Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Κα­λὲς ἐ­πο­χές


Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Κα­λὲς ἐ­πο­χές

(Good times)


ΠΟΛΕΜΟΣ δι­ήρ­κε­σε ὀ­χτὼ ἡ­μέ­ρες· νί­κη­σαν. Ἡ μό­νη ἀ­πώ­λεια ἦ­ταν ὁ σκύ­λος του. Πράγ­μα γε­λοῖ­ο. Σὲ μιὰν ἐ­φη­με­ρί­δα δη­μο­σι­εύ­τη­κε μιὰ γε­λοι­ο­γρα­φί­α. Μιὰ ἄλ­λη τὸν κά­λε­σε ζη­τών­τας του νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρή­σει συ­νέν­τευ­ξη. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν ἀ­στει­εύ­ον­ταν. Ἐ­κεῖ­νοι εἶ­παν: «Ὄ­χι» – ἀρ­κε­τοὶ ἄν­θρω­ποι τοῦ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν, θέ­λον­τας νὰ μά­θουν πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ τὸν σκύ­λο του ἢ γιὰ τὸ πῶς ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸν πό­νο του. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν θὰ τὸν πλή­ρω­ναν. Τοῦ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ σκε­φτοῦν πρῶ­τα. Αὐ­τὴ ἦ­ταν κι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε νέ­α τους.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


			

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew): Ὁ ἀλιγάτορας



Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew)


­λι­γά­το­ρας

(Alligator)


Ο ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ βλέ­πω μό­λις ἀ­νε­βά­ζω τὸ στό­ρι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου εἶ­ναι τὸ δα­κτυ­λι­κὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς γυ­ναί­κας μου πά­νω στὸ τζά­μι. Τὸ πρῶ­το, ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴν πι­σί­να.

       Ἀ­νά­βω τσι­γά­ρο καὶ πιά­νω τὸ κι­νη­τό, Google «δι­α­φο­ρὰ κρο­κό­δει­λος ἀ­λι­γά­το­ρας». Εἶ­χα πά­ψει νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ γραμ­μα­τι­κὴ στὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις μου ἐ­δῶ καὶ χρό­νια. Ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο, κι ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω τὸ ἴ­διο καὶ στὴν προ­φο­ρι­κή μου ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Αὐ­τὸ λί­γο πρὶν μὲ πα­ρα­τή­σει ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­λε­γα ἂς ποῦ­με «δῶ­σε ἁ­λά­τι» ἢ «κλει­διὰ ποῦ». Τὸ μι­σοῦ­σε αὐ­τό, τῆς ἔ­λε­γα λοι­πὸν «χρό­νος χρῆ­μα». Ὄ­χι, ἔ­λε­γε, δου­λειὰ χρῆ­μα.

       Τε­λι­κὰ χά­θη­καν οἱ λέ­ξεις ἀ­νά­με­σά μας. Μιὰ μέ­ρα χά­θη­κε καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ λέ­ξη ἀν­τί­ο.

       Νὰ πῶς μπο­ρεῖς νὰ ξε­χω­ρί­σεις ἕ­να ἀ­λι­γά­το­ρα:

       1) Τὸ ρύγ­χος του εἶ­ναι πλα­τὺ καὶ στρογ­γυ­λε­μέ­νο.

       2) Εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ κρύ­βει τὰ δόν­τια του.

       3) Εἶ­ναι γρή­γο­ρος. Πο­λὺ πιὸ γρή­γο­ρος ἀ­πὸ ἕ­ναν κρο­κό­δει­λο.


Ἡ γυ­ναί­κα μου εἶ­χε νη­κτι­κὴ μεμ­βρά­νη στὰ πό­δια της. Συ­νή­θι­ζα νὰ τὶς φι­λά­ω τὰ δά­χτυ­λα καὶ νὰ παί­ζω μὲ αὐ­τὰ τὸ «πά­ει ὁ λα­γὸς νὰ πι­εῖ νε­ρό». Τῆς ἔ­λε­γα πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ λό­γος ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε τό­σο γρή­γο­ρα. Τό­τε μὲ κοί­τα­ζε μὲ κεῖ­νο τὸ ὕ­φος σὰν νὰ μοῦ ἔ­λε­γε: πα­ρό­λα αὐ­τὰ δυ­ὸ ὧ­ρες προ­πό­νη­ση τὴν ἡ­μέ­ρα δὲν βλά­πτουν.

