Τζάνετ Φρέιμ (Janet Frame): Τὰ πουλιὰ ἄρχισαν τὸ τραγούδι


Τζά­νετ Φρέ­ιμ (Janet Frame)


Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι

(The birds began to sing)


Α ΠΟΥΛΙΑ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ὑ­πῆρ­χαν τέσ­σε­ρα ἐ­κεῖ καὶ κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ ἦ­ταν κό­τσυ­φες. Καὶ ‘γὼ τοὺς εἶ­πα, τί τρα­γου­δᾶ­τε μέ­ρα καὶ νύ­χτα, κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο καὶ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ βρο­χὴ καὶ μὲς στὸν ἄ­νε­μο ποὺ κά­νει τὶς κορ­φὲς τῶν δέν­τρων ἀ­ση­μι­ές;

        Τρα­γου­δᾶ­με, εἶ­παν. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ μό­λις ἀρ­χί­σα­με καὶ ἔ­χου­με πο­λὺ ἀ­κό­μα νὰ τρα­γου­δή­σου­με καὶ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ στα­μα­τή­σου­με, πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σου­με καὶ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸ τρα­γού­δι.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἔ­βα­λα τὸ παλ­τό μου καὶ περ­πά­τη­σα στὴ βρο­χὴ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ λό­φο. Περ­πά­τη­σα μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­λη γε­μά­τα κόκ­κι­νο νε­ρό, κα­τέ­βη­κα χαν­τά­κια γε­μά­τα συμ­φο­ρί­καρ­πους κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κα πά­λι μέ­σα ἀ­πὸ χαν­τά­κια ὅ­που φύ­τρω­ναν ἀ­γρι­ό­χορ­τα κι ἀμ­μό­φι­λα καὶ πέ­ρα­σα ρυά­κια ποὺ δί­πλα τους φύ­τρω­νε λι­νά­ρι, χορ­τά­ρι καὶ μα­νού­κα.

        Εἶ­δα ἕ­να πεῦ­κο στὴν κορ­φὴ ἑ­νὸς λό­φου.

        Εἶ­δα ἕ­ναν κο­ρυ­δαλ­λὸ νὰ βου­τά­ει μὲς στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται.

        Εἶ­δα ὅ­τι χι­ό­νι­ζε κά­που πέ­ρα ἀ­π’ τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μουν ἐ­γώ.

        Στά­θη­κα πά­νω σ’ ἕ­να λό­φο καὶ κοί­τα­ξα γιὰ ὥ­ρα πολ­λή.

        Δὲν τρα­γου­δοῦ­σα. Προ­σπά­θη­σα νὰ τρα­γου­δή­σω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ κά­ποι­ο τρα­γού­δι.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πί­σω στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­που ἔ­με­να καὶ κά­θη­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς πόρ­τας κι ἀ­φουγ­κρά­στη­κα. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κα μὲ τὸ κε­φά­λι καὶ τὰ μά­τια μου, μὲ τὸ μυα­λὸ καὶ μὲ τὰ χέ­ρια μου.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἦ­ταν κό­τσυ­φες ποὺ κά­θον­ταν πά­νω στὸ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λο καὶ πη­δοῦ­σαν πά­νω στὶς μη­λι­ές.

        Ἦ­ταν τέσ­σε­ρεις καὶ εἴ­κο­σι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τρα­γου­δοῦ­σαν.

        Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι, εἶ­πα. Πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Εἶ­μαι ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο ὃν καὶ δι­α­βά­ζω βι­βλί­α, ἀ­κού­ω μου­σι­κὴ καὶ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω τυ­πο­γρα­φη­μέ­νες εἰ­κό­νες. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω λέ­ξεις σὲ ζω­η­ρὸ ἀν­τάν­τε ρυθ­μὸ νὰ τρα­γου­δι­οῦν­ται, νὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται στὴ σκη­νή, νὰ γρά­φον­ται. Ἔ­τσι εἶ­πα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τρα­γου­διοῦ, πεῖ­τέ το μου καὶ θὰ τὸ γρά­ψω ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κοῦ­τε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου παιγ­μέ­νο ἀ­π’ τοὺς κα­λύ­τε­ρους μου­σι­κούς, θὰ νι­ώ­θε­τε τό­σο ὡ­ραῖ­α ἀ­κού­γον­τάς το, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Στα­μά­τη­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ἔ­ξω ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε. Ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ τὸ τρα­γού­δι εἶ­χε σι­ω­πή­σει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα https://timehasflewn.tumblr.com/ || Janet Frame The Birds Began to Sing ἀπὸ τὸ Janet Frame, Sto­ries and Poems (2004). Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς The Lagoon and Other Stories (1951), καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς The Pocket Mirror (1967):

https://timehasflewn.tumblr.com/post/20487219689/the-birds-began-to-sing-a-short-story-by-janet

 

Janet Frame (Τζά­νετ Φρέ­ιμ): Ἡ Nene Janet Paterson Clutha (28 Αὐ­γού­στου 1924 – 29 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2004) εἶ­ναι Νε­ο­ζη­λαν­δὴ συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὴ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τζά­νετ Φρέ­ιμ. Ἔ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, νε­α­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ μιὰ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή της κα­ρι­έ­ρα, ἡ Φρέ­ιμ ἔ­γι­νε γνω­στὴ καὶ λό­γω τῆς τρα­γι­κῆς προ­σω­πι­κῆς της ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ χρό­νια ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, γλί­τω­σε ὡς ἐκ θαύ­μα­τος τὴ λο­βο­το­μή, λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴ χει­ρουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των κέρ­δι­σε ἀ­πρό­σμε­νά το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τὰ τὴ βρά­βευ­σή της, ἡ ἐ­πέμ­βα­ση ἀ­κυ­ρώ­θη­κε. Ἡ Τζά­νετ Φρέ­ιμ, ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της, ἕν­τε­κα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρεις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἕ­να βι­βλί­ο νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α της σὲ τρεῖς τό­μους. Πέ­θα­νε στὸ Ντού­νεν­τιν τῆς Φλό­ριν­τας στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2004, σὲ ἡ­λι­κί­α 79 ἐ­τῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin): Ὁ Τζόκεϊ μου


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin)


Τζό­κε­ΐ μου

(My Jockey)


’ ΑΡΕΣΕΙ νὰ δου­λεύ­ω στὰ Ἐ­πεί­γον­τα – ὅ­πως καὶ νά ‘χει, γνω­ρί­ζεις ἄν­τρες ἐ­κεῖ. Πραγ­μα­τι­κοὺς ἄν­τρες, ἥ­ρω­ες. Πυ­ρο­σβέ­στες καὶ τζό­κε­ϊ. Ἔρ­χον­ται συ­νέ­χεια στὰ Ἐ­πεί­γον­τα. Οἱ τζό­κε­ϊ ἔ­χουν ὑ­πέ­ρο­χες ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες. Σπᾶ­νε κό­κα­λα συ­νέ­χεια ἀλ­λὰ τὰ μπαν­τά­ρουν ὅ­πως-ὅ­πως καὶ ξα­να­τρέ­χουν στὴν ἑ­πό­με­νη κούρ­σα. Οἱ σκε­λε­τοί τους μοιά­ζουν μὲ δέν­τρα, μὲ ἀ­να­συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­νους βρον­τό­σαυ­ρους. Μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­βα­στια­νοῦ.

