Ἀχιλλέας Κυριακίδης: Credo


Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης


Credo


Ι ΕΤΣΙ —ἀ­φοῦ συ­ναρ­μο­λό­γη­σε μὲς στὸ μυα­λὸ του τὶς μέ­ρες καὶ τὶς νύ­χτες ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ πά­νω του, τὶς βρο­χὲς ποὺ ρά­βδω­σαν ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρὲς τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ κε­λιοῦ του, τὸν ἥ­λιο ποὺ ἄ­φη­νε τὴν Ἀ­βι­νιὸν γύ­ρω στὸ ἀ­πό­γευ­μα κι ἐρ­χό­ταν νὰ τὰ ποῦν γιὰ λί­γο οἱ δυ­ό τους, τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ ποὺ τὴν ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα του κά­θε φο­ρὰ ποὺ πο­νοῦ­σε — , μιὰ νύ­χτα τοῦ 1253, σ’ ἕ­να μο­να­στή­ρι τῆς Προ­βηγ­κί­ας, ὁ μο­να­χὸς Τε­ρέν­τιος ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἐ­πι­τέ­λους, με­τὰ ἀ­πὸ 79 χρό­νια, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν Κύ­ριο, ἔ­γει­ρε πά­νω στὴν πέ­τρι­νη κλί­νη του γιὰ νὰ πε­θά­νει, ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια καί, κα­θὼς ἡ ἀ­να­πνο­ὴ του φύ­ραι­νε, ζή­τη­σε συγ­χώ­ρε­ση.

        Τὸ Φῶς, ὅ­πως πάν­τα, τὸν εἰ­δο­ποί­η­σε ὅ­τι θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε καὶ ἡ Φω­νή. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο καὶ κοί­τα­ξε ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἔ­βλε­πε. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ εἰ­σέλ­θεις στὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, εἶ­πε ἡ Φω­νή, για­τί δὲν μπο­ρεῖς νὰ συγ­χω­ρε­θεῖς. Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ συγ­χω­ρε­θεῖς, για­τί δὲν ἔ­χεις κά­νει στὴ ζω­ή σου οὔ­τε μί­α ἁ­μαρ­τί­α.

        Τὸ πρῶ­το ποὺ σκέ­φτη­κε ὁ Τε­ρέν­τιος ἦ­ταν: Σί­γου­ρα ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι. Τὸ δεύ­τε­ρο: Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἡ Φω­νὴ νὰ μι­λά­ει μὲ σο­φί­σμα­τα; Τὸ τρί­το συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πί­στευ­τη κό­πω­ση: Μή­πως, τε­λι­κά, ὁ Θε­ός μου εἶ­ναι σο­φι­στής; Μή­πως ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ ὁ κό­σμος;

        Ἐν­τά­ξει, ἔ­στω καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή, εἶ­πε ἡ Φω­νή. Καὶ τὸ Φῶς ἔ­σβη­σε.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸ βι­βλίο Μου­σι­κή (μι­κρὰ πε­ζά, ἔκδ. Ὕ­ψι­λον, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ Δέν­τρο, ἀρ. 81, Νο­έμ­βρι­ος ’93-Ἰ­α­νου­ά­ρι­ος ’94.

Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης (Κά­ι­ρο, 1946). Πε­ζο­γρα­φί­α, με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, κι­νη­μα­το­γρά­φος. Σπούδασε οἰκονομικά. Πρῶτο του βιβλίο Διαφάνεια (ἐκδ. Δωδώνη, 1973). Ἔχει γρά­ψει σε­νά­ρια γιὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους, καὶ ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Τὸ 2004 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ισπανικά καὶ τὰ γαλλικά.


Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ οὐλὴ

Triantafyllidou-Trendel,Aristi-IOuli-Eikona-01


Ἀ­ρί­στη Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἡ οὐλή


02-TaphΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΟΙ νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.

         «Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.

         «Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.

         «Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.

         Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).

Σταυρούλα Τσούπρου: Τὸ ένδιαφέρον ἤ τὸ τηλεφώνημα

Anastasia-883x102412


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἢ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα

(Ἀ­λη­θι­νὴ ἱ­στο­ρί­α)


02-SigmaΑΡΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ. Τέσ­σε­ρα γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ πέν­τε γιὰ τὰ ἔ­τη. Γιὰ τὶς μο­νά­δες αὐ­τὲς ποὺ πέ­φτουν ἅ­παξ κά­θε χρό­νο, μει­ώ­νον­τας κα­τὰ τί τὸ πα­ρά­στη­μά της – ὄ­χι μό­νον τὸ δι­κό της, φυ­σι­κά, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λων τῶν ἄλ­λων· ἐ­λατ­τώ­νον­τας τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ τὴν χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἀ­πὸ τὴ φι­λό­ξε­νη γῆ.

           Σα­ράν­τα πέν­τε. Πα­ρά­ξε­νο – ἀλ­λὰ πά­λι, ὄ­χι καὶ τό­σο, ἂν τὸ κα­λο­σκε­φτεῖς καὶ τὸ φι­λο­σο­φή­σεις – πῶς αὐ­τὲς οἱ μο­νά­δες, ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται ἀ­πα­ράλ­λα­κτα προ­κει­μέ­νου νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σουν τὴν ἑ­κά­στο­τε δε­κα­ε­τί­α, ἄρ­χι­σαν, με­τὰ τὰ σα­ράν­τα, νὰ βα­ραί­νουν στὸ σῶ­μα της καὶ τὸ μυα­λὸ της πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι πα­λαι­ό­τε­ρα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν καὶ ἕ­να πρῶ­το με­γά­λο σόκ· ξε­πε­ρά­στη­κε, ὅ­μως, εὔ­κο­λα, για­τί ἦ­ταν πο­λὺ κον­τὰ στὴν ἀρ­χή, σχε­δὸν ἡ ἀρ­χὴ ἡ ἴ­δια. Ἡ δεύ­τε­ρη χρει­ά­στη­κε τὸν δι­κό της χρό­νο γιὰ νὰ ἐμ­πε­δω­θεῖ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ μέ­ση ἡ­λι­κί­α ἦ­ταν ἐ­δῶ, πα­ρούσα καὶ ἀ­μεί­λι­κτη, ἀλ­λά, πάν­τως, καὶ πά­λι, ὄ­χι πο­λὺ φα­νε­ρή. Ἡ τρί­τη ἄρ­χι­σε νὰ ψελ­λί­ζει ὅ­τι τὰ ψέ­μα­τα τε­λεί­ω­ναν καὶ ὅ­τι ὁ­δεύ­ου­με στα­θε­ρὰ πρὸς τὴν κο­ρύ­φω­ση καί, ἄ­ρα, ἔ­πει­τα, πρὸς τὸν δρό­μο τὸν κα­τη­φο­ρι­κό του βί­ου. Ἡ τέ­ταρ­τη, σὰν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη πιὰ ἀ­πὸ και­ρό, προ­δι­έ­θε­τε σι­γὰ σι­γὰ γιὰ τὴν γεύ­ση τῆς πί­κρας, τῆς πι­κρῆς συ­νει­δη­το­ποί­η­σης ὅ­τι πολ­λὲς ἄλ­λες καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται νε­ό­τε­ρες, καὶ εἶ­ναι καὶ φαί­νον­ται πιὸ πο­θη­τές, καὶ ἔ­χουν καὶ φαί­νον­ται πὼς ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρα χρο­νι­κὰ πε­ρι­θώ­ρια νὰ πραγ­μα­τώ­σουν τὸν ἑ­αυ­τό τους στὴν ζω­ή· ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θέ­λουν.

           Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου, σὲ στιγ­μὴ ὄ­χι πο­λὺ ἀ­κα­τάλ­λη­λη, τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ στα­μα­τή­σει τὸ μεμ­ψί­μοι­ρο μέ­τρη­μα καί, ἀ­φοῦ κοι­τά­ξει τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κλή­σης, νὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.

           — Πα­ρα­κα­λῶ.

           — Ἡ κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή;

           — Μά­λι­στα, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­νό­ρε­χτα. Ἡ ἀ­να­γνώ­ρι­ση, πρίν, τῆς κλή­σης καί, τώ­ρα, τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς εὐ­γέ­νειας τὴν προ­ε­τοί­μα­ζαν γιὰ μί­α ἀ­κό­μη μο­νό­λε­πτη συν­δι­ά­λε­ξη.

           — Πῶς εἶ­στε, κυ­ρί­α Ἀγ­γε­λι­κή μου; Εἶ­στε κα­λά;

           Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση, καὶ κυ­ρί­ως ὁ τρό­πος τῆς ἐκ­φώ­νη­σής της, τὴν ξαφ­νί­α­σε λί­γο. Ἐ­νῶ ἡ ἄ­με­ση, προ­σω­πι­κὴ ἕ­ως καὶ φι­λι­κὴ ἀ­πεύ­θυν­ση τῶν σύγ­χρο­νων τη­λε­πλα­σι­ὲ παν­το­ει­δῶν προ­ϊ­όν­των καὶ ὑ­πη­ρε­σι­ῶν εἶ­χε κα­τα­λή­ξει πιὰ νὰ εἶ­ναι μί­α ἀ­να­με­νό­με­νη ὅ­σο καὶ εὐ­ερ­μή­νευ­τη δι­α­φη­μι­στι­κὴ στρα­τη­γι­κή, τὸ θερ­μὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον ποὺ ἐ­πε­δεί­κνυ­ε ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­ρώ­τη­ση καὶ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος τό­νος της ἦ­ταν μᾶλ­λον ἀ­συ­νή­θι­στα. Ἡ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ εὐ­γέ­νεια ἐ­ξε­λισ­σό­ταν, λοι­πόν, σὲ εὐ­γέ­νεια ψυ­χῆς; Δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ τὸ πι­στέ­ψει.

