Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τί βγά­ζει, ἀ­λή­θεια, ἡ πέν­να μου, ὅ­ταν ἀ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:…]


08-kirschsarah-tibgazeialitheia-eikona-02


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τί βγά­ζει, ­λή­θεια, πέν­να μου,

­ταν ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:…]

[Was mir so aus der Feder kriecht wenn ich Radio höre:…]


ΤΙ ΒΓΑΖΕΙ, ἀ­λή­θεια, ἡ πέν­να μου, ὅ­ταν ἀ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:


       Κα­λη­μέ­ρα!


      Εἶ­χα τὴν τύ­χη νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ζων­τα­νὸς ἀ­πὸ τὸ Ντά­χα­ου. Θέ­λω νὰ ἱ­στο­ρή­σω αὐ­τὴ τὴ με­γά­λη τύ­χη. Οἱ χω­ρι­κοὶ μοῦ δώ­σα­νε ψω­μὶ καὶ μέ­λι. Τὸ βρά­δυ οἱ να­ζι­στὲς ἄρ­χι­σαν νὰ ἐ­κτε­λοῦν Ρώ­σους. Παρ­τι­ζά­νους, Ἑ­βραί­ους καὶ στε­λέ­χη. Χω­ρὶς δί­κη. Κα­τό­πιν ἄρ­χι­σε ἡ προ­έ­λα­ση πρὸς τὴν Μό­σχα. Ἕ­νας ἀ­γρό­της ἀ­πὸ τὸ Münsterland εἶ­πε, ἂν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, πρέ­πει νὰ χά­σου­με γρή­γο­ρα αὐ­τὸν τὸν πό­λε­μο. Τὸ σα­ράν­τα ἕ­να, σα­ράν­τα δύ­ο εἴ­μα­σταν ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι. Μὲ πλη­σί­α­σε κά­ποι­ος: Στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης εἶ­χα δώ­σει στὴν ἀ­δελ­φή του νὰ φά­ει. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἡ σω­τη­ρί­α μου. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κι­νοῦ­μαι, ἔ­βλε­πα καὶ ἄ­κου­γα κι­ό­λας ἀγ­γέ­λους. Φω­νὲς σὰν νε­ρο­πη­γές. Ἕ­να ἄ­λο­γο κον­τά μου, ἔ­τσι ἦρ­θε ἡ Ἄ­νοι­ξη. Κά­θε­τοι ἀ­νέ­μοι, κρώ­ξι­μο γε­ρα­νῶν. Σ’ ἕ­να δι­ά­τρη­το ἀ­πὸ σφαῖ­ρες σπί­τι στὸ Witebsk* ὁ Hans ἔ­παι­ξε σα­ραμ­πάν­τες τοῦ Μπάχ. Τέσ­σε­ρεις ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα σκο­τώ­θη­κε. Ἐ­γὼ κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­φύ­γω. [54-55]


* Πό­λη τῆς Λευ­κο­ρω­σί­ας, γε­νέ­τει­ρα τοῦ Marc Chagall.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.



		

	

Γιάννης Μανέτας: Ἕνας παράξενος απόφοιτος

manetasgiannis-enasparaksenosapofoitos-eikona-02


Γιά­ννης Μα­νέ­τας


Ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἀ­πό­φοι­τος


04-omikron ΝΕΑΡΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΟΣ τῆς τά­ξης τοῦ 2030 ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πος. Ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ μι­σό­λο­γα με­ρι­κῶν ἐκ­κεν­τρι­κῶν κα­θη­γη­τῶν του, ποὺ ἂν καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἔ­με­ναν κα­θη­λω­μέ­νοι χα­μη­λὰ στὴν ἱ­ε­ραρ­χι­κὴ βαθ­μί­δα, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μὴν ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ συρ­μό, ὅ­πως αὐ­τὸς δι­α­μορ­φω­νό­ταν ἀ­πὸ τοὺς μά­να­τζερ τῶν ἑ­ται­ρει­ῶν, ποὺ εἶ­χαν κα­τα­κλύ­σει τὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­φοι­τη­τές του ἐκ­στα­σι­ά­ζον­ταν στὴν προ­ο­πτι­κὴ νὰ κά­νουν δι­δα­κτο­ρι­κὸ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς «Immortality S&A» ἢ τῆς «Hale after 100 R&D», στὰ ἰ­δι­ό­κτη­τα ἐρ­γα­στή­ριά τους. Ἀ­πο­μό­νω­ση βέ­βαι­α, σὰν φυ­λα­κὴ πο­λυ­τε­λεί­ας ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ νη­σά­κια, ποὺ εἶ­χαν ἐ­πι­τα­χτεῖ καὶ ἐκ­κε­νω­θεῖ γιὰ νὰ γί­νουν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πάρ­κα, ὡ­στό­σο ὑ­πῆρ­χε ἄ­νε­ση, ἀ­σφά­λεια καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, σί­γου­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση. Καὶ αὐ­τὸ για­τί τὸ προσ­δό­κι­μο ἐ­πι­βί­ω­σης στὰ κα­λῶς φυ­λασ­σό­με­να γκέ­το πο­λυ­τε­λεί­ας τῶν βο­ρεί­ων προ­α­στί­ων τῆς πρω­τεύ­ου­σας εἶ­χε ἀ­νέ­βει ἀρ­κε­τά, καὶ ἕ­να σω­ρὸ χού­φτα­λα ἦ­σαν δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ πλη­ρώ­σουν ὅ­σο-ὅ­σο γιὰ τὰ χά­πια τῆς ψευ­δαί­σθη­σης. Νὰ φαί­νον­ται λί­γο πιὸ κο­τσο­νά­τοι, τὶς ἐ­λά­χι­στες ἔ­στω ὧ­ρες, ποὺ μπο­ροῦ­σαν φρου­ρού­με­νοι νὰ ξε­μυ­τί­σουν ἀ­πὸ τὸ κά­στρο. Ὁ ἰ­δι­ό­τρο­πος ἀ­πό­φοι­τος κα­τέ­βη­κε μὲ προ­φυ­λά­ξεις τὰ σκα­λιὰ τοῦ τρί­του ὑ­πο­γεί­ου, ὅ­που καὶ τὰ γρα­φεῖ­α τῶν νε­ο-Λου­δι­τῶν, ὅ­πως τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν μὲ χλευα­σμὸ καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση οἱ ἄλ­λοι κα­θη­γη­τές. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί ση­μαί­νει ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς καὶ για­τὶ ταί­ρια­ζε σὲ αὐ­τὰ τὰ συμ­πα­θῆ γε­ρον­τά­κια. Ἤ­ξε­ρε ὅ­μως ὅ­τι γιὰ νὰ κα­τέ­βεις στὸ ὑ­πό­γει­ο ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σεις τὴν ἔ­παρ­ση καὶ τὶς ἐ­ξυ­πνά­δες στὸ ἀ­νώ­γει­ο.

         «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ με­λε­τή­σω ἕ­να φυ­σι­κὸ οἰ­κο­σύ­στη­μα» εἶ­πε δει­λά.

         «Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ φυ­σι­κὰ οἰ­κο­συ­στή­μα­τα, γι­έ μου» ἀ­πάν­τη­σε μὲ κά­ποι­α πι­κρό­χο­λη νο­σταλ­γί­α.

         «Τό­τε, ποι­ό οἰ­κο­σύ­στη­μα νο­μί­ζε­τε ὅ­τι θὰ εἶ­χε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον;»

         Τὰ μά­τια τοῦ κα­θη­γη­τὴ ἔ­λαμ­ψαν.

         «Τὸ γκέ­το τοῦ κέν­τρου, δὲν ξέ­ρω ὅ­μως ἂν θὰ εἶ­ναι γιὰ τὸ κα­λὸ ἢ τὸ κα­κό.»

         «Καὶ τί μπο­ρῶ νὰ κά­νω ἐ­κεῖ;»

         «Νὰ μὲ βο­η­θή­σεις γι­έ μου. Με­λε­τά­ω τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ συ­νω­στι­σμοῦ, τῆς στέ­ρη­σης καὶ τῆς βί­αι­ης κα­τα­στο­λῆς στὶς ὁρ­μό­νες τῆς ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­πά­θειας.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μό­σι­ευ­ση.

Γιά­ννης Μα­νέ­τας (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε φυ­σι­ο­γνω­σί­α καὶ γε­ω­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας, πῆ­ρε δι­δα­κτο­ρι­κὸ Βι­ο­λο­γι­κῶν Ε­πι­στη­μῶν ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πά­τρας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μιο ἀ­πό τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐ­ξε­λέ­γη κα­θη­γη­τής Φυ­σι­ο­λο­γί­ας Φυ­τῶν τὸ 1993. Συ­νερ­γά­στη­κε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σταθ­μὸ «Abisco» τῆς Λα­πω­νί­ας κ.ἄ.

Δημήτρης Κουκουλᾶς: Στὸ μετρό

koukoulasdimitris-stometro-eikona-01


Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς


Στὸ με­τρό


03-alpha-01ΚΟΥΣ ΡΕ ΣΥ τί ἔ­γι­νε σή­με­ρα μὲ τὴ Μα­ρί­α;

— Τί; Ρω­τά­ει, ὁ ἄν­δρας.

— Τῆς ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἕ­να χά­πι ποὺ δὲν τὸ πρό­σε­ξε.

           — Καὶ λοι­πόν;

           — Τὸ πῆ­ρε κρυ­φὰ ὁ Θα­νά­σης. Καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ αὐ­τὴ βγῆ­κε, μᾶς εἶ­πε πὼς εἶ­ναι φάρ­μα­κο γιὰ σχι­ζο­φρέ­νεια! Ξέ­ρει αὐ­τὸς ἀ­πὸ φάρ­μα­κα.

           — Σο­βα­ρὰ μι­λᾶς;

           — Ναὶ ρὲ σύ. Ἄ­κου ρὲ γα­μῶ­το ἐ­ξή­γη­ση! Τό­σο και­ρὸ νὰ μὴν ξέ­ρω τί­πο­τα! Νὰ κά­νου­με πα­ρέ­α νὰ εἶ­ναι ἡ ἄλ­λη σχι­ζο­φρε­νής, νὰ κιν­δυ­νεύ­ω ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ καὶ αὐ­τὴ οὔ­τε κου­βέν­τα. Τὸ φαν­τά­ζε­σαι δη­λα­δή;

           — Ναί, ἔ­χεις δί­κιο!


(Κά­θον­ται στὸ ἀ­πέ­ναν­τί μου κά­θι­σμα. Ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ 45. Φο­ρᾶ­νε ροῦ­χα σι­νι­ὲ καὶ φαί­νον­ται ἀ­ε­ρά­τοι. Κου­βεν­τιά­ζουν με­γα­λό­φω­να μὲ αὐ­τὴ τὴν ἄ­νε­ση ποὺ δί­νει στὶς με­γα­λου­πό­λεις ἡ ἀ­νω­νυ­μί­α τοῦ πλή­θους. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Μό­λις ἔ­χουν σχο­λά­σει… Στε­λέ­χη μὲ πό­στα καὶ πτυ­χί­α…)


Κα­τέ­βη­κα στὴν πρώ­τη στά­ση, ποὺ δὲν ἦ­ταν ὁ προ­ο­ρι­σμός μου…

Κα­τέ­βη­κα νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα.

Λί­γο ἀ­έ­ρα μέ­σα στὴ σή­ραγ­γα!

Μέ­σα στὸ τοῦ­νελ!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς (Μεσ­ση­νί­α, 1947). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλλογὲς διηγημάτων Τὰ Φορ­τη­γὰ καὶ Ἄλ­λες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Ἀπόπειρα, 2011) καὶ Βαρκαρόλα στὴν κοί­τη τῆς πό­λης (ἐκδ. Εὔ­μα­ρος, 2016), κα­θὼς καὶ τὸ χρο­νι­κὸ Οἱ Ἀριστεριστές (ἐκδ. Εὔ­μα­ρος, 2015). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἱ­στο­λό­γιο navarino-s .



		

	

Γιάννης Παπαγεωργίου: Κοινὸς βίος

Papageorgiou,Giannis-KoinosBios-Eikona-03


Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου

 

Κοι­νὸς βί­ος


02-GammaΥΡΙΖΕ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μὲ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων χω­μέ­να βα­θειὰ στὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τῆς τὸ φα­νε­ρώ­σει, μὰ σὰν τὸν εἶ­δε κα­τά­λα­βε. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ξε­γε­λά­σει. Ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν κα­κὸς ἠ­θο­ποι­ὸς καὶ κεί­νη σπίρ­το ἀ­ναμ­μέ­νο. Κά­πο­τε θὰ ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν κι αὐ­τό, εἶ­πε. Ὅ­λα μὲ τὴ σει­ρά τους.

        Εἶ­χαν γνω­ρι­στεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιά­τσες τοῦ πλη­ρω­μέ­νου ἔ­ρω­τα, μιὰ θε­ο­σκό­τει­νη νύ­χτα τοῦ χει­μώ­να γε­μά­τη ὑ­γρα­σί­α καὶ μο­να­ξιά. Τὸ πά­θος ποὺ τοὺς κυ­ρί­ευ­σε ἦ­ταν κε­ραυ­νο­βό­λο καὶ μοι­ραῖ­ο, σπά­νιο γιὰ τέ­τοι­ες πε­ρι­στά­σεις. Αὐ­τὴ εἶ­χε ἔρ­θει ἀ­π’ τὸ χω­ριό της πρό­σφα­τα, δι­ωγ­μέ­νη κα­κὴν κα­κῶς. Τὴν ἔ­βγα­ζε στὸ δρό­μο, ὅ­πως ὅ­πως, καὶ γιὰ λί­γα κέρ­μα­τα τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα. Αὐ­τὸς δού­λευ­ε λο­γι­στὴς σὲ μιὰ με­γά­λη ἑ­ται­ρεί­α, ἔ­βγα­ζε κα­λὰ λε­φτά, ἀ­νύ­παν­τρος, εἶ­χε καὶ δι­κό του σπί­τι. Περ­νοῦ­σαν κα­λὰ μα­ζί, πα­ρό­λο ποὺ συγ­γε­νεῖς καὶ γεί­το­νες ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ τοὺς κοι­τοῦ­σαν μὲ μι­σὸ μά­τι. Μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους πο­τὲ δὲν εἶ­χε πολ­λὰ πά­ρε δῶ­σε, οὔ­τε ἔ­δι­νε λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὴ ζω­ή του. Εἶ­χε του­λά­χι­στον δυ­ὸ-τρεῖς κα­λοὺς φί­λους ἐ­κτὸς δου­λειᾶς ποὺ τοῦ ἀρ­κοῦ­σαν.

        Σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­κλει­ναν μι­σὸ αἰ­ώ­να μα­ζί, πολ­λὰ χρό­νια, μὲ κά­ποι­α ἐν­δι­ά­με­σα δι­αλ­λεί­μα­τα. Τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα ἦ­ταν νέ­οι καὶ ἄ­μυα­λοι καὶ ἀ­χόρ­τα­γοι καὶ ζή­λευ­αν πο­λὺ καὶ δὲν συγ­χω­ροῦ­σαν τὶς ἀ­πι­στί­ες καὶ χώ­ρι­ζαν μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ἔ­στω καὶ ἂν με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο τοὺς περ­νοῦ­σε καὶ ξα­να­σμί­γαν. Μὰ ὁ με­γά­λος κα­βγὰς ξέ­σπα­σε τὴ μέ­ρα ποὺ τοῦ εἶ­πε πὼς ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὴν ἐ­πέμ­βα­ση, νὰ τὸν κό­ψει, νὰ νι­ώ­σει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, θὰ ἄλ­λα­ζε καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τά της, θὰ μπο­ροῦ­σαν καὶ νὰ παν­τρευ­τοῦν, ὁ νό­μος πλέ­ον δὲν θὰ στε­κό­ταν ἐμ­πό­διο.

        Δὲν ἦ­ταν κε­ραυ­νὸς ἐν αἰ­θρί­ᾳ. Ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν πο­λυ­δεί­χνει, οὔ­τε τὸν ἄ­φη­νε νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψει. Οἱ ρό­λοι τους ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νοι, τοῦ ἔ­λε­γε καὶ αὐ­τὸς θέ­λον­τας καὶ μὴ ὑ­πά­κου­ε. Για­τὶ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Ἕ­να πα­νέ­μορ­φο ξαν­θὸ ἀ­γό­ρι εἴ­κο­σι δύ­ο χρό­νων ὅ­λο γλύ­κα, σκέ­τος ἄγ­γε­λος, τὸ πιὸ κα­λὸ παι­δὶ ἦ­ταν, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα εἶ­χε πε­ρά­σει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ φέ­ρει ἀν­τίρ­ρη­ση. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε δει­λὰ δει­λὰ νὰ βά­φε­ται καὶ νὰ φο­ρά­ει φοῦ­στες καὶ ψι­λο­τά­κου­να γο­βά­κια, ἀλ­λὰ μό­νο γι’ αὐ­τόν. Ἦ­ταν μέ­ρος τοῦ παι­χνι­διοῦ καὶ τοῦ ἄ­ρε­σε.

        Ὅ­ταν ξε­κί­νη­σε θε­ρα­πεί­α καὶ τὰ βυ­ζιά του ἄρ­χι­σαν νὰ φου­σκώ­νουν, ἔ­γι­νε πῦρ καὶ μα­νί­α. «Ἂν ἤ­θε­λα νὰ πιά­νω μα­στά­ρια, θὰ πή­γαι­να μὲ κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα» τοῦ εἶ­χε πεῖ τσαν­τι­σμέ­νος. Μὰ τὸ κα­τά­πι­ε κι αὐ­τό. Για­τί τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τώ­ρα ὅ­μως δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Τσα­κώ­θη­καν ἄ­γρια. Τὸν σκυ­λό­βρι­σε, τὸν χτύ­πη­σε ἄ­σχη­μα καὶ τὸν πέ­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι.

        Ἀ­μέ­σως, τὸ με­τά­νι­ω­σε πι­κρά. Ὅ­ταν ἔ­μει­νε μό­νος κα­τά­λα­βε πὼς δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρὶς αὐ­τόν. Κι ἄς τὸν ἔ­κλε­ψε ἀ­πὸ πά­νω. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βγά­λει ἀ­π’ τὸ μυα­λό του. Οὔ­τε δέ­κα μέ­ρες δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ψά­χνει. Ἄ­φαν­τος. Τὸν ἔ­ψα­ξε παν­τοῦ. Στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α, στὰ νε­κρο­το­μεῖ­α, που­θε­νά. Φο­βή­θη­κε μὴν εἶ­χε κά­νει κα­μιὰ τρέ­λα. Ὥ­σπου ἔ­μα­θε πὼς εἶ­χε φύ­γει γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα καὶ ἠ­ρέ­μη­σε κά­πως. Καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ξε­χά­σει.

        Τὴν ξα­να­συ­νάν­τη­σε τυ­χαί­α ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα στὸν μό­λο, λί­γο πρὶν νὰ πέ­σει ὁ ἥ­λιος. Κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι ὁ­λο­μό­να­χη, κά­πνι­ζε καὶ ἀ­γνάν­τευ­ε τὴν κί­τρι­νη θά­λασ­σα. Δυ­σκο­λεύ­τη­κε νὰ τὴν γνω­ρί­σει. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τρί­α χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει πο­λύ.

        Εἶ­χε μιὰ φί­λη κον­το­χω­ρια­νὴ στὴν πρω­τεύ­ου­σα ποὺ τὴ βο­ή­θη­σε νὰ κά­νει τὴν ἐγ­χεί­ρη­ση. Χά­λα­σε πολ­λὰ λε­φτά, ὅ­τι τοῦ ἔ­κλε­ψε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα ἐ­κεῖ πῆ­γαν. Κα­τό­πιν δού­λε­ψε σὲ κά­ποι­α μα­γα­ζιὰ —καὶ στὸ δρό­μο— μὰ δὲν τῆς ἄ­ρε­σε καὶ γύ­ρι­σε πί­σω. «Ζούγ­κλα ἡ με­γά­λη πό­λη», τοῦ εἶ­πε κι ἀγ­κα­λι­α­στή­κα­νε σφι­χτά. Τὴν πῆ­ρε πά­λι στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο παν­τρεύ­τη­καν καὶ δὲν ξα­να­χώ­ρι­σαν. Γιὰ κα­νέ­να λό­γο.

        Οἱ πό­νοι μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ὅ­λο καὶ δυ­νά­μω­ναν, ὁ πυ­ρε­τὸς πλέ­ον μό­νι­μος καὶ ὁ για­τρὸς τα­κτι­κὸς στὸ σπί­τι. Σπά­νια ση­κω­νό­ταν ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἕ­λι­ω­νε, μὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει σὲ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Εἶ­ναι πο­λὺ δυ­να­τά τὰ φῶ­τα τῶν θα­λά­μων, δὲν τὰ ἀν­τέ­χει, τῆς εἶ­χε πεῖ. Αὐ­τὴ πάν­τα δί­πλα του καὶ ὁ­λο­μό­να­χη, δὲν ἤ­θε­λε ἀ­πὸ κα­νέ­ναν βο­ή­θεια. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς οἱ φί­λοι μὲ τὰ χρό­νια εἶ­χαν λι­γο­στέ­ψει. Καὶ τού­τη ‘δῶ ἡ γά­τα ποὺ τὴν εἶ­χαν ἀ­πὸ νε­ο­γέν­νη­το, εἶ­χε γε­ρά­σει ἡ κα­κο­μοί­ρα, κου­ρα­σμέ­νη κι αὐ­τή, δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ πό­δια του.

        Στὸ τέ­λος ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­χε γί­νει ἀ­φό­ρη­τη, οὔ­τε οἱ κορ­τι­ζό­νες τὸν ἔπια­ναν οὔ­τε ἄλ­λα παυ­σί­πο­να μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. Τρέ­μα­νε τὰ κό­κα­λά του, ἦ­ταν ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν. Ὁ για­τρὸς πλέ­ον συ­νι­στοῦ­σε ὑ­πο­μο­νή. Ὁ θε­ὸς εἶ­ναι με­γά­λος. Ἡ ἐ­πι­στή­μη ἔ­κα­νε τὸ χρέ­ος της, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βο­η­θή­σει ἄλ­λο.

        Του­λά­χι­στον ἦ­ταν ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη. Θὰ ἔ­παιρ­νε τὴ σύν­τα­ξή του, εἶ­χε καὶ κά­ποι­α χρή­μα­τα στὴν ἄ­κρη. Εἶ­χε γρά­ψει καὶ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα στὸ ὄ­νο­μά της. Κα­νέ­νας ξε­χα­σμέ­νος ξά­δελ­φος ἀ­π’ τὸ που­θε­νὰ ἢ κα­νὰ κω­λο­α­νή­ψι τοῦ κε­ρα­τᾶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δι­εκ­δι­κή­σει ἀ­π’ τὴ γυ­ναί­κα τῆς ζω­ῆς του, τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ κοι­μό­ταν δί­πλα του τὰ βρά­δια, αὐ­τὸν ποὺ ἀ­γά­πη­σε πιὸ πο­λὺ καὶ ἀ­π’ τὸν ἑ­αυ­τό του. Μό­νο νὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, τῆς εἶ­πε, εἶ­ναι ἄ­γριο πράγ­μα ἡ μο­να­ξιά, δὲν ἀν­τέ­χε­ται. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σουν. Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἄ­σχη­μα μα­ζί του, κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο. Ἴ­σως μό­νο κα­νὰ παι­δί, μὰ καὶ πά­λι ποι­ός ξέ­ρει, κά­θε ἐμ­πό­διο γιὰ κα­λό. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, αὐ­τὸ τὸ ἔρ­γο σπά­νια ἔ­χει χά­πυ ἒντ.

        Μοί­ρα­σε τὸ μπου­κα­λά­κι στὰ ἴ­σα, τὸν ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο καὶ τοῦ ἔ­δω­σε νὰ πι­εῖ. Τοῦ φά­νη­κε πι­κρὸ μὰ δὲν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Ἤ­πι­ε κι αὐ­τή. Ἔ­νι­ω­θε κου­ρα­σμέ­νη καὶ ξά­πλω­σε δί­πλα του, κρα­τών­τας του ἁ­πα­λὰ τὸ χέ­ρι.

        Τοὺς βρῆ­καν με­τὰ ἀ­πὸ μέ­ρες καὶ τοὺς τρεῖς στὸ κρε­βά­τι, πλά­ι πλά­ι, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.



		

	

Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Οἱ γάτες στὴν αἴθουσα ψυχαγωγίας τῆς φυλακῆς

Davis,Lydia-OiGatesStinAithousa...-Eikona-01


Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Οἱ γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς

(The Cats in the Prison Recreation Hall)


01-TaphΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς ἦ­ταν οἱ γά­τες. Ὑ­πῆρ­χαν πε­ριτ­τώ­μα­τα παν­τοῦ. Τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα τῆς γά­τας προ­σπα­θοῦν νὰ κρυ­φτοῦν σὲ μιὰ γω­νιὰ καὶ μό­λις κά­ποι­ος τὰ δεῖ, μοιά­ζουν θυ­μω­μέ­να καὶ ντρο­πι­α­σμέ­να συ­νά­μα, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως νι­ώ­θει ἕ­νας ἄ­στε­γος ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κοι­μη­θεῖ στὸ παγ­κά­κι.

        Ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ βρο­χή, οἱ γά­τες πα­ρέ­με­ναν στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς, κι ἀ­φοῦ ἔ­βρε­χε συ­χνά, ἡ αἴ­θου­σα βρό­μα­γε καὶ οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ὅ­λο γκρί­νια­ζαν. Ἡ μυ­ρω­διὰ δὲν προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ ζων­τα­νά. Ἦ­ταν μιὰ δυ­να­τή, δυ­σά­ρε­στη μυ­ρω­διά. Μιὰ ἐ­με­τι­κὴ βρό­μα.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει, αὐ­τὲς τὶς γά­τες. Ὅ­πο­τε τὶς κλώ­τσα­γαν, δὲν τό ’­σκα­γαν ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ἀλ­λὰ δι­α­σκορ­πί­ζον­ταν ἀ­ρι­στε­ρά-δε­ξιά, τρέ­χον­τας μὲ χα­μη­λω­μέ­να τὰ πό­δια τους, καὶ μὲ τὶς κοι­λι­ὲς τους σχε­δὸν νὰ ἀ­κουμ­πᾶ­νε στὸ πά­τω­μα. Πολ­λὲς ἐ­κτι­νάσ­σον­ταν τό­σο ψη­λά, κά­νον­τας σάλ­το ἀ­πὸ δο­κὸ σὲ δο­κό, καὶ τε­λι­κὰ κά­θον­ταν κά­που ψη­λά, κι ἔ­τσι οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι, ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἔ­παι­ζαν πίνκ-πόνκ, ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν καὶ δὲν ἀ­κου­γό­ταν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ τὸ θό­λο τῆς ὀ­ρο­φῆς, κά­τι ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει αὐ­τὲς τὶς γά­τες, για­τὶ μπαι­νό­βγαι­ναν στὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τρύ­πες κα­λὰ κρυμ­μέ­νες. Τὰ πα­τή­μα­τά τους ἦ­ταν ἀ­θό­ρυ­βα – μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν κά­ποι­ον μὲ πε­ρισ­σὴ ὑ­πο­μο­νή, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­ση ἔ­χει ἕ­νας ἄν­θρω­πος.

        Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἄλ­λες ἔ­γνοι­ες, ἀλ­λὰ σὲ κά­θε στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς της, ἡ γά­τα ἔ­χει μό­νο μί­α καὶ μο­να­δι­κή. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τῆς δί­νει μιὰ τό­σο τέ­λεια ἰ­σορ­ρο­πί­α, καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­ξάλ­λου τὸ θέ­α­μα μιᾶς μπερ­δε­μέ­νης ἢ φο­βι­σμέ­νης γά­τας μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­νά­μει­κτα συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­φοῦ νι­ώ­θου­με οἶ­κτο καὶ ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ γε­λά­σου­με. Ἡ γά­τα δὲ δι­στά­ζει ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὴν πη­γὴ προ­έ­λευ­σης τοῦ φό­βου ἢ τῆς σύγ­χυ­σης, ἔ­χον­τας ὡς μό­νο βο­ή­θη­μα μιὰ δύ­σο­σμη ἀ­νά­σα ποὺ βγαί­νει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ πι­τσι­λω­τά της οὖ­λα.

        Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά, οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οί. Εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει μι­κρο­α­δι­κή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖα δὲ θε­ω­ροῦν­ταν σο­βα­ρά, κι ἔ­τσι τοὺς συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν μὲ ἐ­πι­εί­κεια.. Ὅ­μως, ἂν καὶ οἱ ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οὶ συ­χνὰ ἀ­ρέ­σκον­ται νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται γιὰ τὴν κα­λὴ κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας τους, οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νοι ἄρ­χι­σαν νὰ βγά­ζουν ἐ­ξαν­θή­μα­τα καὶ ἐκ­ζέ­μα­τα. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά τους καὶ στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κλεί­δω­ση στὸ ὕ­ψος τοῦ ἀγ­κώ­να εἶ­χαν ἀ­φό­ρη­τους πό­νους καὶ τὸ δέρ­μα εἶ­χε ξε­φλου­δί­σει παν­τοῦ. Ἔ­γρα­φαν ἐ­πι­στο­λὲς γε­μά­τες ἀ­γα­νά­κτη­ση στὸν Κυ­βερ­νή­τη τῆς Πο­λι­τεί­ας τους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐν­τε­λῶς συμ­πτω­μα­τι­κὰ ἦ­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­σή­μαν­τος ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά. Οἱ γά­τες, ὑ­πο­στή­ρι­ζαν, τοὺς προ­κα­λοῦ­σαν ἀ­να­φυ­λα­ξί­α.

        Ὁ Κυ­βερ­νή­της λυ­πή­θη­κε τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸ δι­ευ­θυν­τὴ τῆς φυ­λα­κῆς νὰ φρον­τί­σει τὸ ζή­τη­μα.

        Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῆς φυ­λα­κῆς εἶ­χε χρό­νια νὰ πά­ει στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αἴ­θου­σα. Μπαί­νον­τας, ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει, νι­ώ­θον­τας ἀ­να­γού­λα ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ερ­γη μυ­ρω­διά.

        Στὸ τέ­λος ἑ­νὸς δι­α­δρό­μου, στρί­μω­ξε στὴ γω­νί­α ἕ­ναν ἄ­σχη­μο κε­ρα­μι­δό­γα­το. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπα­στού­νι καὶ ὁ γά­τος, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ θυ­μω­μέ­νη του φά­τσα, ἦ­ταν ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νο μὲ τὰ δόν­τια καὶ τὰ νύ­χια του. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κι ὁ γά­τος ἔ­κα­ναν ἑ­λιγ­μοὺς μπρὸς-πί­σω γιὰ λί­γη ὥ­ρα, καὶ τό­τε ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πῆ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει μὲ δύ­να­μη, κι ὁ γά­τος ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει τρι­γύ­ρω του κι ἔ­φυ­γε, χω­ρὶς νὰ κά­νει κά­ποι­α λαν­θα­σμέ­νη κί­νη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἔ­βλε­πε γά­τες παν­τοῦ.

        Με­τὰ τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ὅ­ταν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι εἶ­χαν ἐ­πι­στρέ­ψει στὰ κε­λιά τους, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐ­πέ­στρε­ψε κρα­τών­τας μιὰ κα­ραμ­πί­να. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἄ­κου­γαν τὸν ἦ­χο τῶν πυ­ρο­βο­λι­σμῶν ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα. Ἦ­ταν ἕ­νας ἦ­χος ὑ­πό­κω­φος καὶ ἀ­κου­γό­ταν κά­που ἀ­πὸ μα­κριά, σὰν νά ’­ταν πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἤ­ξε­ρε κα­λὸ ση­μά­δι καὶ σκό­τω­σε πολ­λὲς γά­τες – λὲς κι ἔ­βρε­χε γά­τες ἀ­πὸ τὸ θό­λο, ἦ­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς δι­α­δρό­μους γυ­ρι­σμέ­νες ἀ­νά­πο­δα. Καὶ παρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­κό­μα ἔ­βλε­πε σκι­ὲς νὰ κι­νοῦν­ται στὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου, κα­θὼς ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ κτή­ριο.

        Ἡ δι­α­φο­ρὰ ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν ἐμ­φα­νής. Τὸ δέρ­μα τῶν φυ­λα­κι­σμέ­νων ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Ἂν καὶ ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε στὸν ἀ­έ­ρα τοῦ κτη­ρί­ου, δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο ἔν­το­νη ὅ­πως πρίν. Με­ρι­κὲς γά­τες ἀ­κό­μα ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπα­ρου­τιοῦ καὶ τοῦ αἵ­μα­τος κι ἀ­πὸ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν ἄλ­λων με­λῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους καὶ τῶν μι­κρῶν τους.

        Ἔ­πα­ψαν νὰ ἀ­να­πα­ρά­γον­ται καὶ πα­ρα­μό­νευ­αν στὶς γω­νί­ες συ­ρί­ζον­τας ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς τρι­γύ­ρω, κά­νον­τας ἐ­πί­θε­ση χω­ρὶς λό­γο σὲ ὁ­τι­δή­πο­τε κι­νοῦν­ταν.

        Οἱ γά­τες αὐ­τὲς δὲν τρέ­φον­ταν κα­λὰ καὶ δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου κα­θα­ρές, καὶ μιὰ-μιὰ, μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο καὶ στὸ δι­κό της χρό­νο πέ­θαι­νε, ἀ­φή­νον­τας πί­σω μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ δυ­να­τὴ μυ­ρω­διὰ ποὺ πλα­νι­ό­ταν στὸν ἀ­έ­ρα γιὰ κα­να­δυ­ὸ βδο­μά­δες καὶ με­τὰ δι­α­λυ­ό­ταν. Με­ρι­κοὺς μῆ­νες με­τὰ δὲν ὑ­πῆρ­χαν κα­θό­λου γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς. Στὸ με­τα­ξὺ τοὺς ἀ­σή­μαν­τους φυ­λα­κι­σμέ­νους εἶ­χαν δι­α­δε­χθεῖ κά­ποι­οι ἄλ­λοι, δια­­βό­η­τοι, κι ὁ δι­ευ­θυν­τὴς εἶ­χε ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄλ­λον, πιὸ φι­λό­δο­ξο. Μό­νο ὁ Κυ­βερ­νή­της πα­ρέ­μει­νε στὴ θέ­ση του.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (Νορθάμπτον, Μασσαχουσέττης, 1947): Διήγημα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, με­τά­φραση ἀ­πό τὴ γαλ­λι­κή καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κλα­σι­κὰ γαλ­λι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα, ὅπως τὸ Α­να­ζη­τών­τας τὸν Χα­μέ­νο Χρό­νο τοῦ Προύστ καὶ τὸ Μαν­τὰμ Μπο­βα­ρὺ τοῦ Φλομ­πέρ.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νά­για Δα­σκα­λο­πού­λου. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American Col­le­ge. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Γιῶργος Γκόζης: Κέρνα μας, κέρνα μας


Gkozis,Giorgos-KernaMas,KernaMas-Εικονα-01a


Γιῶργος Γκόζης


Κέρ­να μας, κέρ­να μας


01-TaphΟ ΤΡΑΠΕΖΙ πρὶν ἀ­πὸ τὸν γά­μο του, ἦ­ταν στρω­μέ­νο στὸ πα­τρι­κό του ἐ­δῶ καὶ ἕ­ναν μή­να καὶ κά­θε μέ­ρα, μὰ κά­θε μέ­ρα, ὅ­λοι οἱ δι­κοί του Βλά­χοι, οἱ σκόρ­πιοι στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α, ἔ­φτα­ναν ἐ­πὶ τῷ αὐ­τῷ νὰ τοῦ εὐ­χη­θοῦν ἀ­πὸ κον­τά, ποὺ εἴ­χα­νε νὰ τὸν δοῦν ἀ­πὸ μι­κρό, νὰ τὸν φι­λή­σουν, νὰ τοῦ δώ­σουν ἕ­να τρυ­φε­ρὸ σὰ χά­δι σκαμ­πί­λι στὸ μά­γου­λο, νὰ φᾶ­νε καὶ νὰ πιοῦ­νε στὴν ὑ­γειά του, νὰ κα­θί­σουν στὰ τρα­πέ­ζια ποὺ ἦ­ταν στρω­μέ­να μὲ λευ­κὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο σὲ ὅ­λα τὰ δω­μά­τια τοῦ χα­μη­λο­τά­βα­νου σπι­τιοῦ, κα­τά­φορ­τα ἀ­πὸ πί­τες, ἀ­πὸ πέ­του­ρα κι ἀ­πὸ κρα­σὶ – κι ὅ­ταν ἔ­λε­γαν κρα­σὶ ἐν­νο­οῦ­σαν μό­νο τὸ κόκ­κι­νο, μαυ­ρο­τρά­γα­νο, ξι­νό­μαυ­ρο τρα­γα­νό, ἐ­νῶ τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν μα­κρό­συρ­το καὶ τὸ τρα­γου­δοῦ­σαν δί­χως ὄρ­γα­να ὅ­λοι μα­ζί, μου­σι­κῶς ἄ­το­νοι καὶ μή, μὲ ὅ­λη τους τὴν καρ­διά, δι­α­κό­πτον­τας τὶς κου­βέν­τες ποὺ εἶ­χαν ὁ κα­θέ­νας χω­ρι­στὰ στὰ δω­μά­τια τοῦ χα­μη­λο­τά­βα­νου σπι­τιοῦ γιὰ τὰ νέ­α τους, πῶς ζού­σα­νε στὴν με­γά­λη πο­λι­τεία, τί κά­νουν τὰ παι­διά, πό­τε πῆ­γαν στὸ χω­ριὸ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ση­κώ­νον­τας τὰ πο­τή­ρια τους στὸ κέν­τρο τῆς τρά­πε­ζας καὶ τὰ ἕ­νω­ναν ἐ­κεῖ ὅ­λοι μα­ζί,

Ἐ­μεῖς ἐ­δῶ δὲν ἤρ­θα­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας, 

νὰ φᾶ­με καὶ νὰ πι­οῦ­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας,   

ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς, νὰ κα­λο­περ­νᾶς

 

Μό­νο σᾶς ἀ­γα­πού­σα­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας

ἤρ­θα­με νὰ σᾶς δοῦ­με, ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς, νὰ κα­λο­περ­νᾶς

 

Μᾶς παί­νε­ψαν καὶ τὸ κρα­σί, κέρ­να μας, κέρ­να μας

ἤρ­θα­με νὰ τὸ πι­οῦ­με, ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς νὰ κα­λο­περ­νᾶς.

Σή­με­ρα, κά­θε σή­με­ρα, εἶ­ναι, θὰ ἦ­ταν, ἡ γι­ορ­τή του κι ἂν στὸν γά­μο του δὲν εὐ­τύ­χη­σε, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἡ νύ­φη ἦ­ταν Γκρέ­κα κι ὄ­χι δι­κιά τους κι ἂς τοῦ τά ‘­λε­γαν ἐ­κεῖ­νοι, μά ποῦ μυα­λὸ ἐ­κεῖ­νος, κε­φά­λι ἀ­γύ­ρι­στο, σή­με­ρα, κά­θε σή­με­ρα πί­νω ἕ­να πο­τη­ρά­κι μαυ­ρο­τρά­γα­νο ξι­νό­μαυ­ρο, νέ­κταρ κα­νο­νι­κό, στὴν ὑ­γειά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Γκό­ζης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1970). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ., μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ τί­τλο στὴν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Χρι­στι­α­νι­κὴ Γραμ­μα­τεί­α, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνη, καὶ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Ἁ­γι­ο­λο­γί­α. Κεί­με­νά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ σου­η­δι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς στὸ βά­θος (Νε­φέ­λη, 2002) καὶ Ἀ­φῆ­στε με νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω (Πό­λις, 2014).