Νατάσα Κεσμέτη: Ἀναγνωστικὴ Διαμεσολάβηση


Νατάσα Κεσμέτη


Ἀ­να­γνω­στι­κή Δι­α­με­σο­λά­βη­ση


ΙΤΕ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΙ ἀ­πο­ρη­μέ­να εἴ­τε μᾶς ρω­τοῦν εὐ­θέ­ως: Για­τί τή λέ­τε ἔ­τσι; Τί ἐν­νο­εῖ­τε; Το­ύς ἐ­ξη­γοῦ­με, καί μᾶλ­λον μᾶς περ­νᾶ­νε γιά μι­σό­τρελ­λους, ἐ­κτός κι ἄν ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­το­ύς πού ἔ­χουν πα­ρό­μοι­α σχέ­ση μέ τίς ἀ­να­γνώ­σεις, το­ύς ἥ­ρω­ες τῶν βι­βλί­ων ἤ κά­ποι­α ἀ­πό τά πε­ρι­γρα­φό­με­να ἐ­κεῖ πράγ­μα­τα.

        Ἀ­να­φέ­ρο­μαι σέ μι­άν ἐ­ρώ­τη­ση πού κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη μᾶς ἔ­χουν κά­μει γνω­στοί ἤ φί­λοι, ἄν ἡ πε­ρί­στα­ση ἤ ὁ λό­γος τό ἔ­χει φέ­ρει στίς λάμ­πες θυ­έλ­λης ὁ­πό­τε μᾶς ἀ­κοῦ­νε νά λέ­με π.χ. Ποῦ εἶ­ναι ἡ Νόμιμη; Νά κρε­μά­σου­με μιά Νόμιμη!, Μήν ξε­χά­σου­με νά βά­λου­με στή βάρ­κα τή Νόμιμη… Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α σχε­τί­ζε­ται μέ τό σχε­τι­κό δι­ή­γη­μα γνω­στοῦ συγ­γρα­φέ­ως, ὅ­που πρω­τα­γω­νι­στεῖ μιά λάμ­πα θυ­έλ­λης, τήν ὁ­πο­ί­α τό­σο ἔ­χου­με οἰ­κει­ω­θεῖ ὡς Νόμιμη, ὥ­στε νά ὀ­νο­μά­ζου­με ἔ­τσι κά­θε ἄλ­λο πα­ρό­μοι­ο φα­νό !

        Ὑ­πο­θέ­τω πώς ἕ­να δά­νει­ο, ὅ­πως τό πα­ρα­πά­νω γιά τόν κό­σμο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἀ­πό τόν κό­σμο τῆς ἀ­νά­γνω­σης λο­γο­τε­χνι­κῶν βι­βλί­ων, δέν εἶ­ναι κά­τι και­νο­φα­νές οὔ­τε συμ­βα­ί­νει μό­νο στήν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὑ­πο­θέ­τω πώς ἡ ὀ­νο­μα­το­δο­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ση­μα­το­δο­τεῖ (ἄν δέν συ­νι­στᾶ) τήν ὕ­παρ­ξη γνω­ρι­μί­ας καί φι­λί­ας, σέ ἀμ­φί­δρο­μη λει­τουρ­γί­α, ἀ­νά­με­σα στο­ύς δυό κό­σμους.

        Ἐ­κεῖ­νο πού δέν φαν­τα­ζό­μου­να ὥς πο­λύ πρό­σφα­τα, εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­να­γνω­στι­κή γνω­ρι­μί­α μπο­ρεῖ νά λει­τουρ­γεῖ κα­τά τρό­πο ἀ­κα­ρια­ῖο σέ μιά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη στιγμή. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι ἀ­μέ­σως:

        Στό σπί­τι τῆς ποι­ή­τριας Α.Σ. δέν εἶ­χε τύ­χει νά μπῶ σέ δω­μά­τιο ὅ­που βρί­σκε­ται μιά ἐ­ξαι­ρε­τι­κή τρί­πτυ­χη φω­το­γρα­φί­α. Πρό­κει­ται γιά μιά πό­ζα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἡ ἴ­δια, σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές ἡ­λι­κια­κά ἐ­πο­χές, πέν­τε φι­λη­νά­δων. Στήν πρώ­τη οἱ εἰ­κο­νι­ζό­με­νες εἶ­ναι κο­πε­λοῦ­δες, στή δε­ύ­τε­ρη ἔ­χουν φτά­σει πε­ρί­που στή μέ­ση ἡ­λι­κί­α καί στήν τρί­τη βρί­σκον­ται πιά στό γῆ­ρας.

        Μόλις τήν ἀν­τί­κρυ­σα, ἡ φω­το­γρα­φί­α κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά μέ μα­γνή­τι­σε καί γιά ἀρ­κε­τή ὥ­ρα προ­σπα­θοῦ­σα νά ἐν­το­πί­σω ποιά νά εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα τῆς φί­λης μου πού εἶ­χε ἤ­δη ἀ­πέλ­θει τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν ἐ­μεῖς γνω­ρι­στή­κα­με. Ἡ Α.Σ. στό με­τα­ξύ γύ­ρι­σε στό δω­μά­τιο καί ξαφ­νι­κά μέ ρώ­τη­σε ἄν ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὄ­χι τή μη­τέ­ρα της, ἀλ­λά τή θεί­α της Περ­σε­φό­νη.

        – Αὐ­τή, ἀ­πάν­τη­σα χω­ρίς τόν πα­ρα­μι­κρό δι­σταγμό καί ἔ­δει­ξα μι­άν ἀ­πό τίς εἰ­κο­νι­ζό­με­νες.

        Ἡ φί­λη μου μέ κο­ί­τα­ξε ἐμ­βρόν­τη­τη:

        – Κα­λά πῶς τή βρῆ­κες ἀ­μέ­σως; μέ ρώ­τη­σε.

        – Ἀ­πό τό πο­ί­η­μά σου καί ὅ­σα ἔ­χεις γρά­ψει γι αὐ­τήν, ἀ­πάν­τη­σα αὐ­θόρ­μη­τα, μέ μιά φυ­σι­κό­τη­τα πού τήν ξάφ­νια­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο καί μᾶλ­λον τήν ἔ­κα­νε νά προ­σθέ­σει ὅ­τι αἰ­σθά­νε­ται συγ­κλο­νι­σμέ­νη.

        – Δέν θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι κα­μιά ἄλ­λη ! – αὐ­τό ἔ­νι­ω­σα, εἶ­πα ἐ­ξα­κο­λου­θών­τας νά τά βρί­σκω ὅ­λα φυ­σι­κά καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά οἰ­κεῖ­α.

        Μόνον ὅ­ταν ἔ­φυ­γα ἄρ­χι­σα νά σκέ­πτο­μαι τό πε­ρί­ερ­γο τοῦ πράγ­μα­τος: πῶς ἀ­νά­με­σα σέ δε­κα­πέν­τε παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στές μου μορ­φές μό­νο μί­α ξε­χώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως στά μά­τια μου ὡς ἡ θε­ί­α Περ­σε­φό­νη – πού βέ­βαι­α οὔ­τε δι­κή μου συγ­γε­νής ἦ­ταν οὔ­τε τή συ­νάν­τη­σα πο­τέ. Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στά γρα­φό­με­να τῆς Α.Σ. τά ὁ­πο­ῖ­α εἶ­χα ἀ­να­γνώ­σει πρίν ἀρ­κε­τό και­ρό, καί γιά νά εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής τά εἶ­χα μι­σο­ξε­χα­σμέ­να, γιά νά ἀ­να­κα­λύ­ψω πρός δι­κή μου, αὐ­τή τή φο­ρά, κα­τά­πλη­ξη πώς που­θε­νά δέν πε­ρι­γρά­φε­ται οὔ­τε ἡ κορ­μο­στα­σιά οὔ­τε τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ προ­σώ­που τῆς Περ­σε­φό­νης! Στή φω­το­γρα­φί­α εἶ­ναι με­γα­λό­σχη­μη, ἐ­πι­βλη­τι­κή καί ἡ μορφή της ξε­χει­λί­ζει ζωή.

        Τώρα αἰ­σθά­νο­μαι πώς νο­μι­μο­ποι­οῦ­μαι νά δι­α­με­σο­λα­βή­σω, κα­τά τό ρό­λο πού ἀ­να­λαμ­βά­νουν εἴ­τε τό θέ­λουν εἴ­τε ὄ­χι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις, τά κε­ί­με­να καί τά βι­βλί­α, ἀ­νά­με­σα στήν φω­το­γρα­φί­α της καί στήν Α.Σ. γιά νά σᾶς τήν γνω­ρί­σω:

        Ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη θε­ί­α Φώνη, τό­σο θα­λε­ρή, δρα­στή­ρια, ἀ­ει­κί­νη­τη – τή θυ­μᾶ­μαι νά δι­δά­σκει μέ τίς ὧ­ρες πι­ά­νο δί­χως ἀ­μοι­βή σ’ ὅ­λα τά γει­το­νό­που­λα, στά παι­διά ἀ­κό­μα καί τῶν πιό μα­κρι­νῶν συγ­γε­νῶν, στά κα­τη­χη­τό­που­λα, καί του­λά­χι­στον μιά φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα νά πη­γα­ί­νει στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο καί μέ τίς νο­σταλ­γι­κές νό­τες της νά ξε­ση­κώ­νει το­ύς γέ­ρους μέ ξε­χα­σμέ­να βάλς.

        Ἦ­ταν τό­σο δη­μο­φι­λής καί γνω­στή στό Ἄ­στρο τῆς Κυ­νου­ρί­ας (ἀ­π’ ὅ­που ἡ κα­τα­γω­γή μας) πού ὅ­ταν κά­ποι­ος ἤ­θε­λε νά συ­στη­θεῖ, πλά­ι στ’ ­ὄ­νο­μά του σάν ἀ­ξί­ω­μα προ­σέ­θε­τε: Τάδε…τά­δε.., συγ­γε­νής Φώνη .

                    Καί λί­γο πα­ρα­κά­τω:

                    Σάν τ’ ὄ­νο­μά της

                    μι­σό στόν Ἅ­δη

                    καί τ’ ἄλ­λο στέ­ρε­ο στή γῆ

                    χω­ρί­στη­κε στά δύ­ο

                    Ἡ μιά πλευ­ρά πα­ρα­δο­μέ­νη

                    κι­ό­λας στή λη­σμο­νιά,

                    ἡ ἄλ­λη μι­σή τήν δι­α­ψε­ύ­δει….

                    ……………………………………………………..

        Ἐ­λά­χι­στες πα­ρά­γρα­φοι καί ἕ­να πο­ί­η­μα στά­θη­καν ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή φα­νε­ρώ­σουν σέ μιά στιγμή καί, θά τολ­μοῦ­σα πιά νά πῶ, ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή συ­στή­σουν ὡς μιά με­τα­θα­νά­τια φί­λη μου .

        Ἡ ἀ­νά­γνω­ση εἶ­ναι τό­πος προ­βλε­πτῶν ἀλ­λά πρω­τί­στως ἀ­πρό­βλε­πτων συ­ναν­τή­σε­ων καί γνω­ρι­μι­ῶν μέ­σα στό γνω­στό χρό­νο καί πέ­ρα… στόν ἄ­γνω­στο.

        Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἡ Α.Σ. λέ­ει πώς ἡ Περ­σε­φό­νη ἦ­ταν ὁ μό­νος ἄν­θρω­πος πού γνώ­ρι­σε χω­ρίς κα­νέ­να φό­βο θα­νά­του. Κι ἀ­κό­μα πώς ὥς τό τέ­λος της πε­ρί­με­νε μέ με­γά­λη χα­ρά τό βρά­δυ, για­τί τό­τε ἐρ­χό­ταν ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη της ὥ­ρα γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ.

       Τήν πα­ρα­κα­λῶ τώ­ρα νά εὔ­χε­ται καί γιά μᾶς. Πρέ­πει νά μέ ἀ­κο­ύ­σει, ἡ φί­λη μου. Κι ἐ­γώ θά ἀ­νά­ψω στό ὄ­νο­μά της, νά λάμ­πει, τή Νόμιμη.

6/3/2003



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταία της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.

Εἰ­κό­να: Μα­ται­ό­της. Νε­κρὴ φύ­ση μὲ Βι­βλί­α, Χει­ρό­γρα­φα καὶ Κρα­νί­ο (1663). Ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­λαν­δοῦ ζω­γρά­φου Evert Collier per. 1640-1708).

Περικλῆς Σφυρίδης: Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Περικλῆς Σφυρίδης


Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Στὸν γιό μου Ἀν­τρέα

ΕΚΑΕΤΙΑ τοῦ 1970, με­τὰ τὴ Χούν­τα, στὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­ηλαί­ων στὸ Ἅ­γιον Ὅρος. Γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα Αὐ­γού­στου με­τὰ τὸν ἑ­σπε­ρι­νό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν ἡ­γού­με­νο, τὸν γέ­ρον­τα Μόδε­στο πού, σπρώ­χνον­τας ἕ­να ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, πή­γαι­νε βόλ­τα τὸν πα­τέ­ρα Νή­φω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε πά­θει συμ­φό­ρη­ση. Πα­ρό­τι ἡ Σκή­τη εἶ­ναι ψη­λὰ καὶ ἕ­να χα­ϊ­δευ­τι­κὸ ἀ­ε­ρά­κι δρό­σιζε κά­πως τὸ πρό­σω­πό μου, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι ἀ­κό­μα βα­σα­νι­στι­κή. Ὁ γέ­ρον­τας ὁ­δή­γη­σε τὸ κα­ρο­τσά­κι στὴ σκιὰ μιᾶς δα­σύ­φυλ­λης μου­ριᾶς. Ὁ Νή­φων εἶ­χε γερ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι του πλά­για, κά­θι­δρος, μὲ τὰ σά­λια του νὰ τρέ­χουν, τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, σὰν νὰ κοί­τα­ζε τὸ ἐ­που­ρά­νιο ἄ­πει­ρο. Ὁ γέ­ρον­τας ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του μιὰ βρε­μέ­νη μι­κρὴ πε­τσέ­τα, τὸν σκού­πι­σε εὐ­λα­βι­κά, τὸν κα­θά­ρι­σε. Ὕ­στε­ρα ἔ­σκυ­ψε καὶ φί­λη­σε τὸ μέ­τω­πο τοῦ Νή­φω­να κι ἄρ­χι­σε νὰ τοῦ μι­λά­ει. Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια πλη­σί­α­σα στὴ μου­ριὰ ν’ ἀ­κού­σω. Στά­θη­κα λί­γο ἀ­πό­μα­κρα, ὁ γέ­ρον­τας τσέ­βδι­ζε, τὸ μό­νο ποὺ ἔ­πι­α­σα ἦ­ταν ἕ­να «Συγ­χώ­ρα με, ἀ­δελ­φέ μου…»

        Τὴ Σκή­τη αὐ­τὴ ἵ­δρυ­σε τὸ 1881 ὁ γέ­ρων Δα­νι­ὴλ Κα­του­νακι­ώ­της. Ἡ κα­τα­γω­γή του ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴ Σμύρ­νη. Εἶ­χε πα­ρα­γιὸ τὸν πα­τέ­ρα Γε­ρόν­τιο ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί. Ὅταν κοι­μή­θη­κε τὸ 1929, ἡ­γού­με­νος ἔ­γι­νε ὁ Γε­ρόν­τιος. Ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ὑ­πο­τα­κτι­κούς: Τὸν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο πα­τέ­ρα Νήφω­να, Κρη­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ Χα­νιά, καὶ τὸν πα­τέ­ρα Μό­δε­στο ἀ­πὸ τὴν Ἀτ­τά­λεια, Μι­κρα­σιά­τη. Καὶ οἱ δύ­ο πῆ­γαν ἔ­φη­βοι στὴ Σκή­τη, ὅ­που ὁ Γε­ρόν­τιος τοὺς δί­δα­ξε τὴν τέ­χνη τῆς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας βυ­ζαν­τι­νῶν εἰ­κό­νων. Ἑ­πτὰ χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἦ­ταν στὴν ἡ­λι­κί­α ὁ Νή­φω­νας ἀ­πὸ τὸν Μόδε­στο καὶ —ὅ­πως ἔ­λε­γαν— πιὸ μορ­φω­μέ­νος. Ὁ μό­νος ποὺ στὴν ἁ­γι­ο­γρα­φί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε λά­δια κι ὄ­χι αὐ­γο­τέμ­πε­ρες. Τα­πει­νὸς ὁ Μό­δε­στος, χα­μη­λό­φω­νος καὶ ὀ­λί­γον τσε­βδός, γι’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­κό­νη­μά του ἦ­ταν μά­γει­ρας στὴν κου­ζί­να. Ἀρ­γό­τε­ρα στὴ συ­νο­δεί­α προ­στέ­θη­καν καὶ τέσ­σε­ρις νέ­οι ἀ­πὸ τὸ Παγ­γαῖ­ο τῆς Κα­βά­λας, παι­διὰ ἀ­κό­μα πές, οἱ πα­τέ­ρες Δα­νι­ήλ, Ἀ­κά­κιος καὶ Γρη­γό­ριος μὲ τὸν ἐν ζω­ῇ μι­κρὸ ἀ­δελ­φό του Στέ­φα­νο. Ἐ­ξε­λί­χτη­καν σὲ σπου­δαί­ους ἁ­γι­ο­γρά­φους καὶ ψαλ­τά­δες· φη­μι­σμέ­νοι σ’ ὅ­λη τὴ μο­να­στι­κὴ κοι­νό­τη­τα καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τῆς. Ἔ­τσι με­γά­λω­σε ἡ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων, μα­κρου­λὴ ὡς κτή­ριο, μὲ τὸ κα­θο­λι­κὸ στὴ μέ­ση νὰ τὴ χω­ρί­ζει στὰ δύ­ο, καὶ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας τους, ποὺ ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ ψη­λὰ τὸ Αἰ­γαῖ­ο, εἶ­ναι ἴ­σως τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο ἀ­τε­λι­ὲ ζω­γρα­φι­κῆς ποὺ ἔ­χω δεῖ.

        Τὸ 1973, ποὺ ἐ­κοι­μή­θη ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος, ὅ­λοι πί­στευ­αν ὅ­τι θὰ ἔ­χρι­ζε ἡ­γού­με­νο τὸν Νή­φω­να, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος προ­τί­μη­σε τὸν Μό­δε­στο. Ὁ Νή­φων ἔ­πνι­ξε τὴ λύ­πη ἐν­τός του, μὰ ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ τὸν ἄ­φη­σε ἀ­νά­πη­ρο σὲ ἀ­φα­σί­α. Ὁ ἡ­γού­με­νος πλέ­ον Μό­δε­στος πα­ρέ­δω­σε τὴν δι­α­χεί­ρι­ση τῆς Σκή­της στὸν πα­τέ­ρα Γρη­γό­ριο καί, χω­ρὶς νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ δι­α­κό­νη­μά του στὴν κου­ζί­να, ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸν Νήφω­να· τὸν ἔπλε­νε, τὸν κα­θά­ρι­ζε, τὸν τά­ϊ­ζε, τοῦ δι­ά­βα­ζε Πη­δά­λιο, τὸν Μι­κρὸ Εὐ­ερ­γε­τι­νό, βι­ο­γρα­φί­ες ἁ­γί­ων καὶ συγ­γράμ­μα­τα πα­τέ­ρων τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, ἐ­νῶ, φαν­τά­ζο­μαι, δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὁ Νή­φω­νας τὸν ἄκουε ἤ κα­τα­λά­βαι­νε. Προ­σευ­χό­ταν πάν­τως ν’ ἀ­κού­ει καὶ νὰ κα­τα­λα­βαί­νει – μᾶλ­λον τὸ πί­στευ­ε. Καὶ κά­θε μέ­ρα, πρω­ῒ κι ἀ­πό­γευ­μα, ὅ­ταν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν κα­λός, τὸν ἔ­βα­ζε στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι καὶ τὸν σερ­γι­α­νοῦ­σε στὸ μο­να­στή­ρι. Τὸν πή­γαι­νε στὴ σκιὰ ἑ­νὸς με­γά­λου δέν­τρου, μου­ριὰ θαρ­ρῶ πὼς ἦ­ταν, κι ἄλ­λο­τε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκι­ε­ρὴ πέρ­γου­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς τοῦ κή­που. Κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν καὶ κά­θε τό­σο τοῦ σκού­πι­ζε τὸν ἵ­δρω­τα μ’ ἕ­να λευ­κὸ προ­σόψι. Ὕ­στε­ρα, ὅ­ταν δρο­σι­ζό­ταν ὁ ἄρ­ρω­στος, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε πάν­τα κά­τι στ’ αὐ­τί, σι­γὰ κι εὐ­λα­βι­κά, καὶ τὸν πή­γαι­νε πά­λι στὸ κε­λί του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν τί νὰ τοῦ ἔ­λε­γε ἄ­ρα­γε. Κά­πο­τε ἡ πε­ρι­έρ­γεια ὑ­περ­νί­κη­σε τὸν δι­σταγ­μό μου κι ἀ­θό­ρυ­βα στά­θη­κα πί­σω του ν’ ἀ­κού­σω. «Εὐ­λό­γη­σον», τοῦ ἔ­λε­γε, μό­νο αὐ­τό, πολ­λὲς ὅ­μως φο­ρές. Δὲν ἦ­ταν ὁ συ­νη­θι­σμέ­νος χαι­ρε­τι­σμὸς ποὺ ἀ­κοῦ­με ὅ­λοι στὸ ‘Ἅγιον Ὅ­ρος, «εὐ­λό­γη­σον» ὁ ἕ­νας, «ὁ Κύ­ριος», ὁ ἄλ­λος. Αὐ­τὸ τὸ «εὐ­λό­γη­σον» τοῦ γέ­ρον­τα ἦ­ταν κά­τι πιὸ βα­θὺ· ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὰ σπλά­χνα του. Αὐ­τὸ κρά­τη­σε μέ­χρι τὸ 1977 ποὺ ὁ Νή­φω­νας ἐ­κοι­μή­θη κι ὁ ἡ­γού­με­νος ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴν κου­ζί­να του μέ­χρι τὸ 2001, ὅ­ταν κι αὐ­τὸς ἀ­να­παύ­τη­κε.

