Ἀντωνία Παχαλίδου: Ὁ Μπαλζὰκ ἔπινε πολὺ καφέ


Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ


ΙΧΕ διαβά­σει πο­λύ. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ βι­βλί­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του. Δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­γο­ρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ —ἱ­κα­νὸς ἀ­ριθ­μὸς τό­μων— ἀ­νῆ­καν στὸν παπ­ποῦ καὶ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­τες ἐκ­δό­σεις. Ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ που­λή­σει σὲ δη­μο­πρα­σί­ες καὶ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ θὰ ἔπι­α­νε κα­λὰ λε­φτά. Ὡ­στό­σο ἀ­πευ­χό­ταν αὐ­τὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, ἀ­φοῦ ἀν­τι­πα­θοῦ­σε ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ ἀ­γό­ρα­ζαν συλ­λε­κτι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὶς ἔ­χουν. Ἰ­δι­ο­κτη­σί­α καὶ στὰ βι­βλί­α; Τί ἤ­ξε­ραν αὐ­τοὶ ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση; Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν’ ἀ­φή­νεις βι­βλί­α ἀ­δι­ά­βα­στα;

       Ἦ­ταν ἐμ­μο­νι­κὸς ὁ Ὀ­ρέ­στης μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα. Δὲν πα­ρά­τα­γε βι­βλί­ο γιὰ κα­νέ­ναν καὶ γιὰ τί­πο­τα. Ἀ­κό­μα καὶ σο­βα­ρὸ ραν­τε­βοῦ νὰ εἶ­χε, πρῶ­τα τέ­λει­ω­νε τὸ δι­ά­βα­σμα κι ἔ­πει­τα. Λὲς καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ γρά­ψει δι­α­τρι­βή. Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἀ­ριθ­μοῦ­σε πε­ρὶ τοὺς πέν­τε χι­λιά­δες τό­μους. Δὲν μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις στὸ σπί­τι του. Σχε­δὸν 80 τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ βι­βλί­α ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ· μέ­χρι τὸ τα­βά­νι σὲ με­ρι­κὰ ρά­φια, στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ, στὰ μπρά­τσα τοῦ κα­να­πέ, στὴν κου­πα­στὴ τοῦ τζα­κιοῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε ποῦ ἔ­χει τὸ κα­θε­τί. Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ δο­κί­μιο. Γάλ­λοι, Ἄγ­γλοι, ἡ Με­γά­λη Ρω­σι­κὴ Σχο­λή.

            Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὸ χαρ­τί. Πα­λιὰ τὰ ξε­σκό­νι­ζε μό­νος του. Τώ­ρα πιὰ τὸ ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Ὅ­ταν τὶς προ­άλ­λες τὸν ρώ­τη­σε ὁ ἀ­νι­ψιός του τί θὰ τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τό­τε ἀ­κρι­βῶς σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φρον­τί­σει ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα και­ρός. Για­τὶ ἅ­μα φύ­γει, ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ κα­τα­λή­ξουν. Στὴ χω­μα­τε­ρὴ ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση σὲ πα­λι­α­τζί­δι­κα. Τοῦ τρι­βέ­λι­ζε τὸν νοῦ αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Ἦ­ταν λὲς καὶ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει εὐ­θα­να­σί­α σὲ δι­κό του ἄν­θρω­πο ἢ στὸν Πάμ­πλο. Κι ὁ Πάμ­πλο; Τί θὰ γι­νό­ταν, ἄ­ρα­γε, ἂν πέ­θαι­νε αὐ­τὸς πρῶ­τος; Οὔ­τε ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται. Θὰ τὸν πέ­τα­γαν στὸν δρό­μο; Θὰ τὸν πή­γαι­ναν στὸν Ὑ­μητ­τό; Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸν τώ­ρα, προ­εῖ­χαν τὰ βι­βλί­α. Μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε καὶ μπο­ρεῖ νὰ κρα­τοῦ­σε με­ρι­κά. Τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Μά­λι­στα ἀ­μέ­σως τώ­ρα θὰ τὰ ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη. Κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ὅ­λα κι ὅ­λα.

            Τὸ ἴ­διο βρά­δυ βγῆ­κε μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Κρα­σο­κα­τά­νυ­ξη καὶ φι­λο­σο­φί­α μέ­χρι ἀρ­γά. Ὁ φι­λό­λο­γος τοῦ πέμ­πτου, κά­τι συν­τα­ξι­οῦ­χοι κα­θη­γη­τὲς καὶ τὸ στοι­χεῖ­ο του: ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης τῆς γει­το­νιᾶς – λά­τρης τῶν Γάλ­λων καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοῦ Μπαλ­ζάκ. Ἡ ση­με­ρι­νὴ κου­βέν­τα στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸν με­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων. Ποι­ός ἦ­ταν γυ­ναι­κάς, ποιός πό­της, ποι­ός bon-viveur. «Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ. Μᾶλ­λον γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξει τὶς ὁ­λο­νυ­κτί­ες, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­φε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα», πρό­σθε­σε ὁ Ὀ­ρέ­στης πρὶν νὰ φύ­γει καὶ ἤ­πι­ε μο­νο­ρού­φι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τή­ρι. Κα­λη­νύ­χτι­σε δί­χως ἡ ἔ­γνοι­α τῶν βι­βλί­ων νὰ τὸν ἔ­χει ἐγ­κα­τα­λεί­ψει.

            Ἦ­ταν πε­ρί­που δύ­ο ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι. Κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα καὶ μό­λις ποὺ πρό­λα­βε νὰ φτά­σει στὸν κα­να­πέ. Ὁ Πάμ­πλο ἔ­ξυ­νε τὴν πόρ­τα καὶ γρύ­λι­ζε μέ­χρι τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν γερ­μέ­νο πά­νω στὴ στοί­βα μὲ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Ὁ γεί­το­νας ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε κοί­τα­ξε τὸν τί­τλο τοῦ πρώ­του βι­βλί­ου: Θά­να­τος στὴ Βε­νε­τί­α.


11/7/2017



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.


 

Διαφημίσεις

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Τὰ ποι­ή­μα­τα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Τὰ ποι­ή­μα­τα

(Die Gedichte)


Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ πο­τὲ δὲν ἔ­γρα­ψα κα­νέ­να ποί­η­μα. Ἡ ἄν­θι­ση, ἡ δια­ύγεια ἤ­τα­νε πο­λὺ αἰ­σθη­σια­κὴ γιὰ μέ­να. Ἤ­μου­να λυ­πη­μέ­νος τὸ κα­λο­καί­ρι. Μὲ τὸ φθι­νό­πω­ρο κα­τέ­βαι­νε μιὰ με­λω­δί­α στὸν κό­σμο. Ἤ­μουν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κα­τα­χνιά, τὴ σκο­τει­νιὰ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε κι­ό­λας ἀ­πὸ νω­ρίς, τὴν πα­γω­νιά. Τὸ χι­ό­νι τό ’­βρι­σκα θε­ϊ­κό, μὰ ἴ­σως ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φες καὶ θε­ϊ­κὲς μοῦ φαι­νόν­του­σαν οἱ σκο­τει­νές, ἄ­γρι­ες, θερ­μὲς κα­ται­γί­δες τῆς πρώ­ι­μης ἄ­νοι­ξης. Μὲς στὸν πα­γε­ρὸ χει­μώ­να λαμ­πυ­ρί­ζα­νε κι ἀ­χνί­ζα­νε μα­γι­κὰ τὰ βρά­δια. Οἱ ἦ­χοι μὲ γο­ή­τευ­αν, τὰ χρώ­μα­τα μοῦ μι­λοῦ­σαν. Δὲ χρει­ά­ζε­ται κὰν νὰ τὸ πῶ, πὼς ζοῦ­σα σ’ ἀ­τέ­λει­ω­τη μο­να­ξιά. Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἡ νύ­φη ποὺ λά­τρευ­α, ὁ σύν­τρο­φος ποὺ προ­τι­μοῦ­σα, ἡ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σα, ἡ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­να, ἡ πα­ρέ­α ποὺ μέ­σα της ζοῦ­σα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γιὰ μέ­να­νε τί­πο­τα πιὸ φυ­σι­κό, πιὸ φι­λι­κό. Ἤ­μουν ὑ­παλ­λη­λά­κος, πο­λὺ συ­χνὰ δί­χως τὴν ἁρ­μό­ζου­σα θέ­ση. Κι αὐ­τὸ ἅρ­μο­ζε σὲ μέ­να. Ὤ, πό­ση τρυ­φε­ρὰ ὀ­νει­ρι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ­δο­νι­κὴ ἀ­πελ­πι­σί­α, οὐ­ρά­νια ἀ­θυ­μί­α, ἀ­γα­πη­μέ­νη θλί­ψη, γλυ­κιὰ σκλη­ρό­τη­τα. Ἀ­γα­ποῦ­σα τὰ προ­ά­στια μὲ τὶς μο­να­χι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῶν ἐρ­γα­τῶν. Τὰ χι­ο­νι­σμέ­να λι­βά­δια μοῦ μι­λού­σα­νε μ’ οἰ­κει­ό­τη­τα, τὸ φεγ­γά­ρι μοῦ φαι­νό­τα­νε σὰ νὰ χα­μη­λώ­νει γιὰ νὰ κλά­ψει ἀ­πά­νω στὸ χι­ό­νι, τὸ λευ­κὸ σὰν τὸ φάν­τα­σμα· τ’ ἀ­στέ­ρια! Τό­σο λαμ­πρά! Ἤ­μου­να τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ φτω­χός, τό­σο βα­σι­λι­κὰ λεύ­τε­ρος. Στε­κό­μουν μὲς στὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα, πρὸς τὸ ξη­μέ­ρω­μα, πλά­ι στ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο· μὲ τὴν πα­γε­ρὴ πνο­ὴ νὰ φυ­σά­ει στὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὸ στῆ­θος, κα­λυμ­μέ­νο μο­νά­χα μὲ τὴ νυ­χτι­κιά. Καὶ τό­τε μοῦ ’ρ­χό­ταν μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­πτα­σί­α, πὼς ὁ­λό­γυ­ρά μου φώ­τι­ζε. Πο­λὺ συ­χνά, μέ­σα στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κά­μα­ρα ποὺ κα­τοι­κοῦ­σα, ἔ­πε­φτα στὰ γό­να­τα κι ἱ­κέ­τευ­α τὸ Θε­ὸ γιὰ ἕ­ναν ὄ­μορ­φο στί­χο. Ὕ­στε­ρα, ἄ­νοι­γα τὴν πόρ­τα, ἔ­βγαι­να ἔ­ξω καὶ χα­νό­μου­να μὲς στὴ Φύ­ση.

(1912)


Πη­γή: «Τὰ ποι­ή­μα­τα» («Die Ge­di­chte»), Klei­ne Dich­tun­gen von Ro­bert Wal­ser, Kurt Wolff Verlag, Leipzig, 1914, S. 65.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh): Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί



Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh)


Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί

(Antoine de Saint-Exupery)


