Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα


ΝΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ παν­τρε­μέ­νη γυ­ναί­κα καὶ μὴ μπο­ρών­τας νὰ τὴ δε­λε­ά­σει, ἔ­πια­σε ἕ­να μά­γο καὶ τοῦ εἶ­πε: «Κά­νε την νὰ μὲ ἀ­γα­πή­σει ἢ κά­νε κά­τι γιὰ νὰ τὴ δι­ώ­ξει ὁ ἄν­τρας της.» Καὶ ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τὴν ἀ­μοι­βή, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὶς μα­γι­κές του μαγ­γα­νεῖ­ες καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται φο­ρά­δα. Ὅ­ταν ἦρ­θε λοι­πὸν ὁ ἄν­τρας της ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ τὴν εἶ­δε, ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ποὺ στὸ κρε­βά­τι του ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη μιὰ φο­ρά­δα. Κλαί­ει καὶ ὀ­δύ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος· μι­λά­ει στὸ ζῶ­ο καὶ ἀ­πάν­τη­ση δὲν παίρ­νει. Πα­ρα­κα­λεῖ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ· τοὺς φέρ­νει μέ­σα, τοὺς τὴ δεί­χνει καὶ λύ­ση δὲν βρί­σκει. Ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες οὔ­τε χόρ­το ἔ­φα­γε ὡς φο­ρά­δα, οὔ­τε ψω­μὶ ὡς ἄν­θρω­πος, στε­ρη­μέ­νη κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο τρο­φές. Τε­λι­κά, γιὰ νὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ φα­νεῖ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου, ἦρ­θε λο­γι­σμὸς στὸν ἄν­τρα της νὰ τὴν πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο· καὶ ἀ­φοῦ τῆς ἔ­βα­λε κα­πί­στρι σὰν ἄ­λο­γο, τὴν πῆ­γε στὴν ἔ­ρη­μο. Κα­θὼς λοι­πὸν πλη­σί­α­ζαν, στά­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοὶ κον­τὰ στὸ κελ­λὶ τοῦ Μα­κα­ρί­ου, ἐ­πι­τι­μών­τας τὸν ἄν­τρα της καὶ λέ­γον­τας: «Τί τὴν ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά­δα;» Καὶ τοὺς λέ­ει: «Γιὰ νὰ ἐ­λε­η­θεῖ». Τοῦ λέ­νε: «Καὶ τί ἔ­χει;» Τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα του καὶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἄ­λο­γο, καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι τρεῖς μέ­ρες ποὺ δὲν ἔ­χει φά­ει τί­πο­τα. Τὸ ἀ­να­φέ­ρουν στὸν Ἅ­γιο ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ προ­σευ­χό­ταν· δι­ό­τι τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ προ­σευ­χό­ταν γι’ αὐ­τήν. Ἀ­πο­κρί­νε­ται λοι­πὸν στοὺς ἀ­δελ­φοὺς ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος καὶ τοὺς λέ­ει: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε ἄ­λο­γα, ποὺ ἔ­χε­τε μά­τια ἀ­λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε, πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῶν ἀ­πα­τη­μέ­νων.» Καὶ ἀ­φοῦ εὐ­λό­γη­σε νε­ρὸ καὶ τὴν πε­ρι­έ­λου­σε κα­θὼς ἦ­ταν γυ­μνή, εὐ­χή­θη­κε· καὶ ἀ­μέ­σως τὴν ἔ­κα­νε νὰ φα­νεῖ σὲ ὅ­λους γυ­ναί­κα. Κι ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σε τρο­φή, τὴν ἔ­κα­με νὰ φά­ει, καὶ τὴν ἀ­πέ­λυ­σε μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἐ­νῶ αὐ­τὴ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Κύ­ριο. Καὶ τὴ συμ­βού­λευ­σε λέ­γον­τας: «Νὰ μὴ λεί­ψεις πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε νὰ ἀ­πό­σχεις ἀ­πὸ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α· δι­ό­τι αὐ­τὰ σοῦ συ­νέ­βη­σαν, ἐ­πει­δὴ γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες δὲν προ­σῆλ­θες στὰ μυ­στή­ρια.»



Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1980, σς 54-55.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Φυγανθρωπία



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Φυ­γαν­θρω­πί­α


ΚΑΘΗΤΟ ΠΟΤΕ ὁ Ἀβ­βᾶς Σι­σώ­ης εἰς τὸ ὄ­ρος τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου· καὶ χρο­νί­σαν­τος τοῦ δι­α­κο­νη­τοῦ αὐ­τοῦ ἐλ­θεῖν πρὸς αὐ­τόν, ἕ­ως μη­νῶν δέ­κα οὐκ εἶ­δεν ἄν­θρω­πον· πε­ρι­πα­τῶν δὲ ἐν τῷ ὄ­ρει, εὑ­ρί­σκει Φα­ρα­νί­την ἀ­γρεύ­ον­τα ἄ­γρια ζῶ­α· καὶ λέ­γει αὐ­τῷ ὁ γέ­ρων· πό­θεν ἔρ­χῃ; καὶ πό­σον χρό­νον ἔ­χεις ὧ­δε; ὁ δὲ ἔ­φη· φύ­σει Ἀβ­βᾶ, ἔ­χω ἕν­δε­κα μῆ­νας ἐν τῷ ὄ­ρει τού­τῳ καὶ οὐκ εἶ­δον ἄν­θρω­πον, εἰ μὴ σέ· ἀ­κού­σας δὲ ὁ γέ­ρων ταῦ­τα, εἰ­σελ­θὼν εἰς τὸ κελ­λί­ον, ἔ­τυ­πτεν ἑ­αυ­τόν, λέ­γων· ἰ­δοὺ Σι­σώ­η, ἐ­νό­μι­σας τί­πο­τε πε­ποι­η­κέ­ναι· καὶ οὐ­δὲ ὡς ὁ κο­σμι­κὸς οὗ­τος ἀκ­μὴν πε­ποί­η­κας.

Φυ­γαν­θρω­πί­α

Κα­θό­ταν κά­πο­τε ὁ Ἀβ­βᾶς Σι­σώ­ης στὸ ὄ­ρος τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου· καὶ κα­θὼς ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του κα­θυ­στε­ροῦ­σε πο­λὺ νὰ ἔρ­θει, γιὰ δέ­κα μῆ­νες δὲν εἶ­δε ἄν­θρω­πο. Περ­πα­τών­τας, λοι­πόν, στὸ ὄ­ρος συ­ναν­τᾶ κά­ποιον ἀ­πὸ τὴν Φα­ρὰν νὰ κυ­νη­γᾶ ἄ­γρια ζῶ­α. Καὶ τοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­σαι; καὶ πό­σον και­ρὸ βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ; Πράγ­μα­τι Ἀβ­βᾶ, ἔ­χω ἕν­τε­κα μῆ­νες στὸ βου­νὸ καὶ ἄν­θρω­πο δὲν εἶ­δα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σέ­να. Ἀ­κού­γον­τάς τα ὁ γέ­ρον­τας μπῆ­κε στὸ κε­λί του καὶ τά ‘βα­λε μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του λέ­γον­τας: νά Σι­σώ­η, νό­μι­σες ὅ­τι κά­τι ἔ­χεις κα­τα­φέ­ρει· καὶ δὲν τά ‘χεις κα­τα­φέ­ρει οὔ­τε ὅ­πως αὐ­τὸς ὁ κο­σμι­κός.

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 110.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz): Ἄλογα



Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz)


Ἄ­λο­γα

(Horses)


«ΑΛΟΓΑ εἶ­ν’ ὅ­λα στὴ ζω­ή», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πά­νω σ’ ἕ­να κορ­μό.

