Μαρίνα Παπαγεωργίου: Ἡ πιὸ σημαντικὴ μέρα


Μαρίνα Παπαγεωργίου


Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα


ΡΑΤΟΥΣΕΣ στὸ χε­ρά­κι σου ἕ­να τρα­γα­νὸ κρι­τσί­νι. Ἤ­σουν τεσ­σά­ρων. Δὲν πρό­λα­βες νὰ τὸ βά­λεις στὸ στό­μα, εἶ­χα ἤ­δη ξε­κι­νή­σει τὸ μά­θη­μα.

        «Σή­με­ρα θὰ σοῦ μά­θω πῶς δι­ευ­θύ­νει ὁ μα­έ­στρος τὴν ὀρ­χή­στρα. Κρα­τᾶ ἕ­να κρι­τσί­νι, τρώ­ει λί­γο, τώ­ρα κρα­τᾶ τὸ κρι­τσί­νι μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων, δι­ευ­θύ­νει τοὺς μου­σι­κούς, τρώ­ει λί­γο, δι­ευ­θύ­νει. Νά, ἔ­τσι, ἁ­πα­λά, μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων. Ἔ­τσι μπρά­βο. Κι ὅ­ταν ὁ μα­έ­στρος ρο­κα­νί­σει ὣς κά­τω τὸ κρι­τσί­νι καὶ τὸ κρι­τσί­νι ἔ­χει γί­νει πιὰ πο­λὺ μι­κρό, ἡ ὀρ­χή­στρα τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει πὼς πρέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ τὸ φι­νά­λε.»

        Μὲ ἄ­κου­γες κι ἑ­τοι­μα­ζό­σουν κι ἐ­σύ.

        «Τὴν κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή, ὁ μα­έ­στρος κά­νει μιὰ χα­ψιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μα­τά­κι κρι­τσί­νι. Πνευ­στά, κρου­στὰ καὶ ἔγ­χορ­δα παί­ζουν σὰν τρε­λὰ κι ὁ μα­έ­στρος, χορ­τα­σμέ­νος, ἁ­πλώ­νει τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ δε­χτοῦν, ὅ­λοι μα­ζί, τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα!»

        Μὲ μπου­κω­μέ­νο τὸ στό­μα, χει­ρο­κρό­τη­σες μα­ζί μου καὶ γέ­μι­σε τὸ τρα­πέ­ζι ψί­χου­λα. Θρι­αμ­βευ­τι­κὸ φι­νά­λε. Μπο­ρεῖ νὰ ἤ­σουν μό­νο τεσ­σά­ρων, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε ν’ ἀρ­χί­σεις νὰ μα­θαί­νεις.

        Τώ­ρα ἤ­ξε­ρες πό­ση μου­σι­κὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κρι­τσί­νι. Δὲν ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό; Εἶ­χα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α κόλ­πα καί, παί­ζον­τας μα­ζί μου, θὰ γι­νό­σουν ὁ κα­λύ­τε­ρος μα­έ­στρος. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­π’ τὸν παπ­ποῦ σου. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­πὸ μέ­να.

        Σὲ μπού­χτι­ζα κρι­τσί­νια, τό­νους καὶ ἡ­μι­τό­νια. Κα­μά­ρω­να τὴν ἀν­το­χή σου, εἶ­χες μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ἤ­σουν κα­λός, ἀ­μί­λη­τος, πει­θαρ­χη­μέ­νος. Ὅ­πως εἴ­μα­στε φτι­αγ­μέ­νοι ἐ­μεῖς οἱ μου­σι­κοί.

        Ἴ­σως στὰ τέσ­σε­ρα ἦ­ταν λί­γο νω­ρίς… Ἔ­τσι, ὅ­μως, θὰ τὰ μά­θαι­νες ὅ­λα πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἤ­σουν τό­σο ὑ­πά­κου­ο παι­δί. Κι ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε θὰ ἤ­σουν πλέ­ον ἕ­τοι­μος.

        Ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε, τὴν πε­ρι­μέ­να­με χρό­νια. Πρώ­τη φο­ρὰ φο­ροῦ­σες κο­στού­μι· σοῦ τὸ πή­ρα­με, ἡ μα­μὰ κι ἐ­γώ, εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Ἔ­νι­ω­θες λί­γο ἄ­βο­λα μέ­σα στὸ σα­κά­κι, τὸ ἔ­βλε­πα, ἡ μέ­ρα ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ ση­μαν­τι­κή. Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ ὅ­λες. Κι ἤ­μα­σταν πλέ­ον ἕ­τοι­μοι.

        Πά­τη­σες βά­ναυ­σα τὸ Ντό, δέ­κα, εἴ­κο­σι φο­ρές. Καὶ με­τά, μὲ τὸ δεί­κτη, ἄρ­χι­σες νὰ χτυ­πᾶς τὸ Σὶ ἀ­στα­μά­τη­τα, μὲ τὸ βλέμ­μα πά­νω μου, σὰ νὰ μὲ σφυ­ρο­κο­ποῦ­σες! Τὰ μέ­λη τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ κοι­τοῦ­σαν μὲ τρό­μο, ἐ­σὺ ὅ­μως κοι­τοῦ­σες μό­νο ἐ­μέ­να, τι­μω­ρη­τι­κά· σὰν νὰ ἤ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων.

        Ἡ κα­κο­φω­νί­α σου ἦ­ταν ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη τέ­λεια. Τὰ δά­χτυ­λά σου πα­τοῦ­σαν βάρ­βα­ρα ὅ­λα τὰ μαῦ­ρα ταυ­τό­χρο­να· ἔ­παι­ζες τυ­φλά, οὔ­τε μιὰ στιγ­μὴ δὲν κοί­τα­ξες τὰ πλῆ­κτρα, εἶ­χες τὸ κε­φά­λι σου στραμ­μέ­νο σ’ ἐ­μέ­να, στὴν πρώ­τη σει­ρά, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω μου· καὶ τὸ πό­δι σου πί­ε­ζε τὸ πεν­τάλ, βί­αι­α καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­να.

        Ση­κώ­θη­κες ἀ­πὸ τὸ πιά­νο καί, χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζεις πιά, ἀ­πο­χώ­ρη­σες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­να Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔχει ἐκδοθεῖ μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Γλυ­κιὰ Πε­νι­κι­λί­νη (Ἰ­ωλ­κός), ἐ­νῶ δι­η­γή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854

[τῶν Γεωργίου Γλαράκη καὶ Νικολάου Φλογαΐτη]


Ο ΧΙΩΤΗΣ λο­γι­ώ­τα­τος, πα­λιὸς Ἀ­γω­νι­στὴς καὶ συ­χνὰ ὑ­πουρ­γὸς Γ. Γλα­ρά­κης κα­τά­φε­ρε τέ­λος ν’ ἀ­πο­χτή­σῃ σπί­τι στὴν ὁ­δὸ Μου­σῶν.

       Ὁ σύ­γαμ­πρός του Νικ. Φλο­γα­ΐ­της, ἄλ­λος με­γα­λο­ϊ­δε­ά­της λο­γι­ώ­τα­τος καὶ πα­λιὸς δι­κα­στι­κός, τὸν πεί­ρα­ζε:

       — Σπί­τι ἀ­γο­ρά­ζεις στὴν Ἀ­θή­να, τοῦ ἔ­λε­γε, ποὺ σὲ λί­γον και­ρὸ κοῦκ­κοι θὰ λα­λή­σουν στὰ κε­ρα­μί­δια του;

       — Για­τί;

       — Για­τὶ ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ Βα­σι­λεί­ου θὰ με­τα­φερ­θῇ στὴν Πό­λη!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Α. Κλε­ο­μέ­νους «Δι­ά­λε­ξις πε­ρὶ τῶν πρώ­των τῆς Ἑλ­λά­δος Βα­σι­λέ­ων» 1904 σ. 43.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 110 [Τίτλος: «126.—Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


Σπῦρος Κρόκος: Chop Chop Square


Σπῦ­ρος Κρό­κος


Chop Chop Square


 ΠΡΩΪΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Φρε­σκο­πλυ­μέ­να σεν­τό­νια ἔ­χουν ἀρ­χί­σει ἤ­δη ν’ ἁ­πλώ­νον­ται πά­νω στὶς πλά­κες της. Ἡ θέ­α τῶν λευ­κῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν ποὺ πε­τοῦν στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­να­κα­λεῖ στὴ μνή­μη του τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος. Στὸ νοῦ του ἔρ­χον­ται κι ἐ­κεῖ­νοι οἱ στί­χοι ποὺ εἶ­χε βρεῖ γραμ­μέ­νους χρό­νια πρίν, σ’ ἕ­να ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο κομ­μά­τι χαρ­τί, πε­τα­μέ­νο στὴ ρί­ζα μιᾶς γέ­ρι­κης χουρ­μα­διᾶς: «Στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες τοῦ Προ­φή­τη πει­να­σμέ­να γε­ρά­κια κα­ρα­δο­κοῦν, κομ­μα­τι­ά­ζον­τας τὶς νό­τες ποὺ ξε­γλι­στροῦν ἀ­μέ­ρι­μνα στὴ σι­ω­πὴ τῆς ἄμ­μου. Ὁρ­μοῦν ἐ­πά­νω στὶς ἄ­ψυ­χες σκι­ὲς τῆς ὀ­θό­νης καὶ στὶς φι­γοῦ­ρες τῆς σκη­νῆς, ὅ­ταν αὐ­τὲς δὲν ὑ­πο­κλί­νον­ται φι­λών­τας εὐ­λα­βι­κά τοὺς ὤ­μους τῶν το­πο­τη­ρη­τῶν του.»

        Βα­δί­ζει πρῶ­τος στὴ σει­ρά, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, ἔ­χον­τας τὰ χέ­ρια δε­μέ­να πι­σθάγ­κω­να. Πα­ρὰ τὸ βά­λιουμ, νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του κο­φτὴ καὶ τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ γρή­γο­ρα καὶ ἄρ­ρυθ­μα. Ἀ­πρό­σκλη­τες θύ­μη­σες τοῦ τρα­γου­δοῦν καὶ τὸν τα­ξι­δεύ­ουν σὲ εἰ­κό­νες τοῦ χθές, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­έ­ρα καὶ φῶς μέ­σα ἀ­πὸ λα­βύ­ριν­θους θο­λοὺς καὶ οἰ­κεί­ους. Γνώ­ρι­μες κραυ­γὲς συ­νο­δεύ­ουν τὴ δι­α­δρο­μή του πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Ὅ­μως σὲ αὐ­τὲς δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει πιὰ τὴ χροι­ὰ τῆς δι­κῆς του φω­νῆς μὲ τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες στὴν πλα­τεί­α, τὰ γι­ορ­τι­νὰ πρω­ϊ­νά τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, τὸ πο­δό­σφαι­ρο καὶ τὸ κυ­νη­γη­τὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­κέ­φα­λα σώ­μα­τα. Τοῦ εἶ­χαν πεῖ τό­τε, πὼς αὐ­τὰ ἦ­ταν σκιά­χτρα ποὺ κρα­τοῦ­σαν μα­κριά τὰ στοι­χειὰ τῆς ἐ­ρή­μου. Ἡ στέρ­φα γῆ ἐ­ξά­γνι­ζε τὸ παι­χνί­δι τους ἀ­πὸ τὸ μό­λε­μα καὶ τὸ προ­στά­τευ­ε, ἔ­τσι ὅ­πως ἄ­τμι­ζε ρου­φών­τας ἀ­χόρ­τα­γα τὸ ζε­στὸ αἷ­μα ποὺ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο.

        Γο­να­τί­ζει πά­νω στὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι μὲ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὴ γε­νέ­τει­ρα τοῦ Προ­φή­τη. Ἕ­να θρη­νη­τι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ δι­εκ­δι­κεῖ δι­έ­ξο­δο. Μὰ τε­λι­κὰ μέ­νει βου­βό. Ἀ­νεί­πω­το. Μαῦ­ρο πα­νὶ τυ­λί­γει τὰ μά­τια του κα­θὼς αἰ­σθά­νε­ται τὸν δή­μιο νὰ στέ­κει δί­πλα του. Ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει κι ἡ δου­λειὰ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ πρὶν τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη τοῦ με­ση­με­ριοῦ. Δὲν ἔ­χει πρό­θε­ση νὰ δυ­σκο­λέ­ψει τὸ ἔρ­γο τοῦ ὑ­παλ­λή­λου. Ἀ­κού­ει τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κα­τα­δί­κης καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ψι­θυ­ρι­στὰ τοὺς στί­χους ἀ­πὸ τὸ Κο­ρά­νι. Παύ­ση. Ξέ­ρει τί πρέ­πει νὰ κά­νει ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἔ­πει­τα. Γέρ­νει τὸ σῶ­μα του ἐ­λα­φριὰ μπρο­στά. Αἰ­σθά­νε­ται τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει ἁ­πα­λὰ τὸν λαι­μὸ κι ὕ­στε­ρα νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Τὸ σπα­θὶ κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη. Δι­α­χω­ρι­σμός — δη­λα­δὴ κα­ρα­τό­μη­ση. Ἡ λύ­τρω­ση στὴν Chop Chop Square μό­λις ἦρ­θε. Τὸ πλῆ­θος κραυ­γά­ζει. Κά­ποι­ος του­ρί­στας φώ­να­ξε γκόλ.

