Λίνα Βαλετοπούλου: Ἡ σολίστ “μὲ τὸ γάντι”


Λί­να Βα­λε­το­πού­λου


Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι»


ΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ἀ­πό­γευ­μα πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου τεν­τώ­θη­καν, λύ­γι­σαν καὶ σὲ μιὰ ἄρ­τια πο­ζι­σιὸν πά­τη­σαν πά­νω στὸ ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο τῆς μα­μᾶς σὰν σὲ πλῆ­κτρα πιά­νου. Δὲν κι­νοῦν­ταν τυ­χαί­α, μὰ ἔ­παι­ζαν στ’ ἀ­λή­θεια μιὰ με­λω­δί­α ποὺ μό­νο ἐ­γὼ μπο­ροῦ­σα ν’ «ἀ­κού­σω». Θὰ ἦ­ταν, βέ­βαι­α, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κὸ ἂν σᾶς ἔ­λε­γα ὅ­τι δὲν ξέ­ρω νὰ παί­ζω πιά­νο. Ἀ­φι­έ­ρω­σα τὰ κα­λύ­τε­ρά μου χρό­νια στὰ ὠ­δεῖ­α καὶ πέ­ρα­σα ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες με­λε­τών­τας σὲ ὄρ­θια πιά­να καὶ σὲ πιά­να μὲ οὐ­ρά. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ σᾶς ἀ­να­φέ­ρω δὲν ἔ­γι­νε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ με­λέ­τη ὥ­στε νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κι­νη­τι­κό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ μὲ τρό­μα­ξε.

        Νὰ πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὴ σει­ρά. Δε­σποι­νὶς ἐ­τῶν τριά­ντα ἐν­νέ­α, ἔ­με­να μα­ζὶ μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους γο­νεῖς μου καὶ δὲν θὰ ἤ­θε­λα κά­ποι­ο σχό­λιο πά­νω σ’ αὐ­τό. Μ’ ἀ­νά­θρε­ψαν μὲ τὴ λε­γό­με­νη κλα­σι­κὴ παι­δεί­α, ποὺ πά­ει νὰ πεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως πιά­νο καὶ γαλ­λι­κὰ σὺν τὶς σπου­δὲς στὴ φι­λο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἔ­χω γε­ρὲς βά­σεις στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, στ’ ἀρ­χαί­α καὶ στὰ λα­τι­νι­κά. Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, ἀ­να­με­νό­ταν νὰ μὲ βροῦν ὅ­λες οἱ τύ­χες, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κι ἐ­πει­δὴ ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ξέ­φυ­γα ἀ­π’ τὸ θέ­μα, δὲν μοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἄ­χα­ρη ζω­ή μου, ἦρ­θε καὶ τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο γε­γο­νὸς νὰ μοῦ τὴν κά­νει ἀ­κό­μα δυ­σκο­λο­τε­ρη.

        Θὰ μοῦ πεῖ­τε, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα, ἐ­πει­δὴ κι­νοῦν­ται τὰ δά­χτυ­λα σὰν σὲ πιά­νο; Δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Ὅ­που κι ἂν στε­κό­μουν, τὰ δά­χτυ­λα ξε­κι­νοῦ­σαν μιὰ φρε­νή­ρη κί­νη­ση ὄ­χι ἐ­πι­τό­που ἀλ­λὰ σὲ μιὰ ἀ­κτί­να ἑ­νά­μι­σι μέ­τρου μὲ κίν­δυ­νο νὰ χτυ­πή­σω ὅ­ποι­ον βρι­σκό­ταν κον­τά μου ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ μου­σι­κὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­παι­ζαν καὶ με­τὰ νὰ στα­μα­τή­σουν. Φαν­τα­στεῖ­τε, λοι­πόν, τί φρί­κη, τὴν ὥ­ρα ποὺ πή­γαι­να μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὸ κέν­τρο ἢ ἔ­κα­να τὰ ψώ­νια στὸ σου­περ­μάρ­κετ ἢ στὴ λα­ϊ­κή, ν’ ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου καὶ νὰ γα­ζώ­νουν μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὸν ἀ­έ­ρα.

