Χριστίνα Μπότσου: Μὴν καπνίζεις στὸ κρεββάτι


Χρι­στί­να Μπό­τσου


Μὴν κα­πνί­ζεις στὸ κρεβ­βά­τι


ΑΝΤΑ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΑΝ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ φο­ροῦν δυ­να­τὰ ἀ­ρώ­μα­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη μα­ται­ο­δο­ξί­α, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λουν νὰ κα­λύ­ψουν κά­ποι­α βα­ριὰ πα­ρα­φω­νί­α τῆς φύ­σης τους. Σὰν τὸ ἄ­ρω­μα αὐ­τὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει μὲ κά­ποι­ο τρό­πο τὴν ὕ­παρ­ξη τους σ’ ­ἕ­να κομ­μά­τι ποὺ μέ­νει γιὰ κεί­νους ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το, λει­ψό. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κι ἐ­κεῖ­νοι τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή τους μυ­ρω­διά, ὅ­μως τὴν ἀ­πο­κτοῦν μὲ τρό­πο πιὸ τί­μιο, μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀγ­γί­ζουν, καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἡ μυ­ρω­διὰ αὐ­τὴ χα­ράσ­σε­ται κά­που πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὸ δέρ­μα. Ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μᾶ­μαι, εἶ­χε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή του μυ­ρω­διά, νὰ ἀ­ναγ­γέ­λει τὸν ἐρ­χο­μὸ του δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ φα­νεῖ, μιὰ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ταμ­πά­κο καὶ ἁ­γι­ό­κλη­μα, μὲ μι­κρὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες ἀ­πὸ κά­τι ποὺ θύ­μι­ζε μπα­χα­ρι­κό. Ἤ­μουν πε­ρή­φα­νη γιὰ αὐ­τή του τὴ μι­κρὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, δί­πλα στοὺς ἄλ­λους πα­τε­ρά­δες ποὺ μυ­ρί­ζαν φτη­νὸ ἀ­φτερ­σέ­ιβ καὶ ἀλ­κο­όλ. Ἡ μυ­ρω­διά του αὐ­τὴ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἀ­πεί­θαρ­χης ζω­ῆς κι ὅ­πως συμ­πε­ραί­νω με­γα­λώ­νον­τας πιά, μιᾶς γε­νι­κό­τε­ρης δυ­σθυ­μί­ας ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε­τι τὸ συμ­βα­τι­κό, μιᾶς ὁ­λι­κῆς ἄρ­νη­σης νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὸν κό­σμο τῶν με­γά­λων.

         Συ­νή­θι­ζε νὰ κα­πνί­ζει στὸ κρεβ­βά­τι, μιὰ βρώ­μι­κη συ­νή­θεια ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει στὸ στρα­τὸ καὶ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι σὰν παι­δὶ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ μά­να μου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ βγεῖ στὸ μπαλ­κό­νι, ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο δο­σμέ­νος σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ ἡ­δο­νὴ ποὺ σύν­το­μα ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τὴν προ­σπά­θεια νὰ τοῦ ἀλ­λά­ξου­με γνώ­μη. Ὅ­σο γιὰ τὸ ἁ­γι­ό­κλη­μα, τὸ πιὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ ἴ­σως συ­στα­τι­κό τῆς μυ­ρω­διᾶς του, ἦ­ταν ἕ­να ἄ­γριο ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ κά­που στὸ ὕ­ψος του, ποὺ φύ­τρω­νε στὸν κῆ­πο ἀ­π’ τὸ πα­τρι­κό του στὸ χω­ριό. Κά­θε κα­λο­καί­ρι, ἔ­κο­βε τὰ ξε­ρα­μέ­να κλα­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια του «γιὰ νὰ πε­τά­ξουν και­νού­ρι­ες φύ­τρες». Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου συμ­πλη­ρω­νό­ταν ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες τοῦ ἱ­δρώ­τα πά­νω στὴ μάλ­λι­νη μπλού­ζα, τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος ὂλντ σπά­ις καὶ τὶς φλοῦ­δες ἀ­πὸ μαν­τα­ρί­νι. Ἄ­ρω­μα δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ φο­ρέ­σει πο­τέ.

         Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια, ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να μου καὶ τὰ ἀ­δέρ­φια μου σκόρ­πι­σαν τὸ κα­θέ­να σ’ ἄλ­λη πό­λη, ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε δυ­ὸ ροῦ­χα καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό. Ἀ­πὸ τό­τε δὲ φά­νη­κε. Τὰ σκε­πά­σμα­τά του δὲ στα­μά­τη­σαν πο­τὲ νὰ μυ­ρί­ζουν ἁ­γι­ό­κλη­μα καὶ κα­πνό.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρι­στί­να Μπό­τσου. (Ἀ­θή­να, 1995). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λή.



