Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ πιάνο


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Τὸ πιά­νο


ΠΟ ΜΙΚΡΗ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παί­ζει πιά­νο. Κα­θό­ταν μὲ τὶς ὧ­ρες στὸ δω­μά­τιό της, κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της, ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μα­ξι­λά­ρι καὶ πά­νω του τὰ λε­πτά της δά­χτυ­λα ἔ­παι­ζαν ὅ­λες τὶς συμ­φω­νί­ες τοῦ κό­σμου. Οἱ νό­τες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν στὸ ἀ­φρο­λὲξ καὶ τὰ δά­χτυ­λά της πλη­γώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­ω­ρη ἐ­ξά­σκη­ση. Ὥ­σπου τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἡ μά­να της γιὰ νὰ φά­ει καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ ξύ­λου ἔ­βγαι­νε τρέ­χον­τας, ἀ­φή­νον­τας τὸ πιά­νο της ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ ὄ­νει­ρά της. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὶς τέ­χνες, μὰ πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λε νὰ φτιά­χνει τοὺς δι­κούς της κό­σμους μὲ τὸ πιά­νο της, τὴ ζω­γρα­φι­κή της, τὰ κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τά της. Σὲ αὐ­τὰ κα­τα­κτοῦ­σε τὸν κό­σμο καὶ φαν­τα­ζό­ταν τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να ξαν­θά της μαλ­λιὰ σὲ μιὰ συ­ναυ­λί­α νὰ πέ­φτουν πλού­σια πά­νω ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο της φό­ρε­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὴν τε­λευ­ταί­α ὑ­πό­κλι­ση τῆς βρα­διᾶς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ πα­ρα­λη­ροῦ­σε γιὰ τὴν ἑρ­μη­νεί­α της.

        Ἡ μά­να της δύ­σκο­λη, μὰ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Κα­θά­ρι­ζε σχο­λεῖα ἀ­πὸ τὴ ριγ­μέ­νη γνώ­ση, τὰ μι­σο­φα­γω­μέ­να γράμ­μα­τα καὶ τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια τοῦ παι­χνι­διοῦ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Μιὰ μέ­ρα τὴν πῆ­ρε μα­ζί. Ὅ­σο ἡ μά­να της κα­θά­ρι­ζε, ἐ­κεί­νη βα­ρι­ό­ταν ποὺ δὲν εἶ­χε μέ­ρος νὰ χτί­σει κό­σμους καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­σκο­πα στὶς αὐ­λὲς καὶ στὶς τά­ξεις στὰ ὑ­πό­γεια. Σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο στὸ βά­θος, ἡ πόρ­τα ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη μὲ λου­κέ­το, κα­θὼς ἔ­λει­πε ἡ κλει­δα­ριά της. Ἀ­μέ­σως, ἡ μι­κρὴ Ζω­ὴ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι κά­ποι­ο ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κὸ φυ­λοῦ­σαν οἱ δά­σκα­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὸ μυα­λό της κάλ­πα­ζε σὰν ἄ­λο­γο ὅ­σο πλη­σί­α­ζε. Μὲ λί­γο φό­βο, μὰ πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν πε­ρι­έρ­γεια ποὺ πάν­τα δι­έ­θε­τε μπό­λι­κη, τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ ἐ­κεί­νη μι­σά­νοι­ξε ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ λου­κέ­το. Ἡ Ζω­ὴ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κε­νὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε καὶ τό­τε τὸ εἶ­δε.

        Κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, κα­τά­μαυ­ρο καὶ σο­βα­ρό, στε­κό­ταν ἀ­γέ­ρω­χο ἕ­να πιά­νο. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιὰ μὲ τὴν οὐ­ρά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι παί­ζει. Μα­γεύ­τη­κε μο­νο­μιᾶς! Γιὰ λί­γες στιγ­μές, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ κοι­νὸ ἀ­πὸ κά­τω, τὰ φῶ­τα καὶ τὴ ζά­λη τῶν δα­χτύ­λων της πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Δὲν κου­νή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­μέ­σως. Σὲ λί­γο, τρά­βη­ξε κι ἄλ­λο τὴν πόρ­τα, μὰ δὲν τῆς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Ψη­λό­λι­γνη, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς στέ­κες, ποὺ λέ­γα­με πα­λιά, δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­φή­σει μιὰ πόρ­τα νὰ τὴ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς εὐ­χῆς της. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη ὅ­σο πή­γαι­νε καὶ χώ­θη­κε στὸ κε­νό. Τὰ χέ­ρια της μά­τω­σαν ἀ­πὸ τὰ γρέ­ζια τῆς πόρ­τας, μὰ ἡ Ζω­ὴ σφί­χτη­κε κι ἄλ­λο καὶ πέ­ρα­σε τε­λι­κά. Πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ τὸ βου­βὸ πιά­νο καὶ ἀ­φοῦ τὸ χά­ϊ­δε­ψε σὲ ὅ­λη του τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­θι­σε στὸ φα­γω­μέ­νο σκα­μνὶ μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ πι­σι­νοῦ τῆς μου­σι­κοῦ τοῦ σχο­λεί­ου. Κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα της. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ πλῆ­κτρα. Πρῶ­τα στὰ με­γά­λα λευ­κὰ καὶ με­τὰ στὰ μι­κρὰ μαῦ­ρα. Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὶς συμ­φω­νί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τό­σο και­ρὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι της. Τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, τὰ πλῆ­κτρα ὑ­πο­κλί­νον­ταν στὴ μα­ε­στρί­α της, ζη­τών­τας ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ χά­δι ἀ­πὸ τὰ ὁ­λό­λευ­κά της χέ­ρια. Κι ἐ­κεί­νη τοὺς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη.

        Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κυ­νη­γη­τό, ὅ­που μιὰ γά­τα μὲ νύ­χια σὰν τὰ δά­χτυ­λα τῆς Ζω­ῆς κυ­νη­γοῦ­σε τὰ μαῦ­ρα πον­τί­κια πά­νω στὸ χι­ό­νι. Γλι­στροῦ­σε ἡ γά­τα στὸν πά­γο, πα­νη­γύ­ρι­ζαν τὰ πον­τί­κια μὲ ἔν­τα­ση. Μιὰ μά­χη ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πά­νω στὸ μουν­τὸ πιά­νο. Φα­νε­ρά τὰ ση­μά­δια της, κα­θὼς τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὰ κομ­μέ­να στὴν πόρ­τα χέ­ρια τῆς Ζω­ῆς ἄρ­χι­σε νὰ κοκ­κι­νί­ζει τὰ λευ­κὰ πλῆ­κτρα. Πάν­τα νι­κοῦ­σαν τὰ πον­τί­κια στὸ τέ­λος. Ἡ γά­τα πέ­θαι­νε μὲ ἕ­να δυ­να­τὸ ντὸ καὶ τὰ πον­τί­κια ἔ­στη­ναν τε­λε­τουρ­γι­κὸ χο­ρὸ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σουν. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἡ πι­α­νί­στρια ἀ­πὸ τὴ σφο­δρὴ μά­χη, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της στὸ ἀ­να­λό­γιο νὰ ξα­πο­στά­σει. Εἶ­χε πά­ρει ζω­ὴ τώ­ρα. Εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους δεῖ ἕ­να πιά­νο ἀ­πὸ κον­τά. Ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει πλέ­ον.

        «Ἄ­τι­μα πον­τί­κια. Κι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σαν;» ἀ­κού­στη­κε ἡ μά­να νὰ λέ­ει. «Νό­μι­ζα πὼς εἶ­χαν σφρα­γί­σει τὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι πῆ­ρε τὴ ζω­ή του πά­νω στὸ πιά­νο» εἶ­πε καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα ἐ­νώ­νον­τας τὰ δύ­ο φύλ­λα.

        Ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἡ κό­ρη της, μὰ τώ­ρα πιὰ ἡ γριὰ κα­θα­ρί­στρια δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται τὶς πέν­θι­μες νό­τες ποὺ τῆς πῆ­ραν τὴ Ζω­ή της.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


		
Διαφημίσεις

Νατάσα Κεσμέτη: Διονυσίου, Ἑλένης και ὅλων τῶν διὰ πυρᾶς τελειωθέντων


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Δι­ο­νυ­σί­ου, Ἑ­λέ­νης καὶ ὅ­λων τῶν διὰ πυ­ρᾶς τε­λει­ω­θέν­των