        Ἐ­γὼ ἀ­να­λαμ­βά­νω τοὺς τζό­κε­ϊ για­τί μι­λά­ω ἱ­σπα­νι­κὰ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι Με­ξι­κά­νοι. Ὁ πρῶ­τος τζό­κε­ϊ ποὺ γνώ­ρι­σα ἦ­ταν ὁ Μου­νιόθ. Θε­έ μου. Γδύ­νω ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ δὲν εἶ­ναι σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, μοῦ παίρ­νει κά­ποι­α λε­πτά. Ὁ Μου­νιὸθ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἐ­κεῖ, ἀ­ναί­σθη­τος, Ἀζ­τέ­κος θε­ὸς σὲ μι­νι­α­τού­ρα. Ἐ­πει­δὴ τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν πο­λύ­πλο­κα, ἔ­νι­ω­θα λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σα ἕ­να πο­λυ­σύν­θε­το τε­λε­τουρ­γι­κό. Ἐ­κνευ­ρι­στι­κό, κα­θὼς χρει­ά­στη­κε πο­λὺς χρό­νος, ὅ­πως στὸν Μι­σί­μα ὅ­που χρει­ά­ζον­ται τρεῖς σε­λί­δες γιὰ νὰ βγά­λει τὸ κι­μο­νό της μιὰ κυ­ρί­α. Τὸ βα­θυ­πόρ­φυ­ρο σα­τὲν που­κά­μι­σό του εἶ­χε πολ­λὰ κουμ­πιὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ ὤ­μου καὶ σὲ κά­θε μι­κρο­σκο­πι­κὴ μαν­σέ­τα· τὸ παν­τε­λό­νι του ἔ­σφιγ­γε μὲ πε­ρί­πλο­κο δέ­σι­μο κορ­δο­νι­ῶν, πραγ­μα­τι­κοὺς προ-κο­λομ­βια­νοὺς κόμ­πους. Οἱ μπό­τες του μύ­ρι­ζαν κο­πριὰ καὶ ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὲς καὶ λε­πτο­κα­μω­μέ­νες σὰν τῆς Στα­χτο­πού­τας. Κι αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται, ἕ­νας μα­γε­μέ­νος πρίγ­κι­πας.

        Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ξυ­πνή­σει, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει τὴ μη­τέ­ρα του. Δὲν κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι μου, ὅ­πως κά­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ γαν­τζώ­θη­κε στὸν λαι­μό μου, κλαί­γον­τας μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ Mama­cita! Mama­cita! (1) Ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­φή­σει τὸν δρα Τζόν­σον νὰ τὸν ἐ­ξε­τά­σει ἦ­ταν νὰ τὸν κρα­τά­ω στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ νὰ τὸν κου­νά­ω σὰν μω­ρό. Ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος σὰν παι­δὶ ἀλ­λὰ δυ­να­τός, μυ­ώ­δης. Ἕ­νας ἄν­τρας στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὀ­νει­ρε­μέ­νος ἄν­τρας; Ὀ­νει­ρε­μέ­νο μω­ρό;

        Ὁ δρ Τζόν­σον σφούγ­γι­σε τὸ μέ­τω­πό μου κα­θὼς με­τέ­φρα­ζα. Εἶ­χε στὰ σί­γου­ρα σπα­σμέ­νη κλεί­δα, του­λά­χι­στον τρί­α σπα­σμέ­να πλευ­ρά, πι­θα­νῶς καὶ δι­ά­σει­ση. Ὄ­χι, εἶ­πε ὁ Μου­νιόθ. Ἔ­πρε­πε νὰ τρέ­ξει στὶς αὐ­ρια­νὲς κοῦρ­σες. Πή­γαι­νέ τον γιὰ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, εἶ­πε ὁ δρ Τζόν­σον. Ἐ­φό­σον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­πλώ­σει στὸ φο­ρεῖ­ο τὸν κου­βά­λη­σα στὸν δι­ά­δρο­μο, σὰν τὸν Κὶνγκ-Κόνγκ. Ἔ­κλαι­γε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, τὰ δά­κρυ­ά του μού­σκε­ψαν τὸ στῆ­θος μου.

        Πε­ρι­μέ­να­με τὸν χει­ρι­στὴ τοῦ ἀ­κτι­νο­λο­γι­κοῦ μη­χα­νή­μα­τος στὸν σκο­τει­νὸ θά­λα­μο. Τὸν κα­θη­σύ­χα­ζα ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να μ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Cal­mate, lin­do, calma­te. De­spa­cio… de­spa­cio(2). Σι­γὰ… σι­γά. Ἡ­σύ­χα­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­φυ­σά­ει καὶ νὰ ρου­θου­νί­ζει ἁ­πα­λά. Χά­ι­δε­ψα τὴν ἐ­ξαί­σια πλά­τη του. Ρί­γη­σε καὶ τρε­μού­λια­σε σὰν τὴ ρά­χη ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου που­λα­ριοῦ. Ἦ­ταν θαυ­μά­σιο.


(1) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Μα­νού­λα μου! Μα­νού­λα μου!
(2) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Ἠ­ρέ­μη­σε, ὀ­μορ­φού­λη, ἠ­ρέ­μη­σε.


