Νάνσυ Ἀγγελῆ: Συνέντευξη



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Συ­νέν­τευ­ξη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ πρω­ι­νὸ ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς δι­έ­σχι­σε ἀ­έ­ρι­νά τὸ λόμ­πυ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου φτά­νον­τας ὣς τὸ μπάρ. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη πα­ραγ­γεί­λει τὸν κα­φέ μου, εἶ­χα σταυ­ρώ­σει τὰ πό­δια μου καὶ πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Φο­ροῦ­σα τα­γι­έρ. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κῶν αὐ­τὸ ση­μαί­νει μιὰ φού­στα κι ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Τὸ τα­γι­ὲρ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ γυ­ναι­κεί­α ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀν­τρι­κοῦ κου­στου­μιοῦ.  Προσ­δί­δει ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ κύ­ρος καὶ σο­βα­ρό­τη­τα  – ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πᾶν. Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να, τὴ ζω­ὴ κα­θαυ­τή, τὸ πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­στη­κα γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στῶ, τὸ ἂν ἔ­χω παι­διὰ ἢ σύ­ζυ­γο ἢ τὸ πό­σο μοῦ κό­στι­σε —σὲ χρό­νο καὶ χρῆ­μα— τὸ τα­ξί­δι μέ­χρι τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, παίρ­νον­τας ἕ­να τα­ξί, ἕ­να με­τρὸ καὶ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δὲν κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον κα­νε­νός. Τὸ ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ γυ­ναί­κα μέ­σης ἡ­λι­κί­ας μὲ τά­ση γιὰ ἀκ­μὴ ἢ τὸ ὅ­τι βά­φω τὰ μαλ­λιά μου, ἐν­δι­α­φέ­ρει πρω­τί­στως τὶς ἑ­ται­ρεῖ­ες καλ­λυν­τι­κῶν κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ες ἀ­π’ τὶς λε­γό­με­νες τη­λε­θε­ά­τρι­ες. Ὅ­σο γιὰ τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρα­βών­τας μιὰ κα­ρέ­κλα, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω πὼς τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν τῆς κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Τὸ δέρ­μα μου ἢ τὰ μαλ­λιά μου ἢ τὸ πὼς ζῶ. Τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅ­πως κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως καὶ τὶς τη­λε­θε­ά­τρι­ες, τὸ δι­κό της στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λά της μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κό της δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρα­σμέ­νο σὲ γνω­στὴ κο­σμι­κὴ γει­το­νιά.

       Ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς πα­ραγ­γέλ­νει κα­φὲ καὶ σταυ­ρώ­νει τὰ δι­κά της πό­δια. Φο­ρᾶ παν­τε­λό­νι. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν αὐ­τὸ ση­μαί­νει «εἶ­μαι μον­τέρ­να, ἄ­νε­τη καὶ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση». Στὴ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη. Ἡ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις κι ἐκ­φάν­σεις. Συ­χνά, ἀ­κό­μα καὶ σὲ λέ­ξεις. Συ­χνά, οἱ ἄν­τρες σω­παί­νουν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες μι­λοῦν μὲ βά­θος κι εὐ­γλωτ­τί­α. Λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σω­παί­νουν οἱ γυ­ναῖ­κες. Ὅ­σο γιὰ τοὺς ἄν­τρες, ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς πιὸ γραμ­μι­κή, ἄς ποῦ­με πιὸ εὐ­θύ­βο­λη. Καὶ πιὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἐ­δῶ βέ­βαι­α ἐ­πρό­κει­το νὰ συ­νο­μι­λή­σου­με δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἄ­γνω­στες, σύγ­χρο­νες γυ­ναῖ­κες. Ἀ­γνώ­στου προ­ε­λεύ­σε­ως ἢ ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ φω­τι­στεῖ μὲ τὴν κου­βέν­τα. Ἡ κου­βέν­τα ἐ­πρό­κει­το νὰ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ συ­νεν­τεύ­ξε­ως. Συ­νέν­τευ­ξη εἶ­ναι συ­νή­θως μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ κοι­νό­τυ­πα ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ γί­νον­ται σὲ μὴ κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­χθεῖ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους πό­σο κοι­νό­τυ­ποι εἶ­ναι τε­λι­κὰ αὐ­τοὶ οἱ μὴ κοι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κοι­νοὶ θνη­τοὶ ἀ­π’ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν παίρ­νει συ­νή­θως συ­νεν­τεύ­ξεις κα­νείς.

       Κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση. «Βρί­σκε­στε ἐ­δῶ γιὰ τὰ γυ­ρί­σμα­τα τῆς νέ­ας σας ται­νί­ας. Πῶς σᾶς φαί­νον­ται οἱ ντό­πιοι; Σᾶς λεί­πει ἡ πα­τρί­δα σας;» Μοῦ ἀ­παν­τά­ει πὼς οἱ ντό­πιοι εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χοι ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χει γνω­ρί­σει εἶ­ναι φι­λι­κοὶ κι ἐγ­κάρ­διοι. Ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα της τῆς λεί­πει ὁ σκύ­λος της καὶ ἡ συν­νε­φιά. Μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται πὼς δὲν ξέ­ρει νὰ εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὴ ἢ σκε­φτι­κὴ μὲ τό­σο ἥ­λιο. Τὶς Κυ­ρια­κὲς βα­ρι­έ­ται. Ἐ­πί­σης, λό­γῳ φω­τός, ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­ες. Τῆς λέ­ω πὼς εἶ­ναι ἁ­πλῶς θέ­μα συ­νή­θειας, τὸ φῶς ἢ τὸ σκο­τά­δι, καὶ μέ­σα μου σκέ­φτο­μαι πό­σο προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός.

       Ἡ ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἡ­ρω­ί­δα ποὺ ὑ­πο­δύ­ε­ται. Πρό­κει­ται βέ­βαι­α γιὰ μιὰ σού­περ­γου­μαν. «Πι­στεύ­ε­τε στοὺς ὑ­πε­ρή­ρω­ες καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ γνώ­μη σας γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα;» λέ­ω τρα­βών­τας μιὰ ρου­φη­ξιὰ κα­φέ. Σκέ­φτε­ται γιὰ λί­γα λε­πτὰ σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ συν­ται­ριά­ξει τὶς σκέ­ψεις μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ λέ­ει κά­τι ποὺ φαί­νε­ται ἁ­πλό, ἕ­ως καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὸ βί­ω­μα. Λέ­ει, «Σου­πε­ρή­ρω­ας εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­αυ­τός του». «Οἱ γυ­ναῖ­κες», συμ­πλη­ρώ­νει, «σπά­νια ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α». Στὸ μυα­λό μου, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ὑ­πε­ράν­θρω­που μὲ κά­πα καὶ κο­λὰν ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τοῦ ἐ­αυ­τοῦ στὸ μέ­σο μιᾶς τα­ρά­τσας. Σὰν ἄλ­λος Σί­συ­φος. Με­τά, μί­α γυ­ναί­κα ποὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζω, κον­τού­λα καὶ λε­πτή, ση­κώ­νει τὸ βά­ρος ἑ­νὸς σπι­τιοῦ γε­μά­το ἑ­αυ­τοὺς στὸ μέ­σο μιᾶς κου­ζί­νας.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ νέ­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ μου μὲ σφο­δρό­τη­τα: «Πῶς νι­ώ­θε­τε γιὰ τὴ μη­τρό­τη­τα; Εἶ­ναι μέ­ρος τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας;» Ὁ­μο­λο­γεῖ πὼς τὴν μπερ­δεύ­ει ὁ ὅ­ρος «σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα» κι ὅ­σο γιὰ τὸν ὄ­ρο «ταυ­τό­τη­τα», «δὲν εἶ­ναι κά­πως ξε­πε­ρα­σμέ­νος;», ρω­τᾶ. «Ἡ γυ­ναί­κα» συ­νε­χί­ζει, «πάν­τα εἶ­ναι σύγ­χρο­νη. Ἐ­ρή­μην της ἢ ὄ­χι εἶ­ναι πάν­τα ἀρ­χέ­τυ­πο. Νὰ μιὰ ταυ­τό­τη­τα. Ὅ­σο γιὰ μέ­να… Ὤ, πα­ρα­μέ­νω πάν­τα παι­δί». Τὸ χα­μό­γε­λό της ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴ δή­λω­ση ποὺ εἶ­ναι ἄλ­λη μί­α ὁ­μο­λο­γί­α ταυ­τό­τη­τας.

