Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Δωμάτια



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Δω­μά­τια

(Stanze)


ΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ μοῦ εἶ­ναι γνώ­ρι­μος. Μοῦ θυ­μί­ζει πο­λὺ κά­ποι­ον, ὡ­στό­σο δὲν κα­τα­φέρ­νω νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σω. Μι­λᾶ­με γιὰ μου­σι­κή, ζω­γρα­φι­κή, βι­βλί­α. Συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται σὰν νὰ τὸ θε­ω­ρεῖ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι γνω­ρι­ζό­μα­στε κα­λά. Μιὰ τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρὰ μὲ σα­στί­ζει, ἀλ­λὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στεῖ κι­ό­λας. Δὲν ξέ­ρω πῶς κα­τα­λή­ξα­με νὰ συ­ζη­τᾶ­με αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ μοῦ λέ­ει κά­τι ποὺ μὲ ἐν­τυ­πω­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη του μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μά­θει νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται στὰ νυ­χτε­ρι­νὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς στὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή, καὶ νὰ παίρ­νει, συ­νει­δη­τά, ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὶς ἴ­δι­ες του τὶς πρά­ξεις, χω­ρὶς ὅ­μως σω­μα­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς. Δεί­χνω μὲ δι­α­κρι­τι­κὸ τρό­πο κά­ποι­α ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα. Δὲν πα­ρε­ξη­γεῖ­ται.

       — Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ δια­υγὲς ὄ­νει­ρο; μὲ ρω­τά­ει.

       — Τί ἐν­νο­εῖς «δια­υγὲς ὄ­νει­ρο»;

       — Ἕ­να ὄ­νει­ρο ποὺ νὰ εἶ­χες ἐ­πί­γνω­ση πὼς τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­σουν.

       — Ἔ, ναί. Μοῦ συ­νέ­βη με­ρι­κὲς φο­ρές.

       — Καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ ὄ­νει­ρα μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις τί νὰ κά­νεις;

       — Ναί, πράγ­μα­τι – ἀ­παν­τῶ ἀ­φοῦ σκέ­φτο­μαι πρῶ­τα καὶ θυ­μᾶ­μαι με­ρι­κὰ σπά­νια ὄ­νει­ρα ὅ­που, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χα τὸν ἔ­λεγ­χο ὅ­λων ὅ­σων συ­νέ­βαι­ναν.

       — Ὡ­ραῖ­α. Πραγ­μα­τι­κά, συμ­βαί­νει σὲ ὅ­λους κά­ποι­α στιγ­μή. Μᾶλ­λον τυ­χαῖ­α. Ὡ­στό­σο, μα­θαί­νει κα­νεὶς νὰ τὸ κά­νει.

       — Δη­λα­δή;

       — Στὰ ὄ­νει­ρα γί­νον­ται, κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α, ἀ­πί­στευ­τα πράγ­μα­τα. Πράγ­μα­τα ποὺ πάν­τα ἐ­πι­θυ­μεῖς, ἀλ­λὰ στὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο εἶ­ναι ἀ­πί­θα­να. Νὰ πε­τᾶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Νὰ κο­λυμ­πᾶς σὰν ψά­ρι κά­τω ἀπ΄ τὸ νε­ρό. Νὰ συ­ναν­τᾶς ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ ἔ­χουν χα­θεῖ.

       Συ­νή­θως, ὅ­ταν κα­νείς σοῦ πιά­νει κου­βέν­τα γιὰ τέ­τοι­α θέ­μα­τα, σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ τοῦ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι ἀ­νά­λο­γα. Αὐ­τὸς ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ ξέ­ρει γιὰ τί πράγ­μα μι­λά­ει καί, κον­το­λο­γίς, δὲν μοῦ πά­ει νὰ τοῦ συμ­πε­ρι­φερ­θῶ σὰν νὰ εἶ­ναι τρε­λός.

       — Καὶ πῶς τὸ κα­τα­φέρ­νει κα­νεὶς αὐ­τό; τὸν ρω­τῶ.

