Νάνσυ Ἀγγελῆ: Συνέντευξη



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Συ­νέν­τευ­ξη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ πρω­ι­νὸ ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς δι­έ­σχι­σε ἀ­έ­ρι­νά τὸ λόμ­πυ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου φτά­νον­τας ὣς τὸ μπάρ. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη πα­ραγ­γεί­λει τὸν κα­φέ μου, εἶ­χα σταυ­ρώ­σει τὰ πό­δια μου καὶ πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Φο­ροῦ­σα τα­γι­έρ. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κῶν αὐ­τὸ ση­μαί­νει μιὰ φού­στα κι ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Τὸ τα­γι­ὲρ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ γυ­ναι­κεί­α ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀν­τρι­κοῦ κου­στου­μιοῦ.  Προσ­δί­δει ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ κύ­ρος καὶ σο­βα­ρό­τη­τα  – ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πᾶν. Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να, τὴ ζω­ὴ κα­θαυ­τή, τὸ πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­στη­κα γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στῶ, τὸ ἂν ἔ­χω παι­διὰ ἢ σύ­ζυ­γο ἢ τὸ πό­σο μοῦ κό­στι­σε —σὲ χρό­νο καὶ χρῆ­μα— τὸ τα­ξί­δι μέ­χρι τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, παίρ­νον­τας ἕ­να τα­ξί, ἕ­να με­τρὸ καὶ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δὲν κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον κα­νε­νός. Τὸ ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ γυ­ναί­κα μέ­σης ἡ­λι­κί­ας μὲ τά­ση γιὰ ἀκ­μὴ ἢ τὸ ὅ­τι βά­φω τὰ μαλ­λιά μου, ἐν­δι­α­φέ­ρει πρω­τί­στως τὶς ἑ­ται­ρεῖ­ες καλ­λυν­τι­κῶν κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ες ἀ­π’ τὶς λε­γό­με­νες τη­λε­θε­ά­τρι­ες. Ὅ­σο γιὰ τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρα­βών­τας μιὰ κα­ρέ­κλα, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω πὼς τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν τῆς κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Τὸ δέρ­μα μου ἢ τὰ μαλ­λιά μου ἢ τὸ πὼς ζῶ. Τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅ­πως κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως καὶ τὶς τη­λε­θε­ά­τρι­ες, τὸ δι­κό της στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λά της μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κό της δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρα­σμέ­νο σὲ γνω­στὴ κο­σμι­κὴ γει­το­νιά.

       Ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς πα­ραγ­γέλ­νει κα­φὲ καὶ σταυ­ρώ­νει τὰ δι­κά της πό­δια. Φο­ρᾶ παν­τε­λό­νι. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν αὐ­τὸ ση­μαί­νει «εἶ­μαι μον­τέρ­να, ἄ­νε­τη καὶ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση». Στὴ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη. Ἡ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις κι ἐκ­φάν­σεις. Συ­χνά, ἀ­κό­μα καὶ σὲ λέ­ξεις. Συ­χνά, οἱ ἄν­τρες σω­παί­νουν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες μι­λοῦν μὲ βά­θος κι εὐ­γλωτ­τί­α. Λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σω­παί­νουν οἱ γυ­ναῖ­κες. Ὅ­σο γιὰ τοὺς ἄν­τρες, ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς πιὸ γραμ­μι­κή, ἄς ποῦ­με πιὸ εὐ­θύ­βο­λη. Καὶ πιὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἐ­δῶ βέ­βαι­α ἐ­πρό­κει­το νὰ συ­νο­μι­λή­σου­με δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἄ­γνω­στες, σύγ­χρο­νες γυ­ναῖ­κες. Ἀ­γνώ­στου προ­ε­λεύ­σε­ως ἢ ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ φω­τι­στεῖ μὲ τὴν κου­βέν­τα. Ἡ κου­βέν­τα ἐ­πρό­κει­το νὰ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ συ­νεν­τεύ­ξε­ως. Συ­νέν­τευ­ξη εἶ­ναι συ­νή­θως μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ κοι­νό­τυ­πα ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ γί­νον­ται σὲ μὴ κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­χθεῖ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους πό­σο κοι­νό­τυ­ποι εἶ­ναι τε­λι­κὰ αὐ­τοὶ οἱ μὴ κοι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κοι­νοὶ θνη­τοὶ ἀ­π’ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν παίρ­νει συ­νή­θως συ­νεν­τεύ­ξεις κα­νείς.

       Κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση. «Βρί­σκε­στε ἐ­δῶ γιὰ τὰ γυ­ρί­σμα­τα τῆς νέ­ας σας ται­νί­ας. Πῶς σᾶς φαί­νον­ται οἱ ντό­πιοι; Σᾶς λεί­πει ἡ πα­τρί­δα σας;» Μοῦ ἀ­παν­τά­ει πὼς οἱ ντό­πιοι εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χοι ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χει γνω­ρί­σει εἶ­ναι φι­λι­κοὶ κι ἐγ­κάρ­διοι. Ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα της τῆς λεί­πει ὁ σκύ­λος της καὶ ἡ συν­νε­φιά. Μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται πὼς δὲν ξέ­ρει νὰ εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὴ ἢ σκε­φτι­κὴ μὲ τό­σο ἥ­λιο. Τὶς Κυ­ρια­κὲς βα­ρι­έ­ται. Ἐ­πί­σης, λό­γῳ φω­τός, ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­ες. Τῆς λέ­ω πὼς εἶ­ναι ἁ­πλῶς θέ­μα συ­νή­θειας, τὸ φῶς ἢ τὸ σκο­τά­δι, καὶ μέ­σα μου σκέ­φτο­μαι πό­σο προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός.