       Μὲ τὴ σει­ρά μου, ὁ­μο­λο­γῶ στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­συρ­θῶ ἀ­πὸ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς εἶ­μαι ἴ­σως κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου ταυ­τό­τη­τα, τὴ δι­κή μου στε­νὴ πε­ρι­χά­ρα­ξη μέ­σα σὲ ὅ­ρους ὅ­πως «τα­γι­έρ», «συ­νέν­τευ­ξη», «νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ός». Τὸ στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα πό­σο πραγ­μα­τι­κὰ κα­θο­ρί­ζουν τὴ γυ­ναί­κα ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου; (Εἶ­μαι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὁ ρό­λος μου εἶ­ναι νὰ θέ­τω ἐ­ρω­τή­σεις.)

       Ὅ­ταν ὁ κά­με­ρα­μαν κα­τα­φτά­νει, ἡ πραγ­μα­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη ἀρ­χί­ζει. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση: «Πρό­σφα­τα ἀ­να­κη­ρυ­χθή­κα­τε ἡ πιὸ σέ­ξι γυ­ναί­κα τῆς χρο­νιᾶς. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό τῆς ὀ­μορ­φιᾶς σας;»


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί

[τῆς Ἀσήμως Γκούρα]


ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ κα­τοι­κοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Γκού­ρα, φρου­ράρ­χου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ εἶ­χε πειὰ σκο­τω­θῆ. Ἡ γεν­ναί­α Ἀ­σή­μω, κό­ρη τοῦ Ἀ­να­γνώ­στη Λι­δο­ρί­κη, βά­στα­ξε μὲ καρ­διὰ τὸ θά­να­το τοῦ ἀν­τρός της καὶ τὴ σε­βόν­ταν ὅ­λοι οἱ πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι γιὰ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴ δι­κή της γεν­ναι­ο­ψυ­χιά.

       Στὴ βο­ρει­νὴ πρό­στα­ση (τὸ Παν­δρό­σει­ο) ζοῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, για­τὶ τὸ μέ­ρος ἤ­τα­νε φυ­λαγ­μέ­νο, θο­λό­χτι­στο, κ’ ἦ­ταν ἀ­κό­μα καὶ ριγ­μέ­νο χῶ­μα ἀ­πά­νου στὴ θο­λω­τὴ σκε­πὴ γιὰ πει­ὸ ἀ­σφά­λεια.

       Οἱ Τοῦρ­κοι μὲ τὸ κα­νό­νι ποὔ­χα­νε στη­μέ­νο στὴν Ἁ­γιὰ Μα­ρί­να χτυ­πού­σα­νε μὲ πεῖ­σμα τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο· ἴ­σως ξέ­ρα­νε πὼς στὸ ὑ­πό­γει­ο ἤ­τα­νε μπα­ροῦ­τι. Ἀ­φοῦ προ­ξε­νή­σα­νε κάμ­πο­ση ζη­μιά, κα­τὰ τὴς 12 τοῦ Γε­να­ριοῦ 1827, τὸ χτί­ριο κλο­νι­σμέ­νο σά­λε­ψε, ὥ­ρα δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῷ κοι­μῶν­ταν ὅ­λοι, κ’ ἔ­πε­σε τὸ πει­ὸ με­γά­λο μέ­ρος τῆς σκε­πῆς, φορ­τω­μέ­νης ἀ­πὸ χῶ­μα· τὰ μάρ­μα­ρα γλι­στρή­σα­νε κα­τὰ τὴν ἄ­κρη, μὰ τὸ χῶ­μα πλά­κω­σε ἕν­τε­κα ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά. Κά­να-δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες προ­φτά­σαν καὶ πη­δῆ­σαν ὄ­ξω· καὶ βγά­λα­νε καὶ δυ­ὸ παι­διὰ οἱ πρῶ­τοι ποὺ προ­φτά­σα­νε βο­ή­θεια. Ἡ Γκού­ραι­να κ’ οἱ ἄλ­λοι πή­γα­νε χα­μέ­νοι, ὅ­μως θὰ γλυ­τῶ­ναν, ἂν κοι­τά­ζα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε χω­ρὶς ἄρ­γη­τα. Ἀ­φοῦ τ’ ἄλ­λο πρω­ῒ βρέ­θη­κε τῆς Γκού­ραι­νας ζε­στὸ ἀ­κό­μα τὸ κορ­μί…

       Για­τί ὅ­μως δὲ βι­α­στή­κα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε; Τὸ σπί­τι ἤ­τα­νε γε­μᾶ­το ἀ­πὸ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ Γκού­ρα κι’ ὅ­λα του τὰ πρά­μα­τα. Ὁ Γιά­ννης ὁ Μα­μού­ρης, συγ­γε­νής του κι’ ἀν­τι­φρού­ραρ­χος τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ἔ­ζω­σε ἀ­μέ­σως μὲ τοὺς ἄ­τα­χτούς του τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο καὶ δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να νὰ μπῇ, ἀ­π’ τῆς κλε­ψιᾶς τὸ φό­βο. Καὶ μο­νά­χα τὸ πρω­ῒ ἔ­γι­νε τὸ ξε­σκά­ψι­μο. Μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ πειά(1).


(1) Δίκη μεγάλη ἀργό­τερα ἀ­κολού­θη­σε τῶν κλη­ρονό­μων τοῦ Γκού­ρα ἐνάν­τια στὸ Μα­μού­ρη. (Γιάν­νη Βλα­χο­γιάν­νη «Προ­πύ­λαια» τόμ. Α´ σ. 85). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Βλα­χο­γιά­ννη «Ἀ­θη­να­ϊ­κὸν Ἀρ­χεῖ­ον» Α´ σ. 171.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 166 [Τίτλος: «326.— Θά­να­τος τῆς Γκού­ραι­νας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Nicolas-Louis-Fran­çois Gos­se (1787-1878), The Bat­tle of the Acro­po­lis, 1827. Πιθα­νό­τατα εἰκο­νί­­ζε­ται ἡ Ἀσή­μω Λιδω­ρί­κη-Γκού­ρα, σύζυ­γος τοῦ φρού­ραρχου τῆς Ἀκρό­πολης Ἰωάν­νου Γκούρα.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!


ΤΑ 1844 στὴς βου­λευ­τι­κὲς ἐ­κλο­γὲς τῆς Βό­νι­τσας, δυ­ὸ Γρι­βο­ποῦ­λες ὄ­μορ­φες, κό­ρη κι’ ἀ­νι­ψιά, βγή­κα­νε στὸ δρό­μο κον­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σιά, ὅ­που ἡ ψη­φο­φο­ρί­α, καὶ φω­νά­ζα­νε:

       — Ἕ­ναν ψῆ­φο γιὰ τὸ Θο­δω­ρά­κη!(1)

       Ἡ δι­α­γω­γὴ αὐ­τὴ τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­θά­μα­στη κα­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ τὰ γρά­φει, καὶ βέ­βαι­α κα­τὰ τὰ ἤ­θη τοῦ και­ροῦ. Ἡ ἀρ­χὴ ὅ­μως, φαί­νε­ται, ἤ­τα­νε πο­λὺ πρώ­ϊ­μη, γι’ αὐ­τὸ κ’ ἡ γυ­ναί­κεια ψῆ­φος ἀρ­γεῖ στὸν τό­πο αὐ­τόν, ὅ­που κά­θε λο­γῆς πρό­ο­δος ἔ­στη­σε τὸ λη­μέ­ρι της.


