Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φω­κί­ω­νος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φω­κί­ω­νος


ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ κα­θι­σμέ­νος στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι κά­θε σού­ρου­πο καὶ χα­ζεύ­ει τοὺς δι­α­βά­τες, τὰ παι­δά­κια ποὺ παί­ζουν, τὰ κα­ρό­τσια μὲ τὰ ψώ­νια, τοὺς μα­γα­ζά­το­ρες νὰ μα­ζεύ­ουν τὴν πρα­μά­τεια τους. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του εἶ­ναι ἀ­πὸ και­ρὸ πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦν σπά­νια βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ σπί­τια τους ἢ ἀ­π’ τὸ ἵ­δρυ­μα ὅ­που μέ­νουν, ἀ­δέρ­φια δὲν ἔ­χει καὶ τὰ ἴ­χνη ἐ­κεί­νης τῆς κα­λο­συ­νά­της με­σό­κο­πης γυ­ναί­κας ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του ἔ­χουν ἀ­νε­ξή­γη­τα χα­θεῖ. Κα­πνί­ζει τὸ τσι­γά­ρο του πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη του ἡ­λι­κί­α —τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα πὼς τά­χα δὲν κα­τε­βά­ζει τὸν κα­πνὸ— καὶ συ­χνὰ πυ­κνὰ βγά­ζει τὸ μπλο­κά­κι του ὄ­χι γιὰ νὰ γρά­ψει —πά­ει και­ρὸς ποὺ πιὰ δὲν γρά­φει ποι­ή­μα­τα— μὰ γιὰ νὰ σκι­τσά­ρει πρό­χει­ρα μὲ τὸ μο­λυ­βά­κι κά­τι ποὺ τοῦ τρά­βη­ξε φευ­γα­λέ­α τὸ βλέμ­μα. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ ἐ­πι­τα­χύ­νουν τὸ βῆ­μα τους ἀρ­κε­τὰ μέ­τρα προ­τοῦ τὸν πλη­σιά­σουν —ἴ­σως ἡ ὄ­ψη του ἔ­χει γί­νει ἀλ­λό­κο­τη μὲ τὰ χρό­νια—, μο­νά­χα ὁ­ρι­σμέ­να παι­διά, ἂν στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τύ­χει καὶ βρε­θοῦν κον­τά του, τοῦ χα­μο­γε­λοῦν κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοί­γει τὸ τε­τρα­διά­κι του, σκί­ζει μιὰ σε­λί­δα στὴν τύ­χη καὶ τοὺς χα­ρί­ζει —ἀν­τα­πο­δί­δον­τας τὸ χα­μό­γε­λο— κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σκα­ρι­φή­μα­τά του. Μὲ τὸ ποὺ πέ­σει ἡ νύ­χτα, σμῆ­νος που­λιὰ πε­τᾶ­νε πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του ὥ­ρα πολ­λή, θαρ­ρεῖς πὼς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἡ συν­τρο­φιά του· κά­ποι­ο μά­λι­στα ἀ­π’ ὅ­λα —τὸ ἴ­διο κά­θε φο­ρά, αὐ­τὸ τὸ λα­βω­μέ­νο— χα­μη­λώ­νει τὰ σπα­σμέ­να του φτε­ρὰ καὶ μὲ τὸ ράμ­φος του τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ φα­λά­κρα, ὕ­στε­ρα κά­θε­ται στὸν ὦ­μο του κι ἐ­κεῖ­νος γυρ­νᾶ πρὸς τὸ μέ­ρος του, τοῦ γνέ­φει μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο ὅ­λο νό­η­μα καὶ γλυ­κὰ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			
Διαφημίσεις

Τίνα Κωτσιοπούλου: Ὑποκατάστατα


Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου


Ὑ­πο­κα­τά­στα­τα


 ΚΥΡΙΑ μὲ τὸ σκυ­λά­κι βγά­ζει τὴν ζω­ή της βόλ­τα κά­θε μέ­ρα. Μί­α τὸ πρω­ῒ καὶ μί­α τὸ βρά­δυ. Στα­μα­τᾶ σὲ κά­θε δέν­τρο ψά­χνον­τας ἴ­χνη πα­ρου­σί­ας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τὴν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται οἰ­κεί­α. Ἀ­να­κου­φί­ζε­ται, χα­μο­γε­λᾶ σὲ ὅ­λους τοὺς πε­ρα­στι­κούς.