		
Advertisements

Θεοδόσης Κοντάκης: Τὰ καραβάκια


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Τὰ κα­ρα­βά­κια


Ε ΘΥΜΑΜΑΙ ἂν τού­τη τὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν δι­ά­βα­σα κά­που. Καὶ πά­λι, νά ’­ναι ἄ­ρα­γε ἀ­λη­θι­νή, ἢ κά­ποι­α μυ­θι­κὴ ἀ­φή­γη­ση; Κομ­μά­τι ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἀρ­χαῖ­ο ἔ­πος μή­πως, κά­ποι­ο μυ­θι­στό­ρη­μα; Καὶ ποιό νη­σὶ ἄ­ρα­γε εἶ­ναι κεῖ­νο ποὺ πά­νω του —γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια γύ­ρω του— συ­νέ­βη­σαν τὰ θλι­βε­ρὰ αὐ­τὰ γε­γο­νό­τα; Πάν­τως, ὅ­σο κι ἂν ἔ­χω ψά­ξει, δὲν τὴν ἔ­χω βρεῖ σὲ κα­νέ­να βι­βλί­ο. Κι ἄν μου τὴ δι­η­γή­θη­κε κά­ποι­ος νη­σι­ώ­της; Ἢ πά­λι, τὴν εἶ­δα σὲ ὄ­νει­ρο – ἤ μοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψε κά­ποι­ος τὸ ὄ­νει­ρό του; Πάν­τως, πα­ρὰ τὴν ἀ­κα­θό­ρι­στη προ­έ­λευ­σή της, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τό, ξυ­πνᾶ μέ­σα μου συ­χνὰ καὶ ἐ­πί­μο­να, σὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς καὶ πα­ραλ­λα­γές. Καί, πράγ­μα­τι, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν ἡ ἀρ­χι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἦ­ταν αὐ­τή, ἢ ἂν τὴν ἔ­πλα­σα λί­γο-λί­γο τό­σο ποὺ νὰ εἶ­ναι πιά: ἡ δι­κή μου ἱ­στο­ρί­α.


Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν τὸ νη­σὶ ἦ­ταν φτω­χοὶ κι ἡ θά­λασ­σα πο­τέ της δὲν ἡ­σύ­χα­ζε, πα­ρὰ σπά­νια καὶ γιὰ λί­γο μο­νά­χα. Ὅ­λες οἱ δε­ή­σεις τοὺς εἶ­χαν φα­νεῖ μά­ται­ες: ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν κου­φή – ὅ­πως ἔ­λε­γαν, μα­νι­α­σμέ­νη καὶ θο­ρυ­βώ­δης κα­θὼς ἦ­ταν δὲν τοὺς ἄ­κου­γε, ἔ­στω κι ἂν μα­ζευ­όν­του­σαν κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ κραύ­γα­ζαν μπρο­στά της, ἄλ­λο­τε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κι ἄλ­λο­τε ὀρ­γι­σμέ­να, ὅ­λοι μα­ζί – γυ­ναῖ­κες, ἄν­τρες, παι­διά.

        Θ’ ἄ­κου­γες τό­τε, μιὰ νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ουν κα­τά­ρες σὰ μα­στι­γι­ὲς στὸ κύ­μα, μιὰ νὰ κοι­τοῦν ψη­λὰ καί, σὰ νὰ βλέ­παν ὅ­λοι κά­τι μὲς στὰ σύν­νε­φα, θά ’­λε­γαν: «Σὺ ποὺ μᾶς σκόρ­πι­σες ἐ­δῶ σὰν τὴ βρο­χή, δέ μᾶς ἀ­κοῦς; Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι πά­λι νὰ μᾶς ἀγ­κα­λιά­σεις, μό­νο μᾶς ἀ­φή­νεις νὰ σπέρ­νου­με τ’ ἀ­γό­ρια μας σὰν τὸ σπό­ρο μὲς στὸ κύ­μα;» Καὶ συ­νό­δευ­αν τὰ αἰ­νιγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για μὲ ἤ­χους καὶ κι­νή­σεις μι­μι­κές: πρῶ­τα ἕ­να μα­κρό­συρ­το «σσσς», ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­να­νε τὰ δυ­ὸ χέ­ρια σὰν ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­πει­τα κά­ναν ὅ­λοι μα­ζὶ ὅ­τι ρί­χνουν σπό­ρους· τέ­λος, μὲ τὴν πα­λά­μη κά­θε­τα στὸ μέ­τω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, κλαί­γον­τας, κοι­τοῦ­σαν πέ­ρα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα.

