Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)



Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret)


Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)

Gallinas (un cuento anarquista)


ΣΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑ στὴν κα­το­χή μου τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να κρεβ­βά­τι καὶ τὰ βι­βλί­α μου, ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Τώ­ρα ἔ­χω στὴν κα­το­χή μου ἐν­νιὰ κό­τες καὶ ἕ­ναν κό­κο­ρα καὶ ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι ἀ­νά­στα­τη.

       Ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α μὲ σκλή­ρυ­νε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­γό­ρα­ζα μιὰ κό­τα τὴν ἔ­δε­να δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἕ­να δέν­τρο γιὰ νὰ τῆς ἐ­πι­βάλ­λω τὴν κα­τοι­κί­α μου, κα­τα­στρέ­φον­τας στὴν εὔ­θραυ­στη μνή­μη της τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὸν πα­λιό της τό­πο δι­α­μο­νῆς. Μπά­λω­σα τὸν φρά­χτη τῆς αὐ­λῆς μου, μὲ σκο­πὸ νὰ γλυ­τώ­σω τὴν ἀ­πό­δρα­ση τῶν που­λε­ρι­κῶν μου καὶ τὴν ἐ­πι­δρο­μὴ τε­τρά­πο­δων καὶ δί­πο­δων ἀ­λε­πού­δων. Ἀ­πο­μο­νώ­θη­κα, ἐ­νί­σχυ­σα τὸ σύ­νο­ρο, σχε­δί­α­σα μιὰ δι­α­βο­λι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὸν πλη­σί­ον καὶ ἐ­μέ­να. Δι­αί­ρε­σα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα σὲ δυ­ὸ κα­τη­γο­ρί­ες: ἐ­γώ, ἀ­φέν­της τῶν κο­τῶν μου καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ μοῦ τὶς πά­ρουν. Προσ­δι­ό­ρι­σα τὸ ἀ­δί­κη­μα. Ὁ κό­σμος γιὰ μέ­να γε­μί­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νους κλέ­φτες καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­ρι­ξα στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πε­ρί­φρα­ξης μιὰ ἐ­χθρι­κὴ μα­τιά.

       Ὁ κό­κο­ράς μου ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ νε­α­ρός. Ὁ κό­κο­ρας τοῦ γεί­το­να πή­δη­ξε τὸ φρά­χτη καὶ βάλ­θη­κε νὰ φλερ­τά­ρει μὲ τὶς κό­τες μου καὶ νὰ κά­νει δύ­σκο­λη τὴ ζω­ὴ τοῦ δι­κοῦ μου κό­κο­ρα. Ἔ­δι­ω­ξα μὲ πε­τρι­ὲς τὸν πα­ρεί­σα­κτο, ἀλ­λὰ οἱ κό­τες πή­δα­γαν τὸν φρά­χτη καὶ ἔ­κα­ναν αὐ­γὰ στὸ σπί­τι τοῦ γεί­το­να. Ἀ­παί­τη­σα τὰ αὐ­γὰ καὶ ὁ γεί­το­νάς μου μὲ μί­ση­σε. Ἀ­πὸ τό­τε, ἔ­βλε­πα τὴ φά­τσα του πά­νω στὸ φρά­χτη, τὴν ἐ­χθρι­κὴ καὶ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιά του, ἴ­δια μὲ τὴν δι­κή μου. Τὰ κο­τό­που­λά του περ­να­γαν τὸν φρά­χτη καὶ κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὸ μου­λι­α­σμέ­νο κα­λαμ­πό­κι ποὺ προ­ό­ρι­ζα γιὰ τὰ δι­κά μου. Τὰ ξέ­να κο­τό­που­λα μοῦ ἔ­μοια­ζαν ἐγ­κλη­μα­τί­ες. Τὰ κα­τα­δί­ω­ξα καὶ τυ­φλω­μέ­νος ἀ­πὸ λύσ­σα σκό­τω­σα ἕ­να. Ὁ γεί­το­νας προ­σέ­δω­σε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α στὴν ἐ­πί­θε­ση. Δὲν θέ­λη­σε νὰ δε­χτεῖ μιὰ χρη­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση. Τρά­βη­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα τὸ πτῶ­μα τοῦ κο­τό­που­λου καὶ ἀν­τὶ νὰ τὸ φά­ει, τὸ ἔ­δει­ξε στοὺς φί­λους του, γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ χω­ριὸ ὁ θρύ­λος τῆς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κῆς μου κτη­νω­δί­ας. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­νι­σχύ­σω τὴν πε­ρί­φρα­ξη, νὰ ἐ­παυ­ξή­σω τὴν ἐ­πα­γρύ­πνη­ση, νὰ ἀ­νε­βά­σω μὲ μιὰ λέ­ξη, τὸν πο­λε­μι­κό μου προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό. Ὁ γεί­το­νας δι­έ­θε­τε ἕ­ναν σκύ­λο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο γιὰ ὅ­λα· ἐ­γὼ σκέ­φτο­μαι νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να πι­στό­λι.

       Ποῦ εἶ­ναι ἡ πα­λιά μου ἡ­συ­χί­α; Εἶ­μαι πο­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α καὶ τὸ μί­σος. Τὸ πνεῦ­μα τοῦ κα­κοῦ μὲ ἔ­χει κα­τα­λά­βει. Πρὶν ἤ­μουν ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τώ­ρα εἶ­μαι ἕ­νας ἰ­δι­ο­κτή­της.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα El libertario.

Gallinas (un cuento anarquista) (periodicoellibertario.blogspot.com)

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


			

Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Τὸ ἐ­κτε­λε­στι­κὸ ἀ­πό­σπα­σμα τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λί…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (5/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[V. Τὸ ἐ­κτε­λε­στι­κὸ ἀ­πό­σπα­σμα τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λί…]

[V. El pelotón de fusilamiento lo sacó de su celda…]


Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λὶ ἕ­να πα­γω­μέ­νο ξη­μέ­ρω­μα καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σουν μιὰ χι­ο­νι­σμέ­νη πε­ρι­ο­χὴ γιὰ νὰ φτά­σουν στὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἐ­κτέ­λε­σης. Οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες ἦ­ταν κα­λὰ προ­στα­τευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο μὲ πα­νω­φό­ρια, γάν­τια καὶ τρί­κο­χα, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι τουρ­τού­ρι­ζαν ἐν μέ­σῳ τῆς πα­γω­μέ­νης ἐ­ρη­μιᾶς. Ὁ κα­η­μέ­νος ὁ φυ­λα­κι­σμέ­νος, ποὺ φό­ρα­γε μό­νο μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ ξε­φτι­σμέ­νο μαλ­λί, δὲν ἔ­κα­νε τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ νὰ τρί­βει τὸ σχε­δὸν κοκ­κα­λω­μέ­νο σῶ­μα, ἐ­νῶ πα­ρα­πο­νι­ό­ταν δυ­να­τὰ γιὰ τὸ φο­νι­κὸ ψύ­χος. Κά­ποι­α στιγ­μή, ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­κτε­λε­στι­κοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος, ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος μὲ τὰ πα­ρά­πο­να, τοῦ φώ­να­ξε:

       — Δι­ά­ο­λε, πά­ψε νὰ κά­νεις τὸν μάρ­τυ­ρα μὲ τὸ σκα­το­κρύ­ο. Σκέ­ψου καὶ ἐ­μᾶς, ποὺ ἔ­χου­με καὶ νὰ γυ­ρί­σου­με.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὁ χαλασμός τ’ Ἀνάλατου


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὁ χαλασμός τ’ Ἀ­νά­λα­του

[τῆς Μάχης τοῦ Ἀνάλατου]


ΤΑΝ ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΝ τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ στρα­τέ­μα­τα [25 τοῦ Ἀ­πρι­λιοῦ 1827] ἀ­πὸ τοὺς Τρεῖς Πύρ­γους [Πα­λιὸ Φά­λη­ρο], ἡ κα­βαλ­λα­ρί­α ἡ Τούρ­κι­κη ἤ­τα­νε κρυμ­μέ­νη μέ­σ’ τὴν Καλ­λιρ­ρό­η [τὸν Ἰ­λισ­σό]. Οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πὸ τὴν Ἀ­κρό­πο­λη τὴ βλέ­πα­νε, καὶ κά­να­νε ση­μά­δια στοὺς δι­κούς τους δεί­χνον­τας τὸ ρέ­μα, μὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν κα­τα­λα­βαί­να­νε καὶ προ­χω­ροῦ­σαν, οἱ ἄ­μοι­ροι. Ἔ­τσι οἱ Ντε­λῆ­δες τοὺς ἀ­φή­σα­νε νὰ ζυ­γώ­σουν πρῶ­τα, κ’ ὕ­στε­ρα τοὺς κό­ψα­νε τὸ δρό­μο. Πε­ζοί, μὲ τὰ κον­τὰ σπα­θιά, πά­λες καὶ γι­α­τα­γά­νια, νὰ νι­κή­σουν τοὺς Ντε­λῆ­δες ἤ­τα­νε πρᾶ­μα ἀ­δύ­να­το. Πάν­τα ὁ πε­ζὸς ὁ ἄ­τα­χτος τρέ­μει τὸν κα­βαλ­λά­ρη. Ἔ­τσι γλή­γο­ρα ἡ μά­χη γύ­ρι­σε κι’ ἔ­γι­νε σφα­γή.

       Ὁ Ἰγ­γλέ­σης μὲ τὸ Τα­χτι­κὸ σκο­τώ­θη­κε τὴ στιγ­μὴ ποὺ φώ­να­ζε φό­κο! [πῦρ] στὸν πυ­ρο­βο­λη­τὴ μὲ τὸ μι­κρὸ κα­νό­νι.

       Ὁ Δ. Καλ­λέρ­γης μὲ τοὺς Κρη­τι­κοὺς φο­ροῦ­σε ἄ­σπρο βρα­κὶ καὶ σερ­βέτ­τα στὸ κε­φά­λι· γνω­ρί­στη­κε ἀρ­χη­γὸς τῶν Κρη­τι­κῶν καὶ δὲν πει­ρά­χτη­κε. Οἱ Ἀρ­βα­νῖ­τες ποὺ τὸν πι­ά­σα­νε (εἶ­χε σπά­σει τὸ πο­δά­ρι του) δὲ θέ­λα­νε νὰ σκο­τω­θῇ, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ πά­ρουν ξα­γο­ρά· τὸν πῆ­γαν ὅ­μως μπρὸς στὸν Κι­ου­τα­χῆ, κι’ αὐ­τὸς ποὖ­χε ὁρ­κι­στῆ νὰ μὴ χα­ρί­σῃ ζω­ὴ κα­νε­νὸς Ἕλ­λη­να ποὔ­θε­λε πιά­σει (ἔ­κα­με τὸν ὅρ­κο γιὰ τὴν ἀ­πι­στιὰ ποὺ οἱ Ἕλ­λη­νες κά­μα­νε πρω­τύ­τε­ρα στὴν Τούρ­κι­κη φρου­ρὰ τοῦ Ἁ­ϊ-Σπυ­ρί­δω­να, στὸν Πει­ραι­ᾶ), τρά­βη­ξε κ’ ἔ­κο­ψε τ’ ἀ­φτὶ τοῦ Καλ­λέρ­γη τ’ ἀ­ρι­στε­ρό, ἔ­τσι γιὰ νὰ μα­τώ­σῃ τὸ μα­χαῖ­ρι του καὶ τὸν ὅρ­κο του νὰ μὴν πά­τή­σῃ.

       Ὁ Σου­λι­ώ­της Λάμ­προ-Βέ­ϊ­κος γνω­ρί­στη­κε νε­κρὸς ἀ­π’ τὰ τσου­ρά­πια ποὺ φο­ροῦ­σε.

       Τὸ Ἀρ­χον­τό­που­λο, τὸ Γιά­ννη Νο­τα­ρᾶ, τὸν εἶ­χαν πιά­σει Γκέ­κη­δες καὶ τὸν πη­γαί­να­νε στὸν Πασ­σᾶ. Ὅ­μως στὸ δρό­μο τοὺς ρι­χτῆ­καν ἄλ­λοι Ἀρ­βα­νῖ­τες καὶ τὸν ἁρ­πά­ξαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους, θέ­λον­τας νὰ πά­ρουν αὐ­τοὶ τὴν ξα­γο­ρά. Ὕ­στε­ρα το­νὲ βά­λα­νε στὴ μέ­ση καὶ κι­νή­σα­νε, κ’ ἐ­νῷ τρα­βοῦ­σαν, καὶ προ­σέ­χα­νε τὸ σκλά­βο, ρω­τῶν­τας τό­νε γιὰ τὴν ξα­γο­ρά, ἕ­νας Γκέ­κας ζύ­γω­σε ἥ­συ­χα καὶ τοὔρ­ρι­ξε, καὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸν τό­πο.

       Ὁ Γι­ωρ­γά­κης Δρά­κος σκο­τώ­θη­κε μο­νά­χος του.

       Στοὺς Τρεῖς Πύρ­γους, ὅ­που φτά­σα­νε ξε­ψυ­χι­σμέ­νοι ὅ­σοι γλυ­τῶ­σαν, ἐ­κεῖ ὁ Σω­τή­ρης Στρά­τος κι’ ὁ Νι­κό­λας Ζέρ­βας δεί­ξα­νε ξε­χω­ρι­στὴ πα­λη­κα­ριά· μα­ζέ­ψα­νε τοὺς φευ­γα­λά­δες, τοὺς κά­μα­νε καρ­διά, κι’ ἀν­τι­στα­θή­κα­νε στοὺς φο­βε­ροὺς Ντε­λῆ­δες, ποὺ καὶ στὴ θά­λασ­σα προ­χω­ρού­σα­νε μὲ τ’ ἄ­λο­γα καὶ σφά­ζα­νε.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ δι­ή­γη­ση πα­λιοῦ Ἀ­θη­ναί­ου.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 167-168 [Τίτλος: «328.— Στιγ­μὲς ἀ­π’ τὴν πι­κρὴ τὴν ὥ­ρα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἀλέξαν­δρος Ἠ­σαΐας, Ἡ Μάχη τοῦ Ἀ­να­λά­του τὸ 1827 στὴν Ἀθήνα. Χρω­μο­λι­θο­γραφία, (Βε­νε­τία, 1839).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: — Γράφε Ράγκο!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: 


— Γρά­φε Ράγ­κο!


[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Ἀνδρέου Ἴσκου]


ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, ὅ­ταν κα­τη­γο­ροῦ­σαν τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη πὼς εἶ­χε κρυ­φὴ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τοὺς Τούρ­κους, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους τὸν κα­τά­τρε­χε ὁ Ράγ­κος, για­τὶ ἀν­τι­φερ­νόν­ταν οἱ δυ­ό τους γιὰ τ’ ἀρ­μα­τω­λί­κι τῶν Ἀ­γρά­φων. Μιὰ μέ­ρα ὁ στε­νὸς φί­λος τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη Στρ. Ἀν­τρέ­ας Ἴ­σκος(1) ση­κώ­νε­ται, παίρ­νει μα­ζί του τέσ­σε­ρες-πέν­τε στρα­τι­ῶ­τες, ποὺ εἶ­χαν πο­λε­μή­σει μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ πά­ει στὸ κο­νά­κι τοῦ Ράγ­κου νὰ το­νὲ δῇ. Ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὰ λέ­νε. Τὰ πα­λη­κά­ρια, ἡ «οὐ­ρά», μεῖ­ναν ἀ­πό­ξω. Ἄ­ξαφ­να ὁ Ἴ­σκος ἔ­κα­με πὼς θέ­λει ν’ ἀ­νά­ψῃ τὸ τσιμ­ποῦ­κι του καὶ φώ­να­ξε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ μέ­σα. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­βα­νε τὴ φω­τιά, το­νὲ ρω­τά­ει ὁ Στρα­τη­γός, ἀ­δι­ά­φο­ρα τά­χα, μὲ ποι­ὸν ἔ­κα­με ὡς τώ­ρα καὶ ποῦ πο­λέ­μη­σε.

       — Μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, Κα­πε­τά­νε, ἀ­παν­τά­ει ὁ στρα­τι­ώ­της. Ἤ­μ’­να κον­τά τ’ ἀ­π’ τὸν και­ρὸ τ’ Λε­πε­νι­ώ­τη. Που­λε­μή­σα­με πολ­λὲς βου­λὲς ἀν­τά­μα. Νὰ τὰ σ’­μά­δια…

       — Κα­λά, κα­λά, ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.

       Ἀ­φοῦ βγῆ­κε ὁ στρα­τι­ώ­της, γυ­ρί­ζει ὁ Ἴ­σκος καὶ λέ­ει τοῦ Ράγ­κου:

       — Γρά­φε, Ράγ­κο!

       Ὕ­στε­ρα ὁ Ἴ­σκος κρά­ζει ἄλ­λο στρα­τι­ώ­τη.

       — Ἄ­μ’ ἐ­σὺ μὲ ποι­ὸν ἔ­χεις κά­μει, ὠ­ρέ, ὡς τα­τώ­ρα στὸν πό­λε­μο;

       — Ἐ­γώ, στρα­τη­γέ μ’; Που­λέ­μ’­σα στὴν Ἄρ­τα, νυ­χτό­η­με­ρα, μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, που­λέ­μ’­σα στοὺ Νι­ου­χῶ­ρι στοὺ Κουμ­πό­τ’, που­λέ­μ’­σα…

       — Κα­λά, φεύ­γα! λέ­ει καὶ σ’ αὐ­τὸν ὁ Ἴ­σκος.

       Γυ­ρί­ζει κα­τὰ τὸ Ράγ­κο:

       — Γρά­φε, Ράγ­κο! τοῦ λέ­ει καὶ πά­λι.

       Φω­νά­ζει ἄλ­λο στρα­τι­ώ­τη. Ἀρ­χί­ζει κ’ ἐ­κεῖ­νος τὰ δι­κά του:

       — Που­λέ­μ’­σα στοῦ Κου­ρά­κου τοὺ γι­ου­φύ­ρ’, που­λέ­μ’­σα…

       — Γρά­φε Ράγ­κο!


(1) Ἡ παράδοση ἡ λαϊκὴ λέει πὼς ἤτανε κι’ ἀδέρφια ἀπὸ ἕναν πατέρα (ὁ Καραϊσκάκης νόθος) [Σημ. Γ. Βλ.].


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση ἀ­πὸ τὸ Γι­αν­νά­κη Τζα­βέ­λα συν­ταγ­μα­τάρ­χη τοῦ Μη­χα­νι­κοῦ, γυι­ὸ τοῦ Νικ. Τζ. ἀ­δερ­φοῦ τοῦ Κί­τσου.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 235 [Τίτλος: «510.— Γρά­φε, Ράγ­κο.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κωνσταντῖνος Πα­πα­δημη­τρίου (19ος αἰ.), Γε­ώρ­γι­ος Κα­ρα­ϊ­σκά­κης (1829). Ξύ­λο ζωγρα­φι­σμένο, 74Χ19Χ10 ἑκ. (Ἐ­θνι­κὴ Γλυ­πτο­θή­κη, Ἄλ­σος Ἑλ­λη­νι­κοῦ Στρα­τοῦ, Γουδή).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Καθίστε ἐδῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Καθίστε ἐδῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες

[τοῦ Παπαφλέσσα]


ΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ μὲ τρεῖς-τέσ­σε­ρες χι­λιά­δες στρα­τό· μὰ ὅ­λοι βλέ­πα­νε τὸν τό­πο χα­μη­λὸ κ’ εὔ­κο­λο νὰ πα­τη­θῇ ἀ­πὸ τὴν κα­βαλ­λα­ρί­α. Γι’ αὐ­τὸ κι’ ὁ ἀ­νε­ψιός του Ἠ­λί­ας Φλέσ­σας, ὁ φί­λος του Παν. Κε­φά­λας κι’ ἄλ­λοι το­νὲ συ­βου­λεύ­α­νε νὰ πι­ά­σου­νε ψη­λό­τε­ρα, στὸ βου­νὸ ἀ­πά­νου, ὅ­που μά­λι­στα, ἀ­πὸ φό­βο, εἴ­χα­νε κι­ό­λα στα­θῆ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τα­χτους ποὖ­χε συ­νά­ξει. Ἐ­κεῖ θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ κρα­τή­σουν τὸν πό­λε­μο κά­να-δυ­ὸ μέ­ρες ὥς που νὰ φτά­σῃ ἡ βο­ή­θεια ποὺ ἐλ­πί­ζαν.

       — Ἐ­γώ, τοὺς εἶ­πε ὁ Φλέσ­σας, δὲν ἦρ­θα ἐ­δῶ νὰ με­τρή­σω τὸ στρα­τὸ τοῦ Μπρα­ΐ­μη, πό­σος εἶ­ναι, ἀ­πὸ τὰ ψη­λώ­μα­τα· ἦρ­θα νὰ πο­λε­μή­σω. Οὔ­τε τρελ­λά­θη­κε ὁ Μπρα­ΐ­μης νὰ χα­σο­με­ρά­ῃ ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἐλ­πί­ζει νὰ κερ­δή­σῃ νί­κη, μὰ θὰ τρα­βή­ξῃ ἴ­σα κα­τὰ τὴν Τρι­πο­λι­τσά, κ’ ἐ­γὼ τό­τε θὰ μεί­νω νὰ μα­ζεύ­ω ἀ­πὸ πί­σω τὰ καρ­φο­πέ­τα­λά του. Ἂν ὅ­μως τὸν κρα­τή­σω δῶ στὸ Μα­νιά­κι, γλυ­τώ­νω τὸ Μω­ριᾶ, για­τὶ θὰ τὸν κά­μω νὰ πι­σω­γυ­ρί­σῃ ὅ­πως ὁ Δρά­μα­λης, εἰ­τε­μὴ θὰ πλη­ρώ­σῃ ἀ­κρι­βὰ τὸ αἷ­μα μου καὶ θὰ τὸ συλ­λο­γι­στῇ κα­λὰ ὕ­στε­ρα νὰ μπῇ στὴν καρ­διὰ τοῦ Μω­ριᾶ. Κα­θί­στε ἐ­δῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες!

       Καὶ κά­θι­σε καὶ πέ­θα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας.

       Ὁ Ἰμ­πρα­ΐ­μης καὶ σὲ ξέ­νους καὶ σ’ Ἕλ­λη­νες, καὶ στὸ Θ. Γρί­βα κα­τὰ τὰ 1844, ποὺ εἶ­χε πά­ει στὴν Αἴ­γυ­πτο, εἶ­πε πὼς δέ­κα ἀ­κό­μα σὰν τὸν Παπ­πα­φλέσ­σα ναὔ­ρι­σκε νὰ τοῦ ἀν­τι­στα­θοῦ­νε στὸ Μω­ριᾶ, θὰ γύ­ρι­ζε στὸν τό­πο του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 153 [Τίτλος: «299.— Σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γιάννης Μόραλης (1916-2009), Παπαφλέσσας, 1943. Ξυλογραφία σὲ χαρ­τί, 43Χ37 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τ’ ἀνεμικὸ τουφέκι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τ’ ἀνεμικὸ τουφέκι

[τοῦ Γώγου Μπακόλα]


ΤΑ ΜΑΤΙΑ τῶν Εὐ­ρω­παί­ων οἱ ἄ­τα­χτοι Ἕλ­λη­νες, ποὺ κά­να­νε τὸν πό­λε­μο τοῦ Τούρ­κου, φαι­νόν­τα­νε δει­λοί, για­τὶ δὲν πέ­φτα­νε τυ­φλὰ μέ­σ’ τὴν φω­τιά, πα­ρὰ κά­ναν οἰ­κο­νο­μί­α στὴ ζω­ή τους, ἅ­μα βλέ­πα­νε τὸν Τοῦρ­κο νὰ νι­κά­ῃ, καὶ φεύ­γα­νε· μὰ ξα­να­γυ­ρί­ζα­νε, κι’ ἀ­να­πα­μὸ δὲν εἴ­χα­νε πο­τέ. Ἔ­τσι λυ­ώ­να­νε τὸν Τοῦρ­κο, μὲ τὴν ὑ­πο­μο­νή.

       Τὸν τρό­πο αὐ­τὸν τοῦ πο­λέ­μου, τὸ του­φέ­κι τ­νε­μι­κὸ —σκόρ­πιον πό­λε­μο— δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κα­τα­λά­βῃ κ’ ἕ­νας Ἕλ­λη­νας Βο­νι­τσᾶ­νος, ποὺ εἶ­χε κά­μει ἔμ­πο­ρος στὴν Ἱ­σπα­νί­α, κ’ εἶ­δε ἐ­κει­πέ­ρα σ’ ἕ­ναν ἐμ­φύ­λιο σπα­ραγ­μὸ νὰ σφά­ζων­ται οἱ Σπα­νι­ό­λοι, καὶ ζω­ὴ νὰ μὴ λο­γα­ριά­ζουν.

       Ὁ κα­λὸς αὐ­τὸς Ἕλ­λη­νας λε­γό­τα­νε Ψω­ρί­λης κ’ ἤ­τα­νε στὸ Πέ­τα, Ἰ­ού­λιο τοῦ 1822, μὲ τὸ Γῶ­γο τὸ γε­ρο-Ἀρ­μα­τω­λό. Μὰ βλέ­πον­τας τὰ πα­λη­κά­ρια τοῦ Γώ­γου νὰ τσα­κί­ζων­ται [ὑ­πο­χω­ροῦν], δὲν τὸ βα­στοῦ­σε ὁ νοῦς του· καὶ πά­λευ­ε ὁ Ψω­ρί­λης νὰ κρα­τή­σῃ τοὺς ἄ­τα­χτους ἀ­π’ τὸ φευ­γιὸ καὶ νὰ τοὺς κά­μῃ νὰ στα­θοῦν καὶ νὰ πε­θά­νουν. Τό­τε ὁ Γῶ­γος φώ­να­ξε καὶ τὸν πιά­σαν τὸν Ψω­ρί­λη καὶ τὸν πή­ρα­νε μα­ζί τους, μὲ τὴ βί­α, τὰ πα­λη­κά­ρια του. Ὕ­στε­ρα ὁ Ψω­ρί­λης μάλ­λω­νε τὸ Γῶ­γο καὶ τοὔ­λε­γε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νουν καὶ νὰ σκο­τω­θοῦν, ἀ­φοῦ ση­κῶ­σαν τ’ ἄρ­μα­τα γιὰ τὴ λευ­τε­ριά.

       — Ἄ­φ’­σ’ τ’ αὐ­τά, ἄ­φ’­σ’ τ’ αὐ­τά, Θα­νά­σ’! τοῦ λέ­ει ὁ Γῶ­γος· τὰ πα­λη­κά­ρια μου τὰ θέ­λου καὶ τα­χιά, δὲν τ’ ἀ­φί­νου ‘­γὼ νὰ μ’ τὰ χα­λά­σουν οἱ Τοῦρ­κοι· ποῦ θὰ βρῶ ἄλ­λα ὕ­στε­ρα; Ἔ­χου τ’ν Ἀρ­βα­νι­τιὰ τ’ Σουλ­τά­ν’ νὰ σ’­νά­ζου ἀ­σκέ­ρ’ ὅ­που­τι χρει­ά­ζου­μαι;



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 143 [Τίτλος: «275.— Ἄ­τα­χτο του­φέ­κι.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Σπῦρος Κρόκος: Chop Chop Square


Σπῦ­ρος Κρό­κος


Chop Chop Square


 ΠΡΩΪΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Φρε­σκο­πλυ­μέ­να σεν­τό­νια ἔ­χουν ἀρ­χί­σει ἤ­δη ν’ ἁ­πλώ­νον­ται πά­νω στὶς πλά­κες της. Ἡ θέ­α τῶν λευ­κῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν ποὺ πε­τοῦν στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­να­κα­λεῖ στὴ μνή­μη του τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος. Στὸ νοῦ του ἔρ­χον­ται κι ἐ­κεῖ­νοι οἱ στί­χοι ποὺ εἶ­χε βρεῖ γραμ­μέ­νους χρό­νια πρίν, σ’ ἕ­να ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο κομ­μά­τι χαρ­τί, πε­τα­μέ­νο στὴ ρί­ζα μιᾶς γέ­ρι­κης χουρ­μα­διᾶς: «Στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες τοῦ Προ­φή­τη πει­να­σμέ­να γε­ρά­κια κα­ρα­δο­κοῦν, κομ­μα­τι­ά­ζον­τας τὶς νό­τες ποὺ ξε­γλι­στροῦν ἀ­μέ­ρι­μνα στὴ σι­ω­πὴ τῆς ἄμ­μου. Ὁρ­μοῦν ἐ­πά­νω στὶς ἄ­ψυ­χες σκι­ὲς τῆς ὀ­θό­νης καὶ στὶς φι­γοῦ­ρες τῆς σκη­νῆς, ὅ­ταν αὐ­τὲς δὲν ὑ­πο­κλί­νον­ται φι­λών­τας εὐ­λα­βι­κά τοὺς ὤ­μους τῶν το­πο­τη­ρη­τῶν του.»

        Βα­δί­ζει πρῶ­τος στὴ σει­ρά, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, ἔ­χον­τας τὰ χέ­ρια δε­μέ­να πι­σθάγ­κω­να. Πα­ρὰ τὸ βά­λιουμ, νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του κο­φτὴ καὶ τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ γρή­γο­ρα καὶ ἄρ­ρυθ­μα. Ἀ­πρό­σκλη­τες θύ­μη­σες τοῦ τρα­γου­δοῦν καὶ τὸν τα­ξι­δεύ­ουν σὲ εἰ­κό­νες τοῦ χθές, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­έ­ρα καὶ φῶς μέ­σα ἀ­πὸ λα­βύ­ριν­θους θο­λοὺς καὶ οἰ­κεί­ους. Γνώ­ρι­μες κραυ­γὲς συ­νο­δεύ­ουν τὴ δι­α­δρο­μή του πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Ὅ­μως σὲ αὐ­τὲς δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει πιὰ τὴ χροι­ὰ τῆς δι­κῆς του φω­νῆς μὲ τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες στὴν πλα­τεί­α, τὰ γι­ορ­τι­νὰ πρω­ϊ­νά τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, τὸ πο­δό­σφαι­ρο καὶ τὸ κυ­νη­γη­τὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­κέ­φα­λα σώ­μα­τα. Τοῦ εἶ­χαν πεῖ τό­τε, πὼς αὐ­τὰ ἦ­ταν σκιά­χτρα ποὺ κρα­τοῦ­σαν μα­κριά τὰ στοι­χειὰ τῆς ἐ­ρή­μου. Ἡ στέρ­φα γῆ ἐ­ξά­γνι­ζε τὸ παι­χνί­δι τους ἀ­πὸ τὸ μό­λε­μα καὶ τὸ προ­στά­τευ­ε, ἔ­τσι ὅ­πως ἄ­τμι­ζε ρου­φών­τας ἀ­χόρ­τα­γα τὸ ζε­στὸ αἷ­μα ποὺ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο.

        Γο­να­τί­ζει πά­νω στὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι μὲ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὴ γε­νέ­τει­ρα τοῦ Προ­φή­τη. Ἕ­να θρη­νη­τι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ δι­εκ­δι­κεῖ δι­έ­ξο­δο. Μὰ τε­λι­κὰ μέ­νει βου­βό. Ἀ­νεί­πω­το. Μαῦ­ρο πα­νὶ τυ­λί­γει τὰ μά­τια του κα­θὼς αἰ­σθά­νε­ται τὸν δή­μιο νὰ στέ­κει δί­πλα του. Ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει κι ἡ δου­λειὰ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ πρὶν τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη τοῦ με­ση­με­ριοῦ. Δὲν ἔ­χει πρό­θε­ση νὰ δυ­σκο­λέ­ψει τὸ ἔρ­γο τοῦ ὑ­παλ­λή­λου. Ἀ­κού­ει τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κα­τα­δί­κης καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ψι­θυ­ρι­στὰ τοὺς στί­χους ἀ­πὸ τὸ Κο­ρά­νι. Παύ­ση. Ξέ­ρει τί πρέ­πει νὰ κά­νει ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἔ­πει­τα. Γέρ­νει τὸ σῶ­μα του ἐ­λα­φριὰ μπρο­στά. Αἰ­σθά­νε­ται τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει ἁ­πα­λὰ τὸν λαι­μὸ κι ὕ­στε­ρα νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Τὸ σπα­θὶ κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη. Δι­α­χω­ρι­σμός — δη­λα­δὴ κα­ρα­τό­μη­ση. Ἡ λύ­τρω­ση στὴν Chop Chop Square μό­λις ἦρ­θε. Τὸ πλῆ­θος κραυ­γά­ζει. Κά­ποι­ος του­ρί­στας φώ­να­ξε γκόλ.

        Τρί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ κρα­νί­ο του δί­χως αἰ­σθή­σεις, βού­λη­ση, προσ­δο­κί­ες καὶ μνή­μη πιά, κα­τρα­κυ­λᾶ στὸ πυ­ρω­μέ­νο τσι­μέν­το τῆς πλα­τεί­ας. Σὲ αὐ­τὸν τὸν χρό­νο ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ σκορ­πί­σει ἡ ψυ­χὴ καὶ νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ τὴ σκό­νη ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους τὰ κα­ρα­βά­νια τῶν νο­μά­δων τῆς ἐ­ρή­μου, αὐ­το­μό­λη­σαν μα­ζί της καὶ οἱ ἦ­χοι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια μου­σι­κές, οἱ εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κλει­σμέ­να θε­ά­μα­τα, ἡ γλυ­κιὰ γεύ­ση τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἱ­δρώ­τα καὶ τῶν ἀγ­γιγ­μά­των τῆς σάρ­κας, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁρ­μύ­ρας ποὺ ὁ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὸς ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἕ­ναν ὠ­κε­α­νὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τί­κρι­σε πο­τέ, μὰ κά­θε βρά­δι ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν πὼς πα­τοῦ­σε τὴν ἀν­τί­πε­ρα στε­ριά του.

        «Σκα­τά!» μούγ­κρι­σε ὁ πα­χύ­σαρ­κος ἄν­τρας κοι­τά­ζον­τας τὸ ρο­λό­ϊ του, δε­κα­τρεῖς χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἅρ­πα­ξε τὸ τη­λε­κον­τρὸλ ποὺ ἦ­ταν χω­μέ­νο στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πὲ καὶ τί­να­ξε στὸ πά­τω­μα τὰ τρίμ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ πα­τα­τά­κια ποὺ εἶ­χαν στα­θεῖ στὴν κοι­λιά, στὰ μπού­τια καὶ στὸ λευ­κό του σώ­βρα­κο. Ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, κά­τι ποὺ δὲν τὸ κα­τά­φε­ρε οὔ­τε τὴ δεύ­τε­ρη οὔ­τε τὴν τρί­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σε. Τοῦ πῆ­ρε κάμ­πο­ση ὥ­ρα νὰ χω­ρέ­σει στὴ φρε­σκο­πλυ­μέ­νη στο­λὴ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­νε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουμ­πὶ τοῦ που­κα­μί­σου μὲ τὸ κεν­τη­μέ­νο γε­ρά­κι στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι, κον­το­στά­θη­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοί­τα­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὸν βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­πει­τα τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὴ νο­η­τὴ εὐ­θεία ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ 13η πτέ­ρυ­γα τῶν Πο­λι­τεια­κῶν Φυ­λα­κῶν, τὴν Death Row. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­πλα­νὲς γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μές. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι του στὸ στέρ­νο καὶ σχη­μά­τι­σε φευ­γα­λέ­α τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς εἰ­σό­δου σή­κω­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τί­τλο: «Πρω­τό­κολ­λο Chapman —Ἐ­φαρ­μο­γὴ καὶ Δι­α­χεί­ρι­ση Ἐ­κτε­λέ­σε­ων.» Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη ποὺ ἔ­κα­νε πρὶν κλεί­σει πί­σω του τὴν πόρ­τα καὶ χα­θεῖ, ἦ­ταν ὅ­τι ἂν τὰ πράγ­μα­τα συ­νε­χί­σουν νὰ πη­γαί­νουν κα­λὰ στὴ δου­λειά, ἴ­σως μπο­ρέ­σει νὰ πε­ρά­σει ἕ­να μέ­ρος ἀ­πὸ τὴν κα­λο­και­ρι­νή του ἄ­δεια τα­ξι­δεύ­ον­τας κά­που στὴ Με­σό­γει­ο. Ἰ­τα­λί­α, Ἱ­σπα­νί­α, Γαλ­λί­α, Ἑλ­λά­δα ἴ­σως. Τὰ χεί­λη του συ­σπά­στη­καν σ’ ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο προ­σμο­νῆς καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­σης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες. Ἐν­δει­κτι­κὲς ἀ­να­φο­ρές: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου», «Southern Point», «Chop Chop Squa­re» στὸν ἱστο­χῶ­ρο Ἱ­­στο­­ρί­­ες Μπον­­ζά­ι – Ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μ­ικροῦ. «Θραύ­σμα­τα & Ἀνα­μνή­σεις» στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Eye­lands· «Ὁ Κό­σμος τῆς Λί­μνης» στὸν ἱστό­το­πο Li­te­ra­tu­re.  Τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» καὶ «Τε­λευ­ταῖ­ο Δρο­μο­λό­γιο» ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέα (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) καὶ Ἱ­στο­ρίες στὶς Ρά­γες (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) ἀ­ντί­στοι­χα. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ τὸν Θε­ο­δω­ρά­κη Κο­λο­κο­τρώ­νη, ἄρ­χον­τα τῶν ἀ­κα­τα­μα­χή­των Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των, εἰς ἐ­σέ­να τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ.

       Σοῦ φα­νε­ρό­νω, ὅ­τι τὴν ἀ­λή­θεια εἶ­σαι ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­τος ἀ­πὸ τὸ γέ­νος τῶν ὁ­μο­πί­στων σου Τουρ­κῶν, καὶ ζη­τεῖς ἄ­δι­κα νὰ τοὺς πά­ρῃς ς’ τὸν λαι­μόν σου. Ἐ­σὺ ἐ­γνώ­ρι­σες κα­λὰ τὴν ἀ­πό­φα­σιν τοῦ ὑ­ψί­στου Θε­οῦ καὶ τὴν ἀ­πό­φα­σιν ὅ­λων τῶν με­γά­λων Δυ­νά­με­ων τῆς Εὐ­ρώ­πης, διὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῇ τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἀ­πὸ ταῖς ἀ­δι­κί­αις καὶ τυ­ραν­νί­αν σας, ἠ­ξεύ­ρον­τας τὰς ἀν­δρα­γα­θί­ας τῶν Χρι­στια­νῶν εἰς τὴν Ῥού­με­λην· πλὴν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι ἀ­περ­νῶν­τας μὲ ὀ­λί­γους λου­φε­τσί­δες* ἐ­πά­νω εἰς τὸν Μο­ρέ­α, πὼς εὔ­κο­λα ἤ­θε­λε φο­βί­σῃς τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας· καὶ τὸ εὔ­κο­λον ἀ­πέ­ρα­σμά σου ἀ­πὸ Βο­στί­τζαν ἕ­ως αὐ­τοῦ διὰ τὴν ἀ­προ­φυ­λα­ξί­αν τῶν ἐ­κεῖ με­ρῶν, εἰς και­ρὸν ὁ­ποὺ καὶ εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρε­θέν­τες τό­τε ὀ­λί­γοι στρα­τι­ῶ­ται σοῦ ἐ­προ­ξέ­νη­σαν πολ­λὰ κα­κά, σὲ ἔ­κα­μαν νὰ φθά­σῃς εἰς μί­αν κα­κὴν ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, καὶ νὰ τολ­μή­σῃς ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἀν­δρεί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των μας κα­τὰ τὸ Βαλ­τέ­τζι, διὰ νὰ πά­θῃς, ὅ­σα ἔ­πα­θες, καὶ νὰ πά­ρῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους ὁ­μο­πί­στους σου. Ἐ­ξιπ­πά­σθης, φαί­νε­ται, ὅ­τι εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρὼν με­ρι­κοὺς ζευ­γο­λά­τας καὶ γυ­ναῖ­κας, τοὺς ἐ­θα­νά­τω­σες ἄ­δι­κα. Ἡ­μεῖς εἴ­με­θα εὐ­σπλαγ­χνι­κώ­τε­ροι καὶ γεν­ναι­ό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­σέ· ἐ­πει­δή, ἐν ᾧ ἔ­χο­μεν πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πὸ χι­λί­ους Τούρ­κους εἰς τὸ χέ­ρι, δὲν ἐ­κα­τα­δέ­χθη­μεν νὰ τοὺς πει­ρά­ξω­μεν τε­λεί­ως, ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­χο­μεν μὲ τὸ ῥε­χά­τι, τρώ­γον­τες καὶ πί­νον­τες καλ­λί­τε­ρον ἀ­πὸ ἐ­σέ­να. Ἤ­ξευ­ρε δέ, ὄ­χι ὅ­σους ἐ­θα­νά­τω­σες, ἀλ­λὰ καὶ ἑ­κα­τὸ με­ρί­δια τό­σους ἂν ἐ­θα­νά­τω­νες, δὲν μᾶς φο­βί­ζεις, οὔ­τε ὀ­λι­γο­στεύ­ο­μεν· ἐ­πει­δὴ ὡς πρὸς ἐ­σᾶς τοὺς Τούρ­κους, ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκε­σθε εἰς τὸν Μο­ρέ­α, εἴ­με­θα τό­σοι πολ­λοί, ὁ­πού, πε­νήν­τα ἀ­πὸ ἡ­μᾶς ἂν σκο­τω­θοῦν καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ σᾶς, πά­λιν, μὲ τοῦ Θε­οῦ τὸ θέ­λη­μα, χω­ρὶς ἄλ­λο θὰ σᾶς νι­κή­σω­μεν. Δὲν σὲ ἔ­φθα­σαν αὐ­τὰ τὰ ἀ­νό­η­τα κι­νή­μα­τά σου, πα­ρὰ ἐ­τόλ­μη­σες νὰ στεί­λῃς καὶ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, διὰ νὰ ἔλ­θουν νὰ προ­σκυ­νή­σουν οἱ ἀ­φθέν­ταις σου, ἐν ᾧ ἡ­μεῖς ἐ­σέ­να τὸν ἀ­νά­ξιον ὄ­χι τὰ χαρ­τιά σου δὲν φο­βού­με­θα, ἀλ­λ’ οὔ­τε τὰ ἄρ­μα­τά σου στο­χα­ζό­με­θα διὰ ἄρ­μα­τα. Ἂν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι εἶ­ναι τὸ παι­γνί­δι, ὁ­ποὺ εἰς τὸν Μο­ρέ­α πρὸ πε­νῆν­τα χρό­νους ἐ­στά­θη, εἶ­σαι πολ­λὰ γε­λα­σμέ­νος, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­ναι ὡ­σὰν κεῖ­νο· δι­ό­τι ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν καὶ εἰς τὸν Μο­ρέ­α, Ῥού­με­λη, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, Κα­ρα­τα­γλί­δες, Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α καὶ σχε­δὸν εἰς αὐ­τὴν τὴν Ἀ­να­το­λὴν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα, ὁ­μοί­ως καὶ ὅ­λα τὰ νη­σί­α τῆς Ἄ­σπρης θα­λάσ­σης. Μά­θε, ἂν δὲν τὸ ἠ­ξεύ­ρῃς, ὅ­τι ἡ Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, ἡ Φι­λιπ­πού­πο­λις, τὸ Σα­λο­νί­κι, ἡ Βάρ­να, ἡ Ἐ­δερ­νὲ* ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­σαν· ἡ Σκόν­δρα εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ* ἀ­πὸ τοὺς Κα­ρα­τα­γλί­δες καὶ πο­λε­μεῖ­ται ἀν­δρεί­ως· ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λις εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ ἀ­πὸ τὸν πρίγ­κι­πά μας Ἀ­λέ­ξαν­δρον Ὑ­ψη­λάν­τε μὲ 200 χι­λιά­δας στρά­τευ­μα· ὁ Ἐλ­τζῆς* τῆς με­γά­λης Ῥουσ­σί­ας ἔ­φυ­γε· 30 κα­ρά­βια ῥωσ­σι­κὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­να τὸ Φα­να­ρά­κι· 10 κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­κό­μη τοῦ Σουλ­τά­νου σας, τὰ ἔ­χει δε­μέ­να ὡ­σὰν γα­ϊ­δού­ρια εἰς τὴν πό­λιν· 30 κα­ρά­βια Ὑ­δρι­ο­σπε­τζώ­τι­κα καὶ Ψα­ρια­νὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­νο τὸ μπο­γά­ζι* τοῦ Τζα­νὰκ-Κα­λε­σί· ἄλ­λα σα­ράν­τα πε­ρι­πα­τοῦν ὅ­λην τὴν Ἄ­σπρην θά­λασ­σαν, καὶ ἔ­χουν 80 κα­ρά­βια μπε­γλί­τι­κα* καὶ πραγ­μα­τευ­τά­ρι­κα κλει­σμέ­να καὶ ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τοὺς 6000 Τούρ­κους, καὶ μά­λι­στα τοῦ Μπε­κὶρ πασ­σᾶ, Ἀτ­τά­λια βα­λι­σῆ, ὁ­ποὺ ἐρ­χό­ταν εἰς τὸ ἰ­μιν­τά­τι* σας. Μά­θε, ὅ­τι ὁ γεν­ναῖ­ος Ἀ­λῆ πασ­σᾶς Τε­πε­λεν­τλῆς, ἀ­πο­φα­σί­σας νὰ ζή­σῃ εἰ­ρη­νι­κῶς μὲ ἡ­μᾶς, κα­τέ­σφα­ξεν ἀν­δρεί­ως πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἐ­δι­κούς σας, καὶ τοὺς ἄλ­λους μα­ζὴ μὲ τὸν Χουρ­σὴτ πασ­σᾶν σας ὁ Ὀ­μὲρ πασ­σᾶς Βι­ρι­ώ­νη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­σκο­τώ­θη εἰς τὸ Ζη­τοῦ­νι μ’ ὅ­λον του τὸ στρά­τευ­μα· καὶ τὸν Πα­σι­όμ­πε­η τὸν ἔ­δο­σε τοῦ δι­α­βό­λου. Μά­θε, ὅ­τι ἡ Ἀ­θῆ­να, Θῆ­βα, Λει­βα­διά, Τα­λάν­τι, Πα­τρα­τζί­κι καὶ ὅ­λη ἡ Θεσ­σα­λί­α, καὶ δὲν ἔ­μει­νε κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος πα­ρὰ ἡ Εὔ­ρι­πος καὶ ἄλ­λα ὀ­λί­γα μέ­ρη, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ δυ­να­τὰ καὶ ἀ­πὸ ξη­ρᾶς καὶ θα­λάσ­σης. Εἶ­δες μὲ τὰ ὀμ­μά­τιά σου τὰ ἐ­δι­κά μας κα­ρά­βια εἰς τὸ Ἀ­νά­πλι· ἄλ­λα δέ­κα εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς Μο­νο­βα­σί­α, καὶ ἄλ­λα 12 εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν μου­χα­σε­ρὲ Κο­ρώ­νης, Μο­θώ­νης καὶ Νε­ο­κά­στρου, καὶ 17 ἔ­φθα­σαν προ­χθὲς εἰς τὸν κόλ­πον τῆς Πα­τρὸς καὶ Κο­ρίν­θου, καὶ ἐ­πε­ρί­λα­βαν τὰ κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ σὲ ἤ­φε­ραν, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν πό­λε­μον· καὶ πλέ­ον λου­φε­τζί­δαις καὶ μιν­τά­τια δὲν θέ­λεις ἰ­δεῖ· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, ἄν­θρω­πε, καὶ μὴ παίρ­νῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους Τούρ­κους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ὅ­ταν πα­ρα­δώ­σουν τὰ ἄρ­μα­τά τους, θέ­λει ζή­σουν φι­λι­κὰ μὲ ἡ­μᾶς ὑ­πὸ τὴν δι­οί­κη­σιν τοῦ κρα­ται­ο­τά­του καὶ πο­λυ­χρο­νί­ου πριγ­κί­που μας Ἀ­λε­ξάν­δρου Ὑ­ψη­λάν­τε. Εἰς ἡ­μᾶς τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν, ἀλ­λὰ εἰς ἐ­σᾶς εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α, ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­τζι ἀ­πε­φά­σι­σε· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, διὰ νὰ μὴν χα­θῇς· ὅ­τι, μὲ τὴν βο­ή­θειαν τοῦ Θε­οῦ, ἂν φερ­θῇς δι­α­φο­ρε­τι­κά, δὲν θέ­λεις γλυ­τώ­σῃ ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μου. Ὅ­σους μᾶς ἐ­στεί­λα­τε μὲ τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, τοὺς πε­ρά­σα­μεν ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μας, καὶ πρὸς πλη­ρο­φο­ρί­αν σου. Ἰ­δοὺ ὁ­ποὺ στέλ­νο­μεν τὸν πα­ρὸν μὲ τὸ πα­ρόν μας, καὶ κά­με­τε σε­ή­ρι*, ὅ­τι ἐ­μεῖς ἔ­χο­μεν προ­στα­γὴν ἀ­πὸ τὸν Πρίγ­κι­πα, ὄ­χι τοὺς Τούρ­κους μό­νον, ὁ­ποὺ δὲν κά­νουν ἰ­τα­έ­τι*, νὰ πο­λε­μή­σω­μεν, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σους Ῥω­μαί­ους τουρ­κο­φρο­νοῦν. Ἀρ­κε­τὰ σοῦ εἶ­ναι αὐ­τά, διὰ νὰ σὲ φέ­ρουν εἰς αἴ­σθη­σιν· καὶ ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι, ἂν δὲν ὑ­πα­κού­σῃς νὰ πα­ρα­δώ­σῃς τὰ ἄρ­μα­τα, τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας νὰ ὁ­ποὺ τὰ ἔ­χο­μεν εἰς τὰ ῥου­θού­νια σας, καί, ἂν θέ­λῃς, δο­κί­μα­σε ἄλ­λην μί­αν φο­ράν, ὄ­χι κλέ­πτι­κα, ἀλ­λὰ πα­λη­κα­ρί­σια· ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­γώ, ἀ­φ’ οὗ ἐμ­βῆ­κες μέ­σα, ἐ­πρό­σμε­να νὰ μοῦ στεί­λῃς τὴν εἴ­δη­σιν νὰ πο­λε­μή­σω­μεν τα­κτι­κά, ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­μεῖς τὴν ῥέ­γου­λα τῶν ἀρ­μά­των τὴν ἐ­μά­θα­με καὶ τὴν ἠ­ξεύ­ρο­μεν· καί, ἂν ἐ­σέ­να δὲν σοῦ βα­στᾷ νὰ ἔλ­θῃς σὰν πα­λη­κά­ρι τα­κτι­κὰ ἀ­πά­νω μου, καὶ δὲν βα­ρι­ε­στᾷς ἀ­πὸ τὸν κλέ­πτι­κόν σου τρό­πον, ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι ἐ­γὼ ἔρ­χο­μαι ἀ­πά­νω σου, καὶ σοῦ δί­δω μί­αν ἡ­μέ­ραν προ­τή­τε­ρα τὴν εἴ­δη­σιν, διὰ νὰ ἑ­τοι­μα­σθῇς. Ταῦ­τα καὶ κα­λαῖς ἀν­τά­μω­σαις εἰς τὸ σα­ρά­γι σου μέ­σα.

            Τῷ ά. ἔ­τει τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, Μα­ΐ­ου 18.


λου­φε­τσί­δες: μι­σθο­φό­ροι | Ἐ­δερ­νὲ: ἡ Ἀ­δρι­α­νού­πο­λη | μου­χα­σε­ρὲ: σὲ πο­λι­ορ­κί­α |Ἐλ­τζῆς: πρε­σβευ­τής | μπο­γά­ζι: πορ­θμός | μπε­γλί­τι­κα: τῶν μπέ­η­δων | ἰ­μιν­τά­τι: ἐ­νί­σχυ­ση | κά­νω σε­ή­ρι: κοι­τά­ζω· λο­γα­ριά­ζω | ἰ­τα­έ­τι: ὑ­πο­τα­γή.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νης Φι­λή­μων, Δο­κί­μιον Ἱ­στο­ρι­κὸν πε­ρὶ τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, τόμ. Γ’, Ἀ­θῆ­ναι, 1860, σελ. 279-281.

Πρό­κει­ται γιὰ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἐ­πι­στο­λὴ, προ­πα­γαν­δι­στι­κὴ καὶ ψευ­δο­λο­γι­κή, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Θε­ό­δω­ρο Κο­λο­κο­τρώ­νη πρὸς τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιάμ­πε­η(1). Κα­τὰ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Φι­λή­μο­να (1798/1799-1874), τὸν  ἱ­στο­ρι­κὸ ποὺ τὴν δι­α­σώ­ζει, ἡ ἐ­πι­στο­λὴ αὐ­τή, ἡ πε­ρί­ερ­γος ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει, γρά­φτη­κε στὶς 18 Μα­ΐ­ου 1821, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν μά­χη στὸ Βαλ­τέ­τσι (12-13 Μα­ΐ­ου 1821) ἀ­πὸ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη «ἀ­πο­τό­μῳ τῷ τρό­πω» καὶ «συγ­κιρ­νῶν πρὸς ἐ­πί­δει­ξιν κα­τα­πλη­κτι­κὰς πε­ρὶ Τουρ­κί­ας εἰ­δή­σεις» μὲ σκο­πὸ «ὅ­πως ψυ­χρά­νῃ μὲν ἔ­τι μᾶλ­λον τοὺς ἐν­το­πί­ους Τούρ­κους κα­τὰ τοῦ ξέ­νου Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ, ἐμ­βά­λῃ δὲ ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ αὐ­τοῦ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­αν, καὶ ἀ­πο­τε­λέ­σῃ οὕ­τω τα­χύ­τε­ρον, ὅ­σον ἔ­νε­στι, τὴν λύ­σιν τοῦ πο­λι­ορ­κη­τι­κοῦ δρά­μα­τος τῆς Τρι­πό­λε­ως».

       (1) Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γι­άμ­πε­ης: ἐ­πι­τε­λάρ­χης τοῦ Χουρ­σίτ Πα­σᾶ, ποὺ κα­θὼς ὀ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος στὴν πο­λι­ορ­κί­α τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ στὰ Γιάν­νι­να, ἐ­στά­λη τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 1821 ἐ­πι­κε­φα­λῆς 3000 Ἀλ­βα­νῶν στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο γιὰ νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἐ­κεῖ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση. Σκο­τώ­θη­κε στὴ Μά­χη τῆς Σπλάν­τζας στὴν Ἤ­πει­ρο τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1822. [Σημ. τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ.]

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Σπυ­ρί­δων Φου­σκί­δης, Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης (1843), λι­θο­γρα­φία, ἰ­δι­ω­τι­κή συλ­λο­γή.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ κομμένο χέρι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ κομμένο χέρι

[τοῦ Νικόλαου Κριεζώτη]


ΟΥΛΙΟ τοῦ 1847, ὁ στρα­τη­γὸς Κρι­ε­ζώ­της, προ­φυ­λα­κι­σμέ­νος στὸ φρού­ριο τῆς Χαλ­κί­δας, ἔ­φυ­γε κρυ­φὰ καὶ σή­κω­σε μπα­ϊ­ρά­κι ἐ­νάν­τια στὴν Κυ­βέρ­νη­ση. (Πρω­θυ­πουρ­γὸς ὁ πα­λιός του φί­λος, ὁ Κω­λέ­της). Μά­ζε­ψε πολ­λοὺς χω­ριά­τες Χαλ­κι­δαί­ους καὶ πα­λιοὺς στρα­τι­ω­τι­κοὺς τρι­γύ­ρω του. Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να πά­λι κί­νη­σε ὁ Γαρδ. Γρί­βας μὲ βα­σι­λι­κὸ στρα­τὸ κι’ ἀ­πάν­τη­σε τοὺς ἀν­τάρ­τες στὸν Κο­πα­νᾶ, θέ­ση λί­γο ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα. Ἕ­να μι­κρὸ πο­λε­μι­κὸ μὲ τὸ Σπῦ­ρο Σκου­ζὲ κυ­βερ­νή­τη χτυ­ποῦ­σε ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα μὲ τὸ κα­νό­νι. Ἀ­πά­νου στὴ μά­χη μιὰ κα­νο­νιὰ πέ­τυ­χε στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τὸν Κρι­ε­ζώ­τη ἄ­σκη­μα ἐ­νῷ βα­στοῦ­σε τὸ σπα­θί. Τοὔ­πε­σε τὸ σπα­θὶ κ’ ἔ­μει­νε τὸ χέ­ρι κρε­μα­σμέ­νο, πα­ρά­λυ­το.

       — Κό­φτε το μ’ ἕ­να μα­χαῖ­ρι! φώ­να­ξε ὁ Κρι­ε­ζώ­της.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρι­γύ­ρω του δὲν τόλ­μη­σε νὰ κά­μῃ τέ­τοι­ο πρᾶ­μα.

       — Κό­φτε το!

       Ἀ­κί­νη­τοι ὅ­λοι, ἄ­λα­λοι ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα τους.

       Σκύ­βει, πιά­νει ὁ ἴ­διος τὸ σπα­θί, τρα­βά­ει μιὰ καὶ τὸ χα­λα­σμέ­νο χέ­ρι ἔ­πε­σε κά­του(1).

       Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἤ­τα­νε κά­ποι­ο ψα­ρο­κά­ϊ­κο κ’ εἶ­χε κα­τρά­μι· εἶ­πε ὁ στρα­τη­γὸς γορ­γὰ καὶ βρά­σαν τὸ κα­τρά­μι. Καὶ τό­τε, νά τί γί­νη­κε: Ὁ ἴ­διος, χω­ρὶς ἡ μα­τιά του νὰ λυ­γί­σῃ, εἶ­πε καὶ φέ­ρα­νε κον­τά του τὸ κα­τρά­μι, σή­κω­σε τὸ κομ­μέ­νο κα­λά­μι τοῦ χε­ριοῦ του κ’ ἔ­χω­σε τὴν πλη­γὴ μέ­σ’ τὸ κα­τρά­μι. Τ’ ὠ­μὸ κρέ­ας τσι­τσί­ρι­ξε, ὅ­μως ἀ­λύ­γι­στη ἔ­μει­νε τοῦ στρα­τη­γοῦ ἡ μα­τιὰ κι’ ἀ­σά­λευ­τη ἡ μορ­φή του.

       Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τοῦ Κρι­ε­ζώ­τη τὸ κί­νη­μα, ποὺ στὴν ἀρ­χὴ φά­νη­κε πο­λὺ σο­βα­ρὸ κι’ ἀ­νη­σύ­χη­σε πο­λὺ τὸ Κρά­τος. Ὁ Κρι­ε­ζώ­της δι­ά­λυ­σε τὰ πα­λη­κά­ρια του καὶ τρά­βη­ξε μὲ λί­γους κα­τὰ τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἐ­κεῖ ἔ­πια­σε κα­ΐ­κι κ’ ἔ­φυ­γε στὴν Τουρ­κιά. Ξω­ρι­σμέ­νος πέ­θα­νε στὴ Σμύρ­νη.


(1) «Ὁ ἀπτόητος πολεμιστὴς ἀνέ­συρεν ἐν τῷ ἅμα τὴν σπά­θην του καὶ ἀ­πέ­σπα­σε τὸ προσβληθὲν μέρος τῆς δεξιᾶς ἀπὸ τοῦ ἐπι­λοί­που σώματος, καὶ κατ’ ἐντο­λήν του ὁ ἐ­πι­ζῶν Ἀγω­νι­στὴς Βασ. Κου­ρου­πί­τσας τῷ προσή­γα­γεν ἄ­σφαλ­τον (κα­τρά­μι) ἐν ᾗ ἐβύ­θι­σε τὴν χεῖ­ρα του ὅ­πως στα­ματή­σῃ τὴν ρο­ὴν τοῦ αἵ­μα­τος». («Λό­γοι ἐπι­κή­δειοι ἐκ­φω­νη­θέν­τες ἐν Σμύρ­νῃ καὶ Χαλ­κίδι κα­τὰ τὴν κη­δεί­αν καὶ ἀνα­κο­μι­δὴν τῶν λει­ψά­νων τοῦ Ν. Κριε­ζώ­τη, 1863» σ. θ´). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἀ­πὸ πολ­λὲς πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 180-181 [Τίτλος: «353.— Τὸ χέ­ρι τοῦ στρα­τη­γοῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος, Νικόλαος Κριεζώτης, Ξυλογραφία (1863).



		

	

Ἀθανασία Μαυρομμάτη: Μανώλης Μπικάκης 1974


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης 1974


ΙΘΑΛΗ ΚΑΥΤΗ μέ­σα ἔ­ξω. «Τώ­ρα κα­τα­λα­βαί­νω». Δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα. Πό­λε­μος. Κρή­τη-Κύ­προς, ἕ­να τσι­γά­ρο δρό­μος. Τὸν Ἰ­ού­λιο ξε­κί­νη­σε. Τώ­ρα εἶν’ Αὔ­γου­στος. «Εἶ­μαι ἐ­δῶ. Θὰ πο­λε­μή­σω.» Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ. Μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀν­τρέ­α, χω­ρὶς λό­για. Μιὰ-δυ­ὸ κου­βέν­τες, τὰ ση­μαν­τι­κά. Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους. Ὁ­πλι­σμὸς βα­ρύς. Ἀ­σή­κω­τος.

        Τὸ κορ­μὶ μα­θη­μέ­νο, ἀ­γρο­τό­παι­δο ἀ­πὸ κού­νια κι ἀ­πὲ κα­τα­δρο­μέ­ας. Ἐκ­παί­δευ­ση σκλη­ρή, σῶ­μα ἀ­τσά­λι. «Ἠ­θι­κὸν ἀκ­μαι­ό­τα­τον.» Ὅ­λα ζε­μα­τᾶ­νε. Μέ­σα κι ἔ­ξω. Κο­χλά­ζει ἡ προ­δο­σί­α. Ἀν­τρέ­α, κοί­τα μπρο­στά. Ἡ Λευ­κω­σί­α πί­σω. Δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα. Ὣς ἐ­δῶ. Μὲ τί δυ­νά­μεις Μα­νώ­λη. Σκᾶ­νε οἱ ρου­κέ­τες δί­πλα, τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να βα­ρᾶ­νε ἀ­πὸ πά­νω, πό­σοι εἴ­μα­στε; Ἐ­σὺ κι ἐ­γώ. Σ’ἕνα δευ­τε­ρό­λε­πτο, ἡ ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη ται­νί­α. «Θὰ ἀν­τέ­ξω. Ὄ­χι δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα.» Τὰ σω­θι­κὰ δύ­να­μη. Ἡ μά­να μὲ τὴ Νί­κη τὸν ση­κώ­νουν νὰ προ­σκυ­νή­σει. Στὴν Ἀ­σὴ-Γω­νιά, στὸν Ἀ­η-Γι­ώρ­γη. Τεσ­σά­ρω χρο­νῶ. Ἕ­να βλῆ­μα σκί­ζει τὴν ἀ­κο­ή. Φω­τιά. Σέρ­νε­ται χά­μω. Στὸ χῶ­μα. Τὸ γνω­ρί­ζει τὸ χῶ­μα καὶ τὸν γνω­ρί­ζει. Κα­λά. Ἀλ­λὰ τοῦ­το εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Ξερ­νά­ει φλό­γα. Ἀν­τρέ­α πού ’­σαι. Μα­νώ­λη… Ὀ­κτὼ βλή­μα­τα καὶ τ’ ὅ­πλο. Σέρ­νε­ται καὶ ὁ­πλί­ζει. «Δὲ μπο­ρῶ θὰ τὸ χά­σω.» Ἡ μά­να τὸν ση­κώ­νει: «Ἔ­λα βα­σι­λά­κι μου, ἔ­λα στὴν Πα­να­γιά.» Τὸ χέ­ρι πά­ει μό­νο του. Δὲν ξέ­ρει τί γί­νε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Ἀ­κού­ει ἐ­κρή­ξεις. Σέρ­νε­ται σὰν τὸ φί­δι, γί­νε­ται ἕ­να μὲ τὸ χῶ­μα, ἀ­κού­ει ὁ­πλί­ζει πῦρ. Τὸ αἷ­μα στὶς φέ­βες κυ­λά­ει καυ­τό. Σέρ­νε­ται, ἀλ­λά­ζει θέ­σεις, ὁ­πλί­ζει πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὧ­ρες, μέ­ρες, χρό­νια. Ὁ και­ρὸς ἀλ­λά­ζει, οἱ αἰ­ῶ­νες ἔ­φυ­γαν, ἀ­ε­τοὶ σε­λα­γί­ζουν στὸν κόρ­φο του, ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­βρο­χθί­σει τὸ κου­φά­ρι του. Φύ­γε. Ποῦ νὰ πά­ω. Εἶ­μαι στὸν πά­το τῆς κό­λα­σης. Δὲν ἔ­χει πιὸ κά­τω. Δὲν ἔ­χει νε­ρό. Ἔ­ρη­μος, ἡ δί­ψα, δι­ψῶ. Ἔ­χει τέσ­σε­ρις μέ­ρες. Τὸ χῶ­μα τὸν δέ­χε­ται. Ἡ Κύ­προς πε­τᾶ. Ἡ Λευ­κω­σί­α εἶ­ναι πί­σω. Ὁ Ἅ­γιος Δο­μέ­τιος. Δὲν ὑ­πο­χώ­ρη­σε. Μπρο­στὰ χά­σκουν τέσ­σε­ρα ἅρ­μα­τα μά­χης. Ἔ­τσι λέ­νε. Αὐ­τὸς δὲν τὰ εἶ­δε. Αὐ­τὸς εἶ­δε τὸν θά­να­το στὰ μά­τια καὶ τὸ χῶ­μα νὰ καμ­πυ­λώ­νει ἡ­δο­νι­κά, νὰ γί­νε­ται γυ­ναί­κα, νὰ τὸν κα­λεῖ μέ­σα του. Οὔ­τε ἐ­κεῖ. Τὸν χαι­δεύ­ει τὸ χῶ­μα, τὸν ξε­λο­γιά­ζει ἡ ἀ­νά­σα του. Πύ­ρι­νη. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. «Μά­να, ποῦ εἶ­ναι τὸ τέρ­μα;» «Δὲν ἔ­χει τέρ­μα, που­λί μου.» Μέ­χρι ἐ­δῶ. «Μα­νώ­λη, ζεῖς;» «Στεῖλ­τε νε­ρὸ» Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς βα­σά­νου, ἕ­νας Ἑλ­λη­νι­σμὸς μὲ τὰ χέ­ρια πί­σω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι. Κι ὅ­μως. Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς κραυ­γῆς στὰ Ἄ­δα­να. Ἀ­πὸ τὸν λάκ­κο τῶν αἰχ­μα­λώ­των ἱ­ε­ρέ­ων. Φω­νή. Ποὺ τρυ­πᾶ τὰ ἔγ­κα­τα. Ὣς πό­τε; Δὲν ἔ­χει τέρ­μα. Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967): Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι(DEA, PARIS IV-SORBONNE). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἁ­λί­μου. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ(ἐκδ. Στα­μού­λη).

Εἰκόνα: Ὁ κα­τα­δρο­μέ­ας Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης (1954-1994). Πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴ ζωή του ἐ­δῶ.