       Ἡ ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἡ­ρω­ί­δα ποὺ ὑ­πο­δύ­ε­ται. Πρό­κει­ται βέ­βαι­α γιὰ μιὰ σού­περ­γου­μαν. «Πι­στεύ­ε­τε στοὺς ὑ­πε­ρή­ρω­ες καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ γνώ­μη σας γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα;» λέ­ω τρα­βών­τας μιὰ ρου­φη­ξιὰ κα­φέ. Σκέ­φτε­ται γιὰ λί­γα λε­πτὰ σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ συν­ται­ριά­ξει τὶς σκέ­ψεις μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ λέ­ει κά­τι ποὺ φαί­νε­ται ἁ­πλό, ἕ­ως καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὸ βί­ω­μα. Λέ­ει, «Σου­πε­ρή­ρω­ας εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­αυ­τός του». «Οἱ γυ­ναῖ­κες», συμ­πλη­ρώ­νει, «σπά­νια ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α». Στὸ μυα­λό μου, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ὑ­πε­ράν­θρω­που μὲ κά­πα καὶ κο­λὰν ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τοῦ ἐ­αυ­τοῦ στὸ μέ­σο μιᾶς τα­ρά­τσας. Σὰν ἄλ­λος Σί­συ­φος. Με­τά, μί­α γυ­ναί­κα ποὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζω, κον­τού­λα καὶ λε­πτή, ση­κώ­νει τὸ βά­ρος ἑ­νὸς σπι­τιοῦ γε­μά­το ἑ­αυ­τοὺς στὸ μέ­σο μιᾶς κου­ζί­νας.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ νέ­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ μου μὲ σφο­δρό­τη­τα: «Πῶς νι­ώ­θε­τε γιὰ τὴ μη­τρό­τη­τα; Εἶ­ναι μέ­ρος τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας;» Ὁ­μο­λο­γεῖ πὼς τὴν μπερ­δεύ­ει ὁ ὅ­ρος «σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα» κι ὅ­σο γιὰ τὸν ὄ­ρο «ταυ­τό­τη­τα», «δὲν εἶ­ναι κά­πως ξε­πε­ρα­σμέ­νος;», ρω­τᾶ. «Ἡ γυ­ναί­κα» συ­νε­χί­ζει, «πάν­τα εἶ­ναι σύγ­χρο­νη. Ἐ­ρή­μην της ἢ ὄ­χι εἶ­ναι πάν­τα ἀρ­χέ­τυ­πο. Νὰ μιὰ ταυ­τό­τη­τα. Ὅ­σο γιὰ μέ­να… Ὤ, πα­ρα­μέ­νω πάν­τα παι­δί». Τὸ χα­μό­γε­λό της ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴ δή­λω­ση ποὺ εἶ­ναι ἄλ­λη μί­α ὁ­μο­λο­γί­α ταυ­τό­τη­τας.

       Μὲ τὴ σει­ρά μου, ὁ­μο­λο­γῶ στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­συρ­θῶ ἀ­πὸ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς εἶ­μαι ἴ­σως κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου ταυ­τό­τη­τα, τὴ δι­κή μου στε­νὴ πε­ρι­χά­ρα­ξη μέ­σα σὲ ὅ­ρους ὅ­πως «τα­γι­έρ», «συ­νέν­τευ­ξη», «νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ός». Τὸ στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα πό­σο πραγ­μα­τι­κὰ κα­θο­ρί­ζουν τὴ γυ­ναί­κα ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου; (Εἶ­μαι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὁ ρό­λος μου εἶ­ναι νὰ θέ­τω ἐ­ρω­τή­σεις.)

       Ὅ­ταν ὁ κά­με­ρα­μαν κα­τα­φτά­νει, ἡ πραγ­μα­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη ἀρ­χί­ζει. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση: «Πρό­σφα­τα ἀ­να­κη­ρυ­χθή­κα­τε ἡ πιὸ σέ­ξι γυ­ναί­κα τῆς χρο­νιᾶς. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό τῆς ὀ­μορ­φιᾶς σας;»


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὰ Δικαστήρια τῶν Βαυαρῶν



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὰ Δικαστήρια τῶν Βαυαρῶν

[τῆς Βαυαροκρατίας]


Ν ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ κυ­βερ­νη­τι­κῶν μέ­τρων ὅ­περ εἰ­σή­γα­γεν ἡ Βαυ­α­ρο­κρα­τία ἦ­το καὶ ἡ ἑ­τε­ρο­δι­κί­α τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν. Ἐν τῷ στρα­το­δι­κεί­ῳ ἦ­τον ἀ­νάγ­κη νὰ ὑ­πάρ­χῃ δι­κα­στής τις, ὅ­στις νὰ γνω­ρί­ζῃ Γερ­μα­νι­κὰ διὰ νὰ προ­σφέ­ρη­ται ὡς δι­ερ­μη­νεὺς τῶν ὅ­σων κα­τα­θέ­του­σιν οἱ μάρ­τυ­ρες, κα­τη­γο­ρού­με­νος καὶ δι­κη­γό­ροι εἰς πα­ρα­κα­θή­με­νον συ­νά­δελ­φόν του Γερ­μα­νὸν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸν μὴ γι­γνώ­σκον­τα Ἑλ­λη­νι­κά, ἕ­τε­ρος δι­κα­στὴς ὤ­φει­λε νὰ γνω­ρί­ζῃ Γαλ­λι­κὰ διὰ νὰ ἐ­κτε­λέ­σῃ τ’ ἀ­νω­τέ­ρω κα­θή­κον­τα εἰς συ­νά­δελ­φον γνω­ρί­ζον­τα μό­νον τὴν γλῶσ­σαν αὐ­τὴν λαμ­βα­νό­με­νον ἐκ τῶν φι­λελ­λή­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ συ­νά­μα νὰ δι­ερ­μη­νεύ­ῃ εἰς τοὺς συ­να­δέλ­φους του Ἕλ­λη­νας καὶ Γερ­μα­νοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς, οἵ­τι­νες δὲν ἐ­γνώ­ρι­ζον τὰ Γαλ­λι­κά, ἐ­πει­δὴ εἰς τὴν γλῶσ­σαν αὐ­τὴν ἐ­γέ­νε­το ἡ ἀ­νά­πτυ­ξις τῆς κα­τη­γο­ρί­ας ὑ­πὸ Ἐ­πι­τρ. τοῦ Βα­σι­λέ­ως Γάλ­λου ἔ­χον­τος πα­ρ’ ἑ­αυ­τῷ κα­τὰ τὴν συ­νε­δρί­α­σιν ἀν­τει­ση­γη­τὴν Ἕλ­λη­να ὅ­στις δι­ηρ­μή­νευ­εν αὐ­τῷ τὴν κα­τά­θε­σιν τῶν μαρ­τύ­ρων. Τοια­ύτη δι­α­δι­κα­σί­α τρί­χρους, ὁ­ποί­α εἰς οὐ­δὲν συ­νέ­βη πο­τὲ Κρά­τος, ἐ­γέ­νε­το ἐν τοῖς Ἑλλ. Στρατ. Δι­κα­στη­ρί­οις τὸν ΙΘ´ αἰ­ῶ­να εἰ­σα­χθεῖ­σα ἕ­νε­κα ἰ­δι­ο­τε­λεί­ας ἀ­πὸ τοὺς πε­παι­δευ­μέ­νους Γερ­μα­νούς, ἐλ­θόν­τας νὰ εἰ­σα­γά­γω­σιν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴν δι­οί­κη­σιν.

       Τοια­ύτης οὔ­σης τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας ταύ­της συ­νέ­βη­σαν μύ­ρια ἀ­στεῖ­α. Ὁ δι­κη­γό­ρος κα­τὰ τοῦ κα­τη­γο­ρου­μέ­νου λα­βὼν τὸν λό­γον ν’ ἀ­ναι­ρέ­σῃ τὸν Ἐ­πίτρ. τοῦ Βα­σι­λέ­ως ἤρ­ξα­το ἀ­πὸ τῆς δη­μώ­δους πα­ροι­μί­ας «ἀ­πὸ τὴν πό­λιν ἔρ­χο­μαι καὶ στὴν κορ­φὴ κἂν ἔ­λα». Ὁ Γάλ­λος ἐ­πί­τρο­πος τοῦ Βα­σι­λέ­ως μὴ ἐν­νο­ῶν τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ νο­μί­σας ὅ­τι εἶ­πεν ὁ δι­κη­γό­ρος ὅ­τι «μᾶς ἦλ­θε καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν πό­λιν ὅ­που ἐ­πώ­λει κα­νέλ­λα» ἀ­να­στὰς ἐ­φώ­νη­σε:

       — Jamais marchand de canella, ὃ ἐ­στὶ «πο­τὲ δὲν ἤ­μην εἰς Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν, πο­τὲ δὲν δι­ε­τέ­λε­σα ἔμ­πο­ρος τῆς κα­νέλ­λας».



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 142-143.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ρία Φελεκίδου: Ἡ κυρία καὶ ὁ κύριος Φσσστ


Ρί­α Φε­λε­κί­δου


Ἡ κυ­ρί­α καὶ ὁ κύ­ριος Φσσστ


ΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ἄ­γνω­στη στοὺς χάρ­τες ποὺ οἱ κά­τοι­κοί της, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι, ἀ­γα­ποῦν πά­ρα πο­λὺ τὰ μπα­λό­νια. Πο­τὲ δὲ βγαί­νουν βόλ­τα χω­ρὶς μπα­λό­νι. Τὰ κου­βα­λοῦν σὰν νά ’ναι ἱ­πτά­με­να σκυ­λά­κια. Στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λα τὰ παι­διά, ἔ­χουν του­λά­χι­στον ἕ­να, δε­μέ­νο στὸ θρα­νί­ο τους. Οἱ με­γά­λοι τὰ παίρ­νουν στὴ δου­λειά τους. Καὶ παν­τοῦ, σὲ γρα­φεῖ­α, κα­τα­στή­μα­τα, ἰ­α­τρεῖ­α καὶ ἐρ­γο­στά­σια ὑ­πάρ­χει ἡ Σά­λα τῶν Μπα­λο­νι­ῶν, γιὰ νὰ τὰ βά­ζουν ἐ­κεῖ οἱ ἐρ­γα­ζό­με­νοι μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σουν τὸ ὡ­ρά­ριό τους.

       Σὲ ὅ­λη τὴν πο­λι­τεί­α ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἕ­να κο­ρί­τσι καὶ ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ δὲν εἶ­χαν οὔ­τε ἕ­να μπα­λό­νι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­πια­ναν μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους αὐ­τὸ ἔ­σκα­γε καὶ ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να ἀρ­γὸ φσστ, μέ­χρι ποὺ ἔ­με­νε ἕ­να μι­κρὸ πλα­στι­κὸ κομ­μά­τι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ ἀ­έ­ρα.

       Κα­νέ­νας δὲ θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά τους για­τί ὅ­λοι ὅ­σοι τοὺς ἤ­ξε­ραν τοὺς φώ­να­ζαν ἁ­πλῶς …Φσσστ!

       Τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­γό­ρι δὲ γνω­ρί­ζον­ταν για­τί ἔ­με­ναν στὰ δυ­ὸ ἀν­τί­θε­τα ἄ­κρα τῆς πό­λης.

       Μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ κο­ρι­τσιοῦ φυ­σοῦ­σε δυ­τι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­γο­ριοῦ ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ ἔ­τσι ἡ Φσσστ καὶ ὁ Φσσστ συ­ναν­τή­θη­καν στὴ μέ­ση ἑ­νὸς δρό­μου.

       Κοι­τά­χτη­καν καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἀ­γα­πι­όν­ταν ἀ­πὸ πάν­τα. Ἄρ­χι­σαν νὰ ζοῦν μα­ζὶ καὶ δὲ χω­ρί­στη­καν πο­τέ. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα δὲν ξα­νάσκα­σε μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους.

       Συ­χνὰ πυ­κνὰ οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λι­τεί­ας μὲ τὰ μπα­λό­νια ἔ­βλε­παν τὸν κύ­ριο καὶ τὴν κυ­ρί­α Φσσστ νὰ βγά­ζουν βόλ­τα τὰ μπα­λό­νια τους.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρί­α Φε­λε­κί­δου (Κα­τε­ρί­νη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κή, Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἔν­τα­ξη τῶν προ­σφυ­γό­που­λων στὴν τυ­πι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς μέ­λος τῆς ἁρ­μό­διας Ὁ­μά­δας Συν­το­νι­σμοῦ τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας ἐ­νῶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α καὶ δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐν­νιὰ παι­δι­κὰ βι­βλί­α, τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α νου­βέ­λα. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ σὲ παι­διὰ καὶ ἐ­νή­λι­κες.


Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν: Ἐγώ


Ρου­μπί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν


Ἐ­γώ


ΙΧΕ ἀρ­χί­σει νὰ νυ­χτώ­νει. Ἔ­φτα­σα κου­ρα­σμέ­νη στὸ σπί­τι μου καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη χτύ­πη­σα τὸ κου­δού­νι. Ναί, ἤ­μουν ἀ­φη­ρη­μέ­νη, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἔ­με­νε στὸ σπί­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­μέ­να. Ἡ ἔκ­πλη­ξή μου ἦ­ταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἀν­τί­κρι­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου πί­σω ἀ­π’ αὐ­τήν.

        «Τί κά­νεις ἐ­σὺ ἐ­κεῖ;»

        «Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­κεῖ;» ρώ­τη­σε.

        «Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη.»

        «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί παι­χνί­δι εἶ­ναι αὐ­τό.»

        «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;»

        «Δὲν μπο­ρεῖ!» οὔρ­λια­ξε καὶ ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα.

        Δι­α­τη­ρών­τας τὴν ψυ­χραι­μί­α μου ἔ­βγα­λα τὰ κλει­διὰ κι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως τὰ εἶ­χα ἀ­φή­σει. Ὁ ἑ­αυ­τός μου δὲν ὑ­πῆρ­χε. Ἔ­φτια­ξα ἕ­ναν κα­φὲ καὶ κά­θι­σα μὲ ἕ­να βι­βλί­ο στὸν κα­να­πέ. Δὲν πέ­ρα­σαν οὔ­τε δέ­κα λε­πτὰ καὶ ἄ­κου­σά το κου­δού­νι νὰ χτυ­πᾶ. Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ εἶ­δα τὸν ἑ­αυ­τό μου.

        «Τί κά­νεις ἐ­σὺ ἐ­κεῖ;» μὲ ρώ­τη­σε.

        «Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη» ἀ­πάν­τη­σε.

        «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί παι­χνί­δι εἶ­ναι αὐ­τό.»

        «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;»

        «Δὲν μπο­ρεῖ!» οὔρ­λια­ξα καὶ ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν, Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή καὶ ἄλ­λα μι­κρὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, Κα­λύ­βια Ἀτ­τι­κῆς, 2019, σελ. 73.

Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν (Γι­ε­ρε­βὰν τῆς Ἀρ­με­νί­ας, 1989). Ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Σπού­δα­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος καὶ γρά­φει μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα (αὐ­το­έκ­δο­ση), τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε Βρα­βεῖ­ο Ὑ­περ­βα­τι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὸ 22ο Πα­νελ­λή­νιο Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης καὶ Πε­ζο­γρα­φί­ας. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Γρα­φῆς, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὠ­ρί­ω­νας γιὰ τὸ ἔ­τος 2017. Τὸ Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει.



		

	

Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να: Prosciutto Crudo



Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να


Prosciutto Crudo

 

ΚΥΡΙΑ Λ. ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ καὶ νὰ αἰ­σθά­νε­ται σὰν κα­τσα­ρί­δα ὅ­ταν ἔπι­α­σε δου­λειὰ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Λου­τρο­θε­ρα­πευ­τη­ρί­ου. Ἡ κυ­ρί­α Λ., πρώ­ην πρι­μαν­τό­να, ἔ­χα­σε τὴ φω­νή της δί­χως ὁ για­τρὸς νὰ ἀ­πο­δελ­τι­ώ­σει τὴν ἀ­σθέ­νειά της ἢ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἀ­γω­γή. Ἔ­τσι ὁ ἐρ­γο­δό­της της γλύ­τω­σε τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση, αὐ­τὴ ἔ­μει­νε μουγ­κὴ καὶ τὸ ἐ­νοί­κιό της ἀ­πλή­ρω­το. Πῶς νὰ τὸ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ τὴν πε­τοῦ­σαν σὰ στη­μέ­νη λε­μο­νό­κου­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Στὸ ὑ­πό­γει­ο ἡ ὑ­γρα­σί­α δι­είσ­δυ­σε ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους τοῦ δέρ­μα­τος στὰ κύτ­τα­ρά της καὶ τὰ μού­λια­σε. Ἕ­να κολ­λῶ­δες ὑ­γρὸ ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­τσα­ρί­δες κύ­λη­σε στὸ αἷ­μα της. Μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ σα­πί­λας κόλ­λη­σε στὴ σάρ­κα της. Τὸ ἄ­φω­το σκο­τά­δι δι­έ­τα­ξε καὶ ἐ­πα­να­δι­έ­τα­ξε τὰ ρα­βδί­α καὶ τὰ κο­νί­α τοῦ ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ της. Μέ­χρι νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ. Συ­νάν­τη­σε καὶ ἄλ­λες ἐρ­γα­ζό­με­νες ἐ­κεῖ ποὺ θύ­μι­ζαν κα­τσα­ρί­δες, καὶ τῆς κόλ­λη­σαν πα­ρα­τσού­κλι, ἡ μουγ­κή. Ἐρ­γα­ζό­με­νες ἀ­πε­χθεῖς γιὰ τὶς ὑ­πέρ­γει­ες αὐ­τά­ρε­σκες ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, εἶ­χαν ὅ­μως ἕ­να προ­νό­μιο. Κολ­λη­μέ­νες ὅ­πως ἦ­ταν τρι­γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μα­γει­ρεῖ­α εἶ­χαν πρό­σβα­ση στὸ τυ­ρί, στὸ γι­α­ούρ­τι, στὸ κρέ­ας, στὰ ψά­ρια καὶ σὲ ἄλ­λα τρό­φι­μα ποὺ ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ταν στὰ ντου­λά­πια καὶ στὰ ψυ­γεῖ­α. Τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­αλ­λεί­μα­τος ἔ­τρω­γαν μπα­νά­νες, μῆ­λα καὶ ψη­τὸ κο­τό­που­λο μὲ πα­τά­τες.

       Ἡ κυ­ρί­α Λ. πού εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στοὺς κα­τσα­ρι­δό­μορ­φους ἀν­θρώ­πους ὀ­σμί­στη­κε τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Γκ.. Τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρό του καὶ τὸν εἶ­δε ὄρ­θιο μὲ τὰ μπρο­στι­νὰ πο­δα­ρά­κια κολ­λη­μέ­να στὸ περ­βά­ζι. Γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια ἡ κυ­ρί­α Λ. πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ Γκ. ἀ­πὸ τὸ φεγ­γί­τη τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός της ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γί­νε­ται ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὸς ἡ­μέ­ρω­σε. Ἡ κυ­ρία Λ. πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό. Αὐ­τὸς ἀ­να­θάρ­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ γε­μά­το οἰ­κει­ό­τη­τα βλέμ­μα καὶ μὲ ἕ­να σάλ­το βρέ­θη­κε στὸ περ­βά­ζι, στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ σπι­τιοῦ, στὸ δρό­μο, στὸ ἡ­μι­ϋ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα. Αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σε τυ­ρὶ ροκ­φόρ, prosciuto crudo καὶ λά­δι. Αὐ­τὸς ἔ­πε­σε λαί­μαρ­γα στὸ δί­σκο καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸν ἔ­γλει­ψε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί του καὶ κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τὴν κυ­ρί­α Λ. πού, νά, πά­τη­σε ἕ­να πλῆ­κτρο καὶ οἱ νό­τες τοῦ Tango Poema ξε­χύ­νον­ται στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Ὁ Γκ. κόλ­λη­σε τὰ μπρο­στι­νὰ δε­ξιὰ πο­δα­ρά­κια στὸ δε­ξὶ χέ­ρι της, τὰ με­σαῖ­α ἀ­ρι­στε­ρὰ πο­δα­ρά­κια στὴ μέ­ση της καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Χό­ρε­ψαν ὥ­σπου ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι ἔ­πε­σαν στὸ πά­τω­μα, κυ­λί­στη­καν, πά­λε­ψαν, ἔ­σμι­ξαν λυσ­σα­λέ­α τὰ στε­ρε­ά, τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ μυ­ρω­δι­κά τους καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν. Ὅ­ταν ὁ Γκ. ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του ἐ­νε­ὸς κοί­τα­ξε τὶς φλέ­βες του στὶς ἀν­τρι­κὲς πα­λά­μες, ἕ­να-ἕ­να τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τῆς κα­θε­μιᾶς. Κοί­τα­ξε τοὺς καρ­πούς, τοὺς ὤ­μους, τὸ στῆ­θος, τὸ φύ­λο, τὰ πέλ­μα­τά του. Ἔπι­α­σε τὰ μαλ­λιά του, ἔπι­α­σε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βλέμ­μα του στρά­φη­κε στὴ ρι­κνο­πρό­σω­πη μουγ­κὴ στὰ σα­νί­δια. Εἶ­δε βα­θιὲς ρυ­τί­δες νὰ αὐ­λα­κώ­νουν γε­ρα­σμέ­να μά­τια, τὸ κρε­μα­σμέ­νο σα­γό­νι, τὰ κρε­μα­σμέ­να καὶ δι­πλω­μέ­να κρέ­α­τα τοῦ γυ­μνοῦ κορ­μιοῦ της. Ση­κώ­θη­κε καὶ μὲ ἀρ­γά,  ἀ­θό­ρυ­βα, ἀ­νά­πο­δα σὰν πη­δη­χτὰ βή­μα­τα, ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα, κρύ­βον­τας τὰ ἀ­χα­μνά του μὲ τὰ χέ­ρια,  ἄ­νοι­ξε καὶ δὲ γύ­ρι­σε οὔ­τε γιὰ νὰ κλεί­σει. Κα­νο­νι­κά. Αὐ­τὴ τὸν εἶ­δε νὰ σβή­νει μιὰ γκρί­ζα χα­ραυ­γὴ ὥ­σπου βα­σί­λε­ψε καὶ τὸ δι­κό της βλέμ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­νε­ζί­να Μά­νου (Δῆ­μος Πέλ­λας). Σπού­δα­σε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­, Παι­δα­γω­γι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Θέ­α­τρο στὴν Ἀ­θή­να, στὸ Λον­δί­νο, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Πρά­γα. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ ὑ­παλ­λη­λι­κὲς θέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸ Στρα­τὴ Χα­βια­ρᾶ στὸ Κέν­τρο Ἑλ­λη­νι­κῶν σπου­δῶν τοῦ Χάρ­βαρντ. Τὸ διήγημά της «Ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ» διακρίθηκε στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Ἱστορίες ἐγκλεισμοῦ τῆς σχό­λης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Μαρία Κοτρούτσου: Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης


Μα­ρί­α Κο­τρού­τσου


Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης:

Ἐραστής χωρὶς δεσμεύσεις, πληροφορίες γιὰ τὸ χρήστη


ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ:

Στὴν συν­θή­κη πε­ρι­έ­χε­ται ἄ­το­μο τοῦ εὐ­ρύ­τε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ κύ­κλου, αὐ­στη­ρά.  Οἱ κα­λυ­πτό­με­νες προ­δι­α­γρα­φὲς εἶ­ναι συμ­βα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου. Νέ­α ἐ­νι­σχυ­μέ­νη σύν­θε­ση βρα­δεί­ας ἀ­πο­δέ­σμευ­σης.


ΧΡΗΣΗ:

Ἁ­πλή, σύν­το­μη καὶ σπο­ρα­δι­κὴ χρή­ση ὥ­στε νὰ μὴν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἡ με­τα­βό­λι­ση τῆς οὐ­σί­ας. Ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πλή­ρω­μα σε­ξου­α­λι­κῆς ζω­ῆς, δὲν ὑ­πο­κα­θι­στᾶ μί­α ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη σχέ­ση.


ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ:

Σὲ πε­ρί­πτω­ση κα­τά­στα­σης φρι­κτῆς ἀ­νη­συ­χί­ας, ἀϋ­πνί­ας καὶ ἀ­νώ­φε­λης ἀ­να­ζή­τη­σης ἀ­παν­τή­σε­ων, πα­ρα­κα­λῶ ξε­πλύ­νε­τε μὲ ἄ­φθο­νο ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νῆ­στε μὲ τὸ Κέν­τρο Δη­λη­τη­ρι­ά­σε­ων. Κά­να­τε ὑ­περ­κα­τα­νά­λω­ση τῆς ἐν­δει­κτι­κῆς προσ­λαμ­βα­νό­με­νης πο­σό­τη­τας πρόσ­λη­ψης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κοτρούτσου Μαρία (Πήλιο, 1993). Σπού­δα­σε Μη­χανι­κὸς Πλη­ροφο­ρικῆς στὸ Πανε­πι­στή­μιο Ἰωαν­νί­νων. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τώ­ρα ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὸν Βό­λο. Δου­λεύει σὲ μπὰρ στὸ κέντρο τῆς πό­λης, ἐνῶ παράλ­λη­λα διδά­σκει ἀγ­γλι­κά σὲ κέν­τρο ξέ­νων γλως­σῶν. Δη­μο­σιε­ύει γιὰ πρώ­τη φορά.


Κατερίνα Κοντοπούλου: Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βάλτου

 

Κατερίνα Κον­το­πού­λου


Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βάλ­του


ΟΙΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ στὸν κα­θρέ­φτη. Ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἀλ­λά­ζεις, δο­κι­μά­ζεις, ἐ­πι­στρέ­φεις στὰ πα­λιὰ ἢ πε­ρί­που στὰ πα­λιὰ ἢ πο­τὲ πί­σω στὰ πα­λιά. Ὅ­σο πιὸ νέ­ος τό­σο πιὸ πολ­λά τὰ πο­τὲ ξα­νά. Ἐλ­πί­ζεις γιὰ κά­ποι­α οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη ἀλ­λα­γή, μιὰ κα­λυ­τέ­ρευ­ση, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ θὰ σοῦ προσ­δώ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον. Κοι­τᾶς μέ­χρι νὰ βα­ρε­θεῖς νὰ κοι­τᾶς. Κου­βα­λᾶς εἴ­κο­σι, τριά­ντα χρό­νια καὶ βά­λε ἕ­να κορ­μὶ γε­μά­το πλη­γές, ἕλ­κη, ἐκ­δο­ρές, ἐκ­χυ­μώ­σεις, κιρ­σούς, κυτ­τα­ρί­τι­δα, ρα­γά­δες, ἐ­λι­ές, κοκ­κι­νί­λες, μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, ἀλ­λοῦ λι­πα­ρό­τη­τα, ἀλ­λοῦ ξη­ρό­τη­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ προ­τι­μοῦ­σες – πι­τυ­ρί­δα, ψω­ρί­α­ση, κο­ψί­μα­τα, ἐκ­ζέ­μα­τα, ἀλ­λοῦ πρη­ξί­μα­τα, ἀλ­λοῦ βα­θου­λώ­μα­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ εὐ­χό­σουν – ἕ­να κα­τ’ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση ἀ­τε­λὲς σῶ­μα ἐ­νῶ οἱ γο­νεῖς σου ὁρ­κί­ζον­ταν τὸ ἀν­τί­θε­το, «ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις, θά…».

        Ὁ­πό­τε με­ρι­κὲς φο­ρὲς πρέ­πει νὰ πά­ρεις τὴν κα­τά­στα­ση στὰ χέ­ρια σου. Παίρ­νεις ἀ­νά­σα καὶ κά­νεις βου­τιὰ στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη. Δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ὄ­μορ­φο θέ­α­μα, οὔ­τε εὔ­κο­λη ἀ­πό­φα­ση. Ἕ­νας λάκ­κος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση μοιά­ζει μὲ λί­μνη γε­μά­τη ἀρ­γὸ τσι­μέν­το ποὺ ἀ­να­δί­δει θειά­φι. Ξε­χω­ρί­ζουν κε­φά­λια πα­σα­λειμ­μέ­να καὶ αὐ­τὰ μὲ τὴν λά­σπη στὰ μαλ­λιὰ καὶ στὸ πρό­σω­πο, μιὰ ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη φυ­λὴ τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου, ἐ­λα­φρῶς ξαφ­νι­α­σμέ­νη ἀ­κό­μα, κα­θὼς κά­ποι­ος τυ­φώ­νας τὴν ξε­ρί­ζω­σε ἀ­πὸ τὸ Πε­ροὺ καὶ πέ­τα­ξε τοὺς ἄλ­λο­τε πο­λε­μι­στὲς στὴν Αἰ­δη­ψό, στὶς Κρη­νί­δες ἢ στὸ Κιλ­κὶς γιὰ λα­σπό­λου­τρα, χα­λα­ροὺς καὶ πα­ρο­πλι­σμέ­νους.

        Ἀ­κό­μα ἕ­να κε­φά­λι καὶ ἐ­σὺ μέ­σα στὴν βε­λου­τὲ σού­πα, συ­στή­νε­σαι βά­σει ἰ­α­τρι­κοῦ φα­κέ­λου: «Γρη­γό­ρης, πό­νο στὸν γο­φό», «Βα­σι­λι­κή, ρευ­μα­το­πά­θει­ες». Οἱ πα­θή­σεις σπᾶ­νε τὸν πά­γο, οἱ ὁ­μι­λοῦ­σες κε­φα­λὲς δὲν στα­μα­τᾶ­νε τὴν ψι­λο­κου­βέν­τα, ἡ συ­ζή­τη­ση γί­νε­ται κου­βέρ­τα, με­τα­τρέ­πει τὸν χῶ­ρο σὲ κα­φέ, σὲ ἑ­στι­α­τό­ριο, σὲ μπάρ, σὲ πε­ρί­γυ­ρο ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ­τι­δή­πο­τε γιὰ νὰ ξε­χά­σεις τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κά­τω ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ εἶ­σαι μα­ζὶ μὲ ἀ­γνώ­στους ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ γυ­μνὸς γιὰ ἰ­α­τρι­κοὺς σκο­πούς. Ἄ­ρα­γε τώ­ρα ποὺ μι­λᾶς γιὰ τὸ αὐ­χε­νι­κό σου σύν­δρο­μο κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ἀγ­γί­ζε­ται;

       Κά­πο­τε, ἀ­φή­νε­σαι. Δὲν σὲ ἐ­νο­χλεῖ πιὰ τὸ θειά­φι στὰ ρου­θού­νια σου, δὲν τρα­βὰ ἡ λά­σπη τὸ δέρ­μα ὅ­σο ξε­ραί­νε­ται πά­νω σου, βρί­σκεις μιὰ ἐ­σο­χή, σκά­βεις τὰ μα­λα­κὰ τοι­χώ­μα­τα γιὰ νὰ στα­θεῖς πιὸ ἄ­νε­τα, φτιά­χνεις πη­γα­δά­κια στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ γούρ­να μὲ ὅ­σους συ­να­σθε­νεῖς μπο­ρεῖς νὰ ἀν­ταλ­λά­ξεις δυ­ὸ κου­βέν­τες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νη­θί­ζεις τὴν  θερ­μο­κρα­σί­α, τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τῶν ὁ­μοι­ό­μορ­φα κα­λυμ­μέ­νων σω­μά­των, τὴν γύ­μνια, τὴν λά­σπη νὰ γαρ­γα­λά­ει τὶς πα­τοῦ­σες. Ὁ πό­νος στοὺς γο­φοὺς μα­λα­κώ­νει, ὁ κνη­σμὸς φεύ­γει, οἱ ρυ­τί­δες λει­αί­νον­ται, οἱ οὐ­λὲς κλεί­νουν, τὰ ἐκ­ζέ­μα­τα ὑ­πο­χω­ροῦν. Ἀ­πο­τολ­μᾶς με­ρι­κὲς ἁ­πλω­τές. Κα­λω­σο­ρί­ζεις τοὺς και­νούρ­γιους στὸν λάκ­κο, ἀ­πο­κτᾶς τὸν ἀ­έ­ρα μιᾶς κά­ποι­ας ἐμ­πει­ρί­ας. Σχε­διά­ζεις στὸ γκρί­ζο πρό­σκαι­ρο δέρ­μα σου ἑ­λι­κο­ει­δῆ σχή­μα­τα, ψά­ρια, γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια, θυ­μᾶ­σαι τὶς σχο­λι­κὲς ζω­γρα­φι­ές σου καὶ τὶς πρῶ­τες κα­τα­σκευ­ὲς μὲ πλα­στε­λί­νη.

        Καὶ ὅ­ταν εἶ­σαι ἕ­τοι­μος, μὲ στέ­ρε­α βή­μα­τα ἀ­φή­νεις τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μά σου στὰ χα­λί­κια καὶ γυρ­νᾶς στὸ γνω­στό σου δω­μά­τιο, ἕ­να τέ­λει­ο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἄ­γαλ­μα. Μέ­χρι νὰ ξε­πλύ­νεις τὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη ἀ­πὸ πά­νω σου.  Καὶ πά­λι νὰ ἐ­πι­στρέ­φεις.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κα­τε­ρί­να Κον­το­πού­λου (Κα­βά­λα). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ καὶ συ­νέ­χι­σε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε γιὰ δύο χρό­νια μὲ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ δή­μου Μο­σχά­του ὡς συν­τά­κτρια τῆς στή­λης «Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Οὐ­ρα­νί­σκου» καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὸν δη­μό­σιο το­μέ­α.

 

Ἰωάννα Ἀμπατζῆ: Τὶ χρωστάω;


Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζὴ


Τὶ χρωστάω;

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ τὰ κα­πνὰ εἶ­χαν πά­ει κα­λά. Κα­τε­βαί­να­με Ἀ­θή­να νὰ πλη­ρω­θοῦ­με. Ὅ­λοι χω­ριά­τες ἤ­μα­σταν. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο φί­σκα, πολ­λὲς οἱ ὧ­ρες, ἐ­σκά­γα­με. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἔ­κα­νε πα­ρά­σι­τα, ἡ κε­ραί­α ἔ­φται­γε. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­βα­λε Τσι­τσά­νη. Μοῦ θύ­μι­σε τὴν Κι­κή. Δὲν τὴν ἤ­θε­λε γιὰ νύ­φη ἡ μα­κα­ρί­τισ­σα, ἦ­ταν φτω­χή, ἔ­λε­γε, δι­ώ­ξ’ τη. Εἶ­χε πά­ει Γερ­μα­νί­α ἐρ­γά­τρια, ἔ­τσι μοῦ ’­χαν πεῖ. Εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἡ μά­να μου ἔ­φται­γε.

        Φτά­νου­με Ἀ­θή­να, κα­τε­βαί­νου­με κέν­τρο. Ὁ κα­πνέμ­πο­ρος μᾶς πλη­ρώ­νει, κα­λά τα λε­φτά. Κά­νου­με τὴ μοι­ρα­σιά, κα­θό­μα­στε γιὰ ρε­τσί­να, τὰ τσού­ζου­με.

        Πᾶ­με νὰ τὸ γλεν­τή­σου­με στὴ Φυ­λῆς; Λέ­νε οἱ ἄλ­λοι δύ­ο.

              Γε­μά­τα τὰ πορ­το­φό­λια μας, ἄρ­χον­τες. Πᾶ­με.

        Τὸ μπουρ­δέ­λο ἄ­δει­ο. Εἶ­ναι νω­ρίς, ἀ­κό­μα. Ἀ­κού­ω πά­λι Τσι­τσά­νη. Ἦ­ταν δι­α­χρο­νι­κός, αὐ­τὸ ἔ­φται­γε. Μπαί­νω στὸ δω­μά­τιο. Με­ταλ­λι­κὸ κρε­βά­τι, τσα­λα­κω­μέ­να σεν­τό­νια, ἡ κο­πέ­λα μι­κρή. Εἴ­κο­σι λε­πτά. Βγαί­νω.

        Βλέ­πω τοὺς ἄλ­λους νὰ πλη­ρώ­νουν. Παίρ­νω σει­ρά. Βγά­ζω ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου ἕ­να μά­τσο κα­το­στά­ρι­κα δι­πλω­μέ­να.

        Τί χρω­στά­ω; τῆς λέ­ω.

        Λέ­ει, τί­πο­τα, κύ­ρι­ε.

        Μά, πῶς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, πό­σα θές, ἐ­πι­μέ­νω.

        Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, Δη­μή­τρη, δὲν θὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ τὴν κό­ρη σου.

        Τὴν κοι­τά­ω. Τὴ βλέ­πω. Δὲν εἶ­χε φύ­γει Γερ­μα­νί­α, δὲν εἶ­χε γί­νει ἐρ­γά­τρια. Ἐ­γὼ ἔ­φται­γα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πό­φοι­τος Γαλ­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, μὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Θε­α­τρο­λο­γί­α καὶ τὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­γρα­φί­α καὶ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση. Ἔρ­γα της, ἀ­το­μι­κὰ ἢ συλ­λο­γι­κά, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρους ἐκ­δο­τι­κούς. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πα­ρά­θυ­ρα (ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἔκδ. Μο­λύ­βι, 2014).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (2/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[2/3]

[τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη]


»ΠΡΟΕΔΡΟΣ τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ν­νης κα­τὰ τὸν δο­θέν­τα τὴν 3 Φε­βρ. 1845 χο­ρόν, ἰ­δὼν ὅ­τι ἐ­κλή­θη πρὸ αὐ­τοῦ(1) ὁ τῆς Γε­ρου­σί­ας πρό­ε­δρος Γ. Κουν­του­ρι­ώ­της, ἀ­πῆλ­θεν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα. Τοῦ­το ἐ­ξέ­πλη­ξε τοὺς ξέ­νους καὶ ἐ­λύ­πη­σε σφό­δρα τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸν Κω­λέ­την, πα­ρώρ­γι­σε δὲ με­γά­λως τοὺς Βα­σι­λεῖς, καὶ ἰ­δί­ως τὴν Βα­σί­λισ­σαν, ἥ­τις οὐ­δέ­πο­τε συ­νε­χώ­ρη­σε τὸν Δε­λη­γιά­ννην διὰ τὴν πρᾶ­ξιν ταύ­την, ἣν ἐ­θε­ώ­ρη­σε προ­σβο­λὴν ἀ­πευ­θυν­θεῖ­σαν ἀ­μέ­σως εἰς τὸ πρό­σω­πόν της. Τὴν ἐ­παύ­ριον τοῦ χο­ροῦ ἐν τῇ συ­νε­δριά­σει τῆς Βου­λῆς ὑ­πε­κι­νή­θη τὸ ζή­τη­μα αὐ­τὸ ἀ­πὸ μέ­ρους τῆς ὑ­πουρ­γι­κῆς φά­λαγ­γος, προ­τι­θε­μέ­νης ν’ ἀ­πο­δο­κι­μά­σῃ τὴν δι­α­γω­γὴν ταύ­την τοῦ Προ­έ­δρου της, κα­θ’ ὅ­σον ἡ ὑ­πουρ­γι­κὴ φά­λαγξ ἐν τῇ Βου­λῇ πε­ρι­εῖ­χε πᾶ­σαν σχε­δὸν τὴν ὕ­λην τοῦ Αὐ­το­χθο­νι­κοῦ κόμ­μα­τος(2). Ἐ­πει­δὴ δὲ οἱ συγ­κρο­τοῦν­τες τὸ κόμ­μα αὐ­τὸ ἦ­σαν ἐκ τῶν ἐ­παρ­χι­ῶν, ὅ­που δὲν εἶ­χον εἰ­σα­χθῆ δι­ό­λου οἱ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοὶ τρό­ποι, ἐν οἷς καὶ οἱ ἐκ τού­των χο­ροί, κα­τὰ τὴν 10 9βρίου 1844 ὁ χο­ρὸς εὑ­ρέ­θη ἄ­νευ χο­ρευ­τῶν, ἀ­φοῦ οἱ τὸ τῶν νε­η­λύ­δων ἀ­πο­τε­λοῦν­τες κόμ­μα καὶ ἰ­δί­ως οἱ Φα­να­ρι­ῶ­ται, καί­τοι κλη­θέν­τες δὲν με­τέ­βη­σαν εἰς αὐ­τὸν τὸν χο­ρόν, πα­ρήγ­γει­λαν μά­λι­στα ἐμ­μέ­σως τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ, ὅ­τι ὕ­στε­ρον ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­αν τὴν ὁ­ποί­αν δί­δει εἰς τὸ Αὐ­το­χθο­νι­κὸν κόμ­μα, “ἂς δι­α­σκε­δά­σῃ εἰς τὰς ἑ­ορ­τάς της μὲ τὴν λε­ρω­μέ­νην φου­στα­νέλ­λαν, χο­ρεύ­ου­σα τὸ μαῦ­ρο γε­με­νὶ καὶ τὸν τσά­μι­κον“. Ἐκ τού­του ἐ­ρε­θι­σθέν­τες οἱ εἰς τὸ κρα­τοῦν κόμ­μα ἀ­νή­κον­τες, ἐ­κά­λε­σαν ἀ­μέ­σως χο­ρο­δι­δά­σκα­λον καὶ πάν­τες οἱ νε­ώ­τε­ροι τῶν 40 ἐ­τῶν ἐ­γυ­μνά­σθη­σαν με­τὰ τῶν συ­ζύ­γων των εἰς τὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸν χο­ρόν, οἱ δὲ πρε­σβύ­τε­ροι ἐ­γύ­μνα­σαν τὰς κό­ρας των, καὶ οὕ­τως ἐν τῷ χο­ρῷ τῆς 1 Ἰ­αν. 1845 εὑ­ρέ­θη­σαν Αὐ­τό­χθο­νες χο­ρευ­ταὶ ἀρ­κε­τοί. Τὴν δὲ 3 Φε­βρ. ἐ­κλή­θη­σαν καὶ οἱ νε­ή­λυ­δες, ἀλ­λὰ συμ­βά­σης τὴν ἑ­σπέ­ραν ἐ­κεί­νην τῆς πρὸς τὴν Βα­σί­λισ­σαν πε­ρι­φρο­νή­σε­ως τοῦ Δε­λη­γιά­ννη, οἱ νε­ή­λυ­δες ἐ­χλεύ­α­ζον τὴν Ἀ­μα­λί­αν δι’ ὅ,τι ἔ­πα­θεν ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συ­νε­ταί­ρους της, ὑ­πο­θαλ­πού­σης καὶ πα­ρὰ τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ τὴν κα­τὰ τῶν Αὐ­το­χθό­νων ἀ­πο­στρο­φὴν καὶ τῆς Πλού­σκωβ με­γά­λης Κυ­ρί­ας τῆς Τι­μῆς, ἥ­τις εἶ­χε πολ­λὴν ἀ­δυ­να­μί­αν εἰς τὴν πρὸ τῆς Γ´ 7βρίου πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζου­σαν τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα Φα­να­ρι­ω­τι­κὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τί­αν. Διὰ τὸν λό­γον λοι­πὸν τοῦ­τον ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῆς Βου­λῆς ἐ­σκό­πει νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σῃ τὴν Βα­σί­λισ­σαν. Τοῦ­το ἰ­δὼν ὁ Δε­λη­γιά­ννης ἐ­φο­βή­θη, καὶ ἀν­τὶ ἀ­πο­λο­γού­με­νος νὰ εἰ­πῇ τὸ ἐκ τοῦ Συν­τάγ­μα­τος χο­ρη­γού­με­νον αὐ­τῷ ἰ­σχυ­ρὸν δι­και­ο­λό­γη­μα, ὑ­πεί­κων εἰς τὰς ἐ­σφαλ­μέ­νας συμ­βου­λὰς ἐ­δι­και­ο­λο­γή­θη ὅ­τι ἔ­φυ­γε πι­ε­σθεὶς ἀ­πὸ σω­μα­τι­κὴν ἀ­νάγ­κην, ὅ­περ καὶ τὴν ἀ­ξί­αν τοῦ κι­νή­μα­τός του ἐκ­μη­δέ­νι­σε καὶ πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς κα­τέ­στη ἀ­πε­χθής.»


       (1) Κα­τὰ τὴν νέ­α ἀ­να­κτο­ρι­κὴ ἐ­θι­μο­τα­ξί­α ποὺ εἰ­σή­χθη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Ὄ­θω­να με­τὰ τὴν συν­ταγ­μα­τι­κὴ με­τα­βο­λὴ τοῦ 1843, κα­τὰ τοὺς ἐ­πί­ση­μους χο­ροὺς ἡ Βα­σί­λισ­σα, με­τὰ τὸν ἀρ­χαι­ό­τε­ρο Δι­πλω­μά­τη καὶ τὸν Πρω­θυ­πουρ­γὸ ἔ­πρε­πε νὰ χο­ρέ­ψει τὴν Πο­λω­νέ­ζα μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Γε­ρου­σί­ας καὶ τέ­ταρ­τον μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Βου­λῆς. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς τὴν λε­πτο­μέ­ρεια αὐ­τὴ εἶ­χε λη­σμο­νή­σει ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ννης, καὶ ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­γά­λο πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­πλω­μα­τι­κὸ ζή­τη­μα. Ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το τὸ σχό­λιο τῆς ἐφ. Ἐλ­πίς, τὴν ἑ­πο­μέ­νην 04.02.45: «Ὁ Κ. Δε­λη­γιά­ννης ἐ­δύ­να­το νὰ φρο­νῇ ὁ­τι ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς πρέ­πει νὰ προ­τι­μᾶ­ται τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Γε­ρου­σί­ας, ἀλ­λ’ ἔ­πρε­πε να ἐν­θυ­μη­θῇ ὅ­τι ἡ Βα­σί­λισ­σα εἶ­ναι εἰς τὸ σπῆ­τι της, καὶ δύ­να­ται νὰ ζη­τή­σῃ συ­νά­ο­ρον [συγ­χο­ρευ­τὴ] ὁ­ποῖ­ον θέ­λῃ…» [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]

       (2) Τὸ Κόμ­μα τῶν Αὐ­το­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Φου­στα­νέλ­λας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν πο­λι­τι­κῶν καὶ στρα­τι­ω­τι­κῶν τῶν πε­ρι­ο­χῶν ποὺ εἶ­χαν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ, βρι­σκό­ταν σὲ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα μὲ τὸ Κόμ­μα τῶν Ἑ­τε­ρο­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Ρεν­τιγ­κό­τας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τοὺς νε­ή­λυ­δες στρα­τι­ω­τι­κούς, λο­γί­ους καὶ Φα­να­ρι­ῶ­τες ποὺ εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει κα­τὰ τὴν Ἒ­πα­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὶς ἀ­λύ­τρω­τες πε­ρι­ο­χές. [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκδ. ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 78-79 [Τίτλος: «153.—Κα­πε­τὰν δελ­λὰ παν­τι­έ­ρας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἀπὸ τὰ 1833 ὡς τὰ 1843 ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Βασίλισσα πρῶτοι ἀνοῖγαν τὸ χορό, χορεύοντας τὴν Πολωνέζα, ἐκεῖνος μὲ τὴς Κυράδες τῶν ξένων διπλωματῶν κ’ ἡ Βασίλισσα μὲ τοὺς πρεσβευτάδες. Ὕστερα ἐρχόταν ἡ σειρὰ τῶν Ἑλ­λή­νων ὑπουργῶν κι’ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Βασιλέας ἀν­τὶ νὰ χορέψῃ τὴς ὑπουργῖνες (ποὺ δὲν ξέρανε τὸ συχνότερο εὐρωπαϊκοὺς χο­ροὺς) προτιμοῦσε τὴς Φαναριώτισσες καὶ Φαναριωτοποῦλες.

[ὅπ. π. σελ. 76]

Πολωνέζα