὀ­κλα­δὸν στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς καὶ ἔ­γει­ρε σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι. Ἦ­ταν μό­νος του, δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ ἄλ­λοι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι ποὺ κρα­τοῦ­σε. Πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ὀκτὼ του χρό­νια ἀν­τί­κρυ­σε ἕ­να κα­θη­με­ρινὸ ἀν­τι­κεί­με­νο μὲ τό­ση λα­τρεί­α. Πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρα­τή­ρη­σε τὸ σχῆ­μα του, πό­σο ὄ­μορ­φο ἦ­ταν, ση­κώ­θη­κε μὲ μιᾶς καὶ κά­θι­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι, πῆ­ρε τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ἔ­κα­νε κου­πί. Ἦ­ταν ἐ­ξε­ρευ­νη­τής.Ἕ­να ρί­γος τοῦ δι­α­πέ­ρα­σε τὴ σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη κα­θὼς τοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ οἱ μέ­ρες ποὺ πέ­ρα­σε στὴ θά­λασ­σα. Ξα­νὰ ξά­πλω­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι. Ἡ κοι­λό­τη­τα ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ φαῒ γυ­ά­λι­ζε, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό του, κοί­τα­ξε, κοί­τα­ξε κα­λὰ ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός! Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν ἰ­σχνό, μὲ βα­θου­λω­τὰ μά­τια καὶ χεί­λια σκα­σμέ­να. Ξα­να­κοί­τα­ξε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός. Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν σκλη­ρό, χω­ρὶς συ­ναι­σθή­μα­τα. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τός! Τρά­βη­ξε τὸ πρό­σω­πό του μὲ ἀ­η­δί­α, τί παι­χνί­δια τοῦ ἔ­παι­ζε ἄ­ρα­γε τὸ κου­τά­λι. Ἔ­κα­νε νὰ τὸ πε­τά­ξει ἀλ­λὰ μιὰ δύ­να­μη ἀρ­χέ­γο­νη τὸν στα­μά­τη­σε, τε­λι­κά τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, ἦ­ταν τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ εἶ­χε δεῖ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὸ ἔ­βα­λε στὸ στό­μα καὶ ἄ­φη­σε τὴ γλώσ­σα του  νὰ γλι­στρή­σει ἐ­πά­νω του, τὸ κόλ­λη­σε στὸν οὐ­ρα­νί­σκο καὶ τὸ κρά­τη­σε ἐ­κεῖ. Τί τέ­λει­ες καμ­πύ­λες! Ἄ­ρα­γε ποι­ὸς νὰ τὸ ἔ­φτια­ξε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε. Νὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν καὶ αὐ­του­νοῦ οἱ σοῦ­πες; Σί­γου­ρα θὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν σκέ­φτη­κε, ἀλ­λι­ῶς ποι­ὸς ὁ λό­γος νὰ φτιά­ξει κα­νεὶς ἕ­να κου­τά­λι ἂν δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ σοῦ­πες. Τὸ κρά­τη­σε πά­λι στὸ χέ­ρι του, εἶ­ναι δι­κό μου εἶ­πε καὶ σκέ­φτη­κε νὰ τὸ κρύ­ψει στὰ πραγ­μα­τά του, εἶ­ναι δι­κό μου! Τὸ μο­να­δι­κὸ δι­κό μου πράγ­μα στὸν κό­σμο, ἔ­νι­ω­σε τό­ση χα­ρά. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­προ­σε­ξί­ας τοῦ ἔ­πε­σε στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς, ἀ­να­πή­δη­σε καὶ τρό­μα­ξε λὲς καὶ εἶ­χε κά­νει τὸ πιὸ ἱ­ε­ρό­συ­λο πράγ­μα στὸν κό­σμο. Κοί­τα­ξε γύ­ρω του, δὲν ἦ­ταν κα­νείς, τὸ μά­ζε­ψε, μὲ στορ­γὴ θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, τὸ σκού­πι­σε μὲ τὴ μπλού­ζα του καὶ τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, «οὔφ», δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα εὐ­τυ­χῶς, ἕ­να χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὸ σκοῦ­ρο του πρό­σω­πο. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε ἀν­τί­κρυ του, στὸ δί­σκο ποὺ τοῦ ἔ­φε­ραν φα­γη­τό. Πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ τὸ ἔ­βα­λε σὲ τέ­τοι­α θέ­ση ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὸ βλέ­πει. Ἄ­ρα­γε τὸ βρα­δυ­νὸ θὰ ἦ­ταν πά­λι σού­πα; Θὰ ξα­να­συ­ναν­τοῦ­σε τὸ κου­τά­λι; Σκέ­φτη­κε τὴ μά­να του καὶ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του σού­πα μὲ φα­κὲς ποὺ τοῦ ἔ­φτια­χνε, ἄ­ρα­γε θὰ τὴν ξα­να­έ­βρι­σκε πο­τὲ; Εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ εἴκοσι μέ­ρες, τό­τε ποὺ χω­ρί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ Ἄ­δα­να σὲ μιὰ ἐ­πί­θε­ση τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας. Δά­κρυ­σε, κοί­τα­ξε τὸ κου­τά­λι, τὰ βλέ­φα­ρά του βά­ρυ­ναν. Μα­κά­ρι νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὴν μη­τέ­ρα του… καὶ τὴ σού­πα μὲ τὶς φα­κές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πά­νος Ι. Κω­στε­λέ­νος (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Τε­χνι­κὸς Τη­λε­πλη­ρο­φρι­κὴς στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ ἔ­χει πα­ρα­κα­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια ἀ­να­τρε­πτι­κῆς γρα­φῆς.



