Σπύρος Ε. Κρόκος: Southern Point


Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος


Southern Point


ΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ περ­νοῦ­σα τὴν ξε­ρα­μέ­νη λι­μνο­θά­λασ­σα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πα­ρα­λί­α τῆς Τρυ­πη­τῆς. Δὲν ἤ­μουν μό­νος. Κα­τευ­θύν­θη­κα στὸν ἀ­πό­σκιο ἑ­νὸς βρά­χου κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρω­τή­ρι. Ἔ­στη­σα τὴν τέν­τα μου με­ρι­κὲς δε­κά­δες μέ­τρα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ ποὺ εἶ­χα δεῖ κα­θὼς πλη­σί­α­ζα. Δι­έ­κρι­να ἕ­να ζευ­γά­ρι. Κά­θι­σα ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος στὴν ἄμ­μο μὲ τὴν πλά­τη στὸν βρά­χο. Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα. Ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ κραυ­γὲς ἡ­δο­νῆς. Ἦ­ταν ὁ­λο­σκό­τει­να. Ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα. Ἀ­προ­κά­λυ­πτα, ἔν­το­να, ὁ­ρια­κά, ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­να. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ ποὺ κα­τέ­βη­καν στὴν πα­ρα­λί­α γιὰ μπά­νιο, τοὺς πλη­σί­α­σα. Πρό­σφε­ρα κον­σέρ­βα κομ­πό­στα γιὰ πρω­ϊ­νό. Ἦ­ταν κι οἱ δύ­ο πο­λὺ ὄ­μορ­φοι, ὄ­χι πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα πέν­τε ἐ­τῶν. Ἐ­κεί­νη με­λα­χρι­νή, ψι­λόλι­γνη, μὲ μα­κριὰ ἄ­κρα. Μαλ­λιὰ κα­τά­μαυ­ρα ποὺ ἔ­φτα­ναν μέ­χρι τὴ μέ­ση καὶ πρό­σω­πο ὀ­στε­ῶ­δες, θύ­μι­ζε Ἰν­διά­να. Ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοι­χτό­χρω­μος. Ἀ­δύ­να­τος καὶ νευ­ρώ­δης. Πα­ρ’ ὅ­τι κι­νοῦν­ταν μὲ πα­τε­ρί­τσες μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ πλα­στι­κό­τη­τα, ἡ ἁρ­μο­νί­α στὶς κι­νή­σεις του. Θὰ στοι­χη­μά­τι­ζα πὼς ὑ­πῆρ­ξε χο­ρευ­τής. Βα­θι­ὲς κι ἐ­κτε­τα­μέ­νες οὐ­λὲς ση­μά­δευ­αν καὶ τὰ δυ­ό του πό­δια. Στὸ δε­ξὶ μά­λι­στα ἡ οὐ­λὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη ποὺ τὸ εἶ­χε πα­ρα­μορ­φώ­σει. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Κά­διθ, μιὰ πό­λη στὶς ἀ­κτὲς τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Ἀ­πὸ μι­κρὸς λά­τρευ­ε τὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες. Στὴ σχο­λὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους. Ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει μα­τα­δὸρ καὶ νὰ ταυ­ρο­μα­χεῖ στὶς με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­ρέ­νες τῆς Ἀν­δα­λου­σί­ας. Κά­ποι­α στιγ­μὴ κά­τι πῆ­γε στρα­βά. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν τυ­χε­ρός, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χτυ­πή­μα­τα τοῦ ταύ­ρου πέ­ρα­σε με­ρι­κὰ χι­λι­ο­στὰ ἀ­πὸ τὴ μη­ρια­ία ἀρ­τη­ρί­α. Ὅ­μως κά­ποι­οι μύ­ες καὶ νεῦ­ρα πει­ρά­χτη­καν ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Ἑλ­λη­νί­δα. Ἡ φυ­σι­κο­θε­ρα­πεύ­τριά του ὅ­ταν ἀ­νάρ­ρω­νε. Τῆς χρω­στοῦ­σε τὰ πάν­τα. Ἔ­τσι ἔ­λε­γε ἐ­κεῖ­νος. Ἐ­κεί­νη πί­στευ­ε πὼς ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κός. Τὸ ἴ­διο βρά­δι ξα­πλώ­σα­με στὴν ἄμ­μο. Ση­κώ­νει τὸ χέ­ρι καὶ δεί­χνει μιὰ συ­στά­δα ἀ­στε­ρι­ῶν.

        «Ὁ ἀ­στε­ρι­σμὸς τοῦ Ταύ­ρου. Τὸ πρῶ­το σμῆ­νος εἶ­ναι οἱ Ὑ­ά­δες, τὸ ἄλ­λο οἱ Πλειά­δες.» Τὰ δι­έ­κρι­να. Ἔ­πει­τα ἔ­στρε­ψε τὸ δά­κτυ­λο πρὸς ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­στέ­ρι στὸ σμῆ­νος τῶν Πλειά­δων.

        «Ἡ Ἠ­λέ­κτρα» εἶ­πε.

        Ἐ­κεί­νη γέ­λα­σε. Τῆς ἄ­ρε­σε ν’ ἀ­κού­ει τ’ ὄ­νο­μά της…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ δι­δά­σκει στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει κά­νει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα τοῦ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου» στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι-Ἡ αἰ­σθη­τι­κή τοῦ Μι­κροῦ· «Θραύ­σμα­τα & Ἀ­να­μνή­σεις» στὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Eyelands. Τὸ ἔρ­γο του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέ­α (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη!


ATA τὰ 1820 ἕ­νας βο­σκὸς μὲ τὸ κο­πά­δι του κα­θι­σμέ­νος στὸ πε­ζοῦ­λι κά­ποι­ου ρη­μο­κλη­σιοῦ ἔ­παι­ζε τὴ φλο­γέ­ρα του. Ἐ­κεῖ ἕ­νας Ἄγ­γλος πε­ρι­η­γη­τής, πε­ρα­στι­κός, ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σε, ρώ­τη­σε τὸ βο­σκό:

       — Τί πι­στεύ­εις;

       Ὁ τσο­πά­νος σή­κω­σε τὴν ἀγ­κλί­τσα του καὶ χτύ­πη­σε τὸν τοῖ­χο τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς:

       — Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη! εἶ­πε.

       — Καὶ τί πι­στεύ­ει τού­τη;

       — Ὅ,τι πι­στεύ­ω γώ!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Σημ. Ὁ Τερ­τσέ­της γρά­φει πὼς ἀ­κου­στὸ τὄ­χει αὐ­τὸ τ’ ἀ­νέκ­δο­το, ἀλ­λὰ δὲ μπό­ρε­σε νὰ βρῇ ποι­ὸς Ἄγ­γλος πε­ρι­η­γη­τὴς τὸ γρά­φει. (Γ. Τερ­τσέ­τη “Λό­γος ἐν τῷ Ἀ­να­γνω­στη­ρί­ῳ τῆς Βου­λῆς 1855, Ζά­κυν­θος, 1856” σ. 9).»

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 8-9 [τίτλος: «9.—Ὁ Δη­μο­σθέ­νης ἔρ­χε­ται!»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: «Ξωκκλήσι μὲ κυπαρίσσια». Ἔργο τοῦ Μιχάλη Οἰκονόμου (1888-1933).


Τζοὺντ Χίγκινς (Jude Higgins): Φτερωτή ζωή


Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins)


Φτε­ρω­τὴ ζω­ή

(Bird life)


ΕΡΕΙΣ πῶς εἶ­ναι ὅ­ταν ἕ­να που­λὶ κου­του­λᾶ στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος κι ἐ­σὺ τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι ἁ­πλῶς ζα­λί­στη­κε· ἀλ­λὰ ὄ­χι, ἡ πρό­σκρου­ση τὸ ἄ­φη­σε νε­κρό – καὶ ἰ­δού: τὴν ἡ­μέ­ρα ἀ­κρι­βῶς τῶν γε­νε­θλί­ων σου μιὰ ὄ­μορ­φη μι­κρὴ τσί­χλα, μὲ λαμ­πρὸ φτέ­ρω­μα, κεί­τε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα πά­νω στὸ χα­λά­κι μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ Κα­λω­σο­ρί­σα­τε. Ἀ­να­λο­γί­ζε­σαι τὴν εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πράγ­μα­τος –πῶς γί­νε­ται κά­τι τό­σο νέ­ο νὰ μὴ γι­ορ­τά­σει πο­τὲ γε­νέ­θλια κι ἔ­πει­τα σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ αἰ­σθη­μα­το­λο­γι­κὸ νὰ φαν­τά­ζε­σαι τὰ γε­νέ­θλια ἑ­νὸς που­λιοῦ. Προ­σπα­θεῖς ν’ ἀ­πο­φύ­γεις τὴν αἰ­σθη­μα­το­λο­γί­α.