       Ἀ­νοί­γω τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου καὶ κοι­τά­ζω ἔ­ξω.

       Πῶς θὰ χει­ρί­ζον­ταν τὴν κα­τά­στα­ση συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι; Ἕ­να φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ ζευ­γά­ρι; Τί θὰ ἔ­κα­ναν ἂν ἔ­βρι­σκαν ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴ πι­σί­να; Πι­θα­νὸν νὰ ἔ­πι­α­νε πα­νι­κὸς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ζευ­γά­ρι. Ἀ­γά­πη, θὰ ἔ­λε­γε ὁ ἄν­δρας. Ἔ­λα νὰ δεῖς κά­τι. Ἔ­πει­τα θὰ κοι­τα­ζόν­του­σαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. Ἡ γυ­ναί­κα θὰ ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιο τοῦ παι­διοῦ τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἄν­δρας θὰ κα­λοῦ­σε τὸ 112. Θὰ εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς ἀρ­χές. Ἕ­να ἄρ­θρο στὴν το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα. Πι­θα­νὸν θὰ ὀρ­γά­νω­ναν μιὰ ἔ­κτα­κτη συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς γεί­το­νες.

       Ἐ­γώ; Κα­τε­βαί­νω κά­τω στὴν κου­ζί­να καὶ παίρ­νω ἕ­να μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ μα­χαι­ρο­θή­κη. Μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο στὰ χέ­ρια τσε­κά­ρω τὰ μη­νύ­μα­τά μου (κα­νέ­να) καὶ ἐ­νερ­γο­ποι­ῶ τὸ βίν­τε­ο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ κυ­κλο­φο­ρή­σω στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Ἄν­δρας πα­λεύ­ει μὲ ἀ­λι­γά­το­ρα, μὲ ἕ­να μα­χαί­ρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στῶν. Θὰ γί­νω ἀ­στέ­ρι στὸ YouTube. Ἕ­να φαι­νό­με­νο τοῦ Twitter. Ὁ κό­σμος θὰ περ­νά­ει δί­πλα μου στὸ δρό­μο καὶ θὰ λέ­ει: εἶ­ναι ὁ Κρο­κο­δει­λά­κιας! Ὄχι ἕ­να μα­χαί­ρι, ἕνα μα­χαί­ρι!

       Πα­τά­ω «ἐγ­γρα­φή» καὶ πλη­σιά­ζω στὴν πι­σί­να. Στέ­κο­μαι στὴν ἄ­κρη της καὶ κοι­τά­ζω προ­σε­χτι­κά. Ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Δὲν κι­νεῖ­ται. Πε­ρι­μέ­νω νὰ δῶ τὰ μά­τια του νὰ λάμ­πουν κε­χριμ­πα­ρέ­νια ἢ πρά­σι­να, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ φω­τι­στι­κὰ ἀ­σφα­λεί­ας πέ­φτει πά­νω τους, τὰ μά­τια καῖ­νε μὲ ἕ­να βα­θυ­κόκ­κι­νο χρῶ­μα, σὰν αἷ­μα.

       Εἶ­χα ἀ­δειά­σει τὴν πι­σί­να τὴν ἴ­δια μέ­ρα ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ με­γά­λη τρύ­πα στὸ χῶ­μα.

       Κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τῆς πι­σί­νας καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὸ τη­λέ­φω­νο σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ φίλ­τρα νε­ροῦ . Τρα­βά­ω τὸ μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη μου, πλη­σιά­ζω τὸν ἀ­λι­γά­το­ρα μὲ πλά­για βή­μα­τα, σὰν τὸν κά­βου­ρα.

       Ἡ πι­σί­να ἔ­χει τέ­τοι­α κλί­ση ποὺ τὸ ἕ­να της ἄ­κρο εἶ­ναι πέν­τε πό­δια βα­θὺ καὶ τὸ ἄλ­λο ὀ­κτώ. Κα­θὼς κι­νοῦ­μαι δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα τὸ στο­μά­χι του τεν­τώ­νε­ται πρὸς τὰ πά­νω καὶ κά­τι κυ­λά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να μι­κρὸ ἄ­σπρο αὐ­γό. Τέ­λεια. Ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­που πε­νήν­τα ἀ­πὸ δαῦ­τα σω­ρευ­μέ­να σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς πι­σί­νας.