       Ὁ Σμέλ­γκορ εἶ­χε προ­σχω­ρή­σει σὲ μιὰ νέ­α θρη­σκεί­α: τὴν ἱπ­πο­λα­τρία. Πι­στεύ­α­νε πὼς τὰ πάν­τα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ἕ­να δέν­τρο ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ τοῦ­τα ἀ­λο­γά­κια ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Μο­να­δι­κὴ ἐ­ξαί­ρε­ση: τὰ ἴ­δια τ’ ἄ­λο­γα. Κεῖ­να ἤ­σαν ἕ­να πράγ­μα ἀ­δι­αί­ρε­το.

       «Μὰ κοί­τα δῶ», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον, κα­θι­σμέ­νος πλά­ι στὸν Σμέλ­γκορ, μ’ ἕ­να κλα­δά­κι ἐ­λά­της στὸ κα­πέ­λο του. «Σὰν τί θὰ συμ­βεῖ ἅ­μα πά­ρω τὸ τσε­κού­ρι μου καὶ κό­ψω τ’ ἄ­λο­γο στὰ δυ­ό;»

       «Μπο­ρεῖς νὰ τὸ κό­ψεις στὰ δυ­ὸ ἢ στὰ ἑ­κα­τό», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ. «Ἀλ­λὰ δὲ θὰ κομ­μα­τιά­σεις τὴν ἀ­λο­γο­σύ­νη του». Ὁ Στή­βεν­σον ἔ­πρε­πε νὰ κά­τσει νὰ τὸ σκε­φτεῖ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει σὲ χοι­ρο­στά­σιο. Ὁ πα­τέ­ρας του πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἄ­λο­γο. Ἀν­τὶ γιὰ τοῦ­το, ὁ Στή­βεν­σον πέρ­να­γε τὶς μέ­ρες του πα­σα­λειμ­μέ­νος μὲ γουρ­νο­κο­πρι­ές. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὶς ξέ­πλε­νε στὸ πη­γά­δι, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν ἀ­πὸ κον­τά του στὸ σχο­λει­ό.

       «Καὶ τὰ γου­ρού­νια τὸ ἴ­διο;», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον ρου­φών­τας τὴ μύ­τη του. «Τί μοῦ λὲς δη­λα­δή, πὼς τὰ γου­ρού­νια εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­π’ ἄ­λο­γα;»

       Τὰ πάν­τα εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα», εἶ­πε ἤ­ρε­μα ὁ Σμέλ­γκορ.

       Ὁ Στή­βεν­σον ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους. Ἐ­κεῖ πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας λό­φος πρά­σι­νος, ποὺ ἔ­βγα­ζε σ’ ἕ­να ρυά­κι ποὺ κε­λά­ρυ­ζε. Πλά­ι στὸ ρυά­κι βρι­σκόν­του­σαν ἀ­γε­λά­δες. Πα­ρα­πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­νε­μό­μυ­λος, δί­πλα σε μιὰ πέ­τρι­νη κα­λύ­βα. Ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κα­λύ­βα στε­κό­τα­νε μιὰ γρι­ού­λα. Ἤ­τα­νε κι ἕ­να χα­λά­κι κρε­μα­σμέ­νο σὲ μιὰ πόρ­τα με­γά­λη, κι ἡ γυ­ναί­κα τὸ κο­πά­να­γε. Ὁ Στή­βεν­σον σκε­φτό­ταν: ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ σκέ­ψη συ­ναρ­πα­στι­κή. Οὔ­τε κὰν τό ’­ξε­ρε κεί­νη πὼς παν­τοῦ, στὰ μπρά­τσα της, μὲς στὴν καρ­διά της, ἴ­σα­με κά­τω στὰ πό­δια της, μιὰ με­γά­λη ἱπ­πο­δρο­μί­α γι­νό­τα­νε μέ­σα στὸ αἷ­μα της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Jellyfish (12.06.2017):

https://jellyfishreview.wordpress.com/2017/06/12/horses-by-geordie-williams-flantz/

Τζόρ­ντι Γου­ΐλ­λιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz). Συγ­γρα­φέ­ας, ζεῖ στὴ Min­nea­polis τῆς Minne­sota. Ἡ πε­ζο­γρα­φί­α του ἐμ­φα­νί­στη­κε στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις Sha­dows & Tall Trees, G.U.D. Maga­zine, New Genre Maga­zine, καὶ R.KV.R.Y Quarterly. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του:

geordiewilliamsflantz.tumblr.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Μὲ ἕνα παγάκι



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Μὲ ἕ­να πα­γά­κι


       — ΚΙΡΡΩΣΗ.

       — Μὰ εἶ­ναι…

       — Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἡ­λι­κί­α του δὲν τὸ δι­και­ο­λο­γεῖ. Δυ­στυ­χῶς δὲ δι­α­γνώ­στη­κε ἐγ­καί­ρως.

       — Μοῦ λέ­τε…

       — Η πε­ρί­πτω­ση νὰ τὸν σώ­σου­με εἶ­ναι μι­κρή. Θὰ σᾶς δώ­σω ὁ­δη­γί­ες. Ἐ­ὰν δὲ δοῦ­με βελ­τί­ω­ση, κα­λὸ θὰ εἶ­ναι νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξου­με. Φαί­νε­ται κα­τα­βε­βλη­μέ­νος.

       Ἅρ­πα­ξε τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ κτη­νί­α­τρου καὶ τὸ ἔ­χω­σε στὴν τσάν­τα της. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἀ­νά­λυ­ση, ἔ­νι­ω­θε τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ κα­τε­βαί­νει στὴ ρα­χο­κο­κα­λιά της. Ὁ Μάρ­κος, μὲ ἀ­φη­μέ­νο τὸ κε­φά­λι στὸ πά­τω­μα, τὴν πε­ρί­με­νε.

       Ἔ­ξω εἶ­χε βρέ­ξει. Τώ­ρα περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἔν­τα­ση. Κά­θε τό­σο ἀ­πέ­φευ­γε τὶς ὑ­γρὲς πα­γί­δες, ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας νευ­ρι­κὰ τὰ μαλ­λιά της. Ὁ Μάρ­κος πιὸ πί­σω ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸ ρυθ­μό της. Ποῦ καὶ ποῦ τὸν κοί­τα­ζε. Τὸ τρί­χω­μά του ἦ­ταν γε­μά­το φα­λα­κρὰ μπα­λώ­μα­τα καὶ φυλ­λα­ρά­κια ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­κί­ες.

       Δι­α­σχί­σα­νε τὴ λε­ω­φό­ρο χω­ρὶς νὰ γλι­τώ­σει τὴν πτώ­ση. Φθά­σα­νε σπί­τι κι οἱ δύ­ο ἐ­ξαν­τλη­μέ­νοι. Μπαί­νον­τας ἐκ­σφεν­δό­νι­σε τὰ κλει­διὰ στὸν τοῖ­χο καὶ κλει­δώ­θη­κε στὸ μπά­νιο. Ὁ Μάρ­κος ἀ­πό­μει­νε, μὲ τὸ λου­ρὶ πε­ρα­σμέ­νο στὸ λαι­μό, μπρο­στὰ στὴ μι­σά­νοι­χτη μπαλ­κο­νό­πορ­τα ποὺ ἔ­φερ­νε τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀ­πό­βρο­χου.

       Ὅ­ταν ἔ­πε­σε τὸ νε­ρὸ πά­νω της, ἄρ­χι­σε νὰ βά­ζει τὶς σκέ­ψεις σὲ σει­ρά. Πῶς τῆς εἶ­χε ἔρ­θει νὰ τὸ ξε­κι­νή­σει αὐ­τό; Δυ­ὸ βδο­μά­δες ὁ­λό­κλη­ρες ποὺ τὸ «Ἀ­φεν­τι­κὸ» εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, αὐ­τὸς ἀ­κό­μη στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα γρυ­λί­ζον­τας πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κα, ἀ­με­τα­κί­νη­τος στὴν ἀ­πό­φα­σή του νὰ πε­ρι­μέ­νει. Τό­τε τὸ ξε­κί­νη­σε. Τοῦ ἔ­δω­σε πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ ἀ­στεῖ­ο. Ἄλ­λω­στε κι αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ πι­εῖ ἕ­να πο­τὸ μὲ πα­ρέ­α.