       — Πά­νω ἀπ΄ ὅ­λα πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζεις ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.

       — Στὴν πρά­ξη;

       — Στὴν πρά­ξη πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κτή­σεις τὴν συ­νή­θεια νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἂν τὸ δο­κι­μά­σεις ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, ἂν δη­λα­δή σοῦ γί­νει συ­νή­θεια, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ κα­τα­λά­βεις ὅ­τι ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι κα­θὼς ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἡ στιγ­μη —ἂν τὸ κα­τορ­θώ­σεις νὰ μὴν ξυ­πνή­σεις— ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θέ­λεις.

       — Πρέ­πει μό­νο νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι ἢ ἂν εἶ­μαι ξύ­πνιος;

       — Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Πρέ­πει νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις κά­θε φο­ρὰ ἕ­να εἶ­δος δο­κι­μα­στι­κοῦ ἐ­λέγ­χου. Ὅ­πως νὰ με­τρᾶς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν σου γιὰ νὰ βλέ­πεις ἂν εἶ­ναι δέ­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως εἶ­σαι ξύ­πνιος, ἢ ἂν εἶ­ναι ἕν­τε­κα ἢ δώ­δε­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.. Ἢ νὰ δο­κι­μά­σεις νὰ πε­ρά­σεις τὸ δά­χτυ­λο ἑ­νὸς χε­ριοῦ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πα­λά­μη τοῦ ἄλ­λου. Αὐ­τὸ στὰ ὄ­νει­ρα γί­νε­ται, ἀλ­λὰ στὸν ξύ­πνιο εἶ­ναι λί­γο δύ­σκο­λο.

       — Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι κα­τά­λα­βα.

       — Ἔ­χεις δί­κιο, δὲν ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρο. Ἂς δο­κι­μά­σου­με στὴν πρά­ξη μὲ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι σου.

       Ση­κώ­νω τὸ χέ­ρι μου.

       — Λοι­πόν;

       — Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη κί­νη­ση ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος. Τώ­ρα χο­ρο­πή­δα.

       Χο­ρο­πη­δῶ μὲ τὰ πό­δια μου ἑ­νω­μέ­να καὶ —ὁ­μο­λο­γῶ— χαί­ρο­μαι μὲ τὴν εὐ­κι­νη­σί­α καὶ τὴν ἐ­λα­φρά­δα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου. Ἔ­χει πε­ρά­σει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ κα­τά­φερ­να νὰ χο­ρο­πη­δῶ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α.

       — Θὰ μοῦ πεῖς: κι αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει κα­νεὶς ὅ­ταν εἶ­ναι ξύ­πνιος. Σί­γου­ρα. Μὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κά­νεις.

       — Τί;

       — Αὐ­τὸ ποὺ κά­νεις.

       — Δη­λα­δή; – μὰ ἐ­νῶ τοῦ ἀ­πευ­θύ­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ. Κι ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζω.

       — Πα­τέ­ρα, ἐ­σὺ εἶ­σαι; τοῦ λέ­ω.

       Μοῦ χα­μο­γε­λά­ει. Ἔ­χει πά­νω-κά­τω τὴν ἡ­λι­κί­α μου, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι καὶ λί­γο πιὸ νέ­ος. Ἴ­σως αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως. Ἴ­σως.

       — Κα­τά­λα­βες; μὲ ρω­τά­ει.

       Ναί, κα­τά­λα­βα.

       Εἶ­χα χο­ρο­πη­δή­σει καὶ δὲν εἶ­χα ξα­να­πέ­σει στὴ γῆ.

       — Χαί­ρο­μαι ποὺ σὲ βλέ­πω. Ἔ­χω χί­λια-δυ­ὸ πράγ­μα­τα νὰ σοῦ δι­η­γη­θῶ – τοῦ λέ­ω κα­θὼς αἰ­ω­ροῦ­μαι δε­κά­δες ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀπ΄ τὸ ἔ­δα­φος.

       — Κι ἐ­γώ, – ἀ­παν­τᾶ χα­μο­γε­λών­τας.

