Rafael Barret: Πτῶ­μα ἕ­τοι­μο γιὰ τα­φή



Ραφαὲλ Μπάρρετ (Rafael Barret)


Πτῶ­μα ἕ­τοι­μο γιὰ τα­φή

(De cuerpo presente)


ΑΝΩ ΣΤΟ ΒΡΩΜΙΚΟ κρεβ­βά­τι βρι­σκό­ταν τὸ σῶ­μα τῆς δό­να Φραν­θί­σκα, θύ­μα­τος σα­ράν­τα χρό­νια κα­τσα­ρο­λι­ῶν καὶ σκού­πας. Στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο μπαι­νό­βγαι­ναν κλα­μέ­νες οἱ κό­ρες. Παι­δά­κια κά­θε ἡ­λι­κί­ας, σχε­δὸν κου­ρε­λι­ά­ρι­κα καὶ ξε­χτέ­νι­στα, ἔ­τρε­χαν πα­ρα­σύ­ρον­τας τὸ ἕ­να τὸ ἄλ­λο, μιὰ κου­λου­ρι­α­σμέ­νη γριὰ κρα­τοῦ­σε ἕ­να κομ­πο­σκοί­νι ἀ­νά­με­σα στὰ ξυ­λώ­δη δά­χτυ­λά της. Ὁ θό­ρυ­βος τῆς πό­λης κα­τέ­φτα­νε σὰν τὸ συγ­κε­χυ­μέ­νο βου­η­τὸ ποὺ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­α ἄ­βυσ­σο καὶ τὸ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο φῶς, σκορ­πι­σμέ­νο ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πά­νω σὲ μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νους τοί­χους, γλί­στρα­γε νω­θρὰ στὰ χι­λι­ο­χτυ­πη­μέ­να ἔ­πι­πλα.

       Ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κλί­ση τοῦ σπα­σμέ­νου πα­τώ­μα­τος, κυ­λοῦ­σαν ἀμ­φι­βό­λου σύ­στα­σης ὑ­γρά, νε­ρὰ βρώ­μι­κα. Ἕ­να τρα­πέ­ζι χω­ρὶς τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν μπου­κα­λά­κια ἀ­πὸ φάρ­μα­κα ἀ­να­κα­τε­μέ­να μὲ λι­γδι­α­σμέ­να πιά­τα, τα­ρα­κου­νι­ό­ταν στὸ διά­βα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ ἔ­δει­χνε νὰ τρί­ζει καὶ νὰ βογ­κά­ει. Ὅ­λα ἦ­ταν ἀ­τα­ξί­α καὶ μι­ζέ­ρια. Ἡ δό­να Φραν­θί­σκα, ἡτ­τη­μέ­νη, κει­τό­ταν ἀ­κί­νη­τη.

       Εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει δυ­να­τὴ καὶ θαρ­ρα­λέ­α. Εἶ­χε τρα­γου­δή­σει στὸν ἥ­λιο, πλέ­νον­τας κάλ­τσες καὶ που­κά­μι­σα. Εἶ­χε πλύ­νει πλά­κες, πι­ρού­νια, κου­τά­λια καὶ μα­χαί­ρια δη­μι­ουρ­γών­τας μιὰ ἀ­πο­λαυ­στι­κὴ σπι­τι­κιὰ φα­σα­ρί­α. Εἶ­χε σκου­πί­σει νι­κη­φό­ρα. Εἶ­χε θρι­αμ­βεύ­σει στὴν κου­ζί­να, μπρο­στά σε σει­ό­με­να τη­γά­νια, δί­νον­τας ξυ­λι­ὲς στὰ λαί­μαρ­γα παι­διά. Εἶ­χε γεν­νή­σει καὶ με­γα­λώ­σει γυ­ναῖ­κες σὰν αὐ­τή, πει­σμα­τά­ρες καὶ χα­ρού­με­νες. Εἶ­χε στὸ τέ­λος ὑ­πο­κύ­ψει, για­τί οἱ ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες μπρο­στὰ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη φύ­ση.

       Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς της ἡ δό­να Φραν­θί­σκα πά­χυ­νε καὶ πέ­τα­ξε μου­στά­κι. Ἕ­να μου­στα­κά­κι μαῦ­ρο καὶ στιλ­πνό, ποὺ προ­σέ­δι­δε στὸ γέ­λιο τῆς κα­λῆς γυ­ναί­κας κά­τι τὸ ψευ­το­τρο­μα­κτι­κὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­να πο­λε­μι­κό. Τὰ κόκ­κι­να καὶ κον­τό­χον­τρα χέ­ρια της, γε­ρὰ καὶ ἡ­λι­ο­κα­μέ­να, ἔ­γι­ναν πιὸ τρα­χιά. Ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ νο­η­μο­σύ­νη της ἀμ­βλύν­θη­κε καὶ ἔ­γι­νε ἐ­πί­μο­νη. Καὶ μιὰ νύ­χτα ἔ­πε­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­κε­φα­λι­κὸ ἐ­πει­σό­διο, ὅ­πως πέ­φτει ἕ­να βό­δι χτυ­πη­μέ­νο ἀ­πὸ ρό­πα­λο.

       Κα­θὼς κυ­λοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες μέ­ρες ποὺ ἀρ­γο­πέ­θαι­νε, τὸ ρά­ψι­μο ἐγ­κα­τα­λεί­φτη­κε, οἱ κό­ρες τρο­μαγ­μέ­νες δὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν πιὰ πα­ρὰ μό­νο μὲ τὸ νὰ πα­ρα­τη­ροῦν τὴν ὄ­ψη τῆς ἑ­τοι­μο­θά­να­της καὶ νὰ κα­τα­σκο­πεύ­ουν τὰ βή­μα­τα τοῦ θα­νά­του. Οἱ σκο­τει­νὲς ἐ­χθρι­κὲς δυ­νά­μεις τοῦ φτω­χοῦ, αὐ­τὲς οἱ κα­κό­βου­λες ποὺ κη­λι­δώ­νουν, ἀ­πο­δο­μοῦν καὶ προ­κα­λοῦν σή­ψη, αὐ­τὲς οἱ φορ­τι­κὲς καὶ ἐ­λε­ει­νές, κα­τέ­λα­βαν τὸ σπι­τι­κὸ καὶ ἀ­πο­λάμ­βα­ναν τὸ πτῶ­μα τῆς δό­να Φραν­θί­σκα.

       Οἱ ὧ­ρες, οἱ μο­νό­το­νες ὧ­ρες, ἀ­δι­ά­φο­ρες, ἴ­δι­ες, ἔ­φτα­ναν δι­α­δο­χι­κὰ καὶ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ μί­ζε­ρο δω­μα­τιά­κι, περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα τῆς δό­νια Φραν­θί­σκα καὶ ἐ­πέ­τρε­παν νὰ κυ­λή­σουν πά­νω σε ἐ­κεί­νη τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ σού­ρου­που καὶ τὸ κου­βά­ρι ἀ­πὸ σκι­ὲς ποὺ δέ­νει τὸν ὕ­πνο μὲ τὴ λή­θη. Τὰ παι­δά­κια, χορ­τα­σμέ­να ἀ­πὸ παι­χνί­δι, σι­γὰ σι­γὰ κοι­μή­θη­καν. Οἱ γυ­ναῖ­κες, κα­θι­σμέ­νες στὶς γω­νι­ές, μᾶλ­λον προ­σεύ­χον­ταν. Ἡ γριά, πάν­τα κου­λου­ρι­α­σμέ­νη, ἦ­ταν στὸ σκο­τά­δι σὰν ἄλ­λο πτῶ­μα ποὺ εἶ­χε ἀ­νοι­χτά τα μά­τια.

       Μιὰ ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ση­κώ­θη­κε σὲ λί­γο καὶ ἄ­να­ψε ἕ­να κε­ρί. Με­τὰ γύ­ρι­σε πρὸς τὴ νε­κρὴ καὶ κοκ­κά­λω­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν πλα­κου­τσω­τὴ μύ­τη τῆς δό­να Φραν­θί­σκα ἡ γραμ­μὴ τοῦ μου­στα­κιοῦ γι­νό­ταν ἐν­το­νό­τε­ρη. Τὸ μῆ­κος τῆς κά­θε τρί­χας εἶ­χε δι­πλα­σια­στεῖ καὶ με­ρι­κὲς ἄγ­γι­ζαν πιὰ τὰ πρα­σι­νω­πὰ μά­γου­λα τῆς γεν­ναι­ό­ψυ­χης μά­νας.

       — Στοὺς ἄν­δρες συ­νή­θως με­γα­λώ­νουν τὰ γέ­νια – μουρ­μού­ρι­σε ἡ γριά.

       Ἡ σι­ω­πὴ σκέ­πα­σε ξα­νὰ σὰν ἕ­να σά­βα­νο τὴ θλι­βε­ρὴ σκη­νή. Ἡ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ τρε­μό­παι­ζε ἀλ­λό­κο­τα κά­νον­τας συν­θέ­σεις ἀ­πὸ σκι­ὲς νὰ χο­ρεύ­ουν στοὺς τοί­χους τῆς κά­μα­ρας. Κου­βα­ρι­α­σμέ­νες καὶ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νες οἱ γυ­ναῖ­κες κοι­μόν­ταν, βυ­θί­ζον­τας τὰ μα­ρα­μέ­να μέ­τω­πά τους στὰ κύ­μα­τα τῆς νύ­χτας. Οἱ ὧ­ρες πέρ­να­γαν καὶ τὸ μου­στά­κι τῆς δό­να Φραν­θί­σκα συ­νέ­χι­ζε νὰ με­γα­λώ­νει.

