Πέτρος Φούρναρης: Ὁ Καλιγούλας


Πέτρος Φούρναρης


Ὁ Κα­λι­γού­λας


ΕΣΗΜΕΡΙ: καυ­τὸς ὁ ἥ­λιος. Μα­ζεύ­ω τὰ μα­γιό μας γιὰ νὰ φύ­γου­με, ὅ­ταν βλέ­πω τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ποι­ή­τρια, μὲ μιὰ ρόμ­πα πά­νω της, νὰ γέρ­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἀ­πὸ σα­νί­δες καὶ νὰ φω­νά­ζει μὲ κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νὴ ἕ­να ὄ­νο­μα. Ἀ­νε­βαί­νω τὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ χω­ρί­ζει τὴν ἀμ­μου­διὰ ἀ­πὸ τὸ δρο­μά­κι καὶ τὴν ρω­τῶ τί ψά­χνει.

           «Ἕνα γά­το» μοῦ λέ­ει, «Λεί­πει τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα. Ἦρ­θε, τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου, μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να φο­βι­σμέ­νο βλέμ­μα κι ἔ­φυ­γε, δὲν ξα­να­φά­νη­κε.»

           «Τί χρῶ­μα ἔ­χει;»

           «Σκοῦρο κα­φε­τί, μὲ λί­γο χρυ­σα­φὶ καὶ λί­γο ἄ­σπρο. Μὲ χρυ­σα­φέ­νια μά­τια.»

           Γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σω ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ σκαρ­φα­λώ­σω τὸ φρά­χτη, νὰ μπῶ στὸ ψη­λὸ σπί­τι νὰ ψά­ξω τὸ γά­το, δὲν τὸ ἄν­τε­χα νὰ τὴ βλέ­πω τό­σο δυ­στυ­χι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη μὲ κοί­τα­ξε μ΄ ἕ­να βλέμ­μα λί­γο χα­μέ­νο.

           «Τί ὡ­ραῖα», μοῦ λέ­ει, «οἱ ξέ­νοι φέ­τος στὸ νη­σί μας, καὶ τί εὐ­γε­νι­κοί. Χτὲς τὸ βρά­δυ φο­ροῦ­σα ἕ­να λευ­κὸ φό­ρε­μα, πέ­ρα­σε ἕ­νας Βρε­τα­νὸς καὶ μοῦ λέ­ει: τί ὡ­ραί­α ποὺ εἶ­στε μὲ αὐ­τὸ τὸ λευ­κὸ φό­ρε­μα! Χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα πά­λι, με­τὰ τὰ ψώ­νια, ἔ­κα­να ὠ­το­στὸπ γιὰ νὰ γλι­τώ­σω τὰ ἕ­ξι εὐ­ρὼ γιὰ τὴν κούρ­σα καὶ μὲ πῆ­ραν ἕ­να ζευ­γά­ρι Γάλ­λων. Τί εὐ­γε­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι! Πι­ά­σα­με κου­βέν­τα γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, μι­λή­σα­με γιὰ τὸν Κα­λι­γού­λα, τὴ με­τά­φρα­ση. Θυ­μό­μουν ἀ­κρι­βῶς ἕ­να στί­χο κά­που στὴν ἀρ­χή. Ce soir la nuit est lourde comme le chagrin humain: αὐ­τὴ ἡ νύ­χτα εἶ­ναι βα­ριὰ σὰν τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο. Καὶ στὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες ἐ­ξαί­σιος στί­χος, ἀλ­λὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι πιὸ ὡ­ραῖ­ος για­τί ἔ­χει πιὸ πολ­λὰ φω­νή­εν­τα.» Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ με­τρᾶ τὶς συλ­λα­βές του: «Ἀ-πό-ψε-ἡ-νύ-χτα-εἶ-ναι-βα-ριά-σὰν-τὸν-ἀν-θρώ-πι-νο-πό-νο. Φύ­γε­τε, φύ­γε­τε, μὴν σᾶς κρα­τῶ ἄλ­λο.» Καὶ κοι­τοῦ­σε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

           Γυρ­νά­ει πά­λι καὶ μᾶς λέ­ει: «Ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­στο­λὴ στὴν Μέρ­κελ, καὶ μιὰ στὸ γερ­μα­νι­κὸ κοι­νο­βού­λιο. Πῶς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ Εὐ­ρώ­πη: ὁ πο­λι­τι­σμός! Ὄ­χι μό­νο τα λε­φτά.»

           «Μὰ τὸ ξέρου­νε» τῆς λέ­ω, «Τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦν σκό­πι­μα.»

           «Ὄχι, δὲν τὸ ξέ­ρου­νε… Καὶ εἶ­μαι λί­γο θυ­μω­μέ­νη μὲ τοὺς ἐ­δῶ Ἰ­τα­λούς. Ὅ­λο γιὰ τὸν πό­λε­μο συ­ζη­τᾶ­νε. Μὰ τί θέ­λουν ἐ­πι­τέ­λους; Δὲν τὸν κά­να­με ἐ­μεῖς τὸν πό­λε­μο, αὐ­τοὶ τὸν κά­να­νε, καὶ ἀν­τὶ νὰ μὴ μι­λᾶ­νε, ποὺ χά­σα­νε κι­ό­λας, ἔ­χουν φω­νά­ξει πά­λι τοὺς κα­θη­γη­τές τους ἀ­πὸ τὰ πα­νε­πι­στή­μια , καὶ ξα­νὰ συ­νέ­δρια ἐ­πὶ συ­νε­δρί­ων.»

