Βαγγέλης Παπαδιόχος: Εἶναι δικὴ σου


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Εἶ­ναι δι­κή σου


 ΒΡΟΧΗ ΕΠΕΦΤΕ ἀ­στα­μά­τη­τα κά­νον­τας τὶς λακ­κοῦ­βες τοῦ δρό­μου νὰ ξε­χει­λί­ζουν. Ἡ Μι­μό­ζα κα­θό­ταν σὲ μιὰ στά­ση λε­ω­φο­ρεί­ου μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ας.

        «Εἶ­ναι ὥ­ρα», μουρ­μού­ρι­σε. «Ἐν­τά­ξει, χώ­ρι­σε πρό­σφα­τα καὶ τοῦ ἔρ­χε­ται δύ­σκο­λο. Ἂν ὅ­μως δεί­ξω πὼς θέ­λω νὰ πᾶ­με πα­ρα­κά­τω… Ναί, μό­λις στα­μα­τή­σει ἡ βρο­χὴ θὰ πά­ω», συμ­πλή­ρω­σε κι ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

        Ἄ­νοι­ξε τὴν κόκ­κι­νη ὀμ­πρέ­λα ποὺ τῆς εἶ­χε δώ­σει προ­χθὲς στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Μιὰ ξαφ­νι­κὴ μπό­ρα εἶ­χε ξε­σπά­σει καὶ τό­τε κα­θὼς ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ φύ­γουν.

       «Πά­ρ’ την, βρέ­χει πο­λύ», τῆς εἶ­πε.

       «Κι ἐ­σύ;»

       «Ἔ­χω τὴν κου­κού­λα. Πά­ρ’ την, εἶ­ναι δι­κή σου!» ἐ­πέ­μει­νε χα­μο­γε­λα­στός.

       Ὅρ­μη­σε τό­τε πά­νω του καὶ τὸν φί­λη­σε σὰν νὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν ἔ­βλε­πε. Μό­λις ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν στα­μά­τη­σε ἕ­να τα­ξὶ καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ ἁ­μά­ξι του. Ὅ­ταν εἶ­δε ποὺ μέ­νει ἤ­θε­λε πιὰ νὰ μά­θει τὰ πάν­τα γιὰ αὐ­τόν.

       «Συγ­γνώ­μη, ἔ­χε­τε φω­τιά;» μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ δι­έ­κο­ψε τὶς ἀ­να­πο­λή­σεις της.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ δί­πλα της κι ἔ­βγα­λε τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη της. Κα­θὼς τῆς τὸν ἔ­δι­νε πα­ρα­τή­ρη­σε συ­νο­φρυ­ω­μέ­νη τὸ πρό­σω­πό της.

       «Μι­μό­ζα! Ἐ­σὺ εἶ­σαι;» μουρ­μού­ρι­σε ἡ ἄλ­λη.

       Ἔ­πει­τα, τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ ἡ Μι­μό­ζα τὴν μι­μή­θη­κε.

       «Χρι­στί­να!» ἀ­να­φώ­νη­σε.

       Πλη­σί­α­σαν ταυ­τό­χρο­να ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη καὶ φι­λή­θη­καν σταυ­ρω­τά.

       «Πό­σα χρό­νια ἔ­χω νὰ σὲ δῶ;» τὴ ρώ­τη­σε ἡ Χρι­στί­να.

       «Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ reunion νο­μί­ζω. Μιὰ χα­ρὰ φαί­νε­σαι!»

      «Ἔ­χω πά­ρει με­ρι­κὰ κι­λά­κια… Τρι­αν­τα­πεν­τα­ρί­σα­με κι­ό­λας… Ἐ­σέ­να βέ­βαι­α, ἂν δὲν σὲ ἤ­ξε­ρα, θὰ σὲ ἔ­κα­να τὸ πο­λὺ γιὰ εἴ­κο­σι ἑ­πτά! Πῶς κι ἀ­πὸ ‘δῶ; Μὴ μοῦ πεῖς ὅ­τι μέ­νεις κά­που τρι­γύ­ρω;»

       «Ὄ­χι, ἔ­χω μιὰ δου­λειὰ ἐ­δῶ κον­τὰ καί…»

       Ἡ Χρι­στί­να σχη­μά­τι­σε ἕ­να πο­νη­ρὸ χα­μό­γε­λο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ ἁ­πα­λὴ τσιμ­πιὰ στὸ μπρά­τσο.

       «Μι­μο­ζά­κι, αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τὸ θυ­μᾶ­μαι! Πι­στεύ­ω θὰ εἶ­ναι κα­λὴ αὐ­τὴ ἡ… δου­λειά».

       Ξέ­σπα­σαν καὶ οἱ δύ­ο σὲ αὐ­θόρ­μη­τα χα­χα­νη­τά.

       «Ἐν­τά­ξει, κα­λὴ εἶ­ναι! Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;»

       «Ἐ­δῶ μέ­νω!», ἀ­πο­κρί­θη­κε δεί­χνον­τάς της ἀ­πέ­ναν­τι.

       Ἡ Μι­μό­ζα γύ­ρι­σε πρὸς τὰ ‘κεῖ ξε­ρο­κα­τα­πί­νον­τας.

       «Παν­τρε­μέ­νη μὲ παι­δὶ πλέ­ον!» συ­νέ­χι­σε ἡ Χρι­στί­να βγά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό της.

       Στὴν ὀ­θό­νη πό­ζα­ρε χα­μο­γε­λα­στὸς ἐ­κεῖ­νος κι ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι ποὺ τοῦ ἔ­μοια­ζε.

       «Λοι­πόν, γιὰ πὲς κι ἐ­σὺ γιὰ τὴ… δου­λειά σου».

       Ἡ Μι­μό­ζα χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα της σὲ μιὰ λακ­κού­βα ἀ­νά­με­σά τους, ὅ­που κα­θρε­φτι­ζό­ταν τὸ πρό­σω­πο τῆς Χρι­στί­νας. Κα­θὼς βυ­θο­με­τροῦ­σε τὴν μι­κρο­σκο­πι­κὴ βρώ­μι­κη λι­μνού­λα τὴν θυ­μή­θη­κε τό­τε, στὴν Πέμ­πτη δη­μο­τι­κοῦ, ποὺ τῆς εἶ­χε χα­ρί­σει τὴ γό­μα της.

       «Πά­ρ’ τὴν Μι­μό­ζα, εἶ­ναι δι­κή σου! Ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω πὼς οἱ Ἀλ­βα­νοὶ εἶ­ναι κλέ­φτες. Ἂν θέ­λεις, μπο­ροῦ­με νὰ γί­νου­με φί­λες!»

       Θὰ πί­στευ­ε τὸ ἴ­διο ἂν μά­θαι­νε πὼς λί­γο πρὶν τὶς Πα­νελ­λή­νι­ες εἶ­χα πά­ει μὲ τὸν Πέ­τρο, ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τό­τε.

       «Μι­μό­ζα, εἶ­σαι κα­λά;» τὴ ρώ­τη­σε.

       «Σύ… συγ­γνώ­μη, πρέ­πει… πρέ­πει νὰ φύ­γω τώ­ρα», τραύ­λι­σε.

       «Ὀ­κέ­ι, χά­ρη­κα ποὺ σὲ εἶ­δα. Θὰ περ­πα­τοῦ­σα μα­ζί σου, ἔ­χω πέν­τε λε­πτὰ μέ­χρι ν’ ἀ­νοί­ξω τὸ μα­γα­ζί, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ τὴν ὀμ­πρέ­λα μου. Νά, μιὰ κόκ­κι­νη σὰν τὴ δι­κή σου εἶ­ναι!»

       Ἡ Μι­μό­ζα ἄ­φη­σε τὴν ὀμ­πρέ­λα στὸ κά­θι­σμα.

       «Εἶ­ναι δι­κή σου!» ψέλ­λι­σε καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε τσα­λα­πα­τών­τας στὴ βρο­χή.



Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986) Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Λα­θρε­πι­βά­τες (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, 2018) καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἐκδ. Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019).


Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков): Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

 



Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

(Синята хризантема)


ΜΑΣΤΑΝ ΤΡΕΙΣ. Ἐ­γώ, ὁ Βδέλ­λας κι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Μα­ζευ­ό­μα­σταν στὴν τα­βέρ­να τοῦ Στά­μου τοῦ Τυ­φλοῦ, ὅ­που χαρ­το­παί­ζα­με μέ­χρι ἀρ­γά. Καὶ ἐ­κεῖ, ξο­δεύ­α­με σχε­δὸν ὅ­λα μας τὰ λε­φτά. Δι­ό­τι δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ού­μα­σταν μὲ μι­κρο­πο­σά. Σὲ μιὰ γύ­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­πρε­πε νὰ πον­τά­ρει του­λά­χι­στον εἴ­κο­σι λέ­βα. Αὐ­τὸ γι­νό­ταν στὴν ἀρ­χὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸ κρα­σὶ φούν­τω­νε τὰ κε­φά­λια μας, βά­ζα­με κι ἀ­πὸ πε­νῆν­τα, ἀ­κό­μα καὶ ἑ­κα­τό. Ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν κέρ­δι­ζα. Οὔ­τε κι ὁ Βδέλ­λας. Ὅ­λα μας τὰ λε­φτά, τὰ σά­ρω­νε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μ’ ἕ­ναν ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ἔ­παι­ζε στὰ δά­χτυ­λά του τὴν κα­τα­στρο­φι­κὴ αὐ­τὴ τέ­χνη τῶν χαρ­τι­ῶν.

       Ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση τῆς σπον­δυ­λι­κῆς στή­λης καὶ ἦ­ταν τό­σο καμ­που­ρια­στός, ποὺ ὅ­ταν παί­ζα­με, μό­νο τὸ κε­φά­λι του ἐ­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι. Στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο πρό­σω­πό του ξε­χω­ρί­ζα­νε δύ­ο τε­ρά­στια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε ἀ­γρι­ω­πὰ στὴν πα­ρα­μι­κρή μας ἐ­πι­τυ­χί­α. Καὶ αὐ­τὴ ἡ λάμ­ψη στὰ μά­τια του, ἀ­κού­σια μᾶς ἀ­πο­θάρ­ρυ­νε καὶ χά­να­με τὴ ρο­ὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἄρ­χι­ζε νὰ γε­λά­ει φαρ­μα­κε­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­γα­με τὴ βρα­χνὴ φω­νή του νὰ στριγ­γλί­ζει:

       — Ἄσ­σος, Ἐν­νιὰ κού­πα, Ρή­γας σπα­θί! Καὶ κέρ­δι­ζε.

       Ὅ­μως, ἐ­γὼ καὶ ὁ Βδέλ­λας τοῦ τὴ στή­να­με ἀ­πὸ και­ρό. Καὶ ἔ­τσι ἕ­να βρά­δυ, ἔ­χα­σε. Ἔ­χα­σε ὅ­λα τὰ λε­φτά του. Ἐ­μεῖς, πή­ρα­με τό­ση χα­ρά, ποὺ δὲν στα­μα­τού­σα­με νὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τὸν Ἑ­σπε­ρι­νό.

       Ἐ­κεῖ­νος σι­ω­ποῦ­σε. Τὰ μά­τια του καί­γα­νε ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή. Καὶ ὅ­ταν τὰ πει­ράγ­μα­τά μας ξε­πέ­ρα­σαν πιὰ κά­θε ὅ­ριο ἀ­νο­χῆς, τὸ πρό­σω­πό του κοκ­κί­νη­σε ἀ­πὸ θυ­μό, χτύ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ εἶ­πε:

       — Γιὰ νὰ δοῦ­με! Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ἀ­κό­μα ποι­ός εἶ­ναι ὁ νι­κη­τής!

       — Μά, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χεις λε­φτά! ξε­φώ­νη­σε ὁ Βδέλ­λας. Δὲν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ παί­ξεις!

       — Πῶς; Ἐ­γὼ θὰ πον­τά­ρω κά­τι ἄλ­λο, θὰ στοι­χη­μα­τί­σω ὅ,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἔ­χω! ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ ἔ­ψα­ξε στὴν τσέ­πη του.

       Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, πε­ρι­μέ­να­με νὰ δοῦ­με κά­τι πο­λύ­τι­μο, κά­τι, τε­λο­σπάν­των, ποὺ νὰ ἦ­ταν ἀ­ξί­ας. Ὅ­μως, πρὸς με­γά­λη μας ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μι­κρό, δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι του ἕ­να γα­λά­ζιο, μα­ρα­μέ­νο χρυ­σάν­θε­μο.

       — Χά, χά, χά! ἔ­βα­λα τὰ γέ­λια. Μὰ αὐ­τὸ δὲν ἀ­ξί­ζει οὔ­τε δυ­ὸ λέ­βα!

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ποῦ ἔ­χεις; ρώ­τη­σε ὁ Βδέλ­λας.

       — Ὅ­μως ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός μᾶς κοί­τα­ξε μὲ τέ­τοι­ο μί­σος, τὰ μά­τια του ἀ­στρά­φτα­νε τό­σο, μὰ τό­σο τρο­με­ρά, ποὺ ἐ­μεῖς ἀ­πρό­θυ­μα συ­νε­χί­σα­με τὸ παι­χνί­δι. Ἀλ­λὰ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ἔ­χα­σε καὶ τού­τη τὴ φο­ρά. Ἐ­γὼ κέρ­δι­σα τὸ χρυ­σάν­θε­μο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε γιὰ μέ­να τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­ξί­α. Καὶ θὰ τὸ ἔ­δι­να πά­λι στὸν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἂν μιὰ συμ­φω­νί­α δὲν ὅ­ρι­ζε πάν­τα τὸ παι­χνί­δι μας: νὰ μὴν ὑ­πάρ­ξει καμ­μί­α ὑ­πο­χώ­ρη­ση, ἔ­στω καὶ με­ρι­κή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ κερ­δή­θη­κε. Καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸν λό­γο ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­βο­ή­θη­τος καὶ προ­σβε­βλη­μέ­νος, ὅ­ταν ἐ­γὼ μά­ζε­ψα τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.

       Καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα γί­να­με ἐ­χθροί. Μὲ μι­σοῦ­σε, τό ’­ξε­ρα. Φαι­νό­τα­νε στὸ βλέμ­μα του. Πα­ρό­λα αὐ­τά, συ­νε­χί­ζα­με νὰ μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν τα­βέρ­να καὶ νὰ παί­ζου­με χαρ­τιά. Καὶ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­χα­νε, πάν­τα ἔ­χα­νε. Δι­ό­τι ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας τοῦ εἴ­χα­με στή­σει ὡ­ραί­α πα­γί­δα. Σὲ ποι­ά πο­νη­ριά, ὅ­μως, εἴ­χα­με κα­τα­φύ­γει γιὰ νὰ κερ­δί­σου­με, αὐ­τὸ δὲν πρό­κει­ται πο­τέ μου νὰ τὸ πῶ. Θὰ ντρό­πια­ζα κι ἐ­μέ­να καὶ τὸν φί­λο μου.

       Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς δὲν ἦρ­θε. Δὲν ἦρ­θε οὔ­τε καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο. Μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Φι­λι­κὸ χρέ­ος μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ πᾶ­με νὰ τὸν δοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Πι­θα­νῶς, ἡ πα­ρου­σί­α μου νὰ τοῦ ξυ­πνοῦ­σε τὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση γιὰ τὸ χρυ­σάν­θε­μο. Καὶ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ πά­ω, ἂν ὁ Βδέλ­λας δὲν μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸ ζό­ρι.

       Οἱ φό­βοι μου ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν. Μό­λις μὲ εἶ­δε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, πή­δη­ξε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ φώ­να­ξε:

       — Βρω­μιά­ρη, χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ!

       — Ἑ­σπε­ρι­νέ, ἄ­κου με —εἶ­πα ἐ­γὼ— καὶ μὴ μοῦ θυ­μώ­νεις! Ξέ­ρεις, ὅ­τι…

       — Χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ! – οὔρ­λια­ξε πά­λι καὶ ἅρ­πα­ξε τὸ ψα­λί­δι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ κο­μο­δί­νο του. Τό­τε ἐ­γὼ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       Με­τὰ ὁ Βδέλ­λας μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἦ­ταν βα­ριὰ ἄρ­ρω­στος καὶ κά­θε ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τεῖ, ἤ­τα­νε χα­μέ­νη.

       Καὶ πραγ­μα­τι­κά, πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ πα­ρα­πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό.

       Καὶ μεί­να­με οἱ δυ­ό μας. Ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας. Πη­γαί­να­με, ὅ­μως, ξα­νὰ στὴν τα­βέρ­να καὶ συ­νε­χί­ζα­με τὴ χαρ­το­παι­ξί­α μας. Καὶ κέρ­δι­ζε πό­τε ὁ ἕ­νας καὶ πό­τε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­τσι, ποὺ οἱ χα­σοῦ­ρες μας δὲν γί­νον­ταν αἰ­σθη­τές.

       Μιὰ φο­ρά, ἤ­πια­με κρα­σὶ πα­ρα­πά­νω. Ἀρ­χί­σα­με νὰ πον­τά­ρου­με με­γά­λα πο­σά. Καὶ κέρ­δι­ζα. Δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες, τὸ παι­χνί­δι ἦ­ταν μὲ τὸ μέ­ρος μου. Ἀλ­λά, ἕ­να μοι­ραῖ­ο γύ­ρι­σμα καὶ…. ὁ Βδέλ­λας μὲ ξε­τί­να­ξε.

       Ἔ­χα­να. Γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ ὅ­μως τὴ δι­ά­θε­σή μου, δὲν ἔ­παυ­α νὰ γε­μί­ζω μὲ κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου. Νευ­ρι­α­σμέ­νος καὶ φουν­τω­μέ­νος, κο­πα­νοῦ­σα τὸ ἕ­να φύλ­λο με­τὰ τὸ ἄλ­λο ἐ­πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Μὰ αὐ­τὸ δὲν βο­η­θοῦ­σε.

       Ὁ Βδέλ­λας, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κέρ­δι­ζε ἔ­ρι­χνε σὲ βά­ρος μου ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὲς κο­ρο­ϊ­δί­ες, γε­λών­τας μι­κρό­ψυ­χα καὶ φαρ­μα­κε­ρά. Καὶ σὲ μιὰ στιγ­μή, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο τὸ ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ κά­που. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο καὶ τὴ φρί­κη, μοῦ ‘πέ­σαν τὰ χαρ­τιά. Ἀ­πέ­ναν­τί μου στε­κό­ταν ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Τὰ μά­τια του, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες, φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή, καὶ μοῦ ψιθύ­ρι­ζε:

       — Συ­νέ­χι­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ παί­ζεις!

       Κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­σα τὸ παι­χνί­δι, ἐ­πει­δὴ ἡ φω­νὴ του τὸ πρό­στα­ζε.

       Ἔ­χα­να. Δὲν μοῦ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει πα­ρὰ με­ρι­κὰ λέ­βα. Καὶ τό­τε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, γέ­λα­σε βρον­τε­ρὰ καὶ φώ­να­ξε:

       — Πόν­τα­ρε τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο!

       Ἐ­γὼ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω. Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο ἄ­ρα­γε θὰ μὲ γλύ­τω­νε; Ἢ μή­πως τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο θὰ ἀ­φά­νι­ζε κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως ἀ­φά­νι­σε κά­πο­τε καὶ τὸν ἴ­διο;

       Ἔ­βγα­λα τὸ χρυ­σάν­θε­μο καὶ τὸ πόν­τα­ρα. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γι­νε. Στὰ ἀ­φτιά μου ἠ­χοῦ­σε καὶ πά­λι τὸ γέ­λιο τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ἐ­γὼ γέ­μι­ζα τὰ πο­τή­ρια τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο καὶ ἔ­πι­να. Κά­πως ἔ­τσι μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος.

       Τὸ πρω­ί, μό­λις ξύ­πνη­σα, ὁ τα­βερ­νιά­ρης μοῦ δή­λω­σε ὅ­τι ὁ Βδέλ­λας σά­λε­ψε. Καὶ πά­νω στὴν τρέ­λα του, ἔ­λε­γε ὅ­τι τὴ νύ­χτα, παί­ζον­τας στὰ χαρ­τιά, κέρ­δι­σε ἀ­πὸ τὸν Ἑ­σπε­ρι­νὸ ἕ­να γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.


1922


Πη­γή: https://chitanka.info/text/1586-sinjata-hrizantema

Ὁ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» (Стрелец) μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» (diabolism), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ διη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α – Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶ­ς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


Φανή Χούρσογλου: Οἰκόσιτα


Φα­νὴ Χούρ­σο­γλου


Οἰ­κό­σι­τα


Ι ΜΕΓΑΛΕΣ, ΟΙ ΦΤΕΡΩΤΕΣ, δὲν θά ‘πρε­πε ὑ­πο­τί­θε­ται νὰ μᾶς ἀ­νη­συ­χοῦν – εἶ­ναι ἁ­πλοὶ ἐ­πι­σκέ­πτες, κα­θὼς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοί. Οἱ τσοῦ­λες οἱ μι­κρὲς εἶ­ναι ποὺ κά­νου­νε φω­λι­ὲς καὶ θέ­λουν ἐ­πει­γόν­τως ἐ­ξο­λό­θρευ­ση.

        Δὲν ξέ­ρω βέ­βαι­α ἂν θὰ συμ­φω­νοῦ­σε σὲ αὐ­τὸ ὁ Ἀν­τω­νά­κης, ἀ­φοῦ —Βου­δι­στὴς γὰρ— πί­στευ­ε πὼς ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ με­γέ­θους πρό­κει­ται γιὰ ἀ­τυ­χεῖς με­τεν­σαρ­κώ­σεις ἀ­κό­μα καὶ οἰ­κεί­ων —ἀ­γα­πη­μέ­νων, ἐν­δε­χομέ­νως— προ­σώ­πων, βά­ναυ­σα χτυ­πη­μέ­νων ἀ­π’ τὸ κάρ­μα.

        Ὅ­πως καὶ νά ‘χει, ὁ Μῆ­τσος —ὡς συ­νή­θως κυ­νι­κός— τό­νι­ζε πὼς τὸ ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α τοῖς ἑ­κα­τὸ ἀπ’ τὶς ρη­μά­δες δὲν τὶς βλέ­που­με.

        Βλέ­που­με —ἐ­νί­ο­τε— ἀ­ρα­χνοῦ­λες, ἀλ­λὰ συ­χνό­τε­ρα μο­νά­χα τοὺς ἱ­στούς τους στὶς γω­νι­ές. Δὲν βλέ­που­με ὅ­μως —εὐ­τυ­χῶς— οὐ­δέ­πο­τε τὰ ἀ­κά­ρε­α, πα­ρό­λο ποὺ ἰ­σο­βί­ως συμ­βι­ώ­νου­με πα­ρέ­α.

        Ἴ­σως αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν καὶ ἡ Μα­ρι­λοῦ σὰν τῆς καρ­φώ­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι μοι­ρα­ζό­ταν τὴ γκαρ­σο­νι­ε­ρού­λα μὲ φαν­τά­σμα­τα. Ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο κο­ρί­τσι ἡ Μα­ρι­λοῦ, μὰ ξε­ρο­κέ­φα­λο. Χρυ­σὴ τὴν κά­να­με πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει με­τα­φυ­σι­κὸ οὐ­δὲν ποὺ νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ, αὐ­τὴ ἐ­κεῖ, νὰ σκι­ά­ζε­ται καὶ νὰ σκη­νο­θε­τεῖ τὸ θρί­λερ τῆς ζω­ῆς της.

        Μᾶς πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὕ­πο­πτα συμ­βάν­τα ὡς πα­σι­δή­λως ἐν­δει­κτι­κά τῆς ὕ­παρ­ξης μί­ας ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρων ὀν­το­τή­των ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν στὴν οἰ­κί­α της.

        Κατ’ ἀρ­χὴν —λέ­ει— ἄ­κου­γε βή­μα­τα, συρ­σί­μα­τα, ψι­θύ­ρους καὶ φω­νές. Τὸ γε­γο­νὸς πὼς οἱ τοῖ­χοι τῶν δι­α­με­ρι­σμά­των οὐ­δε­μί­αν ἠ­χο­μό­νω­ση πα­ρέ­χουν δι­ό­λου δὲν τὴν πτο­οῦ­σε.

        Βέ­βαι­α εἶ­χε κά­ποι­α βά­ση αὐ­τή της ἡ ἀ­γω­νί­α, ἀ­φοῦ —ἀ­πὸ τὴν τρέ­λα της— εἶ­χε ἀ­πο­συν­δέ­σει ρα­δι­ό­φω­να, τη­λε­ο­ρά­σεις καὶ λοι­πὰ (γιὰ τὸ φό­βο τῶν δαι­μό­νων), ὁ­πό­τε ζών­τας στὴ σι­ω­πὴ πῶς νὰ μὴν με­γα­λο­ποι­εῖ καὶ τὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο ἠ­χά­κι;

        Τὸ σπί­τι —ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη— εἶ­ναι ἀ­λή­θεια τὴν ἀ­να­και­νι­σού­λα του τὴν ἤ­θε­λε καὶ βέ­βαι­α οὔ­τε λό­γος γιὰ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ ἐ­νερ­γεια­κῆς ἀ­πό­δο­σης σὲ ἕ­να κτί­σμα συ­νο­μή­λι­κο μέ μᾶς – καὶ κά­τι πα­ρα­πά­νω. Πῶς νὰ μὴν τρί­ζουν πιὰ τὰ ἕρ­μα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα;

        Ἔ­πει­τα ἡ κα­η­μέ­νη ἡ Μα­ρι­λοῦ ἔ­χα­νε δια­ρκῶς πράγ­μα­τα. Πα­σμί­νες, κάλ­τσες κι ἀ­να­πτῆ­ρες δη­λώ­νον­ταν συ­χνὰ πυ­κνὰ στὴ λί­στα ἀ­πω­λε­σθέν­των. Ἐ­γὼ ὡς ἄ­πι­στος Θω­μᾶς τὴ θε­ω­ροῦ­σα φυ­σι­κὰ ἁ­πλῶς ἀλ­λο­παρ­μέ­νη.

        Ὅ­μως —σὰν βρώ­μι­κο μυα­λό— προ­σπά­θη­σα σκλη­ρὰ νὰ τῆς βά­λω ψύλ­λους στ’ αὐ­τιὰ μή­πως ἡ κολ­λη­τή της, αὐ­τὴ ἡ Μίρ­κα ἡ παρ­δα­λή, τῆς βού­τα­γε τὰ δι­ά­φο­ρα – ἔ­τσι γιὰ χά­ρη γού­στου.

        Κι ἴ­σως ἦ­ταν οἰ­κό­σι­τα τὰ πνεύ­μα­τα στὸ σπί­τι, ὅ­μως τὸ σύν­δρο­μο τῆς Μα­ρι­λοῦ εἶ­χε ἐ­πε­κτα­θεῖ καὶ σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς χώ­ρους, ὥ­στε παν­τοῦ πλέ­ον ἔ­νι­ω­θε πὼς πα­ρα­κο­λου­θεῖ­ται.

        Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπά­θη­σα νὰ ὀρ­θώ­σω τεῖ­χος λο­γι­κῆς γιὰ νὰ τὴν χα­λα­ρώ­σω, ἐ­κεί­νη δὲν ξε­χνι­ό­τα­νε λε­πτό. Κι ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μυ­θι­α­ζό­μουν δι­α­κα­ῶς μή­πως κά­τι παι­ζό­ταν με­τα­ξύ μας, τὸ ἀ­γύ­ρι­στο μυα­λό της σκά­λω­νε στὰ ἀ­ό­ρα­τα κα­τοι­κί­δια. Ἔ­ψα­χνε καὶ με­τροῦ­σε τὶς σκι­ές, δι­α­βλέ­πον­τας παν­τοῦ ἄλ­λες δι­α­στά­σεις.

        Ἀ­φοῦ εἶ­χε σπου­δά­σει ἐν­δε­λε­χῶς τὰ ἅ­παν­τα τῆς ἀ­ξι­ό­τι­μης Μαν­τὰμ μὲ τ’ ὄ­νο­μα Μπλα­βά­τσκυ ἡ Μα­ρι­λοῦ δὲ σή­κω­νε οὔ­τε μύ­γα στὸ σπα­θί της. Ἦ­ταν κα­θό­λα ἕ­τοι­μη νὰ συ­στη­θοῦν ἐ­νώ­πιος ἐ­νω­πί­ῳ μὲ τὸ στοι­χει­ό. Ἐ­πί­μο­να προ­σέγ­γι­ζε τοὺς φί­λους της —κι ἐ­μέ­να— νὰ κά­νου­με ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σε­άνς.

        Ὁ­μο­λο­γῶ πο­θοῦ­σα σὰν τρε­λός τὰ τρυ­φε­ρὰ χε­ρά­κια της νὰ ἄγ­γι­ξω – ἀλ­λὰ γιὰ ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοι­οῦτα ἐ­ξω­τι­κὰ δὲν ἤ­μουν ὁ κα­τάλ­λη­λος κα­θό­λου. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ τὴν πά­τη­σα ὁ βλά­κας κι ἀ­φοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κα ὄ­φει­λα νὰ τὸ κά­νω.

        Στὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­κεῖ. Στὸ χῶ­ρο μό­νο δυ­ὸ κε­ριά. Εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει τὸ τρα­πέ­ζι, τὸ πο­τή­ρι, τὸ χαρ­τί. Πι­α­νό­μα­στε κι ἀρ­χί­ζου­με τὴν ὅ­λη τε­λε­τή. Κρύ­ω­σα ἀ­πό­το­μα ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε καὶ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα.

        Τὸ πο­τή­ρι κου­νή­θη­κε κι ἡ Μα­ρι­λοῦ ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τᾶ γιὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἄ­γνω­στού της φί­λου. Ἐ­γὼ τὰ εἶ­χα ἤ­δη χρεια­στεῖ μὰ τὰ χει­ρό­τε­ρα δὲν εἶ­χαν φτά­σει ἀ­κό­μα. Ἦρ­θαν ὅ­ταν τὰ γράμ­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νον­ταν γορ­γὰ σχη­μά­τι­σαν στὰ μά­τια μου μπρο­στὰ τὸ ὄ­νο­μά μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φα­νή Χούρ­σο­γλου (Ἀ­θή­να). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴν Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α στὸ ἀν­τί­στοι­χο τμῆ­μα τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὸ Graphic Design (Bachelor καὶ Master of Arts in Design ἀ­π’ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Derby) στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λό. Ἀ­πα­σχο­λεῖ­ται κυ­ρί­ως σὰν graphic designer. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πε­ζο­ποι­ή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες. Πρῶ­το βι­βλί­ο της ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν Κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Χρῆστος Σακελλαρίδης: Ἕνα λεμόνι στὸ χέρι


Χρῆστος Σακελλαρίδης


Ἕ­να λε­μό­νι στὸ χέ­ρι


ΚΕΙΝΟ τὸ ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Στά­χια, ἐ­λι­ές, πρό­βα­τα καὶ κα­τσί­κες μὰ πιὸ πο­λὺ τὸ ἁλ­μυ­ρί­κι, ποὺ στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιά του κρύ­βου­με τὰ πα­κέ­τα μὲ τὰ τσι­γά­ρα. Ἔ­τσι ὅ­ποι­ος πη­γαί­νει πρῶ­τος ἔ­χει πάν­τα του­λά­χι­στον ἕ­να.

            Κρυ­βό­μα­στε για­τὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρά­σει ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης καὶ νὰ μᾶς δεῖ νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ τό­τε θὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ τὴ φω­νά­ζου­με ρό­ι­τερ, για­τὶ εἶ­ναι ἡ πιὸ κου­τσομ­πό­λα ἀ­π’ τὶς γρι­ές. Με­τὰ οἱ γο­νεῖς μας δὲ θὰ μᾶς ἀ­φή­νουν ἔ­ξω στὸ σχο­λεῖ­ο τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα καὶ εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι. Δὲν ἔ­χου­με κά­που ἀλ­λοῦ νὰ πᾶ­με. Τὴν κα­λύ­βα ποὺ χτί­σα­με ὅ­λοι μα­ζὶ πέ­ρυ­σι τὴ δι­έ­λυ­σε ὁ Ἀν­τώ­νης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Μι­χά­λη, ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε ποὺ στὴ μέ­ση τοῦ χω­ρα­φιοῦ του φτι­ά­ξα­με αὐ­τὴν τὴν κα­λύ­βα καὶ μα­ζευ­ό­μα­σταν καὶ κα­πνί­ζα­με καὶ πί­να­με καὶ λέ­γα­με βλα­κεῖ­ες.

            Ὅταν παί­ζου­με πό­λε­μο, τὸ ἕ­να στρα­τό­πε­δο εἶ­ναι ἡ κα­λύ­βα καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ σχο­λεῖ­ο. Περ­πα­τᾶ­με δύ­ο μα­ζὶ πάν­τα, κι ὅ­ταν ἤ­μα­σταν μὲ τὸν Νί­κο μιὰ φο­ρὰ βα­θειὰ μέ­σα στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες, κον­τὰ στὸ μι­κρὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ πα­ρεκ­κλή­σι τὸν φί­λη­σα στὸ στό­μα. Ἔτρεμα στὴ σκέ­ψη ὅ­τι κά­ποι­ος θὰ μᾶς δεῖ ἢ ὅ­τι θὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἀλ­λὰ ὁ Νί­κος ἁ­πλὰ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­πε «πᾶ­με νὰ τοὺς νι­κή­σου­με!». Ψά­χνα­με μιὰ ὥ­ρα νὰ τοὺς βροῦ­με, πή­γα­με ἀ­κό­μα καὶ μέ­χρι τὸ πε­σμέ­νο δέν­τρο στὸν ξε­ρο­πό­τα­μο ἀλ­λὰ δὲ βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἔ­χει πλα­τά­νια καὶ πά­ω πό­τε-πό­τε μό­νος μου καὶ γρά­φω, ἢ ἁ­πλὰ κοι­τά­ω τὸν τε­ρά­στιο ἱ­στὸ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ ἀ­ρά­χνες.

            Πρὶν με­ρι­κοὺς μῆ­νες εἶ­χα δεῖ ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νη τὴν Ἀγ­γε­λι­κού­λα, τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα εἶ­ναι γύ­ρω στὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει. Κυ­κλο­φο­ρεῖ γύ­ρω-γύ­ρω στὸ χω­ριὸ μό­νη της κρα­τών­τας πάν­τα στὸ χέ­ρι ἕ­να λε­μό­νι. Ὅταν μὲ βλέ­πει, μὲ ρω­τά­ει πάν­τα τί κά­νω, καὶ τί κά­νουν ἡ μα­μά μου κι ὁ μπαμ­πάς μου, μὲ μιὰ ἀρ­γό­συρ­τη φω­νὴ σὰν μοι­ρο­λό­ϊ. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ ρω­τά­ει πῶς τὰ πά­ω στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ με­τὰ μοῦ λέ­ει τοὺς βαθ­μούς της στὸ γυ­μνά­σιο· ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ μα­θή­τρια. Οἱ γλῶσ­σες τοῦ χω­ριοῦ λέ­νε ὅ­τι ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα τὸ ἔ­πα­θε αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ τὸ κά­να­νε, κι ἔ­τσι ὁ πα­πὰς καὶ ἡ πα­πα­διὰ τὴν κλεί­σα­νε μέ­σα καὶ τὴ δέρ­να­νε. Κά­θε τό­σο ἀ­κού­ω λυγ­μοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της καὶ θέ­λω τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ πά­ω νὰ κοι­νω­νή­σω νὰ φτύ­σω τὸν πα­πά. Εἶ­ναι καὶ κα­κο­μού­τσου­νος καὶ μιὰ φο­ρὰ πῆ­γε νὰ κλω­τσή­σει τὴ γά­τα μου ὁ­πό­τε τοῦ τά’ χω μα­ζε­μέ­να.

            Πρὶν δύ­ο χρό­νια, τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, μὲ εἶ­χε βά­λει νὰ κρα­τά­ω τὸ ἕ­να ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γο γιὰ τὴν πομ­πή, ἐ­πει­δὴ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἤ­θε­λε κι ἐ­μέ­να ὁ παπ­ποῦς μου ἦ­ταν κι αὐ­τὸς πα­πᾶς. Ὁ Μα­νοῦ­σος κρα­τοῦ­σε τὸ ἄλ­λο καὶ ὁ Γι­ῶρ­γος τὴ λαμ­πά­δα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Πε­ρά­σα­με ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ δρο­μά­κια τοῦ χω­ριοῦ καὶ σὲ κά­θε σπί­τι μᾶς ρί­χνα­νε οἱ γρι­ὲς κο­λώ­νια ἢ ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. Με­τὰ ὅ­ταν μα­ζευ­τή­κα­με τὰ παι­διὰ πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λοι μᾶς κο­ροϊ­δεύ­α­νε, για­τὶ εἴ­χα­με φο­ρέ­σει κά­τι ἄ­θλι­ες ἄ­σπρες ρόμ­πες σχε­δὸν σκι­σμέ­νες, καὶ σκυ­λο­βρω­μού­σα­με Μυρ­τώ.

            Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ δέ­χτη­κα, κι ἀ­πὸ τό­τε κά­θε χρό­νο πη­γαί­νω ἐξ ἀρ­χῆς στὸ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ Βαγ­γέ­λη καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀ­λῆ­τες μὲ τὰ μη­χα­νά­κια. Μ’ ἀ­ρέ­σει ὁ Βαγ­γέ­λης, για­τὶ εἶ­ναι ντόμ­προς καὶ σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ καὶ ὁ πιὸ μάγ­κας ἀ­π’­ ὅ­λους, ὅ,τι κι ἂν λέ­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ μέ­να. Ἄ ναί, καὶ για­τὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­φή­νει ὅ,τι τσι­γά­ρα τοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιὰ στὸ ἁλ­μυ­ρί­κι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῆστος Σακελλαρίδης. Ποι­η­τὴς καὶ δά­σκα­λος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο καὶ με­γά­λω­σε στὴν Κρή­τη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queen Mary, Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ UCL καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πι­στο­ποι­η­τι­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση στὸ Bath Spa. Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, τὴν Ἰρ­λαν­δί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ρα­δι­ο­φώ­νου, τὴν κι­νού­με­νη εἰ­κό­να καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ ἤ­χου.



		

	

Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler): Φι­λί­α καὶ τέ­χνη



Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler)


Φι­λί­α καὶ τέ­χνη

(Friendship and Art)


ΕΣΑΝΥΧΤΑ σχε­δόν, χτυ­πά­ει τὸ κου­δού­νι. Εἶ­ναι ὁ Ρόμ­περτ, ἀ­νά­στα­τος. Μά­λω­σε μὲ τὴν κο­πέ­λα του κι ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ σπί­τι. Μή­πως μπο­ρεῖ νὰ μεί­νει σὲ μέ­να;

       Ἐν­νο­εῖ­ται, λέ­ω, καὶ τοῦ βά­ζω ἕ­να φλυ­τζά­νι τσά­ι. Κου­βεν­τι­ά­ζου­με λι­γά­κι. Τε­λι­κὰ φεύ­γει καί, ὅ­ταν τὸν ξα­να­βλέ­πω, μοῦ λέ­ει πὼς ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά. Χαί­ρο­μαι ποὺ βο­ή­θη­σα νὰ σω­θεῖ μιὰ σχέ­ση.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια τὸν συ­ναν­τῶ τυ­χαῖ­α στὸ με­τρό. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι γρά­φει ποι­ή­μα­τα. Ρω­τά­ει ἂν θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω ἕ­να. Κα­θὼς τὸ δι­α­βά­ζω, συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι πε­ρι­γρά­φει ἐ­κεί­νη τὴ βρα­διά. Τὸ ποί­η­μα μὲ πα­ρου­σιά­ζει σὰν ἄν­θρω­πο ψυ­χρό, ποὺ με­τὰ βί­ας ἀ­νέ­χε­ται τὴν εἰ­σβο­λὴ καὶ ἀ­ρα­διά­ζει πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ λό­για ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ.

       «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται;» ρω­τά­ει ὁ Ρόμ­περτ, λὲς καὶ τὸ ποί­η­μα μι­λοῦ­σε γιὰ ρο­δῶ­νες τὸν χει­μώ­να.

       «Κα­λὸ εἶ­ναι», ἀ­παν­τῶ – ἡ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ δί­νου­με ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ κάμ­ψου­με τὸ ἠ­θι­κὸ ἑ­νὸς ποι­η­τῆ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler) εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν τοῦ Πα­νε­πι­στή­μιου Κο­λούμ­πια, ὅ­που ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς ἀ­πὸ τὸ 2001 ὣς τὸ 2006. Γιὰ τὴ θη­τεί­α του στὴ θέ­ση αὐ­τὴ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Προ­ε­δρι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Ἐ­ξαί­ρε­της Δι­δα­σκα­λί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Τὸ κύ­κνει­ο ἄ­σμα τοῦ Βων­τβίλ (The Swan Song of Vau­devil­le), Τὸ χλω­ρὸ γρα­σί­δι τοῦ Φλάτ­μπους (The Green Grass of Flat­bush), Πολ­λὴ δου­λειά (So Much to Do), Τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο, τ. 1 καὶ 2 (The Wri­ting Work­shop, vol. 1 and 2) καὶ Τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου (The Wri­ting Work­shop Note Book). Αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο, ὁ Τζίγ­κλερ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του βι­βλί­ο. Βα­σί­ζε­ται σὲ ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή: κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α (Ba­sed on a True Life: A Me­moir in Pie­ces) καὶ ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, τὴν Ἔ­ριν Λάν­γκστον (Erin Langston).

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Κίμων Θεοδώρου: Δοκιμὲς αὐτοκτονίας


Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


Δο­κι­μὲς αὐ­το­κτο­νί­ας

 

ΕΛΕΙΣ νὰ πηδήξουμε;

«Ἔ­χω νὰ δῶ τὴ νέ­α σε­ζὸν μιᾶς σει­ρᾶς, βγῆ­κε τὸ πρῶ­το ἐ­πει­σό­διο. Με­τὰ τὸ σκε­φτό­μα­στε.»

        «Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, ὑ­πάρ­χουν κα­λύ­τε­ρα μέ­ρη γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α.»

        «Σί­γου­ρα, θέ­λει ψά­ξι­μο. Τὸ μέ­ρος ποὺ θὰ σαλ­τά­ρου­με θὰ γί­νει ἀ­τρα­ξιόν.»

        Ὁ Δ. τὸ πρό­τει­νε πη­γαῖα κα­θὼς στα­θή­κα­με στὴν ἀ­πό­κρη­μνη πλα­γιά, ἕ­να χλια­ρὸ με­ση­μέ­ρι, βόλ­τα Κυ­ρια­κῆς. Μιὰ στιγ­μὴ ἀλ­λό­κο­της τα­ρα­χῆς ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­λο­γό­μυ­γα. Βρά­χια καὶ ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος καὶ ἕ­να κα­ρά­βι πα­ρα­πέ­ρα. Εἶ­ναι σὰν πρό­τα­ση γά­μου, σκέ­φτη­κα, μὲ πί­στη στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἄ­δο­λη. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τε­λει­ώ­νει ἔ­τσι. Θέ­λω ἀ­κό­μη με­ρι­κὰ ἐ­πει­σό­δια μὲ τὸν Δ. πα­ρό­τι μοῦ προ­κα­λεῖ ἀμ­φι­θυ­μί­α, νὰ τοῦ χώ­σω μιὰ μπου­νιὰ ἢ ἕ­να φι­λὶ στὸ δο­ξα­πα­τρί, ἴ­σως ἔ­τσι νι­ώ­θω μὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τρα­γω­δί­α μου. Ὁ γκρε­μὸς ἀ­πὸ κά­τω, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι κα­λοῦ-κα­κοῦ γιὰ νὰ μὴν κά­νει τὸ βῆ­μα μπρο­στά. Ἔ­χει γρά­ψει ποι­ή­μα­τα ὁ Δ., μὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ποι­η­τὲς ποὺ αὐ­το­κτό­νη­σαν τὰ μυα­λά του θὰ εἶ­ναι τίγ­κα στὴ μυ­θο­λο­γί­α. Τὸν ξέ­ρω λί­γο, μὰ εἶ­ναι σὰν χρό­νια.

        «Θὰ ἔρ­θω νὰ δοῦ­με τὴ σει­ρὰ μα­ζί», στέλ­νει μή­νυ­μα τὴν ἑ­πο­μέ­νη. «Σπά­νια βλέ­πω σει­ρές, ἔ­τσι τὸ εἶ­πα ἐ­πει­δή μοῦ φά­νη­κε ὡ­ραῖ­ο», ἀ­πο­κρί­νο­μαι, τὰπ-τὰπ δά­χτυ­λα στὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἁ­φῆς. «Λέ­με ψε­μα­τά­κια, βλέ­πω.» «Δε­κτό.» «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πέ­σου­με.» «Κά­τσε, ἔ­χου­με νὰ χα­ροῦ­με λί­γη κα­τα­στρο­φὴ ἀ­κό­μη.» «Δὲν εἶ­σαι πο­λὺ κα­λὰ κι ἐ­σύ.» «Ἂν πέ­σω πάν­τως θὰ εἶ­ναι μό­νο μα­ζί σου.» «Τὸ κα­νο­νί­ζου­με, λί­γος συγ­χρο­νι­σμὸς χρει­ά­ζε­ται.»

        Ἡ φαν­τα­σί­ω­ση τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας μὲ ἐ­ξι­τά­ρει σαρ­κα­στι­κά. Ἤ­θε­λα νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μιὰ φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α —ὅ­πως ὅ­λοι οἱ φυ­σι­ο­λο­γι­κοὶ ἔ­φη­βοι— καὶ μιὰ φο­ρὰ στὰ δι­πλά­σια χρό­νια, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μὲ τὴ Σ. Πλέ­ον, νο­μί­ζω, ὄ­χι πιά. Γιὰ τοῦ χρό­νου, ποι­ός ξέ­ρει. Πιά­νω τὸ κι­νη­τὸ ξα­νά, γρά­φω:

        «Πάν­τως, μὴ δι­α­νο­η­θεῖς χω­ρὶς ἐ­μέ­να. Θέ­λει ἑ­τοι­μα­σί­ες, τί θὰ φο­ρᾶ­με καὶ τέ­τοι­α, θὰ πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὰ μα­γα­ζιά. Θέ­λει τό­ση ὀρ­γά­νω­ση ποὺ κου­ρά­στη­κα στὴ σκέ­ψη. Εὐ­κο­λό­τε­ρα δι­ορ­γα­νώ­νεις πο­λι­τι­κὴ δι­α­δή­λω­ση»,

         λέ­ει «Σκέ­ψου, ὅ­μως, με­τὰ ξε­κού­ρα­ση. Ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω».

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με. Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ μι­ση­θοῦ­με.»

        «Αὐ­τὰ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι γιὰ τὶς μά­ζες.»

        «Ἀ­νέ­κα­θεν ἤ­μουν τῆς μα­ζι­κῆς κουλ­τού­ρας. Ἄ­κου­γα Justin Timbe­rlake κρυ­φὰ σὲ μιὰ πα­ρέ­α ποὺ τὴν ἔ­βρι­σκε μὲ πὰνκ.»

        «Τί μα­λα­κί­ες τσαμ­που­νᾶς;»

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ρί­ξου­με ὅ­λες τὶς πέ­τρες τοῦ κό­σμου μὲ φα­κούς.»

        Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κὴ δύ­να­μη τοῦ Δ: πη­γαί­νει τὰ βρά­δια σὲ πλα­γι­ές, ρί­χνει τὸ φα­κό του στὰ βρά­χια καὶ —γκντοὺπ— ὡς διὰ μα­γεί­ας κα­τρα­κυ­λᾶ μιὰ πέ­τρα λί­γο με­τὰ τὴν αἰφ­νί­δια φω­το­ει­σβο­λή.

        «Ἔ­λα, μω­ρέ», ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­ταν τὸ ἐ­πι­ση­μαί­νει, «κά­ποι­ο ζω­ά­κι τα­ρά­ζεις καὶ κου­νι­έ­ται καὶ νά, ντό­μι­νο πέ­φτει ἡ κο­τρώ­να».

        «Ὄ­χι, μι­λά­ω μὲ τὸ βου­νό», λέ­ει.

        «Τό­τε, ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω.»

        Πα­ρα­πο­νι­έ­ται ὅ­τι ἔ­χει νὰ τρέ­ξει σὲ δου­λει­ές. Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ σχε­διά­σει ἄλ­λο αὐ­το­κτο­νί­α μὲ μη­νύ­μα­τα σή­με­ρα. Δὲν τρέ­χει Δευ­τέ­ρες σὲ δου­λει­ὲς ὁ κό­σμος ποὺ θέ­λει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι. Ἀ­παι­τεῖ­ται πρῶ­τα μιὰ πα­ραί­τη­ση. Κά­ποι­ος εἶ­χε πεῖ πὼς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα —ὅ­πως ἕ­να ἀ­πο­νε­νο­η­μέ­νο δι­ά­βη­μα— ἢ τὰ κά­νεις ἢ τὰ συ­ζη­τᾶς. Ἂν τὰ συ­ζη­τᾶς δὲν τὰ κά­νεις πο­τέ. Καὶ ἐ­μεῖς λέ­με, ἐν­τά­ξει, μπο­ρεῖ νὰ δι­α­ψεύ­σου­με τὰ προ­γνω­στι­κά. Ἀλ­λὰ ἔ­χου­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με πί­τσα ἀ­πό­ψε. Θε­έ μου, πό­ση πί­τσα ξό­δε­ψες γιὰ νὰ μᾶς κρα­τή­σεις στὴ ζω­ή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014) καὶ Ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἡτ­τη­μέ­νων ποὺ πον­τά­ρουν στὸ σω­στὸ ἄ­γριο ἄ­λο­γο τὴ λά­θος στιγ­μὴ πρὶν ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα (Φαρφουλᾶς, 2016). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Σέλφι



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σέλφι


«…I FEEL GOOD…», ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ ποὺ ἔ­κο­ψε τὸν χρό­νο στὰ δυ­ό, κι ὅ­λοι πε­τα­χτή­κα­με ὄρ­θιοι, τὸ χέ­ρι στὸ στῆ­θος πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς. Ὁ Τζαί­ημς Μπρά­ουν ἤ­τα­νε. Ἀ­πὸ ζευ­γά­ρια καὶ πα­ρέ­ες καὶ με­μο­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι γί­να­με ἕ­να ‘ἐ­μεῖς’. Ἐ­μεῖς οἱ ἐκ­δρο­μεῖς, ἐ­μεῖς ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα γιὰ τὴ Γραμ­βού­σα καὶ τὸν Μπά­λο ποὺ ψι­λο­κου­βεν­τι­ά­ζα­με χα­λα­ρω­μέ­νοι πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ ξε­κι­νή­σου­με μέ­χρι πού. Οὔφ, χα­μο­γε­λά­σα­με κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι ‘ἐ­μεῖς’, ρί­χνον­τας μιὰ μα­τιὰ ἕ­να γύ­ρω, στοὺς ἄλ­λους πα­θόν­τες. Κο­ρί­τσια κι ἀ­γό­ρια, ζευ­γά­ρια, πα­ρέ­ες, μο­να­χι­κοὶ λι­γό­τε­ρο, μό­λις εἴ­χα­με κο­λυμ­πή­σει ὣς τὸ κα­ρά­βι μας με­τὰ τὶς βόλ­τες στοὺς δυ­ὸ μο­να­δι­κοὺς προ­ο­ρι­σμούς, φω­το­γε­νεῖς σί­γου­ρα, ρη­χὲς λι­μνο­θά­λασ­σες μὲ με­γά­λες κρυμ­μέ­νες κο­τρό­νες βα­θύ­τε­ρα, καὶ λά­βα­με θέ­σεις ὕ­στε­ρα γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή. Ὅ­λο κι ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πλα­ϊ­νὴ σκά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μπι­κί­νι , κο­ρι­τσο­μά­νι καὶ ζευ­γά­ρια κά­νον­τας ἀ­κό­μα μιὰ βου­τιὰ καὶ φω­το­γρα­φί­ες καὶ σέλ­φι καὶ πά­λι στὸν βα­τή­ρα, φω­το­γρα­φί­ες καὶ βου­τι­ὲς καὶ σέλ­φι – ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νον­τας τὴν ὀ­λι­γό­λε­πτη δι­α­ση­μό­τη­τα ποὺ εἶ­χε δι­εκ­δι­κή­σει γιὰ τοὺς ἄ­ση­μους ὁ Ἄν­τυ Γου­ῶρ­χολ.

       Αὔ­γου­στος. Δι­α­κο­πές. Εἴ­χα­νε σχε­διά­σει ἐ­πὶ χάρ­του δι­α­δρο­μὲς καὶ τα­ξί­δια μὲς στὸ τα­ξί­δι, καὶ τὶς πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ λέ­ξη με­τά. Ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὸ πα­λιὸ λι­μά­νι στὰ Χα­νιὰ κι ἀ­πὸ κεῖ δι­α­δρο­μὲς δι­ά­φο­ρες στὴ Χα­λέ­πα, στὸ Ἀ­κρω­τή­ρι γιὰ τοὺς τά­φους τῶν Βε­νι­ζέ­λων ὅ­σο ρό­δι­ζε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, στὸν Βά­μο, στὴ Φα­λά­σαρ­να, στὸν Ὁ­μα­λό, στὴν Κάν­τα­νο καὶ τώ­ρα νά ποὺ ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα τους εἶ­χε λά­βει τέ­λος. Ἡ λι­μνο­θά­λασ­σα τοῦ Μπά­λου μὲ τὰ σμα­ρα­γδέ­νια νε­ρὰ καὶ τὴ λευ­κὴ ἄμ­μο τῆς εἶ­χε κο­στί­σει μιὰ ἄ­γαρ­μπη γλί­στρα στὴ σκά­λα τοῦ πλοί­ου καὶ ἕ­να χτύ­πη­μα στὸ μι­κρὸ δα­χτυ­λά­κι τοῦ πο­διοῦ ποὺ τὴν πο­νοῦ­σε καὶ τὴν ἔ­σφα­ζε ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα. Αὔ­ριο θὰ πή­γαι­ναν στὸ Ἐ­λα­φο­νή­σι, ἄλ­λη πε­ρι­πέ­τεια τοὺς πε­ρί­με­νε κι ἐ­κεῖ, μὲ τὶς ρό­δι­νες λι­μνο­θά­λασ­σες ποὺ σύ­στη­ναν μὲ πά­θος οἱ του­ρι­στι­κοὶ ὁ­δη­γοί. Καὶ τα­βερ­νά­κια, βόλ­τες, ἐκ­δρο­μές, θά­λασ­σες κι ἱ­στο­ρί­ε­ς στὴν πό­λη μέ­χρι τὸ τέ­λος, ποὺ θὰ ἔ­παιρ­ναν τὸ πλοῖ­ο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸν Πει­ραι­ά. Χρό­νια τα­ξι­δεύ­ουν μα­ζὶ πα­ρέ­α τὰ τρί­α ζευ­γά­ρια. Ἔ­χουν μά­θει νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν, νὰ χα­μο­γε­λοῦν, νὰ ἀν­τέ­χουν στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­ζον­τας ἀ­στεῖ­α τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες —ὁ ἕ­νας τοῦ ἀλ­λου­νοῦ—ποὺ μὲ τὰ χρό­νια γι­γαν­τώ­νον­ται. Ἡ Λυ­δί­α, ποὺ ἐν­νο­εῖ πάν­το­τε νὰ ἀλ­λά­ζουν θέ­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς στὸ τα­βερ­νά­κι, στὴν πα­ρα­λί­α, στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μέ­χρι νὰ πε­τύ­χουν τὴν πιὸ κα­λὴ θέ­α, τὸ πιὸ δρο­σε­ρὸ τρα­πέ­ζι. Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια, ποὺ ἐ­πι­μέ­νει φορ­τι­κὰ νὰ γί­νον­ται δε­κτὲς οἱ προ­τά­σεις της, δὲν θὰ πή­γαι­ναν καὶ στὸ και­νούρ­γιο μου­σεῖ­ο τῆς Ἐ­λεύ­θερ­νας; Δὲν θὰ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἴ­σως καὶ τὴ Μη­λιά; Τῆς εἶ­χαν πεῖ ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ ἕ­να μο­να­δι­κὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ μὲ οἰ­κο­λο­γι­κὴ συ­νεί­δη­ση – νὰ φαν­τα­στεῖς ὅ­τι δὲν εἶ­χαν οὔ­τε φῶς οὔ­τε νε­ρό. Ἔ, καὶ εἶ­χαν φτά­σει ἀ­σθμαί­νον­τες, κα­τα­σκο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸν χω­μα­τό­δρο­μο καὶ βρῆ­καν ἁ­πλῶς ἕ­ναν πλή­ρως ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο του­ρι­στι­κὸ οἰ­κι­σμό. Ὁ Λευ­τέ­ρης πά­λι, τῆς Ἰ­φι­γέ­νειας, ἐν­νο­εῖ νὰ κο­λυμ­πή­σει, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως προ­γράμ­μα­τος, σὲ κά­θε πα­ρα­λί­α ποὺ συ­ναν­τοῦν, ἐ­νῶ ὁ Πα­να­γι­ώ­της, ὁ δι­κός της, ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς —μὲ συ­νο­πτι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες— τὸ σχέ­διο πλεύ­σης, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν ἕ­να οὐ­ζά­κι στὴν πρά­σι­νη αὐ­λὴ τοῦ βα­θύ­σκι­ω­του κα­φε­νέ, στὸ Γα­βα­λο­χώ­ρι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἄ­κυ­ρο τὸ μπά­νιο ποὺ ἦ­ταν στὸ πρό­γραμ­μα. Ἀ­δι­έ­ξο­δο. Ἀλ­λά, πε­ρι­έρ­γως, οἱ ἄν­τρες χαί­ρουν μᾶλ­λον ἀ­συ­λί­ας, καὶ οἱ δι­κές τους πα­ρα­ξε­νι­ὲς δὲν κα­τα­με­τροῦν­ται ὡς τέ­τοι­ες, κι ὅ­λο καὶ βγαί­νουν ἀ­λώ­βη­τοι ἀ­πὸ πρω­το­βου­λί­ες ἀ­νή­κου­στες γιὰ κεῖ­νες. Θὰ μπο­ροῦ­σαν, βέ­βαι­α, νὰ συμ­μα­χή­σουν συμ­με­τρι­κά, οἱ γυ­ναῖ­κες με­τα­ξύ τους, χρό­νια φί­λες ἐξ ἄλ­λου καὶ συμ­φοι­τή­τρι­ες πα­λι­ό­τε­ρα, ἀ­πὸ κεῖ­νες ἔ­χει δέ­σει καὶ ἡ φι­λί­α τῶν ἀν­τρῶν τους καὶ κρα­τά­ει γε­ρά, ἀλ­λὰ νὰ ποὺ συ­χνὰ προ­τι­μοῦν συμ­βα­τι­κὰ τὴν ἀ­νί­ε­ρη συμ­μα­χί­α τοῦ ζευ­γα­ριοῦ. Ἀ­πα­ρά­δε­κτο. Καὶ πά­λι ἀ­να­πο­λοῦν τὶς περ­σι­νὲς δι­α­κο­πὲς —σὲ ποιό νη­σί;— καὶ τὶς προ­πέρ­σι­νες, προ­σπα­θοῦν νὰ θυ­μη­θοῦν συ­νε­ται­ρι­κὰ —προ­ϊ­ού­σης τῆς ἡ­λι­κί­ας ἡ μνή­μη τους ὀ­πι­σθο­χω­ρεῖ— χρο­νι­ὲς καὶ το­πω­νύ­μια, πα­λιά τους κα­τορ­θώ­μα­τα, καὶ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ τρα­γού­δια καὶ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες, καὶ δί­νουν τό­πο στὴν ὀρ­γὴ καὶ ἀ­νέ­χον­ται τὸν ἄλ­λο, ποὺ ποιός εἶ­ναι στὸ κά­τω-κά­τω, ὁ στε­νός τους φί­λος εἶ­ναι, ἡ κα­λή τους φί­λη ποὺ δο­κι­μά­ζει βέ­βαι­α τὰ ὅ­ριά τους. Ἂν ἦ­ταν οἱ δυ­ό τους μὲ τὸ θε­σμι­κό τους ταί­ρι, θὰ εἶ­χαν σκυ­λο­κα­βγα­δί­σει τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ. Τώ­ρα, μό­νο κα­νέ­νας ἀ­να­στε­ναγ­μὸς καὶ συ­νω­μο­τι­κὰ βλέμ­μα­τα αὐ­το­λύ­πη­σης. Τί νὰ γί­νει, θὰ πε­ρά­σουν οἱ μέ­ρες, θὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θοῦν τὰ προ­γράμ­μα­τά τους, θὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο —στὸν Κύ­δω­να ἢ στὸ Μά­τζικ Λάιφ— καὶ θὰ γυ­ρί­σουν στρι­μωγ­μέ­νοι στὴν κοι­νή τους με­γά­λη σα­κα­ρά­κα μὲ ὑ­περ­δι­πλά­σια τὰ μπαγ­κά­ζια στὸν γυ­ρι­σμό, ἀ­πὸ δῶ­ρα καὶ ἀ­γο­ρές, θὰ πε­ρά­σουν τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὸ κομ­πι­οῦ­τερ, μαυ­ρι­σμέ­νοι, δυ­ὸ κι­λὰ βα­ρύ­τε­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ ἀ­παν­τή­σουν χα­μο­γε­λών­τας στὴν ἐ­πί­μα­χη ἐ­ρώ­τη­ση, ναί, ὀ­νει­ρε­μέ­να πέ­ρα­σαν καὶ φέ­τος. Καὶ τοῦ χρό­νου.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo): Magush



Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo)

Μαγκούς

(Magush)


ΑΠΟΙΑ ΘΕΣΣΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ προ­έ­βλε­ψε τὴ μοί­ρα τοῦ Πο­λυ­κρά­τη πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ σχέ­δια ποὺ ἔ­φτια­χνε ἡ θά­λασ­σα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ ὅ­ταν ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν τὸ κύ­μα· μιὰ Ρω­μαί­α ἑ­στιά­δα προ­έ­βλε­ψε ἐ­κεί­νη τοῦ Καί­σα­ρα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄμ­μο ποὺ πε­ρι­στοί­χι­ζε κά­ποι­ο φυ­τό· ὁ γερ­μα­νὸς Κορ­νή­λιος Ἀ­γρίπ­πας χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ προ­βλέ­ψει τὸ μέλ­λον. Ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­γοι τοῦ και­ροῦ μας δι­α­βά­ζουν τὰ φύλ­λα τοῦ τσα­γιοῦ ἢ τὸ κα­τα­κά­θι τοῦ κα­φὲ στὸν πά­το τοῦ φλι­τζα­νιοῦ, κά­ποι­οι τὰ δέν­τρα, τὴ βρο­χή, τὶς κη­λί­δες με­λά­νι ἢ τὸ ἀ­σπρά­δι τοῦ αὐ­γοῦ, κά­ποι­οι τὶς γραμ­μὲς ἁ­πλῶς τῆς πα­λά­μης, ἄλ­λοι κοι­τοῦν μέ­σα σὲ κρυ­στάλ­λι­νες σφαῖ­ρες. Ὁ Μαγ­κοὺς λέ­ει τὴ μοί­ρα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο στὸ ὁ­ποῖ­ο ζεῖ. Τὰ ἑ­φτὰ πε­λώ­ρια πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ δώ­δε­κα πα­ρα­θυ­ρά­κια τοῦ γει­το­νι­κοῦ κτι­ρί­ου εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν σὰν τρα­που­λό­χαρ­τα. Ὁ Μαγ­κοὺς δὲν σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ συ­σχε­τί­σει πα­ρά­θυ­ρα μὲ τρα­που­λό­χαρ­τα: ἦ­ταν δι­κή μου ἡ ἰ­δέ­α. Οἱ μέ­θο­δοί του εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μο­νά­χα ἐν μέ­ρει. Μοῦ εἶ­πε πὼς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς μέ­ρας δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα, για­τὶ τὸ φῶς κά­νει τὶς εἰ­κό­νες νὰ ἀ­χνο­φαί­νον­ται. Ἡ πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γι’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ εἶ­ναι τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, τό­τε ποὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­χτί­δες φω­τός, κα­θὼς φιλ­τρά­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς περ­σί­δες τῶν πα­ρα­θύ­ρων στὰ πλά­για τοῦ κτι­ρί­ου, ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ τζά­μια τῶν μπρο­στι­νῶν πα­ρα­θύ­ρων. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­νο­νί­ζει τὰ ραν­τε­βοῦ του μὲ τοὺς πε­λά­τες πάν­το­τε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Γνω­ρί­ζω —ἔ­φτα­σα σὲ αὐ­τὴ τὴ γνώ­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σει­ρὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σε­ων— ὅ­τι τὸ ψη­λό­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου φα­νε­ρώ­νει ὑ­πο­θέ­σεις τῆς καρ­διᾶς, τὸ χα­μη­λὸ τμῆ­μα ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ κεν­τρι­κὸ τμῆ­μα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ θέ­μα­τα ὑ­γεί­ας.

            Ὁ Μαγ­κοὺς εἶ­ναι φί­λος μου πα­ρό­τι εἶ­ναι μό­λις δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Τὸν γνώ­ρι­σα κα­τὰ τύ­χη μιὰ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να σα­κὶ κάρ­βου­να. Δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δι­αι­σθαν­θῶ τὴ μαν­τι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς κου­βέν­τες στὸ αἴ­θριο τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου (ἤ­μα­σταν πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ σα­κιὰ μὲ κάρ­βου­νο καὶ πε­θαί­να­με ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά), μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται. Τὸ δω­μά­τιο εἶ­ναι κά­τι σὰν δι­α­δρο­μά­κος, ἐ­ξί­σου κρύ­ος μὲ τὸ αἴ­θριο· ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν συν­δυα­σμὸ ἀ­πὸ φεγ­γί­τες μὲ χρω­μα­τι­στὰ τζά­μια κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ψη­λὸ καὶ στε­νὸ —σὰ νὰ προ­ο­ρί­ζε­ται γιὰ κά­ποι­α κα­μη­λο­πάρ­δα­λη—, δι­α­κρί­νε­ται μὲ ἄ­νε­ση τὸ ἀ­πέ­ναν­τι κτί­ριο μὲ τὴν κι­τρι­νω­πὴ πρό­σο­ψή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς βρο­χὲς κι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σα λί­γη ὥ­ρα σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ κρύ­ο ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ καὶ τὴ θέ­ση του ἔ­παιρ­νε μιὰ εὐ­χά­ρι­στη αἴ­σθη­ση ζε­στα­σιᾶς. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο φαι­νό­με­νο συμ­βαί­νει κα­τὰ τὶς στιγ­μὲς τῆς μαν­τεί­ας κι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ δω­μά­τιο ἀλ­λὰ τὸ σῶ­μα ποὺ ἀ­πορ­ρο­φᾶ ἐ­κεῖ­νες τὶς τό­σο ὠ­φέ­λι­μες ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες.

            Ὁ Μαγ­κοὺς μὲ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως κι ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μα­ζί μου. Μὲ ἄ­φη­νε νὰ κοι­τά­ζω ὁ­λο­μό­να­χος, τὴν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, ἕ­να πρὸς ἕ­να τα πα­ρά­θυ­ρα τοῦ κτι­ρί­ου. (Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, σκη­νὲς ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θοῦν γί­νον­ταν ὁ­ρα­τές· ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α στά­θη­κα ἀρ­χι­κὰ τυ­χε­ρός.) Σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­δα —πλη­ρώ­νον­τας ποι­ός ξέ­ρει τί ἁ­μαρ­τί­ες— τὴ με­τέ­πει­τα ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­ζη­λό μου. Φο­ροῦ­σε τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ θαμ­πώ­νει καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιά της ἦ­ταν πι­α­σμέ­να πί­σω σε ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ κό­τσο χα­μη­λὰ στὸ σβέρ­κο της. Γιὰ νὰ δῶ τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια λύγ­κα, ὅ­μως ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὀ­φει­λό­ταν στὴ μα­γεί­α ποὺ τὴν πε­ρι­έ­βαλ­λε καὶ ὄ­χι στὴν ὅ­ρα­σή μου. (Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στα­ση κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­βά­σω ἐ­πι­στο­λὲς ἢ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ ἡ­με­ρο­λό­για.) Ἐ­κεῖ εἶ­δα τὴν ἐ­πώ­δυ­νη σκη­νὴ ποὺ θὰ κα­λού­μουν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ ὑ­πο­μεί­νω ἐν­σαρ­κω­μέ­νη. Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κεί­νη τὴν κλί­νη κα­λυμ­μέ­νη μὲ ρό­δι­να σκε­πά­σμα­τα καὶ τὶς φρι­κτὲς αὐ­τὲς κυ­ρί­ες ποὺ ἔμ­παι­ναν κι ἔ­βγαι­ναν κρα­τών­τας δέ­μα­τα στὰ χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, στὰ τζα­μέ­νια πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς δύ­σης, εἶ­δα τὶς βόλ­τες στοὺς πο­τα­μοὺς Τίγ­κρε καὶ Λου­χάν. Ἐ­κεῖ ἔ­φτα­σα πο­λὺ κον­τὰ στὸ νὰ στραγ­γα­λί­σω κά­ποι­ον. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ βι­ώ­σω αὐ­τὰ τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ φά­νη­κε κομ­μα­τά­κι ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φη.

            Μὲ τὸ πέ­ρας αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν λι­γό­στε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου νὰ ζή­σω ὅ,τι μοῦ ἤ­τα­νε γρα­φτό. Συμ­βου­λεύ­τη­κα τὸν Μαγ­κούς. Ἦ­ταν ἄ­ρα­γε δυ­να­τὸν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω; Νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ τὴ ζω­ή… ἦ­ταν δυ­να­τόν; Ὁ Μαγ­κούς, ἔ­ξυ­πνος ὅ­πως εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Γιὰ κάμ­πο­σες μέ­ρες δὲν ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ κον­τά του. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω εἰ­κό­νες, νὰ ἀ­πέ­χω ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τῶ ὅ­πως κι ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ζῶ. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς γιὰ χά­ρη τῆς φι­λί­ας μας, ποὺ κρα­τοῦ­σε τό­σα χρό­νια, ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξαί­ρε­ση· σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει αὐ­τὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς πα­γί­δες ποὺ ἔ­στη­νε ὁ Μαγ­κοὺς σὲ πε­λά­τες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξα­πα­τοῦ­σε πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς τους τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὰ νὰ ἦ­ταν δι­κό τους.

            — Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σῶ­φρον νὰ βι­ώ­σει κά­ποι­ος ἄλ­λος τὴ μοί­ρα σου εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως μό­λις κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Εἰ­δάλ­λως, δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται αὐ­τὴ νὰ ἔρ­θει στὴ συ­νέ­χεια καὶ νὰ σὲ γυ­ρέ­ψει: ἡ μοί­ρα μοιά­ζει μὲ ἀν­θρω­πο­φά­γο τί­γρη ποὺ στή­νει ἐ­νέ­δρα στὸ ἀ­φεν­τι­κό της, συ­νή­θι­ζε νὰ μοῦ λέ­ει ὁ Μαγ­κούς· καὶ γιὰ νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει πρό­σθε­τε: Κά­ποι­α μέ­ρα ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὰ γιὰ σέ­να σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

            — Θὰ πε­θά­νω; – ρω­τοῦ­σα μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­νη­συ­χί­α.

            — Δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το – ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ Μαγ­κούς. Μπο­ρεῖς νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς πε­πρω­μέ­νο.

            — Μά, μέ­χρι καὶ τὰ σκυ­λιὰ ἔ­χουν πε­πρω­μέ­νο – ἀν­τέ­τει­να.

            — Τὰ σκυ­λιὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γουν: εἶ­ναι ὑ­πά­κου­α.

            Ἡ πρό­γνω­ση τοῦ Μαγ­κοὺς ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ κι ἔ­τσι ἔ­ζη­σα γιὰ λί­γο και­ρὸ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος καὶ ἤ­ρε­μος, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὴ δου­λειά μου, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ μὲ τρά­βα­γε καὶ τὴ νο­σταλ­γοῦ­σα, τὸ νὰ εἶ­μαι μα­ζὶ μὲ τὸν Μαγ­κοὺς καὶ νὰ ἀ­τε­νί­ζω τὸ κτί­ριο. Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν ἐ­κλεί­ψει οἱ μορ­φὲς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὸ νὰ ρί­ξουν φῶς στὴ μοί­ρα μου. Σὲ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα μᾶς ξαφ­νί­α­ζαν ἐ­νί­ο­τε νέ­ες ἀ­να­πό­δρα­στες συν­θέ­σεις. Ἀ­μυ­δρὰ φῶ­τα, φαν­τά­σμα­τα μὲ κε­φά­λια σκύ­λων, ἐγ­κλη­μα­τί­ες, τὰ πάν­τα ἔ­δει­χναν πὼς θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ φτά­σουν αὐ­τὲς οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ γί­νουν ἀ­λη­θι­νές.

            — Ποι­ὸς θὰ ζοῦ­σε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὲς τὶς ἀ­θλι­ό­τη­τες; – εἶ­πα στὸν Μαγ­κούς, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τέ­λη­ξε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀ­πο­σπά­σει τὴν προ­σο­χή, νὰ κά­νει τὸν σύμ­βου­λο μα­ζὶ καὶ τὸν μά­γο. Ἄρ­χι­σα νὰ βλέ­πω βεγ­γα­λι­κά, μα­ρι­ο­νέ­τες, γι­α­πω­νέ­ζι­κα φα­νά­ρια, νά­νους, ἀν­θρώ­πους ντυ­μέ­νους σὰν ἀρ­κοῦ­δες καὶ σὰν γά­τες. Τοῦ εἶ­πα ὑ­πο­κρι­νό­με­νος:

            — Σὲ ζη­λεύ­ω. Θά ’­θε­λα νά ’­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων.

            — Ἂς ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να – μοῦ εἶ­πε ὁ Μαγ­κούς.

            Ἀ­πο­δέ­χτη­κα τὴν πρό­τα­ση, ἂν καὶ μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­τολ­μη. Τί θὰ ἔ­κα­να μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς μι­κρού­λη­δες νά­νους; Μι­λή­σα­με ὥ­ρα πολ­λὴ γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πι­θα­νὸν κου­βα­λοῦ­σαν μα­ζί τους οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἡ­λι­κί­ες μας. Χά­σα­με, ἴ­σως, τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὴν εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη.

            Τὸ σχέ­διό μας δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Χά­σα­με κι οἱ δυ­ὸ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας.

            Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ὑ­πο­κύ­πτου­με ἐκ νέ­ου στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να· κά­νου­με κά­ποι­ες ἀ­πό­πει­ρες, ὅ­μως κά­θε φο­ρὰ τεί­νει νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς πα­ρά­γον­τας: ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς δυ­σκο­λί­ες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χει ὑ­περ­νι­κή­σει ὁ Μαγ­κούς, ἀ­πο­βαί­νει πα­ρά­λο­γο. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ εἶ­χα βά­λει σκο­πὸ νὰ φύ­γω. Ἑ­τοί­μα­σα τὶς ἀ­πο­σκευ­ές μου. Ἀ­πο­χαι­ρε­τη­θή­κα­με. Οἱ εἰ­κό­νες στὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν θελ­κτι­κές. Κά­τι μὲ κρά­τη­σε πί­σω τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ στὸν Μαγ­κούς· δὲν εἶ­χε τὸ κου­ρά­γιο νὰ δρα­πε­τεύ­σει ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο.

            Πάν­το­τε μὲ συ­ναρ­πά­ζει τὸ πε­πρω­μέ­νο τοῦ Μαγ­κοὺς κι ἐ­κεῖ­νον τὸ δι­κό μου (ὅ­σο ἄ­σχη­μο κι ἂν εἶ­ναι), ὅ­μως κα­τὰ βά­θος ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τῶν δυ­ό μας εἶ­ναι νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ ἀ­τε­νί­ζου­με τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­κεί­νου τοῦ σπι­τιοῦ καὶ νὰ δω­ρί­ζου­με σὲ ἄλ­λους τὸ δι­κό μας πε­πρω­μέ­νο, ἐ­φό­σον δὲν μᾶς φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο.



Πηγή: Silvina Ocampo, La furia y otros cuentos, ἐ­πιμ. Ernesto Montequin, Biblioteca Silvina Ocampo, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Sudamericana, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Sur, 1959].

Σιλ­βί­να ­κάμ­πο (Silvina Ocampo) (1903, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 1993, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Προ­τοῦ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ μὲ πά­θος στὴ γρα­φὴ σπού­δα­σε σχέ­διο καὶ ζω­γρα­φι­κὴ στὸ Πα­ρί­σι μὲ δα­σκά­λους τὸν Τζόρ­τζιο ντὲ Κί­ρι­κο καὶ τὸν Φερ­νὰν Λε­ζέ. Σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ φί­λη τοῦ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες. Οἱ τρεῖς τους ἐ­πι­με­λή­θη­καν καὶ ἐ­ξέ­δω­σαν τὸ 1940 τὴ μνη­μει­ώ­δη Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ὑπόγειο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ὑ­πό­γει­ο


ΕΣΥ, μι­κρέ, τί ποι­ή­μα­τα γρά­φεις;

       — Δὲν γρά­φω.

       — Σι­γὰ ποὺ σὲ πί­στε­ψα τώ­ρα. Ἔ­τσι λὲς ὅ­τι κοι­τᾶ­νε τὰ βι­βλί­α αὐ­τοὶ ποὺ δὲν γρά­φουν; Ξέ­ρω, θὰ ἀρ­γή­σεις, πάν­τως θὰ μοῦ πεῖς.

       — Τί νὰ σᾶς πῶ…

       — Νὰ μὴ μοῦ πεῖς τί­πο­τα. Πᾶ­ρε αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δῶ­ρο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α γερ­μα­νι­κῆς ποί­η­σης, δί­γλωσ­ση. Κι αὐ­τὴ τὴ χι­λια­νὴ ποι­ή­τρια θὰ τὴ δι­α­βά­σεις ὁ­πωσ­δή­πο­τε, κι αὐ­τὸ δῶ­ρο.

       — Νά ’­στε κα­λά! Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξέ­ρω τί νὰ πῶ.

       — Τσί­που­ρο ἐ­σὺ δὲν πί­νεις, εἶ­σαι μι­κρός. Τί κα­φὲ νὰ πῶ νὰ σοῦ φέ­ρουν;


Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν γε­ρο­δε­μέ­νο ἄν­τρα, στὴν ἡ­λι­κί­α πά­νω-κά­τω τοῦ πα­τέ­ρα του, νὰ τοῦ ρί­χνει κά­τι ἔν­το­νες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς μα­τι­ὲς ποὺ τὶς θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα. Οἱ κου­βέν­τες τους πο­λὺ σύν­το­μα πε­ρά­σα­νε ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ κα­νό­να στοὺς ἐ­λάσ­σο­νες καὶ τοὺς λη­σμο­νη­μέ­νους κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις πύ­κνω­σαν καὶ τὰ λό­για μα­λά­κω­σαν· ἄλ­λο­τε τὰ λέ­γα­νε οἱ δυ­ό τους σὰν δυ­ὸ πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι, ἄλ­λο­τε πά­λι τὴν ἑ­τε­ρό­κλη­τη πα­ρέ­α ἀ­παρ­τί­ζα­νε ἄν­θρω­ποι τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἔρ­γο ἀ­γα­ποῦ­σε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως καὶ θυ­μᾶ­ται ποὺ κα­θό­ταν σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ τοὺς ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ βγά­ζει ἄ­χνα, σὰ νά ’­χει μπεῖ σὲ κά­ποι­α χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των στὰ κρυ­φὰ καὶ νὰ φο­βᾶ­ται μὴν τὸν πά­ρου­νε χαμ­πά­ρι καὶ τὸν δι­ώ­ξουν. Κά­πο­τε ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη του, μα­ζὶ μὲ τὶς συμ­βου­λὲς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ ζή­τη­σε καὶ μιὰ χά­ρη: νὰ τοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς ὅ­ταν γυ­ρί­σει θὰ πε­ρά­σει νὰ τὸν δεῖ. Θὰ τὸ ἔ­κα­νε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως.

       Με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μό­λις ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει, πῆ­ρε τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ γνω­στὸ σταθ­μό. Ἀ­πὸ μα­κριὰ εἶ­δε τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα σβη­στά, τὰ στό­ρια κα­τε­βα­σμέ­να καὶ τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κλει­δω­μέ­νη. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα πλη­σί­α­σε. Σφη­νω­μέ­νο στὴ βι­τρί­να, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα με­ριά, ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ση­μεί­ω­μα:

       «Ὅ­λα τα κυ­πα­ρίσ­σια δεί­χνουν με­σά­νυ­χτα

       Ὅ­λα τα δά­χτυ­λα

       Σι­ω­πὴ»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.