1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕ στὸ Φω­τά­κο νὰ πά­ῃ νὰ κα­τα­σκο­πέ­ψῃ κα­τὰ τὸν Ἅ­ϊ-Σώ­στη τὸ χω­ριό.

       — Νὰ πᾷς τρι­γύ­ρω καὶ ξέ­μα­κρα, εἶ­πε, νὰ μὴ σὲ τρώ­ῃ τὸ βό­λι. Πρό­σε­ξε στὸ δρό­μο τὰ μι­κρο­πού­λια· ἂν τὰ ση­κώ­νῃς καὶ περ­νᾶν ἀ­πά­νω ἀ­π’ τὸ χω­ριό, ἢ κά­θων­ται μέ­σα ἄ­φο­βα, τό­τε δὲν εἶ­ναι Τοῦρ­κοι μέ­σα. Ἂν τὰ ἰ­δῇς ὅ­μως νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω φο­βι­σμέ­να καὶ νὰ κά­νουν ξαφ­νι­α­σμέ­νους γύ­ρους, τό­τε εἶ­ναι Τοῦρ­κοι στὸ χω­ριό.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνημ., 1858, σ. 97.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 194 [Τίτλος: «397.— Τὸ πα­ρα­τη­ρη­τι­κό του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης..

Εἰκόνα: Νέστωρ Λ. Βαρ­βέ­ρης (1867-1954), Ὁ Κο­­λο­­κο­­τρώ­­νης κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὴ Νε­μέα (1908). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 50Χ80 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt): Ἡ κατάλπη

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Ἡ κατάλπη


ΔΩ, ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ πη­γαί­νουν στὶς κη­δεῖ­ες. Κυ­κλο­φο­ροῦν τὴ νύ­χτα, ὅ­ταν ὅ­λοι κοι­μοῦν­ται, προ­χω­ρών­τας λί­γο-λί­γο, τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο, στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, ἢ περ­νών­τας μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Καὶ στὴν πλα­τεί­α τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, τὸ πρω­ΐ, βρί­σκουν κα­μιὰ φο­ρὰ μιὰ βε­λα­νί­δια καὶ πέν­τε-ἕ­ξι ἐ­λά­τια, ποὺ ἔ­χουν ἔρ­θει ἐ­κεῖ πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα τῆς νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας.

        Γιὰ τὴν κη­δεί­α ἑ­νὸς μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν με­τα­κι­νη­θεῖ του­λά­χι­στον τριά­ντα λεῦ­κες, μιὰ κλαί­ου­σα ἰ­τιὰ καὶ μιὰ ἀν­θι­σμέ­νη κα­τάλ­πη, ποὺ πρέ­πει νὰ ἦρ­θε ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­φοῦ τέ­τοι­α δέν­τρα δὲν ὑ­πάρ­χουν στὴν πε­ρι­ο­χή.

        Μοῦ εἶ­παν πὼς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­σε τὸ φέ­ρε­τρο τοῦ μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ, ἡ κα­τάλ­πη ἔ­ρι­ξε κά­τω ὅ­λα τὰ λου­λού­δια της, καὶ ἡ νε­κρι­κὴ συ­νο­δεί­α περ­πα­τοῦ­σε πά­νω τους, ὅ­πως σ’ ἕ­να χα­λὶ ποὺ ἀ­νά­δι­νε μυ­ρω­διὰ κου­φέ­του.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ μου ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κέ­δρος τοῦ Λι­βά­νου, ποὺ τὸν εἶ­χε φέ­ρει ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος ἀ­πὸ ἕ­να τα­ξί­δι του στὴν Ἀ­να­το­λὴ καὶ τὸν εἶ­χε φυ­τέ­ψει στὸν κῆ­πο του. Εἶ­χε στη­θεῖ τό­σο κον­τὰ στὴ με­σαί­α πύ­λη τοῦ να­οῦ, ὥ­στε χρει­ά­στη­κε νὰ μπά­σουν τὸ φέ­ρε­τρο ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πόρ­τα.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα τὰ δέν­τρα ξα­να­γυ­ρί­ζουν ἐ­κεῖ ἀ­π’ ὅ­που ἦρ­θαν ὅ­μως πολ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, ἔ­χον­τας ἀ­να­κα­λύ­ψει ἕ­ναν ἑλ­κυ­στι­κὸ τό­πο ἢ φι­λό­ξε­νους συν­τρό­φους συγ­κεν­τρω­μέ­νους κά­που, μπαί­νουν στὴν ὁ­μά­δα τους καὶ στε­ρι­ώ­νουν ἐ­κε­ῖ, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σον και­ρό.

        Ὁ κέ­δρος ὅ­μως τοῦ παπ­ποῦ μου δὲν ξα­να­φά­νη­κε πο­τὲ στὸν κῆ­πο. Εἶ­παν πὼς εἶ­χε πνι­γεῖ, μὰ κά­ποι­οι τὸν εἶ­χαν δεῖ νὰ ἐ­πι­πλέ­ει στὸν ἀμ­μου­δε­ρὸ κόλ­πο καὶ νὰ τα­ξι­δεύ­ει πρὸς τὸ ἀ­νοι­χτὸ πέ­λα­γος.



Πηγή: Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μτφ. Ἐ. Χ. Γονατᾶς (ἐκδ. Στιγμή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορμανδία, Γαλλία, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλλία, 2006). Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος καὶ ἐκδότης-τυπογράφος. Ἀπὸ τὸ 1963 ἐγκα­τα­στάθηκε στὸ Stigny (διαμέρισμα Yonne) τῆς Βουργουνδίας. Δημο­σίευσε πεζὰ ποιήματα, μικρὲς ἱστορίες, διηγήματα, μύθους καὶ ἀφηγήσεις φα­νταστικῶν ταξιδιῶν. Ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Ἑλλάδα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ. Πέθανε στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 2006, σὲ ηλικία 89 ἐτῶν, στὸ Stigny.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.

Εἰκόνα: Κατάλπη, ἔργο τῆς Tina Oršolić Dalessio.

Τάσος Χατζητάτσης: Τὸ περιστέρι


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Τὸ πε­ρι­στέ­ρι


ΤΑΝ Η ΠΟΛΗ λει­τουρ­γοῦ­σε ἀ­κό­μα, χω­ρὶς ἀν­τι­πα­ρο­χὲς καὶ κα­νο­νι­σμοὺς πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, σὲ αὐ­λὲς καὶ σὲ τα­ρά­τσες, ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἀ­σχο­λί­α τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἡ ἐ­ξη­μέ­ρω­σή τους εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α συ­νή­θεια καὶ ἡ συμ­βί­ω­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους πάν­τα ἐρα­σμία.

