Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly): Τὸ Σύντομο Χρονικὸ τοῦ Κοριτσιοῦ…


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly)


Τό Σύν­το­μο Χρο­νι­κό τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ,

εἰ­πω­μέ­νο ἀ­πό τήν Ρε­α­λί­στρια

ὡ­στό­σο Αἰ­σι­ό­δο­ξη Ἀ­φρι­κα­νί­δα Χαρ­το­ρί­χτρα

(The Brief Chronicled History of The Girl

as told by the Realist

but yet Optimistic African Fortune-teller)


ΟΡΙΤΣΙ, προ­τοῦ ὁ πα­τέ­ρας σου σέ φυ­τέ­ψει στήν μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας σου, προ­τοῦ ἐγ­γρα­φοῦν τά δι­κά σου χρω­μο­σώ­μα­τα Χ καί ὄ­χι τά ὑ­γι­ῆ σου Υ ἤ­σουν στό νε­ρό, στόν ἀ­έ­ρα, στά στοι­χεῖ­α: ἕ­να τρι­ά­το­μο πού δέν ἀ­νῆ­κε οὔ­τε σέ φυ­λή, οὔ­τε σέ πα­τριά, οὔ­τε σέ κα­μιά νο­μα­δι­κή Kabilah.

        Στήν πρώ­τη σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Σοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α. Τσα­λα­βου­τοῦ­σες στή λά­σπη καί ἔ­παι­ζες μέ τόν Ἀμ­πτου­λάχ καί τόν Ἄμ­πελ. Κο­λυμ­ποῦ­σες στόν πο­τα­μό Μέ­ρεμπ τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἐ­ρυ­θραί­ας κον­τά στήν ἐκ­κλη­σιά σου, ἡ πε­ρι­έρ­γειά σου πάν­τα νά αἰ­ω­ρεῖ­ται ὅ­πως ἡ σπά­νια γα­λα­ζό­φτε­ρη λιμ­πε­λού­λα πρό­θυ­μη νά ἵ­πτα­ται ψη­λά μέ­σα στή βρο­χή. Γνώ­ρι­ζες πώς ἤ­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές σου, τίς θει­ές μέ τά θλι­μέ­να μά­τια, καί ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς σου. Ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­τμη­τη, κά­θε ἴν­τσα τῆς σάρ­κας σου ἀ­κό­μη ὁ­λό­δι­κή σου. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα κι ἕ­να ἀ­πό τ’ ἀ­γό­ρια ἦ­ταν νά σέ νυμ­φευ­θεῖ, ἔ­δει­ξαν ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο ἀ­νά­με­σα στά πό­δια σου. Ἀ­κά­θαρ­τη, εἶ­παν. Ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος στό χω­ριό γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νά κά­νουν – με­τα­στρέ­φον­τάς σε σέ μιάν ἀ­π’ αὐ­τές, τό εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας πού ὁ Ἄμ­πελ καί ὁ Ἀμ­πτου­λάχ ἐγ­κρί­να­νε. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἡ μα­μή τε­μά­χι­σε τήν κλει­το­ρί­δα σου, ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος βγῆ­κε ἔ­ξω, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, πε­ρή­φα­νος. Δέν ἀν­τι­στά­θη­κες για­τί εἶ­χες τό­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νη, τό­σο με­γά­λη ἀ­γά­πη. Σκά­φτη­κες, βα­θού­λω­σες: ἀ­δει­α­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λα πού σ’ ἔ­κα­ναν ἐ­σέ­να. Ἐ­σέ­να.

        Στήν δέ­υ­τε­ρή σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Ἤ­θε­λες νά ἀν­τι­στα­θεῖς σ΄ ὅ,τι κα­θο­ρι­ζό­ταν ὡς ἀ­γνό­τη­τά σου, ἀλ­λά ἡ ὑ­πο­τα­γή ἦ­ταν τό ἀν­τί­τι­μο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης. Ὁ πό­νος σου, χυ­μέ­νος τα­χύ­τε­ρα ἀ­πό τό αἷ­μα σου, γέ­μι­σε τόν πο­τα­μό Τά­να τῆς Κέ­νυ­ας. Ἁ­πλῶς, πέ­θα­νες.

        Σ’ αὐ­τήν τήν με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Θά πε­τά­ξεις τήν κα­λύ­πτρα τῆς κε­φα­λῆς πού σέ ἀ­νάγ­κα­σαν νά φο­ρᾶς στό τζα­μί. Θά ξε­φω­νί­σεις ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου θά σέ σύ­ρει στόν μπαρ­μπέ­ρη τοῦ Μπέ­νι Σου­έφ. Θά τοῦ σπρώ­ξεις τό χέ­ρι ὅ­ταν ἡ λε­πί­δα του γδέρ­νει τά μι­κρά χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου σου. Θά τρέ­ξεις, αἱ­μορ­ρα­γών­τας τόν δι­κό σου πο­τα­μό Νεῖ­λο, κι ὅ­ταν τά δι­στα­κτι­κά / δει­λι­α­σμέ­να σου πό­δια σου δέν μπο­ροῦν νά τρέ­ξουν πα­ρα­πά­νω, θά ἀ­πο­γει­ω­θεῖς μέ τίς φτε­ροῦ­γες σου· χα­μο­γε­λᾶς γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α πού εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­κτη­θεῖ, ὅ­μως κο­ρί­τσι…

        Θά μεί­νεις.

        Θά τά ἐ­πα­να­λά­βεις ὅ­λα σέ μιάν ἄλ­λη με­τεν­σάρ­κω­ση.

        Δέν θά τούς ἀ­φή­σεις νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν ὑ­πέρ-κολ­πι­κό σου τραυ­μα­τι­σμό ὡς σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γνό­τη­τάς σου.

        Δέ θά τούς ἀ­φή­σεις να σέ κα­λύ­ψουν ἤ νά σέ σβή­σουν για­τί δέν εἶ­σαι ἡ φουρ­νιά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

        Δέ θά τούς ἐ­πι­τρέ­ψεις νά ξε-φυλ­λί­σουν τήν παρ­θε­νι­κή ἀ­γά­πη σου γιά Σέ­να.

        Κο­ρί­τσι, θά μεί­νεις για­τί εἶ­ν’ ἀ­πί­στευ­το πῶς o­ἱ κο­λο­βω­μέ­νες ρί­ζες ξε­πε­τοῦν βλα­στά­ρια με­τά πού θά κο­ποῦν.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Afreada, 19.04.2019:

https://afreada.com/2019/04/19/the-brief-chronicled-history-of-the-girl-as-told-by-the-realist-but-yet-optimistic-african-fortuneteller-by-riham-adly/

Ρί­χαμ Ἄν­τλυ (Riham Adly). Πε­ζο­γρα­φί­α της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξύ ἄλ­λων καὶ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Bending Genres, Con­nota­tion Press, Spelk, The Ca­binet of Heed, Vestal Re­view, Volney Road Re­view, Five: 2: One, Bril­liant Flash Fiction, Gin­ger­bread House lit, Wri­ting in a Wo­man’s voi­ce, Anti-He­roine Chick, Danse Ma­ca­bre καὶ @Fe­wer­than500. Πρό­σφα­τα μπῆ­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ Βρα­βεί­ου Με­τά­φρα­σης Arab-Lit. Ἡ Ἄν­τλυ ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της στὴ Γκί­ζα τῆς Αἰ­γύ­πτου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).


Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.


Ρένα Σαμαρᾶ-Μάινα: Φωτογραφίες γάμου


Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ-Μά­ϊ­να


Φω­το­γρα­φί­ες γά­μου


 ΠΡΩΤΟΣ ΜΟΥ ΑΝΤΡΑΣ ἦ­ταν ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸ χει­μώ­να φο­ροῦ­σε πάν­τα τρα­γιά­σκα καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ψά­θι­νο παναμά. Ἔ­χει τύ­πο, ἔ­λε­γαν οἱ φί­λες μου. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε πο­τὲ ἀ­σκε­πής, τὸ κε­φά­λι τὸ εἶ­χε πάν­τα κα­λυμ­μέ­νο, ὄ­χι γιὰ τὸ στύλ, ὅ­πως πί­στευ­αν οἱ φί­λες μου, μὰ μὴν καὶ φα­νεῖ ὁ τρι­χο­φά­γος. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε δι­α­φη­μί­σεις γιὰ σαμ­που­ὰν καὶ τζὲλ μαλ­λι­ῶν, ἔ­βα­ζε πάν­τα τὰ κλά­μα­τα. Κι ὕ­στε­ρα ἔ­βγα­ζε τὶς σχο­λι­κὲς φω­το­γρα­φί­ες καὶ χά­ζευ­ε μὲ τὶς ὧ­ρες τὰ μπου­κλά­κια του, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­τί­θα­σα μέ­σα στὰ μά­τια του. Ἡ πε­θε­ρά μου ἀ­κό­μα καὶ στὰ σα­ράν­τα του τὸν φώ­να­ζε σγου­ρο­μάλ­λη μου κι ἐ­γὼ με­τὰ βί­ας κρα­τοῦ­σα τὰ γέ­λια. Ἦ­ταν τό­σο ἀ­στεῖ­ος χω­μέ­νος στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ἐ­κεί­νη νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ ἀ­νύ­παρ­κτα μαλ­λιά. Ὅ­ταν πέ­θα­νε φύ­λα­ξα τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα τῶν ἀ­νύ­παρ­κτων μαλ­λι­ῶν του. Τὴν ἔ­βγα­λα με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­χρη­στί­ας ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι – ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἄρ­χι­σα τὶς χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες.

        Ὁ δεύ­τε­ρος ἄν­τρας μου μαλ­λιὰ εἶ­χε μπό­λι­κα. Ἀ­πὸ μυα­λὰ ἔ­πα­σχε. Ἀ­κα­τοί­κη­το τὸ ὄ­μορ­φο ξαν­θὸ κε­φά­λι του. Ὅ­ταν τὸν πρω­το­εῖ­δα —λί­γο με­τὰ ποὺ ἀ­νάρ­ρω­σα— εἶ­πα πὼς ἡ ζω­ή μοῦ χρω­στᾶ μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α. Τὸν παν­τρεύ­τη­κα μὲ δό­ξα καὶ τι­μή. Μὰ ἡ δι­κή του ἡ τι­μὴ ἦ­ταν ἄ­τι­μη. Τὶς νύ­χτες βο­λό­δερ­νε σὲ χαρ­το­παι­χτι­κὲς λέ­σχες καὶ τὶς μέ­ρες ση­μά­δευ­ε τρά­που­λες. Ἡ ζω­ή μου ἔ­γι­νε κό­λα­ση. Ἦρ­θαν μέ­ρες ποὺ δὲν εἴ­χα­με δραχ­μὴ οὔ­τε γιὰ ψω­μί. Κόν­τε­ψα νὰ ξε­που­λή­σω καὶ τὸν κῶ­λο μου γιὰ νὰ τὸν ξε­χρε­ώ­σω. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ξα­νά­βγα­λα ἀ­ραί­ω­ναν καὶ πά­λι. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν με­γά­λη μπά­ζα ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, τὸν φί­λη­σα σταυ­ρω­τά, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα στὸ κα­κὸ κι ἄλ­λα­ξα μέ­σα στὴ νύ­χτα τὴν κλει­δα­ριά. Τὸ μό­νο πού μοῦ ἔ­μει­νε ἀ­πὸ κεῖ­νον ἦ­ταν μιὰ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα.

