Γιῶργος Παναγιωτίδης: Μία γάτα πῆγε καὶ κάθισε


Γι­ώρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης


Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε


ΥΝΗΘΩΣ ΕΙΧΕ συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες, ὅ­μως, στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να, συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή. Δί­δα­σκε ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς σὲ ἕ­να με­τα­πτυ­χια­κὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ μά­θη­μά του, σὲ κά­θε νέ­ο τμῆ­μα, τὸ ξε­κι­νοῦ­σε μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό; Ἂν ὅ­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α ἄρ­χι­ζε κά­πως ἔ­τσι: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι μί­ας ἄλ­λης γά­τας. Ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει μί­α ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι κά­τι θὰ γί­νει. Γεν­νι­έ­ται ἡ προσ­δο­κί­α μί­ας ἐ­πι­κεί­με­νης σύγ­κρου­σης. Μὲ μί­α στρα­βο­τι­μο­νιά, ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δευ­τε­ρό­λε­πτο νὰ πα­τή­σει ἕ­να γα­τά­κι ὀ­λί­γων μη­νῶν ποὺ βρέ­θη­κε στὴ μέ­ση της ἐ­θνι­κῆς ὁ­δοῦ, λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο. Τὸ κεν­τρά­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ρό­δες καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω του. Ἴ­σως κά­ποι­α ἄλ­λα αὐ­το­κί­νη­τα νὰ τὸ εἶ­χαν ἤ­δη χτυ­πή­σει καὶ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ σκο­τω­μέ­νο, κου­φά­ρι ἀ­δεια­νὸ στὸ ὁ­δό­στρω­μα. Κοί­τα­ξε στὸν κα­θρέ­φτη. Αὐ­ξη­μέ­νη κί­νη­ση, ὑ­ψη­λὲς τα­χύ­τη­τες, ἂν στα­μα­τοῦ­σε θὰ γι­νό­ταν ἀ­φορ­μὴ πολ­λα­πλῶν συγ­κρού­σε­ων. Τὸ γα­τά­κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη ζων­τα­νό. Στρο­βι­λί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του, γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­νά­σκε­λα καὶ κου­νοῦ­σε σπα­σμω­δι­κά τὰ πό­δια του. Δι­α­κό­σια μέ­τρα πί­σω του ἐρ­χό­ταν ἕ­να φορ­τη­γὸ κα­τευ­θεί­αν ἐ­πά­νω του.

        Τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Σο­βά­ρε­ψε στὰ πρῶ­τα δι­ό­δια, ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν κα­τά­λα­βε τί­πο­τα. Κα­λὸ τα­ξί­δι. Εὐ­χα­ρι­στῶ. Ὕ­στε­ρα πά­λι φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Στὰ δεύ­τε­ρα δι­ό­δια εἶ­χε πιὰ ἠ­ρε­μή­σει. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι σκλη­ρή. Συμ­βαί­νουν αὐ­τά, συμ­βαί­νουν καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἄ­ρα­γε οἱ συ­νή­θεις συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες του θὰ φώ­να­ζαν, θὰ ἔ­βρι­ζαν καὶ θὰ βούρ­κω­ναν κι ἐ­κεῖ­νοι; Ἄ­ρα­γε θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν αὐ­τὸ τὸ ἀ­κα­τά­παυ­στο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ξέ­σπα­σμα ἢ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι τὴν ἀν­τί­δρα­ση τοῦ οἰ­κτίρ­μο­να, φι­λό­ζω­ου ὁ­δη­γοῦ τους; Καὶ ποῦ θὰ τοὺς ὁ­δη­γοῦ­σε αὐ­τό; Ὁ ρυθ­μὸς τῆς μου­σι­κῆς καὶ ἡ τα­χύ­τη­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του τὸν συ­νε­πῆ­ραν καὶ ξε­χά­στη­κε. Ἦ­ταν ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ξε­χά­σει τὸ γε­γο­νός. Ἡ μου­σι­κή, ἰ­δί­ως ἡ μου­σι­κή, βο­η­θοῦ­σε σὲ αὐ­τό.

       Τὸ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νο ποὺ ἔ­λε­γε στοὺς φοι­τη­τὲς ἦ­ταν ὅ­τι μί­α μι­κρὴ πα­ραλ­λα­γὴ τῆς ἴ­διας πρό­τα­σης, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­σχε­θεῖ μί­α ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι ἑ­νὸς γά­του. Ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πι­φω­νή­μα­τα τοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου δι­καί­ω­ναν τὴ με­τα­δο­τι­κή του δει­νό­τη­τα. Μὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν δύ­ο ἐ­ρω­τευ­μέ­νες γά­τες; Ναί, βε­βαί­ως μπο­ρεῖ. Πολ­λὲς γά­τες ἀ­να­πτύσ­σουν δε­σμοὺς με­τα­ξύ τους ποὺ ξε­περ­νᾶ­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Ἀ­γα­πι­οῦν­ται κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, νοι­ά­ζον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη. Σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο οἱ φοι­τη­τὲς κα­τα­λά­βαι­ναν πιὰ μὲ ποι­ὸν εἶ­χαν νὰ κά­νουν καὶ τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν σω­ρεί­α ἐ­ρω­τή­σε­ων. Ἀ­γα­πᾶ­τε τὶς γά­τες;  Εἶ­στε γα­τό­φι­λος; Ἔ­χε­τε γά­τες; Πο­λὺ ντρο­πι­α­στι­κὸ νὰ ἀ­πο­γυ­μνώ­νε­ται ἐμ­πρός τους. Ναί, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ. Εἶ­μαι γα­τό­φι­λος. Ἔ­χω τρεῖς γά­τες στὸ σπί­τι μου. Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα πε­ρισ­σό­τε­ρες. Χα­μή­λω­νε τὸ βλέμ­μα. Τί θὰ σκέ­φτον­ταν ὅ­λοι τοῦ­τοι οἱ ἀ­σκού­με­νοι συγ­γρα­φεῖς γι’ αὐ­τόν;  Τὸν κα­η­μέ­νο, τοῦ ἔ­χει σα­λέ­ψει. Ἄ, δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ μα­ζεύ­ει στὸ σπί­τι του τὰ γα­τιὰ τοῦ δρό­μου. Συγ­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι, τί πε­ρι­μέ­νεις;

        Φτά­νον­τας στὸν κάμ­πο τῆς Καρ­δί­τσας, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα με­τὰ τὸν Δο­μο­κό, στα­μά­τη­σε γιὰ βεν­ζί­νη. Ἄ­φη­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ ρώ­τη­σε τὸν βεν­ζι­νο­πώ­λη ποῦ ὑ­πάρ­χει του­α­λέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­φτυ­σε λί­γο κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ στρι­φτὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε σβη­σμέ­νο στὰ δόν­τια του καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε. Πί­σω ἀ­πὸ τὸ βεν­ζι­νά­δι­κο, μί­α ἐ­λε­ει­νὴ του­α­λέ­τα. Ἡ θέ­α μα­γευ­τι­κή, ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ποι­κί­λη μυ­ρω­διὰ ἀμ­μω­νί­ας, ἀ­πὸ τὴν με­τα­τρο­πὴ τῆς οὐ­ρί­ας, καὶ βεν­ζί­νης. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του ὁ βεν­ζι­νο­πώ­λης εἶ­χε μί­α πο­λυ­και­ρι­σμέ­νη κα­ρέ­κλα σκη­νο­θέ­τη καὶ ἕ­να κλου­βὶ μὲ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη καρ­δε­ρί­να, ξε­που­που­λι­α­σμέ­νη. Ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τῆς φόρ­μας του, ρυ­πα­ρὸ κόκ­κι­νο, τὰ χρή­μα­τα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν κα­ρέ­κλα του. Ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο του. Ἡ καρ­δε­ρί­να τι­τί­βι­σε ἕ­ναν ξε­κούρ­δι­στο σκο­πό. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὴν του­α­λέ­τα ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ καὶ νὰ πά­ρει με­ρι­κὲς βα­θι­ὲς εἰ­σπνο­ὲς κα­θα­ροῦ ἀ­έ­ρα. Δὲν πρό­λα­βε. Τὸν στα­μά­τη­σε ἕ­να πα­ρα­τε­τα­μέ­νο νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­γω­νίας.