Κι ἂν πιοῦν θο­λὸ νε­ρὸ ξα­να­θυ­μοῦν­ται,

δι­α­βαί­νον­τας λι­βά­δια ἀ­πὸ ἀ­σφο­δεί­λι,

πό­νους πα­λιοὺς ποὺ μέ­σα τους κοι­μοῦν­ται…


ΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ τῆς λήθης ἀ­πό­δω­σε: πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τῆς κα­τά­ρας ὅ­που γεν­νή­θη­καν καὶ ἔ­ζη­σαν ἀ­νί­δε­οι ὅ­πως οἱ προ­η­γού­με­νοι, ὥ­σπου νὰ λε­η­λα­τη­θεῖ ἐ­πι­τη­δεί­ως τῶν ὀ­στῶν τους καὶ ἡ ἔ­σχα­τη στά­χτη. Πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν κα­νέ­ναν ἀ­π’ ὅ­σους παν­τὶ τρό­πω τοὺς δι­έ­φθει­ραν, τοὺς ἐ­ξα­χρεί­ω­σαν καὶ τοὺς ξε­πού­λη­σαν κά­θε στιγ­μή, ὡς καὶ αὐ­τὴν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους.

        Πρῶ­τα τὴ Δι­και­ο­σύ­νη τῆς Λή­θης. Κι ὕ­στε­ρα τά­ξον αὐ­τοὺς σταῖς χλό­αις, σταῖς δρό­σους, σταῖς παν­τοῖ­ες ἀ­να­ψυ­χαῖς ἐν Τό­πω Ἀ­να­ψύ­ξε­ως πά­λι καὶ πά­λι!

        Νὰ σβή­σει τῆς ἐκ­πύ­ρω­σης τὴν ἀ­γω­νι­ώ­δη ἀ­πο­ρί­α, τὴ φρι­κώ­δη τους τή­ξη στὸ ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­κεῖ: τῆς Λα­κω­νί­ας, τῆς Ἠ­λεί­ας, τῆς Μά­νης, τῆς Εὐ­βοί­ας, ἁ­παν­τα­χοῦ, ὅ­ταν πὼς τε­λει­ω­τι­κά τοὺς πρό­λα­βε κα­τά­λα­βαν μα­ζὶ μ’ ὅ­λη τὴ φλο­γι­σμέ­νη μα­ται­ό­τη­τα τῶν κραυ­γῶν: ἀ­γά­πη μου! τὰ παι­διά μου! οἱ ἄλ­λοι.., ποῦ… μά­να μου! για­τί; ἄν; καὶ ἅ­παν­τα τοῦ πρό­τε­ρον βί­ου κα­θο­λι­κὰ ἐγ­καύ­μα­τα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σει μιὰ Ἀ­νά­ψυ­ξις, δὲ φτά­νει.

        Τὸν ὕ­πνο τῶν ἀ­δί­κων, τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο μας ὕ­πνο νὰ στοι­χει­ώ­νουν ὅ­μως!

        Ὥ­σπου οἱ θη­ρι­ω­δῶς ἀ­δι­ά­φο­ροι, οἱ ἀ­με­λεῖς, οἱ ἀ­μνή­μο­νες οἱ δῆ­θεν ἐν ἀ­γνοί­α, οἱ νω­θροί, οἱ ψεῦ­τες, οἱ δει­λοί, οἱ ἀ­γνώ­μο­νες, οἱ παν­τοῖ­οι εὐ­πώ­λη­τοι, πτω­μα­το­φά­γοι ἄ­πλη­στοι, γλεῖ­φτες κά­θε ἀ­χρει­ό­τα­της ἐ­ξου­σί­ας, ἄυ­πνοι στὸν αἰ­ώ­να νὰ λει­ώ­σου­με

στῆς Ἔ­νο­χης

τὴν Πυ­ρω­μέ­νη Φά­κα

27/8/2007



Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἐξόριστες Φωνές  Στοχασμοί καί Ἱστορίες,  Ἐκδ. Ἁρ­μός,­­ 2013.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012.