        Ποι­ά χα­μέ­νη ἀ­λή­θεια νὰ ἔ­ψα­χναν; Πῶς τά­χα εἶ­χαν ἔρ­θει ἐ­δῶ; Καὶ για­τί ἤ­τα­νε τό­σο βέ­βαι­οι πὼς κά­ποι­ος τοὺς εἶ­χε βο­η­θή­σει; Ἴ­σως τοὺς πα­ρέ­συ­ρε κα­νεὶς ὣς ἐ­κεῖ· μὰ μὲ ποιά ὑ­πό­σχε­ση ἢ ἀ­πει­λή; Πάν­τως, ἀ­πὸ κά­που προ­έρ­χον­ταν κι αὐ­τοί. Για­τὶ ἀλ­λι­ῶς, πῶς θὰ εἴ­χα­νε φυ­τρώ­σει ἐ­κεῖ πά­νω;

        Ὅ­πως καὶ νά ’­ναι, τὸ μα­κά­ριο πα­ρελ­θὸν ἦ­ταν μο­νά­χα ἕ­νας ἀν­τί­λα­λος: ἐ­δῶ ὅ­λη τους ἡ ζω­ὴ περ­νοῦ­σε μὲς στὸ φό­βο, πὼς μιὰ μέ­ρα θὰ τοὺς κα­τα­πι­εῖ τὸ κύ­μα, ἢ πὼς θὰ χα­θοῦν ἀ­πὸ τὴν πεί­να· μὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χουν μιὰ ἐλ­πί­δα πὼς θὰ ἐ­πι­ζή­σουν: Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε ξη­ρα­σί­α, μα­ρά­ζω­ναν τὰ λι­γο­στὰ δέν­τρα, τὰ ζῶ­α ψο­φοῦ­σαν, στέ­ρευ­αν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ πη­γά­δια.

        Τό­τε λοι­πὸν ἤ­τα­νε νὰ δεῖ κα­νεὶς κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ γι­ορ­τή: ὅ­λος ὁ πλη­θυ­σμὸς συγ­κεν­τρω­νό­ταν στὴν ἀ­κτή. Ἀ­κού­γον­ταν ζω­η­ρὲς κου­βέν­τες, προ­σευ­χές, λυγ­μοί, μου­σι­κές, τύμ­πα­να. Για­τὶ ἡ θά­λασ­σα εἶ­χε γα­λη­νέ­ψει: ἴ­σως νὰ προ­λα­βαί­να­νε.

        Οἱ γέ­ρον­τες, συγ­κι­νη­μέ­νοι, ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μυ­στη­ρι­ώ­δεις εὐ­λο­γί­ες καὶ κά­τι σχε­δί­α­ζαν μὲ τὰ δά­χτυ­λα στὰ μέ­τω­πα τῶν παι­δι­ῶν τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δελ­φά­κια σφούγ­γι­ζαν τὰ μά­τια τους κρυ­φά – ἔ­πρε­πε νὰ φαί­νον­ται καὶ κεῖ­να κά­πως γεν­ναῖ­α. Για­τὶ σή­με­ρα ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τῆς Φυ­γῆς.

        Ὅ­λα, μὰ ὅ­λα, τὰ νέ­α ἀ­γό­ρια τοῦ νη­σιοῦ ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γουν γιὰ τ’ ἄ­γνω­στο, κα­θέ­νας μό­νος μ’ ἕ­να κα­ρα­βά­κι, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­πάγ­κιο λι­μά­νι: μιὰ νέ­α, πλού­σια πα­τρί­δα. Καί, ὅ­σοι φτά­να­νε, θὰ μέ­να­νε κεῖ γιὰ πάν­τα. Κα­νεὶς δὲ θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­πε.


Κα­θὼς τώ­ρα κεῖ­να τὰ κα­ρυ­δό­τσου­φλα ξε­μά­κραι­ναν ἀ­π’ τὴν ἀ­κτή, θά ’βλε­πες ν’ ἀ­νε­μί­ζουν δε­κά­δες μαν­τή­λια πο­λύ­χρω­μα στὰ ξε­ρὰ κλα­διὰ τῶν δέν­τρων, κα­θὼς τὰ κου­νοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω ὅ­λοι μα­ζὶ οἱ ἀ­νήμ­πο­ροι κά­τοι­κοι ποὺ ἀ­πο­μεί­να­νε, τρα­γου­δών­τας – αὐ­τὰ θὰ ἦ­ταν τὰ λό­για: «Ἔ­χε­τε γειά! Μὴν ξε­χά­σε­τε τὴ φύ­τρα σας. Καὶ σύ, Θά­λασ­σα, λυ­πή­σου τους.»

