Ντὰγκ Λόν (Doug Long): Ὁ χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα



Ντὰγκ Λόν (Doug Long)


χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα

(Time and money)


ΣΤΑ εἴ­κο­σί του ἦ­ταν ἐρ­γα­σι­ο­μα­νὴς στὰ τριά­ντα του πλού­σιος.

       «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρῆ­μα», τοῦ ΄λέ­γε πάν­τα ὁ πα­τέ­ρας του. «Νὰ μὴ ση­κώ­νεις κε­φά­λι, νά ‘χεις τὸ νοῦ σου στὸν πα­ρά.»

       Στὰ τριά­ντα ὀ­χτὼ ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­σή του φα­λί­ρι­σε. Ἡ γυ­ναί­κα του τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Ἀρ­ρώ­στη­σε σο­βα­ρά.

       Τώ­ρα, ποὺ ἀ­νάρ­ρω­σε, θαυ­μά­ζει τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ λέ­ει στὰ παι­διά του: «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα χρῆ­μα.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Ντὰγκ Λόν (Doug Long). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Σύρμου Βάνια: Τερματικὸς σταθμός


Βά­νια Σύρ­μου


Τερ­μα­τι­κὸς σταθ­μός


15.42. ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑ. Τὸ τρέ­νο μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸν Πει­ραι­ὰ φθά­νει σὲ δύ­ο λε­πτά. Ἡ πλατ­φόρ­μα γε­μί­ζει κό­σμο. Στέ­κε­ται κον­τὰ στὴν κί­τρι­νη γραμ­μή. Οἱ μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν της μό­λις ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πε­ρι­μέ­νει τὸ τρέ­νο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Δὲν κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι, εἶ­ναι σί­γου­ρη πὼς θὰ­ ’ρ­θεῖ στὴν ὥ­ρα του. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα χω­ρὶς κα­μιὰ ἐ­ξαί­ρε­ση. Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη στὶς 15.40 βρί­σκε­ται στὸ σταθ­μό. Τὴν ὁ­δη­γοῦν τὰ πό­δια της, χω­ρὶς πάν­τα νὰ τὸ θέ­λει. Μὲ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι καὶ ὤ­μους κυρ­τοὺς κοι­τά­ζει τὸ ὅ­ριο τῆς κί­τρι­νης γραμ­μῆς. Τὸ βά­ρος της γέρ­νει πρὸς τὰ μπρός. Πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου, ν’ ἀ­νοί­ξουν οἱ πόρ­τες καὶ νὰ κρυ­φτεῖ στὸ βα­γό­νι.

         Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.

         Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

          «Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της , δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;». «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω» ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας.

         Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;». «Λοι­πὸν τί;». Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση» τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;». «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…». Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.

         Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Βγαί­νουν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φρὰ στὴν πλά­τη δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι ζευ­γά­ρι. Προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νε­α­ρῶν ποὺ τοὺς κλεί­νουν τὸ δρό­μο χει­ρο­κρο­τών­τας. Ὁ συ­νο­δός της φαί­νε­ται νὰ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ ση­κώ­νον­τας τὰ χέ­ρια ψη­λὰ σὲ στά­ση θριά­μβου.

         «Κα­λά, φί­λε δὲν παί­ζε­σαι! Μὲ τὴ ση­με­ρι­νή σου ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­νέ­βη­κες ἐ­πί­πε­δο στὸ ‘HUMAN CATCH’! Ὁ χρό­νος ποὺ τερ­μά­τι­σες ἦ­ταν κα­τα­πλη­κτι­κός!» Ἀ­κού­ει τὰ ἐν­θου­σι­ώ­δη σχό­λια τῆς πα­ρέ­ας ποὺ τὸν ἐ­πι­βρα­βεύ­ει γιὰ τὸ ὑ­ψη­λὸ σκόρ. Αὐ­τὸ ποὺ κα­τα­φέρ­νει νὰ δεῖ στὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν τους κα­θὼς τὰ κ­ρα­δαί­νουν θριαμ­βευ­τι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­αυ­τός της, ἀ­πα­θα­να­τι­σμέ­νος σὲ μιὰ κλεμ­μέ­νη στιγ­μὴ στὸ βα­γό­νι τοῦ τρέ­νου, μὲ τὸ σύ­νο­λο τῶν κερ­δι­σμέ­νων πόν­των κά­τω δε­ξιά. Μὲ βλέμ­μα ἀ­κί­νη­το τὸν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει. Δὲν τῆς ἀ­παν­τᾶ. Τὸν βλέ­πει νὰ ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους γε­λών­τας μὲ τὴν ἄ­νε­ση τοῦ νι­κη­τῆ.

         Χω­ρὶς νὰ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις, κα­τευ­θύ­νε­ται μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο τοῦ σταθ­μοῦ, ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς στὸ χέ­ρι της κρα­τά­ει ἀ­κό­μη τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι. Δὲν τὸ πε­τᾶ. Τὸ κρα­τᾶ γιὰ νὰ τῆς θυ­μί­ζει τί δὲν πρέ­πει πιὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρίο ντὲ Τζαέιρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­στη­μῶν τῆς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς καὶ τοῦ Ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α.


 

Μι­χα­ή­λα Πλια­πλιά: Θέ­ση Νε­κρά



Μι­χα­ή­λα Πλια­πλιά


Θέ­ση Νε­κρά


ὸ δε­ξί του χέ­ρι ἀ­να­παύ­ε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο ἄ­το­να πά­νω στὸν μο­χλὸ τῶν τα­χυ­τή­των. Σὲ κά­θε ἐ­πα­νά­λη­ψη τῆς ἐ­πι­λο­γῆς τῆς Νε­κρᾶς ἐ­φαρ­μό­ζει, πρὶν πε­ρά­σει στὴν στά­ση ἀ­νά­παυ­σης, κι­νή­σεις ὅ­μοι­ες μὲ αὐ­τὲς ποὺ συ­νο­δεύ­ουν τὴν προ­σπά­θεια ἀ­πο­τί­να­ξης ἑ­νὸς ἐν­τό­μου ποὺ αἰφ­νι­δί­ως ἔ­χει ἐ­πι­κα­θί­σει στὸ χέ­ρι ἢ αἰφ­νι­δί­ως ἔ­χει ἐ­νο­χλή­σει: ἕ­να τα­χὺ τρέ­μου­λο τοῦ τε­λευ­ταί­ου μὲ ἄλ­λα λό­για. Ὁ λε­βι­ὲς τραν­τά­ζε­ται κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν χτυ­ποῦν πό­τε ἡ κυρ­τω­μέ­νη του πα­λά­μη, πό­τε ὁ ἀν­τί­χει­ρας καὶ πό­τε τὰ ὑ­πό­λοι­πα δά­χτυ­λα. Μοιά­ζει σὰν αὐ­τοὶ οἱ σπα­σμοὶ ἐξ συ­νη­θεί­ας νὰ εἶ­χαν ἀρ­χι­κά, καὶ γιὰ ὅ­σο πα­ρέ­με­νε ἄ­πει­ρος ὡς ὁ­δη­γός, κά­ποι­α λει­τουρ­γί­α· ἴ­σως ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο το ὅ­τι ὁ μο­χλὸς βρί­σκε­ται ὄν­τως στὴ νε­κρὰ θέ­ση.