        Ζή­τη­σα βο­ή­θεια ἀ­πὸ εἰ­δι­κό, για­τί οἱ γο­νεῖς ἂν τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν θὰ εἴ­χα­με κο­πε­τούς, τοῦ τύ­που «τὸ κα­η­μέ­νο το κο­ρι­τσά­κι μας τί τοῦ ‘­μέλ­λε νὰ πά­θει». Νό­στι­μος ὁ νευ­ρο­λό­γος, δὲν λέ­ω. Εἶ­χε κά­νει κι ἕ­να ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ξε­κί­νη­σε παίρ­νον­τας τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου. Μᾶλ­λον δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε ἐ­ξαρ­χῆς τὴν ἡ­λι­κί­α μου καὶ τὸ ἕ­να Α4 δὲν τοῦ ἔ­φτα­σε. Ση­κώ­θη­κε νὰ φέ­ρει καὶ δεύ­τε­ρο. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας μιᾶς κρί­σης τῶν ἀλ­λό­κο­των δαχτύ­λων μου. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ στα­μα­τή­σει. Μά­ται­α. Ἐ­κεῖ­να ἠ­ρέ­μη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη, εὐ­τυ­χῶς, φούγ­κα τοῦ Μπάχ. Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ ἤ­ξε­ρα μό­νο ἐ­γώ. Ὁ για­τρὸς ἀ­πέ­μει­νε μ’ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα καὶ στοι­χη­μα­τί­ζω ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ σκί­σει τὰ πτυ­χί­α του.

        Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα τὸν κα­η­μό μου. Δὲν ἔ­φτα­νε ποὺ ἔ­χα­να «τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς», εἶ­χα ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω καὶ τὸ ἀλ­λό­κο­το αὐ­τὸ συμ­βὰν ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κλεί­νο­μαι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ νὰ μει­ώ­νω τὶς πι­θα­νό­τη­τες γιὰ μιὰ σχέ­ση. Νά, ὁ νευ­ρο­λό­γος, ἄς ποῦ­με. Στὴν ἀρ­χή, ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὸς καὶ δι­α­χυ­τι­κός. Με­τὰ τὴν κρί­ση τῶν δα­χτύ­λων, μὲ κοί­τα­ζε πα­ρά­ξε­να καὶ εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ἤ­θε­λε νὰ μὲ ξε­φορ­τω­θεῖ. Φεύ­γον­τας, μοῦ ἔ­δω­σε δυ­ὸ εἰ­δῶν χά­πια: ἠ­ρε­μι­στι­κὰ καὶ μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κά. Δὲν ξα­να­πῆ­γα.

        Τὴ λύ­ση τὴν βρῆ­κα μό­νη μου, τυ­χαῖ­α. Ἔ­κα­νε τσου­χτε­ρὸ κρύ­ο καὶ φό­ρε­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γάν­τια. Πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πρω­ι­νὸ χω­ρὶς νὰ ἐ­κτε­λέ­σουν τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λά μου κά­ποι­ο μου­σι­κὸ ἔρ­γο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βγα­λα τὰ γάν­τια, τὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα νὰ λυ­γί­ζουν καὶ νὰ τεν­τώ­νον­ται σὲ μιὰ προ­ε­τοι­μα­σί­α βιρ­του­ό­ζι­κης ἐ­κτέ­λε­σης. Τὰ πρό­λα­βα ξα­να­φο­ρών­τας τὰ γάν­τια. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Κα­μί­α κί­νη­ση. Κοι­μή­θη­κα ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ τὸ βρά­δυ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα προ­μη­θεύ­τη­κα γάν­τια ὅ­λων των εἰ­δῶν: μάλ­λι­να, βαμ­βα­κε­ρά, σα­τέν, δερ­μά­τι­να, πλα­στι­κὰ καὶ τῆς μιᾶς χρή­σης. Δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ τὸ ἀ­φή­σω νὰ μοῦ ξα­να­συμ­βεῖ. Θὰ ἔ­παι­ζα μό­νο σὲ πιά­νο κι ὄ­χι στὸν ἀ­έ­ρα.

        Ὁ Λου­κᾶς μὲ γνώ­ρι­σε νὰ φο­ρά­ω τὰ γάν­τια μου καὶ νὰ πί­νω κα­φέ. Τὸ θε­ώ­ρη­σε πο­λὺ σὶκ καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­βρε­θοῦ­με. Τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἡ ἐμ­μο­νή μου μὲ τὰ γάν­τια εἶ­ναι κά­τι σὰν μό­δα ἢ ἔ­χω κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια. Τὰ ἔ­βγα­λα, λοι­πόν, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο τὰ μα­κριὰ μυ­ώ­δη δά­χτυ­λα πῆ­ραν θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι, κι ἀ­π’ ὅ­σο κα­τά­λα­βα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη καὶ τὰ με­γά­λα ἀρ­πὲζ τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ, ἦ­ταν ἡ σο­νά­τα «ὑ­πὸ τὸ σε­λη­νό­φως» τοῦ Μπε­τό­βεν. Ὁ Λου­κᾶς στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­ζε ὅ­τι ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­βλε­πε ὅ­μως ὅ­τι δὲν στα­μα­τοῦ­σα, κι ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Τέ­λος, θυ­μή­θη­κε μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειὰ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας.

