Κώ­στας Ποῦ­λος: Τὸ νόημα



Κώ­στας Ποῦ­λος


Τὸ νό­η­μα


Ο ΣΗΜΕΙΩΜΑ εἶ­χε μό­νο τρεῖς λέ­ξεις. Τρεῖς ἁ­πλὲς λέ­ξεις γραμ­μέ­νες μὲ κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα: «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μό­νο γράμ­μα ποὺ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, δὲν τὸ ἔ­γρα­ψε εἰ­δι­κὰ γιὰ κεῖ­νον. Τὸ ἔ­γρα­ψε γε­νι­κά. Πα­ρα­λή­πτης ἡ ὑ­φή­λιος. Αὐ­τὸς ὅ­μως τὸ πῆ­ρε προ­σω­πι­κά. Ὁ ἴ­διος ὁ πα­τέ­ρας του… δὲν ἦ­ταν μι­κρὸ πράγ­μα. Εἶ­χε κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ ὅ­ταν τοῦ τὸ εἶ­πε. Ἡ μά­να. Και­ρὸ κρα­τοῦ­σε μέ­σα της αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε, λέ­ει, στὰ κα­ρά­βια. Πό­σα χρό­νια νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος στὰ κα­ρά­βια; «Βα­σι­λι­κή, πές το τοῦ παι­διοῦ». Ἡ ἀ­δερ­φή της. «Τί πε­ρι­μέ­νεις; Νὰ τὸ ἀ­κού­σει ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους;» Καὶ τὸ παι­δὶ με­γά­λω­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι, μέ­σα σὲ πλα­για­στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ψι­θύ­ρους. «Ἴ­διος ὁ μα­κα­ρί­της.» Κι ὕ­στε­ρα, μὲ νό­η­μα: «Ἀρ­κεῖ νὰ μὴν τοῦ μοιά­σει καὶ στ’ ἄλ­λα…».

       Μιὰ μέ­ρα τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε. «Τὸ καί τό, παι­δί μου.» Ἡ Βα­σι­λι­κή. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δε­σε τὴ θη­λιά. «Τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα.» Ἐ­κεῖ­νος δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο πῆ­ρε τὸ ση­μεί­ω­μα καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη. Ἔ­τσι, νὰ ἔ­χει κι αὐ­τὸς κά­τι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα. Ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ση­μεί­ω­μα τσα­λα­κώ­θη­κε, τὸ ἔ­βα­λε στὸ πορ­το­φό­λι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ἄ­νοι­γε, τὸ ἔ­βλε­πε καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἔ­κα­νε μιὰ ἐ­πα­νά­λη­ψη. Σὰν κά­ποι­ος νὰ τοῦ εἶ­χε βά­λει μιὰ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­πρε­πε ἀ­νυ­περ­θέ­τως νὰ τὸ μά­θει ἀ­πέ­ξω. «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­νοι­ξε κλεῖ­σε τὸ πορ­το­φό­λι, τὸ ση­μεί­ω­μα ἄρ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φύ­γει. Τα­ξί­δε­ψε. Με­τὰ ἄ­ρα­ξε στὰ νη­σιά. Βρῆ­κε δου­λει­ές, γνώ­ρι­σε ἀν­θρώ­πους, μί­ση­σε, χά­ρη­κε, λυ­πή­θη­κε. Ὁ κό­σμος γύ­ρι­ζε μὲ με­γά­λες τα­χύ­τη­τες. Στὸ κέν­τρο αὐ­τός. Ὅ­λα ἔ­τρε­χαν γύ­ρω του, ὅ­λα ἄλ­λα­ζαν. Ἀ­κό­μα καὶ μέ­σα στὸ πορ­το­φό­λι του – κάρ­τες ἔμ­παι­ναν καὶ ἔ­βγαι­ναν, εἰ­σι­τή­ρια, λε­φτά. Πέ­ρα­σαν πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πορ­το­φό­λι. Ὅ­λα ἦ­ταν ὄ­μορ­φα καί, κυ­ρί­ως, ὅ­λα εἶ­χαν τὸ νό­η­μά τους καὶ σὲ φώ­να­ζαν νὰ τὸ ἀγ­γί­ξεις, νὰ τὸ βρεῖς. Ξα­μο­λοῦ­σε τὶς πέν­τε αἰ­σθή­σεις γιὰ θε­λή­μα­τα, μὲ μί­α μό­νη καὶ στα­θε­ρὴ πα­ραγ­γε­λί­α: τὰ θέ­λω ὅ­λα καὶ τὰ θέ­λω τώ­ρα. Ἦ­ταν τό­σο ὡ­ραῖ­ο νὰ εἶ­σαι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου!

       Ἔ­πει­τα ἐ­ρω­τεύ­τη­κε, καὶ τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε.Ἔ­γι­νε αὐ­τή. Τὸ ση­μεί­ω­μα στὸ πορ­το­φό­λι ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ. Μό­νο ποὺ συ­νέ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Πρῶ­τα χά­θη­κε ἡ πρώ­τη λέ­ξη, ἀν­τι­στρέ­φον­τας τὴ ση­μα­σί­α. «… ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». «Ἄ, ρὲ πα­τέ­ρα, δὲν εἶ­χες δί­κιο. Κα­θό­λου δί­κιο δὲν εἶ­χες» σκε­φτό­ταν, κι ἔ­σφιγ­γε ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­τὰ στὴν ἀγ­κα­λιά του τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου.

       Ὅ­μως αὐ­τὰ ἦ­ταν πα­λιά. Ἡ σκέ­ψη τους ἄ­φη­νε μό­νο μιὰ πι­κρὴ γεύ­ση στὸν οὐ­ρα­νί­σκο. Ἡ ὑ­φή­λιος γύ­ρι­σε πολ­λὲς φο­ρὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της. Οἱ φυ­γό­κεν­τρες δυ­νά­μεις τὸν ἔ­σπρω­ξαν, τὸν πέ­τα­ξαν τό­σο μα­κριά, ποὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ποιός τοῦ ἔ­στη­σε αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι. Ποι­ός τοῦ σκά­ρω­σε αὐ­τὸ τὸ κα­κό­γου­στο ἀ­στεῖ­ο – ἂν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ ἑ­αυ­τός του ἢ κά­ποι­ος ἄλ­λος. Εἶ­δε τὸν κό­σμο ὅ­πως πραγ­μα­τι­κὰ ἦ­ταν. Ἄ­θλιος, μί­ζε­ρος καὶ κα­κός. Εἶ­χε ὅ­μως ἀ­κό­μη τὴ δύ­να­μη, κυ­ρί­ως εἶ­χε τὴ θέ­λη­ση νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει. Σι­γὰ-σι­γά, λί­γο-λί­γο. Πέ­ρα­σαν χρό­νια ἔ­τσι, μέ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ σι­γὰ-σι­γά, τὸ λί­γο-λί­γο. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ό, τὸ σι­γὰ καὶ τὸ λί­γο, τοῦ ρο­κά­νι­σαν ἀρ­γὰ δύ­να­μη καὶ θέ­λη­ση. Τὴ θέ­λη­ση, κυ­ρί­ως αὐ­τή. Χτυ­ποῦ­σαν τὰ τη­λέ­φω­να. Δὲν τὰ σή­κω­νε. Τώ­ρα ἔ­με­νε σὲ τού­τη τὴν κα­λύ­βα στὸν λό­φο καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ νο­τι­σμέ­νο τζά­μι τὸν και­ρό, κα­θι­σμέ­νος στὸ μο­νὸ κρε­βά­τι, τὸ ἴ­διο ὅ­που ἡ Βα­σι­λι­κὴ μιὰ μέ­ρα κοι­μή­θη­κε δί­χως νὰ ξυ­πνή­σει. Τὸν εἰ­δο­ποί­η­σαν. «Ἔ­λα, ἡ μά­να σου» τοῦ εἶ­παν. Δὲν τὴν πρό­λα­βε. Ἔ­φυ­γε ἔ­τσι αὐ­τή, χω­ρὶς ση­μει­ώ­μα­τα.

       Ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ και­ρὸς φαι­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γρι­ε­μέ­νος. Κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­τρα πιὸ πέ­ρα, τὸ με­γά­λο πλα­τά­νι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ φύλ­λα, ἀ­πει­λη­τι­κό. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα, σὰν τε­ρά­στιο μπρά­τσο τεν­τω­μέ­νο, κόν­τευ­ε νὰ ἀγ­γί­ξει τὸ σπί­τι. Τού­τη τὴν ἄ­νοι­ξη μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὰ κα­τά­φερ­νε. Νὰ τὸ φτά­σει. Νὰ τὸ πιά­σει. Ὁ Φλε­βά­ρης ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Δί­σε­χτο ἔ­τος. Ὁ χει­μώ­νας εἶ­χε μιὰ ὕ­στα­τη εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­δεί­ξει γιὰ πό­σο τρο­με­ρὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἄ­ξιος. Καὶ ἦ­ταν. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα δού­λευ­ε. Κι ὅ­ταν τὸ πρω­ῒ τῆς 29ης τρα­βή­χτη­καν τὰ σκο­τά­δια, τὸ το­πί­ο ἄ­στρα­ψε λευ­κό, βου­λι­αγ­μέ­νο στὸ χι­ό­νι, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ πέ­φτει πυ­κνό. Μι­κρές, ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στες νι­φά­δες, μι­κρὰ τί­πο­τα χό­ρευ­αν σὰν λι­λι­πού­τει­οι ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές, ἀ­πι­θώ­νον­τας τὴν ἀ­νυ­παρ­ξία τους πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν ἀ­δι­ά­φο­ρων πραγ­μά­των. Ἀ­λή­θεια, πό­σο ζυ­γί­ζει μιὰ νι­φά­δα; Τί­πο­τα. Βρά­χια, δέν­τρα, σπί­τια, ὅ­λα λευ­κά. Βγῆ­κε ἔ­ξω σπρώ­χνον­τας μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν πόρ­τα.Ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, βου­λι­ά­ζον­τας ὣς τὴ μέ­ση στὸ χι­ό­νι. Ἔ­δει­χνε εὔ­κο­λο, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν. Δέ­κα μέ­τρα ὣς τὸν πλά­τα­νο τοῦ φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες. Στα­μά­τη­σε νὰ πά­ρει μιὰ ἀ­νά­σα. Ἔ­βγα­λε τὸ πορ­το­φό­λι ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη καὶ ἔ­ψα­ξε τὸ ση­μεί­ω­μα. Φυ­σι­κὰ καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­να­χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸ ἴ­διο. Εἶ­χε ξα­να­πα­τή­σει τὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ στι­λό, καὶ τώ­ρα οἱ τρεῖς λέ­ξεις ἔ­δει­χναν σὰν νὰ πρω­το­γρά­φτη­καν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του ψη­λά. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χι­ό­νι ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει οἱ νι­φά­δες πά­νω του, φάν­τα­ζε σὰν τέ­ρας, φορ­τω­μέ­νο μὲ χι­λιά­δες, ἑ­κα­τομ­μύ­ρια νι­φά­δες. Τὶς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν, σὰν τρε­λὲς μὲ τὸ ἀ­νύ­παρ­κτο βά­ρος τους. Τοῦ θύ­μι­σαν τὴ ζω­ή του, μὲ τὰ μι­κρὰ καὶ τὰ με­γά­λα πε­ρι­στα­τι­κά της ὅ­λα τό­σο μη­δα­μι­νά, τό­σο τι­πο­τέ­νια, ὑ­πε­ρε­κτι­μη­μέ­να, σὰν αὐ­τὲς τὶς νι­φά­δες δί­χως ὑ­πό­στα­ση, ποὺ ἦ­ταν σὲ λί­γο κα­τα­δι­κα­σμέ­νες νὰ λι­ώ­σουν καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, δί­χως νὰ ἀ­φή­σουν ἴ­χνη πί­σω τους.

       Τό­τε ἔ­γι­νε τὸ ἀ­πρό­σμε­νο: τὸ με­γά­λο κλα­δί, ἐ­κεῖ­νο τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δει­χνε νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νει μὲ μιὰ ἀ­πί­στευ­τη σι­γου­ριά, γραμ­μέ­νη ἴ­σως σὲ ἕ­να στρα­βὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο γο­νί­διο ποὺ περ­νά­ει ἀ­πὸ πα­τέ­ρα σὲ γιό, σω­ρι­ά­στη­κε ξαφ­νι­κὰ μὲ ἕ­ναν τρο­με­ρὸ θό­ρυ­βο ἐ­κεῖ, δυ­ὸ μέ­τρα μπρο­στά του. Ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες μι­κρὲς νι­φά­δες πά­νω σε αὐ­τὸ τὸ κλα­δὶ πε­ρί­με­ναν αὐ­τὴ τὴ μί­α, τὴν κα­θο­ρι­στι­κή, αὐ­τὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὴ δι­α­φο­ρά. Ἔ­μει­νε λί­γη ὥ­ρα ἔ­τσι, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος.

       Σὰν ζα­λι­σμέ­νος ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­νά­πο­δα τὸ μι­κρό, τὸ λί­γων μέ­τρων μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ ἴ­διος εἶ­χε χα­ρά­ξει μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α. Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λη. Πο­λὺ πιὸ εὔ­κο­λη. Μπῆ­κε στὸ σπί­τι, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ σχοι­νὶ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κά­θι­σε στὴν κα­ρέ­κλα, ποὺ ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν πί­στευ­ε καὶ ἡ ἴ­δια στὰ μά­τια της. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νος πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου τὸν συ­νέ­φε­ρε. Ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ ση­κώ­σει.

       — Ἐμ­πρός!



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀμ­φί­βια τέ­ρα­τα. Ἱ­στο­ρί­ες στὸν δρό­μο γιὰ τὴ λί­μνη (Με­ταίχ­μιο, 2020).

Κώ­στας Ποῦ­λος. Γεν­νήθη­κε στὸν Ἐ­λι­κώνα τῆς Βοι­ω­τίας. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία, Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἔ­χει γρά­ψει, με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευ­ά­σει πλῆθος βι­βλί­ων γιὰ με­γά­­λους καὶ κυ­­ρί­ως γιὰ παι­διά. Ἔργα του ἔχουν λά­βει τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις (κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο παι­δι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βι­βλί­ου) ἢ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ συγγραφέα.

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Δρόσος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 8/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Δρό­σος

(Dew)


ΔΡΟΣΟΣ ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται λί­γο με­τὰ τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα. Οἱ ὑ­δρα­τμοὶ ἐ­ξα­τμί­ζον­ται καὶ ψύ­χουν τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν φυ­τῶν, κα­θὼς αὐ­τὰ γρή­γο­ρα χά­νουν τὴ θερ­μό­τη­τα πού ’­χουν μα­ζέ­ψει ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ φυ­τοῦ ἢ τοῦ λου­λου­διοῦ γί­νε­ται ψυ­χρό­τε­ρη ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν πε­ρι­βάλ­λει, κι αὐ­τὸ ἔ­χει σὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ὑ­δρα­τμοὶ κα­τὰ τὴ δι­α­πνο­ὴ νὰ συμ­πυ­κνώ­νον­ται καὶ νὰ γί­νον­ται δρο­σο­στα­λί­δες.

       Ἡ δρό­σος εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κρυ­στάλ­λους ποὺ ἀ­ε­νά­ως σχη­μα­τί­ζονται, ὑγρο­ποι­οῦνται καὶ συλ­λέ­γουν ἐ­νέρ­γεια.

       Δι­α­σχί­ζον­τας κα­νεὶς ξυ­πό­λυ­τος τὴ δρό­σο μπο­ρεῖ πιὸ εὔ­κο­λα νὰ δε­χτεῖ τὴν ἐ­νέρ­γεια ἀ­π’ τὸ μα­γνη­τι­κὸ πε­δί­ο τῆς Γῆς.

       Ἡ δρό­σος ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐν­δι­α­φέ­ρον θέ­μα.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἑ­ω­θι­νό



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)    [Ἀφιέρωμα, 4/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

­ω­θι­νό

(Aubade)


ΝΑΣ ΣΗΜΑΙΝΩΝ ἀν­θρω­πι­στὴς προ­σκλή­θη­κε νὰ λά­βει μέ­ρος σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς ἀ­πει­λὲς ἀλ­λὰ καὶ τὶς εὐ­και­ρί­ες ποὺ θὰ πα­ρου­σια­στοῦν ἂν τυ­χὸν ἀ­να­κα­λύ­ψου­με πὼς ὑ­πάρ­χουν νο­ή­μο­νες μορ­φὲς ζω­ῆς σ’ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις του, ἂν καὶ κα­νέ­νας δὲν δι­α­φώ­νη­σε μ’ αὐ­τές, δι­α­τυ­πώ­θη­καν μὲ τέ­τοι­α θέρ­μη, ὥ­στε ἀρ­γό­τε­ρα οἱ πα­ρα­γω­γοί, συ­νυ­πο­λο­γί­ζον­τας ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ μὴν τὸν συμ­πε­ρι­λά­βουν στὸ πρό­γραμ­μα.*

       Ὑ­πῆρ­ξε γε­νι­κὴ συμ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι πι­θα­νό, ἴ­σως δὲ καὶ ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα, ν’ ἀ­να­κα­λυ­φθοῦν νο­ή­μο­νες μορ­φὲς ζω­ῆς σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες, ὡ­στό­σο με­γά­λο μέ­ρος τῆς κου­βέν­τας εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ ἂν μπο­ρεῖ ν’ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ μορ­φὴ ζω­ῆς ἐ­φά­μιλ­λη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νο­η­μο­σύ­νης καὶ δη­μι­ουρ­γί­ας.

       Ὁ ἀν­θρω­πι­στής, ποὺ ἦ­ταν ἐ­πί­σης καὶ δι­α­πρε­πὴς ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός, ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι τί­πο­τε δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ ποὺ νὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση εἴ­τε νὰ συν­θέ­σει μιὰ συμ­φω­νί­α σὰν κι αὐ­τὲς ποὺ ἔ­γρα­ψαν τό­σοι λαμ­προὶ συν­θέ­τες μας εἴ­τε νὰ ἐ­κτι­μή­σει τὴ συμ­φω­νί­α. Ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ἐ­κτι­μή­σει κα­νεὶς τὴ συμ­φω­νί­α τοῦ φαι­νό­ταν ἐ­ξί­σου σπου­δαί­α μὲ τὴν ἴ­δια τὴ σύν­θε­ση.

       Ὁ ἀν­θρω­πι­στὴς/ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς μί­λη­σε πο­λὺ φορ­τι­σμέ­να ὅ­ταν ἔ­φε­ρε στὸν νοῦ τοῦ τὴν εἰ­κό­να ἑ­νὸς κό­σμου δί­χως ἀν­θρώ­πους, σε­νά­ριο ποὺ δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλ­λης κα­τα­στρο­φῆς τὶς ὁ­ποῖ­ες προ­ξε­νοῦν —κι αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ εἰ­πω­θεῖ— οἱ δι­κές μας πρά­ξεις. Ἦ­ταν ὅ,τι χει­ρό­τε­ρο μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ – κό­σμοι δί­χως ἀν­θρώ­πους, ἀ­κό­μη κι ἂν οἱ κό­σμοι αὐ­τοὶ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ ἄλ­λες νο­ή­μο­νες καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κὲς μορ­φὲς ζω­ῆς.

       Μό­λις ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ γύ­ρι­σμα, ὁ ἀν­θρω­πι­στὴς/ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς ὀ­νό­μα­τι Τσὰρ­λς Θάξ­τερ Ὄρ­μαντ, τὸ ἀ­κρω­νύ­μιο τοῦ ὁ­ποί­ου στὸ ὁ­λο­έ­να ἐ­ξε­λισ­σό­με­νο καὶ παλ­λό­με­νο πε­δί­ο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μέ­σῳ μη­νυ­μά­των θὰ ἦ­ταν τσέ­κα­ρέ το**, πῆ­γε νὰ γευ­μα­τί­σει σὲ κά­ποι­ο ἀ­π’ τὰ πολ­λὰ μι­κρά, κα­λὰ ἑ­στι­α­τό­ρια τῆς πό­λης. Πα­ρήγ­γει­λε τὸ πιά­το ἡ­μέ­ρας. Ὅ­ταν τοῦ τὸ ἔ­φε­ραν, μα­γει­ρε­μέ­νο στὴν ἐν­τέ­λεια καὶ ὄ­μορ­φα σερ­βι­ρι­σμέ­νο, στά­θη­κε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὸ με­λε­τή­σει προ­τοῦ ξε­κι­νή­σει νὰ τρώ­ει.

       Ἄ­κου­σε νά ’ρ­χε­ται ἀ­νε­παί­σθη­τα μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ πιά­το ὁ ἦ­χος τῆς πιὸ ὄ­μορ­φης μου­σι­κῆς, κι αὐ­τὸ τὸν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σει ἄ­βο­λα. Ἦ­ταν μου­σι­κὴ ἐ­ξαί­σια, εὐ­φρό­συ­νη ἀλ­λὰ καὶ σπα­ρα­ξι­κάρ­δια, μιὰ λε­πτὴ συ­νύ­φαν­ση εὐ­γνω­μο­σύ­νης καὶ ἐγ­κω­μί­ου ποὺ λί­γο-λί­γο χα­μή­λω­νε, ὥ­σπου ἔ­σβη­σε τε­λεί­ως.

       Τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, δὲν ἔ­πα­ψε νὰ κοι­τᾶ τὴν πι­τσι­λω­τὴ πέ­στρο­φα πού, ὅ­πως τοῦ εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος, τὴν εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει λί­γες μό­λις ὧ­ρες πρὶν στὰ βου­νὰ ἀ­π’ τὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ της. Τό­τε, κραυ­γά­ζον­τας, ἔ­τρε­ξε στὴν κου­ζί­να, ὅ­που ἐ­πι­τέ­θη­κε στὸν σερ­βι­τό­ρο καὶ στὸν ἀρ­χι­μά­γει­ρα χρη­σι­μο­ποι­ών­τας δι­ά­φο­ρα βα­ριὰ σκεύ­η πρὶν τὸν κα­τα­στεί­λουν καὶ τὸν ὁ­δη­γή­σουν γιὰ πα­ρα­κο­λού­θη­ση στὴν πλη­σι­έ­στε­ρη ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Τὰ πα­ρα­λη­ρή­ματά του γιὰ τὴν πέ­στρο­φα δὲν τὸ ἐ­κτί­μη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­λη­ρή­μα­τα τῶν ἄλ­λων πα­ρα­φρό­νων ποὺ κρα­τοῦν­ταν ἐ­κεῖ.


* Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς λι­γο­στὲς συ­νεν­τεύ­ξεις της, ἡ Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς ἀ­φη­γεῖ­ται τὸ ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό: «Ἔ­γρα­ψα ἕ­να μι­κρὸ ἄρ­θρο γιὰ τοὺς “κυ­νη­γοὺς τρο­παί­ων”. Τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ μοῦ τὸ ζή­τη­σε τε­λι­κὰ δὲν τὸ δη­μο­σί­ευ­σε. Εἶ­χα γρά­ψει ὅ­τι ὅ­σοι κυ­νη­γοῦν γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τρό­παι­α εἶ­ναι ψυ­χο­πα­θεῖς. Εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἡ δή­λω­ση αὐ­τή, φαν­τά­ζο­μαι, καὶ δὲν τυγ­χά­νει γε­νι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς.» Βλ. γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ:
https://www.vice.com/en/article/avav9b/joy-williams-ninety-nine-stories-of-god-how-to-write-a-short-story (σ.τ.μ.)
** Στὸ πρω­τό­τυ­πό το ὄ­νο­μα εἶ­ναι Charles Thaxter Ormand καὶ τὸ ἀ­κρω­νύ­μιο (μὲ τὰ ἴ­δια τρί­α ἀρ­χι­κὰ) check this out. (σ.τ.μ.)

Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Πα­ρὰ ταῦ­τα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 3/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­tyi­ne Sto­ri­es of God)]

Πα­ρὰ ταῦ­τα

(Nevertheless)


ΚΑΠΟΙΑ στιγ­μή, ὁ Κάφ­κα ἔ­γι­νε χορ­το­φά­γος.

       Ὕ­στε­ρα, κα­τὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του σ’ ἕ­να ἐ­νυ­δρεῖ­ο στὸ Βε­ρο­λί­νο μί­λη­σε στὸ ψά­ρι μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ γυα­λί.

       «Τώ­ρα ἐ­πι­τέ­λους μπο­ρῶ νὰ σὲ κοι­τά­ζω ἐν εἰ­ρή­νῃ, τώ­ρα πιὰ δὲν σὲ τρώ­ω.»



Πβ. τὸ ποί­η­μα τοῦ Μίλ­του Σα­χτού­ρη μὲ τί­τλο «Ο Kafka καὶ τὰ ψά­ρια» (Ἐ­κτο­πλά­σμα­τα, Στιγ­μή, Ἀ­θή­να 1986): Στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Κάφ­κα ποὺ ἔ­χω κολ­λή­σει / στὸν κα­θρέ­φτη τῆς κά­μα­ράς μου, ἔ­βα­λα δε­ξιὰ / κι ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να ψά­ρι. / Για­τὶ ὁ Κάφ­κα ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ψά­ρια καὶ δὲν τὰ / ἔ­τρω­γε. / Τὸ χει­μώ­να μα­ζὶ μὲ τὰ ψά­ρια ἔ­κα­νε μπά­νιο / στὸ κρύ­ο νε­ρὸ μιᾶς λί­μνης, ὅ­πως κι ἕ­νας / ἅ­γιος πρό­γο­νός του, ποὺ ἔ­σπα­ζε τὸν πά­γο τῆς / λί­μνης κι ἔμ­παι­νε μέ­σα. / Ἄλ­λω­στε ἡ ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ ψά­ρια φά­νη­κε / καὶ στὸν θά­να­τό του. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ / δὲ μι­λοῦ­σε, ἔ­γρα­φε ὅ,τι ἤ­θε­λε νὰ πεῖ κι ὁ θά- / ­να­τός του ἔ­μοια­σε μὲ θά­να­το ψα­ριοῦ ποὺ τὸ / βγά­λαν στὴ στε­ριά. / Πέ­θα­νε για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ἀ­να­πνεύ­σει. / Κι ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη ἡ Dora Dymant. (σ.τ.μ.)

Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ραοὺλ Σάντσεθ Κίλες (Raúl Sánchez Quiles): Τὸ λάθος


Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles)


Τὸ λά­θος


ΚΟΥΩ μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γὴ τῆς κό­ρης μου. Τρέ­χω μέ­χρι τὸ δω­μά­τιό της καὶ τὴν βλέ­πω πά­νω στὸ κρε­βά­τι, δεί­χνον­τάς μου τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ἔν­το­μο ποὺ σέρ­νε­ται στὸ χα­λί της. Χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη τὸ συν­θλί­βω μὲ τὰ κα­λο­και­ρι­νά μου μο­κα­σί­νια. Κά­θο­μαι δί­πλα της, τὴν χα­ϊ­δεύ­ω καὶ πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι τὸ ζῶ­ο κου­νά­ει ἀ­κό­μα ἕ­να πό­δι. Σκύ­βω, τὸ κοι­τά­ζω ἀ­πὸ κον­τὰ καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ἕ­να μουρ­μου­ρη­τὸ ἀ­γω­νί­ας: «Helfen, Helfen!»* Τό­τε τὰ κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­λα.

        Μό­λις σκό­τω­σα τὸν Κάφ­κα.


* «Βο­ή­θεια, Βο­ή­θεια!» στὰ γερ­μα­νι­κά.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez, Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narrativo, Cátedra Letras Hispánicas, 2013.

Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles) γεν­νή­θη­κε στὴν Τε­νε­ρί­φη τὸ 1978. Σπού­δα­σε κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Día. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἐ­πί­σης ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ στὸ θέ­α­τρο. Πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γὲς γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα κα­θὼς ἐ­πί­σης ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ προ­σω­πι­κή του συλ­λο­γὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τὸ 2010 (Sólo 175 microrrelatos, Tenerife, 2010). Πα­ράλ­λη­λα δη­μο­σι­εύ­ει τὰ δι­η­γή­μα­τά του στὸ προ­σω­πι­κό του ἰ­στο­λό­γιο Hiperbreves S.A.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson): Τὸ φθι­νό­πω­ρο


 

 

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson)


Τὸ φθινόπωρο

(The Fall)


ΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ποὺ βρῆ­κε δυ­ὸ φύλ­λα καὶ μπῆ­κε βα­στών­τας τα στὸ σπί­τι λέ­γον­τας στοὺς γο­νεῖς του πὼς εἶ­ναι δέν­τρο.


       Κι αὐ­τοὶ τοῦ εἶ­παν ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι πή­γαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ μὴν κά­τσεις καὶ με­γα­λώ­σεις στὸ κα­θι­στι­κὸ δι­ό­τι οἱ ρί­ζες σου μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­στρέ­ψουν τὸ χα­λί.


       Αὐ­τὸς εἶ­πε πλά­κα ἔ­κα­να δὲν εἶ­μαι δέν­τρο κι ἔ­ρι­ξε τὰ φύλ­λα του.


       Ὅ­μως οἱ γο­νεῖς του εἶ­παν κοί­τα εἶ­ναι φθι­νό­πω­ρο.



Πη­γή: Russell Edson, The Tunnel: selected poems, Oberlin, Oberlin College Press, Field Poetry Series, 1994 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Russell Edson, What A Man Can See, Penland, The Jargon Society, 1969].

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson) (1935, Κο­νέ­κτι­κατ – 2014, Κο­νέ­κτι­κατ). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἐ­ξέ­δω­σε ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν, κα­θὼς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Τὰ σχέ­δια στὰ βι­βλί­α του τὰ ἔ­φτια­χνε ὁ ἴ­διος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ κει­μέ­νων Ὅ­ταν τὸ τα­βά­νι κλαί­ει (Αἰ­γό­κε­ρως, 1985) σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Ψιλὴ ἄμμος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Ψι­λὴ ἄμ­μος


Ο ΞΗΜΕΡΩΜΑ φτά­νουν στὸν πα­ρά­δει­σο, στὸ προ­στα­τευ­μέ­νο βα­σί­λει­ο τῆς ἄμ­μου. Ἔ­χουν ἀρ­κε­τὲς ὧ­ρες μέ­χρι νὰ κα­τα­φθά­σουν οἱ κυ­νη­γοὶ τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τά, τὰ ἀ­στρα­φτε­ρὰ ἀν­τί­σκη­να. Με­λα­χρι­νή, πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, ἔ­χει με­ρι­κὲς ὧ­ρες πα­ρέ­α μὲ τὰ κο­πά­δια ποὺ βολ­τά­ρουν ἀ­μέ­ρι­μνα. Σὲ λί­γο θὰ σφα­για­σθοῦν καὶ θὰ σερ­βι­ρι­σθο­ῦν μὲ ὡρα­ῖ­α μα­κα­ρό­νια.

       Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα. Πρὶν εἰ­σβά­λει μα­ζι­κὰ ὁ ξαν­θὸς κό­σμος ὑ­πῆρ­χε πολ­λὴ ὥ­ρα, ἀ­πί­στευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ἡ μέ­ρα ἔ­μοια­ζε ἀ­τε­λεί­ω­τη για­τί βά­ραι­ναν πά­νω της οἱ αἰ­ῶ­νες, αὐτοὶ οἱ μυ­στή­ριοι αἰ­ῶ­νες ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ πλημ­μύ­ρι­σαν τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρόν, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα ποὺ ἔ­φε­ρε σὲ τοῦ­τα ἐ­δῶ τὰ μέ­ρη ὁ ξαν­θὸς κό­σμος. Κά­πο­τε ὑ­πῆρ­χε ἐ­λά­χι­στο πα­ρόν, ὅ­σο ἀ­κρι­βῶς χρει­α­ζό­ταν ὥ­στε νὰ μὴν ξε­χνι­έ­ται ἡ μέ­ρα, νὰ μὴ λυ­γί­ζει κά­τω ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῶν αἰ­ώ­νων. Τό­τε ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρόν, ἦ­ταν ντρο­πα­λό, ἄ­κου­γε τοὺς με­γα­λυ­τέ­ρους του, πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του, δὲν ἔ­βγα­ζε γλώσ­σα, δὲν κρα­τοῦ­σε κα­κί­α, ἔ­λε­γε τὸν πό­νο του. Τό­τε ἦ­ταν τρυ­φε­ρὸ τὸ πα­ρὸν για­τί εἶ­χε κα­εῖ ἡ γού­να του ἀπὸ τὸν ἔ­ρω­τα. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ εἶ­ναι εὐγε­νι­κό, νὰ στέ­κε­ται στὴν ἄ­κρη καὶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ μὴν προ­δί­δει ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ βά­σα­νά του, νὰ μὴ δι­εκ­δι­κεῖ ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ μὴν χτυ­πά­ει τὸ πο­δα­ρά­κι του στὸ πά­τω­μα, νὰ μὴ μου­τρώ­νει, νὰ μὴν κα­κο­λο­γεῖ, νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει. Ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρὸν ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­στε­κε ἀ­μή­χα­νο, ἔ­τσι ὅ­πως περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το, ἔ­τσι ὅ­πως προ­σευ­χό­ταν κά­θε τό­σο στὸν ἄ­γνω­στο Θε­ό του. Τὸ με­γά­λω­ναν ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν οἱ αἰ­ῶ­νες, κα­μιὰ φο­ρὰ τοῦ ἔ­δι­ναν ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά τους, τοὺς ἔ­λε­γε κα­νέ­να εὐ­χα­ρι­στῶ, αἰ­σθα­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὴ εὐ­γνω­μο­σύ­νη, δὲν τοὺς γύ­ρι­ζε ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη. Ζοῦ­σε μα­ζί τους στὴν ἴ­δια γει­το­νιά, πή­γαι­νε στὸ ἴ­διο σχο­λεῖ­ο, ψώ­νι­ζε ἀ­πό τὰ ἴ­δια μα­γα­ζιά, σύ­χνα­ζε στὰ ἴ­δια στέ­κια, ἐ­ρω­τευ­ό­ταν τὶς ἴ­δι­ες γυ­ναῖ­κες, εἶ­χε κα­εῖ μά­λι­στα ἡ γού­να του ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα. Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἡ γού­να τοῦ πα­ρόν­τος κά­η­κε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα καὶ οἱ αἰ­ῶ­νες ἀνη­σύ­χη­σαν σο­βα­ρά, μέ­χρι τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο τὸ πα­ρὸν κι αὐτὸ τὸ ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὴ γει­το­νιά, τὸ ἔ­λε­γαν στὰ μα­γα­ζιά, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὰ σχο­λεῖ­α.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, πο­λι­τι­κὲς ἔ­πι­στη­μες, ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα μέ­χρι νὰ κα­τα­λη­φθεῖ ἀ­πὸ τὰ ἀ­σκέ­ρια τῶν δι­α­κο­πῶν ἡ πα­ρα­λί­α, κά­τι θυ­μᾶ­ται ἀ­πὸ τὴν ἐπο­χὴ ποὺ τὸ πα­ρὸν με­γά­λω­νε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε ὁ ξαν­θὸς κό­σμος καὶ τὸ ξε­σή­κω­σε, τοῦ σφύ­ρι­ξε στὸ αὐτί, τὸ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη, τὸ ἔ­πει­σε ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο αὐ­τό, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τὸ προ­ε­τοί­μα­ζαν, τὸ ἐμ­πό­δι­ζαν, δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τρα­βή­ξει τὸ δρό­μο του, τὸ στε­νο­χω­ροῦ­σαν, τοῦ ἔ­στη­ναν πα­γί­δες, τὸ εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­θλια γει­το­νιά, τὸ κρα­τοῦ­σαν αἰχ­μά­λω­το, τοῦ πέ­τα­γαν ψί­χου­λα ἐ­νῶ ἦ­ταν ὅ­λα δι­κά του, ἔ­πρε­πε νὰ τὰ δι­εκ­δι­κή­σει, νὰ ση­κω­θεῖ νὰ τὰ πά­ρει. Ἔ­πρε­πε νὰ σπά­σει τὰ δε­σμά, ν’ ἀ­γο­ρά­σει μη­χα­νή­μα­τα, νὰ μα­σου­λά­ει κά­τι ὅ­λη μέ­ρα, νὰ ντύ­νε­ται στὰ κα­λύ­τε­ρα μα­γα­ζιά, νὰ δι­εκ­δι­κεῖ τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ φω­νά­ζει παν­τοῦ τὸ δί­κιο του, νὰ συν­δι­κα­λί­ζε­ται, νὰ κα­τα­στρέ­φει ὅ,τι ἔ­βρι­σκε μπρο­στά του, νὰ χαί­ρε­ται, ν’ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, νὰ ἔ­χει ἄγ­χος, νὰ μὴν ἔ­χει κα­θό­λου χρό­νο, οὔ­τε γιὰ δεῖγ­μα. Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1965 τὸ πα­ρὸν στά­θη­κε στὰ πό­δια του κι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ πάν­τα, σι­γὰ σι­γὰ τὰ κα­τά­φε­ρε κι ἔ­τσι ἔ­χα­σε τε­λεί­ως τὸ χρό­νο του, ἀ­γό­ρα­σε μη­χα­νή­μα­τα, ἤ­πι­ε τὰ πιὸ ἀκρι­βὰ πο­τά, γκρί­νια­ξε, γά­μη­σε, ἔ­δει­ρε, τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα μὲ τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ἀπὸ τὸν Αὔγου­στο τοῦ 1965 καὶ με­τὰ τὸ πα­ρὸν προ­ό­δευ­σε ση­μαν­τι­κά, κά­λυ­ψε τὰ πάν­τα καὶ δὲν ἄ­φη­σε τί­πο­τα ὄρ­θιο, ἀνέ­τρε­ψε τὰ πάν­τα, ἄλ­λα­ξε γνώ­μη τρι­αν­τα­o­χτὼ χι­λιά­δες φο­ρές, ἔ­κα­νε τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σή του γιὰ νὰ ἔ­χει ἀ­να­μνή­σεις στὴ συν­τή­ρη­σή του, ἐγ­κα­θίδρυ­σε παν­τοῦ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α, ἔ­φα­γε χι­λιά­δες μπρι­ζό­λες, σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, κα­τέ­λα­βε τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς ἐ­νη­μέ­ρω­σης καὶ δὲν τὰ ἄ­φη­σε νὰ πά­ρουν ἀνά­σα, τὰ ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ λει­τουρ­γοῦν ἀ­στα­μά­τη­τα καὶ νὰ πλη­ρο­φο­ροῦν τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα ὅ­τι οἱ αἰ­ῶ­νες ὑ­πῆρ­ξαν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας της. Ἔτσι συ­νέ­βαι­νε πάν­τα, ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ μᾶς τὸ ἔ­κρυ­βαν, ὁ ξαν­θὸς κό­σμος μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε, οἱ ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τὰ μᾶς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν συ­νε­χῶς, οἱ αἰ­ῶ­νες βά­ραι­ναν ἐ­πι­κίν­δυ­να πά­νω μας καὶ δὲν μᾶς ἄ­φη­ναν ν’ ἀ­πο­λαύσου­με, ὅ­λα ἦ­ταν βα­ρε­τὰ καὶ ὑ­πῆρ­χε ἀ­πίστευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔ­λε­γαν, θυ­μόν­του­σαν πα­λι­ὲς ἀ­νύ­παρ­κτες ἱ­στο­ρί­ες, πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας τους. Μᾶς εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει στὴ φαν­τα­σί­α μας, νο­μί­ζα­με ὅ­τι οἱ γει­το­νι­ές μας εἶ­χαν τὸ ἀ­να­φαί­ρε­το δι­καί­ω­μα νὰ δι­αρ­κέ­σουν χί­λια χρό­νια. Οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ται μὲ φου­σκω­τὰ σὲ λί­γη ὥ­ρα τὰ ξαν­θὰ μαυ­ρισμέ­να κορ­μιά, ὁ στρα­τὸς τοῦ πα­ρόν­τος, ὁ ἐ­ξο­λο­θρευ­τὴς τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων ποὺ νο­μί­σα­με ὅ­τι μᾶς με­γά­λω­σαν ὅ­πως-ὅ­πως. Κά­πο­τε τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸ κι ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά­λα­βε τὸ λά­θος του, στά­θη­κε στὸ ὕ­ψος του καὶ κυ­ρί­ευ­σε τὴν οἰκου­μέ­νη.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, συ­νο­μή­λι­κη τοῦ πα­ρόν­τος. Σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, γνώ­ρι­σε τὸν Γιά­ννη στὴ Βε­νε­τί­α, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ζή­σουν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­λύ­τε­ρα στὸ πα­ρόν, μὲ λί­γα λο­γι­κὰ σχέ­δια γιὰ τὸ μέλ­λον. Ἡ Ἔρση ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, παν­τρεύ­τη­κε ἕ­ναν δη­μο­σι­ο­γρά­φο. Ἡ Βά­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, ἡ Μί­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, δη­μι­ουρ­γοῦν τὸ πα­ρόν τους καὶ δὲν ἔ­χουν κα­θό­λου χρό­νο, κυ­νη­γᾶ­νε τὸ πα­ρὸν καὶ σκέ­φτον­ται τί θὰ γί­νει με­τά, ἕ­να τε­ρά­στιο με­τὰ τοὺς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ ζή­σουν στὸ πα­ρὸν ὅ­πως ἔ­χουν ἀ­πο­φα­σί­σει μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες, μὲ τὶς ρα­κέ­τες τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ὑ­πάρ­χει συ­νε­χῶς ἕ­να με­τὰ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἀ­πο­σύρ­θη­καν οἱ τα­πει­νοὶ αἰ­ῶ­νες, προ­βάλ­λει ἀόρι­στο καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό, δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος γιὰ τί­πο­τα, ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀ­δη­φά­γο με­τά, στέ­κε­ται ἀ­δυ­σώ­πη­το, ἀ­γέ­ρω­χο, ἀ­πει­λη­τι­κό. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ τὸ μέλ­λον, ἐ­κεῖ­νο ἀ­πο­τε­λοῦ­σε προ­ϊ­ὸν τῆς φαν­τα­σί­ας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας ἐ­ξί­σου μὲ τοὺς αἰ­ῶ­νες, βά­ραι­νε μὲ τὴν ἴ­δια τα­πει­νό­τη­τα στὸν αἰώ­να τὸν ἅ­παν­τα, συγ­χω­νευ­ό­ταν κά­θε τό­σο μὲ τὸ πα­ρελ­θόν, ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νο κι ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ μέ­ση. Πρό­κει­ται γιὰ τὸ με­τά, αὐτὸ τὸ με­τὰ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ τὸ μο­να­δι­κὸ ὑ­παρ­κτὸ πα­ρόν, τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ με­τὰ ποὺ κά­νει τὸν Γιά­ννη ἀ­νύ­παρ­κτο, τὴν Ἔρση ἀ­νύ­παρκτη, τὴ Βά­να ἀ­νύ­παρ­κτη, τὴ Μί­να ἀνύ­παρ­κτη, τὶς πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες ἐν­τε­λῶς ἀνυ­πόλη­πτες, τὸν ξαν­θὸ κό­σμο νευ­ρι­κό, μὲ ἄγ­χος, χω­ρὶς κα­θό­λου χρό­νο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν τρυ­φε­ρό, εὐ­αί­σθη­το, ἀπρο­στάτευ­το, μπο­ροῦ­σες νὰ τοῦ δώ­σεις μιὰ καὶ νὰ τὸ λι­ώ­σεις σὰν ζω­ΰ­φιο καὶ τώ­ρα στέ­κει πά­νο­πλο, θω­ρα­κι­σμέ­νο, ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο, μπου­κω­μέ­νο ἀπὸ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, σι­δη­ρο­δέ­σμιο στὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς με­τὰ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο τοῦ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον ν’ ἁ­παλ­λα­γεῖ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἔ­κα­νε πέ­ρα τοὺς τα­πει­νοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα, μπο­ρεῖ νὰ ξα­πλώ­σει στὴν ἄμ­μο, σὲ λί­γο θὰ κα­τα­φθά­σουν τὰ φου­σκω­τά, θὰ κα­τέ­βουν σὲ πλή­ρη ἐ­ξάρ­τυ­ση καὶ θὰ ἐ­φαρμό­σουν τὸ πρό­γραμ­μα, θὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ δι­α­σκε­δά­σουν σω­στά, νὰ μὴν χά­σουν πο­λύ­τι­μο χρό­νο. Θὰ τοὺς δεῖ νὰ ἔρ­χον­ται θρι­αμ­βευ­τὲς ἀπὸ τὴ θά­λασ­σα, θὰ πλη­σιά­σουν σχη­μα­τί­ζον­τας ἕ­να τε­ρά­στιο με­τά, τί θὰ φᾶ­νε με­τά, θὰ σφά­ξου­νε κα­νέ­να ζῶ­ο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν ἄ­μη­χα­νο, ἀ­προ­στά­τευ­το, τρυ­φε­ρὸ καὶ τώ­ρα ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί πρό­κει­ται νὰ τοῦ συμ­βεῖ, τώ­ρα ποὺ ἔ­στει­λε στὸν ἀγύ­ρι­στο τοὺς αἰ­ῶ­νες.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz): Θυ­μᾶ­μαι



Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz)


Θυ­μᾶ­μαι

(Remember)


ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑΝ εἴ­κο­σι χρό­νια γιά νά γρα­φτεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α. Στό τέ­λος ἕ­νας δύ­της χά­νε­ται. Ἄν θέ­λε­τε νά στα­μα­τή­σε­τε τώ­ρα, αὐ­τό εἶ­ναι ὅ­λο κι ὅ­λο.

***

Τό πράγ­μα ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν, μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου, εἶ­δα τίς πορ­το­κα­λι­ές καί μαῦ­ρες ρί­γες ἑ­νός τί­γρη. Σκέ­φθη­κα πώς ἴ­σως ἤ­θε­λε νά φά­ει τό χέ­ρι μου, ἀλ­λ’ ἀν­τι­θέ­τω­ς ἔ­γλυ­φε ἤ­ρε­μα ἕ­να κου­τά­κι πα­γω­μέ­νου γι­α­ουρ­τιοῦ πε­τα­μέ­νου πά­νω στό βρώ­μι­κο ἔ­δα­φος τοῦ πα­ρά­δρο­μου μιᾶς πό­λης. Χλα­πά­κια­σε κά­θε στα­γό­να, κ’ ὕ­στε­ρα τό ἴ­διο τό κου­τά­κι τσά­κι­σε, στά σα­γό­νια του. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­πτά.

       Ὁ τί­γρης με­τα­φέρ­θη­κε πί­σω στόν ζω­ο­λο­γι­κό κῆ­πο (ἤ ἦ­ταν μιά ἰ­δι­ω­τι­κή κα­τοι­κί­α;), ἀλ­λά μ’ ἔ­κα­νε νά σκε­φτῶ πο­λύ γιά τόν ὠ­κε­α­νό. Πώς τά ζῶ­α ἐ­κεῖ, μέ με­ρι­κές ἐ­ξαι­ρέ­σεις, δέν φεύ­γουν πο­τέ. Μέ­νουν ὅ­που βρί­σκον­ται κι ὅ­λα τούς πα­ρέ­χον­ται. Εἶ­πα σέ κά­ποι­ον τί σκε­φτό­μουν. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα τό νε­ρό.

       Πολ­λοί στή ζω­ή μου μέ προ­ει­δο­ποί­η­σαν πώς ἡ σκέ­ψη δέν ἦ­ταν κα­λή, ὅ­μως λά­θευ­αν.

***

Νά φτά­σω στή θά­λασ­σα ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Ἔ­πρε­πε νά σπου­δά­σω, καί πο­τέ δέν ἤ­μουν πο­λύ κα­λός φοι­τη­τής. Ὁ­πο­τε­δή­πο­τε κά­ποι­ος προ­σπα­θοῦ­σε νά μοῦ δι­δά­ξει τό πα­ραμι­κρό, ἐ­γώ ἄρ­χι­ζα νά σκέ­πτο­μαι κά­τι ἄλ­λο. Ἄν ἤ­θε­λα νά μά­θω γιά τήν ποί­η­ση ἔ­πρε­πε νά κά­νω μα­θή­μα­τα μα­θη­μα­τι­κοῦ λο­γι­σμοῦ. Πῆ­ρε κά­ποι­α χρό­νια νά κα­τα­λά­βω πῶς νά ἰ­σορ­ρο­πῶ τά πάν­τα.

       Τό κα­λύ­τε­ρο μέ­ρο­ς γιά θα­λάσ­σια βι­ο­λο­γί­α βρι­σκό­ταν σέ μιά μα­κρι­νή βο­ρι­νή πό­λη, μέ κλί­μα σά φου­σκω­τό ἄ­νο­ρακ, ὅ­που τά νού­με­ρα μέ­τρη­σης τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας ἦ­σαν δι­α­φο­ρε­τι­κά.

       Ἕ­να τμῆ­μα τοῦ προ­γράμ­μα­τος ἦ­ταν στό κέν­τρο τῆς πό­λης, κι ἕ­να ἄλ­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε συ­χνές ἐκ­δρο­μές σ’­ ἕ­ναν δο­ρυ­φο­ρι­κό campus ὅ­που πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζε μέ μα­θη­τεί­α  σέ κά­στρο με­σαι­ω­νι­κοῦ τύ­που, πλῆ­ρες ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν, μέ μιάν αὐ­στη­ρή δο­μή ἀ­πό κά­στες, ἀ­πορ­ρι­πτι­κούς προ­φέ­σο­ρες, καί με­γά­λες φι­λί­ες ἑ­νω­μέ­νες μέ ἀ­παί­σι­ες ἀ­πο­φο­ρές. Ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης δι­δα­σκό­μα­σταν πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ου­με κά­τω ἀ­π’ τό νε­ρό. Τώ­ρα κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κό ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦ­ταν ἀ­πο­δε­κτό.

       Ἤ­μουν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά πά­ρω πτυ­χί­ο μέ δι­πλό major, γιά νά θυ­μᾶ­μαι ὅ,τι­δή­πο­τε, καί γι­’ ­αὐ­τό εἶ­μαι καί βι­ο­λι­στής.