         Σκύ­βει καὶ μα­ζεύ­ει τὰ πε­ρι­τώμ­μα­τα. Εὐ­τυ­χῶς δὲν εἶ­ναι πολ­λά. Ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς συ­νή­θειας. Τρα­βά­ει τὸ χρό­νο ἀ­π’­ τὸ λου­ρί. Κα­θα­ρί­ζει ἐ­πι­με­λῶς τὴν ἐ­φα­πτό­με­νη ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν θέ­λει νὰ εἰ­σέλ­θει τί­πο­τα στὸ γυ­ά­λι­νο κό­σμο της. Τὸ κολ­λά­ρο τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου ἔ­ρω­τά της γρά­φει ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α. Εἶ­ναι σί­γου­ρο ἄλ­λω­στε πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ χα­θεῖ καὶ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το. Ἐ­κεί­νη ἔ­χει χα­θεῖ ἀ­πὸ και­ρό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου (Κύθηρα). Γράφει ποίηση καὶ μικρομυθοπλασία. Διδάσκει ἀγγλικά στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στὴν ἀνθολογία Δείπνο Ποιητών (Ἐντύποις, 2017).


Ἀντωνία Παχαλίδου: Ὁ Μπαλζὰκ ἔπινε πολὺ καφέ


Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ


ΙΧΕ διαβά­σει πο­λύ. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ βι­βλί­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του. Δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­γο­ρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ —ἱ­κα­νὸς ἀ­ριθ­μὸς τό­μων— ἀ­νῆ­καν στὸν παπ­ποῦ καὶ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­τες ἐκ­δό­σεις. Ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ που­λή­σει σὲ δη­μο­πρα­σί­ες καὶ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ θὰ ἔπι­α­νε κα­λὰ λε­φτά. Ὡ­στό­σο ἀ­πευ­χό­ταν αὐ­τὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, ἀ­φοῦ ἀν­τι­πα­θοῦ­σε ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ ἀ­γό­ρα­ζαν συλ­λε­κτι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὶς ἔ­χουν. Ἰ­δι­ο­κτη­σί­α καὶ στὰ βι­βλί­α; Τί ἤ­ξε­ραν αὐ­τοὶ ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση; Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν’ ἀ­φή­νεις βι­βλί­α ἀ­δι­ά­βα­στα;

       Ἦ­ταν ἐμ­μο­νι­κὸς ὁ Ὀ­ρέ­στης μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα. Δὲν πα­ρά­τα­γε βι­βλί­ο γιὰ κα­νέ­ναν καὶ γιὰ τί­πο­τα. Ἀ­κό­μα καὶ σο­βα­ρὸ ραν­τε­βοῦ νὰ εἶ­χε, πρῶ­τα τέ­λει­ω­νε τὸ δι­ά­βα­σμα κι ἔ­πει­τα. Λὲς καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ γρά­ψει δι­α­τρι­βή. Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἀ­ριθ­μοῦ­σε πε­ρὶ τοὺς πέν­τε χι­λιά­δες τό­μους. Δὲν μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις στὸ σπί­τι του. Σχε­δὸν 80 τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ βι­βλί­α ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ· μέ­χρι τὸ τα­βά­νι σὲ με­ρι­κὰ ρά­φια, στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ, στὰ μπρά­τσα τοῦ κα­να­πέ, στὴν κου­πα­στὴ τοῦ τζα­κιοῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε ποῦ ἔ­χει τὸ κα­θε­τί. Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ δο­κί­μιο. Γάλ­λοι, Ἄγ­γλοι, ἡ Με­γά­λη Ρω­σι­κὴ Σχο­λή.

            Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὸ χαρ­τί. Πα­λιὰ τὰ ξε­σκό­νι­ζε μό­νος του. Τώ­ρα πιὰ τὸ ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Ὅ­ταν τὶς προ­άλ­λες τὸν ρώ­τη­σε ὁ ἀ­νι­ψιός του τί θὰ τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τό­τε ἀ­κρι­βῶς σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φρον­τί­σει ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα και­ρός. Για­τὶ ἅ­μα φύ­γει, ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ κα­τα­λή­ξουν. Στὴ χω­μα­τε­ρὴ ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση σὲ πα­λι­α­τζί­δι­κα. Τοῦ τρι­βέ­λι­ζε τὸν νοῦ αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Ἦ­ταν λὲς καὶ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει εὐ­θα­να­σί­α σὲ δι­κό του ἄν­θρω­πο ἢ στὸν Πάμ­πλο. Κι ὁ Πάμ­πλο; Τί θὰ γι­νό­ταν, ἄ­ρα­γε, ἂν πέ­θαι­νε αὐ­τὸς πρῶ­τος; Οὔ­τε ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται. Θὰ τὸν πέ­τα­γαν στὸν δρό­μο; Θὰ τὸν πή­γαι­ναν στὸν Ὑ­μητ­τό; Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸν τώ­ρα, προ­εῖ­χαν τὰ βι­βλί­α. Μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε καὶ μπο­ρεῖ νὰ κρα­τοῦ­σε με­ρι­κά. Τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Μά­λι­στα ἀ­μέ­σως τώ­ρα θὰ τὰ ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη. Κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ὅ­λα κι ὅ­λα.

            Τὸ ἴ­διο βρά­δυ βγῆ­κε μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Κρα­σο­κα­τά­νυ­ξη καὶ φι­λο­σο­φί­α μέ­χρι ἀρ­γά. Ὁ φι­λό­λο­γος τοῦ πέμ­πτου, κά­τι συν­τα­ξι­οῦ­χοι κα­θη­γη­τὲς καὶ τὸ στοι­χεῖ­ο του: ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης τῆς γει­το­νιᾶς – λά­τρης τῶν Γάλ­λων καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοῦ Μπαλ­ζάκ. Ἡ ση­με­ρι­νὴ κου­βέν­τα στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸν με­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων. Ποι­ός ἦ­ταν γυ­ναι­κάς, ποιός πό­της, ποι­ός bon-viveur. «Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ. Μᾶλ­λον γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξει τὶς ὁ­λο­νυ­κτί­ες, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­φε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα», πρό­σθε­σε ὁ Ὀ­ρέ­στης πρὶν νὰ φύ­γει καὶ ἤ­πι­ε μο­νο­ρού­φι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τή­ρι. Κα­λη­νύ­χτι­σε δί­χως ἡ ἔ­γνοι­α τῶν βι­βλί­ων νὰ τὸν ἔ­χει ἐγ­κα­τα­λεί­ψει.

            Ἦ­ταν πε­ρί­που δύ­ο ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι. Κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα καὶ μό­λις ποὺ πρό­λα­βε νὰ φτά­σει στὸν κα­να­πέ. Ὁ Πάμ­πλο ἔ­ξυ­νε τὴν πόρ­τα καὶ γρύ­λι­ζε μέ­χρι τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν γερ­μέ­νο πά­νω στὴ στοί­βα μὲ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Ὁ γεί­το­νας ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε κοί­τα­ξε τὸν τί­τλο τοῦ πρώ­του βι­βλί­ου: Θά­να­τος στὴ Βε­νε­τί­α.


11/7/2017



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.


 

