Πάνος Μαυρομμάτης: Ἡ χαμένη γραμμὴ τοῦ ορίζοντα


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἡ χα­μέ­νη γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα


ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του τὴν πέ­ρα­σε ἀ­νώ­δυ­να. Μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μᾶλ­λον ποὺ δὲν τὸν δι­α­σποῦ­σε, δὲν τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε. Χαι­ρό­ταν τὴ μο­να­ξιά του κι ἔ­νι­ω­θε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ. Εἶ­χαν κλά­ψει τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα μα­ζί, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι εἶ­χαν κά­νει ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα ποὺ τοὺς ἐ­λά­φρυ­νε τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Με­τὰ σὰν μι­κρὰ παι­διὰ στὸ  ἀ­ε­ρο­δρό­μιο δὲν ἄ­φη­νε ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου, μέ­χρι ποὺ σὲ μιὰ στιγ­μὴ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ στὴ ρά­χη, αὐ­τὴ πι­σω­γύ­ρι­σε, φι­λή­θη­καν βι­α­στι­κά, ἐ­κεί­νη μὲ δι­στα­κτι­κὸ βῆ­μα πα­ρα­σύρ­θη­κε μέ­σα στὸ πλῆ­θος ποὺ προ­χω­ροῦ­σε γιὰ τὸν ἔ­λεγ­χο εἰ­σι­τη­ρί­ων. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ξα­να­δεῖ τεν­τώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πιὸ ψη­λά, στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν, με­τὰ ἐ­πι­χεί­ρη­σε μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­κε στὴν τα­ρά­τσα. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Ἔ­κα­νε ψύ­χρα. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο κα­θυ­στε­ροῦ­σε. Εἶ­πε νὰ φύ­γει, τί νό­η­μα εἶ­χε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὸ σκά­φος ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ σκο­τά­δι.

            Ὅ­λοι τὸν ἔ­βρι­σκαν σα­φῶς κα­λύ­τε­ρο. Φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει ξε­πε­ρά­σει τὶς δυ­σκο­λί­ες του. Ἦ­ταν πιὸ δυ­να­μι­κός, πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός, ἄν­τε­χε τὴ μο­να­ξιά του μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια. Μέ­σα σὲ πε­νήν­τα μέ­ρες εἶ­χε κλά­ψει μό­νο δυ­ὸ φο­ρές, πο­νοῦ­σε λι­γό­τε­ρο. Μπό­ρε­σε νὰ κά­νει με­ρι­κὰ πραγ­μα­τά­κια, νὰ ὀρ­γα­νώ­σει λί­γο το χῶ­ρο του, νὰ ψω­νί­σει με­ρι­κὰ ἀ­ναγ­καῖα. Τε­λι­κά, ναί, μπο­ροῦ­σε νὰ αὐ­το­συν­τη­ρη­θεῖ, ἔ­στω καὶ ἔ­τσι, μό­νος.

            Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα, κα­θὼς ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα τα­λα­νί­στη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ ἄ­γνω­στους καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρους ἀν­θρώ­πους, ἔ­χει ξα­πλώ­σει στὸ ψυ­χρὸ δω­μά­τιο καὶ ὁ ὕ­πνος ἀρ­γεῖ νὰ τὸν πά­ρει. Μι­σο­κοι­μᾶ­ται, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ λί­γη θλί­ψη, μὲ κά­ποι­α ἐλ­πί­δα, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐγ­κα­τά­λει­ψης, μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ σκο­τει­νὸ χρό­νο, ἀ­φή­νον­τας τὰ μέ­λη του σ’ ἕ­να χῶ­ρο κρύ­ο μὰ ἀ­σφα­λῆ, μέ­σα στὶς βρώ­μι­κες ἐρ­γέ­νι­κες κου­βέρ­τες. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βει πῶς, ἦρ­θε ἀ­νε­παί­σθη­τα μιὰ εἰ­κό­να ἀ­πὸ τὸ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά, θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἑ­νω­μέ­να. Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Χα­μέ­νο τὸ πρό­σω­πό της, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς. Ἀ­να­λο­γί­στη­κε ἂν τολ­μᾶ νὰ φέ­ρει ἀ­πὸ μέ­σα κρυμ­μέ­νη τὴ μορ­φή της καὶ αὐ­τὴ ἦρ­θε ἥ­συ­χα μπρο­στά του, θαμ­πή, μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α καὶ τὴ μι­ζέ­ρια τὴν ἀν­θρώ­πι­νη. Ἐ­κεῖ­νος μό­νος καὶ ἡ καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ πιὸ δυ­να­τά. Ἡ πα­ρου­σί­α της, ἡ ὀ­μορ­φιά, ἡ γλυ­κύ­τη­τα τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­κα­ναν πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ τὴ μο­να­ξιά του. Ἔ­σπρω­ξε πέ­ρα τὴν ὀ­πτα­σί­α για­τὶ τοῦ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα, τοῦ ἔσφιγ­γε τὸ λαι­μό. Ἔ­βα­λε ἄλ­λες εἰ­κό­νες στὴν ὀ­θό­νη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸν ὕ­πνο, ἄλ­λων πά­λαι πο­τὲ ἀ­γα­πη­μέ­νων γυ­ναι­κῶν γιὰ πάν­τα τώ­ρα χα­μέ­νων. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ζεῖ μο­νά­χος σ’ αὐ­τὴν τὴν ὀ­δύ­νη τῆς ἐ­ρη­μιᾶς, σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ θα­νά­του. Δὲν πο­νοῦ­σαν πιὰ αὐ­τὰ τὰ ἄλ­λο­τε καυ­τὰ ὁ­ρά­μα­τα ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Μπο­ροῦ­σε νὰ ζεῖ χω­ρὶς αὐ­τούς, ὅ­πως μπό­ρε­σε νὰ ζή­σει με­τὰ τὸν πρῶ­το θά­να­το, με­τὰ τὴν πρώ­τη ἀ­πώ­λεια.

            Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ τε­λει­ω­μέ­νη πλέ­ον σχέ­ση, ἴ­σως για­τί ἦ­ταν πρό­σφα­τη, ἴ­σως ἡ ἄ­κρα ἀμ­φι­θυ­μί­α, οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς ἐλ­πί­δα πιά, τὸν πο­νοῦ­σε καὶ τὸν τά­ρα­ζε. Πλάν­τα­ζε τὴν καρ­διά, ἔ­πνι­γε τὰ πνευ­μό­νια. Θέ­λη­σε σι­γά, πο­λὺ σι­γά, νὰ τὴν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, μὲ τὴν εἰ­κό­να της ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­χνὴ νὰ δο­κι­μά­σει πά­λι καὶ πά­λι πό­νε­σε, γέ­μι­σε πα­ρά­πο­νο καὶ βά­ρυ­νε φέρ­νον­τας τὸ ἄλ­γος τῆς ὁ­λι­κῆς ἀ­πώ­λειας, τὸ θρῆ­νο τοῦ θα­νά­του μέ­σα του.

            «Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ μο­νά­χα», σκε­φτό­τα­νε, «καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο, ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη πάν­τα ἡ κα­λὴ μου.»

            Σί­γου­ρα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη κά­τι μέ­νει ζων­τα­νό. Ἴ­σως ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς οἱ εὐ­χές σου μπο­ρεῖ καὶ νὰ πιά­νουν. Ἔ­τσι ἤ­θε­λε νὰ πι­στεύ­ει. Αὐ­τα­πά­τη;

 

Κι αὐ­τὴ δὲν ἄν­τε­χε τὴν μο­να­ξιά. Ὅ­σο τὸν εἶ­χε κον­τά της, τὴ σκέ­πα­ζε ἡ πα­ρου­σί­α του. Ὅ­ταν αἰ­σθάν­θη­κε κεῖ­νο τὸ σπρώ­ξι­μο στὴ ρά­χη, ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κό­ψουν βί­αι­α τοὺς δε­σμούς της. Νὰ τὴν πα­ρα­βιά­ζουν. Νὰ τὴν πε­τοῦν σὲ βα­θὺ ὠ­κε­α­νὸ χω­ρὶς σω­σί­βιο.

            Στὴν ἀ­πο­γεί­ω­ση τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φαι­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι. Μέ­σα στὴν καμ­πί­να ὅ­μως ὀρ­γί­α­ζε τὸ φῶς. Μπο­ροῦ­σες νὰ βλέ­πεις κα­θα­ρὰ πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα. Ἤ­δη ζοῦ­σε σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση. Εὐ­γε­νι­κές, πρό­θυ­μες, χα­ρι­τω­μέ­νες ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὶ ἕ­τοι­μες νὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν. Ἔ­σκυ­βαν πρὸς τὸ μέ­ρος της ὅ­πως σὲ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἔρ­χον­ταν πρὸς ἐ­κεί­νη. Τῆς ἀ­νέ­βα­ζαν τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­ση. Σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κά­ποι­ος τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ νὰ φύ­γει λί­γο πρίν.

            Ὁ με­σή­λι­κας ἐ­πι­βά­της δί­πλα της γρή­γο­ρα ἔ­σπα­σε τὴ σι­ω­πή. Δὲν ἔ­κρυ­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὁ­μι­λη­τι­κός, εὐ­γε­νής, σα­γη­νευ­τι­κός. Ἡ κου­βέν­τα ἁ­πά­λυ­νε τὴν θλί­ψη τοῦ πρό­σφα­του ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γο ποὺ βρέ­θη­κε δί­πλα της αὐ­τὸς ὁ ἐν­δι­α­φέ­ρων ἄν­θρω­πος.

            Σί­γου­ρα θὰ περ­νοῦ­σε τὸ τα­ξί­δι μὲ λι­γό­τε­ρο ἄγ­χος. Ἡ πα­ρου­σί­α του τὴ γέ­μι­ζε αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἴ­δια ἀ­σφά­λεια ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τε κο­ρι­τσά­κι κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα της.

            Ἦρ­θαν τὰ φα­γη­τά. Τῆς δό­θη­κε καὶ πά­λι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μα­ζὶ μὲ τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τὴν ἄ­ψο­γη πε­ρι­ποί­η­ση τῶν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δῶν ἀλ­λὰ καὶ τοῦ συμ­πα­θοῦς ὥ­ρι­μου συ­νε­πι­βά­τη. Ἡ κο­λα­κευ­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε μέ­τρο. Οὔ­τε κραυ­γα­λέ­α κο­λα­κεί­α οὔ­τε ὑ­πο­κρι­τι­κὸ δού­λε­μα. Ἔ­νι­ω­σε οἰ­κεί­α. Χα­λά­ρω­σε. Βρῆ­κε ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα νὰ συ­ζη­τή­σει μα­ζί του. Στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πο­τό, τὴν κου­βέν­τα, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα, βά­ρυ­ναν τὰ βλέ­φα­ρά της. Χα­σμου­ρή­θη­κε δι­α­κρι­τι­κά, ζή­τη­σε συ­γνώ­μη κι ἔ­κλει­σε γιὰ λί­γο τὰ μά­τια.

            Δὲν κα­τά­λα­βε ἂν κοι­μή­θη­κε καὶ πό­σο. Βί­ω­σε ὅ­μως μιὰ πρω­τό­γνω­ρη ἐμ­πει­ρί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ πέ­πλο τῶν πυ­κνῶν βλε­φα­ρί­δων της δὲν ἦλ­θε τὸ σκο­τά­δι ἀλ­λὰ ἕ­να ρό­δι­νο φῶς. Μα­ζὶ μ’ ἕ­να ἄ­ρω­μα πεύ­κων καὶ θα­λασ­σι­νοῦ ἀ­έ­ρα. Ἡ ψυ­χή της, ποὺ λί­γες ὧ­ρες πρὶν ἦ­ταν στε­νό­χω­ρη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, τώ­ρα ἄ­νοι­γε ὅ­πως τὰ φτε­ρὰ τῆς πε­τα­λού­δας ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κου­κού­λι της. Ἁ­πλω­νό­ταν ἴ­δια μὲ προ­ζύ­μι ποὺ ξε­χει­λί­ζει στὸ τα­ψί. Ὅ­λα τὰ μέ­σα φράγ­μα­τα φό­βων καὶ προ­κα­τα­λή­ψε­ων δι­α­λύ­ον­ταν. Ἀγ­κά­λια­ζε τὸν κό­σμο γύ­ρω της. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κου­τὶ γι’ αὐ­τὴν ποὺ δὲν τὴ χώ­ρα­γε. Ἐ­πε­κτει­νό­ταν ἔ­ξω στὴ νύ­χτα, στὸ δι­ά­στη­μα, τ’ ἀ­στέ­ρια, τὸ φεγ­γά­ρι. Γι­νό­ταν ἕ­να μὲ ὅ­λα. Τὸ σύμ­παν καὶ τὸ ἄ­πει­ρο. Ὑ­πέρ­τα­το συ­ναί­σθη­μα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χή. Ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κό, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν τρο­μά­ξει. Ὅ­μως ἔ­νι­ω­θε μιὰ ὀ­λύμ­πια γα­λή­νη. Ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν κό­σμο. Αὐ­τὸς εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη ἐν­τός του. Αὐ­τὴ γεν­νοῦ­σε τὸν μέ­γα κό­σμο καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ μέ­γας κό­σμος τὴ γεν­νοῦ­σε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ὁ­ρι­ο­θε­τή­σεις χώ­ρου, χρό­νου, τα­χύ­τη­τας, βα­ρύ­τη­τας. Οὔ­τε ἐ­σω­τε­ρι­κοὶ τοῖ­χοι ἀ­γω­νί­ας, πό­νου, θλί­ψης, πα­ρα­νό­η­σης. Τοῦ­το τὸ ἀ­κα­ρια­ῖο τα­ξί­δι στὸν μέ­σα καὶ στὸν ἔ­ξω κό­σμο ταυ­τό­χρο­να εἶ­χε τὸ στοι­χεῖ­ο μιᾶς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἦ­ταν ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη. Ἂν ὑ­πῆρ­χε βί­ω­ση εὐ­τυ­χί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι αὐ­τή· σὰν εὐ­λο­γί­α ποὺ προ­κα­λεῖ βα­θιὰ αἰ­σθή­μα­τα εὐ­γνω­μο­σύ­νης.

            Μιὰ ἀλ­λα­γὴ συν­τε­λέ­στη­κε στὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ μέ­γι­στου ὅ­ταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα θέ­λη­σε νὰ ζή­σει γιὰ πάν­τα μέ­σα σὲ αὐ­τό. Νὰ τὸ κρα­τή­σει δι­κό της. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἡ βού­λη­σή της δὲν τὸ ἔ­λεγ­χε. Τὸ με­γα­λεῖ­ο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­δο­λα χα­νό­ταν μέ­σα του. Ἀ­νε­παί­σθη­τα, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­στη­κε αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, πῆ­ρε νὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται, νὰ βα­ραί­νει, νὰ σβή­νει. Ὅ­πως χά­νε­ται ἡ μέ­ρα μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ὅ­πως γλι­στρά­ει τὸ νε­ρὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά μας. Ἄρ­χι­σε νὰ ξα­να­ϋ­φαί­νε­ται ὁ ἱ­στὸς ποὺ τὴν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Προ­σπά­θη­σε αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κὸ συ­ναί­σθη­μα ἐ­νό­τη­τας νὰ τὸ συγ­κρα­τή­σει, νὰ μὴν τὸ χά­σει. Ὅ­μως εἶ­χε γί­νει κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ ἤ­δη ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε ἀ­πο­κολ­λη­θεῖ καὶ χα­νό­ταν. Συρ­ρι­κνω­νό­ταν. Τὸ κρα­τοῦ­σε δυ­να­τὰ μέ­σα στὰ χέ­ρια της, τό­σο μι­κρὸ πλέ­ον, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα τό­σο ὡ­ραῖ­ο. Μέ­σα στὴ χού­φτα της κρα­τοῦ­σε τὴ γεύ­ση του, τὸ ἄ­ρω­μά του σὰν τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του ἑ­νω­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος. Θέ­λη­σε νὰ τὸ βά­λει στὸ στό­μα της νὰ τὸ γευ­τεῖ κα­λά, νὰ τὸ κα­τα­πι­εῖ, νὰ τὸ χω­νέ­ψει, νὰ τὸ κά­νει ἕ­να πά­λι μα­ζί της. Τὸ ρου­φοῦ­σε μὲ ἀρ­γές, βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες. Τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα λί­γο, ἀ­κό­μα λί­γο, μὰ ὅ­λο χα­νό­ταν. Ἄ­νοι­ξε μὲ λα­χτά­ρα τὰ μά­τια νὰ προ­λά­βει νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θε μέ­σα καὶ γύ­ρω της, πρὶν τὸ χά­σει γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της. Λι­γώ­θη­κε. Ἔσφι­ξε τὰ δά­χτυ­λα νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἄ­πια­στο, τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἄ­νοι­ξε τὶς πα­λά­μες νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­σφιγ­γε μὲ δύ­να­μη. Ἀ­πρό­σμε­να ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα στὰ χέ­ρια της τὰ δά­χτυ­λα τοῦ δι­πλα­νοῦ της, ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει εἶ­χε γεί­ρει τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ στὴ χού­φτα της τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

 

Εἶ­χαν πε­ρά­σει δυ­ὸ μῆ­νες. Κα­θι­σμέ­νη σταυ­ρο­πό­δι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της ξε­φύλ­λι­ζε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ὁ συ­νο­μι­λη­τής της ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φο­ροῦ­σε τὸ μπουρ­νού­ζι της. Τὸ βλέμ­μα τους ἔ­πε­σε σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά. Θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἕ­να.  Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Τὸ προ­φὶλ της ὄ­μορ­φο στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.

            — Πρέ­πει νὰ σ’ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ νὰ πό­νε­σε ποὺ σ’ ἔ­χα­σε, σχο­λί­α­σε ὁ ἄν­τρας.

            — Μᾶλ­λον. Μοῦ εὐ­χή­θη­κε φεύ­γον­τας νὰ εἶ­μαι πάν­τα κα­λὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη.

            — Σί­γου­ρα. Λέ­νε ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς καὶ πο­νᾶς οἱ εὐ­χές σου πιά­νουν.

            — Τὸ πι­στεύ­εις;



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.


		
Advertisements

Ξένια Ψαρροῦ: Ἡ ταυτότητα


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Ἡ ταυ­τό­τη­τα


ΡΟΝΙΑ ΜΑΖΕΥΑ μπρά­βο τρι­γυρ­νών­τας σ’ ἔ­ρη­μες γει­το­νι­ές: ἐ­δῶ κα­τοι­κοῦ­σαν χι­λιά­δες μά­τια.

Ὕ­στε­ρα, πάν­τρευ­α αὐ­τὸ ποὺ γεν­νοῦ­σα, τὸ παι­δί μου, μὲ γαμ­προὺς χω­ρὶς σύ­νο­ρα. Οὔ­τε ἤ­ξε­ρα ποῦ κα­τοι­κοῦ­σε με­τά. Ἔ­λε­γα: «Δὲν γέν­νη­σα κα­λὸ παι­δί, ἂς κά­νω ἄλ­λο.» Πρὶν τὸ γεν­νή­σω τὸ ἔ­γρα­φα στὸ κολ­λέ­γιο καὶ με­τὰ τὸ πάν­τρευ­α. Δὲν τὸ με­γά­λω­να πο­τέ. Καὶ πάν­τα ἀ­νά­πη­ρο τὸ πα­ρέ­δι­δα σὲ χέ­ρια ἀ­μύ­η­τα στὸ με­γά­λω­μα. Τὰ ἀ­νύ­παν­τρα παι­διά μου τὰ ἔ­στελ­να στὰ φα­νά­ρια, σὰν τὰ ἀ­λη­τά­κια, νὰ μα­ζεύ­ουν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ νὰ μοῦ τὰ φέρ­νουν τὴ νύ­χτα. Τὰ ἔ­βα­ζα σὲ τε­ρά­στια κου­τιά, ὥ­σπου δὲν χω­ρού­σα­με ἄλ­λο καὶ φεύ­γα­με με­τα­νά­στες στὸν πα­ρα­κά­τω δρό­μο. Μέ­χρι πι­σί­να εἶ­χα φτιά­ξει. Χω­ρὶς νε­ρό, ὅ­μως. Ἦ­ταν γε­μά­τη κου­τιὰ κι αὐ­τή.

        Καὶ πάν­τα κα­τέ­λη­γα στρι­μωγ­μέ­νη στὸ μι­κρὸ δω­μα­τιά­κι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων μὲ τὶς βα­λί­τσες μου γε­μά­τες μπρά­βο. Ὅ­σο ἤ­μουν ἐ­κεῖ δὲν γεν­νοῦ­σα. Μό­νο ἄ­νοι­γα τὰ κου­τιά μου. Τὰ λυ­πη­μέ­να βρά­δια, τὰ βρο­χε­ρά, πή­γαι­να κρυ­φὰ στὰ θέ­α­τρα, ἔ­σβη­να ἀ­πὸ τὴ μαρ­κί­ζα τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν κι ἔ­βα­ζα τὸ δι­κό μου. Ἤ­θε­λα νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ ἐ­πί­θε­τό μας —Με­βλέ­πης— ἀ­νῆ­κε στὴν ἄ­γνω­στη ἀ­κό­μα δυ­να­στεί­α τῶν Με­βλέ­πη­δων. Οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νω μπο­ροῦ­σα, οὔ­τε νὰ κοι­μη­θῶ. Γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­νο­οῦ­σα κά­θε μέ­ρα μιὰ ταυ­τό­τη­τα ἄ­ξια ν΄ἀ­γα­πη­θεῖ. Μὲ τοὺς μο­να­χοὺς ἤ­μουν μο­να­χὴ καὶ μὲ τὶς που­τά­νες που­τά­να. Μὲ τοὺς κο­λυμ­βη­τὲς κο­λυμ­βή­τρια, μὲ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους δι­α­νο­ού­με­νη. Καὶ πάν­τα φω­το­γρα­φι­ζό­μουν δί­πλα στὸν πρῶ­το. Χω­ρὶς κό­πο δι­κό μου.

        Μὰ καὶ μὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ρι­χναν λά­σπη στὸν πρῶ­το, ἤ­μουν πρώ­τη. Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τί πι­στεύ­ω. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν πρό­σφυ­γας στὶς χῶ­ρες τῶν ἄλ­λων καὶ σὰν σί­φου­νας ἔ­κλε­βα τὰ πα­λα­μά­κια κι ἔ­φευ­γα.

        Μὲ φώ­να­ζαν: «Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ ἀ­νέ­μου». Χώ­ρα δὲν εἶ­χα. Οὔ­τε ἑ­στί­α.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).


Θε­ώ­νη Κο­τί­νη: Μπάμιες



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη


Μπά­μι­ες


ΗΜΕΡΑ στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἔ­χου­νε μπά­μι­ες. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σα­νε πο­τέ. Σκα­λί­ζει τὸ πιά­το ξε­φλου­δί­ζον­τας μὲ τὸ πι­ρού­νι τὴ σάρ­κα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ σπό­ρια γυ­μνά. Μέ­σα σαρ­δό­νια ὀ­δον­το­στοι­χί­α, σὰν τὴ γκρι­μά­τσα τῆς συ­νά­θροι­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Σκυ­θρω­ποί, μα­λω­μέ­νοι ἢ ἕ­τοι­μοι νὰ μα­λώ­σουν σὲ λί­γο, μά­να πα­τέ­ρας παι­διά.

       Λα­δε­ρὲς μὲ φρέ­σκια ντο­μά­τα, κόκ­κι­νη ὅ­πως ἡ αἱ­μα­το­χυ­σί­α γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Πράγ­μα­τι, δε­σμοὶ αἵ­μα­τος. Τό­σο ποὺ σοῦ ’ρ­χε­ται νὰ πά­ρεις τὸ μα­χαί­ρι τοῦ ψω­μιοῦ καὶ νὰ δι­αρ­ρή­ξεις ὅ­λα ἐ­τοῦ­τα τὰ δε­σμά, νὰ τὸ βυ­θί­σεις στὴν καρ­διὰ αὐ­τοῦ τοῦ λάκ­κου ποὺ εἶ­ναι γε­μά­τος γεύ­μα­τα κυ­ρι­α­κά­τι­κα καὶ αἰ­τιά­σεις καὶ πα­ρά­πο­να καὶ ξε­χα­σμέ­νες τώ­ρα ἤ­δη ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα.

       Ἡ μά­να του τὶς φτιά­χνει μὲ κο­τό­που­λο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­δον­τι­ά­ρι­κα οὖ­λα τοῦ λα­χα­νι­κοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ ἐ­κεί­νη. Σφαγ­μέ­νου ζώ­ου ὅ­πως τῆς μά­νας του τὰ μά­τια, ὅ­ταν γιὰ ὅ­λα με­τα­νι­ώ­νει, σὰν τοῦ πα­τέ­ρα του τὰ μά­τια, ὅ­ταν στρι­μώ­χνε­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια. Ὅ­πως τὰ μά­τια τὰ δι­κά του, ὅ­ταν ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὸ πιά­το νὰ ἀ­παν­τή­σει για­τί δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ φα­ΐ, τί δι­ά­βο­λος τὸν πιά­νει κά­θε μέ­ρα καὶ δὲν μι­λά­ει κι ὅ­λο θυ­μώ­νει καὶ κλει­δώ­νε­ται.

       Σκα­λί­ζει ἀ­μί­λη­τος τὶς μπά­μι­ες. Μέ­σα ὄ­χι δόν­τια μὰ σπυ­ριά, πολ­λὰ πολ­λὰ σπυ­ριά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ποὺ στὰ δώ­δε­κα τοῦ αὐ­λά­κω­ναν τὸ πρό­σω­πο, κι ὅ­πο­τε γύ­ρι­ζε νὰ δεῖ κα­τὰ τὸν κό­σμο, ἄν­θι­ζαν σὰν ντρο­πὴ ποὺ ἀ­δέ­ξιος ὑ­πῆρ­χε. Μπά­μι­ες ὅ­πως ἡ γλί­τσα τῆς στορ­γῆς ποὺ γιὰ νὰ σοῦ δο­θεῖ, πρέ­πει νὰ κα­τα­πι­εῖς ὅ­λο τὸ σά­λιο τῆς ὑ­πο­τα­γῆς, τῆς ἐ­νο­χῆς ποὺ εἶ­σαι ἐ­σὺ καὶ δὲν τοὺς μοιά­ζεις, ποὺ θὲς ἀλ­λοῦ νὰ πᾶς, νὰ εἶ­σαι γυ­μνὸς καὶ νὰ πει­νᾶς δι­κή σου πεί­να. Μπά­μι­ες, κουμ­πω­μέ­νος καρ­πὸς τοῦ θυ­μοῦ ποὺ δὲν ὡ­ρι­μά­ζει μὰ σα­πί­ζει σὲ μα­λα­κὴ γλοι­ώ­δη αὐ­το­λύ­πη­ση.



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη (Μυρ­σί­νη Ἠ­λεί­ας, 1967). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ θε­α­τρο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ, ὑ­πη­ρε­τών­τας ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μι­κρο­γρα­φί­α (1999), Ἀ­θώ­α τὴ νύ­χτα (2003), καὶ Ἀ­νί­δε­οι πά­λι (2006, βρα­βεῖ­ο ποί­η­σης πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω) – ὅ­λες ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Τε­λευ­ταῖ­α της ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Θε­ὸς ἡ Ἀ­γά­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2010) καὶ Ὡ­σεὶ Κῆ­πος (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).



		

	

Χρίστος Σιορίκης: Ἔντουαρτ

 

 

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης


Ἔν­του­αρτ


ΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν παί­ξει ἄλ­λο στὸ προ­αύ­λιο. Πιά­νει μιὰ θέ­ση κά­τω ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ δι­ά­λειμ­μα· πο­δό­σφαι­ρο μὲ κα­πά­κι ἀ­πὸ μπου­κά­λι. Οἱ δά­σκα­λοι δὲν ἀ­φή­νουν μπά­λες – μό­νο στὴ γυ­μνα­στι­κή· πολ­λὲς φο­ρὲς τοὺς ἔ­χουν πά­ρει τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔ­φε­ραν ἀ­π’ τὸ σπί­τι· θὰ τὸ ἔ­κα­νε καὶ ὁ και­νούρ­γιος δά­σκα­λος; Τὸν ἔ­χουν φέ­ρει γιὰ τὸ παι­δὶ μὲ τὸ πρό­βλη­μα, ὅ­μως εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς δά­σκα­λος. Τοὺς ἔ­κα­νε μά­θη­μα προ­χτές, ποὺ ἔ­λει­πε ἡ κυ­ρί­α τους, καὶ εἶ­πε δυ­ὸ φο­ρὲς ἡ­συ­χί­α καὶ τοὺς ἔ­βα­λε καὶ γιὰ τὸ σπί­τι. Κα­νο­νι­κός· ὅ­μως και­νούρ­γιος, καὶ τὸν πρό­σε­ξε, τοῦ εἶ­πε νὰ δι­α­βά­σει καὶ τοῦ εἶ­πε καὶ μπρά­βο γιὰ τὶς λί­γες λέ­ξεις ποὺ δι­ά­βα­σε μὲ τὸ ζό­ρι — προ­φο­ρι­κὰ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος, τὸ ἔ­δει­ξε.

        Κά­θε­ται ἀ­κό­μα στὸ ὑ­πό­στε­γο, κά­θι­δρος ἀ­πὸ τό­σο τρέ­ξι­μο πρίν. Ἔ­χει πά­ρει χρῶ­μα ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο —τέ­λος τῆς ἄ­νοι­ξης— μὰ δὲ θὰ μαυ­ρί­σει πο­λὺ για­τί εἶ­ναι ξαν­θός, ἀ­πὸ τὴ Ρου­μα­νί­α. Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες στὸ σπί­τι λέ­νε πὼς θὰ φύ­γουν ἀ­π’ τὴν Ἑλ­λά­δα μὲ τὸ ποὺ τε­λει­ώ­σουν τὰ σχο­λεῖ­α, ἡ δι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ὁ θεῖ­ος του μὲ τὰ ξα­δέρ­φια του, ὅ­λοι γιὰ τὴν Τσε­χί­α. Σκέ­φτε­ται τὸ ὄ­νο­μα τῆς πό­λης: Πρά­γα. Ἄ­ρα­γε θὰ μεί­νουν ἐ­κεῖ μέ­χρι νὰ γί­νει 18 ποὺ θὰ κά­νει ὅ,τι θέ­λει; Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ ξέ­ρει, ποῦ, μὲ ποι­ούς, καὶ ἄλ­λα. Ση­κώ­νε­ται πρὶν χτυ­πή­σει τὸ κου­δού­νι καὶ περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ αὐ­το­σχέ­δια γή­πε­δα, κλω­τσι­έ­ται μὲ δυ­ὸ παι­διὰ ποὺ τοὺς ἔ­κο­ψε, πά­ει πρὸς τὸν και­νούρ­γιο δά­σκα­λο: Κύ­ρι­ε, ἐ­σεῖς πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε;



Πη­γή: Περιοδικὸ Μικρὸ πεζὸ (τχ. 1, 2014).

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης (Αθήνα). Εἶναι ἐκπαιδευτικὸς, γράφει ποίηση καὶ μετα­φρά­ζει ἀπὸ τὰ ἰσπανικὰ. Ἔχει συμμετάσχει στὴ μετάφραση τῆς ἀνθο­λογίας ἰσπανόφωνου μικροδιηγήματος Mini71cuentos.



		

	

Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΑΝ συ­χνὰ ὅ­ταν τὰ παι­διὰ ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρά· κά­τι σὰν νά ’­θε­λαν ν’ ἀλ­λά­ξουν τὸν ἀ­έ­ρα τους. Μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ κῆ­πο καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔ­δι­ω­χναν γιὰ ἰ­δι­ο­κα­τοί­κη­ση, ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Πα­ρά­δει­σος γιὰ τὰ παι­διὰ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Γεν­νη­μέ­νο γιὰ παι­γνί­δι: τὰ πολ­λὰ δω­μά­τια καὶ οἱ δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι δι­ευ­κό­λυ­ναν τὸ κρυ­φτό, ὁ κῆ­πος βό­λευ­ε γιὰ μά­χες στὸ χῶ­μα, δί­τερ­μα στὸ τσι­μέν­το, παν­τρο­λο­γή­μα­τα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν στὸ ὑ­πό­γει­ο. Πέ­ρα­σαν μιὰ ζω­ὴ ἐ­κεῖ ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοὺς φά­νη­κε, Χούν­τα καὶ Με­τα­πο­λί­τευ­ση: σι­ω­πὴ κι ὕ­στε­ρα πα­νη­γύ­ρια – κα­ρα­μοῦ­ζες, ἀ­φί­σες, με­γά­φω­να καὶ κεῖ­νο τὸ τρα­γού­δι ποὺ σοῦ ’­σπα­γε τ’ αὐ­τιά:

                 Θὰ τὸν με­θύ­σου­με τὸν ἥ­λιο

                 σί­γου­ρα ναί…

        Ὅ­ταν πιὰ ἔ­φυ­γαν, πῆ­ραν καὶ τὸ σπί­τι μα­ζί τους. Λι­γά­κι ἀ­νοι­κο­νό­μη­το, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­ναν καὶ χώ­ρα­γε παν­τοῦ: τὸ σα­λό­νι μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο σα­λό­νι, ἡ κου­ζί­να στὴν ἄλ­λη κου­ζί­να, ὁ κῆ­πος στὸ μπαλ­κό­νι καὶ τε­λευ­ταῖ­ες οἱ κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴν ὥ­ρα τοῦ ὕ­πνου. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε σύ­στη­μα καὶ δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ταν κα­θό­λου μὲ τὰ δυ­ὸ σπί­τια, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κο­ρί­τσι. Ἀ­κό­μα καὶ τοὺς δι­α­κό­πτες τοὺς ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ. Στὸ τρί­το σπί­τι ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­νο ὁ κῆ­πος εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὰ πάν­τα: ἡ ρο­διὰ τὸ μπαλ­κό­νι, τὸ γι­α­σε­μὶ τὸν φω­τα­γω­γὸ κι οἱ κρί­νοι ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λο δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο μέ­χρι τὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια.

        Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ πῆ­γαν στὰ δι­κά τους σπί­τια, σὰν νὰ ἀ­πο­συν­το­νί­στη­κε κι αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ πά­ει. Τε­λι­κὰ δι­ά­λε­ξε τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­κο­λού­θη­σε πρῶ­τα σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὅ­που χώ­θη­κε καὶ ἐ­πι­κρά­τη­σε γιὰ τὰ κα­λά. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­κεί­νη με­τα­κό­μι­σε ἀλ­λοῦ, ὅ­που καὶ πά­λι ὑ­πῆρ­χε κῆ­πος.

        Ἐ­κεῖ τὰ δυ­ὸ σπί­τια ἔ­ζη­σαν ἁρ­μο­νι­κά. Τὰ δω­μά­τια φό­ρε­σαν τὰ και­νούρ­για δω­μά­τια καὶ δὲν μι­λοῦ­σαν κι ὁ κῆ­πος —με­γά­λος κι αὐ­τός— δυ­σα­να­σχέ­τη­σε λι­γά­κι μέ­χρι ποὺ δέ­χτη­κε τὴν ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν πο­λυ­χρω­μί­α τοῦ πα­λιοῦ. Πλή­ρης σύμ­πνοι­α. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δι­κά της, ἂν καὶ τὴ δυ­σα­ρε­στοῦ­σε πό­τε-πό­τε τό­ση γα­λή­νη. Πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­τσι μέ­χρι ποὺ τὸ πα­λιὸ σπί­τι ἔ­γι­νε σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το ἢ ἀ­νύ­παρ­κτο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε προ­βλέ­ψει – οὔ­τε κὰν σκε­φτεῖ. Τὴ με­λαγ­χο­λοῦ­σε κι ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε τό­σο συ­νη­θί­σει τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἐ­κεί­νου ποὺ τῆς φαι­νό­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α.

        Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει καὶ τὰ δυ­ό. Χω­ρὶς τύ­ψεις. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, κλεί­δω­σε κα­λὰ κι ἔ­φυ­γε. Οὔ­τε κὰν γύ­ρι­σε νὰ τὰ κοι­τά­ξει καὶ τὸ κλει­δὶ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κον­τέ­ι­νερ μιᾶς πα­ρα­κά­τω οἰ­κο­δο­μῆς.


Ἰ­ού­νιος 2016



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Λουίτζι Μαλέρμπα.



		

	

Ἕλενα Σανχουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): Ὁ ταξιδιώτης

sanjuanbenitoelena-otaksidiotis-eikona-01


Ἕλε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της

(El viajero)


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΝΙΕΜΠΛΑ μι­σεῖ τοὺς ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, γι’ αὐ­τὸ ἀ­μέ­σως μό­λις φτά­νει ἀρ­χί­ζει νὰ φεύ­γει: δὲν θὰ κά­τσω πο­λύ, πρέ­πει νὰ φύ­γω σύν­το­μα, αὔ­ριο ξυ­πνά­ω νω­ρίς. Φρά­σεις μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ προ­λά­βει νὰ ἔρ­θει. Δι­στά­ζει νὰ βγά­λει τὸ παλ­τό του καὶ τὸ κρα­τά­ει πάν­τα στὸ χέ­ρι γιὰ νὰ τὸ φο­ρέ­σει ξα­νά. Δὲν ἔ­χει πά­νω του πο­τὲ μαν­τή­λι, κά­νει με­γά­λους κύ­κλους προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν πε­ρά­σει κον­τὰ ἀ­πὸ σταθ­μοὺς καὶ δὲν ἔ­χει πα­τή­σει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ τὸ πό­δι του σὲ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο.

        Ἔ­χει πεῖ ἀν­τί­ο τό­σες φο­ρὲς ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρου­με πὼς δὲν πρό­κει­ται νὰ φύ­γει πο­τέ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.


Λεονάρντο Σάσα (Leonardo Sciascia): Τὸ μακρὺ ταξίδι

Sciascia,Leonardo-ToMakryTaksidi-Eikona-02


Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia)


Τὸ μακρὺ ταξίδι

(Il lungo viaggio)


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__Munthe ΝΥΧΤΑ ΕΜΟΙΑΖΕ ἰ­δα­νι­κὴ γι’ αὐ­τό, πυ­κνὸ σκο­τά­δι ποὺ ἀρ­κοῦ­σε ἡ πα­ρα­μι­κρή σου κί­νη­ση γιὰ νὰ νι­ώ­σεις τὸ βά­ρος της. Καὶ σὲ τρό­μα­ζε ἡ ἀ­νά­σα τοῦ κό­σμου – αὐ­τοῦ τοῦ θη­ρί­ου, ὁ ἦ­χος τῆς θά­λασ­σας: ἀ­νά­σα ποὺ ἔ­σβη­νε στὰ πό­δια τους.

        Μὲ τὶς χαρ­το­νέ­νι­ες βα­λί­τσες καὶ τοὺς μπόγους τους στέ­κον­ταν σὲ μιὰ πε­τρώ­δη πα­ρα­λί­α, προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ λό­φους με­τα­ξὺ Τζέ­λα καὶ Λι­κά­τα· εἶ­χαν φτά­σει τὸ σού­ρου­πο ἐ­κεῖ ξε­κι­νών­τας χα­ρά­μα­τα ἀ­π’ τὰ χω­ριά τους, κά­τι χω­ριὰ στὴν καρ­διὰ τῆς χώ­ρας, μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, μα­ζε­μέ­να στὴν ἄ­νυ­δρη ἔ­κτα­ση τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἔ­βλε­πε τὴ θά­λασ­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τρό­μα­ζε στὴ σκέ­ψη πὼς θά ’­πρε­πε νὰ τὴ δι­α­σχί­σει ὅ­λη μὲς στὴ νύ­χτα, ἀ­πὸ κεί­νη τὴν ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Σι­κε­λί­ας μέ­χρι τὴν ἄλ­λη ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, καὶ πά­λι μὲς στὴ νύ­χτα. Για­τί τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ συμ­φω­νί­α: «Ἐ­γὼ νύ­χτα θὰ σᾶς μπαρ­κά­ρω, καὶ νύ­χτα θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω», εἶ­χε πεῖ ὁ ἄν­τρας —ἕ­νας τύ­πος πλα­σι­ὲ ἂν κρί­νω ἀ­π’ τὴν πο­λυ­λο­γί­α του, μὰ σο­βα­ρὸς καὶ ἔν­τι­μος στὴν ὄ­ψη— «στὴν πα­ρα­λί­α τοῦ Νιοὺ Τζέρ­σι θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω· δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­π’ τὸ Νιοὺ Γιόρκ… Κι ὅ­ποι­ος ἔ­χει συγ­γε­νεῖς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς γρά­ψει νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νουν στὸν σταθ­μὸ τοῦ Τρέν­τον, δώ­δε­κα μέ­ρες με­τὰ τὸ μπαρ­κά­ρι­σμα… Λο­γα­ριά­στε μό­νοι σας… Βέ­βαι­α, γιὰ τὴν ἀ­κρι­βὴ μέ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐγ­γυ­η­θῶ: κά­τι ἡ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα, κά­τι ἡ ἀ­κτο­φυ­λα­κὴ ποὺ πα­ρα­φυ­λά­ει… Μιὰ μέ­ρα πρὶν μιὰ μέ­ρα με­τά, τί σᾶς κό­φτει; Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ ξεμ­παρ­κά­ρε­τε στὴν Ἀ­με­ρι­κή.»

        Ὅν­τως τὸ θέ­μα ἦ­ταν νὰ ξεμ­παρ­κά­ρουν στὴν Ἀ­με­ρι­κή· τὸ πῶς καὶ τὸ πό­τε δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α. Κι ὅ­ταν θὰ ἔ­φτα­ναν τὰ γράμ­μα­τα στοὺς συγ­γε­νεῖς τους, καὶ κεῖ­νοι θὰ κα­τόρ­θω­ναν νὰ βγά­λουν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὶς γραμ­μέ­νες μὲ κά­τι ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τα δι­ευ­θύν­σεις, τό­τε θὰ ἔρ­χον­ταν κι αὐ­τοί· «Ρω­τών­τας πᾶς στὴν Πό­λη», κα­θὼς λέ­ει κι ἡ πα­ροι­μί­α. Καὶ θὰ δι­έ­σχι­ζαν τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πέ­ραν­τη σκο­τει­νὴ θά­λασ­σα· καὶ θὰ προ­σέγ­γι­ζαν τὶς φάρ­μες καὶ τὶς φάμ­πρι­κες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῶν ἀ­δελ­φῶν θεί­ων ἀ­νι­ψι­ῶν ξα­δέλ­φων, στὰ ζε­στά, γε­μά­τα ἀ­γα­θὰ πλου­σι­ό­σπι­τα, στὰ με­γά­λα σὰν σπί­τια αὐ­το­κί­νη­τα.

        Δι­α­κό­σι­ες πε­νήν­τα χι­λιά­δες λί­ρες: μι­σὰ στὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση, μι­σὰ στὴν ἄ­φι­ξη. Τὶς φύ­λα­γαν κα­τά­σαρ­κα, κρε­μα­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ σὰν ἅ­γι­ες εἰ­κο­νί­τσες. Εἶ­χαν που­λή­σει ὅ,τι εἶ­χαν καὶ δὲν εἶ­χαν γιὰ νὰ τὶς μα­ζέ­ψουν: τὸ φτω­χό­σπι­το, τὸ μου­λά­ρι, τὸ γα­ϊ­δού­ρι, τὶς προ­μή­θει­ες τῆς χρο­νιᾶς, τὴ συρ­τα­ρι­έ­ρα, τὰ πα­πλώ­μα­τα. Οἱ πιὸ πο­νη­ροὶ εἶ­χαν ἀ­πευ­θυν­θεῖ στοὺς το­κο­γλύ­φους, μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ τοὺς ἐ­ξα­πα­τή­σουν· μιὰ φο­ρὰ του­λά­χι­στον, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια ποὺ θὰ εἶ­χαν ὑ­πο­στεῖ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­πί­ε­ση, κι ὅ­ταν θὰ σκέ­φτον­ταν τί μοῦ­τρα θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νοι ὅ­ταν τὸ ἔ­παιρ­ναν χαμ­πά­ρι, θὰ ἔ­νι­ω­θαν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι. «Ἄν­τε, κό­πια­σε νὰ μὲ ψά­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κή, βδέ­λα: ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­φέ­ρεις νὰ μὲ βρεῖς, θὰ σοῦ δώ­σω πί­σω τα λε­φτά σου, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τό­κο.» Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ δο­λά­ρια· ὄ­χι πιὰ τὰ λε­φτὰ τὰ φυ­λαγ­μέ­να στὸ κου­ρε­λι­α­σμέ­νο πορ­το­φό­λι ἢ τὰ κρυμ­μέ­να κα­τά­σαρ­κα, ἀλ­λὰ τὰ χω­μέ­να ἀ­ψή­φι­στα στὸ παν­τε­λό­νι, λε­φτὰ γερ­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες σὲ χοῦ­φτες: λὲς κι ἤ­θε­λαν νὰ τὰ δεί­ξουν στοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει ἀ­πὸ πεί­να, ξε­ρα­κια­νοὶ καὶ ψη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο· καὶ θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ἢ τριά­ντα χρό­νια, μὰ γιὰ σύν­το­μες δι­α­κο­πές, μὲ τὸ πρό­σω­πο γε­μά­το καὶ ρο­δα­λὸ ποὺ θὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ λευ­κὰ μαλ­λιά.

        Εἶ­χε ἤ­δη πά­ει ἕν­τε­κα. Ἕ­νας ἄ­να­ψε τὸν φα­κό: ση­μά­δι πὼς μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔρ­θουν γιὰ νὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν στὸ βα­πό­ρι. Ὅ­ταν τὸν ἔ­σβη­σε, τὸ σκο­τά­δι φά­νη­κε ἀ­κό­μα πιὸ πυ­κνὸ καὶ τρο­μα­κτι­κό. Ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γα λε­πτά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­νά­σα τῆς θά­λασ­σας ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἀ­κό­μα πιὸ ἀν­θρώ­πι­νος, οἰ­κεῖ­ος ἦ­χος τοῦ νε­ροῦ: λὲς καὶ γέ­μι­ζαν καὶ ἄ­δεια­ζαν κά­δοι μὲ ρυθ­μό. Κι ἔ­πει­τα κά­τι σὰν βου­η­τό, σὰν χα­μη­λό­φω­νο μουρ­μου­ρη­τό. Βρέ­θη­καν μπρο­στὰ στὸν κυρ-Μέλ­φα, ὄ­νο­μα μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο γνώ­ρι­ζαν τὸν ὀρ­γα­νω­τὴ τῆς πε­ρι­πέ­τειάς τους, πρὶν κα­λὰ κα­λὰ κα­τα­λά­βουν πὼς ἡ βάρ­κα εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὴ στε­ριά.

        «Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Ἄ­να­ψε τὸν φα­κό, ἔ­κα­νε τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ἔ­λει­παν δύ­ο. «Ἴ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σαν, ἴ­σως θά ’ρ­θουν ἀρ­γό­τε­ρα… Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γι’ αὐ­τούς. Μὲ τὸν κίν­δυ­νο ποὺ δι­α­τρέ­χου­με, γί­νε­ται νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νου­με;»

        Ὅ­λοι εἶ­παν πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νουν. «Ἂν κά­ποι­ος ἀ­πὸ σᾶς δὲν ἔ­χει ἕ­τοι­μα τὰ με­τρη­τά», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα, «κα­λὰ θὰ κά­νει νὰ ξα­να­πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς· κι ἄν μοῦ φυ­λά­ει τὴν ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πλοῖ­ο, εἶ­ναι βα­θιὰ γε­λα­σμέ­νος: θὰ σᾶς ξα­να­φέ­ρω πί­σω, μάρ­τυς μου ὁ Θε­ός, ὅ­σοι κι ἂν εἶ­στε. Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ πλη­ρώ­νουν ὅ­λοι γιὰ τὸν ἕ­να: γι’ αὐ­τὸ λοι­πὸν ὅ­ποι­ος φταί­ει θὰ τὸ πλη­ρω­θεῖ ἀ­πὸ μέ­να τὸν ἴ­διο κι ἀ­π’ τοὺς συν­τρό­φους του, ἕ­να μπερ­ντά­χι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σει ὅ­σο ζεῖ· ἂν τὴ γλυ­τώ­σει…

        Τὸν βε­βαί­ω­ναν ὅ­λοι τους καὶ ὁρ­κί­ζον­ταν πὼς εἶ­χαν τὰ λε­φτὰ μέ­χρι δε­κά­ρας.

        «Στὴ βάρ­κα», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Καὶ με­μιᾶς ἔ­γι­ναν ὅ­λοι ἄ­μορ­φη μά­ζα, ἕ­νας ἀ­να­κα­τε­μέ­νος σω­ρὸς ἀ­πὸ μπαγ­κά­ζια.

        «Χρι­στέ μου! Μὰ κου­βα­λή­σα­τε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι σας;» ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ει βλα­στή­μι­ες καὶ στα­μά­τη­σε μό­νο ὅ­ταν ὅ­λο το φορ­τί­ο στοι­βά­χτη­κε στὴ βάρ­κα, ἄν­θρω­ποι καὶ μπαγ­κά­ζια, μὲ κίν­δυ­νο νὰ κρε­μα­στεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴ – εἴ­τε ἄν­θρω­πος εἴ­τε μπόγος. Καὶ ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸ μπόγο γιὰ τὸν κυρ-Μέλ­φα βα­σι­ζό­ταν στὸ γε­γο­νὸς πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τὶς 250.000 λί­ρες ἐ­πά­νω του, ραμ­μέ­νες στὸ σα­κά­κι ἢ ἀ­νά­με­σα στὸ που­κά­μι­σο καὶ στὸ πε­τσί του. Τοὺς ἤ­ξε­ρε δὰ αὐ­τός, τοὺς ἤ­ξε­ρε κα­λά: κά­τι χω­ριά­τες ἀ­γροῖ­κοι, κά­τι ἄ­ξε­στοι.

        Τὸ τα­ξί­δι δι­ήρ­κε­σε λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ προ­βλε­πό­με­νο: ἕν­τε­κα νύ­χτες, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης καὶ τῆς νύ­χτας τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Καὶ με­τρά­γαν τὶς νύ­χτες ἀν­τὶ γιὰ τὶς μέ­ρες, για­τί οἱ νύ­χτες ἦ­ταν πνι­γε­ρὲς κα­θὼς τὶς περ­νοῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Ἔ­νι­ω­θαν λὲς καὶ βυ­θί­ζον­ταν στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ψα­ριοῦ, τῆς νά­φθας καὶ τοῦ ἐ­με­τοῦ ὅ­πως μὲς στὴν ὑ­γρὴ ζε­στὴ πίσ­σα. Τὸ χά­ρα­μα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν, κα­θὼς κα­τά­κο­ποι ἀ­να­ση­κώ­νον­ταν γιὰ νὰ λου­στοῦν στὸ φῶς καὶ στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀλ­λὰ ἐ­νῶ ἡ ἰ­δέ­α τῆς θά­λασ­σας ἦ­ταν γι’ αὐ­τοὺς κά­τι σὰν τὴ χλο­ε­ρὴ πε­διά­δα τοῦ στα­ριοῦ ὅ­ταν τὸ φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ἡ ἀ­λη­θι­νὴ θά­λασ­σα τοὺς τρό­μα­ζε: τοὺς σφίγ­γον­ταν τὰ σω­θι­κά, τὰ μά­τια τους μυρ­μήγ­κια­ζαν μὲ πό­νο σὰν τοὺς τύ­φλω­νε τὸ φῶς μό­λις ἀρ­γοῦ­σαν νὰ κοι­τά­ξουν.

        Τὴν ἑν­δέ­κα­τη ὅ­μως νύ­χτα ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς φώ­να­ξε στὴν κου­βέρ­τα: καὶ στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν πέ­σει στὴ θά­λασ­σα ἀ­να­ρίθ­μη­τοι ἀ­στε­ρι­σμοὶ σὰν κο­πά­δια· ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ ὅ­μως ἦ­ταν χω­ριά, χω­ριὰ τῆς πλού­σιας Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ ἔ­λαμ­παν μέ­σα στὴ νύ­χτα σὰν στο­λί­δια. Ἀλ­λὰ κι ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μα­γι­κή: ἤ­ρε­μη καὶ γλυ­κιά, μι­σο­φέγ­γα­ρο ποὺ περ­νοῦ­σε μέ­σα ἀ­πὸ φευ­γα­λέ­α σύν­νε­φα δι­α­φό­ρων σχη­μά­των, αὔ­ρα ποὺ ἄ­νοι­γε δι­ά­πλα­τα τὰ πνευ­μό­νια.

        «Νὰ ‘τη ἡ Ἀ­με­ρι­κή», ἔ­κα­νε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        «Δὲν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νὰ εἶ­ναι κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος;» ρώ­τη­σε κά­ποι­ος, για­τί σὲ ὅ­λο τὸ τα­ξί­δι σκε­φτό­ταν ὅ­τι στὴ θά­λασ­σα δὲν ὑ­πάρ­χουν μῆτε δρό­μοι μῆ­τε μου­λα­ρό­δρο­μοι, κι ἔ­πρε­πε νά ’­σαι πο­λὺ κα­πά­τσος γιὰ νὰ βρεῖς τὸν σω­στὸ δρό­μο δί­χως νὰ λα­θέ­ψεις, ὁ­δη­γών­τας ἕ­να κα­ρά­βι ἀ­νά­με­σα οὐ­ρα­νὸ καὶ θά­λασ­σα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα κοι­τών­τας τον μὲ συμ­πό­νια τοὺς ρώ­τη­σε ὅ­λους: «Μὴ μοῦ πεῖ­τε πὼς ἔ­χε­τε δεῖ πο­τὲ στὰ μέ­ρη σας τέ­τοι­ον ὁ­ρί­ζον­τα; Δὲν τὸ νι­ώ­θε­τε πὼς ὁ ἀ­έ­ρας εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός; Δὲν βλέ­πε­τε πῶς λάμ­πουν αὐ­τὰ τὰ χω­ριά;» Τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν ὅ­λοι καὶ κοί­τα­ξαν μὲ συμ­πό­νια καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση τὸν σύν­τρο­φό τους ποὺ εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ ξε­στο­μί­σει κά­τι τό­σο βλα­κῶ­δες.

        «Ὥ­ρα νὰ ξο­φλή­σε­τε τὸν λο­γα­ρια­σμό», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        Ψα­χού­λε­ψαν τὰ ροῦ­χα τους, ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὰ λε­φτά.

        «Ἑ­τοι­μά­στε τὰ πράγ­μα­τά σας», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα ἀ­φοῦ εἰ­σέ­πρα­ξε τὰ χρή­μα­τα.

        Χρει­ά­στη­καν με­ρι­κὰ λε­πτά: ἔ­χον­τας σχε­δὸν κα­τα­να­λώ­σει τὶς προ­μή­θει­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ ποὺ ἡ συμ­φω­νί­α ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ ἔ­χουν μα­ζί τους, δὲν τοὺς εἶ­χαν μεί­νει πα­ρὰ λί­γα ἀ­σπρό­ρου­χα καὶ τὰ δῶ­ρα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς: κά­τι κε­φά­λια πε­κο­ρί­νο κά­τι μπου­κά­λια πα­λιὸ κρα­σὶ κά­τι κεν­τή­μα­τα γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι ἢ γιὰ τὴν πλά­τη τοῦ κα­να­πέ. Μπῆ­καν στὴ βάρ­κα πα­νά­λα­φροι, γε­λών­τας καὶ τρα­γου­δών­τας· καὶ μὲ τὸ ποὺ κου­νή­θη­κε ἡ βάρ­κα ἕ­νας βάλ­θη­κε νὰ τρα­γου­δᾶ ξε­φω­νί­ζον­τας.

        «Μπὰς καὶ δὲν κα­τα­λά­βα­τε τί­πο­τα;» ἐ­ξορ­γί­στη­κε ὁ κυρ-Μέλ­φα. «Ἔ λοι­πὸν θέ­λε­τε νὰ μὲ πά­ρε­τε στὸν λαι­μό σας;… Μό­λις θὰ σᾶς ἀ­φή­σω στὴ στε­ριὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ πᾶ­τε στὸν πρῶ­το μπά­τσο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σε­τε, κι αὐ­τὸς θὰ σᾶς ἀ­ναγ­κά­σει νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω τρέ­χον­τας: δε­κά­ρα δὲν δί­νω, εἶ­στε ἐ­λεύ­θε­ροι ν’ αὐ­το­κτο­νή­σε­τε μὲ ὅ­ποι­ον τρό­πο θέ­λε­τε… Κι ἔ­πει­τα ἐ­γὼ σε­βά­στη­κα τὴ συμ­φω­νί­α: ὁ­ρί­στε ἡ Ἀ­με­ρι­κή, τὸ κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ ἐκ­πλή­ρω­σα… Δῶ­στε μου, ὅ­μως, τὸν χρό­νο νὰ γυ­ρί­σω στὸ πλοῖ­ο, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ!» Τοῦ ἔ­δω­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλοῖο, τό­σο ποὺ ἔ­μει­ναν πά­νω στὴ δρο­σε­ρὴ ἄμ­μο ἀ­να­πο­φά­σι­στοι, δί­χως νὰ ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν, κι ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ εὐ­λο­γοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κι ἄλ­λες ποὺ τὴν κα­τα­ρι­όν­ταν· μιὰ νύ­χτα πού, ἂν ἔ­με­ναν ἀ­κί­νη­τοι στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ τοὺς ἀγ­κά­λια­ζε μὲ τὴν προ­στα­σί­α της, ἐ­νῶ ἂν τολ­μοῦ­σαν ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­π’ αὐ­τήν, θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ νύ­χτα νὰ γί­νει τρο­με­ρὴ ἐ­νέ­δρα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς εἶ­χε συ­στή­σει νὰ σκορ­πι­στοῦν, ἀλ­λὰ κα­νείς τους δὲν αἰ­σθα­νό­ταν ἱ­κα­νὸς ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ τὸ Τρέν­τον ποιός ξέ­ρει πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν, ποι­ός ξέ­ρει πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­ζον­ταν γιὰ νὰ πᾶ­νε ἐ­κεῖ.

        Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σαν ἕ­να τρα­γού­δι μα­κρι­νό, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κό. «Σὰν νά ’­ναι κά­ποι­ος δι­κός μας», σκέ­φτη­καν: για­τὶ μιᾶς κι ὁ κό­σμος εἶ­ναι παν­τοῦ ἴ­διος, ἔ­τσι παν­τοῦ κι ὁ ἄν­θρω­πος ἐκ­φρά­ζει τὴ με­λαγ­χο­λί­α του, τὰ βά­σα­νά του μὲ τὸ τρα­γού­δι. Βρί­σκον­ταν ὅ­μως στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οἱ πό­λεις ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, πί­σω ἀ­πὸ πα­ρα­λί­ες γε­μά­τες ἄμ­μο καὶ δέν­τρα, ἦ­ταν πό­λεις τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς.

        Δυ­ὸ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν τὸ το­πί­ο. Περ­πά­τη­σαν μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ φῶς ποὺ ἀν­τι­φέγ­γι­ζε στὸν οὐ­ρα­νὸ τὸ πιὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Βρῆ­καν τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο σχε­δὸν ἀ­μέ­σως: «Ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νος, κα­λο­συν­τη­ρη­μέ­νος· ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι σὰν τὰ μέ­ρη μας», ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τὸν πε­ρί­με­ναν πιὸ φαρ­δύ, πιὸ ἴ­σιο. Στά­θη­καν στὴν ἄ­κρη γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν συ­ναν­τή­σεις: ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὸν δρό­μο περ­πα­τών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

        Πέ­ρα­σε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το: «Μοιά­ζει μὲ σε­ϊ­τσέν­το» κι ἔ­πει­τα ἕ­να ἄλ­λο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ μι­λε­τσέν­το, κι ἔ­πει­τα ἕ­να τρί­το: «Τ’ αὐ­το­κί­νη­τά τὰ ἔ­χουν γιὰ κα­πρί­τσιο, τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν στὰ παι­διά τους ὅ­πως ἐ­μεῖς τὰ πο­δή­λα­τα.» Ἔ­πει­τα πέ­ρα­σαν δυ­ὸ μο­το­σι­κλέ­τες, ἡ μιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κά­νον­τας ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο. Ἦ­ταν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α: κα­λύ­τε­ρα ποὺ στέ­κον­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν δρό­μο.

        Καὶ νὰ ποὺ τε­λι­κὰ ὑ­πῆρ­χαν πι­να­κί­δες. Κοί­τα­ξαν μπρο­στὰ καὶ πί­σω, μπῆ­καν στὸν δρό­μο, πλη­σί­α­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­βά­ζουν: Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να-Σκό­λι­τι.

        «Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να: σὰν κά­τι νὰ μοῦ θυ­μί­ζει αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

        «Καὶ μέ­να· καὶ τὸ Σκό­λι­τι δὲν μοῦ φαί­νε­ται ἄ­γνω­στο.»

        «Ἴ­σως νὰ κα­τοι­κοῦ­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας ἐ­δῶ, ἴ­σως ὁ θεῖ­ος μου προ­τοῦ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια: για­τὶ κι ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη προ­τοῦ νὰ πά­ει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια.»

        «Κι ὁ ἀ­δελ­φός μου ἦ­ταν σὲ ἄλ­λο μέ­ρος προ­τοῦ νὰ πά­ει στὸ Μπρού­κλιν… Ἀλ­λὰ πῶς τὸ λέ­γα­νε, δὲν θυ­μᾶ­μαι: κι ἔ­πει­τα, ἐ­μεῖς τὸ δι­α­βά­ζου­με Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, δι­α­βά­ζου­με Σκό­λι­τι· ἀλ­λὰ πῶς τὸ δι­α­βά­ζουν αὐ­τοὶ δὲν ξέ­ρου­με, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι δὲν τὸ γρά­φουν ὅ­πως τὸ δι­α­βά­ζουν.»

        «Ναί, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὡ­ραῖ­ο μὲ τὰ ἰ­τα­λι­κά: τὸ δι­α­βά­ζεις ὅ­πως τὸ γρά­φεις… Ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ βγά­λου­με ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα, πρέ­πει νὰ κά­νου­με κου­ρά­γιο… Ἐ­γὼ τὸ πρῶ­το ἁ­μά­ξι ποὺ θὰ πε­ρά­σει, θὰ τὸ στα­μα­τή­σω καὶ θὰ ρω­τή­σω μό­νο: “Τὸ Τρέν­τον;”… Ἐ­δῶ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι πιὸ μορ­φω­μέ­νοι. Ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν αὐ­τὸ ποὺ τοὺς λές, θὰ κά­νουν ἕ­να νεῦ­μα, ἕ­να σι­νιά­λο: καὶ του­λά­χι­στον θὰ κα­τα­λά­βου­με πρὸς τὰ ποῦ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο τὸ Τρέν­τον.»

        Ἀ­πὸ τὴ στρο­φή, στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα, πε­τά­χτη­κε ἕ­να τσιν­κου­ε­τσέν­το: ὁ ὁ­δη­γὸς τοὺς εἶ­δε νὰ πε­τά­γον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά του μὲ ση­κω­μέ­να τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸν στα­μα­τή­σουν. Φρέ­να­ρε βλα­στη­μών­τας: δὲν σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πα­γω­γή, για­τί ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἥ­συ­χες· πί­στε­ψε πὼς ἤ­θε­λαν νὰ δι­α­σχί­σουν τὸν δρό­μο, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

        «Τὸ Τρέν­τον;» ρώ­τη­σε ὁ ἕ­νας.

        «Τί;» ἔ­κα­νε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Τὸ Τρέν­τον;»

        «Ποι­ό Τρέν­τον τὴν Πα­να­γί­α σας», βλα­στή­μη­σε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Μι­λά­ει ἰ­τα­λι­κά», εἴ­πα­νε κι οἱ δυ­ὸ κοι­τών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο μὲ ἀ­πο­ρί­α, ἀ­φοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους κά­τι τέ­τοι­ο.

        Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ξα­νά­βα­λε μπρός. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το τι­νά­χτη­κε πρὸς τὰ μπρο­στὰ καὶ μό­νο τό­τε φώ­να­ξε στοὺς δυ­ό τους ποὺ πα­ρέ­με­ναν στὸν δρό­μο σὰν ἀ­γάλ­μα­τα: «Με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες καὶ πούτ…» τὴν ὑ­πό­λοι­πη φρά­ση τὴν πῆ­ρε ὁ ἄ­νε­μος.

        Ἁ­πλώ­θη­κε σι­ω­πή.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό, ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ εἶ­χε φα­νεῖ γνω­στὸ τὸ Σάν­τα Κρό­τσε εἶ­πε: «Θυ­μᾶ­μαι τὸ Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, μιὰ χρο­νιὰ ποὺ δὲν πῆ­γε κα­λὰ στὰ μέ­ρη μας ὁ πα­τέ­ρας μου μᾶς πῆ­γε ἐ­κεῖ γιὰ τὸν θε­ρι­σμό.»

        Ρί­χτη­καν τό­τε μὲ σπα­ραγ­μὸ στὸ χαν­τά­κι τοῦ δρό­μου, κα­θὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε βι­α­σύ­νη νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ νέ­ο, τὸ νέ­ο πὼς εἶ­χαν ξεμ­παρ­κά­ρει στὴ Σι­κε­λί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Il mare colore del vino [Θά­λασ­σα στὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­σιοῦ] (Adelphi Edizioni, Milano, 1996).



Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia) (Ρα­καλ­μοῦ­το τῆς Σι­κε­λί­ας, 1921 – Πα­λέρ­μο, 1989). Ὑ­πῆρ­ξε πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα του συγ­κα­τα­λέ­γον­ται μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­στυ­νο­μι­κά—, δι­η­γή­μα­τα, ἄρ­θρα, δο­κί­μια, ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Κά­ποι­α βι­βλί­α του με­τα­φέρ­θη­καν καὶ στὴ με­γά­λη ὀ­θό­νη. Στὰ ἔρ­γα του θί­γει τὰ κα­κῶς κεί­με­να τῆς χώ­ρας του, ὅ­πως τὸ κυ­ρί­αρ­χο πρό­βλη­μα τῆς Μα­φί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆ­ς δι­α­φθο­ρᾶς, καὶ γι’ αὐ­τὸ δι­καί­ως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σαν «ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴ­  τῆς ἰ­τα­λι­κῆς συ­νεί­δη­σης». Στὰ κρι­τι­κά του κεί­με­να ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὴ Σι­κε­λί­α, τὸν Πι­ραν­τέ­λο, τὴν πο­λι­τι­κή – ὅ­πως μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ Ἄλ­ντο Μό­ρο ἀ­πὸ τὶς Ἐ­ρυ­θρὲς Τα­ξι­αρ­χί­ες. Ἐρ­γά­στη­κε καὶ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φο­ς  καὶ με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν: Γου­ί­τμαν, Λόρ­κα, Ἀ­να­τὸλ Φράνς κ.ἄ. Ἐ­ξε­λέ­γη βου­λευ­τὴς στὸ ἰ­τα­λι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ κοι­νο­βού­λιο, ἀλ­λὰ κρά­τη­σε τὴ θε­σμι­κὴ θέ­ση στὴν ἰ­τα­λι­κὴ βου­λή, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴν ἔ­ρευ­να στὸ πλαί­σιο τῆς Εἰ­δι­κῆς Κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς. Ἔρ­γα του: μέ­ρα τῆς κου­κου­βά­γιας (1961), Τὸ πρω­το­κό­λο τῆς Αἰ­γύ­πτου (1963), Στὸν κα­θέ­να αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ­ξί­ζει (1966), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Πι­ραν­τε­λι­σμός (1953), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Σι­κε­λί­α (1961), ­πό­θε­ση Μό­ρο (1978) κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.