Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας



Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας

(The Story of an Hour)


ΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ὅ­τι ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε καρ­δια­κὸ πρό­βλη­μα, δό­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χὴ στὸ πῶς θὰ τῆς ἀ­να­κοί­νω­ναν τὴν εἴ­δη­ση τοῦ θα­νά­του τοῦ συ­ζύ­γου της μὲ τὸν πλέ­ον ἀ­νώ­δυ­νο τρό­πο.

       Αὐ­τὴ ποὺ τῆς τὸ εἶ­πε μὲ μι­σό­λο­γα ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της ἡ Ζό­ζε­φιν· κα­λυμ­μέ­να ὑ­πο­νο­ού­με­να ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ, κον­τά της, ὁ φί­λος τοῦ συ­ζύ­γου της ὁ Ρί­τσαρ­ντς. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος, μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ νὰ εἶ­ναι πρῶ­το στὸν κα­τά­λο­γο τῶν «σκο­τω­μέ­νων». Χρει­ά­στη­κε μό­νο τὸν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἀ­λή­θεια μ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λε­γρά­φη­μα καὶ ἔ­σπευ­σε ὡς προ­σε­κτι­κὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς φί­λος νὰ με­τα­φέ­ρει τὸ θλι­βε­ρὸ μή­νυ­μα.

       Ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ δὲν ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες κά­νουν, πα­ρα­λύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦν τὴ ση­μα­σί­α της. Ἔ­κλα­ψε ἀ­μέ­σως καὶ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἔ­ξαλ­λη στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Ὅ­ταν ἡ θύ­ελ­λα τῆς θλί­ψης κα­τα­λά­για­σε ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της μό­νη. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς.

       Ἐ­κεῖ, ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο βρι­σκό­ταν μιὰ ἄ­νε­τη, εὐ­ρύ­χω­ρη πο­λυ­θρό­να μὲς στὴν ὁ­ποί­α βού­λια­ξε, συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση ποὺ στοί­χει­ω­νε τὸ σῶ­μα της καὶ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴν ψυ­χή της.

       Στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλα­τεί­α μπρο­στὰ στὸ σπί­τι της ἔ­βλε­πε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων ποὺ τρε­μό­παι­ζαν γε­μά­τες ἀ­πὸ τὴν και­νούρ­για ζω­ὴ ποὺ ἔ­φερ­νε ἡ ἄ­νοι­ξη. Ὁ ἀ­έ­ρας μο­σχο­βο­λοῦ­σε βρο­χή. Κά­τω στὸν δρό­μο ἕ­νας γυ­ρο­λό­γος δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν πρα­μά­τεια του. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­μυ­δρὰ οἱ νό­τες ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ ποὺ κά­ποι­ος τρα­γου­δοῦ­σε μα­κριὰ κι ἀ­μέ­τρη­τα σπουρ­γί­τια τι­τί­βι­ζαν στὶς μαρ­κί­ζες.

       Ἔ­βλε­πες κομ­μά­τια γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­χαν σω­ρευ­τεῖ τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο πρὸς τὴ δύ­ση ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Κά­θι­σε μὲ τὸ κε­φά­λι της ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι τῆς κα­ρέ­κλας, σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἀ­νέ­βη­κε ἕ­νας κόμ­πος στὸν λαι­μὸ καὶ τὴν τά­ρα­ξε, ὅ­πως τὰ παι­διὰ ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν κλά­ψει γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦν συ­νε­χί­ζουν νὰ κλαῖ­νε μ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ στὰ ὄ­νει­ρά τους.

       Ἦ­ταν νέ­α, μὲ φω­τει­νό, ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ γραμ­μὲς μαρ­τυ­ροῦ­σαν αὐ­το­συγ­κρά­τη­ση καὶ ἴ­σως κά­ποι­α δύ­να­μη. Ἀλ­λὰ τώ­ρα δι­έ­κρι­νες τὴ μουν­τὴ ἐ­πί­μο­νη μα­τιά της, ἐ­νῶ τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νο μα­κριὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ κομ­μά­τια τοῦ γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Δὲν ἔ­δει­χνε στο­χα­σμό, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὰν νὰ αἰ­ω­ρεῖ­το μέ­σα του κά­ποι­α εὐ­φυ­ὴς σκέ­ψη.

       Ἐρ­χό­ταν κά­τι κι αὐ­τὴ τὸ πε­ρί­με­νε ἔν­τρο­μη. Τί νὰ ἦ­ταν; Δὲν ἤ­ξε­ρε· ἦ­ταν τό­σο δυσ­δι­ά­κρι­το καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­το­νο­μά­σει. Ἀλ­λὰ τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ τὴν προ­σεγ­γί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὰ χρώ­μα­τα ποὺ γέ­μι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα.

       Τώ­ρα τὸ στῆ­θος της ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ κά­τι ποὺ πλη­σί­α­ζε γιὰ νὰ τὴν κυ­ρι­εύ­σει κι αὐ­τὴ ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὸ ἀν­τι­κρού­σει μὲ τὴ θέ­λη­σή της – τὸ ἴ­διο ἀ­νί­σχυ­ρη μὲ τὰ δυ­ὸ λευ­κὰ λε­πτά της χέ­ρια.

       Ὅ­ταν τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ μό­λις ἀ­νοιγ­μέ­να χεί­λη της μιὰ μι­κρὴ λέ­ξη εἰ­πω­μέ­νη ψι­θυ­ρι­στά. Ἀ­κού­στη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­νῶ ἀ­νά­σαι­νε: «ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη!» Τὸ κε­νὸ βλέμ­μα καὶ ἡ ὄ­ψη τοῦ τρό­μου ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ἀ­πὸ τὰ μά­τια της, ἐ­νῶ αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν ἔν­το­να καὶ λαμ­πε­ρά. Οἱ παλ­μοί της χτυ­ποῦ­σαν γρή­γο­ρα καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ ἔρ­ρε­ε ζέ­σται­νε καὶ χα­λά­ρω­νε κά­θε σπι­θα­μὴ τοῦ σώ­μα­τός της.

       Δὲν στα­μά­τη­σε γιὰ νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἐ­ὰν ἡ χα­ρὰ ποὺ τὴν κυ­ρί­ευ­ε ἦ­ταν ἢ ὄ­χι τε­ρα­τώ­δης. Μιὰ σα­φὴς καὶ ἀ­νώ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξει αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α ὡς ρη­χή.

       Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κλαι­γε ξα­νὰ ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­πε τὰ εὐ­γε­νι­κά, τρυ­φε­ρὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να στὸ σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ· τὸ πρό­σω­πο ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πο­τὲ κοι­τά­ξει δί­χως ἀ­γά­πη ἀ­κί­νη­το καὶ γκρί­ζο καὶ νε­κρό. Ἀλ­λὰ πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πι­κρὴ στιγ­μὴ εἶ­δε τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ τῶν ἐ­τῶν ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ θὰ ἀ­νῆ­καν σ’ αὐ­τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Καὶ ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ τὰ κα­λω­σο­ρί­σει.

       Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ ζεῖ γι’ αὐ­τὴν κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἑ­πό­με­νων ἐ­τῶν· θὰ ζοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἰ­σχυ­ρὴ θέ­λη­ση ἱ­κα­νὴ νὰ κάμ­ψει τὴ δι­κή της μὲ τυ­φλὴ ἐ­πι­μο­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴ θέ­λη­σή τους στὸν σύν­τρο­φό τους. Ἡ πρό­θε­σή της αὐ­τή, εὐ­γε­νὴς ἢ ἀ­πάν­θρω­πη, ἔ­κα­νε τὴν πρά­ξη νὰ μοιά­ζει ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ κα­θὼς τὴ σκε­φτό­ταν αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη στιγ­μὴ τῆς φώ­τι­σης.

       Κι ὅ­μως τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει – κά­ποι­ες φο­ρές. Καὶ ἄλ­λες πά­λι ὄ­χι. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε! Τί ἀ­ξί­α θὰ εἶ­χε ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὸ τὸ ἄ­λυ­το μυ­στή­ριο, ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε αἴφ­νης ὡς τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη πα­ρόρ­μη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       «Ἐ­λεύ­θε­ρη! Ψυ­χὴ καὶ σῶ­μα ἐ­λεύ­θε­ρα!» συ­νέ­χι­ζε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Ἡ Ζό­ζε­φιν ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στὰ στὴν κλει­στὴ πόρ­τα μὲ τὰ χεί­λη της στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ μπεῖ. « Λου­ίζ, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα! Σὲ ἱ­κε­τεύ­ω· ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα – θὰ ἀρ­ρω­στή­σεις. Τί κά­νεις, Λου­ίζ; Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα.»

       «Φύ­γε. Δὲν θ’ ἀρ­ρω­στή­σω». Ὄ­χι· ἔ­πι­νε τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­λι­ξή­ριο τῆς ζω­ῆς μέ­σα ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ φαν­τα­σί­α της ὀρ­γί­α­ζε, ἐ­νῶ ἡ σκέ­ψη τῆς ἔ­τρε­χε στὶς μέ­ρες ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες μέ­ρες, καὶ κα­λο­και­ρι­νὲς μέ­ρες, καὶ ὅ­λες οἱ μέ­ρες ποὺ θὰ ἦ­ταν δι­κές της. Μα­κά­ρι ἡ ζω­ὴ νὰ δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Μό­λις χτὲς ἦ­ταν ποὺ σκε­φτό­ταν μὲ ρί­γος γιὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς.