 

Advertisements

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Μά­να καὶ γιός



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Μά­να καὶ γιός


ΓΟΡΙ ἢ ἄν­δρας περ­πα­τά­ει στὸν δρό­μο. Ψά­χνει τὴ μά­να του ἢ τὴν σκέ­φτε­ται. Ἡ μά­να ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι. Δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται σι­ω­πη­λά, περ­νά­ει ἀ­πὸ μέ­σα του, δὲν τὴν γνω­ρί­ζει. Ἐ­κεί­νη τὸν νι­ώ­θει καὶ τὸν φι­λᾶ. Κά­τι ἁ­πα­λὸ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ μνή­μη, αὔ­ρα δρο­σί­ζει τὸ μνῆ­μα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ὀνομάτων ἐπίσκεψις



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

Ὀνομάτων ἐπίσκεψις


ΤΕΣ ἀ­κό­μα οἱ σύλ­λο­γοι ἔ­κο­βαν βα­σι­λό­πι­τες καὶ με­τὰ ὁ Ἅ­γιος Βα­λεν­τί­νος, ἡ Τσι­κνο­πέμ­πτη καὶ τὸ ἐ­πο­χια­κὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὶς μπά­λες γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, μὲ τὰ δέν­τρα τὰ πρά­σι­να καὶ τὰ ἀ­ση­μιὰ καὶ τὰ φω­τά­κια, ἄλ­λα­ξε ἤ­δη πρό­σω­πο. Στο­λὲς καὶ μά­σκες τώ­ρα καὶ γιρ­λάν­τες καὶ μου­σι­κὲς λά­τιν. Τοῦ Τε­λώ­νου, τοῦ Ἀ­σώ­του, πρῶ­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Ἀ­πο­κριά, Τυ­ρι­νή, δεύ­τε­ρο Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα, τρί­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Χαι­ρε­τι­σμοί, Πά­σχα.

