Φούλα Λαμπελέ: Λουστρίνια καὶ σπίρτα


Φού­λα Λαμ­πε­λέ


Λου­στρί­νια καὶ σπίρ­τα


ΟΥΣΤΡΙΝΙΑ», μουρ­μού­ρι­σε μ’ ἕ­να λο­ξὸ χα­μό­γε­λο στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Φρὲντ Ἀ­στέρ, ποὺ τὸν ἔ­δει­χνε νὰ χο­ρεύ­ει φο­ρών­τας τὰ πε­ρί­φη­μα λου­στρί­νια του.

        «Σή­με­ρα θὰ φο­ροῦ­σε αὐ­τά», ἔ­λε­γε ἡ λε­ζάν­τα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­πού­τσι ποὺ δι­α­φή­μι­ζε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό.

        Τὸ δω­μά­τιο τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ δι­α­φή­μι­ζαν μη­χα­νά­κια, αὐ­το­κί­νη­τα, σιν­τί, ντι­βιν­τὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λα πράγ­μα­τα γνω­στῆς καὶ ἄ­γνω­στης χρή­σης. Συ­νη­θι­σμέ­νο δω­μά­τιο δε­κα­πεν­τά­χρο­νου ἀ­γο­ριοῦ. Ἀ­συ­νή­θι­στο ἦ­ταν μό­νο τὸ με­γά­λο σπιρ­τό­κου­το πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο του, μιὰ ἀν­τί­κα χρυ­σο­βαμμέ­νη καὶ δι­α­κο­σμη­μέ­νη μὲ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Σπιρ­τό­κου­το;

        Ξαφ­νι­κά τὸ θυ­μή­θη­κε.

        «Τὸ κέρ­δι­σα στὴ λο­τα­ρί­α», τοὺς εἶ­χε πεῖ ὁ ἑ­φτά­χρο­νος τό­τε ἐγ­γο­νός του, δεί­χνον­τας μὲ πε­ρη­φά­νια τὸ ἄ­δει­ο κου­τί.

        «Ἄ­δει­ο;» «Ὄ­χι. Εἶ­χε μέ­σα σπίρ­τα.»

        «Καὶ τί τὰ ‘­κα­νες;»

        «Τὰ πέ­τα­ξα.»

        «Τρε­λά­θη­κες; ἀ­γα­νά­κτη­σε ἡ μη­τέ­ρα του… Πε­τᾶς τὰ σπίρ­τα καὶ κρα­τᾶς τὸ ἄ­δει­ο κου­τί; Για­τί τὰ πέ­τα­ξες;»

        «Για­τί ἂν δὲν πε­τοῦ­σα τὰ σπίρ­τα, θὰ μοῦ τὸ παίρ­να­τε ἐ­σεῖς τὸ κου­τί.»

        Θὰ τοῦ τό ‘­παιρ­ναν. Τὴ μι­κρὴ ἄ­χρη­στη ἀρ­χον­τιά. Τὴν κρυ­φὴ χα­ρά του.

        Τὰ λου­στρί­νια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἀ­γό­ρα­σε κρυ­φά, γιὰ νὰ τὰ φο­ρέ­σει μιὰ μό­νο φο­ρά, ὅ­ταν ἦ­ταν κι αὐ­τὸς δε­κα­πέν­τε χρο­νῶ, τά ‘­κρυψε κι αὐ­τός.

        Ἔ­ρι­ξε ἄλ­λη μιὰ μα­τιὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Φρὲντ Ἀ­στὲρ καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο. Στὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε μεί­νει κά­τι ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λά­δα μιᾶς μυ­στι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ἄγγε­λοι εἶναι τί ξέρουν αὐτοί (ἐκδ. Νησίδες).

Φού­λα Λαμ­πε­λέ ([Θεσ­σα­λο­νί­κη]1926-2010). Δι­ή­γη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα, παι­δι­κό, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἐλ­βε­τί­α καὶ ἔ­ζη­σε στὴ Ζυ­ρί­χη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς για­τρὸς μέ­χρι τὸ 1996. Ἦ­ταν μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἐλ­βε­τῶν Λο­γο­τε­χνῶν καὶ τὰ πρῶ­τα της δι­η­γή­μα­τα δη­μο­σι­εύ­τη­καν ἀρ­χι­κὰ στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα. Στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ τὸ 1996 καὶ με­τά, εἶ­χε συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά: Νέ­α Πο­ρεί­αΤο­μέςἘν­τευ­κτή­ριοἩ Λέ­ξηΠά­ρο­δοςΠόρ­φυ­ρας, κ.ἄ.