        Γιατὶ τὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­λα αὐ­τὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια; Ἴσως για­τὶ ὁ Βα­σί­λης μ­ε πα­ρό­τρυ­νε νὰ γρά­ψω καὶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α-μπον­ζάϊ γιὰ τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος. «Γρά­ψε», μοῦ εἶ­πε, «καὶ μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες, τὶς Γι­ορ­τές, θέ­λω νὰ κά­νω ἕ­να ὀ­κτα­σέ­λι­δο. Ἐ­σὺ ἔχεις γυρίσει ὅ­λο τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος κι ὁ δε­σμός σου μὲ τοὺς Δα­νιηλαί­ους ὑ­πῆρ­ξε μα­κρό­χρο­νος.» «Σω­στά», ἀ­πάν­τη­σα, «για­τί ἀ­γα­πῶ τὴ θρη­σκευ­τι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λὰ πι­στὸς σὰν ἐ­σέ­να δὲν ἤ­μουν πο­τέ». «Θὰ βρεῖς ἐ­σύ», ἐ­πέ­με­νε, «τὸν τρό­πο».

        Ἔ­τσι ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι τῆς μνή­μης ἀ­να­δύ­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων. Αὐ­τὴ ἡ «εἰ­κό­να» τῶν δύ­ο γε­ρόν­των, κι ὄ­χι μιὰ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­με «μπον­ζά­ϊ», ὡς μιὰ ἀ­κό­μα ἐ­πιρ­ρο­ή, ὄ­χι ὅ­πως εἴ­θι­σται ἀ­πὸ τὴν Εὐ­ρώ­πη ἢ τὴν Ἀ­με­ρι­κή, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­κρι­νὴ Ἰ­α­πω­νί­α. Κοι­τά­ζον­τας προ­σε­κτι­κὰ τὴν «εἰ­κό­να», συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τώ­ρα στὰ γε­ρά­μα­τα, ὅ­τι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἡ­γού­με­νου δὲν ὀ­φεί­λον­ταν σὲ τύ­ψεις —τί ἔ­φται­γε αὐ­τὸς γιὰ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ γέ­ρον­τά τους;— ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ «εὐ­λό­γη­σον» ἦ­ταν ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης τοῦ γέ­ρον­τα Μό­δε­στου, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ μί­αν ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση. Καὶ σκέ­φτη­κα: μή­πως αὐ­τὸ εἶ­χε δι­αι­σθαν­θεῖ ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος καὶ λί­γο πρὶν πε­θά­νει ἔ­κα­νε τὴν ἐ­πι­λο­γή του; Φί­λη­σα τὴν εἰ­κό­να καί, πρὶν τὴν ἐ­να­πο­θέ­σω ξα­νὰ στὸ εἰ­κο­νο­στά­σι τῆς μνή­μης, τὴν ἁ­γι­ο­γρά­φη­σα μὲ τὸν μό­νο τρό­πο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­χω μά­θει.



Πηγή: Ἱστορίες «Μπον­ζάϊ», Γιορ­τὲς τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ἐκδ. Ὀκτα­σέ­λι­δο τοῦ Μπι­λιέ­του, 102/2020.

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly): Τὸ Σύντομο Χρονικὸ τοῦ Κοριτσιοῦ…


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly)


Τό Σύν­το­μο Χρο­νι­κό τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ,

εἰ­πω­μέ­νο ἀ­πό τήν Ρε­α­λί­στρια

ὡ­στό­σο Αἰ­σι­ό­δο­ξη Ἀ­φρι­κα­νί­δα Χαρ­το­ρί­χτρα

(The Brief Chronicled History of The Girl

as told by the Realist

but yet Optimistic African Fortune-teller)


ΟΡΙΤΣΙ, προ­τοῦ ὁ πα­τέ­ρας σου σέ φυ­τέ­ψει στήν μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας σου, προ­τοῦ ἐγ­γρα­φοῦν τά δι­κά σου χρω­μο­σώ­μα­τα Χ καί ὄ­χι τά ὑ­γι­ῆ σου Υ ἤ­σουν στό νε­ρό, στόν ἀ­έ­ρα, στά στοι­χεῖ­α: ἕ­να τρι­ά­το­μο πού δέν ἀ­νῆ­κε οὔ­τε σέ φυ­λή, οὔ­τε σέ πα­τριά, οὔ­τε σέ κα­μιά νο­μα­δι­κή Kabilah.

        Στήν πρώ­τη σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Σοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α. Τσα­λα­βου­τοῦ­σες στή λά­σπη καί ἔ­παι­ζες μέ τόν Ἀμ­πτου­λάχ καί τόν Ἄμ­πελ. Κο­λυμ­ποῦ­σες στόν πο­τα­μό Μέ­ρεμπ τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἐ­ρυ­θραί­ας κον­τά στήν ἐκ­κλη­σιά σου, ἡ πε­ρι­έρ­γειά σου πάν­τα νά αἰ­ω­ρεῖ­ται ὅ­πως ἡ σπά­νια γα­λα­ζό­φτε­ρη λιμ­πε­λού­λα πρό­θυ­μη νά ἵ­πτα­ται ψη­λά μέ­σα στή βρο­χή. Γνώ­ρι­ζες πώς ἤ­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές σου, τίς θει­ές μέ τά θλι­μέ­να μά­τια, καί ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς σου. Ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­τμη­τη, κά­θε ἴν­τσα τῆς σάρ­κας σου ἀ­κό­μη ὁ­λό­δι­κή σου. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα κι ἕ­να ἀ­πό τ’ ἀ­γό­ρια ἦ­ταν νά σέ νυμ­φευ­θεῖ, ἔ­δει­ξαν ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο ἀ­νά­με­σα στά πό­δια σου. Ἀ­κά­θαρ­τη, εἶ­παν. Ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος στό χω­ριό γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νά κά­νουν – με­τα­στρέ­φον­τάς σε σέ μιάν ἀ­π’ αὐ­τές, τό εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας πού ὁ Ἄμ­πελ καί ὁ Ἀμ­πτου­λάχ ἐγ­κρί­να­νε. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἡ μα­μή τε­μά­χι­σε τήν κλει­το­ρί­δα σου, ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος βγῆ­κε ἔ­ξω, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, πε­ρή­φα­νος. Δέν ἀν­τι­στά­θη­κες για­τί εἶ­χες τό­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νη, τό­σο με­γά­λη ἀ­γά­πη. Σκά­φτη­κες, βα­θού­λω­σες: ἀ­δει­α­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λα πού σ’ ἔ­κα­ναν ἐ­σέ­να. Ἐ­σέ­να.

        Στήν δέ­υ­τε­ρή σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Ἤ­θε­λες νά ἀν­τι­στα­θεῖς σ΄ ὅ,τι κα­θο­ρι­ζό­ταν ὡς ἀ­γνό­τη­τά σου, ἀλ­λά ἡ ὑ­πο­τα­γή ἦ­ταν τό ἀν­τί­τι­μο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης. Ὁ πό­νος σου, χυ­μέ­νος τα­χύ­τε­ρα ἀ­πό τό αἷ­μα σου, γέ­μι­σε τόν πο­τα­μό Τά­να τῆς Κέ­νυ­ας. Ἁ­πλῶς, πέ­θα­νες.

        Σ’ αὐ­τήν τήν με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Θά πε­τά­ξεις τήν κα­λύ­πτρα τῆς κε­φα­λῆς πού σέ ἀ­νάγ­κα­σαν νά φο­ρᾶς στό τζα­μί. Θά ξε­φω­νί­σεις ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου θά σέ σύ­ρει στόν μπαρ­μπέ­ρη τοῦ Μπέ­νι Σου­έφ. Θά τοῦ σπρώ­ξεις τό χέ­ρι ὅ­ταν ἡ λε­πί­δα του γδέρ­νει τά μι­κρά χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου σου. Θά τρέ­ξεις, αἱ­μορ­ρα­γών­τας τόν δι­κό σου πο­τα­μό Νεῖ­λο, κι ὅ­ταν τά δι­στα­κτι­κά / δει­λι­α­σμέ­να σου πό­δια σου δέν μπο­ροῦν νά τρέ­ξουν πα­ρα­πά­νω, θά ἀ­πο­γει­ω­θεῖς μέ τίς φτε­ροῦ­γες σου· χα­μο­γε­λᾶς γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α πού εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­κτη­θεῖ, ὅ­μως κο­ρί­τσι…

        Θά μεί­νεις.

        Θά τά ἐ­πα­να­λά­βεις ὅ­λα σέ μιάν ἄλ­λη με­τεν­σάρ­κω­ση.

        Δέν θά τούς ἀ­φή­σεις νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν ὑ­πέρ-κολ­πι­κό σου τραυ­μα­τι­σμό ὡς σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γνό­τη­τάς σου.

        Δέ θά τούς ἀ­φή­σεις να σέ κα­λύ­ψουν ἤ νά σέ σβή­σουν για­τί δέν εἶ­σαι ἡ φουρ­νιά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

        Δέ θά τούς ἐ­πι­τρέ­ψεις νά ξε-φυλ­λί­σουν τήν παρ­θε­νι­κή ἀ­γά­πη σου γιά Σέ­να.

        Κο­ρί­τσι, θά μεί­νεις για­τί εἶ­ν’ ἀ­πί­στευ­το πῶς o­ἱ κο­λο­βω­μέ­νες ρί­ζες ξε­πε­τοῦν βλα­στά­ρια με­τά πού θά κο­ποῦν.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Afreada, 19.04.2019:

https://afreada.com/2019/04/19/the-brief-chronicled-history-of-the-girl-as-told-by-the-realist-but-yet-optimistic-african-fortuneteller-by-riham-adly/

Ρί­χαμ Ἄν­τλυ (Riham Adly). Πε­ζο­γρα­φί­α της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξύ ἄλ­λων καὶ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Bending Genres, Con­nota­tion Press, Spelk, The Ca­binet of Heed, Vestal Re­view, Volney Road Re­view, Five: 2: One, Bril­liant Flash Fiction, Gin­ger­bread House lit, Wri­ting in a Wo­man’s voi­ce, Anti-He­roine Chick, Danse Ma­ca­bre καὶ @Fe­wer­than500. Πρό­σφα­τα μπῆ­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ Βρα­βεί­ου Με­τά­φρα­σης Arab-Lit. Ἡ Ἄν­τλυ ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της στὴ Γκί­ζα τῆς Αἰ­γύ­πτου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).


Καίτη Βασιλάκου: Ψυχή στὴν ἔρημο


Καί­τη Βα­σι­λά­κου


Ψυ­χὴ στὴν ­ρη­μο


 ΨΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΣΚΗΤΗ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸν δρό­μο της. Πέ­ρα­σαν ἔ­τσι πολ­λὲς μέ­ρες καὶ ἡ ψυ­χὴ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη καὶ χω­ρὶς ἄλ­λα κου­ρά­για φώ­να­ξε δυ­να­τὰ μέ­σα στὴν καυ­τὴ ἐ­ρη­μιά:

— Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Ἂν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός, ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση, ἄς μὲ ἀ­κού­σουν. Ζη­τῶ βο­ή­θεια!

