Δημήτρης Μαγριπλῆς: Καθιστική διαμαρτυρία


Δη­μή­τρης Μα­γρι­πλῆς


Κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α


ΟΝ ΧΡΗΣΤΟ τὸν ἔζωσαν τὰ φί­δια.

Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε, ἔ­βλε­πε ἀρ­κε­τοὺς νὰ τρι­γυ­ρί­ζουν στὴ γει­το­νιά. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ζοῦ­σε μιὰ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι του. Ἄ­σπροι, μαῦ­ροι, κί­τρι­νοι. Ἀ­κό­μη καὶ ἕ­ναν κόκ­κι­νο εἶ­δε, ἢ τοῦ φά­νη­κε, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ φω­τα­γω­γοῦ, ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο, πρό­λα­βε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κού­ρε­μα ἑ­νὸς Μο­ϊ­κα­νοῦ. Ἀ­νη­σύ­χη­σε. Αὐ­τὸς δι­καί­ω­μα δὲν ἔ­δω­σε πο­τέ. Πάν­τα εὐ­γε­νι­κὸς μὲ ὅ­λους. Καὶ τὸ μυρ­μήγ­κι πρό­σε­χε μὴν τὸ πα­τή­σει. Πό­σο μᾶλ­λον τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἁ­πλὰ δὲν ἤ­θε­λε πολ­λὰ πολ­λά. Οὔ­τε μὲ τὸν ἄλ­λο, οὔ­τε μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι, δὲν ἐ­νο­χλοῦ­σε, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἐ­νο­χλεῖ­το ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἄλ­λω­στε, γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ἦ­ταν ἀ­νύ­παρ­κτος.

        Φο­ρο­λο­γι­κὰ ἄ­ερ­γος, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ προ­στα­τευ­ό­με­νο μέ­λος τῆς γυ­ναί­κας του, τῆς Καλ­λι­ό­πης, κοι­νωνι­κὸ του­ρι­σμὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, ἁ­μά­ξι εἰ­κο­σα­ε­τί­ας καὶ φί­λος τοῦ κι­νή­μα­τος. Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­πάγ­γελ­μα, ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­ό­ρι­στα, καὶ λό­γω εὐ­φρά­δειας με­τέ­τρε­πε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α σὲ δι­ά­λο­γο κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς. Ζοῦ­σε στὸν δι­κό του ρυθ­μό. Κρυμ­μέ­νος τὰ πρω­ι­νά. Σὲ πλή­ρη δι­έ­γερ­ση τὰ ἀ­πογεύ­ματα καὶ τὴ νύ­χτα. Στὸ συσ­σί­τιο τῆς ἐ­νο­ρί­ας πῆ­γε ἅ­παξ. Τοῦ τὴν ἔ­σπα­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μὲ τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α του. Ποῦ μέ­νεις; Τί κά­νεις; Πῶς ζεῖς; Ἄ­κου ἐ­ρω­τή­μα­τα. Καὶ ὅ­λα γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κῆς. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ δή­μου. Ἐ­κεῖ οἱ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι δὲν ρω­τοῦ­σαν, γέ­μι­ζαν τὴ γα­βά­θα καὶ ἔ­βα­ζαν καὶ ἐ­πι­πλέ­ον. Γέ­μι­ζε κρυ­φὰ ἕ­να δο­χεῖ­ο ποὺ πάν­τα εἶ­χε στὴ σα­κου­λί­τσα του. Ἔ­τσι, γύ­ρι­ζε πάν­τα μὲ ζε­στὸ φα­γά­κι σπί­τι, καὶ μά­λι­στα φρόν­τι­ζε τὸ μπο­λά­κι νὰ εἶ­ναι ἐ­πώ­νυ­μο.

        Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν ἑ­στι­α­το­ρί­ων γνώ­ρι­σε κό­σμο καὶ κό­σμο. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν τσα­κώ­θη­κε. Ἄ­φη­νε τοὺς ἄλ­λους νὰ ψά­ξουν πρῶ­τοι. Τη­ροῦ­σε τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα καὶ σε­βό­ταν τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α. Ἤ­ξε­ρε λ.χ. ὅ­τι ὁ κά­δος στὴν πα­ρα­κά­τω γω­νί­α ἀ­νή­κει στὸν Τρώ­γλη. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἔ­βρι­σκε αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε. Εἶ­χε καὶ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τσί­σας, ἐ­πει­δὴ κα­του­ρή­θη­κε ὅ­ταν ὁ Τρώ­γλης τὸν ἔ­φτυ­σε, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει τὸν κά­δο του. Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σε και­ρός, καὶ ὁ Τσί­σας εἶ­χε πιὰ συ­νη­θί­σει τὸ φτύ­σι­μο τοῦ Τρώ­γλη. Δὲν φο­βό­ταν πιὰ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη καὶ φυ­σι­κὰ δὲν κα­του­ρι­ό­ταν. Τὸ πα­ρα­τσού­κλι ὅ­μως τοῦ ἔ­μει­νε.

        Κά­δο δι­κό του δὲν εἶ­χε. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἄλ­λω­στε. Ὅ­σο κι ἂν κρυ­βό­ταν, οἱ ἄ­στε­γοι, στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, καὶ κα­τό­πιν ἀ­πὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἔ­μα­θαν ὅ­τι καὶ σπί­τι εἶ­χε καὶ σὲ κα­λὴ γει­το­νιὰ ἦ­ταν. Ἔ­τσι κά­ποι­οι με­τα­κό­μι­σαν κον­τά του. Αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐ­νό­χλη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι τὴ δου­λειά τους, καὶ αὐ­τὸς τὸν χα­βά του. Φό­ρα­γε χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι τὸ τριμμέ­νο παλ­τὸ καὶ ἔ­βγαι­νε γιὰ βόλ­τα στὸν κό­σμο του.

        — Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει γιὰ δου­λειά, ἔ­λε­γε ἡ Καλ­λι­ό­πη, καὶ ἡ κό­ρη του κοι­μό­ταν ἥ­συ­χη.

        Μέ­χρι ποὺ ἡ χώ­ρα μπῆ­κε ἐ­πί­ση­μα στὸ ΔΝΤ. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ με­τά, ὁ Τσί­σας ἀ­γό­ρα­ζε μέ­χρι καὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἔ­γι­νε εἰ­δι­κὸς οἰ­κο­νο­μο­λό­γος καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει μέ­χρι καὶ προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς χώ­ρας.