        Εἶ­ναι ἐ­λα­φριά, τό­σο ἐ­λα­φριά, μιὰ τό­ση δὰ ἐν­τύ­πω­ση στὸ φτυ­α­ρά­κι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν μα­ζεύ­εις κι ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ ἄν­τρας σου τὴν βγά­ζει φω­το­γρα­φί­α μο­λο­νό­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­τι ποὺ θὲς ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στὴ μνή­μη σου, εἰ­δι­κὰ μιὰ τέ­τοι­α μέ­ρα. Ἀλ­λά σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τοῦ θύ­μι­σε τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ εἶ­χες φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση ποὺ δέ­χτη­καν τὰ μι­κρὰ μαυ­ρο­πού­λια στὸ κα­λα­θά­κι τους στὸ κα­τώ­φλι ἀ­πὸ ἕ­να ξε­φτέ­ρι, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τῆς ἀ­που­σί­ας σου ξύ­νον­τας αἵ­μα­τα καὶ φτε­ρὰ γο­να­τι­στὸς στὸ πά­τω­μα.

        Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν ἔ­πει­τα πῆ­γε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι ἔ­χον­τας κλει­στὲς τὶς κουρ­τί­νες καὶ νι­ώ­θον­τας πο­λὺ πλη­γω­μέ­νος σὰν νὰ εἶ­χε κου­του­λή­σει πά­νω σ’ ἕ­ναν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο ἐ­νῶ πί­στευ­ε ὅ­τι τα­ξί­δευ­ε στὸν κε­νὸ χῶ­ρο. Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ κι αὐ­τὸς στὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἢ ἂν εἶ­χε ἀ­ναρ­ρώ­σει.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Flash Frontier:

http://www.flash-frontier.com/november-2016-birds/#birdlife

Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ πρῶ­το της βι­βλι­α­ρά­κι μι­κρο­δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Τὸ σπί­τι τοῦ Χη­μι­κοῦ βγῆ­κε στὶς ἐκ­δό­σεις V Press τὸ 2017. Ἡ ἴ­δια θε­σμο­θέ­τη­σε τὸ Βρα­βεῖ­ο Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Bath Flash Fiction Award καὶ ὀρ­γά­νω­σε τὸ Φε­στι­βὰλ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου ἐ­νῶ τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τὸ ἐν λό­γῳ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νο­δι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.



		

	

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Ἡ συνάντηση



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Ἡ συ­νάν­τη­ση


ΥΝΑΝΤΙΟΜΑΣΤΑΝ κά­θε φο­ρὰ σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρα­λί­α. Ἡ τε­λευ­ταί­α, ἡ κα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­λες, ἦ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, ὅ­που ρι­ψο­κίν­δυ­νοι σέρ­φερ κα­βα­λί­κευ­αν τὰ ἄ­γρια κύ­μα­τα ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ πει­να­σμέ­νων καρ­χα­ρι­ῶν.

       Φθά­να­με πάν­τα μὲ τὸ ἴ­διο ναυ­λω­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­το καὶ μὲ τὸν ἴ­διο σο­φέρ. Κα­θό­μα­σταν σὲ κά­ποι­ο κα­φὲ δί­πλα στὸ κύ­μα. Ἐ­γὼ πα­ράγ­γελ­να πα­γω­μέ­νη μπύ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

       Εἴ­χα­με πλέ­ον ἐ­ξαν­τλή­σει πλῆ­θος δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­κτῶν. Τὸ πρά­μα εἶ­χε κα­ταν­τή­σει ἀ­νια­ρό.

       — Μοι­ά­ζου­με μὲ ἥ­ρω­ες φὶλμ νου­άρ, δὲ νο­μί­ζεις;

       — Μὰ ποῦ τὸ βρί­σκεις τὸ μαῦ­ρο μέ­σα σὲ τό­σο γα­λά­ζιο;

       Σκέ­φτη­κα νὰ κρα­τή­σω τὴ σι­ω­πή μου, μιᾶς καὶ ἀ­κου­γό­ταν πλέ­ον ὁ­λο­κά­θα­ρα ὁ ρόγ­χος τοῦ σο­φέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (Ἀ­θή­να, 1980). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Παρακολούθησε σεμινάριο Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Δήμου Ἀθη­ναί­ων (2017-2019).



		

	

Ξένια Ψαρροῦ: Τὸ κῆτος


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Τὸ κῆ­τος


ΙΧΑ ΦΤΙΑΞΕΙ τὴ μι­κρή μου αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἀ­νά­με­σα στὸν τρα­πε­ζί­τη καὶ στὸν φρο­νι­μί­τη τοῦ κή­τους. Ὁ τρα­πε­ζί­της ἦ­ταν χα­λα­σμέ­νος κι εἶ­χα χω­θεῖ στὴν τρύ­πα αὐ­τὴ χρό­νια τώ­ρα. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε μὲ κα­τά­πι­ε. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ τὴ γλώσ­σα του προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὲ βγά­λει γιὰ νὰ μὲ πά­ει κα­τευ­θεί­αν στὴν κόκ­κι­νη ἄ­βυσ­σο τοῦ στο­μα­χιοῦ του. Ὅ­μως γρή­γο­ρα χω­νό­μου­να στὴ δεύ­τε­ρη τρυ­πού­λα ποὺ εἶ­χα φτιά­ξει, στὴ ρί­ζα τοῦ φρο­νι­μί­τη, καὶ σω­νό­μουν. Βέ­βαι­α, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­νῶ γλεν­τοῦ­σα ἀ­πὸ μιὰ νί­κη μου κιν­δύ­νευ­α, ἀλ­λὰ πά­λι σω­νό­μουν τὴ τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Οὐ­ρα­νὸ ἔ­βλε­πα μό­νο ἂν ἄ­νοι­γε τὸ στό­μα του. Ζοῦ­σα μέ­σα στὸ νε­ρὸ μα­ζί του: ἀ­νέ­πνε­α κα­νο­νι­κά! Μό­νο ποὺ δὲν με­γά­λω­να. Κα­λύ­τε­ρα, για­τί ἀλ­λι­ῶς δὲν θὰ χω­ροῦ­σα ἐ­κεῖ μέ­σα. Ζα­ρω­μέ­νη σὰν ἔμ­βρυ­ο, καὶ τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρὸ ἀ­κί­νη­τη. Κι αὐ­τὸ κα­λὸ ἦ­ταν. Εἶ­δα πολ­λοὺς νὰ περ­νοῦν καὶ νὰ χά­νον­ται μέ­σα του. Του­λά­χι­στον ζοῦ­σα.

        Τὸ κῆ­τος πρέ­πει νὰ ἤ­τα­νε τε­ρά­στιο για­τί κα­τά­πι­νε ὁ­λό­κλη­ρα κα­ρά­βια: τὰ ἔ­βλε­πα ποὺ χά­νον­ταν στὸ στο­μά­χι του. Κά­ποι­οι κα­τά­φερ­ναν νὰ πια­στοῦν ἀ­π’ τὰ δόν­τια του. Μά­λι­στα, ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἄλ­λον τρα­πε­ζί­τη ζοῦ­σε ἕ­νας ὀ­δον­τί­α­τρος πού μοῦ ἔ­δι­νε ὁ­δη­γί­ες γιὰ τὸ δόν­τι. Εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ πι­ά­σου­με κά­τι σχοι­νιὰ ἀ­πὸ ἕ­να κα­ρά­βι καὶ νὰ τὰ δέ­σου­με στὰ δόν­τια ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με. Ἕ­να βρά­δυ —ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς πάν­τα βρά­δυ ἤ­τα­νε— ὅ­ταν τὸ κῆ­τος κοι­μό­ταν, πέ­ρα­σα ἀ­πέ­ναν­τι: πί­να­με κρα­σά­κι, λέ­γα­με ἱ­στο­ρί­ες καὶ μοῦ μά­θαι­νε τὰ μυ­στι­κά τῶν δον­τι­ῶν. Μοῦ ἄ­ρε­σε ὁ ἄν­δρας αὐ­τὸς καὶ τε­λι­κά τὰ φτι­ά­ξα­με, ἀλ­λὰ ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μεί­νει ὁ κα­θέ­νας στὸν τρα­πε­ζί­τη του, για­τί οἱ ἔ­ρω­τες κά­τω ἀ­πὸ τέ­τοι­ες συν­θῆ­κες ἦ­ταν ἀμ­φι­βό­λου ποι­ό­τη­τας. Λέ­γα­με πολ­λὰ ἀ­στεῖ­α, πὼς ἂν κά­πο­τε βγαί­να­με ἀ­πὸ τὸ θη­ρί­ο θὰ παίρ­να­με ἕ­να δά­νει­ο γιὰ νά … χτί­σου­με μιὰ κα­λὴ σχέ­ση, μιᾶς καὶ ξέ­ρου­με δυ­ὸ τρα­πε­ζί­τες… Ἐ­πί­σης, γε­λού­σα­με πο­λὺ ὅ­ταν λέ­γα­με πὼς εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν μᾶς κα­τά­πι­ε φά­λαι­να για­τὶ θὰ τρώ­γα­με μό­νο πλαγ­κτόν…

