Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Διαφημίσεις

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου: Ἡ νυ­χτε­ρί­δα



Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου


Ἡ νυ­χτε­ρί­δα


ΦΤΑΣΕ μὲ τὸ πλοῖ­ο τῆς ἄ­γο­νης γραμ­μῆς ἕ­να πα­ρά­ω­ρα ζε­στὸ πρω­ῒ τοῦ Σε­πτέμ­βρη καὶ ἀ­νέ­βη­κε σέρ­νον­τας μιὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη βα­λί­τσα πρὸς τὴ Χώ­ρα ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ ἄ­γνω­στος καὶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Μὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Οἱ κά­τοι­κοι πε­ρι­μέ­να­νε μὲ ἀ­γω­νί­α νὰ ἔρ­θει δά­σκα­λος στὸ νη­σί. Στὴν ἀρ­χὴ χά­ρη­καν, μὰ γρή­γο­ρα ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρό του ὕ­φος ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ φο­βη­θοῦν πὼς σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γε κι αὐ­τὸς μὲ ἀ­πό­σπα­ση. Ἀ­να­ζη­τών­τας μὲ ἄγ­χος τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο κα­τά­λυ­μα, μή­πως καὶ τὸν κα­λο­πιά­σουν, τὸ βρῆ­καν ἀ­μέ­σως στὸ δι­ώ­ρο­φο ἀρ­χον­τι­κὸ τῆς κυ­ρί­ας Θε­α­νῶς. Εἶ­δαν κι ἔ­πα­θαν νὰ τὴν πεί­σουν νὰ δώ­σει τὸν ἄ­δει­ο κά­τω ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πη καὶ δὲν νοί­κια­ζε πο­τὲ σὲ δη­μό­σιους ὑ­παλ­λή­λους. Μὰ αὐ­τὸν τὸν συμ­πά­θη­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα.

       Εὐ­ρύ­χω­ρο καὶ ἄ­νε­το, μὲ ἕ­να με­γά­λο πε­ρι­φραγ­μέ­νο κῆ­πο, τὸ σπί­τι τοῦ φά­νη­κε πε­ρι­ποι­η­μέ­νο καὶ εὐ­χά­ρι­στο, μὲ γοῦ­στο στο­λι­σμέ­νο. Ἕ­να πα­χὺ χα­λὶ στὸ σα­λό­νι, γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ φθαρ­μέ­νο πά­τω­μα, σκέ­φτη­κε κα­χύ­πο­πτα. Ἡ σκό­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ἔ­πι­πλα εὐ­τυ­χῶς δὲν φαι­νό­ταν. Νά καὶ τὸ τζά­κι ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως νὰ φαν­τά­ζε­ται σκη­νὲς τοῦ χει­μώ­να, τὶς φλό­γες νὰ στέλ­λουν λαμ­πρὲς ἀν­ταύ­γει­ες καὶ ν’ ἀν­τα­να­κλοῦν στὰ καμ­πυ­λω­τὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ, νὰ τρε­μο­παί­ζουν πά­νω στὸ μπρού­τζι­νο χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας, νὰ φω­τί­ζουν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τῆς κα­μι­νά­δας. Στὴ μιὰ πλευ­ρὰ τοῦ τζα­κιοῦ μιὰ φαρ­διὰ πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἤ­δη κα­λυμ­μέ­νη μὲ φλο­κά­τη, ἐ­νῶ πά­νω στὸν μπου­φὲ ἕ­να σερ­βί­τσιο τοῦ τσα­γιοῦ καὶ δυ­ὸ φω­το­γρα­φί­ες προ­πο­λε­μι­κὲς χρω­μά­τι­ζαν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα.

       Ἡ πρώ­τη μέ­ρα ἔ­σβη­νε μα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα κι αὐ­τὸς ἄϋ­πνος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ ξα­πλώ­σει νω­ρὶς στὰ σεν­τό­νια ποὺ μύ­ρι­ζαν λε­βάν­τα. Μὰ πρὶν προ­λά­βει νὰ χα­ρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση καὶ νὰ σκε­φτεῖ ὁτι­δή­πο­τε, ἕ­να φτε­ρο­κό­πη­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει πά­λι τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ποὺ πε­τοῦ­σε δὲν ἦ­ταν ἔν­το­μο ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι μή­τε που­λὶ πα­γι­δευ­μέ­νο. Ἦ­ταν μιὰ νυ­χτε­ρί­δα. Ψά­χνον­τας γιὰ τὴ σκού­πα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πῶς καὶ πό­τε νὰ εἶ­χε μπεῖ. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἢ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­δύ­να­το. Ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα μᾶλ­λον, ποὺ θὰ τὴν πέ­ρα­σε γιὰ σπή­λαι­ο καὶ ἐ­κεῖ ἐγ­κλω­βί­στη­κε. Πῆ­ρε τὴν σκού­πα κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κυ­νη­γᾶ μὰ οἱ πτή­σεις τοῦ ἱ­πτά­με­νου θη­λα­στι­κοῦ ἦ­ταν τό­σο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὲς στὸν ψη­λο­τά­βα­νο κλει­στὸ χῶ­ρο ποὺ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν πε­τύ­χει τρέ­χον­τας προ­σε­κτι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει νυ­χτι­ά­τι­κα τὴν σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ὁ­μο­λό­γη­σε τὴν ἥτ­τα του κι ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα θὰ πε­τά­ξει πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς νύ­χτας, πρὸς τὴ φύ­ση ποὺ τὴν κα­λοῦ­σε. Καὶ νά ποὺ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος ἐ­πι­σκέ­πτης χά­θη­κε. Θὰ ἔ­φυ­γε, σκέ­φτη­κε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση καὶ ἔ­πε­σε γιὰ ὕ­πνο.

       Ση­κώ­θη­κε χα­ρά­μα­τα. Μὰ μό­λις ἄ­να­ψε τὸ φῶς καὶ μπῆ­κε στὸ μπά­νιο, ἕ­να γνώ­ρι­μο φτε­ρο­κό­πη­μα φα­νέ­ρω­σε πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲς στὸ σπί­τι. Εἶ­χε κά­νει ὅ­μως τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος. Σὲ τό­σο στε­νὸ χῶ­ρο τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἑ­λιγ­μῶν της ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ σκού­πα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν κα­τέρ­ρι­ψε στὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἐ­κεῖ γρά­φτη­κε τὸ τέ­λος της.

       Τὸ τέ­λος της; Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε γιὰ τὴν τύ­χη ποὺ φέρ­νουν τὰ ὀ­στὰ τῆς νυ­χτε­ρί­δας, ἔ­κο­ψε μὲ τὴν ψα­λί­δα τοῦ κή­που τὰ χει­ρό­πτε­ρά της καὶ τὰ ἔ­βα­λε σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὴν ἀρ­τά­να γιὰ νὰ θά­ψει τὸ ὑ­πό­λοι­πο λει­ψὸ σῶ­μα, προ­σέ­χον­τας μὴν τὸν δεῖ κα­νεὶς καὶ ἀ­πο­ρή­σει τί κά­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα στὸν κῆ­πο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴ μα­κά­βρια αὐ­τὴ τα­φὴ καὶ γύ­ρι­σε στὴν κά­μα­ρά του, σκέ­φτη­κε, κοι­τά­ζον­τας τὸ φο­νι­κὸ γού­ρι, τὰ κομ­μέ­να χει­ρό­πτε­ρα, πὼς δὲν ἄρ­χι­ζε ἄ­σχη­μα αὐ­τὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο σὲ τοῦ­το τὸ νη­σί. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου (Ρό­δος, 1965). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση. Δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κρι­τες πε­ρι­ο­δι­κὲς καὶ ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὲς ἐκ­δό­σεις. Σή­με­ρα δι­ευ­θύ­νει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κο­ράλ­λι. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τῆς Δι­οι­κοῦ­σας Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κω­στῆ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο δο­κι­μί­ου τοῦ PENClub καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Φω­τέα γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ χρό­νου Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης (European Union Prize for Literature) γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἀγ­κρι­τζέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἰ­τα­λι­κά, τὰ πο­λω­νι­κά, τὰ σερ­βι­κά, τὰ κρο­α­τι­κὰ καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ κύ­κλος τοῦ χώ­μα­τος (Κα­στα­νι­ώ­της, 2017).

Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross): Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα



Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross)


Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα

(The sand and the sea)


ΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΠΙΤΙ ἀ­π’ τὴν πα­ρα­λί­α, ἡ μη­τέ­ρα μου παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κί­νη­το στὸ χα­λι­κό­στρω­το πάρ­κινγκ ἑ­νὸς πα­γω­τα­τζί­δι­κου. Ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φει κρα­τών­τας τρί­α χω­νά­κια χρώ­μα­τος χαν­ζα­πλὰστ μὲ πα­γω­τὸ μέν­τα-σο­κο­λά­τα, ἡ ἀ­δελ­φή μου κρέ­με­ται ἡ μι­σὴ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της γιὰ νὰ κρυ­φαρ­πά­ξει τὴ λι­χου­διά της. Ἀ­πο­δέ­χο­μαι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χω­νά­κια, ἀλ­λὰ δὲν εὐ­χα­ρι­στῶ τὴ μη­τέ­ρα μου, καὶ δὲν ἀ­παι­τεῖ νὰ τὸ κά­νω. Τρῶ­με τὸ πα­γω­τὸ στὸ αὐ­το­κί­νη­το, μὲ τὸ δέρ­μα μου νὰ τσού­ζει ἐ­κεῖ ὅ­που δε­κά­δες πλο­κά­μια με­δου­σῶν χά­ι­δε­ψαν τὰ ἄ­κρα μου κα­θὼς κο­λυμ­ποῦ­σα πί­σω στὴν ἀ­κτή, μιὰ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μοῦ φά­νη­κε πά­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρο. Τὸ ρεῦ­μα μὲ πα­ρέ­συ­ρε πά­νω στὸ μι­κρὸ πρά­σι­νο σὰν ἀ­ρα­κὰ φου­σκω­τὸ ποὺ κέρ­δι­σα σὲ ἕ­ναν παι­δι­κὸ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ πα­ρα­τή­σω τὸ ἔ­πα­θλό μου γιὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὴ δύ­να­μη τοῦ ρεύ­μα­τος. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στὰ ἀ­νοι­χτά. Δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ δὲν μὲ πρό­σε­χε. Οὔ­τε λέ­ει ὅ­τι ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μά­θει κο­λύμ­πι. Λέ­ει, «Κα­λὴ ἀ­να­λο­γί­α σο­κο­λά­τας-μέν­τας ἔ­χει».


*


Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸ σοῦ­περ μάρ­κετ, τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς αἰ­ω­ροῦν­ται σὰν γλά­ροι κα­θὼς τὴ βο­η­θᾶ­με νὰ ξε­φορ­τώ­σει τὶς βα­ρι­ὲς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ ψώνια της σὰν τα­ξι­δι­ώ­της ποὺ γυρ­νών­τας δεί­χνει τὰ ἐν­θύ­μιά του. «Αὐ­τὰ ἦ­ταν σὲ προ­σφο­ρά.» «Αὐ­τὸ δὲν τό ‘χω ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ ἡ τα­μί­ας εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι μούρ­λια.» Ὅ­ταν ἀ­δειά­ζει τὰ πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ τὰ σο­κο­λα­τά­κια στὸ ἀ­ση­μέ­νιο μπόλ, ἡ ἀ­δελ­φή μου τὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της, ὅ­πως τὰ κο­χύ­λια στὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ ποὺ φέρ­νει σπί­τι κά­θε φο­ρὰ ποὺ πᾶ­με πα­ρα­λί­α. Τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς κοι­τά­ζουν ἐ­πί­μο­να τὸ μπόλ. Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου λέ­ει «Πάρ­τε», πα­ρα­κο­λου­θῶ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα κα­θὼς βου­τᾶ­νε.


*


«Τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια ἦ­ταν ἀ­παί­σια. Δὲν φαν­τά­ζε­σαι πό­σο ἀ­παί­σια», λέ­ει ἡ μη­τέ­ρα μου. Ἂν καὶ ξέ­ρω ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα μου πὼς ἡ μη­τέ­ρα μου ἔ­χει τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια καὶ ὅ­τι οἱ γο­νεῖς της εἶ­ναι ἀ­κό­μα παν­τρε­μέ­νοι καὶ ζοῦ­νε στὸ ἴ­διο σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σε, πάν­τα φαν­τά­ζο­μαι μό­νο τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ τὴ μη­τέ­ρα της, κα­νέ­ναν ἄλ­λον. Ζοῦ­νε δί­πλα στὴ θά­λασ­σα σὲ ἕ­να σπί­τι φτιαγ­μέ­νο ἀ­πὸ ζα­χα­ρω­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ φά­ει. Ἡ μη­τέ­ρα της προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι τὸ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει μί­α μό­νο μέν­τα ἢ ἕ­να ζε­λε­δά­κι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τὸ σπί­τι νὰ κα­ταρ­ρεύ­σει, καὶ πὼς ἂν τὸ σπί­τι πέ­σει, θὰ τὶς ρη­μά­ξει ἡ θά­λασ­σα.


*


Τὸ πρω­ϊ­νὸ ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στ’ ἀ­νοι­χτά, μιὰ γυ­ναί­κα σέρ­νει ἕ­να συρ­μά­τι­νο κλου­βὶ μὲ κα­βού­ρια ἀ­π’ τὸν ὠ­κε­α­νό, λί­γα λε­πτὰ ἀ­φοῦ ξε­βρα­στῶ στὴν ἀ­κτή. Τὰ κα­βού­ρια δὲν κι­νοῦν­ται μέ­σα στὸ συρ­μά­τι­νο κου­τὶ πί­σω της, σὰν νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­να ποὺ πι­ά­στη­καν, ἢ ἤ­δη νε­κρά, ἂν καὶ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι. Πάν­τα ἡ μη­τέ­ρα μου τὰ ρί­χνει στὸ βρα­στὸ νε­ρὸ ζων­τα­νά.


*


Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια, ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει τὴ γα­λά­ζια καρ­τού­λα ἀ­πάν­τη­σης, λέ­γον­τας πὼς δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ πα­ρευ­ρε­θεῖ στὸν γά­μο μου. Συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ ἕ­να βα­ρὺ δέ­μα, σὰν ἐ­κεῖ­να ποὺ μοῦ ἔ­στελ­νε ὅ­ταν ἤ­μουν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, πα­ρό­λο ποὺ τῆς εἶ­χα ἐ­ξη­γή­σει πολ­λὲς φο­ρὲς πὼς ἡ ἀ­πό­στα­ση με­τα­ξὺ τοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου καὶ τῆς ἑ­στί­ας ἦ­ταν κον­τὰ δυ­ὸ χι­λι­ό­με­τρα, καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κου­βα­λή­σω ἐ­κεῖ­να τὰ δέ­μα­τα μὲ τὰ πό­δια. Ἀν­τὶ γιὰ τὸν μπα­κλα­βὰ καὶ τὰ τσίγ­κι­να κου­τιὰ μὲ τὰ κρι­τσί­νια σο­κο­λά­τας τῶν δε­μά­των τοῦ πα­νε­πι­στή­μιου, αὐ­τὸ πε­ρι­έ­χει ἕ­να σὲτ ἀ­πὸ σα­λα­τι­έ­ρες ζω­γρα­φι­σμέ­νες μὲ κα­φὲ καὶ μπλὲ ναυ­τί­λους.


*


Περ­νῶ τὴ νύ­χτα σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α στὸ Μπό­λι­βαρ μὲ μιὰ φί­λη καὶ δυ­ὸ ἀ­γό­ρια ποὺ γνω­ρί­σα­με στὴ λε­ω­φό­ρο Γκάλ­βε­στον Στράντ. Ὅ­ταν μπαί­νω ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα τὸ πρω­ΐ, μὲ τὴν ἄμ­μο νὰ κολ­λά­ει στὰ πό­δια μου, ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι στὴν κου­ζί­να, ἀλ­λὰ δὲν μὲ κοι­τά­ζει, δὲν ρω­τά­ει ποὺ ἤ­μου­να. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια λέ­ει στὸν ἄν­τρα μου, τὴ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ τὸν γνω­ρί­ζει, «Ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νε­ξάρ­τη­το παι­δί. Δὲν μὲ χρει­ά­στη­κε πο­τέ.»


