Στέλλα Τσιρέκα: Δανεική ζωή

tsirekastella-daneikizoi-eikona-02


Στέλ­λα Τσι­ρέ­κα

 

Δα­νει­κὴ ζω­ὴ

 

k-kappa-somataΑΘΙΣΑΝ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ στὸ γω­νια­κὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ τζα­μα­ρί­α ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

Τὸ λι­νὸ ἄ­σπρο τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο μὲ τὸ δι­α­κρι­τι­κὸ λευ­κὸ κέν­τη­μα καὶ τὸ γα­ρύ­φαλ­λο στὸ πορ­σε­λά­νι­νο βά­ζο προ­σέ­δι­δαν τὴν ψευ­δαί­σθη­ση μιᾶς σπι­τι­κῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας. Ἔ­τσι τὸ ἔ­νι­ω­θαν ἐ­ξάλ­λου καὶ οἱ δυ­ό τους αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴν ἄ­κρη τοῦ πάρ­κου.

         Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι χρό­νια —τό­σα με­τροῦ­σε ἡ γνω­ρι­μί­α τους— τὸ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν κά­θε με­ση­μέ­ρι Πα­ρα­σκευ­ῆς. Τὸ τρα­πέ­ζι ἦ­ταν κρα­τη­μέ­νο πάν­τα γι’ αὐ­τὲς τὶς δυ­ό. Μό­νο γι’ αὐ­τὲς τὶς δυ­ό. Με­γά­λω­σαν μὲ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξε­προ­βό­δι­σαν τοὺς πα­λιοὺς ὑ­παλ­λή­λους καὶ ὑ­πο­δέ­χτη­καν τοὺς νέ­ους μέ­χρι ποὺ πά­λι­ω­σαν κι αὐ­τοί. Γεύ­τη­καν κά­θε πιά­το, ἤ­ξε­ραν ἀπ΄ ἔ­ξω τὴ μου­σι­κή, κά­θε ἦ­χος καὶ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τό­σο γνώ­ρι­μα ὅ­σο καὶ τὰ σπί­τια τους.

         Γνω­ρί­στη­καν σὲ μιὰ πα­ρου­σί­α­ση βι­βλί­ου ἑ­νὸς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέ­α τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ φρόν­τι­σαν νὰ γνω­ρί­σουν καὶ προ­σω­πι­κὰ κι ἀ­πὸ τό­τε ἔ­γι­ναν ἀ­χώ­ρι­στες.

         Τοὺς ἕ­νω­σε τὸ πά­θος τους γιὰ τὰ βι­βλί­α. Δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι ἦ­ταν κι οἱ δυ­ὸ σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες χω­μέ­νες στὴ χαρ­τού­ρα καὶ τὴ γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Χι­λιά­δες πο­λί­τες πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο τους κι ἐ­κεῖ­νες πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να τζά­μι δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν τὶς ὑ­πο­θέ­σεις γρή­γο­ρα καὶ τυ­πι­κά. Ἀ­νί­α καὶ πλή­ξη καὶ ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Ἀ­ριθ­μοί, ὑ­πο­γρα­φὲς καὶ τυ­πι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες.

         Γι’ αὐ­τὸ ἀ­γά­πη­σαν τὰ βι­βλί­α. Ἄλ­λος κό­σμος. Ζω­ή, κί­νη­ση καὶ δρά­ση. Καὶ συ­ναί­σθη­μα. Πο­λὺ συ­ναί­σθη­μα. Τὰ ρού­φη­ξαν. Δι­ά­βα­ζαν ἀ­κα­τά­σχε­τα κι οἱ δυ­ό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν πα­ρου­σιά­σεις γιὰ κά­θε τί και­νού­ριο ποὺ ἐκ­δί­δον­ταν, ἔ­βλε­παν τὶς βι­βλι­ο­κρι­τι­κές, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα ἢ ται­νί­ες ποὺ βα­σί­στη­καν σὲ βι­βλί­α…

         Κι ὕ­στε­ρα τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ στρογ­γυ­λὸ τρα­πε­ζά­κι γί­νον­ταν ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Συ­ζη­τή­σεις ἐ­πὶ συ­ζη­τή­σε­ων καὶ ἀ­να­λύ­σεις ἐ­πὶ ἀ­να­λύ­σε­ων. Σκέ­ψεις ποὺ γέν­νη­σε ἡ ἀ­νά­γνω­ση καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ δι­έ­γει­ρε. Περ­νοῦ­σαν ὧ­ρες μι­λών­τας γιὰ ἥ­ρω­ες φαν­τα­στι­κοὺς μπο­ρεῖ καὶ ὑ­παρ­κτοὺς σὰν νὰ τοὺς γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ και­ρό, σὰν νὰ ἦ­ταν γεί­το­νες, φί­λοι, συ­νά­δελ­φοι, σύν­τρο­φοι. Σάν… Τοὺς εἶ­χαν με­λε­τή­σει τό­σο κα­λὰ ποὺ πάν­τα κά­τι και­νού­ριο ἔ­βρι­σκαν νὰ ποῦν γι’ αὐ­τούς. Τοὺς σύγ­κρι­ναν μὲ ἄλ­λους ἥ­ρω­ες πα­λι­ό­τε­ρους, ποῦ ἔ­μοια­ζαν, ποῦ ξε­χώ­ρι­ζαν, ποιόν προ­τι­μοῦ­σαν, τί θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νες ἂν ἦ­ταν στὴ θέ­ση τους. Ἄν…

         Περ­νοῦ­σαν ὧ­ρες μέ­χρι ποὺ σου­ρού­πω­νε καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες πλή­ρω­ναν τὸ λο­γα­ρια­σμὸ —πάν­τα ἡ κα­θε­μιὰ τὰ δι­κά της πλὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων— καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νες ἀ­πο­χαι­ρε­τι­όν­του­σαν καὶ χώ­ρι­ζαν τρα­βών­τας ἡ κα­θε­μιὰ γιὰ τὸ σπί­τι της.

