Νάνσυ Ἀγγελῆ: Συνέντευξη



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Συ­νέν­τευ­ξη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ πρω­ι­νὸ ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς δι­έ­σχι­σε ἀ­έ­ρι­νά τὸ λόμ­πυ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου φτά­νον­τας ὣς τὸ μπάρ. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη πα­ραγ­γεί­λει τὸν κα­φέ μου, εἶ­χα σταυ­ρώ­σει τὰ πό­δια μου καὶ πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Φο­ροῦ­σα τα­γι­έρ. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κῶν αὐ­τὸ ση­μαί­νει μιὰ φού­στα κι ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Τὸ τα­γι­ὲρ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ γυ­ναι­κεί­α ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀν­τρι­κοῦ κου­στου­μιοῦ.  Προσ­δί­δει ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ κύ­ρος καὶ σο­βα­ρό­τη­τα  – ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πᾶν. Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να, τὴ ζω­ὴ κα­θαυ­τή, τὸ πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­στη­κα γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στῶ, τὸ ἂν ἔ­χω παι­διὰ ἢ σύ­ζυ­γο ἢ τὸ πό­σο μοῦ κό­στι­σε —σὲ χρό­νο καὶ χρῆ­μα— τὸ τα­ξί­δι μέ­χρι τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, παίρ­νον­τας ἕ­να τα­ξί, ἕ­να με­τρὸ καὶ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δὲν κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον κα­νε­νός. Τὸ ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ γυ­ναί­κα μέ­σης ἡ­λι­κί­ας μὲ τά­ση γιὰ ἀκ­μὴ ἢ τὸ ὅ­τι βά­φω τὰ μαλ­λιά μου, ἐν­δι­α­φέ­ρει πρω­τί­στως τὶς ἑ­ται­ρεῖ­ες καλ­λυν­τι­κῶν κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ες ἀ­π’ τὶς λε­γό­με­νες τη­λε­θε­ά­τρι­ες. Ὅ­σο γιὰ τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρα­βών­τας μιὰ κα­ρέ­κλα, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω πὼς τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν τῆς κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Τὸ δέρ­μα μου ἢ τὰ μαλ­λιά μου ἢ τὸ πὼς ζῶ. Τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅ­πως κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως καὶ τὶς τη­λε­θε­ά­τρι­ες, τὸ δι­κό της στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λά της μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κό της δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρα­σμέ­νο σὲ γνω­στὴ κο­σμι­κὴ γει­το­νιά.

       Ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς πα­ραγ­γέλ­νει κα­φὲ καὶ σταυ­ρώ­νει τὰ δι­κά της πό­δια. Φο­ρᾶ παν­τε­λό­νι. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν αὐ­τὸ ση­μαί­νει «εἶ­μαι μον­τέρ­να, ἄ­νε­τη καὶ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση». Στὴ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη. Ἡ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις κι ἐκ­φάν­σεις. Συ­χνά, ἀ­κό­μα καὶ σὲ λέ­ξεις. Συ­χνά, οἱ ἄν­τρες σω­παί­νουν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες μι­λοῦν μὲ βά­θος κι εὐ­γλωτ­τί­α. Λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σω­παί­νουν οἱ γυ­ναῖ­κες. Ὅ­σο γιὰ τοὺς ἄν­τρες, ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς πιὸ γραμ­μι­κή, ἄς ποῦ­με πιὸ εὐ­θύ­βο­λη. Καὶ πιὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἐ­δῶ βέ­βαι­α ἐ­πρό­κει­το νὰ συ­νο­μι­λή­σου­με δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἄ­γνω­στες, σύγ­χρο­νες γυ­ναῖ­κες. Ἀ­γνώ­στου προ­ε­λεύ­σε­ως ἢ ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ φω­τι­στεῖ μὲ τὴν κου­βέν­τα. Ἡ κου­βέν­τα ἐ­πρό­κει­το νὰ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ συ­νεν­τεύ­ξε­ως. Συ­νέν­τευ­ξη εἶ­ναι συ­νή­θως μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ κοι­νό­τυ­πα ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ γί­νον­ται σὲ μὴ κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­χθεῖ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους πό­σο κοι­νό­τυ­ποι εἶ­ναι τε­λι­κὰ αὐ­τοὶ οἱ μὴ κοι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κοι­νοὶ θνη­τοὶ ἀ­π’ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν παίρ­νει συ­νή­θως συ­νεν­τεύ­ξεις κα­νείς.

       Κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση. «Βρί­σκε­στε ἐ­δῶ γιὰ τὰ γυ­ρί­σμα­τα τῆς νέ­ας σας ται­νί­ας. Πῶς σᾶς φαί­νον­ται οἱ ντό­πιοι; Σᾶς λεί­πει ἡ πα­τρί­δα σας;» Μοῦ ἀ­παν­τά­ει πὼς οἱ ντό­πιοι εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χοι ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χει γνω­ρί­σει εἶ­ναι φι­λι­κοὶ κι ἐγ­κάρ­διοι. Ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα της τῆς λεί­πει ὁ σκύ­λος της καὶ ἡ συν­νε­φιά. Μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται πὼς δὲν ξέ­ρει νὰ εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὴ ἢ σκε­φτι­κὴ μὲ τό­σο ἥ­λιο. Τὶς Κυ­ρια­κὲς βα­ρι­έ­ται. Ἐ­πί­σης, λό­γῳ φω­τός, ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­ες. Τῆς λέ­ω πὼς εἶ­ναι ἁ­πλῶς θέ­μα συ­νή­θειας, τὸ φῶς ἢ τὸ σκο­τά­δι, καὶ μέ­σα μου σκέ­φτο­μαι πό­σο προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός.

       Ἡ ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἡ­ρω­ί­δα ποὺ ὑ­πο­δύ­ε­ται. Πρό­κει­ται βέ­βαι­α γιὰ μιὰ σού­περ­γου­μαν. «Πι­στεύ­ε­τε στοὺς ὑ­πε­ρή­ρω­ες καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ γνώ­μη σας γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα;» λέ­ω τρα­βών­τας μιὰ ρου­φη­ξιὰ κα­φέ. Σκέ­φτε­ται γιὰ λί­γα λε­πτὰ σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ συν­ται­ριά­ξει τὶς σκέ­ψεις μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ λέ­ει κά­τι ποὺ φαί­νε­ται ἁ­πλό, ἕ­ως καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὸ βί­ω­μα. Λέ­ει, «Σου­πε­ρή­ρω­ας εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­αυ­τός του». «Οἱ γυ­ναῖ­κες», συμ­πλη­ρώ­νει, «σπά­νια ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α». Στὸ μυα­λό μου, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ὑ­πε­ράν­θρω­που μὲ κά­πα καὶ κο­λὰν ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τοῦ ἐ­αυ­τοῦ στὸ μέ­σο μιᾶς τα­ρά­τσας. Σὰν ἄλ­λος Σί­συ­φος. Με­τά, μί­α γυ­ναί­κα ποὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζω, κον­τού­λα καὶ λε­πτή, ση­κώ­νει τὸ βά­ρος ἑ­νὸς σπι­τιοῦ γε­μά­το ἑ­αυ­τοὺς στὸ μέ­σο μιᾶς κου­ζί­νας.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ νέ­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ μου μὲ σφο­δρό­τη­τα: «Πῶς νι­ώ­θε­τε γιὰ τὴ μη­τρό­τη­τα; Εἶ­ναι μέ­ρος τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας;» Ὁ­μο­λο­γεῖ πὼς τὴν μπερ­δεύ­ει ὁ ὅ­ρος «σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα» κι ὅ­σο γιὰ τὸν ὄ­ρο «ταυ­τό­τη­τα», «δὲν εἶ­ναι κά­πως ξε­πε­ρα­σμέ­νος;», ρω­τᾶ. «Ἡ γυ­ναί­κα» συ­νε­χί­ζει, «πάν­τα εἶ­ναι σύγ­χρο­νη. Ἐ­ρή­μην της ἢ ὄ­χι εἶ­ναι πάν­τα ἀρ­χέ­τυ­πο. Νὰ μιὰ ταυ­τό­τη­τα. Ὅ­σο γιὰ μέ­να… Ὤ, πα­ρα­μέ­νω πάν­τα παι­δί». Τὸ χα­μό­γε­λό της ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴ δή­λω­ση ποὺ εἶ­ναι ἄλ­λη μί­α ὁ­μο­λο­γί­α ταυ­τό­τη­τας.

       Μὲ τὴ σει­ρά μου, ὁ­μο­λο­γῶ στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­συρ­θῶ ἀ­πὸ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς εἶ­μαι ἴ­σως κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου ταυ­τό­τη­τα, τὴ δι­κή μου στε­νὴ πε­ρι­χά­ρα­ξη μέ­σα σὲ ὅ­ρους ὅ­πως «τα­γι­έρ», «συ­νέν­τευ­ξη», «νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ός». Τὸ στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα πό­σο πραγ­μα­τι­κὰ κα­θο­ρί­ζουν τὴ γυ­ναί­κα ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου; (Εἶ­μαι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὁ ρό­λος μου εἶ­ναι νὰ θέ­τω ἐ­ρω­τή­σεις.)

       Ὅ­ταν ὁ κά­με­ρα­μαν κα­τα­φτά­νει, ἡ πραγ­μα­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη ἀρ­χί­ζει. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση: «Πρό­σφα­τα ἀ­να­κη­ρυ­χθή­κα­τε ἡ πιὸ σέ­ξι γυ­ναί­κα τῆς χρο­νιᾶς. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό τῆς ὀ­μορ­φιᾶς σας;»


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί

[τῆς Ἀσήμως Γκούρα]


ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ κα­τοι­κοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Γκού­ρα, φρου­ράρ­χου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ εἶ­χε πειὰ σκο­τω­θῆ. Ἡ γεν­ναί­α Ἀ­σή­μω, κό­ρη τοῦ Ἀ­να­γνώ­στη Λι­δο­ρί­κη, βά­στα­ξε μὲ καρ­διὰ τὸ θά­να­το τοῦ ἀν­τρός της καὶ τὴ σε­βόν­ταν ὅ­λοι οἱ πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι γιὰ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴ δι­κή της γεν­ναι­ο­ψυ­χιά.

       Στὴ βο­ρει­νὴ πρό­στα­ση (τὸ Παν­δρό­σει­ο) ζοῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, για­τὶ τὸ μέ­ρος ἤ­τα­νε φυ­λαγ­μέ­νο, θο­λό­χτι­στο, κ’ ἦ­ταν ἀ­κό­μα καὶ ριγ­μέ­νο χῶ­μα ἀ­πά­νου στὴ θο­λω­τὴ σκε­πὴ γιὰ πει­ὸ ἀ­σφά­λεια.

       Οἱ Τοῦρ­κοι μὲ τὸ κα­νό­νι ποὔ­χα­νε στη­μέ­νο στὴν Ἁ­γιὰ Μα­ρί­να χτυ­πού­σα­νε μὲ πεῖ­σμα τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο· ἴ­σως ξέ­ρα­νε πὼς στὸ ὑ­πό­γει­ο ἤ­τα­νε μπα­ροῦ­τι. Ἀ­φοῦ προ­ξε­νή­σα­νε κάμ­πο­ση ζη­μιά, κα­τὰ τὴς 12 τοῦ Γε­να­ριοῦ 1827, τὸ χτί­ριο κλο­νι­σμέ­νο σά­λε­ψε, ὥ­ρα δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῷ κοι­μῶν­ταν ὅ­λοι, κ’ ἔ­πε­σε τὸ πει­ὸ με­γά­λο μέ­ρος τῆς σκε­πῆς, φορ­τω­μέ­νης ἀ­πὸ χῶ­μα· τὰ μάρ­μα­ρα γλι­στρή­σα­νε κα­τὰ τὴν ἄ­κρη, μὰ τὸ χῶ­μα πλά­κω­σε ἕν­τε­κα ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά. Κά­να-δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες προ­φτά­σαν καὶ πη­δῆ­σαν ὄ­ξω· καὶ βγά­λα­νε καὶ δυ­ὸ παι­διὰ οἱ πρῶ­τοι ποὺ προ­φτά­σα­νε βο­ή­θεια. Ἡ Γκού­ραι­να κ’ οἱ ἄλ­λοι πή­γα­νε χα­μέ­νοι, ὅ­μως θὰ γλυ­τῶ­ναν, ἂν κοι­τά­ζα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε χω­ρὶς ἄρ­γη­τα. Ἀ­φοῦ τ’ ἄλ­λο πρω­ῒ βρέ­θη­κε τῆς Γκού­ραι­νας ζε­στὸ ἀ­κό­μα τὸ κορ­μί…

       Για­τί ὅ­μως δὲ βι­α­στή­κα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε; Τὸ σπί­τι ἤ­τα­νε γε­μᾶ­το ἀ­πὸ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ Γκού­ρα κι’ ὅ­λα του τὰ πρά­μα­τα. Ὁ Γιά­ννης ὁ Μα­μού­ρης, συγ­γε­νής του κι’ ἀν­τι­φρού­ραρ­χος τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ἔ­ζω­σε ἀ­μέ­σως μὲ τοὺς ἄ­τα­χτούς του τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο καὶ δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να νὰ μπῇ, ἀ­π’ τῆς κλε­ψιᾶς τὸ φό­βο. Καὶ μο­νά­χα τὸ πρω­ῒ ἔ­γι­νε τὸ ξε­σκά­ψι­μο. Μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ πειά(1).


(1) Δίκη μεγάλη ἀργό­τερα ἀ­κολού­θη­σε τῶν κλη­ρονό­μων τοῦ Γκού­ρα ἐνάν­τια στὸ Μα­μού­ρη. (Γιάν­νη Βλα­χο­γιάν­νη «Προ­πύ­λαια» τόμ. Α´ σ. 85). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Βλα­χο­γιά­ννη «Ἀ­θη­να­ϊ­κὸν Ἀρ­χεῖ­ον» Α´ σ. 171.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 166 [Τίτλος: «326.— Θά­να­τος τῆς Γκού­ραι­νας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Nicolas-Louis-Fran­çois Gos­se (1787-1878), The Bat­tle of the Acro­po­lis, 1827. Πιθα­νό­τατα εἰκο­νί­­ζε­ται ἡ Ἀσή­μω Λιδω­ρί­κη-Γκού­ρα, σύζυ­γος τοῦ φρού­ραρχου τῆς Ἀκρό­πολης Ἰωάν­νου Γκούρα.


Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἡ Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ἕ­να Κα­τού­ρη­μα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ­να Κα­τού­ρη­μα

(Patti Smith Takes A Piss)


ΙΝΑΙ μιὰ κο­λα­σμέ­να ζε­στὴ νύ­χτα στὸ Σέν­τραλ Πὰρκ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Εἶ­σαι στρι­μωγ­μέ­νος σὲ ἕ­ναν συ­ναυ­λια­κὸ χῶ­ρο, ὁ ἥ­λιος δύ­ει, τὸ κοι­νὸ ἱ­δρώ­νει, τὸ ἄλ­μπουμ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, τὸ Some Girls τῶν Rolling Stones (ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού, ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού) παί­ζει δυ­να­τὰ στὰ με­γά­φω­να. Σὲ κά­θε κομ­μά­τι, ἐ­σὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι πό­τε στὸν δι­ά­ο­λο θὰ βγεῖ ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ ξε­κι­νή­σει τὴ συ­ναυ­λία, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­φτε­σαι πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συ­ναυ­λί­α. Οἱ Stones δὲν εἶ­χαν ξα­να­κου­στεῖ πο­τὲ ἔ­τσι. Τό­σο δυ­να­τά. Τό­σο ση­μαν­τι­κοί. Ἀ­γά­πη κι ἐλ­πί­δα καὶ σὲξ κι ὄ­νει­ρα, τρα­γου­δά­ει ὁ Μὶκ Τζάγ­κερ, ἔ­χουν ση­μα­σί­α; Καὶ νά τη, βγαί­νει χο­ρο­πη­δών­τας στὴ σκη­νή. Μαῦ­ρες μπό­τες, μαῦ­ρο παν­τε­λό­νι, μαῦ­ρο μπου­φάν, μα­νί­κια ση­κω­μέ­να, τὰ χέ­ρια πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, χο­ρο­πη­δά­ει καὶ στρι­φο­γυ­ρί­ζει. Γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της στὸ κέν­τρο τῆς σκη­νῆς, ἁρ­πά­ζει τὸ μι­κρό­φω­νο – «αὐ­τὴ ἡ πό­λη», φω­νά­ζει, «εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τρά­ει μό­νο». Καὶ τὸ κοι­νὸ βρυ­χᾶ­ται. Ἐ­κεί­νη ξε­κι­νά­ει τὴ συ­ναυ­λία: «δὲν τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ πα­ρελ­θόν», γρυλ­λί­ζει, «ἀλ­λὰ τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ μέλ­λον». Ἕ­να κλα­ρι­νέ­το εἶ­ναι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ἐ­νι­σχυ­τὲς καὶ στὴ μέ­ση της συ­ναυ­λί­ας τὸ παίρ­νει καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­σά­ει. Μό­νο ἦ­χο – στριγ­κλί­ζει, τρί­ζει, γρυλ­λί­ζει, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τί κά­νει τὸ συγ­κρό­τη­μα, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴν ἁρ­μο­νί­α, τὴ με­λω­δί­α, τὸν ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη σὰν ἕ­να παι­δὶ μπρο­στά σε ἕ­να φά­σμα. Φυ­σά­ει, στριγ­κλί­ζει, κλαγ­γά­ζει. Στὴ δε­ξιὰ ἄ­κρη τῆς σκη­νῆς, ἕ­νας τε­χνι­κὸς ση­κώ­νει ἕ­να φύλ­λο ἀ­δι­ά­φα­νου πλα­στι­κοῦ καὶ τὸ κρα­τά­ει στὸ ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ του. Τοῦ δί­νει τὸ κλα­ρι­νέ­το, μπαί­νει πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κὸ καί, γιὰ ὅ­σο χρό­νο χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ ἕ­να κα­λὸ κα­τού­ρη­μα, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι μιὰ σκο­τει­νὴ καὶ θο­λὴ φι­γού­ρα κα­θι­σμέ­νη στὰ γό­να­τα, σὰν νὰ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ση­κώ­νε­ται, κουμ­πώ­νει τὴ ζώ­νη της καὶ ὁ τε­χνι­κὸς κα­τε­βά­ζει τὸ πλα­στι­κό. Ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, κα­τού­ρη­σε μό­λις στὴ γα­μη­μέ­νη τὴ σκη­νή; Κα­τού­ρη­σε δη­μό­σια; Κα­τού­ρη­σε στὸν ἱ­ε­ρὸ χῶ­ρο; Σκέ­φτε­σαι «Ἐρ­γο­στά­σιο Κά­του­ρου», ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ρό­δα καὶ ἀμ­μω­νί­α. Τί ἔ­λε­γε, ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι. Θὰ ὑ­πῆρ­χε σί­γου­ρα μιὰ με­τα­φο­ρά, ἕ­να μή­νυ­μα. Κά­του­ρο. Πα­ρά­στα­ση. Δι­α­στρο­φή. Ἀ­να­τρο­πή.

       Ἡ κο­πέ­λα σου λέ­ει, «Δὲν ξέ­ρεις κὰν ἂν κα­τού­ρη­σε στ’ ἀ­λή­θεια. Ἴ­σως μᾶς δου­λεύ­ει».

       «Τί ἄλ­λο νὰ ἔ­κα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κό;»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο στὸν κό­σμο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­του­ρά­ει;»

       Ἐ­σύ, ὅ­μως, δὲν μα­σᾶς, ἐ­πι­μέ­νεις ὅ­τι κα­τού­ρη­σε, ὅ­τι εἴ­δα­τε ὅ­λοι τὴν Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει.

       «Τέ­λος πάν­των», λέ­ει ἡ κο­πέ­λα σου, «ἀλ­λὰ δὲν θὰ μά­θεις πο­τὲ σί­γου­ρα, ἐ­κτὸς ἂν τὴ ρω­τή­σεις καὶ ἀ­κό­μα καὶ τό­τε…»


* * *


Νι­ώ­θεις ὑ­πό­χρε­ος στὴν Πά­τι Σμίθ. Ἕ­ναν χρό­νο μό­λις πρὶν ἤ­σουν δευ­τε­ρο­ε­τὴς στὸ κο­λέ­γιο, χω­ρὶς προ­σα­να­το­λι­σμό, βε­τε­ρά­νος πολ­λῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων καὶ ἄ­σχη­μων λα­θῶν. Πα­ρα­κάμ­ψεις καὶ ἀ­πο­το­ξι­νώ­σεις. Θὰ εἶ­χες κα­του­ρή­σει σὲ σκη­νές, σὲ κα­θε­μί­α, χω­ρὶς τὴν κά­λυ­ψη τῆς πλα­στι­κῆς κουρ­τί­νας. Εἶ­χες ἀρ­χί­σει νὰ βλέ­πεις μιὰ δι­έ­ξο­δο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο, ἕ­ναν τρό­πο νὰ γί­νεις πο­λί­της, νὰ συμ­με­τέ­χεις, νὰ συ­νει­σφέ­ρεις, νὰ φο­ρᾶς κου­στού­μια μὲ λε­πτὲς ρί­γες καὶ νὰ κρα­τᾶς χαρ­το­φύ­λα­κα. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κες τοὺς δι­κούς σου, εἶ­πες στὴ μη­τέ­ρα σου πὼς θὰ πή­γαι­νες μᾶλ­λον στὴ Νο­μι­κὴ καὶ με­τὰ θὰ ἀ­σχο­λι­ό­σουν μὲ τὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­να­κου­φί­στη­κε τό­σο πο­λύ, χά­ρη­κε τό­σο, ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει, σοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να εἰ­κο­σο­δό­λα­ρο γιὰ νὰ πᾶς νὰ πι­εῖς μιὰ μπί­ρα στὴν πό­λη. Σοῦ ἔ­δω­σε καὶ τὰ κλει­διὰ τοῦ Βόλ­βο της. Ἐ­σὺ βγῆ­κες στὸν δρό­μο, ἔ­βα­λες καὶ ρα­δι­ό­φω­νο. Ἀ­πὸ τὴν πά­νω τσέ­πη τοῦ γι­λέ­κου σου, ψά­ρε­ψες αὐ­τὸ ποὺ θὰ ὁρ­κι­ζό­σουν ὅ­τι ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σου τσι­γα­ρι­λί­κι, χα­βα­νέ­ζι­κη ἁ­μαρ­τί­α, ὄ­χι σπό­ρους, μό­νο φούν­τα. Τ’ ἀ­νά­βεις καὶ σα­νι­δώ­νεις τὸ γκά­ζι καὶ τρέ­χεις στὴ λε­ω­φό­ρο Σά­ουντ. Ἤ­ξε­ρες τυ­φλὰ τὶς στρο­φές, τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ κα­τη­φό­ρες της καὶ τρέ­χεις πά­νω της στὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το, κρα­τών­τας με­γά­λες τζοῦ­ρες στὸ στό­μα καὶ φι­λών­τας τὶς ἐκ­πνο­ές. Στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, μιὰ ἐκ­πομ­πὴ παί­ζει τὸν και­νού­ριο ἦ­χο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: Ramones, the Dolls, Dead Boys, the Contortions. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῆς μου­σι­κῆς δί­νης ἀ­κού­γε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ δι­α­σκευά­ζει τὸ «My Generation» τῶν The Who. Δὲν τὶς θέ­λω αὐ­τὲς τὶς μα­λα­κί­ες, οὐρ­λιά­ζει, κα­θὼς οἱ τρί­χες στὸν σβέρ­κο σου καὶ τὰ χέ­ρια σου πε­τά­γον­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Φαν­τα­σι­ώ­νε­σαι τὸ πτυ­χί­ο τῆς Νο­μι­κῆς νὰ καί­γε­ται καὶ νὰ στέ­κε­ται ἀ­πὸ πά­νω του ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει γκα­ζο­λί­νη.


* * *


Τὸ ἀ­πό­γευ­μα με­τὰ τὴ συ­ναυ­λί­α μὲ τὸ κλα­ρι­νέ­το, σὲ βρί­σκει στὸ κα­φὲ Ντάν­τε, ὅ­που κά­θε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ σκα­λί­ζει φι­γοῦ­ρες σὲ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο χω­ρὶς γραμ­μές.

       Φο­ρά­ει ἕ­να μπλου­ζά­κι μὲ τὸν Κὶθ Ρί­τσαρ­ντς καὶ ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο κα­πέ­λο χω­μέ­νο στὸ κε­φά­λι της. Ἀ­πὸ τὰ με­γά­φω­να ἀ­κού­γε­ται ὄ­πε­ρα, ὁ Εὐ­γέ­νιος Ὀ­νιέγ­κιν τοῦ Τσα­ϊ­κόφ­σκι. Στὴν ἄ­ρια τοῦ τε­νό­ρου, τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πί­σω, σὰν νὰ τῆς ἔ­κα­ναν μό­λις ἔ­νε­ση. Τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της, τρο­με­ρὸς πό­νος. Μορ­φά­ζει ἀ­πὸ τὸ με­γα­λεῖ­ο, τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ὀ­μορ­φιά, κι ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πρὶν ἀ­πὸ δε­κά­ξι ὧ­ρες χο­ρο­πη­δοῦ­σε σὰν τρε­λὴ σὲ ἄ­συ­λο μὲ ἕ­να κλα­ρι­νέ­το στὸ χέ­ρι, κι ἐ­σὺ καὶ πέν­τε χι­λιά­δες ἄλ­λοι χο­ρο­πη­δού­σα­τε σὰν αὐ­τή, ἐ­νῶ τὰ κα­νά­λια στὰ αὐ­τιά σας βί­ω­ναν συλ­λο­γι­κοὺς πα­ρο­ξυ­σμούς. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νει ἡ ἄ­ρια καὶ σω­παί­νει ἡ ὀρ­χή­στρα, ση­κώ­νε­σαι καὶ μα­ζεύ­εις τὸ κα­πέ­λο τῆς Πά­τι Σμίθ. Τὰ μά­τια της πα­ρα­μέ­νουν κλει­στά, χα­μέ­νη στὴ μου­σι­κή. Τὰ μά­τια της, βαμ­μέ­να μὲ μο­λύ­βι, ἡ μύ­τη της λί­γο με­γά­λη γιὰ τὸ στε­νό της πρό­σω­πο, τέ­λεια το­ξω­τὰ χεί­λια. Τὰ μά­τια ἀ­νοί­γουν ἀρ­γὰ καὶ σὲ ἐν­το­πί­ζουν νὰ στέ­κε­σαι δί­πλα της.

       «Ναί, μι­κρέ», λέ­ει, «τί;».


Τῆς λὲς ὅ­τι ἔ­ρι­ξε κά­τω τὸ κα­πέ­λο καὶ τῆς τὸ δί­νεις.

       Λέ­ει, «Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα, φί­λε. Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα. Ἔ­πε­σε. Δὲν ἔ­βλε­πες; Δὲν ἄ­κου­γες; Δὲν ἄ­κου­σες αὐ­τὴ τὴν ὀ­μορ­φιά, ρὲ γα­μῶ­το;».

       Τῆς ἀ­παν­τᾶς κα­τα­φα­τι­κά.

       «Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὰ κα­πέ­λα τῶν ἀν­θρώ­πων, φί­λε. Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς κα­πέ­λα. Ἴ­σως καὶ νὰ τὸ ἤ­θε­λα στὸ πά­τω­μα, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἄ­ρια, καὶ τώ­ρα ἐ­σὺ τὰ γά­μη­σες ὅ­λα.»

       Ἀ­πὸ τὸ στό­μα σου βγαί­νει σὰν φτυ­σιὰ μιὰ προ­σπά­θεια συγ­γνώ­μης.

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω κὰν τί λές, φί­λε. Δῶ­σε μου τὸ γα­μη­μέ­νο τὸ κα­πέ­λο.»


Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ Πά­τι Σμὶθ πλη­σιά­ζει τὸ τρα­πέ­ζι σου. «Γειά σου.»

       «Κυ­ρί­α Σμίθ.»

       «Ἄ, ἄ­ρα ξέ­ρεις ποι­ά εἶ­μαι. Γί­νε­ται συ­νή­θεια τε­λευ­ταῖ­α. Ἄ­κου, θέ­λω νὰ σὲ ρω­τή­σω κά­τι.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ; Τί εἶ­σαι; Ἀ­πὸ τὸ BBC; Πα­ρα­κα­λῶ;»

       Ἐ­σὺ κοκ­κι­νί­ζεις.

       «Μπά, ἄ­κου, πρὶν λί­γο, ἁ­πλῶς σὲ πεί­ρα­ζα, φί­λε.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα.»

       «Φί­λε, ἄ­κου, ἐν­τά­ξει, ἄ­σε με νὰ τε­λει­ώ­σω.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Νά ‘το πά­λι τὸ πα­ρα­κα­λῶ. Ἄ­κου, νι­ώ­θω ἄ­σχη­μα ἂν σου ἔ­δω­σα τὴ λά­θος ἐν­τύ­πω­ση. Βλέ­πεις, ἁ­πλῶς…»

       Λὲς ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τά­ξει.

       «Ἐν­τά­ξει γιὰ σέ­να», λέ­ει. «Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ προ­σπα­θῶ νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει» —καὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο γί­νε­ται σὰν κα­νά­τα, τεν­τώ­νον­τας τὸ δε­ξί της χέ­ρι πί­σω της, καὶ στὴ συ­νέ­χεια γέρ­νει μπρο­στὰ σὰν νὰ πρό­κει­ται νὰ ρί­ξει μπα­λιὰ στὸ μπέ­ιζ­μπολ, ἀλ­λὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἄ­φη­νε τὸ μπα­λά­κι, γυ­ρί­ζει ἀ­νά­πο­δα τὸ χέ­ρι της καὶ ὑ­ψώ­νει ἕ­να δά­χτυ­λο στὸν ἑ­αυ­τό της— «μ’ ἐ­μέ­να, μὲ πιά­νεις;»

       Γε­λᾶς. Τῆς λὲς πὼς τὴν πιά­νεις.

       Λέ­ει, «Τί, εἶ­πα κά­τι ἀ­στεῖ­ο; Τώ­ρα σὲ κά­νω νὰ γε­λᾶς, εἶ­μαι ἀ­στεί­α;»

       Λές, «Λά­τρε­ψα τὴ συ­ναυ­λί­α σας χθὲς τὸ βρά­δυ».

       Αὐ­τὸ στα­μα­τά­ει τὸ κω­μι­κὸ νού­με­ρο.

       «Ἤ­σουν ἐ­κεῖ; Ὡ­ραί­α. Ποι­ό κομ­μά­τι ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου καὶ μὴ μοῦ πεῖς τὸ “Because the night”, γα­μῶ­το μου, ξέ­ρω πὼς εἶ­σαι πιὸ κοὺλ ἀ­π’ αὐ­τό.»

       «Μοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σό­λο κλα­ρι­νέ­το.»

       Σκά­ει ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο. «Με­γά­λε.»

       Γέρ­νει μπρο­στὰ γιὰ χει­ρα­ψί­α σὲ δε­κά­ξι μέ­ρη.

       «Πῶς θὰ πε­ρι­έ­γρα­φες τὸ παί­ξι­μό μου;»

       Σκέ­φτε­σαι γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ με­τὰ λές, «Ἐ­κτὸς φι­λαρ­μο­νι­κῆς κρυ­πτὸ-ἀ­βὰντ νταν­τὰ ἐ­ναλ­λα­κτι­κό».

       Κοι­τά­ζει πί­σω της. «Εἴ­μα­στε στὸ γα­μη­μέ­νο κάν­τιντ κά­με­ρα, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πιὸ τέ­λει­ο – ἄ­κου, πῶς σὲ λέ­νε;»

       Τῆς λές.

       «Κλί­φορντ Φούτ», ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει.

       «Μὲ ‘ι’ στὸ τέ­λος», τῆς λές.

       «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’, φί­λε», λέ­ει. «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’. Ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι σκέ­το γα­μη­μέ­νο φούτ. Καὶ τί κά­νεις Κλί­φορντ Φοὺτ μὲ ‘ι’; Θὰ εἶ­σαι σί­γου­ρα ποι­η­τὴς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Σπου­δὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου.»

       «Δὲν τὸ εἶ­πα, ρὲ γα­μῶ­το; Ποι­ὸς εἶ­ναι, λοι­πόν, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος σου; Ὁ Με­λι­έ; Ὁ Κο­κτώ;»

       «Ὁ Κα­σα­βέ­της.»

       Λέ­ει, «Στά­σου μιὰ στιγ­μή».

       Πά­ει στὸ τρα­πέ­ζι της, γρά­φει κά­τι γρή­γο­ρα στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της καὶ σκί­ζει τὴ σε­λί­δα.

       «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει.

       Γρά­φει

       Κλί­φορντ Φού­τΙ

       Δω­ρε­ὰν Εἴ­σο­δος γιὰ Πάν­τα, φί­λε


       «Στά­σου», λέ­ει, «πρέ­πει νὰ τὸ ὑ­πο­γρά­ψω».

       Τὸ γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη στὸ τρα­πέ­ζι καὶ σκα­λί­ζει κά­τι ποὺ εἶ­ναι ἰ­σο­δύ­να­μο τοῦ τρό­που ποὺ παί­ζει κλα­ρι­νέ­το σὲ γρα­φή.

       «Γιὰ πάν­τα», λέ­ει, «ὅ­που κι ἂν παί­ζω, μὲ πιά­νεις;».

       Πρὶν τὴ ρω­τή­σεις γιὰ τὸ κα­τού­ρη­μα στὴ σκη­νή, πά­ει στὸ πι­κάπ, ἐ­πι­λέ­γει τὸ «Lakme» τοῦ Delibes, κι ἐ­πι­στρέ­φει στὴ θέ­ση της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Στὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­βά­στα­χτο «Ντου­έ­το Λου­λου­δι­ῶν», κλεί­νει σφι­χτὰ τὰ μά­τια της, ὁ λαι­μός της χα­λα­ρώ­νει, τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ.


* * *


Ἡ ἑ­πό­με­νη συ­ναυ­λί­α της εἶ­ναι στὰ βό­ρεια στὸ Χου­ρά. Δεί­χνεις στὸ μέ­λος τῆς ἀ­σφά­λειας τὸ ἰ­σό­βιο πά­σο σου. Ἐ­κεῖ­νος, με­γα­λό­σω­μος καὶ κα­ρα­φλὸς μὲ τα­του­ὰζ στὰ μπρά­τσα ποὺ εἶ­ναι ὅ­σο τὰ πό­δια σου, σοῦ γε­λά­ει κα­τά­μου­τρα.

       Ἔ­πει­τα, ἡ Πά­τι Σμὶθ με­τα­κο­μί­ζει στὸ Ντι­τρό­ιτ, ἡ ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή σου συμ­βαί­νει, καὶ ἡ κο­πέ­λα σου φαί­νε­ται πὼς εἶ­χε δί­κιο σὲ ἕ­να του­λά­χι­στον πράγ­μα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Litro magazine:

https://www.litromagazine.com/usa/2021/04/patti-smith-takes-a-piss/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ κα­τα­φρο­νῶν τοὺς νε­ή­λυ­δας, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρον δὲ τοὺς με­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να ἐλ­θόν­τας εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, τοὺς ἐ­μυ­κτή­ρι­ζεν ὁ­σά­κις τῷ ἐ­δί­δε­το εὐ­και­ρί­α. Ἐν συ­να­να­στρο­φῇ τοῦ πρέ­σβε­ως τῆς Ρωσ­σί­ας Ἕλ­λη­νος Κα­τα­κά­ζη, γε­νο­μέ­νου λό­γου πε­ρὶ τῶν κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να με­γά­λων ἔρ­γων τῶν Ἑλ­λή­νων καὶ τοῦ κα­τορ­θώ­μα­τος νὰ σώ­σω­σιν ἐ­πὶ τέ­λους τὴν πα­τρί­δα των, εἷς τῶν νε­η­λύ­δων μὴ ἀ­νε­χό­με­νος τὴν τοια­ύτην ἀ­πο­θέ­ω­σιν τῆς γε­νε­ᾶς τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν, ἔ­σχε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­αν νὰ εἰ­πῇ:

       — Ἂς ἔ­χῃ ἡ Ἑλ­λὰς χά­ριν εἰς τὰς Τρεῖς Δυ­νά­μεις, αἱ ὁ­ποῖ­αι τὴν ἔ­σω­σαν, καὶ ὄ­χι εἰς τοὺς ἀ­γῶ­νας τῶν Ἑλ­λή­νων!

      Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἀ­γα­να­κτή­σας διὰ τὴν τοια­ύτην προ­πέ­τειαν τοῦ μό­λις ἐλ­θόν­τος εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ κα­τα­λα­βόν­τος μά­λι­στα ἐν τῇ δι­οι­κή­σει τῆς Πα­τρί­δος θέ­σιν σπου­δαι­ο­τά­την, τῷ ἀ­πήν­τη­σε:

       — Νὰ ἔ­χουν ὄ­χι οἱ τρεῖς μο­νά­χα, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τε, ἀλ­λὰ οὗ­λες ᾑ Δυ­νά­μεις, καὶ ἡ Τουρ­κί­α μα­ζί, χά­ριν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, ὁ­ποὺ ἄ­νοι­ξε ἐ­τού­την τὴν γω­νί­αν (τὸ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θὲν τμῆ­μα τῆς Ἑλ­λά­δος) καὶ ἔ­τρε­ξαν καὶ ἐ­τρού­πω­σαν ὅ­λοι οἱ κα­τερ­γα­ραῖ­οι καὶ ἀ­φή­κα­νε τοὺς τό­πους των ἡ­σύ­χους.

       Τὴν ἀ­πάν­τη­σιν ταύ­την τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­πε­δο­κί­μα­σεν ἕ­τε­ρος ἐ­πί­ση­μος τοῦ Ἀ­γῶ­νος ἀ­νὴρ ὁ Ζα­ΐ­μης, ὅ­στις εἶ­πε πρὸς τοὺς πω­λοῦν­τα ἐ­κεῖ σο­φί­αν νε­ή­λυ­δας:

       — Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός;



Δεῖτε καὶ ἐδῶ τὸ “Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 223-224 [Τίτλος: «487.— Μά­θη­μα ποὺ ταί­ρια­ζε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Θε­όδω­ρος Κολο­κο­τρώ­νης (1861).



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἕ­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν

(A Psychiatrist in Lower Manhattan)


ΞΕΡΑ ἕ­ναν ψυ­χί­α­τρο ποὺ ζοῦ­σε στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν. Τὸ γρα­φεῖ­ο του ἦ­ταν στὸ σπί­τι καὶ τὸ σπί­τι του δὲν εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα. Βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να τε­ρά­στιο κτί­ριο χω­ρὶς χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ ἡ βά­ση του ἔ­μοια­ζε τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο τε­τρά­γω­νη ὅ­σο τὰ τέσ­σε­ρα τε­τρά­γω­να ποὺ τὸ πε­ρι­έ­κλειαν. Τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά του ἦ­ταν ἐ­πί­σης τε­ρά­στια, ἀλ­λὰ ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ χῶ­ρος εἶ­χε τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα τῆς ἔλ­λει­ψης φυ­σι­κοῦ φω­τός. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, μὲ μιὰ σει­ρὰ παγ­κά­κια ποὺ ἔ­βλε­παν πρὸς τὶς λε­ω­φό­ρους, βρι­σκό­ταν τὸ J&R Music World. Ἂν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­λε­γε ὁ ψυ­χί­α­τρος, θὰ ἀ­νέ­βα­ζε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ J&R μὲ ἕ­να χάρ­τι­νο ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι. Τό­σο κον­τὰ ἦ­ταν. Πή­γαι­νε ἐ­κεῖ σχε­δὸν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τμῆ­μα κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἔ­φευ­γε μὲ ἀρ­κε­τὲς και­νού­ρι­ες ἀ­γο­ρές. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν ὄ­πε­ρα, τὴν ὀρ­χη­στρι­κὴ μου­σι­κή, τὴ φω­νη­τι­κή, τὴν πρώ­ι­μη, τὰ πλῆ­κτρα, τὴ σύγ­χρο­νη κλα­σι­κὴ – ὅ­λα αὐ­τά, ὥ­στε νὰ πεί­θε­ται πάν­τα ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παλ­λή­λους ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἠ­χο­γρά­φη­ση ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἔ­χει. Τὶς κα­λὲς μέ­ρες κα­θό­ταν μὲ τὶς ἀ­γο­ρές του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παγ­κά­κια στὴ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, ἔ­σκι­ζε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­πὸ τοὺς δί­σκους ἢ τὸ κου­τὶ καὶ με­λε­τοῦ­σε τὶς ση­μει­ώ­σεις ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­χε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό. Ὁ ψυ­χί­α­τρος μι­λοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Γερ­μα­νι­κά, λί­γα Γαλ­λι­κὰ καὶ λί­γα Ρω­σι­κά. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὶς με­τα­φρά­σεις τῶν δι­σκο­γρα­φι­κῶν. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ βλέ­πει πό­σο κον­τὰ ἦ­ταν οἱ με­τα­φρά­σεις τους σὲ αὐ­τὲς ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­κα­νε ἂν ἦ­ταν με­τα­φρα­στής. Ἤ­ξε­ρε τὶς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὄ­πε­ρες καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ λιμ­πρέ­τα τους ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ ὥ­στε νὰ τὰ με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ Ἀγ­γλι­κὰ καὶ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κὰ (ὅ­πως τὸ Ὄ­νει­ρο Θε­ρι­νῆς Νυ­κτός τοῦ Μπρί­τεν) στὰ Ἰ­τα­λι­κὰ ἢ τὰ Γερ­μα­νι­κά.

       Ὁ ψυ­χί­α­τρος μοι­ρα­ζό­ταν τὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα σπί­τι του μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, μιὰ εἰ­κα­στι­κό. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ἐγ­κα­τα­στά­σεις. Στοί­βα­ζε κα­μιὰ φο­ρὰ κά­τι σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ πά­τω­μα μιᾶς γκα­λε­ρί, ὅ­πως ἄ­πλυ­τα ροῦ­χα ἢ σκου­πί­δια (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν βρε­θεῖ») καὶ αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή της. Ἔ­φτια­χνε κι ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, ἀ­πὸ πη­λὸ ἢ νῆ­μα ἢ καμ­βά. Με­ρι­κὰ τὰ κάρ­φω­νε σὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ τὰ κρε­μοῦ­σε στὰ δω­μά­τια δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στο, του­λά­χι­στον ὄ­χι μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Ἴ­σως ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς ἰ­δέ­ας. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δω­μά­τια στὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν τὸ στούν­τιό της. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἔ­μοια­ζε μὲ παι­δι­κὸ δω­μά­τιο, τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ δὲν μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά του. Ἔ­λε­γε ὅ­τι μᾶλ­λον θὰ ζω­γρά­φι­ζε, μᾶλ­λον θὰ ἦ­ταν ζω­γρά­φος, ἂν τὸ στούν­τιο εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει φῶς, του­λά­χι­στον ὄ­χι φῶς ποὺ ἀ­ξί­ζει νὰ ζω­γρα­φί­σεις. Κι ἂν μὴ τί ἄλ­λο, ἔ­λε­γε, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ φῶς. Τὸ ἴ­διο κι ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἔ­λε­γε ὁ σύ­ζυ­γός της, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δι­α­φω­νοῦ­σε. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι θὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ κά­τι ἄλ­λο, για­τὶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἐ­ξα­σκοῦ­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ψυ­χα­νά­λυ­ση, πα­ρὰ τὴν ἀ­που­σί­α φω­τὸς στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       Στὸ δω­μά­τιο ποὺ ὁ ψυ­χί­α­τρος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ λη­μέ­ρι του, μι­σὸ τε­τρά­γω­νο πε­ρί­που ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, εἶ­χε ἕ­να στε­ρε­ο­φω­νι­κὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν Αὐ­στρί­α καὶ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Τὰ ἠ­χεῖ­α του —ἕ­να ζευ­γά­ρι— εἶ­χαν τὸ μέ­γε­θος ψυ­γεί­ου. Ὁ ἐ­νι­σχυ­τὴς καὶ ὁ προ­ε­νι­σχυ­τής του τοὺς ἔ­δι­νε τό­ση ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ ἀ­κού­γον­ταν ὣς τὸ Κό­νι Ἄι­λαντ, ὅ­που εἶ­χε γεν­νη­θεῖ καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­πο­δρά­σει. Κά­πο­τε ἔ­βα­λε νὰ παί­ξει τὴν «Κά­στα Ντί­βα» τῆς Μα­ρί­ας Κά­λας γιὰ μέ­να – καὶ ἔ­κα­νε τὸ μπου­φάν μου νὰ φαί­νε­ται σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σα ἐ­νάν­τια σὲ ἰ­σχυ­ρὸ ἄ­νε­μο. Ἡ βλε­φα­ρί­δα στὰ αὐ­τιά μου πα­ρέ­μει­νε πε­σμέ­νη γιὰ μέ­ρες. Στὴ ρὸκ μου­σι­κή, ὑ­πέ­θε­τε, μό­νο οἱ The Who μπο­ροῦ­σαν νὰ παί­ξουν δυ­να­τό­τε­ρα. Ἤ­μουν εὐ­γνώ­μων ποὺ δὲν εἶ­χε δί­σκο τῶν The Who, ἢ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ρόκ, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι. Ὅ­λα ἦ­ταν κλα­σι­κὴ γιὰ τὸν ψυ­χί­α­τρο.

       Συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν γιὰ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ζω­ῆς δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν ἀλ­λὰ ἤ­μουν σχε­δὸν σί­γου­ρος πὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση θὰ ἦ­ταν ἀρ­νη­τι­κή. Πί­στευ­α πὼς σί­γου­ρα ἦ­ταν ἔ­τσι γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ ψυ­χιά­τρου, ἕ­να ἀ­γό­ρι τρι­ῶν ἐ­τῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὸ στὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ στὸ γά­λα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ ἕ­να κο­ρί­τσι ἕ­ξι ἐ­τῶν, ποὺ κά­ποι­ες φο­ρὲς ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο μὲ μιὰ πέ­τρα καὶ σοῦ τὴν ἔ­δι­νε λέ­γον­τας «ὁ­ρί­στε, σοῦ ἔ­φε­ρα αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο», κι ἐ­σὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σεις «πω­πῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ» καὶ νὰ τὴ βά­λεις στὴν τσέ­πη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρά­θυ­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πε­τά­ξεις ἔ­ξω.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.

[τοῦ Γιώργη Ἀνεμογιάννη]


ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤὉΛΟΣ λί­γες μέ­ρες πρω­τύ­τε­ρα, μα­ζὶ μὲ ρου­με­λι­ώ­τι­κα στρα­τέ­μα­τα στελ­μέ­να ἀ­πὸ στε­ριᾶς, εἶ­χε δο­κι­μά­σει νὰ κυ­ρι­έ­ψῃ τὸν Ἔ­πα­χτο [Ναύ­πα­χτο] καὶ τὸ Κα­στέλ­λι τὸ ρου­με­λι­ώ­τι­κο [Ἀν­τίρ­ριο], μὰ τί­πο­τε δὲν κα­τά­φε­ρε. Τό­τε, χω­ρὶς δύ­να­μη στε­ρια­νή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ χτυ­πή­σῃ μό­νος τὰ τούρ­κι­κα κα­ρά­βια ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να κά­του ἀ­πὸ τὸ Κά­στρο τοῦ Ἐ­πά­χτου, κά­στρο ἀρ­μα­τω­μέ­νο μὲ βα­ριὰ κα­νό­νια. Μὲ μέ­σα πρό­χει­ρα ἀρ­μα­τώ­σα­νε, πρώ­τη φο­ρά, μπουρ­λό­το, μὰ ὅ­ταν ζη­τῆ­σαν ἀ­νά­με­σα στὰ πλη­ρώ­μα­τα τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ θὰ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ μπουρ­λό­το, κα­νέ­νας ἀ­π’ τοὺς ὀ­χτα­κό­σιους ναῦ­τες τοῦ στό­λου, οὔ­τε Σπε­τσι­ώ­της οὔ­τε Ὑ­δραῖ­ος οὔ­τε Ψα­ρια­νός, δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε πα­ρὰ ἕ­να ναυ­τά­κι Πα­ξι­νός, τ’ ὄ­νο­μά του Γι­ώρ­γης.

       Οἱ κα­πε­τά­νιοι τοῦ στό­λου ποὺ τὸν εἶ­δαν ἔ­τσι ντρο­πα­λὸ καὶ τό­σο νει­ό, το­νὲ ρω­τῆ­σαν τί ζη­τά­ει πλη­ρω­μή του.

       Ὁ Γι­ώρ­γης εἶ­πε μὲ χα­μό­γε­λο καὶ πρό­σχα­ρη τὴν ὄ­ψη:

       — Τώ­ρα δὲ θέ­λω τί­πο­τε, μὰ ἂν δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς καὶ πε­τύ­χω, τό­τε θὰ σᾶς πά­ρω ἀ­πὸ δέ­κα τάλ­λα­ρα νὰ κά­μω ἕ­να χά­ρι­σμα τῆς ἀρ­ρε­βω­νι­α­στι­κῆς μου.

       Κά­θι­σε στὸ τι­μό­νι ὁ Πα­ξι­νὸς μο­νά­χος, κι’ ἀ­πὸ πί­σω ἔ­σερ­νε τὴ βάρ­κα μὲ γε­ρὰ πα­λη­κά­ρια στὰ κου­πιὰ γιὰ νὰ τὸν πά­ρουν, ἀ­φοῦ θἄ­βα­νε τὴ φω­τιά.

       Τὸ μπουρ­λό­το ἔ­φτα­σε κον­τὰ στὸ κά­στρο· τὰ Τούρ­κι­κα κα­ρά­βια καὶ τοῦ κά­στρου τὰ κα­νό­νια ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὸ χτυ­ποῦν. Τό­τε τῆς βάρ­κας ὁ κα­πε­τά­νιος, ὁ Σπε­τσι­ώ­της Μυρ­για­λῆς, βι­ά­στη­κε κ’ ἔ­βα­λε τὴ φω­τιὰ στὸ μπουρ­λό­το ἀ­φί­νον­τας μέ­σα καὶ τὸν Πα­ξι­νό. Ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ἀ­πὸ φό­βο τά­χα ἢ ἀ­πὸ βι­α­σύ­νη ἄ­και­ρη; Ἄ­να­ψε ἀ­μέ­σως τὸ μπουρ­λό­το, κι’ ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα φω­νά­ζα­νε τοῦ Πα­ξι­νοῦ νὰ πέ­σῃ στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ γλυ­τώ­σῃ, μὰ αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε. Ἡ πλώ­ρη τοῦ μπουρ­λό­του και­γό­ταν ὅ­λη, τὰ τούρ­κι­κα κα­νό­νια ξερ­νού­σα­νε τὴς μπά­λες γύ­ρω του, κι’ αὐ­τὸς δὲν ἔ­φευ­γε. Μὰ τὸ μπουρ­λό­το του γύ­ρι­σε ἀν­τί­πλω­ρα στὸν ἄ­νε­μο, κ’ οἱ φλό­γες τό­τε σκε­πά­σαν ὅ­λο τὸ κα­τά­στρω­μα καὶ το­νὲ δι­ῶ­ξαν ἀ­πὸ ‘­κεῖ. Τοῦ κά­κου πιὰ πά­λαι­βε μὲ τὰ στοι­χειά, τὸν ἄ­νε­μο καὶ τὴ φω­τιά· ὁ Πα­ξι­νὸς καὶ πά­λι δὲν ἤ­θε­λε μή­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ νὰ νι­κη­θῇ.

       Κρε­μά­στη­κε ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πρύ­μη μ’ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ τὄ­φτεια­σε πα­λάγ­κο, πρό­χει­ρα, κ’ ἐ­κεῖ­θε κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ φλο­γι­σμέ­νο του σκα­φί­δι, μὰ σὲ λί­γο οἱ φλό­γες το­νὲ δι­ῶ­ξαν κι’ ἀ­πὸ τὸ πα­λάγ­κο του. Ὁ Πα­ξι­νὸς ἔ­πε­σε τό­τε στὸ νε­ρὸ καὶ κο­λυμ­πῶν­τας πο­λε­μοῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ κυ­βερ­νή­σῃ κα­τὰ τὸ σκο­πό του, ὥ­σπου τούρ­κι­κες βάρ­κες τὸν κυ­κλῶ­σαν καὶ τὸν πή­ρα­νε, μὰ σύ­ρα­νε καὶ τὸ μπουρ­λό­το μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὰ κα­ρά­βια τους.

       Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­πε­τά­νιοι ἀρ­γά, ὅ­μως καὶ τοῦ κά­κου δο­κι­μά­σα­νε νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ὴ τοῦ Πα­ξι­νοῦ μὲ σκλά­βους καὶ μὲ χρή­μα­τα ποὺ δί­ναν.

       Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φοῦ το­νὲ σου­βλί­σαν καὶ τὸν ψῆ­σαν, ὕ­στε­ρα κρε­μα­σμέ­νον ἀ­πὸ τοὺς προ­μα­χῶ­νες το­νὲ δεί­χνα­νε γιὰ καύ­χη­μά τους τὸν ἀ­φάν­τα­στο τὸν ἥ­ρω­α, τὸ Γι­ώρ­γη Πα­ξι­νό.

       Γι­ώρ­γης Ἀ­νε­μο­γιά­ννης ἤ­τα­νε τ’ ὄ­νο­μά του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Φι­λή­μο­νος Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ. Γ´, σ. 336.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 272-273 [Τίτλος: «581.— Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τὸ ἄγαλμα τοῦ Γιώρ­γου Ἀνε­μογιάν­νη στὴν εἴ­σο­δο τοῦ λι­μα­νιοῦ τῆς Ναυ­πά­κτου. Ἔρ­γο (1966) τοῦ γλύ­πτη Νικό­λα (Νι­κό­λα­ου Παυ­λό­που­λου, 1909-1990).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ σπά­νια ἀ­φι­λο­κέρ­δεια

[τοῦ Παναγιώτη Γιατράκου]


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ἀ­πὸ λό­γο Βου­λευ­τῆ στὴ Βου­λή:

       — »Χει­μὼν δρι­μὺς ἦ­τον, ὅ­τε κα­τὰ τὸ 1822 πα­ρε­δό­θη ἡ Ἀ­κρο­κό­ριν­θος [14 Γε­νά­ρη], πλεῖ­στα δὲ λά­φυ­ρα πε­ρι­ῆλ­θον εἰς χεῖ­ρας ἡ­μῶν, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων πολ­λαὶ βα­ρύ­τι­μοι μη­λω­ταί. Ἔ­τρε­μεν ἐκ τοῦ ψύ­χους ὁ δι­ά­ση­μος τῆς Πε­λο­πον­νή­σου ὁ­πλαρ­χη­γὸς Πα­να­γι­ώ­της Γι­α­τρά­κος, καὶ ἀν­τὶ νὰ θέ­σῃ ἐ­πὶ τῶν ὤ­μων του μί­αν τῶν μη­λω­τῶν ἐ­κεί­νων, ἔ­γρα­ψεν εἰς τὴν οἰ­κο­γέ­νειάν του, ἥ­τις τῷ ἀ­πέ­στει­λε μί­αν πα­λαι­ο­κο­ζό­καν. Πα­ρά­δο­ξος ἐ­φά­νη (ἴ­σως δι­ό­τι δὲν ἐ­ξε­τι­μή­θη ἀρ­κούν­τως ἡ ἀ­φι­λο­κέρ­δεια τοῦ ἀν­δρὸς) καὶ εἰς τὸν Γα­βρι­ὴλ Ἀ­μα­νί­την καὶ εἰς τὸν Γε­ώρ­γιον Σπυ­ρί­δω­νος (τὸν ἐκ δυ­σπρα­γί­ας πα­ρα­φρο­νή­σαν­τα καὶ ἀ­πο­βι­ώ­σαν­τα πρό τι­νος χρό­νου ἐν­ταῦ­θα) καὶ εἰς τὸν Ἠ­λί­αν Μπισ­μπί­κην, καὶ εἰς αὐ­τὸν ἔ­τι τὸν ἀ­γο­ρεύ­ον­τα, νε­α­νί­αν τό­τε, ἡ τοια­ύτη τοῦ στρα­τη­γοῦ δι­α­γω­γή, ἐ­ρω­τώ­με­νος δὲ πε­ρὶ ταύ­της ἔ­λε­γεν:

       — »Ἀ­δερ­φού­λια μου, ὅ­σο ἔ­χω φο­ρέ­μα­τα στὸ σπί­τι μου, οἰ­κο­νο­μοῦ­μαι· ὅ­ταν τε­λει­ώ­σουν, ἂς εἶ­ναι κα­λὰ ἡ πα­τρί­δα».



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Δ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 60, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 141 [Τίτλος: «269.— Τὸ κα­πό­το καὶ ἡ γού­να.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι

[τοῦ Γιώργου Τσόγκα]


ΣΟ ΜΙΣΟΥΣΕ τοὺς Τούρ­κους, τό­σο τὴς Τουρ­κά­λες τὴς εἶ­χε στὴν καρ­διά του. Κά­πο­τε ἅρ­πα­ξε μιὰν ὄ­μορ­φη Τουρ­κο­πού­λα καὶ δὲν ἐν­νο­οῦ­σε πειὰ νὰ χω­ρι­στῇ ἀ­π’ αὐ­τή. Τό­τε ἡ κυ­ρὰ Τσόγ­και­να πῆ­γε στὸ Δε­σπό­τη καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε.

       — Ὠ­ρέ, ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναῖ­κα μου, εἶ­πε ὁ πα­λιὸς ὁ Κλέ­φτης, μὰ παι­διὰ δὲ μοῦ κά­νει, καὶ πῆ­ρα του­τη­δῶ νὰ μοῦ κά­νῃ κα­νέ­να…

       Ὁ Δε­σπό­της, τί νὰ κά­μῃ; Συ­φω­νή­θη­κε νὰ βα­φτι­στῇ μο­να­χὰ τὸ χα­νου­μά­κι, καὶ ἂς πά­ῃ στὴν εὐ­κή. Πῆ­ρε ὁ Δε­σπό­της κα­μιὰ δι­α­κο­σα­ριὰ ρουμ­πι­έ­δες (σὰν πολ­λοὶ φαί­νον­ται), κι’ ὁ γέ­ρο-Τσόγ­κας ἔ­ζη­σε μὲ τὸ χα­ρέ­μι του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Voutier, Lettres sur la Grèce, Paris, 1826 σ. 60.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 142-143 [Τίτλος: «274.— Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


«Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ ἄγνωστου παλληκαριοῦ του]


— «ΠΟΘΕΝ ἡ φρά­σις, ἡ κοι­λιά του παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη;

       »Μέ­χρι τοῦ 1860 ἐν Ἀ­θή­ναις ὁ δι­ερ­χό­με­νος τὴν ὁ­δὸν Αἰ­ό­λου ἔ­βλε­πε πα­ρὰ τὴν Χρυ­σο­σπη­λαι­ώ­τισ­σαν ἑ­ξη­κον­τού­τη τι­νὰ μι­ξο­πό­λιον*, κά­τι­σχνον, αὐχ­μη­ρόν, ρα­κώ­δη φο­ροῦν­τα φου­στα­νέλ­λαν καὶ ξε­φτι­σμέ­να με­ϊν­τα­νο­γέ­λε­κα, ἔ­χον­τα δὲ φέ­σιον πε­ρι­δε­δε­μέ­νον διὰ ρυ­πα­ροῦ μαύ­ρου μαν­δη­λί­ου. Ἦ­το στρα­τι­ώ­της τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Πλη­σί­ον τῆς μαρ­μα­ρί­νης κρή­νης καὶ ἐ­πὶ τῆς ὑ­πε­ρυ­ψή­λου λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἐ­κά­θη­το σταυ­ρο­πό­δι κα­τὰ γῆς. Οἱ Ἕλ­λη­νες δι­ήρ­χον­το παμ­πλη­θεῖς πρὸ αὐ­τοῦ, καλ­λί­τε­ροι οἱ τό­τε τῶν ση­με­ρι­νῶν, ἀλ­λὰ πο­λὺ ὑ­πο­δε­έ­στε­ροι τῶν ἀν­δρῶν, με­θ’ ὧν συ­νε­πο­λέ­μη­σεν ἐ­κεῖ­νος κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να. Εὐ­τυ­χής, ὅ­τι δὲν τοὺς ἔ­βλε­πεν. Ἦ­το τυ­φλός. Εἴς τι καυ­κί­ον τι­νὲς τῶν πα­ρερ­χο­μέ­νων ἔρ­ρι­πτον ὀ­λί­γα λε­πτά. Ἦ­το λοι­πὸν ἐ­παί­της; Ὄ­χι, ἦ­το ἀ­οι­δός. Ἔ­χα­σε τὰ ὄμ­μα­τά του εἰς τὴν μά­χην τοῦ Φα­λή­ρου. Τὰ τι­μη­μέ­να ἄρ­μα­τά του ἐ­πώ­λη­σε διὰ νὰ ζή­σῃ ἐ­πί τι­να χρό­νον. Ἔ­πει­τα λύ­ραν εἰς τὰς χεῖ­ρας κρα­τῶν, πλα­νώ­με­νος ἀ­νὰ τὴν Ρού­με­λην, ἣν ἄλ­λο­τε δι­ῆλ­θεν ὡς πο­λε­μι­στής, ἦλ­θεν εἰς Ἀ­θή­νας, ὑ­πὲρ τῆς ὁ­ποί­ας ἀ­πώ­λε­σε τὴν ὅ­ρα­σίν του. Εἰς τὸν κορ­μὸν τῆς λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἔ­ψαλ­λεν ἄ­θλους ἀν­δρῶν ἡ­ρώ­ων. Ἀλ­λὰ τὸ συ­νη­θέ­στα­τον καὶ προ­σφι­λέ­στα­τον ᾆ­σμά του ἦ­το τὸ ἀρ­χό­με­νον οὕ­τω: “Τρί­α που­λά­κια κά­θον­ται στὸ κά­στρο τῆς Ἀ­θή­νας…”, ἔν­θα ἐ­ξαί­ρον­ται οἱ πρὸς λύ­σιν τῆς πο­λι­ορ­κί­ας τῆς Ἀ­κρο­πό­λε­ως ἀ­γῶ­νες τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ ὁ διὰ τοῦ­το θά­να­τος αὐ­τοῦ. Ἔ­λαμ­πε τό­τε τὸ αὐχ­μη­ρὸν πρό­σω­πον τοῦ τυ­φλοῦ ἀ­οι­δοῦ, ἀλ­λὰ καὶ δά­κρυ­α ἔ­βρε­χον τὰς κα­τί­σχνους πα­ρειάς του, ὅ­ταν μά­λι­στα ἔ­ψαλ­λε τὴν ἐ­πῳ­δόν: “Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ”, ὅ­λην του τὴν ψυ­χὴν ἐμ­βάλ­λων εἰς τὰς χορ­δὰς τῆς πε­νι­χρᾶς λύ­ρας ὁ πει­να­λέ­ος ἀ­οι­δός. Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­τὰ τὸ “ἡ κοι­λιά του παί­ζει λύ­ρα ἢ ταμ­που­ρᾶ” πα­ρῴ­δη­σαν αὐ­τήν».


* μι­ξο­πό­λιος· ψαρομάλλης.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­φη­με­ρὶς τῶν Συ­ζη­τή­σε­ων» 7 Μα­γιοῦ 1895.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 264 [Τίτλος: «572.— «Παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη».].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), Τυ­φλὸς τραυ­μα­τίας, Ἐ­θνι­κὴ Πι­να­κο­θή­κη – Μου­σεῖο Ἀ­λε­ξάν­δρου Σού­τζου.



		

	

Άθανασία Μαυρομμάτη: Ἀμάκα


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Ἀ­μά­κα*


ΑΘΙΣΤΗ στὰ πόδια σου. Μὲ χό­ρευ­ες. Ποῦ καὶ ποῦ μοῦ ’­δι­νες καὶ κά­να μπά­τσο. Ἀ­νά­λα­φρο, δρο­σι­στι­κό. Δρο­σι­ζό­μου­να στὴν ἀ­νοι­χτή σου τὴ φού­στα τὴ γκρί­ζα μὲ τὰ στι­κτὰ λα­χού­ρια, τὴν ξα­σπρι­σμέ­νη ἀ­π’ τ’ ἀ­τέ­λει­ω­τα πλυ­σί­μα­τα, τὴ μα­λα­κιὰ σὰν τ’ ἄγ­γιγ­μά σου. Μύ­ρι­ζα τὶς μυ­ρω­δι­ές της, ψω­μὶ φουρ­νι­στὸ καὶ κρα­βα­τί­να καὶ κλά­δες τοῦ ξυ­λό­φουρ­νου καὶ χῶ­μα καὶ πέ­τρα κι ἀ­σβέ­στη. Μοῦ σπά­γα­νε τὴ μύ­τη. Μὲ ζέ­σται­ναν. Ξέ­ρω ποὺ μ’ ἀ­γά­πα­γες, τὸ κα­τά­πι­να μέ­σα ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­σα σου τὴ χλω­ρή, τὶς τοῦ­φες τ’ ἀ­χτέ­νι­στα μαλ­λιά σου, γκρί­ζα, ἄλ­λα κι­τρι­νό­λευ­κα, σὰν τὰ μπαμ­πά­κια καὶ τ’ ἀ­φρο­λὲξ τὰ πε­τα­μέ­να στὴ γω­νιὰ τῆς αὐ­λῆς μὲ τὰ κλα­ριά. Ποὺ δὲ προ­λά­βαι­νες νὰ σκου­πί­σεις. Γέ­λα­γες κι ἀ­στρά­φταν σάρ­κι­να τὰ οὖ­λα σου καὶ τὰ λί­γα δόν­τια ποὺ σ’ ἀ­πο­μεῖ­ναν. Ἂν εἶ­χες γά­λα τὸ ξέ­ρω, θά ’­βγα­ζες νὰ μὲ βυ­ζά­ξεις. Για­τί μ’ ἀ­γά­πα­γες δὲ ξέ­ρω. Ξέ­μα­θα ἀ­πὸ λο­γι­κὴ κον­τά σου. Ἔ­βα­ζες μιὰ φω­νὴ πού­ι πού­ι πού­ι νὰ μα­ζέ­ψεις τὶς κό­τες καὶ τὰ που­λιά, ν’ ἀ­πι­θώ­σεις τὸ τσίγ­γι­νο τ’ ἀγ­γει­ὸ μὲ τὰ ψω­μιὰ τὶς κό­ρες μου­σκε­μέ­να. Κα­τό­πι νὰ μά­σεις τὶς δου­λει­ὲς γρή­γο­ρα-γρή­γο­ρα, νὰ προ­κά­μεις νὰ μοῦ φέ­ρεις τ΄αὐ­γού­λι ζε­στὸ ἀ­κό­μα ἀ­π’ τὴν κό­τα. Νὰ μοῦ τὸ λει­ώ­σεις στὸ πο­τή­ρι μὲ τὰ κομ­μά­τια τὶς ψί­χες. Τὸ γά­λα τὸ ζε­στὸ μὲ μπου­κι­ὲς ψω­μὶ μέ­σα. Γά­λα ἀ­π’ τὸ τε­νε­κε­δά­κι βρα­σμέ­νο μὲ τὴν πέ­τσα του, ἄρ­με­γες τὴν κα­τσί­κα μὲ τὴν ἴ­δια τρυ­φε­ρά­δα, ὅ­μοι­α τὴ ζέ­στα ποὺ ζύ­μω­νες. Κι ὕ­στε­ρα τὴν πίτ­τα. Ἀρ­μά­θια­ζες τὰ κα­πνὰ κα­θι­σμέ­νη κα­τά­χα­μα κι ἐ­γὼ στὸν κύ­κλο δί­πλα σου τρυ­ποῦ­σα γρή­γο­ρα τὸ μί­σχο τοῦ κα­πνό­φυλ­λου μὲ τὴ βε­λό­να καὶ τή­ρα­γα τὰ χέ­ρια σου. Μαυ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο, νύ­χια κα­τά­μαυ­ρα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα καὶ τὴν κόλ­λα ἀ­π’ τὰ κα­πνά. Τὰ κα­θα­ρό­τε­ρα χέ­ρια πού ’­δα. Τὸ κομ­μά­τι τ΄ἁ­πλό­χε­ρο τὴ φλα­ού­να μοῦ τὴν ἔ­φερ­νες καυ­τή, δι­κό σου τυ­ρὶ τ’ ἁλ­μυ­ρό, ὁ φοῦρ­νος μὲ τ’ ἀ­πόξυ­λα κα­τά­μαυ­ρος, κα­τά­μαυ­ρος κι ὁ δί­σκος, τὸ τα­ψί σου. Τ’ ἄλ­λο τὸ μαῦ­ρο τὸ φου­στά­νι μὲ τὶς πα­ρα­μά­νες π’ ἄλ­λα­ζες, μύ­ρι­ζες σβου­νιὰ καὶ χῶ­μα καὶ κάμ­μα. Μὲ ξε­κού­φαι­νες σὰ φώ­να­ζες κι εἶ­χες τ’ ἄγ­γιγ­μα τ’ ἀ­λα­φρό­τε­ρο καὶ μοῦ ’­στρω­νες τὰ πιὸ δρο­σε­ρὰ στρω­σί­δια, σκλη­ρὰ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα. Στὴ σκά­φη πλυ­μέ­να μὲ τὸ πρά­σι­νο σα­πού­νι. Καὶ τὸ χει­μώ­να τὰ στρω­σί­δια τὰ σκλη­ρὰ τὰ κόκ­κι­νά τὰ κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σου, ποὺ μὲ τσιμ­ποῦ­σαν καὶ μὲ τεί­χι­ζαν μ’ ὅ­λη τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κό­σμου. «Ἀ­πὸ κά­τω ἡ βε­λέν­τζα, ἀ­πὸ πά­νω ἡ μαν­τα­νί­α.»

        Ἡ βρύ­ση ἤ­τα­νε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ κι ἔ­παιρ­νες τὸ νε­ρὸ μὲ τὸ στα­μνὶ κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ μπι­τό­νι. Τὸ κου­βά­λα­γες στὸ κε­φά­λι ὅ­πως καὶ τὰ κα­λά­θια μὲ τ’ αὐ­γά, τὰ κα­πνά, τὰ ξύ­λα, τὶς ἐ­λι­ές. Ἀ­νέ­βαι­νες ὁ­λόρ­θη τὸν ἀ­νή­φο­ρο ἀ­πὸ κά­τω τὴ λάκ­κα καὶ γε­λοῦ­σες ὁ­λά­κε­ρη μὲ τὸ φορ­τί­ο ἄγ­γι­χτο στὴν κορ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, γκρί­ζες ἄ­κρες νὰ ξε­φεύ­γουν τὸ μαν­τή­λι. Στὰ λι­ο­στά­σια σκαρ­φά­λω­νες ἀ­πὰ στὰ δέν­τρα κι ὕ­στε­ρα ρά­βδι­ζες ἀ­πὸ κά­τω. Νὰ κου­βα­λᾶς κλά­ρες, νὰ σκύ­βεις ἀ­τέ­λει­ω­τα στὰ λι­ό­πα­να, νὰ δι­α­λέ­γεις τὸν καρ­πὸ τὸν ἀ­ση­μέ­νιο, τὸν μαῦ­ρο, τὸν πρά­σι­νο, τὸν κα­φε­τί. Τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ τ’ «αὐ­γού­λι» σου μοῦ τό ‘δι­νες στὸ πο­τή­ρι λι­ω­μέ­νο μὲ ψω­μὶ ξα­νὰ ἢ χτυ­πη­μέ­νο μὲ τὴ ζά­χα­ρη, ποῦ καὶ ποῦ μὲ μι­σὴ κου­τα­λιὰ « κα­φού­λ’».

        Στὶς χα­ρὲς ἕ­να γέ­λιο χί­λι­ες χρυ­σὲς εὐ­χές, στὰ θα­να­τι­κὰ ἴ­σια, ἀ­πό­το­μη, δω­ρι­κή. «Ἄ­ει, τρά­βα γιὰ ὕ­πνο τώ­ρα. Φτά­νουν τὰ δι­α­βά­σμα­τα.» Μοῦ ‘σβη­νες τὴ λάμ­πα. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε νε­ρὸ καὶ φῶς στὸ χω­ριό.

        Με­γά­λη Πέμ­πτη βρά­δυ νὰ ὁ­λο­λύ­ζεις τα­πει­νά, πα­ρα­πο­νε­τὰ , τ’ ἀρ­γό­συρ­το τὸ μυ­ρο­λό­γι τῆς Πα­να­γιᾶς. Τὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που σου στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, συ­γυ­ρι­σμέ­να στὸ κο­φί­νι τὸ κα­λό. Εἶ­χες πλη­γὲς βα­θι­ὲς στὰ πό­δια καὶ μιὰ φο­ρὰ ποὺ σὲ ρώ­τη­σά μοῦ ’­πες ποὺ πή­γαι­νες ξυ­πό­λη­τη ἀ­πὰ στὸ Καρ­πε­νή­σι, στὸν Πρου­σὸ στὴ Χά­ρη Της.

        Στὴν κη­δεί­α σου δὲν ἔ­κλα­ψα. Δά­κρυ δὲν ἔ­βγαι­νε. Μο­νά­χα τὰ κρι­νά­κια σου. Αὐ­τὰ τὰ ξερ­ρί­ζω­σα καὶ στά ’­φε­ρα στὸ προ­σκε­φά­λι. Νὰ γη­τέ­ψω τὸν ξερ­ρι­ζω­μό μου.


*ἀ­μά­κα: τζάμ­πα, χω­ρὶς πλη­ρω­μὴ (στὰ με­σο­λογ­γί­τι­κα)



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967). Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι (DEA, Paris IV-Sorbonne). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­λί­μου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ (ἐκδ. Στα­μού­λη) καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.