Βασίλης Μανουσάκης: Ὄχι τυχαῖα


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ὄ­χι τυ­χαῖ­α


Η ΒΡΗΚΕ νὰ κά­θε­ται στὶς 28 τοῦ λει­ψοῦ μή­να στὸ κα­φὲ ποὺ τὴ φαν­τα­ζό­ταν πάν­τα. Δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ ζη­τά­ει κά­τι. Ἀ­τά­ρα­χη. Κοι­τοῦ­σε τὸ κι­νη­τό της καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ ἕ­να τη­λέ­φω­νο. Δὲν τὸν πρό­σε­ξε.

        Κά­θι­σε στὸν ἀ­πέ­ναν­τι πάγ­κο καὶ πα­ρήγ­γει­λε τὸν κα­φέ του. Ἡ σερ­βι­τό­ρα τὸν προ­σπέ­ρα­σε μὲ τὸν κα­φέ της. «Ἄ­σε, τὸν πά­ω ἐ­γώ», τῆς εἶ­πε πι­ά­νον­τάς της ἐ­λα­φρά τὸ μπρά­τσο. «Μά…», τὸν εἶ­δε ὅ­μως νὰ ἐ­πι­μέ­νει μὲ τὸ βλέμ­μα καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σε.

        «Τὸν κα­φέ σου», τῆς εἶ­πε. «Εὐ­χα­ρι­στῶ», δί­χως νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

        «Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔρ­χε­σαι ἐ­δῶ… Μᾶλ­λον τὸ ἤ­ξε­ρα, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πε­ρί­με­να», τῆς εἶ­πε ἀ­κα­τά­λη­πτα.

       Ἐ­κεί­νη, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὶς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ες του, σή­κω­σε αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὸ κε­φά­λι. Τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὰ μά­τια καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ κα­θί­σει. «Ὄ­χι ἀ­πέ­ναν­τι. Ἐ­δῶ. Δί­πλα.»

        Ὁ ἥ­λιος κρύ­φτη­κε μέ­σα στὰ σύν­νε­φα καὶ σκο­τεί­νια­σε γιὰ δύ­ο ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὲς πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους. Τὴ μί­α κοι­τά­χτη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἄλ­λη φι­λή­θη­καν. Τὴν τρί­τη στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι εἶ­χαν ἑ­νω­θεῖ ἤ­δη.

        «Σὲ πε­ρί­με­να», τοῦ εἶ­πε. «Τὸ ἤ­ξε­ρα…»

        «Κι ἐ­γώ», τὴν ἔ­κο­ψε. «Δὲν θὰ φύ­γω». Καὶ ἔ­σκυ­ψε καὶ τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να ἀ­κό­μα φι­λὶ στὸ ἑ­πό­με­νο σύν­νε­φο.

       Στὴ ζω­ὴ του εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Στὴ ζω­ὴ της εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­κού­ει. Ἦ­ταν ἡ ἀ­κο­ή τους ποὺ τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τά, μιὰ καὶ βα­θιὰ μέ­σα στοὺς φώ­να­ζαν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἐ­αυ­τοί τους. Οὔρ­λια­ζαν οἱ λύ­κοι μέ­σα τους καὶ ἔ­ψα­χναν τὴ σε­λή­νη τους.

        Ἄλ­λη μιὰ στιγ­μὴ μα­ζὶ καὶ χω­ρί­στη­καν ἀ­μί­λη­τοι. Ὁ κα­θέ­νας ἄλ­λο δρό­μο. Μὰ οἱ μέ­ρες τους πλέ­ον ἦ­ταν πλεγ­μέ­νες μα­ζί. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ δί­νει τὴ θέ­ση τους στὴ σε­λή­νη ποὺ θὰ τοὺς ἕ­νω­νε πιά. Ὄ­χι τυ­χαῖα.

        «Θὰ σὲ βρῶ», εἶ­παν ταυ­τό­χρο­να. Καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α τους γρά­φε­ται.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


Πάνος Ἰ. Κωστελένος: Τὸ κουτάλι!


Πά­νος Ἰ. Κω­στε­λέ­νος


Τὸ Κου­τά­λι!