Πηγή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Τζό­κε­ΐ μου» («My Jockey») δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Berkeley Monthly (1983) καὶ πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς συλ­λο­γές: Phan­tom Pain (Tom­bou­ctou Books – 1984) καὶ Ho­me­sick ( Black Spar­row Press – 1990). Σή­με­ρα πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ A Ma­nual for Clea­ning Wo­men (Farrar, Straus and Giroux – August 2015).Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ τί­τλο Ὁ­δη­γί­ες γιὰ οἰ­κια­κὲς βο­η­θούς σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Κα­τε­ρί­νας Σχι­νᾶ γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Στε­ρέ­ω­μα (1η ἔκ­δο­ση Νο­έμ­βριος 2018).

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin), (12 Νοεμβρίου 1936-12 Νοεμβρίου 2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της δὲν ἦ­ταν εὐ­ρέ­ως γνω­στή, ὡ­στό­σο εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ἀλ­λὰ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νο κοι­νό. Ἀ­πέ­κτη­σε ξαφ­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φή­μη ἕν­τε­κα χρό­νια με­τὰ τὸν θά­να­τό της, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2015, ὅ­ταν οἱ ἐκ­δό­σεις Farrar, Straus and Giroux ἐ­ξέ­δω­σαν μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των σὲ ἕ­ναν τό­μο, A Manual for Cleaning Women, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Stephen Emerson. Μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν εὐ­πώ­λη­των τοῦ New York Times καὶ μέ­σα σὲ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­φε­ρε νὰ ση­μει­ώ­σει με­γα­λύ­τε­ρες πω­λή­σεις ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να βι­βλί­α της μα­ζί. Ἐ­πί­σης, μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν 10 κα­λύ­τε­ρων βι­βλί­ων τοῦ 2015 τοῦ New York Times Book Review καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Kirkus.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.


Αὐγὴ Λίλλη: Ἀνάποδα



Αὐγὴ Λίλλη


Ἀ­νά­πο­δα


ΑΠΛΩΣΕ ἀ­νά­πο­δα. Μὲ τὶς πα­τοῦ­σες νὰ κοι­τά­ζουν τὸ κε­φα­λά­ρι. Αὐ­τὸ κά­νει, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ὕ­πνο. Μπᾶς καὶ ἀλ­λά­ξει λί­γο ἡ ἐ­νέρ­γεια, ἡ ρο­ὴ τῶν πραγ­μά­των. Ἂν δὲν κά­νει κρύ­ο, ἀ­νοί­γει καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δρό­μου εἶ­ναι μο­νί­μως ἐ­κτὸς λει­τουρ­γί­ας καί, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­θα­ρὸς ὁ οὐ­ρα­νός, τὰ ἀ­στέ­ρια δι­α­κρί­νον­ται λαμ­πε­ρά. Ση­κώ­νε­ται. Τρα­βᾶ τὴν κουρ­τί­να. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω: Σε­πτέμ­βριος, ξα­στε­ριά. Τὰ μά­τια δὲν λέ­νε νὰ κλεί­σουν. Θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δι­κὸ βι­βλί­ο ποὺ τοὺς εἶ­χε πά­ρει ἡ μα­μὰ μὲ τὸν Κα­λὸ Μά­γο ποὺ δί­δα­σκε ἀ­στρο­νο­μί­α. Δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει καὶ πολ­λά, ἀλ­λὰ δι­α­κρί­νει ἀ­κό­μα τὶς Ἄρ­κτους, τὸν Ὠ­ρί­ω­να, τὸν Δρά­κον­τα, μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν Δί­α καὶ τὸν Κρό­νο… Βλέ­πει τὴν οὐ­ρὰ τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζει: ἡ Μι­κρὴ θὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, σκέ­φτε­ται, θυ­μᾶ­ται. Κά­που ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, ἐ­πέ­με­νε καὶ γκρί­νια­ζε, δὲν τὴν βρί­σκει, δὲν τὴν βρί­σκει! Θὰ στὴν δεί­ξω ἐ­γώ, πε­ρί­με­νε, λέ­ει ἐ­κεῖ­νος. Κοι­τά­ει, ξα­να­κοι­τά­ει, ὑ­πο­λο­γί­ζει βά­σει τοῦ με­γά­λου τη­γα­νιοῦ, ἀλ­λὰ τί­πο­τα. Ξάφ­νου, νά, τῆς λέ­ει, νά, ἐ­κεῖ, καὶ τῆς δεί­χνει ἕ­να γα­λα­κτε­ρὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ λε­κὲ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεί­νη σκά­ει στὰ γέ­λια. Ἐ­κεῖ­νος δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Μὰ ἡ Μι­κρὴ Ἄρ­κτος δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, λέ­ει, εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ σὰν τη­γά­νι, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να πιὸ κυρ­τὸ χε­ρού­λι, καὶ ἁ­πλῶς κά­πως πιὸ μι­κρή! Ὄ­χι, αὐ­τὴ εἶ­ναι! Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι, καὶ τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ξα­νά. Τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζεις βά­σει τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου, ἐ­πὶ πέν­τε, ἐ­πὶ ἑ­φτά, δὲν θυ­μᾶ­ται τώ­ρα… Ἀλ­λὰ πῶς νὰ τὸν πεί­σει ποὺ ἔ­χει στρα­βω­θεῖ καὶ τὴ Μι­κρὴ Ἄρ­κτο δὲν βρί­σκει! Αὐ­τὴ εἶ­ναι σοῦ λέ­ω, για­τί ἐ­πι­μέ­νεις; Αὐ­τὸς ὁ λε­κές; Δεῖ­ξε μου τό­τε τὰ ἑ­πτὰ της ἀ­στέ­ρια! Ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ σι­γου­ριά, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη γε­λά­ει. Μά, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν εἶ­ναι ἀ­στε­ρι­σμός, σὰν θραῦ­σμα ἀ­πὸ γα­λα­ξί­α εἶ­ναι, ἕ­νας λε­κές, ἕ­νας λε­κὲς στὸν οὐ­ρα­νό, τοῦ λέ­ει, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται καὶ ἐ­κεί­νην τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο

 

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο

(χρο­νι­κό, σω­τή­ριον ἔ­τος 1996)

Старецът и ябълката

(хроника анно домини 1996)