        Ὁ τρί­τος μου ἄν­τρας εἶ­ναι γκέ­ι. Τὸ ξέ­ρω πὼς μὲ πῆ­ρε μό­νο γιὰ ξε­κάρ­φω­μα. Κα­θη­γη­τὴς στὸ σχο­λεῖ­ο, φι­λό­λο­γος, μὴ δί­νει δι­και­ώ­μα­τα. Κι ἡ δό­λια ἡ μά­να του, νὰ γλι­τώ­σει ἀ­πὸ τὰ σχό­λια τῶν φαρ­μα­κό­γλωσ­σων τῶν φι­λε­νά­δων της. Τί­μιος ὅ­μως, μοῦ ξη­γή­θη­κε σπα­θὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Στὸ σπί­τι ὅ­λα δου­λεύ­ουν ρο­λό­ι. Νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη, χα­μό­γε­λα, κα­τα­νό­η­ση κι ἀ­πο­δο­χή. Σὲξ δὲν κά­νου­με, ἀλ­λὰ σι­γὰ τὸ πρό­βλη­μα. Στὴν ἐμ­μη­νό­παυ­ση ἀρ­κοῦν τὰ χά­δια, τὰ φι­λιὰ καὶ δυ­ὸ κα­λὲς κου­βέν­τες. Τὰ κρύ­α χει­μω­νι­ά­τι­κα βρά­δια μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα μου καὶ παί­ζου­με ξε­ρὴ μὲ τὴ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα. Δὲν εἶ­ναι τε­λι­κὰ ἄ­πια­στη ἡ εὐ­τυ­χί­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ–Μά­ϊ­να. (Κο­μο­τη­νή, 1969). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, ἐρ­γά­ζε­ται γιὰ εἴκοσι ἑπτὰ χρό­νια στὴν φρον­τι­στη­ρια­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Τὰ τελευταῖα πέν­τε χρό­νια διοργάνωσε καὶ συντονίζει τὴν Λέ­σχη Φι­λα­να­γνω­σί­ας Κο­μο­τη­νῆς. Κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες.


 

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney): Τὰ ρομπὸτ εἴμαστε ἐμεῖς


Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney)

 

T­ὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς

(We are the robots)


ΤΑΝ Η ΤΡΙΤΗ κο­πέ­λα ποὺ μὲ πα­ρά­τα­γε φέ­τος. «Πή­γα­με σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κλάμπ», ἔ­λε­γα στὸν Γκά­ρυ, «καὶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐν­τε­λῶς. Εἶ­χε γί­νει ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­χθρι­κή».

Κοι­τῶν­τας με πά­νω ἀ­π’ τοὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν του μὲ ρώ­τη­σε. «Χό­­ρε­ψες;»

«Κοί­τα», ἀ­πάν­τη­σα ἀ­κουμ­πῶν­τας μὲ τὸ δά­χτυ­λό τὸ σου­βὲρ τῆς μπύ­ρας μου. «Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­ρι­ξα με­ρι­κὲς στρο­φές.»

        Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἔ­κα­νες μή­πως τὸ ρομ­πότ;»

        «Ὄ­χι, οὔ­τε κάν.»

        «Τί μου­σι­κὴ ἔ­παι­ζε;»

        «Τέ­κνο τῆς δε­κα­τί­ας τοῦ ’80.»

        Ὁ Γκά­ρυ ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του κι ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του. «Πό­σες φο­ρὲς τό ’χου­με ξα­να­πεῖ – μὲ τὸ ποὺ ἀ­κοῦς αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, πρέ­πει νὰ κά­νῃς τὸ ρομ­πότ.» Σή­κω­σε τὸ παλ­τό του. «Κα­μιὰ γυ­ναῖ­κα δὲν θὰ ἀ­νε­χθῇ κά­τι τέ­τοι­ο.»

        Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἤ­μουν στὰ πα­τώ­μα­τα. Μιὰ μπα­σο­γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πό ’­να συν­θε­σά­ϊ­ζερ κόν­τευ­ε νὰ μὲ πνί­ξῃ, ὁ ἦ­χος ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ ταμ­πού­ρου ἔ­σκι­ζε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, κι ἐ­γὼ ἤ­μουν πλέ­ον μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νου με­ταλ­λι­κοῦ τέ­ρα­τος ποὺ κα­τα­βρό­χθι­ζε τὰ πάν­τα.


 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα του https://www.davidgaffney.org/

https://www.davidgaffney.org/we-are-the-robots.html#

 

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Κλῆ­τορ Μοὺρ τῆς Δυ­τι­κῆς Κάμ­πρια καὶ πλέ­ον ζεῖ στὸ Μάν­τσε­στερ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ Sawnoff Tales (2006), Aromabingo (2007), Never Never (2008), The Halflife of Songs (2010) καὶ τὴν πιὸ πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του, More SawnOff Tales (2013). Ἐ­πί­σης, ἔ­χει γρά­ψει τὸ Buildings Crying Out, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας ἀ­φί­σες ἀ­πὸ χα­μέ­νες γά­τες (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Λάν­κα­στερ, 2009)· τὸ 23 Stops To Hull, μιὰ σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­ῶν γιὰ κά­θε κόμ­βο τῆς ἀγ­γλι­κῆς ἐ­θνι­κῆς ὀ­δοῦ M62 (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας Χάμ­περ Μά­ουθ 2009)· τὸ Sawnoff Opera, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὄ­πε­ρες μὲ τὴν Ἰρ­λαν­δὴ συν­θέ­τρια Ailís Ní Ríain (BBC Radio 3, RNCM, Φι­λαρ­μο­νι­κὴ τοῦ Λί­βερ­πουλ καὶ Φε­στι­βὰλ Τέτ-ἄ-τέτ, Λον­δί­νο London 2010)· τὸ Destroy PowerPoint, ἱ­στο­ρί­ες σὲ μορ­φὴ PowerPoint γιὰ τὸ Φε­στι­βὰλ τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου τοῦ 2009· τὸ The Poole Confessions, ἱ­στο­ρί­ες εἰ­πω­μέ­νες σ’ ἕ­να κι­νη­τὸ ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ριο (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Πούλ 2010)· τὸ Station Stories, ὅ­που ἕ­ξι συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νοι μὲ τὸ κοι­νὸ μέ­σῳ ἀ­σύρ­μα­των ἀ­κου­στι­κῶν ἀ­παγ­γέ­λον­τας δι­η­γή­μα­τα στὸν σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μὸ τοῦ Πι­καν­τίλ­λυ στὸ Μάν­τσε­στερ (Φε­στι­βὰλ Λο­το­τε­χνί­ας Μάν­τσε­στερ 2011)· τὸ Boy You Turn Me, μιὰν ἠ­χη­τι­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση (Φε­στι­βὰλ Βι­βλί­ου Μπέρ­μιγ­χαμ 2011)· τὸ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὸ πρό­γραμ­μα συγ­γρα­φῆς Errata Slips (Κόρ­νερ­χά­ουζ τοῦ 2011)· τὸ Preston 3twenty (2012-2032), ἕ­να εἰ­κο­σα­ε­τοῦς δι­αρ­κεί­ας καλ­λι­τε­χνι­κὸ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ πρό­γραμ­μα· τὸ Men Who Like Women Who Smell of Their Jobs, (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Μάν­τσε­στερ 2014) μιὰ ἔκ­θε­ση ὀ­πτι­κῶν τε­χνῶν μα­ζὶ μὲ τὴ ζω­γρά­φο Ἄ­λι­σον Ἔ­ρι­κα Φό­ουρντ, καὶ τὸ The Three Rooms In Valeries Head, (Φε­στι­βὰλ Κό­μικς τοῦ Λέ­ηκς 2015) ἕ­να ζων­τα­νὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μα­ζὶ μὲ τὸν καλ­λι­τέ­χνη Ντὰν Μπέρ­ρυ καὶ τὴ συν­θέ­τρια Σά­ρα Λό­ουζ. Ἔ­χει γρά­ψει ἄρ­θρα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες GuardianSunday TimesFinancial Times καὶ Prospect magazine, ἐ­νῷ ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῆς κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τροπῆς γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Μπρά­ιν­τπορτ τοῦ 2015. Ἡ ἱ­στο­ρί­α του The Staring Man συγ­κα­ταλ­λέ­ε­ται στὴ συλ­λο­γὴ τῶν κα­λύ­τε­ρων βρε­τα­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των γιὰ τὸ 2016, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του μυ­θι­στό­ρη­μα, All The Places I’ve Ever Lived, κυ­κλο­φο­ρεῖ μέ­σῳ Urbane, καὶ τὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τὸν Ντὰν Μπέρ­ρυ, The Three Rooms In Valeries Head, κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ  Top Shelf.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θανάσης Γαλανάκης (Ἀθήνα, 1993): Σπούδασε Μεσαιωνικὴ καὶ Νεοελ­λη­νικὴ Φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν Ἱστορία καὶ τὴ Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας, τὴ Μετάφραση θεωρητικῶν καὶ λογοτεχ­νικῶν κειμένων καὶ τὴν Ποίηση. Μελέτες, μεταφράσεις καὶ ποιήματά του ἔ­χουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐπιστημονικά, φιλολογικὰ καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δι­κά, ἐφημερίδες καὶ ἰστοτόπους. Ἀγαπᾷ τὰ ζῶα, ἰδιαίτερα τὰ πτηνά. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πιὸ πρόσφατό του βιβλίο, ἡ ποιητικὴ συλλογή Τὰ Καναρίνια (Ἀθήνα, Σμίλη, 2019). Διατηρεῖ τὸ ἰστολό­γιο:

 ­http://ptinologion.wordpress.com


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin): Ὁ Τζόκεϊ μου


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin)


Τζό­κε­ΐ μου

(My Jockey)


’ ΑΡΕΣΕΙ νὰ δου­λεύ­ω στὰ Ἐ­πεί­γον­τα – ὅ­πως καὶ νά ‘χει, γνω­ρί­ζεις ἄν­τρες ἐ­κεῖ. Πραγ­μα­τι­κοὺς ἄν­τρες, ἥ­ρω­ες. Πυ­ρο­σβέ­στες καὶ τζό­κε­ϊ. Ἔρ­χον­ται συ­νέ­χεια στὰ Ἐ­πεί­γον­τα. Οἱ τζό­κε­ϊ ἔ­χουν ὑ­πέ­ρο­χες ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες. Σπᾶ­νε κό­κα­λα συ­νέ­χεια ἀλ­λὰ τὰ μπαν­τά­ρουν ὅ­πως-ὅ­πως καὶ ξα­να­τρέ­χουν στὴν ἑ­πό­με­νη κούρ­σα. Οἱ σκε­λε­τοί τους μοιά­ζουν μὲ δέν­τρα, μὲ ἀ­να­συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­νους βρον­τό­σαυ­ρους. Μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­βα­στια­νοῦ.