       Κά­που-κά­που ἀ­να­ση­κω­νό­ταν κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς κό­ρες καὶ ἐ­ξέ­τα­ζε προ­σε­κτι­κά τὸ πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο πρό­σω­πο τῆς μη­τέ­ρας της ὅ­πως ἐ­ξε­τά­ζον­ται προ­σε­κτι­κά τὰ στοι­χειὰ ἑ­νὸς ἐ­φιά­λτη. Τὰ μι­κρά, μὲ φτε­ρου­γί­σμα­τα που­λι­ῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται, τραν­τά­ζον­ταν ἀ­κα­τά­στα­τα. Τὸ κε­ρὶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ταν. Στὴν πρη­σμέ­νη καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ δό­να Φραν­θί­σκα, συ­νέ­χι­ζε νὰ με­γα­λώ­νει ἐ­κεῖ­νο τὸ φο­βε­ρὸ μου­στά­κι ποὺ με­τὰ τὸ θά­να­τό της τῆς ἄλ­λα­ζε τὸ φύ­λο.

       Ὅ­ταν ἡ χλω­μὴ καὶ πα­γω­μέ­νη αὐ­γὴ γλί­στρη­σε στὸ φτω­χι­κὸ δω­μά­τιο καὶ οἱ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ξύ­πνη­σαν ξυ­λι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο, ἀν­τίκρυ­σαν πά­νω στὴν ἀ­πο­συν­θε­μέ­νη σάρ­κα τῆς δό­νας Φραν­θί­σκα κά­τι τε­ρά­στια γου­ρου­νί­σια καὶ μα­ρα­μέ­να μου­στά­κια ποὺ τῆς ἔ­δι­ναν μιὰ ὄ­ψη ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου σὲ κέ­ρι­νο ὁ­μοί­ω­μα.

       Τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δι­α­βο­λά­κια ἔ­σκα­σε στὸ γέ­λιο, ἕ­να γέ­λιο τρε­λὸ ποὺ ξε­πή­δη­σε σὲ πί­δα­κα σὰν ἀ­πὸ μιὰ ἄ­γρια πη­γή· ἡ γριὰ ἀποκαλύφθηκε σὰν ἕ­να πλη­για­σ­μέ­νο ἀγρίμι καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν ἄν­τε­ξαν ἄλ­λο καὶ γέ­λα­σαν σὰν κά­ποι­ος ποὺ οὐρ­λιά­ζει καὶ ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­νε­ξάν­τλη­τα γέ­λια, ἀν­τη­χών­τας στὰ σω­θι­κὰ τοῦ πάμ­φτω­χου σπι­τι­κοῦ, προ­κα­λοῦ­σαν χα­μό­γε­λα σὲ αὐ­τοὺς ποὺ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο.



Πηγή: Cuentos breves, 1911:

https://ciudadseva.com/autor/rafael-barrett/cuentos/

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret). Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


			

Βασίλης Καραβίτης: Γεροντικὸς ἔρωτας: Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας



Βασίλης Καραβίτης


Γε­ρον­τι­κὸς ἔ­ρω­τας:

Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας


ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ τε­ρά­στιο μω­ρὸ καὶ μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες στὴ γέν­να. Ἡ μά­να του κιν­δύ­νε­ψε ἀ­παί­σια στὴν ἐπι­χεί­ρη­ση το­κε­τός, ἔ­τσι ποὺ ὁ πα­τέ­ρας του τὰ χρει­ά­στη­κε γιὰ κα­λά. Ἀ­π’ τὴ δεύ­τε­ρη ὅ­μως μέ­ρα τὰ ξέ­χα­σε ὅ­λα καὶ κα­μά­ρω­νε σὰν γύ­φτι­κο σκε­πάρ­νι γιὰ τὸν παί­δα­ρο ποὺ ἔ­φε­ρε στὸν κό­σμο (ἀ­κό­μα δι­η­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ γιοῦ του, ποὺ βρέ­φος βυ­ζα­νι­ά­ρι­κο ζη­τοῦ­σε —τά­χα— ἐ­πί­μο­να καὶ εἰδι­κὰ πε­πό­νι στὸ τρα­πέ­ζι). Με­τὰ τοὺς γνω­στοὺς ἐν­θου­σια­σμοὺς ἐγ­κα­τέλει­ψε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση τὸν Παῦ­λο στὶς φρον­τί­δες τῆς σκλη­ρο­τρά­χη­λης μά­νας του. Τὸ παι­δὶ πέ­ρα­σε ὁ­μα­λὰ ὅ­λες τὶς παι­δι­κὲς ἀρ­ρώ­στι­ες, ἐπέζη­σε στὴν Κα­το­χὴ καὶ μπῆ­κε στὴν ἐφη­βεία χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Ἔ­γι­νε ἕ­νας πα­νύ­ψη­λος, πα­χὺς κι ἀ­δέ­ξιος νε­α­ρὸς καὶ φα­νε­ρὰ μο­νό­χνο­τος τύ­πος. Ὑπάκουος καὶ ὑ­πο­κρι­τὴς στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὸ φό­βο τῆς δε­σπο­τι­κῆς μη­τέ­ρας του, ἔ­μα­θε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ ξε­σπά­ει στοὺς ἄλ­λους: μι­κρὸς ἀκό­μα, στοὺς βο­λι­κοὺς κι ἀ­δύ­να­τους συμ­μα­θη­τές του· καὶ ὅ­ταν με­γά­λω­σε καὶ βγῆ­κε στὴν πιά­τσα, στοὺς τα­λαί­πω­ρους ὑ­παλ­λή­λους του. Για­τί, πα­ρὰ τὰ κου­σούρια του, κα­τόρ­θω­σε νὰ πε­τύ­χει ἐπαγ­γελ­μα­τι­κὰ (μιὰ ἀ­κό­μη ἀ­πό­δει­ξη πὼς τί­πο­τα δὲν ἐμ­πο­δί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο νὰ κά­νει λε­φτά). Στὴν πε­ρί­πτω­σή του, αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­τυ­χία σί­γου­ρα εἶ­ναι ἀ­τύ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, ἀφοῦ μὴν ἔ­χον­τας τώ­ρα νὰ ἀναλω­θεῖ σὲ κά­ποι­ο εἶ­δος βι­ο­πά­λης, πρέ­πει ν’ ἀν­τέ­χει κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν ἄ­θλιο ἑ­αυ­τό του: κά­τι σὰν ἀν­θρω­πό­μορ­φο χρυ­σό­ψα­ρο μέ­σα στὴ γυά­λα τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς εὐ­μά­ρειας. Μ’ ὅ­λες τὶς πε­ρίσ­σι­ες ἀνέσεις του ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς ἴ­δι­ες καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες προ­σαρ­μο­γῆς στὸν γύ­ρω του ἐ­χθρικὸ κό­σμο (χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑπό­ψη τὴν ὕ­που­λη αἴ­σθη­ση τοῦ δια­βρωτι­κοῦ χρό­νου καὶ τῆς πα­ρο­δι­κό­τη­τας τῆς ὕ­παρ­ξής μας στὴ ζω­ή). Ἀ­πὸ φύ­ση μα­ζο­χι­στής, ἔ­βρι­σκε πάν­το­τε ἡ­δο­νὴ στὶς ἀ­νι­κα­νο­ποίη­τες γυ­ναῖ­κες, αὐ­τὲς ποὺ φάν­τα­ζαν μ’ ἔν­το­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα – συ­νή­θως ἕ­να δι­ά­φα­νο προ­πέ­τα­σμα τῆς ἀ­ξε­πέ­ρα­στης, στὶς πιὸ πολ­λές, μο­να­ξιᾶς τους. Γνώ­ρι­σε ἔ­τσι πρό­ω­ρα κάμ­πο­σες ἐ­ρω­τι­κὲς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις μὲ τὰ συ­να­κό­λου­θα ψυ­χι­κὰ τραύ­μα­τα, ποὺ ἡ χρό­νια ἀ­νώ­ρι­μη ψυ­χο­σύν­θε­σή του δὲν θέ­λη­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ, οὔ­τε μπό­ρε­σε φυ­σι­κὰ νὰ ξε­πε­ρά­σει. Κά­πο­τε παν­τρεύ­τη­κε μιὰ ξε­βγαλ­μέ­νη μὲ ἐκ­δη­λω­μέ­να δύ­στρο­πο χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ συμ­φω­νοῦ­σε, φαί­νε­ται, ἀό­ρι­στα μέ­σα του μὲ τὸ ἀν­δρι­κὸ ἀρ­χέ­τυ­πο τῆς μά­νας του. Ἴ­σως πά­λι ν’ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε στὰ τυ­φλὰ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας ποὺ χα­ρί­ζει σὲ τέ­τοι­ους τύ­πους τὸ νό­μι­μο πλαί­σιο τοῦ ζευ­γα­ρώ­μα­τος. Ξέχα­σε ὅ­μως τὴ δι­α­φά­νεια τοῦ ἀν­τι­φα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα του καὶ πό­σο εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ κι ἡ πιὸ ἠ­λί­θια σύ­ζυ­γος νὰ δι­α­κρί­νει τὶς εὐά­λω­τες πλευ­ρὲς τοῦ συμ­βί­ου της, μιὰ καὶ τὸν ἔ­χει κά­θε μέ­ρα στὸ χέ­ρι. Ἀπὸ ὑ­ποταγ­μέ­νος γιὸς ἔ­γι­νε ὑ­πο­ταγ­μέ­νος σύ­ζυ­γος κι αὐ­τὴ ἡ με­τά­θε­ση συν­τε­λέ­σθη­κε ἀ­νε­παί­σθ­η­τα καὶ σὰν μοι­ραί­α ψυ­χο­λο­γι­κὴ πο­ρεί­α τῆς σφρα­γι­σμέ­νης, μι­σε­ρῆς φύ­σης του. Ζών­τας τώ­ρα μό­νι­μα τὴν ἀ­να­σφά­λεια σὰν φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­ση, βι­ά­ζε­ται νὰ γυ­ρί­σει νω­ρὶς στὸ σπί­τι, πρέ­πει νὰ ξέ­ρει ποὺ βρί­σκε­ται κά­θε στιγ­μὴ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ δὲν ἀ­νέ­χε­ται νὰ μέ­νει μό­νη μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της. Θέ­λει νὰ νι­ώ­θει πὼς τῆς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος, για­τὶ ἕ­να τέ­τοι­ο συ­ναί­σθη­μα τοῦ καλ­λι­ερ­γεῖ μιὰ ὑ­πο­δό­ρεια αἴ­σθη­ση προ­ο­ρι­σμοῦ ποὺ τὸν ἡ­συ­χά­ζει. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι πὼς ἡ ἄλ­λη, σί­γου­ρη γιὰ τὴν ἄρ­ρω­στη ἐ­ξάρ­τη­σή του, δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται ἀ­νοι­χτὰ πὼς ἡ τό­ση ἀγά­πη καὶ φρον­τί­δα του τὴ σκο­τώ­νει. Σὲ λί­γο, πι­στεύ­ει ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, θὰ ξε­σπά­σουν ἀ­π’ τὴν τέ­τοι­α κα­τα­πί­ε­ση οἱ γνω­στές, γε­λοῖ­ες τά­σεις ἀν­ταρ­σίας ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτουν μέ­σα τους, γύ­ρω στὴν κλι­μα­κτή­ριο, οἱ βο­λε­μέ­νες ἔγ­γα­μες. Καὶ τό­τε θ’ ἀρ­χί­σει ἕ­να ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ σή­ριαλ μ’ ἐ­λε­ει­νὸ θύ­μα καὶ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν κω­μι­κο­τρα­γι­κὰ πα­νι­κό­βλη­το φί­λο μας. Μιὰ ἐ­ξέ­λι­ξη ποὺ οὔ­τε θέ­λω νὰ τὴ σκέ­φτο­μαι.

