Ἀνδρέας Σεραφείμ: Πιγκουίκουλα


Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ


Πιγ­κου­ί­κου­λα

 

ΑΡΙΑ ἡ ἀτμόσφαιρα. Τέρ­μα τ’ ἀ­στεῖ­α, τὰ πει­ράγ­μα­τα, τὰ γέ­λια τους. Ἀ­πρό­σμε­νη σο­βα­ρό­τη­τα. Ξαφ­νι­κὴ βου­βα­μά­ρα. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο δι­α­βαί­νει ἀγ­κο­μα­χών­τας μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­φι­λο­νι­κού­με­νους λα­λέ­δες, μὲ τὶς κα­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­πλω­μα­τι­κῆς πιγ­κου­ί­κου­λας. Βλα­σταί­νει, ἄ­κου­σαν, αὐ­τὴ μό­νο εἰς τὴν Κύ­προν καὶ τὴν νό­τιον Τουρ­κί­αν, αὐ­τὴν ποὺ κά­πο­τε τὴ λέ­γαν Κι­λι­κί­αν, Λυ­κί­αν καὶ Πι­σι­δί­αν, σή­με­ρα ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Ὄ­μορ­φη θω­ριά. Γι­ο­μά­τη ἀν­θο­βο­λι­ές. Μυ­ρω­μέ­να μαν­τά­τα στὴν ὄ­σφρη­ση. Μα­λά­μα­τα σκέ­τα στὴν ἁ­φή. Ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ξε­γε­λά­ει. Μᾶλ­λον ξέ­ρουν. Σί­γου­ρα. Καὶ μό­νο τὴ μνή­μη νὰ χα­ρα­κώ­σει μπο­ρεῖ πιά. Μό­νο τὶς συ­νει­δή­σεις νὰ αὐ­λα­κώ­σει καὶ νὰ σκου­πί­σει τὶς χα­μο­γε­λι­ὲς ἀ­πὸ τὰ πρό­σω­πα. Κεν­τρί­ζει καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­νε­λέ­η­τα τὸ συ­ναί­σθη­μα εὐ­θύ­νης καὶ τῶν δε­κα­ε­φτὰ χρό­νων. Ἀγ­γί­ζει μὲ δέ­ος τὴ νε­α­νι­κὴ καρ­διά, λα­βώ­νει, κτυ­πᾶ δυ­να­τὰ καὶ συν­θέ­με­λα τὸν ἔκ­πλη­κτο, τὸν θο­ρυ­βη­μέ­νο νε­α­νι­κὸ νοῦ. Ἄλ­λο νὰ τ’ ἀ­κοῦς. Ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, προ­βλη­μα­τι­σμός, ὀρ­γή, ἀ­γα­νά­κτη­ση. Σκιά­ζουν τὸ βλέμ­μα, συν­νε­φιά­ζουν τὴν ὄ­ψη. Δι­και­ώ­μα­τα. Καὶ μιὰ μα­τω­μέ­νη ἁ­φή, ψυ­χι­κὴ καὶ σω­μα­τι­κή. Τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πιγ­κου­ί­κου­λα μου­λω­χτή. Γερ­μέ­νη ἐ­κεῖ, ἀ­νά­με­σα στὶς πλα­τυ­φυλ­λι­ὲς καὶ τὰ ἁ­γι­ο­κλή­μα­τα. Στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Θά­να­τος καὶ ζω­ή, λές, μα­ζί. Ἕ­τοι­μη νὰ σὲ δαγ­κά­σει. Καὶ νὰ σοῦ κό­ψει κομ­μά­τι. Ὅ­πως καὶ τό­τε. Σαράντα τρία χρό­νια πρίν. Ποὺ μᾶς ἔ­κο­ψε τὴ μι­σή. Καὶ μεί­να­με μο­νά­χοι. Ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι. Μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι. Τέ­λος πάν­τως. Ψη­λα­φοῦν κι’ ἀ­γναν­τεύ­ουν, ὀ­νει­ρο­πό­λα καὶ φαν­τα­στι­κά, αὐ­τὰ πού ‘­χαν καὶ δὲν ἔ­ζη­σαν, αὐ­τὰ ποὺ μὲ πά­θος λά­τρε­ψαν στὰ λό­για καὶ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, τὰ να­νου­ρί­σμα­τα καί τα ξορ­κί­σμα­τα. Ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να καὶ αὐ­τὰ ἀ­πὸ τὸν πό­θο καὶ τὸ καρ­τέ­ρι καὶ τὸ ἀ­γνάν­τε­μα καὶ τὴ μα­τιὰ ἐ­κεί­νη ποὺ δὲν ἔ­σβη­σε καὶ δὲν ξε­φτί­ζει. Αὐ­τὰ ποὺ ἀ­πὸ λά­θη, μί­ση, πά­θη, κι’ ἐ­γω­ι­σμοὺς δὲν κρα­τή­σα­με. Καὶ πα­ρα­δώ­σα­με. Για­τί; Δὲν ρώ­τη­σαν. Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­ξε­ραν. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ραν. Δὲν μί­λη­σαν. Τί νὰ ποῦν; Σώ­πα­σαν. Μιὰ βου­βὴ σι­ω­πὴ ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Μί­α σφιγ­μέ­νη γρο­θιά. Καὶ ἕ­να κρά­τη­μα. Μὴν πέ­σεις τώ­ρα. Κρά­τα. Ἕ­να χε­λι­δό­νι αὐ­θόρ­μη­τα, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σου­φρω­μέ­να φρύ­δια, τὰ μου­σκε­μέ­να μα­το­τσί­νο­ρα, πέ­τα­ξε μή­νυ­μα μέ­σῳ τῆς ἐκ­προ­σώ­που. Ἐ­μεῖς, βλα­στα­ρού­δια ἀ­πέ­τα­γα ἀ­κό­μα, σή­με­ρα, 16 τοῦ Μάρ­τη τοῦ 2000, καὶ κά­θε μέ­ρα πρὶν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τά, αὐ­τὴ ζη­τοῦ­με. Στὸν ὕ­πνο καὶ τὸ ξύ­πνιο μας αὐ­τὴ ψά­χου­με. Αὐ­τὴ γυ­ρεύ­ου­με. Αὐ­τὴν καρ­τε­ροῦ­με. Στη­μέ­νοι στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Κλεί­σα­με τὴ μι­κρὴ ζω­ὴ μας σ’ ἕ­να φά­κε­λο, σ’ ἕ­να μή­νυ­μα, σὲ μί­α φω­το­γρα­φί­α. Πιγ­κου­ί­κου­λα. Ἅ­γιος Ἰ­λα­ρί­ω­νας. Κύ­προς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ. Ἔκανε Κλα­σι­κές Σπου­δές καὶ Φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στήμιο Κύ­πρου (2008), με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ University of Texas at Austin (ΜΑ 2010) καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ University College London (PhD 2013). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ βι­βλί­α σὲ δι­ε­θνεῖς ἐκ­δο­τι­κοὺς οἴ­κους, Attic Oratory and Performance (Routledge 2017) καὶ Τhe Theatre of Justice (Brill 2017). Ἔ­χει, ἐ­πί­σης, ἐκ­δώ­σει ἀρ­κε­τὰ ἄρ­θρα σὲ δι­ε­θνῆ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


		
Advertisements

Ἀντώνης Παπαβασιλείου: Τὸ ξυπνητήρι


Ἀν­τώ­νης N. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου


Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι


ΗΣ ΕΙΧΑΝ ΠΛΗΓΙΑΣΕΙ τὰ δά­κτυ­λα. Τὸ νε­ρό, πα­γω­μέ­νο, ἔ­κα­με χω­ρά­φι στὰ χέ­ρια της. Ξη­μέ­ρω­νε Πρω­το­χρο­νιά, ἑ­τοί­μα­σε τὰ φύλ­λα τῆς πί­τας. Ἀ­λευ­ρω­μέ­νος ὁ κλώστης, τὴν κοίταγε μὲ ὑ­πο­μο­νή. Πι­στός.

         Με­τά, κα­λαμ­πό­κι στὶς κό­τες, ξύ­λα γιὰ τὴ φω­τιά. Ν’ ἀλ­λά­ξει μπο­τί­λια στὸ γκά­ζι.

         Θυ­μή­θη­κε, ἀ­νά­βον­τας τὸ φυ­τί­λι τῆς Πα­να­γιᾶς, τὴν ἀ­δελ­φή της. Χα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ ‘47. Μνήσθη­τι Κύ­ρι­ε. Κά­τω ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι νὰ χα­θοῦν οἱ κα­κί­ες μας.

         Τὰ τσίγ­κια στὸ κα­τώ­γι πά­λι στά­ζαν. Ποι­ὸς νὰ τ’ ἀλ­λά­ξει; Ἔ­σφι­ξε τὴν μαν­τή­λα κι ἄρ­χι­σε νὰ φου­καλ­νάει. Τὸ δα­δὶ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ «Ἑλ­λη­νι­κὸ Βορ­ρᾶ». Εἶ­χε τὴ σει­ρά της, τὰ ἤ­θε­λε ὅ­λα στὴν ἀ­ρά­δα.

         Στὴν κά­μα­ρα κοι­μό­ταν ὁ ἐγ­γο­νός. Τὴν εἶ­χε βά­λει νὰ κλει­δώ­σει τὸ ρο­λό­ι μέ­σα στὰ σα­ΐσμα­τα, στὴν με­σάν­τρα. «Τ’ ἄ­τι­μο τὸ ξυ­πνη­τή­ρι» ἔ­λε­γε γε­λα­στός.

         Νὰ μπό­ρα­γε ἔ­τσι νὰ κλεί­δω­νε τὸν χρό­νο, νὰ τὸν κου­κού­λω­νε γιὰ τὰ κα­λά, νὰ τὸν σώ­παι­νε.



Πη­γή: Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, φ. 709, 30-12-2016.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­δια­ίας Ἐ­φη­με­ρί­δας Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδο­νίας καὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο ΤΥΡΒΗ.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ ἀρχηγός



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ ἀρχηγός


ΑΛΗΘΕΙΑ εἶ­ναι ὅ­τι χρει­ά­στη­κε νὰ ξυ­πνή­σω. Οἱ κα­τα­ρα­μέ­νες μπί­ρες ποὺ εἶ­χα πι­εῖ τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ προ­κά­λε­σαν τὴν ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη…

       Τὰ περ­νά­γα­με ἀ­πί­θα­να σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­ξί­δι στὴν Κού­βα. Ἐ­γὼ ἤ­μουν ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ γκρούπ. Τοὺς πή­γαι­να παν­τοῦ. Γνώ­ρι­ζα κά­θε γω­νιὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἡ ὁ­μά­δα εἶ­χε δέ­σει.

       Χρει­ά­στη­κε ὅ­μως νὰ ξυ­πνή­σω καί, ὕ­στε­ρα, δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ.

       Τώ­ρα ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­δῶ, στὸ κρε­βά­τι μου, καὶ τὸ γκροὺπ ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὰ τυρ­κου­ὰζ νε­ρὰ ποὺ μό­νο ἐ­γὼ γνω­ρί­ζω.

       Ἄ­σχη­μα τὰ πράγ­μα­τα.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Μαρία Πανούτσου: Ντύσου τὰ ροῦχα τῆς γάτας σου



Μα­ρί­α Πα­νού­τσου


Ντύ­σου τὰ ροῦ­χα τῆς γά­τας σου


Ἡ Ἀϊσ­σά, Amica mia


ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄν­τε­χα τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς ἐν­τά­σεις. Ἡ φί­λη μου ἡ Ρου­μά­να μὲ τὴν μι­κρή της γά­τα ἀ­πὸ τὸ Σιάμ, παν­τρευ­ό­ταν καὶ θὰ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­με­ρι­κή. Ὁ κα­λός της, εἶ­χε ἕ­να σκύ­λο καὶ κα­μί­α συ­ζή­τη­ση στὴν πι­θα­νό­τη­τα γιὰ ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν μι­κρὴ γα­τού­λα. «Μιὰ χα­ψιὰ θὰ τὴν κά­νει ὁ σκύ­λος τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου» ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὰ λό­για μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ θὰ τὴν συ­νή­θι­ζε ὁ σκύ­λος μὲ τὸν και­ρὸ καὶ ἐ­κεί­νη αὐ­τόν. Μὲ κλά­μα­τα ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὴν Ἀϊσ­σὰ τριῶν μη­νῶν τό­τε, ἡ πρώ­τη της Μα­μά, ἡ Ρου­μά­να. Τὸ γα­τά­κι, ἕ­να ἄ­σπρο μπὲζ πραγ­μα­τά­κι, μὲ κα­φὲ ἤ­δη αὐ­τά­κια, μὲ γα­λά­ζια μά­τια μὲ μιὰ σα­γη­νευ­τι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα, ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­δύ­να­το καὶ πλή­ρως αἰ­σθα­νό­με­νο τὴν μοί­ρα του.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι, χω­ρὶς κὰν νὰ τὸ ἔ­χω προ­σχε­διά­σει καὶ χω­ρὶς προ­ε­τοι­μα­σί­α, ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἡ Ρου­μά­να ἔ­ψα­χνε γιὰ νέ­α μα­μὰ γιὰ τὴν γά­τα της, ἔ­φτα­σα στὴν πόρ­τα της καὶ χτύ­πη­σα τὸ κου­δού­νι. Ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της μὲ τὴν Ἀϊσ­σὰ γαν­τζω­μέ­νη στὴν μπλού­ζα μου , στὸ στῆ­θος μου ἐ­πά­νω, νὰ νοι­ώ­θω τὰ νυ­χά­κια της, νὰ πλη­γώ­νουν τὸ εὐ­αί­σθη­το δέρ­μα. Τὴν κρα­τοῦ­σα μὲ τὰ δύ­ο μου χέ­ρια καὶ τὴν πί­ε­ζα στὴν καρ­διά μου νὰ ἀ­κού­ει τοὺς χτύ­πους της, καὶ ἔ­τσι περ­πα­τή­σα­με μα­ζί, μέ­χρι τὴν οἰ­κί­α μου, ποὺ θὰ ἦ­ταν καὶ οἰ­κί­α τῆς Ἀϊσ­σᾶς. Στὴν δι­α­δρο­μὴ γί­να­με ἕ­να. Μὲ κα­τά­λα­βε καὶ τὴν κα­τά­λα­βα.

       Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α εἶ­χα βά­λει στὴν ζω­ή μου ἕ­να πλά­σμα ποὺ θὰ ἔ­μει­νε μα­ζί μου δε­κα­ο­χτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια. Τό­σο ἔ­ζη­σε ἡ Ἀϊσ­σά. Κά­πο­τε χρει­ά­στη­κε νὰ φύ­γω γιὰ μιὰ μέ­ρα, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πιὰ καὶ μὲ εἶ­χε πιὸ πο­λὺ ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ πο­τέ.

       Τὴν κρα­τοῦ­σε στὴν ζω­ὴ ἡ ἀ­γά­πη μας τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γω. Καὶ ὅ­ταν γύ­ρι­σα ἡ Ἀϊσ­σὰ δὲν ζοῦ­σε πιά.

       Τὴν Ἀϊσ­σά δὲν τὴν ἔ­βα­λα πο­τὲ σὲ κλου­βά­κι στὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α, στὰ αὐ­το­κί­νη­τα, στὰ τα­ξί, παν­τοῦ, ὅ­που καὶ νὰ με­τα­κι­νι­ό­μουν ἡ Ἀϊσ­σά, ἦ­ταν μέ­σα στὴν φαρ­διὰ ψά­θι­νη τσάν­τα ποὺ πάν­τα μὲ συ­νό­δευ­ε.

       Κά­πο­τε σὲ μιὰ γι­ορ­τή, στὴν Πλα­τεί­α τῆς Ἰ­ου­λί­δας στὴν νῆ­σο Κέ­α, στὸ νη­σὶ ποὺ βρί­σκω τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, ἔ­χον­τας τὴν Ἀϊσ­σὰ στὴν ψά­θι­νη τσάν­τα καὶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ κε­φα­λά­κι ἔ­ξω καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὶς με­τα­κι­νή­σεις μας, νὰ εὐ­φραί­νε­ται, μὲ ὅ­σα ἔ­βλε­πε, περ­πα­τού­σα­με λοι­πὸν κα­μα­ρω­τὲς καὶ οἱ δύ­ο καὶ γε­μά­τες πε­ρι­έρ­γεια γιὰ ὅ­σα συ­ναν­τού­σα­με γύ­ρω μας. Μὲ πλη­σιά­ζει τό­τε ὁ κύ­ριος Μοῦν­τος ἕ­νας πο­λὺ-πο­λὺ γέ­ρος φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κέ­α ποὺ εἶ­χα τὴν χα­ρὰ νὰ γνω­ρί­σω, κοι­τά­ζει τὴν γά­τα ποὺ ἤ­ρε­μη τὸν κοί­τα­ζε καὶ ἐ­κεί­νη καὶ λέ­ει: «Αὐ­τὸ μό­νο βα­σι­λιά­δες μπο­ροῦν νὰ τὸ κά­νουν» καὶ ἔ­φυ­γε.

       Ὁ κὺρ Δη­μή­τρης μὲ τὸ πα­ρα­τσού­κλι Μοῦν­τος, δὲν ἔ­λε­γε πολ­λά. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Εἶ­χε τὶς στα­θε­ρὲς ἀ­ξί­ες ποὺ εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τα πα­λιὰ καὶ ἂς φαί­νον­ταν λι­γό­τε­ρο δη­μο­κρα­τι­κές, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἕ­νας ἔν­τι­μος, ἄν­θρω­πος.

       Εἶ­χε δί­κιο ὁ κὺρ Δη­μή­τρης. «Μό­νο ἐ­μεῖς μπο­ρού­σα­με Ἀϊσ­σὰ νὰ τα­ξι­δεύ­ου­με ἐ­λεύ­θε­ρα χω­ρὶς κὰν νὰ τολ­μοῦν νὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦν τὴν ἁρ­μο­νί­α καὶ τὴ ἀ­σφά­λεια ποὺ ἔ­κρυ­βε ἡ ἀ­γά­πη μας.» Ἡ Ἀϊσ­σὰ μὲ συν­τρό­φευ­ε γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα ὅ­ταν μό­νη στὶς θε­α­τρι­κὲς δο­κι­μὲς μιᾶς ὄ­χι καὶ τό­σο εὐ­χά­ρι­στης μαρ­τυ­ρί­ας, τό­τε ποὺ δὲν ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι σ’ αὐ­τὲς τὶς δο­κι­μές, οὔ­τε ὁ βο­η­θὸς οὔ­τε κα­νεὶς συ­νερ­γά­της. Ἔ­βα­ζα τὴν Ἀϊσ­σὰ σὲ ἕ­να κα­ρε­κλά­κι ἀ­πέ­ναν­τί μου καὶ ξε­κι­νοῦ­σα. Ἐ­κεί­νη μὲ προ­σο­χὴ καὶ χω­ρὶς νὰ σα­λεύ­ει γιὰ τρεῖς μὲ τέσσερις ὧ­ρες μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­λει­πτα καὶ ἡ προ­σο­χή της μὲ κρα­τοῦ­σε σὲ με­γά­λη πει­θαρ­χί­α καὶ ἔν­τα­ση.

       Πάν­τα ἡ φω­το­γρα­φί­α σου δί­πλα στὸ κρε­βά­τι μου amica mia καὶ τὸ αἴ­σθη­μα τῆς μα­ται­ό­τη­τας ποὺ πε­ρι­ο­ρί­στη­κε κά­πως μὲ τὸν θά­να­τό σου. Εἶ­πα «ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε ἡ Ἀϊσ­σὰ μπο­ρῶ νὰ φύ­γω καὶ ἐ­γώ». Ἡ Ἀϊσ­σὰ εἶ­ναι θαμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ μιὰ Χα­ρου­πιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ κτή­μα­τος στὴν Κέ­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Πα­νού­τσου (Ἀ­θή­να) Σπού­δα­σε μου­σι­κή, χο­ρό, θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ καὶ φω­το­γρα­φί­α στὴν Ἑλ­λά­δα, Ἀγ­γλί­α, Πο­λω­νί­α. Ασχολεῖται μὲ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴν ποί­η­ση ἀ­πὸ τὸ 1979. Ἔ­ζη­σε στὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α στὸ Ἰ­ράκ, στὴν Κύ­προ καὶ στὸν Λί­βα­νο. Ἔχει ἐκ­δώ­σει τρεὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, τελευταῖο της βιβλίο Περ­πα­τών­τας στὸ δα­κτύ­λιο τοῦ Κρό­νου Ἢ Οἱ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις ἑ­νὸς ἄν­δρα ἀ­πὸ τὸ City.



		

	

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων



Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar)


Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων

(Continuidad de los parques)


ΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ νὰ δι­α­βά­ζει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει για­τὶ με­σο­λά­βη­σαν ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις καὶ τὸ ξα­νά­πια­σε στὸ τρέ­νο, γυρ­νών­τας στὸ κτῆ­μα του· ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν τρα­βή­ξει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πλο­κή, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν προ­σώ­πων. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἕ­να γράμ­μα στὸν πλη­ρε­ξού­σιό του καὶ συ­ζή­τη­σε μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη γιὰ τὸ μί­σθω­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ξα­νά­πια­σε τὸ δι­ά­βα­σμα στὴν ἠ­ρε­μί­α τοῦ ἀ­να­γνω­στή­ριου, ἀ­π’ ὅ­που ἡ θέ­α ἁ­πλω­νό­ταν στὸ πάρ­κο μὲ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Χω­μέ­νος στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, μὲ τὶς πλά­τες γυ­ρι­σμέ­νες πρὸς τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα κά­ποι­ων ἐν­δε­χό­με­νων πε­ρι­σπα­σμῶν, χά­ι­δευ­ε ποῦ καὶ ποῦ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο καὶ στρώ­θη­κε νὰ δι­α­βά­ζει τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α. Ἡ μνή­μη του εἶ­χε συγ­κρα­τή­σει χω­ρὶς κό­πο τὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν κεν­τρι­κῶν ἡ­ρώ­ων· σχε­δὸν ἀ­μέ­σως πα­ρα­σύρ­θη­κε μὲς στὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε μὲ πα­ρά­λο­γη σχε­δὸν ἡ­δο­νὴ τὸ ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν λί­γο-λί­γο, ἀ­ρά­δα τὴν ἀ­ρά­δα, ἀ­π’ ὅ,τι τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε, καὶ πὼς αἰ­σθα­νό­ταν πό­τε-πό­τε τὸ κε­φά­λι του ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὸ βε­λοῦ­δο τῆς ψη­λῆς ρά­χης, καὶ ὅ­τι τὰ τσι­γά­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸ χέ­ρι του, καὶ πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, τὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ δει­λι­νοῦ χό­ρευ­ε κά­τω ἀ­πὸ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Λέ­ξη μὲ λέ­ξη, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πο­τα­πὴ τε­λι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἡ­ρώ­ων, ἐ­νῶ ἀ­φη­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὶς εἰ­κό­νες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν καὶ ἀ­πο­κτοῦ­σαν χρῶ­μα καὶ κί­νη­ση, πα­ραυ­ρέ­θη­κε αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς τε­λι­κῆς συ­νάν­τη­σης στὴν κα­λύ­βα τοῦ δά­σους. Πρώ­τη μπῆ­κε ἡ γυ­ναί­κα, φο­βι­σμέ­νη· τώ­ρα ἦρ­θε ὁ ἐ­ρα­στὴς μὲ τὸ πρό­σω­πο γρα­τζου­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τί­ναγ­μα ἑ­νὸς κλα­διοῦ. Τοῦ φι­λοῦ­σε ὑ­πέ­ρο­χα τὶς γρα­τζου­νι­ὲς γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αἷ­μα, ἐ­νῶ αὐ­τὸς τρα­βι­ό­ταν ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὰ χά­δια, δὲν εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴν τε­λε­τουρ­γί­α ἑ­νὸς πά­θους κρυ­φοῦ ποὺ τὸ συγ­κά­λυ­πταν ἕ­νας σω­ρὸς φύλ­λα ξε­ρὰ καὶ μυ­στι­κὰ μο­νο­πά­τια. Τὸ στι­λέ­το ἔ­γι­νε χλια­ρὸ ἀ­κουμ­πών­τας στὸ στῆ­θος του, καὶ ἀ­πὸ κά­τω χτυ­ποῦ­σε ἡ ζα­ρω­μέ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ἕ­νας λα­χα­νια­στὸς δι­ά­λο­γος ξε­τυ­λι­γό­ταν μέ­σα στὶς σε­λί­δες σὰν ἕ­να πο­τά­μι ἀ­πὸ ἑρ­πε­τά, καὶ εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ὅ­λα εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Ὣς καὶ αὐ­τὰ τὰ χά­δια ποὺ τύ­λι­γαν τὸ σῶ­μα τοῦ ἐ­ρα­στῆ σὰν γιὰ νὰ τὸν συγ­κρα­τή­σουν καὶ νὰ τὸν με­τα­πεί­σουν, σχε­δί­α­ζαν φρι­κτὰ τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἑ­νὸς ἄλ­λου σώ­μα­τος, ποὺ ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ἐ­ξον­τω­θεῖ. Δὲν εἶ­χαν πα­ρα­λεί­ψει τί­πο­τα: ἄλ­λο­θι, συμ­πτώ­σεις, πι­θα­νὰ λά­θη. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸ κά­θε λε­πτὸ εἶ­χε τὴ σκο­πι­μό­τη­τά του, ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Τὴν ἄ­γρια καὶ ἀ­μεί­λι­κτη σκη­νὴ ποὺ τῆς ἔ­κα­νε, μό­λις ποὺ δι­έ­κο­πτε πό­τε-πό­τε ἕ­να χέ­ρι νὰ χα­ϊ­δέ­ψει ἕ­να μά­γου­λο. Ἄρ­χι­σε νὰ νυ­χτώ­νει.

       Χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, δε­μέ­νοι σφι­χτὰ στὸ ἔρ­γο ποὺ εἶ­χαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν, χω­ρί­στη­καν στὴν πόρ­τα τῆς κα­λύ­βας. Ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ τρα­βοῦ­σε κα­τὰ τὸ βο­ριά. Ἐ­κεῖ­νος, στὸ ἀν­τί­θε­το μο­νο­πά­τι, γύ­ρι­σε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὴν δεῖ νὰ φεύ­γει, μὲ τὰ μαλ­λιά της λυ­τά. Μὲ τὴ σει­ρά του ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει κι αὐ­τός, κα­τα­φεύ­γον­τας στὰ δέν­τρα καὶ τοὺς φρά­χτες, ὥ­σπου ξε­χώ­ρι­σε μὲς στὴ μα­βιὰ ὁ­μί­χλη τῆς χα­ραυ­γῆς τὴν ἀ­λέ­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ σπί­τι. Τὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γα­βγί­σουν, καὶ δὲν γά­βγι­σαν. Τὴν ὥ­ρα αὐ­τὴ ὁ ἐ­πι­στά­της δὲν ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἀ­νέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ μπῆ­κε. Μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ αἷ­μα ποὺ βού­ι­ζε στ’ αὐ­τιά του τοῦ ἐρ­χόν­ταν ἀ­κό­μα τὰ λό­για τῆς γυ­ναί­κας: πρῶ­τα μιὰ γα­λά­ζια αἴ­θου­σα, ὕ­στε­ρα ἕ­νας δι­ά­δρο­μος, με­τὰ μιὰ σκά­λα μὲ χα­λί. Στὸ πά­νω πά­τω­μα, δυ­ὸ πόρ­τες. Στὸ πρῶ­το δω­μά­τιο κα­νείς, στὸ δεύ­τε­ρο κα­νείς. Ἡ πόρ­τα τοῦ μι­κροῦ σα­λο­νιοῦ, καὶ ὑ­στέ­ρα, μὲ τὸ στι­λέ­το στὸ χέ­ρι, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, ἡ ψη­λὴ ρά­χης μιᾶς πρά­σι­νης, βε­λού­δι­νης πο­λυ­θρό­νας, τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄν­τρα ποὺ κά­θε­ται στὴν πο­λυ­θρό­να δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.



Πηγή: περ. Χάρτης, ἀρ. 10, Φεβρουάριος 1984. Τὸ πρω­τότυπο πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Fi­nal del ju­e­go (Τέ­λος τοῦ παι­χνι­διοῦ), 1956 (ἐκδ. Su­da­me­ri­ca­na).

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar) (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το(1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Δραματοποίηση:

Ἀχιλ­λέας Κυριακίδης (1999)

Ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=0zL9tb0y16g

https://www.youtube.com/watch?v=G_tFWxA7-ho

https://www.youtube.com/watch?v=GUDspbzxplE

https://www.youtube.com/watch?v=xGKqGyIeE9w

https://www.youtube.com/watch?v=2J0aA_XOvAE

https://www.youtube.com/watch?v=HrJNiwu-Ajs

Τὸ ἰσπανικὸ πρωτότυπο:

Διαβάζει ὁ Χούλιο Κορτάσαρ:

Julio Cortázar

Continuidad de los parques

Había empezado a leer la novela unos días antes. La abandonó por negocios urgentes, volvió a abrirla cuando regresaba en tren a la finca; se dejaba interesar lentamente por la trama, por el dibujo de los personajes. Esa tarde, después de escribir una carta a su apoderado y discutir con el mayordomo una cuestión de aparcerías, volvió al libro en la tranquilidad del estudio que miraba hacia el parque de los robles. Arrellanado en su sillón favorito, de espaldas a la puerta que lo hubiera molestado como una irritante posibilidad de intrusiones, dejó que su mano izquierda acariciara una y otra vez el terciopelo verde y se puso a leer los últimos capítulos. Su memoria retenía sin esfuerzo los nombres y las imágenes de los protagonistas; la ilusión novelesca lo ganó casi en seguida. Gozaba del placer casi perverso de irse desgajando línea a línea de lo que lo rodeaba, y sentir a la vez que su cabeza descansaba cómodamente en el terciopelo del alto respaldo, que los cigarrillos seguían al alcance de la mano, que más allá de los ventanales danzaba el aire del atardecer bajo los robles. Palabra a palabra, absorbido por la sórdida disyuntiva de los héroes, dejándose ir hacia las imágenes que se concertaban y adquirían color y movimiento, fue testigo del último encuentro en la cabaña del monte. Primero entraba la mujer, recelosa; ahora llegaba el amante, lastimada la cara por el chicotazo de una rama. Admirablemente restañaba ella la sangre con sus besos, pero él rechazaba las caricias, no había venido para repetir las ceremonias de una pasión secreta, protegida por un mundo de hojas secas y senderos furtivos. El puñal se entibiaba contra su pecho, y debajo latía la libertad agazapada. Un diálogo anhelante corría por las páginas como un arroyo de serpientes, y se sentía que todo estaba decidido desde siempre. Hasta esas caricias que enredaban el cuerpo del amante como queriendo retenerlo y disuadirlo, dibujaban abominablemente la figura de otro cuerpo que era necesario destruir. Nada había sido olvidado: coartadas, azares, posibles errores. A partir de esa hora cada instante tenía su empleo minuciosamente atribuido. El doble repaso despiadado se interrumpía apenas para que una mano acariciara una mejilla. Empezaba a anochecer.

            Sin mirarse ya, atados rígidamente a la tarea que los esperaba, se separaron en la puerta de la cabaña. Ella debía seguir por la senda que iba al norte. Desde la senda opuesta él se volvió un instante para verla correr con el pelo suelto. Corrió a su vez, parapetándose en los árboles y los setos, hasta distinguir en la bruma malva del crepúsculo la alameda que llevaba a la casa. Los perros no debían ladrar, y no ladraron. El mayordomo no estaría a esa hora, y no estaba. Subió los tres peldaños del porche y entró. Desde la sangre galopando en sus oídos le llegaban las palabras de la mujer: primero una sala azul, después una galería, una escalera alfombrada. En lo alto, dos puertas. Nadie en la primera habitación, nadie en la segunda. La puerta del salón, y entonces el puñal en la mano, la luz de los ventanales, el alto respaldo de un sillón de terciopelo verde, la cabeza del hombre en el sillón leyendo una novela.

Ἀνάλυση τοῦ κειμένου στὰ ἰσπανικὰ

ἀπὸ τὸν Fernando Chelle:

 

https://letralia.com/lecturas/2016/04/30/lectura-comentada-de-continuidad-de-los-parques-de-julio-cortazar/

 

Ἐ. Χ. Γονατᾶς: Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς


Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


ΙΤΡΙΝΟ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὄρ­θιοι στὰ σκα­λο­πά­τια τῆς μαρ­μα­ρέ­νιας ἀ­πο­βά­θρας, κοι­τά­ζου­με τὸ βα­θύ, τα­ραγ­μέ­νο νε­ρὸ τῆς λί­μνης.

        Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­στα­κὸς περ­νά­ει μπρο­στά μας· τό­σο κον­τὰ καὶ τό­σο ἀρ­γὰ κο­λυμ­πά­ει, ποὺ μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση γί­νε­ται ἀ­μέ­σως με­τα­ξύ μας: «Νὰ τὸν πι­ά­σου­με ἀ­π’ τ’ αὐ­τιά!».

        Ἁρ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ἕ­ν΄ αὐ­τὶ κι ἀρ­χί­ζου­με νὰ τὸν τρα­βᾶ­με. Τὸ αὐ­τὶ του εἶ­ναι με­γά­λο, μα­λα­κὸ καὶ κα­φτό. Κα­θὼς τὸν ἀ­νε­βά­ζου­με σι­γὰ-σι­γὰ καὶ μὲ κό­πο ἀ­π’ τὸ θο­λὸ νε­ρό, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ βα­ρύς, βλέ­πω πό­σο γε­λα­στή­κα­με. Δὲν ἀ­να­σύ­ρα­με, ὅ­πως νο­μί­ζα­με, τὸν ἀ­στα­κό, ἄλ­λα ἕ­ναν με­γα­λό­σω­μο οὐ­ραγ­κο­τάγ­κο μι­σο­πνιγμέ­νο, ποὺ χτυ­πι­ό­ταν γυ­ρεύ­ον­τας νὰ μᾶς ξε­φύ­γει.

        Με­τα­νι­ώ­νω ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα.

        Ὁ οὐραγ­κο­τάγ­κος δὲν ἔ­χει δύ­να­μη ν΄ ἀν­τι­στα­θεῖ καὶ σὲ λί­γο ὑ­πο­ταγ­μέ­νος ὁ­λό­τε­λα στὴν τύ­χη του, ἀ­φή­νει νὰ τοῦ δέ­σου­με τὰ σα­γό­νια μὲ τὸ σκοι­νί. Στὰ με­γά­λα μά­τια του, ὅ­πως μὲ κοι­τά­ζουν, δὲ δι­α­κρί­νω θυ­μὸ ἀλ­λὰ ἀ­πέ­ραν­τη θλί­ψη.

        Στὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­ζουν μέ­σα μου. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς μπλέ­χτη­κα σ’ ἕ­να ἀ­παί­σιο ἔγ­κλη­μα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ βρε­μέ­νος οὐραγ­κο­τάγ­κος, ποὺ τουρ­του­ρί­ζει κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὰ πό­δια μας, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζῶ­ο μὲ σπά­νια πνευ­μα­τι­κὰ προ­σόν­τα, ποὺ ὅ­μοι­ό του δὲ θὰ ξα­να­βρε­θεῖ· γνω­ρί­ζει ἄ­πται­στα τὴ γλώσ­σα ποὺ μι­λᾶ­με κι ἄλ­λες ἀ­κό­μα πολ­λές.

        Μιὰ κοι­τά­ζω τὰ χέ­ρια μου ποὺ ἔ­χει μεί­νει στὴν πα­λά­μη τους ἡ ζέ­στα τοῦ βε­λου­δέ­νιου του αὐ­τιοῦ, καὶ μιὰ τοῦ ρί­χνω ἔ­νο­χες μα­τι­ές, σὰν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει.

        Τὸ σο­φὸ ζῶ­ο μέ­νει βου­βό.

        Ἀ­πο­τρα­βι­έ­μαι πα­ρά­με­ρα κι ἀ­να­λύ­ο­μαι σὲ πο­τα­μοὺς δα­κρύ­ων.



Πηγή: Τὸ βάραθρο (διηγήματα, ἐκδ. Στιγμή, 1984).

 

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.


Ἠλίας Παπαμόσχος: Ἡ ἀλεποὺ τῆς σκάλας


Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος


Ἡ ἀ­λε­ποὺ τῆς σκά­λας


ΡΙΝΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τὶς δι­α­στά­σεις τοῦ πλα­τύ­σκα­λου, ἡ ἀ­λε­ποὺ ἦ­ταν μι­κρή. Ἡ σκά­λα ἀ­πὸ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ κα­ρυ­διά, δύ­σκο­λο νὰ τὸ δου­λέ­ψεις ξύ­λο, πο­λὺ σκλη­ρό, ὁ ξυ­λουρ­γὸς πά­θαι­νε ἀλ­λερ­γί­α καὶ τὸν πή­γαι­νε ὁ πα­τέ­ρας στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Κα­βα­λών­τας τὴν κου­πα­στὴ κα­τέ­βαι­να ἐ­κεῖ —ἀ­πὸ πά­νω με­τρών­τας ὄ­γδο­ο στὴ σει­ρὰ σκα­λί, για­τὶ τὰ ἄλ­λα ἔ­τρι­ζαν—, τὰ με­ση­μέ­ρια, ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς κοι­μόν­του­σαν, ἀ­παι­τών­τας νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α, πι­α­σμέ­νοι σὰν που­λά­κια στὴν ξό­βερ­γα τοῦ ὕ­πνου, εὐ­ά­λω­τοι, ἀ­νί­σχυ­ροι, κρα­ται­οὶ ὡ­στό­σο μὲς στὸν φό­βο ποὺ ἐ­νέ­σπει­ραν, τὸ βα­σί­λει­ό τους. Ἡ ἀ­λε­ποὺ λὲς καὶ μὲ πε­ρί­με­νε, σὰν φύ­λα­κας κοι­τών­τας, ἕ­νας σύν­τρο­φος πι­στός. Πο­τὲ δὲν τὴ χά­ι­δε­ψα, ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν πε­θα­μέ­νη. Γνω­ρί­ζω σὲ ποι­ὸ χω­ριὸ ὁ πα­τέ­ρας τὴ σκό­τω­σε. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ πά­τη­σε τὴ σκαν­δά­λη, τὸ καμ­πα­να­ριὸ τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου ἔ­δει­χνε σὰν δά­χτυ­λο ὑ­ψω­μέ­νο τὸν Θε­ό, τὰ νε­ρὰ ἔ­τρε­χαν στὴν πλα­τεί­α κι ἡ σκό­νη μύ­ρι­ζε κα­λο­καί­ρι. Ὁ τό­πος μὲς στὰ μά­τια της μαύ­ρι­σε σὰν ὥ­ρι­μο στα­φύ­λι.

        Τὸ δά­χτυ­λο ποὺ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε τὸ μο­λύ­βι εἶ­χε ἕ­να νύ­χι χα­ραγ­μέ­νο πέ­ρα πέ­ρα, ἔ­μοια­ζε σὰν δι­πλω­μέ­νο ψα­ριοῦ λέ­πι, ἔ­τσι κι ἡ ὕ­παρ­ξή της, στὰ δυ­ὸ χω­ρί­στη­κε. Τό­τε, στὶς ἄ­δει­ες κόγ­χες της, σὰν κρῆ­νες ὄ­μορ­φες σὲ πη­γὲς ξε­ρα­μέ­νες, τὰ γυ­ά­λι­να μά­τια προ­σάρ­μο­σε ὁ τα­ρι­χευ­τής, τὴν οὐ­ρά της μὲ σύρ­μα τέν­τω­σε (σὰν νὰ ζύ­γι­ζε τὴ σι­ω­πή), τὴ ζω­ὴ μι­μή­θη­κε τὸ ξε­ρὸ ρου­θού­νι μὲ βερ­νί­κι γυ­α­λί­ζον­τας.

        Ὅ­μως κι ὁ δεύ­τε­ρος χα­μός της δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ἔρ­θει· ὅ­ταν ἡ κοι­λιὰ της ξη­λώ­θη­κε καί, βρί­σκα­με στὰ σκα­λο­πά­τια χρυ­σὰ σκου­λή­κια τὰ ξύ­σμα­τα τοῦ ξύ­λου ποὺ κά­νει τὸ ρο­κά­νι, κι ἄ­λι­ω­το χι­ο­νά­κι ἡ τρί­χα ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὰ σα­γό­νια τῆς βώ­τρι­δας, τὴν ἔ­βγα­λε ὁ πα­τέ­ρας στὰ ἔ­ξω σκα­λιά, τῆς λη­σμο­νιᾶς, νὰ πε­ρι­μέ­νει τῆς σκου­πι­διά­ρας τὰ μα­χαί­ρια τὰ μά­τια της νὰ ἀ­λέ­σου­νε, σὲ ἄμ­μο νὰ τὰ γυ­ρί­σουν ξα­νὰ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τό­μο Ἡ ἀ­λε­ποῦ τῆς σκά­λας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Κί­χλη, 2015)

Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος (Καστοριά, 1967). Σπούδασε στὸ Τμῆμα Γεωλογίας Πατρῶν καὶ στὸ Ἐργαστήρι Ἐπαγγελματικῆς Δημοσιογραφίας τὸ 1993. Ἐργάστηκε ὡς βιβλιοϋπάλληλος στὴν Ἀθήνα καὶ ἀπὸ τὸ 1997 ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά του. Πρῶτο του βιβλίο: Καλὸ ταξίδι κούκλα μου… (διηγήματα, Κέδρος, 2004) καὶ τελευταῖο: Ἡ αλεπού τῆς σκάλας καὶ ἄλλες ἱστορίες (διηγήματα, Κίχλη, 2015).