Βίβιαν Γκόρνικ (Vivian Gornick): Πῶς διαβάζω μετὰ τὸ Συμβὰν τῆς 11ης Σεπτεμβρίου

photo2jpg


Βί­βιαν Γκόρ­νικ (Vivian Gornick)


Πῶς Δι­α­βά­ζω με­τὰ τὸ Συμ­βὰν τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου

(How I Read since September 11th)


02-TaphΗΝ ΕΝΤΕΚΑΤΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, στὶς 09:30 τὸ πρω­ί, στά­θη­κα στὸ δρό­μο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὸ Γκρί­νου­ϊτς Βί­λα­τζ, ἀ­νά­με­σα στὸ σι­ω­πη­ρὸ πλῆ­θος, ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κτί­ρια στὸ Μαν­χά­ταν νὰ φλέ­γον­ται καὶ ἔ­πει­τα νὰ κα­ταρ­ρέ­ουν. Κα­νεὶς δὲν μί­λη­σε, κα­νεὶς δὲν φώ­να­ξε. Νο­μί­ζω πὼς ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μή, ὅ­λοι σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πλῆ­θος κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­χε πλέ­ον ἀλ­λά­ξει καὶ ὅ­τι ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ ξα­νὰ ἡ ἴ­δια. Στοὺς μῆ­νες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν τρο­μα­κτι­κὴ ἡ­μέ­ρα, μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ποὺ δύ­σκο­λα τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει κα­νεὶς —ἄν­θρω­ποι κά­πως σο­κα­ρι­σμέ­νοι, κά­πως ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι, πε­ρί­ερ­γα σκε­πτι­κοὶ— πε­ρι­έ­βαλ­λε τὴν πό­λη καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χει κα­τα­λα­γιά­σει. Ἡ πό­λη συ­χνὰ νι­ώ­θει κε­νή, μπερ­δε­μέ­νη, ξε­ρι­ζω­μέ­νη. Καὶ τὰ πάν­τα πνιγ­μέ­να σὲ πε­ρί­ερ­γη σι­ω­πή: ἡ κί­νη­ση, ὁ θό­ρυ­βος, τὸ πλῆ­θος· ἑ­στι­α­τό­ρια, θέ­α­τρα, μου­σεῖ­α, κά­ποι­ες φο­ρὲς μι­σο­ά­δεια, κά­ποι­ες φο­ρὲς ἀ­κό­μη καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­να. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα κά­ποι­ο ἀ­κα­θό­ρι­στο στοι­χεῖ­ο στὴ ζω­ὴ μας μοιά­ζει στα­δια­κὰ νὰ χά­νε­ται ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἕ­νας ἄν­τρας, ποὺ κά­θε Σάβ­βα­το, ἐ­δῶ καὶ τριά­ντα χρό­νια, πή­γαι­νε σὲ τζὰζ συ­ναυ­λί­ες, πλέ­ον κά­θε­ται σπί­τι τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τοῦ Σαβ­βά­του. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­δι­ά­φο­ρα ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. «Δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἴ­χνος δι­α­σκέ­δα­σης στὴ δι­α­σκέ­δα­ση.» Μιὰ γυ­ναί­κα, ποὺ λα­τρεύ­ει τὶς ται­νί­ες ποὺ ἔ­χουν γυ­ρι­στεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, πλέ­ον κλεί­νει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ὅ­ταν προ­βάλ­λε­ται κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­ό­ρι­στα, «δὲν φαί­νε­ται νὰ ται­ριά­ζουν πλέ­ον μὲ τὴν κα­τά­στα­ση». Μιὰ ἄλ­λη τα­ρά­ζε­ται στὴ θέ­α φω­το­γρα­φι­ῶν μὲ φόν­το τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. «Τὰ πάν­τα», λέ­ει, «θυ­μί­ζουν τὸ «πρὶν» καὶ τί­πο­τα ἀ­πὸ τὸ «πρὶν» δὲν προ­σφέ­ρει πα­ρη­γο­ριά».