        — Πᾶμε γιὰ χρε­ο­κο­πί­α, ἀ­να­κοί­νω­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ στὴν Καλ­λι­ό­πη. Φεύ­γω, εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του.

        Ὅ­λοι τὰ ἔ­χα­σαν. Καὶ πρῶ­τα καὶ κα­λύ­τε­ρα ὁ Τρώ­γλης. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ μά­λι­στα δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε, για­τὶ τοῦ κό­πη­κε καὶ τὸ σά­λιο ἔ­τσι ποὺ τὸν εἶ­δε. Ὁ Τσί­σας ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νος τὸν ἀ­γνό­η­σε, μὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει αὐ­τό, καὶ βι­α­στι­κὰ στα­μά­τη­σε τα­ξί.

        Στὴν τρά­πε­ζα ἔ­σπα­σε τὶς κα­τα­θέ­σεις σὲ μι­κρό­τε­ρα πο­σά, καὶ μέ­ρος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ λί­ρες χρυ­σές. Βγῆ­κε καὶ χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τοῦ Ἀ­ρί­στου, τοῦ το­κο­γλύ­φου.

        — Το κε­φά­λαι­ό μου, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ὁ Ἀ­ρί­στος ἤ­ξε­ρε τί κου­μά­σι ἦ­ταν καὶ πό­σο ἀ­δί­στα­κτος.

        — Ἐ­δῶ εἶ­ναι, τοῦ εἶ­πε, σὰν νὰ τὸν πε­ρί­με­νε και­ρό.

        Ἡ­σύ­χα­σε μό­νο ὅ­ταν ὁ Τσί­σας ἔ­φυ­γε.

        — Γλί­τω­σα τὴ ζω­ή μου, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

        Στὸ κτη­μα­το­με­σι­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γο­ρά. Οἰ­κό­πε­δο στὸ Φά­λη­ρο καὶ μα­γα­ζὶ στὴ γει­το­νιά του. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­δο τοῦ Τρώ­γλη. Ἠ­ρέ­μη­σε. Ὅ­λα κα­λά. Ψά­χτη­κε. Εἶ­χε ἐ­πά­νω του ὑ­πό­λοι­πο εἴ­κο­σι χι­λιά­ρι­κα.

        Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ φά­ω ἐ­γὼ πα­ρὰ αὐ­τοί – ἐν­νο­ών­τας τὸ κρά­τος καὶ τὰ χά­λια του. Με­τά, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, πῆ­ρε τὴν Καλ­λι­ό­πη τη­λέ­φω­νο.

        — Ἐν­τά­ξει, τῆς ἀ­να­κοί­νω­σε.

        Αὐ­τὴ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ της.

        Και­νούρ­γι­ες οἰ­κο­σκευ­ές, και­νούρ­για ντου­λά­πια, και­νούρ­για ἔ­πι­πλα.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἀ­μέ­σως, τὰ χρή­μα­τα βλέ­πεις.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, τὸ ἁ­μά­ξι ­τῆς ἑ­ται­ρί­ας χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι.

        Ἀ­νέ­βη­καν στὸν τρί­το ἀ­πὸ τὶς σκά­λες, για­τὶ τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἦ­ταν μι­κρό, πα­ρέ­δω­σαν, το­πο­θέ­τη­σαν καὶ ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γαν βρί­ζον­τας καὶ μὲ τὶς τσέ­πες χω­ρὶς φι­λο­δώ­ρη­μα.

        Πλέ­ον ἦ­ταν ἥ­συ­χος. Εἶ­χε γλι­τώ­σει τὰ πο­λύ­τι­μά του. Τώ­ρα ἂς χρε­ο­κο­πή­σου­με, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν κα­να­πέ. Καὶ τό­τε, κά­τι εἶ­δε πά­λι στὸν δρό­μο.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­νή­συ­χος. Πά­λι αὐ­τοί, οἱ γνω­στοὶ ἄ­γνω­στοι. Ὅ­λη ἡ Ὁ­μό­νοι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α του. Δι­α­δή­λω­ση ἀ­στέ­γων καὶ κου­ρε­λή­δων.

        Σύν­το­μα οἱ σει­ρῆ­νες ἔ­δει­ξαν ὅ­τι καὶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἐ­νο­χλη­θεῖ. Κοί­τα­ζε ἀ­πο­ρη­μέ­νος τὸ πλῆ­θος νὰ ἀ­πω­θεῖ­ται, χω­ρὶς πολ­λὲς φα­σα­ρί­ες, ἀ­πὸ τὶς δυ­νά­μεις τῆς τά­ξης. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας προ­χώ­ρη­σε μπρο­στὰ καὶ κά­τι εἶ­πε μὲ τὸν Τρώ­γλη. Αὐ­τὸ ὁ Χρῆ­στος τὸ εἶ­δε κα­θα­ρά· ἔ­πει­τα τὰ ὄρ­γα­να ἔ­φυ­γαν καὶ οἱ φί­λοι του κά­θι­σαν ἥ­συ­χα σὲ σει­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ παρ­κά­κι. Σὰν κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δω­σε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πεί­να­σε. Ἔ­βα­λε τὸ παλ­τὸ καὶ βγῆ­κε γιὰ δου­λειά. Πέ­ρα­σε τὸν δρό­μο καί, μὲ χα­μό­γε­λο, πά­τη­σε στὸ χορ­τά­ρι. Κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε. Οὔ­τε καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψαν τί­πο­τα. Ἄ­νοι­γαν δι­ά­δρο­μο, καὶ αὐ­τὸς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του.

        — Πᾶμε γιὰ φα­ΐ; τόλ­μη­σε νὰ πεῖ στὸν Τρώ­γλη.

        — Ἐ­δῶ ἔ­χω, τοῦ εἶ­πε αὐ­τός.

        Τὰ ἔ­χα­σε – ὥ­στε ἤ­ξε­ρε και ­νὰ μι­λᾶ ὁ Τρώ­γλης;

        — Τί; τὸν ρώ­τη­σε.

        — Ἐσέ­να, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, καὶ ὁ δι­ά­δρο­μος ἔ­κλει­σε γύ­ρω του βου­βὰ καὶ ἀ­πό­το­μα.

        Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξε, μό­νο τὸ παλ­τὸ καὶ κά­τι κορ­δό­νια ὑ­πῆρ­χαν. Ὁ Τρώ­γλης σκου­πί­στη­κε καί, γυρ­νών­τας στοὺς ἄλ­λους, ἀ­να­φώ­νη­σε:

        — Πά­λι τὰ ἔ­κα­νε, ὁ ἄ­χρη­στος.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὰ κα­να­πε­δά­κια τῆς ἀ­νερ­γί­ας (ἐκδ. Κρι­τι­κή, 2016).

