Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς: Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


Romeo and Juliet balcony in Verona, Italy


Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς


Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


ΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ τῶν ἡ­δο­νι­στι­κῶν μον­τέ­λων, ἔ­χει γε­νι­κὰ δει­χθεῖ, στὴ σχε­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­τι ἡ πα­ρα­δο­χὴ γραμ­μι­κό­τη­τας γιὰ τὴ σχέ­ση τῶν με­τα­βλη­τῶν δὲν εἶ­ναι βι­ώ­σι­μη. Συ­νή­θως ἔ­χει προ­τα­θεῖ ὅ­τι οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις με­γα­λύ­τε­ρων ὁ­μά­δων (π.χ. φα­τρί­ες) ἢ πα­λαι­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων (π.χ. ἀ­νά­κτο­ρα) τεί­νουν νὰ ἐ­νέ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση ἀ­πὸ αὐ­τὲς μι­κρό­τε­ρων ὁ­μά­δων ἢ νε­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων. Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη αὐ­τὸ τὸ πρό­βλη­μα, οἱ Daddy καὶ Love (1968) χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ἕ­να μον­τέ­λο-ἐ­κτι­μη­τὴ δι­α­κύ­μαν­σης στα­θε­ρῆς με­τα­βλη­τό­τη­τας γιὰ τὶς πι­θα­νὲς πα­ραλ­λα­γές. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἡ ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὴ γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση τῶν σχε­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Ἡ ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν πα­ραλ­λα­γῶν τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη τὴ με­λέ­τη τῆς ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ γε­νι­κῶς. Ἡ ἔ­ρευ­να τῶν δυ­ὸ με­λε­τη­τῶν ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ σχε­τι­κὴ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν προ­βο­λή, κα­θὼς καὶ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς ἀ­ξί­ας συ­ναλ­λα­γῆς τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου ἑ­νὸς μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης (π.χ. κισ­σός). Ἐξ ἄλ­λου, ἡ λο­γι­κὴ γραμ­μι­κὴ ἡ­δο­νι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση τῆς ἀ­ξί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅ­τι οἱ ἐ­λα­στι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πρά­σι­νων στοι­χεί­ων εἶ­ναι στα­θε­ρὲς καὶ δὲν θὰ πα­ρα­τη­ρη­θοῦν ἀ­πρό­ο­πτα (π.χ. πτώ­ση). Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει προ­η­γού­με­νη γνώ­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴ γε­νι­κευ­μέ­νη λει­τουρ­γι­κὴ μορ­φὴ τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου τοῦ μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξί­ας, μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει νὰ ἀμ­φι­σβη­τη­θεῖ ἡ ἐγ­κυ­ρό­τη­τα ἑ­νὸς τυ­χὸν δεύ­τε­ρου στοι­χεί­ου (π.χ. σχοι­νί). Ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἔ­χει θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀ­κι­νή­του ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν πα­ραλ­λα­γῶν. Ὁ σκο­πὸς τῆς με­λέ­της τῶν Daddy καὶ Love εἶ­ναι νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὴν ἔμ­με­ση ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ κα­τὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του στὴ μεί­ω­ση τῶν δυ­σμε­νῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῶν ἐ­πι­δρά­σε­ων καὶ ἐ­ὰν κά­τι τέ­τοι­ο ὄν­τως πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στὶς τρέ­χου­σες πρά­ξεις τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Γιὰ νὰ δι­α­κρί­νου­με ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐκ­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­δο­χὴ ὅ­τι ἕ­να ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ἄ­νοιγ­μα θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μπαλ­κό­νι μό­νο ἂν εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ του­λά­χι­στον σὲ δύ­ο πλευ­ρὲς καὶ ἔ­χει ὕ­ψος ἀ­πὸ τὸ δά­πε­δο μέ­χρι τὴν ὀ­ρο­φή. Στὴν ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση, κα­τὰ τὴν με­λέ­τη τῶν δυ­ὸ ἐ­πι­στη­μό­νων, τρεῖς τύ­ποι μπαλ­κο­νι­ῶν (ὑ­ψη­λὸ ἢ χα­μη­λό, στρογ­γυ­λὸ ἢ γω­νι­ῶ­δες, μὲ κάγ­κε­λα ἢ ὄ­χι) καὶ τρεῖς τύ­ποι δρά­μα­τος (τρα­γι­κό, κω­μι­κό, σα­τι­ρι­κὸ) θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἐν­νέ­α πι­θα­νοὺς συν­δυα­σμοὺς ἀ­νὰ πε­ρί­πτω­ση. Ἡ ὡ­ραί­α δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­λέ­της ἔ­χει γί­νει στὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Verona Press.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ρα­µ­πα­τζῆς. Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς Κα­θη­γη­τὴς Βυ­ζαν­τι­νῆς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, µε­γά­λω­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀ­πὸ τὸ 1998 ἕ­ως τὸ 2012 ἐρ­γά­σθη­κε ὡς Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρο Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­σο­φί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­µ­ί­ας Ἀ­θη­νῶν. Τὸ 2010 ἐ­κλέ­χθη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν ὅ­που καὶ δι­ο­ρί­σθη­κε τὸ 2012. Τὰ ἐ­ρευ­νη­τι­κά του ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἑ­στι­ά­ζον­ται στὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ φι­λο­σο­φί­α, τὶς ἀρ­χαῖ­ες πη­γές της καὶ τὶς νε­ω­τε­ρι­κὲς προσ­λή­ψεις της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ νου­βέ­λα Μπρο­στὰ στὸ Δι­οι­κη­τή­ριο (Σμί­λη, 2018), ἔ­χει με­τα­φρά­σει Ὄρ­σον Οὐ­ὲλς (Mr Arcadin, Αἰ­γό­κε­ρως) καὶ Γκὺ ντὲ Μω­πα­σᾶν (Λό­για τοῦ Ἔ­ρω­τα, Ρο­ές), ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει με­λέ­τες γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (Λα­ϊ­κι­σμὸς καὶ Κι­νη­μα­το­γρά­φος, Ρο­ές, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: Τὸ μπαλκόνι τῆς Ἰουλιέτας, στὴ Βερόνα τῆς Ἰταλίας.


			

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς: Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος



Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος


ΟΝ ΕΚΤΙΜΟΥΣΑ γιὰ τὸ τα­λέν­το του καὶ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς εἶ­χα πιά­σει τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ γε­λά­ει μὲ τὶς ἀ­τά­κες καὶ τὶς γκρι­μά­τσες του στὶς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Τυ­χαῖ­α τὸν συ­νάν­τη­σα σὲ μιὰ κοι­νω­νι­κὴ συ­νά­θροι­ση, στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, ἀ­νά­με­σα σὲ κό­σμο. Γνω­ρι­στή­κα­με καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ μι­λᾶ­με γε­νι­κῶς γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὰ πρῶ­τα του βή­μα­τα. Ὁ λό­γος του χει­μαρ­ρώ­δης, ὅ­πως καὶ τὸ παί­ξι­μό του. Ἡ μνή­μη του ἀ­στεί­ρευ­τη, ὥ­σπου φτά­σα­με σὲ λί­γο τὴν κου­βέν­τα μας στὸν Πέ­τρο Κυ­ρια­κό*. Γνώ­ρι­ζε πολ­λὲς καὶ πι­κάν­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ πα­ρα­σκη­νί­ου. Εἶ­χε πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­ρος ὅ­λα αὐ­τά, μιᾶς  ἀλ­λο­τι­νῆς νι­ό­της. Μὰ ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­πι­μέ­νω λί­γο πα­ρα­πά­νω γιὰ νὰ μά­θω κι ἄλ­λα πε­ρι­στα­τι­κὰ γιὰ τὸν με­γά­λο Κυ­ρια­κό, δι­έ­κρι­να ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον θυ­μὸ στὸ βλέμ­μα του. Μὲ σχε­δὸν ἀ­πό­το­μο τρό­πο, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­στρε­ψε τὴ συ­ζή­τη­ση ἀλ­λοῦ. Σὲ λί­γο μοῦ ἔ­στρε­ψε καὶ τὴν πλά­τη, μ’ ἕ­ναν τυ­πι­κὸ χαι­ρε­τι­σμό. Δὲν εἶ­χε κι ἄ­δι­κο, ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἀ­πὸ ποῦ κι ὣς ποῦ, νὰ δεί­χνω τέ­τοι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ πε­ρα­σμέ­νες δό­ξες ἑ­νὸς ἄλ­λου, ὅ­ταν εἶ­χα μπρο­στά μου ἕ­ναν ἀ­στέ­ρα ζων­τα­νό;


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

* Φω­το­γρα­φί­α: Δε­ξιὰ ὁ Πέ­τρος Κυ­ρια­κός, στὸν πε­ρί­φη­μο ρό­λο τοῦ Καρ­κα­λέ­τσου, ἀ­πὸ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς ὀ­πε­ρέ­τας Οἱ ἀ­πά­χη­δες τῶν Ἀ­θη­νῶν (1930).


document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Ὅταν ἐμφανίστηκε ἐκεῖνος ὁ πόνος στὸ γόνατο


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το


ΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ξαφ­νι­κὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το μιὰ κα­λὴ ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας, ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω πε­ρὶ τοῦ θέ­μα­τος γνω­στοὺς καὶ φί­λους καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο . Τε­λι­κὰ ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι κα­λὴ αἰ­τί­α γιὰ νὰ κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θεῖς καὶ πά­λι, νὰ ἐν­τα­χτεῖς σὲ ὁ­μά­δες, νὰ ἐν­δυ­νά­μω­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ «ἀ­νή­κειν», ὅ­ταν κα­τε­στραμ­μέ­νες ἀρ­θρώ­σεις καὶ ἀρ­θρο­πλα­στι­κὲς καὶ ἐμ­φυ­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι, εἶ­ναι ἔν­νοι­ες ποὺ ἀ­να­τέλ­λουν στὴ ζω­ή σου. Εἶ­χα κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ τό­σους ἄλ­λους θὰ μοι­ρα­ζό­μουν μα­ζί τους ἀ­ξί­ες καὶ στά­σεις καὶ θὰ προ­σορ­μι­ζό­μουν ἀ­σφα­λὴς στὴν θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τους, μὲ τὴ φι­λί­α καὶ τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η τους θὰ πο­ρευ­ό­μουν.

        Προ­τι­μοῦ­σα βέ­βαι­α συ­νειρ­μοὺς ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ «Τὸ γό­να­το τῆς Κλαί­ρης», τοῦ Ρο­μὲρ , ἀ­νά­λα­φρου δη­μι­ουρ­γοῦ τοῦ γαλ­λι­κοῦ νέ­ου κύ­μα­τος καὶ τὴν σχε­τι­κὴ ἔ­ξα­ψη φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς ἀν­τρι­κῆς σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας, συ­νειρ­μοὺς ἐν­θαρ­ρυν­τι­κοὺς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως μᾶλ­λον ἀ­νε­πί­και­ρους γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή μου.

        Ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἐ­πέ­λα­ση γη­ρα­τει­ῶν – πα­ρω­δί­α καὶ σφα­γὴ καὶ ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­ση κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ καὶ με­τα­φο­ρι­κά; Ἄς προ­τι­μή­σω κα­λύ­τε­ρα νὰ μπῶ σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α νὰ με­λε­τή­σω ἄρ­θρα γιὰ τὸ «Γό­να­το τῆς Κλαί­ρης» καὶ τὴν πο­λυ­λο­γί­α ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὸ σι­νε­μὰ ὁ Ἐ­ρὶκ Ρο­μέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τελευταῖο της βιβλίο: Κινητὴ γιορτή (διηγήματα, Νη­σί­δες, 2018).



		

	

Βαγγέλης Δημητριάδης: Ἀνακύκλωση


Βαγγέλης Δημητριάδης


Ἀνακύκλωση


ΤΑΝ σὲ ὅ­λα του προ­νο­η­τι­κός. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε τυ­πώ­σει κρυ­φὰ τὸ κα­λύ­τε­ρό του βι­βλί­ο. Μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το μὲ πλαί­σιο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν πο­λυ­ση­μί­α τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ μέ­σα στὰ ὄ­νει­ρα. Ἤ­θε­λε νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὴν κη­δεί­α του. Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι θὰ ἔ­παιρ­ναν ἕ­να ἀν­τί­τυ­πο ὁ κα­θέ­νας, σὰν ἀ­νά­μνη­ση, ἀν­τί­δω­ρο πές, ἀ­πὸ τὸ νε­ω­κό­ρο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­χε προ­βλέ­ψει καὶ τὰ τυ­πι­κά. Στὴ σε­λί­δα τρί­α εἶ­χε προ­σθέ­σει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, Λό­γῳ ἀ­δυ­να­μί­ας πα­ρα­κα­λῶ γρά­ψε­τε τὸ ὄ­νο­μά σας καὶ βά­λε­τε τὴν ἡ­με­ρο­μη­νία δι­α­νο­μῆς τοῦ βι­βλί­ου. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς προσ­δο­κί­ες, τὰ πράγ­μα­τα ἦρ­θαν ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἰ­ὸς τοῦ θα­νά­του δὲν ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ τὸν συ­νο­δέ­ψουν στὴν τε­λευ­ταί­α του κα­τοι­κί­α φί­λοι, πι­στοὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ τό­που του. Ὁ πα­πάς, ὁ ψάλ­της καὶ ἑ­φτὰ ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα κλη­ρο­νό­μους του βρέ­θη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο στὴν ἐ­ξό­δια ἀ­κο­λου­θί­α. Οἱ συγ­γε­νεῖς μά­λι­στα πα­ρου­σι­ά­στη­καν με­τὰ φό­βου. Ὄ­χι φό­βου Θε­οῦ… Φο­ροῦ­σαν γάν­τια, μά­σκες, γυα­λιά. Εὐ­τυ­χῶς, ὅ­λα μαῦ­ρα γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Τὰ μέ­τρα μὲ τὰ προ­σχή­μα­τα… Φυ­σι­κά, οἱ βο­η­θη­τι­κοὶ ὑ­πάλ­λη­λοι τοῦ γρα­φεί­ου κη­δει­ῶν γιὰ τὰ γνω­στὰ πε­ραι­τέ­ρω ἦ­ταν πα­ρόν­τες. Κι αὐ­τοὶ δι­α­κρι­τι­κοί, μὲ τὰ μαῦ­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, ὁ νε­ω­κό­ρος κοί­τα­ζε τὰ κλει­στὰ κι­βώ­τια μὲ τὰ βι­βλί­α κι ἔ­τρι­βε τὸ πη­γού­νι του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ποιά κα­τη­γο­ρί­α με­τα­κί­νη­σης ἀ­πὸ τὸ 1 μέ­χρι τὸ 6 νὰ ἐ­πι­λέ­ξει στὸ κι­νη­τό του, γιὰ νὰ τὰ με­τα­φέ­ρει αὔ­ριο στὸ χῶ­ρο τῆς ἀ­να­κύ­κλω­σης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Τὸ λα­οῦ­τον



Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Τὸ λα­οῦ­τον


Ν ΗΜΟΥΝ ΣΙΟΥΡΟΣ ἂν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Μᾶλ­λον ἤ­μουν σί­ου­ρος ὅ­τι ἒν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Για­τὶ ἤ­μα­στουν μα­θη­μέ­νοι ποὺ τὴν ἐ­πο­χὴν ποὺ ἒν εἴ­χα­μεν ἐ­πι­λο­γὴν τζιαὶ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο, ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο νὰ λα­λοῦ­με ὅ­τι «ἒν πᾶ­μεν!». Ἄ­μαν ἀ­πο­φα­σί­ζουν οἱ ἄλ­λοι, ἔν’ πάν­τα πιὸ εὔ­κο­λο, ἔν­ναιν ἔ­τσι; «Εἴν­τα πρά­μαν; Νὰ δεί­ξω δι­α­βα­τή­ριο, γιὰ νὰ πά­ω ἔσ­σω* μου; Ποτ­τέ!». Ἔ­τσι ἐ­λα­λού­σα­μεν. Ἔ­τσι ἐ­λά­λουν τζὶ ἐ­γώ. Ἔ, ὕ­στε­ρα ἐ­θώ­ρουν ἕ­νας-ἕ­νας ἐ­πηα­ίνναν, τζιαὶ πο­τού­τους* ποὺ ὁρ­κί­ζουν­ταν ὅ­τι ἒν θὰ πά­σιν, δη­λα­δή. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ κα­φε­νές, με­τὰ οἱ για­τροί, μέ* ὥ­ραν εἶ­χα μέ* ὥ­ραν ἔ­κα­μνα, γιὰ νὰ τὸ σκε­φτῶ. Με­τά, ποὺ ἔ­κλει­σα τὸν κα­φε­νέ, εἶ­χα τό­σην πολ­λὴν ὥ­ραν, ποὺ ἒν ἐμ­πο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Τζιαὶ ἐ­πήα. Ἐ­χτές. Ἐ­πή­α ἐ­χτές. Μὲ ὅ,τι εἴ­σι­εν μεί­νει. Μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πί­α­σα τζι­εί­νην τὴν μέ­ρα τζιαὶ μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πῆ­ρα πί­σω τούν­την μέ­ραν, τὴν μό­νην ἡ­μέ­ραν ποὺ μᾶς ἔ­μει­νεν, τὴν ἡ­μέ­ραν ποὺ εἴ­σι­εν γεν­νη­θεῖ ὁ Χρί­στος μας. Ἔ­τσι, ἦρ­τεν μου τζιαὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ω, νὰ δῶ… Ἄλ­λοι κά­μνουν τά­μα­τα, προ­σευ­χές, κά­μνουν πρό­γραμ­μα πό­τε νὰ πά­σιν, ἐ­μέ­να ἦρ­τεν μου, ἔ­τσι, ἐ­ξε­κί­νη­σα τὸ πρω­ΐν, ἐ­πή­α, ἐ­πέ­ρα­σα πο­τζεῖ, ὣς τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα ποὺ οὗλ­λοι ἐ­πρή­ζουν­ταν ποὺ τὰ κρέ­α­τα τζιαὶ τὰ «Χρό­νια πολ­λά», ἐ­γι­ῶ ἐ­πή­α τζιαὶ εἶ­δα τὸ σπί­τι μας. Τζια­μαὶ* ἐ­γεν­νή­θη­κεν ὁ Χρί­στος μας, ἒν ἐ­πρό­λα­βα­μεν νὰ πᾶ­μεν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ον. Ἐ­στά­θη­κα πό­ξω. Ἒν ἐμ­πή­κα. Εἶ­δα το. Ἔ­μει­να τζια­μαί, ἐ­θώ­ρουν το… Ἐ­σκέ­φτου­μουν… Ἐ­σκέ­φτου­μουν δι­ά­φο­ρα, ἐ­δρῶ­σαν λλί­ον τὰ δά­χτυ­λά μου, ἐ­γλιά­ζαν, ἔ­σφιγ­γά τα, ἀλ­λὰ πά­λε ἐ­γλιά­ζαν πά­νω στὸ λα­οῦ­τον, ἐ­φά­νη­κέν μου πιὸ βα­ρὺ σάν­να*… Ὕ­στε­ρα ποὺ κα­νέ­ναν τέ­ταρ­τον ἔ­φυ­α τζιαὶ ἦρ­τα πί­σω· ἦρ­τα ἔσ­σω. Ἐ­κου­βά­λη­σα μι­τά μου τζαὶ τὸ λα­οῦ­τον τζιαὶ ἔ­βα­λά το πά’ στὸ σέν­τε*. Ἐ­νημ­πο­ρῶ νὰ τὸ κου­βα­λῶ ἄλ­λον.


* ἔσ­σω μου: σπί­τι μου
* πο­τού­τους: ἀ­π’ ἐ­κεί­νους
* μέ… μέ…: μή­τε… μή­τε
* τζια­μαί: ἐ­κεῖ
* μι­τά μου: μα­ζί μου
* σάν­να: λὲς καί (στὰ κυ­πρια­κὰ συ­χνὰ μπαί­νει στὸ τέ­λος τῆς πρό­τα­σης)
* σέν­τε: τὸ πα­τά­ρι


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις, Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.

Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος: Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός

 



Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος


Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός


ΥΜΝΟΚΕΦΑΛΗ τη­λε­περ­σό­να, ποὺ ἐ­λέ­ῳ τῆς ‘σο­φῆς’ ψή­φου ὑ­πο­δύ­ε­ται τὸν βου­λευ­τὴ ρη­ξι­κέ­λευ­θου προ­φίλ, ἀ­γω­νί­ζε­ται με­τὰ πά­θους ἀ­πὸ τη­λε­ο­πτι­κῆς κα­θέ­δρας νὰ μᾶς δι­δά­ξει ποι­ό ἀ­πὸ τὰ τρί­α εἶ­ναι τὸ ὀρ­θό. Οἰ­κτί­ρον­τας μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ὅ­σους τὸ λέ­νε λά­θος καὶ ἐκ­χω­ρών­τας στὴν φά­τσα του βλέμ­μα ἄ­φα­της αὐ­το­ϊ­κα­νο­ποί­η­σης.

       Κα­θεὶς καὶ τὰ φί­δια του, θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ γυ­μνο­κέ­φα­λος μὲ τὰ δι­κά του κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἀλ­λερ­γί­ες μου αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Δὲν πρό­λα­βε νὰ μπεῖ κα­λὰ-κα­λὰ ὁ Μάρ­της καὶ λὲς καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ μιὰ χού­φτα ἄμ­μο σὲ κά­θε μά­τι. Ἔ­κλει­σα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γυ­ρέ­ψω ὀ­φθαλ­μί­α­τρο στὸ δι­α­δί­κτυ­ο.

       «Πᾶς κα­λά:», μὲ ἀ­πο­πῆ­ρε ἡ κό­ρη μου, «ἐ­δῶ ἔ­χου­με δι­κό μας ἄν­θρω­πο κι ἐ­σὺ ψά­χνεις στὰ κου­του­ροῦ;»

       Ὁ δι­κός μας ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἦ­ταν στὸ Μα­ρού­σι κι ἐ­γὼ βα­ρι­ό­μουν νὰ ξε­κου­νη­θῶ ἀ­πὸ τὸ Κέν­τρο. Βρῆ­κα κά­ποι­α μὲ ἐ­πώ­νυ­μο σὲ -ί­δη κι ἔ­κλει­σα ραν­τε­βοῦ.

       Ἡ σε -ί­δη μὲ ἐ­ξέ­τα­σε, ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν ἀλ­λερ­γι­κὴ φύ­ση τῆς τα­λαι­πω­ρί­ας μου καὶ πε­ρί­που μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νὰ μά­θω νὰ ζῶ μὲ τὸ πρό­βλη­μά μου. Δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ κρά­τη­σε ἡ συν­τα­γο­γρά­φη­ση, μό­λις δέ­κα εἶ­χε κρα­τή­σει ἡ ἐ­ξέ­τα­ση. Ἄλ­λο ἕ­να ἐ­πί­τευγ­μά μας αὐ­τό.

       Τε­λει­ώ­νον­τας ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει, ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι, τί δου­λειὰ κά­νω, ποὺ ἦ­ταν τὸ γρα­φεῖ­ο μου, τί ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἔ­χω.

       «Λές», γαρ­γα­λή­θη­κα, «νὰ εἶ­ναι πρό­σφο­ρη γιὰ παι­χνί­δι; Λές;»

       Κά­τι χαρ­μό­συ­νο πῆ­γε νὰ σκιρ­τή­σει μέ­σα μου, ἀλ­λὰ κα­πα­κώ­θη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴ δεύ­τε­ρη σκέ­ψη: «Φυ­λά­ξου, κα­ρα­δο­κεῖ ξε­φτί­λα, ἐ­δῶ τῆς ρί­χνεις κα­μιὰ εἰ­κο­σι­πεν­τα­ριὰ χρό­νια…»

       Ἀ­να­δι­πλώ­θη­κα, «ἡ μὲν σὰρξ πρό­θυ­μη, τὸ δὲ πνεῦ­μα ἀ­σθε­νές….»

       Βγῆ­κα μὲ τὴν συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι. Στὸ πρῶ­το φαρ­μα­κεῖ­ο πῆ­γα μὲ φό­ρα νὰ μπῶ.

       «Μεί­νε­τε στὴν θέ­ση σας!», μὲ πρό­λα­βε προ­τοῦ δρα­σκε­λί­σω τὸ κα­τώ­φλι, κά­τι σὰν τρα­χὺ πα­ράγ­γελ­μα κα­ρα­βα­νὰ ἐ­πι­λο­χί­α, σὲ θη­λυ­κὴ ὅ­μως ἔκ­δο­ση.

       Κοκ­κά­λω­σα.

       Εὐ­ει­δὴς καὶ νέ­α ἡ φαρ­μα­κο­ποι­ὸς ποὺ μὲ ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε. Ἐμ­φά­νι­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­ναν­τί­στοι­χη μὲ τὴν τρα­χύ­τη­τα τοῦ πα­ραγ­γέλ­μα­τος.

       «Πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τε­λει­ώ­σω μὲ τὸν κύ­ριο καὶ με­τὰ θὰ μπεῖ­τε», συ­νέ­χι­σε στὸν ἴ­διο τό­νο.

       Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει μό­νο ἕ­νας μέ­σα στὸ φαρ­μα­κεῖ­ο κά­θε φο­ρά. Πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τὸν κύ­ριο, ὁ­πό­τε δεύ­τε­ρο πα­ράγ­γελ­μα μὲ πε­ρί­με­νε: «Ἀ­πε­λευ­θε­ρῶ­στε τὰ χέ­ρια σας». Κοί­τα­ξα τὰ χέ­ρια μου. Κρά­τα­γα στὸ ἕ­να τὴν τσάν­τα μου, στὸ ἄλ­λο τὴν συν­τα­γή.

       Φορ­τώ­θη­κα τὴν τσάν­τα στὴν πλά­τη καὶ ἔ­βα­λα τὴν συν­τα­γὴ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὑ­πὸ μά­λης.

       Μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ ἀν­τι­ση­πτι­κὸ καὶ ἀ­πο­λύ­μα­να τὰ χέ­ρια μου.

       «Ὁ­ρί­στε», ἄ­κου­σα ἐ­πὶ τέ­λους φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ τὴν φω­νή της. Τῆς ἔ­τει­να τὴν συν­τα­γὴ καὶ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σα πρὸς τὸ μέ­σον τοῦ φαρ­μα­κεί­ου, φο­βού­με­νος ἐν­δε­χό­με­νη πα­ρα­τή­ρη­σή της ποὺ δὲν θὰ μοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ πα­ρα­μεί­νω εὐ­γε­νής.

       Μέ­χρι νὰ βρεῖ τὰ φάρ­μα­κα ἔ­ρι­ξε ἄλ­λα δύ­ο αὐ­στη­ρὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα καὶ κάρ­φω­σε στὴν πόρ­τα ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ μιὰ για­γιά.

       Μοῦ ἔ­δω­σε τὰ φάρ­μα­κα, τῆς ἔ­δω­σα χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα. Τὸ ἔ­πι­α­σε μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ποὺ φο­ροῦ­σε πλα­στι­κὸ γάν­τι.

       Μοῦ γύ­ρι­σε τὰ ρέ­στα, τριά­ντα πέν­τε καὶ τριά­ντα, μὲ τὸ …γυ­μνὸ ἀ­ρι­στε­ρό της χέ­ρι.

       Τὴν κοί­τα­ξα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, «μᾶς δου­λεύ­ει ἄ­γρια, δὲ γί­νε­ται», ἦ­ταν ἡ πρώ­τη σκέ­ψη. Ἡ μή­πως ὁ κορο(ω)νο(α)ϊὸς «δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾶ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι…»

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι καὶ κα­τέ­βα­σα ἀ­πὸ τὴν βι­βλι­ο­θή­κη «ἐ­κεῖ­νον τὸν πε­ρι­ού­σιο Πα­πα­δι­α­μάν­τη».

       Βρῆ­κα τὴ νου­βέ­λα «Βαρ­διά­νος στὰ Σπόρ­κα» κι ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω τὰ πά­θη «τῆς Σκεύ­ως τῆς Σα­βου­ρό­κο­φας». Τὰ πά­θη τῶν μέ­σα καὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λοι­μο­κα­θαρ­τή­ριο τῆς ἐ­πο­χῆς.

       …Ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­το­τε ἐν και­ρῷ πα­νι­κοῦ φό­βου, μέ­γας συ­νω­στι­σμὸς καὶ σπου­δὴ ἀ­λό­γι­στος καὶ τυ­φλὴ φυ­γὴ εἶ­χον ἐ­πέλ­θει […]. Ἀλ­λὰ τὸ πλεῖ­στον κα­κὸν ὀ­φεί­λε­ται ἀ­ναν­τιρ­ρή­τως εἰς τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς δι­οι­κή­σε­ως. Θὰ ἔ­λε­γέ τις ὅ­τι ἡ χώ­ρα αὕ­τη ἠ­λευ­θε­ρώ­θη ἐ­πί­τη­δες διὰ ν’ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι δὲν ἦ­το ἱ­κα­νὴ πρὸς αὐ­το­δι­οί­κη­σιν […]. Οἱ κερ­δο­σκό­ποι ἀ­πέ­θε­τον τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τά των εἰς τὴν ἄ­κραν της ἀ­πω­τά­της ἀ­κτῆς τῆς ἐ­ρη­μο­νή­σου, ἐ­λάμ­βα­νον τὰ λε­πτά των καὶ ἔ­φευ­γον. Ἡ χο­λέ­ρα δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾷ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι. Ἐ­λέ­χθη ὅ­τι οἱ πλεῖ­στοι των ἀν­θρώ­πων, τῶν πα­ρα­στα­θέν­των τό­τε ὡς θυ­μά­των τῆς χο­λέ­ρας, ἀ­πέ­θα­νον πραγ­μα­τι­κῶς ἐκ πεί­νης. Ἴ­σως νὰ μὴν ὑ­πῆρ­ξεν ὅ­λως χο­λέ­ρα. Ἀλ­λ’ ὑ­πῆρ­ξε τύ­φλω­σις καὶ ἀ­θλι­ό­της καὶ συμ­φο­ρὰ ἀ­νή­κου­στος. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­λοι πά­σχον­τες, ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τ’ ἀλ­λή­λων, εἰς ἐ­πί­με­τρον, καὶ κα­θί­στων τὴν δει­νο­πά­θειαν ἀ­πεί­ρως με­γα­λυ­τέ­ραν. Οἱ εὔ­πο­ροι ἐκ τῶν κα­θα­ρι­ζο­μέ­νων ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν πτω­χῶν […]. Οἱ πτω­χοὶ ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν εὐ­πό­ρων […]. Ὅ­λοι ὁ­μοῦ οἱ ὑ­πὸ κά­θαρ­σιν τα­ξι­δι­ῶ­ται ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πο­λί­χνης, καὶ τοὺς κα­τη­γό­ρουν ἐ­πὶ ἀ­συ­νει­δή­τῳ αἰ­σχρο­κερ­δεί­ᾳ καὶ σκλη­ρό­τη­τι […]. Οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λί­χνης ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν τα­ξι­δι­ω­τῶν, καὶ ἐ­μί­σουν αὐ­τούς, δι­ό­τι εἶ­χον ἔλ­θει νὰ τοὺς φέ­ρω­σι τὴν χο­λέ­ραν. Κα­κὴ ὑ­πο­ψία, δυ­σπι­στί­α καὶ ἰ­δι­ο­τέ­λεια χω­ροῦ­σα μέ­χρις ἀ­παν­θρω­πί­ας, ἐ­βα­σί­λευ­ε παν­τα­χοῦ. Ὅ­λα ταῦ­τα ἤ­σαν εἰς τὸ βά­θος καὶ ὁ φό­βος τῆς χο­λέ­ρας ἦ­το εἰς τὴν ἐ­πι­φά­νειαν. Θὰ ἔ­λε­γές τις ὅ­τι ἡ χο­λέ­ρα ἦ­το μό­νον πρό­φα­σις, καὶ ὅ­τι ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­σις τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­το ἡ ἀ­λή­θεια.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἄρις Ἀλεβῖζος (Χά­στε­μη [Λευ­κο­χώ­ρα] Μεσ­ση­νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ δι­κη­γό­ρη­σε ἐ­πὶ 37 χρό­νια στὴν Ἀ­θή­να. Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν γε­ωρ­γί­α. Ἔρ­γα: Δει­νὸς κα­βα­λά­ρης, δι­η­γή­μα­τα, Πλα­νό­διον· Τὸ ἀ­ό­ρα­το ἄ­συ­λο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος· Σφαῖ­ρες στὸ Αἰ­γά­λε­ω, δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λης· Ἕ­νας Αὔ­γου­στος χω­ρὶς ἐ­πί­λο­γο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἂς μὴν ἐ­νο­χλη­θεῖ κα­νείς, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἡ δω­ρε­ὰ τῶν δέν­τρων, δι­η­γή­μα­τα, Εὔ­μα­ρος.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός: Ἡ ἀποστολή



Γιά­ννης Δεν­δρι­νός


Ἡ ἀ­πο­στο­λή


Α ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ στα­μά­τη­σαν στὸ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Ἡ πλα­ϊ­νὴ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τῆς πρε­σβεί­ας μι­σά­νοι­ξε. Τό­τε ξε­κί­νη­σε καὶ μὲ γρή­γο­ρο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο στ’ ἄλ­λο. Κοί­τα­ζε ἀ­ρι­στε­ρὰ δε­ξιὰ τοὺς ὁ­δη­γοὺς μὲ τὸ βλέμ­μα ἀν­θρώ­που ποὺ μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σε μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­πο­στο­λὴ καὶ ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ὅ­λους ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ διά­βα του. Τρύ­πω­σε στὴν πόρ­τα.

       «Τὸ εἶ­δες αὐ­τό;» ρώ­τη­σα ἔκ­πλη­κτος τὴ γυ­ναί­κα μου.

       «Μιὰ γά­τα ἤ­τα­νε, τί ἔ­γι­νε;» μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα.

       «Μά, δὲν πρό­σε­ξες τὸ ὕ­φος της; Τὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν κι­νή­σε­ων; Σχε­δὸν στρα­τι­ω­τι­κός. Σὰν νὰ ἔ­κα­νε σι­νιά­λο νὰ τῆς ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα», ἐ­πέ­μει­να.

       «Τί ἀ­νο­η­σί­ες εἶ­ναι πά­λι αὐ­τές; Ἡ φαν­τα­σί­α σου ἔ­χει ξε­φύ­γει. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σες αὐ­τὸ τὸ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ὅ­λο κά­τι τέ­τοι­α μοῦ λὲς στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να», εἶ­πε.

       «Δὲν ξέ­ρω τί λὲς ἐ­σύ. Ἄ­κου­σα ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νες με­θό­δους κα­τα­σκο­πεί­ας. Ὅ­λοι ἐκ­παι­δεύ­ον­ται, ἄν­τρες, γυ­ναῖ­κες, παι­διά. Για­τί ὄ­χι καὶ τὰ ζῶ­α; Καὶ μά­λι­στα ἔ­ξυ­πνα καὶ πα­νοῦρ­γα, ὅ­πως οἱ γά­τες». Δὲν μί­λη­σε.

       «Βά­ζω στοί­χη­μα ὅ­τι μό­λις τε­λεί­ω­σε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ποὺ τῆς ἀ­νά­θε­σαν καὶ γύ­ρι­σε στὴ βά­ση της», μουρ­μού­ρι­σα μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια μου.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε ξα­νὰ πρά­σι­νο. Ξε­κί­νη­σα σι­γὰ καὶ κοί­τα­ξα δε­ξιά μου. Ἡ γά­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, μό­νη, δί­πλα ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δρό­μο. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Ἴ­σως καὶ νὰ μοῦ ‘κλει­σε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός (1966): Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­θά­κη καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Μη­χα­νι­κὸς ΕΜΠ, ἔ­χει σπου­δά­σει ἀ­κό­μη οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler): Φι­λί­α καὶ τέ­χνη



Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler)


Φι­λί­α καὶ τέ­χνη

(Friendship and Art)


ΕΣΑΝΥΧΤΑ σχε­δόν, χτυ­πά­ει τὸ κου­δού­νι. Εἶ­ναι ὁ Ρόμ­περτ, ἀ­νά­στα­τος. Μά­λω­σε μὲ τὴν κο­πέ­λα του κι ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ σπί­τι. Μή­πως μπο­ρεῖ νὰ μεί­νει σὲ μέ­να;

       Ἐν­νο­εῖ­ται, λέ­ω, καὶ τοῦ βά­ζω ἕ­να φλυ­τζά­νι τσά­ι. Κου­βεν­τι­ά­ζου­με λι­γά­κι. Τε­λι­κὰ φεύ­γει καί, ὅ­ταν τὸν ξα­να­βλέ­πω, μοῦ λέ­ει πὼς ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά. Χαί­ρο­μαι ποὺ βο­ή­θη­σα νὰ σω­θεῖ μιὰ σχέ­ση.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια τὸν συ­ναν­τῶ τυ­χαῖ­α στὸ με­τρό. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι γρά­φει ποι­ή­μα­τα. Ρω­τά­ει ἂν θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω ἕ­να. Κα­θὼς τὸ δι­α­βά­ζω, συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι πε­ρι­γρά­φει ἐ­κεί­νη τὴ βρα­διά. Τὸ ποί­η­μα μὲ πα­ρου­σιά­ζει σὰν ἄν­θρω­πο ψυ­χρό, ποὺ με­τὰ βί­ας ἀ­νέ­χε­ται τὴν εἰ­σβο­λὴ καὶ ἀ­ρα­διά­ζει πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ λό­για ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ.

       «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται;» ρω­τά­ει ὁ Ρόμ­περτ, λὲς καὶ τὸ ποί­η­μα μι­λοῦ­σε γιὰ ρο­δῶ­νες τὸν χει­μώ­να.

       «Κα­λὸ εἶ­ναι», ἀ­παν­τῶ – ἡ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ δί­νου­με ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ κάμ­ψου­με τὸ ἠ­θι­κὸ ἑ­νὸς ποι­η­τῆ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler) εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν τοῦ Πα­νε­πι­στή­μιου Κο­λούμ­πια, ὅ­που ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς ἀ­πὸ τὸ 2001 ὣς τὸ 2006. Γιὰ τὴ θη­τεί­α του στὴ θέ­ση αὐ­τὴ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Προ­ε­δρι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Ἐ­ξαί­ρε­της Δι­δα­σκα­λί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Τὸ κύ­κνει­ο ἄ­σμα τοῦ Βων­τβίλ (The Swan Song of Vau­devil­le), Τὸ χλω­ρὸ γρα­σί­δι τοῦ Φλάτ­μπους (The Green Grass of Flat­bush), Πολ­λὴ δου­λειά (So Much to Do), Τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο, τ. 1 καὶ 2 (The Wri­ting Work­shop, vol. 1 and 2) καὶ Τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου (The Wri­ting Work­shop Note Book). Αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο, ὁ Τζίγ­κλερ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του βι­βλί­ο. Βα­σί­ζε­ται σὲ ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή: κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α (Ba­sed on a True Life: A Me­moir in Pie­ces) καὶ ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, τὴν Ἔ­ριν Λάν­γκστον (Erin Langston).

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.