 ΑΣΙΦ ΡΟΥΦΗΞΕ τὴν τε­λευ­ταί­α κου­τα­λιὰ σού­πας. Μιὰ αἴ­σθη­ση πλη­ρό­τη­τας τὸν κυ­ρί­ευ­σε καὶ τὸν γα­λή­νευ­σε, κά­θη­σε ὀ­κλα­δὸν στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς καὶ ἔ­γει­ρε σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι. Ἦ­ταν μό­νος του, δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ ἄλ­λοι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι ποὺ κρα­τοῦ­σε. Πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ὀκτὼ του χρό­νια ἀν­τί­κρυ­σε ἕ­να κα­θη­με­ρινὸ ἀν­τι­κεί­με­νο μὲ τό­ση λα­τρεί­α. Πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρα­τή­ρη­σε τὸ σχῆ­μα του, πό­σο ὄ­μορ­φο ἦ­ταν, ση­κώ­θη­κε μὲ μιᾶς καὶ κά­θι­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι, πῆ­ρε τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ἔ­κα­νε κου­πί. Ἦ­ταν ἐ­ξε­ρευ­νη­τής.Ἕ­να ρί­γος τοῦ δι­α­πέ­ρα­σε τὴ σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη κα­θὼς τοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ οἱ μέ­ρες ποὺ πέ­ρα­σε στὴ θά­λασ­σα. Ξα­νὰ ξά­πλω­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι. Ἡ κοι­λό­τη­τα ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ φαῒ γυ­ά­λι­ζε, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό του, κοί­τα­ξε, κοί­τα­ξε κα­λὰ ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός! Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν ἰ­σχνό, μὲ βα­θου­λω­τὰ μά­τια καὶ χεί­λια σκα­σμέ­να. Ξα­να­κοί­τα­ξε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός. Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν σκλη­ρό, χω­ρὶς συ­ναι­σθή­μα­τα. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τός! Τρά­βη­ξε τὸ πρό­σω­πό του μὲ ἀ­η­δί­α, τί παι­χνί­δια τοῦ ἔ­παι­ζε ἄ­ρα­γε τὸ κου­τά­λι. Ἔ­κα­νε νὰ τὸ πε­τά­ξει ἀλ­λὰ μιὰ δύ­να­μη ἀρ­χέ­γο­νη τὸν στα­μά­τη­σε, τε­λι­κά τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, ἦ­ταν τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ εἶ­χε δεῖ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὸ ἔ­βα­λε στὸ στό­μα καὶ ἄ­φη­σε τὴ γλώσ­σα του  νὰ γλι­στρή­σει ἐ­πά­νω του, τὸ κόλ­λη­σε στὸν οὐ­ρα­νί­σκο καὶ τὸ κρά­τη­σε ἐ­κεῖ. Τί τέ­λει­ες καμ­πύ­λες! Ἄ­ρα­γε ποι­ὸς νὰ τὸ ἔ­φτια­ξε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε. Νὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν καὶ αὐ­του­νοῦ οἱ σοῦ­πες; Σί­γου­ρα θὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν σκέ­φτη­κε, ἀλ­λι­ῶς ποι­ὸς ὁ λό­γος νὰ φτιά­ξει κα­νεὶς ἕ­να κου­τά­λι ἂν δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ σοῦ­πες. Τὸ κρά­τη­σε πά­λι στὸ χέ­ρι του, εἶ­ναι δι­κό μου εἶ­πε καὶ σκέ­φτη­κε νὰ τὸ κρύ­ψει στὰ πραγ­μα­τά του, εἶ­ναι δι­κό μου! Τὸ μο­να­δι­κὸ δι­κό μου πράγ­μα στὸν κό­σμο, ἔ­νι­ω­σε τό­ση χα­ρά. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­προ­σε­ξί­ας τοῦ ἔ­πε­σε στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς, ἀ­να­πή­δη­σε καὶ τρό­μα­ξε λὲς καὶ εἶ­χε κά­νει τὸ πιὸ ἱ­ε­ρό­συ­λο πράγ­μα στὸν κό­σμο. Κοί­τα­ξε γύ­ρω του, δὲν ἦ­ταν κα­νείς, τὸ μά­ζε­ψε, μὲ στορ­γὴ θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, τὸ σκού­πι­σε μὲ τὴ μπλού­ζα του καὶ τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, «οὔφ», δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα εὐ­τυ­χῶς, ἕ­να χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὸ σκοῦ­ρο του πρό­σω­πο. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε ἀν­τί­κρυ του, στὸ δί­σκο ποὺ τοῦ ἔ­φε­ραν φα­γη­τό. Πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ τὸ ἔ­βα­λε σὲ τέ­τοι­α θέ­ση ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὸ βλέ­πει. Ἄ­ρα­γε τὸ βρα­δυ­νὸ θὰ ἦ­ταν πά­λι σού­πα; Θὰ ξα­να­συ­ναν­τοῦ­σε τὸ κου­τά­λι; Σκέ­φτη­κε τὴ μά­να του καὶ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του σού­πα μὲ φα­κὲς ποὺ τοῦ ἔ­φτια­χνε, ἄ­ρα­γε θὰ τὴν ξα­να­έ­βρι­σκε πο­τὲ; Εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ εἴκοσι μέ­ρες, τό­τε ποὺ χω­ρί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ Ἄ­δα­να σὲ μιὰ ἐ­πί­θε­ση τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας. Δά­κρυ­σε, κοί­τα­ξε τὸ κου­τά­λι, τὰ βλέ­φα­ρά του βά­ρυ­ναν. Μα­κά­ρι νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὴν μη­τέ­ρα του… καὶ τὴ σού­πα μὲ τὶς φα­κές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πά­νος Ι. Κω­στε­λέ­νος (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Τε­χνι­κὸς Τη­λε­πλη­ρο­φρι­κὴς στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ ἔ­χει πα­ρα­κα­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια ἀ­να­τρε­πτι­κῆς γρα­φῆς.



