Βάνια Σύρμου: Camera Obscura


Βά­νια Σύρ­μου


Camera Obscura


ΙΑ ΩΡΑ τὸ βλέμ­μα του μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ὑ­πνω­τι­σμέ­νο πά­νω της . Ἔ­χει ἔρ­θει ἀ­πὸ μα­κριὰ μό­νο γιὰ ἐ­κεί­νη. Ἡ πο­λυ­κο­σμί­α ὅ­μως δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ τὴ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Προ­τι­μᾶ ἔ­τσι νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ μα­κριά, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ τὴν πλη­σιά­σει.

        Στέ­κε­ται ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ φῶς νὰ λού­ζει τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιά της. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να καὶ τὸ κε­φά­λι σκυ­φτό, δια­βά­ζει μὲ προ­σο­χὴ ἕ­να γράμ­μα ποὺ κρα­τᾶ στὰ χέ­ρια της. Ἡ μορ­φὴ της κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ἐ­πι­τρέ­πον­τας στὸ εἴ­δω­λο νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὴν εἰ­κό­να της . Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει εἶ­ναι ὁ λευ­κός της λαι­μός. Τὰ δε­μέ­να σὲ κό­τσο ξαν­θά της μαλ­λιὰ ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­γρά­φε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ αὐ­χέ­να της, ποὺ κα­τα­λή­γει ἤ­ρε­μα στοὺς λε­πτούς της ὤ­μους. Μιὰ λευ­κὴ ὀρ­γάν­τζα τοὺς ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά, φτά­νον­τας ὡς τὸ νε­α­νι­κό της μποῦ­στο. Τὸ βλέμ­μα του δι­α­νύ­ει ξα­νὰ τὴν ἁ­πα­λὴ αὐ­τὴ δι­α­δρο­μὴ , ἀρ­γο­πο­ρών­τας ἐ­κεῖ ποὺ τὸ φῶς παί­ζει μὲ τὶς μποῦ­κλες τῶν μαλ­λι­ῶν της, ὅ­ταν πέ­φτουν ἐ­λεύ­θε­ρες στὸ πλά­ι τοῦ λαι­μοῦ της. Κα­θὼς τὴν κοι­τᾶ, εὔ­χε­ται νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­θε­ται δί­πλα της, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­ρέ­κλα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο , γε­μά­τος πε­ρι­έρ­γεια, ἴ­σως καὶ ζή­λεια γιὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γράμ­μα­τος καὶ νὰ θαυ­μά­ζει τὸ ρο­δα­λὸ χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα καὶ τὰ χεί­λη της. Ἴ­σως πά­λι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀπ΄ τὴν κουρ­τί­να τοῦ σε­πα­ρέ της, νὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­π’ τὸ κα­θρέ­φτι­σμα τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ γράμ­μα.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ στρι­μω­χτεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος δι­εκ­δι­κών­τας κι αὐ­τὸς μιὰ θέ­ση κον­τά της. Τοὺς βλέ­πει νὰ τὴν φω­το­γρα­φί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ τὶς ψη­φια­κές τους μη­χα­νὲς καὶ τὰ κι­νη­τά. Τὴν φαν­τά­ζε­ται νὰ πο­ζά­ρει μό­νο γιὰ χά­ρη του, προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, κι ἐ­κεῖ­νος πί­σω ἀ­π’ τὴν camera obscura, συλ­λαμ­βά­νον­τας τὸ φῶς της, νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει γιὰ πάν­τα τὴν αὔ­ρα της καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­πο­κλει­στι­κά το τέ­λει­ο ἀ­πεί­κα­σμα τῆς φι­γού­ρας της ἀ­νε­στραμ­μέ­νο πά­νω στὸ καμ­βά του.

        Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει ἐ­πι­τέ­λους νὰ τὴν πλη­σιά­σει, ὁ φύ­λα­κας εἰ­δο­ποι­εῖ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες πὼς πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα Βερ­μέερ, για­τί ἡ πι­να­κο­θή­κη πρό­κει­ται νὰ κλεί­σει στὰ δέ­κα ἑ­πό­με­να λε­πτά. Κοι­τά­ζον­τας τὸν πί­να­κα ἀ­πὸ κον­τά, ἡ μα­τιά του σκα­λώ­νει στὶς στι­κτὲς πι­νε­λι­ὲς ἀ­νοι­χτοῦ χρώ­μα­τος ποὺ φω­τί­ζουν τὸ μποῦ­στο της. Ζη­λεύ­ει τὸ βλέμ­μα τοῦ ζω­γρά­φου. Τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ σι­λου­έ­τα της. Δὲν τὴν εἶ­δε ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε. Τὸν πα­ρη­γο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ σκέ­ψη πὼς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­π’ τὴν Δρέσ­δη, τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ γράμ­μα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­τί­ζει τὴ μο­να­ξιά του μέ­σα ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ ρε­προν­του­ξιόν, ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο τῆς σκο­τει­νῆς του κά­μα­ρης χρό­νια τώ­ρα, ἀ­γο­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ πλα­νό­διο καλ­λι­τέ­χνη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Φρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Εἰκόνα: Τὸ κορίτσι μὲ τὸ γράμμα (1657) τοῦ Γιοχάννες Βερμέερ (1632-1675).

Advertisements

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ὑπόγειο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ὑ­πό­γει­ο


ΕΣΥ, μι­κρέ, τί ποι­ή­μα­τα γρά­φεις;

       — Δὲν γρά­φω.

       — Σι­γὰ ποὺ σὲ πί­στε­ψα τώ­ρα. Ἔ­τσι λὲς ὅ­τι κοι­τᾶ­νε τὰ βι­βλί­α αὐ­τοὶ ποὺ δὲν γρά­φουν; Ξέ­ρω, θὰ ἀρ­γή­σεις, πάν­τως θὰ μοῦ πεῖς.

       — Τί νὰ σᾶς πῶ…

       — Νὰ μὴ μοῦ πεῖς τί­πο­τα. Πᾶ­ρε αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δῶ­ρο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α γερ­μα­νι­κῆς ποί­η­σης, δί­γλωσ­ση. Κι αὐ­τὴ τὴ χι­λια­νὴ ποι­ή­τρια θὰ τὴ δι­α­βά­σεις ὁ­πωσ­δή­πο­τε, κι αὐ­τὸ δῶ­ρο.

       — Νά ’­στε κα­λά! Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξέ­ρω τί νὰ πῶ.

       — Τσί­που­ρο ἐ­σὺ δὲν πί­νεις, εἶ­σαι μι­κρός. Τί κα­φὲ νὰ πῶ νὰ σοῦ φέ­ρουν;


Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν γε­ρο­δε­μέ­νο ἄν­τρα, στὴν ἡ­λι­κί­α πά­νω-κά­τω τοῦ πα­τέ­ρα του, νὰ τοῦ ρί­χνει κά­τι ἔν­το­νες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς μα­τι­ὲς ποὺ τὶς θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα. Οἱ κου­βέν­τες τους πο­λὺ σύν­το­μα πε­ρά­σα­νε ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ κα­νό­να στοὺς ἐ­λάσ­σο­νες καὶ τοὺς λη­σμο­νη­μέ­νους κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις πύ­κνω­σαν καὶ τὰ λό­για μα­λά­κω­σαν· ἄλ­λο­τε τὰ λέ­γα­νε οἱ δυ­ό τους σὰν δυ­ὸ πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι, ἄλ­λο­τε πά­λι τὴν ἑ­τε­ρό­κλη­τη πα­ρέ­α ἀ­παρ­τί­ζα­νε ἄν­θρω­ποι τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἔρ­γο ἀ­γα­ποῦ­σε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως καὶ θυ­μᾶ­ται ποὺ κα­θό­ταν σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ τοὺς ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ βγά­ζει ἄ­χνα, σὰ νά ’­χει μπεῖ σὲ κά­ποι­α χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των στὰ κρυ­φὰ καὶ νὰ φο­βᾶ­ται μὴν τὸν πά­ρου­νε χαμ­πά­ρι καὶ τὸν δι­ώ­ξουν. Κά­πο­τε ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη του, μα­ζὶ μὲ τὶς συμ­βου­λὲς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ ζή­τη­σε καὶ μιὰ χά­ρη: νὰ τοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς ὅ­ταν γυ­ρί­σει θὰ πε­ρά­σει νὰ τὸν δεῖ. Θὰ τὸ ἔ­κα­νε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως.

