Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἡ Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ἕ­να Κα­τού­ρη­μα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ­να Κα­τού­ρη­μα

(Patti Smith Takes A Piss)


ΙΝΑΙ μιὰ κο­λα­σμέ­να ζε­στὴ νύ­χτα στὸ Σέν­τραλ Πὰρκ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Εἶ­σαι στρι­μωγ­μέ­νος σὲ ἕ­ναν συ­ναυ­λια­κὸ χῶ­ρο, ὁ ἥ­λιος δύ­ει, τὸ κοι­νὸ ἱ­δρώ­νει, τὸ ἄλ­μπουμ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, τὸ Some Girls τῶν Rolling Stones (ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού, ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού) παί­ζει δυ­να­τὰ στὰ με­γά­φω­να. Σὲ κά­θε κομ­μά­τι, ἐ­σὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι πό­τε στὸν δι­ά­ο­λο θὰ βγεῖ ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ ξε­κι­νή­σει τὴ συ­ναυ­λία, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­φτε­σαι πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συ­ναυ­λί­α. Οἱ Stones δὲν εἶ­χαν ξα­να­κου­στεῖ πο­τὲ ἔ­τσι. Τό­σο δυ­να­τά. Τό­σο ση­μαν­τι­κοί. Ἀ­γά­πη κι ἐλ­πί­δα καὶ σὲξ κι ὄ­νει­ρα, τρα­γου­δά­ει ὁ Μὶκ Τζάγ­κερ, ἔ­χουν ση­μα­σί­α; Καὶ νά τη, βγαί­νει χο­ρο­πη­δών­τας στὴ σκη­νή. Μαῦ­ρες μπό­τες, μαῦ­ρο παν­τε­λό­νι, μαῦ­ρο μπου­φάν, μα­νί­κια ση­κω­μέ­να, τὰ χέ­ρια πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, χο­ρο­πη­δά­ει καὶ στρι­φο­γυ­ρί­ζει. Γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της στὸ κέν­τρο τῆς σκη­νῆς, ἁρ­πά­ζει τὸ μι­κρό­φω­νο – «αὐ­τὴ ἡ πό­λη», φω­νά­ζει, «εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τρά­ει μό­νο». Καὶ τὸ κοι­νὸ βρυ­χᾶ­ται. Ἐ­κεί­νη ξε­κι­νά­ει τὴ συ­ναυ­λία: «δὲν τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ πα­ρελ­θόν», γρυλ­λί­ζει, «ἀλ­λὰ τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ μέλ­λον». Ἕ­να κλα­ρι­νέ­το εἶ­ναι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ἐ­νι­σχυ­τὲς καὶ στὴ μέ­ση της συ­ναυ­λί­ας τὸ παίρ­νει καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­σά­ει. Μό­νο ἦ­χο – στριγ­κλί­ζει, τρί­ζει, γρυλ­λί­ζει, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τί κά­νει τὸ συγ­κρό­τη­μα, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴν ἁρ­μο­νί­α, τὴ με­λω­δί­α, τὸν ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη σὰν ἕ­να παι­δὶ μπρο­στά σε ἕ­να φά­σμα. Φυ­σά­ει, στριγ­κλί­ζει, κλαγ­γά­ζει. Στὴ δε­ξιὰ ἄ­κρη τῆς σκη­νῆς, ἕ­νας τε­χνι­κὸς ση­κώ­νει ἕ­να φύλ­λο ἀ­δι­ά­φα­νου πλα­στι­κοῦ καὶ τὸ κρα­τά­ει στὸ ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ του. Τοῦ δί­νει τὸ κλα­ρι­νέ­το, μπαί­νει πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κὸ καί, γιὰ ὅ­σο χρό­νο χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ ἕ­να κα­λὸ κα­τού­ρη­μα, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι μιὰ σκο­τει­νὴ καὶ θο­λὴ φι­γού­ρα κα­θι­σμέ­νη στὰ γό­να­τα, σὰν νὰ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ση­κώ­νε­ται, κουμ­πώ­νει τὴ ζώ­νη της καὶ ὁ τε­χνι­κὸς κα­τε­βά­ζει τὸ πλα­στι­κό. Ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, κα­τού­ρη­σε μό­λις στὴ γα­μη­μέ­νη τὴ σκη­νή; Κα­τού­ρη­σε δη­μό­σια; Κα­τού­ρη­σε στὸν ἱ­ε­ρὸ χῶ­ρο; Σκέ­φτε­σαι «Ἐρ­γο­στά­σιο Κά­του­ρου», ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ρό­δα καὶ ἀμ­μω­νί­α. Τί ἔ­λε­γε, ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι. Θὰ ὑ­πῆρ­χε σί­γου­ρα μιὰ με­τα­φο­ρά, ἕ­να μή­νυ­μα. Κά­του­ρο. Πα­ρά­στα­ση. Δι­α­στρο­φή. Ἀ­να­τρο­πή.

       Ἡ κο­πέ­λα σου λέ­ει, «Δὲν ξέ­ρεις κὰν ἂν κα­τού­ρη­σε στ’ ἀ­λή­θεια. Ἴ­σως μᾶς δου­λεύ­ει».

       «Τί ἄλ­λο νὰ ἔ­κα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κό;»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο στὸν κό­σμο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­του­ρά­ει;»

       Ἐ­σύ, ὅ­μως, δὲν μα­σᾶς, ἐ­πι­μέ­νεις ὅ­τι κα­τού­ρη­σε, ὅ­τι εἴ­δα­τε ὅ­λοι τὴν Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει.

       «Τέ­λος πάν­των», λέ­ει ἡ κο­πέ­λα σου, «ἀλ­λὰ δὲν θὰ μά­θεις πο­τὲ σί­γου­ρα, ἐ­κτὸς ἂν τὴ ρω­τή­σεις καὶ ἀ­κό­μα καὶ τό­τε…»


* * *


Νι­ώ­θεις ὑ­πό­χρε­ος στὴν Πά­τι Σμίθ. Ἕ­ναν χρό­νο μό­λις πρὶν ἤ­σουν δευ­τε­ρο­ε­τὴς στὸ κο­λέ­γιο, χω­ρὶς προ­σα­να­το­λι­σμό, βε­τε­ρά­νος πολ­λῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων καὶ ἄ­σχη­μων λα­θῶν. Πα­ρα­κάμ­ψεις καὶ ἀ­πο­το­ξι­νώ­σεις. Θὰ εἶ­χες κα­του­ρή­σει σὲ σκη­νές, σὲ κα­θε­μί­α, χω­ρὶς τὴν κά­λυ­ψη τῆς πλα­στι­κῆς κουρ­τί­νας. Εἶ­χες ἀρ­χί­σει νὰ βλέ­πεις μιὰ δι­έ­ξο­δο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο, ἕ­ναν τρό­πο νὰ γί­νεις πο­λί­της, νὰ συμ­με­τέ­χεις, νὰ συ­νει­σφέ­ρεις, νὰ φο­ρᾶς κου­στού­μια μὲ λε­πτὲς ρί­γες καὶ νὰ κρα­τᾶς χαρ­το­φύ­λα­κα. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κες τοὺς δι­κούς σου, εἶ­πες στὴ μη­τέ­ρα σου πὼς θὰ πή­γαι­νες μᾶλ­λον στὴ Νο­μι­κὴ καὶ με­τὰ θὰ ἀ­σχο­λι­ό­σουν μὲ τὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­να­κου­φί­στη­κε τό­σο πο­λύ, χά­ρη­κε τό­σο, ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει, σοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να εἰ­κο­σο­δό­λα­ρο γιὰ νὰ πᾶς νὰ πι­εῖς μιὰ μπί­ρα στὴν πό­λη. Σοῦ ἔ­δω­σε καὶ τὰ κλει­διὰ τοῦ Βόλ­βο της. Ἐ­σὺ βγῆ­κες στὸν δρό­μο, ἔ­βα­λες καὶ ρα­δι­ό­φω­νο. Ἀ­πὸ τὴν πά­νω τσέ­πη τοῦ γι­λέ­κου σου, ψά­ρε­ψες αὐ­τὸ ποὺ θὰ ὁρ­κι­ζό­σουν ὅ­τι ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σου τσι­γα­ρι­λί­κι, χα­βα­νέ­ζι­κη ἁ­μαρ­τί­α, ὄ­χι σπό­ρους, μό­νο φούν­τα. Τ’ ἀ­νά­βεις καὶ σα­νι­δώ­νεις τὸ γκά­ζι καὶ τρέ­χεις στὴ λε­ω­φό­ρο Σά­ουντ. Ἤ­ξε­ρες τυ­φλὰ τὶς στρο­φές, τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ κα­τη­φό­ρες της καὶ τρέ­χεις πά­νω της στὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το, κρα­τών­τας με­γά­λες τζοῦ­ρες στὸ στό­μα καὶ φι­λών­τας τὶς ἐκ­πνο­ές. Στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, μιὰ ἐκ­πομ­πὴ παί­ζει τὸν και­νού­ριο ἦ­χο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: Ramones, the Dolls, Dead Boys, the Contortions. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῆς μου­σι­κῆς δί­νης ἀ­κού­γε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ δι­α­σκευά­ζει τὸ «My Generation» τῶν The Who. Δὲν τὶς θέ­λω αὐ­τὲς τὶς μα­λα­κί­ες, οὐρ­λιά­ζει, κα­θὼς οἱ τρί­χες στὸν σβέρ­κο σου καὶ τὰ χέ­ρια σου πε­τά­γον­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Φαν­τα­σι­ώ­νε­σαι τὸ πτυ­χί­ο τῆς Νο­μι­κῆς νὰ καί­γε­ται καὶ νὰ στέ­κε­ται ἀ­πὸ πά­νω του ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει γκα­ζο­λί­νη.


* * *


Τὸ ἀ­πό­γευ­μα με­τὰ τὴ συ­ναυ­λί­α μὲ τὸ κλα­ρι­νέ­το, σὲ βρί­σκει στὸ κα­φὲ Ντάν­τε, ὅ­που κά­θε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ σκα­λί­ζει φι­γοῦ­ρες σὲ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο χω­ρὶς γραμ­μές.