 

 


Μιχαήλα Πλιαπλιά (Κα­βά­λα, 1980). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στη­μια­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας  IUAV, στὸ Τε­χνο­λο­γι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ντὲλφτ TU Delft καὶ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος σπου­δῶν τῆς Ἀ­νώ­τα­της Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν «Ψη­φια­κὲς Μορ­φὲς Τέ­χνης». Ἔρ­γα της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ σὲ ἐκ­θέ­σεις τέ­χνης καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ὅ­πως στo «Learning from Cities» (10η Μπι­ε­νά­λε Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Βε­νε­τί­ας, 2006, Βε­νε­τί­α / Μα­κε­δο­νι­κὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης, 2007, Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πο­τε­λεῖ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ δι­κτύ­ου καλ­λι­τε­χνώ­ν Res Ratio Network. Λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να καὶ δο­κί­μια ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Λίλη Μιχαηλίδου: Γυάλινος δίσκος


Λί­λη Μι­χα­ηλί­δου


Γυ­ά­λι­νος δί­σκος


[…Τὸ ἄγγιγμα ἑ­νὸς πο­λύ­τι­μου βι­βλί­ου ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε γιὰ τὸν Μέντελ

ὅ,­τι γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο ἡ συ­νεύ­ρε­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα…]


Στέ­φαν Τσβά­ιχ

Ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης Μέν­τελ


ΑΘΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ἀπὸ τὸν πάγ­κο, ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Ὑ­πο­λο­γί­ζω τὸ ὕ­ψος του, ἕ­να καὶ ἑ­βδο­μήν­τα πέν­τε, ἴ­σως καὶ ὀ­γδόν­τα, λε­πτός, κα­στα­νὰ μαλ­λιὰ ἕ­ως τοὺς ὤ­μους· κά­ποι­ες στιγ­μὲς τοῦ­φες ξε­φεύ­γουν καὶ πέ­φτουν στὸ πρό­σω­πό του, τὶς παίρ­νει ἁ­πα­λὰ καὶ τὶς στε­ρε­ώ­νει πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἀ­φτιά. Τὰ μά­τια του ἔ­χουν τὴν σπιρ­τά­δα τῆς νι­ό­της καὶ ἐκ­πέμ­πουν τὴ σι­γου­ριὰ πὼς κα­τέ­χουν αὐ­τὸ ποὺ κοι­τά­ζουν. Οἱ κι­νή­σεις του γρή­γο­ρες, σβέλ­τες σὰν θε­ρι­στῆ· τὰ δά­χτυ­λά του μὲ μα­ε­στρί­α χα­ϊ­δεύ­ουν τὰ πλῆ­κτρα τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ, ὅ­πως θὰ χά­ι­δευ­αν ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να δί­νει πλη­ρο­φο­ρί­ες στοὺς πε­λά­τες γιὰ τὸ ποῦ θὰ βροῦν, ποι­ὸ βι­βλί­ο.

        Ἀ­παν­τᾶ σὲ ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ βι­βλί­α, γιὰ συγ­γρα­φεῖς, γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, γιὰ συγ­γράμ­μα­τα, ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, ὁ­δη­γούς, λε­ξι­κά· ση­κώ­νε­ται πά­ει στὰ ρά­φια, προ­σθέ­τει νέ­α βι­βλί­α, με­τα­κι­νεῖ τὰ πα­λιά. Τὸ ὅ­λο πα­ρου­σι­α­στι­κό του μοιά­ζει μὲ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς ἄλ­λου βι­βλί­ου ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις στὰ ρά­φια, οὔ­τε εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο γιὰ δι­ά­βα­σμα.

        Ἀ­πὸ μι­κρὸς μπαι­νό­βγαι­νε σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ γεύ­ση τῶν βι­βλί­ων. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει, βρῆ­κε ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ζη­τοῦ­σε. Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἔ­γνοι­α του, προ­σέ­δι­δε στὰ βι­βλί­α μιὰ δι­κή τους, ξε­χω­ρι­στὴ ζω­ή. Τὶς ὧ­ρες ἐρ­γα­σί­ας δὲν ἦ­ταν μό­νος, ἔ­νι­ω­θε ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω του· οἱ πε­λά­τες δὲν στα­μα­τοῦ­σαν νὰ μπαι­νο­βγαί­νουν, νὰ ψά­χνουν, νὰ ρω­τοῦν, νὰ δι­α­βά­ζουν, νὰ ἀ­γο­ρά­ζουν, νὰ πα­ραγ­γέλ­νουν, νὰ συ­ζη­τοῦν, νὰ ἀ­να­λύ­ουν, νὰ ἀ­πορ­ρο­φοῦν καὶ νὰ χορ­ταί­νουν μὲ νέ­ες καὶ πα­λι­ὲς ἐκ­δό­σεις, ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζαν. Τὰ βι­βλί­α, ἔ­λε­γε, συν­δέ­ουν τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, τοὺς βο­η­θοῦν νὰ ξε­περ­νοῦν τὴ γεύ­ση τοῦ ἐ­φή­με­ρου καὶ τῆς λή­θης.

        Κά­θο­μαι στὸ κα­φὲ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Εἶ­ναι γε­μά­το κό­σμο ποὺ ρου­φά­ει κι ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸν κα­φὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­τι τὰ βι­βλία. Παίρ­νω ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ φυλ­λο­με­τρῶ, μὰ τὰ μά­τια μου εἶ­ναι στραμ­μέ­να πά­νω του. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, μὲ κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ μὲ νό­η­μα· συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά του. Ὁ κό­σμος πε­ρι­μέ­νει οὐ­ρὰ στὸ τα­μεῖ­ο, ὄ­χι γιὰ πο­λύ, για­τί ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­ται γρή­γο­ρα. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ νε­α­ρή, μὲ μα­κριὰ ἴ­σια μαλ­λιά, τζίν, πα­πού­τσια πά­νι­να, τα­γά­ρι σταυ­ρω­τὸ στὸν ὦ­μο της.