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).


		
Advertisements

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σία



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σί­α

(Quarto potere)


ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ, στὴν ἴ­δια τά­ξη μὲ μέ­να, πή­γαι­νε κά­ποι­ος ποὺ τὸν λέ­γαν Καν­νά­τα. Στὰ δε­κα­τρί­α του ἔ­παι­ζε πό­λο, ζύ­γι­ζε κι­ό­λας ἑ­ξήν­τα κι­λά, καὶ ἦ­ταν μο­χθη­ρός. Χτυ­ποῦ­σε σὰν με­γά­λος —μπου­νι­ές, κλω­τσι­ές, κου­του­λι­ές— χω­ρὶς ἠ­θι­κὲς ἀ­να­στο­λές, ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα στοὺς νε­α­ροὺς αὐ­τῆς τῆς ἡ­λι­κί­ας. Κα­νείς, σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχο­λεῖ­ο, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τσα­κω­θεῖ μα­ζί του.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ ἤ­μα­στε στὸ γυ­μνα­στή­ριο καὶ πε­ρι­μέ­να­με τὸν κα­θη­γη­τὴ φυ­σι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ βά­λει μὲ κά­ποι­ον ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει στὴν τά­ξη μας μό­λις αὐ­τὴ τὴν χρο­νιά: τὸν λέ­γαν Γκαμ­πρι­έ­λε, ἦ­ταν στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος —ἔ­μοια­ζε λί­γο μὲ τὸν Τσάρ­λι Μπρά­ουν—, φο­ροῦ­σε γυα­λιά, ἦ­ταν κα­λὸς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ πάν­τα κοι­τοῦ­σε τὴ δου­λειά του.

       Ὁ Καν­νά­τα τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους, τὸν ἔ­ρι­ξε μπρού­μυ­τα καὶ τὸν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε.

       — Τώ­ρα θὰ σὲ πη­δή­ξω, πα­λιο-ἀ­δελ­φή – εἶ­πε, κι ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κε πά­νω του, ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρι­στά­νει μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ σύμ­πρα­ξη γε­μά­τη βα­ρι­ὲς ἀ­να­πνο­ὲς καὶ γρυ­λί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη σκη­νή.

       — Ἐν­τά­ξει, Καν­νά­τα, στα­μά­τα – εἶ­πα, τρα­βών­τας τον ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Δὲν φαι­νό­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν δι­α­κο­πή.

       — Κι ἄλ­λη πα­λιο-ἀ­δερ­φή, ἐ­δῶ – εἶ­πε.

       Ση­κώ­θη­κε, μοῦ ἅρ­πα­ξε τὸ αὐ­τὶ καὶ μοῦ τὸ ἔ­στρι­ψε, κά­νον­τάς με νὰ πε­θά­νω ἀπ΄ τὸν πό­νο.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ κα­θη­γη­τὴς —Θὰ τὰ ποῦ­με με­τά, σκα­το­φά­τσα—, μουρ­μού­ρι­σε λί­γο πρὶν ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με.


       Στὸ τέ­λος τῆς ὥ­ρας τῆς σω­μα­τι­κῆς ἀ­γω­γῆς, κα­θὼς ἀ­νε­βαί­να­με στὴν τά­ξη, μὲ πλη­σί­α­σε ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε.

       — Σ΄ εὐ­χα­ρι­στῶ, εἶ­πε, ἀλ­λὰ τώ­ρα θά ΄χεις πρό­βλη­μα. Ὕ­στε­ρα, πρό­σθε­σε μὲ σο­βα­ρὸ ὕ­φος: — Πᾶ­με στὴν βι­βλι­ο­θή­κη. Θὰ χρει­α­στοῦ­με ἕ­να ὅ­πλο.

       Ὅ­πλο στὴν βι­βλι­ο­θή­κη; Σκέ­φτη­κα ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ —ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να πολ­λὲς φο­ρὲς στὰ χρό­νια ποὺ θὰ ἐρ­χόν­του­σαν— ἀ­να­ρω­τή­θη­κα γιὰ ποιό λό­γο δὲν εἶ­χα κοι­τά­ξει τὴ δου­λειά μου.

       Στὴν βι­βλι­ο­θή­κη ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε κι­νοῦν­ταν μὲ τὴν ἄ­νε­ση ἀν­θρώ­που ποὺ γνω­ρί­ζει τέ­λεια τὰ κα­τα­τό­πια, κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν στοί­βα τῶν πα­λι­ῶν ἡ­με­ρή­σι­ων ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ πῆ­ρε μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς χω­ρὶς ὁ μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἐ­πι­στά­της νὰ τοῦ δώ­σει κα­μιὰ ση­μα­σί­α. Με­τὰ πε­ρά­σα­με στὸ ἀ­να­γνω­στή­ριο ποὺ ἦ­ταν ἄ­δει­ο, ὅ­πως σχε­δὸν κά­θε φο­ρά. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε ἅ­πλω­σε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα πά­νω σε ἕ­να τρα­πέ­ζι καὶ τὴν τύ­λι­ξε μὲ σχο­λα­στι­κὴ ἀ­κρί­βεια μέ­χρι νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ σω­λή­να πού, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα ἐ­πι­μέ­λεια, δί­πλω­σε στὰ δύ­ο. Ὅ­ταν μοῦ τὴν πρό­σφε­ρε, κα­λών­τας με νὰ δο­κι­μά­σω τὴν ἀν­θε­κτι­κό­τη­τά της, κα­τά­λα­βα ὅ­τι εἶ­χε γί­νει ἕ­να μπα­στού­νι, σκλη­ρὸ σὰν ξύ­λο καὶ εὔ­καμ­πτο σὰν γκλόμπ. Πραγ­μα­τι­κά, ἕ­να ὅ­πλο.

       — Ὁ μα­λά­κας θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω, ἀ­κρι­βῶς με­τὰ τὴν σκά­λα τῆς κυ­ρί­ας εἰ­σό­δου. Πάν­τα ἐ­κεῖ πε­ρι­μέ­νει, τὸν ἔ­χω δεῖ κι ἄλ­λες φο­ρὲς ποὺ ἔ­χει χτυ­πή­σει κά­ποι­ον. Δὲν θὰ δώ­σει ση­μα­σί­α σὲ μέ­να. Ἄ­σε τον νὰ σὲ πιά­σει, με­τὰ εἶ­ναι δι­κή μου δου­λειά.