        Μὲ τὰ χρό­νια συ­νή­θι­σα τὰ γάν­τια καὶ ξέ­χα­σα τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λα. Σὲ για­τροὺς δὲν ξα­να­πῆ­γα, ἔ­φτα­σα πε­νήν­τα χρό­νων καὶ ζῶ μό­νη μου. Ἐρ­γά­ζο­μαι ὡς μου­σι­κὸς καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ σὲ κον­τσέρ­τα καὶ συ­ναυ­λί­ες ἀ­να­τρέ­χω στὴ μου­σι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ μυα­λοῦ μου, βρί­σκω τὰ πρὸς ἐ­κτέ­λε­ση ἔρ­γα καὶ βά­ζω στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α τὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου, ὅ­ταν ἀ­παλ­λάσ­σον­ται ἀ­π’ τὰ γάν­τια, με­γα­λουρ­γοῦν κι ὅ­λοι μὲ θε­ω­ροῦν μιὰ με­γά­λη σο­λί­στ μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το. Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι».



Πη­γή: Ζω­ὲς σὲ ἀ­να­δί­πλω­ση (δι­η­γή­μα­τα, ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2014)

Λί­να Βα­λε­το­πού­λου (Βό­λος). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ εἶ­ναι δι­πλω­μα­τοῦ­χος πιά­νου. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γή­τρια μου­σι­κῆς. Ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γνω­ρί­ζει ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση «Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς 2» (ἔκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να 2013), καὶ ἀλλοῦ.


Advertisements

Μαρία Μήτσορα: Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


mitsoramaria-toakatoikitosoma-eikona-06


Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα


Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


Στὸν Θ. Κ.


T-[Tay]-SomataΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει. Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του, προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν, τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες. Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον, ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται, ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ, ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη. Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν, ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της, μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ. Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο ἀ­κό­μα στά­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει ποι­ὲς ὧ­ρες πη­γαί­νει ἀγ­γλι­κά. Εἰ­σπνέ­ουν μα­ζί, μα­ζὶ ἀ­δειά­ζουν τὰ πνευ­μό­νια τους, ὅ­λα ἀρ­γὰ καὶ κρυ­φά. Κυ­ρί­ως κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Σὲ λί­γο μιὰ μι­κρὴ κοι­νὴ τρε­μού­λα. Μὲ τὴ γω­νί­α τοῦ μα­τιοῦ γνω­ρί­ζει μο­νά­χα μί­αν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὸ κα­φὲ κο­τλὲ παν­τε­λό­νι. Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ σέ­να κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα, καὶ χρει­ά­ζε­ται προ­σπά­θεια γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Μὲ δυ­σκο­λί­α ση­κώ­νε­ται ἀ­πο­στρέ­φον­τας πάν­τα το πρό­σω­πό της, πα­τά­ει τὸ κου­δού­νι καὶ κα­τε­βαί­νει.

       Ὁ πρῶ­τος της ἔ­ρω­τας τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴ στά­ση. Ἔ­χει ἤ­ρε­μα γα­λα­νὰ μά­τια. Τὴν ἁρ­πά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ση­κώ­νον­τας τὴν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ὑ­πάρ­χει ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ βι­α­σύ­νη στὸ σῶ­μα του καὶ τό­τε ἐ­κεί­νη σκέ­φτε­ται κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα. Ἔ­πει­τα τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὸ μπρά­τσο κι ἀρ­χί­ζουν νὰ περ­πα­τᾶ­νε, νὰ μι­λᾶ­νε, νὰ γε­λᾶ­νε, ἐ­νῶ τὸ μυα­λό της μὲ δυ­σκο­λί­α ξε­μου­διά­ζει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014)

Μαρία Μήτσορα (Ἀθήνα). Πεζογραφία. Διήγημα, Μυθιστόρημα. Σπού­δασε Κοινωνιολογία στὸ Παρίσι (Σορβόννη καὶ Vincennes). Ἔχει ταξιδέψει ἀπὸ τὸν Πολικὸ Κύκλο ἕως τὴν Ἀϊτή, ἀπὸ τὸ Πεκίνο μέχρι τὴ Νικαράγουα τῶν Σαντινίστας, τὸν Ὀρινόκο καὶ τὴ Σάντα Φὲ ντὲ Μπογκοτά. Πρῶτο της βι­βλίο Σκόρπια δύναμη (μυθιστόρημα, ἐκδ. Ὀδυσσέας). Τελευταῖο της βι­βλίο Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014).



