Γιά­ννης Δεν­δρι­νός: Ἡ ἀποστολή



Γιά­ννης Δεν­δρι­νός


Ἡ ἀ­πο­στο­λή


Α ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ στα­μά­τη­σαν στὸ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Ἡ πλα­ϊ­νὴ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τῆς πρε­σβεί­ας μι­σά­νοι­ξε. Τό­τε ξε­κί­νη­σε καὶ μὲ γρή­γο­ρο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο στ’ ἄλ­λο. Κοί­τα­ζε ἀ­ρι­στε­ρὰ δε­ξιὰ τοὺς ὁ­δη­γοὺς μὲ τὸ βλέμ­μα ἀν­θρώ­που ποὺ μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σε μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­πο­στο­λὴ καὶ ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ὅ­λους ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ διά­βα του. Τρύ­πω­σε στὴν πόρ­τα.

       «Τὸ εἶ­δες αὐ­τό;» ρώ­τη­σα ἔκ­πλη­κτος τὴ γυ­ναί­κα μου.

       «Μιὰ γά­τα ἤ­τα­νε, τί ἔ­γι­νε;» μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα.

       «Μά, δὲν πρό­σε­ξες τὸ ὕ­φος της; Τὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν κι­νή­σε­ων; Σχε­δὸν στρα­τι­ω­τι­κός. Σὰν νὰ ἔ­κα­νε σι­νιά­λο νὰ τῆς ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα», ἐ­πέ­μει­να.

       «Τί ἀ­νο­η­σί­ες εἶ­ναι πά­λι αὐ­τές; Ἡ φαν­τα­σί­α σου ἔ­χει ξε­φύ­γει. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σες αὐ­τὸ τὸ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ὅ­λο κά­τι τέ­τοι­α μοῦ λὲς στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να», εἶ­πε.

       «Δὲν ξέ­ρω τί λὲς ἐ­σύ. Ἄ­κου­σα ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νες με­θό­δους κα­τα­σκο­πεί­ας. Ὅ­λοι ἐκ­παι­δεύ­ον­ται, ἄν­τρες, γυ­ναῖ­κες, παι­διά. Για­τί ὄ­χι καὶ τὰ ζῶ­α; Καὶ μά­λι­στα ἔ­ξυ­πνα καὶ πα­νοῦρ­γα, ὅ­πως οἱ γά­τες». Δὲν μί­λη­σε.

       «Βά­ζω στοί­χη­μα ὅ­τι μό­λις τε­λεί­ω­σε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ποὺ τῆς ἀ­νά­θε­σαν καὶ γύ­ρι­σε στὴ βά­ση της», μουρ­μού­ρι­σα μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια μου.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε ξα­νὰ πρά­σι­νο. Ξε­κί­νη­σα σι­γὰ καὶ κοί­τα­ξα δε­ξιά μου. Ἡ γά­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, μό­νη, δί­πλα ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δρό­μο. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Ἴ­σως καὶ νὰ μοῦ ‘κλει­σε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός (1966): Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­θά­κη καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Μη­χα­νι­κὸς ΕΜΠ, ἔ­χει σπου­δά­σει ἀ­κό­μη οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler): Φι­λί­α καὶ τέ­χνη



Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler)


Φι­λί­α καὶ τέ­χνη

(Friendship and Art)


ΕΣΑΝΥΧΤΑ σχε­δόν, χτυ­πά­ει τὸ κου­δού­νι. Εἶ­ναι ὁ Ρόμ­περτ, ἀ­νά­στα­τος. Μά­λω­σε μὲ τὴν κο­πέ­λα του κι ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ σπί­τι. Μή­πως μπο­ρεῖ νὰ μεί­νει σὲ μέ­να;

       Ἐν­νο­εῖ­ται, λέ­ω, καὶ τοῦ βά­ζω ἕ­να φλυ­τζά­νι τσά­ι. Κου­βεν­τι­ά­ζου­με λι­γά­κι. Τε­λι­κὰ φεύ­γει καί, ὅ­ταν τὸν ξα­να­βλέ­πω, μοῦ λέ­ει πὼς ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά. Χαί­ρο­μαι ποὺ βο­ή­θη­σα νὰ σω­θεῖ μιὰ σχέ­ση.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια τὸν συ­ναν­τῶ τυ­χαῖ­α στὸ με­τρό. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι γρά­φει ποι­ή­μα­τα. Ρω­τά­ει ἂν θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω ἕ­να. Κα­θὼς τὸ δι­α­βά­ζω, συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι πε­ρι­γρά­φει ἐ­κεί­νη τὴ βρα­διά. Τὸ ποί­η­μα μὲ πα­ρου­σιά­ζει σὰν ἄν­θρω­πο ψυ­χρό, ποὺ με­τὰ βί­ας ἀ­νέ­χε­ται τὴν εἰ­σβο­λὴ καὶ ἀ­ρα­διά­ζει πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ λό­για ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ.

