Χρῖστος Δάλκος: Ἡ πραγματική κυρία Μίνα


Χρῖ­στος Δάλ­κος


Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να


«ΩΡΑΙΑ ΜΠΟΥΤΑΚΙΑ, ἔ­τσι;» εἶ­πε ὁ Ζα­ρού­χλας, ἐ­κεῖ γύ­ρω στὸ ᾿67, ἤ­μα­στε δὲ θά ᾿μα­στε δε­κά­ξι χρο­νῶ, κι ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα μὲ τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο τὰ ἔ­συ­ρε πρὸς τὰ κά­τω, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ἐ­κτί­μη­σης τοῦ ὡ­ραί­ου.

            Εἴ­χα­με βγῆ ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ δευ­τέ­ρου ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του καὶ περ­νά­γα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του, ποὺ ἡ πόρ­τα της ἤ­τα­νε ἀ­νοι­χτὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δῇς τὴν κυ­ρί­α Μί­να κα­θι­σμέ­νη στὴν ἕ­δρα. Ἡ φού­στα τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας ἦ­ταν τρα­βηγ­μέ­νη λί­γο πρὸς τὰ πά­νω καὶ ἄ­φη­νε νὰ φαί­νων­ται τὰ πό­δια της μέ­χρι τὴν μέ­ση πε­ρί­που τῶν μη­ρῶν. Τό­τε ὁ Ζα­ρού­χλας μὲ κύτ­τα­ξε μὲ λί­γο πο­νη­ρό, λί­γο θαυ­μα­στι­κὸ ὕ­φος, ἕ­νω­σε τὰ τρί­α δά­χτυ­λα καὶ τὰ κί­νη­σε πρὸς τὰ κά­τω λέ­γον­τας: «Ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» Μπο­ρεῖ νὰ πρό­σθε­σε κι­ό­λας: «Μὴ μοῦ πῇς!», ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά.

            Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι εἶ­ναι πὼς ἡ κυ­ρί­α Μί­να, στὸ ἄν­θος τῆς νι­ό­της της, κά­που εἰ­κο­σι­δύ­ο χρο­νῶ, φο­ροῦ­σε μαῦ­ρες νά­υ­λον κάλ­τσες καὶ μαῦ­ρα λου­στρι­νέ­νια γο­βά­κια, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τοῦ μα­κρι­νοῦ ᾿67, ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας γύ­ρι­σε καὶ μοῦ ᾿πε πὼς «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» καὶ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­πε κι­ό­λας «Μὴ μοῦ πῇς!», μ᾿ ἕ­να πο­νη­ρὸ ἐ­φη­βι­κὸ χα­μό­γε­λο.

            Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἡ κυ­ρί­α Μί­να γύ­ρι­σε τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο της χρό­νων καὶ μᾶς κύτ­τα­ξε, ἐ­κεῖ, στὴν πόρ­τα τῆς αἴ­θου­σας τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ Ἰν­στι­τού­του, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας κα­τέ­βα­ζε τὴν ἀ­νά­σκε­λη χού­φτα του μὲ τὰ τρί­α δά­χτυ­λα ἑ­νω­μέ­να, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ, καὶ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε, για­τὶ τὰ γα­λα­νά της μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νων μᾶς χα­μο­γέ­λα­σαν εὔ­θυ­μα, καὶ λί­γο αὐ­τά­ρε­σκα, κι ἐ­γὼ ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι κα­τα­κόκ­κι­νος. Ὁ Ζα­ρού­χλας δὲν ξέ­ρω τί ἔ­κα­νε, για­τὶ τὸ μό­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ ᾿κεῖ κι ἔ­πει­τα εἶ­ναι τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας νὰ μοῦ χα­μο­γε­λοῦν ὅ­λο εὐ­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση, ἐ­κεί­νη τὴν μα­κρι­νὴ βρα­διὰ τοῦ ᾿67.


Αὐ­τὰ τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τὰ ξα­να­συ­νάν­τη­σα με­τὰ ἀ­πὸ πε­νῆν­τα πε­ρί­που χρό­νια, στὸν προ­θά­λα­μο ἑ­νὸς ἰ­α­τρεί­ου καὶ τὰ ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως: ἦ­ταν τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας. Ὅ­μως ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α Μί­να. Κά­τω ἀ­πὸ τὰ γα­λα­νά της μά­τια σά­λευ­αν οἱ δί­πλες ἑ­νὸς πλα­δα­ροῦ προ­γου­λιοῦ, καὶ στὰ κον­τό­χον­τρα γε­ρα­σμέ­να της πό­δια ἕ­νας θύ­σα­νος ἀ­πὸ γα­λα­ζό­μαυ­ρες σπα­σμέ­νες φλέ­βες χυ­μοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τῶν μη­ρῶν καὶ τὰ γό­να­τα, μέ­χρι κά­τω, τὰ πρη­σμέ­να της δά­χτυ­λα.

            Δὲν φά­νη­κε νὰ μὲ ἀ­να­γνώ­ρι­σε, οὔ­τε κι ἐ­γὼ θέ­λη­σα νὰ δώ­σω γνω­ρι­μί­α. Ἐξ ἄλ­λου αὐ­τὴ ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να, ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ ὁ Ζα­ρού­χλας καὶ εἶ­χε πεῖ «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;», ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα, τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).


			

Νίκη Τρουλλινοῦ: Ὁ γάμος της


Νί­κη Τρουλ­λι­νοῦ


Ὁ γάμος της


Ι ΑΝ Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ τοῦ Μονρεάλε ἔ­χει ἕ­ξι χι­λιά­δες τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα ψη­φι­δω­τά, ἐ­σὺ στὸ πε­ρι­στύ­λιο ἀ­νά­σα­νες. Τὸ πε­ρι­στύ­λιο τῆς με­γά­λης αὐ­λῆς, κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἀ­ρα­βι­κὲς ἁ­ψί­δες μὲ τὰ γε­ω­με­τρι­κὰ μο­τί­βα καὶ τὶς σκη­νὲς τῆς Γρα­φῆς χα­ραγ­μέ­νες στὰ κι­ο­νό­κρα­να τῶν ὑ­πό­λευ­κων μαρ­μά­ρι­νων δί­δυ­μων κι­ό­νων, φαν­τά­ζε­σαι τοὺς κρα­τοῦν­τες τοῦ να­οῦ βυ­θι­σμέ­νους στὶς συ­νο­μω­σί­ες· ἀ­πὸ και­ρὸ οἱ αὐ­στη­ρὲς συμ­βου­λὲς καὶ οἱ πι­ε­στι­κὲς πα­ραι­νέ­σεις τοῦ Πά­πα στὴ Ρώ­μη εἶ­ναι λα­λί­στα­τες, και­ρὸς νὰ τὰ μα­ζεύ­ουν οἱ ἄ­πι­στοί τοῦ Ἰσ­λὰμ ἀ­πὸ τὴν Σι­κι­λί­για. Μπρο­στά σου δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες περ­πα­τοῦν, χά­νον­ται στὶς κο­λῶ­νες καὶ φα­νε­ρώ­νον­ται στὶς εἰ­σό­δους τοῦ Να­οῦ, μή­πως καὶ ἐ­σύ, τώ­ρα εἶ­σαι ἕ­τοι­μη νὰ ἀν­τέ­ξεις τό­ση ὀ­μορ­φιά;

        Κι ἂν ἔ­λει­ψες λί­γα ἑ­πτά, τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ ὄρ­γα­νο τὰ ἔ­χει ὅ­λα ἀλ­λά­ξει. Ἴ­σως ὁ μα­γευ­τι­κός του ἦ­χος κα­θὼς ὑ­ψώ­νον­ταν πρὸς τὴν ξυ­λό­γλυ­πτη χρω­μα­τι­στὴ ἀ­ρα­βι­κὴ στέ­γη ἢ ἀ­νη­φό­ρι­ζε νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν αὐ­στη­ρὸ Παν­το­κρά­το­ρα τοῦ κεν­τρι­κοῦ ση­κοῦ, ἔ­σπρω­ξε τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες νὰ στα­θοῦν ξαφ­νι­α­σμέ­νοι στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ στη­θοῦν στὸ κεν­τρι­κὸ δι­ά­δρο­μό τοῦ να­οῦ. Μα­ζὶ κι ἐ­σύ. Τώ­ρα, με­ση­μέ­ρι Σαβ­βά­του, μπο­ροῦ­σαν ὅ­λοι ν’ ἀν­τι­κρί­σουν τὰ κά­νι­στρα σὲ δυ­ὸ πα­ράλ­λη­λες γραμ­μές, δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ δι­α­δρό­μου, κά­νι­στρα φορ­τω­μέ­να ἡ­λι­ο­τρό­πια, τρι­αν­τά­φυλ­λα, κρί­νους καὶ ζέρ­μπε­ρες. Τοὺς συγ­γε­νεῖς νὰ κα­τα­φθά­νουν φο­ρών­τας τ’ ἀ­κρι­βά τους ροῦ­χα, τὶς κυ­ρί­ες νὰ ἰ­σορ­ρο­ποῦν πά­νω στὶς λου­στρι­νέ­νι­ες γό­βες καὶ τὰ μι­κρὰ νὰ θέ­λουν νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὰ σφι­χτὰ πι­α­σί­μα­τα τῶν χε­ρι­ῶν τοῦ παπ­ποῦ καὶ τῆς για­γιᾶς. Ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὴν ἐν­δε­δειγ­μέ­νη κα­θυ­στέ­ρη­ση τὸ ζεῦ­γος τῶν μελ­λο­νύμ­φων. Τού­λια, μου­σε­λί­νες, οὐ­ρές, πα­ρά­νυμ­φοι, κο­στού­μι καὶ πα­πι­γιόν, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­γω­νί­α, χα­μό­γε­λα, οἱ γνω­στὲς κι­νή­σεις τῆς μα­μᾶς ποὺ αὐ­το­ε­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται στρώ­νον­τας τὸ βέ­λο τῆς νύ­φης καὶ ἡ ἄλ­λη ἰ­σι­ώ­νον­τας τὸ πέ­το τοῦ γαμ­βροῦ, καὶ ἄλ­λα τι­νά, προ­ϊ­όν­τα ὅ­λα τῆς μυ­θο­λο­γί­ας ποὺ κα­λεῖ­ται τε­λε­τὴ γά­μου. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­να­γι­γνώ­σκει μὲ βα­θιὰ κα­θα­ρὴ φω­νὴ στὴν λα­τι­νι­κὴ γλώσ­σα. Προ­σκα­λε­σμέ­νοι, καὶ ἀ­πρό­σκλη­τοι ἐ­σεῖς, οἱ τυ­χαῖ­οι του Να­οῦ ἐ­πι­σκέ­πτες, σὲ ρό­λο ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου. Τὸ ἁρ­μό­νιο πά­λι. Ἡ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια ἑ­νὸς νέ­ου ἀ­γο­ριοῦ, πλη­σι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸ πλά­ι βλέ­πεις πὼς δὲν εἶ­ναι πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νων, χα­ϊ­δεύ­ει τὰ πλῆ­κτρα, ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἄ­ρα­γε τὴν κα­λή του; Ἡ ἀ­κου­στι­κή τοῦ χώ­ρου συν­τε­λεῖ τὸ ὑ­πό­λοι­πό τοῦ θαύ­μα­τος.

        Οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ μπρο­στά σου. Πά­νω κά­τω γύ­ρω στὰ ἑ­ξῆν­τα.  Ἄ­γνω­στες, κα­λο­στε­κού­με­νες, εὐ­πρε­πῶς ἐν­δε­δυ­μέ­νες. Ἀ­κοῦς τ’ ἀγ­γλι­κά τους, δὲν δί­νεις ση­μα­σί­α, μό­νο νά, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς τε­λε­τῆς τρα­βᾶ σὲ μά­κρος, ἡ μί­α ἀ­φη­γεῖ­ται στὴν ἄλ­λη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια, πράγ­μα­τα ποὺ ἤ­δη εἶ­δες, κι ἄλ­λα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­σαι νὰ πρό­σε­ξες, τό­ση σα­φή­νεια, τέ­τοι­α λε­πτο­με­ρὴ πε­ρι­γρα­φή, τό­ση φλυ­α­ρί­α, Θε­έ μου, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στὰ καὶ στρέ­φε­σαι πρὸς τὸ μέ­ρος τους, λί­γη ἡ­συ­χί­α κα­λές μου κυ­ρί­ες, θέ­λεις νὰ πεῖς ἀ­νά­με­σα στὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, ἢ ἔ­στω ἕ­να ἐ­πι­τι­μη­τι­κὸ βλέμ­μα, τί­πο­τα ἀ­πὸ τὰ δύ­ο δὲν ἔ­λα­βε χώ­ρα, τώ­ρα ἤ­θε­λες νὰ γί­νεις μι­κρή, τό­ση δά, νὰ χα­θεῖς, νὰ λι­ώ­σεις μπρο­στά τους, τώ­ρα ἀν­τί­κρι­ζες δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες, ἡ μιὰ μὲ τὰ σπιν­θη­ρο­βό­λα μά­τια της νὰ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ τε­κται­νό­με­να ἐ­νώ­πιόν σας, ἡ ἄλ­λη, ἡ τυ­φλή, ν’ ἀ­κού­ει προ­σε­κτι­κά. Τυ­φλή. Ἀ­κού­ει προ­σε­κτι­κά, χα­μο­γε­λᾶ μό­νο ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, σο­βα­ρεύ­ε­ται, χα­μό­γε­λο καὶ πά­λι, ἔ­χει ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ λάμ­πει. Καὶ τὸ βλέμ­μα, ναί, τὸ βλέμ­μα, τῆς τυ­φλῆς ποὺ τα­ξι­δεύ­ει σὲ εἰ­κό­νες, καὶ οἱ ἦ­χοι γρά­φουν μέ­σα της τὴν ἱ­στο­ρί­α.

        Κι ἐ­σὺ θὰ χα­θεῖς στὴν ἔ­ξο­δο. Σὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται ἡ πόρ­τα αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια ποὺ δὲν εἶ­χες πρὶν προ­σέ­ξει. Τε­ρά­στια, βα­ριά, μὲ σα­ράν­τα δύ­ο ἐ­λά­σμα­τα νὰ ἱ­στο­ροῦν τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή, τώ­ρα πά­νω στὸ χαλ­κό, χυ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν Ἰ­τα­λὸ μά­στο­ρα Μπο­νά­νο Πι­ζά­νο. Εἶ­ναι ἐ­δῶ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ χα­ϊ­δέ­ψεις στὸ μέ­ταλ­λο τὶς φι­γοῦ­ρες τοῦ Ἀ­δὰμ καὶ τῆς Εὕ­ας, τὰ ἕ­ξι πρό­βα­τα ποὺ χώ­ρι­σαν καὶ μά­τω­σαν τὸν Ἄ­βελ καὶ τὸν Κά­ιν. Εἶ­ναι ἐ­δῶ ποὺ θέ­λεις νὰ ἐ­πι­στρέ­ψεις στὸ να­ὸ καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ ψά­ξεις, ὄ­χι τὰ πε­ρί­φη­μα ψη­φι­δω­τὰ πιά, μὰ τὶς δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ὅ­μως φεύ­γεις. Δὲν θέ­λεις νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ βρο­χὴ στὰ μά­τια σου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νί­κη (Κου­κου­νά­κη) Τρουλ­λι­νοῦ (Χανιά, 1953). Ἔ­κα­νε νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν στὰ χρό­νια τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 1979 ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο. Ἄ­σκη­σε τὴ μά­χι­μη δι­κη­γο­ρί­α καὶ δί­δα­ξε (ΤΕΙ Ἡ­ρα­κλεί­ου) γιὰ χρό­νια. Πέ­ρα­σε βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ θέ­α­τρο, τὴν ποί­η­ση (Ἀν­θο­λο­γί­α Παν/μί­ου Πα­τρῶν). Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸν ἀ­γρο­του­ρι­σμό. Πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, τὸ 1995, τὸ Ἕ­να μο­λύ­βι στὸ κο­μο­δί­νο. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ συλ­λο­γὲς Μα­ρὰλ ὅ­πως Μα­ρί­α καὶ Καὶ φύ­ση­ξε νο­τιάς… (ἐκ­δό­σεις Ρο­δα­κιό). To 2009 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κέ­δρο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μ’ ἕ­να κα­φά­σι μπύ­ρες. Τὸ ἔρ­γο της πε­ρι­λαμ­βά­νει ἀ­κό­μη τὸ βι­βλί­ο Crete, No man is an island (κεί­με­να στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς Π. Μα­σού­ρη).


Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): I can hardly wait


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


I can hardly wait*


ΤΑΝ ΕΚΕΙΝΗ ΑΝΕΒΗΚΕ στὴ σκη­νὴ τὸ βρά­δυ στὸ κλαμ­πά­κι στὸ Μπρόνξ, τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σχε­δὸν γε­μά­το. Δὲν ἦ­ταν πρῶ­το ὄ­νο­μα, ἴ­σως δὲν ἦ­ταν κὰν γνω­στή. Ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι νό­μι­ζε ἐ­κεῖ­νος. Ἢ τὸ εὐ­χό­ταν ἀ­πὸ ζή­λεια. Ὅ­μως, τὸ μα­γα­ζὶ γέ­μι­ζε γιὰ νὰ τὴ δοῦν. Τὸ ἤ­ξε­ρε.

     Σύν­νε­φα κα­πνοῦ, μυ­ρω­διὰ χυ­μέ­νης μπί­ρας, κά­νας μπά­φος στὴ ζού­λα ἀ­πὸ φό­βο μπού­κας τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ μου­σι­κή, πολ­λὴ μου­σι­κή. Καὶ ἐ­κεί­νη.

     Μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να σύν­νε­φο σὰν σκη­νι­κὰ ἐ­φὲ ἐμ­φα­νί­στη­κε. Μα­κρὺ κολ­λη­τὸ φό­ρε­μα, ξαν­θὰ μαλ­λιὰ ὣς τὴ μέ­ση, ἄρ­χι­σε ἀ­μέ­σως νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὸ μι­κρό­φω­νο.


I can hardly wait…*


Οὔ­τε ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος. Καὶ τὸ μυα­λό του τα­ξί­δε­ψε στὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὴν εἶ­δε. Ἦ­ταν μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο. Ἕ­ναν μὲ μα­κριὰ μαλ­λιά, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­τρες πάν­τα. Τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτε­ται, ἀ­πο­ρεῖ για­τί ἐ­κεί­νη πῆ­γε μα­ζί του. Τὰ μαλ­λιὰ του ἦ­ταν κον­τά. Δὲν εἶ­χε μη­χα­νή. Δὲν ἄ­κου­γε μέ­ταλ. Κι ὅ­μως τὸν ἄ­κου­γε νὰ μι­λά­ει σὰν ὑ­πνω­τι­σμέ­νη, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα. Σι­γὰ τὸ πρά­μα, σκέ­φτη­κε μὲ μιὰ δό­ση χα­μη­λῆς αὐ­το­ε­κτί­μη­σης.

            Γύ­ρι­σε δί­πλα του καὶ κοί­τα­ξε τὸν Ἄ­λεξ καὶ τὴ Βί­κη, ποὺ ἦ­ταν μα­ζί του στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔρ­χον­ταν καὶ οἱ τρεῖς ἀ­πὸ τὸ Κου­ὶνς γιὰ νὰ τὴ δοῦν. Γιὰ ἐ­κεί­νους ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά, μιὰ καὶ τοὺς εἶ­χε πρή­ξει τό­σο και­ρὸ γιὰ τὸ τυ­πά­κι ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει καὶ γού­στα­ρε. Κοί­τα­ζαν κι αὐ­τοὶ σὰν νὰ μὴν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν. Τί ὅ­μως;

            Ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κου­νά­ει τοὺς ὑ­πέ­ρο­χους γο­φούς της ἡ­δο­νι­κά, ἀ­κο­λου­θών­τας κά­θε νό­τα, ὅ­πως ἔ­κα­νε στὰ ἀ­γα­πη­μέ­να της τρα­γού­δια καὶ προ­κα­λοῦ­σε μουγ­κρη­τὰ στοὺς θα­μῶ­νες. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Θε­ω­ροῦ­σε πὼς παί­ζει μα­ζί του. Ὅ­μως, ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ φύ­γουν μα­ζὶ στὸ τέ­λος καὶ κα­θη­συ­χα­ζό­ταν. Γύ­ρι­σε πά­λι στὸν Ἄ­λεξ καὶ τὴ Βί­κη, ποὺ πλέ­ον κοί­τα­ζαν σὰν ὑ­πνω­τι­σμέ­νοι καὶ τοῦ φά­νη­κε πὼς καὶ οἱ δύ­ο ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς γο­φούς της. Ἔ­χει γοῦ­στο τώ­ρα, σκέ­φτη­κε, ἀλ­λὰ ἡ σκέ­ψη χά­θη­κε, ἀ­πὸ τοὺς στί­χους τοῦ τρα­γου­διοῦ ποὺ ἡ ἐ­λα­φρῶς μπά­σα φω­νὴ της ἄρ­θρω­νε μὲ ἔμ­φα­ση στὴ σκη­νή.


Lick my legs

Αnd I’m on fire

Lick my legs

And I’m desire*


Τὰ πό­δια της ἐμ­φα­νί­στη­καν ξαφ­νι­κὰ στὴν ὀ­θό­νη πί­σω ἀ­πὸ τὰ ντρὰμς καὶ εἶ­δε ἕ­ναν ἄν­τρα νὰ τῆς τὰ γλεί­φει. Ζή­λε­ψε πο­λὺ καὶ ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα του ἀλ­λοῦ, μὰ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἡ κά­με­ρα ἔ­πε­σε στὸ πρό­σω­πο τοῦ ἄν­τρα καὶ ἦ­ταν ὁ ἴ­διος! Τί στό

            Κοί­τα­ξε γύ­ρω του νὰ δεῖ ποιός κοι­τοῦ­σε, ἐ­λα­φρῶς θυ­μω­μέ­νος ποὺ παί­ζει ἔ­τσι μα­ζί του μπρο­στά σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο, μὰ κα­νεὶς δὲν φαι­νό­ταν νὰ δί­νει ση­μα­σί­α στὴν ὀ­θό­νη.


Lick my legs*


            Ὁ ἄν­τρας —ὁ ἑ­αυ­τός του, τὸ εἴ­δω­λό του— ἔ­γλει­φε τώ­ρα τοὺς μη­ρούς της κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἔ­χει σπα­σμούς. Ὁ ντρά­μερ ἔ­παι­ζε μα­νι­α­σμέ­να καὶ ἡ κί­νη­ση τῆς μπαγ­κέ­τας του δη­μι­ουρ­γοῦ­σε σκι­ὲς ποὺ κά­λυ­πταν τὸ πρό­σω­πό της.

            Κοί­τα­ξε δί­πλα του μὲ μιὰ ἕ­τοι­μη δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ τοὺς φί­λους του. Συγ­γνώ­μη, δὲν ἤ­ξε­ρα, κά­τι τέ­τοι­ο ἀ­νό­η­το. Λὲς καὶ θὰ τοῦ ἔ­λε­γαν τί­πο­τα.


You’re not rid of me*


            Καὶ ὁ ἄν­τρας μὲ τὴ γυ­ναί­κα στὴν ὀ­θό­νη εἶ­χαν γί­νει ἕ­να καὶ κου­νοῦ­σαν τοὺς γο­φούς τους στὸν ρυθ­μὸ τῶν γο­φῶν ἐ­κεί­νης στὴ σκη­νή. Ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί μο τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ἀ­πό­ψε; Γε­μά­τος ντρο­πή, ἔ­σκυ­ψε στὸ ἰρ­λαν­δέ­ζι­κο ποὺ ἔ­πι­νε. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ βλέ­πει ἄλ­λο. Δὲν ἤ­ξε­ρε πὼς νὰ ἀν­τέ­ξει τὸν χω­ρι­σμὸ ποὺ τοῦ εἶ­χε ἔρ­θει ὡς σε­νά­ριο στὸ μυα­λὸ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ κολ­πά­κι της.