           — «Πό­θεν ἡ οἰ­κει­ό­της;», σκέ­φθη­κε, ὡς ἐκ τού­του, νὰ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, μί­α πο­λὺ πιὸ ἐ­ρε­θι­στι­κὴ ἀ­τά­κα πέ­ρα­σε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸν νοῦ στὴν γλώσ­σα της.

           — Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν εἶ­μαι καὶ πο­λὺ κα­λά, τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α.

           — Μὰ για­τί; ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νὰ συ­νε­χί­σει τὴν ἐ­πί­δει­ξη ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Θὰ σᾶς πῶ – ὑ­πο­θέ­τω πὼς ἔ­χε­τε λί­γο χρό­νο. Ἐ­πι­τρέψ­τε μου, κα­τ’ ἀρ­χάς, μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Πό­σων χρο­νῶν εἶ­στε;

           — Εἴ­κο­σι ἕ­ξι.

           — Παν­τρε­μέ­νη;

           — Φρε­σκο­παν­τρέ­με­νη κι­ό­λας.

           — Ἄ, τί ὡ­ραῖ­α! Νὰ ζή­σε­τε!

           — Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με!

           — Ἄ­ρα παι­δά­κια δὲν ἔ­χε­τε. Ἢ μή­πως κά­να­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς γα­μο­βα­φτί­σεις ποὺ συ­νη­θί­ζον­ται τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό;

           — Χά, χά.

           — Γε­λᾶ­τε ἐ;

           — Γε­λά­ω, ναί. Ἁ­πλά, ξέ­ρε­τε… ἐ­γὼ σᾶς τη­λε­φώ­νη­σα γιὰ νὰ σᾶς ἐ­νη­με­ρώ­σω γιὰ ἕ­να οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το…

           — Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α. Τὸ γνω­ρί­ζω, τὴν δι­έ­κο­ψε. Μοῦ ἔ­χουν ξα­να­μι­λή­σει σχε­τι­κά. Δὲν μὲ πο­λυ­εν­δι­έ­φε­ρε τό­τε. Ἀλ­λὰ ποῦ ξέ­ρε­τε; Σή­με­ρα μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὲ πεί­σε­τε, συμ­πλή­ρω­σε μὲ πο­νη­ριά.

           — Λοι­πόν…

           — Λοι­πόν, δὲν μοῦ ἀ­παν­τή­σα­τε. Ἔ­χε­τε ἢ δὲν ἔ­χε­τε παι­δά­κια;

           — Ὄ­χι ἀ­κό­μα. Λοι­πόν, γιὰ τὸ πα­κέ­το…

           — Θὰ  τὰ ποῦ­με καὶ γιὰ τὸ πα­κέ­το. Μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἐν­τύ­πω­ση, δε­σποι­νίς… κυ­ρί­α… μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, ποὺ λέ­τε, ἡ ἐν­τύ­πω­ση, στὴν ἀρ­χὴ τοῦ τη­λε­φω­νή­μα­τός σας, δι­ορ­θῶ­στε με ἂν κά­νω λά­θος, ὅ­τι εἴ­χα­τε ἕ­να πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Θὰ γε­λά­στη­κα…

           — Ὄ­χι, ὄ­χι, δὲν γε­λα­στή­κα­τε.

           — Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι… Για­τί νὰ ἔ­χε­τε πιὸ προ­σω­πι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ μέ­να εἰ­δι­κά; Ἀ­φοῦ δὲν μὲ ξέ­ρε­τε.

           — Ναί, δὲν σᾶς ξέ­ρω. Ἀλ­λὰ γιὰ ὅ­λους τοὺς πε­λά­τες μας ἤ, τέ­λος πάν­των, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους πε­λά­τες μας ἐν­δι­α­φε­ρό­μα­στε. Σω­στά τὸ ἀν­τι­λη­φθή­κα­τε.

           — Ἄ, τί κα­λά. Τυ­χε­ροὶ οἱ πε­λά­τες σας.

           — Εὔ­χο­μαι νὰ γί­νε­τε καὶ ἐ­σεῖς μί­α ἀ­πὸ τὶς πε­λά­τισ­σές μας. Λοι­πόν, ἡ ἑ­ται­ρεί­α μας…

           — Ὤ­χου πά­λι γιὰ τὴν ἑ­ται­ρεί­α σας, δυ­σα­να­σχέ­τη­σε.

           — Μὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά μου, ἀ­πάν­τη­σε δει­λὰ ἡ τη­λε­πλα­σι­έ.

           — Ἐ­φό­σον αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δου­λειά σας, δε­σποι­νίς, κυ­ρί­α, μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ­τε σ’ αὐ­τήν, πα­ρα­κα­λῶ. Καὶ ὄ­χι νὰ μᾶς πα­ρα­μυ­θι­ά­ζε­τε μὲ τὸ ψεύ­τι­κο ἐν­δι­α­φέ­ρον σας – ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη. Καὶ συ­νέ­χι­σε, ἀ­νε­βά­ζον­τας τοὺς τρα­γι­κοὺς τό­νους τοῦ ὑ­πο­κρι­τι­κοῦ τα­λέν­του της (για­τί, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χε τα­λέν­το): Σᾶς πί­στε­ψα, ξέ­ρε­τε.

           —  Καὶ πο­λὺ κα­λὰ κά­να­τε. Ἀλ­λὰ ὁ χρό­νος ποὺ ἔ­χου­με γιὰ τὶς τη­λε­φω­νι­κὲς κλή­σεις εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νος.

           —  Θὰ θέ­λα­τε νὰ βρε­θοῦ­με κά­που ἔ­ξω, λοι­πόν; Γιὰ ἕ­ναν κα­φέ;

            Δι­α­βο­λε­μέ­νη ἰ­δέ­α. Ἡ ἄλ­λη θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­χε στρι­μω­χτεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Πό­σο πο­λὺ τὸ ἤ­θε­λε, νὰ που­λή­σει αὐ­τὸ τὸ ρη­μά­δι τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ πα­κέ­το;

           — Για­τί ὄ­χι;

           — Ἐ­κτὸς ἂν μὲ παίρ­νε­τε γιὰ γριά. Εἶ­μαι 45 χρο­νῶν.

           — Γριά; Μὰ τί λέ­τε; Τὸ πα­κέ­το μας…

           — Ὤχ, ἀ­φῆ­στε με πιὰ μὲ τὸ πα­κέ­το σας.

           Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν, ὑ­πο­κρι­τι­κὰ ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη καὶ πά­λι, φρά­ση της, ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ γραμ­μὴ εἶ­χε κλεί­σει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη. Ἡ συ­νο­μι­λή­τριά της εἶ­χε ἀ­γα­να­κτή­σει – στ’ ἀ­λή­θεια ὅ­μως.

           Δὲν πει­ρά­ζει. Εἴ­κο­σι ἕ­ξι. Μό­νον δύ­ο γιὰ τὶς δε­κα­ε­τί­ες καὶ ἕ­ξι γιὰ τὰ ἔ­τη. Ἔ­χει πο­λὺ χρό­νο νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Οἱ ἀντίχειρες τῶν παλαιῶν θεῶν (ἐκδ. Ρώμη, 2015)


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου 
(Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της:  Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Μανόλης Πρατικάκης: Τὸ πρῶτο λεωφορεῖο

Pratikakis,Manolis-ToProtoLeoforeio-Eikona-02


Μα­νό­λης Πρα­τι­κά­κης


Τὸ πρῶ­το λε­ω­φο­ρεῖ­ο


01-ThitaΑ ΄ΡΘΕΙ, ΕΡΧΕΤΑΙ, ἦρ­θε. Πί­σω ἀ­πὸ χα­μη­λὰ βου­νά. Νά­το, νά­το με­γα­λό­σω­μο καὶ ψη­λὸ σὰν τὰ σπί­τια. Τί ρί­γη! Ἐ­μεῖς σὰν μπρο­στὰ σὲ ἀ­προσ­δό­κη­το «ἀ­γα­θὸ θη­ρί­ο». Ἀρ­γό­τε­ρα μὲ φλο­γε­ρὲς τρε­χά­λες μέ­σα στὴ θύ­ελ­λα τῆς σκό­νης. Πη­δών­τας κρα­τι­ό­μα­στε στὴ σχά­ρα, γαν­τζω­μέ­νοι ἐ­κεῖ σὰν τὰ τζι­τζί­κια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ μυ­θι­κὸ τρε­χού­με­νο κλω­νά­ρι. Στὴν πο­λύ­κλω­νη ἐ­κεί­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα Καὶ τό­τε ἡ πρώ­τη ἐ­πι­τά­χυν­ση πά­νω στὸ σῶ­μα. Τὸ πρῶ­το σφο­δρὸ κύ­μα. Τὸ ἀ­πό­το­μο ξε­κί­νη­μα κι ἡ κα­τρα­κύ­λα μας στὴ σκό­νη. Σὰν ἀ­λευ­ρω­μέ­νη μα­ρί­δα ποὺ τὴ γυρ­νᾶ ἡ θεί­α πα­ρου­σί­α τῆς ἀ­δρά­νειας. Κοι­τοῦ­με γύ­ρω. Ποιός μᾶς ἔ­σπρω­ξε; (ἀ­πό ‘κεί­νη νο­μί­ζω τὴ ρωγ­μού­λα μπῆ­κε στὸ νοῦ μας, σὰν παι­χνί­δι, τὸ ἀ­κα­τα­νό­η­το).