        Τρί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ κρα­νί­ο του δί­χως αἰ­σθή­σεις, βού­λη­ση, προσ­δο­κί­ες καὶ μνή­μη πιά, κα­τρα­κυ­λᾶ στὸ πυ­ρω­μέ­νο τσι­μέν­το τῆς πλα­τεί­ας. Σὲ αὐ­τὸν τὸν χρό­νο ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ σκορ­πί­σει ἡ ψυ­χὴ καὶ νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ τὴ σκό­νη ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους τὰ κα­ρα­βά­νια τῶν νο­μά­δων τῆς ἐ­ρή­μου, αὐ­το­μό­λη­σαν μα­ζί της καὶ οἱ ἦ­χοι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια μου­σι­κές, οἱ εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κλει­σμέ­να θε­ά­μα­τα, ἡ γλυ­κιὰ γεύ­ση τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἱ­δρώ­τα καὶ τῶν ἀγ­γιγ­μά­των τῆς σάρ­κας, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁρ­μύ­ρας ποὺ ὁ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὸς ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἕ­ναν ὠ­κε­α­νὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τί­κρι­σε πο­τέ, μὰ κά­θε βρά­δι ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν πὼς πα­τοῦ­σε τὴν ἀν­τί­πε­ρα στε­ριά του.

        «Σκα­τά!» μούγ­κρι­σε ὁ πα­χύ­σαρ­κος ἄν­τρας κοι­τά­ζον­τας τὸ ρο­λό­ϊ του, δε­κα­τρεῖς χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἅρ­πα­ξε τὸ τη­λε­κον­τρὸλ ποὺ ἦ­ταν χω­μέ­νο στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πὲ καὶ τί­να­ξε στὸ πά­τω­μα τὰ τρίμ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ πα­τα­τά­κια ποὺ εἶ­χαν στα­θεῖ στὴν κοι­λιά, στὰ μπού­τια καὶ στὸ λευ­κό του σώ­βρα­κο. Ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, κά­τι ποὺ δὲν τὸ κα­τά­φε­ρε οὔ­τε τὴ δεύ­τε­ρη οὔ­τε τὴν τρί­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σε. Τοῦ πῆ­ρε κάμ­πο­ση ὥ­ρα νὰ χω­ρέ­σει στὴ φρε­σκο­πλυ­μέ­νη στο­λὴ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­νε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουμ­πὶ τοῦ που­κα­μί­σου μὲ τὸ κεν­τη­μέ­νο γε­ρά­κι στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι, κον­το­στά­θη­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοί­τα­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὸν βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­πει­τα τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὴ νο­η­τὴ εὐ­θεία ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ 13η πτέ­ρυ­γα τῶν Πο­λι­τεια­κῶν Φυ­λα­κῶν, τὴν Death Row. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­πλα­νὲς γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μές. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι του στὸ στέρ­νο καὶ σχη­μά­τι­σε φευ­γα­λέ­α τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς εἰ­σό­δου σή­κω­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τί­τλο: «Πρω­τό­κολ­λο Chapman —Ἐ­φαρ­μο­γὴ καὶ Δι­α­χεί­ρι­ση Ἐ­κτε­λέ­σε­ων.» Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη ποὺ ἔ­κα­νε πρὶν κλεί­σει πί­σω του τὴν πόρ­τα καὶ χα­θεῖ, ἦ­ταν ὅ­τι ἂν τὰ πράγ­μα­τα συ­νε­χί­σουν νὰ πη­γαί­νουν κα­λὰ στὴ δου­λειά, ἴ­σως μπο­ρέ­σει νὰ πε­ρά­σει ἕ­να μέ­ρος ἀ­πὸ τὴν κα­λο­και­ρι­νή του ἄ­δεια τα­ξι­δεύ­ον­τας κά­που στὴ Με­σό­γει­ο. Ἰ­τα­λί­α, Ἱ­σπα­νί­α, Γαλ­λί­α, Ἑλ­λά­δα ἴ­σως. Τὰ χεί­λη του συ­σπά­στη­καν σ’ ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο προ­σμο­νῆς καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­σης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες. Ἐν­δει­κτι­κὲς ἀ­να­φο­ρές: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου», «Southern Point», «Chop Chop Squa­re» στὸν ἱστο­χῶ­ρο Ἱ­­στο­­ρί­­ες Μπον­­ζά­ι – Ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μ­ικροῦ. «Θραύ­σμα­τα & Ἀνα­μνή­σεις» στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Eye­lands· «Ὁ Κό­σμος τῆς Λί­μνης» στὸν ἱστό­το­πο Li­te­ra­tu­re.  Τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» καὶ «Τε­λευ­ταῖ­ο Δρο­μο­λό­γιο» ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέα (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) καὶ Ἱ­στο­ρίες στὶς Ρά­γες (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) ἀ­ντί­στοι­χα. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μαχαιρᾶς καὶ Ρου­χου­λᾶς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μαχαιρᾶς καὶ Ρου­χου­λᾶς

[τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ]


ΑΛΗ-ΠΑΣΑΣ εἰ καὶ ἀ­παί­δευ­τος ἐν­τε­λῶς, ἦ­τον ὅ­μως με­γα­λο­φυ­ής, διὰ τοῦ­το εἰς τὸν Μω­ά­μεθ οὐ­δε­μί­αν ἀ­πέ­δι­δεν ὑ­πε­ράν­θρω­πον δύ­να­μιν, ἀ­φοῦ αὐ­τὸς καὶ οἱ δι­ά­δο­χοί του ἐ­πέ­βα­λον τὸ θρή­σκευ­μά των διὰ πυ­ρὸς καὶ σι­δή­ρου, χο­ρη­γοῦν­τες μά­λι­στα εἰς τοὺς πι­στοὺς με­θ’ ὑ­περ­βο­λῆς πά­σας τὰς σαρ­κι­κὰς ἀ­πο­λα­βάς, ὅ­περ εἶ­ναι δό­λω­μα ἰ­σχυ­ρώ­τα­τον εἰς τὴν ἀν­θρω­πί­νην ἀ­δυ­να­μί­αν. Δὲν ἠ­δύ­να­το ὅ­μως νὰ πι­στεύ­σῃ ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶ­χε τι ὑ­πε­ράν­θρω­πον ἀ­φοῦ αὐ­τὸς καὶ οἱ Ἀ­πό­στο­λοί του ὄ­χι μό­νον δὲν με­τε­χει­ρί­σθη­σαν βί­αν ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πη­γό­ρευ­ον αὐ­στη­ρῶς αὐ­τήν, συ­νά­μα δὲ δι­έ­τατ­τον εἰς τοὺς πι­στοὺς δί­αι­ταν βα­σα­νι­στι­κήν. Ἐν τού­τοις ὅ­μως δὲν ἠ­δύ­να­το ν’ ἀν­τι­ληφ­θῇ πῶς ἐ­γέ­νε­το ἡ ἐκ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐκ­πό­ρευ­σις τῆς θε­ό­τη­τος τοῦ Χρι­στοῦ, διὰ τοῦ­το ἡ­μέ­ραν τι­νὰ συν­τρώ­γων με­τὰ τοῦ Τουρ­τού­ρη(1) ὃν ἐ­ξε­τί­μα ὡς νου­νε­χῆ καὶ γνω­ρί­ζον­τα κα­λῶς τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν, τῷ εἶ­πε:

       — Ἀ­γλούμ, ἐ­γὼ ξεύ­ρω ὅ­τι τὸ δι­κό μου τὸ Μω­α­μέ­τη ἐ­κά­θι­σε στὸ σβέρ­κο τοῦ κό­σμου δι­ό­τι ἦ­το μα­χαι­ρᾶς καὶ αὐ­τὸς ὡ­σὰν καὶ μέ­να, μὰ δὲν μοῦ λέ­γεις πῶς τὸ δι­κό σας τὸ Χρι­στὸ ἔ­γι­νε ρου­χου­λᾶς (ἐκ πνεύ­μα­τος);

       Ὁ Τουρ­τού­ρης τῷ ἀ­πήν­τη­σεν ὅ­τι:

       — Εἶ­ναι τοῦ­το τό­σο με­γά­λο θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­που δὲν ἀ­φῆ­κε νὰ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος.

       — Πέ­κε­ϋ (οὕ­τως ἔ­χει) τῷ ἀ­πήν­τη­σεν ὁ Ἀ­λῆ-πα­σᾶς.


(1) Γεώργιος Τουρτούρης (1747/1750-1831). Ἠ­πει­ρώ­της φι­λι­κός, στε­νὸς γνώ­ρι­μος καὶ συ­νερ­γά­της τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 117.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Λου­ῒ Ντυ­πρέ (Louis Du­pré, 1789-1837), Ὁ Ἀ­λῆ Πα­σᾶς στὴ λί­μνη τοῦ Βου­θρω­τοῦ, Ἀ­πρί­λιος 1819. Λε­πτο­μέ­ρεια ἀ­πό λι­θο­γρα­φί­α τοῦ Λου­ῒ Ντυ­πρέ, 1825. Πι­να­κο­θή­κη Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κοι­νο­βου­λί­ου.



		

	

Ἀργύρης Ἑφταλιώτης: Κρυφὴ ἀγάπη


Ἀρ­γύ­ρης Ἑ­φτα­λι­ώ­της


Κρυφὴ ἀγάπη


ΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, για­τρέ, πὼς κά­πο­τε στὴν ἀρ­ρώ­στι’ ἀ­πά­νω ὁ ἄρ­ρω­στος πα­ρα­λα­λεῖ, καὶ πα­ρα­λα­λών­τας λέ­ει καὶ τὴν ἀ­λή­θεια;

        — Νὰ σοῦ πῶ: Σ’ αὐ­τὸ τὸ χω­ριὸ —λέ­ω τοῦ φί­λου μου— συ­χνό­τε­ρα τὴν ἀ­κοῦς τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στους καὶ τρελ­λούς, πα­ρ’ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ποὺ εἶ­ναι κα­λά. Καὶ νὰ δεῖς τί μοῦ συ­νέ­βη­κε σὲ μιὰ κό­ρη, στὴν πί­σω τὴν ἐ­νο­ριά, εἶ­ναι τώ­ρα κάμ­πο­σος και­ρός.

        Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη ἕ­ξι μέ­ρες. Εἶ­χε μιὰ βρα­διὰ πολ­λὴ θέρ­μη, καὶ τρέ­ξα­νε νὰ μὲ φέ­ρουν. Ἄλ­λος δὲν πα­ρα­στε­κό­ταν πα­ρὰ ἡ μά­να της, γυ­ναί­κα ἥ­συ­χη καὶ λι­γά­κι στε­νο­κέ­φα­λη. Ἔ­κλαι­γε ἡ κα­κό­μοι­ρη καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σω τὴν κό­ρη της. Ἔ­κα­μα ὅ,τι μπό­ρε­σα, ἔ­μει­να καὶ λί­γη ὥ­ρα στὸ σπί­τι νὰ δῶ τὶ δρό­μο θὰ πά­ρει ὁ πυ­ρε­τός. Ἀ­νέ­βη­κα νὰ τὴν ξα­να­δῶ. Ἤ­τα­νε χει­ρό­τε­ρα. Βύ­θος καὶ πα­ρα­λα­λη­τό. Ἀ­πὸ τὰ λό­για της φαί­νουν­ταν πὼς ἔ­βλε­πε λου­λού­δια κι  ἀγ­κά­θια. Ἄγ­γι­ζ’ ἕ­να λου­λού­δι, καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἄ­ξαφ­να τὴν ἀγ­κύ­λω­νε καὶ τ’ ἀγ­κά­θι, κι ἔ­βλε­πες τὸν πό­νο στὸ πρό­σω­πό της. Παι­χνί­δι τῆς φαν­τα­σί­ας της, εἶ­πα μέ­σα μου. Μὰ σ’ ἕ­ν’ ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ποὺ μά­ζευ­ε ὁ πλα­νε­μέ­νος νοῦς της, γύ­ρι­σε κα­θὼς πάν­τα τὸ πρό­σω­πό της κα­τὰ τὴν ἄλ­λη με­ριά, καί, —«μ’ ἀ­γα­πά­ει δὲ μ’ ἀ­γα­πά­ει» μουρ­μού­ρι­ζε χα­μη­λὰ κι ἀ­συ­νάρ­τη­τα, σα­λεύ­ον­τας τὰ δά­χτυ­λά της σὰ νά’ κο­βε τοῦ λου­λου­διοῦ της τὰ πέ­τα­λα.

        Λέ­ω τῆς μά­νας, πᾶ­με κά­τω γιὰ λί­γη ὥ­ρα πά­λι. Πή­γα­με κά­τω, καὶ κά­θι­σε ἡ μά­να κον­τὰ στὸ μαγ­κά­λι νὰ μοῦ ψή­σει κα­φέ. Καὶ ψή­νον­τας τὸν κα­φὲ ἔ­λε­γε καὶ ξα­να­έ­λε­γε γιὰ τὴν κό­ρη της, τί ἄγ­γε­λος ἦ­ταν, τί χρυ­σό κο­ρί­τσι, τί νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο· κι ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια.