        Ἐ­γὼ ἀ­να­λαμ­βά­νω τοὺς τζό­κε­ϊ για­τί μι­λά­ω ἱ­σπα­νι­κὰ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι Με­ξι­κά­νοι. Ὁ πρῶ­τος τζό­κε­ϊ ποὺ γνώ­ρι­σα ἦ­ταν ὁ Μου­νιόθ. Θε­έ μου. Γδύ­νω ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ δὲν εἶ­ναι σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, μοῦ παίρ­νει κά­ποι­α λε­πτά. Ὁ Μου­νιὸθ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἐ­κεῖ, ἀ­ναί­σθη­τος, Ἀζ­τέ­κος θε­ὸς σὲ μι­νι­α­τού­ρα. Ἐ­πει­δὴ τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν πο­λύ­πλο­κα, ἔ­νι­ω­θα λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σα ἕ­να πο­λυ­σύν­θε­το τε­λε­τουρ­γι­κό. Ἐ­κνευ­ρι­στι­κό, κα­θὼς χρει­ά­στη­κε πο­λὺς χρό­νος, ὅ­πως στὸν Μι­σί­μα ὅ­που χρει­ά­ζον­ται τρεῖς σε­λί­δες γιὰ νὰ βγά­λει τὸ κι­μο­νό της μιὰ κυ­ρί­α. Τὸ βα­θυ­πόρ­φυ­ρο σα­τὲν που­κά­μι­σό του εἶ­χε πολ­λὰ κουμ­πιὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ ὤ­μου καὶ σὲ κά­θε μι­κρο­σκο­πι­κὴ μαν­σέ­τα· τὸ παν­τε­λό­νι του ἔ­σφιγ­γε μὲ πε­ρί­πλο­κο δέ­σι­μο κορ­δο­νι­ῶν, πραγ­μα­τι­κοὺς προ-κο­λομ­βια­νοὺς κόμ­πους. Οἱ μπό­τες του μύ­ρι­ζαν κο­πριὰ καὶ ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὲς καὶ λε­πτο­κα­μω­μέ­νες σὰν τῆς Στα­χτο­πού­τας. Κι αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται, ἕ­νας μα­γε­μέ­νος πρίγ­κι­πας.

        Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ξυ­πνή­σει, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει τὴ μη­τέ­ρα του. Δὲν κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι μου, ὅ­πως κά­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ γαν­τζώ­θη­κε στὸν λαι­μό μου, κλαί­γον­τας μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ Mama­cita! Mama­cita! (1) Ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­φή­σει τὸν δρα Τζόν­σον νὰ τὸν ἐ­ξε­τά­σει ἦ­ταν νὰ τὸν κρα­τά­ω στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ νὰ τὸν κου­νά­ω σὰν μω­ρό. Ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος σὰν παι­δὶ ἀλ­λὰ δυ­να­τός, μυ­ώ­δης. Ἕ­νας ἄν­τρας στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὀ­νει­ρε­μέ­νος ἄν­τρας; Ὀ­νει­ρε­μέ­νο μω­ρό;

        Ὁ δρ Τζόν­σον σφούγ­γι­σε τὸ μέ­τω­πό μου κα­θὼς με­τέ­φρα­ζα. Εἶ­χε στὰ σί­γου­ρα σπα­σμέ­νη κλεί­δα, του­λά­χι­στον τρί­α σπα­σμέ­να πλευ­ρά, πι­θα­νῶς καὶ δι­ά­σει­ση. Ὄ­χι, εἶ­πε ὁ Μου­νιόθ. Ἔ­πρε­πε νὰ τρέ­ξει στὶς αὐ­ρια­νὲς κοῦρ­σες. Πή­γαι­νέ τον γιὰ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, εἶ­πε ὁ δρ Τζόν­σον. Ἐ­φό­σον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­πλώ­σει στὸ φο­ρεῖ­ο τὸν κου­βά­λη­σα στὸν δι­ά­δρο­μο, σὰν τὸν Κὶνγκ-Κόνγκ. Ἔ­κλαι­γε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, τὰ δά­κρυ­ά του μού­σκε­ψαν τὸ στῆ­θος μου.

        Πε­ρι­μέ­να­με τὸν χει­ρι­στὴ τοῦ ἀ­κτι­νο­λο­γι­κοῦ μη­χα­νή­μα­τος στὸν σκο­τει­νὸ θά­λα­μο. Τὸν κα­θη­σύ­χα­ζα ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να μ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Cal­mate, lin­do, calma­te. De­spa­cio… de­spa­cio(2). Σι­γὰ… σι­γά. Ἡ­σύ­χα­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­φυ­σά­ει καὶ νὰ ρου­θου­νί­ζει ἁ­πα­λά. Χά­ι­δε­ψα τὴν ἐ­ξαί­σια πλά­τη του. Ρί­γη­σε καὶ τρε­μού­λια­σε σὰν τὴ ρά­χη ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου που­λα­ριοῦ. Ἦ­ταν θαυ­μά­σιο.


(1) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Μα­νού­λα μου! Μα­νού­λα μου!
(2) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Ἠ­ρέ­μη­σε, ὀ­μορ­φού­λη, ἠ­ρέ­μη­σε.


Πηγή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Τζό­κε­ΐ μου» («My Jockey») δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Berkeley Monthly (1983) καὶ πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς συλ­λο­γές: Phan­tom Pain (Tom­bou­ctou Books – 1984) καὶ Ho­me­sick ( Black Spar­row Press – 1990). Σή­με­ρα πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ A Ma­nual for Clea­ning Wo­men (Farrar, Straus and Giroux – August 2015).Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ τί­τλο Ὁ­δη­γί­ες γιὰ οἰ­κια­κὲς βο­η­θούς σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Κα­τε­ρί­νας Σχι­νᾶ γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Στε­ρέ­ω­μα (1η ἔκ­δο­ση Νο­έμ­βριος 2018).

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin), (12 Νοεμβρίου 1936-12 Νοεμβρίου 2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της δὲν ἦ­ταν εὐ­ρέ­ως γνω­στή, ὡ­στό­σο εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ἀλ­λὰ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νο κοι­νό. Ἀ­πέ­κτη­σε ξαφ­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φή­μη ἕν­τε­κα χρό­νια με­τὰ τὸν θά­να­τό της, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2015, ὅ­ταν οἱ ἐκ­δό­σεις Farrar, Straus and Giroux ἐ­ξέ­δω­σαν μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των σὲ ἕ­ναν τό­μο, A Manual for Cleaning Women, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Stephen Emerson. Μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν εὐ­πώ­λη­των τοῦ New York Times καὶ μέ­σα σὲ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­φε­ρε νὰ ση­μει­ώ­σει με­γα­λύ­τε­ρες πω­λή­σεις ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να βι­βλί­α της μα­ζί. Ἐ­πί­σης, μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν 10 κα­λύ­τε­ρων βι­βλί­ων τοῦ 2015 τοῦ New York Times Book Review καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Kirkus.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.



		

	

Αὐγὴ Λίλλη: Ἀνάποδα



Αὐγὴ Λίλλη


Ἀ­νά­πο­δα


ΑΠΛΩΣΕ ἀ­νά­πο­δα. Μὲ τὶς πα­τοῦ­σες νὰ κοι­τά­ζουν τὸ κε­φα­λά­ρι. Αὐ­τὸ κά­νει, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ὕ­πνο. Μπᾶς καὶ ἀλ­λά­ξει λί­γο ἡ ἐ­νέρ­γεια, ἡ ρο­ὴ τῶν πραγ­μά­των. Ἂν δὲν κά­νει κρύ­ο, ἀ­νοί­γει καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δρό­μου εἶ­ναι μο­νί­μως ἐ­κτὸς λει­τουρ­γί­ας καί, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­θα­ρὸς ὁ οὐ­ρα­νός, τὰ ἀ­στέ­ρια δι­α­κρί­νον­ται λαμ­πε­ρά. Ση­κώ­νε­ται. Τρα­βᾶ τὴν κουρ­τί­να. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω: Σε­πτέμ­βριος, ξα­στε­ριά. Τὰ μά­τια δὲν λέ­νε νὰ κλεί­σουν. Θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δι­κὸ βι­βλί­ο ποὺ τοὺς εἶ­χε πά­ρει ἡ μα­μὰ μὲ τὸν Κα­λὸ Μά­γο ποὺ δί­δα­σκε ἀ­στρο­νο­μί­α. Δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει καὶ πολ­λά, ἀλ­λὰ δι­α­κρί­νει ἀ­κό­μα τὶς Ἄρ­κτους, τὸν Ὠ­ρί­ω­να, τὸν Δρά­κον­τα, μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν Δί­α καὶ τὸν Κρό­νο… Βλέ­πει τὴν οὐ­ρὰ τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζει: ἡ Μι­κρὴ θὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, σκέ­φτε­ται, θυ­μᾶ­ται. Κά­που ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, ἐ­πέ­με­νε καὶ γκρί­νια­ζε, δὲν τὴν βρί­σκει, δὲν τὴν βρί­σκει! Θὰ στὴν δεί­ξω ἐ­γώ, πε­ρί­με­νε, λέ­ει ἐ­κεῖ­νος. Κοι­τά­ει, ξα­να­κοι­τά­ει, ὑ­πο­λο­γί­ζει βά­σει τοῦ με­γά­λου τη­γα­νιοῦ, ἀλ­λὰ τί­πο­τα. Ξάφ­νου, νά, τῆς λέ­ει, νά, ἐ­κεῖ, καὶ τῆς δεί­χνει ἕ­να γα­λα­κτε­ρὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ λε­κὲ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεί­νη σκά­ει στὰ γέ­λια. Ἐ­κεῖ­νος δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Μὰ ἡ Μι­κρὴ Ἄρ­κτος δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, λέ­ει, εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ σὰν τη­γά­νι, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να πιὸ κυρ­τὸ χε­ρού­λι, καὶ ἁ­πλῶς κά­πως πιὸ μι­κρή! Ὄ­χι, αὐ­τὴ εἶ­ναι! Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι, καὶ τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ξα­νά. Τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζεις βά­σει τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου, ἐ­πὶ πέν­τε, ἐ­πὶ ἑ­φτά, δὲν θυ­μᾶ­ται τώ­ρα… Ἀλ­λὰ πῶς νὰ τὸν πεί­σει ποὺ ἔ­χει στρα­βω­θεῖ καὶ τὴ Μι­κρὴ Ἄρ­κτο δὲν βρί­σκει! Αὐ­τὴ εἶ­ναι σοῦ λέ­ω, για­τί ἐ­πι­μέ­νεις; Αὐ­τὸς ὁ λε­κές; Δεῖ­ξε μου τό­τε τὰ ἑ­πτὰ της ἀ­στέ­ρια! Ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ σι­γου­ριά, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη γε­λά­ει. Μά, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν εἶ­ναι ἀ­στε­ρι­σμός, σὰν θραῦ­σμα ἀ­πὸ γα­λα­ξί­α εἶ­ναι, ἕ­νας λε­κές, ἕ­νας λε­κὲς στὸν οὐ­ρα­νό, τοῦ λέ­ει, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται καὶ ἐ­κεί­νην τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.



		

	

Μά­γδα Κόσ­συ­βα: Χέρια

 



Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Χέ­ρια


Η ΘΕΛΙΑ ἔ­κο­βε χέ­ρια. Γεν­νή­θη­κε στὴν Μα­δρί­τη τὸ 1985.

       Δὲν δι­α­μέ­λι­ζε πάν­τα ἀν­θρώ­πους, μό­νο τὰ τε­λευ­ταῖ­α τέσ­σε­ρα χρό­νια. Δί­δα­σκε ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης. Κά­θε Μάρ­τη τε­λοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νου γιὰ τὰ χέ­ρια ποὺ εἶ­χε κα­θαι­ρέ­σει. Ἄ­να­βε κε­ριά, πή­γαι­νε στὴν βι­τρί­να μὲ τὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­κά­στο­τε θα­νόν­τος, ἔ­λε­γε κά­ποι­α λό­για γιὰ τὸν ἐ­κλι­πόν­τα καὶ το­πο­θε­τοῦ­σε μιὰ προ­σφο­ρὰ ποὺ θὰ τὸν ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ε.

       Ἤ­πι­ε ἕ­να ἀ­κό­μα κο­νιάκ, τώ­ρα στέ­κον­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Μα­έ­στρο.

       Τί ὑ­πέ­ρο­χα χέ­ρια!

       Ἂν καὶ ἀ­νῆ­καν σὲ ἄν­τρα με­γα­λύ­τε­ρο τῆς μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χαν χρῶ­μα καὶ σχῆ­μα παι­δι­κό. Χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι πλα­δα­ρὰ ἦ­ταν εὔ­πλα­στα, ἀ­νοι­χτὰ στὴν ἐ­ναλ­λα­γὴ σχη­μά­των. Ἀ­κό­μα κι ὅ­σο ζοῦ­σαν ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν ἤ­δη τα­ρι­χευ­τεῖ. Τό­ση τε­λει­ό­τη­τα δὲν ταί­ρια­ζε στὴν ζω­ή.

       Βέ­βαι­α στὴν πε­ρί­πτω­σή τους, ὁ κα­νό­νας ἀ­ναι­ροῦν­ταν, για­τὶ πο­λὺ ἁ­πλὰ δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α ἂν ἦ­ταν δύ­σμορ­φα ἢ γε­μά­τα κά­λους, τὰ χέ­ρια αὐ­τὰ ἔ­γρα­φαν νό­τες, τὶς πέ­τα­γαν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὶς μοί­ρα­ζαν σὲ ἔγ­χορ­δα, πνευ­στὰ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σὲ φω­νη­τι­κὲς χορ­δές. Ἐ­να­πό­θε­σε μπρο­στά τους ἕ­να βι­νύ­λιο μὲ τὸ Canzone Del Mal Di Luna.

       Χαί­ρο­μαι ποὺ κά­να­με ἔ­στω μιὰ χει­ρα­ψί­α καὶ ἂς ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α σου.

       Ἡ Θέ­λια ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο, κρά­τη­σε ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ καὶ σκέ­φτη­κε πό­σα χέ­ρια δὲν θὰ εἶ­χαν κο­πεῖ, ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.



Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἔ­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender): Τέρμα



­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender)


Τέρ­μα

(End of the Line)


ΑΝΤΡΑΣ πῆ­γε στὸ κα­τά­στη­μα κα­τοι­κί­δι­ων ζώ­ων νὰ ἀ­γο­ρά­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­ναν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ κρα­τᾶ συν­τρο­φιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν γε­μά­το πι­τσι­λω­τοὺς σκύ­λους καὶ συ­νε­σταλ­μέ­νες γά­τες ποὺ ἔ­κα­ναν νά­ζια καὶ οἱ προ­ση­νεῖς ἀ­γό­ρα­ζαν σκύ­λους καὶ οἱ ἀ­νε­ξάρ­τη­τοι ἀ­γό­ρα­ζαν γά­τες καὶ ὁ ἄν­τρας αὐ­τὸς χά­ζευ­ε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ ὥ­σπου στὸ βά­θος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος βρῆ­κε ἕ­να κλου­βὶ ποὺ εἶ­χε μέ­σα ἕ­ναν κα­να­πὲ-μι­νι­α­τού­ρα καὶ μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση κι ἕ­ναν μι­κρὸ γο­η­τευ­τι­κὸ κα­στα­νὸ ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­ροῦ­σε κο­στού­μι ἀ­πὸ του­ίντ. Κοί­τα­ξε τὸ καρ­τε­λά­κι μὲ τὴν τι­μή. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν ἀ­κρι­βὸς ἀλ­λὰ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας εἶ­χε στα­θε­ρὴ δου­λειὰ ὑ­ψη­λοῦ κύ­ρους καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς ἡ ἀ­γο­ρὰ αὐ­τὴ ἀ­ξί­ζει τὰ χρή­μα­τά της.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κλου­βὶ στὸν μπρο­στι­νὸ χῶ­ρο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, πλή­ρω­σε μὲ τὴν πι­στω­τι­κή του κάρ­τα καὶ κέρ­δι­σε πόν­τους γιὰ δω­ρε­ὰν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὰ εἰ­σι­τή­ρια.

       Μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν δε­μέ­νο μὲ τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἐ­λα­φρῶς στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τα­κτο­ποί­η­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό του, ἐ­πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βί. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ βλέ­φα­ρα, πράγ­μα ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ τὸ δεῖ κα­νείς, κι ἔ­πει­τα μὲ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ ζή­τη­σε κά­τι νὰ φά­ει. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­φε­ρε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μιὰ στα­γό­να οὐ­ί­σκι σερ­βι­ρι­σμέ­νη μέ­σα στὸ σπεί­ρω­μα μιᾶς βί­δας κι ἕ­να κομ­μά­τι κο­τό­που­λο ρο­λὸ μὲ τὴν πέ­τσα του. Δὲν εἶ­χε μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, κι ἔ­τσι εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ φά­ει ἐ­λεύ­θε­ρα μὲ τὰ χέ­ρια του, πράγ­μα ποὺ νευ­ρί­α­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­ξή­γη­σε πὼς προ­τοῦ τὸν πιά­σουν ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος καὶ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νος σύμ­βου­λος τε­χνο­λο­γί­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τα­ξι­δέ­ψει πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ Πα­ρί­σι καὶ στὸ Μι­λά­νο καὶ πὼς τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τρώ­ει μὲ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κι εὐ­χα­ρι­στεῖ πά­ρα πο­λύ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας λύ­θη­κε στὰ γέ­λια, ἔ­βρι­σκε τὸν μι­κρὸ αὐ­τὸ ἄν­τρα τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ εἶ­πε μὲ φω­νὴ καμ­πά­να ὅ­τι τὰ κα­τα­στή­μα­τα ποὺ δι­α­θέ­τουν κου­κλό­σπι­τα εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὰ τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα καὶ ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται ἕ­να κρε­βά­τι, πα­ρα­κα­λεῖ, μ’ ἕ­να κα­νο­νι­κὸ μα­ξι­λά­ρι, πα­ρα­κα­λεῖ, κι ἕ­να φω­τι­στι­κὸ καὶ με­ρι­κὰ βι­βλί­α μὲ πραγ­μα­τι­κὲς σε­λί­δες, ἂν εἶ­ναι εὔ­κο­λο, φυ­σι­κά. Πα­ρα­κα­λεῖ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κάγ­χα­σε λί­γο ἀ­κό­μη καὶ ἔ­γνε­ψε κα­τα­φα­τι­κά.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νος στὸν κα­να­πέ του. Ἔ­μει­νε ξύ­πνιος μέ­χρι ἀρ­γὰ τὴν πρώ­τη ἐ­κεί­νη νύ­χτα, γε­λών­τας τσι­ρι­χτὰ μὲ τὶς βρα­δι­νὲς τη­λε­ο­πτι­κὲς ἐκ­πομ­πές, πράγ­μα ποὺ ἐ­νό­χλη­σε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ δὲν πά­ει τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει μά­τι. Στὶς τέσ­σε­ρις τὰ χα­ρά­μα­τα, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε λί­γο ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κὸ μέ­σα στὸ σω­λη­νά­ριο μὲ τὸ νε­ρὸ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, καὶ κά­πως ἔ­τσι τε­λι­κὰ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα τὸν ἔ­πι­α­σε ὑ­πνη­λί­α. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κα­τὰ λά­θος πά­ρα πο­λύ, δι­ό­τι, ἂν κά­ποι­ος πε­τύ­χαι­νε τὴ σω­στὴ ἀ­να­λο­γί­α, θὰ ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἄ­θλου, ἀ­κό­μη κι ἂν ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος εἶ­χε κλί­ση στὰ μα­θη­μα­τι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ δυ­να­τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τρεῖς μέ­ρες τρέ­κλι­ζε, χου­ζου­ρεύ­ον­τας πό­τε ἐ­δῶ καὶ πό­τε ἐ­κεῖ στὸ κλου­βί του, ἐ­νῶ τὰ σά­λια του ἄ­φη­ναν μι­κρο­σκο­πι­κοὺς λε­κέ­δες στὸν κα­να­πέ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας πῆ­γε στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­λη μέ­ρα νὰ σκέ­φτε­ται μὲ λα­χτά­ρα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα, καὶ στὶς πέν­τε ἔ­τρε­ξε πί­σω στὸ σπί­τι, τό­σο ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἦ­ταν ποὺ θὰ ξα­νά­βλε­πε τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὅ­μως βρῆ­κε πά­λι τὸν φι­λα­ρά­κο σκο­τει­νι­α­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κοῦ πα­ρῆλ­θε, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ξύ­πνη­σε μὲ τὰ ἰγ­μό­ρεια πεν­τα­κά­θα­ρα, καὶ βρι­σκό­ταν τώ­ρα πιὰ σ’ ἕ­να πλή­ρως ἐ­πι­πλω­μέ­νο δω­μά­τιο, μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις, μὲ πο­λυ­έ­λαι­ο καὶ μὲ ἀρ­κε­τά, πο­λὺ μι­κρὰ βι­βλί­α, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ἦ­ταν καὶ ἡ Στα­χτο­πού­τα στὰ ἱ­σπα­νι­κά, καὶ τὸ ὁ­λο­δι­κό του κα­τοι­κί­διο μυρ­μήγ­κι μέ­σα σὲ κλου­βί.

       Οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες τὰ πῆ­γαν κα­λὰ γιὰ πε­ρί­που δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μὲ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ βο­η­θοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα μὲ τὶς τρα­πε­ζι­κές του συ­ναλ­λα­γές. Ἀ­νά­με­σα στοὺς λο­γα­ρια­σμούς, ὅ­μως, τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴ ζω­ή του πί­σω στὸ σπί­τι του καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν εἶ­χαν συλ­λά­βει οἱ κυ­νη­γοὶ κε­φα­λῶν μι­κρῶν ἀν­τρῶν μέ­σα σ’ ἕ­ναν φοῦρ­νο, ἀ­π’ ὅ­λα τὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ – ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, καὶ γιὰ τὸ πό­σο πο­λὺ τοῦ ἔ­λει­παν ἡ γυ­ναί­κα του καὶ τὰ παι­διά του. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν εἶ­χε οὔ­τε γυ­ναί­κα οὔ­τε παι­διὰ καὶ δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­ει τὸ κομ­μά­τι αὐ­τό. «Εἶ­σαι δι­κός μου τώ­ρα», εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. «Πλή­ρω­σα τρε­λὰ λε­φτὰ γιὰ πάρ­τη σου.»

       «Μὰ ἔ­χω εὐ­θύ­νες», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη του, καὶ τὸ βλέμ­μα του, στὸ φῶς, ἔ­μοια­ζε ὑ­γρό.

       «Εἶ­πες ὅ­τι θὰ μὲ πᾶς πί­σω», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας.

       «Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα τέ­τοι­ο», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ ἂν ὄν­τως τὸ εἶ­χε πεῖ ἢ ὄ­χι. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­λὸς στὸ νὰ συγ­κρα­τεῖ ὀ­νό­μα­τα οὔ­τε στὸ νὰ ἀ­να­κα­λεῖ, γε­νι­κῶς, τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε στὴ μνή­μη του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρά­σα­νε τρεῖς πε­ρί­που ἑ­βδο­μά­δες, ἀ­φοῦ ἐ­νη­με­ρώ­θη­κε γιὰ τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τες τῶν παι­δι­ῶν καὶ τῶν παπ­πού­δων καὶ τῶν θεί­ων τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε γιὰ τὸ δέ­κα­το γεῦ­μα στὸ Πα­ρί­σι καὶ γιὰ τὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ εἶ­πε ὅ­τι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε πά­ρα πο­λὺ κα­λὴ προ­φο­ρά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ ἀ­φη­γή­θη­κε τὴ δι­α­δρο­μὴ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ τρέ­νο γιὰ Το­σκά­νη, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τρα­γου­δοῦ­σε ἄ­ρι­ες γιὰ τε­νό­ρους συ­νο­δεία μαν­το­λί­νου, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἐ­πι­δό­θη­κε στὸ νὰ βα­σα­νί­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­στα­ξε στὸ νε­ρό του στὰ μου­λω­χτὰ μιὰ στα­γο­νί­τσα οἰ­κια­κοῦ κα­θα­ρι­στι­κοῦ, λε­πτὴ σὰν τὴ μύ­τη τῆς βε­λό­νας, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη νύ­χτα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ βλέ­πει πα­ραι­σθή­σεις, νὰ τι­νά­ζε­ται καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ, ν’ ἀ­να­γου­λιά­ζει καὶ ν’ ἀ­μο­λά­ει μι­κρὰ ρὸζ βου­να­λά­κια στὶς γω­νί­ες τοῦ κλου­βιοῦ. Τὸ μι­κρὸ σῶ­μα του ἦ­ταν τό­σο μι­κρό, ὥ­στε ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς πὼς πο­νοῦ­σε τό­σο πο­λύ. Πό­σος πο­λὺς πό­νος μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αἰ­σθη­τὸς σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο μι­κρο­σκο­πι­κὸ σὰν κι αὐ­τόν; Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κοι­μή­θη­κε βα­ριά, βέ­βαι­ος πὼς τὸ κα­τοι­κί­διό του ὑ­πε­ρέ­βαλ­λε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ κά­νει ἐ­φέ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἄρ­χι­σε νὰ παίρ­νει τὴν ἀ­ναρ­ρω­τι­κή του ἄ­δεια καὶ νὰ μέ­νει στὸ σπί­τι.

       Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ νὰ πε­τά­ει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ τὸν ξα­να­πιά­νει. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους. Ἀρ­χι­κὰ εἶ­πε μὲ στι­βα­ρή, πα­τρι­κὴ φω­νὴ ὅ­τι δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό, ὕ­στε­ρα οὔρ­λια­ξε κι ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Ὁ ἄν­τρας δὲν ἀν­τέ­δρα­σε κι ἔ­τσι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­στρά­τευ­σε τὴ λο­γι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­δω­σε γιὰ λί­γο, λέ­γον­τας: «κοί­τα, κι ἐ­γὼ ἄν­τρας εἶ­μαι, εἶ­μαι ἁ­πλῶς μι­κρὸς ἄν­τρας. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­πο­νο αὐ­τὸ γιὰ μέ­να», εἶ­πε. «Ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν μὲ συμ­πα­θεῖς», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, «πο­νά­ει καὶ πά­λι». Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στά­θη­κε ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο καὶ ἄ­κου­σε, εἶ­χε ὅ­μως φτά­σει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ τι­νά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν μι­λοῦ­σε πιὰ καὶ τό­σο γιὰ τὴν τέ­χνη τῆς μπαγ­κέ­τας καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, ἐμ­φα­νί­ζον­τας με­λα­νι­ὲς καὶ οὐ­λὲς στὸ κορ­μί του, κα­τέ­λη­ξε νὰ στα­μα­τή­σει ἐν­τε­λῶς νὰ μι­λᾶ. Τὸν πο­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ δὲν εἶ­χε πιὰ κα­μιὰ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ νε­ρό.

       Τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ νὰ δρα­πε­τεύ­σει. Μὰ πῶς; Τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας εἶ­ναι τὸ Ἐμ­πά­ιρ Στέ­ιτ Μπίλ­ντινγκ. Ἡ πί­σω αὐ­λὴ εἶ­ναι ἀ­φρι­κα­νι­κὸ βο­σκο­τό­πι.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κά­θι­σε καὶ εἶ­δε τη­λε­ό­ρα­ση μα­ζὶ μὲ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἐκ­πομ­πὴ μὲ τὶς σέ­ξι γυ­ναῖ­κες, ἔ­ρι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σα στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἄ­φη­σε ἁ­πλῶς ἐ­κεῖ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκούν­τη­ξε τὸ πέ­ος τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα τὸ ὁ­ποῖ­ο με­γά­λω­νε στὸ πλά­ι του λὲς κι ἦ­ταν ἡ φα­σο­λιὰ τοῦ Τζὰκ αὐ­το­προ­σώ­πως, ἀ­πο­πνέ­ον­τας μιὰ γή­ι­νη μυ­ρω­διὰ κλει­σού­ρας, τέ­τοι­α ποὺ ἔ­κα­νε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ νι­ώ­θει ἀ­μη­χα­νί­α γιὰ τὸ δι­κό του μι­κρὸ πέ­ος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νο στὸ παν­τε­λό­νι τοῦ συμ­βού­λου τὸ ὁ­ποῖ­ο φο­ροῦ­σε. Ἕ­σφι­ξε τὴ γρο­θιὰ του κα­τὰ πά­νω της καὶ ἡ φα­σο­λιὰ ψή­λω­σε κι ἄλ­λο καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἐ­νο­χλη­μέ­νος, βού­τη­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἐκ­σφεν­δό­νι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸ πό­δι τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ κλου­βί του, τὸ κε­φά­λι του βού­ι­ζε. Δὲν τὸν εἶ­χε πτο­ή­σει καὶ τό­σο τὸ ὅ­τι βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ ἐ­σώ­ρου­χο ἑ­νὸς με­γά­λου ἄν­τρα, δι­ό­τι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἔπι­α­σαν, ποὺ ἔ­νι­ω­σε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἰ­σχύ­ος.

       «Μὴν τὸ ξα­να­κά­νεις αὐ­τό», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, μὲ τὸ κε­φά­λι του νὰ κα­τα­λαμ­βά­νει ὁ­λό­κλη­ρό το βό­ρει­ο τοί­χω­μα τοῦ κλου­βιοῦ.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ βλέμ­μα δὲν ἦ­ταν πλέ­ον ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ ἀ­πλα­νές. «Κύ­ρι­ε. Λυ­πη­θεῖ­τε με.»

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τύ­λι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μὲ κολ­λη­τι­κὴ ται­νί­α, ὅ­λο του τὸ κορ­μί, κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλο­τσή­σει καὶ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο μι­κρὲς τρύ­πες γιὰ τὸ στό­μα του καὶ γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­πει­τα, τὸν ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο γιὰ μί­α ὥ­ρα. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα λι­πό­θυ­μο καὶ τὸν ἔ­ρι­ξε στὸ φουρ­νά­κι, σὲ πο­λύ, πο­λὺ χα­μη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α, ἄλ­λα δέ­κα λε­πτά. Τὸ εἶ­χε προ­θερ­μά­νει. Ὁ ἄν­τρας ξα­να­ζων­τά­νε­ψε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, μὲ σπα­σμέ­νη φω­νή.

       Τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ λέ­ξη πα­ρα­κα­λῶ. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ εὐ­γέ­νεια καὶ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι. Ἦ­ταν πλη­κτι­κὰ στὴ δου­λειὰ καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε τὸ και­νού­ριο του παλ­τό. Ἀ­γό­ρα­σε στὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο γιὰ Πα­ρί­σι μὲ ὅ­λους τους πόν­τους ποὺ εἶ­χε μα­ζέ­ψει στὴν πι­στω­τι­κὴ κάρ­τα του, δὲν ἄρ­γη­σε ὅ­μως νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι δὲν γνώ­ρι­ζε οὔ­τε λέ­ξη ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα καὶ φο­βό­ταν πο­λὺ ὅ­τι μπο­ρεῖ κα­τὰ λά­θος νὰ πα­ραγ­γεί­λει νὰ φά­ει ἀρ­νί­σια μυα­λά. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζη­τή­σει ἀ­πὸ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ με­τα­φρά­σει, δι­ό­τι δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ μι­λᾶ μὲ προ­φο­ρά. Ἡ σκέ­ψη καὶ μό­νο τὸν ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ προ­θε­σμί­α γιὰ τὴ χρή­ση τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου ἔ­λη­ξε, χω­ρὶς ἀν­τί­κρι­σμα. Στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ἁ­πλώ­θη­κε στὸ κά­θι­σμά της καὶ κοι­μή­θη­κε, ἐ­φό­σον δὲν ἐμ­φα­νί­στη­κε κα­νεὶς στὸ δι­πλα­νὸ κά­θι­σμα. Στὴ δου­λειά, πρό­τει­νε σὲ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ συ­νά­δελ­φο ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε πολ­λὰ χρό­νια νὰ βγοῦν κι ἐ­κεί­νη τὸν πα­ρα­μέ­ρι­σε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ πεῖ ἀ­μέ­σως στοὺς συ­να­δέλ­φους της. Δὲν εἶ­πε κὰν ὄ­χι· τῆς φά­νη­κε τό­σο προ­φα­νές, ποὺ δὲν χρει­ά­στη­κε κὰν νὰ τὸ πεῖ.

       «Βγά­λε τὰ ροῦ­χα σου», εἶ­πε τὸ ἴ­διο ἀ­πό­γευ­μα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας μα­ζεύ­τη­κε καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ὕ­ψω­σε ἕ­να μπου­κά­λι ποὺ πε­ρι­εῖ­χε κα­θα­ρι­στι­κὸ μπά­νιου ἀ­πει­λών­τας τον. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας γδύ­θη­κε ἀρ­γά, δί­πλω­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν χλω­μό, τὸ στῆ­θος του μιὰ πυ­κνή, τρι­χω­τὴ χλό­η, τὸ πέ­ος του κρυμ­μέ­νο, τὰ χεί­λη του ἔ­τρε­μαν ἀ­νε­παί­σθη­τα, ἔ­πρε­πε νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς πα­ρὰ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρή­σει.

       «Κά­νε κά­τι», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε στὸν κα­να­πέ. «Τί;», εἶ­πε.

       «Γί­νε ντοῦ­ρος», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Δεῖ­ξε μου πῶς μοιά­ζεις.»

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ πο­νά­ει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ χτύ­πη­σε στὸ τρα­πέ­ζι· τὸ μυα­λό του τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ εἶ­ναι θο­λω­μέ­νο καὶ σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε μιὰ ὥ­ρα στὸ ψυ­γεῖ­ο κι ὕ­στε­ρα λί­γο χρό­νο στὸ φουρ­νά­κι. Ἔ­βα­λε τὸ πέ­ος του στὴ χού­φτα του κι ἔ­νι­ω­σε μιὰ βα­ριά, θλι­βε­ρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἡ­δο­νῆς καί, στὸ φόν­το τῆς ἀ­πό­λυ­της βρα­δύ­νοι­ας, τὸ κορ­μί του ξα­να­βρῆ­κε τὴ σει­ρά του.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ μὲ τὴ στύ­ση τοῦ μι­κροῦ του ἄν­τρα ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν μιὰ χα­ρὰ ἀ­λη­θι­νὴ ἀλ­λὰ μι­κρο­σκο­πι­κή! Τί ἀ­στεῖ­ο νὰ βλέ­πεις αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα σὰν ἄν­τρα. Ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ γε­λοῦ­σε. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸν κα­να­πὲ καὶ σκέ­φτη­κε τὴ γυ­ναί­κα του, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω στὸν κό­σμο καὶ μά­ζευ­ε τὰ κα­πά­κια ἀ­πὸ τὰ μπου­κά­λια τὰ ὁ­ποῖ­α πε­τοῦ­σαν κά­τω οἱ με­γά­λοι ἄν­θρω­ποι καὶ τὰ ἔ­κα­νε δί­σκους σερ­βι­ρί­σμα­τος· τῆς ἔ­παιρ­νε ὧ­ρες νὰ λειά­νει τὶς αἰχ­μη­ρὲς ἄ­κρες τους κι ὕ­στε­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε με­ταλ­λι­κὸ χρῶ­μα γιὰ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ τὰ ζή­λευ­αν ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ γύ­ρω, τό­σο ὄ­μορ­φα ἦ­ταν καὶ μὲ τό­σο με­ρά­κι φτι­αγ­μέ­να. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν δι­έ­θε­τε τὴν ὑ­πο­μο­νὴ νὰ κάμ­ψει τὶς αἰχ­μη­ρὲς αὐ­τὲς γω­νί­ες. Ἐ­νί­ο­τε που­λοῦ­σε καὶ κα­νέ­ναν κι ἔ­βγα­ζε γε­ρὸ χαρ­τζι­λί­κι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκέ­φτη­κε τοὺς δί­σκους αὐ­τούς, δί­σκους πά­νω σε δί­σκους, κόκ­κι­νους, μπλὲ καὶ κί­τρι­νους, ὥ­σπου στὸ τέ­λος κά­τι λί­γο ἀ­νά­βλυ­σε, ὁ ὀρ­γα­σμὸς ἦ­ταν δί­χως ἡ­δο­νὴ ἀλ­λὰ γε­μά­τος νο­σταλ­γί­α.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ.

       «Τί σκέ­φτε­σαι;», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

       «Πῶς εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου;», εἶ­πε.

       Τί­πο­τα.

       «Πή­γαι­νε με νὰ τὴ δῶ», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε, γυ­μνός, στὸ πά­τω­μα τοῦ κλου­βιοῦ του. Εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τώ­ρα πιά. Εἶ­χε ἀ­πο­κο­πεῖ. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω, πο­λὺς ὁ δρό­μος γιὰ πί­σω. Εἶ­χε φύ­γει.

       «Νὰ δεῖς ποι­ά;», ρώ­τη­σε.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας γέ­λα­σε πο­νη­ρά.

       «Τὴ γυ­ναί­κα σου», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι. Κοί­τα­ξε ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. «Γιὰ σέ­να ἡ δι­α­δρο­μὴ φτά­νει στὸ τέρ­μα της μ’ ἐ­μέ­να», εἶ­πε.

       Ἦ­ταν ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πρό­τα­ση ποὺ εἶ­χε ἀρ­θρώ­σει τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κά­τω το κλου­βὶ κι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸν κα­να­πέ.

       «Ναί!» , οὔρ­λια­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Καὶ τὰ παι­διά σου θέ­λω νὰ δῶ. Πῶς τὰ λα­τρεύ­ω τὰ παι­διά!»

       Ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βὶ καὶ στή­ρι­ξε στὴν πα­λά­μη του τὸν μι­κρὸ λου­λου­δά­το κα­να­πέ. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν ἀ­νέκ­φρα­στο καὶ ψυ­χρό.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε, μὲ κλει­στὰ μά­τια.

       «Θὰ σὲ βα­σα­νί­σω», φώ­να­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­γει­ρε σ’ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι καὶ ἕ­νω­σε τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὸ μά­γου­λό του. Ὁ πό­νος δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ μυ­στή­ριο γι’ αὐ­τόν, καὶ ὅ­ποι­ος ἔ­χει ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ τὸν πό­νο, ἔ­χει εἰ­σέλ­θει σ’ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

       «Ὄ­χι», ψι­θύ­ρι­σε μέ­σα στὶς ἀρ­θρώ­σεις του.

       Κα­θὼς ἡ ἀ­νά­σα του σχη­μά­τι­ζε ζε­στὰ σύν­νε­φα ποὺ σκέ­πα­ζαν τὰ χέ­ρια του, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας πε­ρί­με­νε, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος, νὰ θα­να­τω­θεῖ. Αἰ­σθα­νό­ταν τὸν θά­να­τό του σὰν κά­τι τρο­με­ρὰ ἀ­σή­μαν­το καὶ σὰν βρα­χὺ σῆ­μα κι ὅ­μως δὲν βι­α­ζό­ταν νὰ πε­θά­νει κι ἔ­στελ­νε κύ­μα­τα ἀ­γά­πης στὴ γυ­ναί­κα του καὶ στὰ παι­διά του, στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κός, σὲ αὐ­τοὺς ποὺ δι­αι­σθά­νον­ταν τὸ βρα­χὺ σῆ­μα.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­παι­ζε μὲ τὰ πό­δια τῆς μι­κρῆς πο­λυ­θρό­νας. Ἀ­φαί­ρε­σε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ στὶς σχι­σμὲς μέ­σα βρῆ­κε με­ρι­κὰ κέρ­μα­τα, κέρ­μα­τα τό­σο μι­κρὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε κὰν νὰ τὰ πιά­σει καὶ νὰ τὰ ση­κώ­σει.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κε­φά­λι του κον­τὰ στὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα.

       «Σύμ­φω­νοι», εἶ­πε.

       Τέσ­σε­ρις μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­φη­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα ἐ­λεύ­θε­ρο. Τοῦ συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε κα­λὰ τὶς τέσ­σε­ρις αὐ­τὲς μέ­ρες, τοῦ ἔ­δω­σε νὰ φά­ει κα­λά, νὰ κά­νει μπά­νιο ἀ­κό­μη, νὰ πι­εῖ ἀ­σπι­ρί­νη, τοῦ ἔ­δω­σε καὶ και­νού­ριο μα­ξι­λά­ρι. Θέ­λη­σε νὰ τοῦ μεί­νουν θε­τι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις καὶ μιὰ κα­λὴ γε­νι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μέ­ρες, πῆ­ρε τὸ κλου­βὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, ἄ­νοι­ξε τὴν μπρο­στι­νὴ πόρ­τα καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ξε­κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα τοῦ κλου­βιοῦ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κοι­μό­ταν ἀ­στα­μά­τη­τα ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, λί­γες μό­νο στιγ­μὲς ἦ­ταν δια­υγὴς καὶ τό­τε κοι­τοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα στὰ γι­γαν­τια­ῖα του μά­τια, ὅ­μως οἱ ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου τὸν ἔ­λου­σαν στὴ στιγ­μή, κι ἔ­τσι ξύ­πνη­σε. Βγῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κλου­βί. Πε­ρί­με­νε νὰ πε­τά­ξει χα­μη­λὰ κά­ποι­ο που­λὶ καὶ νὰ τὸν φά­ει. Δὲν εἶ­ναι κι ὁ χει­ρό­τε­ρος θά­να­τος, σκέ­φτη­κε. Οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ κα­νό­να ἕ­να λά­δι τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πω­θοῦ­σε τὰ που­λιὰ καὶ ἄλ­λα ζῶ­α, ὅ­λο αὐ­τὸ ὅ­μως εἶ­χε ξε­πλυ­θεῖ μὲ τὸν και­ρὸ ἀ­πὸ πά­νω του. Μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει στὰ δε­ξιά του τὴν μπα­τά­λι­κη φι­γού­ρα τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θό­ταν ὀ­κλα­δόν. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ἡ θλί­ψη δὲν ἦ­ταν ὅ­μως πο­λὺ με­γά­λη. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε κα­ταν­τή­σει βα­ρε­τός. Τώ­ρα ποὺ κά­πως ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­θρω­πο, ἦ­ταν εὐ­κο­λό­τε­ρο νὰ τὸν συ­να­να­στρα­φεῖς καὶ δυ­σκο­λο­τε­ρο νὰ τὸν ἔ­χεις γιὰ παι­χνί­δι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­έ­σχι­σε τὸ πε­ζο­δρό­μιο πα­ρα­παί­ον­τας, τὰ χέ­ρια του προ­ε­ξεῖ­χαν μὲ τρό­πο ἀ­συ­νή­θι­στο, λὲς καὶ ἦ­ταν βρεγ­μέ­να ἢ βου­τηγ­μέ­να σὲ μπο­γιά. Ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸ ἴ­διο του τὸ σῶ­μα.

       Κά­θι­σε κά­τω, στὸ κρά­σπε­δο. Ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­νέ­βη­κε τὸν δρό­μο, τό­σο μι­κρό, ποὺ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν θὰ τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει, ἂν δὲν κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ πρὶν στὸ ὕ­ψος τῶν πο­δι­ῶν. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­βι­βά­στη­κε. Δὲν εἶ­χε κα­θό­λου χρή­μα­τα, τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ὅ­μως μάρ­σα­ρε πρὸς στιγ­μὴν κι ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­σε τὴν πο­ρεί­α του με­τα­φέ­ρον­τας καὶ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­θι­σε πί­σω καὶ κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι γύ­ρω του εἶ­χαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ὀ­σμι­στοῦν τί εἶ­χε συμ­βεῖ. Ζοῦ­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν φό­βο κα­θη­με­ρι­νά. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες τοὺς κρα­τοῦ­σαν ἐ­νή­με­ρους καὶ τοὺς πλη­ρο­φο­ροῦ­σαν γιὰ κά­θε νέ­ο πε­ρι­στα­τι­κό. Ἕ­νας γη­ραι­ό­τε­ρος ἄν­τρας μὲ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη λευ­κὴ γε­νειά­δα δι­έ­σχι­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ νὰ κα­θί­σει δί­πλα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα καὶ ἅ­πλω­σε ἁ­πα­λὰ τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο του. Πα­ρα­κο­λού­θη­σαν πα­ρέ­α τὰ γκρί­ζα κρά­σπε­δα νὰ μέ­νουν πί­σω.

       Στὸ γκα­ζόν, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ξε­καρ­δι­στι­κὸ καὶ περ­πά­τη­σε δί­πλα του μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο τε­τρά­γω­νο. Ὣς καὶ τὰ ἐ­λα­στι­κὰ καὶ οἱ τρο­χοὶ πε­ρι­στρέ­φον­ταν στὴν ἐν­τέ­λεια. Σκέ­φτη­κε πώς, ἐ­φό­σον τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­τή­σει πά­νω στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο αὐ­τὸ καὶ νὰ τὸ συν­τρί­ψει. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἦ­ταν ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο μὲ καρ­φιὰ τό­σο αἰχ­μη­ρά, ποὺ θὰ τρυ­ποῦ­σαν εὔ­κο­λα τὴ λα­στι­χέ­νια σό­λα καὶ θὰ ἔ­φτα­ναν μέ­σα στὴ σάρ­κα τοῦ πο­διοῦ. Γιὰ κά­ποι­α τε­τρά­γω­να κρα­τοῦ­σε τὸ πό­δι του πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὄ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρών­τας νὰ ξε­προ­βάλ­λουν στά­σεις λε­ω­φο­ρεί­ου, πι­να­κί­δες μι­κρὲς σὰν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες, κά­ποι­α στιγ­μὴ ὅ­μως αἰ­σθάν­θη­κε κό­πω­ση καὶ πῆ­γε στὴ γω­νί­α καὶ ἄ­φη­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο νὰ στρί­ψει καὶ κά­θι­σε κά­τω στὸ με­γά­λο πλα­στι­κὸ μπλὲ παγ­κά­κι, στὴ γω­νί­α ποὺ ἦ­ταν γιὰ τοὺς με­γά­λους ἀν­θρώ­πους.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο του, τὸ πῆ­ρε. Ἦ­ταν Σάβ­βα­το. Τὸ πῆ­ρε μέ­χρι τὸ τέρ­μα. Ἐ­δῶ, οἱ δρό­μοι ἦ­ταν γε­μά­τοι σκου­πί­δια καὶ τὴν ἀ­πό­στα­ση τὴν ὁ­ρι­ο­θε­τοῦ­σαν με­νε­ξε­διὰ βου­νά. Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν νὰ ἔρ­χον­ται πο­λὺ κον­τὰ κι ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἐ­πι­γρα­φὲς τῶν κα­τα­στη­μά­των φάν­τα­ζαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ φω­τει­νὲς καὶ ἐ­πι­βλη­τι­κές. Ἐ­ξαρ­χῆς δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε, αὐ­τὸς ὁ τό­πος στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε ξα­να­βρε­θεῖ πο­τὲ πρὶν κι ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀλ­λι­ώ­τι­κη μυ­ρω­διά, μύ­ρι­ζε εὐ­ω­δια­στὸ λου­λού­δι καὶ χω­ρι­ά­τι­κο ψω­μί. Ἐ­πὶ μί­α ὥ­ρα δὲν πέ­ρα­σε κα­νέ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲ στα­θε­ρὸ βῆ­μα πρὸς τὸ σπί­τι του, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἁ­πλῶς ποῦ ἔ­με­ναν. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὰ μι­κρὰ σπί­τια τους καὶ τὰ κα­τοι­κί­διά τους καὶ τὰ σχο­λεῖ­α τους. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἂν εἶ­χαν ἁ­μά­ξια ἢ ἂν τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ βα­σι­κὸ με­τα­φο­ρι­κὸ μέ­σο. Εὐ­ελ­πι­στοῦ­σε νὰ ἐν­το­πί­σει κά­ποι­ο μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο.

       «Δὲν θέ­λω νὰ σᾶς βλά­ψω!», εἶ­πε φω­να­χτά. «Θέ­λω ἁ­πλῶς νὰ γί­νω κομ­μά­τι τῆς κοι­νω­νί­ας σας.»

       Τὸ βλέμ­μα του δι­έ­τρε­χε τε­τρά­γω­να ὁ­λό­κλη­ρα μὲ γκα­ζὸν καὶ πε­ζο­δρό­μια. Ἀ­νέ­κα­θεν δι­έ­θε­τε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὅ­ρα­ση.

       «Ἂν μὲ ἀ­φή­σε­τε νὰ δῶ τὸ χω­ριό σας», εἶ­πε φω­να­χτά, «σὰν ἀν­τάλ­λαγ­μα, θὰ σᾶς προ­στα­τεύ­σω ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Θὰ φυ­λά­ω τὶς ἐ­ξώ­πορ­τές σας σὰν κέρ­βε­ρος!». Τὸ φώ­να­ζε στὶς ἀγ­κα­θω­τὲς σκι­ὲς ποὺ ἔ­ρι­χναν οἱ φυ­το­φρά­χτες, κά­τω στὸ ρεῖ­θρο, μέ­σα στὶς νω­πὲς κε­φα­λὲς τῶν ψε­κα­στή­ρων.

       Τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε ἦ­ταν ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ κί­τρι­νο κα­πέ­λο μὲ μιὰ κορ­δέ­λα, στε­ρε­ω­μέ­νο ἔ­ξο­χα πά­νω στὸ κί­τρι­νο πέ­τα­λο ἑ­νὸς ρό­δου. Τὸ κρά­τη­σε στὸ χέ­ρι του γιὰ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρα λε­πτά, θαυ­μά­ζον­τας τὴ λε­πτο­δου­λειὰ τοῦ χει­ρο­τε­χνή­μα­τος. Ἦ­ταν κεν­τη­μέ­νο ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη. Τὸ γεῖ­σο τοῦ κα­πέ­λου ἦ­ταν ἴ­σο μὲ τὴ βά­ση τοῦ ἀν­τί­χει­ρά του. Ὅ,τι εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸν ἴ­διο τοῦ φά­νη­κε ἀ­η­δι­α­στι­κὸ καὶ τε­ρά­στιο. Ποῦ νὰ εἶ­ναι οἱ ψη­λοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ πιὸ χον­τροὶ ἄν­θρω­ποι, σκέ­φτη­κε. Ποῦ εἶ­ναι οἱ θε­ϊ­κῶν δι­α­στά­σε­ων ἐ­ξω­γή­ι­νοι;

       Τε­λι­κά, κά­θι­σε κά­τω στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       «Βρῆ­κα ἕ­να κα­πέ­λο!», φώ­να­ξε. «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ! Βγεῖ­τε ἔ­ξω! Ὑ­πό­σχο­μαι νὰ τὸ δώ­σω στὸν νό­μι­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη του.»

       Φω­λι­α­σμέ­νοι μέ­σα σ’­ἕ­να βρα­χῶ­δες μόρ­φω­μα, ὀ­χτὼ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι, μιὰ ὁ­μά­δα, κρα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να πάρ­τι γε­νε­θλί­ων. Τὸ ἕ­να κορ­μὶ με­τέ­δι­δε στὸ ἄλ­λο κα­τα­πλη­κτι­κὴ ζε­στα­σιά. Θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ πα­ρα­μεί­νουν ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα, ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νουν. Ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νοι σ’ αὐ­τό. Τὰ γε­νέ­θλια ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Τὰ κί­τρι­να κα­πέ­λα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὰ ξα­να­ρά­ψουν. Δὲν ἦ­ταν δι­κή τους δου­λειὰ νὰ φρον­τί­σουν τὸν κό­σμο ὅ­λο, ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα στὴν κό­ρη, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ κί­τρι­νο φό­ρε­μα ἦ­ταν ἀ­πα­ρά­μιλ­λο, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ χέ­ρι ἔ­παι­ζε ἱ­δρω­μέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸν γί­γαν­τα ἀ­π’ ἔ­ξω νὰ το­πο­θε­τεῖ τὸ κα­πέ­λο της στὸ πε­λώ­ριο κε­φά­λι του καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐν­νο­ή­σει τὴν τό­ση εὐ­σπλα­χνί­α ποὺ λυ­νό­ταν καὶ ξα­να­λυ­νό­ταν μὲς στὴν καρ­διά της.


Δραματοποίηση:

Shatterbox

Σκηνοθεσία: Jessica Sanders

Simon Helber ὡς Ὁ μικρὸς ἄντρας

Brett Gelman ὡς Ὁ μεγάλος ἄντρας

shatterbox: Μιὰ συσκευὴ γιὰ τὴ μηχανικὴ κονιοποίηση ἑνὸς δείγματος ὑλικοῦ, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀπὸ ἐπιστήμονες.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Luvina.

(https://luvina.com.mx/foros/index.php?option=com_content&task=view&id=486&Itemid=46)

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender) (1969). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των W­i­l­l­f­ul Crea­tu­res καὶ T­he G­i­rl in t­he F­l­a­m­m­a­b­le S­k­i­rt, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το βι­βλί­ο τῶν Τά­ιμς τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς χρο­νιᾶς τῶν Τά­ιμς τοῦ Λὸς Ἄν­τζε­λες, ὅ­πως καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, I­n­v­i­s­i­b­le S­i­gn of My O­wn. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ G­r­a­n­ta, Har­per­’s, P­a­r­is R­e­v­i­ew, GQ, F­e­n­ce, M­c­S­w­e­e­n­e­y­’s καὶ ἔ­χουν με­τα­δο­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ δί­κτυ­ο στὴ ρα­δι­ο­φω­νι­κὴ ἐκ­πομ­πή, T­h­is A­m­e­r­i­c­an L­i­fe. Κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­σκαρτ τὸ 2002. Στὴν ἱστο­σε­λίδα μας δη­μο­σιεύτη­κε τὸ διήγη­μά της «Μνη­μο­νι­κό».

Ἱ­στο­σε­λί­δα: http://aimeebender.com/

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Τυχερή


Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Τυχερή


ΗΝ ΩΡΑ ποὺ ἔ­πε­σε ἡ εἴ­δη­ση στὴν Κα­λα­μά­τα πὼς ἔ­χα­νε φέ­ρει τὸ κε­φά­λι τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ποὺ πρω­το­στα­τοῦ­σε στὸ ἀν­τάρ­τι­κό του Τα­ΰ­γε­του μὲ τὸ κω­δι­κὸ ὄ­νο­μα Μπουν­τού­ρης, ἡ μά­να του βρι­σκό­ταν στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Πό­τη τοῦ Μπα­κέ­α καὶ ψώ­νι­ζε κου­βα­ρί­στρες. Δε­κα­ε­φτά­χρο­νο παι­δὶ ὁ Πό­της, εἶ­χε μό­λις ἀ­να­λά­βει τὸ μα­γα­ζὶ με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ πνευ­μο­νί­α καὶ εἶ­χε πε­λα­γώ­σει.

        Ἔ­κα­νε ψω­φό­κρυ­ο καὶ πα­γω­νιά, χει­μώ­νας τοῦ ‘49. Ὅ­ταν μπαί­νει στὸ μα­γα­ζί του ὁ Χα­ρί­λα­ος Νι­κο­λό­που­λος, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος καὶ Χα­ρί­λης, φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο που­λό­βερ πλε­κτό, αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται κα­λὰ ὁ Πό­της για­τί ἦ­ταν σπά­νια πο­λυ­τέ­λεια ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρό.

        — Ρὲ Πό­τη, λέ­νε πὼς φέ­ρα­νε τὸ κε­φά­λι ἐ­κεί­νου τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ξά­δελ­φός σου δὲν ἤ­τα­νε, ρέ;

        — Πά­ψε ρέ, τοῦ γνέ­φει ἀ­πε­γνω­σμέ­να ὁ Πό­της, εἶ­ναι ἡ μά­να του ἐ­δῶ!

        Εὐ­τυ­χῶς ἡ γριὰ βα­ρι­ά­κου­γε καὶ δὲν πῆ­ρε χαμ­πά­ρι.

        — Ποῦ τὸ ξέ­ρεις; τὸν κον­το­ζυ­γώ­νει συν­θη­μα­τι­κά.

        — Τὸ γρά­φου­νε τὰ Νέ­α!*

        Ὁ Πό­της πιά­νει νὰ προ­σεύ­χε­ται πά­ρε την Πα­να­γί­α μου τὴ θεί­α μου ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἃς γί­νει ὅ,τι θέ­λει. Ὕ­στε­ρα τρέ­χει στὸ δι­πλα­νὸ κα­φε­νε­δά­κι νὰ δεῖ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα.

        Ἀ­φοῦ ψώ­νι­σε τὰ λι­γο­στὰ ψώ­νια της ἡ γριά, τρα­βά­ει κα­τὰ τὸ πο­τά­μι, νὰ πά­ρει τὸ φορ­τη­γό, ποὺ ἐ­κτε­λοῦ­σε χρέ­η συγ­κοι­νω­νί­ας τό­τε. Κα­τε­βαί­νει στὴ Να­βα­ρί­νου κον­τὰ στὸ σπί­τι της, ἀ­κρι­βῶς στὴ στά­ση ποὺ ἔ­χουν ἀ­ναρ­τή­σει τὸ κε­φά­λι τοῦ παι­διοῦ μα­ζὶ μὲ ἑ­νὸς ἀλ­λου­νοῦ ποὺ τὸ ὄ­νο­μά του τε­λεί­ω­νε σὲ –έ­ας. Κό­σμος πο­λὺς εἶ­ναι μα­ζε­μέ­νος καὶ χα­ζεύ­ει μὲ μιὰ ἄ­γρια χα­ρὰ τὰ ἄ­θλια κου­φά­ρια. Ἡ γυ­ναί­κα σκέ­φτε­ται νὰ τρα­βή­ξει κα­τὰ κεῖ, για­τί ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τὸ σού­σου­ρο; Ἀλ­λὰ μιὰ σου­βλιὰ στὴ μέ­ση καὶ τὰ πό­δια της ποὺ δὲν τὴ βα­στᾶ­νε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση τῆς ἀλ­λά­ζουν γνώ­μη. Σέρ­νον­τας τρυ­πώ­νει στὸ φτω­χι­κό της. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ μιὰ ἀλ­λό­κο­τη ἡ­συ­χί­α τὴ ζώ­νει. Τὸν ἄν­τρα καὶ τὸν με­γά­λο γιὸ τοὺς εἶ­χε χα­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἡ μο­να­χο­κό­ρη παν­τρε­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­νά­βει τὸ μαγ­κά­λι, γιὰ προ­σφά­ι λί­γη μπομ­πό­τα κι ἐ­λι­ές, ἕ­να κρεμ­μυ­δά­κι. Κά­νει τὸν σταυ­ρό της, ἀ­νά­βει τὸ καν­τή­λι καὶ γέρ­νει ἀ­πο­στα­μέ­νη στὴ χι­λι­ο­τριμ­μέ­νη μπα­τα­νί­α. Ἐ­κεῖ ἔ­σβη­σε σὰν φω­τί­τσα στὸν ἄ­νε­μο, μπου­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­θυ­μιά­σεις. Χω­ρὶς πο­τὲ νά.


*Ἀ­νε­ξάρ­τη­τος ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Κα­λα­μῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτ. Μα­κε­δο­νί­ας. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς κει­με­νο­γρά­φος σὲ δι­α­φη­μι­στι­κὲς ἑ­ται­ρί­ες. Ἀ­πὸ τὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α της Πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες καὶ γλωσ­σι­κὲς ἀ­κρο­βα­σί­ες στὸ  πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της  Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Γυ­μνά­σιο (ἐκδ. Σι­δέ­ρη).


 

Κέϊ Ἔμ Ἔλκες (KM Elkes): Ἀκραῖες καταστάσεις


Κέϊ Ἒμ Ἔλκες (KM Elkes)


Ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις

(Extremities)


ΑΤΑΠΩΣ τά ’­πε ὁ Μπόμ­πυ, τὴ μιὰ στιγ­μὴ δού­λευ­ε τ’ ἁ­λυ­σο­πρί­ο­νο καὶ τὴν ἄλ­λη ἤ­τα­νε χά­μω στὸ χῶ­μα τοῦ δά­σους κι ἀ­να­ρω­τι­ό­τα­νε, για­τί δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα στὴν ἄ­κρη τοῦ μπρά­τσου του.

        Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι συ­νά­δελ­φοι κα­τα­λά­βα­νε πὼς τὸ χέ­ρι του κα­­τρα­κύ­λη­σε στὸ γκρε­μό. Κα­νεὶς δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει χρό­νο στὸ ψά­ξι­μο τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Μπόμ­πυ αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε. Ἀ­τυ­χή­μα­τα γί­νον­ται στὴν ὑ­λο­το­μί­α ὅ­λη τὴν ὥ­ρα – συμ­βαί­νουν ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις σ’ ὁ­λά­κε­ρα κεῖ­να τὰ δά­ση.

        Ὅ­ταν ἐ­βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, τοῦ κά­να­νε γι­ορ­τού­λα. Τὸν Μπό­μπυ τό­νε βρῆ­κα ἔ­ξω, νὰ κα­πνί­ζει μὲ τὸ λά­θος χέ­ρι. Τοῦ ’­φε­ρα πε­τσέ­τες πού ’­χα κλέ­ψει ἀ­πὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὴν πό­λη. Εἶ­ναι τού­τη ἡ κα­λο­και­ρι­νή μου δου­λειά.

        «Μπο­ρῶ νὰ δῶ;» ρώ­τη­σα.

        Ὁ Μπόμ­πυ τρά­βη­ξε τὸ γάν­τι ποὺ τοῦ ’­χα­νε δώ­σει γιὰ νὰ κρα­τᾶ τὴν οὐ­λὴ κα­θα­ρή. Ἡ ἄ­κρη ἤ­τα­νε κλει­σμέ­νη μὲ ράμ­μα­τα – σὰ χεί­λια ραμ­μέ­να. Ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ δέρ­μα­τος πού ’­χα­νε τεν­τώ­σει ἀ­πὸ πά­νω, φυ­τρώ­να­νε κά­τι τρι­χοῦ­λες.

        «Πῶς τὸ νι­ώ­θεις;» εἶ­πα.

        «Τὰ δά­χτυ­λα-φαν­τά­σμα­τα μοῦ πο­νᾶ­νε τὶς νύ­χτες» εἶ­πε κεῖ­νος.

        «Λέ­νε πὼς τὸ συ­νη­θί­ζεις.» Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ἅ­μα εἶν’ ἀ­λή­θεια.

        Ὁ Μπόμ­πυ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι. «Τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο, μό­λις ἔ­γι­νε ἄρ­χι­σε νὰ βρέ­χει. Κεῖ­νος ὁ ἦ­χος, φί­λε. Λὲς καὶ χει­ρο­κρο­τοῦ­σε κό­σμος. Γιὰ μέ­να.»

        Ἔ­φυ­γα νω­ρὶς ἀ­π’ τὴ γι­ορ­τή. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι πί­σω στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο προ­τοῦ γυ­ρί­σει τ’ ἀ­φεν­τι­κό – ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη μπα­λα­ρί­να εἶ­ναι, καὶ πι­κρα­μέ­νη γιὰ τοῦ­το. Τὴν κα­λο­πιά­νω γιὰ νὰ μὴ μὲ ἀ­να­κα­λύ­ψει γιὰ τὶς πε­τσέ­τες, τὰ μα­χαι­ρο­πή­ρου­να καὶ τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα πού ’­χω κλέ­ψει.

        Σὰν ἔ­φυ­γα, ξα­νά­δα τὸν Μπόμ­πυ νὰ τεν­τώ­νει τὸ κου­τσου­ρε­μέ­νο ση­μεῖ­ο, σὰ νὰ πε­ρί­με­νε νὰ φυ­τρώ­σει τί­πο­τα ἀ­πὸ κεῖ. Δὲν ἔ­νι­ω­θα ἄ­σχη­μα γι’ αὐ­τόν. Μο­νά­χα ἔ­νι­ω­σα λύ­πη γιὰ τ’ ἄλ­λο τὸ χέ­ρι, κεῖ ἔ­ξω στὰ δά­ση, μὲ τὰ δά­χτυ­λα κυρ­τω­μέ­να, νὰ μὴν ἀ­δρά­χνει τί­πο­τα.



Πη­γή: Bath Flash Fiction Award. International Rolling Flash Fiction Com­pe­ti­tion. (19.06.2018): https://bathflashfictionaward.com/2018/06/km-elkes-june-2018-first-prize/

Κέϊ Ἒμ Ἔλκες (KM Elkes) εἶ­ναι βρα­βευ­μέ­νος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ἐκ­δό­της, ἀ­πὸ τὴ West Country τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας. Οἱ ἐ­πι­τυ­χί­ες του στὸν το­μέ­α τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος πε­ρι­λαμ­βά­νουν τὰ βρα­βεῖ­α Fish Publishing Flash καὶ τῶν Triskele Books, κα­θὼς καὶ πρῶ­τες θέ­σεις, ἢ το­πο­θέ­τη­ση σὲ λί­στα δι­ά­κρι­σης, σὲ δι­ά­φο­ρους δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμούς, ἀ­νά­με­σά σὲ ἄλ­λους γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Bridport. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει με­τα­δο­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ BBC καὶ πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ 20 ἀν­θο­λο­γί­ες, κα­θὼς καὶ σὲ πολ­λὰ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Δι­η­γή­μα­τά του ἐμ­φα­νί­ζον­ται στὴν ὕ­λη γιὰ τὰ σχο­λεῖ­α, στὶς ΗΠΑ καὶ στὸ Χὸνγκ-Κόνγκ. Ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο κα­λύ­τε­ρου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος (2018) καὶ συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ A3 Review. Ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης guest editor τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Flash Frontier (Ν. Ζη­λαν­δί­α).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.