Σωτήρης Παστάκας: New York, New York ἐξ ἀναβολῆς


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


New York, New York ἐξ ­να­βο­λῆς

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΟΥΝ μὲ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Τὸ Αἰ­γαῖ­ο, βα­θὺ μπλέ, ἀ­σά­λευ­τα στίγ­μα­τα τὰ κα­ρά­βια καὶ τὸ ἄ­σπι­λο λευ­κὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει χρω­μα­τι­κὰ τοὺς γκρί­ζους ὄγ­κους τῶν νη­σι­ῶν, ἁ­πλώ­νον­ταν σὰν κεν­τη­μέ­νο χρά­μι. Χρώ­μα­τα καὶ σχή­μα­τα αἰχ­μά­λω­τα τῆς ἀ­σά­φειας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ ἐ­ξά­τμι­ση τοῦ νε­ροῦ καὶ ἡ φυ­σι­κὴ κού­ρα­ση τῆς μα­τιᾶς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ ἢ κα­λύ­τε­ρα, ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει μέ­σα στὸ χά­ος μιὰ γνώ­ρι­μη μορ­φή, μιὰ πα­τρί­δα. Ναί, μιὰ πα­τρί­δα ποὺ τὴν μπό­λια­σαν οἱ ὑ­γρα­σί­ες τοῦ πόν­του μὲ τὰ βα­λαν­τω­μέ­να ἀ­νε­μο­σού­ρια καὶ τὴν πυ­ρί­καυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῶν βρά­χων, θρυμ­μα­τι­σμέ­νη στὴν πρέ­σα τοῦ δι­ά­πυ­ρου μύ­δρου νὰ γί­νε­ται σκό­νη κι ἄλ­λη σκό­νη φερ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς κον­τι­νὲς στε­ρι­ές, ἀ­φρά­το βού­τυ­ρο, πα­ρα­χω­μέ­νη στὸ ρα­ϊ­διὸ τῶν βρά­χων γκα­στρω­μέ­νη, ἕ­τοι­μη νὰ γεν­νή­σει τὴν πουρ­να­ριὰ καὶ τὰ λει­ψό­χορ­τα μὲ τὴν κά­πα­ρη καὶ τὸ θρούμ­πι νὰ εὐ­ω­διά­ζουν στὴ σάρ­κα τῆς ἐ­λιᾶς, τὰ κρί­τα­μα καὶ τ’ ἄλ­λα λι­α­νο­φά­για. Μέ­σα στὸ φῶς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου, κύ­λη­σε ξαν­θό το λά­δι –εὐ­λο­γί­α χει­μω­νι­ά­τι­κη–  στὰ σκα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἁλ­μύ­ρα χέ­ρια, στὰ ρο­ζι­α­σμέ­να δά­κτυ­λα μὲ τοὺς δι­ογ­κω­μέ­νους σταυ­ρούς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ μπο­λι­ά­στη­κε κι ἄν­θι­σε ἡ ζω­ὴ ἀ­πο­δι­ώ­χνον­τας τὰ σκο­τά­δια τοῦ θα­νά­του».

        Γιὰ νὰ ἀν­θί­σει ἡ ζω­ὴ πε­τού­σα­με μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο ἀ­πὸ τὴν Ἀ­μορ­γό, ὅ­που ἔ­κα­να τὸ Ἀ­γρο­τι­κό, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ὑ­παί­θρου, στὴν Ἀ­θή­να ἔ­τσι Ἀ­πρί­λιο μή­να, σὲ μιὰ πτή­ση δι­ά­σω­σης, καὶ γιὰ χρό­νια ἀ­νέ­βα­λα νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ὀ­μορ­φιὰ μὲ τὰ νη­σά­κια ἀ­νά­γλυ­φα νὰ γλι­στρᾶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τοῦ ΕΚΑΒ, καὶ νὰ ποὺ ὅ­λως τυ­χαί­ως πέ­φτουν τὰ μά­τια μου στὸ βι­βλί­ο τοῦ Ἀ­λέ­κου Ζού­κα «Στὴ Χί­ο μὲ τὸν Anatol de Meibohm», ἐ­κεῖ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Φαρ­φου­λᾶ, καὶ ἀ­νοί­γον­τάς το ἔ­πε­σα στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη σε­λί­δα. Μι­λά­ει γιὰ πτή­ση μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ χά­ρη στὴ μα­γεί­α τῆς πα­ρα­νά­γνω­σης, αὐ­τὸν τὸν ὕ­στε­ρο βαθ­μὸ τῆς ἀ­πό­λαυ­σης τοῦ κει­μέ­νου, ἐ­γὼ κα­τα­κλύ­ζο­μαι ἀ­πὸ τὸ ρυθ­μι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, οἱ με­ταλ­λι­κὲς ἕ­λι­κες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν καὶ γε­μί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο τους τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ὅ­πως στὴν πρώ­τη σκη­νὴ τῆς «Ἀ­πο­κά­λυ­ψης» τοῦ Κό­πο­λα, ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας ὀ­ρο­φῆς μπλέ­κε­ται μὲ τὶς ἕ­λι­κες τῶν ἑ­λι­κο­πτέ­ρων σὲ ἕ­να μον­τὰζ ποὺ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

        Τώ­ρα εἶ­ναι οἱ ἕ­λι­κες τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης σὲ ἕ­να πο­λὺ ἰ­δι­ω­τι­κὸ τα­ξί­δι-προ­σφο­ρὰ μὲ λί­γους καὶ ἐ­ξέ­χον­τες συ­να­δέλ­φους. Εἶ­ναι πά­λι Ἄ­νοι­ξη, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες πτή­σεις ποὺ ἐ­πι­τρέ­πον­ται πέν­τε χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων, καὶ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι μοῦ σφίγ­γει τὸ μπρά­τσο: Ἀ­πὸ φό­βο; Ἀ­πὸ ἀ­να­σφά­λεια; Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη; Δὲν ξέ­ρω… Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸ σπα­ρα­κτι­κὸ θέ­α­μα τῆς με­γα­λού­πο­λης πέ­ρα­σε αὐ­τό­μα­τα σὲ δεύ­τε­ρο πλά­νο, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ σκίρ­τη­μα κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, αὐ­τὰ τὰ γυ­ναι­κεῖ­α νύ­χια ποὺ εἶ­χαν φτά­σει νὰ ξε­σκί­ζουν τρυ­φε­ρὰ τὴ γυ­μνή μου σάρ­κα ὑ­περ­κέ­ρα­σαν καὶ τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὴν ἄ­γρια ὀ­μορ­φιὰ τῆς πτή­σης, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ ξύ­πνη­μα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­να πιὸ ἰ­σχυ­ρὸ κι ἀ­πὸ τὸ μου­σι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κό­πτε­ρου, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ μον­τὰζ στὴν ται­νί­α γί­νε­ται ἡ εἰ­σα­γω­γὴ στὶς πρῶ­τες νό­τες τοῦ «The End» τῶν Doors.

        Χά­ρη σ’ αὐ­τὴ τὴ μί­ξη τῶν ἤ­χων, ποὺ οἱ εἰ­δι­κοὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν ἀν­τι­γρά­ψουν ἀ­πὸ τὶς ἀ­νώ­τε­ρες νο­η­τι­κές μας λει­τουρ­γί­ες, τὴ συ­νεί­δη­ση γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με μὲ ἄλ­λα λό­για, ἔμ­πλε­ξαν μὲς στὸ μυα­λό μου δύ­ο ἀ­να­βο­λές: ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς πτή­σης μου μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο, καὶ ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὴ συ­νά­δελ­φο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, για­τί δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ κά­λε­σμα καὶ νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψω σὲ ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, μὲ τοὺς βόμ­βους τῶν δι­ά­φο­ρων ἑ­λι­κό­πτε­ρων νὰ βου­ί­ζουν στὰ αὐ­τιά μου, βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καὶ πά­τη­σα στὴ Μαυ­ρο­μι­χά­λη 18 μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος κι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, αὐ­τὴ μὲ τὸν Ἀ­λέ­κο Ζού­κα.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015)


Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη


ΟΡΑ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

       — Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

       — Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

       — Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

       — Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

       — Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σα… μιὰ ζω­ή… καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Ναταλία Θεοδωρίδου: Στάσιμος


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου


Στάσιμος


ΦΤΑΣΑ στὴν Ἡ­φαι­στί­α με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα τῆς κά­ψας. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ χώ­ρου ἦ­ταν μό­νο ὁ γέ­ρος φύ­λα­κας τοῦ θε­ά­τρου. Ἂς ποῦ­με φύ­λα­κας, δη­λα­δή. Τί νὰ φυ­λά­ξει, πῶς, ἀ­πὸ ποι­όν; Κα­θό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φρι­χτὸ φῶς τοῦ Αὐ­γού­στου, κι ἔ­λε­γε. Γιὰ τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε, γιὰ ἕ­να σῶ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρο σμάλ­το ποὺ δὲν ἀ­γά­πη­σε τε­λι­κά, κι ἂς ἤ­θε­λε τό­σο νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σει. Καὶ γιὰ τὸ κι­τρι­νι­α­σμέ­νο μά­τι τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ποὺ ὅ­λα τὰ βλέ­πει καὶ ποὺ τί­πο­τα δὲ συγ­χω­ρεῖ.

            Τὸν χαι­ρέ­τη­σα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ πῆ­ρα τὸ χω­μα­τό­δρο­μο γιὰ τὸ ἀμ­φι­θέ­α­τρο. Ἡ σκό­νη κολ­λοῦ­σε στὰ πα­πού­τσια μου, στὰ μαλ­λιά μου. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ φῶς καὶ λι­θά­ρια. Καὶ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια σὲ μιὰ ἄ­κρη, μό­να, κα­τά­μο­να. Κά­που ἐ­δῶ μπο­ροῦ­σα νὰ πι­στέ­ψω πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἡ Λῆ­μνος ἡ κυ­μα­το­ζω­σμέ­νη, ἀ­πά­τη­τη, ἀ­κα­τοί­κη­τη – ἐξὸν ἀ­πὸ ἕ­ναν Φι­λο­κτή­τη, ἴ­σως.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­κεῖ, στὴ μέ­ση της ὀρ­χή­στρας. Ὁ ἥ­λιος τὸν χτυ­ποῦ­σε κα­τα­κό­ρυ­φα, μου­τζού­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό του μὲ σκι­ὲς κά­θε­τες, σὰ σπα­θι­ές. Πῆ­γα καὶ στά­θη­κα δί­πλα του, νὰ κοι­τά­ξω πρὸς τὸ κοῖ­λον, τὸν λί­θι­νο λό­φο πί­σω του· ἀρ­χαῖ­ο κί­τρι­νο καὶ ξε­ρα­ΐ­λα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ Κα­στρο­βού­νι. Πῶς νὰ φω­τί­σεις αὐ­τὸν τὸν τό­πο, τὸν μυ­θι­κό, σκε­φτό­μου­να, πῶς νὰ τὸ κά­νεις δί­και­α – νὰ βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν Φι­λο­κτή­τη, ποὺ ἄν­θρω­πο δὲ βλέ­πει.

            «Τί πᾶ­με νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε.

            Τὸν κοί­τα­ξα, μὲ κοί­τα­ξε. Ἔ­τρε­χε ὁ νοῦς τοῦ σκη­νο­θέ­τη, φαι­νό­τα­νε. Δυ­ὸ χρό­νια πα­λεύ­α­με μὲ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἀρ­χαι­ο­τή­των νὰ πά­ρου­με ἄ­δεια γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση. Καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε νὰ κά­νει πί­σω.

            Χα­μο­γέ­λα­σα, νὰ τὸν ἡ­συ­χά­σω. «Μιὰ-δυ­ὸ μπα­λαν­τέ­ζες, κι ὅ­λα γί­νον­ται» εἶ­πα.

            Κρα­τή­σα­με τὶς ση­μει­ώ­σεις μας στὸ πό­δι, σκου­πί­σα­με μέ­τω­πα σὲ μα­νί­κια, πή­ρα­με τὸ δρό­μο γιὰ τὸ λι­μά­νι, νὰ βροῦ­με τὸ θί­α­σο. Ἡ ὥ­ρα τρα­βοῦ­σε τσί­που­ρο καὶ θά­λασ­σα. Οἱ μι­κρὲς ἡ­δο­νὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ὁ Λευ­τέ­ρης πῆ­γε νὰ μᾶς μα­λώ­σει. «Θυ­μή­σου τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α» τοῦ ‘­πα. «Μιὰ μέ­ρα ἀ­χρεῖ­ος τώ­ρα καὶ ἔ­πει­τα σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή σου δό­ξα κι ἔν­τι­μος.» Γέ­λα­σε. Ἂς ἦ­ταν καὶ μέ­ρα δου­λειᾶς, ποι­ός θὰ μᾶς κα­τη­γο­ροῦ­σε;

            Ὁ θί­α­σος μό­νο ἄν­τρες: ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας, κα­λὸς φί­λος ἀ­πὸ τὰ χρό­νια της Σχο­λῆς. Ἡ­ρα­κλῆ δὲν εἴ­χα­με ζων­τα­νό, προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο μό­νο. Ὁ Φι­λο­κτή­της, ἠ­θο­ποι­ὸς πα­λιός, ἄλ­λης γε­νιᾶς καὶ στό­φας. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­πι­νε οὔ­τε μὲ τὴν ἄ­δεια τοῦ Λευ­τέ­ρη. Δυ­ὸ δά­χτυ­λα ἔ­βα­ζε μό­νο σ’ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γιὰ νὰ τσουγ­κρί­ζει. Καὶ πάν­τα μ’ ἕ­να λι­νὸ που­κά­μι­σο. Ὄ­χι σὰν ἐ­μᾶς ποὺ τρι­γυρ­νά­γα­με μὲ τὰ μα­γιό, σὰν τοὺς του­ρί­στες. Ὁ χο­ρὸς ἀ­πὸ ναυ­τά­κια, τε­λει­ό­φοι­τοι ἀ­πὸ τὴ Σχο­λή, κά­να­νε καὶ τὶς δι­α­κο­πές τους πα­ρεμ­πι­πτόν­τως. Καὶ μιὰ γυ­ναί­κα ὅ­λη κι ὅ­λη, ἡ ἐν­δυ­μα­το­λό­γος. Τρα­βι­ό­τα­νε μὲ τὸν Νε­ο­πτό­λε­μο. Κα­λὰ παι­διά, τα­λέν­το δὲν ἔ­λει­πε.

            Δυ­ὸ βδο­μά­δες οἱ πρό­βες πή­γα­νε κα­λά, κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με. Γέ­μι­σε τὸ νη­σὶ ἀ­φί­σες, προ­πω­λή­θη­καν σχε­δὸν ὅ­λα τα εἰ­σι­τή­ρια, θὰ ἐρ­χό­ταν κό­σμος κι ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω μέ­ρη. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς πρε­μι­έ­ρας ἔ­κα­νε μιὰ ζέ­στη ἄλ­λο πρά­μα, κον­τέ­ψα­με νὰ σκά­σου­με κι ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τὰ τζι­τζί­κια. Πή­γα­με γιὰ μπά­νιο ὅ­λος ὁ θί­α­σος πα­ρέ­α. Πέ­τρα πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ λι­θά­ρι πά­νω στὸ λι­θά­ρι αὐ­τὲς οἱ θά­λασ­σες. Περ­πά­τη­σα πα­ρά­με­ρα ψά­χνον­τας λί­γη ἀμ­μου­διὰ μέ­σα στὸ νε­ρό, σα­κα­τεύ­ον­τας τὶς πα­τοῦ­σες μου στὸ με­τα­ξύ. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ἕ­να τράν­ταγ­μα. Εἶ­δα τὸ θί­α­σο ἀ­πὸ μα­κριά, κου­νοῦ­σαν χέ­ρια πό­δια καὶ φω­νά­ζα­νε. Σει­σμός. Πα­ρα­πά­τη­σα, βού­τη­ξα ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα στὸ νε­ρό, σχε­δὸν ἔ­σκι­σα τὰ χέ­ρια μου στὶς πέ­τρες. Δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, εἴ­κο­σι, τριά­ντα. Ἔ­τρι­ξε ἡ θά­λασ­σα καὶ τὸ νη­σὶ μα­ζί.

            Θύ­μα­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξαν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να, λί­γο-πο­λὺ ἔμ­ψυ­χο κι αὐ­τό: τὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο τῆς Ἠ­φαι­στί­ας. Κα­τέρ­ρευ­σε μέ­ρος τοῦ κοί­λου. Πα­ρά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ γί­νει. Κολ­λή­σα­με ἕ­να «ΜΑΤΑΙΩΘΗΚΕ» σὲ ὅ­σες ἀ­φί­σες φτά­να­με χω­ρὶς σκά­λα. Τὰ χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ εἰ­σι­τή­ρια θὰ τὰ ἐ­πι­στρέ­φα­με τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης τὸ πῆ­ρε βα­ριά, σὰ νὰ γκρε­μί­στη­κε μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­α­τρο. Μοῦ εἶ­πε, «αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἐ­γὼ ἄλ­λο δὲν μπο­ρῶ». Πῆ­ρε τὸ πρῶ­το πλοῖ­ο γιὰ Κα­βά­λα. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ τὸν δῶ.

            Τὰ ναυ­τά­κια μας σκόρ­πι­σαν στὰ γύ­ρω νη­σιά. Ὁ Νε­ο­πτό­λε­μος μὲ τὴν ἐν­δυ­μα­το­λό­γο πῆ­γαν νὰ κά­νουν τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ Σκύ­ρο. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρι­σαν Ἀ­θή­να. Ἔ­μει­να ἐ­γὼ μὲ τὸν προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο Ἡ­ρα­κλῆ νὰ μα­ζέ­ψου­με τὰ σπα­σμέ­να.

            Πῆ­γα στὸ θέ­α­τρο νὰ πά­ρω τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ἠ­λε­κτρο­λο­γι­κά, νὰ πῶ κι ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο γειὰ στὰ κυ­πα­ρίσ­σια. Ὁ γέ­ρος πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴν ἴ­δια θέ­ση. Εἶ­χε ἀ­κού­σει, βέ­βαι­α, γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση.

            «Ἀ­λή­θεια κά­νε­τε πα­νιὰ τώ­ρα, παι­δί μου;» μὲ ρώ­τη­σε ὅ­ταν ἔ­φευ­γα. Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­π’ τὸν Φι­λο­κτή­τη.

            Ἔ­τσι μοῦ ‘ρ­θε ν’ ἀ­παν­τή­σω «και­ρὸς γὰρ κα­λεῖ», σὰν ἄλ­λος Νε­ο­πτό­λε­μος κι ἐ­γώ – ἡ σκέ­ψη μοῦ ‘­φε­ρε γέ­λιο, ἀλ­λὰ κρα­τή­θη­κα. Ἔ­νευ­σα. «Κι ἐ­σύ, παπ­πού, τί θὰ κά­νεις;»

            «Ἐ­γώ, ἐ­δῶ» εἶ­πε καὶ χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ πλα­ϊ­νὸ τοῦ πο­διοῦ του. «Ποῦ νὰ πά­ω, σάμ­πως, μ’ αὐ­τὸ τὸ πο­δά­ρι;»

            Εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζα χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο το μπα­τζά­κι του νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν πλη­γὴ ἀ­πὸ κά­τω. Μ’ ἅρ­πα­ξε τὸ πύ­ο κι ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα.

            «Χρό­νια…» εἶ­πε.

            Ζα­λί­στη­κα, μοῦ ‘­πε­σαν τὰ κα­λώ­δια ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Τὰ μά­ζε­ψα ὅ­πως-ὅ­πως καὶ γύ­ρι­σα νὰ φύ­γω χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα. Ἄ­φη­σα πί­σω τὸν Φι­λο­κτή­τη, τὴν αἰ­ώ­νια πλη­γή του νὰ κα­τα­τρώ­ει τὴ Λῆ­μνο ὁ­λό­κλη­ρη. Καὶ τὰ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια νὰ τρυ­πᾶ­νε τὸν οὐ­ρα­νό.



Πρώτη δημοσίευση: περ. Ἕνεκεν, τχ. 32, 2014.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ θρη­σκει­ο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Τμῆ­μα Media & Film Studies τοῦ School of Oriental and African Studies, University of London. Ποί­η­σή της ἔ­χει βρα­βευ­θεῖ στοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς τῆς ΧΟΝ (1ο βρα­βεῖ­ο, 2002), τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς Καλ­λι­τε­χνι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας «Τέ­χνη» (2ο βρα­βεῖ­ο, 2002) καὶ τῆς Ἕ­νω­σης Ἐκ­δο­τῶν Βο­ρεί­ου Ἑλ­λά­δος (1α βρα­βεῖ­α, 2001 καὶ 2002). Τὸ δι­ή­γη­μά της «Πρῶ­το Πρό­σω­πο» δι­α­κρί­θη­κε στὸν 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τοῦ diavasame.gr καὶ θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (The BooksJournal, Platform, Contemporary Theatre Review, Performance Research), ἐ­νῶ δρά­μα της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸν τό­μο Ἡ Τέ­χνη τοῦ Δρά­μα­τος στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση (Με­ταίχ­μιο, 2007).


Εἰκόνα: Μαρ­μά­ρινη πλά­κα ἀνα­μνη­στικὴ τοῦ μύθου τοῦ Φιλο­κτή­τη. Ἀρ­χαι­­ολο­γικὸ Μουσεῖο Βραυρώνας.


Στά­θης Κου­τσού­νης: Κεράσια



Στά­θης Κου­τσού­νης


Κε­ρά­σια


— ΠΑΜΕ γιὰ κε­ρά­σια;

       Ἡ πρό­τα­ση ἔ­γι­νε στὸ μο­να­δι­κὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ προ­γράμ­μα­τος. Ἦ­ταν τέσ­σε­ρις πε­ρί­που καὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα θὰ σχο­λά­γα­με. Ὁ Δι­α­μαν­τῆς τὸ πρό­τει­νε. Ὄ­χι σὲ ὅ­λους, ἀλ­λὰ σὲ μέ­να, τὴν Ντί­να καὶ τὸν Γιάν­νη. Δὲν ξέ­ρω ἂν μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε ἢ ἁ­πλῶς ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σει πά­νω μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ὁ Δι­α­μαν­τὴς ἦ­ταν ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρος καὶ πο­λὺ πιὸ ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος ἀ­πὸ μᾶς. Εἶ­χε χά­σει χρο­νιὰ καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν τά­ξη. Πη­γαί­να­με στὴ Δευ­τέ­ρα Δη­μο­τι­κοῦ.

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν ἐν­θου­σι­ώ­δης.

       — Ναίι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι, ξε­φω­νί­σα­με ὅ­λοι με­μιᾶς, χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦ­με.

       Στὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος εἶ­χα τό­σο πο­λὺ ξε­ση­κω­θεῖ ποὺ δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θό­λου τὴ δα­σκά­λα, μιὰ χον­τρὴ καὶ στριμ­μέ­νη, μὲ κό­τσο στὸ κε­φά­λι της σὰν πε­ρι­κε­φα­λαί­α. Μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ Ντί­να, ἤ­θε­λα νὰ εἴ­μα­στε συ­νέ­χεια μα­ζί, ἀλ­λὰ τὴ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε κι ὁ Δι­α­μαν­τῆς. Τὸν ἀν­τι­πα­θοῦ­σα αὐ­τόν, μὲ νεύ­ρια­ζε ποὺ τὸν γυ­ρό­φερ­ναν ἀ­προ­κά­λυ­πτα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­μα­θή­τρι­ές μας. Ἡ Ντί­να ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο καὶ πρό­σχα­ρο κο­ρί­τσι, μὲ ἀ­νοι­χτὴ στα­ρέ­νια ἐ­πι­δερ­μί­δα, σαρ­κώ­δη χεί­λη καὶ βα­θιὰ γα­λα­ζω­πὰ μά­τια. Ὅ­ταν τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­να­στα­τω­νό­μουν, κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­να για­τί. Στὸ δρό­μο μ’ ἔ­πι­α­σε κι ἕ­νας ἄλ­λος φό­βος. Μιὰ κε­ρα­σιὰ εἴ­χα­με ὅ­λη κι ὅ­λη, στὴν Πά­νω Ρού­γα, κον­τὰ στὸ σπί­τι τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν θε­ό­ρα­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­ρα­γε ν’ ἀ­νε­βῶ; Καὶ τί ντρο­πή, μπρο­στὰ στὴν Ντί­να, ἂν δὲν τὰ κα­τά­φερ­να…

       Περ­πα­τού­σα­με καὶ πει­ρα­ζό­μα­στε.

       — Ν’ ἀ­νε­βά­σου­με τὴν Ντί­να στὴν κε­ρα­σιά, νὰ μᾶς ρί­χνει κε­ρά­σια νὰ τρῶ­με, εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Γιά­ννης.

       — Ναί, κα­λά…, ἀ­πάν­τη­σε γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

       Μό­λις φτά­σα­με, ὁ Δι­α­μαν­τῆς σκαρ­φά­λω­σε σὰν αἴ­λου­ρος στὸ δέν­τρο κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴν κο­ρυ­φή. Τὸν κοι­τού­σα­με ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ ζή­λεια. Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἀ­πό­πει­ρες τὰ κα­τά­φε­ρε κι ὁ Γιά­ννης.

       Ἐ­γὼ οὔ­τε κὰν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σα. Ντρε­πό­μουν ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δεί­χνω ἄ­νε­τος. Κοι­τοῦ­σα στὰ κλε­φτὰ τὴν Ντί­να – εὐ­τυ­χῶς δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κα­νέ­να σχό­λιο. Θαύ­μα­ζα τὴν ὡ­ραί­α πλι­σὲ φού­στα καὶ τὶς καλ­λί­γραμ­μες γάμ­πες της. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πά­νω τρώ­γα­νε καὶ ποῦ καὶ ποῦ, μα­ζὶ μὲ τὰ κου­κού­τσια ποὺ φτύ­να­νε, πε­τοῦ­σαν καὶ κα­νέ­να κε­ρά­σι. Τὰ μά­ζευ­α καὶ τὰ πρό­σφε­ρα εὐ­γε­νι­κὰ σὲ κεί­νη. Χαι­ρό­ταν καὶ τὰ μα­σου­λοῦ­σε λαί­μαρ­γα. Τὰ χεί­λη της κοκ­κί­νι­ζαν ἀ­πὸ τὰ ζου­μιά, λὲς κι εἶ­χε βά­λει κρα­γιόν.

       — Ἄν­τε, φά­ε κι ἐ­σύ, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Ἐ­μέ­να, τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν νὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στή­σω, νὰ κερ­δί­σω τὴ συμ­πά­θειά της.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­κοῦ­με μιὰ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πὸ ψη­λά.

       — Ντί­να!

Βλέ­που­με τό­τε τὸν Δι­α­μαν­τῆ νὰ κρα­δαί­νει τὴ χού­φτα του γε­μά­τη μὲ κε­ρά­σια.

       — Νά, πιά­σ’ τα, τῆς λέ­ει, κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια του τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν.

       Τὰ κε­ρά­σια πῆ­ραν τὴν κα­τι­ού­σα. Γυ­ά­λι­ζαν στὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν κόκ­κι­να μι­κρὰ μπα­λό­νια ποὺ χτυ­ποῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ ἁ­πλώ­νον­ταν, δι­α­γρά­φον­τας ἄ­τα­κτες τρο­χι­ές. Καὶ τὰ χέ­ρια νὰ ση­κώ­να­με ἕ­να-δυ­ὸ τὸ πο­λὺ ὁ κα­θέ­νας θὰ πι­ά­να­με, κι αὐ­τὰ ἦ­ταν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι. Τό­τε ἡ Ντί­να ἐν­στι­κτω­δῶς, γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα κε­ρά­σια, ση­κώ­νει ἀ­πό­το­μα τὴ φού­στα της, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη λε­κά­νη.

       Γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου βλέ­πω τὰ πό­δια της ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ πά­νω, ποὺ πο­τὲ δὲν τὰ εἶ­χα ξα­να­δεῖ, δυ­ὸ χυ­τοὺς κα­τά­λευ­κους χει­μάρ­ρους, κι ἐ­κεῖ ποὺ σμί­γα­νε, ἀ­νά­με­σά σε μιὰ χλό­η ξαν­θή, ἕ­να με­γά­λο μα­κρου­λὸ κε­ρά­σι ρόζ, σκα­σμέ­νο μπρο­στὰ ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἡ ἀ­νά­σα μου κό­πη­κε. Ζα­λί­στη­κα κι ἔ­χα­σα τὴ μι­λιά μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἀ­κρι­βῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­ερ­γο κε­ρά­σι ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια της. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ καὶ τὰ μέ­λη μου μού­δια­ζαν.

       Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νη, χα­μο­γε­λών­τας πλα­τιά, ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, πᾶ­ρε, καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὴ φού­στα της, γε­μά­τη κε­ρά­σια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Νίκη Μπλούτη: Ἡ μαγκούφα ἡ οὐχιὰ


Νί­κη Μπλού­τη


Ἡ μαγ­κού­φα ἡ οὐ­χιὰ


ΤΑΝ ΧΑΣΑΜ’ τ’ μαύρ’ τ’ φου­ρά­δα μας κλαί­γα­μ’ κι οἱ δυ­ὸ μὶ τοὺ μπάρ­μπα σ’ τοὺ Σπύ­ρου σὰ μ’­κρὰ π’­διά. Τὰ ζουν­τα­νά ‘­ταν ἡ πι­ρι­ου­σί­α μας τό­τι. Σά­μα­τ’ εἴ­χα­μ’ ἄλ­λου μέ­σου νὰ πᾶ­μ’ πέ­ρα δῶ­θι; Ἢ ξα­πι­ζὰ τοὺ κό­βα­μ’ γιὰ τὰ χου­ρά­φια ἢ κα­βά­λα στὰ ζουν­τα­νά. Μ’ αὐ­τὰ οὐρ­γώ­να­μ’, μ’ αὐ­τὰ σπέρ­να­μ’. Οὔ­τι τρα­κτέ­ρια οὔτι μ’χα­νὲς εἴ­χα­μ’.  Τήν εἶχι δαγ­κώ­σ’ μιὰ  μαγ­κού­φα οὐ­χιὰ κι σπαρ­τά­ρα­γ’ σὰν τοὺ ψά­ρ’ ἔ­ξου ἀ­π’ τοὺ νι­ρό. Μιὰ φου­ρά­δα τί νὰ τὴν ἔ­βλι­πις! Εἶ­χι κά­τ’ κα­πού­λια νά­α­α­α! Τὴ λαγ­κού­μα­γι ὅ­ποι­ους τὴν ἔ­βλι­πι. Μέ­χρ’ φ’­λα­χτὸ τς κρέ­μα­σα μὴ μᾶς τὴ μα­τι­ά­σ’­νι. Π’στεύαμ’ στοὺ μά­τ’ τό­τι που­λύ. Μό­λ’ς κα­τά­λα­βα ποὺ ἦ­ταν δάγ­κου­μα βγά­ζου τοὺ σου­γιὰ πού ‘χα στὴ που­διά μ’ γιὰ τὰ λά­χα­να κι τοὺ χα­ρά­ζου ἰ­κεῖ ποὺ εἶχι πρη­στεῖ γιὰ νὰ βγεῖ τοὺ σκου­του­μέ­νου τοὺ αἷ­μα,  ἀλ­λὰ τί τὰ θές; Δὲν πρό­λα­βα. Τοὺ εἶχι δαγ­κώ­σ’ ἀ­πουβρα­δὺς ἡ σ’­φου­ρι­α­σμέ­ν’ κι εἶ­χι πρου­χου­ρή­σ’ τοὺ δη­λη­τή­ριου. Δὲν ἤ­ξι­ρα τί­που­τα ἄλ­λου νὰ κά­μου. Για­τρὸ ποῦ νὰ τὸν ἔ­βρ’­σκις τό­τι; Σά­μα­τ’ εἴ­χα­μ’ τ’λέφου­νου ἢ σ’γκοι­νου­νί­α νὰ πά­μι στὴ Λι­βα­δειά;  Κα­θό­μα­σταν δί­πλα τ’ κὶ κλαί­γα­μ’ μα­ζὶ μ’ αὐ­τοῦνο. Μᾶς κοί­τα­γ’ ἴ­σια στὰ μά­τια σὰν ἄν­θρου­πους, μα­νού­λα μ’, κὶ μᾶς ζή­τα­γ’ βου­ή­θγεια.  Δυ­ὸ μέ­ρις ποὺ χα­ρου­πά­λευ’ δὲ βά­λα­μ’ μπου­κιὰ στοῦ στό­μα μας μὲ τοὺν μπάρ­μπα σ’. Φαρ­μα­κου­μέ­νοι κι οἱ δυ­ό. Τὰ κου­ρί­τσια τὰ εἴ­χα­μ’ μ’­κρὰ τό­τι ἀλ­λὰ ξέρ’ς πό­σου τοῦ πο­νά­γαν κι αὐ­τά; Τὰ βά­ζα­μ’ κα­βά­λα κὶ τὰ παίρ­να­μ’ κουν­τὰ στοὺ πι­ρι­βό­λ’, γιὰ νὰ μὴν εἶ­ν’ ὅ­λ’ μέ­ρα μο­να­χά τς.  Κα­θό­μ’­να κα­τά­χα­μα κι τοὺ χά­ι­δευ­α σὰ π’δί μ’ μέ­χρ’ νὰ τ’ βγεῖ ἡ ψ’­χού­λα. Τοὺ θά­ψα­μ’ στοὺ πι­ρι­βό­λ’ μας. Νά ἰ­δῶ πα­δὰ τοὺ χώ­σα­μ’ τοὺ κα­ψι­ρό. Ἒ­σκα­β’ οὑ μπάρ­μπας σ’ δυ­ὸ ὧ­ρις μὲς στοὺ λι­ου­πύ­ρ’ τοὺ λάκ­κου τ’. Τὰ π’­διὰ τοῦ ‘χα­ν’ δώ­σ’ κι ὄ­νου­μα. Ντου­ρὴ τοὺ φω­νά­ζαν κι ἂς ἦ­ταν φου­ρά­δα. Μι­τὰ εἴ­πα­μ’ Ντου­ρὴ τοὺ ἄλ­λου π’ ἀ­γόρα­σ’ οὑ μπάρ­μπας μὶ δυ­ὸ δραχ­μὲς ποὺ εἴ­χα­μ’ στὴν ἄ­κρ’ ἀ­π’ τὴ σου­δειά. Δί­χους ἄ­λου­γου δὲν ἒ­κα­ν’. Σὰν τὰ π’­διά τ’ τὰ πό­να­γ’.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νί­κη Μπλού­τη (Λι­βα­δειά).  Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς. Βι­βλί­α της: Ὅ­ταν ἡ σι­ω­πὴ μι­λά­ει στὰ ὄ­νει­ρα καὶ τὸ Κά­πο­τε… στὸν Πα­ρά­δει­σο (μυ­θι­στό­ρη­μα, Πρό­τυ­πες ἐκ­δ. Πη­γή). Τὸ κί­τρι­νο δά­νει­ο (δι­η­γή­μα­τα, 2017, Ὄ­στρια). Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὴν το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Διάβημα.


Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino): Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο



Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino)


Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο

(Quelli di Viareggio)


ΤΙΣ ΕΝΝΕΑ τὸ πρω­ῒ χτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να. Ἦ­ταν μιὰ μι­κρὴ καμ­πά­να, ὁ ἦ­χος ἐρ­χό­ταν κα­τὰ ρι­πές, σὲ ψι­λὲς νό­τες, σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­τὰ πῶς τὸν με­τέ­φε­ρε χα­ρού­με­να ἢ τὸν δι­έ­σπει­ρε ὁ ἄ­νε­μος. Στὸν οὐ­ρα­νὸ ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Οὔρ­λια­ζε ἀ­φρι­σμέ­νη στὸν ἥ­λιο.

       Κά­ποι­ος πρό­βαλ­λε στὴν πόρ­τα, κά­ποι­ος ἄλ­λος στα­μά­τη­σε τὸ βά­δι­σμά του. Τὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ εἶ­χε ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια, ὅ­λα δί­πλα στὴ θά­λασ­σα, ἕ­να ἡ­μι­κύ­κλιο μὲ γλυ­κιὰ καμ­πή, ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια ναυ­τι­κῶν, ἰ­σό­γεια, ποὺ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ καὶ γέ­ρους ναυ­τι­κοὺς μὲ τὸ ζω­νά­ρι δε­μέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὰ γέ­νια ἄκοπα πα­ρ’ ὅ­τι ἦ­ταν Κυ­ρια­κή. Οἱ νέ­οι καὶ ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι εἶ­ναι στὴ θά­λασ­σα.

       Τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν ἔ­χει λι­μά­νι, εἶ­ναι, τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, μιὰ πα­ρα­λί­α μὲ κλί­ση πρὸς τὴ θά­λασ­σα, ἔ­χει ἀν­τί­θε­τα ἕ­ναν μό­λο καὶ μιὰ μα­ρί­να γιὰ τὶς ψα­ρό­βαρ­κες.

       Στὸ Βι­α­ρέ­τζο εἶ­ναι ὅ­λοι ναυ­τι­κοί. Φυ­σι­κὰ ὁ χα­σά­πης, ὁ ρά­φτης κτλ δὲν εἶ­ναι ναυ­τι­κοί, ὅ­μως ὁ χα­σά­πης ἔ­χει γιὸ πλοί­αρ­χο καὶ ὁ ἴ­διος τὴ μι­σὴ ἑ­βδο­μά­δα κά­νει τὸν ψα­ρά. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κά­τοι­κοι.

       Ἦ­ταν μιὰ μέ­ρα τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου μὲ τὸν ἥ­λιο τό­σο γλυ­κὸ καὶ τὴν θά­λασ­σα, ἀν­τί­θε­τα, τα­ρα­χώ­δη, με­γά­λα ἀ­φρι­σμέ­να κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α, ὁ μι­κρὸς μό­λος ἔ­μοια­ζε κά­θε φο­ρὰ νὰ κα­τα­πί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κύ­μα ποὺ ἔ­πε­φτε πά­νω του.

       Στὸ καμ­πα­να­ριὸ ἡ μι­κρὴ καμ­πά­να συ­νέ­χι­ζε νὰ σφυ­ρο­κο­πά­ει. Ὅ­λοι καὶ ἀ­πὸ τὰ ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια πή­γαι­ναν πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α, για­τὶ ἡ εἴ­δη­ση εἶ­χε ἤ­δη φτά­σει, ὅ­τι ἕ­να σκά­φος εἶ­χε ναυ­α­γή­σει μπρο­στὰ στὴν πα­ρα­λί­α.

       Πράγ­μα­τι μί­α γκου­λέ­τα δι­α­κο­σί­ων τό­νων εἶ­χε ἤ­δη τὴν πλώ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ ὅ­ταν τὸ κύ­μα τὴν πλη­σί­α­ζε, τὴν σκέ­πα­ζε ὁ­λό­κλη­ρη, μό­νο τα κα­τάρ­τια ἔ­με­ναν ἐ­λεύ­θε­ρα.

       Τὸ σκά­φος ἦ­ταν στὴ μέ­ση τῆς πα­ρα­λί­ας τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, σὲ ἀ­πό­στα­ση ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή.

       Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι τὸ σκά­φος ἦ­ταν χα­μέ­νο, ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά, εἶ­χε μεί­νει μό­νο τὸ πιὸ ψη­λό. «Ἀλ­λὰ ποια­νοῦ ἦ­ταν τὸ σκά­φος; Ἀ­πὸ ποῦ ἦ­ταν;». Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο. Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι τὸ εἶ­δαν ἀ­μέ­σως. Τὸ σι­γο­ψι­θύ­ρι­σαν. Ἦ­ταν τὸ Κα­ρο­λί­να φορ­τω­μέ­νο μάρ­μα­ρο. Πι­ά­στη­κε στὴν κα­ται­γί­δα τὴ νύ­χτα, κα­τευ­θύ­νον­ταν στὴν Νορ­λί­τζα, εἶ­χαν προ­σπα­θή­σει νὰ μποῦν στὸ Βι­α­ρέ­τζο, στὸ χω­ριό τους, νὰ χω­θοῦν στὸ κα­νά­λι. Ἀλ­λὰ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς νύ­χτας ἔ­χα­σαν τὸ τι­μό­νι, τοὺς ἔ­σπα­σε τὸ κα­τάρ­τι τὴ πλώ­ρης.

       Οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος ἦ­ταν τώ­ρα ὅ­λοι ὄρ­θιοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι στὴ μέ­ση ὅ­που βρί­σκε­ται ὁ ἐ­ξώ­στης γιὰ τὰ φα­νά­ρια, φαί­νον­ται κα­λά, μπο­ροῦ­σαν νὰ τοὺς με­τρή­σουν.

       Ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ σκαρ­φα­λώ­σουν ἐ­κεῖ για­τί τὸ σκά­φος βυ­θι­ζό­ταν, βα­ρύ, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἄμ­μο. Καὶ τὰ κύ­μα­τα τοὺς χά­ι­δευ­αν τὰ πό­δια, τοὺς πι­τσι­λοῦ­σαν, κά­ποι­ο τοὺς πλη­σιά­ζει.

       Ἦ­ταν ἕ­ξι, ὅ­λο τὸ πλή­ρω­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ναύ­της κα­τα­στρώ­μα­τος.

       Οἱ γέ­ροι μι­λᾶ­νε, τοὺς ἐμ­ψυ­χώ­νουν, οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ εἶ­ναι στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα κά­νουν σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Τρέ­χουν οἱ γέ­ροι στὶς βάρ­κες, δι­α­λέ­γουν μιὰ ψα­ρό­βαρ­κα μὲ ἕ­ξι κου­πιὰ ποὺ λό­γῳ τῆς κα­κο­και­ρί­ας εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη. Σπρώ­χνουν ὅ­λοι μα­ζὶ τὴ βάρ­κα ποὺ κυ­λά­ει στοὺς στρογ­γυ­λοὺς πασ­σά­λους ποὺ ἔ­χουν το­πο­θε­τεῖ ἀ­πὸ κά­τω της, ἐ­πι­λέ­γον­ται ποι­οί πρέ­πει νὰ ἀ­νέ­βουν γιὰ νὰ πλη­σιά­σουν τὸ Κα­ρο­λί­να. Οἱ πιὸ δυ­να­τοί. Σφίγ­γουν κα­λὰ τὸ ζω­νά­ρι.

       Οὐρ­λιά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες: «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να.»

       Οἱ μη­τέ­ρες, οἱ γυ­ναῖ­κες, τὰ παι­διὰ αὐ­τῶν τῶν ἕ­ξι εἶ­ναι στὴν πα­ρα­λί­α.

       Ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι οἱ ναυ­τι­κοὶ κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια. Κά­θε τό­σο ὁ ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε τὴ φω­νή τους. Ἦ­ταν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι, φο­ροῦ­σαν ὅ­λοι που­κά­μι­σο, δὲν ἤ­ξε­ρε κα­νεὶς για­τί.

       Τὸ ρεῦ­μα, ὁ ἄ­νε­μος, τὰ κύ­μα­τα εἶ­χαν σπρώ­ξει τὸ ἀ­κυ­βέρ­νη­το σκά­φος πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α. Τὸ σκά­φος μὲ φορ­τί­ο μάρ­μα­ρο εἶ­χε ἐ­ξο­κεί­λει, γέ­μι­ζε, βυ­θι­ζό­ταν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κρά­τη­σε λί­γα λε­πτά. Οἱ ναυ­τι­κοὶ αὐ­τό­μα­τα εἶ­χαν ἀ­νέ­βει στὸ μο­να­δι­κὸ κα­τάρ­τι. Δὲν ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα μα­κριά.

       Οἱ γέ­ροι εἶ­χαν τρα­βή­ξει τὴ βάρ­κα μέ­χρι τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη, τὰ κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α.

       Οἱ γέ­ροι ἔ­σπρω­ξαν τὴ βάρ­κα ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα, ἤ­δη τὰ κύ­μα­τα τὴ ρά­πι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε με­ριά, τὴν πλημ­μύ­ρι­ζαν. Ἕ­ξι πή­δη­ξαν μέ­σα ἤ­δη μού­σκε­μα στὸ νε­ρό, ἔ­πι­α­σαν τὰ κου­πιὰ καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ κω­πη­λα­τοῦν ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­μει­ναν στὴ στε­ριὰ καὶ βο­η­θοῦ­σαν σπρώ­χνον­τάς την μὲ τὰ χέ­ρια πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­νὰ πε­ρι­ό­δους φώ­να­ζαν. Οἱ συγ­γε­νεῖς ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να φώ­να­ζαν μὲ τὸ ὄ­νο­μά τους αὐ­τοὺς ποὺ κρα­τι­οῦν­ταν σφι­χτά. Ἡ βάρ­κα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα ἀ­πὸ τὴ στε­ριά, οἱ κω­πη­λά­τες ἔ­μει­ναν πιὰ μό­νοι τους νὰ πα­λεύ­ουν μὲ τὰ κύ­μα­τα. Οἱ ἕ­ξι γέ­ροι ἦ­ταν ἐμ­πει­ρι­κοὶ τῆς θά­λασ­σας. Ἐ­ὰν ἤ­θε­λαν νὰ βγοῦν δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ πλεύ­σουν πλά­για ἀλ­λὰ νὰ πά­ρουν τὰ κύ­μα­τα μὲ τὴν πλώ­ρη. Οἱ γέ­ροι κοι­τοῦ­σαν τὰ κύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν, ψη­λά, ἤ­δη ὅ­λα σπα­σμέ­να, βί­αι­α ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τους στὴν χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α καὶ συγ­κεν­τρώ­νον­ταν στὰ κου­πιὰ μὲ ὅ­λοι τους τὴ δύ­να­μη, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ τὸ κύ­μα τοὺς κά­λυ­πτε, με­τα­κι­νοῦ­σε τὴ βάρ­κα, τὴν πε­ρι­κύ­κλω­νε. Ἡ βάρ­κα ἔ­μοια­ζε ἀ­κί­νη­τη, δὲν κα­τά­φερ­νε νὰ προ­χω­ρή­σει, ἦ­ταν ἀ­κό­μα μό­νο λί­γα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α, οἱ γέ­ροι δού­λευ­αν. Ἡ βάρ­κα ἦ­ταν ἤ­δη ἡ μι­σὴ γε­μά­τη νε­ρό. Ἕ­να κύ­μα πιὸ γρή­γο­ρο τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν κα­τεύ­θυν­σή της.

       «Πο­ρεί­α τρα­βέρ­σο!»

       Οἱ γέ­ροι τεν­τώ­νον­ταν μὲ μα­νί­α γιὰ νὰ ξα­να­ϊ­σι­ώ­σουν τὴν πλώ­ρη.

       Ἦ­ταν ὅ­λοι μα­ζί. Φαι­νό­ταν νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρουν, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο κύ­μα τοὺς ἀ­νέ­τρε­ψε, τοὺς πῆ­ρε μα­κριά. Ἦ­ταν μιὰ ἀ­πί­στευ­τη θά­λασ­σα. Ἡ βάρ­κα πα­ρα­σύρ­θη­κε, τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀ­κυ­βέρ­νη­τη. Ναυ­ά­γη­σε, ξα­να­βρέ­θη­κε στὴν ἀ­κτή. Δύ­ο γέ­ροι κυ­λί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε τό­σο κον­τὰ στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ σώ­θη­καν ἀ­μέ­σως.

       «Μὰ ποιός ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­ει ἐ­κεῖ κά­τω;» Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Ἦ­ταν στὴ στε­ριὰ ἕ­νας νέ­ος. Πά­ει μὲ τὴ σω­στι­κὴ λέμβο[1] νὰ γλιτώσει τοὺς συν­τρό­φους του.

       «Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Τοὺς φτά­νει.»

       Ὁ κόσμος πλη­σί­α­σε πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πα­ρα­λί­ας ὅ­που ἔ­φυ­γε ὁ Ἀν­τό­νιο, εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει βι­α­στι­κὰ τὴ σωστικὴ λέμ­βο, εἶ­ναι ὁ μό­νος νέ­ος του χω­ριοῦ, ναυ­τι­κός. Εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῆς πα­ρα­λί­ας, ἐ­κεῖ κον­τὰ μέ­νει. Τὰ κύ­μα­τα ἦ­ταν τε­ρά­στια καὶ ἔ­τρε­χαν κα­τὰ πά­νω του. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­χαν ἁρ­πα­χτεῖ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, στὸ κα­τάρ­τι. Τὰ κύ­μα­τα γαρ­γα­λοῦν τὰ πό­δια τους, τοὺς σκε­πά­ζουν ὅ­λους, δὲν φαί­νον­ται πιά, με­τὰ ξα­να­φαί­νον­ται, τὸ κύ­μα πέ­ρα­σε.

       Ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρί­λη γλυ­κός.

       «Εἶ­ναι πέν­τε. Στὸ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι πί­σω.»

       «Ὄ­χι, εἶ­ναι πέν­τε».

       «Ἕ­νας ἔ­χει πέ­σει στὴ θά­λασ­σα! Κο­λυμ­πά­ει.»

       «Τὸ κε­φά­λι του, ἐ­κεῖ!»

       «Ἔρ­χε­ται κο­λυμ­πών­τας.»

       «Δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Ἔ­μει­νε κά­τω».

       Οἱ γυ­ναῖ­κες φω­νά­ζουν.

       Ὁ Ἀν­τό­νιο προ­χω­ρά­ει μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο. Δὲν ὑ­πάρ­χουν κύ­μα­τα δυ­να­τὰ ὅ­σο ὁ Ἀν­τό­νιο. Εἶ­ναι ἐ­πει­δὴ τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ εἶ­ναι χα­μη­λὴ καὶ γί­νον­ται θο­ρυ­βώ­δη, πα­νύ­ψη­λα, ἀ­στρα­φτε­ρὰ θραύ­σμα­τα γυ­α­λιῶν. Καὶ τὸ κύ­μα πα­ρεμ­βάλ­λε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο πλω­τῆ­ρες τῆς σωστικῆς λέμβου, τὸ ση­κώ­νει, σχε­δὸν τὸ κά­νει νὰ πε­τά. Ὁ Ἀν­τό­νιο τὸ κρα­τά­ει μὲ τὰ κου­πιά, μὲ ὅ­λο του τὸ εἶ­ναι.


       «Εἶ­ναι πέν­τε. Εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἕ­κτος δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ καὶ κο­λυμ­πᾶ.»

       «Σώ­νε­ται.» Καὶ οἱ γέ­ροι ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν θὰ σω­θεῖ για­τὶ ἕ­νας ναυ­τι­κὸς ποὺ ναυα­γεῖ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α ἔ­χει ἤ­δη πα­λέ­ψει ἐ­νάν­τια στὴν κα­ται­γί­δα ὅ­λη τὴ νύ­χτα, καὶ μπο­ρεῖ καὶ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα. Καὶ εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, πα­γω­μέ­νος. Κι ἔ­πει­τα μὲ τὸ νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ἀν­τι­στέ­κε­ται. Ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἡ θά­λασ­σα εἶ­ναι κρύ­α.

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.» Εἶ­ναι ἤ­δη μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Φαί­νε­ται μό­νο νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦν.

       Ἡ λέμβος τοῦ Ἀν­τό­νιο βγαί­νει πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να κύ­μα, εἶ­ναι ὅ­πως ἡ μύ­τη τοῦ καμ­πα­να­ριοῦ.

       «Ἀν­τό­νιο, κου­ρά­γιο.»

       Ἡ σω­στι­κὴ λέμβος πέ­φτει κά­τω, βυ­θί­ζε­ται, δὲν φαί­νε­ται πιά.

       «Ἡ λέμβος ἀ­να­τρά­πη­κε!»

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο δὲν φαί­νε­ται πιά.» Ὅ­μως με­τὰ ξα­να­φαί­νε­ται στὸ ἤ­ρε­μο δι­ά­με­σο δύ­ο κυ­μά­των, φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­χει κά­τσει ἀ­πὸ τὴ μί­α με­ριὰ τῆς σω­στι­κῆς λέμβου, κά­τι ποὺ τὸ ἀ­νυ­ψώ­νει, τὸ κά­νει κά­θε­το, τὸ ἀ­να­τρέ­πει ξα­νὰ στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ξα­νὰ πά­νω, ξα­να­πα­λεύ­ει ἐ­νάν­τια στὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ ὅ­λα τα σπα­σμέ­να μέ­ρη. Ἀλ­λὰ τὰ κύ­μα­τα ξα­να­φέ­ρουν ἀ­πὸ κά­τω τους τὸν Ἀν­τό­νιο καὶ στρο­βι­λί­ζουν τὴ λέμ­βο ὅ­πως ὁ ἄ­νε­μος ἕ­να φύλ­λο.

       Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ ξα­να­βρε­θεῖ στὴν πα­ρα­λί­α δὲν μπο­ρεῖ πιά, τὸ κε­φά­λι κρύ­ο, πο­νά­ει.

       Πέ­ρα­σε ἤ­δη ἀρ­κε­τὸς χρό­νος. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» φω­νά­ζει μί­α γυ­ναί­κα.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» ἕ­νας ψί­θυ­ρος ἁ­πλώ­θη­κε στὴν πα­ρα­λί­α. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο τὸ λέ­ει: «εἶ­ναι τέσ­σε­ρις.»

       Ἀλ­λὰ οἱ μα­νά­δες, τὰ παι­διά, οἱ πα­τε­ρά­δες ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να;

       Ζα­λι­σμέ­νοι. Σπα­σμέ­νες λέ­ξεις.

       Ξα­να­δο­κι­μά­ζουν οἱ γέ­ροι. Ξα­να­νε­βαί­νουν στὴν βάρ­κα. Ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρνουν. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Οἱ γέ­ροι ἐ­κεί­νων ἐ­κεῖ τῶν νέ­ων.

       «Τὸ κα­νο­νά­κι μὲ τὸ κα­μά­κι. Μά, ναί, τὸ κα­νο­νά­κι!»

       «Για­τί δὲν τὸ ἔ­φε­ραν νω­ρί­τε­ρα;»

       Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Φαί­νον­ται τὰ που­κά­μι­σα ποὺ ντύ­νουν τὰ κορ­μιά τους.

       Τὸ κα­νο­νά­κι τὸ πῆ­ραν ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α τοῦ γρα­φεί­ου τῆς Δη­μό­σιας Ἀ­ρω­γῆς.

       Ἐ­ὰν θέ­λουν νὰ σω­θοῦν χρει­ά­ζε­ται τὸ κα­νο­νά­κι. Τὸ βλῆ­μα θὰ φύ­γει, πί­σω θὰ φέ­ρει ἕ­να σκοι­νί. Αὐ­τὸ θὰ φτά­σει στὸ σκά­φος, θὰ δε­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι. Ἕ­να ἐ­πι­κλι­νὲς ἐ­πί­πε­δο θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ποὺ θὰ ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς καὶ θὰ φτά­νει στὴ στε­ριά.

       Τὴ δι­ά­σω­ση θὰ μπο­ροῦν νὰ τὴν κά­νουν καὶ οἱ κω­πη­λά­τες. Μὲ μί­α βάρ­κα θὰ πλη­σιά­ζουν τοὺς ναυα­γοὺς με­τα­φέ­ρον­τας ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ἔ­χει τὴν ἀρ­χή του στὴ στε­ριά.

       Ἀλ­λὰ ἂν θέ­λουν νὰ εἶ­ναι τέ­λει­οι, νὰ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ σώ­σουν αὐ­τὲς τὶς ζω­ὲς στὸ μέ­σο της θά­λασ­σας, οἱ κω­πη­λά­τες ὡς κα­νο­νά­κι πρέ­πει νὰ με­τα­φέ­ρουν δύ­ο σχοι­νιὰ ποὺ δε­μέ­να σταυ­ρω­τὰ στὸ κα­τάρ­τι, ἕ­να θὰ πη­γαί­νει καὶ ἕ­να θὰ ἔρ­χε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε ὅ­λο αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἐ­να­πο­μεῖ­ναν κα­τάρ­τι, στὸ μέ­σο τῶν κυ­μά­των καὶ νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά. Φτά­νει νὰ δέ­σουν στὸ σκοι­νὶ μιὰ βάρ­κα μὲ πά­νω… «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις, εἶ­ναι τέσ­σε­ρις»… τοὺς ναυα­γούς. Ἀ­πὸ τὴν στε­ριὰ θὰ τοὺς τρα­βή­ξουν, ἐ­κεῖ­νοι θὰ πλη­σιά­σουν, τὸ κύ­μα δὲν θὰ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­σύ­ρει τὴ βάρ­κα για­τὶ θὰ εἶ­ναι δε­μέ­νη, θὰ μπο­ρεῖ σί­γου­ρα νὰ τὴ γε­μί­σει νε­ρό, νὰ τὴν δο­κι­μά­σει ἀλ­λὰ ἡ βάρ­κα θὰ φτά­σει στὴ στε­ριά. Καὶ ὅ­λοι φω­νά­ζουν.

       Οἱ γέ­ροι πράγ­μα­τι δο­κί­μα­σαν τὴν πιὸ πρα­κτι­κὴ ὁ­δό. Νὰ φέ­ρουν αὐ­τοὶ τὰ σκοι­νιὰ καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ προ­σπα­θή­σουν, ἐ­ὰν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ βά­λουν οἱ ἴ­διοι κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς μέ­σα στὴ βάρ­κα καὶ νὰ τὸν φέ­ρουν στὴ στε­ριά. Ἀλ­λὰ ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Μιὰ βάρ­κα, ὅ­ταν τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε μὲ τέ­τοι­α τρό­πο σὲ μιὰ χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα, εἶ­ναι ἕ­να κλα­δά­κι ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς τὴ θέ­λη­σή του. Μπο­ρεῖ νὰ προ­σπα­θή­σει κα­νεὶς ὅ­σες φο­ρὲς θέ­λει. Δὲν θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.

       Τὸ κα­νο­νά­κι ἄρ­χι­σε νὰ ρί­χνει. Ἕ­νας ναυ­τι­κὸς τοῦ Κα­ρο­λί­να κού­νη­σε κου­ρα­σμέ­να τὸ χέ­ρι του κα­θὼς τὸ βλῆ­μα ἔ­πε­φτε μὲ τὸ σκοι­νὶ στὴ θά­λασ­σα, ἴ­σως γιὰ νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει ὅ­τι τὸ σκοι­νὶ ἔ­πε­φτε μα­κριά.

       Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο ἦ­ταν ἐ­κεῖ κι ἔ­βλε­πε νὰ πε­θαί­νουν οἱ ναυ­τι­κοί του.

       Ἄρ­χι­ζε νὰ βρα­διά­ζει… «Ἔ­πε­σε ἕ­νας. Εἶ­ναι μό­νο τρεῖς» φω­νά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες… ἀλ­λὰ ἡ κα­τεύ­θυν­ση εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ξε­λύ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα καὶ ποὺ κα­τευ­θύ­νε­ται ὄ­χι σὲ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σκά­φος ἀλ­λὰ σὲ μιὰ μύ­γα μέ­σα στὴ θά­λασ­σα, σὲ μιὰ ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων ποὺ μπαι­νο­βγαί­νουν στὴ θά­λασ­σα, κρε­μα­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἱ­στό.

       Καὶ ἡ βο­λὴ φτά­νει στὰ δέ­κα μέ­τρα, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­λή, καὶ συ­χνὰ στὰ πέν­τε μέ­τρα καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς ποὺ ἀν­τί­θε­τα ὅ­ταν βλέ­πουν κον­τά το σκοι­νὶ τεν­τώ­νουν ὅ­λα τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸ πιά­σουν καὶ δὲν φτά­νουν πο­τέ, για­τὶ εἶ­ναι πάν­τα μα­κριά, καὶ με­τὰ πέ­φτει στὴ θά­λασ­σα. Καὶ με­τὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά, νὰ τὸ ξα­να­τα­κτο­ποι­ή­σουν καὶ τό­τε ξα­νὰ νὰ τὸ ἐ­κτο­ξεύ­σουν καὶ τὸ βρά­δυ ἔρ­χε­ται γρή­γο­ρα, ἤ­δη εἶ­ναι μὼβ καὶ οἱ ναυ­τι­κοὶ τοῦ Κα­ρο­λί­να φαί­νον­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­δη ἔ­χουν ντυ­θεῖ στὶς σκι­ές. Εἶ­ναι τρεῖς μό­νοι, κολ­λη­μέ­νοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κα­τάρ­τι. Μὲ τὴ νύ­χτα ἔρ­χε­ται τὸ κρύ­ο. Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο ξα­να­προ­σπά­θη­σε μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο, κι ἕ­νας προ­σπά­θη­σε κο­λυμ­πών­τας ἀλ­λὰ κόν­τε­ψε νὰ πνι­γεῖ. Ὅ­ταν βρά­δια­σε στὸ κα­τάρ­τι ἔ­μει­νε μό­νο ἕ­νας.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α ὅ­λη μέ­ρα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ναυ­τι­κός τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, μπρο­στὰ στὸ Βι­α­ρέ­τζο, κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι ποὺ ὅ­λο καὶ βυ­θί­ζε­ται.

       Κα­νέ­νας δὲν προ­σπα­θεῖ πιά. Τὸ κα­νο­νά­κι κά­θε τό­σο πυ­ρο­βο­λεῖ. Για­τί;

       Οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν φω­νά­ζουν. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἔ­να­στρη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ ὁ ναυ­τι­κός;

       Μί­α κραυ­γὴ ἀ­κού­γε­ται, ἕ­να κά­λε­σμα μιᾶς γυ­ναί­κας, φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ γιοῦ της ποὺ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ Κα­ρο­λί­να.

       Τὴν φω­νὴ τὴν ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ πα­ρα­λί­α.

       «Νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­κό­μα;»

       Δὲν φαί­νε­ται, δὲν φαί­νε­ται τί­πο­τα, μό­νο τα ἀ­στέ­ρια δὲν φτά­νουν, θὰ χρει­α­ζό­ταν τὸ φεγ­γά­ρι.

       Ἡ θά­λασ­σα ἔ­γι­νε ἀ­κό­μα πιὸ ἄ­γρια.

       Ὅ­λοι τὴ νύ­χτα πε­ρι­μέ­νουν ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο.



Πη­γή: Mario Tobino, «Quelli di Viareggio», στὸ Racconti, Racconti, Racconti, Mondadori, Milano,2008, σέλ. 131-137.

Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino) (1910-1991). Γεν­νή­θη­κε στὸ Βι­α­ρέ­τζο τῆς Το­σκά­νης. Φύ­ση ἀ­νή­συ­χη καὶ ἀ­νυ­πά­κου­η τε­λεί­ω­σε τὸ γυ­μνά­σιο σὲ θρη­σκευ­τι­κὸ κολ­λέ­γιο ὅ­που γνώ­ρι­σε τὸν Δάν­τη, τὸν Μα­κια­βέλ­λι καὶ ἄλ­λους κλα­σι­κοὺς τῆς λα­τι­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ Χει­ρουρ­γι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Νευ­ρο­ψυ­χι­α­τρι­κή. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α κά­νει τὴν εἴ­σο­δό του μέ­σῳ τῆς ποί­η­σης ἐ­νῶ συ­νερ­γά­ζε­ται καὶ μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­που ἐκ­φρά­ζει τὴν μη­δε­νι­κὴ ἀ­νε­κτι­κό­τη­τά του στὸ φα­σι­σμό. Κα­τὰ τὸν δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λε­μο κα­λεῖ­ται νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς για­τρὸς στὸ μέ­τω­πο τῆς Λι­βύ­ης. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὴν ἔμ­πνευ­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του μὲ τί­τλο ­ρη­μος τῆς Λι­βύ­ης (Il de­ser­to del­la Li­bia) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1952 καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ προ­κύ­ψουν δύ­ο ται­νί­ες. Ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο μὲ ἐ­λα­φρὰ ἀ­να­πη­ρί­α ἀ­πὸ τραυ­μα­τι­σμὸ καὶ ἀ­να­λαμ­βά­νει ὑ­πη­ρε­σί­α ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ τοῦ Μα­τζά­νο κον­τὰ στὴ Λού­κα. Ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ψυ­χιά­τρου θὰ τὸν συ­νο­δεύ­σει γιὰ 40 χρό­νια καὶ οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του ἀ­πὸ αὐ­τὴν θὰ γί­νουν ἔμ­πνευ­ση καὶ σκη­νι­κὸ γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τά του ὅ­πως Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no), ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­ση ἀλ­λὰ καὶ βα­θὺ ἀν­θρω­πι­σμὸ πε­ρι­γρά­φει τὶς ψυ­χὲς τῶν ἔγ­κλει­στων γυ­ναι­κών. Τὸ θέ­μα τῆς τρέ­λας ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του πα­ρα­γω­γῆς ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­κτι­βι­στι­κῆς του δρά­σης. Μα­ζὶ μὲ ἐ­λά­χι­στους ἀ­κό­μα ἰα­τροὺς ξε­κι­νά­ει μά­χη ἐ­νάν­τια στοὺς Νό­μους 180 καὶ 833 τοῦ 1978 οἱ ὁ­ποῖ­ο προ­έ­βλε­παν τὸ κλεί­σι­μο τῶν Ψυ­χι­α­τρεί­ων τῆς Ἰ­τα­λί­ας ἀρ­νού­με­νοι τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῶν ψυ­χι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τά­γρα­ψε στὸ Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τοῦ Μα­λιά­νο (Gli ul­ti­mo gio­rni di Ma­glia­no) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1982. Ἡ ἀν­τί­στα­ση ἐ­νάν­τια σὲ κά­θε μορ­φῆς ἀ­πάν­θρω­πης ἀν­τι­με­τώ­πι­σης καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα ἐ­νάν­τια στὸ να­ζι­σμὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κυ­ρί­αρ­χα θέ­μα­τα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά­νο­μος (Il clan­de­stino), μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κερ­δί­σει τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα, ὅ­που πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ πτώ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ καὶ ἡ ἀρ­χὴ τῆς δρά­σης τῶν παρ­τι­ζά­νων. Τρί­τος πό­λος ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν Τομ­πί­νο ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἡ παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α. Εἰ­δι­κό­τε­ρα ἡ τε­λευ­ταί­α στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του Βι­α­ρέ­τζο θὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὸ Στὴν πα­ρα­λί­α καὶ πέ­ρα ­πὸ τὴν ­πο­βά­θρα (Sul­la spiag­gia e di la dal mo­lo) ἐ­νῶ στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο» («Quel­li di Via­reg­gio») πρω­τα­γω­νι­στὴς εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ναυ­τι­κὴ κοι­νω­νί­α τοῦ Βι­α­ρέ­τζο ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται ὡς ἕ­να σύ­νο­λο ὁ­ρι­σμέ­νο καὶ κα­θο­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν τό­πο στὸν ὁ­ποῖ­ο δρᾶ καὶ ἀν­τι­δρᾶ. Σὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα ὁ Τομ­πί­νο πε­ρι­γρά­φει μὲ λυ­ρι­κὸ νε­ο­ρε­α­λι­σμὸ τὶς ἀ­γω­νί­ες τῶν ναυ­τι­κῶν της γε­νέ­θλιας πό­λης του κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἀ­δυ­να­μί­ας μπρο­στὰ στὴ δύ­να­μη τῆς φύ­σης. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα ὁ Τομ­πί­νο θὰ κερ­δί­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὸ βρα­βεῖ­ο Βι­α­ρέ­τζο, τὸ βρα­βεῖ­ο Καμ­πι­έλ­λο καὶ μί­α μέ­ρα πρὶν τὸ θά­να­τό του θὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο στὸ Ἀγ­κρι­τζέν­το. Ὁ τά­φος του βρί­σκε­ται στὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­νῶ ἡ ἀ­να­θη­μα­τι­κὴ πλά­κα ποὺ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ Δῆ­μος τῆς Λού­κα κλεί­νει μὲ τὸ ὅ­ρα­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὅ­πως αὐ­τὸ ἐκ­φρά­ζε­ται στὸ ἔρ­γο τοῦ Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no): «Μέ­σα σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ψυ­χι­α­τρεί­ου με­λε­τῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς ἀ­γα­πῶ. Ἐ­δῶ πε­ρι­μέ­νω: δό­ξα καὶ θά­να­το. […] Καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου εἶ­ναι νὰ κά­νω κά­θε κόκ­κο αὐ­τῆς τῆς γῆς ἕ­να τό­πο ἤ­ρε­μης, τα­κτο­ποι­η­μέ­νης, παγ­κό­σμιας συ­νο­μι­λί­ας.» (ἀ­πὸ τὸ Franco Bellato, «La vita di Mario Tobino»,

http://www.fondazionemariotobino.it/content.php?p=4 )

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).

[1] il patino a salvare στὰ ἰταλικά. «Ἁπλὸ σκάφος ἀναψυχῆς ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο πλωτῆρες ποὺ συγκρατοῦνται μεταξύ τους μὲ ἐγκάρσιες ράβδους πάνω στὶς ὁποῖες στερεώνονται τὰ καθίσματα.»

Κατερίνα Μαυρογεώργη: Ἡ λεοπάρδαλη



Κατερίνα Μαυρογεώργη


Ἡ λεοπάρδαλη


ΤΑ ΧΕΡΙΑ τῆς Σο­φί­ας πλέ­κουν κο­τσί­δα τὰ μαλ­λιὰ τῆς Ἄν­νας. Ἡ Ἄν­να εἶ­ναι ἡ κό­ρη, ἡ μα­μὰ εἶ­ναι ἡ Σο­φί­α. Εἶ­ναι πρω­ΐ, ἡ Σο­φί­α ἑ­τοι­μά­ζει τὴν Ἄν­να γιὰ τὸ σχο­λεῖο.


«Κά­τσε λί­γο ἥ­συ­χη. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις λί­γο ἥ­συ­χη;», λέ­ει ἡ Σο­φί­α. Πλέ­κει πο­λὺ σφι­χτὴ τὴν κο­τσί­δα. Ἡ Ἄν­να πο­νά­ει καὶ ἀ­φή­νει σι­γα­νοὺς ἤ­χους δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας. Δὲν εἶ­ναι κα­λὴ μέ­ρα. Χτὲς τὸ βρά­δυ στὸ μέ­τρη­μα, πά­λι ἔ­λει­πε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια της.

       Ἕ­να μουγ­κρη­τὸ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο. Ἡ Σο­φί­α καὶ ἡ Ἄν­να στρέ­φουν πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Μιὰ βα­θιὰ ρυ­τί­δα θυ­μοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ μέ­τω­πο τῆς Σο­φί­ας, πα­ρα­τά­ει τὴν κο­τσί­δα στὴ μέ­ση καὶ βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο, τι­νά­ζον­τας μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα πί­σω της. Ἡ Ἄν­να μέ­νει στὴ θέ­ση της σὰν ἄ­γαλ­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ξα­ναρ­χί­ζουν τὰ μουγ­κρη­τὰ στὸν κῆ­πο.


 Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κο­τσί­δας πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ Ἄν­να με­γά­λω­σε, παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­κα­νε παι­διά. Κι ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκυ­ψε νὰ φι­λή­σει τὴν μι­κρή της κό­ρη της γιὰ κα­λη­νύ­χτα, ξαφ­νι­κὰ τῆς ψι­θύ­ρι­σε:

       — Ἄν σοῦ ἔ­λε­γα ὅ­τι πα­λιὰ ζοῦ­σε μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη στὸν κῆ­πο μας; Στὸ σπί­τι ποὺ με­γά­λω­σα;…

       Τὸ κο­ρι­τσά­κι, ἕν­τε­κα χρο­νῶν, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­μέ­σως μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη:

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       Κι ἔ­τσι ἡ Ἄν­να ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ὁ μπαμ­πάς της εἶ­χε πε­θά­νει ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ὀ­χτὼ χρο­νῶν. Πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἔμ­φραγ­μα στὴν δου­λειά του, ἦ­ταν φύ­λα­κας στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὸν θά­να­τό του, τρύ­πω­σε στὸν κῆ­πο τους μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       Ἡ Σο­φί­α συ­νέ­χι­ζε:

       — Ἄν σου ἔ­λε­γα, ὅ­τι τὰ πάν­τα ἑ­ξαρ­τῶν­ταν ἀ­πὸ τὶς δι­α­θέ­σεις της;…

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       — Εἶ­ναι τε­λεί­ως τυ­χαῖ­ο τὸ ὅ­τι ζῶ. Ἔ­τυ­χε νὰ μὴν εἶ­μαι μπρο­στὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε.

       — Πῶς μπῆ­κε στὸν κῆ­πο;

       — Μπῆ­κε μι­κρή, τὴν πε­ρά­σα­με γιὰ γά­τα μᾶλ­λον. Κρυ­βό­ταν. Ὅ­ταν ἔ­φα­γε κά­τι που­λιὰ τὴν εἶ­δα ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρά. Εἶ­χε ἤ­δη με­γα­λώ­σει πο­λύ.

       — Τὴν φο­βό­σουν;

       — Τὴν ἔ­τρε­μα. Πή­γαι­να κον­τά της ὅ­ταν κοι­μό­ταν μό­νο.

       — Καί;

       — Τὴν κοι­τοῦ­σα.

       — Καί;

       — Δὲν ἔ­χω ξα­να­δεῖ πιὸ ὄ­μορ­φο πλά­σμα. Ἡ γού­να της λαμ­πύ­ρι­ζε. Κά­θε τρί­χα της ἔ­μοια­ζε μὲ λε­πτε­πί­λε­πτη βε­λό­να.

       — Μπο­ρεῖ νὰ σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε.

       — Τρε­φό­ταν μὲ μᾶς. Ὅ­ποι­ον ἔ­βρι­σκε πρό­χει­ρο.

       — Ἐ­σὺ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες;

       — Τὴν λά­τρευ­α.

       — Τὴν ἄγ­γι­ξες πο­τέ;

       — Θὰ μὲ ἔ­τρω­γε. Ἔ­φα­γε πολ­λοὺς ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια μου.

       — Ἀ­λή­θεια;

       — Ἀ­λή­θεια. Τὸ βρά­δυ πρὶν κοι­μη­θοῦ­με ἡ μη­τέ­ρα μου μᾶς ἔ­στη­νε στὴν σει­ρὰ καὶ μᾶς με­τροῦ­σε. Φο­ρού­σα­με τὰ νυ­χτι­κά μας καὶ μοι­ά­ζα­με ἤ­δη μὲ φαν­τά­σμα­τα. Πολ­λὲς φο­ρές, ἔ­λει­πε κά­ποι­ος. Γυρ­νού­σα­με στὰ κρε­βά­τια μας τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ ἐ­γώ…

       — Πῶς τὴν γλί­τω­σες; Πῶς σώ­θη­κες; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρι­τσά­κι.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­χνὰ καὶ ἀ­πάν­τη­σε σχε­δὸν κε­φά­τα:

       — Τυ­χαῖα! Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να ὅ­πως τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ἁ­πλὰ ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε! Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά…

       — Τὴν εἶ­χες βα­φτί­σει;

       — Δὲν θὰ σοῦ πῶ.

       — Πῶς τὴν ἔ­λε­γαν; Πές μου…

       — Ντρέ­πο­μαι νὰ σοῦ πῶ.

       — Ἔ­λα μα­μά… πές μου.

       — Χίθ­κλιφ τὴν ἔ­βγα­λα. Εἶ­χα ἀ­κού­σει κά­που το ὄ­νο­μα καὶ μοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν εἶ­ναι ἀ­γο­ρί­στι­κο ἢ κο­ρι­τσί­στι­κο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να…

       Ἡ Ἄν­να σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα στὸ τα­βά­νι κι ἐ­πα­νέ­λα­βε χα­μο­γε­λών­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να:

       — …Ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε. Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά… Φρόν­τι­ζα νὰ λεί­πω συ­νέ­χεια.

       — Τί ἀ­πέ­γι­νε;

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ναί.

       — Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα.

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ἡ μη­τέ­ρα μου ἡ Σο­φί­α. Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ τῆς ἐ­πι­τέ­θη­κε ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       — Πές..

       — Μιὰ μέ­ρα, ἐ­γὼ ἔ­λει­πα πά­λι. Μοῦ εἶ­παν τὰ ἀ­δέρ­φια μου ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­ώ­ξει τὴν λε­ο­πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μας. Εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ με­τρά­ει κά­θε βρά­δυ τὰ παι­διά της. Πῆ­γε λοι­πὸν στὴν κρυ­ψώ­να τῆς λε­ο­πάρ­δα­λης, κά­θι­σε καὶ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ βγεῖ.

       — Καὶ ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Τὸ κα­τά­λα­βε. Ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν κρυ­ψώ­να της τὸ ἔ­νι­ω­σε. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ χρό­νος της τε­λεί­ω­νε καὶ ὅ­τι τὴν ἔ­δι­ω­χναν. Θύ­μω­σε. Καὶ ὅρ­μη­ξε στὴν μη­τέ­ρα μου.

       — Καί;…

       — Ἡ μπλὲ βε­λού­δι­νη ρόμ­πα τῆς μη­τέ­ρας μου σώ­θη­κε. Τὴν βρή­κα­με στὰ χώ­μα­τα, γε­μά­τη ξε­ρα­μέ­να αἵ­μα­τα. Εἶ­χε πολ­λὰ σκι­σί­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε ἀ­πὸ μιὰ πο­λὺ κα­λὴ μο­δί­στρα.

       — Ἡ μη­τέ­ρα σου; Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Αὐ­τὲς πά­λε­ψαν μέ­χρι θα­νά­του. Πά­λευ­αν γιὰ μέ­ρες, τὶς ἀ­κού­γα­με. Μουγ­κρη­τὰ καὶ βογ­κη­τά. Ἐ­μεῖς πη­γαί­να­με κα­νο­νι­κὰ σχο­λεῖ­ο, ἀγ­γλι­κά, φρον­τι­στή­ριο, κι αὐ­τὲς ἐ­κεῖ μέ­σα στὶς φυλ­λω­σι­ές, πά­λευ­αν ποι­ά θὰ νι­κή­σει.

       — Καὶ τε­λι­κά, ποι­ά νί­κη­σε;

       — Δύ­σκο­λο νὰ πῶ. Ἡ μη­τέ­ρα μου πά­λευ­ε γιὰ ἐ­μᾶς. Γιὰ νὰ πά­ψει τὸ μέ­τρη­μα τὰ βρά­δια. Γιὰ νὰ μὴν φο­βό­μα­στε. Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη πά­λε­ψε γεν­ναῖα. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη τὰ δι­κά της ἰ­δα­νι­κά. Πι­στεύ­ω πὼς καὶ οἱ δυ­ό τους ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λὺ τὸν πα­τέ­ρα μου. Πι­στεύ­ω πὼς τοὺς ἔ­λει­πε.

       Ἡ Ἄν­να κοί­τα­ξε τὴν κό­ρη της, ἄ­θε­λά της τὴν εἶ­χε ξυ­πνή­σει. Τὸ κο­ρί­τσι τὴν κοί­τα­ζε μὲ μά­τια δι­ά­πλα­τα, κι εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἄν­να συ­νέ­χι­σε.

       — Ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πρω­ΐ, ἀ­κού­στη­κε ἡ­συ­χί­α στὸν κῆ­πο. Κα­τα­λά­βα­με ὅ­τι ἡ μά­χη ἔ­λη­ξε, ξε­χυ­θή­κα­με στὸν κῆ­πο ὅ­σα παι­διὰ εἴ­χα­με ἀ­πο­μεί­νει νὰ δοῦ­με ἂν νί­κη­σε ἡ μη­τέ­ρα μας. Ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ οἱ δυ­ό τους. Μό­νο τὴν μπλὲ ρόμ­πα εἴ­δα­με στὰ χώ­μα­τα.

       — Μή­πως ἦ­ταν ἰ­σο­πα­λί­α; Μή­πως καὶ οἱ δύ­ο ἔ­πε­σαν στὴν μά­χη;

       — Ὄ­χι ὄ­χι, εἶ­ναι σί­γου­ρο ὅ­τι μό­νο μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­πι­κρά­τη­σε.

       — Ποι­ά νί­κη­σε λοι­πόν;

       — Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ πῶ.

       Κα­νεὶς δὲν πλη­σιά­ζει πιὰ στὸ ση­μεῖ­ο τῆς μά­χης νὰ δεῖ τί ἀ­πέ­μει­νε ἀ­πὸ τὶς δυ­ό τους. Τὸ πα­λιό μας σπί­τι ἐ­ρή­μω­σε.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ἀ­χνά. Χά­ι­δε­ψε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης της.

       — Ξέ­ρεις.. Ἐ­μεῖς τώ­ρα, γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κό, ἂς συ­νε­χί­σου­με νὰ με­τρι­ό­μα­στε τὰ βρά­δια.



Ἡ Κα­τε­ρί­να Μαυ­ρο­γε­ώρ­γη γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ «Ἀρχή» τῆς Νέλ­λης Καρ­ρᾶ καὶ τὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας Μέ­σων & Πο­λι­τι­σμοῦ. Ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὴν ὁ­μά­δα Pa­tari Pro­ject στὶς πα­ρα­στά­σεις Πιά­νω Πα­πού­τσι Πά­νω στὸ Πιά­νο καὶ Χι­ο­νά­νοι, σὲ σκη­νο­θε­σί­α Σο­φί­ας Πά­σχου, μὲ τοὺς Blitz Theater Group στὶς πα­ρα­στά­σεις Τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς Παγ­κό­σμιας Μο­να­ξιᾶς στὸ φε­στι­βὰλ Ἀ­θη­νῶν κ.ἄ. Γράφει θεατρικὰ ἔργα, σενάρια καὶ σκηνοθετεῖ.