ΗΡΑΜΕ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κρε­μά­σου­με τὸν Ἄλ­φρεντ. Ἡ Βὶβ πῆ­γε νὰ φέ­ρει σκοι­νί. Ὁ Τὸμ πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρέ­κλα. Ἐ­γὼ κά­θι­σα καὶ πε­ρί­με­να καὶ κου­βέν­τια­ζα μὲ τὸν Ἄλ­φρεντ. Κου­βεν­τι­ά­σα­με γιὰ δι­α­στη­μό­πλοι­α καὶ δι­α­στη­μαν­θρώ­πους. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γος νὰ μά­θει ἐ­ὰν οἱ δι­α­στη­μάν­θρω­ποι ρω­τᾶ­νε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Ἄλ­φρεντ πάν­το­τε ρω­τοῦ­σε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Τὸμ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Ἦ­ταν μιὰ πα­λιὰ βι­κτω­ρια­νὴ κα­ρέ­κλα. Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ ἀ­νῆ­κε στὸν προ­πάπ­που τοῦ Τόμ. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἔ­κα­νε δο­κι­μὲς μὲ τὴν κα­ρέ­κλα. Χο­ρο­πη­δοῦ­σε πά­νω κά­τω στὴν κα­ρέ­κλα. Ἡ κα­ρέ­κλα ἦ­ταν γε­ρή. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ ἕ­να κομ­μά­τι μάλ­λι­νο νῆ­μα, δὲν μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ κα­θό­λου σκοι­νί. Ὁ Ἄλ­φρεντ δο­κί­μα­σε τὸ νῆ­μα. Αὐ­τὸ κό­πη­κε. Ὁ Τὸμ ξε­στό­μι­σε στὴ Βὶβ μιὰ βρι­σιά. Ἡ Βὶβ ἀ­πεί­λη­σε ὅ­τι θὰ βά­λει τὰ κλά­μα­τα. Προ­τοῦ ἐ­κεί­νη κα­τορ­θώ­σει νὰ γε­μί­σει τὸ δω­μά­τιο μὲ λυγ­μούς, ὁ Ἄλ­φρεντ εἶ­πε ὅ­τι ξέ­ρει ποῦ ἔ­χει σκοι­νί. Ἡ Βὶβ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πῆ­ρε τὸν Ἄλ­φρεντ ἀγ­κα­λιά. Ἡ Βὶβ ἦ­ταν πο­λὺ χα­ρού­με­νη. Ὁ Ἄλ­φρεντ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. «Χρει­α­ζό­μα­στε μιὰ Βί­βλο», εἶ­πε ἡ Βίβ. Οἱ γο­νεῖς τοῦ Ἔ­λιοτ καὶ τῆς Βὶβ ἦ­ταν ἄ­θε­οι κι ὡς ἐκ τού­του δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­θώ­ριο γιὰ κα­μιὰ Βί­βλο στὸ σπί­τι. «Κά­τι ἔ­χω στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά μου», εἶ­πε ἡ Βίβ. Τῆς εἴ­πα­με νὰ πά­ει. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Χα­ρή­κα­με πο­λὺ μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Εἶ­πα νὰ δι­ά­βα­ζα κά­τι ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ἄλ­φρεντ θὰ ἔ­σπρω­χνε μὲ τὸ πό­δι μα­κριὰ τὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἐ­πέ­στρε­ψε. Βα­στοῦ­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ μπό­λι­κο γε­ρὸ σκοι­νί. Ὁ Ἔ­λιοτ –ξέ­ρον­τας κα­λὰ ἀ­πὸ κόμ­πους– ἔ­φτια­ξε μιὰ θη­λιά. Το­πο­θέ­τη­σε τὴ θη­λιὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἄλ­φρεντ. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή. Ὁ Ἄλ­φρεντ ρύθ­μι­σε ἐκ νέ­ου τὴ θη­λιά· ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ σχο­λα­στι­κός. Ὁ Τὸμ βο­ή­θη­σε τὸν Ἄλ­φρεντ νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ πέ­τα­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ σκοι­νιοῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸν πο­λυ­έ­λαι­ο. Ὁ Τὸμ ἔ­πια­σε τὸ σκοι­νὶ καὶ ἔ­δε­σε τὸ σκοι­νὶ στὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας. Ὁ Ἄλ­φρεντ τρά­βη­ξε τὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει τὸ σκοι­νί, ἦ­ταν γε­ρό, θὰ κρά­τα­γε. Ἡ Βὶβ ἄγ­γι­ξε τὸν Ἄλ­φρεντ στὸ γό­να­το, στορ­γι­κά. Ἐ­κεῖ­νος χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα καὶ χα­μο­γέ­λα­σε. Ξε­κί­νη­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα.



Πη­γή: http://flashfiction.net/2016/04/05/flash-reprint-paul-kavanaghs-antoine-de-saint-exupery/  (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Nano Fiction Volume 6 Number 2.)

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh) (Ἀγ­γλί­α, 1971). Ζεῖ στὸ Σάρ­λοτ τῆς Βό­ρειας Κα­­ρο­λί­νας τῶν ΗΠΑ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ σὲ πλῆ­θος πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει καὶ τὶς νου­βέ­λες The killing of a Bank Manager (2011) καὶ Iceberg (2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole): Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη



Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole)


Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη


  1. Ἡ κα Ντά­λα­γου­έϊ εἶ­πε πὼς θὰ τὰ ἀ­γο­ρά­σει ἡ ἴ­δια τὰ λου­λού­δια. Ἕ­να χτύ­πη­μα μὲ στό­χο πι­θα­νο­λο­γού­με­νη τρο­μο­κρα­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἰ­σο­πέ­δω­σε τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο.

  1. Λέ­γε με Ἰ­σμα­ήλ. Ἤ­μουν νέ­ος σὲ ἡ­λι­κί­α στρά­τευ­σης. Κά­η­κα ζων­τα­νὸς τὴ μέ­ρα τοῦ γά­μου μου. Οἱ γο­νεῖς μου εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι.

  1. Ἐ­πι­βλη­τι­κὸς καὶ πα­χου­λός, ὁ Μπὰκ Μά­λιγ­καν ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ κε­φα­λό­σκα­λο κρα­τών­τας ἕ­να κύ­πελ­λο μὲ σα­που­νά­δα. Μιὰ βόμ­βα σφύ­ρι­ξε. Αἷ­μα στοὺς τοί­χους. Πῦρ ἐξ οὐ­ρα­νοῦ.

