Νίκος Δασκαλόπουλος: Δὲν πρέπει να περιπλανήθηκε καὶ πολλὴ ὥρα

daskalopoulosnikos-denprepeinaperiplanithikegiapolyora-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b1-02


Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος


Δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε καὶ πο­λὺ ὥ­ρα


01-epsilonΙΝΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ, φί­λοι. Ὁ ἕ­νας κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ τὴν τέ­χνη του. Ὁ ἄλ­λος σχε­δὸν τί­πο­τα, κι ὅ­μως τοῦ ἔρ­χον­ται ὅ­λα εὔ­κο­λα. Πο­λὺ τα­λέν­το. Στὰ πάν­τα. Ἐκ­δί­δε­ται. Δι­α­βά­ζε­ται. Ἀ­ρέ­σει στὸν κό­σμο. Ἀ­ρέ­σει στοὺς κρι­τι­κούς. Ἀ­ρέ­σει στοὺς ὁ­μό­τε­χνους. Τὸν θέ­λουν ὅ­λοι στὴν πα­ρέ­α. Ὅ­λες θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὅ­λοι θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὁ ἄλ­λος τί­πο­τα· κά­τι ἀ­ραι­ὲς δη­μο­σι­εύ­σεις σὲ μι­κρὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ μιὰ αὐ­το­έκ­δο­ση ποὺ πῆ­γε ἄ­πα­τη. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πάρ­τυ ποὺ πᾶ­νε καὶ δι­α­βά­ζει ὁ τα­λαν­τοῦ­χος ἀ­πο­σπά­σμα­τα, βγά­ζουν τὰ φι­λα­ρά­κια μιὰ κοι­νὴ φω­το­γρα­φί­α. Γί­νε­ται ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ τα­λαν­τού­χου. Εἶ­ναι τὸ μό­νο ντο­κου­μέν­το ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κι ὁ ἄλ­λος λο­γο­τέ­χνης, για­τὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ξέ­ρει καὶ κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται. Καὶ τί κά­νουν; Πᾶ­νε καὶ τὸν κό­βουν ἀ­πὸ τὴ φω­το­γρα­φί­α. Ἡ φω­το­γρα­φί­α νὰ τὸν στοι­χει­ώ­νει. Νὰ βλέ­πει τὸν φί­λο του παν­τοῦ καὶ νὰ λέ­ει «Μὰ ἤ­μουν ἐ­κεῖ». Ὁ τα­λαν­τοῦ­χος λο­γο­τέ­χνης πα­θαί­νει καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη. Πε­θαί­νει. Οὔ­τε γυ­ναί­κα. Οὔ­τε παι­διά. Κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Τοῦ κά­νουν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα. Ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Καὶ κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε πο­τὲ τί ἔ­γρα­ψε — ἁ­πλῶς τοὺς ἄ­ρε­σε τὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ στὺλ τῆς γρα­φῆς. Ὁ ἄλ­λος κλαί­ει γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ δὲν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν καὶ γιὰ τὴ γα­μη­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α ποὺ συ­νε­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὅ­λοι, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νον. Τὴν ἱ­στο­ρί­α μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἕ­νας με­τα­φρα­στής. Ὅ­σο τὴν σκε­φτό­μουν πρὶν τὴ γρά­ψω, στὸν ὄ­ρο­φό μου, ἀ­κου­γόν­του­σαν τρο­με­ρά, φρι­κτὰ κλά­μα­τα. Κά­ποι­ος ἔ­σκου­ζε. Δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Τε­λι­κά, ἦ­ταν ἡ γά­τα μιᾶς για­γιᾶς ἀ­πὸ πά­νω. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, χά­θη­κε μέ­σα στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρὰ γιὰ τὴν για­γιά.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1988). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸ πρό­γραμ­μα Cultural Studies τοῦ Queen Margaret University, στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἐ­ξέ­δι­δε τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Independent Magazine καὶ πλέ­ον συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sonik. Κεί­με­νά του γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμὸ κα­θὼς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ sites ὅ­πως: LiFO, Αὐγή, Left.gr, Red Notebook, Unfollow. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴν ἱστοσελίδα Ποι­εῖν, καὶ τὰ ἔντυπα Φρέ­αρ, Θρά­κα κ.ἄ.


Ἰάσονας Μικρώνης: Ὁ λεξιπλάστης

 

mikronisiasonas-oleksiplastis-eikona-06


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Ὁ λε­ξι­πλά­στης


03-alpha-01ΝΑΣΥΡΩ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ  ἀ­π’ τὶς τσέ­πες μου χαρ­τά­κια δι­α­φό­ρων με­γε­θῶν —μέ­χρι καὶ κομ­μα­τά­κια χαρ­το­πε­τσε­τῶν ἔ­χω βρεῖ— μὲ λέ­ξεις ποὺ κά­πο­τε μοῦ κέν­τρι­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Πρό­κει­ται γιὰ λέ­ξεις δυσ­νό­η­τες, δυ­σπρό­φερ­τες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­κοῦς πλέ­ον που­θε­νὰ – κι ὡς ἐκ τού­του ἄ­χρη­στες, μὴ λει­τουρ­γι­κές. Ἐ­πι­λέ­γω νὰ τὶς με­τα­χει­ρί­ζο­μαι (μὲ τὴν ἀ­παι­τού­με­νη φει­δὼ) στὶς ποι­κί­λες κα­θη­με­ρι­νές μου συ­ναλ­λα­γὲς ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­ά­φο­ρες μα­ζώ­ξεις μὲ φί­λους γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σω τὸν θαυ­μα­σμὸ ἤ, κυ­νι­κό­τε­ρα, γιὰ νὰ ξι­πά­σω. Συ­νή­θως βέ­βαι­α δὲν κα­τα­φέρ­νω τί­πο­τα ἀ­π’ τὰ δύ­ο, ἡ συ­ναλ­λα­γὴ ἢ ἡ συ­ζή­τη­ση ἐ­ξε­λίσ­σον­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα – χω­ρίς, δη­λα­δή, τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο χά­σκον στό­μα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ. Σπα­νι­ό­τε­ρα, κά­ποι­ος φί­λος, θὰ ξε­σπά­σει σὲ χά­χα­να (ἀ­ναί­τια) ἢ θὰ μοῦ ζη­τή­σει κά­ποι­ο ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρο συ­νώ­νυ­μο. Δὲν εἶ­ναι λί­γες βέ­βαι­α καὶ οἱ φο­ρές, ποὺ ὁ συ­νο­μι­λη­τής μου θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ λε­κτι­κὰ ἢ θὰ μὲ κα­τα­κρί­νει γιὰ τὰ ἰ­δι­ό­τρο­πα ἑλ­λη­νι­κά μου («Ποῦ τὰ ἄ­κου­σες νὰ τὰ μι­λᾶ­νε αὐ­τά, ρέ;»). Ὡς καὶ δυσ­λε­ξι­κὸ μ’ ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λέ­σει.

        Τό­τε κι ἐ­γὼ κά­πως χο­λιά­ζω, μα­ζεύ­ο­μαι κι ὀ­πι­σθο­χω­ρῶ. Πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι σὲ μο­νο­λε­κτι­κὲς ἀ­πο­κρί­σεις (ναὶ/ ὄ­χι) ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, σὲ σφιγ­μέ­να νεύ­μα­τα. Πο­λὺ σπά­νια μό­νο θὰ ἐκ­φρά­σω τὸ γρι­φῶ­δες «θὰ κα­πνά­σω», γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξω καὶ τό­τε μί­α και­νού­ρια, ἀ­γρι­ό­τε­ρη ἐ­πί­θε­ση.

        Τὸ δὲ «κα­πνά­ζω» συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὰ ἀ­με­τά­βα­τα καὶ σύν­θε­τα ρή­μα­τα: προ­κύ­πτει με­τὰ τὴν συ­νέ­νω­ση τοῦ «μο­νά­ζω» μὲ τὸ «κα­πνί­ζω». Ἀ­νή­κει στὸν μπαρ­μπα-Κο­σμᾶ, τὸν λε­ξι­πλά­στη τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ πρό­φε­ρε, μπου­χτι­σμέ­νος πάν­το­τε, ὅ­ταν οἱ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες ἀ­πό­ψεις ἐ­πὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ ἔ­βρι­σκαν ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τί­λο­γο ἀ­νά­με­σα στοὺς χω­ρια­νούς, ὅ­ταν ἕ­νας και­νού­ριος λο­γα­ρια­σμὸς ρεύ­μα­τος ἢ νε­ροῦ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του, ὅ­ταν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ —ἐ­λά­χι­στο— κα­κὸ τὸν ἔ­βρι­σκε. Οἱ συ­ζη­τή­σεις γλωσ­σο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νον­ταν κά­θε φο­ρὰ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα στοὺς συμ­πό­τες του, κα­θέ­νας προ­σέ­φε­ρε τὸν λί­θο τῆς δι­κῆς του ἀ­νερ­μά­τι­στης ἑρ­μη­νεί­ας· ὁ ἴ­διος βέ­βαι­α πο­τέ του δὲν ἀ­πε­φάν­θη. Ἐρ­χό­ταν, ἄλ­λω­στε, πο­λὺ γρή­γο­ρα μί­α ἄλ­λη αὐ­το­σχέ­δια κου­βέν­τα νὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει τὴν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση. Ση­κω­νό­ταν, ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος τῆς νύ­χτας, πε­ρί­φρον­τις τά­χα μου κι αἰ­νιγ­μα­τι­κός, πλή­ρω­νε τὸ ἀν­τί­τι­μο τῆς κραι­πά­λης του, ἄ­να­βε τσι­γά­ρο γιὰ τὸ δρό­μο κι ἔ­φευ­γε. Χρό­νια με­τὰ κα­τά­φε­ρα νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὴ ρή­ση του.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς εἶ­χε καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, τὴ Βού­λα. Τὸ σπί­τι τους ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μας, οἱ δο­σο­λη­ψί­ες της μὲ τὴν μά­να μου ἦ­ταν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση – κα­νέ­να αὐ­γό, κα­νέ­να κου­νου­πί­δι, τέ­τοι­α. Ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι καὶ (πα­ρὰ τὶς ὄ­χι καὶ πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς λο­γο­μα­χί­ες τους) μο­νι­α­σμέ­νοι – πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τοῦ ποι­η­τῆ ποὺ κά­που λέ­ει: Τε­λι­κὰ τὰ μό­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­πη­μέ­να, τὰ μό­να βα­θιά, ὣς τὰ γε­ρά­μα­τα, ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­ρω­τευ­μέ­να ζευ­γά­ρια ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει ἦ­ταν τὰ ἄ­κλη­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­πο­τε ὅ­τι δὲν περ­νοῦ­σε μέ­ρα, τό­τε του­λά­χι­στον ποὺ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸν κάμ­πο γιὰ τ’ ἀμ­πέ­λια, ποὺ νὰ μὴν τὴν κε­ρά­σει, κα­τὰ τὴν ἀ­νά­βα­ση, λου­λού­δι.

        Ἔ­πει­τα, κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια νευ­ρο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἐμ­φά­νι­σε ἡ Βού­λα καί, προ­τοῦ κα­λὰ-κα­λὰ ἡ εἴ­δη­ση δι­α­δο­θεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό, τὰ πό­δια της πιὰ δὲν τὴν πή­γαι­ναν καί, κά­να τρί­μη­νο ἀ­φό­του τῆς τά ‘κο­ψαν, πέ­θα­νε.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς δέ­χθη­κε βου­βὸς τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια. Κλεί­στη­κε ἕ­να και­ρὸ σπί­τι του, τὸν βο­η­θοῦ­σε ἕ­να μι­κρα­νί­ψι του μὲ τὰ ψώ­νια. Φούν­τω­σε ἕ­να δι­ά­στη­μα ἡ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὴ κλη­μα­τα­ριὰ στὴν αὐ­λή, θη­λύ­κω­σε περ­βά­ζια καὶ δο­κούς, ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­κα­ψε ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἔ­βγαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα δει­λὰ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες, μέ­χρι νὰ πέ­σει γιὰ τὰ κα­λά τὸ βρά­δυ. Τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει ὁ για­τρὸς τὴν προ­σο­χή, νὰ διά­γει βί­ο πιὸ ἐγ­κρα­τή, τοῦ ‘δω­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἕ­να μπε­γλέ­ρι, νὰ ἐ­λατ­τώ­σει τὸ τσι­γά­ρο. Ἔ­πια­νε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη του θέ­ση στὸν κα­φε­νέ, ἀ­π’ τὴ μί­α τὸ κομ­πο­λό­ι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ὁ ἀ­ρει­μά­νιος κα­πνός. Ἔ­πα­ψε βέ­βαι­α καὶ μὲ τοὺς νε­ο­λο­γι­σμούς.

        Ἀ­νέ­βη­κα μά­λι­στα κι ἐ­γὼ τὶς προ­άλ­λες στὸ χω­ριὸ γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Περ­νών­τας τὸ κα­τώ­φλι τοῦ πα­τρι­κοῦ μου, πῆ­ρε τ’ αὐ­τί μου δί­πλα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση νὰ λέ­ει. Κον­το­στά­θη­κα· ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος πα­ρου­σια­στὴς τοῦ δελ­τί­ου τῶν ὀ­κτώ, ὄρ­θιο τὸν φαν­τά­στη­κα κι εὐ­θυ­τε­νῆ στὸ πλα­τό, νὰ σχο­λιά­ζει τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα μὲ κά­τι Ἑλ­λη­νι­κὰ πο­λὺ σω­στὰ κι ἄρ­τια, δί­χως νο­η­μα­τι­κὰ κε­νὰ ἢ ἄλ­λου τύ­που ἀ­σά­φει­ες.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης  (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.

Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Crash

the-egg-featured


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Crash


04-omikronΤΑΝ ΞΑΝΑΣΥΝΑΝΤΗΣΑ τὸν παι­δι­κό μου φί­λο Μ.Σ., ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὸ αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κό του δυ­στύ­χη­μα, τὸν ρώ­τη­σα μὲ εἰ­λι­κρι­νὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ ἀ­φο­πλι­στι­κὴ εἰ­λι­κρί­νεια ἐ­ὰν ἡ γυ­ναί­κα του, Σ.Κ., ποὺ τὸν πῆ­ρε μα­κριά μου, εἶ­χε ὄν­τως ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ.

        Τα­ρά­χτη­κε. Λί­γα λε­πτὰ σι­ω­πῆς, ποὺ ἐ­μέ­να φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες.

          «Ὄ­χι», ἀ­πάν­τη­σε. «Ἐ­κεί­νη γλί­τω­σε τε­λι­κὰ μὲ κά­ποι­ες ἀ­μυ­χὲς στὰ πό­δια κι ἐ­λα­φρὰ δι­ά­σει­ση. Ἔ­χα­σε τὸ παι­δί μας, βέ­βαι­α», συμ­πλή­ρω­σε.

          Ἄλ­λη μιὰ ὅ­πως τό­σες προ­σπά­θει­ες ἐ­τῶν, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά, ἔ­πε­σε στὸ κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.



		

	

Δημήτρης Κουκουλᾶς: Στὸ μετρό

koukoulasdimitris-stometro-eikona-01


Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς


Στὸ με­τρό


03-alpha-01ΚΟΥΣ ΡΕ ΣΥ τί ἔ­γι­νε σή­με­ρα μὲ τὴ Μα­ρί­α;

— Τί; Ρω­τά­ει, ὁ ἄν­δρας.

— Τῆς ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἕ­να χά­πι ποὺ δὲν τὸ πρό­σε­ξε.

           — Καὶ λοι­πόν;

           — Τὸ πῆ­ρε κρυ­φὰ ὁ Θα­νά­σης. Καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ αὐ­τὴ βγῆ­κε, μᾶς εἶ­πε πὼς εἶ­ναι φάρ­μα­κο γιὰ σχι­ζο­φρέ­νεια! Ξέ­ρει αὐ­τὸς ἀ­πὸ φάρ­μα­κα.

           — Σο­βα­ρὰ μι­λᾶς;

           — Ναὶ ρὲ σύ. Ἄ­κου ρὲ γα­μῶ­το ἐ­ξή­γη­ση! Τό­σο και­ρὸ νὰ μὴν ξέ­ρω τί­πο­τα! Νὰ κά­νου­με πα­ρέ­α νὰ εἶ­ναι ἡ ἄλ­λη σχι­ζο­φρε­νής, νὰ κιν­δυ­νεύ­ω ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ καὶ αὐ­τὴ οὔ­τε κου­βέν­τα. Τὸ φαν­τά­ζε­σαι δη­λα­δή;

           — Ναί, ἔ­χεις δί­κιο!


(Κά­θον­ται στὸ ἀ­πέ­ναν­τί μου κά­θι­σμα. Ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ 45. Φο­ρᾶ­νε ροῦ­χα σι­νι­ὲ καὶ φαί­νον­ται ἀ­ε­ρά­τοι. Κου­βεν­τιά­ζουν με­γα­λό­φω­να μὲ αὐ­τὴ τὴν ἄ­νε­ση ποὺ δί­νει στὶς με­γα­λου­πό­λεις ἡ ἀ­νω­νυ­μί­α τοῦ πλή­θους. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Μό­λις ἔ­χουν σχο­λά­σει… Στε­λέ­χη μὲ πό­στα καὶ πτυ­χί­α…)


Κα­τέ­βη­κα στὴν πρώ­τη στά­ση, ποὺ δὲν ἦ­ταν ὁ προ­ο­ρι­σμός μου…

Κα­τέ­βη­κα νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα.

Λί­γο ἀ­έ­ρα μέ­σα στὴ σή­ραγ­γα!

Μέ­σα στὸ τοῦ­νελ!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς (Μεσ­ση­νί­α, 1947). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλλογὲς διηγημάτων Τὰ Φορ­τη­γὰ καὶ Ἄλ­λες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Ἀπόπειρα, 2011) καὶ Βαρκαρόλα στὴν κοί­τη τῆς πό­λης (ἐκδ. Εὔ­μα­ρος, 2016), κα­θὼς καὶ τὸ χρο­νι­κὸ Οἱ Ἀριστεριστές (ἐκδ. Εὔ­μα­ρος, 2015). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἱ­στο­λό­γιο navarino-s .



		

	

Ἕλενα Στριγγάρη: Οἱ Λί­βυ­οι


striggarielena-oilibyoi-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη


Οἱ Λί­βυ­οι


02-SigmaΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΜΑΣ, πα­λαι­ό­τε­ρα, κα­τοι­κοῦ­σαν δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες εὔ­πο­ρων Λί­βυ­ων. Στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο ἔ­με­ναν ὁ Ὀμ­ρὰν μὲ τὴ γυ­ναί­κα του Φά­τμα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους καὶ στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο, ὁ νε­ό­τε­ρος ἀ­δερ­φὸς τοῦ Ὀμ­ράν, ὁ Φὶ­κρ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Ἀ­σου­άτ, μὲ τὰ ἑ­φτὰ ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους. Καὶ οἱ δύ­ο γυ­ναῖ­κες τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν φο­ροῦ­σαν μαν­τί­λα μὲ τὴν ἀ­νά­λο­γη ἀμ­φί­ε­ση. Ἡ Φά­τμα ἦ­ταν ὄ­μορ­φη καὶ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη. Μι­λοῦ­σε καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὴν πα­τρί­δα της εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν Ἰ­α­τρι­κή. Ἡ Ἀ­σου­ὰτ ἦ­ταν «ζου­λά­πι», ποὺ λέ­με. Μά­λι­στα, μιὰ φο­ρὰ τῆς ἔ­βα­λαν τὶς φω­νὲς για­τὶ κρέ­μα­γε στὸ σκοι­νὶ ποὺ ἁ­πλώ­νου­με τὰ ροῦ­χα, στὸ μπαλ­κό­νι, κομ­μά­τια κρέ­α­τα γιὰ νὰ ξε­ρα­θοῦν, καὶ με­τὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, νὰ τὰ φά­νε!

       Καὶ οἱ δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν Λί­βυ­ων ἦ­ταν φα­σα­ρι­ό­ζι­κοι μὲ τό­σα παι­διά. Πα­ρα­πο­νι­ό­μου­να ἔν­το­να, μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν πο­λύ, ὅ­ταν κοι­μό­μουν. Εἰ­δι­κὰ αὐ­τοὶ τοῦ πέμ­πτου, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Ὡ­στό­σο φι­λο­ξε­νοῦ­σα τὸν με­γά­λο τους γιὸ κά­θε μέ­ρα στὸ σπί­τι μου. Ἔ­κα­νε πα­ρέ­α μὲ τὸν δι­κό μου γιό. Τοὺς πή­γαι­να βόλ­τες σὲ δρώ­με­να καὶ ἀλ­λοῦ καί, κυ­ρί­ως, σὲ τα­βέρ­νες, για­τὶ καὶ στοὺς δύ­ο ἄ­ρε­σε τὸ φα­γη­τό. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια…

       Μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα, πρω­ὶ-πρω­ὶ (ἦ­ταν 28η Ὀ­κτω­βρί­ου, για­τὶ ἑ­τοί­μα­ζα τὸν γιό μου γιὰ τὴν μα­θη­τι­κὴ πα­ρέ­λα­ση στὸ Σύν­ταγ­μα), ἐ­κεῖ ποὺ το­πο­θε­τοῦ­σα τὸ σῆ­μα τοῦ σχο­λεί­ου στὸ στῆ­θος του, πά­νω στὴ στο­λή του, ἀ­κού­στη­καν κραυ­γὲς καὶ γο­ε­ρὸ κλά­μα ἀ­πὸ πά­νω, στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο. Ἔ­διω­ξα τὸ παι­δὶ καὶ πῆ­γα νὰ δῶ τί συ­νέ­βαι­νε. Εἶ­χε πε­θά­νει ὁ Ὀμ­ράν ἀ­πὸ καρ­διὰ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Φά­τμα ὀ­δύ­ρον­ταν. Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, εἰ­δο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φω­νές της, ὅ­λοι οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της νὰ τῆς συμ­πα­ρα­στα­θοῦν καὶ νὰ τὴν συλ­λυ­πη­θοῦν. Σὲ λί­γο πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ συν­νυ­φά­δα της, ἡ Ἀ­σου­άτ, ἡ Λί­βυ­α τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου. Δὲν συλ­λυ­πή­θη­κε καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ ὕ­φος κυ­ρί­αρ­χης. Φυ­σι­κὰ σχο­λι­ά­στη­κε.

       Κά­τσα­με δυ­ὸ-τρεῖς ὧ­ρες, οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, στὸν πέμ­πτο μὲ τὴν Φά­τμα. Με­τά, βά­ση ἑ­νὸς νό­μου ἢ συ­νή­θειας τῆς Λι­βύ­ης ποὺ θέ­λει ὅ­ταν πε­θαί­νει κά­ποι­ος νὰ τὸν κλη­ρο­νο­μεῖ ὁ ἀ­μέ­σως με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δερ­φός του, χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α, οἱ συγ­γε­νεῖς τὴν πέ­τα­ξαν τὴ χή­ρα Φά­τμα, σὰν τὴν τρί­χα ἀ­π’ τὸ ζυ­μά­ρι, στὸ δρό­μο. Τῆς πῆ­ραν τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση, τὸ σπί­τι, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το BMW ποὺ εἶ­χε ὁ ἄν­τρας της, τὰ πάν­τα. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὴν ἔ­στει­λαν πί­σω στὴν Λι­βύ­η, μὲ τὰ τέσ­σε­ρα παι­διά της καὶ τρεῖς-τέσ­σε­ρεις βα­λί­τσες μό­νο ἀ­π’ ὅ­λο το νοι­κο­κυ­ριό της. Ὅ­ταν τοὺς ἔ­παιρ­νε τὸ τα­ξὶ ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά μας τοὺς κα­τευ­ο­δώ­σα­με καὶ τοὺς κου­νή­σα­με τὸ χέ­ρι μό­νο ἐ­γὼ κι ὁ γιός μου. Οἱ συγ­γε­νεῖς τους ποὺ τό­σα τοὺς πῆ­ραν οὔ­τε ἕ­να κα­τευ­ό­διο δὲν τοὺς ἔ­δω­σαν!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).



		

	

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος: Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


marinosdionysis-tsaiikatiallo-eikona-02b


Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος


Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


05-OmikronΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ 8ης τά­ξε­ως Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει στὴν ἥτ­τα του· κα­νεὶς δὲν ἀρ­γεῖ. Ἐ­πὶ τριά­ντα συ­να­πτὰ ἔ­τη ἐ­ξύ­φαι­νε τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες του στὴ σκό­νη νο­μαρ­χια­κῶν χαρ­τι­ῶν, ὑ­πη­ρε­σια­κῶν δελ­τα­ρί­ων, πρω­το­κολ­λη­μέ­νων ἐγ­γρά­φων, δι­οι­κη­τι­κῶν πρά­ξε­ων καὶ πει­θαρ­χι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου·  τὶς νύ­χτες ξή­λω­νε τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση τῆς κου­ρα­σμέ­νης ὑ­πο­τα­γῆς ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν στὶς συ­ζη­τή­σεις του στὸ γρα­φεῖ­ο, μὲ συ­να­δέλ­φους πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νους καὶ ἀ­κραιφ­νῶς εὐ­πει­θεῖς, στὴ φει­δω­λὴ γο­η­τεί­α τοῦ κα­φὲ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» γι­νό­ταν μιὰ φορ­τι­σμέ­νη στιγ­μὴ ἐγ­γύ­τη­τας μὲ ἀν­θρώ­πους ἄλ­λης ὑ­φῆς. Πο­τέ του δὲν ἔ­γρα­ψε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δι­οι­κη­τι­κὲς πα­ραγ­γε­λί­ες καὶ γνω­μο­δο­τή­σεις τοῦ ἀ­νώ­τα­του γρα­φεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­νας γρα­φιὰς δί­χως νὰ γρά­φει. Τὸ χέ­ρι του κυ­λοῦ­σε πά­νω στὶς στε­γνὲς λέ­ξεις τῆς ὑ­παλ­λη­λι­κῆς δι­α­λέ­κτου μὲ τρό­πο ἀ­νί­σκιο καὶ πι­κρό. Πί­νον­τας κο­νιὰκ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς βότ­κα σὲ ψη­λὸ πο­τή­ρι, ξε­κο­κά­λι­ζε τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ «Ξυ­πνη­τή­ρι», «Θε­α­τής», «Μό­σχα» καὶ «Θραύ­σμα­τα» ποὺ μό­νο στὸ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες. Ζοῦ­σε διὰ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Μὲ τὸν και­ρὸ ἔ­γι­νε ἄ­ξιος καρ­πω­τὴς ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε πὼς συ­νέ­βαι­ναν στὴν πό­λη του. Πό­λη βα­ριὰ κι ἀ­ναμ­μέ­νη σὰν μαγ­κά­λι. Τὸ πρω­ὶ κα­θό­ταν πά­λι στὸ γρα­φεῖ­ο του καὶ βου­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὴν κρα­τι­κὴ σφρα­γί­δα στὸ με­λά­νι·  τὴν ἔ­πνι­γε.

       Τί­πο­τα δὲν θὰ ἄλ­λα­ζε τὴ γε­ω­με­τρί­α τῆς ζω­ῆς του, ἂν ἐ­κεῖ­νο τὸ χει­μώ­να τοῦ 1897 δὲν τύ­χαι­νε νὰ γνω­ρί­σει τὸν Ἄν­τον Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τό­σα πολ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δι­α­βά­σει. Τὸ πυ­κνὸ μού­σι, τὰ θο­λὰ μα­το­γυά­λια, τὸ τσίμ­πη­μα θλί­ψης στὰ μά­τια, ἐ­κεῖ­νος ὁ λε­πτο­φυ­ὴς κόμ­πος τοῦ πα­πι­γιόν·  ὅ­λα, ὅ­λα πά­νω σε αὐ­τὸν τὸν ἄν­δρα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση. Τὰ δα­χτυ­λί­δια τῶν μαλ­λι­ῶν του στὸ μέ­τω­πο ποὺ κα­τά­φερ­ναν νὰ ξε­φεύ­γουν δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­να ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν φο­ροῦ­σε τὸ κα­πέ­λο του, τὸ κο­λά­ρο τοῦ που­κα­μί­σου πάν­το­τε κα­θα­ρὸ καὶ στη­τὸ σὰν ὁ­δό­φραγ­μα ἀ­να­πνο­ῆς. Ὁ λε­πτὸς καὶ εὐ­γε­νὴς τρό­πος τῆς ὁ­μι­λί­ας του. «Λοι­πόν, για­τρὲ ἐ­σεῖς τί λέ­τε;», «Μά, κα­λέ μου Πε­τρού­σκα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν ἂν εἶ­ναι χει­μώ­νας ἢ κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι». Ή, ἄλ­λες φο­ρές, ἔ­γερ­νε πρὸς τὸ συ­νο­μι­λη­τή του καὶ μ’ ἕ­να ρί­γος πί­στης ἀ­πο­φαι­νό­ταν: «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε και­νούρ­γιο στὴν τέ­χνη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ τα­λέν­το».

       Πο­τὲ ἄλ­λο­τε τὸ φορ­τί­ο τοῦ γρα­φεί­ου δὲν φά­νη­κε στὸν Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ τό­σο ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Βρι­σκό­ταν μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­γρή­γορ­σης. Ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο σὲ ἄν­θη­ση.

       Μά, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ – ἄχ, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­πως τὶς ἄλ­λες φο­ρές. Τὸ σῶ­μα τοῦ Τσέ­χωφ εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πο­πεμ­πτι­κό – μιὰ κλί­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ του πρὸς τὰ δε­ξιὰ ἔ­δι­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα τοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐ­πεί­γον­τος. Λὲς καὶ κά­τι βα­θιὰ δι­α­νο­η­τι­κὸ τὸν βα­σά­νι­ζε καὶ τὸν μα­δοῦ­σε. Τὰ χέ­ρια τρί­φτη­καν πά­νω στὸ λε­πτὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ. Ἡ ἀ­νά­σα του σκαρ­φά­λω­νε στὸ γι­λέ­κο μὲ δυ­σκο­λί­α. Σχε­δὸν πνι­γό­ταν. Καὶ τό­τε κοι­τών­τας τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ «Μα­γι­κοῦ Λυ­χνα­ριοῦ» μὲ τὶς τρα­βηγ­μέ­νες μὸβ κουρ­τί­νες γύ­ρι­σε πρὸς τὸν δύ­στυ­χο Ἐ­φραίμ, πρώ­τη φο­ρὰ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, καὶ τοῦ εἶ­πε συ­νω­μο­τι­κά: «Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­            ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;».

       Στὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὸ σπί­τι ὁ Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ ἔ­νι­ω­θε τὸ φορ­τί­ο τῆς σάρ­κας του νὰ βα­ραί­νει κά­θε του βῆ­μα. Οἱ φτε­λι­ὲς ἔ­στελ­ναν ἀ­ρώ­μα­τα ἄ­νοι­ξης, τὸ φεγ­γά­ρι μουρ­μού­ρι­ζε, οἱ σκι­ὲς ἔ­πε­φταν σὰν βρεγ­μέ­να φύλ­λα·  ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέ­ρο­χος και­ρός. Πό­σο ἀ­λη­θι­νὰ ὑ­πέ­ρο­χος. Μά, καὶ πό­σο κομ­ψὸ εἶ­ναι νὰ τυ­ραν­νι­έ­ται κα­νεὶς ἀ­πὸ τέ­τοι­α δι­λήμ­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νο ἢ τὸ ἄλ­λο; Μπρὸς ἢ πί­σω; Ἐ­λεύ­θε­ρος ἢ μή­πως…

       Ὁ Ἐ­φραὶμ δὲν εἶ­χε πο­τέ του δι­λήμ­μα­τα. Οὔ­τε καὶ τώ­ρα. Ὁ δι­κός του δρό­μος ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος χω­ρὶς ἐ­πι­στρο­φή. Κον­το­στά­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν φα­νο­στά­τη, σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρω­μέ­νο αὐ­χέ­να του μὲ τὸ μαν­τί­λι του καὶ αἴφ­νης συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς πο­τὲ στὴ ζω­ή του δὲν εἶ­χε πι­εῖ γου­λιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαυ­ρο­ζού­μι ποὺ οἱ ἄλ­λοι μὲ χά­ρη πε­ρί­με­ναν νὰ βρά­σει στὸ σα­μο­βά­ρι. Τὸ λοι­πόν: νὰ φτιά­ξει τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στεῖ; Πό­σο εὔ­κο­λο ἦ­ταν νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, πέ­τα­ξε τὸ σα­κά­κι του στὸ πά­τω­μα καὶ ἔ­λυ­σε τὸν κόμ­πο τοῦ πα­πι­γιόν του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γα­βρι­ηλίδης).