Νατάσα Κεσμέτη: Διονυσίου, Ἑλένης και ὅλων τῶν διὰ πυρᾶς τελειωθέντων


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Δι­ο­νυ­σί­ου, Ἑ­λέ­νης καὶ ὅ­λων τῶν διὰ πυ­ρᾶς τε­λει­ω­θέν­των


Κι ἂν πιοῦν θο­λὸ νε­ρὸ ξα­να­θυ­μοῦν­ται,

δι­α­βαί­νον­τας λι­βά­δια ἀ­πὸ ἀ­σφο­δεί­λι,

πό­νους πα­λιοὺς ποὺ μέ­σα τους κοι­μοῦν­ται…


ΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ τῆς λήθης ἀ­πό­δω­σε: πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τῆς κα­τά­ρας ὅ­που γεν­νή­θη­καν καὶ ἔ­ζη­σαν ἀ­νί­δε­οι ὅ­πως οἱ προ­η­γού­με­νοι, ὥ­σπου νὰ λε­η­λα­τη­θεῖ ἐ­πι­τη­δεί­ως τῶν ὀ­στῶν τους καὶ ἡ ἔ­σχα­τη στά­χτη. Πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν κα­νέ­ναν ἀ­π’ ὅ­σους παν­τὶ τρό­πω τοὺς δι­έ­φθει­ραν, τοὺς ἐ­ξα­χρεί­ω­σαν καὶ τοὺς ξε­πού­λη­σαν κά­θε στιγ­μή, ὡς καὶ αὐ­τὴν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους.

        Πρῶ­τα τὴ Δι­και­ο­σύ­νη τῆς Λή­θης. Κι ὕ­στε­ρα τά­ξον αὐ­τοὺς σταῖς χλό­αις, σταῖς δρό­σους, σταῖς παν­τοῖ­ες ἀ­να­ψυ­χαῖς ἐν Τό­πω Ἀ­να­ψύ­ξε­ως πά­λι καὶ πά­λι!

        Νὰ σβή­σει τῆς ἐκ­πύ­ρω­σης τὴν ἀ­γω­νι­ώ­δη ἀ­πο­ρί­α, τὴ φρι­κώ­δη τους τή­ξη στὸ ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­κεῖ: τῆς Λα­κω­νί­ας, τῆς Ἠ­λεί­ας, τῆς Μά­νης, τῆς Εὐ­βοί­ας, ἁ­παν­τα­χοῦ, ὅ­ταν πὼς τε­λει­ω­τι­κά τοὺς πρό­λα­βε κα­τά­λα­βαν μα­ζὶ μ’ ὅ­λη τὴ φλο­γι­σμέ­νη μα­ται­ό­τη­τα τῶν κραυ­γῶν: ἀ­γά­πη μου! τὰ παι­διά μου! οἱ ἄλ­λοι.., ποῦ… μά­να μου! για­τί; ἄν; καὶ ἅ­παν­τα τοῦ πρό­τε­ρον βί­ου κα­θο­λι­κὰ ἐγ­καύ­μα­τα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σει μιὰ Ἀ­νά­ψυ­ξις, δὲ φτά­νει.

        Τὸν ὕ­πνο τῶν ἀ­δί­κων, τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο μας ὕ­πνο νὰ στοι­χει­ώ­νουν ὅ­μως!

        Ὥ­σπου οἱ θη­ρι­ω­δῶς ἀ­δι­ά­φο­ροι, οἱ ἀ­με­λεῖς, οἱ ἀ­μνή­μο­νες οἱ δῆ­θεν ἐν ἀ­γνοί­α, οἱ νω­θροί, οἱ ψεῦ­τες, οἱ δει­λοί, οἱ ἀ­γνώ­μο­νες, οἱ παν­τοῖ­οι εὐ­πώ­λη­τοι, πτω­μα­το­φά­γοι ἄ­πλη­στοι, γλεῖ­φτες κά­θε ἀ­χρει­ό­τα­της ἐ­ξου­σί­ας, ἄυ­πνοι στὸν αἰ­ώ­να νὰ λει­ώ­σου­με

στῆς Ἔ­νο­χης

τὴν Πυ­ρω­μέ­νη Φά­κα

27/8/2007



Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἐξόριστες Φωνές  Στοχασμοί καί Ἱστορίες,  Ἐκδ. Ἁρ­μός,­­ 2013.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012.


Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão): Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ



Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão)


Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ

(Um casaco de raposa vermelha)


ΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ μιὰ μέ­ρα στὸ σπί­τι, μιὰ κα­τώ­τε­ρη τρα­πε­ζο­ϋ­πάλ­λη­λος βλέ­πει σὲ ἕ­να κα­τά­στη­μα γου­να­ρι­κῶν μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ. Στα­μα­τᾶ μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να, ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἐ­πι­θυ­μί­α. Για­τὶ ἦ­ταν ἡ ζα­κέ­τα ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει στὴ ζω­ή της. Κα­μιὰ ἄλ­λη δὲν τῆς μοιά­ζει, σκέ­φτε­ται ἐ­νῶ ἡ μα­τιά της δι­α­τρέ­χει τὶς ἄλ­λες ζα­κέ­τες, ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὴ με­ταλ­λι­κὴ μπά­ρα εἴ­τε ἦ­ταν χα­λα­ρὰ ἁ­πλω­μέ­νες στὸν κα­να­πὲ ἀ­πὸ μπρο­κάρ. Ἦ­ταν ἕ­να σπά­νιο κομ­μά­τι, μο­να­δι­κό, δὲν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τὲ μιὰ τέ­τοι­α ἀ­πό­χρω­ση, κα­φε­κί­τρι­νη, με­λαν­ζέ, μὲ ἀν­ταύ­γει­ες στὸ χρῶ­μα τοῦ χαλ­κοῦ ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­λαμ­πε λὲς κι εἶ­χε πιά­σει φω­τιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, τὸ θυ­μή­θη­κε τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὴν πόρ­τα, ὑ­πο­χω­ρών­τας στὴν πα­ρόρ­μη­ση νὰ μπεῖ. Θὰ ἐρ­χό­ταν αὔ­ριο, ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ νω­ρίς, στὸ δι­ά­λειμ­μα γιὰ τὸ με­ση­με­ρια­νὸ φα­γη­τό, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πρω­­ϊ­νοῦ, ὅ­λο καὶ κά­ποι­α πρό­φα­ση θὰ ἔ­βρι­σκε γιὰ νὰ ξε­πορ­τί­σει βι­α­στι­κά, στὰ μι­σὰ τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. Εἶ­χε κοι­μη­θεῖ λί­γο τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­νή­συ­χη, σὰ νά ‘χε λί­γο πυ­ρε­τό. Μέ­τρη­σε τὰ λε­πτὰ ποὺ ἀ­πέ­με­ναν γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὸ κα­τά­στη­μα, τὰ μά­τια της πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ ρο­λό­ι τοῦ τοί­χου στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ, ἐ­νό­σῳ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τοὺς πε­λά­τες, σκυμ­μέ­νη πά­νω ἀ­π’ τὸ γκι­σέ. Ὅ­σο πιὸ νω­ρὶς μπο­ροῦ­σε βρῆ­κε μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ βγεῖ καὶ ἔ­τρε­ξε στὸ κα­τά­στη­μα, τρέ­μον­τας στὴν ἰ­δέ­α πὼς ἡ ζα­κέ­τα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει που­λη­θεῖ. Δὲν εἶ­χε, ὅ­πως τὴν πλη­ρο­φό­ρη­σαν, καὶ αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ πὼς μπο­ροῦ­σε καὶ πά­λι νὰ ἀ­να­πνέ­ει, μὲ τὴν καρ­διά της νὰ χτυ­πά­ει λι­γό­τε­ρο ἔν­το­να, τὸ αἷ­μα νὰ ξα­νάρ­χε­ται στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βρί­σκει τὴν κα­νο­νι­κὴ ρο­ή του.

       — Μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς, τῆς εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια ὅ­ταν αὐ­τὴ τὴ φό­ρε­σε καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­κρι­βῶς στὰ μέ­τρα σας στοὺς ὤ­μους καὶ στὴ μέ­ση, μὲ τὸ στρί­φω­μα στὸ ἰ­δα­νι­κὸ ὕ­ψος, εἶ­πε πά­λι, καὶ δέ­στε καὶ πῶς ται­ριά­ζει μὲ τὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τός σας. Δὲν ἔ­χω εἰ­δι­κὸ λό­γο νὰ σᾶς τὴν που­λή­σω, βι­ά­στη­κε νὰ προ­σθέ­σει, μπο­ρεῖ­τε προ­φα­νῶς νὰ δι­α­λέ­ξε­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη· ἂν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­τε νὰ πῶ τὴ γνώ­μη μου, αὐ­τὴ μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς. Γιὰ σᾶς ἀ­κρι­βῶς, πρό­σθε­σε μὲ ἕ­να φευ­γα­λέ­ο χα­μό­γε­λο.

       — Πό­σο κά­νει; ρώ­τη­σε κά­νον­τας με­τα­βο­λὴ μὲ τὸ στρί­φω­μα νὰ χο­ρεύ­ει, κα­θὼς τῆς ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ξε­κολ­λή­σει τὰ μά­τια της ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να.

