Στά­θης Κου­τσού­νης: Κεράσια



Στά­θης Κου­τσού­νης


Κε­ρά­σια


— ΠΑΜΕ γιὰ κε­ρά­σια;

       Ἡ πρό­τα­ση ἔ­γι­νε στὸ μο­να­δι­κὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ προ­γράμ­μα­τος. Ἦ­ταν τέσ­σε­ρις πε­ρί­που καὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα θὰ σχο­λά­γα­με. Ὁ Δι­α­μαν­τῆς τὸ πρό­τει­νε. Ὄ­χι σὲ ὅ­λους, ἀλ­λὰ σὲ μέ­να, τὴν Ντί­να καὶ τὸν Γιάν­νη. Δὲν ξέ­ρω ἂν μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε ἢ ἁ­πλῶς ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σει πά­νω μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ὁ Δι­α­μαν­τὴς ἦ­ταν ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρος καὶ πο­λὺ πιὸ ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος ἀ­πὸ μᾶς. Εἶ­χε χά­σει χρο­νιὰ καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν τά­ξη. Πη­γαί­να­με στὴ Δευ­τέ­ρα Δη­μο­τι­κοῦ.

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν ἐν­θου­σι­ώ­δης.

       — Ναίι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι, ξε­φω­νί­σα­με ὅ­λοι με­μιᾶς, χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦ­με.

       Στὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος εἶ­χα τό­σο πο­λὺ ξε­ση­κω­θεῖ ποὺ δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θό­λου τὴ δα­σκά­λα, μιὰ χον­τρὴ καὶ στριμ­μέ­νη, μὲ κό­τσο στὸ κε­φά­λι της σὰν πε­ρι­κε­φα­λαί­α. Μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ Ντί­να, ἤ­θε­λα νὰ εἴ­μα­στε συ­νέ­χεια μα­ζί, ἀλ­λὰ τὴ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε κι ὁ Δι­α­μαν­τῆς. Τὸν ἀν­τι­πα­θοῦ­σα αὐ­τόν, μὲ νεύ­ρια­ζε ποὺ τὸν γυ­ρό­φερ­ναν ἀ­προ­κά­λυ­πτα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­μα­θή­τρι­ές μας. Ἡ Ντί­να ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο καὶ πρό­σχα­ρο κο­ρί­τσι, μὲ ἀ­νοι­χτὴ στα­ρέ­νια ἐ­πι­δερ­μί­δα, σαρ­κώ­δη χεί­λη καὶ βα­θιὰ γα­λα­ζω­πὰ μά­τια. Ὅ­ταν τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­να­στα­τω­νό­μουν, κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­να για­τί. Στὸ δρό­μο μ’ ἔ­πι­α­σε κι ἕ­νας ἄλ­λος φό­βος. Μιὰ κε­ρα­σιὰ εἴ­χα­με ὅ­λη κι ὅ­λη, στὴν Πά­νω Ρού­γα, κον­τὰ στὸ σπί­τι τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν θε­ό­ρα­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­ρα­γε ν’ ἀ­νε­βῶ; Καὶ τί ντρο­πή, μπρο­στὰ στὴν Ντί­να, ἂν δὲν τὰ κα­τά­φερ­να…

       Περ­πα­τού­σα­με καὶ πει­ρα­ζό­μα­στε.

       — Ν’ ἀ­νε­βά­σου­με τὴν Ντί­να στὴν κε­ρα­σιά, νὰ μᾶς ρί­χνει κε­ρά­σια νὰ τρῶ­με, εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Γιά­ννης.

       — Ναί, κα­λά…, ἀ­πάν­τη­σε γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

       Μό­λις φτά­σα­με, ὁ Δι­α­μαν­τῆς σκαρ­φά­λω­σε σὰν αἴ­λου­ρος στὸ δέν­τρο κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴν κο­ρυ­φή. Τὸν κοι­τού­σα­με ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ ζή­λεια. Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἀ­πό­πει­ρες τὰ κα­τά­φε­ρε κι ὁ Γιά­ννης.