        Ξέ­ρω τί ἐν­νο­οῦν. Ὅ­λη μου τὴ ζω­ή, σὲ κά­θε εἴ­δους κρί­ση, κα­τέ­φευ­γα σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ δο­κί­μια μὲ ὑ­πό­βα­θρο τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη γιὰ νὰ ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­σω τὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο πνεῦ­μα μου. Ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Στρέ­φο­μαι πρὸς τὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, στὴ με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α κα­τὰ προ­τί­μη­ση. «Κα­νέ­νας κίν­δυ­νος ἐ­δῶ», σκέ­φτο­μαι μὲ πι­κρὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Νό­μι­ζα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πέ­φευ­γα ἦ­ταν ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ σω­στὴ λέ­ξη.

        Μιὰ γα­λή­νια, ξά­στε­ρη νύ­χτα τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, δι­έ­σχι­ζα τὴ λε­ω­φό­ρο Μπρόν­τγου­ε­ϊ, ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ βρί­σκε­ται στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­βδο­μήν­τα, καὶ στὰ μι­σά τοῦ δρό­μου τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε κόκ­κι­νο. Στα­μά­τη­σα στὴ νη­σί­δα ποὺ δι­α­χω­ρί­ζει τὴ λε­ω­φό­ρο καὶ ἔ­κα­να αὐ­τὸ ποὺ κά­νουν ὅ­λοι: κοί­τα­ξα τὸ δρό­μο γιὰ νὰ δῶ ἐ­ὰν ἔρ­χε­ται κα­νεὶς ὥ­στε νὰ πε­ρά­σω μὲ ἀ­σφά­λεια ἀ­πέ­ναν­τι. Πρὸς ἔκ­πλη­ξή μου, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­θό­λου κί­νη­ση. Οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Στά­θη­κα ἐ­κεῖ ὑ­πνω­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ καὶ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση κε­νό­τη­τας. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ —ἐ­κτὸς ἴ­σως σὲ πε­ρί­πτω­ση χι­ο­νο­θύ­ελ­λας— ποὺ ἡ λε­ω­φό­ρος Μπρόν­τγου­ε­ϊ δὲν εἶ­χε ἔ­στω καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κί­νη­ση. Ἔ­μοια­ζε σὰν σκη­νὴ ἀ­πὸ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. «Σὰν φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμπ….» ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι καὶ ἀ­μέ­σως ἡ σκέ­ψη μου δι­α­κό­πη­κε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ τρο­μο­κρα­τοῦ­σε καὶ μό­νο τὸ νὰ σκε­φτῶ «μιὰ σκη­νὴ ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή». Σὰν νὰ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὀ­λέ­θριος χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ μέ­να καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ λα­χτα­ρῶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς ζων­τα­νὴ σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμ­ποτ. Τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε πρά­σι­νο καὶ ἐ­γὼ πα­ρέ­μει­να στὴ νη­σί­δα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τέ­βω τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ νὰ μπῶ σὲ μιὰ σκέ­ψη ποὺ ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ γα­λή­νη ἡ ὁ­ποί­α πλέ­ον φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει χα­θεῖ γιὰ πάν­τα: μιὰ γα­λή­νη ποὺ πί­στευ­α πὼς ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν δι­καί­ω­μά μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ ἀρ­γο­σβή­νει ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θλι­βε­ρή, σο­κα­ρι­σμέ­νη ἐ­πο­χή: ἡ νο­σταλ­γί­α. Καὶ ἔ­πει­τα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὴν καρ­διὰ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των ποὺ δι­ά­βα­ζα, δὲν ἦ­ταν τὸ συ­ναί­σθη­μα, ἀλ­λὰ ἡ νο­σταλ­γί­α. Αὐ­τὴ ἡ κρύ­α, ἀ­μι­γὴς σι­ω­πὴ στὴν καρ­διὰ τῆς μον­τέρ­νας εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τῆς νο­σταλ­γί­ας: δι­α­θέ­σι­μη μό­νο σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ στέ­κον­ται στὸ τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας χω­ρὶς λα­χτά­ρα ἢ λύ­πη, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας τὰ πράγ­μα­τα ὅ­πως ἔ­χουν. Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό, ποὺ γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ἡ πα­ρη­γο­ριὰ πη­γά­ζει μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νη πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ τι­μᾶ τὴ σκλη­ρό­τη­τα αὐ­τὴ μὲ ἀ­πό­λυ­τη προ­σή­λω­ση στὸ πα­ρόν. Ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ με­γά­λη δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξύ τοῦ τί ἐν­νο­οῦν οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι μὲ τὸν ὄ­ρο «με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α» καὶ τί ἐν­νο­οῦ­σε ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος. Μιὰ δι­α­φο­ρά, ποὺ ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι πά­λι, θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως κά­ποι­ος νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ μό­νο τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

Βί­βιαν, Γκόρ­νικ, (Vivian, Gornick). (Μπρόνξ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1935). Δο­κί­μιο, κρι­τι­κή, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕν­τε­κα βι­βλί­α κι ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κυ­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες εὐ­ρεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: πα­ρά­ξε­νη γυ­ναί­κα καὶ Πό­λη (The Odd Woman and the City, 2015). Δι­δά­σκει γρα­φὴ σὲ τρι­το­βάθ­μια σχο­λὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τσί­για­ννη, Ἄν­νυ. Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τάφρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.

 

Advertisements

Μπουσραὴλ Ἐστσάουι (Bouchrail Echchaoui): Μιὰ ἀποκρουστικὴ πραγματικότητα

tromokratia1


Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι


Μιὰ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα



01-xiΑΠΛΩΣΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ἀλ­λὰ ἡ σι­έ­στα μοῦ ἐ­πε­φύ­λασ­σε ἕ­ναν φρι­κτὸ ἐ­φιά­λτη. Φω­τιὰ παν­τοῦ καὶ κα­πνὸς νὰ κα­λύ­πτει τοὺς πε­ζοὺς ποὺ τρέ­χουν δί­χως καὶ οἱ ἴ­διοι νὰ ξέ­ρουν πρὸς τὰ ποῦ, με­τα­τρέ­πον­τάς τους σὲ γκρί­ζα ἀ­γάλ­μα­τα. Χά­ος σὲ γῆ καὶ οὐ­ρα­νό. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω ἐμ­πρὸς στὸν τρό­μο τῶν εἰ­κό­νων ποὺ δια­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Νὰ συ­νε­χί­σω νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους πού, γαν­τζω­μέ­νοι στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ζη­τοῦν βο­ή­θεια ἢ νὰ τρέ­ξω νὰ ἠ­ρε­μή­σω τὰ παι­διὰ ποὺ κλαῖ­νε ὄν­τας καὶ αὐ­τὰ μάρ­τυ­ρες τοῦ τρό­μου;

        Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν. Οἱ ἀν­τι­λή­ψεις μας, οἱ φι­λί­ες, οἱ ἐλ­πί­δες, ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη καὶ ὁ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς χάρ­της ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἔ­χει ἀλ­λά­ξει διὰ παν­τός. Τρό­μος, ἐ­πι­θέ­σεις καὶ ἀ­πει­λὲς παν­τοῦ. Πό­λε­μοι, ἱ­ε­ροὶ καὶ μή, ἀ­πὸ φα­να­τι­σμὸ ἢ γιὰ ἐκ­δί­κη­ση.

        Δὲν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι πιὰ κα­νέ­ναν καὶ κα­νεὶς δὲν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται ἐ­μέ­να οὔ­τε καὶ θὰ μὲ ἐμ­πι­στευ­τεῖ πο­τέ. Ὅ­λοι με­τα­τρα­πή­κα­με σὲ πι­θα­νοὺς ὑ­πό­πτους καὶ ἐν­δε­χό­με­νους φα­να­τι­κούς. Τὰ παι­διὰ δὲν εἶ­ναι πιὰ τὰ ἴ­δια, δὲν κά­νουν ὄ­νει­ρα οὔ­τε παί­ζουν ὅ­πως πα­λιά.

        Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πὲ τοῦ σα­λο­νιοῦ καί, ἀ­νοί­γον­τας τὰ μά­τια, ἀν­τί­κρι­σα στὶς εἰ­δή­σεις εἰ­κό­νες φρι­κα­λέ­ες. Νό­μι­ζα πὼς ὀ­νει­ρευ­ό­μουν, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μό­λις εἶ­χαν ἐ­πι­τε­θεῖ στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

        Ἀ­κό­μη δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ἂν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἢ ἂν εἶ­χα πα­ραι­σθή­σεις. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι ἡ ὠ­μὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ἔ­γι­νε ἕ­να μὲ τὸ με­ση­με­ρια­νό μου ἐ­φιά­λτη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι (Bouchrail Echchaoui) (Ἀλ­κα­σαρ­κιμ­πίρ, Μα­ρό­κο, 1974). Ποί­η­ση, ἀρ­θρο­γρα­φί­α, πλα­στι­κὲς τέ­χνες. Σπού­δα­σε βι­ο­λο­γί­α στὴν Τυ­νη­σί­α. Γρά­φει ποί­η­ση στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ καὶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Ποί­η­ση καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ Τύ­πο σὲ ἐ­θνι­κὸ καὶ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο. Εἶ­ναι μέ­λος δι­ά­φο­ρων πο­λι­τι­στι­κῶν καὶ ἀν­θρω­πι­στι­κῶν συλ­λό­γων καὶ ὀρ­γα­νι­σμῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη.


 

Τζένιφερ Μπέρμαν (Jenifer Berman): Πρόλογος: Τὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο

fos1400104-960x671


Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman)


Πρό­λο­γος: Τὸ Κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην Εὐ­αγ­γέ­λιο


02-TaphΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ ΦΩΣ ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­θω­ριά­ζει καὶ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει ἔκ­πλη­ξη. Κα­θὼς τὸ δι­α­σχί­ζει περ­πα­τώντας στὸ πά­τω­μα μὲ τὶς πλα­τι­ὲς σα­νί­δες τὸν βλέ­πει νὰ κά­θε­ται στη­τὸς στὸ κρε­βά­τι. Τὸ ση­μά­δι ἀ­πὸ τὶς τρί­χες του ἔ­χει ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ πά­νω στὰ φρε­σκο­σι­δε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια καὶ κα­θὼς ἐ­κεί­νη προ­χω­ρά­ει πρὸς τὸ μέ­ρος του τὰ βή­μα­τά της γί­νον­ται κο­φτὰ καὶ δι­στα­κτι­κά. Δὲν ἔ­χει ξα­να­δεῖ πο­τὲ κά­ποι­ον νε­κρό. Οὔ­τε νε­ο­γέν­νη­το ἔ­χει ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ στὸ στρε­βλὸ φῶς τοῦ λυ­κό­φω­τος αὐ­τὴ ἡ μά­ζα ἀ­πὸ μύ­ες, αἷ­μα καὶ κό­κα­λα μοιά­ζει μὲ που­λά­ρι ποὺ μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἀ­μνια­κὸ σά­κο τῆς μη­τέ­ρας του.

        Ὅ­ταν φτά­νει στὸ κρε­βά­τι, τὸν σκουν­τά­ει ἐ­λα­φρά. Μα­ζεύ­ει τὸ δά­χτυ­λό της, κα­θὼς τὴ φό­βι­σε τὸ δέρ­μα του, ἐ­νῶ τῆς φαί­νε­ται πὼς εἶ­ναι νε­κρὸς ἐ­δῶ καὶ ἀρ­κε­τὸ και­ρό. Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ἄ­ψυ­χα καὶ γκρί­ζα. Ἔ­χουν τὸ χρῶ­μα μιᾶς χι­ο­νο­θύ­ελ­λας καὶ κοι­τά­ζουν τὸ τα­βά­νι, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει τὸ ξε­φλού­δι­σμα τῆς μπο­γιᾶς. Ἀ­κο­λου­θεῖ τὴ μα­τιά του. Ψη­λὰ μέ­σα στὰ σύν­νε­φα ὅ­που γεν­νι­έ­ται μιὰ κα­ται­γί­δα, ἐ­νῶ τὸ στό­μα του ἔ­χει ἀ­νοί­ξει λὲς καὶ πρό­κει­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἐ­ρώ­τη­ση. Ἡ ἀ­νά­σα του μυ­ρί­ζει μέν­τα. Εἶ­ναι μιὰ κα­θα­ρή, κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διά, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἀ­πό­ψεις ὁ θά­να­τος τὸν ἔ­χει κά­νει νὰ μοιά­ζει μὲ ἄ­γνω­στο: τὰ πα­χιά του μά­γου­λα καὶ τὰ μυ­τε­ρὰ αὐ­τιά του, τὰ πλα­τιὰ δά­χτυ­λά του, σχε­δὸν σὰν τῆς πά­πιας, τὰ νύ­χια του με­λα­νι­α­σμέ­να στὸ χρῶ­μα τοῦ δα­μά­σκη­νου.

        Τὸ στο­μά­χι της γουρ­γου­ρί­ζει δυ­να­τά. Πλη­σιά­ζει ἡ κα­ται­γί­δα. Τὴ βλέ­πει στὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὰ ἄ­μορ­φα σύν­νε­φά της καὶ τὴ δυ­σοί­ω­νη ἀ­νη­συ­χί­α τῆς βα­θιᾶς ἀ­νά­σας της. Ὁ οὐ­ρα­νὸς βα­στά­ει τὰ βά­σα­να ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ὅ­λο το χυ­μέ­νο αἷ­μα καὶ τὴν πλη­γω­μέ­νη κού­ρα­σή του. Καὶ βλέ­πει τοὺς στρα­τι­ῶ­τες νὰ κρα­τᾶ­νε σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια τους τὶς ψυ­χές τους, νὰ σκί­ζουν τὰ δι­α­κρι­τι­κά τους καὶ νὰ βογ­γᾶ­νε μπρο­στὰ στὶς νο­σο­κό­μες τους ζη­τών­τας λί­γη ἀ­να­κού­φι­ση. Καὶ ἀ­κού­ει καὶ αὐ­τές, τὶς νο­σο­κό­μες, μὲ τὶς λε­πτὲς καὶ ψυ­χρὲς φω­νές τους, κα­θὼς χτυ­πᾶ­νε τὸ κρύ­ο δέρ­μα γιὰ νὰ βροῦν μιὰ φλέ­βα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας οὐ­ρα­νὸς ποὺ βα­στά­ει ὅ­λη τὴν κού­ρα­ση τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι μου­δι­α­σμέ­νος καὶ κε­νός. Σὲ δι­α­περ­νά­ει σὰν ἠ­χώ.

        Για­τί αὐ­τό, πι­στεύ­ει ἐ­κεί­νη, πὼς εἶ­ναι αὐ­τὸς τώ­ρα. Μιὰ ἄ­δεια ἀν­τή­χη­ση, ἕ­να σύ­νο­λο μο­ρί­ων μό­νο, ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται μέ­σα στὸν χρό­νο. Κά­πο­τε ἦ­ταν ἄν­τρας καὶ τώ­ρα εἶ­ναι ἕ­να ποί­μνιο ποὺ ἔ­χει χά­σει τοὺς πι­στούς του. Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἀν­τι­κεί­με­να, φυ­σι­κά: μιὰ βέ­ρα, ἕ­να ρο­λό­ι τσέ­πης, ἕ­να ἐ­πι­με­λῶς φρον­τι­σμέ­νο σὲτ βουρ­τσί­σμα­τος δον­τι­ῶν. Ὅ­μως, μέ­σα στὴν ἀ­χνὴ πά­χνη, αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἔ­χουν ἐ­λά­χι­στη ση­μα­σί­α. Κά­πο­τε ἴ­σως κα­θό­ρι­ζαν τὴ ζω­ὴ κά­ποι­ου, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἁ­πλῶς αἰ­ω­ροῦν­ται δί­χως νό­η­μα. Χω­ρὶς τὸ ὑ­πό­βα­θρο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, χω­ρὶς κά­ποι­α ἀ­φή­γη­ση, μιὰ ἱ­στο­ρί­α, αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να πε­ρί­γραμ­μα μό­νο. Ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὴ ξε­χνά­ει καὶ χω­ρὶς τὰ κα­τάλ­λη­λα ἔγ­γρα­φα εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να παι­δι­κὸ παι­χνί­δι τη­λε­φώ­νου, ἕ­να μέ­σο δι­α­σκέ­δα­σης σὲ πάρ­τι γε­νε­θλί­ων, ποὺ χω­ρὶς τὴν πα­ρου­σί­α κά­ποι­ου γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει δὲν ἔ­χει κα­νέ­να νό­η­μα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἑρ­μη­νεύ­τρια νο­η­μα­τι­κῆς γλώσ­σας. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ οὐλὴ

Triantafyllidou-Trendel,Aristi-IOuli-Eikona-01


Ἀ­ρί­στη Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἡ οὐλή


02-TaphΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΟΙ νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.

         «Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.

         «Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.

         «Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.

         Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Τα­του­άζ


03-Shua,AnaMaria-Tatouaz-Eikona-05


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Τα­του­άζ


S-[Sigma]-SomataΕ ΕΝΑ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΜΕΡΟΣ τοῦ σώ­μα­τος, ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ ὑ­πέ­μει­νε τὸν πό­νο ἑ­νὸς πε­ρί­τε­χνου τα­του­άζ. Πολ­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πλη­ρώ­νουν γιὰ νὰ τὸ δοῦν. Ὅ­σοι ἔ­χουν κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψουν, χά­ρη στὰ πλού­τη ἢ τὴν εὐ­λυ­γι­σί­α τους, μι­λᾶ­νε γιὰ ἕ­να χάρ­τη μὲ ἁ­πα­λὰ χρώ­μα­τα, φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­να μίγ­μα με­λα­νι­ῶν στὸ φυ­σι­κὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τος. Πά­νω στὸ χάρ­τη εἶ­ναι σχε­δι­α­σμέ­να τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που βρί­σκε­ται ὁ πα­ρα­τη­ρη­τὴς καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Casa des Geishas, Sudamericana, Buenos Aires, 1992.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερ­μα­νί­α ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α.  (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Σάδι Ἄμρο Ροντρίγκεθ: Πυροτεχνήματα

03


Σά­δι Ἄμ­ρο Ρον­τρίγ­κεθ


Πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα


02-DeltaΕΝ ΑΡΓΗΣΕ ΠΟΛΥ νὰ τὴν ξα­να­δεῖ, κά­που ἕ­να μῆ­να. Δὲν ἄν­τε­ξε τὴν ἀ­που­σί­α της, τὸ ἄ­δει­ο τους κρε­βά­τι. Ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη γιὰ τὴ­ν ἀρ­γο­πο­ρί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἤ­δη ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ χρό­νο­ς κρα­τά­ει πιὸ πο­λύ ἀ­π’ τὴ ζω­ή. Τοῦ μί­λη­σε γιὰ τὸ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το τῆς ὕ­παρ­ξής της μα­κριά του, γιὰ τὸ πῶ­ς με­λαγ­χο­λοῦ­σε τὶ­ς νύ­χτε­ς ποὺ τὸ ἀ­γέ­ρι τῆς ἔ­φερ­νε τὴν ἠ­χῶ ἀ­πὸ τὰ τουμ­πε­λέ­κια καὶ τὰ δυ­να­τὰ στὴ γῆ βή­μα­τα τῶν γα­μή­λι­ων χο­ρῶν. Θυ­μή­θη­καν τὸν λα­χα­νό­κη­πο μὲ τὶς ἀ­μυ­γδα­λι­ὲς ὅ­που κοι­τα­χτή­κα­νε μι­κρὰ παι­διά, τὸν κρυ­φό τους ἔ­ρω­τα ἀ­νά­με­σα στὶς ἐ­λι­ὲ­ς χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὰ φι­λιὰ τὸ πρω­ὶ μὲ γεύ­ση μύρ­το καὶ ἄ­ζυ­μο ψω­μί, τοὺς δια­ρκεῖς πο­λέ­μους ποὺ δὲν τέ­λει­ω­ναν πο­τέ, τὴ­ν ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη μυ­ρω­διὰ τῆς πορ­το­κα­λιᾶς ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά, καὶ τοὺς γιούς, ἐγ­γό­νια καὶ δι­σέγ­γο­να. Εἶ­χε δί­κιο ἐ­κεί­νη: τώ­ρα ὅ­λα μοιά­ζουν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἔ­πε­σε σι­ω­πὴ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἐ­λα­φρὲς σει­σμι­κὲς δο­νή­σεις, πά­λι. Τυ­λιγ­μέ­νο­ς ὁ κα­θέ­νας στὸ λευ­κό του σεν­τό­νι, οἱ Πα­λαι­στί­νιοι ἐ­ρα­στὲ­ς φαν­τά­ζον­ται, ἀ­πὸ τὸν τά­φο τους, ἕ­ναν φω­τι­σμέ­νο οὐ­ρα­νό ἀ­πὸ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, τὸν βομ­βαρ­δι­σμέ­νο οὐ­ρα­νὸ τῆς Γά­ζας. Δὲν φο­βούν­ται: ξέ­ρου­ν πὼ­ς τί­πο­τε πιὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοὺς χω­ρί­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Σάδι Ἄμρο Ροντρίγκεθ (Μαδρίτη 1980). Σπούδασε Κλασικὴ Φιλολογία στὸ Πα­νε­πιστήμιο Complutense τῆς Μαδρίτης. Ἔζησε κατὰ καιροὺς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τώρα δι­δά­σκει νέα ἑλληνικὰ στὸ Διδασκαλεῖο Ξένων Γλωσσῶν τῆς Μά­λαγα (Escuela Oficial de Idiomas de Málaga.



		

	

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐπιβίωση

Pàmies,Sergi-Epibiosi-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἐ­πι­βί­ω­ση

(Supervivencia)

 

02-TaphΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΗΣΕΙ τό­σες φο­ρὲς νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις μέ­σα του πού, μιὰ μέ­ρα, ὀρ­γα­νώ­νει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­ξο­πλι­σμέ­νος μὲ κρά­νος σπη­λαι­ο­λό­γου, μα­τσέ­τα, σκα­πά­νη καὶ σχοι­νιὰ ὀ­ρει­βα­σί­ας ἀρ­χί­ζει τὴν πο­ρεί­α. Τὸ πρῶ­το βῆ­μα εἶ­ναι τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Πρέ­πει νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ πο­λὺ γιὰ νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη σχι­σμὴ καί, ἀ­σκών­τας πί­ε­ση, νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τὸν κά­νει νὰ ἱ­δρώ­σει καὶ νὰ βλα­στη­μή­σει ἀλ­λά, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς ἐ­πι­δέ­ξιου ἑ­λιγ­μοῦ ποὺ θυ­μί­ζει ἀ­κρο­βά­τη καὶ τῆς τε­χνη­τῆς ὤ­θη­σης ποὺ τοῦ δί­νουν τὰ ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κά, τὰ κα­τα­φέρ­νει (κα­τά­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς μα­τσέ­τας κα­θὼς ἀ­νοί­γει δρό­μο καὶ κάμ­πτει ἀν­τι­στά­σεις). Ὁ χῶ­ρος ποὺ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται δὲν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε φαν­τα­στεῖ. Τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γιὰ μιὰ ἐ­πι­κρά­τεια σχε­δὸν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη καί, γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο, εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του ἕ­να σὲτ ἐ­πι­βί­ω­σης. Τώ­ρα, ἀν­τι­θέ­τως, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του γιὰ νὰ φω­τί­σει ἕ­να χῶ­ρο κλει­στό, σὲ σχῆ­μα ντου­λά­πας. Χά­ρη στὴν αὐ­το­πει­θαρ­χί­α ποὺ δι­δά­χτη­κε σὲ πλῆ­θος θε­ρα­πει­ῶν, ἀ­πο­φεύ­γει νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι δὲν τὸν συμ­φέ­ρει νὰ κά­νει βι­α­στι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ ἐ­να­πο­θέ­τει ὅ­λες τὶς ἐλ­πί­δες του στὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ βρεῖ, ξε­περ­νών­τας αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χι­κὴ κλει­στο­φο­βί­α, ἄλ­λους χώ­ρους. Μὲ σκο­πὸ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ κι­νη­θεῖ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­κο­λί­α, ἀ­φή­νει κά­τω τὸ σα­κί­διο καὶ τὰ σχοι­νιά. Δι­α­πι­στώ­νει τὴ συ­νο­χὴ τῶν ὁ­ρί­ων ποὺ τὸν πε­ρι­κλεί­ουν μὲ τὴ μύ­τη τῆς σκα­πά­νης: τάκ, τάκ. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει —ἐ­πι­κα­λυ­πτό­με­να στρώ­μα­τα ἡ­μί­φω­τος ποὺ πε­ρι­βάλ­λουν τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἄ­δει­ων ρα­φι­ῶν καὶ κρε­μά­στρες δί­χως ροῦ­χα— δὲν τὸν κα­θη­συ­χά­ζει. Ἂν αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ντου­λά­πα στὴν ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρεῖ ἀ­παν­τή­σεις, σκέ­φτε­ται: Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε. Ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀγ­χώ­νε­ται, τὸν πιά­νει πεί­να. Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ σα­κί­διο δύ­ο πρω­τε­ϊ­νοῦ­χες μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὶς κα­τα­βρο­χθί­ζει μὲ τὴ λαι­μαρ­γί­α ναυα­γοῦ. Ὅ­λα ὅ­σα περ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό του τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τό­σο λί­γο ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει. Δὲν ξέ­ρει τί πε­ρί­με­νε νὰ βρεῖ, ἀλ­λὰ οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ δὲν πε­ρι­λάμ­βα­ναν ἕ­να ἄ­δει­ο ἔ­πι­πλο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σει πο­λὺ γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ρί­ξει μιὰ φω­το­βο­λί­δα γιὰ νὰ δεῖ ἄν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸ χῶ­ρο πού, ἐ­πι­πλέ­ον, τοῦ φαί­νε­ται πὼς ὅ­λο καὶ στε­νεύ­ει. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἐν­τύ­πω­ση, ἀλ­λὰ τοῦ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι, παρ’ ὅ­λο ποὺ θυ­μᾶ­ται πὼς ἦρ­θε γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­παν­τή­σεις, τώ­ρα πλέ­ον δὲν ξέ­ρει σὲ τί ἐ­ρω­τή­σεις ἀν­τι­στοι­χοῦ­σαν. Ὅ­ταν, μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἢ πα­τερ­να­λι­σμό, τοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­σα σου», πο­τέ του δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἕ­να χῶ­ρο σὰν αὐ­τόν. Τώ­ρα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε ποὺ πί­στε­ψε ὅ­τι ὅ­λα θὰ ἦ­ταν ἄ­νε­τα, εὐ­ρύ­χω­ρα, ἀ­χα­νῆ. Τὸ ὅ­τι ὅ­λα τε­λι­κὰ ἦ­ταν τό­σο σκο­τει­νὰ καὶ ἀ­σή­μαν­τα ἴ­σως εἶ­ναι, συλ­λο­γί­ζε­ται, μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ἐ­άν, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι, δὲν ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ δε­χτεῖ τὰ πάν­τα, τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο. Γι’ αὐ­τὸν τὸ λό­γο, το­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὴν πρω­τε­ϊ­νι­κή τους δρά­ση, ση­κώ­νε­ται καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει βί­αι­α τὴν πλά­τη τῆς ντου­λά­πας. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὀρ­γή, τὰ χτυ­πή­μα­τα τῆς σκα­πά­νης τοῦ ξυ­πνοῦν κί­νη­τρα πιὸ ἐν­δό­μυ­χα. Σι­γὰ σι­γά, κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα καί, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δι­α­κρί­νει τὸ γνώ­ρι­μό του κό­σμο. Ἔ­χον­τας πά­ρει κου­ρά­γιο, συ­νε­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει. Ἡ μα­νί­α τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν νὰ μα­ζέ­ψουν χρή­μα­τα βά­ζον­τας πρό­στι­μα τοῦ προ­ξε­νεῖ σχε­τι­κὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἡ θά­λασ­σα, ποὺ ἔ­χει πή­ξει ἀ­πὸ σέρ­φερ καὶ τζὲτ-σκί, τοῦ με­τα­δί­δει μιὰ ζω­τι­κό­τη­τα τό­σο το­νω­τι­κὴ ὅ­σο καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἁ­λά­τι, καρ­βου­νι­α­σμέ­νες σαρ­δέ­λες καὶ ἀν­τη­λια­κό. Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα ἀρ­κε­τὰ με­γά­λη ὥ­στε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ βά­ζει στὰ πό­δια, λὲς καὶ δρα­πε­τεύ­ει ἀ­πὸ πυρ­κα­γιά, δί­χως νὰ νοια­στεῖ γιὰ τὸ σα­κί­διο, τὰ σχοι­νιά, τὴ μα­τσέ­τα, τὴ σκα­πά­νη καὶ τὶς δί­χως ἀ­πάν­τη­ση ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

 Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.