Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway): Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός



Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 3/6]


Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός

(Indian camp)


ΞΩ ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ τῆς λί­μνης εἶ­χαν σύ­ρει μιά βάρ­κα ἀ­κό­μα. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι πε­ρί­με­ναν ὄρ­θιοι. Ὁ Νίκ κι ὁ πα­τέ­ρας του μπῆ­καν στήν πρύ­μη, οἱ Ἰν­διά­νοι τρά­βη­ξαν τή βάρ­κα στό νε­ρό κι ὁ ἕ­νας τους μπῆ­κε μέ­σα γιά νά τρα­βά­ει κου­πί. Ὁ θεῖος T­ζώρτζ κά­θι­σε στήν πρύ­μη τῆς βάρ­κας ἀ­π’ τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ πιό νέ­ος Ἰν­διά­νος τήν τρά­βη­ξε στό νε­ρό καί μπῆ­κε μέ­σα νά κω­πη­λα­τεῖ γιά τόν θεῖος Τζώρτζ. Οἱ δυ­ό βάρ­κες ξε­κί­νη­σαν στό σκο­τά­δι. Ὁ Νίκ ἄ­κου­γε τούς σκαρ­μούς τῆς ἄλ­λης βάρ­κας κάμ­πο­σο μπρο­στά τους, μα­κριά μέ­σα στήν ὁ­μί­χλη. Οἱ Ἰν­διά­νοι κω­πη­λα­τοῦ­σαν μέ γρή­γο­ρες κο­φτές κου­πι­ές. Ὁ Νίκ ἔ­γει­ρε στήν ἀγ­κα­λιά τοῦ πα­τέ­ρα του μέ τό μπρά­τσο του ὁ­λό­γυ­ρά του. Πά­νω στά νε­ρά ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ὁ Ἰν­διά­νος δού­λευ­ε τά κου­πιά πο­λύ δυ­να­τά, ἀλ­λά ἡ ἄλ­λη βάρ­κα μπρο­στά ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν συ­νε­χῶς βα­θιά στήν ὁ­μί­χλη. «Ποῦ πᾶ­με, Μπαμ­πά;» Ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Πέ­ρα στόν Ἰν­δι­ά­νι­κο κα­ταυ­λι­σμό. Μιά Ἰν­διά­να εἶ­ναι βα­ριά ἄρ­ρω­στη.» «» ἔ­κα­νε ὁ Νίκ. Δι­α­σχί­ζον­τας τόν κόλ­πο βρῆ­καν τήν ἄλ­λη βάρ­κα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖος Τζώρτζ κά­πνι­ζε ποῦ­ρο στό σκο­τά­δι. Οἱ δυ­ό νε­α­ροί Ἰν­διά­νοι ἔ­συ­ραν τή βάρ­κα πιό μέ­σα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἔ­δω­σε ποῦ­ρα καί στούς δυ­ό Ἰν­διά­νους. Ἀ­νη­φο­ρί­ζον­τας ἀ­πό τήν ἀ­κτή περ­πα­τοῦ­σαν μέ­σα ἀ­πό ἕ­να λι­βά­δι μου­σκε­μέ­νο στή δρο­σιά, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν νε­α­ρό Ἰν­διά­νο πού κρα­τοῦ­σε τή λάμ­πα. Με­τά μπῆ­καν στό δά­σος καί ἀ­κο­λού­θη­σαν ἕ­να μο­νο­πά­τι πού ἔ­βγα­ζε στό δρό­μο ὅ­που ξύ­λευ­αν, ὁ­δη­γών­τας πί­σω στούς λό­φους. Ἔ­φεγ­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο στό δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων, για­τί οἱ κορ­μοί τῆς ξυ­λεί­ας ἦ­ταν κομ­μέ­νοι κι ἀ­πό τίς δυ­ό πλευ­ρές. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος στα­μά­τη­σε νά σβή­σει τή λάμ­πα του, καί ὅ­λοι συ­νέ­χι­σαν νά προ­χω­ροῦν κα­τά μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Ἔ­κα­ναν μιά στρο­φή κι ἕ­νας σκύ­λος βγῆ­κε γαυ­γί­ζον­τας. Μπρο­στά φά­νη­καν τά φῶ­τα στίς πα­ράγ­κες τῶν Ἰν­διά­νων πού ξε­φλού­δι­ζαν τούς κορ­μούς. Πε­ρισ­σό­τε­ροι σκύ­λοι ὅρ­μη­σαν κα­τά πά­νω τους. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι τούς ἔ­δι­ω­ξαν πί­σω στίς πα­ράγ­κες.

       Στό πα­ρά­θυ­ρο μιᾶς πα­ράγ­κας πιό κον­τά στό δρό­μο ὑ­πῆρ­χε φῶς. Μιά γριά γυ­ναί­κα ὄρ­θια στήν εἴ­σο­δο κρα­τοῦ­σε μιά λάμ­πα. Μέ­σα μιά νε­α­ρή Ἰν­διά­να ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ξύ­λι­νο ράν­τζο. Πά­λευ­ε ἐ­δῶ καί δυ­ό μέ­ρες νά γεν­νή­σει. Ὅ­λες οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες τοῦ κα­ταυ­λι­σμοῦ εἶ­χαν πά­ει νά τήν βο­η­θή­σουν. Οἱ ἄν­τρες ἔ­ξω φρε­νῶν μέ τίς κραυ­γές της εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ πέ­ρα στό δρό­μο νά κά­τσουν στά σκο­τει­νά καί νά κα­πνί­σουν. Αὐ­τή, μέ τό πού εἶ­δε μέ­σα στήν πα­ράγ­κα τόν Νίκ καί τούς δυ­ό Ἰν­διά­νους πί­σω ἀ­π’ τόν πα­τέ­ρα του καί τόν θεῖος Τζώρτζ, ξε­φώ­νι­σε. Ἦ­ταν πλα­γι­α­σμέ­νη στήν πιό χα­μη­λή κου­κέ­τα, τε­ρά­στια κά­τω ἀ­π’ τό πά­πλω­μα. Τό κε­φά­λι της γυ­ρι­σμέ­νο στή μιά πλευ­ρά. Στήν πά­νω κου­κέ­τα ἦ­ταν ὁ ἄν­τρας της. Πρίν τρεῖς μέ­ρες εἶ­χε κό­ψει πο­λύ ἄ­σκη­μα τό πό­δι του μ’ ἕ­να σκε­πάρ­νι. Κά­πνι­ζε πί­πα. Τό δω­μά­τιο μύ­ρι­ζε πο­λύ βα­ριά. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ δι­έ­τα­ξε νά βά­λουν νε­ρό στή φω­τιά, καί ὅ­σο ζε­σται­νό­ταν μι­λοῦ­σε στόν Νίκ. «Ἡ κυ­ρά ἀ­πό δῶ πρό­κει­ται νά γεν­νή­σει, Νίκ», εἶ­πε. «Ξέ­ρω», εἶ­πε ὁ Νίκ. «Δέν ξέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἄ­κου με. Αὐ­τό πού τῆς συμ­βαί­νει λέ­γε­ται το­κε­τός. Τό μω­ρό θέ­λει νά γεν­νη­θεῖ, κι αὐ­τή θέ­λει νά τό γεν­νή­σει. Ὅ­λοι οἱ μύ­ες της προ­σπα­θοῦν νά κά­νουν τό παι­δί νά γεν­νη­θεῖ. Αὐ­τό γί­νε­ται κά­θε φο­ρά πού φω­νά­ζει.» «Κα­τά­λα­βα» εἶ­πε ὁ Νίκ. Τό­τε ἀ­κρι­βῶς ἡ γυ­ναί­κα ξε­φώ­νι­σε. «Ἄχ, Μπαμ­πά, δέν μπο­ρεῖς νά τῆς δώ­σεις κά­τι νά τήν κά­νει νά πά­ψει νά ξε­φω­νί­ζει;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι. Δέν ἔ­χω κα­νέ­να ἀ­ναι­σθη­τι­κό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἀλ­λά οἱ κραυ­γές της δέν εἶ­ναι κά­τι σο­βα­ρό. Οὔ­τε πού τίς ἀ­κού­ω για­τί δέν εἶ­ναι τί­πο­τα σο­βα­ρό.»

       Ὁ ἄν­τρας της στήν πά­νω κου­κέ­τα ἄλ­λα­ξε πλευ­ρό γυ­ρί­ζον­τας πρός τόν τοῖ­χο. Ἡ γυ­ναί­κα στήν κου­ζί­να ἔ­γνε­ψε στόν για­τρό πώς τό νε­ρό εἶ­χε ζε­στα­θεῖ. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ πῆ­γε στήν κου­ζί­να κι ἔ­ρι­ξε πε­ρί­που τό μι­σό ἀ­πό τό νε­ρό τῆς χύ­τρας σέ μιά λε­κά­νη. Στό νε­ρό πού ἔ­μει­νε στή χύ­τρα ἔ­βα­λε δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα πού ξε­τύ­λι­ξε ἀ­πό ἕ­να μαν­τή­λι. «Πρέ­πει νά βρά­σουν» εἶ­πε, κι ἄρ­χι­σε νά τρί­βει τά χέ­ρια του τό­ ’­να μέ τ’ ἄλ­λο μέ ἕ­να κομ­μά­τι σα­πού­νι πού εἶ­χε φέ­ρει ἀ­πό τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ Νίκ πα­ρα­τη­ροῦ­σε τά χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα του νά τρί­βουν τό ἕ­να τό ἄλ­λο μέ τό σα­πού­νι.

       Ὅ­σο ὁ πα­τέ­ρας του ἔ­πλε­νε τά χέ­ρια του πο­λύ προ­σε­κτι­κά καί σχο­λα­στι­κά, μί­λα­γε: «Βλέ­πεις, Νίκ, τά μω­ρά ὑ­πο­τί­θε­ται πώς γεν­νι­οῦν­ται μέ τό κε­φά­λι νά βγαί­νει πρῶ­το, ἀλ­λά με­ρι­κές φο­ρές δέν γί­νε­ται ἔ­τσι. Ὅ­ταν δέν ἔρ­χον­ται μέ τό κε­φά­λι, προ­κα­λοῦν με­γά­λους μπε­λά­δες σέ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ νά χρεια­στεῖ νά χει­ρουρ­γή­σω τού­τη τήν κυ­ρά. Σέ λί­γο θά ξέ­ρου­με.» Ὅ­ταν φά­νη­κε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μέ τό πλύ­σι­μο τῶν χε­ρι­ῶν του, μπῆ­κε στό δω­μά­τιο κι ἔ­πια­σε δου­λειά. «Δέν τρα­βᾶς πέ­ρα αὐ­τό τό πά­πλω­μα, ἔ, Τζώρτζ;» εἶ­πε. «Κα­λύ­τε­ρα νά μήν τ’­ἀγ­γί­ξω.» Ἄρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἄρ­χι­σε τήν ἐ­πέμ­βα­ση, ὁ θεῖος Τζώρτζ καί τρεῖς Ἰν­διά­νοι κρα­τοῦ­σαν τήν γυ­ναί­κα ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τή πά­τη­σε μιά δαγ­κω­νιά στό μπρά­τσο τοῦ θεί­ου Τζώρτζ κι ὁ θεῖος Τζώρτζ εἶ­πε, «Κα­τα­ρα­μέ­νη βρω­μο­ϊν­διά­να σκύ­λα!» κι ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος, πού τρα­βοῦ­σε τό κου­πί σάν ἔ­φερ­νε τόν θεῖο Τζώρτζ, τοῦ γέ­λα­σε κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά. Ὁ Νίκ βα­στοῦ­σε τήν λε­κά­νη γιά τόν πα­τέ­ρα του. Κρά­τη­σε πο­λύ. Ὁ πα­τέ­ρας του σή­κω­σε τό μω­ρό ψη­λά καί τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπά­τσο νά τό κά­νει ν’ ­ἀ­να­πνεύ­σει καί τό πα­ρέ­δω­σε στή γριά.

       «Βλέ­πεις; Εἶ­ναι ἀ­γό­ρι, Νίκ», εἶ­πε. «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται νά εἶ­σαι βο­η­θός ἀ­σκού­με­νος για­τρός;» Ὁ Νίκ εἶ­πε «Κα­λά». Κοί­τα­ζε πέ­ρα γιά νά μή βλέ­πει τί ἔ­κα­νε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ὁ­ρί­στε, ξεμ­περ­δέ­ψα­με καί μ’ αὐ­τό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του καί ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα στή λε­κά­νη. Ὁ Νίκ δέν τό κοί­τα­ξε. «Τώ­ρα» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, «εἶ­ναι καί με­ρι­κά ράμ­μα­τα νά βά­λω. Μπο­ρεῖς νά βλέ­πεις, Νίκ, ἤ ὄ­χι, ὅ­πως θέ­λεις. Θά ρά­ψω τήν το­μή πού ἔ­κα­να.» Ὁ Νίκ δέν κοί­τα­ξε. Ἐ­δῶ καί πο­λύ ὥ­ρα εἶ­χε χά­σει κά­θε ἴ­χνος πε­ρι­έρ­γειας. Ὁ πα­τέ­ρας του τέ­λει­ω­σε καί ση­κώ­θη­κε.

       Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ καί οἱ τρεῖς Ἰν­διά­νοι ση­κώ­θη­καν. Ὁ Νίκ πῆ­γε τή λε­κά­νη στήν κου­ζί­να. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ κοί­τα­ξε τό μπρά­τσο του. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος θυ­μή­θη­κε καί χα­μο­γέ­λα­σε. «Θά τοῦ βά­λω λί­γο ὀ­ξυ­ζε­νέ, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­π’­ τήν Ἰν­διά­να. Τώ­ρα ἦ­ταν ἥ­συ­χη μέ τά μά­τια κλει­στά. Ἦ­ταν πο­λύ ὠ­χρή. Δέν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἀ­πό­γι­νε τό μω­ρό ἤ ὅ,τι ἄλ­λο. «Θά γυ­ρί­σω τό πρω­ΐ», εἶ­πε ὁ για­τρός κα­θώς ση­κω­νό­ταν ὄρ­θιος.

       «Ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Ἰ­γνά­τιο πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­δῶ ὥς τό με­ση­μέ­ρι καί θά φέ­ρει ὅ,τι χρει­α­ζό­μα­στε.» Ἔ­νι­ω­θε νά φου­σκώ­νει ἀ­πό τό κα­μά­ρι του καί ἦ­ταν φλύ­α­ρος ὅ­πως οἱ παῖ­κτες τοῦ πο­δό­σφαι­ρου στά ἀ­πο­δυ­τή­ρια με­τά τόν ἀ­γώ­να. «Τοῦ­το δῶ εἶ­ναι γιά τό ἰ­α­τρι­κό πε­ρι­ο­δι­κό, Τζώρτζ», εἶ­πε. «Νά κά­νεις Και­σα­ρι­κή μέ σου­γιά καί νά ρά­ψεις μέ κά­που τριά­ντα μέ­τρα πε­το­νιά ἀ­πό λου­ρί­δες ἐν­τέ­ρου.» Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στόν τοῖ­χο κοι­τά­ζον­τας τό μπρά­τσο του.

       «Ὤ, εἶ­σαι σπου­δαῖ­ος ἄν­τρας, ἐν­τά­ξει.» «Κα­λύ­τε­ρα νά ρί­ξω μιά μα­τιά στόν πε­ρή­φα­νο πα­τέ­ρα. Αὐ­τοί συ­νή­θως ὑ­πο­φέ­ρουν τά χει­ρό­τε­ρα γιά τέ­τοι­α μι­κρο­πράγ­μα­τα», εἶ­πε ὁ για­τρός. «Πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτῶ πώς τό πῆ­ρε κα­λά καί σ’ ­ὅ­λα ἦ­ταν κάμ­πο­σο ἥ­συ­χος.» Τρά­βη­ξε τήν κου­βέρ­τα ἀ­πό τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Τό χέ­ρι του τρα­βή­χτη­κε μού­σκε­μα. Πά­τη­σε στήν ἄ­κρη τῆς πιό χα­μη­λῆς κου­κέ­τας, σκαρ­φά­λω­σε μέ τήν λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι καί κοί­τα­ξε μέ­σα. Ὁ Ἰν­διά­νος κοι­τό­ταν μέ τό κε­φά­λι πρός τόν τοῖ­χο. Ὁ λαι­μός του κομ­μέ­νος πέ­ρα γιά πέ­ρα, ἀ­πό ἀ­φτί σ’ ἀ­φτί. Μιά λί­μνη ἀ­πό τό αἷ­μα πού εἶ­χε κυ­λή­σει σχη­μα­τι­ζό­ταν ἐ­κεῖ πού τό σῶ­μα του βού­λια­ζε στήν κου­κέ­τα. Μέ τήν κό­ψη πρός τά πά­νω τό ἀ­νοιγ­μέ­νο ξυ­ρά­φι ἀ­φη­μέ­νο στίς κου­βέρ­τες. «Βγά­λε τόν Νίκ ἔ­ξω ἀ­π’­ τήν πα­ράγ­κα, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Δέ χρει­ά­στη­κε. Ὀ Νίκ, ὄρ­θιος στήν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, εἶ­χε κα­λή θέ­α τῆς πά­νω κου­κέ­τας, ὅ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του μέ τή λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι, ἔ­στρε­ψε τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Μό­λις ἔ­παιρ­νε νά χα­ρά­ζει, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψαν βα­δί­ζον­τας στόν δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων ὥς τή λί­μνη.

       «Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ πού σ’ ­ἔ­φε­ρα σ’ αὐ­τό τό ἀ­χού­ρι, Νί­κυ», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του δί­χως ἴ­χνος ἀ­πό τόν ἐν­θου­σια­σμό του με­τά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. «Με­γά­λο λά­θος,τά σκά­τω­σα νά σέ ὑ­πο­βά­λω σ’­ὅ­λο αὐ­τό.» «Ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νᾶ­νε, πάν­τα ζο­ρί­ζον­ται τό­σο σκλη­ρά;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι, αὐ­τό πού ἔ­γι­νε ἦ­ταν κά­τι πο­λύ-πο­λύ ἐ­ξαιρε­τι­κό.» «Για­τί ἐ­κεῖ­νος αὐ­το­κτό­νη­σε, Μπα­μ­πά;» «Δέν ξέ­ρω, Νίκ. Μᾶλ­λον, δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀν­τέ­ξει.»

       «Αὐ­το­κτο­νοῦν πολ­λοί ἄν­τρες, Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι πά­ρα πολ­λοί, Νίκ», «Πολ­λές γυ­ναῖ­κες;» «Πο­λύ σπά­νια», «Πο­τέ;» «Ἄ, με­ρι­κές φο­ρές, ναί.»

       «Μπαμ­πά;» «Ναί.» «Ποῦ πῆ­γε ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ;» «Θά γυ­ρί­σει μιά χα­ρά.» «Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πε­θαί­νεις Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι, νο­μί­ζω εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο, Νίκ. Πάν­τα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται.» K­ά­θον­ταν στήν βάρ­κα, ὁ Νίκ στήν πλώ­ρη, ὁ πα­τέ­ρας στά κου­πιά. Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω ἀ­πό τούς λό­φους. Μιά πέρ­κα ἀ­να­πή­δη­σε, φτι­ά­χνον­τας κύ­κλο στό νε­ρό. Ὁ Νίκ ἔ­σερ­νε τό χέ­ρι του στό νε­ρό. Τό ἔ­νι­ω­θε θερ­μό στήν τσου­χτε­ρή ψύ­χρα τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. N­ω­ρίς τό πρω­ΐ στή λί­μνη κα­θι­σμέ­νος στήν πλώ­ρη τῆς βάρ­κας μέ τόν πα­τέ­ρα του νά κω­πη­λα­τεῖ, ἔ­νι­ω­θε ὁ­λό­τε­λα σί­γου­ρος πώς δέν θά πέ­θαι­νε πο­τέ.



Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στό πε­ρι­ο­δι­κό Trans­atlan­tic Re­view τοῦ Ford Ma­dox Ford στό Πα­ρί­σι τό 1924. Βλ. έ­δῶ:

https://ia800306.us.archive.org/31/items/IndianCampErnestHemingway_661/IndianCampByErnestHemingway.pdf

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρνεστ Χέ­μινγου­αίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Ἡ πα­ρά­γκα τῶν κυ­νη­γῶν στὰ ὄ­ρη Ἀ­ντι­ρο­ντάκ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­νη μὲ τὸ χέ­ρι, 1861, πα­ρα­γω­γὴ τῆς νε­ο­ϋ­ρκέ­ζι­κης Ἑ­ται­ρεί­ας Χα­ρα­κτι­κῆς Cur­rier & I­ves (1837-1907).

Εἰ­κό­να 2: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Νατάσα Κεσμέτη: Γειτονικὲς πλὴν ἄγνωστες σφραγίδες


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Γει­το­νι­κές πλήν ἄ­γνω­στες Σφρα­γί­δες


ΟΛΥ ΗΣΥΧΟΣ ἄν­θρω­πος. Τήν πρώ­τη φο­ρά πού μᾶς μί­λη­σε ἦ­ταν ὅ­ταν ἦρ­θε καί μᾶς ζή­τη­σε νά κά­νου­με κά­τι μέ τή Σίλ­κυ πού ἐ­νο­χλοῦ­σε τά βρά­δια τήν γυ­ναί­κα του. Ἡ Σίλ­κυ ἦ­ταν ὁ σκύ­λος μας πού γαύ­γι­ζε στίς σκι­ές, στά πε­τού­με­να καί ἔ­τρε­χε πά­νω-κά­τω στήν αὐ­λή. Ἡ κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους ἔ­βλε­πε στόν ἀ­κά­λυ­πτο. Τήν πυ­ρό­ξαν­θη Σίλ­κυ τήν ἄ­κου­γαν, ἰ­δί­ως τά κα­λο­και­ρι­νά βρά­δια, ὅ­ταν ἔ­στρω­ναν νά κοι­μη­θοῦν στό μπαλ­κό­νι τους. Ἀ­κό­μα τό­τε, δη­λα­δή μέ­σα στά 1980, οἱ λη­στεῖ­ες καί οἱ μα­φί­ες δέν εἶ­χαν κα­τα­τρο­μά­ξει τόν κό­σμο.

        Ἦ­ταν πο­λύ ἥ­συ­χος ἄν­θρω­πος. Μό­νον ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κου­γό­ταν, ἀλ­λά ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς της πλη­ρο­φο­ροῦ­σε λά­θος. Οὔ­τε σκλη­ρή, οὔ­τε κα­κό­τρο­πη ἦ­ταν. Εἶ­χε ὑ­πεύ­θυ­νη θέ­ση κά­που καί μᾶλ­λον γύ­ρι­ζε σπί­τι της ξε­θε­ω­μέ­νη. Φαί­νε­ται πώς καί οἱ δύ­ο ἀ­γα­ποῦ­σαν τήν ἡ­συ­χί­α, ἀλ­λά, ὡς συ­νή­θως, τά χα­ρί­σμα­τα δέν φαί­νον­ται, καί κυ­ρί­ως αὐ­τά πού ἀ­νή­κουν στούς «ἁ­πλούς καί κα­θη­με­ρι­νούς ἀν­θρώ­πους». Φα­νε­ρώ­νουν τί­πο­τα αὐ­τές οἱ ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­νες λέ­ξεις; Ὅ­πως καί ἡ ἄλ­λη: συ­νη­θι­σμέ­νοι, δη­λώ­νουν μάλ­λον τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν πα­ρα­τη­ρη­τῶν καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τους. Δη­λα­δή τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πό μᾶς. Τό ἀ­κρι­βέ­στε­ρο θά ἦ­ταν: ὅ­λων μας.

        Ὅ­ταν πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ­νος, νέ­ος ἀ­κό­μα, ἔ­γι­νε γνω­στός ὁ θη­σαυ­ρός του καί σέ μᾶς, τούς γεί­το­νες. Τό μα­κρο­χρό­νιο με­ρά­κι του, τό μέ­γε­θος τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καί τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος του, ἀλ­λά καί ὁ ἴ­διος ὁ θη­σαυ­ρός: μιά τε­ρά­στια συλ­λο­γή ἀ­πό κά­θε λο­γῆς χει­ρο­ποί­η­τη­τες σφρα­γί­δες ξυ­λό­γλυ­πτες ἤ σκα­λι­σμέ­νες σέ ἄλ­λα ὑ­λι­κά. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λες ἀλ­λά καί σέ μέ­γε­θος δα­χτυ­λή­θρας. Παμ­πά­λαι­ες, μαυ­ρι­σμέ­νες, χτυ­πη­μέ­νες, ἴ­σως καί μι­σο­κα­μέ­νες πού ὅ­μως ἔ­βρι­σκε τρό­πους νά τίς ἀ­πο­κα­θι­στᾶ καί νά τίς συν­τη­ρεῖ. Δι­α­βά­σα­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι:


Το Σάβ­βα­το 25 Ο­κτω­βρί­ου 2014 έ­φυ­γε ξαφ­νι­κά α­πό τη ζω­ή το ε­κλε­κτό μέ­λος του Σω­μα­τεί­ου των Φί­λων του Νο­μι­σμα­τι­κού Μου­σεί­ου, ο συλ­λέ­κτης Φρί­ξος Πι.

            Ὁ Φρί­ξος Πι. ή­ταν μέ­λος μας α­πό το 2002, άν­θρω­πος καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος, λά­τρης της ι­στο­ρί­ας και της πα­ρά­δο­σης, φα­να­τι­κός συλ­λέ­κτης πα­λαι­ών αν­τι­κει­μέ­νων κα­θη­με­ρι­νής χρή­σης (σφρα­γί­δες άρ­του, κλει­διά, νο­μί­σμα­τα κ. ά.) και ά­ρι­στος γνώ­στης της ι­στο­ρι­κής τους α­ξί­ας, μι­λού­σε πάν­τα γι’ αυ­τά με α­γά­πη και πε­ρη­φά­νια.

            Ή­ταν άν­θρω­πος ευ­γε­νι­κός, δρα­στή­ριος , δη­μι­ουρ­γι­κός και α­κού­ρα­στος, παν­τα­χού πα­ρών στις εκ­δη­λώ­σεις του Σω­μα­τεί­ου, στις εκ­δρο­μές, στις δι­α­λέ­ξεις, στους αρ­χαι­ο­λο­γι­κούς πε­ρι­πά­τους με τον κα­λό το λό­γο για ό­λους και για ό­λα και πάν­τα με το χα­μό­γε­λο στο κα­λω­συ­νά­το πρό­σω­πό του.

            Εί­ναι μια με­γά­λη α­πώ­λεια για μας. Πραγ­μα­τι­κά θα μας λεί­ψει το α­μεί­ω­το εν­δι­α­φέ­ρον του για τις δι­α­χρο­νι­κές α­ξί­ες της ζω­ής, η αρ­χαι­ο­γνω­σί­α του, ο εν­θου­σια­σμός του και η α­γά­πη του για την πα­ρά­δο­ση, την ι­στο­ρί­α του τό­που μας, τα αρ­χαί­α μνη­μεί­α και τέ­χνερ­γα.

            Την πλού­σια συλ­λο­γή του σφρα­γί­δων άρ­του μπο­ρεί κα­νείς να θαυ­μά­σει στο Μου­σεί­ο Άρ­του των Α­λευ­ρό­μυ­λων Λού­λη στο Κε­ρα­τσί­νι. Τα μέ­λη του Δι­οι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου εκ­φρά­ζουν ει­λι­κρι­νή συλ­λυ­πη­τή­ρια στην οι­κο­γέ­νειά του


Εἶ­χε φρον­τί­σει λοι­πόν νά χα­ρί­σει τίς Εὐ­χα­ρι­στια­κές Σφρα­γί­δες του, πού δέν ἦ­ταν τό μό­νο του με­ρά­κι. Ὁ συλ­λε­κτι­κός του ἐν­θου­σια­σμός ἐ­πε­κτει­νό­ταν καί σέ πολ­λά ἄλ­λα πράγ­μα­τα μέ­σα σέ θαυ­μά­σι­ες βι­τρί­νες, τό­σο πού τό σπί­τι τους ἦ­ταν ἕ­να μι­κρό, ἀ­φα­νές, μου­σεῖ­ο. Τί­πο­τα ὡ­στό­σο δέν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­σο τίς σφρα­γί­δες. Θά μπο­ροῦ­σε νά ἰ­σχύ­σει γι’ αὐ­τόν ὁ λό­γος τοῦ Ἄγ­γλου ζω­γρά­φου Eliot Hodgkin πώς τόν ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­κεῖ­να πού κα­νείς δέ γυ­ρί­ζει νά δεῖ δυ­ό φο­ρές. Ἀλ­λά μά­θα­με πώς ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δώ­σει κά­πο­τε μιάν ἄλ­λη ἐ­ξή­γη­ση: ἡ μά­να του τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν πυρ­κα­γιά τῆς Σμύρ­νης καί, ἀ­νά­με­σα στά ἐ­λά­χι­στα πού πρό­λα­βε νά πά­ρει ἀ­πό τό σπί­τι τους, ἦ­σαν δυ­ό πα­νάρ­χαι­ες ὅ­σο καί ἀ­συ­νή­θι­στες ξυ­λό­γλυ­πτες σφρα­γί­δες. Οὔ­τε εἰ­κό­νες, οὔ­τε χρυ­σα­φι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε τί­πο­τα ἄλ­λο, ἐ­κτός ἀ­πό τό ἐγ­χά­ρα­κτο πά­νω τους Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός Νι­κᾷ. Ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν πώς αὐ­τές τούς ἔ­σω­σαν κι ἀ­πό τίς φλό­γες κι ἀ­πό τή σφα­γή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.


Είκόνα: Ἔργο τοῦ ζωγράφου Γεωργίου Μανουσάκη (Ηράκλειο Κρήτης 1914 – Αθήνα 2003).

Σταυρούλα Τσούπρου: Οἱ φιγοῦρες τοῦ Minotaure


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Οἱ φι­γοῦ­ρες τοῦ Minotaure


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΩΝΙΑΚΗ βι­τρί­να, Ρή­νου καὶ Γορ­γο­πο­τά­μου, τί­πο­τε δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἀλ­λά­ξει. Ὁ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμός του πα­ρέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ὁ ἴ­διος ποὺ ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια. Κα­θρε­φτι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, τὶς ἀν­τι­κολ­λη­τι­κὲς κα­τσα­ρό­λες τε­λευ­ταί­ας τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὰ ἀ­ε­ρο­δυ­να­μι­κοῦ σχή­μα­τος πο­λυ­τη­γά­νια κοι­τά­ζον­τας τὸν, μο­νί­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, σκυ­θρω­πὸ ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἴ­σως καὶ μὲ σι­χα­σιά. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πάλ­λη­λος, συ­νη­θι­σμέ­νη νὰ τὸν βλέ­πει κά­θε πρω­ῒ αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα, δέ­κα λε­πτὰ με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα, καρ­φω­μέ­νον στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο, δὲν ἔ­δι­νε πλέ­ον κα­μί­α ση­μα­σί­α· ἄλ­λος ἕ­νας σφυ­ριγ­μέ­νος, ποὺ κά­νει τὴν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὴ πε­ραν­τζά­δα του. Ἂν καί, μάλ­λον, ἡ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ ντυ­μέ­νη στὸ καν­τί­νι δε­σποι­νι­δού­λα δὲν θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό­σο ἤ­πια τὴν ἐν λό­γῳ ἐμ­μο­νι­κὴ πα­ρου­σί­α.

        Στὴν δεύ­τε­ρη, Χα­λε­πᾶ καὶ Ταύ­ρου, δὲν μπό­ρε­σε νὰ κοι­τά­ξει μὲ τὴν ἄ­νε­σή της. Τὸ γνω­στὸ συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­τυ­χη­σα­σῶν καὶ ἀ­τυ­χη­σάν­των ἀλ­λο­δα­πῶν πτυ­χι­ού­χων τῆς προ­σφά­τως ἐ­πα­νευ­ρι­σκο­μέ­νης ἐν πο­λέ­μω πα­τρί­δας, κα­θά­ρι­ζε πυ­ρε­τω­δῶς τὰ τζά­μια τοῦ δεύ­τε­ρου μα­γα­ζιοῦ τῆς ἡ­μέ­ρας· θὰ  ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ ἀ­κό­μη μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το γιὰ τρί­α ἄ­το­μα. Με­σο­λα­βοῦ­σαν, ὅ­μως, δύ­ο οἰ­κο­δο­μι­κὰ τε­τρά­γω­να χω­ρὶς μα­γα­ζιὰ καὶ τό­σο πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Προ­σπά­θη­σε νὰ ἀρ­κε­στεῖ σὲ ἕ­να μο­νό­φυλ­λο στε­νὸ τζά­μι ποὺ μό­λις εἶ­χε στε­γνώ­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τί­κρι­σε αὔ­ξη­σε ἀν­τὶ νὰ μει­ώ­σει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της: τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ἀ­φτὶ της εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μί­α μυ­τε­ρὴ ἄ­νω ἀ­πό­λη­ξη, καὶ μά­λι­στα τρι­χω­τή. Πλη­σι­ά­ζον­τας καὶ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νη ἐ­ναλ­λάξ, ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, δι­α­πί­στω­σε ἐν τέ­λει ὅ­τι τὸ εἴ­δω­λό της δε­χό­ταν ποι­κί­λες πα­ρεμ­βά­σεις ἀ­πὸ τὰ χνου­δω­τὰ ζω­ό­μορ­φα κου­κλά­κια τῆς WWF, ποὺ βρί­σκον­ταν πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στὸ πά­νω ρά­φι τοῦ παι­χνι­δά­δι­κου. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο της κα­θη­συ­χα­σμέ­νη, με­τρί­ως.

        Τὸ κα­τά­στη­μα μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χε τὶς κα­λύ­τε­ρες σχε­τι­κὲς προ­δι­α­γρα­φές. Τὰ ψη­λὰ καὶ φαρ­διὰ τζά­μια του κα­θρέ­φτι­ζαν μὲ ἀ­κρί­βεια, ἀ­πὸ πολ­λὲς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς θέ­σεις, τὸ εἴ­δω­λό του, χά­ρη στὸ, οὐ­σι­α­στι­κά, ἄ­δει­ο ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἐ­φό­σον οἱ ἐ­πι­δει­κνυ­ό­με­νες πρὸς πώ­λη­σιν πόρ­τες, ἀ­φ’ ἑ­νός, βρί­σκον­ταν βα­θύ­τε­ρα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ μα­γα­ζιοῦ καί, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­δα­νι­κὸ σκοῦ­ρο φόν­το. Ἐ­κεῖ καὶ τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀν­τε­λή­φθη τὶς ἄλ­λες φι­γοῦ­ρες.

        Δη­λα­δή, ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ὅ­ποι­ες καὶ ὅ­ποι­οι περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς γω­νια­κὲς βι­τρί­νες καὶ κοι­τοῦ­σαν ἔ­στω καὶ ἀ­συ­νεί­δη­τα, γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου, μέ­σα στὸ τζά­μι, ἀ­πο­κτοῦ­σαν (στὰ μά­τια της μό­νον, ἄ­ρα­γε;) κε­φά­λι καὶ οὐ­ρὰ μι­νώ­ταυ­ρου ἢ ρι­νό­κε­ρου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἀλ­λό­κο­το, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, γιὰ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Ἢ μή­πως δὲν ἦ­ταν, τε­λι­κά, τό­σο ἀλ­λό­κο­το;

        Δι­ό­τι καὶ ἡ ἴ­δια δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι, κοι­τών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του μέ­σα στὸ τζά­μι τοῦ κα­τα­στή­μα­τος μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας, ἔ­βλε­πε μὲν τὸ κο­στού­μι (του) καὶ τὶς γό­βες (της) ἀλ­λὰ στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἔ­βλε­πε τὸ ρύγ­χος ἑ­νὸς ζώ­ου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ὀ­σμι­στεῖ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἴ­δω­λό του, σκουν­τών­τας μὲ τὸ κού­τε­λο στὸν πρό­χει­ρο κα­θρέ­φτη. Τὸ ζω­ό­μορ­φο κε­φά­λι ἦ­ταν δι­κό της, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α πε­ρὶ τού­του, για­τί κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βλε­πε τὸ εἴ­δω­λο νὰ πιά­νει μὲ τὸ χέ­ρι του τὸ ρύγ­χος, τὰ ἀ­φτιά, τὰ μά­γου­λα, αἰ­σθα­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι, τὸ δι­κό της χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ ἢ δε­ξί, μὲ τὰ δα­χτυ­λί­δια του καὶ τοὺς ξε­πα­γι­α­σμέ­νους κόμ­πους, νὰ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὴ μύ­τη-ρύγ­χος, πά­νω στὰ ἀ­φτιά, πά­νω στὰ μά­γου­λα. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε με­γά­λη, πο­λὺ με­γά­λη τα­ρα­χή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού, συ­χνά, ἀ­κο­λου­θοῦν­ταν ἀ­πὸ λι­πο­θυ­μί­α. Ἀλ­λὰ ἐ­τού­τη τὴ φο­ρὰ δὲν λι­πο­θύ­μη­σε, ἴ­σως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του (ὅ­πο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε, ὅ­ταν ἔ­πει­τα συ­νερ­χό­ταν ὅ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ εἶ­ναι ὅ­πως καὶ πρίν).

        Ἄρ­χι­σε τό­τε, σι­γὰ-σι­γά, νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς συ­ναι­σθή­μα­τος, ἢ καὶ αἰ­σθή­μα­τος, ἀ­πο­λύ­τρω­σης· ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ. Μῆ­νες καὶ χρό­νια κοι­τα­ζό­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς κα­θρέ­φτες καὶ ψευ­δο­κα­θρέ­φτες, φο­βού­με­νη καί, ταυ­τό­χρο­να, προ­σμέ­νον­τας μί­α με­τα­μόρ­φω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­μόρ­φω­ση, ὁ­τι­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ πρό­σω­πό του, τὸ ὁ­ποῖ­ο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, κα­τέ­λη­γε νὰ μὴν ται­ριά­ζει πιὰ μὲ ὅ­σα σκε­φτό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν τὸ πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἡ λο­γι­κὴ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε ὅ­λα ὅ­σα λυσ­σο­μα­νοῦ­σαν, κά­πο­τε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, μέ­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἢ στὴν ψυ­χή της, ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται. Καὶ ὄ­χι μό­νον στὴν δι­κή του ψυ­χή–εγ­κε­φα­λο, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λων. Ὅ­λες οἱ ψυ­χές–εγ­κέ­φα­λοι, πί­στευ­ε, εἶ­χαν ψε­γά­δια στὴν κα­τα­σκευ­ή τους, λί­γα, πολ­λὰ ἢ πά­ρα πολ­λά. Κα­μιὰ – κα­νέ­νας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἐ­ξαί­ρε­ση. Καὶ τώ­ρα ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης εἶ­χε ξε­κι­νή­σει.

        Ἔ­κα­νε ἕ­ναν κύ­κλο στὸ τε­τρά­γω­νο τοῦ προι­κι­σμέ­νου κα­τα­στή­μα­τος καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴν κεν­τρι­κὴ βι­τρί­να. Τώ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ δι­κό της ζω­ο­πρό­σω­πο εἴ­δω­λο ἔ­βλε­πε τὴν φα­νε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κτή­νω­ση πά­νω σὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πι­νους κορ­μούς, εἴ­τε κοί­τα­ζε τὸ ἀν­τι­κα­θρέ­φτι­σμά τους εἴ­τε τοὺς ἴ­διους. Εἶ­χε γί­νει καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο βῆ­μα. Ἄ­ρα­γε τὰ πράγ­μα­τα θὰ πή­γαι­ναν μέ­χρι τέ­λους ὅ­πως τὰ εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ φαν­τα­στεῖ; Ὅ­πως τὰ εἶ­χαν φαν­τα­στεῖ ὅ­λες οἱ ὅ­μοι­ες καὶ ὅ­λοι οἱ ὅ­μοι­οί τους; Ἐ­κεῖ­νες καὶ ἐ­κεῖ­νοι τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκέ­ψη ἁ­πλω­νό­ταν ἔ­ξω καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ χθές, ἔ­ξω καὶ με­τὰ τὸ αὔ­ριο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

Βελισσαρία Μπαφατάκη: Τὸ κουφάλογο


Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη


Τὸ κου­φά­λο­γο


Ν ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ὅτι ἡ ὑ­γεί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α, τό­τε δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ λά­βε­τε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πα­νά­γου. Τοῦ Πα­νά­γου ποὺ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ στὸ νη­σί, ὅ­που δια­βεῖ καὶ ὅ­που στα­θεῖ κου­φά­λο­γο τὸν ἀ­νε­βά­ζουν, κου­φά­λο­γο τὸν κα­τε­βά­ζουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου στὴν πα­ρέ­α του, δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Ἀ­παγ­κί­στρω­σε δι­α­κρι­τι­κά τὸ κα­λα­μά­κι τοῦ κα­φὲ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μπρο­στι­νὰ δόν­τια γιὰ νὰ μὴν πνι­γεῖ καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πο­τή­ρι πά­νω στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο τρα­πέ­ζι μὲ ἐ­πι­δει­κτι­κὴ ἀ­πά­θεια. Οἱ λε­βέν­τες τρι­γύ­ρω χα­χά­νι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­πάν­τη­σης ὡς μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη κου­φα­μά­ρας. Τί θρά­σος! Δὲν μί­λη­σε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

        Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια του, βλέ­πε­τε, δὲν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια νὰ ζη­τή­σει ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θές. Κα­νέ­να δι­ά­λο­γο δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νοί­ξει. Ὡ­στό­σο, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ θέ­μα πά­νω του καὶ θὰ δι­ε­ρευ­νοῦ­σε τὸ ζή­τη­μα προ­σω­πι­κὰ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας μέ­ρα μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔ­φτα­νε σπί­τι καὶ θὰ ἔ­με­νε μό­νος. Ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε! Πλη­σί­α­σε τὸν κα­θρέ­φτη καὶ σή­κω­σε τὰ μα­κριά του μαλ­λιά. Τὰ αὐ­τιά του ἦ­ταν ὅ­πως πάν­τα στὴν θέ­ση τους. Πε­ρή­φα­να καὶ ρόζ. Τὰ ἔ­τρι­ψε κι­ό­λας γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἄ­κου­γε καὶ τοὺς λε­πτοὺς τρυ­φε­ροὺς ἤχους­ ποὺ πα­ρή­γα­γαν τὰ δά­χτυ­λά του ὅ­σο χά­ϊ­δευ­ε τοὺς λο­βούς. Προ­τοῦ θυ­μώ­σει καὶ ἀρ­χί­σει νὰ βγά­ζει κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ­το αὐ­τιά του, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα πε­ραι­τέ­ρω. Ὄ­χι μό­νος αὐ­τὴ τὴν φο­ρά.

        Τη­λε­φώ­νη­σε τὸ δί­χως ἄλ­λο στὸν κύ­ριο Πε­ρι­στε­ρά­κη, γνω­στὸ ὠ­το­ρι­νο­λα­ρυγ­γο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ ἔ­κλει­σε ραν­τε­βού. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση πῆ­γε πε­ρί­φη­μα. Ὁ για­τρὸς εἶ­χε και­ρὸ νὰ δεῖ πε­ρί­πτω­ση σὰν τὴν δι­κή του. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις του στὸ ἀ­κου­ό­γραμ­μα καὶ σὲ ὅ­λες τὶς μι­κρὲς δο­κι­μα­σί­ες συν­το­νι­σμοῦ καὶ ἰ­σορ­ρο­πί­ας ποὺ τὸν ὑ­πέ­βαλ­λε, μαρ­τυ­ροῦ­σαν πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἐ­ξό­χως ὑ­γι­ῆ μὲ ἀ­κου­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα λύ­κου. Ἡ γνω­μά­τευ­ση ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρη. «Μά, ἐ­σεῖς ἀ­κοῦ­τε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να» εἶ­πε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί σᾶς ἔ­φε­ρε μέ­χρι ἐ­δῶ.»

        «Ὁ κό­σμος, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη. Νά, λέ­νε ὅ­τι δὲν ἀ­κού­ω.» Ποι­ός κό­σμος, δη­λα­δή; Οἱ φί­λοι του, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἀλ­λὰ δί­στα­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν λέ­ξη. Κλω­τσοῦ­σε τὸ μυα­λό του.

        Ὁ κύ­ριος Πε­ρι­στε­ρά­κης μέ­σα στὰ πολ­λὰ μπαμ­πά­λι­σε κά­τι πε­ρὶ το­ξι­κό­τη­τας καὶ χά­ρα­ξε ὁ­ρι­ζον­τί­ως τὸν ἀ­έ­ρα μὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α λε­πί­δα γιὰ νὰ το­νί­σει τὴν ἀ­νάγ­κη ὁ­ρι­στι­κῆς λύ­σης τέ­τοι­ων ἄ­σκο­πων δε­σμῶν.

        Ὁ Πα­νά­γος κον­το­στά­θη­κε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἄ­κου­σε κα­λά. Μιὰ χα­ρὰ ἄ­κου­σε. Ἡ καρ­διὰ του κλώ­τση­σε. Τὰ λό­για τοῦ Πε­ρι­στε­ρά­κη ἦρ­θαν καὶ ἔ­κα­τσαν σὰν πέ­τρα στὸ στῆ­θος του. Νὰ ξε­κό­ψει ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του; Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ πρό­τει­νε ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ τρέ­λα. Κα­θα­ρὴ τρέ­λα. Αὐ­τὸς ὁ για­τρὸς μᾶλ­λον δὲν στέ­κει κα­λὰ στὰ λο­γι­κά του. Δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο. Κά­λυ­ψε πει­σμα­τι­κά τὰ αὐ­τιά του καὶ ἔ­συ­ρε τὴν κα­ρέ­κλα του πρὸς τὰ πί­σω, ὡς ἔν­δει­ξη πα­ρα­βί­α­σης τῶν ὁ­ρί­ων ἀ­νο­χῆς ἢ καὶ ἀν­το­χῆς. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα ἄ­κου­γε. Ἢ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει.

        Ζή­τη­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­ναν κα­θρέ­φτη καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ αὐ­τὸς τί θὰ κά­νει. Ὁ για­τρὸς προ­σπά­θη­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή του καὶ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­τά­ρα­χος, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κι­ό­λας πιά­σει τὰ μαλ­λιά του ψη­λὰ σὲ μιὰ σφι­χτὴ πε­ρή­φα­νη ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μπά­νιο ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε τὸ δά­χτυ­λο τοῦ κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη. Πρὶν κλεί­σει τὴν πόρ­τα πί­σω του, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ ὕ­φος λο­ξό.

        Τὴν εἶ­χε πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή του. Μὲ μιὰ κί­νη­ση καὶ γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­δεί­ξει πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε στὴν γνω­μά­τευ­σή του, ὁ Πα­νά­γος ξε­κόλ­λη­σε μὲ μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κί­νη­ση τὰ ἄ­κρως λει­τουρ­γι­κὰ αὐ­τιά του, θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν ξέ­να καὶ ψεύ­τι­κα καὶ τὰ ἄ­φη­σε μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ ἔκ­πλη­κτου κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη ποὺ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο χλι­μιν­τρί­ζον­τας. Κλώ­τση­σε καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο.

        Ξε­χύ­θη­κε κου­φὸς καὶ μα­κά­ριος σὲ δά­ση, δρυ­μοὺς καὶ σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ ἄ­γνω­στα σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ γιὰ νὰ τὸν δοῦν ὅ­λοι. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­και­ώ­σει τὸν κό­σμο, τὸν δι­κό του κό­σμο ποὺ τὸν ἔ­λε­γε κου­φά­λο­γο, καὶ ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ πί­στευ­αν. Ἄ­λο­γο μέ­σα στὰ ἄ­λο­γα, τὰ πα­ρά­λο­γα. Γιὰ νὰ μὴν μεί­νει μό­νος.

        Καὶ ἐ­σύ, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη, ὁ­λό­κλη­ρος για­τρὸς μὲ πτυ­χί­ο, ἔ­μει­νες μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι ὑ­γι­ῆ αὐ­τιὰ νὰ κεί­τον­ται στὸ γρα­φεῖ­ο σου. Μά, ποῦ πᾶς καὶ ἐ­σὺ νὰ βρεῖς λο­γι­κὴ στὸ ἄ­λο­γο τὸ πα­ρά­λο­γο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ ταράτσα


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Ἡ Τα­ρά­τσα


 ΦΙΛΗ ΜΟΥ ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ ἦ­ταν μα­χη­τι­κὴ καὶ ἐγ­κε­φα­λι­κὴ λε­σβί­α. Εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν φαν­τα­στῶ πά­νω σ’ ἕ­να ἅρ­μα στὸ gay pride μὲ τὴν προ­το­μὴ τῆς Σαπ­φῶς στὰ χέ­ρια. Τὸ λό­γο της τὸν δι­έ­κρι­νε μιὰ ἔν­το­νη ἀ­γά­πη γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες, γιὰ τὴν Γυ­ναί­κα, μὲ ἕ­να γά­μα κε­φα­λαῖ­ο καὶ καλ­λι­γρα­φι­κό. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη, δι­α­νο­η­τι­κή, αἰ­σθη­σια­κὴ καὶ ἐκ βα­θέ­ων μὲ συγ­κι­νοῦ­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα, για­τὶ δὲν τὴν εἶ­χα συ­ναν­τή­σει πο­τὲ σὲ ἄν­τρα, μο­λο­νό­τι ἡ ἐ­ρω­τι­κή μου ζω­ὴ ὑ­πῆρ­ξε ποι­κί­λη καὶ δυ­να­τή. Ἄρ­χι­σα μά­λι­στα νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν οἱ ἄν­τρες καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σουν ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς πλα­νῆ­τες, ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὸν Ἄ­ρη, ὅ­πως λέ­ει ὁ Τζὸν Γκρέ­ι.

        Ὅ­ταν ἕ­νας ὑ­ψη­λὰ ἱ­στά­με­νος κύ­ριος ρώ­τη­σε τὴν Ἀγ­γε­λι­κὴ τί ἔ­κα­νε στὰ γε­νέ­θλιά της, ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ὁ­λο­νύ­χτιο ἔ­ρω­τα σὲ μιὰ τα­ρά­τσα. Γέ­λα­σα βέ­βαι­α για­τὶ φαν­τά­στη­κα τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ κυ­ρί­ου.

        Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ εἶ­χε φά­ει ξύ­λο κι ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο ἀ­στεῖ­ο καὶ προ­τί­μη­σα ν’ ἀ­φή­σω τὴν φαν­τα­σί­α μου ἥ­συ­χη (δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ω κι ἐ­γὼ στὴν πα­ρέ­λα­ση μὲ προ­το­μὲς καὶ πορ­τραί­τα).

        Ὅ­ταν ὅ­μως μοῦ δι­η­γή­θη­κε πὼς τῆς ἔ­κα­νε ἔ­ξω­ση ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της, δὲν μπό­ρε­σα νὰ συγ­κρα­τη­θῶ μο­λο­νό­τι εἶ­δα τὴ σκιὰ στὸ πρό­σω­πο τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς πού μοῦ εἶ­πε προ­στα­κτι­κά, μὴ γε­λᾶς.  Πῶς νὰ μὴν γε­λά­σω ὅ­μως; Πῶς νὰ μὴν ἀ­φή­σω τὴν φαν­τα­σί­α μου νὰ ὀρ­γιά­σει; (Ἄλ­λω­στε δὲν ἀ­νη­συ­χοῦ­σα γι’ αὐ­τήν, ἦ­ταν ἀ­μα­ζό­να.)

        Ὁ μό­νος χῶ­ρος ποὺ ἡ  Ἀγ­γε­λι­κὴ μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ γιὰ τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο ποὺ σκη­νο­θε­τοῦ­σε, Τὰ Μαῦ­ρα Πρό­βα­τα, ἦ­ταν ἡ τα­ρά­τσα τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας ὅ­που ἔ­με­νε. Ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της ἀ­νέ­βη­κε κα­τὰ κα­κὴ τύ­χη ν’ ἁ­πλώ­σει ροῦ­χα καὶ βρῆ­κε τὸν θί­α­σο ἁ­πλω­μέ­νο, ὅ­λο γυ­ναῖ­κες, με­ρι­κὲς ἡ­μί­γυ­μνες, ἐ­πὶ σκη­νῆς (Ἡ  Ἀγ­γε­λι­κὴ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα τῆς πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς πρά­ξης στὸ θέ­α­τρο.) Πῶς νὰ μὴν κο­κα­λώ­σει ἡ γυ­ναί­κα μπρο­στὰ στὸ ἀ­νί­ε­ρο θέ­α­μα, πὼς νὰ μὴ φαν­τα­στεῖ τί Γό­μορ­ρα γί­νον­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὴν σκε­πή της; Ἐ­φευ­ρε­τι­κὴ ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α βρῆ­κε τὴν λύ­ση: ἔ­δι­ω­ξε τὴν  Ἀγ­γε­λι­κὴ καὶ ἔ­φε­ρε τὸν πα­πὰ νὰ κά­νει ἁ­για­σμὸ στὴν τα­ρά­τσα, στοὺς κοι­νοὺς χώ­ρους, καὶ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς λε­σβί­ας. Ὁ χῶ­ρος ἐ­ξα­γνί­στη­κε καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ θε­οῦ κό­πα­σε. Πῶς νὰ μὴ φαν­τα­στῶ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν πα­πὰ μὲ τὸν βα­σι­λι­κὸ στὰ χέ­ρια νὰ ἐ­ξορ­κί­ζει τὰ  δαι­μό­νια τὶς ἀ­μα­ζό­νες;

              Ἄ­σε με νὰ γε­λά­σω, τῆς εἶ­πα, πρέ­πει νὰ μά­θου­με νὰ γε­λᾶ­με. Τὸ εἶ­πε καὶ ὁ Ζα­ρα­τού­στρα ἂν καὶ δὲν εἶ­χε τὴν τύ­χη ν’ ἀ­νέ­βει σὲ τα­ρά­τσα, μό­νο σὲ βου­νό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μαχαιρᾶς καὶ Ρου­χου­λᾶς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μαχαιρᾶς καὶ Ρου­χου­λᾶς

[τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ]


ΑΛΗ-ΠΑΣΑΣ εἰ καὶ ἀ­παί­δευ­τος ἐν­τε­λῶς, ἦ­τον ὅ­μως με­γα­λο­φυ­ής, διὰ τοῦ­το εἰς τὸν Μω­ά­μεθ οὐ­δε­μί­αν ἀ­πέ­δι­δεν ὑ­πε­ράν­θρω­πον δύ­να­μιν, ἀ­φοῦ αὐ­τὸς καὶ οἱ δι­ά­δο­χοί του ἐ­πέ­βα­λον τὸ θρή­σκευ­μά των διὰ πυ­ρὸς καὶ σι­δή­ρου, χο­ρη­γοῦν­τες μά­λι­στα εἰς τοὺς πι­στοὺς με­θ’ ὑ­περ­βο­λῆς πά­σας τὰς σαρ­κι­κὰς ἀ­πο­λα­βάς, ὅ­περ εἶ­ναι δό­λω­μα ἰ­σχυ­ρώ­τα­τον εἰς τὴν ἀν­θρω­πί­νην ἀ­δυ­να­μί­αν. Δὲν ἠ­δύ­να­το ὅ­μως νὰ πι­στεύ­σῃ ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶ­χε τι ὑ­πε­ράν­θρω­πον ἀ­φοῦ αὐ­τὸς καὶ οἱ Ἀ­πό­στο­λοί του ὄ­χι μό­νον δὲν με­τε­χει­ρί­σθη­σαν βί­αν ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πη­γό­ρευ­ον αὐ­στη­ρῶς αὐ­τήν, συ­νά­μα δὲ δι­έ­τατ­τον εἰς τοὺς πι­στοὺς δί­αι­ταν βα­σα­νι­στι­κήν. Ἐν τού­τοις ὅ­μως δὲν ἠ­δύ­να­το ν’ ἀν­τι­ληφ­θῇ πῶς ἐ­γέ­νε­το ἡ ἐκ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐκ­πό­ρευ­σις τῆς θε­ό­τη­τος τοῦ Χρι­στοῦ, διὰ τοῦ­το ἡ­μέ­ραν τι­νὰ συν­τρώ­γων με­τὰ τοῦ Τουρ­τού­ρη(1) ὃν ἐ­ξε­τί­μα ὡς νου­νε­χῆ καὶ γνω­ρί­ζον­τα κα­λῶς τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν, τῷ εἶ­πε:

       — Ἀ­γλούμ, ἐ­γὼ ξεύ­ρω ὅ­τι τὸ δι­κό μου τὸ Μω­α­μέ­τη ἐ­κά­θι­σε στὸ σβέρ­κο τοῦ κό­σμου δι­ό­τι ἦ­το μα­χαι­ρᾶς καὶ αὐ­τὸς ὡ­σὰν καὶ μέ­να, μὰ δὲν μοῦ λέ­γεις πῶς τὸ δι­κό σας τὸ Χρι­στὸ ἔ­γι­νε ρου­χου­λᾶς (ἐκ πνεύ­μα­τος);

       Ὁ Τουρ­τού­ρης τῷ ἀ­πήν­τη­σεν ὅ­τι:

       — Εἶ­ναι τοῦ­το τό­σο με­γά­λο θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­που δὲν ἀ­φῆ­κε νὰ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος.

       — Πέ­κε­ϋ (οὕ­τως ἔ­χει) τῷ ἀ­πήν­τη­σεν ὁ Ἀ­λῆ-πα­σᾶς.


(1) Γεώργιος Τουρτούρης (1747/1750-1831). Ἠ­πει­ρώ­της φι­λι­κός, στε­νὸς γνώ­ρι­μος καὶ συ­νερ­γά­της τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 117.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Λου­ῒ Ντυ­πρέ (Louis Du­pré, 1789-1837), Ὁ Ἀ­λῆ Πα­σᾶς στὴ λί­μνη τοῦ Βου­θρω­τοῦ, Ἀ­πρί­λιος 1819. Λε­πτο­μέ­ρεια ἀ­πό λι­θο­γρα­φί­α τοῦ Λου­ῒ Ντυ­πρέ, 1825. Πι­να­κο­θή­κη Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κοι­νο­βου­λί­ου.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Κάθε μέρα Χριστούγεννα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να

 

ΡΩΤΑ ΣΕ ΕΘΙΣΑΜΕ στὸ κάλ­πι­κο. Τὸ βρε­φι­κό σου γά­λα ἀ­γε­λά­δας. Σὲ σκό­νη. Ὕ­στε­ρα σοῦ δεί­ξα­με πὼς νὰ μὴν κά­νεις φί­λους καὶ νὰ με­τρᾶς ἕ­να-ἕ­να τὰ δι­κά σου πλα­στι­κὰ παι­χνί­δια. Με­τὰ σὲ πή­γα­με σχο­λει­ὸ νὰ μά­θεις. Τί; Ἱ­στο­ρί­α. Σί­γου­ρα. Γε­ω­γρα­φί­α. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Γλώσ­σα. Ο.Κ. Μα­θη­μα­τι­κά. Πρω­τί­στως. Σὲ μυ­ή­σα­με στὸν ἔ­ρω­τα-ὀ­θό­νη. Μὲ μιὰ με­ζού­ρα. Νὰ με­τρᾶς τὶς ἴν­τσες, τὰ pixel, τὶς γραμ­μώ­σεις τῆς κοι­λιᾶς, δι­α­στά­σεις στή­θους, πε­ρι­φέ­ρειας, τὸ μῆ­κος τῆς βλε­φα­ρί­δας σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τῶν χει­λι­ῶν τὸ πά­χος. Κα­τό­πιν σοῦ στα­λά­ξα­με σι­γὰ-σι­γὰ πὼς δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σπα­θεῖς γιὰ τί­πο­τα κι οὔ­τε τὸν δι­πλα­νὸ νὰ νοι­ώ­θεις. Θὰ σὲ βο­λέ­ψουν –ἔ­τα­ξαν οἱ φί­λοι οἱ κομ­μα­τι­κοὶ  —σὲ μί­α θέ­ση. Ἄς πᾶ­νε νὰ κουμ­που­ρια­στοῦν οἱ ἄλ­λοι. Μέ­χρι τό­τε «ἅρ­πα­ξε γιὰ νὰ φᾶς καὶ κλέ­ψε νὰ­’ ­χεις». Καὶ ποῦ­ ’­σαι; ἔ­σο ἕ­τοι­μος – ἂν πα­ρα­στεῖ ἀ­νάγ­κη – νὰ πά­ρεις ὅ­πλο, νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖς μιὰ χού­φτα χῶ­μα καὶ ἕ­να ὀρ(ι)ο­θε­τι­κὸ πα­λού­κι. Ἂν δι­α­κρι­θεῖς θὰ ἔ­χεις ἔ­πα­θλο χι­λιά­δες like στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης κι ἕ­να κου­πό­νι προ­τε­ραι­ό­τη­τας γιὰ σύν­τα­ξη τι­μη­τι­κή.

        Τί φταῖς κι ἐ­σύ; Ἐ­σύ, Χρι­στὸς γεν­νή­θη­κες, ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λοι σου συμ­μα­θη­τὲς καὶ συμ­μα­θή­τρι­ες. Κά­θε μέ­ρα Χρι­στὸς γεν­νι­έ­σαι. Πό­τε μὲ ρόζ, πό­τε μὲ γα­λά­ζια καὶ πό­τε μὲ πο­λύ­χρω­μα. Πό­τε σὲ μαι­ευ­τή­ρια, πό­τε στὸν δρό­μο καὶ πό­τε σὲ ἀν­τί­σκη­να καὶ σὲ προ­σφυ­γι­κοὺς κα­ταυ­λι­σμούς. Δὲν φταῖς ἐ­σύ. Βλέ­πεις ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τὰ Χρι­στού­γεν­να μό­νο μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο – νὰ ξε­στο­κά­ρου­με – καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο νὰ ἐκ­παι­δεύ­ου­με σταυ­ρω­τῆ­δες.

         Κρί­μα θὰ μπο­ρού­σα­με κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να νὰ ’­χου­με.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χρι­στι­α­νοὶ καὶ Φρά­γκοι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χρι­στι­α­νοὶ καὶ Φρά­γκοι

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΟΘΩΝ ἐ­πὶ το­σοῦ­τον ἐ­συ­νή­θι­σεν εἰς τὰς ἀ­κρι­το­μυ­θί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων, ὥ­στε ἀ­νε­χό­με­νος ἐ­γέ­λα ὁ­σά­κις καὶ αὐ­τοὶ οἱ αὐ­λι­κοί του τῷ ἀ­πέ­τει­ναν ἐξ ἀ­προ­σε­ξί­ας φρά­σεις προ­σβλη­τι­κάς. Εὑ­ρι­σκό­με­νος πο­τὲ ἐν Νά­ξῳ καὶ ἐ­ρω­τή­σας εἰς τὸ γεῦ­μα τοὺς πα­ρα­κα­θη­μέ­νους πό­σαι οἰ­κο­γέ­νειαι κα­τοι­κοῦ­σι τὴν πό­λιν ἐ­κεί­νων:

       — 250 Χρι­στια­νοὶ καὶ 200 Φράγ­κοι, ἀ­πήν­τη­σεν ὁ ὑ­πα­σπι­στής του Γεν­ναῖ­ος Κο­λο­κο­τρώ­νης.

       Ὁ Ὄ­θων ἐ­γέ­λα­σε εἰς τὴν ἀ­πάν­τη­σιν ταύ­τη, ἀ­φοῦ κα­τὰ τὸν ὑ­πα­σπι­στήν του, οἱ Φράγ­κοι ἐν οἷς καὶ ὁ ἴ­διος ὁ Ὄ­θων δὲν ἦ­σαν Χρι­στια­νοί.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 71-72.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Peter von Hess (1792-1871), Ἡ ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ βα­σι­λιᾶ Ὄ­θω­να τῆς Ἑλ­λά­δας στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Παραμύθι


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πα­ρα­μύ­θι


ΑΛΙΑ ΥΠΗΡΧΑΝ τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο· ἡ Κυ­ψέ­λη, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ. Τώ­ρα βγαί­νουν καὶ λέ­νε ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, ὅ­μως λέ­νε ψέ­μα­τα κι αὐ­τὸ φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Αὐ­τοὶ τὰ ἔ­χουν μπερ­δέ­ψει ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἦ­ταν νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη ὅ­πως συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴν Ἔρση. Ἂν ἤ­σου­να ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Ἑλ­λά­δα, κιν­δύ­νευ­ες νὰ σὲ κά­νουν μὶς Ὑ­φή­λιο καὶ νὰ σὲ παν­τρέ­ψουν μ’ ἕ­να χον­τρὸ μὲ πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ἦ­ταν πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ἐ­κεῖ σὲ ἔ­βλε­παν κά­θε μέ­ρα στὸ δρό­μο, δὲν σὲ ψή­φι­ζαν βαμ­μέ­νη, μὲ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ πί­σω, οὔ­τε σὲ γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, σὲ εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Σὲ ἔ­βλε­παν γε­λα­στή, βι­α­στι­κή, τσα­κω­μέ­νη μὲ τὴ μά­να σου, ἱδρω­μέ­νη, σκο­νι­σμέ­νη. Ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ότε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ὑ­πῆρ­χε μιὰ μό­νι­μη ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ψή­φι­ζε ὅ­λο τὸ χρό­νο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ποὺ κά­τι τοὺς ἔ­πι­α­νε καὶ τὶς ἔ­βγα­ζαν ὅ­λες πρῶ­τες, κά­τι πά­θαι­νε ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ νο­μί­ζουν ὅ­λοι ὅ­τι ἔ­χουν φω­το­γέ­νεια καὶ μά­λι­στα νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἐκ­πέμ­πουν λάμ­ψεις. Ἔ­τσι, τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ἡ Ἔρση ἦ­ταν λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, ἀλ­λὰ με­τὰ τῆς περ­νοῦ­σε για­τί εἶ­χε μα­γει­ρί­τσα καὶ δὲν σκε­φτό­ταν πιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ξε­χνοῦ­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της κα­θὼς τὶς φί­λα­γε ὅ­λες σταυ­ρω­τὰ μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα.

        Ἦ­ταν πά­ρα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἤ­θε­λαν νὰ γί­νουν κά­τι στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο ἐ­νῶ με­ρι­κοὶ κα­τά­λα­βαν τὸ κόλ­πο κι ἄρ­χι­σαν νὰ λέ­νε ὅ­τι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­ξί­ζουν γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­ξί­ζουν μό­νο γιὰ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ὁ πλα­νή­της Γῆ ἔ­κα­νε προ­πα­γάν­δα στὴν Ἑλ­λά­δα, τῆς ἔ­βα­ζε συ­νε­χῶς τὴν ἰ­δέ­α ὅτι αὐ­τὸς εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ μὲ τὴ σει­ρά της ἡ Ἑλ­λά­δα πί­ε­ζε τὴν Κυ­ψέ­λη νὰ τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ πρω­τεῖ­α. Ὅ­μως ἡ Κυ­ψέ­λη δὲν εἶ­χε κα­νὲναν νὰ πι­έ­σει κι ἔ­τσι, μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἡ Κυ­ψέ­λη ὑπο­χρέ­ω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ ἡ Ἔρση ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ εἶ­ναι ἡ ὡραι­ότερη χω­ρὶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ φω­το­γέ­νεια. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅμως ποὺ ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­γι­ναν φω­το­γρα­φί­ες καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ πῆ­ρε τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τη­λε­ό­ρα­ση ἡ Κυ­ψέ­λη ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πὸ προ­σώ­που γῆς καὶ ἡ Ἔρση πῆ­γε νὰ μεί­νει στὰ βό­ρεια προ­ά­στια καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­γό­ρα­σαν σπί­τι μὲ τὸν ἄν­τρα της τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο στὴ Σαν­το­ρί­νη καὶ μαύ­ρι­ζαν.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­λύ­θη­κε ἐ­πει­δὴ ὁ πλα­νή­της Γῆ ἀ­πέ­δει­ξε στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑλι­κὸ ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τὰ βά­θος στρογ­γυ­λός. Ἦρ­θαν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­λε­γαν στὴν ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­τι ἀπο­κα­λύ­φθη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἀ­λή­θεια, ζοῦ­με ὅ­λοι σ’ ἕ­να παγ­κό­σμιο χω­ριό. Τί νὰ κά­νει ἡ ἐ­πι­τρο­πή; Κα­θὼς δὲν συ­νε­δρί­α­ζε πο­τὲ ἐ­πει­δὴ τὰ μέ­λη της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­να νὰ ζοῦν ἄλ­λος ἐ­δῶ κι ἄλ­λος ἐ­κεῖ καὶ νὰ συ­ναν­τι­οῦν­ται μό­νο στὴν Ἀ­νά­στα­ση ὅ­που ἔ­χα­ναν τ’ αὐ­γὰ καὶ τὰ πα­σχά­λια, στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πὲς πὲς πές, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ λά­θος της ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δι­α­λύ­θη­κε. Σι­γὰ-σι­γὰ ἔ­γι­ναν ὅ­λοι παγ­κό­σμιοι χω­ριά­τες. Τοὺς εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ τὸ πρό­βλη­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­μέ­σως με­τὰ για­τί ἄρ­χι­σαν νὰ γυρ­νᾶ­νε σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ ὅ­λοι νό­μι­ζαν ὅ­τι ἄ­κου­γαν μό­νο ψέ­μα­τα. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο, ὅ­μως τώ­ρα ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ ποὺ ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό του, φαι­νό­ταν στὰ μά­τια του ὅ­τι ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. Ἦ­ταν υπο­χρε­ω­μέ­νο νὰ λέ­ει συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα για­τὶ ἂν ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια ἔ­στω καὶ μί­α στιγ­μή, ἂν λύ­γι­ζε καὶ πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν ἀ­λή­θεια, τό­τε ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φω­το­γρα­φί­α, θὰ ἦ­ταν μί­α γυ­ναί­κα κι ἄν­τε βρὲς τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη γυ­ναί­κα μέ­σα στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριό, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ δι­α­λύ­θη­κε ἡ ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δὲν μα­ζευ­ό­ταν πιὰ οὔ­τε στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἔ­βα­λαν νε­ρὸ στὸ κρα­σί τους κι ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα συ­νε­χῶς στὸν ἑ­αυ­τό τους ὅ­τι ἡ ὡραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν ἦ­ταν γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ φω­το­γραφί­α. Ἔ­τσι ἡ ἀ­λή­θεια ὁ­δή­γη­σε στὸ ψέ­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ροῦν στὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τα­ξί­δευ­αν ὅ­λοι μα­κριὰ ὥ­στε νὰ κά­νουν μό­νοι τους Πά­σχα, νὰ μὴν τοὺς πά­ρει κα­νέ­να μά­τι καὶ κα­τα­λά­βει ὅ­τι εἶ­χαν με­γά­λο ἄγ­χος στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ τώ­ρα ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια τοὺς εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑ­λι­κὸ στὴ λα­τρεί­α τοῦ ψέ­μα­τος.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ κά­πο­τε τὰ μά­ζε­ψε. Γυ­ρί­ζουν σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες, ψά­χνουν τὴν Ἀ­νά­στα­ση σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα. Λέ­νε πολ­λὰ ψέ­μα­τα, φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Ὅ­σοι δὲν τὰ κα­τά­φε­ραν νὰ γί­νουν φω­το­γρα­φί­ες με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἄν­θρω­πους ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν, πε­ρα­σμέ­νων καὶ μελ­λον­τι­κῶν. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα ἀό­ρα­τα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιὰ ποὺ τοὺς ὑ­πο­δέ­χον­ται ἀ­να­κα­τε­μέ­νους μὲ τοὺς παγ­κό­σμιους χω­ριά­τες, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πα­ρη­γο­ρή­σουν. Ὑ­πῆρ­χε ἡ ὡ­ραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα καὶ τώ­ρα προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει φω­το­γρα­φί­α στὴ Σαν­το­ρί­νη, εἶ­ναι κα­τά­μαυ­ρη. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σκο­λο καὶ ἀ­πὸ τὸ νὰ γυρ­νᾶς σὰν τὴν ἄ­δι­κη κα­τά­ρα, ἀπὸ τὸ νὰ ἔ­χεις ἄγ­χος. Ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη, σὲ ἤ­ξε­ραν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ ἀ­να­κα­τω­τά, σὲ ἀ­γα­ποῦ­σαν ἐπει­δὴ ἤ­σου­να ἀ­δύ­να­μη, σὲ γού­στα­ραν χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Τώ­ρα αὐτὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον για­τί ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τά­φε­ρε νὰ γί­νει ἕ­νας χά­ρη στὴ φω­το­γέ­νεια. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο, μί­α συ­νοι­κί­α, μί­α χώ­ρα κι ἕ­νας πλα­νή­της. Πή­γαι­ναν στὴν Ἀ­νά­στα­ση, εἶ­χαν ὅ­λοι φω­το­γέ­νεια, ἔ­βγα­ζαν κά­τι λάμ­ψεις, φί­λα­γαν σταυ­ρω­τὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ἄ­λη­θεια καὶ τὰ ψέ­μα­τα ἀ­πέ­κτη­σαν φω­το­γέ­νεια σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004).

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Εἰρήνη Ρηνιώτη: Συζυγία


Εἰ­ρή­νη Ρη­νι­ώ­τη


Συζυγία

 

ΝΑ ΒΡΑΔΥ ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ τῆς πλώ­ρης τὸν χτυ­ποῦ­σε ἀ­λύ­πη­τα,  τὴ συ­νάν­τη­σε με­σο­πέ­λα­γα. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀμ­φί­βιο πλά­σμα, μιὰ ὑ­δρό­βιο γυ­ναί­κα βυ­θοῦ. Δὲν λο­γά­ρια­σε τὸν πλω­τὸ χα­ρα­κτή­ρα της καὶ τὴν ἔ­βγα­λε στὴ στε­ριὰ γιὰ νὰ φέ­ρει στὸν κό­σμο τοὺς γιούς του. Τὰ μά­τια τῶν ἀν­τρῶν πέ­σα­νε πά­νω της. Ἡ ζή­λεια μαῦ­ρο φί­δι ποὺ τὸν ἔ­ζω­σε, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα πῆ­ρε ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὴν ἔ­κο­ψε στὰ δύ­ο. Πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα τὸ ψα­ρί­σιο σῶ­μα της, αὐ­τὸ ποὺ ὄρ­γω­σε μυ­ριά­δες φο­ρὲς γιὰ νὰ ἐ­κτο­νώ­σει τὴν ἔ­ξα­ψή του, καὶ κρά­τη­σε μο­νά­χα τὸ στῆ­θος της γιὰ νὰ βυ­ζαί­νει τὴ συμ­φο­ρά.

        Ἂν πε­ρά­σεις ἀ­π’ τὰ μέ­ρη τους, θὰ δεῖς τὴ γυ­ναί­κα καρ­φω­μέ­νη στὸ κά­δρο τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, νὰ ψά­χνει τὸ πέ­λα­γο στὸν πνιγ­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­τα δρό­μο.

        Τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρό­τσι δὲν φαί­νε­ται. Μό­νο στὸ βλέμ­μα της βρυ­χᾶ­ται ἡ τρι­κυ­μί­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Ρη­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1964). Σπού­δα­σε στὴ Σχο­λὴ Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­κτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου, καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ  Μ.Π.Σ. «Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ» τοῦ ἰ­δί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν καὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κέν­τρου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου ὡς ἠ­θο­ποι­ός. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἡ συλ­λο­γὴ τῆς Μιὰ βόλ­τα μό­νο (2016), τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο «Αἰ­κα­τε­ρί­νης Στα­θο­πού­λου» τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν τὸ 2017. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες.

Κα­τη­γο­ρί­ες: Ρη­νι­ώ­τη Εἰ­ρή­νη, Ἑλ­λη­νι­κά, Αἰσθήματα-Πάθη, Έρωτας, Σώ­μα, Ταυτότητες, Φύλα, Φανταστικό, Συμβολισμός, Περιγραφή.