       Κι ὅ­μως, αὐ­τὸ κα­θό­λου δὲν ἐμ­πό­δι­ζε τὴ θά­λασ­σα νὰ ξα­να­φο­ρέ­σει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο της σκο­τει­νὸ πέ­πλο, καὶ μά­λι­στα πο­λὺ σύν­το­μα: κα­θὼς ἴ­σως ἀ­κό­μα κου­νοῦ­σαν ρυθ­μι­κὰ τὰ ἰ­σχνὰ δέν­τρα, μὲ τὰ μά­τια του κα­θέ­νας στυ­λω­μέ­να στὸ δι­κό του πα­νὶ ποὺ χα­νό­ταν πέ­ρα στὸ σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα· κα­θώς, λέ­ω, συ­νέ­βαι­ναν αὐ­τά – σὰν σὲ ὄ­νει­ρο, ἀ­πό­μα­κρα, ἔ­βλε­παν τώ­ρα τὰ κα­ρα­βά­κια νὰ χο­ρο­πη­δᾶ­νε, νὰ χτυ­πᾶ­νε με­τα­ξύ τους, μιὰ νὰ κρύ­βον­ται στὸ νε­ρὸ καὶ μιὰ νὰ ξα­να­προ­βάλ­λουν. Ἦ­ταν σχε­δὸν χα­ρι­τω­μέ­νο νὰ τὰ κοι­τᾶς: ὣς ἐ­δῶ δὲν ἔ­φτα­ναν τὰ οὐρ­λια­χτά, τὸ τρί­ξι­μο κι ὁ πά­τα­γος τῶν ξύ­λων ποὺ σχί­ζον­ταν, οἱ ἱ­κε­σί­ες καὶ τὰ χέ­ρια ποὺ ἀ­κό­μα ἐ­ξεῖ­χαν ἀ­π’ τὸ νε­ρό.

        Καὶ κα­νέ­να μά­τι, ὅ­σο προ­ση­λω­μέ­νο καὶ ἂν ἦ­ταν στὸ κύ­μα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ μὲ σι­γου­ριὰ ἂν τὸ δι­κό του, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πε­ρά­σει – ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς κα­ται­γί­δας.


 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.

Εἰκόνα: Τὸ ναυάγιο τοῦ Ἔμιλυ. Ἔργο τοῦ Louis Isabey (1803-1886).

Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod): Ὁ ἐ­πι­στά­της



Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod)


­πι­στά­της

(Τhe caretaker)


«ΜΗΝ ΠΕΡΠΑΤΑΣ πά­νω στὸ χορ­τά­ρι», φώ­να­ξε ὁ μι­κρό­σω­μος ἄν­δρας.

       «Μὴν εἶ­σαι ἠ­λί­θιος», ἀ­πάν­τη­σε ὁ με­γα­λό­σω­μος. «Δὲν νι­ώ­θει τί­πο­τα.»

       «Πρέ­πει νὰ τὸ φρον­τί­ζεις», ἀν­τέ­κρου­σε ὁ μι­κρό­σω­μος ἄν­δρας. «Μᾶς δί­νει ὀ­μορ­φιά, ἀλ­λὰ εἶ­ναι τρυ­φε­ρό.»

       «Ἂς εἶ­ναι.» Ὁ με­γα­λό­σω­μος ἄν­δρας ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε.

       Χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα εἶ­χαν φύ­γει καὶ οἱ δυό τους.

       Ἀ­δι­ά­φο­ρα, τὸ χορ­τά­ρι τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου, με­γα­λώ­νον­τας, σκέ­πα­σε καὶ τοὺς δύο.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης: Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας



Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης


Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας


ΠΟ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ στὰ κα­τα­ρά­χια. Πο­τὲ σπί­τι. Εἶ­χε βα­ρέ­σει ντα­ου­ζά­κος* τὴν κυ­ρά του. Τὸ σπί­τι δὲν τὸν χώ­ρα­γε. Ξε­λη­μέρ­να­γε* στοῦ Μπά­ρα τὸ ρέ­μα. Κά­τω ἀ­πὸ μιὰ με­γά­λη πλα­τά­να, στὰ στερ­νά του. Εἶ­χε κα­μιὰ κο­σα­ριὰ προ­βα­τά­κια. Ἀ­πο­κα­μέ­νος. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ βου­νό. Πού­λη­σε γί­δια, πάν­τρε­ψε τὰ κο­ρί­τσια του. Κρά­τη­σε καὶ καμ­πό­σο μπα­γι­ό­κο* γιὰ τὰ στερ­νά. Δὲ ‘ρ­χό­τα­νε ὁ βλο­γη­μένος νὰ τὸν πά­ρει γιὰ τὸν κά­τω κό­σμο. Ξα­νά­κα­με τὸ μπα­γι­ό­κο – προ­βα­τά­κια. «Δὲν πο­θαί­νω», λέ­ει, «θὰ πά’ ν’ ἀ­γο­ρά­σω πρό­βα­τα». Καὶ ξα­να­ρί­χτη­κε τσο­πα­νά­κος, στὰ χα­μη­λά.