Advertisements

Ὄλγα Φουντέα: Ὁ μόνος λογικὸς τρόπος νὰ ἐξελιχθοῦν τὰ πράγματα


Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α


Ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα


Ο ΧΕΡΙ ΣΟΥ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ. Σὲ λί­γο θὰ ξυ­πνή­σεις καὶ θὰ θέ­λεις νὰ φύ­γεις. Ὄ­χι μα­ζί μου. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ πε­ρι­μέ­νω νὰ μὲ ἀ­κουμ­πή­σει τυ­χαῖα το γό­να­τό σου, νὰ πέ­σει μιὰ τρί­χα σου γιὰ σε­λι­δο­δεί­κτης. Εἶ­ναι κι ἄλ­λες ὡ­ραῖ­ες ἀλ­λὰ ἐ­σὺ εἶ­σαι ὡ­ραι­ό­τε­ρη καὶ τὸ ξέ­ρεις. Τὸ βλέ­πεις στὰ μά­τια τῶν συμ­μα­θη­τῶν, στὰ μά­τια τῶν κα­θη­γη­τῶν. Δυ­νη­τι­κὰ εἶ­σαι στά­χτη. Ἀ­κό­μα, ὅ­μως, σάρ­κα. Σάρ­κα ποὺ πλήτ­τει καὶ προ­σποι­εῖ­ται τὴν νε­κρὴ σὲ ἕ­να φθη­νὸ κα­να­πέ, ἐ­νῶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι μα­λώ­νουν γιὰ τὸ ποι­ός θὰ σὲ πά­ει σπί­τι. Ὄ­χι ἐ­γώ. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ σοῦ δεί­ξω πῶς λύ­νε­ται μιὰ ἐ­ξί­σω­ση, νὰ σὲ βο­η­θή­σω νὰ τε­λει­ώ­σεις μιὰ ἔκ­θε­ση. Δὲν προ­σπα­θεῖς, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σεις. Μὰ ἐ­κεί­νη ἡ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε ἔ­τσι —ξυ­στά— καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε. Σὲ ρώ­τη­σε τυ­πι­κὰ ὁ κα­θη­γη­τὴς γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τοὺς μέ­τριους βαθ­μούς σου, γιὰ τὸν Ρω­μαῖ­ο καὶ τὴν Ἰ­ου­λι­έτ­τα, κι ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τρα­γω­δί­α ἀλ­λὰ ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα ὅ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ἀ­γα­πι­οῦν­ται. Κι ἐ­γὼ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι θέ­λω νὰ πά­ρεις δη­λη­τή­ριο ἢ νὰ πε­θά­νεις γιὰ ἐ­μέ­να, μό­νο νὰ μεί­νεις κοι­μι­σμέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως σὲ βλέ­πω στὸν κα­να­πέ, καὶ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα σου, νὰ μὴν κλεί­σω μά­τι, ἐ­σὺ νὰ γε­μί­ζεις τὶς αἰ­σθή­σεις μου κι ἐ­γὼ νὰ μὴν ἐ­νο­χλῶ τὶς δι­κές σου, νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖς πιὰ οὔ­τε γιὰ ἐ­μέ­να οὔ­τε γιὰ τοὺς ἄλ­λους.



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Χρη­μα­τι­στη­ρια­κὰ καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Κώστα Κατσουλάρη. Δι­η­γή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Book Press καὶ στὸ Πλα­νό­διονἹστορίες Μπονζάι.


 

Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Λίνα Βαλετοπούλου: Ἡ σολίστ “μὲ τὸ γάντι”


Λί­να Βα­λε­το­πού­λου


Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι»


ΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ἀ­πό­γευ­μα πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου τεν­τώ­θη­καν, λύ­γι­σαν καὶ σὲ μιὰ ἄρ­τια πο­ζι­σιὸν πά­τη­σαν πά­νω στὸ ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο τῆς μα­μᾶς σὰν σὲ πλῆ­κτρα πιά­νου. Δὲν κι­νοῦν­ταν τυ­χαί­α, μὰ ἔ­παι­ζαν στ’ ἀ­λή­θεια μιὰ με­λω­δί­α ποὺ μό­νο ἐ­γὼ μπο­ροῦ­σα ν’ «ἀ­κού­σω». Θὰ ἦ­ταν, βέ­βαι­α, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κὸ ἂν σᾶς ἔ­λε­γα ὅ­τι δὲν ξέ­ρω νὰ παί­ζω πιά­νο. Ἀ­φι­έ­ρω­σα τὰ κα­λύ­τε­ρά μου χρό­νια στὰ ὠ­δεῖ­α καὶ πέ­ρα­σα ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες με­λε­τών­τας σὲ ὄρ­θια πιά­να καὶ σὲ πιά­να μὲ οὐ­ρά. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ σᾶς ἀ­να­φέ­ρω δὲν ἔ­γι­νε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ με­λέ­τη ὥ­στε νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κι­νη­τι­κό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ μὲ τρό­μα­ξε.

        Νὰ πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὴ σει­ρά. Δε­σποι­νὶς ἐ­τῶν τριά­ντα ἐν­νέ­α, ἔ­με­να μα­ζὶ μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους γο­νεῖς μου καὶ δὲν θὰ ἤ­θε­λα κά­ποι­ο σχό­λιο πά­νω σ’ αὐ­τό. Μ’ ἀ­νά­θρε­ψαν μὲ τὴ λε­γό­με­νη κλα­σι­κὴ παι­δεί­α, ποὺ πά­ει νὰ πεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως πιά­νο καὶ γαλ­λι­κὰ σὺν τὶς σπου­δὲς στὴ φι­λο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἔ­χω γε­ρὲς βά­σεις στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, στ’ ἀρ­χαί­α καὶ στὰ λα­τι­νι­κά. Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, ἀ­να­με­νό­ταν νὰ μὲ βροῦν ὅ­λες οἱ τύ­χες, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κι ἐ­πει­δὴ ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ξέ­φυ­γα ἀ­π’ τὸ θέ­μα, δὲν μοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἄ­χα­ρη ζω­ή μου, ἦρ­θε καὶ τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο γε­γο­νὸς νὰ μοῦ τὴν κά­νει ἀ­κό­μα δυ­σκο­λο­τε­ρη.

        Θὰ μοῦ πεῖ­τε, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα, ἐ­πει­δὴ κι­νοῦν­ται τὰ δά­χτυ­λα σὰν σὲ πιά­νο; Δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Ὅ­που κι ἂν στε­κό­μουν, τὰ δά­χτυ­λα ξε­κι­νοῦ­σαν μιὰ φρε­νή­ρη κί­νη­ση ὄ­χι ἐ­πι­τό­που ἀλ­λὰ σὲ μιὰ ἀ­κτί­να ἑ­νά­μι­σι μέ­τρου μὲ κίν­δυ­νο νὰ χτυ­πή­σω ὅ­ποι­ον βρι­σκό­ταν κον­τά μου ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ μου­σι­κὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­παι­ζαν καὶ με­τὰ νὰ στα­μα­τή­σουν. Φαν­τα­στεῖ­τε, λοι­πόν, τί φρί­κη, τὴν ὥ­ρα ποὺ πή­γαι­να μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὸ κέν­τρο ἢ ἔ­κα­να τὰ ψώ­νια στὸ σου­περ­μάρ­κετ ἢ στὴ λα­ϊ­κή, ν’ ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου καὶ νὰ γα­ζώ­νουν μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὸν ἀ­έ­ρα.