        Ὕ­στε­ρα τὸ πρῶ­το μας τα­ξί­δι. Τυ­λιγ­μέ­νοι σὲ κεῖ­να τὰ χρω­μα­τι­στὰ μπρού­τζι­να πέ­πλα τοῦ ὀ­χή­μα­τος. Δι­πλω­μέ­νοι, στὶς γα­λά­ζι­ες φα­σκι­ὲς τοῦ τα­ξι­διοῦ: Κα­θι­σμέ­νοι καὶ νὰ προ­χω­ρᾶ­με! Νὰ βλέ­που­με δέν­τρα καὶ φρά­χτες μὲ πολ­λὰ πο­δά­ρια νὰ τρέ­χουν πρὸς τὰ πί­σω. Ἀ­γροὺς στὶς στρο­φὲς νὰ χο­ρεύ­ουν. Βου­νὰ νὰ μᾶς γυρ­νοῦν τὴ ρά­χη. Κι ἡ θά­λασ­σα λα­χα­νι­α­σμέ­νη νὰ μᾶς ξα­να­βρί­σκει πί­σω ἀ­πὸ χα­μη­λοὺς κί­τρι­νους λό­φους. Πα­λιὸ σκα­ρί, ἀ­πὸ δεύ­τε­ρο χέ­ρι. Συ­χνὰ «μου­λά­ρω­νε» στὸ χω­μα­τό­δρο­μο. Σὲ μι­κρὰ ρυά­κια ποὺ φάρ­δυ­νε ἡ χτε­σι­νὴ νε­ρο­πον­τή. Νὰ τὸ σπρώ­χνουν ὧ­ρες, κα­θὼς ἡ μα­νι­βέ­λα γύ­ρι­ζε στὰ χα­μέ­να, μὲ μι­κρὰ βογ­γη­τά, ἀλ­λὰ μπρο­στὰ δὲν ἔ­παιρ­νε. Ἔ­τσι γνω­ρί­σα­με τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψή του. Ξε­κοι­λι­α­σμέ­να κα­θί­σμα­τα μὲ κί­τρι­να φθαρ­μέ­να ἀ­φρο­λέξ. Τὰ ἐ­λα­τή­ρια κρυμ­μέ­να ἐ­κεῖ σὰν ἀ­γρί­μια. Καὶ ἡ συ­σπει­ρω­μέ­νη τους δύ­να­μη ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ ἀ­κυ­ρώ­σει ἡ ἀ­χρη­στί­α. Πα­ρά­ξε­νο, σκε­φτό­μα­στε. Σὲ σῶ­μα πε­θα­μέ­νο, με­ρι­κὰ ἐ­πι­μέ­ρους ὄρ­γα­να ἐ­πι­μέ­νουν νὰ πάλ­λουν! Ὁ ἄ­ξο­νάς του, ἄ­κου­γες τοῦ κε­νοῦ μι­κρὲς κραυ­γές, κι οἱ πε­λώ­ρι­ες ζάν­τες σὰν νάρ­κες Ἰ­τα­λῶν (κά­τι ξέ­ρα­με). Βα­θιὰ στὶς κόγ­χες τὰ ἠθ­μο­ει­δῆ. Καὶ δύ­ο τρί­α πο­λύ­χρω­μα κα­λώ­δια: Οἱ λε­πτὲς ὀ­φθαλ­μι­κὲς καὶ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ νεύ­ρου τὸ κο­λό­βω­μα. Ἕ­να ἀ­όμ­μα­το τέ­ρας Κοι­τᾶ­με ἐ­τοῦ­το τὸ κου­φά­ρι πά­νω στὰ θυ­μά­ρια. Αὐ­τὸν τὸν κραυ­γα­λέ­ο σκε­λε­τὸ ν’ ἀ­νοί­γει, σὰν χα­ρά­δρα (θ’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ τὸ πλά­νο, θ’ ἁ­πλω­θεῖ σὲ ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο σπρώ­χνον­τας στὸ χά­ος ὅ­λη μας τὴ χλό­η). Ὅ­τα­ν ήρ­θε το δεύ­τε­ρο λε­ω­φο­ρεῖ­ο κλώ­τση­σα τὰ με­ταλ­λι­κὰ φτε­ρά. Πό­νε­σα. Τοῦ φώ­να­ξα «κτῆ­νος». Ἦρ­θες νὰ μᾶς πά­ρεις τὴ χλό­η. Ἦρ­θες νὰ μᾶς πά­ρεις τὴ χλό­η. Νύ­χτα πή­γα­με.

        Τὸ μι­κρὸ ἀ­χτέ­νι­στο τσοῦρ­μο – δώ­δε­κα με­λα­χρι­νὰ μορ­τά­κια. Μὲ με­γά­λα καρ­φιὰ τρυ­πή­σα­με τὰ λά­στι­χα. Κά­θι­σε τα­πει­νω­μέ­νο. Μὲ τυ­λιγ­μέ­να γό­να­τα μέ­σα στὴν πυ­κνὴ σκό­νη. Μᾶς φά­νη­κε, χλώ­μια­σε. Νὰ φύ­γεις κτῆ­νος φω­νά­ξα­με. Γκρί­ζο, κα­κὸ μου­λά­ρι, ποὺ σκέ­φτε­σαι μὲ μέ­ταλ­λα. Νὰ φλο­μώ­νεις τὸν εὐ­ω­δια­στό μας ἀ­έ­ρα, μαῦ­ρο κα­πνό. Νὰ φύ­γεις ζῶ­ο, νὰ μὴν ἐ­πι­στρέ­ψεις. Ὁ οὐ­ρα­νὸς ἐ­δῶ εἶ­ναι μὲ μᾶς κι ἡ χλό­η εἶ­ναι τὸ μέ­ρος μας. Κι ἡ σκό­νη ξέ­ρει νὰ κρύ­βει στὸν ἀ­φρὸ τὰ ἀ­νύ­παρ­κτα σαν­δά­λια μας. Νὰ φύ­γεις κτῆ­νος. Νὰ μὴν ἐ­πι­στρέ­ψεις.

        Κά­τι μ’ ἔ­σπρω­χνε νὰ τα­ξι­δέ­ψω στὴν Ἰν­δί­α. Μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἕλ­ξη. Ἰ­α­νουά­ριος 2008, Δελ­χί,, Τζαϊ­πούρ, Ἄ­γρα. Εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα, ἐ­παρ­χί­α Ρα­τζα­στάν. Ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ ἀρ­γο­κί­νη­τες ἱ­ε­ρὲς ἀ­γε­λά­δες, γκα­μῆ­λες, βο­ϊ­δά­μα­ξες, μα­ϊ­μοῦ­δες, χα­μη­λὰ πάμ­φτω­χα σπί­τια καὶ χι­λιά­δες ἀ­κί­νη­τους ἢ κου­κου­βι­στοὺς ξε­χα­σμέ­νους μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἔν­δεια ἀν­θρώ­πους μὲ μιὰ καρ­τε­ρι­κὴ θλί­ψη νὰ χα­ρά­ζει τὸ πρό­σω­πό τους. Ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ ἀρ­γὸ πο­τά­μι τοῦ χρό­νου, τὸ εἶ­δα. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πα­νο­μοι­ό­τυ­πο. Μὲ τὴν ἴ­δια σχά­ρα, τὸ ἴ­διο σου­λού­πι, τὸ ἴ­διο τι­μό­νι, τὸν ἴ­διο θό­ρυ­βο τῆς μη­χα­νῆς (σὰν ἀ­ε­ρά­κι μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ πα­λιὰ προ­κυ­μαί­α τῆς μνή­μης).