          Πε­ρί­με­νε λί­γη ὥ­ρα μέ­σα στὴ σι­ω­πή, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σε.

        — Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς μὲ ἀ­κοῦ­τε, φώ­να­ξε ξα­νά. Εἶ­μαι μιὰ ψυ­χὴ χω­ρὶς σῶ­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ πρέ­πει οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ­τε καὶ νὰ μὲ βο­η­θή­σε­τε.

              Πε­ρί­με­νε πά­λι λί­γο, ἀλ­λὰ ἡ ἔ­ρη­μος ἔ­με­νε βου­βή.

        — Θὰ πε­θά­νω χω­ρὶς βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Τί­πο­τα, σι­γή. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ κα­τά­λα­βε πὼς ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ­λο­μό­να­χη.

        — Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Μουρ­μού­ρι­σε. Πέ­θα­να ἤ­δη μιὰ φο­ρά. Τώ­ρα ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι.

        Καὶ πέ­θα­νε.

        Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις τῆς Φύ­σης συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους.

        — Γιὰ δές! εἶ­πε μί­α. Ἐ­κεί­νη ἡ ψυ­χὴ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο εἶ­χε με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Νό­μι­ζε πὼς θὰ ζοῦ­σε αἰ­ώ­νια.

        — Πράγ­μα­τι, εἶ­πε μιὰ ἄλ­λη. Αὐ­τὲς οἱ ἀν­θρώ­πι­νες ψυ­χὲς εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τες.

        — Τέ­λος πάν­των, εἶ­πε μιὰ τρί­τη. Ἄς φρον­τί­σου­με τώ­ρα τὸ σῶ­μα της, τὸ μό­νο ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­ώ­νιο.

        Πῆ­γαν κον­τά του καὶ τὸ βο­ή­θη­σαν νὰ ἀ­πο­δο­μη­θεῖ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ὁ Τέταρτος Κλῶνος (Αἴολος, Ἀθήνα, 2011).

Καίτη Βασιλάκου (Χανιά). Σπούδασε ἀρχαιολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἐργάστη­κε ὡς φιλόλογος στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Ὁ πειρασμὸς τοῦ ἐρημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ (Ἰωλκός, 2010). Ἂλλα βιβλία της: Σιμόν (θεατρικό· Μαν­δρα­γό­­ρας, 2014), Τὸ ἐπίμονο φαι­νό­μενο (πε­ζο­γρα­φία· Ἀ­πό­πει­ρα, 2016).


Ἀργύρης Χιόνης: Οἱ συμφορές


Ἀρ­γύ­ρης Χι­ό­νης


Οἱ συμ­φο­ρὲς


ΕΡΑΣΤΕ, εἶ­πε, «πε­ρά­στε καὶ κα­θί­στε», εἶ­πε στὶς συμ­φο­ρὲς ποὺ χτύ­πη­σαν τὴν πόρ­τα του.

«Θὰ τὶς κε­ρά­σω κά­τι», σκέ­φτη­κε, «ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­π’ τὴν ψυ­χή μου, καὶ θὰ φύ­γουν. Θὰ κά­τσουν λί­γο καὶ θὰ φύ­γουν”.

        Φροῦ­δες ἐλ­πί­δες… Θρο­νι­ά­στη­καν ἐ­κεῖ καὶ ποῦ νὰ τὸ κου­νή­σουν…

        Ἀ­π’ τὶς εὐ­γέ­νει­ες, πέ­ρα­σε στὶς ἀ­γέ­νει­ες καί, ἀ­π’ αὐ­τές, στὶς ἀ­πει­λές. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα· ἀ­κλό­νη­τες στὶς θέ­σεις τους, ἦ­ταν σα­φὲς ὅ­τι δὲν ἦρ­θαν γιὰ νὰ φύ­γουν.

        Κά­θι­σε, τέ­λος, καὶ ὁ ἴ­δι­ο­ς· κου­ρά­στη­κε καὶ κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τί του­ς· καὶ μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­πά­θεια ποὺ τὸν κοι­τού­σα­νε τὶς κοί­τα­ζε κι αὐ­τός.



Πη­γή: Τὰ ὄν­τα καὶ τὰ μὴ ὄν­τα (πε­ζά, Γα­βρι­η­λί­δης, 2006).


Ἀργύρης Χιόνης (Ἀθήνα, 1943-2011). Ποίηση, πεζογραφία, μετάφραση. Συγκε­ντρωτικὴ ἔκδοση τῶν ποιημάτων του: Ἡ φωνὴ τῆς σιωπῆς. Ποιήματα 1966-2000 (Νεφέλη, Ἀθήνα, 2006). Τελευταῖο του βιβλίο: Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει. Ποίηση δωματίου (Γαβριηλίδης, Ἀθήνα, 2010).


Τασούλα Τσιλιμένη: Μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες


Τα­σού­λα Τσι­λι­μέ­νη


Μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες


ΗΝ ΕΙΔΑ στὴν Rosener Manzstraat. Ἦ­ταν γύ­ρω στὶς 4:30. Ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὴ Βό­ρεια θά­λασ­σα τῆς ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χε τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Κά­που-κά­που τὰ ἔ­βγα­ζε γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Εἶ­χε μό­λις ἀ­φή­σει τὴ σκέ­ψη της στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ει ἀ­κό­μη νο­μί­ζει τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πει τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.

       Δὲν θὰ τὴν εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἐ­ὰν ὁ ἥ­λιος δὲν βρί­σκον­ταν στὸ τέ­ταρ­το τοῦ μι­σοῦ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ γέρ­νον­τας στὸ Nieuwe Maas. Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε χά­σει ὕ­ψος, ἴ­σως νὰ εἶ­χε καὶ δυ­ὸ τρί­α κι­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί γύ­ρευ­ε σὲ μιὰ χώ­ρα ποὺ βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πὸ τέσσερα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας, αὐ­τὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μάρ­τη.

       Σκέ­φτη­κα πό­σος και­ρὸς εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χα δεῖ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ ἦ­ταν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νο τὸν Σε­πτέμ­βρη στὰ Κά­στρα; Τὸ μυα­λό μου ξε­στρά­τι­σε στὶς δι­κές του δι­α­δρο­μές. Γνω­ρί­ζον­τας τὸ ἄ­χρο­νο τοῦ χρό­νου καὶ τὸ μη­δὲν τῆς ἀ­πό­στα­σης, ἔ­πια­σε τὴν κλω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

       Πρέ­πει νὰ ἤ­μουν γύ­ρω στὰ τέσ­σε­ρα ἢ πέν­τε ὅ­ταν τὴν συ­νάν­τη­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Ἡ μά­να μου, λέ­ει, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πό­γευ­μα κα­λο­και­ριοῦ κι ἐ­γὼ πε­ρί­με­να τὸν πα­γω­τα­τζή. Μὰ αὐ­τὸς ἀρ­γοῦ­σε κι ἔ­τσι ἔ­τρε­ξα στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο νὰ ἐ­λέγ­ξω τὸν δρό­μο στὸ βά­θος, μή­πως καὶ τὸν δῶ. Κι ἀ­φοῦ δὲν φαί­νον­ταν ἑ­τοι­μά­στη­κα νὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση μου. Καὶ τό­τε τὴν εἶ­δα!

       Ψη­λὴ κι ἀ­δύ­να­τη! Δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ μέ­να! Μαρ­μά­ρω­σα. Ἄ­φω­νη τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποὺ ἦρ­θε καὶ πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ. Στὴν ἀρ­χὴ σκέ­φτη­κα τὸν Με­ση­με­ρά, ἡ μό­νι­μη ἀ­πει­λὴ τῆς μά­νας μου γιὰ νὰ μέ­νω ἥ­συ­χη τὰ με­ση­μέ­ρια, καὶ ἔ­χα­σα κά­θε στα­γό­να σά­λιου. Ὅ­μως κόν­τευ­ε ἐπτὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τὴν κοι­τοῦ­σα ποὺ στέ­κον­ταν ἀ­κί­νη­τη. Ἔ­φε­ρα τὸ χέ­ρι μου στὸ στό­μα. Ὅ­ταν φο­βό­μουν ἔ­βρι­σκα ἀ­κό­μη κα­τα­φύ­γιο στὸν ἀν­τί­χει­ρα. Τὴν εἶ­δα νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο, κι αὐ­τὸ μὲ ἀ­να­στά­τω­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί μοῦ θύ­μη­σε ἐ­κεί­νη τὴν φί­λη τῆς για­γιᾶς ποὺ ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ καὶ ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε ἀ­φοῦ τσιμ­ποῦ­σε καὶ ξα­να­τσιμ­ποῦ­σε τὰ μά­γου­λά μου τό­σο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­βα­ζα τὰ κλά­μα­τα, με­τὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κλαί­ει κι αὐ­τὴ καὶ νὰ κά­νει ὅ­τι ἔ­κα­να ἐ­γώ. Αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξα­γρί­ω­νε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καὶ ὁ μο­να­δι­κὸς τρό­πος νὰ γλι­τώ­σω ἦ­ταν νὰ μεί­νω ἀ­κί­νη­τη καὶ ἀ­μί­λη­τη. Ἔ­τσι κι αὐ­τὴ τό­τε. Ἔ­βα­λε τὸ δά­χτυ­λο στὸ στό­μα της καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη κι ἀ­μί­λη­τη, ὅ­πως ἐ­γώ. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε καρ­φω­θεῖ πά­νω της καὶ σχε­δὸν στα­μά­τη­σα νὰ ἀ­να­πνέ­ω. Στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ριοῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν χτύ­πο τῆς καρ­διᾶς μου. Κι ὅ­ταν ἄ­κου­σα καὶ τὸν δι­κό της ἔ­δω­σα μιὰ καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἔ­τρε­ξα στὴν  μά­να μου ποὺ μὲ ρω­τοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τί εἶ­χα κι ἔ­κλαι­γα ἔ­τσι. Δὲν μί­λη­σα σὲ κα­νέ­ναν για­υτή. Στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ φό­βο. Με­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πα ὅ­τι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ ἔ­μοια­ζε. Ἔ­τσι συ­νή­θι­σα τὴ σι­ω­πη­λή της πα­ρου­σί­α καὶ τὰ παι­χνί­δια μί­μη­σης. Στὴν ἐ­φη­βεί­α μου, τὶς νύ­χτες ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο καὶ δι­έ­σχι­ζα ὁ­λο­μό­να­χη τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­κού­γον­τας τὰ πα­πού­τσια μου νὰ σέρ­νουν τὸν φό­βο μου στὶς πλά­κες, ἔ­νι­ω­θα ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὴν πα­ρου­σί­α της. Τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ἔρ­χε­ται κυ­ρί­ως ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἄρ­χι­ζε νὰ γε­μί­ζει. Ὅ­σο πιὸ φω­τει­νὸ ἦ­ταν τό­σο αὐ­τὴ μά­κραι­νε κι ἔ­δει­χνε νὰ μὲ περ­νά­ει δυ­ὸ κε­φά­λια. Πα­ρέ­με­νε πάν­τα ἀ­δύ­να­τη μὲ πό­δια ποὺ θύ­μι­ζαν ξυ­λο­πό­δα­ρο πα­νη­γυ­ριοῦ. Μὲ τὰ χρό­νια καὶ στὴ σκέ­ψη τοῦ πρώ­του μου φό­βου γε­λοῦ­σα, ὅ­πως ἔ­κα­ναν οἱ φί­λες μου ποὺ ἔ­παι­ζαν μα­ζί της, ἄλ­λο­τε τρέ­χον­τας πρὸς αὐ­τὴ γιὰ νὰ τὴν πιά­σουν —κά­ποι­ες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ τὴν πα­τή­σουν— κι ἄλ­λο­τε νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἀρ­γό­τε­ρα, κυ­νη­γών­τας τὴ ζω­ή μου, ἄρ­χι­σα νὰ τὴν ἀ­φή­νω πί­σω.

       Τε­λι­κὰ νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ποὺ κα­τέ­βαι­να ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα, με­θυ­σμέ­νη σχε­δόν, τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ ’85. Περ­πα­τοῦ­σε ἀγ­κα­λιὰ μὲ κά­ποι­ον κι ὅ­λο ἔ­γερ­νε πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ γε­λοῦ­σε, μὲ τρό­πο ποὺ φα­νέ­ρω­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη γυ­ναί­κα.

       4:32, στὴν Rosener Manzstraat. Ἔ­βγα­λα τὰ χέ­ρια μου ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χα μό­λις κρε­μά­σει τὴ σκέ­ψη μου στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ω ἀ­κό­μη νο­μί­ζω τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο μοῦ φαί­νε­ται αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.



Τασούλα Τσιλιμένη (Καλλιπεύκη). Σπούδασε παιδαγωγικά καὶ ἔκανε διδακτορικό στὴν παιδικὴ λογοτεχνία στὸ Τμῆμα Προσχολικῆς Ἐκ­παί­δευσης τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσα­λίας, στὸ οποῖο σήμερα εἶναι Καθηγήτρια. Ἔχει ίδρύσει καὶ εἶναι διευθύντρια τοῦ  ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ γιὰ θέματα παιδικῆς λογοτεχνίας ΚΕΙ­ΜΕ­ΝΑ(www.keimena.ece.uth.gr). Ἔχουν ἐκδοθεῖ πάνω από σαράντα βι­βλί­α της γιὰ παιδιὰ καὶ ἐκπαιδευτικούς.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να

τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια

ΠΗΡΧΕ καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος Σα­ρα­πί­ων, ποὺ τοῦ δώ­σα­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «σεν­το­νά­κιας», για­τὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σεν­τό­νι τί­πο­τ’ ἄλ­λο πο­τέ του δὲν φό­ρε­σε. Αὐ­τός, λοι­πόν, πολ­λὴν ἐ­ξή­σκη­σεν ἀ­κτη­μο­σύ­νην· ἐ­πι­πλέ­ον, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν καὶ γραμ­μα­τι­ζού­με­νος, ἀ­πο­στή­θι­ζε ὅ­λες τὶς Γρα­φές. Καὶ ἀ­πὸ τὴν πολ­λὴ με­λέ­τη τῶν Γρα­φῶν καὶ τὴ με­γά­λη του ἀ­κτη­μο­σύ­νη σὲ κελ­λὶ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ἡ­συ­χά­σει —κι ὄ­χι βέ­βαι­α για­τὶ τὸν πε­ρι­σποῦ­σαν τὰ «ὑ­λι­κά»— γι’ αὐ­τὸ τὴν ἀ­ρε­τή του αὐ­τὴ τὴν ἀ­νέ­δει­ξε γυ­ρο­φέρ­νον­τας τὴν Οἰ­κου­μέ­νη. Για­τὶ ἔ­τσι ἦ­ταν καὶ τὸ φυ­σι­κό του. Δι­α­φο­ρὲς στοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες ὑ­πάρ­χουν πολ­λές, ἡ οὐ­σί­α ὅ­μως εἶ­ναι μί­α.

       Δι­η­γόν­του­σαν, λοι­πόν, οἱ πα­τέ­ρες, πὼς ἀ­φοῦ πῆ­ρε κά­ποι­ον ἀ­σκη­τὴ μα­ζί του ὡς συμ­παί­κτη, πού­λη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ εἴ­κο­σι νο­μί­σμα­τα, σὲ κά­ποι­ους εἰ­δω­λο­λά­τρες ἠ­θο­ποι­οὺς μιᾶς πό­λης. Κι ἀ­φοῦ σφρά­γι­σε τὰ λε­φτὰ τὰ ἔ­κρυ­ψε πά­νω του. Ἔ­μει­νε, λοι­πόν, μα­ζὶ μὲ τοὺς ἠ­θο­ποι­οὺς ποὺ τὸν ἀ­γό­ρα­σαν καὶ ποὺ τοὺς ὑ­πη­ρέ­τη­σε πι­στά, τό­σο και­ρό, ὅ­σο χρει­ά­στη­κε καὶ χρι­στια­νοὺς νὰ τοὺς κά­νει καὶ ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο νὰ τοὺς τρα­βή­ξει. Στὸν πο­λὺ και­ρὸ ποὺ ἔ­ζη­σε μα­ζί τους πρῶ­τος μπῆ­κε στὸ δρό­μο τοῦ Θε­οῦ ὁ ἠ­θο­ποι­ός, με­τὰ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ ἔ­πει­τα ὅ­λο του τὸ σπί­τι. Λέ­γα­νε, μά­λι­στα, ὅ­τι, ὅ­σο και­ρὸ ἀ­γνο­οῦ­σαν τὸν ἄν­θρω­πο, αὐ­τὸς τοὺς ἔ­πλε­νε καὶ τῶν δυ­ο­νῶ τὰ πό­δια. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, βα­φτί­στη­καν καὶ οἱ δυ­ό τους, καὶ ἀ­πέ­στη­σαν τοῦ θε­α­τρί­ζειν, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴ σε­μνὴ καὶ θε­ο­φο­βού­με­νη ζω­ή, λέ­νε στὸν ἅ­γιο, ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ κλέ­ψει τὸν ἀ­πέ­ραν­το σε­βα­σμό τους: «Ἔ­λα, ἀ­δελ­φέ μας, νὰ σ’ ἐ­λευ­θε­ρώ­σου­με για­τὶ καὶ σὺ ἀ­πὸ αἰ­σχρὴ σκλα­βιὰ μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σες.» Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: «Ἐ­πει­δὴ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς καὶ σώ­θη­κε ἡ ψυ­χή σας, θὰ σᾶς πῶ τὸ μυ­στι­κό μου· ἐ­γώ, λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ σᾶς πό­νε­σα, ἂν καὶ ἤ­μουν ἀ­σκη­τὴς ἐ­λεύ­θε­ρος, αἰ­γυ­πτια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, γιὰ τὸ χα­τή­ϡ­ρι σας πού­λη­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου, γιὰ νὰ σᾶς σώ­σω. Κ’ ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ, ποὺ θέ­λη­σε μὲ τὴν δι­κή μου τὴν τα­πεί­νω­ση νὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή σας, πάρ­τε τώ­ρα τὸ χρυ­σά­φι σας γιὰ νὰ φύ­γω κι ἄλ­λους μὲ τὴ σει­ρὰ νὰ βο­η­θή­σω.» Κ’ ἐ­κεῖ­νοι ἀ­φοῦ πολ­λὰ τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν καὶ τὸν βε­βαί­ω­ναν, λέ­γον­τας, πώς: «σὰν πα­τέ­ρα θὰ σ’ ἔ­χου­με καὶ κύ­ριο, μό­νο μεῖ­νε μα­ζί μας», δὲν κα­τά­φε­ραν, τε­λι­κά, νὰ τὸν πεί­σουν. Τό­τε τοῦ εἶ­παν: «Δῶ­σ’ τὸ χρυ­σά­φι στοὺς φτω­χο­ό­υς, γιὰ μᾶς ἔ­γι­νε ἀρ­ρα­βὼν σω­τη­ρί­ας· μό­νο νά ‘ρ­χε­σαι, μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο, νὰ μᾶς βλέ­πεις…»

       Αὐ­τός, λοι­πόν, μὲ τὰ πολ­λά του τα­ξί­δια ἔ­φτα­σε κά­πο­τε στὴν Ἑλ­λά­δα. Τρεῖς μέ­ρες ἔ­μει­νε στὴν Ἀ­θή­να, κ’ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἀ­πὸ κα­νέ­να. Αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος οὔ­τε κέρ­μα δὲν κρά­τα­γε, οὔ­τε σακ­κού­λι, οὔ­τε προ­βειά, οὔ­τε τί­πο­τα. Τὴν τέ­ταρ­τη μέ­ρα τὸν ἔ­κο­ψ’ ἡ πεί­να. Πεί­να φο­βε­ρή. Ἀ­κού­σια. Ἀ­πὸ ‘­κεῖ­νες ποὺ σπρώ­χνουν στὴν ἀ­πι­στί­α. Στά­θη­κε, τό­τε, σ’ ἕ­να λό­φο τῆς πό­λης —ἐ­κεῖ ποὺ οἱ ἄρ­χον­τες ἦ­σαν μα­ζε­μέ­νοι— καὶ ἄρ­χι­σε δυ­να­τὰ νὰ θρη­νεῖ, χτυ­πών­τας μὲ κρό­το τὰ χέ­ρια του, καὶ νὰ κρά­ζει: «Ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, βο­η­θᾶ­τε!». Κι ἀ­φοῦ τρέ­ξα­νε ὅ­λοι κον­τά του —φι­λο­σό­φοι κι ἀρ­χόν­τοι— τὸν ρω­τᾶ­νε: «Τί ἔ­χεις; κι ἀ­πὸ ποῦ ‘­σαι καὶ τί πά­σχεις;». Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς λέ­ει: «Ὅ­σο γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή μου, εἶ­μαι Αἰ­γύ­πτιος· ἀ­πὸ τὴν μέ­ρα ποὺ ἄ­φη­σα τὴν πα­τρί­δα μου σὲ τρεῖς δα­νει­στὲς ἔ­πε­σα· κι ἀ­π’ τοὺς δυ­ὸ γλύ­τω­σα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τοὺς πλή­ρω­σα καὶ τὸ χρέ­ος ξό­φλη­σα καὶ τί­πο­τα πιὰ δὲν τοὺς δέ­νει μα­ζί μου· ἀ­π’ τὸν τρί­το δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξε­φύ­γω…» Καὶ ‘­κεῖ­νοι προ­σπα­θών­τας, γε­μά­τοι πε­ρι­έρ­γεια, νὰ μά­θουν γιὰ τοὺς δα­νει­στές, νὰ τοὺς κα­θη­συ­χά­σουν, τὸν ρω­τοῦ­σαν: «Ποῦ βρί­σκον­ται καὶ ποι­οὶ εἶ­ναι; ποιός εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ σ’ ἐ­νο­χλεῖ; δεῖξέ τον μας, νὰ σὲ βο­η­θή­σου­με.» Τό­τε τοὺς εἶ­πε: «Μ’ ἐ­νό­χλη­σαν ἀ­πὸ τὰ νιά­τα μου φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ γα­στρι­μαρ­γί­α καὶ πορ­νεί­α· κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο γλύ­τω­σα – φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ πορ­νεί­α πιὰ δὲν μ’ ἐ­νο­χλοῦ­νε. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ τὴν πεί­να νὰ ξε­φύ­γω δὲν μπο­ρῶ. Τέ­ταρ­τη μέ­ρα σή­με­ρα καὶ πα­ρα­μέ­νει μοι ὀ­χλοῦ­σα ἡ γα­στήρ· ζη­τᾶ τὸ κα­θη­με­ρι­νό της – δί­χως αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται νὰ ζή­σω.» Τό­τε κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ποὺ νό­μι­ζαν πὼς βλέ­πα­νε θε­α­τρι­κὴ πα­ρά­στα­ση, τοῦ ­δῶ­σαν ἕ­να νό­μι­σμα. Αὐ­τὸς τὸ πῆ­ρε, τὸ κα­τέ­θε­σε ὁ­λό­κλη­ρο στὸν φοῦρ­νο, πῆ­ρε ἕ­να ψω­μὶ καὶ δί­χως νὰ στα­θεῖ στιγ­μή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Πί­σω δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Κα­τά­λα­βαν, τό­τε, οἱ φι­λό­σο­φοι, πὼς ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος κι ἀ­φοῦ πλή­ρω­σαν στὸν φούρ­να­ρη τὴν ἀ­ξί­α τοῦ ψω­μιοῦ, πῆ­ραν πί­σω τὸ πο­λὺ ἀ­κρι­βό­τε­ρο νό­μι­σμα.