        Τὰ μά­τια του πέ­φτουν πά­νω της, αὐ­τὴ κοκ­κι­νί­ζει, δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ σει­ρά της, αὐ­τὸς βι­ά­ζε­ται νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τοὺς πε­λά­τες μπρο­στά της, τὸ βλέ­πω στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ δά­χτυ­λά του στὸ τα­μεῖ­ο. Φτά­νει ἡ σει­ρά της, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δὲν θέ­λει νὰ τε­λει­ώ­σει, τὸ βλέμ­μα του τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, τὰ μά­γου­λά της κοκ­κι­νί­ζουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μα­ζὶ μὲ τὰ βι­βλί­α, τῆς βά­ζει στὴν τσάν­τα κι ἕ­να χαρ­τά­κι, ἴ­σως τὸ τη­λέ­φω­νό του, σκέ­φτο­μαι.

        Ἡ νε­α­ρή τὰ παίρ­νει καὶ κά­θε­ται στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Βγά­ζει ἕ­να-ἕ­να τὰ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ φυλ­λο­με­τρᾶ, τὰ ξα­να­βά­ζει στὴν τσάν­τα. Στὸ χέ­ρι της εἶ­ναι τώ­ρα τὸ χαρ­τά­κι τοῦ βι­βλι­ο­πώ­λη. Μὲ γρή­γο­ρη κί­νη­ση βά­ζω τὰ γυα­λιά μου, τὸ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι σω­στό, μὰ κά­τι μὲ σπρώ­χνει νὰ κοι­τά­ξω τὸ ση­μεί­ω­μα, «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη» γρά­φει, ἡ καρ­διά μου σκιρ­τά­ει λὲς καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο γιὰ μέ­να. Μὲ συγ­κί­νη­σε, πρῶ­τα ἡ χει­ρο­νο­μί­α μὲ τὸ χαρ­τὶ καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη». Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη νέ­οι ρο­μαν­τι­κοὶ στὶς μέ­ρες μας; Σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χουν, νὰ ποὺ τὸ βλέ­πω μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια.

        Ἡ κο­πέ­λα δι­πλώ­νει τὸ χαρ­τά­κι καὶ τὸ βά­ζει στὸ τα­γά­ρι της. Ση­κώ­νει τὰ μά­τια νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Δὲν ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Τὸν ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα της. Τὸν εἶ­δε στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ μιὰ κο­πέ­λα κα­τε­βά­ζον­τας βι­βλί­α ἀ­πὸ τὰ ψη­λὰ ρά­φια. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκά­λα, τὴν παίρ­νει πα­ρά­με­ρα, τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ τῆς δί­νει στὰ πε­τα­χτὰ ἕ­να φι­λί. Ἡ νε­α­ρὴ δί­πλα μου πα­γώ­νει. Στὰ μά­τια της ἄ­να­ψε μιὰ ἔκ­πλη­ξη ἀ­νά­μει­κτη μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ξα­να­βγά­ζει τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, τὸ τσα­κί­ζει στὴ χού­φτα της, ση­κώ­νε­ται καὶ τὸ πε­τά­ει πά­νω στὸν πάγ­κο, δί­πλα στὴν τα­μεια­κὴ μη­χα­νή. Ὥ­σπου νὰ ψά­ξω νὰ δῶ ποῦ ἦ­ταν ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, ἡ κο­πέ­λα εἶ­χε ἤ­δη βγεῖ στὸ δρό­μο.

        Ἔ­νι­ω­σα κά­τι νὰ σπά­ει μὲ πά­τα­γο, σὰν ἕ­νας γυ­ά­λι­νος δί­σκος μὲ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου, νὰ πέ­φτει στὸ μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα καὶ τὰ κομ­μά­τια τους νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται σὲ ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ κα­φέ…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λη Μι­χα­η­λί­δου (Λευ­κω­σί­α). Ποί­η­ση. Πε­ζο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ πό­λη δὲν θέ­λει συ­στά­σεις (Με­λά­νι, ἀ­φη­γή­μα­τα, 2011). Ποι­ή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Ντίνος Χριστιανόπουλος: Βίοι παράλληλοι


Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος


Βί­οι πα­ράλ­λη­λοι


ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΘΗΝΑ τοῦ 1860 με­σου­ρα­νοῦ­σε ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ραγ­κα­βῆς. Ἀ­ρι­στο­κρά­της Φα­να­ρι­ώ­της, ὑ­πῆρ­ξε εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια κα­θη­γη­τὴς τῆς ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, δι­ε­τέ­λε­σε πρε­σβευ­τὴς καὶ ὑ­πουρ­γὸς τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν, ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε τὴν Ἑλ­λά­δα στὸ συ­νέ­δριο τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα δι­έ­πρε­ψε ὡς δι­ά­ση­μος λο­γο­τέ­χνης.

            Ὡς ποι­η­τής, εἶ­χε κά­τι ἀ­π’ τὴν ἀ­βρό­τη­τα τῶν στι­χουρ­γῶν τοῦ Φα­να­ριοῦ. Στὰ πρῶ­τα του ποι­ή­μα­τα ἦ­ταν ζε­στὴ ἀ­κό­μα ἡ ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ λα­ϊ­κὰ θέ­μα­τα καὶ τὴν κοι­νὴ λα­λιά. Συ­νέ­θε­τε μά­λι­στα καὶ στί­χους γιὰ τρα­γου­δά­κια τοῦ συρ­μοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα προ­σαρ­μό­στη­κε στὶς ἀ­παι­τή­σεις τῶν και­ρῶν καὶ τῆς βαβαρο­κρα­τί­ας, τὸ γύ­ρι­σε στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα καὶ τὰ ἀρ­χαῖ­α θέ­μα­τα κι ἔ­γι­νε ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ.