       Με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μό­λις ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει, πῆ­ρε τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ γνω­στὸ σταθ­μό. Ἀ­πὸ μα­κριὰ εἶ­δε τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα σβη­στά, τὰ στό­ρια κα­τε­βα­σμέ­να καὶ τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κλει­δω­μέ­νη. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα πλη­σί­α­σε. Σφη­νω­μέ­νο στὴ βι­τρί­να, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα με­ριά, ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ση­μεί­ω­μα:

       «Ὅ­λα τα κυ­πα­ρίσ­σια δεί­χνουν με­σά­νυ­χτα

       Ὅ­λα τα δά­χτυ­λα

       Σι­ω­πὴ»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ὁ ἐ­πι­ταγ­μέ­νος πα­ρα­μυ­θάς

(The Conscripted Storyteller)


«ΤΡΥΠΟΚΑΡΥΔΟΣ εἶ­σαι;» ρώ­τη­σα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε. «Εἶ­μαι κο­ρι­τσά­κι. Ποῦ χά­θη­κες τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, Κύ­ρι­ε;»

            Στε­κό­μουν στὸ τμῆ­μα λο­γο­τε­χνί­ας τῆς δη­μο­τι­κῆς βι­βλι­ο­θή­κης καὶ δι­ά­βα­ζα ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Γου­ό­τσον Τ. Σμὶθ Μπρά­ουν­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­τύ­πω­νε, μὲ ἀ­πο­λύ­τως λο­γι­κὸ τρό­πο, τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ὅ­λοι οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ ποι­η­τὲς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σουν νὰ γρά­φουν κι ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ ἐ­πι­δο­θοῦν στὸ χτί­σι­μο μὲ τοῦ­βλα. Ἤ­μουν πά­ρα πο­λὺ ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο, τὴν ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζα κά­ποι­ο βι­βλί­ο στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κά­ποι­ος μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ πό­δι. Ἤ­μουν πε­ρί­ερ­γος νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει. Κοί­τα­ξα πρὸς τὰ κά­τω καὶ εἶ­δα ἕ­να κο­ρι­τσά­κι μὲ ξαν­θὰ μαλ­λιά, πρά­σι­νο φό­ρε­μα καὶ μπλὲ μά­τια νὰ χτυ­πᾶ ἐ­λα­φρά το πό­δι μου μὲ τὸν δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του.

            «Ποῦ ’­ναι ἡ μη­τέ­ρα σου, κο­ρι­τσά­κι;» ρώ­τη­σα.

            «Γιὰ ψώ­νια», ἀ­πάν­τη­σε.

            «Κι ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;» εἶ­πα. «Καὶ στα­μά­τα, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, νὰ σκουν­τᾶς τὸ πό­δι μου.»

            «Ἡ μη­τέ­ρα μου μὲ ἄ­φη­σε ἐ­δῶ νὰ δι­α­βά­σω μέ­χρι νὰ κά­νει τὰ ψώ­νια της. Ἔ­χω ξε­κι­νή­σει νὰ δι­α­βά­ζω ἕ­να βι­βλί­ο.»

            «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω τό­τε νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;» πρό­τει­να.

            «Εἶ­ναι σα­χλα­μά­ρα», εἶ­πε.

            «Καὶ τί ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι πρέ­πει νὰ κά­νω ἐ­γὼ γι’ αὐ­τό;»

            «Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε.

            «Τί;»

            «Ἥ­συ­χα,» εἶ­πε «ἀλ­λι­ῶς θὰ τοὺς ξε­ση­κώ­σεις ὅ­λους».

            «Δὲν θέ­λω νὰ σοῦ πῶ κα­μιὰ ἱ­στο­ρί­α,» εἶ­πα. «Θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω τὸ βι­βλί­ο μου.»

            «Θὰ μοῦ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Για­τί ἐ­γώ;»

            «Για­τί ἔ­ψα­ξα νὰ δῶ ποι­ὸς ἔ­χει τὸ με­γα­λύ­τε­ρο στό­μα ἐ­δῶ μέ­σα καὶ τὸ ἔ­χεις ἐ­σύ.»