        Ζή­τη­σα βο­ή­θεια ἀ­πὸ εἰ­δι­κό, για­τί οἱ γο­νεῖς ἂν τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν θὰ εἴ­χα­με κο­πε­τούς, τοῦ τύ­που «τὸ κα­η­μέ­νο το κο­ρι­τσά­κι μας τί τοῦ ‘­μέλ­λε νὰ πά­θει». Νό­στι­μος ὁ νευ­ρο­λό­γος, δὲν λέ­ω. Εἶ­χε κά­νει κι ἕ­να ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ξε­κί­νη­σε παίρ­νον­τας τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου. Μᾶλ­λον δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε ἐ­ξαρ­χῆς τὴν ἡ­λι­κί­α μου καὶ τὸ ἕ­να Α4 δὲν τοῦ ἔ­φτα­σε. Ση­κώ­θη­κε νὰ φέ­ρει καὶ δεύ­τε­ρο. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας μιᾶς κρί­σης τῶν ἀλ­λό­κο­των δαχτύ­λων μου. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ στα­μα­τή­σει. Μά­ται­α. Ἐ­κεῖ­να ἠ­ρέ­μη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη, εὐ­τυ­χῶς, φούγ­κα τοῦ Μπάχ. Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ ἤ­ξε­ρα μό­νο ἐ­γώ. Ὁ για­τρὸς ἀ­πέ­μει­νε μ’ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα καὶ στοι­χη­μα­τί­ζω ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ σκί­σει τὰ πτυ­χί­α του.

        Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα τὸν κα­η­μό μου. Δὲν ἔ­φτα­νε ποὺ ἔ­χα­να «τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς», εἶ­χα ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω καὶ τὸ ἀλ­λό­κο­το αὐ­τὸ συμ­βὰν ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κλεί­νο­μαι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ νὰ μει­ώ­νω τὶς πι­θα­νό­τη­τες γιὰ μιὰ σχέ­ση. Νά, ὁ νευ­ρο­λό­γος, ἄς ποῦ­με. Στὴν ἀρ­χή, ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὸς καὶ δι­α­χυ­τι­κός. Με­τὰ τὴν κρί­ση τῶν δα­χτύ­λων, μὲ κοί­τα­ζε πα­ρά­ξε­να καὶ εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ἤ­θε­λε νὰ μὲ ξε­φορ­τω­θεῖ. Φεύ­γον­τας, μοῦ ἔ­δω­σε δυ­ὸ εἰ­δῶν χά­πια: ἠ­ρε­μι­στι­κὰ καὶ μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κά. Δὲν ξα­να­πῆ­γα.

        Τὴ λύ­ση τὴν βρῆ­κα μό­νη μου, τυ­χαῖ­α. Ἔ­κα­νε τσου­χτε­ρὸ κρύ­ο καὶ φό­ρε­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γάν­τια. Πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πρω­ι­νὸ χω­ρὶς νὰ ἐ­κτε­λέ­σουν τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λά μου κά­ποι­ο μου­σι­κὸ ἔρ­γο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βγα­λα τὰ γάν­τια, τὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα νὰ λυ­γί­ζουν καὶ νὰ τεν­τώ­νον­ται σὲ μιὰ προ­ε­τοι­μα­σί­α βιρ­του­ό­ζι­κης ἐ­κτέ­λε­σης. Τὰ πρό­λα­βα ξα­να­φο­ρών­τας τὰ γάν­τια. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Κα­μί­α κί­νη­ση. Κοι­μή­θη­κα ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ τὸ βρά­δυ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα προ­μη­θεύ­τη­κα γάν­τια ὅ­λων των εἰ­δῶν: μάλ­λι­να, βαμ­βα­κε­ρά, σα­τέν, δερ­μά­τι­να, πλα­στι­κὰ καὶ τῆς μιᾶς χρή­σης. Δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ τὸ ἀ­φή­σω νὰ μοῦ ξα­να­συμ­βεῖ. Θὰ ἔ­παι­ζα μό­νο σὲ πιά­νο κι ὄ­χι στὸν ἀ­έ­ρα.

        Ὁ Λου­κᾶς μὲ γνώ­ρι­σε νὰ φο­ρά­ω τὰ γάν­τια μου καὶ νὰ πί­νω κα­φέ. Τὸ θε­ώ­ρη­σε πο­λὺ σὶκ καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­βρε­θοῦ­με. Τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἡ ἐμ­μο­νή μου μὲ τὰ γάν­τια εἶ­ναι κά­τι σὰν μό­δα ἢ ἔ­χω κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια. Τὰ ἔ­βγα­λα, λοι­πόν, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο τὰ μα­κριὰ μυ­ώ­δη δά­χτυ­λα πῆ­ραν θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι, κι ἀ­π’ ὅ­σο κα­τά­λα­βα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη καὶ τὰ με­γά­λα ἀρ­πὲζ τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ, ἦ­ταν ἡ σο­νά­τα «ὑ­πὸ τὸ σε­λη­νό­φως» τοῦ Μπε­τό­βεν. Ὁ Λου­κᾶς στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­ζε ὅ­τι ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­βλε­πε ὅ­μως ὅ­τι δὲν στα­μα­τοῦ­σα, κι ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Τέ­λος, θυ­μή­θη­κε μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειὰ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας.