*


Ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ κα­βού­ρια στα­μα­τά­ει καὶ κοι­τά­ζει ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ μη­τέ­ρα μου μὲ τὸ τζὶν σορ­τσά­κι της καὶ τὸ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο κόκ­κι­νο κον­το­μά­νι­κο. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν δι­α­θέ­τει μα­γιό. Ἡ γυ­ναί­κα λέ­ει «Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι πα­ρα­λί­α γιὰ παι­διὰ μὲ μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ δὲν ξέ­ρει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Νὰ πᾶς τα κο­ρί­τσια κά­τω στὶς πα­ρα­λί­ες ποὺ ἔ­χουν ναυ­α­γο­σῶ­στες». Μέ­σα ἀ­π’ τὸ μπλὲ πα­ρε­ὸ τῆς γυ­ναί­κας φαί­νε­ται ἡ ἁ­πα­λό­τη­τα τοῦ στή­θους καὶ τῆς κοι­λιᾶς καὶ τῶν μη­ρῶν της.


*


Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ μη­τέ­ρα μου γυ­μνή. Αὐ­τό μου φαί­νε­ται πε­ρί­ερ­γο τώ­ρα ποὺ εἶ­μαι μη­τέ­ρα. Τὸ παι­δί μου μὲ βλέ­πει γυ­μνὴ συ­νέ­χεια. Βουρ­τσί­ζει τὰ δόν­τια της στὴν του­α­λέ­τα μου. Μὲ ἱ­κε­τεύ­ει νὰ κά­νου­με μπά­νιο μα­ζί. Τὰ χέ­ρια της σκαρ­φα­λώ­νουν κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­νί­κια μου γιὰ νὰ τρί­ψουν τὰ δι­κά μου, λὲς καὶ μὲ ἀρ­κε­τὴ προ­σπά­θεια, ἕ­να τζί­νι θὰ ἀ­να­δυ­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες των δα­χτύ­λων μου.


*


Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ τα­ξι­δέ­ψω πί­σω στὸ χρό­νο καὶ νὰ με­γα­λώ­σω τὴ μη­τέ­ρα μου, θὰ εἶ­χαν ἐ­ξε­λι­χθεῖ ὅ­λα ἀλ­λι­ῶς; Ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­κα­λιά­σει καὶ τῆς εἶ­χε βουρ­τσί­σει τρυ­φε­ρὰ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τῆς εἶ­χε πεῖ «Θὰ κο­λυμ­ποῦ­σα ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ γιὰ σέ­να», ἴ­σως νὰ μὴν μοῦ ἔ­λε­γε τώ­ρα «Πο­τὲ δὲν θὰ κα­τα­λά­βεις πό­σο σ’ ἀ­γα­πῶ».


*


Ὅ­ταν ἀ­να­δύ­ο­μαι ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ΐ, μέ­νω ξα­πλω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο σὰν ξε­βρα­σμέ­νη φά­λαι­να. Ὅ­ταν κοι­τῶ πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἄ­σπρα σπορ­τὲξ καὶ τὶς χνου­δω­τὲς κον­τὲς ρο­δα­κι­νὶ κάλ­τσες τῆς μη­τέ­ρας μου, βλέ­πω πὼς εἶ­ναι φο­βι­σμέ­νη. Αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει, εἶ­ναι «Θὰ σοῦ ρί­ξω θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ γιὰ νὰ φύ­γει λί­γο ἀ­π’ τὸ τσού­ξι­μο». Δα­νεί­ζε­ται τὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς μου καὶ τρέ­χει πέ­ρα-δῶ­θε ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­μέ­να καὶ τὴ θά­λασ­σα. Σὰν παι­δὶ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο νὰ γε­μί­σει μιὰ τά­φρο γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­ναν πύρ­γο στὴν ἄμ­μο, μό­νο γιὰ νὰ δεῖ μὲ κά­θε νέ­α ἐ­πι­στρο­φὴ πὼς ἡ ὄ­ρε­ξη τῆς ἀμ­μου­διᾶς εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο φαν­τα­ζό­ταν.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα SmokeLong Quarterly, 1 Ὀ­κτω­βρί­ου 2018

 http://www.smokelong.com/the-sand-and-the-sea/

Μι­σὲλ Ρὸς (Michelle Ross). Συγ­γρα­φέ­ας τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των There’s So Much They Haven’t Told You (2017), ποὺ τῆς χά­ρι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο μι­κρῆς φόρ­μας Moon City Press. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν πρό­σφα­τα δη­μο­σι­ευ­θεῖ ἢ πρό­κει­ται σύν­το­μα νὰ δη­μο­σι­ευ­θοῦν στὰ SmokeLong Quar­ter­ly, Colo­rado Re­view, Craft Li­te­ra­ry, Nash­ville Re­view, E­le­ctric Li­te­ra­ture’s Re­com­mended Rea­ding, Ta­ho­ma Li­te­rary Re­view.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι γιὰ με­γά­λους (The Boy Who Swallowed a Whale, Nikos Roussos, 2015). Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.

 

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα

(Die Magd)


ΙΑ ΠΛΟΥΣΙΑ ΚΥΡΑ εἶ­χε μιὰν ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζει τὸ παι­δί. Τὸ παι­δά­κι ἤ­τα­νε τρυ­φε­ρὸ σὰν τοῦ φεγ­γα­ριοῦ τὶς ἀ­χτί­δες, ἁ­γνὸ σὰν τὸ φρέ­σκο τὸ χι­ό­νι, ἀ­γα­πη­μέ­νο σὰν τὸν ἥ­λιο. Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα τ’ ἀ­γα­ποῦ­σε σὰν φεγ­γά­ρι, σὰν ἥ­λιο, σχε­δὸν σὰν τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό της τὸν λα­τρε­μέ­νο. Κι ὅ­μως, κά­ποι­α στιγ­μὴ χά­θη­κε τὸ παι­δά­κι, κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς, κι ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα πῆ­γε νὰ τὸ ψά­ξει· τό ’­ψα­χνε σ’ ὅ­λον τὸν κό­σμο, σ’ ὅ­λες τὶς πό­λεις καὶ τὶς χῶ­ρες, ἀ­κό­μα καὶ στὴν Περ­σί­α. Κεῖ πέ­ρα, στὴν Περ­σί­α, ἔ­φτα­σε μιὰ νύ­χτα ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα μπρο­στὰ σ’ ἕ­να­νε σκο­τει­νό, ψη­λὸ πύρ­γο, ποὺ στε­κό­τα­νε πλά­ι σ’ ἕ­να πλα­τύ, σκο­τει­νὸ πο­τά­μι. Ἐ­κεῖ ψη­λά, ὅ­μως, στὸν πύρ­γο ἔ­και­γε ἕ­να κόκ­κι­νο φῶς, καὶ τοῦ­το τὸ φῶς τὸ ρώ­τη­σε ἡ δού­λα ἡ πι­στή: Δὲ μοῦ λές, ποῦ ’­ναι τὸ παι­δί; ἐ­χά­θη­κε καὶ πά­ει, τὸ ψά­χνω κι­ό­λα δέ­κα χρό­νια! —Ἐ, λοι­πὸν ψά­ξ’ το ἀ­κό­μα ἄλ­λα δέ­κα! ἀ­πάν­τη­σε τὸ φῶς κι ἔ­σβη­σε. Ἔ­ψα­χνε λοι­πὸν ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα κι ἄλ­λα δέ­κα χρό­νια γιὰ τὸ παι­δί, σ’ ὅ­λους τους δρό­μους καὶ τοὺς πα­ρα­δρό­μους της γῆς, ἀ­κό­μα καὶ στὴ Γαλ­λία. Στὴ Γαλ­λί­α, σὲ μιὰ με­γά­λη, ἐ­πι­βλη­τι­κὴ πό­λη ποὺ λέ­γε­ται Πα­ρί­σι: ἐ­κεῖ βρέ­θη­κε καὶ στά­θη­κε ἕ­να βρά­δυ, μπρὸς σ’ ἕ­ναν ὡ­ραῖ­ο κῆ­πο, ἔ­κλα­ψε ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ παι­δὶ κι ἔ­βγα­λε τὸ κόκ­κι­νο μαν­τή­λι της, τὰ μά­τια νὰ σκου­πί­σει. Τό­τε ὁ κῆ­πος ἄ­νοι­ξε ξαφ­νι­κὰ στὰ δυ­ό, καὶ βγῆ­κε ἀ­πὸ μέ­σα τὸ παι­δί. Τό ’­δε κι ἀ­μέ­σως πέ­θα­νε ἀ­π’ τὴ χα­ρά. Για­τί πέ­θα­νε; Τί ὄ­φε­λος νὰ ’­χε αὐ­τό; Ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε ἤ­δη με­γά­λη καὶ δὲν τὸ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τέ­ξει ὅ­λα αὐ­τά. Τὸ παι­δὶ εἶ­ναι τώ­ρα μιὰ με­γά­λη, ὄ­μορ­φη κυ­ρά. Ἅ­μα τὴ συ­ναν­τή­σεις, δῶ­σ’ της τοὺς χαι­ρε­τι­σμούς μου.



Πη­γή: «Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα» («Die Magd»): Robert Walser, Das Gesamtwerk, Suhrkamp, Zurich, Frankfurt am Main, 1978, I, S. 365.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της

(The Starling of Her Name)


ΥΠΝΗΣΑ ἀ­π’ τὸν ἦ­χο ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ που­λιὰ κα­θὼς συγ­κρού­ον­ταν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο στὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ράς μας. Πά­ει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξέ­σπα­σε αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­δη­μί­α. Μό­λις τὸ φῶς τοῦ πρω­ϊ­νοῦ προ­βάλ­λει, ἡ τζα­μα­ρί­α με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­πευ­θεί­ας σὲ οὐ­ρα­νὸ στὰ μά­τια τῶν που­λι­ῶν. Κά­θε μέ­ρα φρον­τί­ζω νὰ κα­τε­βαί­νω στὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πε­ρι­συλ­λέ­ξω τὰ πτώ­μα­τά τους, προ­τοῦ τὰ δεῖ ἡ Ἀ­μέ­λια. Ὄ­χι ὅ­τι βγαί­νει πλέ­ον τό­σο συ­χνὰ ἔ­ξω.

       Στρέ­φο­μαι πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἔ­χει ἤ­δη ξυ­πνή­σει, τὰ μά­τια της λάμ­πουν, τὸ πρό­σω­πό της μέ­νει ἀ­νέκ­φρα­στο. Σὲ ξύ­πνη­σαν τὰ που­λά­κια; Θέ­λω νὰ τὴ ρω­τή­σω, μὰ δὲν τὸ κά­νω, δὲ λέ­ω τί­πο­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω τὴ φω­νή της. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω οὔ­τε κὰν τὴ δι­κή μου τὴ φω­νὴ νὰ προ­φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μα τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἀ­μέ­λια. Ἀ­μέ­λια. Ἀ­γά­πη μου. Θὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω πο­τέ; Κα­λη­μέ­ρα. Ἀ­μέ­λια. Ἔ­φτια­ξα κα­φέ. Ξε­που­που­λι­α­σμέ­νες λέ­ξεις, ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται πε­ρι­στα­σια­κά, ἀ­προ­σχη­μά­τι­στα ὅ­πως καὶ πρίν, σὰ νὰ μὴ ση­μαί­νουν τί­πο­τε. Ἡ ἐ­πι­δη­μί­α αὐ­τὴ μᾶς με­τέ­τρε­ψε ὅ­λους σὲ φι­λο­σό­φους, εἶ­πε μιὰ φο­ρὰ ἡ Ἀ­μέ­λια γε­λών­τας, τό­τε ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα ἀ­στει­ευ­ό­ταν.

       Φιλά­ω τὸ μέ­τω­πό της καὶ τῆς τσιμ­πά­ω τὸν δε­ξιὸ ὦ­μο μὲ τρό­πο τέ­τοι­ο ποὺ κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι πά­ω νὰ μᾶς φτιά­ξω κα­φέ. Τὰ μά­τια της οὔ­τε ποὺ τρε­μο­παί­ζουν.

     Στὴν κου­ζί­να, ἀ­νοί­γω τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ δυ­να­μώ­νω τὴν ἔν­τα­ση. Ἀ­να­γνω­ρί­ζω τὴ με­λω­δί­α τοῦ «The Lark A­scen­ding» ἀ­πὸ τὸν Ρὰλφ Βό­ουν Οὐ­ίλ­λιαμς. Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν εὔ­θυ­μη ἰ­δέ­α κά­ποι­ου ἐν εἴ­δει σχο­λί­ου, γιὰ νὰ ξε­κι­νή­σει κα­λὰ ἡ μέ­ρα Τὸ βρί­σκω ἄ­ξε­στο καὶ κα­κό­γου­στο, ἀλ­λὰ ὅ­ταν φτά­νει τὸ ρα­δι­ό­φω­νο νὰ σχο­λιά­ζει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν πτη­νῶν, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἐ­πι­λο­γῆς εἶ­ναι πιὰ ἐ­λά­χι­στα. Ἄ­ρα εἴ­τε αὐ­τό, εἴ­τε ἡ σι­ω­πή.

       Ἔ­ξω, τὰ δέν­τρα λυ­γί­ζουν κά­τω ἀ­π’ τὸ βά­ρος τῶν που­λι­ῶν. Σύν­νε­φα ἀ­πὸ ψα­ρό­νια σκιά­ζουν τὸν οὐ­ρα­νό. Πλέ­ον περ­πα­τοῦν ἀ­κό­μα καὶ στοὺς δρό­μους, μιᾶς κι οἱ αἰ­θέ­ρες γέ­μι­σαν ἀ­π’ τὰ φτε­ρά τους. Οἱ γά­τες καὶ οἱ ἀ­λε­ποῦ­δες ἴ­σα ποὺ τὰ πε­ρι­ο­ρί­ζουν.

       Ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θαυ­μά­ζω τὸ πλῆ­θος τους. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κό­μα μι­λοῦν, κα­θὼς φαί­νε­ται. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κό­μα ἀ­με­λοῦν τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἔ­στω κι ἂν ὁ κό­σμος γύ­ρω τους κα­ταρ­ρέ­ει.

       Σερ­βί­ρω τὸν κα­φὲ στὶς κοῦ­πες μας καὶ κα­τευ­θύ­νο­μαι πρὸς τὸ σα­λό­νι. Ἔ­μει­να ἔκ­πλη­κτος κα­θὼς εἶ­δα τὴν Ἀ­μέ­λια νὰ κά­θε­ται ἤ­δη στὸ τρα­πέ­ζι, μὲ τὸν πί­να­κα στὸ πλά­ι της. Παίρ­νει τὴν κού­πα ποὺ τῆς δί­νω καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ. Πό­σος και­ρὸς πά­ει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δα τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ νὰ χα­μο­γε­λᾶ; Φυ­σά­ει τὸν κα­φέ της γιὰ νὰ κρυ­ώ­σει, καὶ ρου­φά­ει προ­σε­κτι­κά.

       Θέ­λω νὰ πά­ω στὸ πάρ­κο, μοῦ γρά­φει.


Συ­νέ­λα­βα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ τὰ κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ποι­ά λέ­ξη νὰ εἶ­ναι τὸ κα­θέ­να ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ που­λιά, προ­σπα­θών­τας νὰ τὰ με­τα­φρά­σω. Θε­ός; Μη­τέ­ρα; Γα­μῶ­το; Ἀ­να­κα­λῶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες τὶς φτε­ρω­τὲς προ­τά­σεις ποὺ ἀ­πέ­δρα­σαν ἀ­π’ τὰ χεί­λη μας τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη ποὺ ἡ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη μας ἔ­πα­ψε νὰ ἀ­να­πνέ­ει. Τρο­μαγ­μέ­να που­λιά, που­λιὰ σὰν βέ­λη, που­λιὰ ποὺ τσα­κί­ζον­ταν στοὺς τοί­χους τοῦ δω­μα­τί­ου. Μὰ πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα θυ­μᾶ­μαι ἐ­κεῖ­νο τὸ στε­φά­νι ἀ­πὸ τρυ­πο­φρά­κτες ποὺ ἐ­ξα­πέ­λυ­σε τὸ στό­μα τῆς γυ­ναί­κας μου. Τὸ ὄ­νο­μα τῆς κό­ρης μας, ἕ­να που­λὶ κι ἔ­πει­τα ἄλ­λο ἕ­να κι ἄλ­λο ἕ­να.

       Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ὅ­λα τέ­λει­ω­σαν καὶ ἐ­πι­στρέ­ψα­με ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὸ σπί­τι μὲ τὴν φρε­σκο­α­πο­κτη­μέ­νη γνώ­ση τοῦ κε­νοῦ, τί πε­ρι­μέ­να­με; Ὅ­τι θὰ ε­ξα­φα­νί­ζον­ταν ὡς διὰ μα­γεί­ας; Ἑ­κα­τον­τά­δες τρυ­πο­φρά­κτες πε­τοῦ­σαν κυ­κλι­κὰ κά­τω ἀ­π’ τὸ τα­βά­νι μας, φτε­ρού­γι­ζαν πί­σω ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες μας, πε­τά­ρι­ζαν νευ­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, κι ἀ­πὸ τὴν κού­νια τῆς κό­ρης μας πρός…

       Τί θέ­λεις νὰ κά­νω μ’ ὅ­λα αὐ­τά; ρώ­τη­σα.

       Ἀ­πάν­τη­σε στα­θε­ρά, εὐ­θέ­ως. Νὰ τὰ σκο­τώ­σεις ὅ­λα, εἶ­πε.

       Κι ἔ­τσι ἔ­πρα­ξα. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κά τους ὀ­στὰ συν­τρί­φτη­καν ἀ­πὸ τὶς γρο­θι­ές μου, τοὺς ἀγ­κῶ­νες μου, θρυμ­μα­τί­στη­καν κά­τω ἀ­π’ τὰ πέλ­μα­τά μου. Γέ­μι­σα καὶ πέ­τα­ξα ὁ­λό­κλη­ρες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν γε­μά­τες μὲ που­λιά, ὀ­νο­μα­σμέ­να ἀ­π’ τὸ μω­ρό μας. Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα στὸ πά­τω­μα ζα­ρω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, πέ­φτον­τας ἥ­συ­χα καὶ στα­θε­ρὰ ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γη ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­π’ τὸ κλά­μα τῆς συ­ζύ­γου μου. Κά­τι θὰ μοῦ ξέ­φυ­γε. Εἶ­χε πά­ρει ἕ­ναν μι­κρὸ τρυ­πο­φρά­κτη στὶς πα­λά­μες της, τὸν μι­κρό­τε­ρο που εἶ­δα πο­τέ μου, καὶ ἔ­κλαι­γε πά­νω στὸ χνού­δι του, σι­ω­πη­λά, χω­ρὶς λό­για.


Τὸ πάρ­κο ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρη ζω­ὴ ἀ­πὸ ὅ­ση πε­ρί­με­να. Πᾶ­νε μό­λις λί­γοι μῆ­νες κι ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ξε­κί­νη­σαν νὰ βγαί­νουν ξα­νά. Ζευ­γά­ρια κά­θον­ται δί­πλα-δί­πλα στὰ παγ­κά­κια. Μιὰ μη­τέ­ρα σπρώ­χνει τὸ κα­ρό­τσι τοῦ μω­ροῦ της ἀ­νά­με­σα στὰ που­λιὰ ποὺ κα­λύ­πτουν τὸ ἔ­δα­φος. Παι­διὰ παί­ζουν καὶ βου­ί­ζουν. Ἀ­νοί­γουν τὰ στό­μα­τά τους ἀ­φή­νον­τας τὰ που­λιὰ νὰ ξε­πη­δή­σουν – τὰ πιὸ πο­λύ­χρω­μα που­λιά· πορ­το­κα­λιὰ καὶ μπλέ, λι­λὰ καὶ κί­τρι­να, ἰ­ρι­δί­ζον­τα— κι ἔ­πει­τα τὰ κυ­νη­γοῦν κα­θὼς ἐ­κεῖ­να πε­τοῦν μα­κριά. Σὰν παι­χνί­δι. Ἡ Ἀ­μέ­λια τὰ κοι­τά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πῶς θὰ τὸ ὀ­νό­μα­ζαν.

       Σύν­το­μα, οἱ ἐ­πι­βλέ­πον­τες ἐ­νή­λι­κες τοὺς ἐν­το­πί­ζουν καὶ τὸ παι­χνί­δι τε­λει­ώ­νει. Τὰ παι­διὰ δι­α­λύ­ον­ται σὰν τὰ που­λιά, ὡ­στό­σο ἐ­γὼ κα­τα­φέρ­νω καὶ τὰ ξε­δι­α­κρί­νω μὲς στὰ φύλ­λα ἀ­π’ τὶς ση­μύ­δες ποὺ μᾶς σκε­πά­ζουν. Τὰ δεί­χνω στὴν Ἀ­μέ­λια, μὰ προ­τοῦ ση­κώ­σει τὰ μά­τια της αὐ­τὰ ἔ­χουν χα­θεῖ.


Ἔ­χου­με βά­λει τὸν τρυ­πο­φρά­κτη σ’ ἕ­να κλου­βί. Ἡ ἐ­κτρο­φὴ τοῦ τρυ­πο­φρά­κτη λέ­γε­ται ὅ­τι φέρ­νει κα­κὴ τύ­χη, ἔ­γρα­ψα μιὰ μέ­ρα. Ἡ Ἀ­μέ­λια ἁ­πλῶς μὲ κοί­τα­ξε, δί­χως ν’ ἀ­παν­τή­σει. Δε χρει­α­ζό­ταν. Τί χει­ρό­τε­ρο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­πὸ ὅ,τι μᾶς εἶ­χε ἤ­δη συμ­βεῖ;


Ἐ­πι­στρέ­ψα­με ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο ἀ­μέ­σως μό­λις βρά­δια­σε. Ἡ Ἀ­μέ­λια ἔ­χει ἀ­φε­θεῖ στὰ χέ­ρια μου κα­θὼς τὴν βά­ζω στὸν κα­να­πέ. Τὴν τυ­λί­γω μὲ σεν­τό­νια καὶ τῆς δί­νω μιὰ κού­πα ζε­στὸ τσά­ι μὲ γλυ­κό­ρι­ζα. Κά­τι γλυ­κό, τῆς λέ­ω χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νο­η­μα­τι­κὴ καὶ χα­μο­γε­λῶ, ἀλ­λὰ δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι μὲ βλέ­πει. Κοι­τά­ζει πρὸς τὸ μπαλ­κό­νι. Εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ που­λιά – που­λιὰ με­γά­λα καὶ μι­κρά, ἢ που­λιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦν ἄλ­λο νὰ πε­τά­ξουν, συν­τε­τριμ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τοῦ κο­πα­διοῦ τους. Κλεί­νω τὶς κουρ­τί­νες καὶ ἀ­ρά­ζω δί­πλα της. Ὁ μι­κρὸς τρυ­πο­φρά­κτης φτε­ρου­γί­ζει μὲς στὸ κλου­βί του. Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­χει ἐ­νη­με­ρω­τι­κὲς ἐκ­πομ­πές, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ ὅ­λοι ἀ­να­ζη­τοῦν ἐ­ναλ­λα­κτι­κὲς λύ­σεις γιὰ τὰ πάν­τα, ὡ­στό­σο παί­ζουν πολ­λὲς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­μα­στε μὲ ἕ­να βου­βὸ φὶλμ τοῦ Τσάρ­λι Τσά­πλιν ποὺ τὸ βλέ­που­με γιὰ ἑ­κα­το­στὴ φο­ρά.

       Τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι καὶ ὁ χου­χου­ρι­στι­κὸς ἦ­χος τῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν μὲ ξυ­πνοῦν. Οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τες εἶ­ναι ἀ­νοι­κτὲς καὶ τὰ που­λιὰ ἤ­δη ἐ­φορ­μοῦν πρὸς τὰ μέ­σα. Εἶ­ναι τό­τε ποὺ βλέ­πω τὴν Ἀ­μέ­λια νὰ στέ­κε­ται στὸ χεῖ­λος τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ.

       Κα­θὼς πη­δά­ει, φω­νά­ζω τὸ ὄ­νο­μά της χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ. Ἕ­να ψα­ρό­νι πέ­φτει μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου, ἀ­πί­θα­να κυα­νό. Πα­ρα­πα­τά­ει λι­γά­κι, ἔ­πει­τα πε­τᾶ μα­κριὰ στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της» («The Starling of Her Name») δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Gamut τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2017.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ βι­βλί­ο της The Forest Edna. Letters from the Grave (Οrbannin books).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.

Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola): Οἱ πίθηκοι



Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola)


Οἱ πί­θη­κοι

(Los monos)


ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΚΕΛΕΡ ἔ­χα­σε πέν­τε χρό­νια στὸ Τε­του­ὰν νὰ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­ναν χιμ­πα­τζῆ νὰ σκέ­φτε­ται. Σὰν κα­λὸς Γερ­μα­νός, σχε­δί­α­σε γιὰ ἐ­κεῖ­νον μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σει­ρὰ ἀ­πὸ νο­η­τι­κὰ τε­χνά­σμα­τα. Τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ βρεῖ τὴν ἔ­ξο­δο μέ­σα σὲ πε­ρί­πλο­κους λα­βυ­ρίν­θους· τὸν ἔ­κα­νε νὰ φτά­σει σὲ δυ­σπρό­σι­τες λι­χου­δι­ὲς χρη­σι­μο­ποι­ών­τας σκά­λες, πόρ­τες, κρε­μά­στρες καὶ μπα­στού­νια. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέ­τοι­ου εἴ­δους προ­πό­νη­ση, ὁ Μό­μο ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τὸ εὐ­φυ­έ­στε­ρο πι­θη­κο­ει­δὲς τοῦ κό­σμου· πι­στὸς ὅ­μως στὸ εἶ­δος του ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κε ὅ­λες τὶς στιγ­μὲς ἀ­δρά­νειας τοῦ ψυ­χο­λό­γου καὶ ἀ­πό­κτη­σε τὶς δε­ξι­ό­τη­τές του δί­χως νὰ δι­α­σχί­σει τὸ κα­τώ­φλι τῆς συ­νεί­δη­σης. Τοῦ προ­σφέρ­θη­κε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὅ­μως προ­τί­μη­σε νὰ μεί­νει στὸ κλου­βί του.

       Κά­πως ἔ­τσι, πολ­λὲς χι­λι­ε­τί­ες πί­σω (πό­σες;), οἱ πί­θη­κοι ἀ­πο­φά­σι­σαν γιὰ τὸ πε­πρω­μέ­νο τους ἀν­τι­στε­κό­με­νοι στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ γί­νουν ἄν­θρω­ποι. Δὲν λύ­γι­σαν στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση τοῦ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμοῦ καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κό­μη στὸν πα­ρά­δει­σο: γκρο­τέ­σκοι, ἄ­σε­μνοι κι ἐ­λεύ­θε­ροι μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο. Τοὺς βλέ­που­με τώ­ρα στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο σὰν ἕ­ναν κά­ποι­ον κα­θρέ­φτη τῆς θλί­ψης: μᾶς κοι­τοῦν μὲ σαρ­κα­σμὸ καὶ οἶ­κτο, δι­ό­τι ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με τὴ ζω­ώ­δη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους.

       Δε­μέ­νοι σὲ κά­ποι­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­ξάρ­τη­ση, χο­ρεύ­ου­με στὸν ἦ­χο ποὺ μᾶς παί­ζε­ται, ὅ­πως ὁ πί­θη­κος τῆς λα­τέρ­νας. Ψά­χνου­με καὶ δὲν βρί­σκου­με τὶς ἐ­ξό­δους μέ­σα στὸ λα­βύ­ριν­θο ποὺ πέ­φτου­με, κι ὁ λό­γος ἀ­στο­χεῖ, αἰχ­μά­λω­τος ἄ­φτα­στων με­τα­φυ­σι­κῶν καρ­πῶν.

       Ἡ δι­ε­ξο­δι­κὴ συ­νε­δρί­α τοῦ Μό­μο μὲ τὸν Βόλ­φγκανγκ Κέ­λερ ἐ­ξά­λει­ψε μιὰ γιὰ πάν­τα κά­θε ἐλ­πί­δα, κι εἶ­χε γιὰ τέ­λος ἕ­να ἀ­κό­μη με­λαγ­χο­λι­κὸ κα­τευ­ό­διο ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀ­στο­χί­α.

       (Ὁ Χό­μο Σά­πι­ενς ἔ­φτα­σε στὸ γερ­μα­νι­κὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ γρα­φτεῖ ἡ ξα­κου­στὴ με­λέ­τη σχε­τι­κὰ μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α τῶν ἀν­θρω­πο­ει­δῶν, ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε φή­μη κι ἐ­πι­τυ­χί­α, ἐ­νῶ ὁ Μό­μο πα­ρέ­με­νε γιὰ πάν­τα στὸ Τε­του­ὰν, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μιὰ ἐ­φ’ ὄ­ρου ζω­ῆς πα­ρο­χὴ καρ­πῶν μὲ ἕ­να ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ του.)



Πη­γή: Juan José Arreola, Besti­ario. Va­ria inven­cion, Coleccion ita­lica, Turner, 2002 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση (γιὰ τὸ Besti­ario) στὸ Punta de Plata, Με­ξι­κό, Uni­versi­dad Na­cional Au­tono­ma de Me­xico, 1959].

Χου­ὰν Χο­σὲ ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola) (1918, Σα­πο­τλάν [ση­με­ρι­νὴ ὀ­νο­μα­σί­α: Σι­ου­δὰδ Γκου­σμάν]– 2001, Γου­α­δα­λα­χά­ρα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μί­α μό­νο νου­βέ­λα καὶ ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc): Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή



Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc)


Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή

(Good Friday)


ΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ἡ Τάμ­μυ ἔ­ρι­ξε τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της στὴν λί­μνη, τὴν ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ὁ ἄν­δρας της —σύν­το­μα ὁ πρώ­ην ἄν­δρας της— ἔ­λει­πε μα­κριά. Δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἐ­πί­τη­δες, ἂν καὶ τε­λι­κὰ ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δη­μι­ούρ­γη­σε αὐ­τὴν τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀν­τι­θέ­τως ἡ Τάμ­μυ ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἕ­να κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χε πη­δή­ξει ξαφ­νι­κὰ πά­νω στὸ δρό­μο. Ὁ γιός της, ὁ Τάν­νερ, κα­θό­ταν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα κι ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ τὸ εἶ­δε.

       «Μὴ τὸ χτυ­πή­σεις!», εἶ­χε φω­νά­ξει. Πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε τὴν Τάμ­μυ νὰ στρί­ψει ἀ­πό­το­μα, κι ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἔ­ξω βα­ρὺς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κος χι­ο­νιᾶς, τὸ ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτὸ στρῶ­μα πά­γου, ἐ­ξε­τρά­πη τῆς πο­ρεί­ας του, δι­έ­σχι­σε τὸ προ­στα­τευ­τι­κὸ κιγ­κλί­δω­μα κι ἔ­πε­σε στὴ λί­μνη.

       Τὰ θυ­μᾶ­ται ὅ­λα. To κύ­μα φό­βου ποὺ τῆς ἄ­φη­σε μιὰ με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση στὸ στό­μα, κα­θὼς αἰ­σθάν­θη­κε τὰ χέ­ρια της νὰ γλι­στρᾶ­νε, νὰ χά­νουν τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ τι­μο­νιοῦ· τὸ τρί­ξι­μο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἁ­μά­ξι κα­θὼς ἐκ­σφεν­δο­νι­ζό­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὰ βρά­χια κι ἔ­πε­φτε στὸ νε­ρό· τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ θό­ρυ­βο ἀ­πὸ τὶς στριγ­κλι­ὲς τῶν παι­δι­ῶν, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι στα­μά­τη­σε μὲ ἕ­να τράν­ταγ­μα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κλά­σμα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου ψυ­χι­κῆς ἠ­ρε­μί­ας ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ὅ­λοι ἦ­ταν κα­λά, κι ὕ­στε­ρα ὁ με­γά­λος πα­νι­κὸς ποὺ τοὺς βρῆ­κε ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους κι ὅρ­μη­σε νὰ τοὺς κα­τα­βρο­χθί­σει. Τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Τὸ νε­ρό, ἡ ζο­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὰ πα­γω­μέ­να φύ­κια, ἡ αἰφ­νί­δια, ἁ­ψιὰ δυ­σο­σμί­α ἑ­νὸς πι­θα­νοῦ θα­νά­του.

       Ἡ Τάμ­μυ ψα­χού­λε­ψε τὴν ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας της, τὴν ξε­κούμ­πω­σε κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸν Τάν­νερ, ποὺ ἦ­ταν κά­τω­χρος ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Οὔρ­λια­ζε ἀ­κό­μα. Ὥ­σπου νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια της γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη του τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν ἤ­δη πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά του. Τὸ μι­σὸ ἁ­μά­ξι —τὸ μπρο­στι­νό του μέ­ρος— εἶ­χε ἤ­δη βυ­θι­στεῖ .

       «Τάν­νερ», εἶ­πε. Αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει. «Τάν­νερ!». Κι ἄλ­λα οὐρ­λια­χτά. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τὸν χα­στού­κι­σε δυ­να­τά. Στα­μά­τη­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἕ­να λε­πτὸ νῆ­μα σά­λιου κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. «Θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις», εἶ­πε. Ἀρ­γά. Προ­σε­χτι­κά. «Θὰ ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του – τὸ νε­ρὸ θὰ μπεῖ μέ­σα, καὶ θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις.»

       Ὁ Τάν­νερ κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν σὰν γυ­ά­λι­να – δὲν φαι­νό­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἴ­σως καὶ νὰ μὴν θυ­μό­ταν οὔ­τε πὼς τὸν λέ­νε. «Δὲν ξέ­ρω κο­λύμ­πι», ψι­θύ­ρι­σε.

       Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­γε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μᾶ­ται εἶ­ναι σί­γου­ρη γιὰ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα του. Δὲν ἄ­νοι­γε, τό­τε ἔ­πι­α­σε τὸ χε­ρού­λι ποὺ ἀ­νε­βά­ζει τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ τὸν ἄγ­γι­ξε στὸν ὦ­μο. «Κλώ­τσα μό­νο», εἶ­πε. «Κλώ­τσα, καὶ σπρῶ­ξε.»

       Τὸ πα­ρά­θυ­ρο δὲν ἄ­νοι­γε. Τό­τε τὸ θυ­μή­θη­κε – κά­τι γιὰ τὴν πί­ε­ση, τὴν φυ­σι­κή, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ καὶ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πί­ε­ση στὸ ἁ­μά­ξι θὰ πρε­πε νὰ εἶ­ναι οἱ ἴ­δι­ες. Ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα καὶ γύ­ρι­σε στὸ μω­ρὸ ποὺ δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ κλαί­ει. Ἡ Ὤν­τρεϋ κα­θό­ταν γερ­μέ­νη στὴ θέ­ση της μὲ τὴν βα­ρύ­τη­τα νὰ τὴν τρα­βᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Κα­θὼς ἔ­γερ­νε τὸ ἁ­μά­ξι τὸ σῶ­μα της κλυ­δω­νι­ζό­ταν μπρο­στὰ καὶ ἡ ζώ­νη εἶ­χε χω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρὰ καὶ τὴν ἔ­κο­βε. Εἶ­χε μιὰ πλη­γὴ στὸ μέ­τω­πο.

       «Ὅ­λα κα­λά», εἶ­πε ἡ Τάμ­μυ μη­χα­νι­κά. «Ὅ­λα κα­λά. Ὅ­λα κα­λά.» Τὰ δά­χτυ­λά της ἔ­τρε­μαν κι ἔ­ψα­χναν. Κι ἄλ­λο νε­ρὸ τώ­ρα, πα­γω­μέ­νο. Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ δὲν ξε­κούμ­πω­νε. Τὸ νε­ρὸ συ­νέ­χι­ζε νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὁ Τάν­νερ εἶ­χε ἀρ­χί­σει πά­λι νὰ κλαί­ει μὲ πυ­κνὰ ἀ­να­φι­λη­τά.

       «Στα­μά­τα!», τοῦ φώ­να­ξε. Οἱ λέ­ξεις ἔ­βγαι­ναν ἀρ­γὲς καὶ πνι­χτὲς ἀ­πὸ τὸ στό­μα της. Δὲν εἶ­χαν ἀρ­κε­τὸ ἀ­έ­ρα. Τὰ πάν­τα ἦ­ταν μου­σκε­μέ­να. Τὰ πάν­τα.

       Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ ἐ­πι­τέ­λους ξε­κούμ­πω­σε κι ἡ Ὤν­τρεϋ ἔ­πε­σε μὲ ἕ­να πα­φλα­σμὸ στὸ νε­ρὸ ποὺ γέ­μι­ζε τὸ ἁ­μά­ξι. Ξα­νὰ κλά­μα­τα. Τὰ χέ­ρια τῆς Τάμ­μυ ἔ­τρε­μαν πο­λὺ τώ­ρα. Κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι τοῦ μω­ροῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε καὶ τὰ δύ­ο. Τὰ παι­διά της κι ἕ­να πα­γω­μέ­νο, ὑ­γρὸ τά­φο.

       «Ἕ­να λε­πτό», εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Τὰ δόν­τια της χτυ­ποῦ­σαν. Ἦ­ταν τό­σο κρύ­α. «Ἕ­να…λε­πτό.» Ἔ­σπρω­ξε τὸ χέ­ρι της μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ βρῆ­κε τὸ χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας. Τώ­ρα ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νο ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἁ­μά­ξι καὶ βού­λι­α­ζε γρή­γο­ρα. Ὁ θύ­λα­κας ἀ­έ­ρα εἶ­χε συρ­ρι­κνω­θεῖ στὶς ἕ­ξι ἴν­τσες. Πέν­τε. Στρι­μώ­χθη­καν πά­νω-πά­νω, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­έ­ρας… Τέσ­σε­ρεις ἴν­τσες.

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ Τάν­νερ σκε­πά­στη­κε πρῶ­το ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ὕ­στε­ρα τὸ δι­κό της, ὕ­στε­ρα τοῦ μω­ροῦ. Ἡ Τάμ­μυ χί­μη­ξε μπρο­στὰ καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὸ χε­ρού­λι τῆς πί­σω πόρ­τας. Δὲν κι­νή­θη­κε. Τὸ ξα­να­τρά­βη­ξε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε τρί­ζον­τας. Ἔ­σπρω­ξε. Ἦ­ταν σὰν νὰ γεν­νοῦ­σε μὲ τὰ χέ­ρια της.

       Ὕ­στε­ρα ἔ­σπρω­ξε τὸν Τάν­νερ μπρο­στά, στὸ νε­ρό. Κλώ­τσα, πα­ρα­κα­λοῦ­σε μέ­σα της. Κλώ­τση­σε. Ἀ­νέ­βη­κε.

       Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὴν Ὤν­τρεϋ γαν­τζω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο της, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πο­λό­γι­σε κα­λά. Ὅ­πως κι­νι­ό­ταν χτύ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της πά­νω στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ τῆς ἔ­φυ­γε τὸ μω­ρό. Μαῦ­ρα στίγ­μα­τα χό­ρευ­αν μπρὸς σ­τὰ μά­τια της. Ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­πνεύ­σει καὶ κα­τά­πι­ε νε­ρό.

       Τὸ μω­ρὸ ἔ­πλε­ε πί­σω της σὰν κού­κλα. Ἡ Τάμ­μυ τρά­βη­ξε τὸ κο­ρι­τσά­κι κον­τά της, τὸ φί­λη­σε καὶ τὸ ἔ­σπρω­ξε πά­λι. Ἡ κό­ρη της ἀ­να­δύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δὲν πι­στεύ­ει αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες οὔ­τε καὶ ἡ ἴ­δια τὴν πι­στεύ­ει Πῶς γί­νε­ται νὰ θυ­μᾶ­ται κά­ποιος ποὺ πνί­γε­ται τό­σες λε­πτο­μέ­ρει­ες; Ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δε­κα­ο­χτά­μη­νο μω­ρὸ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λά­σπη λὲς καὶ εἶ­ναι προ­ω­θη­τι­κὴ μη­χα­νή; Που­θε­νά.

       Ἀν­τι­θέ­τως ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος ἑ­στιά­ζει τὴν προ­σο­χή του στὸ δι­α­λυ­μέ­νο γά­μο καὶ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Ἔν­του­αρντ δί­νει μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ὅ­λο φέρ­νουν τὴν κου­βέν­τα στὶς συ­ναν­τή­σεις τοῦ συλ­λό­γου τῶν Ἀ­νω­νύ­μων Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν καὶ τὴν ἐ­πι­λό­χεια κα­τά­θλι­ψη ποὺ ἔ­πλη­ξε τὴν Τάμ­μυ πρὶν ἀ­πὸ ὀ­χτὼ χρό­νια, ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε ὁ Τάν­νερ. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν λέ­ξεις ὅ­πως «ἀ­νι­σόρ­ρο­πη « καὶ «σα­λε­μέ­νη». Ἀ­να­φέ­ρουν κι ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­νι­σόρ­ρο­πων καὶ σα­λε­μέ­νων μη­τέ­ρων. (Στὶς μέ­ρες μας εὔ­κο­λα πι­στεύ­ει κα­νεὶς ὅ­τι μιὰ μη­τέ­ρα μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ σκο­τώ­σει τὰ παι­διά της ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς δι­α­ζυ­γί­ου. Πι­στεύ­ει κα­νεὶς πιὸ δύ­σκο­λα σὲ πα­γω­μέ­νους δρό­μους καὶ στὴν κα­κὴ τύ­χη. Σή­με­ρα τὴν τύ­χη μας τὴν φτι­ά­χνου­με μό­νοι μας. Ἔ­χου­με πα­ρα­βιά­σει τὰ φυ­σι­κὰ ὅ­ρια.) Φαί­νον­ται τό­σο σί­γου­ροι ποὺ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ἡ Τάμ­μυ τοὺς πι­στεύ­ει. Δὲν ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη; Δὲν ἔ­κλαι­γε συ­νε­χῶς ἀ­κρι­βῶς πρὶν τὸ κου­νέ­λι δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­ται. Ἴ­σως καὶ νὰ ἔ­κλαι­γε. Ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α τώ­ρα πιά.


       Αὐ­τὸ ποὺ δὲν τοὺς λέ­ει —ποὺ δὲν θὰ τοὺς τὸ πεῖ πο­τὲ καὶ ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ μά­θουν τὰ παι­διὰ— εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε νὰ τὴν βρεῖ μέ­σα στὸ ἁ­μά­ξι. Ἦ­ταν βα­θυ­πρά­σι­νος, σκε­πα­σμέ­νος μὲ βρύ­α, κι ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Πο­σει­δώ­να ἢ τὸν Νί­κερ, κά­τοι­κο τοῦ Βορ­ρᾶ – ἀ­κό­μη πιὸ πα­γε­ρὸς ἐ­κεῖ­νος. Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, κλω­τσών­τας πρὸς τὸ φῶς, πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της, ἀ­να­δευ­ό­με­νος στὰ κυ­μα­τά­κια τῆς λί­μνης κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια Του γιὰ νὰ τὴν ἀγ­γί­ξει.

       Τί σοῦ λέ­ει ὁ Θε­ὸς ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μπρο­στά σου; Οὔ­τε αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται, του­λά­χι­στον ξε­κά­θα­ρα. Ξέ­ρει μό­νο πὼς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν Του ἦ­ταν σὰν γι­γαν­τια­ῖα θα­λάσ­σια φύ­κη. Γλι­στε­ρὰ κι αἰ­νιγ­μα­τι­κά. Εἶ­ναι σκο­τει­νός, μι­λά­ει μό­νο γιὰ θυ­σί­ες καὶ αἷ­μα. Ἂν ἀ­γα­πά­ει, ἡ ἀ­γά­πη του εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρη καὶ σκλη­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο γνώ­ρι­σε ὣς τώ­ρα.

       Τε­λι­κὰ ὅ­μως Τὸν ἄ­φη­σε, ὅρ­μη­σε πά­νω καὶ βγῆ­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­που βρῆ­κε τὰ παι­διά της νὰ πλέ­ουν μὲ τὰ κε­φά­λια πρὸς τὰ κά­τω, μέ­σα στὸ νε­ρό. Τὰ τρά­βη­ξε κον­τά της καὶ φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρα μέ­σα στὰ πνευ­μό­νια τους, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Ἔ­πει­τα ἔ­κλα­ψαν, ἐ­κεῖ, ὅ­λοι μα­ζὶ .

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ Ἔν­του­αρντ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι του καὶ πῆ­ρε τὰ παι­διά.


«Ἂν γυ­ρί­σεις πί­σω», ἴ­σως νὰ τῆς εἶ­χε πεῖ Ἐ­κεῖ­νος, τὴν στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα ἦ­ταν πρά­σι­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, «θὰ σοῦ πά­ρουν τὰ παι­διά». Καὶ τῆς τὰ πῆ­ραν. Τώ­ρα δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ τὰ δεῖ, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἀ­δελ­φὴ τοῦ Ἔν­του­αρντ περ­νά­ει κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ τῆς λέ­ει τὰ νέ­α τους. –  Ἡ ἱ­στο­ρί­α τους ἔ­γι­νε γνω­στή, τοὺς ἔ­δει­ξαν σὲ ἕ­να ἑ­βδο­μα­δια­ῖο σό­ου στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ Ὤν­τρεϋ μι­λά­ει πιά. Ὁ Τάν­νερ ἄρ­χι­σε πά­λι τὰ μπά­νια. Δὲ ρω­τοῦν πο­τὲ γιὰ κεί­νη.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Του­λά­χι­στον εἶ­ναι ὅ­λοι τους ζων­τα­νοί.

       Τὸ λέ­ει αὐ­τὸ κά­θε μέ­ρα – τὸ πρω­ΐ, στὸ δι­κα­στή­ριο, τὰ βρά­δια ποὺ μέ­νει μό­νη. Εἶ­ναι ζων­τα­νοὶ κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ και­ρὸ θὰ θυ­μοῦν­ται τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μό­νο καὶ μό­νο σὰν τὴν τε­λευ­ταί­α βόλ­τα ποὺ ἔ­κα­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να τους. Θὰ θυ­μοῦν­ται νὰ φτά­νουν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὰ νε­ο­γέν­νη­τα. Τὸ νε­ρὸ θὰ μέ­νει πί­σω τους, ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φιά­λτης ποὺ πέ­ρα­σε πιά. Ἡ ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­να δῶ­ρο γιὰ αὐ­τούς.

       Κι ὁ Θε­ός; Ὁ Θε­ὸς κρυμ­μέ­νος ἐ­κεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν λί­μνη, θὰ πε­ρι­μέ­νει κά­ποιον ἄλ­λον γιὰ νὰ Τὸν ἀ­να­κα­λύ­ψει. Εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κός. Γε­μά­τος κα­λο­σύ­νη. Κρα­τᾶ σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια του τὶς αἰ­νιγ­μα­τι­κὲς καὶ τρο­με­ρές του ἐ­πι­λο­γές. Ξέ­ρει ἀ­πὸ θλί­ψη. Βα­στᾶ τὴν Τάμ­μυ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ποὺ κοι­μᾶ­ται ἐ­νῶ οἱ ἔ­νορ­κοι τὴν κα­τη­γο­ροῦν.

       Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ὅ­πως κι ὁ θά­να­τος, εἶ­ναι πρά­σι­νη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τῆς συγγραφέως:

http://www.amandaleduc.com/site/?p=748

Ἀ­μάν­τα Λεν­τοὺκ (Amanda Leduc). Γεν­νή­θη­κε στὸν Κα­να­δὰ κι ἔ­χει ζή­σει στὴν Ἀγ­γλί­α, στὴν Βρε­τα­νι­κὴ Κο­λομ­βία, στὸ Ὀν­τά­ριο καὶ στὴν Σκω­τί­α. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸν Κα­να­δά, στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὴν Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α κι ἔ­χουν μπεῖ στὴν Μι­κρὴ λί­στα δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν δι­α­γω­νι­σμῶν: StoryQuarterly Fi­ction Pri­ze (2015), CBC Ca­na­da Wri­tes Short Sto­ry Com­pe­ti­tion (2014) (με­γά­λη λί­στα), PRISM Inter­natio­nal Short Fi­ction Con­test (2012, 2008), TNQ Ed­na Stae­bler Per­so­nal Es­say Con­test (2012). UK Dai­ly Mail First No­vel A­ward (20089), CBC Li­te­ra­ry A­wards (2006). Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Miracles of ordinary Men δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὴν 1 Μαΐ­ου 2013 στὸ Το­ρόν­το ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο ECW Press. Εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Big Truths στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φον­ται δο­κί­μια καὶ ἐκ­δί­δε­ται δι­α­δι­κτυα­κὰ μα­ζὶ μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Little Fiction. Ἐ­πί­σης εἶ­ναι συ­νι­δρύ­τρια τοῦ Bare it for Books (Μὴ κερ­δο­σκο­πι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κί­νη­ση ποὺ τὸ 2014 ἔ­φτια­ξε ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που γνω­στοὶ συγ­γρα­φεῖς πό­ζα­ραν σχε­δὸν γυ­μνοὶ γιὰ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τὴν ὀρ­γά­νω­ση PEN Canada. Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τὴ σκο­πὸ ἔ­χει νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ζοῦν σὲ δι­κτα­το­ρι­κὰ κα­θε­στῶ­τα νὰ ἐκ­φρά­ζουν ἐ­λεύ­θε­ρα τὶς ἀ­πό­ψεις τους καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἔκ­φρα­σης καὶ τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης σκέ­ψης.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­