       Εἶ­χε κά­νει κόλ­λυ­βα γιὰ τὶς ψυ­χὲς καὶ τὰ πῆ­γε ἀρ­γο­πο­ρών­τας – τέ­λει­ω­νε ἀρ­γὰ σή­με­ρα ἡ ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­φτα­σε κα­τὰ τὸ τέ­λος ποὺ κοι­νω­νοῦ­σαν με­ρι­κοὶ καὶ με­τὰ ὁ πα­πὰς πῆ­ρε θέ­ση μπρὸς στὴν ὡ­ραί­α Πύ­λη μὲ τὰ χαρ­τιὰ στὸ χέ­ρι κι ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­παγ­γέλ­λει τὰ ὀ­νό­μα­τα γιὰ τὸ μνη­μό­συ­νο, χαρ­τά­κι-χαρ­τά­κι, μα­σών­τας τὶς συλ­λα­βές, παίρ­νον­τας σβάρ­να τὶς κα­τα­λή­ξεις, τὰ κα­τε­βα­τὰ τῶν ὀ­νο­μά­των, ἕ­να κα­ται­γι­στι­κὸ ντό­μι­νο χω­ρὶς τέ­λος. Μιὰ Ἀρ­γυ­ρή, μιὰ Θελ­ξι­ό­πη —βάλ­θη­κε νὰ προ­σέ­χει τὴ μου­σι­κό­τη­τα τῶν πιὸ σπά­νι­ων ὀ­νο­μά­των— δυ­ὸ τρεῖς Κω­σταν­τι­νι­ές, μιὰ Πα­ρέ­σα, πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας κα­κο­πα­θη­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ πά­πα-Γρη­γό­ρη. Τὸ πρῶ­το ὄ­νο­μα σὲ κά­θε χαρ­τὶ με­τροῦ­σε, ἡ δε­σπό­ζου­σα, καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἔ­τρε­χαν ἀ­πὸ πί­σω λί­γο-πο­λὺ σι­γα­νὰ καὶ στρα­βο­πα­τη­μέ­να. Κά­πο­τε στα­μα­τοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, σώ­παι­νε προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει συλ­λα­βι­στὰ ἕ­να κα­κο­γραμ­μέ­νο ὄ­νο­μα, καὶ πά­λι με­τὰ νε­ρά­κι, κα­ταρ­ρά­κτης οἱ Δο­μνί­κες, οἱ Ἰ­φι­γέ­νει­ες, κά­ποι­ες μο­να­χὲς ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­καν καὶ κά­ποι­ες Μελ­πο­μέ­νες, κα­τά­λο­γοι πο­λε­μι­στῶν στὸ ἰ­λι­α­δια­κὸ ἔ­πος.

       Ὁ κό­σμος —οἱ γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως— κά­θον­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νες , στή­νον­τας τὸ ἀ­φτὶ ν’ ἀ­κού­σουν τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν νε­κρῶν τους, μέ­χρι ποὺ ξε­χνι­οῦν­ταν, ἀ­φαι­ροῦν­ταν νὰ κοι­τά­ζουν τὶς φω­τί­τσες τῶν κε­ρι­ῶν στὶς γυ­ά­λι­νες πι­α­τέ­λες μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει ἐ­κεῖ, στο­λι­σμέ­να μὲ σπυ­ριὰ ἀ­πὸ ρό­δι οἱ πιὸ μα­στό­ρισ­σες, ἀ­λεύ­ρι σω­τα­ρι­σμέ­νο καὶ σου­σά­μι, χώ­ρια οἱ στα­φί­δες καὶ τὰ κα­ρύ­δια γιὰ νὰ χα­ρα­χτεῖ ὁ σταυ­ρὸς πά­νω στὴν ἄ­χνη, ἐ­κεῖ, σὲ τρί­α τέσ­σε­ρα τρα­πέ­ζια πά­νω, φί­σκα οἱ πι­α­τέ­λες – ἡ ἐ­νο­ρί­α ἦ­ταν με­γά­λη κι οἱ καν­τη­λα­νά­φτες πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν πέ­ρα-δῶ­θε μὲ πρό­σφο­ρα καὶ κόλ­λυ­βα νέ­α ποὺ κα­τέ­φθα­ναν καὶ τὰ ἐ­να­πό­θε­ταν κι ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. Ὁ ἕ­νας πα­πὰς βρα­χνι­α­σμέ­νος κι­ό­λας ἀ­πὸ τὴν πλημ­μυ­ρί­δα τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας εἶ­χε δώ­σει ἤ­δη τὴ σκυ­τά­λη σὲ ἕ­ναν νε­ό­τε­ρο ψη­λὸ γε­μά­το δύ­να­μη ἀ­κό­μα. Χα­μο­γε­λά­ει στὴ σκέ­ψη τῆς μά­νας της: δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρουν οἱ κό­ρες της ἀ­πὸ κόλ­λυ­βα καὶ τὰ πα­ρό­μοι­α ἔ­θι­μα.

       Τώ­ρα ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες συγ­χρό­νως πλη­σιά­ζουν νὰ πά­ρουν τὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη τους πι­α­τέ­λα. Φι­λὶ κι ἀν­τί­δω­ρο, ἔ­ξο­δος καὶ στὸ σπί­τι γιὰ τὸν κα­φὲ τῆς συγ­χώ­ρε­σης.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.