       «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται;» ρω­τά­ει ὁ Ρόμ­περτ, λὲς καὶ τὸ ποί­η­μα μι­λοῦ­σε γιὰ ρο­δῶ­νες τὸν χει­μώ­να.

       «Κα­λὸ εἶ­ναι», ἀ­παν­τῶ – ἡ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ δί­νου­με ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ κάμ­ψου­με τὸ ἠ­θι­κὸ ἑ­νὸς ποι­η­τῆ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler) εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν τοῦ Πα­νε­πι­στή­μιου Κο­λούμ­πια, ὅ­που ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς ἀ­πὸ τὸ 2001 ὣς τὸ 2006. Γιὰ τὴ θη­τεί­α του στὴ θέ­ση αὐ­τὴ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Προ­ε­δρι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Ἐ­ξαί­ρε­της Δι­δα­σκα­λί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Τὸ κύ­κνει­ο ἄ­σμα τοῦ Βων­τβίλ (The Swan Song of Vau­devil­le), Τὸ χλω­ρὸ γρα­σί­δι τοῦ Φλάτ­μπους (The Green Grass of Flat­bush), Πολ­λὴ δου­λειά (So Much to Do), Τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο, τ. 1 καὶ 2 (The Wri­ting Work­shop, vol. 1 and 2) καὶ Τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου (The Wri­ting Work­shop Note Book). Αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο, ὁ Τζίγ­κλερ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του βι­βλί­ο. Βα­σί­ζε­ται σὲ ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή: κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α (Ba­sed on a True Life: A Me­moir in Pie­ces) καὶ ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, τὴν Ἔ­ριν Λάν­γκστον (Erin Langston).

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ τὸν Ἀρδαλίωνα τὸν ἠθοποιό



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ τὸν Ἀρδαλίωνα τὸν ἠθοποιό

Νῦν μῖ­μος ὄν­τως Ἀρ­δα­λί­ων, ἢ πά­λαι·
Μι­μού­με­νος γὰρ μάρ­τυ­ρας, τὸ πῦρ στέ­γει.

ΥΤΟΣ ἦ­το κα­τὰ τοὺς χρό­νους τοῦ Μα­ξι­μια­νοῦ ἐν ἔ­τει σϞ­η´ [298], κα­τα­γι­νό­με­νος εἰς τὰ θέ­α­τρα καὶ εἰς τὰς κω­μῳ­δί­ας, μι­μού­με­νος τὸν ἕ­να καὶ τὸν ἄλ­λον, καὶ ὑ­πο­κρι­νό­με­νος τὰ τῶν ἄλ­λων πά­θη καὶ δρά­μα­τα. Ἐ­πει­δὴ δὲ μί­αν φο­ρὰν τῷ ἐ­φά­νη νὰ μι­μη­θῇ κα­θ’ ὑ­πό­κρι­σιν τὴν ἀν­τί­στα­σιν τῶν χρι­στια­νῶν πρὸς τοὺς τυ­ράν­νους, ὅ­τε ἐ­μαρ­τύ­ρουν, ἐ­κρε­μά­σθη ὑ­ψη­λὰ καὶ ἐ­ξε­σχί­ζε­το, ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­σφέ­ρῃ θυ­σί­αν εἰς τοὺς Θε­ούς. Ὅ­τε λοι­πὸν ὁ λα­ὸς βλέ­πων ταῦ­τα, ἐ­κρό­τει τὰς χεῖ­ρας καὶ ἐ­πῄ­νει τὴν ἐ­πι­τη­δεί­αν αὐ­τοῦ μί­μη­σιν καὶ γεν­ναι­ο­καρ­δί­αν, τό­τε ὁ Ἀρ­δα­λί­ων ἔ­κρα­ξε με­γα­λο­φώ­νως καὶ εἶ­πεν εἰς τὸν λα­ὸν νὰ σι­ω­πή­σῃ, καὶ οὕ­τως ἐ­κή­ρυ­ξεν ὅ­τι εἶ­ναι τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ χρι­στια­νός. Ὅ­θεν ὁ ἄρ­χων πά­λιν ἐ­συμ­βού­λευ­σεν αὐ­τὸν νὰ με­τα­θέ­σῃ τὴν γνώ­μην του, ἀλ­λ’ ἐ­πει­δὴ ὁ Ἀρ­δα­λί­ων δὲν ἠ­θέ­λη­σε νὰ πει­σθῇ, ἀλ­λ’ ἐ­πέ­με­νεν εἰς τὴν ὁ­μο­λο­γί­αν τοῦ Χρι­στοῦ, ἐ­βλή­θη ἐν τῷ μέ­σῳ πυ­ρᾶς, ἀ­να­φθεί­σης ἐ­κεῖ, καὶ οὕ­τως ἐ­τε­λει­ώ­θη ὁ μα­κά­ριος καὶ ἔ­λα­βε τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τὸν στέ­φα­νον.