       Στὸν Ἅ­ι-Λιά, βου­να­λά­κι, κα­μιὰ σα­ραν­τα­ριὰ στρέμ­μα­τα, τά ‘­κα­με χω­ρά­φι. Τὰ ξε­κου­τσού­ρω­σε. Ἔ­χτι­σε μάν­τρα γύ­ρω. Ἔ­φτια­σε πε­ζοῦ­λες. Ἔ­σπει­ρε σι­τά­ρι. Κι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­πι­α­νε τ’ ἀ­λέ­τρι κεῖ πά­νω στὶς ρά­χες, τό ‘­σκα­βε μὲ τὸ ξι­νά­ρι. Φυ­τούρ­γη­σε κα­ρυ­δι­ές. Ἔ­χτι­σε καὶ δυ­ὸ χα­μο­κα­λύ­βες. Μιὰ γιὰ λό­γου του, μιὰ μαν­τρὶ γιὰ τὸ κο­πά­δι. Τὴν ἄ­ρα­ζε κεῖ πά­νω χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, μὲ τὸ ντου­φέ­κι συν­τρο­φιά. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σπί­τι. Καὶ ἡ ζουρ­λὴ γυ­ναί­κα δὲν πα­λεύ­ε­ται. Κρα­σά­κι. Τὸ στούμ­πα­γε* ὅ­που τό ‘­βρι­σκε. Ξε­θυ­λά­κω­νε κα­νέ­να πε­νην­τα­ρά­κι ἀ­πὸ τὸν ντορ­βά, τό ‘­δι­νε στὸ μα­γα­ζά­το­ρα. Κο­πά­να­γε ἑ­νά­μι­σι πο­τή­ρι. Ἕ­να τὸ πε­νην­τα­ρά­κι καὶ μι­σὸ ἡ δο­κι­μή. Ἀ­παν­τι­ό­ταν μὲ τὴ Βα­σί­λω καὶ τὸ Βλα­σά­κι στὴ Λε­σιά. Φά­τσα-φά­τσα οἱ ξώ­πορ­τες στὰ σπί­τια τους. Ἔ­τρε­χε τὸ Βλα­σά­κι στὸ κα­τώ­ι, ἄ­νοι­γε τὴν κά­νου­λα ἀ­π’ τὸ βα­γέ­νι*, γι­ό­μι­ζε τὸ πο­τή­ρι. Τὸ ‘­φερ­νε στὸν Κω­τσι­α­ρί­τσα. Τό ‘­πι­νε μο­νο­ρού­φι ὁ γε­ρο-Κώ­τσιος. «Κα­λὴ αὐ­ρια­νή», ἔ­λε­γε καὶ χα­νό­τα­νε. Λα­γός. Καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια, ζε­μα­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴ δου­λειά. Τοῦ δε­ξιοῦ ἡ πα­λά­μη εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­να­κού­κουρ­δα*. Τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ὁ δεί­χτης πρὸς τὰ μέ­σα. Εἶ­χε ἕ­να παι­δί. Τὸ Φί­λιπ­πα. Φυ­μα­τι­κό. Γιὰ νὰ μὴν κολ­λή­σουν τ’ ἄλ­λα τὸν εἶ­χαν καὶ κοι­μό­ταν μο­νά­χος. Στὴν πε­ρι­στε­ρι­ώ­να. Ἐ­κεῖ ψη­λά του πά­γαι­ναν τὸ φα­ΐ. Ἐ­κεῖ κι ἐ­πέ­θα­νε.

       Ἔ­τσι κι οἱ Με­μαῖ­οι, ἀ­να­κά­λυ­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν νὰ δοῦν τὸ γε­ρο-Κώ­τσιο κάμ­πο­σες μέ­ρες. Ἀ­νε­βή­κα­νε ψη­λά. Στὰ μαν­τριά του. Σὲ μιὰ πε­ζού­λα εἶ­χε γεί­ρει. Βαλ­μέ­νο τὸ χέ­ρι του προ­σκέ­φα­λο, τή­ρα­ε τὸν κάμ­πο. Κα­τα­γά­λα­να μά­τια, ψυ­χρὰ σὰν κρού­σταλ­λο.

       Ἦ­ταν πε­θα­μέ­νος. Ἀ­πο­δί­πλα ἡ σκυ­λί­τσα του ἔ­κλαι­ε.


ντα­ου­ζά­κος = σοβαρὴ ψυχικὴ ἀσθένεια [ἴ­σως ἀπὸ τὸ «ντα­ου­ζάς» = ἀρ­ρώ­στια ζώ­ων, τέ­τα­νος, τυ­μπα­νί­της].

ξε­λη­μερ­νάω = περνάω τὴ μέρα μου [ὁλημερίζω>λημεριάζω].

μπα­γι­ό­κο = χρήμα· αποταμίευση, κομπόδεμα.

στουμ­πάω = κοπανάω· πίνω.

βα­γέ­νι = βαρέλι.

ἀ­να­κού­κουρ­δα = ὀκλαδόν.



Πη­γή: Πε­τρο­πό­λε­μος (διηγήματα, ἐκδ. Ἀ­στέ­ρι, 1981).