            «Τί θὰ κά­νεις ἂν ἀρ­νη­θῶ νὰ σοῦ πῶ τὴν ἱ­στο­ρί­α σου;» ρώ­τη­σα.

            «Ἄ, τί­πο­τα», εἶ­πε γλυ­κά. «Ἁ­πλῶς θὰ ἀρ­χί­σω νὰ οὐρ­λιά­ζω ὅ­σο πιὸ δυ­να­τὰ μπο­ρῶ καὶ μό­λις ἔρ­θουν ὅ­λοι ἐ­δῶ πέ­ρα, θὰ τοὺς πῶ ὅ­τι εἶ­σαι ὁ πα­τέ­ρας μου. Μοῦ ’­χουν πεῖ ὅ­τι ὅ­ταν οὐρ­λιά­ζω ἀ­κού­γε­ται σὰ νὰ ἐ­πί­κει­ται τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ δαγ­κώ­σω καὶ κα­νέ­ναν: μιὰ ἀ­γα­θὴ κι ἀ­θώ­α γρι­ού­λα λό­γου χά­ρη. Σ’ ἔ­χουν ἁ­λυ­σο­δέ­σει πο­τὲ σὲ γα­λέ­ρα νὰ κά­νεις κου­πί, Κύ­ρι­ε;»

            Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τὴν εἶ­χα πα­τή­σει κι ἔ­τσι, ἀ­πρό­θυ­μα, ἔ­βα­λα τὸ βι­βλί­ο πί­σω στὸ ρά­φι. «Θὰ σοῦ πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἔ­ξω στὰ σκα­λιά», εἶ­πα μὲ τὴ φω­νὴ τοῦ ἡτ­τη­μέ­νου.

            «Τὸ ’­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὰ βροῦ­με», εἶ­πε.

            Βγῆ­κα περ­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ κρα­τι­ό­μουν ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἑ­νὸς μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ γνώ­ρι­ζα χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι θὰ δι­έ­ψευ­δε τὴ θε­ω­ρί­α τῆς σχε­τι­κό­τη­τας τοῦ Ἀ­ϊν­στά­ιν.

            Κά­θι­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς βι­βλι­ο­θή­κης κι ἐ­κεί­νη κά­θι­σε ἀ­νέ­με­λα στὰ πό­δια μου. Σή­κω­σα τὸ βλέμ­μα μου κι εἶ­δα τὸ πα­λιὸ δη­μαρ­χεῖ­ο σκε­πα­σμέ­νο ἀ­πὸ κλή­μα­τα καὶ πε­ρι­στέ­ρια νὰ στέ­κον­ται στὴν ὀ­ρο­φή του καὶ νὰ γουρ­γου­ρί­ζουν.

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες νὰ ἀ­κού­σεις μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι;» ρώ­τη­σα.

            «Ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στέ­ρια;» εἶ­πε δεί­χνον­τας τὴν ὀ­ρο­φὴ τοῦ δη­μαρ­χεί­ου.

            «Ναί», εἶ­πα.

            «Ὄ­χι», εἶ­πε.

            «Για­τί ὄ­χι;» εἶ­πα.

            «Μοῦ μοιά­ζουν μὲ ἕ­να μά­τσο μπού­φους», εἶ­πε.

            «Τό­τε τί εἴ­δους ἱ­στο­ρί­α θὲς νὰ ἀ­κού­σεις;»

            «Νά, μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ μιὰ ὡ­ραι­ό­τα­τη ἀν­θρω­πο­κτο­νί­α μὲ τὰ ὅ­λα της· καὶ νὰ ’­ναι σύν­το­μη καὶ κο­φτὴ ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Σι­χαί­νο­μαι τὶς πα­ρεκ­βά­σεις.»

            «Ἔ;»

            «Λοι­πόν, βιά­σου», εἶ­πε ἀ­νυ­πό­μο­να.

            «Ξέ­ρεις τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸν Δρά­κου­λα;»

            «Ναί», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι πα­λιὰ ὅ­σο καὶ τὰ Καρ­πά­θια.»