        Πε­ρι­στε­ρι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χαν στὴν πό­λη καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πολ­λὰ με­τα­πο­λε­μι­κὰ κου­μά­σια εἶ­χαν τὴν προ­έ­λευ­σή τους ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῆς πεί­νας στὴν κα­το­χή. Τὰ παι­διά, βρί­σκον­τας ἕ­τοι­μα τὰ κα­τα­λύ­μα­τα, ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν τὶς κα­το­χι­κὲς χῆ­νες κι ὄρ­νι­θες μὲ πε­ρι­στέ­ρια. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­να­σχό­λη­ση ἐ­πί­πο­νη καὶ ἐ­ξαν­τλη­τι­κή, ξε­λά­φρω­νες ὅ­μως ἀ­πὸ δι­α­βά­σμα­τα κι ἀν­τι­γρα­φὲς καί τὸ, κυ­ρι­ό­τε­ρο, συγ­κέν­τρω­νες πά­νω σου ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα. Κου­νοῦ­σες τὸ σκιά­χτρο, μαῦ­ρο κου­ρέ­λι δε­μέ­νο στὸ ξύ­λο τῆς τα­βα­νό­σκου­πας καὶ ση­κώ­νον­ταν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ὅ­σο πιὸ τρε­λὰ ἀνέ­μι­ζες τὴ μαύ­ρη ση­μαί­α τό­σο πιὸ πολ­λοὺς κύ­κλους κά­ναν αὐ­τὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τα­ρά­τσα. Ὥ­σπου νὰ νι­ώ­θεις τὸ λα­χά­νια­σμα, νὰ βγά­λεις ἔ­ξω τὸ πε­τα­στά­ρι, μα­δη­μέ­νο, χω­ρὶς φτε­ρά, νὰ τὸ κρα­τᾶς ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, κι αὐ­τὰ στὴ στιγ­μὴ νὰ κουρ­νιά­ζουν ὑ­πά­κου­α γύ­ρω σου. Ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ νὰ σχο­λιά­ζει, νὰ θαυ­μά­ζει, καὶ τὰ μά­τια τῶν κο­ρι­τσι­ῶν καρ­φω­μέ­να στὰ πε­ρι­στέ­ρια σου. Τό ’­σκα­να ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ γυρ­νοῦ­σα ὅ­λα τὰ κου­μά­σια τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ψά­χνον­τας γιὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἔ­χα­να καὶ ξα­να­έ­χα­να τὰ σχο­λι­κά μου βι­βλί­α, στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Ξε­νο­φών­τα, γιὰ νὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μῶ δραχ­μές, νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ὅ,τι ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το μοῦ προ­σέ­φε­ραν σὰν λα­ρι­σι­νὸ μπρο­στά­ρη. Ἤθελα νὰ μὲ θε­ω­ροῦν δι­κό τους, νὰ μ’ ἀ­φή­νουν νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, πῶς γύ­μνα­ζαν, πῶς σή­κω­ναν τὰ σμή­νη τους. Ὑ­πῆρ­χαν θαυ­μα­στοὶ πε­ρι­στε­ρά­δες, στὴν Εὐ­καρ­πί­α, στὴν Τούμ­πα, στὴν Πυ­λαί­α. Εἶ­χαν πε­ρι­στέ­ρια ἱ­κα­νὰ ὄ­χι μό­νο γιὰ βόλ­τες ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τα­ξί­δια ὁ­λό­κλη­ρα μέ­χρι τὴ Λά­ρι­σα ἢ τὴν Κρή­τη. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ ὅλους ὅμως θαύ­μα­ζα τὸν συμ­μα­θη­τή μου τὸν Ρώσ­ση. Ἦ­ταν κι ὁ Ρώσ­σης πε­ρι­στε­ρᾶς, κι ἂς μὴν ξε­χώ­ρι­ζε ἕ­ναν μπρο­στά­ρη ἀπὸ μιὰ κο­πά­να. Οὔ­τε κου­μά­σι εἶ­χε, κα­θό­ταν σ’ ἕ­να ὑ­πόγει­ο στὴν Ἰσαύρων. Ἀσχο­λι­ό­ταν μό­νο μὲ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι, τὸ δι­κό του. Τὸ ἀγα­ποῦ­σε πα­ρά­φο­ρα καὶ τό ’­βγα­ζε γυ­μνὸ στὸν ἀ­έ­ρα νὰ ἀ­να­πνέ­ει ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι ἄ­πτε­ρο, κα­θη­λω­μέ­νο ἀλ­λὰ ἑφτά­ψυ­χο. Σὲ κά­θε δι­ά­λειμ­μα μα­ζευ­ό­μα­σταν ὅ­λοι στὰ πί­σω θρα­νί­α, ὄρ­θιοι, γιὰ νὰ δοῦ­με τὸν Ρώσ­ση νὰ ἐλευ­θε­ρώ­νει τὸ πε­ρι­στέ­ρι του καὶ νὰ τὸ πνί­γει στὰ χά­δια, μέ­χρι νὰ μεί­νει ἄ­ψυ­χο στὶς ζε­στές του πα­λά­μες. Στὸ ἑ­πό­με­νο δι­ά­λειμ­μα, ὁ­λο­ζών­τα­νο πά­λι τὸ πε­ρι­στέ­ρι, νὰ ξε­προ­βάλ­λει ὀρ­θό, μέ­σα ἀ­πό τὴν τρύ­πια τσέ­πη τοῦ Ρώσ­ση, ἕ­τοι­μο γιὰ τὴ νέ­α πα­ρά­στα­ση. Τὸ ξέ­ρα­με ὅ­λοι ἢ τὸ ὑ­πο­πτευ­ό­μα­σταν, ὅ­τι τὸ πε­ρι­στέ­ρι δὲν ξε­ψυ­χοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ χά­δια ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ δι­κό μας βλέμ­μα, τὸ ὁ­ποῖο ἔ­με­νε αἰχ­μάλω­τὸ πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ράμ­φος καὶ στὴν ἄ­σπρη στα­γό­να ποὺ ἔ­βγαι­νε μα­ζὶ μὲ τὴν ψυ­χή του. Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ρώσ­σης ἀ­πο­ζη­τοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὰ ἀρ­σε­νι­κό μας γυ­μνά­σιο, στὶς μει­κτὲς γι­ορ­τές μας. Στὶς πρῶ­τες γι­ορ­τὲς μὲ κο­πέ­λες, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νος τὸ εὐ­γε­νι­κό του πα­ρου­σια­στικό, εὔ­κο­λα ἀπο­μό­νω­νε τὰ κο­ρί­τσια σὲ μι­σό­φω­τα μπαλ­κό­νια καὶ στὰ πί­σω δω­μά­τια. Γρή­γο­ρα αὐ­τὰ ἐ­πέ­στρε­φαν στὶς πα­ρέ­ες τους καὶ τα­ραγ­μέ­να ἢ μὲ γέ­λια νευ­ρι­κά, ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νισμέ­να, ψι­θύ­ρι­ζαν στὶς φι­λε­νά­δες τους ὅ­σα πα­ρά­ξε­να εἶ­χαν ἀν­τι­κρίσει. Μέ­να­με ὅ­λοι κα­τά­πλη­κτοι μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια τοῦ Ρώσ­ση νὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στὶς κο­πέ­λες. Πρὶν προ­φτά­σουν αὐ­τὲς νὰ συ­νέλ­θουν ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξή τους, τὸ πε­ρι­στέ­ρι ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε κι­ό­λας στὰ χέ­ρια του. Καὶ τί δὲν τοῦ σέρ­να­με τοῦ Ρώσ­ση πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ὅ­λοι ὅ­μως ἀ­πο­ζη­τούσαμε τὴν πα­ρέ­α του. Ἄλ­λοι γιὰ νὰ τὸν συ­νο­δεύ­ου­με στὰ σπί­τια μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ὅ­που σύ­χνα­ζε· ἄλ­λοι γιὰ νὰ δο­κι­μά­ζου­με τὴν ἁ­μαρ­τω­λὴ γεύ­ση τῶν τσι­γά­ρων ποὺ ἔ­στρι­βε· κι ἄλ­λοι γιὰ νὰ ἀ­πο­κο­μί­ζου­με κέρ­δη ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια τοῦ θρά­σους του. Ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε συ­νερ­γή­σει καὶ γιὰ νὰ ἀγ­κα­λιά­σω πρώ­τη φο­ρὰ τὴν Ἕλ­λη. Ἤ­μα­σταν στὸν ἀ­πο­κρι­ά­τι­κο χο­ρὸ τῶν τε­λει­ό­φοι­των, ὅ­ταν ἡ Ἕλ­λη μὲ λυγ­μοὺς ἔ­πε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ μοῦ ἀ­πο­κάλυ­ψε ὅ­τι ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν γυ­μνὸς κά­τω ἀπὸ τοὺς μαιά­νδρους τοῦ ἀρ­χαί­ου χι­τώ­να. Τῆς ζή­τη­σε νὰ χο­ρέ­ψουν καὶ κα­θὼς στρο­βι­λί­ζον­ταν, ἔ­νιω­σε στὸ χέ­ρι της τὸ πε­ρι­στέ­ρι, ὀρ­θὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Ἡ ἀ­γα­νά­κτη­ση ποὺ ἔ­δει­ξα γιὰ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Ρώσ­ση, ἐξογ­κω­μένη κι ἀ­πὸ τὸν πο­λύ­μη­νο πό­θο μου γιὰ τὴν Ἕλ­λη, ἔ­φε­ραν σὰν ἀπο­τέλε­σμα τὴ συ­νέ­νω­σή μας ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Μιὰ συ­νέ­νω­ση ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε σὰν προ­ϋ­πό­θε­ση ὄ­χι μό­νο τοὺς αἰ­ώ­νιους ὅρ­κους ἄλ­λα καὶ τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀπο­μό­νω­σή μου ἀπὸ τὸν Ρώσ­ση. Μά­θαι­να, βέ­βαι­α, νέ­α του ἀ­πὸ πα­λιοὺς συμ­μα­θη­τὲς καὶ φί­λους, πάν­τα ὅ­μως μὲ τὰ χα­μό­γε­λα τῆς ἄ­μυ­νάς μας γιὰ ὅ­σα ἀ­σε­βῆ σκά­ρω­νε. Σύ­χνα­ζε τώ­ρα στὶς σκο­τει­νὲς αἴ­θου­σες τῶν κι­νη­μα­το­γρά­φων, ποὺ τό­τε καὶ πολ­λὲς ἦ­ταν καὶ πάν­τα γε­μά­τες. Προ­τι­μοῦ­σε τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­κὲς προ­βο­λές. Κα­λυμ­μέ­νος πί­σω ἀπὸ πα­ρά­ται­ρα πα­νω­φό­ρια κι ἀδι­ά­βρο­χα, ἀπο­κα­λυ­πτόταν σὲ μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες κι ἀ­συ­νό­δευ­τες κο­πέ­λες. Πολ­λὲς φο­ρὲς γι­νόν­του­σαν φα­σα­ρί­ες, κι ὅ­πο­τε δὲν τὸν πρό­φται­ναν τὰ πό­δια του τὸν τρα­βοῦ­σαν καὶ στὴν ἀσφάλεια. Ὄ­χι ὅ­μως στὸ σπου­δα­στι­κό της, ὅ­πως συ­χνὰ τό­τε συ­νέ­βαι­νε. Ξα­να­συ­ναντη­θή­κα­με μὲ τὸν Ρώσ­ση στὴν τε­λευ­ταί­α συγ­κέν­τρω­ση τῆς κί­νη­σης γιὰ τὸν ἀ­φο­πλι­σμό. Στὴν ἀρ­χὴ τῆς νέ­ας πα­ρα­λί­ας, μιὰ ἐ­ξέ­δρα γυ­μνή, τὸ σῆ­μα τοῦ Ρά­σελ, ὁ ὁ­μι­λη­τὴς καὶ μεῖς ἀ­πὸ κά­τω. Ὁ Ρώσ­σης κρα­τοῦ­σε πε­ρή­φα­να ἕ­να πα­νὸ μὲ τὸ γνω­στὸ πε­ρι­στέ­ρι καὶ τὸ κλα­δά­κι τῆς ἐ­λιᾶς στὸ ράμ­φος. Τὸν πλη­σί­α­σα, τε­λεί­ω­νε κι ἡ ἱ­στο­ρί­α μου μὲ τὴν Ἕλ­λη καὶ τὸν σκαν­δά­λι­ζα. «Ἀ­φῆ­στε ὅ­λα τὰ πε­ρι­στέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, ὅ­λα τὰ που­λιὰ νὰ κε­λα­ϊ­δᾶ­νε.» Γέ­λα­σε κι ἀ­να­γε­λού­σα­με, προ­κα­λών­τας τὴν ἀ­γα­νά­κτη­ση τῶν συγ­κεν­τρω­μέ­νων καὶ τοῦ με­σό­κο­που ὁ­μι­λη­τῆ. Ὕ­στε­ρα δι­α­λυ­θή­κα­με, ἄλ­λος ἐ­δῶ, ἄλ­λος ἀλ­λοῦ. Ἔ­μει­νε μό­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο πρω­ϊ­νὸ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ τὰ ξε­κάρ­φω­τα γέ­λια μας. Σκόρ­πι­σαν οἱ πα­ρέ­ες, οἱ με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες βόλ­τες, τὰ πά­θη γιὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὶς κο­πέ­λες. Γά­μοι, δου­λει­ές, γέν­νες. Ὁ κα­θέ­νας καὶ τὸ κλα­δά­κι του, ὁ κα­θέ­νας κι ἡ ψυ­χή του. Αὐ­το­κί­νη­τα, σπί­τια, συ­ναλ­λα­γὲς κι ἡ μνή­μη νὰ τὰ ἀ­λέ­θει ὅ­λα, ἄ­μυ­να ἡ μνή­μη· ἄ­μυ­να, φρόκα­λα καὶ σκου­πί­δια. Μό­νον τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε πα­λιοὶ συμ­μα­θη­τές, τώ­ρα με­σό­κο­πα, ποὺ ἀ­κού­γε­ται πιὰ ξε­κά­θα­ρα ὁ βα­ρύ­γδου­πος ἦ­χος τῆς καρ­μα­νι­ό­λας, ὅ­λοι ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε γιὰ τὸν Ρώσ­ση.

