Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


			

Κίμων Θεοδώρου: Δοκιμὲς αὐτοκτονίας


Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


Δο­κι­μὲς αὐ­το­κτο­νί­ας

 

ΕΛΕΙΣ νὰ πηδήξουμε;

«Ἔ­χω νὰ δῶ τὴ νέ­α σε­ζὸν μιᾶς σει­ρᾶς, βγῆ­κε τὸ πρῶ­το ἐ­πει­σό­διο. Με­τὰ τὸ σκε­φτό­μα­στε.»

        «Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, ὑ­πάρ­χουν κα­λύ­τε­ρα μέ­ρη γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α.»

        «Σί­γου­ρα, θέ­λει ψά­ξι­μο. Τὸ μέ­ρος ποὺ θὰ σαλ­τά­ρου­με θὰ γί­νει ἀ­τρα­ξιόν.»

        Ὁ Δ. τὸ πρό­τει­νε πη­γαῖα κα­θὼς στα­θή­κα­με στὴν ἀ­πό­κρη­μνη πλα­γιά, ἕ­να χλια­ρὸ με­ση­μέ­ρι, βόλ­τα Κυ­ρια­κῆς. Μιὰ στιγ­μὴ ἀλ­λό­κο­της τα­ρα­χῆς ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­λο­γό­μυ­γα. Βρά­χια καὶ ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος καὶ ἕ­να κα­ρά­βι πα­ρα­πέ­ρα. Εἶ­ναι σὰν πρό­τα­ση γά­μου, σκέ­φτη­κα, μὲ πί­στη στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἄ­δο­λη. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τε­λει­ώ­νει ἔ­τσι. Θέ­λω ἀ­κό­μη με­ρι­κὰ ἐ­πει­σό­δια μὲ τὸν Δ. πα­ρό­τι μοῦ προ­κα­λεῖ ἀμ­φι­θυ­μί­α, νὰ τοῦ χώ­σω μιὰ μπου­νιὰ ἢ ἕ­να φι­λὶ στὸ δο­ξα­πα­τρί, ἴ­σως ἔ­τσι νι­ώ­θω μὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τρα­γω­δί­α μου. Ὁ γκρε­μὸς ἀ­πὸ κά­τω, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι κα­λοῦ-κα­κοῦ γιὰ νὰ μὴν κά­νει τὸ βῆ­μα μπρο­στά. Ἔ­χει γρά­ψει ποι­ή­μα­τα ὁ Δ., μὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ποι­η­τὲς ποὺ αὐ­το­κτό­νη­σαν τὰ μυα­λά του θὰ εἶ­ναι τίγ­κα στὴ μυ­θο­λο­γί­α. Τὸν ξέ­ρω λί­γο, μὰ εἶ­ναι σὰν χρό­νια.

        «Θὰ ἔρ­θω νὰ δοῦ­με τὴ σει­ρὰ μα­ζί», στέλ­νει μή­νυ­μα τὴν ἑ­πο­μέ­νη. «Σπά­νια βλέ­πω σει­ρές, ἔ­τσι τὸ εἶ­πα ἐ­πει­δή μοῦ φά­νη­κε ὡ­ραῖ­ο», ἀ­πο­κρί­νο­μαι, τὰπ-τὰπ δά­χτυ­λα στὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἁ­φῆς. «Λέ­με ψε­μα­τά­κια, βλέ­πω.» «Δε­κτό.» «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πέ­σου­με.» «Κά­τσε, ἔ­χου­με νὰ χα­ροῦ­με λί­γη κα­τα­στρο­φὴ ἀ­κό­μη.» «Δὲν εἶ­σαι πο­λὺ κα­λὰ κι ἐ­σύ.» «Ἂν πέ­σω πάν­τως θὰ εἶ­ναι μό­νο μα­ζί σου.» «Τὸ κα­νο­νί­ζου­με, λί­γος συγ­χρο­νι­σμὸς χρει­ά­ζε­ται.»

        Ἡ φαν­τα­σί­ω­ση τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας μὲ ἐ­ξι­τά­ρει σαρ­κα­στι­κά. Ἤ­θε­λα νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μιὰ φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α —ὅ­πως ὅ­λοι οἱ φυ­σι­ο­λο­γι­κοὶ ἔ­φη­βοι— καὶ μιὰ φο­ρὰ στὰ δι­πλά­σια χρό­νια, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μὲ τὴ Σ. Πλέ­ον, νο­μί­ζω, ὄ­χι πιά. Γιὰ τοῦ χρό­νου, ποι­ός ξέ­ρει. Πιά­νω τὸ κι­νη­τὸ ξα­νά, γρά­φω:

        «Πάν­τως, μὴ δι­α­νο­η­θεῖς χω­ρὶς ἐ­μέ­να. Θέ­λει ἑ­τοι­μα­σί­ες, τί θὰ φο­ρᾶ­με καὶ τέ­τοι­α, θὰ πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὰ μα­γα­ζιά. Θέ­λει τό­ση ὀρ­γά­νω­ση ποὺ κου­ρά­στη­κα στὴ σκέ­ψη. Εὐ­κο­λό­τε­ρα δι­ορ­γα­νώ­νεις πο­λι­τι­κὴ δι­α­δή­λω­ση»,

         λέ­ει «Σκέ­ψου, ὅ­μως, με­τὰ ξε­κού­ρα­ση. Ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω».

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με. Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ μι­ση­θοῦ­με.»

        «Αὐ­τὰ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι γιὰ τὶς μά­ζες.»

        «Ἀ­νέ­κα­θεν ἤ­μουν τῆς μα­ζι­κῆς κουλ­τού­ρας. Ἄ­κου­γα Justin Timbe­rlake κρυ­φὰ σὲ μιὰ πα­ρέ­α ποὺ τὴν ἔ­βρι­σκε μὲ πὰνκ.»

        «Τί μα­λα­κί­ες τσαμ­που­νᾶς;»

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ρί­ξου­με ὅ­λες τὶς πέ­τρες τοῦ κό­σμου μὲ φα­κούς.»

        Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κὴ δύ­να­μη τοῦ Δ: πη­γαί­νει τὰ βρά­δια σὲ πλα­γι­ές, ρί­χνει τὸ φα­κό του στὰ βρά­χια καὶ —γκντοὺπ— ὡς διὰ μα­γεί­ας κα­τρα­κυ­λᾶ μιὰ πέ­τρα λί­γο με­τὰ τὴν αἰφ­νί­δια φω­το­ει­σβο­λή.

        «Ἔ­λα, μω­ρέ», ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­ταν τὸ ἐ­πι­ση­μαί­νει, «κά­ποι­ο ζω­ά­κι τα­ρά­ζεις καὶ κου­νι­έ­ται καὶ νά, ντό­μι­νο πέ­φτει ἡ κο­τρώ­να».

        «Ὄ­χι, μι­λά­ω μὲ τὸ βου­νό», λέ­ει.

        «Τό­τε, ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω.»

        Πα­ρα­πο­νι­έ­ται ὅ­τι ἔ­χει νὰ τρέ­ξει σὲ δου­λει­ές. Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ σχε­διά­σει ἄλ­λο αὐ­το­κτο­νί­α μὲ μη­νύ­μα­τα σή­με­ρα. Δὲν τρέ­χει Δευ­τέ­ρες σὲ δου­λει­ὲς ὁ κό­σμος ποὺ θέ­λει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι. Ἀ­παι­τεῖ­ται πρῶ­τα μιὰ πα­ραί­τη­ση. Κά­ποι­ος εἶ­χε πεῖ πὼς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα —ὅ­πως ἕ­να ἀ­πο­νε­νο­η­μέ­νο δι­ά­βη­μα— ἢ τὰ κά­νεις ἢ τὰ συ­ζη­τᾶς. Ἂν τὰ συ­ζη­τᾶς δὲν τὰ κά­νεις πο­τέ. Καὶ ἐ­μεῖς λέ­με, ἐν­τά­ξει, μπο­ρεῖ νὰ δι­α­ψεύ­σου­με τὰ προ­γνω­στι­κά. Ἀλ­λὰ ἔ­χου­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με πί­τσα ἀ­πό­ψε. Θε­έ μου, πό­ση πί­τσα ξό­δε­ψες γιὰ νὰ μᾶς κρα­τή­σεις στὴ ζω­ή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014) καὶ Ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἡτ­τη­μέ­νων ποὺ πον­τά­ρουν στὸ σω­στὸ ἄ­γριο ἄ­λο­γο τὴ λά­θος στιγ­μὴ πρὶν ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα (Φαρφουλᾶς, 2016). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Σέλφι



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σέλφι


«…I FEEL GOOD…», ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ ποὺ ἔ­κο­ψε τὸν χρό­νο στὰ δυ­ό, κι ὅ­λοι πε­τα­χτή­κα­με ὄρ­θιοι, τὸ χέ­ρι στὸ στῆ­θος πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς. Ὁ Τζαί­ημς Μπρά­ουν ἤ­τα­νε. Ἀ­πὸ ζευ­γά­ρια καὶ πα­ρέ­ες καὶ με­μο­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι γί­να­με ἕ­να ‘ἐ­μεῖς’. Ἐ­μεῖς οἱ ἐκ­δρο­μεῖς, ἐ­μεῖς ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα γιὰ τὴ Γραμ­βού­σα καὶ τὸν Μπά­λο ποὺ ψι­λο­κου­βεν­τι­ά­ζα­με χα­λα­ρω­μέ­νοι πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ ξε­κι­νή­σου­με μέ­χρι πού. Οὔφ, χα­μο­γε­λά­σα­με κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι ‘ἐ­μεῖς’, ρί­χνον­τας μιὰ μα­τιὰ ἕ­να γύ­ρω, στοὺς ἄλ­λους πα­θόν­τες. Κο­ρί­τσια κι ἀ­γό­ρια, ζευ­γά­ρια, πα­ρέ­ες, μο­να­χι­κοὶ λι­γό­τε­ρο, μό­λις εἴ­χα­με κο­λυμ­πή­σει ὣς τὸ κα­ρά­βι μας με­τὰ τὶς βόλ­τες στοὺς δυ­ὸ μο­να­δι­κοὺς προ­ο­ρι­σμούς, φω­το­γε­νεῖς σί­γου­ρα, ρη­χὲς λι­μνο­θά­λασ­σες μὲ με­γά­λες κρυμ­μέ­νες κο­τρό­νες βα­θύ­τε­ρα, καὶ λά­βα­με θέ­σεις ὕ­στε­ρα γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή. Ὅ­λο κι ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πλα­ϊ­νὴ σκά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μπι­κί­νι , κο­ρι­τσο­μά­νι καὶ ζευ­γά­ρια κά­νον­τας ἀ­κό­μα μιὰ βου­τιὰ καὶ φω­το­γρα­φί­ες καὶ σέλ­φι καὶ πά­λι στὸν βα­τή­ρα, φω­το­γρα­φί­ες καὶ βου­τι­ὲς καὶ σέλ­φι – ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νον­τας τὴν ὀ­λι­γό­λε­πτη δι­α­ση­μό­τη­τα ποὺ εἶ­χε δι­εκ­δι­κή­σει γιὰ τοὺς ἄ­ση­μους ὁ Ἄν­τυ Γου­ῶρ­χολ.

       Αὔ­γου­στος. Δι­α­κο­πές. Εἴ­χα­νε σχε­διά­σει ἐ­πὶ χάρ­του δι­α­δρο­μὲς καὶ τα­ξί­δια μὲς στὸ τα­ξί­δι, καὶ τὶς πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ λέ­ξη με­τά. Ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὸ πα­λιὸ λι­μά­νι στὰ Χα­νιὰ κι ἀ­πὸ κεῖ δι­α­δρο­μὲς δι­ά­φο­ρες στὴ Χα­λέ­πα, στὸ Ἀ­κρω­τή­ρι γιὰ τοὺς τά­φους τῶν Βε­νι­ζέ­λων ὅ­σο ρό­δι­ζε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, στὸν Βά­μο, στὴ Φα­λά­σαρ­να, στὸν Ὁ­μα­λό, στὴν Κάν­τα­νο καὶ τώ­ρα νά ποὺ ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα τους εἶ­χε λά­βει τέ­λος. Ἡ λι­μνο­θά­λασ­σα τοῦ Μπά­λου μὲ τὰ σμα­ρα­γδέ­νια νε­ρὰ καὶ τὴ λευ­κὴ ἄμ­μο τῆς εἶ­χε κο­στί­σει μιὰ ἄ­γαρ­μπη γλί­στρα στὴ σκά­λα τοῦ πλοί­ου καὶ ἕ­να χτύ­πη­μα στὸ μι­κρὸ δα­χτυ­λά­κι τοῦ πο­διοῦ ποὺ τὴν πο­νοῦ­σε καὶ τὴν ἔ­σφα­ζε ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα. Αὔ­ριο θὰ πή­γαι­ναν στὸ Ἐ­λα­φο­νή­σι, ἄλ­λη πε­ρι­πέ­τεια τοὺς πε­ρί­με­νε κι ἐ­κεῖ, μὲ τὶς ρό­δι­νες λι­μνο­θά­λασ­σες ποὺ σύ­στη­ναν μὲ πά­θος οἱ του­ρι­στι­κοὶ ὁ­δη­γοί. Καὶ τα­βερ­νά­κια, βόλ­τες, ἐκ­δρο­μές, θά­λασ­σες κι ἱ­στο­ρί­ε­ς στὴν πό­λη μέ­χρι τὸ τέ­λος, ποὺ θὰ ἔ­παιρ­ναν τὸ πλοῖ­ο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸν Πει­ραι­ά. Χρό­νια τα­ξι­δεύ­ουν μα­ζὶ πα­ρέ­α τὰ τρί­α ζευ­γά­ρια. Ἔ­χουν μά­θει νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν, νὰ χα­μο­γε­λοῦν, νὰ ἀν­τέ­χουν στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­ζον­τας ἀ­στεῖ­α τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες —ὁ ἕ­νας τοῦ ἀλ­λου­νοῦ—ποὺ μὲ τὰ χρό­νια γι­γαν­τώ­νον­ται. Ἡ Λυ­δί­α, ποὺ ἐν­νο­εῖ πάν­το­τε νὰ ἀλ­λά­ζουν θέ­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς στὸ τα­βερ­νά­κι, στὴν πα­ρα­λί­α, στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μέ­χρι νὰ πε­τύ­χουν τὴν πιὸ κα­λὴ θέ­α, τὸ πιὸ δρο­σε­ρὸ τρα­πέ­ζι. Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια, ποὺ ἐ­πι­μέ­νει φορ­τι­κὰ νὰ γί­νον­ται δε­κτὲς οἱ προ­τά­σεις της, δὲν θὰ πή­γαι­ναν καὶ στὸ και­νούρ­γιο μου­σεῖ­ο τῆς Ἐ­λεύ­θερ­νας; Δὲν θὰ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἴ­σως καὶ τὴ Μη­λιά; Τῆς εἶ­χαν πεῖ ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ ἕ­να μο­να­δι­κὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ μὲ οἰ­κο­λο­γι­κὴ συ­νεί­δη­ση – νὰ φαν­τα­στεῖς ὅ­τι δὲν εἶ­χαν οὔ­τε φῶς οὔ­τε νε­ρό. Ἔ, καὶ εἶ­χαν φτά­σει ἀ­σθμαί­νον­τες, κα­τα­σκο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸν χω­μα­τό­δρο­μο καὶ βρῆ­καν ἁ­πλῶς ἕ­ναν πλή­ρως ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο του­ρι­στι­κὸ οἰ­κι­σμό. Ὁ Λευ­τέ­ρης πά­λι, τῆς Ἰ­φι­γέ­νειας, ἐν­νο­εῖ νὰ κο­λυμ­πή­σει, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως προ­γράμ­μα­τος, σὲ κά­θε πα­ρα­λί­α ποὺ συ­ναν­τοῦν, ἐ­νῶ ὁ Πα­να­γι­ώ­της, ὁ δι­κός της, ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς —μὲ συ­νο­πτι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες— τὸ σχέ­διο πλεύ­σης, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν ἕ­να οὐ­ζά­κι στὴν πρά­σι­νη αὐ­λὴ τοῦ βα­θύ­σκι­ω­του κα­φε­νέ, στὸ Γα­βα­λο­χώ­ρι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἄ­κυ­ρο τὸ μπά­νιο ποὺ ἦ­ταν στὸ πρό­γραμ­μα. Ἀ­δι­έ­ξο­δο. Ἀλ­λά, πε­ρι­έρ­γως, οἱ ἄν­τρες χαί­ρουν μᾶλ­λον ἀ­συ­λί­ας, καὶ οἱ δι­κές τους πα­ρα­ξε­νι­ὲς δὲν κα­τα­με­τροῦν­ται ὡς τέ­τοι­ες, κι ὅ­λο καὶ βγαί­νουν ἀ­λώ­βη­τοι ἀ­πὸ πρω­το­βου­λί­ες ἀ­νή­κου­στες γιὰ κεῖ­νες. Θὰ μπο­ροῦ­σαν, βέ­βαι­α, νὰ συμ­μα­χή­σουν συμ­με­τρι­κά, οἱ γυ­ναῖ­κες με­τα­ξύ τους, χρό­νια φί­λες ἐξ ἄλ­λου καὶ συμ­φοι­τή­τρι­ες πα­λι­ό­τε­ρα, ἀ­πὸ κεῖ­νες ἔ­χει δέ­σει καὶ ἡ φι­λί­α τῶν ἀν­τρῶν τους καὶ κρα­τά­ει γε­ρά, ἀλ­λὰ νὰ ποὺ συ­χνὰ προ­τι­μοῦν συμ­βα­τι­κὰ τὴν ἀ­νί­ε­ρη συμ­μα­χί­α τοῦ ζευ­γα­ριοῦ. Ἀ­πα­ρά­δε­κτο. Καὶ πά­λι ἀ­να­πο­λοῦν τὶς περ­σι­νὲς δι­α­κο­πὲς —σὲ ποιό νη­σί;— καὶ τὶς προ­πέρ­σι­νες, προ­σπα­θοῦν νὰ θυ­μη­θοῦν συ­νε­ται­ρι­κὰ —προ­ϊ­ού­σης τῆς ἡ­λι­κί­ας ἡ μνή­μη τους ὀ­πι­σθο­χω­ρεῖ— χρο­νι­ὲς καὶ το­πω­νύ­μια, πα­λιά τους κα­τορ­θώ­μα­τα, καὶ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ τρα­γού­δια καὶ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες, καὶ δί­νουν τό­πο στὴν ὀρ­γὴ καὶ ἀ­νέ­χον­ται τὸν ἄλ­λο, ποὺ ποιός εἶ­ναι στὸ κά­τω-κά­τω, ὁ στε­νός τους φί­λος εἶ­ναι, ἡ κα­λή τους φί­λη ποὺ δο­κι­μά­ζει βέ­βαι­α τὰ ὅ­ριά τους. Ἂν ἦ­ταν οἱ δυ­ό τους μὲ τὸ θε­σμι­κό τους ταί­ρι, θὰ εἶ­χαν σκυ­λο­κα­βγα­δί­σει τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ. Τώ­ρα, μό­νο κα­νέ­νας ἀ­να­στε­ναγ­μὸς καὶ συ­νω­μο­τι­κὰ βλέμ­μα­τα αὐ­το­λύ­πη­σης. Τί νὰ γί­νει, θὰ πε­ρά­σουν οἱ μέ­ρες, θὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θοῦν τὰ προ­γράμ­μα­τά τους, θὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο —στὸν Κύ­δω­να ἢ στὸ Μά­τζικ Λάιφ— καὶ θὰ γυ­ρί­σουν στρι­μωγ­μέ­νοι στὴν κοι­νή τους με­γά­λη σα­κα­ρά­κα μὲ ὑ­περ­δι­πλά­σια τὰ μπαγ­κά­ζια στὸν γυ­ρι­σμό, ἀ­πὸ δῶ­ρα καὶ ἀ­γο­ρές, θὰ πε­ρά­σουν τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὸ κομ­πι­οῦ­τερ, μαυ­ρι­σμέ­νοι, δυ­ὸ κι­λὰ βα­ρύ­τε­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ ἀ­παν­τή­σουν χα­μο­γε­λών­τας στὴν ἐ­πί­μα­χη ἐ­ρώ­τη­ση, ναί, ὀ­νει­ρε­μέ­να πέ­ρα­σαν καὶ φέ­τος. Καὶ τοῦ χρό­νου.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo): Magush



Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo)

Μαγκούς

(Magush)


ΑΠΟΙΑ ΘΕΣΣΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ προ­έ­βλε­ψε τὴ μοί­ρα τοῦ Πο­λυ­κρά­τη πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ σχέ­δια ποὺ ἔ­φτια­χνε ἡ θά­λασ­σα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ ὅ­ταν ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν τὸ κύ­μα· μιὰ Ρω­μαί­α ἑ­στιά­δα προ­έ­βλε­ψε ἐ­κεί­νη τοῦ Καί­σα­ρα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄμ­μο ποὺ πε­ρι­στοί­χι­ζε κά­ποι­ο φυ­τό· ὁ γερ­μα­νὸς Κορ­νή­λιος Ἀ­γρίπ­πας χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ προ­βλέ­ψει τὸ μέλ­λον. Ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­γοι τοῦ και­ροῦ μας δι­α­βά­ζουν τὰ φύλ­λα τοῦ τσα­γιοῦ ἢ τὸ κα­τα­κά­θι τοῦ κα­φὲ στὸν πά­το τοῦ φλι­τζα­νιοῦ, κά­ποι­οι τὰ δέν­τρα, τὴ βρο­χή, τὶς κη­λί­δες με­λά­νι ἢ τὸ ἀ­σπρά­δι τοῦ αὐ­γοῦ, κά­ποι­οι τὶς γραμ­μὲς ἁ­πλῶς τῆς πα­λά­μης, ἄλ­λοι κοι­τοῦν μέ­σα σὲ κρυ­στάλ­λι­νες σφαῖ­ρες. Ὁ Μαγ­κοὺς λέ­ει τὴ μοί­ρα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο στὸ ὁ­ποῖ­ο ζεῖ. Τὰ ἑ­φτὰ πε­λώ­ρια πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ δώ­δε­κα πα­ρα­θυ­ρά­κια τοῦ γει­το­νι­κοῦ κτι­ρί­ου εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν σὰν τρα­που­λό­χαρ­τα. Ὁ Μαγ­κοὺς δὲν σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ συ­σχε­τί­σει πα­ρά­θυ­ρα μὲ τρα­που­λό­χαρ­τα: ἦ­ταν δι­κή μου ἡ ἰ­δέ­α. Οἱ μέ­θο­δοί του εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μο­νά­χα ἐν μέ­ρει. Μοῦ εἶ­πε πὼς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς μέ­ρας δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα, για­τὶ τὸ φῶς κά­νει τὶς εἰ­κό­νες νὰ ἀ­χνο­φαί­νον­ται. Ἡ πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γι’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ εἶ­ναι τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, τό­τε ποὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­χτί­δες φω­τός, κα­θὼς φιλ­τρά­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς περ­σί­δες τῶν πα­ρα­θύ­ρων στὰ πλά­για τοῦ κτι­ρί­ου, ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ τζά­μια τῶν μπρο­στι­νῶν πα­ρα­θύ­ρων. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­νο­νί­ζει τὰ ραν­τε­βοῦ του μὲ τοὺς πε­λά­τες πάν­το­τε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Γνω­ρί­ζω —ἔ­φτα­σα σὲ αὐ­τὴ τὴ γνώ­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σει­ρὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σε­ων— ὅ­τι τὸ ψη­λό­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου φα­νε­ρώ­νει ὑ­πο­θέ­σεις τῆς καρ­διᾶς, τὸ χα­μη­λὸ τμῆ­μα ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ κεν­τρι­κὸ τμῆ­μα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ θέ­μα­τα ὑ­γεί­ας.

            Ὁ Μαγ­κοὺς εἶ­ναι φί­λος μου πα­ρό­τι εἶ­ναι μό­λις δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Τὸν γνώ­ρι­σα κα­τὰ τύ­χη μιὰ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να σα­κὶ κάρ­βου­να. Δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δι­αι­σθαν­θῶ τὴ μαν­τι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς κου­βέν­τες στὸ αἴ­θριο τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου (ἤ­μα­σταν πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ σα­κιὰ μὲ κάρ­βου­νο καὶ πε­θαί­να­με ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά), μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται. Τὸ δω­μά­τιο εἶ­ναι κά­τι σὰν δι­α­δρο­μά­κος, ἐ­ξί­σου κρύ­ος μὲ τὸ αἴ­θριο· ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν συν­δυα­σμὸ ἀ­πὸ φεγ­γί­τες μὲ χρω­μα­τι­στὰ τζά­μια κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ψη­λὸ καὶ στε­νὸ —σὰ νὰ προ­ο­ρί­ζε­ται γιὰ κά­ποι­α κα­μη­λο­πάρ­δα­λη—, δι­α­κρί­νε­ται μὲ ἄ­νε­ση τὸ ἀ­πέ­ναν­τι κτί­ριο μὲ τὴν κι­τρι­νω­πὴ πρό­σο­ψή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς βρο­χὲς κι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σα λί­γη ὥ­ρα σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ κρύ­ο ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ καὶ τὴ θέ­ση του ἔ­παιρ­νε μιὰ εὐ­χά­ρι­στη αἴ­σθη­ση ζε­στα­σιᾶς. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο φαι­νό­με­νο συμ­βαί­νει κα­τὰ τὶς στιγ­μὲς τῆς μαν­τεί­ας κι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ δω­μά­τιο ἀλ­λὰ τὸ σῶ­μα ποὺ ἀ­πορ­ρο­φᾶ ἐ­κεῖ­νες τὶς τό­σο ὠ­φέ­λι­μες ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες.

            Ὁ Μαγ­κοὺς μὲ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως κι ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μα­ζί μου. Μὲ ἄ­φη­νε νὰ κοι­τά­ζω ὁ­λο­μό­να­χος, τὴν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, ἕ­να πρὸς ἕ­να τα πα­ρά­θυ­ρα τοῦ κτι­ρί­ου. (Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, σκη­νὲς ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θοῦν γί­νον­ταν ὁ­ρα­τές· ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α στά­θη­κα ἀρ­χι­κὰ τυ­χε­ρός.) Σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­δα —πλη­ρώ­νον­τας ποι­ός ξέ­ρει τί ἁ­μαρ­τί­ες— τὴ με­τέ­πει­τα ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­ζη­λό μου. Φο­ροῦ­σε τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ θαμ­πώ­νει καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιά της ἦ­ταν πι­α­σμέ­να πί­σω σε ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ κό­τσο χα­μη­λὰ στὸ σβέρ­κο της. Γιὰ νὰ δῶ τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια λύγ­κα, ὅ­μως ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὀ­φει­λό­ταν στὴ μα­γεί­α ποὺ τὴν πε­ρι­έ­βαλ­λε καὶ ὄ­χι στὴν ὅ­ρα­σή μου. (Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στα­ση κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­βά­σω ἐ­πι­στο­λὲς ἢ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ ἡ­με­ρο­λό­για.) Ἐ­κεῖ εἶ­δα τὴν ἐ­πώ­δυ­νη σκη­νὴ ποὺ θὰ κα­λού­μουν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ ὑ­πο­μεί­νω ἐν­σαρ­κω­μέ­νη. Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κεί­νη τὴν κλί­νη κα­λυμ­μέ­νη μὲ ρό­δι­να σκε­πά­σμα­τα καὶ τὶς φρι­κτὲς αὐ­τὲς κυ­ρί­ες ποὺ ἔμ­παι­ναν κι ἔ­βγαι­ναν κρα­τών­τας δέ­μα­τα στὰ χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, στὰ τζα­μέ­νια πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς δύ­σης, εἶ­δα τὶς βόλ­τες στοὺς πο­τα­μοὺς Τίγ­κρε καὶ Λου­χάν. Ἐ­κεῖ ἔ­φτα­σα πο­λὺ κον­τὰ στὸ νὰ στραγ­γα­λί­σω κά­ποι­ον. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ βι­ώ­σω αὐ­τὰ τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ φά­νη­κε κομ­μα­τά­κι ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φη.

            Μὲ τὸ πέ­ρας αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν λι­γό­στε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου νὰ ζή­σω ὅ,τι μοῦ ἤ­τα­νε γρα­φτό. Συμ­βου­λεύ­τη­κα τὸν Μαγ­κούς. Ἦ­ταν ἄ­ρα­γε δυ­να­τὸν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω; Νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ τὴ ζω­ή… ἦ­ταν δυ­να­τόν; Ὁ Μαγ­κούς, ἔ­ξυ­πνος ὅ­πως εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Γιὰ κάμ­πο­σες μέ­ρες δὲν ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ κον­τά του. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω εἰ­κό­νες, νὰ ἀ­πέ­χω ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τῶ ὅ­πως κι ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ζῶ. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς γιὰ χά­ρη τῆς φι­λί­ας μας, ποὺ κρα­τοῦ­σε τό­σα χρό­νια, ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξαί­ρε­ση· σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει αὐ­τὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς πα­γί­δες ποὺ ἔ­στη­νε ὁ Μαγ­κοὺς σὲ πε­λά­τες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξα­πα­τοῦ­σε πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς τους τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὰ νὰ ἦ­ταν δι­κό τους.

            — Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σῶ­φρον νὰ βι­ώ­σει κά­ποι­ος ἄλ­λος τὴ μοί­ρα σου εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως μό­λις κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Εἰ­δάλ­λως, δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται αὐ­τὴ νὰ ἔρ­θει στὴ συ­νέ­χεια καὶ νὰ σὲ γυ­ρέ­ψει: ἡ μοί­ρα μοιά­ζει μὲ ἀν­θρω­πο­φά­γο τί­γρη ποὺ στή­νει ἐ­νέ­δρα στὸ ἀ­φεν­τι­κό της, συ­νή­θι­ζε νὰ μοῦ λέ­ει ὁ Μαγ­κούς· καὶ γιὰ νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει πρό­σθε­τε: Κά­ποι­α μέ­ρα ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὰ γιὰ σέ­να σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

            — Θὰ πε­θά­νω; – ρω­τοῦ­σα μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­νη­συ­χί­α.

            — Δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το – ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ Μαγ­κούς. Μπο­ρεῖς νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς πε­πρω­μέ­νο.

            — Μά, μέ­χρι καὶ τὰ σκυ­λιὰ ἔ­χουν πε­πρω­μέ­νο – ἀν­τέ­τει­να.

            — Τὰ σκυ­λιὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γουν: εἶ­ναι ὑ­πά­κου­α.

            Ἡ πρό­γνω­ση τοῦ Μαγ­κοὺς ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ κι ἔ­τσι ἔ­ζη­σα γιὰ λί­γο και­ρὸ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος καὶ ἤ­ρε­μος, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὴ δου­λειά μου, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ μὲ τρά­βα­γε καὶ τὴ νο­σταλ­γοῦ­σα, τὸ νὰ εἶ­μαι μα­ζὶ μὲ τὸν Μαγ­κοὺς καὶ νὰ ἀ­τε­νί­ζω τὸ κτί­ριο. Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν ἐ­κλεί­ψει οἱ μορ­φὲς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὸ νὰ ρί­ξουν φῶς στὴ μοί­ρα μου. Σὲ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα μᾶς ξαφ­νί­α­ζαν ἐ­νί­ο­τε νέ­ες ἀ­να­πό­δρα­στες συν­θέ­σεις. Ἀ­μυ­δρὰ φῶ­τα, φαν­τά­σμα­τα μὲ κε­φά­λια σκύ­λων, ἐγ­κλη­μα­τί­ες, τὰ πάν­τα ἔ­δει­χναν πὼς θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ φτά­σουν αὐ­τὲς οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ γί­νουν ἀ­λη­θι­νές.

            — Ποι­ὸς θὰ ζοῦ­σε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὲς τὶς ἀ­θλι­ό­τη­τες; – εἶ­πα στὸν Μαγ­κούς, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τέ­λη­ξε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀ­πο­σπά­σει τὴν προ­σο­χή, νὰ κά­νει τὸν σύμ­βου­λο μα­ζὶ καὶ τὸν μά­γο. Ἄρ­χι­σα νὰ βλέ­πω βεγ­γα­λι­κά, μα­ρι­ο­νέ­τες, γι­α­πω­νέ­ζι­κα φα­νά­ρια, νά­νους, ἀν­θρώ­πους ντυ­μέ­νους σὰν ἀρ­κοῦ­δες καὶ σὰν γά­τες. Τοῦ εἶ­πα ὑ­πο­κρι­νό­με­νος:

            — Σὲ ζη­λεύ­ω. Θά ’­θε­λα νά ’­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων.

            — Ἂς ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να – μοῦ εἶ­πε ὁ Μαγ­κούς.

            Ἀ­πο­δέ­χτη­κα τὴν πρό­τα­ση, ἂν καὶ μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­τολ­μη. Τί θὰ ἔ­κα­να μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς μι­κρού­λη­δες νά­νους; Μι­λή­σα­με ὥ­ρα πολ­λὴ γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πι­θα­νὸν κου­βα­λοῦ­σαν μα­ζί τους οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἡ­λι­κί­ες μας. Χά­σα­με, ἴ­σως, τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὴν εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη.

            Τὸ σχέ­διό μας δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Χά­σα­με κι οἱ δυ­ὸ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας.

            Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ὑ­πο­κύ­πτου­με ἐκ νέ­ου στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να· κά­νου­με κά­ποι­ες ἀ­πό­πει­ρες, ὅ­μως κά­θε φο­ρὰ τεί­νει νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς πα­ρά­γον­τας: ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς δυ­σκο­λί­ες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χει ὑ­περ­νι­κή­σει ὁ Μαγ­κούς, ἀ­πο­βαί­νει πα­ρά­λο­γο. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ εἶ­χα βά­λει σκο­πὸ νὰ φύ­γω. Ἑ­τοί­μα­σα τὶς ἀ­πο­σκευ­ές μου. Ἀ­πο­χαι­ρε­τη­θή­κα­με. Οἱ εἰ­κό­νες στὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν θελ­κτι­κές. Κά­τι μὲ κρά­τη­σε πί­σω τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ στὸν Μαγ­κούς· δὲν εἶ­χε τὸ κου­ρά­γιο νὰ δρα­πε­τεύ­σει ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο.

            Πάν­το­τε μὲ συ­ναρ­πά­ζει τὸ πε­πρω­μέ­νο τοῦ Μαγ­κοὺς κι ἐ­κεῖ­νον τὸ δι­κό μου (ὅ­σο ἄ­σχη­μο κι ἂν εἶ­ναι), ὅ­μως κα­τὰ βά­θος ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τῶν δυ­ό μας εἶ­ναι νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ ἀ­τε­νί­ζου­με τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­κεί­νου τοῦ σπι­τιοῦ καὶ νὰ δω­ρί­ζου­με σὲ ἄλ­λους τὸ δι­κό μας πε­πρω­μέ­νο, ἐ­φό­σον δὲν μᾶς φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο.



Πηγή: Silvina Ocampo, La furia y otros cuentos, ἐ­πιμ. Ernesto Montequin, Biblioteca Silvina Ocampo, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Sudamericana, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Sur, 1959].

Σιλ­βί­να ­κάμ­πο (Silvina Ocampo) (1903, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 1993, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Προ­τοῦ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ μὲ πά­θος στὴ γρα­φὴ σπού­δα­σε σχέ­διο καὶ ζω­γρα­φι­κὴ στὸ Πα­ρί­σι μὲ δα­σκά­λους τὸν Τζόρ­τζιο ντὲ Κί­ρι­κο καὶ τὸν Φερ­νὰν Λε­ζέ. Σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ φί­λη τοῦ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες. Οἱ τρεῖς τους ἐ­πι­με­λή­θη­καν καὶ ἐ­ξέ­δω­σαν τὸ 1940 τὴ μνη­μει­ώ­δη Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ὑπόγειο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ὑ­πό­γει­ο


ΕΣΥ, μι­κρέ, τί ποι­ή­μα­τα γρά­φεις;

       — Δὲν γρά­φω.

       — Σι­γὰ ποὺ σὲ πί­στε­ψα τώ­ρα. Ἔ­τσι λὲς ὅ­τι κοι­τᾶ­νε τὰ βι­βλί­α αὐ­τοὶ ποὺ δὲν γρά­φουν; Ξέ­ρω, θὰ ἀρ­γή­σεις, πάν­τως θὰ μοῦ πεῖς.

       — Τί νὰ σᾶς πῶ…

       — Νὰ μὴ μοῦ πεῖς τί­πο­τα. Πᾶ­ρε αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δῶ­ρο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α γερ­μα­νι­κῆς ποί­η­σης, δί­γλωσ­ση. Κι αὐ­τὴ τὴ χι­λια­νὴ ποι­ή­τρια θὰ τὴ δι­α­βά­σεις ὁ­πωσ­δή­πο­τε, κι αὐ­τὸ δῶ­ρο.

       — Νά ’­στε κα­λά! Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξέ­ρω τί νὰ πῶ.

       — Τσί­που­ρο ἐ­σὺ δὲν πί­νεις, εἶ­σαι μι­κρός. Τί κα­φὲ νὰ πῶ νὰ σοῦ φέ­ρουν;


Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν γε­ρο­δε­μέ­νο ἄν­τρα, στὴν ἡ­λι­κί­α πά­νω-κά­τω τοῦ πα­τέ­ρα του, νὰ τοῦ ρί­χνει κά­τι ἔν­το­νες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς μα­τι­ὲς ποὺ τὶς θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα. Οἱ κου­βέν­τες τους πο­λὺ σύν­το­μα πε­ρά­σα­νε ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ κα­νό­να στοὺς ἐ­λάσ­σο­νες καὶ τοὺς λη­σμο­νη­μέ­νους κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις πύ­κνω­σαν καὶ τὰ λό­για μα­λά­κω­σαν· ἄλ­λο­τε τὰ λέ­γα­νε οἱ δυ­ό τους σὰν δυ­ὸ πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι, ἄλ­λο­τε πά­λι τὴν ἑ­τε­ρό­κλη­τη πα­ρέ­α ἀ­παρ­τί­ζα­νε ἄν­θρω­ποι τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἔρ­γο ἀ­γα­ποῦ­σε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως καὶ θυ­μᾶ­ται ποὺ κα­θό­ταν σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ τοὺς ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ βγά­ζει ἄ­χνα, σὰ νά ’­χει μπεῖ σὲ κά­ποι­α χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των στὰ κρυ­φὰ καὶ νὰ φο­βᾶ­ται μὴν τὸν πά­ρου­νε χαμ­πά­ρι καὶ τὸν δι­ώ­ξουν. Κά­πο­τε ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη του, μα­ζὶ μὲ τὶς συμ­βου­λὲς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ ζή­τη­σε καὶ μιὰ χά­ρη: νὰ τοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς ὅ­ταν γυ­ρί­σει θὰ πε­ρά­σει νὰ τὸν δεῖ. Θὰ τὸ ἔ­κα­νε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως.

       Με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μό­λις ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει, πῆ­ρε τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ γνω­στὸ σταθ­μό. Ἀ­πὸ μα­κριὰ εἶ­δε τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα σβη­στά, τὰ στό­ρια κα­τε­βα­σμέ­να καὶ τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κλει­δω­μέ­νη. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα πλη­σί­α­σε. Σφη­νω­μέ­νο στὴ βι­τρί­να, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα με­ριά, ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ση­μεί­ω­μα:

       «Ὅ­λα τα κυ­πα­ρίσ­σια δεί­χνουν με­σά­νυ­χτα

       Ὅ­λα τα δά­χτυ­λα

       Σι­ω­πὴ»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἰδανικὴ αυτόχειρας


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἰ­δα­νι­κὴ αὐ­τό­χει­ρας


στὴ μνή­μη τῆς Σο­φού­λας

 

ἄλ­λό­θι που

 

n’importe où… hors de ce monde

Baudelaire


ΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ, μιὰ συ­νά­δελ­φός μου στὸ τμῆ­μα Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Ξέ­νων Γλωσ­σῶν ἔ­δω­σε τὸ ἑ­ξῆς θέ­μα ἔκ­θε­σης σὲ πρω­το­ε­τεῖς, Αὐ­το­χει­ρί­α: θάρ­ρος ἤ δει­λί­α; Δὲν τὸ θέ­τεις σὲ σω­στοὺς ὅ­ρους τὸ θέ­μα, τῆς εἶ­πα. Σὲ τί ὅ­ρους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ θέ­σω, μὲ ρώ­τη­σε. Δὲν εἴ­χα­με χρό­νο γιὰ φι­λο­σο­φι­κὴ συ­ζή­τη­ση, ὁ­πό­τε δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σα. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­χα­σα τὴν Αἰ­κα­τε­ρί­νη, ὁ­πό­τε δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σω.

        Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη τὰ πρό­βλε­ψε ὅ­λα στὴν ἐν­τέ­λεια. Ἀ­νε­λέ­η­τη ἐν­τέ­λεια. Δὲν εἶ­χε πιὰ πε­ρι­θώ­ρια γιὰ λά­θος. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν βγά­λει ἀ­πὸ τὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ὅ­που στὰ σί­γου­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­ναν, ἂν καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πῆ­γε ἀ­πὸ μό­νη της γιὰ νὰ ἔ­χει πα­ρέ­α.

        Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ποὺ κά­πο­τε εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει μα­ζὶ βρῆ­καν καμ­μιὰ δω­δε­κά­δα κου­τιὰ ζά­ναξ, ἕ­να σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα καὶ τὰ ροῦ­χα γιὰ τὴν κη­δεί­α κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να (πρέ­πει νὰ τὰ εἶ­χε δώ­σει στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο για­τὶ εἶ­χε στα­μα­τή­σει πιὰ νὰ σι­δε­ρώ­νει). Δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κο­κέ­τα, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε νὰ φύ­γει κα­λον­τυ­μέ­νη. Πε­ρί­ερ­γο για­τὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη εἶ­χε μό­νο μί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει. Πρέ­πει νά ‘­ταν τὸ ἄ­με­σο ἀγ­κά­λια­σμα τοῦ θα­νά­του. Τὸ κά­λε­σμα τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας. Τὸ ἄ­κου­σε ὁ Ἰ­σμα­ὴλ στὸ Μόμ­πι Ντίκ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὸ πιὸ ψη­λὸ κα­τάρ­τι σὰν που­λὶ στὴν κούρ­νια του, ἀλ­λὰ ἀν­τι­στά­θη­κε. Τὸ ἄ­κου­σα κι ἐ­γώ, δε­μέ­νη ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α. Τὸ ἀ­κοῦ­νε καὶ ἄλ­λοι. Στα­τι­στι­κά εἶναι τὸ εἴκοσι δύο τοῖς ἑ­κα­τὸ τῶν δι­πο­λι­κῶν ποὺ κα­τα­φέρ­νουν καὶ φεύ­γουν. Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη ἐμ­πλου­τί­ζει τὶς στα­τι­στι­κές. Εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται. Τῆς πῆ­ραν καὶ τὴ μα­νί­α. Μὲ τὴν κρί­ση ἔ­χα­σε τὴν δου­λειά της. Τὸ δι­α­μέρι­σμά της τὸ πε­ρί­με­ναν οἱ τρά­πε­ζες. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψε. Ὅ­σο γιὰ συν­τρό­φους, προ­σω­ρι­νοὺς ἤ μό­νι­μους, τὸ εἶ­χε πά­ρει πιὰ ἀ­πό­φα­ση. Ἦ­ταν καὶ θά ‘με­νε μό­νη.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια, συ­χνὰ ἔ­πι­α­να τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ μὴν τὴν σκέ­φτε­ται. Με­τροῦ­σα τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α της, ἀ­πύθ­με­νη, καὶ αὐ­τὸ ξε­περ­νοῦ­σε τὶς ἀν­το­χές μου. Ὄ­χι πὼς ἤ­μουν ἡ κα­λύ­τε­ρη γε­ω­μέ­τρης τοῦ μυα­λοῦ ἤ μᾶλ­λον τῆς ψυ­χῆς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης (τὸ μυα­λὸ τὸ κα­τά­στρε­ψαν τὰ ψυ­χο­φάρ­μα­κα), ἀλ­λὰ ποι­ὸς ἄλ­λος τὴν ἤ­ξε­ρε κα­λύ­τε­ρα;

        Τὴν Δευ­τέ­ρα ἔ­θα­ψε τὴ μα­μά της. Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη κό­ρη. Τὴν εἶ­χε φρον­τί­σει ὅ­σο τὸ ἐ­πέ­τρε­παν οἱ δυ­νά­μεις ποὺ δὲν εἶ­χε. Ἡ μα­μὰ ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἀλ­λὰ δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Κόν­τευ­ε τὰ ἑ­κα­τὸ ἡ γυ­ναί­κα. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα κά­τι ἐ­κρεμ­μό­τη­τες. Ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα. Τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῆς ζω­ῆς της τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει. Ἀ­νῆ­κε στοὺς ἀ­τά­λαν­τους. Δὲν συμ­φω­νῶ. Ἡ μα­μὰ της ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τυ­χους. Δὲν πί­στευ­α πο­τὲ στὴν τύ­χη, ἀλ­λὰ ἀ­να­θε­ω­ρῶ. Πα­ρά­τη­σα καὶ τὸν Κα­μὺ καὶ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς τους. Εἶ­χα κά­που μιὰ δε­κα­ε­τί­α νὰ τὴν δῶ νὰ γε­λά­ει καὶ τῆς τό­ ‘πα καὶ μα­ζὶ ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με ἂν θὰ ξα­να­γε­λοῦ­σε πο­τέ. Ἡ ἀ­κο­ή μου ἔ­χει κά­πως πέ­σει ἀλ­λὰ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι δὲν θὰ στα­μα­τή­σω πο­τὲ ν’ ἀ­κού­ω τὶς σι­ω­πη­λὲς κραυ­γὲς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης γιὰ βο­ή­θεια. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ πρό­βλε­ψε. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως ἰ­δα­νι­κή. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ ἔ­θε­τα τὸ θέ­μα, Αὐ­το­χει­ρί­α: ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ δυ­στυ­χί­α;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).



		

	

Δημήτρης Παστουρματζῆς: “…ἔτσι κι ἀλλιῶς, χαμένοι εἴμαστε…”


Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς


«… ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε…»


ΡΗΓΟΡΑ! Τὸ ὀ­ξυ­γό­νο καὶ μιὰ καρ­δι­ο­το­νω­τι­κή!… Ἑ­τοί­μα­σε καὶ τὸν ὀ­ρό! Στὴν ἄ­κρη, κάν­τε χῶ­ρο… Ἔ­λα, μὴ χα­ζεύ­εις, πιά­σε τὸ οἰ­νό­πνευ­μα…

         Πα­νι­κὸς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στὴν ἀ­σφυ­κτι­κὰ μι­κρὴ κά­μα­ρη μὲ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀν­τι­ση­πτι­κοῦ – ἰ­α­τρεῖ­ο, ἔ­γρα­φε μὲ κόκ­κι­να, κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα ἡ στρα­βο­καρφω­μέ­νη ξύ­λι­νη πι­να­κί­δα στὴν πόρ­τα. Φύ­λα­κες καὶ φυ­λα­κι­σμέ­νοι. Ὁ ἕ­νας φώ­να­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ που­θε­νά. Μό­νον ὁ κρα­τού­με­νος ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν νο­σο­κό­μος φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει κά­πως τί τοῦ γί­νε­ται καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ κά­νει κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν.

         — Ἐ­σὺ νὰ τοῦ τρί­βεις συ­νέ­χεια τὰ πό­δια, γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος, εἶ­πε σὲ μέ­να, ποὺ εἶ­χα μεί­νει ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος μπρο­στὰ σ’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χά­ος γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ναί­σθη­το σῶ­μα.

          Τὶς σα­που­νά­δες ξέ­πλε­να ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου ὅ­ταν τὸν εἶ­δα, γυ­μνό, νὰ σπαρ­τα­ρά­ει σὰν ψά­ρι στὸ βρό­μι­κο πά­τω­μα, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­χω­ρι­στι­κὸ τῶν λου­τή­ρων. Στὴν ἀρ­χὴ τά ‘­χα­σα —γιὰ μπά­νιο εἴ­χα­με ἔρ­θει—, με­τὰ εἶ­δα τὴ σύ­ριγ­γα μέ­σα στὰ νε­ρά. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν ση­κώ­σω μὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα κι ἔ­πε­σα πά­νω του· ἔ­βα­λα τὶς φω­νές…

         — Μὴ στα­μα­τᾶς, μοῦ εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος, ὅ­που νά ‘­ναι πρέ­πει νὰ ἔρ­θουν νὰ τὸν πά­ρουν.

        Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν ἠ­ρε­μή­σει κά­πως ἀ­φό­του τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω καὶ τώ­ρα μὲ βο­η­θοῦ­σε, ἂν καὶ μᾶλ­λον ἐ­λά­χι­στα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη νὰ κά­νει.

         — Τί βά­ρε­σε; Πρέ­ζα; μὲ ρώ­τη­σε.

         — Δὲν ξέ­ρω… Ὅ,τι σκα­τὸ ἔ­βρι­σκε, τὸ βα­ροῦ­σε.

         — Τί τὴν ἔ­κα­νες τὴ σύ­ριγ­γα;

         — Τὴν ἔ­κρυ­ψα — αὐ­τὸν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μπο­ροῦ­σα νὰ τὸν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι.

         — Κα­λὰ ἔ­κα­νες. Τὸν φέ­ρα­τε γρή­γο­ρα καὶ μπο­ρεῖ νὰ τὴ γλι­τώ­σει, μὴν φορ­τω­θεῖ καὶ νέ­α δι­κο­γρα­φί­α.

         Καὶ μοῦ τό ‘­χε ὁρ­κι­στεῖ ὁ μα­λά­κας πῶς τὸ ἔ­κο­ψε…

       Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει κα­λὰ-κα­λὰ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μοῦ ‘­χε μεί­νει πά­λι στὰ χέ­ρια. Πα­ρὰ τρί­χα τὴν εἶ­χε γλι­τώ­σει καὶ δὲν ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα, ἂν καὶ στὸ τέ­λος εἶ­χα ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ τὸν κό­ψω στὸ χέ­ρι. Τοῦ εἶ­χα βου­τή­ξει τὸ κε­φά­λι σ’ ἕ­να βα­ρέ­λι μὲ νε­ρό, τὸν περ­πά­τη­σα ὑ­πο­βα­στά­ζον­τάς τον, τὸν χα­στού­κι­σα, τοῦ μι­λοῦ­σα ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες γιὰ νὰ τὸν κρα­τή­σω ξύ­πνιο, καὶ ὅταν μὲ τὰ πολ­λὰ συ­νῆλ­θε, τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε νὰ πεῖ ἦ­ταν πὼς τοῦ εἶ­χα χα­λά­σει τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι στὸ ἀ­συ­νεί­δη­το. Μὲ τὸ ζό­ρι κρα­τή­θη­κα καὶ δὲν τοῦ ἔ­χω­σα κα­μιὰ μπου­νιὰ στὴ μού­ρη.

         Εἶ­χα κα­ταν­τή­σει γκου­βερ­νάν­τα του ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα ποὺ τὸν φέ­ραν στὴ φυ­λα­κή, σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ προ­χω­ρη­μέ­νο σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης. Χε­ζό­ταν πά­νω του, ξερ­νοῦ­σε πά­νω μου, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε, ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό· κα­τα­κα­λό­και­ρο καὶ δὲν τοῦ φτά­ναν τρεῖς κου­βέρ­τες. Φάρ­μα­κα, κομ­πρέ­σες, ξε­νύ­χτια. Πλύ­ν’ τον, ἄλ­λα­ξέ τον, σκέ­πα­σέ τον… Τί νὰ τὸν ἔ­κα­να…

         Τὸν ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ «ἔ­ξω». Συμ­μα­θη­τὲς στὸ Γυ­μνά­σιο κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια πα­ρέ­α ἐκ­κο­λα­πτό­με­νων ἐγ­κλη­μα­τι­ῶν. Σὰν νὰ ἦ­ταν μό­λις χθὲς —κι ἂς εἶ­χαν πε­ρά­σει δέ­κα χρό­νια— ποὺ εἶ­χα ἀ­να­κα­λύ­ψει τὴ χρή­ση τῆς σύ­ριγ­γας καὶ τῆς ἡ­ρω­ί­νης καὶ σ’ ἕ­να ἄ­θλιο ὑ­πό­γει­ο ἀ­πο­κά­λυ­πτα τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες* της ἰ­δι­ό­τη­τες σὲ ἄλ­λους πέν­τε ἢ ἕ­ξι τῆς πα­ρέ­ας. Δυ­στυ­χῶς, μά­θαι­νε κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο εὔ­κο­λα…

         — Ἂν ἀρ­γή­σουν κι ἄλ­λο, θὰ μᾶς μεί­νει στὰ χέ­ρια, εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.

         Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ με­λα­νιά­ζει καὶ μὲ τὸ ζό­ρι κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι ἀ­να­πνέ­ει. Μὲ πιά­σαν τὰ κλά­μα­τα. Ἤ­θε­λα νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σω, νὰ τοῦ πῶ «Μὴν πα­ρα­δί­νε­σαι».

         Κά­ποι­ος μὲ τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Φω­νὲς καὶ πα­νι­κὸς πά­λι.

         — Γρή­γο­ρα, στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο…

         — Στὴν ἄ­κρη, νὰ βγεῖ τὸ φο­ρεῖ­ο…

         — Γρή­γο­ρα…

         Ἔ­μει­να νὰ κοι­τά­ζω τὸ πά­τω­μα.

         — Ἡ­σύ­χα­σε, θὰ τὴν πη­δή­ξει. Ἐ­σὺ ἕ­τοι­μα­σου, για­τί θὰ σὲ φω­νά­ξουν νὰ δώ­σεις κα­τά­θε­ση, εἶ­πε κά­ποι­ος πί­σω μου.

         Κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μη­χα­νι­κά. Στ’ αὐ­τιά μου μιὰ ἄλ­λη φω­νή, ξε­ψυ­χι­σμέ­νη κι ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­κεῖ στὸ μπά­νιο, λί­γο προ­τοῦ χά­σει τὶς αἰ­σθή­σεις του:

         «Μὴν προ­σπα­θεῖς, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε».


Σ.τ.σ. Ἡ ἡ­ρω­ί­νη στὴ γλώσ­σα τῶν το­ξι­κο­μα­νῶν λέ­γε­ται καὶ “πα­ρα­μύ­θα”.


Πη­γή: Ὁ γενναῖος ποὺ δὲν εἶμαι (ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, ἀρ. 28-29, Φθι­νό­πω­ρο-Χει­μώ­νας 1994.

Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς (Σέρρες, 1964). Ἔκανε φυλακὴ, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς Σέρρες. Συμμετεῖχε στον συλλογικὸ τόμο Κασσαβέτεια (1998).