       Φο­ρά­ει ἕ­να μπλου­ζά­κι μὲ τὸν Κὶθ Ρί­τσαρ­ντς καὶ ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο κα­πέ­λο χω­μέ­νο στὸ κε­φά­λι της. Ἀ­πὸ τὰ με­γά­φω­να ἀ­κού­γε­ται ὄ­πε­ρα, ὁ Εὐ­γέ­νιος Ὀ­νιέγ­κιν τοῦ Τσα­ϊ­κόφ­σκι. Στὴν ἄ­ρια τοῦ τε­νό­ρου, τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πί­σω, σὰν νὰ τῆς ἔ­κα­ναν μό­λις ἔ­νε­ση. Τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της, τρο­με­ρὸς πό­νος. Μορ­φά­ζει ἀ­πὸ τὸ με­γα­λεῖ­ο, τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ὀ­μορ­φιά, κι ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πρὶν ἀ­πὸ δε­κά­ξι ὧ­ρες χο­ρο­πη­δοῦ­σε σὰν τρε­λὴ σὲ ἄ­συ­λο μὲ ἕ­να κλα­ρι­νέ­το στὸ χέ­ρι, κι ἐ­σὺ καὶ πέν­τε χι­λιά­δες ἄλ­λοι χο­ρο­πη­δού­σα­τε σὰν αὐ­τή, ἐ­νῶ τὰ κα­νά­λια στὰ αὐ­τιά σας βί­ω­ναν συλ­λο­γι­κοὺς πα­ρο­ξυ­σμούς. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νει ἡ ἄ­ρια καὶ σω­παί­νει ἡ ὀρ­χή­στρα, ση­κώ­νε­σαι καὶ μα­ζεύ­εις τὸ κα­πέ­λο τῆς Πά­τι Σμίθ. Τὰ μά­τια της πα­ρα­μέ­νουν κλει­στά, χα­μέ­νη στὴ μου­σι­κή. Τὰ μά­τια της, βαμ­μέ­να μὲ μο­λύ­βι, ἡ μύ­τη της λί­γο με­γά­λη γιὰ τὸ στε­νό της πρό­σω­πο, τέ­λεια το­ξω­τὰ χεί­λια. Τὰ μά­τια ἀ­νοί­γουν ἀρ­γὰ καὶ σὲ ἐν­το­πί­ζουν νὰ στέ­κε­σαι δί­πλα της.

       «Ναί, μι­κρέ», λέ­ει, «τί;».


Τῆς λὲς ὅ­τι ἔ­ρι­ξε κά­τω τὸ κα­πέ­λο καὶ τῆς τὸ δί­νεις.

       Λέ­ει, «Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα, φί­λε. Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα. Ἔ­πε­σε. Δὲν ἔ­βλε­πες; Δὲν ἄ­κου­γες; Δὲν ἄ­κου­σες αὐ­τὴ τὴν ὀ­μορ­φιά, ρὲ γα­μῶ­το;».

       Τῆς ἀ­παν­τᾶς κα­τα­φα­τι­κά.

       «Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὰ κα­πέ­λα τῶν ἀν­θρώ­πων, φί­λε. Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς κα­πέ­λα. Ἴ­σως καὶ νὰ τὸ ἤ­θε­λα στὸ πά­τω­μα, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἄ­ρια, καὶ τώ­ρα ἐ­σὺ τὰ γά­μη­σες ὅ­λα.»

       Ἀ­πὸ τὸ στό­μα σου βγαί­νει σὰν φτυ­σιὰ μιὰ προ­σπά­θεια συγ­γνώ­μης.

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω κὰν τί λές, φί­λε. Δῶ­σε μου τὸ γα­μη­μέ­νο τὸ κα­πέ­λο.»


Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ Πά­τι Σμὶθ πλη­σιά­ζει τὸ τρα­πέ­ζι σου. «Γειά σου.»

       «Κυ­ρί­α Σμίθ.»

       «Ἄ, ἄ­ρα ξέ­ρεις ποι­ά εἶ­μαι. Γί­νε­ται συ­νή­θεια τε­λευ­ταῖ­α. Ἄ­κου, θέ­λω νὰ σὲ ρω­τή­σω κά­τι.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ; Τί εἶ­σαι; Ἀ­πὸ τὸ BBC; Πα­ρα­κα­λῶ;»

       Ἐ­σὺ κοκ­κι­νί­ζεις.

       «Μπά, ἄ­κου, πρὶν λί­γο, ἁ­πλῶς σὲ πεί­ρα­ζα, φί­λε.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα.»

       «Φί­λε, ἄ­κου, ἐν­τά­ξει, ἄ­σε με νὰ τε­λει­ώ­σω.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Νά ‘το πά­λι τὸ πα­ρα­κα­λῶ. Ἄ­κου, νι­ώ­θω ἄ­σχη­μα ἂν σου ἔ­δω­σα τὴ λά­θος ἐν­τύ­πω­ση. Βλέ­πεις, ἁ­πλῶς…»

       Λὲς ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τά­ξει.

       «Ἐν­τά­ξει γιὰ σέ­να», λέ­ει. «Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ προ­σπα­θῶ νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει» —καὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο γί­νε­ται σὰν κα­νά­τα, τεν­τώ­νον­τας τὸ δε­ξί της χέ­ρι πί­σω της, καὶ στὴ συ­νέ­χεια γέρ­νει μπρο­στὰ σὰν νὰ πρό­κει­ται νὰ ρί­ξει μπα­λιὰ στὸ μπέ­ιζ­μπολ, ἀλ­λὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἄ­φη­νε τὸ μπα­λά­κι, γυ­ρί­ζει ἀ­νά­πο­δα τὸ χέ­ρι της καὶ ὑ­ψώ­νει ἕ­να δά­χτυ­λο στὸν ἑ­αυ­τό της— «μ’ ἐ­μέ­να, μὲ πιά­νεις;»

       Γε­λᾶς. Τῆς λὲς πὼς τὴν πιά­νεις.

       Λέ­ει, «Τί, εἶ­πα κά­τι ἀ­στεῖ­ο; Τώ­ρα σὲ κά­νω νὰ γε­λᾶς, εἶ­μαι ἀ­στεί­α;»

       Λές, «Λά­τρε­ψα τὴ συ­ναυ­λί­α σας χθὲς τὸ βρά­δυ».

       Αὐ­τὸ στα­μα­τά­ει τὸ κω­μι­κὸ νού­με­ρο.

       «Ἤ­σουν ἐ­κεῖ; Ὡ­ραί­α. Ποι­ό κομ­μά­τι ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου καὶ μὴ μοῦ πεῖς τὸ “Because the night”, γα­μῶ­το μου, ξέ­ρω πὼς εἶ­σαι πιὸ κοὺλ ἀ­π’ αὐ­τό.»

       «Μοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σό­λο κλα­ρι­νέ­το.»

       Σκά­ει ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο. «Με­γά­λε.»

       Γέρ­νει μπρο­στὰ γιὰ χει­ρα­ψί­α σὲ δε­κά­ξι μέ­ρη.

       «Πῶς θὰ πε­ρι­έ­γρα­φες τὸ παί­ξι­μό μου;»

       Σκέ­φτε­σαι γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ με­τὰ λές, «Ἐ­κτὸς φι­λαρ­μο­νι­κῆς κρυ­πτὸ-ἀ­βὰντ νταν­τὰ ἐ­ναλ­λα­κτι­κό».

       Κοι­τά­ζει πί­σω της. «Εἴ­μα­στε στὸ γα­μη­μέ­νο κάν­τιντ κά­με­ρα, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πιὸ τέ­λει­ο – ἄ­κου, πῶς σὲ λέ­νε;»

       Τῆς λές.

       «Κλί­φορντ Φούτ», ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει.

       «Μὲ ‘ι’ στὸ τέ­λος», τῆς λές.

       «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’, φί­λε», λέ­ει. «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’. Ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι σκέ­το γα­μη­μέ­νο φούτ. Καὶ τί κά­νεις Κλί­φορντ Φοὺτ μὲ ‘ι’; Θὰ εἶ­σαι σί­γου­ρα ποι­η­τὴς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Σπου­δὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου.»

       «Δὲν τὸ εἶ­πα, ρὲ γα­μῶ­το; Ποι­ὸς εἶ­ναι, λοι­πόν, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος σου; Ὁ Με­λι­έ; Ὁ Κο­κτώ;»

       «Ὁ Κα­σα­βέ­της.»

       Λέ­ει, «Στά­σου μιὰ στιγ­μή».

       Πά­ει στὸ τρα­πέ­ζι της, γρά­φει κά­τι γρή­γο­ρα στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της καὶ σκί­ζει τὴ σε­λί­δα.

       «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει.

       Γρά­φει

       Κλί­φορντ Φού­τΙ

       Δω­ρε­ὰν Εἴ­σο­δος γιὰ Πάν­τα, φί­λε


       «Στά­σου», λέ­ει, «πρέ­πει νὰ τὸ ὑ­πο­γρά­ψω».

       Τὸ γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη στὸ τρα­πέ­ζι καὶ σκα­λί­ζει κά­τι ποὺ εἶ­ναι ἰ­σο­δύ­να­μο τοῦ τρό­που ποὺ παί­ζει κλα­ρι­νέ­το σὲ γρα­φή.

       «Γιὰ πάν­τα», λέ­ει, «ὅ­που κι ἂν παί­ζω, μὲ πιά­νεις;».

       Πρὶν τὴ ρω­τή­σεις γιὰ τὸ κα­τού­ρη­μα στὴ σκη­νή, πά­ει στὸ πι­κάπ, ἐ­πι­λέ­γει τὸ «Lakme» τοῦ Delibes, κι ἐ­πι­στρέ­φει στὴ θέ­ση της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Στὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­βά­στα­χτο «Ντου­έ­το Λου­λου­δι­ῶν», κλεί­νει σφι­χτὰ τὰ μά­τια της, ὁ λαι­μός της χα­λα­ρώ­νει, τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ.


* * *


Ἡ ἑ­πό­με­νη συ­ναυ­λί­α της εἶ­ναι στὰ βό­ρεια στὸ Χου­ρά. Δεί­χνεις στὸ μέ­λος τῆς ἀ­σφά­λειας τὸ ἰ­σό­βιο πά­σο σου. Ἐ­κεῖ­νος, με­γα­λό­σω­μος καὶ κα­ρα­φλὸς μὲ τα­του­ὰζ στὰ μπρά­τσα ποὺ εἶ­ναι ὅ­σο τὰ πό­δια σου, σοῦ γε­λά­ει κα­τά­μου­τρα.