       Ἐ­γὼ οὔ­τε κὰν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σα. Ντρε­πό­μουν ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δεί­χνω ἄ­νε­τος. Κοι­τοῦ­σα στὰ κλε­φτὰ τὴν Ντί­να – εὐ­τυ­χῶς δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κα­νέ­να σχό­λιο. Θαύ­μα­ζα τὴν ὡ­ραί­α πλι­σὲ φού­στα καὶ τὶς καλ­λί­γραμ­μες γάμ­πες της. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πά­νω τρώ­γα­νε καὶ ποῦ καὶ ποῦ, μα­ζὶ μὲ τὰ κου­κού­τσια ποὺ φτύ­να­νε, πε­τοῦ­σαν καὶ κα­νέ­να κε­ρά­σι. Τὰ μά­ζευ­α καὶ τὰ πρό­σφε­ρα εὐ­γε­νι­κὰ σὲ κεί­νη. Χαι­ρό­ταν καὶ τὰ μα­σου­λοῦ­σε λαί­μαρ­γα. Τὰ χεί­λη της κοκ­κί­νι­ζαν ἀ­πὸ τὰ ζου­μιά, λὲς κι εἶ­χε βά­λει κρα­γιόν.

       — Ἄν­τε, φά­ε κι ἐ­σύ, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Ἐ­μέ­να, τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν νὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στή­σω, νὰ κερ­δί­σω τὴ συμ­πά­θειά της.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­κοῦ­με μιὰ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πὸ ψη­λά.

       — Ντί­να!

Βλέ­που­με τό­τε τὸν Δι­α­μαν­τῆ νὰ κρα­δαί­νει τὴ χού­φτα του γε­μά­τη μὲ κε­ρά­σια.

       — Νά, πιά­σ’ τα, τῆς λέ­ει, κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια του τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν.

       Τὰ κε­ρά­σια πῆ­ραν τὴν κα­τι­ού­σα. Γυ­ά­λι­ζαν στὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν κόκ­κι­να μι­κρὰ μπα­λό­νια ποὺ χτυ­ποῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ ἁ­πλώ­νον­ταν, δι­α­γρά­φον­τας ἄ­τα­κτες τρο­χι­ές. Καὶ τὰ χέ­ρια νὰ ση­κώ­να­με ἕ­να-δυ­ὸ τὸ πο­λὺ ὁ κα­θέ­νας θὰ πι­ά­να­με, κι αὐ­τὰ ἦ­ταν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι. Τό­τε ἡ Ντί­να ἐν­στι­κτω­δῶς, γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα κε­ρά­σια, ση­κώ­νει ἀ­πό­το­μα τὴ φού­στα της, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη λε­κά­νη.

       Γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου βλέ­πω τὰ πό­δια της ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ πά­νω, ποὺ πο­τὲ δὲν τὰ εἶ­χα ξα­να­δεῖ, δυ­ὸ χυ­τοὺς κα­τά­λευ­κους χει­μάρ­ρους, κι ἐ­κεῖ ποὺ σμί­γα­νε, ἀ­νά­με­σά σε μιὰ χλό­η ξαν­θή, ἕ­να με­γά­λο μα­κρου­λὸ κε­ρά­σι ρόζ, σκα­σμέ­νο μπρο­στὰ ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἡ ἀ­νά­σα μου κό­πη­κε. Ζα­λί­στη­κα κι ἔ­χα­σα τὴ μι­λιά μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἀ­κρι­βῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­ερ­γο κε­ρά­σι ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια της. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ καὶ τὰ μέ­λη μου μού­δια­ζαν.

       Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νη, χα­μο­γε­λών­τας πλα­τιά, ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, πᾶ­ρε, καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὴ φού­στα της, γε­μά­τη κε­ρά­σια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.


		
Διαφημίσεις

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός: «Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»



π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός


«Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»


ΟΥ ΤΟ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ: «Πρέ­πει πα­ρὰ τὸν πό­νο νὰ τρῶ­τε. Ἀ­κό­μα κ’ ἂν δὲν τὸ ἀν­τέ­χε­τε κα­θό­λου, κάν­τε μιὰ προ­σπά­θεια. Δὲν γί­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀ­πὸ δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς ἔ­τσι θἆ­ναι τὰ πράγ­μα­τα…»