        Μὲ τὰ χρό­νια συ­νή­θι­σα τὰ γάν­τια καὶ ξέ­χα­σα τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λα. Σὲ για­τροὺς δὲν ξα­να­πῆ­γα, ἔ­φτα­σα πε­νήν­τα χρό­νων καὶ ζῶ μό­νη μου. Ἐρ­γά­ζο­μαι ὡς μου­σι­κὸς καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ σὲ κον­τσέρ­τα καὶ συ­ναυ­λί­ες ἀ­να­τρέ­χω στὴ μου­σι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ μυα­λοῦ μου, βρί­σκω τὰ πρὸς ἐ­κτέ­λε­ση ἔρ­γα καὶ βά­ζω στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α τὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου, ὅ­ταν ἀ­παλ­λάσ­σον­ται ἀ­π’ τὰ γάν­τια, με­γα­λουρ­γοῦν κι ὅ­λοι μὲ θε­ω­ροῦν μιὰ με­γά­λη σο­λί­στ μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το. Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι».



Πη­γή: Ζω­ὲς σὲ ἀ­να­δί­πλω­ση (δι­η­γή­μα­τα, ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2014)

Λί­να Βα­λε­το­πού­λου (Βό­λος). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ εἶ­ναι δι­πλω­μα­τοῦ­χος πιά­νου. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γή­τρια μου­σι­κῆς. Ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γνω­ρί­ζει ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση «Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς 2» (ἔκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να 2013), καὶ ἀλλοῦ.


Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Μιὰ νίκη σὲ διαγωνισμὸ ζωγραφικῆς


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Μιὰ νί­κη σὲ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς


ΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΥ 1964, προ­κει­μέ­νου νὰ ἑ­ορ­τα­σθοῦν τὰ τε­τρα­κό­σια χρό­νια ἀ­πὸ τὴν γέν­νη­ση τοῦ Σαίξ­πηρ, τὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο τῆς Ἀ­θή­νας προ­κή­ρυ­ξε δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς, στὸν ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­σαν νὰ συμ­με­τέ­χουν οἱ μα­θη­τὲς τῆς δευ­τε­ρο­βαθ­μί­ου ἀ­πὸ σύμ­πα­σα τὴν Ἐ­πι­κρά­τεια. Τὰ ἔρ­γα ποὺ θὰ ὑ­πε­βάλ­λον­το, ἐ­λευ­θέ­ρας τε­χνι­κῆς ἀλ­λὰ ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα ἐ­πὶ πε­νήν­τα ἑ­κα­το­στά, θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξαί­σιο δρά­μα Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα τοῦ κο­ρυ­φαί­ου Ἄγ­γλου δρα­μα­τουρ­γοῦ.

          Ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ βρῶ κά­ποι­ο πρω­τό­τυ­πο θέ­μα συμ­με­το­χῆς. Ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ φι­λό­λο­γος, κυ­ρί­α Μα­ρί­α Ἀ­λε­ξο­πού­λου, εἶ­χε κα­τα­στή­σει σα­φὲς ὅ­τι ὁ συ­να­γω­νι­σμὸς θὰ ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα σκλη­ρός, λό­γῳ τοῦ με­γά­λου ἀ­ριθ­μοῦ συμ­με­τε­χόν­των καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, μιᾶς «πλη­ρέ­στε­ρης προ­ε­τοι­μα­σί­ας, θε­ω­ρη­τι­κῆς καὶ τε­χνι­κῆς, τῶν συμ­μα­θη­τῶν μας τῆς πρω­τεύ­ου­σας».

          Μέ­ρες δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὴν πρω­το­τυ­πί­α τοῦ θέ­μα­τος κρυ­βό­ταν τὸ κλει­δὶ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας.

         Με­τὰ ἀ­πὸ δέ­κα ἡ­μέ­ρες, σχε­δόν, δύ­σκο­λων νυ­χτῶν (καὶ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λο­τέ­ρων ἡ­με­ρῶν), πά­νω σε ἕ­να δη­μι­ουρ­γι­κὸ πα­ρο­ξυ­σμό, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ζω­γρα­φί­σω τὴ συμ­μα­θή­τριά μου Κα­ρυ­στι­νά­κη, ποὺ κα­θό­ταν πάν­τα στὸ πρῶ­το θρα­νί­ο καὶ ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη μα­θή­τρια στὴν τά­ξη, ντυ­μέ­νη Ἰ­ου­λι­έ­τα.

         Τὴν ζω­γρά­φι­σα «ὁ­λόρ­θη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη μέ­σ’ στὴ νύ­χτα, ἐ­πά­νω στὸν πύρ­γο της, μὲ φόν­το τὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὸ φου­στά­νι της ποὺ κυ­μά­τι­ζε ἐ­λα­φριὰ στὸ φύ­ση­μα τοῦ ζε­φύ­ρου, μὲ πά­νω της κά­τι τὸ ἐ­ξω­τι­κό».

         Τὸ τρί­μη­νο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, ποὺ με­σο­λά­βη­σε μέ­χρι τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση τῶν ἀ­πο­τε­λε­σμά­των, τὴν ἔ­βλε­πα ποὺ καὶ ποὺ ἀ­πὸ μα­κριά, στὴν πα­ρα­λί­α. Ἤ­θε­λα νὰ κερ­δί­σω πιὸ πο­λὺ γιὰ ἐ­κεί­νη, γιὰ νὰ δεί­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πό­σο ὄ­μορ­φη ἦ­ταν.


         Το ἐρ­γά­κι μου τε­λι­κὰ δὲν προ­κρί­θη­κε.

