Μυρσίνη Μανέτα: Ἡ βάφτιση



Μυρσίνη Μανέτα


Ἡ βά­φτι­ση


ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ περ­πα­τοῦ­σε καὶ φαί­νον­ταν μό­νο τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της. Ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός της δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρὰ μό­νο σὰν προ­βο­λὲς πά­νω σὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἐ­πί­πε­δο. Κά­θε ση­μεῖ­ο-προ­βο­λὴ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να νού­με­ρο, ἔν­δει­ξη τοῦ βά­θους. Ἂν ἕ­νω­νες ὅ­λα τὰ ἰ­σο­βα­θῆ ση­μεῖ­α μὲ καμ­πύ­λες γραμ­μὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ­μα­δο­ποι­οῦ­σες τὶς ἰ­σο­βα­θεῖς καμ­πύ­λες σὲ σύ­νο­λα, μπο­ροῦ­σες νὰ σχη­μα­τί­σεις τὴ δε­ξιά της γάμ­πα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μπρά­τσο, τὶς κλεῖ­δες τοῦ λαι­μοῦ της ἢ τὶς πλευ­ρὲς τῆς κοι­λιᾶς.

         Μπο­ροῦ­σες ἔ­τσι κά­πως νὰ τὴ φαν­τα­στεῖς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ πό­σο κα­λὸς χαρ­το­γρά­φος ἤ­σουν.

Δὲν ἤ­ξε­ρα τὸ ὄ­νο­μά της, μό­νο τὴν εἶ­χα δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει, κου­βα­λών­τας μα­ζί της τὰ χω­ρι­κά της ὕ­δα­τα σὲ μορ­φὴ βα­θυ­με­τρι­κοῦ δι­α­γράμ­μα­τος.

         Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πὸ χρό­νια ξε­χά­σει νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της ξε­πρό­βα­λαν σὰν μι­κρὲς Ἰ­θά­κες ὅ­ταν τὴν ξα­να­εῖ­δα, δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω πῶς θὰ τὴ βα­φτί­σω:

         Πη­νε­λό­πη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μυρ­σί­νη Μα­νέ­τα (Πά­τρα, 1984). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτονικὴ στὸ ΕΜΠ καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ τμῆ­μα Γρα­φι­στι­κῆς τοῦ ΤΕΙ Ἀ­θή­νας. Ἐρ­γά­ζεται περιστασιακὰ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας, σκη­νο­γρά­φος, δα­σκά­λα σχε­δί­ου, σχε­διά­στρια, καὶ στὸ προ­γράμ­μα­τα τοῦ Δή­μου Καλ­λι­θέ­ας, γιὰ τὶς Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της καὶ τὶς Ἐκ­δό­σεις Αἰ­ώ­ρα ὡς εἰ­κο­νο­γρά­φος.

Εἰκόνα: Pierre Bonnard, Τὸ μπάνιο (1925).