       Πι­σω­πά­τη­σε, τρο­μαγ­μέ­νη, ἀ­κού­γον­τας τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Κό­στι­ζε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο εἶ­χε σκε­φτεῖ, τὸ πεν­τα­πλά­σιο ἀ­πὸ τὸ πο­σὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­θέ­σει.

       — Ἀλ­λὰ μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με εὐ­κο­λί­ες πλη­ρω­μῆς, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, ὅ­λο κα­τα­νό­η­ση.

       Ἴ­σως, σκέ­φτη­κε, θυ­σι­ά­ζον­τας τὶς δι­α­κο­πές. Ἢ βά­ζον­τας χέ­ρι σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­νει τὸ δά­νει­ο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Ζε­σταί­νον­τας λι­γό­τε­ρο τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πιὸ ἐ­λα­φρὰ τὰ γεύ­μα­τά της. Πράγ­μα ποὺ τὴ βό­λευ­ε κι­ό­λας, για­τὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πα­χαί­νει.

       — Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε κά­νον­τας στὰ γρή­γο­ρα λο­γα­ρια­σμοὺς μὲ τὸ νοῦ της. Σᾶς δί­νω μιὰ προ­κα­τα­βο­λὴ καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ πλη­ρώ­νω ἀ­πὸ τὴν ἑ­πό­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι δι­κή μου ἀ­πὸ τώ­ρα.

       — Σύμ­φω­νοι, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, καρ­φι­τσώ­νον­τάς της μιὰ ἐ­τι­κέ­τα «Ἐ­πω­λή­θη». Θὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν πά­ρε­τε ὅ­ταν κα­τα­βά­λε­τε τὴν τρί­τη δό­ση.

       Ξα­να­πέ­ρα­σε ὅ­ταν ἔ­πε­σε ἡ νύ­χτα, ὥ­ρα ποὺ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε κα­νείς, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὴ τζα­μα­ρί­α καὶ γι­νό­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ χα­ρού­με­νη – ἦ­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή, πιὸ κον­τὰ στὸ χρῶ­μα τῆς φω­τιᾶς, κόκ­κι­νες φλό­γες ποὺ δὲν ἔ­και­γαν, ἀν­τί­θε­τα ἦ­ταν ἁ­πα­λὲς πά­νω στὸ κορ­μί, μιὰ γού­να πυ­κνή, ἄ­νε­τη, ποὺ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ λι­κνι­ζό­ταν στὸ βά­δι­σμά της.

       Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἐν­τυ­πω­σια­κή, κι αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια ἀ­κό­μη, ἂν τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε κα­νεὶς μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς περ­νοῦ­σε – ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­μο­γε­λά­ει μυ­στι­κά, ἦ­ταν μᾶλ­λον μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, μιὰ σκο­τει­νὴ βε­βαι­ό­τη­τα, μιὰ αἴ­σθη­ση ἁρ­μο­νί­ας μὲ τὸν ἴ­διο της τὸν ἑ­αυ­τό, ποὺ ξε­χυ­νό­ταν σὲ μι­κρὰ τί­πο­τα, τὸ κα­τα­λά­βαι­νε. Λὲς κι εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ὁ ρυθ­μὸς ποὺ ἀ­νέ­πνε­ε, λὲς καὶ ἦ­ταν πιὸ γα­λη­νε­μέ­νος καὶ πιὸ βα­θύς. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πά­λι, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ εἶ­χε πά­ψει νὰ νι­ώ­θει κου­ρα­σμέ­νη, κα­τά­λα­βε πὼς κι­νι­ό­ταν πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς προ­σπά­θεια του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὴν κα­νο­νι­κή της τα­χύ­τη­τα. Γάμ­πες εὐ­κί­νη­τες, πέλ­μα­τα ἀ­νά­λα­φρα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρη ὁ­λό­κλη­ρη, πιὸ γρή­γο­ρη, κου­νών­τας πιὸ εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη, τοὺς ὤ­μους, τὰ μέ­λη.

       Λό­γῳ τῆς γυ­μνα­στι­κῆς, σκέ­φτη­κε, γιὰ κά­ποι­ο λό­γο εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­σκεῖ­ται τα­κτι­κά. Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες πλέ­ον τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τρέ­χει δυ­ὸ ὧ­ρες στὸ γή­πε­δο προ­πό­νη­σης. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα ὅ­μως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ τρέ­χει στὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, στὴν ἔ­ξο­δο τῆς πό­λης, νι­ώ­θον­τας τὴν ἄμ­μο νὰ σκά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πέλ­μα­τά της, μα­θαί­νον­τας νὰ βά­ζει τὰ πέλ­μα­τα στὸ χῶ­μα μὲ ἄλ­λον τρό­πο. Ἡ τέ­λεια, μύ­χια, ἄ­με­ση ἐ­πα­φὴ μὲ τὴ γῆ. Μιὰ βα­θιὰ αἴ­σθη­ση τοῦ κορ­μιοῦ τῆς – ἦ­ταν πιὸ ζων­τα­νή, τώ­ρα, σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κή της ἱ­κα­νό­τη­τα με­γά­λω­νε, τὸ πα­ρα­τή­ρη­σε, ἄ­κου­γε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση ἀ­κό­μη καὶ τὸν πα­ρα­μι­κρὸ θό­ρυ­βο, ποὺ ἄλ­λο­τε θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, ἕ­να σα­μι­α­μί­δι ποὺ ἔ­τρε­χε νὰ φύ­γει στὸ χῶ­μα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα, ἕ­να ἀ­θέ­α­το πον­τί­κι ποὺ ἔ­κα­νε ἕ­να κλα­δὶ νὰ σπά­σει, ἕ­να βα­λα­νί­δι ποὺ ἔ­πε­φτε, ἕ­να που­λὶ ποὺ κούρ­νια­ζε ἀ­νά­με­σα στὰ χόρ­τα. Καὶ προ­αι­σθα­νό­ταν, πο­λὺ πρὶν νὰ συμ­βοῦν, τὶς και­ρι­κὲς με­τα­βο­λές, τὴν ἀλ­λα­γὴ τοῦ ἀ­νέ­μου, τὴν αὔ­ξη­ση τῆς ὑ­γρα­σί­ας, τὴν ἔν­τα­ση νὰ φουν­τώ­νει στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα πρὶν ξε­σπά­σει σὲ μπό­ρα.

       Καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ές, ἕ­να κό­σμο ἀ­πὸ μυ­ρω­δι­ές, τὶς ἔ­νι­ω­θε, σὰ μιὰν ἀ­γνο­η­μέ­νη δι­ά­στα­ση τῶν πραγ­μά­των ποὺ τώ­ρα γι­νό­ταν αἰ­σθη­τή, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει δρό­μους, μο­νο­πά­τια, μὲ τὴν ὄ­σφρη­ση, ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ πῶς μύ­ρι­ζαν ὅ­λα τα πράγ­μα­τα, ὁ φλοι­ὸς τῶν δέν­τρων, τὰ χόρ­τα, τὰ φύλ­λα, καὶ πῶς δι­α­κρι­νό­ταν κά­θε ζῶ­ο ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρή του ὀ­σμή, μυ­ρω­δι­ὲς ποὺ ἔρ­χον­ταν καὶ ξε­δι­πλώ­νον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα κα­τὰ κύ­μα­τα, κι αὐ­τὴ τὶς ἕ­νω­νε ἢ τὶς ξε­χώ­ρι­ζε, εἰ­σπνέ­ον­τας τὸν ἄ­νε­μο, ση­κώ­νον­τας ἀ­δι­ό­ρα­τα τὸ κε­φά­λι,. Τώ­ρα τῆς κι­νοῦ­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὰ ζῶ­α, εἶ­χε βαλ­θεῖ νὰ ξε­φυλ­λί­ζει ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, νὰ κοι­τά­ζει εἰ­κό­νες – τὸ σκαν­τζό­χοι­ρο μὲ ἕ­να μα­λα­κό, τρυ­φε­ρό, ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα, στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μέ­ρος τοῦ κορ­μιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν εἶ­χε ἀγ­κά­θια, τὸ γορ­γὸ λα­γό, μὲ τὶς ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες ἀ­πο­χρώ­σεις, κα­θὼς πη­δοῦ­σε, τὸ κορ­μὶ τῶν που­λι­ῶν ποὺ τὴ γο­ή­τευ­ε καὶ τὸ με­λε­τοῦ­σε ἀ­να­λυ­τι­κά, σχο­λα­στι­κά, ὑ­πο­λο­γί­ζον­τας πό­σο ἁ­πα­λὸ ἦ­ταν, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὰ φτε­ρά· κι ἀ­πέ­με­νε κα­μιὰ φο­ρὰ νὰ ἐ­πι­πλέ­ει πει­σμα­τι­κὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς μνή­μης ἐ­πί­μο­να μιὰ λέ­ξη: ἁρ­πα­κτι­κό.

       Πει­νοῦ­σε τώ­ρα πιὸ πο­λύ, τὸ ἔ­νι­ω­θε βά­ζον­τας στὴ θέ­ση τους τὰ βι­βλί­α καὶ ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, κι αὐ­τὸ τῆς ἦ­ταν βα­θύ­τα­τα δυ­σά­ρε­στο, πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἦ­ταν τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­στάθ­μι­σμα τῆς ἄ­σκη­σης καὶ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν τρό­πο νὰ δα­μά­σει τὸν κίν­δυ­νο νὰ πα­χύ­νει, πε­ρι­φε­ρό­ταν, ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη, γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α, χω­ρὶς νὰ κα­τα­φέρ­νει νὰ ἐν­το­πί­σει ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε, για­τὶ κι αὐ­τὴ ἀ­κό­μη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ ἦ­ταν ἀ­πο­κρου­στι­κὴ καὶ τῆς ἔ­φερ­νε ἀ­να­κά­τω­ση, πει­νοῦ­σε γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ τί ἀ­κρι­βῶς, φροῦ­τα, ἴ­σως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ἐκ­με­ταλ­λευ­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­δυ­να­τί­σει κά­πως, ἀ­γό­ρα­σε μιὰ τε­ρά­στια πο­σό­τη­τα στα­φύ­λια καὶ μῆ­λα καὶ τὰ ἔ­φα­γε ὅ­λα τὴν ἴ­δια μέ­ρα, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ πει­νά­ει, μιὰ κρυ­φὴ πεί­να, ποὺ τὴν κα­τά­τρω­γε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει.

       Μιὰ ἀ­νέλ­πι­στη πρό­σκλη­ση γιὰ μιὰ γι­ορ­τὴ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­ρεῖ, ἔ­νι­ω­σε πὼς ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πο­κα­τά­στα­το θὰ ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νο προ­κει­μέ­νου νὰ ξε­χά­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρά­λο­γη πεί­να, ντύ­θη­κε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἔ­βα­ψε κα­τα­κόκ­κι­να τὸ στό­μα καὶ τὰ νύ­χια – πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν τὰ νύ­χια, πα­ρα­τή­ρη­σε, ἐ­νῶ καὶ τὰ ἴ­δια της τὰ χέ­ρια ἔ­δει­χναν πιὸ εὐ­αί­σθη­τα, ἐ­πι­μή­κη, ὅ­ποι­ον ἀγ­κά­λια­ζε στὴ γι­ορ­τὴ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει αἰ­ώ­νια ὅ,τι ἤ­θε­λε, σκέ­φτη­κε, καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στὸν κα­θρέ­φτη – ἕ­να χα­μό­γε­λο αἰ­λου­ρο­ει­δοῦς, τὸ εἶ­δε, κά­νον­τας πιὸ σχι­στὰ τὰ μά­τια της καὶ χα­μο­γε­λών­τας πιὸ πο­λύ, ἀ­φή­νον­τας τὸ χα­μό­γε­λο νὰ κυ­λή­σει στὸ πρό­σω­πο καὶ κα­τευ­θύ­νον­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πρὸς ἕ­να κά­πως πιὸ τρι­γω­νι­κὸ σχῆ­μα ποὺ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε καὶ ποὺ τὸ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ μὲ τὸ μα­κι­γι­άζ.

       Στὰ μι­σὰ τῆς γι­ορ­τῆς πρό­σε­ξε ἕ­να κομ­μά­τι ἄ­κο­πο ἀ­κό­μη κρέ­ας, σχε­δὸν χω­ρὶς αἷ­μα – ροσ­μπίφ, τὸ θυ­μή­θη­κε, ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ λέ­ξη ξαφ­νι­κὰ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να νό­η­μα, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ κα­τα­βρό­χθι­σε μιὰ φέ­τα – τὴ νο­στι­μιὰ τοῦ κρέ­α­τος, ὠ­μοῦ σχε­δόν, τὴν κί­νη­ση κα­θὼς ἔμ­πη­γε τὰ δόν­τια, κα­θὼς ἔ­κα­νε τὸ αἷ­μα νὰ ξε­πη­δή­σει, τὴ γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος στὴ γλώσ­σα, στὸ στό­μα, τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­βρό­χθι­σε τὸ κομ­μά­τι ὁ­λά­κε­ρο, αὐ­τὰ σκέ­φτη­κε κα­θὼς ἔ­παιρ­νε κι ἄλ­λη μιὰ φέ­τα κι ἔ­νι­ω­θε πὼς τὸ ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ ἦ­ταν μιὰ ἄ­χρη­στη κί­νη­ση, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἁ­πλώ­σει κα­τευ­θεί­αν τὸ στό­μα.

       Ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρεύ­ει, μὲ τὰ χέ­ρια νὰ τα­λαν­τεύ­ον­ται στὸν ἀ­έ­ρα, λε­κι­α­σμέ­να μὲ αἷ­μα, νι­ώ­θον­τας τὸ ἴ­διο της τὸ αἷ­μα νὰ ἀ­νε­βαί­νει, σὰ μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δύ­να­μη ἕ­τοι­μη νὰ ξε­σπά­σει σὲ θύ­ελ­λα, μιὰ δύ­να­μη ἐ­πί­βου­λη ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ με­τα­δώ­σει στοὺς ἄλ­λους, μιὰ ἀρ­ρώ­στια ἢ μιὰ κα­τά­ρα, ἀλ­λὰ ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ ἦ­ταν ἁ­πα­λή, ἤ­ρε­μη, χα­ρού­με­νη σχε­δόν, τὸ ἔ­νι­ω­θε αὐ­τὸ ἐ­νῶ λι­κνι­ζό­ταν, σχε­δὸν με­θυ­σμέ­νη, καὶ ἄ­κου­γε τὸν ἀν­τί­λα­λο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο της τὸ γέ­λιο.

       Θὰ περ­νοῦ­σε τὴ νύ­χτα ὑ­πα­κού­ον­τας σὲ ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις ποὺ θὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν μέ­σα της, καὶ θὰ πή­γαι­νε πρω­ῒ-πρω­ῒ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴ ζα­κέ­τα, για­τὶ ἦ­ταν ἡ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε κα­νο­νι­στεῖ γιὰ νὰ γί­νει δι­κή της, νὰ γί­νει κομ­μά­τι της, θὰ τὴ γνώ­ρι­ζε ἀ­κό­μη καὶ μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια, ἀ­πὸ τὴν ἁ­φή, μὲ τὸ μα­λα­κό, πυ­κνό της δέρ­μα νὰ φλέ­γε­ται κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό –

       — Φτι­αγ­μέ­νη γιὰ σᾶς, εἶ­πε ξα­νὰ ἡ πω­λή­τρια τρα­βών­τας την ἀ­πὸ τὴν κρε­μά­στρα.

       Τὸ δέρ­μα ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό, τὸ εἶ­δε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ για­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, μὲ τὸ πρό­σω­πο πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, νὰ ἔ­χει ξαφ­νι­κὰ ἀ­δυ­να­τί­σει, νὰ ἔ­χει μα­κρύ­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μα­κι­γι­άζ, μὲ τὰ μά­τια σὰ σχι­σμές, νὰ φλέ­γον­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α.

       — Εὐ­χα­ρι­στῶ λοι­πὸν καὶ κα­λή σας ἡ­μέ­ρα, εἶ­πε βγαί­νον­τας βι­α­στι­κά, μὲ τὸ φό­βο πὼς ὁ χρό­νος ποὺ τῆς ἀ­πέ­με­νε θὰ τέ­λει­ω­νε καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ περ­νοῦ­σαν θὰ ἀ­να­στα­τώ­νον­ταν βλέ­πον­τάς την, για­τὶ ξαφ­νι­κὰ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­τὴ ἡ πα­ρόρ­μη­ση νὰ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ χέ­ρια στὸ ἔ­δα­φος καὶ νὰ τρέ­ξει σὰν τρε­λή, με­τεν­σαρ­κώ­νον­τας τὸ κορ­μί της, ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ ζω­ι­κὸ κορ­μί της καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει, ἀ­φή­νον­τας τὴν πό­λη πί­σω καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει – καὶ ἔ­τσι, μὲ μιὰ προ­σπά­θεια σχε­δὸν ὑ­πε­ράν­θρω­πη κα­τά­φε­ρε νὰ μπεῖ στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ ὁ­δη­γή­σει μέ­χρι τὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ τὸ κορ­μί της, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ ἕ­να λε­πτὸ ἀ­κό­μη τὸ κορ­μί της ποὺ ἔ­τρε­με – προ­τοῦ βρον­τή­ξει τὴν πόρ­τα καὶ κά­νει ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸ ἅλ­μα πά­νω στὶς ἐ­λεύ­θε­ρες πα­τοῦ­σες της, τι­νά­ζον­τας τὴν ρά­χη καὶ τὴν οὐ­ρά της, μυ­ρί­ζον­τας δυ­να­τὰ τὸν ἀ­έ­ρα, τὸ χῶ­μα, τὸν ἄ­νε­μο, ἀ­λυ­χτών­τας ὅ­λο εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ χα­ρὰ κα­θὼς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν, κα­θὼς χω­νό­ταν γορ­γὰ στὴν ἀ­γριά­δα στὰ βά­θη τοῦ δά­σους.



Πη­γή:

http://www.cchla.ufpb.br/ppgl/wp-content/uploads/2014/05/images_Disserta%C3%A7%C3%A3o.Rinah.vers%C3%A3o.final.pdf (σελ. 143-146).

Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου Μο­ρέ­νου (Teolinda Gersão Moreno) (Κο­ΐμ­πρα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, 1940). Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νη καὶ ἔ­χει δυ­ὸ κό­ρες. Σπού­δα­σε γερ­μα­νι­κὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς γε­νέ­τει­ράς της καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τοῦ Τίμ­πιν­γκεν καὶ τῆς Βι­έν­νης. Λέ­κτο­ρας τῆς πορ­το­γα­λι­κῆς γλώσ­σας στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ἀρ­χι­κά, στὴ συ­νέ­χεια δί­δα­ξε στὴ φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Λι­σα­βό­νας καὶ κα­τέ­λη­ξε τα­κτι­κὴ κα­θη­γή­τρια στὸ Νέ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας δι­δά­σκον­τας γερ­μα­νι­κὴ καὶ συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α μέ­χρι τὸ 1995, ὁ­πό­τε ἀ­πο­σύρ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ζή­σει τρί­α χρό­νια στὴ Γερ­μα­νί­α, δύ­ο στὸ Σά­ο Πά­ου­λο καὶ ἀρ­κε­τὸ χρό­νο στὸ Μπέρ­κλε­ϊ. Ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει πρό­ζα στὰ σα­ρα­ντα­έ­να της χρό­νια. Ἔ­λα­βε τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο τῆς Ἑ­ται­ρί­ας Πορ­το­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων τὸ 1999 γιὰ τὸ ἔρ­γο της Cabeça de Cavalo (Κε­φά­λι ἀ­λό­γου, γραμ­μέ­νο τὸ 1995), βρα­βεῖ­α μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Pen Club τὸ 1981 καὶ τὸ 1989 γιὰ τὰ ἔρ­γα O Silêncio (Ἡ Σι­ω­πή, γραμ­μέ­νο τὸ 1981) καὶ O Cavalo de Sol (Τὸ Ἄ­λο­γο τοῦ Ἥ­λιου, γραμ­μέ­νο τὸ 1989) καὶ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος Camilo Castelo Branco τὸ 2002, γιὰ τὸ ἔρ­γο της Histórias de Ver e Andar (Ἱ­στο­ρί­ες νὰ Βλέ­πεις καὶ νὰ Πο­ρεύ­ε­σαι).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ πο­ρτο­γα­λι­κά:

Νί­κος Πρα­τσί­νης. Γεν­νή­θη­­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς Χη­μεί­ας στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Π.Α., με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­ο­m­p­l­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της καὶ Πορ­το­γα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στὴς καὶ δι­ερ­μη­νέ­ας καὶ εἶ­ναι συ­νι­δι­ο­κτή­της τῆς ἑ­ται­ρί­ας Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας COM N. Πρα­τσί­νης – Ἐ. Ζη­σί­μου κ Σί­α, ΟΕ. Πα­ράλ­λη­λα, δι­δά­σκει με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἑ­στι­ά­ζον­τας τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του στὴ συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση— καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ πορ­το­γα­λι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, Χάξ­λε­ϊ, Μπά­ρο­ουζ, Μα­σάν­του ντὲ Ἀ­σίς, Μά­ριου ντὲ Ἀν­τράν­τε, Ἔ­σα ντὲ Κε­ϊ­ρός, Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Χουὰν Ροῦλ­φο καὶ Χρο­νι­κά των ἱ­σπα­νι­κῶν ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων στὸν Νέ­ο Κό­σμο.

Γ­ιὰ ἀνά­λυ­ση τοῦ κει­μέ­νου, βλ.:

http://www.scielo.mec.pt/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S0807-89672012000300009

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Οἱ μύγες



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Οἱ μύ­γες


Α ΠΡΕΠΕΙ νὰ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴν τρύ­πα ποὺ ἔ­χω στὸ κε­φά­λι καὶ νὰ μπῆ­καν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἐ­νῶ κοι­μό­μουν —ἐ­ξοῦ κι ἡ ἀλ­λα­γὴ στὸ βου­η­τὸ ποὺ πιὰ δὲν ἔρ­χε­ται ἀ­π’ ἔ­ξω ἀλ­λὰ εἶ­ναι μέ­σα μου, τὸ νι­ώ­θω— καὶ πιά­νω σφι­χτὰ τώ­ρα τὸ μο­λύ­βι γιὰ νὰ γρά­ψω ὅ,τι προ­φτά­σω, ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γά, ἡ βο­ὴ ὅ­λο καὶ δυ­να­μώ­νει, ἡ ὅ­ρα­σή μου ἀ­πό­το­μα θαμ­πώ­νει, τὸ μο­λύ­βι πέ­φτει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι μου προ­τοῦ προ­λά­βει ν’ ἀ­φή­σει στὸ χαρ­τὶ τὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀ­πο­τύ­πω­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου: ΚΛΜ



Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου


ΚΛΜ


Ε ΕΙΧΕ ΠΙΑΣΕΙ ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Μοῦ τὰ ἕ­σφιγ­γε τό­σο δυ­να­τὰ στὶς χοῦ­φτες του, ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι θὰ μοῦ τὰ ξε­ρί­ζω­νε. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­φοῦ ξε­ψύ­χη­σε, δὲν ἔ­λε­γε νὰ μοῦ τὰ ἀ­φή­σει. Μπαί­νον­τας δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε. Τὸ τσε­κού­ρι. Τὸ εἶ­χα βά­λει ἀ­νά­με­σα στὶς πε­τσέ­τες, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ πε­τσέ­τες ἄ­σπρες καὶ κί­τρι­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ κλό­τση­σε στὴν ἄ­κρη. Ἔ­ζε­χνε. Τὸ σῶ­μα του κόκ­κι­νο κα­μέ­νο. Ἡ οὐ­λὴ στὸ δε­ξί του γό­να­το. Τὸ ση­μά­δι κά­τω ἀ­π’ τὸ λαι­μό. Ἴ­διος. Κι ἐ­γώ. Τὸν κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Αἰ­σθάν­θη­κα τὸ χρό­νο νὰ μὲ ἐ­πι­στρέ­φει. Δέ­κα χρό­νια πί­σω, ἐ­κεῖ ποὺ εἴ­χα­με μεί­νει. Καὶ οἱ δύ­ο. Μί­α στιγ­μὴ πρίν· μί­α στιγ­μὴ με­τά. Τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Μπῆ­κε στὸ νε­ρὸ μέ­χρι τὴ μέ­ση. Μὲ κοι­τοῦ­σε χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἐ­γὼ ὁ­λο­έ­να τὸν πλη­σί­α­ζα, μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σα ἀ­πὸ πά­νω του. Γδύ­θη­κα. Τὰ μά­τια του μὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ὅ­σο ἔμ­παι­να. Τὸ νε­ρὸ ἔ­και­γε. Ἔ­σκυ­ψα ἀ­πὸ πά­νω του. Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ γό­να­τα κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νε­βαί­νει. Νό­μι­σα πὼς θὰ μὲ πο­νοῦ­σε. Στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου μὲ δά­χτυ­λα ἀ­κί­νη­τα, ποὺ πο­λὺ εὔ­κο­λα ἔμ­παι­ναν, ἂν ἤ­θε­λε, μέ­σα μου, πο­λὺ εὔ­κο­λά τὰ γλί­στρα­γε, ἂν ἤ­θε­λε, πρὸς τὴν κοι­λιά μου. Ἀ­πο­φά­σι­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη ἄρ­χι­σα. Νὰ τοῦ τρί­βω τὸ στῆ­θος καὶ τοὺς ὤ­μους. Ἔ­ψα­χνε τὰ μά­τια μου. Τοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κα. Φί­λη­σα τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ του κι ἐ­κεῖ­νος πέ­ρα­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ λαι­μό μου. Τὰ κύ­κλω­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­σκη­σε πί­ε­ση. Μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ. Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του. Εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ δί­χτυ. Μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Βυ­θί­στη­κε μέ­χρι τὸ λαι­μό. Προ­ε­ξεῖ­χαν μό­νο τὰ χέ­ρια του νὰ χου­φτώ­νουν ἄ­γαρ­μπα τὰ στή­θη μου λὲς κι ἤ­μουν ἀ­γε­λά­δα καὶ μὲ ἄρ­με­γε. Μὲ πό­νε­σε. Ἔ­κα­να νὰ τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω, αὐ­τὸς ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε, σφίγ­γον­τάς τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­μα. Εἶ­χε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κοι­μη­θή­κα­με μα­ζί. Μὲ ζού­λη­ξε τό­σο πο­λὺ ποὺ ἔ­βα­λα τὶς φω­νές. Σώ­πα­σα μό­νο ἀ­φοῦ μὲ χτύ­πη­σε. Ἔ­πει­τα μὲ συ­νή­θι­σε. Δὲν τὰ ἔ­βλε­πα τὰ μά­τια του. Μοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κε.


Ὅ­ταν ἄ­φη­σα τὸ τσε­κού­ρι, τὸν ἔ­σπρω­ξα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ τραβ­ή­ξω τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ μὲ ἀ­φή­σει. Ρί­χτη­κα στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου ἐ­πὶ τό­που, γυ­μνὸς κι ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἐ­νω­θή­κα­με. Κοί­τα­ξα τὸ στέρ­νο μου. Εἶ­δα δέ­κα δά­χτυ­λα μαῦ­ρα πά­νω στὰ κόκ­κι­να πρη­σμέ­να στή­θη μου. Καὶ πά­νω τους ἄλ­λα δέ­κα, ἄ­σπρα, νὰ στραγ­γί­ζουν ὅ­σο γά­λα εἶ­χε μεί­νει.


Ἰ­ού­νιος/Ὀ­κτώ­βριος ’15


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου. Σπούδασε στὴν Royal Academy of Dramatic Art στὸ τµ­ή­µ­α κλα­σι­κῶν σπου­δῶν τοῦ King’s College London (ὑ­πο­τρο­φί­α Ἱ­δρύ­µ­α­τος Σκυ­λί­τση). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σκη­νο­θέ­της, βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­της καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου (κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο ρε­περ­τό­ριο, παι­δι­κό, ὄ­πε­ρα, docudrama, devised κ.ἄ.), ἀλ­λὰ καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει, ἐ­πι­µ­ε­λεῖ­ται καὶ µ­ε­τα­φρά­ζει.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Ἡ ὀδοντοστοιχία



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Ἡ ὀδοντοστοιχία


ΟΥ ΕΙΠΑΝ, τρεῖς μῆ­νες ἔ­χεις τὸ πο­λὺ ζω­ή. Σὰν τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α τὰ δόν­τια του ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φτιά­ξει. Δι­ό­τι μα­κρο­πρό­θε­σμα ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὴν κα­λή του ἐμ­φά­νι­ση κι ἂς εἶ­ναι σκε­λε­τός. Ἂν μά­λι­στα μελ­λον­τι­κὰ κά­ποι­ο ἐρ­γα­στή­ριο ζη­τή­σει τὰ ὀ­στά του γιὰ με­λέ­τη, θὰ ἤ­θε­λε πο­λὺ οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες νε­α­ρές το ὡ­ραῖ­ο του κρα­νί­ο νὰ κοι­τοῦν, τὴν ἄ­ψο­γη ὀ­δον­το­στοι­χί­α νὰ θαυ­μά­ζουν καὶ ἴ­σως νὰ σκέ­φτον­ται πό­σο ἄ­δι­κος ἦ­ταν ὁ θά­να­τός του, μὲ τέ­τοι­α δόν­τια ἄ­φθαρ­τα νὰ γεί­ρει στὴν ἀ­φά­νεια, θύ­μα τῆς λαί­μαρ­γης κα­τά­πο­σης τοῦ ἄ­σπλα­χνου νω­δοῦ ψυ­χο­συλ­λέ­κτη.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου: Κοσμολογία


Δήμητρα I. Χριστοδούλου


Κο­σμο­λο­γί­α


ΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΥΣΕΙ ὁ ἥ­λιος, στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο τῆς Νε­ου­κέν, ὁ Λά­ου­ρο, πρώ­ην ἰ­σο­βί­της, πλέ­ον ὁ γη­ραι­ό­τε­ρος φρον­τι­στής, σπρώ­χνει ἀρ­γὰ τὸ  κα­ρό­τσι πρὸς  τὸ κλου­βὶ με­γέ­θους σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας τῶν κο­λιμ­πρί, σέρ­νον­τας τὸ κου­τσό του πό­δι, ἀ­πὸ πα­λιὸ τραῦ­μα. Ξε­κλει­δώ­νει τὴν  πόρ­τα, μπαί­νει μέ­σα καὶ σκύ­βει νὰ γε­μί­σει τὶς τα­ΐ­στρες, ξε­χνών­τας τὴν ἀρ­μα­θιὰ μὲ τὰ κλει­διὰ πά­νω στὴ σκου­ρι­α­σμέ­νη κλει­δα­ριά.

        Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν και­νού­ρια ἑρ­πε­το­λό­γο, τὴν Ἄ­να, στὸ δι­πλα­νὸ κλου­βί.  Πυ­ρα­κτώ­νουν οἱ πα­λά­μες του, πνί­γει τὸν κνη­σμὸ κόν­τρα στὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ. Με­τὰ βί­ας κρα­τι­έ­ται μέ­ρα τὴ μέ­ρα νὰ τὴ βλέ­πει νὰ κυ­λι­έ­ται στὸ χῶ­μα μὲ τὸ τζὶν σὸρ­τς καὶ τὸ ραν­τὲ μα­κὸ ἀ­νά­με­σα σὲ τό­σα φί­δια. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θεῖ κρυ­φὰ πῶς ἡ­δο­νί­ζε­ται μὲ τὸ ἀρ­γὸ τύ­λιγ­μα τοῦ βό­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὸν ἱ­δρω­μέ­νο λαι­μό της.  Πῶς τρε­μο­παί­ζουν τὰ βλέ­φα­ρά της, πῶς γέρ­νει τὸ μά­γου­λό της νὰ τῆς τὸ γλεί­φει μὲ τὴν πα­γω­μέ­νη γλώσ­σα του μέ­χρι τὰ σά­λια του νὰ κυ­λή­σουν στὸ στῆ­θος της.

        Σκυμ­μέ­νος, μὲ τὴν πλά­τη στὸ φῶς, συ­νε­χί­ζει νὰ ρί­χνει τρο­φὴ στὶς ταΐ­­στρες, ποὺ ἔ­χουν ξε­χει­λί­σει πιὰ καὶ μυ­ριά­δες κι­τρι­νω­πὰ σπό­ρια χύ­νον­ται ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ χῶ­μα. Τὰ κο­λιμ­πρὶ ἀ­λα­λι­α­σμέ­να ξε­ση­κώ­νουν τὸν τό­πο.  Ἕ­να ἰ­ρι­δί­ζον σύν­νε­φο γα­λα­ζο­πρά­σι­νης σκό­νης κα­τα­κλύ­ζει τὸ κλου­βί, ποὺ χρυ­σί­ζει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ὅ­πως δι­α­θλῶν­ται οἱ πλά­γι­ες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου. Ὁ Λά­ου­ρο ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ, αὐ­τὸ σκά­ει μὲ δύ­να­μη κά­τω, τὰ μά­τια του τσού­ζουν ἀ­φό­ρη­τα ἀ­πὸ τὴ σκό­νη, τὰ σφρα­γί­ζει καὶ τὰ τρί­βει μὲ λύσ­σα. Ἡ πόρ­τα μι­σα­νοί­γει καὶ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες κο­λιμ­πρὶ ξα­νοί­γον­ται στὸν κα­τα­κόκ­κι­νο οὐ­ρα­νό.

        Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀν­τι­κρι­νῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, ἡ ἔ­φη­βη Μερ­σέν­τες, ἀ­νερ­χό­με­νο μον­τέ­λο, ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται. Νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸν μά­να­τζέρ της; Νὰ ὑ­πο­γρά­ψει μα­ζί του τὸ συμ­βό­λαι­ο; Μὰ δι­α­φω­νοῦν κά­θε­τα στὸ θέ­μα τοῦ πο­σοῦ γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τῶν σφρι­γη­λῶν γλου­τῶν της,  ποὺ τοὺς χαί­ρε­ται ὁ τύ­πος μῆ­νες τώ­ρα. Γε­λοῖ­ε! Κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α. Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ γα­λα­ζο­πρά­σι­νο σμῆ­νος ποὺ κα­τα­κλύ­ζει τὸν οὐ­ρα­νό; Ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὴν πέ­να πά­νω του, ἁρ­πά­ζει τὴ σχο­λι­κὴ τσάν­τα της κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα μὲ θό­ρυ­βο πί­σω της. Που­τά­νας γιοί, νὰ ψο­φή­σε­τε ὅ­λοι, ἀ­κοῦς; Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μό­νη μου.

        Πα­ρα­δί­πλα, στὴν τα­ρά­τσα τοῦ πε­ρι­φε­ρεια­κοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἀ­σθε­νεῖς κι ἐ­πι­σκέ­πτες ἀ­πα­θα­να­τί­ζουν τὸ σπά­νιο θέ­α­μα. Ἀ­στρά­φτουν τὰ φλὰς καὶ τὰ χα­μό­γε­λα. Στὸν ἄ­δει­ο δι­ά­δρο­μο πρὸς τὰ ἐ­πεί­γον­τα κα­μιὰ δε­κα­ριὰ νο­ση­λευ­τὲς καὶ για­τροὶ με­τα­φέ­ρουν ἕ­να φο­ρεῖ­ο τρέ­χον­τας πα­νι­κό­βλη­τοι.  Πά­νω στὸ χω­ρὶς παλ­μὸ κορ­μὶ τοῦ Πά­ο­λο, ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρα λε­πτά, πα­ρα­τη­μέ­νος ὁ ἀ­πι­νι­δω­τής. Τὸ γυ­μνό, ἀ­γο­ρί­στι­κο σῶ­μα χο­ρο­πη­δά­ει πά­νω στὸ φο­ρεῖ­ο, ἀ­νά­με­σα σὲ ὀ­ρούς, σω­λη­νά­κια, γάν­τια καὶ χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νες μά­σκες. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­κρό­στε­νες λάμ­πες φθο­ρί­ου ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ λευ­κὸ τα­βά­νι κα­τὰ μῆ­κος, φεγ­γο­βο­λᾶ τὸ φα­λα­κρὸ κε­φα­λά­κι, σὰ νὰ ἄ­να­ψαν μέ­σα του φω­το­ρυθ­μι­κά. Σο­κα­ρι­σμέ­νος ὁ ἁ­παν­τα­χοῦ καρ­κί­νος ἀ­πὸ τὴν αἰφ­νί­δια δι­α­κο­πὴ αἱ­μά­τω­σης κι ὀ­ξυ­γό­νου ψά­χνει δί­ο­δο δι­α­φυ­γῆς. Μα­ται­ω­μέ­νο ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ χα­μό­γε­λο στὰ με­λα­νὰ χεί­λη τοῦ Πά­ο­λο. Ὅ­μως. Τὰ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια του, κα­τά­στι­κτα καὶ ὑ­γρά,  ἰ­ρι­δί­ζουν ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ εἶ­δαν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δε­κά­του ὀ­ρό­φου, λί­γο πρὶν ξε­ψυ­χή­σει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.


Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της: Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές



Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές


ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΗ μέ­ρα δυ­ὸ φί­λοι κο­ρό­ι­δευ­αν, ἔ­βρι­ζαν, χα­χά­νι­ζαν, περ­πα­τοῦ­σαν καὶ πέρ­δον­ταν. Δη­λα­δὴ ἀ­πε­ρι­φρά­στως, ἀλ­λέ­ως πώς, οὕ­τως εἰ­πεῖν κλά­να­νε γεν­ναῖ­α. Τὸ εἴ­χα­νε ξε­φτι­λί­σει τε­λεί­ως. Σὰν τὰ μι­κρὰ παι­διὰ συ­να­γω­νί­ζον­ταν ποι­ός θὰ κά­νει τὸν δυ­να­τό­τε­ρο καὶ πιὸ μα­κρό­συρ­το θό­ρυ­βο μὲ τὸ τε­λι­κὸ τμῆ­μα τοῦ ἐν­τέ­ρου του. Προ­σπα­θοῦ­σαν μά­λι­στα νὰ ἀ­πο­δώ­σουν μου­σι­κὲς ἀ­πο­χρώ­σεις στὴν προ­σπά­θειά τους. Ἀ­πο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι ποὺ τὰ εὕ­ρι­σκαν τό­σα ἀ­έ­ρια. Τί ἔ­φα­γαν; Μὲ τό­σο σφί­ξι­μο θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν χε­στεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή.

       Ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τώ­ρα, κα­τα­με­σή­με­ρο στὰ Ἑ­ξάρ­χεια, ἀρ­γί­α, βρον­τοῦ­σαν οἱ ἔ­ρη­μοι δρό­μοι ποὺ περ­νοῦ­σαν καὶ οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­λα­λο τῶν ἀ­ε­ρί­ων τους ἐ­νῶ αὐ­τοὶ πα­ρέ­λαυ­ναν γε­λών­τας σὰν νὰ τοὺς ἔ­βγαι­νε στρα­βὰ ἡ κο­ρό­να.

       Ἀλ­λό­κο­τη ἡ ἀν­τί­δρα­σή τους, κά­τι σὰν ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση στὸ κα­θε­στώς. Χέ­ρια πό­δια δε­μέ­να, στό­μα κλει­στό, μό­νον ὁ κῶ­λος τους ἔ­με­νε ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς 21ης Ἀ­πρι­λί­ου.

       Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει αὐ­τὴ τὴν πλά­κα μὲ τὰ ἐμ­βα­τή­ρια καὶ τὰ κλα­ρί­να ποὺ ἄ­κου­γαν ἀ­πὸ τὸ πρω­ΐ, θυ­μή­θη­καν καὶ τὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ στρα­τι­ώ­τη πορ­δι­στῆ-σαλ­πιγ­κτῆ ποὺ ἔ­παι­ζε τὸ σι­ω­πη­τή­ριο καὶ βάλ­θη­καν νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν.

       Μό­νο ποὺ δὲν τοὺς προ­έ­κυ­ψε ὅ­πως τὸ σχε­δί­α­ζαν. Κά­τι μὲ τὴ φα­σα­ρί­α, κά­τι μὲ τὰ χά­χα­να, κά­τι μὲ τὰ μι­σό­λο­γα, ἕ­να ὄρ­γα­νο τοῦ νό­μου καὶ τῆς τά­ξε­ως ποὺ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το σα­φῶς γιὰ ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες, τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὸ τμῆ­μα γιὰ ἐ­ξη­γή­σεις καὶ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς.

       Τοὺς κρά­τη­σαν κά­να-δυ­ὸ ὡ­ρί­τσες νὰ πε­ρι­μέ­νου­νε καὶ με­τὰ ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ὑ­πη­ρε­σί­ας —τί νὰ γρά­ψει ἡ­μέ­ρα πού ‘τα­νε 21η Ἀ­πρι­λί­ου, πῶς  νὰ τὸ γρά­ψει, θὰ γε­λά­γα­νε αὔ­ριο μα­ζί του οἱ συ­νά­δελ­φοι ὅ­τι μαν­τρώ­σα­νε δυὸ κλα­νι­ά­ρη­δες στὰ Ἑ­ξάρ­χεια— τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δέ­ου­σες συ­στά­σεις καὶ τοὺς  ἄ­φη­σε.

       Αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν κα­λὰ πλέ­ον ὅ­τι οὔ­τε ὁ κῶ­λος τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸ κα­θε­στὼς ποὺ εἶ­χε μά­τια ἀ­φτιὰ καὶ μύ­τη παν­τοῦ. Καὶ κού­φι­ες νὰ τὶς κά­να­νε τὸ κα­θε­στὼς θὰ τὶς μυ­ρι­ζό­τα­νε.



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἡμί­κλα­στων κολ­λῶν, [Ἀ­θή­να, Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση] 2015.

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια


ΧΡΗΣΤΟΣ δὲν χό­ρευ­ε πο­τὲ αὐ­το­βού­λως. Δυ­ὸ μέ­τρα μπό­ι ἔ­νι­ω­θε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἄ­βο­λα νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Στὰ τέσ­σε­ρα χρό­νια τοῦ δε­σμοῦ, εἶ­χα δο­κι­μά­σει κά­θε εἴ­δους τερ­τί­πι γιὰ νὰ τὸν δε­λε­ά­σω, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Στὰ πάρ­τυ μό­νο κι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα εἶ­χε κα­τα­να­λώ­σει ἀ­ξι­ό­λο­γη πο­σό­τη­τα ἀλ­κο­όλ, δε­χό­ταν νὰ τὸν πα­ρα­σύ­ρω ὣς τὴν πί­στα. Ἐ­κεῖ δι­ά­λε­γε ἕ­να μέ­ρος ἡ­μι­σκό­τει­νο, μοῦ πα­ρέ­δι­δε τὰ χέ­ρια του νε­κρὰ καὶ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὰ ὁ­δη­γῶ σὰν μα­ρι­ο­νε­τί­στας.

       Τὰ βρά­δια ποὺ ἔ­με­νε σὲ μέ­να, ὁ ὕ­πνος συ­νή­θως τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν πρῶ­τος. Δὲν περ­να­γαν κάμ­πο­σα λε­πτὰ κι οἱ πα­τοῦ­σες του ζων­τά­νευ­αν. Τὴ μιά, κι­νοῦν­ταν ἀ­ρι­στε­ρά, τὴν ἄλ­λη δε­ξιά, τὴ μιὰ μα­ζί, τὴν ἄλ­λη ἀ­συγ­χρό­νι­στα. Πά­σχει ἀ­πὸ τὸ σύν­δρο­μο ἀ­νή­συ­χων πο­δι­ῶν μοῦ ἐ­ξή­γη­σε, μὰ ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγά­ζει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πὼς στὸν ὕ­πνο του μὲ κά­ποι­α ἄλ­λη­νε, πιὸ πει­στι­κή, χο­ρεύ­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Μαρία Λαγγουρέλη: Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη


Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙ, τὸ βρά­δυ, τὸ πρω­ὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Τε­λεί­ω­σαν οἱ μπα­τα­ρί­ες τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἀ­πὸ παν­τοῦ ἄ­σπρο καὶ κί­τρι­νο, ἄ­φαν­τες οἱ σκι­ὲς καὶ ὁ ὕ­πνος που­θε­νά. Εἶ­μαι ἡ κόκ­κι­νη κη­λί­δα στὰ σπλά­χνα ἑ­νὸς αὐ­γοῦ ποὺ τὸ τσό­φλι του εἶ­ναι ἄ­τρω­το στὸ γα­λά­ζιο, στὸ μπλέ, στὸ βα­θὺ μπλέ τοῦ ὕ­πνου. Κουρ­νι­α­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τοῦ Και­ροῦ ποὺ μὲ κλωσ­σά­ει νοι­ώ­θω μό­νο κρα­δα­σμοὺς ἀ­πὸ τὴν βο­ὴ ποὺ μὲ να­νου­ρί­ζει ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἔ­τη φω­τὸς ἀ­πὸ τὸ τό­τε, τὸ τό­τε ποὺ ὑ­πῆρ­χε τὸ με­ση­μέ­ρι τὸ βρά­δυ τὸ πρω­ί, τό­τε ποὺ τὸ μι­κρὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ ποὺ σφίγ­γουν τὰ γι­γάν­τια δά­χτυ­λά μου ἦ­ταν ἡ σκα­λι­στὴ κα­ρυ­δέ­νια ντου­λά­πα τῆς μη­τέ­ρας μὲ τὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο. Τώ­ρα μέ­σα στὴ χού­φτα μου τὸ ζου­λά­ω τὸ τρί­βω σὰν λυ­χνά­ρι τοῦ Ἀ­λαν­τὶν καὶ πε­ρι­μέ­νω τοὺς τριγ­μοὺς σὰν θη­σαυ­ροὺς νὰ στο­λί­σουν τὴν ἁ­φή μου ποὺ πιὰ συ­στέλ­λε­ται καὶ δι­α­στέλ­λε­ται μό­νο ἀ­πορ­ρο­φών­τας ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες ἀ­πὸ μα­κρὰ μή­κη κύ­μα­τος… Ώ ἡ ἁ­φή μου. Φλοι­ὸς ποὺ ρά­γι­ζε καὶ δά­κρυ­ζε ρε­τσί­νι… Ώ οἱ ξυ­λο­κό­ποι μου μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους τσε­κού­ρια καὶ τὴ μυ­ρω­δά­τη ἄ­γρια ἀ­να­πνο­ή. Μύ­ρι­ζαν σπά­νιο κα­πνὸ τὰ πυ­κνά τους γέ­νεια καὶ ἡ γυ­α­λά­δα στὰ μά­τια τους τὴ στιγ­μὴ ποὺ μα­κέ­λευ­αν τὸν κορ­μό μου γλυ­στροῦ­σε ἴ­σα μὲ τὴ ρί­ζα καὶ τὴν ἔ­τρε­φε, κι ἄλ­λο δέν­τρο ξε­πέ­τα­γε. Τὴν κα­ρυ­διὰ πε­λε­κη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη σὲ σκα­λι­στὴ ντου­λά­πα, τώ­ρα στὴ δι­κή μου διά­ρκεια καὶ δι­ά­στα­ση ὑ­πο­ταγ­μέ­νη στὶς δι­α­στά­σεις ποὺ θέ­λω ἐ­γὼ μου­σι­κὸ κου­τὶ ποὺ τρί­ζει καὶ να­νου­ρί­ζει τὶς ἀ­γρυ­πνί­ες μου…

        Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ κρό­κος γύ­ρω μου ἀν­τη­χεῖ τοὺς γνώ­ρι­μους ἀ­γα­πη­μέ­νους ἀλ­λο­τι­νοὺς ἤ­χους τὸ μι­κρὸ παι­δὶ ποὺ σκιρ­τοῦ­σε ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε τρέ­χει λευ­τε­ρω­μέ­νο στὸ μαῦ­ρο τοῦ­νελ τοῦ ὕ­πνου, βγαί­νει στὴν πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἡ μνή­μη ἡ παι­δι­κὴ ἀ­νά­βει τὸ ἐ­ξαί­σιό της «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται» καὶ πη­δά­ει σὰν ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο ἀ­νά­με­σα στοὺς πλα­νῆ­τες τῶν λου­λου­δι­ῶν τῶν δέν­τρων, τῶν καρ­πῶν.

        Με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ, ἢ πρω­ὶ ποὺ πάν­τα κοι­μοῦν­ται οἱ με­γά­λοι ὁ πάν­τα πι­ω­μέ­νος πε­ρι­βο­λά­ρης ποὺ πάν­τα γνέ­φει συ­νο­μω­τι­κὰ στὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὸ παίρ­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸ ὁ­δη­γεῖ στὸ κα­λύ­βι του. Ἡ πε­ρι­βο­λά­ρισ­σα λα­γο­κοι­μᾶ­ται στη­ρί­ζον­τας τὸ σα­γό­νι της πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ εἶ­ναι γε­μά­το ψί­χου­λα ἀ­πὸ κα­ρυ­δό­πι­τα καὶ μερ­μύγ­κια ποὺ σα­λεύ­ουν τὶς κε­ραῖ­ες τους γὺρω ἀ­πὸ τὰ φου­σκω­τά της στή­θεια ξε­τρ­ε­λα­μέ­να ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ γά­λα­κτος.

        Μὲ τὸν δεί­κτη πά­νω στὸ πο­νη­ρό του χα­μό­γε­λο, τὸν βλέ­πω νὰ μοῦ γνέ­φει σι­ω­πή, νὰ κα­τε­βά­ζει ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ γυ­ά­λι­νο βά­ζο, τὸ κου­τά­λι. Μὲ βγά­ζει στὸ πε­ρι­βό­λι μὲ κα­θί­ζει πά­νω σε ἕ­να μι­κρὸ καρ­πού­ζι μὲ τα­ΐ­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. «Φά­ε νὰ γλυ­κα­θεῖς για­τί τὰ καρ­πού­ζια δὲν ὡ­ρί­μα­σαν ἀ­κό­μα νὰ σὲ γλυ­κά­νουν». Κι ἐ­γὼ τρέ­μον­τας κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νό του βλέμ­μα νι­ώ­θω τὴ γλυ­κεί­α χαύ­νω­ση νὰ μου­διά­ζει τὴ γλώσ­σα, τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τὴν κοι­λιά, νὰ μὲ ὠ­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ ση­κώ­νο­μαι στοὺς οὐ­ρα­νούς.

        «Εἶ­ναι μι­κρὸ ἀ­κό­μα» μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, ἄ­κου­σε πὼς τρί­ζει κα­θὼς με­γα­λώ­νει… Ἔ­τσι κά­νουν καὶ τὰ πε­πό­νια καὶ τὰ φα­σό­λια τὰ μπουμ­πού­κια νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν ἀ­κοῦς αὐ­τοὺς τοὺς πα­ρά­ξε­νους τριγ­μοὺς τῆς σάρ­κας τους, τρί­ζουν τὰ κορ­μά­κια τοὺς κα­θὼς με­γα­λώ­νουν» μὲ κα­θη­συ­χά­ζει. «Ἔ­τσι τρί­ζει καὶ τὸ δι­κό σου κορ­μά­κι ποὺ με­γα­λώ­νεις, νὰ ἄ­κου…» κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ ἀ­φτὶ στὸ μι­κρό μου στέρ­νο πο­τί­ζον­τας μὲ ἡ­δο­νι­κὴ φρί­κη μὲ τὴν με­θυ­σμέ­νη του ἀ­νά­σα.

        Ἀ­νέ­με­λη μέ­λισ­σα ἔρ­χε­ται νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει πά­νω στὰ με­λω­μέ­να χεί­λια μου μαν­τεύ­ον­τας τὶς φο­βε­ρές μου σκέ­ψεις: Τώ­ρα ποὺ ξέ­ρω για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ τριγ­μοὶ δὲν θὰ ξα­να­φο­βη­θῶ. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὅ­λοι θὰ κοι­μοῦν­ται θὰ τὸ ξα­να­σκά­σω θὰ ρί­ξω τὸν με­θυ­σμέ­νο πε­ρι­βο­λά­ρη στὸ πη­γά­δι νὰ ἐ­ξου­σιά­ζω ἐ­γὼ τὸ βα­σί­λει­ό του. Κυ­ρὰ τῶν καρ­πῶν καὶ τῶν λου­λου­δι­ῶν θὰ ζή­σω ἀ­νά­με­σά τους μὲ τὰ ξόρ­κια μου ὅ­πο­τε θέ­λω θὰ τὰ κά­νω νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ γί­νουν στὸ δι­κό μου μέ­γε­θος καὶ τό­τε τὰκ τάκ, θὰ χτυ­πή­σω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φλού­δα. Σπό­ρια με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ ἀν­θρω­πά­κια θὰ μ’ ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα καὶ βζζτ θὰ θρο­νιστῶ μέ­σα στοὺς χυ­μοὺς πό­τε στὸ κόκ­κι­νο πό­τε στὸ κί­τρι­νο πό­τε στὸ πρά­σι­νο σα­λό­νι καὶ θὰ μεί­νω γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ νὰ ρου­φά­ω νὰ τρέ­φο­μαι νὰ γεύ­ο­μαι μέ­σα τους κρυμ­μέ­νη, κου­κού­τσι ἔμ­βρυ­ο δι­κό τους γιὰ πάν­τα γλυ­κα­μέ­νη καὶ ὅ­λοι θὰ μὲ ἔ­χουν γιὰ χα­μέ­νη θὰ ψά­χνουν παν­τοῦ νὰ μὲ βροῦν ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι καὶ ἔ­νο­χοι ποὺ τό­σο μὲ πί­κρα­ναν κλει­δώ­νον­τας μὲ πάν­τα ἔ­ξω, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι μὲ τὸ γλυ­κὸ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κα­λο­συ­γυ­ρι­σμέ­νο σα­λό­νι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῶν τριγ­μῶν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ντου­λά­πας, κι ἡ πλά­ση ποὺ θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­βρο­χθί­σει θὰ ρεύ­ε­ται μὲ ἀ­πό­λαυ­ση.

        Ἔ­πει­τα μ΄ ἅρ­πα­ξε ἡ θλί­ψη καὶ μὲ βού­τα­γε στὶς τύ­ψεις. Λυ­πό­μου­να τὸν πε­ρι­βο­λά­ρη με­τάνοι­ω­να ἄλ­λα­ζα σχέ­δια δὲν θὰ τὸν ἔ­ρι­χνα στὸ πη­γά­δι. Γύ­ρι­ζα στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴ ντου­λά­πα νὰ συ­νε­χί­σω τὸ ὄ­νει­ρο. Πάν­τα κλει­δω­μέ­νη ἔ­τρι­ζε. Ἔ­φται­γε ἡ ζέ­στη λέ­γα­νε τὸ κα­λο­καί­ρι, καὶ τὸν χει­μώ­να τὸ κρύ­ο. Μιὰ νύ­χτα ἐ­πι­τέ­λους ἔ­ψα­ξα βρῆ­κα τὸ κλει­δί, τό­σφι­ξα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη μου τρί­φτη­κα πά­νω μου τὸ ἄ­λει­ψα μὲ τὸν ἱ­δρώ­τα μου νὰ γλυ­στρά­ει στὴν κλει­δα­ριὰ ἄ­νοι­ξα τὴν ντου­λά­πα καὶ σύλ­λη­σα τὸ μυ­στή­ριο. Κυ­λί­στη­κα καὶ χα­ϊ­δεύ­τη­κα πά­νω στὶς μάλ­λι­νες βε­λού­δι­νες βαμ­βα­κε­ρὲς δαν­τε­λέ­νι­ες φλοῦ­δες ποὺ κά­λυ­πταν τὴ σάρ­κα καὶ τοὺς χυ­μοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νων σω­μά­των ποὺ πο­τὲ τους δὲν μὲ ἄγ­γι­ξαν.

        Στὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο τῆς ντου­λά­πας ἐ­κεῖ, στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ τὸ γυα­λὶ θαμ­πώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­σα του, τὸ παι­δὶ φι­λά­ει τὸ εἴ­δω­λο τῶν χει­λι­ῶν του. Πρω­το­μα­θαί­νει τὸ φι­λί, μα­θαί­νει ἐ­κεῖ το στό­μα κά­τι ἀλ­λό­κο­το ἀ­πὸ τὸν θη­λα­σμὸ τὸ φα­γὶ τὴν μι­λιὰ τὸ τρα­γού­δι. Ἐ­κεῖ μό­νο του. Ἀ­φοῦ κα­νεὶς στὸ σπί­τι στὸ σχο­λεῖ­ο στὸ δρό­μο στὴ γει­το­νιὰ στὴν ἐ­πο­χή του στὸν πλα­νή­τη του δὲν πρό­κει­ται νὰ τοῦ τὸ μά­θει. Δὲν πε­ρισ­σεύ­ει στορ­γὴ γιὰ τέ­τοι­ο μά­θη­μα. Μό­νο ὁ κα­θρέ­φτης μὲ τὸ εἴ­δω­λο τοῦ δεί­χνει πὼς νὰ φι­λά­ει, νὰ φυ­λά­ει, νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει… Ὄ­χι μό­νο τὸ στό­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ σῶ­μα.

        Οἱ πό­ροι, τὰ στό­μα­τα τῆς ἁ­φῆς μου ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ κα­τα­βρο­χθί­σουν τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ ὅ­ποι­α οὐ­σί­α ποὺ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς χυ­μοὺς της χώ­ρε­σε στὶς τό­σες φλοῦ­δες τῆς φύ­σης ἢ στὰ τό­σα φο­ρέ­μα­τα καὶ κο­στού­μια ποὺ κα­θρε­φτί­στη­καν στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ντου­λά­πας, τὰ χι­λιά­δες αὐ­τὰ στό­μα­τα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψα νὰ ὑ­πάρ­χουν στὰ χέ­ρια στοὺς ὤ­μους στὸ στῆ­θος πά­νω στὰ πρά­σι­να καρ­πού­ζια στὰ κί­τρι­να πε­πό­νια στὰ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­πιοῦν τοὺς χυ­μοὺς χω­ρὶς νὰ κα­τα­πον­τι­στοῦν μέ­σα τους. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν πι­πί­λι­ζα κρυ­φὰ νὰ λε­ρω­θεῖ νὰ πα­λι­ώ­σει τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φου­στα­νά­κι νὰ μὴ μοῦ τὸ βγά­ζουν κά­θε Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν και­νού­ριο κι ἔ­νι­ω­θα μύ­στης στὸ μὼβ μυ­στή­ριο τῶν ἀ­νε­μώ­νων. Ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ μὲ τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου στὸ πέ­λος τοῦ βε­λού­δου, μέ­σα στὴ ντου­λά­πα τὴν κλει­δω­μέ­νη ἡ τσα­λα­κω­μέ­νη μου ἀ­νε­μώ­να ποὺ ὁ στη­τός της στή­μο­νας αὐ­θα­δί­α­ζε σὰν σγου­ρό­μαλ­λο ἀ­γο­ρί­στι­κο κε­φα­λά­κι στὴ μέ­ση τοῦ ὕ­πε­ρου ὅ­ταν τὸν ἔ­γλει­φαν τὰ χεί­λη μου.

        Ὑ­πάρ­χω σ’ ἕ­να ἔ­τος φω­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σβύ­σει, κόκ­κι­νη κη­λί­δα μέ­σα στὸ αὐ­γὸ ποὺ ζε­σταί­νει ὁ Και­ρὸς μὲ κά­ποι­ο ἐ­ρη­μο­σύν­νε­φο. Ὁ ἐ­αυ­τὸς εἶ­ναι πιὰ τὸ μέλ­λον ποὺ πε­ρι­έ­χε­ται στὸ πα­ρελ­θὸν κι ἐ­λέγ­χει τὸ ἐ­γώ, ἐ­λέγ­χει τὸ σύ­στη­μα ἐ­πα­να­φο­ρᾶς τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας τῶν αἰ­σθή­σε­ών του. Τὸ ἐ­γώ μου ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε γι­γαν­τώ­θη­κα πό­τε μὲ κα­τά­πιαν οἱ τριγ­μοὶ τῶν καρ­πῶν ἢ οἱ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νοι θη­σαυ­ροὶ τῆς ντου­λά­πας ποὺ τὴν ἔ­χω στὴν χού­φτα μου τό­σο σμι­κραί­νει, τὸ ἐ­γὼ ποὺ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρί­νει πό­σο ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τα μα­γι­κὰ εἶ­ναι ὁ χρό­νος, ὁ χῶ­ρος, ἡ μνή­μη ἀ­κού­ει μιὰ παρ­τι­τού­ρα, τοὺς τριγ­μοὺς τῆς αἰ­ώ­νιας σύν­θε­σης καὶ σι­γὰ σι­γὰ σβύ­νει.

Στὸ κον­σέρ­το γιὰ τὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ

παί­ζουν

τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα

ἡ βε­νε­τσι­ά­νι­κη δαν­τέ­λα τῆς για­γιᾶς

ἡ κόκ­κι­νη μου­σε­λί­να τῆς με­γά­λης μου ἀ­δελ­φῆς

ἡ ψά­θι­νη κα­πε­λί­να μὲ τὰ κόκ­κι­να κε­ρά­σια

τὸ μπα­στού­νι τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια λα­βὴ

ἕ­να πορ­το­κά­λι πα­ρα­σό­λι

ἡ ἀ­πο­κρι­ά­τι­κη στο­λὴ τῆς βα­σί­λισ­σας τοῦ Σαβ­βὰ

ἕ­να σα­κά­κι μὲ πα­ρά­ση­μα τοῦ πα­τέ­ρα

ἡ πλε­ρέ­ζα τῆς μη­τέ­ρας

τὰ φθαρ­μέ­να μπλοὺ τζὴν ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ρὸκ πάρ­τι καὶ ὅ­τι ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὸ καμ­μέ­νο πε­ρι­βό­λι τῶν φυ­τῶν καὶ τῶν καρ­πῶν ποὺ ἄ­φη­σε τὸ νη­στι­κὸ σαρ­κο­βό­ρο θη­ρί­ο τῶν αἰ­σθή­σε­ων γιὰ νὰ να­νου­ρί­ζε­ται στὴν πί­σω με­ριὰ τῆς ἔλ­λει­ψης χορ­τα­σμέ­νο καὶ λυ­τρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση.


 

Πηγή: περ. Νέες Τομές, ἀρ. 2 (94), Καλοκαίρι 1985.

Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια γιὰ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ σε­νά­ριο στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Columbia of Illinois State of USA. Ἔ­λα­βε μέ­ρος σὲ workshop στὴν Ελ­λα­δα ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο Grotofski μὲ τὸν δι­ά­ση­μο σκη­νο­θέ­τη Sislack. Ἔ­χει δου­λέ­ψει σὰν ρε­πόρ­τερ καὶ στὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις τῆς Ὀ­λυμ­πια­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Τὰ ἄ­λο­γα (πε­ζο­γρα­φί­α, Αἰ­γό­κε­ρος, 1980), τε­λευ­ταῖ­ο της Σκό­νη πε­τα­λού­δας (ποί­η­ση, Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).