(1) Στὰ 1841, στὴς δη­μαι­ρε­σίες τοῦ δή­­μου Εἰ­δυλ­λίας, κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ Βι­λιώ­τισ­σες πή­ρα­νε ψη­φο­δέλ­τια καὶ ψη­φί­σα­νε γιὰ ὄ­νο­μα τῶν ἀν­τρῶν τους ποὺ λεῖ­παν ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. («Αἰ­ὼν» 2 Φλεβ. 1841). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Ἀ­να­μόρ­φω­σις» 28 Ἰ­ουν. 1844.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 74-75 [Τίτλος: «150—Ψῆ­φο στὴς γυ­ναῖ­κες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Γιώτα Ἀναγνώστου: Μὴ μένεις ἀπὸ τσιγάρα μετὰ τὶς δέκα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου

 

Μὴ μέ­νεις ἀ­πὸ τσι­γά­ρα με­τὰ τὶς δέ­κα


Ν ΣΟΥ ΤΥΧΕΙ βά­λε δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Δι­ά­λε­ξε ὅ,τι θές, δὲν θὰ σοῦ ὑ­πο­δεί­ξω. Μὰ νά ‘ναι δυ­να­τά. Με­τὰ τὶς δέ­κα θὰ γί­νει πά­λι φα­σα­ρί­α ἀ­πὸ πά­νω καὶ ξέ­ρεις πὼς σοῦ ‘χει ζη­τή­σει νὰ μὴν κα­λέ­σεις τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ξέ­ρει, εἶ­πε, αὐ­τὴ τί θὰ κά­νει. Θὰ τὸ λύ­σει, εἶ­πε, μό­νη της τὸ πρό­βλη­μα καὶ νὰ τῆς δώ­σεις λί­γο χρό­νο.  Στὸ ἀ­σαν­σέρ. Τὸ ξέ­χα­σες; Φο­ροῦ­σε μά­σκα καὶ τὰ μαῦ­ρα της γυα­λιά, μὰ ἐ­σὺ τὰ ἔ­βλε­πες ὅ­σα ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει. Ἂν ξα­να­γί­νει θὰ κα­λέ­σω τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, εἶ­πες. Ὄ­χι, εἶ­πε αὐ­τή, καὶ σοῦ ‘σφί­ξε τὸ μπρά­τσο. Ξέ­ρει, εἶ­πε αὐ­τή.

        Βά­λε μο­νά­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κὴ καὶ μὴν τὸ σκέ­φτε­σαι πὼς ἔ­μει­νες ἀ­πὸ τσι­γά­ρα καὶ πὼς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ βγεῖς. Συμ­βαί­νει. Δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς θά­να­το. Θὰ ξη­με­ρώ­σει ποῦ θὰ πά­ει;

        Θά­να­το εἶ­πα; Ἄ­κου τώ­ρα. Ἤ­τα­νε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἄν­τρας. Εἶ­χε ἕ­να ὄ­νο­μα δύ­σκο­λο, νὰ δεῖς… Ἄ, ναὶ Ἀ­βι­μέ­λεχ. Υἱ­ὸς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ. Καὶ ἤ­θε­λε ποὺ λὲς αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. Ὡς ἄν­δρας ποὺ θέ­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς ἔ­πρε­πε καὶ τὰ χέ­ρια νὰ λε­ρώ­σει. Δὲν ἀ­πο­κτᾶς βα­σι­λι­κὴ ἐ­ξου­σί­α μὲ χέ­ρια κα­θα­ρά, ἔ­τσι πά­ει. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τοῦ­τος δι­ό­λου δὲν δί­στα­σε καὶ «ἀ­πέ­κτει­νε τοὺς ἀ­δελ­φοὺς αὐ­τοῦ υἱ­οὺς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ, ἑ­βδο­μή­κον­τα ἄν­δρας ἐ­πὶ λί­θον ἕ­να». Κι ἔ­γι­νε βα­σι­λιὰς γιὰ τρί­α χρό­νια καὶ τὴν πό­λη Ἀ­ρη­μὰ κα­τέ­λα­βε καὶ τοὺς κα­τοί­κους φό­νευ­σε καὶ τὴν πό­λη κα­τε­δά­φι­σε καὶ τὴν ἔ­σπει­ρε ἁ­λά­τι. Γιὰ τέ­τοι­ο βα­σι­λιὰ μι­λᾶ­με. Κι ἔ­κα­ψε χί­λιους ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες στοὺς πύρ­γους τῆς Συ­χὲμ καὶ πο­λι­όρ­κη­σε με­τὰ τὴν Θή­βη καὶ τὴν κα­τέ­λα­βε. Καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­κά­ψει ὅ­σους στοὺς πύρ­γους τρέ­ξαν νὰ κλει­στοῦν γιὰ νὰ σω­θοῦν. Καὶ ἐ­κεῖ, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. «Καὶ ἔρ­ρι­ψε γυ­νὴ μί­α κλά­σμα ἐ­πι­μύ­λιον ἐ­πὶ κε­φα­λὴν Ἀ­βι­μέ­λεχ» καὶ ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς εἶ­δε τὸν θά­να­τό του ποὺ πλη­σί­α­ζε καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν βα­στά­ζο του, αὐ­τὸς νὰ τὸν ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει «μὴ πό­τε εἴ­πω­σι γυ­νὴ ἀ­πέ­κτει­νεν αὐ­τόν».

        Βλέ­πεις αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­τρας σὰν τοὺς ἄλ­λους, αὐ­τὸς ἤ­τα­νε ἕ­νας βα­σι­λιάς, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὸς ἀ­πὸ γυ­ναί­κας χέ­ρι νὰ βρε­θεῖ στὸν ἄλ­λο κό­σμο.

        «Ἐ­γὼ εἶ­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Εἶ­χα ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα κι ἔ­τσι δὲν βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι. Δι­ά­βα­ζα μά­λι­στα μιὰ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη. Κά­που ἐ­δῶ τὸ ἔ­χω τὸ βι­βλί­ο.  Ἔ­λε­γε κά­τι γιὰ τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ Ἰ­ω­α­θάμ, γιὰ μιὰ ἀγ­κα­θιὰ ποὺ ἤ­θε­λε, λέ­ει, νὰ ἐ­ξου­σιά­ζει τ’ ἄλ­λα δέν­τρα. Δὲν κα­λο­θυ­μᾶ­μαι κι­ό­λας»

        Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ κα­τέ­λη­ξαν πὼς μᾶλ­λον γλί­στρη­σε, κα­θὼς ἔ­σκυ­βε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κάγ­κε­λο φω­νά­ζον­τας γιὰ νὰ ἀ­κού­σει ἡ ἔ­νοι­κος τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου καὶ νὰ χα­μη­λώ­σει τὴ μου­σι­κή. Ἐ­κεῖ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν πτώ­ση ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι. Γλί­στρη­σε. Εἶ­χε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, εἶ­παν, μιὰ νευ­ρι­κό­τη­τα για­τί ἦ­ταν πε­ρα­σμέ­νες δέ­κα κι εἶ­χε ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα. Πή­ρα­νε μά­λι­στα τὸ ἄ­δει­ο του πα­κέ­το King size.