         Σή­με­ρα ἦ­ταν μιὰ τέ­τοι­α ξε­χω­ρι­στὴ μέ­ρα. Ἡ Φλώ­ρα ἔ­κλει­νε τὰ ἑ­ξῆν­τα της. Συν­τα­ξι­οῦ­χος πιὰ ποῦ κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ γι­ορ­τά­σει; Στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της στέ­κι μὲ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της φί­λη. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε κρύ­ο ποὺ πε­ρό­νια­ζε τὰ κό­κα­λα καὶ ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ἔ­ρι­χνε ἕ­να ψι­λό­βρο­χο ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει. Λι­γο­στοὶ ἦ­ταν οἱ δι­α­βά­τες ποὺ δι­έ­σχι­ζαν βι­α­στι­κὰ τὸ πάρ­κο σχε­δὸν τρέ­χον­τας μὲ ἀ­νοι­χτὲς τὶς ὀμ­πρέ­λες τους.

         Ἡ Φλώ­ρα πα­ράγ­γει­λε μιὰ ζε­στὴ σού­πα γιὰ νὰ στυ­λω­θεῖ. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα ἔ­νι­ω­θε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, δυ­σφο­ρί­α σχε­δὸν κι ὁ και­ρὸς χει­ρο­τέ­ρευ­ε τὴ δι­ά­θε­σή της. Στὰ ἑ­ξη­κο­στά της γε­νέ­θλια εἶ­χε ἀ­νάγ­κη νὰ μεί­νει μό­νη της, νὰ κά­νει τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῆς δι­κῆς της ζω­ῆς.

         Ἡ Εὐ­αν­θί­α μᾶλ­λον δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σε. Τῆς ἔ­δω­σε τὸ δῶ­ρο της τυ­λιγ­μέ­νο μὲ σα­τὲν χαρ­τὶ καὶ δι­α­κρι­τι­κὸ φι­όγ­κο. Δὲ χρει­α­ζό­ταν καὶ με­γά­λη φαν­τα­σία νὰ κα­τα­λά­βει κα­νεὶς τί ἦ­ταν. Ἕ­να βι­βλί­ο δι­α­λεγ­μέ­νο προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ εἰ­δι­κὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο. Σί­γου­ρα ἔ­ψα­ξε πο­λὺ γιὰ νὰ τὸ βρεῖ.

         Ἤ­δη ἀ­νέ­λυ­ε τὴν ὑ­πό­θε­ση στὴ Φλώ­ρα ἀ­να­φέ­ρον­τας ἕ­να σω­ρὸ πα­ρά­πλευ­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τῆς τὴ θύ­μι­ζαν. Ἡ Φλώ­ρα με­τὰ βί­ας τὴν ἄ­κου­γε. Τὸ βλέμ­μα της καρ­φώ­θη­κε στὸ πάρ­κο. Μιὰ ψη­λό­λι­γνη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα χο­ρο­πη­δοῦ­σε γε­λών­τας γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να παγ­κά­κι γιὰ νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο της ποὺ ἔ­τρε­χε στὸ κα­τό­πι της. Τὰ μα­κριὰ κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά της βρέ­χον­ταν, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ φαί­νον­ταν νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο παλ­τὸ της ξε­κούμ­πω­το ἀ­νέ­μι­ζε σὰν ἄ­λι­κο λά­βα­ρο χα­ρί­ζον­τας χρῶ­μα στὸ μουν­τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὁ νε­α­ρὸς τὴν ἅρ­πα­ξε κι ἑ­νώ­θη­καν οἱ δυ­ό τους σὲ ἕ­να πα­θι­α­σμέ­νο φι­λὶ ποὺ ἀ­ψη­φοῦ­σε τὸ κρύ­ο, τὴ βρο­χή, τὸν χῶ­ρο καὶ τὸν χρό­νο.

         — Τί λὲς κι ἐ­σύ; ἡ φω­νὴ τῆς Εὐ­αν­θί­ας τὴν ἐ­πα­νέ­φε­ρε στὴ δι­κή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

         Ἀ­νά­δευ­ε σι­ω­πη­ρὴ τὴ σού­πα της. Στὸν ὑ­γρὸ χυ­λὸ σχη­μα­τί­στη­κε μιὰ δί­νη, πη­χτὴ καὶ λι­πα­ρή.

         — Μ’ αὐ­τὰ καὶ μ’ αὐ­τὰ ξε­χά­σα­με νὰ ζή­σου­με, κα­τά­φε­ρε νὰ ψελ­λί­σει ἡ Φλώ­ρα χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα της. Δὲν τόλ­μη­σε νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τὴ φί­λη της. Δὲν τόλ­μη­σε ν’ ἀν­τι­κρί­σει τὸν κα­θρέ­φτη της.

         Βα­ριὰ σι­ω­πὴ ἔ­πε­σε. Μό­νο το κου­τά­λι ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς δι­α­πέ­ρα­σε τὸ πα­χὺ ὑ­γρὸ κι ἔ­φτα­σε στὸν πά­το τοῦ πιά­του.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στέλ­λα Τσι­ρέ­κα (Κο­ζά­νη, 1971). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δα­σκά­λα στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση ἐ­πὶ 17 χρό­νια. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς. Εἶ­ναι φοι­τή­τρια στὸ Β’ ἔ­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλώ­ρι­νας. Τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ γρά­φει ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.


Νίκος Δασκαλόπουλος: Δὲν πρέπει να περιπλανήθηκε καὶ πολλὴ ὥρα

daskalopoulosnikos-denprepeinaperiplanithikegiapolyora-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b1-02


Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος


Δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε καὶ πο­λὺ ὥ­ρα


01-epsilonΙΝΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ, φί­λοι. Ὁ ἕ­νας κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ τὴν τέ­χνη του. Ὁ ἄλ­λος σχε­δὸν τί­πο­τα, κι ὅ­μως τοῦ ἔρ­χον­ται ὅ­λα εὔ­κο­λα. Πο­λὺ τα­λέν­το. Στὰ πάν­τα. Ἐκ­δί­δε­ται. Δι­α­βά­ζε­ται. Ἀ­ρέ­σει στὸν κό­σμο. Ἀ­ρέ­σει στοὺς κρι­τι­κούς. Ἀ­ρέ­σει στοὺς ὁ­μό­τε­χνους. Τὸν θέ­λουν ὅ­λοι στὴν πα­ρέ­α. Ὅ­λες θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὅ­λοι θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὁ ἄλ­λος τί­πο­τα· κά­τι ἀ­ραι­ὲς δη­μο­σι­εύ­σεις σὲ μι­κρὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ μιὰ αὐ­το­έκ­δο­ση ποὺ πῆ­γε ἄ­πα­τη. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πάρ­τυ ποὺ πᾶ­νε καὶ δι­α­βά­ζει ὁ τα­λαν­τοῦ­χος ἀ­πο­σπά­σμα­τα, βγά­ζουν τὰ φι­λα­ρά­κια μιὰ κοι­νὴ φω­το­γρα­φί­α. Γί­νε­ται ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ τα­λαν­τού­χου. Εἶ­ναι τὸ μό­νο ντο­κου­μέν­το ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κι ὁ ἄλ­λος λο­γο­τέ­χνης, για­τὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ξέ­ρει καὶ κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται. Καὶ τί κά­νουν; Πᾶ­νε καὶ τὸν κό­βουν ἀ­πὸ τὴ φω­το­γρα­φί­α. Ἡ φω­το­γρα­φί­α νὰ τὸν στοι­χει­ώ­νει. Νὰ βλέ­πει τὸν φί­λο του παν­τοῦ καὶ νὰ λέ­ει «Μὰ ἤ­μουν ἐ­κεῖ». Ὁ τα­λαν­τοῦ­χος λο­γο­τέ­χνης πα­θαί­νει καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη. Πε­θαί­νει. Οὔ­τε γυ­ναί­κα. Οὔ­τε παι­διά. Κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Τοῦ κά­νουν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα. Ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Καὶ κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε πο­τὲ τί ἔ­γρα­ψε — ἁ­πλῶς τοὺς ἄ­ρε­σε τὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ στὺλ τῆς γρα­φῆς. Ὁ ἄλ­λος κλαί­ει γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ δὲν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν καὶ γιὰ τὴ γα­μη­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α ποὺ συ­νε­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὅ­λοι, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νον. Τὴν ἱ­στο­ρί­α μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἕ­νας με­τα­φρα­στής. Ὅ­σο τὴν σκε­φτό­μουν πρὶν τὴ γρά­ψω, στὸν ὄ­ρο­φό μου, ἀ­κου­γόν­του­σαν τρο­με­ρά, φρι­κτὰ κλά­μα­τα. Κά­ποι­ος ἔ­σκου­ζε. Δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Τε­λι­κά, ἦ­ταν ἡ γά­τα μιᾶς για­γιᾶς ἀ­πὸ πά­νω. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, χά­θη­κε μέ­σα στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρὰ γιὰ τὴν για­γιά.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1988). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸ πρό­γραμ­μα Cultural Studies τοῦ Queen Margaret University, στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἐ­ξέ­δι­δε τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Independent Magazine καὶ πλέ­ον συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sonik. Κεί­με­νά του γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμὸ κα­θὼς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ sites ὅ­πως: LiFO, Αὐγή, Left.gr, Red Notebook, Unfollow. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴν ἱστοσελίδα Ποι­εῖν, καὶ τὰ ἔντυπα Φρέ­αρ, Θρά­κα κ.ἄ.


Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Crash

the-egg-featured


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Crash


04-omikronΤΑΝ ΞΑΝΑΣΥΝΑΝΤΗΣΑ τὸν παι­δι­κό μου φί­λο Μ.Σ., ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὸ αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κό του δυ­στύ­χη­μα, τὸν ρώ­τη­σα μὲ εἰ­λι­κρι­νὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ ἀ­φο­πλι­στι­κὴ εἰ­λι­κρί­νεια ἐ­ὰν ἡ γυ­ναί­κα του, Σ.Κ., ποὺ τὸν πῆ­ρε μα­κριά μου, εἶ­χε ὄν­τως ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ.

        Τα­ρά­χτη­κε. Λί­γα λε­πτὰ σι­ω­πῆς, ποὺ ἐ­μέ­να φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες.

          «Ὄ­χι», ἀ­πάν­τη­σε. «Ἐ­κεί­νη γλί­τω­σε τε­λι­κὰ μὲ κά­ποι­ες ἀ­μυ­χὲς στὰ πό­δια κι ἐ­λα­φρὰ δι­ά­σει­ση. Ἔ­χα­σε τὸ παι­δί μας, βέ­βαι­α», συμ­πλή­ρω­σε.

          Ἄλ­λη μιὰ ὅ­πως τό­σες προ­σπά­θει­ες ἐ­τῶν, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά, ἔ­πε­σε στὸ κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.