ΗΜΕΡΑ, εἶ­δα κά­τι ἐν­δι­α­φέ­ρον ὅ­σο κα­θό­μουν στὴν πί­σω τα­ρά­τσα. Στὸ νε­κρὸ ση­μεῖ­ο τοῦ με­ση­με­ριοῦ, γύ­ρω στὶς 3 (πάν­τα θε­ω­ροῦ­σα ὅ­τι τὸ με­ση­μέ­ρι εἶ­ναι ἡ βα­θιὰ νύ­χτα τῆς ἡ­μέ­ρας), ἄ­κου­σα πὼς ἀ­νοί­γει ἀρ­γά, μὲ τρί­ξι­μο, ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ τὴ δι­πλα­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Καὶ κά­ποι­ο πα­ρά­ξε­νο ἐ­ξάρ­τη­μα ξε­μύ­τι­σε δει­λὰ ἀ­πὸ ‘κεῖ. Μπα­στού­νι, στὴν ἄ­κρη τοῦ ὁ­ποί­ου βρι­σκό­ταν δε­μέ­νο μὲ σύρ­μα ἕ­να κα­τσα­ρο­λά­κι. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ξε­πλέ­νε­σαι στὸ μπά­νιο ἢ βρά­ζεις τὸν κα­φέ. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν φα­νε­ρω­νό­ταν. Τὸ μπα­στού­νι ἀρ­γὰ κα­τευ­θυ­νό­ταν πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι μη­λιά, ποι­ὸς ξέ­ρει πῶς ρί­ζω­σε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα στὶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Κά­θε χρό­νο ἔ­κα­νε μιὰ χού­φτα μι­κρού­λι­κα ξι­νό­μη­λα. Πάν­τως, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο φά­νη­κε κι ἕ­να γέ­ρι­κο ἀν­δρι­κὸ χέ­ρι· τὸ δέν­τρο δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο κον­τά. Ὁ γέ­ρος, ἔ­βα­ζε τo κα­τσα­ρο­λά­κι κά­τω ἀ­π’ τὸ μῆ­λο κου­νών­τας το, προ­σπα­θών­τας νὰ τὸ πιά­σει, θαρ­ρεῖς καὶ κυ­νη­γοῦ­σε πε­τα­λού­δα μὲ ἀ­πό­χη. Ἀλ­λὰ καὶ τὸ μῆ­λο δὲν πα­ρα­δι­νό­ταν. Ἦ­ταν μι­σο­ά­γριο καὶ σκλη­ρό, μα­θη­μέ­νο στοὺς ἀ­νέ­μους καὶ στοὺς ἠ­λί­θιους αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μα­κρι­σμέ­νης γει­το­νιᾶς. Τὸ χέ­ρι τοῦ γέ­ρου κου­ρά­στη­κε, τὸ μπα­στού­νι ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει. Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ὅ­μως, δὲν ἔ­βγα­λε κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, οὔ­τε κι ἔ­σκυ­ψε, γε­γο­νὸς ποὺ θὰ με­γά­λω­νε ση­μαν­τι­κὰ τὶς πι­θα­νό­τη­τές του. Προ­φα­νῶς, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν δοῦν ὅ­τι ἔ­φτα­σε στὸ ση­μεῖ­ο νὰ πα­λεύ­ει στὰ μου­λω­χτὰ γιὰ ἕ­να ξι­νό­μη­λο. Αὐ­τὴ ἡ ντρο­πὴ ἔ­κα­νε τὴ μά­χη ἀ­κό­μα πιὸ δρα­μα­τι­κή. Πάν­τως, στὸ τέ­λος, ὁ γέ­ρος κα­τά­φε­ρε νὰ ρί­ξει τὸ πει­σμα­τά­ρι­κο μῆ­λο, καὶ τὸ μπα­στού­νι μὲ τὸ κα­τσα­ρο­λά­κι μα­ζεύ­τη­κε τρε­μά­με­νο πί­σω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἤ­μουν ὁ μό­νος μάρ­τυ­ρας αὐ­τῆς τῆς μά­χης καὶ κά­θη­σα νὰ τὴν κα­τα­γρά­ψω.

       Ὄ­ψι­μο θέ­ρος τοῦ ἔ­τους 1996, με­ση­μέ­ρι, Βουλ­γα­ρί­α.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 97-98.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)

Краят на Грозното пате (не е за деца)


…ΚΑΙ ΠΗΓΕ στὸ τέ­λος τὸ ἀ­σχη­μό­πα­πο στοὺς ὑ­πό­λοι­πους κύ­κνους, με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ὑ­πέ­στη ἀ­πὸ πά­πι­ες, ἀ­πὸ γα­λο­ποῦ­λες, ἀ­πὸ σκύ­λους, ἀ­π’ τὸ κρύ­ο… Ἐ­πι­τέ­λους, τέ­λος τὰ τρα­βήγ­μα­τα, ὅ­μως… οἱ κύ­κνοι φέρ­θη­καν ψυ­χρὰ καὶ ὑ­πε­ρο­πτι­κά. Ποῦ ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο; Δὲν ἤ­σουν μα­ζί μας ἀ­νὰ τὸν κό­σμο. Ξέ­μει­νες σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­χα­σμέ­νο χω­ριὸ μὲ τὶς ἀ­παί­σι­ες πά­πι­ες καὶ τὶς κό­τες. Ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἔρ­χε­σαι; Ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ τοῦ χω­ριοῦ, χα­χα­χά. Δὲν μοι­ρα­ζό­μα­στε κοι­νὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἔ­χου­με γιὰ τί πράγ­μα νὰ μι­λή­σου­με. Στὸ χω­ριὸ μπο­ρεῖς νὰ εἶ­σαι πρῶ­τος ἀ­νά­με­σα στὶς πά­πι­ες, ὁ ἀ­σχη­μό­τε­ρος ἢ ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος, τὸ ἴ­διο κά­νει. Σὲ ἐ­μᾶς, θὰ στρι­μώ­ξεις τὰ φτε­ρά σου ἐ­κεῖ πί­σω, στὸ τέ­λος, γκέγ­κε;! Δὲν θὰ σὲ ξε­που­που­λι­ά­σου­με, δὲν θὰ σὲ σκο­τώ­σου­με, μά­λι­στα θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψου­με νὰ μεί­νεις. Ὅ­μως, πάν­το­τε θὰ εἶ­σαι τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς, θὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἀ­νά­με­σά μας… θὰ ἔ­λε­γε ὁ δι­κός τους Τόκ­βιλ, στὸ ἔρ­γο του Γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α στὸ κο­πά­δι. (Εἶ­μαι σί­γου­ρος, ὅ­τι οἱ κύ­κνοι, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τὰ πτη­νά, ἀμ­φί­βια καὶ θη­λα­στι­κὰ ὄν­τα, ἔ­χουν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες δι­κές τους φι­λο­σο­φι­κὲς σχο­λές.)

       Ἔ­τσι, τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο δὲν βρῆ­κε ἀ­νά­παυ­ση οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς ξέ­νους, οὔ­τε καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς του.


Δι­δάγ­μα­τα:

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­στύ­χη­μα νὰ γεν­νη­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ πά­πι­ες, ἀρ­κεῖ νὰ βγεῖς ἀ­πὸ αὐ­γὸ κύ­κνου», ὁ­ρί­ζει ρο­μαν­τι­κὰ ὁ Ἀν­τερ­σεν.

       Ἀ­πὸ ὅ,τι αὐ­γὸ θέ­λεις ξε­πε­τά­ξου, φτά­νει μό­νο νὰ βρε­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ ὁ­μοί­ους σου, ἀ­πο­κρί­νε­ται τὸ πο­λύ­πα­θο Ἀ­σχη­μό­πα­πο.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 11-12.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove): Ἐντόμου σοφία



Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove)


Ἐν­τό­μου σο­φί­α

(Insect Wisdom)


Γιὰ τὴ Λί­ζα Σλέ­ι­τερ

’ ΕΠΙΑΣΕ ὁ πα­νι­κὸς τοῦ χει­ρό­γρα­φου, κι ἔ­τσι κί­νη­σα γιὰ τὴν πί­σω αὐ­λὴ γιὰ προ­ο­πτι­κὴ καὶ ἡ­λι­ό­φως. Τρί­α βή­μα­τα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα, ὅρ­μη­σε ἕ­να γι­γάν­τιο μα­μού­νι. Ἤ­τα­νε πέν­τε μέ­τρα μα­κρύ, προ­ϊ­στο­ρι­κό, ὅ­λο φτε­ρὰ καὶ σα­γό­νια, μυρ­μηγ­κο­σκα­θα­ρό­σφη­κα. M’ ἔπια­σε στὴ λα­βί­δα του, κρε­μα­σμέ­νη ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἄν­τρας μου στά­θη­κε ἀ­νή­συ­χος, κα­θὼς πή­γαι­νε νὰ σκαρ­φα­λώ­σει. Τὸ ἑ­πτά­χρο­νό μας χαι­ρε­τοῦ­σε κου­νών­τας τὸ χέ­ρι, κα­θὼς κοί­τα­γε ἀ­πὸ μα­κριὰ τὶς κε­ραῖ­ες καὶ τὰ πε­τα­χτὰ μά­τια, ὥ­σπου ὁ πα­τέ­ρας του τὸ συ­νό­δε­ψε μέ­σα γιὰ μά­θη­μα τρομ­πο­νιοῦ καὶ μπα­νά­κι. Ἔ­μει­να ‘κεῖ ἔ­ξω, νὰ αἰ­ω­ροῦ­μαι πά­νω ἀ­π’ τὸ γρα­σί­δι. Πε­ρά­σα­νε μέ­ρες. Βδο­μά­δες. Τὸ σκυ­λὶ τοῦ γεί­το­να ἐ­πι­τέ­λους ἔ­σκα­σε καί, σὰν ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α, χα­λά­ρω­σε ἡ ἄ­γρια λα­βὴ καὶ κα­τρα­κύ­λη­σα στὸ ἔ­δα­φος.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Cordite Poetry Review, 1 February 2018.

(http://cordite.org.au/poetry/suburbia/insect-wisdom/)

Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων: What the Ground Can’t Hold (Picador, 2013) καὶ She Played Elvis (Allen and Unwin, 2009). Δι­η­γή­μα­τά της ὑ­πάρ­χουν σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες τῆς Αὐ­στρα­λί­ας. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Wollongong, στὴν Αὐ­στρα­λί­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Κωνσταντία Σωτηρίου: « Ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς παίρνουν τὶς γάτες μας!»


Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου


«Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!»


ΕΙΔΗΣΗ εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε στὰ ψι­λὰ τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε με­γά­λη ση­μα­σί­α γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τά της. Δύ­ο Κυ­πρια­κὰ εἴ­δη γα­τι­ῶν, ἔ­λε­γε, κα­θα­ρό­αι­μα καὶ αὐ­τό­χθο­να, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν μά­λι­στα ὀ­νό­μα­τα ποὺ συν­δύ­α­ζαν τὸν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, κιν­δύ­νευ­αν μὲ ἀ­φα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ἡ ρά­τσα «Ἀ­φρο­δί­τη» καὶ ἡ ρά­τσα «Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη», ρά­τσες γα­τι­ῶν ἑλ­λη­νι­κῶν τῆς Κύ­πρου μας, μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πὸ Τούρ­κους ποὺ τὶς ἔ­κλε­βαν καὶ τὶς με­τέ­φε­ραν στὰ κα­τε­χό­με­να, ὅ­που τὶς δι­α­σταύ­ρω­ναν μὲ τουρ­κι­κές, μω­α­με­θα­νὲς γά­τες. Στό­χος ἔ­λε­γε τὸ δη­μο­σί­ευ­μα ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν μιὰ τρί­τη, και­νούρ­για ρά­τσα, ποὺ θὰ τὴν κα­το­χύ­ρω­ναν ὡς κυ­πρια­κὴ γιὰ νὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν ἀρ­γό­τε­ρα ἐμ­πο­ρι­κά. Τὸ θέ­μα ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴ Βου­λὴ ὅ­που ἕ­νας Οἰ­κο­λό­γος Βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται νὰ ἔ­φε­ρε τὸ θέ­μα στὴν Ὁ­λο­μέ­λεια φω­νά­ζον­τας ἐμ­φαν­τι­κά: «Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!». Ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐμ­πλά­κη­καν οἱ μυ­στι­κές μας ὑ­πη­ρε­σί­ες, δι­α­φά­νη­κε πὼς τέ­τοι­ο θέ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Μιὰ ὁ­μά­δα γυ­ναι­κῶν ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἦρ­θε λέ­ει σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση γιὰ κα­θα­ρό­αι­μες γά­τες στὴ Λε­με­σὸ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξε μὲ πά­θος πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κα­τα­χω­ρη­θοῦν οἱ δύ­ο ἀρ­χαῖ­ες γά­τες ἀ­πὸ τὸ κρά­τος νο­μι­κά, γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α προ­έ­λευ­σης. Στό­χος τους ἦ­ταν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν οἱ ἴ­δι­ες τὶς γά­τες ἐμ­πο­ρι­κά. Σκά­ρω­σαν τό­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τοὺς Τούρ­κους ποὺ ἀ­πή­γα­γαν τὶς γά­τες καὶ τὶς ἀλ­λοί­ω­ναν. Καὶ ἔ­βα­λαν στὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά μας ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Συν­τα­γὴ δο­κι­μα­σμέ­νη νὰ τα­ρά­ξει τὰ νε­ρά. Ἄ­σχε­τα ἂν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δύ­ο ἴ­δι­ες γά­τες μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, σερ­γι­α­νί­ζουν κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­ψη­φών­τας τὸ ὁ­δό­φραγ­μα. «Gel kucuk kedim», ἔ­λα ἐ­δῶ μι­κρό μου γα­τί, ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νύ­χτες ὁ Τοῦρ­κος σκο­πὸς κα­θὼς φω­νά­ζει γιὰ φαῒ τὴν «Βε­νούς»* καὶ τὴν «Οὒμ Χα­ράμ»*.