  1. Εἶ­μαι ἕ­νας ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος. Τὸ ὄ­νο­μά μου ἄ­γνω­στο. Οἱ ἔ­ρω­τές μου μυ­στή­ριο. Μὰ ἕ­να τη­λε­κα­τευ­θυ­νό­με­νο ἱ­πτά­με­νο ὄ­χη­μα ποὺ ἦρ­θε ἀ­πὸ μυ­στι­κὴ το­πο­θε­σί­α μὲ ἐν­τό­πι­σε.

  1. Κά­ποι­ος θὰ πρέ­πει νὰ συ­κο­φάν­τη­σε τὸν Γι­ό­ζεφ Κ., δι­ό­τι χω­ρὶς νὰ ἔ­χει κά­νει τί­πο­τα κα­κό, ἕ­να ὡ­ραῖ­ο πρω­ῒ τὸν σκό­τω­σε ἕ­να μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­νο ἀ­ε­ρο­σκά­φος τύ­που Predator.

  1. Τὸν Ὀ­κόν­κου­ο τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὰ ἐν­νιὰ χω­ριὰ κι ἀ­κό­μα πα­ρα­πέ­ρα. Τὸ πτῶ­μα του βρέ­θη­κε, ἀλ­λὰ ἀ­κέ­φα­λο.

  1. Σή­με­ρα πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα. Τὸ ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ σχέ­διο τοῦ Πεν­τα­γώ­νου προ­φυ­λάσ­σει τὶς ζω­ὲς τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ὑ­πη­κό­ων.

Ση­μεί­ω­ση: Κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Τέ­ζιου Κό­ουλ ἀρ­χί­ζει μὲ τὶς πρῶ­τες λέ­ξεις ἑ­νὸς πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κα­τὰ σει­ράν: Ἡ κυ­ρί­α Ντά­λα­γου­έ­ϊ (Βιρ­τζί­νια Γούλφ, 1925), Μόμ­πι Ντίκ (Χέρ­μαν Μέλ­βιλ, 1851), Ὀ­δυσ­σέ­ας (Τζέ­ιμς Τζό­ις, 1922), Ὁ ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος (Ρὰλφ Ἔ­λι­σον, 1952), Ἡ δί­κη (Φραν­τς Κάφ­κα, 1925), Τὰ πάν­τα γί­νον­ται κομ­μά­τια (Τσι­νού­α Ἀ­τσέμ­πε, 1958) καὶ Ὁ ξέ­νος (Ἀλ­μπὲρ Κα­μί, 1942).


Πη­γή: https://thenewinquiry.com/blog/seven-short-stories-about-drones/  

 

Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole) (Κα­λα­μα­ζού, Μί­σιγ­καν, ΗΠΑ, 1975). Συγ­γρα­φέ­ας, φω­το­γρά­φος καὶ ἱ­στο­ρι­κός της Τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Every Day is for the Thief (2007), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Open City (2012), τὴν συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ω­ν Known and Strange Things (2016), καὶ τὸ φω­το­γρα­φι­κὸ ἄλ­μπουμ Punto d’Ombra (2016).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες [2007] καὶ Ἀ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).



		

	

Ἄν­της Ρο­δί­της: Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό



Ἄν­της Ρο­δί­της


Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό


ΙΑ ΦΟΡΑ ἦ­ταν ἕ­να κρά­τος, ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Οἱ συγ­γρα­φεῖς του, οἱ ποι­η­τές του, οἱ καλ­λι­τέ­χνες του, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν τὸ «λά­θος», τὴν ἀ­σθέ­νεια τέ­λος πάν­των ποὺ τα­λαι­πω­ροῦ­σε τοὺς πο­λί­τες του ὥ­στε νὰ ἀ­να­ζη­τη­θεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο φάρ­μα­κο, ἦ­ταν ἄ­φαν­τοι. Δὲν βρί­σκον­ταν που­θε­νά, λὲς κι ἄ­νοι­ξε ἡ γῆ καὶ τοὺς κα­τά­πι­ε. Βέ­βαι­α ὑ­πῆρ­χαν, ἀλ­λὰ ἔ­με­ναν κλει­σμέ­νοι στὰ σπί­τια τους, περ­νοῦ­σαν πο­λὺ και­ρὸ σὲ ὑ­πό­γεια μὲ μυ­στι­κὲς εἰ­σό­δους, σὲ κρη­σφύ­γε­τα, φύ­τευ­αν πυ­κνοὺς καλ­λω­πι­στι­κοὺς θά­μνους καὶ τρο­πι­κὰ δέν­δρα μὲ ἀγ­κά­θια στὶς αὐ­λές τους γιὰ νὰ μὴν φτά­νει κα­νεὶς εὔ­κο­λα στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους.

       Ἡ μό­νη πα­ρη­γο­ριὰ τῶν πο­λι­τῶν ἦ­ταν νὰ δεί­χνουν στοὺς του­ρί­στες κά­τι κα­τά­λοι­πα ἑ­νὸς πα­λιοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τους, ἔρ­γα τῶν «ἔν­δο­ξων προ­γό­νων» τους, ἔ­λε­γαν, καὶ κόρ­δω­ναν σὰν γύ­φτι­κα σκε­πάρ­νια!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες τοῦ κρά­τους ἔ­σπα­ζαν τὸ κε­φά­λι τους νὰ βροῦν τρό­πο ν’ ἀ­νε­βά­σουν τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ ν’ αὐ­ξή­σουν τὸ πο­λι­τι­σμι­κὸ προ­ϊ­ὸν τῆς χώ­ρας. Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, λό­γῳ τῆς κα­τά­στα­σής τους, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ σκε­φθοῦν πολ­λὰ πράγ­μα­τα, δη­λα­δὴ τί­πο­τε τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό. Δὲν τοὺς ἔ­λει­πε, ὅ­μως, ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση ἕ­νε­κα τῶν πολ­λῶν ἔ­ξυ­πνων ποὺ δι­έ­θε­ταν στὰ ἀ­νώ­τε­ρα κλι­μά­κια δι­οί­κη­σης τοῦ κρά­τους. Οἱ ἔ­ξυ­πνοι εἶ­ναι κά­τι σὰν τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, ποὺ φυ­τρώ­νουν πλη­θω­ρι­κὰ στοὺς ἀ­καλ­λι­έρ­γη­τους ἀ­γρούς. Ἕ­νας τέ­τοι­ος ἔ­ξυ­πνος κα­τέ­βα­σε σὲ μιὰ στιγ­μὴ μιὰ φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α, ποὺ ἀ­μέ­σως οἱ ἄλ­λοι τὴν βρῆ­καν brilliant! Ὅ­λα κι ὅ­λα, ἦ­ταν ἀγ­γλο­μα­θεῖς οἱ πο­λί­τες τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του!