       Ἐν τέ­λει ση­κώ­θη­κε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα στὴ φορ­τι­κὴ ἀ­δελ­φή της. Δι­έ­κρι­νες κά­τι σὰν θρι­αμ­βευ­τι­κὸ πυ­ρε­τὸ στὰ μά­τια της ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα σὰν θε­ὰ τῆς Νί­κης. Ἅρ­πα­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, καὶ μα­ζὶ κα­τέ­βη­καν τὶς σκά­λες. Ὁ Ρί­τσαρ­ντς τὶς πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο.

       Κά­ποι­ος ἄ­νοι­γε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα μὲ τὸ κλει­δὶ τοῦ σύρ­τη. Ἦ­ταν ὁ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ αὐ­τὸς ποὺ μπῆ­κε, λι­γά­κι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι, κρα­τών­τας ἀ­τά­ρα­χα τὸν τα­ξι­δι­ω­τι­κό του σά­κο καὶ τὴν ὀμ­πρέ­λα. Ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ τοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος καὶ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε γι’ αὐ­τό. Ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὴ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ κραυ­γὴ τῆς Ζό­ζε­φιν· μπρο­στὰ στὴ γρή­γο­ρη κί­νη­ση τοῦ Ρί­τσαρ­ντς νὰ τὸν κρύ­ψει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Ὁ Ρί­τσαρ­ντς ὅ­μως ἄρ­γη­σε.

       Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ για­τροὶ εἶ­παν πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν καρ­διά της – ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ ποὺ σκο­τώ­νει.


(1894)


Πηγή: Ἀ­­πὸ τὴν ἱ­­στο­­σε­­λί­­δα τῆς Δι­­ε­θνοῦς Ἑ­­ται­­ρεί­­ας Κέ­ιτ Σο­­πέν: https://www.ka­te­cho­pin.org/the-story-of-an-hour/#online Ἡ Κέ­ιτ Σο­πὲν ἔ­γρα­ψε τὸ πε­ζὸ «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας», τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἴσως ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φέ­ως, στὶς 19 Ἀ­πρι­λί­ου 1894. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Vogue (στὸ ἴ­διο ἔν­τυ­πο ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ καὶ σή­με­ρα) στὶς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1894, μὲ τί­τλο «Τὸ Ὄ­νει­ρο τῆς μιᾶς ὥ­ρας». Ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ St. Louis Life στὶς 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1895 μὲ δύο ἀλ­λα­γές. Τὴν τε­λευ­ταία αὐ­τὴ ἔκ­δο­ση ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρού­σα πη­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση.

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ka­the­ri­ne O’ Fla­her­ty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Εἰκόνα: Περι­μέ­νοντας πλάι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔργο τοῦ Δανοῦ ζωγράφου
Carl Ho­lsøe (1863-1935).

Φω­το­γρα­φία τῆς σε­λί­δας τῆς πρώ­της δη­μοσί­ευ­σης τοῦ ἔργου στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue.


		
Advertisements

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χή



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Δι­και­ο­σύ­νη μιὰ ἀρ­χή

(Justice – a beginning)


ΙΑ ΜΕΡΑ, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ Κά­τω Μαν­χάτ­ταν, κά­που κον­τὰ στὸ Κα­νά­λι· ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ κα­θῆ­κον τῆς ἐ­νόρ­κου στὸ ὁρ­κω­τὸ δι­κα­στή­ριο, ἔ­χον­τας γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια κρί­νει ἕ­να ἄλ­λο ἀν­θρώ­πι­νο ὂν καὶ ἔ­χον­τας κα­τα­δι­κά­σει τὸ ὂν αὐ­τό, σκε­φτό­ταν γιὰ τὴ δι­και­ο­σύ­νη, αὐ­τὴ τὴ βα­ριὰ λέ­ξη. Ὡς μέ­λος τῆς Παγ­κό­σμιας Ἕ­νω­σης Μη­τέ­ρων, εἶ­χε δεῖ καὶ τὴ μη­τέ­ρα τοῦ ἄν­τρα. Εἶ­χε γεί­ρει στὸ στα­σί­δι τοῦ μάρ­τυ­ρα, τὸ πρό­σω­πό της ἦ­ταν σὰν ἕ­να λου­λού­δι ποὺ πέ­θαι­νε στὸ τέ­λος τῆς ἐ­πο­χῆς του, ψι­λό­λι­γνο φύλ­λω­μα ἀ­πὸ κί­τρι­νες ἴ­νες ποὺ τὶς πή­γαι­ναν πέ­ρα-δῶ­θε τὰ ἀ­ε­ρά­κια καὶ τὰ μπου­ρί­νια τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Σὰν ἕ­νας ἡ­λί­αν­θος στὰ μι­σὰ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου πού ‘χει χά­σει τὸν ἥ­λιο, σκέ­φτη­κε ἡ Φέ­ιθ, ἀ­φή­νον­τας τὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὸν και­ρὸ νὰ κου­νοῦν τὸ βα­ρύ του κε­φά­λι.

       Πα­ρό­λ’ αὐ­τὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας εἶ­χε στρέ­ψει ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ ὅ­πλο στὸ κε­φά­λι τοῦ γέ­ρου μπα­κά­λη καὶ τοῦ εἶ­χε πά­ρει τὸ μι­σό του με­ρο­κά­μα­το, πε­ρί­που εἴ­κο­σι ἑ­φτὰ δολ­λά­ρια. Ἀ­μέ­σως, ἡ Φέ­ιθ σκέ­φτη­κε —ὅ­πως συ­χνὰ ἔ­κα­νε— τὸ πε­λώ­ριο ὅ­πλο ποὺ στρε­φό­ταν στὸ κε­φά­λι τοῦ πλα­νή­τη μας καὶ τὰ μι­κρό­τε­ρα φτη­νὰ ὅ­πλα ποὺ στό­χευ­αν ὅ­λα τὰ μι­κρὰ ἔ­θνη ποὺ μό­λις σή­κω­ναν τὸ κε­φά­λι τους. Πι­θα­νό­τα­τα εἶ­πε Σκα­τὰ ἢ ἀ­κό­μα Γα­μῶ­το. Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι, με­ρι­κοὶ φί­λοι της, πραγ­μα­τι­κὰ μι­σοῦ­σαν τὸ πῶς πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ ἕ­να κα­θη­με­ρι­νὸ γε­γο­νὸς σὲ μιὰ πλα­νη­τι­κὴ με­τα­φο­ρά. Ἄλ­λοι σκέ­φτον­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πό­λυ­το δί­κιο.

       Ἔ­γει­ρε πά­νω σ’ ἕ­να ἀ­μά­ξι, κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω καὶ εἶ­δε τὸν ψη­λὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἑ­ξα­ώ­ρο­φου κτι­ρί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ πα­λιὰ ὄ­ψη εἶ­χε κα­τε­δα­φι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὸ δι­πλα­νό του κτί­σμα, ἀ­φή­νον­τας ἕ­να ὠ­χρὸ πρά­σι­νο νε­ο­ϋρ­κέ­ζι­κο ἀ­πο­τύ­πω­μα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς σκά­λες, πλα­τύ­σκα­λα, μυ­στη­ρι­ώ­δη κά­θε­τα κι ὁ­ρι­ζόν­τια δο­κά­ρια. Δὲν τὸ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε κο­σμι­κὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἀλ­λὰ μὲ θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὶς κα­λο­φτι­αγ­μέ­νες καὶ πε­ρί­ερ­γες δι­α­κο­σμή­σεις ποὺ ἔ­φε­ρε ὁ και­ρὸς καὶ ἡ πα­ρακ­μή. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κός στα­μά­τη­σε, τὴν εἶ­δε ποὺ κοί­τα­ζε καὶ ξε­φυ­σοῦ­σε. Λοι­πόν, εἶ­πε, τί σκέ­φτε­στε κυ­ρί­α μου; Εἶ­ναι σὰν ὅ­λους ἐ­μᾶς. Θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἐν­τε­λῶς ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Στὸ σπί­τι ἐ­ξε­πλά­γη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Ἄν­το­νι. Ἦ­ταν ἡ μέ­ση τῆς βδο­μά­δας. Ἀ­πὸ δῶ ἡ Τζούν­τι, εἶ­πε. Τὴ θυ­μᾶ­σαι; Βε­βαί­ως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τό­τε τοῦ ‘πε ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι κι ἐ­κεί­νη θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, πι­θα­νό­τα­τα ἕ­νε­κα τῆς δι­και­ο­σύ­νης καὶ τοῦ ψυ­χροῦ της προ­σώ­που.

       Ἀλ­λὰ, Μα­μά, τῆς εἶ­πε, τὸ πρό­σω­πό σου δὲν εἶ­ναι ψυ­χρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ,τι ἦ­ταν τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Σω­στά, εἶ­πε ἡ Τζούν­τι, Τί τέ­λη Ὀ­κτώ­βρη τί ἀρ­χὲς Νο­έμ­βρη, τί λές, Ἄν­το­νι; Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε γιὰ νὰ τῆς δώ­σει θάρ­ρος. Ἦ­ταν ντρο­πα­λή, ἀλ­λὰ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις. Ὁ Ἄν­το­νι στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε τὰ μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω. Ὅ­ταν στα­μά­τη­σαν, εἶ­πε, Εἰ­λι­κρι­νά, παι­διά, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κά­ποι­ο σχό­λιο, ἦ­ταν ἁ­πλὰ γιόγ­κα.