 

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὴν θέση του


Σταυρούλα Τσούπρου


Στὴν θέ­ση του


Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

        Τὰ πιὸ με­γά­λα βρί­σκον­ταν στὴν βά­ση τοῦ ἐ­πί­πλου· κα­νείς, ὅ­μως, πο­τέ, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ ἂν ἦ­ταν τὰ πιὸ βα­ριὰ ἢ τὰ πιὸ ἐ­λα­φριά (τὸ ἔ­πι­πλο, ἐν­νο­εῖ­ται, δὲν ὑ­πα­γό­ταν στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ ἄ­ρα δὲν κιν­δύ­νευ­ε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του), τὰ πιὸ πλού­σια ἢ τὰ πιὸ βα­ρε­τά – τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ἦ­ταν ἀ­πρό­σι­το, κλει­δω­μέ­νο γιὰ πάν­τα, προ­φυ­λαγ­μέ­νο μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τα ἐ­πί­σης. Τὸ κλει­δὶ αὐ­τῶν τῶν συρ­τα­ρι­ῶν δὲν βρι­σκό­ταν που­θε­νὰ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τά τους τὰ εἶ­χε τὸ Ἄ­γνω­στο, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ὅ­σο οἱ σει­ρὲς ἀ­νέ­βαι­ναν σὲ ὕ­ψος, ὁ ὄγ­κος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν μί­κραι­νε· ἡ σύν­θε­ση τῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νων τους ποί­κιλ­λε, γε­γο­νὸς ποὺ τὰ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε. Αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α ἦ­ταν μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­φο­ρά, μὴ ὁ­ρα­τὴ γιὰ τὸν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ὅ­πως, ἄλ­λω­στε, καὶ τὸ βά­ρος τους: μό­νον ὅ­ποι­ος τὰ ἄ­νοι­γε, ἕ­να πρὸς ἕ­να, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ γιὰ αὐ­τὲς τὶς κρυ­φὲς ἀν­τι­θέ­σεις, ἢ καὶ τὶς κρυ­φὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες, πα­ραλ­λα­γὲς ἢ δι­α­κυ­μάν­σεις, καί, στὴν συ­νέ­χεια, νὰ κρί­νει (ἂν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε κά­τι τέ­τοι­ο) πό­σο ἡ σύν­θε­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὸ σύ­νο­λο, στὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἐ­πί­πλου κα­τὰ τὴν κί­νη­σή του στὸν χῶ­ρο. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ κλει­δο­κρά­τωρ δὲν ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­τι θὰ ἀ­σχο­λεῖ­το μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐρ­γα­σί­α, ἔ­τι μᾶλ­λον πού, συ­χνά, ἄ­φη­νε τὰ κλει­διὰ νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὸ σπαγ­κά­κι τους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ συρ­τά­ρια, ξε­χνών­τας, κά­πο­τε, καὶ νὰ τὰ κλει­δώ­σει, ὅ­ταν τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἦ­ταν ἄ­νευ ση­μα­σί­ας ἢ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ό­μεμ­πτο.

        Ἡ με­γά­λη ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ σχή­μα­τος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ξε­χά­σα­με νὰ ποῦ­με πώς, ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ὑ­λι­κὸ εὔ­πλα­στο κα­τὰ τὰ πρῶ­τα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τοῦ βί­ου τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ συρ­τά­ρι νὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­πι­έ­ζε­ται, ἂν ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν θέ­ση ποὺ τοῦ προ­ο­ρι­ζό­ταν, ὥ­σπου νὰ χω­νευ­τεῖ, τε­λι­κά, ἐ­κεῖ, πρὶν ἡ πο­λυ­και­ρί­α τὸ κα­ταν­τή­σει ἄ­καμ­πτο. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὰ τὰ κα­κο­φορ­μα­ρι­σμέ­να συρ­τά­ρια κα­τέ­στρε­φαν τὴν ἁρ­μο­νί­α τοῦ συ­νό­λου (κά­ποι­ος ἄλ­λος θὰ ἔ­λε­γε ἴ­σως πώς, ἁ­πλῶς, δι­α­σκέ­δα­ζαν τὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του).