Διαφημίσεις

Δημοσθένης Καμπούρης: Τὸ μέλλον ποὺ ἔφευγε


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Τὸ μέλ­λον ποὺ ἔ­φευ­γε


ΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς θὰ κα­θό­ρι­ζε τὸ μέλ­λον του: θὰ χώ­ρι­ζε μα­ζί της. Ἀ­γα­πι­όν­του­σαν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς θὰ περ­νοῦ­σαν τὴ ζω­ή τους μα­ζί, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος θά ‘φευ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, θὰ πή­γαι­νε στὴν πό­λη, θὰ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­α ἄλ­λη ἐ­κεῖ ἢ καὶ ἄλ­λες. Ἡ προ­ο­πτι­κὴ τὸν ἀ­να­στά­τω­νε. Κι ἔ­τσι κά­θι­σε γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μα­ζί της στὸ παγ­κά­κι τοῦ πάρ­κου καὶ τῆς εἶ­πε τί ἤ­θε­λε. Τὴν εἶ­δε νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς, νὰ τραν­τά­ζε­ται, κι αὐ­τὸ ἔ­σκι­ζε καὶ τὴ δι­κή του καρ­διά, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Τὰ χαρ­το­μάν­τι­λα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α σκού­πι­ζε τὰ μά­τια της τά ‘χω­νε στὴν τσέ­πη της. «Θέ­λω νὰ τὰ κρα­τή­σω νὰ θυ­μᾶ­μαι», τοῦ εἶ­πε. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­κό­μα. Ἐ­κεῖ­νος κου­νοῦ­σε τὰ πό­δια του νευ­ρι­κά. Ἡ στιγ­μὴ ἐρ­χό­ταν. Ση­κώ­θη­κε καὶ τί­να­ξε τὸ τζίν της μὲ τὶς πα­λά­μες της. Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ μυα­λό του ἄ­δει­ο. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ, ὄρ­θια ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε με­τα­βο­λὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πε­τά­χτη­κε τό­τε κι ἐ­κεῖ­νος λί­γο πιὸ ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­ναν θά­μνο, ξε­κουμ­πώ­θη­κε, κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­του­ρά­ει ὁρ­μη­τι­κά, ἀ­συγ­κρά­τη­τα, ἀ­τε­λεί­ω­τα. Εἶ­χε σκά­σει τό­ση ὥ­ρα καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν τε­ρά­στια, σκέ­πα­ζε τὴν αἴ­σθη­ση καὶ τὴν βα­ρύ­τη­τα ὅ­λων των ἄλ­λων.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).


Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Βάνα Σύρμου: Ζεϊμπέκικο


Βά­νια Σύρ­μου


Ζεϊμπέκικο

 

 ΛΙΤΣΑ! Ἡ Λί­τσα νὰ τὸ χο­ρέ­ψει!». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νέ­ων στὸ πλά­ι τῆς πί­στας, φω­νά­ζει ρυθ­μι­κά, ἀ­παι­τών­τας τὸ χο­ρὸ τῆς Λί­τσας, μό­λις ἀ­κού­γον­ται οἱ πρῶ­τες νό­τες ἀ­πὸ τὸ «Ζε­ϊμ­πέ­κι­κό τῆς Εὐ­δο­κί­ας». Ἀ­π’ τὸ μι­κρό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ἡ φω­νὴ τῆς τρα­γου­δί­στριας: «Γιὰ τὴν Λί­τσα!».

Ἡ πί­στα ἀ­δειά­ζει. Ἡ Λί­τσα «κα­τ’ ἀ­παί­τη­ση τοῦ κοι­νοῦ» στέ­κε­ται στὸ κέν­τρο τῆς πί­στας μὲ τὸν συ­νο­δό της. «Μό­νη μου θέ­λω» τοῦ λέ­ει. Σκύ­βει τὸ κε­φά­λι καὶ κλεί­νει τὰ μά­τια. Τὰ τέ­λια τοῦ μπου­ζου­κιοῦ τῆς δί­νουν τὸ ρυθ­μό. Ἀρ­χί­ζει νὰ χο­ρεύ­ει. Ἡ πα­ρέ­α τὴν συ­νο­δεύ­ει χτυ­πών­τας πα­λα­μά­κια. Τὰ λαμ­πι­ό­νια πά­νω ἀ­πὸ τὴν αὐ­το­σχέ­δια πί­στα στὴν ἄ­κρη τοῦ κή­που, συμ­πλη­ρώ­νουν τὸ λα­ϊ­κὸ σκη­νι­κό. Μὲ κι­νή­σεις κο­φτές, ἀ­παν­τᾶ στὶς πε­νι­ὲς τοῦ μπου­ζου­κιοῦ. Ἡ ἄ­πνοι­α τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς βρα­διᾶς βα­ραί­νει τὴν ἀ­νά­σα. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια μὲ βλέμ­μα ποὺ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ μέ­σα. Τώ­ρα λι­κνί­ζε­ται ἀρ­γά, βα­ριά, ὅ­πως ται­ριά­ζει τοῦ ζε­ϊμ­πέ­κι­κου. Τὰ χέ­ρια σπρώ­χνουν μὲ δύ­να­μη δί­νον­τας φό­ρα σὲ κά­θε στρο­φή. Ξε­δι­πλώ­νον­τάς τα νι­ώ­θει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται στὸ κέν­τρο τῆς πί­στας. Ἡ μί­α στρο­φὴ με­τὰ τὴν ἄλ­λη. Πα­ρα­δο­μέ­νη στὸν κα­η­μὸ τῆς με­λω­δί­ας στρο­βι­λί­ζε­ται στὰ πλα­κά­κια τῆς ὑ­παί­θριας πί­στας, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. «Μπρά­βο Λί­τσα!», ἡ πα­ρέ­α χει­ρο­κρο­τεῖ. Δα­νεί­ζε­ται τὴ σι­γου­ριὰ τῆς μου­σι­κῆς καὶ γέρ­νει ἀ­πό­το­μα τὸ κορ­μί της πρὸς τὰ πί­σω ἀ­νοί­γον­τας δι­ά­πλα­τα τὰ χέ­ρια. Ἀ­να­με­τρι­έ­ται μὲ τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο.

        Στὴ θέ­α τῆς πε­ρι­στρε­φό­με­νης στὸν ἀ­έ­ρα ρό­δας τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου της, ἡ ἀ­νά­σα τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς βρα­διᾶς σκα­λώ­νει σ’ ἓ­ν’ ἄ­ξαφ­νο «Ἄχ!», ποὺ πνί­γει τὸν ἦ­χο τοῦ μπου­ζου­κιοῦ. Ἡ Λί­τσα ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νη στὴν πί­στα. Προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς ἱ­μάν­τες ποὺ κρα­τοῦν γε­ρὰ δε­μέ­να τὰ πό­δια της στὴ βά­ση τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου, ἀ­να­ση­κώ­νει μό­νο τὸ κε­φά­λι, με­τα­τρέ­πον­τας μιὰ ἐ­λα­φριὰ σύ­σπα­ση πό­νου σὲ χα­μό­γε­λο. «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Μιὰ δύ­σκο­λη φι­γού­ρα!» λέ­ει στὸν συ­νο­δό της ποὺ τρέ­χει νὰ τὴ ση­κώ­σει. Στὴν ἀ­μή­χα­να πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἀ­παν­τᾶ στα­θε­ρὴ ἡ φω­νὴ τῆς Λί­τσας: «Εἶ­μαι κα­λά. Θὰ συ­νε­χί­σω.» Κά­νει νό­η­μα στὴν ὀρ­χή­στρα.

        Τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο τὴ σι­γον­τά­ρει ὑ­πά­κου­α. Ἕ­νας-ἕ­νας οἱ φί­λοι της μπαί­νουν στὴν πί­στα μα­ζί της. Χο­ρεύ­ουν μὲ κι­νή­σεις κο­φτὲς τὶς ρό­δες τους, μέ­χρι τὸ τέ­λος τῆς «πα­ραγ­γε­λιᾶς». Τὰ μά­τια της χα­μο­γε­λα­στὰ ἀ­πο­κρί­νον­ται στὸ χει­ρο­κρό­τη­μα. Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στα μὲ τὴ λε­βεν­τιὰ τοῦ ζε­ϊμ­πέ­κι­κου στὰ ἀ­νοι­χτά της χέ­ρια.

        Δὲν ἐ­πι­στρέ­φει στὸ τρα­πέ­ζι της. Τὴ βλέ­πω νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται σ’ ἕ­να ἀ­φώ­τι­στο ση­μεῖ­ο, στὸ πί­σω μέ­ρος τῆς αὐ­λῆς. Ἀ­πὸ κεῖ μπο­ρεῖ νὰ πά­ρει ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ «τὰ δρώ­με­να τῆς σκη­νῆς». Εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ὁ θε­α­τὴς στὸ ἐ­τή­σιο γλέν­τι τοῦ φι­λαν­θρω­πι­κοῦ σω­μα­τεί­ου. Ὁ ἦ­χος τῆς μου­σι­κῆς, οἱ εὐ­χὲς στὰ μι­κρό­φω­να γιὰ ὑ­γεί­α καὶ μα­κρο­η­μέ­ρευ­ση, τὰ συγ­κρα­τη­μέ­να χα­μό­γε­λα, τὸ κέ­φι τῶν συ­νο­δῶν, ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­να­κου­φι­στι­κὰ μα­κριά της. Γέρ­νει τὸ κε­φά­λι μπρο­στὰ καὶ ἀ­φή­νει τὰ χέ­ρια της νὰ πέ­σουν ἄ­νευ­ρα ἀ­πὸ τὰ μπρά­τσα τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου. Ξέ­ρει πὼς ἴ­σως εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ χο­ρέ­ψει. Πα­ρα­δί­νε­ται στὴν προ­στα­σί­α τοῦ σκο­τα­διοῦ.

        Σὰν ἀ­πρό­σκλη­τος ἐ­πι­σκέ­πτης στέ­κο­μαι δί­πλα της ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας καὶ γιὰ μέ­να μιὰ θέ­ση στὸ θέ­α­μα. Δὲν ἀρ­γεῖ νὰ μὲ κα­τα­λά­βει στρέ­φον­τας τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Μὲ κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα γιὰ μιὰ στιγ­μὴ χω­ρὶς νὰ μοῦ μι­λή­σει κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἀ­φή­νε­ται. Ἡ πα­ρου­σί­α μου δὲ φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. «Ὑ­πέ­ρο­χο τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο στὴν πί­στα!» τολ­μῶ νὰ σπά­σω τὴ σι­ω­πή. «Τοῦ χρό­νου μπο­ρεῖ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ τὸ χο­ρέ­ψω» μοῦ ἀ­παν­τᾶ χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

      «Τὰ χέ­ρια σου ξύ­πνη­σαν θύ­μη­σες καὶ στὰ δι­κά μου. Χό­ρε­ψες γιὰ ὅ­λους μας ἀ­πό­ψε Λί­τσα καὶ ἡ μνή­μη ξέ­ρει νὰ κρα­τᾶ ὅ­σα τὸ σῶ­μα ξε­χνᾶ.» «Μπά! Μοῦ ‘γι­νες καὶ ποι­η­τὴς τώ­ρα;» λέ­ει κρυ­φο­γε­λών­τας.

        Μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κό­μα σκυ­φτό, ση­κώ­νει ἀρ­γὰ τὸ δε­ξί της χέ­ρι καὶ τὸ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὸ δι­κό μου, ποὺ ἀ­να­παύ­ε­ται χρό­νια τώ­ρα βου­βὸ πά­νω στὸ μπρά­τσο τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου μου. Τὴν ἀγ­γί­ζω κι ἐ­γὼ μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἡ μνή­μη σκιρ­τᾶ ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὰ λό­για τῆς ἁ­φῆς. Ἡ καρ­διά μου χτυ­πᾶ ξα­νὰ δυ­να­τά.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Δη­μή­τριος Δη­μη­τρα­κά­κης: Ξυρίσματα



Δη­μή­τριος Δη­μη­τρα­κά­κης


Ξυ­ρί­σμα­τα


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­κα φο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:

       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.

       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.

       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…

       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;

       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;

       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..

       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;

       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;

       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.

       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.

       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.

       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,

       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.

       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…

       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…

       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.

       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.


Λαϊκὸ ἐπιχρωματισμένο ξυλόγλυπτο.
Ἀπὸ τὸν Καρναβαλικὸ Πολιτιστικὸ Σύλλογο Ἀγιάσου «Ὁ Σάτυρος».
Φωτογραφία: Ἡρὼ Νικόπουλου, 1η Αὐγούστου 2003.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α, Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Α. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, Ἀ­θῆ­ναι, 1927 [Ἀ­πὸ Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη Ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα].

Δη­μη­τρα­κά­κης, Δη­μή­τριος. Γεν­νή­θη­κε στὸ Κα­στρὶ τέ­ως Δή­μου Κα­στο­ρεί­ου τῆς Λα­κε­δαί­μο­νος τὸ 1823, πέ­θα­νε ἄ­γα­μος στὶς 23 Αὐ­γού­στου τοῦ 1888 καὶ τά­φη­κε στὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ Να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στὸ Κα­στρί. Ἦ­ταν γιὸς τοῦ ὁ­πλαρ­χη­γοῦ τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ 1821 Γε­ωρ­γί­ου Δη­μη­τρα­κά­κη καὶ ἐγ­γο­νὸς τοῦ ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρα τῆς ἡ­ρω­ϊ­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης «τοῦ Ὀρ­λὼφ» Γι­αν­νά­κη Δη­μη­τρα­κά­κη. Ἔ­βγα­λε τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Σχο­λεῖ­ο στὸ Μι­στρᾶ, τὸ Γυ­μνά­σιο στὸ Ναύ­πλιο, καὶ τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­α­κρί­θη­κε ὡς δη­μό­σιος ἄν­δρας καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ ση­μαν­τι­κὲς δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α. Τὰ χρό­νια της Κω­λετ­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης (1845-1847) ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρος γραμ­μα­τέ­ας τοῦ Σπαρ­τιά­τη πο­λι­τι­κοῦ Νι­κο­λά­ου Κορ­φι­ω­τά­κη ποὺ δο­λο­φο­νή­θη­κε ὅ­ταν ἦ­ταν ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν ἀ­πὸ το­πι­κοὺς ἀν­τι­πά­λους του τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1850. Με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ Κορ­φι­ω­τά­κη ὁ Δ. Δη­μη­τρα­κά­κης ἐ­κτέ­θη­κε στὶς ἐ­κλο­γὲς τὸ 1859 καὶ ἐ­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τὴς Λα­κε­δαί­μο­νος. Ἐ­πα­νε­κλέ­χτη­κε τὸ 1868, τὸ 1879, τὸ 1880-1882 καὶ τὸ 1885. Ση­μαν­τι­κὴ προ­σφο­ρά του ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του ποὺ ὄ­χι μό­νο φω­τί­ζουν πολ­λὲς σκο­τει­νὲς σε­λί­δες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας μας ἀλ­λὰ καὶ σκι­α­γρα­φοῦν μιὰν ὁ­λό­κλη­ρη ἐ­πο­χή. Πη­γή: http://www.elladatv.gr/

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης).



		

	

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips): Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α



Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips)


Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α

(The Impossible Angle)


Α ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­α. Δὲν γνώ­ρι­ζαν, ὅ­ταν ἡ καρ­διά τους ὅ­μοι­α μὲ σκύ­λου, φού­σκω­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρά τους λί­γα χρό­νια πρίν, πῶς θὰ κα­τέ­λη­γε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τους. Εἶ­χαν ἁ­πλές, ἀλ­λὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὲς ἀ­ναγ­κές: νὰ περ­πα­τή­σουν καί, πε­ρι­στα­σια­κά, νὰ τρέ­ξουν, νὰ πε­ρι­πλα­νη­θοῦν σὲ πε­ζο­δρό­μια πό­λε­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ σὲ ἐ­ξο­χι­κοὺς δρό­μους. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, κρέ­μον­ται μὲ δερ­μα­το­ει­δῆ ἀ­θω­ό­τη­τα ἀ­π’ τὰ πό­δια του, δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ες. Τὶς ἀ­πα­σχο­λοῦν κυ­ρί­ως οἱ δί­δυ­μες τρύ­πες τους, μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ πο­διοῦ καὶ μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Θυ­μοῦν­ται ἀό­ρι­στα ἐ­κεί­νη τὴν φο­ρὰ ποὺ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα τὶς μαν­τά­ρι­σε, και­ρὸ πρίν. Ἀλ­λὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει μῆ­νες ἀ­πὸ τό­τε, ἂν ὄ­χι χρό­νια. Θυ­μοῦν­ται τὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά της δά­χτυ­λα. Θυ­μοῦν­ται ἐ­πί­σης πὼς κά­πο­τε ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπρες, πα­ρὰ κα­φέ. Ὅ­μοι­α μὲ τὰ πα­πού­τσια του, οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τοῦ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὸ καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν πάν­τα. Μιὰ φο­ρά, ἕ­να κο­ρί­τσι κο­ρό­ι­δε­ψε τὸν νε­κρὸ ἄν­τρα γιὰ τὸ κον­τό του παν­τε­λό­νι ποὺ δὲν ἔ­φτα­νε νὰ κα­λύ­ψει τοὺς ἀ­στρα­γά­λους του. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε τὸ παν­τε­λό­νι του. Εἶ­πε στὸ κο­ρί­τσι ὅ­τι τὸ παν­τε­λό­νι τὸ εἶ­χε ρά­ψει μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα σ’ ἕ­να κα­λὸ μέ­ρος. Τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­γνο­εῖ τὴν ὁ­λο­έ­να αὐ­ξα­νό­με­νη ὑ­πο­ψί­α του ὅ­τι ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας εἶ­ναι ἴ­σως νε­κρός.

       Τὸ ἐ­σώ­ρου­χο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, γε­μά­το τώ­ρα κό­πρα­να καὶ οὖ­ρα, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ που­κά­μι­σο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, μου­σκε­μέ­νο ὣς τὸ κόκ­κα­λο, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ κα­πέ­λο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο, κεί­τε­ται μέ­τρα μα­κριά.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ χω­νέ­ψω. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἔ­χει σφηνω­θεῖ στὸ μυα­λό μου σὰν ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία. Ἡ ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ κά­τω ποὺ μοιά­ζει μὲ τὴν ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν ἑ­νὸς ζων­τα­νοῦ ἄν­τρα, ὁ στε­νὸς βρώ­μι­κος δρό­μος, τὰ χα­λί­κια καὶ οἱ τρο­χοὶ τῶν ἐ­λα­στι­κῶν, τὸ παν­τε­λό­νι του, οἱ κάλ­τσες του, τὰ πα­πού­τσια του, ἡ ἀ­καμ­ψί­α τοῦ δε­ξιοῦ του πο­διοῦ, ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α κλί­σης τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ http://newlimestonereview.as.uky.edu/2017/09/01/two-flash-fictions/#more-307

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα βι­βλί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τῆς τε­λευ­ταί­ας της συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των So­me Pos­sible So­lu­tions ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο John Gar­dner Fi­ction Book A­ward γιὰ τὸ 2017. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Beau­ti­ful Bu­reau­crat ἦ­ταν μέ­σα στὴ λί­στα τῶν New York Times γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ ξε­χώ­ρι­σαν τὸ 2015 καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α The Los An­ge­les Ti­mes Book Pri­ze καὶ New York Pu­blic Li­bra­ry’s Young Li­ons A­ward. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ ἐ­πί­σης, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ro­na Jaf­fe Foun­da­tion Wri­ter’s A­ward, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο I­ta­lo Cal­vi­no Pri­ze. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ ἔν­τυ­πα The Atlan­­ticThe New York Ti­mesTin Hou­se καὶ Se­le­cted Shorts. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­πί­κου­ρη κα­θη­γή­τρια στὸ Broo­klyn Col­lege. https://www.helencphillips.com/home/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου: Ὁ ὑ­πνο­βά­της



Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου


Ὁ ὑ­πνο­βά­της


ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, παι­δά­κι δέ­κα χρο­νῶν, ἔ­βλε­πε κά­θε βρά­δυ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο. Ἄ­γνω­στοι ἄν­τρες ὁ­πλι­σμέ­νοι, μὲ στο­λὲς καὶ κουμ­πού­ρια, ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι καὶ τὸν κυνη­γοῦ­σαν. Μα­ζί τους, πρώ­τη καὶ κα­λύ­τε­ρη, ἡ μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας πάν­τα ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Ἀ­δέρ­φια δὲν εἶ­χε. Ἄ­κου­γε τὰ πο­δοβο­λη­τὰ ἀ­π’ τὶς βα­ρι­ὲς μπό­τες καὶ κου­λου­ρι­α­ζό­ταν κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Ὅ­πο­τε ἀ­να­κά­λυ­πταν τὴν κρυ­ψώ­να του, τὸ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα στὴν αὐ­λή, καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν μο­νά­χος στὴν πό­λη. Τό ‘βλέ­πε καὶ δὲν φο­βό­ταν πιά, εἶ­χε συ­νη­θί­σει. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ τρό­μος εἶ­ναι ψεύ­τι­κος. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ἄ­νοι­γε ἀ­πό­το­μά τα μά­τια του, τὴ μιὰ κα­θι­σμέ­νος στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας, τὴν ἄλ­λη σὰν στή­λη ἅ­λα­τος στὴ μέ­ση του δι­α­δρό­μου, μπρο­στὰ στὸν ἄ­δει­ο κα­θρέ­φτη τοῦ πὸρτ-μαν­τώ. Ἄλ­λες φο­ρές, κοι­μι­σμέ­νο μὲ τὰ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα, τὸν ἔ­παιρ­νε ἡ μα­μά του προ­σε­χτι­κὰ ἀ­π’ τὸ χε­ρά­κι γιὰ νὰ μὴν ξυ­πνή­σει καὶ τὸν πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γὰ πί­σω στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ δὲν θυ­μό­ταν τί­πο­τα. Ὅ­μως κά­ποι­ο βρά­δυ τὰ πράγ­μα­τα σο­βά­ρε­ψαν. Δὲν ξέ­ρει πῶς, ἄ­νοι­ξε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, κα­τέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο. Τὸ πρω­ὶ μιὰ γει­τό­νισ­σα τὸν βρῆ­κε μὲ τὰ ἐ­σώ­ρου­χα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴν κο­λώ­να. Τὴν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια μὰ δὲν ἔ­βλε­πε, τοῦ φώ­να­ξε μὰ δὲν ἄ­κου­γε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν πῆ­γε πί­σω στὸ σπί­τι του. Ἀ­πὸ τό­τε, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα τὰ βρά­δια κλεί­δω­νε, καὶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο βά­ζα­νε ἕ­να βρεγ­μέ­νο τα­πέ­το. Ξυ­πνοῦ­σε πά­νω σ’ αὐ­τὸ καὶ τὸ ὄ­νει­ρο ἔ­με­νε στὴ μέ­ση.

       Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τὸ στε­νὸ γέ­μι­ζε ἀ­πὸ παι­διά, τὰ πιὸ πολ­λὰ ἀ­γό­ρια. Παί­ζα­νε μπά­λα, κά­να­νε φα­σα­ρί­α καὶ τσα­κώ­νον­ταν. Μό­λις νύ­χτω­νε στα­μα­τοῦ­σαν κου­ρα­σμέ­να τὸ παι­χνί­δι καὶ γύρ­να­γαν στὰ σπί­τια τους. Μιὰ κο­λώ­να τοῦ δή­μου στὴ μέ­ση φώ­τι­ζε τὴ γει­το­νιά. Αὐ­τὸς συ­νή­θως κα­θό­ταν στὸ πε­ζού­λι μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ ἔμ­παι­νε τε­λευ­ταῖ­ος μέ­σα. Κά­ποι­ες φο­ρὲς τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α ἕ­να ξαν­θὸ κο­ρί­τσι. Ἦ­ταν δυ­ὸ-τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη, και­νούρ­για στὴ γει­το­νιά, ἔ­με­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω, σ’ ἕ­ναν κά­θε­το δρό­μο. Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς τοῦ στρα­τοῦ, μό­νι­μος, πέρ­σι εἶ­χαν ἔρ­θει μὲ με­τά­θε­ση στὴν πό­λη. Ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι, πα­ρά­ξε­νη κο­πέ­λα, μο­να­χι­κή, ἴ­σως καὶ λί­γο ντρο­πα­λή. Δὲν εἶ­χε πολ­λὲς φι­λί­ες μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά, οὔ­τε μὲ ἀ­γό­ρια οὔ­τε μὲ κο­ρί­τσια, δὲν ἔ­παι­ζε μα­ζί τους, οὔ­τε κου­βέν­τια­ζε πο­λύ, κα­θό­ταν μό­νη της στὴν ἄ­κρη καὶ κοι­τοῦ­σε. Ἀρ­γοῦ­σε κι αὐ­τὴ τὰ βρά­δια νὰ μα­ζευ­τεῖ στὸ σπί­τι, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἡ μη­τέ­ρα της καὶ τῆς φώ­να­ζε.

       Εἶ­χε πά­ει με­σά­νυ­χτα καὶ κα­θόν­του­σαν ἀ­κό­μα στὰ σκα­λο­πά­τια. «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ὑ­πνο­βά­της;» τὸν ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Γύ­ρι­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε. Μαγ­κώ­θη­κε. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι του καὶ κοί­τα­ξε ἀλ­λοῦ, ἴ­σως καὶ νὰ κοκ­κί­νι­σε λι­γά­κι. Αὐ­τὴ πῶς τὸ ἤ­ξε­ρε, ἦ­ταν τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κό τους μυ­στι­κό, δὲν τὸ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν, ἔ­τσι τοῦ εἶ­χαν πεῖ οἱ δι­κοί του, ἀλ­λὰ καὶ κα­νέ­νας μέ­χρι σή­με­ρα δὲν τὸν εἶ­χε ρω­τή­σει. «Δὲν βγαί­νεις πλέ­ον τὰ βρά­δια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σου κοι­μι­σμέ­νος;» συ­νέ-χι­σε αὐ­τὴ χα­μο­γε­λών­τας. «Ὄ­χι, δὲν βγαί­νω, καὶ σέ­να τί σὲ νοιά­ζει;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε τσαν­τι­σμέ­νος καὶ ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, εἶ­πε, ἔ­νι­ω­θε πε­ρί­ερ­γα καὶ δὲν εἶ­χε ὕ­πνο. Κα­θό­ταν μό­νη της στὸ μπαλ­κό­νι καὶ πε­ρί­με­νε νὰ ξη­με­ρώ­σει. Μέ­σα ἡ μη­τέ­ρα της κοι­μό­ταν, ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι γιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α. Τό­τε τὸν εἶ­δε. Προ­χω­ροῦ­σε ἀρ­γὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στα­μά­τη­σε στὴ γω­νί­α. Ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἄ­δει­ος, οὔ­τε ἁ­μά­ξια, οὔ­τε ἄν­θρω­ποι, παν­τοῦ ἐ­ρη­μιὰ καὶ σκο­τά­δι. Κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της, τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα, ψὶτ-ψίτ, μὰ αὐ­τὸς χαμ­πά­ρι δὲν πῆ­ρε. Τό­τε κα­τέ­βη­κε κά­τω ὅ­πως ἦ­ταν, μὲ τὶς πι­τζά­μες γε­μά­τες αἵ­μα­τα καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος του. Τὴν κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια, μὰ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε. Αὐ­τὴ νό­μι­σε ὅ­τι ἔ­κα­νε γιὰ πλά­κα τὸν ὑ­πνο­βά­τη καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε τὰ χέ­ρια τεν­τω­μέ­να, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ σὲ μιὰ ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀπ’ τὸ χέ­ρι, πέ­ρα­σαν τὸν δρό­μο καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δεί­ξει τὸ δω­μά­τιό της, ρὸζ οἱ τοῖ­χοι του καὶ γε­μά­τοι πριγ­κί­πισ­σες, νε­ρά­ι­δες καὶ βα­σι­λό­που­λα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κρε­βά­τι της, ἦ­ταν γε­μά­το αἵ­μα­τα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει τὴ μα­μά της ἀ­κό­μα —πο­νοῦ­σε καὶ ἡ κοι­λιά της πο­λύ— θὰ τῆς τὸ ἔ­λε­γε τὸ πρω­ί. Φο­βό­ταν καὶ μή­πως τὴ μα­λώ­σει. «Νά, κοί­τα τοῦ εἶ­πε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ βγῆ­κε» κα­τέ­βα­σε τὰ ροῦ­χα της καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε τὴν πλη­γή. Αὐ­τὸς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε. Ζε­στὸ αἷ­μα κύ­λη­σε στὰ δά­χτυ­λά του, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μα. «Μὲ κυ­νη­γοῦ­νε», τῆς εἶ­πε τρο­μαγ-μέ­νος, «ἂν μὲ πιά­σουν θὰ μὲ σκο­τώ­σουν» κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρος. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι κι αὐ­τὴ φο­βᾶ­ται πο­λὺ καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὴν ἀγ­κά­λια­σε κι αὐ­τός…



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Χρόνος ἡμι-ζωῆς (ἐκδ. 24 γράμματα, Πάτρα, 2017).

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.