         Ὅ­μως λί­γο πρὶν τὰ Χρι­στού­γεν­να, μπό­ρε­σα νὰ δῶ στὸ Φι­λο­λο­γι­κὸ Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σό, ὅ­που ἐ­κτέ­θη­καν τὰ δι­α­κρι­θέν­τα ἔρ­γα, τὸν ἑ­αυ­τό μου ντυ­μέ­νο Ρω­μαῖ­ο, στὸ βρα­βευ­μέ­νο ἔρ­γο τῆς συμ­μα­θή­τριάς μου. Στὴ γω­νί­α, κά­τω δε­ξιά, εἶ­χε γρά­ψει «Ἄν­δρος» (τὸ νη­σί της) καὶ δί­πλα ἀ­κρι­βῶς εἶ­χε βά­λει τὴν ὑ­πο­γρα­φή της: Νί­κη Κ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος, 1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


Ντίνος Χριστιανόπουλος: Βίοι παράλληλοι


Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος


Βί­οι πα­ράλ­λη­λοι


ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΘΗΝΑ τοῦ 1860 με­σου­ρα­νοῦ­σε ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ραγ­κα­βῆς. Ἀ­ρι­στο­κρά­της Φα­να­ρι­ώ­της, ὑ­πῆρ­ξε εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια κα­θη­γη­τὴς τῆς ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, δι­ε­τέ­λε­σε πρε­σβευ­τὴς καὶ ὑ­πουρ­γὸς τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν, ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε τὴν Ἑλ­λά­δα στὸ συ­νέ­δριο τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα δι­έ­πρε­ψε ὡς δι­ά­ση­μος λο­γο­τέ­χνης.

            Ὡς ποι­η­τής, εἶ­χε κά­τι ἀ­π’ τὴν ἀ­βρό­τη­τα τῶν στι­χουρ­γῶν τοῦ Φα­να­ριοῦ. Στὰ πρῶ­τα του ποι­ή­μα­τα ἦ­ταν ζε­στὴ ἀ­κό­μα ἡ ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ λα­ϊ­κὰ θέ­μα­τα καὶ τὴν κοι­νὴ λα­λιά. Συ­νέ­θε­τε μά­λι­στα καὶ στί­χους γιὰ τρα­γου­δά­κια τοῦ συρ­μοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα προ­σαρ­μό­στη­κε στὶς ἀ­παι­τή­σεις τῶν και­ρῶν καὶ τῆς βαβαρο­κρα­τί­ας, τὸ γύ­ρι­σε στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα καὶ τὰ ἀρ­χαῖ­α θέ­μα­τα κι ἔ­γι­νε ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ.

            Πιὸ ρα­φι­νά­το πνεῦ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν ἐ­πο­χή του. Πε­ρι­ζή­τη­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να σα­λό­νια, μι­λών­τας μὲ ἄ­νε­ση τέσ­σε­ρις γλῶσ­σες, δι­έ­πρε­πε ὄ­χι μό­νο σὲ ὑ­πο­κλί­σεις καὶ χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἀ­νεκ­δο­το­λο­γί­α. Εἶ­χε πολ­λὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ γιὰ τὶς σχέ­σεις του μὲ τὸν Μπί­σμαρκ ἢ γιὰ τὴ γνω­ρι­μί­α του μὲ τὸν Οὐ­ί­τμαν ὅ­ταν ἔ­κα­νε πρε­σβευ­τὴς στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον. Σὲ κάμ­πο­σα σα­λό­νια τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοὶ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν ποιός ἦ­ταν πρω­θυ­πουρ­γὸς στὴν Ἑλ­λά­δα, ἤ­ξε­ραν ὅ­μως πὼς ἡ Ἑλ­λὰς εἶ­χε ἕ­ναν λο­γο­τέ­χνη πρώ­του με­γέ­θους, τὸν Ραγ­κα­βῆ. Τὰ ἔρ­γα του με­τα­φρά­ζον­ταν δια­ρκῶς στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ γερ­μα­νι­κά, καὶ κά­θε ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη σχε­δὸν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου σ’ αὐ­τόν.

            Κά­θε ἔκ­δο­ση βι­βλί­ου του ἀ­πο­τε­λοῦ­σε παγ­κό­σμιο γε­γο­νός. Στὴν ἀρ­χὴ τύ­πω­νε στὴν Ἀ­θή­να, μι­κρά, κομ­ψὰ βι­βλί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Κο­ρο­μη­λά». Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δι­ε­θνὴ αἴ­γλη, τύ­πω­νε μό­νο στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ τὴ Λι­ψί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Δρου­γου­λί­νου». Οἱ ἐκ­δό­σεις αὐ­τὲς εἶ­χαν συ­νή­θως μέ­γα τέ­ταρ­το σχῆ­μα, μὲ χρυ­σὰ αὐ­το­κρα­το­ρι­κὰ κα­πά­κια καὶ ρά­χη πλου­μι­στή. Βέ­βαι­α, κό­στι­ζαν πε­ρι­ου­σί­ες. Καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­λὸ σπί­τι στὴν Ἀ­θή­να, στὴν Πό­λη, στὴ Σμύρ­νη, στὸ Βου­κου­ρέ­στι, ποὺ νὰ μὴν προ­μη­θεύ­ον­ταν ἀ­μέ­σως κά­θε νέ­ο του ἔρ­γο. Καὶ δός του οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες συ­νεν­τεύ­ξεις καὶ ἄρ­θρα ἐγ­κω­μι­α­στι­κὰ καὶ κρι­τι­κὲς μὲ πη­χιαίους τί­τλους.