       Ἔ­πει­τα, ἡ Πά­τι Σμὶθ με­τα­κο­μί­ζει στὸ Ντι­τρό­ιτ, ἡ ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή σου συμ­βαί­νει, καὶ ἡ κο­πέ­λα σου φαί­νε­ται πὼς εἶ­χε δί­κιο σὲ ἕ­να του­λά­χι­στον πράγ­μα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Litro magazine:

https://www.litromagazine.com/usa/2021/04/patti-smith-takes-a-piss/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


			

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις

(A Lydia Davis Story)


ΙΜΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ καὶ πη­γαί­νω δυ­τι­κὰ στὴ γραμ­μὴ R, σὲ ἑπτὰ στά­σεις φτά­νω στὸ Film Center, μὲ τὸ iPhone στὸ χέ­ρι καὶ δια­βά­ζω μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Ἔχουν πε­ρά­σει δύο ἢ τρεῖς στά­σεις καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ἀγ­χώ­νο­μαι. Δὲν αἰ­σθά­νο­μαι τὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας νὰ ἔρ­χε­ται σύν­το­μα. Σκρο­λά­ρω πρὸς τὰ κά­τω, μία ὀθό­νη, δύο, τί­πο­τα – ἁπλῶς τὴ μία πα­ρά­γρα­φο με­τὰ τὴν ἄλ­λη, μοιά­ζει μὲ γα­μη­μέ­νο Τό­μας Μπέρν­χαρντ κι ἀνα­ρω­τιέ­μαι, μπο­ρῶ νὰ τε­λειώ­σω τὴν ἱστο­ρία, μπο­ρῶ νὰ ἔχω μιὰ ὁλο­κλη­ρω­μέ­νη αἰ­σθη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία, προ­τοῦ φτά­σω στὴ στά­ση μου; Στὴν ἱστο­ρία, δὲν ἔχουν συμ­βεῖ πολ­λά – στὶς ἱστο­ρί­ες τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν συμ­βαί­νουν καὶ πο­τὲ πολ­λά. Ἴσως μιὰ κάλ­τσα ἀνα­κα­λύ­πτε­ται κά­τω ἀπὸ ἕνα μα­ξι­λά­ρι, ἕνα τη­λέ­φω­νο χτυ­πά­ει καὶ δὲν εἶ­ναι κα­νεὶς ἐκεῖ, κά­ποιος σὲ μιὰ οὐ­ρὰ ἔξω ἀπὸ ἕνα ΑΤΜ μοιά­ζει μὲ κά­ποιον ἀπὸ ἄλ­λη οὐ­ρὰ σὲ ΑΤΜ καὶ με­τὰ ἡ Ντέϊ­βις ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει. Ἢ νὰ ἐξο­ρύσ­σει. Κά­τι μπαί­νει βα­θιὰ μέ­σα, χτυ­πά­ει σὲ βρά­χο, ἀνα­πη­δά­ει στὸ πλάϊ, με­τὰ προ­χω­ρά­ει ὁρι­ζόν­τια ἢ μὲ κά­ποια ἄλ­λη ἐσω­τε­ρι­κὴ γω­νία, ὥσπου βρί­σκει ἀδιέ­ξο­δο μι­σὸ μί­λι πέ­ρα ἀπὸ τὸ ση­μεῖο εἰ­σό­δου καὶ σὲ ἀφή­νει ἐκεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀνα­ρω­τιέ­σαι πῶς τὸ τέ­λος συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν ἀρ­χή. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ξέ­ρεις, ἢ νο­μί­ζεις πὼς ξέ­ρεις. Κά­ποιες φο­ρές, σκρο­λά­ρεις ὣς τὴν ἑπό­με­νη ἀρ­χή. Καὶ ἄλ­λες, ἀνα­κα­λύ­πτεις πὼς ἤδη ἔχεις σκρο­λά­ρει πέ­ρα ἀπὸ τὸ τέ­λος σὲ μιὰ και­νού­ρια ἀρ­χή, μιὰ ἐν­τε­λῶς και­νού­ρια ἱστο­ρία, ἡ ὁποία εἶ­ναι σὰν ἐκεί­νη ποὺ νό­μι­ζες πὼς διά­βα­ζες λί­γες στιγ­μὲς πρίν. Τὸ κά­νεις κά­να δυὸ φο­ρές, ἢ τρεῖς, ἢ μι­σὴ ντου­ζί­να, καὶ νιώ­θεις ἐξαν­τλη­μέ­νος, ἕνας ἀρου­ραῖ­ος σὲ λα­βύ­ριν­θο χω­ρὶς ἔξο­δο στὶς γω­νί­ες, οὔ­τε ἀν­τα­μοι­βὴ στὸ κέν­τρο του. Αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις ξε­κι­νά­ει μὲ μιὰ ἡλι­κιω­μέ­νη γυ­ναῖ­κα, ἔπει­τα ἕνα κου­τὶ σο­κο­λά­τες, με­ρι­κοὺς πρώ­ην μα­θη­τές, τί­πο­τα δὲν συν­δέ­ε­ται, καὶ ἔχουν ἀπο­μεί­νει μό­νο τρεῖς στά­σεις. Ἡ ἀπό­στα­ση ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη στά­ση καὶ τὴ δι­κή μου, κον­τὰ στὸ Film Center – εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Σκέ­φτο­μαι πώς, ὅσο με­γά­λη κι ἂν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία —καὶ κα­μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν εἶ­ναι με­γά­λη, ἀνε­ξάρ­τη­τα ἀπό το πό­σες ὀθό­νες περ­νᾶ­νε— σί­γου­ρα θὰ μπο­ρέ­σω νὰ τὴν τε­λειώ­σω στὸ με­γά­λο διά­στη­μα ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη καὶ τὴν ἕβδο­μη στά­ση. Τὸ πρό­βλη­μα ὅμως, ὅπως προ­βλέ­πω, εἶ­ναι ὅτι συ­νή­θως χρη­σι­μο­ποιῶ αὐ­τὸ τὸ κε­νὸ γιὰ νὰ ἀνα­συν­τα­χθῶ, νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου, νὰ κλεί­σω συ­σκευές, νὰ πε­ρά­σω τὴν τσάν­τα στὸν ὦμο μου, νὰ βά­λω τὸ iPhone στὴν τσέ­πη, καὶ ἴσως νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ πε­ρι­μέ­νω δί­πλα στὴν πόρ­τα. Ἄν αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις συ­νε­χι­στεῖ πέ­ρα ἀπὸ τὸ φυ­σιο­λο­γι­κὸ μέ­γε­θος —καὶ ἤδη ἔχει ξε­πε­ρά­σει τὸ μέ­γε­θος τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἱστο­ριῶν τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, ὄχι ὅτι ἔχω ψά­ξει τὸν ἀριθ­μὸ λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποιεῖ κα­τὰ μέ­σο ὅρο, ἀλ­λὰ στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς κά­ποιος τὸ ἔχει κά­νει, στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς ὑπάρ­χουν στα­τι­στι­κές— μπο­ρεῖ νὰ βια­στῶ κα­θὼς τὸ τρέ­νο φτά­νει στὸν σταθ­μὸ καὶ δὲν μοῦ ἀρέ­σει κα­θό­λου νὰ ἀναγ­κά­ζο­μαι νὰ βια­στῶ. Ἔτσι χά­νεις πράγ­μα­τα. Κα­θὼς φαν­τά­ζο­μαι τὴν πι­θα­νό­τη­τα, νιώ­θω νὰ μπαί­νω σὲ κα­τά­στα­ση ὑπο­θε­τι­κοῦ ἄγ­χους. Τί θὰ ἔκα­να, ἀνα­ρω­τιέ­μαι, ἂν στὴ μι­κρὴ ἀπό­στα­ση ὡς τὸ Film Center, ἀνα­κα­λύ­ψω πὼς ἄφη­σα τὸ κι­νη­τό μου πί­σω… κά­που, στὸ κά­θι­σμα ἴσως, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔπε­σε ἀπὸ τὴν τσέ­πη μου, κα­θὼς ἀνέ­βαι­να τὰ σκα­λιὰ ἀπὸ τὸ με­τρό, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν τὸ ἔβα­λα ἀρ­κε­τὰ βα­θιὰ στὴν τσέ­πη μου, ἀφή­νον­τάς το ἀρ­κε­τὰ ἐκτε­θει­μέ­νο, ὥστε ἀκό­μα καὶ ἕνας ἐρα­σι­τέ­χνης πορ­το­φο­λὰς νὰ κα­τα­φέ­ρει μιὰ εὔ­κο­λη λεία. Φαν­τά­ζο­μαι τὴ συ­ζή­τη­ση ποὺ θὰ κά­νω στὸ τα­μεῖο, προ­σπα­θῶν­τας νὰ ἀπο­δεί­ξω ὅτι εἶ­χα ἀγο­ρά­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ τὸ barcode ποὺ τὸ ἀπο­δει­κνύ­ει ἦταν στὸ iPhone ποὺ ἔχα­σα, λό­γῳ τῆς ἀσυ­νή­θι­στα με­γά­λης ἱστο­ρί­ας τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Θὰ γνώ­ρι­ζε ὁ τα­μί­ας τὴ δου­λειά της; Θὰ ἔδει­χνε κα­τα­νόη­ση γιὰ τὸ δί­λημ­μά μου καὶ τὴν με­τέ­πει­τα ἀτυ­χία μου; Τὸ προ­σω­πι­κὸ στὸ Film Center, με­ρι­κοὶ τοὐ­λά­χι­στον, μοιά­ζουν νὰ ξέ­ρουν ἀπὸ λο­γο­τε­χνία. Ἔχω δεῖ ἕναν νὰ φο­ρά­ει μπλου­ζά­κι Μπον­τλέρ. Ἕναν ἄλ­λον νὰ δια­βά­ζει Μάγ­κι Νέλ­σον – τὸ Bluets, νο­μί­ζω. Ἀνα­ρω­τιέ­μαι ἄν, ἐνῶ ἐξη­γῶ τὴν κα­τά­στα­σή μου σὲ ἕναν τα­μία ποὺ δεί­χνει κα­τα­νόη­ση καὶ εἶ­ναι γνώ­στης τῆς κουλ­τού­ρας, ἡ οὐ­ρὰ πί­σω μου θὰ με­γά­λω­νε καὶ μα­ζὶ μὲ αὐ­τήν, μιὰ αἴ­σθη­ση ἀνυ­πο­μο­νη­σί­ας, τό­σο σὲ ὅσους στέ­κον­ται στὴν οὐ­ρά, ὅσο καὶ στὸν τα­μία. Κα­μία ἀπὸ αὐ­τὲς τίς ὑπο­θέ­σεις δὲν μὲ πά­ει πα­ρα­πέ­ρα στὴν ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Σκέ­φτο­μαι: ἴσως ἔχω κα­λύ­τε­ρη τύ­χη νὰ φτά­σω στὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας, ἂν βά­λω στὴν τσέ­πη μου τὸ iPhone τώ­ρα, ψά­ξω στὴν τσάν­τα μου καὶ βγά­λω τὸ iPad-Mini, μιὰ συ­σκευὴ ὄχι καὶ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη ἀπὸ τὸ iPhone, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πιὸ γεν­ναιό­δω­ρη στὴν ἀνά­γνω­ση κει­μέ­νων κι ἑπο­μέ­νως πα­ρέ­χει μιὰ λι­γό­τε­ρο ἀγ­χω­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία τῆς ἱστο­ρί­ας, τὴν καμ­πή της, τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ τέ­λους ποὺ πλη­σιά­ζει. Για­τί ἂν ἔχω ἄγ­χος ὅταν δια­βά­ζω, βρί­σκω πὼς ἡ ἀνά­γνω­σή μου εἴ­τε ἐπι­βρα­δύ­νε­ται εἴ­τε οἱ γραμ­μὲς θο­λώ­νουν ὥστε τε­λι­κὰ νὰ μὴ βγαί­νει νόη­μα κι ἔτσι πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σω πί­σω καὶ νὰ τίς ξα­να­δια­βά­σω, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες πα­ρα­γρά­φους, ὁλό­κλη­ρες ὀθό­νες, ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες ἱστο­ρί­ες (τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις), κι ἂν αὐ­τὸ συμ­βεῖ τώ­ρα μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐξαι­ρε­τι­κὰ με­γά­λη ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, θὰ εἶ­μαι σὰν τρέ­νο κολ­λη­μέ­νο σὲ μιὰ σή­ραγ­γα, σκο­τει­νὴ μπρο­στὰ καὶ σκο­τει­νὴ πί­σω, χω­ρὶς κα­νέ­να ἴχνος ἀπο­βά­θρας.