       Ὅ­μως ἀ­φέ­θη­κα στὰ προ­βλή­μα­τα τοῦ Παύ­λου, λὲς κι εἶ­ναι ὁ μό­νος ποὺ βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­π’ τοὺς πα­λιούς μας φί­λους. Ἴ­σως ὅ­μως καὶ νὰ προ­βά­λω πά­νω του προ­σω­πι­κά μου πλέγ­μα­τα ἢ ἐ­νο­χὲς καὶ συγ­γε­νι­κὲς κα­τα­στά­σεις ἄλ­λων φί­λων, ποὺ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πι­στεύ­ω πὼς δὲν μὲ ἀ­φο­ροῦν κα­θό­λου. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει τὸ πράγ­μα, τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι πὼς πι­ά­σα­με ὅ­λοι τὰ σα­ράν­τα πέν­τε (ἐ­δῶ κά­τι κλέ­βω) κι ὅ­λο τὸ μι­κρὸ κε­φά­λαι­ο τῶν ἐ­πα­φῶν μας μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες μοιά­ζει κι­ό­λας μα­κρι­νὸ κι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο. Μπαί­νου­με τώ­ρα κα­νο­νι­κὰ στὴ θέ­ση τοῦ ἀ­μέτο­χου θε­α­τῆ στὸ ἐρω­τικὸ παι­χνί­δι τῶν ἄλ­λων μ’ ὅ­λες τὶς κρύ­ες φο­βί­ες τοῦ με­σή­λι­κα. Ψυ­χο­λο­γι­κὰ ἀ­νέ­τοι­μοι στὸ γύ­ρι­σμα τῆς ζω­ῆς καὶ μὲ τὸ φάν­τα­σμα τῆς γε­ρον­τι­κῆς κα­τά­πτω­σης μπρο­στά μας. Ἔ­λε­γα πὼς μό­νο ἐγὼ αἰ­σθά­νο­μαι ἔ­τσι κι ἄρ­χι­σα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴν ξε­κάρ­φω­τη σὲ πολ­λὲς πλευ­ρὲς εὐ­αι­σθη­σία μου. Ὅ­μως βλέ­πω πα­ρό­μοι­ες τά­σεις καὶ σ’ ἄλ­λους γνω­στούς, μὲ στέ­ρε­ο —ὣς τὰ τώ­ρα— μυα­λό. Συ­χνὰ μὲ στρι­μώ­χνουν τὰ με­ση­μέ­ρια στὰ οὐ­ζά­δι­κα κι ἐ­κεῖ ζῶ τὰ πιὸ θλι­βε­ρὰ δι­α­λείμ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στὴ δου­λειὰ καὶ τὸν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ὕ­πνο. Βρι­σκό­μα­στε μα­ζὶ γιὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θοῦ­με —τά­χα— ἀ­πὸ πι­ε­στι­κά, τρε­χού­με­να προ­βλή­μα­τα. Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ἴ­σως κι ἀ­π’ τὴν ἐπί­δρα­ση τοῦ πο­τοῦ, τὸ ναρ­κω­μέ­νο μας θυ­μι­κὸ γυ­ρί­ζει μό­νι­μα σὲ πα­λι­ὲς γκο­με­νο­δου­λει­ές. Ἰ­δί­ως ὅ­ταν βρί­σκον­ται στὸ μα­γα­ζὶ τί­πο­τα ὀ­ρε­κτι­κὰ μα­νούλια μὲ τ’ ἀ­γό­ρια τους.

       Ἱδρώνω τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σω τὴ λο­γόρ­ροι­ά τους γύ­ρω ἀ­πὸ μπα­γι­ά­τι­κες ἐρω­τι­κές ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τὶς ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀνα­κα­τω­τὰ σ’ ὅ­λες τὶς ὁ­μα­λὲς καὶ δι­ά­στρο­φες ἐκ­δο­χές τους. «Δὲν τὸ κό­βε­τε τώ­ρα», τοὺς μα­λώ­νω. «Ἐν­τά­ξει, κύ­ριοι, ὡ­ραῖ­ο πράγ­μα ὁ ἔ­ρω­τας. Φτά­νει νὰ εἶ­ναι στὴν ὥ­ρα του. Ἀλ­λι­ῶς μοιά­ζει μὲ ξα­να­ζε­στα­μέ­νο τσά­ι.» Κου­βέν­τες ἄ­σχε­τες, ποὺ κα­νέ­νας δὲν δεί­χνει ν’ ἀ­κού­ει, ἐνῶ ταυ­τό­χρο­να πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ συμ­με­τέ­χει κα­νο­νι­κὰ στὶς ἄρ­ρω­στες ἀ­να­δρο­μές τους. Φεύ­γου­με ζα­λι­σμέ­νοι καὶ ἀλ­λό­κο­τα ἄ­δει­οι μὲ ὑ­πο­σχέσεις δι­ά­φο­ρες νὰ μὴ χα­θοῦ­με πά­λι.

       Τί μᾶς μέ­νει, λοι­πόν, ἐ­δῶ ποὺ φτά­σα­με, μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας σχε­δὸν μου­δι­α­σμέ­νες καὶ βα­θιὰ ἀνήσυ­χοι γιὰ ὅ­σα κρυ­φὰ ρη­μά­ζουν τὸν μέ­σα μας κό­σμο; Ὁ Κο­σμᾶς πι­στεύ­ει πὼς σὲ κά­θε ἄν­τρα ἐ­πι­ζε­ῖ μέ­χρι θα­νά­του ἕ­να ἀ­νε­ξάν­τλη­το ὑπό­λειμ­μα ἐρω­τι­κῆς φύ­σης ποὺ ἀ­δι­άκο­πα ἀν­τι­δρᾶ στὸ σκο­τει­νὸ μέλ­λον τῆς φθο­ρᾶς του. Ἂν εἶ­ναι ἔ­τσι τὸ φύ­λο μας, ὑπάρ­χει ἀ­κό­μη ἐλ­πί­δα σ’ ἕ­ναν τε­λευ­ταῖ­ο γε­ρον­τι­κὸ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἀν­θε­κτι­κὸς στὸ μο­χθη­ρό μας πε­ρι­βάλ­λον θὰ κρα­τή­σει ἀνοι­χτὴ τὴν ὑπό­σχε­ση τῆς σπά­νιας ἐ­πα- φῆς ποὺ ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ δι­ά­θε­ση χα­ρί­ζει. Κά­τι τέ­τοι­ο χρει­α­ζό­μα­στε γιὰ νὰ ἀν­τέξου­με τὰ πι­κρὰ χρό­νια ποὺ μᾶς πε­ρι­μέ­νουν. Κι ὄ­χι νὰ πα­ρι­στά­νου­με τώ­ρα τὸ σκλη­ρὸ πε­πό­νι στὴν κα­κό­τυ­χη γυ­ναί­κα μας, ποὺ κά­πο­τε τρο­μαγ­μέ­νη ἤ κου­ρα­σμέ­νη ἀπ’ τὸ ἐρω­τι­κὸ παι­χνί­δι ἀφέ­θη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε σὲ κά­ποι­ον δει­λὸ κι ἀ­νεκ­δή­λω­το ξε­μω­ρα­μέ­νο, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­πὸ μᾶς.



Πηγή: Ὀκνηρίας ἐγκώμιον ἤ γιατί μᾶς κλαῖνε κι οἱ ρέγγες (Στιγμή, 1985).

Βασίλης Καραβίτης (Νέα Ορεστιάδα, 1934-2016). Μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ καὶ ἀνδρώθηκε στὴν Αθήνα τῆς δεκαετίας τοῦ ’50, ὅπου σπούδασε νομικὰ καὶ δικη­γοροῦσε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια. Ἐξέδωσε ἐννέα ποιητικὲς συλλογές, δύο πεζο­γρα­φή­μα­τα και εἶχε μεταφράσει ξένη μεταπολεμικὴ ποίηση (Χέρμπετ, Μιλότς, Ρουζέ­βιτς, Σιμπόρσκα, κ.ἄ.). Ὑπῆρξε ἀπὸ τὰ ἱδρυτικά μέλη τῆς Ἑταιρείας Συγγραφέων καὶ τακτικὸς συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ Διαγώνιος στὴ Θεσσαλονίκη. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ παιχνίδι τῆς ἐπαφῆς (ποιήματα, Διαγώνιος, 1973).


Γρηγόρης Τεχλεμετζῆς: Ἡ φαντασία



Γρηγόρης Τεχλεμετζῆς


Ἡ φαν­τα­σί­α


ΑΝΤΑ μοῦ ἄρεσε νὰ φαν­τά­ζο­μαι πράγ­μα­τα. Ὅ­σο πιὸ πο­λὺ ἐγ­κλω­βι­ζό­μουν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τό­σο πιὸ πο­λὺ ἀ­ρε­σκό­μουν στὸ νὰ ψά­χνω τὰ ἄ­φτα­στα, ἀ­κό­μα καὶ —για­τί ὄ­χι;— τὰ ἀ­νό­σια. Οἱ σκέ­ψεις δι­α­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη, σὲ ἕ­να ξέ­φρε­νο καλ­πά­ζον πα­ρα­φου­σκω­μέ­νο τα­ξί­δι, δι­α­κυ­βεύ­ον­τας τὴ λο­γι­κή. Μὰ εἶ­χα πλή­ρη συ­νεί­δη­ση ὅ­τι δὲ θὰ συμ­βοῦν, ἀλ­λὰ κα­θό­λου δὲ μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε, οὔ­τε ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν ἀ­πό­λαυ­ση καὶ φυ­σι­κὰ δὲ μὲ ἀ­πέ­τρε­πε. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ μυ­στι­κὸς κῆ­πος μου, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­σα ἀ­πε­ρί­σπα­στος καὶ ἀ­νε­ξάρ­τη­τος νὰ ζῶ στὴν ἀ­να­ζή­τη­ση ἑ­νὸς μα­κρι­νοῦ ἄν­θους. Κα­νεὶς δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ τὸν πά­ρει. Ἦ­ταν δι­κός μου. Ὀ­λο­δι­κός μου. Μό­νο οἱ θό­ρυ­βοι δο­κί­μα­ζαν νὰ μὲ ἀ­πο­σπά­σουν. Πε­ριτ­τὲς ὁ­μι­λί­ες, ἀ­νού­σι­ες κου­βέν­τες, ἐ­πι­δερ­μι­κὲς μου­σι­κές, ἀλ­λὰ καὶ ἡ κι­νη­τή­ρια κα­τα­πι­ε­στι­κὴ δύ­να­μη τῶν ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων. Προ­σαρ­τή­σεις. Δου­λειά, φρον­τί­δα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου, χρό­νος ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρέ­χω στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου, στοὺς φί­λους καὶ στοὺς συγ­γε­νεῖς – γιὰ νὰ μὴ μοῦ γυ­ρί­σουν μὲ τὸ δί­κιο τους τὴν πλά­τη. Ἄλ­λα μιὰ χα­ρὰ τὰ κα­τά­φερ­να μέ­χρι τώ­ρα. Σω­στὴ δό­ση φαν­τα­σί­ας καὶ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, νὰ ἀ­να­φλο­γί­ζο­μαι συ­νέ­χεια.

       Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ ὅ­λα μοῦ πᾶ­νε πρί­μα. Ἐ­πι­τυ­χί­ες στὴ δου­λειά, δι­α­κο­πές, τα­ξί­δια, κα­λοὶ φί­λοι, δι­α­σκέ­δα­ση! Ζω­ὴ ζη­λευ­τή. Λὲς καὶ εἶ­μαι σὲ πα­ρα­μύ­θι. Ποι­ὸς θὰ πε­ρί­με­νε τέ­τοι­α χα­ρά; Οὔ­τε στὸ φαν­τα­στι­κό μου κό­σμο ἔ­τσι.

       Μὰ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν; Θυ­έ­στιο δεῖ­πνο. Τὰ ὄ­νει­ρα κα­τα­σί­γα­σαν. Ὅ­λα χά­νον­ται μὲς στὸ σύ­θαμ­πο. Κα­μί­α ζω­η­ρὴ ἀ­σά­φεια. Κα­μί­α νε­φε­λώ­δης αἴ­σθη­ση μα­γεί­ας. Μό­νο κα­θα­ρὰ σκέ­τη, στε­γνή, στε­νω­πὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Πε­ρί­κλει­στη, ἀ­να­πό­δρα­στη, κο­φτε­ρὴ λο­γι­κή. Πῶς νὰ πο­θή­σω αὐ­τὰ ποὺ μοῦ ἔ­λει­παν; Θὰ ἦ­ταν του­λά­χι­στον ἀ­χα­ρι­στί­α καί, μᾶλ­λον, πα­ρα­λο­γι­σμός. Εἶ­μαι ἤ­δη εὐ­τυ­χι­σμέ­νος.

       Σκίρ­τη­σα. Μιὰ ἀ­κυ­βέρ­νη­τη θλί­ψη μὲ κα­τέ­βα­λε. Θε­έ μου, για­τί μοῦ τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό;

       Στά­χτη καὶ μπούλ­μπε­ρη νὰ γί­νουν ὅ­λα.

       Μό­νο μέ­σα ἀ­π’ τὰ ἐ­ρεί­πια μπο­ροῦ­σα νὰ ξα­να­ζή­σω.



Πηγή: Μυθολογήματα καὶ ἔντεκα πλὴν ἕνα μικρὰ πεζά (Κέδρος, 2021).

 Ὁ Γρη­γό­ρης Τε­χλε­με­τζὴς (Ἀ­θή­να 1968). Σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος του κοι­νοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ καὶ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἡ με­τα­πτυ­χια­κή του ἐρ­γα­σί­α εἶ­χε θέ­μα τὴν ψυ­χα­να­λυ­τι­κὴ κρι­τι­κὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν ἐ­φαρ­μο­γή της στὴν πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ Μά­ριου Χάκ­κα.

   Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2004 μὲ τὴ συμ­με­το­χή του στὴν ἀν­θο­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των τοῦ Β΄ Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Δι­α­γω­νι­σμοῦ Ἀν­τώ­νης Σα­μα­ρά­κης (Κα­στα­νι­ώ­της). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ Λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ δι­α­δι­κτυα­κά). Ἔ­χει πα­ρου­σιά­σει βι­βλί­α συ­να­δέλ­φων του σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις. Βι­βλί­α του: Οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἡ ὄ­ψη (Γκο­βό­στης 2010) καὶ  Μυ­θο­λο­γή­μα­τα καὶ ἕν­τε­κα πλὴν ἕ­να μι­κρὰ πε­ζὰ (Κέ­δρος 2021) καὶ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴν Ἔ­λε­να (Ἠ­ρι­δα­νὸς 2007) καὶ Ὁ Ἀρ­χι­λο­χὸς του (τὸ μό­νο ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γιὰ τὸν ποι­η­τὴ/ Γα­βρι­η­λί­δης 2016). Ἀ­πὸ τὸ 2011 δι­ευ­θύ­νει τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Πε­ρι­ο­δι­κὸ Ὁ Σί­συ­φος. Ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ποί­η­σης καὶ πε­ζο­γρα­φί­ας, δη­μο­σι­εύ­ον­τας κεί­με­νά του σὲ Λο­γο­τε­χνι­κὰ Πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ πολ­λὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν Σί­συ­φο γιὰ Ἕλ­λη­νες λο­γο­τέ­χνες. Συμ­με­τεῖ­χε μὲ κεί­με­νά του σὲ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα πε­ρι­ο­δι­κῶν καὶ συλ­λο­γι­κῶν ἐκ­δό­σε­ων.

Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α: tehlemetzis@gmail.com


 

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)



Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret)


Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)

Gallinas (un cuento anarquista)


ΣΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑ στὴν κα­το­χή μου τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να κρεβ­βά­τι καὶ τὰ βι­βλί­α μου, ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Τώ­ρα ἔ­χω στὴν κα­το­χή μου ἐν­νιὰ κό­τες καὶ ἕ­ναν κό­κο­ρα καὶ ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι ἀ­νά­στα­τη.

       Ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α μὲ σκλή­ρυ­νε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­γό­ρα­ζα μιὰ κό­τα τὴν ἔ­δε­να δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἕ­να δέν­τρο γιὰ νὰ τῆς ἐ­πι­βάλ­λω τὴν κα­τοι­κί­α μου, κα­τα­στρέ­φον­τας στὴν εὔ­θραυ­στη μνή­μη της τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὸν πα­λιό της τό­πο δι­α­μο­νῆς. Μπά­λω­σα τὸν φρά­χτη τῆς αὐ­λῆς μου, μὲ σκο­πὸ νὰ γλυ­τώ­σω τὴν ἀ­πό­δρα­ση τῶν που­λε­ρι­κῶν μου καὶ τὴν ἐ­πι­δρο­μὴ τε­τρά­πο­δων καὶ δί­πο­δων ἀ­λε­πού­δων. Ἀ­πο­μο­νώ­θη­κα, ἐ­νί­σχυ­σα τὸ σύ­νο­ρο, σχε­δί­α­σα μιὰ δι­α­βο­λι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὸν πλη­σί­ον καὶ ἐ­μέ­να. Δι­αί­ρε­σα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα σὲ δυ­ὸ κα­τη­γο­ρί­ες: ἐ­γώ, ἀ­φέν­της τῶν κο­τῶν μου καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ μοῦ τὶς πά­ρουν. Προσ­δι­ό­ρι­σα τὸ ἀ­δί­κη­μα. Ὁ κό­σμος γιὰ μέ­να γε­μί­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νους κλέ­φτες καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­ρι­ξα στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πε­ρί­φρα­ξης μιὰ ἐ­χθρι­κὴ μα­τιά.