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Μεμῆ Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­σία. Τὸ 1960 σπουδάζει θέατρο. Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ϊ­κὸ Θέ­α­τρο τοῦ Μά­νου Κα­τρά­κη ἕ­ως τὸ θί­α­σο Μά­σκες (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ὁ­μώ­νυ­μη θε­α­τρι­κὴ στέ­γη) καὶ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νελ­λι­πῶς, γρά­φει θέ­α­τρο καὶ δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­τεῖ, παί­ζει. Εἶναι Γενικὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Ἔργα του: Τὸ τέλος (1970), Ἡ ολονυχτία, Οἱ τσιρκολάνοι (1971) κ.ἄ.



		

	

Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Ὁ κῆ­πος τῆς Νό­νας



Δήμητρα Παναγιωτοπούλου


Ὁ κῆ­πος τῆς Νό­νας


ΤΗΝ ΠΙΣΩ ΑΥΛΗ ἡ Νό­να σκα­λί­ζει τ’ ἀ­γρι­ό­χορ­τα κό­βει μὲ τὸ τσα­πί της στὴ μέ­ση τα σκου­λή­κια πα­τά­ει μὲ τὸ πό­δι της τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες τρα­βά­ει μὲ τὸ χέ­ρι τὰ σέ­σκου­λα τοὺς μά­ρα­θους καὶ τὶς ἀν­τρά­κλες γί­νον­ται πρά­σι­να τὰ νύ­χια καὶ κα­φὲ σὰ νὰ φυ­τρώ­νουν στὰ δά­χτυ­λά της ἀ­γρι­ό­χορ­τα εἶ­ναι ἔρ­χον­ται κα­τὰ πά­νω της οἱ μέ­λισ­σες κι οἱ πε­τα­λοῦ­δες βλέ­πεις ἐ­κεῖ τὸν τρυ­πο­φρά­χτη λέ­ει στὸ γέ­ρο της ἡ Νό­να ἀ­κοῦς ποὺ κε­λα­η­δά­ει μέ­σα στὰ χόρ­τα; ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δὶ ὁ τρυ­πο­φρά­χτης λέ­ει ἡ Νό­να μιὰ μέ­ρα ἔ­φα­γε ὅ­λες τὶς λι­βε­λοῦ­λες καὶ τὶς κάμ­πι­ες τῆς αὐ­λῆς κι ἄρ­χι­σε νὰ τσιμ­πο­λο­γά­ει καὶ τὰ μυρ­μήγ­κια τά ‘ψά­χνε μὲ μα­νί­α μέ­σα στὶς φλοῦ­δες τῆς κυ­δω­νιᾶς πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω στὸν κορ­μὸ στα­μα­τη­μὸ δὲν εἶ­χε καὶ τί θὰ γί­νεις τοῦ λέ­ει ἡ μά­να του γιὰ ποῦ τὸ πᾶς νὰ γί­νεις μιὰ τε­ρά­στια μπά­λα; γιὰ πή­γαι­νε στὸ τζά­μι τῆς κου­ζί­νας νὰ δεῖς κα­η­μέ­νε μου πῶς εἶ­σαι κα­λὰ λέ­ει ὁ μι­κρὸς ἀλ­λὰ ἄ­φη­νέ με νὰ τοὺς ξυ­πνά­ω ἐ­γὼ κά­θε πρω­ὶ καὶ νὰ ἔ­χω τὸν ἔ­λεγ­χο ποι­ός μπαί­νει καὶ ποιός βγαί­νει ἀ­π’ τὸ σπί­τι κα­νέ­να πρό­βλη­μα τοῦ λέ­ει ἡ μά­να του ἂς γί­νεις ὁ πορ­τι­έ­ρης τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­τσι εἶ­πε ἡ Νό­να καὶ γε­λοῦ­σε δεί­χνον­τας πρὸς τὸ φρά­χτη μὲ τὰ πρα­σι­νι­σμέ­να νύ­χια της ἄ­α! λέ­ει τό­τε ὁ γέ­ρος της ἄ­α! λέ­ει καὶ τὴν κυ­ρὰ χε­λώ­να ἐ­κεῖ τὴ βλέ­πεις μὲ τί βι­α­σύ­νη κα­βα­λά­ει τὰ σύρ­μα­τα; θέ­λει νὰ φύ­γει δί­χως ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο νὰ πά­ει στὸ σταθ­μὸ καὶ νὰ προ­λά­βει τὸ τραῖ­νο τῶν ἑ­φτὰ κοί­τα μὲ τί βι­α­σύ­νη σκαρ­φα­λώ­νει δὲν ξέ­ρει ἡ δό­λια φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ σταθ­μάρ­χης τό ‘σκά­σε μὲ τὴ γυ­ναί­κα τοῦ ἐ­φο­ρια­κοῦ καὶ στὸ σταθ­μὸ πη­γαί­νουν τώ­ρα ὅ­σοι ἔ­χουν εἰ­σι­τή­ριο ἀ­πὸ πρὶν ἀλ­λι­ῶς δὲ στα­μα­τά­ει τὸ τραῖ­νο καὶ ποῦ νὰ πά­ει θὰ μοῦ πεῖς μί­α γριὰ χε­λώ­να μὲ τὸ κα­βού­κι της ἔ­τσι βα­ρὺ ποὺ εἶ­ναι τί ἄλ­λο σπί­τι νὰ βρεῖ πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ κου­βα­λά­ει; ἔ­τσι εἶ­πε ὁ γέ­ρος κι ἡ Νό­να φέρ­νει δα­μά­σκη­να κε­ρά­σια καὶ κα­ΐ­σια σ’ ἕ­να πλε­κτὸ κα­λά­θι γιὰ νὰ φᾶ­νε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου ( Κο­μο­τη­νή, 1968). Σπού­δα­σε Ψυ­χο­λο­γία καὶ ἐρ­­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ The Book’s Journal τχ. 61, καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες.