Δεῖτε δραματοποίηση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἀρδαλίωνα
στὸ Κρατικὸ Θέατρο Παντομίμας τοῦ Ἐρεβάν μὲ τίτλο «Ἀρδαλίων»
στὴν πρεμιέρα του τὸ 2009 σὲ σενάριο καὶ καλλιτεχνικὴ διεύθυνση:
Zhirayr Dadasyan (συνοπτικὴ ἔκδοση: 10:14)
https://www.youtube.com/watch?time_continue=8&v=Uh_LL5C6Xvk
Ἐδῶ ὁλόκληρη ἡ παράσταση (55’)



Πη­γή: Συ­να­ξα­ρι­στὴς Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐ­πε­ξερ­γα­σθεὶς ὑ­πὸ Θ. Νι­κο­λα­ΐ­δου Φι­λα­δελ­φέ­ως, τό­μος πρῶ­τος, Ἀ­θή­νη­σι, 1868, σελ. 88.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Εἰκόνα: Ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυ­ρικοῦ τέ­λους τοῦ ἁγίου στὴν πυ­ρὰ ἀπὸ τὸ μι­μό­δραμα Ἀρ­δα­λίων τοῦ Ἀρμένιου Zhirayr Dadasyan.



		

	

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς: Ἄτιτλο



Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς


Ἄ­τι­τλο


ΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ μά­ται­α —μι­σὸν αἰ­ώ­να πρίν—, νὰ ἀ­να­μορ­φώ­σω ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ μο­νό­στι­χο. Ἀ­πό­λυ­τη ἀ­φλο­γι­στί­α: «Οἱ ἀ­πό­ψεις σου ἐμ­μέ­νουν στὴν καμ­πύ­λη». Ἐ­πα­νερ­χό­μουν κα­τὰ και­ρούς, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὥ­σπου ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἐμ­πλέ­ξω ἕ­ναν συ­νο­μή­λι­κο Ἰ­τα­λὸ μὲ κοι­νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα. Ἦ­ταν 16 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1971. Μέ­ρα μὲ ρα­γδαί­α βρο­χή. Εἴ­χα­με γνω­ρι­στεῖ πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες στὸ Youth-hostel τῆς Γέ­νο­βας καὶ κα­θί­σα­με μα­ζὶ γιὰ πρω­ϊνό. Πρό­θυ­μος, ἔ­τρω­γε καὶ ἐ­ξέ­τα­ζε τὴ φρά­ση, σκε­πτό­ταν κοι­τά­ζον­τας τοὺς θα­μῶ­νες, καὶ πά­λι ἔ­σκυ­βε στὸ ἀ­δρα­νὲς νό­η­μα. «Inverti!» εἶ­πε ξαφ­νι­κά, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­με­λη­τή («Νὰ ἀν­τι­στρέ­ψεις!»). «Ἡ καμ­πύ­λη ἐμ­μέ­νει στὶς ἀ­πό­ψεις σου». Ὁ νε­ό­τευ­κτος στί­χος πῆ­ρε τὴ θέ­ση του στὴν πρώ­τη συλ­λο­γή μου κι ἐ­κεῖ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα. Ὁ ἀ­φο­ρι­σμός, ὁ στί­χος, ἡ φρά­ση-ἀ­στρα­πή, πο­λὺ συ­χνά —γιὰ νὰ μὴν πῶ κα­τὰ κα­νό­να—, ἀ­πο­κτοῦν νό­η­μα ἢ ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ μιὰ μι­κρὴ κί­νη­ση. «Με­τα­κι­νών­τας ἕ­ναν προ­βο­λέ­α καὶ ἀ­νά­βον­τας ἕ­ναν ἄλ­λον, μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει ὄ­χι μό­νο τὸ σα­σπὲνς ἀλ­λὰ καὶ τὸ νό­η­μα ποὺ εἶ­χε δώ­σει τὸ φῶς», ἐ­ξη­γοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­νας κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής. Δι­α­θέ­τω ἄ­πει­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ τὴ μα­γι­κὴ κί­νη­ση, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι πο­λὺ πρό­σφα­το: Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας με­τὰ θά­να­τον ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. «Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.», πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). «Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;», ρώ­τη­σε ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του, ὄν­τως, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε, ὅ­ταν πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου.