       Ὁ κό­κο­ράς μου ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ νε­α­ρός. Ὁ κό­κο­ρας τοῦ γεί­το­να πή­δη­ξε τὸ φρά­χτη καὶ βάλ­θη­κε νὰ φλερ­τά­ρει μὲ τὶς κό­τες μου καὶ νὰ κά­νει δύ­σκο­λη τὴ ζω­ὴ τοῦ δι­κοῦ μου κό­κο­ρα. Ἔ­δι­ω­ξα μὲ πε­τρι­ὲς τὸν πα­ρεί­σα­κτο, ἀλ­λὰ οἱ κό­τες πή­δα­γαν τὸν φρά­χτη καὶ ἔ­κα­ναν αὐ­γὰ στὸ σπί­τι τοῦ γεί­το­να. Ἀ­παί­τη­σα τὰ αὐ­γὰ καὶ ὁ γεί­το­νάς μου μὲ μί­ση­σε. Ἀ­πὸ τό­τε, ἔ­βλε­πα τὴ φά­τσα του πά­νω στὸ φρά­χτη, τὴν ἐ­χθρι­κὴ καὶ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιά του, ἴ­δια μὲ τὴν δι­κή μου. Τὰ κο­τό­που­λά του περ­να­γαν τὸν φρά­χτη καὶ κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὸ μου­λι­α­σμέ­νο κα­λαμ­πό­κι ποὺ προ­ό­ρι­ζα γιὰ τὰ δι­κά μου. Τὰ ξέ­να κο­τό­που­λα μοῦ ἔ­μοια­ζαν ἐγ­κλη­μα­τί­ες. Τὰ κα­τα­δί­ω­ξα καὶ τυ­φλω­μέ­νος ἀ­πὸ λύσ­σα σκό­τω­σα ἕ­να. Ὁ γεί­το­νας προ­σέ­δω­σε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α στὴν ἐ­πί­θε­ση. Δὲν θέ­λη­σε νὰ δε­χτεῖ μιὰ χρη­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση. Τρά­βη­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα τὸ πτῶ­μα τοῦ κο­τό­που­λου καὶ ἀν­τὶ νὰ τὸ φά­ει, τὸ ἔ­δει­ξε στοὺς φί­λους του, γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ χω­ριὸ ὁ θρύ­λος τῆς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κῆς μου κτη­νω­δί­ας. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­νι­σχύ­σω τὴν πε­ρί­φρα­ξη, νὰ ἐ­παυ­ξή­σω τὴν ἐ­πα­γρύ­πνη­ση, νὰ ἀ­νε­βά­σω μὲ μιὰ λέ­ξη, τὸν πο­λε­μι­κό μου προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό. Ὁ γεί­το­νας δι­έ­θε­τε ἕ­ναν σκύ­λο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο γιὰ ὅ­λα· ἐ­γὼ σκέ­φτο­μαι νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να πι­στό­λι.

       Ποῦ εἶ­ναι ἡ πα­λιά μου ἡ­συ­χί­α; Εἶ­μαι πο­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α καὶ τὸ μί­σος. Τὸ πνεῦ­μα τοῦ κα­κοῦ μὲ ἔ­χει κα­τα­λά­βει. Πρὶν ἤ­μουν ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τώ­ρα εἶ­μαι ἕ­νας ἰ­δι­ο­κτή­της.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα El libertario.

Gallinas (un cuento anarquista) (periodicoellibertario.blogspot.com)

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Καταφύγιο



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 10/11]


Κα­τα­φύ­γιο

(Zufluchtsort)


ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ τὸ νὰ βγαί­νει κα­νεὶς ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Συ­ναν­τᾶ πρό­σω­πα, κα­θέ­να τους στὴ δι­κή του ξε­χω­ρι­στὴ ἐκ­δο­χή, ἑ­πο­μέ­νως μο­να­δι­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά. Ὑ­πάρ­χουν πρό­σω­πα ποὺ ἐ­ξορ­γί­ζουν τὸν Πί­ους: Βλέ­πει σὲ αὐ­τὰ τὴν ξε­ρο­κε­φα­λιά, τὴν ἀγ­κύ­λω­ση, τὴ στε­νο­μυα­λιά. Προ­τι­μᾶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πρό­σω­πα παι­δι­ῶν.

       Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη χον­τρὴ γυ­ναί­κα κά­θε­ται στὸ τρὰμ καὶ μα­σου­λί­ζει ἕ­να κο­τσά­νι ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Μιὰ ἄλ­λη λέ­ει στὴ δι­πλα­νή της: «Ἔ, ἐ­σεῖς, ναί, ἐ­σᾶς λέ­ω: Θέ­λω νὰ πε­θά­νω!»

       Νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ ἡ πό­λη μοιά­ζει νὰ λάμ­πει ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω, ὅ­μως ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἐν­νιὰ ὁ οὐ­ρα­νὸς εἶ­ναι μα­ραγ­κι­α­σμέ­νος, τὸ φῶς χλο­μό. Ὁ Πί­ους παίρ­νει τὸ τρὰμ καὶ πό­τε-πό­τε ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του: «Τώ­ρα ποὺ ἡ Ρόζ­μα­ρι θέ­λη­σε νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἡ μη­τέ­ρα μου προ­σπα­θεῖ ξα­νά, ὅ­πως πα­λιά, νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σει τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά μου. Μοῦ ἀ­γο­ρά­ζει ροῦ­χα ποὺ δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν. Θέ­λει νὰ ἀλ­λά­ξει τὴ δι­αρ­ρύθ­μι­ση στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας. Θέ­λει νὰ μὲ βλέ­πει πιὸ συ­χνά.»

       Ἀ­νή­συ­χος ὁ Πί­ους δι­α­πι­στώ­νει ἀλ­λα­γὲς στὸν ἑ­αυ­τό του: Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ξαφ­νι­κὰ πιὸ ἀ­νοι­χτά, μὲς στὸ κε­φά­λι του ἁ­πλώ­νε­ται κά­τι σὰν φα­σα­ρί­α, καὶ τὸ φῶς ἡ­μέ­ρας εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἔν­το­νο γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­χει γί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο πο­λυ­λο­γάς. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­ναι σχε­δὸν δι­ά­φα­νο, ἡ κοι­λιὰ του λι­γό­τε­ρο χον­τρή.

       Ὁ Πί­ους φο­ρά­ει πάν­τα παπ­που­δί­στι­κα ροῦ­χα: γκρὶ παν­τε­λό­νι, ποὺ οἱ τι­ράν­τες τὸ ση­κώ­νουν μέ­χρι πά­νω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιά, γκρὶ σα­κά­κι μὲ γκρὶ μπα­λώ­μα­τα στοὺς ἀγ­κῶ­νες. Ὅ­ταν περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα χα­λα­ρό, μὲ τὸ δε­ξί του πό­δι σπρώ­χνει κά­θε τό­σο τὰ χα­λί­κια ποὺ βρί­σκει μπρο­στά του στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Με­τὰ τὴν ἀ­πό­πει­ρα αὐ­το­κτο­νί­ας τῆς γυ­ναί­κας του ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ κλά­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη, πρὶν κα­τα­πι­εῖ τὰ ὑ­πνω­τι­κά, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πά­ει τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα στὸ κομ­μω­τή­ριο καὶ νὰ κά­νει περ­μα­νάντ. Κι ἐ­πει­δὴ τῆς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἅ­λα­τα γιὰ τὸ μπά­νιο – γιὰ τοὺς ρευ­μα­τι­σμούς της. Εἶ­χαν κα­βγα­δί­σει ὅ­μως· ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ἀ­νέ­βει στὸ τρὰμ καὶ ἡ Ρόζ­μα­ρι στε­κό­ταν στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πὶ στὴν πόρ­τα, ἡ ὁ­ποί­α γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει αὐ­τό­μα­τα, καὶ τσί­ρι­ζε, πράγ­μα ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ντρέ­πε­ται τὸν κό­σμο. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν τὰ λε­φτά, πάν­τα τα λε­φτά. Ἐ­κεί­νη χρει­α­ζό­ταν νὰ ἔ­χει λε­φτὰ μὲ οὐ­ρά, ἐ­κεῖ­νος πά­λι ἦ­ταν ὀ­λι­γαρ­κής. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἄρ­χι­σε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο νὰ βρί­ζει, ἀ­φοῦ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­κι­νή­σει ὅ­σο ἡ Ρόζ­μα­ρι πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πί.

       Τὸ τρὰμ εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τοῦ Πί­ους. Δὲν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ δου­λέ­ψει, κα­θὼς ἔ­χει κλη­ρο­νο­μή­σει μιὰ μι­κρὴ πε­ρι­ου­σί­α· ἔ­τσι, παίρ­νει κά­θε μέ­ρα τὸ τρὰμ καὶ λεί­πει μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ νὰ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Στὸ κρε­βά­τι τῆς ἄρ­ρω­στης, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Ρόζ­μα­ρι βγά­ζει κλα­ψι­ά­ρι­κους ἤ­χους, ἐ­κεῖ­νος πρέ­πει νὰ τῆς ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς δὲν θὰ κα­τα­φεύ­γει πλέ­ον στὸ τράμ. Τὴν ὑ­πό­σχε­σή του δὲν θὰ τὴν κρα­τή­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει στὴν κα­τή­φεια νὰ γε­μί­σει τὴν καρ­διά του.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basellandschaftliche Zeitung 2.9.1992, ἔ­πει­τα: Die Brieffreundin, Luchterhand 1995, καὶ Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (9.6.1956) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 9/11]


Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας

(Ein ganz gewöhnlicher Waschtag)