       Μί­α γά­τα, λευ­κὴ ἦ­ταν θαρ­ρῶ, μὲ μα­κριὰ τρί­χα καὶ φουν­τω­τὴ οὐ­ρά, μὲ ἕ­να ξε­φτι­σμέ­νο κόκ­κι­νο λου­ρά­κι σφιγ­μέ­νο στὸν λαι­μό της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ βρο­μιὰ τῶν καυ­σί­μων, στε­κό­ταν ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τῆς του­α­λέ­τας καὶ τὸν κοι­τοῦ­σε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ στὰ μά­τια. Τὸ μπρο­στι­νό της ἀ­ρι­στε­ρὸ πό­δι σπα­σμέ­νο, μέ­σα στὰ αἵ­μα­τα. Σὲ τρεῖς ὧ­ρες ξε­κι­νοῦ­σε τὸ μά­θη­μά του. Εἶ­χε ἤ­δη τρεῖς ὑ­πέ­ρο­χες γά­τες στὸ σπί­τι του. Δὲν ἄν­τε­χε νὰ βλέ­πει αὐ­τὴ τὴ λευ­κὴ γά­τα νὰ τὸν βλέ­πει μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια, γε­μά­τα πό­νο καὶ ἀ­πό­γνω­ση. Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας. Βρέ­θη­κε στὸν δρό­μο σὲ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ ἔ­κλα­ψε. Ἐ­ξάλ­λου τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή, τὶς φω­νές, τὶς βρι­σι­ὲς καὶ τὰ κλά­μα­τά του. Τρεῖς ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ξε­κί­νη­σε τὸ μά­θη­μά του. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό;



Πηγή: Ἐντευκτήριο, τχ. 117-118.

Γιώργος Παναγιωτίδης, ποιητής και πεζογράφος, έχει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ειδίκευσης στη Δημιουργική Γραφή και είναι διδάκτορας στη Δημιουργική Γραφή της Παιδαγωγικής Σχολής, του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει αδιάλειπτα για σειρά ετών στα αντίστοιχα Μεταπτυχιακά Προγράμματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Διδάσκει εξατομικευμένα Δημιουργική Γραφή ως «μέντορας» από το 2010. Το μυθιστόρημά του Ερώτων και Αοράτων, 2007 «Γαβριηλίδης» διακρίθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» το 2008. Το βιβλίο του Γιώργος Σεφέρης – Βίος και Παρωδία, 2014 «Γαβριηλίδης», βρέθηκε στη μικρή λίστα για τα βραβεία δοκιμίου του περιοδικού «Αναγνώστης» το 2015. Το μυθιστόρημά του, Ίσος Ιησούς, 2020, εκδόσεις Βακχικόν είναι το πρώτο στην Ελλάδα που αποτελεί μέρος διδακτορικής διατριβής στη Δημιουργική Γραφή. Συνεργάστηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό «Μανδραγόρας» ως μέλος της Συντακτικής Ομάδας για μία δεκαετία. Είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του ψηφιακού περιοδικού https://www.culturebook.gr υπεύθυνος για τις βιβλιοκριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις.


Βαγγέλης Παπαδιόχος: Μπάγκειον


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Μπάγ­κει­ον


ΡΑΦΩ ΣΕ ΌΛΟΥΣ ἐσᾶς ποὺ περ­νᾶ­τε συ­νέ­χεια ἀ­πὸ μπρο­στά μου κι ὅ­μως πο­τὲ δὲν μὲ βλέ­πε­τε. Γεν­νή­θη­κα γύ­ρω στὸ 1890. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ ἔ­λε­γαν Φί­λιπ­πο Β΄ καὶ τὸν ἀ­δερ­φό μου Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Μό­λις ὁ πα­τέ­ρας μας, Ἰ­ω­άν­νης Μπάγ­κας, μᾶς ἄ­φη­σε πῆ­ρα τὸ ὄ­νο­μά του. Τό­τε, χά­ζευ­α τὴν ἥ­συ­χη πλα­τεί­α μὲ τοὺς φοί­νι­κες, τοὺς φα­νο­στά­τες, τὰ παγ­κά­κια καὶ τὶς ἅ­μα­ξες. Πό­σος κα­λὸς κό­σμος πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά μου χα­ζεύ­ον­τας τοὺς εὐ­ρύ­χω­ρους δι­α­δρό­μους μου, τοὺς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κούς μου κα­θρέ­φτες, τοὺς ἀ­κρι­βούς μου πί­να­κες καὶ τὰ σκα­λι­στά μου ἀ­γαλ­μα­τά­κια…

        Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος μα­ζευ­ό­ταν στὸ λου­κου­μα­τζί­δι­κο ποὺ εἶ­χα στὸ ὑ­πό­γει­ο. Αὐ­τοὺς —τὸ ὁ­μο­λο­γῶ— προ­τι­μοῦ­σα νὰ τοὺς κρυ­φα­κού­ω πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κά­ποι­ους τοὺς θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα —Λα­πα­θι­ώ­της, Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ἄ­γρας, Ρί­τσος, Λά­σκος, Βαμ­βα­κά­ρης— καὶ ἄλ­λους πολ­λοὺς τοὺς ἔ­χω πιὰ ξε­χά­σει. Ἡ φτώ­χεια, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, τὸ πο­τό, τὸ χα­σὶς καὶ ἡ τέ­χνη βα­σί­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα. «Κά­τω ἀ­π’ τὰ τό­ξα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου μὲ τὶς τε­φρὲς σκι­ές των καὶ μὲς στὴν κού­φια ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ μιὰ σι­γὴ ἀν­τη­χεῖ, τῆς κοι­νω­νί­ας οἱ ἄ­χρη­στοι κη­φῆ­νες μο­να­χοὶ στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς ζω­ῆς δι­α­γρά­φουν τὶς τρο­χι­ὲς των»(1), θυ­μᾶ­μαι εἶ­χε γρά­ψει ἕ­νας.

       Με­τὰ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν γρή­γο­ρα· πό­λε­μος, κα­το­χὴ καὶ ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση. Τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στρι­φο­γυρ­νοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα, τὸ τσι­μέν­το σκέ­πα­σε τὰ δέν­τρα κι ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ γερ­νά­ω. Ὅ­λο καὶ λι­γό­τε­ροι ἀν­τί­κρι­ζαν πιὰ τοὺς γδαρ­μέ­νους τοί­χους καὶ τὰ τρυ­πη­μέ­να μου πα­τώ­μα­τα. Στὴν αὐ­γὴ τῆς νέ­ας χι­λι­ε­τί­ας τὰ φῶ­τα μου ξαφ­νι­κὰ ἔ­σβη­σαν. Ἀ­πὸ τό­τε, τὸν ἀ­πρό­θυ­μο ὕ­πνο μου δι­α­κό­πτουν εὐ­χά­ρι­στα κά­θε τό­σο ζω­γρά­φοι καὶ θε­α­τρί­νοι ποὺ μοῦ θυ­μί­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς πα­λιούς. Μό­νο αὐ­τοὶ βλέ­πουν μιὰ ὀ­μορ­φιὰ στὸ σκο­τά­δι μου.


(1) Στί­χοι ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Τὸ Μπάγ­κει­ον» τοῦ Ὀ­ρέ­στη Λά­σκου.

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Λα­θρε­πι­βά­τες [Ὀ­σε­λό­τος, 2018] καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια [Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019]).


Μάγδα Κόσσυβα: “Ὁι Ἐραστές ΙΙ”


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


«Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ»


 ΡΕΝΕ ἦ­ταν ψη­λὸς σὰν κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νο σκιά­χτρο, εἶ­χε ἕ­να ἄ­βο­λο χα­μό­γε­λο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε συμ­πα­θῆ καὶ δυ­ὸ ἀ­γω­νι­ώ­δη μά­τια ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ φαί­νε­ται ἔ­ξυ­πνος. Ἐ­πί­σης εἶ­χε μιὰ πε­ρί­ερ­γη ἱ­κα­νό­τη­τα ἢ δυ­σκο­λί­α ἴ­σως.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἕλ­ξη γιὰ κά­ποι­ον καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν φι­λή­σει, ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε δι­α­κα­ῶς νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Ὁ­πό­τε δὲν εἶ­χε φι­λή­σει πο­τὲ κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο, ἀ­πὸ ἀ­πο­στρο­φὴ στὰ δο­λο­φο­νι­κὰ ἔν­στι­κτα ποὺ γεν­νᾶ ὁ ἔ­ρω­τας.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν χει­ρό­τε­ρα μό­λις γνώ­ρι­σε τὴν Λου­ΐζ. Μό­νο μὲ πλα­νη­τι­κὴ σύγ­κρου­ση θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συγ­κρί­νει. Ἡ Λου­ῒζ τὸν συγ­κι­νοῦ­σε ἐ­πι­κίν­δυ­να. Ἀ­πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται, σκέ­φτη­κε νὰ προ­τεί­νει στὴν Λου­ῒζ νὰ φι­λι­οῦν­ται μὲ ἕ­ναν μο­να­δι­κὸ τρό­πο, νὰ φο­ρᾶ­νε κου­κοῦ­λες ὅ­σο φι­λι­οῦν­ται καὶ ἔ­τσι νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον.

        Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να ἀ­που­σί­ας ἡ Λου­ῒζ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο τοῦ πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ, «Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ».

        Σὰν εὐ­χα­ρι­στή­ρια ἀ­πάν­τη­ση τῆς ἔ­στει­λε ἕ­να τη­λε­γρα­φι­κὸ σχε­δὸν μή­νυ­μα ποὺ συ­νό­ψι­ζε τὴν κα­τά­στα­σή του.

        Ἕ­να βρά­δυ τὴν βρῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του νὰ φορᾶ ἕ­να λευ­κὸ σεν­τό­νι στὸ κε­φά­λι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ζευγάρι ποὺ μιμεῖται τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Ρενὲ Μαγκρὶτ «Ἐραστές II».

 

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás): Προσευχή


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Προ­σευ­χή

[Oración]


ΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ἕ­να ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα στὰ ὄ­νει­ρά μου, ξυ­πνά­ω καὶ πε­τά­γο­μαι ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος μό­λις βρεῖ ἀ­έ­ρα. Ξά­γρυ­πνος πιά, ἀ­να­ζη­τῶ σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλί­α, δί­χως νὰ τοὺς βρί­σκω, τοὺς στί­χους ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια μου νὰ ἀ­νοί­ξουν. Ἀ­να­ζη­τῶ τὸ ποί­η­μα ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­πως ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει. Ποί­η­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου, σῶ­σέ με, ἔ­λα νὰ μὲ βρεῖς, φύ­λα­ξέ με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ὠ­κε­α­νὸ σά­πιας πρό­ζας ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­γρύ­πνια. Ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου, Σίλ­βια Πλάθ, ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου, Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον, δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον τὸν στί­χον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον, Χόρ­χε Μαν­ρί­κε, προ­σευ­χή­σου ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, τῶν ξα­γρυ­πνι­σμέ­νων, Βι­θέν­τε Ἀ­λε­ϊ­ξάν­τρε. Γεν­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς, Χὶλ δὲ Μπι­έδ­μα, καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἠ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, Πέ­δρο Σα­λί­νας. Πι­στεύ­ω στὰ σο­νέ­τα τοῦ Λό­πε δὲ Βέγ­κα καὶ στὶς ρί­μες τοῦ Μπέ­κερ καὶ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ Ἐ­σπρον­θέ­δα. Συγ­χώ­ρα, Σαίξ­πηρ, τὰ ἀ­νο­μή­μα­τά μας. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, δῶ­σε μας μιὰ με­τα­φο­ρά. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­κά­λυ­ψέ μας ἕ­να ρυθ­μό. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, βγά­λε ἕ­ναν ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο σου. Χαῖ­ρε, Σιμ­πόρ­σκα, μή­τηρ ἐ­λε­ή­μων, ζω­ὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, ἐλ­πί­δα μας, χαῖ­ρε. Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἔ­γρα­ψε ἡ Λου­ὶζ Γκλὶκ στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες της: «Θυ­μᾶ­μαι τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α ὡς μιὰ μα­κρὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βρί­σκο­μαι ἀλ­λοῦ.» Καὶ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος γε­νη­θή­τω ποί­η­μα, καὶ τὸ ποί­η­μα ἐ­γέ­νε­το σὰρξ καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν. Ἐν ἀρ­χὴ ἦ­το τὸ χά­ος καὶ βα­σί­λευ­ε τὸ σκό­τος καὶ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου φτε­ρο­κο­ποῦ­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς δα­κτύ­λους καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­ρε­βος. Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο, ἔ­λα στὶς ψυ­χές μας, ποὺ ἐ­σέ­να λα­χτα­ροῦν. Πι­στεύ­ω στὸν Ρίλ­κε, στὸν Βερ­λαὶν καὶ στὸν Ρεμ­πώ, κα­θὼς καὶ στὸν Λόρ­κα, στὸν Οὐ­ι­δόμ­προ, στὸν Θερ­νού­δα καὶ στὸν Ὀ­κτά­βιο Πάς, στὸν Μπόρ­χες καὶ στὴν Πι­σαρ­νίκ. Πη­γαί­νω γιὰ ὕ­πνο μὲ τὸν Λου­ὶς δὲ Γκόν­γκο­ρα, μὲ τὸν Μπων­τλαὶρ ξυ­πνά­ω, μὲ τὸ Τα­ξί­δι στὴν Ἰ­θά­κη καὶ μὲ τὸν δὸν Ἀν­τό­νιο Μα­τσά­δο. Ἀ­μήν.


 

Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 2020: https://elpais.com/opinion/2020-10-29/oracion.html

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος, θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φος τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. [Γιὰ μιὰ ἄλλη πιὸ ρεαλιστικὴ καὶ λιγότερο δημοκοπικὴ προσέγγιση στὸ θέμα, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἱστολογίου μας νὰ διαβάσει τὸ μπονζάϊ «Ποιητές» τῆς Ἄνα Μαρίας Σούα, σὲ μετάφραση τῆς Ἄννας Βερροιοπούλου. Σ.Τ.Ἐ.]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (3/3) 



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[3/3]

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, τὸν και­ρὸ τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, νει­ὸς ἀ­κό­μα, χό­ρευ­ε μιὰ φο­ρὰ μ’ ἄλ­λα πα­λη­κά­ρια. Ἐ­νῷ ἔ­σερ­νε μπρο­στι­νὸς τὸν Τσά­μι­κο, κ’ ἔ­κα­νε πολ­λὲς γῦ­ρες στὸν τό­πο, κα­θὼς λέ­νε, πέ­ρα­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς, γυι­ὸς τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα. Ἡ φου­στα­νέλ­λα τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη ση­κώ­θη­κε τὸν ἀ­νή­φο­ρο καὶ φα­νή­κα­νε τὰ πλι­ά­τσι­κα (1)… Ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς πει­ρά­χτη­κε. Πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα του καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Κρά­ζει τό­τε ὁ Ἀ­λή­πασ­σας τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ θυ­μω­μέ­νος τοῦ λέ­ει:

       — Τί ἔ­κα­μες, ὠ­ρὲ Πα­λι­ό­γυ­φτο, στὸ γυι­ὸ τὸ δι­κό μου;

       — Τί­πο­τα, Πασ­σᾶ μ’, τοῦ λέ­ει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Δὲν τὄ­θε­λα· χό­ρευ­α κ’ ἔ­κα­μα ἔ­τσ’ μιὰ φου­ρά… [κ’ ἔ­φε­ρε μιὰ γύ­ρα]. Τό­τε πέρ­να­γε ὁ γυι­ός σου ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς καὶ θύ­μω­σε. Τί φταί­ω ‘­γὼ ὁ μαῦ­ρος;…

       Ὁ Ἀ­λή­πασ­σας ἔ­σκα­σε τὰ γέ­λια.

       — Πῶς τὄ­κα­μες, ὠ­ρὲ μπί­ρο μ’; Κά­με το πά­λε, ὠ­ρέ!

       — Ἔ­τσ’, Πασ­σᾶ μ’…

       — Κά­με το ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὠ­ρὲ Γι­ῶρ­γο!… Μπρά­βο, ὠ­ρὲ Γιῶρ­γο!… Ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.


(1) πλι­ά­τσι­κα: λάφυρα· ἐδῶ: γεννητικὰ ὄργανα.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση προ­φο­ρι­κὴ Ε­αγγ. Σκί­πη Συν/ρχη τῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 231 [Τίτλος: «499.— Ὁ χο­ρός του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

♣ ♣ ♣

Χορὸς κλέφτικος. Βρυσερὰ Ἀργυροκάστρου. 1984.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (2/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[2/3]

[τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη]


»ΠΡΟΕΔΡΟΣ τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ν­νης κα­τὰ τὸν δο­θέν­τα τὴν 3 Φε­βρ. 1845 χο­ρόν, ἰ­δὼν ὅ­τι ἐ­κλή­θη πρὸ αὐ­τοῦ(1) ὁ τῆς Γε­ρου­σί­ας πρό­ε­δρος Γ. Κουν­του­ρι­ώ­της, ἀ­πῆλ­θεν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα. Τοῦ­το ἐ­ξέ­πλη­ξε τοὺς ξέ­νους καὶ ἐ­λύ­πη­σε σφό­δρα τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸν Κω­λέ­την, πα­ρώρ­γι­σε δὲ με­γά­λως τοὺς Βα­σι­λεῖς, καὶ ἰ­δί­ως τὴν Βα­σί­λισ­σαν, ἥ­τις οὐ­δέ­πο­τε συ­νε­χώ­ρη­σε τὸν Δε­λη­γιά­ννην διὰ τὴν πρᾶ­ξιν ταύ­την, ἣν ἐ­θε­ώ­ρη­σε προ­σβο­λὴν ἀ­πευ­θυν­θεῖ­σαν ἀ­μέ­σως εἰς τὸ πρό­σω­πόν της. Τὴν ἐ­παύ­ριον τοῦ χο­ροῦ ἐν τῇ συ­νε­δριά­σει τῆς Βου­λῆς ὑ­πε­κι­νή­θη τὸ ζή­τη­μα αὐ­τὸ ἀ­πὸ μέ­ρους τῆς ὑ­πουρ­γι­κῆς φά­λαγ­γος, προ­τι­θε­μέ­νης ν’ ἀ­πο­δο­κι­μά­σῃ τὴν δι­α­γω­γὴν ταύ­την τοῦ Προ­έ­δρου της, κα­θ’ ὅ­σον ἡ ὑ­πουρ­γι­κὴ φά­λαγξ ἐν τῇ Βου­λῇ πε­ρι­εῖ­χε πᾶ­σαν σχε­δὸν τὴν ὕ­λην τοῦ Αὐ­το­χθο­νι­κοῦ κόμ­μα­τος(2). Ἐ­πει­δὴ δὲ οἱ συγ­κρο­τοῦν­τες τὸ κόμ­μα αὐ­τὸ ἦ­σαν ἐκ τῶν ἐ­παρ­χι­ῶν, ὅ­που δὲν εἶ­χον εἰ­σα­χθῆ δι­ό­λου οἱ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοὶ τρό­ποι, ἐν οἷς καὶ οἱ ἐκ τού­των χο­ροί, κα­τὰ τὴν 10 9βρίου 1844 ὁ χο­ρὸς εὑ­ρέ­θη ἄ­νευ χο­ρευ­τῶν, ἀ­φοῦ οἱ τὸ τῶν νε­η­λύ­δων ἀ­πο­τε­λοῦν­τες κόμ­μα καὶ ἰ­δί­ως οἱ Φα­να­ρι­ῶ­ται, καί­τοι κλη­θέν­τες δὲν με­τέ­βη­σαν εἰς αὐ­τὸν τὸν χο­ρόν, πα­ρήγ­γει­λαν μά­λι­στα ἐμ­μέ­σως τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ, ὅ­τι ὕ­στε­ρον ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­αν τὴν ὁ­ποί­αν δί­δει εἰς τὸ Αὐ­το­χθο­νι­κὸν κόμ­μα, “ἂς δι­α­σκε­δά­σῃ εἰς τὰς ἑ­ορ­τάς της μὲ τὴν λε­ρω­μέ­νην φου­στα­νέλ­λαν, χο­ρεύ­ου­σα τὸ μαῦ­ρο γε­με­νὶ καὶ τὸν τσά­μι­κον“. Ἐκ τού­του ἐ­ρε­θι­σθέν­τες οἱ εἰς τὸ κρα­τοῦν κόμ­μα ἀ­νή­κον­τες, ἐ­κά­λε­σαν ἀ­μέ­σως χο­ρο­δι­δά­σκα­λον καὶ πάν­τες οἱ νε­ώ­τε­ροι τῶν 40 ἐ­τῶν ἐ­γυ­μνά­σθη­σαν με­τὰ τῶν συ­ζύ­γων των εἰς τὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸν χο­ρόν, οἱ δὲ πρε­σβύ­τε­ροι ἐ­γύ­μνα­σαν τὰς κό­ρας των, καὶ οὕ­τως ἐν τῷ χο­ρῷ τῆς 1 Ἰ­αν. 1845 εὑ­ρέ­θη­σαν Αὐ­τό­χθο­νες χο­ρευ­ταὶ ἀρ­κε­τοί. Τὴν δὲ 3 Φε­βρ. ἐ­κλή­θη­σαν καὶ οἱ νε­ή­λυ­δες, ἀλ­λὰ συμ­βά­σης τὴν ἑ­σπέ­ραν ἐ­κεί­νην τῆς πρὸς τὴν Βα­σί­λισ­σαν πε­ρι­φρο­νή­σε­ως τοῦ Δε­λη­γιά­ννη, οἱ νε­ή­λυ­δες ἐ­χλεύ­α­ζον τὴν Ἀ­μα­λί­αν δι’ ὅ,τι ἔ­πα­θεν ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συ­νε­ταί­ρους της, ὑ­πο­θαλ­πού­σης καὶ πα­ρὰ τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ τὴν κα­τὰ τῶν Αὐ­το­χθό­νων ἀ­πο­στρο­φὴν καὶ τῆς Πλού­σκωβ με­γά­λης Κυ­ρί­ας τῆς Τι­μῆς, ἥ­τις εἶ­χε πολ­λὴν ἀ­δυ­να­μί­αν εἰς τὴν πρὸ τῆς Γ´ 7βρίου πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζου­σαν τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα Φα­να­ρι­ω­τι­κὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τί­αν. Διὰ τὸν λό­γον λοι­πὸν τοῦ­τον ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῆς Βου­λῆς ἐ­σκό­πει νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σῃ τὴν Βα­σί­λισ­σαν. Τοῦ­το ἰ­δὼν ὁ Δε­λη­γιά­ννης ἐ­φο­βή­θη, καὶ ἀν­τὶ ἀ­πο­λο­γού­με­νος νὰ εἰ­πῇ τὸ ἐκ τοῦ Συν­τάγ­μα­τος χο­ρη­γού­με­νον αὐ­τῷ ἰ­σχυ­ρὸν δι­και­ο­λό­γη­μα, ὑ­πεί­κων εἰς τὰς ἐ­σφαλ­μέ­νας συμ­βου­λὰς ἐ­δι­και­ο­λο­γή­θη ὅ­τι ἔ­φυ­γε πι­ε­σθεὶς ἀ­πὸ σω­μα­τι­κὴν ἀ­νάγ­κην, ὅ­περ καὶ τὴν ἀ­ξί­αν τοῦ κι­νή­μα­τός του ἐκ­μη­δέ­νι­σε καὶ πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς κα­τέ­στη ἀ­πε­χθής.»


       (1) Κα­τὰ τὴν νέ­α ἀ­να­κτο­ρι­κὴ ἐ­θι­μο­τα­ξί­α ποὺ εἰ­σή­χθη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Ὄ­θω­να με­τὰ τὴν συν­ταγ­μα­τι­κὴ με­τα­βο­λὴ τοῦ 1843, κα­τὰ τοὺς ἐ­πί­ση­μους χο­ροὺς ἡ Βα­σί­λισ­σα, με­τὰ τὸν ἀρ­χαι­ό­τε­ρο Δι­πλω­μά­τη καὶ τὸν Πρω­θυ­πουρ­γὸ ἔ­πρε­πε νὰ χο­ρέ­ψει τὴν Πο­λω­νέ­ζα μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Γε­ρου­σί­ας καὶ τέ­ταρ­τον μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Βου­λῆς. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς τὴν λε­πτο­μέ­ρεια αὐ­τὴ εἶ­χε λη­σμο­νή­σει ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ννης, καὶ ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­γά­λο πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­πλω­μα­τι­κὸ ζή­τη­μα. Ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το τὸ σχό­λιο τῆς ἐφ. Ἐλ­πίς, τὴν ἑ­πο­μέ­νην 04.02.45: «Ὁ Κ. Δε­λη­γιά­ννης ἐ­δύ­να­το νὰ φρο­νῇ ὁ­τι ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς πρέ­πει νὰ προ­τι­μᾶ­ται τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Γε­ρου­σί­ας, ἀλ­λ’ ἔ­πρε­πε να ἐν­θυ­μη­θῇ ὅ­τι ἡ Βα­σί­λισ­σα εἶ­ναι εἰς τὸ σπῆ­τι της, καὶ δύ­να­ται νὰ ζη­τή­σῃ συ­νά­ο­ρον [συγ­χο­ρευ­τὴ] ὁ­ποῖ­ον θέ­λῃ…» [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]

       (2) Τὸ Κόμ­μα τῶν Αὐ­το­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Φου­στα­νέλ­λας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν πο­λι­τι­κῶν καὶ στρα­τι­ω­τι­κῶν τῶν πε­ρι­ο­χῶν ποὺ εἶ­χαν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ, βρι­σκό­ταν σὲ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα μὲ τὸ Κόμ­μα τῶν Ἑ­τε­ρο­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Ρεν­τιγ­κό­τας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τοὺς νε­ή­λυ­δες στρα­τι­ω­τι­κούς, λο­γί­ους καὶ Φα­να­ρι­ῶ­τες ποὺ εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει κα­τὰ τὴν Ἒ­πα­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὶς ἀ­λύ­τρω­τες πε­ρι­ο­χές. [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκδ. ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 78-79 [Τίτλος: «153.—Κα­πε­τὰν δελ­λὰ παν­τι­έ­ρας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἀπὸ τὰ 1833 ὡς τὰ 1843 ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Βασίλισσα πρῶτοι ἀνοῖγαν τὸ χορό, χορεύοντας τὴν Πολωνέζα, ἐκεῖνος μὲ τὴς Κυράδες τῶν ξένων διπλωματῶν κ’ ἡ Βασίλισσα μὲ τοὺς πρεσβευτάδες. Ὕστερα ἐρχόταν ἡ σειρὰ τῶν Ἑλ­λή­νων ὑπουργῶν κι’ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Βασιλέας ἀν­τὶ νὰ χορέψῃ τὴς ὑπουργῖνες (ποὺ δὲν ξέρανε τὸ συχνότερο εὐρωπαϊκοὺς χο­ροὺς) προτιμοῦσε τὴς Φαναριώτισσες καὶ Φαναριωτοποῦλες.

[ὅπ. π. σελ. 76]

Πολωνέζα

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σχεδία


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σχε­δί­α


ΛΕΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ γιὰ μέ­ρες μὲ τὴν ἴ­ω­ση, ἄϋ­πνος καὶ βα­ρύς, βάλ­θη­κε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ γιὰ ἐρ­γα­σι­ο­θε­ρα­πεί­α τὸ χά­ος τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω στοὺς ἥ­ρω­ες τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας καὶ ξα­στέ­ρω­σε ὁ νοῦς του καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὴ θο­λού­ρα του νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σει. Τὸν εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει ἀ­τε­λεί­ω­τα ἐ­κεῖ­να τὰ δι­ά­φα­να κα­λο­καί­ρια, σὲ πε­ρι­πέ­τει­ες καὶ σκαν­τα­λι­ές. Ὁ Τὸμ  Σώ­γι­ερ, ἡ Μπέ­κι καὶ ὁ Χὸκ Φίν, κυ­ρί­ως αὐ­τός, στὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας, σκλη­ρὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο καὶ χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες, ὄρ­θιος νὰ λά­μνει στὴ σχε­δί­α μὲ τὸν νέ­γρο-Τζὶμ, δρα­πε­τεύ­ον­τας πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α, μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ποὺ τὸν πλη­γώ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­νι­κό, ἔκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­α­ς (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κι­νη­τὴ γι­ορ­τή (δι­η­γή­μα­τα, Νη­σί­δες, 2018).


Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Ἡ συνάντηση



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Ἡ συ­νάν­τη­ση


ΥΝΑΝΤΙΟΜΑΣΤΑΝ κά­θε φο­ρὰ σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρα­λί­α. Ἡ τε­λευ­ταί­α, ἡ κα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­λες, ἦ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, ὅ­που ρι­ψο­κίν­δυ­νοι σέρ­φερ κα­βα­λί­κευ­αν τὰ ἄ­γρια κύ­μα­τα ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ πει­να­σμέ­νων καρ­χα­ρι­ῶν.

       Φθά­να­με πάν­τα μὲ τὸ ἴ­διο ναυ­λω­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­το καὶ μὲ τὸν ἴ­διο σο­φέρ. Κα­θό­μα­σταν σὲ κά­ποι­ο κα­φὲ δί­πλα στὸ κύ­μα. Ἐ­γὼ πα­ράγ­γελ­να πα­γω­μέ­νη μπύ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

       Εἴ­χα­με πλέ­ον ἐ­ξαν­τλή­σει πλῆ­θος δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­κτῶν. Τὸ πρά­μα εἶ­χε κα­ταν­τή­σει ἀ­νια­ρό.

       — Μοι­ά­ζου­με μὲ ἥ­ρω­ες φὶλμ νου­άρ, δὲ νο­μί­ζεις;

       — Μὰ ποῦ τὸ βρί­σκεις τὸ μαῦ­ρο μέ­σα σὲ τό­σο γα­λά­ζιο;

       Σκέ­φτη­κα νὰ κρα­τή­σω τὴ σι­ω­πή μου, μιᾶς καὶ ἀ­κου­γό­ταν πλέ­ον ὁ­λο­κά­θα­ρα ὁ ρόγ­χος τοῦ σο­φέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (Ἀ­θή­να, 1980). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Παρακολούθησε σεμινάριο Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Δήμου Ἀθη­ναί­ων (2017-2019).



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μαίρη Λίντα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μαί­ρη Λίν­τα


ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ποὺ πῆ­γα στὴ Βε­νε­τί­α, δὲν εἶ­χα γεν­νη­θεῖ ἀ­κό­μα.

       Στὶς 6 Μα­ΐου τοῦ 1962 ὁ Φά­νης καὶ ἡ Καί­τη, μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά, ἀ­νέ­βη­καν τὰ σκα­λιὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου στὰ Ἑ­ξάρ­χεια. Ἔ­μελ­λε νὰ μεί­νουν μα­ζὶ μέ­χρι τὸ 2010, ἀλ­λὰ τό­τε οὔ­τε τὸ ἤ­ξε­ραν οὔ­τε τοὺς ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ τε­λε­τὴ ἔ­χει τὰ γνω­στά: νυ­φι­κό, κου­στού­μια, του­α­λέ­τες, παι­δά­κια ποὺ πιὰ βρί­σκον­ται στὴν ἀρ­χὴ τῆς τρί­της ἡ­λι­κί­ας, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πιὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν.