        — Μὰ γιὰ πές μου, τὴ ρω­τῶ τό­τες, νὰ μὴν εἶ­χε τί­πο­τις ἀ­γά­πες ἡ κό­ρη σου;

        — Θε­ὸς νὰ φυ­λά­ξει, για­τρέ μου! Δὲν ξέ­ρεις τὶ ἀ­θῶ­ο ποὺ εἶ­ναι τ’ ἀ­κρι­βό μου τὸ Λε­νι­ώ, ὁ Θε­ός νὰ μοῦ τή­νε γλυ­τώ­σει!

        Ἡ μά­να θάρ­ρε­ψε πὼς κο­ρί­τσι γιὰ ν’ ἀ­γα­πή­σει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ξε­τσι­πω­μέ­νο.

        Ἔ­τσι τὴν ἔ­μα­θε τὴν ἀ­γά­πη στὸ σκο­λει­ό της.

        — Γιὰ συλ­λο­γί­σου, τῆς κά­νω, μὴν τύ­χει κι ἔ­χει κα­νέ­να κρυ­φὸ κα­η­μὸ τὸ κο­ρί­τσι, καὶ τὴ γι­α­τρέ­ψου­με εὐ­κο­λώ­τε­ρα.

        — Ἄρ­ρω­στη κα­θώς εἶ­ναι, για­τρέ μου, κάλ­λιο τό ‘χω νὰ τή­νε θά­ψω, πα­ρὰ νὰ τὸ ντρο­πιά­σει τὸ τι­μη­μέ­νο μας τ’ ὄ­νο­μα.

        Εἶ­δα πὼς τὰ λό­για μου ἤ­τα­νε χα­μέ­να, ἤ­πια τὸν κα­φέ, ξα­να­κοί­τα­ξα τὴν ἄρ­ρω­στη, δι­ό­ρι­σα γι­α­τρι­κὸ γιὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­φυ­γα.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες πέ­θα­νε ἡ μι­κρή. Δὲ λέ­ω πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἀρ­ρώ­στια, μὰ τὰ νεῦ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν ἕ­να χά­λι ποὺ λί­γη χα­ρά, λί­γο ἀ­ναγ­κά­λι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σει.

        Πῆ­γα στὸ λεί­ψα­νο, για­τὶ τὸ πό­νε­σα τὸ κα­κό­μοι­ρο. Ρά­γι­ζε ἡ καρ­διά μου νὰ βλέ­πω τὴ μά­να του νὰ ξε­σκί­ζε­ται ἀ­πά­νω στὸ κα­τα­στό­λι­στο ἐ­κεῖ­νο κορ­μί, ποὺ ἄλ­λο τῆς ζω­ῆς δὲν τοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἥ­συ­χο.

        Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ριοῦ ποὺ μᾶς προ­σκα­λεῖ τὸ στερ­νὸ τὸ φι­λί. Μό­λις χω­ρί­σα­νε τὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη μά­να ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρα­μέ­νο πρό­σω­πο, καὶ σι­μώ­νει ἕ­να παι­δί, ὣς δε­κο­χτὼ χρο­νῶ νὰ δώ­σει κι αὐ­τὸς τὸ στερ­νό του φί­λη­μα. Ἦ­ταν τῆς γει­το­νιᾶς, γνώ­ρι­ζε τὸ σπί­τι τους, θαρ­ρῶ καὶ στὸ σκο­λει­ὸ μα­ζὶ πή­γαι­ναν. Κα­θό­λου λοι­πὸν πα­ρά­ξε­νο ποὺ σί­μω­νε κι αὐ­τὸς μὲ βρεμ­μέ­να μά­τια! Σή­κω­σαν τὸ λεί­ψα­νο, τό’ θα­ψαν, ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος, ἔ­κα­μα νὰ φύ­γω καὶ γώ. Μὰ ἀν­τὶς νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη τὴ θύ­ρα, ξε­κί­νη­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ πορ­τὶ τοῦ ἀ­πά­νω δρό­μου, γιὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­γο­ρά. Ἔ­κα­μα λοι­πὸν γύ­ρω πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σιά. Ἐ­κεῖ, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Βῆ­μα, σὲ μιὰ κό­χη μο­να­χι­κή, ποι­ό­να νὰ δῶ, πα­ρὰ τὸ ἴ­διο τὸ παι­δὶ ποὺ φί­λη­σε τὸ λεί­ψα­νο τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­κλαι­γε τὰ πύ­ρι­νά του ὁ δύ­στυ­χος. Συλ­λο­γί­στη­κα μιὰ στιγ­μὴ νὰ τοῦ μι­λή­σω καὶ νὰ τοῦ πῶ τὸ τί ἔ­λε­γε ἡ Λε­νι­ώ του ἀ­πά­νω στὸν πυ­ρε­τό της. Μὰ δὲ βά­στα­ξε ἡ καρ­διά μου. Εἶ­πα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ γεν­νή­θη­κε κρυ­φή, κρυ­φὴ πρέ­πει καὶ νὰ πο­θά­νει.



Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Νη­σι­ώ­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες, Εἰ­δι­κή ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα, Ἀ­θή­να, 2009, Α’ ἔ­κ­δο­­ση 1896.

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της (Μόλυβος Μυτι­λή­νης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλ­λί­ας 1923). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλίο: Νη­σιώ­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες (1894, δι­η­γή­μα­τα).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ τὸν Θε­ο­δω­ρά­κη Κο­λο­κο­τρώ­νη, ἄρ­χον­τα τῶν ἀ­κα­τα­μα­χή­των Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των, εἰς ἐ­σέ­να τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ.

       Σοῦ φα­νε­ρό­νω, ὅ­τι τὴν ἀ­λή­θεια εἶ­σαι ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­τος ἀ­πὸ τὸ γέ­νος τῶν ὁ­μο­πί­στων σου Τουρ­κῶν, καὶ ζη­τεῖς ἄ­δι­κα νὰ τοὺς πά­ρῃς ς’ τὸν λαι­μόν σου. Ἐ­σὺ ἐ­γνώ­ρι­σες κα­λὰ τὴν ἀ­πό­φα­σιν τοῦ ὑ­ψί­στου Θε­οῦ καὶ τὴν ἀ­πό­φα­σιν ὅ­λων τῶν με­γά­λων Δυ­νά­με­ων τῆς Εὐ­ρώ­πης, διὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῇ τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἀ­πὸ ταῖς ἀ­δι­κί­αις καὶ τυ­ραν­νί­αν σας, ἠ­ξεύ­ρον­τας τὰς ἀν­δρα­γα­θί­ας τῶν Χρι­στια­νῶν εἰς τὴν Ῥού­με­λην· πλὴν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι ἀ­περ­νῶν­τας μὲ ὀ­λί­γους λου­φε­τσί­δες* ἐ­πά­νω εἰς τὸν Μο­ρέ­α, πὼς εὔ­κο­λα ἤ­θε­λε φο­βί­σῃς τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας· καὶ τὸ εὔ­κο­λον ἀ­πέ­ρα­σμά σου ἀ­πὸ Βο­στί­τζαν ἕ­ως αὐ­τοῦ διὰ τὴν ἀ­προ­φυ­λα­ξί­αν τῶν ἐ­κεῖ με­ρῶν, εἰς και­ρὸν ὁ­ποὺ καὶ εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρε­θέν­τες τό­τε ὀ­λί­γοι στρα­τι­ῶ­ται σοῦ ἐ­προ­ξέ­νη­σαν πολ­λὰ κα­κά, σὲ ἔ­κα­μαν νὰ φθά­σῃς εἰς μί­αν κα­κὴν ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, καὶ νὰ τολ­μή­σῃς ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἀν­δρεί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των μας κα­τὰ τὸ Βαλ­τέ­τζι, διὰ νὰ πά­θῃς, ὅ­σα ἔ­πα­θες, καὶ νὰ πά­ρῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους ὁ­μο­πί­στους σου. Ἐ­ξιπ­πά­σθης, φαί­νε­ται, ὅ­τι εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρὼν με­ρι­κοὺς ζευ­γο­λά­τας καὶ γυ­ναῖ­κας, τοὺς ἐ­θα­νά­τω­σες ἄ­δι­κα. Ἡ­μεῖς εἴ­με­θα εὐ­σπλαγ­χνι­κώ­τε­ροι καὶ γεν­ναι­ό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­σέ· ἐ­πει­δή, ἐν ᾧ ἔ­χο­μεν πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πὸ χι­λί­ους Τούρ­κους εἰς τὸ χέ­ρι, δὲν ἐ­κα­τα­δέ­χθη­μεν νὰ τοὺς πει­ρά­ξω­μεν τε­λεί­ως, ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­χο­μεν μὲ τὸ ῥε­χά­τι, τρώ­γον­τες καὶ πί­νον­τες καλ­λί­τε­ρον ἀ­πὸ ἐ­σέ­να. Ἤ­ξευ­ρε δέ, ὄ­χι ὅ­σους ἐ­θα­νά­τω­σες, ἀλ­λὰ καὶ ἑ­κα­τὸ με­ρί­δια τό­σους ἂν ἐ­θα­νά­τω­νες, δὲν μᾶς φο­βί­ζεις, οὔ­τε ὀ­λι­γο­στεύ­ο­μεν· ἐ­πει­δὴ ὡς πρὸς ἐ­σᾶς τοὺς Τούρ­κους, ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκε­σθε εἰς τὸν Μο­ρέ­α, εἴ­με­θα τό­σοι πολ­λοί, ὁ­πού, πε­νήν­τα ἀ­πὸ ἡ­μᾶς ἂν σκο­τω­θοῦν καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ σᾶς, πά­λιν, μὲ τοῦ Θε­οῦ τὸ θέ­λη­μα, χω­ρὶς ἄλ­λο θὰ σᾶς νι­κή­σω­μεν. Δὲν σὲ ἔ­φθα­σαν αὐ­τὰ τὰ ἀ­νό­η­τα κι­νή­μα­τά σου, πα­ρὰ ἐ­τόλ­μη­σες νὰ στεί­λῃς καὶ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, διὰ νὰ ἔλ­θουν νὰ προ­σκυ­νή­σουν οἱ ἀ­φθέν­ταις σου, ἐν ᾧ ἡ­μεῖς ἐ­σέ­να τὸν ἀ­νά­ξιον ὄ­χι τὰ χαρ­τιά σου δὲν φο­βού­με­θα, ἀλ­λ’ οὔ­τε τὰ ἄρ­μα­τά σου στο­χα­ζό­με­θα διὰ ἄρ­μα­τα. Ἂν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι εἶ­ναι τὸ παι­γνί­δι, ὁ­ποὺ εἰς τὸν Μο­ρέ­α πρὸ πε­νῆν­τα χρό­νους ἐ­στά­θη, εἶ­σαι πολ­λὰ γε­λα­σμέ­νος, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­ναι ὡ­σὰν κεῖ­νο· δι­ό­τι ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν καὶ εἰς τὸν Μο­ρέ­α, Ῥού­με­λη, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, Κα­ρα­τα­γλί­δες, Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α καὶ σχε­δὸν εἰς αὐ­τὴν τὴν Ἀ­να­το­λὴν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα, ὁ­μοί­ως καὶ ὅ­λα τὰ νη­σί­α τῆς Ἄ­σπρης θα­λάσ­σης. Μά­θε, ἂν δὲν τὸ ἠ­ξεύ­ρῃς, ὅ­τι ἡ Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, ἡ Φι­λιπ­πού­πο­λις, τὸ Σα­λο­νί­κι, ἡ Βάρ­να, ἡ Ἐ­δερ­νὲ* ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­σαν· ἡ Σκόν­δρα εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ* ἀ­πὸ τοὺς Κα­ρα­τα­γλί­δες καὶ πο­λε­μεῖ­ται ἀν­δρεί­ως· ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λις εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ ἀ­πὸ τὸν πρίγ­κι­πά μας Ἀ­λέ­ξαν­δρον Ὑ­ψη­λάν­τε μὲ 200 χι­λιά­δας στρά­τευ­μα· ὁ Ἐλ­τζῆς* τῆς με­γά­λης Ῥουσ­σί­ας ἔ­φυ­γε· 30 κα­ρά­βια ῥωσ­σι­κὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­να τὸ Φα­να­ρά­κι· 10 κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­κό­μη τοῦ Σουλ­τά­νου σας, τὰ ἔ­χει δε­μέ­να ὡ­σὰν γα­ϊ­δού­ρια εἰς τὴν πό­λιν· 30 κα­ρά­βια Ὑ­δρι­ο­σπε­τζώ­τι­κα καὶ Ψα­ρια­νὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­νο τὸ μπο­γά­ζι* τοῦ Τζα­νὰκ-Κα­λε­σί· ἄλ­λα σα­ράν­τα πε­ρι­πα­τοῦν ὅ­λην τὴν Ἄ­σπρην θά­λασ­σαν, καὶ ἔ­χουν 80 κα­ρά­βια μπε­γλί­τι­κα* καὶ πραγ­μα­τευ­τά­ρι­κα κλει­σμέ­να καὶ ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τοὺς 6000 Τούρ­κους, καὶ μά­λι­στα τοῦ Μπε­κὶρ πασ­σᾶ, Ἀτ­τά­λια βα­λι­σῆ, ὁ­ποὺ ἐρ­χό­ταν εἰς τὸ ἰ­μιν­τά­τι* σας. Μά­θε, ὅ­τι ὁ γεν­ναῖ­ος Ἀ­λῆ πασ­σᾶς Τε­πε­λεν­τλῆς, ἀ­πο­φα­σί­σας νὰ ζή­σῃ εἰ­ρη­νι­κῶς μὲ ἡ­μᾶς, κα­τέ­σφα­ξεν ἀν­δρεί­ως πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἐ­δι­κούς σας, καὶ τοὺς ἄλ­λους μα­ζὴ μὲ τὸν Χουρ­σὴτ πασ­σᾶν σας ὁ Ὀ­μὲρ πασ­σᾶς Βι­ρι­ώ­νη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­σκο­τώ­θη εἰς τὸ Ζη­τοῦ­νι μ’ ὅ­λον του τὸ στρά­τευ­μα· καὶ τὸν Πα­σι­όμ­πε­η τὸν ἔ­δο­σε τοῦ δι­α­βό­λου. Μά­θε, ὅ­τι ἡ Ἀ­θῆ­να, Θῆ­βα, Λει­βα­διά, Τα­λάν­τι, Πα­τρα­τζί­κι καὶ ὅ­λη ἡ Θεσ­σα­λί­α, καὶ δὲν ἔ­μει­νε κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος πα­ρὰ ἡ Εὔ­ρι­πος καὶ ἄλ­λα ὀ­λί­γα μέ­ρη, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ δυ­να­τὰ καὶ ἀ­πὸ ξη­ρᾶς καὶ θα­λάσ­σης. Εἶ­δες μὲ τὰ ὀμ­μά­τιά σου τὰ ἐ­δι­κά μας κα­ρά­βια εἰς τὸ Ἀ­νά­πλι· ἄλ­λα δέ­κα εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς Μο­νο­βα­σί­α, καὶ ἄλ­λα 12 εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν μου­χα­σε­ρὲ Κο­ρώ­νης, Μο­θώ­νης καὶ Νε­ο­κά­στρου, καὶ 17 ἔ­φθα­σαν προ­χθὲς εἰς τὸν κόλ­πον τῆς Πα­τρὸς καὶ Κο­ρίν­θου, καὶ ἐ­πε­ρί­λα­βαν τὰ κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ σὲ ἤ­φε­ραν, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν πό­λε­μον· καὶ πλέ­ον λου­φε­τζί­δαις καὶ μιν­τά­τια δὲν θέ­λεις ἰ­δεῖ· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, ἄν­θρω­πε, καὶ μὴ παίρ­νῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους Τούρ­κους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ὅ­ταν πα­ρα­δώ­σουν τὰ ἄρ­μα­τά τους, θέ­λει ζή­σουν φι­λι­κὰ μὲ ἡ­μᾶς ὑ­πὸ τὴν δι­οί­κη­σιν τοῦ κρα­ται­ο­τά­του καὶ πο­λυ­χρο­νί­ου πριγ­κί­που μας Ἀ­λε­ξάν­δρου Ὑ­ψη­λάν­τε. Εἰς ἡ­μᾶς τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν, ἀλ­λὰ εἰς ἐ­σᾶς εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α, ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­τζι ἀ­πε­φά­σι­σε· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, διὰ νὰ μὴν χα­θῇς· ὅ­τι, μὲ τὴν βο­ή­θειαν τοῦ Θε­οῦ, ἂν φερ­θῇς δι­α­φο­ρε­τι­κά, δὲν θέ­λεις γλυ­τώ­σῃ ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μου. Ὅ­σους μᾶς ἐ­στεί­λα­τε μὲ τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, τοὺς πε­ρά­σα­μεν ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μας, καὶ πρὸς πλη­ρο­φο­ρί­αν σου. Ἰ­δοὺ ὁ­ποὺ στέλ­νο­μεν τὸν πα­ρὸν μὲ τὸ πα­ρόν μας, καὶ κά­με­τε σε­ή­ρι*, ὅ­τι ἐ­μεῖς ἔ­χο­μεν προ­στα­γὴν ἀ­πὸ τὸν Πρίγ­κι­πα, ὄ­χι τοὺς Τούρ­κους μό­νον, ὁ­ποὺ δὲν κά­νουν ἰ­τα­έ­τι*, νὰ πο­λε­μή­σω­μεν, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σους Ῥω­μαί­ους τουρ­κο­φρο­νοῦν. Ἀρ­κε­τὰ σοῦ εἶ­ναι αὐ­τά, διὰ νὰ σὲ φέ­ρουν εἰς αἴ­σθη­σιν· καὶ ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι, ἂν δὲν ὑ­πα­κού­σῃς νὰ πα­ρα­δώ­σῃς τὰ ἄρ­μα­τα, τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας νὰ ὁ­ποὺ τὰ ἔ­χο­μεν εἰς τὰ ῥου­θού­νια σας, καί, ἂν θέ­λῃς, δο­κί­μα­σε ἄλ­λην μί­αν φο­ράν, ὄ­χι κλέ­πτι­κα, ἀλ­λὰ πα­λη­κα­ρί­σια· ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­γώ, ἀ­φ’ οὗ ἐμ­βῆ­κες μέ­σα, ἐ­πρό­σμε­να νὰ μοῦ στεί­λῃς τὴν εἴ­δη­σιν νὰ πο­λε­μή­σω­μεν τα­κτι­κά, ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­μεῖς τὴν ῥέ­γου­λα τῶν ἀρ­μά­των τὴν ἐ­μά­θα­με καὶ τὴν ἠ­ξεύ­ρο­μεν· καί, ἂν ἐ­σέ­να δὲν σοῦ βα­στᾷ νὰ ἔλ­θῃς σὰν πα­λη­κά­ρι τα­κτι­κὰ ἀ­πά­νω μου, καὶ δὲν βα­ρι­ε­στᾷς ἀ­πὸ τὸν κλέ­πτι­κόν σου τρό­πον, ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι ἐ­γὼ ἔρ­χο­μαι ἀ­πά­νω σου, καὶ σοῦ δί­δω μί­αν ἡ­μέ­ραν προ­τή­τε­ρα τὴν εἴ­δη­σιν, διὰ νὰ ἑ­τοι­μα­σθῇς. Ταῦ­τα καὶ κα­λαῖς ἀν­τά­μω­σαις εἰς τὸ σα­ρά­γι σου μέ­σα.