Γιάννης Καρκανέβατος: Παπούτσια νούμερο 42

karkanebatosgiannis-papoutsianoumero42-eikona-04


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς 


Πα­πού­τσια νού­με­ρο 42

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Δι­ο­νύ­ση


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΡΙΣΤΕ», εἶ­πε ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­κουμ­πών­τας ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πα­πού­τσια νού­με­ρο 42 στὰ χέ­ρια μου. Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες —τὶς λί­γες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­λει­πα ἀ­πὸ κον­τά του— μὲ δι­α­κα­τεῖ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ λευ­κοῦ, φρε­σκο­στρω­μέ­νου κρε­βα­τιοῦ ποὺ σή­με­ρα ἔ­μελ­λε νὰ συ­ναν­τή­σω. Ἦ­ταν σὰν νὰ κό­πη­κε ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου. Μὲ τὸ κου­τὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, πῆ­ρα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πέ­ναν­τι, κοί­τα­ζε μιὰ τὸ κου­τὶ καὶ μιὰ τὰ πα­πού­τσια του. «Ἂν τὰ προ­σέ­χε­τε, θὰ σᾶς βγά­λουν μιὰ ζω­ή», μοῦ εἶ­πε. Στὸ σπί­τι τὸ ἄ­νοι­ξα. Μέ­σα βρι­σκό­ταν τὸ κι­νη­τό του, τὸ ρο­λό­ι ποὺ τοῦ εἶ­χα κά­νει δῶ­ρο στὰ προ­πέρ­σι­να γε­νέ­θλια, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του φου­λά­ρι, κι ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι —σί­γου­ρα ὄ­χι δι­κό του— ποὺ ἡ νο­σο­κό­μα μᾶλ­λον βρῆ­κε στὸ κο­μο­δί­νο καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς τοῦ ἀ­νῆ­κε. Τὸ κι­νη­τὸ ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει. Στὴν ὀ­θό­νη σχη­μα­τί­στη­κε ἡ φρά­ση «ἄ­γνω­στος ἀ­ριθ­μός». Τὸ σή­κω­σα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, ψέλ­λι­σα ἕ­να ξέ­πνο­ο ἐμ­πρὸς ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ἦ­ταν, τὸ ἔ­κλει­σε χω­ρὶς κου­βέν­τα. Σκέ­φτη­κα πὼς θά ’­πρε­πε νὰ ὁ­ρί­σου­με ἕ­ναν χῶ­ρο στὸ πάρ­κο, στὴν ἄ­δεια στέρ­να ἴ­σως, κά­τω ἀ­π’ τὰ πλα­τά­νια, ὅ­που θὰ μα­ζεύ­α­με ὅ­λα τὰ ὀρ­φα­νὰ πλέ­ον κι­νη­τὰ κι αὐ­τὰ θὰ χτυ­ποῦ­σαν ἀ­συν­τό­νι­στα. Κλή­σεις ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ δὲν θὰ εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἐ­νη­με­ρω­θεῖ, ἢ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, ποὺ θὰ κα­λού­σα­με ποὺ καὶ ποὺ κι ἄς μὴν πε­ρι­μέ­να­με ἀ­πάν­τη­ση. Θὰ συν­θέ­τα­με ἔ­τσι τὴν με­λω­δί­α τῆς θλί­ψης καὶ τὰ που­λιὰ στὸ πάρ­κο θὰ ἔ­φευ­γαν στὸν οὐ­ρα­νό, δι­ωγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­κα­τα­νό­η­το ἦ­χο τῶν ἀν­θρώ­πων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Κυ­πα­ρίσ­σια


04-buzzati-kyparissia-mtf-apotaitalikap-fournarisl319-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Κυ­πα­ρίσ­σια

(Cipressi)


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΧΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ νὰ εἶ­μαι ἰ­δι­ο­κτή­της ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου κή­που μὲ δέν­δρα σὲ στὺλ 18ου αἰ­ώ­να —ὄ­χι με­γά­λου, ἀλ­λὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς—, ποὺ μοιά­ζει μὲ τὸν κῆ­πο τοῦ Νεγ­κράρ, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Βε­ρό­να. Δυ­ὸ μο­νο­πά­τια τοῦ κή­που εἶ­ναι χα­ραγ­μέ­να πά­νω σε ἀ­πό­το­μη ἀ­νη­φο­ριὰ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ ἡ τε­λευ­ταί­α γραμ­μὴ τοῦ λι­βα­διοῦ ται­ριά­ζει ἀ­κρι­βῶς μὲ τὸν μα­κρι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ φρά­χτη τοῦ Λε­ο­πάρ­ντι. Τὰ μο­νο­πά­τια πλαι­σι­ώ­νον­ται, κι ἀπ΄ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρές, ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­να κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ κη­που­ρός, προ­φα­νῶς ἀ­πὸ μό­νος του, τὰ ὀ­νό­μα­σε «τε­ρα­τό­μορ­φα». Ἀν­τὶ νὰ ὀρ­θώ­νον­ται στη­τὰ καὶ συμ­πα­γῆ σὰν λαμ­πά­δες, ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ βγά­ζουν πα­ρά­ξε­νες δι­α­κλα­δώ­σεις ποὺ τοὺς δί­νουν ἐκ­πλη­κτι­κὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα: ἀν­θρώ­πι­νες μορ­φές, κου­κου­βά­γι­ες, ἱπ­πό­καμ­ποι, ἄγ­γε­λοι, δρά­κοι, φαν­τά­σμα­τα. Λοι­πόν, ἕ­να βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ ἑ­πτὰ χρό­νια, κα­θὼς περ­νοῦ­σα μο­να­χός μου ἀ­πὸ ἕ­να ἀπ΄ τὰ μο­νο­πά­τια, σή­κω­σα τὰ μά­τια μου κι ἀ­να­τρί­χια­σα κα­θὼς ἀ­να­γνώ­ρι­σα, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν κυ­πα­ρισ­σι­ῶν ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀπ΄ τὸ στερ­νὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου φί­λους ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει πρό­σφα­τα. Ὀ­πτι­κὴ ἀ­πά­τη; Αὐ­θυ­πο­βο­λὴ ποὺ προ­κα­λεῖ­ται, ἕ­νας θε­ὸς ξέ­ρει, ἀ­πὸ ποι­ό ἐ­ρέ­θι­σμα τοῦ ἀ­συ­νει­δή­του; Γιὰ νὰ δι­α­ψεύ­σω τὴν πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση, κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ χα­ρού­με­νη, με­τα­κι­νή­θη­κα με­ρι­κὰ μέ­τρα καὶ ξα­να­κοί­τα­ξα τὸ κυ­πα­ρίσ­σι. Ἀλ­λὰ ἡ τα­ρα­χή μου πα­ρέ­μει­νε ἴ­δια. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ φί­λο μου, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔ­τσι, ἔ­βλε­πα τὴν πλά­τη καὶ τὸ σβέρ­κο, ἀ­πὸ κά­τω πρὸς τὰ πά­νω· καὶ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τη.

