Γιώτα Ἀναγνώστου: Δὲν θ’ ἀργήσει


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου 

 

Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει


ΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ τὰ ἄ­με­τρα,  τὰ ἀ­βυσ­σα­λέ­α βά­θη,  τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος. Τὸν ὄγ­κο του ὠ­θεῖ μὲς στὸ νε­ρὸ ση­κώ­νον­τας τὴν ἄμ­μο ἀ­π’ τὸν πυθ­μέ­να. Τὸν ὕ­πνο τῶν πε­τα­λού­δων τοῦ βυ­θοῦ τα­ρά­ζει καὶ σπᾶ­νε ἐ­κεῖ­νες τὰ κου­κού­λια καὶ φτε­ρο­κο­ποῦν τρι­γύ­ρω φω­σφο­ρί­ζου­σες. Τὸ μά­τι του θο­λὸ ἀ­πὸ δά­κρυ­α θυ­μοῦ γιὰ τὰ μι­κρό­τε­ρα ψα­ρά­κια ποὺ ἐ­νο­χλοῦ­νε τὴν πο­ρεί­α του. Κά­νει ἑ­λιγ­μοὺς νὰ τὰ ἀ­πο­φύ­γει ἐ­πι­δέ­ξιους. Τὸν μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸν φό­βο ποὺ τρι­γύ­ρω σπέρ­νει κι ἀ­κού­ει τῶν ὠ­κε­α­νῶν τὸ λά­λον ὕ­δωρ ποὺ τοῦ με­τα­φέ­ρει τὴν ἀ­πό­γνω­ση μι­κρῶν ζω­ῶν.

        Πτε­ρύ­για καὶ οὐ­ρὰ ἔ­χει ἀ­πὸ με­τά­ξι. Γα­λα­ζο­πρά­σι­νο τὸ χρῶ­μα του μὰ τὸ κε­φά­λι φού­ξια, ξε­χω­ρί­ζει. Τὸ στό­μα σὰν ἀ­νοί­γει κα­τα­πί­νει ὅ­λο τὸ πλαγ­κτὸν τῆς θά­λασ­σας κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν φυ­ση­τή­ρα του ἐ­κτι­νάσ­σει ἀ­πεί­θαρ­χα βρο­χὴ ἀ­στε­ρι­ῶν ποὺ σκᾶ­νε ἄλ­λα μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ ἄλ­λα, ἀ­κό­μα πιὸ με­γά­λα, ἔ­ξω στὸν κα­τα­σκό­τει­νο οὐ­ρα­νό.

        Ἕ­να πε­λώ­ριο κῆ­τος. Πλέ­ει πρὸς τὰ ρη­χὰ γιὰ νὰ μὲ βρεῖ. Ἕ­νας βα­ρὺς καὶ ἐ­ξαί­σιος ὑ­πο­βρύ­χιος κό­σμος θὰ ἐ­ξο­κεί­λει στὰ ρη­χὰ καὶ θὰ μὲ κα­τα­πι­εῖ για­τί ἄλ­λο σκο­πὸ δὲν ἔ­χει ἡ ὕ­παρ­ξή του καὶ ἡ πλεύ­ση του αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­δώ­σει δι­και­ο­σύ­νη. Εἶ­ναι ἕ­να κῆ­τος δι­κα­στής. Μοῦ στέλ­νει τὴ φω­νή του μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ σὲ συ­χνό­τη­τες ποὺ ξέ­ρει πὼς δι­α­κρί­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά, ἐ­νῶ τὸ πε­ρι­μέ­νω μὲ λα­χτά­ρα, ἄ­ο­πλη ἐν­τε­λῶς – ὅ­πως αὐ­τὸς ποὺ ξέ­ρει ὅ­τι φταί­ει ποὺ τὰ ὅ­πλα του ἀ­παρ­νή­θη­κε καὶ λα­χτα­ρᾶ τὴν τι­μω­ρί­α, κι εἶ­ναι ἡ φω­νὴ καὶ τὸ τρα­γού­δι του κλά­μα μω­ροῦ πού μοῦ ζη­τά­ει νὰ τὸ θη­λά­σω.

        Τὸ νι­ώ­θω. Πλη­σιά­ζει. Δὲν εἶ­ναι ποὺ τὸ στῆ­θος μου φου­σκώ­νει καὶ  τὴν ἄ­φι­ξή του ἀ­ναγ­γέλ­λει. Εἶ­ναι ποὺ ξέ­ρει, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος, ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χω γιὰ πο­λὺ νὰ πε­ρι­μέ­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


Ἀλέξανδρος Ἀδαμόπουλος: Τὸ φασόλι


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος


Τὸ φασόλι


…ΧΙΛΙΟΕΙΠΩΜΕΝΕΣ μα­ται­ό­τη­τες:

Ποι­ός ἔ­χει τί, καὶ ποῦ τὰ βρί­σκει, καὶ ποι­ός εἶ­ναι φί­λος μὲ ποι­όν, καὶ ποῦ­θε κρα­τᾶ ἡ σκού­φια του, καὶ πό­σες γε­νι­ὲς βα­στά­ει τὸ τά­δε τζά­κι, καὶ ἂν ἡ Ἀ­νά­στα­σις εἶ­ναι ἐν­τὸς ἢ ἐ­κτός μας, καὶ ἂν ὁ Ἔ­ρως εἶν΄ ἔ­τσι ἢ ἂν εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς…

         Ἡ ἴ­δια φάρ­σα καὶ πάν­τα, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, τὸ ἴ­διο πάν­τα ψέ­μα.

            Ἔ­σκυ­βα σι­ω­πη­λὸς στὰ δί­χως ἀ­γά­πη μα­γει­ρε­μέ­να φα­γη­τὰ καὶ κα­τά­πι­να μὲ δυ­σκο­λί­α τὶς μπου­κι­ές, ὥ­σπου ὁ μι­κρὸς με­λα­ψὸς λα­κὲς —ποι­ός ξέ­ρει ποῦ τὸ ψά­ρε­ψαν καὶ τὸ μα­σκά­ρε­ψαν ἔ­τσι τὸ παι­δὶ— γε­μί­ζον­τας κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου, συ­νάν­τη­σε τὸ βλέμ­μα μου. Μι­σὴ στιγ­μὴ τὰ εἴ­πα­με ὅ­λα· ἔ­σκα­σαν δυ­ὸ λακ­κά­κια στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν του κι ἔ­φυ­γε. Καὶ στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο, γε­μί­ζον­τας πά­λι τὸ πο­τή­ρι μου κρα­σί, ἀ­πί­θω­σ’ ἐ­πι­δέ­ξια πά­νω στὴν πε­τσέ­τα μου ἕ­να φα­σό­λι.

         Κα­νεὶς δὲν εἶ­δε τί­πο­τα, για­τί μι­λού­σα­νε γιὰ τὴν Ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς.

        Τὸ πῆ­ρα στὴ χού­φτα μου κι ἔ­βα­λα τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη. Τὸ φα­σό­λι ἀ­κούμ­πη­σε μα­λα­κὰ πά­νω σε μί­α φλέ­βα καὶ μοῦ ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­νά­σες του:

        …«Ἦ­ταν, ἔ­λε­γε, ἕ­να χω­ρά­φι γε­μά­το φα­σο­λι­ὲς καὶ ζου­ζού­νια καὶ σα­λιγ­κά­ρια καὶ μέ­ρα καὶ νύ­χτα καὶ κρύ­ο καὶ ζέ­στη καὶ που­λιὰ καὶ βρο­χὴ καὶ ἥ­λιο καὶ κα­λά­μια ποὺ τὶς στή­ρι­ζαν. Κι ὅ­ταν μὲ τὰ πολ­λὰ οἱ φα­σο­λι­ὲς ἔ­φτια­ξαν τὰ φα­σό­λια τους, ἤρ­θα­νε χέ­ρια καὶ τὰ μά­ζε­ψαν. Καὶ τὰ ’­βα­λαν σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Καὶ τὸ τσου­βά­λι τὸ ἄ­φη­σαν στὸ μα­γα­ζί. Κι ἐρ­χό­τα­νε ἡ σέ­σου­λα καὶ κά­θε τό­σο ἔ­παιρ­νε φα­σό­λια καὶ τὰ ’­βα­ζε σὲ σα­κοῦ­λες. Καὶ ἀ­πὸ μιὰ σα­κού­λα, ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα· ἕ­να ἔ­πε­σε. Ἔ­πε­σε στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου κι ἔ­μει­νε μό­νο του, κά­τω ἀ­πὸ κά­τι πα­πα­ροῦ­νες. Κι ὅ­ταν ἔ­μει­νε ἔ­τσι μό­νο, θυ­μό­τα­νε τὸ πε­ρι­βό­λι μὲ τὶς φα­σο­λι­ὲς κι ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε ζή­σει ἴ­σα­με τώ­ρα. Μὰ τώ­ρα νό­μι­ζε πὼς τί­πο­τα δὲν τοῦ θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του. Τί­πο­τα. Τώ­ρα ἤ­τα­νε μό­νο. Κα­τά­μο­νο. Καὶ τὸ κο­φί­νι μὲ τὴ σα­κού­λα ποὺ εἶ­χε τ’ ἄλ­λα φα­σό­λια, ξε­μά­κραι­νε πά­νω στὴ ρά­χη ἑ­νὸς γα­ϊ­δου­ριοῦ. Τὸ φα­σό­λι πά­γω­σε. Φώ­να­ξε· κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ξα­να­φώ­να­ξε· κα­νέ­νας. Δά­κρυ­σε καὶ βάλ­θη­κε νὰ κλαί­ει.

        »Ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε. Μὲ τὶς μέ­ρες ἔ­κλαι­γε… Ὥ­σπου ἀ­π’ τὸ κλά­μα ἡ γῆς γύ­ρω του ἄρ­χι­σε νὰ νο­τί­ζει, νὰ μου­σκεύ­ει, καὶ τὸ φα­σό­λι φύ­τρω­σε.»

        «Μὴ χει­ρό­τε­ρα!» εἶ­πα. Ἄ­νοι­ξα τὴν πα­λά­μη, κι ἔ­βγα­λα τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη καὶ σή­κω­σα τὸ πο­τή­ρι μου, κά­τι νὰ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γὼ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους. Με­τά· πά­λι στὴν τσέ­πη, ἔ­πι­α­σα τὸ φα­σό­λι, τό ’­σφι­ξα. Μὰ δὲν μοῦ ἔ­στελ­νε τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Οὔ­τε μί­αν ἀ­νά­σα. Δαγ­κώ­θη­κα· για­τί ἔ­τσι;

        Ὅ­ταν φεύ­γα­με, ὁ μι­κρὸς λα­κὲς ἔ­σπευ­σε χα­ρού­με­νος νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ βά­λω τὸ πα­νω­φό­ρι μου. Μὲ κοι­τοῦ­σε λάμ­πον­τας.

       «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τη ἱ­στο­ρί­α» τοῦ εἶ­πα. Εἶ­χα πει­ρα­χτεῖ για­τὶ τὸ φα­σό­λι τὰ εἶ­πε ἔ­τσι ξε­ρὰ κι ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε νὰ μοῦ λέ­ει. Τὸ χα­μό­γε­λό του ἔ­σβη­σε. Μὲ κοί­τα­ξε σο­βα­ρά, σκο­τει­νι­α­σμέ­νος, μὲ ὀ­δύ­νη:

        «Μά· ξέ­ρε­τε πό­σο πο­νά­ει ἕ­να φα­σό­λι ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­τρώ­νει, ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τό­σο κλά­μα;»

        Ὅ­μως εἶ­χα ἤ­δη φο­ρέ­σει τὸ ἕ­να μα­νί­κι τοῦ πα­νω­φο­ριοῦ μου. Ἔ­πρε­πε νὰ φο­ρέ­σω καὶ τ’ ἄλ­λο. Καὶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν. Δὲν εἶ­χα και­ρό.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος (1953) σπού­δα­σε Νο­μι­κὴ στὸ ΕΚΠ, σκη­νο­θε­σί­α καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὴν Ἀ­θή­να, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Σορ­βόν­νη (Sociologie Politique, Paris II). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο, τὴν με­τά­φρα­ση, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὴν ποί­η­ση. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Μου­σεῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κῶν Λα­ϊ­κῶν Μου­σι­κῶν Ὀρ­γά­νων ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ τὸ ’91, ὡς γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας καὶ ὡς πρό­ε­δρος τοῦ Σω­μα­τεί­ου Φί­λων του Μου­σεί­ου. Δι­ε­τέ­λε­σε γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Δώ­δε­κα καὶ ἕ­να ψέ­μα­τα (δι­η­γή­μα­τα Ἴ­κα­ρος 1991, Ἄ­γρα 2009) ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ τούρ­κι­κα καὶ κυ­κο­φό­ρη­σε στὴν Τουρ­κί­α, τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Ψέ­μα­τα πά­λι (δι­η­γή­μα­τα, Ἄ­γρα 1999). Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι θε­α­τρι­κὴ προ­σαρ­μο­γὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ἔρ­γου τοῦ Ντο­στο­γι­έφ­σκι ἀ­πὸ τὸν Albert Camus, με­τά­φρα­ση (ΚΘΒΕ 1991), Ὁ Σι­μι­γδα­λέ­νιος θέ­α­τρο-ποί­η­ση (13η ἔκ­δο­ση, Ἑ­στί­α 1993), κ.ἄ.


Μαρώ Τριανταφύλλου: Μακρακώμη Ἠλείας


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας

 

ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΠΩΣ τὰ το­πω­νύ­μια ἀ­σκοῦν μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη γο­η­τεί­α εἰ­δι­κὰ στὸν ἀ­γε­ω­γρά­φη­το, πῶς κι­νη­το­ποι­οῦν τὴν φαν­τα­σί­α ὀ­δη­γών­τάς την σὲ θαυ­μα­στὲς οὐ­το­πί­ες. Βε­βαί­ως ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα μα­θαί­νει τὴν ἀ­λή­θεια κά­πως ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται ἀλ­λὰ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει; Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ θυ­μᾶ­ται μὲ σω­μα­τι­κὴ ἡ­δο­νὴ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες ποὺ φαν­τά­στη­κε. Αἴφ­νης ἐ­γώ, σὰν πρω­τά­κου­σα τὴν πό­λη Μα­κρα­κώ­μη μα­γεύ­τη­κα. Ἤ­μουν πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σων ἐ­τῶν ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­μαι πὼς μό­λις εἶ­χα πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἄ­ρα ἕ­ξι ἢ ἑ­φτὰ μᾶλ­λον. Μα­κρα­κώ­μη, μοῦ φά­νη­κε σὰν ὄ­νο­μα ἀ­στε­ριοῦ. Θὰ ἦ­ταν κά­που μα­κριὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἕ­να μέ­ρος δύ­σκο­λο νὰ πά­ει κα­νείς, ἴ­σως καὶ ἀ­δύ­να­το γιὰ τοὺς κοι­νοὺς θνη­τούς, ἀλ­λὰ φω­τει­νό, πο­λὺ φω­τει­νό, ἴ­σως καὶ λί­γο κρύ­ο, ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ κρύ­ο ἀλ­λὰ τὸ κρύ­ο του θὰ ἦ­ταν λαμ­πε­ρὸ καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο. Κι ἔ­λε­γα μέ­σα μου πὼς ἐ­κεῖ θὰ ἔ­με­ναν κά­ποι­οι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι ποὺ βα­ρέ­θη­καν τὸν κό­σμο τοῦ­το καὶ με­τα­κό­μι­σαν στὸ θαῦ­μα ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ  ἴ­διοι καὶ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ὑ­πέ­ρο­χο, πιὸ ἰ­ρι­δί­ζον κα­θὼς προ­στί­θεν­ται κα­θη­με­ρι­νὰ κι ἄλ­λοι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν, δι­α­κρι­τι­κά, χω­ρὶς κα­κί­α καὶ ζή­λεια, νὰ ζή­σουν ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νοι ὁ κα­θέ­νας σὲ ὅ,τι ἀ­γα­πᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα, μὴν μὲ ρω­τή­σε­τε πό­τε καὶ για­τί, θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι ἡ Μα­κρα­κώ­μη ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ καὶ κόλ­λη­σα αὐ­θαί­ρε­τα τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ «Ἠ­λεί­ας» (τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρα καν τί θὰ πεῖ «αὐ­θαί­ρε­τα», κι οὔ­τε μὲ ἔ­νοια­ζε γιὰ νά ΄μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι βα­σί­λει­ο τῶν παι­δι­ῶν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α εἶ­ναι στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­ξου­σί­ας). «Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας» λοι­πόν. Για­τί καὶ ἡ «Ἠ­λεί­α» φάν­τα­ζε στὰ παι­δι­κά μου μά­τια ὡς τό­πος ξε­χω­ρι­στὸς καὶ μὲ ἀρ­χέ­γο­νη ὀ­μορ­φιὰ καὶ ποι­ό­τη­τα. Στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα γε­ω­γρα­φί­ας —ποὺ τώ­ρα τὰ λέ­με «τέ­στ», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ ἀγ­γλι­κὴ λέ­ξη, τὰ κά­νει λι­γό­τε­ρα φο­βε­ρὰ καὶ ἀγ­χο­γό­να γιὰ τὰ παι­διά, ποὺ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα πιὰ μα­θαί­νουν νὰ τα­ξι­δεύ­ουν μὲ μα­γι­κὰ τρέ­να καὶ ὅ­λο καὶ πιὸ μι­κρὰ κα­βα­λοῦν πυ­ραύ­λους ποὺ τὰ σφη­νώ­νουν σὲ ἄ­πρε­πες ἀ­λή­θει­ες τῶν με­γά­λων, δη­λα­δὴ στὰ ψέ­μα­τα ποὺ γρή­γο­ρα ἀ­φο­μοι­ώ­νουν λαί­μαρ­γα οἱ μπόμ­πι­ρες γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων, τὴν ἀ­πο­δο­χή τους ἢ ἁ­πλῶς τὴν ἡ­συ­χί­α τους) σ’ αὐ­τὰ τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα ἔ­γρα­φα μὲ ὡ­ραῖ­α στρογ­γυ­λὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα πὼς ὁ νο­μὸς Ἠ­λεί­ας βρί­σκε­ται στὴν βο­ρει­ο­δυ­τι­κὴ Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ ἔ­χει με­γά­λη καὶ ἀρ­χαί­α ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως ὁ γει­το­νι­κός του νο­μὸς Ἀ­χα­ΐ­ας. Ἔ­παιρ­να κα­λὸ βαθ­μό.

        Κρυ­φὰ ὅ­μως στὸν χάρ­τη ποὺ κα­τα­σκεύ­α­ζαν οἱ λάμ­ψεις τῶν ἄ­στρων, στε­ρέ­ω­να μὲ δι­α­μαν­τέ­νι­ες πι­νε­ζοῦ­λες τὴν το­πο­θε­σί­α Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας, ση­μει­ώ­νον­τας πὼς κά­πο­τε πρέ­πει νὰ τα­ξι­δέ­ψω ὡς ἐ­κεῖ. Τε­λευ­ταῖα τὰ μά­τια μου σκο­τει­νιά­ζουν ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ξε­χω­ρί­σω τὰ ἀν­τι­κεί­με­να καὶ τὶς λέ­ξεις ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στὴν ὀ­θό­νη τοῦ νοῦ. Γερ­νῶ καὶ φο­βοῦ­μαι μή­πως δὲν προ­λά­βω.

Κυ­ρια­κή, 30/1/2022



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βι­βλί­ο­:­ Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).



		

	

Χρῆ­στος Παπ­πᾶς: Βήματα

 



Χρῆ­στος Παπ­πᾶς


Βή­μα­τα


Ο ΡΑΒΑΣΑΚΙ ἦρθε χθὲς  τὸ βρά­δυ, σὲ ἀ­νύ­πο­πτο χρό­νο, λί­γο πρὶν κλεί­σουν τὰ φῶ­τα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὁ Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, φύ­λα­κας μὲ ἀ­ριθ­μὸ 2532. Τὸ δι­ά­βα­σα κι ἔ­πει­τα τὰ φῶ­τα ἔ­κλει­σαν.

       Δί­πλω­σα τὸ χαρ­τά­κι, ξά­πλω­σα, ἀλ­λὰ μά­τι δὲν ἔ­κλει­σα. Ἴ­σως νὰ ἔ­κα­να μα­λα­κία ποὺ τό ‘­βα­λα στὴν ἀ­ρι­στε­ρή μου τσέ­πη. Ὅ­λο τὸ βρά­δυ τὸ ἔ­νι­ω­θα πά­νω στὸ στῆ­θος μου σὰν βά­ρος.

       Ση­κώ­θη­κα με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κι ἔ­κα­να τὰ ἔξι βή­μα­τα τοῦ σπι­τιοῦ μου δώδεκα φο­ρές. Ἑβδομῆντα δύο βή­μα­τα. Τό­σα θέ­λω νὰ πά­ω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ τρώ­ω στὸ κρεβ­βά­τι μου. Δεύτερος ὄ­ρο­φος, δεύτερο κε­λί, δεύτερη κου­κέ­τα ἀ­πὸ πά­νω.

       Τὸ βῆ­μα γιὰ ν’ ἀ­νέ­βω δὲν τὸ μέ­τρη­σα πο­τέ.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ μὲ ρώ­τη­σε, δὲν τοῦ εἶ­πα τί­πο­τα. Θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νου­με ξύ­πνιοι ἀλ­λὰ ἄλ­λον ἄϋ­πνο στὴν συ­νεί­δη­σή μου δὲν ἤ­θε­λα. Προ­σφέρ­θη­κε νὰ κά­νει χῶ­ρο γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦ­με μα­ζί. Ἴ­σως σὲ λί­γο, τοῦ ‘­πα, τώ­ρα θέ­λω ἀ­έ­ρα. Εἶ­πα ψέ­μα­τα ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἀ­πὸ αὔ­ριο θὰ ‘­χα τό­σο, ποὺ δὲν θὰ ἤ­ξε­ρα τί νὰ τὸν κά­νω.

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ἔ­πι­α­σα τὸ δεύτερο καὶ τὸ τέ­ταρ­το κάγ­κε­λο.

       Κοί­τα­ξα τὴν αὐ­λή.

       Ἑπτὰ βή­μα­τα, ἀ­πὸ τὶς μπα­σκέ­τες ὣς τὶς ἐ­ξέ­δρες. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, τριάντα γιὰ τὰ βά­ρη. Ἐνενῆντα ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη καὶ τριακόσια εξῆντα πέντε γιὰ τὸν γύ­ρο ὅ­λο. Τὴν ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως μέ­χρι τὴν ἔ­ξο­δο δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­σω. Τό­τε βέ­βαι­α ἦ­ταν εἴ­σο­δος κι ὅ­ταν μπῆ­κα οἱ ἀ­ριθ­μοὶ δὲν μ’ ἔ­νοια­ζαν. Μό­νο ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς μέ­ρες πῆ­ραν ξα­νὰ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα.

       Ὁ Ἀ­νέ­στης ξε­φύ­ση­ξε. Ἀ­κό­μα δὲν κοι­μό­ταν. Αὔ­ριο· ποι­ός θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ μεί­νει ἐ­δῶ μα­ζί του ἄ­ρα­γε; Κοί­τα­ξα τὸ ρο­λό­ι. Μία. Ἴ­σως ἀ­κό­μα ἔξι ὧ­ρες, μπο­ρεῖ καὶ ἑπτά. Ρὲ Ἀ­νέ­στη δῶ­σε ἕ­να τσι­γά­ρο, τοῦ ζή­τη­σα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ἀ­ναμ­μέ­νο. Δὲν τοῦ εἶ­πα εὐ­χα­ρι­στῶ. Δὲν τοῦ εἶ­χα πεῖ οὔ­τε ἕ­να, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα εἶ­χε κά­νει γιὰ μέ­να. Ἔ­χω ὥ­ρα ἀ­κό­μα.

       Στὶς τρεῖς τζοῦ­ρες τὸ πέ­τα­ξα. Εἶ­δα τὴν κά­φτρα νὰ πέ­φτει καὶ ἤ­θε­λα νὰ πέ­σω μα­ζί της.

       Ποῦ θὰ πή­γαι­να; Ποι­ὸς θὰ μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ἔ­ξω;

       Ἐ­λεύ­θε­ρος.

       Ὅ­ταν θὰ βγῶ θὰ ἔ­χω κά­τι ἄλ­λο νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζω καὶ ὄ­χι βή­μα­τα, ὧ­ρες, μέ­ρες. Ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὸ τί ἔ­χω; Τί εἶ­μαι; Τό­σος χῶ­ρος ἐ­κεῖ ἔ­ξω δὲ θὰ μπο­ρῶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω μό­νος μου.

       Ἔ­λα δῶ, εἶ­πε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ ἔ­κα­νε χῶ­ρο στὸ κρεβ­βά­τι του. Κα­τέ­βη­κα, φώ­λια­σα δί­πλα του κι ὅ­ταν μὲ πῆ­ρε ἀγ­κα­λιά, μὲ πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα.

       Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ γιά…

       Σςς, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ στό­μα μ’ ἕ­να φι­λί. Αὔ­ριο μοῦ εἶ­πε καὶ ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του καὶ κοι­μή­θη­κε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Παπ­πᾶς. Ἔ­χει σπου­δά­σει Του­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ πα­ρα­κα­λου­θεῖ ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ Ρέ­θυ­μνο.



		

	

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz): Θυ­μᾶ­μαι



Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz)


Θυ­μᾶ­μαι

(Remember)


ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑΝ εἴ­κο­σι χρό­νια γιά νά γρα­φτεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α. Στό τέ­λος ἕ­νας δύ­της χά­νε­ται. Ἄν θέ­λε­τε νά στα­μα­τή­σε­τε τώ­ρα, αὐ­τό εἶ­ναι ὅ­λο κι ὅ­λο.

***

Τό πράγ­μα ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν, μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου, εἶ­δα τίς πορ­το­κα­λι­ές καί μαῦ­ρες ρί­γες ἑ­νός τί­γρη. Σκέ­φθη­κα πώς ἴ­σως ἤ­θε­λε νά φά­ει τό χέ­ρι μου, ἀλ­λ’ ἀν­τι­θέ­τω­ς ἔ­γλυ­φε ἤ­ρε­μα ἕ­να κου­τά­κι πα­γω­μέ­νου γι­α­ουρ­τιοῦ πε­τα­μέ­νου πά­νω στό βρώ­μι­κο ἔ­δα­φος τοῦ πα­ρά­δρο­μου μιᾶς πό­λης. Χλα­πά­κια­σε κά­θε στα­γό­να, κ’ ὕ­στε­ρα τό ἴ­διο τό κου­τά­κι τσά­κι­σε, στά σα­γό­νια του. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­πτά.

       Ὁ τί­γρης με­τα­φέρ­θη­κε πί­σω στόν ζω­ο­λο­γι­κό κῆ­πο (ἤ ἦ­ταν μιά ἰ­δι­ω­τι­κή κα­τοι­κί­α;), ἀλ­λά μ’ ἔ­κα­νε νά σκε­φτῶ πο­λύ γιά τόν ὠ­κε­α­νό. Πώς τά ζῶ­α ἐ­κεῖ, μέ με­ρι­κές ἐ­ξαι­ρέ­σεις, δέν φεύ­γουν πο­τέ. Μέ­νουν ὅ­που βρί­σκον­ται κι ὅ­λα τούς πα­ρέ­χον­ται. Εἶ­πα σέ κά­ποι­ον τί σκε­φτό­μουν. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα τό νε­ρό.

       Πολ­λοί στή ζω­ή μου μέ προ­ει­δο­ποί­η­σαν πώς ἡ σκέ­ψη δέν ἦ­ταν κα­λή, ὅ­μως λά­θευ­αν.

***

Νά φτά­σω στή θά­λασ­σα ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Ἔ­πρε­πε νά σπου­δά­σω, καί πο­τέ δέν ἤ­μουν πο­λύ κα­λός φοι­τη­τής. Ὁ­πο­τε­δή­πο­τε κά­ποι­ος προ­σπα­θοῦ­σε νά μοῦ δι­δά­ξει τό πα­ραμι­κρό, ἐ­γώ ἄρ­χι­ζα νά σκέ­πτο­μαι κά­τι ἄλ­λο. Ἄν ἤ­θε­λα νά μά­θω γιά τήν ποί­η­ση ἔ­πρε­πε νά κά­νω μα­θή­μα­τα μα­θη­μα­τι­κοῦ λο­γι­σμοῦ. Πῆ­ρε κά­ποι­α χρό­νια νά κα­τα­λά­βω πῶς νά ἰ­σορ­ρο­πῶ τά πάν­τα.

       Τό κα­λύ­τε­ρο μέ­ρο­ς γιά θα­λάσ­σια βι­ο­λο­γί­α βρι­σκό­ταν σέ μιά μα­κρι­νή βο­ρι­νή πό­λη, μέ κλί­μα σά φου­σκω­τό ἄ­νο­ρακ, ὅ­που τά νού­με­ρα μέ­τρη­σης τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας ἦ­σαν δι­α­φο­ρε­τι­κά.

       Ἕ­να τμῆ­μα τοῦ προ­γράμ­μα­τος ἦ­ταν στό κέν­τρο τῆς πό­λης, κι ἕ­να ἄλ­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε συ­χνές ἐκ­δρο­μές σ’­ ἕ­ναν δο­ρυ­φο­ρι­κό campus ὅ­που πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζε μέ μα­θη­τεί­α  σέ κά­στρο με­σαι­ω­νι­κοῦ τύ­που, πλῆ­ρες ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν, μέ μιάν αὐ­στη­ρή δο­μή ἀ­πό κά­στες, ἀ­πορ­ρι­πτι­κούς προ­φέ­σο­ρες, καί με­γά­λες φι­λί­ες ἑ­νω­μέ­νες μέ ἀ­παί­σι­ες ἀ­πο­φο­ρές. Ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης δι­δα­σκό­μα­σταν πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ου­με κά­τω ἀ­π’ τό νε­ρό. Τώ­ρα κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κό ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦ­ταν ἀ­πο­δε­κτό.

       Ἤ­μουν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά πά­ρω πτυ­χί­ο μέ δι­πλό major, γιά νά θυ­μᾶ­μαι ὅ,τι­δή­πο­τε, καί γι­’ ­αὐ­τό εἶ­μαι καί βι­ο­λι­στής.

***

Γιά λί­γο ἔ­μει­να σέ κεί­νη τή βο­ρι­νή πό­λη, με­τά πῆ­γα σ’­ἕ­να ἰν­στι­τοῦ­το ἔ­ρευ­νας στήν βι­ο­λο­γί­α μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον στό κτί­σι­μο ὑ­πο­θα­λάσ­σι­ων πό­λε­ων. Με­τροῦ­σαν τή θερ­μο­κρα­σί­α μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Πραγ­μα­τι­κά βο­ή­θη­σε νά μά­θω μιά νέ­α γλώσ­σα καί νά ἀ­να­πτύσ­σω ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Στό τέ­λος ἐ­πι­λέ­χτη­κα ὡς ἕ­νας ἀ­πό τούς πρώ­τους κα­τοί­κους. Θά τε­στά­ρι­ζα τά σχέ­δια.

       Κα­θώς τό πεί­ρα­μα συ­νε­χι­ζό­ταν γιά λί­γο καί πιά δέν ἔ­νι­ω­θα τί­πο­τα γιά τούς ἀν­θρώ­πους στή στε­ριά, δι­ά­λε­ξα νά πα­ρα­μεί­νω ὑ­πο­βρύ­χι­ο­ς ὅ­σο τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τῆς ὁ­μά­δας πῆ­γαν πί­σω ὅ­ταν ὅ­λοι θε­ω­ρη­θή­κα­με ὡς ἀ­πο­τυχόν­τες, ἀλ­λά ὁ ἴ­διος τούς εἶ­πα πώς ἐ­κει­πέ­ρα εἶ­χα ἕ­ναν κῆ­πο.

       Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραῖ­α νά ‘­χω ξε­χα­στεῖ. Τά ζῶ­α ἦ­σαν πι­στά στη φύ­ση τους, καί δέ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν. Εἶ­χα ποι­κι­λί­ες φυ­τῶν μέ μό­νι­μα προ­βλή­μα­τα, καί ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­μουν ἕ­να μου­σι­κό πρό­γραμ­μα μέ ἕ­να δα­νει­κό βι­ο­λί ἀ­πό ἴ­νες ἄν­θρα­κα.

***

Κα­θώς τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν δού­λευ­α καί κα­τέ­γρα­φα πώς τά ζῶ­α καί ἡ ζω­ή τῶν φυ­τῶν προ­σαρ­μο­ζό­ταν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κλί­μα­τα. Τό­τε ἦρ­θε ὁ προ­α­να­φερ­θείς δύ­της, μέ μαύ­ρη φόρ­μα καί μιά δε­ξα­με­νή.

       «Ἔ­πε­σα πά­νω σου τυ­χαῖ­α σέ κά­τι πα­λι­ές χαρ­τοῦ­ρες» εἶ­παν, «καί ἤ­θε­λα νά βε­βαι­ω­θῶ πώς δέν ἦ­ταν λά­θος».

       Μέ­σα ἀ­π’ τίς μά­σκες τους πα­ρα­τή­ρη­σα πώς εἶ­χαν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βλέμ­μα, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦ­σα νά ξε­χω­ρί­σω ἄν ἦ­ταν οἶ­κτος, ἤ ἀ­η­δί­α, ἤ σκέ­τα τό πρό­σω­πό τους

***

Ἡ πό­λη ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεί, ἀλ­λά τά φυ­τά δέν με­γά­λω­ναν πο­λύ, καί δέν εἶ­χα πολ­λά νά πῶ. Προ­σφέρ­θη­κα νά τούς παί­ξω λί­γη μου­σι­κή. Ἦ­σαν πο­λύ εὐ­γε­νι­κοί καί εἶ­παν πώς ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν ἐ­πι­φά­νεια.

       Πέ­ρα ἀ­π’ ­αὐ­τό πο­τέ δέν γύ­ρι­σαν στήν ἐ­πι­φά­νεια, ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ. Κα­νέ­να νέ­ο τους δέν μα­θεύ­τη­κε πο­τέ ἀ­πό κα­νέ­να.

       Ὑ­περ­γεί­ως εἶ­ναι κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό ὅ­ταν κά­ποι­ος χά­νε­ται, γι­’ ­αὐ­τό μιά ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα βγῆ­κε νά ψά­ξει τόν δύ­τη, κι ὅ­τα­ν βρῆ­καν ἐ­μέ­να, ἤ­ξε­ρα πώς τό πεί­ρα­μα ὁ­ρι­στι­κά εἶ­χε φτά­σει στό τέ­λος του. Ἔ­πρε­πε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τήν πό­λη μου. Ἄν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θά ἔ­πρε­πε νά τά σβή­σω.

***

Ἡ γῆ δέν δί­νει τήν ἴ­δια αἴ­σθη­ση ὅ­πως πρίν φύ­γω. Κα­τά και­ρούς ξε­χνά­ω πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ω αὐ­τόν τόν ἀ­έ­ρα, πώς νά περ­πα­τά­ω, πώς νά χρη­σι­μο­ποι­ῶ τά χρή­μα­τα, πώς νά μι­λά­ω στούς ἄλ­λους χω­ρίς μέ κά­ποι­ο τρό­πο νά τούς πλη­γώ­νω καί πώς νά εἶ­μαι συ­νη­θι­σμέ­νο ἄ­το­μο. Κα­νείς δέ μέ θυ­μᾶ­ται, κι ἔ­τσι κα­νείς δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νά μέ βο­η­θή­σει νά θυ­μᾶ­μαι.

       Δέν μπο­ρῶ ὅ­μως νά πά­ω πί­σω, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὄ­χι δί­χως μιάν ἐ­ρευ­νη­τι­κή ἐ­πι­δό­τη­ση, πού κα­νείς δέν θέ­λει νά χρη­μα­το­δο­τή­σει. Τό νά συγ­κεν­τρω­θῶ ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη μιά φο­ρά δυ­σχε­ρέ­στε­ρο. Δέν μπο­ρῶ νά προ­βλέ­ψω τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια.

       Ἡ ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα πο­τέ δέν κα­τά­λα­βε ποῦ χά­θη­κε ὁ δύ­της. Ἴ­σως τόν κα­τά­πι­ε κα­μιά ὑ­πο­θα­λάσ­σια μαύ­ρη τρύ­πα. Ἀ­π’ ὅ­σο ξέ­ρου­με εἶ­ναι μυ­στή­ριο.

       Ἀλ­λά ἔρ­χον­ται στιγ­μές πού γί­νο­μαι κα­κός. Μπο­ρῶ νά φαν­τα­στῶ τόν δύ­τη κρυμ­μέ­νο, νά μέ πε­ρι­μέ­νει νά φύ­γω, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τό μι­σό τοῦ κύ­κλου, ὅ­πως ἐ­γώ συμ­πλή­ρω­σα τό δι­κό μου. Κα­θέ­νας βρί­σκον­τας ἐ­κεῖ­νο πού ἄ­φη­σε πί­σω του ὁ ἄλ­λος: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να πα­ρα­τη­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να ἐ­ρεί­πιο τοῦ μέλ­λον­τος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ ἱ­στο­λό­γιο JMWW (09.10.2019):

https://jmwwblog.wordpress.com/2019/10/09/flash-fiction-remember-by-dan-schwartz/

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Washington, DC καὶ ζεῖ στὴν Arizona. Ἐρ­γα­σί­α του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις The Fa­bu­list, Ne­ces­sary Fi­ction καὶ Joy­land.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὰ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τῆς Paula Borowska.

Μαρία Κοτρούτσου: Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης


Μα­ρί­α Κο­τρού­τσου


Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης:

Ἐραστής χωρὶς δεσμεύσεις, πληροφορίες γιὰ τὸ χρήστη


ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ:

Στὴν συν­θή­κη πε­ρι­έ­χε­ται ἄ­το­μο τοῦ εὐ­ρύ­τε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ κύ­κλου, αὐ­στη­ρά.  Οἱ κα­λυ­πτό­με­νες προ­δι­α­γρα­φὲς εἶ­ναι συμ­βα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου. Νέ­α ἐ­νι­σχυ­μέ­νη σύν­θε­ση βρα­δεί­ας ἀ­πο­δέ­σμευ­σης.


ΧΡΗΣΗ:

Ἁ­πλή, σύν­το­μη καὶ σπο­ρα­δι­κὴ χρή­ση ὥ­στε νὰ μὴν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἡ με­τα­βό­λι­ση τῆς οὐ­σί­ας. Ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πλή­ρω­μα σε­ξου­α­λι­κῆς ζω­ῆς, δὲν ὑ­πο­κα­θι­στᾶ μί­α ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη σχέ­ση.


ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ:

Σὲ πε­ρί­πτω­ση κα­τά­στα­σης φρι­κτῆς ἀ­νη­συ­χί­ας, ἀϋ­πνί­ας καὶ ἀ­νώ­φε­λης ἀ­να­ζή­τη­σης ἀ­παν­τή­σε­ων, πα­ρα­κα­λῶ ξε­πλύ­νε­τε μὲ ἄ­φθο­νο ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νῆ­στε μὲ τὸ Κέν­τρο Δη­λη­τη­ρι­ά­σε­ων. Κά­να­τε ὑ­περ­κα­τα­νά­λω­ση τῆς ἐν­δει­κτι­κῆς προσ­λαμ­βα­νό­με­νης πο­σό­τη­τας πρόσ­λη­ψης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κοτρούτσου Μαρία (Πήλιο, 1993). Σπού­δα­σε Μη­χανι­κὸς Πλη­ροφο­ρικῆς στὸ Πανε­πι­στή­μιο Ἰωαν­νί­νων. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τώ­ρα ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὸν Βό­λο. Δου­λεύει σὲ μπὰρ στὸ κέντρο τῆς πό­λης, ἐνῶ παράλ­λη­λα διδά­σκει ἀγ­γλι­κά σὲ κέν­τρο ξέ­νων γλως­σῶν. Δη­μο­σιε­ύει γιὰ πρώ­τη φορά.


Ντάνιελ Σμὶθ (Daniel Smith): Θάρρος


Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith)


Θάρ­ρος

(Courage)


Ι ΑΝΘΡΩΠΟΙ ἦ­ταν πιὸ γεν­ναῖ­οι ἀ­π’ ὅ­σο ὁ ἴ­διος. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸς καὶ ἔ­ξυ­πνος μὲ τὸν τρό­πο του, γεν­ναῖ­ος ὅ­μως δὲν ἦ­ταν κι οὔ­τε εἶ­χε ὑ­πάρ­­ξει πο­τέ.

        Αὐ­τὸς καὶ ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χαν βγεῖ γιὰ φα­γη­τὸ μὲ τὴν ἀ­δερ­φή της καὶ τὸν νέ­ο της ἄν­τρα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἄν­τρα εἶ­χε ἔρ­θει κι αὐ­τὴ γιὰ φα­γη­τό. Ἦ­ταν ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὰ  τρί­α του παι­διὰ καὶ εἶ­χε δι­α­σχί­σει πρό­σφα­τα μὲ τὰ πό­δια τὰ Ἁ­πα­λά­χια Ὅ­ρη, ὅ­λο τὸ μῆ­κος τους, ἀ­πὸ τὸ Μέ­ιν μέ­χρι τὴν Τζόρ­τζια. Τώ­ρα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ με­τα­κο­μί­σει στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ γιὰ νὰ δου­λέ­ψει σ’ ἕ­να ράν­τσο μὲ ἀ­γε­λά­δες. Ὁ πα­τέ­ρας της δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της, οἱ παπ­ποῦ­δες της, ἀ­κό­μη καὶ με­ρι­κοὶ φί­λοι της, ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τοι. Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ νοι­ά­ζε­ται. Εἶ­πε πὼς στὴν ἀρ­χὴ τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, ἀλ­λὰ με­τὰ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἁ­πλῶς ζή­λευ­αν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε, δί­χως προσ­δο­κί­ες, κι ἔ­τσι δὲν ἔ­δω­σε ἄλ­λο ση­μα­σί­α. Ἦ­ταν εἰ­κο­σι­ε­νός.

        Σκέ­φτη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του στὰ εἰ­κο­σι­έ­να του. Ποῦ εἶ­χε πά­ει τό­τε; Εἶ­χε πά­ει στὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Ὕ­στε­ρα, εἶ­χε ἀ­πο­φοι­τή­σει καὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὲ μιὰ ἰ­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­νά­με­σα στὶς σπου­δὲς καὶ τὴ δου­λειὰ εἶ­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει ἕ­να πρό­γραμ­μα γλωσ­σι­κῆς κα­τάρ­τι­σης γιὰ ἰ­τα­λι­κὰ στὸ Βερ­μόντ, ἀλ­λὰ εἶ­χε νι­ώ­σει μό­νος καὶ ἀ­πο­θαρ­ρη­μέ­νος κι ἔ­φυ­γε με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες. Σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κό­ρης τοῦ ἄν­τρα τῆς ἀ­δερ­φῆς τῆς γυ­ναί­κας του νὰ μὴν τὴ νοιά­ζει ἡ γνώ­μη τῶν ἀν­θρώ­πων γιὰ κεί­νη. Τὸ εἶ­χε πε­ρι­γρά­ψει σὰν ἕ­να εἶ­δος δι­α­κό­πτη: πρῶ­τα τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, με­τὰ δὲν τὴν εἶ­χε νοιά­ξει. Ὁ δι­α­κό­πτης ἦ­ταν ἡ θέ­λη­σή της. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ νὰ ἔ­χει πο­τὲ ὑ­πο­βάλ­λει τὴ θέ­λη­σή του σὲ μιὰ τό­σο δρα­στι­κὴ ἀλ­λα­γή, εἰ­δι­κὰ σ’ ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σε τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους καὶ τὰ αἰ­σθή­μα­τά τους γιὰ κεῖ­νον. Αὐ­τό, ἔ­βγα­λε τὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε στὴν οὐ­σί­α τὴ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸ δι­κό της θάρ­ρος καὶ τὴ δει­λί­α του.

       Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα κα­θὼς ξεν­τύ­νον­ταν εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ τὰ ἐ­ξη­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ στὴ γυ­ναί­κα του. Τὸν κα­τά­λα­βε ἀ­μέ­σως, ἐ­πι­στρά­τευ­σε ὅ­μως ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ κα­τευ­να­στι­κῶν δυ­νά­με­ων.

       (1) Τὸ κο­ρί­τσι ὑ­πε­ρέ­βα­λε ἢ δι­α­στρέ­βλω­νε τὴν ἐμ­πει­ρί­α του. Τὸ πιὸ πι­θα­νὸ ἦ­ταν πὼς ὄν­τως νοι­ά­ζον­ταν γιὰ τὸ τί σκέ­φον­ταν οἱ ἄλ­λοι γιὰ κεί­νη —εἰ­δι­κὰ ἡ μη­τέ­ρα της— καὶ πε­ρι­έ­γρα­φε τὴν με­τα­τρο­πὴ της τό­σο ἀ­πό­λυ­τα μό­νο καὶ μό­νο για­τί (α) ἔ­δι­νε ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρη δρα­μα­τι­κό­τη­τα σ’ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­λε­γε, (β) ἀ­νύ­ψω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της στὰ μά­τια τῶν ἄλ­λων καὶ (γ) ἦ­ταν ἕ­να μέ­σο προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ τὸ ἴ­διο της τὸ θάρ­ρος, χω­ρὶς τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε.

       (2) Τὸ κο­ρί­τσι δὲν φη­μί­ζον­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα, μὲ βά­ση αὐ­τὰ ποὺ τῆς εἶ­χε πεῖ ἡ ἀ­δερ­φή της γιὰ κεί­νη, γιὰ τὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α ἢ τὴν ἐν­συ­ναί­σθη­σή της, κά­τι ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζε, ἀν­τί­θε­τα τὸν ἴ­διο, καὶ αὐ­τὲς ἀ­κρι­βῶς οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες —ἡ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α καὶ ἡ ἐν­συ­ναί­σθη­ση— συ­νε­πά­γον­ταν μ’ ἕ­να ἄλ­λο εἶ­δος θάρ­ρους: Τὸ θάρ­ρος νὰ προ­στρέ­χεις τοὺς ἄλ­λους. (Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ἕ­να μορ­φα­σμό.)

       (3) Τό­τε ποὺ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὸ γλωσ­σι­κὸ πρό­γραμ­μα για­τί ἦ­ταν ἀγ­χω­μέ­νος καὶ τοῦ ἔ­λει­πε τὸ σπί­τι του, ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στη, μιὰ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν κά­νει νὰ μα­λα­κώ­σει τὴν αὐ­το­κρι­τι­κή του. Τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό.

       Τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε, αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ποὺ δὲν τὸν ἔ­κρι­νε γι’ αὐ­τὰ τὰ κομ­μά­τια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ ντρέ­πε­ται, πρό­βα­λε ὅ­μως ἀν­τε­πι­χει­ρή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α πί­στευ­ε πὼς δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­πάν­τη­ση.

       (1) Ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ κο­ρί­τσι φού­σκω­νε ὅ­σα ἔ­λε­γε, αὐ­τὸ ἦ­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὴ γνώ­μη του, ἄλ­λη μιὰ ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θάρ­ρους της – θάρ­ρους ὅ­πως ὅ­λοι ξέ­ρουν ση­μαί­νει, ὄ­χι τὴ δρά­ση ἐν ἀ­που­σί­α ἐμ­πο­δι­ῶν, ἀλ­λὰ τὴ δρά­ση κόν­τρα σ’ αὐ­τά.

       (2) Τὸ δι­κό του εἶ­δος θάρ­ρους λε­γό­ταν ἰ­δι­ο­τέ­λεια καὶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ θάρ­ρους ποὺ εἶ­χε κα­τὰ νοῦ.

       (3) Πο­λὺς κό­σμος εἶ­χε μη­τέ­ρες σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στες ποὺ πέ­θα­ναν. Μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ πε­θαί­νει δὲν ἀ­πο­κλεί­ει τὴ μά­θη­ση Ἰ­τα­λι­κῶν. Δι­και­ο­λο­γί­ες ὑ­πάρ­χουν πάν­τα.

       Εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νοι στὸ κρε­βά­τι. Μπο­ροῦν ν’ ἀ­κού­σουν τὴν κου­βέν­τα καὶ τὰ γέ­λια δυ­ὸ ἄν­τρων ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­π’ τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Φι­λή­θη­καν γιὰ λί­γη ὥ­ρα. Ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νὰ κά­νουν ἔ­ρω­τα ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­ναν καὶ ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σκέ­φτη­κε πά­λι τὸ κο­ρί­τσι. Τί θὰ πή­γαι­νε νὰ κά­νει σ’ ἕ­να ράν­τσο στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ; Θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὰ βό­δια; Θὰ μα­γεί­ρευ­ε καὶ θὰ κα­θά­ρι­ζε; Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὴ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἡ συ­ζή­τη­ση εἶ­χε πά­ει ἀλ­λοῦ. Φο­βό­ταν κα­θό­λου; Εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξεις; Τί ἀ­πο­θέ­μα­τα ψυ­χῆς καὶ πνεύ­μα­τος πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε ὥ­στε νὰ με­τα­κο­μί­σει δύ­ο χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, σ’ ἕ­να μέ­ρος ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε κα­νέ­ναν καὶ τὸ ἔ­δα­φος καὶ τὸ κλί­μα ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τα ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ ἤ­ξε­ρε; Ἂν ἄρ­χι­ζε νὰ νι­ώ­θει μό­νη, ποῦ θὰ ἔ­ψα­χνε πα­ρη­γο­ριά; Ἀ­γα­ποῦ­σε ὄν­τως τὸν ἑ­αυ­τό της; Κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­χα­νῆ ἐ­πι­βλη­τι­κὸ δυ­τι­κὸ οὐ­ρα­νό, ἀ­νά­με­σα στὰ κο­πά­δια καὶ τὰ βου­νὰ λου­σμέ­να μὲ κόκ­κι­νο φῶς, ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ὁ ἐ­αυ­τὸς της αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα;



Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ The New Yorker, 19 Αὐγούστου 2019:

https://www.newyorker.com/books/flash-fiction/courage

Ὁ Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith) (1977), εἶ­ναι ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The New York Times Maga­zineThe AtlanticSlaten+1Harpers Magazine καὶ New York, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἀναστασία Κάτσικα: Τὸ δέρμα τοῦ σπιτιοῦ


Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Τὸ δέρ­μα τοῦ σπι­τιοῦ


ΤΑΝ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο σπί­τι.

Ψη­λο­τά­βα­νο, μὲ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, χω­ρὶς κῆ­πο μπρο­στά. Τρί­α σκα­λιὰ τὸ χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ περ­νοῦ­σαν τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τρί­α σκα­λιὰ καὶ δυ­ὸ νε­ραν­τζι­ὲς φυ­τε­μέ­νες σὲ δυ­ὸ τε­τρά­γω­να παρ­τέ­ρια.

Ἦ­ταν ἕ­να εὐ­αί­σθη­το σπί­τι.

        Μά­ζευ­ε ἢ ξε­χεί­λω­νε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν και­ρὸ καὶ τὶς ἀ­νάγ­κες. Ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν ὅ­ταν τὰ μη­χα­νή­μα­τα τοῦ δρό­μου κα­τά­βρε­χαν τὴν πρό­σο­ψή του. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴ μαυ­ρί­λα τῆς πό­λης ποὺ εἶ­χε κα­θί­σει πά­νω του σχη­μα­τί­ζον­τας σκοῦ­ρες κη­λί­δες.

        Ἦ­ταν ἕ­να ζε­στὸ σπί­τι.

        Ἵ­δρω­νε πο­λύ το κα­λο­καί­ρι. Ἡ τα­ρά­τσα του γέ­μι­ζε ἀ­πὸ ὑ­γροὺς λε­κέ­δες. Στέ­γνω­ναν μό­νο με­τὰ τὴν παν­σέ­λη­νο τοῦ Αὐ­γού­στου, τό­τε ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι στε­κό­ταν ὅ­λο το βρά­δυ πά­νω του.

        Ἦ­ταν ἕ­να μο­να­χι­κὸ σπί­τι.

        Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἦ­ταν σω­ρι­α­σμέ­να τὰ ἔ­πι­πλα ἀ­πὸ φὲρ φορ­ζὲ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ποὺ ἦ­ταν ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη ἀ­πὸ και­ρό, πα­ρα­δο­μέ­νη σὲ μιὰ μοί­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νη στὰ ἀ­στέ­ρια.

        Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι μὲ ἐ­λεύ­θε­ρο πνεῦ­μα.

        Πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας μά­ζε­ψε ὅ­λα τα κλει­διά. Πρῶ­τα τα κλει­διὰ ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες καὶ τὸν μπου­φὲ κι ὕ­στε­ρα ὅ­λα τα μι­κρά, με­γά­λα καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κλει­διὰ ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ουν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ κά­νει τοῦ κε­φα­λιοῦ του. Τὰ ἔ­κρυ­ψε σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ κου­τί. Τὰ πέ­τα­ξε.

        Ἦ­ταν ἕ­να αἰ­ώ­νιο σπί­τι.

        Κρα­τοῦ­σε πει­σμα­τι­κὰ κλει­στὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρά του καὶ σκο­τει­νὴ τὴν εἴ­σο­δό του. Κά­θε χρό­νο, ἐ­πέ­τρε­πε στὶς νε­ραν­τζι­ὲς νὰ ρί­χνουν τοὺς καρ­πούς τους στὰ χω­μά­τι­να τε­τρά­γω­να. Ἀ­πα­γό­ρευ­ε στὰ φὲρ φορ­ζὲ νὰ σκου­ριά­σουν.

        Ἦ­ταν ἕ­να ἥ­συ­χο σπί­τι.

        Ὁ ἀ­έ­ρας μπαι­νό­βγαι­νε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους του μέ­ρα-νύ­χτα. Δὲν τά­ρα­ζε τὸ δρο­σε­ρὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του. Μό­νο το ξε­χα­σμέ­νο στὸ πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ δέρ­μα τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ ἀ­να­τρί­χια­ζε. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ κρύ­ο ρεῦ­μα. Θυ­μό­ταν μό­νο τὴ ζέ­στη τῆς ζούγ­κλας. Ὅ­λοι εἶ­χαν κυ­λι­στεῖ πά­νω του. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἀγ­κα­λιά­σει τὸ κε­φά­λι του.

        Ἦ­ταν ἕ­να πι­στὸ σπί­τι.

        Στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­το πά­νω ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα ποὺ ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ ἀ­νοι­χτὰ τὰ μά­τια. Ἀ­κού­ει σχε­δὸν ὁ­λο­κά­θα­ρα τὸν χτύ­πο τῆς λι­ον­τα­ρί­σιας καρ­διᾶς του.

        Θὰ κα­τα­πι­εῖς τὴν πεί­να καὶ τὴ δί­ψα γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι στὴ ζούγ­κλα.

        Θὰ στὴ χορ­τά­σω ἐ­γώ.

        Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει καὶ κλεί­νει.

        Τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν.

        Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­σπλα­χνο σπί­τι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να μὲ τὶς δύ­ο κό­ρες της. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κα­θὼς καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Κί­τρι­νο σκο­τά­δι, ἐκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­νύ­πνιον. Ἀ­γα­πά­ει τὸ δι­ά­βα­σμα, τὸ θέ­α­τρο κι ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κό­σμο τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.


 

Τζοὺντ Χίγκινς (Jude Higgins): Φτερωτή ζωή


Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins)


Φτε­ρω­τὴ ζω­ή

(Bird life)


ΕΡΕΙΣ πῶς εἶ­ναι ὅ­ταν ἕ­να που­λὶ κου­του­λᾶ στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος κι ἐ­σὺ τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι ἁ­πλῶς ζα­λί­στη­κε· ἀλ­λὰ ὄ­χι, ἡ πρό­σκρου­ση τὸ ἄ­φη­σε νε­κρό – καὶ ἰ­δού: τὴν ἡ­μέ­ρα ἀ­κρι­βῶς τῶν γε­νε­θλί­ων σου μιὰ ὄ­μορ­φη μι­κρὴ τσί­χλα, μὲ λαμ­πρὸ φτέ­ρω­μα, κεί­τε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα πά­νω στὸ χα­λά­κι μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ Κα­λω­σο­ρί­σα­τε. Ἀ­να­λο­γί­ζε­σαι τὴν εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πράγ­μα­τος –πῶς γί­νε­ται κά­τι τό­σο νέ­ο νὰ μὴ γι­ορ­τά­σει πο­τὲ γε­νέ­θλια κι ἔ­πει­τα σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ αἰ­σθη­μα­το­λο­γι­κὸ νὰ φαν­τά­ζε­σαι τὰ γε­νέ­θλια ἑ­νὸς που­λιοῦ. Προ­σπα­θεῖς ν’ ἀ­πο­φύ­γεις τὴν αἰ­σθη­μα­το­λο­γί­α.

        Εἶ­ναι ἐ­λα­φριά, τό­σο ἐ­λα­φριά, μιὰ τό­ση δὰ ἐν­τύ­πω­ση στὸ φτυ­α­ρά­κι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν μα­ζεύ­εις κι ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ ἄν­τρας σου τὴν βγά­ζει φω­το­γρα­φί­α μο­λο­νό­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­τι ποὺ θὲς ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στὴ μνή­μη σου, εἰ­δι­κὰ μιὰ τέ­τοι­α μέ­ρα. Ἀλ­λά σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τοῦ θύ­μι­σε τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ εἶ­χες φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση ποὺ δέ­χτη­καν τὰ μι­κρὰ μαυ­ρο­πού­λια στὸ κα­λα­θά­κι τους στὸ κα­τώ­φλι ἀ­πὸ ἕ­να ξε­φτέ­ρι, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τῆς ἀ­που­σί­ας σου ξύ­νον­τας αἵ­μα­τα καὶ φτε­ρὰ γο­να­τι­στὸς στὸ πά­τω­μα.

        Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν ἔ­πει­τα πῆ­γε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι ἔ­χον­τας κλει­στὲς τὶς κουρ­τί­νες καὶ νι­ώ­θον­τας πο­λὺ πλη­γω­μέ­νος σὰν νὰ εἶ­χε κου­του­λή­σει πά­νω σ’ ἕ­ναν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο ἐ­νῶ πί­στευ­ε ὅ­τι τα­ξί­δευ­ε στὸν κε­νὸ χῶ­ρο. Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ κι αὐ­τὸς στὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἢ ἂν εἶ­χε ἀ­ναρ­ρώ­σει.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Flash Frontier:

http://www.flash-frontier.com/november-2016-birds/#birdlife

Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ πρῶ­το της βι­βλι­α­ρά­κι μι­κρο­δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Τὸ σπί­τι τοῦ Χη­μι­κοῦ βγῆ­κε στὶς ἐκ­δό­σεις V Press τὸ 2017. Ἡ ἴ­δια θε­σμο­θέ­τη­σε τὸ Βρα­βεῖ­ο Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Bath Flash Fiction Award καὶ ὀρ­γά­νω­σε τὸ Φε­στι­βὰλ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου ἐ­νῶ τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τὸ ἐν λό­γῳ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νο­δι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]