            Ὁ Ραγ­κα­βῆς δι­έ­πρε­ψε ἀ­κό­μη καὶ ὡς θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι «Τοῦ Κου­τρού­λη ὁ γά­μος», ποὺ ὁ τί­τλος του ἔ­γι­νε πα­ροι­μί­α. Ἔ­γρα­ψε πολ­λὲς δε­κα­τρι­σύλ­λα­βες τρα­γω­δί­ες καὶ κω­μω­δί­ες, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ Βυ­ζάν­τιο, κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τὰ εἰ­δύλ­λια καὶ κω­μει­δύλ­λια μὲ θέ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς του, ποὺ δεί­χνουν ὅ­τι τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ στὴν ἠ­θο­γρα­φί­α. Κά­θε πρε­μι­έ­ρα ἔρ­γου του τὴν τι­μοῦ­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους ὁ βα­σι­λεὺς Γε­ώρ­γιος ὁ Α’, ἡ αὐ­λή, ἡ κυ­βέρ­νη­ση καὶ τὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ σῶ­μα. Ὁ βα­σι­λεύς, μά­λι­στα, ποὺ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­δυ­να­μί­α στοὺς ρο­μαν­τι­κούς, τοῦ ἀ­πέ­νει­με τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν με­γα­λό­σταυ­ρο. Λέ­νε ὅ­τι τὰ πα­ρά­ση­μα τοῦ Ραγ­κα­βῆ ξε­περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια του.

            Στὰ τέ­λη τῆς ζω­ῆς του συ­νέ­γρα­ψε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν λί­γο με­τὰ τὸν θά­να­τό του. Ἐ­κεῖ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­με­ρῶς σὲ πό­σες χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες πα­ρα­βρέ­θη­κε, πό­σα χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἔ­δω­σε, σὲ πό­σα λευ­κώ­μα­τα ἐ­κλε­κτῶν νε­α­νί­δων ἔ­γρα­ψε στί­χους του, πῶς ἦ­ταν τὰ ἁ­μά­ξια τῆς ἐ­πο­χῆς του, μὲ πό­σες δι­α­ση­μό­τη­τες συ­νέ­φα­γε κτλ. κτλ. Τέ­λος, φρόν­τι­σε νὰ τυ­πώ­σει καὶ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἅ­παν­τά του σὲ εἴ­κο­σι ὡ­ραί­ους τό­μους. Σ’ αὐ­τὰ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὰ ποι­η­τι­κά του ἔρ­γα, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα του «Ὁ αὐ­θέν­της τοῦ Μω­ρέ­ως», δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ζὰ καὶ με­λέ­τες, τὰ θε­α­τρι­κά, μιὰ γραμ­μα­το­λο­γί­α, δι­ά­φο­ρες με­τα­φρά­σεις ἔρ­γων ἐκ τῆς παγ­κο­σμί­ου φι­λο­λο­γί­ας, καί, τέ­λος, τὰ «ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά» του. Εἶ­ναι ὁ μό­νος λο­γο­τέ­χνης ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ τυ­πώ­σει τὰ τό­σο τε­ρά­στια ἅ­παν­τά του, ποὺ ξε­περ­νοῦν κα­τὰ πο­λύ τά ἅ­παν­τα τοῦ Πα­λα­μᾶ.

            Πέ­θα­νε τὸ 1892 πλή­ρης δό­ξης καὶ τι­μῶν, ἐν­νιὰ χρό­νια πρὶν θε­σπι­στεῖ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ.


            Τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να ζοῦ­σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο γε­ρόν­τιο ποὺ τὸ ἔ­λε­γαν Μα­κρυ­γιά­ννη. Ἦ­ταν πα­λιὸς Ρου­με­λι­ώ­της ὁ­πλαρ­χη­γός, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ κα­φε­τζὴς στὸ Λι­δο­ρί­κι καὶ κα­τά­φε­ρε νε­ώ­τα­τος νὰ γί­νει στρα­τη­γός. Πο­λέ­μη­σε λε­βέν­τι­κα καὶ γεν­ναί­α στὴν Ἄρ­τα, στὸ Να­βα­ρί­νο, στοὺς Μύ­λους καὶ ὑ­πε­ρά­σπι­σε τὴν Ἀ­θή­να σὲ ὅ­λες της τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νὰ γί­νει τὸ κορ­μὶ του κέν­τη­μα ἀ­π’ τὶς πλη­γές, καὶ χώ­ρια οἱ δια­ρκεῖς προ­στρι­βές του μὲ τοὺς ἑ­κά­στο­τε ἰ­σχυ­ρούς τῆς ἡ­μέ­ρας, τὸν Ἀν­δροῦ­τσο, τὸν Γκού­ρα, τὸν Γεν­ναῖ­ο Κο­λο­κο­τρώ­νη, τὸν Κα­πο­δί­στρια καὶ ἄλ­λους. Μὲ τὴν ἀ­ξί­α του καὶ μὲ τὴν ἐν­τι­μό­τη­τά του κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­κλε­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς πλη­ρε­ξού­σιος στὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­θνο­συ­νε­λεύ­σεις, ὅ­που ἀ­γω­νί­ζον­ταν μὲ πεῖ­σμα ἐ­ναν­τί­ον κά­θε ἀ­δι­κί­ας. Πρὶν ἀ­κό­μα ἡ Ἀ­θή­να γί­νει πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα σ’ αὐ­τήν, ὑ­πῆρ­ξε μά­λι­στα καὶ ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς πρώ­τους της δη­μο­τι­κοὺς συμ­βού­λους. Κον­τὰ στὶς στῆ­λες τοῦ Ὀ­λυμ­πί­ου Διός, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι σή­με­ρα πρὸς τι­μήν του ἡ συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννη, ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να χω­ρα­φά­κι μὲ μιὰ σπη­λιά, ἔ­χτι­σε ἕ­να σπί­τι γιὰ τὰ δώ­δε­κα παι­διά του καὶ με­τέ­τρε­ψε τὴ σπη­λιὰ σὲ πα­ρεκ­κλή­σι. Ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν τρύ­πα ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ τὰ βά­ζει μὲ τοὺς δυ­να­τούς: τὸν Ὄ­θω­να, τὸν Ἀρ­μαν­σμπεργχ, τὸν Χρι­στί­δη, τὸν Καλ­λέρ­γη καὶ ἁ­πα­ξά­παν­τες τοὺς πρω­θυ­πουρ­γούς. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πνί­ξει τὴν ὀρ­γή του γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, τὴν ἐ­ξο­λό­θρευ­ση τῶν πα­λι­ῶν ἀ­γω­νι­στῶν, τὸ πλι­α­τσι­κο­λό­γη­μα τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν κω­λυ­σι­έρ­γειά τους νὰ δώ­σουν σύν­ταγ­μα στὸ λα­ό. Τὸ σύν­ταγ­μα ἦ­ταν τὸ μό­νι­μο με­ρά­κι του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πο­τόλ­μη­σε τὸ κί­νη­μα τῆς Τρί­της Σε­πτεμ­βρί­ου 1843, ποὺ ἦ­ταν ἔρ­γο κα­θα­ρὰ δι­κό του. Αὐ­τὸ ὁ Ὄ­θων δὲν τοῦ τὸ συγ­χώ­ρη­σε πο­τέ. Ἄρ­χι­σαν οἱ κα­τα­τρεγ­μοὶ ἀ­π’ τὸ πα­λά­τι, τὶς κυ­βερ­νή­σεις, τοὺς ἴ­διους τοὺς πα­λιούς του συ­νερ­γά­τες· ἡ μιὰ δο­λο­φο­νι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐ­ναν­τί­ον του δι­α­δέ­χον­ταν τὴν ἄλ­λη, οἱ ἀ­να­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πα­νω­τές, οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ κα­τ’ οἶ­κον, τὸ σύρ­σι­μο στὶς φυ­λα­κές, τὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Στὸ τέ­λος κα­τα­δι­κά­στη­κε κι αὐ­τός σε θά­να­το γιὰ συ­νω­μο­σί­α κα­τὰ τῆς ζω­ῆς τοῦ Ὄ­θω­να καὶ γλί­τω­σε τὸ κε­φά­λι του μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας, χά­ρη στὴν ἐ­πέμ­βα­ση δι­α­φό­ρων προ­σω­πι­κο­τή­των.