		

	

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.



		

	

Ντάρεν Ἀρονόφσκι (Darren Aronofsky): Τὸ πρῶτο φιλί (A First Kiss)

7711f1e232936f62e67269439f396b91_xl


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky)


Τὸ πρῶ­το φι­λὶ

(A First Kiss)


03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.

        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.

        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.

        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.

        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;

        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.

        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.

        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.

        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.

        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.

        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.

        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.

        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.

        Τί νὰ κά­νου­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).


Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky). (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1969). Σε­νά­ριο, σκη­νο­θε­σί­α, πα­ρα­γω­γὴ ται­νι­ῶν. Γνω­στὸς γιὰ τὴ δου­λειά του στὶς ται­νί­ε­ς Ρεκ­βι­εμ γιὰ ἕ­να Ὄ­νει­ρο (Requiem for a Dream, 2000), Ὁ Πα­λαι­στή­ς (The Wrestler, 2009) καὶ Μαῦ­ρος Κύ­κνο­ς (Black Swan, 2010), ἡ ὁ­ποί­α προ­τά­θη­κε γιὰ Ὄσκαρ Σκη­νο­θε­σί­ας.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:


Ἑ­λέ­νη Ρί­ζου Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.



 

Βίβιαν Γκόρνικ (Vivian Gornick): Πῶς διαβάζω μετὰ τὸ Συμβὰν τῆς 11ης Σεπτεμβρίου

photo2jpg


Βί­βιαν Γκόρ­νικ (Vivian Gornick)


Πῶς Δι­α­βά­ζω με­τὰ τὸ Συμ­βὰν τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου

(How I Read since September 11th)


02-TaphΗΝ ΕΝΤΕΚΑΤΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, στὶς 09:30 τὸ πρω­ί, στά­θη­κα στὸ δρό­μο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὸ Γκρί­νου­ϊτς Βί­λα­τζ, ἀ­νά­με­σα στὸ σι­ω­πη­ρὸ πλῆ­θος, ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κτί­ρια στὸ Μαν­χά­ταν νὰ φλέ­γον­ται καὶ ἔ­πει­τα νὰ κα­ταρ­ρέ­ουν. Κα­νεὶς δὲν μί­λη­σε, κα­νεὶς δὲν φώ­να­ξε. Νο­μί­ζω πὼς ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μή, ὅ­λοι σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πλῆ­θος κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­χε πλέ­ον ἀλ­λά­ξει καὶ ὅ­τι ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ ξα­νὰ ἡ ἴ­δια. Στοὺς μῆ­νες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν τρο­μα­κτι­κὴ ἡ­μέ­ρα, μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ποὺ δύ­σκο­λα τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει κα­νεὶς —ἄν­θρω­ποι κά­πως σο­κα­ρι­σμέ­νοι, κά­πως ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι, πε­ρί­ερ­γα σκε­πτι­κοὶ— πε­ρι­έ­βαλ­λε τὴν πό­λη καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χει κα­τα­λα­γιά­σει. Ἡ πό­λη συ­χνὰ νι­ώ­θει κε­νή, μπερ­δε­μέ­νη, ξε­ρι­ζω­μέ­νη. Καὶ τὰ πάν­τα πνιγ­μέ­να σὲ πε­ρί­ερ­γη σι­ω­πή: ἡ κί­νη­ση, ὁ θό­ρυ­βος, τὸ πλῆ­θος· ἑ­στι­α­τό­ρια, θέ­α­τρα, μου­σεῖ­α, κά­ποι­ες φο­ρὲς μι­σο­ά­δεια, κά­ποι­ες φο­ρὲς ἀ­κό­μη καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­να. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα κά­ποι­ο ἀ­κα­θό­ρι­στο στοι­χεῖ­ο στὴ ζω­ὴ μας μοιά­ζει στα­δια­κὰ νὰ χά­νε­ται ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἕ­νας ἄν­τρας, ποὺ κά­θε Σάβ­βα­το, ἐ­δῶ καὶ τριά­ντα χρό­νια, πή­γαι­νε σὲ τζὰζ συ­ναυ­λί­ες, πλέ­ον κά­θε­ται σπί­τι τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τοῦ Σαβ­βά­του. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­δι­ά­φο­ρα ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. «Δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἴ­χνος δι­α­σκέ­δα­σης στὴ δι­α­σκέ­δα­ση.» Μιὰ γυ­ναί­κα, ποὺ λα­τρεύ­ει τὶς ται­νί­ες ποὺ ἔ­χουν γυ­ρι­στεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, πλέ­ον κλεί­νει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ὅ­ταν προ­βάλ­λε­ται κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­ό­ρι­στα, «δὲν φαί­νε­ται νὰ ται­ριά­ζουν πλέ­ον μὲ τὴν κα­τά­στα­ση». Μιὰ ἄλ­λη τα­ρά­ζε­ται στὴ θέ­α φω­το­γρα­φι­ῶν μὲ φόν­το τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. «Τὰ πάν­τα», λέ­ει, «θυ­μί­ζουν τὸ «πρὶν» καὶ τί­πο­τα ἀ­πὸ τὸ «πρὶν» δὲν προ­σφέ­ρει πα­ρη­γο­ριά».