You’re not rid of me*


            Σὰν νὰ τὸ ἄ­κου­σε στὸ αὐ­τί του καὶ σή­κω­σε ἀ­πό­το­μα τὸ κε­φά­λι. Καὶ τὴν εἶ­δε. Εἶ­χε κα­τέ­βει τὸ ἕ­να σκα­λο­πά­τι τῆς σκη­νῆς καὶ εἶ­χε κά­τσει πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοῦ τρα­γου­δοῦ­σε, καρ­φώ­νον­τάς τον στὰ μά­τια. Τὸ κοι­νὸ ἔ­μοια­ζε λὲς καὶ σὲ ἕ­να σε­νά­ριο ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, ἐ­κεί­νη εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τοὺς στα­μα­τή­σει τὸν χρό­νο. Ἕ­να χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο ἐ­δῶ, μιὰ κλί­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἐ­κεῖ, ἕ­να πο­τὸ ἀ­κί­νη­το στὸ χέ­ρι ἀλ­λοῦ, μιὰ μπαγ­κέ­τα στὸν ἀ­έ­ρα στὴ σκη­νή, μιὰ πέ­να στὴν κι­θά­ρα πά­νω στὴ χορ­δή. Ὅ­λα εἶ­χαν στα­μα­τή­σει ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ τρα­γού­δι της, καὶ τώ­ρα ἐ­ξα­πέ­λυ­ε μὲ δύ­να­μη τοὺς στί­χους στὸ πρό­σω­πό του. Rid of me, you’re not rid of me, I can hardly wait, lick my legs, desire…

            Ὅ­λα τὸν ἔ­λου­ζαν καὶ ἡ φω­νὴ της τὸν τα­ξί­δευ­ε ἀ­πὸ τὸ μπὰρ στὸ κρε­βά­τι τους. Ἡ ὀ­θό­νη εἶ­χε μα­γι­κὰ σβή­σει. Στὴ θέ­ση της δὲν ὑ­πῆρ­χε εἰ­κό­να. Μό­νο τὸ ὄ­νο­μα τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε πάν­τα νὰ ὑ­πάρ­χει στὸν τοῖ­χο. Page and the Light Sources.

            Ἡ φω­νὴ τοῦ Ἄ­λεξ τὸν ξύ­πνη­σε. Εἰ­λι­κρι­νὰ τώ­ρα, ἐ­σὺ εἶ­σαι μὲ αὐ­τήν;

            Ναί…

            Τί νὰ σοῦ πῶ, συ­νέ­χι­σε ὁ φί­λος του. Ἐ­σὺ Βί­κη τί λές;

            Ἔ­ε­ε… τί νὰ πῶ; I can hardly wait to see her again!

            Νὰ σοῦ πῶ κά­τι; εἶ­παν καὶ οἱ δύ­ο στὸ τα­ξὶ με­τὰ γιὰ τὸ σπί­τι του, ὅ­που θὰ συ­νέ­χι­ζαν τὴ βρα­διά τους, πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν Πέ-

­ι­τζ νὰ γυ­ρί­σει ἀ­πὸ ἕ­να πάρ­τι μὲ κά­τι μου­σι­κοὺς πα­ρα­γω­γοὺς ὅ­που πῆ­γε μὲ τὸ γκροὺπ με­τὰ τὴ συ­ναυ­λί­α.

            Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ποὺ τρα­γου­δοῦ­σε νο­μί­ζα­με ὅ­τι σᾶς βλέ­που­με νὰ κά­νε­τε ἔ­ρω­τα σὲ μιὰ ὀ­θό­νη πί­σω ἀ­πὸ τὰ ντράμς.

            

            Κά­να­με, σκέ­φτη­κε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στὸ πρό­σω­πο τῆς Πέ­ι­τζ στὸ κρε­βά­τι τους κα­θὼς ἐ­κεί­νη ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη πά­νω του.



* ΣτΜ:

Τί­τλος καὶ πρώ­τη ἀ­να­φο­ρά:

Δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω

Στί­χοι μὲ σει­ρὰ ἐμ­φά­νι­σης:

Γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια

Καὶ παίρ­νω φω­τιὰ

Γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια

Καὶ γί­νο­μαι πό­θος

 

Γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια

 

Δὲν μὲ ξε­φορ­τώ­θη­κε­ς α­κό­μα (Χ2)

 

Μὲ ξε­φορ­τώ­θη­κες, δὲν μὲ ξε­φορ­τώ­θη­κες ἀ­κό­μα, δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω, γλεῖ­ψε μου τὰ πό­δια, πό­θος… 

ΣτΣ: Τὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἄ­κου­σμα τῶν τρα­γου­δι­ῶν τῆς PJ Harvey «Rid of Me» καὶ «Hardly wait» ἕ­να Σάβ­βα­το βρά­δυ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Βαγγέλης Δημητριάδης: Τὸ βατράχι


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τὸ βα­τρά­χι


ΑΠΟΤΕ, ΠΟΥ ΛΕΣ, στοὺς Μυ­τι­λη­νιούς, ἀ­πὸ ὅ­που κα­τα­γό­ταν ὁ θεῖ­ος Ἀ­ρί­σταρ­χος, ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Σχο­λαρ­χεί­ου καὶ κα­τὰ και­ρούς, ὅ­ταν ὑ­πε­ρί­σχυ­ε τὸ κόμ­μα του στὶς ἐ­κλο­γές, δά­σκα­λος τοῦ ἀλ­λη­λο­δι­δα­κτι­κοῦ, μιὰ θυ­γα­τέ­ρα εὐ­ϋ­πό­λη­πτης οἰ­κο­γέ­νειας δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α πὼς μέ­σα στὴν κοι­λιά της εἶ­χε ἕ­να βα­τρά­χι. Κα­νέ­νας για­τρὸς ἢ γι­ά­τρισ­σα, οὔ­τε ἡ Κα­τε­ρι­νι­ώ, ἡ μα­μὴ τοῦ Ἀ­ϊ-Ἀν­τώ­νη, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τῆς βγά­λουν τὴν ἰ­δέ­α ἀ­πὸ τὸ μυα­λό. Τὸ κο­ρί­τσι ὑ­πέ­φε­ρε. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ γο­νεῖς της. Μιὰ μέ­ρα ὁ θεῖ­ος Ἀ­ρί­σταρ­χος ἐ­φο­δι­ά­στη­κε μὲ τὰ κα­τάλ­λη­λα μέ­σα καὶ πῆ­γε στὸ σπί­τι τῆς ἄρ­ρω­στης. Κου­βέν­τα στὴν κου­βέν­τα συμ­φώ­νη­σε μα­ζί της πὼς κά­πο­τε κά­πο­τε, σπά­νια βε­βαί­ως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κι αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο, ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος βά­τρα­χος νὰ φω­λιά­σει στὴν κοι­λιὰ κά­ποι­ου ἀν­θρώ­που. Κολ­πα­δό­ρος καὶ κα­τα­φερ­τζῆς, ὁ μπάρ­μπας σου, τὴν ἔ­πει­σε νὰ κα­τα­πι­εῖ μιὰ χού­φτα μα­γνή­σιο, φο­βε­ρὸ κα­θαρ­τι­κὸ τῆς ἐ­πο­χῆς, ἐ­νῶ κρυ­φὰ το­πο­θέ­τη­σε ἕ­να ψό­φιο βα­τρά­χι στὸ δο­χεῖ­ο νυ­κτός, ὅ­που ἡ κο­πέ­λα ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ἀ­να­κου­φί­στη­κε. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν κα­θό­λα αἴ­σιο, δι­ό­τι ἡ ἀ­σθε­νὴς κό­ρη θε­ώ­ρη­σε πὼς τὸ βα­τρά­χι τοῦ δο­χεί­ου βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν κοι­λιά της. Ἔ­κτο­τε ἡ ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε καὶ ὁ θεῖ­ος Ἀ­ρί­σταρ­χος δο­ξά­στη­κε σφό­δρα στὴν πε­ρι­φέ­ρεια γιὰ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὴ ζω­ή του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Μάρτα Οριόλς (Marta Orriols): Πριγκίπισσα


Μάρ­τα Ὀ­ριόλς (Marta Orriols)


Πριγ­κί­πισ­σα

(Princesa)


«ΣΙΓΟΥΡΑ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ νὰ σὲ πά­ω, Πά­ου­λα;»

        «Θὰ μοῦ κά­νει κα­λὸ λί­γος κα­θα­ρὸς ἀ­έ­ρας.»

        Μὲ μιὰ ἄ­κε­φη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ, ἀ­πορ­ρί­πτει γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὴν πρό­τα­ση, ἐ­νό­σω βα­δί­ζει πα­ρα­πα­τών­τας προ­σποι­ού­με­νη μιὰ ἀ­νέ­φι­κτη γα­λή­νη. Καὶ τὰ τα­κού­νια δὲν βο­η­θᾶ­νε. Εἶ­ναι σχε­δὸν ἕ­ξι τὸ πρω­ὶ καὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς τοῦ Ἰ­ου­νί­ου ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ ρο­ζί­ζει· θέ­λει νὰ τρέ­ξει, ἀλ­λὰ τὰ πο­τὰ ποὺ ἔ­πι­νε ὅ­λη νύ­χτα ἔ­χουν ἀ­να­κα­τευ­τεῖ καὶ τῆς προ­κα­λοῦν μιὰ ἐ­λα­φριὰ ζά­λη.

        «Πο­λὺ κ­α­λά, ὅ,τι πεῖς. Θὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω γιὰ τὴν Τέ­ταρ­τη. Ἂν ἀλ­λά­ξεις γνώ­μη, μὲ εἰ­δο­ποι­εῖς. Ξε­κου­ρά­σου, πριγ­κί­πισ­σα!», τῆς φω­νά­ζει ἐ­νῶ βά­ζει μπρός. Ἡ φω­νὴ τῆς φί­λης της ἠ­χεῖ ἀ­δι­ά­φο­ρη κα­θὼς περ­νά­ει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ δί­πλα καὶ κορ­νά­ρει τρεῖς συ­νε­χό­με­νες φο­ρές. Ἡ ἠ­χὼ τῆς φω­νῆς χά­νε­ται ἀ­μέ­σως μέ­σα στὸ θό­ρυ­βο τῶν ὑ­πό­λοι­πων ὀ­χη­μά­των ποὺ ἐ­πί­σης τε­λει­ώ­νουν τὴ νύ­χτα, ἢ ἀ­κρι­βῶς τώ­ρα ἀρ­χί­ζουν τὴ μέ­ρα. Μιὰ ξι­νὴ νό­τα ἔ­χει μεί­νει στὸν ἀ­έ­ρα σὰν πρε­λού­διο τῆς με­λω­δί­ας ποὺ τὴ συ­νο­δεύ­ει κά­θε φο­ρὰ ποὺ κα­τε­βαί­νει στὴν κό­λα­ση: Πρι­γ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα.

        Κά­νει στὴν ἄ­κρη τὰ σπα­στὰ μαλ­λιὰ ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό της, πα­ρα­με­ρί­ζον­τάς τα βί­αι­α, μέ­χρις ὅ­του κα­τα­φέ­ρει νὰ μὴν τῆς κα­λύ­πτει τὰ μά­τια κα­μί­α μπού­κλα. Χώ­νε­ται στὴν εἴ­σο­δο τοῦ με­τρὸ καί, ξαφ­νι­κά, οἱ σκά­λες δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Ἡ κα­τη­φό­ρα τὴν κα­λεῖ στὸ σκο­τά­δι, τρα­χύ, ὅ­πως κά­θε φο­ρὰ ποὺ μπαί­νει μέ­σα του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της.

        Παίρ­νει ἀ­νά­σα καὶ γνέ­φει ἀρ­νη­τι­κὰ μὲ τὸ κε­φά­λι. Προ­σπα­θεῖ νὰ κρα­τή­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α καὶ τὴν εὐ­πρέ­πειά της, ἀλ­λὰ τὰ δαι­μό­νια τῆς ψι­θυ­ρί­ζουν στὸ ἀ­φτί, μὲ μιὰ ἀ­νά­σα καυ­τὴ καὶ σά­πια, ὅ­τι φο­ρά­ει ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ κον­τὸ φό­ρε­μα καὶ ὅ­τι ἡ νύ­χτα τὸ ἔ­χει πα­σπα­τέ­ψει μέ­χρι ποὺ τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ προ­σβο­λή, ὁ­πό­τε σπεύ­δει νὰ τὸ τρα­βή­ξει πρὸς τὰ κά­τω γιὰ νὰ κα­λυ­φθεῖ κά­πως, χω­ρὶς νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­πο­φύ­γει νὰ νι­ώ­σει βρό­μι­κη καὶ γυ­μνή. Εἶ­σαι με­γά­λη πιά, Πά­ου­λα. Ποιόν θὲς νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψεις τώ­ρα; Καὶ ἡ τιά­ρα ἀ­πὸ μπρι­γιάν; Στέ­κα, εἶ­πες; Εἶ­σαι γε­λοί­α. Εἶ­ναι μο­χθη­ρά, ὀ­μι­χλώ­δη, καὶ δὲν τὴν ἀ­φή­νουν πο­τὲ μό­νη.