       Ἡ ἰ­δέ­α εἶ­χε ὡς ἑ­ξῆς: Ἀ­φοῦ οἱ συγ­γρα­φεῖς τοῦ τό­που, οἱ ποι­η­τές, οἱ ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες ἦ­ταν ὅ­λοι ψεῦ­τες, ὑ­πο­κρι­τές, ἀ­τά­λαν­τοι, ποὺ ἁ­πλῶς πα­ρί­στα­ναν τοὺς συγ­γρα­φεῖς, τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες καὶ γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο φο­βοῦν­ταν μὴν ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν καὶ κρύ­βον­ταν, ἔ­πρε­πε νὰ δε­λε­α­στοῦν, νὰ τρα­βη­χτοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες τους καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρευ­τοῦν, ὥ­στε νὰ πά­ρουν τὴ θέ­ση τους ἀ­λη­θι­νοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­λη­θι­νοὶ ποι­η­τὲς καὶ ἀ­λη­θι­νοὶ καλ­λι­τέ­χνες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἐ­πι­τέ­λους νὰ δεῖ ὁ τό­πος προ­κο­πή!

       Ἡ ἰ­δέ­α κα­τεν­θου­σί­α­σε τοὺς πάν­τες ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ δὲν θὰ ἔ­κα­νε κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση (τί θὰ ἔ­λε­γαν οἱ ξέ­νοι;) νὰ πᾶν ἀ­προ­κά­λυ­πτα καὶ νὰ ἀ­να­τι­νά­ξουν δια­μιᾶς τοὺς κρυμ­μέ­νους λο­γο­τέ­χνες ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν (ἤ­ξε­ραν ὅ­λων τὶς δι­ευ­θύν­σεις), ἔ­πε­σαν μὲ τὰ μοῦ­τρα στὴ δου­λειὰ νὰ βροῦν τρό­πο «πο­λι­τι­σμέ­νης» ἐ­φαρ­μο­γῆς τῆς ἰ­δέ­ας τους. Ἔ­τσι, μιὰ δεύ­τε­ρη φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α ποὺ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ ἄλ­λον ἔ­ξυ­πνο ἦ­ταν νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν βρα­βεῖ­α λο­γο­τε­χνί­ας ὥ­στε νὰ προ­σελ­κυ­σθοῦν ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ν’ ἀρ­χί­σουν νὰ βγαί­νουν ἄ­φο­βα στὸ φῶς, ν’ ἀ­πο­μο­νώ­νον­ται σὲ αἴ­θου­σες τε­λε­τῶν ἀ­πο­νο­μῆς, τά­χα, βρα­βεί­ων κι ἐ­κεῖ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ον­ται κα­τὰ ὁ­μά­δα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ μά­τια τοῦ πλή­θους. Ἡ ἐ­ξα­φά­νι­σή τους πι­θα­νὸν ν’ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε μό­νο τοὺς στε­νοὺς συγ­γε­νεῖς τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι θ’ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­νον­ταν γεν­ναῖα καὶ θὰ ἔ­βγα­ζαν τὸν σκα­σμό. Ἐ­ξάλ­λου, ποι­ός ἤ­θε­λε νὰ συ­ζεῖ μὲ τέ­τοι­ους ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ποὺ με­τέ­τρε­παν τὰ σπί­τια τους σὲ κρη­σφύ­γε­τα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πρό­σι­τα ὑ­πό­γεια, καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν ἀ­δι­α­πέ­ρα­στες ζοῦγ­κλες μὲ τρο­πι­κὰ δέν­δρα καὶ θά­μνους γε­μά­τους ἀγ­κά­θια;

       Μιὰ ἀ­κό­μα πιὸ σπου­δαί­α ἰ­δέ­α —εἴ­πα­με ἦ­ταν πολ­λοὶ οἱ ἔ­ξυ­πνοι στὸ κρά­τος ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του— ἦ­ταν νὰ δί­νε­ται σὲ ὅ­λους τὸ ἴ­διο βρα­βεῖ­ο, νὰ μὴ μέ­νει κα­νέ­νας πα­ρα­πο­νε­μέ­νος, νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὴν ἀ­πο­νο­μὴ ὅ­λοι οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ε­ται δια­μιᾶς, μ’ ἕ­να κτύ­πη­μα ἡ κά­θε ὁ­μά­δα, ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖ τε­λι­κὰ τὸ κρά­τος ἀ­πὸ ὅ­λους αὐ­τούς. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σοι ἦ­ταν;

       Γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ σχε­δί­ου χρει­α­ζό­ταν πρῶ­τα-πρῶ­τα νὰ στη­θεῖ μιὰ Κρι­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πή. Ξα­νάρ­χι­σαν τό­τε νὰ σπά­ζουν τὰ κε­φά­λια τους ποῦ νὰ βροῦν στὴν ἔ­ρη­μη χώ­ρα… κρι­τι­κοὺς τῆς τέ­χνης καὶ δὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας!