        Ξέ­ρω τί ἐν­νο­οῦν. Ὅ­λη μου τὴ ζω­ή, σὲ κά­θε εἴ­δους κρί­ση, κα­τέ­φευ­γα σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ δο­κί­μια μὲ ὑ­πό­βα­θρο τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη γιὰ νὰ ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­σω τὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο πνεῦ­μα μου. Ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Στρέ­φο­μαι πρὸς τὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, στὴ με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α κα­τὰ προ­τί­μη­ση. «Κα­νέ­νας κίν­δυ­νος ἐ­δῶ», σκέ­φτο­μαι μὲ πι­κρὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Νό­μι­ζα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πέ­φευ­γα ἦ­ταν ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ σω­στὴ λέ­ξη.

        Μιὰ γα­λή­νια, ξά­στε­ρη νύ­χτα τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, δι­έ­σχι­ζα τὴ λε­ω­φό­ρο Μπρόν­τγου­ε­ϊ, ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ βρί­σκε­ται στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­βδο­μήν­τα, καὶ στὰ μι­σά τοῦ δρό­μου τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε κόκ­κι­νο. Στα­μά­τη­σα στὴ νη­σί­δα ποὺ δι­α­χω­ρί­ζει τὴ λε­ω­φό­ρο καὶ ἔ­κα­να αὐ­τὸ ποὺ κά­νουν ὅ­λοι: κοί­τα­ξα τὸ δρό­μο γιὰ νὰ δῶ ἐ­ὰν ἔρ­χε­ται κα­νεὶς ὥ­στε νὰ πε­ρά­σω μὲ ἀ­σφά­λεια ἀ­πέ­ναν­τι. Πρὸς ἔκ­πλη­ξή μου, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­θό­λου κί­νη­ση. Οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Στά­θη­κα ἐ­κεῖ ὑ­πνω­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ καὶ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση κε­νό­τη­τας. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ —ἐ­κτὸς ἴ­σως σὲ πε­ρί­πτω­ση χι­ο­νο­θύ­ελ­λας— ποὺ ἡ λε­ω­φό­ρος Μπρόν­τγου­ε­ϊ δὲν εἶ­χε ἔ­στω καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κί­νη­ση. Ἔ­μοια­ζε σὰν σκη­νὴ ἀ­πὸ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. «Σὰν φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμπ….» ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι καὶ ἀ­μέ­σως ἡ σκέ­ψη μου δι­α­κό­πη­κε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ τρο­μο­κρα­τοῦ­σε καὶ μό­νο τὸ νὰ σκε­φτῶ «μιὰ σκη­νὴ ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή». Σὰν νὰ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὀ­λέ­θριος χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ μέ­να καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ λα­χτα­ρῶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς ζων­τα­νὴ σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμ­ποτ. Τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε πρά­σι­νο καὶ ἐ­γὼ πα­ρέ­μει­να στὴ νη­σί­δα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τέ­βω τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ νὰ μπῶ σὲ μιὰ σκέ­ψη ποὺ ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ γα­λή­νη ἡ ὁ­ποί­α πλέ­ον φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει χα­θεῖ γιὰ πάν­τα: μιὰ γα­λή­νη ποὺ πί­στευ­α πὼς ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν δι­καί­ω­μά μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ ἀρ­γο­σβή­νει ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θλι­βε­ρή, σο­κα­ρι­σμέ­νη ἐ­πο­χή: ἡ νο­σταλ­γί­α. Καὶ ἔ­πει­τα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὴν καρ­διὰ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των ποὺ δι­ά­βα­ζα, δὲν ἦ­ταν τὸ συ­ναί­σθη­μα, ἀλ­λὰ ἡ νο­σταλ­γί­α. Αὐ­τὴ ἡ κρύ­α, ἀ­μι­γὴς σι­ω­πὴ στὴν καρ­διὰ τῆς μον­τέρ­νας εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τῆς νο­σταλ­γί­ας: δι­α­θέ­σι­μη μό­νο σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ στέ­κον­ται στὸ τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας χω­ρὶς λα­χτά­ρα ἢ λύ­πη, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας τὰ πράγ­μα­τα ὅ­πως ἔ­χουν. Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό, ποὺ γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ἡ πα­ρη­γο­ριὰ πη­γά­ζει μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νη πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ τι­μᾶ τὴ σκλη­ρό­τη­τα αὐ­τὴ μὲ ἀ­πό­λυ­τη προ­σή­λω­ση στὸ πα­ρόν. Ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ με­γά­λη δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξύ τοῦ τί ἐν­νο­οῦν οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι μὲ τὸν ὄ­ρο «με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α» καὶ τί ἐν­νο­οῦ­σε ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος. Μιὰ δι­α­φο­ρά, ποὺ ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι πά­λι, θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως κά­ποι­ος νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ μό­νο τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