        Τὶς μέ­ρες ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἀ­φό­ρη­τη ζω­γρά­φι­ζα στε­ρι­ές, πά­νω στὰ δόν­τια του. Μά­θαι­να, ὅ­μως, καὶ κά­τι κα­λὸ ἐ­κεῖ μέ­σα: τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τοῦ μι­κροῦ χώ­ρου. Μέ­χρι γρα­φεῖ­ο εἶ­χα κά­νει ἀ­πὸ ἕ­να κα­τάρ­τι ποὺ εἶ­χε σφη­νω­θεῖ στὸ δόν­τι. Καὶ πάν­τα κοι­μό­μουν δε­μέ­νη μ’ ἕ­να σχοι­νὶ ἀ­πὸ τὸ μι­κρό μου δω­μά­τιο. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ξε­χνι­ό­μουν καὶ μὲ τρα­βοῦ­σε ἡ ἄ­βυσ­σος, μὲ κρα­τοῦ­σε τὸ σχοι­νά­κι αὐ­τό. Κά­ποι­οι ἄλ­λοι με­γα­λο­πι­ά­στη­καν κι ἔ­χτι­σαν βί­λες στὸν οὐ­ρα­νί­σκο του καὶ στὰ μπρο­στι­νὰ δόν­τια ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­φα­γε ἡ μαύ­ρη νύ­χτα… Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε ποὺ ζοῦ­σα.

        Ἡ ζω­ή μου, γε­νι­κά, ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­τη. Ὅ­μως, εἶ­χα ὁ­ρί­σει μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ γι­ορ­τά­ζω τὴ γι­ορ­τὴ τῆς ἀ­ση­μαν­τό­τη­τας. Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν ἐ­θνι­κὴ ἐ­πέ­τει­ος. Μό­νο ποὺ κά­θε χρό­νο εἶ­χα ἄλ­λη ση­μαί­α: μιὰ χρο­νιὰ ἦ­ταν ἕ­να πα­πού­τσι, τὴν ἄλ­λη ἕ­να σω­σί­βιο, τὴν ἑ­πό­με­νη μιὰ ση­μα­δού­ρα. Ἔ­τσι, με­τροῦ­σα τὰ χρό­νια…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ψαρ­ροῦ Ξέ­νια (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ χο­ρο­θέ­α­τρο γιὰ παι­διά, γρά­φει ποί­η­ση καὶ μυ­θο­πλα­σί­α. Βι­βλί­α της: Ἡ Πέ­τρα καὶ ὁ βρά­χος (ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, μυ­θο­πλα­σί­α, 2017), Τὸ παι­δί, (ποί­η­ση, 2018, ἐκδ. Πα­να­γό­που­λος), κ.ἄ. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ.

Πρίμο Λέβι (Privo Levi): Ἕνα ἥσυχο ἀστέρι


Πρί­μο Λέ­βι (Primo Levi)


Ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι

(Una stella tranquilla)


Ε ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ τοῦ σύμ­παν­τος, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ζοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι ποὺ κι­νοῦν­ταν ἥ­συ­χα στὸ βά­θος τῆς ἀ­βύσ­σου, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἕ­να πλῆ­θος ἥ­συ­χων πλα­νη­τῶν γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα νὰ ποῦ­με. Τὸ ἀ­στέ­ρι αὐ­τὸ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο καὶ ζε­στό, τὸ βά­ρος του τε­ρά­στιο – κι ἐ­δῶ ἀρ­χί­ζουν οἱ δυ­σκο­λί­ες μας ὡς ἀ­φη­γη­τές. Γρά­ψα­με «πο­λὺ μα­κριά», «με­γά­λο», «ζε­στό», «τε­ρά­στιο»: ἡ Αὐ­στρα­λί­α εἶ­ναι πο­λὺ μα­κριά, ἕ­νας ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι με­γά­λος κι ἕ­να σπί­τι ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ ἔ­κα­να ἕ­να ζε­στὸ μπά­νιο, τὸ Ἔ­βε­ρε­στ εἶ­ναι τε­ρά­στιο. Φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα ὅ­τι κά­τι στὸ λε­ξι­κό μας δὲν λει­τουρ­γεῖ.

        Πραγ­μα­τι­κά, ἂν εἶ­ναι νὰ γρά­ψου­με αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ χρει­α­στοῦ­με τὸ θάρ­ρος νὰ σβή­σου­με ὅ­λα τα ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν σα­στι­μά­ρα – θὰ προ­ξε­νοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δη­λα­δὴ θὰ ὑ­πο­βάθ­μι­ζαν τὴν ἀ­φή­γη­ση. Γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὰ ἀ­στέ­ρια ἡ γλώσ­σα μας εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κὴς καὶ γιὰ γέ­λια, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λου­με νὰ ὀρ­γώ­σου­με τὴ γῆ μὲ ἕ­να φτε­ρό. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γλώσ­σα ποὺ γεν­νή­θη­κε μα­ζί μας, κα­τάλ­λη­λη νὰ πε­ρι­γρά­φει, πά­νω-κά­τω, ἀν­τι­κεί­με­να μὲ μέ­γε­θος καὶ διάρκεια ὅ­σο κι ἐ­μεῖς· στὰ δι­κά μας μέ­τρα, ἀν­θρώ­πι­νη. Δὲν πά­ει πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ αἰ­σθή­σεις μας. Μέ­χρι καὶ δι­α­κό­σια, τρι­α­κό­σια χρό­νια πρὶν μι­κρὸ ἦ­ταν τὸ ἄ­κα­ρι τῆς ψώ­ρας. Δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα πιὸ μι­κρό, καὶ γιὰ αὐ­τό, δὲν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἐ­πί­θε­το γιὰ νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Με­γά­λα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη —τὸ ἴ­διο με­γά­λα— ἦ­ταν ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ οὐ­ρα­νός, ζε­στὴ ἦ­ταν ἡ φω­τιά. Μό­λις τὸ 1700 δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ εἰ­σά­γου­με στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας γλώσ­σα ἕ­ναν ὄ­ρο κα­τάλ­λη­λο νὰ με­τρά­ει ‘’πο­λυ”-ά­ριθ­μα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ μὲ λί­γη φαν­τα­σί­α ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ριο. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρη φαν­τα­σί­α, ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο, χω­ρὶς κὰν νὰ μποῦ­με στὸν κό­πο νὰ ὁ­ρί­σου­με τὴν ἀ­κρι­βὴ του ἔν­νοι­α, ἔ­τσι ποὺ ὁ ὅ­ρος ἔ­χει σή­με­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες.

        Οὔ­τε μὲ τὸν ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μὸ κά­νου­με με­γά­λη πρό­ο­δο – πό­σες φο­ρὲς ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ ἕ­να ψη­λὸ πύρ­γο εἶ­ναι ἕ­νας πο­λὺ ψη­λὸς πύρ­γος; Οὔ­τε μπο­ροῦ­με νὰ ἐλ­πί­ζου­με στὴν βο­ή­θεια “με­ταμ­φι­ε­σμέ­νων” ὑ­περ­θε­τι­κῶν ὅ­πως «τε­ρά­στιος, κο­λοσ­σια­ῖος, ἐκ­πλη­κτι­κός». Γιὰ νὰ δι­η­γη­θοῦ­με τὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λου­με νὰ δι­η­γη­θοῦ­με ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πί­θε­τα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἀ­κα­τάλ­λη­λα, για­τὶ τὸ ἀ­στέ­ρι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κι­νή­σα­με ἦ­ταν δέ­κα φο­ρὲς πιὸ με­γά­λο ἀ­πὸ τὸν δι­κό μας Ἥ­λιο, καὶ ὁ Ἥ­λιος εἶ­ναι «πολ­λὲς» φο­ρὲς πιὸ με­γά­λος καὶ πιὸ βα­ρὺς ἀ­πὸ τὴ Γῆ μας, ἔ­τσι ποὺ τε­λι­κά τὸ μέ­γε­θός του ὑ­περ­βαί­νει τό­σο πο­λύ τὰ δι­κά μας μέ­τρα ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ τὸν πα­ρα­στή­σου­με μό­νο μὲ μιὰ βε­βι­α­σμέ­νη προ­σπά­θεια τῆς φαν­τα­σί­ας. Ὑ­πάρ­χει βέ­βαι­α ἡ γλώσ­σα τῶν ἀ­ριθ­μῶν —κομ­ψὴ καὶ λε­πτή— οἱ πί­να­κες τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ δέ­κα, ἀλ­λὰ τό­τε δὲν θὰ ἀ­φη­γού­μα­σταν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια θέ­λει νὰ τὸ κά­νει: σὰν ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, δη­λα­δή, ποὺ θὰ ξυ­πνοῦ­σε ἀ­πό­η­χους καὶ ποὺ μέ­σα της ὁ κα­θέ­νας μας θὰ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε ἀ­λή­θει­ες γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος.