        Ἔ­μει­ναν μο­να­χὰ ὅ­λες οἱ γό­πες στὸ τα­σά­κι κι εἴ­χα­νε ὅ­λες ἴ­χνη ἀ­πὸ κρα­γιόν. Τὶς πῆ­ρα καὶ τὶς φύ­τε­ψα στὴ γλά­στρα καὶ βγή­κα­νε κυ­κλά­μι­να στὸ χρῶ­μα τῶν χει­λι­ῶν της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Τίνα Χρηστίδη: Τὰ σύκα-σύκα


Τί­να Χρη­στί­δη


Τὰ σύκα-σύκα


ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ τὴν κα­λο­και­ρι­νή, πάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιά, εὐ­θὺς μό­λις φτά­σεις στὴν κα­λύ­βα τὴν ἐ­ξο­χι­κή, ἐ­κεῖ θὰ τὸν πε­τύ­χεις. Σὲ λέ­νε Ἑ­λέ­νη. Θὰ σὲ ἀγ­κα­λιά­σει τὸ ἴ­διο στορ­γι­κὰ ὅ­πως καὶ πέ­ρυ­σι, ὅ­πως κά­θε χρό­νο ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ποὺ τὸν γη­ρο­κο­μεῖ ἡ για­γιά σου. Σὲ λέ­νε Ἰ­ω­άν­να. Θὰ πλη­σιά­σεις καὶ θὰ στα­θεῖς μπρο­στά του, κά­πως μα­κριά, πό­τε στὸ ἕ­να πό­δι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Σὲ λέ­νε Γε­ωρ­γί­α. Μὲ τὰ μά­τια θὰ ὀρ­γώ­σεις τὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου. Σὲ λέ­νε Ἐλ­πί­δα. Ἄ­ρα­γε τί ἀ­πέ­γι­νε ἡ περ­σι­νὴ ἀ­ρά­χνη ποὺ εἶ­χες ἐν­το­πί­σει στὸ κλα­δὶ νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει τρε­λα­μέ­νη; Σὲ λέ­νε Φα­τί­μα. Δυ­ὸ πό­δια ποὺ σὲ κλεί­νουν, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας θὰ γί­νει μου­στά­κι, μιὰ κί­τρι­νη γραμ­μὴ στὴ μέ­ση, σὰν οὐ­ρὰ πα­στω­μέ­νη. Σὲ πιά­νει ἡ λί­γδα. Νι­κο­τί­νη καὶ κρα­σί. Σὲ λέ­νε Λι­ούμ­πα. Τὰ ζα­ρω­μέ­να δά­χτυ­λα θὰ ἀ­νέ­βουν ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ φου­στα­νά­κι. Σὲ λέ­νε Ντε­νί­σα. Θὰ γρα­τζου­νή­σουν τὸ πλα­κὲ στῆ­θος, θὰ τρέ­μουν πά­νω ἀ­πὸ τὶς ρῶ­γες, θὰ τὶς τσιμ­πή­σουν ἐ­λα­φρά, κά­θε ποὺ τρα­βι­έ­σαι τὰ πό­δια θὰ σφίγ­γουν, μιὰ μέγ­γε­νη σὲ κλει­δώ­νει. Σὲ λέ­νε Κι­ράμ­πο. Πά­νω ποὺ κά­νεις νὰ φύ­γεις, μπρο­στά σου τὰ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῆς μά­νας. Στά ΄κο­ψα ἀ­π’ τὴ ρί­ζα, ἂν κά­νεις ὅ­τι ἁ­πλώ­νεις χέ­ρι σὲ κέ­ρα­σμα. Μὴ κά­νεις σὰ λι­μα­σμέ­νο. Ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε βο­ή­θεια νὰ λὲς μά­λι­στα. Ὄ­χι ναί. Μά­λι­στα. Μὴν ἀν­τι­μι­λᾶς. Νὰ εἶ­σαι φρό­νι­μη καὶ νὰ ἀ­κοῦς τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους.

        Πάν­τως σύ­κα δὲ θὰ ξα­να­φᾶς. Σοῦ φέρ­νουν ἐ­με­τό. Κι ἄς μὴ σὲ λέ­νε Σο­φί­α.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τί­να Χρη­στί­δη (1970). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς φι­λό­λο­γος στὴ μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ὡς με­τα­πτυ­χια­κὴ φοι­τή­τρια στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πά­νω στὶς Ἀ­ό­ρα­τες Πό­λεις τοῦ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτο­ρας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει βι­βλί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς γιὰ παι­διά, ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­­δρα­γό­ρας. Κεί­με­νά της καὶ βι­βλι­ο­κρι­τι­κὲς ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της.


Ἴνγκριντ Τζέντρεζίνσκι (Ingrid Jendrzejewski): Κυματιστὰ μαλλιὰ μὲ ὄγκο


Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζίν­σκι (Ingrid Jendrzejewski)


Κυ­μα­τι­στὰ μαλ­λιὰ μὲ ὄγ­κο

(Roll and Curl)


 ΠΟΛΗ στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κεῖς εἶ­ναι μι­κρὴ κι ἔ­τσι ὅ­ταν κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ Ἄμ­περ Γκρό­ουβς ζη­τᾶ στὸ τη­λέ­φω­νο τὴν κα Φί­λιπς κα­τα­λα­βαί­νεις πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται: πέ­θα­νε ἢ ὁ ἄν­τρας της ἢ ἡ ἀ­δερ­φή της.

        «Εἶ­ναι στὸ στε­γνω­τή­ριο», λὲς καὶ σκᾶς μιὰ φού­σκα ἀ­πὸ τὴν τσί­χλα σου. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἤ­σουν ἀ­πο­λύ­τως σα­φὴς ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις «Λοι­πόν, ἐ­λᾶ­τε ἀ­πὸ ἐ­δῶ νὰ τῆς τὸ πεῖ­τε ὁ ἴ­διος, ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τὴν λού­σω καὶ νὰ τὴν στε­γνώ­σω. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­φή­σω στὴ μέ­ση».

        Κλεί­νεις τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ στρέ­φεις τὸ βλέμ­μα σου στὴν κα Φί­λιπς. Κα­θι­στὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ στε­γνω­τη­ρί­ου δι­α­βά­ζει ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ ρόμ­πα. Ἔ­χει ἕ­να ἐ­λα­φρὸ τρέ­μου­λο καὶ στὴν ἀρ­χὴ νο­μί­ζεις ὅ­τι κλαί­ει, ἀλ­λὰ με­τὰ βλέ­πεις ὅ­τι γε­λά­ει. Στὰ μπρο­στι­νά της δόν­τια δι­α­κρί­νε­ται λί­γο κρα­γιόν.

        Ὅ­ταν τὸ χρο­νό­με­τρο χτυ­πᾶ, ση­κώ­νεις τὸ κά­λυμ­μα κι ἐ­ξε­τά­ζεις τὰ μαλ­λιά της. Τὸ τζὲλ ἔ­χει κα­θί­σει, ὁ­πό­τε τὴν φέρ­νεις στὸ μέ­ρος σου καὶ τῆς βγά­ζεις τὰ ρό­λε­ϊ. Βυ­θί­ζεις τὴ χτέ­να σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὰ ἀ­ραι­ὰ μαλ­λιά της γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις ὄγ­κο, ἔ­πει­τα χτε­νί­ζεις ὅ­σα μέ­νουν πε­σμέ­να φέρ­νον­τάς τα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κρα­νί­ου, γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις τὸ σχῆ­μα ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει. Μὲ τὸ χέ­ρι σου φτιά­χνεις τὶς μποῦ­κλες στὰ πλά­για τοῦ κε­φα­λιοῦ της.

       Ἔ­πει­τα παίρ­νεις τὸ σπρέ­ι. Ἡ κα Φίλ­πς χα­μο­γε­λᾶ, κλεί­νει σφι­χτά τά μά­τια κι ἀ­να­ση­κώ­νει τὸ πη­γού­νι. «Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πάν­τα σκέ­φτο­μαι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χή», λέ­ει κα­θὼς ξε­κι­νᾶς νὰ τὴν ραν­τί­ζεις.

       Συ­νε­χί­ζεις γιὰ τρί­α λε­πτὰ πε­ρί­που· συ­νε­χί­ζεις μέ­χρι ποὺ τε­λει­ώ­νεις ὁ­λό­κλη­ρη τὴ φιά­λη. Τὴν ραν­τί­ζεις μέ­χρις ὅ­του τὰ μαλ­λιὰ της γί­νουν σκλη­ρὰ σὰν κρά­νος καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της στα­θε­ρο­ποι­η­θεῖ σὰν ἀ­σπί­δα. Ἔ­πει­τα τῆς δί­νεις λί­γο βαμ­βά­κι. Τῆς λὲς ὅ­τι εἶ­ναι γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ δόν­τια της.


Πηγή: Ἱστοσελίδα Bath Flash Fiction Award (Πρῶτο βραβεῖο Φεβρουαρίου 2016):

https://bathflashfictionaward.com/2016/02/ingrid-jendrzejewski-february-2016-first-prize/


Ἡ Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζιν­σκι (Ingrid Jendrzejewski) σπού­δα­σε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἤ­βαν­σβιλ καὶ Φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Καίμ­πριτζ. Λο­γο­τε­χνι­κὴ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ (The Conium Review, Inktears, Wyvern Lit, Vine Leaves, Flash Frontier, The LiarsLeague NYC, and Williwaw: An Anthology of the Marvellous κ.ἄ.). Πέ­ρυ­σι κέρ­δι­σε τὸν δι­α­γω­νι­σμό Gigantic Sequins’ Flash Non-fiction Contest, κα­θὼς καὶ τὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Rochdale’s Literaure & Ideas Festival Bite-sized Enlightenment Flash Fiction Contest, ἐ­νῶ πῆ­ρε καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο A Room of Her Own Foundation’s Orlando Prize for Flash Fiction. Δου­λειὰ της ὑ­πάρ­χει στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα www.ingridj.com  καὶ τι­τι­βί­σμα­τά της στὴ δι­εύ­θυν­ση

@LunchOnTuesday.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νό­δι­ο­ν και Γρα­φή.


Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Οἱ ἐνέσεις


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς 


Οἱ ἐ­νέ­σεις


ΕΛΗ ΜΑΪΟΥ ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­σχη­μα καὶ ὁ για­τρός μοῦ ἔ­γρα­ψε νὰ κά­νω ἐ­νέ­σεις. Ἔ­πρε­πε κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ υἱ­ο­θε­τή­σω ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν ἐ­νε­σο­θε­ρα­πεί­α, ἂν δὲν ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πο­φέ­ρω στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­νο­χλή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα ὑ­πῆρ­χε κίν­δυ­νος νὰ κα­τα­στοῦν μό­νι­μες. Με­τὰ τὶς ἐ­νέ­σεις, δέ­ον ἦ­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ μὲ λή­ψη χα­πι­ῶν τῆς ἴ­διας φαρ­μα­κευ­τι­κῆς οὐ­σί­ας, ἀ­πὸ ἕ­ναν ἕ­ως τρεῖς μῆ­νες. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σὲ τού­τη τὴν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη κα­τά­στα­ση θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα πε­ρι­πέ­σει ἤ­δη ἀ­πὸ και­ρό, ἔ­τσι ὅ­πως ὑ­πέ­φε­ρε καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν πα­ρα­τε­τα­μέ­να ἡ ψυ­χή μου. Εἶ­ναι θαῦ­μα τὸ πῶς ἄν­τε­ξα, μο­λο­νό­τι τού­τη ἡ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐκ­δή­λω­ση τῶν συμ­πτω­μά­των δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς ἔ­παι­νο.

        Ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πὸ τὸν πό­νο πού μοῦ προ­κά­λε­σε ὁ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­μαι πιὰ εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ ἀν­τι­πα­ρέλ­θουν εὔ­κο­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους ὀ­δυ­νη­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Τὸ μο­τί­βο τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πα­ράλ­λα­χτό τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια: ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξω ἀ­πὸ δί­πλα μου γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­θυ­μῶ δι­α­κα­ῶς, ἀ­πὸ σχέ­σεις ποὺ οὔ­τε κἄν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν ἀ­βά­στα­χτη μο­να­ξιά μου. Νὰ ’ταν μό­νο ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ἁ­πλὰ γιὰ μέ­να. Μὰ ἡ ὀ­δύ­νη μου ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν πε­ρὶ ὧν ὁ λό­γος πρὸς τὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, κα­θὼς δὲν θέ­λουν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι πι­κραί­νο­μαι ἀ­φάν­τα­στα ὅ­ταν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μοῦ τη­λε­φω­νοῦν καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ μεί­νου­με γιὰ πάν­τα φί­λοι καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὴν με­τα­ξὺ μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ μὲ βα­σα­νί­ζουν μὲ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὰ μη­νύ­μα­τά τους, μοῦ δί­νουν τὴ χα­ρι­στι­κὴ βο­λὴ μὲ γε­νι­κὲς συμ­βου­λές, εὐ­χὲς καὶ ἐ­πι­ση­μάν­σεις τοῦ τύ­που «εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χί­σεις για­τί τὸ ἀ­ξί­ζεις», «νὰ προ­σέ­χεις τὸν ἑ­αυ­τό σου», «ζη­λεύ­ω αὐ­τὴν ποὺ θὰ εἰ­σπρά­ξει ὅ­λη σου τὴν ἀ­γά­πη μα­ζε­μέ­νη», «πο­τὲ ἄλ­λο­τε δὲν ἔ­χω ἐ­κτι­μή­σει τό­σο πο­λὺ ἄν­θρω­πο στὴ ζω­ή μου» καὶ ἄλ­λα τέ­τοι­α ἠ­χη­ρὰ πα­ρό­μοι­α. Ἡ ἀ­πο­καρ­δί­ω­ση καὶ ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴ θλί­ψη ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν φί­λων μου, κα­λο­προ­αί­ρε­τες καὶ εὔ­λο­γες μέν, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­φέ­ρουν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­σα μου δέ, μὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ «ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια», «δὲν βα­ρι­έ­σαι μω­ρέ, ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι κα­λά», «ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ τὸ κα­λό μας», «σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα σὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ πράγ­μα­τα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με» καὶ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λες τέ­τοι­ες ἀ­νο­η­σί­ες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ ψά­ξω γρή­γο­ρα στὴ γει­το­νιὰ γιὰ νο­σο­κό­μα ἢ γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ γνω­ρί­ζει νὰ κά­νει ἐ­νέ­σεις.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν πού, ἀν­τὶ νὰ δια­βεῖ τὸ κα­τώ­φλι τοῦ δω­μα­τί­ου μου μιὰ ζαρ­γά­να ποὺ θὰ δρο­σε­ρέ­ψει τὸ μα­ρα­μέ­νο σῶ­μα μου μὲ τὸ θελ­κτι­κὸ σῶ­μα της, ἡ μό­νη γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δε­χτῶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπή­ξει μιὰ βε­λό­να μὲ πη­χτὸ φάρ­μα­κο στὰ με­ριά μου. Οἱ  χα­μέ­νες ἐν­δορ­φί­νες, μα­ζὶ μὲ τὶς ὑ­πό­λοι­πες οὐ­σί­ες τῆς εὐ­τυ­χί­ας, ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κὰ νὰ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­ται τώ­ρα μὲ μιὰ βα­θειά, ἐν­δο­γλου­τια­ία πρόσ­λη­ψη φαρ­μα­κευ­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­νέ­λα­βε μιὰ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα, τα­κτι­κὴ στὴν ὥ­ρα της, σο­βα­ρή, λι­γο­μί­λη­τη, ποὺ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ τὴ δου­λειά της. Τῆς ἑ­τοί­μα­ζα ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ὑ­λι­κά, πα­ρα­τάσ­σον­τάς τα ἐ­πι­με­λῶς στὸ κο­μο­δί­νο μου, τὴ σύ­ριγ­γα δη­λα­δή, τὴ βε­λό­να, τὶς γυ­ά­λι­νες φύ­σιγ­γες μὲ τὸ φάρ­μα­κο, τὸ οἰ­νό­πνευ­μα καὶ τὸ βαμ­βά­κι κι ἐ­κεί­νη, μό­λις ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν πε­ρίσ­σια τοῦ φαρ­μά­κου πι­έ­ζον­τας μὲ τὸ ἔμ­βο­λο ὅ­λες τὶς ἀ­τί­θα­σες φυ­σα­λί­δες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν κα­τὰ τὴν εἰσ­ρο­ή του στὴ σύ­ριγ­γα, μοῦ ἔ­λε­γε νὰ πά­ρω μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα καὶ μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἔ­νε­ση. Μο­λο­νό­τι εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέ­σεις προ­κα­λοῦν με­γά­λο πό­νο, μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πο­λύ. Ἡ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα ἦ­ταν ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἀ­λα­φρο­χέ­ρα. Τε­λει­ώ­νον­τας, μὲ συμ­βού­λευ­ε νὰ κρα­τή­σω γιὰ λί­γο τὸ βαμ­βά­κι στὰ με­ριά μου καὶ νὰ μὴν ση­κω­θῶ ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ δω­μά­τιο, ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τὸ ραν­τε­βού μας γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Μό­λις ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, φρόν­τι­ζα νὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ πε­τά­ξω ἀ­μέ­σως ὅ­λα τα ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ὑ­λι­κά, κα­θὼς ἡ βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου, προ­ερ­χό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὰ ἔκ­δο­χα, εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ στὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες τῆς θε­ρα­πεί­ας μου, ὥ­σπου, ἕ­να βρά­δυ, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ ἕ­να θε­ρι­νὸ σι­νε­μὰ – πή­γαι­να πο­λὺ συ­χνὰ τό­τε σι­νε­μὰ γιὰ νὰ ξε­χνι­έ­μαι καὶ γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου ὀ­νει­ρευ­ό­με­νος – δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι εἶ­χα λη­σμο­νή­σει νὰ μα­ζέ­ψω τὰ ὑ­λι­κά τῆς ἔ­νε­σης ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο μου. Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου δέ­σπο­ζε στὸ δω­μά­τιο, στὴν «ἀρ­ρω­στο­κά­με­ρα», ὅ­πως θὰ τὴν ὀ­νό­μα­ζε ὁ Ρο­ΐ­δης, μά, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος, τού­τη τὴ φο­ρὰ ἡ φαρ­μα­κί­λα δὲν μοῦ προ­κά­λε­σε κα­μί­α δυ­σα­ρέ­σκεια· τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα, μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου τὴ σπα­σμέ­νη γυ­ά­λι­νη φύ­σιγ­γα, ἔ­πει­τα πῆ­ρα καὶ τὴ σύ­ριγ­γα, μύ­ρι­σα τὰ κοκ­κι­νω­πὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ φαρ­μά­κου στὰ τοι­χώ­μα­τά τους καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι τού­τη ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα στὴ ζω­ή μου ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός, ἔ­χον­τας πρά­ξει ὅ­σα ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε νὰ πρά­ξω – αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ποὺ σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν ὑ­γεί­α μου – καὶ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω.

       Ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη μιὰ ἑ­βδο­μά­δα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α ἔ­νε­ση. Πρὸς τὸ τέ­λος τῶν συ­ναν­τή­σε­ών μας ἡ νο­σο­κό­μα εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ πρὸς ἐ­μέ­να. Μι­λού­σα­με πλέ­ον ἐ­πὶ παν­τός τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ: γιὰ τὴν τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κὴ κα­τά­στα­ση – στὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρεμ­πι­πτόν­τως συμ­φω­νού­σα­με –, γιὰ ζω­γρα­φι­κή, γιὰ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς βα­θύ­τε­ρους πό­θους καὶ τὰ ὄ­νει­ρά μας. Μά­λι­στα, ὅ­ταν μὲ ἄ­φη­νε ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸ δω­μά­τιό μου, ἐ­ξε­δή­λω­νε τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀλ­λα­γὴ στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά της καὶ σω­μα­τι­κά, του­τέ­στιν, μὲ χτυ­ποῦ­σε πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ πολ­λὲς φο­ρὲς στὸν ὦ­μο μὲ τὴν πα­λά­μη της. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τε­λεί­ω­σαν κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τολ­μή­σει ἕ­ως τώ­ρα νὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια τὰ σύ­νερ­γα τῆς τε­λευ­ταί­ας ἔ­νε­σης, τρέ­φον­τας ἐν­δό­μυ­χα τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ δι­α­τη­ρή­σω στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὴν πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ κα­τα­φα­νῶς μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω. Γνω­ρί­ζω πώς, σὲ λί­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­λει­φθεῖ ἐν­τε­λῶς καί, γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, σκέ­φτη­κα πὼς ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν πα­ρα­τεί­νω τε­χνη­τὰ μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἐ­νη­με­ρω­νό­με­νος ἀρ­χι­κὰ καὶ δι­α­βά­ζον­τας τὰ πάν­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ φάρ­μα­κο: γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γι­κή του δι­α­δι­κα­σί­α, γιὰ τὴ σύν­θε­ση, τὴν ἀ­νά­λυ­σή του… Εἰς μά­την ὅ­μως, εἰς μά­την. Ἡ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου βαθ­μια­ία θὰ σβή­σει, πα­ρα­χω­ρών­τας τὴ θέ­ση της στὰ συ­νή­θη ὀ­σφρη­τι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου ἀλ­λὰ καὶ τῶν πέ­ριξ τοῦ δω­μα­τί­ου μου χώ­ρων: στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁ­πλω­μέ­νης μπου­γά­δας τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ μου (ἀλ­λὰ καὶ τῆς μπου­γά­δας τῆς γει­τό­νισ­σάς μου στὸ δι­πλα­νὸ μπαλ­κό­νι, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ γνω­στὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πό­κρυ­ψης τῶν ἐ­σώ­ρου­χων στὰ μέ­σα συρ­μα­τό­σχοι­να τῆς ἁ­πλώ­στρας της, πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν κοι­νῆς θέ­ας), στὸ ἀ­ναρ­ρι­χώ­με­νο ἀ­πὸ τὴν πι­λο­τὴ ἄ­ρω­μα τοῦ νυ­χτο­λού­λου­δου, στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἀ­πό­μει­νε στὰ σεν­τό­νια μου ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ἀ­ϋ­πνί­ας ἢ στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φι­τι­λιοῦ ἑ­νὸς ἄρ­τι σβη­σθέν­τος κε­ριοῦ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ πού μοῦ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­νά­βω ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν στὸ ἔ­ρη­μο δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἔ­πει­τα, ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τα ἀρ­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σύ­νερ­γα τῶν ἐ­νέ­σε­ων καὶ ὀ­φει­λό­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν αἴ­σθη­ση τῆς ὄ­σφρη­σης, θὰ πε­ρά­σει προ­σώ­ρας στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ὅ­ρα­σης, στὸ ἰ­δι­ό­τυ­πο αὐ­τὸ εἰ­κο­νο­στά­σι ποὺ κεί­τε­ται στὸ κο­μο­δί­νο μου καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­λαι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ σκί­τσα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σύ­ριγ­γες, βε­λό­νες καὶ φάρ­μα­κα, ὥ­σπου, στὸ τέ­λος, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συ­νά­θροι­ση πραγ­μά­των τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου ποὺ τε­λεῖ­ται πλά­ι μου νὰ κα­τα­στεῖ, μὲ τὴ σει­ρά της, μιὰ κα­νο­νι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος καὶ νὰ ἀ­πο­λέ­σει τὸν εὐ­ερ­γε­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Σκέ­φτο­μαι – τὸ ἔ­χω ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει – νὰ κρα­τή­σω ἀ­νέ­πα­φα ὅ­λα τοῦ­τα τὰ σύ­νερ­γα στὸ κο­μο­δί­νο μου ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ἔ­πει­τα, τὸ φθι­νο­πω­ρά­κι, θὰ τὰ πε­τά­ξω καὶ θὰ πα­σχί­σω νὰ βρῶ ἕ­ναν τρό­πο νὰ ζή­σω.



Πηγή: Περιοδικὸ Φρέαρ, τχ. 19 (Ιούνιος 2017)

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Ἰωάννα Ἀμπατζῆ: Τὶ χρωστάω;


Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζὴ


Τὶ χρωστάω;

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ τὰ κα­πνὰ εἶ­χαν πά­ει κα­λά. Κα­τε­βαί­να­με Ἀ­θή­να νὰ πλη­ρω­θοῦ­με. Ὅ­λοι χω­ριά­τες ἤ­μα­σταν. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο φί­σκα, πολ­λὲς οἱ ὧ­ρες, ἐ­σκά­γα­με. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἔ­κα­νε πα­ρά­σι­τα, ἡ κε­ραί­α ἔ­φται­γε. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­βα­λε Τσι­τσά­νη. Μοῦ θύ­μι­σε τὴν Κι­κή. Δὲν τὴν ἤ­θε­λε γιὰ νύ­φη ἡ μα­κα­ρί­τισ­σα, ἦ­ταν φτω­χή, ἔ­λε­γε, δι­ώ­ξ’ τη. Εἶ­χε πά­ει Γερ­μα­νί­α ἐρ­γά­τρια, ἔ­τσι μοῦ ’­χαν πεῖ. Εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἡ μά­να μου ἔ­φται­γε.

        Φτά­νου­με Ἀ­θή­να, κα­τε­βαί­νου­με κέν­τρο. Ὁ κα­πνέμ­πο­ρος μᾶς πλη­ρώ­νει, κα­λά τα λε­φτά. Κά­νου­με τὴ μοι­ρα­σιά, κα­θό­μα­στε γιὰ ρε­τσί­να, τὰ τσού­ζου­με.

        Πᾶ­με νὰ τὸ γλεν­τή­σου­με στὴ Φυ­λῆς; Λέ­νε οἱ ἄλ­λοι δύ­ο.

              Γε­μά­τα τὰ πορ­το­φό­λια μας, ἄρ­χον­τες. Πᾶ­με.

        Τὸ μπουρ­δέ­λο ἄ­δει­ο. Εἶ­ναι νω­ρίς, ἀ­κό­μα. Ἀ­κού­ω πά­λι Τσι­τσά­νη. Ἦ­ταν δι­α­χρο­νι­κός, αὐ­τὸ ἔ­φται­γε. Μπαί­νω στὸ δω­μά­τιο. Με­ταλ­λι­κὸ κρε­βά­τι, τσα­λα­κω­μέ­να σεν­τό­νια, ἡ κο­πέ­λα μι­κρή. Εἴ­κο­σι λε­πτά. Βγαί­νω.

        Βλέ­πω τοὺς ἄλ­λους νὰ πλη­ρώ­νουν. Παίρ­νω σει­ρά. Βγά­ζω ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου ἕ­να μά­τσο κα­το­στά­ρι­κα δι­πλω­μέ­να.

        Τί χρω­στά­ω; τῆς λέ­ω.

        Λέ­ει, τί­πο­τα, κύ­ρι­ε.

        Μά, πῶς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, πό­σα θές, ἐ­πι­μέ­νω.

        Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, Δη­μή­τρη, δὲν θὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ τὴν κό­ρη σου.

        Τὴν κοι­τά­ω. Τὴ βλέ­πω. Δὲν εἶ­χε φύ­γει Γερ­μα­νί­α, δὲν εἶ­χε γί­νει ἐρ­γά­τρια. Ἐ­γὼ ἔ­φται­γα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πό­φοι­τος Γαλ­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, μὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Θε­α­τρο­λο­γί­α καὶ τὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­γρα­φί­α καὶ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση. Ἔρ­γα της, ἀ­το­μι­κὰ ἢ συλ­λο­γι­κά, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρους ἐκ­δο­τι­κούς. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πα­ρά­θυ­ρα (ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἔκδ. Μο­λύ­βι, 2014).


Εἰρήνη Σκούρα: Τὸ ροῦχο


Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ ροῦ­χο


ΑΘΕΜΙΑ ΡΑΒΕΙ τὸ ροῦ­χο της. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ πρα­κτι­κό. Νὰ φο­ρι­έ­ται ὅ­λες τὶς ὧ­ρες. Πρω­ι­νό, ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό, βρα­δι­νό, κα­θη­με­ρι­νό, ἐ­πί­ση­μο, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ θη­λυ­κό.  Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με ὅ­λες τὴν ἴ­δια σχο­λὴ ρα­πτι­κῆς. Ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὴν πα­λιὰ μέ­θο­δο. Οἱ μι­κρό­τε­ρες μα­θαί­νου­με ἀ­πὸ τὶς με­γα­λύ­τε­ρες. Πα­ρα­τη­ροῦ­με πῶς φτιά­χνουν τὸ πα­τρόν, πῶς βά­ζουν τὶς καρ­φί­τσες στὰ ση­μά­δια, πῶς κό­βουν τὸ ὕ­φα­σμα, πῶς τὸ γα­ζώ­νουν.  Δὲν μι­λᾶ­με, ἁ­πλὰ τὶς πα­ρα­τη­ροῦ­με. Μό­λις μα­θαί­νου­με, κα­θό­μα­στε στὸν δι­κό μας πάγ­κο καὶ ρά­βου­με τὸ δι­κό μας ροῦ­χο. Γύ­ρω σι­ω­πή. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο οἱ μη­χα­νές. Εἴ­μα­στε συγ­κεν­τρω­μέ­νες κα­θε­μί­α στὸ δι­κό της σχέ­διο.

        Ἐ­γὼ πί­στευ­α πὼς εἶ­χα τὸ κα­λύ­τε­ρο. Καὶ οἱ ἄλ­λες τὸ ἴ­διο νό­μι­ζαν. Δι­ά­λε­ξα τὸ κα­λύ­τε­ρο ὕ­φα­σμα, σχε­δί­α­σα τὸ κα­λύ­τε­ρο πα­τρόν. Ἤ­θε­λα ὁ για­κάς μου νὰ εἶ­ναι ζε­στὸς καὶ μα­λα­κός, νὰ μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μὲ ἕ­να κουμ­πὶ τὶς κρύ­ες μέ­ρες. Νὰ μὲ προ­στα­τεύ­ει. Τὸν ὀ­νό­μα­σα σύ­ζυ­γο, ὅ­πως ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὰ μα­νί­κια μου τὰ σχε­δί­α­σα μα­κριὰ καὶ ἁ­πα­λά, μὲ πρω­τό­τυ­πο σχέ­διο. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στά, μο­να­δι­κά. Τὰ ὀ­νό­μα­σα, τὸ δε­ξὶ ἡ κό­ρη μου, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ὁ γιός μου. Δὲν ρώ­τη­σα για­τί. Ἔ­τσι ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὸ  ροῦ­χο μου ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ ἄ­νε­το.Τὸ προ­τι­μοῦ­σα σὲ κόκ­κι­νο. Τε­λι­κά, ὅ­μως, εἶ­δα πὼς δὲν εἶ­χα ἐ­πι­λο­γή. Στὸ ρά­φι ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μό­νο χρῶ­μα. Συμ­βι­βά­στη­κα ὅ­πως ὅ­λες.

        Κά­θι­σα στὸν πάγ­κο μου κι ἔ­ρα­βα. Ὅ­μως τὸ ροῦ­χο γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε ἀ­τί­θα­σο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὰ σχέ­διά μου. Ὅ,τι ἔ­ρα­βα τὴν ἡ­μέ­ρα, τὸ βρά­δυ ξη­λω­νό­ταν. Δὲν μπο­ροῦ­σα τε­λι­κὰ νὰ ρά­ψω αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει. Εἶ­χα σχε­διά­σει, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ζε­στό, μὲ ἐ­πέν­δυ­ση, για­τὶ ἤ­μουν ἀ­πὸ μι­κρὴ εὐ­αί­σθη­τη στὸ κρύ­ο, εἰ­δι­κὰ στὸν αὐ­χέ­να. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸ ροῦ­χο μου ρά­φτη­κε ἐ­ξώ­πλα­το μὲ ἐ­λα­φρὺ βο­λὰν στὸ τε­λεί­ω­μα. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α, θὰ ἀρ­ρώ­σται­να.  Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὸ ἀλ­λά­ξω, ὅ­σο κι ἂν προ­σπά­θη­σα.

       Εἶ­πα, Δὲν πει­ρά­ζει, θὰ κά­νω ἕ­να ὡ­ραῖ­ο σχέ­διο του­λά­χι­στον γιὰ τὰ μα­νί­κια. Θὰ εἶ­χα ἕ­ναν γιὸ καὶ μιὰ κό­ρη. Θὰ εἶ­χαν πρω­τό­τυ­πη, ἄ­νε­τη καὶ κομ­ψὴ γραμ­μὴ μὲ φί­να μαν­σέ­τα καὶ βίν­τα­τζ κουμ­πί. Θὰ τὸ φο­ροῦ­σα μὲ σα­τὲν μπλου­ζά­κι ἀ­πὸ μέ­σα. Θὰ κά­λυ­πτα τὴν ἀ­που­σί­α ζε­στοῦ για­κὰ κά­νον­τας τὰ μα­νί­κια ρεγ­κλάν. Ἐν­τά­ξει, δὲν ἦ­ταν τῆς μό­δας, ἦ­ταν τῆς ἀ­νάγ­κης, μιὰ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Ὅ­μως καὶ στὰ μα­νί­κια, ὅ­λα τὰ σχέ­διά μου πῆ­γαν χα­μέ­να. Τὸ ροῦ­χο εἶ­χε ξα­νὰ ἀν­τιρ­ρή­σεις . Ἀ­πέρ­ρι­πτε συ­νε­χῶς τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ρα­βα ἕ­να ἀ­ρι­στε­ρὸ κι ἕ­να δε­ξὶ μα­νί­κι, τὸ ροῦ­χο κα­τέ­λη­γε πάν­τα μὲ δύ­ο δε­ξιὰ μα­νί­κια. Καί, βέ­βαι­α, κα­θό­λου ὅ­πως τὰ εἶ­χα σχε­διά­σει. Ἄ­ναρ­χη γραμ­μή, κα­θό­λου κομ­ψὴ καί, μά­λι­στα, χω­ρὶς μαν­σέ­τα, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­νέ­κα­θεν πο­λύ, για­τί εἶ­χε μιὰ φι­νέ­τσα. Ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Τὸ ἕ­να μα­νί­κι ἐ­πέ­με­νε νὰ εἶ­ναι κον­τό, κα­λο­και­ρι­νὸ μὲ ξέ­φτια στὸ τε­λεί­ω­μα, τὸ ἄλ­λο τρουα­κὰρ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο μὲ πολ­λὰ βο­λάν. Ἦ­ταν ἕ­να ροῦ­χο πα­ρά­ται­ρο ἐν­τε­λῶς, τὸ φο­ροῦ­σα κι ἔ­μοια­ζα μὲ κλό­ουν. Καί, βέ­βαι­α, οὔ­τε λό­γος γιὰ τὸ ρεγ­κλάν.

       Κοι­τά­ζω τὰ ροῦ­χα τῶν ἄλ­λων. Τὰ ἴ­δια προ­βλή­μα­τα μὲ τοὺς γι­α­κά­δες. Κά­ποι­ας ρά­βε­ται μπρο­στὰ σὰν με­γά­λη σα­λιά­ρα, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐμ­πο­δί­ζει στὶς κι­νή­σεις, πα­ρὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει. Ὁ αὐ­χέ­νας μέ­νει πά­λι γυ­μνός. Μιᾶς ἄλ­λης, ἐ­νῶ τὸν σχε­δί­α­ζε μι­κρὸ καὶ κομ­ψὸ μὲ δαν­τέ­λα στὸ τε­λεί­ω­μα, ἔ­γι­νε τε­λι­κὰ μιὰ κου­κού­λα ἀ­θλη­τι­κῆς φόρ­μας ποὺ τῆς κα­λύ­πτει ὅ­λο τὸ κε­φά­λι. Δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀ­κού­σει τί­πο­τα καὶ με­τὰ βί­ας βλέ­πει. Προ­σπα­θεῖ μιὰ ζω­ὴ νὰ δι­ορ­θώ­σει τὸν για­κά, νὰ ξη­λώ­σει ἐ­πι­τέ­λους τὴν κου­κού­λα, ἀλ­λὰ τὸ ροῦ­χο ἐ­πι­μέ­νει. Μιὰ ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ μὲ ἀ­μά­νι­κο μὲς στὸ κρύ­ο, για­τὶ τὸ ροῦ­χο ἀ­πορ­ρί­πτει ὅ­λα της τὰ σχέ­δια γιὰ μα­νί­κι, ἄλ­λης τὰ μα­νί­κια δε­μέ­να πί­σω, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κι­νή­σει τὰ χέ­ρια της. Μιὰ  φο­ρά­ει ἕ­να κου­ρέ­λι ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴ σκε­πά­σει, ἄλ­λη ἕ­να ροῦ­χο στε­νὸ σὰν μο­νο­κόμ­μα­το κορ­σὲ ποὺ τὴν τυ­λί­γει ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ γυ­μνή, για­τὶ τὸ ὕ­φα­σμα ποὺ ἔ­χει, δὲν γί­νε­ται πο­τὲ ροῦ­χο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φο­ρε­θεῖ.

       Τὸ ἔ­χου­με πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Κά­νου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα σχέ­δια, κό­βου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα πα­τρὸν καὶ τε­λι­κὰ φο­ρᾶ­με ὅ,τι ἀ­πο­φα­σί­σει τὸ ροῦ­χο. Ὅ,τι κι ἂν ρά­ψου­με, στὸ τέ­λος θὰ ξη­λω­θεῖ. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὸ ροῦ­χο ἔ­χει ἐν­τε­λῶς ἄλ­λα σχέ­δια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ της ἔ­χει ὡς θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.