Βί­βιαν, Γκόρ­νικ, (Vivian, Gornick). (Μπρόνξ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1935). Δο­κί­μιο, κρι­τι­κή, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕν­τε­κα βι­βλί­α κι ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κυ­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες εὐ­ρεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: πα­ρά­ξε­νη γυ­ναί­κα καὶ Πό­λη (The Odd Woman and the City, 2015). Δι­δά­σκει γρα­φὴ σὲ τρι­το­βάθ­μια σχο­λὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τσί­για­ννη, Ἄν­νυ. Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τάφρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.

 

Μπουσραὴλ Ἐστσάουι (Bouchrail Echchaoui): Μιὰ ἀποκρουστικὴ πραγματικότητα

tromokratia1


Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι


Μιὰ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα



01-xiΑΠΛΩΣΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ἀλ­λὰ ἡ σι­έ­στα μοῦ ἐ­πε­φύ­λασ­σε ἕ­ναν φρι­κτὸ ἐ­φιά­λτη. Φω­τιὰ παν­τοῦ καὶ κα­πνὸς νὰ κα­λύ­πτει τοὺς πε­ζοὺς ποὺ τρέ­χουν δί­χως καὶ οἱ ἴ­διοι νὰ ξέ­ρουν πρὸς τὰ ποῦ, με­τα­τρέ­πον­τάς τους σὲ γκρί­ζα ἀ­γάλ­μα­τα. Χά­ος σὲ γῆ καὶ οὐ­ρα­νό. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω ἐμ­πρὸς στὸν τρό­μο τῶν εἰ­κό­νων ποὺ δια­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Νὰ συ­νε­χί­σω νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους πού, γαν­τζω­μέ­νοι στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ζη­τοῦν βο­ή­θεια ἢ νὰ τρέ­ξω νὰ ἠ­ρε­μή­σω τὰ παι­διὰ ποὺ κλαῖ­νε ὄν­τας καὶ αὐ­τὰ μάρ­τυ­ρες τοῦ τρό­μου;

        Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν. Οἱ ἀν­τι­λή­ψεις μας, οἱ φι­λί­ες, οἱ ἐλ­πί­δες, ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη καὶ ὁ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς χάρ­της ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἔ­χει ἀλ­λά­ξει διὰ παν­τός. Τρό­μος, ἐ­πι­θέ­σεις καὶ ἀ­πει­λὲς παν­τοῦ. Πό­λε­μοι, ἱ­ε­ροὶ καὶ μή, ἀ­πὸ φα­να­τι­σμὸ ἢ γιὰ ἐκ­δί­κη­ση.

        Δὲν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι πιὰ κα­νέ­ναν καὶ κα­νεὶς δὲν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται ἐ­μέ­να οὔ­τε καὶ θὰ μὲ ἐμ­πι­στευ­τεῖ πο­τέ. Ὅ­λοι με­τα­τρα­πή­κα­με σὲ πι­θα­νοὺς ὑ­πό­πτους καὶ ἐν­δε­χό­με­νους φα­να­τι­κούς. Τὰ παι­διὰ δὲν εἶ­ναι πιὰ τὰ ἴ­δια, δὲν κά­νουν ὄ­νει­ρα οὔ­τε παί­ζουν ὅ­πως πα­λιά.

        Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πὲ τοῦ σα­λο­νιοῦ καί, ἀ­νοί­γον­τας τὰ μά­τια, ἀν­τί­κρι­σα στὶς εἰ­δή­σεις εἰ­κό­νες φρι­κα­λέ­ες. Νό­μι­ζα πὼς ὀ­νει­ρευ­ό­μουν, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μό­λις εἶ­χαν ἐ­πι­τε­θεῖ στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

        Ἀ­κό­μη δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ἂν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἢ ἂν εἶ­χα πα­ραι­σθή­σεις. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι ἡ ὠ­μὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ἔ­γι­νε ἕ­να μὲ τὸ με­ση­με­ρια­νό μου ἐ­φιά­λτη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι (Bouchrail Echchaoui) (Ἀλ­κα­σαρ­κιμ­πίρ, Μα­ρό­κο, 1974). Ποί­η­ση, ἀρ­θρο­γρα­φί­α, πλα­στι­κὲς τέ­χνες. Σπού­δα­σε βι­ο­λο­γί­α στὴν Τυ­νη­σί­α. Γρά­φει ποί­η­ση στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ καὶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Ποί­η­ση καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ Τύ­πο σὲ ἐ­θνι­κὸ καὶ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο. Εἶ­ναι μέ­λος δι­ά­φο­ρων πο­λι­τι­στι­κῶν καὶ ἀν­θρω­πι­στι­κῶν συλ­λό­γων καὶ ὀρ­γα­νι­σμῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη.


 

Τζένιφερ Μπέρμαν (Jenifer Berman): Πρόλογος: Τὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο

fos1400104-960x671


Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman)


Πρό­λο­γος: Τὸ Κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην Εὐ­αγ­γέ­λιο


02-TaphΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ ΦΩΣ ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­θω­ριά­ζει καὶ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει ἔκ­πλη­ξη. Κα­θὼς τὸ δι­α­σχί­ζει περ­πα­τώντας στὸ πά­τω­μα μὲ τὶς πλα­τι­ὲς σα­νί­δες τὸν βλέ­πει νὰ κά­θε­ται στη­τὸς στὸ κρε­βά­τι. Τὸ ση­μά­δι ἀ­πὸ τὶς τρί­χες του ἔ­χει ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ πά­νω στὰ φρε­σκο­σι­δε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια καὶ κα­θὼς ἐ­κεί­νη προ­χω­ρά­ει πρὸς τὸ μέ­ρος του τὰ βή­μα­τά της γί­νον­ται κο­φτὰ καὶ δι­στα­κτι­κά. Δὲν ἔ­χει ξα­να­δεῖ πο­τὲ κά­ποι­ον νε­κρό. Οὔ­τε νε­ο­γέν­νη­το ἔ­χει ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ στὸ στρε­βλὸ φῶς τοῦ λυ­κό­φω­τος αὐ­τὴ ἡ μά­ζα ἀ­πὸ μύ­ες, αἷ­μα καὶ κό­κα­λα μοιά­ζει μὲ που­λά­ρι ποὺ μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἀ­μνια­κὸ σά­κο τῆς μη­τέ­ρας του.

        Ὅ­ταν φτά­νει στὸ κρε­βά­τι, τὸν σκουν­τά­ει ἐ­λα­φρά. Μα­ζεύ­ει τὸ δά­χτυ­λό της, κα­θὼς τὴ φό­βι­σε τὸ δέρ­μα του, ἐ­νῶ τῆς φαί­νε­ται πὼς εἶ­ναι νε­κρὸς ἐ­δῶ καὶ ἀρ­κε­τὸ και­ρό. Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ἄ­ψυ­χα καὶ γκρί­ζα. Ἔ­χουν τὸ χρῶ­μα μιᾶς χι­ο­νο­θύ­ελ­λας καὶ κοι­τά­ζουν τὸ τα­βά­νι, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει τὸ ξε­φλού­δι­σμα τῆς μπο­γιᾶς. Ἀ­κο­λου­θεῖ τὴ μα­τιά του. Ψη­λὰ μέ­σα στὰ σύν­νε­φα ὅ­που γεν­νι­έ­ται μιὰ κα­ται­γί­δα, ἐ­νῶ τὸ στό­μα του ἔ­χει ἀ­νοί­ξει λὲς καὶ πρό­κει­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἐ­ρώ­τη­ση. Ἡ ἀ­νά­σα του μυ­ρί­ζει μέν­τα. Εἶ­ναι μιὰ κα­θα­ρή, κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διά, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἀ­πό­ψεις ὁ θά­να­τος τὸν ἔ­χει κά­νει νὰ μοιά­ζει μὲ ἄ­γνω­στο: τὰ πα­χιά του μά­γου­λα καὶ τὰ μυ­τε­ρὰ αὐ­τιά του, τὰ πλα­τιὰ δά­χτυ­λά του, σχε­δὸν σὰν τῆς πά­πιας, τὰ νύ­χια του με­λα­νι­α­σμέ­να στὸ χρῶ­μα τοῦ δα­μά­σκη­νου.

        Τὸ στο­μά­χι της γουρ­γου­ρί­ζει δυ­να­τά. Πλη­σιά­ζει ἡ κα­ται­γί­δα. Τὴ βλέ­πει στὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὰ ἄ­μορ­φα σύν­νε­φά της καὶ τὴ δυ­σοί­ω­νη ἀ­νη­συ­χί­α τῆς βα­θιᾶς ἀ­νά­σας της. Ὁ οὐ­ρα­νὸς βα­στά­ει τὰ βά­σα­να ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ὅ­λο το χυ­μέ­νο αἷ­μα καὶ τὴν πλη­γω­μέ­νη κού­ρα­σή του. Καὶ βλέ­πει τοὺς στρα­τι­ῶ­τες νὰ κρα­τᾶ­νε σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια τους τὶς ψυ­χές τους, νὰ σκί­ζουν τὰ δι­α­κρι­τι­κά τους καὶ νὰ βογ­γᾶ­νε μπρο­στὰ στὶς νο­σο­κό­μες τους ζη­τών­τας λί­γη ἀ­να­κού­φι­ση. Καὶ ἀ­κού­ει καὶ αὐ­τές, τὶς νο­σο­κό­μες, μὲ τὶς λε­πτὲς καὶ ψυ­χρὲς φω­νές τους, κα­θὼς χτυ­πᾶ­νε τὸ κρύ­ο δέρ­μα γιὰ νὰ βροῦν μιὰ φλέ­βα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας οὐ­ρα­νὸς ποὺ βα­στά­ει ὅ­λη τὴν κού­ρα­ση τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι μου­δι­α­σμέ­νος καὶ κε­νός. Σὲ δι­α­περ­νά­ει σὰν ἠ­χώ.

        Για­τί αὐ­τό, πι­στεύ­ει ἐ­κεί­νη, πὼς εἶ­ναι αὐ­τὸς τώ­ρα. Μιὰ ἄ­δεια ἀν­τή­χη­ση, ἕ­να σύ­νο­λο μο­ρί­ων μό­νο, ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται μέ­σα στὸν χρό­νο. Κά­πο­τε ἦ­ταν ἄν­τρας καὶ τώ­ρα εἶ­ναι ἕ­να ποί­μνιο ποὺ ἔ­χει χά­σει τοὺς πι­στούς του. Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἀν­τι­κεί­με­να, φυ­σι­κά: μιὰ βέ­ρα, ἕ­να ρο­λό­ι τσέ­πης, ἕ­να ἐ­πι­με­λῶς φρον­τι­σμέ­νο σὲτ βουρ­τσί­σμα­τος δον­τι­ῶν. Ὅ­μως, μέ­σα στὴν ἀ­χνὴ πά­χνη, αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἔ­χουν ἐ­λά­χι­στη ση­μα­σί­α. Κά­πο­τε ἴ­σως κα­θό­ρι­ζαν τὴ ζω­ὴ κά­ποι­ου, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἁ­πλῶς αἰ­ω­ροῦν­ται δί­χως νό­η­μα. Χω­ρὶς τὸ ὑ­πό­βα­θρο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, χω­ρὶς κά­ποι­α ἀ­φή­γη­ση, μιὰ ἱ­στο­ρί­α, αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να πε­ρί­γραμ­μα μό­νο. Ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὴ ξε­χνά­ει καὶ χω­ρὶς τὰ κα­τάλ­λη­λα ἔγ­γρα­φα εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να παι­δι­κὸ παι­χνί­δι τη­λε­φώ­νου, ἕ­να μέ­σο δι­α­σκέ­δα­σης σὲ πάρ­τι γε­νε­θλί­ων, ποὺ χω­ρὶς τὴν πα­ρου­σί­α κά­ποι­ου γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει δὲν ἔ­χει κα­νέ­να νό­η­μα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἑρ­μη­νεύ­τρια νο­η­μα­τι­κῆς γλώσ­σας. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.