Πηγή: Ἀπὸ τὸ Quarterly Li­te­ra­ry Re­view Sin­ga­po­re:

http://www.qlrs.com/story.asp?id=1607

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ

(Winona Ryder)


ΠΑΡΧΟΥΝ γυ­ναῖ­κες στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ μοιά­ζουν ἀ­κρι­βῶς μὲ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις στὶς ται­νί­ες. Ὄ­μορ­φες, αἰ­θέ­ρι­ες, φι­λή­δο­νες, ἐκ­φρα­στι­κές. Τὶς βλέ­πω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Μι­λᾶ­νε στὰ τη­λέ­φω­νά τους ἢ σέρ­νουν ἀ­πὸ τὸ χε­ρού­λι μι­κρὲς βα­λί­τσες πί­σω τους ἢ ψά­χνουν μὲ τὰ μά­τια τους στὴ λε­ω­φό­ρο μή­πως δοῦν τὸ τα­ξὶ Uber ποὺ ἔρ­χε­ται νὰ τὶς πά­ρει μα­κριά. Τὶς βλέ­πω καὶ κα­τα­λα­βαί­νω για­τὶ οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν νὰ ζή­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, οἱ ἄν­τρες του­λά­χι­στον. Ἔρ­χον­ται γιὰ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες, τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ μοιά­ζουν μὲ ἐ­κεῖ­νες τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες. Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τές, εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα οἱ ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες.

       Κά­πο­τε, σὲ ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν, ἄλ­λα­ξα τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα καὶ ἔ­βα­λα ἕ­να σόρ­τς στὰ ἴ­δια ἀ­πο­δυ­τή­ρια μὲ τὴν Γκου­ί­νεθ Πάλ­τρο­ου. Συ­νέ­βη πρὶν ἐ­κεί­νη κερ­δί­σει τὸ Ὄ­σκαρ, πρὶν τὴ σει­ρὰ Goop Lab, προ­τοῦ γί­νει ἡ χα­ζο­βιό­λα ποὺ ζεῖ προ­στα­τευ­μέ­νη μέ­σα στὴ φού­σκα της, αὐ­τὴ ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν νὰ μι­σοῦν μὲ τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­χει ὀ­νο­μά­σει Ἄ­πλ. Τὸ νὰ βρί­σκο­μαι σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν χῶ­ρο μα­ζί της, νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ, ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ μὴν τὸ κά­νω, τὸν ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­κὸ τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­βγα­ζε τὸ φα­νε­λά­κι της πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι της… θέ­λω νὰ πῶ, μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς. Κι ἂν εἶ­χε συμ­βεῖ τὸν και­ρὸ τῶν iPhone, δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ φαν­τα­στεῖς, θὰ κοι­τοῦ­σες τώ­ρα μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Μέ­σα στὸ μυα­λό μου, κι ἐ­γὼ κοι­τά­ζω μιὰ φω­το­γρα­φί­α – τὸ ἁ­πα­λὸ ψη­λό­λι­γνο χρυ­σα­φέ­νιο ἄ­ψο­γο σῶ­μα της μὲ τὰ συ­νε­σταλ­μέ­να στή­θη (ποὺ νο­μί­ζω πὼς τὰ ρου­φοῦ­σε ὁ Μπὲν Ἄ­φλεκ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό), χα­ραγ­μέ­νο, ὅ­πως ἦ­ταν τό­τε, στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ τοῦ μυα­λοῦ μου. Ἡ γι­όγ­κα ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς τό­τε θὰ κα­τεύ­να­ζε τὶς λά­γνες μα­τι­ές μου. Ἦ­ταν χρό­νια πρὶν ξε­σπά­σουν τὰ σκάν­δα­λα μὲ τὸν Τζὸν Φρέντ, τὸν Παν­τάμ­πι Τζό­ις καὶ τὸν Μπί­κραμ Τσουν­τού­ρι, ποὺ τί­να­ζαν τὰ που­λιά τους σὲ δι­ά­φο­ρες κοι­λό­τη­τες, στὴ διά­ρκεια τῆς οὐ­τα­να­σά­να.

       Μιὰ ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­δα τὴν Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Στράντ, κά­να-δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τα­δί­κη της γιὰ κλο­πὴ ἀ­πὸ κα­τά­στη­μα. Δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἐ­πὶ τού­του, ἀλ­λὰ προ­σπά­θη­σα νὰ δῶ ποι­ά βι­βλί­α τῆς τρα­βοῦ­σαν τὴν προ­σο­χὴ (δύ­ο θυ­μᾶ­μαι, Τὸ Κο­ρί­τσι ποὺ Ἔ­παι­ζε μὲ τὴ Φω­τιά καὶ τὸ Κα­τάρ­ρευ­ση). Μὲ κα­τά­λα­βε ποὺ τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ εἶ­πε, «Εἶ­σαι στὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἢ κά­ποι­ος τυ­χαῖ­ος ἀ­νώ­μα­λος;». Αὐ­τὸ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ἄ­σχη­μα γιὰ τὴ Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ. Χρι­στέ μου, τί συ­νέ­βη στὴ συ­νεί­δη­σή της καὶ ἔ­γι­νε τό­σο πα­ρα­νο­ϊ­κή, τό­σο ἐ­πι­θε­τι­κή;

       Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, δὲν ξέ­ρω κὰν ποι­ός εἶ­ναι δι­ά­ση­μος. Πη­γαί­νω στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ εὔ­χο­μαι νὰ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

 

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἕ­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν

(A Psychiatrist in Lower Manhattan)


ΞΕΡΑ ἕ­ναν ψυ­χί­α­τρο ποὺ ζοῦ­σε στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν. Τὸ γρα­φεῖ­ο του ἦ­ταν στὸ σπί­τι καὶ τὸ σπί­τι του δὲν εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα. Βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να τε­ρά­στιο κτί­ριο χω­ρὶς χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ ἡ βά­ση του ἔ­μοια­ζε τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο τε­τρά­γω­νη ὅ­σο τὰ τέσ­σε­ρα τε­τρά­γω­να ποὺ τὸ πε­ρι­έ­κλειαν. Τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά του ἦ­ταν ἐ­πί­σης τε­ρά­στια, ἀλ­λὰ ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ χῶ­ρος εἶ­χε τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα τῆς ἔλ­λει­ψης φυ­σι­κοῦ φω­τός. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, μὲ μιὰ σει­ρὰ παγ­κά­κια ποὺ ἔ­βλε­παν πρὸς τὶς λε­ω­φό­ρους, βρι­σκό­ταν τὸ J&R Music World. Ἂν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­λε­γε ὁ ψυ­χί­α­τρος, θὰ ἀ­νέ­βα­ζε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ J&R μὲ ἕ­να χάρ­τι­νο ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι. Τό­σο κον­τὰ ἦ­ταν. Πή­γαι­νε ἐ­κεῖ σχε­δὸν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τμῆ­μα κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἔ­φευ­γε μὲ ἀρ­κε­τὲς και­νού­ρι­ες ἀ­γο­ρές. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν ὄ­πε­ρα, τὴν ὀρ­χη­στρι­κὴ μου­σι­κή, τὴ φω­νη­τι­κή, τὴν πρώ­ι­μη, τὰ πλῆ­κτρα, τὴ σύγ­χρο­νη κλα­σι­κὴ – ὅ­λα αὐ­τά, ὥ­στε νὰ πεί­θε­ται πάν­τα ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παλ­λή­λους ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἠ­χο­γρά­φη­ση ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἔ­χει. Τὶς κα­λὲς μέ­ρες κα­θό­ταν μὲ τὶς ἀ­γο­ρές του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παγ­κά­κια στὴ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, ἔ­σκι­ζε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­πὸ τοὺς δί­σκους ἢ τὸ κου­τὶ καὶ με­λε­τοῦ­σε τὶς ση­μει­ώ­σεις ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­χε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό. Ὁ ψυ­χί­α­τρος μι­λοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Γερ­μα­νι­κά, λί­γα Γαλ­λι­κὰ καὶ λί­γα Ρω­σι­κά. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὶς με­τα­φρά­σεις τῶν δι­σκο­γρα­φι­κῶν. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ βλέ­πει πό­σο κον­τὰ ἦ­ταν οἱ με­τα­φρά­σεις τους σὲ αὐ­τὲς ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­κα­νε ἂν ἦ­ταν με­τα­φρα­στής. Ἤ­ξε­ρε τὶς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὄ­πε­ρες καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ λιμ­πρέ­τα τους ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ ὥ­στε νὰ τὰ με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ Ἀγ­γλι­κὰ καὶ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κὰ (ὅ­πως τὸ Ὄ­νει­ρο Θε­ρι­νῆς Νυ­κτός τοῦ Μπρί­τεν) στὰ Ἰ­τα­λι­κὰ ἢ τὰ Γερ­μα­νι­κά.