        Ὁ λό­γος ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀρ­χι­κὸ σχῆ­μα κά­ποι­ων συρ­τα­ρι­ῶν πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν, κα­θι­στών­τας τα ἀ­κα­τάλ­λη­λα γιὰ τὴν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη θέ­ση τους, ἦ­ταν ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α τους μὲ τὸν ἔμ­ψυ­χο πυ­ρή­να τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης μα­κρο­δο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γοῦ­σε ἐξ ὑ­παρ­χῆς βά­σει γε­νε­τι­κὰ δο­σμέ­νων προ­δι­α­γρα­φῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν, προ­βλε­πό­ταν, φυ­σι­κά, καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πο­κλί­σε­ων, μὲ τὸν ἴ­διο, πε­ρί­που, τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μιὰ στα­τι­στι­κὴ με­λέ­τη ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν πι­θα­νό­τη­τα τοῦ λά­θους. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἐρ­χό­ταν ἡ στιγ­μὴ οἱ ἀ­πο­κλί­σεις αὐ­τὲς νὰ μποῦν στὸ ἀν­τί­στοι­χο συρ­τά­ρι καὶ αὐ­τὸ μὲ τὴν σει­ρά του νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὴν θέ­ση του, τὸ σχῆ­μα τῆς μι­κρο­δο­μῆς, ἀλ­λοι­ω­μέ­νο κα­θὼς ἦ­ταν, ἐ­πι­βαλ­λό­ταν νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ ὅ­πως ὅ­πως. Ἡ πλη­γή, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­κλί­σεις εἶ­ναι πλη­γές, κα­κο­φόρ­μι­ζε, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ γι­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ οἱ δυ­σά­ρε­στες ὀ­σμὲς φυ­λα­κί­ζον­ταν στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο τους, γιὰ τὸ δι­ά­στη­μα, του­λά­χι­στον, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ συρ­τά­ρι πα­ρέ­με­νε κλει­στό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­πό­με­νε ἐμ­φα­νὲς ἦ­ταν τὸ ἄ­γαρ­μπα συμ­μα­ζε­μέ­νο σχῆ­μα, ἔν­δει­ξη ὅ­τι τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά, συ­νι­στοῦ­σε ἕ­να ἀ­τε­λές, καὶ γι’ αὐ­τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο, δη­μι­ούρ­γη­μα. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα ἀ­πο­κτοῦ­σε συ­νεί­δη­ση τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ του, τὸ ἔ­πι­πλο κλυ­δω­νι­ζό­ταν πο­λὺ συ­χνὰ ἀ­πὸ μυ­στι­κὲς κα­ται­γί­δες – ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ μα­κά­ρι­ες πε­ρι­πτώ­σεις τῆς ἄ­γνοι­ας ἢ τῆς στω­ι­κῆς καρ­τε­ρι­κό­τη­τας· σὲ αὐ­τές, οἱ κλυ­δω­νι­σμοὶ ἦ­ταν σπά­νιοι καὶ τὸ ἔ­πι­πλο συ­νέ­χι­ζε τὴν ἀ­έ­ρι­νη πο­ρεί­α του, ὄ­χι ἁρ­μο­νι­κό, ὄ­χι τέ­λει­ο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο.

        Ἔ­σπρω­ξε μὲ μί­α τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια τὸ ἀ­σου­λού­πω­το συρ­τά­ρι στὴν θέ­ση του. Τὸ δι­πλα­νό του εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζει.



Πη­γή: Καὶ τὸ αὔ­ριο τώ­ρα εἶ­ναι, (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2017)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).


Ἐ. Χ. Γονατᾶς: Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς


Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


ΙΤΡΙΝΟ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὄρ­θιοι στὰ σκα­λο­πά­τια τῆς μαρ­μα­ρέ­νιας ἀ­πο­βά­θρας, κοι­τά­ζου­με τὸ βα­θύ, τα­ραγ­μέ­νο νε­ρὸ τῆς λί­μνης.

        Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­στα­κὸς περ­νά­ει μπρο­στά μας· τό­σο κον­τὰ καὶ τό­σο ἀρ­γὰ κο­λυμ­πά­ει, ποὺ μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση γί­νε­ται ἀ­μέ­σως με­τα­ξύ μας: «Νὰ τὸν πι­ά­σου­με ἀ­π’ τ’ αὐ­τιά!».