Σ.τ.Συγγραφέως: Βέ­νους λέ­νε οἱ Τουρ­κο­κύ­πριοι τὴν Ἀ­φρο­δί­τη. Οὒμ Χα­ρὰμ εἶ­ναι συγ­γε­νὴς τοῦ προ­φή­τη Μω­ά­μεθ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει ση­μαν­τι­κὸ τέ­με­νος στὴ Λάρ­να­κα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου γεν­νή­θη­κε στὴν  Λευ­κω­σί­α. Ἡ νου­βέ­λα της Ἡ Ἀ­ϊ­σὲ πά­ει δι­α­κο­πὲς βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ «Athens Prize for Literature» καὶ ἦ­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ δεύ­τε­ρή της νου­βέ­λα μὲ τί­τλο Φω­νὲς ἀ­πὸ χῶ­μα ἦ­ταν ἐ­πί­σης στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ τρί­τη νου­βέ­λα της Πι­κρί­α χώ­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2019. Οἱ τρεῖς νου­βέ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ πῶς οἱ γυ­ναῖ­κες τῆς Κύ­πρου δι­η­γοῦν­ται τὸν πό­λε­μο. Ἔ­χει γρά­ψει θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες σκη­νὲς ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν Θε­α­τρι­κὸ Ὀρ­γα­νι­σμὸ Κύ­πρου. Τὸ δι­ή­γη­μα της «Ἔ­θι­μα Θα­νά­του» κέρ­δι­σε τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τῆς Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας γιὰ τὸ 2019.


Φράντς Κάφκα: Ἕνας μικρὸς μύθος


Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka)


Ἕ­νας Μι­κρὸς Μύ­θος

(Kleine Fabel)


ΛΛΟΙΜΟΝΟ», εἶ­πε ὁ πον­τι­κός, «ὁ κό­σμος φυ­ραί­νει μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λος ποὺ τρό­μα­ζα κι ὅ­λο τό ’­βα­ζα στὰ  πό­δια, ὥ­σπου ἐ­πι­τέ­λους ἀ­να­κου­φί­στη­κα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τεί­χη δε­ξιὰ κι’ ἀ­ρι­στε­ρά, ποὺ ἂν καὶ βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριά μου σύν­το­μα συ­νέ­κλι­ναν, κι ἤ­δη ἔ­χω βρε­θεῖ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο, ἐ­νῷ κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α στέ­κει ἡ φά­κα, στὴν ὁ­ποί­α καὶ τρέ­χω».

        «Πρέ­πει μο­νά­χα ν’ ἀλ­λά­ξῃς τὴν κα­τεύ­θυν­ση», εἶ­πε ἡ γά­τα – καὶ τὸν ἔ­φα­γε.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Babelmatrix                                                  

(https://www.babelmatrix.org/works/de/Kafka%2C_Franz-1883/Kleine_Fabel/en/34801-A_Little_Fable)

Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka) γεν­νή­θη­κε στὰ 1883 στὴν Πρά­γα τῆς Τσε­χί­ας. Ἦ­ταν ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Με­γά­λω­σε κα­τὰ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἑ­βρα­ϊ­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, μὲ ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­σή του, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­τάς τον σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τά του. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε λί­γα ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὅ­σο βρι­σκό­ταν ἐν ζω­ῇ, ἐ­νῷ λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νει φυ­μα­τι­κὸς στὰ 1924 ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­στή­θιο φί­λο του, τὸν Μὰξ Μπρόντ, νὰ κά­ψῃ τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ἔρ­γα του, ἐν­το­λὴ ποὺ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρά­κου­σε. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα ὑ­πῆρ­ξε σταθ­μὸς γιὰ τὴ νε­ω­τε­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α, ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα τοῦ μον­τέρ­νου ὑ­πο­κει­μέ­νου καὶ ἀ­ξι­ο­ποι­ῶν­τας τοὺς τρό­πους τῆς δυ­στο­πι­κῆς ἀ­φή­γη­σης προ­κει­μέ­νου νὰ προ­βάλ­λῃ τὶς προ­σω­πι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες καὶ ἀ­γω­νί­ες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Γερμανικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com


Κέϊ Ἔμ Ἔλκες (KM Elkes): Ἀκραῖες καταστάσεις


Κέϊ Ἒμ Ἔλκες (KM Elkes)


Ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις

(Extremities)


ΑΤΑΠΩΣ τά ’­πε ὁ Μπόμ­πυ, τὴ μιὰ στιγ­μὴ δού­λευ­ε τ’ ἁ­λυ­σο­πρί­ο­νο καὶ τὴν ἄλ­λη ἤ­τα­νε χά­μω στὸ χῶ­μα τοῦ δά­σους κι ἀ­να­ρω­τι­ό­τα­νε, για­τί δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα στὴν ἄ­κρη τοῦ μπρά­τσου του.

        Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι συ­νά­δελ­φοι κα­τα­λά­βα­νε πὼς τὸ χέ­ρι του κα­­τρα­κύ­λη­σε στὸ γκρε­μό. Κα­νεὶς δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει χρό­νο στὸ ψά­ξι­μο τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Μπόμ­πυ αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε. Ἀ­τυ­χή­μα­τα γί­νον­ται στὴν ὑ­λο­το­μί­α ὅ­λη τὴν ὥ­ρα – συμ­βαί­νουν ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις σ’ ὁ­λά­κε­ρα κεῖ­να τὰ δά­ση.