       Μή­πως γερ­νά­ω; Μὲ τὸν και­ρὸ κι ἄλ­λα πρά­σι­να, ἀν­θρώ­πι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα σχη­μα­τί­στη­καν στὶς κορ­φὲς τῶν κυ­πα­ρισ­σι­ῶν· κα­θέ­να πῆ­ρε τὸ σχῆ­μα, τὴν ἔκ­φρα­ση, μέ­χρι καὶ τὴ μορ­φὴ φί­λων ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ χα­θῆ­καν. Ἤ­δη ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὀ­χτώ. Τώ­ρα πιὰ δὲ μὲ φο­βί­ζουν· κά­θε ἄλ­λο: τὴ νύ­χτα, ὅ­ταν κοι­μᾶ­μαι στὴν κον­τι­νὴ βί­λα, ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι μὲ φυ­λᾶ­νε σὰν πι­στοὶ φύ­λα­κες. Τὶς μέ­ρες ποὺ φυ­σά­ει τοὺς κοι­τά­ζω πολ­λὴ ὥ­ρα: λι­κνί­ζον­ται, ὅ­λοι μα­ζί, καρ­τε­ρι­κά, σὲ κά­θε ρι­πὴ τοῦ ἀ­νέ­μου. Καὶ γέρ­νον­τας τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, ὅ­λοι μα­ζί, μοιά­ζει νὰ θέ­λουν νὰ μοῦ ποῦν: «Ἐμ­πρός, κου­ρά­γιο, για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι κι ἐ­σύ;»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Κίμων Θεοδώρου: Ὁ Κὰντ εἶναι μαλάκας


Theodorou,Kimon-OKantEinaiMalakas-Eikona-01b


Κίμων Θεοδώρου


Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας


11-Omikron-Field_of_Boliauns_-_Initial_letterΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ —ὁ ἐρ­γέ­νης καὶ ὁ παν­τρε­μέ­νος— συ­νή­θως λο­γο­μα­χοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ κα­τη­γο­ρι­κὴ προ­στα­γὴ ἢ ἐ­ὰν ὁ ἄν­θρω­πος γεν­νι­έ­ται tabula rasa. Σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ἐ­πά­νω στὴν ἠ­θι­κὴ καὶ τὰ ζῶ­α, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ξε­στο­μί­ζει πὼς «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ὁ πρῶ­τος βγαί­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα του, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας» ἀ­πο­τολ­μᾶ ὁ ἄλ­λος, «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», «ἂν τὸ ξα­να­πεῖς αὐ­τὸ θὰ σὲ γα­μή­σω», ἡ στι­χο­μυ­θί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σὰν μάν­τρα ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς καὶ πά­νω ποὺ πλη­σιά­ζουν σὲ μιὰ ταν­τρι­κὴ νιρ­βά­να —ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ο πράγ­μα— «ὁ Κὰντ εἶ­ναι…», τὸ παι­δὶ στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο ξυ­πνά­ει καὶ βά­ζει τὰ κλά­μα­τα. Ὁ πα­τέ­ρας ση­κώ­νε­ται, πη­γαί­νει στὸ δω­μά­τιο καὶ τὸ φέρ­νει στὴν πα­ρέ­α, «ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας», ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι γιὰ νὰ πέ­σει ἐ­πά­νω σε ἄρ­νη­ση, «μὴ λὲς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα μπρο­στὰ στὸ μω­ρό, φαν­τά­σου με­γα­λώ­νον­τας νὰ βγεῖ ὠ­φε­λι­μι­στὴς ἢ κα­μιὰ ἄλ­λη τέ­τοι­α βλα­κεί­α.» Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ρί­χνει φο­νι­κὴ μα­τιὰ καὶ στοὺς δύ­ο, κά­θε φο­ρὰ ὑ­πο­ψι­ά­ζε­ται ὅ­τι ἔ­χουν κά­νει κά­ποι­α χον­τρὴ γκά­φα μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἀ­πό­γο­νο. Ὁ μπέμ­πης ξα­να­κοι­μᾶ­ται καὶ ὁ πρῶ­τος πρέ­πει νὰ φύ­γει. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τὸν κα­λεῖ στὸ κι­νη­τὸ κα­θὼς φτά­νει σπί­τι, ἔ­χει βρεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο κουμ­πί: «Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας!» τρα­βά­ει τὸ σχοι­νὶ ἀλ­λὰ δὲν λαμ­βά­νει ἀ­πάν­τη­ση, ὁ ἐρ­γέ­νης τὸ κλεί­νει προ­σπα­θών­τας νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ψυ­χραι­μί­α του, ἀλ­λὰ ἀ­λή­θεια, χά­νει τὸν ὕ­πνο του ὅ­λο το βρά­δυ. Ἀ­πο­φα­σί­ζει, λοι­πόν, τὴν ἑ­πο­μέ­νη ποὺ θὰ συ­ναν­τη­θοῦν ἐκ νέ­ου νὰ τὸν δεί­ρει· ναί, ὑ­πήρ­ξα­με καν­τια­νοὶ κά­πο­τε· ὑ­πάρ­χει ἕ­να σέ­βας στὸ πα­ρελ­θόν, κύ­ριοι – συλ­λο­γί­ζε­ται. «Ἀ­γά­πη μου, ποι­ός σοῦ μαύ­ρι­σε τὸ μά­τι;» θὰ ρω­τή­σει ἡ σύ­ζυ­γος με­τὰ ἀ­πὸ τὸ συμ­βὰν καὶ ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νη τὶς ἐ­ξη­γή­σεις θὰ συμ­φω­νή­σει ὅ­πως συ­νη­θί­ζει μὲ τὸν ἄν­τρα της («Ὁ Κὰντ εἶ­ναι μα­λά­κας, τὸ ἴ­διο καὶ ὁ φί­λος σου»). Μιὰ ἄλ­λη φο­ρᾶ, πα­λι­ό­τε­ρα, ἡ σύ­ζυ­γος εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ σὲ σχε­τι­κὴ μπη­χτὴ τοῦ ἐρ­γέ­νη φί­λου: «Φυ­σι­κὰ καὶ πρέ­πει νὰ συμ­φω­νῶ μὲ τὸν ἄν­τρα μου, πῶς ἀλ­λι­ῶς νο­μί­ζεις ὅ­τι κρα­τά­ει ἕ­νας γά­μος;».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014).

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).



		

	

Μανόλης Πρατικάκης: Τὸ πρῶτο λεωφορεῖο

Pratikakis,Manolis-ToProtoLeoforeio-Eikona-02


Μα­νό­λης Πρα­τι­κά­κης


Τὸ πρῶ­το λε­ω­φο­ρεῖ­ο


01-ThitaΑ ΄ΡΘΕΙ, ΕΡΧΕΤΑΙ, ἦρ­θε. Πί­σω ἀ­πὸ χα­μη­λὰ βου­νά. Νά­το, νά­το με­γα­λό­σω­μο καὶ ψη­λὸ σὰν τὰ σπί­τια. Τί ρί­γη! Ἐ­μεῖς σὰν μπρο­στὰ σὲ ἀ­προσ­δό­κη­το «ἀ­γα­θὸ θη­ρί­ο». Ἀρ­γό­τε­ρα μὲ φλο­γε­ρὲς τρε­χά­λες μέ­σα στὴ θύ­ελ­λα τῆς σκό­νης. Πη­δών­τας κρα­τι­ό­μα­στε στὴ σχά­ρα, γαν­τζω­μέ­νοι ἐ­κεῖ σὰν τὰ τζι­τζί­κια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὸ μυ­θι­κὸ τρε­χού­με­νο κλω­νά­ρι. Στὴν πο­λύ­κλω­νη ἐ­κεί­νη ἀ­νε­μό­σκα­λα Καὶ τό­τε ἡ πρώ­τη ἐ­πι­τά­χυν­ση πά­νω στὸ σῶ­μα. Τὸ πρῶ­το σφο­δρὸ κύ­μα. Τὸ ἀ­πό­το­μο ξε­κί­νη­μα κι ἡ κα­τρα­κύ­λα μας στὴ σκό­νη. Σὰν ἀ­λευ­ρω­μέ­νη μα­ρί­δα ποὺ τὴ γυρ­νᾶ ἡ θεί­α πα­ρου­σί­α τῆς ἀ­δρά­νειας. Κοι­τοῦ­με γύ­ρω. Ποιός μᾶς ἔ­σπρω­ξε; (ἀ­πό ‘κεί­νη νο­μί­ζω τὴ ρωγ­μού­λα μπῆ­κε στὸ νοῦ μας, σὰν παι­χνί­δι, τὸ ἀ­κα­τα­νό­η­το).

        Ὕ­στε­ρα τὸ πρῶ­το μας τα­ξί­δι. Τυ­λιγ­μέ­νοι σὲ κεῖ­να τὰ χρω­μα­τι­στὰ μπρού­τζι­να πέ­πλα τοῦ ὀ­χή­μα­τος. Δι­πλω­μέ­νοι, στὶς γα­λά­ζι­ες φα­σκι­ὲς τοῦ τα­ξι­διοῦ: Κα­θι­σμέ­νοι καὶ νὰ προ­χω­ρᾶ­με! Νὰ βλέ­που­με δέν­τρα καὶ φρά­χτες μὲ πολ­λὰ πο­δά­ρια νὰ τρέ­χουν πρὸς τὰ πί­σω. Ἀ­γροὺς στὶς στρο­φὲς νὰ χο­ρεύ­ουν. Βου­νὰ νὰ μᾶς γυρ­νοῦν τὴ ρά­χη. Κι ἡ θά­λασ­σα λα­χα­νι­α­σμέ­νη νὰ μᾶς ξα­να­βρί­σκει πί­σω ἀ­πὸ χα­μη­λοὺς κί­τρι­νους λό­φους. Πα­λιὸ σκα­ρί, ἀ­πὸ δεύ­τε­ρο χέ­ρι. Συ­χνὰ «μου­λά­ρω­νε» στὸ χω­μα­τό­δρο­μο. Σὲ μι­κρὰ ρυά­κια ποὺ φάρ­δυ­νε ἡ χτε­σι­νὴ νε­ρο­πον­τή. Νὰ τὸ σπρώ­χνουν ὧ­ρες, κα­θὼς ἡ μα­νι­βέ­λα γύ­ρι­ζε στὰ χα­μέ­να, μὲ μι­κρὰ βογ­γη­τά, ἀλ­λὰ μπρο­στὰ δὲν ἔ­παιρ­νε. Ἔ­τσι γνω­ρί­σα­με τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψή του. Ξε­κοι­λι­α­σμέ­να κα­θί­σμα­τα μὲ κί­τρι­να φθαρ­μέ­να ἀ­φρο­λέξ. Τὰ ἐ­λα­τή­ρια κρυμ­μέ­να ἐ­κεῖ σὰν ἀ­γρί­μια. Καὶ ἡ συ­σπει­ρω­μέ­νη τους δύ­να­μη ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ ἀ­κυ­ρώ­σει ἡ ἀ­χρη­στί­α. Πα­ρά­ξε­νο, σκε­φτό­μα­στε. Σὲ σῶ­μα πε­θα­μέ­νο, με­ρι­κὰ ἐ­πι­μέ­ρους ὄρ­γα­να ἐ­πι­μέ­νουν νὰ πάλ­λουν! Ὁ ἄ­ξο­νάς του, ἄ­κου­γες τοῦ κε­νοῦ μι­κρὲς κραυ­γές, κι οἱ πε­λώ­ρι­ες ζάν­τες σὰν νάρ­κες Ἰ­τα­λῶν (κά­τι ξέ­ρα­με). Βα­θιὰ στὶς κόγ­χες τὰ ἠθ­μο­ει­δῆ. Καὶ δύ­ο τρί­α πο­λύ­χρω­μα κα­λώ­δια: Οἱ λε­πτὲς ὀ­φθαλ­μι­κὲς καὶ τοῦ ὀ­πτι­κοῦ νεύ­ρου τὸ κο­λό­βω­μα. Ἕ­να ἀ­όμ­μα­το τέ­ρας Κοι­τᾶ­με ἐ­τοῦ­το τὸ κου­φά­ρι πά­νω στὰ θυ­μά­ρια. Αὐ­τὸν τὸν κραυ­γα­λέ­ο σκε­λε­τὸ ν’ ἀ­νοί­γει, σὰν χα­ρά­δρα (θ’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ τὸ πλά­νο, θ’ ἁ­πλω­θεῖ σὲ ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο σπρώ­χνον­τας στὸ χά­ος ὅ­λη μας τὴ χλό­η). Ὅ­τα­ν ήρ­θε το δεύ­τε­ρο λε­ω­φο­ρεῖ­ο κλώ­τση­σα τὰ με­ταλ­λι­κὰ φτε­ρά. Πό­νε­σα. Τοῦ φώ­να­ξα «κτῆ­νος». Ἦρ­θες νὰ μᾶς πά­ρεις τὴ χλό­η. Ἦρ­θες νὰ μᾶς πά­ρεις τὴ χλό­η. Νύ­χτα πή­γα­με.

        Τὸ μι­κρὸ ἀ­χτέ­νι­στο τσοῦρ­μο – δώ­δε­κα με­λα­χρι­νὰ μορ­τά­κια. Μὲ με­γά­λα καρ­φιὰ τρυ­πή­σα­με τὰ λά­στι­χα. Κά­θι­σε τα­πει­νω­μέ­νο. Μὲ τυ­λιγ­μέ­να γό­να­τα μέ­σα στὴν πυ­κνὴ σκό­νη. Μᾶς φά­νη­κε, χλώ­μια­σε. Νὰ φύ­γεις κτῆ­νος φω­νά­ξα­με. Γκρί­ζο, κα­κὸ μου­λά­ρι, ποὺ σκέ­φτε­σαι μὲ μέ­ταλ­λα. Νὰ φλο­μώ­νεις τὸν εὐ­ω­δια­στό μας ἀ­έ­ρα, μαῦ­ρο κα­πνό. Νὰ φύ­γεις ζῶ­ο, νὰ μὴν ἐ­πι­στρέ­ψεις. Ὁ οὐ­ρα­νὸς ἐ­δῶ εἶ­ναι μὲ μᾶς κι ἡ χλό­η εἶ­ναι τὸ μέ­ρος μας. Κι ἡ σκό­νη ξέ­ρει νὰ κρύ­βει στὸν ἀ­φρὸ τὰ ἀ­νύ­παρ­κτα σαν­δά­λια μας. Νὰ φύ­γεις κτῆ­νος. Νὰ μὴν ἐ­πι­στρέ­ψεις.

        Κά­τι μ’ ἔ­σπρω­χνε νὰ τα­ξι­δέ­ψω στὴν Ἰν­δί­α. Μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἕλ­ξη. Ἰ­α­νουά­ριος 2008, Δελ­χί,, Τζαϊ­πούρ, Ἄ­γρα. Εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα, ἐ­παρ­χί­α Ρα­τζα­στάν. Ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ ἀρ­γο­κί­νη­τες ἱ­ε­ρὲς ἀ­γε­λά­δες, γκα­μῆ­λες, βο­ϊ­δά­μα­ξες, μα­ϊ­μοῦ­δες, χα­μη­λὰ πάμ­φτω­χα σπί­τια καὶ χι­λιά­δες ἀ­κί­νη­τους ἢ κου­κου­βι­στοὺς ξε­χα­σμέ­νους μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἔν­δεια ἀν­θρώ­πους μὲ μιὰ καρ­τε­ρι­κὴ θλί­ψη νὰ χα­ρά­ζει τὸ πρό­σω­πό τους. Ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ ἀρ­γὸ πο­τά­μι τοῦ χρό­νου, τὸ εἶ­δα. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πα­νο­μοι­ό­τυ­πο. Μὲ τὴν ἴ­δια σχά­ρα, τὸ ἴ­διο σου­λού­πι, τὸ ἴ­διο τι­μό­νι, τὸν ἴ­διο θό­ρυ­βο τῆς μη­χα­νῆς (σὰν ἀ­ε­ρά­κι μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ πα­λιὰ προ­κυ­μαί­α τῆς μνή­μης).

        Καὶ μέ­σα οἱ ἄν­θρω­ποι σαρ­δέ­λες, κι ἄλ­λοι κρε­μα­σμέ­νοι στὰ φτε­ρά, στὶς πόρ­τες, στὴ σχά­ρα (τὴν ἑ­πό­με­νη στὴ Τζα­ϊ­ποὺρ δε­κά­δες τέ­τοι­α παμ­πά­λαι­α λε­ω­φο­ρεῖ­α ἐν κι­νή­σει, πλά­ι σε γκα­μῆ­λες ποὺ ἔ­σερ­ναν κά­ρα καὶ βαμ­μέ­νους φορ­τω­μέ­νους ἐ­λέ­φαν­τες, μὲ ρά­χες στὸ ἴ­διο ὕ­ψος τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων). Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πα­νο­μοι­ό­τυ­πο λε­ω­φο­ρεῖ­ο τοῦ 1950 ποὺ πρω­το­ῆρ­θε στὸ Μύρ­τος. Καὶ ξυ­πό­λη­τα παι­διὰ ἔ­παι­ζαν στὶς ἀ­λά­νες πλά­ι σὲ στε­κά­με­να νε­ρά, μι­κρὲς λί­μνες μὲ τὰ ἴ­δια ὑ­δρό­βια που­λιὰ τῆς λί­μνης μας (κα­λαγ­κά­δες, νε­ρο­γούρ­νι­δες, νε­ρό­κο­τες). Τὸ ρο­λό­ι τοῦ χρό­νου ξαφ­νι­κὰ εἶ­χε γυ­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ 50 χρό­νια πί­σω (ἢ ὁ χρό­νος κυ­λών­τας τό­σο ἀρ­γὰ καὶ ρά­θυ­μα —σὰν μέ­σα σὲ με­λά­σα— σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ πλα­νή­τη νὰ εἶ­χε μεί­νει μι­σὸν αἰ­ώ­να πί­σω). Παι­διὰ 5-6 χρο­νῶν, ἄ­πλυ­τα, ἀ­νέ­με­λα, φτω­χον­τυ­μέ­να, σὰν ἀ­κό­μη ἄ­κο­πα ἀ­πὸ τοὺς κλώ­νους τῆς γῆς, πλά­ι σὲ κα­λά­μια καὶ βοῦρ­λα. Ἕ­να-δύ­ο ἦ­ταν σκαρ­φα­λω­μέ­να στὴ σχά­ρα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου τῆς γραμ­μῆς ἀ­νά­με­σα στοὺς με­γά­λους. Ποι­ά ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ παι­διά; Καὶ ποι­ά ἡ δύ­να­μη ποὺ μὲ κα­λοῦ­σε στὴν Ἰν­δί­α; Μή­πως μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δῶ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ἀ­κό­μη τα­ξι­δεύ­ει καὶ ἀ­πὸ Μύρ­τος ἔ­φτα­σε μό­λις στὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Τζα­ϊ­πούρ; Σχε­δὸν ἔ­κα­να «Σα­τό­ρι»*. Ὁ θε­ὸς Σί­βα, εἶ­πα, ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα χο­ρεύ­ει, μα­ζὶ μὲ ὅ­λα τὰ μό­ρια τῶν ὄν­των. Ποὺ ἀ­δι­ά­κο­πα γεν­νι­έ­ται καὶ ἀ­δι­ά­κο­πα κα­τα­στρέ­φε­ται. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α εἶ­χα ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ φύ­ση τῶν παι­δι­κῶν χρό­νων, ὄ­χι μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α νο­σταλ­γι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση, ἀλ­λὰ μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἐ­νο­ρα­τι­κὴ ἐ­πα­να­βί­ω­ση τοῦ πα­ρόν­τος μὲς στὸ πα­ρελ­θόν. Σὲ μιὰ ἕ­νω­ση τοῦ ἑ­νια­ίου ἀ­δι­αί­ρε­του χρό­νου, κα­θὼς κοί­τα­ζα ἐ­δῶ σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­κρη τῆς γῆς τὸ ἤ­δη ὀ­φθὲν (déjà vu)*. Ἄγ­γι­ξα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὰ νὰ ἄγ­γι­ζα ἕ­να πρω­ταρ­χι­κὸ ὄ­χη­μα νο­η­μά­των. Κοί­τα­ξα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό, πά­τη­σα τὸ πρῶ­το σκα­λο­πά­τι, μὲ τὸ ἴ­διο πα­λιὸ παι­δι­κὸ ρί­γος ποὺ δι­έ­σχι­σε τὸ ἀ­νε­πε­πτα­μέ­νο σὲ μυ­στι­κὴ ἀ­να­σύ­στα­ση κορ­μί μου, σὲ αἰφ­νί­δια δι­α­χρο­νί­α. Κι ὅ­ταν ἔ­δω­σα ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα (50 ρου­πί­ες) σ’ ἕ­να μι­κρού­λη Ἰνδό, τὸ πῆ­ρε μὲ τὴν ἴ­δια (γνώ­ρι­μη) ἔκ­πλη­κτη συγ­κί­νη­ση. Λὲς ἤ­μουν ὁ ἴ­διος ποὺ τὸ ἔ­παιρ­νε καὶ τὸ ἔ­δι­νε, κα­λὰ κρυμ­μέ­νος μέ­σα στὸν πα­ρά­ξε­νο ἐ­κεῖ­νο τα­ξι­δι­ώ­τη. Τὸ ἕ­να παι­δὶ τὸ δώ­ρι­ζε στὸ Ἄλ­λο. Κι ὅ­ταν μὲ κύ­κλω­σαν 8-10 μι­κρὰ παι­διά, τεί­νον­τάς μου τὸ χέ­ρι εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἤ­μουν τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ 8-10 μι­κρούς, φτω­χοὺς πει­να­σμέ­νους ἀγ­γέ­λους. Ὡς νὰ εἶ­χα ἀ­θε­τή­σει μιὰ πα­λιά μου ὑ­πό­σχε­ση. Καὶ τώ­ρα ἔ­δι­να τὸν ὀ­βο­λό μου. Ἀλ­λὰ ὅ­σο ἔ­δι­να, ἡ τσέ­πη μου γέ­μι­ζε ρουπί­ες. Ὅ­σο ἔ­δι­να, γέ­μι­ζε καὶ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λοῦ­θε ἐ­κεῖ μιὰ λάμ­ψη. Για­τί σκο­τει­νιὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ἀ­π’ ὅ­που ἔ­φυ­γε ὁ ἄγ­γε­λος (μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἔ­χου­με πεν­θή­σει καὶ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ). Ἀλ­λὰ ὄ­χι, ξαφ­νι­κὰ ἦ­ταν τὰ πρό­σω­πα τῶν πα­λι­ῶν συμ­μα­θη­τῶν μου, ποὺ τοὺς ὄ­φει­λα κά­τι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νεί­πω­το καὶ ἀ­νεκ­πλή­ρω­το, σὰν παί­ζα­με παι­διά, κά­πως λυ­πη­μέ­να, μέ­σα στὸ ἄ­πει­ρο, για­τὶ δὲ στά­θη­κε βο­λε­τὸ νὰ τὸ ἐ­ξαν­τλή­σου­με. Καὶ τώ­ρα τοὺς ἔ­δι­να λί­γες λέ­ξεις κρυμ­μέ­νες στὸ μελ­τέ­μι. Αὐ­τὰ τὰ λί­γα νο­μί­σμα­τα τῆς ἔκ­φρα­σης, ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ ζων­τα­νέ­ψουν τὴ μι­κρὴ ἀ­λη­θι­νή μας πα­τρί­δα. Ποὺ κάποτε κω­πη­λα­τοῦ­σε ἀ­μέ­ρι­μνη μέ­σα στὴν ἀ­θωότη­τα.

* Σα­τό­ρι: Πα­ρα­τη­ρεῖ­ται ξαφ­νι­κὰ στὸν μό­λις φω­τι­σμέ­νο μα­θη­τὴ τοῦ Ζέν. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ τοῦ φω­τι­σμοῦ, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἕ­νω­ση τῶν ἀν­τι­θέ­των καὶ τὴ σύλ­λη­ψη τῆς δι­έ­που­σας ἀρ­χῆς τοῦ κό­σμου.

* Déjà vu (προμνησία): Πε­ρί­ερ­γη ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α πη­γαί­νον­τας σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο μέ­ρος γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­χεις τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὸ ἔ­χεις ξα­να­δεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Mα­νό­λης Πρα­τι­κά­κης (Μύρ­τος Ἱερά­πε­τρας, Κρή­τη, 1943). Ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰα­τρι­κή στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ψυ­χί­α­τρος. Πρῶτο του βι­βλί­ο: Θα­λασ­σι­νές φω­νές (1971), ἄλλα βι­βλί­α: Ἡ Κοί­μη­ση καὶ ἡ Ἀ­νά­στα­ση τῶν Σω­μά­των τοῦ Δο­μή­νι­κου (ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀθή­να, 1997), Λι­βι­δώ (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀθή­να, 1978) κ.ἄ. Συ­γκε­ντρω­τικὴ ἔκδο­ση: Ποιή­ματα 1984-2000 (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀθή­να, 2003). Δη­μοσί­ευ­σε ἐπί­σης τὸ πεζό Τὰ ἀφη­γή­μα­τα ἑνὸς ψυ­χιά­τρου (ἐκδ. Κα­στα­νιώ­της, Ἀθή­να, 2009).