       Εἶ­χε μιὰ ἔκ­φρα­ση ὥ­ρι­μου καὶ ἤ­ρε­μου ἄν­δρα, τὴν ἔκ­φρα­ση ἑ­νὸς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μιὰ δου­λειὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­ναι τέ­λεια ἐκ­παι­δευ­μέ­νος. Ἐ­γὼ φο­βό­μουν μέ­χρι θα­νά­του.

       Ὅ­πως εἶ­χε προ­βλέ­ψει ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, στὸ σχό­λα­σμα ὁ Καν­νά­τα μὲ πε­ρί­με­νε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα τῆς εἰ­σό­δου κι ἦρ­θε πρὸς ἐ­μέ­να μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἀ­λι­γά­το­ρα.

       Μό­λις μὲ εἶ­χε πιά­σει ἀπ΄ τὸ μπου­φὰν κι ἴ­σως ἔ­λε­γε κά­τι προ­τοῦ ἀρ­χί­σει νὰ μοῦ τὶς βρέ­χει, ὅ­ταν ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, μὲ μιὰ στιγ­μια­ία κί­νη­ση ἀ­πρό­βλε­πτης τα­χύ­τη­τας, τὸν χτύ­πη­σε μὲ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα-μπα­στού­νι στὸ κέν­τρο τοῦ προ­σώ­που. Ὁ Καν­νά­τα μὲ ἄ­φη­σε, ἀλ­λὰ πρὶν μπο­ρέ­σει νὰ δι­α­λέ­ξει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄ­μυ­να ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε πά­λι, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές, κο­φτά, λὲς κι ἦ­ταν ἀ­πὸ και­ρὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­κρι­βῶς γιὰ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ καὶ γιὰ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­στα­ση. Ὁ Καν­νά­τα ἄρ­χι­σε νὰ αἱ­μορ­ρα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν μύ­τη κι ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα, στη­ρί­χτη­κε στὸν τοῖ­χο γιὰ νὰ μὴν σω­ρια­στεῖ στὸ χῶ­μα. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε ξα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι. Μὲ λι­γό­τε­ρη δύ­να­μη, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Γιὰ νὰ κλεί­σει ἐ­κεῖ ἡ ὑ­πό­θε­ση.

       — Ἂν ξα­να­κά­νεις τὸ μα­λά­κα, θὰ σὲ σκο­τώ­σω – τοῦ εἶ­πε στὸ τέ­λος, χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς του, μὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι ποὺ ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι κι εἶ­χαν δεῖ τὴ σκη­νή.

       Δὲν φαι­νό­ταν νὰ εἶ­ναι μιὰ φρά­ση ποὺ τὴν εἶ­πε ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὴν πεῖ.

       Ἔ­βα­λε ξα­νὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ σα­κί­διο, ἤ­ρε­μα, καὶ φύ­γα­με μα­ζί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου: Τὸ κομπολόι


Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου


Τὸ Κομ­πο­λό­ι

 

Τ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Μ’ ΑΡΕΣΕΙΣ, ΚΟΡΙΝΑ, εἶ­πε ὁ Μά­νος, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο κομ­πο­λό­ι του κα­θὼς κου­λου­ρι­ά­ζον­ταν γύ­ρω ἀ­π’­τὸ δε­ξί του δεί­κτη. Τὸ κρά­τη­σε κά­θε­το καὶ ἄ­φη­σε τὶς χάν­τρες νὰ γλι­στρή­σουν καὶ νὰ πέ­σουν ἡ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη σὰν ἀ­να­στα­τω­μέ­να βό­τσα­λα στὴν πα­ρα­λί­α. Δὲν μὲ κοί­τα­ξε καὶ δὲν σή­κω­σε τὴ φω­νή του ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ κα­λύ­ψει τὸ βρυ­χηθ­μὸ ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ μη­χα­νή, ὅ­ταν πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­π’ ­τὴν κα­φε­τέ­ρια ποὺ κα­θό­μα­σταν καὶ ἔ­κα­νε τὰ νο­τι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα νὰ βου­ί­ζουν. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του. Τὸ εἶ­πε σὰν παι­δί­α­τρος ποὺ ὑ­πό­σχε­ται σ’­ ἕ­να παι­δὶ ὅ­τι ἡ ἔ­νε­ση δὲν θὰ πο­νέ­σει. Τὸν κοί­τα­ξα μέ­σα ἀ­πὸ μι­σό­κλει­στα μά­τια, ἕ­τοι­μη νὰ ρω­τή­σω, «Ἀλ­λά;» Πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀλ­λά, σκέ­φτη­κα, ὅ­ταν ἡ σερ­βι­τό­ρα μᾶς ἔ­φε­ρε τὸν καυ­τό του cappuccino καὶ ἕ­να κομ­μά­τι κέ­ικ σο­κο­λά­τα γιὰ μέ­να. Τὰ γε­λα­στά της μά­τια ἔ­μει­ναν λί­γο πα­ρα­πά­νω στὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πρό­σω­πο τοῦ Μά­νου, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α. Χά­ζευ­ε τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­φέ του, σὰν νὰ δι­ά­βα­ζε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς του στὰ σχέ­δια τοῦ ἀ­φροῦ. Ἡ σερ­βι­τό­ρα ἔ­κα­νε γρή­γο­ρη με­τα­βο­λὴ καὶ ἄ­φη­σε τὴν μα­κριά της ἀ­λο­γο­ου­ρὰ νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ σὰ φο­ρά­δα ποὺ χτυ­πά­ει τὶς ἐ­νο­χλη­τι­κὲς μύ­γες μα­κριά.

            Τὸ κέ­ικ φαι­νό­ταν σκέ­τη ἀμ­βρο­σί­α καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ρω μιὰ μπου­κιά. Ἡ βε­λού­δι­νη σο­κο­λα­τέ­νια κρέ­μα στὴ μέ­ση ἔλι­ω­νε στὴ γλώσ­σα, μου­δι­ά­ζον­τας τὶς αἰ­σθή­σεις μου.

         «Δεν μπο­ροῦ­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι», εἶ­πε ὁ Μά­νος. Τὸ μαῦ­ρο σκοι­νὶ ἀ­π’­ τὸ κομ­πο­λό­ι του ἔ­πνι­γε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του καὶ ἡ κα­κὴ κυ­κλο­φο­ρί­α αἵ­μα­τος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ ρα­πα­νά­κι.

