Χρίστος Σιορίκης: Ἔντουαρτ

 

 

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης


Ἔν­του­αρτ


ΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν παί­ξει ἄλ­λο στὸ προ­αύ­λιο. Πιά­νει μιὰ θέ­ση κά­τω ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ δι­ά­λειμ­μα· πο­δό­σφαι­ρο μὲ κα­πά­κι ἀ­πὸ μπου­κά­λι. Οἱ δά­σκα­λοι δὲν ἀ­φή­νουν μπά­λες – μό­νο στὴ γυ­μνα­στι­κή· πολ­λὲς φο­ρὲς τοὺς ἔ­χουν πά­ρει τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔ­φε­ραν ἀ­π’ τὸ σπί­τι· θὰ τὸ ἔ­κα­νε καὶ ὁ και­νούρ­γιος δά­σκα­λος; Τὸν ἔ­χουν φέ­ρει γιὰ τὸ παι­δὶ μὲ τὸ πρό­βλη­μα, ὅ­μως εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς δά­σκα­λος. Τοὺς ἔ­κα­νε μά­θη­μα προ­χτές, ποὺ ἔ­λει­πε ἡ κυ­ρί­α τους, καὶ εἶ­πε δυ­ὸ φο­ρὲς ἡ­συ­χί­α καὶ τοὺς ἔ­βα­λε καὶ γιὰ τὸ σπί­τι. Κα­νο­νι­κός· ὅ­μως και­νούρ­γιος, καὶ τὸν πρό­σε­ξε, τοῦ εἶ­πε νὰ δι­α­βά­σει καὶ τοῦ εἶ­πε καὶ μπρά­βο γιὰ τὶς λί­γες λέ­ξεις ποὺ δι­ά­βα­σε μὲ τὸ ζό­ρι — προ­φο­ρι­κὰ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος, τὸ ἔ­δει­ξε.

        Κά­θε­ται ἀ­κό­μα στὸ ὑ­πό­στε­γο, κά­θι­δρος ἀ­πὸ τό­σο τρέ­ξι­μο πρίν. Ἔ­χει πά­ρει χρῶ­μα ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο —τέ­λος τῆς ἄ­νοι­ξης— μὰ δὲ θὰ μαυ­ρί­σει πο­λὺ για­τί εἶ­ναι ξαν­θός, ἀ­πὸ τὴ Ρου­μα­νί­α. Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες στὸ σπί­τι λέ­νε πὼς θὰ φύ­γουν ἀ­π’ τὴν Ἑλ­λά­δα μὲ τὸ ποὺ τε­λει­ώ­σουν τὰ σχο­λεῖ­α, ἡ δι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ὁ θεῖ­ος του μὲ τὰ ξα­δέρ­φια του, ὅ­λοι γιὰ τὴν Τσε­χί­α. Σκέ­φτε­ται τὸ ὄ­νο­μα τῆς πό­λης: Πρά­γα. Ἄ­ρα­γε θὰ μεί­νουν ἐ­κεῖ μέ­χρι νὰ γί­νει 18 ποὺ θὰ κά­νει ὅ,τι θέ­λει; Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ ξέ­ρει, ποῦ, μὲ ποι­ούς, καὶ ἄλ­λα. Ση­κώ­νε­ται πρὶν χτυ­πή­σει τὸ κου­δού­νι καὶ περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ αὐ­το­σχέ­δια γή­πε­δα, κλω­τσι­έ­ται μὲ δυ­ὸ παι­διὰ ποὺ τοὺς ἔ­κο­ψε, πά­ει πρὸς τὸν και­νούρ­γιο δά­σκα­λο: Κύ­ρι­ε, ἐ­σεῖς πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε;



Πη­γή: Περιοδικὸ Μικρὸ πεζὸ (τχ. 1, 2014).

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης (Αθήνα). Εἶναι ἐκπαιδευτικὸς, γράφει ποίηση καὶ μετα­φρά­ζει ἀπὸ τὰ ἰσπανικὰ. Ἔχει συμμετάσχει στὴ μετάφραση τῆς ἀνθο­λογίας ἰσπανόφωνου μικροδιηγήματος Mini71cuentos.


		
Advertisements

Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΑΝ συ­χνὰ ὅ­ταν τὰ παι­διὰ ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρά· κά­τι σὰν νά ’­θε­λαν ν’ ἀλ­λά­ξουν τὸν ἀ­έ­ρα τους. Μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ κῆ­πο καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔ­δι­ω­χναν γιὰ ἰ­δι­ο­κα­τοί­κη­ση, ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Πα­ρά­δει­σος γιὰ τὰ παι­διὰ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Γεν­νη­μέ­νο γιὰ παι­γνί­δι: τὰ πολ­λὰ δω­μά­τια καὶ οἱ δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι δι­ευ­κό­λυ­ναν τὸ κρυ­φτό, ὁ κῆ­πος βό­λευ­ε γιὰ μά­χες στὸ χῶ­μα, δί­τερ­μα στὸ τσι­μέν­το, παν­τρο­λο­γή­μα­τα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν στὸ ὑ­πό­γει­ο. Πέ­ρα­σαν μιὰ ζω­ὴ ἐ­κεῖ ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοὺς φά­νη­κε, Χούν­τα καὶ Με­τα­πο­λί­τευ­ση: σι­ω­πὴ κι ὕ­στε­ρα πα­νη­γύ­ρια – κα­ρα­μοῦ­ζες, ἀ­φί­σες, με­γά­φω­να καὶ κεῖ­νο τὸ τρα­γού­δι ποὺ σοῦ ’­σπα­γε τ’ αὐ­τιά:

                 Θὰ τὸν με­θύ­σου­με τὸν ἥ­λιο

                 σί­γου­ρα ναί…

        Ὅ­ταν πιὰ ἔ­φυ­γαν, πῆ­ραν καὶ τὸ σπί­τι μα­ζί τους. Λι­γά­κι ἀ­νοι­κο­νό­μη­το, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­ναν καὶ χώ­ρα­γε παν­τοῦ: τὸ σα­λό­νι μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο σα­λό­νι, ἡ κου­ζί­να στὴν ἄλ­λη κου­ζί­να, ὁ κῆ­πος στὸ μπαλ­κό­νι καὶ τε­λευ­ταῖ­ες οἱ κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴν ὥ­ρα τοῦ ὕ­πνου. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε σύ­στη­μα καὶ δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ταν κα­θό­λου μὲ τὰ δυ­ὸ σπί­τια, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κο­ρί­τσι. Ἀ­κό­μα καὶ τοὺς δι­α­κό­πτες τοὺς ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ. Στὸ τρί­το σπί­τι ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­νο ὁ κῆ­πος εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὰ πάν­τα: ἡ ρο­διὰ τὸ μπαλ­κό­νι, τὸ γι­α­σε­μὶ τὸν φω­τα­γω­γὸ κι οἱ κρί­νοι ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λο δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο μέ­χρι τὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια.

        Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ πῆ­γαν στὰ δι­κά τους σπί­τια, σὰν νὰ ἀ­πο­συν­το­νί­στη­κε κι αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ πά­ει. Τε­λι­κὰ δι­ά­λε­ξε τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­κο­λού­θη­σε πρῶ­τα σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὅ­που χώ­θη­κε καὶ ἐ­πι­κρά­τη­σε γιὰ τὰ κα­λά. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­κεί­νη με­τα­κό­μι­σε ἀλ­λοῦ, ὅ­που καὶ πά­λι ὑ­πῆρ­χε κῆ­πος.

        Ἐ­κεῖ τὰ δυ­ὸ σπί­τια ἔ­ζη­σαν ἁρ­μο­νι­κά. Τὰ δω­μά­τια φό­ρε­σαν τὰ και­νούρ­για δω­μά­τια καὶ δὲν μι­λοῦ­σαν κι ὁ κῆ­πος —με­γά­λος κι αὐ­τός— δυ­σα­να­σχέ­τη­σε λι­γά­κι μέ­χρι ποὺ δέ­χτη­κε τὴν ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν πο­λυ­χρω­μί­α τοῦ πα­λιοῦ. Πλή­ρης σύμ­πνοι­α. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δι­κά της, ἂν καὶ τὴ δυ­σα­ρε­στοῦ­σε πό­τε-πό­τε τό­ση γα­λή­νη. Πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­τσι μέ­χρι ποὺ τὸ πα­λιὸ σπί­τι ἔ­γι­νε σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το ἢ ἀ­νύ­παρ­κτο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε προ­βλέ­ψει – οὔ­τε κὰν σκε­φτεῖ. Τὴ με­λαγ­χο­λοῦ­σε κι ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε τό­σο συ­νη­θί­σει τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἐ­κεί­νου ποὺ τῆς φαι­νό­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α.

        Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει καὶ τὰ δυ­ό. Χω­ρὶς τύ­ψεις. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, κλεί­δω­σε κα­λὰ κι ἔ­φυ­γε. Οὔ­τε κὰν γύ­ρι­σε νὰ τὰ κοι­τά­ξει καὶ τὸ κλει­δὶ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κον­τέ­ι­νερ μιᾶς πα­ρα­κά­τω οἰ­κο­δο­μῆς.


Ἰ­ού­νιος 2016



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Λουίτζι Μαλέρμπα.



		

	

Ἕλενα Σανχουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): Ὁ ταξιδιώτης

sanjuanbenitoelena-otaksidiotis-eikona-01


Ἕλε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της

(El viajero)


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΝΙΕΜΠΛΑ μι­σεῖ τοὺς ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, γι’ αὐ­τὸ ἀ­μέ­σως μό­λις φτά­νει ἀρ­χί­ζει νὰ φεύ­γει: δὲν θὰ κά­τσω πο­λύ, πρέ­πει νὰ φύ­γω σύν­το­μα, αὔ­ριο ξυ­πνά­ω νω­ρίς. Φρά­σεις μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ προ­λά­βει νὰ ἔρ­θει. Δι­στά­ζει νὰ βγά­λει τὸ παλ­τό του καὶ τὸ κρα­τά­ει πάν­τα στὸ χέ­ρι γιὰ νὰ τὸ φο­ρέ­σει ξα­νά. Δὲν ἔ­χει πά­νω του πο­τὲ μαν­τή­λι, κά­νει με­γά­λους κύ­κλους προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν πε­ρά­σει κον­τὰ ἀ­πὸ σταθ­μοὺς καὶ δὲν ἔ­χει πα­τή­σει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ τὸ πό­δι του σὲ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο.

        Ἔ­χει πεῖ ἀν­τί­ο τό­σες φο­ρὲς ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρου­με πὼς δὲν πρό­κει­ται νὰ φύ­γει πο­τέ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.


Λεονάρντο Σάσα (Leonardo Sciascia): Τὸ μακρὺ ταξίδι

Sciascia,Leonardo-ToMakryTaksidi-Eikona-02


Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia)


Τὸ μακρὺ ταξίδι

(Il lungo viaggio)


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__Munthe ΝΥΧΤΑ ΕΜΟΙΑΖΕ ἰ­δα­νι­κὴ γι’ αὐ­τό, πυ­κνὸ σκο­τά­δι ποὺ ἀρ­κοῦ­σε ἡ πα­ρα­μι­κρή σου κί­νη­ση γιὰ νὰ νι­ώ­σεις τὸ βά­ρος της. Καὶ σὲ τρό­μα­ζε ἡ ἀ­νά­σα τοῦ κό­σμου – αὐ­τοῦ τοῦ θη­ρί­ου, ὁ ἦ­χος τῆς θά­λασ­σας: ἀ­νά­σα ποὺ ἔ­σβη­νε στὰ πό­δια τους.

        Μὲ τὶς χαρ­το­νέ­νι­ες βα­λί­τσες καὶ τὰ φαγ­κό­τα τους στέ­κον­ταν σὲ μιὰ πε­τρώ­δη πα­ρα­λί­α, προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ λό­φους με­τα­ξὺ Τζέ­λα καὶ Λι­κά­τα· εἶ­χαν φτά­σει τὸ σού­ρου­πο ἐ­κεῖ ξε­κι­νών­τας χα­ρά­μα­τα ἀ­π’ τὰ χω­ριά τους, κά­τι χω­ριὰ στὴν καρ­διὰ τῆς χώ­ρας, μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, μα­ζε­μέ­να στὴν ἄ­νυ­δρη ἔ­κτα­ση τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἔ­βλε­πε τὴ θά­λασ­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τρό­μα­ζε στὴ σκέ­ψη πὼς θά ’­πρε­πε νὰ τὴ δι­α­σχί­σει ὅ­λη μὲς στὴ νύ­χτα, ἀ­πὸ κεί­νη τὴν ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Σι­κε­λί­ας μέ­χρι τὴν ἄλ­λη ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, καὶ πά­λι μὲς στὴ νύ­χτα. Για­τί τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ συμ­φω­νί­α: «Ἐ­γὼ νύ­χτα θὰ σᾶς μπαρ­κά­ρω, καὶ νύ­χτα θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω», εἶ­χε πεῖ ὁ ἄν­τρας —ἕ­νας τύ­πος πλα­σι­ὲ ἂν κρί­νω ἀ­π’ τὴν πο­λυ­λο­γί­α του, μὰ σο­βα­ρὸς καὶ ἔν­τι­μος στὴν ὄ­ψη— «στὴν πα­ρα­λί­α τοῦ Νιοὺ Τζέρ­σι θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω· δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­π’ τὸ Νιοὺ Γιόρκ… Κι ὅ­ποι­ος ἔ­χει συγ­γε­νεῖς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς γρά­ψει νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νουν στὸν σταθ­μὸ τοῦ Τρέν­τον, δώ­δε­κα μέ­ρες με­τὰ τὸ μπαρ­κά­ρι­σμα… Λο­γα­ριά­στε μό­νοι σας… Βέ­βαι­α, γιὰ τὴν ἀ­κρι­βὴ μέ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐγ­γυ­η­θῶ: κά­τι ἡ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα, κά­τι ἡ ἀ­κτο­φυ­λα­κὴ ποὺ πα­ρα­φυ­λά­ει… Μιὰ μέ­ρα πρὶν μιὰ μέ­ρα με­τά, τί σᾶς κό­φτει; Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ ξεμ­παρ­κά­ρε­τε στὴν Ἀ­με­ρι­κή.»

        Ὅν­τως τὸ θέ­μα ἦ­ταν νὰ ξεμ­παρ­κά­ρουν στὴν Ἀ­με­ρι­κή· τὸ πῶς καὶ τὸ πό­τε δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α. Κι ὅ­ταν θὰ ἔ­φτα­ναν τὰ γράμ­μα­τα στοὺς συγ­γε­νεῖς τους, καὶ κεῖ­νοι θὰ κα­τόρ­θω­ναν νὰ βγά­λουν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὶς γραμ­μέ­νες μὲ κά­τι ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τα δι­ευ­θύν­σεις, τό­τε θὰ ἔρ­χον­ταν κι αὐ­τοί· «Ρω­τών­τας πᾶς στὴν Πό­λη», κα­θὼς λέ­ει κι ἡ πα­ροι­μί­α. Καὶ θὰ δι­έ­σχι­ζαν τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πέ­ραν­τη σκο­τει­νὴ θά­λασ­σα· καὶ θὰ προ­σέγ­γι­ζαν τὶς φάρ­μες καὶ τὶς φάμ­πρι­κες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῶν ἀ­δελ­φῶν θεί­ων ἀ­νι­ψι­ῶν ξα­δέλ­φων, στὰ ζε­στά, γε­μά­τα ἀ­γα­θὰ πλου­σι­ό­σπι­τα, στὰ με­γά­λα σὰν σπί­τια αὐ­το­κί­νη­τα.

        Δι­α­κό­σι­ες πε­νήν­τα χι­λιά­δες λί­ρες: μι­σὰ στὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση, μι­σὰ στὴν ἄ­φι­ξη. Τὶς φύ­λα­γαν κα­τά­σαρ­κα, κρε­μα­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ σὰν ἅ­γι­ες εἰ­κο­νί­τσες. Εἶ­χαν που­λή­σει ὅ,τι εἶ­χαν καὶ δὲν εἶ­χαν γιὰ νὰ τὶς μα­ζέ­ψουν: τὸ φτω­χό­σπι­το, τὸ μου­λά­ρι, τὸ γα­ϊ­δού­ρι, τὶς προ­μή­θει­ες τῆς χρο­νιᾶς, τὴ συρ­τα­ρι­έ­ρα, τὰ πα­πλώ­μα­τα. Οἱ πιὸ πο­νη­ροὶ εἶ­χαν ἀ­πευ­θυν­θεῖ στοὺς το­κο­γλύ­φους, μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ τοὺς ἐ­ξα­πα­τή­σουν· μιὰ φο­ρὰ του­λά­χι­στον, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια ποὺ θὰ εἶ­χαν ὑ­πο­στεῖ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­πί­ε­ση, κι ὅ­ταν θὰ σκέ­φτον­ταν τί μοῦ­τρα θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νοι ὅ­ταν τὸ ἔ­παιρ­ναν χαμ­πά­ρι, θὰ ἔ­νι­ω­θαν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι. «Ἄν­τε, κό­πια­σε νὰ μὲ ψά­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κή, βδέ­λα: ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­φέ­ρεις νὰ μὲ βρεῖς, θὰ σοῦ δώ­σω πί­σω τα λε­φτά σου, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τό­κο.» Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ δο­λά­ρια· ὄ­χι πιὰ τὰ λε­φτὰ τὰ φυ­λαγ­μέ­να στὸ κου­ρε­λι­α­σμέ­νο πορ­το­φό­λι ἢ τὰ κρυμ­μέ­να κα­τά­σαρ­κα, ἀλ­λὰ τὰ χω­μέ­να ἀ­ψή­φι­στα στὸ παν­τε­λό­νι, λε­φτὰ γερ­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες σὲ χοῦ­φτες: λὲς κι ἤ­θε­λαν νὰ τὰ δεί­ξουν στοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει ἀ­πὸ πεί­να, ξε­ρα­κια­νοὶ καὶ ψη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο· καὶ θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ἢ τριά­ντα χρό­νια, μὰ γιὰ σύν­το­μες δι­α­κο­πές, μὲ τὸ πρό­σω­πο γε­μά­το καὶ ρο­δα­λὸ ποὺ θὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ λευ­κὰ μαλ­λιά.

        Εἶ­χε ἤ­δη πά­ει ἕν­τε­κα. Ἕ­νας ἄ­να­ψε τὸν φα­κό: ση­μά­δι πὼς μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔρ­θουν γιὰ νὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν στὸ βα­πό­ρι. Ὅ­ταν τὸν ἔ­σβη­σε, τὸ σκο­τά­δι φά­νη­κε ἀ­κό­μα πιὸ πυ­κνὸ καὶ τρο­μα­κτι­κό. Ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γα λε­πτά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­νά­σα τῆς θά­λασ­σας ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἀ­κό­μα πιὸ ἀν­θρώ­πι­νος, οἰ­κεῖ­ος ἦ­χος τοῦ νε­ροῦ: λὲς καὶ γέ­μι­ζαν καὶ ἄ­δεια­ζαν κά­δοι μὲ ρυθ­μό. Κι ἔ­πει­τα κά­τι σὰν βου­η­τό, σὰν χα­μη­λό­φω­νο μουρ­μου­ρη­τό. Βρέ­θη­καν μπρο­στὰ στὸν κυρ-Μέλ­φα, ὄ­νο­μα μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο γνώ­ρι­ζαν τὸν ὀρ­γα­νω­τὴ τῆς πε­ρι­πέ­τειάς τους, πρὶν κα­λὰ κα­λὰ κα­τα­λά­βουν πὼς ἡ βάρ­κα εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὴ στε­ριά.

        «Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Ἄ­να­ψε τὸν φα­κό, ἔ­κα­νε τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ἔ­λει­παν δύ­ο. «Ἴ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σαν, ἴ­σως θά ’ρ­θουν ἀρ­γό­τε­ρα… Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γι’ αὐ­τούς. Μὲ τὸν κίν­δυ­νο ποὺ δι­α­τρέ­χου­με, γί­νε­ται νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νου­με;»

        Ὅ­λοι εἶ­παν πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νουν. «Ἂν κά­ποι­ος ἀ­πὸ σᾶς δὲν ἔ­χει ἕ­τοι­μα τὰ με­τρη­τά», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα, «κα­λὰ θὰ κά­νει νὰ ξα­να­πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς· κι ἄν μοῦ φυ­λά­ει τὴν ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πλοῖ­ο, εἶ­ναι βα­θιὰ γε­λα­σμέ­νος: θὰ σᾶς ξα­να­φέ­ρω πί­σω, μάρ­τυς μου ὁ Θε­ός, ὅ­σοι κι ἂν εἶ­στε. Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ πλη­ρώ­νουν ὅ­λοι γιὰ τὸν ἕ­να: γι’ αὐ­τὸ λοι­πὸν ὅ­ποι­ος φταί­ει θὰ τὸ πλη­ρω­θεῖ ἀ­πὸ μέ­να τὸν ἴ­διο κι ἀ­π’ τοὺς συν­τρό­φους του, ἕ­να μπερ­ντά­χι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σει ὅ­σο ζεῖ· ἂν τὴ γλυ­τώ­σει…

        Τὸν βε­βαί­ω­ναν ὅ­λοι τους καὶ ὁρ­κί­ζον­ταν πὼς εἶ­χαν τὰ λε­φτὰ μέ­χρι δε­κά­ρας.

        «Στὴ βάρ­κα», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Καὶ με­μιᾶς ἔ­γι­ναν ὅ­λοι ἄ­μορ­φη μά­ζα, ἕ­νας ἀ­να­κα­τε­μέ­νος σω­ρὸς ἀ­πὸ μπαγ­κά­ζια.

        «Χρι­στέ μου! Μὰ κου­βα­λή­σα­τε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι σας;» ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ει βλα­στή­μι­ες καὶ στα­μά­τη­σε μό­νο ὅ­ταν ὅ­λο το φορ­τί­ο στοι­βά­χτη­κε στὴ βάρ­κα, ἄν­θρω­ποι καὶ μπαγ­κά­ζια, μὲ κίν­δυ­νο νὰ κρε­μα­στεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴ – εἴ­τε ἄν­θρω­πος εἴ­τε φαγ­κό­το. Καὶ ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸ φαγ­κό­το γιὰ τὸν κυρ-Μέλ­φα βα­σι­ζό­ταν στὸ γε­γο­νὸς πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τὶς 250.000 λί­ρες ἐ­πά­νω του, ραμ­μέ­νες στὸ σα­κά­κι ἢ ἀ­νά­με­σα στὸ που­κά­μι­σο καὶ στὸ πε­τσί του. Τοὺς ἤ­ξε­ρε δὰ αὐ­τός, τοὺς ἤ­ξε­ρε κα­λά: κά­τι χω­ριά­τες ἀ­γροῖ­κοι, κά­τι ἄ­ξε­στοι.

        Τὸ τα­ξί­δι δι­ήρ­κε­σε λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ προ­βλε­πό­με­νο: ἕν­τε­κα νύ­χτες, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης καὶ τῆς νύ­χτας τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Καὶ με­τρά­γαν τὶς νύ­χτες ἀν­τὶ γιὰ τὶς μέ­ρες, για­τί οἱ νύ­χτες ἦ­ταν πνι­γε­ρὲς κα­θὼς τὶς περ­νοῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Ἔ­νι­ω­θαν λὲς καὶ βυ­θί­ζον­ταν στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ψα­ριοῦ, τῆς νά­φθας καὶ τοῦ ἐ­με­τοῦ ὅ­πως μὲς στὴν ὑ­γρὴ ζε­στὴ πίσ­σα. Τὸ χά­ρα­μα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν, κα­θὼς κα­τά­κο­ποι ἀ­να­ση­κώ­νον­ταν γιὰ νὰ λου­στοῦν στὸ φῶς καὶ στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀλ­λὰ ἐ­νῶ ἡ ἰ­δέ­α τῆς θά­λασ­σας ἦ­ταν γι’ αὐ­τοὺς κά­τι σὰν τὴ χλο­ε­ρὴ πε­διά­δα τοῦ στα­ριοῦ ὅ­ταν τὸ φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ἡ ἀ­λη­θι­νὴ θά­λασ­σα τοὺς τρό­μα­ζε: τοὺς σφίγ­γον­ταν τὰ σω­θι­κά, τὰ μά­τια τους μυρ­μήγ­κια­ζαν μὲ πό­νο σὰν τοὺς τύ­φλω­νε τὸ φῶς μό­λις ἀρ­γοῦ­σαν νὰ κοι­τά­ξουν.

        Τὴν ἑν­δέ­κα­τη ὅ­μως νύ­χτα ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς φώ­να­ξε στὴν κου­βέρ­τα: καὶ στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν πέ­σει στὴ θά­λασ­σα ἀ­να­ρίθ­μη­τοι ἀ­στε­ρι­σμοὶ σὰν κο­πά­δια· ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ ὅ­μως ἦ­ταν χω­ριά, χω­ριὰ τῆς πλού­σιας Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ ἔ­λαμ­παν μέ­σα στὴ νύ­χτα σὰν στο­λί­δια. Ἀλ­λὰ κι ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μα­γι­κή: ἤ­ρε­μη καὶ γλυ­κιά, μι­σο­φέγ­γα­ρο ποὺ περ­νοῦ­σε μέ­σα ἀ­πὸ φευ­γα­λέ­α σύν­νε­φα δι­α­φό­ρων σχη­μά­των, αὔ­ρα ποὺ ἄ­νοι­γε δι­ά­πλα­τα τὰ πνευ­μό­νια.

        «Νὰ ‘τη ἡ Ἀ­με­ρι­κή», ἔ­κα­νε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        «Δὲν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νὰ εἶ­ναι κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος;» ρώ­τη­σε κά­ποι­ος, για­τί σὲ ὅ­λο τὸ τα­ξί­δι σκε­φτό­ταν ὅ­τι στὴ θά­λασ­σα δὲν ὑ­πάρ­χουν μῆτε δρό­μοι μῆ­τε μου­λα­ρό­δρο­μοι, κι ἔ­πρε­πε νά ’­σαι πο­λὺ κα­πά­τσος γιὰ νὰ βρεῖς τὸν σω­στὸ δρό­μο δί­χως νὰ λα­θέ­ψεις, ὁ­δη­γών­τας ἕ­να κα­ρά­βι ἀ­νά­με­σα οὐ­ρα­νὸ καὶ θά­λασ­σα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα κοι­τών­τας τον μὲ συμ­πό­νια τοὺς ρώ­τη­σε ὅ­λους: «Μὴ μοῦ πεῖ­τε πὼς ἔ­χε­τε δεῖ πο­τὲ στὰ μέ­ρη σας τέ­τοι­ον ὁ­ρί­ζον­τα; Δὲν τὸ νι­ώ­θε­τε πὼς ὁ ἀ­έ­ρας εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός; Δὲν βλέ­πε­τε πῶς λάμ­πουν αὐ­τὰ τὰ χω­ριά;» Τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν ὅ­λοι καὶ κοί­τα­ξαν μὲ συμ­πό­νια καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση τὸν σύν­τρο­φό τους ποὺ εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ ξε­στο­μί­σει κά­τι τό­σο βλα­κῶ­δες.

        «Ὥ­ρα νὰ ξο­φλή­σε­τε τὸν λο­γα­ρια­σμό», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        Ψα­χού­λε­ψαν τὰ ροῦ­χα τους, ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὰ λε­φτά.

        «Ἑ­τοι­μά­στε τὰ πράγ­μα­τά σας», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα ἀ­φοῦ εἰ­σέ­πρα­ξε τὰ χρή­μα­τα.

        Χρει­ά­στη­καν με­ρι­κὰ λε­πτά: ἔ­χον­τας σχε­δὸν κα­τα­να­λώ­σει τὶς προ­μή­θει­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ ποὺ ἡ συμ­φω­νί­α ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ ἔ­χουν μα­ζί τους, δὲν τοὺς εἶ­χαν μεί­νει πα­ρὰ λί­γα ἀ­σπρό­ρου­χα καὶ τὰ δῶ­ρα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς: κά­τι κε­φά­λια πε­κο­ρί­νο κά­τι μπου­κά­λια πα­λιὸ κρα­σὶ κά­τι κεν­τή­μα­τα γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι ἢ γιὰ τὴν πλά­τη τοῦ κα­να­πέ. Μπῆ­καν στὴ βάρ­κα πα­νά­λα­φροι, γε­λών­τας καὶ τρα­γου­δών­τας· καὶ μὲ τὸ ποὺ κου­νή­θη­κε ἡ βάρ­κα ἕ­νας βάλ­θη­κε νὰ τρα­γου­δᾶ ξε­φω­νί­ζον­τας.

        «Μπὰς καὶ δὲν κα­τα­λά­βα­τε τί­πο­τα;» ἐ­ξορ­γί­στη­κε ὁ κυρ-Μέλ­φα. «Ἔ λοι­πὸν θέ­λε­τε νὰ μὲ πά­ρε­τε στὸν λαι­μό σας;… Μό­λις θὰ σᾶς ἀ­φή­σω στὴ στε­ριὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ πᾶ­τε στὸν πρῶ­το μπά­τσο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σε­τε, κι αὐ­τὸς θὰ σᾶς ἀ­ναγ­κά­σει νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω τρέ­χον­τας: δε­κά­ρα δὲν δί­νω, εἶ­στε ἐ­λεύ­θε­ροι ν’ αὐ­το­κτο­νή­σε­τε μὲ ὅ­ποι­ον τρό­πο θέ­λε­τε… Κι ἔ­πει­τα ἐ­γὼ σε­βά­στη­κα τὴ συμ­φω­νί­α: ὁ­ρί­στε ἡ Ἀ­με­ρι­κή, τὸ κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ ἐκ­πλή­ρω­σα… Δῶ­στε μου, ὅ­μως, τὸν χρό­νο νὰ γυ­ρί­σω στὸ πλοῖ­ο, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ!» Τοῦ ἔ­δω­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλοῖο, τό­σο ποὺ ἔ­μει­ναν πά­νω στὴ δρο­σε­ρὴ ἄμ­μο ἀ­να­πο­φά­σι­στοι, δί­χως νὰ ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν, κι ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ εὐ­λο­γοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κι ἄλ­λες ποὺ τὴν κα­τα­ρι­όν­ταν· μιὰ νύ­χτα πού, ἂν ἔ­με­ναν ἀ­κί­νη­τοι στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ τοὺς ἀγ­κά­λια­ζε μὲ τὴν προ­στα­σί­α της, ἐ­νῶ ἂν τολ­μοῦ­σαν ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­π’ αὐ­τήν, θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ νύ­χτα νὰ γί­νει τρο­με­ρὴ ἐ­νέ­δρα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς εἶ­χε συ­στή­σει νὰ σκορ­πι­στοῦν, ἀλ­λὰ κα­νείς τους δὲν αἰ­σθα­νό­ταν ἱ­κα­νὸς ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ τὸ Τρέν­τον ποιός ξέ­ρει πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν, ποι­ός ξέ­ρει πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­ζον­ταν γιὰ νὰ πᾶ­νε ἐ­κεῖ.

        Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σαν ἕ­να τρα­γού­δι μα­κρι­νό, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κό. «Σὰν νά ’­ναι κά­ποι­ος δι­κός μας», σκέ­φτη­καν: για­τὶ μιᾶς κι ὁ κό­σμος εἶ­ναι παν­τοῦ ἴ­διος, ἔ­τσι παν­τοῦ κι ὁ ἄν­θρω­πος ἐκ­φρά­ζει τὴ με­λαγ­χο­λί­α του, τὰ βά­σα­νά του μὲ τὸ τρα­γού­δι. Βρί­σκον­ταν ὅ­μως στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οἱ πό­λεις ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, πί­σω ἀ­πὸ πα­ρα­λί­ες γε­μά­τες ἄμ­μο καὶ δέν­τρα, ἦ­ταν πό­λεις τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς.

        Δυ­ὸ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν τὸ το­πί­ο. Περ­πά­τη­σαν μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ φῶς ποὺ ἀν­τι­φέγ­γι­ζε στὸν οὐ­ρα­νὸ τὸ πιὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Βρῆ­καν τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο σχε­δὸν ἀ­μέ­σως: «Ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νος, κα­λο­συν­τη­ρη­μέ­νος· ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι σὰν τὰ μέ­ρη μας», ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τὸν πε­ρί­με­ναν πιὸ φαρ­δύ, πιὸ ἴ­σιο. Στά­θη­καν στὴν ἄ­κρη γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν συ­ναν­τή­σεις: ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὸν δρό­μο περ­πα­τών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

        Πέ­ρα­σε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το: «Μοιά­ζει μὲ σε­ϊ­τσέν­το» κι ἔ­πει­τα ἕ­να ἄλ­λο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ μι­λε­τσέν­το, κι ἔ­πει­τα ἕ­να τρί­το: «Τ’ αὐ­το­κί­νη­τά τὰ ἔ­χουν γιὰ κα­πρί­τσιο, τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν στὰ παι­διά τους ὅ­πως ἐ­μεῖς τὰ πο­δή­λα­τα.» Ἔ­πει­τα πέ­ρα­σαν δυ­ὸ μο­το­σι­κλέ­τες, ἡ μιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κά­νον­τας ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο. Ἦ­ταν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α: κα­λύ­τε­ρα ποὺ στέ­κον­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν δρό­μο.

        Καὶ νὰ ποὺ τε­λι­κὰ ὑ­πῆρ­χαν πι­να­κί­δες. Κοί­τα­ξαν μπρο­στὰ καὶ πί­σω, μπῆ­καν στὸν δρό­μο, πλη­σί­α­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­βά­ζουν: Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να-Σκό­λι­τι.

        «Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να: σὰν κά­τι νὰ μοῦ θυ­μί­ζει αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

        «Καὶ μέ­να· καὶ τὸ Σκό­λι­τι δὲν μοῦ φαί­νε­ται ἄ­γνω­στο.»

        «Ἴ­σως νὰ κα­τοι­κοῦ­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας ἐ­δῶ, ἴ­σως ὁ θεῖ­ος μου προ­τοῦ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια: για­τὶ κι ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη προ­τοῦ νὰ πά­ει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια.»

        «Κι ὁ ἀ­δελ­φός μου ἦ­ταν σὲ ἄλ­λο μέ­ρος προ­τοῦ νὰ πά­ει στὸ Μπρού­κλιν… Ἀλ­λὰ πῶς τὸ λέ­γα­νε, δὲν θυ­μᾶ­μαι: κι ἔ­πει­τα, ἐ­μεῖς τὸ δι­α­βά­ζου­με Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, δι­α­βά­ζου­με Σκό­λι­τι· ἀλ­λὰ πῶς τὸ δι­α­βά­ζουν αὐ­τοὶ δὲν ξέ­ρου­με, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι δὲν τὸ γρά­φουν ὅ­πως τὸ δι­α­βά­ζουν.»

        «Ναί, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὡ­ραῖ­ο μὲ τὰ ἰ­τα­λι­κά: τὸ δι­α­βά­ζεις ὅ­πως τὸ γρά­φεις… Ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ βγά­λου­με ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα, πρέ­πει νὰ κά­νου­με κου­ρά­γιο… Ἐ­γὼ τὸ πρῶ­το ἁ­μά­ξι ποὺ θὰ πε­ρά­σει, θὰ τὸ στα­μα­τή­σω καὶ θὰ ρω­τή­σω μό­νο: “Τὸ Τρέν­τον;”… Ἐ­δῶ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι πιὸ μορ­φω­μέ­νοι. Ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν αὐ­τὸ ποὺ τοὺς λές, θὰ κά­νουν ἕ­να νεῦ­μα, ἕ­να σι­νιά­λο: καὶ του­λά­χι­στον θὰ κα­τα­λά­βου­με πρὸς τὰ ποῦ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο τὸ Τρέν­τον.»

        Ἀ­πὸ τὴ στρο­φή, στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα, πε­τά­χτη­κε ἕ­να τσιν­κου­ε­τσέν­το: ὁ ὁ­δη­γὸς τοὺς εἶ­δε νὰ πε­τά­γον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά του μὲ ση­κω­μέ­να τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸν στα­μα­τή­σουν. Φρέ­να­ρε βλα­στη­μών­τας: δὲν σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πα­γω­γή, για­τί ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἥ­συ­χες· πί­στε­ψε πὼς ἤ­θε­λαν νὰ δι­α­σχί­σουν τὸν δρό­μο, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

        «Τὸ Τρέν­τον;» ρώ­τη­σε ὁ ἕ­νας.

        «Τί;» ἔ­κα­νε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Τὸ Τρέν­τον;»

        «Ποι­ό Τρέν­τον τὴν Πα­να­γί­α σας», βλα­στή­μη­σε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Μι­λά­ει ἰ­τα­λι­κά», εἴ­πα­νε κι οἱ δυ­ὸ κοι­τών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο μὲ ἀ­πο­ρί­α, ἀ­φοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους κά­τι τέ­τοι­ο.

        Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ξα­νά­βα­λε μπρός. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το τι­νά­χτη­κε πρὸς τὰ μπρο­στὰ καὶ μό­νο τό­τε φώ­να­ξε στοὺς δυ­ό τους ποὺ πα­ρέ­με­ναν στὸν δρό­μο σὰν ἀ­γάλ­μα­τα: «Με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες καὶ πούτ…» τὴν ὑ­πό­λοι­πη φρά­ση τὴν πῆ­ρε ὁ ἄ­νε­μος.

        Ἁ­πλώ­θη­κε σι­ω­πή.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό, ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ εἶ­χε φα­νεῖ γνω­στὸ τὸ Σάν­τα Κρό­τσε εἶ­πε: «Θυ­μᾶ­μαι τὸ Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, μιὰ χρο­νιὰ ποὺ δὲν πῆ­γε κα­λὰ στὰ μέ­ρη μας ὁ πα­τέ­ρας μου μᾶς πῆ­γε ἐ­κεῖ γιὰ τὸν θε­ρι­σμό.»

        Ρί­χτη­καν τό­τε μὲ σπα­ραγ­μὸ στὸ χαν­τά­κι τοῦ δρό­μου, κα­θὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε βι­α­σύ­νη νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ νέ­ο, τὸ νέ­ο πὼς εἶ­χαν ξεμ­παρ­κά­ρει στὴ Σι­κε­λί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Il mare colore del vino [Θά­λασ­σα στὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­σιοῦ] (Adelphi Edizioni, Milano, 1996).



Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia) (Ρα­καλ­μοῦ­το τῆς Σι­κε­λί­ας, 1921 – Πα­λέρ­μο, 1989). Ὑ­πῆρ­ξε πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα του συγ­κα­τα­λέ­γον­ται μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­στυ­νο­μι­κά—, δι­η­γή­μα­τα, ἄρ­θρα, δο­κί­μια, ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Κά­ποι­α βι­βλί­α του με­τα­φέρ­θη­καν καὶ στὴ με­γά­λη ὀ­θό­νη. Στὰ ἔρ­γα του θί­γει τὰ κα­κῶς κεί­με­να τῆς χώ­ρας του, ὅ­πως τὸ κυ­ρί­αρ­χο πρό­βλη­μα τῆς Μα­φί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆ­ς δι­α­φθο­ρᾶς, καὶ γι’ αὐ­τὸ δι­καί­ως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σαν «ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴ­  τῆς ἰ­τα­λι­κῆς συ­νεί­δη­σης». Στὰ κρι­τι­κά του κεί­με­να ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὴ Σι­κε­λί­α, τὸν Πι­ραν­τέ­λο, τὴν πο­λι­τι­κή – ὅ­πως μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ Ἄλ­ντο Μό­ρο ἀ­πὸ τὶς Ἐ­ρυ­θρὲς Τα­ξι­αρ­χί­ες. Ἐρ­γά­στη­κε καὶ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φο­ς  καὶ με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν: Γου­ί­τμαν, Λόρ­κα, Ἀ­να­τὸλ Φράνς κ.ἄ. Ἐ­ξε­λέ­γη βου­λευ­τὴς στὸ ἰ­τα­λι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ κοι­νο­βού­λιο, ἀλ­λὰ κρά­τη­σε τὴ θε­σμι­κὴ θέ­ση στὴν ἰ­τα­λι­κὴ βου­λή, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴν ἔ­ρευ­να στὸ πλαί­σιο τῆς Εἰ­δι­κῆς Κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς. Ἔρ­γα του: μέ­ρα τῆς κου­κου­βά­γιας (1961), Τὸ πρω­το­κό­λο τῆς Αἰ­γύ­πτου (1963), Στὸν κα­θέ­να αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ­ξί­ζει (1966), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Πι­ραν­τε­λι­σμός (1953), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Σι­κε­λί­α (1961), ­πό­θε­ση Μό­ρο (1978) κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

 

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ἡ ἀντάμωση

Aggeli,Nansy-IAntamosi-Eikona-01

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ



Ἡ ἀν­τά­μω­ση


04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟΝ ΕΒΛΕΠΕ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ καὶ ἔ­πει­τα τὸν ἔ­χα­νε, πά­λι στιγ­μια­ῖα, σὲ κά­θε κί­νη­ση τῶν συ­ρό­με­νων με­ταλ­λι­κῶν φύλ­λων. Τὸν ἔ­ψα­χνε μὲ τὰ μά­τια στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν ἀ­νά­με­σα στὸ δι­α­δο­χι­κὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα τῶν θυ­ρῶν, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νος νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν δεῖ. Τὴ δι­α­σκέ­δα­ζε αὐ­τό. Νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν ἀ­γω­νί­α του, τὶς συ­σπά­σεις τοῦ προ­σώ­που του κα­θὼς πε­ρί­με­νε νὰ τὴν ἀν­τι­κρί­σει, ὅ­σο ἡ λα­χτά­ρα του ἔ­φτα­νε στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Χα­μο­γε­λοῦ­σε για­τὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, για­τὶ ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ, καὶ για­τί μέ­σα σὲ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ ἔ­σβη­νε τὰ ση­μά­δια τῆς ἀ­να­μο­νῆς καὶ τῆς ἐγ­καρ­τέ­ρη­σής του σφίγ­γον­τάς τον στὴν ἀγ­κα­λιά της. Νά­ ‘τος πά­λι. Βη­μα­τί­ζει νευ­ρι­κὰ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Δὲν πρέ­πει νὰ τὴν δεῖ, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­πρό­σμε­νη ἡ ἐμ­φά­νι­σή της ποὺ νὰ τὸν κά­νει νὰ πα­ρα­λύ­σει ἀ­πὸ χα­ρά. Τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­να­μο­νῆς ἦ­ταν τώ­ρα ἐ­λεγ­χό­με­νο, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­τα­θεῖ λί­γο ἀ­κό­μη, μιᾶς καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν πιὰ στὰ πρό­θυ­ρα. Τὸ παι­χνί­δι δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πα­ρὰ μό­νο λί­γες στιγ­μές, μὰ τῆς ἔ­δι­νε μιὰ σα­δο­μα­ζο­χι­στι­κὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση, μιὰ αἴ­σθη­ση παν­το­δυ­να­μί­ας, ὅ­τι ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κι­νοῦ­σε τὰ νή­μα­τα καὶ ἀ­πο­φά­σι­ζε τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῶν ἡ­ρώ­ων στὴ σκη­νή. Ἀλ­λά, καὶ γιὰ κεί­νη ἦ­ταν κά­πως δύ­σκο­λο. Ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴ χα­ρά της ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τὴν ὄ­ρε­ξή της νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Ἤ­θε­λε κού­ρε­μα, τὰ μαλ­λιὰ του εἶ­χαν μα­κρύ­νει, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ γκρι­ζά­ρει ἐ­λα­φρῶς ἢ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της;

        Νὰ ἦ­ταν ἰ­δέ­α της ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ κου­ρα­σμέ­νο, ἀ­νή­συ­χο, ἐκ­φρα­στι­κὸ πρό­σω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­σοῦ­σε πάν­τα ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι πί­κρας, κά­νον­τας τὴν ὑ­πο­ψί­α χα­ρᾶς στὸ βά­θος τῶν μα­τι­ῶν του ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα φευ­γα­λέ­α, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν γέν­νη­μα θρέμ­μα ἄλ­λου τό­που, ἄλ­λης γῆς καὶ ἄλ­λων και­ρῶν; Τὸν κοί­τα­ζε καὶ συ­νέ­κρι­νε τὴ μορ­φή του μὲ αὐ­τὴ τῶν ξέ­νων, εὐ­ϋ­πό­λη­πτων πο­λι­τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν χω­ρῶν ποὺ τὴν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν, καὶ ἐ­κεῖ­νος ἔ­μοια­ζε νὰ βγαί­νει πάν­τα λί­γο χα­μέ­νος καὶ ὡ­στό­σο νὰ δί­νει ταυ­τό­χρο­να τὴν ἐν­τύ­πω­ση μιᾶς φθαρ­μέ­νης ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ψυ­χι­κῆς ἀ­νά­τα­σης ποὺ ἂν καὶ τὴν κα­μου­φλά­ρι­ζε ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ (πί­σω ἀ­πὸ τὸν μό­χθο μιᾶς ζω­ῆς, τὴν αἰ­ώ­νια ἀ­γα­νά­κτη­σή του, τὰ πα­ρά­πο­νά του γιὰ τὸν κό­σμο, τὸ με­τα­χει­ρι­σμέ­νο αὐ­το­κί­νη­τό του), ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν αἰ­σθαν­θεῖ ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­να­δύ­ον­ταν ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα του, ποὺ τώ­ρα βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ τὴ βάρ­κα του, τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ πε­ρι­βό­λι του, μέ­σα σ’ ἕ­ναν κλι­νι­κὰ λευ­κὸ χῶ­ρο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ κά­θε αὐ­τό­μα­το μη­χά­νη­μα ποὺ τοῦ πρό­σφε­ρε, δῆ­θεν, τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες του. Ναί, βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, ἦ­ταν μέ­ρος ἑ­νὸς ἀ­νε­παί­σθη­του συ­νό­λου ποὺ μό­νο ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ καὶ νὰ νι­ώ­σει ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ ψη­λὰ ὅ­σο τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἔ­φτα­νε στὸν προ­ο­ρι­σμό του καὶ ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πα­τοῦ­σε στὴ γῆ. Για­τί στὸ πρό­σω­πό του κα­θε­φτί­ζον­ταν ὅ­λη ἡ νο­σταλ­γί­α γι’ αὐ­τὴν τὴν πα­τρί­δα ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει πί­σω της καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε πιὰ πα­ρὰ μό­νο σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης ἐ­φή­με­ρος καὶ —ἀ­να­πό­φευ­κτα— λί­γο ξέ­νος. Ἀ­γα­ποῦ­σε (τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σε μα­κριὰ τὸ ἤ­ξε­ρε) τὶς ρωγ­μὲς τῶν μαρ­μά­ρι­νων μνη­μεί­ων, σὰν τὶς ρυ­τί­δες τοῦ προ­σώ­που του, τὴ σκό­νη τῶν γκρί­ζων τοί­χων σὰν τὰ με­λαγ­χο­λι­κά του μά­τια, τὶς τσι­μεν­τέ­νι­ες τα­ρά­τσες καὶ τὶς δί­πα­τες, τε­τρά­γω­νες κα­τοι­κί­ες σὰν τὸ σκλη­ρὸ καὶ ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νο δέρ­μα τῶν χε­ρι­ῶν του. Τὴ μυ­ρω­διὰ αὐ­τῆς τῆς πο­λύ­πα­θης καὶ πο­λύ­βου­ης πρω­τεύ­ου­σας, σὰν τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ ποὺ πό­τι­ζε τοὺς πό­ρους του. Για­τί, ὅ­ταν ἄ­να­βε τὸ τσι­γά­ρο καὶ φούν­τω­νε ἡ καύ­τρα σὲ κά­θε ρου­φη­ξιά, ἦ­ταν σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ βά­λει μέ­σα του ὅ­λη τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φὴ τοῦ κό­σμου, αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου ποὺ τὸν ἔ­φτια­ξε. Καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, τὸ νὰ ρου­φά­ει ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, σὰν νὰ τὸν ἔ­θρε­φε ἡ προ­σπά­θειά του νὰ πά­ει κόν­τρα σ’ ὅ­λα, νὰ σπά­σει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α του πα­ΐ­δια σ’ αὐ­τὴ τὴ σύγ­κρου­ση, ἀ­π’ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε πα­ρα­παί­ον­τας, ἀλ­λὰ ζων­τα­νός. Ναί, οἱ μπαμ­πά­δες ἦ­ταν γιὰ κεί­νη σὰν ἀ­κλό­νη­τοι βρά­χοι, ἐ­κεῖ ποὺ γεν­νι­οῦν­ται, ἐ­κεῖ πε­θαί­νουν, ἐ­κεῖ στέ­κον­ται ὄρ­θιοι ὅ­σος ἀ­έ­ρας κι ἂν φυ­σᾶ, ὅ­σες κα­ται­γί­δες κι ἂν προ­μη­νύ­ον­ται. Ἐ­κεῖ ποὺ τοὺς ἀ­φή­νει κα­νείς, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς τοὺς βρί­σκει σὰν νὰ μὴν πέ­ρα­σε και­ρός, σὰν ὁ χρό­νος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση, ἕ­να δα­χτυ­λί­δι κα­πνοῦ ποὺ δι­α­λύ­ε­ται στὸν ἄ­νε­μο. Γιὰ κεί­νη ἦ­ταν ὁ βρά­χος ποὺ ἀ­νέ­μι­ζε ἡ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ μο­να­δι­κὴ δι­κή της ση­μαί­α, ἡ δι­κή της πα­τρί­δα. Αὐ­τὴ ποὺ ἄ­φη­σε πί­σω της γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μεί­νει μέ­σα της.

        Πῆ­ρε τὶς ἀ­πο­σκευ­ές της καὶ πέ­ρα­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ συ­ρό­με­να με­ταλ­λι­κὰ φύλ­λα. Γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρά, εἶ­χε φτά­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας ( διηγήματα, ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Χουὰν Χοσὲ Μιγιάς (Juan José Millás): Μπέρδεμα

Millas,JuanJose-Mperdema-Eikona-04


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Μπέρ­δε­μα

(Confusión)


 

01-PiΡΙΝ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ξε­τυ­λί­ξω τὸ δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων μου, ἀ­κού­στη­κε μέ­σα ἀπ’ τὸ πα­κέ­το ἕ­να κου­δού­νι­σμα: ἦ­ταν ἕ­να κι­νη­τό. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄ­κου­σα τὴ γυ­ναί­κα μου νὰ μοῦ εὔ­χε­ται γε­λών­τας ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου. Τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὴ ζω­ή: γιὰ τὰ χρό­νια ποὺ ἤ­μα­σταν μα­ζὶ κι ὅ­λα αὐ­τά. Ἐ­πέ­μει­νε ὅ­μως νὰ τὸ κά­νου­με ἀ­π’ τὸ τη­λέ­φω­νο, κι ἔ­τσι πῆ­γε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε στὸ σα­λό­νι, ὅ­που εἶ­χα ἀ­πο­μεί­νει ἐ­γὼ μὲ τὸ μα­ρα­φέ­τι στὴν τσέ­πη. Μό­λις τε­λει­ώ­σα­με τὴν κου­βέν­τα πῆ­γα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ τὴ βρῆ­κα νὰ κά­θε­ται στὸ κρε­βά­τι, σκε­φτι­κή. Μοῦ εἶ­πε πὼς εἶ­χε μό­λις μι­λή­σει στὸ τη­λέ­φω­νο μὲ τὸν ἄν­τρα της καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε σ’ αὐ­τόν. Ἡ ἱ­στο­ρί­α μας τῆς προ­κα­λοῦ­σε ἐ­νο­χές. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κός της σύ­ζυ­γος, κι ἔ­τσι ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξέ­λα­βα ὡς σε­ξου­α­λι­κὴ πρό­κλη­ση. Κά­να­με ἔ­ρω­τα μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α δύ­ο μοι­χῶν. Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, ἤ­μουν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­τρω­γα ἕ­να σάν­του­ιτς γιὰ κο­λα­τσιό, ὅ­ταν χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη, φυ­σι­κά. Εἶ­πε ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ μοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ πὼς εἶ­χε ἐ­ρα­στή. Ἐ­γὼ πῆ­γα μὲ τὰ νε­ρά της για­τὶ μοῦ φά­νη­κε πὼς ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­χνί­δι μᾶς βό­λευ­ε καὶ τοὺς δύο. Τῆς ἀ­πάν­τη­σα λοι­πὸν νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ: εἴ­χα­με ξε­πε­ρά­σει κι ἄλ­λες κρί­σεις, κι ἔ­τσι θὰ ξε­περ­νού­σα­με κι αὐ­τήν. Τὸ βρά­δυ ξα­να­μι­λή­σα­με στὸ τη­λέ­φω­νο, ὅ­πως τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα, καὶ μοῦ εἶ­πε πὼς σὲ λί­γο θὰ συ­ναν­τι­ό­ταν μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της. Αὐ­τὸ μὲ δι­ή­γει­ρε πο­λύ, τὸ ἔ­κλει­σα ἀ­μέ­σως, πῆ­γα στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ κά­να­με ἔ­ρω­τα μέ­χρι τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ὅ­λη ἡ βδο­μά­δα κύ­λη­σε ἔ­τσι. Τὸ Σάβ­βα­το, τε­λι­κά, ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα με­τὰ ἀ­πὸ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τη­λε­φω­νι­κὴ συ­νο­μι­λί­α, μοῦ εἶ­πε πὼς μ’ ἀ­γα­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε νὰ μ’ ἀ­φή­σει για­τὶ ὁ ἄν­τρας της τὴ χρει­α­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­γώ. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ δή­λω­ση, τὰ μά­ζε­ψε καὶ ἔ­φυ­γε· ἀ­πὸ τό­τε τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν ἔ­χει ξα­να­χτυ­πή­σει. Εἶ­μαι μπερ­δε­μέ­νος.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Por favor, sea breve 2 (ἐπ. Clara Obligado, Editorial Paginas de Espuma, Madrid, 2009).

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν αὐ­τό, Βλά­κας, νε­κρός, μπά­σταρ­δος καὶ ἀ­ό­ρα­τος, Λά­ου­ρα καὶ Χού­λιο (καὶ Μα­νου­έλ).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ ΕΚΕΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες: Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Στε­φα­νί­α Κω­στού­ρου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μα­ρά, Μα­ρί­α Στερ­γί­ου, Μα­ρί­α Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Κ. Γ. Καρυωτάκης: Κάθαρσις

Under-the-table transactions...


Κ. Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης


Κά­θαρ­σις


 

03-BitaΕΒΑΙΑ. Ἔ­πρε­πε νὰ σκύ­ψω μπρο­στὰ στὸν ἕ­να καί, χα­ϊ­δεύ­ον­τας ἡ­δο­νι­κὰ τὸ μαῦ­ρο σε­βι­ὸ­τ —πάφ, πάφ, πάφ, πάφ—, «ἔ­χε­τε λί­γη σκό­νη» νὰ εἰ­πῶ «κύ­ρι­ε Ἄλ­φα».

         Ὕ­στε­ρα ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νω στὴ γω­νί­α, κι ὅ­ταν ἀν­τί­κρυ­ζα τὴν κοι­λιὰ τοῦ ἄλ­λου, ἀ­φοῦ θά ‘­χα ἐ­πὶ τό­σα χρό­νια πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὰ αἰ­σθή­μα­τα καὶ τὸ σφυγ­μό της, νὰ σκύ­ψω ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ καὶ νὰ ψι­θυ­ρί­σω ἐμ­πι­στευ­τι­κά: «Ἄχ, αὐ­τός ὁ Ἄλ­φα, κύ­ρι­ε Βῆ­τα…»

          Ἔ­πρε­πεν, πί­σω ἀ­πὸ τὰ γυα­λιὰ τοῦ Γάμ­μα, νὰ κα­ρα­δο­κῶ τὴν ἱ­λα­ρὴ μα­τιά του. Ἂν μοῦ τὴν ἐ­χά­ρι­ζε, νὰ ξε­δι­πλώ­σω τὸ κα­λύ­τε­ρο χα­μό­γε­λό μου καὶ νὰ τὴ δε­χτῶ ὅ­πως σὲ μαν­δύ­α ἱπ­πό­του ἕ­να βα­σι­λι­κὸ βρέ­φος. Ἂν ὅ­μως ἀρ­γοῦ­σε, νὰ σκύ­ψω γιὰ τρί­τη φο­ρὰ γε­μά­τος συν­τρι­βὴ καὶ ν’ ἀρ­θρώ­σω: «Δοῦ­λος σας, κύ­ρι­έ μου».

          Ἀλ­λὰ πρῶ­τα-πρῶ­τα ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νω στὴ σπεί­ρα τοῦ Δέλ­τα. Ἐ­κεῖ ἡ λη­στεί­α γι­νό­ταν ὑ­πὸ λαμ­προύς, δι­ε­θνεῖς οἰ­ω­νούς, μέ­σα σὲ πο­λυ­τε­λῆ γρα­φεῖ­α. Στὴν ἀρ­χἠ, δὲ θὰ ὑ­πῆρ­χα. Κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ τὸν κον­τό­πα­χο τμη­μα­τάρ­χη μου, θὰ ὀ­σφραι­νό­μουν. Θὰ εἶ­χα τρό­πους λε­πτούς, ἀ­έ­ρι­νους. Θὰ ἐ­μά­θαι­να τὴ συν­θη­μα­τι­κή τους γλώσ­σα. Ἡ ψαύ­σις τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ μέ­ρους τῆς χω­ρί­στρας θὰ ἐ­σή­μαι­νε: «πεν­τα­κό­σι­ες χι­λιά­δες». Ἕ­να ἐ­πί­μο­νο τί­ναγ­μα τῆς στά­χτης τοῦ πού­ρου θὰ ἔ­λε­γε: «σύμ­φω­νος». Θὰ ἐ­κέρ­δι­ζα τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ὅ­λων. Καί, μιὰ μέ­ρα ἀ­κουμ­πών­τας στὸ κρύ­σταλ­λο τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μου, θὰ ἔ­γρα­φα ἐ­γὼ τὴν ἀ­πάν­τη­ση «Ὁ αὐ­τό­νο­μος ὀρ­γα­νι­σμός μας, κύ­ρι­ε Εἰ­σαγ­γε­λεῦ…»

          Ἔ­πρε­πε νὰ σκύ­ψω, νὰ σκύ­ψω, νὰ σκύ­ψω. Τό­σο ποὺ ἡ μύ­τη μου νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ τὴ φτέρ­να μου. Ἔ­τσι βο­λι­κὰ κου­λου­ρι­α­σμέ­νος, νὰ κυ­λῶ καὶ νὰ φθά­σω.

        Κα­νά­γι­ες!

        Τὸ ψω­μὶ τῆς ἐ­ξο­ρί­ας μὲ τρέ­φει. Κου­ροῦ­νες χτυ­ποῦν τὰ τζά­μια τῆς κά­μα­ράς μ­ου. Καὶ σὲ βα­σα­νι­σμέ­να στή­θη χω­ρι­κῶν βλέ­πω νὰ δυ­να­μώ­νει ἡ πνο­ὴ ποὺ θὰ σᾶς σα­ρώ­σει.

          Σή­με­ρα ἐ­πῆ­ρα τὰ κλει­διὰ κι ἀ­νέ­βη­κα στὸ ἐ­νε­τι­κὸ φρού­ριο. Ἐ­πέ­ρα­σα τρεῖς πόρ­τες, τρί­α πα­νύ­ψη­λα, κι­τρι­νω­πὰ τεί­χη, μὲ ριγ­μέ­νες ἐ­πάλ­ξεις. Ὅ­ταν βρέ­θη­κα μέ­σα στὸν ἐ­σω­τε­ρι­κό, τρί­το κύ­κλο, ἔ­χα­σα τὰ ἴ­χνη σας. Κοι­τά­ζον­τας ἀ­πὸ τὶς πο­λε­μί­στρες, χα­μη­λά, τὴ θά­λασ­σα, τὴν πε­διά­δα, τὰ βου­νά, ἔ­νι­ω­θα τὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­σφα­λῆ. Ἐμ­πῆ­κα σ’ ἐ­ρει­πω­μέ­νους στρα­τῶ­νες, σὲ κρύ­πτες ὅ­που εἶ­χαν φυ­τρώ­σει συ­κι­ὲς καὶ ρο­δι­ές. Ἐ­φώ­να­ζα στὴν ἐ­ρη­μί­α. Ἐ­περ­πά­τη­σα ὁ­λό­κλη­ρες ὧ­ρες σπά­ζον­τας με­γά­λα, ξε­ρὰ χόρ­τα. Ἀγ­κά­θια κι ἀ­έ­ρας δυ­να­τὸς κολ­λοῦ­σαν στὰ ροῦ­χα μου. Μὲ ἦ­βρε ἡ νύ­χτα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Κ.Γ. Κα­ρυω­τά­κης, Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά, Ἐπι­μέ­λεια Γιῶργος Σαβ­βί­δης, Ἐκδ. «Ἑρ­μῆς», Ἀθή­να, 1975.

 

 

Κ.Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης (Τρί­πο­λη 1896-1928). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὴν Ἀ­θή­να. Ποι­η­τικὰ βι­βλί­α του: Ὁ Πό­νος τοῦ Ἀν­θρώ­που καὶ τῶν Πραγ­μά­των (1919), Νη­πεν­θῆ (1921), Ἐ­λε­γεῖα καὶ Σά­τι­ρες (χ.χ.).