 

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Μά­να καὶ γιός



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Μά­να καὶ γιός


ΓΟΡΙ ἢ ἄν­δρας περ­πα­τά­ει στὸν δρό­μο. Ψά­χνει τὴ μά­να του ἢ τὴν σκέ­φτε­ται. Ἡ μά­να ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι. Δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται σι­ω­πη­λά, περ­νά­ει ἀ­πὸ μέ­σα του, δὲν τὴν γνω­ρί­ζει. Ἐ­κεί­νη τὸν νι­ώ­θει καὶ τὸν φι­λᾶ. Κά­τι ἁ­πα­λὸ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ μνή­μη, αὔ­ρα δρο­σί­ζει τὸ μνῆ­μα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ὀνομάτων ἐπίσκεψις



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

Ὀνομάτων ἐπίσκεψις


ΤΕΣ ἀ­κό­μα οἱ σύλ­λο­γοι ἔ­κο­βαν βα­σι­λό­πι­τες καὶ με­τὰ ὁ Ἅ­γιος Βα­λεν­τί­νος, ἡ Τσι­κνο­πέμ­πτη καὶ τὸ ἐ­πο­χια­κὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὶς μπά­λες γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, μὲ τὰ δέν­τρα τὰ πρά­σι­να καὶ τὰ ἀ­ση­μιὰ καὶ τὰ φω­τά­κια, ἄλ­λα­ξε ἤ­δη πρό­σω­πο. Στο­λὲς καὶ μά­σκες τώ­ρα καὶ γιρ­λάν­τες καὶ μου­σι­κὲς λά­τιν. Τοῦ Τε­λώ­νου, τοῦ Ἀ­σώ­του, πρῶ­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Ἀ­πο­κριά, Τυ­ρι­νή, δεύ­τε­ρο Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα, τρί­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Χαι­ρε­τι­σμοί, Πά­σχα.

       Εἶ­χε κά­νει κόλ­λυ­βα γιὰ τὶς ψυ­χὲς καὶ τὰ πῆ­γε ἀρ­γο­πο­ρών­τας – τέ­λει­ω­νε ἀρ­γὰ σή­με­ρα ἡ ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­φτα­σε κα­τὰ τὸ τέ­λος ποὺ κοι­νω­νοῦ­σαν με­ρι­κοὶ καὶ με­τὰ ὁ πα­πὰς πῆ­ρε θέ­ση μπρὸς στὴν ὡ­ραί­α Πύ­λη μὲ τὰ χαρ­τιὰ στὸ χέ­ρι κι ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­παγ­γέλ­λει τὰ ὀ­νό­μα­τα γιὰ τὸ μνη­μό­συ­νο, χαρ­τά­κι-χαρ­τά­κι, μα­σών­τας τὶς συλ­λα­βές, παίρ­νον­τας σβάρ­να τὶς κα­τα­λή­ξεις, τὰ κα­τε­βα­τὰ τῶν ὀ­νο­μά­των, ἕ­να κα­ται­γι­στι­κὸ ντό­μι­νο χω­ρὶς τέ­λος. Μιὰ Ἀρ­γυ­ρή, μιὰ Θελ­ξι­ό­πη —βάλ­θη­κε νὰ προ­σέ­χει τὴ μου­σι­κό­τη­τα τῶν πιὸ σπά­νι­ων ὀ­νο­μά­των— δυ­ὸ τρεῖς Κω­σταν­τι­νι­ές, μιὰ Πα­ρέ­σα, πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας κα­κο­πα­θη­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ πά­πα-Γρη­γό­ρη. Τὸ πρῶ­το ὄ­νο­μα σὲ κά­θε χαρ­τὶ με­τροῦ­σε, ἡ δε­σπό­ζου­σα, καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἔ­τρε­χαν ἀ­πὸ πί­σω λί­γο-πο­λὺ σι­γα­νὰ καὶ στρα­βο­πα­τη­μέ­να. Κά­πο­τε στα­μα­τοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, σώ­παι­νε προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει συλ­λα­βι­στὰ ἕ­να κα­κο­γραμ­μέ­νο ὄ­νο­μα, καὶ πά­λι με­τὰ νε­ρά­κι, κα­ταρ­ρά­κτης οἱ Δο­μνί­κες, οἱ Ἰ­φι­γέ­νει­ες, κά­ποι­ες μο­να­χὲς ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­καν καὶ κά­ποι­ες Μελ­πο­μέ­νες, κα­τά­λο­γοι πο­λε­μι­στῶν στὸ ἰ­λι­α­δια­κὸ ἔ­πος.

       Ὁ κό­σμος —οἱ γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως— κά­θον­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νες , στή­νον­τας τὸ ἀ­φτὶ ν’ ἀ­κού­σουν τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν νε­κρῶν τους, μέ­χρι ποὺ ξε­χνι­οῦν­ταν, ἀ­φαι­ροῦν­ταν νὰ κοι­τά­ζουν τὶς φω­τί­τσες τῶν κε­ρι­ῶν στὶς γυ­ά­λι­νες πι­α­τέ­λες μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει ἐ­κεῖ, στο­λι­σμέ­να μὲ σπυ­ριὰ ἀ­πὸ ρό­δι οἱ πιὸ μα­στό­ρισ­σες, ἀ­λεύ­ρι σω­τα­ρι­σμέ­νο καὶ σου­σά­μι, χώ­ρια οἱ στα­φί­δες καὶ τὰ κα­ρύ­δια γιὰ νὰ χα­ρα­χτεῖ ὁ σταυ­ρὸς πά­νω στὴν ἄ­χνη, ἐ­κεῖ, σὲ τρί­α τέσ­σε­ρα τρα­πέ­ζια πά­νω, φί­σκα οἱ πι­α­τέ­λες – ἡ ἐ­νο­ρί­α ἦ­ταν με­γά­λη κι οἱ καν­τη­λα­νά­φτες πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν πέ­ρα-δῶ­θε μὲ πρό­σφο­ρα καὶ κόλ­λυ­βα νέ­α ποὺ κα­τέ­φθα­ναν καὶ τὰ ἐ­να­πό­θε­ταν κι ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. Ὁ ἕ­νας πα­πὰς βρα­χνι­α­σμέ­νος κι­ό­λας ἀ­πὸ τὴν πλημ­μυ­ρί­δα τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας εἶ­χε δώ­σει ἤ­δη τὴ σκυ­τά­λη σὲ ἕ­ναν νε­ό­τε­ρο ψη­λὸ γε­μά­το δύ­να­μη ἀ­κό­μα. Χα­μο­γε­λά­ει στὴ σκέ­ψη τῆς μά­νας της: δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρουν οἱ κό­ρες της ἀ­πὸ κόλ­λυ­βα καὶ τὰ πα­ρό­μοι­α ἔ­θι­μα.

       Τώ­ρα ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες συγ­χρό­νως πλη­σιά­ζουν νὰ πά­ρουν τὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη τους πι­α­τέ­λα. Φι­λὶ κι ἀν­τί­δω­ρο, ἔ­ξο­δος καὶ στὸ σπί­τι γιὰ τὸν κα­φὲ τῆς συγ­χώ­ρε­σης.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.