		

	

Λένα Κομίνη: Τὸ ἄλογο


Λέ­να Κο­μί­νη

 

Τὸ ἄ­λο­γο


Ο ΑΛΟΓΟ ΑΓΚΟΜΑΧΟΥΣΕ ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τοῦ κά­ρου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­που.

            Προ­χω­ροῦ­σε μὲ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι ποὺ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴ γῆ.

            Ὁ ἄν­τρας χω­μέ­νος μέ­σα στὸ παλ­τό του προ­σπα­θοῦ­σε νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἀ­πὸ τὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα καὶ τὸ χι­ό­νι ποὺ τοὺς μα­στί­γω­νε.

            Κρα­τοῦ­σε τὰ γκέ­μια καὶ κά­πο­τε ἔ­δι­νε μιὰ κα­μου­τσιὰ στὰ ὀ­πί­σθια τοῦ ζώ­ου.

            Ἐ­κεῖ­νο ἔ­κα­νε προ­σπά­θεια νὰ τα­χύ­νει τὸ βη­μα­τι­σμό του.

            Ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἀ­νη­φο­ρι­κός.

            Μέ­σα στὸ μι­σο­σκό­τα­δο οἱ δυ­ό τους ἔ­μοια­ζαν ἑ­νω­μέ­νοι, σὰν ἕ­νας μαυ­ρι­δε­ρὸς ὄγ­κος ποὺ κι­νι­ό­ταν ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρὰ ἐ­νάν­τια στὴ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα καὶ τὸν κρύ­ο ἀ­έ­ρα ποὺ τοὺς δι­α­περ­νοῦ­σε.

            Τὸ ἄ­λο­γο ἔ­στρε­φε ποὺ καὶ ποὺ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὸ πλά­ι, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸν δεῖ, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸ δεῖ.

            Ἐ­κεῖ­νος κοι­τοῦ­σε μό­νο κά­τω, τὸ ἄ­λο­γο ἤ­ξε­ρε τὸν δρό­μο.

            Σκε­φτό­ταν πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να νό­η­μα σὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θεια χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό.

            Δὲν εἶ­χαν νὰ πᾶ­νε που­θε­νά, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νει.

            Τὸ ἄ­λο­γο στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα. Λύ­γι­σε τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια.

            Ὁ ἄν­τρας σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸ κοί­τα­ξε μὲ οἶ­κτο.

            Ἦ­ταν χρό­νια μα­ζί, σὲ κα­λοὺς και­ρούς, στὴ δου­λειά, στὴ βόλ­τα.

            Κα­τέ­βη­κε καὶ τὸ πλη­σί­α­σε.

            Γο­νά­τι­σε μέ­σα στὸ χι­ό­νι δί­πλα του καὶ τοῦ χά­ι­δε­ψε τὴ χαί­τη.

            Ἦ­ταν μό­νοι πιά.

            Ἔ­βγα­λε τὰ γάν­τια ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ ἔ­λυ­σε ἀ­π’ τὸ ζυ­γό.

            Ἐ­κεῖ­νο ἔ­πε­σε στὸ πλά­ι.

            Ξά­πλω­σε δί­πλα του κά­τω ἀπ’ τὸ μουν­τὸ οὐ­ρα­νό.

            Ἄν­θρω­πος καὶ ζῶ­ο ἔμ­πλε­ξαν τὰ τέσ­σε­ρα ἄ­κρα τους καὶ ἔ­νι­ω­σαν τὴ ζε­στα­σιὰ ὁ ἕ­νας τοῦ ἄλ­λου.

            Τὸ ζῶ­ο τὸν κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη. Τὸ ἴ­διο καὶ αὐ­τός.

            Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας θέ­ρι­ζε τὰ κορ­μιά τους. Τὸ χι­ό­νι τοὺς σκέ­πα­ζε.