        Ὅ­ταν ἐ­βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, τοῦ κά­να­νε γι­ορ­τού­λα. Τὸν Μπό­μπυ τό­νε βρῆ­κα ἔ­ξω, νὰ κα­πνί­ζει μὲ τὸ λά­θος χέ­ρι. Τοῦ ’­φε­ρα πε­τσέ­τες πού ’­χα κλέ­ψει ἀ­πὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὴν πό­λη. Εἶ­ναι τού­τη ἡ κα­λο­και­ρι­νή μου δου­λειά.

        «Μπο­ρῶ νὰ δῶ;» ρώ­τη­σα.

        Ὁ Μπόμ­πυ τρά­βη­ξε τὸ γάν­τι ποὺ τοῦ ’­χα­νε δώ­σει γιὰ νὰ κρα­τᾶ τὴν οὐ­λὴ κα­θα­ρή. Ἡ ἄ­κρη ἤ­τα­νε κλει­σμέ­νη μὲ ράμ­μα­τα – σὰ χεί­λια ραμ­μέ­να. Ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ δέρ­μα­τος πού ’­χα­νε τεν­τώ­σει ἀ­πὸ πά­νω, φυ­τρώ­να­νε κά­τι τρι­χοῦ­λες.

        «Πῶς τὸ νι­ώ­θεις;» εἶ­πα.

        «Τὰ δά­χτυ­λα-φαν­τά­σμα­τα μοῦ πο­νᾶ­νε τὶς νύ­χτες» εἶ­πε κεῖ­νος.

        «Λέ­νε πὼς τὸ συ­νη­θί­ζεις.» Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ἅ­μα εἶν’ ἀ­λή­θεια.

        Ὁ Μπόμ­πυ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι. «Τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο, μό­λις ἔ­γι­νε ἄρ­χι­σε νὰ βρέ­χει. Κεῖ­νος ὁ ἦ­χος, φί­λε. Λὲς καὶ χει­ρο­κρο­τοῦ­σε κό­σμος. Γιὰ μέ­να.»

        Ἔ­φυ­γα νω­ρὶς ἀ­π’ τὴ γι­ορ­τή. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι πί­σω στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο προ­τοῦ γυ­ρί­σει τ’ ἀ­φεν­τι­κό – ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη μπα­λα­ρί­να εἶ­ναι, καὶ πι­κρα­μέ­νη γιὰ τοῦ­το. Τὴν κα­λο­πιά­νω γιὰ νὰ μὴ μὲ ἀ­να­κα­λύ­ψει γιὰ τὶς πε­τσέ­τες, τὰ μα­χαι­ρο­πή­ρου­να καὶ τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα πού ’­χω κλέ­ψει.

        Σὰν ἔ­φυ­γα, ξα­νά­δα τὸν Μπόμ­πυ νὰ τεν­τώ­νει τὸ κου­τσου­ρε­μέ­νο ση­μεῖ­ο, σὰ νὰ πε­ρί­με­νε νὰ φυ­τρώ­σει τί­πο­τα ἀ­πὸ κεῖ. Δὲν ἔ­νι­ω­θα ἄ­σχη­μα γι’ αὐ­τόν. Μο­νά­χα ἔ­νι­ω­σα λύ­πη γιὰ τ’ ἄλ­λο τὸ χέ­ρι, κεῖ ἔ­ξω στὰ δά­ση, μὲ τὰ δά­χτυ­λα κυρ­τω­μέ­να, νὰ μὴν ἀ­δρά­χνει τί­πο­τα.



Πη­γή: Bath Flash Fiction Award. International Rolling Flash Fiction Com­pe­ti­tion. (19.06.2018): https://bathflashfictionaward.com/2018/06/km-elkes-june-2018-first-prize/

Κέϊ Ἒμ Ἔλκες (KM Elkes) εἶ­ναι βρα­βευ­μέ­νος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ἐκ­δό­της, ἀ­πὸ τὴ West Country τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας. Οἱ ἐ­πι­τυ­χί­ες του στὸν το­μέ­α τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος πε­ρι­λαμ­βά­νουν τὰ βρα­βεῖ­α Fish Publishing Flash καὶ τῶν Triskele Books, κα­θὼς καὶ πρῶ­τες θέ­σεις, ἢ το­πο­θέ­τη­ση σὲ λί­στα δι­ά­κρι­σης, σὲ δι­ά­φο­ρους δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμούς, ἀ­νά­με­σά σὲ ἄλ­λους γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Bridport. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει με­τα­δο­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ BBC καὶ πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ 20 ἀν­θο­λο­γί­ες, κα­θὼς καὶ σὲ πολ­λὰ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Δι­η­γή­μα­τά του ἐμ­φα­νί­ζον­ται στὴν ὕ­λη γιὰ τὰ σχο­λεῖ­α, στὶς ΗΠΑ καὶ στὸ Χὸνγκ-Κόνγκ. Ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο κα­λύ­τε­ρου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος (2018) καὶ συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ A3 Review. Ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης guest editor τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Flash Frontier (Ν. Ζη­λαν­δί­α).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.


Χρῆστος Σακελλαρίδης: Ἕνα λεμόνι στὸ χέρι


Χρῆστος Σακελλαρίδης


Ἕ­να λε­μό­νι στὸ χέ­ρι


ΚΕΙΝΟ τὸ ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Στά­χια, ἐ­λι­ές, πρό­βα­τα καὶ κα­τσί­κες μὰ πιὸ πο­λὺ τὸ ἁλ­μυ­ρί­κι, ποὺ στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιά του κρύ­βου­με τὰ πα­κέ­τα μὲ τὰ τσι­γά­ρα. Ἔ­τσι ὅ­ποι­ος πη­γαί­νει πρῶ­τος ἔ­χει πάν­τα του­λά­χι­στον ἕ­να.

            Κρυ­βό­μα­στε για­τὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρά­σει ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης καὶ νὰ μᾶς δεῖ νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ τό­τε θὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ τὴ φω­νά­ζου­με ρό­ι­τερ, για­τὶ εἶ­ναι ἡ πιὸ κου­τσομ­πό­λα ἀ­π’ τὶς γρι­ές. Με­τὰ οἱ γο­νεῖς μας δὲ θὰ μᾶς ἀ­φή­νουν ἔ­ξω στὸ σχο­λεῖ­ο τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα καὶ εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι. Δὲν ἔ­χου­με κά­που ἀλ­λοῦ νὰ πᾶ­με. Τὴν κα­λύ­βα ποὺ χτί­σα­με ὅ­λοι μα­ζὶ πέ­ρυ­σι τὴ δι­έ­λυ­σε ὁ Ἀν­τώ­νης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Μι­χά­λη, ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε ποὺ στὴ μέ­ση τοῦ χω­ρα­φιοῦ του φτι­ά­ξα­με αὐ­τὴν τὴν κα­λύ­βα καὶ μα­ζευ­ό­μα­σταν καὶ κα­πνί­ζα­με καὶ πί­να­με καὶ λέ­γα­με βλα­κεῖ­ες.