       Γο­να­τί­ζω δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὴν πα­λά­μη μου πά­νω στὴ λευ­κὴ κοι­λιά του. Τὸ δέρ­μα εἶ­ναι μα­λα­κὸ καὶ κρα­τών­τας τὸ χέ­ρι μου ἐ­κεῖ με­τρῶ τὸν ἀρ­γὸ παλ­μὸ τῆς καρ­διᾶς του. Κα­θὼς οἱ μῦς του τεν­τώ­νον­ται ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας μι­σο­κλεί­νει τὰ μά­τια κι ἕ­να δά­κρυ κά­νει ζὶγκ-ζὰγκ στὰ μά­γου­λά του.

       Καὶ τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ κλαί­ω. Μὲ λυγ­μούς. Πα­ρὰ τὴν θέ­λη­σή μου. Ἀ­δύ­να­τον νὰ στα­μα­τή­σω. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἀ­γα­ποῦ­σε σὲ μέ­να. Τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α μου. Ὅ­μως ἔ­λε­γε κι ἄλ­λα πολ­λὰ πρὶν φύ­γει.

       Ἔ­κλαι­γα στὶς ρο­μαν­τι­κὲς ται­νί­ες. Στοὺς γά­μους. Ὅ­ταν ἔ­παι­ζε στὸ ρα­δι­ό­φω­νο τὸ The Winner Takes It All, ἢ τὴν δι­α­φή­μι­ση τῆς μπύ­ρας Budweiser Super Bowl – αὐ­τὴ μὲ συγ­κι­νοῦ­σε κά­θε φο­ρά. Ἐ­κεί­νη μὲ τὸν ἄν­δρα καὶ τὸ ἄ­λο­γό του. Ἡ συν­τρο­φι­κό­τη­τα.

       Γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νὴς ἔ­χω νὰ κλά­ψω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου, δὲν ἔ­κλα­ψα οὔ­τε ὅ­ταν εἶ­δα τὸ Κρά­μερ ἐ­ναν­τί­ον Κρά­μερ – αὐ­τὸ κι ἂν ἦ­ταν γιὰ κλά­μα.

       Ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα κοι­τά­ζω τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό. Ἔ­χω ἁ­πλω­μέ­νο τὸ ἕ­να μου χέ­ρι καὶ σκέ­φτο­μαι ἐ­κεί­νη. Πῶς βου­τοῦ­σε στὴν πι­σί­να, τὴν σκιὰ της κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­ση­μέ­νια ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, νὰ κο­λυμ­πά­ει μιά, δυ­ό, τρεῖς ἁ­πλω­τές.

       Πῶς κα­θό­μουν μπρὸς ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου μας μὲ ἕ­να πα­κέ­το Μάρ­λμπο­ρο πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν κα­πνὸ νὰ δι­α­λύ­ε­ται στὸ ψυ­χρό, γκρί­ζο δει­λι­νό.

       Πῶς πε­ρί­με­να τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ μὲ τὰ χέ­ρια σὲ ἔ­κτα­ση, τὸ κε­φά­λι ριγ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω κι ἀ­νοι­χτὸ στό­μα, σὰν νὰ κα­τά­πι­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ γα­μη­μέ­νο κό­σμο.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly (12.11.2018):

http://www.smokelong.com/alligator/

Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M Drew) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως τὰ Third Point Press, Literary Orphans καὶ New Flash Fiction Review. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ δεύ­τε­ρο βρα­βεῖ­ο στοὺς δι­α­γω­νι­σμούς: Bath Flash Fiction καὶ Reflex Fiction καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Best Small Fictions τὸ 2017 καὶ τὸ 2018. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς στὸ FlashBack Fiction. Μπο­ρεῖς νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μὲ τὸν Chris στὸ Twitter @cmdrew81.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Σαρακηνός τις Ἕλλην



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Σαρακηνός τις Ἕλλην


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ Σα­ρα­κη­νός τις Ἕλ­λην εἰς τὸ Κλῖ­σμα τοῖς πο­λι­τευ­ο­μέ­νοις καὶ ἡ­μῖν λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­πῆλ­θον ἐ­πὶ τὸ ὄ­ρος τοῦ ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου, ἵ­να θη­ρεύ­σω. Ὡς οὖν ὑ­πή­γα­γον, θε­ω­ρῶ εἰς ὄ­ρος μο­να­χὸν κα­θή­με­νον, κρα­τοῦν­τα βι­βλί­ον καὶ ἀ­να­γι­νώ­σκον­τα. Ἀ­νῆλ­θον οὖν πρὸς αὐ­τόν, σί­ναι αὐ­τόν, τά­χα δὲ καὶ φο­νεῦ­σαι. Ὡς ἦλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ, ἐ­ξέ­τει­νε τὴν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ τὴν δε­ξιὰν πρός με, εἰ­πών.