Χάρης Ψαρρᾶς: Ὁ σκύλος καὶ ἡ γάτα



Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς


Ὁ σκύ­λος καὶ ἡ γά­τα


ΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ φο­ρὰ ποὺ εἴ­χα­με μι­λή­σει πά­ει και­ρός. Πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο σή­με­ρα. Μοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν σκύ­λο του ποὺ πέ­θα­νε. Τὸν εἶ­χε κά­ποι­α χρό­νια. Τὸν σκό­τω­σε αὐ­το­κί­νη­το προ­χθές. Εἶ­πα νὰ τὸν πα­ρη­γο­ρή­σω. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ θέ­λει συμ­βου­λές. Νὰ πά­ρει ἄλ­λο σκύ­λο ἢ νὰ μὴν πά­ρει; Μὲς στὸν χει­μώ­να; Ἀρ­γό­τε­ρα; Ἀ­φό­του κλεί­σει χρό­νος; Τί ρά­τσα καὶ τί χρῶ­μα; Νὰ μοιά­ζει στὸν πα­λιό; Ὅ­ση ὥ­ρα κου­βεν­τι­ά­ζα­με, ἡ γά­τα μου, ἡ Μέρ­λιν, χου­ζού­ρευ­ε. Στὸ χα­λί. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σα, ση­κώ­θη­κε με­μιᾶς. Μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Πῆ­γα νὰ βρά­σω γά­λα. Μιὰ κού­πα ζε­στή, πρὶν πέ­σω γιὰ ὕ­πνο. Ἄ­να­ψα τὸ γκα­ζά­κι. Ἐ­κεί­νη κου­λου­ρι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνί. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὸν θά­να­το τοῦ σκύ­λου τοῦ Νι­κό­λα», τὴν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει. Δὲν τα­ρά­χτη­κα. Τὴν εἶ­χα ἱ­κα­νὴ γιὰ πα­νουρ­γί­ες. Ἦ­ταν φο­ρέ­ας σκο­τει­νῶν δυ­νά­με­ων. Μι­λᾶ τὴ γλώσ­σα μας κο­φτά. Μι­λᾶ λὲς κι εἶ­ναι σὰν κι ἐ­μᾶς. Τὴν πλη­σί­α­σα. Τὴν ἄ­κου­σα νὰ γουρ­γου­ρί­ζει. «Ἐ­γώ, με­τὰ τὸν θά­να­τό σου, δὲν θὰ πά­ρω ἄλ­λο γα­τί», τῆς εἶ­πα, «σοῦ τὸ ὑ­πό­σχο­μαι». Σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ θὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε. Δὲν ἔ­δει­ξε νὰ χαί­ρε­ται. Οὔ­τε νὰ δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Τὴν πῆ­ρα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μη­θή­κα­με ἀγ­κα­λιά, ὅ­πως κά­νου­με κι ἄλ­λες φο­ρὲς τὶς κρύ­ες νύ­χτες. Περ­νοῦ­σαν οἱ ὧ­ρες. Μᾶς κα­τά­πι­νε τὸ σκο­τά­δι. Ξάφ­νου εἶ­δα τὰ μά­τια της νὰ γυ­α­λί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στε­γο, μὲς στὴ βρο­χή. «Ἐ­σὺ θὰ πε­θά­νεις πρώ­τη», τὴν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει μέσ’ ἀ­π’ τὰ δόν­τια της, «ἐ­σύ». Πε­τά­χτη­κα ἱ­δρω­μέ­νη. Ἀ­να­κά­θη­σα. Ἡ ὥ­ρα δύ­ο καὶ μι­σή. Στὸν δρό­μο ἕ­να σκυ­λὶ γά­βγι­ζε πει­σμω­μέ­νο. Ζη­τοῦ­σε ἐ­ξή­γη­ση γιὰ κά­ποι­ο ἀ­πρό­σμε­νο κα­κό. Καὶ λέ­ω τό­τε, τί κα­λὰ ποὺ θά ‘ταν ὁ Νι­κό­λας κι ἐ­γὼ νὰ μὴν εἴ­χα­με χω­ρί­σει. Νὰ μὴν εἴ­χα­με ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὴ μο­να­ξιά μας σὲ τε­τρά­πο­δα τέ­ρα­τα. Μι­λοῦν τὴ γλώσ­σα μας φαρ­σί, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χουν ἀν­θρω­πιὰ οὔ­τε γιὰ δεῖγ­μα.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς (Ἀ­θή­να, 1982). Ὁ Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν καὶ Ὀξ­φόρ­δης. Ἔ­λα­βε δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τοῦ Δι­καί­ου ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου. Εἶ­ναι λέ­κτο­ρας καὶ fellow Νο­μι­κῆς τοῦ Κο­λε­γί­ου St Catharine’s στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Καίμ­πρι­τζ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία ποι­η­μά­των Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004), Τὰ ὄν­τως ὄν­τα (Κέ­δρος, 2012) κ.ἄ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρου­μα­νι­κὰ καὶ σλο­βε­νι­κά. Ἔ­χει, κα­τὰ και­ρούς, δη­μο­σι­εύ­σει δο­κί­μια, με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ἀ­φη­γή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Gloria in Excelsis (Κέ­δρος, 2017).