       Ἂν ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης εἶ­χε σκη­νο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὴ στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ, ἂν σκε­πτό­ταν δη­λα­δὴ νὰ τὸν «κα­λύ­ψει», θὰ εἴ­χα­με ὄ­χι μό­νο ἄλ­λη ἐ­ξέ­λι­ξη, ἀλ­λὰ τὴν ὕ­λη ἑ­νὸς ἀ­φη­γή­μα­τος ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, μιὰν ἀ­ξι­ο­σύ­στα­τη «ἠ­θι­κὴ ἱ­στο­ρί­α». Τὴν ξα­να­γρά­φω: «Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας, με­τὰ θά­να­τον, ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. “Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.”, πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). “Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;” ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του θὰ ἐ­πι­βε­βαι­ω­νό­ταν, ἂν ἐν­τω­με­τα­ξὺ ὁ εὐ­γε­νὴς πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης δὲν εἶ­χε πα­ρέμ­βει μὲ τὸν χαρ­το­κό­πτη του. Ὄ­χι μό­νο ἔ­κο­ψε ὅ­λα τὰ φύλ­λα καὶ ἀ­φαί­ρε­σε τὸ χνού­δι ἀ­π’ τὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀρ­κε­τοὺς στί­χους. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς σε­λί­δας 22 ἔ­γρα­ψε τὴ λέ­ξη “Σπου­δαῖ­ο”, προ­σθέ­τον­τας, με­τὰ ἀ­πὸ σύν­το­μη σκέ­ψη, καὶ ἕ­να θαυ­μα­στι­κό».



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς (Τῆ­νος, 1948). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Λό­γοι δύο (Τράμ, 1973), τὴν ὁ­ποί­α ἀ­κο­λού­θη­σαν τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Ποί­η­ση (Ἐ­γνα­τία, 1977), Τὸ δά­νει­ο τοῦ χρό­νου (Κέ­δρος, 1990) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κῶν ση­μει­ώ­σε­ων (ἢ πε­ζῶν ποι­η­μά­των) Μὲ εἰ­σι­τή­ριο ἐ­πι­στρο­φῆς: ση­μει­ώ­σεις 1976-81 (Ἑ­στί­α, 1983), κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐκ­δί­δει ἀ­νελ­λι­πῶς τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο.



		

	

Λό­ρενς Ρά­ϊτ (Lawrence Wright): Μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸν Ντέ­νις Τζόν­σον



Λό­ρενς Ρά­ϊτ (Lawrence Wright)


Μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸν Ντέ­νις Τζόν­σον

(Remembering Denis Johnson)


ΝΤΕΝΙΣ ΤΖΟΝΣΟΝ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πέ­θα­νε τὴν πε­ρα­σμέ­νη Τε­τάρ­τη, σὲ ἡ­λι­κία ἑ­ξήν­τα ἑ­φτὰ ἐ­τῶν, ἔ­κλαι­γε μὲ εὐ­κο­λί­α, δί­χως νὰ ντρέ­πε­ται γι’ αὐ­τό. «Εἶ­ναι ἁ­πλῶς κά­τι ποὺ τὸ κά­νω πο­λύ», εἶ­πε στοὺς μα­θη­τές του στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, στὴ Ρω­σί­α, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2000 σὲ κά­ποι­ο σε­μι­νά­ριο γρα­φῆς, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀμ­φό­τε­ροι δι­δά­σκα­με. Τὰ δά­κρυ­α ἐν προ­κει­μέ­νῳ ἦ­ταν ἡ ἀν­τί­δρα­ση, ὅ­ταν κά­ποι­ος μα­θη­τὴς τὸν ρώ­τη­σε πῶς δι­α­λέ­γει τοὺς τί­τλους γιὰ τὰ βι­βλί­α του. Ἦ­ταν ἀ­νη­συ­χα­στι­κὰ ἀ­νοι­χτὸς ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ τὸν κα­τα­δί­ω­καν. Ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἤ­μα­στε στὴ Ρω­σί­α, ἔ­ψα­χνε νὰ βρεῖ πα­ράρ­τη­μα τῶν Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν Ἀ­νω­νύ­μων. Ἦ­ταν πάν­το­τε ἐν δι­ε­γέρ­σει, βα­δί­ζον­τας σ’ ἕ­να μο­νο­πά­τι σπαρ­μέ­νο μὲ πει­ρα­σμούς, ἐ­θι­σμὸ καὶ βί­α. Λό­γῳ ἴ­σως τοῦ ὅ­τι βρι­σκό­μα­σταν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ὅ­ταν τὸν πρω­το­γνώ­ρι­σα, ὁ Ντέ­νις μου θύ­μι­σε τὸν Ντο­στο­γι­έφ­σκι, συγ­γρα­φέ­α δι­α­τε­θει­μέ­νο νὰ βυ­θο­με­τρή­σει τὶς πιὸ σκο­τει­νὲς γω­νι­ὲς τῆς ἴ­διας τῆς ψυ­χῆς του προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­δώ­σει μὲ εἰ­λι­κρί­νεια τὴ φύ­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας.