       — Πῶς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ φρά­ση; Βο­ή­θα με νὰ τὴ θυ­μη­θῶ.

       — Ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Πῆ­γα μό­νο στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Χριστίνα Μπότσου: Μὴν καπνίζεις στὸ κρεββάτι


Χρι­στί­να Μπό­τσου


Μὴν κα­πνί­ζεις στὸ κρεβ­βά­τι


ΑΝΤΑ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΑΝ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ φο­ροῦν δυ­να­τὰ ἀ­ρώ­μα­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη μα­ται­ο­δο­ξί­α, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λουν νὰ κα­λύ­ψουν κά­ποι­α βα­ριὰ πα­ρα­φω­νί­α τῆς φύ­σης τους. Σὰν τὸ ἄ­ρω­μα αὐ­τὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει μὲ κά­ποι­ο τρό­πο τὴν ὕ­παρ­ξη τους σ’ ­ἕ­να κομ­μά­τι ποὺ μέ­νει γιὰ κεί­νους ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το, λει­ψό. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κι ἐ­κεῖ­νοι τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή τους μυ­ρω­διά, ὅ­μως τὴν ἀ­πο­κτοῦν μὲ τρό­πο πιὸ τί­μιο, μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀγ­γί­ζουν, καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἡ μυ­ρω­διὰ αὐ­τὴ χα­ράσ­σε­ται κά­που πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὸ δέρ­μα. Ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μᾶ­μαι, εἶ­χε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή του μυ­ρω­διά, νὰ ἀ­ναγ­γέ­λει τὸν ἐρ­χο­μὸ του δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ φα­νεῖ, μιὰ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ταμ­πά­κο καὶ ἁ­γι­ό­κλη­μα, μὲ μι­κρὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες ἀ­πὸ κά­τι ποὺ θύ­μι­ζε μπα­χα­ρι­κό. Ἤ­μουν πε­ρή­φα­νη γιὰ αὐ­τή του τὴ μι­κρὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, δί­πλα στοὺς ἄλ­λους πα­τε­ρά­δες ποὺ μυ­ρί­ζαν φτη­νὸ ἀ­φτερ­σέ­ιβ καὶ ἀλ­κο­όλ. Ἡ μυ­ρω­διά του αὐ­τὴ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἀ­πεί­θαρ­χης ζω­ῆς κι ὅ­πως συμ­πε­ραί­νω με­γα­λώ­νον­τας πιά, μιᾶς γε­νι­κό­τε­ρης δυ­σθυ­μί­ας ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε­τι τὸ συμ­βα­τι­κό, μιᾶς ὁ­λι­κῆς ἄρ­νη­σης νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὸν κό­σμο τῶν με­γά­λων.

         Συ­νή­θι­ζε νὰ κα­πνί­ζει στὸ κρεβ­βά­τι, μιὰ βρώ­μι­κη συ­νή­θεια ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει στὸ στρα­τὸ καὶ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι σὰν παι­δὶ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ μά­να μου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ βγεῖ στὸ μπαλ­κό­νι, ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο δο­σμέ­νος σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ ἡ­δο­νὴ ποὺ σύν­το­μα ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τὴν προ­σπά­θεια νὰ τοῦ ἀλ­λά­ξου­με γνώ­μη. Ὅ­σο γιὰ τὸ ἁ­γι­ό­κλη­μα, τὸ πιὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ ἴ­σως συ­στα­τι­κό τῆς μυ­ρω­διᾶς του, ἦ­ταν ἕ­να ἄ­γριο ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ κά­που στὸ ὕ­ψος του, ποὺ φύ­τρω­νε στὸν κῆ­πο ἀ­π’ τὸ πα­τρι­κό του στὸ χω­ριό. Κά­θε κα­λο­καί­ρι, ἔ­κο­βε τὰ ξε­ρα­μέ­να κλα­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια του «γιὰ νὰ πε­τά­ξουν και­νού­ρι­ες φύ­τρες». Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου συμ­πλη­ρω­νό­ταν ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες τοῦ ἱ­δρώ­τα πά­νω στὴ μάλ­λι­νη μπλού­ζα, τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος ὂλντ σπά­ις καὶ τὶς φλοῦ­δες ἀ­πὸ μαν­τα­ρί­νι. Ἄ­ρω­μα δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ φο­ρέ­σει πο­τέ.

         Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια, ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να μου καὶ τὰ ἀ­δέρ­φια μου σκόρ­πι­σαν τὸ κα­θέ­να σ’ ἄλ­λη πό­λη, ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε δυ­ὸ ροῦ­χα καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό. Ἀ­πὸ τό­τε δὲ φά­νη­κε. Τὰ σκε­πά­σμα­τά του δὲ στα­μά­τη­σαν πο­τὲ νὰ μυ­ρί­ζουν ἁ­γι­ό­κλη­μα καὶ κα­πνό.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρι­στί­να Μπό­τσου. (Ἀ­θή­να, 1995). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λή.




		

	

Λίνα Βαλετοπούλου: Ἡ σολίστ “μὲ τὸ γάντι”


Λί­να Βα­λε­το­πού­λου


Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι»


ΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ἀ­πό­γευ­μα πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου τεν­τώ­θη­καν, λύ­γι­σαν καὶ σὲ μιὰ ἄρ­τια πο­ζι­σιὸν πά­τη­σαν πά­νω στὸ ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο τῆς μα­μᾶς σὰν σὲ πλῆ­κτρα πιά­νου. Δὲν κι­νοῦν­ταν τυ­χαί­α, μὰ ἔ­παι­ζαν στ’ ἀ­λή­θεια μιὰ με­λω­δί­α ποὺ μό­νο ἐ­γὼ μπο­ροῦ­σα ν’ «ἀ­κού­σω». Θὰ ἦ­ταν, βέ­βαι­α, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κὸ ἂν σᾶς ἔ­λε­γα ὅ­τι δὲν ξέ­ρω νὰ παί­ζω πιά­νο. Ἀ­φι­έ­ρω­σα τὰ κα­λύ­τε­ρά μου χρό­νια στὰ ὠ­δεῖ­α καὶ πέ­ρα­σα ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες με­λε­τών­τας σὲ ὄρ­θια πιά­να καὶ σὲ πιά­να μὲ οὐ­ρά. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ σᾶς ἀ­να­φέ­ρω δὲν ἔ­γι­νε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ με­λέ­τη ὥ­στε νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κι­νη­τι­κό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ μὲ τρό­μα­ξε.

        Νὰ πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὴ σει­ρά. Δε­σποι­νὶς ἐ­τῶν τριά­ντα ἐν­νέ­α, ἔ­με­να μα­ζὶ μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους γο­νεῖς μου καὶ δὲν θὰ ἤ­θε­λα κά­ποι­ο σχό­λιο πά­νω σ’ αὐ­τό. Μ’ ἀ­νά­θρε­ψαν μὲ τὴ λε­γό­με­νη κλα­σι­κὴ παι­δεί­α, ποὺ πά­ει νὰ πεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως πιά­νο καὶ γαλ­λι­κὰ σὺν τὶς σπου­δὲς στὴ φι­λο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἔ­χω γε­ρὲς βά­σεις στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, στ’ ἀρ­χαί­α καὶ στὰ λα­τι­νι­κά. Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, ἀ­να­με­νό­ταν νὰ μὲ βροῦν ὅ­λες οἱ τύ­χες, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κι ἐ­πει­δὴ ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ξέ­φυ­γα ἀ­π’ τὸ θέ­μα, δὲν μοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἄ­χα­ρη ζω­ή μου, ἦρ­θε καὶ τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο γε­γο­νὸς νὰ μοῦ τὴν κά­νει ἀ­κό­μα δυ­σκο­λο­τε­ρη.

        Θὰ μοῦ πεῖ­τε, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα, ἐ­πει­δὴ κι­νοῦν­ται τὰ δά­χτυ­λα σὰν σὲ πιά­νο; Δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Ὅ­που κι ἂν στε­κό­μουν, τὰ δά­χτυ­λα ξε­κι­νοῦ­σαν μιὰ φρε­νή­ρη κί­νη­ση ὄ­χι ἐ­πι­τό­που ἀλ­λὰ σὲ μιὰ ἀ­κτί­να ἑ­νά­μι­σι μέ­τρου μὲ κίν­δυ­νο νὰ χτυ­πή­σω ὅ­ποι­ον βρι­σκό­ταν κον­τά μου ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ μου­σι­κὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­παι­ζαν καὶ με­τὰ νὰ στα­μα­τή­σουν. Φαν­τα­στεῖ­τε, λοι­πόν, τί φρί­κη, τὴν ὥ­ρα ποὺ πή­γαι­να μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὸ κέν­τρο ἢ ἔ­κα­να τὰ ψώ­νια στὸ σου­περ­μάρ­κετ ἢ στὴ λα­ϊ­κή, ν’ ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου καὶ νὰ γα­ζώ­νουν μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὸν ἀ­έ­ρα.

        Ζή­τη­σα βο­ή­θεια ἀ­πὸ εἰ­δι­κό, για­τί οἱ γο­νεῖς ἂν τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν θὰ εἴ­χα­με κο­πε­τούς, τοῦ τύ­που «τὸ κα­η­μέ­νο το κο­ρι­τσά­κι μας τί τοῦ ‘­μέλ­λε νὰ πά­θει». Νό­στι­μος ὁ νευ­ρο­λό­γος, δὲν λέ­ω. Εἶ­χε κά­νει κι ἕ­να ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ξε­κί­νη­σε παίρ­νον­τας τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου. Μᾶλ­λον δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε ἐ­ξαρ­χῆς τὴν ἡ­λι­κί­α μου καὶ τὸ ἕ­να Α4 δὲν τοῦ ἔ­φτα­σε. Ση­κώ­θη­κε νὰ φέ­ρει καὶ δεύ­τε­ρο. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας μιᾶς κρί­σης τῶν ἀλ­λό­κο­των δαχτύ­λων μου. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ στα­μα­τή­σει. Μά­ται­α. Ἐ­κεῖ­να ἠ­ρέ­μη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη, εὐ­τυ­χῶς, φούγ­κα τοῦ Μπάχ. Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ ἤ­ξε­ρα μό­νο ἐ­γώ. Ὁ για­τρὸς ἀ­πέ­μει­νε μ’ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα καὶ στοι­χη­μα­τί­ζω ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ σκί­σει τὰ πτυ­χί­α του.

        Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα τὸν κα­η­μό μου. Δὲν ἔ­φτα­νε ποὺ ἔ­χα­να «τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς», εἶ­χα ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω καὶ τὸ ἀλ­λό­κο­το αὐ­τὸ συμ­βὰν ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κλεί­νο­μαι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ νὰ μει­ώ­νω τὶς πι­θα­νό­τη­τες γιὰ μιὰ σχέ­ση. Νά, ὁ νευ­ρο­λό­γος, ἄς ποῦ­με. Στὴν ἀρ­χή, ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὸς καὶ δι­α­χυ­τι­κός. Με­τὰ τὴν κρί­ση τῶν δα­χτύ­λων, μὲ κοί­τα­ζε πα­ρά­ξε­να καὶ εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ἤ­θε­λε νὰ μὲ ξε­φορ­τω­θεῖ. Φεύ­γον­τας, μοῦ ἔ­δω­σε δυ­ὸ εἰ­δῶν χά­πια: ἠ­ρε­μι­στι­κὰ καὶ μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κά. Δὲν ξα­να­πῆ­γα.