        Αὐ­τὸ τὸ ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι, λοι­πόν, δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ τό­σο ἥ­συ­χο. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο – στὴν μα­κρι­νὴ πρώ­τη πρά­ξη, τό­τε ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν τὰ πάν­τα, τοῦ εἶ­χε τύ­χει μιὰ βα­ριὰ κλη­ρο­νο­μιά. Ἴ­σως πά­λι νὰ εἶ­χε στὴν καρ­διά του μιὰ δυσ­λει­τουρ­γί­α ἢ μιὰ μό­λυν­ση ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ με­ρι­κοὺς ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο με­τα­ξύ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν νὰ καῖ­νε ἥ­συ­χα τὸ ὑ­δρο­γό­νο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φτι­ά­χτη­καν δω­ρί­ζον­τας γεν­ναι­ό­δω­ρα ἐ­νέρ­γεια στὸ κε­νό, μέ­χρι ποὺ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἕ­να ἀ­ξι­ο­πρε­πὲς ὑ­πό­λειμ­μα καὶ τε­λει­ώ­νουν τὴν κα­ρι­έ­ρα τους ὡς τα­πει­νοὶ λευ­κοὶ νά­νοι. Τὸ ὑ­πὸ συ­ζή­τη­ση ἀ­στέ­ρι, ὡ­στό­σο, ὅ­ταν πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του καὶ τὴ γέν­νη­ση τῶν συν­τρό­φων του, ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­ραι­ώ­νει. Δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο μὲ τὴ μοί­ρα του κι ἔ­γι­νε νευ­ρι­κό, ἀ­νή­συ­χο, ἀ­ει­κί­νη­το· σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α του αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ὁ­ρα­τὴ σὲ μᾶς, τοὺς “πο­λὺ” μα­κρι­νοὺς καὶ συ­νά­μα ἐγ­κλω­βι­σμέ­νους σὲ μιὰ “πο­λὺ” σύν­το­μη ζω­ή.

        Τὴν ἀ­νη­συ­χί­α αὐ­τὴ τὴν ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ Ἄ­ρα­βες καὶ οἱ Κι­νέ­ζοι ἀ­στρο­νό­μοι – ὄ­χι οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι. Οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι ἐ­κεί­νων τῶν και­ρῶν (δύ­σκο­λοι και­ροί) ἦ­σαν τό­σο πε­πει­σμέ­νοι ὅ­τι τὸ στε­ρέ­ω­μα ἦ­ταν ἀ­με­τά­βλη­το —βα­σί­λει­ο καὶ ὑ­πό­δειγ­μα τῆς μὴ με­τα­βλη­τό­τη­τας— ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σαν μά­ται­ο καὶ βλά­σφη­μο νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κα­τα­λά­βουν τὶς ἀλ­λα­γές του· ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ὑ­πάρ­χουν. Ὅ­μως ἕ­νας Ἄ­ρα­βας πα­ρα­τη­ρη­τής, ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νον μὲ τὴν κα­λή του ὅ­ρα­ση, μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ μὲ ἀ­γά­πη νὰ γνω­ρί­σει τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοῦ θε­οῦ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­στέ­ρι, ποὺ τὸ εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει μὲ τὸν και­ρό, δὲν ἦ­ταν ἀ­κί­νη­το. Τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει πρὶν τριά­ντα χρό­νια κι εἶ­χε πα­ρα­τη­ρή­σει ὅ­τι ἡ φω­τει­νό­τη­τά του κυ­μαι­νό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ με­γέ­θη τέσ­σε­ρα καὶ ἕ­ξι, ἀ­πὸ τοὺς ἕ­ξι βαθ­μοὺς φω­τει­νό­τη­τας ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ ποὺ εἶ­χαν κα­θο­ρι­στεῖ, πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες πρίν, ἀ­πὸ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να, ὅ­μοι­α φι­λό­πο­νο ὅ­σο ὁ Ἄ­ρα­βας, ποὺ πί­στευ­ε ὅ­τι τὸ νὰ κοι­τᾶς τὰ ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι ἕ­νας δρό­μος ποὺ σὲ πη­γαί­νει μα­κριά. Ὁ Ἄ­ρα­βας αἰ­σθα­νό­ταν κά­πως ὅ­πως καὶ τὸ ἀ­στέ­ρι του. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­πι­βάλ­λει τὸ δι­κό του ση­μά­δι καὶ στὶς ση­μει­ώ­σεις του τὸ εἶ­χε ὀ­νο­μά­σει ἡ Al-Ludra, ποὺ στὴ δι­ά­λε­κτό του ση­μαί­νει ἡ «Ἰ­δι­ό­τρο­πη». Ἡ Al-Ludra τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀλ­λὰ ὄ­χι μὲ κα­νο­νι­κό­τη­τα, ὄ­χι ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κρε­μές, ἀλ­λὰ σὰν κά­ποι­ον ποὺ εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ ἐ­πι­λο­γές. Ὁ­λο­κλή­ρω­νε τὸν κύ­κλο της ἄλ­λο­τε σὲ ἕ­να χρό­νο, ἄλ­λο­τε σὲ δύ­ο, ἄλ­λο­τε σὲ πέν­τε καὶ – ὄ­χι πάν­τα – στὸ λι­γό­στε­μά της στα­μα­τοῦ­σε στὴν φω­τει­νό­τη­τα με­γέ­θους 6 ποὺ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α ὁ­ρα­τὴ μὲ γυ­μνὸ μά­τι – μὲ ἄλ­λα λό­για με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν ἐν­τε­λῶς. Ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς Ἄ­ρα­βας μέ­τρη­σε ἑ­πτὰ κύ­κλους πρὶν πε­θά­νει. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν μα­κρό­χρο­νη, μὰ ἡ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που εἶ­ναι θλι­βε­ρὰ σύν­το­μη σὲ σύγ­κρι­ση μὲ κεί­νη ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ, ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ὑ­πο­ψί­ες σχε­τι­κὰ μὲ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τά του. Με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ Ἄ­ρα­βα, ἡ Al-Ludra, ἂν καὶ εἶ­χε πιὰ ὄ­νο­μα, δὲν τρα­βοῦ­σε πλέ­ον τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, για­τί τὰ εὐ­με­τά­βλη­τα ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι πολ­λὰ κι ἐ­πει­δή, ἀ­πὸ τὸ 1750, εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἕ­να ση­μα­δά­κι μό­λις ὁ­ρα­τὸ καὶ μὲ τὰ κα­λύ­τε­ρα τη­λε­σκό­πια τῆς ἐ­πο­χῆς. Μὰ τὸ 1950 (καὶ τὸ μή­νυ­μα ἔ­φτα­σε μό­λις τώ­ρα) ἡ ἀρ­ρώ­στια, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἔ­τρω­γε ἀ­πὸ μέ­σα, ἔ­φτα­σε σὲ ἕ­να κρί­σι­μο ση­μεῖ­ο, κι ἐ­δῶ, γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρά, μπαί­νει σὲ κρί­ση καὶ ἡ ἀ­φή­γη­ση – τώ­ρα δὲν εἶ­ναι μό­νο τὰ ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἀ­πο­τυγ­χά­νουν, μὰ τὰ ἴ­δια τὰ γε­γο­νό­τα. Δὲν γνω­ρί­ζου­με ἀ­κό­μη πολ­λὰ γιὰ τὴν ἀ­κα­νό­νι­στη νε­κρα­νά­στα­ση τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι, ὄ­χι τό­σο σπά­νια, κά­τι γί­νε­ται στὸν ἀ­το­μι­κὸ μη­χα­νι­σμὸ μέ­σα στοὺς πυ­ρῆ­νες τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν καὶ ὅ­τι τό­τε τὰ ἀ­στέ­ρια ἐ­κρή­γνυν­ται, ὄ­χι πλέ­ον στὴν κλί­μα­κα τῶν ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων καὶ δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων χρό­νων, ἀλ­λὰ στὴν κλί­μα­κα τῶν ὡ­ρῶν καὶ τῶν λε­πτῶν. Ὅ­μως κα­τα­λα­βαί­νου­με κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση μό­νο τὸ πῶς, ὄ­χι τὸ για­τί. Ἄς εἴ­μα­στε, λοι­πόν, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὸ πῶς.

