1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί

[τῆς Ἀσήμως Γκούρα]


ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ κα­τοι­κοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Γκού­ρα, φρου­ράρ­χου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ εἶ­χε πειὰ σκο­τω­θῆ. Ἡ γεν­ναί­α Ἀ­σή­μω, κό­ρη τοῦ Ἀ­να­γνώ­στη Λι­δο­ρί­κη, βά­στα­ξε μὲ καρ­διὰ τὸ θά­να­το τοῦ ἀν­τρός της καὶ τὴ σε­βόν­ταν ὅ­λοι οἱ πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι γιὰ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴ δι­κή της γεν­ναι­ο­ψυ­χιά.

       Στὴ βο­ρει­νὴ πρό­στα­ση (τὸ Παν­δρό­σει­ο) ζοῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, για­τὶ τὸ μέ­ρος ἤ­τα­νε φυ­λαγ­μέ­νο, θο­λό­χτι­στο, κ’ ἦ­ταν ἀ­κό­μα καὶ ριγ­μέ­νο χῶ­μα ἀ­πά­νου στὴ θο­λω­τὴ σκε­πὴ γιὰ πει­ὸ ἀ­σφά­λεια.

       Οἱ Τοῦρ­κοι μὲ τὸ κα­νό­νι ποὔ­χα­νε στη­μέ­νο στὴν Ἁ­γιὰ Μα­ρί­να χτυ­πού­σα­νε μὲ πεῖ­σμα τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο· ἴ­σως ξέ­ρα­νε πὼς στὸ ὑ­πό­γει­ο ἤ­τα­νε μπα­ροῦ­τι. Ἀ­φοῦ προ­ξε­νή­σα­νε κάμ­πο­ση ζη­μιά, κα­τὰ τὴς 12 τοῦ Γε­να­ριοῦ 1827, τὸ χτί­ριο κλο­νι­σμέ­νο σά­λε­ψε, ὥ­ρα δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῷ κοι­μῶν­ταν ὅ­λοι, κ’ ἔ­πε­σε τὸ πει­ὸ με­γά­λο μέ­ρος τῆς σκε­πῆς, φορ­τω­μέ­νης ἀ­πὸ χῶ­μα· τὰ μάρ­μα­ρα γλι­στρή­σα­νε κα­τὰ τὴν ἄ­κρη, μὰ τὸ χῶ­μα πλά­κω­σε ἕν­τε­κα ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά. Κά­να-δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες προ­φτά­σαν καὶ πη­δῆ­σαν ὄ­ξω· καὶ βγά­λα­νε καὶ δυ­ὸ παι­διὰ οἱ πρῶ­τοι ποὺ προ­φτά­σα­νε βο­ή­θεια. Ἡ Γκού­ραι­να κ’ οἱ ἄλ­λοι πή­γα­νε χα­μέ­νοι, ὅ­μως θὰ γλυ­τῶ­ναν, ἂν κοι­τά­ζα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε χω­ρὶς ἄρ­γη­τα. Ἀ­φοῦ τ’ ἄλ­λο πρω­ῒ βρέ­θη­κε τῆς Γκού­ραι­νας ζε­στὸ ἀ­κό­μα τὸ κορ­μί…

       Για­τί ὅ­μως δὲ βι­α­στή­κα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε; Τὸ σπί­τι ἤ­τα­νε γε­μᾶ­το ἀ­πὸ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ Γκού­ρα κι’ ὅ­λα του τὰ πρά­μα­τα. Ὁ Γιά­ννης ὁ Μα­μού­ρης, συγ­γε­νής του κι’ ἀν­τι­φρού­ραρ­χος τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ἔ­ζω­σε ἀ­μέ­σως μὲ τοὺς ἄ­τα­χτούς του τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο καὶ δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να νὰ μπῇ, ἀ­π’ τῆς κλε­ψιᾶς τὸ φό­βο. Καὶ μο­νά­χα τὸ πρω­ῒ ἔ­γι­νε τὸ ξε­σκά­ψι­μο. Μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ πειά(1).


(1) Δίκη μεγάλη ἀργό­τερα ἀ­κολού­θη­σε τῶν κλη­ρονό­μων τοῦ Γκού­ρα ἐνάν­τια στὸ Μα­μού­ρη. (Γιάν­νη Βλα­χο­γιάν­νη «Προ­πύ­λαια» τόμ. Α´ σ. 85). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Βλα­χο­γιά­ννη «Ἀ­θη­να­ϊ­κὸν Ἀρ­χεῖ­ον» Α´ σ. 171.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 166 [Τίτλος: «326.— Θά­να­τος τῆς Γκού­ραι­νας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Nicolas-Louis-Fran­çois Gos­se (1787-1878), The Bat­tle of the Acro­po­lis, 1827. Πιθα­νό­τατα εἰκο­νί­­ζε­ται ἡ Ἀσή­μω Λιδω­ρί­κη-Γκού­ρα, σύζυ­γος τοῦ φρού­ραρχου τῆς Ἀκρό­πολης Ἰωάν­νου Γκούρα.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.

[τοῦ Γιώργη Ἀνεμογιάννη]


ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤὉΛΟΣ λί­γες μέ­ρες πρω­τύ­τε­ρα, μα­ζὶ μὲ ρου­με­λι­ώ­τι­κα στρα­τέ­μα­τα στελ­μέ­να ἀ­πὸ στε­ριᾶς, εἶ­χε δο­κι­μά­σει νὰ κυ­ρι­έ­ψῃ τὸν Ἔ­πα­χτο [Ναύ­πα­χτο] καὶ τὸ Κα­στέλ­λι τὸ ρου­με­λι­ώ­τι­κο [Ἀν­τίρ­ριο], μὰ τί­πο­τε δὲν κα­τά­φε­ρε. Τό­τε, χω­ρὶς δύ­να­μη στε­ρια­νή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ χτυ­πή­σῃ μό­νος τὰ τούρ­κι­κα κα­ρά­βια ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να κά­του ἀ­πὸ τὸ Κά­στρο τοῦ Ἐ­πά­χτου, κά­στρο ἀρ­μα­τω­μέ­νο μὲ βα­ριὰ κα­νό­νια. Μὲ μέ­σα πρό­χει­ρα ἀρ­μα­τώ­σα­νε, πρώ­τη φο­ρά, μπουρ­λό­το, μὰ ὅ­ταν ζη­τῆ­σαν ἀ­νά­με­σα στὰ πλη­ρώ­μα­τα τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ θὰ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ μπουρ­λό­το, κα­νέ­νας ἀ­π’ τοὺς ὀ­χτα­κό­σιους ναῦ­τες τοῦ στό­λου, οὔ­τε Σπε­τσι­ώ­της οὔ­τε Ὑ­δραῖ­ος οὔ­τε Ψα­ρια­νός, δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε πα­ρὰ ἕ­να ναυ­τά­κι Πα­ξι­νός, τ’ ὄ­νο­μά του Γι­ώρ­γης.

       Οἱ κα­πε­τά­νιοι τοῦ στό­λου ποὺ τὸν εἶ­δαν ἔ­τσι ντρο­πα­λὸ καὶ τό­σο νει­ό, το­νὲ ρω­τῆ­σαν τί ζη­τά­ει πλη­ρω­μή του.

       Ὁ Γι­ώρ­γης εἶ­πε μὲ χα­μό­γε­λο καὶ πρό­σχα­ρη τὴν ὄ­ψη:

       — Τώ­ρα δὲ θέ­λω τί­πο­τε, μὰ ἂν δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς καὶ πε­τύ­χω, τό­τε θὰ σᾶς πά­ρω ἀ­πὸ δέ­κα τάλ­λα­ρα νὰ κά­μω ἕ­να χά­ρι­σμα τῆς ἀρ­ρε­βω­νι­α­στι­κῆς μου.

       Κά­θι­σε στὸ τι­μό­νι ὁ Πα­ξι­νὸς μο­νά­χος, κι’ ἀ­πὸ πί­σω ἔ­σερ­νε τὴ βάρ­κα μὲ γε­ρὰ πα­λη­κά­ρια στὰ κου­πιὰ γιὰ νὰ τὸν πά­ρουν, ἀ­φοῦ θἄ­βα­νε τὴ φω­τιά.

       Τὸ μπουρ­λό­το ἔ­φτα­σε κον­τὰ στὸ κά­στρο· τὰ Τούρ­κι­κα κα­ρά­βια καὶ τοῦ κά­στρου τὰ κα­νό­νια ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὸ χτυ­ποῦν. Τό­τε τῆς βάρ­κας ὁ κα­πε­τά­νιος, ὁ Σπε­τσι­ώ­της Μυρ­για­λῆς, βι­ά­στη­κε κ’ ἔ­βα­λε τὴ φω­τιὰ στὸ μπουρ­λό­το ἀ­φί­νον­τας μέ­σα καὶ τὸν Πα­ξι­νό. Ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ἀ­πὸ φό­βο τά­χα ἢ ἀ­πὸ βι­α­σύ­νη ἄ­και­ρη; Ἄ­να­ψε ἀ­μέ­σως τὸ μπουρ­λό­το, κι’ ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα φω­νά­ζα­νε τοῦ Πα­ξι­νοῦ νὰ πέ­σῃ στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ γλυ­τώ­σῃ, μὰ αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε. Ἡ πλώ­ρη τοῦ μπουρ­λό­του και­γό­ταν ὅ­λη, τὰ τούρ­κι­κα κα­νό­νια ξερ­νού­σα­νε τὴς μπά­λες γύ­ρω του, κι’ αὐ­τὸς δὲν ἔ­φευ­γε. Μὰ τὸ μπουρ­λό­το του γύ­ρι­σε ἀν­τί­πλω­ρα στὸν ἄ­νε­μο, κ’ οἱ φλό­γες τό­τε σκε­πά­σαν ὅ­λο τὸ κα­τά­στρω­μα καὶ το­νὲ δι­ῶ­ξαν ἀ­πὸ ‘­κεῖ. Τοῦ κά­κου πιὰ πά­λαι­βε μὲ τὰ στοι­χειά, τὸν ἄ­νε­μο καὶ τὴ φω­τιά· ὁ Πα­ξι­νὸς καὶ πά­λι δὲν ἤ­θε­λε μή­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ νὰ νι­κη­θῇ.

       Κρε­μά­στη­κε ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πρύ­μη μ’ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ τὄ­φτεια­σε πα­λάγ­κο, πρό­χει­ρα, κ’ ἐ­κεῖ­θε κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ φλο­γι­σμέ­νο του σκα­φί­δι, μὰ σὲ λί­γο οἱ φλό­γες το­νὲ δι­ῶ­ξαν κι’ ἀ­πὸ τὸ πα­λάγ­κο του. Ὁ Πα­ξι­νὸς ἔ­πε­σε τό­τε στὸ νε­ρὸ καὶ κο­λυμ­πῶν­τας πο­λε­μοῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ κυ­βερ­νή­σῃ κα­τὰ τὸ σκο­πό του, ὥ­σπου τούρ­κι­κες βάρ­κες τὸν κυ­κλῶ­σαν καὶ τὸν πή­ρα­νε, μὰ σύ­ρα­νε καὶ τὸ μπουρ­λό­το μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὰ κα­ρά­βια τους.

       Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­πε­τά­νιοι ἀρ­γά, ὅ­μως καὶ τοῦ κά­κου δο­κι­μά­σα­νε νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ὴ τοῦ Πα­ξι­νοῦ μὲ σκλά­βους καὶ μὲ χρή­μα­τα ποὺ δί­ναν.

       Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φοῦ το­νὲ σου­βλί­σαν καὶ τὸν ψῆ­σαν, ὕ­στε­ρα κρε­μα­σμέ­νον ἀ­πὸ τοὺς προ­μα­χῶ­νες το­νὲ δεί­χνα­νε γιὰ καύ­χη­μά τους τὸν ἀ­φάν­τα­στο τὸν ἥ­ρω­α, τὸ Γι­ώρ­γη Πα­ξι­νό.

       Γι­ώρ­γης Ἀ­νε­μο­γιά­ννης ἤ­τα­νε τ’ ὄ­νο­μά του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Φι­λή­μο­νος Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ. Γ´, σ. 336.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 272-273 [Τίτλος: «581.— Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τὸ ἄγαλμα τοῦ Γιώρ­γου Ἀνε­μογιάν­νη στὴν εἴ­σο­δο τοῦ λι­μα­νιοῦ τῆς Ναυ­πά­κτου. Ἔρ­γο (1966) τοῦ γλύ­πτη Νικό­λα (Νι­κό­λα­ου Παυ­λό­που­λου, 1909-1990).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1


«Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ…… Καὶ ἄλ­λο πα­ρά­δειγ­μα, κύ­ριοι, θε­ο­σε­βεί­ας κα­τὰ τὸ ἔ­τος 1822. Ἕ­νας γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ώ­της Πε­λο­πον­νή­σιος, γνω­στὸς διὰ τὰ πο­λε­μι­κά του ἔρ­γα εἰς ταῖς συμ­πλο­καῖς μὲ τοὺς ἐ­χθρούς, ἐ­πῆ­γε νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῇ εἰς ἕ­να πνευ­μα­τι­κόν, νὰ λά­βῃ τὴν ἁ­γί­αν Με­τά­δο­σιν. Ὁ πνευ­μα­τι­κός, ἀ­φοῦ ἤ­κου­σε ὅ­λην του τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σιν, τοῦ εἶ­πε:

       — Παι­δί μου, δὲν ἠμ­πο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω ἄ­δειαν Κοι­νω­νί­ας, ἐ­σκό­τω­σες ἄν­θρω­πον.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της τὸ ἔ­βα­ψεν, ἐ­πῆ­γε κ’ ἐ­πα­ρε­πο­νέ­θη εἰς τὸν Δε­σπό­την τῆς Με­θώ­νης· ὁ Δε­σπό­της τοῦ εἶ­πε:

       — Ἔ­λα τὴν Κυ­ρια­κὴν εἰς τὴν λει­τουρ­γί­αν.

       Ἐ­πῆ­γε τὴν ὥ­ραν τῆς Κοι­νω­νί­ας, ὁ Δε­σπό­της ὀρ­θὸς εἰς τὴν με­γά­λην θύ­ραν τοῦ ἱ­ε­ροῦ μὲ τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον λέ­γει τοῦ στρα­τι­ώ­του:

       — Λά­βε τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον, κοι­νω­νή­σου μό­νος σου· τὰ χέ­ρια σου εἶ­ναι πλέ­ον ἄ­ξια ἀ­πὸ τὰ δι­κά μου νὰ σὲ κοι­νω­νή­σουν. Ἡ­μεῖς διὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν τῆς πα­τρί­δος καὶ δό­ξαν θε­οῦ πο­λε­μοῦ­μεν μὲ δε­ή­σεις, ἐ­σεῖς μὲ τὰ στή­θη σας εἰς τοὺς κιν­δύ­νους.<»>



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­πί­ση­μος Ἐ­φη­με­ρὶς τῆς Συ­νε­λεύ­σε­ως» τόμ. Ϛ, 1864, σ. 656, συ­νε­δρ. 5 Ὀ­κτ. 1864. – «Γε­νι­κὴ Ἐ­φημ. τῆς Ἑλ­λά­δος» 2 Νβρ. 1856 (ὑ­πὸ Γ. Τερ­τσέ­τη). – Γ. Τερ­τσέ­τη λό­γος τῆς 25 Μαρτ. 1869 σ. 17.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11-12 [τίτλος: «16.—Ἡ μετάληψη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πο­νοῦ­σε τὸν ἐ­χθρό



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πο­νοῦ­σε τὸν ἐ­χθρό

[τοῦ Μάρκου Μπότσαρη]


ΤΑΝ Ο ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ἀν­τα­μώ­θη­κε πρώ­τη φο­ρά, ἀρ­χὲς τοῦ 1822, μὲ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη στὴν Κό­ριν­θο, πρῶ­τα το­νὲ ρώ­τη­σε γιὰ τοῦ Μω­ριᾶ ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, γιὰ τὰ δι­κά του ὅ­μως τί­πο­τε δὲ μί­λη­σε, καὶ μά­λι­στα κοκ­κί­νι­ζε σὰν τὸ κο­ρί­τσι ἅ­μα ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τοῦ παι­νοῦ­σε τὴν πα­λη­κα­ριά του. (Ἦ­ταν ἀ­δερ­φο­ποι­τοὶ πα­λιοί.) Ὕ­στε­ρα ὁ Μάρ­κος εἶ­πε:

       — Ἀ­δερ­φέ, για­τί ἄ­φη­σες [στὴν Τρι­πο­λι­τσὰ] νὰ γί­νουν τό­σα κα­κά, ποὺ κα­κο­συ­σταί­νουν τὸν ἀ­γῶ­να μας; Ἀν­τὶ νὰ θυ­σια­στοῦν τό­σες ἀ­δύ­να­τες ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διὰ καὶ γέ­ροι, δὲν ἤ­τα­νε κα­λύ­τε­ρα νὰ τοὺς στεί­λε­τε στὴν Πά­τρα καὶ στὰ Μο­θο­κό­ρω­να, ὅ­που οἱ κλει­σμέ­νοι Τοῦρ­κοι θὰ σώ­να­νε πει­ὸ γλή­γο­ρα τὴς θρο­φές τους, κ’ ἡ Εὐ­ρώ­πη δὲ θὰ μᾶς ἔρ­ρι­χνε τό­σες κα­τη­γό­ρι­ες;

       Κι’ ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἤ­τα­νε φι­λάν­θρω­πος, ὅ­μως οὔ­τε αὐ­τὸς οὔ­τε ἄλ­λος κα­νεὶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σῃ τὸ χέ­ρι τοῦ χω­ριά­τη, ποὺ βγῆ­κε ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιὰ καὶ δι­ψοῦ­σε νὰ πά­ρῃ τὸ αἷ­μα, ὅ­μως καὶ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ πα­λιοῦ σου ἀ­φέν­τη καὶ τυ­ράν­νου.

       Τὰ λό­για τοῦ Μάρ­κου παρ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ στό­μα αὐ­τή­κο­ου μάρ­τυ­ρα.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Α. Σού­τσου Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λην. Ἐ­πα­να­στ. (γαλλ.) 1829, σ. 184.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 141 [Τίτλος: 270.— Πο­νοῦ­σε τὸν ἐ­χθρό.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Μάρκος Μπότσαρης. Κάρβουνο, ἄσπρο χρῶμα  καὶ καφὲ χαρ­τί, 57Χ42 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Γιὰ τὴν ἅ­για Λευ­τε­ριά!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Γιὰ τὴν ἅ­για Λευ­τε­ριά!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ τοῦ 1821, στὰ Τρί­κορ­φα, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν Τρι­πο­λι­τσά, ποὺ τὴν πο­λι­ορ­κοῦ­σαν οἱ Ἕλ­λη­νες, πα­ρου­σι­ά­στη­κε πρω­ῒ-πρω­ῒ ἕ­νας χρι­στια­νὸς μι­σό­γυ­μνος στὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ τοῦ λέ­ει:

       — Ποῦ εἶ­ναι, Κα­πε­τά­νε, αὐ­τὴ ἡ ἅ­για Λευ­τε­ριά, ποὺ κά­θε τό­σο μᾶς κο­πα­νᾶ­τε; Θέ­λω νὰ τὴν προ­σκυ­νή­σω καὶ νὰ δο­ξά­σω τὸ Θε­ό, ποὺ μᾶς τὴ χά­ρι­σε. Ἤ­μου­να κλει­σμέ­νος στὴν Τρι­πο­λι­τσὰ κ’ ἐ­γώ· ἡ γυ­ναῖ­κα μου πέ­θα­νε ἀ­πὸ τὴ λοι­μι­κή, ἕ­να παι­δί μου καὶ δυ­ὸ κο­ρί­τσια μου πε­θά­ναν ἀ­π’ τὴν πεῖ­να. Ἑ­κα­τὸν τριά­ντα γρό­σια εἶ­χα, μοῦ τὰ πῆ­ρε ὁ Ἀρ­βα­νί­της γιὰ νὰ μὲ βο­η­θή­σῃ νὰ γλυ­τώ­σω. Τέ­λος γλύ­τω­σα! Μιὰ κα­πό­τα μοὔ­μει­νε, στὸ δρό­μο μὲ πι­ά­σα­νε δυ­ὸ πα­λη­κά­ρια δι­κά σου, μοῦ τὴν πή­ρα­νε κι’ αὐ­τού­νη! Τώ­ρα εἶ­μαι κι’ ἀ­λή­θεια λεύ­τε­ρος! Ζή­τω τὸ λοι­πὸν ἡ ἅ­για Λευ­τε­ριά! Δό­ξα νἄ­χῃ τ’ ὄ­νο­μά της!

       Κόκ­κα­λο ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης. Βρῆ­κε τὸ μά­στο­ρή του. Κά­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ πῇ, ὅ­μως ἔ­βλε­πε πὼς εἶ­χε δί­κιο ὁ ἄν­θρω­πος.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ τῆς Βου­λῆς Πε­ρί­οδ. Γ´, Σύ­νοδ. Β´, τόμ. β´, 1852, σ. 365.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 193 [Τίτλος: «394.— Γιὰ τὴν ἅ­για Λευ­τε­ριά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ Ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς. Πί­να­κας τοῦ Πα­να­γιώ­τη Ζω­γρά­φου μὲ τὴν κα­θο­δή­γη­ση τοῦ Μα­κρυ­γιάν­νη.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!

[τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη]


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ὁ Πα­πα­φλέσ­σας, τέ­λη τοῦ 1820, στὰ σπί­τια τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων καὶ τοὺς πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ κι­νή­σουν τὸν πό­λε­μο, ὁ Κα­νέλ­λος τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ τοὔ­δει­ξε ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

       — Βλέ­πεις αὐ­τὸ τὸ αἷ­μα ἀ­πά­νω στὸν ἀ­σβέ­στη; Εἶ­ναι τὸ αἷ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μας [Γε­ρο-Γιά­ννη Ντε­λη­γιά­ννη] καὶ τὸ φυ­λᾶ­με σὰν τ’ ἅ­για τῶν ἁ­γί­ων. Ἀ­πά­νου σ’ αὐ­τὸ ὡρ­κί­ζα­με τοὺς Φι­λι­κοὺς κι’ ὡρ­κι­στή­κα­με. Οἱ Τοῦρ­κοι, στὰ 1816 [13 Φλε­βά­ρη] ἤρ­θα­νε καὶ σφά­ξαν τὸν πα­τέ­ρα μας, Μω­ρα­γιά­ννη(1) τό­τε, καὶ δὲ σε­βα­στῆ­καν τὰ βα­θειά του τὰ γε­ρά­μα­τα· το­νὲ σφά­ξα­νε στὸ στρῶ­μα ἀ­πά­νω καὶ τὸ αἷ­μα του ἔ­χρι­σε τὸν τοῖ­χο καὶ φω­νά­ζει ἐκ­δί­κη­ση.


(1) Διοικητικὸς Ἐπίτροπος Πελοπον­νήσου. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φραν­τζῆ «Ἐ­πι­το­μὴ Ἱ­στο­ρί­ας τῆς ἀ­να­γεν­νη­θεί­σης Ἑλ­λά­δος 1839» τόμ. Β´ σ. 152. – Φω­τά­κου «Βί­ος τοῦ Παπ­πα­φλέσ­σα» 1868 σ. 22. – Θ. Ζα­φειρο­πού­λου «Οἱ ἀρχι­ε­ρεῖς καὶ προὔ­χον­τες ἐντὸς τῆς ἐν Τρι­πό­λει φυ­λα­κῆς, 1852» σ. 72.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11 [τί­τλος: «15.—Τὰ λά­χα­να τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ ἱστορικὴ οἰκία τῶν Δεληγιανναίων στὰ Λαγκάδια Γορτυνίας.



		

	

Κλαίτη Σωτηριάδου: Mπουρλότο

 

 

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου


Μπουρ­λό­το


ΚΟΤΑΔΙ πίσ­σα. Φυ­σά­ει ἐ­λα­φριὰ ὁ Γραῖ­γος, φου­σκώ­νει τὸ φλό­κο, βου­βὰ βου­τᾶ­νε τὰ κου­πιά, τὸ σφί­ξι­μο ἀ­λα­φραί­νει τῆς καρ­διᾶς. Εἶ­ναι πέν­τε οἱ κα­πε­τα­ναῖ­οι σὲ τοῦ­το τὸ σκα­ρὶ μα­ζὶ μὲ τὸν παπ­πού­λη μου τὸν κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­να, Νι­κό­λας Σα­μο­θρά­κης στὰ χαρ­τιά, τῆς μά­νας μου προ­πάπ­πος. Μέ­ρες τὸ ἑ­τοι­μά­ζα­νε, μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἔ­χουν ἀ­λεί­ψει φοῦ­μο σὲ πρό­σω­πα καὶ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­σπρί­ζει τί­πο­τα πέ­ρα ἀ­π’ τὸ ἄ­γριο μά­τι, μὲς στὴ νύ­χτα. Οἱ πρό­κρι­τοι ἔ­δω­σαν τὰ γρό­σια γιὰ τὸ πα­λιὸ κα­ΐ­κι, τὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ τὴ με­τα­τρο­πή. Δού­λευ­αν μέ­ρα νύ­χτα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξουν τὶς τρύ­πες στὴν κου­βέρ­τα. Ἐ­κεῖ μέ­σα στή­σα­νε βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι, βά­λα­νε μί­νες ἀ­π’ τὴν πλώ­ρη ὣς τὴν πρύ­μνη, φί­σκα κι αὐ­τὲς μπα­ρού­τι. Πα­νιὰ καὶ ἄρ­μενα μού­σκευ­αν ὧ­ρες σὲ πίσ­σα καὶ νά­φθα. Ἕ­τοι­μοι καὶ οἱ κό­ρα­κες μὲ πισ­σω­μέ­να τὰ σκοι­νιὰ ν’ ἀγ­κι­στρω­θοῦν πά­νω στὴ ναυ­αρ­χί­δα ποὺ πάμ­φω­τη λι­κνί­ζε­ται ἀ­ρό­δο λὲς καὶ χο­ρεύ­ει στὸ τούρ­κι­κο μπα­ϊ­ρά­μι. Μ’ ἕ­να σκοι­νὶ δε­μέ­νη ἀ­κο­λου­θεῖ τῆς δι­α­φυ­γῆς ἡ βάρ­κα. Τὸ σχέ­διο πάν­τα ἴ­διο: ἀ­θό­ρυ­βα νὰ πλη­σιά­σουν, «μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ σταυ­ροῦ» στὰ χεί­λη, ν’ ἀγ­κι­στρώ­σουν κα­λά τὸ ἄρ­με­νο στὸ πλά­ι ὅ­που φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ν’ ἀ­νά­ψει μὲ τὸ τσακ­μά­κι του ὁ κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­νας τὰ μποῦρ­λα, γρή­γο­ρα νὰ πε­ρά­σουν στὸ ρυ­μοῦλ­κο, νὰ λύ­σουν τὸ σκοι­νί, νὰ φύ­γουν πρὶν ἀ­π’ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­σφα­λεῖς, νὰ δοῦν τὸν Τοῦρ­κο νὰ τι­νά­ζε­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲς στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, νὰ κά­νουν τὸ σταυ­ρό τους. Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος!

        Ἐ­γὼ κα­ΐ­κι δὲν ἔ­χω, βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι δὲν μπο­ρῶ νὰ βρῶ, ὅ­μως βα­ρὺς καὶ σκο­τει­νὸς εἶ­ναι ὁ ἴ­σκιος ὅ­πως τοῦ Τούρ­κου στὰ πα­λιὰ τὰ χρό­νια. Πά­λι ἀ­σέ­λη­νη ἡ νύ­χτα κι ἔ­χουν κι αὐ­τοὶ εἰ­κο­σι­μί­α Ἀ­πρι­λί­ου ἐ­πέ­τει­ο-γι­ορ­τή. Οἱ σύν­τρο­φοι μοῦ ἔ­μα­θαν τὰ κόλ­πα κι ἀ­πό­ψε μ’ ἕ­να μπου­κά­λι πε­τρέ­λαι­ο, λά­δι, να­φθα­λί­νη, ἕ­να στου­πὶ βρεγ­μέ­νο στὴ βεν­ζί­νη, μ’ ἕ­να ἀ­ναμ­μέ­νο σπίρ­το ἐ­ξε­γεί­ρο­μαι, ἀ­πὸ μα­κριὰ θὰ δῶ τὴν φω­τα­ψί­α, θὰ ζων­τα­νέ­ψει τὸ 21 τοῦ παπ­πού­λη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Κάρ­λος Φου­έν­τες, Μά­ριο Βάρ­γκας Λι­ό­σα, Ἰ­ζαμ­πὲλ Ἀ­λιέν­τε κι ἄλ­λους Ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς κα­θὼς καὶ τὴν Σύλ­βια Πλὰθ καὶ πολ­λοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ποι­η­τές. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ ΕΚΕΒΙ. Πρό­σφα­τα ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μπον­ζά­ι (2010) καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἀν­τί­δω­ρα (2011).


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Βολα­νά­κη, Ἡ πρώ­τη πετυ­χη­μέ­νη πυρ­πό­λη­ση τῆς τουρ­κι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Πα­πα­νι­κο­λῆ 27 Μαΐ­ου τοῦ 1821.


		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς

[τοῦ Νικηταρᾶ]


ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του Νι­κό­λα καὶ τὰ πα­λη­κά­ρια τους πε­ρά­σαν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Δο­λια­νά, Μά­η τοῦ 1821, καὶ τρα­βού­σα­νε γιὰ τὸ Ἄρ­γος. Ὁ Νι­κό­λας εἶ­χε ζη­τή­σει ἀ­πὸ τοὺς χω­ριά­τες ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί, μὰ δὲν τοῦ τὸ δώ­σα­νε, καὶ θύ­μω­σε πο­λύ.

       Ἐ­κεῖ ποὺ πη­γαί­να­νε τὸ δρό­μο τους, φτά­νουν ἀ­πὸ πί­σω κά­τι Δο­λι­α­νῖ­τες τρέ­χον­τας καὶ φω­νά­ζου­νε νὰ γύ­ρουν πί­σω.

       — Μιὰ κο­λώ­να Τοῦρ­κοι ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὰ Δο­λια­νά!

       — Πᾶ­με τὸ δρό­μο μας, εἶ­πε ὁ Νι­κό­λας, κι’ ἂς μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­π’ αὐ­τοὺς οἱ Τοῦρ­κοι οὔ­τε ρου­θοῦ­νι!

       — Ἐ­γὼ γιὰ Περ­σιά­νους [Τούρ­κους] πά­ω στ’ Ἀ­νά­πλι γυ­ρεύ­ον­τας, κ’ ἐ­δῶ ποὺ τοὺς ηὗ­ρα θὰ τοὺς ἀ­φή­σω; Ὄ­χι, δὲν τὸ κά­νω! εἶ­πε ὁ Νι­κη­τα­ρᾶς.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, 1858, σ. 74.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 139 [Τίτλος: «265.— Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Νι­κη­­ταρᾶς. Λι­θο­γρα­φία σὲ χαρ­τί, 29Χ22,7 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ ζήλεια του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ ζήλεια του

[τοῦ Κωνσταντίνου Κανάρη]


ΖΗΛΕΥΕ ἐ­κεί­νους ποὺ λέ­γαν πὼς σκο­τώ­σα­νε Τούρ­κους μὲ τὰ χέ­ρια τους.

       — Καὶ τὰ μπουρ­λό­τα, λί­γο πρᾶ­μα εἶ­ναι;

       — Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο πρᾶ­μα. Τί εἶ­ναι νὰ πᾷς νὰ βά­λῃς φω­τιὰ σ’ ἕ­να κα­ρά­βι; Θέ­λω νὰ πια­στῶ χέ­ρια μὲ χέ­ρια μ’ ἕ­ναν Τοῦρ­κο καὶ νὰ τοῦ πά­ρω τὴ ζωή, μὲ τὸ σπα­θί μου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Vou­tier, Let­tres sur la Grèce, Paris, 1826, σ. 130.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 279-280 [Τίτλος: «593.— Ἡ εἰ­κό­να του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πυρ­πό­ληση τῆς του­ρκι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Κα­νά­ρη. Πί­να­κας τοῦ Νι­κη­φό­ρου Λύ­τρα (π. 1866-1870). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 143Χ109 ἑκ. Πι­να­κο­θή­κη Ἀ­βέ­ρωφ, Μέ­τσο­βο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος

[τοῦ Γιάννου Κλίμακα]


ΤΑ 1820, ἀ­φοῦ ἄρ­χι­σε ὁ πό­λε­μος τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα μὲ τὸ Σουλ­τά­νο, ἔ­φτα­σε στὴν Ἀτ­τι­κὴ καὶ γύ­ρω κά­ποι­ος Τοῦρ­κος Μπαμ­πάμ­πα­σης μὲ προ­στα­γὴ βα­σι­λι­κὴ νὰ συ­νά­ξῃ Τούρ­κους καὶ Χρι­στια­νοὺς Ἀρ­μα­τω­λοὺς ἐ­νάν­τια στὸν Ἀ­λή­πασ­σα. Ἔ­μα­θε γιὰ τὸ Βάσ­σο τὸ Μαυ­ρο­βου­νι­ώ­τη, ποὺ Κλέ­φτης ζοῦ­σε στὰ βου­νά, καὶ το­νὲ ρώ­για­σε [μί­σθω­σε].

       Ὁ Βάσ­σος, ἀ­φοῦ φτά­σα­νε στὸν Κι­θαι­ρῶ­να, ἀ­πο­φά­σι­σε καὶ σκό­τω­σε τοὺς Τούρ­κους. Ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θἄ­ξε­ρε τὸ τί γε­νῆ­καν.

       Ὅ­μως ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὴ ρά­χη ἕ­να τσο­πα­νό­που­λο, ἐ­νῷ ἔ­βο­σκε τὰ γί­δια του, εἶ­δε τὴ σκη­νὴ κι’ ἀ­να­τα­ρά­χτη­κε. Κι’ ἀν­τὶ νὰ φο­βη­θῆ, ἔ­τρε­ξε ἀ­προ­σκά­λε­στο, χα­ρὰ γι­ο­μᾶ­το γιὰ τὸ φο­νι­κὸ τῶν Τούρ­κων, καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ Βάσ­σο μὲ κα­μά­ρι.

       — Τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; τὸ ρώ­τη­σε ὁ Βάσ­σος ἄ­γριος, ἀ­νή­συ­χος μὴ μαρ­τυ­ρή­σῃ τὸ κα­κὸ ποὺ γί­νη­κε.

       — Θέ­λω νὰ σκο­τώ­νω κ’ ἐ­γὼ Τούρ­κους! Πᾶ­ρε με κον­τά σου, Κα­πε­τά­νε! εἶ­πε ἀ­θῷ­α τὸ παι­δί.

       Κι’ ἄ­φη­σε τὰ γί­δια, καὶ πῆ­γε Κλέ­φτης ὁ μι­κρὸς γι­δά­ρης. Ἦ­ταν ὁ Γιάν­νος Κλί­μα­κας, κα­τό­πι κα­πε­τά­νος ὀ­νο­μα­στὸς γιὰ τὴν πα­λη­κα­ριά του.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Ντρέ­μι­τσα τῶν Σα­λώ­νων, τὸ ἴ­διο τὸ χω­ριὸ ποὺ ἔ­βγα­λε τὸν Πα­νου­ριᾶ, τὸ Γκού­ρα, τὸ Ρού­κη κι’ ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 135. [Τίτλος: «253.— Τὸ βο­σκό­που­λο.].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἰωάννης Κλίμακας (Θήβα, ;-1877). Φωτογραφία: Πέτρος Μω­ρα­ΐ­της.