        Τὴ λύ­ση τὴν βρῆ­κα μό­νη μου, τυ­χαῖ­α. Ἔ­κα­νε τσου­χτε­ρὸ κρύ­ο καὶ φό­ρε­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γάν­τια. Πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πρω­ι­νὸ χω­ρὶς νὰ ἐ­κτε­λέ­σουν τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λά μου κά­ποι­ο μου­σι­κὸ ἔρ­γο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βγα­λα τὰ γάν­τια, τὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα νὰ λυ­γί­ζουν καὶ νὰ τεν­τώ­νον­ται σὲ μιὰ προ­ε­τοι­μα­σί­α βιρ­του­ό­ζι­κης ἐ­κτέ­λε­σης. Τὰ πρό­λα­βα ξα­να­φο­ρών­τας τὰ γάν­τια. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Κα­μί­α κί­νη­ση. Κοι­μή­θη­κα ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ τὸ βρά­δυ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα προ­μη­θεύ­τη­κα γάν­τια ὅ­λων των εἰ­δῶν: μάλ­λι­να, βαμ­βα­κε­ρά, σα­τέν, δερ­μά­τι­να, πλα­στι­κὰ καὶ τῆς μιᾶς χρή­σης. Δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ τὸ ἀ­φή­σω νὰ μοῦ ξα­να­συμ­βεῖ. Θὰ ἔ­παι­ζα μό­νο σὲ πιά­νο κι ὄ­χι στὸν ἀ­έ­ρα.

        Ὁ Λου­κᾶς μὲ γνώ­ρι­σε νὰ φο­ρά­ω τὰ γάν­τια μου καὶ νὰ πί­νω κα­φέ. Τὸ θε­ώ­ρη­σε πο­λὺ σὶκ καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­βρε­θοῦ­με. Τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἡ ἐμ­μο­νή μου μὲ τὰ γάν­τια εἶ­ναι κά­τι σὰν μό­δα ἢ ἔ­χω κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια. Τὰ ἔ­βγα­λα, λοι­πόν, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο τὰ μα­κριὰ μυ­ώ­δη δά­χτυ­λα πῆ­ραν θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι, κι ἀ­π’ ὅ­σο κα­τά­λα­βα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη καὶ τὰ με­γά­λα ἀρ­πὲζ τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ, ἦ­ταν ἡ σο­νά­τα «ὑ­πὸ τὸ σε­λη­νό­φως» τοῦ Μπε­τό­βεν. Ὁ Λου­κᾶς στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­ζε ὅ­τι ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­βλε­πε ὅ­μως ὅ­τι δὲν στα­μα­τοῦ­σα, κι ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Τέ­λος, θυ­μή­θη­κε μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειὰ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας.

        Μὲ τὰ χρό­νια συ­νή­θι­σα τὰ γάν­τια καὶ ξέ­χα­σα τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λα. Σὲ για­τροὺς δὲν ξα­να­πῆ­γα, ἔ­φτα­σα πε­νήν­τα χρό­νων καὶ ζῶ μό­νη μου. Ἐρ­γά­ζο­μαι ὡς μου­σι­κὸς καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ σὲ κον­τσέρ­τα καὶ συ­ναυ­λί­ες ἀ­να­τρέ­χω στὴ μου­σι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ μυα­λοῦ μου, βρί­σκω τὰ πρὸς ἐ­κτέ­λε­ση ἔρ­γα καὶ βά­ζω στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α τὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου, ὅ­ταν ἀ­παλ­λάσ­σον­ται ἀ­π’ τὰ γάν­τια, με­γα­λουρ­γοῦν κι ὅ­λοι μὲ θε­ω­ροῦν μιὰ με­γά­λη σο­λί­στ μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το. Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι».



Πη­γή: Ζω­ὲς σὲ ἀ­να­δί­πλω­ση (δι­η­γή­μα­τα, ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2014)

Λί­να Βα­λε­το­πού­λου (Βό­λος). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ εἶ­ναι δι­πλω­μα­τοῦ­χος πιά­νου. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γή­τρια μου­σι­κῆς. Ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γνω­ρί­ζει ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση «Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς 2» (ἔκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να 2013), καὶ ἀλλοῦ.


Μαρία Μήτσορα: Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


mitsoramaria-toakatoikitosoma-eikona-06


Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα


Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


Στὸν Θ. Κ.


T-[Tay]-SomataΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει. Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του, προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν, τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες. Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον, ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται, ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ, ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη. Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν, ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της, μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ. Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο ἀ­κό­μα στά­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει ποι­ὲς ὧ­ρες πη­γαί­νει ἀγ­γλι­κά. Εἰ­σπνέ­ουν μα­ζί, μα­ζὶ ἀ­δειά­ζουν τὰ πνευ­μό­νια τους, ὅ­λα ἀρ­γὰ καὶ κρυ­φά. Κυ­ρί­ως κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Σὲ λί­γο μιὰ μι­κρὴ κοι­νὴ τρε­μού­λα. Μὲ τὴ γω­νί­α τοῦ μα­τιοῦ γνω­ρί­ζει μο­νά­χα μί­αν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὸ κα­φὲ κο­τλὲ παν­τε­λό­νι. Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ σέ­να κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα, καὶ χρει­ά­ζε­ται προ­σπά­θεια γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Μὲ δυ­σκο­λί­α ση­κώ­νε­ται ἀ­πο­στρέ­φον­τας πάν­τα το πρό­σω­πό της, πα­τά­ει τὸ κου­δού­νι καὶ κα­τε­βαί­νει.

       Ὁ πρῶ­τος της ἔ­ρω­τας τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴ στά­ση. Ἔ­χει ἤ­ρε­μα γα­λα­νὰ μά­τια. Τὴν ἁρ­πά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ση­κώ­νον­τας τὴν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ὑ­πάρ­χει ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ βι­α­σύ­νη στὸ σῶ­μα του καὶ τό­τε ἐ­κεί­νη σκέ­φτε­ται κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα. Ἔ­πει­τα τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὸ μπρά­τσο κι ἀρ­χί­ζουν νὰ περ­πα­τᾶ­νε, νὰ μι­λᾶ­νε, νὰ γε­λᾶ­νε, ἐ­νῶ τὸ μυα­λό της μὲ δυ­σκο­λί­α ξε­μου­διά­ζει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014)

Μαρία Μήτσορα (Ἀθήνα). Πεζογραφία. Διήγημα, Μυθιστόρημα. Σπού­δασε Κοινωνιολογία στὸ Παρίσι (Σορβόννη καὶ Vincennes). Ἔχει ταξιδέψει ἀπὸ τὸν Πολικὸ Κύκλο ἕως τὴν Ἀϊτή, ἀπὸ τὸ Πεκίνο μέχρι τὴ Νικαράγουα τῶν Σαντινίστας, τὸν Ὀρινόκο καὶ τὴ Σάντα Φὲ ντὲ Μπογκοτά. Πρῶτο της βι­βλίο Σκόρπια δύναμη (μυθιστόρημα, ἐκδ. Ὀδυσσέας). Τελευταῖο της βι­βλίο Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014).



		

	

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.



		

	

Ντάρεν Ἀρονόφσκι (Darren Aronofsky): Τὸ πρῶτο φιλί (A First Kiss)

7711f1e232936f62e67269439f396b91_xl


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky)


Τὸ πρῶ­το φι­λὶ

(A First Kiss)


03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.

        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.

        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.

        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.

        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;

        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.

        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.

        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.

        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.

        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.

        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.

        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.

        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.

        Τί νὰ κά­νου­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).


Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky). (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1969). Σε­νά­ριο, σκη­νο­θε­σί­α, πα­ρα­γω­γὴ ται­νι­ῶν. Γνω­στὸς γιὰ τὴ δου­λειά του στὶς ται­νί­ε­ς Ρεκ­βι­εμ γιὰ ἕ­να Ὄ­νει­ρο (Requiem for a Dream, 2000), Ὁ Πα­λαι­στή­ς (The Wrestler, 2009) καὶ Μαῦ­ρος Κύ­κνο­ς (Black Swan, 2010), ἡ ὁ­ποί­α προ­τά­θη­κε γιὰ Ὄσκαρ Σκη­νο­θε­σί­ας.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:


Ἑ­λέ­νη Ρί­ζου Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.