Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Οἱ μύγες



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Οἱ μύ­γες


Α ΠΡΕΠΕΙ νὰ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴν τρύ­πα ποὺ ἔ­χω στὸ κε­φά­λι καὶ νὰ μπῆ­καν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἐ­νῶ κοι­μό­μουν —ἐ­ξοῦ κι ἡ ἀλ­λα­γὴ στὸ βου­η­τὸ ποὺ πιὰ δὲν ἔρ­χε­ται ἀ­π’ ἔ­ξω ἀλ­λὰ εἶ­ναι μέ­σα μου, τὸ νι­ώ­θω— καὶ πιά­νω σφι­χτὰ τώ­ρα τὸ μο­λύ­βι γιὰ νὰ γρά­ψω ὅ,τι προ­φτά­σω, ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γά, ἡ βο­ὴ ὅ­λο καὶ δυ­να­μώ­νει, ἡ ὅ­ρα­σή μου ἀ­πό­το­μα θαμ­πώ­νει, τὸ μο­λύ­βι πέ­φτει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι μου προ­τοῦ προ­λά­βει ν’ ἀ­φή­σει στὸ χαρ­τὶ τὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀ­πο­τύ­πω­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου: ΚΛΜ



Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου


ΚΛΜ


Ε ΕΙΧΕ ΠΙΑΣΕΙ ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Μοῦ τὰ ἕ­σφιγ­γε τό­σο δυ­να­τὰ στὶς χοῦ­φτες του, ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι θὰ μοῦ τὰ ξε­ρί­ζω­νε. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­φοῦ ξε­ψύ­χη­σε, δὲν ἔ­λε­γε νὰ μοῦ τὰ ἀ­φή­σει. Μπαί­νον­τας δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε. Τὸ τσε­κού­ρι. Τὸ εἶ­χα βά­λει ἀ­νά­με­σα στὶς πε­τσέ­τες, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ πε­τσέ­τες ἄ­σπρες καὶ κί­τρι­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ κλό­τση­σε στὴν ἄ­κρη. Ἔ­ζε­χνε. Τὸ σῶ­μα του κόκ­κι­νο κα­μέ­νο. Ἡ οὐ­λὴ στὸ δε­ξί του γό­να­το. Τὸ ση­μά­δι κά­τω ἀ­π’ τὸ λαι­μό. Ἴ­διος. Κι ἐ­γώ. Τὸν κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Αἰ­σθάν­θη­κα τὸ χρό­νο νὰ μὲ ἐ­πι­στρέ­φει. Δέ­κα χρό­νια πί­σω, ἐ­κεῖ ποὺ εἴ­χα­με μεί­νει. Καὶ οἱ δύ­ο. Μί­α στιγ­μὴ πρίν· μί­α στιγ­μὴ με­τά. Τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Μπῆ­κε στὸ νε­ρὸ μέ­χρι τὴ μέ­ση. Μὲ κοι­τοῦ­σε χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἐ­γὼ ὁ­λο­έ­να τὸν πλη­σί­α­ζα, μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σα ἀ­πὸ πά­νω του. Γδύ­θη­κα. Τὰ μά­τια του μὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ὅ­σο ἔμ­παι­να. Τὸ νε­ρὸ ἔ­και­γε. Ἔ­σκυ­ψα ἀ­πὸ πά­νω του. Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ γό­να­τα κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νε­βαί­νει. Νό­μι­σα πὼς θὰ μὲ πο­νοῦ­σε. Στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου μὲ δά­χτυ­λα ἀ­κί­νη­τα, ποὺ πο­λὺ εὔ­κο­λα ἔμ­παι­ναν, ἂν ἤ­θε­λε, μέ­σα μου, πο­λὺ εὔ­κο­λά τὰ γλί­στρα­γε, ἂν ἤ­θε­λε, πρὸς τὴν κοι­λιά μου. Ἀ­πο­φά­σι­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη ἄρ­χι­σα. Νὰ τοῦ τρί­βω τὸ στῆ­θος καὶ τοὺς ὤ­μους. Ἔ­ψα­χνε τὰ μά­τια μου. Τοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κα. Φί­λη­σα τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ του κι ἐ­κεῖ­νος πέ­ρα­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ λαι­μό μου. Τὰ κύ­κλω­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­σκη­σε πί­ε­ση. Μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ. Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του. Εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ δί­χτυ. Μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Βυ­θί­στη­κε μέ­χρι τὸ λαι­μό. Προ­ε­ξεῖ­χαν μό­νο τὰ χέ­ρια του νὰ χου­φτώ­νουν ἄ­γαρ­μπα τὰ στή­θη μου λὲς κι ἤ­μουν ἀ­γε­λά­δα καὶ μὲ ἄρ­με­γε. Μὲ πό­νε­σε. Ἔ­κα­να νὰ τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω, αὐ­τὸς ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε, σφίγ­γον­τάς τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­μα. Εἶ­χε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κοι­μη­θή­κα­με μα­ζί. Μὲ ζού­λη­ξε τό­σο πο­λὺ ποὺ ἔ­βα­λα τὶς φω­νές. Σώ­πα­σα μό­νο ἀ­φοῦ μὲ χτύ­πη­σε. Ἔ­πει­τα μὲ συ­νή­θι­σε. Δὲν τὰ ἔ­βλε­πα τὰ μά­τια του. Μοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κε.