           Τὰ γα­λα­νά της μά­τια πε­τοῦ­σαν σπί­θες κα­τα­με­σή­με­ρα. Τὴν κα­λέ­σα­με στὴν ἔκ­θε­ση, θὰ ‘ρθεῖ τὸ ἀ­πό­γευ­μα στὶς ὀ­χτώ. Κα­θὼς φεύ­γα­με τὴν ἄ­κου­γα νὰ φω­νά­ζει μὲ τὴν κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νή της: «Κα­λι­γού­λα, Κα­λι­γού­λα. Ποῦ εἶ­σαι Κα­λι­γού­λα…»

11-8-2016



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι

Νίκος Δασκαλόπουλος: Δὲν πρέπει να περιπλανήθηκε καὶ πολλὴ ὥρα

daskalopoulosnikos-denprepeinaperiplanithikegiapolyora-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b1-02


Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος


Δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε καὶ πο­λὺ ὥ­ρα


01-epsilonΙΝΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ, φί­λοι. Ὁ ἕ­νας κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ τὴν τέ­χνη του. Ὁ ἄλ­λος σχε­δὸν τί­πο­τα, κι ὅ­μως τοῦ ἔρ­χον­ται ὅ­λα εὔ­κο­λα. Πο­λὺ τα­λέν­το. Στὰ πάν­τα. Ἐκ­δί­δε­ται. Δι­α­βά­ζε­ται. Ἀ­ρέ­σει στὸν κό­σμο. Ἀ­ρέ­σει στοὺς κρι­τι­κούς. Ἀ­ρέ­σει στοὺς ὁ­μό­τε­χνους. Τὸν θέ­λουν ὅ­λοι στὴν πα­ρέ­α. Ὅ­λες θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὅ­λοι θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὁ ἄλ­λος τί­πο­τα· κά­τι ἀ­ραι­ὲς δη­μο­σι­εύ­σεις σὲ μι­κρὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ μιὰ αὐ­το­έκ­δο­ση ποὺ πῆ­γε ἄ­πα­τη. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πάρ­τυ ποὺ πᾶ­νε καὶ δι­α­βά­ζει ὁ τα­λαν­τοῦ­χος ἀ­πο­σπά­σμα­τα, βγά­ζουν τὰ φι­λα­ρά­κια μιὰ κοι­νὴ φω­το­γρα­φί­α. Γί­νε­ται ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ τα­λαν­τού­χου. Εἶ­ναι τὸ μό­νο ντο­κου­μέν­το ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κι ὁ ἄλ­λος λο­γο­τέ­χνης, για­τὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ξέ­ρει καὶ κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται. Καὶ τί κά­νουν; Πᾶ­νε καὶ τὸν κό­βουν ἀ­πὸ τὴ φω­το­γρα­φί­α. Ἡ φω­το­γρα­φί­α νὰ τὸν στοι­χει­ώ­νει. Νὰ βλέ­πει τὸν φί­λο του παν­τοῦ καὶ νὰ λέ­ει «Μὰ ἤ­μουν ἐ­κεῖ». Ὁ τα­λαν­τοῦ­χος λο­γο­τέ­χνης πα­θαί­νει καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη. Πε­θαί­νει. Οὔ­τε γυ­ναί­κα. Οὔ­τε παι­διά. Κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Τοῦ κά­νουν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα. Ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Καὶ κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε πο­τὲ τί ἔ­γρα­ψε — ἁ­πλῶς τοὺς ἄ­ρε­σε τὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ στὺλ τῆς γρα­φῆς. Ὁ ἄλ­λος κλαί­ει γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ δὲν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν καὶ γιὰ τὴ γα­μη­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α ποὺ συ­νε­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὅ­λοι, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νον. Τὴν ἱ­στο­ρί­α μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἕ­νας με­τα­φρα­στής. Ὅ­σο τὴν σκε­φτό­μουν πρὶν τὴ γρά­ψω, στὸν ὄ­ρο­φό μου, ἀ­κου­γόν­του­σαν τρο­με­ρά, φρι­κτὰ κλά­μα­τα. Κά­ποι­ος ἔ­σκου­ζε. Δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Τε­λι­κά, ἦ­ταν ἡ γά­τα μιᾶς για­γιᾶς ἀ­πὸ πά­νω. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, χά­θη­κε μέ­σα στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρὰ γιὰ τὴν για­γιά.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1988). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸ πρό­γραμ­μα Cultural Studies τοῦ Queen Margaret University, στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἐ­ξέ­δι­δε τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Independent Magazine καὶ πλέ­ον συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sonik. Κεί­με­νά του γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμὸ κα­θὼς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ sites ὅ­πως: LiFO, Αὐγή, Left.gr, Red Notebook, Unfollow. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴν ἱστοσελίδα Ποι­εῖν, καὶ τὰ ἔντυπα Φρέ­αρ, Θρά­κα κ.ἄ.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Δρο­σε­ρὰ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ…]


10-kirschsarah-drosera-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Δρο­σε­ρὰ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ…]

[Kühl und goldgrün ist alles hier…]