        Ἁρ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ἕ­ν΄ αὐ­τὶ κι ἀρ­χί­ζου­με νὰ τὸν τρα­βᾶ­με. Τὸ αὐ­τὶ του εἶ­ναι με­γά­λο, μα­λα­κὸ καὶ κα­φτό. Κα­θὼς τὸν ἀ­νε­βά­ζου­με σι­γὰ-σι­γὰ καὶ μὲ κό­πο ἀ­π’ τὸ θο­λὸ νε­ρό, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ βα­ρύς, βλέ­πω πό­σο γε­λα­στή­κα­με. Δὲν ἀ­να­σύ­ρα­με, ὅ­πως νο­μί­ζα­με, τὸν ἀ­στα­κό, ἄλ­λα ἕ­ναν με­γα­λό­σω­μο οὐ­ραγ­κο­τάγ­κο μι­σο­πνιγμέ­νο, ποὺ χτυ­πι­ό­ταν γυ­ρεύ­ον­τας νὰ μᾶς ξε­φύ­γει.

        Με­τα­νι­ώ­νω ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα.

        Ὁ οὐραγ­κο­τάγ­κος δὲν ἔ­χει δύ­να­μη ν΄ ἀν­τι­στα­θεῖ καὶ σὲ λί­γο ὑ­πο­ταγ­μέ­νος ὁ­λό­τε­λα στὴν τύ­χη του, ἀ­φή­νει νὰ τοῦ δέ­σου­με τὰ σα­γό­νια μὲ τὸ σκοι­νί. Στὰ με­γά­λα μά­τια του, ὅ­πως μὲ κοι­τά­ζουν, δὲ δι­α­κρί­νω θυ­μὸ ἀλ­λὰ ἀ­πέ­ραν­τη θλί­ψη.

        Στὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­ζουν μέ­σα μου. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς μπλέ­χτη­κα σ’ ἕ­να ἀ­παί­σιο ἔγ­κλη­μα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ βρε­μέ­νος οὐραγ­κο­τάγ­κος, ποὺ τουρ­του­ρί­ζει κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὰ πό­δια μας, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζῶ­ο μὲ σπά­νια πνευ­μα­τι­κὰ προ­σόν­τα, ποὺ ὅ­μοι­ό του δὲ θὰ ξα­να­βρε­θεῖ· γνω­ρί­ζει ἄ­πται­στα τὴ γλώσ­σα ποὺ μι­λᾶ­με κι ἄλ­λες ἀ­κό­μα πολ­λές.

        Μιὰ κοι­τά­ζω τὰ χέ­ρια μου ποὺ ἔ­χει μεί­νει στὴν πα­λά­μη τους ἡ ζέ­στα τοῦ βε­λου­δέ­νιου του αὐ­τιοῦ, καὶ μιὰ τοῦ ρί­χνω ἔ­νο­χες μα­τι­ές, σὰν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει.

        Τὸ σο­φὸ ζῶ­ο μέ­νει βου­βό.

        Ἀ­πο­τρα­βι­έ­μαι πα­ρά­με­ρα κι ἀ­να­λύ­ο­μαι σὲ πο­τα­μοὺς δα­κρύ­ων.



Πηγή: Τὸ βάραθρο (διηγήματα, ἐκδ. Στιγμή, 1984).

 

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.