            Τῷ ά. ἔ­τει τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, Μα­ΐ­ου 18.


λου­φε­τσί­δες: μι­σθο­φό­ροι | Ἐ­δερ­νὲ: ἡ Ἀ­δρι­α­νού­πο­λη | μου­χα­σε­ρὲ: σὲ πο­λι­ορ­κί­α |Ἐλ­τζῆς: πρε­σβευ­τής | μπο­γά­ζι: πορ­θμός | μπε­γλί­τι­κα: τῶν μπέ­η­δων | ἰ­μιν­τά­τι: ἐ­νί­σχυ­ση | κά­νω σε­ή­ρι: κοι­τά­ζω· λο­γα­ριά­ζω | ἰ­τα­έ­τι: ὑ­πο­τα­γή.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νης Φι­λή­μων, Δο­κί­μιον Ἱ­στο­ρι­κὸν πε­ρὶ τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, τόμ. Γ’, Ἀ­θῆ­ναι, 1860, σελ. 279-281.

Πρό­κει­ται γιὰ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἐ­πι­στο­λὴ, προ­πα­γαν­δι­στι­κὴ καὶ ψευ­δο­λο­γι­κή, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Θε­ό­δω­ρο Κο­λο­κο­τρώ­νη πρὸς τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιάμ­πε­η(1). Κα­τὰ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Φι­λή­μο­να (1798/1799-1874), τὸν  ἱ­στο­ρι­κὸ ποὺ τὴν δι­α­σώ­ζει, ἡ ἐ­πι­στο­λὴ αὐ­τή, ἡ πε­ρί­ερ­γος ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει, γρά­φτη­κε στὶς 18 Μα­ΐ­ου 1821, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν μά­χη στὸ Βαλ­τέ­τσι (12-13 Μα­ΐ­ου 1821) ἀ­πὸ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη «ἀ­πο­τό­μῳ τῷ τρό­πω» καὶ «συγ­κιρ­νῶν πρὸς ἐ­πί­δει­ξιν κα­τα­πλη­κτι­κὰς πε­ρὶ Τουρ­κί­ας εἰ­δή­σεις» μὲ σκο­πὸ «ὅ­πως ψυ­χρά­νῃ μὲν ἔ­τι μᾶλ­λον τοὺς ἐν­το­πί­ους Τούρ­κους κα­τὰ τοῦ ξέ­νου Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ, ἐμ­βά­λῃ δὲ ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ αὐ­τοῦ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­αν, καὶ ἀ­πο­τε­λέ­σῃ οὕ­τω τα­χύ­τε­ρον, ὅ­σον ἔ­νε­στι, τὴν λύ­σιν τοῦ πο­λι­ορ­κη­τι­κοῦ δρά­μα­τος τῆς Τρι­πό­λε­ως».

       (1) Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γι­άμ­πε­ης: ἐ­πι­τε­λάρ­χης τοῦ Χουρ­σίτ Πα­σᾶ, ποὺ κα­θὼς ὀ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος στὴν πο­λι­ορ­κί­α τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ στὰ Γιάν­νι­να, ἐ­στά­λη τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 1821 ἐ­πι­κε­φα­λῆς 3000 Ἀλ­βα­νῶν στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο γιὰ νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἐ­κεῖ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση. Σκο­τώ­θη­κε στὴ Μά­χη τῆς Σπλάν­τζας στὴν Ἤ­πει­ρο τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1822. [Σημ. τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ.]

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Σπυ­ρί­δων Φου­σκί­δης, Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης (1843), λι­θο­γρα­φία, ἰ­δι­ω­τι­κή συλ­λο­γή.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν, ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν,

ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


Γ Ε Ρ Ο Σ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, ὁ στρα­τη­γὸς Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, ἠ­ρέ­σκε­το, ὡς καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι τοῦ ἀ­γῶ­νος ἄν­δρες δι­α­πρε­πεῖς, ἵ­να ἐν πα­ροι­μί­αις λα­λῇ. Κα­τὰ τὸν φό­νον τοῦ Κυ­βερ­νή­του δι­η­γή­θη τὸν ἑ­ξῆς ση­μαν­τι­κὸν μῦ­θον, ἐν μέ­σῳ τῶν χαι­ρόν­των ὅ­τι ἀ­πηλ­λά­γη­σαν τοῦ τυ­ράν­νου.

       «Ἀ­πε­φά­σι­σάν πο­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια, νο­μί­ζον­τα ὅ­τι κα­τὰ τὸν τρό­πον αὐ­τὸν θὰ ἀ­παλ­λα­γῶ­σιν ἀ­πὸ τὴν ἐρ­γα­σί­αν, νὰ φο­νεύ­σω­σι τὸν σ α ­μ α ρ ­τ σ ῆ ν, ὥ­στε οἱ ἄν­θρω­ποι μὴ ἔ­χον­τες σα­μά­ρια, νὰ μὴ τὰ φορ­τό­νω­σι πλέ­ον. Τὸ εἶ­παν καὶ τὸ ἔ­κα­μαν. Τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι προ­σε­κά­λε­σαν τὸν κ ά λ ­φ α ν τοῦ σα­μαρ­τσῆ καὶ τοῦ πα­ρήγ­γει­λαν νὰ κα­τα­σκευά­ζῃ σα­μά­ρια, καὶ τὰ δυ­στυ­χῆ γα­ϊ­δού­ρια ὄ­χι μό­νον ἐ­δού­λευ­αν, ὅ­πως καὶ πρό­τε­ρον, ἀλ­λὰ εἶ­χον καὶ πλη­γὰς εἰς τὴν ῥά­χιν, κα­θό­σον ὁ κάλ­φας, ὡς πρω­τό­πει­ρος, ἔ­κα­μνε τὰ σα­μά­ρια ἐ­λε­ει­νὰ καὶ ἄ­θλια. Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν, ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά.»



Πη­γή: Ἐ. Σχινᾶς, «­Ἱστο­ρι­κὰ ἀ­νέ­κδο­τα», περ. Παρ­θε­νών, 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1878, σελ. 127.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Θε­ό­φι­λος Χα­τζη­μι­χα­ήλ (1870-1934), Ὁ Στρα­τη­γὸς τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης εἰς τὸν κάμ­πον τῆς Λέρ­νης λί­μνης συ­να­θροί­ζει τοὺς Νι­κη­τὰς τοῦ Δρά­μα­λη (μὲ πρό­τυ­πο πί­να­κα τοῦ Πέ­τερ φὸν Ἒς) (1933). Μου­σεῖ­ο Θε­ό­φι­λου.



		

	

Σβετοσλὰβ Μίνκοφ (Светослав Минков): Ἡ κυρία μὲ τὰ ἀκτινοβόλα μάτια


Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Ἡ κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια

(Дамата с рентгеновите очи)


ΤΟΝ ΦΑΡΔΥ καὶ φω­τει­νὸ χῶ­ρο ἀ­να­μο­νῆς τοῦ φη­μι­σμέ­νου ἰν­στι­τού­του καλ­λο­νῆς «Κο­σμέ­τι­κουμ Ἄ­μου­λετ – κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς», κά­θον­ταν πέν­τε κυ­ρί­ες – κομ­ψὰ ντυ­μέ­νες, φρον­τι­σμέ­να βαμ­μέ­νες, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι τό­σο ἄ­σχη­μες, ποὺ κά­ποι­ος πραγ­μα­τι­κὰ θὰ βρι­σκό­ταν σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση, ἂν ἔ­σκυ­βε πά­νω τους μὲ τὸ δυ­σά­ρε­στο κα­θῆ­κον νὰ ξε­χω­ρί­σει ποι­ά ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἀ­ξί­ζει νὰ φέ­ρει μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια τὸν τί­τλο τῆς «βα­σί­λισ­σας τῆς ἀ­σχή­μιας». Ἐ­νῶ προ­σπερ­νᾶ­με μὲ ἁ­βρὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὶς φυ­σι­κὲς ἀ­τέ­λει­ες τῶν πέν­τε αὐ­τῶν κυ­ρι­ῶν, θὰ ἀ­να­φέ­ρου­με μό­νο μιὰ μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια, ὡς ἕ­να κα­θα­ρὰ δι­α­κο­σμη­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὸ δι­ή­γη­μά μας: οἱ σε­βά­σμι­ες ἐ­πι­σκέ­πτρι­ες κά­θον­ταν σὲ βα­θιὰ με­ταλ­λι­κὰ κα­θί­σμα­τα καὶ ξε­φύλ­λι­ζαν ἀ­φη­ρη­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­να εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο πε­ρι­ο­δι­κό, ἀ­νά­με­σα στὶς σε­λί­δες τοῦ ὁ­ποί­ου, μα­ζὶ μὲ τὶς πα­νη­γυ­ρι­κὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις γιὰ τοὺς ἐ­πι­κεί­με­νους σκα­κι­στι­κοὺς ἀ­γῶ­νες καὶ τὶς και­νούρ­γι­ες ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις στοὺς πό­λους, κρύ­βον­ταν ἀ­κό­μα καὶ εἰ­δή­σεις, ὅ­πως ὅ­τι ὁ Οὐα­λλὸς πρίγ­κηψ δι­έ­σχι­σε προ­σφά­τως τοὺς λον­δρέ­ζι­κους δρό­μους μὲ κόκ­κι­νο φρά­κο ἢ ὅ­τι ὁ Ἰν­δὸς μα­χα­ρα­γιὰς Χα­ρί­α Τριμ­πχουμ­πά­να Γιοὺν Μπα­χαν­τοὺρ Σουμ­σα­ρὲ κα­τέ­φθα­σε αἰ­σί­ως στὴ Ρι­βι­έ­ρα. Ποὺ καὶ ποὺ οἱ σι­ω­πη­λὲς ἐ­πι­σκέ­πτρι­ες σή­κω­ναν τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­ρι­χναν ἕ­να ἀ­νυ­πό­μο­νο βλέμ­μα πρὸς τὴ γα­λά­ζια πόρ­τα στὸ βά­θος τοῦ χώ­ρου ἀ­να­μο­νῆς, ἐ­κεῖ ὅ­που ἔ­πρε­πε νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος ὅ­λων τῶν γυ­ναι­κῶν – ὁ ἰ­δι­ο­φυ­ὴς μα­έ­στρο Τσε­ζά­ριο Γκαλ­φό­νε, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τεῖ­χε τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο χά­ρι­σμα νὰ πα­λεύ­ει μὲ τὰ κα­πρί­τσια τῆς φύ­σης καὶ νὰ με­τα­μορ­φώ­νει καὶ τὸ πιὸ ἀ­πο­κρου­στι­κὸ τέ­ρας σὲ θαυ­μά­σιο ἄγ­γε­λο.

           Ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σα χρό­νια τὸ ἰν­στι­τοῦ­το καλ­λο­νῆς «Κο­σμέ­τι­κουμ Ἄ­μου­λετ – κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς» εἶ­χε κερ­δί­σει τὴν ἐ­πά­ξια δό­ξα ἑ­νὸς ἀ­λη­θι­νοῦ μα­γι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου, στὸ ὁ­ποῖ­ο κά­θε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε ἁ­πλὰ νὰ γί­νει ἀ­γνώ­ρι­στη. Ἐ­δῶ ἔρ­χον­ταν κυ­ρί­ες ἑ­κα­τὸ κι­λῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἄ­φη­ναν τὰ λί­πη τους καὶ ἔ­βγαι­ναν ὠ­χρὲς καὶ λε­πτὲς σὰν μα­νε­κέν. Ἔρ­χον­ταν γυ­ναῖ­κες μὲ μα­κρι­ὲς μύ­τες, μὲ χον­τρὰ καὶ στρα­βὰ πό­δια, μὲ στό­μα­τα σκι­στὰ μέ­χρι τ’ ἀ­φτιά, μὲ μα­ρα­μέ­να στή­θη ἢ μὲ κορ­μιὰ γε­μά­τα τρί­χες – καὶ ὅ­λες αὐ­τές, με­τὰ ἀ­πὸ ἡ­μί­ω­ρη ἐ­πέμ­βα­ση, ἐγ­κα­τέ­λει­παν τὸ ἰν­στι­τοῦ­το σὰν πεν­τά­μορ­φες τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. Ὅ­μως ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἦ­ταν φη­μι­σμέ­νος ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴν τέ­χνη του νὰ ὑ­περ­νι­κᾶ τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­σχή­μια τῆς πε­λα­τεί­ας του. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἐ­πι­νο­οῦ­σε καὶ τὶς πιὸ ἀ­να­πάν­τε­χες καλ­λω­πι­στι­κὲς ἐκ­πλή­ξεις καὶ ἔ­δι­νε ἀ­δι­ά­κο­πα νέ­ες κα­τευ­θύν­σεις στὴν τε­χνι­κὴ τοῦ μα­κι­γι­άζ. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δι­κό του εὔ­ρη­μα ἦ­ταν τὸ φίλ­τρο γιὰ τὸν ἐμ­πο­τι­σμὸ τοῦ δέρ­μα­τος ἐ­νάν­τια στὰ ση­μά­δια τῶν πα­θι­α­σμέ­νων φι­λι­ῶν, κα­θὼς καὶ τὰ τρι­γω­νι­κὰ φρύ­δια, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­βρι­σκαν εὐ­ρεί­α δι­ά­δο­ση ἀ­νά­με­σα στὶς σε­μνὲς κυ­ρί­ες τῆς ὑ­ψη­λῆς κοι­νω­νί­ας. Ἐν τέ­λει, ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἔ­φθα­σε στὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ὅ­τι ὅ­πως ὁ ὀρ­ρὸς ἐ­νάν­τια στὸν τύ­φο πα­ρα­σκευ­ά­ζε­ται ἀ­πὸ βα­κί­λους τοῦ τύ­φου, στὴν ἴ­δια βά­ση μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­σκευα­στεῖ καὶ ὀρ­ρὸς ἀ­πὸ ἐγ­κέ­φα­λο πά­πιας γιὰ τὸ φρε­σκά­ρι­σμα τῶν νο­η­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των ἐ­κεί­νων τῶν γυ­ναι­κῶν, ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ φι­λαν­θρω­πι­κὰ τέ­ϊα, φι­λαν­θρω­πι­κὰ κο­κτέ­ιλς, φι­λαν­θρω­πι­κὰ πα­ζά­ρια καὶ γε­νι­κῶς κά­θε εἴ­δους φι­λαν­θρω­πι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ἑ­τοί­μα­σε τὸν μα­γι­κό του ὀρ­ρὸ καὶ ἀ­πέ­δει­ξε ἅ­παξ διὰ παν­τὸς ὅ­τι εἶ­ναι πράγ­μα­τι θαυ­μα­τουρ­γός. Μὲ τὴ βο­ή­θεια αὐ­τοῦ τοῦ ὀρ­ροῦ μιὰ γνω­στὴ κυ­ρί­α κα­τά­φε­ρε νὰ πεί­σει μὲ ἰλ­λιγ­γι­ώ­δη λο­γι­κὴ τὸν ζη­λιά­ρη σύ­ζυ­γό της, ὅ­τι ἡ ἀ­πι­στί­α τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ ἔκ­φρα­ση τῆς πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νης φι­λαν­θρω­πι­κῆς κο­κε­τα­ρί­ας. Κον­το­λο­γίς, ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἦ­ταν μιὰ ὑ­περ­φυ­σι­κὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα, ἡ ζω­ὴ τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν πλή­ρως ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ ἀ­σθε­νοῦς φύ­λου τῆς χά­ϊ λά­ϊφ κοι­νω­νί­ας.

         Τώ­ρα, θὰ ἀ­σχο­λη­θοῦ­με μό­νο μὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πέν­τε κυ­ρί­ες ποὺ κά­θον­ταν στὸν χῶ­ρο ἀ­να­μο­νῆς τοῦ Κο­σμέ­τι­κουμ, χω­ρίς, ἐν­νο­εῖ­ται, νὰ ἔ­χου­με κά­ποι­α ἐ­σκεμ­μέ­νη προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­λο­γή μας. Στε­κό­μα­στε σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κυ­ρί­α ὄ­χι για­τί ὑ­περ­τε­ρεῖ τῶν ἄλ­λων ἢ ἔ­χει συγ­γε­νι­κοὺς δε­σμοὺς μὲ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀλ­λὰ ἁ­πλὰ καὶ ξά­στε­ρα δι­ό­τι αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς ὅ­ρι­σε ἡ θεί­α πρό­νοι­α γιὰ νὰ παί­ξει τὸν ρό­λο τῆς ἡ­ρω­ΐ­δας στὴν πα­ρα­κά­τω ἐ­ξι­στό­ρη­ση.

         Καὶ ἡ κυ­ρί­α ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε τὴν προ­σο­χή μας ἔ­φε­ρε τὸ εὔ­η­χο ὄ­νο­μα Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα, δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ μοί­ρα μὲ ἀλ­λή­θω­ρα μά­τια, τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ὁ φο­βε­ρὸς ἐ­φιά­λτης, στήν, κα­τὰ τ’ ἄλ­λα, αἰ­θέ­ρια νι­ό­τη της. Προ­τι­μοῦ­σε νὰ ἦ­ταν τυ­φλή, πα­ρὰ νὰ συλ­λο­γί­ζε­ται ἄ­δι­κα τοὺς θαυ­μά­σιους πει­ρα­σμοὺς τῆς ζω­ῆς τρι­γύ­ρω της, τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀγ­γί­ξει. Οἱ γυ­ναῖ­κες τὴν κοι­τοῦ­σαν μὲ πε­ρι­φρό­νη­ση, οἱ ἄν­τρες τὴν προ­σπερ­νοῦ­σαν μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι τὸ κορ­μί της ἦ­ταν μιὰ χα­ρὰ ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο, ὅ­μως τὰ γουρ­λω­τὰ καὶ ἀλ­λή­θω­ρα μά­τια της ἀ­πω­θοῦ­σαν τοὺς πάν­τες καὶ τὴν ἔ­κα­ναν ἀ­φό­ρη­τη στὸν κύ­κλο ἐ­κεί­νων, ποὺ ἔ­παι­ζαν τέ­νις καὶ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὶς και­νούρ­γι­ες μάρ­κες αὐ­το­κι­νή­των.  Ὅ­μως, ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ὀ­νει­ρευ­ό­ταν νὰ παν­τρευ­τεῖ μὲ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χο, ἐ­πει­δὴ ἡ ἴ­δια ἦ­ταν κό­ρη πλού­σιου ἐρ­γο­στα­σιά­ρχη καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σχέ­σεις της μὲ τὴν παρ­φου­μα­ρι­σμέ­νη νε­ο­λαί­α τῶν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κῶν κύ­κλων. Ὅ­λη μέ­ρα κα­θό­ταν μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν νὰ κα­λύ­ψει μὲ κά­θε τρό­πο τὸ σκλη­ρὸ ἀ­στεῖ­ο τῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Οὔ­τε οἱ βα­θι­ὲς σκι­ὲς στὰ μά­τια της, οὔ­τε οἱ ἐ­κτε­τα­μέ­νες βλε­φα­ρί­δες της, οὔ­τε τὰ γυ­α­λι­σμέ­να μὲ βα­ζε­λί­νη βλέ­φα­ρά της μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ βο­η­θή­σουν. Στὸ τέ­λος, ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νί­σχυ­ρη ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὴ μοί­ρα της, ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ἔ­πε­σε σὲ φο­βε­ρὴ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ ὁ­ποί­α τὴν ὁ­δή­γη­σε στα­δια­κὰ στὴ σκέ­ψη νὰ κλει­στεῖ σὲ μο­να­στή­ρι. Ὅ­μως τό­τε ἀ­κρι­βῶς, στὴ σκο­τει­νι­α­σμέ­νη μνή­μη της, ἔ­λαμ­ψε ἀ­να­πάν­τε­χα ὡς φά­ρος σω­τη­ρί­ας τὸ ὄ­νο­μα «Κο­σμέ­τι­κουμ Ἄ­μου­λετ – κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς». Χο­ρο­πή­δη­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ καὶ ἀ­πέρ­ρι­ψε τὸ μι­κρὸ καὶ στριφ­νὸ εὐ­αγ­γέ­λιο, τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ φαρ­μά­κω­νε τὶς μέ­ρες της μὲ τὴν ἁ­γί­α βα­ρε­μά­ρα του. Μὰ πῶς καὶ δὲν τὸ σκέ­φτη­κε νω­ρί­τε­ρα ν’ ἀ­να­ζη­τή­σει βο­ή­θεια ἀ­πὸ ἐ­τοῦ­το τὸ ἰν­στι­τοῦ­το καλ­λο­νῆς, ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν πε­ρά­σει, σὰν μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α μα­γι­κὴ φάμ­πρι­κα τῶν εὐ­τυ­χῶν με­τα­μορ­φώ­σε­ων, τό­σες πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες! Ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ἔ­συ­ρε βι­α­στι­κὰ δυ­ὸ κα­τα­κόκ­κι­νες γραμ­μὲς πά­νω στὰ χεί­λη της, πού­δρα­ρε τὸ πρό­σω­πο καὶ τρά­βη­ξε λε­πτὲς ἀγ­κύ­λες στὰ φρύ­δια της μὲ μαῦ­ρο μο­λυ­βά­κι, ἔ­πει­τα ἅρ­πα­ξε τὴν τσάν­τα της καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε μὲ συγ­κρα­τη­μέ­νη ἀ­να­πνο­ὴ πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς, στὸν χω­ρὸ ἀ­να­μο­νῆς τοῦ ὁ­ποί­ου, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, εἴ­χα­με τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τὴ δοῦ­με, κα­θι­σμέ­νη στὸ βα­θὺ με­ταλ­λι­κὸ κά­θι­σμα.

         Με­τὰ ἀ­πὸ μα­κρὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κὴ ἀ­να­μο­νή, ὁ μα­έ­στρο Τσε­ζά­ριο Γκαλ­φό­νε ὑ­πο­δέ­χθη­κε ἐ­πι­τέ­λους τὴ δυ­στυ­χι­σμέ­νη πε­λά­τισ­σά του, μὲ ὅ­λη ἐ­κεί­νη τὴ συμ­πό­νια τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πέ­βα­λε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του.

         Κα­θη­σύ­χα­σε τὴν κο­πέ­λα ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ ἔ­ξα­ψη, μὲ τὴν πα­νη­γυ­ρι­κὴ ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι θὰ τὴν κά­νει μιὰ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη θε­ὰ τῆς ὀ­μορ­φιᾶς – μιὰ Ἀ­φρο­δί­τη, φαι­νό­με­νο τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, μὲ στή­θη πα­ρα­φί­νης καὶ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια.

       — Μὰ τί λέ­τε! – ἀ­πό­ρη­σε μὲ εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξη ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα, ἐ­νῶ τί­να­ξε τὴ στά­χτη τοῦ τσι­γά­ρου της στὸ ἐ­μα­γι­ὲ στα­χτο­δο­χειά­κι τοῦ τρα­πε­ζιοῦ γιὰ τὸ κά­πνι­σμα.

       — Πο­λύ ἁ­πλό, τζεν­τι­λί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να! – ἀ­να­φώ­νη­σε θε­α­τρι­κὰ ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε, ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­μη­χα­νί­α τῆς συ­νο­μι­λή­τριάς του. — Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χα τὴ μέ­γι­στη εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ δῶ τὸ σου­τι­έν σας, ὅ­μως ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι τὸ κό­ψι­μό του εἶ­ναι ἄ­ψο­γο. Καὶ πά­λι, γκρα­τσι­ο­ζί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να, ἂν κρί­νω ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ μπού­στου σας κά­τω ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα, τολ­μῶ νὰ δη­λώ­σω, ἐν­τε­λῶς κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­νώ­πιον τῆς αὐ­τῆς Αὐ­θεν­τι­κῆς Ἐ­ξο­χό­τη­τος τοῦ σι­νιὸρ Μο­ρὶς ντὲ Βα­λέφ, ἐμ­πνευ­σμέ­νου εἰ­δή­μο­νος σὲ ὅ­λους τοὺς πα­ρι­σι­νοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς παγ­κό­σμιας ὀ­μορ­φιᾶς, ὅ­τι τὰ θε­ϊ­κά σας στή­θη ξε­φεύ­γουν κά­πως ἀ­πὸ τὴν κα­νο­νι­κὴ ἀ­να­το­μί­α καὶ συ­νε­πῶς χρει­ά­ζον­ται μιὰ ἔγ­χυ­ση πα­ρα­φί­νης, ἡ ὁ­ποί­α θὰ τὰ μορ­φο­ποι­ή­σει θαυ­μά­σια καὶ θὰ τοὺς ἐ­πα­να­φέ­ρει τὴ χα­μέ­νη κλα­σι­κὴ φόρ­μα.

         — Θε­έ μου! Μὰ τί λέ­τε! – ἀ­να­στέ­να­ξε ἐ­ρε­θι­σμέ­νη ἀ­πὸ χα­ρὰ ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα, ἐ­νῶ ἔ­βγα­λε κο­κέ­τι­κα τὸ κί­τρι­νο κα­στό­ρι­νο κα­πε­λά­κι της καὶ τὸ φό­ρε­σε πά­νω στὸ γυ­μνό της γό­να­το.

           — Ὅμως τί θὰ γί­νει μὲ τὰ μά­τια μου; Πεῖ­τε, γιὰ τὸ Θε­ό, θὰ μπο­ρέ­σε­τε νὰ δι­ορ­θώ­σε­τε τὰ μά­τια μου; – πρό­σθε­σε, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, καὶ τὸ πρό­σω­πό της σκο­τεί­νια­σε σὲ μιὰ θλι­βε­ρὴ γκρι­μά­τσα.

         Ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἔ­βα­λε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι στὴν καρ­διά, σή­κω­σε τὸ δε­ξὶ μὲ νό­η­μα πρὸς τὰ πά­νω καὶ γο­να­τί­ζον­τας ἀ­πρό­σμε­να μπρο­στὰ στὴν ἔκ­πλη­κτη κο­πέ­λα, φώ­να­ξε μὲ τὴν ἁ­πα­λή, ὅ­λο γλυ­κε­ρί­νη, φω­νή του:

          — Ὤ, τζεν­τι­λί­σι­μα, μπε­λί­σι­μα καὶ κα­ρί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να! Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ ἑ­στί­α­ση τῶν μα­γευ­τι­κῶν ὀ­φθαλ­μῶν σας εἶ­ναι με­τα­το­πι­σμέ­νη σὲ κά­ποι­α ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔ­κτα­ση, εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως ἡ ση­με­ρι­νὴ χει­ρουρ­γι­κὴ στέ­κε­ται σὲ τέ­τοι­ο ὕ­ψος, ὅ­που μιὰ τέ­τοι­α ἐν­τε­λῶς ἀ­θώ­α ἀ­τέ­λεια μπο­ρεῖ νὰ ἀ­φαι­ρε­θεῖ μό­νο μέ­σα σὲ δέ­κα λε­πτά. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια αὐ­τὴ θὰ ἐν­στα­λά­ξω στὶς ἀγ­γε­λι­κές σας κό­ρες ἀρ­κε­τὲς στα­γό­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α μου ἐ­φεύ­ρε­ση, τὸ «Ρεν­τγκε­νόλ», τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ τὶς λού­σει μὲ γο­η­τευ­τι­κὴ λάμ­ψη καὶ θὰ τὶς με­τα­μορ­φώ­σει σὲ λαμ­πε­ρὰ ἀ­στέ­ρια, γιὰ τὴν πε­τα­λου­δέ­νια ἔμ­πνευ­ση τῶν ποι­η­τῶν. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, χω­ρὶς καμ­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α, νὰ σᾶς δώ­σω γρα­πτὴ ἐγ­γύ­η­ση τρι­ῶν χρό­νων γιὰ τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ δρά­ση τῶν θαυ­μα­τουρ­γῶν μου στα­γό­νων, μα­ζὶ μὲ τὸν λό­γο τῆς τι­μῆς μου, ὅ­τι ἐ­σεῖς ἔρ­χε­στε στὸ κέν­τρο μου, ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­γὼ σκο­πεύ­ω νὰ θέ­σω σὲ κυ­κλο­φο­ρί­α τὴν πρώ­τη δο­κι­μα­στι­κὴ παρ­τί­δα κυ­ρι­ῶν μὲ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια. Ἐμ­πι­στευ­θεῖ­τε τὶς φρον­τί­δες μου, ἰ­λου­στρί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να, καὶ τὸ ἀρ­γό­τε­ρο σὲ μι­σὴ ὥ­ρα θὰ βα­δί­ζε­τε στοὺς δρό­μους σὰν ἀ­να­στη­μέ­νη, ἐκ τοῦ τά­φου, Σε­μί­ρα­μις!

         Ναρ­κω­μέ­νη ἀ­π’ τὴν πε­ρι­πα­θὴ καλ­λι­λο­γί­α αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­συ­νή­θι­στου δη­μι­ουρ­γοῦ τῆς γυ­ναι­κεί­ας ὀ­μορ­φιᾶς, ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα πέ­ρα­σε σὰν ὑ­πνω­τι­σμέ­νη καὶ κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὰ μαῦ­ρα λου­στρα­ρι­σμέ­να φύλ­λα τοῦ ἐ­λα­φροῦ κι­νέ­ζι­κου πα­ρα­πε­τά­σμα­τος.

         Ὣς ἐ­δῶ, ἀ­γα­πη­τὲ ἀ­να­γνώ­στη, ὅ­λα κυ­λοῦ­σαν, μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με, ὁ­μα­λά. Ὅ­μως, νὰ ποὺ ἡ ἱ­στο­ρί­α μας παίρ­νει ἐν­τε­λῶς ἀ­να­πάν­τε­χη κα­τά­λη­ξη, καὶ πρὸς ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων λαμ­βά­νει τὴ μορ­φὴ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ με­τα­μορ­φω­μέ­νη μας ἡ­ρω­ΐ­δα ἔ­χει γρά­ψει μὲ τὸ ἴ­διο της τὸ χέ­ρι τὶς πα­ρά­ξε­νες ἐμ­πει­ρί­ες της, με­τὰ τὴν ἔ­ξο­δο ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς. Ἀλ­λά, ἄς πά­ψου­με πλέ­ον νὰ μι­λᾶ­με ἐξ ὀ­νό­μα­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος, τὸ δί­χως ἄλ­λο, ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴν κου­τσομ­πο­λί­στι­κη φλυ­α­ρί­α γιὰ τὴ μιὰ ἢ γιὰ τὴν ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση. Οἱ ἑ­πό­με­νες σε­λι­δοῦ­λες ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ἐ­ξη­γοῦν τί συ­νέ­βη πα­ρα­κά­τω.


8 Σε­πτεμ­βρί­ου


Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψα ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο τοῦ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε. Κα­θὼς περ­πα­τοῦ­σα στοὺς δρό­μους, ὅ­λοι γύ­ρι­ζαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν. Ἀρ­κε­τοὶ μά­λι­στα στα­μα­τοῦ­σαν καὶ ἀ­να­φω­νοῦ­σαν: «Ἄχ, τί ἐκ­πλη­κτι­κὰ μά­τια!» Μό­λις τώ­ρα αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι ζῶ. Θε­έ μου, πό­σο εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη! Μα­κά­ρι μό­νο νὰ παν­τρευ­τῶ πιὸ γρή­γο­ρα.


9 Σε­πτεμ­βρί­ου


Γι­ού­πι, γι­ού­πι! Βλέ­πω πράγ­μα­τα ποὺ οἱ ἄλ­λοι δὲν βλέ­πουν. Τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια μου τρυ­πώ­νουν παν­τοῦ. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ΐ, ὅ­ταν ξύ­πνη­σα, πα­ρα­τή­ρη­σα στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά μου ἕ­ναν σκε­λε­τὸ μὲ ἀ­ση­μέ­νιο δί­σκο σερ­βι­ρί­σμα­τος στὰ χέ­ρια. Στὴν ἀρ­χὴ τρό­μα­ξα καὶ νό­μι­σα ὅ­τι ἀ­κό­μα ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι. Ὅ­μως ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά­λα­βα, ὅ­τι ὁ σκε­λε­τὸς δὲν ἦ­ταν κα­νέ­νας ἄλ­λος, πα­ρὰ ἡ μα­γεί­ρισ­σά μας, ἡ ὁ­ποί­α μπῆ­κε γιὰ νὰ μοῦ φέ­ρει τὸ πρω­ϊ­νό. Οἱ μα­γι­κὲς στα­γό­νες τοῦ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἔ­δω­σαν στὰ μά­τια μου τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ βλέ­πουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὕ­λη.


10 Σε­πτεμ­βρί­ου


Στὸν δρό­μο, στὸ τρόλ­λε­ϋ, στὸν κῆ­πο — παν­τοῦ βλέ­πω μό­νο σκε­λε­τούς. Καὶ αὐ­τὸ τρο­με­ρὰ μὲ δι­α­σκε­δά­ζει. Στὸν θώ­ρα­κα με­ρι­κῶν χτυ­πᾶ­νε καρ­δι­ές, με­γά­λες σὰν γρο­θι­ές, σὲ ἄλ­λων, πά­λι, οἱ καρ­δι­ὲς εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς μι­κροῦ­λες, σὰν τῶν σπουρ­γι­τι­ῶν.


11 Σε­πτεμ­βρί­ου


Κυ­κλο­φο­ρῶ θαρ­ρεῖς καὶ εἶ­μαι σὲ κά­ποι­ο ζων­τα­νὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Καὶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι, ὅ­τι δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τε τὸ δυ­σά­ρε­στο μὲ αὐ­τό. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­σκέ­δα­σή μου εἶ­ναι νὰ κοι­τά­ζω ἐ­πί­μο­να τὸν κά­θε πε­ρα­στι­κὸ καὶ νὰ ἐ­ξε­τά­ζω τὴν ἀ­να­το­μί­α του.


14 Σε­πτεμ­βρί­ου


Ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­ον και­ρὸ πα­ρα­τη­ρῶ ἕ­να ἀ­συ­νή­θι­στο φαι­νό­με­νο. Κά­ποι­οι ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, τοὺς ὁ­ποί­ους συ­ναν­τῶ, καὶ κυ­ρί­ως ἀ­π’ τὸ χά­ϊ λά­ϊ­φ, δὲν ἔ­χουν κα­θό­λου ἐγ­κέ­φα­λο στὰ κε­φά­λια τους. Σή­με­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, εἶ­δα τὸν ἐ­ξά­δελ­φο τῆς Βά­λιας, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι μέ­λος τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τῆς ἀ­θλη­τι­κῆς ὁ­μο­σπον­δί­ας καὶ ἔ­χει ἰ­δα­νι­κὰ ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο σῶ­μα. Μὲ στα­μά­τη­σε καὶ μοῦ ἔπι­α­σε τὴν κου­βέν­τα. Μοῦ φί­λη­σε τὸ χέ­ρι, ἄρ­χι­σε νὰ μὲ στο­λί­ζει μὲ κομ­πλι­μέν­τα, καὶ ἐ­γὼ τὸν κοι­τά­ζω καὶ σκέ­φτο­μαι: «Θε­έ μου, τί γε­ρο­δε­μέ­νος σκε­λε­τός!» Ὅ­ταν ὅ­μως σή­κω­σα τὰ μά­τια πρὸς τὸ κε­φά­λι του, ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ δὲν ὑ­πάρ­χει ἴ­χνος ἐγ­κε­φά­λου. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ τοῦ τὸ πῶ, ὅ­μως κρα­τή­θη­κα, γιὰ νὰ μὴν τὸν προ­σβάλ­λω. Ἴ­σως αὐ­τὸς νὰ ἑρ­μή­νευ­ε τὰ λό­για μου μὲ με­τα­φο­ρι­κὴ ση­μα­σί­α. Καὶ πά­λι, ἐ­γὼ προ­τι­μῶ νὰ παν­τρευ­τῶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο σὰν κι αὐ­τόν, ἀν­τὶ νὰ ἔ­χω γιὰ σύ­ζυ­γο κά­ποι­ον ποὺ τὸ κρα­νί­ο του εἶ­ναι γε­μά­το μὲ μυα­λό, ἀλ­λὰ στη­ρί­ζε­ται πά­νω σε ἀ­δύ­να­μο σῶ­μα.


16 Σε­πτεμ­βρί­ου


Ἐ­χθὲς τὸ βρά­δυ ἤ­μου­να σὲ σουα­ρὲ στῆς Νταί­ζης. Εἶ­χε πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα κό­σμο. Ὅ­λο κυ­ρί­ες καὶ κυ­ρί­ους τῆς κα­λῆς κοι­νω­νί­ας, ἀ­νά­με­σα στοὺς ὁ­ποί­ους καὶ ἕ­ναν ξέ­νο δι­πλω­μά­τη. Ὅ­λοι δι­α­γω­νί­ζον­ταν στὸ νὰ φλερ­τά­ρου­νε μα­ζί μου, ὅ­μως στὸ τέ­λος ἐ­γὼ προ­τί­μη­σα τὸν Ζάν. Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ πλού­σιος, καὶ τρυ­φε­ρός. Λέ­νε ὅ­τι εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κὸς κλη­ρο­νό­μος τοῦ θεί­ου του – κά­ποι­ου πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου, ὁ ὁ­ποῖ­ος στὸν και­ρὸ τοῦ πο­λέ­μου ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στιο πλοῦ­το καὶ τώ­ρα γι­α­τρεύ­ει τὸ συ­κώ­τι του στὸ Βι­σύ. Ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ δε­κα­πεν­τα­ριὰ κα­βα­λι­έ­ρους, οὔ­τε ἕ­νας δὲν εἶ­χε ἐγ­κέ­φα­λο. Τὰ κε­φά­λια ὅ­λων ἦ­ταν ἄ­δεια, μὰ καὶ γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, θε­σπέ­σια ὄ­μορ­φα. Καὶ οἱ σκε­λε­τοί τους – ἄχ, τί σω­μα­τι­κὴ δι­ά­πλα­ση! Ἐν­νο­εῖ­ται, ὅ­τι ὁ Ζὰν κρα­τοῦ­σε τὰ πρω­τεῖ­α. Αὐ­τὸς ἔ­χει πα­ρά­στη­μα ἀ­θλη­τὴ καὶ ὅ­ταν γε­λά­ει, μουγ­κρί­ζει σὰν ἀρ­κού­δα. Νο­μί­ζω, ὅ­τι ἂν μὲ ἀγ­κα­λιά­σει, θὰ λι­ώ­σω στὰ χέ­ρια του. Εἶ­μαι πε­ρί­ερ­γη νὰ μά­θω ἀ­πὸ ποῦ ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­τὴ τὴν πνευ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ἔ­χει, ὥ­στε νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­ζει ὅ­λο το βρά­δυ μὲ τὰ πιὸ πι­κάν­τι­κα ἀ­νέκ­δο­τα. Μι­λᾶ­με, πα­ρα­λί­γο νὰ σκά­σω ἀ­πὸ τὰ γέ­λια. Δῆ­θεν οἱ σκέ­ψεις τοῦ ἀν­θρώ­που ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸν ἐγ­κέ­φα­λό του. Ποι­ός ξέ­ρει, ἴ­σως οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς ὑ­ψη­λῆς κοι­νω­νί­ας συλ­λο­γί­ζον­ται καὶ σκέ­φτον­ται μὲ κά­ποι­α ἄλ­λα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τός τους… Γιὰ τὶς κυ­ρί­ες – τί νὰ πῶ. Οὔ­τε μιὰ δὲν μοῦ ἔ­κα­νε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση. Τὰ κε­φά­λια τους ἐ­πί­σης δὲν εἶ­χαν ἐγ­κέ­φα­λο καὶ οἱ σκε­λε­τοὶ τους ἦ­ταν φο­βε­ρὰ ἀ­νοι­χτοὶ στοὺς γο­φοὺς ἂν καὶ ὅ­λες φο­ροῦ­σαν κορ­σέ­δες. Ἡ Νταί­ζη ἦ­ταν ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να και­νούρ­γιο φό­ρε­μα ἀ­πὸ βι­ο­λε­τὶ λα­μέ, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε κά­πως ντε­μον­τέ. Ἡ Πέ­πη καὶ ἡ Γκρε­τού­λα εἴ­χα­νε βά­ψει μπρού­τζι­να τὰ νύ­χια τους, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἔ­μει­ναν στὴ σκιά. Ἐ­γὼ πα­ρα­τη­ροῦ­σα πὼς τὰ πνευ­μό­νια τους φου­σκώ­νουν ἀ­πὸ φθό­νο μπρο­στὰ στὴ λαμ­πε­ρή μου ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­νά­με­σα στοὺς κα­βα­λι­έ­ρους. Αὐ­τὲς τα­ρά­χτη­καν ἀ­πὸ ὀρ­γή, ἐ­πει­δὴ εἶ­χα γί­νει τὸ ἐ­πί­κεν­τρο τῆς προ­σο­χῆς, καὶ συ­νε­χῶς ἔ­ψα­χναν εὐ­και­ρί­α νὰ μὲ γλωσ­σο­φᾶ­νε. Πρό­στυ­χες! Καὶ κα­τὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση, τόλ­μη­σαν νὰ μὲ ἀ­σπα­στοῦν λὲς καὶ δὲν συ­νέ­βη τί­πο­τα, καὶ μά­λι­στα ἐκ­δή­λω­σαν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μοῦ ἔρ­θουν ἐ­πί­σκε­ψη. Τί ξε­δι­αν­τρο­πιά!


18 Σε­πτεμ­βρί­ου


Ἄχ, ὁ Ζὰν εἶ­ναι ὁ πιὸ σα­γη­νευ­τι­κὸς ἄν­δρας ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή μου! Σή­με­ρα πή­γα­με βόλ­τα μὲ τ’ αὐ­το­κί­νη­τό του ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἴ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας. Αὐ­τὸς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­ξε­πέ­ρα­στος στ’ ἀ­στεῖα του. Ξέ­ρει ὅ­λα τὰ πε­ρι­θω­ρια­κὰ τρα­γού­δια τοῦ λα­ου­τζί­κου καὶ τὰ τρα­γου­δοῦ­σε σὲ ὅ­λο τὸν δρό­μο. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πό­σο εἶ­ναι εὐ­φυ­ὴς καὶ εὐ­γε­νι­κός! Μοῦ μι­λά­ει γιὰ τὴ ση­μα­σί­α καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­ρω­μά­των καὶ γιὰ τὸν κα­θα­ρι­σμὸ τῶν δον­τι­ῶν μὲ ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα στὰ ἐ­πί­ση­μα γεύ­μα­τα. Τέ­τοι­ους ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νους τρό­πους σὰν καὶ τοὺς δι­κούς του δὲν εἶ­δα σὲ κα­νέ­ναν! Ναί, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε ἕ­να ἰ­δε­ῶ­δες ζευ­γά­ρι!


23 Σε­πτέμ­βριου


Φυ­σι­κὰ καὶ οἱ ἀ­ρι­στο­κρά­τες πρέ­πει νὰ δι­α­φέ­ρουν σὲ κά­τι ἀ­πὸ τοὺς ἁ­πλοὺς ἀν­θρώ­πους. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ κε­φά­λια τους φαί­νον­ται κε­νά. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οἱ ἐγ­κέ­φα­λοί τους βρί­σκον­ται στὴ θέ­ση τους, μό­νο ποὺ εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ κά­ποι­α πο­λὺ λε­πτὴ ὕ­λη, πιὸ λε­πτὴ πι­θα­νῶς κι ἀ­πὸ ἱ­στὸ ἀ­ρά­χνης, καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ γί­νουν ὁ­ρα­τοί. Ἄχ, μα­κά­ρι καὶ ὁ δι­κός μου ἐγ­κέ­φα­λος νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι φί­νος σὰν τοῦ Ζάν!


27 Σε­πτεμ­βρί­ου


Νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι στὸν ἕ­βδο­μο οὐ­ρα­νὸ ἀ­π’ τὴ χα­ρά! Ὁ Ζὰν μοῦ ἔ­κα­νε ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Εἴ­μα­σταν πά­λι στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του γιὰ βόλ­τα. Σὲ μιὰ στρο­φή, αὐ­τὸς χα­μή­λω­σε τα­χύ­τη­τα, μὲ ἀγ­κά­λια­σε καὶ μὲ φί­λη­σε. Εἶ­πε, ὅ­τι αὔ­ριο θὰ μὲ ζη­τή­σει ἐ­πί­ση­μα ἀ­πὸ τὸν μπαμ­πά.


28 Σε­πτεμ­βρί­ου


Στὴν ἀρ­χὴ ὁ μπαμ­πὰς ἀν­τι­δροῦ­σε, ἐ­πει­δὴ τὸ πο­σὸ τοῦ φά­νη­κε με­γά­λο. Ὅ­μως ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ Ζὰν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος μὲ τσα­γα­νό, ὑ­πο­χώ­ρη­σε. Ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο γιὰ προ­κα­τα­βο­λὴ καὶ δυ­ὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια με­τὰ τὸν γά­μο. 


5 Ὀ­κτω­βρί­ου


Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ τρε­λα­θῶ ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α! Ὁ Ζὰν τρέ­μει ἀ­πὸ πά­νω μου καὶ μὲ δι­α­βε­βαι­ώ­νει συ­νε­χῶς γιὰ τὴν ἀ­τε­λεί­ω­τη ἀ­γά­πη του. Σή­με­ρα τὸ ἀ­πό­γευ­μα φτερ­νί­στη­κα κι αὐ­τὸς ἔ­τρε­ξε ἀ­μέ­σως γιὰ για­τρό. Πο­τέ μου δὲν πί­στευ­α ὅ­τι θὰ ἔ­χω τέ­τοι­ον προ­σε­κτι­κὸ καὶ τρυ­φε­ρὸ σύ­ζυ­γο.


20 Νο­εμ­βρί­ου


Ζή­τω! Φεύ­γου­με μὲ τὸ ἐξ­πρὲς γιὰ Vоуаgе dе nосе! Γιὰ ἀρ­χὴ στὴ Νί­τσα, καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ – γιὰ παλ­τὸ ἐρ­μί­νας καὶ του­α­λέ­τα χο­ροῦ στὸ Πα­ρί­σι.

            (1934)



Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 https://www.slovo.bg/showwork.php3?AuID=5&WorkID=21&Level=1


*  *  *

 
Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ:

Τὸ —πρω­το­πο­ρεια­κὸ ἀ­πὸ κά­θε ἀ­πο­ψη— δι­ή­γη­μα τοῦ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ, «Ἡ κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια» («Дамата с рентгеновите очи»), πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴ γερ­μα­νι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Projektor στὰ 1934 καὶ πε­ρι­ε­λή­φθη στὴν ὁ­μώ­νυ­μη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των —εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ ἡ συλ­λο­γὴ Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), ὅ­που ἐ­κεῖ ὁ Μίν­κοφ προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε γιὰ τὴν τε­χνο­λο­γι­κὴ ἀλ­λο­τρί­ω­ση καὶ «ἀ­παν­θρω­πο­ποί­η­ση» τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που— ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­δό­θη­κε τὸν ἴ­διο χρό­νο. Ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ δύ­ο μέ­ρη, συν­δυ­ά­ζον­τας εὑ­ρη­μα­τι­κὰ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἀ­φή­γη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α μὲ τὶς πρω­το­πρό­σω­πες ἡ­με­ρο­λο­για­κὲς ση­μει­ώ­σεις τῆς πρω­τα­γω­νί­στρι­ας στὴν εὔ­γλωτ­τη κα­τα­κλεί­δα του. Τὸ ἐν λό­γῳ δι­ή­γη­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­ξι­ο­λο­γώ­τε­ρα καὶ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ δείγ­μα­τα τοῦ με­σο­πο­λε­μι­κοῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ μον­­τερ­νι­σμοῦ, συν­δυ­ά­ζον­τας στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, τὸ πα­ρά­λο­γο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο, μέ­σῳ τῶν ὁ­ποί­ων ξε­δι­πλώ­νε­ται μιὰ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ σά­τι­ρα ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ καὶ στὶς μέ­ρες μας νὰ πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­πί­και­ρη. Ὡς κεν­τρι­κὰ πρό­σω­πα τῆς ἀ­φή­γη­σης, πα­ρου­σι­ά­ζον­ται: ὁ παν­το­δύ­να­μος μα­έ­στρο Τσε­ζά­ριο Γκαλ­φό­νε, τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο τοῦ ὁ­ποί­ου δη­μι­ουρ­γεῖ­ται παι­γνι­ω­δῶς ἀ­πὸ τὸν λα­τι­νι­κὸ τί­τλο «caesar» καὶ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λέ­ξη «галфон» («ἠ­λί­θιος»), ὑ­πο­δη­λώ­νον­τας τὸν «βα­σι­λιὰ τῶν ἠ­λι­θί­ων», καὶ ἡ τρα­γι­κή, μέ­σα στὴν ἀ­φέ­λειά της, πρω­τα­γω­νί­στρια Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα —μὲ τὸ ἐ­πώ­νυ­μό της νὰ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὸ γαλ­λι­κὸ «se trompe», ὑ­πο­νο­ών­τας τὴ γε­νι­κὴ πλά­νη της— ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή της «με­τα­μόρ­φω­ση», ἀ­πο­κτᾶ, πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πὸ τὸν μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε, καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς «δι­εισ­δυ­τι­κῆς» ὅ­ρα­σης. Ἐν­τού­τοις, ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη στὴν ἐ­πι­φά­νεια καὶ στὴν εὐ­δαι­μο­νι­κὴ κε­νό­τη­τα μιᾶς «λι­μνά­ζου­σας» ἀ­στι­κῆς ζω­ῆς, ἀ­δυ­να­τεῖ, ἐκ τῶν πραγ­μά­των, νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὸ και­νούρ­γιο αὐ­τὸ χά­ρι­σμα, γιὰ τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου «ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ κό­σμου» —στὴ θέ­ση τοῦ ὁ­ποί­ου, βλέ­πει μό­νο σκε­λε­τοὺς καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ὄρ­γα­να, κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­α μὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἐ­νῶ τοῦ δεί­χνουν τὸ φεγ­γά­ρι, αὐ­τὸς ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ δά­χτυ­λο— χά­νον­τας ἔ­τσι, συμ­βο­λι­κά, καὶ τὴ μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α γιὰ μί­αν ἀν­τί­στοι­χη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση.

Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (ветослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» («Стрелец») μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ϊ­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» («diabolism»), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ διη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ κομμένο χέρι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ κομμένο χέρι

[τοῦ Νικόλαου Κριεζώτη]


ΟΥΛΙΟ τοῦ 1847, ὁ στρα­τη­γὸς Κρι­ε­ζώ­της, προ­φυ­λα­κι­σμέ­νος στὸ φρού­ριο τῆς Χαλ­κί­δας, ἔ­φυ­γε κρυ­φὰ καὶ σή­κω­σε μπα­ϊ­ρά­κι ἐ­νάν­τια στὴν Κυ­βέρ­νη­ση. (Πρω­θυ­πουρ­γὸς ὁ πα­λιός του φί­λος, ὁ Κω­λέ­της). Μά­ζε­ψε πολ­λοὺς χω­ριά­τες Χαλ­κι­δαί­ους καὶ πα­λιοὺς στρα­τι­ω­τι­κοὺς τρι­γύ­ρω του. Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να πά­λι κί­νη­σε ὁ Γαρδ. Γρί­βας μὲ βα­σι­λι­κὸ στρα­τὸ κι’ ἀ­πάν­τη­σε τοὺς ἀν­τάρ­τες στὸν Κο­πα­νᾶ, θέ­ση λί­γο ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα. Ἕ­να μι­κρὸ πο­λε­μι­κὸ μὲ τὸ Σπῦ­ρο Σκου­ζὲ κυ­βερ­νή­τη χτυ­ποῦ­σε ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα μὲ τὸ κα­νό­νι. Ἀ­πά­νου στὴ μά­χη μιὰ κα­νο­νιὰ πέ­τυ­χε στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τὸν Κρι­ε­ζώ­τη ἄ­σκη­μα ἐ­νῷ βα­στοῦ­σε τὸ σπα­θί. Τοὔ­πε­σε τὸ σπα­θὶ κ’ ἔ­μει­νε τὸ χέ­ρι κρε­μα­σμέ­νο, πα­ρά­λυ­το.

       — Κό­φτε το μ’ ἕ­να μα­χαῖ­ρι! φώ­να­ξε ὁ Κρι­ε­ζώ­της.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρι­γύ­ρω του δὲν τόλ­μη­σε νὰ κά­μῃ τέ­τοι­ο πρᾶ­μα.

       — Κό­φτε το!

       Ἀ­κί­νη­τοι ὅ­λοι, ἄ­λα­λοι ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα τους.

       Σκύ­βει, πιά­νει ὁ ἴ­διος τὸ σπα­θί, τρα­βά­ει μιὰ καὶ τὸ χα­λα­σμέ­νο χέ­ρι ἔ­πε­σε κά­του(1).

       Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἤ­τα­νε κά­ποι­ο ψα­ρο­κά­ϊ­κο κ’ εἶ­χε κα­τρά­μι· εἶ­πε ὁ στρα­τη­γὸς γορ­γὰ καὶ βρά­σαν τὸ κα­τρά­μι. Καὶ τό­τε, νά τί γί­νη­κε: Ὁ ἴ­διος, χω­ρὶς ἡ μα­τιά του νὰ λυ­γί­σῃ, εἶ­πε καὶ φέ­ρα­νε κον­τά του τὸ κα­τρά­μι, σή­κω­σε τὸ κομ­μέ­νο κα­λά­μι τοῦ χε­ριοῦ του κ’ ἔ­χω­σε τὴν πλη­γὴ μέ­σ’ τὸ κα­τρά­μι. Τ’ ὠ­μὸ κρέ­ας τσι­τσί­ρι­ξε, ὅ­μως ἀ­λύ­γι­στη ἔ­μει­νε τοῦ στρα­τη­γοῦ ἡ μα­τιὰ κι’ ἀ­σά­λευ­τη ἡ μορ­φή του.

       Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τοῦ Κρι­ε­ζώ­τη τὸ κί­νη­μα, ποὺ στὴν ἀρ­χὴ φά­νη­κε πο­λὺ σο­βα­ρὸ κι’ ἀ­νη­σύ­χη­σε πο­λὺ τὸ Κρά­τος. Ὁ Κρι­ε­ζώ­της δι­ά­λυ­σε τὰ πα­λη­κά­ρια του καὶ τρά­βη­ξε μὲ λί­γους κα­τὰ τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἐ­κεῖ ἔ­πια­σε κα­ΐ­κι κ’ ἔ­φυ­γε στὴν Τουρ­κιά. Ξω­ρι­σμέ­νος πέ­θα­νε στὴ Σμύρ­νη.


(1) «Ὁ ἀπτόητος πολεμιστὴς ἀνέ­συρεν ἐν τῷ ἅμα τὴν σπά­θην του καὶ ἀ­πέ­σπα­σε τὸ προσβληθὲν μέρος τῆς δεξιᾶς ἀπὸ τοῦ ἐπι­λοί­που σώματος, καὶ κατ’ ἐντο­λήν του ὁ ἐ­πι­ζῶν Ἀγω­νι­στὴς Βασ. Κου­ρου­πί­τσας τῷ προσή­γα­γεν ἄ­σφαλ­τον (κα­τρά­μι) ἐν ᾗ ἐβύ­θι­σε τὴν χεῖ­ρα του ὅ­πως στα­ματή­σῃ τὴν ρο­ὴν τοῦ αἵ­μα­τος». («Λό­γοι ἐπι­κή­δειοι ἐκ­φω­νη­θέν­τες ἐν Σμύρ­νῃ καὶ Χαλ­κίδι κα­τὰ τὴν κη­δεί­αν καὶ ἀνα­κο­μι­δὴν τῶν λει­ψά­νων τοῦ Ν. Κριε­ζώ­τη, 1863» σ. θ´). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἀ­πὸ πολ­λὲς πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 180-181 [Τίτλος: «353.— Τὸ χέ­ρι τοῦ στρα­τη­γοῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος, Νικόλαος Κριεζώτης, Ξυλογραφία (1863).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πλήρωσις βόθρων!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πλήρωσις βόθρων!

[τῶν Ἰωάννου Κωλέττη καὶ Ἀνδρέου Μεταξᾶ]


ΑΤΑ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου Κω­λέ­τη τῆς 6 Αὐ­γού­στου 1844 κά­ποι­ος ρου­σφε­το­φά­γος ἀ­δι­άν­τρο­πος, ἀ­πὸ τὰ ὄρ­νια ἐ­κεῖ­να τὰ ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κα, ποὺ γυ­ρί­ζου­νε σὰ σκιά­χτρα μέ­ρα με­ση­μέ­ρι στοὺς δι­α­δρό­μους τοὺς ὑ­πουρ­γι­κούς, φορ­τώ­θη­κε τὸν Κω­λέ­τη καὶ τοῦ ξη­γοῦ­σε πώς, ἂν δὲ σπαρ­θῇ μπαμ­πα­κό­σπο­ρος στὴν ἐ­παρ­χί­α του, ψῆ­φοι κυ­βερ­νη­τι­κοὶ δὲ φυ­τρώ­νουν· καὶ ἤ­τα­νε κον­τὰ-σι­μὰ ἡ βου­λευ­τι­κὴ ἐ­κλο­γή. Κά­λε­σε ὁ Κω­λέ­της τὸν Ἀ. Με­τα­ξᾶ ὑ­πουρ­γὸ τῶν Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σε νὰ βρῇ κα­μιὰ τρύ­πα στὰ κε­φά­λαι­α τοῦ προ­ϋ­πο­λο­γι­σμοῦ, ποὺ τὸ σα­ρά­κι τοῦ ἄ­τι­μου τοῦ ρου­σφε­τιοῦ κό­σκι­νο τὸν εἶ­χε κά­μει.

       — Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νὲν δι­α­θέ­σι­μον πο­σόν! εἶ­πε ὁ Με­τα­ξᾶς.

       Παίρ­νει στὰ χέ­ρια τὸν προ­ϋ­πο­λο­γι­σμὸ ὁ Κω­λέ­της καὶ περ­νά­ει ἕ­να-ἕ­να τὰ κε­φά­λαι­α καὶ τ’ ἄρ­θρα· φτά­νει στὸ «ἐκ­κέ­νω­σις βό­θρων».

       — Ἰ­δού, αὐ­τὸ τὸ ἄρ­θρον, κρά­ζει, ἔ­χει δι­α­θέ­σιον πο­σόν· ἂς χώ­σω­μεν τὸ ἔ­ξο­δον ἐ­δῶ μέ­σα!

       Ὁ Με­τα­ξᾶς χα­μο­γε­λά­ει.

       — Ἂν ἦ­το πε­ρὶ «πλη­ρώ­σε­ως» βό­θρων, ἐ­κτε­λεῖ­το ἡ ἐν­το­λή σας, ἀλ­λὰ πρό­κει­ται πε­ρὶ «κε­νώ­σε­ως», ἀ­παν­τά­ει ὁ Με­τα­ξᾶς.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐλ­πὶς» 17 Ἰ­ουλ. 1845.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 75 [Τίτλος: «152.—Βό­θροι ποὺ ἀ­δειά­ζουν.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.