       Πο­τὲ δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξιά­τι­κο ἀ­πό­γευ­μα στὸν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο Ἑ­ξαρ­χεί­ων· στὴ μνή­μη μου ἔ­χει μεί­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο τὸ με­τά, κι ἂς ἔ­χει φτά­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ με­τὰ μί­α καὶ μό­νο ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α στὰ χέ­ρια μου: ΚΟΣΜΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΡΙΑΝΑ, ἐ­πὶ τῆς λε­ω­φό­ρου Συγ­γροῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, ἔ­γι­νε τὸ γα­μή­λιο γλέν­τι· τρα­γου­δοῦν ὁ Μα­νώ­λης Χι­ώ­της καὶ ἡ Μαί­ρη Λίν­τα, ἀλ­λὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα, δὲν ὑ­πάρ­χει ὁ Χι­ώ­της, ὅ­πως οὔ­τε καὶ ἡ Καί­τη. Μὲ φόν­το κα­μιὰ ντου­ζί­να δι­ο­πτρο­φό­ρους ἄν­τρες, ποὺ μοῦ εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στοι, ἡ Μαί­ρη Λίν­τα ἔ­χει πλη­σιά­σει, μὲ τὸ μι­κρό­φω­νο στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι [τρα­γου­δών­τας τὸ «Μοιά­ζεις καὶ σὺ μὲ θά­λασ­σα», για­τὶ αὐ­τὸ θέ­λω νὰ τρα­γου­δά­ει] μὲ ἕ­να κόκ­κι­νο ἐ­φαρ­μο­στὸ μα­κρὺ φό­ρε­μα καὶ τὴ λευ­κή της πλά­τη ἐ­κτε­θει­μέ­νη στὸ φλὰς τοῦ φω­το­γρά­φου, στὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που κά­θον­ται οἱ νε­ό­νυμ­φοι καί, μὲ τὸ δε­ξί της χέ­ρι τσιμ­πά­ει τσαχ­πί­νι­κα τὸ πη­γού­νι ἑ­νὸς ἔκ­θαμ­βου Φά­νη, ποὺ τὴν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια ὑ­πο­μει­δι­ών­τας, μὲ βλέμ­μα λά­γνο καὶ κρα­τών­τας καὶ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὴν μπρο­στι­νή του κα­ρέ­κλα ὅ­που ἀ­να­παύ­ε­ται τὸ κα­πέ­λο του πά­νω σὲ κά­τι ποὺ πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βα τί εἶ­ναι.

       Ἐ­γὼ γεν­νή­θη­κα ἀ­κρι­βῶς ἐν­νέ­α μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στὶς 6 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1963. Ἐν­δι­ά­με­σα, στὰ τέ­λη Ἰ­ου­νί­ου, εἶ­χα πά­ει στὴ Βε­νε­τί­α, στὴν κοι­λιὰ τῆς Καί­της ποὺ μὲ πε­ρι­έ­φε­ρε ὅ­λο κα­μά­ρι στὴν πλα­τεί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου, τα­ΐ­ζον­τας τὰ πε­ρι­στέ­ρια καὶ κοι­τά­ζον­τας τὸν Φά­νη σὰν νὰ μὴν τοῦ εἶ­χε συγ­χω­ρέ­σει ἀ­κό­μη τὸ λά­γνο βλέμ­μα τῆς 6ης Μα­ΐ­ου.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Do not disturb


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Do not disturb


ΤΕΚΕΤΑΙ κα­τα­με­σῆς στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­ναμ­μέ­νη, μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο, τυ­λιγ­μέ­νη στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της πρά­σι­νη πε­τσέ­τα. Πο­τὲ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὶς πε­τσέ­τες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων, τὸ θε­ω­ρεῖ βρω­μιά. Ἀρ­χί­ζει νὰ τι­νά­ζει τὰ βρεγ­μέ­να της μαλ­λιά, νι­ώ­θον­τας ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ βρο­χὴ τρι­γύ­ρω.

       Ἦρ­θε σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο γιὰ νὰ πε­θά­νει, ὅ­μως ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ὧ­ρες ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­να­πό­φευ­κτα ψι­λο­πράγ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε ὑ­πο­ψια­στεῖ, ὅ­τι καὶ ὁ θά­να­τος χρει­ά­ζε­ται χρό­νο. Ὁ ἄν­τρας στὴ ρε­σε­ψιόν, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­δει­χνε ἐ­λα­φρῶς προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ρώ­τη­σή της, γιὰ τὸ ἂν ἔ­χουν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο. Μή­πως, πράγ­μα­τι, γί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ ξε­κά­θα­ρο; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ στα­τι­στι­κά των αὐ­το­κτο­νι­ῶν σὲ τού­τη τὴ σο­βα­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα; Ἄ­ρα­γε οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νὰ ρι­χτοῦ­νε ἀ­πὸ πο­λυ­τε­λῆ ξε­νο­δο­χεῖ­α, ἢ μιᾶς καὶ τὸ ἀ­πο­φά­σι­σαν τοὺς εἶ­ναι πιὰ τὸ ἴ­διο;

       Προ­τι­μῶ στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω ἐ­λα­φρὰ φο­βί­α ἀ­πὸ τὸ χα­μη­λὸ ὕ­ψος, ἔ­ε­ε, τὸ ἀν­τί­θε­τό της ὑ­ψο­φο­βί­ας, ἡ ὁ­ποί­α, ἐν­νο­εῖ­ται, εἶ­ναι πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, κ.ο.κ. Τὸν δι­α­πέ­ρα­σε μὲ τὸ πιὸ ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό της χα­μό­γε­λο (μι­σών­τας τὸ ἴ­διο, ἐ­κεῖ­νο, δευ­τε­ρό­λε­πτο). Θε­έ μου, για­τί πρέ­πει νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται μπρο­στά σε κά­ποι­ον ἄ­γνω­στο, καὶ μά­λι­στα ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μή.

       Ὁ ἄν­τρας ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κα­τά­νε­ψε, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τοὺς τύ­πους πα­ρὰ ἀ­πὸ κα­τα­νό­η­ση, δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι ξέ­ρει ἀ­κρι­βῶς τί εἶ­ναι ἡ φο­βί­α, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ πέ­φτει καὶ κα­νέ­νας λό­γος. Εἶ­χαν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἔ­γρα­ψε τὰ στοι­χεῖ­α της, πρό­τει­νε τὴ βο­ή­θειά του γιὰ τὴ βα­λί­τσα, αὐ­τὴ ἀρ­νή­θη­κε, τὴ ρώ­τη­σε ἂν χρει­ά­ζε­ται ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ. Τῆς κά­λε­σε τὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ κρά­τη­σε τὴν πόρ­τα. Εἶ­ναι σί­γου­ρη, ὅ­τι στιγ­μια­ία γλί­στρη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­πά­νω στὸ κορ­μί της, ὁ κα­θρέ­φτης στὸν θά­λα­μο τὸ ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε, ὅ­μως, τώ­ρα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κρί­νει ἂν αὐ­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐ­κνεύ­ρι­ζε, τὴν κο­λά­κευ­ε, ἢ ἂν πλέ­ον τῆς ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­δι­ά­φο­ρο. Καὶ ἕ­ως πό­τε, στὸ κά­τω-κά­τω τῆς γρα­φῆς, θὰ ἀ­να­λύ­ει κά­θε ἀ­νο­η­σί­α. Πα­τά­ει τὸ κουμ­πὶ γιὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, στη­ρί­ζε­ται στὸ τοί­χω­μα καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ κα­θα­ρὰ (ἐ­νῶ δῆ­θεν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴ σκέ­φτε­ται γιὰ τί­πο­τα), ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιὸν θὰ γι­νό­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­δε, καὶ δὲν θυ­μᾶ­ται τί­πο­τα ἀ­π’ αὐ­τόν, μά­τια, πρό­σω­πο, ἡ­λι­κί­α, τὸ κε­φά­λι του, τί­πο­τα, τί­πο­τα… Ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιόν, ἀ­πρό­σω­πος ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἄν­τρες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Καὶ μή­πως ἐ­κεῖ­νος νὰ θυ­μό­ταν κά­τι ἀ­π’ αὐ­τὴν (ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν πι­σι­νό της); Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἐ­τοῦ­το θὰ ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό­τε­ρο, του­λά­χι­στον γιὰ τοὺς μπά­τσους οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νά­κρι­ση ἀρ­γό­τε­ρα. Φαι­νό­ταν ἀ­να­στα­τω­μέ­νη, τρο­μαγ­μέ­νη ἢ κυ­νη­γη­μέ­νη, ποι­ές ἀ­κρι­βῶς κου­βέν­τες ἀν­τάλ­λα­ξαν. Θυ­μή­σου, ἐ­πει­δὴ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρη προ­σπά­θεια νὰ πε­τά­ξει κά­ποι­α φαν­τα­χτε­ρὴ πρό­τα­ση, μὲ δι­πλὸ νό­η­μα, ἡ ὁ­ποί­α νά…

       Πο­τὲ δὲν ἔ­μα­θε νὰ φτιά­χνει τὸ ἐ­πι­μύ­θιο. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί λέ­γε­ται στὸ τέ­λος. Ὅ­πως τό­τε, ποὺ κοι­μή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μὲ ἄν­τρα. Συ­νέ­βη με­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο ἑ­ξά­μη­νο στὸ κο­λέ­γιο, σὲ κά­ποι­ο χω­ρά­φι πί­σω ἀ­πὸ τὰ γή­πε­δα. Ἦ­ταν ἄ­βο­λο, ἀγ­χω­τι­κό, κοι­τοῦ­σε τρι­γύ­ρω, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­τι τὸ ἀ­φυ­πνι­στι­κό. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν ὅ­λα (οὔ­τε ὁ πό­νος τό­σο με­γά­λος, οὔ­τε ἡ ἀ­πό­λαυ­ση), ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ πεῖ κά­τι, μὰ οὔ­τε ποὺ ἤ­ξε­ρε τί. Καὶ ξε­φούρ­νι­σε τὸ πιὸ χα­ζὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε: Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἀ­μέ­σως με­τά­νοι­ω­σε ποὺ τὸ ξε­στό­μι­σε, ὅ­μως ἦ­ταν ἀρ­γά. Τὸ ἀ­γό­ρι με­τὰ βί­ας συγ­κρά­τη­σε τὸ γέ­λιο του γιὰ νὰ μὴν τὴν θί­ξει. Ἀρ­γό­τε­ρα, προ­φα­νῶς, τὸ ἀ­φη­γή­θη­κε σὲ ὅ­λους στὴν πα­ρέ­α καὶ αὐ­τὴ ἄ­κου­γε τὴν ἀ­τά­κα της νὰ ρί­χνε­ται, δῆ­θεν ἀ­πρό­σε­κτα, στὴ συ­ζή­τη­ση. Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Μὰ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος…, συμ­πλή­ρω­νε κά­ποι­ος καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἔ­κρη­ξη ἀ­πὸ γέ­λια. Μιὰ φο­ρά, ἕ­ναν χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρέ­α ὅ­που κα­νεὶς δὲν τὴ γνώ­ρι­ζε, χρει­ά­στη­κε νὰ ὑ­πο­μεί­νει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ κα­τάν­τη­σε νὰ γί­νει τοῦ εἴ­δους «ἕ­νας φί­λος, ἔ­λε­γε ὅ­τι…». Τί πράγ­μα­τα θυ­μᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος στὰ τε­λευ­ταῖ­α λε­πτά.

       Τε­λευ­ταῖ­ο μπά­νιο, εἶ­πε, ἐ­νῶ τί­να­ζε τὸ βρεγ­μέ­νο κε­φά­λι της. Τε­λευ­ταῖ­ο σε­σου­άρ. Τε­λευ­ταί­α κρέ­μα κα­τὰ τῆς… Τὰ κα­τέ­γρα­ψε ὅ­λα αὐ­το­μα­τι­κά, ὅ­μως τώ­ρα στα­μα­τᾶ, τὸ αὐ­τό­μα­το ἔ­πα­θε ἐμ­πλο­κή. Ἡ κρέ­μα μέ­νει στὴ χού­φτα της. Συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς ὅ­λες οἱ κι­νή­σεις της προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ κά­ποι­ο μελ­λον­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σὲ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο πλέ­ον δὲν τῆς ἀ­νή­κει. Οἱ πό­ροι τοῦ δέρ­μα­τός της, δὲν θὰ ἔ­χουν χρό­νο νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σουν κα­λὰ αὐ­τὴ τὴν κρέ­μα, τὸ ἐκ­χύ­λι­σμα ἀ­μυ­γδά­λου καὶ τὸ ἀ­πό­σταγ­μα τῆς ἀ­λό­ης δὲν θὰ κα­τορ­θώ­σουν νὰ ξε­δι­πλώ­σουν τὶς δυ­να­τό­τη­τές τους, τὰ μαλ­λιά της, θὰ ξα­να­γί­νουν βρεγ­μέ­να καὶ μπλεγ­μέ­να ἀπ’ τὸ αἷ­μα. Ἀ­να­τρί­χια­σε μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη καὶ ἀ­πα­γό­ρευ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ σκέ­πτε­ται πῶς θὰ μοιά­ζει με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τό. Τὸ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

       Ὡ­στό­σο,  ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴν κρέ­μα σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το σῶ­μα της. Τοῦ ἄ­ξι­ζε, τὴν εἶ­χε ὑ­πη­ρε­τή­σει κα­λά, ἔ­κρυ­βε ἐ­πι­δέ­ξια στὶς πτυ­χὲς τοῦ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ 40 χρό­νια του. Τὸ ἄ­λοι­φε ἀρ­γά, μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, σὰν γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἡ κρέ­μα εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρό το ἄλ­λο­θι, γιὰ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα, νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Κρέ­μα πά­νω στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ ὦ­μο, ἀν­τί­ο ἀ­ρι­στε­ρὲ ὦ­με… Κρέ­μα στὸ δέρ­μα κά­τω ἀπ’ τὸν λαι­μό, ἀν­τί­ο λαι­μέ… Πά­νω στὰ στή­θη, θὰ λεί­ψε­τε του­λά­χι­στον σὲ με­ρι­κοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀν­τί­ο, ἀν­τί­ο…

       Σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χει μιὰ τε­λε­τουρ­γί­α καὶ ἡ τε­λε­τουρ­γί­α γα­λη­νεύ­ει, βά­ζει τὰ πράγ­μα­τα στὴ θέ­ση τους. Μοιά­ζει μὲ ἐ­πά­λει­ψη μύ­ρου, στὴν ὁ­ποί­α ὁ νε­κρὸς μό­νος του ἁ­πλώ­νει τὸ μύ­ρο ἐ­πά­νω στὸ σῶ­μα του.

       Τὰ πράγ­μα­τα θὰ μπο­ροῦ­σαν καὶ νὰ μοιά­ζουν φαι­δρά. Μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει μὲ τὸν πιὸ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο τρό­πο, πη­δών­τας ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­π’ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, καὶ ἤ­δη μιὰ ὥ­ρα καὶ κά­τι, κά­νει ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ χα­ζὰ καὶ μά­ται­α γυ­ναι­κεῖ­α πράγ­μα­τα. Μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια κρέ­μα γιὰ τὶς ρυ­τί­δες κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, με­τὰ θὰ θέ­σει μή­πως σὲ λει­τουρ­γί­α καὶ τὸν ἀ­πο­τρι­χω­τὴ (γιὰ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸν πῆ­ρε μα­ζί της), με­τά… Τί τῆς ἦρ­θε στὸ μυα­λό, ποῦ νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος; Θὰ βγεῖ νὰ πά­ει κά­που; Ἀ­κρι­βέ­στε­ρα, ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα θὰ βγεῖ ἢ ἄ­ρα­γε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;

       Θυ­μή­θη­κε, πῶς πρὶν ἀ­πὸ και­ρὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἐ­κεί­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘40 γιὰ τὸν ἀ­σκού­με­νο φω­το­γρά­φο σὲ μιὰ νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν τυ­χαί­α φω­το­γρα­φί­α του μὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς ξε­νο­δο­χεί­ου. Τό­τε, ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μη καὶ ποί­η­μα γιὰ τὸ πῶς ἡ γυ­ναί­κα «πα­ρέ­με­νε ζων­τα­νὴ ἀ­νά­με­σα στὸν ἔ­να­το καὶ στὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο» καὶ πάν­το­τε θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται, πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τῶν δύ­ο ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν στὴν κα­φε­τέ­ρια τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. «Οἱ λεκ­κέ­δες ἀ­πὸ τὸν κα­φὲ στὸ πε­ζο­δρό­μιο, εἶ­ναι ἀ­κό­μα μέ­σα στὴν κού­πα», ἔ­τσι τε­λεί­ω­νε τὸ ποί­η­μα. [1]

       Ἀ­νε­βά­ζει τὴν κομ­ψὴ βα­λί­τσα στὸ κρε­βά­τι, τὴν ἀ­νοί­γει καὶ βγά­ζει προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να πρά­σι­νο φό­ρε­μα ρε­τρὸ μὲ χα­μη­λὴ τά­λια, τὸ ἁ­πλώ­νει ἐ­πά­νω στὸ σεν­τό­νι. Μιὰ φο­ρά, τῆς εἶ­παν ὅ­τι μὲ αὐ­τὸ μοιά­ζει στὴν Τα­μά­ρα ντὲ Λέμ­πι­τσκα. Τρε­λαι­νό­ταν γιὰ τὸ πρά­σι­νο.


Ἃς κρα­τή­σου­με τὸ κά­δρο, στὸ ὁ­ποῖ­ο αὐ­τὴ πά­τη­σε μὲ τὰ δυ­ὸ πό­δια στὸ περ­βά­ζι, κά­πως ἀ­νή­συ­χα, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, ἀ­πὸ κά­τω ἀρ­χί­ζουν ἄν­θρω­ποι νὰ συ­στρέ­φον­ται, νὰ συγ­κεν­τρώ­νον­ται, νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν καὶ νὰ κοι­τά­ζουν πρὸς τὰ πά­νω. Ἀ­κό­μα ἀ­πο­ροῦν ἂν γυ­ρί­ζε­ται ται­νί­α, ἢ ἂν ἡ αὐ­το­κτο­νί­α θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια. Ὁ πρώ­ι­μος Σε­πτέμ­βρης, ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει ποι­κι­λό­χρω­μα τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων. Ἀ­πὸ κά­τω, πο­τὲ δὲν πα­ρα­τη­ρεῖς. Σὲ λί­γο κά­ποι­ος θὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πυ­ρο­σβε­στι­κὴ ἢ στὶς «Πρῶ­τες βο­ή­θει­ες». Ποι­ά ὑ­πη­ρε­σί­α εἶ­ναι ἁρ­μό­δια γιὰ τὶς αὐ­το­κτο­νί­ες σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη; Δὲν τὸ φαν­τά­στη­κε ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι… Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦν. Νὰ προ­σποι­η­θεῖ, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι σκαρ­φά­λω­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει κά­ποι­ον λεκ­κὲ ποὺ δὲν φαι­νό­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­σα με­ριά. Κου­τα­μά­ρες, ποι­ὸς κα­θα­ρί­ζει τὰ πα­ρά­θυ­ρα στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου ὅ­που μέ­νει…

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ βου­ί­ζει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, βγά­ζει ξαφ­νι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στους καὶ ἀ­νά­στα­τους θο­ρύ­βους, ἀ­κού­γον­ται οὐρ­λια­χτά, ἡ τρο­μαγ­μέ­νη φω­νὴ τοῦ ὁ­μι­λη­τή, κά­τι φρι­κτὸ θὰ πρέ­πει νὰ συ­νέ­βη, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται μό­νο ἕ­να μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, ἀλ­λο­παρ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους, ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­τρί­βε­ται πά­νω… δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν… Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει στὴν ἴ­δια πό­λη. Κα­τε­βαί­νει ἀ­π’ τὸ περ­βά­ζι (πρὸς τὴ με­ριὰ τοῦ δω­μα­τί­ου). Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ  δι­α­δρό­μου φαί­νε­ται ὁ κα­πνὸς ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται στὰ δυ­τι­κά, ἀ­πὸ τοὺς πύρ­γους τοῦ Κέν­τρου Ἐμ­πο­ρί­ου, σὲ λί­γο ἀ­κού­γε­ται τὸ ἔ­ξαλ­λο οὐρ­λια­χτὸ τῶν ἀ­σθε­νο­φό­ρων, πυ­ρο­σβε­στι­κῶν, πε­ρι­πο­λι­κῶν, δὲν εἶ­ναι γιὰ ‘κεί­νη… Ἐ­πι­στρέ­φει στὸ δω­μά­τιο.

       Δύ­ο μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ κά­θε­ται μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, πλέ­ον στὸ σπί­τι της, ξα­να­βλέ­πει τὰ ἴ­δια κά­δρα καὶ με­τρά­ει αὐ­τοὺς ποὺ πη­δοῦν ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν φλε­γό­με­νων πύρ­γων. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στρε­φό­με­να κορ­μιά. Ἡ αἴ­σθη­ση εἶ­ναι σχε­δὸν φυ­σι­κή, θαρ­ρεῖς καὶ κά­θε φο­ρᾶ πη­δοῦν μὲ τὸ δι­κό της σῶ­μα, ἡ τρι­βὴ τοῦ ἀ­έ­ρα, τὸ τί­ναγ­μα τῶν ἄ­κρων…

       Ἔ­τσι ἀρ­χί­ζει ἡ δεύ­τε­ρη ζω­ὴ τῆς Μ.Κ. Κα­τὰ μιὰ ἔν­νοι­α, γεν­νι­έ­ται μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μα­ζι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α. Καὶ πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο με­τά, θὰ ζή­σει ἐμ­φα­νῶς κα­νο­νι­κά, αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να πο­τὲ δὲν τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Πο­τὲ δὲν πρό­κει­ται νὰ κα­τα­νο­ή­σει τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι – κά­ποι­ες ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πων ποὺ πη­δοῦν ξαφ­νι­κὰ ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σουν τὸ με­μο­νω­μέ­νο δι­κό της, ἤ­δη ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο, πή­δη­μα.

       Θὰ αὐ­το­κτο­νή­σει (ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἑ­νὸς ἄλ­λου ξε­νο­δο­χεί­ου) πε­ρί­που δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­τά­ρα­χη, στὰ μέ­σα του Ἰ­ου­λί­ου. Σὲ μέ­ρα, ὅ­που τί­πο­τα τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο δὲν θὰ ἔ­χει συμ­βεῖ.



Πη­γή: Георги Господинов, И всичко стана луна, Жанет 45, Σό­φια, 2013, σ. 77-83. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸν τό­μο 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γὶa τo Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐ­πιμ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη), ἔκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να , 2017.

[1] Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πε­ρί­φη­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi (φω­το­γρά­φου, τό­τε, τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Buffalo Courier Express) μὲ τί­τλο «Suicide» (γνω­στὴ καὶ ὡς «The Ge­nes­se Ho­tel Sui­ci­de» ἢ «The Des­pon­dant Di­vor­cee») τρα­βηγ­μέ­νη στὶς 7 Μα­ΐ­ου 1942, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἡ πτώ­ση τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­χρο­νης Mary Miller, ἀ­πὸ τὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ξε­νο­δο­χεί­ου. Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, μὲ τὴ γνω­στή του παι­γνι­ώ­δη δι­ά­θε­ση, ἀ­πο­δί­δει —μυ­θο­πλα­στι­κά— στὴν ἡ­ρω­ί­δα του, τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐν λό­γω φω­το­γρα­φί­α (πα­ρα­θέ­τον­τας, μά­λι­στα, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νους στί­χους) ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ποί­η­μα ποὺ ἀ­νή­κει στὸν ἴ­διο, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὴν ποι­η­τι­κή του συλ­λο­γὴ Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин) τὸ 2003, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο «Suicide. Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi, 1942» («Sui­cide. Фо­то­графия на Rus­sel Sor­gi, 1942»). Ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, σὲ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ μὲ τὸν Mark Robinson, ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ A Balkan Exchange, Eight poets from Bulgaria and Britain, (ed. W. N. Herbert), ἐκδ. Arc Publications, Τον­τμόρ­ντεν 2007.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ σχ­ετι­κὸ κεί­με­νο τοῦ με­τα­φρα­στῆ).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.