Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Διώχνω



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Δι­ώ­χνω


ΤΑΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ στὴ σει­ρὰ γέν­νη­σης με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι κο­ρί­τσια. Κα­κο­ρί­ζι­κο πράγ­μα τὰ κο­ρί­τσια στὴν ἐ­πο­χή της, εἰ­δι­κὰ γιὰ οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὅ­πως ἡ δι­κή της. Τὶς ὀ­νό­μα­ζαν «βά­σα­να» καί, χα­ϊ­δευ­τι­κά, «βα­σα­νά­κια» γιὰ τὴ νέ­α φτώ­χεια ποὺ ἔ­σερ­ναν μα­ζί τους καὶ τὴν στοί­βα­ζαν πά­νω στὴν πα­λιά.

       Ὕ­στε­ρα κι ἀ­πὸ τὸ τέ­ταρ­το κο­ρί­τσι, οἱ γο­νεῖς ἀ­πελ­πί­στη­καν κι ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ στεί­λουν ἕ­να μή­νυ­μα στὴ μοί­ρα ἢ στὸ Θε­ό, δὲν ἤ­ξε­ραν ἀ­κρι­βῶς ποῦ νὰ ἀ­πο­ταν­θοῦν. Ἔ­τσι τὴν πέμ­πτη κό­ρη τους τὴν βά­φτι­σαν «Ἀ­γο­ρί­τσα», με­τέ­πει­τα «Ἀ­γό­ρω», μή­πως ξε­γε­λα­στεῖ τὸ πνεῦ­μα τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν κι ἔρ­θει κον­τά. Τὴν ἕ­κτη, τὴν εἶ­παν ἀ­μέ­σως «Στα­μά­τα», σὰν πα­ρά­κλη­ση ἢ καὶ σὰν προ­στα­γὴ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη κο­ρι­τσί­στι­κη μοί­ρα. Αὐ­τή, ἕ­βδο­μη στὴ σει­ρά, ἀ­φοῦ εἶ­χαν χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα κι εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα κο­ρι­τσί­στι­κα ὀ­νό­μα­τα, τὴν βά­φτι­σαν «Δι­ώ­χνω», μή­πως δι­ώ­ξουν μιὰ γιὰ πάν­τα το ἐ­πί­μο­νο πνεῦ­μα τῶν θη­λυ­κῶν. Ὡ­στό­σο, πα­ρ’ ὅ­λα τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­πελ­πι­σί­ας ποὺ μη­χα­νεύ­τη­καν, τὸ θέ­μα λύ­θη­κε ὁ­ρι­στι­κὰ μό­νο ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να πά­νω στὴ γέν­να μα­ζὶ μὲ τ’ ὄ­γδο­ο κο­ρί­τσι. Ἡ Δι­ώ­χνω ἀ­πό­μει­νε τε­λευ­ταί­α. Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς αὐ­τὴ εἶ­χε δι­ώ­ξει ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, ὄ­χι μό­νο τὶς ἀ­γέν­νη­τες ἀ­δερ­φές της, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μά­να της τὴν ἴ­δια.

       Ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ νὰ ἔρ­θει ἡ σει­ρά της νὰ παν­τρευ­τεῖ. Τὰ βρά­δια μὲ ἐ­πι­δέ­ξια χέ­ρια ἔ­φτια­χνε τὴν προί­κα της, κου­βέρ­τες, πε­τσέ­τες, σεν­τό­νια, μα­ξι­λά­ρια, τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα. Ὅ­λη νύ­χτα κεν­τοῦ­σε, ἕ­ρα­βε, ἔ­πλε­κε μὲ βε­λό­νες, βε­λο­νά­κι, σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν.

       «Εἶ­μαι μι­σὸς ἄν­θρω­πος», εἶ­πε αὐ­τός, «Δὲν μὲ πει­ρά­ζει», εἶ­πε αὐ­τή, ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε συν­τρο­φιά. Κι ἔ­γι­νε ὁ γά­μος. Τὰ βρά­δια ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ἐ­φιά­λτες. Μιὰ με­γά­λη μη­χα­νὴ τοῦ μα­σοῦ­σε τὰ χέ­ρια, ὕ­στε­ρα τὰ πό­δια, με­τὰ τὸ κορ­μί, ἄ­φη­νε μό­νο το κε­φά­λι. Αὐ­τὴ κοι­μό­ταν δί­πλα του καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα μὲ ἐ­πι­δέ­ξι­ες κι­νή­σεις συ­ναρ­μο­λο­γοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ κομ­μά­τια του. Σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν. Τὸ ξη­μέ­ρω­μα τὸν ἔ­βρι­σκε ὁ­λό­κλη­ρο πά­λι. Ἔ­λει­πε μό­νο τὸ δε­ξί του χέ­ρι, αὐ­τὸ ποὺ γιὰ πάν­τα εἶ­χε χα­θεῖ στὸ μη­χα­νι­κὸ ζυ­μω­τή­ριο, ὅ­ταν δού­λευ­ε στὸ φοῦρ­νο. Τό­τε ξυ­πνοῦ­σε καὶ κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι. Χτυ­ποῦ­σε τὰ πό­δια στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα καὶ τῆς φώ­να­ζε: «Κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια!» Με­τὰ ἔ­λε­γε «Νὰ πλύ­νω τὰ δόν­τια μου», με­τὰ «Νὰ ξυ­ρι­στῶ», «Ἄ­να­ψέ μου τσι­γά­ρο!», «Βά­λε μου νε­ρό!», «Τί κοι­τᾶς ὅ­λο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;», «Ὅ­λο στὸν κα­θρέ­φτη εἶ­σαι, πε­ρι­μέ­νεις κα­νέ­ναν;». Κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σε ἡ ζω­ή.

       Ἕ­να βρά­δυ, δὲν ἔ­πι­α­σε τὶς βε­λό­νες καὶ τὶς κλω­στές της. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὸν ἀ­φή­σει κομ­μά­τια. Γύ­ρι­σε πλευ­ρὸ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χα ἡ Δι­ώ­χνω. Ἡ Δι­ώ­χνω ἐ­νο­χές, πα­λι­ὲς καὶ νέ­ες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια φι­λό­λο­γος καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος φι­λο­λό­γων στὴν δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά


ΛΕΓΟΝ πε­ρί τι­νος Ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λῶ εἰς Σκῆ­τιν, ὅ­τι ποι­μὴν ἦν ἄ­γροι­κος· καὶ ἰ­δὼν γυ­ναῖ­κα ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σαν ἐν τῷ ἀ­γρῷ, ἐ­νερ­γη­θεὶς ὑ­πὸ τοῦ δι­α­βό­λου εἶ­πε· θέ­λω ἰ­δεῖν πῶς τὸ βρέ­φος κεῖ­ται ἐν τῇ κοι­λί­ᾳ αὐ­τῆς· καὶ ἀ­ναρ­ρή­ξας αὐ­τήν, εἶ­δε τὸ βρέ­φος· καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­πά­τα­ξεν αὐ­τὸν ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ· καὶ κα­τα­νυ­γείς, ἦλ­θεν εἰς Σκῆ­τιν, καὶ ἀ­νήγ­γει­λε τοῖς πα­τρά­σιν ὃ ἐ­ποί­η­σεν· ἤ­κου­σε δὲ αὐ­τῶν ψαλ­λόν­των· αἱ ἡ­μέ­ραι τῶν ἐ­τῶν ἡ­μῶν ἐν αὐ­τοῖς ἑ­βδο­μή­κον­τα ἔ­τη· ἐ­ὰν δὲ ἐν δυ­να­στεί­αις, ὀ­γδο­ή­κον­τα· καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐ­τῶν κό­πος καὶ πό­νος· καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· εἰ­μὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἐ­τῶν, μί­αν εὐ­χὴν μὴ ποι­ή­σας· καὶ νῦν ἐ­ὰν ζή­σω ἄλ­λα τεσ­σα­ρά­κον­τα ἔ­τη, οὐ παύ­ο­μαι εὐ­χό­με­νος τῷ Θε­ῷ, ἵ­να συγ­χω­ρή­σῃ μοι τὰς ἁ­μαρ­τί­ας μου· οὐ­δὲ γὰρ ἐρ­γό­χει­ρον ἐ­ποί­ει· ἀλ­λὰ πάν­το­τε ηὔ­χε­το, λέ­γων· ἥ­μαρ­τον ὡς ἄν­θρω­πος, ὡς Θε­ὸς ἱ­λά­σθη­τι· καὶ γέ­γο­νεν αὐ­τῷ ἡ εὐ­χὴ αὕ­τη, εἰς με­λέ­την νυ­κτὸς καὶ ἡ­μέ­ρας· ἦν δὲ ἀ­δελ­φὸς μέ­νων με­τ’ αὐ­τοῦ· καὶ ἤ­κου­σεν αὐ­τοῦ λέ­γον­τος· ὤ­χλη­σά σοι Κύ­ρι­ε, ἄ­φες μοι, ἵ­να ἀ­να­παύ­σω­μαι μι­κρόν· καὶ ἐ­γέ­νε­το αὐ­τῷ πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι συ­νε­χώ­ρη­σεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ὸς πά­σας τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τοῦ, καὶ τὸ τῆς γυ­ναι­κός· εἰς δὲ τὸ παι­δί­ον οὐκ ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θη· καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ τις τῶν γε­ρόν­των, ὅ­τι καὶ τὸ τοῦ παι­δί­ου συ­νε­χώ­ρη­σέ σοι ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ ἀ­φί­ει σε ἐν πό­νῳ, ὅ­τι συμ­φέ­ρει τῇ ψυ­χῇ σου.


* * *


ΕΛΕΓΑΝ γιὰ κά­ποι­ον ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λὼ στὴν Σκή­τη, ὅ­τι ὡς κο­σμι­κὸς ἦ­ταν ἀ­γροῖ­κος τσο­πά­νης. Κι ὅ­ταν κά­πο­τε εἶ­δε στὸ χω­ρά­φι μιὰ γυ­ναί­κα ἔγ­κυ­ο, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο, εἶ­πε: «θέ­λω νὰ δῶ πῶς κά­θε­ται τὸ βρέ­φος μέ­σα στὴν κοι­λιά της.» Κι ἀ­φοῦ τὴν ἔ­σχι­σε, εἶ­δε τὸ βρέ­φος. Κι ἀ­μέ­σως τὸν πό­νε­σε δυ­να­τὰ ἡ καρ­διά του. Καὶ κα­τα­συν­τριμ­μέ­νος ἦλ­θε στὴ Σκή­τη καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στοὺς πα­τέ­ρες αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη τοὺς ἄ­κου­σε νὰ ψέλ­νουν: «οἱ ἡ­μέ­ρες τῆς ζω­ῆς μας ἕ­ως ἑ­βδο­μήν­τα χρό­νια· κι ἂν εἴ­μα­στε δυ­να­τοί, ὀ­γδόν­τα. Τὰ πα­ρα­πά­νω κό­πος καὶ πό­νος.» Καὶ τοὺς εἶ­πε: «εἶ­μαι σα­ράν­τα χρο­νῶν καὶ μιὰ προ­σευ­χὴ δὲν ἔ­κα­μα. Καὶ τώ­ρα, ἂν ζή­σω ἄλ­λα σα­ράν­τα χρό­νια, δὲν θὰ παύ­σω νὰ προ­σεύ­χο­μαι στὸ Θε­ό νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σει τὶς ἁ­μαρ­τί­ες.» Καὶ δὲν ἔ­φτια­χνε τί­πο­τε πρὸς τὸ ζῆν μὲ τὰ χέ­ρια του· πα­ρὰ προ­σευ­χό­ταν πάν­το­τε λέ­γον­τας: «ὡς ἄν­θρω­πος ἁ­μάρ­τη­σα, ὡς Θε­ὸς λυ­πή­σου ­με.» Καὶ τού­τη ἡ προ­σευ­χὴ ἦ­ταν ἡ με­λέ­τη του μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ος ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­με­νε μα­ζί του· καὶ τὸν ἄ­κου­σε νὰ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε, σὲ ἐ­νό­χλη­σα· ἄ­σε μὲ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ λι­γά­κι.» Καὶ ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς τοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὅ­λες τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, ἀ­κό­μη καὶ ἐ­κεί­νη τῆς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­μα­θε κά­τι· καὶ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες τοῦ εἶ­πε ὅ­τι καὶ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ παι­διοῦ σοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ σὲ ἀ­φή­νει νὰ πο­νᾶς, ἐ­πει­δὴ αὐτὸ συμ­φέ­ρει τὴν ψυ­χή σου. (Με­τά­φρα­ση: Γ.Π.)



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 20.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Γιὰ τὸν Σα­ρα­πί­ω­να

τὸν ἐ­πι­λε­γό­με­νο Σεν­το­νά­κια

ΠΗΡΧΕ καὶ κά­ποι­ος ἄλ­λος Σα­ρα­πί­ων, ποὺ τοῦ δώ­σα­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «σεν­το­νά­κιας», για­τὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σεν­τό­νι τί­πο­τ’ ἄλ­λο πο­τέ του δὲν φό­ρε­σε. Αὐ­τός, λοι­πόν, πολ­λὴν ἐ­ξή­σκη­σεν ἀ­κτη­μο­σύ­νην· ἐ­πι­πλέ­ον, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν καὶ γραμ­μα­τι­ζού­με­νος, ἀ­πο­στή­θι­ζε ὅ­λες τὶς Γρα­φές. Καὶ ἀ­πὸ τὴν πολ­λὴ με­λέ­τη τῶν Γρα­φῶν καὶ τὴ με­γά­λη του ἀ­κτη­μο­σύ­νη σὲ κελ­λὶ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ἡ­συ­χά­σει —κι ὄ­χι βέ­βαι­α για­τὶ τὸν πε­ρι­σποῦ­σαν τὰ «ὑ­λι­κά»— γι’ αὐ­τὸ τὴν ἀ­ρε­τή του αὐ­τὴ τὴν ἀ­νέ­δει­ξε γυ­ρο­φέρ­νον­τας τὴν Οἰ­κου­μέ­νη. Για­τὶ ἔ­τσι ἦ­ταν καὶ τὸ φυ­σι­κό του. Δι­α­φο­ρὲς στοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες ὑ­πάρ­χουν πολ­λές, ἡ οὐ­σί­α ὅ­μως εἶ­ναι μί­α.

       Δι­η­γόν­του­σαν, λοι­πόν, οἱ πα­τέ­ρες, πὼς ἀ­φοῦ πῆ­ρε κά­ποι­ον ἀ­σκη­τὴ μα­ζί του ὡς συμ­παί­κτη, πού­λη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ εἴ­κο­σι νο­μί­σμα­τα, σὲ κά­ποι­ους εἰ­δω­λο­λά­τρες ἠ­θο­ποι­οὺς μιᾶς πό­λης. Κι ἀ­φοῦ σφρά­γι­σε τὰ λε­φτὰ τὰ ἔ­κρυ­ψε πά­νω του. Ἔ­μει­νε, λοι­πόν, μα­ζὶ μὲ τοὺς ἠ­θο­ποι­οὺς ποὺ τὸν ἀ­γό­ρα­σαν καὶ ποὺ τοὺς ὑ­πη­ρέ­τη­σε πι­στά, τό­σο και­ρό, ὅ­σο χρει­ά­στη­κε καὶ χρι­στια­νοὺς νὰ τοὺς κά­νει καὶ ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο νὰ τοὺς τρα­βή­ξει. Στὸν πο­λὺ και­ρὸ ποὺ ἔ­ζη­σε μα­ζί τους πρῶ­τος μπῆ­κε στὸ δρό­μο τοῦ Θε­οῦ ὁ ἠ­θο­ποι­ός, με­τὰ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ ἔ­πει­τα ὅ­λο του τὸ σπί­τι. Λέ­γα­νε, μά­λι­στα, ὅ­τι, ὅ­σο και­ρὸ ἀ­γνο­οῦ­σαν τὸν ἄν­θρω­πο, αὐ­τὸς τοὺς ἔ­πλε­νε καὶ τῶν δυ­ο­νῶ τὰ πό­δια. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, βα­φτί­στη­καν καὶ οἱ δυ­ό τους, καὶ ἀ­πέ­στη­σαν τοῦ θε­α­τρί­ζειν, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴ σε­μνὴ καὶ θε­ο­φο­βού­με­νη ζω­ή, λέ­νε στὸν ἅ­γιο, ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ κλέ­ψει τὸν ἀ­πέ­ραν­το σε­βα­σμό τους: «Ἔ­λα, ἀ­δελ­φέ μας, νὰ σ’ ἐ­λευ­θε­ρώ­σου­με για­τὶ καὶ σὺ ἀ­πὸ αἰ­σχρὴ σκλα­βιὰ μᾶς ἐ­λευ­θέ­ρω­σες.» Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς ἀ­πάν­τη­σε: «Ἐ­πει­δὴ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς καὶ σώ­θη­κε ἡ ψυ­χή σας, θὰ σᾶς πῶ τὸ μυ­στι­κό μου· ἐ­γώ, λοι­πόν, ἐ­πει­δὴ σᾶς πό­νε­σα, ἂν καὶ ἤ­μουν ἀ­σκη­τὴς ἐ­λεύ­θε­ρος, αἰ­γυ­πτια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, γιὰ τὸ χα­τή­ϡ­ρι σας πού­λη­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου, γιὰ νὰ σᾶς σώ­σω. Κ’ ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ, ποὺ θέ­λη­σε μὲ τὴν δι­κή μου τὴν τα­πεί­νω­ση νὰ σώ­σει τὴν ψυ­χή σας, πάρ­τε τώ­ρα τὸ χρυ­σά­φι σας γιὰ νὰ φύ­γω κι ἄλ­λους μὲ τὴ σει­ρὰ νὰ βο­η­θή­σω.» Κ’ ἐ­κεῖ­νοι ἀ­φοῦ πολ­λὰ τὸν πα­ρα­κά­λε­σαν καὶ τὸν βε­βαί­ω­ναν, λέ­γον­τας, πώς: «σὰν πα­τέ­ρα θὰ σ’ ἔ­χου­με καὶ κύ­ριο, μό­νο μεῖ­νε μα­ζί μας», δὲν κα­τά­φε­ραν, τε­λι­κά, νὰ τὸν πεί­σουν. Τό­τε τοῦ εἶ­παν: «Δῶ­σ’ τὸ χρυ­σά­φι στοὺς φτω­χο­ό­υς, γιὰ μᾶς ἔ­γι­νε ἀρ­ρα­βὼν σω­τη­ρί­ας· μό­νο νά ‘ρ­χε­σαι, μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο, νὰ μᾶς βλέ­πεις…»

       Αὐ­τός, λοι­πόν, μὲ τὰ πολ­λά του τα­ξί­δια ἔ­φτα­σε κά­πο­τε στὴν Ἑλ­λά­δα. Τρεῖς μέ­ρες ἔ­μει­νε στὴν Ἀ­θή­να, κ’ ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κε ἀ­πὸ κα­νέ­να. Αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος οὔ­τε κέρ­μα δὲν κρά­τα­γε, οὔ­τε σακ­κού­λι, οὔ­τε προ­βειά, οὔ­τε τί­πο­τα. Τὴν τέ­ταρ­τη μέ­ρα τὸν ἔ­κο­ψ’ ἡ πεί­να. Πεί­να φο­βε­ρή. Ἀ­κού­σια. Ἀ­πὸ ‘­κεῖ­νες ποὺ σπρώ­χνουν στὴν ἀ­πι­στί­α. Στά­θη­κε, τό­τε, σ’ ἕ­να λό­φο τῆς πό­λης —ἐ­κεῖ ποὺ οἱ ἄρ­χον­τες ἦ­σαν μα­ζε­μέ­νοι— καὶ ἄρ­χι­σε δυ­να­τὰ νὰ θρη­νεῖ, χτυ­πών­τας μὲ κρό­το τὰ χέ­ρια του, καὶ νὰ κρά­ζει: «Ἄν­δρες Ἀ­θη­ναῖ­οι, βο­η­θᾶ­τε!». Κι ἀ­φοῦ τρέ­ξα­νε ὅ­λοι κον­τά του —φι­λο­σό­φοι κι ἀρ­χόν­τοι— τὸν ρω­τᾶ­νε: «Τί ἔ­χεις; κι ἀ­πὸ ποῦ ‘­σαι καὶ τί πά­σχεις;». Καὶ ‘­κεῖ­νος τοὺς λέ­ει: «Ὅ­σο γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή μου, εἶ­μαι Αἰ­γύ­πτιος· ἀ­πὸ τὴν μέ­ρα ποὺ ἄ­φη­σα τὴν πα­τρί­δα μου σὲ τρεῖς δα­νει­στὲς ἔ­πε­σα· κι ἀ­π’ τοὺς δυ­ὸ γλύ­τω­σα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τοὺς πλή­ρω­σα καὶ τὸ χρέ­ος ξό­φλη­σα καὶ τί­πο­τα πιὰ δὲν τοὺς δέ­νει μα­ζί μου· ἀ­π’ τὸν τρί­το δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξε­φύ­γω…» Καὶ ‘­κεῖ­νοι προ­σπα­θών­τας, γε­μά­τοι πε­ρι­έρ­γεια, νὰ μά­θουν γιὰ τοὺς δα­νει­στές, νὰ τοὺς κα­θη­συ­χά­σουν, τὸν ρω­τοῦ­σαν: «Ποῦ βρί­σκον­ται καὶ ποι­οὶ εἶ­ναι; ποιός εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ σ’ ἐ­νο­χλεῖ; δεῖξέ τον μας, νὰ σὲ βο­η­θή­σου­με.» Τό­τε τοὺς εἶ­πε: «Μ’ ἐ­νό­χλη­σαν ἀ­πὸ τὰ νιά­τα μου φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ γα­στρι­μαρ­γί­α καὶ πορ­νεί­α· κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο γλύ­τω­σα – φι­λαρ­γυ­ρί­α καὶ πορ­νεί­α πιὰ δὲν μ’ ἐ­νο­χλοῦ­νε. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ τὴν πεί­να νὰ ξε­φύ­γω δὲν μπο­ρῶ. Τέ­ταρ­τη μέ­ρα σή­με­ρα καὶ πα­ρα­μέ­νει μοι ὀ­χλοῦ­σα ἡ γα­στήρ· ζη­τᾶ τὸ κα­θη­με­ρι­νό της – δί­χως αὐ­τὸ δὲν γί­νε­ται νὰ ζή­σω.» Τό­τε κά­ποι­οι φι­λό­σο­φοι, ποὺ νό­μι­ζαν πὼς βλέ­πα­νε θε­α­τρι­κὴ πα­ρά­στα­ση, τοῦ ­δῶ­σαν ἕ­να νό­μι­σμα. Αὐ­τὸς τὸ πῆ­ρε, τὸ κα­τέ­θε­σε ὁ­λό­κλη­ρο στὸν φοῦρ­νο, πῆ­ρε ἕ­να ψω­μὶ καὶ δί­χως νὰ στα­θεῖ στιγ­μή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Πί­σω δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Κα­τά­λα­βαν, τό­τε, οἱ φι­λό­σο­φοι, πὼς ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἐ­νά­ρε­τος ἄν­θρω­πος κι ἀ­φοῦ πλή­ρω­σαν στὸν φούρ­να­ρη τὴν ἀ­ξί­α τοῦ ψω­μιοῦ, πῆ­ραν πί­σω τὸ πο­λὺ ἀ­κρι­βό­τε­ρο νό­μι­σμα.

       Κά­πο­τε, πά­λι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε σ’ ἕ­να πλοῖ­ο ποὺ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ρώ­μη, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν τα­ξι­δι­ώ­τη. Οἱ ναυ­τι­κοὶ ποὺ νό­μι­ζαν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νε­βά­σει πρω­τύτε­ρα τὰ τρό­φι­μα ποὺ θὰ τοῦ χρει­ά­ζον­ταν στὸ τα­ξί­δι, ἢ ὅ­τι θά ‘­χε μα­ζί του χρή­μα­τα ν’ ἀ­γο­ρά­σει, τὸν δέ­χτη­καν χω­ρὶς ὑ­πο­ψί­ες. Ὁ κα­θέ­νας νό­μι­ζε πὼς κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­νέ­βα­σε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του. Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, σαλ­πά­ρα­νε καὶ θά ‘­χαν φτά­σει πεν­τα­κό­σια στά­δια ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια – ἐ­κεῖ στὴν δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, οἱ ἐ­πι­βά­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τρῶ­νε. Τὸ πλή­ρω­μα εἶ­χε φά­ει νω­ρί­τε­ρα. Εἶ­δαν τὴν πρώ­τη μέ­ρα νὰ μὴν τρώ­ει καὶ εἶ­παν πὼς τὸν πεί­ρα­ξε ἡ θά­λασ­σα· τὸν βλέ­που­νε τὴν δεύ­τε­ρη, τὴν τρί­τη καὶ τὴν τέ­ταρ­τη τὸ ἴ­διο. Τὸν βλέ­που­νε τὴν πέμ­πτη μέ­ρα, νὰ κά­θε­ται ἥ­συ­χα, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τρώ­γα­νε καὶ τοῦ λέ­νε: «Διὰ τί οὐκ ἐ­σθί­εις, ἄν­θρω­πε;» Τοὺς λέ­ει: «Για­τὶ δὲν ἔ­χω.» Τό­τε, ἄρ­χι­σε ὁ ἕ­νας νὰ ρω­τᾶ τὸν ἄλ­λο: «Ποι­ός πα­ρέ­λα­βε τὰ τρό­φι­μα καὶ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές του;», καὶ ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σαν πὼς δὲν τά ‘­χε πα­ρα­λά­βει κα­νείς, ἄρ­χι­σαν νὰ τσα­κώ­νον­ται μα­ζί του καὶ νὰ τοῦ λέ­νε: «Πῶς μπῆ­κες χω­ρὶς τρό­φι­μα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ μᾶς δώ­σεις τὰ ναῦ­λα· ἀ­πὸ ποῦ θὰ τρῶς;». Τοὺς λέ­ει: «Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω μί­α πη­γαί­νε­τε καὶ ρίξ­τε με ὅ­που μὲ βρή­κα­τε.» Ἐ­κεῖ­νοι, ποὺ οὔ­τε γιὰ ἑ­κα­τὸ χρυ­σὰ δὲν θὰ στα­μα­τοῦ­σαν τὸ τα­ξί­δι τους, τρά­βη­ξαν στὸ σκο­πό τους. Ἔ­τσι πα­ρέ­μει­νε στὸ πλοῖ­ο καὶ μά­λι­στα τὸν τρέ­φα­νε ὥ­σπου νὰ φτά­σουν στὴν Ρώ­μη.

       Ὅ­ταν, λοι­πόν, ἔ­φτα­σε στὴν Ρώ­μη, ἐ­ξέ­τα­ζε προ­σε­κτι­κά, ἂν καὶ κα­τὰ πό­σον βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ κά­ποι­ος με­γά­λος ἀ­σκη­τὴς ἢ ἀ­σκή­τρια. Με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων συ­νάν­τη­σε καὶ τὸν μα­θη­τὴ τοῦ Ὠ­ρι­γέ­νη Δο­μνί­νο, ποὺ τὸ κρεβ­β­ά­τι του, με­τὰ τὸν θά­να­τό του θε­ρά­πευ­ε ἀ­σθε­νεῖς. Σχε­τί­στη­κε, λοι­πόν, μα­ζί του, πράγ­μα ποὺ ἄλ­λω­στε τὸν ὀφέ­λη­σε – για­τὶ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τε­τορ­νευ­μέ­νος σὲ ἦ­θος καὶ γνώ­σεις. Ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἔ­μα­θε γιὰ ἀ­σκη­τὲς καὶ ἀ­σκή­τρι­ες ποὺ μό­να­ζαν ἐ­κεῖ καί, μά­λι­στα, γιὰ κά­ποι­α παρ­θέ­νο ποὺ ζοῦ­σε ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ βλέ­πει ἄν­θρω­πο. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ποῦ μέ­νει, πά­ει καὶ λέ­ει στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ τὴν φρόν­τι­ζε: «Πὲς στὴν παρ­θέ­νο πὼς εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω· ὁ Θε­ὸς μὲ στέλ­νει.» Ἀ­φοῦ, λοι­πόν, πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ δυ­ὸ-τρεῖς μέ­ρες τὴ συ­ναν­τᾶ καὶ τῆς λέ­ει:

       — Τί κά­θε­σαι;

       — Δὲν κά­θο­μαι, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, ὁ­δεύ­ω.

       — Ποῦ ὁ­δεύ­εις;

       — Πρὸς τὸν Θε­ό.

       — Ζεῖς ἢ ἔ­χεις πε­θά­νει;

       — Ἂν πι­στεύ­ω στὸν Θε­ὸ εἶ­ναι για­τὶ πέ­θα­να· ἐ­κεῖ­νος ποὺ ζεῖ σαρ­κι­κὰ δὲν θὰ πο­ρευ­θεῖ.

       — Βε­βαί­ω­σέ με, λοι­πόν, ὅ­τι πέ­θα­νες κά­νον­τας ὅ,τι κά­νω.

       — Πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ροῦν νὰ γί­νουν πές μου καὶ θὰ τὰ κά­νω.

       — Γιὰ τὸν νε­κρὸ ὅ­λα εἶ­ναι δυ­να­τά, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­σέ­βεια. Βγὲς ἔ­ξω καὶ προ­χώ­ρα!

       — Εἰ­κο­σι­πέν­τε χρό­νια ἐ­δῶ μέ­σα καὶ δὲν βγῆ­κα· τώ­ρα για­τί νὰ βγῶ;

       — Ἐ­ὰν γιὰ τὸν κό­σμο πέ­θα­νες κι ὁ κό­σμος γιὰ σέ­να, τὸ ἴ­διο σοῦ κά­νει νὰ βγεῖς καὶ νὰ μὴ βγεῖς· προ­χώ­ρα λοι­πόν!

       Καὶ προ­χώ­ρη­σε· καὶ ἀ­φοῦ βγῆ­κε κ’ ἔ­φτα­σε σὲ κά­ποι­α ἐκ­κλη­σιὰ τῆς λέ­ει:

       — Ἂν θέ­λεις, λοι­πόν, νὰ μὲ βε­βαι­ώ­σεις ὅ­τι πέ­θα­νες καὶ δὲν ζεῖς πιὰ γιὰ ν’ ἀ­ρέ­σεις στοὺς ἀν­θρώ­πους, κά­νε ὅ,τι κά­νω, καὶ τό­τε θὰ κα­τα­λά­βω, πράγ­μα­τι, πὼς πέ­θα­νες· βγά­λε, ὅ­πως ἐ­γώ, ὅ­λα σου τὰ ροῦ­χα καὶ ρίξε τα στὸν ὦ­μο καὶ ὕ­στε­ρα βά­δι­σε στὸ μέ­σον τῆς πό­λης· ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω μπρο­στὰ τὸ ἴ­διο γυ­μνός.

       — Πολ­λοὺς θὰ σκαν­δα­λί­ζω μ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­σχή­μια, τοῦ ἀ­παν­τᾶ, καὶ θά ‘χουν νὰ λέ­νε πὼς αὐ­τὴ τρελ­λά­θη­κε κ’ εἶ­ναι δαι­μο­νι­σμέ­νη.

       — Καὶ τί σὲ νοιά­ζει ἂν ποῦν ὅ­τι Ἐ­ξέ­στη καὶ δαι­μο­νι­ῶ­σά ἐστιν· ἐ­σὺ γι’ αὐ­τοὺς εἶ­σαι πε­θα­μέ­νη.

       — Ὅ,τι ἄλ­λο θέ­λεις τὸ κά­νω· τέ­τοι­α ἀ­να­μέ­τρη­ση νὰ μοῦ λεί­πει.

       — Πρό­σε­ξε, λοι­πόν, με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μὴν ἔ­χεις πιά: πὼς εἶ­σαι, τά­χα, πάν­των εὐ­λα­βε­στέ­ρα καὶ ἀ­πο­θα­νοῦ­σα τῷ κό­σμῳ· ἐ­γὼ ἀ­πὸ σέ­να εἶ­μαι πιὸ νε­κρὸς καὶ μ’ ἔρ­γα δεί­χνω πὼς πέ­θα­να γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους· ἐ­γὼ χω­ρὶς πά­θος ἢ ντρο­πὴ αὐ­τὸ τὸ κά­νω.

       Κι ἀ­φοῦ τῆς τσά­κι­σε τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ ἀ­να­χώ­ρη­σε ἀ­φή­νον­τάς την τα­πει­νω­μέ­νη.

       Ἔ­κα­νε καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα πράγ­μα­τα, ἀ­πὸ τὰ συν­τεί­νον­τα εἰς ἀ­πά­θειαν. Πέ­θα­νε ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν καὶ μέ­σα στὴν Ρώ­μη τὸν θά­ψαν.



Πη­γή: περ. Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να, ἀρ. 1, Χει­μώ­νας 1984, μτφ. Γιά­ννης Πα­τί­λης, ἀ­πὸ Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Κεί­με­νο. Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 198-209.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα!


ΙΠΕΝ ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος τῷ Ἀβ­βᾷ Ἀ­κα­κί­ῳ· ἡ γυ­νὴ τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βεν, ὅ­ταν στα­λῇ τὸ αἷ­μα αὐ­τῆς· οὕ­τως οὖν καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γι­νώ­σκει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιον, ὅ­ταν στα­λῇ τὰ ρέ­ον­τα ἀ­π’ αὐ­τῆς κά­τω­θεν πά­θη· ἐν ὅ­σῳ δὲ ἐ­νέ­χε­ται ἐν αὐ­τοῖς, πῶς δύ­να­ται κε­νο­δο­ξεῖν ὡς ἀ­πα­θής; δὸς αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα.


Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

Εἶ­πε ὁ Ἀβ­βᾶς Λογ­γῖ­νος στὸν Ἀβ­βᾶ Ἀ­κά­κιο: ἡ γυ­ναί­κα τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε, ὅ­ταν στα­μα­τή­σει ἡ ἐμ­μη­νό­ροι­ά της· ἔ­τσι, λοι­πόν, καὶ ἡ ψυ­χή, τό­τε γνω­ρί­ζει ὅ­τι συ­νέ­λα­βε πνεῦ­μα ἅ­γιο, ὅ­ταν στα­μα­τή­σουν νὰ τρέ­χουν ἀ­π’ αὐ­τὴν τὰ κα­τώ­τε­ρα πά­θη της. Ὅ­σο εἶ­ναι μπλεγ­μέ­νη μα­ζί τους, πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἐ­παί­ρε­ται ὅ­τι εἶ­ναι δί­χως πά­θη; Δῶ­σε αἷ­μα καὶ πά­ρε πνεῦ­μα!

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]



		

	

Στά­θης Κου­τσού­νης: Κεράσια



Στά­θης Κου­τσού­νης


Κε­ρά­σια


— ΠΑΜΕ γιὰ κε­ρά­σια;

       Ἡ πρό­τα­ση ἔ­γι­νε στὸ μο­να­δι­κὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ προ­γράμ­μα­τος. Ἦ­ταν τέσ­σε­ρις πε­ρί­που καὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα θὰ σχο­λά­γα­με. Ὁ Δι­α­μαν­τῆς τὸ πρό­τει­νε. Ὄ­χι σὲ ὅ­λους, ἀλ­λὰ σὲ μέ­να, τὴν Ντί­να καὶ τὸν Γιάν­νη. Δὲν ξέ­ρω ἂν μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε ἢ ἁ­πλῶς ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σει πά­νω μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ὁ Δι­α­μαν­τὴς ἦ­ταν ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρος καὶ πο­λὺ πιὸ ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος ἀ­πὸ μᾶς. Εἶ­χε χά­σει χρο­νιὰ καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν τά­ξη. Πη­γαί­να­με στὴ Δευ­τέ­ρα Δη­μο­τι­κοῦ.

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν ἐν­θου­σι­ώ­δης.

       — Ναίι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι, ξε­φω­νί­σα­με ὅ­λοι με­μιᾶς, χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦ­με.

       Στὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος εἶ­χα τό­σο πο­λὺ ξε­ση­κω­θεῖ ποὺ δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θό­λου τὴ δα­σκά­λα, μιὰ χον­τρὴ καὶ στριμ­μέ­νη, μὲ κό­τσο στὸ κε­φά­λι της σὰν πε­ρι­κε­φα­λαί­α. Μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ Ντί­να, ἤ­θε­λα νὰ εἴ­μα­στε συ­νέ­χεια μα­ζί, ἀλ­λὰ τὴ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε κι ὁ Δι­α­μαν­τῆς. Τὸν ἀν­τι­πα­θοῦ­σα αὐ­τόν, μὲ νεύ­ρια­ζε ποὺ τὸν γυ­ρό­φερ­ναν ἀ­προ­κά­λυ­πτα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­μα­θή­τρι­ές μας. Ἡ Ντί­να ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο καὶ πρό­σχα­ρο κο­ρί­τσι, μὲ ἀ­νοι­χτὴ στα­ρέ­νια ἐ­πι­δερ­μί­δα, σαρ­κώ­δη χεί­λη καὶ βα­θιὰ γα­λα­ζω­πὰ μά­τια. Ὅ­ταν τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­να­στα­τω­νό­μουν, κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­να για­τί. Στὸ δρό­μο μ’ ἔ­πι­α­σε κι ἕ­νας ἄλ­λος φό­βος. Μιὰ κε­ρα­σιὰ εἴ­χα­με ὅ­λη κι ὅ­λη, στὴν Πά­νω Ρού­γα, κον­τὰ στὸ σπί­τι τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν θε­ό­ρα­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­ρα­γε ν’ ἀ­νε­βῶ; Καὶ τί ντρο­πή, μπρο­στὰ στὴν Ντί­να, ἂν δὲν τὰ κα­τά­φερ­να…

       Περ­πα­τού­σα­με καὶ πει­ρα­ζό­μα­στε.

       — Ν’ ἀ­νε­βά­σου­με τὴν Ντί­να στὴν κε­ρα­σιά, νὰ μᾶς ρί­χνει κε­ρά­σια νὰ τρῶ­με, εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Γιά­ννης.

       — Ναί, κα­λά…, ἀ­πάν­τη­σε γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

       Μό­λις φτά­σα­με, ὁ Δι­α­μαν­τῆς σκαρ­φά­λω­σε σὰν αἴ­λου­ρος στὸ δέν­τρο κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴν κο­ρυ­φή. Τὸν κοι­τού­σα­με ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ ζή­λεια. Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἀ­πό­πει­ρες τὰ κα­τά­φε­ρε κι ὁ Γιά­ννης.

       Ἐ­γὼ οὔ­τε κὰν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σα. Ντρε­πό­μουν ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δεί­χνω ἄ­νε­τος. Κοι­τοῦ­σα στὰ κλε­φτὰ τὴν Ντί­να – εὐ­τυ­χῶς δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κα­νέ­να σχό­λιο. Θαύ­μα­ζα τὴν ὡ­ραί­α πλι­σὲ φού­στα καὶ τὶς καλ­λί­γραμ­μες γάμ­πες της. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πά­νω τρώ­γα­νε καὶ ποῦ καὶ ποῦ, μα­ζὶ μὲ τὰ κου­κού­τσια ποὺ φτύ­να­νε, πε­τοῦ­σαν καὶ κα­νέ­να κε­ρά­σι. Τὰ μά­ζευ­α καὶ τὰ πρό­σφε­ρα εὐ­γε­νι­κὰ σὲ κεί­νη. Χαι­ρό­ταν καὶ τὰ μα­σου­λοῦ­σε λαί­μαρ­γα. Τὰ χεί­λη της κοκ­κί­νι­ζαν ἀ­πὸ τὰ ζου­μιά, λὲς κι εἶ­χε βά­λει κρα­γιόν.

       — Ἄν­τε, φά­ε κι ἐ­σύ, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Ἐ­μέ­να, τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν νὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στή­σω, νὰ κερ­δί­σω τὴ συμ­πά­θειά της.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­κοῦ­με μιὰ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πὸ ψη­λά.

       — Ντί­να!

Βλέ­που­με τό­τε τὸν Δι­α­μαν­τῆ νὰ κρα­δαί­νει τὴ χού­φτα του γε­μά­τη μὲ κε­ρά­σια.

       — Νά, πιά­σ’ τα, τῆς λέ­ει, κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια του τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν.

       Τὰ κε­ρά­σια πῆ­ραν τὴν κα­τι­ού­σα. Γυ­ά­λι­ζαν στὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν κόκ­κι­να μι­κρὰ μπα­λό­νια ποὺ χτυ­ποῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ ἁ­πλώ­νον­ταν, δι­α­γρά­φον­τας ἄ­τα­κτες τρο­χι­ές. Καὶ τὰ χέ­ρια νὰ ση­κώ­να­με ἕ­να-δυ­ὸ τὸ πο­λὺ ὁ κα­θέ­νας θὰ πι­ά­να­με, κι αὐ­τὰ ἦ­ταν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι. Τό­τε ἡ Ντί­να ἐν­στι­κτω­δῶς, γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα κε­ρά­σια, ση­κώ­νει ἀ­πό­το­μα τὴ φού­στα της, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη λε­κά­νη.

       Γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου βλέ­πω τὰ πό­δια της ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ πά­νω, ποὺ πο­τὲ δὲν τὰ εἶ­χα ξα­να­δεῖ, δυ­ὸ χυ­τοὺς κα­τά­λευ­κους χει­μάρ­ρους, κι ἐ­κεῖ ποὺ σμί­γα­νε, ἀ­νά­με­σά σε μιὰ χλό­η ξαν­θή, ἕ­να με­γά­λο μα­κρου­λὸ κε­ρά­σι ρόζ, σκα­σμέ­νο μπρο­στὰ ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἡ ἀ­νά­σα μου κό­πη­κε. Ζα­λί­στη­κα κι ἔ­χα­σα τὴ μι­λιά μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἀ­κρι­βῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­ερ­γο κε­ρά­σι ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια της. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ καὶ τὰ μέ­λη μου μού­δια­ζαν.

       Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νη, χα­μο­γε­λών­τας πλα­τιά, ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, πᾶ­ρε, καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὴ φού­στα της, γε­μά­τη κε­ρά­σια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Νίκος Νικολαΐδης: Les toilettes d’ Έve


Νί­κος Νι­κο­λα­δης


Les toiletes d’ Έve


ΡΙ ΔΕΙ Ο ΑΔΑΜ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς Εὔ­ας, δὲν εἶ­χε μα­ρα­θεῖ ἀ­κό­μη τὸ λού­λου­δο στὸν ἐ­πί­γει­ο πα­ρά­δει­σο. Γι’ αὐ­τό, τὸ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ποὺ τῆς φό­ρε­σε, τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­μο­γε­λά­σει μέ­σα στὴ ντρο­πή της.

Ὅ­ταν σὲ λί­γο εἶ­δε τὰ φύλ­λα μα­ρα­μέ­να, ἔ­νι­ω­σε τὴν πρώ­τη-πρώ­τη πί­κρα.

        Τὸ χα­μό­γε­λο ξα­νάρ­θε, μὲ τὸ νέ­ο, τρι­αν­τα­φυλ­λὶ φό­ρε­μα ποὺ τῆς ἔ­φε­ρε· μὰ γρή­γο­ρα, ἐ­δά­κρυ­σε πά­νω στὰ μα­ρα­μέ­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. – Ἦ­ταν τὸ πρῶ­το-πρῶ­το δά­κρυ τῆς γυ­ναί­κας.

        Γλή­γο­ρα ξα­στέ­ρω­σε ἡ μα­τιά της, μέ­σα στὸ νέ­ο κί­τρι­νο, καὶ πρὶν τὰ χρυ­σάν­θε­μα κρε­μα­στοῦ­νε μα­ρα­μέ­να, εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της νὰ ψά­χνει γιὰ με­νε­ξέ­δες, καὶ χα­μο­γέ­λα­σε τὸ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο της χα­μό­γε­λο, στὴ σκέ­ψη:  π ὼ ς  τ ὰ  π ρ ά ­μ α ­τ α  δ ὲ   θ ά  ‘­ν α ι  π ι ὰ  α ἰ ­ώ ­ν ι α.



Πη­γή: Νίκου Νικολαΐδη τοῦ Κύπριου, Ὁ χρυ­σὸς μύ­θος, ἐπιμέλεια Λευ­τέ­ρης Παπα­λεο­ντίου, Μικρο­φιλο­λογι­κὰ Τε­τρά­δια, ἀρ. 19 (Πρώτη ἔκ­δο­ση, Κά­ϊ­­ρο, 1939).

Νί­κος Κ. Νι­κο­λα­ΐ­δης (Κύ­προς, Λευ­κω­σί­α, 1884-1956). Κύ­πριος πε­ζο­γρά­φος, ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τοῦ με­σο­πο­λέ­μου. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ θε­α­τρι­κὰ σε­νά­ρια. Σὲ ἡ­λι­κί­α δέ­κα ἐ­τῶν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ τα­λέν­το του. Ἀρ­χι­κὰ ἐρ­γά­σθη­κε σὰν βο­η­θὸς βι­βλι­ο­δε­τεί­ου καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἁ­γι­ο­γρά­φος, καὶ ἠ­θο­ποι­ός. Οἱ πολ­λὲς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κές του ἐμ­πει­ρί­ες σὲ Εὐ­ρώ­πη, Περ­σί­α, Αἴ­γυ­πτο καὶ Μέ­ση Ἀ­να­το­λὴ τὸν βο­ή­θη­σαν νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρί­σι­μες μορ­φὲς τῶν γραμ­μά­των τῆς ἐ­πο­χῆς του. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να (1915-1919), τὴ Λε­με­σὸ (1919-1923) καὶ τέ­λος στὸ Κά­ι­ρο, ὅ­που ἔ­γρα­ψε καὶ ἐ­ξέ­δω­σε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου του, πέ­θα­νε στὸ Κοι­νο­τι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κα­ΐ­ρου. Τὸ συ­χνὰ δη­κτι­κὸ καὶ εἰ­ρω­νι­κό του ὕ­φος τὸν κα­τέ­τα­ξε με­τα­ξύ τῶν δη­μι­ουρ­γῶν ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὰ βα­θύ­τε­ρα ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ζη­τή­μα­τα, τὶς ὑ­παρ­ξια­κὲς ἀ­γω­νί­ες καὶ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πό­γνω­σης ποὺ βι­ώ­νουν οἱ κα­τα­τρεγ­μέ­νοι καὶ οἱ πε­ρι­θω­ρια­κοὶ τῆς κοι­νω­νί­ας.



		

	

Μυρσίνη Μανέτα: Ἡ βάφτιση



Μυρσίνη Μανέτα


Ἡ βά­φτι­ση


ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ περ­πα­τοῦ­σε καὶ φαί­νον­ταν μό­νο τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της. Ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός της δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρὰ μό­νο σὰν προ­βο­λὲς πά­νω σὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἐ­πί­πε­δο. Κά­θε ση­μεῖ­ο-προ­βο­λὴ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να νού­με­ρο, ἔν­δει­ξη τοῦ βά­θους. Ἂν ἕ­νω­νες ὅ­λα τὰ ἰ­σο­βα­θῆ ση­μεῖ­α μὲ καμ­πύ­λες γραμ­μὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ­μα­δο­ποι­οῦ­σες τὶς ἰ­σο­βα­θεῖς καμ­πύ­λες σὲ σύ­νο­λα, μπο­ροῦ­σες νὰ σχη­μα­τί­σεις τὴ δε­ξιά της γάμ­πα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μπρά­τσο, τὶς κλεῖ­δες τοῦ λαι­μοῦ της ἢ τὶς πλευ­ρὲς τῆς κοι­λιᾶς.

         Μπο­ροῦ­σες ἔ­τσι κά­πως νὰ τὴ φαν­τα­στεῖς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ πό­σο κα­λὸς χαρ­το­γρά­φος ἤ­σουν.

Δὲν ἤ­ξε­ρα τὸ ὄ­νο­μά της, μό­νο τὴν εἶ­χα δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει, κου­βα­λών­τας μα­ζί της τὰ χω­ρι­κά της ὕ­δα­τα σὲ μορ­φὴ βα­θυ­με­τρι­κοῦ δι­α­γράμ­μα­τος.

         Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πὸ χρό­νια ξε­χά­σει νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της ξε­πρό­βα­λαν σὰν μι­κρὲς Ἰ­θά­κες ὅ­ταν τὴν ξα­να­εῖ­δα, δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω πῶς θὰ τὴ βα­φτί­σω:

         Πη­νε­λό­πη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μυρ­σί­νη Μα­νέ­τα (Πά­τρα, 1984). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτονικὴ στὸ ΕΜΠ καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ τμῆ­μα Γρα­φι­στι­κῆς τοῦ ΤΕΙ Ἀ­θή­νας. Ἐρ­γά­ζεται περιστασιακὰ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας, σκη­νο­γρά­φος, δα­σκά­λα σχε­δί­ου, σχε­διά­στρια, καὶ στὸ προ­γράμ­μα­τα τοῦ Δή­μου Καλ­λι­θέ­ας, γιὰ τὶς Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της καὶ τὶς Ἐκ­δό­σεις Αἰ­ώ­ρα ὡς εἰ­κο­νο­γρά­φος.

Εἰκόνα: Pierre Bonnard, Τὸ μπάνιο (1925).