Δύ­ο λε­πτὰ γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο τρέ­νο. Κα­νὰ δυ­ὸ χα­μέ­νες ψυ­χὲς πε­ρι­μέ­νουν ὅ­πως κι ἐ­κεί­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Ἡ ζέ­στη καὶ τὸ ἀλ­κο­ὸλ τὴν κά­νουν νὰ κλεί­σει μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὸ σά­λιο της. Τὰ ἀ­φτιὰ της βου­λώ­νουν ἀ­πὸ ἕ­να μπερ­δε­μέ­νο βου­η­τό. Κου­ρά­γιο, Πά­ου­λα. Καὶ κά­πως ἔ­τσι, πα­σχί­ζον­τας νὰ μὴν κά­νεις ἐ­με­τὸ ἢ νὰ μὴν σω­ρια­στεὶς στὸ πά­τω­μα, δὲν τὴ σκέ­φτε­σαι, τὸ πῶς θὰ ἦ­ταν ὅ­ταν θὰ τὴν τύ­λι­γες σὲ μιὰ χνου­δω­τὴ πε­τσέ­τα κά­θως θὰ τὴν ἔ­βγα­ζες ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ μπα­νι­έ­ρα, ὁ­πό­τε δὲν φαν­τά­ζε­σαι τὴν τρυ­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἄ­σπι­λου δέρ­μα­τός της τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ τὴ να­νού­ρι­ζες, καὶ κα­τα­πνί­γεις τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὴ μυ­τού­λα, ποὺ ἀ­ναμ­φί­βο­λα θὰ ἔ­μοια­ζε στὴ δι­κή σου. Χλο­μιά­ζει. Κά­θι­σε, Πά­ου­λα. Οἱ για­τροὶ δὲν κοι­τοῦν στὰ μά­τια ὅ­ταν πρέ­πει νὰ ποῦν ἄ­σχη­μα νέ­α. Μιὰ δυ­σπλα­σί­α. Οἱ ἐλ­πί­δες μη­δα­μι­νές. Ναί, θέ­λω νὰ ξέ­ρω. Ἦ­ταν κο­ρί­τσι. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα.


Ὁ θό­ρυ­βος τοῦ με­τρὸ ποὺ πλη­σιά­ζει τὴν ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νοί­γουν οἱ πόρ­τες, μπαί­νει ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη κι ἀ­φή­νε­ται νὰ πέ­σει σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα σὰν ἀ­πο­κα­μω­μέ­νη μα­ρι­ο­νέ­τα ὅ­ταν τὴν ἀ­φή­νουν στὸ κου­τί.

        Στη­ρί­ζει τοὺς ἀγ­κῶ­νες πά­νω στοὺς μη­ροὺς γιὰ νὰ ἀν­τέ­ξει τὸ βά­ρος τοῦ κε­φα­λιοῦ. Τρεῖς θέ­σεις πιὸ πέ­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να πο­λὺ νε­α­ρὸ ζευ­γά­ρι. Ἐ­κεί­νη κά­θε­ται πά­νω του. Ἔ­χουν γί­νει ἕ­να, κολ­λη­μέ­νοι σ’ ἕ­να φι­λὶ χω­ρὶς τε­λει­ω­μό, με­ταλ­λι­κό, σα­λι­ά­ρι­κο, σὰν τα­του­άζ. Κου­νᾶ­νε τὰ κε­φά­λια τους τό­σο γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μπλέ­ξουν τὶς γλῶσ­σες τους, ποὺ ἡ Πά­ου­λα πρέ­πει νὰ πα­λέ­ψει γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴν ἀ­να­γού­λα ποὺ νι­ώ­θει στὸ λαι­μό της, καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ  στα­μα­τή­σει νὰ τοὺς κοι­τά­ζει. Πει­σμα­τά­ρα καὶ ἀγ­χω­μέ­νη ἐ­ξί­σου, καρ­φώ­νει τὸ βλέμ­μα της στὸ ρόζ τῶν δύ­ο μα­λα­κῶν γλωσ­σῶν καὶ δι­α­κρί­νει μιὰ τσί­χλα φρά­ου­λα νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στό­μα στὸ ἄλ­λο. Τὴν εἶ­δε μό­λις λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα μέ­σα σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ δο­χεῖ­ο. Μιὰ ρὸζ μά­ζα, σὰν νε­ο­γέν­νη­το πον­τί­κι, ἀλ­λὰ ἤ­δη μὲ δύ­ο χέ­ρια καὶ δέ­κα μι­κρο­σκο­πι­κὰ δά­χτυ­λα. Πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ ζευ­γά­ρι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ει νὰ ἀ­να­κοι­νώ­νε­ται ἡ στά­ση της, μέ­σα στὰ ἀ­τσα­λέ­νια σφυ­ρίγ­μα­τα ποὺ γρα­τζου­νᾶ­νε τὶς ρά­γες. Τὸ σκά­ει ἀ­πὸ τὸ βα­γό­νι κι ἀ­νε­βαί­νει τὰ σκα­λο­πά­τια δυ­ὸ δυ­ό. Μό­λις βγαί­νει ἔ­ξω, παίρ­νει μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα, πρὶν τὴν ὑ­πο­δε­χτοῦν οἱ κραυ­γὲς ἀ­πὸ τὶς πρω­ι­νὲς στα­χτά­ρες, εἰ­δο­ποι­ών­τας την πὼς ναί, ὁ οὐ­ρα­νὸς ξη­μέ­ρω­σε σή­με­ρα πά­λι ρόζ, ἕ­να ρὸζ σάρ­κας, ἕ­να ρὸζ μω­ροῦ.



Πη­γή: Marta Orriols, Anatomia de les distancies curtes, (Edicions del Periscopi, 2016).

Μάρ­τα ­ριὸλς (Marta Orriols) γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Νὰ μά­θω νὰ μι­λῶ μὲ τὰ φυ­τὰ (Κα­στα­νι­ώ­της, 2021) σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Ἡ πα­ροῦ­σα ὁ­μα­δι­κὴ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­όν τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α καὶ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ» ποὺ δί­δα­ξε, κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2021/22, ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ φοι­τή­τρι­ες καὶ οἱ φοι­τη­τές: Ἀν­τω­νί­α Ἀ­δα­μί­δου, Γι­ῶρ­γος Βή­κας, Κων­σταν­τῖ­νος-Σω­τή­ριος Ζέρ­βας, Νί­κος Κο­κά­λας, Παν­τε­λὴς Κου­τσια­νᾶς, Ὄλ­γα Με­λά, Μπάμ­πης Πα­πα­γού­ρας, Irene Antich Fernández, Pablo Baeza Casero, Marta Valerón Miramón.


 

Σταυρούλα Τσούπρου: Οἱ φιγοῦρες τοῦ Minotaure


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Οἱ φι­γοῦ­ρες τοῦ Minotaure


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΩΝΙΑΚΗ βι­τρί­να, Ρή­νου καὶ Γορ­γο­πο­τά­μου, τί­πο­τε δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἀλ­λά­ξει. Ὁ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμός του πα­ρέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ὁ ἴ­διος ποὺ ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια. Κα­θρε­φτι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, τὶς ἀν­τι­κολ­λη­τι­κὲς κα­τσα­ρό­λες τε­λευ­ταί­ας τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὰ ἀ­ε­ρο­δυ­να­μι­κοῦ σχή­μα­τος πο­λυ­τη­γά­νια κοι­τά­ζον­τας τὸν, μο­νί­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, σκυ­θρω­πὸ ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἴ­σως καὶ μὲ σι­χα­σιά. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πάλ­λη­λος, συ­νη­θι­σμέ­νη νὰ τὸν βλέ­πει κά­θε πρω­ῒ αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα, δέ­κα λε­πτὰ με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα, καρ­φω­μέ­νον στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο, δὲν ἔ­δι­νε πλέ­ον κα­μί­α ση­μα­σί­α· ἄλ­λος ἕ­νας σφυ­ριγ­μέ­νος, ποὺ κά­νει τὴν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὴ πε­ραν­τζά­δα του. Ἂν καί, μάλ­λον, ἡ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ ντυ­μέ­νη στὸ καν­τί­νι δε­σποι­νι­δού­λα δὲν θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό­σο ἤ­πια τὴν ἐν λό­γῳ ἐμ­μο­νι­κὴ πα­ρου­σί­α.

        Στὴν δεύ­τε­ρη, Χα­λε­πᾶ καὶ Ταύ­ρου, δὲν μπό­ρε­σε νὰ κοι­τά­ξει μὲ τὴν ἄ­νε­σή της. Τὸ γνω­στὸ συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­τυ­χη­σα­σῶν καὶ ἀ­τυ­χη­σάν­των ἀλ­λο­δα­πῶν πτυ­χι­ού­χων τῆς προ­σφά­τως ἐ­πα­νευ­ρι­σκο­μέ­νης ἐν πο­λέ­μω πα­τρί­δας, κα­θά­ρι­ζε πυ­ρε­τω­δῶς τὰ τζά­μια τοῦ δεύ­τε­ρου μα­γα­ζιοῦ τῆς ἡ­μέ­ρας· θὰ  ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ ἀ­κό­μη μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το γιὰ τρί­α ἄ­το­μα. Με­σο­λα­βοῦ­σαν, ὅ­μως, δύ­ο οἰ­κο­δο­μι­κὰ τε­τρά­γω­να χω­ρὶς μα­γα­ζιὰ καὶ τό­σο πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Προ­σπά­θη­σε νὰ ἀρ­κε­στεῖ σὲ ἕ­να μο­νό­φυλ­λο στε­νὸ τζά­μι ποὺ μό­λις εἶ­χε στε­γνώ­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τί­κρι­σε αὔ­ξη­σε ἀν­τὶ νὰ μει­ώ­σει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της: τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ἀ­φτὶ της εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μί­α μυ­τε­ρὴ ἄ­νω ἀ­πό­λη­ξη, καὶ μά­λι­στα τρι­χω­τή. Πλη­σι­ά­ζον­τας καὶ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νη ἐ­ναλ­λάξ, ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, δι­α­πί­στω­σε ἐν τέ­λει ὅ­τι τὸ εἴ­δω­λό της δε­χό­ταν ποι­κί­λες πα­ρεμ­βά­σεις ἀ­πὸ τὰ χνου­δω­τὰ ζω­ό­μορ­φα κου­κλά­κια τῆς WWF, ποὺ βρί­σκον­ταν πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στὸ πά­νω ρά­φι τοῦ παι­χνι­δά­δι­κου. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο της κα­θη­συ­χα­σμέ­νη, με­τρί­ως.

        Τὸ κα­τά­στη­μα μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χε τὶς κα­λύ­τε­ρες σχε­τι­κὲς προ­δι­α­γρα­φές. Τὰ ψη­λὰ καὶ φαρ­διὰ τζά­μια του κα­θρέ­φτι­ζαν μὲ ἀ­κρί­βεια, ἀ­πὸ πολ­λὲς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς θέ­σεις, τὸ εἴ­δω­λό του, χά­ρη στὸ, οὐ­σι­α­στι­κά, ἄ­δει­ο ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἐ­φό­σον οἱ ἐ­πι­δει­κνυ­ό­με­νες πρὸς πώ­λη­σιν πόρ­τες, ἀ­φ’ ἑ­νός, βρί­σκον­ταν βα­θύ­τε­ρα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ μα­γα­ζιοῦ καί, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­δα­νι­κὸ σκοῦ­ρο φόν­το. Ἐ­κεῖ καὶ τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀν­τε­λή­φθη τὶς ἄλ­λες φι­γοῦ­ρες.

        Δη­λα­δή, ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ὅ­ποι­ες καὶ ὅ­ποι­οι περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς γω­νια­κὲς βι­τρί­νες καὶ κοι­τοῦ­σαν ἔ­στω καὶ ἀ­συ­νεί­δη­τα, γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου, μέ­σα στὸ τζά­μι, ἀ­πο­κτοῦ­σαν (στὰ μά­τια της μό­νον, ἄ­ρα­γε;) κε­φά­λι καὶ οὐ­ρὰ μι­νώ­ταυ­ρου ἢ ρι­νό­κε­ρου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἀλ­λό­κο­το, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, γιὰ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Ἢ μή­πως δὲν ἦ­ταν, τε­λι­κά, τό­σο ἀλ­λό­κο­το;

        Δι­ό­τι καὶ ἡ ἴ­δια δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι, κοι­τών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του μέ­σα στὸ τζά­μι τοῦ κα­τα­στή­μα­τος μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας, ἔ­βλε­πε μὲν τὸ κο­στού­μι (του) καὶ τὶς γό­βες (της) ἀλ­λὰ στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἔ­βλε­πε τὸ ρύγ­χος ἑ­νὸς ζώ­ου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ὀ­σμι­στεῖ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἴ­δω­λό του, σκουν­τών­τας μὲ τὸ κού­τε­λο στὸν πρό­χει­ρο κα­θρέ­φτη. Τὸ ζω­ό­μορ­φο κε­φά­λι ἦ­ταν δι­κό της, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α πε­ρὶ τού­του, για­τί κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βλε­πε τὸ εἴ­δω­λο νὰ πιά­νει μὲ τὸ χέ­ρι του τὸ ρύγ­χος, τὰ ἀ­φτιά, τὰ μά­γου­λα, αἰ­σθα­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι, τὸ δι­κό της χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ ἢ δε­ξί, μὲ τὰ δα­χτυ­λί­δια του καὶ τοὺς ξε­πα­γι­α­σμέ­νους κόμ­πους, νὰ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὴ μύ­τη-ρύγ­χος, πά­νω στὰ ἀ­φτιά, πά­νω στὰ μά­γου­λα. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε με­γά­λη, πο­λὺ με­γά­λη τα­ρα­χή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού, συ­χνά, ἀ­κο­λου­θοῦν­ταν ἀ­πὸ λι­πο­θυ­μί­α. Ἀλ­λὰ ἐ­τού­τη τὴ φο­ρὰ δὲν λι­πο­θύ­μη­σε, ἴ­σως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του (ὅ­πο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε, ὅ­ταν ἔ­πει­τα συ­νερ­χό­ταν ὅ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ εἶ­ναι ὅ­πως καὶ πρίν).

        Ἄρ­χι­σε τό­τε, σι­γὰ-σι­γά, νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς συ­ναι­σθή­μα­τος, ἢ καὶ αἰ­σθή­μα­τος, ἀ­πο­λύ­τρω­σης· ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ. Μῆ­νες καὶ χρό­νια κοι­τα­ζό­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς κα­θρέ­φτες καὶ ψευ­δο­κα­θρέ­φτες, φο­βού­με­νη καί, ταυ­τό­χρο­να, προ­σμέ­νον­τας μί­α με­τα­μόρ­φω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­μόρ­φω­ση, ὁ­τι­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ πρό­σω­πό του, τὸ ὁ­ποῖ­ο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, κα­τέ­λη­γε νὰ μὴν ται­ριά­ζει πιὰ μὲ ὅ­σα σκε­φτό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν τὸ πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἡ λο­γι­κὴ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε ὅ­λα ὅ­σα λυσ­σο­μα­νοῦ­σαν, κά­πο­τε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, μέ­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἢ στὴν ψυ­χή της, ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται. Καὶ ὄ­χι μό­νον στὴν δι­κή του ψυ­χή–εγ­κε­φα­λο, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λων. Ὅ­λες οἱ ψυ­χές–εγ­κέ­φα­λοι, πί­στευ­ε, εἶ­χαν ψε­γά­δια στὴν κα­τα­σκευ­ή τους, λί­γα, πολ­λὰ ἢ πά­ρα πολ­λά. Κα­μιὰ – κα­νέ­νας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἐ­ξαί­ρε­ση. Καὶ τώ­ρα ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης εἶ­χε ξε­κι­νή­σει.

        Ἔ­κα­νε ἕ­ναν κύ­κλο στὸ τε­τρά­γω­νο τοῦ προι­κι­σμέ­νου κα­τα­στή­μα­τος καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴν κεν­τρι­κὴ βι­τρί­να. Τώ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ δι­κό της ζω­ο­πρό­σω­πο εἴ­δω­λο ἔ­βλε­πε τὴν φα­νε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κτή­νω­ση πά­νω σὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πι­νους κορ­μούς, εἴ­τε κοί­τα­ζε τὸ ἀν­τι­κα­θρέ­φτι­σμά τους εἴ­τε τοὺς ἴ­διους. Εἶ­χε γί­νει καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο βῆ­μα. Ἄ­ρα­γε τὰ πράγ­μα­τα θὰ πή­γαι­ναν μέ­χρι τέ­λους ὅ­πως τὰ εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ φαν­τα­στεῖ; Ὅ­πως τὰ εἶ­χαν φαν­τα­στεῖ ὅ­λες οἱ ὅ­μοι­ες καὶ ὅ­λοι οἱ ὅ­μοι­οί τους; Ἐ­κεῖ­νες καὶ ἐ­κεῖ­νοι τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκέ­ψη ἁ­πλω­νό­ταν ἔ­ξω καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ χθές, ἔ­ξω καὶ με­τὰ τὸ αὔ­ριο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης: Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα



Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης


Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα


          Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο


ΚΑΠΝΙΖΕΙ τὸ τσι­γά­ρο του σκυ­φτὸς κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­ρα­μέ­να κλή­μα­τα. Πο­λὺς κό­σμος μπαι­νο­βγαί­νει γιὰ νὰ ξε­σκά­σει ἀ­π’ τὴ φορ­τι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ κα­πνιὰ ξε­γλι­στρών­τας ὕ­που­λα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να. Κά­νω νὰ τὸν φω­νά­ξω, ἀλ­λὰ τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ δι­στά­ζω. Ἔ­χει σκο­τει­νιά­σει τὸ πρό­σω­πό του. Βλέ­πεις, ἕ­ξι σχε­δὸν χρό­νια εἶ­ναι ρι­ζω­μέ­νος ἐ­δῶ. Τὰ δά­χτυ­λά του μοι­ραῖ­α συ­ναν­τοῦν τὴν καύ­τρα τοῦ τσι­γά­ρου —ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νος σὲ πε­ρι­συλ­λο­γὴ— κι ἐν­στι­κτω­δῶς τὸ πε­τά­ει κά­τω. Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται δέ­κα μέ­τρα, ψαύ­ει τοὺς κρο­τά­φους του καὶ γυρ­νᾶ πί­σω συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος.

       Ὅ­λο λέ­με ὅ­τι δὲν θὰ τὸν ξα­να­δοῦ­με, μὰ κά­θε Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο ἀ­κοῦ­με τὸν θλι­βε­ρὸ γογ­γυ­σμὸ τῆς κι­θά­ρας του.


* * *


            Στίγ­μα­τα


«ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ση­μά­δια πά­νω στὸ ξύ­λο βλέ­πεις τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ὀρ­γά­νου», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἕ­νας γέ­ρος κι­θα­ρί­στας πρὶν κα­τε­βά­σει μιὰ γεν­ναί­α γου­λιὰ κρα­σί. Ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ δὲν ἔ­δε­σε μὲ τρι­πλὸ κόμ­πο τὶς τρεῖς πρῶ­τες χορ­δές. Ἡ λε­πτό­τε­ρη ἀ­πρό­σμε­να λύ­θη­κε κι ἐκ­δι­κη­τι­κὰ ἔ­πε­σε σὰν μα­στί­γιο πά­νω στὸ ἄ­μοι­ρο κα­πά­κι. Του­λά­χι­στον τώ­ρα δὲν ἔ­χει μό­νο ἡ ψυ­χὴ του χα­ρα­κι­ές…


* * *


            Λύ­τρω­ση


ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ προ­σπερ­νοῦ­σε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τοῦ La Catedral ἀ­πὸ φό­βο μή­πως ἀ­πο­δώ­σει λά­θος τὴν ἔν­νοι­α saudade. Ἴ­σως ἔ­τρε­με στὴ σκέ­ψη τῆς βί­ω­σης μιᾶς τό­σο με­γά­λης ἀ­πώ­λειας. Με­λε­τοῦ­σε πάν­τα ἐ­πι­στα­μέ­να τὸ «Allegro solemne» δί­νον­τας βά­ση σὲ κά­θε νό­τα ξε­χω­ρι­στά. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­θε ἕ­να αἴ­σθη­μα ψυ­χι­κῆς λύ­τρω­σης ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὴν κα­τά­νυ­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ κομ­μα­τιοῦ καὶ ἡ κι­θά­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ θή­κη της.

       Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἀρ­γὰ μὲ συν­τρο­φιὰ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς με­λω­δί­ες τοῦ Barrios. Φαι­νό­ταν ὅ­τι ὅ­λα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ τρο­χιὰ μέ­χρι ποὺ τὸ τη­λέ­φω­νο δι­έ­κο­ψε πρὸς στιγ­μὴν τὴ γα­λή­νη. Βούρ­κω­σε με­μιᾶς κι ἔ­μει­νε ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὰ χέ­ρια του δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­παν τε­λι­κά. Μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα ἀ­να­κού­φι­σης γέ­μι­σε τὸ στῆ­θος του.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χος ποὺ δὲν θὰ ἔ­με­νε ὁ­λο­μό­να­χος ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀ­δι­κί­α καὶ τὸ μί­σος αὐ­τοῦ του κό­σμου…


* * *


Agustín Barrios, La Catedral. Παίζει κιθάρα ὁ John Williams.
Μέρη: 0:00 preludio saudade 2:15 andante religioso 4:01 allegro solemne


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης (Τρί­κα­λα τὸ 1992). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ὡς μου­σι­κός. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Τάσος Χατζητάτσης: Τὸ περιστέρι


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Τὸ πε­ρι­στέ­ρι


ΤΑΝ Η ΠΟΛΗ λει­τουρ­γοῦ­σε ἀ­κό­μα, χω­ρὶς ἀν­τι­πα­ρο­χὲς καὶ κα­νο­νι­σμοὺς πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, σὲ αὐ­λὲς καὶ σὲ τα­ρά­τσες, ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἀ­σχο­λί­α τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἡ ἐ­ξη­μέ­ρω­σή τους εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α συ­νή­θεια καὶ ἡ συμ­βί­ω­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους πάν­τα ἐρα­σμία.

        Πε­ρι­στε­ρι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χαν στὴν πό­λη καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πολ­λὰ με­τα­πο­λε­μι­κὰ κου­μά­σια εἶ­χαν τὴν προ­έ­λευ­σή τους ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῆς πεί­νας στὴν κα­το­χή. Τὰ παι­διά, βρί­σκον­τας ἕ­τοι­μα τὰ κα­τα­λύ­μα­τα, ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν τὶς κα­το­χι­κὲς χῆ­νες κι ὄρ­νι­θες μὲ πε­ρι­στέ­ρια. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­να­σχό­λη­ση ἐ­πί­πο­νη καὶ ἐ­ξαν­τλη­τι­κή, ξε­λά­φρω­νες ὅ­μως ἀ­πὸ δι­α­βά­σμα­τα κι ἀν­τι­γρα­φὲς καί τὸ, κυ­ρι­ό­τε­ρο, συγ­κέν­τρω­νες πά­νω σου ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα. Κου­νοῦ­σες τὸ σκιά­χτρο, μαῦ­ρο κου­ρέ­λι δε­μέ­νο στὸ ξύ­λο τῆς τα­βα­νό­σκου­πας καὶ ση­κώ­νον­ταν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ὅ­σο πιὸ τρε­λὰ ἀνέ­μι­ζες τὴ μαύ­ρη ση­μαί­α τό­σο πιὸ πολ­λοὺς κύ­κλους κά­ναν αὐ­τὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τα­ρά­τσα. Ὥ­σπου νὰ νι­ώ­θεις τὸ λα­χά­νια­σμα, νὰ βγά­λεις ἔ­ξω τὸ πε­τα­στά­ρι, μα­δη­μέ­νο, χω­ρὶς φτε­ρά, νὰ τὸ κρα­τᾶς ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, κι αὐ­τὰ στὴ στιγ­μὴ νὰ κουρ­νιά­ζουν ὑ­πά­κου­α γύ­ρω σου. Ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ νὰ σχο­λιά­ζει, νὰ θαυ­μά­ζει, καὶ τὰ μά­τια τῶν κο­ρι­τσι­ῶν καρ­φω­μέ­να στὰ πε­ρι­στέ­ρια σου. Τό ’­σκα­να ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ γυρ­νοῦ­σα ὅ­λα τὰ κου­μά­σια τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ψά­χνον­τας γιὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἔ­χα­να καὶ ξα­να­έ­χα­να τὰ σχο­λι­κά μου βι­βλί­α, στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Ξε­νο­φών­τα, γιὰ νὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μῶ δραχ­μές, νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ὅ,τι ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το μοῦ προ­σέ­φε­ραν σὰν λα­ρι­σι­νὸ μπρο­στά­ρη. Ἤθελα νὰ μὲ θε­ω­ροῦν δι­κό τους, νὰ μ’ ἀ­φή­νουν νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, πῶς γύ­μνα­ζαν, πῶς σή­κω­ναν τὰ σμή­νη τους. Ὑ­πῆρ­χαν θαυ­μα­στοὶ πε­ρι­στε­ρά­δες, στὴν Εὐ­καρ­πί­α, στὴν Τούμ­πα, στὴν Πυ­λαί­α. Εἶ­χαν πε­ρι­στέ­ρια ἱ­κα­νὰ ὄ­χι μό­νο γιὰ βόλ­τες ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τα­ξί­δια ὁ­λό­κλη­ρα μέ­χρι τὴ Λά­ρι­σα ἢ τὴν Κρή­τη. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ ὅλους ὅμως θαύ­μα­ζα τὸν συμ­μα­θη­τή μου τὸν Ρώσ­ση. Ἦ­ταν κι ὁ Ρώσ­σης πε­ρι­στε­ρᾶς, κι ἂς μὴν ξε­χώ­ρι­ζε ἕ­ναν μπρο­στά­ρη ἀπὸ μιὰ κο­πά­να. Οὔ­τε κου­μά­σι εἶ­χε, κα­θό­ταν σ’ ἕ­να ὑ­πόγει­ο στὴν Ἰσαύρων. Ἀσχο­λι­ό­ταν μό­νο μὲ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι, τὸ δι­κό του. Τὸ ἀγα­ποῦ­σε πα­ρά­φο­ρα καὶ τό ’­βγα­ζε γυ­μνὸ στὸν ἀ­έ­ρα νὰ ἀ­να­πνέ­ει ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι ἄ­πτε­ρο, κα­θη­λω­μέ­νο ἀλ­λὰ ἑφτά­ψυ­χο. Σὲ κά­θε δι­ά­λειμ­μα μα­ζευ­ό­μα­σταν ὅ­λοι στὰ πί­σω θρα­νί­α, ὄρ­θιοι, γιὰ νὰ δοῦ­με τὸν Ρώσ­ση νὰ ἐλευ­θε­ρώ­νει τὸ πε­ρι­στέ­ρι του καὶ νὰ τὸ πνί­γει στὰ χά­δια, μέ­χρι νὰ μεί­νει ἄ­ψυ­χο στὶς ζε­στές του πα­λά­μες. Στὸ ἑ­πό­με­νο δι­ά­λειμ­μα, ὁ­λο­ζών­τα­νο πά­λι τὸ πε­ρι­στέ­ρι, νὰ ξε­προ­βάλ­λει ὀρ­θό, μέ­σα ἀ­πό τὴν τρύ­πια τσέ­πη τοῦ Ρώσ­ση, ἕ­τοι­μο γιὰ τὴ νέ­α πα­ρά­στα­ση. Τὸ ξέ­ρα­με ὅ­λοι ἢ τὸ ὑ­πο­πτευ­ό­μα­σταν, ὅ­τι τὸ πε­ρι­στέ­ρι δὲν ξε­ψυ­χοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ χά­δια ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ δι­κό μας βλέμ­μα, τὸ ὁ­ποῖο ἔ­με­νε αἰχ­μάλω­τὸ πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ράμ­φος καὶ στὴν ἄ­σπρη στα­γό­να ποὺ ἔ­βγαι­νε μα­ζὶ μὲ τὴν ψυ­χή του. Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ρώσ­σης ἀ­πο­ζη­τοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὰ ἀρ­σε­νι­κό μας γυ­μνά­σιο, στὶς μει­κτὲς γι­ορ­τές μας. Στὶς πρῶ­τες γι­ορ­τὲς μὲ κο­πέ­λες, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νος τὸ εὐ­γε­νι­κό του πα­ρου­σια­στικό, εὔ­κο­λα ἀπο­μό­νω­νε τὰ κο­ρί­τσια σὲ μι­σό­φω­τα μπαλ­κό­νια καὶ στὰ πί­σω δω­μά­τια. Γρή­γο­ρα αὐ­τὰ ἐ­πέ­στρε­φαν στὶς πα­ρέ­ες τους καὶ τα­ραγ­μέ­να ἢ μὲ γέ­λια νευ­ρι­κά, ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νισμέ­να, ψι­θύ­ρι­ζαν στὶς φι­λε­νά­δες τους ὅ­σα πα­ρά­ξε­να εἶ­χαν ἀν­τι­κρίσει. Μέ­να­με ὅ­λοι κα­τά­πλη­κτοι μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια τοῦ Ρώσ­ση νὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στὶς κο­πέ­λες. Πρὶν προ­φτά­σουν αὐ­τὲς νὰ συ­νέλ­θουν ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξή τους, τὸ πε­ρι­στέ­ρι ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε κι­ό­λας στὰ χέ­ρια του. Καὶ τί δὲν τοῦ σέρ­να­με τοῦ Ρώσ­ση πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ὅ­λοι ὅ­μως ἀ­πο­ζη­τούσαμε τὴν πα­ρέ­α του. Ἄλ­λοι γιὰ νὰ τὸν συ­νο­δεύ­ου­με στὰ σπί­τια μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ὅ­που σύ­χνα­ζε· ἄλ­λοι γιὰ νὰ δο­κι­μά­ζου­με τὴν ἁ­μαρ­τω­λὴ γεύ­ση τῶν τσι­γά­ρων ποὺ ἔ­στρι­βε· κι ἄλ­λοι γιὰ νὰ ἀ­πο­κο­μί­ζου­με κέρ­δη ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια τοῦ θρά­σους του. Ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε συ­νερ­γή­σει καὶ γιὰ νὰ ἀγ­κα­λιά­σω πρώ­τη φο­ρὰ τὴν Ἕλ­λη. Ἤ­μα­σταν στὸν ἀ­πο­κρι­ά­τι­κο χο­ρὸ τῶν τε­λει­ό­φοι­των, ὅ­ταν ἡ Ἕλ­λη μὲ λυγ­μοὺς ἔ­πε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ μοῦ ἀ­πο­κάλυ­ψε ὅ­τι ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν γυ­μνὸς κά­τω ἀπὸ τοὺς μαιά­νδρους τοῦ ἀρ­χαί­ου χι­τώ­να. Τῆς ζή­τη­σε νὰ χο­ρέ­ψουν καὶ κα­θὼς στρο­βι­λί­ζον­ταν, ἔ­νιω­σε στὸ χέ­ρι της τὸ πε­ρι­στέ­ρι, ὀρ­θὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Ἡ ἀ­γα­νά­κτη­ση ποὺ ἔ­δει­ξα γιὰ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Ρώσ­ση, ἐξογ­κω­μένη κι ἀ­πὸ τὸν πο­λύ­μη­νο πό­θο μου γιὰ τὴν Ἕλ­λη, ἔ­φε­ραν σὰν ἀπο­τέλε­σμα τὴ συ­νέ­νω­σή μας ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Μιὰ συ­νέ­νω­ση ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε σὰν προ­ϋ­πό­θε­ση ὄ­χι μό­νο τοὺς αἰ­ώ­νιους ὅρ­κους ἄλ­λα καὶ τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀπο­μό­νω­σή μου ἀπὸ τὸν Ρώσ­ση. Μά­θαι­να, βέ­βαι­α, νέ­α του ἀ­πὸ πα­λιοὺς συμ­μα­θη­τὲς καὶ φί­λους, πάν­τα ὅ­μως μὲ τὰ χα­μό­γε­λα τῆς ἄ­μυ­νάς μας γιὰ ὅ­σα ἀ­σε­βῆ σκά­ρω­νε. Σύ­χνα­ζε τώ­ρα στὶς σκο­τει­νὲς αἴ­θου­σες τῶν κι­νη­μα­το­γρά­φων, ποὺ τό­τε καὶ πολ­λὲς ἦ­ταν καὶ πάν­τα γε­μά­τες. Προ­τι­μοῦ­σε τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­κὲς προ­βο­λές. Κα­λυμ­μέ­νος πί­σω ἀπὸ πα­ρά­ται­ρα πα­νω­φό­ρια κι ἀδι­ά­βρο­χα, ἀπο­κα­λυ­πτόταν σὲ μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες κι ἀ­συ­νό­δευ­τες κο­πέ­λες. Πολ­λὲς φο­ρὲς γι­νόν­του­σαν φα­σα­ρί­ες, κι ὅ­πο­τε δὲν τὸν πρό­φται­ναν τὰ πό­δια του τὸν τρα­βοῦ­σαν καὶ στὴν ἀσφάλεια. Ὄ­χι ὅ­μως στὸ σπου­δα­στι­κό της, ὅ­πως συ­χνὰ τό­τε συ­νέ­βαι­νε. Ξα­να­συ­ναντη­θή­κα­με μὲ τὸν Ρώσ­ση στὴν τε­λευ­ταί­α συγ­κέν­τρω­ση τῆς κί­νη­σης γιὰ τὸν ἀ­φο­πλι­σμό. Στὴν ἀρ­χὴ τῆς νέ­ας πα­ρα­λί­ας, μιὰ ἐ­ξέ­δρα γυ­μνή, τὸ σῆ­μα τοῦ Ρά­σελ, ὁ ὁ­μι­λη­τὴς καὶ μεῖς ἀ­πὸ κά­τω. Ὁ Ρώσ­σης κρα­τοῦ­σε πε­ρή­φα­να ἕ­να πα­νὸ μὲ τὸ γνω­στὸ πε­ρι­στέ­ρι καὶ τὸ κλα­δά­κι τῆς ἐ­λιᾶς στὸ ράμ­φος. Τὸν πλη­σί­α­σα, τε­λεί­ω­νε κι ἡ ἱ­στο­ρί­α μου μὲ τὴν Ἕλ­λη καὶ τὸν σκαν­δά­λι­ζα. «Ἀ­φῆ­στε ὅ­λα τὰ πε­ρι­στέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, ὅ­λα τὰ που­λιὰ νὰ κε­λα­ϊ­δᾶ­νε.» Γέ­λα­σε κι ἀ­να­γε­λού­σα­με, προ­κα­λών­τας τὴν ἀ­γα­νά­κτη­ση τῶν συγ­κεν­τρω­μέ­νων καὶ τοῦ με­σό­κο­που ὁ­μι­λη­τῆ. Ὕ­στε­ρα δι­α­λυ­θή­κα­με, ἄλ­λος ἐ­δῶ, ἄλ­λος ἀλ­λοῦ. Ἔ­μει­νε μό­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο πρω­ϊ­νὸ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ τὰ ξε­κάρ­φω­τα γέ­λια μας. Σκόρ­πι­σαν οἱ πα­ρέ­ες, οἱ με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες βόλ­τες, τὰ πά­θη γιὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὶς κο­πέ­λες. Γά­μοι, δου­λει­ές, γέν­νες. Ὁ κα­θέ­νας καὶ τὸ κλα­δά­κι του, ὁ κα­θέ­νας κι ἡ ψυ­χή του. Αὐ­το­κί­νη­τα, σπί­τια, συ­ναλ­λα­γὲς κι ἡ μνή­μη νὰ τὰ ἀ­λέ­θει ὅ­λα, ἄ­μυ­να ἡ μνή­μη· ἄ­μυ­να, φρόκα­λα καὶ σκου­πί­δια. Μό­νον τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε πα­λιοὶ συμ­μα­θη­τές, τώ­ρα με­σό­κο­πα, ποὺ ἀ­κού­γε­ται πιὰ ξε­κά­θα­ρα ὁ βα­ρύ­γδου­πος ἦ­χος τῆς καρ­μα­νι­ό­λας, ὅ­λοι ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε γιὰ τὸν Ρώσ­ση.

        Τί κά­νει; Ζεῖ; Ποῦ βρί­σκε­ται αὐτὴ ἡ ψυ­χή;

        Στέ­κει ἀ­κό­μα ὀρ­θὸ τὸ πε­ρι­στέ­ρι;

        Ξε­ψυ­χᾶ πάν­τα γιὰ ὅ­σα ἀ­νί­ε­ρα ἐ­μεῖς δὲν τολ­μή­σα­με;


(Δὲν θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ τόλ­μη­μα, ἂν πῶ ὅ­τι κι αὐτὴ ἡ σε­λί­δα, λευ­κὸ μὲ μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, σὰν πε­ρι­στέ­ρι, ἀδη­μο­νεῖ νὰ ξε­ψυ­χή­σει ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα σου, ἀ­να­γνώ­στη.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πε­ζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτη­ρί­ου, 1997).

Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Ἐρ­γά­στη­κε γιὰ χρό­νια ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς συ­νερ­γά­τες τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ «Ἐν­τευ­κτήριον». Τὸ 1998 βρα­βεύ­τη­κε γιὰ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοὶ ὡς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος πε­ζο­γρά­φος καὶ τὸ 2004 γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Σὰ σπα­σμέ­να φτε­ρὰ καὶ οἱ δύ­ο δι­α­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Δι­α­βά­ζω».



		

	

Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἄνοιξη


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Ἄ­νοι­ξη


ΤΕΣ ΕΒΡΕΧΕ. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χὴ ποὺ σκορ­πᾶ στὰ νε­ρὰ τὴ χρυ­σὴ γύ­ρη τῶν δέν­τρων. Σή­με­ρα ὅ­μως εἶ­ναι ἠλι­α­κά­δα.

        Ἡ Ἑ­λέ­νη ἄ­νοι­ξε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ κρα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα φυ­λα­κω­μέ­νη μέ­σα στὴν κά­μα­ρη τὴ νύ­χτα. Μὲ ὁρ­μή, πλα­ταί­νον­τας τὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­σπρω­ξε κι’ ἄ­νοι­ξαν κα­τὰ ἔ­ξω τὰ πρά­σι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Μπῆ­κε ὁ ἥ­λιος φέρ­νον­τας τὴ δρο­σιὰ τῆς χλό­ης ἀν­τά­μα μὲ τὴν εὐ­ω­διά τῶν ἀν­θῶν τοῦ κή­που.

        Κυ­ρια­κὴ καὶ σχό­λη. Ἡ Ἑ­λέ­νη σκέ­φτε­ται ὅ­τι θά ’­θε­λε πο­λὺ νὰ ’­βγαι­νε. Τὸ πο­λὺ φῶς ξύ­πνη­σε μέ­σα της μιὰν ἀ­νη­συ­χί­α πρό­σχα­ρη. Τὴν ἔ­κα­με νὰ θέ­λει νὰ κι­νη­θεῖ γρή­γο­ρα, νά περ­πα­τή­σει. Ἡ ἐ­πι­θυ­μία της ἦ­ταν νὰ ξε­μα­κρύ­νει στὴν ἐξο­χὴ περ­πα­τών­τας μο­νά­χη. Θὰ προ­χω­ροῦ­σε χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ στα­μα­τᾶ, χω­ρὶς νὰ λο­γα­ριά­ζει μὲ τὸ νοῦ της ὅ­τι θὰ ἔ­πε­στρε­φε. Ἐν­τε­λῶς ξέ­γνοια­στη θὰ χόρ­ται­νε μὲ ὅ­σα τὰ μά­τια της θὰ ἀπο­θη­σαύ­ρι­ζαν προ­σέ­χον­τας τὴν πιὸ πα­ρα­μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Κα­λύ­τε­ρα θά ’­ταν νὰ πή­γαι­νε μὲ βάρ­κα. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἄ­ναγ­κη μιᾶς προ­σπά­θειας ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κορ­μιοῦ της. Τὰ δά­χτυ­λα καὶ ἡ πα­λά­μη νὰ σφί­ξουν, μὲ ὅ­ση δύ­να­μη ἔ­χει, τὰ κου­πιά. Ἡ κό­πω­ση θὰ χα­λά­ρω­νε τὴν ἐξάρτη­ση τῶν μα­τι­ῶν ἀπὸ τὸ σῶ­μα. Τὸ βλέμ­μα της θὰ μά­κραι­νε, ἐλεύθε­ρα, στὸ κυα­νὸ καὶ γα­λα­νὸ σμί­ξι­μο τοῦ οὐ­ρα­νοῦ μὲ τὴ θά­λασ­σα, πέ­ρα ἀ­πὸ κά­θε στε­ριά. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει πα­ρό­μοι­α φυ­γή. Φο­βή­θη­κε ὅ­τι ἡ αἴ­γλη ἀπὸ τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς τὴν εἶ­χε κά­νει νὰ φαν­τα­στεῖ πολ­λὰ πού, ξα­νὰ πά­λι σή­με­ρα, ὅ­πως τό­σες φο­ρές, δὲν θά ’­φτα­ναν σὲ πέ­ρας. Δύ­σκο­λα τὴν ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βγαί­νει μό­νη της. Δὲν ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νη μὲ τὴν ἐξο­χή. Τὴν ἤ­ξε­ρε μο­νά­χα ἀπ’ ὅ­σα τῆς ἐ­πέτρε­πε νὰ βλέ­πει γρήγο­ρα τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ζή­σει τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ τῆς κά­μα­ρής της με­γά­λω­νε. Πάν­τα οἱ ἔ­ξο­δές της γι­νόν­του­σαν μὲ συν­τρο­φιὰ γνω­ρί­μων, φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν. Οἱ ἐκ­δρο­μὲς αὐ­τές, δε­σμεύ­ον­τας μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν ἄλ­λων τὴ φαν­τα­σί­α της καὶ τὸ νοῦ, τῆς ἔ­κο­βαν κά­θε βα­θύ­τε­ρη δι­ά­θε­ση χα­ρᾶς. Προ­τι­μοῦ­σε κα­λύ­τε­ρα, ἐκτὸς ὅ­ταν τὴν ἀνάγ­κα­ζαν, νὰ μέ­νει στὸ δω­μά­τιό της μ’ ἕ­να βι­βλί­ο. Τὸ φῶς ὅ­μως τῆ­ς Ἄ­νοι­ξης δὲν τῆς ἐπέ­τρε­πε νὰ κλει­στεῖ. Θά ’­βγαι­νε μό­νη ἔ­στω καὶ μό­νο γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πε­ρί­πα­το στὴ γει­το­νιά. Δὲν θὰ ὑ­πά­κου­ε στὴ μη­τέ­ρα της πα­ρ’ ὅ­λο ὅ­τι τὴν ἀ­γάπα­γε πο­λύ. Δὲν εἶ­χε κα­μιὰ δι­ά­θε­ση νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ βγεῖ μα­ζί της ἐ­πι­σκέ­ψεις. Πέ­ρα­σε ἀπό το νοῦ τῆς ὅ­λη ἡ σκη­νὴ τοῦ μα­λώ­μα­τος ποὺ θὰ εἶ­χε μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ κά­θε τρό­πο νὰ τὴν ἐμ­πο­δί­σει νὰ βγεῖ. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ ἐκεί­νη τό­τε θ’ αὐ­θα­δία­ζε, νευ­ρι­ά­ζον­τας μὲ τὴν γε­μά­τη βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­μο­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της νὰ μι­λᾶ καὶ νὰ συμ­βου­λεύ­ει, χω­ρὶς νὰ ἐν­δι­α­φέρε­ται κα­θό­λου γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια σκε­φτό­ταν. Ἀρά­δια­ζε συμ­βου­λὲς πρα­κτι­κῆς ση­μα­σί­ας, ποὺ τὴν ἀνάγ­κα­ζαν ν’ ἀπαν­τᾶ ἀ­πό­το­μα, σὰ νὰ τῆς ἔ­φευ­γε τὸ ἔ­δα­φος κά­τω ἀπὸ τὰ πό­δια.Ὅ­ταν ἀρ­γὰ θὰ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τη­θεῖ ἀ­παν­τώντας στὴ μά­να της, ἐκείνη ἤ­δη θὰ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη, τα­ραγ­μέ­νη, μὲ ἀλ­λαγ­μέ­νο τὸ χρῶ­μα στὸ πρό­σω­πο. Μέ­σα της ἡ Ἑ­λέ­νη κα­τά­λα­βε νὰ τὴν δαγ­κώ­νει μιὰ κρυ­φὴ ἀ­πελ­πίσια. Θ’ ἀναγ­κα­ζόταν, λοι­πόν, νὰ χά­σει τὴ μά­να της καὶ νὰ μεί­νει ἐν­τε­λῶς μο­νά­χη κι’ ἔ­ρη­μη. Ἔ­γει­ρε τὸ πρό­σω­πό της στὸ προ­σκέ­φα­λο, τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ κλά­ψει, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νὰ μὴ χά­σει ἐν­τε­λῶς τὴ δύ­να­μή της.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­πο­τόμα σὲ λί­γο, στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη καὶ κοι­τά­χτη­κε. Τὸ σῶ­μα της ἀ­δύ­να­το καὶ ψη­λό, ὅ­πως τὰ νε­α­ρὰ δέν­τρα προ­τοῦ τὰ βγά­λουν ἀ­π’ τὰ φυ­τώ­ρια, χω­ρὶς πολ­λὰ κλα­διὰ καὶ φύλ­λω­μα, σχε­δὸν μό­νο μιὰ εὐ­θεία σὲ ὕ­ψος. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἦ­ταν κά­τι και­νού­ριο, ἕ­να φυν­τά­νι ξέ­χω­ρο. Τὴν γέ­μι­σε ὑ­πε­ρη­φά­νεια καὶ δύ­να­μη ἡ αἴ­σθη­ση ἐ­κεί­νη. Δὲν ἔ­πρε­πε σὰ χα­ζὴ νὰ στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Τὸ ὅ­τι εἶ­χε ἄλ­λη βού­λη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να της δὲν σή­μαι­νε ὅ­τι εἶ­χε πά­ψει νὰ τὴν ἀ­γα­πᾶ. Δὲν κι­νι­ό­ταν ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­πει­δὴ ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴν ἀ­το­μι­κο­τη­τά της. Ἦ­ταν σὰ νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὸν κα­θρέ­φτη τὴν κί­νη­ση τῶν ἀ­νι­όν­των βλαστι­κῶν χυ­μῶν στὰ δέν­τρα. Ἡ ἁ­πλότη­τα τοῦ ντυ­σί­μα­τός της συν­τε­λοῦ­σε ἀρ­κε­τὰ στὸ σχη­μα­τι­σμὸ τῆς φαν­τα­στι­κῆς εἰ­κό­νας. Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ τρυ­φε­ρά τὸ κα­θη­με­ρι­νό της φό­ρε­μα. Μιὰ μάλ­λι­νη μπλὲ πλε­χτὴ μπλού­ζα τῆς ἔσφιγ­γε τὸ κορ­μὶ κι’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μά­κρος τοῦ μπρά­τσου ἴ­σα­με τὸν καρ­πὸ τοῦ χε­ριοῦ, ὅ­που τέ­λει­ω­νε μ’ ἕ­ν’ ἄ­σπρο κουμ­πί. Γύ­ρω στὸ λαι­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ καμ­πύ­λο πη­γού­νι, ἕ­να για­καδά­κι μὲ μιὰ γρα­βά­τα φι­όγ­κο, ἀπὸ μαῦ­ρο πε­τσί. Τὸ μπό­ι κα­τέ­βαι­νε στε­νό. Οἱ κάλ­τσες στὸ χρῶ­μα τοῦ ξύ­λου τῆς κα­ρυ­διᾶς, λί­γο πιὸ γκρί­ζο, ντύ­ναν τ’ ἀ­δύ­να­τα, λε­πτά, ψη­λὰ πό­δια. Κα­τά­λα­βε πό­σο πο­λὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἑαυ­τό της. Μὲ μιᾶς ὅ­λα ἠρέμη­σαν μέ­σα της. Δὲν θὰ θύ­μω­νε κα­θό­λου πα­ρὰ θὰ φι­λοῦ­σε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­ταν θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ τῆς ψάλ­λει τὰ συ­νη­θι­σμέ­να. Στὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου τοῦ σπι­τιοῦ της, κα­θι­σμέ­νο κα­τα­γῆς, ζη­τι­ά­νευ­ε ἕ­να παι­δὶ σα­κά­τι­κο. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νοῦ­σε κον­τά του, ἡ Ἑ­λέ­νη τρό­μα­ζε· πολ­λὴ ὥ­ρα με­τὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ βλέ­πει μὲ τὸ νοῦ της τὰ πα­ρα­μορ­φω­μέ­να γό­να­τα καὶ τὶς κο­κα­λι­ά­ρι­κες κνῆ­μες τοῦ φτω­χοῦ παι­διοῦ. Προ­σπερ­νοῦ­σε γρή­γο­ρα χω­ρὶς νὰ τολ­μᾶ νὰ δώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι της τὴν ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως τὴ στιγ­μὴ ποὺ κοι­τα­ζό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ νοῦ της τὸ ζη­τι­α­νά­κι, κα­τά­λα­βε ὅ­τι σχε­δὸν πιὰ τὴν τρό­μα­ζε ἡ εἰ­κό­να του. Ἦ­ταν πα­νέ­τοι­μη νὰ τὸ πλη­σιά­σει μὲ πραγ­μα­τι­κὴ συμ­πά­θεια. Πό­σον ἥ­λιο στ’ ἄ­λη­θεια χω­ροῦ­σε ἡ κά­μα­ρή της; Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀέρα τῆς φού­σκω­νε τὸ στῆ­θος. Ὁλό­κλη­ρο τὸ σῶ­μα της δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ ντυ­μέ­νη λα­χτά­ρα. Πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὰ πρά­σι­να φύλ­λα τοῦ κή­που, στὸν με­λέ­νιο ἥ­λιο τῆς ἡμέ­ρας, παι­χνί­δι­ζε μιὰ πε­τα­λού­δα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἡ Ἑ­λέ­νη τὴν εἶ­δε στὸν καθρέ­φτη καὶ χα­μο­γέ­λα­σε χα­ρού­με­να. Στὴν μπλού­ζα εἶ­χε ἕ­να χον­τρομ­πούμ­που­ρα καρ­φί­τσα. Φτη­νὸ πρα­μα­τά­κι ποὺ τό ’­χε ἀ­γο­ρά­σει μό­νη της. Τὸ ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ χρυ­σὸ κό­σμη­μα μὲ τὰ δι­α­μαν­τά­κια ποὺ τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει, τὴ φτη­νὴ ἐ­κείνη ἀ­πο­μί­μη­ση ἐν­τό­μου ποὺ τὸ πέ­τα­μα τῆς πε­τα­λού­δας τῆς εἶ­χε θυ­μί­σει. Ἀ­νέ­βα­σε τὸ χέ­ρι της στὴ μπλού­ζα καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει στορ­γι­κά τὸ φτη­νὸ κο­λε­ό­πτε­ρο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρη δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να πα­ρα­μι­κρὸ ἔν­το­μο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ βο­σκή­σει σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀν­θι­σμὲ­νη πλά­ση. Πῆ­γε ξα­νὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ δέν­τρα καὶ ὁ ἥ­λιος δὲν θὰ τὴν ἄ­φη­ναν νὰ κου­ρα­στεῖ ποὺ θὰ ‘βγαι­νε μό­νη.

Μά­ι­ος 1935



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αὐ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).



		

	

Βελισσαρία Μπαφατάκη: Τὸ κουφάλογο


Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη


Τὸ κου­φά­λο­γο


Ν ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ὅτι ἡ ὑ­γεί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α, τό­τε δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ λά­βε­τε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πα­νά­γου. Τοῦ Πα­νά­γου ποὺ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ στὸ νη­σί, ὅ­που δια­βεῖ καὶ ὅ­που στα­θεῖ κου­φά­λο­γο τὸν ἀ­νε­βά­ζουν, κου­φά­λο­γο τὸν κα­τε­βά­ζουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου στὴν πα­ρέ­α του, δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Ἀ­παγ­κί­στρω­σε δι­α­κρι­τι­κά τὸ κα­λα­μά­κι τοῦ κα­φὲ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μπρο­στι­νὰ δόν­τια γιὰ νὰ μὴν πνι­γεῖ καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πο­τή­ρι πά­νω στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο τρα­πέ­ζι μὲ ἐ­πι­δει­κτι­κὴ ἀ­πά­θεια. Οἱ λε­βέν­τες τρι­γύ­ρω χα­χά­νι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­πάν­τη­σης ὡς μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη κου­φα­μά­ρας. Τί θρά­σος! Δὲν μί­λη­σε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

        Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια του, βλέ­πε­τε, δὲν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια νὰ ζη­τή­σει ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θές. Κα­νέ­να δι­ά­λο­γο δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νοί­ξει. Ὡ­στό­σο, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ θέ­μα πά­νω του καὶ θὰ δι­ε­ρευ­νοῦ­σε τὸ ζή­τη­μα προ­σω­πι­κὰ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας μέ­ρα μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔ­φτα­νε σπί­τι καὶ θὰ ἔ­με­νε μό­νος. Ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε! Πλη­σί­α­σε τὸν κα­θρέ­φτη καὶ σή­κω­σε τὰ μα­κριά του μαλ­λιά. Τὰ αὐ­τιά του ἦ­ταν ὅ­πως πάν­τα στὴν θέ­ση τους. Πε­ρή­φα­να καὶ ρόζ. Τὰ ἔ­τρι­ψε κι­ό­λας γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἄ­κου­γε καὶ τοὺς λε­πτοὺς τρυ­φε­ροὺς ἤχους­ ποὺ πα­ρή­γα­γαν τὰ δά­χτυ­λά του ὅ­σο χά­ϊ­δευ­ε τοὺς λο­βούς. Προ­τοῦ θυ­μώ­σει καὶ ἀρ­χί­σει νὰ βγά­ζει κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ­το αὐ­τιά του, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα πε­ραι­τέ­ρω. Ὄ­χι μό­νος αὐ­τὴ τὴν φο­ρά.

        Τη­λε­φώ­νη­σε τὸ δί­χως ἄλ­λο στὸν κύ­ριο Πε­ρι­στε­ρά­κη, γνω­στὸ ὠ­το­ρι­νο­λα­ρυγ­γο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ ἔ­κλει­σε ραν­τε­βού. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση πῆ­γε πε­ρί­φη­μα. Ὁ για­τρὸς εἶ­χε και­ρὸ νὰ δεῖ πε­ρί­πτω­ση σὰν τὴν δι­κή του. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις του στὸ ἀ­κου­ό­γραμ­μα καὶ σὲ ὅ­λες τὶς μι­κρὲς δο­κι­μα­σί­ες συν­το­νι­σμοῦ καὶ ἰ­σορ­ρο­πί­ας ποὺ τὸν ὑ­πέ­βαλ­λε, μαρ­τυ­ροῦ­σαν πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἐ­ξό­χως ὑ­γι­ῆ μὲ ἀ­κου­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα λύ­κου. Ἡ γνω­μά­τευ­ση ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρη. «Μά, ἐ­σεῖς ἀ­κοῦ­τε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να» εἶ­πε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί σᾶς ἔ­φε­ρε μέ­χρι ἐ­δῶ.»

        «Ὁ κό­σμος, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη. Νά, λέ­νε ὅ­τι δὲν ἀ­κού­ω.» Ποι­ός κό­σμος, δη­λα­δή; Οἱ φί­λοι του, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἀλ­λὰ δί­στα­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν λέ­ξη. Κλω­τσοῦ­σε τὸ μυα­λό του.

        Ὁ κύ­ριος Πε­ρι­στε­ρά­κης μέ­σα στὰ πολ­λὰ μπαμ­πά­λι­σε κά­τι πε­ρὶ το­ξι­κό­τη­τας καὶ χά­ρα­ξε ὁ­ρι­ζον­τί­ως τὸν ἀ­έ­ρα μὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α λε­πί­δα γιὰ νὰ το­νί­σει τὴν ἀ­νάγ­κη ὁ­ρι­στι­κῆς λύ­σης τέ­τοι­ων ἄ­σκο­πων δε­σμῶν.

        Ὁ Πα­νά­γος κον­το­στά­θη­κε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἄ­κου­σε κα­λά. Μιὰ χα­ρὰ ἄ­κου­σε. Ἡ καρ­διὰ του κλώ­τση­σε. Τὰ λό­για τοῦ Πε­ρι­στε­ρά­κη ἦρ­θαν καὶ ἔ­κα­τσαν σὰν πέ­τρα στὸ στῆ­θος του. Νὰ ξε­κό­ψει ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του; Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ πρό­τει­νε ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ τρέ­λα. Κα­θα­ρὴ τρέ­λα. Αὐ­τὸς ὁ για­τρὸς μᾶλ­λον δὲν στέ­κει κα­λὰ στὰ λο­γι­κά του. Δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο. Κά­λυ­ψε πει­σμα­τι­κά τὰ αὐ­τιά του καὶ ἔ­συ­ρε τὴν κα­ρέ­κλα του πρὸς τὰ πί­σω, ὡς ἔν­δει­ξη πα­ρα­βί­α­σης τῶν ὁ­ρί­ων ἀ­νο­χῆς ἢ καὶ ἀν­το­χῆς. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα ἄ­κου­γε. Ἢ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει.

        Ζή­τη­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­ναν κα­θρέ­φτη καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ αὐ­τὸς τί θὰ κά­νει. Ὁ για­τρὸς προ­σπά­θη­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή του καὶ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­τά­ρα­χος, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κι­ό­λας πιά­σει τὰ μαλ­λιά του ψη­λὰ σὲ μιὰ σφι­χτὴ πε­ρή­φα­νη ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μπά­νιο ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε τὸ δά­χτυ­λο τοῦ κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη. Πρὶν κλεί­σει τὴν πόρ­τα πί­σω του, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ ὕ­φος λο­ξό.

        Τὴν εἶ­χε πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή του. Μὲ μιὰ κί­νη­ση καὶ γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­δεί­ξει πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε στὴν γνω­μά­τευ­σή του, ὁ Πα­νά­γος ξε­κόλ­λη­σε μὲ μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κί­νη­ση τὰ ἄ­κρως λει­τουρ­γι­κὰ αὐ­τιά του, θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν ξέ­να καὶ ψεύ­τι­κα καὶ τὰ ἄ­φη­σε μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ ἔκ­πλη­κτου κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη ποὺ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο χλι­μιν­τρί­ζον­τας. Κλώ­τση­σε καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο.

        Ξε­χύ­θη­κε κου­φὸς καὶ μα­κά­ριος σὲ δά­ση, δρυ­μοὺς καὶ σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ ἄ­γνω­στα σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ γιὰ νὰ τὸν δοῦν ὅ­λοι. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­και­ώ­σει τὸν κό­σμο, τὸν δι­κό του κό­σμο ποὺ τὸν ἔ­λε­γε κου­φά­λο­γο, καὶ ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ πί­στευ­αν. Ἄ­λο­γο μέ­σα στὰ ἄ­λο­γα, τὰ πα­ρά­λο­γα. Γιὰ νὰ μὴν μεί­νει μό­νος.

        Καὶ ἐ­σύ, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη, ὁ­λό­κλη­ρος για­τρὸς μὲ πτυ­χί­ο, ἔ­μει­νες μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι ὑ­γι­ῆ αὐ­τιὰ νὰ κεί­τον­ται στὸ γρα­φεῖ­ο σου. Μά, ποῦ πᾶς καὶ ἐ­σὺ νὰ βρεῖς λο­γι­κὴ στὸ ἄ­λο­γο τὸ πα­ρά­λο­γο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.