            Οἱ πολ­λὲς πλη­γὲς ποὺ εἶ­χε στὸ κορ­μὶ του τὸν εἶ­χαν με­τα­βά­λει σ’ ἕ­να ἰ­δι­ό­τρο­πο καὶ στριμ­μέ­νο μορ­μο­λύ­κει­ο, γε­ρα­σμέ­νο πρὶν τὴν ὥ­ρα του· τί­πο­τα δὲ θύ­μι­ζε τὸν ὡ­ραῖ­ο λε­βέν­τη τοῦ 1821, ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με ἀ­πὸ τὴ γνω­στὴ γκρα­βού­ρα. Αὐ­τὸ λοι­πὸν τὸ χού­φτα­λο ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε με­ρά­κι νὰ γρά­ψει τὰ ὅ­σα ἔ­ζη­σε. Ἤ­ξε­ρε ἀ­π’ τὰ νιά­τα του πέν­τε κολ­λυ­βο­γράμ­μα­τα, ἔ­μα­θε κι ἄλ­λα πέν­τε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­γό­νι του, καὶ μιὰ καὶ δυ­ὸ ἄρ­χι­σε νὰ δο­κι­μά­ζει στὸ χαρ­τὶ τὰ ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τά του. Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ὅ­λο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, κα­τα­πά­στη­κε καὶ μὲ τὴ βαβαρο­κρα­τί­α. Τί­πο­τα δὲν ἀ­να­φέ­ρει ποὺ νὰ μὴν τὸ ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ κον­τά. Μᾶς χά­ρι­σε τριά­ντα χρό­νια νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ζω­ῆς, ὄ­χι ὅ­πως τὰ ξέ­ρου­με ἀ­π’ τὰ ἐγ­χει­ρί­δια ἱ­στο­ρί­ας, τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τοὺς πλη­ρω­μέ­νους κα­λα­μα­ρά­δες, ἀλ­λὰ ὅ­πως τὰ εἶ­δε ἕ­νας ντόμ­προς καὶ ἀ­χά­λα­στος λα­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος. Βέ­βαι­α, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ’­ρι­χνε στὸ χαρ­τὶ ὅ­πως τοῦ ‘ρχον­ταν, σὰ νὰ μι­λοῦ­σε — δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, μά­λι­στα, πρῶ­τα νὰ τά ’­λε­γε φω­να­χτὰ καὶ με­τὰ νὰ τά ‘γρα­φε. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο ποῦ βρῆ­κε ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς τό­ση ὑ­πο­μο­νὴ γιὰ νὰ γρά­ψει πεν­τα­κό­σι­ες σε­λί­δες, καὶ πῶς κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ θυ­μη­θεῖ ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ­λό­κλη­ρες στι­χο­μυ­θί­ες. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­ναν αὐ­τά, ξό­δε­ψε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει ἕ­ναν λα­ϊ­κὸ ζω­γρά­φο νὰ τοῦ «ἱ­στο­ρή­σει» τὸ 21, ὅ­πως αὐ­τὸς τὸ εἶ­δε καὶ τὸ ἔ­ζη­σε, κι ὄ­χι ὅ­πως τὸ εἶ­χαν μο­λέ­ψει οἱ δι­ά­φο­ροι ξέ­νοι καὶ ξε­νο­μα­θη­μέ­νοι.

            Δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν ἐκ­θρό­νι­ση τοῦ Ὄ­θω­να πέ­θα­νε κι αὐ­τὸς ἀ­π’ τὶς πα­λι­ὲς πλη­γὲς καὶ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση. Κοι­μή­θη­κε τα­πει­νὰ τὸν ὕ­πνο του δι­καί­ου, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ὑ­περ­πο­λυ­τε­λὴ ἔκ­δο­ση ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» τοῦ Ραγ­κα­βῆ.


            Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν ἑ­κα­τὸ χρό­νια καί. Ἡ Ἑλ­λά­δα δο­κί­μα­σε πολ­λὲς βα­βα­ρο­κρα­τί­ες, ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς ἔ­πε­σε σὰ χάρ­τι­νος πύρ­γος. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ἐ­κτο­πί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Πα­λα­μᾶ, ὁ Πα­λα­μᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Κα­βά­φη. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ξε­χά­στη­κε ὁ­λό­τε­λα. Τὰ ποι­ή­μα­τά του θε­ω­ρή­θη­καν ἀν­τί­γρα­φα τῶν Γάλ­λων ρο­μαν­τι­κῶν, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του κρί­θη­κε σὰν ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ «Ἰ­βα­νό­η» τοῦ Οὐῶλ­τερ Σκότ, ἡ γραμ­μα­το­λο­γί­α του εἶ­ναι ἀ­φό­ρη­τη, τὰ θε­α­τρι­κά του δὲ δι­α­βά­ζον­ται, τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά του ἀ­πο­δεί­χτη­καν φτη­νὰ μα­ζέ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ. Τὸ ὄ­νο­μά του θὰ τὸ βρεῖ­τε βέ­βαι­α σὲ με­ρι­κὲς σχο­λα­στι­κὲς γραμ­μα­το­λο­γί­ες, ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα σὲ με­ρι­κὲς πα­λι­ὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ οἱ εἴ­κο­σι τό­μοι τῶν ἅ­πάν­των του κο­σμοῦν ἀ­ζή­τη­τοι με­ρι­κὲς δη­μό­σι­ες βι­βλι­ο­θῆ­κες. Ἔ­πε­σε ὁ κο­λοσ­σὸς τῆς πα­λιᾶς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς σχο­λῆς τί­πο­τα δὲν ἔ­μει­νε ἀ­π’ τὸ πέ­ρα­σμά του.

            Κι ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης; τὸ μορ­μο­λύ­κει­ο τῆς βα­βα­ρο­κρα­τί­ας; Αὐ­τὸς βέ­βαι­α δὲν λα­χτα­ροῦ­σε φι­λο­λο­γι­κὲς δό­ξες, ἁ­πλῶς ἤ­θε­λε νὰ μᾶς ἀ­φή­σει γραμ­μέ­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α του, νὰ μά­θου­με ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τί τέ­ρα­τα κυ­βέρ­νη­σαν καὶ χαν­τά­κω­σαν τὴν Ἑλ­λά­δα. Γιὰ πολ­λὰ χρό­νια τὰ χει­ρό­γρα­φά του εἶ­χαν χα­θεῖ, μέ­χρι ποὺ τ’ ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Βλα­χο­γιά­ννης σ’ ἕ­να μπα­κά­λι­κο, ποὺ τὰ εἶ­χαν γιὰ νὰ τυ­λί­γουν ἀν­τσοῦ­γες. Τὰ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ δι­ά­βα­σε καὶ μὲ χί­λια βά­σα­να κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ τυ­πώ­σει τὸ 1907. Ὅ­λοι ἔ­μει­ναν κα­τά­πλη­κτοι ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή τους ἀ­ξί­α, τὴ ζου­με­ρὴ λα­ϊ­κὴ γλώσ­σα, τὴν πα­ρα­στα­τι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, τοὺς ὁ­λο­ζών­τα­νους δι­α­λό­γους, τοὺς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κοὺς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, τὴ λα­ϊ­κὴ θυ­μο­σο­φί­α. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν μᾶς ἔ­δω­σε τό­σο δρα­μα­τι­κὰ τὶς δύ­ο ἐ­πο­χὲς 1821 – βα­βα­ρο­κρα­τί­α καὶ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ζω­γρά­φι­σε πιὸ πα­ρα­στα­τι­κὰ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὰ πά­θη τοῦ λα­οῦ μας. Σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­χτοῦν καὶ τοὺς πιὸ δύ­σκο­λους γραμ­μα­το­λό­γους, νὰ τυ­πώ­νον­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά, νὰ με­τα­φρά­ζον­ται ἔ­ξω καὶ νὰ θε­ω­ροῦν­ται ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς ἰ­σά­ξια μὲ τὰ πε­ζο­γρα­φή­μα­τα τοῦ Πα­πα­δι­α­μάν­τη. Σή­με­ρα ὁ κα­φε­τζὴς ἀ­πὸ τὸ Λι­δο­ρί­κι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους λο­γο­τέ­χνες μας, κι ἂς μὴν ἀ­ξι­ώ­θη­κε πο­τὲ στὴ ζω­ή του οὔ­τε τοὺς με­γα­λό­σταυ­ρους τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, οὔ­τε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ Μπί­σμαρκ, οὔ­τε κὰν μιὰ συ­νεν­τευ­ξού­λα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς ἐ­πο­χῆς του.



Πη­γή: Ἡ κά­τω βόλ­τα (Δι­α­γώ­νιος, 1991, δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ).

Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1931). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση, κρι­τι­κή. Σπού­δα­σε κλα­σι­κή φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἴ­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κό οἶ­κο «Δι­α­γώ­νιος» καὶ τὸ ὁ­μό­νυ­μο πε­ρι­ο­δι­κό. Πρῶ­το του βι­βλί­ο εἷ­ναι ἡ Ἐ­πο­χή τῶν ἰ­σχνών ἀ­γε­λά­δων (ποί­η­ση, Κο­χί­ας, 1950). Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Γραμ­μά­των γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του, ἀρ­νή­θη­κε ὅ­μως νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει πα­ρα­πέμ­πον­τας γιὰ τοὺς λό­γους σὲ σχε­τι­κὸ κεί­με­νό του Ε­ναν­τί­ον τοῦ 1979.

Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).