            «Τί θὰ ἔ­λε­γες γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας;»

            «Ὄ­χι ἀ­π’ αὐ­τὲς μ’ ἐ­κεί­νους τοὺς τύ­πους ποὺ προ­σπα­θοῦν νὰ γί­νουν ἀ­στρο­ναῦ­τες», εἶ­πε μὲ πε­ρι­σπού­δα­στο ὕ­φος.

            «Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό,» ξε­κί­νη­σα νὰ λέ­ω, «ἦ­ταν μιὰ φυ­λὴ πεν­τα­κέ­φα­λων σκορ­πι­ῶν ποὺ ζοῦ­σαν στὸν Πο­σει­δώ­να.»

            «Πό­σο κοι­νό­το­πο», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ ἡ ἀρ­χὴ εἶ­ναι τό­σο μὰ τό­σο πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη… Ἄ­σε ποὺ ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὸν Πο­σει­δώ­να εἶ­ναι πα­γω­μέ­νη στὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ ἐ­δά­φους. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σαν πεν­τα­κέ­φα­λοι σκορ­πιοὶ νὰ ζή­σουν χω­ρὶς ἀ­τμό­σφαι­ρα, μοῦ λές;»

            Γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε σι­ω­πή.

            «Εἶ­σαι σί­γου­ρη ὅ­τι θὲς ὄν­τως νὰ ἀ­κού­σεις ἱ­στο­ρί­α;» ρώ­τη­σα. «Για­τί δὲν πᾶς πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη νὰ δι­α­βά­σεις Νί­τσε ἢ Γιοὺνγκ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο;»

            «Θέ­λω νὰ ἀ­κού­σω μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            «Κα­λά… κα­λά», εἶ­πα δου­λο­πρε­πῶς.

            Τῆς εἶ­πα μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ κά­τι βα­τρά­χια μὲ ὑ­ψη­λὴ νο­η­μο­σύ­νη καὶ πὼς αὐ­τὰ εἶ­χαν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἕ­ναν τρό­πο νὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ὅ­τι θὰ εἶ­χαν κα­τα­λά­βει τὸν κό­σμο ἂν δὲν εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει τὸ ἑ­ξῆς σφάλ­μα: ἔ­φτα­σαν τό­σο βα­θιὰ στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση ποὺ κα­τρα­κύ­λη­σαν μέ­σα στὴν πέμ­πτη δι­ά­στα­ση καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ γυ­ρί­σουν πί­σω στὴν τέ­ταρ­τη δι­ά­στα­ση κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ βλά­ψουν μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο τὴ γῆ για­τί αὐ­τὴ βα­σί­ζε­ται αὐ­στη­ρὰ στὶς τρεῖς καὶ στὶς τέσ­σε­ρις δι­α­στά­σεις. Μό­λις τε­λεί­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ εἶ­χε πιά­σει πο­νο­κέ­φα­λος.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι συλ­λο­γί­στη­κε γιὰ λί­γη ὥ­ρα σι­ω­πη­λὸ μὲ τὸ πρό­σω­πό του νὰ ἔ­χει πά­ρει μιὰ πο­λὺ σο­βα­ρὴ ἔκ­φρα­ση. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ πό­δια μου καὶ εἶ­πε ἀρ­γά,

            «Κύ­ρι­ε, για­τί δὲν πᾶς πά­λι μέ­σα νὰ δι­α­βά­σεις τὸ βι­βλί­ο σου;»

            Ἔ­τρε­ξα μὲ μι­κρὰ βι­α­στι­κὰ βή­μα­τα, σὰν πλη­γω­μέ­νος κά­βου­ρας, πί­σω στὴ βι­βλι­ο­θή­κη. Δό­ξα τῷ θε­ῶ δὲν ξα­να­εῖ­δα πο­τὲ τὸ κο­ρι­τσά­κι!