       «Στῆ­θι.»

       Ἐ­ποί­η­σα δύ­ο νυ­χθή­με­ρα, μὴ δυ­νη­θεὶς ὅ­που κι­νη­θῆ­ναι ἀ­πὸ τοῦ τό­που. Τό­τε λέ­γω αὐ­τῷ.

       «Τὸν Θε­όν, ὃν σέ­βεις, ἀ­πό­λυ­σόν με.»

       Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Πο­ρεύ­ου εἰς εἰ­ρή­νην.»

       Καὶ οὕ­τως ἠ­δυ­νή­θην ἀ­να­χω­ρῆ­σαι ἀ­πὸ τοῦ τό­που, οὗ ἦν.


Κά­ποι­ος Σα­ρα­κη­νὸς εἰ­δω­λο­λά­τρης

Κά­ποι­ος Σα­ρα­κη­νὸς εἰ­δω­λο­λά­τρης στὸ Κλί­σμα δι­η­γή­θη­κε σὲ κο­σμι­κοὺς καὶ σὲ μᾶς καὶ μᾶς εἶ­πε:

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ βου­νὸ τοῦ ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου γιὰ νὰ κυ­νη­γή­σω. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σα ἐ­κεῖ, βλέ­πω πά­νω στὸ βου­νὸ νὰ κά­θε­ται ἕ­νας μο­να­χός, νὰ κρα­τᾶ ἕ­να βι­βλί­ο καὶ νὰ δι­α­βά­ζει. Πλη­σί­α­σα λοι­πὸν πρὸς αὐ­τὸν γιὰ νὰ τὸν πει­ρά­ξω, ἴ­σως καὶ νὰ τὸν σκο­τώ­σω. Μό­λις τὸν πλη­σί­α­σα, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του τὸ δε­ξὶ πρὸς ἐ­μέ­να καὶ μοῦ εἶ­πε:

       «Στά­σου.»

       Ἔ­με­να δύ­ο ἡ­με­ρό­νυ­χτα μὴ μπο­ρών­τας νὰ κου­νη­θῶ ἀ­πὸ τὸν τό­πο. Τό­τε τοῦ λέ­γω:

       «Στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ποὺ σέ­βε­σαι, ἄ­φη­σέ με νὰ φύ­γω.»

       Καὶ αὐ­τὸς μοῦ λέ­ει:

       «Πή­γαι­νε ἐν εἰ­ρή­νῃ.»

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸν τό­πο ποὺ ἤ­μουν.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 262-263.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Οἱ πέντε φυγόκεντρες παρθένες



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Οἱ πέντε φυγόκεντρες παρθένες


ΑΡΕΒΑΛΟΜΕΝ* εἰς τὴν μο­νὴν τῶν Εὐ­νού­χων εἰς τὸν ἅ­γιον Ἰ­ορ­δά­νην, ἐ­γώ τε καὶ ἀ­δελ­φὸς Σω­φρό­νιος καὶ δι­η­γή­σα­το ἡ­μῖν ὁ ἀβ­βᾶς Νι­κό­λα­ος, ὁ πρε­σβύ­τε­ρος τοῦ αὐ­τοῦ μο­να­στη­ρί­ου, λέ­γων, ὅ­τι.