            Ἔ­μει­ναν ἀ­κί­νη­τοι νὰ κοι­τι­οῦν­ται μέ­σα στὸ λι­γο­στὸ φῶς .

            Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νοι­ω­σε μέ­σα του κα­λά, ὅ­πως ὅ­ταν εἶ­σαι στὸ σπί­τι μὲ φί­λους.

            Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ πε­θαί­νεις, εἶ­πε στὸ ἄ­λο­γο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λέ­να Κο­μί­νη ( Ἀ­θή­να 1956). Χη­μι­κὸς μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­ρί­σι. Δι­ή­γη­μά της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ βι­βλί­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων Ἰ­ω­άν­νης Ζε­με­νός, Α΄ Συ­νάν­τη­ση Φαν­τα­σια­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας (ἐκδ. Αἴ­ο­λος, 2015). To ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸ ἔρ­γο της, ΤΟP 10, ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὴν Ὁ­μά­δα Depression Era καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν Biennale Θεσ­σα­λο­νί­κης τὸ 2015.

Εἰκόνα: Τὸ κάρο. Χιονοσκέπαστος δρόμος στὴν Ὀνφλέρ (1865) ἔργο τοῦ Κλώντ Μονέ.


Βά­σω Σι­νο­πού­λου: Ἡ στρο­φή



Βά­σω Σι­νο­πού­λου

 

Ἡ στρο­φή


ΤΗΣ ΕΔΙΝΑΝ ἰ­σχυ­ρὰ παυ­σί­πο­να καὶ τό­τε βυ­θι­ζό­ταν σὲ λή­θαρ­γο καί τὸ μυα­λό της γέ­μι­ζε εἰ­κό­νες. Ὡ­ραῖ­ες χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες ἀ­σύν­δε­τες με­τα­ξύ τους σὰν κὰρτ πο­στάλ. Ἕ­να γε­φύ­ρι μιὰ πλα­τεί­α τὸ γέ­λιο ἑ­νὸς μω­ροῦ μιὰ λε­ω­φό­ρος τὸ κα­φε­νεῖ­ο ἑ­νὸς χω­ριοῦ μιὰ γά­τα στὸν ἥ­λιο. Κα­θὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν φαρ­μά­κων περ­νοῦ­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ καὶ νὰ τὰ ἐν­τά­ξει στὴ ζω­ή της ποὺ τέ­λει­ω­νε. Θυ­μό­ταν τό­πους καὶ χρό­νους καὶ πρό­σω­πα καὶ οἱ εἰ­κό­νες ἔ­βρι­σκαν τὸ πλαί­σιο ποὺ ἀ­νῆ­καν πρὶν βυ­θι­στεῖ ξα­νὰ στὸν λή­θαρ­γο. Ὑ­πῆρ­χε ­ὅ­μως μιὰ εἰ­κό­να ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν το­πο­θε­τή­σει που­θε­νά. Ἕ­νας δρό­μος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη ποὺ χα­νό­ταν σὲ μιὰ στρο­φή. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα καὶ ἀμ­πέ­λια ἦ­ταν ἕ­να το­πί­ο ξε­ρὸ σὰν κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τοὺς δρό­μους καὶ τοὺς χω­μα­τό­δρο­μους ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ­ και πε­ρι­πλα­νη­θεῖ σὲ τα­ξί­δια καὶ ἐκ­δρο­μές. Τί­πο­τε. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­με­νε ἀ­κί­νη­τη δὲν ἔμ­παι­νε που­θε­νά. Νὰ μπο­ροῦ­σε του­λά­χι­στον νὰ βρεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε ἐ­κεί­νη ἡ στρο­φή. Ἡ προ­σπά­θεια νὰ θυ­μη­θεῖ ἔ­δι­ω­ξε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες εἰ­κό­νες καὶ σι­γὰ-σι­γὰ τὸ το­πί­ο ξε­κα­θά­ρι­σε. Φά­νη­καν οἱ πέ­τρες τὰ σκί­να καὶ τὰ ἀγ­κά­θια στὴν ἄ­κρη του δρό­μου, ἡ ­στρο­φὴ δι­α­γρά­φη­κε κα­θα­ρὰ λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε, προ­σπά­θη­σε καὶ τῆς κό­πη­κε ἡ ἀ­νά­σα. Ἡ πομ­πὴ μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα πή­γαι­νε ἀρ­γὰ στὸ δρό­μο. Κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε σκιὰ που­θε­νὰ μό­νο σκί­να καὶ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­ναν ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες. Ἀ­κο­λού­θη­σαν τὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο φά­νη­κε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ ἐ­ξω­κλή­σι. Η καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε πέν­θι­μα.



Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Van Gogh, Το­πίο μὲ μο­νο­πά­τι καὶ κλα­δε­μέ­να δέν­τρα (1888, ἰ­δι­ω­τι­κὴ συλ­λο­γή).