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κίτρινη σκόνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κί­τρι­νη σκό­νη


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ μέ­σα πίσ­σα σκο­τά­δι. Ἡ Μ. δὲν εἶ­ναι δί­πλα του. Πε­ρί­ερ­γο. Τὴ φω­νά­ζει. Κα­μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ περ­πα­τά­ει στὰ τυ­φλά, πα­τά­ει τὸν δι­α­κό­πτη, τὸ φῶς δὲν ἀ­νά­βει, γυρ­νά­ει πί­σω, πιά­νει ψη­λα­φί­ζον­τας τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἁρ­πά­ζει μα­ζὶ κι ἕ­να κε­ρὶ ποὺ ἔ­χει στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­νά­βει τὸ φυ­τί­λι καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς οἱ τοῖ­χοι στὸ δω­μά­τιο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα, ἀ­πὸ λα­δὶ ποὺ ἦ­ταν ἔ­χουν γί­νει ἕ­να βα­θὺ κόκ­κι­νο. Πιά­νει τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας, τὸ γυρ­νᾶ, μπρο­στά του βλέ­πει τὸν δι­ά­δρο­μό του σπι­τιοῦ καὶ τὸ μι­κρὸ χὼλ ποὺ βγά­ζει στὴ βε­ράν­τα. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ τί­πο­τα, τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἀν­τὶ γιὰ πόρ­τες βρί­σκει παν­τοῦ τοί­χους. Οἱ τοῖ­χοι τοῦ δι­α­δρό­μου ἔ­χουν βα­φτεῖ κι αὐ­τοὶ τὸ χρῶ­μα τῆς πορ­φύ­ρας. Βα­στών­τας γε­ρὰ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ κε­ρὶ παίρ­νει τὴν εὐ­θεί­α βῆ­μα-βῆ­μα. Στὴ μέ­ση πε­ρί­που τῆς δι­α­δρο­μῆς ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Μ.· στὸ χλω­μό της πρό­σω­πο εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἕ­να χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο, ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ στό­μα της, κά­τι τοῦ λέ­ει, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος τί­πο­τα δὲν ἀ­κού­ει. Τὴν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει, μή­πως καὶ κα­τα­φέ­ρει καὶ δι­α­βά­σει τὰ χεί­λη της. Ἐ­κεί­νη τὸν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φριὰ στὴν πλά­τη δυ­ὸ φο­ρές, κι ὕ­στε­ρα ἡ μορ­φὴ της ξε­θω­ριά­ζει λί­γο λί­γο μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται τε­λεί­ως. Χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη καὶ δο­κι­μά­ζει γρυλ­λί­ζον­τας νὰ ἀρ­θρώ­σει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χ., ὁ ἴ­διος —σκέ­φτε­ται— σὰν νὰ ἔ­χει ἀ­πω­λέ­σει τὴν ἀ­κο­ή του, ἴ­σως οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως τὸν ἀ­κοῦ­νε. Τί­πο­τα. Φτά­νει στὴ μπαλ­κο­νό­πορ­τα, κον­το­στέ­κε­ται γιὰ λί­γη ὥ­ρα προ­τοῦ τε­λι­κὰ τὴν ἀ­νοί­ξει καὶ στρέ­ψει ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ τὸ βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Στὴ θέ­ση τῆς βε­ράν­τας εἶ­ναι ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λο ποὺ ἴ­σα τὸν χω­ρά­ει νὰ ἀ­νέ­βει. Μὲ τὸ ποὺ πα­τᾶ πά­νω του, τὸ κομ­μά­τι τὸ ξύ­λο ἀρ­χί­ζει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται ἐνῶ τὴν ἴ­δια ὥ­ρα νι­ώ­θει ἔν­το­νο μού­δια­σμα στὰ πό­δια καὶ κά­τι πρω­τό­γνω­ρο νὰ τὸν δι­α­περ­νᾶ. Τὰ κα­τα­φέρ­νει μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει καὶ κοι­τᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, τί­πο­τα του­λά­χι­στον ὅ­πως τὸ ξέ­ρει καὶ τὸ θυ­μό­ταν. Τὰ πάν­τα μοιά­ζουν νὰ εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­να ἀ­πὸ μιὰ πη­χτὴ κί­τρι­νη σκό­νη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α

(Kleine Wanderung)


ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ βου­νά. Ὁ και­ρὸς ἦ­ταν ὑ­γρὸς καὶ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν γκρί­ζα. Μὰ ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἁ­πα­λὸς καὶ κα­τὰ τό­πους πο­λὺ κα­θα­ρός. Ἀρ­χι­κὰ φο­ροῦ­σα τὸ παλ­τό μου· σύν­το­μα, ὅ­μως, τὸ ἔ­βγα­λα, τὸ δί­πλω­σα καὶ τὸ ἔ­ρι­ξα στὸν ὦ­μο. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸν γε­μά­το θαύ­μα­τα δρό­μο μοῦ ἔ­δι­νε ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη ἀ­νη­φό­ρι­ζε κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἔ­πε­φτε σὲ κα­τή­φο­ρο. Τὰ βου­νὰ ἦ­ταν ψη­λὰ καὶ ὀγ­κώ­δη, ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­στρέ­φον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­νά τους. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος τῶν βου­νῶν ξε­πρό­βα­λε μπρο­στά μου σὰν κά­ποι­ο γι­γάν­τιο θέ­α­τρο. Ὁ δρό­μος ἀγ­κα­λι­α­ζό­ταν με­γα­λο­πρε­πῶς μὲ τὶς βου­νο­πλα­γι­ές. Κά­πως ἔ­τσι ἔ­φτα­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ φα­ράγ­γι, ἕ­να πο­τά­μι ὁρ­μοῦ­σε μπρὸς στὰ πό­δια μου, ὁ σι­δη­ρό­δρο­μος μὲ ἄ­φη­νε τα­χύ­τα­τα πί­σω του μὲ τὸν ἔ­ξο­χο λευ­κὸ κα­πνό του. Σὰν ἥ­συ­χο, λευ­κὸ ρυά­κι περ­νοῦ­σε ὁ δρό­μος μέ­σα ἀ­πὸ τὸ φα­ράγ­γι, κι ὅ­σο περ­πα­τοῦ­σα πιὸ πέ­ρα, ἦ­ταν στὰ μά­τια μου σὰν νὰ καμ­πυ­λώ­νει καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ ἡ ἴ­δια ἡ στε­νὴ κοι­λά­δα. Γκρί­ζα σύν­νε­φα ξα­πό­σται­ναν στὰ βου­νά, σὰν νὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ τὸν προ­σα­να­το­λι­σμό τους. Μὲ ἀν­τά­μω­σε ἕ­νας νε­α­ρὸς πλα­νό­διος τε­χνί­της μὲ σα­κί­διο στὴν πλά­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χω δεῖ δυ­ὸ ἄλ­λους νε­α­ρούς. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πα. Μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔρ­χο­μαι ἀ­πὸ μα­κριά. Ναί, εἶ­πα, καὶ τρά­βη­ξα μα­κρύ­τε­ρα τὸν δρό­μο μου. Ὄ­χι πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, εἶ­δα καὶ ἄ­κου­σα τοὺς δυ­ὸ νε­α­ροὺς πε­ρι­πλα­νη­τὲς νὰ πλη­σιά­ζουν συ­νο­δεί­ᾳ μου­σι­κῆς. Ἕ­να χω­ριὸ φά­νη­κε, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὄ­μορ­φο μὲ χα­μη­λὰ σπί­τια πο­λὺ κον­τὰ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ τὰ λευ­κὰ μέ­τω­πα τῶν βρά­χων. Κά­τι λί­γα κά­ρα μὲ ἀν­τά­μω­σαν, εἰ­δάλ­λως τί­πο­τα, κι εἶ­χα δεῖ καὶ μιὰ δρά­κα παι­διὰ στὸν ἐ­παρ­χια­κὸ δρό­μο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ δοῦ­με κά­τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στο. Βλέ­που­με ἤ­δη τό­σο πολ­λά.



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Τὰ ποι­ή­μα­τα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Τὰ ποι­ή­μα­τα

(Die Gedichte)


Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ πο­τὲ δὲν ἔ­γρα­ψα κα­νέ­να ποί­η­μα. Ἡ ἄν­θι­ση, ἡ δια­ύγεια ἤ­τα­νε πο­λὺ αἰ­σθη­σια­κὴ γιὰ μέ­να. Ἤ­μου­να λυ­πη­μέ­νος τὸ κα­λο­καί­ρι. Μὲ τὸ φθι­νό­πω­ρο κα­τέ­βαι­νε μιὰ με­λω­δί­α στὸν κό­σμο. Ἤ­μουν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κα­τα­χνιά, τὴ σκο­τει­νιὰ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε κι­ό­λας ἀ­πὸ νω­ρίς, τὴν πα­γω­νιά. Τὸ χι­ό­νι τό ’­βρι­σκα θε­ϊ­κό, μὰ ἴ­σως ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φες καὶ θε­ϊ­κὲς μοῦ φαι­νόν­του­σαν οἱ σκο­τει­νές, ἄ­γρι­ες, θερ­μὲς κα­ται­γί­δες τῆς πρώ­ι­μης ἄ­νοι­ξης. Μὲς στὸν πα­γε­ρὸ χει­μώ­να λαμ­πυ­ρί­ζα­νε κι ἀ­χνί­ζα­νε μα­γι­κὰ τὰ βρά­δια. Οἱ ἦ­χοι μὲ γο­ή­τευ­αν, τὰ χρώ­μα­τα μοῦ μι­λοῦ­σαν. Δὲ χρει­ά­ζε­ται κὰν νὰ τὸ πῶ, πὼς ζοῦ­σα σ’ ἀ­τέ­λει­ω­τη μο­να­ξιά. Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἡ νύ­φη ποὺ λά­τρευ­α, ὁ σύν­τρο­φος ποὺ προ­τι­μοῦ­σα, ἡ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σα, ἡ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­να, ἡ πα­ρέ­α ποὺ μέ­σα της ζοῦ­σα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γιὰ μέ­να­νε τί­πο­τα πιὸ φυ­σι­κό, πιὸ φι­λι­κό. Ἤ­μουν ὑ­παλ­λη­λά­κος, πο­λὺ συ­χνὰ δί­χως τὴν ἁρ­μό­ζου­σα θέ­ση. Κι αὐ­τὸ ἅρ­μο­ζε σὲ μέ­να. Ὤ, πό­ση τρυ­φε­ρὰ ὀ­νει­ρι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ­δο­νι­κὴ ἀ­πελ­πι­σί­α, οὐ­ρά­νια ἀ­θυ­μί­α, ἀ­γα­πη­μέ­νη θλί­ψη, γλυ­κιὰ σκλη­ρό­τη­τα. Ἀ­γα­ποῦ­σα τὰ προ­ά­στια μὲ τὶς μο­να­χι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῶν ἐρ­γα­τῶν. Τὰ χι­ο­νι­σμέ­να λι­βά­δια μοῦ μι­λού­σα­νε μ’ οἰ­κει­ό­τη­τα, τὸ φεγ­γά­ρι μοῦ φαι­νό­τα­νε σὰ νὰ χα­μη­λώ­νει γιὰ νὰ κλά­ψει ἀ­πά­νω στὸ χι­ό­νι, τὸ λευ­κὸ σὰν τὸ φάν­τα­σμα· τ’ ἀ­στέ­ρια! Τό­σο λαμ­πρά! Ἤ­μου­να τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ φτω­χός, τό­σο βα­σι­λι­κὰ λεύ­τε­ρος. Στε­κό­μουν μὲς στὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα, πρὸς τὸ ξη­μέ­ρω­μα, πλά­ι στ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο· μὲ τὴν πα­γε­ρὴ πνο­ὴ νὰ φυ­σά­ει στὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὸ στῆ­θος, κα­λυμ­μέ­νο μο­νά­χα μὲ τὴ νυ­χτι­κιά. Καὶ τό­τε μοῦ ’ρ­χό­ταν μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­πτα­σί­α, πὼς ὁ­λό­γυ­ρά μου φώ­τι­ζε. Πο­λὺ συ­χνά, μέ­σα στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κά­μα­ρα ποὺ κα­τοι­κοῦ­σα, ἔ­πε­φτα στὰ γό­να­τα κι ἱ­κέ­τευ­α τὸ Θε­ὸ γιὰ ἕ­ναν ὄ­μορ­φο στί­χο. Ὕ­στε­ρα, ἄ­νοι­γα τὴν πόρ­τα, ἔ­βγαι­να ἔ­ξω καὶ χα­νό­μου­να μὲς στὴ Φύ­ση.

(1912)


Πη­γή: «Τὰ ποι­ή­μα­τα» («Die Ge­di­chte»), Klei­ne Dich­tun­gen von Ro­bert Wal­ser, Kurt Wolff Verlag, Leipzig, 1914, S. 65.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.