       Κα­μιὰ φο­ρὰ οἱ σκύ­λοι πα­θαί­νουν χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους.  Για­τί δὲ βρί­σκουν ἕ­ναν κό­σμιο τρό­πο ἐ­πι­βί­ω­σης, ὅ­πως βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι; Πο­λὺ θὰ τό ‘θέ­λε νὰ γρυ­λί­σει, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­κα­νε. Βρῆ­κε τρό­πους. Πολ­λα­πλα­σί­α­σε τὶς ἐ­ξό­δους πα­ρὰ τὶς ἐ­ξά­ψεις τῆς κλι­μα­κτη­ρί­ου. Ἐ­πέν­δυ­σε σὲ ἐ­λι­ξί­ρια κα­τὰ τοῦ γή­ρα­τος. Ἀ­κό­μα καὶ σὲξ μὲ τὸν ἄ­χα­ρο τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου προ­σπά­θη­σε. Βρῆ­κε τρό­πους «νὰ συ­νε­χί­σει τὴ ζω­ή της». Κρά­τη­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον μό­νο τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πο­τό. Οὐ­ί­σκι μὲ ἕ­να πα­γά­κι.

       Ἄς ποῦ­με πὼς ἄ­φη­σε νὰ τὴ συν­δέ­ει μα­ζί του μιὰ συ­νή­θεια. Κι ἕ­νας σκύ­λος, ὁ δι­κός της, αὐ­τὴ τὸν εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἕ­να με­γα­λό­σω­μο κου­τά­βι ἀ­σπρό­μαυ­ρο, μὲ μά­τια πα­ρά­ξε­να, τὸ ἕ­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε πε­λώ­ριος, τό­σο ποὺ στὴ βόλ­τα οἱ δυ­ό τους πα­ρα­βγαί­να­νε. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­νε κου­ρα­σμέ­νοι, ὁ Μάρ­κος (συ­νή­θως εἶ­χε κερ­δί­σει τὸν «ἀ­γώ­να») τὴν πε­ρί­με­νε νὰ πι­εῖ πρώ­τη νε­ρό, γλεί­φον­τάς της τὰ πό­δια.

       Μπο­ρεῖ καὶ οἱ σκύ­λοι, ὅ­πως οἱ γά­τες, νὰ ἐ­πι­λέ­γουν, ἂν τοὺς δο­θεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μάρ­κου συ­νέ­βη. Ἡ χα­ρά του, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ μεί­νει στὸ σπί­τι μα­ζί τους ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τη. Τοῦ ζη­τοῦ­σε βόλ­τα καὶ χά­δια. Τὸν  πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­να, ὅ­ταν ἄ­κου­γε τὰ κλει­διά του. Τὰ δι­κά του πό­δια ἔ­γλει­φε πιά. Ὅ­ταν, σπά­νια ἐρ­χό­ταν σὲ ἐ­κεί­νη, τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­λο πί­κρα… «Νὰ πᾶς στὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου».

       Στὸ χω­ρι­σμὸ τοῦ ἀ­πα­γό­ρευ­σε νὰ πά­ρει τὸν Μάρ­κο, πα­ρό­λο ποὺ τὴν πα­ρα­κά­λε­σε. Οἱ ἔ­ρω­τες δὲν κρα­τᾶ­νε πο­λὺ στὶς μέ­ρες μας. Ὁ Μάρ­κος ὅ­μως θὰ μεί­νει γιὰ πάν­τα μα­ζί της. Εἶ­ναι δι­κός της.

       Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο μὲ τὰ νε­ρὰ νὰ στά­ζουν. Δί­πλα στὸν κα­να­πὲ βρῆ­κε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ οὐ­ί­σκι. Γέ­μι­σε ὣς πά­νω ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ Μάρ­κου. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔμ­παι­νε κρύ­ο. Τὰ σύν­νε­φα εἶ­χαν σκο­τει­νιά­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα. Εἶ­χε μεί­νει ὥ­ρα ἐ­κεῖ νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τοὺς ἤ­χους. Σὰ νὰ πε­ρί­με­νε ἀ­κό­μη. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να νὰ φέ­ρει πα­γά­κια.

       «Θέ­λεις νὰ μεί­νεις στὴ θλί­ψη σου, ἔ; Ἔ­χα­σες τὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου. Ἂν ἄ­φη­να νὰ σὲ πά­ρει, τώ­ρα θὰ ἤ­σουν ἀ­δέ­σπο­τος.

       …Ἔ­πρε­πε νὰ τὸν ἔ­χεις ξε­χά­σει. Αὐ­τὸς φταί­ει ποὺ σὲ ἄ­φη­σε. Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Θὰ πε­θά­νεις καὶ δὲ θὰ τὸ μά­θει.

       Ἔ­ρι­ξε ἕ­να πα­γά­κι στὸ οὐ­ί­σκι τοῦ Μάρ­κου.

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο… Τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Κρα­τών­τας τὸ πο­τή­ρι της, τσούγ­κρι­σε τὸ πι­α­τά­κι του. Στὸν ἦ­χο ποὺ ἀ­κού­στη­κε, γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ με­γά­λο του μά­τι.

       Κρα­τοῦ­σε ἕ­να πο­τή­ρι ποὺ ξε­χεί­λι­ζε. Τὸ σῶ­μα της φαι­νό­ταν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νο, τὰ μά­τια της γυ­ά­λι­ζαν. Τὰ χέ­ρια της ἔ­τρε­μαν κά­νον­τας τὸ πο­τή­ρι νὰ βγά­ζει κρυ­στάλ­λι­νους ψυ­χροὺς ἤ­χους.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λά το κε­φά­λι του στὰ πό­δια της, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ οὐ­ί­σκι ποὺ τοῦ εἶ­χε σερ­βί­ρει. Καὶ κοί­τα­ξε θλιμ­μέ­νος τὸ πα­γά­κι ποὺ ἐ­πέ­πλε­ε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (1980). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο. Παρακολούθησε σεμνάρια Δημιουργικῆς γραφῆς στὸ Δῆμο Ἀ­θη­ναίων.



		

	

Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen): Τὸ δῶ­ρο



Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen)


Τὸ δῶ­ρο

(The Gift)


ΛΟΥΣΥ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος. Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ τὴν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἔκ­θαμ­βη, για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ κα­μί­α πρά­ξη της ποὺ νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἀλ­λὰ τὸ πῆ­ρε ψύ­χραι­μα. Ἡ ζω­ή της εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐ­λά­χι­στα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι κοι­μό­ταν, ἔ­χε­ζε κι ἔ­τρω­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὸ ἀ­γρό­κτη­μα ἐ­κτει­νό­ταν σι­ω­πη­λὸ γύ­ρω της ὅ­σο ἡ κοι­λιά της φού­σκω­νε. Ξυ­πνοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ τὰ ἐ­λα­φριὰ κλω­τσή­μα­τα τῆς ἀ­γέν­νη­της κό­ρης της στὰ ἤ­δη με­λα­νι­α­σμέ­να της πλευ­ρὰ καὶ ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα σὲ θέ­ση νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Τί ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­διά; Τῆς ἄ­ρε­σε ποὺ ἦ­ταν μό­νη, μὲ φύ­λα­κες τὰ βου­νὰ καὶ τὴ φι­λεύ­σπλα­χνη γῆ ν’ ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λές της σκέ­ψεις.

       Τὶς νύ­χτες ὀ­νει­ρευ­ό­ταν ἐ­ρη­μι­κὲς ἀμ­μου­δι­ές, ἕ­ναν ἄ­νε­μο ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­φύ­γει καὶ ἄ­πια­στα ἄ­γρια ἄ­λο­γα. Τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κε ἡ κό­ρη της, ἡ Λού­συ ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο, τὸ κρε­βά­τι της μου­σκε­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξαφ­νι­κή, ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­νάγ­κη τοῦ σώ­μα­τός της νὰ φέ­ρει στὸν κό­σμο τὴν κό­ρη της. Ἡ Λού­συ κά­θη­σε ἀ­να­κού­κουρ­δα στὴ μπα­νι­έ­ρα ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ, σφί­χτη­κε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Κα­νεὶς δὲν τὴν ἄ­κου­σε, ὅ­λοι οἱ συγ­γε­νεῖς της εἶ­χαν πε­θά­νει πρὸ πολ­λοῦ καὶ τὸ σπί­τι της ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ βα­θιὰ στὸ δά­σος γιὰ νὰ φτά­σει κα­νεὶς ὣς ἐ­κεῖ.

       Ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτη ὅ­ταν αὐ­τὸ ποὺ γλί­στρη­σε ἀ­πὸ μέ­σα της ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἕ­να που­λά­ρι. Ἡ Λού­συ δὲν θυ­μό­ταν νὰ εἶ­χε πά­ει πο­τὲ μὲ ἄ­λο­γο, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­σε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν ὁ ἀ­πό­γο­νός της. Μιὰ μά­να ξέ­ρει. Ἔ­κα­νε ὅ,τι τῆς εἶ­χε δι­δά­ξει ὁ πα­τέ­ρας της κά­θε φο­ρὰ ποὺ γεν­νοῦ­σε κά­ποι­ο ζῶ­ο τοῦ ἀ­γρο­κτή­μα­τος. Σκού­πι­σε τὶς βλέν­νες ἀ­π’ τὸ στό­μα τῆς κό­ρης της καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε ἁ­πα­λὰ στὸ πά­τω­μα τοῦ μπά­νιου γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ ἐμ­βρυϊ­κὸ σμῆγ­μα ποὺ κά­λυ­πτε τὴν ἁ­πα­λὴ ἐ­πι­δερ­μί­δα της. Προ­σπά­θη­σε νὰ βο­η­θή­σει τὸ που­λά­ρι νὰ στα­θεῖ στὰ πό­δια του καὶ με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὲς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θει­ες, ἡ κό­ρη της περ­πα­τοῦ­σε. Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ο δῶ­ρο, σκέ­φτη­κε ἡ Λού­συ, μιᾶς καὶ εἶ­χε ζή­σει γιὰ τό­σο και­ρὸ τό­σο μό­νη.

       Ἡ Λού­συ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ἐ­ξε­τά­ζει, κοί­τα­ξε τὶς ὁ­πλὲς καὶ τὰ πό­δια της, τ’ ἀ­φτιὰ καὶ τὰ μά­τια της. Κά­θη­σε, σταύ­ρω­σε τὰ πό­δια της, καὶ γλί­στρη­σε ἁ­πα­λὰ τὰ δά­χτυ­λά της στὸ στό­μα τῆς κό­ρης της γιὰ νὰ με­τρή­σει τὰ δόν­τια της. Ἄ­κου­γε ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο θό­ρυ­βο ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ τὸ στό­μα τοῦ που­λα­ριοῦ. Κρα­τών­τας τὰ τρε­μά­με­να χεί­λη του, ἡ Λού­συ πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ εἶ­δε ἕ­να σύμ­παν, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­στέ­ρια ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν, δέ­σμες γα­λά­ζιου καὶ χρυ­σοῦ καὶ ἄ­πει­ρο χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο βυ­θι­ζό­ταν μιὰ γλώσ­σα ποὺ νό­μι­ζε πὼς γνώ­ρι­ζε.

       Ἡ Λού­συ ἀ­να­λο­γί­στη­κε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε μπρο­στά της, τὴν κό­ρη της καὶ τὸν κό­σμο. Σκέ­φτη­κε αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κτει­νό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο. Τὰ βου­νὰ τὴν κα­λοῦ­σαν καὶ ἡ γῆ ψι­θύ­ρι­ζε μὲ λα­χτά­ρα, ἀλ­λὰ τὸ τρα­γού­δι τοῦ που­λα­ριοῦ κυ­ρί­ευ­σε τὸ σῶ­μα τῆς Λού­συ. Ἄ, σκέ­φτη­κε, αὐ­τὸ εἶ­ναι, λοι­πόν, ἡ ἀ­γά­πη καὶ σκαρ­φά­λω­σε μέ­σα στὸ στό­μα τῆς κό­ρης της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://journal.gonelawn.net/issue26/Andersen.php.

Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen) εἶ­ναι τε­λει­ό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Ἰν­στι­τού­του Τε­χνῶν California Institute of Arts. Ἡ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πρό­κει­ται νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἑ­πό­με­νο φλι­τζά­νι κα­φέ. Γρά­φει ὑ­πὸ τὴν ἁ­πα­λὴ μου­σι­κὴ τῶν ρο­χα­λη­τῶν τοῦ μπό­στον τε­ρι­έ της, Σάρ­λοτ, καὶ κα­τα­φέρ­νει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς ἱ­στο­ρί­ες της πα­ρὰ τὴ βρο­χὴ ἀ­πὸ λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια τοῦ συν­τρό­φου της, Τζός. Τῆς ἄ­ρε­σει νὰ γρά­φει ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα καὶ ἀλ­λό­κο­τες ἱ­στο­ρί­ες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Βί­ος καὶ Πο­λι­τεί­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἐν­νε­νή­κον­τα Ἐν­νέ­α Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων Ἡ­μῶν



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Βί­ος καὶ Πο­λι­τεί­α

τῶν Ἁ­γί­ων Ἐν­νε­νή­κον­τα Ἐν­νέ­α Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων Ἡ­μῶν

(ὧν ἐ­πι­ση­μό­τε­ρός ἐ­στιν ὁ Θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης

ὁ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν Ἐ­ρη­μί­της κα­λού­με­νος)

τῶν ἐν τῇ Νή­σῳ Κρή­τῃ Ἀ­σκη­σάν­των καὶ σω­θέν­των

ἑ­ορ­τα­ζόν­των τῇ 7 Ὀ­κτω­βρί­ου.

Μεταγραφεὶς παρὰ Νικηφόρου Ἱερομονάχου τοῦ Χίου)


ΥΤΟΣ ὁ Ὅ­σιος Πα­τὴρ ἡ­μῶν Ἰ­ω­άν­νης, ἦ­τον γέν­νη­μα καὶ θρέμ­μα τῆς Αἰ­γύ­πτου, με­τὰ καὶ ἄλ­λων τρι­ά­κον­τα πέν­τε Ὁ­σί­ων, οἵ τι­νες ἀ­να­χω­ρή­σαν­τες, διὰ ἀ­γά­πην Χρι­στοῦ, ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα των, ἦλ­θον εἰς τὴν Κύ­προν, καὶ ἐ­κεῖ εἰς ὀ­λί­γον και­ρὸν εὐ­γῆ­κεν ἡ φή­μη των εἰς ὅ­λον τὸ Νη­σί­ον, καὶ συ­νέ­τρε­χον πολ­λοί, καὶ ὅ­λοι οἱ προ­σερ­χό­με­νοι ὠ­φε­λοῦν­το ψυ­χι­κῶς καὶ σω­μα­τι­κῶς, δι­ό­τι πολ­λοὶ ἀ­σθε­νεῖς καὶ κα­κῶς ἔ­χον­τες ἐ­θε­ρα­πεύ­ον­το. Εἰς αὐ­τὸ γοῦν τὸ Νη­σί­ον τῆς Κύ­πρου εὑ­ρί­σκον­το καὶ ἄλ­λοι τρι­ά­κον­τα ἐν­νέ­α Πα­τέ­ρες, εἰς δι­α­φό­ρους τό­πους ἀ­σκη­τι­κῶς πο­λι­τευ­ό­με­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κού­σαν­τες τὴν ἀ­ρε­τὴν τῶν Ὁ­σί­ων τού­των τῶν ἐλ­θόν­των ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτον, ἐ­πῆ­γον καὶ αὐ­τοί, καὶ ἀν­τα­μώ­θη­σαν ὅ­λοι, καὶ ἐ­ζοῦ­σαν ζω­ὴν ἐ­νά­ρε­τον καὶ ἀ­σκη­τι­κήν· ἀ­νε­χώ­ρη­σαν δὲ πά­λιν ἀ­πὸ τὴν Κύ­προν, ἦλ­θον εἰς Ἀτ­τά­λειαν, καὶ ἐ­κεῖ πά­λιν εὑ­ρῆ­καν ἄλ­λους εἴ­κο­σι τέσ­σα­ρας Μο­να­χούς,(1) καὶ ἀν­τα­μώ­θη­σαν μὲ αὐ­τοὺς καὶ ἐ­κεῖ­νοι οἱ εἴ­κο­σι τέσ­σα­ρες, καὶ ἔ­γι­νεν ὁ χο­ρὸς τῶν Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων ἐν­νε­νή­κον­τα ἐν­νέ­α· καὶ μὴ θαυ­μά­ση­τε πῶς δὲν ἦ­σαν σω­στοὶ ἑ­κα­τόν, δι­ό­τι εἶ­χον τὸν Χρι­στὸν διὰ κε­φα­λήν των, καὶ οὕ­τως ἦ­σαν πά­λιν σω­στοὶ ἑ­κα­τόν. Ἀ­φ’ οὗ δὲ ἔ­κα­μαν με­ρι­κὸν και­ρὸν ἐ­κεῖ εἰς τὴν Ἀτ­τά­λειαν, πα­ρε­κά­λουν τὸν Θε­ὸν νὰ τοὺς ὁ­δη­γή­σῃ εἰς τό­πον ἁρ­μό­διον, νὰ μὴ τοὺς βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ τοὺς ἐ­παι­νοῦν καὶ δο­ξά­ζουν, δι­ό­τι πολ­λὰ τοὺς εὐ­φη­μοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου, καὶ τοὺς ἐ­θαύ­μα­ζαν. Βλέ­πων δὲ ὁ Θε­ὸς τὸν πό­θον ὁ­ποῦ εἶ­χον νὰ ἡ­συ­χά­σουν, ὡ­δή­γη­σεν αὐ­τοὺς ν’ ἀ­να­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν Ἀτ­τά­λειαν, καὶ νὰ ἔλ­θουν εἰς τὴν Κρή­την. Ἐμ­βαί­νων­τες λοι­πὸν ὅ­λοι εἰς ἕ­να κα­ρά­βι, ἦλ­θον εἰς ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας εἰς τὴν πο­θου­μέ­νην των Κρή­την· ἔ­τυ­χεν ὅ­μως ἐ­ναν­τί­ος ἄ­νε­μος, ἀ­φ’ οὗ ἐ­πλη­σί­α­σαν εἰς τὴν Κρή­την· καὶ διὰ τοῦ­το δὲν ἠμ­πό­ρε­σαν νὰ ἀ­ρά­ξουν ἐ­κεῖ, μά­λι­στα ἐ­κιν­δύ­νευ­ε νὰ συν­τρι­φθῇ τὸ κα­ρά­βι· καὶ τοῦ­το ὅ­λον γέ­γο­νεν, ἵ­να δεί­ξῃ ὁ Θε­ὸς τὴν δύ­να­μίν του εἰς τοὺς Κρη­τι­κούς, καὶ νὰ δεί­ξῃ πῶς πλέ­ον ἠμ­πο­ρεῖ νὰ βο­η­θῇ εἰς τοὺς δού­λους του, μὲ κομ­μά­τι ῥα­βδὶ καὶ ῥά­σον (κα­θὼς θέ­λε­τε ἀ­κού­ση πῶς ἔ­κα­μεν εἰς τὸν Ὅ­σιον Ἰ­ω­άν­νην) πα­ρὰ ὁ­ποῦ ἠμ­πο­ροῦν νὰ βο­η­θοῦν σπα­θί­α καὶ κον­τά­ρια, εἰς τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ Κρη­τι­κοὶ εἶ­χον τό­τε τὸ θάῤ­ῥος των. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν δὲν ἠμ­πο­ροῦ­σαν, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺν ἄ­νε­μον νὰ πιά­σουν καὶ νὰ ἀ­ρά­ξουν εἰς τὴν Κρή­την, ἔ­δρα­μον εἰς τὸ ἀν­τί­πε­ρα Νη­σά­κι, ὁ­ποῦ ὀ­νο­μά­ζε­ται Γαῦ­δος (τὸ ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι μα­κρὰν ἀ­πὸ τὴν Κρή­την μί­λια τεσ­σα­ρά­κον­τα) καὶ ἐ­κεῖ ἔ­κα­μαν ἡ­μέ­ρας εἰ­κο­σι­τέσ­σα­ρας· εἶ­τα γε­νο­μέ­νης γα­λή­νης, ἐμ­βῆ­καν πά­λιν εἰς τὸ κα­ρά­βι καὶ ἦλ­θον εἰς τὴν Κρή­την.

       Θέ­λων ὅ­μως ὁ Θε­ὸς νὰ δο­ξά­σῃ τὸν Ἅ­γιον Ἰ­ω­άν­νην, καὶ νὰ φα­νε­ρώ­σῃ εἰς τοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­ρε­τήν του, τὸν ἐ­σκέ­πα­σεν ἐ­κεῖ ὁ­ποῦ ἐ­κοι­μᾶ­το, καὶ δὲν τὸν εἶ­δαν, οἱ ἄλ­λοι Ἀ­δελ­φοὶ ὅ­ταν ἀ­νε­χώ­ρη­σαν, καὶ οὕ­τως ἀ­πέ­μει­νεν ἐ­κεῖ εἰς τὴν Γαῦ­δον· καὶ τοῦ­το ἦ­τον (ὡς εἴ­πο­μεν) θέ­λη­μα Θε­οῦ, διὰ νὰ γέ­νῃ τὸ πα­ρά­δο­ξον καὶ φο­βε­ρὸν θαῦ­μα, ὁ­ποῦ θέ­λε­τε ἀ­κού­σῃ. Ἀ­φ’ οὗ λοι­πὸν εὐ­γῆ­καν οἱ εὐ­λο­γη­μέ­νοι Πα­τέ­ρες εἰς τὴν Κρή­την, ἀ­νε­ζή­τη­σαν τὸν Ἰ­ω­άν­νην, καὶ μὴ εὑ­ρόν­τες αὐ­τόν, ἐ­γνώ­ρι­σαν ὅ­τι ἔ­μει­νεν εἰς τὴν Γαῦ­δον, καὶ στα­θέν­τες με­τὰ με­γά­λης καὶ ἀ­δι­στά­κτου πί­στε­ως πρὸς τὸν Θε­όν, ἐ­φώ­να­ξαν ἀ­πὸ τὴν Κρή­την εἰς τὴν Γαῦ­δον, Ἀ­δελ­φὲ Ἰ­ω­άν­νη, ἐλ­θὲ πρὸς ἡ­μᾶς ἀ­φό­βως, καὶ μὴ δει­λιά­σῃς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης εἰς τὸν αἰ­για­λόν, καὶ προ­σευ­ξά­με­νος, καὶ εἰ­πὼν τὸ Ἅ­γιον Σύμ­βο­λον τῆς Πί­στε­ως, καὶ ἄλ­λα κα­τα­νυ­κτι­κά, ψαλ­μοὺς καὶ τρο­πά­ρια, καὶ σφρα­γί­σας τὴν θά­λασ­σαν μὲ τὸ Ση­μεῖ­ον τοῦ Σταυ­ροῦ, ἥ­πλω­σε τὸ ῥά­σον του ἐ­πά­νω εἰς τὰ ὕ­δα­τα· ποι­ή­σας ἔ­πει­τα καὶ εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν του τὸ Ση­μεῖ­ον τοῦ Σταυ­ροῦ, ἀ­νέ­βη καὶ ἐ­κά­θι­σεν ἐ­πά­νω εἰς τὸ ῥά­σον του, ὡ­σὰν εἰς πλοῖ­ον, καὶ προ­σευ­χό­με­νος αὐ­τὸς ἐν τῇ θα­λάσ­σῃ, καὶ οἱ ἄλ­λοι Ἀ­δελ­φοὶ ἐν τῇ ξη­ρᾷ, ἤρ­χι­σε νὰ πλέ­ῃ ἀ­πὸ τρί­της ὥ­ρας τῆς ἡ­μέ­ρας, καὶ ἕ­ως τῆς ἕ­κτης ἔ­φθα­σεν ἀ­βλα­βὴς (ὢ τοῦ θαύ­μα­τος!) εἰς τὴν Κρή­την, καὶ δί­δων αὐ­τοῦ ὁ πρῶ­τος τῶν Ἀ­δελ­φῶν τὴν δε­ξιάν του, εὐ­γῆ­κεν ἔ­ξω, καὶ ἀ­σπα­ζό­με­νοι αὐ­τὸν ἅ­παν­τες οἱ Ἀ­δελ­φοὶ ἔ­ψαλ­λον «Τῷ συν­δέ­σμῳ τῆς ἀ­γά­πης συν­δε­ό­με­νοι οἱ ἀ­νά­ξιοι, τῷ δε­σπό­ζον­τι τῶν ὅ­λων, ἑ­αυ­τοὺς Χρι­στῷ ἀ­να­θέ­με­νοι, εὐ­αγ­γε­λι­ζό­με­νοι πᾶ­σιν εἰ­ρή­νην.» Πα­ρά­δο­ξον καὶ ὑ­περ­φυ­ὲς φαί­νε­ται τοῦ­το τὸ θαῦ­μα, καὶ εἶ­ναι τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ πα­ρά­δο­ξον, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ ἀ­νώ­τε­ρον ἀ­πὸ τὴν δύ­να­μιν τῆς Πί­στε­ως· ἐ­πει­δὴ οὕ­τω ὑ­πό­σχε­ται ὁ Ποι­η­τὴς τῆς Κτί­σε­ως Χρι­στός, εἰς τοὺς πρὸς αὐ­τὸν πι­στεύ­ον­τας· «ὁ πι­στεύ­ων εἰς ἐ­μέ, τὰ ἔρ­γα ἃ ἐ­γὼ ποι­ῶ, κᾀ­κεῖ­νος ποι­ή­σει, καὶ μεί­ζο­να τού­των ποι­ή­σει» · καί, «ἐ­ὰν ἔ­χη­τε πί­στιν ὡς κόκ­κον σι­νά­πε­ως, ἐ­ρεῖ­τε τῷ ὄ­ρει τού­τῳ, ἄρ­θη­τι καὶ βλή­θη­τι εἰς τὴν θά­λασ­σαν, ἀρ­θή­σε­ται καὶ βλη­θή­σε­ται.»

       Ἀ­φ’ οὗ λοι­πὸν εὐ­φράν­θη­σαν οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, εἰς τὸν θαυ­μα­στὸν ἐρ­χο­μὸν τοῦ Ὁ­σί­ου Ἰ­ω­άν­νου, ἀ­πὸ τὴν Γαῦ­δον εἰς τὴν Κρή­την, ἀ­νέ­βη­σαν ἐ­πά­νω εἰς τὰ ὄ­ρη καὶ βου­νὰ πρὸς τὸ Νό­τιον μέ­ρος τῆς Κρή­της, διὰ νὰ εὕ­ρουν σπή­λαι­α πρὸς κα­τοι­κί­αν καὶ εὗ­ρον τὸ πο­θού­με­νον εἰς τὸ μέ­ρος, ὁ­ποῦ ὀ­νο­μά­ζε­ται τῆς με­γά­λης Πέ­τρας τοῦ Χά­ρα­κος, εἰς χω­ρί­ον λε­γό­με­νον Ἀ­ζω­γυ­ραί­α, καὶ ἐ­κεῖ ἔ­μει­ναν ἡ­συ­χά­ζον­τες, καὶ προ­σευ­χό­με­νοι, καὶ ἡ τρο­φή των ἦ­τον ἀ­πὸ σκη­νό­καρ­πον καὶ κε­ρά­τια, καὶ χορ­τά­ρια τῆς γῆς· ἀλ­λ’ ἐ­πει­δὴ καὶ τὸ σπή­λαι­ον ἦ­τον μι­κρόν, καὶ δὲν ἐ­χω­ροῦ­σαν ὅ­λοι, ἐ­μοι­ρή­σθη­σαν εἰς δύ­ω, καὶ οἱ μὲν τριά­ντα ἕξ, ἐ­πέ­ρα­σαν ἀν­τί­πε­ρα τοῦ πο­τα­μοῦ εἰς ἕ­να σπή­λαι­ον, οἱ δὲ λοι­ποὶ ἔ­μει­ναν εἰς τὸ πρῶ­τον σπή­λαι­ον ἕ­ως τέ­λους τῆς ζω­ῆς των. Ὁ δὲ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ἐ­πε­θύ­μει τὴν μο­να­ξί­αν, ὡ­σὰν ὁ­ποῦ ἦ­τον φι­λή­συ­χος καὶ τῆς μο­νώ­σε­ως ἐ­ρα­στής, διὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται μό­νος μό­νῳ τῷ Θε­ῷ: ὅ­θεν ἐ­φα­νέ­ρω­σεν εἰς τοὺς Ἀ­δελ­φοὺς τὴν γνώ­μην του, καὶ ἐ­ζή­τει συγ­χώ­ρη­σιν νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ· οἱ δὲ Ἀ­δελ­φοὶ ἀ­κού­ον­τες αὐ­τὸ ἐ­λυ­πή­θη­σαν πο­λύ, ὅ­μως βλέ­πον­τες τὸ ἀ­με­τά­θε­τον τῆς γνώ­μης του, ἔ­δω­καν εἰς αὐ­τὸν ἄ­δειαν καὶ μὴ θέ­λον­τες νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ, καὶ ποι­ή­σαν­τες πα­ρά­κλη­σιν καὶ προ­σευ­χήν, ἔ­λε­γον προ­σευ­χό­με­νοι τὰ ἀ­κό­λου­θα λό­για· «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὲ ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, ἐ­πει­δὴ καὶ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ ἡ­μέ­τε­ρος Ἀ­δελ­φός, μέλ­λει νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ ἀ­πὸ ἡ­μᾶς, ὁ­δή­γη­σον αὐ­τόν, νὰ πε­ρά­σῃ τὴν ζω­ήν του ἐν εἰ­ρή­νῃ καὶ ἡ­συ­χί­ᾳ, καὶ ἀ­ξί­ω­σον ἡ­μᾶς Δέ­σπο­τα τῶν ἁ­πάν­των, τὴν ἡ­μέ­ραν ὁ­ποῦ ἡ χά­ρις σου εὐ­δο­κή­σει νὰ πλη­ρώ­σῃ ὁ εἷς ἐξ ἡ­μῶν τὸ τέ­λος τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς ἐν τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, ἀ­ξί­ω­σον ἡ­μᾶς Δέ­σπο­τα, νὰ δώ­σω­μεν ὅ­λοι τὸ κοι­νὸν χρέ­ος τοῦ θα­νά­του, καὶ σύν­τα­ξον ἡ­μᾶς σὺν αὐ­τῷ εἰς τὴν Οὐ­ρά­νιόν σου Βα­σι­λεί­αν. Ἀ­μήν»· καὶ με­τὰ τὴν εὐ­χὴν βα­λὼν ὁ Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης με­τά­νοι­αν, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ἀ­πὸ τῆς Ἀ­δελ­φό­τη­τος· καὶ τίς δύ­να­ται νὰ εἰ­πῇ, τί κα­κο­πά­θειαις ἐ­πέρ­να εἰς ἐ­κεῖ­νον τὸν τό­πον, ὅ­που ἐ­πῆ­γε νὰ ἀ­σκη­τεύ­ῃ; ἡ τρο­φὴ τοῦ Ὁ­σί­ου τού­του ἦ­τον, τὸν μὲν χει­μῶ­να ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα τῆς γῆς, τὸ δὲ κα­λο­καῖ­ρι ἀ­πὸ σκη­νό­καρ­πον καὶ ἀ­γρι­ο­κε­ρά­τια, καὶ ἐ­ζοῦ­σε ζω­ὴν ἀγ­γε­λι­κήν, μὲ ὁ­λο­νυ­κτί­ους προ­σευ­χάς, ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ καὶ ὑ­πὲρ τοῦ κό­σμου παν­τός· ἀ­πὸ δὲ τὴν πο­λὺν σκλη­ρα­γω­γί­αν ὁ­ποῦ ἔ­κα­μνεν, ἀ­δυ­νά­τη­σε τό­σον, ὁ­ποῦ δὲν ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται εἰς τοὺς πό­δας ὀρ­θός, ἀλ­λ’ ἐ­πε­ρι­πά­τει σκυ­πτός, ὡς ζῶ­ον τε­τρά­πο­δον. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡ­με­ρῶν (ἡ ἕ­κτη ἦ­τον τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, ὅ­τε καὶ ὁ Θε­ὸς ἔ­μελ­λε νὰ τὸν πα­ρα­λά­βῃ, καὶ νὰ τὸν ἀ­να­παύ­σῃ εἰς τὴν οὐ­ρά­νιον ἀ­νά­παυ­σιν) εὐ­γῆ­κε νὰ εὕ­ρῃ τὴν συ­νει­θι­σμέ­νην του τρο­φήν, καὶ ἐ­κεῖ ὅ­που ἐ­πε­ρι­πά­τει (ὡς εἴ­πο­μεν) ὡ­σὰν ζῶ­ον τε­τρά­πο­δον σκυ­πτός, τὸν εἶ­δεν ἀ­πὸ μα­κρὰν ἕ­νας νέ­ος βο­σκὸς προ­βά­των, ὅ­στις εὐ­γῆ­κε τὴν ὥ­ραν ἐ­κεί­νην εἰς τὸ κυ­νῆ­γι, βλέ­πων αὐ­τὸν λέ­γω μέ­σα εἰς τὸν λόγ­γον, καὶ νο­μί­ζων ὅ­τι εἶ­ναι ζῶ­ον, ἔῤ­ῥι­ψε τὴν σα­γί­ταν καὶ τὸν ἐ­σα­γί­τευ­σε και­ρί­ως μέ­σα εἰς τὴν καρ­δί­αν· καὶ εὐ­θὺς ὁ Ἅ­γιος γνω­ρί­ζων ὅ­τι τὸν ἐ­θα­νά­τω­σε βέ­λος, ἔ­κα­με προ­σευ­χὴν εἰς τὸν Θε­όν, νὰ τὸν ἀ­ξι­ώ­σῃ νὰ φθά­σῃ ζων­τα­νὸς εἰς τὸ σπή­λαι­ον, ὃ καὶ ἐ­γέ­νε­το.

       Ὁ δὲ βο­σκὸς ὁ­ποῦ ἐ­πλή­γω­σε τὸν Ἅ­γιον, ἔ­τρε­ξε νὰ εὕ­ρῃ καὶ νὰ πά­ρῃ τὸ κυ­νῆ­γι, ὁ­ποῦ, ὡς ἐ­νό­μι­ζεν, ἐ­σκό­τω­σε, πλὴν δὲν τὸ εὑ­ρῆ­κε· βλέ­πει ὅ­μως στα­λαγ­μα­τί­ας αἵ­μα­τος, καὶ ἀ­κο­λου­θῶν εἰς αὐ­τάς, ἦλ­θεν εἰς τὸ σπή­λαι­ον, καὶ ἔ­φθα­σε τὸν Ἅ­γιον ἔ­τι ζῶν­τα, καὶ εἶ­χε τὰς χεῖ­ράς του δε­μέ­νας σταυ­ρο­ει­δῶς, καὶ τὴν σα­γί­ταν εἰς τὴν καρ­δί­αν του, καὶ εὐ­θὺς πί­πτει κα­τὰ γῆς ἀ­σπα­ζό­με­νος τοὺς πό­δας τοῦ Ἁ­γί­ου, καὶ κλαί­ων καὶ ὀ­δυ­ρό­με­νος, ἔ­λε­γεν, ἀλ­λοί­μο­νον εἰς ἐ­μὲ τὸν τα­λαί­πω­ρον, τί ἔ­πα­θον σή­με­ρον! φεῦ μοι τῷ ἀ­θλίῳ! πῶς ἐ­τυ­φλώ­θην, καὶ ἔ­γι­να φο­νεὺς εἰς ἄν­δρα δί­και­ον καὶ Ἅ­γιον! τί νὰ κά­μω! δὲν ἔ­χω ποῦ ἀλ­λοῦ νὰ προσ­δρά­μω, εἰ­μὴ μό­νον εἰς ἐ­σὲ Ἅ­γι­ε δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σῃς τὸ σφάλ­μα, καὶ νὰ πα­ρα­κα­λέ­σῃς τὸν Θε­όν, νὰ μὲ ὁ­δη­γή­σῃ εἰς με­τά­νοι­αν. Ταῦ­τα καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ λέ­γον­τος τοῦ βο­σκοῦ με­τὰ δα­κρύ­ων, λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν ὁ Ἅ­γιος μὲ τα­πει­νὴν καὶ ἤ­ρε­μον φω­νήν· ὁ Θε­ός, τέ­κνον μου, νὰ σοῦ δώ­σῃ με­τά­νοι­αν καὶ νὰ σοῦ συγ­χω­ρή­σῃ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα ὁ­ποῦ ἔ­κα­μες σή­με­ρον εἰς ἐ­μὲ τὸν ἀ­νά­ξιον αὐ­τοῦ δοῦ­λον, καὶ νὰ σὲ ἀ­ξι­ώ­σῃ τῆς Βα­σι­λεί­ας του, ἀ­μήν· ἔ­πει­τα βου­λό­με­νος νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ ὁ νέ­ος δὲν ἐ­δύ­να­το ἀ­πὸ τὴν τό­σην εὐ­ῳ­δί­αν καὶ ψαλ­μῳ­δί­αν τῶν Ἁ­γί­ων Ἀγ­γέ­λων ὁ­ποῦ ἤ­κου­εν ἄ­νω­θεν τρι­γύ­ρου τοῦ Ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου· ὅ­μως με­τὰ πο­λὺν ὥ­ραν, νεύ­σει θεί­ᾳ, εὐ­γῆ­κεν ἔ­ξω τοῦ σπη­λαί­ου, διὰ νὰ τὸν κη­ρύ­ξῃ εἰς ὅ­λην τὴν πε­ρί­χω­ρον τῶν Χα­νί­ων, καὶ κη­ρύτ­των τὸν Ἅ­γιον, ἔ­λε­γε φα­νε­ρὰ καὶ τὸ σφάλ­μα του, καὶ εἰς ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας ἀ­κου­στὸν ἐ­γέ­νε­το τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου εἰς ὅ­λην τὴν Κρή­την, καὶ ἐ­πο­ρεύ­ον­το πλῆ­θος λα­οῦ, καὶ ἐ­προ­σκυ­νοῦ­σαν αὐ­τόν, καὶ ὅ­λοι οἱ με­τὰ πί­στε­ως ἐρ­χό­με­νοι εἰς προ­σκύ­νη­σίν του, ἐ­λάμ­βα­νον τῶν πα­θῶν των τὴν ἴα­σιν· καὶ οὕ­τω μὲν ὁ Θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης, κρί­μα­σιν οἷς οἶ­δε Κύ­ριος, ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν πα­ροῦ­σαν ζω­ήν, μὲ βί­αι­ον θά­να­τον τῇ Ϛ´. τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου· οἱ δὲ λοι­ποὶ ἐν­νε­νή­κον­τα ὀ­κτὼ Συ­να­σκη­ταί του, εὑ­ρι­σκό­με­νοι εἰς τὰ ἄ­νω εἰ­ρη­μέ­να σπή­λαι­α τοῦ χω­ρί­ου Ἀ­ζω­γυ­ραία, κα­θὼς προ­εί­πο­μεν, ὅ­τι ἐ­ζή­τη­σαν ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸν νὰ ἀ­να­παυ­θοῦν ὅ­λοι μί­αν ἡ­μέ­ραν, οὕ­τω καὶ ἐ­γέ­νε­το· δι­ό­τι τὴν ἰ­δί­αν ἡ­μέ­ραν ὁ­ποῦ ὁ βο­σκὸς ἐ­φό­νευ­σε τὸν Ὅ­σιον Ἰ­ω­άν­νην εἰς τὸ Ἀ­κρω­τή­ριον, εἰς αὐ­τὴν τὴν ἰ­δί­αν ἀ­νε­παύ­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ καὶ αὐ­τοὶ ὅ­λοι, εἰς τὰ σπή­λαι­α τῆς Ἀ­ζω­γυ­ραί­ας· καὶ κα­θὼς εἶ­ναι πα­λαι­ὰ πα­ρά­δο­σις εἰς τοὺς ἐν­το­πί­ους, ἄλ­λοι ἀ­κούμ­βι­ζον ἐ­πά­νω εἰς τὰς ῥά­βδους των, ἄλ­λοι ἔ­κλι­ναν τὰς κε­φα­λὰς εἰς τοὺς ὤ­μους των ἄλ­λοι ἵ­σταν­το προ­σευ­χό­με­νοι, καὶ ἄλ­λοι γο­να­τι­στοί, καὶ ἄλ­λοι ἄλ­λως, πα­ρέ­δω­σαν ἐν εἰ­ρή­νῃ τὰς μα­κα­ρί­ας αὐ­τῶν ψυ­χὰς τῷ Κυ­ρί­ῳ, ἀρ­ξά­με­νοι ἀ­πὸ τρί­της ὥ­ρας τῆς ἡ­μέ­ρας, καὶ τε­λευ­τή­σαν­τες ἕ­ως τῆς ἑ­βδό­μης. Πα­ρά­δο­ξον φαί­νε­ται τὸ τέ­λος τῶν Ἁ­γί­ων τού­των, πῶς τό­σοι ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­θα­νον εἰς μί­αν καὶ τὴν αὐ­τὴν ἡ­μέ­ραν· πα­ρά­δο­ξον μὲν, ἀλ­λ’ ὄ­χι καὶ ἀ­πί­στευ­τον «ὅ­που γὰρ βού­λε­ται Θε­ός, νι­κᾶ­ται φύ­σε­ως τά­ξις»· τὸ ἐ­ζή­τη­σαν πα­ρὰ Θε­οῦ, τὸ ἔ­λα­βον· «θέ­λη­μα γὰρ τῶν φο­βου­μέ­νων αὐ­τὸν ποι­ή­σει, καὶ τῆς δε­ή­σε­ως αὐ­τῶν εἰ­σα­κού­σε­ται», κα­τὰ τὴν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­πό­φα­σιν.

       Τὸ θαυ­μα­στὸν καὶ πα­ρά­δο­ξον ἀ­λη­θῶς εἶ­ναι πῶς τό­ση πλη­θύς, ἐν­νε­νή­κον­τα ἐν­νέ­α ἄν­θρω­ποι ἐ­σῴ­θη­σαν καὶ ἡ­γί­α­σαν ὅ­λοι, καὶ οὐ­δεὶς ἐξ αὐ­τῶν ἀ­πώ­λε­το· δώ­δε­κα ἦ­σαν οἱ Μα­θη­ταί, τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ἀ­πώ­λε­το ἐξ αὐ­τῶν ὁ Ἰ­ού­δας ὁ υἱ­ὸς τῆς ἀ­πω­λεί­ας· τεσ­σα­ρά­κον­τα ἦ­σαν οἱ ἐν Σε­βα­στεί­ᾳ τῇ λί­μνῃ ἀ­θλή­σαν­τες καὶ ἀ­πώ­λε­το ἐξ αὐ­τῶν ὁ εἷς· ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ὅ­μως οὐ­δεὶς ἀ­πώ­λε­το, ἀλ­λ’ ἅ­παν­τες ἐ­σώ­θη­σαν, καὶ ἐ­κοι­μή­θη­σαν, ὡς εἴ­ρη­ται, τῇ 6 τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου Μη­νός, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν ἡ­μέ­ραν ἑ­ώρ­τα­ζ­ων καὶ τὴν μνή­μην αὐ­τῶν, ἕ­ως τὸ 1632, ἔ­τος ἀ­πὸ Χρι­στοῦ. Ἔ­πει­τα, ἐ­πει­δὴ ἦ­τον ἡ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου καὶ πα­νευ­φή­μου Ἀ­πο­στό­λου Θω­μᾷ, τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, με­τε­τέ­θη εἰς τὴν ἑ­βδό­μην τοῦ αὐ­τοῦ Μη­νός, με­τὰ Συ­νο­δι­κῆς καὶ Πα­τρι­αρ­χι­κῆς Ἀ­πο­φά­σε­ως, τοῦ ἐν μα­κα­ρί­ᾳ τῇ λή­ξει γε­νο­μέ­νου Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Κυ­ρίλ­λου τοῦ πρῴ­ην Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Λού­κα­ρη ἐ­πι­λε­γο­μέ­νου τοῦ Κρη­τός· ὅ­θεν καὶ ὡς κε­κυ­ρω­μέ­νη ὑ­πὸ Συ­νο­δι­κῆς Ἀ­πο­φά­σε­ως ἡ ἄ­σκη­σίς των, καὶ ὅ­λη των ἡ Ἱ­στο­ρί­α, καὶ ἡ Ἁ­γι­ό­της των, δὲν μέ­νει εἰς τι­νὰ καμ­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α, διὰ τὰ πα­ρα­δό­ξως λε­γό­με­να πε­ρὶ αὐ­τῶν· καὶ μά­λι­στα ὁ­ποῦ θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σι κα­θ’ ἑ­κά­στην καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν θα­λάσ­σῃ εἰς τοὺς με­τὰ πί­στε­ως ἐ­πι­κα­λου­μέ­νους αὐ­τῶν τὴν βο­ή­θειαν·(2) ὧν ταῖς Ἁ­γί­αις πρε­σβεί­αις ἐ­λε­ή­σαι καὶ σώ­σαι ἡ­μᾶς ὁ Θε­ὸς ὡς ἀ­γα­θὸς καὶ φι­λάν­θρω­πος. Ἀ­μήν.


(1) Ἄ­δη­λος ὁ χρό­νος κα­θ’ ὃν ἤκ­μα­σαν οἱ Ὅ­σιοι οὗ­τοι· συμ­πε­ραί­νο­μεν ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ξόν των δι­ή­γη­σιν, πῶς εἶ­ναι πα­λαι­ό­τα­τοι.
(2) Ἐκ τῶν Ὁ­σί­ων τού­των εὑ­ρί­σκε­ται μί­α κά­ρα θαυ­μα­σί­ως εὐ­ω­δι­ά­ζου­σα, ἐν Χί­ῳ ἐν τῷ Να­ῷ τοῦ Ἁ­γί­ου Βί­κτω­ρος, καὶ λέ­γου­σιν ὅ­τι εἶ­ναι τοῦ Ἰ­ω­άν­νου.


Πη­γή: Νέ­ον Λει­μω­νά­ριον, πε­ρι­έ­χον μαρ­τύ­ρια πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α καὶ βί­ους Ὁ­σί­ων συλ­λε­χθέν­τα πα­ρὰ τοῦ Μα­κα­ρί­ου Νο­τα­ρᾶ, ἐν Ἀ­θή­ναις, 1873, σς 339-343 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]