Ν ΘΕΛΗΣΩ νὰ ζω­γρα­φί­σω τὸ πορ­τραῖ­το τῆς γυ­ναί­κας γιὰ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μα χρώ­μα­τα· θὰ πρέ­πει νὰ μὴν εἶ­ναι κραυ­γα­λέ­α οὔ­τε καὶ μάτ, μᾶλ­λον φω­τει­νά, ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως θαμ­πά – πά­ει νὰ πεῖ: ἁ­πα­λά. Μὰ δὲν εἶ­μαι ζω­γρά­φος. (Πα­ρα­λί­γο νὰ εἶ­χα γί­νει, ὡ­στό­σο οἱ ἐν­δε­χο­μέ­νως σαρ­κα­στι­κοὶ δά­σκα­λοί μου στὴ σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν, στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χα ἐκ­μυ­στη­ρευ­τεῖ τό­τε μὲ παι­δι­ά­στι­κη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α μου, ἔ­βρι­σκαν πὼς ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου —ση­μει­ω­τέ­ον, «ὁ χα­ρα­κτή­ρας», ὄ­χι τὸ τα­λέν­το!— δὲν ἔ­κα­νε, λέ­ει, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Τὴ συλ­λο­γί­στη­κα πο­λὺ αὐ­τὴ τὴν πα­ρα­τή­ρη­ση, τὴν ὁ­ποί­α μοῦ ἐ­πέ­δω­σαν καὶ γρα­πτῶς, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ μπο­ρέ­σω νὰ βγά­λω ἄ­κρη.) Μιᾶς καὶ ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου δὲν προ­σφέ­ρε­ται, λοι­πόν, γιὰ νὰ φι­λο­τε­χνή­σει ἕ­να πορ­τραῖ­το μὲ χρώ­μα­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ νι­ώ­θω πό­τε-πό­τε τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κά­νω ἕ­να πορ­τραῖ­το, ἀ­πέ­κτη­σα σι­γὰ σι­γὰ τὴ συ­νή­θεια νὰ ζω­γρα­φί­ζω μὲ λέ­ξεις. Δὲν ξέ­ρω καὶ τό­σο πολ­λὲς λέ­ξεις. Δι­α­θέ­τω, βέ­βαι­α, τρί­α λε­ξι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α μου ἔ­κα­ναν δῶ­ρο, κα­θὼς καὶ ἕ­να λε­ξι­κὸ ξέ­νων λέ­ξε­ων, ἐ­πί­σης δῶ­ρο, ὡ­στό­σο δὲν χρη­σι­μο­ποι­ῶ οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ δαῦ­τα γιὰ νὰ γρά­ψω, πο­τέ· ἴ­σα-ἴ­σα ποὺ θὰ μὲ φούρ­κι­ζε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ λέ­ξεις ποὺ δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸ δι­κό μου λε­ξι­λό­γιο. Τώ­ρα ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ μι­λή­σω ἄλ­λο γιὰ μέ­να, μὰ γιὰ τὴ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­νέ­φε­ρα προ­η­γου­μέ­νως.

       Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Κλά­ρα καὶ μέ­νει σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα κα­τοι­κι­ῶν, στὸ ἰ­σό­γει­ο. Δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­να­τή, ὡ­στό­σο φρον­τί­ζει τὸ νοι­κο­κυ­ριό της μὲ προ­κο­πὴ καὶ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Ἔ­χει ἕ­ναν μι­κρὸ γιό, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α κα­θό­ταν μὲς στὸ πάρ­κο του κι ἔ­παι­ζε μὲ ἕ­να κου­τί. Ἡ Κλά­ρα τοῦ ἔ­δει­ξε πῶς βγαί­νει τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε, ἀ­φοῦ ὁ μέ­χρι πρό­τι­νος εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μι­κρὸς ἔ­γι­νε με­μιᾶς γκρι­νιά­ρης καὶ ἅ­πλω­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι τὸ κου­τὶ πρὸς τὸ μέ­ρος της κα­θὼς μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νὰ βγά­ζει, μὰ ὄ­χι καὶ νὰ ξα­να­βά­ζει τὸ κα­πά­κι. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο (τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει δύ­ο δω­μά­τια καὶ ἕ­ναν μα­κρύ, στε­νό, σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο) ὁ σύ­ζυ­γός της, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δι­ο­ρι­σμέ­νος στὴν ὀρ­χή­στρα τοῦ θε­ά­τρου, ἔ­παι­ζε ἕ­να και­νούρ­γιο τρα­γού­δι. Τὰ τρα­γού­δια του, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πάν­το­τε ἐ­ρω­τι­κά, δὲν ἐ­πι­γρά­φον­ται πο­τὲ «Στὴν Κλά­ρα», μὰ γε­νι­κὰ καὶ ἀ­ό­ρι­στα «Σὲ μιὰ ἐ­ρω­μέ­νη», κά­τι ποὺ ὅ­σο νά ’­ναι στε­νο­χω­ρεῖ τὴν Κλά­ρα. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, οὔ­τε τό­τε εἶ­χε κα­λὴ δι­ά­θε­ση, πα­ρὰ τὴν ὄ­μορ­φη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα· ὅ­μως, προ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τὴν αἰ­τί­α τῆς νευ­ρι­κό­τη­τάς της, θέ­λω νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ τώ­ρα δὰ ἀ­νέ­φε­ρα, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ σω­στό: ὁ­λάν­θι­στοι κῆ­ποι, γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­στε­καν στὶς αὐ­λό­πορ­τες καὶ κου­βέν­τια­ζαν, μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ μοί­ρα­ζε φυλ­λά­δες, ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ μό­λις ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, παι­διὰ ποὺ ἔ­σκου­ζαν, καὶ ὑ­πε­ρά­νω ὅ­λων ὁ ἥ­λιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, λὲς καὶ μὲ ἐν­το­λὴ για­τροῦ, ἁ­πλω­νό­ταν προ­σε­κτι­κὰ καὶ ὁ­μοι­ό­μορ­φα, ἄγ­γι­ζε μύ­τες καὶ που­λιὰ καὶ χε­ρού­λια κα­ρο­τσι­ῶν ποὺ τὰ ἔ­σπρω­χναν χα­μο­γε­λών­τας μη­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­δει­χναν πο­λὺ ὄ­μορ­φες. Ἡ Κλά­ρα εἶ­χε μπό­λι­κη μπου­γά­δα· ἔ­ξω κυ­μά­τι­ζαν πε­τσέ­τες μπά­νιου, πε­τσέ­τες προ­σώ­που, πε­τσέ­τες κου­ζί­νας καὶ ὅ,τι ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει σὲ πε­τσέ­τα. Ὁ Γκρέγ­κορ, ὁ μι­κρὸς γιός, ἔ­κλαι­γε καὶ ὁ Μάξ, ὁ σύ­ζυ­γος, τρα­γου­δοῦ­σε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη. Ἡ Κλά­ρα στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὰ με­γά­λα, γα­λα­νὰ μά­τια της (χρώ­μα­τος σκου­ρο­γά­λα­νου, λὲς καὶ τὰ εἶ­χαν γε­μί­σει σκι­ὲς) στὸ σκοι­νὶ τῆς μπου­γά­δας. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­δε ἐ­κεῖ τὴν συν­τά­ρα­ξε: Ἀ­νά­με­σά σε μιὰ πά­να καὶ μιὰ μα­ξι­λα­ρο­θή­κη κρε­μό­ταν μὲ ἀ­πό­λυ­τη φυ­σι­κό­τη­τα ἕ­να χαρ­τὶ πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν γρα­φτεῖ νό­τες, ἕ­να τρα­γού­δι τοῦ ἄν­τρα της μὲ τὸν τί­τλο «Στὴν Κλά­ρα»· ἔ­στα­ζε ἀ­κό­μη καὶ πά­σχι­ζε νὰ στε­γνώ­σει. Αὐ­τὸ ἦ­ταν πράγ­μα­τι κά­τι τὸ ἐκ­πλη­κτι­κό, τρο­μα­χτι­κό, ἐ­ξί­σου ἀ­νε­ξή­γη­το ὅ­πως ἡ ἐ­πι­στο­λὴ ἐ­κεί­νων τῶν δα­σκά­λων μου στὴ σχο­λή. Κι ἀ­πὸ πά­νω ἦ­ταν καὶ κα­λο­καί­ρι, μιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς βρα­δι­ὲς τὶς βυ­θι­σμέ­νες στὰ ὄ­νει­ρα, ποὺ μᾶς κά­νουν ν’ ἀ­να­τρι­χι­ά­ζου­με ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Τὰ φορ­τω­μέ­να δέν­τρα κοι­μοῦν­ταν καὶ τὰ φύλ­λα τους ἔ­τρε­μαν σὰν σφα­λι­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Ἕ­να σμῆ­νος που­λιὰ πε­τά­χτη­κε μπρο­στὰ σ’ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ὁ­δη­γὸς στα­μά­τη­σε, βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ κοί­τα­ξε γύ­ρω της. Μό­λις ἀν­τί­κρι­σε τὴν Κλά­ρα στὸ πα­ρά­θυ­ρο, γέ­λα­σε καὶ ἔ­δει­ξε πρὸς τὴν πα­ρά­ξε­νη παρ­τι­τού­ρα. Ἐ­δῶ πιὰ πρέ­πει μᾶλ­λον νὰ ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἡ ὁ­δη­γὸς ἤ­μουν ἐ­γὼ καὶ ὅ­τι τὸ χαρ­τὶ ποὺ κα­μω­νό­ταν τὸ ἀ­σπρό­ρου­χο, μὲ τὸ τρα­γού­δι «Στὴν Κλά­ρα», στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­χε, ἄλ­λω­στε κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀλ­λό­κο­το. Ἐ­γὼ τὸ εἶ­χα ζω­γρα­φί­σει ἐ­κεῖ γιὰ νὰ ζω­η­ρέ­ψω λι­γά­κι τὴν ἡ­μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς Κλά­ρα – μὲ χρώ­μα­τα ἢ μὲ λέ­ξεις; Οὔ­τε ποὺ θυ­μᾶ­μαι πιά.

       Ἡ Κλά­ρα ἀ­να­στέ­να­ξε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ παρ­τι­τού­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὅ­τι ἡ μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς ἦ­ταν μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας, δί­χως τί­πο­τε τὸ ὀ­νει­ρι­κὸ νὰ τῆς προ­σά­ψει κα­νείς. Ἦ­ταν μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ζεῖ πε­ρι­πέ­τει­ες ἢ πα­ρά­ξε­να πε­ρι­στα­τι­κὰ στὸ σι­νε­μὰ ἢ σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ὅ­μως στοὺς τέσ­σε­ρις τοί­χους της ὁ κό­σμος δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ ἐμ­πνέ­ει τρό­μο· τὸ κα­θε­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι ποὺ νὰ μὴν τρο­μά­ζει κα­νέ­νας, οὔ­τε κὰν τὸ κα­να­ρί­νι.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basler Nachrichten ἐ­πι­φυλ­λί­δα 26.7.1965, στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (6.2.1959) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Π. ‘Ενιγουεϊ: The (wo)man who disappeared


Π. Ένιγουεϊ


The (wo)man who disappeared


ΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ τὴν ἔ­ψη­νε κα­θημε­ρι­νὰ (μὲ γλυκό­λο­γα, λου­λού­δια, ποι­ή­μα­τα, ἀ­κρι­βὰ ἑ­στι­α­τό­ρι­α, τὰ ξέ­ρε­τε..) Καὶ ὅ­ταν τοῦ ἔ­κα­τσε, τὴν ἑ­πο­μένη, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Δι­καίως.