        Ὁ πα­ρα­τη­ρη­τής, ποὺ γιὰ κα­κή του τύ­χη, θὰ βρι­σκό­ταν στὶς 19 Ὀ­κτω­βρί­ου ἐ­κεί­νου τοῦ χρό­νου —στὶς 10 ἡ ὥ­ρα, μὲ τὰ δι­κά μας ρο­λό­για— πά­νω σε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλα­νῆ­τες τῆς Al-Ludra, θὰ ἔ­βλε­πε “μπρο­στὰ στὰ μά­τια του”, ὅ­πως λέ­νε, τὸν ζω­ο­δό­τη ἥ­λιο νὰ φου­σκώ­νει, ὄ­χι λί­γο μὰ “πο­λύ”, καὶ δὲν θὰ ἦ­ταν πα­ρὼν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα μπρο­στά σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα. Σὲ ἕ­να τέ­ταρ­το τῆς ὥ­ρας θὰ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ψά­ξει μά­ται­α νὰ βρεῖ κα­τα­φύ­γιο γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη θερ­μό­τη­τα. Αὐ­τὸ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σου­με ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ κά­θε ὑ­πό­θε­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὴ μορ­φὴ ἐ­κεί­νου τοῦ πα­ρα­τη­ρη­τῆ, ὑ­πὸ τὴν προϋ­πό­θε­ση ὅ­τι αὐ­τός, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, θὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος ἀ­πὸ μό­ρια καὶ ἄ­το­μα. Μέ­σα σὲ μι­σὴ ὥ­ρα ἡ μαρ­τυ­ρί­α του, ὅ­πως κι οἱ μαρ­τυ­ρί­ες τῶν συν­τρό­φων του, θὰ ἔ­φτα­ναν στὸ τέ­λος. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σου­με αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πρέ­πει νὰ βα­σι­στοῦ­με πά­νω στὶς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν γή­ι­νων ἐρ­γα­λεί­ων: σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὰ τὸ συμ­βὰν ἔ­γι­νε, μέ­σα στὸν ἐγ­γε­νή του τρό­μο, μὲ “πο­λὺ” ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο τρό­πο, κι ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θυ­στέ­ρη­σε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ μα­κρι­νοῦ του τα­ξι­διοῦ μέ­σα στὴν ἄ­βυσ­σο τοῦ φω­τὸς ποὺ τε­λι­κά μᾶς ἔ­φε­ρε τὸ νέ­ο.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, οἱ θά­λασ­σες καὶ οἱ πά­γοι (ἂν ὑ­πῆρ­χαν) τοῦ ὄ­χι πλέ­ον πιὸ ἥ­συ­χου πλα­νή­τη, ἄρ­χι­σαν νὰ βρά­ζουν· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες ὅ­λοι του οἱ βρά­χοι ἔ­λι­ω­σαν καὶ τὰ βου­νὰ του κα­τέρ­ρευ­σαν σχη­μα­τί­ζον­τας πε­διά­δες λά­βας· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρος ὁ πλα­νή­της εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἀ­τμό, μα­ζὶ μὲ ὅ­λα τὰ κομ­ψὰ καὶ λε­πτά του δη­μι­ουρ­γή­μα­τα ποὺ ἕ­να συ­νον­θύ­λευ­μα τύ­χης καὶ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας εἶ­χαν δη­μι­ουρ­γή­σει ἐ­κεῖ μέ­σω τῆς δο­κι­μα­σί­ας δο­κι­μῆς καὶ σφάλ­μα­τος· καὶ μα­ζὶ μὲ ὅ­λους ἐ­κεί­νους τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς σο­φοὺς ποὺ ἴ­σως εἶ­χαν με­λε­τή­σει τὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­χαν ἀ­να­ρω­τη­θεῖ σὲ τί χρη­σί­μευ­αν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­τί­τσες χω­ρὶς νὰ πά­ρουν πο­τὲ μί­αν ἀ­πάν­τη­ση. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μέ­ρα ὅ­μοι­α μὲ τὶς δι­κές μας, ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἀ­στε­ριοῦ εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι τὴν τρο­χιὰ τῶν πιὸ μα­κρι­νῶν πλα­νη­τῶν του, κα­τα­κλύ­ζον­τας τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ σκορ­πί­ζον­τας πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση —μα­ζὶ μὲ τὰ συν­τρίμ­μια τῆς ἠ­ρε­μί­ας του—  κύ­μα­τα ἐ­νέρ­γειας καὶ τὴν εἴ­δη­ση τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς του.

        Ὁ Ρα­μὸν Ἐ­σκο­χίν­τα ἦ­ταν τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρό­νων καὶ εἶ­χε δυ­ὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τα παι­διά. Μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του εἶ­χε μιὰ σχέ­ση πε­ρί­πλο­κη καὶ τε­τα­μέ­νη. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν Πε­ρου­βια­νὸς κι ἐ­κεί­νη Αὐ­στρια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν μο­να­χι­κός, με­τρι­ό­φρων καὶ τεμ­πέ­λης, ἐ­κεί­νη φι­λό­δο­ξη κι ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν κοι­νω­νι­κὴ ζω­ή. Ἀλ­λὰ τί κοι­νω­νι­κὴ ζω­ὴ μπο­ρεῖς νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι ἂν κα­τοι­κεῖς σὲ ἕ­να πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο σὲ ὑ­ψό­με­τρο χι­λί­ων ἐν­νια­κο­σί­ων μέ­τρων, μιὰ ὥ­ρα μὲ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­πὸ τὴν κον­τι­νό­τε­ρη πό­λη καὶ τέσ­σε­ρα χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ ἰν­διά­νων, γε­μά­το σκό­νη τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ πά­γο τὸ χει­μώ­να; Ἡ Τζούν­τιθ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ μι­σοῦ­σε τὸ σύ­ζυ­γό της, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ μέ­ρα – με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. Μι­σοῦ­σε τὴ σο­φί­α του καὶ τὴ συλ­λο­γὴ κο­χυ­λι­ῶν του, ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν πα­τέ­ρα τῶν παι­δι­ῶν της καὶ τὸν ἄν­δρα ποὺ βρι­σκό­ταν τὰ πρω­ι­νὰ κά­τω ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα.

        Εἶ­χαν κα­τα­λή­ξει σὲ μιὰ εὔ­θραυ­στη συμ­φω­νί­α γιὰ ἐ­ξό­δους τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα. Μιὰ πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­γευ­μα προ­ε­τοι­μά­ζον­ταν μὲ θο­ρυ­βώ­δη χα­ρὰ γιὰ τὴν ἐκ­δρο­μὴ τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας. Ἡ Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὶς προ­μή­θει­ες. Ὁ Ρα­μὸν ἀ­νέ­βη­κε στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο γιὰ νὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὶς βρα­δι­νὲς φω­το­γρα­φι­κὲς πλά­κες. Τὸ πρω­ὶ ξε­φορ­τώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α τὰ παι­διὰ ποὺ τὸν κα­τέ­κλυ­ζαν μὲ χα­ρού­με­νες ἐ­ρω­τή­σεις. Πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν ἡ λί­μνη; Θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη πα­γω­μέ­νη; Θὰ θυ­μό­ταν νὰ πά­ρει τὴν φου­σκω­τὴ βάρ­κα; Πῆ­γε στὸ σκο­τει­νὸ θά­λα­μο νὰ ἐμ­φα­νί­σει τὴν πλά­κα· τὴν στέ­γνω­σε καὶ τὴν το­πο­θέ­τη­σε μα­ζὶ μὲ μιὰ πα­ρό­μοι­α πλά­κα ποὺ τὴν εἶ­χε ἐμ­φα­νί­σει ἑ­πτὰ μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Τὶς ἐ­ξέ­τα­σε καὶ τὶς δυ­ὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­σκό­πιο. Ὅ­λα κα­λά. Ἦ­ταν ὅ­μοι­ες, μπο­ροῦ­σε νὰ φύ­γει ἥ­συ­χος. Ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­χε ἕ­ναν ἐν­δοια­σμό. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε κά­τι και­νούρ­γιο – ὄ­χι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό· ἕ­να ση­μα­δά­κι ποὺ μό­λις δι­α­κρι­νό­ταν, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πα­λιὰ πλά­κα. Ὅ­ταν συμ­βαί­νουν τέ­τοι­α πράγ­μα­τα ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α στὰ ἑ­κα­τὸ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν κόκ­κο σκό­νης —κα­νεὶς δὲν δου­λεύ­ει σὲ ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον— ἢ γιὰ ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λάτ­τω­μα τοῦ γα­λα­κτώ­μα­τος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἐ­πί­σης μιὰ ἐ­λά­χι­στη πι­θα­νό­τη­τα νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν και­νο­φα­νὴ ἀ­στέ­ρα καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις μιὰ ἀ­να­φο­ρὰ πρὸς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Ἀν­τί­ο ἐκ­δρο­μή, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴ φω­το­γρά­φι­ση τὶς δυ­ὸ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Τί θὰ ἔ­λε­γε στὴν Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διά;