       Ὁ ψυ­χί­α­τρος μοι­ρα­ζό­ταν τὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα σπί­τι του μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, μιὰ εἰ­κα­στι­κό. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ἐγ­κα­τα­στά­σεις. Στοί­βα­ζε κα­μιὰ φο­ρὰ κά­τι σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ πά­τω­μα μιᾶς γκα­λε­ρί, ὅ­πως ἄ­πλυ­τα ροῦ­χα ἢ σκου­πί­δια (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν βρε­θεῖ») καὶ αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή της. Ἔ­φτια­χνε κι ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, ἀ­πὸ πη­λὸ ἢ νῆ­μα ἢ καμ­βά. Με­ρι­κὰ τὰ κάρ­φω­νε σὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ τὰ κρε­μοῦ­σε στὰ δω­μά­τια δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στο, του­λά­χι­στον ὄ­χι μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Ἴ­σως ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς ἰ­δέ­ας. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δω­μά­τια στὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν τὸ στούν­τιό της. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἔ­μοια­ζε μὲ παι­δι­κὸ δω­μά­τιο, τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ δὲν μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά του. Ἔ­λε­γε ὅ­τι μᾶλ­λον θὰ ζω­γρά­φι­ζε, μᾶλ­λον θὰ ἦ­ταν ζω­γρά­φος, ἂν τὸ στούν­τιο εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει φῶς, του­λά­χι­στον ὄ­χι φῶς ποὺ ἀ­ξί­ζει νὰ ζω­γρα­φί­σεις. Κι ἂν μὴ τί ἄλ­λο, ἔ­λε­γε, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ φῶς. Τὸ ἴ­διο κι ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἔ­λε­γε ὁ σύ­ζυ­γός της, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δι­α­φω­νοῦ­σε. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι θὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ κά­τι ἄλ­λο, για­τὶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἐ­ξα­σκοῦ­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ψυ­χα­νά­λυ­ση, πα­ρὰ τὴν ἀ­που­σί­α φω­τὸς στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       Στὸ δω­μά­τιο ποὺ ὁ ψυ­χί­α­τρος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ λη­μέ­ρι του, μι­σὸ τε­τρά­γω­νο πε­ρί­που ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, εἶ­χε ἕ­να στε­ρε­ο­φω­νι­κὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν Αὐ­στρί­α καὶ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Τὰ ἠ­χεῖ­α του —ἕ­να ζευ­γά­ρι— εἶ­χαν τὸ μέ­γε­θος ψυ­γεί­ου. Ὁ ἐ­νι­σχυ­τὴς καὶ ὁ προ­ε­νι­σχυ­τής του τοὺς ἔ­δι­νε τό­ση ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ ἀ­κού­γον­ταν ὣς τὸ Κό­νι Ἄι­λαντ, ὅ­που εἶ­χε γεν­νη­θεῖ καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­πο­δρά­σει. Κά­πο­τε ἔ­βα­λε νὰ παί­ξει τὴν «Κά­στα Ντί­βα» τῆς Μα­ρί­ας Κά­λας γιὰ μέ­να – καὶ ἔ­κα­νε τὸ μπου­φάν μου νὰ φαί­νε­ται σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σα ἐ­νάν­τια σὲ ἰ­σχυ­ρὸ ἄ­νε­μο. Ἡ βλε­φα­ρί­δα στὰ αὐ­τιά μου πα­ρέ­μει­νε πε­σμέ­νη γιὰ μέ­ρες. Στὴ ρὸκ μου­σι­κή, ὑ­πέ­θε­τε, μό­νο οἱ The Who μπο­ροῦ­σαν νὰ παί­ξουν δυ­να­τό­τε­ρα. Ἤ­μουν εὐ­γνώ­μων ποὺ δὲν εἶ­χε δί­σκο τῶν The Who, ἢ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ρόκ, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι. Ὅ­λα ἦ­ταν κλα­σι­κὴ γιὰ τὸν ψυ­χί­α­τρο.

       Συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν γιὰ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ζω­ῆς δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν ἀλ­λὰ ἤ­μουν σχε­δὸν σί­γου­ρος πὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση θὰ ἦ­ταν ἀρ­νη­τι­κή. Πί­στευ­α πὼς σί­γου­ρα ἦ­ταν ἔ­τσι γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ ψυ­χιά­τρου, ἕ­να ἀ­γό­ρι τρι­ῶν ἐ­τῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὸ στὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ στὸ γά­λα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ ἕ­να κο­ρί­τσι ἕ­ξι ἐ­τῶν, ποὺ κά­ποι­ες φο­ρὲς ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο μὲ μιὰ πέ­τρα καὶ σοῦ τὴν ἔ­δι­νε λέ­γον­τας «ὁ­ρί­στε, σοῦ ἔ­φε­ρα αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο», κι ἐ­σὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σεις «πω­πῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ» καὶ νὰ τὴ βά­λεις στὴν τσέ­πη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρά­θυ­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πε­τά­ξεις ἔ­ξω.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Οἱ Παρενθετικοί



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Οἱ Παρενθετικοί

(Parentheticals)


ΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ τὰ ἕ­ξι στά­δια κοι­νω­νι­κοῦ δια­χω­­ρι­σμοῦ, τὴν ἰ­δέ­α πὼς ὅ­λοι οἱ ἐν ζω­ῇ ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ται μό­νο ἕ­ξι βή­μα­τα —ἕ­ξι χει­ρα­ψί­ες— μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ συ­ναν­τή­σουν ἢ γνω­ρί­σουν ὅ­λους τους ἄλ­λους. Τὸ 1993, γύ­ρι­σαν μιὰ ται­νί­α γι’ αὐ­τό. Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Τὴν πό­λη μου. Ἐ­στι­ά­ζον­τας στὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, ἐ­ξέ­τα­σε τὴν ἐγ­γύ­τη­τα τῶν προ­νο­μί­ων καὶ τῆς ἔν­δειας, τῆς δι­α­ση­μό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νω­νυ­μί­ας. Ὑ­πάρ­χει μιὰ σκά­λα ἀ­νά­με­σα, ὑ­παι­νί­χθη­κε ἡ ται­νί­α, καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ εἶ­ναι δι­πλῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας.

       Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ ἐ­γὼ περ­πά­τη­σα, τὰ ἕ­ξι στά­δια φαί­νον­ταν σὰν ὑ­περ­βο­λή. Γιὰ νὰ εἶ­σαι ἕ­ξι στά­δια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς κά­που, ὅ­πως τὸ Κάν­σας, για­τὶ ὅ­που καὶ νὰ κοι­τοῦ­σες, ὅ­που κι ἂν πή­γαι­νες στὸ δι­κό μου Μαν­χά­ταν, τὰ ἄ­κρα συ­νυ­πῆρ­χαν καὶ οἱ δι­α­ση­μό­τη­τες ἔ­τρω­γαν σα­λά­τα στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἴ­σως σὲ αὐ­τὸ νὰ ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ παι­χνι­διοῦ Ἕ­ξι Στά­δια μὲ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον.


Ἡ θε­ω­ρί­α ἔ­λε­γε πὼς ὁ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ὸς ποὺ ἡ με­γά­λη του ἐ­πι­τυ­χί­α ἦρ­θε μὲ τὸ Footloose, εἶ­χε ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ τό­σες πολ­λὲς ται­νί­ες ποὺ μό­νο ἕ­ξι στά­δια τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο ἠ­θο­ποι­ὸ ἐν ζω­ῇ. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, λέ­ω, ὅ­μως: ἔ­ζη­σα τρί­α τε­τρά­γω­να μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον. Τὸν ἔ­βλε­πα ὅ­λη τὴν ὥ­ρα νὰ κα­λεῖ τα­ξὶ στὸν δρό­μο, νὰ μπαί­νει στὸν ὑ­πό­γει­ο, νὰ φέρ­νει πε­ζὸς ἕ­να παι­δὶ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς προ­σπερ­νοῦ­σε, βυ­θι­σμέ­νος στὸν Μπε­ϊ­κο­νι­κὸ ἑ­αυ­τό του. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς μοῦ ἔ­γνε­ψε ἕ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Ἡ σύ­ζυ­γός του, Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, δὲν μοῦ ἔ­γνε­ψε πο­τὲ καὶ ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει; Μὲ μαλ­λιὰ σὰν χαί­τη λι­ον­τα­ριοῦ καὶ φι­γού­ρα μπα­λα­ρί­νας, προ­σέλ­κυ­ε τὴν προ­σο­χὴ ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες γυ­ναῖ­κες προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­γνο­ή­σουν. Μιὰ φο­ρά, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ γυ­μνα­στή­ριό μου, φο­ρών­τας ἕ­να λευ­κὸ ὁ­λό­σω­μο κορ­μά­κι ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ ἔ­χει ζω­γρα­φι­στεῖ μὲ σπρέ­ι στὴν ψη­λό­λι­γνη, εὐ­λύ­γι­στη φι­γού­ρα της. Δὲν εἶ­χε οὔ­τε γραμ­μά­ριο λί­πους πά­νω της. Ὁ ἀ­δερ­φός της γυ­μνα­ζό­ταν στὸ ἴ­διο γυ­μνα­στή­ριο. Ἦ­ταν ψη­λό­τε­ρος καὶ εἶ­χε πα­ρό­μοι­α κορ­μο­στα­σιά. Μυ­ώ­δης, ἰ­σχνός, σμι­λε­μέ­νος. Προ­πο­νοῦν­ταν στὴν πυγ­μα­χί­α – χτυ­ποῦ­σε μὲ δύ­να­μη τὸν σά­κο, ἔ­δι­νε κο­φτὲς γρο­θι­ὲς στὸν προ­πο­νη­τι­κὸ μι­κρὸ σά­κο, γρον­θο­κο­ποῦ­σε τὸν ἀ­έ­ρα μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὲ γύ­ρους τῶν τρι­ῶν λε­πτῶν. Μιὰ μέ­ρα, μπῆ­κε μέ­σα μὲ μαυ­ρι­σμέ­νο μά­τι. Τὸν χτύ­πη­σε ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στος σὲ μιὰ μπον­τέγ­κα στὴν Ἄμ­στερ­νταμ Ἄ­βε­νιου. «Χρι­στέ μου» εἶ­πα κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξε­τα­στι­κὰ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὸ πό­σο μὸβ ἦ­ταν, «τί ἔ­κα­νες;». Ἔ­σκυ­ψε τὸ σῶ­μα του σὰν πυγ­μά­χος, ἔ­κα­νε προ­σποι­ή­σεις μὲ τοὺς ὤ­μους καὶ ἔ­ρι­ξε με­ρι­κὲς ἀ­στρα­πια­ῖες γρο­θι­ές. «Ἄρ­χι­σα νὰ χο­ρεύ­ω», εἶ­πε. «Ἔ­πρε­πε νὰ δεῖς τὸ δι­κό του πρό­σω­πο.» Κά­να-δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα, ὅ­που πή­γαι­να κι ἐ­γώ. Τὸ ἴ­διο σῶ­μα πυγ­μά­χου, ἐκ­πλη­κτι­κὰ γυ­μνα­σμέ­νος. Στὴ γι­όγ­κα, ὅ­μως, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χι­κὲς στά­σεις. Ἄν­τε­ξε εἴ­κο­σι λε­πτά, ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πά­τω­μα κόν­τρα στὸν τοῖ­χο, βρῆ­κε τὴν ἀ­νά­σα του κι ἔ­φυ­γε.