       Κ’ ἔ­τσι ἦ­ταν. Πράγ­μα­τι, πρῶ­τα-πρῶ­τα εἶ­ν’ ἡ ἀ­νάγ­κη. Θέ­λεις νὰ φᾷς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ῶς – θὰ πέ­σῃς κά­τω! Βέ­βαι­α, ἡ ζέ­στη δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὰ βα­ριὰ κ’ ἑλ­κυ­στι­κὰ πιά­τα τῆς κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ὠ­φέ­λι­μης με­σο­γεια­κοῦ τύ­που κτη­νω­δί­ας, ἀ­νοί­γει ὡ­στό­σο —ἂν στὸ κά­δρο μέ­σα ὑ­πάρ­χῃ καὶ λί­γη θά­λασ­σα— τὴν ὄ­ρε­ξι, προ­κα­λών­τας ἕ­να γα­στρι­μαρ­γι­κό, ὀρ­γι­α­στι­κὸ αἰ­σθη­τή­ριο, συ­νο­δευ­μέ­νο πάν­το­τε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το πα­γω­μέ­νο λευ­κὸ κρα­σί. (Ὧ­ρες-ὧ­ρες δί­δε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­σι ὅ­τι τὸ φα­γη­τὸ εἶ­ναι μιὰ φτη­νὴ πρό­φα­σι γιὰ νὰ πί­νῃ κα­νεὶς ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀλ­κο­όλ, ἂν καὶ τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα καὶ ἡ μι­κρὴ προ­σω­πι­κὴ πεῖ­ρα τοῦ κα­θε­νὸς ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο πι­θα­νό­τα­τα δὲν ἰ­σχύ­ῃ).

       Ἡ ἀ­νάγ­κη, λοι­πόν… Θὰ φᾷς! Για­τὶ ἂν δὲν φᾷς θὰ κα­ταρ­ρεύ­σῃς, γε­γο­νὸς ποὺ στὴν Ἀ­θή­να τοῦ 21ου αἰ­ῶ­να δὲν θὰ τρα­βοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα – θυ­μή­σου, ἂς ποῦ­με, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρε­ζό­νι ποὺ ἔ­πε­σε μπρὸς στὰ πό­δια σου στὴν Σό­λω­νος, ἐ­νῶ ἐ­σὺ συ­νέ­χι­ζες νὰ περ­πα­τᾷς περ­νών­τας σχε­δὸν ἀ­πὸ πά­νω του, ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας πλη­θώ­ρα φτη­νῶν δι­και­ο­λο­γι­ῶν γι’ αὐ­τή σου τὴν κα­τὰ τ’ ἄλ­λα αὐ­τό­μα­τη, ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, τὴν τό­σο πε­ρι­φρο­νη­τι­κὴ κ’ ὅ­μως τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τό­σο —στὸ μυα­λό σου πάν­το­τε— δί­και­η. Στὴν Ἀ­θή­να, λέ­ω, δὲν θὰ ἔ­κα­νε σὲ κα­νέ­ναν ἐν­τύ­πω­σι, ὅ­μως στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­παρ­χί­α θὰ πυ­ρο­δο­τοῦ­σε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ἁ­λυ­σι­δω­τὲς ἀν­τι­δρά­σεις κ’ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐ­κρή­ξεις εἰ­κα­σι­ῶν καὶ ὑ­πο­θέ­σε­ων, ποὺ θὰ ξε­περ­νοῦ­σαν κά­θε προσ­δο­κί­α χα­λι­να­γώ­γη­σης τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου Πη­γά­σου! Πρέ­πει νὰ φᾷς, ἑ­πο­μέ­νως… Εἰ­δάλ­λως, ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κα­τάρ­ρευ­σι!

       Καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, κ’ ἔ­πει­τα στέ­κεις, ἀ­να­σαί­νεις κ’ ἀ­να­μέ­νεις τὸ μοι­ραῖ­ο. Τὸν ἐγ­κέ­λα­δο ἐ­κεῖ­νον ποὺ σοῦ συ­στρέ­φει τὰ ὄρ­γα­να, σὰν φί­δια ποὺ μό­λις ἔ­χουν βγῇ ἀ­π’ τὴν κοι­λιὰ τῆς μά­νας τους (μιᾶς καὶ δὲν γεν­νοῦν ὅ­λα τὰ φί­δια ἀ­βγά· ὡ­ρι­σμέ­να εἴ­δη προ­σφέ­ρουν τὸ δω­ρο­μαρ­τύ­ριο τῆς ζω­ῆς σὲ ἀ­πευ­θεί­ας με­τά­δο­σι, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρους ζυ­γω­τὰ καὶ λοι­πὰ προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὰ στά­δια). Στω­ϊ­κὰ πε­ρι­μέ­νεις τὴ σει­σμι­κὴ δό­νη­σι ποὺ ξαφ­νι­κὰ θὰ σκί­σῃ τὰ σπλά­χνα σου, ὅ­πως τὸ σκε­πάρ­νι τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να πυ­ρό­του­βλα, ὅ­πως τὸ κυρ­τὸ ράμ­φος τοῦ γυ­πα­ε­τοῦ ποὺ βυ­θί­ζε­ται κα­θ’ ἡ­μέ­ραν κ’ ἑ­σπέ­ραν στὸ προ­μη­θε­ϊ­κὸ ἧ­παρ. Με­γά­λο μυ­στή­ριο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, σκέ­φτε­σαι, ἐ­νῶ ἀ­να­μέ­νεις καρ­τε­ρι­κὰ τὴν ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ πό­νου ἀ­π’ τὸ κορ­μί σου. Μιὰ ἀ­πο­δρο­μὴ ποὺ ἀ­φή­νει ρωγ­μές, συν­τρίμ­μια, χα­λά­σμα­τα, ξέ­φτια ἀ­πὸ σο­φά­δες καὶ φλοῦ­δες ὑ­γρα­σί­ας ποὺ πέ­φτουν σὰν νυ­φι­κὰ πέ­πλα ἀ­π’ τὰ φου­σκω­μέ­να τα­βά­νια, ἐ­νῶ τὸ ἑ­πό­με­νο γεῦ­μα κα­ρα­δο­κεῖ, ἐ­κεῖ πέ­ρα, κρυμ­μέ­νο μέ­σα στὴ χα­μη­λὴ βλά­στη­σι, πε­ρι­μέ­νον­τας μὲ τὴ σει­ρά του κι αὐ­τό, τὸ γέ­ρι­κο πα­ρα­δο­μέ­νο ζῷ­ο τοῦ κορ­μιοῦ σου ποὺ μέ­νει πί­σω ἀ­π’ τὴν ὑ­πό­λοι­πη εὔ­ρω­στη ἀ­γέ­λη, ὥ­στε μὲ γρή­γο­ρα σάλ­τα νὰ τοῦ κα­τα­φέ­ρῃ τὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό, τὸ μοι­ραῖ­ο πλῆγ­μα.

       Κ’ οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη, δὲν ἔ­χουν τε­λει­ω­μό. Κ’ ἡ ἀ­νάγ­κη αὐ­τὴ δὲν παύ­ει, μέ­νει μό­νη-πρώ­τη ἐ­κεῖ, καρ­φι­τσω­μέ­νη στὴν ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξι ἑ­νὸς ἀ­τέ­λει­ω­του πό­νου ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κοι­νω­νη­θῇ μὲ τί­πο­τα. Στὸ λέ­νε καὶ στὸ ξα­να­λέ­νε: «Πρέ­πει νὰ τρῶ­τε, πά­τερ, κ’ ἂς πο­νᾶ­τε. Λί­γο, κά­τι ἐ­λά­χι­στο. Πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;» Κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­νὲς κλω­θο­γυ­ρί­ζουν στὸ μυα­λό σου, σαρ­κο­φά­γες σὰν ἐ­κεῖ­να τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια τῆς Αὐ­στρα­λί­ας ποὺ τό­σο σ’ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν στὸ πα­ρελ­θόν, ὅ­ταν τὰ πάν­τα σ’ ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­ξί­σου.

       Μὰ φυ­σι­κά, θὰ ξα­να­φᾷς – εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο. Τὸ ξέ­ρεις κ’ ἐ­σὺ πὼς θὰ κυ­λή­σῃς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Σή­με­ρα εἶ­ναι καὶ τῆς Πα­να­γί­ας κ’ εἶ­σαι κα­λε­σμέ­νος σὲ τρα­πέ­ζι. «Μὰ πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;».



Πηγή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ τὴν ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γη­μά­των: Ἱ­στο­ρί­ες ἑ­νὸς ἐ­λά­χι­στου βί­ου.

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός (1982): Γεν­νή­θη­κε στὸ  Ὡ­ραι­ό­κα­στρο Θες/νί­κης καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Θε­ο­λο­γί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τῶν Ἀ­θη­νῶν καὶ τοῦ Tübingen. Ἐ­κά­ρη μο­να­χὸς τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2015, ἐκ­κι­νών­τας ἔ­κτο­τε ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸ ἔρ­γο στὶς χῶ­ρες τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἀ­σί­ας. Ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρεμ­βά­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες. Πλέ­ον ζεῖ μό­νι­μα στὴν Τα­σκέν­δη τοῦ Οὐζ­μπε­κι­στὰν φρον­τί­ζον­τας τὴν ἐ­να­πο­μεί­να­σα ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ροι­κί­α.


Μυρσίνη Μανέτα: Ἡ βάφτιση



Μυρσίνη Μανέτα


Ἡ βά­φτι­ση


ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ περ­πα­τοῦ­σε καὶ φαί­νον­ταν μό­νο τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της. Ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός της δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρὰ μό­νο σὰν προ­βο­λὲς πά­νω σὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἐ­πί­πε­δο. Κά­θε ση­μεῖ­ο-προ­βο­λὴ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να νού­με­ρο, ἔν­δει­ξη τοῦ βά­θους. Ἂν ἕ­νω­νες ὅ­λα τὰ ἰ­σο­βα­θῆ ση­μεῖ­α μὲ καμ­πύ­λες γραμ­μὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ­μα­δο­ποι­οῦ­σες τὶς ἰ­σο­βα­θεῖς καμ­πύ­λες σὲ σύ­νο­λα, μπο­ροῦ­σες νὰ σχη­μα­τί­σεις τὴ δε­ξιά της γάμ­πα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μπρά­τσο, τὶς κλεῖ­δες τοῦ λαι­μοῦ της ἢ τὶς πλευ­ρὲς τῆς κοι­λιᾶς.

         Μπο­ροῦ­σες ἔ­τσι κά­πως νὰ τὴ φαν­τα­στεῖς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ πό­σο κα­λὸς χαρ­το­γρά­φος ἤ­σουν.

Δὲν ἤ­ξε­ρα τὸ ὄ­νο­μά της, μό­νο τὴν εἶ­χα δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει, κου­βα­λών­τας μα­ζί της τὰ χω­ρι­κά της ὕ­δα­τα σὲ μορ­φὴ βα­θυ­με­τρι­κοῦ δι­α­γράμ­μα­τος.

         Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πὸ χρό­νια ξε­χά­σει νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της ξε­πρό­βα­λαν σὰν μι­κρὲς Ἰ­θά­κες ὅ­ταν τὴν ξα­να­εῖ­δα, δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω πῶς θὰ τὴ βα­φτί­σω:

         Πη­νε­λό­πη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μυρ­σί­νη Μα­νέ­τα (Πά­τρα, 1984). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτονικὴ στὸ ΕΜΠ καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ τμῆ­μα Γρα­φι­στι­κῆς τοῦ ΤΕΙ Ἀ­θή­νας. Ἐρ­γά­ζεται περιστασιακὰ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας, σκη­νο­γρά­φος, δα­σκά­λα σχε­δί­ου, σχε­διά­στρια, καὶ στὸ προ­γράμ­μα­τα τοῦ Δή­μου Καλ­λι­θέ­ας, γιὰ τὶς Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της καὶ τὶς Ἐκ­δό­σεις Αἰ­ώ­ρα ὡς εἰ­κο­νο­γρά­φος.

Εἰκόνα: Pierre Bonnard, Τὸ μπάνιο (1925).


Δημοσθένης Καμπούρης: Τὸ μέλλον ποὺ ἔφευγε


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Τὸ μέλ­λον ποὺ ἔ­φευ­γε


ΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς θὰ κα­θό­ρι­ζε τὸ μέλ­λον του: θὰ χώ­ρι­ζε μα­ζί της. Ἀ­γα­πι­όν­του­σαν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς θὰ περ­νοῦ­σαν τὴ ζω­ή τους μα­ζί, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος θά ‘φευ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, θὰ πή­γαι­νε στὴν πό­λη, θὰ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­α ἄλ­λη ἐ­κεῖ ἢ καὶ ἄλ­λες. Ἡ προ­ο­πτι­κὴ τὸν ἀ­να­στά­τω­νε. Κι ἔ­τσι κά­θι­σε γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μα­ζί της στὸ παγ­κά­κι τοῦ πάρ­κου καὶ τῆς εἶ­πε τί ἤ­θε­λε. Τὴν εἶ­δε νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς, νὰ τραν­τά­ζε­ται, κι αὐ­τὸ ἔ­σκι­ζε καὶ τὴ δι­κή του καρ­διά, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Τὰ χαρ­το­μάν­τι­λα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α σκού­πι­ζε τὰ μά­τια της τά ‘χω­νε στὴν τσέ­πη της. «Θέ­λω νὰ τὰ κρα­τή­σω νὰ θυ­μᾶ­μαι», τοῦ εἶ­πε. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­κό­μα. Ἐ­κεῖ­νος κου­νοῦ­σε τὰ πό­δια του νευ­ρι­κά. Ἡ στιγ­μὴ ἐρ­χό­ταν. Ση­κώ­θη­κε καὶ τί­να­ξε τὸ τζίν της μὲ τὶς πα­λά­μες της. Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ μυα­λό του ἄ­δει­ο. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ, ὄρ­θια ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε με­τα­βο­λὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πε­τά­χτη­κε τό­τε κι ἐ­κεῖ­νος λί­γο πιὸ ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­ναν θά­μνο, ξε­κουμ­πώ­θη­κε, κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­του­ρά­ει ὁρ­μη­τι­κά, ἀ­συγ­κρά­τη­τα, ἀ­τε­λεί­ω­τα. Εἶ­χε σκά­σει τό­ση ὥ­ρα καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν τε­ρά­στια, σκέ­πα­ζε τὴν αἴ­σθη­ση καὶ τὴν βα­ρύ­τη­τα ὅ­λων των ἄλ­λων.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).


Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Βάνα Σύρμου: Ζεϊμπέκικο


Βά­νια Σύρ­μου


Ζεϊμπέκικο

 

 ΛΙΤΣΑ! Ἡ Λί­τσα νὰ τὸ χο­ρέ­ψει!». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νέ­ων στὸ πλά­ι τῆς πί­στας, φω­νά­ζει ρυθ­μι­κά, ἀ­παι­τών­τας τὸ χο­ρὸ τῆς Λί­τσας, μό­λις ἀ­κού­γον­ται οἱ πρῶ­τες νό­τες ἀ­πὸ τὸ «Ζε­ϊμ­πέ­κι­κό τῆς Εὐ­δο­κί­ας». Ἀ­π’ τὸ μι­κρό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ἡ φω­νὴ τῆς τρα­γου­δί­στριας: «Γιὰ τὴν Λί­τσα!».

Ἡ πί­στα ἀ­δειά­ζει. Ἡ Λί­τσα «κα­τ’ ἀ­παί­τη­ση τοῦ κοι­νοῦ» στέ­κε­ται στὸ κέν­τρο τῆς πί­στας μὲ τὸν συ­νο­δό της. «Μό­νη μου θέ­λω» τοῦ λέ­ει. Σκύ­βει τὸ κε­φά­λι καὶ κλεί­νει τὰ μά­τια. Τὰ τέ­λια τοῦ μπου­ζου­κιοῦ τῆς δί­νουν τὸ ρυθ­μό. Ἀρ­χί­ζει νὰ χο­ρεύ­ει. Ἡ πα­ρέ­α τὴν συ­νο­δεύ­ει χτυ­πών­τας πα­λα­μά­κια. Τὰ λαμ­πι­ό­νια πά­νω ἀ­πὸ τὴν αὐ­το­σχέ­δια πί­στα στὴν ἄ­κρη τοῦ κή­που, συμ­πλη­ρώ­νουν τὸ λα­ϊ­κὸ σκη­νι­κό. Μὲ κι­νή­σεις κο­φτές, ἀ­παν­τᾶ στὶς πε­νι­ὲς τοῦ μπου­ζου­κιοῦ. Ἡ ἄ­πνοι­α τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς βρα­διᾶς βα­ραί­νει τὴν ἀ­νά­σα. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια μὲ βλέμ­μα ποὺ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ μέ­σα. Τώ­ρα λι­κνί­ζε­ται ἀρ­γά, βα­ριά, ὅ­πως ται­ριά­ζει τοῦ ζε­ϊμ­πέ­κι­κου. Τὰ χέ­ρια σπρώ­χνουν μὲ δύ­να­μη δί­νον­τας φό­ρα σὲ κά­θε στρο­φή. Ξε­δι­πλώ­νον­τάς τα νι­ώ­θει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται στὸ κέν­τρο τῆς πί­στας. Ἡ μί­α στρο­φὴ με­τὰ τὴν ἄλ­λη. Πα­ρα­δο­μέ­νη στὸν κα­η­μὸ τῆς με­λω­δί­ας στρο­βι­λί­ζε­ται στὰ πλα­κά­κια τῆς ὑ­παί­θριας πί­στας, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. «Μπρά­βο Λί­τσα!», ἡ πα­ρέ­α χει­ρο­κρο­τεῖ. Δα­νεί­ζε­ται τὴ σι­γου­ριὰ τῆς μου­σι­κῆς καὶ γέρ­νει ἀ­πό­το­μα τὸ κορ­μί της πρὸς τὰ πί­σω ἀ­νοί­γον­τας δι­ά­πλα­τα τὰ χέ­ρια. Ἀ­να­με­τρι­έ­ται μὲ τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο.

        Στὴ θέ­α τῆς πε­ρι­στρε­φό­με­νης στὸν ἀ­έ­ρα ρό­δας τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου της, ἡ ἀ­νά­σα τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς βρα­διᾶς σκα­λώ­νει σ’ ἓ­ν’ ἄ­ξαφ­νο «Ἄχ!», ποὺ πνί­γει τὸν ἦ­χο τοῦ μπου­ζου­κιοῦ. Ἡ Λί­τσα ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νη στὴν πί­στα. Προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς ἱ­μάν­τες ποὺ κρα­τοῦν γε­ρὰ δε­μέ­να τὰ πό­δια της στὴ βά­ση τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου, ἀ­να­ση­κώ­νει μό­νο τὸ κε­φά­λι, με­τα­τρέ­πον­τας μιὰ ἐ­λα­φριὰ σύ­σπα­ση πό­νου σὲ χα­μό­γε­λο. «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Μιὰ δύ­σκο­λη φι­γού­ρα!» λέ­ει στὸν συ­νο­δό της ποὺ τρέ­χει νὰ τὴ ση­κώ­σει. Στὴν ἀ­μή­χα­να πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἀ­παν­τᾶ στα­θε­ρὴ ἡ φω­νὴ τῆς Λί­τσας: «Εἶ­μαι κα­λά. Θὰ συ­νε­χί­σω.» Κά­νει νό­η­μα στὴν ὀρ­χή­στρα.

        Τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο τὴ σι­γον­τά­ρει ὑ­πά­κου­α. Ἕ­νας-ἕ­νας οἱ φί­λοι της μπαί­νουν στὴν πί­στα μα­ζί της. Χο­ρεύ­ουν μὲ κι­νή­σεις κο­φτὲς τὶς ρό­δες τους, μέ­χρι τὸ τέ­λος τῆς «πα­ραγ­γε­λιᾶς». Τὰ μά­τια της χα­μο­γε­λα­στὰ ἀ­πο­κρί­νον­ται στὸ χει­ρο­κρό­τη­μα. Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στα μὲ τὴ λε­βεν­τιὰ τοῦ ζε­ϊμ­πέ­κι­κου στὰ ἀ­νοι­χτά της χέ­ρια.

        Δὲν ἐ­πι­στρέ­φει στὸ τρα­πέ­ζι της. Τὴ βλέ­πω νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται σ’ ἕ­να ἀ­φώ­τι­στο ση­μεῖ­ο, στὸ πί­σω μέ­ρος τῆς αὐ­λῆς. Ἀ­πὸ κεῖ μπο­ρεῖ νὰ πά­ρει ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ «τὰ δρώ­με­να τῆς σκη­νῆς». Εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ὁ θε­α­τὴς στὸ ἐ­τή­σιο γλέν­τι τοῦ φι­λαν­θρω­πι­κοῦ σω­μα­τεί­ου. Ὁ ἦ­χος τῆς μου­σι­κῆς, οἱ εὐ­χὲς στὰ μι­κρό­φω­να γιὰ ὑ­γεί­α καὶ μα­κρο­η­μέ­ρευ­ση, τὰ συγ­κρα­τη­μέ­να χα­μό­γε­λα, τὸ κέ­φι τῶν συ­νο­δῶν, ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­να­κου­φι­στι­κὰ μα­κριά της. Γέρ­νει τὸ κε­φά­λι μπρο­στὰ καὶ ἀ­φή­νει τὰ χέ­ρια της νὰ πέ­σουν ἄ­νευ­ρα ἀ­πὸ τὰ μπρά­τσα τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου. Ξέ­ρει πὼς ἴ­σως εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ χο­ρέ­ψει. Πα­ρα­δί­νε­ται στὴν προ­στα­σί­α τοῦ σκο­τα­διοῦ.

        Σὰν ἀ­πρό­σκλη­τος ἐ­πι­σκέ­πτης στέ­κο­μαι δί­πλα της ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας καὶ γιὰ μέ­να μιὰ θέ­ση στὸ θέ­α­μα. Δὲν ἀρ­γεῖ νὰ μὲ κα­τα­λά­βει στρέ­φον­τας τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Μὲ κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα γιὰ μιὰ στιγ­μὴ χω­ρὶς νὰ μοῦ μι­λή­σει κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἀ­φή­νε­ται. Ἡ πα­ρου­σί­α μου δὲ φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. «Ὑ­πέ­ρο­χο τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο στὴν πί­στα!» τολ­μῶ νὰ σπά­σω τὴ σι­ω­πή. «Τοῦ χρό­νου μπο­ρεῖ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ τὸ χο­ρέ­ψω» μοῦ ἀ­παν­τᾶ χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

      «Τὰ χέ­ρια σου ξύ­πνη­σαν θύ­μη­σες καὶ στὰ δι­κά μου. Χό­ρε­ψες γιὰ ὅ­λους μας ἀ­πό­ψε Λί­τσα καὶ ἡ μνή­μη ξέ­ρει νὰ κρα­τᾶ ὅ­σα τὸ σῶ­μα ξε­χνᾶ.» «Μπά! Μοῦ ‘γι­νες καὶ ποι­η­τὴς τώ­ρα;» λέ­ει κρυ­φο­γε­λών­τας.

        Μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κό­μα σκυ­φτό, ση­κώ­νει ἀρ­γὰ τὸ δε­ξί της χέ­ρι καὶ τὸ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὸ δι­κό μου, ποὺ ἀ­να­παύ­ε­ται χρό­νια τώ­ρα βου­βὸ πά­νω στὸ μπρά­τσο τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου μου. Τὴν ἀγ­γί­ζω κι ἐ­γὼ μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἡ μνή­μη σκιρ­τᾶ ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὰ λό­για τῆς ἁ­φῆς. Ἡ καρ­διά μου χτυ­πᾶ ξα­νὰ δυ­να­τά.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Δη­μή­τριος Δη­μη­τρα­κά­κης: Ξυρίσματα



Δη­μή­τριος Δη­μη­τρα­κά­κης


Ξυ­ρί­σμα­τα


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­κα φο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:

       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.

       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.

       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…

       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;

       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;

       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..

       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;

       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;

       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.

       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.

       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.

       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,

       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.

       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…

       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…

       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.

       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.


Λαϊκὸ ἐπιχρωματισμένο ξυλόγλυπτο.
Ἀπὸ τὸν Καρναβαλικὸ Πολιτιστικὸ Σύλλογο Ἀγιάσου «Ὁ Σάτυρος».
Φωτογραφία: Ἡρὼ Νικόπουλου, 1η Αὐγούστου 2003.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α, Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Α. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, Ἀ­θῆ­ναι, 1927 [Ἀ­πὸ Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη Ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα].

Δη­μη­τρα­κά­κης, Δη­μή­τριος. Γεν­νή­θη­κε στὸ Κα­στρὶ τέ­ως Δή­μου Κα­στο­ρεί­ου τῆς Λα­κε­δαί­μο­νος τὸ 1823, πέ­θα­νε ἄ­γα­μος στὶς 23 Αὐ­γού­στου τοῦ 1888 καὶ τά­φη­κε στὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ Να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στὸ Κα­στρί. Ἦ­ταν γιὸς τοῦ ὁ­πλαρ­χη­γοῦ τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ 1821 Γε­ωρ­γί­ου Δη­μη­τρα­κά­κη καὶ ἐγ­γο­νὸς τοῦ ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρα τῆς ἡ­ρω­ϊ­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης «τοῦ Ὀρ­λὼφ» Γι­αν­νά­κη Δη­μη­τρα­κά­κη. Ἔ­βγα­λε τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Σχο­λεῖ­ο στὸ Μι­στρᾶ, τὸ Γυ­μνά­σιο στὸ Ναύ­πλιο, καὶ τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­α­κρί­θη­κε ὡς δη­μό­σιος ἄν­δρας καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ ση­μαν­τι­κὲς δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α. Τὰ χρό­νια της Κω­λετ­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης (1845-1847) ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρος γραμ­μα­τέ­ας τοῦ Σπαρ­τιά­τη πο­λι­τι­κοῦ Νι­κο­λά­ου Κορ­φι­ω­τά­κη ποὺ δο­λο­φο­νή­θη­κε ὅ­ταν ἦ­ταν ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν ἀ­πὸ το­πι­κοὺς ἀν­τι­πά­λους του τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1850. Με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ Κορ­φι­ω­τά­κη ὁ Δ. Δη­μη­τρα­κά­κης ἐ­κτέ­θη­κε στὶς ἐ­κλο­γὲς τὸ 1859 καὶ ἐ­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τὴς Λα­κε­δαί­μο­νος. Ἐ­πα­νε­κλέ­χτη­κε τὸ 1868, τὸ 1879, τὸ 1880-1882 καὶ τὸ 1885. Ση­μαν­τι­κὴ προ­σφο­ρά του ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του ποὺ ὄ­χι μό­νο φω­τί­ζουν πολ­λὲς σκο­τει­νὲς σε­λί­δες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας μας ἀλ­λὰ καὶ σκι­α­γρα­φοῦν μιὰν ὁ­λό­κλη­ρη ἐ­πο­χή. Πη­γή: http://www.elladatv.gr/

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης).