1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΠΡΟ ΔΥΟ ΕΤΩΝ τῆς Σε­πτεμ­βρια­νῆς με­τα­βο­λῆς ὅ­τε, τοῦ Γαλ­λι­κοῦ κόμ­μα­τος ἰ­σχύ­ον­τος ἐν τῇ Ἑλ­λη­νι­κῇ Κυ­βερ­νή­σει, τὸ Κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα ὑ­φί­στα­το σφο­δρὰν πί­ε­σιν, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­πα­θεν ἡ­μέ­ραν τι­νὰ κα­τὰ τοὺς γλου­τοὺς ἀ­πὸ δο­θι­ῆ­να [κα­λό­γε­ρον, τσι­ρί­λον] ἐ­πώ­δυ­νον. Ἐ­κά­λε­σεν ἀ­μέ­σως, τὸν ἕ­να κα­τό­πιν τοῦ ἄλ­λου, τὴν παλ­λα­κί­δα του, τὴν νύμ­φην του, τοὺς υἱ­ούς του καὶ τὸν πα­ρ’ αὐ­τῷ ζῶν­τα λο­χα­γὸν τῆς Φά­λαγ­γος Π. Μο­θω­νιόν, καὶ τοὺς ἠ­ρώ­τη­σε πε­ρὶ τοῦ ἐ­ξαν­θή­μα­τος αὐ­τοῦ. Τού­των ἕ­κα­στος τῷ ἔ­δω­κε πλη­ρο­φο­ρί­αν μὴ συμ­φω­νοῦ­σαν εἰς τὴν τῶν ἑ­τέ­ρων. Με­τά τι­νας ὥ­ρας ἀ­πὸ τῆς σκη­νῆς ταύ­της ἦλ­θον με­ρι­κοὶ τῶν φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν του νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φθῶ­σιν, ἀ­φοῦ ἔ­μα­θον ὅ­τι ἀ­σθε­νεῖ. Γε­νο­μέ­νης συ­ζη­τή­σε­ως ἐ­πὶ τῶν πο­λι­τι­κῶν πραγ­μά­των τοῦ Κρά­τους, οἱ συ­ζη­τοῦν­τες, ὡς μὴ ἀ­νή­κον­τες εἰς τὸ κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα, κα­τέ­κρι­νον σφό­δρα τὴν πο­ρεί­αν τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως καὶ ἐ­κά­κι­ζον τὸν Βα­σι­λέ­α τὸν δι­α­τη­ροῦν­τα αὐ­τήν. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πέ­πλη­ξε πι­κρὰ αὐ­τούς λέ­γων:

       — »Καὶ ποῦ ἠ­ξεύ­ρει ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται εἰς ὅ­λον τὸ Ἔ­θνος; Ποι­ὸς τοῦ λέ­γει τὴν ἀ­λή­θεια; Κα­θέ­νας τοῦ μι­λεῖ κα­τὰ τὸ συμ­φέ­ρον του.

       Εἷς τῶν πα­ρι­στα­μέ­νων τῷ ἀν­τι­πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι, ὅ­ταν θε­λή­σῃ ὁ Βα­σι­λεύς, μαν­θά­νει καὶ τὰ ἐ­λά­χι­στα τῶν συμ­βαι­νόν­των εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μὲ τοῦ­τον συ­νε­φώ­νει καὶ ὁ Μο­θω­νιός. Τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ὀρ­γι­σθεὶς καὶ ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν τε­λευ­ταῖ­ον τῷ εἶ­πεν:

       — »Βρὲ κού­τσου­ρο, σεῖς τὴν αὐ­γή, πέν­τε ἄν­θρω­ποι δι­κοί μου, μοῦ εἴ­πα­τε πέν­τε λο­γι­ῶν πράγ­μα­τα γιὰ τὸ σπει­ρὶ ποὺ πο­νῶ καὶ δὲν ἠμ­πό­ρε­σα νὰ μά­θω τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ τὰ με­ριά μου ἕ­ως τὰ μά­τια μου, ποὺ εἶ­ναι μί­α πή­χη μα­κρυ­ά, καὶ θέ­λεις νὰ μά­θῃ ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται ἡ­μέ­ρες μα­κρυ­ά;»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 222-223 [Τίτλος: «485.— Ἀ­πὸ ποῦ κι’ ὡς ποῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

Τίνα Χρηστίδη: Τὰ σύκα-σύκα


Τί­να Χρη­στί­δη


Τὰ σύκα-σύκα


ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ τὴν κα­λο­και­ρι­νή, πάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιά, εὐ­θὺς μό­λις φτά­σεις στὴν κα­λύ­βα τὴν ἐ­ξο­χι­κή, ἐ­κεῖ θὰ τὸν πε­τύ­χεις. Σὲ λέ­νε Ἑ­λέ­νη. Θὰ σὲ ἀγ­κα­λιά­σει τὸ ἴ­διο στορ­γι­κὰ ὅ­πως καὶ πέ­ρυ­σι, ὅ­πως κά­θε χρό­νο ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ποὺ τὸν γη­ρο­κο­μεῖ ἡ για­γιά σου. Σὲ λέ­νε Ἰ­ω­άν­να. Θὰ πλη­σιά­σεις καὶ θὰ στα­θεῖς μπρο­στά του, κά­πως μα­κριά, πό­τε στὸ ἕ­να πό­δι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Σὲ λέ­νε Γε­ωρ­γί­α. Μὲ τὰ μά­τια θὰ ὀρ­γώ­σεις τὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου. Σὲ λέ­νε Ἐλ­πί­δα. Ἄ­ρα­γε τί ἀ­πέ­γι­νε ἡ περ­σι­νὴ ἀ­ρά­χνη ποὺ εἶ­χες ἐν­το­πί­σει στὸ κλα­δὶ νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει τρε­λα­μέ­νη; Σὲ λέ­νε Φα­τί­μα. Δυ­ὸ πό­δια ποὺ σὲ κλεί­νουν, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας θὰ γί­νει μου­στά­κι, μιὰ κί­τρι­νη γραμ­μὴ στὴ μέ­ση, σὰν οὐ­ρὰ πα­στω­μέ­νη. Σὲ πιά­νει ἡ λί­γδα. Νι­κο­τί­νη καὶ κρα­σί. Σὲ λέ­νε Λι­ούμ­πα. Τὰ ζα­ρω­μέ­να δά­χτυ­λα θὰ ἀ­νέ­βουν ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ φου­στα­νά­κι. Σὲ λέ­νε Ντε­νί­σα. Θὰ γρα­τζου­νή­σουν τὸ πλα­κὲ στῆ­θος, θὰ τρέ­μουν πά­νω ἀ­πὸ τὶς ρῶ­γες, θὰ τὶς τσιμ­πή­σουν ἐ­λα­φρά, κά­θε ποὺ τρα­βι­έ­σαι τὰ πό­δια θὰ σφίγ­γουν, μιὰ μέγ­γε­νη σὲ κλει­δώ­νει. Σὲ λέ­νε Κι­ράμ­πο. Πά­νω ποὺ κά­νεις νὰ φύ­γεις, μπρο­στά σου τὰ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῆς μά­νας. Στά ΄κο­ψα ἀ­π’ τὴ ρί­ζα, ἂν κά­νεις ὅ­τι ἁ­πλώ­νεις χέ­ρι σὲ κέ­ρα­σμα. Μὴ κά­νεις σὰ λι­μα­σμέ­νο. Ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε βο­ή­θεια νὰ λὲς μά­λι­στα. Ὄ­χι ναί. Μά­λι­στα. Μὴν ἀν­τι­μι­λᾶς. Νὰ εἶ­σαι φρό­νι­μη καὶ νὰ ἀ­κοῦς τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους.

        Πάν­τως σύ­κα δὲ θὰ ξα­να­φᾶς. Σοῦ φέρ­νουν ἐ­με­τό. Κι ἄς μὴ σὲ λέ­νε Σο­φί­α.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τί­να Χρη­στί­δη (1970). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς φι­λό­λο­γος στὴ μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ὡς με­τα­πτυ­χια­κὴ φοι­τή­τρια στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πά­νω στὶς Ἀ­ό­ρα­τες Πό­λεις τοῦ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτο­ρας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει βι­βλί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς γιὰ παι­διά, ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­­δρα­γό­ρας. Κεί­με­νά της καὶ βι­βλι­ο­κρι­τι­κὲς ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της.


Κατερίνα Κοντοπούλου: Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βάλτου

 

Κατερίνα Κον­το­πού­λου


Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βάλ­του


ΟΙΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ στὸν κα­θρέ­φτη. Ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἀλ­λά­ζεις, δο­κι­μά­ζεις, ἐ­πι­στρέ­φεις στὰ πα­λιὰ ἢ πε­ρί­που στὰ πα­λιὰ ἢ πο­τὲ πί­σω στὰ πα­λιά. Ὅ­σο πιὸ νέ­ος τό­σο πιὸ πολ­λά τὰ πο­τὲ ξα­νά. Ἐλ­πί­ζεις γιὰ κά­ποι­α οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη ἀλ­λα­γή, μιὰ κα­λυ­τέ­ρευ­ση, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ θὰ σοῦ προσ­δώ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον. Κοι­τᾶς μέ­χρι νὰ βα­ρε­θεῖς νὰ κοι­τᾶς. Κου­βα­λᾶς εἴ­κο­σι, τριά­ντα χρό­νια καὶ βά­λε ἕ­να κορ­μὶ γε­μά­το πλη­γές, ἕλ­κη, ἐκ­δο­ρές, ἐκ­χυ­μώ­σεις, κιρ­σούς, κυτ­τα­ρί­τι­δα, ρα­γά­δες, ἐ­λι­ές, κοκ­κι­νί­λες, μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, ἀλ­λοῦ λι­πα­ρό­τη­τα, ἀλ­λοῦ ξη­ρό­τη­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ προ­τι­μοῦ­σες – πι­τυ­ρί­δα, ψω­ρί­α­ση, κο­ψί­μα­τα, ἐκ­ζέ­μα­τα, ἀλ­λοῦ πρη­ξί­μα­τα, ἀλ­λοῦ βα­θου­λώ­μα­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ εὐ­χό­σουν – ἕ­να κα­τ’ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση ἀ­τε­λὲς σῶ­μα ἐ­νῶ οἱ γο­νεῖς σου ὁρ­κί­ζον­ταν τὸ ἀν­τί­θε­το, «ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις, θά…».

        Ὁ­πό­τε με­ρι­κὲς φο­ρὲς πρέ­πει νὰ πά­ρεις τὴν κα­τά­στα­ση στὰ χέ­ρια σου. Παίρ­νεις ἀ­νά­σα καὶ κά­νεις βου­τιὰ στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη. Δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ὄ­μορ­φο θέ­α­μα, οὔ­τε εὔ­κο­λη ἀ­πό­φα­ση. Ἕ­νας λάκ­κος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση μοιά­ζει μὲ λί­μνη γε­μά­τη ἀρ­γὸ τσι­μέν­το ποὺ ἀ­να­δί­δει θειά­φι. Ξε­χω­ρί­ζουν κε­φά­λια πα­σα­λειμ­μέ­να καὶ αὐ­τὰ μὲ τὴν λά­σπη στὰ μαλ­λιὰ καὶ στὸ πρό­σω­πο, μιὰ ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη φυ­λὴ τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου, ἐ­λα­φρῶς ξαφ­νι­α­σμέ­νη ἀ­κό­μα, κα­θὼς κά­ποι­ος τυ­φώ­νας τὴν ξε­ρί­ζω­σε ἀ­πὸ τὸ Πε­ροὺ καὶ πέ­τα­ξε τοὺς ἄλ­λο­τε πο­λε­μι­στὲς στὴν Αἰ­δη­ψό, στὶς Κρη­νί­δες ἢ στὸ Κιλ­κὶς γιὰ λα­σπό­λου­τρα, χα­λα­ροὺς καὶ πα­ρο­πλι­σμέ­νους.

        Ἀ­κό­μα ἕ­να κε­φά­λι καὶ ἐ­σὺ μέ­σα στὴν βε­λου­τὲ σού­πα, συ­στή­νε­σαι βά­σει ἰ­α­τρι­κοῦ φα­κέ­λου: «Γρη­γό­ρης, πό­νο στὸν γο­φό», «Βα­σι­λι­κή, ρευ­μα­το­πά­θει­ες». Οἱ πα­θή­σεις σπᾶ­νε τὸν πά­γο, οἱ ὁ­μι­λοῦ­σες κε­φα­λὲς δὲν στα­μα­τᾶ­νε τὴν ψι­λο­κου­βέν­τα, ἡ συ­ζή­τη­ση γί­νε­ται κου­βέρ­τα, με­τα­τρέ­πει τὸν χῶ­ρο σὲ κα­φέ, σὲ ἑ­στι­α­τό­ριο, σὲ μπάρ, σὲ πε­ρί­γυ­ρο ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ­τι­δή­πο­τε γιὰ νὰ ξε­χά­σεις τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κά­τω ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ εἶ­σαι μα­ζὶ μὲ ἀ­γνώ­στους ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ γυ­μνὸς γιὰ ἰ­α­τρι­κοὺς σκο­πούς. Ἄ­ρα­γε τώ­ρα ποὺ μι­λᾶς γιὰ τὸ αὐ­χε­νι­κό σου σύν­δρο­μο κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ἀγ­γί­ζε­ται;