 

Ἀ­να­φέ­ρω τὸν ἀ­δερ­φὸ τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν σχε­δὸν δι­ά­ση­μος. Ἀ­πεῖ­χε ἕ­να στά­διο ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, ποὺ ἦ­ταν δι­ά­ση­μη. Ἔ­τρω­γε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της. Ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος τῶν παι­δι­ῶν τοῦ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι τώ­ρα δι­ά­ση­μο). Ποῦ εἶ­ναι ὅ­μως τώ­ρα ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ; Στὸ μυα­λό μου, τὸν βλέ­πω νὰ κά­θε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν τοῖ­χο τοῦ στούν­τιο γι­όγ­κα μὲ τὸ μαῦ­ρο σόρ­τς του καὶ τὸ λευ­κὸ φα­νε­λά­κι, γε­μά­τος ἱ­δρώ­τα, μὲ τὸ στῆ­θος του νὰ ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει, προ­σπα­θών­τας νὰ βρεῖ τὴν ἀ­νά­σα του, ἐ­νῶ κοι­τοῦ­σε μὲ δυ­σπι­στί­α, σὰν νὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, αὐ­τό; Αὐ­τὸ μὲ ἔ­βγα­λε νὸκ ἄ­ουτ;


Εἶ­ναι πα­ρεν­θε­τι­κός. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸν βγά­λεις ἀ­πὸ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­φή­γη­σης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ πρό­τα­ση θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι σω­στή. Κά­πως ἔ­τσι: «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που κά­πο­τε ἔ­ζη­σε ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροὶ ἔρ­χον­ται νὰ παί­ξουν» καὶ ἡ πρό­τα­ση γί­νε­ται «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροί…» Ὑ­πάρ­χουν ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Τὸ ξέ­ρω: ἐ­γὼ εἶ­μαι ἕ­νας. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ πα­ρεν­θε­τι­κός. Ὅ­μως, ἤ­μουν ἐ­κεῖ, κα­θι­σμέ­νος σὲ πα­τώ­μα­τα μὲ τὴν πλά­τη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σὲ δι­ά­φο­ρους τοί­χους, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τοὺς χα­ρι­σμα­τι­κοὺς καὶ τοὺς τυ­χε­ροὺς νὰ περ­νᾶ­νε καὶ νὰ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται, γα­μῶ­το, φί­λε, τί συ­νέ­βη;


Τὸ Πα­ρεν­θε­τι­κοί εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο (ἐν ἐ­ξε­λί­ξει) ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ἐ­κεί­νους τοὺς ἀν­θρώ­πους, καὶ αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα Μπον­ζά­ι ἢ με­γα­λύ­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ δευ­τε­ρεύ­ου­σες προ­τά­σεις ποὺ σβή­νον­ται, ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἀ­φή­νον­ται στὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἐ­νῶ οἱ ὄ­μορ­φοι παί­ζουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­νέκ­δο­το καὶ τὸ πα­ρα­χώ­ρη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὸν με­τα­φρα­στή του καὶ τα­κτι­κὸ συ­νερ­γά­τη μας Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη γιὰ νὰ χρη­σι­μεύ­σει ὡς εἰ­σα­γω­γὴ στὸ τρέ­χον μι­κρὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῶν Ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ϊ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α του. Συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στὴ τὸ ἱ­στο­λόγιό μας τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τή.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ δακτυλόγραφο:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Πανουτσοπούλου Χαρίκλεια: Σὰν πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


Πα­νου­τσο­πού­λου Χα­ρί­κλεια


Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


ΥΤΟΣ Ο ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ, ἀ­λη­θι­νὸς καὶ μὲ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, μὲ λυ­μέ­νη τὴν γρα­βά­τα καὶ τὴν φω­το­γρα­φί­α μιᾶς γυ­ναί­κας στὸ πορ­το­φό­λι του, παίρ­νει ἔ­τσι στὴν τύ­χη ἀ­πὸ ἀ­νί­α ἤ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νυ­χτε­ρι­νὸ τρέ­νο .

        Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πρώ­του βα­γο­νιοῦ τῆς ὑ­περ­τα­χεί­ας. Ἔ­χει τὰ μά­τια του κλει­στά, τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να πά­νω στὸ ὑ­πο­γά­στριο, οἱ βλε­φα­ρί­δες του τρε­μο­παί­ζουν, βου­λιά­ζει σὲ κά­ποι­ον τρο­μα­κτι­κὸ ἐ­φιά­λτη ποὺ τὸν κά­νει καὶ ἀ­να­σαί­νει γρή­γο­ρα, γλι­στρᾶ σι­γὰ-σι­γὰ στὰ βὸλτ τῆς ἀ­ναι­ρέ­σι­μης λο­γι­κῆς τοῦ ὀ­νεί­ρου του, στὸ χά­σκον στό­μα του γυ­α­λί­ζουν δύ­ο χρυ­σὰ δόν­τια .

        Ἡ μη­χα­νή, τὰ γρα­νά­ζια, οἱ τρο­χοί, οἱ ἄ­ξο­νες καὶ τὰ ἔμ­βο­λα ἔ­χουν πά­ρει ἐμ­πρός, ἡ ἁ­μα­ξο­στοι­χί­α δι­α­σχί­ζει σὰν σί­φου­νας τὴν σκο­τει­νὴ ὕ­παι­θρο σφυ­ρί­ζον­τας δί­πλα στὶς ἀ­πο­βά­θρες τῶν σταθ­μῶν ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ ἐ­ναγ­κα­λι­σμοὶ τῶν ἐ­ρα­στῶν κα­θυ­στε­ροῦν ἀ­φί­ξεις καὶ ἀ­να­χω­ρή­σεις .

        Σὲ δε­κα­πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά, στὴν στρο­φὴ με­τὰ τὴν γέ­φυ­ρα, ὅ­λα θὰ γί­νουν τό­σο ξαφ­νι­κά. Ἕ­να γε­γο­νὸς μὲ ἔ­δα­φος καὶ οὐ­ρα­νό, μιὰ πρά­ξη κε­ραυ­νο­βό­λα θὰ σκί­σει τὸν πλα­κούν­τα τοῦ ὕ­πνου του. Ὁ ἐ­φιά­λτης του θὰ δι­α­με­σο­λα­βή­σει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σὰν αὐ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεί­α, σὰν  με­τω­νυ­μί­α ἀ­συ­νεί­δη­της ἐ­πι­θυ­μί­ας θα­νά­του.

        Ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ πρό­σκρου­ση μὲ τὸ ἄλ­λο τρέ­νο ποὺ λό­γῳ ὀ­λι­γω­ρί­ας τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἁ­μα­ξο­στοι­χί­ας ξε­χύ­νε­ται ἀ­χα­λί­νω­το στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες καὶ μὲ ἀν­τί­θε­τη φο­ρά, θὰ ἐκ­σφεν­δο­νί­σει τὸν ὡ­ραῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­δρα σὰν πά­νι­νη κού­κλα χω­ρὶς πρό­σω­πο.

        Ἡ νύ­χτα θὰ τὸν βρεῖ στὴν ἀ­πό­λη­ξη τῆς δι­α­δρο­μῆς τραυ­μα­τι­σμέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο πά­νω στὸ γρα­σί­δι, ἔ­χον­τας σκί­σει τὸ μπλὲ ρου­ὰ κο­στού­μι του ἀ­πὸ τὰ ἀγ­κά­θια, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ ἐ­πι­μέ­νει ἐμ­φαν­τι­κὰ στὸν πα­θη­τι­κὸ ρεμ­βα­σμὸ τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, στὴν ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­κα­ρια­ία ἀ­λή­θεια τοῦ σκη­νι­κοῦ ἑ­νὸς μοι­ραί­ου ἀ­τυ­χή­μα­τος.

        Ἑ­νὸς σκη­νι­κοῦ χω­ρὶς ἐ­ξι­δα­νι­κευ­τι­κὸ πέ­πλο, ὑ­πὸ τὸν ψυ­χρὸ τε­χνη­τὸ φω­τι­σμὸ ἑ­νὸς προ­βο­λέ­α. Ἑ­νὸς ἀ­πει­κά­σμα­τος ἔμ­μο­νης ψευ­δαί­σθη­σης μὲ σκι­ές, ἴ­χνη καὶ συ­νέ­πει­ες ποὺ χά­νε­ται καὶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸν χρό­νο, δι­α­περ­νᾶ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το σὰν ἀ­να­πα­ρά­στα­ση μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, σὰν σε­κὰνς τῆς πρά­ξης τοῦ ὀ­νει­ρεύ­ε­σθαι. Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon ποὺ ἐ­νοι­κών­τας καὶ ὁ­ρί­ζον­τας τὸ ἀ­τύ­χη­μα μὲ μιὰ δι­κή του ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πο­λυ­ση­μί­α, δὲν ἀ­πώ­λε­σε πο­τὲ τὴν σα­γή­νη τῆς ἀ­πί­στευ­της ἀ­θω­ό­τη­τάς του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χαρίκλεια Πανουτσοπούλου (Πάτρα). Σπούδασε Ψυχο­λο­γία στὸ Παρίσι. Έργάσθηκε σὲ ψυχιατρικὴ κλινική. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογή slides (Γαβριηλίδης, 2010), τὴ συλλογὴ μικρῶν πεζῶν Φόνος (ΑΩ, 2013) καὶ τὴ νουβέλα Μontage (ΑΩ, 2016).


Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon, Self-Portrait-anagoria, (1936)

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


«Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ»

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ ἄγνωστου παλληκαριοῦ του]


— «ΠΟΘΕΝ ἡ φρά­σις, ἡ κοι­λιά του παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη;

       »Μέ­χρι τοῦ 1860 ἐν Ἀ­θή­ναις ὁ δι­ερ­χό­με­νος τὴν ὁ­δὸν Αἰ­ό­λου ἔ­βλε­πε πα­ρὰ τὴν Χρυ­σο­σπη­λαι­ώ­τισ­σαν ἑ­ξη­κον­τού­τη τι­νὰ μι­ξο­πό­λιον*, κά­τι­σχνον, αὐχ­μη­ρόν, ρα­κώ­δη φο­ροῦν­τα φου­στα­νέλ­λαν καὶ ξε­φτι­σμέ­να με­ϊν­τα­νο­γέ­λε­κα, ἔ­χον­τα δὲ φέ­σιον πε­ρι­δε­δε­μέ­νον διὰ ρυ­πα­ροῦ μαύ­ρου μαν­δη­λί­ου. Ἦ­το στρα­τι­ώ­της τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Πλη­σί­ον τῆς μαρ­μα­ρί­νης κρή­νης καὶ ἐ­πὶ τῆς ὑ­πε­ρυ­ψή­λου λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἐ­κά­θη­το σταυ­ρο­πό­δι κα­τὰ γῆς. Οἱ Ἕλ­λη­νες δι­ήρ­χον­το παμ­πλη­θεῖς πρὸ αὐ­τοῦ, καλ­λί­τε­ροι οἱ τό­τε τῶν ση­με­ρι­νῶν, ἀλ­λὰ πο­λὺ ὑ­πο­δε­έ­στε­ροι τῶν ἀν­δρῶν, με­θ’ ὧν συ­νε­πο­λέ­μη­σεν ἐ­κεῖ­νος κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να. Εὐ­τυ­χής, ὅ­τι δὲν τοὺς ἔ­βλε­πεν. Ἦ­το τυ­φλός. Εἴς τι καυ­κί­ον τι­νὲς τῶν πα­ρερ­χο­μέ­νων ἔρ­ρι­πτον ὀ­λί­γα λε­πτά. Ἦ­το λοι­πὸν ἐ­παί­της; Ὄ­χι, ἦ­το ἀ­οι­δός. Ἔ­χα­σε τὰ ὄμ­μα­τά του εἰς τὴν μά­χην τοῦ Φα­λή­ρου. Τὰ τι­μη­μέ­να ἄρ­μα­τά του ἐ­πώ­λη­σε διὰ νὰ ζή­σῃ ἐ­πί τι­να χρό­νον. Ἔ­πει­τα λύ­ραν εἰς τὰς χεῖ­ρας κρα­τῶν, πλα­νώ­με­νος ἀ­νὰ τὴν Ρού­με­λην, ἣν ἄλ­λο­τε δι­ῆλ­θεν ὡς πο­λε­μι­στής, ἦλ­θεν εἰς Ἀ­θή­νας, ὑ­πὲρ τῆς ὁ­ποί­ας ἀ­πώ­λε­σε τὴν ὅ­ρα­σίν του. Εἰς τὸν κορ­μὸν τῆς λεύ­κης στη­ρι­ζό­με­νος, ἔ­ψαλ­λεν ἄ­θλους ἀν­δρῶν ἡ­ρώ­ων. Ἀλ­λὰ τὸ συ­νη­θέ­στα­τον καὶ προ­σφι­λέ­στα­τον ᾆ­σμά του ἦ­το τὸ ἀρ­χό­με­νον οὕ­τω: “Τρί­α που­λά­κια κά­θον­ται στὸ κά­στρο τῆς Ἀ­θή­νας…”, ἔν­θα ἐ­ξαί­ρον­ται οἱ πρὸς λύ­σιν τῆς πο­λι­ορ­κί­ας τῆς Ἀ­κρο­πό­λε­ως ἀ­γῶ­νες τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ ὁ διὰ τοῦ­το θά­να­τος αὐ­τοῦ. Ἔ­λαμ­πε τό­τε τὸ αὐχ­μη­ρὸν πρό­σω­πον τοῦ τυ­φλοῦ ἀ­οι­δοῦ, ἀλ­λὰ καὶ δά­κρυ­α ἔ­βρε­χον τὰς κα­τί­σχνους πα­ρειάς του, ὅ­ταν μά­λι­στα ἔ­ψαλ­λε τὴν ἐ­πῳ­δόν: “Κα­ρα­ϊ­σκά­κη μ’ ἀρ­χη­γέ”, ὅ­λην του τὴν ψυ­χὴν ἐμ­βάλ­λων εἰς τὰς χορ­δὰς τῆς πε­νι­χρᾶς λύ­ρας ὁ πει­να­λέ­ος ἀ­οι­δός. Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­τὰ τὸ “ἡ κοι­λιά του παί­ζει λύ­ρα ἢ ταμ­που­ρᾶ” πα­ρῴ­δη­σαν αὐ­τήν».