 



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κε­ν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τί νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἕ­νας ξέ­νος



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 8/11]


Ἕ­νας ξέ­νος

(Ein Fremder)


ΓΚΑΣΤΟΝ κα­θό­ταν μπρο­στὰ στὸν κο­μὸ καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὸ βλέμ­μα στὸν κα­θρέ­φτη ποὺ ἦ­ταν ἐν­σω­μα­τω­μέ­νος σὲ ἕ­να ξύ­λι­νο κα­σε­λά­κι, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ἕ­ναν κα­τα­σκευα­στὴ ἐγ­χόρ­δων ὀρ­γά­νων. Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε μιὰ μα­κριὰ φλο­γο­κόκ­κι­νη μπού­κλα, ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­π’ τὸ μη­νίγ­γι του· μ’ ἕ­να με­γά­λο στο­μω­μέ­νο ψα­λί­δι μάγ­κω­σε τὴν τού­φα, τὴν τρά­βη­ξε νὰ ἰ­σι­ώ­σει κι ἔ­πει­τα, σὰν μὲ μα­νι­α­σμέ­να ραμ­φί­σμα­τα, ἔ­κο­ψε τὴν μπού­κλα στὰ δύ­ο. Ψα­λί­δι­ζε καὶ ἀ­π’ τὴ μιὰ καὶ ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ γε­μά­του φα­κί­δες προ­σώ­που, πά­νω ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο, πί­σω στὸν σβέρ­κο, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ: Εἶ­χε γε­μί­σει κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, καὶ ὅ­σες ἔ­πε­φταν στὸ πά­τω­μα σχη­μά­τι­ζαν μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες καὶ μι­κρὰ βου­να­λά­κια. Σκο­πὸς ἦ­ταν νὰ μὴν τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει ὁ Ὄιγ­κεν· ὁ Γκα­στὸν θὰ ἦ­ταν ἕ­νας ξέ­νος, καὶ θὰ συ­ζη­τοῦ­σε μὲ τὸν Ὄιγ­κεν σὰν μὲ κά­ποι­ον ξέ­νο καὶ θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε, σὰν νὰ τὸν ἔ­βλε­πε πρώ­τη φο­ρά, γιὰ τὸν Δρά­κου­λα, τὸν γά­το τοῦ Ὄιγ­κεν – τὸν Κό­μη Δρά­κου­λα, ποὺ ἂν ἦ­ταν ἄν­θρω­πος θὰ ἔ­πρε­πε στὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λο­γο νὰ πα­ρα­λεί­ψει τὸν τί­τλο τοῦ κό­μη· στὴν Ἐλ­βε­τί­α δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἀ­πο­κα­λεῖ κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό τοῦ κό­μη ἢ πρίγ­κι­πα· οἱ κό­μη­τες καὶ οἱ πρίγ­κι­πες πρέ­πει νὰ ἀ­παρ­νι­οῦν­ται τὸν ἑ­αυ­τό τους, πρέ­πει νὰ προ­σποι­οῦν­ται πὼς εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­τρες ὅ­πως ὁ Ὄιγ­κεν, ὁ φί­λος του Γκα­στόν, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε —γιὰ πλά­κα— Δρά­κουλ-λας ἀν­τὶ γιὰ Δρά­κου­λας.

       Καὶ χρὰτς-χρούτς, ὁ Γκα­στὸν συ­νέ­χι­ζε νὰ κό­βει τὰ μαλ­λιά του. Εἶ­χε ἀ­νά­ψει τὸ φω­τι­στι­κὸ τῆς ὀ­ρο­φῆς, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μέ­ρα. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας κα­θό­ταν πα­ρά­με­ρα γουρ­γου­ρί­ζον­τας καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν οἱ τρί­χες τοῦ­φες-τοῦ­φες στὸ πά­τω­μα. Ὁ Γκα­στόν, ἀ­φοῦ εἶ­χε κό­ψει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τσου­λού­φια ποὺ πε­τοῦ­σαν στὸ κε­φά­λι του (πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να κα­θρε­φτά­κι), γέ­λα­σε ξαφ­νι­κά. Θυ­μή­θη­κε τὶς Κυ­ρια­κὲς ποὺ ὁ Ὄιγ­κεν τὸν ἔ­βγα­ζε βόλ­τα μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το· τὰ πολ­λὰ σή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρί­ας πάν­το­τε συγ­κι­νοῦ­σαν τὸν Ὄιγ­κεν: Ἔ­βρι­σκε τό­σο εὐ­χά­ρι­στη τὴν τά­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α τῶν ὀ­χη­μά­των, τὴν πρό­βλε­ψη τῶν πα­ρα­μι­κρῶν λε­πτο­με­ρει­ῶν πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ ἀ­τυ­χη­μά­των. Μιὰ φο­ρὰ ὁ Ὄιγ­κεν εἶ­πε πὼς ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ τό­σο κα­κή. «Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κού­ρα­στοι ἄν­τρες ποὺ σκέ­φτον­ται τὸ κοι­νὸ κα­λό», ἐ­ξή­γη­σε, «ποὺ φρον­τί­ζουν νὰ ὑ­πάρ­χει τά­ξη». Κά­θε ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ μπά­ρα, κά­θε σῆ­μα, κά­θε πι­να­κί­δα μὲ το­πω­νύ­μιο τὸν γο­ή­τευ­ε. Σχε­δὸν βούρ­κω­νε ἀ­πὸ χα­ρὰ ὅ­ταν ἑρ­μή­νευ­ε σω­στά τα δι­ά­φο­ρα σή­μα­τα καὶ δι­έ­νυ­ε ἄ­νε­τα τὴ δι­α­δρο­μή του. Τὴ νύ­χτα τὸν ἐν­θου­σί­α­ζαν τὰ τσι­μεν­τέ­νια κο­λω­νά­κια ποὺ ἔ­φεγ­γαν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου. Μὲ πό­ση σύ­νε­ση εἶ­χαν σχε­δια­στεῖ ὅ­λα! Ὁ σχε­δια­σμὸς ἦ­ταν τὸ πά­θος του· ἦ­ταν ἀ­τζέν­της συ­ναυ­λι­ῶν καὶ μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν τοῦ εἶ­χε τύ­χει πο­τὲ κά­ποι­α ἀ­να­πο­διά – ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λά.

       Ὁ Γκα­στὸν ση­κώ­θη­κε, τί­να­ξε τὶς κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ τὸ μπουρ­νού­ζι του (δῶ­ρο τοῦ Ὄιγ­κεν), ἔ­φε­ρε ἕ­να σκου­πά­κι κι ἔ­σπρω­ξε βου­νὰ ἀ­πὸ πυ­ρο­ξαν­θὲς μποῦ­κλες στὸ φα­ρά­σι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε ἔ­ξω γιὰ νὰ τὸ ἀ­δειά­σει. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να, κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι, ἔ­βα­λε κό­κα κό­λα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι καὶ κά­πνι­σε. Ὁ κα­πνὸς αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀρ­γά, σὲ σκόρ­πια συν­νε­φά­κια, πό­τε πά­νω πό­τε κά­τω. Ὁ Γκα­στὸν χτυ­ποῦ­σε ρυθ­μι­κὰ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι στὸ τρα­πέ­ζι· ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νο τὸ χέ­ρι του – τό­σο λε­πτο­κα­μω­μέ­νο ποὺ σχε­δὸν ἔ­μοια­ζε ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας πή­δη­ξε στὰ πό­δια του. Ὁ Γκα­στὸν πα­ρα­τή­ρη­σε τὴ λαμ­πε­ρὴ ρά­χη τοῦ γά­του καὶ τὰ αὐ­τιά του, ποὺ πό­τε-πό­τε συ­σπῶν­ταν. Τὰ χαλ­κό­χρω­μα μά­τια τοῦ Γκα­στὸν ἦ­ταν πιὸ στρογ­γυ­λὰ τώ­ρα ποὺ εἶ­χε μα­κρύ­νει τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ κε­φά­λι του κρύ­ω­νε. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν πά­νω στὴν ξυ­λό­σομ­πα δί­πλα στὸν φοῦρ­νο γκα­ζιοῦ, ἀ­κου­γό­ταν νὰ μι­λά­ει ἡ ἐκ­πρό­σω­πος κά­ποι­ας γλωσ­σι­κῆς μει­ο­νό­τη­τας. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὁ Γκα­στὸν ἔ­βλε­πε τὸν κό­σμο νὰ περ­νά­ει: Ἄ­κου­γε τὰ βή­μα­τά τους, ἄ­κου­γε τὶς ὁ­μι­λί­ες τους, ὅ­μως δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τα. Ὁ οὐ­ρα­νὸς φαι­νό­ταν σκο­τει­νός, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν γα­λά­ζιος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ Γκα­στὸν δι­έ­κρι­νε τὴ σι­λου­έ­τα τοῦ Ὄιγ­κεν. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸν ἄ­κου­σε νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δι­ά­δρο­μο καὶ νὰ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος· ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ θὰ ἔμ­παι­νε.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Anna und ich, Luchterhand 1985, καὶ στὴ συ­νέ­χεια:  Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργα τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (21.12.1956 & 6.1.1957).



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου»



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 7/11]


Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου»

(Die «überhäufte Bürokraft»)


ΕΝ ΗΤΑΝ ΣΤΟΡΓΙΚΟΣ ὁ χει­μώ­νας ἐ­τοῦ­τος ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ χι­ό­νι, ποὺ δὲν τὸ ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἐ­κεί­νη νὰ κοι­μη­θεῖ ἀ­νε­νό­χλη­τη ἀ­πὸ κά­τω. Οὔ­τε τὴ γυ­ναί­κα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται λό­γος ἐ­δῶ τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Στὴν ἐ­πι­στο­λὴ τῆς πα­ραί­τη­σής της εἶ­χε γρά­ψει: «Εἶ­μαι μιὰ ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου.» Εἶ­χε πάν­το­τε ἕ­να τρέ­μου­λο μέ­σα της: ἀ­πὸ φό­βο ἢ ἀ­πὸ τρό­μο. Τὴν βα­σά­νι­ζαν εἰ­κα­σί­ες. Ὅ­πο­τε πή­γαι­νε πο­λὺ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι στὸ κρε­βά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο σω­ρι­α­ζό­ταν, ἔ­βλε­πε ὅ­τι ἡ λάμ­πα τῆς ὀ­ρο­φῆς κου­νι­ό­ταν πέ­ρα-δῶ­θε ἀ­πὸ τὸ ρευ­μα­τά­κι, καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­θε ὄ­χι μό­νο ἔκ­πλη­ξη μὰ καὶ φό­βο. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς σω­ρι­α­ζό­ταν στὸ κρε­βά­τι για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ἄλ­λο νὰ στέ­κε­ται ἢ νὰ κά­θε­ται: Στέ­ρευ­αν ξαφ­νι­κὰ οἱ δυ­νά­μεις της. Ἐ­πει­δὴ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἄ­βο­λες κα­ρέ­κλες, προ­τι­μοῦ­σε νὰ ξα­πλώ­νει ὅ­ταν δι­ά­βα­ζε κα­νέ­να βι­βλί­ο. Ὅ­πο­τε ἄ­κου­γε μου­σι­κὴ ξά­πλω­νε στὸ δε­ξὶ πλευ­ρό, καὶ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι πί­ε­ζε τὸ μα­ξι­λά­ρι πά­νω στὸ δε­ξί της μά­γου­λο, ἐ­νῶ τὸ δε­ξὶ μπρά­τσο γύ­ρευ­ε νὰ πε­ρι­βά­λει τὸ σῶ­μα της, πα­ρα­ῆ­ταν ὡ­στό­σο κον­τό· τὸ χέ­ρι με­τὰ βί­ας ἄγ­γι­ζε τὴν ὠ­μο­πλά­τη. Ἐ­κεί­νη ἔ­με­νε ξα­πλω­μέ­νη, μὲ κλει­στὰ μά­τια καὶ κου­λου­ρι­α­σμέ­να πό­δια. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἔ­γρα­φε πολ­λὲς αἰ­τή­σεις, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἐκ­θεί­α­ζε τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές της: «Εἶ­μαι δυ­να­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ μα­ζί. Ὅ­πο­τε δὲν κοι­μᾶ­μαι (πράγ­μα ποὺ ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρὸ δὲν μπο­ρῶ πλέ­ον νὰ κά­νω), μέ­νω μὲ τὶς ὧ­ρες συγ­κεν­τρω­μέ­νη, καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται στὸ με­τα­ξὺ οὔ­τε νὰ μὲ τα­ΐ­ζει οὔ­τε νὰ μὲ πο­τί­ζει κα­νείς· τὰ βρά­δια ψά­χνω μό­νη μου τὴ λεί­α μου, ἀ­φή­νω δη­λα­δὴ πί­σω τὴν πό­λη καὶ πε­ρι­δι­α­βαί­νω τὴν κοι­λά­δα: Οὔ­τε που­λιὰ οὔ­τε πον­τί­κια μοῦ τὴ γλι­τώ­νουν τό­τε.»

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο: μιὰ ἀ­να­και­νι­σμέ­νη σο­φί­τα μὲ δύ­ο μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­να­κλι­νό­με­να πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­νῆ­κε σὲ κά­ποι­α μου­σι­κό, ἡ ὁ­ποί­α βρι­σκό­ταν σὲ πε­ρι­ο­δεί­α. Οἱ τοῖ­χοι ἔ­μοια­ζαν φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ χι­ό­νι. Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» ἔ­με­νε πρὶν σὲ μιὰ παν­σιόν, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ κρε­μά­σει κα­νεὶς πί­να­κες στοὺς τοί­χους πα­ρὰ μό­νο μὲ τὶς εἰ­δι­κὲς πι­νέ­ζες τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης. Κά­θε ἐ­πι­σκέ­πτης ἔ­πρε­πε νὰ δη­λώ­νε­ται καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μό­νο ἕ­ως τὶς δέ­κα τὸ βρά­δυ. Στὴν αἴ­θου­σα τη­λε­ό­ρα­σης ἡ τι­βὶ ἔ­κλει­νε αὐ­στη­ρὰ στὶς ἕν­τε­κα. Ὅ­σοι φι­λο­ξε­νοῦν­ταν σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­τά­λυ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα ἦ­ταν οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο γιὰ νε­α­ρὰ κο­ρί­τσια καὶ πα­ρέ­μει­νε ἔ­κτο­τε σύμ­βο­λο τῆς πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ζω­ῆς, ἦ­ταν κα­τὰ κύ­ριο λό­γο πρώ­ην ἀ­σθε­νεῖς τῆς ψυ­χι­α­τρι­κῆς κλι­νι­κῆς. Ὅ­σοι τύ­χαι­νε πό­τε-πό­τε νὰ χά­σουν τὸν δρό­μο τους καὶ νὰ βρε­θοῦν ἐ­κεῖ ὡς πε­λά­τες τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου πα­ρα­λάμ­βα­ναν ἀ­πὸ μί­α με­γά­λη πε­τσέ­τα μπά­νιου, ἐ­νῶ οἱ οἰ­κό­τρο­φοι ἀ­πὸ μί­α μι­κρή. Τὶς Κυ­ρια­κὲς ἦ­ταν κλει­στὴ ἡ κου­ζί­να· οἱ οἰ­κό­τρο­φοι κά­θον­ταν στὰ δω­μά­τιά τους, κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὰ σάν­του­ίτς τους καὶ κοι­τοῦ­σαν κά­ποι­ον τοῖ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Μιὰ φο­ρά, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­δε πε­σμέ­νο στὸν δρό­μο τὸν ἴ­σκιο ἑ­νὸς δέν­τρου καὶ σκέ­φτη­κε πὼς ἦ­ταν τά­χα ἡ ἴ­δια πε­σμέ­νη ἐ­κεῖ κά­τω.

       Κα­τὰ τὴ γνώ­μη της δὲν εἶ­χε κα­νέ­να δι­καί­ω­μα νὰ ζεῖ σ’ αὐ­τὸ τὸ με­γά­λο δι­α­μέ­ρι­σμα, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­που νά ’­ναι θὰ ἐ­πέ­στρε­φε ἡ μου­σι­κός. Πα­τοῦ­σε στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν της καὶ πό­τε-πό­τε συ­νέ­κρι­νε τὴν ὥ­ρα στὸ ρο­λό­ι της μὲ ἐ­κεί­νη τῆς τη­λε­φω­νι­κῆς ἀ­ναγ­γε­λί­ας ὥ­ρας. Συλ­λο­γι­ζό­ταν σχε­τι­κὰ μὲ τὴ μου­σι­κό: «Αὐ­τὴ εἶ­ναι δυ­να­τή. Εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ εἶ­σαι κα­λὴ ὅ­ταν εἶ­σαι δυ­να­τή.»

       Τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων ὑ­ψώ­θη­κε στὸν χλο­μὸ οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῆς πό­λης μιὰ ρὸζ-βι­ο­λε­τιὰ στι­βά­δα ἀ­πὸ σύν­νε­φα, σὰν βου­νὸ ἀ­πὸ βαμ­βά­κι. Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» δὲν γι­όρ­τα­ζε. Ὁ φό­βος της μὴν τυ­χὸν μεί­νει ἀ­πέν­τα­ρη τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ ψω­νί­σει δῶ­ρα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Ὅ­μως ἔ­μοια­ζε μὲ γυ­ναί­κα ποὺ τὴν ἀ­γά­πη τὴν εἶ­χε γνω­ρί­σει ἢ τὴν προσ­δο­κοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση σὲ αὐ­τὴ τὴ μορ­φή: Der letzte Frühlingstag, Luchterhand 1997, καὶ στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004. Μὲ ἐ­λά­χι­στες δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις καὶ μὲ τὸν τί­τλο Kündigung εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ κει­μέ­νου στὴ συλ­λο­γὴ Das verschwundene Haus, Luchterhand 1988.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (27.4.1987) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Quod me nutrit…

Ν


Σπ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Quod me nutrit…


«—ΟΤΑΝ ὁ για­τρὸς ὁ Θε­ο­δώ­ρου πέ­θα­νε, ζή­τη­σε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸ περ­βό­λι. Δὲν ἤ­θε­λε στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­δῶ καὶ καμ­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια ἀ­φό­του βγῆ­κε στὴ σύν­τα­ξη, ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό, ὥ­σπου τὸν χτύ­πη­σε ὁ καρ­κί­νος καὶ τό­νε θέ­ρι­σε μέ­σα σὲ δυ­ὸ μῆ­νες. Πρὶν κλεί­σει τὰ μά­τια, εἶ­πε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸν κάμ­πο. Ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ, στὸ περ­βό­λι ποὺ οἱ γο­νεῖς του —Θιὸς σχω­ρέ­σ’ τους— πα­λεύ­α­νε ὁ­λη­με­ρὶς μὲ τὸ τσα­πὶ καὶ τὴ μά­του­κα γιὰ νὰ τό­νε σπου­δά­σου­νε, νὰ γί­νει ἄν­θρω­πος. Ζή­τη­σε νὰ τοῦ γρά­ψου­νε στὴν πλά­κα: “Ἐ­κεῖ­νο μ’ ἔ­θρε­ψε, ἐ­κεῖ­νο ἂς μὲ φά­ει”.»



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.