            Ὅταν παί­ζου­με πό­λε­μο, τὸ ἕ­να στρα­τό­πε­δο εἶ­ναι ἡ κα­λύ­βα καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ σχο­λεῖ­ο. Περ­πα­τᾶ­με δύ­ο μα­ζὶ πάν­τα, κι ὅ­ταν ἤ­μα­σταν μὲ τὸν Νί­κο μιὰ φο­ρὰ βα­θειὰ μέ­σα στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες, κον­τὰ στὸ μι­κρὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ πα­ρεκ­κλή­σι τὸν φί­λη­σα στὸ στό­μα. Ἔτρεμα στὴ σκέ­ψη ὅ­τι κά­ποι­ος θὰ μᾶς δεῖ ἢ ὅ­τι θὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἀλ­λὰ ὁ Νί­κος ἁ­πλὰ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­πε «πᾶ­με νὰ τοὺς νι­κή­σου­με!». Ψά­χνα­με μιὰ ὥ­ρα νὰ τοὺς βροῦ­με, πή­γα­με ἀ­κό­μα καὶ μέ­χρι τὸ πε­σμέ­νο δέν­τρο στὸν ξε­ρο­πό­τα­μο ἀλ­λὰ δὲ βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἔ­χει πλα­τά­νια καὶ πά­ω πό­τε-πό­τε μό­νος μου καὶ γρά­φω, ἢ ἁ­πλὰ κοι­τά­ω τὸν τε­ρά­στιο ἱ­στὸ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ ἀ­ρά­χνες.

            Πρὶν με­ρι­κοὺς μῆ­νες εἶ­χα δεῖ ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νη τὴν Ἀγ­γε­λι­κού­λα, τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα εἶ­ναι γύ­ρω στὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει. Κυ­κλο­φο­ρεῖ γύ­ρω-γύ­ρω στὸ χω­ριὸ μό­νη της κρα­τών­τας πάν­τα στὸ χέ­ρι ἕ­να λε­μό­νι. Ὅταν μὲ βλέ­πει, μὲ ρω­τά­ει πάν­τα τί κά­νω, καὶ τί κά­νουν ἡ μα­μά μου κι ὁ μπαμ­πάς μου, μὲ μιὰ ἀρ­γό­συρ­τη φω­νὴ σὰν μοι­ρο­λό­ϊ. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ ρω­τά­ει πῶς τὰ πά­ω στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ με­τὰ μοῦ λέ­ει τοὺς βαθ­μούς της στὸ γυ­μνά­σιο· ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ μα­θή­τρια. Οἱ γλῶσ­σες τοῦ χω­ριοῦ λέ­νε ὅ­τι ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα τὸ ἔ­πα­θε αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ τὸ κά­να­νε, κι ἔ­τσι ὁ πα­πὰς καὶ ἡ πα­πα­διὰ τὴν κλεί­σα­νε μέ­σα καὶ τὴ δέρ­να­νε. Κά­θε τό­σο ἀ­κού­ω λυγ­μοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της καὶ θέ­λω τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ πά­ω νὰ κοι­νω­νή­σω νὰ φτύ­σω τὸν πα­πά. Εἶ­ναι καὶ κα­κο­μού­τσου­νος καὶ μιὰ φο­ρὰ πῆ­γε νὰ κλω­τσή­σει τὴ γά­τα μου ὁ­πό­τε τοῦ τά’ χω μα­ζε­μέ­να.

            Πρὶν δύ­ο χρό­νια, τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, μὲ εἶ­χε βά­λει νὰ κρα­τά­ω τὸ ἕ­να ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γο γιὰ τὴν πομ­πή, ἐ­πει­δὴ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἤ­θε­λε κι ἐ­μέ­να ὁ παπ­ποῦς μου ἦ­ταν κι αὐ­τὸς πα­πᾶς. Ὁ Μα­νοῦ­σος κρα­τοῦ­σε τὸ ἄλ­λο καὶ ὁ Γι­ῶρ­γος τὴ λαμ­πά­δα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Πε­ρά­σα­με ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ δρο­μά­κια τοῦ χω­ριοῦ καὶ σὲ κά­θε σπί­τι μᾶς ρί­χνα­νε οἱ γρι­ὲς κο­λώ­νια ἢ ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. Με­τὰ ὅ­ταν μα­ζευ­τή­κα­με τὰ παι­διὰ πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λοι μᾶς κο­ροϊ­δεύ­α­νε, για­τὶ εἴ­χα­με φο­ρέ­σει κά­τι ἄ­θλι­ες ἄ­σπρες ρόμ­πες σχε­δὸν σκι­σμέ­νες, καὶ σκυ­λο­βρω­μού­σα­με Μυρ­τώ.

            Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ δέ­χτη­κα, κι ἀ­πὸ τό­τε κά­θε χρό­νο πη­γαί­νω ἐξ ἀρ­χῆς στὸ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ Βαγ­γέ­λη καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀ­λῆ­τες μὲ τὰ μη­χα­νά­κια. Μ’ ἀ­ρέ­σει ὁ Βαγ­γέ­λης, για­τὶ εἶ­ναι ντόμ­προς καὶ σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ καὶ ὁ πιὸ μάγ­κας ἀ­π’­ ὅ­λους, ὅ,τι κι ἂν λέ­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ μέ­να. Ἄ ναί, καὶ για­τὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­φή­νει ὅ,τι τσι­γά­ρα τοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιὰ στὸ ἁλ­μυ­ρί­κι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῆστος Σακελλαρίδης. Ποι­η­τὴς καὶ δά­σκα­λος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο καὶ με­γά­λω­σε στὴν Κρή­τη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queen Mary, Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ UCL καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πι­στο­ποι­η­τι­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση στὸ Bath Spa. Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, τὴν Ἰρ­λαν­δί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ρα­δι­ο­φώ­νου, τὴν κι­νού­με­νη εἰ­κό­να καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ ἤ­χου.