            Πιὸ ρα­φι­νά­το πνεῦ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν ἐ­πο­χή του. Πε­ρι­ζή­τη­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να σα­λό­νια, μι­λών­τας μὲ ἄ­νε­ση τέσ­σε­ρις γλῶσ­σες, δι­έ­πρε­πε ὄ­χι μό­νο σὲ ὑ­πο­κλί­σεις καὶ χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἀ­νεκ­δο­το­λο­γί­α. Εἶ­χε πολ­λὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ γιὰ τὶς σχέ­σεις του μὲ τὸν Μπί­σμαρκ ἢ γιὰ τὴ γνω­ρι­μί­α του μὲ τὸν Οὐ­ί­τμαν ὅ­ταν ἔ­κα­νε πρε­σβευ­τὴς στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον. Σὲ κάμ­πο­σα σα­λό­νια τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοὶ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν ποιός ἦ­ταν πρω­θυ­πουρ­γὸς στὴν Ἑλ­λά­δα, ἤ­ξε­ραν ὅ­μως πὼς ἡ Ἑλ­λὰς εἶ­χε ἕ­ναν λο­γο­τέ­χνη πρώ­του με­γέ­θους, τὸν Ραγ­κα­βῆ. Τὰ ἔρ­γα του με­τα­φρά­ζον­ταν δια­ρκῶς στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ γερ­μα­νι­κά, καὶ κά­θε ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη σχε­δὸν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου σ’ αὐ­τόν.

            Κά­θε ἔκ­δο­ση βι­βλί­ου του ἀ­πο­τε­λοῦ­σε παγ­κό­σμιο γε­γο­νός. Στὴν ἀρ­χὴ τύ­πω­νε στὴν Ἀ­θή­να, μι­κρά, κομ­ψὰ βι­βλί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Κο­ρο­μη­λά». Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δι­ε­θνὴ αἴ­γλη, τύ­πω­νε μό­νο στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ τὴ Λι­ψί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Δρου­γου­λί­νου». Οἱ ἐκ­δό­σεις αὐ­τὲς εἶ­χαν συ­νή­θως μέ­γα τέ­ταρ­το σχῆ­μα, μὲ χρυ­σὰ αὐ­το­κρα­το­ρι­κὰ κα­πά­κια καὶ ρά­χη πλου­μι­στή. Βέ­βαι­α, κό­στι­ζαν πε­ρι­ου­σί­ες. Καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­λὸ σπί­τι στὴν Ἀ­θή­να, στὴν Πό­λη, στὴ Σμύρ­νη, στὸ Βου­κου­ρέ­στι, ποὺ νὰ μὴν προ­μη­θεύ­ον­ταν ἀ­μέ­σως κά­θε νέ­ο του ἔρ­γο. Καὶ δός του οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες συ­νεν­τεύ­ξεις καὶ ἄρ­θρα ἐγ­κω­μι­α­στι­κὰ καὶ κρι­τι­κὲς μὲ πη­χιαίους τί­τλους.

            Ὁ Ραγ­κα­βῆς δι­έ­πρε­ψε ἀ­κό­μη καὶ ὡς θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι «Τοῦ Κου­τρού­λη ὁ γά­μος», ποὺ ὁ τί­τλος του ἔ­γι­νε πα­ροι­μί­α. Ἔ­γρα­ψε πολ­λὲς δε­κα­τρι­σύλ­λα­βες τρα­γω­δί­ες καὶ κω­μω­δί­ες, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ Βυ­ζάν­τιο, κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τὰ εἰ­δύλ­λια καὶ κω­μει­δύλ­λια μὲ θέ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς του, ποὺ δεί­χνουν ὅ­τι τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ στὴν ἠ­θο­γρα­φί­α. Κά­θε πρε­μι­έ­ρα ἔρ­γου του τὴν τι­μοῦ­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους ὁ βα­σι­λεὺς Γε­ώρ­γιος ὁ Α’, ἡ αὐ­λή, ἡ κυ­βέρ­νη­ση καὶ τὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ σῶ­μα. Ὁ βα­σι­λεύς, μά­λι­στα, ποὺ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­δυ­να­μί­α στοὺς ρο­μαν­τι­κούς, τοῦ ἀ­πέ­νει­με τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν με­γα­λό­σταυ­ρο. Λέ­νε ὅ­τι τὰ πα­ρά­ση­μα τοῦ Ραγ­κα­βῆ ξε­περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια του.

            Στὰ τέ­λη τῆς ζω­ῆς του συ­νέ­γρα­ψε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν λί­γο με­τὰ τὸν θά­να­τό του. Ἐ­κεῖ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­με­ρῶς σὲ πό­σες χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες πα­ρα­βρέ­θη­κε, πό­σα χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἔ­δω­σε, σὲ πό­σα λευ­κώ­μα­τα ἐ­κλε­κτῶν νε­α­νί­δων ἔ­γρα­ψε στί­χους του, πῶς ἦ­ταν τὰ ἁ­μά­ξια τῆς ἐ­πο­χῆς του, μὲ πό­σες δι­α­ση­μό­τη­τες συ­νέ­φα­γε κτλ. κτλ. Τέ­λος, φρόν­τι­σε νὰ τυ­πώ­σει καὶ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἅ­παν­τά του σὲ εἴ­κο­σι ὡ­ραί­ους τό­μους. Σ’ αὐ­τὰ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὰ ποι­η­τι­κά του ἔρ­γα, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα του «Ὁ αὐ­θέν­της τοῦ Μω­ρέ­ως», δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ζὰ καὶ με­λέ­τες, τὰ θε­α­τρι­κά, μιὰ γραμ­μα­το­λο­γί­α, δι­ά­φο­ρες με­τα­φρά­σεις ἔρ­γων ἐκ τῆς παγ­κο­σμί­ου φι­λο­λο­γί­ας, καί, τέ­λος, τὰ «ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά» του. Εἶ­ναι ὁ μό­νος λο­γο­τέ­χνης ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ τυ­πώ­σει τὰ τό­σο τε­ρά­στια ἅ­παν­τά του, ποὺ ξε­περ­νοῦν κα­τὰ πο­λύ τά ἅ­παν­τα τοῦ Πα­λα­μᾶ.

            Πέ­θα­νε τὸ 1892 πλή­ρης δό­ξης καὶ τι­μῶν, ἐν­νιὰ χρό­νια πρὶν θε­σπι­στεῖ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ.


            Τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να ζοῦ­σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο γε­ρόν­τιο ποὺ τὸ ἔ­λε­γαν Μα­κρυ­γιά­ννη. Ἦ­ταν πα­λιὸς Ρου­με­λι­ώ­της ὁ­πλαρ­χη­γός, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ κα­φε­τζὴς στὸ Λι­δο­ρί­κι καὶ κα­τά­φε­ρε νε­ώ­τα­τος νὰ γί­νει στρα­τη­γός. Πο­λέ­μη­σε λε­βέν­τι­κα καὶ γεν­ναί­α στὴν Ἄρ­τα, στὸ Να­βα­ρί­νο, στοὺς Μύ­λους καὶ ὑ­πε­ρά­σπι­σε τὴν Ἀ­θή­να σὲ ὅ­λες της τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νὰ γί­νει τὸ κορ­μὶ του κέν­τη­μα ἀ­π’ τὶς πλη­γές, καὶ χώ­ρια οἱ δια­ρκεῖς προ­στρι­βές του μὲ τοὺς ἑ­κά­στο­τε ἰ­σχυ­ρούς τῆς ἡ­μέ­ρας, τὸν Ἀν­δροῦ­τσο, τὸν Γκού­ρα, τὸν Γεν­ναῖ­ο Κο­λο­κο­τρώ­νη, τὸν Κα­πο­δί­στρια καὶ ἄλ­λους. Μὲ τὴν ἀ­ξί­α του καὶ μὲ τὴν ἐν­τι­μό­τη­τά του κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­κλε­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς πλη­ρε­ξού­σιος στὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­θνο­συ­νε­λεύ­σεις, ὅ­που ἀ­γω­νί­ζον­ταν μὲ πεῖ­σμα ἐ­ναν­τί­ον κά­θε ἀ­δι­κί­ας. Πρὶν ἀ­κό­μα ἡ Ἀ­θή­να γί­νει πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα σ’ αὐ­τήν, ὑ­πῆρ­ξε μά­λι­στα καὶ ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς πρώ­τους της δη­μο­τι­κοὺς συμ­βού­λους. Κον­τὰ στὶς στῆ­λες τοῦ Ὀ­λυμ­πί­ου Διός, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι σή­με­ρα πρὸς τι­μήν του ἡ συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννη, ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να χω­ρα­φά­κι μὲ μιὰ σπη­λιά, ἔ­χτι­σε ἕ­να σπί­τι γιὰ τὰ δώ­δε­κα παι­διά του καὶ με­τέ­τρε­ψε τὴ σπη­λιὰ σὲ πα­ρεκ­κλή­σι. Ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν τρύ­πα ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ τὰ βά­ζει μὲ τοὺς δυ­να­τούς: τὸν Ὄ­θω­να, τὸν Ἀρ­μαν­σμπεργχ, τὸν Χρι­στί­δη, τὸν Καλ­λέρ­γη καὶ ἁ­πα­ξά­παν­τες τοὺς πρω­θυ­πουρ­γούς. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πνί­ξει τὴν ὀρ­γή του γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, τὴν ἐ­ξο­λό­θρευ­ση τῶν πα­λι­ῶν ἀ­γω­νι­στῶν, τὸ πλι­α­τσι­κο­λό­γη­μα τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν κω­λυ­σι­έρ­γειά τους νὰ δώ­σουν σύν­ταγ­μα στὸ λα­ό. Τὸ σύν­ταγ­μα ἦ­ταν τὸ μό­νι­μο με­ρά­κι του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πο­τόλ­μη­σε τὸ κί­νη­μα τῆς Τρί­της Σε­πτεμ­βρί­ου 1843, ποὺ ἦ­ταν ἔρ­γο κα­θα­ρὰ δι­κό του. Αὐ­τὸ ὁ Ὄ­θων δὲν τοῦ τὸ συγ­χώ­ρη­σε πο­τέ. Ἄρ­χι­σαν οἱ κα­τα­τρεγ­μοὶ ἀ­π’ τὸ πα­λά­τι, τὶς κυ­βερ­νή­σεις, τοὺς ἴ­διους τοὺς πα­λιούς του συ­νερ­γά­τες· ἡ μιὰ δο­λο­φο­νι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐ­ναν­τί­ον του δι­α­δέ­χον­ταν τὴν ἄλ­λη, οἱ ἀ­να­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πα­νω­τές, οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ κα­τ’ οἶ­κον, τὸ σύρ­σι­μο στὶς φυ­λα­κές, τὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Στὸ τέ­λος κα­τα­δι­κά­στη­κε κι αὐ­τός σε θά­να­το γιὰ συ­νω­μο­σί­α κα­τὰ τῆς ζω­ῆς τοῦ Ὄ­θω­να καὶ γλί­τω­σε τὸ κε­φά­λι του μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας, χά­ρη στὴν ἐ­πέμ­βα­ση δι­α­φό­ρων προ­σω­πι­κο­τή­των.

            Οἱ πολ­λὲς πλη­γὲς ποὺ εἶ­χε στὸ κορ­μὶ του τὸν εἶ­χαν με­τα­βά­λει σ’ ἕ­να ἰ­δι­ό­τρο­πο καὶ στριμ­μέ­νο μορ­μο­λύ­κει­ο, γε­ρα­σμέ­νο πρὶν τὴν ὥ­ρα του· τί­πο­τα δὲ θύ­μι­ζε τὸν ὡ­ραῖ­ο λε­βέν­τη τοῦ 1821, ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με ἀ­πὸ τὴ γνω­στὴ γκρα­βού­ρα. Αὐ­τὸ λοι­πὸν τὸ χού­φτα­λο ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε με­ρά­κι νὰ γρά­ψει τὰ ὅ­σα ἔ­ζη­σε. Ἤ­ξε­ρε ἀ­π’ τὰ νιά­τα του πέν­τε κολ­λυ­βο­γράμ­μα­τα, ἔ­μα­θε κι ἄλ­λα πέν­τε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­γό­νι του, καὶ μιὰ καὶ δυ­ὸ ἄρ­χι­σε νὰ δο­κι­μά­ζει στὸ χαρ­τὶ τὰ ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τά του. Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ὅ­λο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, κα­τα­πά­στη­κε καὶ μὲ τὴ βαβαρο­κρα­τί­α. Τί­πο­τα δὲν ἀ­να­φέ­ρει ποὺ νὰ μὴν τὸ ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ κον­τά. Μᾶς χά­ρι­σε τριά­ντα χρό­νια νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ζω­ῆς, ὄ­χι ὅ­πως τὰ ξέ­ρου­με ἀ­π’ τὰ ἐγ­χει­ρί­δια ἱ­στο­ρί­ας, τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τοὺς πλη­ρω­μέ­νους κα­λα­μα­ρά­δες, ἀλ­λὰ ὅ­πως τὰ εἶ­δε ἕ­νας ντόμ­προς καὶ ἀ­χά­λα­στος λα­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος. Βέ­βαι­α, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ’­ρι­χνε στὸ χαρ­τὶ ὅ­πως τοῦ ‘ρχον­ταν, σὰ νὰ μι­λοῦ­σε — δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, μά­λι­στα, πρῶ­τα νὰ τά ’­λε­γε φω­να­χτὰ καὶ με­τὰ νὰ τά ‘γρα­φε. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο ποῦ βρῆ­κε ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς τό­ση ὑ­πο­μο­νὴ γιὰ νὰ γρά­ψει πεν­τα­κό­σι­ες σε­λί­δες, καὶ πῶς κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ θυ­μη­θεῖ ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ­λό­κλη­ρες στι­χο­μυ­θί­ες. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­ναν αὐ­τά, ξό­δε­ψε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει ἕ­ναν λα­ϊ­κὸ ζω­γρά­φο νὰ τοῦ «ἱ­στο­ρή­σει» τὸ 21, ὅ­πως αὐ­τὸς τὸ εἶ­δε καὶ τὸ ἔ­ζη­σε, κι ὄ­χι ὅ­πως τὸ εἶ­χαν μο­λέ­ψει οἱ δι­ά­φο­ροι ξέ­νοι καὶ ξε­νο­μα­θη­μέ­νοι.

            Δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν ἐκ­θρό­νι­ση τοῦ Ὄ­θω­να πέ­θα­νε κι αὐ­τὸς ἀ­π’ τὶς πα­λι­ὲς πλη­γὲς καὶ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση. Κοι­μή­θη­κε τα­πει­νὰ τὸν ὕ­πνο του δι­καί­ου, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ὑ­περ­πο­λυ­τε­λὴ ἔκ­δο­ση ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» τοῦ Ραγ­κα­βῆ.


            Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν ἑ­κα­τὸ χρό­νια καί. Ἡ Ἑλ­λά­δα δο­κί­μα­σε πολ­λὲς βα­βα­ρο­κρα­τί­ες, ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς ἔ­πε­σε σὰ χάρ­τι­νος πύρ­γος. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ἐ­κτο­πί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Πα­λα­μᾶ, ὁ Πα­λα­μᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Κα­βά­φη. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ξε­χά­στη­κε ὁ­λό­τε­λα. Τὰ ποι­ή­μα­τά του θε­ω­ρή­θη­καν ἀν­τί­γρα­φα τῶν Γάλ­λων ρο­μαν­τι­κῶν, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του κρί­θη­κε σὰν ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ «Ἰ­βα­νό­η» τοῦ Οὐῶλ­τερ Σκότ, ἡ γραμ­μα­το­λο­γί­α του εἶ­ναι ἀ­φό­ρη­τη, τὰ θε­α­τρι­κά του δὲ δι­α­βά­ζον­ται, τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά του ἀ­πο­δεί­χτη­καν φτη­νὰ μα­ζέ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ. Τὸ ὄ­νο­μά του θὰ τὸ βρεῖ­τε βέ­βαι­α σὲ με­ρι­κὲς σχο­λα­στι­κὲς γραμ­μα­το­λο­γί­ες, ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα σὲ με­ρι­κὲς πα­λι­ὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ οἱ εἴ­κο­σι τό­μοι τῶν ἅ­πάν­των του κο­σμοῦν ἀ­ζή­τη­τοι με­ρι­κὲς δη­μό­σι­ες βι­βλι­ο­θῆ­κες. Ἔ­πε­σε ὁ κο­λοσ­σὸς τῆς πα­λιᾶς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς σχο­λῆς τί­πο­τα δὲν ἔ­μει­νε ἀ­π’ τὸ πέ­ρα­σμά του.

            Κι ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης; τὸ μορ­μο­λύ­κει­ο τῆς βα­βα­ρο­κρα­τί­ας; Αὐ­τὸς βέ­βαι­α δὲν λα­χτα­ροῦ­σε φι­λο­λο­γι­κὲς δό­ξες, ἁ­πλῶς ἤ­θε­λε νὰ μᾶς ἀ­φή­σει γραμ­μέ­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α του, νὰ μά­θου­με ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τί τέ­ρα­τα κυ­βέρ­νη­σαν καὶ χαν­τά­κω­σαν τὴν Ἑλ­λά­δα. Γιὰ πολ­λὰ χρό­νια τὰ χει­ρό­γρα­φά του εἶ­χαν χα­θεῖ, μέ­χρι ποὺ τ’ ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Βλα­χο­γιά­ννης σ’ ἕ­να μπα­κά­λι­κο, ποὺ τὰ εἶ­χαν γιὰ νὰ τυ­λί­γουν ἀν­τσοῦ­γες. Τὰ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ δι­ά­βα­σε καὶ μὲ χί­λια βά­σα­να κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ τυ­πώ­σει τὸ 1907. Ὅ­λοι ἔ­μει­ναν κα­τά­πλη­κτοι ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή τους ἀ­ξί­α, τὴ ζου­με­ρὴ λα­ϊ­κὴ γλώσ­σα, τὴν πα­ρα­στα­τι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, τοὺς ὁ­λο­ζών­τα­νους δι­α­λό­γους, τοὺς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κοὺς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, τὴ λα­ϊ­κὴ θυ­μο­σο­φί­α. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν μᾶς ἔ­δω­σε τό­σο δρα­μα­τι­κὰ τὶς δύ­ο ἐ­πο­χὲς 1821 – βα­βα­ρο­κρα­τί­α καὶ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ζω­γρά­φι­σε πιὸ πα­ρα­στα­τι­κὰ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὰ πά­θη τοῦ λα­οῦ μας. Σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­χτοῦν καὶ τοὺς πιὸ δύ­σκο­λους γραμ­μα­το­λό­γους, νὰ τυ­πώ­νον­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά, νὰ με­τα­φρά­ζον­ται ἔ­ξω καὶ νὰ θε­ω­ροῦν­ται ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς ἰ­σά­ξια μὲ τὰ πε­ζο­γρα­φή­μα­τα τοῦ Πα­πα­δι­α­μάν­τη. Σή­με­ρα ὁ κα­φε­τζὴς ἀ­πὸ τὸ Λι­δο­ρί­κι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους λο­γο­τέ­χνες μας, κι ἂς μὴν ἀ­ξι­ώ­θη­κε πο­τὲ στὴ ζω­ή του οὔ­τε τοὺς με­γα­λό­σταυ­ρους τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, οὔ­τε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ Μπί­σμαρκ, οὔ­τε κὰν μιὰ συ­νεν­τευ­ξού­λα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς ἐ­πο­χῆς του.