Πη­γή: Richard Brautigan, The Edna Webster Collection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Abbott, Βο­στό­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Houghton Mifflin Company), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὐ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert): Ὁ Μαρξ καὶ ὁ Φρόυντ


Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert)

 

Ὁ Μὰρξ καὶ ὁ Φρό­υντ

(M­a­rx u­nd F­r­e­ud)


ΟΝΟΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, τοὐ­τέ­στιν Ἑ­βραί­ων, καὶ λι­γό­τε­ρο ἀν­τί­θε­τοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λον ἀ­π’ ὅ τι θέ­λου­με νὰ πι­στεύ­ου­με. Ἐ­κεῖ ποὺ σχε­δὸν ταυ­τί­ζον­ται οἱ δύ­ο δη­μι­ουρ­γοὶ θε­ω­ρι­ῶν κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση ἀλ­λη­λο­α­ναι­ρού­με­νων, εἶ­ναι ἡ ψυ­χι­κή τους ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα ποὺ πη­γά­ζει ἀ­π’ τὴν κα­τα­γω­γή τους: κοι­νω­νι­κὰ καὶ ψυ­χι­κὰ εὐ­αί­σθη­τοι, γεν­νη­μέ­νοι σὲ μιὰ μει­ο­νό­τη­τα αἰ­ω­νί­ως κα­τα­δι­ωγ­μέ­νων, ἀ­δι­κη­μέ­νων, ἀ­πο­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­χον­τας πλή­ρη συ­νεί­δη­ση αὐ­τῆς τῆς κα­τά­στα­σης, ἔ­γι­ναν ἰ­δι­αι­τέ­ρως εὐ­αί­σθη­τοι ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε εἴ­δους κα­τα­πί­ε­ση καὶ κα­κό­τη­τα. Ἦ­ταν ἐ­παρ­κῶς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νοι, ὥ­στε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σουν ἀ­να­λυ­τι­κὰ καὶ νὰ συλ­λά­βουν τὶς αἰ­τί­ες γι’ αὐ­τά. Μιὰ συγ­κυ­ρί­α μο­να­δι­κὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πο­τὲ ν’ ἀ­να­δυ­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀπ’ τοὺς σω­ροὺς τῶν πτω­μά­των τῆς «τε­λι­κῆς λύ­σης».

         Ἂν δε­χτοῦ­με τὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι χω­ρὶς τέ­τοι­α ἄ­κρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­να καὶ δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­να ἄ­το­μα κα­μιὰ αὐ­θεν­τι­κὴ δρο­μο­λό­γη­ση γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ἴ­διους δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει, τό­τε δὲν μᾶς ἀ­πο­μέ­νει πα­ρὰ μιὰ ἀ­να­λαμ­πὴ ἐλ­πί­δας ὅ­τι στὸν κύ­κλο τῆς κα­τα­πι­ε­σμέ­νης εὐ­φυ­ΐ­ας σή­με­ρα ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κή μας ὑ­γεί­α θὰ με­λε­τη­θοῦν ἐκ νέ­ου.

         Ὅ­μως, τὸ ἔρ­γο τῶν δύ­ο κλα­σι­κῶν, θῦ­μα κα­τα­χρα­στῶν, ἐ­πι­τη­δεί­ων ἐ­ξου­σια­στῶν καὶ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν τοῦ κα­κοῦ, ἔ­χει στρα­φεῖ ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κεί­νων, γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ὁ­ποί­ων σχε­δι­ά­στη­κε.



Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη περιγραφὴ μιᾶς στιγμῆς τῆς αἰωνιότητας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert) (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ). Βλ. καὶ τὸ ἀφιέρωμα τοῦ ἱστολογίου μας στὸν G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).


Κωστῆς Α. Μακρῆς: Οἱ παντοδύναμοι



Κω­στῆς Α. Μα­κρῆς


Οἱ παν­το­δύ­να­μοι


ΙΝΑΙ ΤΡΟΜΕΡΟ αὐ­τὸ ποὺ σκο­πεύ­ε­τε νὰ κά­νε­τε, ἀ­γα­πη­τὲ Φι­όν­τορ Μι­χα­ή­λο­βιτς! Σο­βα­ρὰ τώ­ρα, σκέ­φτε­στε νὰ σκο­τώ­σε­τε τὴ Να­στά­ζια Φι­λίπ­ποβ­να; Δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ ἔγ­κλη­μα, ποὺ θὰ εἶ­ναι φρι­χτό, ἀλ­λὰ δὲν φο­βᾶ­στε καὶ τὴν τι­μω­ρί­α; Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ μό­νο τὴν ἀν­θρώ­πι­νη δι­και­ο­σύ­νη ἀλ­λά, κυ­ρί­ως, τὶς τρο­με­ρὲς τύ­ψεις…

       ― Ἂν δὲν σᾶς σε­βό­μουν καὶ δὲν σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σα σὰν παι­δί μου, Πρίγ­κι­πα Μί­σκιν, θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι αὐ­τὰ ποὺ λέ­τε εἶ­ναι λό­για ἠ­λι­θί­ου. Τί μὲ πε­ρά­σα­τε; Γιὰ κα­νέ­ναν δαι­μο­νι­σμέ­νο; Ἢ πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι εἶ­μαι ἕ­νας ἀ­θε­ρά­πευ­τα πα­θι­α­σμέ­νος παί­κτης ποὺ δὲν λο­γα­ριά­ζει τί­πο­τα; Καί, σὲ τε­λευ­ταία ἀ­νά­λυ­ση, ἂν τὸ κά­νω —ἐ­πει­δὴ δὲν θὰ γί­νε­ται ἀλ­λι­ῶς!— τί σᾶς κό­φτει ἐ­σάς; Δὲν εἶ­μαι κα­νέ­νας ἀ­νεύ­θυ­νος ἔ­φη­βος, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πι­τρο­πεί­α σας, Πρίγ­κι­πα! Τί λέ­τε κι ἐ­σεῖς, ἀ­γα­πη­τὲ Λέ­ων;

       ― Τί νὰ πῶ… Ἡ ζω­ὴ καὶ ὁ θά­να­τος, ὁ πό­λε­μος καὶ ἡ εἰ­ρή­νη, τὸ μί­σος καὶ ἡ ἀ­γά­πη, εἶ­ναι μέ­σα στὴ ζω­ή, στὴ σκέ­ψη καὶ στὴ φύ­ση, τοῦ ἀν­θρώ­που. Χω­ρὶς θά­να­το δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­στα­ση. Ἀλ­λὰ καὶ χω­ρὶς κα­θό­λου μί­σος, πῶς νὰ με­τρή­σεις τὴν ἀ­γά­πη; Εἶ­χα κι ἐ­γὼ ἕ­να ἀ­νά­λο­γο δί­λημ­μα μὲ τὴν Ἄν­να Κα­ρέ­νι­να. Πρὶν τὴ ρί­ξω στὸ τρέ­νο, ἐν­νο­ῶ… Ἀλ­λὰ οἱ τύ­ψεις… Ναί. Ἀρ­ρώ­στεια καὶ τύ­ψεις εἶ­ναι τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό. Ἀλ­λά, κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ μᾶς πεῖ κι ὁ Ἀν­τὸν τὴ γνώ­μη του… Ἔ, φί­λε Ἀν­τόν; Τί λέ­τε;

       ― Δὲν ξέ­ρω… Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος. Ἴ­σως ὁ Φι­όν­τορ Μι­χα­ή­λο­βιτς νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἀλ­λι­ῶς. Ἴ­σως νὰ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρη μιὰ ζω­ὴ σύν­το­μη ἀλ­λὰ μὲ ὑ­ψη­λὲς ἐ­ξάρ­σεις. Ἐν­νο­ῶ σὲ σχέ­ση μὲ τὸ ἄ­φη­μα, τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη, γιὰ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε λό­γο, σὲ μί­αν οὐ­δέ­τε­ρη φθο­ρὰ δί­χως κα­νέ­να ἐκ­φρα­σμέ­νο πά­θος, μὲ κα­τα­πι­ε­σμέ­νους τοὺς πό­θους. Ἀλ­λά, πά­λι… Ὁ θά­να­τος…  Οἱ τύ­ψεις… Τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω, θὰ εἶ­ναι τρο­με­ρό… Φαν­τα­στεῖ­τε ἕ­ναν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο γλά­ρο νὰ πε­θαί­νει μέ­σα σ’ ἕ­ναν ἀν­θι­σμέ­νο βυσ­σι­νό­κη­πο… Καὶ τρεῖς ἀ­δελ­φὲς νὰ τὸν θρη­νοῦν. Καὶ γιὰ τὸν χα­μὸ του ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ χα­μέ­νη τους ζω­ή. Τί θλί­ψη. Τί φρί­κη. Ἀλ­λὰ καὶ πό­σο δυ­να­τὴ εἰ­κό­να!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κω­στῆς Α. Μα­κρῆς (Ἀ­θή­να). Ἔχει ἐργαστεῖ ὡς ζω­γρά­φος, γρα­φί­στας, κει­με­νο­γρά­φος καὶ ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ξυ­λουρ­γός. Ἀ­πὸ τὸ 2007 γρά­φει συ­στη­μα­τι­κὰ πα­ρα­μύ­θια καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Βιβλία του: Ὁ Πι­ὸζ Νά­με καὶ οἱ πέν­τε γά­τες (παιδικὸ μυθιστόρημα, Πατάκης, 2010) καὶ Ἡ Ἐ­βί­τα ποὺ νί­κη­σε τὰ Ἀ­πο­θαρ­ρύ­νια (Πατάκης, 2015). Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Κύ­κλου τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου. Ἱστοσελίδα: https://kostismakris.wordpress.com



		

	

Ἀργύρης Κόσκορος: Ἡ ὄγδοη νότα


Ἀρ­γύ­ρης Κό­σκο­ρος


Ἡ ὄ­γδο­η νό­τα


ΤΑΝ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΡΜΗΣ ἔ­κα­νε μὲ τὰ μα­γι­κά του δά­χτυ­λα τὸ καύ­κα­λο τῆς χε­λώ­νας λύ­ρα καὶ τὰ σπλά­χνα τῶν βο­δι­ῶν χορ­δές, ἤ­ξε­ρε πὼς τὰ τρα­γού­δια του δὲν ἀρ­κοῦ­σαν γιὰ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σουν τὴν ὀρ­γὴ τοῦ Ἀ­πόλ­λω­να· για­τὶ ὅ­σο ἐμ­πνευ­σμέ­να κι ἂν τά ‘χε γρά­ψει, ὅ­σο κι ἂν μά­γευ­αν ἀ­κό­μα καὶ τὰ που­λιά, ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὰ γιὰ τὸ αὐ­στη­ρὸ γοῦ­στο τοῦ Φοί­βου.

           Ἅ­πλω­σε λοι­πὸν τὸ ἀ­φτί του σὲ ὁ­λά­κε­ρη τὴν πλά­ση γιὰ νὰ γρα­πώ­σει τοὺς ἤ­χους αὐ­τοὺς ποὺ θὰ προ­σέ­δι­δαν στὴ φω­νή του τὴν ἁρ­μο­νί­α ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α του. Κι ἄ­κου­σε τὶς οἰ­μω­γές, τὰ κλά­μα­τα, τοὺς σπα­ραγ­μοὺς τῶν θνη­τῶν, σὰ νὰ πα­ρα­κα­λᾶ­νε τοὺς θε­οὺς γιὰ λυ­τρω­μὸ ἀ­πὸ τὰ βά­σα­νά τους. Ἄ­κου­σε καὶ τὰ πα­ρά­πο­να τὰ πιὸ πνι­χτὰ κι ὑ­πό­κω­φα, κι ἄλ­λα ἀ­θό­ρυ­βα καὶ πε­ρή­φα­να, κα­θὼς κι αὐ­τὰ ποὺ κρύ­βον­ταν στὰ πιὸ γεν­ναῖ­α γέ­λια.

           Κι ὁ θε­ὸς χα­μο­γέ­λα­σε.

           «Ὁ στε­ναγ­μός, αὐ­τὸ τοῦ ἔ­λει­πε, ὁ στε­ναγ­μός…»

           Εἶ­χε πιὰ με­γα­λώ­σει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­γύ­ρης Κό­σκο­ρος (Ἀ­θή­να 1978). Σπού­δα­σε Βι­βλι­ο­θη­κο­νο­μί­α στὸ Τ.Ε.Ι. Ἀ­θή­νας καὶ Φι­λο­λο­γί­α μὲ κα­τεύ­θυν­ση γλωσ­σο­λο­γί­ας στὸ Ε.Κ.Π.Α. Μι­λά­ει ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὸ Δι­ε­θνὲς Κέν­τρο Συγ­γρα­φέ­ων καὶ Με­τα­φρα­στῶν Ρό­δου.