Πηγή:

https://incontrotesto.files.wordpress.com/2011/09/una-stella-tranquilla_primo-levi.pdf

Ὁ Πρί­μο Λέ­βι (Primo Michele Levi) (Το­ρί­νο, 31 Ἰ­ου­λί­ου 1919 – Το­ρί­νο, 11 Ἀ­πρι­λί­ου 1987) ἦ­ταν Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποι­ή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἦ­ταν παρ­τι­ζά­νος ἀν­τι­φα­σί­στας. Στὶς 13 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 1943 συ­νε­λή­φθη ἀ­πὸ τοὺς φα­σί­στες στὴν Valle d’Aosta. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν στεί­λα­νε σὲ ἕ­να στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης στὸ Fossoli καὶ τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ ἑ­πό­με­νου ἔ­τους στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τοῦ Ἄ­ου­σβιτς, για­τὶ ἦ­ταν Ἑ­βραῖ­ος. Ἐ­πέ­ζη­σε ἀ­πὸ τὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης κι ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἰ­τα­λί­α ὅ­που ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση στὸ κα­θῆ­κον νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ τὶς φρι­κα­λε­ό­τη­τες ποὺ εἶ­χε δεῖ καὶ εἶ­χε ζή­σει τὰ χρό­νια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του. Τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο ἔρ­γο του —καὶ τὸ πρῶ­το του— ἦ­ταν τὸ Se questo e un uomo: ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τῶν Να­ζί – θε­ω­ρεῖ­ται κλα­σι­κό τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας. Ἦ­ταν χη­μι­κὸς καὶ σὲ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὑ­πάρ­χουν ἄ­με­σες καὶ ἔμ­με­σες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ αὐ­τὸν τὸν κλά­δο τῆς ἐ­πι­στή­μης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).


Χάν­να Βά­σκο­ϊλ (Hannah Voskuil): Ρεύ­μα­τα



Χάν­να Βά­σκο­ϊλ (Hannah Voskuil)


Ρεύ­μα­τα

(Currents)


ΓΚΑΡΥ ἔ­πι­νε τὸ malt οὐ­ί­σκι του μὲς στὴ νύ­χτα, ἔ­ξω στὴ βε­ράν­τα ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ὠ­κε­α­νό. Ἡ μη­τέ­ρα του, ἀ­φη­ρη­μέ­νη, εἶ­χε κλεί­σει τοὺς προ­βο­λεῖς κι αὐ­τὸς δὲν δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε γιὰ τὸ σκο­τά­δι.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, ἡ μη­τέ­ρα του, ἡ Τζό­ου­σι, τὰ ‘βά­λε μὲ τὶς δυ­ὸ δω­δε­κά­χρο­νες ἐγ­γο­νές της ποὺ ἔ­τρε­μαν ὁ­λό­κλη­ρες.

       «Θέ­λω καὶ οἱ δυ­ό σας νὰ πᾶ­τε γιὰ κο­λύμ­πι αὔ­ριο πρω­ῒ-πρω­ΐ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔ­χω δυ­ὸ φώ­κι­ες σὰν κι ἐ­σὰς νὰ φο­βοῦν­ται τὸ νε­ρό.»

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, τὸ ἕ­να κο­ρί­τσι κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς ἄ­φω­νου Φι­λιπ­πι­νέ­ζου φί­λου της. Ἦ­ταν τὸ πρῶ­το χέ­ρι ποὺ εἶ­χε κρα­τή­σει στὴ ζω­ή της. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς νο­σο­κό­μους κα­θὼς με­τέ­φε­ραν τὸν νε­κρὸ ἀ­δελ­φὸ τοῦ ἀ­γο­ριοῦ στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο.

       Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, τὸ ἄλ­λο κο­ρί­τσι ξέρ­να­γε πά­νω ἀ­πὸ μιὰ λε­κά­νη του­α­λέ­τας τοῦ μπαν­γκα­λό­ου.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ αἰ­σθαν­θεῖ ναυ­τί­α πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ χέ­ρι τοῦ πνιγ­μέ­νου ἀ­γο­ριοῦ νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸ φο­ρεῖ­ο καὶ νὰ πη­γαί­νει πά­νω-κά­τω κα­θὼς ἄγ­γι­ζε τὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας. Κα­νεὶς δὲν ξα­νά­βα­λε τὸ χέ­ρι πά­νω στὸ φο­ρεῖ­ο, κι αὐ­τὸ σερ­νό­ταν καὶ πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω πά­νω-κά­τω.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, ὁ Γκά­ρυ εἶ­δε τὸ κα­στα­νὸ κε­φά­λι νὰ βου­λιά­ζει καὶ νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια κα­θὼς τὸ σῶ­μα ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε. Στὴν ἀρ­χὴ τὸ πῆ­ρε γιὰ φύ­κια.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, τρι­αν­τα­πέν­τε ἄν­θρω­ποι πά­λευ­αν γιὰ νὰ βγοῦν ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν ἐν­το­λὴ τῆς Ἀ­κτο­φυ­λα­κῆς. Ἕ­νας ναυ­α­γο­σώ­στης προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε κά­τι μη­χα­νὲς τζὲτ σκὶ γιὰ τὰ ἀ­πει­λη­τι­κὰ πα­λιρ­ρο­ϊ­κὰ κύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τὸ οἱ τρι­αν­τα­πέν­τε ἄν­θρω­ποι, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων τοῦ Γκά­ρυ καὶ τῶν κο­ρι­τσι­ῶν, σχη­μά­τι­σαν μιὰ ἀν­θρώ­πι­νη ἁ­λυ­σί­δα προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­να­σύ­ρουν τὸ σῶ­μα ἑ­νὸς ἀ­γο­ριοῦ ἀ­πὸ τὶς Φι­λιπ­πί­νες. Τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­χε πέ­σει στὸ νε­ρὸ πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι λε­πτὰ καὶ δὲν εἶ­χε ξα­να­βγεῖ στὴν ἐ­πι­φά­νεια.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, ἕ­νας ναυ­α­γο­σώ­στης ἔ­τρε­χε φου­ρι­ό­ζος στὴν πα­ρα­λί­α ἀ­να­ζη­τών­τας ἐ­θε­λον­τές. Τὰ δυ­ὸ κο­ρί­τσια, ποὺ χα­λά­ρω­ναν πά­νω στὶς σα­νί­δες τους, ἀ­να­ση­κώ­θη­καν γιὰ νὰ βο­η­θή­σουν.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, ἕ­να ἀ­γό­ρι ἀ­πὸ τὶς Φι­λιπ­πί­νες τρά­βη­ξε τὸ πό­δι τοῦ ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νου ναυ­α­γο­σώ­στη καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νος τοῦ ἔ­κα­νε νεύ­μα­τα δεί­χνον­τας τὰ κύ­μα­τα. Ὁ ἀ­δελ­φός μου, εἶ­πε.

       Πρὶν ἀ­π’ αὐ­τό, ἦ­ταν μιὰ ἁ­πλὴ κα­λο­και­ρι­νὴ μέ­ρα.



Πη­γή: Τὰ «Ρεύ­μα­τα» δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὸ Quarterly West to 2004 καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ εἴ­δους:

 https://www.quarterlywest.com/about

Χάν­να Βά­σκο­ϊλ (Hannah Voskuil). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μασ­σα­χου­σέ­τη τὸ 1975 καὶ ζεῖ ἐ­κεῖ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τά της σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κα­θὼς καὶ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἔ­χει κά­νει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Τὸ πιὸ γνω­στὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, Horus and the Curse of Everlasting Regret, ἀ­πευ­θύ­νε­ται κυ­ρί­ως σὲ ἡ­λι­κί­ες 8-12 ἐ­τῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κα­τὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.

Τζάνετ Φρέιμ (Janet Frame): Τὰ πουλιὰ ἄρχισαν τὸ τραγούδι


Τζά­νετ Φρέ­ιμ (Janet Frame)


Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι

(The birds began to sing)


Α ΠΟΥΛΙΑ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ὑ­πῆρ­χαν τέσ­σε­ρα ἐ­κεῖ καὶ κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ ἦ­ταν κό­τσυ­φες. Καὶ ‘γὼ τοὺς εἶ­πα, τί τρα­γου­δᾶ­τε μέ­ρα καὶ νύ­χτα, κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο καὶ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ βρο­χὴ καὶ μὲς στὸν ἄ­νε­μο ποὺ κά­νει τὶς κορ­φὲς τῶν δέν­τρων ἀ­ση­μι­ές;

        Τρα­γου­δᾶ­με, εἶ­παν. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ μό­λις ἀρ­χί­σα­με καὶ ἔ­χου­με πο­λὺ ἀ­κό­μα νὰ τρα­γου­δή­σου­με καὶ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ στα­μα­τή­σου­με, πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σου­με καὶ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸ τρα­γού­δι.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἔ­βα­λα τὸ παλ­τό μου καὶ περ­πά­τη­σα στὴ βρο­χὴ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ λό­φο. Περ­πά­τη­σα μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­λη γε­μά­τα κόκ­κι­νο νε­ρό, κα­τέ­βη­κα χαν­τά­κια γε­μά­τα συμ­φο­ρί­καρ­πους κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κα πά­λι μέ­σα ἀ­πὸ χαν­τά­κια ὅ­που φύ­τρω­ναν ἀ­γρι­ό­χορ­τα κι ἀμ­μό­φι­λα καὶ πέ­ρα­σα ρυά­κια ποὺ δί­πλα τους φύ­τρω­νε λι­νά­ρι, χορ­τά­ρι καὶ μα­νού­κα.