       Ζοῦ­σε μέ­σα στὸ δά­σος, στὸ βο­ρει­ο­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ Ἀ­ϊν­τά­χο, στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ἔ­κτα­σης αὐ­τῆς ποὺ μοιά­ζει μὲ ψη­λὸ μα­κρό­στε­νο κα­πέ­λο, κον­τὰ στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὸν Κα­να­δά. Εἶ­χε στὴν κα­το­χή του πυ­ρο­βό­λα ὅ­πλα καὶ βι­βλί­α καὶ μιὰ Κορ­βέτ, εἶ­χε καὶ μιὰ εὔθυμη σύ­ζυ­γο, τὴ Σίν­τυ, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α πι­α­νό­ταν ὅ­πως πι­ά­νε­ται κα­νεὶς ἀ­π’ τὸ κα­τάρ­τι στὴ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα. Νο­μί­ζω πὼς κρα­τι­ό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κοι­νω­νί­α δι­ό­τι πα­ρα­ῆ­ταν ἑλ­κυ­στι­κός. Σα­γή­νευ­ε τοὺς ἄλ­λους μὲ τὸ χι­οῦ­μορ του καὶ μὲ τὴ σπιρ­τά­δα του, ἡ κο­λα­κεί­α ὅ­μως ἦ­ταν μιὰ ἀ­κό­μη μορ­φὴ μέ­θης ποὺ τὴν ἀ­πέ­φευ­γε μὲ μα­νί­α.

       Ὁ Ντέ­νις ἔ­λε­γε πὼς δὲν δι­ά­βα­ζε πο­τὲ τὶς κρι­τι­κές, πα­ρ’ ὅ­τι συγ­κα­τα­λε­γό­ταν στοὺς πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς. Τὸν και­ρὸ ποὺ ἤ­μα­στε στὴ Ρω­σί­α, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς νου­βέ­λας του The Name of the World ἀ­πὸ τὸν Ρόμ­περτ Στό­ουν βρέ­θη­κε στὴν πρώ­τη σε­λί­δα τῆς Times Book Review. Ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της τοῦ τη­λε­φώ­νη­σε γιὰ νὰ τοῦ ἀ­ναγ­γεί­λει τὸ νέο, ὁ Ντέ­νις μοῦ εἶ­πε: «Χρει­ά­στη­κε νὰ δι­α­βά­σω τὴ Βί­βλο μου γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω.» Κι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κα­λὴ κρι­τι­κή. Εἶ­πε πὼς στα­μά­τη­σε νὰ δι­α­βά­ζει κρι­τι­κές, μό­λις οἱ φί­λοι του ἄρ­χι­σαν νὰ τοῦ τη­λε­φω­νοῦν στὶς ἕ­ξι τὸ πρω­ί, προ­ει­δο­ποι­ών­τας τον νὰ μὴ δι­α­βά­σει κά­ποι­ο ἀ­δι­ά­φο­ρο ση­μεί­ω­μα στοὺς Times. Κα­θέ­νας ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του ἀ­νέ­φε­ρε ἕ­να κομ­μά­τι τῆς κρι­τι­κῆς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀρ­κοῦ­σε ὥ­στε νὰ νι­ώ­σει ὁ Ντέ­νις πὼς τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. «Ἡ κα­κὴ κρι­τι­κὴ μοιά­ζει μὲ τὰ πα­ρά­σι­τα ἐ­κεῖ­να στὸν Ἀ­μα­ζό­νιο ποὺ φτά­νουν κο­λυμ­πών­τας στὸ πέ­ος σου μέ­χρι μέ­σα», μοῦ ἔ­λε­γε. «Ἂν τὴ δι­α­βά­σεις, κά­πως γί­νε­ται καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴ βγά­λεις ἀ­πὸ μέ­σα σου μὲ τί­πο­τα.»

       Ἡ φω­νὴ τοῦ Ντέ­νις ἦ­ταν συγ­χρό­νως λυ­ρι­κὴ καὶ τρα­χιά, κά­τι ποὺ φάν­τα­ζε ἐ­νί­ο­τε ἀ­ταί­ρια­στο μὲ τὴν ἀ­λέ­γρα προ­σω­πι­κό­τη­τά του. Κά­πο­τε ποὺ τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κα τὴν ἀ­γω­νί­α μου ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ γρά­ψι­μο κά­ποι­ου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ἀ­νη­συ­χών­τας γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ ὁ­δεύ­ει, ὁ Ντέ­νις εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι πρό­βλη­μα. «Ξε­κι­νᾶς νὰ κά­νεις κου­πὶ μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν Αὐ­στρα­λί­α», εἶ­πε, «κι ἂν κα­τα­λή­ξεις στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, μέ­νεις ἐκ­στα­τι­κός».