Πη­γή: Ἡ κά­τω βόλ­τα (Δι­α­γώ­νιος, 1991, δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ).

Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1931). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση, κρι­τι­κή. Σπού­δα­σε κλα­σι­κή φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἴ­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κό οἶ­κο «Δι­α­γώ­νιος» καὶ τὸ ὁ­μό­νυ­μο πε­ρι­ο­δι­κό. Πρῶ­το του βι­βλί­ο εἷ­ναι ἡ Ἐ­πο­χή τῶν ἰ­σχνών ἀ­γε­λά­δων (ποί­η­ση, Κο­χί­ας, 1950). Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Γραμ­μά­των γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του, ἀρ­νή­θη­κε ὅ­μως νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει πα­ρα­πέμ­πον­τας γιὰ τοὺς λό­γους σὲ σχε­τι­κὸ κεί­με­νό του Ε­ναν­τί­ον τοῦ 1979.

Ἀναστασία Ἀμανατίδου: Ἐκεῖνος μπορεῖ

 

  Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου

Ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ


ΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΝ πλη­γώ­σει μὲ μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη μα­νί­α. Ὄ­χι, δὲν τῆς φτά­νει λί­γο αἱ­μα­τά­κι, μιὰ γρα­τσου­νιὰ ποὺ θὰ κλεί­σει σὲ δυ­ό-τρεῖς μέ­ρες, ὄ­χι, μὲ τί­πο­τα δὲ θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Θέ­λει νὰ τὸν σπά­σει, νὰ τὸν δεῖ ρη­μαγ­μέ­νο νὰ σέρ­νε­ται στὸ laminate πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Τὴν ἐ­ξορ­γί­ζει ποὺ τὴν κοι­τᾶ μ’ αὐ­τὰ τὰ μά­τια. Δὲν θέ­λει ἄλ­λο νὰ τὴν ἀ­κουμ­πᾶ μ΄ αὐ­τὰ τὰ χέ­ρια, ὅ­λο ἔν­νοι­α, μ’ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά. Φω­νά­ζει πὼς τὸν βα­ρέ­θη­κε ἡ ψυ­χή της, πὼς σκέ­φτε­ται τὸν πρώ­ην της (κι ἄς μὴν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια), πὼς εἶ­ναι κα­κὸς ἐ­ρα­στής. Ἐ­σὺ φταῖς ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ σ’ ἀ­γα­πῶ, τοῦ λέ­ει. Μὰ τὸν ζη­λεύ­ει φρι­κτά, για­τί ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ, καὶ γί­νε­ται ἔ­ξαλ­λη. Οὐρ­λιά­ζει πὼς τὸν σι­χαί­νε­ται, πὼς θὰ χα­ρεῖ πά­ρα πο­λὺ ἂν τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ, πὼς προ­τι­μᾶ νὰ πε­θά­νει μό­νη πα­ρὰ νὰ γε­ρά­σει μα­ζί του.

           Ὅ­ταν ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα, οὔ­τε ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὰ χα­λά­σμα­τα. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μιὰ φρι­κτὴ σκέ­ψη τὴν ἔ­κα­νε νὰ στρα­βο­πα­τή­σει: ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει τὴν ἀ­πώ­λεια.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου (Κα­στο­ριά, 1987). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Δι­δά­σκει στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἀρ. 2 (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να, 2013).



		

	

Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α: Ἡ κλή­ση σας εἶ­ναι σὲ ἀ­να­μο­νή



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α


Ἡ κλή­ση σας εἶ­ναι σὲ ἀ­να­μο­νή


ΑΘΕ ΠΡΩΪ ἄρ­χι­ζαν τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα, λί­γο πρὶν ἢ λί­γο με­τὰ τὶς ὀ­κτώ, αὐ­τὰ ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ ξυ­πνή­σουν τὴν μα­μά, ἐ­μεῖς ὄ­χι. Τὸ πρῶ­το το ἔ­παιρ­νε στὸ κρε­βά­τι μέ­χρι νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ κά­νει τὰ ἴ­δια δε­κα­έ­ξι βή­μα­τα ὣς τὸ μπά­νιο καὶ με­τὰ νὰ ἀ­νέ­βει στὴν ζυ­γα­ριά. Ἐ­μεῖς ἔ­πρε­πε νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦ­με μὲ ἡ­συ­χί­α, νὰ μὴν φᾶ­με κά­τι ποὺ μυ­ρί­ζει στὴν κου­ζί­να ὅ­σο ἔ­πι­νε τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ της, ἔ­τρω­γε ἕ­να κομ­μά­τι σκλη­ρὸ κί­τρι­νο τυ­ρὶ κι ἕ­να γι­α­ούρ­τι μὲ δη­μη­τρια­κὰ ὁ­λι­κῆς ἀ­λέ­σε­ως. Τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα συ­νε­χί­ζον­ταν, οἱ ἄν­θρω­ποι ζη­τοῦ­σαν τὴν γνώ­μη της γιὰ τὰ προ­σω­πι­κά τους θέ­μα­τα ποὺ πα­ρὰ τὴν κα­λή της δι­ά­θε­ση γιὰ συμ­βου­λὲς πα­ρέ­με­ναν ἄ­λυ­τα. Μὲ τὸ πέ­ρα­σμα τῶν ἐ­τῶν, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς συ­νο­μι­λη­τὲς πέ­θα­ναν, ὅ­πως ἡ Ἑ­λέ­νη ποὺ ἔ­με­νε στὴν Ρα­φή­να καὶ τὴν θυ­μό­μα­στε ὡς μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ πε­ρί­με­νε στὴν στά­ση γιὰ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ἡ δι­α­δρο­μή του εἶ­χε κα­ταρ­γη­θεῖ. Ἄλ­λοι φο­βόν­του­σαν ὅ­τι θὰ πε­θά­νουν, ὅ­πως ἡ θεί­α ἡ Ἄν­να, κα­θη­γή­τρια νυ­χτε­ρι­νοῦ σχο­λεί­ου καὶ χει­με­ρι­νὴ κο­λυμ­βή­τρια, ποὺ ἔ­παιρ­νε γιὰ νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὶς ἰ­α­τρι­κές της ἐ­ξε­τά­σεις, γιὰ τὰ πο­λι­τι­κὰ καὶ τὴν ἀ­πο­γρα­φὴ ὅ­σων εἶ­χαν πε­θά­νει, ἕ­να γε­νε­α­λο­γι­κὸ δέν­τρο ἀ­πὸ «ἀρ­ρώ­στους» καὶ «τέ­ρα­τα». Ἐ­μεῖς δὲν συμ­πα­θού­σα­με τὴν θεί­α για­τὶ μᾶς ἔ­στελ­νε γρα­πτὲς ἐ­πι­στο­λὲς γε­μά­τες πα­ρα­τη­ρή­σεις γιὰ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρά μας καὶ κυ­ρί­ως μᾶς σύ­στη­νε «νὰ μὴν ζοῦ­με πα­ρα­σι­τι­κά». Ὅ­σο ἡ μα­μὰ εἶ­χε κολ­λη­μέ­νο τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ αὐ­τὶ ἐ­μεῖς με­γα­λώ­να­με, μᾶλ­λον τυ­χαῖ­α, περ­νού­σα­με τὶς τά­ξεις στὸ σχο­λεῖ­ο κα­τα­με­τρών­τας τὰ «δέν» της. Ἡ μα­μὰ δὲν μα­γει­ρεύ­ει, δὲν κα­θα­ρί­ζει, δὲν βά­ζει πλυν­τή­ριο, δὲν σι­δε­ρώ­νει, δὲν θέ­λει νὰ πει­ρά­ζουν τὰ πράγ­μα­τα «της», δὲν λού­ζε­ται στὸ σπί­τι, πη­γαί­νει κομ­μω­τή­ριο ὅ­που δὲν ἀν­τέ­χει τὰ δά­χτυ­λα τῆς κο­πέ­λας ποὺ τῆς ἀγ­γί­ζουν τὸ κρα­νί­ο.