       Κά­πο­τε, πά­λι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε σ’ ἕ­να πλοῖ­ο ποὺ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ρώ­μη, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν τα­ξι­δι­ώ­τη. Οἱ ναυ­τι­κοὶ ποὺ νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νε­βά­σει πρω­τύτε­ρα τὰ τρό­φι­μα ποὺ θὰ τοῦ χρει­ά­ζον­ταν στὸ τα­ξί­δι, ἢ ὅ­τι θά ‘­χε μα­ζί του χρή­μα­τα ν’ ἀ­γο­ρά­σει, τὸν δέ­χτη­καν χω­ρὶς ὑ­πο­ψί­ες. Ὁ κα­θέ­νας νό­μι­ζε πὼς κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­νέ­βα­σε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, σαλ­πά­ρα­νε καὶ θά ‘­χαν φτά­σει πεν­τα­κό­σια στά­δια ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια – ἐ­κεῖ στὴν δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, οἱ ἐ­πι­βά­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τρῶ­νε. Τὸ πλή­ρω­μα εἶ­χε φά­ει νω­ρί­τε­ρα. Εἶ­δαν τὴν πρώ­τη μέ­ρα νὰ μὴν τρώ­ει καὶ εἶ­παν πὼς τὸν πεί­ρα­ξε ἡ θά­λασ­σα· τὸν βλέ­που­νε τὴν δεύ­τε­ρη, τὴν τρί­τη καὶ τὴν τέ­ταρ­τη τὸ ἴ­διο. Τὸν βλέ­που­νε τὴν πέμ­πτη μέ­ρα, νὰ κά­θε­ται ἥ­συ­χα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τρώ­γα­νε καὶ τοῦ λέ­νε: «Διὰ τί οὐκ ἐ­σθί­εις, ἄν­θρω­πε;» Τοὺς λέ­ει: «Για­τὶ δὲν ἔ­χω.» Τό­τε, ἄρ­χι­σε ὁ ἕ­νας νὰ ρω­τᾶ τὸν ἄλ­λο: «Ποι­ός πα­ρέ­λα­βε τὰ τρό­φι­μα καὶ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του;», καὶ ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σαν πὼς δὲν τά ‘­χε πα­ρα­λά­βει κα­νείς, ἄρ­χι­σαν νὰ τσα­κώ­νον­ται μα­ζί του καὶ νὰ τοῦ λέ­νε: «Πῶς μπῆ­κες χω­ρὶς τρό­φι­μα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ μᾶς δώ­σεις τὰ ναῦ­λα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ τρῶς;». Τοὺς λέ­ει: «Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω μί­α πη­γαί­νε­τε καὶ ρίξ­τε με ὅ­που μὲ βρή­κα­τε.» Ἐ­κεῖ­νοι, ποὺ οὔ­τε γιὰ ἑ­κα­τὸ χρυ­σὰ δὲν θὰ στα­μα­τοῦ­σαν τὸ τα­ξί­δι τους, τρά­βη­ξαν στὸ σκο­πό τους. Ἔ­τσι πα­ρέ­μει­νε στὸ πλοῖ­ο καὶ μά­λι­στα τὸν τρέ­φα­νε ὥ­σπου νὰ φτά­σουν στὴν Ρώ­μη.

       Ὅ­ταν, λοι­πόν, ἔ­φτα­σε στὴν Ρώ­μη, ἐ­ξέ­τα­ζε προ­σε­κτι­κά, ἂν καὶ κα­τὰ πό­σον βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ κά­ποι­ος με­γά­λος ἀ­σκη­τὴς ἢ ἀ­σκή­τρια. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων συ­νάν­τη­σε καὶ τὸν μα­θη­τὴ τοῦ Ὠ­ρι­γέ­νη Δο­μνί­νο, ποὺ τὸ κρεβ­β­ά­τι του, με­τὰ τὸν θά­να­τό του θε­ρά­πευ­ε ἀ­σθε­νεῖς. Σχε­τί­στη­κε, λοι­πόν, μα­ζί του, πράγ­μα ποὺ ἄλ­λω­στε τὸν ὀφέ­λη­σε – για­τὶ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τε­τορ­νευ­μέ­νος σὲ ἦ­θος καὶ γνώ­σεις. Ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἔ­μα­θε γιὰ ἀ­σκη­τὲς καὶ ἀ­σκή­τρι­ες ποὺ μό­να­ζαν ἐ­κεῖ καί, μά­λι­στα, γιὰ κά­ποι­α παρ­θέ­νο ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ βλέ­πει ἄν­θρω­πο. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ποῦ μέ­νει, πά­ει καὶ λέ­ει στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ τὴν φρόν­τι­ζε: «Πὲς στὴν παρ­θέ­νο πὼς εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω· ὁ Θε­ὸς μὲ στέλ­νει.» Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ δυ­ὸ-τρεῖς μέ­ρες τὴ συ­ναν­τᾶ καὶ τῆς λέ­ει:

       — Τί κά­θε­σαι;

       — Δὲν κά­θο­μαι, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, ὁ­δεύ­ω.

       — Ποῦ ὁ­δεύ­εις;

       — Πρὸς τὸν Θε­ό.

       — Ζεῖς ἢ ἔ­χεις πε­θά­νει;

       — Ἂν πι­στεύ­ω στὸν Θε­ὸ εἶ­ναι για­τὶ πέ­θα­να· ἐ­κεῖ­νος ποὺ ζεῖ σαρ­κι­κὰ δὲν θὰ πο­ρευ­θεῖ.

       — Βε­βαί­ω­σέ με, λοι­πόν, ὅ­τι πέ­θα­νες κά­νον­τας ὅ,τι κά­νω.

       — Πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ροῦν νὰ γί­νουν πές μου καὶ θὰ τὰ κά­νω.

       — Γιὰ τὸν νε­κρὸ ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τά, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­σέ­βεια. Βγὲς ἔ­ξω καὶ προ­χώ­ρα!

       — Εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια ἐ­δῶ μέ­σα καὶ δὲν βγῆ­κα· τώ­ρα για­τί νὰ βγῶ;

       — Ἐ­ὰν γιὰ τὸν κό­σμο πέ­θα­νες κι ὁ κό­σμος γιὰ σέ­να, τὸ ἴ­διο σοῦ κά­νει νὰ βγεῖς καὶ νὰ μὴ βγεῖς· προ­χώ­ρα λοι­πόν!

       Καὶ προ­χώ­ρη­σε· καὶ ἀ­φοῦ βγῆ­κε κ’ ἔ­φτα­σε σὲ κά­ποι­α ἐκ­κλη­σιὰ τῆς λέ­ει:

       — Ἂν θέ­λεις, λοι­πόν, νὰ μὲ βε­βαι­ώ­σεις ὅ­τι πέ­θα­νες καὶ δὲν ζεῖς πιὰ γιὰ ν’ ἀ­ρέ­σεις στοὺς ἀν­θρώ­πους, κά­νε ὅ,τι κά­νω, καὶ τό­τε θὰ κα­τα­λά­βω, πράγ­μα­τι, πὼς πέ­θα­νες· βγά­λε, ὅ­πως ἐ­γώ, ὅ­λα σου τὰ ροῦ­χα καὶ ρίξε τα στὸν ὦ­μο καὶ ὕ­στε­ρα βά­δι­σε στὸ μέ­σον τῆς πό­λης· ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω μπρο­στὰ τὸ ἴ­διο γυ­μνός.

       — Πολ­λοὺς θὰ σκαν­δα­λί­ζω μ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­σχή­μια, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, καὶ θά ‘χουν νὰ λέ­νε πὼς αὐ­τὴ τρελ­λά­θη­κε κ’ εἶ­ναι δαι­μο­νι­σμέ­νη.

       — Καὶ τί σὲ νοιά­ζει ἂν ποῦν ὅ­τι Ἐ­ξέ­στη καὶ δαι­μο­νι­ῶ­σά ἐστιν· ἐ­σὺ γι’ αὐ­τοὺς εἶ­σαι πε­θα­μέ­νη.

       — Ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις τὸ κά­νω· τέ­τοι­α ἀ­να­μέ­τρη­ση νὰ μοῦ λεί­πει.

       — Πρό­σε­ξε, λοι­πόν, με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μὴν ἔ­χεις πιά: πὼς εἶ­σαι, τά­χα, πάν­των εὐ­λα­βε­στέ­ρα καὶ ἀ­πο­θα­νοῦ­σα τῷ κό­σμῳ· ἐ­γὼ ἀ­πὸ σέ­να εἶ­μαι πιὸ νε­κρὸς καὶ μ’ ἔρ­γα δεί­χνω πὼς πέ­θα­να γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους· ἐ­γὼ χω­ρὶς πά­θος ἢ ντρο­πὴ αὐ­τὸ τὸ κά­νω.

       Κι ἀ­φοῦ τῆς τσά­κι­σε τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­φή­νον­τάς την τα­πει­νω­μέ­νη.

       Ἔ­κα­νε καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα πράγ­μα­τα, ἀ­πὸ τὰ συν­τεί­νον­τα εἰς ἀ­πά­θειαν. Πέ­θα­νε ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν καὶ μέ­σα στὴν Ρώ­μη τὸν θά­ψαν.



Πη­γή: περ. Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να, ἀρ. 1, Χει­μώ­νας 1984, μτφ. Γιά­ννης Πα­τί­λης, ἀ­πὸ Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Κεί­με­νο. Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 198-209.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!


ΙΠΕΝ ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος τῷ Ἀβ­βᾷ Ἀ­κα­κί­ῳ· ἡ γυ­νὴ τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βεν, ὅ­ταν στα­λῇ τὸ αἷ­μα αὐ­τῆς· οὕ­τως οὖν καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιον, ὅ­ταν στα­λῇ τὰ ρέ­ον­τα ἀ­π’ αὐ­τῆς κά­τω­θεν πά­θη· ἐν ὅ­σῳ δὲ ἐ­νέ­χε­ται ἐν αὐ­τοῖς, πῶς δύ­να­ται κε­νο­δο­ξεῖν ὡς ἀ­πα­θής; δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα.


Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

Εἶ­πε ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος στὸν Ἀβ­βᾶ Ἀ­κά­κιο: ἡ γυ­ναί­κα τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε, ὅ­ταν στα­μα­τή­σει ἡ ἐμ­μη­νό­ροι­ά της· ἔ­τσι, λοι­πόν, καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιο, ὅ­ταν στα­μα­τή­σουν νὰ τρέ­χουν ἀ­π’ αὐ­τὴν τὰ κα­τώ­τε­ρα πά­θη της. Ὅ­σο εἶ­ναι μπλεγ­μέ­νη μα­ζί τους, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἐ­παί­ρε­ται ὅ­τι εἶ­ναι δί­χως πά­θη; Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]



		

	

Σωτήρης Παστάκας: New York, New York ἐξ ἀναβολῆς


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


New York, New York ἐξ ­να­βο­λῆς

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΟΥΝ μὲ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Τὸ Αἰ­γαῖ­ο, βα­θὺ μπλέ, ἀ­σά­λευ­τα στίγ­μα­τα τὰ κα­ρά­βια καὶ τὸ ἄ­σπι­λο λευ­κὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει χρω­μα­τι­κὰ τοὺς γκρί­ζους ὄγ­κους τῶν νη­σι­ῶν, ἁ­πλώ­νον­ταν σὰν κεν­τη­μέ­νο χρά­μι. Χρώ­μα­τα καὶ σχή­μα­τα αἰχ­μά­λω­τα τῆς ἀ­σά­φειας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ ἐ­ξά­τμι­ση τοῦ νε­ροῦ καὶ ἡ φυ­σι­κὴ κού­ρα­ση τῆς μα­τιᾶς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ ἢ κα­λύ­τε­ρα, ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει μέ­σα στὸ χά­ος μιὰ γνώ­ρι­μη μορ­φή, μιὰ πα­τρί­δα. Ναί, μιὰ πα­τρί­δα ποὺ τὴν μπό­λια­σαν οἱ ὑ­γρα­σί­ες τοῦ πόν­του μὲ τὰ βα­λαν­τω­μέ­να ἀ­νε­μο­σού­ρια καὶ τὴν πυ­ρί­καυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῶν βρά­χων, θρυμ­μα­τι­σμέ­νη στὴν πρέ­σα τοῦ δι­ά­πυ­ρου μύ­δρου νὰ γί­νε­ται σκό­νη κι ἄλ­λη σκό­νη φερ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς κον­τι­νὲς στε­ρι­ές, ἀ­φρά­το βού­τυ­ρο, πα­ρα­χω­μέ­νη στὸ ρα­ϊ­διὸ τῶν βρά­χων γκα­στρω­μέ­νη, ἕ­τοι­μη νὰ γεν­νή­σει τὴν πουρ­να­ριὰ καὶ τὰ λει­ψό­χορ­τα μὲ τὴν κά­πα­ρη καὶ τὸ θρούμ­πι νὰ εὐ­ω­διά­ζουν στὴ σάρ­κα τῆς ἐ­λιᾶς, τὰ κρί­τα­μα καὶ τ’ ἄλ­λα λι­α­νο­φά­για. Μέ­σα στὸ φῶς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου, κύ­λη­σε ξαν­θό το λά­δι –εὐ­λο­γί­α χει­μω­νι­ά­τι­κη–  στὰ σκα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἁλ­μύ­ρα χέ­ρια, στὰ ρο­ζι­α­σμέ­να δά­κτυ­λα μὲ τοὺς δι­ογ­κω­μέ­νους σταυ­ρούς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ μπο­λι­ά­στη­κε κι ἄν­θι­σε ἡ ζω­ὴ ἀ­πο­δι­ώ­χνον­τας τὰ σκο­τά­δια τοῦ θα­νά­του».

        Γιὰ νὰ ἀν­θί­σει ἡ ζω­ὴ πε­τού­σα­με μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο ἀ­πὸ τὴν Ἀ­μορ­γό, ὅ­που ἔ­κα­να τὸ Ἀ­γρο­τι­κό, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ὑ­παί­θρου, στὴν Ἀ­θή­να ἔ­τσι Ἀ­πρί­λιο μή­να, σὲ μιὰ πτή­ση δι­ά­σω­σης, καὶ γιὰ χρό­νια ἀ­νέ­βα­λα νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ὀ­μορ­φιὰ μὲ τὰ νη­σά­κια ἀ­νά­γλυ­φα νὰ γλι­στρᾶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τοῦ ΕΚΑΒ, καὶ νὰ ποὺ ὅ­λως τυ­χαί­ως πέ­φτουν τὰ μά­τια μου στὸ βι­βλί­ο τοῦ Ἀ­λέ­κου Ζού­κα «Στὴ Χί­ο μὲ τὸν Anatol de Meibohm», ἐ­κεῖ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Φαρ­φου­λᾶ, καὶ ἀ­νοί­γον­τάς το ἔ­πε­σα στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη σε­λί­δα. Μι­λά­ει γιὰ πτή­ση μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ χά­ρη στὴ μα­γεί­α τῆς πα­ρα­νά­γνω­σης, αὐ­τὸν τὸν ὕ­στε­ρο βαθ­μὸ τῆς ἀ­πό­λαυ­σης τοῦ κει­μέ­νου, ἐ­γὼ κα­τα­κλύ­ζο­μαι ἀ­πὸ τὸ ρυθ­μι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, οἱ με­ταλ­λι­κὲς ἕ­λι­κες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν καὶ γε­μί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο τους τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ὅ­πως στὴν πρώ­τη σκη­νὴ τῆς «Ἀ­πο­κά­λυ­ψης» τοῦ Κό­πο­λα, ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας ὀ­ρο­φῆς μπλέ­κε­ται μὲ τὶς ἕ­λι­κες τῶν ἑ­λι­κο­πτέ­ρων σὲ ἕ­να μον­τὰζ ποὺ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

        Τώ­ρα εἶ­ναι οἱ ἕ­λι­κες τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης σὲ ἕ­να πο­λὺ ἰ­δι­ω­τι­κὸ τα­ξί­δι-προ­σφο­ρὰ μὲ λί­γους καὶ ἐ­ξέ­χον­τες συ­να­δέλ­φους. Εἶ­ναι πά­λι Ἄ­νοι­ξη, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες πτή­σεις ποὺ ἐ­πι­τρέ­πον­ται πέν­τε χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων, καὶ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι μοῦ σφίγ­γει τὸ μπρά­τσο: Ἀ­πὸ φό­βο; Ἀ­πὸ ἀ­να­σφά­λεια; Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη; Δὲν ξέ­ρω… Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸ σπα­ρα­κτι­κὸ θέ­α­μα τῆς με­γα­λού­πο­λης πέ­ρα­σε αὐ­τό­μα­τα σὲ δεύ­τε­ρο πλά­νο, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ σκίρ­τη­μα κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, αὐ­τὰ τὰ γυ­ναι­κεῖ­α νύ­χια ποὺ εἶ­χαν φτά­σει νὰ ξε­σκί­ζουν τρυ­φε­ρὰ τὴ γυ­μνή μου σάρ­κα ὑ­περ­κέ­ρα­σαν καὶ τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὴν ἄ­γρια ὀ­μορ­φιὰ τῆς πτή­σης, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ ξύ­πνη­μα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­να πιὸ ἰ­σχυ­ρὸ κι ἀ­πὸ τὸ μου­σι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κό­πτε­ρου, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ μον­τὰζ στὴν ται­νί­α γί­νε­ται ἡ εἰ­σα­γω­γὴ στὶς πρῶ­τες νό­τες τοῦ «The End» τῶν Doors.

        Χά­ρη σ’ αὐ­τὴ τὴ μί­ξη τῶν ἤ­χων, ποὺ οἱ εἰ­δι­κοὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν ἀν­τι­γρά­ψουν ἀ­πὸ τὶς ἀ­νώ­τε­ρες νο­η­τι­κές μας λει­τουρ­γί­ες, τὴ συ­νεί­δη­ση γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με μὲ ἄλ­λα λό­για, ἔμ­πλε­ξαν μὲς στὸ μυα­λό μου δύ­ο ἀ­να­βο­λές: ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς πτή­σης μου μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο, καὶ ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὴ συ­νά­δελ­φο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, για­τί δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ κά­λε­σμα καὶ νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψω σὲ ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, μὲ τοὺς βόμ­βους τῶν δι­ά­φο­ρων ἑ­λι­κό­πτε­ρων νὰ βου­ί­ζουν στὰ αὐ­τιά μου, βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καὶ πά­τη­σα στὴ Μαυ­ρο­μι­χά­λη 18 μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος κι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, αὐ­τὴ μὲ τὸν Ἀ­λέ­κο Ζού­κα.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015)


Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς

(Angelheaded Hipsters)


ΟΝ ΕΙΔΕ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ με­τρό. Στε­κό­ταν μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ τζά­μι τῆς πόρ­τας καὶ κοί­τα­ζε ἔ­ξω. Ἦ­ταν με­λα­χρι­νός, μὲ ψη­λὰ ζυ­γω­μα­τι­κά. Τὰ μά­τια του δὲν τὰ εἶ­χε δεῖ ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ εἶ­χαν τὸ χρῶ­μα τοῦ πά­γου. Πρό­σε­ξε τὶς ὠ­μο­πλά­τες ποὺ προ­ε­ξεῖ­χαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ δερ­μά­τι­νο σα­κά­κι του. Κά­τι τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει τό­τε, γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸς ἂν καὶ ἀγ­γε­λό­μορ­φος ἔ­τσι ὅ­πως στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ βλέμ­μα του τὸν ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σει λί­γο, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα —ποὺ βρῆ­κα ξαφ­νι­κὰ τέ­τοι­ο θρά­σος;— ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του κά­τω ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στὴν πλά­τη του. Ἀ­νέ­συ­ρε τὴν πα­λά­μη του μα­τω­μέ­νη. «Πᾶ­με σπί­τι μου», τοῦ εἶ­πε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Μά­τω­σε ἔ­τσι καὶ τὸ δι­κό του. Ὁ κό­σμος τοὺς κοί­τα­ζε. Κα­τέ­βη­καν στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση καὶ περ­πά­τη­σαν τὴν ὑ­πό­λοι­πη δι­α­δρο­μὴ μέ­σα στὴ βρο­χή.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, πέ­τα­ξε τὰ κλει­διὰ στὸ τα­σά­κι δί­πλα στὴν εἴ­σο­δο καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο νὰ φέ­ρει πε­τσέ­τες. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι, στά­ζον­τας, ἀ­κί­νη­τος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὶς πε­τσέ­τες, τὸν εἶ­δε ποὺ στε­κό­ταν. «Για­τί δὲν μπαί­νεις μέ­σα;», τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν τρά­βη­ξε νὰ κα­θί­σει στὸ στρῶ­μα ποὺ σχε­δὸν γέ­μι­ζε τὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ. Τοῦ σκού­πι­σε τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν πε­τσέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα. Εἶ­χε τὴν πλά­τη του γυ­ρι­σμέ­νη κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κοί­τα­ζαν τὴ μα­τω­μέ­νη του πα­λά­μη. Τὰ σγου­ρὰ μαλ­λιά του ἀ­νέ­δι­δαν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ἄ­ρω­μα. Τί τοῦ θύ­μι­ζε; Τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ σα­κά­κι. Τὸ μπλου­ζά­κι του ἦ­ταν μου­λι­α­σμέ­νο στὸ αἷ­μα.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε. Πῆ­γε στὸ μπά­νιο κι ἔ­φε­ρε μιὰ λε­κά­νη μὲ νε­ρὸ κι ἕ­να σφουγ­γά­ρι. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ στρῶ­μα.

            «Πρέ­πει νὰ σὲ πλύ­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε, κοί­τα­ζε ἀ­κό­μα τὸ αἷ­μα στὴν πα­λά­μη του.

            «Πο­νᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

            Τό­τε μί­λη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. «Δὲν πο­νά­ω», εἶ­πε μὲ μιὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τη φω­νὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἀ­γό­ρι ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ αἴ­σθη­ση.

            Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ μπλου­ζά­κι. Τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν ἁ­πα­λό. Ὅ­που δὲν ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα, εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἄμ­μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε τὸ ἀ­γό­ρι. Τὰ μαλ­λιὰ του μυ­ρί­ζουν ἔ­ρη­μο. Τὸ ἤ­ξε­ρε, κι ἂς μὴν εἶ­χε πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο πο­τέ.

            Τὸ ἀ­γό­ρι βού­τη­ξε τὸ σφουγ­γά­ρι στὴ λε­κά­νη κι ὕ­στε­ρα τὸ στράγ­γι­ξε. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νους χόν­δρους, ἐ­κεῖ­νος ρί­γη­σε. Τὸ σῶ­μα του ἦ­ταν δυ­να­τό, γραμ­μω­μέ­νο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς δυ­ὸ πλη­γὲς στὴν πλά­τη του. Τὸ ἀ­γό­ρι δού­λευ­ε ὅ­σο πιὸ μα­λα­κὰ μπο­ροῦ­σε. Μό­λις τε­λεί­ω­σε, πῆ­ρε τὴ μα­τω­μέ­νη λε­κά­νη καὶ τὴν πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Τὴν ἄ­δεια­σε στὸ νε­ρο­χύ­τη, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι πε­τοῦ­σε κά­τι πο­λύ­τι­μο.


            «Δι­ψᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε. «Νὰ σοῦ φέ­ρω κά­τι νὰ πι­εῖς;»

            «Δὲν πί­νω», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.

            «Πει­νᾶς;»

            «Δὲν τρώ­ω.»

            «Τί θέ­λεις; Θέ­λεις ἕ­να τσι­γά­ρο;»

            «Ἁ­πλὰ μί­λα μου. Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            Τό­τε τὸ ἀ­γό­ρι τοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν τύ­πο ποὺ κα­τά­πι­νε σπα­θιὰ καὶ μα­χαί­ρια στὸ Σό­χο. Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς εἶ­χε στὸν οἰ­σο­φά­γο του τρί­α κο­φτε­ρὰ ξί­φη, ἕ­νας ἄν­τρας στα­μά­τη­σε μπρο­στά του καὶ τὸν κοί­τα­ζε. Ὁ περ­φόρ­μερ ἦ­ταν γυ­μνό­στη­θος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να πέ­τσι­νο παν­τε­λό­νι καὶ μιὰ ζώ­νη μὲ καρ­φιά. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ ἀ­φτί. Ὁ περ­φόρ­μερ τό­τε συ­στρά­φη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν τρό­μο. Ἔ­βγα­λε ὅ­πως-ὅ­πως τὰ σπα­θιὰ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει αἷ­μα. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἔ­φυ­γε. Ὁ περ­φόρ­μερ δὲν ξα­να­μί­λη­σε πο­τέ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι εἶ­χε σκί­σει τὶς φω­νη­τι­κές του χορ­δές. Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει τί τοῦ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

            «Σοῦ ἄ­ρε­σε;» ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Μοῦ ἀ­ρέ­σουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες. Ἂν καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τὶς ἔ­χω ξα­να­κού­σει», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.


Τὸ πρω­ὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸ σπί­τι, κα­θι­σμέ­νο πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ πῆ­γε στὴ δου­λειά. Τὸ δι­σκά­δι­κο ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­δει­ο ὅ­λη μέ­ρα. Πέ­ρα­σε τὴν ὥ­ρα χα­ϊ­δεύ­ον­τας τοὺς δί­σκους μὲ τὰ δά­χτυ­λα καὶ κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ἡ Πά­τι Σμίθ, ὄ­μορ­φη σὰν ἀ­γό­ρι, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζει τὸ φα­κὸ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τι­ράν­τες της καὶ τὸ σα­κά­κι στὸν ὦ­μο. Οἱ Μπὴτλς ἔ­χουν λα­στι­χω­τὲς ψυ­χὲς κι ὁ Τζὸν Λέ­νον χα­μο­γε­λά­ει. Τὰ Μπὴτς Μπό­υς τα­ΐ­ζουν μη­ρυ­κα­στι­κά. Ὁ Μέ­ρι­λυν Μάν­σον με­τα­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ σκου­λή­κι σὲ ἄγ­γε­λο.

            Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τὸν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μπρού­μυ­τα στὸ στρῶ­μα. Οἱ χόν­δροι στὴν πλά­τη του ἐ­ξεῖ­χαν σὰν δυ­ὸ ξα­σπρι­σμέ­να βου­νὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς σάρ­κι­νης χώ­ρας. Κά­θι­σε δί­πλα του στὸ στρῶ­μα καὶ δι­έ­τρε­ξε τὴν πλά­τη του μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι.

            «Ἦ­ταν τρο­με­ρό;» τὸν ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Ναί.»

            «Πῶς ἔ­νι­ω­σες;»

            «Ὁ νοῦς μου στα­μά­τη­σε κι ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει.»

            «Καὶ τώ­ρα τί εἶ­σαι;»

            «Ὅ,τι ἤ­μουν πάν­τα. Δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀλ­λά­ξεις αὐ­τὸ ποὺ εἶ­σαι.»

            «Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σεις;»

            «Μπο­ρῶ. Τί­πο­τα δὲν κρα­τά­ει αἰ­ώ­νια.»

            «Για­τί τὸ ἔ­κα­νες;»

            Ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του.

            «Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τὸ Λον­δί­νο ἀ­πὸ κον­τά.»

            Τὸ ἀ­γό­ρι σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο. «Ποῦ πή­γαι­νες ὅ­ταν σὲ συ­νάν­τη­σα;», ρώ­τη­σε τε­λι­κά.

            «Θὰ σοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο.»

            «Πές μου, ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴ γε­λά­σω.»

            «Πή­γαι­να στὸ Ἔιν­τζελ. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ βρῶ κι ἄλ­λους ἐ­κεῖ», εἶ­πε μ’ ἕ­να παι­δι­ά­στι­κο χα­μό­γε­λο ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ὄ­ψη του κά­τι ἀρ­χαῖ­ο κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

            Τὸ ἀ­γό­ρι γέ­λα­σε.

            «Θὰ μὲ γνω­ρί­σεις στοὺς φί­λους σου;» ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Εἶ­χε ἱ­δρώ­σει καὶ τὰ μαλ­λιά του κολ­λοῦ­σαν στὸ μέ­τω­πό του.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά. «Πᾶ­με», εἶ­πε.


Οἱ φί­λοι του ἔ­κλει­σαν τὸν ξέ­νο μέ­σα σ’ ἕ­ναν στε­νὸ κύ­κλο ἀ­πὸ με­θυ­σμέ­να σώ­μα­τα. Ἡ Τζού­λι, ὁ Μά­ικ, ὁ Φί­λιπ, ἱ­δρω­μέ­νοι δο­ρυ­φό­ροι φτι­αγ­μέ­νοι μὲ ὀ­ξὺ καὶ τρι­πά­κια καὶ μά­τια ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως —τὸ φῶς μοιά­ζει νὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα του— πρό­σω­πα ἐ­πί­μο­να νὰ κλέ­ψουν ἕ­να ἄγ­γιγ­μά του, χέ­ρια ποὺ δι­ψοῦ­σαν χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν για­τί. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν εἶ­δε ν’ ἁ­πλώ­νει ἕ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δά­χτυ­λο καὶ ν’ ἀγ­γί­ζει τὴ Τζού­λι στὸ μέ­τω­πο. Ἐ­κεί­νη γλί­στρη­σε κον­τά του κι ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι της στὸ στῆ­θος του. Ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε καὶ τὴ φί­λη­σε στὰ χεί­λη, τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα. Χρει­α­ζό­ταν ἀ­έ­ρα. Κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο κι εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δρα­πε­τεύ­σει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να γι­γάν­τιο σῶ­μα. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κλὰμπ μὲ βλέμ­μα θη­ρά­μα­τος. Τὸ μπὴτ τῆς μου­σι­κῆς ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα μουν­τό – ἡ τα­χυ­καρ­δί­α κά­ποι­ου ἄλ­λου.

            Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πό του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο τοῦ κτι­ρί­ου κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κρα­τή­σει τὴ νύ­χτα ἀ­κί­νη­τη. Σὲ λί­γο αἰ­σθάν­θη­κε δυ­ὸ χέ­ρια νὰ γλι­στρᾶ­νε στὸ στῆ­θος του, ὕ­στε­ρα στὸ στο­μά­χι του. Γύ­ρι­σε καὶ βρέ­θη­καν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Ἡ ἀ­νά­σα του μύ­ρι­ζε οὐ­ρα­νό. Τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸν φί­λη­σε πει­να­σμέ­να. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι φι­λά­ει τὸν γα­λα­ξί­α. Τὰ χέ­ρια του ἔ­ψα­χναν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σί­α πρω­τό­γνω­ρη κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λός του φώ­να­ζε ψη­λα­φῶ τὸν χρό­νο, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, θέ­λω νὰ σὲ δῶ ἀ­λή­θεια καὶ τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἀ­σύλ­λη­πτος καὶ γυ­μνός.


Κι ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι:

            «Μπο­ρῶ νὰ γί­νω γυ­ναί­κα γιὰ σέ­να. Θὰ ἤ­θε­λες μιὰ γυ­ναί­κα;»

            Καὶ τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­πε:

            «Ὄ­χι. Θέ­λω ἐ­σέ­να ὅ­πως εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κά.»

            «Καὶ ξέ­ρεις τί ση­μαί­νει αὐ­τό;»

            «Ξέ­ρω.»

            Καὶ τό­τε ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­ρι­ξε κά­τω τὴν ἀ­σπί­δα του

            καὶ πῆ­ρε τὸ σπα­θί του

            καὶ τρύ­πη­σε τὸ στῆ­θος τοῦ ἀ­γο­ριοῦ

            τρυ­φε­ρά,

            ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: «Angelheaded Hipsters», An Unlikely Companion, Μά­ϊ­ος 2015. (Με­τά­φρα­ση: Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου.)

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της «The Forest Edna» στὸν τόμο Letters from the Grave (Οrbannin books).