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, εἶ­πε: «Εἶ­ναι ἁ­πλό, θὰ βγοῦ­με στὸν δρό­μο, νὰ ἐ­δῶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο καὶ θὰ ρω­τοῦ­με τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴ βροῦ­με τοὺς κα­τάλ­λη­λους ἀν­θρώ­πους»! «Καὶ why not», εἶ­παν ὅ­λοι μὲ μιὰ φω­νὴ καὶ βγῆ­καν ἀ­μέ­σως ἔ­ξω στὸν δρό­μο, στὴ λι­α­κά­δα καὶ στὸν κα­θα­ρὸ ἀ­έ­ρα, ποὺ τὸν εἶ­χαν καὶ πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­νας μα­σκα­ρε­μέ­νος σὲ πα­πά. Ἦ­ταν συ­νή­θει­ο τῶν πο­λι­τῶν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιό τους καρ­να­βά­λι, ποὺ δι­αρ­κοῦ­σε τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρες βδο­μά­δες καὶ ἦ­ταν γνω­στὸ στὰ πέ­ρα­τα τοῦ κό­σμου κα­τὰ τὴ φαν­τα­σί­ω­σή τους, νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν σχε­δὸν ὅ­λοι μα­σκα­ρε­μέ­νοι σὲ κά­τι ἄλ­λο ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν ὁ­λο­χρο­νίς, βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει. Κα­νέ­νας λι­μός, λοι­μός, πό­λε­μος ἢ κα­τα­πον­τι­σμὸς δὲν τοὺς πτο­οῦ­σε. Μό­λις εἶ­δαν τὸν «πα­πὰ» κά­ποι­οι ἔ­πι­α­σαν τὰ σκέ­λια τους. Πρῶ­τος μί­λη­σε ὁ «πα­πάς», ποὺ φαί­νε­ται κά­τι ἄ­κου­σε ἢ ἐ­πι­τη­δεί­ως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καὶ δὲν βγῆ­κε τυ­χαῖ­α ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα στὸν δρό­μο.

       — Κα­λη­μέ­ρα, παι­διά, εἶ­πε.

       Τοῦ εἶ­παν ἕ­να μι­σὸ «κα­λη­μέ­ρα» κι ἄρ­χι­σαν νὰ κοι­τά­ζουν ἀλ­λοῦ.

       — Κά­τι ψά­χνε­τε, εἶ­πε ὁ «πα­πάς».

       — Δὲν μᾶς κά­νε­τε πά­τερ, τοῦ εἶ­παν μ’ ἕ­να στό­μα. Ἂν ἤ­σα­στε φι­λό­λο­γος, ἴ­σως…

       — Πῶς δὲν εἶ­μαι, εἶ­πε. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μου σπου­δή!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες κοι­τά­χτη­καν με­τα­ξύ τους.

       — Δη­λα­δή, τοῦ εἶ­πε ἕ­νας, εἶ­στε καὶ φι­λό­λο­γος καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα, εἶ­πε ὁ «πά­τερ», εἶ­μαι στὴν οὐ­σί­α ἕ­νας θε­ο­λο­γί­ζων φι­λό­λο­γος.

       — Fuck, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, δὲν τὸ πι­στεύ­ω… Τό­ση τύ­χη ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη!

       — Ἕ­να κε­λε­πού­ρι, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Πάρ­τε τον ἀ­μέ­σως μέ­σα καὶ γράψ­τε τον, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων…

       — Μὰ σὲ τί; ἔ­κα­νε τά­χα ἀ­πο­ρη­μέ­νος ὁ «πά­τερ».

       — Θὰ δεῖς, τοῦ εἶ­παν, ἔ­χει καὶ κα­λὸ μι­σθό!

       Ὁ «πα­πὰς» κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι του. Μπο­ροῦ­σε, τοὺς εἶ­πε, νὰ πά­ει ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ προ­σευ­χη­θεῖ καὶ τρά­βη­ξε κορ­δω­τὸς μέ­σα στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο. Πί­σω του ἔ­τρε­ξε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ ἐν­θου­σια­σμό.

       Σὲ λί­γο δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φα­νεῖ μιὰ εὐ­θυ­τε­νὴς κυ­ρί­α μὲ κα­τσα­ρό, μα­κρὺ μαλ­λί, πο­δή­ρη φου­στά­νια κι εὐ­γε­νέ­στα­τη φυ­σι­ο­γνω­μί­α ὡς κα­ρυά­τις, ἡ ὁ­ποί­α στα­μά­τη­σε, ἔ­βγα­λε μιὰ μί­νι φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ κι ἄρ­χι­σε νὰ πα­τά­ει τὸ κουμ­πά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Τῆς κα­λά­ρε­σαν ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν με­ταμ­φι­ε­σμέ­νοι σὲ «ἰ­θύ­νον­τες». Αὐ­τοὶ ξαφ­νι­ά­στη­καν ἀρ­χι­κά, ἀλ­λὰ με­τὰ ἄρ­χι­σαν νὰ παίρ­νουν πό­ζες.

       — Ξέ­νη εἶ­στε; τὴν ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς.

       — Ὄ­χι καὶ τό­σο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ψά­χνω μά­λι­στα μὴν με­τοι­κή­σω ἐ­δῶ γιὰ τὰ κα­λά.

       — Μπά, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς, τί μᾶς βρί­σκε­τε;

       — Τὸ κλί­μα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη ἀ­μέ­σως.

       — Τὸν και­ρὸ ἐν­νο­εῖ­τε.

       — Κά­θε ἄλ­λο, ἐν­νο­ῶ τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ κλί­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κό, ποὺ δὲν κρύ­βε­ται μὲ τί­πο­τε. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ στα­δι­ο­δρο­μή­σω ἐ­δῶ.

       Ὁ Ἰ­θύ­νων δὲν ἔ­πι­α­σε ἀ­κρι­βῶς τὸ νό­η­μα.

       — Ὁ­μι­λεῖ­τε κα­λὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κή, εἶ­πε.

       — Πῶς, πῶς, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, εἶ­μαι Ἑλ­λη­νί­δα.

       — Καὶ ἐ­παγ­γέλ­λε­σθε;

       — Κα­θη­γή­τρια πα­νε­πι­στη­μί­ου, εἶ­πε, ὅ­ταν μὲ θέ­λουν…

       — Εἰ­δι­κό­της;

       — Φι­λό­λο­γος.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των. Τί γί­νε­ται σή­με­ρα; Μή­πως πρέ­πει νὰ πᾶ­με ἀ­μέ­σως ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σου­με κά­να δελ­τί­ο λότ­το;

       — Ἕ­να λε­πτό, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, μή­πως εἶ­στε καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Κά­πως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Τί κά­πως;

       — Νὰ ἔ­γρα­ψα κά­τι ποι­ή­μα­τα κι ἔ­βα­λα προ­με­τω­πί­δα λο­γά­κια κά­πως ἱ­ε­ρά, ἑ­νὸς Ἰ­ω­άν­νη, τῆς κλί­μα­κος νο­μί­ζω…

       — Ἄλ­λα χόμ­πυ; ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       — Μ’ ἀ­ρέ­σει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, καὶ ὁ σι­νε­μάς.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων, νὰ μὲ πά­ρει καὶ νὰ μὲ ση­κώ­σει, εἶ­στε, ἂς ποῦ­με, μιὰ καλ­λι­τε­χνί­ζου­σα καὶ σι­νε­μά­ζου­σα φι­λό­λο­γος;

       — Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ πεῖς κι ἔ­τσι, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Φτοῦ, φτοῦ, φτοῦ εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, ἐ­γὼ πά­ω ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σω ἕ­να δελ­τί­ο τζό­κερ.

       — Προσ­λαμ­βά­νε­στε, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ προσ­λή­φθη­καν πο­λὺ εὔ­κο­λα ἕ­νας δά­σκα­λος καὶ μί­α δα­σκά­λα. Τὸ προ­σὸν τοῦ δα­σκά­λου ἦ­ταν ὅ­τι εἶ­χε κα­τα­με­τρή­σει (ἀ­π’ ὅ,τι εἶ­πε, κα­νεὶς δὲν εἶ­χε πρό­θε­ση νὰ τὸ ἐ­λέγ­ξει) ἐ­πα­κρι­βῶς ὅ­λα τα λάμ­δα καὶ ὅ­λα τα δέλ­τα στὴν ποί­η­ση ἑ­νὸς Ἰ­τα­λοῦ ποι­η­τῆ, ἐν­τε­λῶς ἀ­γνώ­στου στὸν τό­πο, ὀ­νό­μα­τι Monti, καὶ τὸ προ­σὸν τῆς δα­σκά­λας ἦ­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε κα­νέ­να προ­σόν, χόμ­πυ ἢ πά­θος καί, ἐ­πι­πρό­σθε­τα, εἶ­χε πρό­σφα­τα καὶ πο­λὺ βο­λι­κὰ χά­σει τὴ φω­νή της, εἶ­χε βου­βα­θεῖ. Θε­ω­ρή­θη­κε ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση. Ἦ­ταν φα­νε­ρὸ πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ δι­α­φω­νή­σει πο­τὲ σὲ τί­πο­τε ἢ νὰ μι­λή­σει πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν γιὰ τί­πο­τε.

       Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι πέν­τε τὰ ἄ­το­μα τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς κρί­θη­κε «σω­στὸ» νὰ δι­ο­ρι­σθεῖ κι ἕ­νας ἐν­τε­λῶς τυ­χαῖ­ος ἄν­θρω­πος, τοῦ λα­οῦ ἂς ποῦ­με, ἀ­κό­μα καὶ τοῦ δρό­μου, ὥ­στε νὰ ἐκ­προ­σω­ποῦν­ται στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­λες οἱ… τά­σεις τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κρά­τους. Ὁ πρῶ­τος ποὺ μπῆ­κε στὸ πε­ρι­σκό­πιό τους ἦ­ταν ἕ­νας εὔ­θυ­μος χα­σι­κλῆς, ἕ­νας πρε­ζά­κιας ὀ­νό­μα­τι Φά­νος, ἄλ­λως Ὀ­κτὼ ἢ Κο­κτώ, δὲν ξε­κα­θα­ρί­στη­κε πο­τὲ τὸ ἀ­λη­θι­νό του ὄ­νο­μα. Δι­ο­ρί­στη­κε ἀ­μέ­σως μὲ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ πε­ρι­γρά­ψα­με πιὸ πά­νω.

       Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, τὸ κόλ­πο τῶν ἰ­θυ­νόν­των τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νιω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ ἤ­θε­λε ν’ ἀ­να­πτύ­ξει πο­λι­τι­σμὸ καὶ νὰ προ­ο­δεύ­σει, τε­λι­κὰ δὲν ἔ­πι­α­σε. Τὴ μέ­ρα τῶν πρώ­των-πρώ­των βρα­βεύ­σε­ων δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε οὐ­δεὶς τῶν βρα­βευ­θέν­των νὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο του, προ­τί­μη­σαν ὅ­λοι νὰ μεί­νουν κρυμ­μέ­νοι, ἐ­κτὸς ἑ­νός, ποὺ ἔ­φτα­σε μὲ ἕ­να ΑΚ 47 (Κα­λάσ­νι­κωφ) κι ἄ­δεια­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σφαι­ρο­θή­κη πά­νω στὰ πέν­τε μέ­λη τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς, ποὺ ἐ­ξέ­πνευ­σαν ἐ­πὶ τό­που ἀ­μέ­σως. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α ἐ­ξα­πέ­λυ­σε χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ τὸ γνω­στὸ «ἀν­θρω­πο­κυ­νη­γη­τό», χω­ρὶς βέ­βαι­α κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

       Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νο τὸ βα­θὺ κρά­τος ἀ­πὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν ἀ­πα­τε­ώ­νων συγ­γρα­φέ­ων, ποι­η­τῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν δι­έ­τα­ξε τὸν στρα­τὸ νὰ ἐ­πι­τε­θεῖ σὲ ὅ­λα τὰ κα­μου­φλα­ρι­σμέ­να σπί­τια, μυ­στι­κὰ ὑ­πό­γεια, κρη­σφύ­γε­τα, αὐ­λὲς-ζοῦγ­κλες καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­σει τὴν ἀ­πά­τη asap.

       Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει χω­ρὶς προ­φά­σεις τὸ το­πί­ο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ τρα­βή­ξει ἡ χώ­ρα τὸν δρό­μο τῆς προ­ό­δου καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, μὲ ἀ­λη­θι­νοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ ἡ­γέ­τες, ποὺ ὁ­πωσ­δή­πο­τε τώ­ρα ποὺ θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες θὰ ἔ­βγαι­ναν μπρο­στὰ-μπρο­στά.

Fuck.


22 Φε­βρου­α­ρί­ου 2019


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Τάνια Χέρσμαν (Tania Hershman): Ἕνα τραγούδι γιὰ πτώση



Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman)


Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση

(A Song for Falling)


ΥΝΕΘΕΣΕ. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ὄρ­θια στά­ση, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ κα­θι­στή. Μί­α σου­ί­τα γιὰ τὸ μπά­νιο. Δύ­ο τρα­γού­δια, ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξει, γιὰ τὸ μα­γεί­ρε­μα. Ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ πτώ­ση ἀ­πὸ με­γά­λο ὕ­ψος – ὅ­ταν ἔ­πε­σε αὐ­τός.

       Κι ἔ­πει­τα δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει.

       Μά­ζε­ψε ὅ­λα τὰ τρα­γού­δια της καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Γιὰ νὰ κά­νει χῶ­ρο, τὰ λα­χα­νι­κὰ —ντο­μά­τες καὶ φρέ­σκα κα­ρό­τα— τὰ σκόρ­πι­σε ἔ­ξω στὸ κα­λο­και­ρι­νὸ γρα­σί­δι.

       Ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ κλά­ψει. Δὲ δι­έ­θε­τε ἀ­κό­μα κα­νέ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πέν­θος, εἶ­χε θε­ω­ρή­σει τὸν ἑ­αυ­τό της πο­λὺ νέ­ο. Ἔ­τσι εἶ­χε θε­ω­ρή­σει. Ἢ ὄ­χι. Καὶ τώ­ρα εὐ­χό­ταν νὰ εἶ­χε ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ στὸ τρα­γού­δι της γιὰ πτώ­ση καὶ νὰ εἶ­χε σκε­φτεῖ. Για­τί για­τί για­τί.


Δὲν ἦρ­θαν ἄλ­λα τρα­γού­δια, καὶ τὰ το­πο­θε­τη­μέ­να στὸ ψυ­γεῖ­ο κου­λου­ρι­ά­στη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἡ­φαι­στεια­κὴ τέ­φρα βρῆ­κε τὸ δρό­μο της καὶ τὰ σκέ­πα­σε.


Ὅ­ταν τὸ γκα­ζὸν φούν­τω­σε τό­σο ποὺ τὴν ἔ­κρυ­ψε, ποὺ ἔ­κρυ­ψε τὰ λα­χα­νι­κά της, σχε­δὸν ἔ­κρυ­ψε τὸν ἥ­λιο, ἕ­να ση­μεί­ω­μα ἐμ­φα­νί­σθη­κε. Μέ­σα στὸ κε­φά­λι της, ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­ξη­ρα­θεῖ σὰν τὸ Γέλ­λο­ου­στο­ουν. Ἕ­να τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να μι­κρὸ μι­κρὸ τρα­γού­δι. Μό­νο ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ ἀ­νά­σα, γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­νά­σα.

       Θὰ πε­ρί­με­νε. Τώ­ρα ποὺ εἶ­χε φα­νεῖ ἕ­να, αἰ­σθάν­θη­κε λι­γό­τε­ρο ἀ­βέ­βαι­η γιὰ ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ση­κω­θεῖ, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ κι­νη­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ φουν­τω­μέ­νο γρα­σί­δι, ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὸ σπί­τι. Ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ τὸ πῶς νὰ ζή­σεις τώ­ρα ποὺ γνω­ρί­ζεις τί μπο­ρεῖ νὰ σοῦ κά­νει ἡ ζω­ή.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://www.taniahershman.com/wp/ Τρίτο βρα­βεῖο τοῦ Salt Flash Fic­tion Pri­ze (2013).

Τά­νια Χέρ­σμαν (Tania Hershman). Βρε­τα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1970 στὸ Λον­δί­νο καὶ με­τα­κό­μι­σε στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τὸ 1994, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α γιὰ δε­κα­τρί­α χρό­νια, τὴν ὁ­ποί­α ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α καὶ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὴ συγ­γρα­φή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος Μα­θη­μα­τι­κὸς καὶ Φυ­σι­κός, ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Ἐ­πι­στή­μης καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε πρό­σφα­τα καὶ δι­δα­κτο­ρι­κό. Ἡ δι­α­τρι­βή της πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ σχέ­ση Σω­μα­τι­δια­κὴς Φυ­σι­κῆς καὶ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Κυ­κλο­φο­ροῦν στὰ ἀγ­γλι­κὰ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ πο­λὺ σύν­το­μων πε­ζῶν της (Some Of Us Glow More Than Others, My Mother Was An Upright Piano, καὶ The White Road and Other Stories) καὶ ἡ πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, μὲ τί­τλο Terms & Conditions, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2018 (Nine Arches Press). Ἵ­δρυ­σε κι ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὸ ἱ­στο­λό­γιο ShortStops (www.shortstops.info)

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: http://www.taniahershman.com/wp/

Ἐδῶ δι­α­βά­ζει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες της στὰ ἀγ­γλι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.