Μι­χα­ή­λα Πλια­πλιά: Θέ­ση Νε­κρά



Μι­χα­ή­λα Πλια­πλιά


Θέ­ση Νε­κρά


ὸ δε­ξί του χέ­ρι ἀ­να­παύ­ε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο ἄ­το­να πά­νω στὸν μο­χλὸ τῶν τα­χυ­τή­των. Σὲ κά­θε ἐ­πα­νά­λη­ψη τῆς ἐ­πι­λο­γῆς τῆς Νε­κρᾶς ἐ­φαρ­μό­ζει, πρὶν πε­ρά­σει στὴν στά­ση ἀ­νά­παυ­σης, κι­νή­σεις ὅ­μοι­ες μὲ αὐ­τὲς ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὴν προ­σπά­θεια ἀ­πο­τί­να­ξης ἑ­νὸς ἐν­τό­μου ποὺ αἰφ­νι­δί­ως ἔ­χει ἐ­πι­κα­θί­σει στὸ χέ­ρι ἢ αἰφ­νι­δί­ως ἔ­χει ἐ­νο­χλή­σει: ἕ­να τα­χὺ τρέ­μου­λο τοῦ τε­λευ­ταί­ου μὲ ἄλ­λα λό­για. Ὁ λε­βι­ὲς τραν­τά­ζε­ται κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν χτυ­ποῦν πό­τε ἡ κυρ­τω­μέ­νη του πα­λά­μη, πό­τε ὁ ἀν­τί­χει­ρας καὶ πό­τε τὰ ὑ­πό­λοι­πα δά­χτυ­λα. Μοιά­ζει σὰν αὐ­τοὶ οἱ σπα­σμοὶ ἐξ συ­νη­θεί­ας νὰ εἶ­χαν ἀρ­χι­κά, καὶ γιὰ ὅ­σο πα­ρέ­με­νε ἄ­πει­ρος ὡς ὁ­δη­γός, κά­ποι­α λει­τουρ­γί­α· ἴ­σως ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο το ὅ­τι ὁ μο­χλὸς βρί­σκε­ται ὄν­τως στὴ νε­κρὰ θέ­ση.

 

 


Μιχαήλα Πλιαπλιά (Κα­βά­λα, 1980). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στη­μια­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας  IUAV, στὸ Τε­χνο­λο­γι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ντὲλφτ TU Delft καὶ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος σπου­δῶν τῆς Ἀ­νώ­τα­της Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν «Ψη­φια­κὲς Μορ­φὲς Τέ­χνης». Ἔρ­γα της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ σὲ ἐκ­θέ­σεις τέ­χνης καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ὅ­πως στo «Learning from Cities» (10η Μπι­ε­νά­λε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας, 2006, Βε­νε­τί­α / Μα­κε­δο­νι­κὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης, 2007, Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ δι­κτύ­ου καλ­λι­τε­χνώ­ν Res Ratio Network. Λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να καὶ δο­κί­μια ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἕλενα Πέγκα: Mickael


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Μickael


ΕΝ ΤΟΝ ΗΞΕΡΑ. Ἦ­ταν ὁ τα­ξι­θέ­της σὲ ἕ­να ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ σι­νε­μὰ στὸ Βό­ρει­ο Λον­δί­νο. Εἶ­χα πά­ει μό­νη μου ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν Pina Bausch, νὰ δῶ σὲ βίν­τε­ο πα­ρα­στά­σεις της. Ἔ­παι­ζε τὸ «Cafe Muler». Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φος, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ προ­βο­λή, πή­γα­με μα­ζὶ στὸ δι­πλα­νὸ μπὰρ γιὰ ἕ­να πο­τό. Μὲ φλέρ­τα­ρε, ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στα μα­ζί του, τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου. Μὲ πῆ­ρε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης, στὸ Hackney. Δέ­χτη­κα. Τὸ Hackney εἶ­ναι κα­κὴ γει­το­νιά, φτω­χὴ καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ τὸ με­τρὸ τοῦ Λον­δί­νου κλεί­νει με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὑ­πάρ­χουν λε­ω­φο­ρεῖ­α. Μό­νο μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πὸ κεῖ στὸ κέν­τρο ὅ­που ἔ­με­να. Ἤ­μουν μό­νη στὸ Λον­δί­νο, δὲν δού­λευ­α, καὶ ἡ συγ­κά­τοι­κός μου ἔ­λει­πε σὲ δι­α­κο­πές. Δὲν εἶ­χα ἄλ­λους φί­λους ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, καὶ δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ δώ­σω σὲ κα­νέ­ναν λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὸ τί ἔ­κα­να, ποῦ πή­γαι­να, μὲ ποι­όν. Στὸ τη­λέ­φω­νο μοῦ ζή­τη­σε νὰ φο­ρέ­σω κά­τι σέ­ξυ, νὰ πῶ τὸ ὄ­νο­μά μου στὸν πορ­τι­έ­ρη τοῦ πάμπ, ἐ­κεῖ­νος θὰ μὲ πε­ρί­με­νε μέ­σα.

       Ἔ­τσι ἔ­κα­να. Χά­ρη­κε ὅ­ταν μὲ εἶ­δε. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου βέ­βαι­ος πῶς θὰ ἐρ­χό­μουν. Μοῦ πα­ρήγ­γει­λε μί­α μπί­ρα καὶ ἕ­να δι­πλὸ οὐ­ΐσκυ. Ὅ,τι ἔ­πι­νε καὶ κεῖ­νος. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν ἠ­θο­ποι­ός, πὼς καὶ οἱ δύ­ο γο­νεῖς του εἶ­χαν σκο­τω­θεῖ σὲ αὐ­το­κι­νη­τι­κὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, καὶ πὼς εἶ­χε με­γα­λώ­σει μὲ ἕ­ναν φί­λο τοῦ πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πί­σης, πρό­σφα­τα εἶ­χε πε­θά­νει. Δὲν θυ­μᾶ­μαι νὰ τοῦ μί­λη­σα γιὰ μέ­να. Στὶς τρεῖς τὸ πρω­ῒ τὸ πὰμπ ἔ­κλει­σε. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­χει, τὰ κλει­διὰ ἑ­νὸς δια­με­ρί­σμα­τος ἑ­νὸς φί­λου του ποὺ ἔ­λει­πε, καὶ πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με ἐ­κεῖ περ­πα­τών­τας. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν κον­τά. Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν εἶ­χε δι­κό του σπί­τι. Ἔ­με­νε ἀ­πὸ δῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ, σὲ φί­λους. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πα­ρα­μεί­νει στὸ Λον­δί­νο. Θὰ πή­γαι­νε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μό­λις εἶ­χε τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο. Περ­πα­τή­σα­με σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, χω­ρὶς ἀν­θρώ­πους καὶ χω­ρὶς αὐ­το­κί­νη­τα. Θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὡ­ραί­α νύ­χτα, βλέ­πα­με τὰ σπί­τια, τοὺς κή­πους, τοὺς φρά­χτες, σκο­τει­νὰ καὶ μυ­στη­ρι­ώ­δη, ἔ­τσι ὅ­πως πο­τὲ δὲν εἶ­ναι μέ­σα στὴ μέ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δὲν ἦ­ταν κον­τά. Περ­πα­τή­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ βρι­σκό­μα­σταν, ἐ­κεῖ­νος μὲ πή­γαι­νε δε­ξιά, ἀ­ρι­στε­ρά, εὐ­θεί­α, πά­νω, κά­τω.

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν σὲ ἕ­να κτί­ριο ὑ­πὸ κα­τα­σκευ­ή, μι­σὸ χτι­σμέ­νο, μι­σὸ για­πί. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε ξα­νάρ­θει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά. Ξε­κλεί­δω­σε μιὰ πόρ­τα καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­ναν χῶ­ρο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ κου­ζί­να. Ἦ­ταν μιὰ κου­ζί­να ποὺ εἶ­χε ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων καὶ ἕ­να στρω­μέ­νο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἐ­κεῖ βγά­λα­με τὰ ροῦ­χα μας. Μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του καὶ μοῦ εἶ­πε: «Θέ­λω νὰ μπῶ μέ­σα σου ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ἀ­νοίγ­μα­τα τοῦ σώ­μα­τός σου, θέ­λω νὰ μπῶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ μὲ θέ­λεις νὰ μπῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ δὲν μὲ θέ­λεις, θέ­λω νὰ σοῦ προ­κα­λέ­σω πό­νο, νὰ σὲ δῶ νὰ πο­νᾶς, νὰ σὲ δῶ σὲ ἔκ­στα­ση, μί­λη­σέ μου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μί­λα μου, συ­νέ­χεια, χω­ρὶς δι­α­κο­πή, μὴ στα­μα­τᾶς, μί­λα μου, ὅ,τι σοῦ ἔρ­χε­ται, πὲς σὲ μέ­να ὅ,τι θὰ ἔ­λε­γες σὲ κεῖ­νον ποὺ ἀ­γα­πᾶς, ὅ­λα, θέ­λω νὰ σὲ ἀ­κού­σω νὰ τὰ λές.» Τοῦ μί­λη­σα, δι­στα­χτι­κά, ἐ­πι­θε­τι­κά, βί­αι­α, τρυ­φε­ρά, πο­λὺ ἁ­πα­λά, ὅ­πως ἤ­θε­λα. Ὅ­πως μοῦ ζή­τη­σε.



Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Λίλη Μιχαηλίδου: Γυάλινος δίσκος


Λί­λη Μι­χα­ηλί­δου


Γυ­ά­λι­νος δί­σκος


[…Τὸ ἄγγιγμα ἑ­νὸς πο­λύ­τι­μου βι­βλί­ου ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε γιὰ τὸν Μέντελ

ὅ,­τι γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο ἡ συ­νεύ­ρε­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα…]


Στέ­φαν Τσβά­ιχ

Ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης Μέν­τελ


ΑΘΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ἀπὸ τὸν πάγ­κο, ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Ὑ­πο­λο­γί­ζω τὸ ὕ­ψος του, ἕ­να καὶ ἑ­βδο­μήν­τα πέν­τε, ἴ­σως καὶ ὀ­γδόν­τα, λε­πτός, κα­στα­νὰ μαλ­λιὰ ἕ­ως τοὺς ὤ­μους· κά­ποι­ες στιγ­μὲς τοῦ­φες ξε­φεύ­γουν καὶ πέ­φτουν στὸ πρό­σω­πό του, τὶς παίρ­νει ἁ­πα­λὰ καὶ τὶς στε­ρε­ώ­νει πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἀ­φτιά. Τὰ μά­τια του ἔ­χουν τὴν σπιρ­τά­δα τῆς νι­ό­της καὶ ἐκ­πέμ­πουν τὴ σι­γου­ριὰ πὼς κα­τέ­χουν αὐ­τὸ ποὺ κοι­τά­ζουν. Οἱ κι­νή­σεις του γρή­γο­ρες, σβέλ­τες σὰν θε­ρι­στῆ· τὰ δά­χτυ­λά του μὲ μα­ε­στρί­α χα­ϊ­δεύ­ουν τὰ πλῆ­κτρα τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ, ὅ­πως θὰ χά­ι­δευ­αν ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να δί­νει πλη­ρο­φο­ρί­ες στοὺς πε­λά­τες γιὰ τὸ ποῦ θὰ βροῦν, ποι­ὸ βι­βλί­ο.

        Ἀ­παν­τᾶ σὲ ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ βι­βλί­α, γιὰ συγ­γρα­φεῖς, γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, γιὰ συγ­γράμ­μα­τα, ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, ὁ­δη­γούς, λε­ξι­κά· ση­κώ­νε­ται πά­ει στὰ ρά­φια, προ­σθέ­τει νέ­α βι­βλί­α, με­τα­κι­νεῖ τὰ πα­λιά. Τὸ ὅ­λο πα­ρου­σι­α­στι­κό του μοιά­ζει μὲ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς ἄλ­λου βι­βλί­ου ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις στὰ ρά­φια, οὔ­τε εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο γιὰ δι­ά­βα­σμα.

        Ἀ­πὸ μι­κρὸς μπαι­νό­βγαι­νε σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ γεύ­ση τῶν βι­βλί­ων. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει, βρῆ­κε ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ζη­τοῦ­σε. Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἔ­γνοι­α του, προ­σέ­δι­δε στὰ βι­βλί­α μιὰ δι­κή τους, ξε­χω­ρι­στὴ ζω­ή. Τὶς ὧ­ρες ἐρ­γα­σί­ας δὲν ἦ­ταν μό­νος, ἔ­νι­ω­θε ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω του· οἱ πε­λά­τες δὲν στα­μα­τοῦ­σαν νὰ μπαι­νο­βγαί­νουν, νὰ ψά­χνουν, νὰ ρω­τοῦν, νὰ δι­α­βά­ζουν, νὰ ἀ­γο­ρά­ζουν, νὰ πα­ραγ­γέλ­νουν, νὰ συ­ζη­τοῦν, νὰ ἀ­να­λύ­ουν, νὰ ἀ­πορ­ρο­φοῦν καὶ νὰ χορ­ταί­νουν μὲ νέ­ες καὶ πα­λι­ὲς ἐκ­δό­σεις, ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζαν. Τὰ βι­βλί­α, ἔ­λε­γε, συν­δέ­ουν τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, τοὺς βο­η­θοῦν νὰ ξε­περ­νοῦν τὴ γεύ­ση τοῦ ἐ­φή­με­ρου καὶ τῆς λή­θης.

        Κά­θο­μαι στὸ κα­φὲ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Εἶ­ναι γε­μά­το κό­σμο ποὺ ρου­φά­ει κι ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸν κα­φὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­τι τὰ βι­βλία. Παίρ­νω ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ φυλ­λο­με­τρῶ, μὰ τὰ μά­τια μου εἶ­ναι στραμ­μέ­να πά­νω του. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, μὲ κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ μὲ νό­η­μα· συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά του. Ὁ κό­σμος πε­ρι­μέ­νει οὐ­ρὰ στὸ τα­μεῖ­ο, ὄ­χι γιὰ πο­λύ, για­τί ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­ται γρή­γο­ρα. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ νε­α­ρή, μὲ μα­κριὰ ἴ­σια μαλ­λιά, τζίν, πα­πού­τσια πά­νι­να, τα­γά­ρι σταυ­ρω­τὸ στὸν ὦ­μο της.

        Τὰ μά­τια του πέ­φτουν πά­νω της, αὐ­τὴ κοκ­κι­νί­ζει, δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ σει­ρά της, αὐ­τὸς βι­ά­ζε­ται νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τοὺς πε­λά­τες μπρο­στά της, τὸ βλέ­πω στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ δά­χτυ­λά του στὸ τα­μεῖ­ο. Φτά­νει ἡ σει­ρά της, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δὲν θέ­λει νὰ τε­λει­ώ­σει, τὸ βλέμ­μα του τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, τὰ μά­γου­λά της κοκ­κι­νί­ζουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μα­ζὶ μὲ τὰ βι­βλί­α, τῆς βά­ζει στὴν τσάν­τα κι ἕ­να χαρ­τά­κι, ἴ­σως τὸ τη­λέ­φω­νό του, σκέ­φτο­μαι.

        Ἡ νε­α­ρή τὰ παίρ­νει καὶ κά­θε­ται στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Βγά­ζει ἕ­να-ἕ­να τὰ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ φυλ­λο­με­τρᾶ, τὰ ξα­να­βά­ζει στὴν τσάν­τα. Στὸ χέ­ρι της εἶ­ναι τώ­ρα τὸ χαρ­τά­κι τοῦ βι­βλι­ο­πώ­λη. Μὲ γρή­γο­ρη κί­νη­ση βά­ζω τὰ γυα­λιά μου, τὸ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι σω­στό, μὰ κά­τι μὲ σπρώ­χνει νὰ κοι­τά­ξω τὸ ση­μεί­ω­μα, «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη» γρά­φει, ἡ καρ­διά μου σκιρ­τά­ει λὲς καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο γιὰ μέ­να. Μὲ συγ­κί­νη­σε, πρῶ­τα ἡ χει­ρο­νο­μί­α μὲ τὸ χαρ­τὶ καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη». Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη νέ­οι ρο­μαν­τι­κοὶ στὶς μέ­ρες μας; Σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χουν, νὰ ποὺ τὸ βλέ­πω μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια.

        Ἡ κο­πέ­λα δι­πλώ­νει τὸ χαρ­τά­κι καὶ τὸ βά­ζει στὸ τα­γά­ρι της. Ση­κώ­νει τὰ μά­τια νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Δὲν ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Τὸν ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα της. Τὸν εἶ­δε στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ μιὰ κο­πέ­λα κα­τε­βά­ζον­τας βι­βλί­α ἀ­πὸ τὰ ψη­λὰ ρά­φια. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκά­λα, τὴν παίρ­νει πα­ρά­με­ρα, τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ τῆς δί­νει στὰ πε­τα­χτὰ ἕ­να φι­λί. Ἡ νε­α­ρὴ δί­πλα μου πα­γώ­νει. Στὰ μά­τια της ἄ­να­ψε μιὰ ἔκ­πλη­ξη ἀ­νά­μει­κτη μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ξα­να­βγά­ζει τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, τὸ τσα­κί­ζει στὴ χού­φτα της, ση­κώ­νε­ται καὶ τὸ πε­τά­ει πά­νω στὸν πάγ­κο, δί­πλα στὴν τα­μεια­κὴ μη­χα­νή. Ὥ­σπου νὰ ψά­ξω νὰ δῶ ποῦ ἦ­ταν ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, ἡ κο­πέ­λα εἶ­χε ἤ­δη βγεῖ στὸ δρό­μο.

        Ἔ­νι­ω­σα κά­τι νὰ σπά­ει μὲ πά­τα­γο, σὰν ἕ­νας γυ­ά­λι­νος δί­σκος μὲ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου, νὰ πέ­φτει στὸ μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα καὶ τὰ κομ­μά­τια τους νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται σὲ ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ κα­φέ…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λη Μι­χα­η­λί­δου (Λευ­κω­σί­α). Ποί­η­ση. Πε­ζο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ πό­λη δὲν θέ­λει συ­στά­σεις (Με­λά­νι, ἀ­φη­γή­μα­τα, 2011). Ποι­ή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Ντίνος Χριστιανόπουλος: Βίοι παράλληλοι


Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος


Βί­οι πα­ράλ­λη­λοι


ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΘΗΝΑ τοῦ 1860 με­σου­ρα­νοῦ­σε ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ραγ­κα­βῆς. Ἀ­ρι­στο­κρά­της Φα­να­ρι­ώ­της, ὑ­πῆρ­ξε εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια κα­θη­γη­τὴς τῆς ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, δι­ε­τέ­λε­σε πρε­σβευ­τὴς καὶ ὑ­πουρ­γὸς τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν, ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε τὴν Ἑλ­λά­δα στὸ συ­νέ­δριο τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα δι­έ­πρε­ψε ὡς δι­ά­ση­μος λο­γο­τέ­χνης.

            Ὡς ποι­η­τής, εἶ­χε κά­τι ἀ­π’ τὴν ἀ­βρό­τη­τα τῶν στι­χουρ­γῶν τοῦ Φα­να­ριοῦ. Στὰ πρῶ­τα του ποι­ή­μα­τα ἦ­ταν ζε­στὴ ἀ­κό­μα ἡ ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ λα­ϊ­κὰ θέ­μα­τα καὶ τὴν κοι­νὴ λα­λιά. Συ­νέ­θε­τε μά­λι­στα καὶ στί­χους γιὰ τρα­γου­δά­κια τοῦ συρ­μοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα προ­σαρ­μό­στη­κε στὶς ἀ­παι­τή­σεις τῶν και­ρῶν καὶ τῆς βαβαρο­κρα­τί­ας, τὸ γύ­ρι­σε στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα καὶ τὰ ἀρ­χαῖ­α θέ­μα­τα κι ἔ­γι­νε ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ.

            Πιὸ ρα­φι­νά­το πνεῦ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν ἐ­πο­χή του. Πε­ρι­ζή­τη­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να σα­λό­νια, μι­λών­τας μὲ ἄ­νε­ση τέσ­σε­ρις γλῶσ­σες, δι­έ­πρε­πε ὄ­χι μό­νο σὲ ὑ­πο­κλί­σεις καὶ χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἀ­νεκ­δο­το­λο­γί­α. Εἶ­χε πολ­λὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ γιὰ τὶς σχέ­σεις του μὲ τὸν Μπί­σμαρκ ἢ γιὰ τὴ γνω­ρι­μί­α του μὲ τὸν Οὐ­ί­τμαν ὅ­ταν ἔ­κα­νε πρε­σβευ­τὴς στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον. Σὲ κάμ­πο­σα σα­λό­νια τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοὶ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν ποιός ἦ­ταν πρω­θυ­πουρ­γὸς στὴν Ἑλ­λά­δα, ἤ­ξε­ραν ὅ­μως πὼς ἡ Ἑλ­λὰς εἶ­χε ἕ­ναν λο­γο­τέ­χνη πρώ­του με­γέ­θους, τὸν Ραγ­κα­βῆ. Τὰ ἔρ­γα του με­τα­φρά­ζον­ταν δια­ρκῶς στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ γερ­μα­νι­κά, καὶ κά­θε ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη σχε­δὸν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου σ’ αὐ­τόν.

            Κά­θε ἔκ­δο­ση βι­βλί­ου του ἀ­πο­τε­λοῦ­σε παγ­κό­σμιο γε­γο­νός. Στὴν ἀρ­χὴ τύ­πω­νε στὴν Ἀ­θή­να, μι­κρά, κομ­ψὰ βι­βλί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Κο­ρο­μη­λά». Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δι­ε­θνὴ αἴ­γλη, τύ­πω­νε μό­νο στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ τὴ Λι­ψί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Δρου­γου­λί­νου». Οἱ ἐκ­δό­σεις αὐ­τὲς εἶ­χαν συ­νή­θως μέ­γα τέ­ταρ­το σχῆ­μα, μὲ χρυ­σὰ αὐ­το­κρα­το­ρι­κὰ κα­πά­κια καὶ ρά­χη πλου­μι­στή. Βέ­βαι­α, κό­στι­ζαν πε­ρι­ου­σί­ες. Καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­λὸ σπί­τι στὴν Ἀ­θή­να, στὴν Πό­λη, στὴ Σμύρ­νη, στὸ Βου­κου­ρέ­στι, ποὺ νὰ μὴν προ­μη­θεύ­ον­ταν ἀ­μέ­σως κά­θε νέ­ο του ἔρ­γο. Καὶ δός του οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες συ­νεν­τεύ­ξεις καὶ ἄρ­θρα ἐγ­κω­μι­α­στι­κὰ καὶ κρι­τι­κὲς μὲ πη­χιαίους τί­τλους.

            Ὁ Ραγ­κα­βῆς δι­έ­πρε­ψε ἀ­κό­μη καὶ ὡς θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι «Τοῦ Κου­τρού­λη ὁ γά­μος», ποὺ ὁ τί­τλος του ἔ­γι­νε πα­ροι­μί­α. Ἔ­γρα­ψε πολ­λὲς δε­κα­τρι­σύλ­λα­βες τρα­γω­δί­ες καὶ κω­μω­δί­ες, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ Βυ­ζάν­τιο, κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τὰ εἰ­δύλ­λια καὶ κω­μει­δύλ­λια μὲ θέ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς του, ποὺ δεί­χνουν ὅ­τι τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ στὴν ἠ­θο­γρα­φί­α. Κά­θε πρε­μι­έ­ρα ἔρ­γου του τὴν τι­μοῦ­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους ὁ βα­σι­λεὺς Γε­ώρ­γιος ὁ Α’, ἡ αὐ­λή, ἡ κυ­βέρ­νη­ση καὶ τὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ σῶ­μα. Ὁ βα­σι­λεύς, μά­λι­στα, ποὺ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­δυ­να­μί­α στοὺς ρο­μαν­τι­κούς, τοῦ ἀ­πέ­νει­με τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν με­γα­λό­σταυ­ρο. Λέ­νε ὅ­τι τὰ πα­ρά­ση­μα τοῦ Ραγ­κα­βῆ ξε­περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια του.

            Στὰ τέ­λη τῆς ζω­ῆς του συ­νέ­γρα­ψε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν λί­γο με­τὰ τὸν θά­να­τό του. Ἐ­κεῖ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­με­ρῶς σὲ πό­σες χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες πα­ρα­βρέ­θη­κε, πό­σα χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἔ­δω­σε, σὲ πό­σα λευ­κώ­μα­τα ἐ­κλε­κτῶν νε­α­νί­δων ἔ­γρα­ψε στί­χους του, πῶς ἦ­ταν τὰ ἁ­μά­ξια τῆς ἐ­πο­χῆς του, μὲ πό­σες δι­α­ση­μό­τη­τες συ­νέ­φα­γε κτλ. κτλ. Τέ­λος, φρόν­τι­σε νὰ τυ­πώ­σει καὶ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἅ­παν­τά του σὲ εἴ­κο­σι ὡ­ραί­ους τό­μους. Σ’ αὐ­τὰ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὰ ποι­η­τι­κά του ἔρ­γα, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα του «Ὁ αὐ­θέν­της τοῦ Μω­ρέ­ως», δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ζὰ καὶ με­λέ­τες, τὰ θε­α­τρι­κά, μιὰ γραμ­μα­το­λο­γί­α, δι­ά­φο­ρες με­τα­φρά­σεις ἔρ­γων ἐκ τῆς παγ­κο­σμί­ου φι­λο­λο­γί­ας, καί, τέ­λος, τὰ «ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά» του. Εἶ­ναι ὁ μό­νος λο­γο­τέ­χνης ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ τυ­πώ­σει τὰ τό­σο τε­ρά­στια ἅ­παν­τά του, ποὺ ξε­περ­νοῦν κα­τὰ πο­λύ τά ἅ­παν­τα τοῦ Πα­λα­μᾶ.

            Πέ­θα­νε τὸ 1892 πλή­ρης δό­ξης καὶ τι­μῶν, ἐν­νιὰ χρό­νια πρὶν θε­σπι­στεῖ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ.


            Τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να ζοῦ­σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο γε­ρόν­τιο ποὺ τὸ ἔ­λε­γαν Μα­κρυ­γιά­ννη. Ἦ­ταν πα­λιὸς Ρου­με­λι­ώ­της ὁ­πλαρ­χη­γός, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ κα­φε­τζὴς στὸ Λι­δο­ρί­κι καὶ κα­τά­φε­ρε νε­ώ­τα­τος νὰ γί­νει στρα­τη­γός. Πο­λέ­μη­σε λε­βέν­τι­κα καὶ γεν­ναί­α στὴν Ἄρ­τα, στὸ Να­βα­ρί­νο, στοὺς Μύ­λους καὶ ὑ­πε­ρά­σπι­σε τὴν Ἀ­θή­να σὲ ὅ­λες της τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νὰ γί­νει τὸ κορ­μὶ του κέν­τη­μα ἀ­π’ τὶς πλη­γές, καὶ χώ­ρια οἱ δια­ρκεῖς προ­στρι­βές του μὲ τοὺς ἑ­κά­στο­τε ἰ­σχυ­ρούς τῆς ἡ­μέ­ρας, τὸν Ἀν­δροῦ­τσο, τὸν Γκού­ρα, τὸν Γεν­ναῖ­ο Κο­λο­κο­τρώ­νη, τὸν Κα­πο­δί­στρια καὶ ἄλ­λους. Μὲ τὴν ἀ­ξί­α του καὶ μὲ τὴν ἐν­τι­μό­τη­τά του κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­κλε­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς πλη­ρε­ξού­σιος στὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­θνο­συ­νε­λεύ­σεις, ὅ­που ἀ­γω­νί­ζον­ταν μὲ πεῖ­σμα ἐ­ναν­τί­ον κά­θε ἀ­δι­κί­ας. Πρὶν ἀ­κό­μα ἡ Ἀ­θή­να γί­νει πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα σ’ αὐ­τήν, ὑ­πῆρ­ξε μά­λι­στα καὶ ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς πρώ­τους της δη­μο­τι­κοὺς συμ­βού­λους. Κον­τὰ στὶς στῆ­λες τοῦ Ὀ­λυμ­πί­ου Διός, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι σή­με­ρα πρὸς τι­μήν του ἡ συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννη, ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να χω­ρα­φά­κι μὲ μιὰ σπη­λιά, ἔ­χτι­σε ἕ­να σπί­τι γιὰ τὰ δώ­δε­κα παι­διά του καὶ με­τέ­τρε­ψε τὴ σπη­λιὰ σὲ πα­ρεκ­κλή­σι. Ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν τρύ­πα ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ τὰ βά­ζει μὲ τοὺς δυ­να­τούς: τὸν Ὄ­θω­να, τὸν Ἀρ­μαν­σμπεργχ, τὸν Χρι­στί­δη, τὸν Καλ­λέρ­γη καὶ ἁ­πα­ξά­παν­τες τοὺς πρω­θυ­πουρ­γούς. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πνί­ξει τὴν ὀρ­γή του γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, τὴν ἐ­ξο­λό­θρευ­ση τῶν πα­λι­ῶν ἀ­γω­νι­στῶν, τὸ πλι­α­τσι­κο­λό­γη­μα τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν κω­λυ­σι­έρ­γειά τους νὰ δώ­σουν σύν­ταγ­μα στὸ λα­ό. Τὸ σύν­ταγ­μα ἦ­ταν τὸ μό­νι­μο με­ρά­κι του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πο­τόλ­μη­σε τὸ κί­νη­μα τῆς Τρί­της Σε­πτεμ­βρί­ου 1843, ποὺ ἦ­ταν ἔρ­γο κα­θα­ρὰ δι­κό του. Αὐ­τὸ ὁ Ὄ­θων δὲν τοῦ τὸ συγ­χώ­ρη­σε πο­τέ. Ἄρ­χι­σαν οἱ κα­τα­τρεγ­μοὶ ἀ­π’ τὸ πα­λά­τι, τὶς κυ­βερ­νή­σεις, τοὺς ἴ­διους τοὺς πα­λιούς του συ­νερ­γά­τες· ἡ μιὰ δο­λο­φο­νι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐ­ναν­τί­ον του δι­α­δέ­χον­ταν τὴν ἄλ­λη, οἱ ἀ­να­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πα­νω­τές, οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ κα­τ’ οἶ­κον, τὸ σύρ­σι­μο στὶς φυ­λα­κές, τὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Στὸ τέ­λος κα­τα­δι­κά­στη­κε κι αὐ­τός σε θά­να­το γιὰ συ­νω­μο­σί­α κα­τὰ τῆς ζω­ῆς τοῦ Ὄ­θω­να καὶ γλί­τω­σε τὸ κε­φά­λι του μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας, χά­ρη στὴν ἐ­πέμ­βα­ση δι­α­φό­ρων προ­σω­πι­κο­τή­των.

            Οἱ πολ­λὲς πλη­γὲς ποὺ εἶ­χε στὸ κορ­μὶ του τὸν εἶ­χαν με­τα­βά­λει σ’ ἕ­να ἰ­δι­ό­τρο­πο καὶ στριμ­μέ­νο μορ­μο­λύ­κει­ο, γε­ρα­σμέ­νο πρὶν τὴν ὥ­ρα του· τί­πο­τα δὲ θύ­μι­ζε τὸν ὡ­ραῖ­ο λε­βέν­τη τοῦ 1821, ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με ἀ­πὸ τὴ γνω­στὴ γκρα­βού­ρα. Αὐ­τὸ λοι­πὸν τὸ χού­φτα­λο ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε με­ρά­κι νὰ γρά­ψει τὰ ὅ­σα ἔ­ζη­σε. Ἤ­ξε­ρε ἀ­π’ τὰ νιά­τα του πέν­τε κολ­λυ­βο­γράμ­μα­τα, ἔ­μα­θε κι ἄλ­λα πέν­τε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­γό­νι του, καὶ μιὰ καὶ δυ­ὸ ἄρ­χι­σε νὰ δο­κι­μά­ζει στὸ χαρ­τὶ τὰ ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τά του. Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ὅ­λο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, κα­τα­πά­στη­κε καὶ μὲ τὴ βαβαρο­κρα­τί­α. Τί­πο­τα δὲν ἀ­να­φέ­ρει ποὺ νὰ μὴν τὸ ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ κον­τά. Μᾶς χά­ρι­σε τριά­ντα χρό­νια νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ζω­ῆς, ὄ­χι ὅ­πως τὰ ξέ­ρου­με ἀ­π’ τὰ ἐγ­χει­ρί­δια ἱ­στο­ρί­ας, τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τοὺς πλη­ρω­μέ­νους κα­λα­μα­ρά­δες, ἀλ­λὰ ὅ­πως τὰ εἶ­δε ἕ­νας ντόμ­προς καὶ ἀ­χά­λα­στος λα­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος. Βέ­βαι­α, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ’­ρι­χνε στὸ χαρ­τὶ ὅ­πως τοῦ ‘ρχον­ταν, σὰ νὰ μι­λοῦ­σε — δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, μά­λι­στα, πρῶ­τα νὰ τά ’­λε­γε φω­να­χτὰ καὶ με­τὰ νὰ τά ‘γρα­φε. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο ποῦ βρῆ­κε ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς τό­ση ὑ­πο­μο­νὴ γιὰ νὰ γρά­ψει πεν­τα­κό­σι­ες σε­λί­δες, καὶ πῶς κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ θυ­μη­θεῖ ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ­λό­κλη­ρες στι­χο­μυ­θί­ες. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­ναν αὐ­τά, ξό­δε­ψε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει ἕ­ναν λα­ϊ­κὸ ζω­γρά­φο νὰ τοῦ «ἱ­στο­ρή­σει» τὸ 21, ὅ­πως αὐ­τὸς τὸ εἶ­δε καὶ τὸ ἔ­ζη­σε, κι ὄ­χι ὅ­πως τὸ εἶ­χαν μο­λέ­ψει οἱ δι­ά­φο­ροι ξέ­νοι καὶ ξε­νο­μα­θη­μέ­νοι.

            Δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν ἐκ­θρό­νι­ση τοῦ Ὄ­θω­να πέ­θα­νε κι αὐ­τὸς ἀ­π’ τὶς πα­λι­ὲς πλη­γὲς καὶ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση. Κοι­μή­θη­κε τα­πει­νὰ τὸν ὕ­πνο του δι­καί­ου, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ὑ­περ­πο­λυ­τε­λὴ ἔκ­δο­ση ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» τοῦ Ραγ­κα­βῆ.


            Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν ἑ­κα­τὸ χρό­νια καί. Ἡ Ἑλ­λά­δα δο­κί­μα­σε πολ­λὲς βα­βα­ρο­κρα­τί­ες, ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς ἔ­πε­σε σὰ χάρ­τι­νος πύρ­γος. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ἐ­κτο­πί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Πα­λα­μᾶ, ὁ Πα­λα­μᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Κα­βά­φη. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ξε­χά­στη­κε ὁ­λό­τε­λα. Τὰ ποι­ή­μα­τά του θε­ω­ρή­θη­καν ἀν­τί­γρα­φα τῶν Γάλ­λων ρο­μαν­τι­κῶν, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του κρί­θη­κε σὰν ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ «Ἰ­βα­νό­η» τοῦ Οὐῶλ­τερ Σκότ, ἡ γραμ­μα­το­λο­γί­α του εἶ­ναι ἀ­φό­ρη­τη, τὰ θε­α­τρι­κά του δὲ δι­α­βά­ζον­ται, τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά του ἀ­πο­δεί­χτη­καν φτη­νὰ μα­ζέ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ. Τὸ ὄ­νο­μά του θὰ τὸ βρεῖ­τε βέ­βαι­α σὲ με­ρι­κὲς σχο­λα­στι­κὲς γραμ­μα­το­λο­γί­ες, ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα σὲ με­ρι­κὲς πα­λι­ὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ οἱ εἴ­κο­σι τό­μοι τῶν ἅ­πάν­των του κο­σμοῦν ἀ­ζή­τη­τοι με­ρι­κὲς δη­μό­σι­ες βι­βλι­ο­θῆ­κες. Ἔ­πε­σε ὁ κο­λοσ­σὸς τῆς πα­λιᾶς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς σχο­λῆς τί­πο­τα δὲν ἔ­μει­νε ἀ­π’ τὸ πέ­ρα­σμά του.

            Κι ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης; τὸ μορ­μο­λύ­κει­ο τῆς βα­βα­ρο­κρα­τί­ας; Αὐ­τὸς βέ­βαι­α δὲν λα­χτα­ροῦ­σε φι­λο­λο­γι­κὲς δό­ξες, ἁ­πλῶς ἤ­θε­λε νὰ μᾶς ἀ­φή­σει γραμ­μέ­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α του, νὰ μά­θου­με ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τί τέ­ρα­τα κυ­βέρ­νη­σαν καὶ χαν­τά­κω­σαν τὴν Ἑλ­λά­δα. Γιὰ πολ­λὰ χρό­νια τὰ χει­ρό­γρα­φά του εἶ­χαν χα­θεῖ, μέ­χρι ποὺ τ’ ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Βλα­χο­γιά­ννης σ’ ἕ­να μπα­κά­λι­κο, ποὺ τὰ εἶ­χαν γιὰ νὰ τυ­λί­γουν ἀν­τσοῦ­γες. Τὰ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ δι­ά­βα­σε καὶ μὲ χί­λια βά­σα­να κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ τυ­πώ­σει τὸ 1907. Ὅ­λοι ἔ­μει­ναν κα­τά­πλη­κτοι ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή τους ἀ­ξί­α, τὴ ζου­με­ρὴ λα­ϊ­κὴ γλώσ­σα, τὴν πα­ρα­στα­τι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, τοὺς ὁ­λο­ζών­τα­νους δι­α­λό­γους, τοὺς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κοὺς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, τὴ λα­ϊ­κὴ θυ­μο­σο­φί­α. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν μᾶς ἔ­δω­σε τό­σο δρα­μα­τι­κὰ τὶς δύ­ο ἐ­πο­χὲς 1821 – βα­βα­ρο­κρα­τί­α καὶ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ζω­γρά­φι­σε πιὸ πα­ρα­στα­τι­κὰ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὰ πά­θη τοῦ λα­οῦ μας. Σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­χτοῦν καὶ τοὺς πιὸ δύ­σκο­λους γραμ­μα­το­λό­γους, νὰ τυ­πώ­νον­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά, νὰ με­τα­φρά­ζον­ται ἔ­ξω καὶ νὰ θε­ω­ροῦν­ται ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς ἰ­σά­ξια μὲ τὰ πε­ζο­γρα­φή­μα­τα τοῦ Πα­πα­δι­α­μάν­τη. Σή­με­ρα ὁ κα­φε­τζὴς ἀ­πὸ τὸ Λι­δο­ρί­κι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους λο­γο­τέ­χνες μας, κι ἂς μὴν ἀ­ξι­ώ­θη­κε πο­τὲ στὴ ζω­ή του οὔ­τε τοὺς με­γα­λό­σταυ­ρους τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, οὔ­τε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ Μπί­σμαρκ, οὔ­τε κὰν μιὰ συ­νεν­τευ­ξού­λα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς ἐ­πο­χῆς του.



Πη­γή: Ἡ κά­τω βόλ­τα (Δι­α­γώ­νιος, 1991, δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ).

Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1931). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση, κρι­τι­κή. Σπού­δα­σε κλα­σι­κή φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἴ­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κό οἶ­κο «Δι­α­γώ­νιος» καὶ τὸ ὁ­μό­νυ­μο πε­ρι­ο­δι­κό. Πρῶ­το του βι­βλί­ο εἷ­ναι ἡ Ἐ­πο­χή τῶν ἰ­σχνών ἀ­γε­λά­δων (ποί­η­ση, Κο­χί­ας, 1950). Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Γραμ­μά­των γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του, ἀρ­νή­θη­κε ὅ­μως νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει πα­ρα­πέμ­πον­τας γιὰ τοὺς λό­γους σὲ σχε­τι­κὸ κεί­με­νό του Ε­ναν­τί­ον τοῦ 1979.

Ἀναστασία Ἀμανατίδου: Ἐκεῖνος μπορεῖ

 

  Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου

Ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ


ΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΝ πλη­γώ­σει μὲ μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη μα­νί­α. Ὄ­χι, δὲν τῆς φτά­νει λί­γο αἱ­μα­τά­κι, μιὰ γρα­τσου­νιὰ ποὺ θὰ κλεί­σει σὲ δυ­ό-τρεῖς μέ­ρες, ὄ­χι, μὲ τί­πο­τα δὲ θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Θέ­λει νὰ τὸν σπά­σει, νὰ τὸν δεῖ ρη­μαγ­μέ­νο νὰ σέρ­νε­ται στὸ laminate πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Τὴν ἐ­ξορ­γί­ζει ποὺ τὴν κοι­τᾶ μ’ αὐ­τὰ τὰ μά­τια. Δὲν θέ­λει ἄλ­λο νὰ τὴν ἀ­κουμ­πᾶ μ΄ αὐ­τὰ τὰ χέ­ρια, ὅ­λο ἔν­νοι­α, μ’ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά. Φω­νά­ζει πὼς τὸν βα­ρέ­θη­κε ἡ ψυ­χή της, πὼς σκέ­φτε­ται τὸν πρώ­ην της (κι ἄς μὴν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια), πὼς εἶ­ναι κα­κὸς ἐ­ρα­στής. Ἐ­σὺ φταῖς ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ σ’ ἀ­γα­πῶ, τοῦ λέ­ει. Μὰ τὸν ζη­λεύ­ει φρι­κτά, για­τί ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ, καὶ γί­νε­ται ἔ­ξαλ­λη. Οὐρ­λιά­ζει πὼς τὸν σι­χαί­νε­ται, πὼς θὰ χα­ρεῖ πά­ρα πο­λὺ ἂν τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ, πὼς προ­τι­μᾶ νὰ πε­θά­νει μό­νη πα­ρὰ νὰ γε­ρά­σει μα­ζί του.

           Ὅ­ταν ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα, οὔ­τε ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὰ χα­λά­σμα­τα. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μιὰ φρι­κτὴ σκέ­ψη τὴν ἔ­κα­νε νὰ στρα­βο­πα­τή­σει: ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει τὴν ἀ­πώ­λεια.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου (Κα­στο­ριά, 1987). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Δι­δά­σκει στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἀρ. 2 (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να, 2013).



		

	

Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α: Ἡ κλή­ση σας εἶ­ναι σὲ ἀ­να­μο­νή



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α


Ἡ κλή­ση σας εἶ­ναι σὲ ἀ­να­μο­νή


ΑΘΕ ΠΡΩΪ ἄρ­χι­ζαν τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα, λί­γο πρὶν ἢ λί­γο με­τὰ τὶς ὀ­κτώ, αὐ­τὰ ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ ξυ­πνή­σουν τὴν μα­μά, ἐ­μεῖς ὄ­χι. Τὸ πρῶ­το το ἔ­παιρ­νε στὸ κρε­βά­τι μέ­χρι νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ κά­νει τὰ ἴ­δια δε­κα­έ­ξι βή­μα­τα ὣς τὸ μπά­νιο καὶ με­τὰ νὰ ἀ­νέ­βει στὴν ζυ­γα­ριά. Ἐ­μεῖς ἔ­πρε­πε νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦ­με μὲ ἡ­συ­χί­α, νὰ μὴν φᾶ­με κά­τι ποὺ μυ­ρί­ζει στὴν κου­ζί­να ὅ­σο ἔ­πι­νε τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ της, ἔ­τρω­γε ἕ­να κομ­μά­τι σκλη­ρὸ κί­τρι­νο τυ­ρὶ κι ἕ­να γι­α­ούρ­τι μὲ δη­μη­τρια­κὰ ὁ­λι­κῆς ἀ­λέ­σε­ως. Τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα συ­νε­χί­ζον­ταν, οἱ ἄν­θρω­ποι ζη­τοῦ­σαν τὴν γνώ­μη της γιὰ τὰ προ­σω­πι­κά τους θέ­μα­τα ποὺ πα­ρὰ τὴν κα­λή της δι­ά­θε­ση γιὰ συμ­βου­λὲς πα­ρέ­με­ναν ἄ­λυ­τα. Μὲ τὸ πέ­ρα­σμα τῶν ἐ­τῶν, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς συ­νο­μι­λη­τὲς πέ­θα­ναν, ὅ­πως ἡ Ἑ­λέ­νη ποὺ ἔ­με­νε στὴν Ρα­φή­να καὶ τὴν θυ­μό­μα­στε ὡς μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρί­με­νε στὴν στά­ση γιὰ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ἡ δι­α­δρο­μή του εἶ­χε κα­ταρ­γη­θεῖ. Ἄλ­λοι φο­βόν­του­σαν ὅ­τι θὰ πε­θά­νουν, ὅ­πως ἡ θεί­α ἡ Ἄν­να, κα­θη­γή­τρια νυ­χτε­ρι­νοῦ σχο­λεί­ου καὶ χει­με­ρι­νὴ κο­λυμ­βή­τρια, ποὺ ἔ­παιρ­νε γιὰ νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὶς ἰ­α­τρι­κές της ἐ­ξε­τά­σεις, γιὰ τὰ πο­λι­τι­κὰ καὶ τὴν ἀ­πο­γρα­φὴ ὅ­σων εἶ­χαν πε­θά­νει, ἕ­να γε­νε­α­λο­γι­κὸ δέν­τρο ἀ­πὸ «ἀρ­ρώ­στους» καὶ «τέ­ρα­τα». Ἐ­μεῖς δὲν συμ­πα­θού­σα­με τὴν θεί­α για­τὶ μᾶς ἔ­στελ­νε γρα­πτὲς ἐ­πι­στο­λὲς γε­μά­τες πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρά μας καὶ κυ­ρί­ως μᾶς σύ­στη­νε «νὰ μὴν ζοῦ­με πα­ρα­σι­τι­κά». Ὅ­σο ἡ μα­μὰ εἶ­χε κολ­λη­μέ­νο τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ αὐ­τὶ ἐ­μεῖς με­γα­λώ­να­με, μᾶλ­λον τυ­χαῖ­α, περ­νού­σα­με τὶς τά­ξεις στὸ σχο­λεῖ­ο κα­τα­με­τρών­τας τὰ «δέν» της. Ἡ μα­μὰ δὲν μα­γει­ρεύ­ει, δὲν κα­θα­ρί­ζει, δὲν βά­ζει πλυν­τή­ριο, δὲν σι­δε­ρώ­νει, δὲν θέ­λει νὰ πει­ρά­ζουν τὰ πράγ­μα­τα «της», δὲν λού­ζε­ται στὸ σπί­τι, πη­γαί­νει κομ­μω­τή­ριο ὅ­που δὲν ἀν­τέ­χει τὰ δά­χτυ­λα τῆς κο­πέ­λας ποὺ τῆς ἀγ­γί­ζουν τὸ κρα­νί­ο.

       Ὅ­πο­τε τῆς ἔ­κα­ναν πα­ρά­πο­να ὅ­τι τὸ ἔ­βρι­σκαν κα­τει­λημ­μέ­νο γιὰ ὧ­ρες, ἡ μα­μὰ τοὺς ἔ­λε­γζοχε «μι­λοῦ­σαν αὐ­τές». Τὰ βρά­δια τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ μπαμ­πὰς γιὰ νὰ μο­νο­λο­γή­σει γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ δι­ά­βα­ζε ἢ γιὰ νὰ τὴν βρί­σει ποὺ τὴν παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε παι­διὰ καὶ δὲν τὸν ἄ­φη­σε στὴν ἡ­συ­χί­α του χω­ρὶς ἔ­γνοι­ες κι ἔ­ξο­δα. Ἡ μα­μὰ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν δί­νου­με ση­μα­σί­α για­τὶ ὁ μπαμ­πὰς εἶ­ναι «ἄρ­ρω­στος» καὶ νὰ προ­σέ­ξου­με νὰ μὴν γί­νου­με σὰν αὐ­τόν. Ἐ­μεῖς τό­τε πη­γαί­να­με στὸ μπά­νιο καὶ κοι­τα­ζό­μα­σταν στὸν ὁ­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη. Γι­νό­μα­σταν τέσ­σε­ρις, δύ­ο πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μας, καὶ ἦ­ταν οἱ ἄλ­λες ποὺ ἔ­μοια­ζαν πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν μα­μὰ ἢ στὸν μπαμ­πά, ἐ­μεῖς μοι­ά­ζα­με μό­νο με­τα­ξύ μας. Τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν χτυ­ποῦ­σε μό­νο τὶς λί­γες ὧ­ρες πρὶν ξη­με­ρώ­σει κι ἔ­τσι μπο­ρού­σα­με, μί­α κά­θε βρά­δυ, ἡ ἄλ­λη πε­ρί­με­νε τὴν σει­ρά της, νὰ πᾶ­με στὸ κρε­βά­τι της καὶ νὰ πι­ά­σου­με τὸ χέ­ρι της ποὺ ξε­κου­ρα­ζό­ταν, νὰ μα­λά­ξου­με τὴν βεν­τά­λια ἀ­πὸ δέρ­μα με­τα­ξὺ δεί­κτη κι ἀν­τί­χει­ρα μέ­χρι νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θοῦ­με. Ὁ Αὔ­γου­στος ἦ­ταν ὁ πιὸ δύ­σκο­λος μή­νας γιὰ τὴν μα­μὰ για­τὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­φευ­γαν γιὰ δι­α­κο­πὲς κι αὐ­τὴ ἔ­με­νε νὰ ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ βου­βὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν εἶ­ναι κομ­μέ­νη ἡ γραμ­μή.

       Ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ μπαμ­πὰς κι ἀ­ναγ­κα­στή­κα­με νὰ που­λή­σου­με τὸ σπί­τι του, ἡ μα­μὰ με­τέ­φε­ρε τὸν ἀ­ριθ­μό του στὸ δι­κό μας καὶ μᾶς ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ γραμ­μὴ εἶ­ναι «γιὰ ἐ­μᾶς». Κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς δυ­ό μας δὲν πλή­ρω­σε τὸν λο­γα­ρια­σμὸ ὁ­πό­τε πρῶ­τα μᾶς τὸ ἔ­κο­ψαν καὶ με­τὰ κα­τάρ­γη­σαν τὸ νού­με­ρο. Ἡ μα­μὰ ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λη καὶ μὲ τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ αὐ­τὶ —ἡ θεί­α ἡ Ἄν­να νὰ πε­ρι­μέ­νει— μᾶς φώ­να­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε «τέ­ρα­τα» καὶ πὼς ἂν μπο­ροῦ­σε θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πί­σω ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἐ­πί­θε­τό μας. Μέ­σα στὴν τα­ρα­χὴ τῆς ἔ­πε­σε τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­σπα­σε καὶ βγῆ­καν ἔ­ξω οἱ μπα­τα­ρί­ες πού, ἀ­κο­λου­θών­τας δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πο­ρεί­α, κύ­λη­σαν ἡ κα­θε­μί­α μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας. Τὶς πή­ρα­με στὰ χέ­ρια μας προ­σε­χτι­κὰ σὰν κά­λυ­κες ἀ­πὸ σφαῖ­ρες, μό­νο το σὺν καὶ τὸ πλὴν τὶς προ­δι­δε, καὶ τό­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς δυ­ό μας ἔ­βα­λε τὴν μπα­τα­ρί­α στὸ στό­μα καὶ τὴν κα­τά­πι­ε, ἡ ἄλ­λη πε­ρί­με­νε τὴν σει­ρά της.



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Χρη­μα­τι­στη­ρια­κὰ καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Κώστα Κατσουλάρη. Δι­η­γή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Book Press καὶ στὸ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Τάσος Χατζητάτσης: Ὁ Μακέλης


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Ὁ Μα­κέ­λης


 ΜΑΚΕΛΗΣ που­λοῦ­σε σά­μα­λι στὴν ὁ­δὸ Σχο­λεί­ων, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γυ­μνά­σιο. Τὰ βρά­δια μᾶς μά­ζευ­ε στὴν κά­μα­ρη ποὺ εἶ­χε γιὰ ἀ­πο­θή­κη, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες τοῦ Ἀ­η-Γιά­ννη. Πη­γαί­να­με πέν­τε-ἕ­ξι μα­ζὶ καὶ δὲ φο­βό­μα­σταν. Μᾶς μοί­ρα­ζε ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες, φθαρ­μέ­νες στὶς γω­νι­ές, μὲ γυ­ναῖ­κες γυ­μνὲς καὶ μᾶς παί­δευ­ε μὲ τὰ σκλη­ρά του χέ­ρια ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, μέ­χρι ποὺ ἕ­να βρά­δυ ὁ Γι­ῶρ­γος, σπαρ­τα­ρών­τας ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, τοῦ μού­σκε­ψε τὸ χέ­ρι. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­φερ­νε καὶ γυ­ναῖ­κες ζων­τα­νὲς γιὰ τοὺς με­γά­λους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ Σο­φί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πή­γα­νε γιὰ μπά­νιο στὴν Πε­ραί­α. Οὔ­τε ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε, τὴν εἶ­χαν κι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στε­νά, μό­νο πέν­τε λε­πτὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ στὴν Κο­ρομη­λᾶ. Τοὺς χει­μῶ­νες σκο­τεί­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν κρα­τοῦ­σες στὶς γω­νι­ὲς καὶ τὸ χέ­ρι τυ­φλὸς λα­γὸς νὰ τρέ­χει στὶς φτέ­ρες τοῦ κορ­μιοῦ ὣς τὴ γω­νιὰ ποὺ εἶ­χαν βά­λει τὰ συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα στὶς δι­α­δη­λώ­σεις γιὰ τὴν Κύ­προ. Μᾶς εἶ­χαν σχο­λά­σει νω­ρίς, ἐ­μεῖς χα­ρὲς καὶ οἱ τσάν­τες ἀ­ε­ρο­πλά­να. Στὸ σπί­τι τοὺς εἴ­χα­με πε­ρὶ πολ­λοῦ τοὺς Ἐγ­γλέ­ζους, ἦ­ταν καὶ τὸ παλ­τὸ τοῦ πα­τέ­ρα, ἀ­θά­να­το ἐγ­γλέ­ζι­κο ὕ­φα­σμα κά­θε Σε­πτέμ­βρη πιὸ λαμ­πε­ρὸ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη καὶ σὺ ἕ­νας σβῶ­λος ἀ­πὸ ψί­χα ψω­μιοῦ νὰ τὸν μα­λά­ζεις μέ­σα στὰ δά­χτυ­λα, κρυ­φὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἤ­θε­λε ἀ­κό­μα ἕ­ξι χρό­νια γιὰ τὸ 15 τοῖς ἑ­κα­τό, τό­τε θὰ βγαί­να­με γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ φοι­τη­τὲς νὰ μᾶς πά­ρουν, οἱ κα­θη­γη­ταὶ νὰ τοὺς δι­ώ­χνουν, δὲν μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, τρα­βή­ξα­με γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, ὁ­λό­κλη­ρη τά­ξη, καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μᾶς ἀ­πέ­βα­λαν. Ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἤ­θε­λε νὰ ’ρ­θε­ῖ στὸν γυ­μνα­σιά­ρχη, ἄλ­λη φο­ρὰ θὰ μοῦ ἔ­κο­βε τὰ πό­δια ἂν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἐ­λα­σί­τες καὶ τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, μό­νο λί­γοι μεῖναν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ φώ­να­ζαν μὲ τοὺς φοι­τη­τές, οἱ στά­σι­μοι κι οἱ ἄ­τα­κτοι. Ὁ γυ­μνα­σιά­ρχης κλεί­δω­σε τὶς πόρ­τες κι ἡ χο­ρω­δί­α νὰ ψέλ­νει τὴν προ­σευ­χὴ γιὰ νὰ μὴν ἀ­κοῦ­με. Κι ὁ Μα­κέ­λης ἐ­λα­σί­τες τοὺς ἔ­λε­γε, ὅταν τὸν ἔ­πνι­γε ὁ βή­χας, πά­λι ὁ ἐ­λα­σί­της μὲ θυ­μή­θη­κε, ἔ­λε­γε κι ἄρ­χι­ζε τὴν ἴ­δια πάν­τα ἱ­στο­ρί­α φθαρ­μέ­νη στὶς γω­νί­ες ὅ­πως οἱ φω­το­γρα­φί­ες του. Ἔ­φευ­γαν οἱ Γερ­μα­νοί, ἔμ­παι­νε ὁ Μάρ­κος, ἡ πό­λη στὰ χέ­ρια τους, ὁ Μπα­κιρ­τζῆς στὸ Γ’ Σῶ­μα. Τὸν στα­μά­τη­σαν στὴν ἀρ­χὴ τῆς Σχο­λεί­ων, ἦ­ταν δυ­ὸ ἐλα­σί­τες, θέ­λαν νὰ τὸν πά­ρουν μα­ζί. Ἔ­πε­σε κά­τω μὲ σπα­σμούς, ἄ­σπροι ἀ­φροὶ στὸ στό­μα, οἱ ἄλ­λοι φο­βή­θη­καν. Ὁ ἕ­νας πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρό­τσι νὰ τὸν με­τα­φέ­ρουν, ὁ ἄλ­λος τοῦ κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι νὰ μὴν τὸ κτυ­πᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Παι­δί, εἶ­χε χνού­δι γιὰ γέ­νια, σὰν τὸν Ἅ­γιο Ὀ­νού­φριο, ἔ­λε­γε ὁ Μα­κέ­λης, κι ὅ­ταν με­ῖ­ναν μό­νοι, μὲ τὴ λά­μα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ κομ­μά­τια τοῦ σά­μα­λι πά­νω στὴν τά­βλα, τὸν ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο σὰν σφα­χτά­ρι. Τὸν κύ­λη­σε στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, ἐ­κεῖ δε­ξιὰ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων καὶ τὸ ’βα­λε στὰ πό­δια γιὰ τὴ ΧΑΝ, ὅπου εἶ­χαν ἀμ­πα­ρω­θεῖ οἱ δι­κοί του. Ὕ­στε­ρα τὰ πού­λη­σε, τὴν τά­βλα καὶ τὸ στέ­κι, σ’ ἕ­ναν ἐ­λα­φρὺ ἀ­πὸ τὰ Δι­α­βα­τά, καὶ μό­νο τὰ με­ση­μέ­ρια κα­τέ­βαι­νε στὴ Σχο­λεί­ων. Μᾶς μά­ζευ­ε ὅσα λε­φτὰ εἴ­χα­με καὶ μᾶς πή­γαι­νε στὸ ἰ­σό­γει­ό τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Μᾶς ἄ­νοι­γε μιὰ γριὰ ξε­ρα­κια­νή, μᾶς περ­νοῦ­σε στὸ σα­λό­νι κι ἔ­βγαι­νε ἡ ἄλ­λη μὲ τὶς νυ­χτι­κι­ές, κα­θό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Μα­κέ­λη, χά­δια καὶ φι­λιὰ κι αὐ­τὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὰ λε­φτὰ ποὺ μᾶς εἶ­χε μα­ζέ­ψει, δραχ­μὲς γιὰ κου­λού­ρια, τε­τρά­δια ἢ καὶ κλεμ­μέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες τοῦ πα­τέ­ρα, τῆς σή­κω­νε τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ μᾶς ἄ­φη­νε νὰ βλέ­που­με τὰ γυ­μνά της πό­δια καὶ τὸ χέ­ρι του νὰ τρυ­πώ­νει ἀ­νά­με­σα. Κι ὅταν τοῦ μα­ζέ­ψα­με ἕ­να πε­νην­τά­ρι, ἦ­ταν ὁ ἔ­ρα­νος τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ρο­ῦ, τῆς σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς γο­φοὺς καὶ μᾶς ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ἕ­να της τὸ στῆ­θος ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ πε­τά, νὰ φεύ­γει, νὰ φέρ­νει γύ­ρους καὶ μὲ τὸ σφύ­ριγ­μα νὰ ἔρ­χε­ται στὴν πα­λά­μη του λευ­κὸ μὲ τὸ ράμ­φος τῆς θη­λῆς μαῦ­ρο. Φεύ­γον­τας, ὁ Γι­ῶρ­γος, κόκ­κι­νος μέ­χρι τὰ αὐ­τιά, πό­σα θὲς γιὰ ἕ­να βρά­δυ; τὸν ρώ­τη­σε, κι ὁ Μα­κέ­λης: «γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἢ τί­πο­τα», καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὸ τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σαν οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις στὸ ἰ­σό­γει­ο καὶ σι­γὰ-σι­γὰ ξέ­κο­ψαν ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, ὁ Γι­ῶρ­γος πρῶ­τα, ὁ Νί­κος ὕ­στε­ρα κι ὁ Ἄγ­γε­λος, ποὺ ὅλοι τὸν εἴ­χα­με γιὰ ὀρ­φα­νό, πρό­σε­χε τὸν Μα­κέ­λη, μοῦ λέ­ει, τὸν θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τοῦ «Παύ­λου Με­λᾶ». Τό­τε εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νὰ ξε­θαρ­ρεύ­ου­με, πή­γα­με καὶ στὸν Πα­παν­δρέ­ου, μι­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ «Ὀ­λύμ­πιον», ὁ κό­σμος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς τὴ θά­λασ­σα, ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α στὰ στε­νά τῆς Καλα­πο­θά­κη καὶ τῆς Ἡ­ρο­δό­του. Μὲ τὸν Μα­κέ­λη μό­νον τυ­χαῖ­α βρι­σκό­μα­σταν πιά, εἶ­χε αὐ­το­κί­νη­το τώ­ρα, χα­νό­ταν κι οἱ ἄλ­λοι μό­νι­μα δί­πλα, μα­ζί του, ὅλα γι’ αὐ­τοὺς τὰ ξό­δευ­ε, ἔ­λε­γαν. Τοὺς συ­ναν­τή­σα­με μιὰ φο­ρὰ στὴν «Ἀ­στόρια», στὰ μπι­λιά­ρδα, ἔπι­α­σε ὁ βή­χας τὸν Μα­κέ­λη, ὁ ἐ­λα­σί­της, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Γι­ῶρ­γος, ἔ­κα­νε τὸν κου­φό, προ­ο­δευ­τι­κὸς δή­λω­νε τώ­ρα κι οἱ ἄλ­λοι στὴ νε­ο­λαί­α καὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα στὴν Πο­λω­νί­ας μὲ τοὺς ἐκο­φίτες. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θαν χρό­νια ποὺ τοὺς ἀ­πο­φεύ­γα­με κι ἄλ­λα χρό­νια ποὺ γύ­ρι­ζαν τὸ κε­φά­λι μή­πως καὶ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­σου­με καὶ τώ­ρα τε­λευ­ταῖα πά­λι χαι­ρε­τι­ό­μα­στε. Χά­θη­κε καὶ τὸ ὑ­πό­γει­ο τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως, ἔ­γι­νε πο­λυ­κα­τοι­κί­α ὅ­λο ἰ­α­τρεῖ­α, ἄλ­λα­ξαν οἱ πιά­τσες καὶ ἡ Σχο­λεί­ων ἔ­γι­νε πε­ζό­δρο­μος μὲ τρα­πε­ζά­κια, πρά­σι­νο καὶ φοι­νι­κι­ές. Κι ἕ­να βρά­δυ, κα­λο­καί­ρι, τὸ πρό­τει­νε ἡ Ἑ­λέ­νη, ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ σι­νε­μά, κα­θί­σα­με γιὰ ἕ­να πο­τὸ ἐ­κεῖ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων, παι­διὰ πο­λύ­χρω­μα καὶ μου­σι­κές. Ἤ­μα­σταν πα­ρέ­α ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Ἄγ­γε­λος κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας. Εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ δι­α­κο­πές, πή­γαι­ναν σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­α μὲ πι­σί­να, δὲν τὴν μπο­ροῦ­σε τὴν ἄμ­μο ὁ Ἄγ­γε­λος, τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε στὰ πό­δια, στὶς οὖ­λες, ἀ­πὸ δυ­στύ­χη­μα ἔ­λε­γε ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν. Εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει τὴ Σο­φί­α φέ­τος, στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, δὲν τὸν χαι­ρέ­τη­σε. Ὁ ἄν­τρας της μὲ τὴν ΒΜW νὰ κυ­νη­γά­ει του­ρί­στρι­ες κι αὐ­τὴ μὲ τὰ παι­διά, μα­ρα­μέ­νη, γυ­μνό­στη­θη στὸν ἥ­λιο. Μό­νο τὰ μά­τια της μέ­να­νε κι οἱ χα­ρα­κι­ὲς δί­πλα στὸ χα­μό­γε­λο, γυ­μνὲς πα­ρεν­θέ­σεις. Ὁ Γι­ῶρ­γος πα­ράγ­γει­λε ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πο­τὰ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε μα­ζὶ μὲ τὰ ἠ­χεῖ­α τὸ No milk today. Θυ­μό­ταν τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴν πα­ρα­λί­α τῆς Κα­τε­ρί­νης. Τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο βου­λι­αγ­μέ­νο μέ­χρι τὰ ὕ­φα­λα στὴν ἄμ­μο. Σβή­σα­με τὴν γκα­ζό­λαμ­πα. Τὸ σκο­τά­δι πυ­κνό, δὲν ἔ­κρυ­βε τί­πο­τα. Δι­και­ο­σύ­νη γιὰ κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Οἱ γυ­ναῖ­κες μας ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι δὲν χά­νε­ται ἔ­τσι ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Ἔ­φται­γε κι ἡ ἴ­δια, ποὺ ἔ­με­νε γαν­τζω­μέ­νη στὸν ἄν­τρα της, νὰ ἀ­να­λώ­νε­ται στὸ νοι­κο­κυ­ριὸ καὶ στὰ παι­διά. Ἄρ­χι­σε τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ὁ Ἄγ­γε­λος κι ἡ βρα­διὰ τέ­λει­ω­νε ὄ­μορ­φα. Ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι. Μό­νον ὅ­ταν ἦ­ταν νὰ φύ­γου­με κι ὄρ­θιοι πε­ρι­μέ­να­με τὰ ρέ­στα ἀ­πὸ τὸν λο­γα­ρια­σμό, εἶ­πε ὁ Γι­ῶρ­γος γιὰ τὸ χέ­ρι τοῦ Μα­κέ­λη. Πό­σο ἄ­δι­κα τὸ ἔ­φα­γε τὸ ἀ­μού­στα­κο παι­δί, ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν στὴ γω­νιά, ὅ­πως φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων. «Γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἤ τί­πο­τα», τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Ἄγ­γε­λος. «Καὶ βέ­βαι­α τί­πο­τα», πε­ρη­φα­νεύ­τη­κε ὁ Γι­ῶρ­γος καὶ γε­λού­σα­με, ἄ­νε­με­λοι γιὰ τὸ αἷ­μα τοῦ ἐλα­σί­τη, ξέ­νο αἷ­μα, ξε­χα­σμέ­νο κά­τω ἀ­πὸ τὶς πλά­κες τοῦ πε­ζό­δρο­μου· ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι.

(Προ­δί­δει ἡ γρα­φή, Ἄγ­γε­λε, ὅ­πως ἡ Σο­φί­α σὲ κεί­νη τὴν ἐκ­δρο­μή. Ἐ­σὺ ὅ­μως ξέ­ρεις, κά­θε μέ­ρα περ­νᾶς ἀ­πὸ τὴ Σχο­λείων, οὔ­τε φαρ­δαί­νει οὔ­τε πε­ζό­δρο­μος ἔ­γι­νε. Μὴ φο­βᾶ­σαι λοι­πόν, ἄ­σε με νὰ φτιά­χνω ἱ­στο­ρί­ες.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πεζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997).

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Σπού­δα­σε Ὀ­δον­τι­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Χάρ­τηςἘν­τευ­κτή­ριοΠα­ρα­φυά­δα καὶ Ὑ­πό­στε­γο. Τὸ 1998 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου πε­ζο­γρά­φου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω).