Γιάννης Φαρσάρης: Μαῦρο μανταρίνι


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Μαῦ­ρο μαν­τα­ρί­νι


ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πο­γεί­ου ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος. Τὸ με­λα­ψό του πρό­σω­πο φό­βι­σε τὴ γει­τό­νισ­σα τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κο­νιοῦ, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ μαν­τα­λώ­σει τὴν συ­ρό­με­νη ἀ­λου­μι­νό­πορ­τα. Ἡ μέ­ρα φώ­να­ζε δυ­να­τὰ πὼς θὰ τὸ πά­ει γιὰ βρο­χὴ κι ἔ­ρι­ξε μιὰ κο­φτὴ βρι­σιὰ σὲ γλώσ­σα ἀ­κα­τά­λη­πτη. Δί­πλω­σε πρό­χει­ρα τὸ πά­πλω­μα πά­νω στὸ ζα­ρω­μέ­νο στρῶ­μα καὶ ἔ­φτια­ξε ἕ­να κου­τα­λά­το νε­σκα­φὲ μὲ νε­ρὸ τῆς βρύ­σης. Καὶ τέσ­σε­ρις κου­τα­λι­ὲς ζά­χα­ρη.

Οἱ συγ­κά­τοι­κοί του εἶ­χαν φύ­γει ἀ­πὸ νω­ρὶς γιὰ δου­λειά, νὰ προ­λά­βουν στὴν πρω­ϊ­νὴ κί­νη­ση τῶν φα­να­ρι­ῶν νὰ κα­θα­ρί­σουν πολ­λὰ τζά­μια. Ἔ­με­ναν πέν­τε νο­μα­τα­ῖοι σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ ὑ­πό­γεια τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ πλή­ρω­ναν σα­ραν­τα­πέν­τε εὐ­ρὼ ἕ­κα­στος, μα­ζὶ μὲ τὰ κοι­νό­χρη­στα. Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα, ἀλ­λὰ εἶ­χε πολ­λὲς κα­τσα­ρί­δες κι ἐ­κεῖ­νος σι­χαι­νό­ταν. Μὲ τὰ πον­τί­κια πά­λι δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν ὅ­τι οἱ δου­λει­ὲς στὴν οἰ­κο­δο­μὴ δὲν πή­γαι­ναν κα­λὰ καὶ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος. Οὔ­τε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κι ἔ­νι­ω­θε μό­νος, ἀλ­λὰ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε πο­τὲ στὴν Ἑλ­λά­δα, ἐ­νῶ δου­λειὰ ἔ­βρι­σκε πάν­τα.

        Εἶ­χε κά­νει ὅ­λες τὶς σκλη­ρὲς ἀγ­γα­ρεῖ­ες στὴν οἰ­κο­δο­μὴ καὶ στὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε, ὅ­μως τζά­μια αὐ­το­κι­νή­των δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Δὲν ἄν­τε­χε τὰ βλέμ­μα­τα τῆς ἀ­πα­ξί­ω­σης ἀ­πὸ τό­σους πολ­λοὺς σὲ κά­θε ἄ­ναμ­μα, κι ἄς ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ δου­λειὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ περ­πα­τοῦ­σε νω­θρὰ στὸ δρό­μο μὲ τὸν κου­βὰ καὶ τὸ κον­τά­ρι ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ τὸ μπου­κα­λά­κι τοῦ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κοῦ στὴν κω­λό­τσε­πη.

        Μέ­σα στὴν πρώ­τη ὥ­ρα, πα­ρὰ τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα, εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει μυ­ριά­δες ἀρ­νή­σεις καὶ μό­λις τρί­α κέρ­μα­τα, κι ἄς εἶ­χε κα­θα­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα παρ­μπρίζ. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τὸν φι­λο­δώ­ρη­σαν μὲ πε­ρι­παι­κτι­κὰ μει­διά­μα­τα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὸν ἄ­φη­σαν νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴ σκό­νη. Δε­χό­ταν στω­ϊ­κὰ τὴ μοί­ρα του για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το, ὅ­σο μι­κρὸ κι ἂν ἦ­ταν, ὅ­σο κρύ­ο κι ἂν ἔ­κα­νε.

        Τὸ πρῶ­το χα­μό­γε­λο ποὺ συ­νάν­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀ­νῆ­κε σ’ ἕ­να κόκ­κι­νο σα­ρά­βα­λο μί­νι. Ὁ ὁ­δη­γός του, ὅ­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια, κου­νι­ό­ταν στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς καὶ τοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ος μὲ τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὰ σγου­ρὸ μού­σι του. Μό­λις ἄ­να­ψε τὸ πρά­σι­νο τοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι μὲ συμ­πά­θεια, φω­νά­ζον­τας: «Δὲν ἔ­χω λε­φτὰ φι­λα­ρά­κο, πά­ρε ἕ­να μαν­τα­ρί­νι.»

        Ἔ­μει­νε γιὰ με­ρι­κὰ δεύ­τε­ρα ἀ­κί­νη­τος ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὸν κου­βὰ ἀ­νά­πο­δα καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸ φα­νά­ρι. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸ καρ­πὸ μὲ τὰ βρώ­μι­κα νύ­χια του καὶ ἡ σκέ­ψη του τα­ξί­δε­ψε πί­σω στὴν πα­τρί­δα, στὸν κῆ­πο μὲ τὶς μαν­τα­ρι­νι­ὲς ποὺ με­γά­λω­σε. Κά­θε σκε­λί­δα ποὺ ἔ­βα­ζε στὸ στό­μα τὸν γέ­μι­ζε γλυ­κὰ καὶ τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­νυ­πό­μο­νο. Κα­τα­πί­νον­τας τὴν τε­λευ­ταί­α μπου­κιὰ ση­κώ­θη­κε σί­γου­ρος. Θὰ γύ­ρι­ζε πί­σω, κα­θὼς δὲν εἶ­χε τί­πο­τα πιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ξε­νι­τιά. Περ­πά­τη­σε ἀρ­γὰ τὸ δρό­μο γιὰ τὸ ὑ­πό­γει­ο. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἦ­ταν χα­ρού­με­νος. Ἤλ­πι­ζε μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γει­τό­νισ­σα στὸ χω­ριὸ νὰ μὴν εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­λει­πε μό­νο.



Πη­γὴ: Πρώ­τη δημοσίευση στὸ περ. Μι­κρό Πεζό (ἐκδ. Χα­ρα­μά­δα, τχ.  1, 2014).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρη­ς (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OpenBook καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fra­ctal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Open­book, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ

 www.open-sesame.me


		
Advertisements

Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão): Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ



Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão)


Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ

(Um casaco de raposa vermelha)


ΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ μιὰ μέ­ρα στὸ σπί­τι, μιὰ κα­τώ­τε­ρη τρα­πε­ζο­ϋ­πάλ­λη­λος βλέ­πει σὲ ἕ­να κα­τά­στη­μα γου­να­ρι­κῶν μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ. Στα­μα­τᾶ μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να, ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἐ­πι­θυ­μί­α. Για­τὶ ἦ­ταν ἡ ζα­κέ­τα ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει στὴ ζω­ή της. Κα­μιὰ ἄλ­λη δὲν τῆς μοιά­ζει, σκέ­φτε­ται ἐ­νῶ ἡ μα­τιά της δι­α­τρέ­χει τὶς ἄλ­λες ζα­κέ­τες, ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὴ με­ταλ­λι­κὴ μπά­ρα εἴ­τε ἦ­ταν χα­λα­ρὰ ἁ­πλω­μέ­νες στὸν κα­να­πὲ ἀ­πὸ μπρο­κάρ. Ἦ­ταν ἕ­να σπά­νιο κομ­μά­τι, μο­να­δι­κό, δὲν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τὲ μιὰ τέ­τοι­α ἀ­πό­χρω­ση, κα­φε­κί­τρι­νη, με­λαν­ζέ, μὲ ἀν­ταύ­γει­ες στὸ χρῶ­μα τοῦ χαλ­κοῦ ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­λαμ­πε λὲς κι εἶ­χε πιά­σει φω­τιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, τὸ θυ­μή­θη­κε τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὴν πόρ­τα, ὑ­πο­χω­ρών­τας στὴν πα­ρόρ­μη­ση νὰ μπεῖ. Θὰ ἐρ­χό­ταν αὔ­ριο, ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ νω­ρίς, στὸ δι­ά­λειμ­μα γιὰ τὸ με­ση­με­ρια­νὸ φα­γη­τό, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πρω­­ϊ­νοῦ, ὅ­λο καὶ κά­ποι­α πρό­φα­ση θὰ ἔ­βρι­σκε γιὰ νὰ ξε­πορ­τί­σει βι­α­στι­κά, στὰ μι­σὰ τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. Εἶ­χε κοι­μη­θεῖ λί­γο τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­νή­συ­χη, σὰ νά ‘χε λί­γο πυ­ρε­τό. Μέ­τρη­σε τὰ λε­πτὰ ποὺ ἀ­πέ­με­ναν γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὸ κα­τά­στη­μα, τὰ μά­τια της πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ ρο­λό­ι τοῦ τοί­χου στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ, ἐ­νό­σῳ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τοὺς πε­λά­τες, σκυμ­μέ­νη πά­νω ἀ­π’ τὸ γκι­σέ. Ὅ­σο πιὸ νω­ρὶς μπο­ροῦ­σε βρῆ­κε μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ βγεῖ καὶ ἔ­τρε­ξε στὸ κα­τά­στη­μα, τρέ­μον­τας στὴν ἰ­δέ­α πὼς ἡ ζα­κέ­τα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει που­λη­θεῖ. Δὲν εἶ­χε, ὅ­πως τὴν πλη­ρο­φό­ρη­σαν, καὶ αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ πὼς μπο­ροῦ­σε καὶ πά­λι νὰ ἀ­να­πνέ­ει, μὲ τὴν καρ­διά της νὰ χτυ­πά­ει λι­γό­τε­ρο ἔν­το­να, τὸ αἷ­μα νὰ ξα­νάρ­χε­ται στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βρί­σκει τὴν κα­νο­νι­κὴ ρο­ή του.

       — Μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς, τῆς εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια ὅ­ταν αὐ­τὴ τὴ φό­ρε­σε καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­κρι­βῶς στὰ μέ­τρα σας στοὺς ὤ­μους καὶ στὴ μέ­ση, μὲ τὸ στρί­φω­μα στὸ ἰ­δα­νι­κὸ ὕ­ψος, εἶ­πε πά­λι, καὶ δέ­στε καὶ πῶς ται­ριά­ζει μὲ τὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τός σας. Δὲν ἔ­χω εἰ­δι­κὸ λό­γο νὰ σᾶς τὴν που­λή­σω, βι­ά­στη­κε νὰ προ­σθέ­σει, μπο­ρεῖ­τε προ­φα­νῶς νὰ δι­α­λέ­ξε­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη· ἂν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­τε νὰ πῶ τὴ γνώ­μη μου, αὐ­τὴ μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς. Γιὰ σᾶς ἀ­κρι­βῶς, πρό­σθε­σε μὲ ἕ­να φευ­γα­λέ­ο χα­μό­γε­λο.

       — Πό­σο κά­νει; ρώ­τη­σε κά­νον­τας με­τα­βο­λὴ μὲ τὸ στρί­φω­μα νὰ χο­ρεύ­ει, κα­θὼς τῆς ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ξε­κολ­λή­σει τὰ μά­τια της ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να.

       Πι­σω­πά­τη­σε, τρο­μαγ­μέ­νη, ἀ­κού­γον­τας τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Κό­στι­ζε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο εἶ­χε σκε­φτεῖ, τὸ πεν­τα­πλά­σιο ἀ­πὸ τὸ πο­σὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­θέ­σει.

       — Ἀλ­λὰ μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με εὐ­κο­λί­ες πλη­ρω­μῆς, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, ὅ­λο κα­τα­νό­η­ση.

       Ἴ­σως, σκέ­φτη­κε, θυ­σι­ά­ζον­τας τὶς δι­α­κο­πές. Ἢ βά­ζον­τας χέ­ρι σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­νει τὸ δά­νει­ο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Ζε­σταί­νον­τας λι­γό­τε­ρο τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πιὸ ἐ­λα­φρὰ τὰ γεύ­μα­τά της. Πράγ­μα ποὺ τὴ βό­λευ­ε κι­ό­λας, για­τὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πα­χαί­νει.

       — Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε κά­νον­τας στὰ γρή­γο­ρα λο­γα­ρια­σμοὺς μὲ τὸ νοῦ της. Σᾶς δί­νω μιὰ προ­κα­τα­βο­λὴ καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ πλη­ρώ­νω ἀ­πὸ τὴν ἑ­πό­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι δι­κή μου ἀ­πὸ τώ­ρα.

       — Σύμ­φω­νοι, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, καρ­φι­τσώ­νον­τάς της μιὰ ἐ­τι­κέ­τα «Ἐ­πω­λή­θη». Θὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν πά­ρε­τε ὅ­ταν κα­τα­βά­λε­τε τὴν τρί­τη δό­ση.

       Ξα­να­πέ­ρα­σε ὅ­ταν ἔ­πε­σε ἡ νύ­χτα, ὥ­ρα ποὺ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε κα­νείς, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὴ τζα­μα­ρί­α καὶ γι­νό­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ χα­ρού­με­νη – ἦ­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή, πιὸ κον­τὰ στὸ χρῶ­μα τῆς φω­τιᾶς, κόκ­κι­νες φλό­γες ποὺ δὲν ἔ­και­γαν, ἀν­τί­θε­τα ἦ­ταν ἁ­πα­λὲς πά­νω στὸ κορ­μί, μιὰ γού­να πυ­κνή, ἄ­νε­τη, ποὺ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ λι­κνι­ζό­ταν στὸ βά­δι­σμά της.

       Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἐν­τυ­πω­σια­κή, κι αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια ἀ­κό­μη, ἂν τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε κα­νεὶς μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς περ­νοῦ­σε – ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­μο­γε­λά­ει μυ­στι­κά, ἦ­ταν μᾶλ­λον μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, μιὰ σκο­τει­νὴ βε­βαι­ό­τη­τα, μιὰ αἴ­σθη­ση ἁρ­μο­νί­ας μὲ τὸν ἴ­διο της τὸν ἑ­αυ­τό, ποὺ ξε­χυ­νό­ταν σὲ μι­κρὰ τί­πο­τα, τὸ κα­τα­λά­βαι­νε. Λὲς κι εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ὁ ρυθ­μὸς ποὺ ἀ­νέ­πνε­ε, λὲς καὶ ἦ­ταν πιὸ γα­λη­νε­μέ­νος καὶ πιὸ βα­θύς. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πά­λι, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ εἶ­χε πά­ψει νὰ νι­ώ­θει κου­ρα­σμέ­νη, κα­τά­λα­βε πὼς κι­νι­ό­ταν πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς προ­σπά­θεια του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὴν κα­νο­νι­κή της τα­χύ­τη­τα. Γάμ­πες εὐ­κί­νη­τες, πέλ­μα­τα ἀ­νά­λα­φρα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρη ὁ­λό­κλη­ρη, πιὸ γρή­γο­ρη, κου­νών­τας πιὸ εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη, τοὺς ὤ­μους, τὰ μέ­λη.

       Λό­γῳ τῆς γυ­μνα­στι­κῆς, σκέ­φτη­κε, γιὰ κά­ποι­ο λό­γο εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­σκεῖ­ται τα­κτι­κά. Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες πλέ­ον τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τρέ­χει δυ­ὸ ὧ­ρες στὸ γή­πε­δο προ­πό­νη­σης. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα ὅ­μως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ τρέ­χει στὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, στὴν ἔ­ξο­δο τῆς πό­λης, νι­ώ­θον­τας τὴν ἄμ­μο νὰ σκά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πέλ­μα­τά της, μα­θαί­νον­τας νὰ βά­ζει τὰ πέλ­μα­τα στὸ χῶ­μα μὲ ἄλ­λον τρό­πο. Ἡ τέ­λεια, μύ­χια, ἄ­με­ση ἐ­πα­φὴ μὲ τὴ γῆ. Μιὰ βα­θιὰ αἴ­σθη­ση τοῦ κορ­μιοῦ τῆς – ἦ­ταν πιὸ ζων­τα­νή, τώ­ρα, σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κή της ἱ­κα­νό­τη­τα με­γά­λω­νε, τὸ πα­ρα­τή­ρη­σε, ἄ­κου­γε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση ἀ­κό­μη καὶ τὸν πα­ρα­μι­κρὸ θό­ρυ­βο, ποὺ ἄλ­λο­τε θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, ἕ­να σα­μι­α­μί­δι ποὺ ἔ­τρε­χε νὰ φύ­γει στὸ χῶ­μα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα, ἕ­να ἀ­θέ­α­το πον­τί­κι ποὺ ἔ­κα­νε ἕ­να κλα­δὶ νὰ σπά­σει, ἕ­να βα­λα­νί­δι ποὺ ἔ­πε­φτε, ἕ­να που­λὶ ποὺ κούρ­νια­ζε ἀ­νά­με­σα στὰ χόρ­τα. Καὶ προ­αι­σθα­νό­ταν, πο­λὺ πρὶν νὰ συμ­βοῦν, τὶς και­ρι­κὲς με­τα­βο­λές, τὴν ἀλ­λα­γὴ τοῦ ἀ­νέ­μου, τὴν αὔ­ξη­ση τῆς ὑ­γρα­σί­ας, τὴν ἔν­τα­ση νὰ φουν­τώ­νει στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα πρὶν ξε­σπά­σει σὲ μπό­ρα.

       Καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ές, ἕ­να κό­σμο ἀ­πὸ μυ­ρω­δι­ές, τὶς ἔ­νι­ω­θε, σὰ μιὰν ἀ­γνο­η­μέ­νη δι­ά­στα­ση τῶν πραγ­μά­των ποὺ τώ­ρα γι­νό­ταν αἰ­σθη­τή, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει δρό­μους, μο­νο­πά­τια, μὲ τὴν ὄ­σφρη­ση, ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ πῶς μύ­ρι­ζαν ὅ­λα τα πράγ­μα­τα, ὁ φλοι­ὸς τῶν δέν­τρων, τὰ χόρ­τα, τὰ φύλ­λα, καὶ πῶς δι­α­κρι­νό­ταν κά­θε ζῶ­ο ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρή του ὀ­σμή, μυ­ρω­δι­ὲς ποὺ ἔρ­χον­ταν καὶ ξε­δι­πλώ­νον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα κα­τὰ κύ­μα­τα, κι αὐ­τὴ τὶς ἕ­νω­νε ἢ τὶς ξε­χώ­ρι­ζε, εἰ­σπνέ­ον­τας τὸν ἄ­νε­μο, ση­κώ­νον­τας ἀ­δι­ό­ρα­τα τὸ κε­φά­λι,. Τώ­ρα τῆς κι­νοῦ­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὰ ζῶ­α, εἶ­χε βαλ­θεῖ νὰ ξε­φυλ­λί­ζει ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, νὰ κοι­τά­ζει εἰ­κό­νες – τὸ σκαν­τζό­χοι­ρο μὲ ἕ­να μα­λα­κό, τρυ­φε­ρό, ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα, στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μέ­ρος τοῦ κορ­μιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν εἶ­χε ἀγ­κά­θια, τὸ γορ­γὸ λα­γό, μὲ τὶς ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες ἀ­πο­χρώ­σεις, κα­θὼς πη­δοῦ­σε, τὸ κορ­μὶ τῶν που­λι­ῶν ποὺ τὴ γο­ή­τευ­ε καὶ τὸ με­λε­τοῦ­σε ἀ­να­λυ­τι­κά, σχο­λα­στι­κά, ὑ­πο­λο­γί­ζον­τας πό­σο ἁ­πα­λὸ ἦ­ταν, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὰ φτε­ρά· κι ἀ­πέ­με­νε κα­μιὰ φο­ρὰ νὰ ἐ­πι­πλέ­ει πει­σμα­τι­κὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς μνή­μης ἐ­πί­μο­να μιὰ λέ­ξη: ἁρ­πα­κτι­κό.

       Πει­νοῦ­σε τώ­ρα πιὸ πο­λύ, τὸ ἔ­νι­ω­θε βά­ζον­τας στὴ θέ­ση τους τὰ βι­βλί­α καὶ ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, κι αὐ­τὸ τῆς ἦ­ταν βα­θύ­τα­τα δυ­σά­ρε­στο, πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἦ­ταν τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­στάθ­μι­σμα τῆς ἄ­σκη­σης καὶ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν τρό­πο νὰ δα­μά­σει τὸν κίν­δυ­νο νὰ πα­χύ­νει, πε­ρι­φε­ρό­ταν, ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη, γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α, χω­ρὶς νὰ κα­τα­φέρ­νει νὰ ἐν­το­πί­σει ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε, για­τὶ κι αὐ­τὴ ἀ­κό­μη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ ἦ­ταν ἀ­πο­κρου­στι­κὴ καὶ τῆς ἔ­φερ­νε ἀ­να­κά­τω­ση, πει­νοῦ­σε γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ τί ἀ­κρι­βῶς, φροῦ­τα, ἴ­σως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ἐκ­με­ταλ­λευ­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­δυ­να­τί­σει κά­πως, ἀ­γό­ρα­σε μιὰ τε­ρά­στια πο­σό­τη­τα στα­φύ­λια καὶ μῆ­λα καὶ τὰ ἔ­φα­γε ὅ­λα τὴν ἴ­δια μέ­ρα, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ πει­νά­ει, μιὰ κρυ­φὴ πεί­να, ποὺ τὴν κα­τά­τρω­γε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει.

       Μιὰ ἀ­νέλ­πι­στη πρό­σκλη­ση γιὰ μιὰ γι­ορ­τὴ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­ρεῖ, ἔ­νι­ω­σε πὼς ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πο­κα­τά­στα­το θὰ ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νο προ­κει­μέ­νου νὰ ξε­χά­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρά­λο­γη πεί­να, ντύ­θη­κε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἔ­βα­ψε κα­τα­κόκ­κι­να τὸ στό­μα καὶ τὰ νύ­χια – πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν τὰ νύ­χια, πα­ρα­τή­ρη­σε, ἐ­νῶ καὶ τὰ ἴ­δια της τὰ χέ­ρια ἔ­δει­χναν πιὸ εὐ­αί­σθη­τα, ἐ­πι­μή­κη, ὅ­ποι­ον ἀγ­κά­λια­ζε στὴ γι­ορ­τὴ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει αἰ­ώ­νια ὅ,τι ἤ­θε­λε, σκέ­φτη­κε, καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στὸν κα­θρέ­φτη – ἕ­να χα­μό­γε­λο αἰ­λου­ρο­ει­δοῦς, τὸ εἶ­δε, κά­νον­τας πιὸ σχι­στὰ τὰ μά­τια της καὶ χα­μο­γε­λών­τας πιὸ πο­λύ, ἀ­φή­νον­τας τὸ χα­μό­γε­λο νὰ κυ­λή­σει στὸ πρό­σω­πο καὶ κα­τευ­θύ­νον­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πρὸς ἕ­να κά­πως πιὸ τρι­γω­νι­κὸ σχῆ­μα ποὺ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε καὶ ποὺ τὸ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ μὲ τὸ μα­κι­γι­άζ.

       Στὰ μι­σὰ τῆς γι­ορ­τῆς πρό­σε­ξε ἕ­να κομ­μά­τι ἄ­κο­πο ἀ­κό­μη κρέ­ας, σχε­δὸν χω­ρὶς αἷ­μα – ροσ­μπίφ, τὸ θυ­μή­θη­κε, ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ λέ­ξη ξαφ­νι­κὰ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να νό­η­μα, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ κα­τα­βρό­χθι­σε μιὰ φέ­τα – τὴ νο­στι­μιὰ τοῦ κρέ­α­τος, ὠ­μοῦ σχε­δόν, τὴν κί­νη­ση κα­θὼς ἔμ­πη­γε τὰ δόν­τια, κα­θὼς ἔ­κα­νε τὸ αἷ­μα νὰ ξε­πη­δή­σει, τὴ γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος στὴ γλώσ­σα, στὸ στό­μα, τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­βρό­χθι­σε τὸ κομ­μά­τι ὁ­λά­κε­ρο, αὐ­τὰ σκέ­φτη­κε κα­θὼς ἔ­παιρ­νε κι ἄλ­λη μιὰ φέ­τα κι ἔ­νι­ω­θε πὼς τὸ ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ ἦ­ταν μιὰ ἄ­χρη­στη κί­νη­ση, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἁ­πλώ­σει κα­τευ­θεί­αν τὸ στό­μα.

       Ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρεύ­ει, μὲ τὰ χέ­ρια νὰ τα­λαν­τεύ­ον­ται στὸν ἀ­έ­ρα, λε­κι­α­σμέ­να μὲ αἷ­μα, νι­ώ­θον­τας τὸ ἴ­διο της τὸ αἷ­μα νὰ ἀ­νε­βαί­νει, σὰ μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δύ­να­μη ἕ­τοι­μη νὰ ξε­σπά­σει σὲ θύ­ελ­λα, μιὰ δύ­να­μη ἐ­πί­βου­λη ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ με­τα­δώ­σει στοὺς ἄλ­λους, μιὰ ἀρ­ρώ­στια ἢ μιὰ κα­τά­ρα, ἀλ­λὰ ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ ἦ­ταν ἁ­πα­λή, ἤ­ρε­μη, χα­ρού­με­νη σχε­δόν, τὸ ἔ­νι­ω­θε αὐ­τὸ ἐ­νῶ λι­κνι­ζό­ταν, σχε­δὸν με­θυ­σμέ­νη, καὶ ἄ­κου­γε τὸν ἀν­τί­λα­λο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο της τὸ γέ­λιο.

       Θὰ περ­νοῦ­σε τὴ νύ­χτα ὑ­πα­κού­ον­τας σὲ ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις ποὺ θὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν μέ­σα της, καὶ θὰ πή­γαι­νε πρω­ῒ-πρω­ῒ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴ ζα­κέ­τα, για­τὶ ἦ­ταν ἡ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε κα­νο­νι­στεῖ γιὰ νὰ γί­νει δι­κή της, νὰ γί­νει κομ­μά­τι της, θὰ τὴ γνώ­ρι­ζε ἀ­κό­μη καὶ μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια, ἀ­πὸ τὴν ἁ­φή, μὲ τὸ μα­λα­κό, πυ­κνό της δέρ­μα νὰ φλέ­γε­ται κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό –

       — Φτι­αγ­μέ­νη γιὰ σᾶς, εἶ­πε ξα­νὰ ἡ πω­λή­τρια τρα­βών­τας την ἀ­πὸ τὴν κρε­μά­στρα.

       Τὸ δέρ­μα ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό, τὸ εἶ­δε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ για­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, μὲ τὸ πρό­σω­πο πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, νὰ ἔ­χει ξαφ­νι­κὰ ἀ­δυ­να­τί­σει, νὰ ἔ­χει μα­κρύ­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μα­κι­γι­άζ, μὲ τὰ μά­τια σὰ σχι­σμές, νὰ φλέ­γον­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α.

       — Εὐ­χα­ρι­στῶ λοι­πὸν καὶ κα­λή σας ἡ­μέ­ρα, εἶ­πε βγαί­νον­τας βι­α­στι­κά, μὲ τὸ φό­βο πὼς ὁ χρό­νος ποὺ τῆς ἀ­πέ­με­νε θὰ τέ­λει­ω­νε καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ περ­νοῦ­σαν θὰ ἀ­να­στα­τώ­νον­ταν βλέ­πον­τάς την, για­τὶ ξαφ­νι­κὰ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­τὴ ἡ πα­ρόρ­μη­ση νὰ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ χέ­ρια στὸ ἔ­δα­φος καὶ νὰ τρέ­ξει σὰν τρε­λή, με­τεν­σαρ­κώ­νον­τας τὸ κορ­μί της, ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ ζω­ι­κὸ κορ­μί της καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει, ἀ­φή­νον­τας τὴν πό­λη πί­σω καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει – καὶ ἔ­τσι, μὲ μιὰ προ­σπά­θεια σχε­δὸν ὑ­πε­ράν­θρω­πη κα­τά­φε­ρε νὰ μπεῖ στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ ὁ­δη­γή­σει μέ­χρι τὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ τὸ κορ­μί της, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ ἕ­να λε­πτὸ ἀ­κό­μη τὸ κορ­μί της ποὺ ἔ­τρε­με – προ­τοῦ βρον­τή­ξει τὴν πόρ­τα καὶ κά­νει ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸ ἅλ­μα πά­νω στὶς ἐ­λεύ­θε­ρες πα­τοῦ­σες της, τι­νά­ζον­τας τὴν ρά­χη καὶ τὴν οὐ­ρά της, μυ­ρί­ζον­τας δυ­να­τὰ τὸν ἀ­έ­ρα, τὸ χῶ­μα, τὸν ἄ­νε­μο, ἀ­λυ­χτών­τας ὅ­λο εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ χα­ρὰ κα­θὼς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν, κα­θὼς χω­νό­ταν γορ­γὰ στὴν ἀ­γριά­δα στὰ βά­θη τοῦ δά­σους.



Πη­γή:

http://www.cchla.ufpb.br/ppgl/wp-content/uploads/2014/05/images_Disserta%C3%A7%C3%A3o.Rinah.vers%C3%A3o.final.pdf (σελ. 143-146).

Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου Μο­ρέ­νου (Teolinda Gersão Moreno) (Κο­ΐμ­πρα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, 1940). Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νη καὶ ἔ­χει δυ­ὸ κό­ρες. Σπού­δα­σε γερ­μα­νι­κὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς γε­νέ­τει­ράς της καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τοῦ Τίμ­πιν­γκεν καὶ τῆς Βι­έν­νης. Λέ­κτο­ρας τῆς πορ­το­γα­λι­κῆς γλώσ­σας στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ἀρ­χι­κά, στὴ συ­νέ­χεια δί­δα­ξε στὴ φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Λι­σα­βό­νας καὶ κα­τέ­λη­ξε τα­κτι­κὴ κα­θη­γή­τρια στὸ Νέ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας δι­δά­σκον­τας γερ­μα­νι­κὴ καὶ συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α μέ­χρι τὸ 1995, ὁ­πό­τε ἀ­πο­σύρ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ζή­σει τρί­α χρό­νια στὴ Γερ­μα­νί­α, δύ­ο στὸ Σά­ο Πά­ου­λο καὶ ἀρ­κε­τὸ χρό­νο στὸ Μπέρ­κλε­ϊ. Ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει πρό­ζα στὰ σα­ρα­ντα­έ­να της χρό­νια. Ἔ­λα­βε τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο τῆς Ἑ­ται­ρί­ας Πορ­το­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων τὸ 1999 γιὰ τὸ ἔρ­γο της Cabeça de Cavalo (Κε­φά­λι ἀ­λό­γου, γραμ­μέ­νο τὸ 1995), βρα­βεῖ­α μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Pen Club τὸ 1981 καὶ τὸ 1989 γιὰ τὰ ἔρ­γα O Silêncio (Ἡ Σι­ω­πή, γραμ­μέ­νο τὸ 1981) καὶ O Cavalo de Sol (Τὸ Ἄ­λο­γο τοῦ Ἥ­λιου, γραμ­μέ­νο τὸ 1989) καὶ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος Camilo Castelo Branco τὸ 2002, γιὰ τὸ ἔρ­γο της Histórias de Ver e Andar (Ἱ­στο­ρί­ες νὰ Βλέ­πεις καὶ νὰ Πο­ρεύ­ε­σαι).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ πο­ρτο­γα­λι­κά:

Νί­κος Πρα­τσί­νης. Γεν­νή­θη­­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς Χη­μεί­ας στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Π.Α., με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­ο­m­p­l­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της καὶ Πορ­το­γα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στὴς καὶ δι­ερ­μη­νέ­ας καὶ εἶ­ναι συ­νι­δι­ο­κτή­της τῆς ἑ­ται­ρί­ας Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας COM N. Πρα­τσί­νης – Ἐ. Ζη­σί­μου κ Σί­α, ΟΕ. Πα­ράλ­λη­λα, δι­δά­σκει με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἑ­στι­ά­ζον­τας τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του στὴ συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση— καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ πορ­το­γα­λι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, Χάξ­λε­ϊ, Μπά­ρο­ουζ, Μα­σάν­του ντὲ Ἀ­σίς, Μά­ριου ντὲ Ἀν­τράν­τε, Ἔ­σα ντὲ Κε­ϊ­ρός, Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Χουὰν Ροῦλ­φο καὶ Χρο­νι­κά των ἱ­σπα­νι­κῶν ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων στὸν Νέ­ο Κό­σμο.

Γ­ιὰ ἀνά­λυ­ση τοῦ κει­μέ­νου, βλ.:

http://www.scielo.mec.pt/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S0807-89672012000300009

 

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὴν θέση του


Σταυρούλα Τσούπρου


Στὴν θέ­ση του


Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

        Τὰ πιὸ με­γά­λα βρί­σκον­ταν στὴν βά­ση τοῦ ἐ­πί­πλου· κα­νείς, ὅ­μως, πο­τέ, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ ἂν ἦ­ταν τὰ πιὸ βα­ριὰ ἢ τὰ πιὸ ἐ­λα­φριά (τὸ ἔ­πι­πλο, ἐν­νο­εῖ­ται, δὲν ὑ­πα­γό­ταν στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ ἄ­ρα δὲν κιν­δύ­νευ­ε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του), τὰ πιὸ πλού­σια ἢ τὰ πιὸ βα­ρε­τά – τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ἦ­ταν ἀ­πρό­σι­το, κλει­δω­μέ­νο γιὰ πάν­τα, προ­φυ­λαγ­μέ­νο μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τα ἐ­πί­σης. Τὸ κλει­δὶ αὐ­τῶν τῶν συρ­τα­ρι­ῶν δὲν βρι­σκό­ταν που­θε­νὰ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τά τους τὰ εἶ­χε τὸ Ἄ­γνω­στο, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ὅ­σο οἱ σει­ρὲς ἀ­νέ­βαι­ναν σὲ ὕ­ψος, ὁ ὄγ­κος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν μί­κραι­νε· ἡ σύν­θε­ση τῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νων τους ποί­κιλ­λε, γε­γο­νὸς ποὺ τὰ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε. Αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α ἦ­ταν μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­φο­ρά, μὴ ὁ­ρα­τὴ γιὰ τὸν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ὅ­πως, ἄλ­λω­στε, καὶ τὸ βά­ρος τους: μό­νον ὅ­ποι­ος τὰ ἄ­νοι­γε, ἕ­να πρὸς ἕ­να, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ γιὰ αὐ­τὲς τὶς κρυ­φὲς ἀν­τι­θέ­σεις, ἢ καὶ τὶς κρυ­φὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες, πα­ραλ­λα­γὲς ἢ δι­α­κυ­μάν­σεις, καί, στὴν συ­νέ­χεια, νὰ κρί­νει (ἂν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε κά­τι τέ­τοι­ο) πό­σο ἡ σύν­θε­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὸ σύ­νο­λο, στὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἐ­πί­πλου κα­τὰ τὴν κί­νη­σή του στὸν χῶ­ρο. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ κλει­δο­κρά­τωρ δὲν ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­τι θὰ ἀ­σχο­λεῖ­το μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐρ­γα­σί­α, ἔ­τι μᾶλ­λον πού, συ­χνά, ἄ­φη­νε τὰ κλει­διὰ νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὸ σπαγ­κά­κι τους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ συρ­τά­ρια, ξε­χνών­τας, κά­πο­τε, καὶ νὰ τὰ κλει­δώ­σει, ὅ­ταν τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἦ­ταν ἄ­νευ ση­μα­σί­ας ἢ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ό­μεμ­πτο.

        Ἡ με­γά­λη ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ σχή­μα­τος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ξε­χά­σα­με νὰ ποῦ­με πώς, ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ὑ­λι­κὸ εὔ­πλα­στο κα­τὰ τὰ πρῶ­τα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τοῦ βί­ου τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ συρ­τά­ρι νὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­πι­έ­ζε­ται, ἂν ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν θέ­ση ποὺ τοῦ προ­ο­ρι­ζό­ταν, ὥ­σπου νὰ χω­νευ­τεῖ, τε­λι­κά, ἐ­κεῖ, πρὶν ἡ πο­λυ­και­ρί­α τὸ κα­ταν­τή­σει ἄ­καμ­πτο. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὰ τὰ κα­κο­φορ­μα­ρι­σμέ­να συρ­τά­ρια κα­τέ­στρε­φαν τὴν ἁρ­μο­νί­α τοῦ συ­νό­λου (κά­ποι­ος ἄλ­λος θὰ ἔ­λε­γε ἴ­σως πώς, ἁ­πλῶς, δι­α­σκέ­δα­ζαν τὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του).

        Ὁ λό­γος ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀρ­χι­κὸ σχῆ­μα κά­ποι­ων συρ­τα­ρι­ῶν πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν, κα­θι­στών­τας τα ἀ­κα­τάλ­λη­λα γιὰ τὴν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη θέ­ση τους, ἦ­ταν ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α τους μὲ τὸν ἔμ­ψυ­χο πυ­ρή­να τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης μα­κρο­δο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γοῦ­σε ἐξ ὑ­παρ­χῆς βά­σει γε­νε­τι­κὰ δο­σμέ­νων προ­δι­α­γρα­φῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν, προ­βλε­πό­ταν, φυ­σι­κά, καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πο­κλί­σε­ων, μὲ τὸν ἴ­διο, πε­ρί­που, τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μιὰ στα­τι­στι­κὴ με­λέ­τη ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν πι­θα­νό­τη­τα τοῦ λά­θους. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἐρ­χό­ταν ἡ στιγ­μὴ οἱ ἀ­πο­κλί­σεις αὐ­τὲς νὰ μποῦν στὸ ἀν­τί­στοι­χο συρ­τά­ρι καὶ αὐ­τὸ μὲ τὴν σει­ρά του νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὴν θέ­ση του, τὸ σχῆ­μα τῆς μι­κρο­δο­μῆς, ἀλ­λοι­ω­μέ­νο κα­θὼς ἦ­ταν, ἐ­πι­βαλ­λό­ταν νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ ὅ­πως ὅ­πως. Ἡ πλη­γή, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­κλί­σεις εἶ­ναι πλη­γές, κα­κο­φόρ­μι­ζε, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ γι­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ οἱ δυ­σά­ρε­στες ὀ­σμὲς φυ­λα­κί­ζον­ταν στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο τους, γιὰ τὸ δι­ά­στη­μα, του­λά­χι­στον, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ συρ­τά­ρι πα­ρέ­με­νε κλει­στό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­πό­με­νε ἐμ­φα­νὲς ἦ­ταν τὸ ἄ­γαρ­μπα συμ­μα­ζε­μέ­νο σχῆ­μα, ἔν­δει­ξη ὅ­τι τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά, συ­νι­στοῦ­σε ἕ­να ἀ­τε­λές, καὶ γι’ αὐ­τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο, δη­μι­ούρ­γη­μα. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα ἀ­πο­κτοῦ­σε συ­νεί­δη­ση τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ του, τὸ ἔ­πι­πλο κλυ­δω­νι­ζό­ταν πο­λὺ συ­χνὰ ἀ­πὸ μυ­στι­κὲς κα­ται­γί­δες – ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ μα­κά­ρι­ες πε­ρι­πτώ­σεις τῆς ἄ­γνοι­ας ἢ τῆς στω­ι­κῆς καρ­τε­ρι­κό­τη­τας· σὲ αὐ­τές, οἱ κλυ­δω­νι­σμοὶ ἦ­ταν σπά­νιοι καὶ τὸ ἔ­πι­πλο συ­νέ­χι­ζε τὴν ἀ­έ­ρι­νη πο­ρεί­α του, ὄ­χι ἁρ­μο­νι­κό, ὄ­χι τέ­λει­ο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο.

        Ἔ­σπρω­ξε μὲ μί­α τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια τὸ ἀ­σου­λού­πω­το συρ­τά­ρι στὴν θέ­ση του. Τὸ δι­πλα­νό του εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζει.



Πη­γή: Καὶ τὸ αὔ­ριο τώ­ρα εἶ­ναι, (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2017)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).


Ξένια Ψαρροῦ: Ἡ ταυτότητα


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Ἡ ταυ­τό­τη­τα


ΡΟΝΙΑ ΜΑΖΕΥΑ μπρά­βο τρι­γυρ­νών­τας σ’ ἔ­ρη­μες γει­το­νι­ές: ἐ­δῶ κα­τοι­κοῦ­σαν χι­λιά­δες μά­τια.

Ὕ­στε­ρα, πάν­τρευ­α αὐ­τὸ ποὺ γεν­νοῦ­σα, τὸ παι­δί μου, μὲ γαμ­προὺς χω­ρὶς σύ­νο­ρα. Οὔ­τε ἤ­ξε­ρα ποῦ κα­τοι­κοῦ­σε με­τά. Ἔ­λε­γα: «Δὲν γέν­νη­σα κα­λὸ παι­δί, ἂς κά­νω ἄλ­λο.» Πρὶν τὸ γεν­νή­σω τὸ ἔ­γρα­φα στὸ κολ­λέ­γιο καὶ με­τὰ τὸ πάν­τρευ­α. Δὲν τὸ με­γά­λω­να πο­τέ. Καὶ πάν­τα ἀ­νά­πη­ρο τὸ πα­ρέ­δι­δα σὲ χέ­ρια ἀ­μύ­η­τα στὸ με­γά­λω­μα. Τὰ ἀ­νύ­παν­τρα παι­διά μου τὰ ἔ­στελ­να στὰ φα­νά­ρια, σὰν τὰ ἀ­λη­τά­κια, νὰ μα­ζεύ­ουν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ νὰ μοῦ τὰ φέρ­νουν τὴ νύ­χτα. Τὰ ἔ­βα­ζα σὲ τε­ρά­στια κου­τιά, ὥ­σπου δὲν χω­ρού­σα­με ἄλ­λο καὶ φεύ­γα­με με­τα­νά­στες στὸν πα­ρα­κά­τω δρό­μο. Μέ­χρι πι­σί­να εἶ­χα φτιά­ξει. Χω­ρὶς νε­ρό, ὅ­μως. Ἦ­ταν γε­μά­τη κου­τιὰ κι αὐ­τή.

        Καὶ πάν­τα κα­τέ­λη­γα στρι­μωγ­μέ­νη στὸ μι­κρὸ δω­μα­τιά­κι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων μὲ τὶς βα­λί­τσες μου γε­μά­τες μπρά­βο. Ὅ­σο ἤ­μουν ἐ­κεῖ δὲν γεν­νοῦ­σα. Μό­νο ἄ­νοι­γα τὰ κου­τιά μου. Τὰ λυ­πη­μέ­να βρά­δια, τὰ βρο­χε­ρά, πή­γαι­να κρυ­φὰ στὰ θέ­α­τρα, ἔ­σβη­να ἀ­πὸ τὴ μαρ­κί­ζα τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν κι ἔ­βα­ζα τὸ δι­κό μου. Ἤ­θε­λα νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ ἐ­πί­θε­τό μας —Με­βλέ­πης— ἀ­νῆ­κε στὴν ἄ­γνω­στη ἀ­κό­μα δυ­να­στεί­α τῶν Με­βλέ­πη­δων. Οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νω μπο­ροῦ­σα, οὔ­τε νὰ κοι­μη­θῶ. Γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­νο­οῦ­σα κά­θε μέ­ρα μιὰ ταυ­τό­τη­τα ἄ­ξια ν΄ἀ­γα­πη­θεῖ. Μὲ τοὺς μο­να­χοὺς ἤ­μουν μο­να­χὴ καὶ μὲ τὶς που­τά­νες που­τά­να. Μὲ τοὺς κο­λυμ­βη­τὲς κο­λυμ­βή­τρια, μὲ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους δι­α­νο­ού­με­νη. Καὶ πάν­τα φω­το­γρα­φι­ζό­μουν δί­πλα στὸν πρῶ­το. Χω­ρὶς κό­πο δι­κό μου.

        Μὰ καὶ μὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ρι­χναν λά­σπη στὸν πρῶ­το, ἤ­μουν πρώ­τη. Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τί πι­στεύ­ω. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν πρό­σφυ­γας στὶς χῶ­ρες τῶν ἄλ­λων καὶ σὰν σί­φου­νας ἔ­κλε­βα τὰ πα­λα­μά­κια κι ἔ­φευ­γα.

        Μὲ φώ­να­ζαν: «Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ ἀ­νέ­μου». Χώ­ρα δὲν εἶ­χα. Οὔ­τε ἑ­στί­α.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).


Ἑλένη Γούλα: Ἡ τσάντα μου


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Ἡ τσάν­τα μου


ΓΟΡΑΣΑ μιὰ μι­κρή, γκρί­ζα ἰ­τα­λι­κὴ τσάν­τα.

 Ἔ­χει πολ­λὰ τσε­πά­κια, φερ­μου­άρ, θῆ­κες μέ­σα κι ἔ­ξω. Ἀ­κό­μη καὶ χε­ρού­λια ἔ­χει πολ­λά. Δυ­ὸ μι­κρὰ κομ­ψὰ χε­ρά­κια καὶ ἕ­να μα­κρὺ λου­ρὶ μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νο μῆ­κος, ποὺ μπαί­νει χια­στὶ στὸ στῆ­θος, ὅ­πως τὰ φυ­σε­κλί­κια.

        Χω­ρά­ει τὰ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὅ­πως πορ­το­φό­λι, κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, ἕ­να στυ­λὸ καὶ τὰ γυα­λιά μου. Τὰ κλει­διὰ στρι­μώ­χνον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ θή­κη ποὺ κλεί­νει μὲ φερ­μου­άρ.

        Ὡ­στό­σο δὲν εἶ­μαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­γο­ρά μου. Μὲ ἐ­νο­χλεῖ τὸ μι­κρό της μέ­γε­θος καὶ τὰ πολ­λὰ φερ­μου­ὰρ ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­νοί­γω καὶ νὰ κλεί­νω. Μπερ­δεύ­ο­μαι ἐ­πί­σης μὲ τὰ πολ­λὰ λου­ρά­κια καὶ τὶς θῆ­κες. Δὲν εἶ­ναι ἕ­να σα­κού­λι νὰ τὰ πε­τά­ξεις ὅ­λα μέ­σα. Κλει­διά, γυα­λιά, μο­λύ­βια, πορ­το­φό­λι, μπου­­κα­λά­κια, ση­μει­ώ­σεις καὶ βι­βλί­α δι­ά­φο­ρα.

        Πα­ρό­λα αὐ­τά, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὴν κοι­τά­ζω, νὰ τὴν πιά­νω, νὰ τὴν κρε­μά­ω στὸν ὦ­μο, νὰ τὴν ἀ­κουμ­πά­ω στὸ τρα­πέ­ζι. Καὶ ἀ­πο­ρῶ μά­λι­στα ποὺ κα­νεὶς ὣς τώ­ρα δὲν τὴν πρό­σε­ξε. Κα­νεὶς δὲν εἶ­πε, ὤ! τί ὡ­ραί­α τσάν­τα!

        Μπο­ρεῖ νὰ φταί­ει, σκέ­φτο­μαι, τὸ γκρί­ζο της χρῶ­μα, ἕ­να γκρί­ζο βα­θὺ σὰν μο­λυ­βί, ἂν καὶ ἡ καρ­τού­λα ποὺ εἶ­χε μα­ζί της, ὅ­ταν τὴν ἀ­γό­ρα­σα, ἔ­γρα­φε μπλάκ. Πα­ρά­ξε­νο βέ­βαι­α, ἀ­φοῦ μπλὰκ θὰ πεῖ μαῦ­ρο, ἐ­νῶ τὸ χρῶ­μα τῆς τσάν­τας μου εἶ­ναι γκρί. Γκρὶ ὅ­πως ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος οὐ­ρα­νός, ὅ­πως τὰ μέ­ταλ­λα στὶς με­γά­λες κα­τα­σκευ­ὲς τῆς πό­λης ποὺ στη­ρί­ζουν ψη­λὰ ὀρ­θο­γώ­νια κτί­ρια. Ἕ­να χρῶ­μα ψυ­χρό, σκοῦ­ρο γκρί­ζο, ὄ­χι μαῦ­ρο.

        Ἡ και­νού­ρια μου τσάν­τα ἔ­χει τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ μιᾶς φη­μι­σμέ­νης ἰ­τα­λι­κῆς ἑ­ται­ρί­ας. Δὲν θέ­λω νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λύ­ψω για­τὶ δὲν μὲ τι­μᾶ ποὺ ἐ­πέ­λε­ξα μιὰ τό­σο γνω­στή, σχε­δὸν κλι­σὲ καὶ πα­σὲ ἰ­τα­λι­κὴ μάρ­κα γιὰ τσάν­τα. Ἀ­πο­ρῶ κι ἐ­γὼ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γι’ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ τὸ ἴ­διο ὅ­μως ἀ­πο­ρῶ καὶ γιὰ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ποὺ τῆς δεί­χνω.

        Μό­νο τώ­ρα τε­λευ­ταί­α ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὶς πα­ρά­ξε­νες ἀ­να­λο­γί­ες με­τα­ξύ μας. Καὶ ἀ­λή­θεια φο­βᾶ­μαι ὅ­τι τὰ ἀν­τι­φα­τι­κὰ αἰ­σθή­μα­τά μου ἀ­πέ­ναν­τί της ἔ­χουν τὴ βα­θιὰ αἰ­τι­ο­λο­γία τους σ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­να­λο­γί­ες. Για­τὶ κι ἐ­γώ, ὅ­πως οἱ περ­γα­μη­νὲς τῆς τσάν­τας μου, νο­μί­ζω πὼς δι­α­θέ­τω δι­α­πι­στευ­τή­ρια ποι­ό­τη­τας, καλ­λι­ερ­γών­τας μέ­σα μου με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως, φο­βᾶ­μαι πὼς δὲν εἶ­μαι πα­ρὰ μιὰ μπα­νάλ, πα­σέ, βα­ρε­τὴ καὶ χω­ρὶς ξε­κά­θα­ρο χρῶ­μα προ­σω­πι­κό­τη­τα.

        Γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο, λοι­πόν, πι­θα­νὸν μοῦ ἀ­ρέ­σει τό­σο αὐ­τὴ ἡ και­νού­ρια ἄ­βο­λη τσάν­τα μου, ποὺ δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).