***

Γιά λί­γο ἔ­μει­να σέ κεί­νη τή βο­ρι­νή πό­λη, με­τά πῆ­γα σ’­ἕ­να ἰν­στι­τοῦ­το ἔ­ρευ­νας στήν βι­ο­λο­γί­α μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον στό κτί­σι­μο ὑ­πο­θα­λάσ­σι­ων πό­λε­ων. Με­τροῦ­σαν τή θερ­μο­κρα­σί­α μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Πραγ­μα­τι­κά βο­ή­θη­σε νά μά­θω μιά νέ­α γλώσ­σα καί νά ἀ­να­πτύσ­σω ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Στό τέ­λος ἐ­πι­λέ­χτη­κα ὡς ἕ­νας ἀ­πό τούς πρώ­τους κα­τοί­κους. Θά τε­στά­ρι­ζα τά σχέ­δια.

       Κα­θώς τό πεί­ρα­μα συ­νε­χι­ζό­ταν γιά λί­γο καί πιά δέν ἔ­νι­ω­θα τί­πο­τα γιά τούς ἀν­θρώ­πους στή στε­ριά, δι­ά­λε­ξα νά πα­ρα­μεί­νω ὑ­πο­βρύ­χι­ο­ς ὅ­σο τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τῆς ὁ­μά­δας πῆ­γαν πί­σω ὅ­ταν ὅ­λοι θε­ω­ρη­θή­κα­με ὡς ἀ­πο­τυχόν­τες, ἀλ­λά ὁ ἴ­διος τούς εἶ­πα πώς ἐ­κει­πέ­ρα εἶ­χα ἕ­ναν κῆ­πο.

       Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραῖ­α νά ‘­χω ξε­χα­στεῖ. Τά ζῶ­α ἦ­σαν πι­στά στη φύ­ση τους, καί δέ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν. Εἶ­χα ποι­κι­λί­ες φυ­τῶν μέ μό­νι­μα προ­βλή­μα­τα, καί ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­μουν ἕ­να μου­σι­κό πρό­γραμ­μα μέ ἕ­να δα­νει­κό βι­ο­λί ἀ­πό ἴ­νες ἄν­θρα­κα.

***

Κα­θώς τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν δού­λευ­α καί κα­τέ­γρα­φα πώς τά ζῶ­α καί ἡ ζω­ή τῶν φυ­τῶν προ­σαρ­μο­ζό­ταν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κλί­μα­τα. Τό­τε ἦρ­θε ὁ προ­α­να­φερ­θείς δύ­της, μέ μαύ­ρη φόρ­μα καί μιά δε­ξα­με­νή.

       «Ἔ­πε­σα πά­νω σου τυ­χαῖ­α σέ κά­τι πα­λι­ές χαρ­τοῦ­ρες» εἶ­παν, «καί ἤ­θε­λα νά βε­βαι­ω­θῶ πώς δέν ἦ­ταν λά­θος».

       Μέ­σα ἀ­π’ τίς μά­σκες τους πα­ρα­τή­ρη­σα πώς εἶ­χαν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βλέμ­μα, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦ­σα νά ξε­χω­ρί­σω ἄν ἦ­ταν οἶ­κτος, ἤ ἀ­η­δί­α, ἤ σκέ­τα τό πρό­σω­πό τους

***

Ἡ πό­λη ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεί, ἀλ­λά τά φυ­τά δέν με­γά­λω­ναν πο­λύ, καί δέν εἶ­χα πολ­λά νά πῶ. Προ­σφέρ­θη­κα νά τούς παί­ξω λί­γη μου­σι­κή. Ἦ­σαν πο­λύ εὐ­γε­νι­κοί καί εἶ­παν πώς ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν ἐ­πι­φά­νεια.

       Πέ­ρα ἀ­π’ ­αὐ­τό πο­τέ δέν γύ­ρι­σαν στήν ἐ­πι­φά­νεια, ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ. Κα­νέ­να νέ­ο τους δέν μα­θεύ­τη­κε πο­τέ ἀ­πό κα­νέ­να.

       Ὑ­περ­γεί­ως εἶ­ναι κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό ὅ­ταν κά­ποι­ος χά­νε­ται, γι­’ ­αὐ­τό μιά ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα βγῆ­κε νά ψά­ξει τόν δύ­τη, κι ὅ­τα­ν βρῆ­καν ἐ­μέ­να, ἤ­ξε­ρα πώς τό πεί­ρα­μα ὁ­ρι­στι­κά εἶ­χε φτά­σει στό τέ­λος του. Ἔ­πρε­πε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τήν πό­λη μου. Ἄν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θά ἔ­πρε­πε νά τά σβή­σω.

***

Ἡ γῆ δέν δί­νει τήν ἴ­δια αἴ­σθη­ση ὅ­πως πρίν φύ­γω. Κα­τά και­ρούς ξε­χνά­ω πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ω αὐ­τόν τόν ἀ­έ­ρα, πώς νά περ­πα­τά­ω, πώς νά χρη­σι­μο­ποι­ῶ τά χρή­μα­τα, πώς νά μι­λά­ω στούς ἄλ­λους χω­ρίς μέ κά­ποι­ο τρό­πο νά τούς πλη­γώ­νω καί πώς νά εἶ­μαι συ­νη­θι­σμέ­νο ἄ­το­μο. Κα­νείς δέ μέ θυ­μᾶ­ται, κι ἔ­τσι κα­νείς δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νά μέ βο­η­θή­σει νά θυ­μᾶ­μαι.

       Δέν μπο­ρῶ ὅ­μως νά πά­ω πί­σω, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὄ­χι δί­χως μιάν ἐ­ρευ­νη­τι­κή ἐ­πι­δό­τη­ση, πού κα­νείς δέν θέ­λει νά χρη­μα­το­δο­τή­σει. Τό νά συγ­κεν­τρω­θῶ ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη μιά φο­ρά δυ­σχε­ρέ­στε­ρο. Δέν μπο­ρῶ νά προ­βλέ­ψω τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια.

       Ἡ ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα πο­τέ δέν κα­τά­λα­βε ποῦ χά­θη­κε ὁ δύ­της. Ἴ­σως τόν κα­τά­πι­ε κα­μιά ὑ­πο­θα­λάσ­σια μαύ­ρη τρύ­πα. Ἀ­π’ ὅ­σο ξέ­ρου­με εἶ­ναι μυ­στή­ριο.

       Ἀλ­λά ἔρ­χον­ται στιγ­μές πού γί­νο­μαι κα­κός. Μπο­ρῶ νά φαν­τα­στῶ τόν δύ­τη κρυμ­μέ­νο, νά μέ πε­ρι­μέ­νει νά φύ­γω, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τό μι­σό τοῦ κύ­κλου, ὅ­πως ἐ­γώ συμ­πλή­ρω­σα τό δι­κό μου. Κα­θέ­νας βρί­σκον­τας ἐ­κεῖ­νο πού ἄ­φη­σε πί­σω του ὁ ἄλ­λος: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να πα­ρα­τη­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να ἐ­ρεί­πιο τοῦ μέλ­λον­τος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ ἱ­στο­λό­γιο JMWW (09.10.2019):

https://jmwwblog.wordpress.com/2019/10/09/flash-fiction-remember-by-dan-schwartz/

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Washington, DC καὶ ζεῖ στὴν Arizona. Ἐρ­γα­σί­α του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις The Fa­bu­list, Ne­ces­sary Fi­ction καὶ Joy­land.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὰ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τῆς Paula Borowska.

Σπύρος Ν. Παππᾶς: Κουνέλι στιφάδο


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Κου­νέ­λι Στι­φά­δο


ΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟΝ και­ρό, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ μὲ γνω­ρί­σει ἐ­πι­τέ­λους στὴ μη­τέ­ρα της. Ἴ­σως ἔ­τσι θὰ ἡ­σύ­χα­ζε. Καὶ ἐ­κεί­νη, καὶ ἡ μη­τέ­ρα της. Στὸ τρα­πέ­ζι ὑ­πῆρ­χε σερ­βι­ρι­σμέ­νο κου­νέ­λι στι­φά­δο. Στὸ πιά­το μου, ἀ­νά­με­σα στὸ κρέ­ας καὶ τὰ κρεμ­μύ­δια, δι­έ­κρι­να τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ μά­τι τοῦ κου­νε­λιοῦ. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ κοι­τοῦ­σε δι­ε­ρευ­νη­τι­κά. Ἄν­τε τώ­ρα νὰ ἐ­ξη­γεῖς ὅ­τι δὲν τρῶς κου­νέ­λι, καὶ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­νε­λά­κι πού σοῦ εἴ­χα­νε χα­ρί­σει γιὰ κα­τοι­κί­διο, ὅ­ταν πα­ρα­με­γά­λω­σε, τὸ δώ­σα­νε στὸν θεῖ­ο Δη­μή­τρη γιὰ νὰ τὸ ξε­πα­στρέ­ψει. Καὶ ὅ­τι τὴν ἴ­δια μέ­ρα, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, μο­σχο­βο­λοῦ­σε τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ κρεμ­μύ­δι, τὰ δαφ­νό­φυλ­λα καὶ τὴ ντο­μά­τα, ποὺ μα­γεί­ρευ­αν τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο στι­φά­δο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἔ­τρω­γες. Ἔ­πι­α­σα μιὰ γεν­ναί­α πι­ρου­νιὰ καὶ τὴν ἔ­βα­λα γρή­γο­ρα στὸ στό­μα μου, ἀ­φοῦ πα­ρα­μέ­ρι­σα τὸ μά­τι. Ὡς γνω­στόν, ὁ ἔ­ρω­τας περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ στο­μά­χι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να: Prosciutto Crudo



Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να


Prosciutto Crudo

 

ΚΥΡΙΑ Λ. ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ καὶ νὰ αἰ­σθά­νε­ται σὰν κα­τσα­ρί­δα ὅ­ταν ἔπι­α­σε δου­λειὰ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Λου­τρο­θε­ρα­πευ­τη­ρί­ου. Ἡ κυ­ρί­α Λ., πρώ­ην πρι­μαν­τό­να, ἔ­χα­σε τὴ φω­νή της δί­χως ὁ για­τρὸς νὰ ἀ­πο­δελ­τι­ώ­σει τὴν ἀ­σθέ­νειά της ἢ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἀ­γω­γή. Ἔ­τσι ὁ ἐρ­γο­δό­της της γλύ­τω­σε τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση, αὐ­τὴ ἔ­μει­νε μουγ­κὴ καὶ τὸ ἐ­νοί­κιό της ἀ­πλή­ρω­το. Πῶς νὰ τὸ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ τὴν πε­τοῦ­σαν σὰ στη­μέ­νη λε­μο­νό­κου­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Στὸ ὑ­πό­γει­ο ἡ ὑ­γρα­σί­α δι­είσ­δυ­σε ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους τοῦ δέρ­μα­τος στὰ κύτ­τα­ρά της καὶ τὰ μού­λια­σε. Ἕ­να κολ­λῶ­δες ὑ­γρὸ ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­τσα­ρί­δες κύ­λη­σε στὸ αἷ­μα της. Μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ σα­πί­λας κόλ­λη­σε στὴ σάρ­κα της. Τὸ ἄ­φω­το σκο­τά­δι δι­έ­τα­ξε καὶ ἐ­πα­να­δι­έ­τα­ξε τὰ ρα­βδί­α καὶ τὰ κο­νί­α τοῦ ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ της. Μέ­χρι νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ. Συ­νάν­τη­σε καὶ ἄλ­λες ἐρ­γα­ζό­με­νες ἐ­κεῖ ποὺ θύ­μι­ζαν κα­τσα­ρί­δες, καὶ τῆς κόλ­λη­σαν πα­ρα­τσού­κλι, ἡ μουγ­κή. Ἐρ­γα­ζό­με­νες ἀ­πε­χθεῖς γιὰ τὶς ὑ­πέρ­γει­ες αὐ­τά­ρε­σκες ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, εἶ­χαν ὅ­μως ἕ­να προ­νό­μιο. Κολ­λη­μέ­νες ὅ­πως ἦ­ταν τρι­γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μα­γει­ρεῖ­α εἶ­χαν πρό­σβα­ση στὸ τυ­ρί, στὸ γι­α­ούρ­τι, στὸ κρέ­ας, στὰ ψά­ρια καὶ σὲ ἄλ­λα τρό­φι­μα ποὺ ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ταν στὰ ντου­λά­πια καὶ στὰ ψυ­γεῖ­α. Τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­αλ­λεί­μα­τος ἔ­τρω­γαν μπα­νά­νες, μῆ­λα καὶ ψη­τὸ κο­τό­που­λο μὲ πα­τά­τες.

       Ἡ κυ­ρί­α Λ. πού εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στοὺς κα­τσα­ρι­δό­μορ­φους ἀν­θρώ­πους ὀ­σμί­στη­κε τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Γκ.. Τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρό του καὶ τὸν εἶ­δε ὄρ­θιο μὲ τὰ μπρο­στι­νὰ πο­δα­ρά­κια κολ­λη­μέ­να στὸ περ­βά­ζι. Γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια ἡ κυ­ρί­α Λ. πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ Γκ. ἀ­πὸ τὸ φεγ­γί­τη τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός της ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γί­νε­ται ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὸς ἡ­μέ­ρω­σε. Ἡ κυ­ρία Λ. πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό. Αὐ­τὸς ἀ­να­θάρ­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ γε­μά­το οἰ­κει­ό­τη­τα βλέμ­μα καὶ μὲ ἕ­να σάλ­το βρέ­θη­κε στὸ περ­βά­ζι, στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ σπι­τιοῦ, στὸ δρό­μο, στὸ ἡ­μι­ϋ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα. Αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σε τυ­ρὶ ροκ­φόρ, prosciuto crudo καὶ λά­δι. Αὐ­τὸς ἔ­πε­σε λαί­μαρ­γα στὸ δί­σκο καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸν ἔ­γλει­ψε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί του καὶ κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τὴν κυ­ρί­α Λ. πού, νά, πά­τη­σε ἕ­να πλῆ­κτρο καὶ οἱ νό­τες τοῦ Tango Poema ξε­χύ­νον­ται στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Ὁ Γκ. κόλ­λη­σε τὰ μπρο­στι­νὰ δε­ξιὰ πο­δα­ρά­κια στὸ δε­ξὶ χέ­ρι της, τὰ με­σαῖ­α ἀ­ρι­στε­ρὰ πο­δα­ρά­κια στὴ μέ­ση της καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Χό­ρε­ψαν ὥ­σπου ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι ἔ­πε­σαν στὸ πά­τω­μα, κυ­λί­στη­καν, πά­λε­ψαν, ἔ­σμι­ξαν λυσ­σα­λέ­α τὰ στε­ρε­ά, τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ μυ­ρω­δι­κά τους καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν. Ὅ­ταν ὁ Γκ. ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του ἐ­νε­ὸς κοί­τα­ξε τὶς φλέ­βες του στὶς ἀν­τρι­κὲς πα­λά­μες, ἕ­να-ἕ­να τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τῆς κα­θε­μιᾶς. Κοί­τα­ξε τοὺς καρ­πούς, τοὺς ὤ­μους, τὸ στῆ­θος, τὸ φύ­λο, τὰ πέλ­μα­τά του. Ἔπι­α­σε τὰ μαλ­λιά του, ἔπι­α­σε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βλέμ­μα του στρά­φη­κε στὴ ρι­κνο­πρό­σω­πη μουγ­κὴ στὰ σα­νί­δια. Εἶ­δε βα­θιὲς ρυ­τί­δες νὰ αὐ­λα­κώ­νουν γε­ρα­σμέ­να μά­τια, τὸ κρε­μα­σμέ­νο σα­γό­νι, τὰ κρε­μα­σμέ­να καὶ δι­πλω­μέ­να κρέ­α­τα τοῦ γυ­μνοῦ κορ­μιοῦ της. Ση­κώ­θη­κε καὶ μὲ ἀρ­γά,  ἀ­θό­ρυ­βα, ἀ­νά­πο­δα σὰν πη­δη­χτὰ βή­μα­τα, ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα, κρύ­βον­τας τὰ ἀ­χα­μνά του μὲ τὰ χέ­ρια,  ἄ­νοι­ξε καὶ δὲ γύ­ρι­σε οὔ­τε γιὰ νὰ κλεί­σει. Κα­νο­νι­κά. Αὐ­τὴ τὸν εἶ­δε νὰ σβή­νει μιὰ γκρί­ζα χα­ραυ­γὴ ὥ­σπου βα­σί­λε­ψε καὶ τὸ δι­κό της βλέμ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­νε­ζί­να Μά­νου (Δῆ­μος Πέλ­λας). Σπού­δα­σε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­, Παι­δα­γω­γι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Θέ­α­τρο στὴν Ἀ­θή­να, στὸ Λον­δί­νο, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Πρά­γα. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ ὑ­παλ­λη­λι­κὲς θέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸ Στρα­τὴ Χα­βια­ρᾶ στὸ Κέν­τρο Ἑλ­λη­νι­κῶν σπου­δῶν τοῦ Χάρ­βαρντ. Τὸ διήγημά της «Ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ» διακρίθηκε στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Ἱστορίες ἐγκλεισμοῦ τῆς σχό­λης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.