        Καὶ μέ­σα οἱ ἄν­θρω­ποι σαρ­δέ­λες, κι ἄλ­λοι κρε­μα­σμέ­νοι στὰ φτε­ρά, στὶς πόρ­τες, στὴ σχά­ρα (τὴν ἑ­πό­με­νη στὴ Τζα­ϊ­ποὺρ δε­κά­δες τέ­τοι­α παμ­πά­λαι­α λε­ω­φο­ρεῖ­α ἐν κι­νή­σει, πλά­ι σε γκα­μῆ­λες ποὺ ἔ­σερ­ναν κά­ρα καὶ βαμ­μέ­νους φορ­τω­μέ­νους ἐ­λέ­φαν­τες, μὲ ρά­χες στὸ ἴ­διο ὕ­ψος τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων). Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πα­νο­μοι­ό­τυ­πο λε­ω­φο­ρεῖ­ο τοῦ 1950 ποὺ πρω­το­ῆρ­θε στὸ Μύρ­τος. Καὶ ξυ­πό­λη­τα παι­διὰ ἔ­παι­ζαν στὶς ἀ­λά­νες πλά­ι σὲ στε­κά­με­να νε­ρά, μι­κρὲς λί­μνες μὲ τὰ ἴ­δια ὑ­δρό­βια που­λιὰ τῆς λί­μνης μας (κα­λαγ­κά­δες, νε­ρο­γούρ­νι­δες, νε­ρό­κο­τες). Τὸ ρο­λό­ι τοῦ χρό­νου ξαφ­νι­κὰ εἶ­χε γυ­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ 50 χρό­νια πί­σω (ἢ ὁ χρό­νος κυ­λών­τας τό­σο ἀρ­γὰ καὶ ρά­θυ­μα —σὰν μέ­σα σὲ με­λά­σα— σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ πλα­νή­τη νὰ εἶ­χε μεί­νει μι­σὸν αἰ­ώ­να πί­σω). Παι­διὰ 5-6 χρο­νῶν, ἄ­πλυ­τα, ἀ­νέ­με­λα, φτω­χον­τυ­μέ­να, σὰν ἀ­κό­μη ἄ­κο­πα ἀ­πὸ τοὺς κλώ­νους τῆς γῆς, πλά­ι σὲ κα­λά­μια καὶ βοῦρ­λα. Ἕ­να-δύ­ο ἦ­ταν σκαρ­φα­λω­μέ­να στὴ σχά­ρα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου τῆς γραμ­μῆς ἀ­νά­με­σα στοὺς με­γά­λους. Ποι­ά ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ παι­διά; Καὶ ποι­ά ἡ δύ­να­μη ποὺ μὲ κα­λοῦ­σε στὴν Ἰν­δί­α; Μή­πως μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δῶ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ἀ­κό­μη τα­ξι­δεύ­ει καὶ ἀ­πὸ Μύρ­τος ἔ­φτα­σε μό­λις στὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Τζα­ϊ­πούρ; Σχε­δὸν ἔ­κα­να «Σα­τό­ρι»*. Ὁ θε­ὸς Σί­βα, εἶ­πα, ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα χο­ρεύ­ει, μα­ζὶ μὲ ὅ­λα τὰ μό­ρια τῶν ὄν­των. Ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα γεν­νι­έ­ται καὶ ἀ­δι­ά­κο­πα κα­τα­στρέ­φε­ται. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α εἶ­χα ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ φύ­ση τῶν παι­δι­κῶν χρό­νων, ὄ­χι μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α νο­σταλ­γι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἐ­νο­ρα­τι­κὴ ἐ­πα­να­βί­ω­ση τοῦ πα­ρόν­τος μὲς στὸ πα­ρελ­θόν. Σὲ μιὰ ἕ­νω­ση τοῦ ἑ­νια­ίου ἀ­δι­αί­ρε­του χρό­νου, κα­θὼς κοί­τα­ζα ἐ­δῶ σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­κρη τῆς γῆς τὸ ἤ­δη ὀ­φθὲν (déjà vu)*. Ἄγ­γι­ξα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὰ νὰ ἄγ­γι­ζα ἕ­να πρω­ταρ­χι­κὸ ὄ­χη­μα νο­η­μά­των. Κοί­τα­ξα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό, πά­τη­σα τὸ πρῶ­το σκα­λο­πά­τι, μὲ τὸ ἴ­διο πα­λιὸ παι­δι­κὸ ρί­γος ποὺ δι­έ­σχι­σε τὸ ἀ­νε­πε­πτα­μέ­νο σὲ μυ­στι­κὴ ἀ­να­σύ­στα­ση κορ­μί μου, σὲ αἰφ­νί­δια δι­α­χρο­νί­α. Κι ὅ­ταν ἔ­δω­σα ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα (50 ρου­πί­ες) σ’ ἕ­να μι­κρού­λη Ἰνδό, τὸ πῆ­ρε μὲ τὴν ἴ­δια (γνώ­ρι­μη) ἔκ­πλη­κτη συγ­κί­νη­ση. Λὲς ἤ­μουν ὁ ἴ­διος ποὺ τὸ ἔ­παιρ­νε καὶ τὸ ἔ­δι­νε, κα­λὰ κρυμ­μέ­νος μέ­σα στὸν πα­ρά­ξε­νο ἐ­κεῖ­νο τα­ξι­δι­ώ­τη. Τὸ ἕ­να παι­δὶ τὸ δώ­ρι­ζε στὸ Ἄλ­λο. Κι ὅ­ταν μὲ κύ­κλω­σαν 8-10 μι­κρὰ παι­διά, τεί­νον­τάς μου τὸ χέ­ρι εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἤ­μουν τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ 8-10 μι­κρούς, φτω­χοὺς πει­να­σμέ­νους ἀγ­γέ­λους. Ὡς νὰ εἶ­χα ἀ­θε­τή­σει μιὰ πα­λιά μου ὑ­πό­σχε­ση. Καὶ τώ­ρα ἔ­δι­να τὸν ὀ­βο­λό μου. Ἀλ­λὰ ὅ­σο ἔ­δι­να, ἡ τσέ­πη μου γέ­μι­ζε ρουπί­ες. Ὅ­σο ἔ­δι­να, γέ­μι­ζε καὶ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λοῦ­θε ἐ­κεῖ μιὰ λάμ­ψη. Για­τί σκο­τει­νιὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ἀ­π’ ὅ­που ἔ­φυ­γε ὁ ἄγ­γε­λος (μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἔ­χου­με πεν­θή­σει καὶ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ). Ἀλ­λὰ ὄ­χι, ξαφ­νι­κὰ ἦ­ταν τὰ πρό­σω­πα τῶν πα­λι­ῶν συμ­μα­θη­τῶν μου, ποὺ τοὺς ὄ­φει­λα κά­τι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νεί­πω­το καὶ ἀ­νεκ­πλή­ρω­το, σὰν παί­ζα­με παι­διά, κά­πως λυ­πη­μέ­να, μέ­σα στὸ ἄ­πει­ρο, για­τὶ δὲ στά­θη­κε βο­λε­τὸ νὰ τὸ ἐ­ξαν­τλή­σου­με. Καὶ τώ­ρα τοὺς ἔ­δι­να λί­γες λέ­ξεις κρυμ­μέ­νες στὸ μελ­τέ­μι. Αὐ­τὰ τὰ λί­γα νο­μί­σμα­τα τῆς ἔκ­φρα­σης, ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ ζων­τα­νέ­ψουν τὴ μι­κρὴ ἀ­λη­θι­νή μας πα­τρί­δα. Ποὺ κάποτε κω­πη­λα­τοῦ­σε ἀ­μέ­ρι­μνη μέ­σα στὴν ἀ­θωότη­τα.

* Σα­τό­ρι: Πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ξαφ­νι­κὰ στὸν μό­λις φω­τι­σμέ­νο μα­θη­τὴ τοῦ Ζέν. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ τοῦ φω­τι­σμοῦ, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἕ­νω­ση τῶν ἀν­τι­θέ­των καὶ τὴ σύλ­λη­ψη τῆς δι­έ­που­σας ἀρ­χῆς τοῦ κό­σμου.

* Déjà vu (προμνησία): Πε­ρί­ερ­γη ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πη­γαί­νον­τας σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο μέ­ρος γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­χεις τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὸ ἔ­χεις ξα­να­δεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Mα­νό­λης Πρα­τι­κά­κης (Μύρ­τος Ἱερά­πε­τρας, Κρή­τη, 1943). Ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰα­τρι­κή στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ψυ­χί­α­τρος. Πρῶτο του βι­βλί­ο: Θα­λασ­σι­νές φω­νές (1971), ἄλλα βι­βλί­α: Ἡ Κοί­μη­ση καὶ ἡ Ἀ­νά­στα­ση τῶν Σω­μά­των τοῦ Δο­μή­νι­κου (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1997), Λι­βι­δώ (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀθή­να, 1978) κ.ἄ. Συ­γκε­ντρω­τικὴ ἔκδο­ση: Ποιή­ματα 1984-2000 (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀθή­να, 2003). Δη­μοσί­ευ­σε ἐπί­σης τὸ πεζό Τὰ ἀφη­γή­μα­τα ἑνὸς ψυ­χιά­τρου (ἐκδ. Κα­στα­νιώ­της, Ἀθή­να, 2009).

Δημοσθένης Βουτυρᾶς: Τόπος Ψυχῶν


Boutyras,Dimosthenis-ToposPsychon-Eikona-01


Δημοσθένης Βου­τυ­ρᾶς

 

Τό­πος Ψυ­χῶν


06-OmikronΗΛΙΟΣ ἔ­δυ­ε. Καὶ ἡ σι­ω­πὴ πιὸ βα­ριὰ ἔ­πε­φτε τώ­ρα στὸ μέ­ρος αὐ­τὸ τὸ γε­μά­το ἐ­ρεί­πια, μὲ τὰ σπί­τια τὰ δί­χως στέ­γη, πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, καὶ μὲ τὴν ἐκ­κλη­σί­α στὴ μέ­ση, γε­ρὴ ἀ­κό­μα, ἀ­πεί­ρα­χτη, ποὺ ὕ­ψω­νε πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὸν κουμ­πέ της καὶ τὸ κω­δω­νο­στά­σιο. Χόρ­τα ἄ­γρια φυ­τρώ­να­νε παν­τοῦ, ψη­λὰ ψη­λὰ καὶ πυ­κνά, στοὺς δρό­μους, στοὺς τοί­χους, στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ σὰ μά­τια βγαλ­μέ­να, μά­τια σκε­λε­τοῦ ἤ­τα­νε. Μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ με­γά­λες πα­πα­ροῦ­νες φαι­νόν­τα­νε νὰ τρέ­μουν στὴν εἴ­σο­δο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, ποὺ ἤ­τα­νε γε­μά­τη χόρ­το. Καὶ στὸ βά­θος, μέ­σα στὴν αὐ­λή του, εἶ­δα ἕ­να πη­γά­δι, καὶ αὐ­τὸ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νο…

       Πά­νω στὸν ἕ­να λο­φί­σκο, ἀ­π’ ἐ­κεί­νους ποὺ τρι­γυ­ρί­ζα­νε τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, ὁ ἕ­νας καὶ μό­νος τοῖ­χος τοῦ γκρε­μι­σμέ­νου τούρ­κι­κου σπι­τιοῦ ὑ­ψω­νό­ταν μέ­γας, λευ­κός, μὲ τὶς τρύ­πες τὶς δυ­ὸ ἐ­πά­νω σὰν πα­ρα­θυ­ρά­κια στρογ­γυ­λά, χα­λα­σμέ­να, καὶ τὴν ἄλ­λη τὴ με­γά­λη, τὴ μι­σο­στρόγ­γυ­λη, κά­τω. Πιὸ πέ­ρα, στὸ κα­τη­φο­ρι­κὸ μέ­ρος τοῦ λο­φί­σκου, τὸ ἄλ­λο τούρ­κι­κο σπί­τι, ἀ­κέ­ραι­ο σχε­δόν, μὲ μό­νο τὰ πα­ρά­θυ­ρα, στέ­γη καὶ πόρ­τες βγαλ­μέ­νες, κα­λο­χτι­σμέ­νο, στε­ρε­ό, φαι­νό­τα­νε σὰ νέ­α οἰ­κο­δο­μὴ ποὺ πε­ρι­μέ­νει τοὺς μα­ραγ­κοὺς νὰ τῆς βά­λου­νε τὴ στέ­γη καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

       — Ἔ, πᾶ­με; μοῦ εἶ­πε ὁ σύν­τρο­φός μου.

       — Στά­σου λί­γο!…

       Τὸν εἶ­δα ὅ­μως, ἀ­νή­συ­χο, νὰ κοι­τά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ ἥ­λιου, ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ καὶ ὅ­που σύν­νε­φα χρυ­σω­μέ­να, συν­νε­φά­κια μὲ λαμ­πε­ρὰ στίγ­μα­τα φαι­νόν­τα­νε σὰ νὰ πλέ­α­νε σὲ πρα­σι­νω­πὸ ἥ­συ­χο πέ­λα­γος…

       Ἐ­δέ­χτη­κα νὰ φύ­γου­με.