         «Πώς ἔ­τσι;» εἶ­πα σκου­πί­ζον­τας τὴ σο­κο­λά­τα ἀ­π’ ­τὰ χεί­λη μου μὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ ἀ­π’ ­τὴ πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δα τὸ πρω­ΐ. Εἶ­χε σκυ­φτό τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­πέ­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια. Εἶ­χε βρεῖ ἄλ­λη. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἕ­να νέ­ο ἄ­το­μο στὴ ζω­ή του. Πῶς καὶ δὲν τὸ πῆ­ρα χαμ­πά­ρι; Ὑ­πῆρ­χαν ση­μά­δια παν­τοῦ. Ἐρ­χό­ταν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νος στὰ ραν­τε­βού μας καὶ ἔ­φευ­γε νω­ρίς, φαι­νό­ταν κου­ρα­σμέ­νος καὶ σπά­νια κά­να­με ἔ­ρω­τα. Νό­μι­ζα ὅ­τι περ­νοῦ­σε ἁ­πλῶς κά­ποι­α ἄ­σχη­μη φά­ση στὴ δου­λειά.

         «Ποι­ά εἶ­ναι;» Πά­τη­σα τὸ κέ­ικ μὲ τὸ πι­ρού­νι μου καὶ τὸ ἔ­κα­να σὰν ἕ­να στρῶ­μα σά­πιου κι­μά.

         «Κα­μί­α», εἶ­πε. «Δεν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη».

         «Τό­τε τί δὲν πά­ει κα­λὰ μὲ ἐ­μᾶς;» Δάγ­κω­σα τὸ νύ­χι τοῦ ἀν­τί­χει­ρά μου.

         «Πραγ­μα­τι­κά μ’ ­ἀ­ρέ­σεις… ἀλ­λά…»

         «Τὸ ξα­νά­πες αὐ­τό», εἶ­πα.

         «Ἀλ­λά… δὲν μπο­ροῦ­με νὰ εἴ­μα­στε μα­ζί». Τὰ μά­τια του ἦ­ταν κολ­λη­μέ­να στὸ ἀ­πεί­ρα­χτο πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς κού­πας του.

         «Για­τί; Για­τί ὄ­χι;» Ἕ­νας κρωγ­μὸς ξέ­φυ­γε ἀ­π’­ τὸ λαι­μό μου, κα­λύ­πτον­τας τὸ θό­ρυ­βο ἀ­π’ ­τὰ πο­τή­ρια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κα­θὼς καὶ τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῶν πε­λα­τῶν. Ἡ ἀ­ρι­στε­ρή μου πα­λά­μη πέ­τα­ξε ὣς τὸ στό­μα μου.

         «Φταί­ω ἐ­γώ;» εἶ­πα, δεί­χνον­τας τὸ στῆ­θος μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­ζε νὰ πο­νά­ει κα­θὼς ἡ καρ­διά μου κάλ­πα­ζε πρὸς τὸ στε­γνό μου στό­μα.

         «Ὄχι, ὄ­χι. Δὲν φταῖς ἐ­σύ.» Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ σή­με­ρα μὲ κοί­τα­ξε στὰ μά­τια, τὰ δι­κά του γε­μά­τα κα­λο­σύ­νη καὶ συμ­πό­νια, σὰν νὰ πα­ρη­γο­ροῦ­σε ἕ­να μελ­λο­θά­να­το. «Ἔχεις ὅ,τι θὰ ζή­τα­γε ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα. Ἀλ­λὰ …»

         «Εἶ­σαι ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος;» Τόλ­μη­σα νὰ ψι­θυ­ρί­σω.

         «Ὄ­χι βέ­βαι­α». Τὰ φρύ­δια του σμί­ξαν. «Ἐσὺ μὲ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα.»

          «Ναί, φυ­σι­κά», εἶ­πα.

          «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­μεί­νου­με φί­λοι», εἶ­πε.

          «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, σί­γου­ρα». Συμ­φώ­νη­σα, γνω­ρί­ζον­τας πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αὐ­τό. Ἄ­φη­σε ἕ­να δε­κά­ευ­ρο στὸ τρα­πέ­ζι, ση­κώ­θη­κε, τρά­βη­ξε τὸ παν­τε­λό­νι του ψη­λὰ ἀ­π’­ τὴ μέ­ση, πῆ­ρε τὸ μπου­φὰν του ἀ­π’ ­τὴν πλά­τη τῆς κα­ρέ­κλας καὶ ἔ­φυ­γε μὲ ἕ­να σκέ­το, «Θὰ τὰ ποῦ­με».

          Τὸ κομ­πο­λό­ι του ἦ­ταν ἀ­κό­μα στὸ τρα­πέ­ζι, μι­σο­κρυμ­μέ­νο κά­τω ἀ­π’­ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ κα­φέ του. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς χάν­τρες. Ἂν ἦ­ταν μο­νὸς ἀ­ριθ­μός, σκέ­φτη­κα, ἦ­ταν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος, ἂν ἦ­ταν δι­πλός, ἔ­φται­γα ἐ­γώ. Δε­κα­ε­πτὰ χάν­τρες. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ἤ­μουν ἐ­γώ! Ἔ­στρι­ψα τὸ κομ­πο­λό­ι γύ­ρω ἀ­π’ ­τὸ δε­ξί μου χέ­ρι, τὸ ἄ­φη­σα νὰ κρε­μα­στεῖ σὰ φθι­νο­πω­ρι­νὸ στα­φύ­λι, ἄ­κου­γα τὶς χάν­τρες ποὺ κρο­τά­λι­ζαν κα­θὼς ἔ­πε­φταν ἡ μιὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη, χά­ζευ­α πῶς λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γυ­ναι­κεῖ­ο πε­ρι­δέ­ραι­ο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου. Σπούδασε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει πά­ρει τὸ ΜΑ in Creative Writing Lancaster University. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ δι­α­δι­κτυ­α­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λό­για στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικά.



		

	

Σέρζι Πάμιες (Serzi Pàmies): Τὸ πηγάδι

Σέρ­ζι Πά­μι­ες (Sergi Pàmies)

 

Τὸ πη­γά­δι

(El pou)

 

 ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ δι­α­λα­λεῖ μπρο­στὰ στὸ πη­γά­δι. «Ὅ­ποι­ος πέ­σει μέ­σα», λέ­ει, «θὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος». Ὅ­λοι ὅ­σοι κον­το­στε­κό­μα­στε νὰ τὸν ἀ­κού­σου­με, τι­θα­σεύ­ου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση δυ­σπι­στί­ας. Ἀλ­λὰ τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με προ­σε­κτι­κά. Ἀ­πὸ τὴ μιά, για­τὶ ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ξέ­ρει νὰ τρα­βᾶ τὴν προ­σο­χὴ καί, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, για­τὶ δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νου­με. Ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ ἄλ­λα πη­γά­δια, αὐ­τὸ ἔ­γι­νε δι­ά­ση­μο ὅ­ταν, μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν πύ­ρι­νων λό­γων τῆς ντουν­τού­κας του, ὁ τσαρ­λα­τά­νος ἄρ­χι­σε νὰ τὸ δι­α­φη­μί­ζει σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­χνί­δι λού­να πάρκ. Δὲν χρε­ώ­νει εἴ­σο­δο, ζη­τᾶ μό­νο γιὰ ἀν­τί­τι­μο ὅ,τι ἔ­χει εὐ­χα­ρί­στη­ση ὁ κα­θέ­νας. Ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κα γιὰ βδο­μά­δες, μιὰ μέ­ρα ρί­χνο­μαι στὸ κε­νό. Προ­η­γου­μέ­νως τοῦ πλη­ρώ­νω τὸ ἀν­τί­τι­μο ποὺ κρί­νω δί­και­ο γιὰ νὰ τὸν ἀ­κού­σω νὰ μοῦ λέ­ει «θὰ εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος», ἔ­τσι ἁ­πλά, δί­χως νὰ μπεῖ σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἀρ­χι­κά, ἡ δι­έ­γερ­ση δὲν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ νι­ώ­σω κά­τι ἰ­δι­αί­τε­ρο. Πέ­φτω, αὐ­τὸ ὄν­τως τὸ νι­ώ­θω· ἐ­πί­σης ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ὅ­τι τὸ πη­γά­δι εἶ­ναι πο­λὺ σκο­τει­νὸ καὶ πὼς ἡ τρύ­πα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α μπῆ­κα ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Δί­χως νὰ βλέ­πω ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, νιώ­θω ὅ­τι τὸ σκο­τά­δι ἐ­ξα­πλώ­νε­ται καὶ ὅ­τι, ἂν καὶ δὲν ἔ­χω κα­νέ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει, δὲν εἶ­μαι μό­νος. Φω­νά­ζω. Φω­νά­ζω ξα­νά. Κα­θὼς δὲν ἀ­παν­τᾶ κα­νείς, συμ­πε­ραί­νω ὅ­τι καὶ οἱ ἄλ­λοι φω­νά­ζουν καὶ ὁ λό­γος ποὺ δὲν τοὺς ἀ­κού­ω εἶ­ναι ἐ­πει­δὴ ὁ κα­θέ­νας φω­νά­ζει μᾶλ­λον γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Πέ­φτω· πέ­φτω κι ἄλ­λο. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα φαν­τα­στεῖ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πύθ­με­νο πη­γά­δι. Ἀλ­λά, ὅ­ταν ὁ τσαρ­λα­τά­νος μὲ πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πέ­σω, δὲν ἔ­δω­σε δι­ευ­κρι­νί­σεις, εἶ­πε μό­νο πώς, ἅ­μα τὸ ἔ­κα­να, θὰ ἤ­μουν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι, κα­θὼς ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα —ἢ μῆ­νες ἢ χρό­νια, δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α—, βυ­θί­ζο­μαι σ’ ἕ­να σκο­τά­δι πιὸ πυ­κνὸ ἀ­πὸ πρίν, συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ ἄλ­λα ὄν­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἁ­πλῶς καὶ μό­νο δι­αι­σθά­νο­μαι, ἴ­σως νὰ εἶ­μαι πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἀ­πὸ πρίν. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ πῶ για­τί πλέ­ον δὲν θυ­μᾶ­μαι τί­πο­τα, κοί­τα νὰ δεῖς.



Πη­γή: α­πό τη συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Si menges una llimona sense fer ganyotes (Εκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2006).

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός: Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ ΕΚΠΑ καὶ ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Pàmies, Monzó καὶ Cabré.

Γιάννης Φαρσάρης: Χίλια εὐρὼ τὸ μήνα


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να

 

 ΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ἦ­ταν πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη: «Ζη­τεῖ­ται γυ­ναί­κα 30-40 ἐ­τῶν, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου. Ὀ­κτά­ω­ρη νυ­χτε­ρι­νὴ ἀ­πα­σχό­λη­ση, μι­σθὸς χί­λια εὐ­ρώ.» Ἕ­ξι γυ­ναῖ­κες πῆ­ραν τη­λέ­φω­νο καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ ὅ­λες γιὰ τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ευ­κρι­νί­σεις: Ὄ­χι σέξ, μό­νο ἀγ­κα­λιὰ ὕ­πνου, ὡ­ρά­ριο ἐρ­γα­σί­ας δώ­δε­κα τὰ με­σά­νυ­χτα ἕ­ως ὀ­κτώ τὸ πρω­ὶ (πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α πρω­ϊ­νοῦ), ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ ὄ­χι πι­τζά­μα, μπά­νιο μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­φρό­λου­τρο πρὶν ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο.

        Εἶ­μαι τριά­ντα ὀ­κτὼ χρο­νῶν, πε­τυ­χη­μέ­νος ἀ­σφα­λι­στής, χω­ρι­σμέ­νος, μὲ μιὰ κό­ρη στὰ ἐν­νιά. Δου­λεύ­ω σχε­δὸν ὅ­λη μέ­ρα, κά­θε βρά­δυ βγαί­νω μὲ φί­λους, γυ­ναῖ­κες ἀλ­λά­ζω συ­χνά, ὅ­μως ἔ­χω ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ μὴν παν­τρευ­τῶ πο­τὲ ξα­νὰ με­τὰ τὸν ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νο γά­μο. Μό­νο ποὺ τὶς νύ­χτες δὲν μπο­ρῶ νὰ κοι­μη­θῶ μο­νά­χος —στρι­φο­γυρ­νά­ω γιὰ χρό­νια ἄυ­πνος στὸ κρε­βά­τι— κι αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κὲς ὀ­κτὼ ὧ­ρες πού μοῦ χα­λοῦν τὴν εὐ­τυ­χί­α. Κι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βρῶ μιὰ λύ­ση γι’ αὐ­τό. Τὸ νὰ κοι­μᾶ­μαι ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λά­ζω συ­χνά, τὸ δο­κί­μα­σα καὶ μοῦ προ­κα­λεῖ χει­ρό­τε­ρους ἐ­φιά­λτες.

        Ἡ Μά­ριον εἶ­ναι τριά­ντα ἕ­ξι ἐ­τῶν. Τὴν ἀ­πέ­λυ­σαν ἀ­π’ τὴ δου­λειά της ὡς πω­λή­τρια καλ­λυν­τι­κῶν τρεῖς μῆ­νες πρὶν καὶ ἔ­κτο­τε εἶ­ναι ἄ­νερ­γη. Ἔ­χει μιὰ μη­τέ­ρα νὰ φρον­τί­σει στὸ σπί­τι, ἕ­να στε­γα­στι­κὸ δά­νει­ο στ’ ὄ­νο­μά της κι ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἔ­λε­γε κά­θε βρά­δυ στὴ μη­τέ­ρα της: «Πρέ­πει νὰ βρῶ μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε δου­λειά», δὲν φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ γνω­ρί­σει ἐ­μέ­να ὡς ὑ­πο­ψή­φιο ἐρ­γο­δό­τη.

        Συ­ζή­τη­σα ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ μα­ζί της, τῆς ἐ­ξή­γη­σα τὸ πρό­βλη­μά μου καὶ τὶς ἀ­παι­τή­σεις μου κι ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ δο­κι­μά­σου­με γιὰ με­ρι­κὲς μέ­ρες. Στὶς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς κά­θε βρά­δυ μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ κου­δού­νι, περ­νά­γα­με κά­να μι­σά­ω­ρο στὸν κα­να­πὲ λέ­γον­τας τὰ νέ­α τῆς ἡ­μέ­ρας, με­τὰ ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο μὲ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο ποὺ εἶ­χα δι­α­λέ­ξει, φο­ροῦ­σε τὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ ποὺ τῆς εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει καὶ ξά­πλω­νε γιὰ νὰ μοῦ δι­α­θέ­σει τὸν ὦ­μο της. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δέ­κα λε­πτὰ εἶ­χα ἠ­ρε­μή­σει καὶ κοι­μό­μουν ἥ­συ­χα ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα.

        Οὔ­τε μί­α νύ­χτα δὲν πέ­ρα­σε ἴ­χνος πο­νη­ρῆς σκέ­ψης ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου, ἡ Μά­ριον δὲν ἦ­ταν ὁ τύ­πος μου ἄλ­λω­στε καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ δια­ρκῶς ἄλ­λα­ζα ἦ­ταν σα­φῶς ὀ­μορ­φό­τε­ρες. Τὴ συν­τρο­φι­κό­τη­τα ἤ­θε­λα, τὴ ζε­στα­σιὰ στὸ κρε­βά­τι μου ἀ­πο­ζη­τοῦ­σα, αὐ­τό μοῦ ἔ­λει­πε μό­νο ἀ­π’ τὴ ζω­ή μου καὶ αὐ­τὸ ἀ­γό­ρα­ζα μὲ χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ κοι­μη­θῶ. Ἀ­κρι­βὸ ἢ φθη­νὸ δὲν ξέ­ρω, ἐ­μέ­να αὐ­τὸ μοῦ ’­λει­πε, ὄ­χι τὰ χρή­μα­τα. Πο­λὺ γρή­γο­ρα κα­τά­λα­βε κι ἐ­κεί­νη πὼς ἦ­ταν ἡ πιὸ εὔ­κο­λη δου­λειὰ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ: χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να γιὰ νὰ κοι­μᾶ­ται ἁ­πλῶς δί­πλα σ’ ἕ­ναν ἀ­να­σφα­λῆ, χω­ρι­σμέ­νο, κου­ρα­σμέ­νο ἐρ­γέ­νη.

        Κι ὁ ὕ­πνος μου ἔ­γι­νε ἤ­ρε­μος κι ἐ­γὼ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λύ­τε­ρα. Καὶ στὴ δου­λειά μου ἔ­γι­να ἀ­πο­δο­τι­κό­τε­ρος καὶ μὲ τοὺς φί­λους μου πιὸ εὐ­δι­ά­θε­τος καὶ στὶς γυ­ναῖ­κες πιὸ πε­ρι­ζή­τη­τος. Καὶ σὰν πα­τέ­ρας ἔ­γι­να κα­λύ­τε­ρος, τὶς ὧ­ρες ποὺ περ­νοῦ­σα μὲ τὴ μι­κρή μου. Ἡ ἰ­δέ­α νὰ προσ­λά­βω γυ­ναί­κα γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου ἀ­πέ­δι­δε ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Ἤ­μουν πάν­τα κα­λὸς στὴ δι­α­χεί­ρι­ση τῶν προ­βλη­μά­των.

        Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ, πε­ρί­που δύ­ο μῆ­νες με­τά, δὲν χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας στὶς δώ­δε­κα καὶ ἡ Μά­ριον δὲν φά­νη­κε. Τὴν πῆ­ρα στὸ κι­νη­τό της, ὅ­μως τό ’­χε κλει­στό. Ἀ­νη­σύ­χη­σα καὶ δὲν κοι­μή­θη­κα κα­θό­λου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Ἀλ­λὰ δὲν ἦρ­θε οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο, οὔ­τε κα­νέ­να ἄλ­λο βρά­δυ καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό της ἦ­ταν μο­νί­μως κλει­στὸ κι ἐ­γὼ ἔ­πα­ψα νὰ κοι­μᾶ­μαι τὰ βρά­δια χω­ρὶς τὴν ἀγ­κα­λιά της.

        Καὶ ἀ­φοῦ ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κα, ἔ­βα­λα ξα­νὰ τὴν ἴ­δια ἀγ­γε­λί­α καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ και­νούρ­γι­ες κο­πέ­λες γιὰ δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις. Δο­κί­μα­σα νὰ κοι­μη­θῶ μὲ δύ­ο ἀ­πὸ αὐ­τές, ἀλ­λὰ δὲν προ­σέ­λα­βα κα­μί­α, για­τὶ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ἡ ἀγ­κα­λιά τους καὶ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ κρύ­ψει τὴ μυ­ρω­διά τους – ἡ μί­α μά­λι­στα ἀ­νά­σαι­νε ἐ­κνευ­ρι­στι­κὰ βα­ριά. Καὶ τώ­ρα ἔ­χω πά­λι μέ­ρες νὰ κοι­μη­θῶ σὰν ἄν­θρω­πος κι εἶ­ναι νὰ σπά­σει τὸ κε­φά­λι μου καὶ κα­πνί­ζω ὅ­λες τὶς νύ­χτες νευ­ρι­κὰ βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

        Σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι κι ἕ­νας πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­πὸ κού­ριερ μοῦ πα­ρέ­δω­σε ἕ­ναν φά­κε­λο. Τὸν ἄ­νοι­ξα καὶ βρῆ­κα μέ­σα ἕ­να ση­μεί­ω­μα: «Δὲν κά­νουν χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να οἱ ἀ­λη­θι­νὲς ἀγ­κα­λι­ές. Δω­ρε­ὰν εἶ­ναι.» Μα­ζὶ εἶ­χε σὲ μιὰ δε­σμί­δα ὅ­λα τὰ λε­φτὰ ποὺ τῆς εἶ­χα δώ­σει. Ἔ­χει κλει­στὸ πά­λι τὸ κι­νη­τό, καὶ τώ­ρα ἦρ­θα ἐ­δῶ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα, ἀλ­λὰ ζο­ρί­ζο­μαι, για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ γρά­ψω στὴν ἀγ­γε­λί­α αὐ­τὸ ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Φό­βος Κα­νέ­νας. 29 Μικροδιηγήματα (Openbook, 2015).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OPENBOOK καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fractal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Openbook, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ www.open-sesame.me



		

	

Ντὰγκ Λόν (Doug Long): Ὁ χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα



Ντὰγκ Λόν (Doug Long)


χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα

(Time and money)


ΣΤΑ εἴ­κο­σί του ἦ­ταν ἐρ­γα­σι­ο­μα­νὴς στὰ τριά­ντα του πλού­σιος.

       «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρῆ­μα», τοῦ ΄λέ­γε πάν­τα ὁ πα­τέ­ρας του. «Νὰ μὴ ση­κώ­νεις κε­φά­λι, νά ‘χεις τὸ νοῦ σου στὸν πα­ρά.»

       Στὰ τριά­ντα ὀ­χτὼ ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­σή του φα­λί­ρι­σε. Ἡ γυ­ναί­κα του τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Ἀρ­ρώ­στη­σε σο­βα­ρά.

       Τώ­ρα, ποὺ ἀ­νάρ­ρω­σε, θαυ­μά­ζει τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ λέ­ει στὰ παι­διά του: «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα χρῆ­μα.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Ντὰγκ Λόν (Doug Long). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Σύρμου Βάνια: Τερματικὸς σταθμός


Βά­νια Σύρ­μου


Τερ­μα­τι­κὸς σταθ­μός


15.42. ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑ. Τὸ τρέ­νο μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸν Πει­ραι­ὰ φθά­νει σὲ δύ­ο λε­πτά. Ἡ πλατ­φόρ­μα γε­μί­ζει κό­σμο. Στέ­κε­ται κον­τὰ στὴν κί­τρι­νη γραμ­μή. Οἱ μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν της μό­λις ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πε­ρι­μέ­νει τὸ τρέ­νο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Δὲν κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι, εἶ­ναι σί­γου­ρη πὼς θὰ­ ’ρ­θεῖ στὴν ὥ­ρα του. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα χω­ρὶς κα­μιὰ ἐ­ξαί­ρε­ση. Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη στὶς 15.40 βρί­σκε­ται στὸ σταθ­μό. Τὴν ὁ­δη­γοῦν τὰ πό­δια της, χω­ρὶς πάν­τα νὰ τὸ θέ­λει. Μὲ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι καὶ ὤ­μους κυρ­τοὺς κοι­τά­ζει τὸ ὅ­ριο τῆς κί­τρι­νης γραμ­μῆς. Τὸ βά­ρος της γέρ­νει πρὸς τὰ μπρός. Πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου, ν’ ἀ­νοί­ξουν οἱ πόρ­τες καὶ νὰ κρυ­φτεῖ στὸ βα­γό­νι.

         Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.

         Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

          «Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της , δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;». «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω» ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας.

         Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;». «Λοι­πὸν τί;». Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση» τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;». «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…». Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.

         Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Βγαί­νουν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φρὰ στὴν πλά­τη δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι ζευ­γά­ρι. Προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νε­α­ρῶν ποὺ τοὺς κλεί­νουν τὸ δρό­μο χει­ρο­κρο­τών­τας. Ὁ συ­νο­δός της φαί­νε­ται νὰ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ ση­κώ­νον­τας τὰ χέ­ρια ψη­λὰ σὲ στά­ση θριά­μβου.

         «Κα­λά, φί­λε δὲν παί­ζε­σαι! Μὲ τὴ ση­με­ρι­νή σου ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­νέ­βη­κες ἐ­πί­πε­δο στὸ ‘HUMAN CATCH’! Ὁ χρό­νος ποὺ τερ­μά­τι­σες ἦ­ταν κα­τα­πλη­κτι­κός!» Ἀ­κού­ει τὰ ἐν­θου­σι­ώ­δη σχό­λια τῆς πα­ρέ­ας ποὺ τὸν ἐ­πι­βρα­βεύ­ει γιὰ τὸ ὑ­ψη­λὸ σκόρ. Αὐ­τὸ ποὺ κα­τα­φέρ­νει νὰ δεῖ στὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν τους κα­θὼς τὰ κ­ρα­δαί­νουν θριαμ­βευ­τι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­αυ­τός της, ἀ­πα­θα­να­τι­σμέ­νος σὲ μιὰ κλεμ­μέ­νη στιγ­μὴ στὸ βα­γό­νι τοῦ τρέ­νου, μὲ τὸ σύ­νο­λο τῶν κερ­δι­σμέ­νων πόν­των κά­τω δε­ξιά. Μὲ βλέμ­μα ἀ­κί­νη­το τὸν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει. Δὲν τῆς ἀ­παν­τᾶ. Τὸν βλέ­πει νὰ ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους γε­λών­τας μὲ τὴν ἄ­νε­ση τοῦ νι­κη­τῆ.

         Χω­ρὶς νὰ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις, κα­τευ­θύ­νε­ται μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο τοῦ σταθ­μοῦ, ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς στὸ χέ­ρι της κρα­τά­ει ἀ­κό­μη τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι. Δὲν τὸ πε­τᾶ. Τὸ κρα­τᾶ γιὰ νὰ τῆς θυ­μί­ζει τί δὲν πρέ­πει πιὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρίο ντὲ Τζαέιρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­στη­μῶν τῆς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς καὶ τοῦ Ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α.