       Ὅ­πο­τε τῆς ἔ­κα­ναν πα­ρά­πο­να ὅ­τι τὸ ἔ­βρι­σκαν κα­τει­λημ­μέ­νο γιὰ ὧ­ρες, ἡ μα­μὰ τοὺς ἔ­λε­γζοχε «μι­λοῦ­σαν αὐ­τές». Τὰ βρά­δια τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ μπαμ­πὰς γιὰ νὰ μο­νο­λο­γή­σει γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ δι­ά­βα­ζε ἢ γιὰ νὰ τὴν βρί­σει ποὺ τὴν παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε παι­διὰ καὶ δὲν τὸν ἄ­φη­σε στὴν ἡ­συ­χί­α του χω­ρὶς ἔ­γνοι­ες κι ἔ­ξο­δα. Ἡ μα­μὰ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν δί­νου­με ση­μα­σί­α για­τὶ ὁ μπαμ­πὰς εἶ­ναι «ἄρ­ρω­στος» καὶ νὰ προ­σέ­ξου­με νὰ μὴν γί­νου­με σὰν αὐ­τόν. Ἐ­μεῖς τό­τε πη­γαί­να­με στὸ μπά­νιο καὶ κοι­τα­ζό­μα­σταν στὸν ὁ­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη. Γι­νό­μα­σταν τέσ­σε­ρις, δύ­ο πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μας, καὶ ἦ­ταν οἱ ἄλ­λες ποὺ ἔ­μοια­ζαν πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν μα­μὰ ἢ στὸν μπαμ­πά, ἐ­μεῖς μοι­ά­ζα­με μό­νο με­τα­ξύ μας. Τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν χτυ­ποῦ­σε μό­νο τὶς λί­γες ὧ­ρες πρὶν ξη­με­ρώ­σει κι ἔ­τσι μπο­ρού­σα­με, μί­α κά­θε βρά­δυ, ἡ ἄλ­λη πε­ρί­με­νε τὴν σει­ρά της, νὰ πᾶ­με στὸ κρε­βά­τι της καὶ νὰ πι­ά­σου­με τὸ χέ­ρι της ποὺ ξε­κου­ρα­ζό­ταν, νὰ μα­λά­ξου­με τὴν βεν­τά­λια ἀ­πὸ δέρ­μα με­τα­ξὺ δεί­κτη κι ἀν­τί­χει­ρα μέ­χρι νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θοῦ­με. Ὁ Αὔ­γου­στος ἦ­ταν ὁ πιὸ δύ­σκο­λος μή­νας γιὰ τὴν μα­μὰ για­τὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­φευ­γαν γιὰ δι­α­κο­πὲς κι αὐ­τὴ ἔ­με­νε νὰ ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ βου­βὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν εἶ­ναι κομ­μέ­νη ἡ γραμ­μή.

       Ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ μπαμ­πὰς κι ἀ­ναγ­κα­στή­κα­με νὰ που­λή­σου­με τὸ σπί­τι του, ἡ μα­μὰ με­τέ­φε­ρε τὸν ἀ­ριθ­μό του στὸ δι­κό μας καὶ μᾶς ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ γραμ­μὴ εἶ­ναι «γιὰ ἐ­μᾶς». Κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς δυ­ό μας δὲν πλή­ρω­σε τὸν λο­γα­ρια­σμὸ ὁ­πό­τε πρῶ­τα μᾶς τὸ ἔ­κο­ψαν καὶ με­τὰ κα­τάρ­γη­σαν τὸ νού­με­ρο. Ἡ μα­μὰ ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λη καὶ μὲ τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ αὐ­τὶ —ἡ θεί­α ἡ Ἄν­να νὰ πε­ρι­μέ­νει— μᾶς φώ­να­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε «τέ­ρα­τα» καὶ πὼς ἂν μπο­ροῦ­σε θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πί­σω ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἐ­πί­θε­τό μας. Μέ­σα στὴν τα­ρα­χὴ τῆς ἔ­πε­σε τὸ ἀ­κου­στι­κό, ἔ­σπα­σε καὶ βγῆ­καν ἔ­ξω οἱ μπα­τα­ρί­ες πού, ἀ­κο­λου­θών­τας δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πο­ρεί­α, κύ­λη­σαν ἡ κα­θε­μί­α μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας. Τὶς πή­ρα­με στὰ χέ­ρια μας προ­σε­χτι­κὰ σὰν κά­λυ­κες ἀ­πὸ σφαῖ­ρες, μό­νο το σὺν καὶ τὸ πλὴν τὶς προ­δι­δε, καὶ τό­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς δυ­ό μας ἔ­βα­λε τὴν μπα­τα­ρί­α στὸ στό­μα καὶ τὴν κα­τά­πι­ε, ἡ ἄλ­λη πε­ρί­με­νε τὴν σει­ρά της.



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Χρη­μα­τι­στη­ρια­κὰ καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Κώστα Κατσουλάρη. Δι­η­γή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Book Press καὶ στὸ Πλα­νό­διον-Ἱστορίες Μπονζάι.