       Κα­τὰ και­ροὺς δί­δα­σκε στὸ Κέν­τρο Μί­τσε­νερ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Τέ­ξας, στὸ Ὄ­στιν. To 2012, σὲ κά­ποι­α ἀ­νά­γνω­ση, μιὰ πα­λιὰ μα­θή­τριά του δι­α­τύ­πω­σε μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Εἶ­πε πὼς ὁ Τζόν­σον τοὺς εἶ­χε προ­τρέ­ψει νὰ γρά­ψουν τρεῖς κα­νό­νες, ὅ­μως τῆς ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ θυ­μη­θεῖ τὸν τρί­το ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ὁ Ντέ­νις τοὺς ἀ­πήγ­γει­λε:


* Νὰ γρά­φεις γυ­μνός. Νὰ γρά­φεις, δη­λα­δή, ὅ,τι δὲν θὰ ἔ­λε­γες πο­τέ.

* Νὰ γρά­φεις μὲ αἷ­μα. Λὲς καὶ τὸ με­λά­νι εἶ­ναι τό­σο πο­λύ­τι­μο ποὺ δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ σπα­τα­λή­σεις.

* Νὰ γρά­φεις σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­ξο­ρί­ας, λὲς καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ γυ­ρί­σεις πο­τὲ πί­σω, καὶ ὀ­φεί­λεις ν’ ἀ­να­κα­λέ­σεις στὴ μνή­μη σου τὴν κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια.

(26/5/2017)

Βλέπε ἐδῶ τὸ πεζὸ τοῦ Ντένις Τζόνσον

«Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ»:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/01/denis-johnson-st…niki-tou-seattle/



Πη­γή: Ἐ­πιθ. The New Yorker (https://www.newyorker.com/books/page-turner/remembering-denis-johnson)

Lawrence Wright (1947) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος τοῦ New Yorker ἀ­πὸ τὸ 1992. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης σε­να­ρι­ο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐρ­γα­σί­α του ἡ με­λέ­τη The Loo­ming Tower: Al-Qaeda and the Road to 9/11 (Ὁ Δυ­σοί­ω­νος Πύρ­γος: Ἡ λ-Κά­ϊν­τα καὶ ὁ δρό­μος πρὸς τὴν 11/9/2001), πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο βα­σί­στη­κε καὶ ἡ ὁ­μό­τι­τλη τη­λε­ο­πτι­κὴ ἱ­στο­ρι­κὴ σει­ρὰ 10 ἐ­πει­σο­δί­ων.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson): Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ



Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson)


Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ

(Steady Hands at Seattle General)


Ε ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ὄ­χι μό­νο μπό­ρε­σα καὶ ξυ­ρί­στη­κα ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­φε­ρα νὰ ξυ­ρί­σω ἕ­ναν-δυ­ὸ και­νού­ριους, δι­ό­τι οἱ οὐ­σί­ες ποὺ μοῦ χο­ρή­γη­σαν σὲ ἐ­νέ­σι­μη μορ­φὴ ἔ­φε­ραν κα­τα­πλη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Λέ­ω κα­τα­πλη­κτι­κὸ δι­ό­τι λί­γες μό­λις ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα μὲ εἶ­χαν τσου­λή­σει κα­θι­σμέ­νο σὲ κα­ρο­τσά­κι μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους στοὺς ὁ­ποί­ους βί­ω­σα τὴν πα­ραί­σθη­ση μιᾶς ἁ­πα­λῆς, κα­λο­και­ρι­νῆς βρο­χῆς. Στὰ δω­μά­τια τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να —βά­ζα, στα­χτο­δο­χεῖ­α, κρε­βά­τια— μοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ ὑ­γρὰ καὶ τρο­μα­χτι­κά· ἔ­δει­χναν νὰ μὴν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται νὰ συγ­κα­λύ­ψουν τὰ πραγ­μα­τι­κά τους νο­ή­μα­τα.

       Μοῦ χο­ρή­γη­σαν κάμ­πο­σες δό­σεις μὲ τὴ σύ­ριγ­γα, κι ἔ­νι­ω­θα λὲς κι εἶ­χα γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν ἕ­να ἐ­λα­φρὺ κομ­μά­τι φε­λι­ζόλ. Ἔ­φε­ρα τὰ χέ­ρια μου ψη­λὰ μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Τὰ χέ­ρια ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τα ὅ­πως τὰ χέ­ρια κά­ποι­ου γλυ­πτοῦ.

       Ξύ­ρι­σα τὸν συγ­κά­τοι­κό μου στὸ δω­μά­τιο, τὸν Μπίλ. «Μὴν κά­νεις κά­να ἀ­στεῖο μὲ τὸ μου­στά­κι μου», εἶ­πε.

       «Ἐν­τά­ξει ὣς ἐ­δῶ;»

       «Ὣς ἐ­δῶ ναί.»

       «Θὰ σοῦ φτιά­ξω καὶ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά.»

       «Λο­γι­κὸ ἀ­κού­γε­ται, σύν­τρο­φε.»

       Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να ζυ­γω­μα­τι­κὸ ὁ Μπὶλ εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ση­μά­δι στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που μιὰ σφαί­ρα τὸν εἶ­χε βρεῖ στὸ πρό­σω­πο καὶ στὸ ἄλ­λο μά­γου­λο εἶ­χε μιὰ ἐ­λα­φρῶς με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­λή· ἐ­κεῖ τὸ βλῆ­μα εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι μέ­σα.

       «Τό­τε ποὺ σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν ἔ­τσι μὲς στὰ μοῦ­τρα, ἡ σφαί­ρα ἔ­κα­νε τί­πο­τα ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ συ­νέ­χεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω; Δὲν κρά­τη­σα ση­μει­ώ­σεις. Ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ προ­χω­ρή­σει μέ­σα βα­θιά, ἐ­σὺ νι­ώ­θεις πὼς μό­λις σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν στὸ κε­φά­λι.»

       «Κι αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ οὐ­λὴ ἐ­δῶ, στὴ φα­βο­ρί­τα σου;»

       «Δὲν ξέ­ρω. Ἴ­σως τὴν ἔ­χω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κα. Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν βλέ­πω.»

       «Μιὰ μέ­ρα θὰ δι­α­βά­ζουν γιὰ σέ­να σὲ κά­ποι­ο δι­ή­γη­μα ἢ σὲ κά­ποι­ο ποί­η­μα. Θέ­λεις νὰ πε­ρι­γρά­ψεις τὸν ἑ­αυ­τό σου γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους;»

       «Χμ, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­μαι ἕ­νας σκα­το­χον­τρός, κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ὄ­χι, σο­βα­ρο­λο­γῶ.»

       «Σι­γὰ ποὺ θὰ κα­θί­σεις νὰ γρά­ψεις γιὰ μέ­να.»

       «Ρέ, εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας.»

       «Ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι, πές τους ἁ­πλῶς ὅ­τι εἶ­μαι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Εἶ­ναι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Μ’ ἔ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει δυ­ὸ φο­ρές.»

       «Δυ­ὸ φο­ρές;»

       «Μιὰ φο­ρὰ ἡ κά­θε γυ­ναί­κα μου, τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ σύ­νο­λο, μᾶς κά­νει τέσ­σε­ρις τρύ­πες· τρεῖς μπαί­νον­τας καὶ μί­α βγαί­νον­τας.»

       «Κι εἶ­σαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός.»

       «Ἔ­χεις σκο­πὸ ν’ ἀλ­λά­ξεις τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ γιὰ τὸ ποί­η­μά σου;»

       «Ὄ­χι. Θὰ μποῦν ὅ­λα λέ­ξη πρὸς λέ­ξη.»

       «Πο­λὺ κα­κὸ αὐ­τό, δι­ό­τι μὲ τὸ νὰ μὲ ρω­τᾶς ἂν εἶ­μαι ζων­τα­νὸς μοιά­ζεις κομ­μα­τά­κι χα­ζός. Προ­φα­νῶς εἶ­μαι ζων­τα­νός.»

       «Κοί­τα, ἴ­σως ἐν­νο­ῶ ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λᾶς, καὶ νὰ μὴν εἶ­σαι, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α.»

       «Δὲν πά­ει πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ σκα­τὰ ποὺ μέ­σα τους κο­λυμ­πᾶ­με αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.»

       «Τί θὲς νὰ πεῖς; Εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Μᾶς δί­νουν μέ­χρι καὶ τσι­γά­ρα.»

       «Ἐ­μέ­να δὲν μοῦ ’­δω­σαν ἀ­κό­μα.»

       «Ὁ­ρί­στε, πά­ρε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, ρέ.»

       «Μοῦ τὸ ξε­πλη­ρώ­νεις μό­λις σοῦ δώ­σουν τὰ δι­κά σου.»

       «Ἴ­σως.»

       «Τί εἶ­πες ὅ­ταν σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν;»

       «Εἶ­πα: “Μὲ πυ­ρο­βό­λη­σες!”»

       «Καὶ τὶς δυ­ὸ φο­ρές; Καὶ στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες;»

       «Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα, για­τί μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε στὸ στό­μα.»

       «Ἄ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λή­σεις.»

       «Σω­ρι­ά­στη­κα ἀ­ναί­σθη­τος, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω. Κι ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν ἔ­τρω­γα ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά.»

       «Τί ὄ­νει­ρο ἦ­ταν;»

       «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τό; Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε κα­νέ­να γα­μω­νό­η­μα. Τὸ θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως κα­λά.»

       «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψεις ἔ­στω λί­γο;»

       «Ἀ­λή­θεια, δὲν ξέ­ρω τί πε­ρι­γρα­φὴ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μὲ συγ­χω­ρεῖς.»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ πα­ρα­μι­κρό.»

       «Λοι­πόν, τὸ μό­νο σί­γου­ρο, τὸ ὄ­νει­ρο εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἐν­νο­ῶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­μαι ξύ­πνιος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὴν πρώ­τη μου γυ­ναί­κα, θυ­μᾶ­μαι ποὺ τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη ση­μα­δεύ­ον­τάς με κι ὕ­στε­ρα, νά το πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὄ­νει­ρο…

       «Καὶ τὸ ὄ­νει­ρο δὲν ἦ­ταν – θέ­λω νὰ πῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τὸ τί­πο­τα θλι­βε­ρό. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ θυ­μᾶ­μαι, λέ­ω, Γα­μῶ­το, ρὲ φί­λε, στ’ ἀ­λή­θεια, στ’ ἀ­λή­θεια μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε. Καὶ νά το πά­λι τὸ ὄ­νει­ρο.»

       «Μή­πως ἔ­χεις δεῖ ἐ­κεί­νη τὴν ται­νί­α μὲ τὸν Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ, τὸ Follow That Dream

       «Τὸ Follow That Dream. Ναί, τό’ χω δεῖ. Τώ­ρα δὰ θὰ τό ’­λε­γα κι­ό­λας.»

       «Εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λεί­ω­σα μὲ τὸ ξύ­ρι­σμα. Κοι­τά­ξου στὸν κα­θρέ­φτη.»

       «Ἔ­γι­νε.»

       «Τί βλέ­πεις;»

       «Πῶς κα­τά­φε­ρα κι ἔ­γι­να τό­σο χον­τρός, ἀ­φοῦ δὲν τρώ­ω πο­τέ;»

       «Αὐ­τὸ μό­νο;»

       «Ἔ, δὲν ξέ­ρω. Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὴ ζω­ή σου.»

       «Χά! Κα­λὸ κι αὐ­τό.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν σου.»

       «Σὰν τί θὲς ν’ ἀ­κού­σεις;»

       «Ὅ­ταν κοι­τᾶς πρὸς τὰ πί­σω, τί βλέ­πεις;»

       «Κα­τε­στραμ­μέ­να ἁ­μά­ξια.»

       «Βλέ­πεις κι ἀν­θρώ­πους μέ­σα σ’ αὐ­τά;»

       «Ναί.»

       «Ποι­οὺς βλέ­πεις;»

       «Ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι τώ­ρα πα­ρὰ σκέ­το κρέ­ας, φί­λε.»

       «Εἶ­ναι ἔ­τσι στ’­ἀ­λή­θεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι; Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα. Καὶ βρο­μά­ει.»

       «Πλά­κα κά­νεις; Ἐ­δῶ μας πο­τί­ζουν ἀ­λο­πε­ρι­δό­λη μὲ τὸ λί­τρο. Πάρ­κο γιὰ νή­πια εἶ­ναι.»

       «Τὸ ἐλ­πί­ζω. Για­τί ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ μό­νο ποὺ κά­νουν εἶ­ναι νὰ σὲ τυ­λί­γουν μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σεν­τό­νι καὶ νὰ σοῦ δί­νουν νὰ δαγ­κώ­νεις ἕ­να λα­στι­χέ­νιο παι­χνί­δι γιὰ κου­τά­βια.»

       «Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μὲ φαν­τα­στῶ νὰ ζῶ ἐ­δῶ δυ­ὸ βδο­μά­δες κά­θε μή­να.»

       «Κοί­τα, εἶ­μαι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ σέ­να. Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις με­ρι­κοὺς ἀ­κό­μα γύ­ρους σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν τρο­χὸ καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ κα­τορ­θώ­νεις πάν­τα νὰ βγαί­νεις μὲ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια σου στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ἐ­γὼ ὄ­χι.»

       «Ρέ, εἶ­σαι μιὰ χα­ρά.»

       «Γιὰ μί­λα ἐ­δῶ μέ­σα.»

       «Νὰ μι­λή­σω μέ­σα στὴν τρύ­πα ποὺ σοῦ ’­χει κά­νει ἡ σφαί­ρα;»

       «Γιὰ μί­λα μέ­σα ἐ­κεῖ. Καὶ πές μου ἂν εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»


Περισσότερα γιὰ τὸν Ντένις Τζόνσον

δὲς ἐδῶ τὴν νεκρολογία τοῦ Λό­ρενς Ρά­ϊτ:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/02/lawrence-wright-…on-denis-johnson/



Πη­γή: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries, New York, Pica­­dor Modern Classics / Farrar, Str­a­us and Gi­­roux, 2015 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries by Denis John­son, New York, Farrar, Straus and Giroux, 1992]. Ἡ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­ρί­α πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Esquire.

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis John­son) (1949, Μό­να­χο-2017, Κα­λι­φόρ­νια). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Στὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα εἶ­χε γιὰ δά­σκα­λό του τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γενικὴ Κλινικὴ τοῦ Σηάτλ. Φωτογραφία τοῦ 1917.