       Κά­πο­τε, ἀ­φή­νε­σαι. Δὲν σὲ ἐ­νο­χλεῖ πιὰ τὸ θειά­φι στὰ ρου­θού­νια σου, δὲν τρα­βὰ ἡ λά­σπη τὸ δέρ­μα ὅ­σο ξε­ραί­νε­ται πά­νω σου, βρί­σκεις μιὰ ἐ­σο­χή, σκά­βεις τὰ μα­λα­κὰ τοι­χώ­μα­τα γιὰ νὰ στα­θεῖς πιὸ ἄ­νε­τα, φτιά­χνεις πη­γα­δά­κια στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ γούρ­να μὲ ὅ­σους συ­να­σθε­νεῖς μπο­ρεῖς νὰ ἀν­ταλ­λά­ξεις δυ­ὸ κου­βέν­τες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νη­θί­ζεις τὴν  θερ­μο­κρα­σί­α, τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τῶν ὁ­μοι­ό­μορ­φα κα­λυμ­μέ­νων σω­μά­των, τὴν γύ­μνια, τὴν λά­σπη νὰ γαρ­γα­λά­ει τὶς πα­τοῦ­σες. Ὁ πό­νος στοὺς γο­φοὺς μα­λα­κώ­νει, ὁ κνη­σμὸς φεύ­γει, οἱ ρυ­τί­δες λει­αί­νον­ται, οἱ οὐ­λὲς κλεί­νουν, τὰ ἐκ­ζέ­μα­τα ὑ­πο­χω­ροῦν. Ἀ­πο­τολ­μᾶς με­ρι­κὲς ἁ­πλω­τές. Κα­λω­σο­ρί­ζεις τοὺς και­νούρ­γιους στὸν λάκ­κο, ἀ­πο­κτᾶς τὸν ἀ­έ­ρα μιᾶς κά­ποι­ας ἐμ­πει­ρί­ας. Σχε­διά­ζεις στὸ γκρί­ζο πρό­σκαι­ρο δέρ­μα σου ἑ­λι­κο­ει­δῆ σχή­μα­τα, ψά­ρια, γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια, θυ­μᾶ­σαι τὶς σχο­λι­κὲς ζω­γρα­φι­ές σου καὶ τὶς πρῶ­τες κα­τα­σκευ­ὲς μὲ πλα­στε­λί­νη.

        Καὶ ὅ­ταν εἶ­σαι ἕ­τοι­μος, μὲ στέ­ρε­α βή­μα­τα ἀ­φή­νεις τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μά σου στὰ χα­λί­κια καὶ γυρ­νᾶς στὸ γνω­στό σου δω­μά­τιο, ἕ­να τέ­λει­ο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἄ­γαλ­μα. Μέ­χρι νὰ ξε­πλύ­νεις τὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη ἀ­πὸ πά­νω σου.  Καὶ πά­λι νὰ ἐ­πι­στρέ­φεις.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κα­τε­ρί­να Κον­το­πού­λου (Κα­βά­λα). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ καὶ συ­νέ­χι­σε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε γιὰ δύο χρό­νια μὲ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ δή­μου Μο­σχά­του ὡς συν­τά­κτρια τῆς στή­λης «Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Οὐ­ρα­νί­σκου» καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὸν δη­μό­σιο το­μέ­α.

 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ ζήλεια του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ ζήλεια του

[τοῦ Κωνσταντίνου Κανάρη]


ΖΗΛΕΥΕ ἐ­κεί­νους ποὺ λέ­γαν πὼς σκο­τώ­σα­νε Τούρ­κους μὲ τὰ χέ­ρια τους.

       — Καὶ τὰ μπουρ­λό­τα, λί­γο πρᾶ­μα εἶ­ναι;

       — Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο πρᾶ­μα. Τί εἶ­ναι νὰ πᾷς νὰ βά­λῃς φω­τιὰ σ’ ἕ­να κα­ρά­βι; Θέ­λω νὰ πια­στῶ χέ­ρια μὲ χέ­ρια μ’ ἕ­ναν Τοῦρ­κο καὶ νὰ τοῦ πά­ρω τὴ ζωή, μὲ τὸ σπα­θί μου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Vou­tier, Let­tres sur la Grèce, Paris, 1826, σ. 130.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 279-280 [Τίτλος: «593.— Ἡ εἰ­κό­να του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πυρ­πό­ληση τῆς του­ρκι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Κα­νά­ρη. Πί­να­κας τοῦ Νι­κη­φό­ρου Λύ­τρα (π. 1866-1870). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 143Χ109 ἑκ. Πι­να­κο­θή­κη Ἀ­βέ­ρωφ, Μέ­τσο­βο.



		

	

Μάγδα Κόσσυβα: “Ὁι Ἐραστές ΙΙ”


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


«Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ»


 ΡΕΝΕ ἦ­ταν ψη­λὸς σὰν κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νο σκιά­χτρο, εἶ­χε ἕ­να ἄ­βο­λο χα­μό­γε­λο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε συμ­πα­θῆ καὶ δυ­ὸ ἀ­γω­νι­ώ­δη μά­τια ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ φαί­νε­ται ἔ­ξυ­πνος. Ἐ­πί­σης εἶ­χε μιὰ πε­ρί­ερ­γη ἱ­κα­νό­τη­τα ἢ δυ­σκο­λί­α ἴ­σως.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἕλ­ξη γιὰ κά­ποι­ον καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν φι­λή­σει, ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε δι­α­κα­ῶς νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Ὁ­πό­τε δὲν εἶ­χε φι­λή­σει πο­τὲ κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο, ἀ­πὸ ἀ­πο­στρο­φὴ στὰ δο­λο­φο­νι­κὰ ἔν­στι­κτα ποὺ γεν­νᾶ ὁ ἔ­ρω­τας.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν χει­ρό­τε­ρα μό­λις γνώ­ρι­σε τὴν Λου­ΐζ. Μό­νο μὲ πλα­νη­τι­κὴ σύγ­κρου­ση θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συγ­κρί­νει. Ἡ Λου­ῒζ τὸν συγ­κι­νοῦ­σε ἐ­πι­κίν­δυ­να. Ἀ­πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται, σκέ­φτη­κε νὰ προ­τεί­νει στὴν Λου­ῒζ νὰ φι­λι­οῦν­ται μὲ ἕ­ναν μο­να­δι­κὸ τρό­πο, νὰ φο­ρᾶ­νε κου­κοῦ­λες ὅ­σο φι­λι­οῦν­ται καὶ ἔ­τσι νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον.

        Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να ἀ­που­σί­ας ἡ Λου­ῒζ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο τοῦ πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ, «Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ».

        Σὰν εὐ­χα­ρι­στή­ρια ἀ­πάν­τη­ση τῆς ἔ­στει­λε ἕ­να τη­λε­γρα­φι­κὸ σχε­δὸν μή­νυ­μα ποὺ συ­νό­ψι­ζε τὴν κα­τά­στα­σή του.

        Ἕ­να βρά­δυ τὴν βρῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του νὰ φορᾶ ἕ­να λευ­κὸ σεν­τό­νι στὸ κε­φά­λι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ζευγάρι ποὺ μιμεῖται τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Ρενὲ Μαγκρὶτ «Ἐραστές II».

 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.



		

	

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων



Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων


Στὸν Θ.Β.

ΔΕΡΜΑ. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο σὲ ἔ­κτα­ση ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Αἰ­σθη­τή­ριο ὄρ­γα­νο.

       Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς. Σκέ­ψου!

       Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πλη­σί­α­ζες τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς σοῦ στρώ­να­νε χα­λὶ νὰ μὲ πα­τή­σεις. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἐ­πι­τρο­πὴ ὑ­πο­δο­χῆς εἶ­χα γιὰ τὸ πλη­σί­α­σμά σου.

       Ἀ­π’ τὰ δι­κά σου τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, πές μου, πό­σα; πό­σα ἐ­μέ­να καρ­τε­ροῦ­σαν; πό­σα στὰ μά­γου­λα; πό­σα στὰ χεί­λη; πό­σα στὰ μπρά­τσα; πό­σα στὰ δά­χτυ­λα; πό­σα στὴν κοι­λιά; πό­σα στὴ ρά­χη; στὰ γό­να­τα πό­σα;

       Κά­τσε νὰ τοὺς με­τρή­σεις τοὺς ὑ­πο­δο­χεῖς σου ἕ­ναν-ἕ­ναν. Μό­νος σου κάνε τὴν ἀ­πο­γρα­φή σου.

       Ἐ­γὼ τοὺς ἔ­χω με­τρη­μέ­νους τοὺς δι­κούς μου. Ἕ­ναν-ἕ­ναν. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος. Γιὰ σκέ­ψου! Μό­νο ἐ­σέ­να ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τί­πο­τα ἄλ­λο. Ποι­ό κρύ­ο; Ποι­ά ζέ­στη; Ποιόν ἥ­λιο; Ποι­ά βρο­χή; Τί­πο­τα. Ἀ­πό­λυ­τη ὑ­πο­τέ­λεια.

       Ἔ­πρε­πε ν’ ἀν­τι­δρά­σω. Σι­γὰ μὴν ἄ­φη­να τὸ δέρ­μα νὰ μὲ κου­μαν­τά­ρει. Καὶ τὸ ‘λυ­σα τὸ πρό­βλη­μα. Τὸ ‘γδα­ρα πόν­το-πόν­το. Ξε­το­μα­ρι­ά­στη­κα. Ὕ­στε­ρα τό ‘βα­λα σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ τό ‘δε­σα μὲ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα. Τὸ πέ­τα­ξα στὸ βά­θος τῆς σο­φί­τας, ἐ­κεῖ πού ‘χω στοι­βά­ξει ὅ­λη τὴ σα­βού­ρα, ἀ­πο­κρι­ά­τι­κες στο­λές, κά­τι φι­γοῦ­ρες κα­ραγ­κι­ό­ζη καὶ παρ­τι­τοῦ­ρες ἀ­πὸ μου­σι­κὲς ποὺ δὲν ἀ­κού­ω πιά.

       Τώ­ρα δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Ἀ­φά­νι­σα τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριους ὑ­πο­δο­χεῖς. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος.

       Δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Οὔ­τε κὰν τὰ δά­κρυ­α ποὺ κυ­λοῦν ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἕ­να γιὰ τὸν κα­θέ­να τους κι ὅ­λα μα­ζὶ γιὰ σέ­να.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες. Βρί­σκον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ. Πα­ρά­γουν τὸ ὑ­γρὸ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ βλε­φα­ρί­δες κα­λύ­πτουν κά­θε τό­σο τὰ μά­τια. Τὸ ὑ­γρὸ κυ­λᾶ σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­λή­να. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δεῖ τὸ ἄ­νοιγ­μά του (μιὰ πο­λὺ μι­κρὴ τρυ­πί­τσα) ἀρ­κεῖ νὰ τρα­βή­ξει, ἁ­πα­λά, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες λοι­πόν.

       Τοὺς ἀ­φαι­ρεῖς καὶ γλι­τώ­νεις κι ἀ­π’ τὰ δά­κρυ­α.

       Κι ἂν δὲν πε­τύ­χει τὸ πο­λὺ-πο­λὺ νὰ βγά­λω καὶ τὰ μά­τια μου. Ἔ­χω ἀ­κό­μα χῶ­ρο στὴ σο­φί­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Σπύρος Ε. Κρόκος: Southern Point


Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος


Southern Point


ΡΓΑ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ περ­νοῦ­σα τὴν ξε­ρα­μέ­νη λι­μνο­θά­λασ­σα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πα­ρα­λί­α τῆς Τρυ­πη­τῆς. Δὲν ἤ­μουν μό­νος. Κα­τευ­θύν­θη­κα στὸν ἀ­πό­σκιο ἑ­νὸς βρά­χου κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρω­τή­ρι. Ἔ­στη­σα τὴν τέν­τα μου με­ρι­κὲς δε­κά­δες μέ­τρα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ ποὺ εἶ­χα δεῖ κα­θὼς πλη­σί­α­ζα. Δι­έ­κρι­να ἕ­να ζευ­γά­ρι. Κά­θι­σα ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος στὴν ἄμ­μο μὲ τὴν πλά­τη στὸν βρά­χο. Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα. Ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ κραυ­γὲς ἡ­δο­νῆς. Ἦ­ταν ὁ­λο­σκό­τει­να. Ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα. Ἀ­προ­κά­λυ­πτα, ἔν­το­να, ὁ­ρια­κά, ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­να. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ ποὺ κα­τέ­βη­καν στὴν πα­ρα­λί­α γιὰ μπά­νιο, τοὺς πλη­σί­α­σα. Πρό­σφε­ρα κον­σέρ­βα κομ­πό­στα γιὰ πρω­ϊ­νό. Ἦ­ταν κι οἱ δύ­ο πο­λὺ ὄ­μορ­φοι, ὄ­χι πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα πέν­τε ἐ­τῶν. Ἐ­κεί­νη με­λα­χρι­νή, ψι­λόλι­γνη, μὲ μα­κριὰ ἄ­κρα. Μαλ­λιὰ κα­τά­μαυ­ρα ποὺ ἔ­φτα­ναν μέ­χρι τὴ μέ­ση καὶ πρό­σω­πο ὀ­στε­ῶ­δες, θύ­μι­ζε Ἰν­διά­να. Ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοι­χτό­χρω­μος. Ἀ­δύ­να­τος καὶ νευ­ρώ­δης. Πα­ρ’ ὅ­τι κι­νοῦν­ταν μὲ πα­τε­ρί­τσες μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ πλα­στι­κό­τη­τα, ἡ ἁρ­μο­νί­α στὶς κι­νή­σεις του. Θὰ στοι­χη­μά­τι­ζα πὼς ὑ­πῆρ­ξε χο­ρευ­τής. Βα­θι­ὲς κι ἐ­κτε­τα­μέ­νες οὐ­λὲς ση­μά­δευ­αν καὶ τὰ δυ­ό του πό­δια. Στὸ δε­ξὶ μά­λι­στα ἡ οὐ­λὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη ποὺ τὸ εἶ­χε πα­ρα­μορ­φώ­σει. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Κά­διθ, μιὰ πό­λη στὶς ἀ­κτὲς τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Ἀ­πὸ μι­κρὸς λά­τρευ­ε τὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες. Στὴ σχο­λὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους. Ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει μα­τα­δὸρ καὶ νὰ ταυ­ρο­μα­χεῖ στὶς με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­ρέ­νες τῆς Ἀν­δα­λου­σί­ας. Κά­ποι­α στιγ­μὴ κά­τι πῆ­γε στρα­βά. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν τυ­χε­ρός, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χτυ­πή­μα­τα τοῦ ταύ­ρου πέ­ρα­σε με­ρι­κὰ χι­λι­ο­στὰ ἀ­πὸ τὴ μη­ρια­ία ἀρ­τη­ρί­α. Ὅ­μως κά­ποι­οι μύ­ες καὶ νεῦ­ρα πει­ρά­χτη­καν ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Ἑλ­λη­νί­δα. Ἡ φυ­σι­κο­θε­ρα­πεύ­τριά του ὅ­ταν ἀ­νάρ­ρω­νε. Τῆς χρω­στοῦ­σε τὰ πάν­τα. Ἔ­τσι ἔ­λε­γε ἐ­κεῖ­νος. Ἐ­κεί­νη πί­στευ­ε πὼς ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κός. Τὸ ἴ­διο βρά­δι ξα­πλώ­σα­με στὴν ἄμ­μο. Ση­κώ­νει τὸ χέ­ρι καὶ δεί­χνει μιὰ συ­στά­δα ἀ­στε­ρι­ῶν.

        «Ὁ ἀ­στε­ρι­σμὸς τοῦ Ταύ­ρου. Τὸ πρῶ­το σμῆ­νος εἶ­ναι οἱ Ὑ­ά­δες, τὸ ἄλ­λο οἱ Πλειά­δες.» Τὰ δι­έ­κρι­να. Ἔ­πει­τα ἔ­στρε­ψε τὸ δά­κτυ­λο πρὸς ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­στέ­ρι στὸ σμῆ­νος τῶν Πλειά­δων.

        «Ἡ Ἠ­λέ­κτρα» εἶ­πε.

        Ἐ­κεί­νη γέ­λα­σε. Τῆς ἄ­ρε­σε ν’ ἀ­κού­ει τ’ ὄ­νο­μά της…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ δι­δά­σκει στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει κά­νει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα τοῦ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου» στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι-Ἡ αἰ­σθη­τι­κή τοῦ Μι­κροῦ· «Θραύ­σμα­τα & Ἀ­να­μνή­σεις» στὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Eyelands. Τὸ ἔρ­γο του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέ­α (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (3/3) 



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[3/3]

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, τὸν και­ρὸ τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, νει­ὸς ἀ­κό­μα, χό­ρευ­ε μιὰ φο­ρὰ μ’ ἄλ­λα πα­λη­κά­ρια. Ἐ­νῷ ἔ­σερ­νε μπρο­στι­νὸς τὸν Τσά­μι­κο, κ’ ἔ­κα­νε πολ­λὲς γῦ­ρες στὸν τό­πο, κα­θὼς λέ­νε, πέ­ρα­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς, γυι­ὸς τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα. Ἡ φου­στα­νέλ­λα τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη ση­κώ­θη­κε τὸν ἀ­νή­φο­ρο καὶ φα­νή­κα­νε τὰ πλι­ά­τσι­κα (1)… Ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς πει­ρά­χτη­κε. Πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα του καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Κρά­ζει τό­τε ὁ Ἀ­λή­πασ­σας τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ θυ­μω­μέ­νος τοῦ λέ­ει:

       — Τί ἔ­κα­μες, ὠ­ρὲ Πα­λι­ό­γυ­φτο, στὸ γυι­ὸ τὸ δι­κό μου;

       — Τί­πο­τα, Πασ­σᾶ μ’, τοῦ λέ­ει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Δὲν τὄ­θε­λα· χό­ρευ­α κ’ ἔ­κα­μα ἔ­τσ’ μιὰ φου­ρά… [κ’ ἔ­φε­ρε μιὰ γύ­ρα]. Τό­τε πέρ­να­γε ὁ γυι­ός σου ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς καὶ θύ­μω­σε. Τί φταί­ω ‘­γὼ ὁ μαῦ­ρος;…

       Ὁ Ἀ­λή­πασ­σας ἔ­σκα­σε τὰ γέ­λια.

       — Πῶς τὄ­κα­μες, ὠ­ρὲ μπί­ρο μ’; Κά­με το πά­λε, ὠ­ρέ!

       — Ἔ­τσ’, Πασ­σᾶ μ’…

       — Κά­με το ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὠ­ρὲ Γι­ῶρ­γο!… Μπρά­βο, ὠ­ρὲ Γιῶρ­γο!… Ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.


(1) πλι­ά­τσι­κα: λάφυρα· ἐδῶ: γεννητικὰ ὄργανα.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση προ­φο­ρι­κὴ Ε­αγγ. Σκί­πη Συν/ρχη τῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 231 [Τίτλος: «499.— Ὁ χο­ρός του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

♣ ♣ ♣

Χορὸς κλέφτικος. Βρυσερὰ Ἀργυροκάστρου. 1984.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μουτζώματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μουτζώματα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ οὐ μό­νον πνευ­μα­τώ­δης ἀλ­λὰ καὶ σφό­δρα ἀ­στεῖ­ος ἦ­το.