Ὅ­ταν ἄ­φη­σα τὸ τσε­κού­ρι, τὸν ἔ­σπρω­ξα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ τραβ­ή­ξω τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ μὲ ἀ­φή­σει. Ρί­χτη­κα στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου ἐ­πὶ τό­που, γυ­μνὸς κι ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἐ­νω­θή­κα­με. Κοί­τα­ξα τὸ στέρ­νο μου. Εἶ­δα δέ­κα δά­χτυ­λα μαῦ­ρα πά­νω στὰ κόκ­κι­να πρη­σμέ­να στή­θη μου. Καὶ πά­νω τους ἄλ­λα δέ­κα, ἄ­σπρα, νὰ στραγ­γί­ζουν ὅ­σο γά­λα εἶ­χε μεί­νει.


Ἰ­ού­νιος/Ὀ­κτώ­βριος ’15


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου. Σπούδασε στὴν Royal Academy of Dramatic Art στὸ τµ­ή­µ­α κλα­σι­κῶν σπου­δῶν τοῦ King’s College London (ὑ­πο­τρο­φί­α Ἱ­δρύ­µ­α­τος Σκυ­λί­τση). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σκη­νο­θέ­της, βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­της καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου (κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο ρε­περ­τό­ριο, παι­δι­κό, ὄ­πε­ρα, docudrama, devised κ.ἄ.), ἀλ­λὰ καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει, ἐ­πι­µ­ε­λεῖ­ται καὶ µ­ε­τα­φρά­ζει.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Ἡ ὀδοντοστοιχία



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Ἡ ὀδοντοστοιχία


ΟΥ ΕΙΠΑΝ, τρεῖς μῆ­νες ἔ­χεις τὸ πο­λὺ ζω­ή. Σὰν τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α τὰ δόν­τια του ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φτιά­ξει. Δι­ό­τι μα­κρο­πρό­θε­σμα ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὴν κα­λή του ἐμ­φά­νι­ση κι ἂς εἶ­ναι σκε­λε­τός. Ἂν μά­λι­στα μελ­λον­τι­κὰ κά­ποι­ο ἐρ­γα­στή­ριο ζη­τή­σει τὰ ὀ­στά του γιὰ με­λέ­τη, θὰ ἤ­θε­λε πο­λὺ οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες νε­α­ρές το ὡ­ραῖ­ο του κρα­νί­ο νὰ κοι­τοῦν, τὴν ἄ­ψο­γη ὀ­δον­το­στοι­χί­α νὰ θαυ­μά­ζουν καὶ ἴ­σως νὰ σκέ­φτον­ται πό­σο ἄ­δι­κος ἦ­ταν ὁ θά­να­τός του, μὲ τέ­τοι­α δόν­τια ἄ­φθαρ­τα νὰ γεί­ρει στὴν ἀ­φά­νεια, θύ­μα τῆς λαί­μαρ­γης κα­τά­πο­σης τοῦ ἄ­σπλα­χνου νω­δοῦ ψυ­χο­συλ­λέ­κτη.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου: Κοσμολογία


Δήμητρα I. Χριστοδούλου


Κο­σμο­λο­γί­α


ΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΥΣΕΙ ὁ ἥ­λιος, στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο τῆς Νε­ου­κέν, ὁ Λά­ου­ρο, πρώ­ην ἰ­σο­βί­της, πλέ­ον ὁ γη­ραι­ό­τε­ρος φρον­τι­στής, σπρώ­χνει ἀρ­γὰ τὸ  κα­ρό­τσι πρὸς  τὸ κλου­βὶ με­γέ­θους σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας τῶν κο­λιμ­πρί, σέρ­νον­τας τὸ κου­τσό του πό­δι, ἀ­πὸ πα­λιὸ τραῦ­μα. Ξε­κλει­δώ­νει τὴν  πόρ­τα, μπαί­νει μέ­σα καὶ σκύ­βει νὰ γε­μί­σει τὶς τα­ΐ­στρες, ξε­χνών­τας τὴν ἀρ­μα­θιὰ μὲ τὰ κλει­διὰ πά­νω στὴ σκου­ρι­α­σμέ­νη κλει­δα­ριά.

        Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν και­νού­ρια ἑρ­πε­το­λό­γο, τὴν Ἄ­να, στὸ δι­πλα­νὸ κλου­βί.  Πυ­ρα­κτώ­νουν οἱ πα­λά­μες του, πνί­γει τὸν κνη­σμὸ κόν­τρα στὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ. Με­τὰ βί­ας κρα­τι­έ­ται μέ­ρα τὴ μέ­ρα νὰ τὴ βλέ­πει νὰ κυ­λι­έ­ται στὸ χῶ­μα μὲ τὸ τζὶν σὸρ­τς καὶ τὸ ραν­τὲ μα­κὸ ἀ­νά­με­σα σὲ τό­σα φί­δια. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θεῖ κρυ­φὰ πῶς ἡ­δο­νί­ζε­ται μὲ τὸ ἀρ­γὸ τύ­λιγ­μα τοῦ βό­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὸν ἱ­δρω­μέ­νο λαι­μό της.  Πῶς τρε­μο­παί­ζουν τὰ βλέ­φα­ρά της, πῶς γέρ­νει τὸ μά­γου­λό της νὰ τῆς τὸ γλεί­φει μὲ τὴν πα­γω­μέ­νη γλώσ­σα του μέ­χρι τὰ σά­λια του νὰ κυ­λή­σουν στὸ στῆ­θος της.

        Σκυμ­μέ­νος, μὲ τὴν πλά­τη στὸ φῶς, συ­νε­χί­ζει νὰ ρί­χνει τρο­φὴ στὶς ταΐ­­στρες, ποὺ ἔ­χουν ξε­χει­λί­σει πιὰ καὶ μυ­ριά­δες κι­τρι­νω­πὰ σπό­ρια χύ­νον­ται ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ χῶ­μα. Τὰ κο­λιμ­πρὶ ἀ­λα­λι­α­σμέ­να ξε­ση­κώ­νουν τὸν τό­πο.  Ἕ­να ἰ­ρι­δί­ζον σύν­νε­φο γα­λα­ζο­πρά­σι­νης σκό­νης κα­τα­κλύ­ζει τὸ κλου­βί, ποὺ χρυ­σί­ζει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ὅ­πως δι­α­θλῶν­ται οἱ πλά­γι­ες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου. Ὁ Λά­ου­ρο ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ, αὐ­τὸ σκά­ει μὲ δύ­να­μη κά­τω, τὰ μά­τια του τσού­ζουν ἀ­φό­ρη­τα ἀ­πὸ τὴ σκό­νη, τὰ σφρα­γί­ζει καὶ τὰ τρί­βει μὲ λύσ­σα. Ἡ πόρ­τα μι­σα­νοί­γει καὶ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες κο­λιμ­πρὶ ξα­νοί­γον­ται στὸν κα­τα­κόκ­κι­νο οὐ­ρα­νό.

        Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀν­τι­κρι­νῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, ἡ ἔ­φη­βη Μερ­σέν­τες, ἀ­νερ­χό­με­νο μον­τέ­λο, ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται. Νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸν μά­να­τζέρ της; Νὰ ὑ­πο­γρά­ψει μα­ζί του τὸ συμ­βό­λαι­ο; Μὰ δι­α­φω­νοῦν κά­θε­τα στὸ θέ­μα τοῦ πο­σοῦ γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τῶν σφρι­γη­λῶν γλου­τῶν της,  ποὺ τοὺς χαί­ρε­ται ὁ τύ­πος μῆ­νες τώ­ρα. Γε­λοῖ­ε! Κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α. Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ γα­λα­ζο­πρά­σι­νο σμῆ­νος ποὺ κα­τα­κλύ­ζει τὸν οὐ­ρα­νό; Ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὴν πέ­να πά­νω του, ἁρ­πά­ζει τὴ σχο­λι­κὴ τσάν­τα της κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα μὲ θό­ρυ­βο πί­σω της. Που­τά­νας γιοί, νὰ ψο­φή­σε­τε ὅ­λοι, ἀ­κοῦς; Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μό­νη μου.

        Πα­ρα­δί­πλα, στὴν τα­ρά­τσα τοῦ πε­ρι­φε­ρεια­κοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἀ­σθε­νεῖς κι ἐ­πι­σκέ­πτες ἀ­πα­θα­να­τί­ζουν τὸ σπά­νιο θέ­α­μα. Ἀ­στρά­φτουν τὰ φλὰς καὶ τὰ χα­μό­γε­λα. Στὸν ἄ­δει­ο δι­ά­δρο­μο πρὸς τὰ ἐ­πεί­γον­τα κα­μιὰ δε­κα­ριὰ νο­ση­λευ­τὲς καὶ για­τροὶ με­τα­φέ­ρουν ἕ­να φο­ρεῖ­ο τρέ­χον­τας πα­νι­κό­βλη­τοι.  Πά­νω στὸ χω­ρὶς παλ­μὸ κορ­μὶ τοῦ Πά­ο­λο, ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρα λε­πτά, πα­ρα­τη­μέ­νος ὁ ἀ­πι­νι­δω­τής. Τὸ γυ­μνό, ἀ­γο­ρί­στι­κο σῶ­μα χο­ρο­πη­δά­ει πά­νω στὸ φο­ρεῖ­ο, ἀ­νά­με­σα σὲ ὀ­ρούς, σω­λη­νά­κια, γάν­τια καὶ χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νες μά­σκες. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­κρό­στε­νες λάμ­πες φθο­ρί­ου ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ λευ­κὸ τα­βά­νι κα­τὰ μῆ­κος, φεγ­γο­βο­λᾶ τὸ φα­λα­κρὸ κε­φα­λά­κι, σὰ νὰ ἄ­να­ψαν μέ­σα του φω­το­ρυθ­μι­κά. Σο­κα­ρι­σμέ­νος ὁ ἁ­παν­τα­χοῦ καρ­κί­νος ἀ­πὸ τὴν αἰφ­νί­δια δι­α­κο­πὴ αἱ­μά­τω­σης κι ὀ­ξυ­γό­νου ψά­χνει δί­ο­δο δι­α­φυ­γῆς. Μα­ται­ω­μέ­νο ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ χα­μό­γε­λο στὰ με­λα­νὰ χεί­λη τοῦ Πά­ο­λο. Ὅ­μως. Τὰ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια του, κα­τά­στι­κτα καὶ ὑ­γρά,  ἰ­ρι­δί­ζουν ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ εἶ­δαν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δε­κά­του ὀ­ρό­φου, λί­γο πρὶν ξε­ψυ­χή­σει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.


Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της: Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές



Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές


ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΗ μέ­ρα δυ­ὸ φί­λοι κο­ρό­ι­δευ­αν, ἔ­βρι­ζαν, χα­χά­νι­ζαν, περ­πα­τοῦ­σαν καὶ πέρ­δον­ταν. Δη­λα­δὴ ἀ­πε­ρι­φρά­στως, ἀλ­λέ­ως πώς, οὕ­τως εἰ­πεῖν κλά­να­νε γεν­ναῖ­α. Τὸ εἴ­χα­νε ξε­φτι­λί­σει τε­λεί­ως. Σὰν τὰ μι­κρὰ παι­διὰ συ­να­γω­νί­ζον­ταν ποι­ός θὰ κά­νει τὸν δυ­να­τό­τε­ρο καὶ πιὸ μα­κρό­συρ­το θό­ρυ­βο μὲ τὸ τε­λι­κὸ τμῆ­μα τοῦ ἐν­τέ­ρου του. Προ­σπα­θοῦ­σαν μά­λι­στα νὰ ἀ­πο­δώ­σουν μου­σι­κὲς ἀ­πο­χρώ­σεις στὴν προ­σπά­θειά τους. Ἀ­πο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι ποὺ τὰ εὕ­ρι­σκαν τό­σα ἀ­έ­ρια. Τί ἔ­φα­γαν; Μὲ τό­σο σφί­ξι­μο θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν χε­στεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή.

       Ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τώ­ρα, κα­τα­με­σή­με­ρο στὰ Ἑ­ξάρ­χεια, ἀρ­γί­α, βρον­τοῦ­σαν οἱ ἔ­ρη­μοι δρό­μοι ποὺ περ­νοῦ­σαν καὶ οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­λα­λο τῶν ἀ­ε­ρί­ων τους ἐ­νῶ αὐ­τοὶ πα­ρέ­λαυ­ναν γε­λών­τας σὰν νὰ τοὺς ἔ­βγαι­νε στρα­βὰ ἡ κο­ρό­να.

       Ἀλ­λό­κο­τη ἡ ἀν­τί­δρα­σή τους, κά­τι σὰν ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση στὸ κα­θε­στώς. Χέ­ρια πό­δια δε­μέ­να, στό­μα κλει­στό, μό­νον ὁ κῶ­λος τους ἔ­με­νε ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς 21ης Ἀ­πρι­λί­ου.

       Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει αὐ­τὴ τὴν πλά­κα μὲ τὰ ἐμ­βα­τή­ρια καὶ τὰ κλα­ρί­να ποὺ ἄ­κου­γαν ἀ­πὸ τὸ πρω­ΐ, θυ­μή­θη­καν καὶ τὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ στρα­τι­ώ­τη πορ­δι­στῆ-σαλ­πιγ­κτῆ ποὺ ἔ­παι­ζε τὸ σι­ω­πη­τή­ριο καὶ βάλ­θη­καν νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν.

       Μό­νο ποὺ δὲν τοὺς προ­έ­κυ­ψε ὅ­πως τὸ σχε­δί­α­ζαν. Κά­τι μὲ τὴ φα­σα­ρί­α, κά­τι μὲ τὰ χά­χα­να, κά­τι μὲ τὰ μι­σό­λο­γα, ἕ­να ὄρ­γα­νο τοῦ νό­μου καὶ τῆς τά­ξε­ως ποὺ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το σα­φῶς γιὰ ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες, τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὸ τμῆ­μα γιὰ ἐ­ξη­γή­σεις καὶ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς.

       Τοὺς κρά­τη­σαν κά­να-δυ­ὸ ὡ­ρί­τσες νὰ πε­ρι­μέ­νου­νε καὶ με­τὰ ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ὑ­πη­ρε­σί­ας —τί νὰ γρά­ψει ἡ­μέ­ρα πού ‘τα­νε 21η Ἀ­πρι­λί­ου, πῶς  νὰ τὸ γρά­ψει, θὰ γε­λά­γα­νε αὔ­ριο μα­ζί του οἱ συ­νά­δελ­φοι ὅ­τι μαν­τρώ­σα­νε δυὸ κλα­νι­ά­ρη­δες στὰ Ἑ­ξάρ­χεια— τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δέ­ου­σες συ­στά­σεις καὶ τοὺς  ἄ­φη­σε.

       Αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν κα­λὰ πλέ­ον ὅ­τι οὔ­τε ὁ κῶ­λος τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸ κα­θε­στὼς ποὺ εἶ­χε μά­τια ἀ­φτιὰ καὶ μύ­τη παν­τοῦ. Καὶ κού­φι­ες νὰ τὶς κά­να­νε τὸ κα­θε­στὼς θὰ τὶς μυ­ρι­ζό­τα­νε.



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἡμί­κλα­στων κολ­λῶν, [Ἀ­θή­να, Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση] 2015.

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια


ΧΡΗΣΤΟΣ δὲν χό­ρευ­ε πο­τὲ αὐ­το­βού­λως. Δυ­ὸ μέ­τρα μπό­ι ἔ­νι­ω­θε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἄ­βο­λα νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Στὰ τέσ­σε­ρα χρό­νια τοῦ δε­σμοῦ, εἶ­χα δο­κι­μά­σει κά­θε εἴ­δους τερ­τί­πι γιὰ νὰ τὸν δε­λε­ά­σω, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Στὰ πάρ­τυ μό­νο κι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα εἶ­χε κα­τα­να­λώ­σει ἀ­ξι­ό­λο­γη πο­σό­τη­τα ἀλ­κο­όλ, δε­χό­ταν νὰ τὸν πα­ρα­σύ­ρω ὣς τὴν πί­στα. Ἐ­κεῖ δι­ά­λε­γε ἕ­να μέ­ρος ἡ­μι­σκό­τει­νο, μοῦ πα­ρέ­δι­δε τὰ χέ­ρια του νε­κρὰ καὶ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὰ ὁ­δη­γῶ σὰν μα­ρι­ο­νε­τί­στας.

       Τὰ βρά­δια ποὺ ἔ­με­νε σὲ μέ­να, ὁ ὕ­πνος συ­νή­θως τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν πρῶ­τος. Δὲν περ­να­γαν κάμ­πο­σα λε­πτὰ κι οἱ πα­τοῦ­σες του ζων­τά­νευ­αν. Τὴ μιά, κι­νοῦν­ταν ἀ­ρι­στε­ρά, τὴν ἄλ­λη δε­ξιά, τὴ μιὰ μα­ζί, τὴν ἄλ­λη ἀ­συγ­χρό­νι­στα. Πά­σχει ἀ­πὸ τὸ σύν­δρο­μο ἀ­νή­συ­χων πο­δι­ῶν μοῦ ἐ­ξή­γη­σε, μὰ ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγά­ζει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πὼς στὸν ὕ­πνο του μὲ κά­ποι­α ἄλ­λη­νε, πιὸ πει­στι­κή, χο­ρεύ­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.