Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).


 

Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Χειραφεσία


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου


Χει­ρα­φε­σί­α


 Κ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ εἶ­νε ὑ­πὲρ τῆς χει­ρα­φε­σί­ας. Ἔ­γρα­ψε τρι­αν­τα­εν­νέ­α ἄρ­θρα διὰ τὸν σκο­πόν, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἐ­νώ­πιον πυ­κνοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου, ἔ­δω­κε σα­ράν­τα πέν­τε δι­α­λέ­ξεις.

Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἢ καλ­λί­τε­ρα τὸ προ­ϊ­ὸν ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν διὰ γλώσ­σης καὶ γρα­φί­δας ἀ­γώ­νων, ἦ­το ἡ ἀ­πο­θέ­ω­σις τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου. Αἱ γυ­ναῖ­κες, τῶν ὁ­ποί­ων τό­σῳ ἀ­φι­λο­κερ­δῶς ὁ κ. Δη­μό­που­λος ὑ­πε­στή­ρι­ζε τὰ δί­και­α, τὸν ἀ­πε­κά­λουν πλέ­ον ὁ Δη­μό­που­λός μας.

          Εἰς μί­αν ἑ­σπε­ρί­δα τοῦ συλ­λό­γου «Νέ­αι ἰδέ­αι», ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­γλύστρη­σεν εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τὸν θέ­μα του.

          Γέ­ρων κα­θη­γη­τὴς ἔλε­γεν ὅτι εἶ­χε δί­και­ον ὁ Θου­κυ­δί­δης νὰ θε­ω­ρῇ ὡς τὴν καλ­λί­στην τῶν γυ­ναι­κῶν ἐκείνην, πε­ρὶ τῆς ὁ­ποί­ας δὲν γί­νε­ται λό­γος.

          Ἄ, τό­τε ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἄ­να­ψε καὶ κε­ραυ­νοὶ ἐ­ξῆλ­θον ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

          — Ὁ Πε­ρι­κλῆς τὰ εἶ­πεν αὐ­τά; Δὲν ξεύ­ρω ἂν τὰ εἶπε —δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­κτὸς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός μου— ὅ­μως ἂν τὰ εἶ­πε, ἦ­το μέ­γας ὑ­πο­κρι­τής, καὶ μέ­γας ψεύ­στης· καὶ δὲν ἐ­ψεύδε­το, οὐ­δὲ ὑ­πε­κρί­νε­το, κυ­ρί­αι καὶ κύ­ριοι (ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­νόμι­σεν ὅτι ὁ­μι­λεῖ διὰ τεσ­σα­ρα­κο­στὴν ἕ­κτην φο­ρὰν ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος), διὰ τοὺς συγ­χρό­νους. Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­γνώρι­ζον ὅ­τι ἡ γυ­νὴ ἦ­το ὁ Ἥ­φαι­στος, ὁ ὁ­ποῖος ἐ­λάξευ­ε τοὺς κε­ραυ­νούς του.

          Ὅλοι ἐ­γνώ­ρι­ζον τὴν Ἀ­σπα­σί­αν, τὴν με­γά­λην ἐ­κεί­νην γυ­ναί­κα, τὴν ἐκτὸς τοῦ γυ­ναι­κω­νί­του γυ­ναῖ­κα, πρὸς τὴν ὁ­ποί­αν αὐ­τὸς ἦ­το ἄ­φω­σι­ω­μέ­νος καὶ εὐ­γνώ­μων, δι­ό­τι δὲν ἦ­το Ὀμ­φά­λη καὶ δὲν τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ ὑ­φαί­νῃ.

          Ὁ Πε­ρι­κλῆς, κύ­ριοι, ὁ­μι­λῶν οὕ­τω πε­ρι­ύ­βρι­ζε δη­μο­σί­ᾳ τὴν Ἀ­σπα­σί­αν.

          Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νης με­γά­λης γυ­ναι­κὸς καὶ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νου γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, ἂς κρά­ξω­μεν: «Κά­τω ὁ Πε­ρι­κλῆς καὶ ζή­τω ἡ Ἀ­σπα­σί­α».

          — Μὰ εὑ­ρί­σκε­ται βα­θειὰ στὴ γῆ ὁ Πε­ρι­κλῆς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πά­γῃ πα­ρα­κά­τω.

          Ἡ αἴ­θου­σα με­τε­βλή­θη εἰς παν­δαι­μό­νιον, καὶ μί­α μι­κρὰ ἰα­τρός, ἄ­σχη­μη καὶ στε­γνή, ἐνηγ­κα­λί­σθη τὸν κ. Δη­μό­που­λον καὶ τὸν κα­τε­φί­λη­σεν ἐκ μέ­ρους τοῦ ὡ­ραί­ου φύ­λου.

       Κα­τό­πιν προ­έ­τει­νε νὰ γεί­νουν ἔ­ρα­νοι καὶ νὰ στη­θῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον ἐχει­ρο­κρότη­σε καὶ μί­α χει­ρα­φε­τη­μέ­νη, ἡ ὁ­ποί­α δι­ε­ζεύ­χθη τὸν σύ­ζυ­γόν της ὡς πο­λὺ ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κόν, πα­ρε­κά­λε­σε τὸν κ. Δη­μόπου­λον νὰ δη­μο­σί­ευ­σῃ τὰς δι­α­λέ­ξεις του ἢ νὰ τῆς δώ­σῃ τὰ χει­ρό­γρα­φά του, νὰ τὰ με­τα­φρά­σῃ εἰς τὸ Ἀγ­γλι­κὸν ὡς ἀν­τα­πο­κρί­τρια τῆς πε­ρι­φή­μου ἐ­φη­με­ρί­δος «Ὀρ­νι­θὼν χω­ρὶς ἀ­λέ­κτο­ρα».

          Ὁ κα­θη­γη­τής, ἄν­θρω­πος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων ἰ­δε­ῶν, ἀ­νά­ξιος νὰ κα­τα­νο­ή­σῃ τὸ νέ­ον πνεῦ­μα, νὰ πλα­σθῇ μὲ τὸ νέ­ον δόγ­μα, νὰ ζυ­μω­θῇ ὑ­πὲρ αὐτοῦ, προ­έ­βαι­νεν ἀ­κρά­τη­τος εἰς τὸ ὀ­λι­σθη­ρὸν ἔ­δα­φος.

          Προ­σβλέ­πων τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὴν ἀσχη­μίαν τῆς νε­α­ρᾶς ἰ­ατροῦ προ­τεί­νει:

          — Τὸ χει­ρά­φε­τον ὡ­ραῖ­ον φύ­λον νὰ παύ­σῃ φέ­ρον τὸν τί­τλον τοῦ­τον τῆς δου­λο­κρα­τί­ας.

          Ἡ ἰα­τρὸς ἐξε­μά­νη καὶ εἶ­πε μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸν ὕ­φος:

          — Ἁ­πλοῦς θνη­τὸς δὲν δύ­να­ται ν’ ἀ­να­τρέ­ψῃ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νῶν­ται ὡ­ρα­ῖαι.

          Ὁ φο­βε­ρὸς κα­θη­γη­τής, βλέ­πων πο­νή­ρως τὴν κόμ­μω­σιν μιᾶς χει­ρα­φέ­του, μὲ τοὺς τε­χνη­τοὺς κυ­μα­τι­σμούς, προ­τεί­νει:

          —Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὴν αὔ­ραν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας των, νὰ ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ δει­κνύ­ουν ἐ­λευ­θέ­ρως τὴν φα­λά­κραν των καὶ νὰ μὴ τὴν κρύ­πτουν δου­λο­πρε­πῶς κ.τ.λ.

          Ὁ κα­θη­γη­τὴς θὰ κα­τε­δι­κά­ζε­το εἰς θά­να­τον ἂν ἦ­το δι­κα­στή­ριον ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

Τὸ φῶς ἑ­νὸς κη­ρί­ου φω­τί­ζει τὸ χρυ­σό­μαλ­λο κε­φα­λά­κι τῆς Ἄν­νης Δη­μο­πού­λου. Ἀ­κού­ε­ται ἡ ἤ­ρε­μος ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ μικροῦ της, τὸ ὁ­ποῖ­ον κοι­μᾶ­ται σὰν ἀγ­γε­λού­δι στὴν κού­νια του. Κἄπο­τε βή­χει καὶ φαί­νε­ται ἀ­νή­συ­χον.

          Ἡ Ἄν­να πλέ­κει πε­ρι­ώ­μιον καὶ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἀνοι­κτόν ἐ­πὶ τῆς τρα­πέ­ζης μι­κρο­σκο­πι­κὸν ὡρο­λό­γιόν της, διὰ νὰ δώ­σῃ τὸ ἰ­α­τρι­κὸν τοῦ μι­κροῦ, τὸ ὁποῖ­ον τα­ράσ­σε­ται ἀ­πὸ πνι­γη­ρὸν βή­χα, ἢ καὶ διὰ νὰ μέ­τρη­σῃ τὰς ὥ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ συ­ζύ­γου της.

          Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­κτα· ἔ­ξαφ­να ἀ­κού­ον­ται βή­μα­τα· εἶ­ναι ὁ κ. Δη­μο­που­λος.

Πε­τᾷ τὸν πῖ­λον του, γλυ­κο­φι­λεῖ τὴν Ἄν­ναν καὶ παίρ­νει τὸ κη­ρί­ον καὶ πλη­σιά­ζει εἰς τὸ λί­κνον.

          Τί ὡ­ραῖ­ο τὸ παι­δά­κι του! Ζα­ρώ­νει τὰ φρυ­δά­κια του μὲ τὸ φῶς, μὰ δὲν ξυ­πνᾷ.

          — Σή­με­ρα ἔ­βη­ξε πά­λιν πο­λύ.

          — Ἔ­βη­ξεν πά­λιν!!!

          — Ναί.

          — Μή­πως τὸ ἐμ­πι­στεύ­θη­κες στὰ χέ­ρια τῆς νταν­τᾶς;

          — Ἐ­γώ;

          — Ναί, βέ­βαι­α, σὲ εἶ­δα τὸ πρωῒ στὰ ἐμ­πο­ρι­κά.

          Ὁ κύ­ριος Φι­λά­ρε­τος Δη­μόπου­λος, μὲ τὸ ὕ­φος τῶν 45 δι­α­λέ­ξε­ών του, ἐξά­πτε­ται, βη­μα­τί­ζει πυ­ρε­τω­δῶς μὲ κίν­δυνον νὰ ἐ­ξυ­πνή­σῃ τὸ παι­δά­κι του καὶ λέ­γει:

          — Κυ­ρί­α, μιὰ μά­να ποὺ ἔ­χει παι­διά, δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κού­νια τοῦ παι­διοῦ της. Τὰ ξέ­να χέ­ρια δὲν ‘μ­πο­ροῦν βέ­βαι­α νὰ τὰ πε­ρι­ποι­η­θοῦν καὶ ἡ ξέ­νη καρ­διὰ δὲν ‘μ­πο­ρεῖ νὰ τὸ πο­νέ­σῃ. Τὴν ξεύ­ρω ἐ­γὼ τὴν Μαρ­γα­ρί­τα. Κα­λὸ κο­ρί­τσι, ἀλ­λὰ καρ­διὰ πο­λὺ τρυ­φε­ρή…

          — Μά, Φι­λά­ρε­τε, ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη· καὶ πε­τά­χθη­κα μιὰ στιγ­μού­λα. Δὲν ἤ­μουν στὰ ἐμ­πο­ρι­κά. Ἄ… οὔ­τε μι­σὴ ὥ­ρα… σὲ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι.

          — Μὰ αὐ­τὴ ἡ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­φε­ρε αὐτὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

          Τὸ ἀγ­γε­λού­δι πα­θαί­νει νέ­αν κρί­σιν βη­χός, ὁ κ. Δη­μό­που­λος νέ­αν κρί­σιν λύσ­σης, ἡ κ. Δη­μο­πού­λου νέ­αν κρί­σιν ἀ­πελ­πι­σί­ας.

          — Θα μα­ζέ­ψω ὅ­λους τοὺς ἰα­τροὺς τῆς πρω­τευ­ού­σης.

          — Μὰ, Φι­λά­ρε­τε, μὴ γί­νε­σαι παι­δί. Ὁ ἰα­τρὸς ἦλ­θε καὶ μὲ κα­θη­σύ­χα­σε. Τοῦ δί­δω τὰ ἰ­α­τρι­κὰ τα­κτι­κά. Θὰ τοῦ τὰ δώ­σω ὣς τὸ πρωῒ καὶ θὰ τοῦ πέ­ρα­σῃ ὁ βή­χας. Πή­γαι­νε σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ ἡ­συ­χά­σῃς. Δὲν φθά­νει ποὺ κο­πιά­ζεις στὸ γρα­φε­ῖ­ον τό­σῳ πο­λύ. Συ­χώ­ρε­σέ με ἂν νο­μί­ζῃς πὼς ἔ­σφα­λα, μὰ ἡ­σύ­χα­σε. Σὲ τὸ θερ­μο­πα­ρα­κα­λῶ.

          Τοῦ ἐ­φι­λοῦ­σε τὸ χέ­ρι. Ὁ κ. Δη­μόπου­λος κα­θη­συ­χά­ζει καὶ ἠ­ρε­μό­τε­ρος τώ­ρα, λέ­γει:

          — Ἄν­να μου, σὲ συγ­χω­ρῶ. Μὰ σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ ἐν­νο­ή­σῃς κα­λὰ ὅ­τι τὸ παι­δὶ ἀρ­ρω­στᾷ σὲ ξέ­να χέ­ρια.

Ἡ μι­κρὰ ἰα­τρὸς ἐ­σύ­να­ξε τὸ πο­σὸν τὸ ἀ­παι­τού­με­νον διὰ τὸν ἀν­δριά­ντα τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Ὁ κ. Δη­μόπου­λος εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος διὰ τὸ μάρ­μα­ρον, ἀλ­λά… θὰ ἐ­προ­τι­μοῦ­σε νὰ τοῦ τὸν ἀ­νή­γει­ρον δι’ ἄλ­λας ἐκ­δου­λεύσεις. Ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ —Τῷ Ἄτλαν­τι τῆς χει­ρα­φε­σί­ας, αἱ χει­ρά­φε­τοι— τὸν τα­ράτ­τει. Φο­βεῖ­ται μή­πως ἡ Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α μὲ χι­λί­ας προ­φυ­λά­ξεις ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἀνέγνω­σε τὰ ἄρ­θρα του, ἀν­τι­με­τω­πι­σθῇ μὲ τὸν ἀν­δριά­ντα.

          Τὸν τρο­μά­ζει, ὅ­πως βλέ­πε­τε, ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­τά­ρατ­τε τὸν πρό­γο­νόν του, τὸ δια­τὶ κεῖ­ται!

Πη­γή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Νεφέλη, 1993).


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­­λης «Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ». Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).


Σοφία Νικολαΐδου: Τσαμπουκάς


Σοφία Νικολαΐδου

 

Τσαμ­που­κὰς

 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ στάθηκε γιὰ τὴ Χα­ρὰ μοι­ραῖ­ος ἄν­τρας. Εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει κι ἄλ­λο­νε πρω­τύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­γά­πη χλια­ρή. Ἀ­πεί­ρα­χτη ἡ καρ­δού­λα της κοι­μό­ταν στὰ σκο­τει­νά της σπλά­χνα ἡ­συ­χα­σμέ­νη. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της μπῆ­κε μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω στὴ ζω­ή της. Ζή­σα­νε ἕ­ξι χρό­νια σφο­δροῦ ἔ­ρω­τα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­παν νὰ μεί­νου­νε μα­ζί, νὰ δοῦν πῶς μοιά­ζει. Βρή­κα­νε σπί­τι. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­θα­ρί­ζει ἡ Χα­ρὰ μὲ ζέ­ση. Νοι­κο­κυ­ρὰ μα­νια­κή, πρώ­τη φο­ρὰ ξε­δί­πλω­νε τὴν πα­στρι­κιά της χά­ρη. Στὸ πα­τρι­κὸ ὣς τὰ τριά­ντα της ἔμ­παι­νε κι ἔ­βγαι­νε σὰν ξέ­νη, δί­χως πο­τέ της νὰ τι­νά­ξει ξε­σκο­νό­πα­νο, νὰ πλύ­νει ἕ­να βρα­κί, νε­ρὸ νὰ βρά­σει. Πή­ρα­νε καὶ τὰ ἔ­πι­πλα. Κρε­βά­τι κι ἕ­ναν κα­να­πέ. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀρ­χί­σα­νε οἱ φί­λες της νὰ τὴν κεν­τοῦν μὲ σπόν­τες. Ξώ­πε­τσα στὴν ἀρ­χή, ὕ­στε­ρα χώ­να­νε στὸ κρέ­ας τὰ βε­λό­νια τους. Τὸν εἴ­δα­με τὸν Πα­να­γι­ώ­τη χθὲς μὲ κεί­νη τὴ μι­κρὴ ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μὰ τί ἔ­χεις πά­θει; Χά­ζε­ψες; Δὲ βλέ­πεις; Δὲν πί­στευ­ε κου­βέν­τα. Σχε­δί­α­ζε Χρι­στού­γεν­να κον­τά του. Δέν­τρο μὲ μπά­λες, φῶ­τα καὶ δω­ρά­κια, κά­λαν­τα στὸ σὶ-ντί, γα­λο­πού­λα μὲ κά­στα­να στὸ φοῦρ­νο. Βρά­δυ Νο­έμ­βρη, ἔ­τσι, δί­χως λό­γο, τὸ πιὸ πο­λὺ νὰ κά­νου­νε κου­βέν­τα, τὸν ρώ­τη­σε. Μα­σού­λα­γε φι­στί­κια ἀ­μί­λη­τος. Χέ­ρι στὴ φον­τα­νι­έ­ρα ἁ­πλω­μέ­νο, μοῦ­τρο σκυ­φτό, θαρ­ροῦ­σε θὰ πε­ρά­σει. Ἔ­γνε­φε ναὶ σὲ ὅ­λα. Τὸν ἄ­φη­σε, δὲ γί­νον­ταν ἀλ­λι­ῶς. Ἔλ­πι­ζε ὅ­μως καὶ πε­ρί­με­νε. Μά­θαι­νε πὼς αὐ­τὸς ἔ­κα­νε τὴ ζω­ή του. Φυ­ραί­να­νε τὰ ζου­με­ρὰ ψα­χνού­δια της μέ­ρα τὴ μέ­ρα, κύρ­τω­σε τὸ ψη­λὸ κορ­μί. Τώ­ρα περ­πά­τα­γε λο­ξὰ σὰν νὰ τὴν πλα­τσου­κώ­να­νε στὸν τοῖ­χο. Κλεί­στη­κε μέ­σα.

        Ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴ βρῆ­καν οἱ δι­κοί της στὸ κο­ρι­τσί­στι­κο κρε­βά­τι της, ξε­σα­λω­μέ­νη. Μπρού­μυ­τα, τὸ σῶ­μα φα­σκι­ω­μέ­νο στὰ σκε­πά­σμα­τα, ἔ­σπα­ζε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ σβερ­κά­κι της κι ὕ­στε­ρα στὸ στρῶ­μα τυ­ραν­νοῦ­σε τὸ μοῦ­τρο μὲ μα­νί­α. Ἄ­φρι­ζαν οἱ κραυ­γές της στὰ σεν­τό­νια, τὶς πλά­κω­νε ἐ­κεί­νη ἄ­λα­λη. Τὴν πή­ρα­νε μὲ τὸ κα­λό. Μὲ χά­δια ὅ­λο κι ἥ­συ­χες κου­βέν­τες, νὰ πα­ρα­χώ­σου­νε τὰ πά­θη της. Μό­νο ποῦ. Και­ρὸ δὲν ἄ­κου­γε κα­λὰ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­πρε­πε δυ­ὸ φο­ρὲς νὰ ποῦν τὸ ἴ­διο πρά­μα. Λὲς κι ἤ­τα­νε σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο.

        Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, κά­πνι­ζε στὴν κου­ζί­να ἀ­φη­ρη­μέ­νη. Κα­πνὸς πο­λύς, ἀ­νά­σα λι­γο­στὴ μὲς στὰ πνε­μό­νια της. Κού­φιο κορ­μί, αὐ­το­κόλ­λη­το, ξε­θυ­μα­σμέ­νη κόλ­λα. Στὸ δι­ά­ο­λο, ἔ­κα­νε μιά. Κι ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο στὴν πα­λά­μη της. Τσί­ρι­ξε τὸ κα­μέ­νο κρέ­ας. Στὸν τοῖ­χο τὸ βα­ροῦ­σε νὰ σω­πά­σει. Εἶ­χε και­ρὸ ν’ ἀ­κού­σει τὴ φω­νή της. Βρόν­τη­σε ἡ πόρ­τα πί­σω της. Βγῆ­κε ἔ­ξω, τσαμ­που­κα­λε­μέ­νη. Νὰ πά­ει στὰ ρου­χά­δι­κα τῆς γει­το­νιᾶς, νὰ ψω­νι­στεῖ. Βα­στοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λόλο­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999),  Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).


Νίκος Δασκαλόπουλος: Δὲν πρέπει να περιπλανήθηκε καὶ πολλὴ ὥρα

daskalopoulosnikos-denprepeinaperiplanithikegiapolyora-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b1-02


Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος


Δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε καὶ πο­λὺ ὥ­ρα


01-epsilonΙΝΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ, φί­λοι. Ὁ ἕ­νας κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ τὴν τέ­χνη του. Ὁ ἄλ­λος σχε­δὸν τί­πο­τα, κι ὅ­μως τοῦ ἔρ­χον­ται ὅ­λα εὔ­κο­λα. Πο­λὺ τα­λέν­το. Στὰ πάν­τα. Ἐκ­δί­δε­ται. Δι­α­βά­ζε­ται. Ἀ­ρέ­σει στὸν κό­σμο. Ἀ­ρέ­σει στοὺς κρι­τι­κούς. Ἀ­ρέ­σει στοὺς ὁ­μό­τε­χνους. Τὸν θέ­λουν ὅ­λοι στὴν πα­ρέ­α. Ὅ­λες θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὅ­λοι θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὁ ἄλ­λος τί­πο­τα· κά­τι ἀ­ραι­ὲς δη­μο­σι­εύ­σεις σὲ μι­κρὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ μιὰ αὐ­το­έκ­δο­ση ποὺ πῆ­γε ἄ­πα­τη. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πάρ­τυ ποὺ πᾶ­νε καὶ δι­α­βά­ζει ὁ τα­λαν­τοῦ­χος ἀ­πο­σπά­σμα­τα, βγά­ζουν τὰ φι­λα­ρά­κια μιὰ κοι­νὴ φω­το­γρα­φί­α. Γί­νε­ται ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ τα­λαν­τού­χου. Εἶ­ναι τὸ μό­νο ντο­κου­μέν­το ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κι ὁ ἄλ­λος λο­γο­τέ­χνης, για­τὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ξέ­ρει καὶ κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται. Καὶ τί κά­νουν; Πᾶ­νε καὶ τὸν κό­βουν ἀ­πὸ τὴ φω­το­γρα­φί­α. Ἡ φω­το­γρα­φί­α νὰ τὸν στοι­χει­ώ­νει. Νὰ βλέ­πει τὸν φί­λο του παν­τοῦ καὶ νὰ λέ­ει «Μὰ ἤ­μουν ἐ­κεῖ». Ὁ τα­λαν­τοῦ­χος λο­γο­τέ­χνης πα­θαί­νει καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη. Πε­θαί­νει. Οὔ­τε γυ­ναί­κα. Οὔ­τε παι­διά. Κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Τοῦ κά­νουν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα. Ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Καὶ κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε πο­τὲ τί ἔ­γρα­ψε — ἁ­πλῶς τοὺς ἄ­ρε­σε τὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ στὺλ τῆς γρα­φῆς. Ὁ ἄλ­λος κλαί­ει γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ δὲν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν καὶ γιὰ τὴ γα­μη­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α ποὺ συ­νε­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὅ­λοι, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νον. Τὴν ἱ­στο­ρί­α μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἕ­νας με­τα­φρα­στής. Ὅ­σο τὴν σκε­φτό­μουν πρὶν τὴ γρά­ψω, στὸν ὄ­ρο­φό μου, ἀ­κου­γόν­του­σαν τρο­με­ρά, φρι­κτὰ κλά­μα­τα. Κά­ποι­ος ἔ­σκου­ζε. Δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Τε­λι­κά, ἦ­ταν ἡ γά­τα μιᾶς για­γιᾶς ἀ­πὸ πά­νω. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, χά­θη­κε μέ­σα στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρὰ γιὰ τὴν για­γιά.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1988). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸ πρό­γραμ­μα Cultural Studies τοῦ Queen Margaret University, στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἐ­ξέ­δι­δε τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Independent Magazine καὶ πλέ­ον συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sonik. Κεί­με­νά του γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμὸ κα­θὼς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ sites ὅ­πως: LiFO, Αὐγή, Left.gr, Red Notebook, Unfollow. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴν ἱστοσελίδα Ποι­εῖν, καὶ τὰ ἔντυπα Φρέ­αρ, Θρά­κα κ.ἄ.


Ἰάσονας Μικρώνης: Ὁ λεξιπλάστης

 

mikronisiasonas-oleksiplastis-eikona-06


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Ὁ λε­ξι­πλά­στης


03-alpha-01ΝΑΣΥΡΩ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ  ἀ­π’ τὶς τσέ­πες μου χαρ­τά­κια δι­α­φό­ρων με­γε­θῶν —μέ­χρι καὶ κομ­μα­τά­κια χαρ­το­πε­τσε­τῶν ἔ­χω βρεῖ— μὲ λέ­ξεις ποὺ κά­πο­τε μοῦ κέν­τρι­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Πρό­κει­ται γιὰ λέ­ξεις δυσ­νό­η­τες, δυ­σπρό­φερ­τες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­κοῦς πλέ­ον που­θε­νὰ – κι ὡς ἐκ τού­του ἄ­χρη­στες, μὴ λει­τουρ­γι­κές. Ἐ­πι­λέ­γω νὰ τὶς με­τα­χει­ρί­ζο­μαι (μὲ τὴν ἀ­παι­τού­με­νη φει­δὼ) στὶς ποι­κί­λες κα­θη­με­ρι­νές μου συ­ναλ­λα­γὲς ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­ά­φο­ρες μα­ζώ­ξεις μὲ φί­λους γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σω τὸν θαυ­μα­σμὸ ἤ, κυ­νι­κό­τε­ρα, γιὰ νὰ ξι­πά­σω. Συ­νή­θως βέ­βαι­α δὲν κα­τα­φέρ­νω τί­πο­τα ἀ­π’ τὰ δύ­ο, ἡ συ­ναλ­λα­γὴ ἢ ἡ συ­ζή­τη­ση ἐ­ξε­λίσ­σον­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα – χω­ρίς, δη­λα­δή, τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο χά­σκον στό­μα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ. Σπα­νι­ό­τε­ρα, κά­ποι­ος φί­λος, θὰ ξε­σπά­σει σὲ χά­χα­να (ἀ­ναί­τια) ἢ θὰ μοῦ ζη­τή­σει κά­ποι­ο ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρο συ­νώ­νυ­μο. Δὲν εἶ­ναι λί­γες βέ­βαι­α καὶ οἱ φο­ρές, ποὺ ὁ συ­νο­μι­λη­τής μου θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ λε­κτι­κὰ ἢ θὰ μὲ κα­τα­κρί­νει γιὰ τὰ ἰ­δι­ό­τρο­πα ἑλ­λη­νι­κά μου («Ποῦ τὰ ἄ­κου­σες νὰ τὰ μι­λᾶ­νε αὐ­τά, ρέ;»). Ὡς καὶ δυσ­λε­ξι­κὸ μ’ ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λέ­σει.

        Τό­τε κι ἐ­γὼ κά­πως χο­λιά­ζω, μα­ζεύ­ο­μαι κι ὀ­πι­σθο­χω­ρῶ. Πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι σὲ μο­νο­λε­κτι­κὲς ἀ­πο­κρί­σεις (ναὶ/ ὄ­χι) ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, σὲ σφιγ­μέ­να νεύ­μα­τα. Πο­λὺ σπά­νια μό­νο θὰ ἐκ­φρά­σω τὸ γρι­φῶ­δες «θὰ κα­πνά­σω», γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξω καὶ τό­τε μί­α και­νού­ρια, ἀ­γρι­ό­τε­ρη ἐ­πί­θε­ση.

        Τὸ δὲ «κα­πνά­ζω» συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὰ ἀ­με­τά­βα­τα καὶ σύν­θε­τα ρή­μα­τα: προ­κύ­πτει με­τὰ τὴν συ­νέ­νω­ση τοῦ «μο­νά­ζω» μὲ τὸ «κα­πνί­ζω». Ἀ­νή­κει στὸν μπαρ­μπα-Κο­σμᾶ, τὸν λε­ξι­πλά­στη τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ πρό­φε­ρε, μπου­χτι­σμέ­νος πάν­το­τε, ὅ­ταν οἱ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες ἀ­πό­ψεις ἐ­πὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ ἔ­βρι­σκαν ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τί­λο­γο ἀ­νά­με­σα στοὺς χω­ρια­νούς, ὅ­ταν ἕ­νας και­νού­ριος λο­γα­ρια­σμὸς ρεύ­μα­τος ἢ νε­ροῦ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του, ὅ­ταν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ —ἐ­λά­χι­στο— κα­κὸ τὸν ἔ­βρι­σκε. Οἱ συ­ζη­τή­σεις γλωσ­σο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νον­ταν κά­θε φο­ρὰ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα στοὺς συμ­πό­τες του, κα­θέ­νας προ­σέ­φε­ρε τὸν λί­θο τῆς δι­κῆς του ἀ­νερ­μά­τι­στης ἑρ­μη­νεί­ας· ὁ ἴ­διος βέ­βαι­α πο­τέ του δὲν ἀ­πε­φάν­θη. Ἐρ­χό­ταν, ἄλ­λω­στε, πο­λὺ γρή­γο­ρα μί­α ἄλ­λη αὐ­το­σχέ­δια κου­βέν­τα νὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει τὴν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση. Ση­κω­νό­ταν, ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος τῆς νύ­χτας, πε­ρί­φρον­τις τά­χα μου κι αἰ­νιγ­μα­τι­κός, πλή­ρω­νε τὸ ἀν­τί­τι­μο τῆς κραι­πά­λης του, ἄ­να­βε τσι­γά­ρο γιὰ τὸ δρό­μο κι ἔ­φευ­γε. Χρό­νια με­τὰ κα­τά­φε­ρα νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὴ ρή­ση του.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς εἶ­χε καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, τὴ Βού­λα. Τὸ σπί­τι τους ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μας, οἱ δο­σο­λη­ψί­ες της μὲ τὴν μά­να μου ἦ­ταν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση – κα­νέ­να αὐ­γό, κα­νέ­να κου­νου­πί­δι, τέ­τοι­α. Ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι καὶ (πα­ρὰ τὶς ὄ­χι καὶ πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς λο­γο­μα­χί­ες τους) μο­νι­α­σμέ­νοι – πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τοῦ ποι­η­τῆ ποὺ κά­που λέ­ει: Τε­λι­κὰ τὰ μό­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­πη­μέ­να, τὰ μό­να βα­θιά, ὣς τὰ γε­ρά­μα­τα, ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­ρω­τευ­μέ­να ζευ­γά­ρια ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει ἦ­ταν τὰ ἄ­κλη­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­πο­τε ὅ­τι δὲν περ­νοῦ­σε μέ­ρα, τό­τε του­λά­χι­στον ποὺ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸν κάμ­πο γιὰ τ’ ἀμ­πέ­λια, ποὺ νὰ μὴν τὴν κε­ρά­σει, κα­τὰ τὴν ἀ­νά­βα­ση, λου­λού­δι.

        Ἔ­πει­τα, κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια νευ­ρο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἐμ­φά­νι­σε ἡ Βού­λα καί, προ­τοῦ κα­λὰ-κα­λὰ ἡ εἴ­δη­ση δι­α­δο­θεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό, τὰ πό­δια της πιὰ δὲν τὴν πή­γαι­ναν καί, κά­να τρί­μη­νο ἀ­φό­του τῆς τά ‘κο­ψαν, πέ­θα­νε.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς δέ­χθη­κε βου­βὸς τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια. Κλεί­στη­κε ἕ­να και­ρὸ σπί­τι του, τὸν βο­η­θοῦ­σε ἕ­να μι­κρα­νί­ψι του μὲ τὰ ψώ­νια. Φούν­τω­σε ἕ­να δι­ά­στη­μα ἡ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὴ κλη­μα­τα­ριὰ στὴν αὐ­λή, θη­λύ­κω­σε περ­βά­ζια καὶ δο­κούς, ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­κα­ψε ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἔ­βγαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα δει­λὰ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες, μέ­χρι νὰ πέ­σει γιὰ τὰ κα­λά τὸ βρά­δυ. Τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει ὁ για­τρὸς τὴν προ­σο­χή, νὰ διά­γει βί­ο πιὸ ἐγ­κρα­τή, τοῦ ‘δω­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἕ­να μπε­γλέ­ρι, νὰ ἐ­λατ­τώ­σει τὸ τσι­γά­ρο. Ἔ­πια­νε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη του θέ­ση στὸν κα­φε­νέ, ἀ­π’ τὴ μί­α τὸ κομ­πο­λό­ι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ὁ ἀ­ρει­μά­νιος κα­πνός. Ἔ­πα­ψε βέ­βαι­α καὶ μὲ τοὺς νε­ο­λο­γι­σμούς.

        Ἀ­νέ­βη­κα μά­λι­στα κι ἐ­γὼ τὶς προ­άλ­λες στὸ χω­ριὸ γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Περ­νών­τας τὸ κα­τώ­φλι τοῦ πα­τρι­κοῦ μου, πῆ­ρε τ’ αὐ­τί μου δί­πλα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση νὰ λέ­ει. Κον­το­στά­θη­κα· ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος πα­ρου­σια­στὴς τοῦ δελ­τί­ου τῶν ὀ­κτώ, ὄρ­θιο τὸν φαν­τά­στη­κα κι εὐ­θυ­τε­νῆ στὸ πλα­τό, νὰ σχο­λιά­ζει τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα μὲ κά­τι Ἑλ­λη­νι­κὰ πο­λὺ σω­στὰ κι ἄρ­τια, δί­χως νο­η­μα­τι­κὰ κε­νὰ ἢ ἄλ­λου τύ­που ἀ­σά­φει­ες.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης  (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.

Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Crash

the-egg-featured


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Crash


04-omikronΤΑΝ ΞΑΝΑΣΥΝΑΝΤΗΣΑ τὸν παι­δι­κό μου φί­λο Μ.Σ., ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὸ αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κό του δυ­στύ­χη­μα, τὸν ρώ­τη­σα μὲ εἰ­λι­κρι­νὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ ἀ­φο­πλι­στι­κὴ εἰ­λι­κρί­νεια ἐ­ὰν ἡ γυ­ναί­κα του, Σ.Κ., ποὺ τὸν πῆ­ρε μα­κριά μου, εἶ­χε ὄν­τως ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ.

        Τα­ρά­χτη­κε. Λί­γα λε­πτὰ σι­ω­πῆς, ποὺ ἐ­μέ­να φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες.

          «Ὄ­χι», ἀ­πάν­τη­σε. «Ἐ­κεί­νη γλί­τω­σε τε­λι­κὰ μὲ κά­ποι­ες ἀ­μυ­χὲς στὰ πό­δια κι ἐ­λα­φρὰ δι­ά­σει­ση. Ἔ­χα­σε τὸ παι­δί μας, βέ­βαι­α», συμ­πλή­ρω­σε.

          Ἄλ­λη μιὰ ὅ­πως τό­σες προ­σπά­θει­ες ἐ­τῶν, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά, ἔ­πε­σε στὸ κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.