04-Delta-590px-Dilluminated_svgΡΟΣΕΡΑ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ. Οἱ πλα­νῆ­τες κά­θον­ται μα­ζὶ τὸ βρά­δυ ὀ­κλα­δὸν στὸν δυ­τι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ἡ Ἀ­φρο­δί­τη, ὁ Δί­ας, ὁ Ἄ­ρης. Χον­τροὶ τρο­μα­κτι­κοὶ σβῶ­­λοι, ὅ­πως τοὺς εἶ­δα. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἀ­κού­σα­με τὴ «Μου­σι­κὴ τοῦ κο­ρυ­δα­λοῦ» τοῦ Pan Górecki.* Πα­ρα­φρο­σύ­νη σὲ τρί­α ὄρ­γα­να. Μί­α συμ­πε­ρί­λη­ψη ὅ­πως στὴν ἐ­πο­χή του ὁ Μά­λερ. Νὰ βι­ώ­νεις ταυ­τό­χρο­να τὸν Μπε­τό­βεν καὶ τὸν Μπό­ρις Γκουν­τού­νωφ. Ὁ κο­ρυ­δα­λὸς χά­νε­ται ἀ­νε­πί­στρε­πτα. Στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Τὸ φι­νά­λε τοῦ τρί­του εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἡ ὑ­πό­μνη­ση ὅ­τι σὲ γνώ­ρι­ζαν ἢ κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Δύ­σκο­λα ν’ ἀν­τέ­ξεις αὐ­τὸ τὸ θαυ­μα­στὸ φο­βε­ρὸ κομ­μά­τι. Τὸ κλα­ρι­νέτ­το ποὺ πνί­γε­ται στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος, ἐ­πει­δὴ χρει­ά­ζε­ται τὴν ἀ­να­πνο­ὴ ὅ­πως ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸ κα­θη­συ­χα­στι­κὸ γόγ­γυ­σμα τοῦ βι­ο­λον­τσέ­λου. Στὸν ὄ­μορ­φο, θη­ρι­ώ­δη κό­σμο. Ἡ μου­σι­κὴ ἔ­χει μιὰ σπά­νια συγ­γέ­νεια μὲ τὴν τέ­φρι­νη βρο­χή, τὶς εἰ­κό­νες τῶν ἀ­τμῶν ἀ­πὸ τὴν ἡ­φαι­στια­κὴ ἔ­κρη­ξη στὶς Φι­λιπ­πί­νες. Μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο γυ­ά­λι­νο μοῦ­τρο. Θέ­λω νὰ πῶ μὲ τέ­τοι­α συ­σκευ­ὴ ὁ πό­λε­μος τοῦ Κόλ­που θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χος. Θέ μου! Οἱ πε­τρε­λαι­ο­πη­γὲς καί­γον­ται ἀ­κό­μα. Στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ γι­ορ­τά­ζουν τὰ ἐ­πι­νί­κια. Τὸ γε­ρά­κι μου κοί­τα­ξε κι­ό­λας πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ πε­ρι­στέ­ρια δὲν ἔρ­χον­ται τό­σο κον­τά. Ὁ Μω­ϋ­σὴς κω­πη­λα­τεῖ στὸν Eyder. Πλῆ­θος λευ­κὰ ἔν­το­μα στρι­φο­γυ­ρί­ζουν σὰν ὕ­λη στὸ δει­λι­νό. [64]


* Henryk Górecki (Χ. Γκο­ρέ­τσκι, 1933- 2010). Πο­λω­νὸς συν­θέ­της.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


papathanasopoulosgiorgos-igorgonatoubounou-eikona-01


Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΠΟΥ ΤΡΙΑ ΜΙΛΙΑ ἀ­νοι­χτὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ στὸ Μπο­χώ­ρι στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Εὔ­η­νου, μιὰ φθι­νο­πω­ρι­νὴ νύ­χτα, ἕ­να τη­νια­κὸ Μπάρ­κο Μπέ­στια μὲ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτὰ θα­λασ­σό­λυ­κους πλή­ρω­μα καὶ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα κα­νό­νια, πλεύ­ρι­σε τὸ πει­ρα­τι­κὸ τὸ Σιρ­κου­ί, τὸ μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὶς κα­νο­νι­ὲς κι ἔ­ρι­ξε κά­βους στὴν πρύ­μνη μὲ γάν­τζους καὶ τὸ τρά­βη­ξε κον­τὰ καὶ πή­δη­ξαν ἀ­πά­νω οἱ νη­σι­ῶ­τες μὲ στι­λέ­τα καὶ τσε­κού­ρια κι ἔ­γι­νε τρο­με­ρὴ μά­χη σῶ­μα μὲ σῶ­μα μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς σκό­τω­σαν ὅ­λους, χά­νον­τας καὶ αὐ­τοὶ δε­κα­τρεῖς ἄν­τρες. Δύ­ο μό­νο σώ­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­τὲς ὁ Θα­νά­σης ἀ­πὸ τὸ Ὀ­ρει­νὸ τῶν Κρα­βά­ρων κι ὁ Χου­ὰν ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἀ­πὸ τὴν Καρ­θα­γέ­νη. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ τὸ πουγ­γὶ γε­μά­το χρυ­σὲς λί­ρες, ποὺ εἶ­χε ἐν­θυ­λα­κώ­σει ἀ­πὸ τοὺς κούρ­σους, κρε­μα­σμέ­νο στὸ σβέρ­κο, πρό­λα­βε κι ἔ­ρι­ξε μιὰ λάν­τζα ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη τὴν κά­πως ἀ­θέ­α­τη καὶ σκο­τει­νὴ πλευ­ρὰ τοῦ Σιρ­κου­ί, ὅ­πως αὐ­τὸ ἔ­γει­ρε νὰ βυ­θι­στεῖ καὶ γλί­στρη­σε ἀ­θό­ρυ­βα στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ κου­πιὰ ἔ­βα­λε πλώ­ρη γιὰ τὴν ἀ­κτή. Ὁ Χου­άν, ποὺ γιὰ νὰ σω­θεῖ σκαρ­φά­λω­σε στὸ κα­τάρ­τι, βού­τη­ξε ἀ­πὸ ψη­λὰ στὰ νε­ρά, κο­λύμ­πη­σε γρή­γο­ρα καὶ πι­ά­στη­κε μὲ τὸ δε­ξὶ στὴν πλευ­ρὰ τῆς βάρ­κας καὶ φώ­να­ξε «ayuda colega». Ὁ Θα­νά­σης σή­κω­σε ψη­λά το κου­πὶ καὶ τοῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν γαν­τζω­μέ­να στὸ ξύ­λο κι ἔ­μει­νε ὁ Χου­ὰν στὸ νε­ρὸ νὰ τὸν φά­νε τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. «Ἄ­ϊ στὸ δι­ά­ο­λο βρο­μό­σκυ­λο», εἶ­πε ὁ Θα­νά­σης κα­θὼς κα­τέ­βα­ζε μὲ δύ­να­μη τὸ κου­πί.

       Μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ τὰ κου­πιὰ βγῆ­κε στὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ δέλ­τα, ξε­θε­ω­μέ­νος, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα καὶ τὴ στέ­ρι­ω­σε στὴν ἄμ­μο κι ἔ­πε­σε ἀ­νά­σκε­λα καὶ κοι­μή­θη­κε. Βγῆ­καν τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα οἱ γορ­γό­νες κι ἔ­παι­ζαν καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν με­λω­δι­κά, ἐ­κεῖ στὶς ξέ­ρες, ποὺ σμί­γουν τὰ γλυ­κὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ μὲ τ΄ ἁλ­μυ­ρὰ τῆς θά­λασ­σας καὶ ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης κι ἔ­δω­σε ἕ­να σάλ­το κι ἔ­πι­α­σε μιὰ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γορ­γό­να, ποὺ εἶ­χε πλη­σιά­σει στὰ ρη­χά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λες ἔ­φευ­γαν τρο­μαγ­μέ­νες. Τῆς ἔ­δε­σε τὰ λε­πτά της τὰ χέ­ρια πί­σω καὶ τὴν κρά­τη­σε σὲ ὁ­μη­ρί­α. Αὐ­τὴ ἔ­κλα­ψε καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει, ἀλ­λὰ ὁ Θα­νά­σης ἦ­ταν σκλη­ρὸς πει­ρα­τὴς καὶ δὲν τὴ λευ­τέ­ρω­σε.

       Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἔ­ρι­ξε τὴ γορ­γό­να στὴ λάν­τζα μπῆ­κε στὸ πο­τά­μι καὶ προ­χώ­ρη­σε κόν­τρα στὸ ρεῦ­μα, πέ­ρα­σε τὴ γέ­φυ­ρα Μπα­νιά, τὴν Πεί­να, τὸ Κα­ρέ­λι, τὸ το­ξω­τὸ γε­φύ­ρι τῆς Ἀρ­το­τί­βας κι ἔ­φτα­σε στὸ Βαλ­τσό­ρε­μα στὸ νε­ρό­μυ­λο. Ὁ μυ­λω­νὰς τὸν βο­ή­θη­σε νὰ δέ­σει τὴ βάρ­κα καὶ νὰ βγά­λει τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να ἔ­ξω. Τὸν φί­λε­ψε τὸ Θα­νά­ση ζε­στὸ ψω­μὶ καὶ τσί­που­ρο καὶ τοῦ ΄στρωσε, πα­ρέ­κει, ἕ­να ἀ­χυ­ρό­στρω­μα καὶ κοι­μή­θη­κε. Ὁ πο­νό­ψυ­χος ὁ μυ­λω­νὰς ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ κι ἄ­φη­σε τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να νὰ μπεῖ λί­γο στὸ νε­ρὸ στὴν κά­λα­νη τοῦ μύ­λου, ἀλ­λὰ τὸ στοι­χει­ὸ βρῆ­κε τὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κο­λύμ­πη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ ρεῦ­μα, βγῆ­κε στὴ δέ­ση καὶ μ΄ ἕ­ναν πῆ­δο χά­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τά­μι.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης, ἔ­δει­ξε λί­γο πει­ραγ­μέ­νος, ποὺ δὲν βρῆ­κε τὴ γορ­γό­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δὲν ἔ­δω­σε συ­νέ­χεια. Ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ χω­ριό του τὸ Ὀ­ρει­νό, πρὸς τὰ βου­νὰ τὰ Κρα­βα­ρί­τι­κα, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν Καμ­πλά­κι καὶ τ΄ Ἀ­χλα­δό­κα­στρο. Στὸν μυ­λω­νὰ ἄ­φη­σε τὴ λάν­τζα κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­κα­ψε τὸ χει­μώ­να στὴ φω­τιὰ γιὰ συνὰ ζε­στα­θεῖ, για­τὶ δὲν εἶ­χε τί ἄλ­λο νὰ τὴν κά­νει. Ὁ Θα­νά­σης πῆ­γε στὸν Ἅ­ι Νι­κό­λα στὸ Ὀ­ρει­νὸ καὶ ξο­μο­λο­γή­θη­κε κι ὁ παπ­πᾶς τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε σὲ αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν καὶ με­τὰ τὴ νη­στεί­α τὸν με­τά­λα­βε καὶ συ­χω­ρέ­θη­καν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος ἄ­φη­σε λί­γες λί­ρες κουρ­σά­ρι­κες γιὰ τὸ να­ό. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ ἀ­λα­φρω­μέ­νη τὴ συ­νεί­δη­σή του πλέ­ον, ἔ­χτι­σε τὸ σπί­τι του κι ὁ λα­ϊ­κὸς τε­χνί­της, ποὺ κα­τὰ δαι­μο­νι­κὴ συ­νερ­γία ἦ­ταν γιὸς τοῦ μυ­λω­νᾶ, σκά­λι­σε στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ μιὰ μι­κρὴ γορ­γό­να ὁ­λό­λευ­κη μὲ ὡ­ραῖ­α γα­λά­ζια μαλ­λιὰ νὰ πέ­φτουν στοὺς λε­πτοὺς ὤ­μους, χέ­ρια σὲ κί­νη­ση χο­ροῦ στὸ νε­ρό, ὄ­μορ­φα καὶ σφρι­γη­λὰ νε­α­νι­κὰ στή­θη καὶ πτε­ρύ­για σὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ γα­λά­ζιου. Ὑ­πέ­γρα­ψε τὸ ἔρ­γο του μὲ κόκ­κι­νη μπο­γιά, χω­ρὶς νὰ δώ­σει κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἔμ­πνευ­σή του.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ πὼς βρέ­θη­κε ἡ γορ­γό­να στὸ Ὀ­ρει­νό, ἐ­κεῖ στὰ χί­λια μέ­τρα ψη­λὰ στὰ βου­νά. Καὶ συγ­χρό­νως εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πρω­το­πο­ρια­κοῦ λα­ϊ­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη στοὺς ἔκ­πλη­κτους πα­ρα­θε­ρι­στὲς καὶ στοὺς δι­α­φό­ρους ἐ­ρω­τι­δεῖς κι αὐ­τό­κλη­τους κρι­τι­κούς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νίας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Δό­ξα τῷ Θε­ῷ!…]


07-kirschsarah-doksatotheo-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Δό­ξα τῷ Θε­!…]

[Gottlob!…]

 

01-DeltaΟΞΑ τῷ Θε­ῷ! Ξα­νὰ ἐ­δῶ. Χτὲς ἦ­ταν μιὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη μέ­ρα, ἀλ­λὰ σὲ μιὰ με­γά­λη πό­λη ὅ­λα λει­τουρ­γοῦν δι­α­στρο­φι­κά. Τὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο εἶ­ναι πρὸς τὸ πα­ρὸν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πο­κρου­στι­κό. Στὴν Unter den Linden*, ἂν πά­ει κα­νεὶς ἐ­κεῖ, κά­θε δι­α­κό­σια μέ­τρα ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το χτυ­πη­μέ­νο καὶ πα­ρα­τη­μέ­νο γιὰ πα­λι­ο­σί­δε­ρα στὴ με­σαί­α λω­ρί­δα. Μπο­ρεῖ κα­νέ­νας θαρ­ρα­λέ­ος νὰ πε­ρι­μέ­νει ἐ­κεῖ νὰ δεῖ κά­τι τέ­τοι­ο ἐν τῇ γε­νέ­σει του. Μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα εἶ­δα τέσ­σε­ρα ἀ­τυ­χή­μα­τα. Ἡ ἀ­νά­γνω­ση στὸ Deutsches Theater (ἡ Christa Wolf: Τί ἄλ­λο θέ­λει τέ­λος πάν­των αὐ­τή; Ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ μπαί­νει στὸ Deutsches Theater!) ἦ­ταν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Ἡ Elke** μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι μί­α κυ­ρί­α ἔ­χυ­νε δά­κρυ­α ὅ­λη τὴν ὥ­ρα. Τέ­τοι­ες πι­έ­νες γνω­ρί­ζουν μό­νο ἀ­να­το­λι­κο­γερ­μα­νι­κὰ ἀμ­φί­βια. [51]


* Τὸ γνω­στὸ βου­λε­βάρ­το τοῦ Βε­ρο­λί­νου «Ὑ­πὸ τὰς φι­λύ­ρας», ὅ­πως ἀ­πο­δό­θη­κε στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ὁ­μό­τι­τλο ρο­μάν­τσο τοῦ Ἀλ­φόν­σου Κάρ (Sous les Tilleuls, 1832). Μὲ τὸν ἴ­διο τί­τλο ποί­η­μα τοῦ γερ­μα­νοῦ ποι­η­τῆ τοῦ Με­σαί­ω­να Walther von der Vogelweide καὶ σπον­δυ­λω­τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα τῆς Christa Wolf (1969/1974).
** Ἡ γερ­μα­νί­δα ποι­ή­τρια Elke Elbe (1938).

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ἦ­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη…]


04-kirschsarah-itanmalista-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ­νά­γνω­σης τὴν ­νοι­ξη]

[Ja es gab sie die Lesereise im Frühjahr…]


03-HttaΤΑΝ μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δέ­σπο­ζαν ἕ­να που­λὶ καὶ πόρ­τες ἀ­νοι­χτές. Κά­θε βρά­δυ, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ θέ­ση, καὶ ἄλ­λα που­λιά, ἄλ­λες πόρ­τες ἀ­νοι­χτές, καὶ μα­ζὶ τὸ δι­κό μου ποί­η­μα γιὰ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χή, τὸ ἀν­τί­στοι­χο που­λί, τὴν πόρ­τα ποὺ χτυ­πᾶ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ πό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἦ­ταν κά­θε ποὺ συ­νέ­πι­πταν τὸ ποί­η­μα καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα αὐ­τὸ τὸ κεί­με­νο δυ­να­τά, μπρο­στὰ σὲ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως ἕ­να εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή μου ὅ­πως μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ τὴν ἀ­κού­ω στὸν χῶ­ρο αὐ­τὸ τοῦ σή­με­ρα, ἄ­κου­γα τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χὴ ὅ­πως πρω­τύ­τε­ρα τὸ κο­τσύ­φι, καὶ ἡ πόρ­τα, ἡ πραγ­μα­τι­κὰ δι­α­θέ­σι­μη, ἡ πρὸς τὰ ἔ­ξω ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα, χτύ­πη­σε στὴ θέ­ση τῆς πόρ­τας ποὺ χτυ­ποῦ­σε ‘δῶ κι ἐ­κεῖ κι ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα γιὰ τὸ κοι­νό, γιὰ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, καὶ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ τρα­βή­ξω ὅ­σο κρα­τοῦ­σε ἡ σύν­δε­ση μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο, ἡ πόρ­τα ἡ ὄν­τως ἀ­νοι­χτὴ χτυ­πών­τας ’­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ τὸ κο­τσύ­φι ἢ ὁ τρυ­πο­φρά­κτης ἡ τουρ­λί­δα καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μοῦ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­γα­πη­τό. [24-25]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος…


10-buzzati-stinkoryfitoukymatos-mtf-apotaitalikap-fournarisl1125-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος,

ἢ στὸν κο­λο­φώ­να τῆς δό­ξας

(Sulla cresta dell’ onda)


12-EpsilonΙΜΑΙ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ὀρ­χή­στρας τοῦ μου­σι­κοῦ συ­νό­λου ποὺ κά­νει τοὺς πα­νη­γυ­ρι­σμοὺς στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος.

       Εἴ­μα­στε τριά­ντα δύ­ο ἄν­θρω­ποι καὶ στε­κό­μα­στε πά­νω σ΄ἕ­να εἶ­δος μι­κρῆς σχε­δί­ας ποὺ σκαμ­πα­νε­βά­ζει ἰ­σορ­ρο­πών­τας πά­νω στὴν ὑ­δά­τι­νη κο­ρυ­φή· δὲν ὑ­πάρ­χει, ὅ­μως, κίν­δυ­νος νὰ γλι­στρή­σου­με καὶ νὰ πέ­σου­με ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἢ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, για­τὶ εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ θε­οῦ.

       Ὅ­ταν παί­ζου­με, εἴ­μα­στε μοι­ρα­σμέ­νοι στὰ τέσ­σε­ρα ἄ­κρα τῆς σχε­δί­ας, μὲ τὸ πρό­σω­πο πρὸς τὰ ἔ­ξω, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς ἀ­κού­ει ὅ­λος ὁ κό­σμος. Στὸ κέν­τρο ὑ­ψώ­νε­ται μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ποὺ μᾶς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κα­τοι­κί­α. Πά­νω στὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἕ­να μπαλ­κό­νι ἀπ΄ὅ­που δι­ευ­θύ­νω. Οἱ μου­σι­κοί, ἂν καὶ ἔ­χουν τὶς πλά­τες τους στραμ­μέ­νες πρὸς ἐ­μέ­να, ἀ­κο­λου­θοῦν τὶς ὁ­δη­γί­ες μου μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ τους.

       Πα­ρό­μοι­α μου­σι­κὰ σύ­νο­λα ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες, ἴ­σως δε­κά­δες χι­λιά­δες, για­τί τὸ κύ­μα ἁ­πλώ­νε­ται μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι, σὲ ὅ­λα τα μή­κη καὶ πλά­τη τῆς γῆς, ἀ­κό­μη καὶ μέ­χρι τὶς πιὸ ἄ­θλι­ες χῶ­ρες: ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ, ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι λί­γο πιὸ φτω­χοί, γυ­ναῖ­κες λί­γο πιὸ ἄ­σχη­μες, κυ­νη­γοὶ λί­γο πιὸ ἄ­τυ­χοι, ἡ κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος ἀ­φο­ρᾶ καὶ σὲ αὐ­τούς.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ θέ­ση ποὺ δὲν λὲς ὅ­τι εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἂν πα­ρα­δε­χτοῦ­με ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χί­α, εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ θέ­ση ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, θέ­ση ἐ­ξου­σί­ας, πλού­του καὶ δό­ξας.

       Ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος ξε­χω­ρί­ζου­με κα­θα­ρὰ καὶ τὶς δυ­ό του πλευ­ρές: ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νε­βαί­νει εἶ­ναι λεί­α ἀλ­λὰ ἀ­πό­το­μη – ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι της· ἐ­κεί­νη, ἀν­τί­θε­τα, ποὺ κα­τε­βαί­νει, εἶ­ναι τρα­χιὰ καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη: ἄλ­λο­τε κι­νεῖ­ται μα­ζὶ μὲ τὸ κύ­μα, ἄλ­λο­τε γκρε­μί­ζε­ται ἐν­τε­λῶς κά­θε­τα κι ἄλ­λο­τε σπά­ει καὶ θρυμ­μα­τί­ζε­ται σὲ ἀ­φρώ­δεις καὶ κα­τα­στρο­φι­κὲς δί­νες.

       Κι ἐ­γώ, ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος καὶ σπού­δα­ζα στὸ ὠ­δεῖ­ο, ὀ­νει­ρευ­ό­μουν νὰ φτά­σω ἐ­κεῖ πά­νω νι­κη­τής, δι­ά­ση­μος, ἕ­νας νέ­ος Το­σκα­νί­νι, πιὸ φη­μι­σμέ­νος ἀ­κό­μα. Με­τά, ἡ ζω­ή. Τώ­ρα πιά, ἀ­πὸ τὰ σα­ράν­τα μου ποὺ μοῦ προ­σφέρ­θη­κε αὐ­τὴ ἡ θέ­ση, εἶ­μαι συμ­βι­βα­σμέ­νος μὲ τὴν με­τρι­ό­τη­τά μου. Τώ­ρα εἶ­μαι ἑ­ξήν­τα τρι­ῶν. Καὶ νὰ ξέ­ρα­τε τί ἔ­χω δεῖ! Καὶ τὸ κύ­μα προ­χω­ρᾶ, προ­χω­ρᾶ ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῶν πρώ­των Φα­ρα­ώ, πο­τὲ δὲν στα­μά­τη­σε, πο­τὲ δὲν θὰ στα­μα­τή­σει, ἡ ἐ­πέ­λα­σή του εἶ­ναι τρο­με­ρή· ὅ­ταν στυ­λώ­νου­με τὰ μά­τια μας στὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λά­ει ἀ­πὸ κά­τω, μᾶς πιά­νει ἴ­λιγ­γος καὶ φό­βος.

       Πρὶν δε­χτῶ τὴ θέ­ση, πί­στευ­α ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ εὐ­χά­ρι­στη καὶ λαμ­πρὴ δου­λειά, πάν­τα σ΄ἐ­πα­φὴ μὲ τὶς δι­α­ση­μό­τη­τες καὶ τοὺς με­γά­λους τῆς γῆς.

       Ἀν­τι­θέ­τως, εἶ­ναι μιὰ κου­ρα­στι­κὴ δου­λειά, για­τί ζοῦ­με, βέ­βαι­α, μέ­σα στὸ φῶς τῆς δό­ξας, ἀλ­λὰ μό­νο ὡς ὑ­πη­ρέ­τες· κι ἔ­πει­τα, ὅ­σα συμ­βαί­νουν κά­τω ἀπ΄τὰ μά­τια μας, ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ, κα­θὼς παι­α­νί­ζου­με τὰ θρι­αμ­βι­κὰ ἐμ­βα­τή­ρια, τὰ ὡ­σαν­νά, τοὺς χαι­ρε­τι­σμοὺς καὶ τὶς δο­ξο­λο­γί­ες, μᾶς πο­νᾶ­νε καὶ μᾶς ρα­γί­ζουν τὴν καρ­διά.

       Βλέ­που­με ἐ­κεῖ κά­τω, ὅ­που το κύ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ ὑ­ψώ­νε­ται, τὸ ἀ­τε­λεί­ω­το, ἄ­μορ­φο πλῆ­θος. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­στα­σης μοιά­ζει μὲ μιὰ σκο­τει­νὴ συ­νά­θροι­ση ποὺ χά­νε­ται στὸν μα­κρι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα. Μὰ ἀπ΄ τὸ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το πλῆ­θος ξε­χω­ρί­ζουν συ­νε­χῶς οἱ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νοι, ἢ οἱ ὀ­νει­ρο­πό­λοι, ἢ ἁ­πλῶς οἱ τυ­χε­ροί· καὶ ξε­κι­νοῦν τὴν ἀ­νά­βα­ση.

       Νέ­οι, ἀ­τρό­μη­τοι, μὲ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια, φαί­νε­ται νὰ προ­χω­ροῦν στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ καὶ νὰ ρί­χνον­ται πρὸς τὰ πά­νω. Γρή­γο­ρα κερ­δί­ζουν ἔ­δα­φος, ἤ­δη μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με τὰ πρό­σω­πά τους. Περ­πα­τοῦν μὲ κό­πο τεν­τώ­νον­τας τὰ χέ­ρια, φω­νά­ζον­τας, τρα­γου­δών­τας. Ὅ­μως, ξαφ­νι­κά, τοὺς κό­βε­ται ἡ φό­ρα, τρε­κλί­ζουν, στα­μα­τοῦν, δι­στά­ζουν· τὸ κύ­μα —κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει πῶς— ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ τοὺς πα­ρα­σύ­ρει.

       Εἶ­ναι μιὰ σύν­το­μη κρί­ση, ἐν­νο­εῖ­ται, μιὰ ἀ­ναγ­καί­α παύ­ση γιὰ νὰ πά­ρεις ἀ­νά­σα, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ον ἀ­νή­φο­ρο· σὲ λί­γο θὰ γί­νει ἡ τε­λι­κὴ προ­σπά­θεια. Μὰ τὰ νε­ρὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ κυ­λοῦν ὁρ­μη­τι­κὰ ἀ­πὸ κά­τω τους, ἔ­τσι ποὺ χέ­ρια καὶ πό­δια δὲν μπο­ροῦν νὰ πια­στοῦν ἀ­πὸ που­θε­νά. Τοὺς βλέ­που­με, λοι­πόν, ἐ­κεῖ κά­τω, ποὺ μᾶς κοι­τοῦν τα­ραγ­μέ­νοι: κά­ποι­οι ζη­τοῦν βο­ή­θεια, γιὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξου­με ἕ­να σκοι­νί, ἄλ­λοι μᾶς ρί­χνουν τσάν­τες γε­μά­τες μὲ χρυ­σὲς λί­ρες, γιὰ νὰ τοὺς παι­α­νί­σου­με ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἐμ­βα­τή­ριο, ὥ­στε νὰ τὸ μά­θουν οἱ συγ­γε­νεῖς καὶ οἱ φί­λοι τους, λὲς καὶ ἔ­φτα­σαν, πράγ­μα­τι, στὴν κο­ρυ­φή.

       Μὰ καὶ τὰ δυ­ὸ αὐ­τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται αὐ­στη­ρῶς, κι ἐ­γὼ δὲν θέ­λω νὰ χά­σω τὴ δου­λειά μου. Κλεί­νου­με, λοι­πόν, τ΄ αὐ­τιά μας στὶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νες ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοὺς ξα­να­ρί­χνου­με τὶς τσάν­τες μὲ τὸ χρυ­σά­φι.

       Καὶ νὰ πού, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φή, οἱ δυ­στυ­χεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν ἄλ­λο, τὸ ρεῦ­μα ποὺ λί­γο πρὶν τοὺς πα­ρέ­συ­ρε πρὸς τὰ πά­νω, με­τα­τρέ­πε­ται σὲ μιὰ ὀ­λι­σθη­ρὴ τσου­λή­θρα ποὺ τοὺς ρου­φᾶ στὴν τά­φρο τῆς ἥτ­τας τους. Κα­η­μέ­νοι νέ­οι, δὲν ἔ­χουν ἀ­πὸ ποῦ νὰ πια­στοῦν, ὑ­πο­χω­ροῦν: ὅ­λο καὶ πιὸ κά­τω, μὲ ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη τα­χύ­τη­τα, γκρε­μί­ζον­ται, σφα­δά­ζουν, με­τα­μορ­φώ­νον­ται, τὰ γε­ρά­κια σὲ ἀ­ρου­ραί­ους, οἱ νε­ρά­ι­δες σὲ καμ­ποῦ­ρες μά­γισ­σες, ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κρυ­ά, γί­νον­ται θρύ­ψα­λα, χά­νον­ται ὁ­ρι­στι­κά, τοὺς κα­τα­πί­νει ξα­νὰ τὸ ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νο πλῆ­θος.

       Ὅ­μως, κα­μιὰ φο­ρά, κά­ποι­ος ἔ­χει τὴν τύ­χη μὲ τὸ μέ­ρος του, καὶ τὸν κά­νει νὰ ξε­πε­ρά­σει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐμ­πό­διο. Ἔ­τσι, τὸν βλέ­που­με ποὺ ξε­πε­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ φρύ­δι τοῦ κύ­μα­τος, μὲ τὸ πρό­σω­πό του νὰ συ­σπᾶ­ται σ΄ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο χα­μό­γε­λο. Νά ΄τος, νά ΄τη ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται μπρο­στά μας, στὸν κο­λο­φώ­να τῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν του: μιὰ με­γα­λο­φυ­ΐ­α, ἕ­νας καλ­λι­τέ­χνης, ἕ­νας ἐ­πι­στή­μο­νας, ἕ­νας τρα­πε­ζί­της, ἕ­νας με­γα­λό­πνο­ος πο­λι­τι­κός, ἕ­νας ἡ­γέ­της, ἕ­νας βι­ο­μή­χα­νος, ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ός, μιὰ στάρ, μιὰ δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος, μιὰ βα­σί­λισ­σα. Τόκ, τόκ, τὸ σι­νιά­λο τῆς μπαγ­κέ­τας μου ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται: ὁ πρῶ­τος ἐ­ξαί­σιος ἦ­χος τῆς σάλ­πιγ­γας.

       Ἡ δό­ξα; Ἡ δύ­να­μη; Οἱ πα­ρε­λά­σεις στὸ Μπρόν­τγουα­ιη; Ὁ ἔ­ρω­τας τῶν ὄ­μορ­φων κο­ρι­τσι­ῶν; Εἶ­ναι νέ­οι, ἔ­χουν ὅ­λη τὴ ζω­ὴ μπρο­στά τους, τί μα­κρὺ τα­ξί­δι χω­ρὶς ὅ­ριο, ἀ­νά­με­σα στὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα, τὰ λου­λού­δια, τὰ φῶ­τα, τὰ φι­λιά, τὰ με­γα­λεῖ­α, τὰ ὡ­ραῖ­α μας σαλ­πί­σμα­τα. Κοι­τᾶ­νε γύ­ρω τους θρι­αμ­βευ­τι­κά, τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν, λα­τρεύ­ον­ται, θε­ω­ροῦν­ται θε­οί.

       Ἕ­να γλί­στρη­μα, μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση, ἕ­νας μυι­κὸς σπα­σμός. Κα­λὰ-κα­λὰ δὲν ἔ­χουν φτά­σει στὴν κο­ρυ­φή. Μό­νο ἕ­να λε­πτό, λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό. Οἱ μου­σι­κοὶ δὲν ἔ­χου­με φτά­σει ἀ­κό­μα στὴν πρώ­τη ἐ­πω­δό. Ἡ ἄ­βυσ­σος χαί­νει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους, τὸ ἀ­φρῶ­δες βά­ρα­θρο, ἡ τρο­μα­κτι­κὴ τα­χύ­τη­τα τοῦ χρό­νου. Οἱ εὐ­νο­ού­με­νοι τῆς τύ­χης δὲν ἔ­χουν κὰν τὸν χρό­νο νὰ στρα­φοῦν γιὰ νὰ ζη­τή­σουν βο­ή­θεια, νὰ προ­βάλ­λουν ἔ­στω μιὰ κά­ποι­α ἀν­τί­στα­ση. Ἡ εὐ­τυ­χί­α στὴν κο­ρυ­φὴ κρά­τη­σε ὅ­σο καὶ μιὰ ἀ­νά­σα. Κα­τε­βαί­νουν κι­ό­λας· γκρε­μί­ζον­ται, ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται μὲς στὸ λάκ­κο. Λη­σμο­νή­θη­καν, πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξαν · ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α· ἡ σι­ω­πή.

       Καὶ τό­τε, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ποὺ προ­κα­λεῖ τὸ δέ­ος, ση­κώ­νω ξα­νὰ τὴν μπαγ­κέ­τα. Ἡ κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος εἶ­ναι πρὸς στιγ­μὴν ἄ­δεια. Βρα­διά­ζει. Εἴ­μα­στε μό­νοι. Κου­ρά­γιο. Κατ΄ ἐ­ξαί­ρε­ση παί­ζου­με γιὰ μᾶς τοὺς ἴ­διους, τὴ φη­μι­σμέ­νη «Scalata del cielo» τοῦ Widmar Johannsen, ὕ­ψι­στη δο­ξο­λο­γί­α σὲ ρὲ μα­τζό­ρε. Γιὰ μᾶς τοὺς φου­κα­ρά­δες ποὺ ἐλ­πί­σα­με κά­πο­τε, μὰ δὲν εἴ­χα­με τὴ δύ­να­μη.

       Σύν­νε­φα ποὺ φέρ­νουν κα­ται­γί­δα, βαγ­κνε­ρι­κὰ σύν­νε­φα, κρέ­μον­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ με­λα­νὴ ρά­χη τοῦ κύ­μα­τος – αὐ­τὸ τὸ ἄ­σπλα­χνο τέ­ρας τοῦ βί­ου. Ἂς προ­σποι­η­θοῦ­με, φί­λοι. Ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ παί­ξου­με κα­λά. Ἂς βαυ­κα­λί­σου­με τοὺς ἑ­αυ­τούς μας ὅ­τι εἴ­μα­στε οἱ νι­κη­τές.

       Πο­λὺ ἀρ­γά. Ἡ νύ­χτα. Κα­νεὶς δὲν παί­ζει στὸ σκο­τά­δι. Εἴ­μα­στε μέ­σα στὴν πα­ράγ­κα μας. Στὸ φῶς τοῦ κε­ριοῦ: τὸ δεῖ­πνο. Κα­νεὶς δὲν μι­λᾶ: οἱ σκέ­ψεις. Μὰ ἀ­πὸ ἔ­ξω, ἀ­κό­μα κι ἐ­δῶ πά­νω, ἐ­ξα­πλώ­νε­ται ἡ ἀ­έ­να­η βου­ὴ τοῦ κύ­μα­τος —ἡ δό­ξα, τὸ χρυ­σά­φι, ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α, ἡ πο­λυ­τέ­λεια, τὸ ἐ­φή­με­ρο, ἡ σκό­νη— βου­η­τὸ ἀ­πὸ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ θά­να­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.