       Πά­νω στὰ ζῶ­α μας, πή­ρα­με πά­λι τὸ δρό­μο τοῦ χω­ριοῦ.

       Τὸ σκο­τά­δι, ἢ ἡ σκιά του, ἄρ­χι­σε νὰ πέ­φτει, καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὴν οἱ μαῦ­ροι σύν­τρο­φοι τῆς νύ­χτας ἀρ­χί­σα­νε νὰ πε­τοῦ­νε γρή­γο­ροι.

       Μό­λις θέ­λα­με νὰ στρί­ψου­με ἀ­πὸ ἕ­να ὕ­ψω­μα, ποὺ θὰ μᾶς ἔ­κρυ­βε τὸ χω­ριὸ τὸ ἔ­ρη­μο, γύ­ρι­σα καὶ εἶ­δα τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, τὴν ἔ­ρη­μη ἐκ­κλη­σιά. Ὁ τοῖ­χος ὁ μυ­τε­ρὸς τοῦ τούρ­κι­κου σπι­τιοῦ μοῦ φά­νη­κε σὰ χέ­ρι δεί­χνον­τας τὸν οὐ­ρα­νό!

       Σι­ω­πη­λὸς ἔ­μει­να πά­νω στὸ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸ καὶ δύ­στρο­πο ζῶ­ο. Ὅ­ταν πη­γαί­να­με, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ μὲ ρί­ξει.

       Καὶ κα­θὼς ἐ­μέ­να ἔ­τσι, ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἔ­ρη­μου χω­ριοῦ ξα­να­περ­νοῦ­σε ἀ­πρό­σκλη­τη ἀ­π’ τὸ νοῦ μου, ὅ­πως σχε­δὸν μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ὁ φί­λος μου. Ἤ­τα­νε πα­ρά­δο­ξη —μά τὴν ἀ­λή­θεια— ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ὅ­μως, ἂν δὲ μὲ με­λαγ­χο­λοῦ­σε καὶ δὲ μοῦ ‘­σβη­νε καὶ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ εὐ­θυ­μί­α ὁ τό­πος, τὰ χα­λά­σμα­τα, θὰ γε­λοῦ­σα ἴ­σως, κι ἂς θύ­μω­νε ὅ­σο ἤ­θε­λε ὁ φί­λος μου, ποὺ μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε καὶ ποὺ τὴν πί­στευ­ε καὶ πο­λὺ μά­λι­στα!

       Καὶ μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἐ­κεῖ μέ­σα, στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, κυ­κλω­μέ­νοι ἀ­π’ τὰ χα­λά­σμα­τα, ἀ­π’ τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, μὲ μιὰ φω­νὴ ἥ­συ­χη, σι­γα­λὴ σι­γα­λή, σὰ νὰ μοῦ τὴν ἔ­λε­γε μυ­στι­κὰ ἢ νὰ φο­βό­τα­νε νὰ μὴν τὴν ἀ­κού­σει κά­ποι­ος ἐ­κεῖ κρυμ­μέ­νος.

       «…Τὸν και­ρὸ τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας, τώ­ρα καὶ χρό­νια πολ­λά, ἕ­νας μπέ­ης ἦρ­θε δῶ κι ἔ­χτι­σε αὐ­τὰ ἐ­κεῖ τὰ σπί­τια. Αὐ­τοὶ ξέ­ρα­νε καὶ δι­α­λέ­γα­νε τὰ μέ­ρη καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζα­νε ἂν εἶ­ναι ἔ­ρη­μα!… Εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὸ —εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια— μέ­ρος, ἀλ­λὰ ἔ­τσι ἴ­σως θά ‘­τα­νε κι ἡ ψυ­χὴ αὐ­του­νοῦ τοῦ Τούρ­κου. Ἔ­μει­νε δῶ, ἔ­τσι ὅ­πως μᾶς τὸ δι­η­γη­θή­κα­νε οἱ πα­λιοί, ἀρ­κε­τὸν και­ρό, ὅ­ταν μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ξαφ­νι­κὰ τ’ ἀ­φή­νει ἔ­ρη­μα καὶ φεύ­γει!… Πῶς καὶ για­τί, κα­νεὶς τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρε…

       »Ὅ­ταν φύ­γα­νε ἀ­π’ τὸν τό­πο μας οἱ Τοῦρ­κοι, πολ­λοὶ χω­ριά­τες ἤρ­θα­νε δῶ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα χω­ριὰ καὶ χτί­σα­νε αὐ­τὰ τὰ σπι­τά­κια καὶ τὴν ἐκ­κλη­σί­α. Εἴ­χα­νε μιὰ ἰ­δέ­α, ὅ­τι κά­ποι­ος ἅ­γιος προ­στά­τευ­ε αὐ­τὸν τὸν τό­πο κι αὐ­τὸς θὰ ἔ­κα­νε τὸν μπέ­η νὰ φύ­γει. Κα­λὰ ἴ­σα­με δῶ! Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν ἕ­τοι­μο, οἱ δρό­μοι του γε­μί­ζα­νε θό­ρυ­βο ἀ­πὸ φω­νὲς ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κου­δού­νια προ­βά­των…

       »Ἄλ­λα πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν εὐ­τυ­χί­α κά­τι ἔ­τρε­χε στὰ στό­μα­τα ὅ­λων, κά­τι ποὺ τὸ λέ­γα­νε τρο­μαγ­μέ­νοι. Ἡ καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε τὴ νύ­χτα χω­ρὶς νὰ τρα­βᾶ κα­νεὶς τὸ σκοι­νί της! Αὐ­τὸ τὸ εἴ­χα­νε δεῖ κα­λά, για­τὶ φυ­λά­ξα­νε πολ­λοί. Μό­λις ἡ νύ­χτα προ­χω­ροῦ­σε κι ἔρ­χον­ταν οἱ μι­κρὲς ὧ­ρες, ἡ καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε ξαφ­νι­κὰ λί­γους χτύ­πους καὶ πέν­θι­μους!…

       »Ἂλ­λ’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­τα­νε τί­πο­τα μπρο­στὰ στὸ ἄλ­λο!…

       »Φαν­τά­σμα­τα, φαν­τά­σμα­τα γυ­ρί­ζα­νε στοὺς δρό­μους τοῦ χω­ριοῦ ὅ­ταν νύ­χτω­νε!… Καὶ ὅ­λοι, ὅ­λοι σι­γὰ σι­γὰ εἴ­χα­νε βρε­θεῖ νὰ δοῦ­νε κά­ποι­ον δι­κό τους, συγ­γε­νῆ ἢ φί­λο, ποὺ ἤ­τα­νε ἀ­πὸ χρό­νια πε­θα­μέ­νος νὰ γυ­ρί­ζει ἐ­κεῖ!… Κι ὅ­ταν τὸν βλέ­πα­νε, λη­σμο­νοῦ­σαν τὸ μέ­ρος ποὺ βρι­σκόν­του­σαν καὶ νο­μί­ζα­νε ὅ­τι ἤ­τα­νε στὸ μέ­ρος ποὺ τὸν εἴ­χα­νε γνω­ρί­σει καὶ ὅ­που ἤ­τα­νε θαμ­μέ­νος αὐ­τός!…

       »Αὐ­τὸ δυ­νά­μω­νε, ἔ­γι­νε μαρ­τύ­ριο γιὰ τοὺς κα­τοί­κους τοῦ χω­ριοῦ, κι ἕ­να πρω­ί, ὅ­λοι συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, γε­μί­σα­νε τὰ κά­ρα τους, φορ­τώ­σα­νε τὰ ζῶ­α μὲ τὰ πράγ­μα­τά τους, πή­ρα­νε τὰ παι­διὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους καὶ φύ­γα­νε…

       »Πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, ἄλ­λα βγά­λα­νε αὐ­τοὶ οἱ ἴ­διοι, κα­θὼς φεύ­γα­νε, καὶ τὰ πή­ρα­νε μα­ζί τους κι ἄλ­λα τ’ ἁρ­πά­ξα­νε οἱ χω­ριά­τες τῶν κον­τι­νῶν χω­ριῶν ὕ­στε­ρα. Κι ἔ­τσι ἔ­μει­νε ἔ­ρη­μο, ἔ­ρη­μο τὸ χω­ριό, καὶ τὴν καμ­πά­να του χέ­ρι ἄν­θρω­που δὲν τὴ χτυ­πᾶ πιά, οὔ­τε πα­πᾶς πα­τᾶ στὴν ἐκ­κλη­σιὰ γιὰ νὰ τὴ λει­τουρ­γή­σει!…

       »Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος κά­νει γρή­γο­ρα νὰ φύ­γει ἂν πε­ρά­σει, κι ὅ­ταν κον­τεύ­ει νὰ βα­σι­λέ­ψει ὁ ἥ­λιος, δὲν περ­νᾶ, ἀλ­λὰ παίρ­νει ἄλ­λο δρό­μο. Πολ­λὲς φο­ρὲς ποὺ τύ­χα­νε πολ­λοὶ νὰ νυ­χτω­θοῦ­νε δῶ, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν τί γι­νό­τα­νε, εἴ­δα­νε κι αὐ­τοὶ αὐ­τὰ ποὺ σοῦ εἶ­πα…»


       Ἡ νύ­χτα πύ­κνω­νε. Ψη­λὰ λάμ­πα­νε τ’ ἀ­στέ­ρια καὶ μιὰ σε­λή­νη λε­πτή, λε­πτὴ σὰ χά­ραγ­μα ἢ μα­γι­κὸ ση­μά­δι κά­ποι­ου φαν­τα­στι­κοῦ μά­γου…

       Με­τὰ μιᾶς ὥ­ρας καὶ κά­τι ἀ­κό­μα πο­ρεί­α φτά­σα­με στὸ χω­ριὸ καὶ στὸ σπί­τι τοῦ φί­λου μου. Ἔ­φα­γα κα­λὰ ἀλ­λὰ σὰν ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Τὰ σπί­τια τὰ ἔ­ρη­μα, τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ μὲ τὴ σι­ω­πή του τὴ νε­κρι­κή, ἡ ἐκ­κλη­σιά, ὁ κουμ­πές της πα­ρου­σι­α­ζόν­τα­νε μπρο­στά μου.

       Ὁ φί­λος μου νύ­στα­ζε καὶ τρα­βή­χτη­κε νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν αἰ­σθα­νό­μου­να ὄ­ρε­ξη γιὰ ὕ­πνο κι ἔ­μει­να κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κά­μα­ράς μου κοι­τά­ζον­τας ἔ­ξω τὸν ἥ­συ­χο δρό­μο, τὸ κοι­μι­σμέ­νο χω­ριό. Μυ­ρου­διὰ χόρ­του γέ­μι­ζε τὸν ἀ­έ­ρα, τὴν ἡ­συ­χί­α τὴ μαύ­ρη, ποὺ σὰν πα­ρα­μι­λη­τό της, κά­πο­τε φω­νὴ βα­τρά­χου, ἀ­κου­γό­τα­νε νὰ τρέ­χει. Ἔ­μει­να ὧ­ρες ἔ­τσι. Σκέ­ψεις, ἐν­θύ­μη­σες μοῦ ‘­χα­νε ἔρ­θει μα­κρι­νές. Ὁ ὕ­πνος δὲ φαι­νό­τα­νε.

       Ξαφ­νι­κά μοῦ ‘ρ­θε μιὰ ἐ­πι­θυ­μί­α. Θέ­λη­σα νὰ βρε­θῶ στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ ὅ­ταν θὰ βά­θαι­νε ἡ νύ­χτα. Ἤ­θε­λα ἔ­τσι νὰ τὸ δῶ, νὰ τὸ δῶ τὴ νύ­χτα, τὴ βα­θιὰ νύ­χτα, νὰ περ­πα­τή­σω στοὺς ἔ­ρη­μους δρό­μους του, νὰ προ­σκα­λέ­σω τὰ φαν­τά­σμα­τα καὶ νὰ αἰ­σθαν­θῶ τὸν τρό­μο. Καὶ μα­ζὶ ἤ­θε­λα νὰ ρί­ξω τὴν πί­στη τοῦ φί­λου μου. Θὰ τοῦ ‘­λε­γα…

       Καὶ τό ‘­κα­να. Κα­τέ­βη­κα κρυ­φὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι στὸ ζῶ­ο κι ἔ­φυ­γα.

       Ὁ δρό­μος ἤ­τα­νε ἕ­νας καὶ μο­να­χός. Μέ­σα ἀ­πὸ δέν­τρα πρῶ­τα καὶ δί­πλα στὸ ρέ­μα, ὅ­που οἱ βά­τρα­χοι, ἅ­μα πλη­σί­α­σα, ἄ­κου­γον­τα­νε νὰ φω­νά­ζουν, νὰ φλυ­α­ροῦ­νε, νὰ μα­λώ­νουν μὲ φω­νὲς βρα­χνές, γρι­ί­στι­κες, μα­λα­κές, λε­πτές, πολ­λοί, πλῆ­θος μα­ζί, σὰ νὰ εἴ­χα­νε συ­νέ­δριο ἐ­κεῖ ὅ­λες οἱ γρι­ὲς Μοῖ­ρες καὶ οἱ στρίγ­κλες τῆς χώ­ρας, ἔ­πει­τα μέ­σα ἀ­πὸ κλει­σμέ­νο ἀ­πὸ ὑ­ψώ­μα­τα, λό­φους δρό­μο.

       Καὶ τὸ ζῶ­ο περ­πα­τοῦ­σε μὲ τρε­χού­με­νο πά­λι βά­δι­σμα.

       Ἀ­έ­ρας δὲ φυ­σοῦ­σε καὶ τὰ γι­γάν­τια βα­ρυ­κέ­φα­λα πεῦ­κα, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια μέ­να­νε ἀ­κί­νη­τα, μαῦ­ρα, σκο­τει­νά. Κι ὅ­λος ὁ τό­πος εὐ­ω­δί­α­ζε ἀ­π’ τὶς μυ­ρου­δι­ὲς τῶν ἀ­γρί­ων λου­λου­δι­ῶν.

       Ἀ­πὸ μα­κριὰ μα­κριὰ ἐρ­χόν­τα­νε τώ­ρα τὰ γα­βγί­σμα­τα σκύ­λων, οἱ φω­νὲς τῶν βα­τρά­χων καὶ κά­πο­τε μυ­κηθ­μὸς ἀ­γε­λά­δας. Ἀλ­λὰ κι αὐ­τὰ σι­γὰ σι­γὰ σβή­σα­νε, χά­θη­καν κι ἄρ­χι­σα νὰ βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα σὲ μιὰ σι­ω­πή, σι­ω­πὴ βα­θιά! Τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά. Ἐ­ρη­μιά, ἡ­συ­χί­α καὶ σκο­τά­δι πυ­κνό, ποὺ ὅ­μως μέ­σα, σὲ λί­γο, ξε­δι­ά­λυ­να τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, τὸ σκο­τει­νὸ καμ­πα­να­ριό.

       Τὸ βά­δι­σμα τοῦ ζώ­ου μου εἶ­χε γί­νει ἀρ­γὸ πο­λύ. Τὸ χτύ­πη­σα νὰ προ­χω­ρή­σει στοὺς δρό­μους τοῦ χω­ριοῦ.

       Ἡ χα­ρὰ ποὺ εἶ­χα δὲ βρι­σκό­τα­νε πιά, ἀλ­λὰ ἕ­να πεῖ­σμα μα­ζὶ μὲ φό­βο, ποὺ μ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν. Πέ­ρα­σα ἀ­πὸ ἕ­να δρό­μο δεύ­τε­ρο. Οὔ­τε σύρ­σι­μο φύλ­λου δὲν ἀ­κου­γό­τα­νε. Σι­ω­πή, σι­ω­πή, αὐ­τὴ μό­νο ἔ­με­νε.

       Μιὰ νάρ­κη ὅ­μως μ’ ἔ­πι­α­σε καὶ ζή­τη­σα νὰ τὴν πε­τά­ξω.

       Θὰ κου­ρά­στη­κα, σκέ­φτη­κα, καὶ τὸ σῶ­μα, ὅ­σο νὰ μὴ θέ­λω γώ, ζη­τᾶ τὴν ἀ­νά­πα­ψη…

       Ξαφ­νι­κά, μὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, ἄλ­λ’ ὅ­τι βρι­σκό­μου­να σ’ ἕ­να δρό­μο τοῦ Πει­ραιᾶ σκο­τει­νὸ καὶ πέν­θι­μο καὶ ὅ­τι προ­χω­ροῦ­σα σὰν κυ­νη­γη­μέ­νος ἢ σὰ νὰ εἶ­χα κά­νει κά­τι κα­κὸ καὶ ζη­τοῦ­σα νὰ βρῶ κα­τα­φύ­γιο…

       Κεί­νη τὴ στιγ­μή, μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, μιὰ σκιά, ἕ­να σκο­τει­νὸ μαῦ­ρο σχῆ­μα ἀν­θρώ­που ὀρ­θώ­θη­κε στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, μὲ λαι­μὸ μα­κρὺ καὶ πλα­τύ­γυ­ρο κα­πέ­λο στὸ κε­φά­λι, κι ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου!… Ὁ Γι­ώρ­γης ὁ Ἀγ­γε­λού­λης!…

       Ἄλ­λο ἀ­πὸ μαύ­ρη σκιὰ μὲ πλα­τὺ κα­πέ­λο καὶ μα­κρὺ λαι­μὸ δὲν εἶ­δα καὶ ὅ­μως εὐ­θὺς τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­τσι σκο­τει­νὸ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι, τὸν γνώ­ρι­σα δυ­να­τά, χτυ­πη­τά, ὅ­πως θὰ τὸν ἔ­γνω­ρι­ζά σε δυ­να­τὸ φῶς!…

       Καὶ ἡ σβη­σμέ­νη σχε­δὸν μορ­φὴ τοῦ φί­λου μου ἀ­π’ τὴ μνή­μη μου ξα­να­ζω­ή­ρε­ψε πά­λι, σὰ νὰ τὸν εἶ­χα δεῖ κα­λά!

       Πό­σα χρό­νια εἶ­χα νὰ τὸν δῶ!… Φί­λος πα­λιός, ἀ­γα­πη­τός!…

       Εἶ­χε χρό­νια πε­θα­μέ­νος στὸν Πει­ραι­ά, πολ­λὰ χρό­νια!…

       Καὶ ἐρ­χό­τα­νε πρὸς τὸ μέ­ρος μου μὲ κεῖ­νο τὸ ἴ­διο βά­δι­σμά του, ποὺ τώ­ρα τὸ θυ­μού­μουν κα­λά. Ἀλ­λὰ μὲ ὅ­ση ἐ­πι­θυ­μί­α κι ἂν εἶ­χα νὰ τοῦ μι­λή­σω, νὰ τὸν δῶ κα­λά, μιὰ σκέ­ψη ποὺ μοῦ ἦρ­θε, ὅ­τι ἂν μοῦ μι­λή­σει, κά­τι κα­κὸ θὰ πά­θω, μ’ ἔ­κα­νε νὰ γυ­ρί­σω ἀ­πό­το­μα τὸ κε­φά­λι ἀλ­λοῦ καὶ μὲ τρό­μο νὰ πε­ρι­μέ­νω νὰ πε­ρά­σει. Κι ἔ­τσι πέ­ρα­σε δί­πλα καὶ χω­ρὶς νὰ φα­νεῖ ὅ­τι μὲ εἶ­δε!…

       Ἀλ­λ’ ἡ μα­γεί­α δι­α­λύ­θη­κε. Εἶ­δα ποῦ βρι­σκό­μου­να καὶ χτύ­πη­σα δυ­να­τά, ὅ­σο μπο­ροῦ­σα, τὸ ζῶ­ο γιὰ νὰ φύ­γω, νὰ φύ­γω μα­κριά!…

       Καὶ κα­θὼς ἔ­τρε­χε αὐ­τὸ δρο­μαῖ­ο μέ­σα στὸν σκο­τει­νὸ δρό­μο, ἕ­να χτύ­πη­μα ἐ­λα­φρό, πέν­θι­μο καμ­πά­νας ἄ­κου­σα νὰ χύ­νε­ται μέ­σα στὴν ἡ­συ­χί­α, στὴν ἐ­ρη­μιὰ ποὺ ἁ­πλω­νό­τα­νε καὶ νὰ πά­ψει εὐ­θὺς ἀ­πό­το­μα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἅ­παν­τα, τό­μος Β΄, Τρι­αν­τα­δύ­ο δι­η­γή­μα­τα, Ζω­ὴ ἀρ­ρω­στε­μέ­νη καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Δελ­φί­νι 1999. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1921.

Δη­μο­σθέ­νης Βου­τυ­ρᾶς: (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1872-Ἀ­θή­να, 1954). Ση­μαν­τι­κός δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου, τὸ ἔρ­γο του ἀ­σχο­λεί­ται κυ­ρί­ως μὲ τοὺς φτω­χοὺς καὶ τοὺς ἀ­πό­κλη­ρους. Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται μὲ τὸ δι­ή­γη­μα Λαγ­κᾶς τὸ 1901, τὸ Αρ­γό ξη­μέ­ρω­μα τὸ 1950 ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο.

Δημήτρης Χριστόπουλος: Sunbeam θὰ πεῖ ἡλιαχτίδα


4333994031_a581e43c29


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Sunbeam θὰ πεῖ ἡ­λι­α­χτί­δα


01-HttaΛΙΑΧΤΙΔΑ ΤΗ ΒΑΦΤΙΣΑΝ, ἡ­λι­α­χτί­δα λέ­γα­νε καὶ τὸ ὁ­λο­καί­νουρ­γιο ἁ­μά­ξι, ποὺ ἀ­γό­ρα­σαν τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κε, δέ­κα τοῦ Μάρ­τη. Ξαφ­νι­κὰ ἔ­γι­ναν μιὰ κα­νο­νι­κὴ τε­τρα­με­λὴς οἰ­κο­γέ­νεια, αὐ­τοί, ἡ κο­ρού­λα τους καὶ τὸ ἁ­μά­ξι. Ἀ­χώ­ρι­στα δε­μέ­νοι. Στὸ ἁ­μά­ξι τὴν τά­ι­ζαν, στὸ ἁ­μά­ξι τὴν να­νού­ρι­ζαν κά­νον­τας με­γά­λες βόλ­τες τὶς μέ­ρες ποὺ ὁ ἥ­λιος σπά­τα­λα ξό­δευ­ε τὶς ἀ­κτί­νες του στὸ παρ­μπρὶζ τυ­φλώ­νον­τας τὸν ὁ­δη­γό. Ἐ­κεῖ­νος –«Γιὸ τοῦ Ἥ­λιου», τὸν ἔ­λε­γαν χα­ϊ­δευ­τι­κὰ οἱ φί­λοι του– κά­πνι­ζε ἀ­νέ­με­λά το χόρ­το του ὀ­δη­γών­τας σὰν ἔμ­πει­ρος σο­φὲρ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι στὸ βο­λάν, καὶ ἡ Λε­μό­να δί­πλα του τα­χτά­ρι­ζε τὸ μω­ρὸ στὰ γό­να­τά της συν­το­νί­ζον­τας τὸ σφρι­γη­λὸ κορ­μί της μὲ τὸ τρα­γου­δά­κι –Τὸν γνω­ρί­ζε­τε τὸν Μάρ­τη,/ τὸν τρε­λὸ καὶ τὸν ἀν­τάρ­τη; /Ξη­με­ρώ­νει καὶ βρα­διά­ζει /κι ἑ­κα­τὸ γνῶ­μες ἀλ­λά­ζει– τό­τε ποὺ ἦ­ταν νέ­οι καὶ πε­τοῦ­σαν στὰ σύν­νε­φα. Ζω­ὴ ἐ­κτὸς ὁ­ρί­ων.

       Ἀ­πὸ τό­τε ἡ ζω­ὴ τρά­βη­ξε τὸν δρό­μο της καὶ δὲν ἀ­πο­γει­ώ­θη­κε ξα­νά. Τώ­ρα, ἡ Ἡ­λι­α­χτί­δα –ὥ­ρι­μη κο­πέ­λα πιὰ– φο­ρά­ει ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας, κά­θε­ται μὲ ἀ­σφά­λεια στὸ πί­σω κά­θι­σμα τοῦ Sunbeam καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­σφα­λὴς τὴν κα­θη­με­ρι­νή της βόλ­τα –ἐ­φό­σον ὁ και­ρὸς τὸ ἐ­πι­τρέ­πει. «Κού­κλα μου» τὴ φω­νά­ζουν, ὅ­ταν ὁ ἥ­λιος λού­ζει τὸ πρό­σω­πό της μὲ τὸ ἀγ­γε­λι­κό του φῶς· τῆς τρα­γου­δοῦν «you are my sunshine» καὶ κα­μα­ρώ­νουν γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της, λὲς καὶ ὁ χρό­νος στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν πέμ­πτων γε­νε­θλί­ων της. Πη­γαί­νουν μα­κρι­νοὺς πε­ρι­πά­τους σὲ πάρ­κα μὲ λί­μνες καὶ κύ­κνους, σὲ δά­ση μὲ δέν­τρα ποὺ τρυ­ποῦν τὸν οὐ­ρα­νό, κά­θον­ται στὸ γρα­σί­δι, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ πι­κνίκ τους καὶ τὴν βγά­ζουν φω­το­γρα­φί­ες σὲ εἰ­δυλ­λια­κὰ ντε­κόρ, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σουν ἐ­πι­με­λῶς τὸ μα­κι­γι­άζ της. «Φτυ­στὴ ὁ μπαμ­πὰς της» τοὺς εἶ­πε τὶς προ­άλ­λες μιὰ κο­πέ­λα μ’ ἕ­να μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά, τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ ἔ­βα­ζε στὸ αὐ­το­κί­νη­το. «Νὰ μὴν τὸ ἀ­φή­νε­τε ἀ­πὸ τὰ μά­τια σας» τὴν συμ­βού­λε­ψαν ἐ­κεῖ­νοι σο­βα­ρά, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­σαν τὸν σαρ­κα­σμὸ στὴ φι­λο­φρό­νη­σή της.

       Τὸ ἁ­μά­ξι –γε­ρὴ λα­μα­ρί­να– τὸ δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μα σὲ ἄ­ρι­στη κα­τά­στα­ση. Οὔ­τε τοὺς πέ­ρα­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ νὰ τὸ που­λή­σουν ἢ νὰ τὸ δώ­σουν γιὰ ἀ­πό­συρ­ση. Μιὰ μι­κρὴ γού­βα στὸ κα­πὸ φύ­λα­ξαν γιὰ ἐν­θύ­μιο καὶ μὲ ἕ­ναν ἥ­λιο κί­τρι­νο σὰν λε­μό­νι τὴν ἕν­τυ­σαν. Τὸ παρ­μπρίζ, ποὺ θρυμ­μα­τί­στη­κε πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια, μή­να Μάρ­τη –τὸν τρε­λὸ καὶ τὸν Ἀν­τάρ­τη–, τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν.

       Θὰ πε­ρά­σουν τὰ χρό­νια. Τὸν ἥ­λιο τώ­ρα τὸν σκε­πά­ζουν ἴ­σκιοι κι ἡ καρ­διὰ τους που­θε­νὰ δὲν βρί­σκει ἀ­να­πα­μό. Μό­νο ἡ Λε­μό­να κά­θε Μάρ­τη μὲς στ’ ἁ­μά­ξι ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ σι­γο­τρα­γου­δᾶ: Μιὰ βρον­τὴ κι ὁ ἥ­λιος χά­θη /μὲς στῆς συν­νε­φιᾶς τὰ βά­θη, /ρί­χνει καὶ χα­λά­ζι τώ­ρα, /πο­πο­πό, τί ἄ­γρια μπό­ρα! Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νοι γο­νεῖς καὶ γνω­ρί­ζουν τί πρέ­πει νὰ πρά­ξουν μὲ ἀ­σφά­λεια. Τὸ manual τῆς Abyss Creation τὸ το­νί­ζει μὲ ἔν­το­να το­νι­σμέ­να γράμ­μα­τα: Τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὸ κρύ­ο ἢ ἡ ζέ­στη ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἀλ­λοι­ώ­σουν τὴ σι­λι­κό­νη. Προ­σέ­χουν, γιὰ νὰ ἔ­χουν μὲς στὴν ἄ­δεια τους ζω­ή. Οἱ φθο­ρὲς ἀ­πὸ ἀ­λό­γι­στη χρή­ση δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὴν ἐγ­γύ­η­ση.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το βι­βλί­ο του, Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικὸ Fractal.



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Σκάφανδρο στὸ παγωνὶ ἢ Ἕνας βα­θὺς ἄνθρωπος


Kesmeti,Natasa-Skafandro-Eikona-01


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Σκά­φαν­δρο στὸ πα­γω­νὶ

Ἕ­νας βα­θὺς ἄν­θρω­πος


02-OmikronΤΑΝ ΔΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙ νὰ τὰ σπρώ­ξει πέ­ρα καὶ τὰ θυ­μᾶ­ται κα­τα­λε­πτῶς ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, ὁ Φύ­λα­κας βρί­σκει μιὰ γω­νιὰ καὶ κλαί­ει. Εἶ­ναι βέ­βαι­α Κα­λύ­μνιος. Ἐ­κεῖ κυ­ρί­ως δί­νουν τό­σο σπά­νια ὀ­νό­μα­τα σὰν αὐ­τὸ τοῦ Σκευ­ο­φύ­λα­κα.

       Ὅ­ταν ὁ πό­νος κά­πως ξε­θυ­μά­νει κι ὁ θυ­μὸς κα­τα­λα­γιά­σει ἀρ­κε­τά, ὁ Φύ­λα­κας σκέ­φτε­ται τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­γά­πης του, τὸν τρό­πο ποὺ χα­μη­λώ­νει τὰ βλέ­φα­ρα, τὸν ἀρ­γὸ βη­μα­τι­σμό της, τοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μούς της, ὅ­ταν τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει βα­θιὰ καὶ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ἀ­να­πνεύ­σει ἐ­λεύ­θε­ρα ὣς τὴν ἑ­πό­με­νη κρί­ση. Οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν βε­βαι­ώ­νουν πὼς εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τός, κι ἡ ψυ­χή του γε­μί­ζει θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τό­σο ἐ­πι­θυ­μη­τός. Ἐ­νῶ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς στραμ­μέ­νος σ’ αὐ­τήν, εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να στραμ­μέ­νος στὸ ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ κα­μά­ρι γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.

       Γιὰ κάμ­πο­σα χρό­νια, καὶ μά­λι­στα τὰ πιὸ κρί­σι­μα, τὸν Φύ­λα­κα τὸν δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δι­ώ­χνα­νε τοὺς δι­κούς του, χω­ρὶς νὰ κά­νουν ἐ­ξαί­ρε­ση γι’ αὐ­τόν. Ὅ­λοι στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του ἦ­σαν κου­ρα­στι­κοὶ καὶ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τοι ἄν­θρω­ποι. Ὁ Φύ­λα­κας ἔ­κα­νε ὅ,τι περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ συγ­γε­νεῖς καὶ ξέ­νους ἔ­τσι ποὺ νὰ κα­τα­φέ­ρει τε­λι­κὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει τὴν κα­τά­στα­ση, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ρί­ξει κα­νέ­να βέ­λο μπρο­στὰ στὰ μά­τια του. Αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν ἤ ἔ­νι­ω­θε γρα­φό­ταν ἀ­μέ­σως στὸ πρό­σωπό του, κι ὅ­σο ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ μιὰν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἔκ­φρα­ση συμ­πά­θειας νὰ φα­νε­ρω­νό­ταν, ὁ κα­θέ­νας εὔ­κο­λα μά­θαι­νε τί πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε. Ὅ­ποι­ες προ­σπά­θει­ες καὶ νὰ ἔ­κα­νε, δὲν κα­τά­φερ­νε πα­ρὰ νὰ γί­νει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­νε­πι­θύ­μη­τος. Ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ τὸν δι­ώ­χνα­νε.

       Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο σπρώ­χτη­κε νὰ ρί­χνει γρή­γο­ρες, κο­φτὲς μα­τι­ές, νὰ μὴν ἑ­στιά­ζει που­θε­νὰ γιὰ πο­λὺ τὸ βλέμ­μα του, νὰ λει­τουρ­γεῖ μὲ δυ­ὸ λό­για τὴν ὅ­ρα­ση σὰν ὄ­σφρη­ση κι ἔ­τσι νὰ μυ­ρί­ζει ἀ­κα­τά­παυ­τα ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας τὰ βλέ­φα­ρα ἤ με­τα­κι­νών­τας τοὺς βολ­βοὺς τῶν μα­τι­ῶν ὅ­πως ρου­θού­νια κά­ποι­ου νυ­χτό­βιου θη­ρευ­τῆ. Ὁ ἴ­διος νι­ώ­θει ἐ­λά­χι­στα προ­στα­τευ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­σχέ­διο σκά­φαν­δρο τῶν βι­α­στι­κῶν βλεμ­μά­των. Στὴ λα­χα­νι­α­σμέ­νη καρ­διά του πα­ρα­μέ­νει ρι­ζω­μέ­νη ἡ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ γί­νει ὅ,τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξαρ­χῆς λα­χτα­ροῦ­σε.

       Ἡ κρί­ση ἔρ­χε­ται καὶ τὸν βρί­σκει τὶς πιὸ ἀ­να­πάν­τε­χες ὧ­ρες, ἂν καὶ κά­ποι­α ἀ­να­κα­τω­σού­ρα στὸ στο­μά­χι ἤ μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη τα­ρα­χὴ στὸ στέρ­νο προ­ει­δο­ποι­εῖ γιὰ τὸν ἐρ­χο­μό της. Πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε κά­που νὰ χω­θεῖ καὶ νὰ κλά­ψει, νὰ σφί­ξει τὶς γρο­θι­ές του, ὥ­σπου τὰ νύ­χια νὰ χω­θοῦν στὶς φοῦ­χτες του, ἐ­νῶ οἱ λυγ­μοὶ τῆς λύσ­σας καὶ τοῦ πό­νου ὀγ­κώ­νον­ται στὸ στῆ­θος του τό­σο ποὺ φο­βᾶ­ται πὼς κά­πως ἔ­τσι θὰ ἔρ­θει τὸ τέ­λος του. Συ­νή­θως ὅ­μως ἡ­συ­χά­ζει καὶ τό­τε ἀ­μέ­σως γο­να­τί­ζει μπρο­στὰ στὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­γά­πης του, ὅ­πως ἄλ­λοι θὰ ἔ­κα­ναν μπρο­στὰ σὲ μιὰ ἱ­ε­ρὴ εἰ­κό­να.

       Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ποὺ τοὺς δι­ώ­χνα­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ, ἀ­φοῦ μὲ ὁ­λο­φά­νε­ρη δυ­σφο­ρί­α τοὺς εἶ­χαν ἀ­νε­χτεῖ γιὰ λί­γο, κά­ποι­οι συγ­γε­νεῖς πρὶν τοὺς ξε­φορ­τω­θοῦν ἄ­φη­σαν τὸν Φύ­λα­κα νὰ ρί­ξει μα­τι­ὲς στὴ βι­βλι­ο­θή­κη τους. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πα­ρα­χω­μέ­νη τὴν Ἀ­φρό­δι­τη. Ἂν καὶ τὸ τέ­λος της τοῦ εἶ­χε προ­ξε­νή­σει τρό­μο, γιὰ λό­γους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξη­γή­σει ἔ­γι­νε τὸ κα­τα­φύ­γιό του. Αὐ­τὴ δὲν θὰ τὸν ἔ­δι­ω­χνε πο­τὲ φαν­τα­ζό­ταν – μᾶλ­λον πί­στευ­ε. Δὲν τὴν εἶ­χε πλά­σει ὁ­λό­τε­λα γυ­μνὴ οὔ­τε ἀ­νά­με­σα σὲ πέ­πλα. Ἡ δι­κή του φοροῦ­σε βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα σὲ χρῶ­μα πα­γω­νὶ καὶ ὅ­ταν τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν ἀγ­κα­λιά της τοῦ πα­ρά­δι­νε ταυ­τό­χρο­να τὸ κλει­δὶ γιὰ τὸ βα­σί­λει­ο τῶν πα­γω­νι­ῶν.

       Με­γα­λώ­νον­τας ὡ­στό­σο δὲν τὰ πῆ­γε ἄ­σκη­μα μὲ τὴν ζω­ή του. Κι ὅ­ταν γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­γά­πη του, αἰ­σθάν­θη­κε ν’ ἀ­να­κου­φί­ζε­ται γιὰ ὅ­λους τους πα­λιοὺς πό­νους. Τῆς ἔ­κρυ­ψε τὶς κρί­σεις ποὺ κά­πως ἔ­χουν ἀ­ραι­ώ­σει. Ἀ­πὸ μέ­σα του τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ Ἀ­φρο­δί­τη. Θὰ ἦ­ταν σχε­δὸν εὐ­τυ­χὴς ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­γω­νί­α τὸν τρώ­ει:

       Ἂν αὐ­τό, ποὺ δὲν τολ­μᾶ κὰν νὰ ὀ­νο­μά­σει ἔ­ρω­τά της, κά­πο­τε τε­λει­ώ­σει;

       Ὅ­σο οἱ ἀ­να­στε­ναγ­μοί της τὸν φα­νε­ρώ­νουν θαυ­μά­σιο στὰ μά­τια του, μπο­ρεῖ νὰ ἐ­λέγ­χει τὸν πα­νι­κό – ἂν ὄ­χι καὶ τὶς κρί­σεις του.

       Ἕ­να μό­νο τῆς ἀ­πα­γό­ρευ­σε ἀ­πό­λυ­τα: νὰ μὴ φο­ρέ­σει πο­τὲ βε­λοῦ­δο καὶ κα­νέ­να χρῶ­μα ποὺ νὰ θυ­μί­ζει ἔ­στω καὶ ἀ­μυ­δρὰ τὸ πα­γω­νί. «Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­μω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ βε­λοῦ­δο!» ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει κι ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­χει ρω­τή­σει για­τί αὐ­τὴ ἡ πα­ρα­ξε­νιά. Ἔ­τσι κι ἄλ­λι­ως δὲν τὸν ἔ­χει γιὰ «ἐ­πι­φα­νεια­κὸ ἄν­θρω­πο», τὸ ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­το. Ἔ­πει­τα τὸ βε­λοῦ­δο δὲν κυ­ρια­ρχεῖ στὶς βι­τρί­νες ἀ­πὸ χρό­νια.

       Ὁ Φύ­λα­κας ἐ­ρευ­νών­τας κα­χύ­πο­πτα μέ­σα ἀ­π’ τὸ σκά­φαν­δρό του γιὰ ση­μά­δια, πα­ρα­κα­λεῖ νὰ μὴν ἔρ­θει πο­τὲ στὴ μό­δα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-20012.