       Ἐ­πι­σκε­ψά­με­νος τὸ 1828 πλοί­αρ­χον πο­λε­μι­κοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ πλοί­ου ἤ­κου­σε αὐ­τὸν ὡς δι­ελ­θόν­τα μα­κρὸν καὶ τε­ρά­στιον βί­ον. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­θε­ώ­ρη­σε ταῦ­τα μὴ συμ­βι­βα­ζό­με­να μὲ τὴν ἡ­λι­κί­αν του, φαι­νό­με­νον ἴ­σως νε­ω­τέ­ρου ἀ­φ’ ὅ,τι ἦ­τον καὶ διὰ τοῦ­το τὸν ἠ­ρώ­τη­σε πό­σων ἐ­τῶν ἦ­το. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐν­νο­ή­σας τὴν ἰ­δέ­αν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ἐ­ξαίφ­νης ἀν­τὶ νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ πρω­ρέ­ως ἐ­κτε­λοῦν­τος, ὡς Ἕλ­λη­νος, τὰ κα­θή­κον­τα δι­ερ­μη­νέ­ως ἔ­σπευ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σῃ ἀ­μέ­σως διὰ συν­θή­μα­τος, δεί­ξας τὴν πα­λά­μην του μὲ ἀ­νοι­κτοὺς δα­κτύ­λους ἐν­νε­ά­κις (δηλ. ἐ­μού­τζω­σεν ἐν­νε­ά­κις) κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος Κο­λο­κο­τρώ­νη, ὅ­περ προὐ­κά­λε­σε τὸν γέ­λω­τα τῶν πα­ρόν­των Ἑλ­λή­νων, τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, ἐ­ρω­τη­θεὶς καὶ οὗ­τος πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας του ἔ­δει­ξε καὶ αὐ­τὸς κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νου ἀμ­φο­τέ­ρας τὰς πα­λά­μας του πεν­τά­κις (δηλ. δι­πλὴν μού­τζαν), προ­σθεὶς καὶ ἅ­παξ διὰ τῆς μιᾶς χει­ρός (ἁ­πλῆν μού­τζαν) καὶ ἀ­κό­μη τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ἀ­πέ­ναν­τι τῶν δύ­ο ὀ­φθαλ­μῶν τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος (μι­κρὰν ἀλ­λὰ προ­σβλη­τι­κω­τέ­ραν μούν­τζαν) καὶ τε­λευ­ταῖ­ον τὸν πῆ­χυν τῆς χει­ρὸς ἀ­νωρ­θω­μέ­νον (συ­νή­θως ὡς ρυ­πα­ρᾶς ἰ­δέ­ας σχῆ­μα). Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­μέ­τρη­σεν ἀ­κρι­βῶς ἀ­νὰ δέ­κα ἔ­τη ἑ­κά­στην τὰς δι­πλᾶς μούν­τζας, πέν­τε τὴν ἁ­πλῆν καὶ δύ­ο τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ὃ ἐ­στὶ 57 ἔ­τη ἀλ­λὰ τὸν ἀ­νωρ­θω­μέ­νον πῆ­χυν δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ ποῖ­ον χρό­νον νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σῃ καὶ ἐ­ζή­τη­σε πε­ρὶ τού­του ἐ­ξη­γή­σεις. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τοῦ εἶ­πεν ὅ­τι ση­μαί­νει ἥ­μι­συν, τό­τε οἱ πα­ρευ­ρε­θέν­τες Ἕλ­λη­νες ἐ­δό­θη­σαν εἰς ἄ­κρα­τον γέ­λω­τα, τοῦ­το ἔ­φε­ρεν εἰς πε­ρι­έρ­γειαν τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸν νὰ ζη­τή­σῃ ἀ­πὸ τὸν Πρω­ρέ­α, με­τὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­ξη­γή­σεις καὶ ὁ Πρω­ρεὺς τῷ ἐ­ξή­γη­σε τί ση­μαί­νει εἰς τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­θι­μα ἡ κα­τὰ τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­νοι­χτὴ πα­λά­μη, οἱ δύ­ο δά­κτυ­λοι καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ον ρυ­πα­ρὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ση­μεῖ­ον, προ­σθεὶς ὅ­τι προ­έ­βη εἰς τοῦ­το ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης δι­ό­τι ἠ­δύ­να­το νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ δι­ερ­μη­νέ­ως πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας καὶ νὰ μὴ προ­κα­λέ­σῃ δ’ ἑ­νὸς ἀ­τό­που ἕ­τε­ρον ἄ­το­πον. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­νε­θου­σιά­σθη διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη ἀ­πάν­τη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ὅ­ταν εἶ­δεν αὐ­τὸν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὴν πλα­τεῖ­αν τῷ εἶ­πε τὰς ὀ­λί­γας λέ­ξεις ἃς μα­θὼν ἀ­πὸ τὸν δι­ερ­μη­νέ­α ἀ­πε­στή­θι­σε:

       — Σὲ συγ­χαί­ρω, Στρα­τη­γέ, διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη κα­τάλ­λη­λον πρὸς ἐ­μὲ ἀ­πάν­τη­σίν σου.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 58.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Pierre Peytier (1793-1864), Ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νη­ς μὲ τὴ συ­νο­δεί­α του (1828).