        Τί κά­νει; Ζεῖ; Ποῦ βρί­σκε­ται αὐτὴ ἡ ψυ­χή;

        Στέ­κει ἀ­κό­μα ὀρ­θὸ τὸ πε­ρι­στέ­ρι;

        Ξε­ψυ­χᾶ πάν­τα γιὰ ὅ­σα ἀ­νί­ε­ρα ἐ­μεῖς δὲν τολ­μή­σα­με;


(Δὲν θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ τόλ­μη­μα, ἂν πῶ ὅ­τι κι αὐτὴ ἡ σε­λί­δα, λευ­κὸ μὲ μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, σὰν πε­ρι­στέ­ρι, ἀδη­μο­νεῖ νὰ ξε­ψυ­χή­σει ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα σου, ἀ­να­γνώ­στη.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πε­ζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτη­ρί­ου, 1997).

Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Ἐρ­γά­στη­κε γιὰ χρό­νια ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς συ­νερ­γά­τες τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ «Ἐν­τευ­κτήριον». Τὸ 1998 βρα­βεύ­τη­κε γιὰ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοὶ ὡς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος πε­ζο­γρά­φος καὶ τὸ 2004 γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Σὰ σπα­σμέ­να φτε­ρὰ καὶ οἱ δύ­ο δι­α­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Δι­α­βά­ζω».



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι

[τοῦ Ἰωάννου Παπαδιαμαντόπουλου]


ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΟΥ ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ σκυ­λά­κι κ’ ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ λυ­τρω­μοῦ του ἀ­πὸ τὸν κίν­τυ­νο ἦ­ταν ἕ­να ἄ­λο­γο. Στὸ δρό­μο ἔ­τυ­χε μιὰ μέ­ρα στρα­τι­ῶ­τες νὰ μαλ­λώ­νουν ἴ­σα-ἴ­σα γιὰ ἕ­να ἄ­λο­γο, ποι­οὶ νὰ τὸ πρω­το­πά­ρουν καὶ τρο­φή τους νὰ τὸ κά­νου­νε.

       — Πάρ­τε τὸ δι­κό μου ἄ­λο­γο, παι­διά μου, καὶ μὴ μαλ­λώ­νε­τε, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χη­γός, κ’ ἔ­δω­σε τ’ ἄ­λο­γο μα­ζὶ μὲ τῆς ζω­ῆς του τὴν ἀ­παν­το­χή.

       Τὴν Πα­ρα­μο­νὴ ὁ χου­σμε­κιά­ρης [ὁ πι­στός του δοῦ­λος], ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λοι ἑ­τοι­μα­ζόν­ταν, ἔ­πια­σε κρυ­φὰ κ’ ἔ­σφα­ξε τὸ σκυ­λά­κι, τὸ μα­γεί­ρε­ψε κ’ ἔ­δω­σε τοῦ ἀ­φέν­τη του νὰ φά­ῃ, κ’ ἔ­φα­γε κι’ αὐ­τός. Ὁ ἀ­φέν­της το­νὲ ρώ­τη­σε τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ εὕ­ρη­μα.

       — Τυ­φλο­πόν­τι­κο, ἀ­φέν­τη· τὄ­βρα τυ­χε­ρὰ σὲ μιὰ τρύ­πα, χω­μέ­νο μέ­σ’ τὸ χῶ­μα. Ἔ­τσι θὰ πά­ρῃς λί­γη δύ­να­μη πρὶν ξε­κι­νή­σου­με…

       Ἔ­σκυ­ψε ὁ Γέ­ρος κ’ ἔ­τρω­γε, μὰ κά­λε­σε καὶ τὸ σκυ­λά­κι νὰ τοῦ δώ­σῃ… τὰ ἴ­δια του τὰ κόκ­κα­λα.

       Τὸ σκυ­λά­κι δὲν ἐρ­χό­τα­νε, καὶ τό­τε ὁ ἄ­μοι­ρος ἔ­νοι­ω­σε τὴν ἀ­λή­θεια.

       — Κα­λύ­τε­ρα νὰ πέ­θαι­να τῆς πεί­νας πα­ρὰ νὰ μοῦ σφά­ξῃς τὸ σκυ­λί, εἶ­πε μὲ βα­ρειὰ καρ­διὰ ὁ ἄ­μοι­ρος.

       Μὰ ὁ δοῦ­λος θαρ­ρε­τὰ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε:

       — Αὔ­ριο πε­θαί­νεις κ’ ἡ ἀ­φεν­τειά σου κ’ ἐ­γώ, ἀ­φέν­τη μου, μὰ τὸ σκυ­λά­κι σου θὰ ποῦ­με πὼς μᾶς ἔ­δω­σε ἀν­τι­ψύ­χι ὡς τό­τε [δύ­να­μη] γιὰ νὰ πε­θά­νω­με σὰν ἄν­τρες, ὀρ­θοὶ στὰ πο­δά­ρια μας, κι’ ὄ­χι νὰ πέ­σω­με στὸ δρό­μο ἄ­ψυ­χοι ἀ­πὸ τὴν πεῖ­να.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Μέ­ρι­μνα» 7 Σβρ. 1876.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 161 [Τίτλος: «315.— Τὸ τέ­λος τοῦ Παπ­πα­δι­α­μαν­τό­που­λου.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἄνοιξη


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Ἄ­νοι­ξη


ΤΕΣ ΕΒΡΕΧΕ. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χὴ ποὺ σκορ­πᾶ στὰ νε­ρὰ τὴ χρυ­σὴ γύ­ρη τῶν δέν­τρων. Σή­με­ρα ὅ­μως εἶ­ναι ἠλι­α­κά­δα.

        Ἡ Ἑ­λέ­νη ἄ­νοι­ξε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ κρα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα φυ­λα­κω­μέ­νη μέ­σα στὴν κά­μα­ρη τὴ νύ­χτα. Μὲ ὁρ­μή, πλα­ταί­νον­τας τὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­σπρω­ξε κι’ ἄ­νοι­ξαν κα­τὰ ἔ­ξω τὰ πρά­σι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Μπῆ­κε ὁ ἥ­λιος φέρ­νον­τας τὴ δρο­σιὰ τῆς χλό­ης ἀν­τά­μα μὲ τὴν εὐ­ω­διά τῶν ἀν­θῶν τοῦ κή­που.

        Κυ­ρια­κὴ καὶ σχό­λη. Ἡ Ἑ­λέ­νη σκέ­φτε­ται ὅ­τι θά ’­θε­λε πο­λὺ νὰ ’­βγαι­νε. Τὸ πο­λὺ φῶς ξύ­πνη­σε μέ­σα της μιὰν ἀ­νη­συ­χί­α πρό­σχα­ρη. Τὴν ἔ­κα­με νὰ θέ­λει νὰ κι­νη­θεῖ γρή­γο­ρα, νά περ­πα­τή­σει. Ἡ ἐ­πι­θυ­μία της ἦ­ταν νὰ ξε­μα­κρύ­νει στὴν ἐξο­χὴ περ­πα­τών­τας μο­νά­χη. Θὰ προ­χω­ροῦ­σε χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ στα­μα­τᾶ, χω­ρὶς νὰ λο­γα­ριά­ζει μὲ τὸ νοῦ της ὅ­τι θὰ ἔ­πε­στρε­φε. Ἐν­τε­λῶς ξέ­γνοια­στη θὰ χόρ­ται­νε μὲ ὅ­σα τὰ μά­τια της θὰ ἀπο­θη­σαύ­ρι­ζαν προ­σέ­χον­τας τὴν πιὸ πα­ρα­μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Κα­λύ­τε­ρα θά ’­ταν νὰ πή­γαι­νε μὲ βάρ­κα. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἄ­ναγ­κη μιᾶς προ­σπά­θειας ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κορ­μιοῦ της. Τὰ δά­χτυ­λα καὶ ἡ πα­λά­μη νὰ σφί­ξουν, μὲ ὅ­ση δύ­να­μη ἔ­χει, τὰ κου­πιά. Ἡ κό­πω­ση θὰ χα­λά­ρω­νε τὴν ἐξάρτη­ση τῶν μα­τι­ῶν ἀπὸ τὸ σῶ­μα. Τὸ βλέμ­μα της θὰ μά­κραι­νε, ἐλεύθε­ρα, στὸ κυα­νὸ καὶ γα­λα­νὸ σμί­ξι­μο τοῦ οὐ­ρα­νοῦ μὲ τὴ θά­λασ­σα, πέ­ρα ἀ­πὸ κά­θε στε­ριά. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει πα­ρό­μοι­α φυ­γή. Φο­βή­θη­κε ὅ­τι ἡ αἴ­γλη ἀπὸ τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς τὴν εἶ­χε κά­νει νὰ φαν­τα­στεῖ πολ­λὰ πού, ξα­νὰ πά­λι σή­με­ρα, ὅ­πως τό­σες φο­ρές, δὲν θά ’­φτα­ναν σὲ πέ­ρας. Δύ­σκο­λα τὴν ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βγαί­νει μό­νη της. Δὲν ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νη μὲ τὴν ἐξο­χή. Τὴν ἤ­ξε­ρε μο­νά­χα ἀπ’ ὅ­σα τῆς ἐ­πέτρε­πε νὰ βλέ­πει γρήγο­ρα τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ζή­σει τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ τῆς κά­μα­ρής της με­γά­λω­νε. Πάν­τα οἱ ἔ­ξο­δές της γι­νόν­του­σαν μὲ συν­τρο­φιὰ γνω­ρί­μων, φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν. Οἱ ἐκ­δρο­μὲς αὐ­τές, δε­σμεύ­ον­τας μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν ἄλ­λων τὴ φαν­τα­σί­α της καὶ τὸ νοῦ, τῆς ἔ­κο­βαν κά­θε βα­θύ­τε­ρη δι­ά­θε­ση χα­ρᾶς. Προ­τι­μοῦ­σε κα­λύ­τε­ρα, ἐκτὸς ὅ­ταν τὴν ἀνάγ­κα­ζαν, νὰ μέ­νει στὸ δω­μά­τιό της μ’ ἕ­να βι­βλί­ο. Τὸ φῶς ὅ­μως τῆ­ς Ἄ­νοι­ξης δὲν τῆς ἐπέ­τρε­πε νὰ κλει­στεῖ. Θά ’­βγαι­νε μό­νη ἔ­στω καὶ μό­νο γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πε­ρί­πα­το στὴ γει­το­νιά. Δὲν θὰ ὑ­πά­κου­ε στὴ μη­τέ­ρα της πα­ρ’ ὅ­λο ὅ­τι τὴν ἀ­γάπα­γε πο­λύ. Δὲν εἶ­χε κα­μιὰ δι­ά­θε­ση νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ βγεῖ μα­ζί της ἐ­πι­σκέ­ψεις. Πέ­ρα­σε ἀπό το νοῦ τῆς ὅ­λη ἡ σκη­νὴ τοῦ μα­λώ­μα­τος ποὺ θὰ εἶ­χε μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ κά­θε τρό­πο νὰ τὴν ἐμ­πο­δί­σει νὰ βγεῖ. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ ἐκεί­νη τό­τε θ’ αὐ­θα­δία­ζε, νευ­ρι­ά­ζον­τας μὲ τὴν γε­μά­τη βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­μο­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της νὰ μι­λᾶ καὶ νὰ συμ­βου­λεύ­ει, χω­ρὶς νὰ ἐν­δι­α­φέρε­ται κα­θό­λου γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια σκε­φτό­ταν. Ἀρά­δια­ζε συμ­βου­λὲς πρα­κτι­κῆς ση­μα­σί­ας, ποὺ τὴν ἀνάγ­κα­ζαν ν’ ἀπαν­τᾶ ἀ­πό­το­μα, σὰ νὰ τῆς ἔ­φευ­γε τὸ ἔ­δα­φος κά­τω ἀπὸ τὰ πό­δια.Ὅ­ταν ἀρ­γὰ θὰ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τη­θεῖ ἀ­παν­τώντας στὴ μά­να της, ἐκείνη ἤ­δη θὰ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη, τα­ραγ­μέ­νη, μὲ ἀλ­λαγ­μέ­νο τὸ χρῶ­μα στὸ πρό­σω­πο. Μέ­σα της ἡ Ἑ­λέ­νη κα­τά­λα­βε νὰ τὴν δαγ­κώ­νει μιὰ κρυ­φὴ ἀ­πελ­πίσια. Θ’ ἀναγ­κα­ζόταν, λοι­πόν, νὰ χά­σει τὴ μά­να της καὶ νὰ μεί­νει ἐν­τε­λῶς μο­νά­χη κι’ ἔ­ρη­μη. Ἔ­γει­ρε τὸ πρό­σω­πό της στὸ προ­σκέ­φα­λο, τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ κλά­ψει, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νὰ μὴ χά­σει ἐν­τε­λῶς τὴ δύ­να­μή της.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­πο­τόμα σὲ λί­γο, στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη καὶ κοι­τά­χτη­κε. Τὸ σῶ­μα της ἀ­δύ­να­το καὶ ψη­λό, ὅ­πως τὰ νε­α­ρὰ δέν­τρα προ­τοῦ τὰ βγά­λουν ἀ­π’ τὰ φυ­τώ­ρια, χω­ρὶς πολ­λὰ κλα­διὰ καὶ φύλ­λω­μα, σχε­δὸν μό­νο μιὰ εὐ­θεία σὲ ὕ­ψος. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἦ­ταν κά­τι και­νού­ριο, ἕ­να φυν­τά­νι ξέ­χω­ρο. Τὴν γέ­μι­σε ὑ­πε­ρη­φά­νεια καὶ δύ­να­μη ἡ αἴ­σθη­ση ἐ­κεί­νη. Δὲν ἔ­πρε­πε σὰ χα­ζὴ νὰ στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Τὸ ὅ­τι εἶ­χε ἄλ­λη βού­λη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να της δὲν σή­μαι­νε ὅ­τι εἶ­χε πά­ψει νὰ τὴν ἀ­γα­πᾶ. Δὲν κι­νι­ό­ταν ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­πει­δὴ ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴν ἀ­το­μι­κο­τη­τά της. Ἦ­ταν σὰ νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὸν κα­θρέ­φτη τὴν κί­νη­ση τῶν ἀ­νι­όν­των βλαστι­κῶν χυ­μῶν στὰ δέν­τρα. Ἡ ἁ­πλότη­τα τοῦ ντυ­σί­μα­τός της συν­τε­λοῦ­σε ἀρ­κε­τὰ στὸ σχη­μα­τι­σμὸ τῆς φαν­τα­στι­κῆς εἰ­κό­νας. Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ τρυ­φε­ρά τὸ κα­θη­με­ρι­νό της φό­ρε­μα. Μιὰ μάλ­λι­νη μπλὲ πλε­χτὴ μπλού­ζα τῆς ἔσφιγ­γε τὸ κορ­μὶ κι’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μά­κρος τοῦ μπρά­τσου ἴ­σα­με τὸν καρ­πὸ τοῦ χε­ριοῦ, ὅ­που τέ­λει­ω­νε μ’ ἕ­ν’ ἄ­σπρο κουμ­πί. Γύ­ρω στὸ λαι­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ καμ­πύ­λο πη­γού­νι, ἕ­να για­καδά­κι μὲ μιὰ γρα­βά­τα φι­όγ­κο, ἀπὸ μαῦ­ρο πε­τσί. Τὸ μπό­ι κα­τέ­βαι­νε στε­νό. Οἱ κάλ­τσες στὸ χρῶ­μα τοῦ ξύ­λου τῆς κα­ρυ­διᾶς, λί­γο πιὸ γκρί­ζο, ντύ­ναν τ’ ἀ­δύ­να­τα, λε­πτά, ψη­λὰ πό­δια. Κα­τά­λα­βε πό­σο πο­λὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἑαυ­τό της. Μὲ μιᾶς ὅ­λα ἠρέμη­σαν μέ­σα της. Δὲν θὰ θύ­μω­νε κα­θό­λου πα­ρὰ θὰ φι­λοῦ­σε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­ταν θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ τῆς ψάλ­λει τὰ συ­νη­θι­σμέ­να. Στὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου τοῦ σπι­τιοῦ της, κα­θι­σμέ­νο κα­τα­γῆς, ζη­τι­ά­νευ­ε ἕ­να παι­δὶ σα­κά­τι­κο. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νοῦ­σε κον­τά του, ἡ Ἑ­λέ­νη τρό­μα­ζε· πολ­λὴ ὥ­ρα με­τὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ βλέ­πει μὲ τὸ νοῦ της τὰ πα­ρα­μορ­φω­μέ­να γό­να­τα καὶ τὶς κο­κα­λι­ά­ρι­κες κνῆ­μες τοῦ φτω­χοῦ παι­διοῦ. Προ­σπερ­νοῦ­σε γρή­γο­ρα χω­ρὶς νὰ τολ­μᾶ νὰ δώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι της τὴν ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως τὴ στιγ­μὴ ποὺ κοι­τα­ζό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ νοῦ της τὸ ζη­τι­α­νά­κι, κα­τά­λα­βε ὅ­τι σχε­δὸν πιὰ τὴν τρό­μα­ζε ἡ εἰ­κό­να του. Ἦ­ταν πα­νέ­τοι­μη νὰ τὸ πλη­σιά­σει μὲ πραγ­μα­τι­κὴ συμ­πά­θεια. Πό­σον ἥ­λιο στ’ ἄ­λη­θεια χω­ροῦ­σε ἡ κά­μα­ρή της; Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀέρα τῆς φού­σκω­νε τὸ στῆ­θος. Ὁλό­κλη­ρο τὸ σῶ­μα της δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ ντυ­μέ­νη λα­χτά­ρα. Πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὰ πρά­σι­να φύλ­λα τοῦ κή­που, στὸν με­λέ­νιο ἥ­λιο τῆς ἡμέ­ρας, παι­χνί­δι­ζε μιὰ πε­τα­λού­δα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἡ Ἑ­λέ­νη τὴν εἶ­δε στὸν καθρέ­φτη καὶ χα­μο­γέ­λα­σε χα­ρού­με­να. Στὴν μπλού­ζα εἶ­χε ἕ­να χον­τρομ­πούμ­που­ρα καρ­φί­τσα. Φτη­νὸ πρα­μα­τά­κι ποὺ τό ’­χε ἀ­γο­ρά­σει μό­νη της. Τὸ ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ χρυ­σὸ κό­σμη­μα μὲ τὰ δι­α­μαν­τά­κια ποὺ τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει, τὴ φτη­νὴ ἐ­κείνη ἀ­πο­μί­μη­ση ἐν­τό­μου ποὺ τὸ πέ­τα­μα τῆς πε­τα­λού­δας τῆς εἶ­χε θυ­μί­σει. Ἀ­νέ­βα­σε τὸ χέ­ρι της στὴ μπλού­ζα καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει στορ­γι­κά τὸ φτη­νὸ κο­λε­ό­πτε­ρο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρη δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να πα­ρα­μι­κρὸ ἔν­το­μο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ βο­σκή­σει σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀν­θι­σμὲ­νη πλά­ση. Πῆ­γε ξα­νὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ δέν­τρα καὶ ὁ ἥ­λιος δὲν θὰ τὴν ἄ­φη­ναν νὰ κου­ρα­στεῖ ποὺ θὰ ‘βγαι­νε μό­νη.

Μά­ι­ος 1935



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αὐ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).



		

	

Βελισσαρία Μπαφατάκη: Τὸ κουφάλογο


Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη


Τὸ κου­φά­λο­γο


Ν ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ὅτι ἡ ὑ­γεί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α, τό­τε δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ λά­βε­τε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πα­νά­γου. Τοῦ Πα­νά­γου ποὺ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ στὸ νη­σί, ὅ­που δια­βεῖ καὶ ὅ­που στα­θεῖ κου­φά­λο­γο τὸν ἀ­νε­βά­ζουν, κου­φά­λο­γο τὸν κα­τε­βά­ζουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου στὴν πα­ρέ­α του, δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Ἀ­παγ­κί­στρω­σε δι­α­κρι­τι­κά τὸ κα­λα­μά­κι τοῦ κα­φὲ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μπρο­στι­νὰ δόν­τια γιὰ νὰ μὴν πνι­γεῖ καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πο­τή­ρι πά­νω στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο τρα­πέ­ζι μὲ ἐ­πι­δει­κτι­κὴ ἀ­πά­θεια. Οἱ λε­βέν­τες τρι­γύ­ρω χα­χά­νι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­πάν­τη­σης ὡς μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη κου­φα­μά­ρας. Τί θρά­σος! Δὲν μί­λη­σε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

        Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια του, βλέ­πε­τε, δὲν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια νὰ ζη­τή­σει ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θές. Κα­νέ­να δι­ά­λο­γο δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νοί­ξει. Ὡ­στό­σο, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ θέ­μα πά­νω του καὶ θὰ δι­ε­ρευ­νοῦ­σε τὸ ζή­τη­μα προ­σω­πι­κὰ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας μέ­ρα μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔ­φτα­νε σπί­τι καὶ θὰ ἔ­με­νε μό­νος. Ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε! Πλη­σί­α­σε τὸν κα­θρέ­φτη καὶ σή­κω­σε τὰ μα­κριά του μαλ­λιά. Τὰ αὐ­τιά του ἦ­ταν ὅ­πως πάν­τα στὴν θέ­ση τους. Πε­ρή­φα­να καὶ ρόζ. Τὰ ἔ­τρι­ψε κι­ό­λας γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἄ­κου­γε καὶ τοὺς λε­πτοὺς τρυ­φε­ροὺς ἤχους­ ποὺ πα­ρή­γα­γαν τὰ δά­χτυ­λά του ὅ­σο χά­ϊ­δευ­ε τοὺς λο­βούς. Προ­τοῦ θυ­μώ­σει καὶ ἀρ­χί­σει νὰ βγά­ζει κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ­το αὐ­τιά του, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα πε­ραι­τέ­ρω. Ὄ­χι μό­νος αὐ­τὴ τὴν φο­ρά.

        Τη­λε­φώ­νη­σε τὸ δί­χως ἄλ­λο στὸν κύ­ριο Πε­ρι­στε­ρά­κη, γνω­στὸ ὠ­το­ρι­νο­λα­ρυγ­γο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ ἔ­κλει­σε ραν­τε­βού. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση πῆ­γε πε­ρί­φη­μα. Ὁ για­τρὸς εἶ­χε και­ρὸ νὰ δεῖ πε­ρί­πτω­ση σὰν τὴν δι­κή του. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις του στὸ ἀ­κου­ό­γραμ­μα καὶ σὲ ὅ­λες τὶς μι­κρὲς δο­κι­μα­σί­ες συν­το­νι­σμοῦ καὶ ἰ­σορ­ρο­πί­ας ποὺ τὸν ὑ­πέ­βαλ­λε, μαρ­τυ­ροῦ­σαν πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἐ­ξό­χως ὑ­γι­ῆ μὲ ἀ­κου­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα λύ­κου. Ἡ γνω­μά­τευ­ση ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρη. «Μά, ἐ­σεῖς ἀ­κοῦ­τε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να» εἶ­πε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί σᾶς ἔ­φε­ρε μέ­χρι ἐ­δῶ.»

        «Ὁ κό­σμος, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη. Νά, λέ­νε ὅ­τι δὲν ἀ­κού­ω.» Ποι­ός κό­σμος, δη­λα­δή; Οἱ φί­λοι του, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἀλ­λὰ δί­στα­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν λέ­ξη. Κλω­τσοῦ­σε τὸ μυα­λό του.

        Ὁ κύ­ριος Πε­ρι­στε­ρά­κης μέ­σα στὰ πολ­λὰ μπαμ­πά­λι­σε κά­τι πε­ρὶ το­ξι­κό­τη­τας καὶ χά­ρα­ξε ὁ­ρι­ζον­τί­ως τὸν ἀ­έ­ρα μὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α λε­πί­δα γιὰ νὰ το­νί­σει τὴν ἀ­νάγ­κη ὁ­ρι­στι­κῆς λύ­σης τέ­τοι­ων ἄ­σκο­πων δε­σμῶν.

        Ὁ Πα­νά­γος κον­το­στά­θη­κε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἄ­κου­σε κα­λά. Μιὰ χα­ρὰ ἄ­κου­σε. Ἡ καρ­διὰ του κλώ­τση­σε. Τὰ λό­για τοῦ Πε­ρι­στε­ρά­κη ἦρ­θαν καὶ ἔ­κα­τσαν σὰν πέ­τρα στὸ στῆ­θος του. Νὰ ξε­κό­ψει ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του; Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ πρό­τει­νε ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ τρέ­λα. Κα­θα­ρὴ τρέ­λα. Αὐ­τὸς ὁ για­τρὸς μᾶλ­λον δὲν στέ­κει κα­λὰ στὰ λο­γι­κά του. Δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο. Κά­λυ­ψε πει­σμα­τι­κά τὰ αὐ­τιά του καὶ ἔ­συ­ρε τὴν κα­ρέ­κλα του πρὸς τὰ πί­σω, ὡς ἔν­δει­ξη πα­ρα­βί­α­σης τῶν ὁ­ρί­ων ἀ­νο­χῆς ἢ καὶ ἀν­το­χῆς. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα ἄ­κου­γε. Ἢ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει.

        Ζή­τη­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­ναν κα­θρέ­φτη καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ αὐ­τὸς τί θὰ κά­νει. Ὁ για­τρὸς προ­σπά­θη­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή του καὶ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­τά­ρα­χος, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κι­ό­λας πιά­σει τὰ μαλ­λιά του ψη­λὰ σὲ μιὰ σφι­χτὴ πε­ρή­φα­νη ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μπά­νιο ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε τὸ δά­χτυ­λο τοῦ κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη. Πρὶν κλεί­σει τὴν πόρ­τα πί­σω του, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ ὕ­φος λο­ξό.

        Τὴν εἶ­χε πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή του. Μὲ μιὰ κί­νη­ση καὶ γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­δεί­ξει πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε στὴν γνω­μά­τευ­σή του, ὁ Πα­νά­γος ξε­κόλ­λη­σε μὲ μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κί­νη­ση τὰ ἄ­κρως λει­τουρ­γι­κὰ αὐ­τιά του, θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν ξέ­να καὶ ψεύ­τι­κα καὶ τὰ ἄ­φη­σε μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ ἔκ­πλη­κτου κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη ποὺ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο χλι­μιν­τρί­ζον­τας. Κλώ­τση­σε καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο.

        Ξε­χύ­θη­κε κου­φὸς καὶ μα­κά­ριος σὲ δά­ση, δρυ­μοὺς καὶ σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ ἄ­γνω­στα σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ γιὰ νὰ τὸν δοῦν ὅ­λοι. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­και­ώ­σει τὸν κό­σμο, τὸν δι­κό του κό­σμο ποὺ τὸν ἔ­λε­γε κου­φά­λο­γο, καὶ ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ πί­στευ­αν. Ἄ­λο­γο μέ­σα στὰ ἄ­λο­γα, τὰ πα­ρά­λο­γα. Γιὰ νὰ μὴν μεί­νει μό­νος.

        Καὶ ἐ­σύ, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη, ὁ­λό­κλη­ρος για­τρὸς μὲ πτυ­χί­ο, ἔ­μει­νες μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι ὑ­γι­ῆ αὐ­τιὰ νὰ κεί­τον­ται στὸ γρα­φεῖ­ο σου. Μά, ποῦ πᾶς καὶ ἐ­σὺ νὰ βρεῖς λο­γι­κὴ στὸ ἄ­λο­γο τὸ πα­ρά­λο­γο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.



		

	

Νικόλας Σεβαστάκης: Ὁ ποδηλάτης καὶ τὰ κήτη


Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης


Ὁ πο­δη­λά­της καὶ τὰ κή­τη


 ΕΡΓΑΤΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ δὲν ἔ­λε­γε νὰ πά­ρει τὰ μά­τια του ἀ­πὸ τὴν ἄ­σπρη θά­λασ­σα, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­πε­δη ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη ποὺ ἐρ­χό­ταν σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τί­θε­ση μὲ τὸ ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο του πρό­σω­πο. Τὸ πο­δή­λα­τό του πή­γαι­νε σχε­δὸν ἀ­πὸ μό­νο του, μὲ τὴν πιὸ ρά­θυ­μη κί­νη­ση τοῦ πε­τα­λιοῦ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νείς. Ὁ ἀ­να­βά­της του ἔ­κλει­νε γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τὰ μά­τια, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χα­νε τὸ δρό­μο οὔ­τε κιν­δύ­νευ­ε ἀ­πὸ κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το. Μυ­στι­κὲς ρά­γες τὸν κρα­τοῦ­σαν στὴ σω­στὴ πο­ρεί­α, σὲ μιὰ ἁ­πα­λὴ κί­νη­ση ποὺ τί­πο­τα στὸν κό­σμο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­να­τρέ­ψει. Ἕ­να ρέ­ψι­μο ἔ­φε­ρε στὴ μύ­τη του τὴ μνή­μη τοῦ κα­φέ, αὐ­τοῦ του κα­φὲ ποὺ τὸν εἶ­χε πι­εῖ ἀ­ξη­μέ­ρω­τα, βρέ­χον­τας ποὺ καὶ ποὺ ἕ­να πα­ξι­μά­δι καὶ τρί­βον­τας τὰ ξυ­λι­α­σμέ­να χέ­ρια του.

        Στὴν πρω­ι­νὴ δια­ύγεια, ἡ θά­λασ­σα εἶ­χε πάν­τα τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ξε­γε­λά­ει τὸ μά­τι. Ἡ ἀ­ση­μέ­νια της μορ­φὴ ἔ­δι­νε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ἑ­νὸς γυ­ά­λι­νου θό­λου, ἑ­νὸς ἀ­νε­στραμ­μέ­νου οὐ­ρα­νοῦ μιᾶς χώ­ρας βο­ρει­ό­τε­ρης ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας. Ἔ­ξαφ­να ὅ­μως ὁ πο­δη­λά­της κο­κά­λω­σε. Στὴ δι­χά­λα τῆς πα­ρα­λί­ας, δυ­ὸ μαῦ­ρα κή­τη μὲ λευ­κὲς κοι­λι­ές. Πλη­σι­ά­ζον­τας εἶ­δε τὸ νε­ρὸ μὲ κόκ­κι­να ἀ­φρί­σμα­τα καὶ λε­πτὰ κομ­μά­τια σάρ­κας νὰ λάμ­πουν τρι­γύ­ρω.

        Τὰ κή­τη πέ­θαι­ναν. Καὶ ὁ ἐρ­γά­της τοῦ Συ­νε­ται­ρι­σμοῦ γνώ­ρι­ζε μὲ ὅ­λες τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τί ἀ­κρι­βῶς θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Σὲ λί­γα λε­πτὰ ἡ σκη­νὴ τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καὶ ἡ μο­να­χι­κὴ μά­χη τῶν φα­λαι­νο­ει­δῶν μὲ τὸ θά­να­το θὰ γι­νό­ταν τό­πος μα­ζι­κοῦ λα­ϊ­κοῦ προ­σκυ­νή­μα­τος. Ἀ­γρο­τι­κὰ αὐ­το­κί­νη­τα καὶ μη­χα­νά­κια ἐ­φή­βων μὲ κομ­μέ­νες τὶς ἐ­ξα­τμί­σεις, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἡ μό­δα, θὰ ἔ­δι­ναν στὸ χῶ­ρο τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοῦ συμ­βάν­τος.

        Πολ­λοί, καὶ πρῶ­τοι οἱ μα­θη­τές, θὰ πε­ρί­με­ναν ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ νὰ ἐκ­πνεύ­σουν τὰ κή­τη. Ἔ­τσι θὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­σαν τὴν ἀ­που­σί­α τους τὴν πρώ­τη ὥ­ρα τῶν μα­θη­μά­των. Μιὰ ἄλ­λη ὁ­μά­δα, ὅ­μως, θὰ ἔ­φερ­νε μα­ζί της τὰ σύ­νερ­γα τῆς σφα­γῆς. Με­γά­λες μαῦ­ρες σα­κοῦ­λες, μαχαῖ­ρες, τσε­κού­ρια καὶ ζυ­γα­ρι­ές. Αὐ­τὴ ἡ δεύ­τε­ρη ὁ­μά­δα θὰ ἀ­να­λάμ­βα­νε ἀ­μέ­σως τὴν ἐ­ξου­σί­α στὸ χῶ­ρο πα­ρα­με­ρί­ζον­τας τοὺς ἁ­πλοὺς πα­ρα­τη­ρη­τές.

        Ὑ­πὸ κα­νο­νι­κὲς συν­θῆ­κες, πο­τὲ του δὲν βι­α­ζό­ταν νὰ φτά­σει στὸ ἐρ­γο­στά­σιο. Τὸ ἐ­λα­φρὺ πά­τη­μα τῶν πε­τα­λι­ῶν, ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη, ἡ μου­λι­α­σμέ­νη στὴν πρω­ι­νὴ πά­χνη σκέ­ψη του ἔ­φτια­χναν ἕ­να ἰ­δι­ω­τι­κὸ κα­τά­λυ­μα, μιὰ ζώνη προστασίας. Ἔ­ρι­ξε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο βλέμ­μα στὰ ἑ­τοι­μο­θά­να­τα θη­λα­στι­κά, ρου­φών­τας τὴ μύ­τη του ποὺ ὀ­σφραι­νό­ταν πιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο αἷ­μα πα­ρὰ θά­λασ­σα. Ἀ­νέ­βη­κε στὸ πο­δή­λα­το καὶ μὲ ὀρ­θο­πε­τα­λι­ὲς πέ­τα­ξε μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ κορ­να­ρί­σμα­τα, τὴν ἔ­ξα­ψη τῶν ἰα­χῶν, τὶς κραυ­γὲς χα­ρᾶς τῶν παι­δι­ῶν καὶ τὴ σι­ω­πη­λὴ μα­νί­α τῶν γε­ρο-σφα­γέ­ων…



Πηγή: Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).

Νι­κό­λας Σε­βα­στά­κης (Καρ­λό­βα­σι Σά­μου, 1964). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάν­τει­ο καὶ Πο­λι­τι­κὴ Θε­ω­ρί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λυ­ών. Κα­θη­γη­τὴς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ ΑΠΘ. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ δο­κί­μια: Ἡ ψυ­χὴ καὶ τὰ Εἴ­δω­λα (Κρι­τι­κή, 1997), Φι­λό­ξε­νος μη­δε­νι­σμὸς (Ἑ­στί­α, 2008), Ἡ τυ­ραν­νί­α τοῦ αὐ­το­νό­η­του (ἐκδ. Ἐν­θέ­μα­τα τῆς Αὐ­γῆς, 2012) κ.ἄ.· τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Οἰ­κεῖ­ο φεγ­γά­ρι (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1987), Οἱ χει­μῶ­νες τῆς μνή­μης (Πα­νο­πτι­κόν, 2010) κ.ἄ. Πρό­σφα­τα κυ­κλο­φό­ρη­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τά του Γυ­ναί­κα μὲ πο­δή­λα­το. Μι­κρὰ πε­ζά, δι­η­γή­μα­τα καὶ βι­νι­έ­τες, (ἐκδ. Πό­λις, 2014).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: 1821: Ἡ μάχη μὲ τὰ κουνούπια



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ μάχη μὲ τὰ κουνούπια

[τοῦ Βάσου Μαυροβουνιώτη]


ΤΟΝ ΙΔΙΟ αὐ­τὸν και­ρὸ καὶ στὴν ἴ­δια μά­χη ἕ­νας Ἄγ­γλος λο­γι­ώ­τα­τος δα­σκά­λευ­ε τὸ Βάσ­σο γιὰ τὴς Θερ­μο­πύ­λες καὶ τοὺς Τρα­κό­σιους τοῦ Λε­ω­νί­δα, ποὺ κρα­τή­σα­νε τό­σες ἐ­χτρῶν μυ­ριά­δες.

       Ἄ­κου­γε ὁ Βάσ­σος καὶ σώ­παι­νε σκουν­τού­φλης καὶ ξα­γρυ­πνι­σμέ­νος.

       — Τί συλ­λο­γᾶ­σαι, στρα­τη­γέ;

       — Ἐ­γὼ θα­μαί­νου­μαι πὼς βα­στά­ξαν τὰ κου­νού­πια… Ἀλ­λοῦ δὲν ἀ­πάν­τη­σα χει­ρό­τε­ρα! Κ’ ἐ­σὺ μοῦ λὲς ἐ­χτρούς, δά­σκα­λε…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 157 [Τίτλος: «307.— Βάσ­σος ὁ Δυ­να­τός.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ


ΡΑΦΩ ἀπ’ τὶς τρεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι κι εἶ­ναι κι­ό­λας νύ­χτα. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὧ­ρες γύ­ρι­ζε στὸ μυα­λό μου μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ, τό­τε ποὺ ἤ­μου­να κά­που δέ­κα χρό­νων. Ἡ πρω­ϊ­νὴ δο­ξο­λο­γί­α στὴν κα­τα­στό­λι­στη ἐκ­κλη­σί­α κι ὕ­στε­ρα τὰ ποι­ή­μα­τα, ποὺ λέ­γα­με στὸ σχο­λεῖ­ο, τὰ σκὲτς ποὺ παί­ζα­με ντυ­μέ­νοι μὲ τὶς φου­στα­νέ­λες τῶν πα­πού­δων μας, ζω­σμέ­νοι τὰ ἴ­δια τους τ’ ἄρ­μα­τα. Ἔπειτα τὸ βρά­δυ-βρά­δυ ἔ­βγα­ζα θυ­μᾶ­μαι τὰ γι­ορ­τι­νὰ κι ἔ­φευ­γα γιὰ τὴ γῆ τὴ δι­κή μου, ποὺ ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δυ­ὸ ρα­χο­κο­κα­λι­ὲς βου­νῶν. Ἐ­κεῖ αἰ­ω­ροῦν­ται οἱ φω­το­γρα­φί­ες τῶν νε­κρῶν πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους. Ἡ γῆ μου μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μέ­σα της ὅ­λα τὰ χα­λά­σμα­τα καὶ τὰ μυ­στι­κά της.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, ὅ­τι γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πά­σχι­ζα νὰ μὴ χα­θοῦν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ δι­η­γή­σεις τῶν πα­λι­ῶν. Ἀ­πὸ κεῖ ἄν­τλη­σα κι ἐκε­ῖ ἀ­νή­κουν αὐτὲς οἱ σε­λί­δες. Για­τί ἡ τε­λευ­ταί­α γε­νιά, ποὺ ἔ­ζη­σε σχε­δὸν σὰν κι αὐτούς, ἦ­ταν ἡ δι­κή μου γε­νιά. Πε­ρι­μά­ζε­ψα ὅλες τὶς μνῆ­μες ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση καὶ σε­βα­σμό. Ὁ τό­πος αὐ­τὸς ποὺ γιὰ πολ­λοὺς εἶ­ναι ἕ­να στίγ­μα στὸ χάρ­τη, γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας μυ­θι­κὸς τό­πος ἀ­κό­μα ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τος. Πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ τό­τε ἕ­να ἁρ­μο­νι­κὸ σύ­νο­λο ξε­δι­πλώ­νε­ται σὰ γι­γάν­τια τοι­χο­γρα­φί­α μπρός μου. Μὲ τὰ στε­νὰ δρο­μά­κια καὶ τὰ με­γά­λα πέ­τρι­να σπί­τια ποὺ τ’ ἀ­γα­πά­ω βα­θειά, μό­λις βρε­θῶ ἀν­τι­μέ­τω­πος, μιὰ σμί­κρυν­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας μου­διά­ζει ἀ­κό­μα καὶ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια. Αὐτὸ τὸ το­πί­ο τῆς ὑ­πο­βο­λῆς σὲ πεί­θει τε­λι­κά, ὅ­τι κά­ποι­οι πιὸ με­γά­λοι πέ­ρα­σαν ἀ­π’ αὐτὰ τὰ μέ­ρη. Ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ρή­φα­νοι ἄν­θρω­ποι ποὺ πῆ­ραν μέ­ρος στοὺς χρό­νιους πο­λέ­μους ἐ­νάν­τια στοὺς πο­λυ­ώ­νυ­μους καὶ πο­λύ­χρω­μους κα­τα­χτη­τὲς κι ἔ­τσι δὲ νι­ώ­θαν κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξου­σί­α στὰ γυ­μνὰ βου­νὰ τοῦ τό­που μας. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν καὶ κα­τοι­κοῦν αὐτὸν τὸν τό­πο, ζοῦ­σαν κα­μιὰ ἑ­ξην­τα­ριὰ χρό­νια κι ὕ­στε­ρα πέ­θαι­ναν ἀ­φή­νον­τας γιὰ μνή­μη τὰ κου­σού­ρια τους.

        Στὸν τό­πο μου δὲ θὰ βρεῖ κα­νεὶς φυ­σι­κὲς καλ­λο­νές, πη­γὲς ἢ ἄλ­λα ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα, ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να ὅ­λα εἶ­ναι μνῆ­μες. Ὁ ἀ­στρο­κέν­τη­τος οὐρα­νὸς μὲ τ’ ἄ­ναρ­χο φῶς, ποὺ κοί­τα­ζα νύ­χτες ἀ­τέ­λει­ω­τες καὶ γι­νό­μου­να ἕ­να μ’ αὐτόν, φω­τί­ζον­τάς μου τὸ σπί­τι μὲ τὶς πορ­το­κα­λι­ές, τὴν κα­τακαί­νου­ρια σεν­τού­κα γιὰ τ’ ἀ­λεύ­ρι, τὶς μαρ­γα­ρί­τες τοῦ ἐ­πι­τά­φιου, τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ ἀ­πό­σκια στ’ ἁ­λώ­νια, τὸ ξεφάν­τω­μα τῶν παι­δι­ῶν στὸν τρύ­γο, τὸ φύ­λαγ­μα στ’ ἀμ­πέ­λια, τὸν κά­θα­ρο τοῦ φθι­νό­πω­ρου. Τί­πο­τα δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω: Ὅ­λα εἶ­ναι συσ­σω­ρευ­μέ­να μέ­σα μου. Ὅ­λα αὐτὰ τὰ βί­ω­σα, τὰ πα­ρα­τή­ρη­σα, θαρ­ρεῖς, χι­λιά­δες χρό­νια σὰν τοὺς πα­ποῦ­δες μου, ποὺ χω­ρὶς νά ’­χουν πά­ει, σχο­λεῖ­ο οὔ­τε μιὰ μέ­ρα, ἤ­ξε­ραν τὰ κρυ­φὰ ση­μά­δια τῶν και­ρῶν καὶ μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους ὅ­λα τ’ ἄ­στρα τῆς νύ­χτας. Πὼς με­τὰ τὴ βα­ρυ­χει­μω­νιὰ θὰ ’ρ­χό­ταν ξα­νὰ ἡ ἄ­νοι­ξη βά­ζον­τας τα­φό­πε­τρα στὸν προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να. Πὼς τὸ πο­τά­μι δὲ γυ­ρί­ζει πο­τὲ πρὸς τὰ πί­σω.

         Ὕστερα θυ­μᾶ­μαι τὸ ἄ­ναμ­μα τῆς φω­τιᾶς, τὸ γλυ­κὸ φαῒ καὶ τὸ πλά­για­σμα στὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας. Φέρ­νω συ­χνὰ στὸ νοῦ μου τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο κα­λύ­βι μὲ τὶς θε­ό­ρα­τες πέ­τρες, χτι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν πα­πο­ῦ μου. Ἐ­κεῖ ἔ­με­να τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες τοῦ χρό­νου. Ἐ­κεῖ­νο, τὸ φορ­τω­μέ­νο ἀ­πὸ πο­λύ­τι­μες μνῆ­μες κα­λύ­βι, δὲν ὑπάρ­χει πιά. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ τὶς ἴ­δι­ες ἐ­κεῖ­νες πέ­τρες, χτί­σα­με ἕ­να και­νού­ριο.

        Πρω­τό­γρα­φα γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ μό­λις γυ­μνα­σι­ό­παι­δο κι ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν μὲ τὴν τόλ­μη μου. Μὰ ἐ­γὼ δὲν κα­τα­λά­βαι­να καὶ δι­ά­βα­ζα συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν παι­δι­κὴ ἔκ­θε­σή μου γιὰ τὴν πα­λιὰ πλα­τεί­α ποὺ κα­τα­στρέ­ψα­νε οἱ σπουδαγ­μέ­νοι μη­χα­νι­κοί, τὸ πυρ­γά­κι, τὰ μο­να­στη­ρια­κὰ με­τό­χια, τὸ πα­λιὸ λι­ο­τρί­βι, ποὺ χά­θη­καν στὴ συ­νέ­χεια ὅ­λα.

        Ἡ με­γά­λη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρά­δο­ση μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­νει ὅ­λους δυ­νά­στες τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς. Ἔτσι κά­πο­τε, σκά­βον­τας στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, βρῆ­κα κό­κα­λα μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Ἔντρομη ἡ μά­να μου μοῦ ’­πε τὸ βρά­δυ πὼς ἦ­ταν ἀ­βά­φτι­στα παι­διά, καὶ δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ θα­φτοῦν μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

        Οὔ­τε μιὰ σπι­θα­μὴ γῆς, οὔ­τε ἕ­να δέν­τρο, οὔ­τε μιὰ ἔ­ρη­μη πέ­τρα δὲν ἔ­μει­νε ποὺ νὰ μὴν τρα­γού­δη­σα. Γι’ αὐτὴ τὴ χα­μέ­νη Ἀτλαν­τίδα, γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο ποὺ μὲ γέν­νη­σε καὶ μὲ με­γά­λω­σε. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἔρ­χον­ται ἀ­βία­στα, ἡδο­νι­κά, μπου­κώ­νουν τὰ χεί­λια, ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται τὰ δά­χτυ­λα καὶ γρά­φουν, γρά­φουν, γρά­φουν.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Πλέ­θρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.



		

	

Ἀ­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so): Ὁ δεινόσαυρος



Ἀ­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so)


Ὁ δει­νό­σαυ­ρος

(El dinosaurio)


ΟΤΑΝ ξύπνησε, ὁ δεινόσαυρος ἦταν ἀκόμη ἐκεῖ.

 


Πηγή: Οbras completas (y otros cuentos), 1959.

 

­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so) (Τεγ­κου­σιγ­κάλ­πα, Ὀν­δού­ρα, 1921-Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 2003). Ἀ­πὸ μη­τέ­ρα Ὀν­δου­ρα­νὴ καὶ πα­τέ­ρα Γου­α­τε­μα­λά­νο. Πε­ζο­γρά­φος. Τὸ 1944 ἀ­ναγ­κά­στη­κε γιὰ πο­λι­τι­κοὺς λό­γους νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Με­ξι­κὸ ὅ­που καὶ πέ­θα­νε. Μαὶ­τρ τὴς μι­κρῆς φόρ­μας (θε­ω­ρεῖ­ται ὁ ‘πα­τέ­ρας’ τῆς ἰ­σπα­νό­γρα­πτης μι­κρο­α­φή­γη­σης), τὸ πρῶ­το του ἔρ­γο ἦ­ταν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Lo d­e­m­ás es s­i­l­e­n­c­io (Τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.