Ἠλίας Παπαμόσχος: Ἡ ἀλεποὺ τῆς σκάλας


Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος


Ἡ ἀ­λε­ποὺ τῆς σκά­λας


ΡΙΝΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τὶς δι­α­στά­σεις τοῦ πλα­τύ­σκα­λου, ἡ ἀ­λε­ποὺ ἦ­ταν μι­κρή. Ἡ σκά­λα ἀ­πὸ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ κα­ρυ­διά, δύ­σκο­λο νὰ τὸ δου­λέ­ψεις ξύ­λο, πο­λὺ σκλη­ρό, ὁ ξυ­λουρ­γὸς πά­θαι­νε ἀλ­λερ­γί­α καὶ τὸν πή­γαι­νε ὁ πα­τέ­ρας στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Κα­βα­λών­τας τὴν κου­πα­στὴ κα­τέ­βαι­να ἐ­κεῖ —ἀ­πὸ πά­νω με­τρών­τας ὄ­γδο­ο στὴ σει­ρὰ σκα­λί, για­τὶ τὰ ἄλ­λα ἔ­τρι­ζαν—, τὰ με­ση­μέ­ρια, ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς κοι­μόν­του­σαν, ἀ­παι­τών­τας νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α, πι­α­σμέ­νοι σὰν που­λά­κια στὴν ξό­βερ­γα τοῦ ὕ­πνου, εὐ­ά­λω­τοι, ἀ­νί­σχυ­ροι, κρα­ται­οὶ ὡ­στό­σο μὲς στὸν φό­βο ποὺ ἐ­νέ­σπει­ραν, τὸ βα­σί­λει­ό τους. Ἡ ἀ­λε­ποὺ λὲς καὶ μὲ πε­ρί­με­νε, σὰν φύ­λα­κας κοι­τών­τας, ἕ­νας σύν­τρο­φος πι­στός. Πο­τὲ δὲν τὴ χά­ι­δε­ψα, ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν πε­θα­μέ­νη. Γνω­ρί­ζω σὲ ποι­ὸ χω­ριὸ ὁ πα­τέ­ρας τὴ σκό­τω­σε. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ πά­τη­σε τὴ σκαν­δά­λη, τὸ καμ­πα­να­ριὸ τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου ἔ­δει­χνε σὰν δά­χτυ­λο ὑ­ψω­μέ­νο τὸν Θε­ό, τὰ νε­ρὰ ἔ­τρε­χαν στὴν πλα­τεί­α κι ἡ σκό­νη μύ­ρι­ζε κα­λο­καί­ρι. Ὁ τό­πος μὲς στὰ μά­τια της μαύ­ρι­σε σὰν ὥ­ρι­μο στα­φύ­λι.

        Τὸ δά­χτυ­λο ποὺ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε τὸ μο­λύ­βι εἶ­χε ἕ­να νύ­χι χα­ραγ­μέ­νο πέ­ρα πέ­ρα, ἔ­μοια­ζε σὰν δι­πλω­μέ­νο ψα­ριοῦ λέ­πι, ἔ­τσι κι ἡ ὕ­παρ­ξή της, στὰ δυ­ὸ χω­ρί­στη­κε. Τό­τε, στὶς ἄ­δει­ες κόγ­χες της, σὰν κρῆ­νες ὄ­μορ­φες σὲ πη­γὲς ξε­ρα­μέ­νες, τὰ γυ­ά­λι­να μά­τια προ­σάρ­μο­σε ὁ τα­ρι­χευ­τής, τὴν οὐ­ρά της μὲ σύρ­μα τέν­τω­σε (σὰν νὰ ζύ­γι­ζε τὴ σι­ω­πή), τὴ ζω­ὴ μι­μή­θη­κε τὸ ξε­ρὸ ρου­θού­νι μὲ βερ­νί­κι γυ­α­λί­ζον­τας.

        Ὅ­μως κι ὁ δεύ­τε­ρος χα­μός της δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ἔρ­θει· ὅ­ταν ἡ κοι­λιὰ της ξη­λώ­θη­κε καί, βρί­σκα­με στὰ σκα­λο­πά­τια χρυ­σὰ σκου­λή­κια τὰ ξύ­σμα­τα τοῦ ξύ­λου ποὺ κά­νει τὸ ρο­κά­νι, κι ἄ­λι­ω­το χι­ο­νά­κι ἡ τρί­χα ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὰ σα­γό­νια τῆς βώ­τρι­δας, τὴν ἔ­βγα­λε ὁ πα­τέ­ρας στὰ ἔ­ξω σκα­λιά, τῆς λη­σμο­νιᾶς, νὰ πε­ρι­μέ­νει τῆς σκου­πι­διά­ρας τὰ μα­χαί­ρια τὰ μά­τια της νὰ ἀ­λέ­σου­νε, σὲ ἄμ­μο νὰ τὰ γυ­ρί­σουν ξα­νὰ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τό­μο Ἡ ἀ­λε­ποῦ τῆς σκά­λας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Κί­χλη, 2015)

Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος (Καστοριά, 1967). Σπούδασε στὸ Τμῆμα Γεωλογίας Πατρῶν καὶ στὸ Ἐργαστήρι Ἐπαγγελματικῆς Δημοσιογραφίας τὸ 1993. Ἐργάστηκε ὡς βιβλιοϋπάλληλος στὴν Ἀθήνα καὶ ἀπὸ τὸ 1997 ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά του. Πρῶτο του βιβλίο: Καλὸ ταξίδι κούκλα μου… (διηγήματα, Κέδρος, 2004) καὶ τελευταῖο: Ἡ αλεπού τῆς σκάλας καὶ ἄλλες ἱστορίες (διηγήματα, Κίχλη, 2015).