       Κα­λά, κα­λά, εἶ­πε ἡ Φέ­ιθ, ἔ­χει κά­τι νό­στι­μα πράγ­μα­τα στὸ ψυ­γεῖ­ο. Θέ­λη­σε νὰ πά­ει στὸ δω­μά­τιό της καὶ νὰ κα­θί­σει στὴν ὡ­ραί­α κα­ρέ­κλα ποὺ εἶ­χε πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρά­σει γιὰ νὰ νι­ώ­θει ἄ­νε­τα ὅ­ταν κά­θε­ται νὰ ση­μει­ώ­σει ἢ νὰ γρά­ψει τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο σχε­τι­κὰ μὲ τὸ σύ­στη­μα τῶν ἐ­νόρ­κων, ἰ­δι­αί­τα­τα γιὰ τοὺς συ­νερ­γά­τες της στὴν ἔ­νορ­κη δι­α­δι­κα­σί­α. Ἐ­πί­σης ὁ κα­πι­τα­λι­σμὸς ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ σο­βα­ρὸ πο­νο­κέ­φα­λο γιὰ τὸν πλα­νή­τη. Σκε­φτό­ταν νὰ δο­κι­μά­σει νὰ συν­θέ­σει ἕ­να ποί­η­μα ἐ­νάν­τια στὸν κα­πι­τα­λι­σμὸ ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ ὥ­ρα ὁ Ἄν­το­νι χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Μα­μά, ὅ­ταν στα­μα­τή­σεις νὰ θὲς νὰ εἶ­σαι μό­νη, ἔ­λα νὰ πι­εῖς λί­γο τσά­ι μα­ζί μας. Ἔ­χου­με πο­λὺ κα­κὰ νέ­α γιὰ σέ­να. Αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ ἂν ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε πεῖ, Ἔ­λα νὰ φᾶ­με λί­γο γλυ­κό, κι ἔ­χου­με με­ρι­κά ὑ­πέ­ρο­χα νέ­α γιὰ σέ­να, δὲ θά ‘βγαι­νε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της.

       Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ἐ­νῶ ἐρ­χό­ταν στὴν πόρ­τα. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μη, νο­μί­ζω. Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, πές μου.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χὴ» («Justice – a beginning») προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Massachusetts Review 49, 4 (Χει­μώ­νας 2008) 423-424.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Εἰ­κό­να: Ἡ Γκρέ­ις Πέ­ι­λι σὲ δι­α­δή­λω­ση ἐ­ναν­τί­ον τῶν βια­σμῶν γυ­ναι­κῶν καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸ Ἒλ Σαλ­βα­δόρ.


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Λένω



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Λέ­νω


ΤΑΝ ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ ἐν­νέ­α ἀ­δελ­φὲς ἡ Λέ­νω τῆς Ἀρ­γύ­ρως. Ὁ πα­τέ­ρας της, τσέ­λιγ­κας με­τρη­μέ­νος καὶ νοι­κο­κύ­ρης, μοί­ρα­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α ποὺ ἀ­πέ­με­νε ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­νω­τὲς κα­κο­τυ­χί­ες σὲ προῖ­κες. Στὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πέ­μει­νε μό­νο τὸ δι­πλό­σπι­το. Στὸ ὅ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης πάν­τα, εἶ­δε στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της νὰ φεύ­γει ἡ τουρ­κι­κὴ φρου­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ὀ­ρει­νὸ βλα­χο­χώ­ρι, στὰ τριά­ντα δύ­ο της νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν ἀν­δρι­κὰ ρά­κη ἀ­πὸ τὴ μι­κρα­σι­α­τι­κὴ ἐκ­στρα­τεί­α, στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρα νὰ μι­σο­χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ τὸν πρῶ­το της ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό, σφαγ­μέ­νο ἀ­πὸ λη­στρι­κὸ χέ­ρι, στὰ τρι­άν­τα ­πέν­τε νὰ παν­τρεύ­ε­ται τὸν κου­νιά­δο της, στὰ σα­ράν­τα ἑ­πτά της νὰ τὴν στέλ­νει τὸ κα­θε­στὼς τοῦ Με­τα­ξὰ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ μά­θει ἑλ­λη­νι­κά, στὰ πε­νῆν­τα της νὰ εἰ­σβά­λει γερ­μα­νι­κὸς στρα­τὸς στὸ χω­ριὸ ποὺ δὲν πα­τοῦ­σε ἄν­θρω­πος οὔ­τε ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα, στὰ πε­νῆν­τα ἕ­ξι της νὰ ἐ­κτο­πί­ζε­ται λό­γῳ ἐμ­φυ­λί­ου μα­ζὶ μὲ τοὺς συγ­χω­ρια­νοὺς στὸ Με­τσο­βο, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­να της νὰ χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ φο­νι­κό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­ξι της νὰ χά­νει τὸν μι­κρό της γιό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἑ­πτά της νὰ χά­νει τὸν πρῶ­το της ἐγ­γο­νὸ καὶ στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα δύ­ο τὸν δεύ­τε­ρο, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα πέν­τε της νὰ φεύ­γει ὁ με­γά­λος γιὸς μὲ τὴ νύ­φη της ἐ­σω­τε­ρι­κὸς με­τα­νά­στης στὴν Ἀ­θή­να κι ἐ­κεί­νη νὰ ἀ­να­λαμ­βά­νει τὴ φρον­τί­δα τρι­ῶν μι­κρῶν, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα ἐν­νέ­α της νὰ με­τα­να­στεύ­ει μὲ τὰ τρί­α μι­κρὰ στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Στὰ ὀ­γδόν­τα ἕ­ξι της αὐ­τὰ τὰ κο­ρε­σμέ­να γα­λα­νὰ μά­τια ἔ­κλει­σαν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ τὸ καμ­που­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ γῆ τῶν προ­γό­νων. Τὸ ἴ­χνος της ἔ­γι­νε ἀ­νορ­θό­γρα­φη ἐ­πι­γρα­φὴ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α: «Σή­με­ρα 16 Νο­εμ­βρί­ου 1976 ἀ­πε­βί­ο­σε ἡ μη­τέ­ρα μου Ε.Α.», κι ἂς μὴν ἔ­μα­θε πο­τέ της ἡ ἴ­δια τὴν ἐ­πί­ση­μη γλώσ­σα.


12


Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἕλλη Κούσουλα: Γύρνα πίσω στὸ καινούργιο


Ἕλ­λη Κού­σου­λα


Γύρ­να πί­σω στὸ Και­νούρ­γιο


ΕΜΠΤΗ, 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2003. Κη­φι­σιὰ-Πει­ραι­ᾶς. Κα­θὼς γλι­στρά­ω ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς πόρ­τες ποὺ κλεί­νουν, ἡ μα­τιά μου πέ­φτει σὲ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ σύμ­παν σὰν νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πὼς κρέ­με­σαι ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ στὴ δί­νει, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­ναι ἐν­νιὰ καὶ τὰ μα­γα­ζιὰ σχο­λά­σα­νε καὶ θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο μι­σά­ω­ρο νὰ ἰ­σορ­ρο­πεῖς κόν­τρα στὰ τραν­τάγ­μα­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, τὰ μο­να­χι­κὰ σπρω­ξί­μα­τα καὶ τὸ μού­δια­σμα μιᾶς ἀ­νε­λέ­η­της μέ­ρας.

        Ἀ­πέ­ναν­τί μου, τσα­λα­κω­μέ­νος σα­ραν­τά­ρης κρα­τᾶ δί­λι­τρο μπου­κά­λι κό­κα-κό­λας, ἀ­νοι­χτό. Κά­θε λί­γο πί­νει μι­κρὲς γου­λι­ές. Ρεύ­ε­ται δυ­να­τά. Μὲ κοι­τά­ει στὰ μά­τια χα­μο­γε­λών­τας, θέ­λει νὰ προ­κα­λέ­σει, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­πο­στρο­φή, ὁ­τι­δή­πο­τε, ἀρ­κεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει. Τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δω μό­νο μι­σὸ χα­μό­γε­λο. Τὸν λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ εἶ­μαι ἄ­δεια.

        Στὸ Μα­ρού­σι ἀ­νε­βαί­νει ἐμ­φα­νῶς εὐ­κα­τά­στα­τη κυ­ρί­α, ἑ­ξην­τά­ρα, στὴν τρί­χα. Κά­θε­ται δί­πλα του.

        — Δῶσ’ μου ἕ­να εὐ­ρὼ νὰ φά­ω κά­τι.

        Ἐ­νάν­τια στὶς προσ­δο­κί­ες μου —ἤ­μουν σί­γου­ρη πὼς θὰ μουρ­μού­ρα­γε κά­τι μὲ δυ­σφο­ρί­α γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γει— ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ καὶ ψά­χνει γιὰ τὸ εὐ­ρώ. Ὁ ἐ­παί­της μοῦ γε­λᾶ μα­νια­κά, καὶ μό­λις παίρ­νει τὸ κέρ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ τρα­γου­δᾶ δυ­να­τά, κα­θα­ρά, λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ. Μό­λις τε­λει­ώ­νει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο ρε­φρέν, ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ κοι­νοῦ, ἀ­πευ­θύ­νε­ται ξα­νὰ στὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —  Ἡ κό­κα-κό­λα κά­νει δύ­ο εὐ­ρώ.

        —  Δὲν κά­νει νὰ πί­νεις τό­ση κό­κα-κό­λα.

        — Λὲς γι’ αὐ­τὸ νὰ μὴν κοι­μᾶ­μαι;

        — Ἡ κό­κα-κό­λα ἔ­χει κα­φε­ΐ­νη, γι’ αὐ­τὸ ξα­γρυ­πνᾶς. Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;

        — Ἀ­π’ τὸ Και­νούρ­γιο. Ἔ­ξω ἀ­π’ τ’ Ἀ­γρί­νιο.

        — Καὶ τί κά­νεις ἐ­δῶ; Ἡ Ἀ­θή­να δὲν κά­νει, στὴν Ἀ­θή­να χά­νε­σαι, γύρ­να στὸ χω­ριό σου, ἀ­π’ τὸν Μάρ­τιο θά ‘ναι ὡ­ραῖ­α στὸ χω­ριό.

        — Ρω­τᾶς ἂν μὲ θέ­λουν;

        — Ποι­ὸς γο­νιὸς δὲν θέ­λει τὸ παι­δί του; Κι ἂν ποῦ­με μιὰ κου­βέν­τα πα­ρα­πά­νω ἐ­μεῖς οἱ γο­νεῖς τί ἔ­γι­νε; Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὸ γο­νιό.

        — Λέ­ει πὼς γυ­ρί­ζω στὰ μα­γα­ζιὰ ὅ­λη μέ­ρα.

        Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν στὰ Πε­τρά­λω­να. Περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δε­ξί μου πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἕ­να δά­κρυ. Μου­τζου­ρώ­νει τὸ βαμ­μέ­νο βλέμ­μα τῆς μαν­τάμ. Τὸ ἀ­να­ζη­τῶ, θέ­λω νὰ πεῖ κά­τι.

        — Τό­σο θά ’­ταν κι ὁ γιός μου, ψι­θυ­ρί­ζει. Ἄ­τι­μο πρά­μα.

        Φτά­νου­με Ταῦ­ρο. Θὰ πε­ρά­σουν μέ­ρες γιὰ νὰ δρα­πε­τεύ­σω ἀ­πὸ τὸν σκο­πὸ τοῦ τρα­γου­διοῦ ποὺ ἀ­κό­μα δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ.

        Αὐ­τὴ ἡ δι­α­δρο­μὴ κο­στί­ζει ἀ­κρι­βά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο, ναυ­τι­λια­κὰ καὶ με­τα­φο­ρὲς στὸ ΤΕΙ Πει­ραι­ά, καθὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Τὸ προξενιό



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Τὸ προξενιό


ΘΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ἦ­ταν τριά­ντα χρο­νῶν κι ἀ­κό­μα δί­χως ἄν­τρα. Στὸ πα­ρελ­θόν, τῆς εἶ­χαν ἔρ­θει κάμ­πο­σα προ­ξε­νιά, μὰ ὁ παπ­ποὺς τὰ εἶ­χε ἀ­πορ­ρί­ψει ὅ­λα. Πλέ­ον δὲν χω­ρά­γα­νε ἀ­να­βο­λές, ἤ­δη στὸ χω­ριὸ γε­ρον­το­κό­ρη τὴν ἀ­νε­βά­ζα­νε, κα­κο­ρί­ζι­κη τὴν κα­τε­βά­ζα­νε. Τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το τοῦ Ἰ­ού­λη, ἡ θεί­α κι ὁ παπ­ποὺς ἦρ­θαν σπί­τι μας, τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ’ρ­χό­ταν κι ὁ ὑ­πο­ψή­φιος γαμ­πρός, κα­θό­τι ἔ­με­νε κον­τὰ στὰ μέ­ρη τὰ δι­κά μας.

       Οἱ με­γά­λοι μοῦ ’­χαν ρη­τῶς ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ πα­ρί­στα­μαι στὴ γνω­ρι­μί­α, τί δου­λειὰ ἔ­χουν τὰ πι­τσι­ρί­κια νὰ μπλέ­κον­ται σὲ τέ­τοι­ες δου­λει­ές, ἔ­λε­γε ὁ παπ­πούς. Ἡ ἀ­παί­τη­ση αὐ­τὴ μό­νο τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξά­ψει, τί ἤ­θε­λαν νὰ μοῦ κρύ­ψουν, τί φο­βοῦν­ταν; Ἐ­ρά­στρια τῶν Πέν­τε Φί­λων καὶ τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­φτά, κρυ­φο­κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴ χα­ρα­μά­δα, κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις. Τὰ πρῶ­τα εὑ­ρή­μα­τα τῆς ἔ­ρευ­νας ἦ­ταν συ­ναρ­πα­στι­κά. Ὁ μέλ­λον­τας γαμ­πρὸς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ βα­ριᾶς μορ­φῆς μυ­ω­πί­α. Ὁ φα­κὸς τῶν γυ­α­λιῶν του ἦ­ταν τό­σο πα­χὺς ποὺ τὰ μά­τια του φαί­νον­ταν πολ­λά­κις με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ γυα­λιὰ-κιά­λια κι ἔ­τσι ἂν ὁ γαμ­πρὸς ἀ­γνάν­τευ­ε τὴ Ρού­με­λη ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι μας, νά ’­βλε­πε ἀν­θρώ­πους ν’ ἀ­γναν­τεύ­ου­νε τ’ αὐ­λά­κι. Ἢ γιὰ γυα­λιὰ-με­γε­θυν­τι­κοὺς φα­κούς, ποὺ τὸν βό­η­θα­γαν νὰ ξε­ψει­ρί­ζει κε­φά­λια μὲ εὐ­κο­λί­α ἢ νὰ ἐν­το­πί­ζει δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα σὲ πα­λιὰ σερ­βί­τσια τοῦ κα­φὲ κι ἐ­πι­δερ­μί­δες χρό­νια ἀ­νέγ­γι­χτες.

       Ἡ πιὸ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη, ὡ­στό­σο, πα­ρα­τή­ρη­ση ἀ­φο­ροῦ­σε τὶς πα­λά­μες τῶν μελ­λό­νυμ­φων. Ἡ θεί­α εἶ­χε τρα­χιὰ χέ­ρια γε­μά­τα ρό­ζους καὶ νύ­χια φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ χω­ρα­φιοῦ. Ὁ κύ­ριος Βησ­σα­ρί­ων εἶ­χε δά­χτυ­λα τρυ­φε­ρὰ καὶ λε­πτε­πί­λε­πτα ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἐ­κτε­τα­μέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση, ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ πι­α­νο­παι­ξί­α.

       Ὁ παπ­ποὺς ἀ­πέρ­ρι­ψε κι αὐ­τὸ τὸ προ­ξε­νιό, δὲ θὰ δώ­σω ἐ­γὼ τὴν κό­ρη μου σ’ αὐ­τὸν τὸν γκα­βού­λια­κα, εἶ­πε πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ πε­ρά­σει ὁ πα­ρο­λί­γον θεῖ­ος μου τὴν ἔ­ξω πόρ­τα. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­ταν φό­ρε­σα ἐ­γὼ γυα­λιά, ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Κωστῆς Α. Μακρῆς: Οἱ παντοδύναμοι



Κω­στῆς Α. Μα­κρῆς


Οἱ παν­το­δύ­να­μοι


ΙΝΑΙ ΤΡΟΜΕΡΟ αὐ­τὸ ποὺ σκο­πεύ­ε­τε νὰ κά­νε­τε, ἀ­γα­πη­τὲ Φι­όν­τορ Μι­χα­ή­λο­βιτς! Σο­βα­ρὰ τώ­ρα, σκέ­φτε­στε νὰ σκο­τώ­σε­τε τὴ Να­στά­ζια Φι­λίπ­ποβ­να; Δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ ἔγ­κλη­μα, ποὺ θὰ εἶ­ναι φρι­χτό, ἀλ­λὰ δὲν φο­βᾶ­στε καὶ τὴν τι­μω­ρί­α; Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ μό­νο τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­και­ο­σύ­νη ἀλ­λά, κυ­ρί­ως, τὶς τρο­με­ρὲς τύ­ψεις…

       ― Ἂν δὲν σᾶς σε­βό­μουν καὶ δὲν σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σα σὰν παι­δί μου, Πρίγ­κι­πα Μί­σκιν, θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι αὐ­τὰ ποὺ λέ­τε εἶ­ναι λό­για ἠ­λι­θί­ου. Τί μὲ πε­ρά­σα­τε; Γιὰ κα­νέ­ναν δαι­μο­νι­σμέ­νο; Ἢ πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι εἶ­μαι ἕ­νας ἀ­θε­ρά­πευ­τα πα­θι­α­σμέ­νος παί­κτης ποὺ δὲν λο­γα­ριά­ζει τί­πο­τα; Καί, σὲ τε­λευ­ταία ἀ­νά­λυ­ση, ἂν τὸ κά­νω —ἐ­πει­δὴ δὲν θὰ γί­νε­ται ἀλ­λι­ῶς!— τί σᾶς κό­φτει ἐ­σάς; Δὲν εἶ­μαι κα­νέ­νας ἀ­νεύ­θυ­νος ἔ­φη­βος, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πι­τρο­πεί­α σας, Πρίγ­κι­πα! Τί λέ­τε κι ἐ­σεῖς, ἀ­γα­πη­τὲ Λέ­ων;

       ― Τί νὰ πῶ… Ἡ ζω­ὴ καὶ ὁ θά­να­τος, ὁ πό­λε­μος καὶ ἡ εἰ­ρή­νη, τὸ μί­σος καὶ ἡ ἀ­γά­πη, εἶ­ναι μέ­σα στὴ ζω­ή, στὴ σκέ­ψη καὶ στὴ φύ­ση, τοῦ ἀν­θρώ­που. Χω­ρὶς θά­να­το δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­στα­ση. Ἀλ­λὰ καὶ χω­ρὶς κα­θό­λου μί­σος, πῶς νὰ με­τρή­σεις τὴν ἀ­γά­πη; Εἶ­χα κι ἐ­γὼ ἕ­να ἀ­νά­λο­γο δί­λημ­μα μὲ τὴν Ἄν­να Κα­ρέ­νι­να. Πρὶν τὴ ρί­ξω στὸ τρέ­νο, ἐν­νο­ῶ… Ἀλ­λὰ οἱ τύ­ψεις… Ναί. Ἀρ­ρώ­στεια καὶ τύ­ψεις εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό. Ἀλ­λά, κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ μᾶς πεῖ κι ὁ Ἀν­τὸν τὴ γνώ­μη του… Ἔ, φί­λε Ἀν­τόν; Τί λέ­τε;

       ― Δὲν ξέ­ρω… Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος. Ἴ­σως ὁ Φι­όν­τορ Μι­χα­ή­λο­βιτς νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἀλ­λι­ῶς. Ἴ­σως νὰ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρη μιὰ ζω­ὴ σύν­το­μη ἀλ­λὰ μὲ ὑ­ψη­λὲς ἐ­ξάρ­σεις. Ἐν­νο­ῶ σὲ σχέ­ση μὲ τὸ ἄ­φη­μα, τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη, γιὰ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε λό­γο, σὲ μί­αν οὐ­δέ­τε­ρη φθο­ρὰ δί­χως κα­νέ­να ἐκ­φρα­σμέ­νο πά­θος, μὲ κα­τα­πι­ε­σμέ­νους τοὺς πό­θους. Ἀλ­λά, πά­λι… Ὁ θά­να­τος…  Οἱ τύ­ψεις… Τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω, θὰ εἶ­ναι τρο­με­ρό… Φαν­τα­στεῖ­τε ἕ­ναν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο γλά­ρο νὰ πε­θαί­νει μέ­σα σ’ ἕ­ναν ἀν­θι­σμέ­νο βυσ­σι­νό­κη­πο… Καὶ τρεῖς ἀ­δελ­φὲς νὰ τὸν θρη­νοῦν. Καὶ γιὰ τὸν χα­μὸ του ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ χα­μέ­νη τους ζω­ή. Τί θλί­ψη. Τί φρί­κη. Ἀλ­λὰ καὶ πό­σο δυ­να­τὴ εἰ­κό­να!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κω­στῆς Α. Μα­κρῆς (Ἀ­θή­να). Ἔχει ἐργαστεῖ ὡς ζω­γρά­φος, γρα­φί­στας, κει­με­νο­γρά­φος καὶ ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ξυ­λουρ­γός. Ἀ­πὸ τὸ 2007 γρά­φει συ­στη­μα­τι­κὰ πα­ρα­μύ­θια καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Βιβλία του: Ὁ Πι­ὸζ Νά­με καὶ οἱ πέν­τε γά­τες (παιδικὸ μυθιστόρημα, Πατάκης, 2010) καὶ Ἡ Ἐ­βί­τα ποὺ νί­κη­σε τὰ Ἀ­πο­θαρ­ρύ­νια (Πατάκης, 2015). Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Κύ­κλου τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου. Ἱστοσελίδα: https://kostismakris.wordpress.com



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας



Χρῖστος Δάλκος


Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας


ΗΝ ΛΕΞΗ «ψαλ­τό­λυσ­σα» τήν ἄ­κου­σα ἐ­σχά­τως, ἀλ­λά τό εἶ­δος τό γνω­ρί­ζω ἀ­πό πα­λιά. Δι­ό­τι «ψαλ­τό­λυσ­σα» δέν εἶ­ναι μό­νο ἡ λύσ­σα πού ἔ­χουν ὡ­ρι­σμέ­νοι μο­να­χο­φά­η­δες ψαλ­τᾶ­δες νά τά ψάλ­λῃ ὅ­λα ἡ ἀ­φεν­το­μου­τσου­νά­ρα τους, ἀλ­λά εἶ­ναι καί τό εἶ­δος αὐ­τῶν πού θά μπο­ρού­σα­με νά τούς ποῦ­με «τῆς προ­σκολ­λή­σε­ως». Στήν ἀρ­χή ζυ­γώ­νουν στό ψαλ­τή­ρι σε­μνά καί δι­στα­κτι­κά, καί ἐ­κτε­λοῦν χρέ­η ἰ­σο­κρά­τη. Ἅ­μα ὁ ψάλ­της δι­α­πι­στώ­σῃ ὅ­τι δέν εἶ­ναι πα­ρά­φω­νοι μπο­ρεῖ ἐν­δε­χο­μέ­νως τήν τρί­τη μέ τέ­ταρ­τη φο­ρά νά τούς ρί­ξῃ ἕ­να βλέμ­μα συμ­πα­θεί­ας, νά τούς εὐ­χη­θῇ ἕ­να καί τοῦ χρό­νου ἤ νά τούς εἰ­δο­ποι­ή­σῃ γιά μιά ἔ­κτα­κτη πε­ρί­πτω­ση.

         Ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα κά­θε­ται μα­ζε­μέ­νη σάν τό σκυλ­λί —πρός τό ὁ­ποῖ­ο ἡ σχέ­ση τῆς «(ψαλ­το)λύσ­σας» δέν πρέ­πει νά εἶ­ναι τυ­χαί­α— καί πε­ρι­μέ­νει ζη­τι­α­νεύ­ον­τας μέ τό βλέμ­μα ἕ­να ἐ­λά­χι­στο ψί­χου­λο, μπο­ρεῖ καί κόκ­κα­λο, ἀ­πό τήν πλού­σια ψαλ­τι­κή τρά­πε­ζα. Ἕ­να λα­χτα­ρι­στό κόκ­κα­λο εἶ­ναι βε­βαί­ως ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Ἀλ­λά ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κή καί νά πε­ρι­μέ­νῃ πό­τε θά πα­ρου­σια­στῇ ἡ κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α, ἡ ἀ­που­σί­α π.χ. τοῦ «κα­θι­ε­ρω­μέ­νου» καί «πα­λι­ό­τε­ρου» δι­εκ­δι­κη­τῆ, ἕ­να κρυ­ο­λό­γη­μα τοῦ ἀν­τα­γω­νι­στῆ, κ.λπ. κ.λπ.

         Ἕ­να ἄλ­λο λα­χτα­ρι­στό ἔ­δε­σμα πρός τό ὁ­ποῖ­ο προ­σβλέ­πουν ὅ­λες οἱ ἁ­παν­τα­χοῦ ψαλ­τό­λυσ­σες εἶ­ναι τό «Ἄ­σπι­λε, ἀ­μό­λυν­τε, ἄ­φθο­ρε, ἄ­χραν­τε…» στούς Χαι­ρε­τι­σμούς, εἴ­τε, ἔ­στω, τό «Καὶ δὸς ἡ­μῖν Δέ­σπο­τα…» πού θε­ω­ρεῖ­ται —καί εἶ­ναι— πα­ρα­κα­τια­νό, κα­θό­τι συν­το­μώ­τε­ρο ἀ­πό τό «Ἄ­σπι­λε…», ἀλ­λά, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, στήν ἀ­να­βρο­χιά κα­λό εἶν᾿ καί τό χα­λά­ζι πού λέ­ει κι ὁ λα­ός.

         Ἔ­πει­τα ὑ­πάρ­χει καί ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν ψαλ­μῶν, τό­σο στούς Χαι­ρε­τι­σμούς ὅ­σο καί τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, πού γιά κά­θε ψαλ­τό­λυσ­σα εἶ­ναι ἕ­να λα­χτα­ρι­στού­τσι­κο κομ­μα­τά­κι· θά πῇ βέ­βαι­α κά­ποι­ος πώς ἄλ­λο ἀ­νά­γνω­ση κι ἄλ­λο ψαλ­τι­κή, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει κι ἐ­κεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α γιά λί­γο ψάλ­σι­μο, φερ᾿ εἰ­πεῖν στό «Ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου εὐ­λό­γη­σον πά­τερ!», πού ὅ­λες οἱ ψαλ­τό­λυσ­σες τό ταρ­να­ρί­ζουν δε­όν­τως, ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, σέ χα­λά­ει νά δι­α­βά­ζῃς μ᾿ ἕ­να κά­ποι­ο μουρ­μου­ρι­στό ψαλ­τά­δι­κο ἦ­θος ἐ­κεῖ­νο τό «Οἱ φί­λοι μου καὶ οἱ πλη­σί­ον μου ἀ­πὸ μα­κρό­θεν ἤγ­γι­σαν καὶ ἔ­στη­σαν καὶ οἱ λα­λοῦν­τές μοι κα­κὰ μα­ται­ό­τη­τας καὶ δο­λι­ό­τη­τας ὅ­λην τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­με­λέ­τη­σαν»; Σέ χα­λά­ει; Δέ σέ χα­λά­ει.

         Ὑ­πάρ­χουν μά­λι­στα καί ψαλ­τό­λυσ­σες τῆς μα­κρο­χρο­νί­ου προ­σκολ­λή­σε­ως πού πραγ­μα­το­ποί­η­σαν τό ὄ­νει­ρό τους καί με­τα­τέ­θη­καν ἀ­πό τήν πε­ρι­φέ­ρεια στό κέν­τρο τοῦ ψαλ­τη­ρί­ου, ἔ­γι­ναν δη­λα­δή ἱ­ε­ρο­ψάλ­τες ἀ­ρι­στε­ροί, ἀ­κό­μα καί δε­ξιοί σέ σπά­νι­ες, πλήν ὑ­παρ­κτές, πε­ρι­πτώ­σεις. Ἄ! τί ἀ­πό­λαυ­ση νά κα­θα­ρί­ζῃς συ­νε­χῶς τή φω­νή σου μ᾿ ἕ­να ὀ­λί­γον ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νο βη­χα­λά­κι, νά φυ­σᾷς τή δι­α­πα­σῶν προ­κει­μέ­νου νά πιά­σῃς τόν τό­νο, νά περ­νᾷς μέ ἄ­νε­ση ἀ­πό τόν πρῶ­το στόν πλά­γιο τοῦ τε­τάρ­του καί τἀ­νά­πα­λιν! Τί ἀ­γαλ­λί­α­ση νά στρα­βο­κυτ­τᾷς ἕ­ναν χαν­τα­κω­μέ­νο ἰ­σο­κρά­τη κά­νον­τάς του νο­ή­μα­τα νά πιά­σῃ τόν κά­τω Δή, ἤ τρί­βον­τας με­τα­ξύ τους τόν δεί­κτη καί τόν ἀν­τί­χει­ρα, πού Κύ­ριος οἶ­δε τί ἀ­κρι­βῶς ση­μαί­νει! Καί τί ἄ­φα­τη ἡ­δο­νή ὅ­ταν βρε­θῇς στήν θέ­ση νά ἐ­πι­λέ­γῃς ἐ­σύ μέ ἕ­να γεν­ναι­ό­δω­ρο νεῦ­μα τήν τυ­χε­ρή, με­τα­ξύ πολ­λῶν κα­ρα­δο­κου­σῶν ψαλ­το­λυσ­σῶν, ψαλ­τό­λυσ­σα πού θά δι­α­βά­σῃ τό «Ἄ­σπι­λε…»!


Μιά τέ­τοι­α ψαλ­τό­λυσ­σα ἦ­ταν καί ὁ Κώ­στας Κ., ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τώρ­θω­σε νά πε­ρά­σῃ, ἀ­πό τήν θέ­ση τοῦ ἁ­πλοῦ ἰ­σο­κρά­τη καί εὐ­και­ρια­κοῦ ἀ­να­γνώ­στη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, στήν θέ­ση τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ψάλ­τη τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Ὁ να­ός ἦ­ταν σχε­τι­κά μι­κρός, οἱ ἀ­πο­λα­βές πε­νι­χρές, μό­λις καί με­τά βί­ας ἀ­νε­βά­ζον­τας σέ ἕ­να στοι­χει­ω­δῶς ἀ­ξι­ο­πρε­πές ἐ­πί­πε­δο τό ἐ­πί­σης πε­νι­χρό εἰ­σό­δη­μα τοῦ τα­πει­νοῦ ἐμ­πο­ρο­ϋ­παλ­λή­λου, ἀλ­λά ἦ­ταν κά­τι, καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο καί ἀ­νε­κτί­μη­της ἀ­ξί­ας: ἦ­ταν πλέ­ον ψάλ­της, ἀ­πό­λυ­τος κυ­ρί­αρ­χος τοῦ ἀ­να­λο­γί­ου, ἔ­στω καί τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.

         Αὐ­τό ὅ­μως τό «ἀ­ρι­στε­ροῦ» ἄρ­χι­σε, μέ τό πέ­ρα­σμα τῶν χρό­νων, νά ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σέ ἀγ­κά­θι πού τρι­βέ­λι­ζε τόν Κώ­στα Κ., κα­θώς ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι πα­ρέ­με­νε «στά­σι­μος» ἐ­πί σει­ράν ἐ­τῶν. Κά­θε φο­ρά πού ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη ἀν­τι­κα­τα­στά­σε­ως δε­ξιοῦ ψάλ­του —καί τό πρᾶγ­μα εἶ­χε συμ­βῆ πά­νω ἀ­πό δύ­ο φο­ρές— ὁ Κώ­στας Κ. πε­ρί­με­νε ἐ­να­γω­νί­ως νά ὑ­πάρ­ξῃ κρού­ση ἀ­πό τόν ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ να­οῦ, ἕ­ναν θε­ρι­α­κω­μέ­νο λε­βεν­τό­παπ­πα, τόν παπ­πα-Νι­κή­τα. Πε­ρί­με­νε αὐ­τό τό «νεῦ­μα» εὐ­α­ρε­σκεί­ας, αὐ­τήν τήν πε­ρι­πό­θη­τη χει­ρο­νο­μί­α ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως, ὅ­πως ὁ σκύλ­λος τό κόκ­κα­λο, πλήν ἡ χει­ρο­νο­μί­α δέν ἐρ­χό­ταν, ἡ ὑ­πό­θε­ση τῆς «ἀ­να­βάθ­μι­σής» του χρό­νι­ζε ἐ­πι­κίν­δυ­να, κι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά σκέ­πτε­ται σο­βα­ρά τό ἐν­δε­χό­με­νο νά πε­ρα­τώ­σῃ τήν ψαλ­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α ἀ­ρι­στε­ρός. Καί νά πού γιά κα­λή του τύ­χη ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δε­ξιός ψάλ­της —-ἕ­νας Γε­ώρ­γιος Μπο­νά­νος ἀ­πό τό που­θε­νά— λο­γό­φε­ρε μέ τόν παπ­πα-Νι­κή­τα τήν Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων, γιά τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του ὑ­πο­θέ­τει, καί νά πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μο­να­δι­κή εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­βαθ­μι­στῇ ἐ­πί τέ­λους, ἄς εἶ­ναι καί μέ μι­κρό­τε­ρη ἀ­μοι­βή ἀ­πό τοῦ Μπο­νά­νου, αὐ­τόν τό δε­ξιό ἀ­να­λό­γιο τοῦ ᾿χει σκλα­βώ­σει τήν ψυ­χή, καί βέ­βαι­α μέ τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα καί τόν Νυμ­φί­ο νά ἔρ­χε­ται —τί νά ἔρ­χε­ται, νά εἶ­ναι ἤ­δη φτα­σμέ­νος καί νά ἀ­νοί­γῃ τήν θύ­ρα τοῦ νυμ­φῶ­νος— ἡ μό­νη ἐν­δε­δειγ­μέ­νη λύ­ση εἶ­ναι ὁ προ­βι­βα­σμός τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σέ δε­ξιό!

         Ὅ­λο τό βρά­δυ τῆς Κυ­ρια­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων πρός τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα δέν κοι­μή­θη­κε· ἄ­κου­γε τό τη­λέ­φω­νο νά χτυ­πᾷ, ἔ­βλε­πε τόν παπ­πα-Νι­κή­τα νά τόν ὑ­πο­δέ­χε­ται στό δω­μα­τιά­κι δί­πλα στό ἱ­ε­ρό, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά νά κα­θο­ρί­σουν τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του —ἐν­νο­εῖ­ται πώς θά τό πα­λέ­ψῃ γιά λε­λο­γι­σμέ­νο ὕ­ψος, ἀλ­λά δέν πρό­κει­ται νά φθά­σῃ καί στά ἄ­κρα—, ἴ­σως καί νά μή χρει­ά­ζε­ται, ὅ­λοι τό ξέ­ρουν πώς τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα ὁ ρό­λος τοῦ ψάλ­του εἶ­ναι ἀ­πό κομ­βι­κός ἕ­ως ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τος.

         Κι ὅ­μως, δέν ἦ­ταν ἔ­τσι. Ὁ τρα­γό­παπ­πας εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θῆ μ᾿ ἕ­ναν ἀ­νη­ψιό του, ἕ­να ἀ­νί­δε­ο, ἀ­μού­στα­κο παι­δά­ριο, καί τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται ὅ­λη ἡ λο­γο­μα­χί­α μέ τόν ἄλ­λο τόν ἄ­σχε­το, τόν Μπο­νά­νο, μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν προ­σχη­μα­τι­κή, τόν ἀ­νη­ψιό του ἤ­θε­λε νά βο­λέ­ψῃ ὁ τα­βλαμ­πᾶς κι ἔ­κα­νε τά­χα­μου πώς δέν βγαί­νει πέ­ρα καί πρέ­πει νά προ­βῇ σέ πε­ρι­κο­πή μι­σθοῦ. Ὥ­ρα εἶ­ναι νά τόν πά­ρῃ κι αὐ­τόν ἡ μπάλ­λα καί ἀ­πό ᾿κεῖ πού ὀ­νει­ρεύ­ε­ται δε­ξιά με­γα­λεῖ­α νά κα­τα­βα­ρα­θρω­θῇ σέ ἀ­κό­μα βα­θύ­τε­ρα ἀ­ρι­στε­ρά τάρ­τα­ρα!

         Καί­τοι, λοι­πόν, φαρ­μα­κώ­θη­κε, δέν ἔ­βγα­λε τσι­μου­διά, στό­μα θε­ό­κλει­στο. Πάν­τως αὐ­τό τό παι­δά­ριο τό μί­ση­σε. Καί ντρέ­πε­ται νά τό πῇ πώς με­γα­λο­βδο­μα­δι­ά­τι­κα —ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη μέ­ρα τοῦ χρό­νου εἶ­ναι τό ἴ­διο— τόν κα­τα­ρά­στη­κε αὐ­τόν τόν ἀ­νη­ψιό, μα­ζί μέ ὅ­λα τά σπυ­ριά του, νά ἀρ­ρω­στή­σῃ, νά βου­βα­θῇ, νά βγά­λῃ τό κα­κό σπυ­ρί, ναί, τέ­τοι­ες ἀ­κρό­τη­τες, στίς ὁ­ποῖ­ες ἤ­θε­λε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος νά ἀ­να­κα­τέ­ψῃ ὄ­χι τόν σα­τα­νᾶ ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς «βρέ­χει ἐ­πὶ δι­καί­ους καὶ ἀ­δί­κους», σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς ὁ Θε­ός «ἀ­γά­πη ἐ­στίν», καί δέν εἶ­χε τί­πο­τα νά κά­νῃ μέ τίς δι­κές του μω­ρο­φι­λο­δο­ξί­ες καί τά μι­κρο­μί­ση, αὐ­τήν τήν κα­τα­ρα­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, αὐ­τό τό παν­το­δύ­να­μο πά­θος, δυ­να­στι­κώ­τε­ρο κι ἀπ᾿ τήν ψω­μό­λυσ­σα!

         Τόν ἄ­κου­σε τόν ἀ­νη­ψιό, ὀ­νό­μα­τι Μι­χά­λη, τό βρά­δυ τῆς Με­γά­λης Δευ­τέ­ρας: ὡ­ραί­α φω­νή, δέ λέ­ει, ἀλ­λά ἄ­πει­ρος βρέ παι­δί μου, καί τόν «Νυμ­φῶ­νά σου» τό ᾿πια­σε λί­γο χα­μη­λά, ὁ Κώ­στας ἔ­κα­νε ἕ­ναν μορ­φα­σμό, «ἄχ, βρέ Μι­χά­λη!», δέν προ­λά­βα­νε νά γνω­ρι­στοῦν καί τόν ἔ­λε­γε «Μι­χά­λη», φι­λι­κά ὑ­πο­τί­θε­ται, ἀλ­λά μέ αὐ­τό τό «ἄχ, βρέ» μπρο­στά πού ση­μαί­νει «κά­τσε βρέ παι­δά­ριο ἑ­φτά-ὀ­χτώ χρό­νια στό ἀ­ρι­στε­ρό ἀ­να­λό­γιο νά λι­ώ­σῃς κἀ­να δυ­ό ρά­σα κι ἔ­πει­τα δι­εκ­δί­κη­σε τή θέ­ση τοῦ δε­ξιοῦ πού κα­νο­νι­κά ἀ­νή­κει σέ πιό πε­πει­ρα­μέ­νους ἀ­πό σέ­να!». Καί μήν νο­μι­σθῇ πώς μέ τό «πε­πει­ρα­μέ­νους» ἐν­νο­εῖ τόν ἑ­αυ­τό του, αὐ­τός, ἔ­τσι κι ἔμ­παι­νε δε­ξιός κά­ποι­ος ἰ­σά­ξιός του πού νά ᾿χε φά­ει τήν ψαλ­τι­κή μέ τό κου­τά­λι, δέν θά ᾿χε ἀν­τίρ­ρη­ση, τόν ἐ­νο­χλεῖ πού δέν ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ κα­τά πα­ρά­δο­σιν ἰ­σχύ­ου­σα τά­ξις, ἕ­να εἶ­δος ἀ­τύ­που πλήν ὑ­παρ­κτῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας.

         Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού εἶ­χαν φθά­σει τά πράγ­μα­τα, δέν κιν­δύ­νευ­ε πλέ­ον μό­νο ἡ ἄ­τυ­πος ἀλ­λά καί ἡ τυ­πι­κή τά­ξις. Ἐ­ξη­γεῖ­ται τί θέ­λει νά πῇ: Αὔ­ριο εἶ­ναι Με­γά­λη Τρί­τη, κι ὅ­λοι οἱ ψαλ­τᾶ­δες ξέ­ρουν τί ση­μαί­νει αὐ­τό. Τό με­γα­λύ­τε­ρο ψαλ­τά­δι­κο «σου­ξέ», ἄν μπο­ρῇ νά μι­λή­σῃ κα­νείς μέ τέ­τοι­ους ἀ­γο­ραί­ους ὅ­ρους, τό τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς, πού δι­και­οῦ­σαι νά τό «ταρ­να­ρί­σῃς» μέ­χρι καί εἰ­κο­σι­πέν­τε λε­πτά καί κα­νείς νά μή σοῦ πῇ τί­πο­τα, ἀ­νή­κει «μέ τόν νό­μο» πού λέ­νε στόν ἀ­ρι­στε­ρό ψάλ­τη. Τίς προ­η­γού­με­νες χρο­νι­ές ὁ Κώ­στας Κ., κα­τά τίς ἐ­πι­τα­γές ἑ­νός πνεύ­μα­τος κα­κῶς ἐν­νο­ου­μέ­νης, τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, εἶ­χε ἐκ­χω­ρή­σει τό λα­χτα­ρι­στό κομ­μά­τι στόν δε­ξιό, κι εἶ­χε ἀρ­κε­σθῆ στόν ρό­λο τοῦ κομ­πάρ­σου, φθά­νον­τας μά­λι­στα στό ση­μεῖ­ο νά με­τα­κο­μί­σῃ στό ἀ­πέ­ναν­τι ψαλ­τή­ρι, ἐν εἴ­δει θλι­βε­ρῆς καί δι­α­κο­σμη­τι­κῆς δευ­τε­ρο­κλα­σά­της γλά­στρας, πε­ρι­ω­ρι­σμέ­νης σέ βο­η­θη­τι­κό ρό­λο.

         Τώ­ρα ὅ­μως δέν θά τό ἄ­φη­νε νά πε­ρά­σῃ στό ντού­κου, καί, βέ­βαι­α, τέρ­μα ἡ με­τα­κό­μι­ση στό δε­ξί ψαλ­τή­ρι. Δέν τό δι­και­οῦν­ταν; Ὅ­λοι οἱ νό­μοι καί τά δι­α­τάγ­μα­τα ἦ­ταν μα­ζί του. Θά ᾿λε­γε τήν «Κασ­σια­νή» ὁ κό­σμος νά χά­λα­γε. Κι ἅ­μα τοῦ κου­νι­ό­ταν τό ἀ­πέ­ναν­τι τσου­τσέ­κι, θά τοῦ ᾿τρι­βε στή μού­ρη τό ἰ­σχῦ­ον τυ­πι­κό, πού κά­τι ξέ­ρα­νε ὅ­σοι τό ὥ­ρι­σαν ἔ­τσι, τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ἤ­θε­λαν νά δι­δά­ξουν, καί νά πού ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πο­δο­πα­τεῖ­ται παν­τοῦ, ἀ­κό­μα καί στό θέ­μα τῆς «Κασ­σια­νῆς» πού εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κιά του!

         Δέν θά πῇ ὅ­μως τί­πο­τα· για­τί νά πῇ κά­τι γιά κά­τι πού δι­και­ω­μα­τι­κά τοῦ ἀ­νή­κει; Θά πε­ρι­μέ­νῃ σε­μνά καί τα­πει­νά νά ἔρ­θῃ ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ρί­ου, καί τό­τε σε­μνά καί τα­πει­νά θά ξε­κι­νή­σῃ μέ τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι», ὁ ἄλ­λος, ὁ ἀ­πέ­ναν­τι, θά πῇ ἀ­ναγ­κα­στι­κά τό «Καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων ἀ­μήν», ὁ­πό­τε με­τά τό τρο­πά­ριο εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κό του, νά τό ταρ­να­ρί­σῃ ὅ­σο καί ὅ­πως θέ­λει, ἀπ᾿ ἔ­ξω τό ᾿χει μά­θει, ἕ­να σω­ρό χει­μῶ­νες καί ἄ­νοι­ξες τήν προ­βέρ­νει σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νῶς τήν ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­ναῖ­κα.

Καί νά πού ἡ με­γά­λη ὥ­ρα ἦρ­θε. Χω­ρίς νά δι­στά­σῃ κα­θό­λου, ἔ­βα­λε μπρός τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ…». Ἦ­ταν κά­που ἐ­κεῖ στό «-ῷ­ῷ­ῷ» τοῦ «Υἱ­ῷ» πού ἡ θε­ό­ρα­τη φι­γού­ρα —ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε— τοῦ παπ­πα–Νι­κή­τα ἔ­κα­νε τήν ἐμ­φά­νι­σή της στήν ὡ­ραί­α πύ­λη:

         — Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; τοῦ φώ­να­ξε ὀρ­γι­σμέ­να, καί τό χρι­στε­πώ­νυ­μο πλή­ρω­μα πά­γω­σε.

         Δέν μπό­ρε­σε νά πῇ τί­πο­τα, ἔ­νι­ω­σε μό­νο ἕ­ναν κόμ­πο νά τοῦ κά­θε­ται στόν λαι­μό, κι ὁ δε­ξιός ἀ­νέ­λα­βε τό «ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι».

        — Τσα­κί­σου πή­γαι­νε στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι! πα­ράγ­γει­λε ὁ ἄ­τεγ­κτος παπ­πᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­πο­συ­ρό­με­νος στά ἐν­δό­τε­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ, σφύ­ρι­ξε μέσ᾿ ἀπ᾿ τά δόν­τια του: «Βρέ ποῦ τόν βρή­κα­με ἐ­τοῦ­τον!»

        Ἡ προ­σβο­λή ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη· οἱ γυ­ναι­κοῦ­λες τῶν πρώ­των στα­σι­δι­ῶν δαγ­κώ­νον­ταν καί πρό­λα­βε μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του νά συλ­λά­βῃ σκόρ­πια σαρ­κα­στι­κά χα­μό­γε­λα ἀ­πό τά ἀν­τρι­κά στα­σί­δια. Κα­τά­πι­ε κά­τι χον­τρά δά­κρυ­α πού κα­τέ­βαι­ναν στό λαι­μό του κι ἀ­πό­μει­νε στό ἀ­ρι­στε­ρό ψαλ­τή­ρι σά στή­λη ἅ­λα­τος· καί νά ᾿θε­λε νά κου­νη­θῇ —πού δέν ἤ­θε­λε— εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἄν μπο­ροῦ­σε, τά πό­δια του εἶ­χαν μου­διά­σει, τό κορ­μί του εἶ­χε πα­ρα­λύ­σει, μό­λις καί με­τά βί­ας κα­τώρ­θω­νε σάν σέ ἀ­χλύ, ἀ­πό πο­λύ μα­κριά, νά ἀ­κού­σῃ τήν κραυ­γή τῆς ἄ­κρας γυ­ναι­κεί­ας τα­πεί­νω­σης νά φτά­νῃ θο­λή στ᾿ αὐ­τιά του: «Κύ­ρι­ε ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή, τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα … μῦ­ρά σοι πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει. Οἴ­μοι λέ­γου­σα…». Τό πή­γαι­νε κα­λά ὁ ἄ­τι­μος, θά τό ᾿χε κά­νει κι αὐ­τός μπό­λι­κες πρό­βες. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τόν ἔ­βλε­πε, κά­τω ἀ­πό τό ἀ­σπρο­κί­τρι­νο λαμ­πι­ό­νι τῆς σκο­τει­νῆς ἐκ­κλη­σί­ας, μέ τά σπυ­ριά του νά λαμ­πυ­ρί­ζουν λές στό ἠ­λε­κτρι­κό φῶς, ἕ­να ἀ­βυσ­σα­λέ­ο μῖ­σος τόν πλημ­μύ­ρι­σε καί μιά σκο­τει­νή βρα­χνή φω­νή ἀ­να­δύ­θη­κε μέ­σα ἀ­πό τή μαυ­ρί­λα πού ᾿χε κα­τα­κλύ­σει τήν αἱ­μάσ­σου­σα ψυ­χή του: — Κόλ­πος νά σοῦ ᾿ρθῃ σπυ­ριά­ρη!

        Εἶ­χε φτά­σει στό «Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων…». Καί, ξαφ­νι­κά, πά­νω ἐ­κεῖ στό «δέ­ε­ε-» τοῦ «δέ­ξαι μου…», ἕ­να ἀ­πί­στευ­το κοκ­κο­ρά­κι, σάν ἡ χορ­δή νά εἶ­χε σπά­σει, κα­τέ­φθα­σε ἀ­πό τό ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο ἀ­να­λό­γιο τοῦ δε­ξιοῦ ψαλ­τη­ρί­ου καί τά συν­τρίμ­μια της σκορ­πί­στη­καν στά μή­κη καί τά πλά­τη τοῦ να­οῦ, ἀ­πό τά χά­η τοῦ ἐ­ρε­βώ­δους τρού­λου μέ­χρι τά μυ­στι­κά σκο­τά­δια τῆς κόγ­χης τοῦ ἱ­ε­ροῦ. Τά μει­δι­ά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν κα­τεύ­θυν­ση καί μο­χθη­ρά δόν­τια ἄρ­χι­σαν νά κά­νουν τήν ἐμ­φά­νι­σή τους πί­σω ἀ­πό σαρ­κά­ζον­τα χεί­λη. Τό κοκ­κο­ρά­κι πά­σκι­σε γιά ἕ­να μι­κρό δι­ά­στη­μα νά ἁρ­πα­χτῇ ἀ­πό τάς «πη­γάς», καί τέ­λος, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μέ μύ­ριους κό­πους στό «δα­κρύ­ων», ἀ­να­λύ­θη­κε σέ μιά ἀ­συ­νάρ­τη­τη πα­ρα­χορ­δί­α κρωγ­μῶν πού σκόν­τα­φταν πά­νω στά καν­τή­λια, τά μα­νουά­λια, ἀ­κό­μα ἀ­κό­μα καί πά­νω στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ πού τόν κύτ­τα­ζε λυ­πη­μέ­νος – ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε.

         Καί τό­τε τήν εἶ­δε· ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στά στόν Σω­τῆ­ρα, τά μαλ­λιά της λυ­μέ­να μπρός στά πό­δια του, οἱ μου­σκε­μέ­νες της μποῦ­κλες μπλεγ­μέ­νες στά δά­χτυ­λά του, κι ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, κι ἦ­ταν τό­σο γο­ε­ρό αὐ­τό τό κλά­μα τῆς ἄ­κρας τα­πεί­νω­σης, πού ἔ­νι­ω­σε νά με­τα­δί­δε­ται στό δι­κό του λαι­μό, στά ρου­θού­νια του, στό τρέ­μου­λο τῶν χει­λι­ῶν του πού πιά δέν τά ὥ­ρι­ζε.

         Μέ μου­δι­α­σμέ­να πό­δια, σάν αὐ­τό­μα­το, σύρ­θη­κε σκυ­φτός ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι, στά­θη­κε δί­πλα στόν δε­ξιό, φί­λη­σε τά σπυ­ρά­κια του μέ δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, κι ἀ­νέ­λα­βε νά συ­νε­χί­σῃ ἀ­πό ᾿κεῖ πού ᾿χε στα­μα­τή­σει τό ξέ­πνο­ο κοκ­κο­ρά­κι.

         Τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου, γυ­ναῖ­κες καί ἄν­τρες, εἶ­χαν νά τό λέ­νε και­ρό πώς δέν εἶ­χαν ξα­να­κού­σει τέ­τοι­α Κασ­σια­νή στή ζω­ή τους. Τέ­τοι­α Κασ­σια­νή ἀ­πό μιά συν­τε­τριμ­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, τέ­τοι­α ρα­γι­σμέ­νη φω­νή πού, μέ­σα σέ ἀ­συγ­κρά­τη­τους λυγ­μούς με­τα­νοί­ας, εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τό τρο­πά­ριο ὅ­πως πο­τέ ἄλ­λο­τε δέν ξα­να­κού­στη­κε σέ ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α: «Μή με τὸν σὸν δοῦ­λον πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος…»


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016).


♥ ♥ ♥

Ἐ­δῶ μπο­ρεῖ­τε ν’ ἀ­κού­σε­τε τὸ «τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς» ἀ­πὸ χο­ρὸ Βα­το­πε­δι­νῶν πα­τέ­ρων μὲ βά­ση τὸ χει­ρό­γρα­φο τοῦ Σί­μω­νος Κα­ρᾶ:

(1/2)

καὶ (2/2)

καὶ ἐ­δῶ νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ­τε σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θρυ­λού­με­νο ἱ­στο­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό:

http://www.saint.gr/5/texts.aspx

♥ ♥ ♥

Τὸ κεί­με­νο τοῦ ὕ­μνου καὶ με­τα­γρα­φή του στὰ νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

Κύ­ρι­ε, ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή,

τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα, μυ­ρο­φό­ρου ἀ­να­λα­βοῦ­σα τά­ξιν,

ὀ­δυ­ρο­μέ­νη, μύ­ρα σοι, πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει.

Οἴ­μοι! λέ­γου­σα, ὅ­τι νύξ μοι ὑ­πάρ­χει, οἶ­στρος ἀ­κο­λα­σί­ας,

ζο­φώ­δης τε καὶ ἀ­σέ­λη­νος ἔ­ρως τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων,

ὁ νε­φέ­λαις δι­ε­ξά­γων τῆς θα­λάσ­σης τὸ ὕ­δωρ·

κάμ­φθη­τί μοι πρὸς τοὺς στε­ναγ­μοὺς τῆς καρ­δί­ας,

ὁ κλί­νας τοὺς οὐ­ρα­νοὺς τῇ ἀ­φά­τῳ σου κε­νώ­σει.

Κα­τα­φι­λή­σω τοὺς ἀ­χράν­τους σου πό­δας,

ἀ­πο­σμή­ξω τού­τους δὲ πά­λιν τοῖς τῆς κε­φα­λῆς μου βο­στρύ­χοις·

ὧν ἐν τῷ πα­ρα­δεί­σῳ Εὔ­α τὸ δει­λι­νόν,

κρό­τον τοῖς ὠ­σὶν ἠ­χη­θεῖ­σα, τῷ φό­βῳ ἐ­κρύ­βη.

Ἁ­μαρ­τι­ῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κρι­μά­των σου ἀ­βύσ­σους

τίς ἐ­ξι­χνιά­σει, ψυ­χο­σῶ­στα Σω­τήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δού­λην πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος.

 

Με­τα­γρα­φὴ ἀπὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

 

Κύριε, ἡ γυναίκα ποὺ ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες,

σὰν ἔνοιωσε τὴ θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα

καὶ σὲ ἄλειψε μὲ μυρουδικὰ πρὶν ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό σου

κι ἔλεγε ὀδυρόμενη: Ἀλλοίμονο σὲ μένα, γιατὶ μέσα μου εἶναι νύχτα κατασκότεινη

καὶ δίχως φεγγάρι, ἡ μανία τῆς ἀσωτείας κι ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας.

Δέξου ἀπὸ μένα τὶς πηγὲς τῶν δακρύων,

ἐσὺ ποὺ μεταλλάζεις μὲ τὰ σύννεφα τὸ νερὸ τῆς θάλασσας.

Λύγισε στ’ ἀναστενάγματα τῆς καρδιᾶς μου,

ἐσὺ ποὺ ἔγειρες τὸν οὐρανὸ καὶ κατέβηκες στὴ γῆς.

Θὰ καταφιλήσω τὰ ἄχραντα ποδάρια σου,

καὶ θὰ τὰ σφουγγίσω πάλι μὲ τὰ πλοκάμια τῆς κεφαλῆς μου·

αὐτὰ τὰ ποδάρια, ποὺ σὰν ἡ Εὕα κατὰ τὸ δειλινό,

τ’ ἄκουσε νὰ περπατᾶνε, ἀπὸ τὸ φόβο της κρύφτηκε.

Τῶν ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ τῶν κριμάτων σου τὴν ἄβυσσο,

ποιός μπορεῖ νὰ τὰ ἐξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μὴν καταφρονέσης τὴ δούλη σου, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τ’ ἀμέτρητο ἔλεος.