Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές…]


- TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY - People buy newspapers on which is written a "Statement to the Soviet People" by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV

– TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY – People buy newspapers on which is written a “Statement to the Soviet People” by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές]

[Gorbatschow sei im Urlaub…]


05-OmikronΓΚΟΡΜΠΑΤΣΩΦ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πὲς δῆ­θεν ἄρ­ρω­στος καὶ οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί του πιά­νουν κι­ό­λας δου­λειά! Συ­νά­μα κη­ρύσ­σε­ται γιὰ ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­στα­ση ἔ­κτα­κτης ἀ­νάγ­κης. Πρα­ξι­κό­πη­μα; Ὁ ἐ­χι­νό­κα­κτος ἀν­θί­ζει πά­λι. Ἀ­κού­ω NDR 4. Εἰ­δι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς μὲ εἰ­κα­σί­ες ἁ­πλῶς. Ὁ Μποὺς πέ­φτει ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα παί­ζον­τας τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του γκόλφ. Τὰν­κς φέ­ρον­ται νὰ κα­τευ­θύ­νον­ται στὴν Μό­σχα. Πτώ­ση στὸ Χρη­μα­τι­στή­ριο. Ὁ Γι­έλ­τσιν κα­λεῖ σὲ δι­α­δή­λω­ση. Ὁ Μω­ϋ­σὴς θέ­λει νὰ πά­ει στὴν Βαλ­τι­κή. Ἐ­γὼ μέ­νω ἐ­δῶ. Ἀ­κού­ω μα­γε­μέ­νη ρα­δι­ό­φω­νο σὰν ἔκ­πλη­κτο κά­πο­τε παι­δὶ τοῦ κα­ταρ­ρέ­ον­τος ἀ­να­το­λι­κοῦ μπλόκ. Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ συ­νε­λή­φθη στὸ κα­τα­φύ­γιό του. Στὴν TV ὁ Γι­έλ­τσιν μι­λᾶ ὄρ­θιος πά­νω σ’ ἕ­να τάνκ. Νέ­οι συ­ζη­τοῦν μὲ στρα­τι­ῶ­τες. Ἄ­γριοι και­ροὶ τοῦ ‘91. Ὁ Κὸλ ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται ζω­η­ρὰ γιὰ τὸν φί­λο του: «Ἐλ­πί­ζου­με ὅ­τι ἡ προ­σω­πι­κὴ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ Μι­χα­ὴλ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι ἐγ­γυ­η­μέ­νη.» Ὅ­λες οἱ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς ποὺ πα­ρα­κα­λου­θῶ, μα­ται­ώ­νον­ται γιὰ σή­με­ρα. Προ­σε­χῶς πο­λι­τι­κὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Αὔ­ριο πρό­κει­ται νὰ ὑ­πο­γρα­φεῖ πα­νε­νω­σια­κὴ συμ­φω­νί­α στὴν Μό­σχα. Δυ­σω­δί­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­νά­κτο­ρα. [77-78]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Δρο­σε­ρὰ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ…]


10-kirschsarah-drosera-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Δρο­σε­ρὰ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ…]

[Kühl und goldgrün ist alles hier…]


04-Delta-590px-Dilluminated_svgΡΟΣΕΡΑ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ. Οἱ πλα­νῆ­τες κά­θον­ται μα­ζὶ τὸ βρά­δυ ὀ­κλα­δὸν στὸν δυ­τι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ἡ Ἀ­φρο­δί­τη, ὁ Δί­ας, ὁ Ἄ­ρης. Χον­τροὶ τρο­μα­κτι­κοὶ σβῶ­­λοι, ὅ­πως τοὺς εἶ­δα. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἀ­κού­σα­με τὴ «Μου­σι­κὴ τοῦ κο­ρυ­δα­λοῦ» τοῦ Pan Górecki.* Πα­ρα­φρο­σύ­νη σὲ τρί­α ὄρ­γα­να. Μί­α συμ­πε­ρί­λη­ψη ὅ­πως στὴν ἐ­πο­χή του ὁ Μά­λερ. Νὰ βι­ώ­νεις ταυ­τό­χρο­να τὸν Μπε­τό­βεν καὶ τὸν Μπό­ρις Γκουν­τού­νωφ. Ὁ κο­ρυ­δα­λὸς χά­νε­ται ἀ­νε­πί­στρε­πτα. Στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Τὸ φι­νά­λε τοῦ τρί­του εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἡ ὑ­πό­μνη­ση ὅ­τι σὲ γνώ­ρι­ζαν ἢ κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Δύ­σκο­λα ν’ ἀν­τέ­ξεις αὐ­τὸ τὸ θαυ­μα­στὸ φο­βε­ρὸ κομ­μά­τι. Τὸ κλα­ρι­νέτ­το ποὺ πνί­γε­ται στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος, ἐ­πει­δὴ χρει­ά­ζε­ται τὴν ἀ­να­πνο­ὴ ὅ­πως ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸ κα­θη­συ­χα­στι­κὸ γόγ­γυ­σμα τοῦ βι­ο­λον­τσέ­λου. Στὸν ὄ­μορ­φο, θη­ρι­ώ­δη κό­σμο. Ἡ μου­σι­κὴ ἔ­χει μιὰ σπά­νια συγ­γέ­νεια μὲ τὴν τέ­φρι­νη βρο­χή, τὶς εἰ­κό­νες τῶν ἀ­τμῶν ἀ­πὸ τὴν ἡ­φαι­στια­κὴ ἔ­κρη­ξη στὶς Φι­λιπ­πί­νες. Μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο γυ­ά­λι­νο μοῦ­τρο. Θέ­λω νὰ πῶ μὲ τέ­τοι­α συ­σκευ­ὴ ὁ πό­λε­μος τοῦ Κόλ­που θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χος. Θέ μου! Οἱ πε­τρε­λαι­ο­πη­γὲς καί­γον­ται ἀ­κό­μα. Στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ γι­ορ­τά­ζουν τὰ ἐ­πι­νί­κια. Τὸ γε­ρά­κι μου κοί­τα­ξε κι­ό­λας πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ πε­ρι­στέ­ρια δὲν ἔρ­χον­ται τό­σο κον­τά. Ὁ Μω­ϋ­σὴς κω­πη­λα­τεῖ στὸν Eyder. Πλῆ­θος λευ­κὰ ἔν­το­μα στρι­φο­γυ­ρί­ζουν σὰν ὕ­λη στὸ δει­λι­νό. [64]


* Henryk Górecki (Χ. Γκο­ρέ­τσκι, 1933- 2010). Πο­λω­νὸς συν­θέ­της.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τί βγά­ζει, ἀ­λή­θεια, ἡ πέν­να μου, ὅ­ταν ἀ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:…]


08-kirschsarah-tibgazeialitheia-eikona-02


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τί βγά­ζει, ­λή­θεια, πέν­να μου,

­ταν ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:…]

[Was mir so aus der Feder kriecht wenn ich Radio höre:…]


ΤΙ ΒΓΑΖΕΙ, ἀ­λή­θεια, ἡ πέν­να μου, ὅ­ταν ἀ­κού­ω ρα­δι­ό­φω­νο:


       Κα­λη­μέ­ρα!


      Εἶ­χα τὴν τύ­χη νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ζων­τα­νὸς ἀ­πὸ τὸ Ντά­χα­ου. Θέ­λω νὰ ἱ­στο­ρή­σω αὐ­τὴ τὴ με­γά­λη τύ­χη. Οἱ χω­ρι­κοὶ μοῦ δώ­σα­νε ψω­μὶ καὶ μέ­λι. Τὸ βρά­δυ οἱ να­ζι­στὲς ἄρ­χι­σαν νὰ ἐ­κτε­λοῦν Ρώ­σους. Παρ­τι­ζά­νους, Ἑ­βραί­ους καὶ στε­λέ­χη. Χω­ρὶς δί­κη. Κα­τό­πιν ἄρ­χι­σε ἡ προ­έ­λα­ση πρὸς τὴν Μό­σχα. Ἕ­νας ἀ­γρό­της ἀ­πὸ τὸ Münsterland εἶ­πε, ἂν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, πρέ­πει νὰ χά­σου­με γρή­γο­ρα αὐ­τὸν τὸν πό­λε­μο. Τὸ σα­ράν­τα ἕ­να, σα­ράν­τα δύ­ο εἴ­μα­σταν ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι. Μὲ πλη­σί­α­σε κά­ποι­ος: Στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης εἶ­χα δώ­σει στὴν ἀ­δελ­φή του νὰ φά­ει. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἡ σω­τη­ρί­α μου. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κι­νοῦ­μαι, ἔ­βλε­πα καὶ ἄ­κου­γα κι­ό­λας ἀγ­γέ­λους. Φω­νὲς σὰν νε­ρο­πη­γές. Ἕ­να ἄ­λο­γο κον­τά μου, ἔ­τσι ἦρ­θε ἡ Ἄ­νοι­ξη. Κά­θε­τοι ἀ­νέ­μοι, κρώ­ξι­μο γε­ρα­νῶν. Σ’ ἕ­να δι­ά­τρη­το ἀ­πὸ σφαῖ­ρες σπί­τι στὸ Witebsk* ὁ Hans ἔ­παι­ξε σα­ραμ­πάν­τες τοῦ Μπάχ. Τέσ­σε­ρεις ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα σκο­τώ­θη­κε. Ἐ­γὼ κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­φύ­γω. [54-55]


* Πό­λη τῆς Λευ­κο­ρω­σί­ας, γε­νέ­τει­ρα τοῦ Marc Chagall.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Μάριος Χάκκας: Ἕνας ἀγνοημένος φιλέλληνας

chakkasmarios-enasagnoimenosfilellinas-eikona-01


Μά­ριος Χάκ­κας


Ἕ­νας ἀ­γνο­η­μέ­νος φι­λέλ­λη­νας


01-thita ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ταγ­μα­τάρ­χη». Πε­ρι­ο­δεύ­ον­τας ἀ­πὸ τάγ­μα σὲ τάγ­μα, τὸν πα­ρα­στέ­κα­νε δυ­ὸ νε­α­ροὶ λο­χα­γοί, πλαι­σι­ω­μέ­νοι κι αὐ­τοί, δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὸν κά­θε φο­ρὰ ἀλ­φα­δύ­ο ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸ τῆς μο­νά­δας, ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀπό τὸν βο­η­θὸ ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κὸ τοῦ ἴδιου γρα­φεί­ου. Καὶ οἱ πέν­τε μα­ζὶ ἀπο­τε­λοῦ­σαν τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο ψυ­χῶν, πεν­τα­με­λὲς ἐ­φε­τεῖ­ο μὲ κα­τα­στα­λαγ­μέ­νες ἀ­πό­ψεις, τε­λε­σί­δι­κες σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἐ­θνι­κῶς ἐ­πι­ζή­μιο.

          Γιὰ αἴ­θου­σα δι­κα­στη­ρί­ου χρη­σί­μευ­ε τὸ κα­ψι­μί, ἕ­να λα­μα­ρι­νι­έ­νιο τοῦν­νελ ποὺ ἀ­νεμ­πό­δι­στα τὸ δι­α­περ­νοῦ­σε ὁ Βαρ­δά­ρης ἀ­π’ ὅ­λες τὶς μπάν­τες, συμ­βά­λον­τας σ’ ἐ­κεί­νη τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ται­ριά­ζει σὲ τέ­τοι­ους ἐ­πί­ση­μους χώ­ρους. Στὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα συ­νέ­τει­νε καὶ ἡ γύ­μνια τοῦ κα­ψι­μί. Ὅ­λοι τὰ ψυ­χα­γω­γι­κὰ ὄρ­γα­να, τρά­που­λες, ξε­μερ­ντι­σμέ­να πο­δο­σφαι­ρά­κια καὶ τά­βλι, εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ λι­γο­στὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νες κα­ρέ­κλες, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λεύ­θε­ρο χῶ­ρο γιὰ μιὰ δι­μοι­ρί­α ἐφ’ ἑ­νὸς ζυ­γοῦ. — «Κλεί­νατ—ἐπί—δε­ξι­ά­ά­ά» — πρό­σω­πο πρὸς τὸ πι­τσι­κα­ρι­σμέ­νο πὶγκ πὸγκ ὅ­που ἦ­ταν ἡ ἕ­δρα τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς μ’ ἁ­πλω­μέ­να ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ἔγ­γρα­φά της. —«Ἡμι-ἀ­νά­παυ­ση», κι οἱ φαν­τά­ροι βλέ­πον­τας κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐμ­πρὸς πά­νω στὰ τσίγ­κια, ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­πὸ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη τὴν πλά­τη, ξε­χώ­ρι­ζαν κρε­μα­σμέ­νη μιὰ ζω­γρα­φιά, κά­τι σὰν εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Ἅ­η Γι­ώρ­γη, ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­τα­κόκ­κι­νο τέ­ρας μὲ πολ­λὲς κε­φα­λές, κι ἄλ­λους τό­σους πλο­κά­μους, ἀ­νά­με­σα χτα­πό­δι καὶ φί­δι. Ἕ­νας στρα­τι­ώ­της μὲ ἐ­πί­ση­μη σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή, στρογ­γυ­λὰ ρο­δο­κόκ­κι­να μά­γου­λα καὶ τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο γε­λά­κι, λόγ­χι­ζε τὸ ἀ­παί­σιο τέ­ρας. Κι ἀ­πὸ κά­τω ἕ­να σύν­θη­μα: «Χτυ­πᾶ­τε τὸν κομ­μου­νι­σμό, ὅ­που τὸν βρεῖ­τε.»

          Ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ εἶ­χε κά­νει συ­στη­μα­τι­κὰ τὴν δου­λειά της. Ἔγ­και­ρα εἶ­χε στεί­λει τὶς ἐ­ρω­το­α­πο­κρί­σεις γιὰ νὰ γί­νει δι­δα­σκα­λί­α μὲς στὶς μο­νά­δες. Τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἦ­ταν ἁ­πλὸ καὶ οἱ ἀ­παν­τή­σεις ἁ­πλού­στε­ρες, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς μό­νο μιὰ λέ­ξη. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν: Κε­φά­λαι­ο πρῶ­το: Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: Ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος ὁ Μέ­γας Ἀ­λέ­ξαν­δρος; Καὶ δί­πλα ἡ ἀ­πάν­τη­ση: Ἕλ­λη­νας.

          Ἕ­να μῆ­να πιὸ πρὶν ὅ­λα τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ μα­θή­μα­τα (τί εἶ­ναι στρα­τός, τί πει­θαρ­χί­α, ἐκ­μά­θη­ση προ­σευ­χῆς, ἐκ­μά­θη­ση ὅρ­κου) στα­μά­τη­σαν καὶ στὴν θέ­ση τους μπῆ­κε τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἔ­τσι ποὺ νὰ ξε­σκο­νι­στεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ ὁ κά­θε στρα­τι­ώ­της ν’ ἀ­παν­τή­σει σω­στά.

          — Προ­σέξ­τε, ἔ­λε­γε ὁ δό­κι­μος τῆς δι­μοι­ρί­ας ἡ­μι­ο­νη­γῶν. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ὅ­ποι­ος ἐ­ρω­τη­θῆ ν’ ἀ­παν­τή­σει μὲ μιὰ μό­νο λέ­ξη. «Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος;», ἡ ἀ­πάν­τη­ση «Ἕλ­λη­νας», ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἂν πά­λι ἡ ἐ­ρώ­τη­ση γί­νει ἀ­νά­πο­δα, πράγ­μα κά­πως ἀ­δύ­να­τον, «Βούλ­γα­ρος ἢ Ἕλ­λη­νας;», ἐ­σεῖς δὲν θὰ πεῖ­τε τὸ πρῶ­το. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ πεῖ­τε τὸ δεύ­τε­ρο: «Ἕλ­λη­νας”. Προ­σέξ­τε, ἂν κά­νε­τε λά­θος, τό­τε Θὰ κακο­βαθ­μο­λο­γή­σουν τὸ τάγ­μα, ὁ δι­οι­κη­τὴς θὰ κα­τσα­διά­σει τὸν λο­χα­γὸ καὶ κεῖ­νος πά­λι θὰ ξε­σπά­σει ἐ­πά­νω σας. Ἔ­χει σημα­σί­α. Θὰ σᾶς κό­ψει τὶς ἄ­δει­ες. Ξέ­ρε­τε πό­σο κα­λὸς εἶ­ναι ὁ λο­χα­γός. Ἄλ­λα ἂν κά­ποι­ος ἡ­μι­ο­νη­γός τὸν ἐκ­θέ­σει μὲ μιὰ λα­θε­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, τό­τε ὅ­λα στὴν δι­μοι­ρί­α θ’ ἀλ­λά­ξου­νε. Θὰ σᾶς φλο­μώ­σει στὸ πει­θαρ­χεῖ­ο, κα­κό­μοι­ρα.

          — Προ­σέξ­τε. Κε­φά­λαι­ο τέ­ταρ­το. Θε­ω­ρη­τι­κὸς το­μέ­ας. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: «Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;» Ἀ­πάν­τη­ση: «Οἱ κομ­μου­νι­σταί». Ἐ­δῶ, ἂν κά­ποι­ος κομ­πιά­σει ἢ ξε­χά­σει, νὰ πε­τα­χτεῖ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­μέ­σως. Κι ἐ­κεῖ­νος πού θὰ κομ­πιά­σει, ἀ­κού­γον­τάς το ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει ἀ­μέ­σως. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἐ­ξη­γού­με­θα, γιὰ νὰ μὴν πα­ρε­ξη­γού­με­θα· ἔ­τσι;

          Ὅ­σο κι ἂν γιὰ τὸν δό­κι­μο τὸ «εἶ­χε ση­μα­σί­α» ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος λά­ιτ μο­τὶβ γιὰ νὰ γλυ­στρά­ει ἡ κου­βέν­τα του, γιὰ τὸν Πο­λυχρό­νη εἶ­χε τὴν ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ ση­μα­σί­α του. Κα­τα­λά­βαι­νε πὼς ἀ­φοῦ ἐ­δῶ κι ἕ­να μή­να δί­νον­ταν συ­νε­χῶς ἐ­ξη­γή­σεις, δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ γλυ­τώ­σει τὶς πα­ρα­ξη­γή­σεις ὅ­ταν θἄρ­χον­ταν ἡ κρί­σι­μη ὥ­ρα, αὐ­τὸς ὁ Πο­λυ­χρό­νης ποὺ ἦ­ταν τρί­της κα­τη­γο­ρί­ας στρα­τι­ώ­της, μου­λα­ρᾶς λό­γω πο­λι­τι­κῶν φρο­νη­μά­των κι ὄ­χι λό­γω πο­λι­τι­κοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος.

          Τὸ πρω­ὶ τῆς κρί­σι­μης μέ­ρας πά­σχι­σε νὰ μπεῖ σταυ­λο­φύ­λα­κας, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος ποὺ φύ­λα­γε νού­με­ρο οὔ­τε μὲ μιὰ κού­τα τσι­γά­ρα δὲν ἄλ­λα­ζε τὴν κο­πριὰ μὲ τὸ κα­ψὸ τῆς μο­νά­δας.

          — Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα, μάγ­γα, τοῦ εἶ­πε κι ἔ­κλει­σε μὲ ση­μα­σί­α τὸ μά­τι.

          Πῆ­γε γιὰ θαλα­μοφύ­λα­κας. Κι ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σε ἄρ­νη­ση. Εἶ­πε νὰ πλύ­νει τ’ ἀπο­χω­ρη­τή­ρια. Πρό­λα­βαν ἄλ­λοι. Συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­πὸ πέν­τε φαν­τά­ρους ἀ­σβέ­στω­νε μέ­σα κι ἔ­ξω τὰ πάν­τα.

          — Στρί­βε, κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε· εἴ­μα­στε πολ­λοὶ ἐ­δῶ.

          Ἔ­πρε­πε τὸ πρω­ὶ νὰ βγεῖ στὸ για­τρό. Ἴ­σως νὰ τὴν σκα­πού­λερ­νε. Ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος μπῆ­κε στὴν γραμ­μὴ καὶ ξε­κί­νη­σε.

          — «Τὰ ρό­δα», πρό­στα­ξε ὁ δό­κι­μος. Ἄρ­χι­σαν πα­ρά­φω­να ὅ­λοι μα­ζί:

          Τὰ ρό­δα τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα

          τῆς ἄ­νοι­ξης κα­μά­ρι

          χά­νουν τὴν ὀ­μορ­φά­δα τους

          στὴν σκλα­βω­μέ­νη γῆ.

          Κι ἔ­τσι γραμ­μὴ μπῆ­καν στὸ κα­ψι­μὶ κά­νον­τας ἕ­να ἡ­μι­κύκλιο φά­τσα στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ μπρο­στὰ στὸ πὶγκ πόγκ.

          Προ­αι­σθάν­θη­κε ὅ­τι αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ δὲν τὴν γλύ­τω­νε. Κι ἦ­ταν ἡ σει­ρά του στὴν δι­μοι­ρί­α νὰ πά­ρει τὴν ἄ­δεια. Μό­λις γύ­ρι­ζαν οἱ ἄλ­λοι, θὰ ἔ­βγαι­νε στὴν ἀ­να­φο­ρὰ νὰ ζη­τή­σει κα­νο­νι­κὴ εἰ­κο­σα­ή­με­ρη ἄ­δει­α, αὐ­τὴ τὴν ἄ­δεια ποὺ σκε­φτό­τα­νε μό­λις πά­τη­σε στὸν στρα­τώ­να τὸ πό­δι του, αὐ­τὴν ποὺ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν στὸ κρε­βά­τι τὸ βρά­δυ, στὴν σκο­πιὰ καὶ στὸν σταῦ­λο 2-4 νού­με­ρο.

          «Τώ­ρα βρῆ­καν νὰ ρθοῦ­νε; Θὰ μὲ κου­ρε­λιά­σουν, οἱ πού­στη­δες», σκέ­φτη­κε. Ἔ­πει­τα τοὖρ­θε θαμ­πὰ ἡ φι­γού­ρα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του πί­σω ἀ­π’ τὰ σί­δε­ρα, ὅ­πως τὸν εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο πρὶν φύ­γει φαν­τά­ρος, «θὰ μὲ κά­νουν ρε­ζί­λι, οἱ κε­ρα­τά­δες», ξα­να­σκέ­φτη­κε ἔν­το­να. «Δὲν πρέ­πει νὰ πῶ ὅ,­τι δι­α­τά­ζουν αὐ­τοί. Ἀλ­λὰ πά­λι θὰ χά­σω τὴν ἄ­δεια. Εἴ­κο­σι μέ­ρες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν κο­πριὰ καὶ τὸν σταῦ­λο.»

          Ἔ­νοι­ω­σε στὰ πό­δια του μιὰ τρε­μού­λα ἀ­στα­μά­τη­τη κα­θὼς ξε­χώ­ρι­σε τὸ χέ­ρι τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη νὰ δεί­χνει πρὸς τὴν δι­κή του κα­τεύ­θυν­ση.

          — Ἐσύ, εἶ­πε κι ἔ­δει­χνε τὸν δι­πλα­νό του. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;

          — «Τί στὸ δι­ά­βο­λο τρέ­μουν τὰ πό­δια μου; Μὲ λυ­μέ­να τὰ γό­να­τα πῶς νὰ στα­θῶ; Πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὴ ἡ τρε­μού­λα. Θὰ τὸ κα­τα­λά­βουν καὶ θὰ πέ­σουν ἐ­πά­νω μου σὰν τὰ κο­ρά­κια. ΙΙῶς νὰ δεί­χνει ἡ ὄ­ψη μου;»

          — Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος; Ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἄ­κου­σε τὴν φω­νή. Ἀ­πὸ βα­θιά, σὰν μέ­σα στὸν ὕ­πνο του, ἦρ­θε ἡ ἀ­πό­κρι­ση:

          — Ἕλ­λη­νας!

          Ἕ­να κύ­μα τρε­μού­λας ἀ­νέ­βαι­νε πόν­το πόν­το τὸ στῆ­θος του. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νοι­ω­σε νὰ φουν­τώ­νει ὣς τὸν λαι­μό του. Ἀ­στρα­πια­ῖα μυρ­μήγ­κια­σε ἡ πλά­τη του.

          — Ἕλληνας, μό­λις σὰν ψί­θυ­ρος ἄ­κου­σε νἄρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ βά­θος τῆς αἴ­θου­σας πά­λι.

          — «Νὰ μὴν πέ­σω, νὰ μὴν σω­ρια­στῶ του­λά­χι­στον μπρὸς στὰ πό­δια τους πρὶν κἄν μοῦ ὑ­πο­βά­λουν ἐ­ρώ­τη­ση.»

          Τὸ καψι­μὶ ἔ­φερ­νε βόλ­τα μπρο­στά του. Ὁ ἴ­διος ἕ­να σκου­πί­δι ποὺ τὸ σή­κω­νε ξαφ­νι­κὰ ὁ Βαρ­δά­ρης καὶ τὸ πη­γαι­νό­φερ­νε σ’ ὅ­λο τὸ τώλ. Ἕ­να μπα­λά­κι πὶγκ πὸγκ ποὺ τὸ χτυ­πᾶ­νε ἀπὸ τὴν μιὰ μπάν­τα στὴν ἄλ­λη, ποὺ τὸ σφεν­το­νί­ζουν στέλ­νον­τας πάσ­σα πρὶν προ­λά­βει νὰ πέ­σει.

          Εἶ­πε νὰ στη­λώ­σει κά­που τὸ βλέμ­μα, νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πό κά­που, κά­τι στέ­ρε­ο, τὶς λα­μα­ρί­νες, τὰ τσίγ­κια, κι ἔ­πε­σε ἡ μα­τιά του στὴν εἰ­κό­να ἀ­πέ­ναν­τι, στὸν φαν­τά­ρο ποὺ λόγ­χι­ζε στὸν φαν­τά­ρο ποὺ θέ­ρι­ευ­ε μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν λόγ­χη κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐ­πά­νω του, ποὺ ση­μά­δευ­ε κα­τ’ εὐ­θεί­αν τὸ στῆ­θος του, μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μι­κρὸ ὕ­που­λο γέ­λιο του, ποὺ φάρ­δαι­νε ὁ­λο­έ­να σὲ ἀ­κρά­τη­το σαρ­δό­νιο γέ­λιο κι ἀ­κού­γον­ταν τώ­ρα νὰ σέρ­νε­ται πνι­χτὰ μέ­σα στὸ τώλ.

          — Λέ­γε, λοι­πόν, ἄκουσε κα­θα­ρὰ τὴν φω­νὴ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη κι εἶ­δε τὸ χέ­ρι του στραμ­μέ­νο ἐ­πά­νω του νὰ τὸν δεί­χνει ἐ­κεῖ πε­ρί­που στὸ στῆ­θος.    Ἕ­να χά­χα­νο ξε­κι­νοῦ­σε μέ­σα στὸ τώλ.

          — Ἐσύ, ἐ­σύ, δὲν ἀ­κοῦς τό­σην ὥ­ρα; Μαρ­μά­ρω­σες;

          — Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε μὲ κό­πο, χω­ρὶς νὰ σκε­φθεῖ.

          Τὰ χά­χα­να ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν καὶ φαν­τά­ρων ξε­σπά­σα­νε σ’ ἐ­πί­μο­νο γέ­λιο.

          — Μή­πως θέ­λεις νὰ πεῖς φι­λέλ­λη­νας, παι­δί μου; ρώ­τη­σε κα­λο­συ­νά­τα ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Ἕλ­λη­νας, Ἕλ­λη­νας, ἐ­πέ­με­νε ὁ Πο­λυ­χρό­νης στὴν τύ­χη.

          — Μὰ ὁ Χί­τλερ δὲν ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε δι­δα­κτι­κὰ ὁ ταγ­μα­τάρ­χης. Ἐ­τίμη­σε βέ­βαι­α τὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τὸ στὸ πρό­σω­πο τῶν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν του, ἀ­φή­νον­τάς τους νὰ κα­τέ­βουν ἀ­πό τὸ μέ­τω­πο στὰ σπί­τια τους μὲ τὸν ἀ­το­μι­κὸ ὁ­πλι­σμό τους. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει πῶς ἤ­τα­νε Ἕλ­λη­νας· ἴ­σως φι­λέλ­λη­νας.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­φώ­να­ξε ὁ Πο­λυ­χρό­νης μὲ πεῖ­σμα, ΕΛ­—ΛΗ­—ΝΑΣ, ξε­σπών­τας, μ’ ἕ­να γέ­λιο ἀ­κρά­τη­το, ἐ­νῶ στὸ τὼλ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα πα­γε­ρὴ σι­ω­πή. Ἕλ­λη­νας, βρον­το­φώ­να­ξε, χω­ρὶς νὰ νοι­ά­ζε­ται πὼς εἶ­ναι φαν­τά­ρος, οὔ­τε πὼς βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, στὸν δι­οι­κη­τὴ ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε ἄ­δει­α, στὸν λο­χα­γό του ποὺ ἔ­τρι­ζε δόν­τια, μπρο­στὰ στὸν ἀξι­ω­μα­τι­κὸ ἀλ­φα­δύ­ο, ποὺ ἔ­σφι­χνε νευ­ρι­κὰ τὶς γρο­θι­ές του.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­ούρ­λι­α­ξε! Ἤ­μου­να παι­δὶ τό­τε. Θυ­μᾶ­μαι τὸν ἀ­δερ­φό μου πρι­σμέ­νον.

          — Στα­μα­τεῖ­στε τον, δι­έ­τα­ξε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Τρώ­γα­με κά­θε βρά­δυ ἕ­να φλυ­τζά­νι στα­φί­δα καὶ κοι­μό­μα­σταν.

          — Στα­μα­τεῖστε τον, βγάλ­τε τον ἔ­ξω, βρυ­χή­θη­κε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          Δυ­ὸ ἀλ­φα­μῖτες χύ­θη­καν πά­νω του καὶ τὸν τρα­βού­σα­νε κα­ρο­τσά­κι στὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ Πο­λυ­χρό­νης σέρ­νον­ταν πά­νω στὸ τσι­μέν­το καὶ φώ­να­ζε:

          — Τὴν μέ­ρα τρώ­γα­με ὅ,τι βρί­σκα­με. Κου­κου­τσά­λευ­ρο, χα­ρου­πά­λευ­ρο, θα­λασ­σο­βρε­μέ­νο. Τριά­ντα δρά­μια μπομ­πό­τα μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα, μι­σὴ μέ­ρα οὐ­ρὰ κι ἕ­να τάγ­μα ψεῖ­ρες.

          Ἔ­φα­γε μιὰ γε­ρὴ στ’ ἀ­χα­μνά του καὶ τοῦρ­θε ζα­λά­δα. Ἔ­πει­τα μιὰ σπρω­ξιὰ καὶ βρέ­θη­κε ὁ μι­σὸς ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Ἔ­γυ­ρε τὸ κε­φά­λι καὶ θο­λὰ εἶ­δε τὸν ταγ­μα­τάρ­χη. Πρό­λα­βε καὶ τοῦ πέ­τα­ξε πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα:

          — Ἕλ­λη­νας σὰν καί σᾶς, ὄ­χι φι­λέλ­λη­νας.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1966).

Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θή­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του: Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).


 

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


papathanasopoulosgiorgos-igorgonatoubounou-eikona-01


Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΠΟΥ ΤΡΙΑ ΜΙΛΙΑ ἀ­νοι­χτὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ στὸ Μπο­χώ­ρι στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Εὔ­η­νου, μιὰ φθι­νο­πω­ρι­νὴ νύ­χτα, ἕ­να τη­νια­κὸ Μπάρ­κο Μπέ­στια μὲ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτὰ θα­λασ­σό­λυ­κους πλή­ρω­μα καὶ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα κα­νό­νια, πλεύ­ρι­σε τὸ πει­ρα­τι­κὸ τὸ Σιρ­κου­ί, τὸ μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὶς κα­νο­νι­ὲς κι ἔ­ρι­ξε κά­βους στὴν πρύ­μνη μὲ γάν­τζους καὶ τὸ τρά­βη­ξε κον­τὰ καὶ πή­δη­ξαν ἀ­πά­νω οἱ νη­σι­ῶ­τες μὲ στι­λέ­τα καὶ τσε­κού­ρια κι ἔ­γι­νε τρο­με­ρὴ μά­χη σῶ­μα μὲ σῶ­μα μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς σκό­τω­σαν ὅ­λους, χά­νον­τας καὶ αὐ­τοὶ δε­κα­τρεῖς ἄν­τρες. Δύ­ο μό­νο σώ­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­τὲς ὁ Θα­νά­σης ἀ­πὸ τὸ Ὀ­ρει­νὸ τῶν Κρα­βά­ρων κι ὁ Χου­ὰν ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἀ­πὸ τὴν Καρ­θα­γέ­νη. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ τὸ πουγ­γὶ γε­μά­το χρυ­σὲς λί­ρες, ποὺ εἶ­χε ἐν­θυ­λα­κώ­σει ἀ­πὸ τοὺς κούρ­σους, κρε­μα­σμέ­νο στὸ σβέρ­κο, πρό­λα­βε κι ἔ­ρι­ξε μιὰ λάν­τζα ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη τὴν κά­πως ἀ­θέ­α­τη καὶ σκο­τει­νὴ πλευ­ρὰ τοῦ Σιρ­κου­ί, ὅ­πως αὐ­τὸ ἔ­γει­ρε νὰ βυ­θι­στεῖ καὶ γλί­στρη­σε ἀ­θό­ρυ­βα στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ κου­πιὰ ἔ­βα­λε πλώ­ρη γιὰ τὴν ἀ­κτή. Ὁ Χου­άν, ποὺ γιὰ νὰ σω­θεῖ σκαρ­φά­λω­σε στὸ κα­τάρ­τι, βού­τη­ξε ἀ­πὸ ψη­λὰ στὰ νε­ρά, κο­λύμ­πη­σε γρή­γο­ρα καὶ πι­ά­στη­κε μὲ τὸ δε­ξὶ στὴν πλευ­ρὰ τῆς βάρ­κας καὶ φώ­να­ξε «ayuda colega». Ὁ Θα­νά­σης σή­κω­σε ψη­λά το κου­πὶ καὶ τοῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν γαν­τζω­μέ­να στὸ ξύ­λο κι ἔ­μει­νε ὁ Χου­ὰν στὸ νε­ρὸ νὰ τὸν φά­νε τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. «Ἄ­ϊ στὸ δι­ά­ο­λο βρο­μό­σκυ­λο», εἶ­πε ὁ Θα­νά­σης κα­θὼς κα­τέ­βα­ζε μὲ δύ­να­μη τὸ κου­πί.

       Μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ τὰ κου­πιὰ βγῆ­κε στὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ δέλ­τα, ξε­θε­ω­μέ­νος, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα καὶ τὴ στέ­ρι­ω­σε στὴν ἄμ­μο κι ἔ­πε­σε ἀ­νά­σκε­λα καὶ κοι­μή­θη­κε. Βγῆ­καν τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα οἱ γορ­γό­νες κι ἔ­παι­ζαν καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν με­λω­δι­κά, ἐ­κεῖ στὶς ξέ­ρες, ποὺ σμί­γουν τὰ γλυ­κὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ μὲ τ΄ ἁλ­μυ­ρὰ τῆς θά­λασ­σας καὶ ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης κι ἔ­δω­σε ἕ­να σάλ­το κι ἔ­πι­α­σε μιὰ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γορ­γό­να, ποὺ εἶ­χε πλη­σιά­σει στὰ ρη­χά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λες ἔ­φευ­γαν τρο­μαγ­μέ­νες. Τῆς ἔ­δε­σε τὰ λε­πτά της τὰ χέ­ρια πί­σω καὶ τὴν κρά­τη­σε σὲ ὁ­μη­ρί­α. Αὐ­τὴ ἔ­κλα­ψε καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει, ἀλ­λὰ ὁ Θα­νά­σης ἦ­ταν σκλη­ρὸς πει­ρα­τὴς καὶ δὲν τὴ λευ­τέ­ρω­σε.

       Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἔ­ρι­ξε τὴ γορ­γό­να στὴ λάν­τζα μπῆ­κε στὸ πο­τά­μι καὶ προ­χώ­ρη­σε κόν­τρα στὸ ρεῦ­μα, πέ­ρα­σε τὴ γέ­φυ­ρα Μπα­νιά, τὴν Πεί­να, τὸ Κα­ρέ­λι, τὸ το­ξω­τὸ γε­φύ­ρι τῆς Ἀρ­το­τί­βας κι ἔ­φτα­σε στὸ Βαλ­τσό­ρε­μα στὸ νε­ρό­μυ­λο. Ὁ μυ­λω­νὰς τὸν βο­ή­θη­σε νὰ δέ­σει τὴ βάρ­κα καὶ νὰ βγά­λει τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να ἔ­ξω. Τὸν φί­λε­ψε τὸ Θα­νά­ση ζε­στὸ ψω­μὶ καὶ τσί­που­ρο καὶ τοῦ ΄στρωσε, πα­ρέ­κει, ἕ­να ἀ­χυ­ρό­στρω­μα καὶ κοι­μή­θη­κε. Ὁ πο­νό­ψυ­χος ὁ μυ­λω­νὰς ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ κι ἄ­φη­σε τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να νὰ μπεῖ λί­γο στὸ νε­ρὸ στὴν κά­λα­νη τοῦ μύ­λου, ἀλ­λὰ τὸ στοι­χει­ὸ βρῆ­κε τὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κο­λύμ­πη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ ρεῦ­μα, βγῆ­κε στὴ δέ­ση καὶ μ΄ ἕ­ναν πῆ­δο χά­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τά­μι.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης, ἔ­δει­ξε λί­γο πει­ραγ­μέ­νος, ποὺ δὲν βρῆ­κε τὴ γορ­γό­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δὲν ἔ­δω­σε συ­νέ­χεια. Ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ χω­ριό του τὸ Ὀ­ρει­νό, πρὸς τὰ βου­νὰ τὰ Κρα­βα­ρί­τι­κα, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν Καμ­πλά­κι καὶ τ΄ Ἀ­χλα­δό­κα­στρο. Στὸν μυ­λω­νὰ ἄ­φη­σε τὴ λάν­τζα κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­κα­ψε τὸ χει­μώ­να στὴ φω­τιὰ γιὰ συνὰ ζε­στα­θεῖ, για­τὶ δὲν εἶ­χε τί ἄλ­λο νὰ τὴν κά­νει. Ὁ Θα­νά­σης πῆ­γε στὸν Ἅ­ι Νι­κό­λα στὸ Ὀ­ρει­νὸ καὶ ξο­μο­λο­γή­θη­κε κι ὁ παπ­πᾶς τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε σὲ αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν καὶ με­τὰ τὴ νη­στεί­α τὸν με­τά­λα­βε καὶ συ­χω­ρέ­θη­καν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος ἄ­φη­σε λί­γες λί­ρες κουρ­σά­ρι­κες γιὰ τὸ να­ό. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ ἀ­λα­φρω­μέ­νη τὴ συ­νεί­δη­σή του πλέ­ον, ἔ­χτι­σε τὸ σπί­τι του κι ὁ λα­ϊ­κὸς τε­χνί­της, ποὺ κα­τὰ δαι­μο­νι­κὴ συ­νερ­γία ἦ­ταν γιὸς τοῦ μυ­λω­νᾶ, σκά­λι­σε στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ μιὰ μι­κρὴ γορ­γό­να ὁ­λό­λευ­κη μὲ ὡ­ραῖ­α γα­λά­ζια μαλ­λιὰ νὰ πέ­φτουν στοὺς λε­πτοὺς ὤ­μους, χέ­ρια σὲ κί­νη­ση χο­ροῦ στὸ νε­ρό, ὄ­μορ­φα καὶ σφρι­γη­λὰ νε­α­νι­κὰ στή­θη καὶ πτε­ρύ­για σὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ γα­λά­ζιου. Ὑ­πέ­γρα­ψε τὸ ἔρ­γο του μὲ κόκ­κι­νη μπο­γιά, χω­ρὶς νὰ δώ­σει κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἔμ­πνευ­σή του.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ πὼς βρέ­θη­κε ἡ γορ­γό­να στὸ Ὀ­ρει­νό, ἐ­κεῖ στὰ χί­λια μέ­τρα ψη­λὰ στὰ βου­νά. Καὶ συγ­χρό­νως εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πρω­το­πο­ρια­κοῦ λα­ϊ­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη στοὺς ἔκ­πλη­κτους πα­ρα­θε­ρι­στὲς καὶ στοὺς δι­α­φό­ρους ἐ­ρω­τι­δεῖς κι αὐ­τό­κλη­τους κρι­τι­κούς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νίας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


Λά­κης Δόλ­γε­ρας: Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


dolgeraslakis-tobrexitkaiichillary-eikona-01


Λά­κης Δόλ­γε­ρας


Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


02-HttaΑΠΟΧΩΡΗΣΗ τῆς Βρε­τα­νί­ας ἀ­πὸ τὴν Ε.Ε. μὲ ἀ­να­στά­τω­σε. Ἔ­κα­να ἀρ­νη­τι­κοὺς συ­νειρ­μούς. Πε­ρι­έρ­γως, ἠ­ρέ­μη­σα ὅ­ταν μοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ μιὰ μᾶλ­λον ἄ­σχε­τη ἱ­στο­ρία:

       Ἀρ­χὲς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50, ζοῦ­σα σὲ ἕ­να μα­κε­δο­νι­κὸ χω­ριό· φτώ­χεια, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σκλη­ρὴ δου­λειὰ γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ λί­γου κα­πνοῦ, με­τεμ­φυ­λια­κὲς δι­ώ­ξεις καὶ μί­ση. Στὸ δι­πλα­νὸ οἰ­κό­πε­δο χτί­στη­κε ἕ­να σπί­τι ὅ­πως-ὅ­πως, τού­βλι­νο, ἀ­σο­βά­τι­στο καὶ μὲ πα­τώ­μα­τα ἀ­πὸ τσι­μέν­το. Στὸ πε­ρι­βάλ­λον­τα χῶ­ρο προ­ϋ­πῆρ­χαν τὸ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ριο, στὸ πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μεῖ­ο, δί­χως πόρ­τα, ἕ­να σκάμ­μα καὶ δύ­ο σα­νί­δια ἀ­πὸ πά­νω γιὰ νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, τὸ ἀ­χού­ρι καὶ ὁ φοῦρ­νος.

       Στὸ σπί­τι αὐ­τὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­με­νε σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ἑ­νὸς ἐ­πι­κίν­δυ­νου ἐ­ρεί­πιου ποὺ εἶ­χε πα­ρα­χω­ρή­σει ἡ ἐκ­κλη­σί­α σὲ ὅ­σους εἶ­χαν κά­ψει τὰ σπί­τια τους οἱ Βούλ­γα­ροι, ὡς ἀν­τί­ποι­να γιὰ τὴν συμ­με­το­χή τους στὸν Ε.Λ.Α.Σ. Τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἡ μη­τέ­ρα ἡ Θα­νά­σω καὶ οἱ τρεῖς κό­ρες, ἡ Σταυ­ρι­νή, ἡ Ἑ­λέ­νη καὶ ἡ Τα­σού­λα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρή μου, ἡ δεύ­τε­ρη δύ­ο χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ Τα­σού­λα ἕ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρη. Τὰ ἴ­χνη τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­χαν χα­θεῖ στὸν ἐμ­φύ­λιο. Πο­λι­τι­κοὶ πρό­σφυ­γες δι­ε­μή­νυ­σαν ὅ­τι ἴ­σως βρί­σκον­ταν στὴν Πο­λω­νί­α. Κά­πο­τε ἔ­στει­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α, στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἕ­να του χέ­ρι δὲν φαι­νό­ταν· ἀ­πο­τέ­λε­σε στοι­χεῖ­ο πολ­λα­πλῶν «κοι­νω­νι­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων» τῶν γει­τό­νων, ἄλ­λοι εἶ­παν ὅ­τι θὰ τὸ ἔ­χα­σε στὸν πό­λε­μο, ἄλ­λοι ὅ­τι ξα­να­παν­τρεύ­τη­κε καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ φαί­νε­ται ἡ βέ­ρα κι ἄλ­λοι ἁ­πλῶς ὅ­τι τὸ εἶ­χε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη.

       Ἡ Τα­σού­λα ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως στὴν πα­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς, στὰ ὁ­μα­δι­κὰ παι­χνί­δια ποὺ παί­ζα­με ἔ­ξω τὶς λί­γες ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες. Λί­γες, για­τὶ τὰ παι­διὰ ἐρ­γά­ζον­ταν σκλη­ρὰ ἀ­πὸ τὸ Δη­μο­τι­κό. Συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν Μά­ϊ­ο κα­τὰ τὴν διάρ­κεια «τοῦ σπαρ­μοῦ», τὰ μα­θή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν με­τα­ξὺ 7 καὶ 9 τὸ πρω­ί, εἰ­δάλ­λως οἱ γο­νεῖς ἀ­πει­λοῦ­σαν ὅ­τι θὰ τὰ στα­μα­τοῦ­σαν. Ἐ­γώ, γιὸς για­τροῦ, καὶ ἄλ­λα δύ­ο παι­διὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας μου (ἀ­πὸ ἄλ­λες γει­το­νι­ές), δὲν δου­λεύ­α­με στὰ χω­ρά­φια. Ἡ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ μο­να­ξιὰ μοῦ ἔ­φερ­νε φο­βε­ρὴ πλή­ξη, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι ποὺ ἡ μέ­ρα ἦ­ταν με­γά­λη δί­χως σχο­λι­κὲς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Ἡ Τα­σού­λα ἦ­ταν ἐν­νέ­α ἐ­τῶν, πό­τε τὴν ἔ­παιρ­ναν στὸ χω­ρά­φι καὶ πό­τε ὄ­χι. Ὅ­ταν δὲν πή­γαι­νε τῆς ἔ­κα­να πα­ρέ­α στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της νὰ κα­θα­ρί­σει, νὰ μα­γει­ρέ­ψει τὸ φα­γη­τὸ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας σὲ μιὰ φου­φοὺ καὶ νὰ τα­ΐ­σει τὶς κα­τσί­κες καὶ τὶς κό­τες. Νω­ρὶς γύ­ρι­ζε καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ τοῦ κα­πνοῦ, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρα­στεῖ σὲ σκοι­νιὰ γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ καὶ νὰ ξε­ρα­θεῖ. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πη­γαί­νω σπί­τι τους συ­νε­χῶς. Ἔ­παιρ­να κι ἐ­γὼ μιὰ βε­λό­να καὶ περ­νοῦ­σα κα­πνὸ μα­ζὶ μὲ τὶς τέσ­σε­ρις γυ­ναῖ­κες.

       Πα­ρό­λη τὴν φτώ­χεια τους (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν εἶ­χαν πα­νιὰ γιὰ νὰ βά­ζουν τὶς εὐ­αί­σθη­τες μέ­ρες), εἶ­χαν μιὰ ἀρ­χον­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά, μὲ κερ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ λι­γο­στὸ φα­γη­τό τους, πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ χω­ρι­ά­τι­κη σα­λά­τα μὲ πο­λὺ λά­δι γιὰ βού­τηγ­μα, κι ἐ­γὼ ποὺ ἤ­μουν ἀ­νο­ρε­ξι­κὸς ἐ­κεῖ ἔ­τρω­γα. Τρα­γου­δοῦ­σαν ἐ­νῶ δού­λευ­αν, ἔ­δει­χναν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες, δὲν δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν γιὰ τὴν μοί­ρα τους· μιὰ φο­ρὰ μό­νο, μοῦ εἶ­πε ἡ Σταυ­ρι­νὴ σαρ­κα­στι­κά: «Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­πλα­σε ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἄλ­λους ἔ­πλα­σε, ἄλ­λους ἔ­κλα­σε καὶ ἄλ­λους ἔ­χε­σε. Ἐ­μεῖς, εἴ­μα­στε ἀ­πὸ τοὺς χε­σμέ­νους, ἐ­σύ, ἀ­πὸ τοὺς κλα­σμέ­νους.»

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ Γερ­μα­νί­α, με­τα­νά­στευ­σαν ὅ­λες. Ἡ Τα­σού­λα δη­μι­ούρ­γη­σε ἐ­κεῖ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἔ­μει­νε μό­νι­μα· δού­λε­ψε σκλη­ρὰ καὶ μά­ζε­ψε χρή­μα­τα. Κά­πο­τε γύ­ρι­σε στὸ χω­ριὸ γιὰ τὰ κα­λο­καί­ρια. Στὴν θέ­ση τοῦ τού­βλι­νου ἔ­φτια­ξε και­νούρ­γιο σπί­τι, πο­λυ­τε­λὲς γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ χω­ριοῦ. Ὅ­μως κρά­τη­σε τὴν εἰ­κό­να τοῦ πα­λιοῦ, τὸ ἀ­σο­βά­τι­στο τοῦ­βλο ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὸ γνω­στὸ δι­α­κο­σμη­τι­κό, ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι τὸ πα­λιὸ με­γά­λω­σε καὶ ἔ­λαμ­ψε. Αὐ­τὴν τὴν ἐ­νέρ­γεια τὸ χω­ριὸ τὴν θε­ώ­ρη­σε ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «Χί­λα­ρυ».

       Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ νὰ δι­α­θέ­σει κα­νεὶς τὰ χρή­μα­τά του ὅ­πως θέ­λει, ὅ­μως ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη Χί­λα­ρυ τὰ ἔ­φτια­ξε μὲ τό­σους κό­πους ποὺ χα­λά­λι της ὅ­λη ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς γῆς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λάκης Δόλγερας. Συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλία του: Ξε­χα­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες (2007), Μιὰ σκο-τει­νὴ ὑ­πό­θε­ση (2010), Ἡ δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση τῆς Ἑ­λε­ο­νώ­ρας καὶ τοῦ Νί­κου (2012), Νι­κη­τὲς καὶ νι­κη­μέ­νοι (2013), Νε­κρὸς στὸν ἥ­λιο τοῦ Ἰ­ου­λί­ου (2015).