       «Ἐν τῇ χώ­ρᾳ μου (ἦν δὲ Λύ­κιος) μο­να­στή­ριόν ἐ­στι παρ­θέ­νων ὡς ὀ­νο­μά­των τεσ­σα­ρά­κον­τα*. Ἐν τού­τῳ οὖν τῷ μο­να­στη­ρί­ῳ ἐ­βου­λεύ­σαν­το πέν­τε παρ­θέ­νοι φυ­γεῖν νυ­κτὸς ἐκ τοῦ μο­να­στη­ρί­ου καὶ λα­βεῖν ἑ­αυ­ταῖς ἄν­δρας. Ἐν μιᾷ οὖν νυ­κτί, πα­σῶν τῶν μο­να­στρι­ῶν κα­θευ­δου­σῶν, βου­λο­μέ­νων αὐ­τῶν λα­βεῖν τὰ ἱ­μά­τια αὑ­τῶν καὶ φυ­γεῖν, πα­ρα­χρῆ­μα αἱ πέν­τε ἐ­δαι­μο­νί­σθη­σαν. Τού­του γε­νο­μέ­νου οὐκ ἔ­τι ἐ­ξῆλ­θον ἐκ τοῦ μο­να­στη­ρί­ου, ἀλ­λ’ ηὐ­χα­ρί­στουν τῷ Θε­ῷ καὶ ἐ­ξω­μο­λο­γοῦν­το τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὑ­τῶν, λέ­γου­σαι.

       “Εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν τῷ με­γα­λο­δώ­ρῳ Θε­ῷ τῷ ἐ­πά­γον­τι ἡ­μῖν τὴν παι­δεί­αν ταύ­την*, ἵ­να μὴ αἱ ψυ­χαὶ ἡ­μῶν ἀ­πό­λων­ται.”»


πα­ρε­βά­λο­μεν: φτά­σα­με.
ὀ­νο­μά­των τεσ­σα­ρά­κον­τα: σα­ράν­τα προ­σώ­πων.
τῷ ἐ­πά­γον­τι ἡ­μῖν τὴν παι­δεί­αν ταύ­την: ποὺ μᾶς ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν τι­μω­ρί­αν.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 266-267.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лин­о́р Го­ра́­лик): Βα­θυκκόκινο



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Βα­θυ­κόκ­κι­νο

(Oxblood)

 

ΕΓΡΑΨΕ ὅ­τι τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο μά­θη­μα ποὺ πῆ­ρε τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συ­νέ­βη δέ­κα πε­ρί­που μέ­ρες πρὶν τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν. Βο­η­θοῦ­σε τὴ για­γιά του, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε ἕ­να σάν­του­ιτς μὲ γα­λο­πού­λα, καὶ κό­πη­κε στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς του πα­λά­μης μὲ τὴν κο­φτε­ρὴ λε­πί­δα τοῦ μα­χαι­ριοῦ. Μά­τω­σε λί­γο. Ἡ για­γιὰ ἔ­σπευ­σε στὸ δω­μά­τιό της καὶ ἀ­πὸ τὴ στε­νά­χω­ρη, γλυ­κιὰ ὀ­σμὴ ποὺ ἔ­φτα­σε στὰ ρου­θού­νια του κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὸ ντου­λα­πά­κι μὲ τὰ φάρ­μα­κα. Μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κή, ἀ­πί­θα­να ὄ­μορ­φη βα­θυ­κόκ­κι­νη οὐ­λὴ ἔ­χαι­νε ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρό του δα­χτυ­λά­κι. Ἡ για­γιὰ το­πο­θέ­τη­σε τὸ πο­ρῶ­δες ἑ­νὸς τσι­ρό­του πά­νω στὴν οὐ­λή, καὶ αὐ­τὸ ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­πορ­ρό­φη­σε τὸ αἷ­μα μὲ τὸ μα­λα­κὸ βε­λού­δι­νο ὑ­λι­κό του. Κόλ­λη­σε τὰ ἐ­πι­θέ­μα­τα καί στὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς πα­λά­μης του καὶ τοῦ ‘πε νὰ σφί­ξει δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς τὴ γρο­θιά του, ὥ­στε νὰ ἁ­πλω­θεῖ κα­λὰ ἡ κόλ­λα τους. Κι αὐ­τὸς τὸ ἔ­κα­νε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω, μ’ ἕ­να σάν­του­ιτς γα­λο­πού­λας στὸ τραυ­μα­τι­σμέ­νο χέ­ρι του καὶ μ’ ἕ­να κι­νη­τὸ στὸ ἄλ­λο, τὸ κα­λό του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φω­το­γρα­φί­σει τὴν πλη­γὴ καὶ νὰ τὴ στεί­λει στὴν Τζά­νε­ϊ. Τὸ σάν­του­ιτς δυ­σκό­λε­ψε τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ ρί­ξει κά­τω τὸ τσι­ρό­το του. Ἕ­νας ἁ­πα­λὸς ἦ­χος ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς αὐ­τὸ ἔ­πε­φτε στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια τῶν νε­κρῶν φθι­νο­πω­ρι­νῶν φύλ­λων. Ὅ­ταν τὸ ἀ­νέ­βα­σμα τῆς φω­το­γρα­φί­ας ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, κοί­τα­ξε κά­τω καὶ ἀν­τί­κρι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα μυρ­μήγ­κια ποὺ δρα­σκε­λοῦ­σαν, τρα­βοῦ­σαν, μύ­ρι­ζαν καὶ ἔ­τρω­γαν τὸ κα­φὲ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ βαμ­βα­κε­ροῦ πο­ρώ­δους ὑ­λι­κοῦ στὸ κέν­τρο τοῦ ἐ­πι­θέ­μα­τος. «Δυ­ὸ λε­πτά», ἔ­γρα­φε στὴν ἔκ­θε­σή του, «πι­στέψ­τε τὸ ἢ ὄ­χι, δά­σκα­λε· δυ­ὸ λε­πτὰ μο­νά­χα τοὺς παίρ­νει ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα».



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.

 

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Ὁ σκύ­λος



Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Ὁ σκύ­λος


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, ὁ ὁ­ρι­στι­κός, ἄ­φη­σε αἴ­σθη­ση ἐκ­κρε­μό­τη­τας.

       «Κά­τι δὲν ἔ­χει γί­νει σω­στά», εἶ­πε ἡ Β. ὅ­ταν πή­γαι­ναν νὰ τὸν θά­ψουν στὸ βου­νό. Κά­τι δὲν κολ­λοῦ­σε. Ὁ νε­κρὸς σκύ­λος —αὐ­τὸς ὁ σκύ­λος— ἦ­ταν κά­τι ἀ­φύ­σι­κο. Ἂν καὶ ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­κό. Ἦ­ταν δε­κα­πέν­τε χρο­νῶν—σύμ­φω­να μὲ τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμοὺς τῶν εἰ­δι­κῶν γύ­ρω στὰ ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πι­να— καὶ ἄρ­ρω­στος. Τό­τε για­τί;

       «Δὲν θὰ ἔρ­θει κι ὁ για­τρὸς νὰ μᾶς τὸ πεῖ;»

       Ὁ για­τρὸς δὲν ἦ­ταν στὴν πό­λη, τὸ ἔ­μα­θε ἀ­πὸ τὸ τη­λέ­φω­νο.

       «Τί ἄλ­λο νὰ μᾶς πεῖ; Θέ­λεις κι ἄλ­λη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση; Δὲν ἀ­να­πνέ­ει.»

       Πί­στευ­ε ὅ­τι ἤ­θε­λε.

       Πί­σω στὸ σπί­τι ἔ­κα­νε ἕ­ναν γύ­ρο στὸ κα­θι­στι­κό· τὰ ἔ­πι­πλα τρα­βηγ­μέ­να στὴν ἄ­κρη γιὰ νὰ ἔ­χει χῶ­ρο ὁ σκύ­λος. Θυ­μή­θη­κε ὅ­τι πρὶν φύ­γει, γυρ­νοῦ­σε γιὰ μέ­ρες καὶ ξερ­νοῦ­σε τὸ μέ­σα του. Με­τὰ κα­τά­πι­νε λαί­μαρ­γα νε­ρό. Στὸ τέ­λος μό­νο νε­ρὸ κι οὔ­τε αὐ­τὸ στε­κό­ταν.

       Τώ­ρα ἔ­χουν μεί­νει κά­τι στρογ­γυ­λὰ ση­μά­δια στὸ πά­τω­μα, δυ­ὸ τρί­α σὲ κά­θε γω­νιά, ἀ­π’ τὰ ὑ­γρὰ ποὺ ἔ­κα­ψαν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ ἔ­κα­ναν πιὸ ἄ­σπρο. Κά­θε πρω­ί, μπαί­νει τὸ φῶς κά­τω ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες, πα­ράλ­λη­λα στὸ πά­τω­μα, καὶ γυ­α­λί­ζουν τὰ ξα­σπρι­σμέ­να ση­μά­δια.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.