* μι­ξο­πό­λιος· ψαρομάλλης.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­φη­με­ρὶς τῶν Συ­ζη­τή­σε­ων» 7 Μα­γιοῦ 1895.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 264 [Τίτλος: «572.— «Παί­ζει Κα­ρα­ϊ­σκά­κη».].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), Τυ­φλὸς τραυ­μα­τίας, Ἐ­θνι­κὴ Πι­να­κο­θή­κη – Μου­σεῖο Ἀ­λε­ξάν­δρου Σού­τζου.



		

	

Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να: Prosciutto Crudo



Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να


Prosciutto Crudo

 

ΚΥΡΙΑ Λ. ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ καὶ νὰ αἰ­σθά­νε­ται σὰν κα­τσα­ρί­δα ὅ­ταν ἔπι­α­σε δου­λειὰ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Λου­τρο­θε­ρα­πευ­τη­ρί­ου. Ἡ κυ­ρί­α Λ., πρώ­ην πρι­μαν­τό­να, ἔ­χα­σε τὴ φω­νή της δί­χως ὁ για­τρὸς νὰ ἀ­πο­δελ­τι­ώ­σει τὴν ἀ­σθέ­νειά της ἢ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἀ­γω­γή. Ἔ­τσι ὁ ἐρ­γο­δό­της της γλύ­τω­σε τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση, αὐ­τὴ ἔ­μει­νε μουγ­κὴ καὶ τὸ ἐ­νοί­κιό της ἀ­πλή­ρω­το. Πῶς νὰ τὸ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ τὴν πε­τοῦ­σαν σὰ στη­μέ­νη λε­μο­νό­κου­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Στὸ ὑ­πό­γει­ο ἡ ὑ­γρα­σί­α δι­είσ­δυ­σε ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους τοῦ δέρ­μα­τος στὰ κύτ­τα­ρά της καὶ τὰ μού­λια­σε. Ἕ­να κολ­λῶ­δες ὑ­γρὸ ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­τσα­ρί­δες κύ­λη­σε στὸ αἷ­μα της. Μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ σα­πί­λας κόλ­λη­σε στὴ σάρ­κα της. Τὸ ἄ­φω­το σκο­τά­δι δι­έ­τα­ξε καὶ ἐ­πα­να­δι­έ­τα­ξε τὰ ρα­βδί­α καὶ τὰ κο­νί­α τοῦ ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ της. Μέ­χρι νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ. Συ­νάν­τη­σε καὶ ἄλ­λες ἐρ­γα­ζό­με­νες ἐ­κεῖ ποὺ θύ­μι­ζαν κα­τσα­ρί­δες, καὶ τῆς κόλ­λη­σαν πα­ρα­τσού­κλι, ἡ μουγ­κή. Ἐρ­γα­ζό­με­νες ἀ­πε­χθεῖς γιὰ τὶς ὑ­πέρ­γει­ες αὐ­τά­ρε­σκες ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, εἶ­χαν ὅ­μως ἕ­να προ­νό­μιο. Κολ­λη­μέ­νες ὅ­πως ἦ­ταν τρι­γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μα­γει­ρεῖ­α εἶ­χαν πρό­σβα­ση στὸ τυ­ρί, στὸ γι­α­ούρ­τι, στὸ κρέ­ας, στὰ ψά­ρια καὶ σὲ ἄλ­λα τρό­φι­μα ποὺ ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ταν στὰ ντου­λά­πια καὶ στὰ ψυ­γεῖ­α. Τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­αλ­λεί­μα­τος ἔ­τρω­γαν μπα­νά­νες, μῆ­λα καὶ ψη­τὸ κο­τό­που­λο μὲ πα­τά­τες.

       Ἡ κυ­ρί­α Λ. πού εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στοὺς κα­τσα­ρι­δό­μορ­φους ἀν­θρώ­πους ὀ­σμί­στη­κε τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Γκ.. Τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρό του καὶ τὸν εἶ­δε ὄρ­θιο μὲ τὰ μπρο­στι­νὰ πο­δα­ρά­κια κολ­λη­μέ­να στὸ περ­βά­ζι. Γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια ἡ κυ­ρί­α Λ. πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ Γκ. ἀ­πὸ τὸ φεγ­γί­τη τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός της ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γί­νε­ται ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὸς ἡ­μέ­ρω­σε. Ἡ κυ­ρία Λ. πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό. Αὐ­τὸς ἀ­να­θάρ­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ γε­μά­το οἰ­κει­ό­τη­τα βλέμ­μα καὶ μὲ ἕ­να σάλ­το βρέ­θη­κε στὸ περ­βά­ζι, στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ σπι­τιοῦ, στὸ δρό­μο, στὸ ἡ­μι­ϋ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα. Αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σε τυ­ρὶ ροκ­φόρ, prosciuto crudo καὶ λά­δι. Αὐ­τὸς ἔ­πε­σε λαί­μαρ­γα στὸ δί­σκο καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸν ἔ­γλει­ψε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί του καὶ κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τὴν κυ­ρί­α Λ. πού, νά, πά­τη­σε ἕ­να πλῆ­κτρο καὶ οἱ νό­τες τοῦ Tango Poema ξε­χύ­νον­ται στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Ὁ Γκ. κόλ­λη­σε τὰ μπρο­στι­νὰ δε­ξιὰ πο­δα­ρά­κια στὸ δε­ξὶ χέ­ρι της, τὰ με­σαῖ­α ἀ­ρι­στε­ρὰ πο­δα­ρά­κια στὴ μέ­ση της καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Χό­ρε­ψαν ὥ­σπου ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι ἔ­πε­σαν στὸ πά­τω­μα, κυ­λί­στη­καν, πά­λε­ψαν, ἔ­σμι­ξαν λυσ­σα­λέ­α τὰ στε­ρε­ά, τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ μυ­ρω­δι­κά τους καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν. Ὅ­ταν ὁ Γκ. ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του ἐ­νε­ὸς κοί­τα­ξε τὶς φλέ­βες του στὶς ἀν­τρι­κὲς πα­λά­μες, ἕ­να-ἕ­να τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τῆς κα­θε­μιᾶς. Κοί­τα­ξε τοὺς καρ­πούς, τοὺς ὤ­μους, τὸ στῆ­θος, τὸ φύ­λο, τὰ πέλ­μα­τά του. Ἔπι­α­σε τὰ μαλ­λιά του, ἔπι­α­σε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βλέμ­μα του στρά­φη­κε στὴ ρι­κνο­πρό­σω­πη μουγ­κὴ στὰ σα­νί­δια. Εἶ­δε βα­θιὲς ρυ­τί­δες νὰ αὐ­λα­κώ­νουν γε­ρα­σμέ­να μά­τια, τὸ κρε­μα­σμέ­νο σα­γό­νι, τὰ κρε­μα­σμέ­να καὶ δι­πλω­μέ­να κρέ­α­τα τοῦ γυ­μνοῦ κορ­μιοῦ της. Ση­κώ­θη­κε καὶ μὲ ἀρ­γά,  ἀ­θό­ρυ­βα, ἀ­νά­πο­δα σὰν πη­δη­χτὰ βή­μα­τα, ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα, κρύ­βον­τας τὰ ἀ­χα­μνά του μὲ τὰ χέ­ρια,  ἄ­νοι­ξε καὶ δὲ γύ­ρι­σε οὔ­τε γιὰ νὰ κλεί­σει. Κα­νο­νι­κά. Αὐ­τὴ τὸν εἶ­δε νὰ σβή­νει μιὰ γκρί­ζα χα­ραυ­γὴ ὥ­σπου βα­σί­λε­ψε καὶ τὸ δι­κό της βλέμ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­νε­ζί­να Μά­νου (Δῆ­μος Πέλ­λας). Σπού­δα­σε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­, Παι­δα­γω­γι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Θέ­α­τρο στὴν Ἀ­θή­να, στὸ Λον­δί­νο, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Πρά­γα. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ ὑ­παλ­λη­λι­κὲς θέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸ Στρα­τὴ Χα­βια­ρᾶ στὸ Κέν­τρο Ἑλ­λη­νι­κῶν σπου­δῶν τοῦ Χάρ­βαρντ. Τὸ διήγημά της «Ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ» διακρίθηκε στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Ἱστορίες ἐγκλεισμοῦ τῆς σχό­λης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Γιῶργος Παναγιωτίδης: Μία γάτα πῆγε καὶ κάθισε