        Εἶ­δα ἕ­να πεῦ­κο στὴν κορ­φὴ ἑ­νὸς λό­φου.

        Εἶ­δα ἕ­ναν κο­ρυ­δαλ­λὸ νὰ βου­τά­ει μὲς στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται.

        Εἶ­δα ὅ­τι χι­ό­νι­ζε κά­που πέ­ρα ἀ­π’ τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μουν ἐ­γώ.

        Στά­θη­κα πά­νω σ’ ἕ­να λό­φο καὶ κοί­τα­ξα γιὰ ὥ­ρα πολ­λή.

        Δὲν τρα­γου­δοῦ­σα. Προ­σπά­θη­σα νὰ τρα­γου­δή­σω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ κά­ποι­ο τρα­γού­δι.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πί­σω στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­που ἔ­με­να καὶ κά­θη­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς πόρ­τας κι ἀ­φουγ­κρά­στη­κα. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κα μὲ τὸ κε­φά­λι καὶ τὰ μά­τια μου, μὲ τὸ μυα­λὸ καὶ μὲ τὰ χέ­ρια μου.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἦ­ταν κό­τσυ­φες ποὺ κά­θον­ταν πά­νω στὸ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λο καὶ πη­δοῦ­σαν πά­νω στὶς μη­λι­ές.

        Ἦ­ταν τέσ­σε­ρεις καὶ εἴ­κο­σι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τρα­γου­δοῦ­σαν.

        Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι, εἶ­πα. Πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Εἶ­μαι ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο ὃν καὶ δι­α­βά­ζω βι­βλί­α, ἀ­κού­ω μου­σι­κὴ καὶ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω τυ­πο­γρα­φη­μέ­νες εἰ­κό­νες. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω λέ­ξεις σὲ ζω­η­ρὸ ἀν­τάν­τε ρυθ­μὸ νὰ τρα­γου­δι­οῦν­ται, νὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται στὴ σκη­νή, νὰ γρά­φον­ται. Ἔ­τσι εἶ­πα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τρα­γου­διοῦ, πεῖ­τέ το μου καὶ θὰ τὸ γρά­ψω ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κοῦ­τε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου παιγ­μέ­νο ἀ­π’ τοὺς κα­λύ­τε­ρους μου­σι­κούς, θὰ νι­ώ­θε­τε τό­σο ὡ­ραῖ­α ἀ­κού­γον­τάς το, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Στα­μά­τη­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ἔ­ξω ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε. Ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ τὸ τρα­γού­δι εἶ­χε σι­ω­πή­σει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα https://timehasflewn.tumblr.com/ || Janet Frame The Birds Began to Sing ἀπὸ τὸ Janet Frame, Sto­ries and Poems (2004). Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς The Lagoon and Other Stories (1951), καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς The Pocket Mirror (1967):

https://timehasflewn.tumblr.com/post/20487219689/the-birds-began-to-sing-a-short-story-by-janet

 

Janet Frame (Τζά­νετ Φρέ­ιμ): Ἡ Nene Janet Paterson Clutha (28 Αὐ­γού­στου 1924 – 29 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2004) εἶ­ναι Νε­ο­ζη­λαν­δὴ συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὴ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τζά­νετ Φρέ­ιμ. Ἔ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, νε­α­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ μιὰ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή της κα­ρι­έ­ρα, ἡ Φρέ­ιμ ἔ­γι­νε γνω­στὴ καὶ λό­γω τῆς τρα­γι­κῆς προ­σω­πι­κῆς της ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ χρό­νια ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, γλί­τω­σε ὡς ἐκ θαύ­μα­τος τὴ λο­βο­το­μή, λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴ χει­ρουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των κέρ­δι­σε ἀ­πρό­σμε­νά το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τὰ τὴ βρά­βευ­σή της, ἡ ἐ­πέμ­βα­ση ἀ­κυ­ρώ­θη­κε. Ἡ Τζά­νετ Φρέ­ιμ, ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της, ἕν­τε­κα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρεις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἕ­να βι­βλί­ο νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α της σὲ τρεῖς τό­μους. Πέ­θα­νε στὸ Ντού­νεν­τιν τῆς Φλό­ριν­τας στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2004, σὲ ἡ­λι­κί­α 79 ἐ­τῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin): Ὁ Τζόκεϊ μου


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin)


Τζό­κε­ΐ μου

(My Jockey)


’ ΑΡΕΣΕΙ νὰ δου­λεύ­ω στὰ Ἐ­πεί­γον­τα – ὅ­πως καὶ νά ‘χει, γνω­ρί­ζεις ἄν­τρες ἐ­κεῖ. Πραγ­μα­τι­κοὺς ἄν­τρες, ἥ­ρω­ες. Πυ­ρο­σβέ­στες καὶ τζό­κε­ϊ. Ἔρ­χον­ται συ­νέ­χεια στὰ Ἐ­πεί­γον­τα. Οἱ τζό­κε­ϊ ἔ­χουν ὑ­πέ­ρο­χες ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες. Σπᾶ­νε κό­κα­λα συ­νέ­χεια ἀλ­λὰ τὰ μπαν­τά­ρουν ὅ­πως-ὅ­πως καὶ ξα­να­τρέ­χουν στὴν ἑ­πό­με­νη κούρ­σα. Οἱ σκε­λε­τοί τους μοιά­ζουν μὲ δέν­τρα, μὲ ἀ­να­συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­νους βρον­τό­σαυ­ρους. Μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­βα­στια­νοῦ.

        Ἐ­γὼ ἀ­να­λαμ­βά­νω τοὺς τζό­κε­ϊ για­τί μι­λά­ω ἱ­σπα­νι­κὰ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι Με­ξι­κά­νοι. Ὁ πρῶ­τος τζό­κε­ϊ ποὺ γνώ­ρι­σα ἦ­ταν ὁ Μου­νιόθ. Θε­έ μου. Γδύ­νω ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ δὲν εἶ­ναι σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, μοῦ παίρ­νει κά­ποι­α λε­πτά. Ὁ Μου­νιὸθ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἐ­κεῖ, ἀ­ναί­σθη­τος, Ἀζ­τέ­κος θε­ὸς σὲ μι­νι­α­τού­ρα. Ἐ­πει­δὴ τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν πο­λύ­πλο­κα, ἔ­νι­ω­θα λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σα ἕ­να πο­λυ­σύν­θε­το τε­λε­τουρ­γι­κό. Ἐ­κνευ­ρι­στι­κό, κα­θὼς χρει­ά­στη­κε πο­λὺς χρό­νος, ὅ­πως στὸν Μι­σί­μα ὅ­που χρει­ά­ζον­ται τρεῖς σε­λί­δες γιὰ νὰ βγά­λει τὸ κι­μο­νό της μιὰ κυ­ρί­α. Τὸ βα­θυ­πόρ­φυ­ρο σα­τὲν που­κά­μι­σό του εἶ­χε πολ­λὰ κουμ­πιὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ ὤ­μου καὶ σὲ κά­θε μι­κρο­σκο­πι­κὴ μαν­σέ­τα· τὸ παν­τε­λό­νι του ἔ­σφιγ­γε μὲ πε­ρί­πλο­κο δέ­σι­μο κορ­δο­νι­ῶν, πραγ­μα­τι­κοὺς προ-κο­λομ­βια­νοὺς κόμ­πους. Οἱ μπό­τες του μύ­ρι­ζαν κο­πριὰ καὶ ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὲς καὶ λε­πτο­κα­μω­μέ­νες σὰν τῆς Στα­χτο­πού­τας. Κι αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται, ἕ­νας μα­γε­μέ­νος πρίγ­κι­πας.

        Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ξυ­πνή­σει, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει τὴ μη­τέ­ρα του. Δὲν κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι μου, ὅ­πως κά­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ γαν­τζώ­θη­κε στὸν λαι­μό μου, κλαί­γον­τας μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ Mama­cita! Mama­cita! (1) Ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­φή­σει τὸν δρα Τζόν­σον νὰ τὸν ἐ­ξε­τά­σει ἦ­ταν νὰ τὸν κρα­τά­ω στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ νὰ τὸν κου­νά­ω σὰν μω­ρό. Ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος σὰν παι­δὶ ἀλ­λὰ δυ­να­τός, μυ­ώ­δης. Ἕ­νας ἄν­τρας στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὀ­νει­ρε­μέ­νος ἄν­τρας; Ὀ­νει­ρε­μέ­νο μω­ρό;

        Ὁ δρ Τζόν­σον σφούγ­γι­σε τὸ μέ­τω­πό μου κα­θὼς με­τέ­φρα­ζα. Εἶ­χε στὰ σί­γου­ρα σπα­σμέ­νη κλεί­δα, του­λά­χι­στον τρί­α σπα­σμέ­να πλευ­ρά, πι­θα­νῶς καὶ δι­ά­σει­ση. Ὄ­χι, εἶ­πε ὁ Μου­νιόθ. Ἔ­πρε­πε νὰ τρέ­ξει στὶς αὐ­ρια­νὲς κοῦρ­σες. Πή­γαι­νέ τον γιὰ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, εἶ­πε ὁ δρ Τζόν­σον. Ἐ­φό­σον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­πλώ­σει στὸ φο­ρεῖ­ο τὸν κου­βά­λη­σα στὸν δι­ά­δρο­μο, σὰν τὸν Κὶνγκ-Κόνγκ. Ἔ­κλαι­γε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, τὰ δά­κρυ­ά του μού­σκε­ψαν τὸ στῆ­θος μου.

        Πε­ρι­μέ­να­με τὸν χει­ρι­στὴ τοῦ ἀ­κτι­νο­λο­γι­κοῦ μη­χα­νή­μα­τος στὸν σκο­τει­νὸ θά­λα­μο. Τὸν κα­θη­σύ­χα­ζα ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να μ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Cal­mate, lin­do, calma­te. De­spa­cio… de­spa­cio(2). Σι­γὰ… σι­γά. Ἡ­σύ­χα­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­φυ­σά­ει καὶ νὰ ρου­θου­νί­ζει ἁ­πα­λά. Χά­ι­δε­ψα τὴν ἐ­ξαί­σια πλά­τη του. Ρί­γη­σε καὶ τρε­μού­λια­σε σὰν τὴ ρά­χη ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου που­λα­ριοῦ. Ἦ­ταν θαυ­μά­σιο.


(1) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Μα­νού­λα μου! Μα­νού­λα μου!
(2) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Ἠ­ρέ­μη­σε, ὀ­μορ­φού­λη, ἠ­ρέ­μη­σε.


Πηγή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Τζό­κε­ΐ μου» («My Jockey») δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Berkeley Monthly (1983) καὶ πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς συλ­λο­γές: Phan­tom Pain (Tom­bou­ctou Books – 1984) καὶ Ho­me­sick ( Black Spar­row Press – 1990). Σή­με­ρα πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ A Ma­nual for Clea­ning Wo­men (Farrar, Straus and Giroux – August 2015).Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ τί­τλο Ὁ­δη­γί­ες γιὰ οἰ­κια­κὲς βο­η­θούς σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Κα­τε­ρί­νας Σχι­νᾶ γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Στε­ρέ­ω­μα (1η ἔκ­δο­ση Νο­έμ­βριος 2018).

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin), (12 Νοεμβρίου 1936-12 Νοεμβρίου 2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της δὲν ἦ­ταν εὐ­ρέ­ως γνω­στή, ὡ­στό­σο εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ἀλ­λὰ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νο κοι­νό. Ἀ­πέ­κτη­σε ξαφ­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φή­μη ἕν­τε­κα χρό­νια με­τὰ τὸν θά­να­τό της, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2015, ὅ­ταν οἱ ἐκ­δό­σεις Farrar, Straus and Giroux ἐ­ξέ­δω­σαν μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των σὲ ἕ­ναν τό­μο, A Manual for Cleaning Women, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Stephen Emerson. Μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν εὐ­πώ­λη­των τοῦ New York Times καὶ μέ­σα σὲ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­φε­ρε νὰ ση­μει­ώ­σει με­γα­λύ­τε­ρες πω­λή­σεις ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να βι­βλί­α της μα­ζί. Ἐ­πί­σης, μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν 10 κα­λύ­τε­ρων βι­βλί­ων τοῦ 2015 τοῦ New York Times Book Review καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Kirkus.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.



		

	

Αὐγὴ Λίλλη: Ἀνάποδα



Αὐγὴ Λίλλη


Ἀ­νά­πο­δα


ΑΠΛΩΣΕ ἀ­νά­πο­δα. Μὲ τὶς πα­τοῦ­σες νὰ κοι­τά­ζουν τὸ κε­φα­λά­ρι. Αὐ­τὸ κά­νει, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ὕ­πνο. Μπᾶς καὶ ἀλ­λά­ξει λί­γο ἡ ἐ­νέρ­γεια, ἡ ρο­ὴ τῶν πραγ­μά­των. Ἂν δὲν κά­νει κρύ­ο, ἀ­νοί­γει καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δρό­μου εἶ­ναι μο­νί­μως ἐ­κτὸς λει­τουρ­γί­ας καί, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­θα­ρὸς ὁ οὐ­ρα­νός, τὰ ἀ­στέ­ρια δι­α­κρί­νον­ται λαμ­πε­ρά. Ση­κώ­νε­ται. Τρα­βᾶ τὴν κουρ­τί­να. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω: Σε­πτέμ­βριος, ξα­στε­ριά. Τὰ μά­τια δὲν λέ­νε νὰ κλεί­σουν. Θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δι­κὸ βι­βλί­ο ποὺ τοὺς εἶ­χε πά­ρει ἡ μα­μὰ μὲ τὸν Κα­λὸ Μά­γο ποὺ δί­δα­σκε ἀ­στρο­νο­μί­α. Δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει καὶ πολ­λά, ἀλ­λὰ δι­α­κρί­νει ἀ­κό­μα τὶς Ἄρ­κτους, τὸν Ὠ­ρί­ω­να, τὸν Δρά­κον­τα, μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν Δί­α καὶ τὸν Κρό­νο… Βλέ­πει τὴν οὐ­ρὰ τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζει: ἡ Μι­κρὴ θὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, σκέ­φτε­ται, θυ­μᾶ­ται. Κά­που ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, ἐ­πέ­με­νε καὶ γκρί­νια­ζε, δὲν τὴν βρί­σκει, δὲν τὴν βρί­σκει! Θὰ στὴν δεί­ξω ἐ­γώ, πε­ρί­με­νε, λέ­ει ἐ­κεῖ­νος. Κοι­τά­ει, ξα­να­κοι­τά­ει, ὑ­πο­λο­γί­ζει βά­σει τοῦ με­γά­λου τη­γα­νιοῦ, ἀλ­λὰ τί­πο­τα. Ξάφ­νου, νά, τῆς λέ­ει, νά, ἐ­κεῖ, καὶ τῆς δεί­χνει ἕ­να γα­λα­κτε­ρὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ λε­κὲ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεί­νη σκά­ει στὰ γέ­λια. Ἐ­κεῖ­νος δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Μὰ ἡ Μι­κρὴ Ἄρ­κτος δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, λέ­ει, εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ σὰν τη­γά­νι, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να πιὸ κυρ­τὸ χε­ρού­λι, καὶ ἁ­πλῶς κά­πως πιὸ μι­κρή! Ὄ­χι, αὐ­τὴ εἶ­ναι! Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι, καὶ τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ξα­νά. Τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζεις βά­σει τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου, ἐ­πὶ πέν­τε, ἐ­πὶ ἑ­φτά, δὲν θυ­μᾶ­ται τώ­ρα… Ἀλ­λὰ πῶς νὰ τὸν πεί­σει ποὺ ἔ­χει στρα­βω­θεῖ καὶ τὴ Μι­κρὴ Ἄρ­κτο δὲν βρί­σκει! Αὐ­τὴ εἶ­ναι σοῦ λέ­ω, για­τί ἐ­πι­μέ­νεις; Αὐ­τὸς ὁ λε­κές; Δεῖ­ξε μου τό­τε τὰ ἑ­πτὰ της ἀ­στέ­ρια! Ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ σι­γου­ριά, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη γε­λά­ει. Μά, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν εἶ­ναι ἀ­στε­ρι­σμός, σὰν θραῦ­σμα ἀ­πὸ γα­λα­ξί­α εἶ­ναι, ἕ­νας λε­κές, ἕ­νας λε­κὲς στὸν οὐ­ρα­νό, τοῦ λέ­ει, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται καὶ ἐ­κεί­νην τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.