Γι­ώρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης


Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε


ΥΝΗΘΩΣ ΕΙΧΕ συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες, ὅ­μως, στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να, συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή. Δί­δα­σκε ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς σὲ ἕ­να με­τα­πτυ­χια­κὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ μά­θη­μά του, σὲ κά­θε νέ­ο τμῆ­μα, τὸ ξε­κι­νοῦ­σε μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό; Ἂν ὅ­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α ἄρ­χι­ζε κά­πως ἔ­τσι: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι μί­ας ἄλ­λης γά­τας. Ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει μί­α ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι κά­τι θὰ γί­νει. Γεν­νι­έ­ται ἡ προσ­δο­κί­α μί­ας ἐ­πι­κεί­με­νης σύγ­κρου­σης. Μὲ μί­α στρα­βο­τι­μο­νιά, ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δευ­τε­ρό­λε­πτο νὰ πα­τή­σει ἕ­να γα­τά­κι ὀ­λί­γων μη­νῶν ποὺ βρέ­θη­κε στὴ μέ­ση της ἐ­θνι­κῆς ὁ­δοῦ, λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο. Τὸ κεν­τρά­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ρό­δες καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω του. Ἴ­σως κά­ποι­α ἄλ­λα αὐ­το­κί­νη­τα νὰ τὸ εἶ­χαν ἤ­δη χτυ­πή­σει καὶ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ σκο­τω­μέ­νο, κου­φά­ρι ἀ­δεια­νὸ στὸ ὁ­δό­στρω­μα. Κοί­τα­ξε στὸν κα­θρέ­φτη. Αὐ­ξη­μέ­νη κί­νη­ση, ὑ­ψη­λὲς τα­χύ­τη­τες, ἂν στα­μα­τοῦ­σε θὰ γι­νό­ταν ἀ­φορ­μὴ πολ­λα­πλῶν συγ­κρού­σε­ων. Τὸ γα­τά­κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη ζων­τα­νό. Στρο­βι­λί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του, γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­νά­σκε­λα καὶ κου­νοῦ­σε σπα­σμω­δι­κά τὰ πό­δια του. Δι­α­κό­σια μέ­τρα πί­σω του ἐρ­χό­ταν ἕ­να φορ­τη­γὸ κα­τευ­θεί­αν ἐ­πά­νω του.

        Τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Σο­βά­ρε­ψε στὰ πρῶ­τα δι­ό­δια, ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν κα­τά­λα­βε τί­πο­τα. Κα­λὸ τα­ξί­δι. Εὐ­χα­ρι­στῶ. Ὕ­στε­ρα πά­λι φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Στὰ δεύ­τε­ρα δι­ό­δια εἶ­χε πιὰ ἠ­ρε­μή­σει. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι σκλη­ρή. Συμ­βαί­νουν αὐ­τά, συμ­βαί­νουν καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἄ­ρα­γε οἱ συ­νή­θεις συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες του θὰ φώ­να­ζαν, θὰ ἔ­βρι­ζαν καὶ θὰ βούρ­κω­ναν κι ἐ­κεῖ­νοι; Ἄ­ρα­γε θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν αὐ­τὸ τὸ ἀ­κα­τά­παυ­στο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ξέ­σπα­σμα ἢ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι τὴν ἀν­τί­δρα­ση τοῦ οἰ­κτίρ­μο­να, φι­λό­ζω­ου ὁ­δη­γοῦ τους; Καὶ ποῦ θὰ τοὺς ὁ­δη­γοῦ­σε αὐ­τό; Ὁ ρυθ­μὸς τῆς μου­σι­κῆς καὶ ἡ τα­χύ­τη­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του τὸν συ­νε­πῆ­ραν καὶ ξε­χά­στη­κε. Ἦ­ταν ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ξε­χά­σει τὸ γε­γο­νός. Ἡ μου­σι­κή, ἰ­δί­ως ἡ μου­σι­κή, βο­η­θοῦ­σε σὲ αὐ­τό.

       Τὸ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νο ποὺ ἔ­λε­γε στοὺς φοι­τη­τὲς ἦ­ταν ὅ­τι μί­α μι­κρὴ πα­ραλ­λα­γὴ τῆς ἴ­διας πρό­τα­σης, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­σχε­θεῖ μί­α ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι ἑ­νὸς γά­του. Ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πι­φω­νή­μα­τα τοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου δι­καί­ω­ναν τὴ με­τα­δο­τι­κή του δει­νό­τη­τα. Μὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν δύ­ο ἐ­ρω­τευ­μέ­νες γά­τες; Ναί, βε­βαί­ως μπο­ρεῖ. Πολ­λὲς γά­τες ἀ­να­πτύσ­σουν δε­σμοὺς με­τα­ξύ τους ποὺ ξε­περ­νᾶ­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Ἀ­γα­πι­οῦν­ται κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, νοι­ά­ζον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη. Σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο οἱ φοι­τη­τὲς κα­τα­λά­βαι­ναν πιὰ μὲ ποι­ὸν εἶ­χαν νὰ κά­νουν καὶ τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν σω­ρεί­α ἐ­ρω­τή­σε­ων. Ἀ­γα­πᾶ­τε τὶς γά­τες;  Εἶ­στε γα­τό­φι­λος; Ἔ­χε­τε γά­τες; Πο­λὺ ντρο­πι­α­στι­κὸ νὰ ἀ­πο­γυ­μνώ­νε­ται ἐμ­πρός τους. Ναί, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ. Εἶ­μαι γα­τό­φι­λος. Ἔ­χω τρεῖς γά­τες στὸ σπί­τι μου. Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα πε­ρισ­σό­τε­ρες. Χα­μή­λω­νε τὸ βλέμ­μα. Τί θὰ σκέ­φτον­ταν ὅ­λοι τοῦ­τοι οἱ ἀ­σκού­με­νοι συγ­γρα­φεῖς γι’ αὐ­τόν;  Τὸν κα­η­μέ­νο, τοῦ ἔ­χει σα­λέ­ψει. Ἄ, δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ μα­ζεύ­ει στὸ σπί­τι του τὰ γα­τιὰ τοῦ δρό­μου. Συγ­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι, τί πε­ρι­μέ­νεις;

        Φτά­νον­τας στὸν κάμ­πο τῆς Καρ­δί­τσας, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα με­τὰ τὸν Δο­μο­κό, στα­μά­τη­σε γιὰ βεν­ζί­νη. Ἄ­φη­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ ρώ­τη­σε τὸν βεν­ζι­νο­πώ­λη ποῦ ὑ­πάρ­χει του­α­λέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­φτυ­σε λί­γο κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ στρι­φτὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε σβη­σμέ­νο στὰ δόν­τια του καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε. Πί­σω ἀ­πὸ τὸ βεν­ζι­νά­δι­κο, μί­α ἐ­λε­ει­νὴ του­α­λέ­τα. Ἡ θέ­α μα­γευ­τι­κή, ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ποι­κί­λη μυ­ρω­διὰ ἀμ­μω­νί­ας, ἀ­πὸ τὴν με­τα­τρο­πὴ τῆς οὐ­ρί­ας, καὶ βεν­ζί­νης. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του ὁ βεν­ζι­νο­πώ­λης εἶ­χε μί­α πο­λυ­και­ρι­σμέ­νη κα­ρέ­κλα σκη­νο­θέ­τη καὶ ἕ­να κλου­βὶ μὲ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη καρ­δε­ρί­να, ξε­που­που­λι­α­σμέ­νη. Ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τῆς φόρ­μας του, ρυ­πα­ρὸ κόκ­κι­νο, τὰ χρή­μα­τα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν κα­ρέ­κλα του. Ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο του. Ἡ καρ­δε­ρί­να τι­τί­βι­σε ἕ­ναν ξε­κούρ­δι­στο σκο­πό. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὴν του­α­λέ­τα ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ καὶ νὰ πά­ρει με­ρι­κὲς βα­θι­ὲς εἰ­σπνο­ὲς κα­θα­ροῦ ἀ­έ­ρα. Δὲν πρό­λα­βε. Τὸν στα­μά­τη­σε ἕ­να πα­ρα­τε­τα­μέ­νο νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­γω­νίας.

       Μί­α γά­τα, λευ­κὴ ἦ­ταν θαρ­ρῶ, μὲ μα­κριὰ τρί­χα καὶ φουν­τω­τὴ οὐ­ρά, μὲ ἕ­να ξε­φτι­σμέ­νο κόκ­κι­νο λου­ρά­κι σφιγ­μέ­νο στὸν λαι­μό της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ βρο­μιὰ τῶν καυ­σί­μων, στε­κό­ταν ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τῆς του­α­λέ­τας καὶ τὸν κοι­τοῦ­σε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ στὰ μά­τια. Τὸ μπρο­στι­νό της ἀ­ρι­στε­ρὸ πό­δι σπα­σμέ­νο, μέ­σα στὰ αἵ­μα­τα. Σὲ τρεῖς ὧ­ρες ξε­κι­νοῦ­σε τὸ μά­θη­μά του. Εἶ­χε ἤ­δη τρεῖς ὑ­πέ­ρο­χες γά­τες στὸ σπί­τι του. Δὲν ἄν­τε­χε νὰ βλέ­πει αὐ­τὴ τὴ λευ­κὴ γά­τα νὰ τὸν βλέ­πει μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια, γε­μά­τα πό­νο καὶ ἀ­πό­γνω­ση. Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας. Βρέ­θη­κε στὸν δρό­μο σὲ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ ἔ­κλα­ψε. Ἐ­ξάλ­λου τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή, τὶς φω­νές, τὶς βρι­σι­ὲς καὶ τὰ κλά­μα­τά του. Τρεῖς ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ξε­κί­νη­σε τὸ μά­θη­μά του. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό;



Πηγή: Ἐντευκτήριο, τχ. 117-118.

Γιώργος Παναγιωτίδης, ποιητής και πεζογράφος, έχει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ειδίκευσης στη Δημιουργική Γραφή και είναι διδάκτορας στη Δημιουργική Γραφή της Παιδαγωγικής Σχολής, του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει αδιάλειπτα για σειρά ετών στα αντίστοιχα Μεταπτυχιακά Προγράμματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Διδάσκει εξατομικευμένα Δημιουργική Γραφή ως «μέντορας» από το 2010. Το μυθιστόρημά του Ερώτων και Αοράτων, 2007 «Γαβριηλίδης» διακρίθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» το 2008. Το βιβλίο του Γιώργος Σεφέρης – Βίος και Παρωδία, 2014 «Γαβριηλίδης», βρέθηκε στη μικρή λίστα για τα βραβεία δοκιμίου του περιοδικού «Αναγνώστης» το 2015. Το μυθιστόρημά του, Ίσος Ιησούς, 2020, εκδόσεις Βακχικόν είναι το πρώτο στην Ελλάδα που αποτελεί μέρος διδακτορικής διατριβής στη Δημιουργική Γραφή. Συνεργάστηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό «Μανδραγόρας» ως μέλος της Συντακτικής Ομάδας για μία δεκαετία. Είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του ψηφιακού περιοδικού https://www.culturebook.gr υπεύθυνος για τις βιβλιοκριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις.