Εὐθύμιος Λέντζας: Στὸν Ἅι Θανάση



Εὐ­θύ­μιος Λέν­τζας


Στὸν Ἅι Θα­νά­ση

 

ΕΡΠΑΤΟΥΣΑΜΕ ἀρ­γὰ στὴ φι­δί­σια πλα­γιά. Μιὰ συ­στά­δα ἀ­πὸ κι­τρι­νο­κόκ­κι­να σύν­νε­φα τα­ξί­δευ­αν πρὸς τὸ Ἰ­ό­νιο. Πί­σω ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῆς Πίν­δου, ὁ ἥ­λιος ἑ­τοι­μα­ζό­ταν γιὰ τὸν κα­θη­με­ρι­νό του θά­να­το. Τὸ βου­νὸ ἔμ­παι­νε στὶς μύ­τες μας· χῶ­μα καὶ πεῦ­κο στὸ στό­μα. Γε­λού­σα­με… Δυ­ὸ τσο­πα­νό­σκυ­λα ἀ­λυ­χτοῦ­σαν στὶς ρά­χες.

        Μὲ βῆ­μα συγ­χρο­νι­σμέ­νο βα­δί­ζα­με σὰν σὲ πα­ρέ­λα­ση.

        Σὲ ἕ­να μπαλ­κό­νι, μιὰ γυ­ναί­κα τί­να­ζε τὶς κου­βέρ­τες στὰ κάγ­κε­λα. Πιὸ δί­πλα, μιὰ γριὰ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη, πό­τι­ζε τὰ λου­λού­δια στὶς γλά­στρες.

        Ψη­λά­φι­σα τὸ σου­γιὰ στὴν ἀ­ρι­στε­ρή μου τσέ­πη. Ἀ­πὸ ἕ­να σπί­τι ἀ­κού­στη­κε μου­σι­κή· ἡ Μ. κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ τὸ δε­ξί μου χέ­ρι – οἱ φλέ­βες χτυ­ποῦ­σαν στὸ στῆ­θος μου.

        Πί­σω ἀ­π’ τοὺς θά­μνους, δυ­ὸ γά­τες μᾶς κοι­τοῦ­σαν μὲ πε­ρι­έρ­γεια ἀν­θρώ­πων ποὺ βλέ­πουν ἄν­θρω­πο γιὰ πρώ­τη τους­ φο­ρά.

        Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σπί­τι πρὶν τὸν λό­φο· ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἅι Θα­νά­ση, τὰ παν­τζού­ρια ἀ­νοι­γο­κλεί­να­νε ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα· πάν­τα μὲ τὸν ἴ­διο ρυθ­μό, λὲς καὶ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρα­το χέ­ρι τὰ ὁ­δη­γοῦ­σε.

        Ἡ Μ. ἄ­νοι­ξε τὴ μαύ­ρη καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ μπῆ­κε πρώ­τη. Λί­γα κε­ριά, ἔ­και­γαν ἀ­κό­μα στὸ μα­νουά­λι. Ἡ Μ. μοῦ ζή­τη­σε τὸν ἀ­να­πτή­ρα. Πῆ­ρε ἕ­να κε­ρὶ ἀ­πὸ τὸ σο­ρὸ στὸν πάγ­κο, τὸ ἄ­να­ψε καὶ τὰ κόκ­κι­να χεί­λη της φω­τί­στη­καν.

        Ἡ ξύ­λι­νη πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο πό­μο­λο κρε­μό­ταν τραυ­μα­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τῶν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στων ἀν­θρώ­πων.

        Σκο­τά­δι καὶ ὑ­γρα­σί­α σκέ­πα­ζαν τρυ­φε­ρὰ τὶς παμ­πά­λαι­ες ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες εἰ­κό­νες τῶν Ἁ­γί­ων. Μιὰ πε­λώ­ρια μὼβ κουρ­τί­να κά­λυ­πτε τὰ σκο­νι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­π’ τὸ τα­βά­νι κρέ­μον­ταν ἕ­νας τε­ρά­στιος πο­λυ­έ­λαι­ος. Τὸ πά­τω­μα ἦ­ταν ἀ­πὸ γε­μά­το τσι­μέν­το.

        Πι­στεύ­εις στὸ θε­ό; Μὲ ρώ­τη­σε ἡ Μ., ὅ­πως θὰ ρω­τοῦ­σε ἕ­να μι­κρὸ παι­δί: «τί εἶ­ναι θε­ὸς μα­μά;»

        Πι­στεύ­ω σὲ ἐ­σέ­να, τῆς ἀ­πάν­τη­σα μὲ τὴν ἴ­δια φυ­σι­κό­τη­τα.

        Τὴν ἅρ­πα­ξα ἀ­πὸ τὴ μέ­ση κι ἔ­ρι­ξα τὴ γλώσ­σα μου μὲ λύσ­σα στὸ στό­μα της.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α πι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σὰν νε­ό­νυμ­φοι. Ὁ ἥ­λιος εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά.

        Ἀ­πὸ τὸν πά­νω δρό­μο φά­νη­κε ὁ πα­πάς· μαῦ­ρος σὰν τὸ θά­να­το. Κρα­τοῦ­σε μιὰ χάρ­τι­νη σα­κού­λα στὸ χέ­ρι. Ἄ­κλη­ρος· πᾶ­νε πέν­τε χρό­νια ποὺ ἔ­χα­σε τὴν πα­πα­διὰ του ἀ­π’ τὴν κα­κιὰ ἀρ­ρώ­στια. Πά­λευ­ε νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­π’ τὸ Θε­ὸ καὶ τὸ κρα­σί. Ἔ­με­νε σ’ ἕ­να μι­κρὸ δω­μά­τιο πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρό: μὲ μιὰ κου­ζι­νού­λα καὶ μιὰ του­α­λέ­τα ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ποὺ ἔ­ζε­χνε ἀ­π’ τὸ σκα­τὸ καὶ τὸ κά­του­ρο.

        Στα­μά­τη­σε μπρο­στά μας. Ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος μιὰ σκιά. Ἡ Μ. ἔ­πι­α­σε τὸ ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τα­χτή­κα­με. Κα­νεὶς δὲ μί­λη­σε. Ἡ σι­ω­πὴ μπῆ­κε μέ­σα μου σὰν βε­λό­να.

        Γυ­ρί­σα­με σπί­τι.

        Ἡ Μ. στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ χά­ζευ­ε τὴ νύ­χτα ποὺ ἔ­φτα­νε. Ἔ­βα­λα τὸ σου­γιὰ στὸ συρ­τά­ρι.

        Τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα, ἔ­κα­τσε ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸν κα­να­πέ. Στὰ χέ­ρια της κρα­τοῦ­σε τὶς «Μέ­ρες» τοῦ Σε­φέ­ρη.

        Κόλ­λη­σα πά­νω στὸ σῶ­μα της.Ὅ­λη τὴ νύ­χτα δι­ώ­χνα­με τὸν ὕ­πνο ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Δυ­ὸ λευ­κοὶ καρ­χα­ρί­ες κο­λυμ­πού­σα­με κά­τω ἀ­π’ τὴ μάλ­λι­νη θά­λασ­σα… Λί­γο φεγ­γά­ρι τρύ­πω­σε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κά­να­με χῶ­ρο νὰ βο­λευ­τεῖ.

        Τὰ παι­διὰ παί­ζα­νε ἀ­κό­μα στὸν δρό­μο. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­καν φω­νές: «Φω­τιά! Φω­τιά! Ὁ Ἅι Θα­νά­σης ἅρ­πα­ξε φω­τιά!».

          Τὰ κλα­ρί­να σί­γη­σαν στὴ πλα­τεί­α.

        Ἡ ἐκ­κλη­σί­α ἔ­γι­νε μιὰ πύ­ρι­νη μπά­λα. Ἡ νύ­χτα κοκ­κί­νι­σε πά­νω ἀ­π’ τὰ πεῦ­κα· οἱ τσίγ­κι­νες στέ­γες ἔ­λαμ­παν σὰν πα­σχα­λι­ά­τι­κα αὐ­γά.

        Ἡ φω­τιά, βρῆ­κε τὸν πα­πὰ Ἀ­νέ­στη με­θυ­σμέ­νο στὸ ἱ­ε­ρό, ἀγ­κα­λιὰ μὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Τὸ κοκ­κι­νέ­λι ἔ­στα­ζε στὸ τρα­πέ­ζι· λι­ω­μέ­νο κε­ρὶ στὸ σῶ­μα του.

        Ἡ Μ. ἔ­παι­ζε μὲ τὸ σου­γιὰ στὸ στῆ­θος μου.

        Ξη­μέ­ρω­νε στὴ Βά­λια Κάλ­ντα…


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εὐ­θύ­μιος Λέν­τζας (Λά­ρι­σα, 1986). Πε­ζὰ καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ: στὸ Ποι­εῖν, στὴν Bibliotheque, στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ Φρέ­αρ, στὸ Φτε­ρὰ Χή­νας καὶ στὸ Ἐ­ξι­τή­ριον-Ψη­φια­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­νοι­κτοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Ἡ πρώ­τη του ποιητικὴ συλ­λο­γὴ Κόκ­κι­νο σπί­τι (Ἐ­ξι­τή­ριον, 2018).


Διαφημίσεις

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Τὸ δωμάτιο



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Τὸ δωμάτιο


ΟΛΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις, τὴν στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή, τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ θὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σεις μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ προ­σο­χὴ τὰ πράγ­μα­τα. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λα εἶ­ναι τό­σο ὅ­μοι­α, ποὺ δὲν θὰ πε­τύ­χεις καὶ πολ­λά. Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, ἀρ­γὰ ἤ γρή­γο­ρα θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρεις καὶ τό­τε μὲ ἔκ­πλη­ξη θὰ δι­α­πι­στώ­σεις κά­τι, κά­τι ποὺ κι­νεῖ­ται. Καὶ θὰ γεν­νη­θεῖ μέ­σα σου ὁ λό­γος καὶ θὰ ψι­θυ­ρί­σεις πρώ­τη φο­ρὰ: ὁ Ἄλ­λος.


       Εἶ­μαι ἕ­να δω­μά­τιο καὶ σκέ­φτο­μαι ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὰ δω­μά­τια. Μὰ θὰ ρω­τή­σε­τε, τί στὸ κα­λὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πα­σχο­λή­σει ἕ­να δω­μά­τιο. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλή: ἕ­να δω­μά­τιο δὲν τὸ ἀ­πα­σχο­λεῖ τί­πο­τε. Δη­λα­δή θά ’­λε­γε κά­ποι­ος ἀ­φε­λής: ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ἀ­νέ­με­λο; Ὄ­χι κύ­ρι­ε, ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο! Θὰ πρέ­πει νὰ περ­νᾶ πο­λὺ χρό­νο, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν χρό­νο νὰ περ­νᾶ, νὰ σκέ­φτε­ται πῶς θά ’­ταν ἂν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ. Κι αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω, φυ­σι­κά, φαί­νον­ται ἁ­πλὰ σ’ ὅ­ποι­ον περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι. Τὸ δω­μά­τιο πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σο­βα­ρό, πρέ­πει νὰ κα­τα­με­τρά­ει κά­θε πρω­ῒ τὰ πράγ­μα­τά του, τὴν κα­ρέ­κλα, τὸ ντι­βά­νι, τὸ γρα­φειά­κι του· θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει τὶς πι­τζά­μες, καὶ ἰ­δί­ως ἐ­κεί­να τὰ μι­κρο­πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ χα­θοῦν.

       Κά­ποι­ος θ’ ἀ­πο­ροῦ­σε ἐ­δῶ ἐ­ὰν ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει, ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν σ’ αὐ­τὸ κα­ρέ­κλες, ντι­βά­νια ἢ ντου­λά­πες. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι στοι­χει­ώ­δης: ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς πράγ­μα­τα, ὅ­πως ἀ­κρι­βώς ἕ­νας ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς ροῦ­χα. Κι ἕ­να δω­μά­τιο κα­τα­λα­βαί­νει κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τί ση­μαί­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ροῦ­χα. Ἕ­να δω­μά­τιο μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει ἄ­δει­ο ἀ­πὸ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρίς κά­ποι­ον νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ. Ὑ­πάρ­χουν δω­μά­τια ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς βρό­μι­κου ἰ­δι­ο­κτή­τη, δω­μά­τια ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ τὰ κα­κο­ποι­οῦν, κι ἄλ­λα ποὺ τὰ ἀ­φή­νουν ἕρ­μαι­α τοῦ χρό­νου. Ὅ­μως τὰ πιὸ λυ­πη­μέ­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να ποὺ ζοῦν στὴν σι­ω­πὴ καὶ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α, σκο­τει­νὰ δω­μά­τια, δί­χως κα­τοι­κη­τή, δί­χως ψυ­χή, κι ὅ­μως ἀν­τέ­χουν. Κα­ταρ­ρέ­ουν σι­γὰ-σι­γά, μὰ ἀν­τέ­χουν. Ἔ­χω ἀ­κού­σει ἀ­π’ τοὺς σω­λῆ­νες καὶ τὶς ὑ­δρορ­ρό­ες νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γιὰ δω­μά­τια ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν πραγ­μα­τι­κά, ποὺ ἔ­γι­ναν πνευ­μα­τι­κὰ ἐ­ρεί­πια· δὲν θέ­λω νὰ τὰ σκέ­φτο­μαι, τὰ λυ­πᾶ­μαι.

       Προ­σω­πι­κὰ εἶ­μαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο ἀ­π’ αὐ­τὸν ποὺ βρί­σκε­ται μέ­σα μου. Ἀ­ε­ρί­ζει κά­θε πρω­ΐ, προ­σέ­χει νὰ μὴν λε­ρώ­νει τοὺς τοί­χους, εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, δὲν φέρ­νει συ­χνὰ κό­σμο. Εἶ­ναι κα­λός ἰ­δι­ο­κτή­της. Ἴ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πε­ρί­ερ­γα τὴν τά­ξη, πάν­τα χά­νει κά­τι, πάν­τα χα­λά­ει τὸν κό­σμο νὰ τὸ βρεῖ κι ὅ­ταν τὸ βρί­σκει τὸ ξε­χνά­ει. Δὲν μ’ ἐ­νο­χλεῖ. Ἕ­να δω­μά­τιο ἔ­χει πολ­λὲς εὐ­θύ­νες: θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει, νὰ φυ­λά­γε­ται, νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κά­θε στιγ­μὴ γιὰ κά­θε πα­ρά­λο­γη ἀλ­λα­γὴ. Ἄς ποῦ­με, τὶς προ­άλ­λες προ­στέ­θη­καν δύ­ο κά­δρα – προ­σω­πι­κὰ δὲν τὸ θε­ώ­ρη­σα ἀ­ναγ­καῖ­ο. Ὑ­πῆρ­χε ἤ­δη ἕ­να κά­δρο καὶ δύ­ο βι­βλι­ο­θῆ­κες… Ἄ! καὶ μί­α κρε­μά­στρα. Τώ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει ἐ­λεύ­θε­ρος χῶ­ρος, πράγ­μα ποὺ ἐ­γεί­ρει ἀ­νη­συ­χί­ες· ἴ­σως ὑ­πο­θάλ­πε­ται κά­τι, κά­τι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται. Δὲν ξέ­ρω. Εἴ­δα­τε πό­σα πράγ­μα­τα ἀ­πα­σχο­λοῦν ἕ­να δω­μά­τιο; Μό­νο τὶς νύ­χτες ξε­κλέ­βω λί­γο χρό­νο νὰ σκε­φτῶ, νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι ὑ­πάρ­χω. Για­τὶ ἡ ὥ­ρα περ­νά­ει μὲς στὴν μέ­ρι­μνα κι ὅ­λο κά­τι γί­νε­ται κι ἀ­φαι­ρεῖ­σαι καὶ τε­λι­κὰ ὑ­πάρ­χουν αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­σχο­λεῖ­σαι καὶ δὲν ὑ­πάρ­χεις ἐ­σὺ, ὁ­πό­τε κι αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν νό­η­μα κι ἔ­τσι δὲν ἔ­χεις οὔ­τ’ ἐ­σύ.

       Μὲ τρο­μά­ζουν τὰ δω­μά­τια, ἰ­δί­ως οἱ πόρ­τες… Ἰ­δί­ως τὰ πα­ρά­θυ­ρα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν θά ’­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν πα­ρά­θυ­ρα καὶ πόρ­τες, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χω μό­νο ἐ­γὼ καὶ ὁ ἄλ­λος. Κλει­σμέ­νος μέ­σα μου, κλει­σμέ­νος μό­νο μέ­σα μου, δί­χως πόρ­τες —τὸ εἶ­πα;— δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Μό­νο τοῖ­χοι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν μό­νο τοῖ­χοι! Ἐ­κεῖ­νος φεύ­γει καὶ ποῦ πά­ει δὲν ξέ­ρω. Μα­κριὰ, φαί­νε­ται τὸ σα­λό­νι. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α τί ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὸ σα­λό­νι. Ἴ­σως ἁ­πλῶς ἄλ­λο ἕ­να δω­μά­τιο, ἴ­σως χι­λιά­δες… Τὶ ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα; Τὸ ξέ­ρει κα­νεὶς σας;! ΤΟ ΞΕΡΕΙ;



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βι­βλίο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).


Γιάννης Φαρσάρης: Μαῦρο μανταρίνι


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Μαῦ­ρο μαν­τα­ρί­νι


ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πο­γεί­ου ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος. Τὸ με­λα­ψό του πρό­σω­πο φό­βι­σε τὴ γει­τό­νισ­σα τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κο­νιοῦ, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ μαν­τα­λώ­σει τὴν συ­ρό­με­νη ἀ­λου­μι­νό­πορ­τα. Ἡ μέ­ρα φώ­να­ζε δυ­να­τὰ πὼς θὰ τὸ πά­ει γιὰ βρο­χὴ κι ἔ­ρι­ξε μιὰ κο­φτὴ βρι­σιὰ σὲ γλώσ­σα ἀ­κα­τά­λη­πτη. Δί­πλω­σε πρό­χει­ρα τὸ πά­πλω­μα πά­νω στὸ ζα­ρω­μέ­νο στρῶ­μα καὶ ἔ­φτια­ξε ἕ­να κου­τα­λά­το νε­σκα­φὲ μὲ νε­ρὸ τῆς βρύ­σης. Καὶ τέσ­σε­ρις κου­τα­λι­ὲς ζά­χα­ρη.

Οἱ συγ­κά­τοι­κοί του εἶ­χαν φύ­γει ἀ­πὸ νω­ρὶς γιὰ δου­λειά, νὰ προ­λά­βουν στὴν πρω­ϊ­νὴ κί­νη­ση τῶν φα­να­ρι­ῶν νὰ κα­θα­ρί­σουν πολ­λὰ τζά­μια. Ἔ­με­ναν πέν­τε νο­μα­τα­ῖοι σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ ὑ­πό­γεια τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ πλή­ρω­ναν σα­ραν­τα­πέν­τε εὐ­ρὼ ἕ­κα­στος, μα­ζὶ μὲ τὰ κοι­νό­χρη­στα. Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα, ἀλ­λὰ εἶ­χε πολ­λὲς κα­τσα­ρί­δες κι ἐ­κεῖ­νος σι­χαι­νό­ταν. Μὲ τὰ πον­τί­κια πά­λι δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν ὅ­τι οἱ δου­λει­ὲς στὴν οἰ­κο­δο­μὴ δὲν πή­γαι­ναν κα­λὰ καὶ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος. Οὔ­τε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κι ἔ­νι­ω­θε μό­νος, ἀλ­λὰ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε πο­τὲ στὴν Ἑλ­λά­δα, ἐ­νῶ δου­λειὰ ἔ­βρι­σκε πάν­τα.

        Εἶ­χε κά­νει ὅ­λες τὶς σκλη­ρὲς ἀγ­γα­ρεῖ­ες στὴν οἰ­κο­δο­μὴ καὶ στὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε, ὅ­μως τζά­μια αὐ­το­κι­νή­των δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Δὲν ἄν­τε­χε τὰ βλέμ­μα­τα τῆς ἀ­πα­ξί­ω­σης ἀ­πὸ τό­σους πολ­λοὺς σὲ κά­θε ἄ­ναμ­μα, κι ἄς ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ δου­λειὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ περ­πα­τοῦ­σε νω­θρὰ στὸ δρό­μο μὲ τὸν κου­βὰ καὶ τὸ κον­τά­ρι ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ τὸ μπου­κα­λά­κι τοῦ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κοῦ στὴν κω­λό­τσε­πη.

        Μέ­σα στὴν πρώ­τη ὥ­ρα, πα­ρὰ τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα, εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει μυ­ριά­δες ἀρ­νή­σεις καὶ μό­λις τρί­α κέρ­μα­τα, κι ἄς εἶ­χε κα­θα­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα παρ­μπρίζ. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τὸν φι­λο­δώ­ρη­σαν μὲ πε­ρι­παι­κτι­κὰ μει­διά­μα­τα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὸν ἄ­φη­σαν νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴ σκό­νη. Δε­χό­ταν στω­ϊ­κὰ τὴ μοί­ρα του για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το, ὅ­σο μι­κρὸ κι ἂν ἦ­ταν, ὅ­σο κρύ­ο κι ἂν ἔ­κα­νε.

        Τὸ πρῶ­το χα­μό­γε­λο ποὺ συ­νάν­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀ­νῆ­κε σ’ ἕ­να κόκ­κι­νο σα­ρά­βα­λο μί­νι. Ὁ ὁ­δη­γός του, ὅ­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια, κου­νι­ό­ταν στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς καὶ τοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ος μὲ τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὰ σγου­ρὸ μού­σι του. Μό­λις ἄ­να­ψε τὸ πρά­σι­νο τοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι μὲ συμ­πά­θεια, φω­νά­ζον­τας: «Δὲν ἔ­χω λε­φτὰ φι­λα­ρά­κο, πά­ρε ἕ­να μαν­τα­ρί­νι.»

        Ἔ­μει­νε γιὰ με­ρι­κὰ δεύ­τε­ρα ἀ­κί­νη­τος ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὸν κου­βὰ ἀ­νά­πο­δα καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸ φα­νά­ρι. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸ καρ­πὸ μὲ τὰ βρώ­μι­κα νύ­χια του καὶ ἡ σκέ­ψη του τα­ξί­δε­ψε πί­σω στὴν πα­τρί­δα, στὸν κῆ­πο μὲ τὶς μαν­τα­ρι­νι­ὲς ποὺ με­γά­λω­σε. Κά­θε σκε­λί­δα ποὺ ἔ­βα­ζε στὸ στό­μα τὸν γέ­μι­ζε γλυ­κὰ καὶ τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­νυ­πό­μο­νο. Κα­τα­πί­νον­τας τὴν τε­λευ­ταί­α μπου­κιὰ ση­κώ­θη­κε σί­γου­ρος. Θὰ γύ­ρι­ζε πί­σω, κα­θὼς δὲν εἶ­χε τί­πο­τα πιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ξε­νι­τιά. Περ­πά­τη­σε ἀρ­γὰ τὸ δρό­μο γιὰ τὸ ὑ­πό­γει­ο. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἦ­ταν χα­ρού­με­νος. Ἤλ­πι­ζε μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γει­τό­νισ­σα στὸ χω­ριὸ νὰ μὴν εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­λει­πε μό­νο.



Πη­γὴ: Πρώ­τη δημοσίευση στὸ περ. Μι­κρό Πεζό (ἐκδ. Χα­ρα­μά­δα, τχ.  1, 2014).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρη­ς (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OpenBook καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fra­ctal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Open­book, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ

 www.open-sesame.me



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Ὁ Θανάσης



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Ὁ Θα­νά­σης

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ὁ κου­ρέ­ας, ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν βού­τα­γε τὰ ψα­λί­δια του στὴν αἰ­θα­νό­λη, κα­θό­ταν τώ­ρα σι­ω­πη­λὸς ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν Λύ­πη μέ τήν κον­τή της φού­στα νὰ περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του. Ἔ­πει­τα, γύ­ρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου καὶ μὲ σί­γου­ρες κι­νή­σεις, μοῦ ἀ­φαι­ροῦ­σε τὶς φα­βο­ρί­τες.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­π’ τὸ Ἀ­γρί­νιο, ἴ­σως μά­λι­στα, νὰ εἴ­χα­με καὶ τί­πο­τε κοι­νοὺς προ­γό­νους – λή­σταρ­χους μὲ γε­νειά­δες ἀ­πὸ κα­πνό­φυλ­λα καὶ χαῖ­τες σκο­τει­νὰ ἐ­λα­το­δά­ση. Μοῦ μι­λοῦ­σε συ­χνὰ γιὰ τὸ χω­ριό του καὶ πῶς ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να τὸ ’68. Ἔ­ρι­χνα κι ἐ­γὼ μιὰ μα­τιά στίς κι­τρι­νι­σμέ­νες του φω­το­γρα­φί­ες κι ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­ρὰ, δί­χως χά­ρη το­πί­α ἔ­βλε­πα χω­ρι­α­τό­παι­δα ν’ ἀ­φή­νουν τὰ σπί­τια τους, γιά ν’ ἀ­να­ζη­τή­σουν μιὰ εὐ­και­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να.

       Ποῦ καὶ ποῦ ὁ Θα­νά­σης στα­μα­τοῦ­σε τὴν μη­χα­νὴ του γιὰ νὰ πι­εῖ μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ ἤ γιὰ νὰ πε­τά­ξει τὶς στά­χτες τοῦ τσι­γά­ρου του, κι ἦ­ταν τό­τε, ποὺ ἔ­λε­γε γιὰ τὸν με­γά­λο του γιὸ ποὺ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος κι ἂς ἤ­ξε­ρε γλῶσ­σες κι ἂς εἶ­χε πτυ­χί­α. Τὰ μά­τια μου ἔ­πε­φταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὶς τρί­χες γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ φαν­τα­ζό­μουν τὸν ἑ­αυ­τὸ μου, τ’ ἀ­δέλ­φια μου, τὰ παι­διά τοῦ Θα­νά­ση σὰν ἕ­ναν ἄ­μορ­φο σω­ρὸ ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὰ σκου­πί­δια ὅ­λων ἐ­κεί­νων που ἔ­λε­γαν πὼς κυ­βερ­νοῦν. Καὶ σὰν νὰ κα­τα­λά­βαι­να τό­τε τὸν Θα­νά­ση καὶ μπο­ρεῖ, μά­λι­στα, νὰ μὲ κα­τα­λά­βαι­νε κι ἐ­κεῖ­νος.

       Ὅ­ταν τὸ κού­ρε­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, μοῦ ’­δι­νε τὸ σα­κά­κι μου, ἔ­βα­ζε τὰ χρή­μα­τα στὸ τα­μεῖ­ο κι ἔ­κα­νε θέ­ση στὸν ἑ­πό­με­νο πε­λά­τη, νὰ κου­βεν­τιά­σουν μα­ζὶ γιὰ πο­δό­σφαι­ρο, γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ δὲν ἄλ­λα­ζε πο­ρεί­α. Αὐ­τὰ μέ­χρι νὰ τοὺς δι­α­κό­ψει ἡ Λύ­πη, ποὺ περ­νοῦ­σε κά­θε τό­σο μὲ τὴν κον­τή της φού­στα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ποιήματα, ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2019).

Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão): Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ



Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου (Teolinda Gersão)


Μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ

(Um casaco de raposa vermelha)


ΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ μιὰ μέ­ρα στὸ σπί­τι, μιὰ κα­τώ­τε­ρη τρα­πε­ζο­ϋ­πάλ­λη­λος βλέ­πει σὲ ἕ­να κα­τά­στη­μα γου­να­ρι­κῶν μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ κόκ­κι­νη ἀ­λε­ποῦ. Στα­μα­τᾶ μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να, ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἐ­πι­θυ­μί­α. Για­τὶ ἦ­ταν ἡ ζα­κέ­τα ποὺ πάν­τα ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει στὴ ζω­ή της. Κα­μιὰ ἄλ­λη δὲν τῆς μοιά­ζει, σκέ­φτε­ται ἐ­νῶ ἡ μα­τιά της δι­α­τρέ­χει τὶς ἄλ­λες ζα­κέ­τες, ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὴ με­ταλ­λι­κὴ μπά­ρα εἴ­τε ἦ­ταν χα­λα­ρὰ ἁ­πλω­μέ­νες στὸν κα­να­πὲ ἀ­πὸ μπρο­κάρ. Ἦ­ταν ἕ­να σπά­νιο κομ­μά­τι, μο­να­δι­κό, δὲν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τὲ μιὰ τέ­τοι­α ἀ­πό­χρω­ση, κα­φε­κί­τρι­νη, με­λαν­ζέ, μὲ ἀν­ταύ­γει­ες στὸ χρῶ­μα τοῦ χαλ­κοῦ ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­λαμ­πε λὲς κι εἶ­χε πιά­σει φω­τιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, τὸ θυ­μή­θη­κε τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὴν πόρ­τα, ὑ­πο­χω­ρών­τας στὴν πα­ρόρ­μη­ση νὰ μπεῖ. Θὰ ἐρ­χό­ταν αὔ­ριο, ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ νω­ρίς, στὸ δι­ά­λειμ­μα γιὰ τὸ με­ση­με­ρια­νὸ φα­γη­τό, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πρω­­ϊ­νοῦ, ὅ­λο καὶ κά­ποι­α πρό­φα­ση θὰ ἔ­βρι­σκε γιὰ νὰ ξε­πορ­τί­σει βι­α­στι­κά, στὰ μι­σὰ τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. Εἶ­χε κοι­μη­θεῖ λί­γο τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­νή­συ­χη, σὰ νά ‘χε λί­γο πυ­ρε­τό. Μέ­τρη­σε τὰ λε­πτὰ ποὺ ἀ­πέ­με­ναν γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὸ κα­τά­στη­μα, τὰ μά­τια της πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ ρο­λό­ι τοῦ τοί­χου στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ, ἐ­νό­σῳ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τοὺς πε­λά­τες, σκυμ­μέ­νη πά­νω ἀ­π’ τὸ γκι­σέ. Ὅ­σο πιὸ νω­ρὶς μπο­ροῦ­σε βρῆ­κε μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ βγεῖ καὶ ἔ­τρε­ξε στὸ κα­τά­στη­μα, τρέ­μον­τας στὴν ἰ­δέ­α πὼς ἡ ζα­κέ­τα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει που­λη­θεῖ. Δὲν εἶ­χε, ὅ­πως τὴν πλη­ρο­φό­ρη­σαν, καὶ αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ πὼς μπο­ροῦ­σε καὶ πά­λι νὰ ἀ­να­πνέ­ει, μὲ τὴν καρ­διά της νὰ χτυ­πά­ει λι­γό­τε­ρο ἔν­το­να, τὸ αἷ­μα νὰ ξα­νάρ­χε­ται στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βρί­σκει τὴν κα­νο­νι­κὴ ρο­ή του.

       — Μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς, τῆς εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια ὅ­ταν αὐ­τὴ τὴ φό­ρε­σε καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸν κα­θρέ­φτη. Ἀ­κρι­βῶς στὰ μέ­τρα σας στοὺς ὤ­μους καὶ στὴ μέ­ση, μὲ τὸ στρί­φω­μα στὸ ἰ­δα­νι­κὸ ὕ­ψος, εἶ­πε πά­λι, καὶ δέ­στε καὶ πῶς ται­ριά­ζει μὲ τὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τός σας. Δὲν ἔ­χω εἰ­δι­κὸ λό­γο νὰ σᾶς τὴν που­λή­σω, βι­ά­στη­κε νὰ προ­σθέ­σει, μπο­ρεῖ­τε προ­φα­νῶς νὰ δι­α­λέ­ξε­τε ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη· ἂν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πε­τε νὰ πῶ τὴ γνώ­μη μου, αὐ­τὴ μοιά­ζει νὰ ἔ­χει φτια­χτεῖ γιὰ σᾶς. Γιὰ σᾶς ἀ­κρι­βῶς, πρό­σθε­σε μὲ ἕ­να φευ­γα­λέ­ο χα­μό­γε­λο.

       — Πό­σο κά­νει; ρώ­τη­σε κά­νον­τας με­τα­βο­λὴ μὲ τὸ στρί­φω­μα νὰ χο­ρεύ­ει, κα­θὼς τῆς ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ξε­κολ­λή­σει τὰ μά­τια της ἀ­πὸ τὴν εἰ­κό­να.

       Πι­σω­πά­τη­σε, τρο­μαγ­μέ­νη, ἀ­κού­γον­τας τὴν ἀ­πάν­τη­ση. Κό­στι­ζε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο εἶ­χε σκε­φτεῖ, τὸ πεν­τα­πλά­σιο ἀ­πὸ τὸ πο­σὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­θέ­σει.

       — Ἀλ­λὰ μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με εὐ­κο­λί­ες πλη­ρω­μῆς, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, ὅ­λο κα­τα­νό­η­ση.

       Ἴ­σως, σκέ­φτη­κε, θυ­σι­ά­ζον­τας τὶς δι­α­κο­πές. Ἢ βά­ζον­τας χέ­ρι σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­νει τὸ δά­νει­ο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Ζε­σταί­νον­τας λι­γό­τε­ρο τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πιὸ ἐ­λα­φρὰ τὰ γεύ­μα­τά της. Πράγ­μα ποὺ τὴ βό­λευ­ε κι­ό­λας, για­τὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πα­χαί­νει.

       — Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε κά­νον­τας στὰ γρή­γο­ρα λο­γα­ρια­σμοὺς μὲ τὸ νοῦ της. Σᾶς δί­νω μιὰ προ­κα­τα­βο­λὴ καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ πλη­ρώ­νω ἀ­πὸ τὴν ἑ­πό­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι δι­κή μου ἀ­πὸ τώ­ρα.

       — Σύμ­φω­νοι, εἶ­πε ἡ πω­λή­τρια, καρ­φι­τσώ­νον­τάς της μιὰ ἐ­τι­κέ­τα «Ἐ­πω­λή­θη». Θὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν πά­ρε­τε ὅ­ταν κα­τα­βά­λε­τε τὴν τρί­τη δό­ση.

       Ξα­να­πέ­ρα­σε ὅ­ταν ἔ­πε­σε ἡ νύ­χτα, ὥ­ρα ποὺ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν κλει­στὸ καὶ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε κα­νείς, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὴ τζα­μα­ρί­α καὶ γι­νό­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ χα­ρού­με­νη – ἦ­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή, πιὸ κον­τὰ στὸ χρῶ­μα τῆς φω­τιᾶς, κόκ­κι­νες φλό­γες ποὺ δὲν ἔ­και­γαν, ἀν­τί­θε­τα ἦ­ταν ἁ­πα­λὲς πά­νω στὸ κορ­μί, μιὰ γού­να πυ­κνή, ἄ­νε­τη, ποὺ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ λι­κνι­ζό­ταν στὸ βά­δι­σμά της.

       Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἐν­τυ­πω­σια­κή, κι αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια ἀ­κό­μη, ἂν τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε κα­νεὶς μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς περ­νοῦ­σε – ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­μο­γε­λά­ει μυ­στι­κά, ἦ­ταν μᾶλ­λον μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, μιὰ σκο­τει­νὴ βε­βαι­ό­τη­τα, μιὰ αἴ­σθη­ση ἁρ­μο­νί­ας μὲ τὸν ἴ­διο της τὸν ἑ­αυ­τό, ποὺ ξε­χυ­νό­ταν σὲ μι­κρὰ τί­πο­τα, τὸ κα­τα­λά­βαι­νε. Λὲς κι εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ὁ ρυθ­μὸς ποὺ ἀ­νέ­πνε­ε, λὲς καὶ ἦ­ταν πιὸ γα­λη­νε­μέ­νος καὶ πιὸ βα­θύς. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πά­λι, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ εἶ­χε πά­ψει νὰ νι­ώ­θει κου­ρα­σμέ­νη, κα­τά­λα­βε πὼς κι­νι­ό­ταν πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς προ­σπά­θεια του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὴν κα­νο­νι­κή της τα­χύ­τη­τα. Γάμ­πες εὐ­κί­νη­τες, πέλ­μα­τα ἀ­νά­λα­φρα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρη ὁ­λό­κλη­ρη, πιὸ γρή­γο­ρη, κου­νών­τας πιὸ εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη, τοὺς ὤ­μους, τὰ μέ­λη.

       Λό­γῳ τῆς γυ­μνα­στι­κῆς, σκέ­φτη­κε, γιὰ κά­ποι­ο λό­γο εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­σκεῖ­ται τα­κτι­κά. Ἐ­δῶ καὶ μῆ­νες πλέ­ον τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τρέ­χει δυ­ὸ ὧ­ρες στὸ γή­πε­δο προ­πό­νη­σης. Πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα ὅ­μως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ τρέ­χει στὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, στὴν ἔ­ξο­δο τῆς πό­λης, νι­ώ­θον­τας τὴν ἄμ­μο νὰ σκά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πέλ­μα­τά της, μα­θαί­νον­τας νὰ βά­ζει τὰ πέλ­μα­τα στὸ χῶ­μα μὲ ἄλ­λον τρό­πο. Ἡ τέ­λεια, μύ­χια, ἄ­με­ση ἐ­πα­φὴ μὲ τὴ γῆ. Μιὰ βα­θιὰ αἴ­σθη­ση τοῦ κορ­μιοῦ τῆς – ἦ­ταν πιὸ ζων­τα­νή, τώ­ρα, σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ἀν­τι­λη­πτι­κή της ἱ­κα­νό­τη­τα με­γά­λω­νε, τὸ πα­ρα­τή­ρη­σε, ἄ­κου­γε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση ἀ­κό­μη καὶ τὸν πα­ρα­μι­κρὸ θό­ρυ­βο, ποὺ ἄλ­λο­τε θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, ἕ­να σα­μι­α­μί­δι ποὺ ἔ­τρε­χε νὰ φύ­γει στὸ χῶ­μα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα, ἕ­να ἀ­θέ­α­το πον­τί­κι ποὺ ἔ­κα­νε ἕ­να κλα­δὶ νὰ σπά­σει, ἕ­να βα­λα­νί­δι ποὺ ἔ­πε­φτε, ἕ­να που­λὶ ποὺ κούρ­νια­ζε ἀ­νά­με­σα στὰ χόρ­τα. Καὶ προ­αι­σθα­νό­ταν, πο­λὺ πρὶν νὰ συμ­βοῦν, τὶς και­ρι­κὲς με­τα­βο­λές, τὴν ἀλ­λα­γὴ τοῦ ἀ­νέ­μου, τὴν αὔ­ξη­ση τῆς ὑ­γρα­σί­ας, τὴν ἔν­τα­ση νὰ φουν­τώ­νει στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα πρὶν ξε­σπά­σει σὲ μπό­ρα.

       Καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ές, ἕ­να κό­σμο ἀ­πὸ μυ­ρω­δι­ές, τὶς ἔ­νι­ω­θε, σὰ μιὰν ἀ­γνο­η­μέ­νη δι­ά­στα­ση τῶν πραγ­μά­των ποὺ τώ­ρα γι­νό­ταν αἰ­σθη­τή, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει δρό­μους, μο­νο­πά­τια, μὲ τὴν ὄ­σφρη­ση, ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ πῶς μύ­ρι­ζαν ὅ­λα τα πράγ­μα­τα, ὁ φλοι­ὸς τῶν δέν­τρων, τὰ χόρ­τα, τὰ φύλ­λα, καὶ πῶς δι­α­κρι­νό­ταν κά­θε ζῶ­ο ἀ­πὸ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρή του ὀ­σμή, μυ­ρω­δι­ὲς ποὺ ἔρ­χον­ταν καὶ ξε­δι­πλώ­νον­ταν στὸν ἀ­έ­ρα κα­τὰ κύ­μα­τα, κι αὐ­τὴ τὶς ἕ­νω­νε ἢ τὶς ξε­χώ­ρι­ζε, εἰ­σπνέ­ον­τας τὸν ἄ­νε­μο, ση­κώ­νον­τας ἀ­δι­ό­ρα­τα τὸ κε­φά­λι,. Τώ­ρα τῆς κι­νοῦ­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὰ ζῶ­α, εἶ­χε βαλ­θεῖ νὰ ξε­φυλ­λί­ζει ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, νὰ κοι­τά­ζει εἰ­κό­νες – τὸ σκαν­τζό­χοι­ρο μὲ ἕ­να μα­λα­κό, τρυ­φε­ρό, ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα, στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μέ­ρος τοῦ κορ­μιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν εἶ­χε ἀγ­κά­θια, τὸ γορ­γὸ λα­γό, μὲ τὶς ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στες ἀ­πο­χρώ­σεις, κα­θὼς πη­δοῦ­σε, τὸ κορ­μὶ τῶν που­λι­ῶν ποὺ τὴ γο­ή­τευ­ε καὶ τὸ με­λε­τοῦ­σε ἀ­να­λυ­τι­κά, σχο­λα­στι­κά, ὑ­πο­λο­γί­ζον­τας πό­σο ἁ­πα­λὸ ἦ­ταν, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὰ φτε­ρά· κι ἀ­πέ­με­νε κα­μιὰ φο­ρὰ νὰ ἐ­πι­πλέ­ει πει­σμα­τι­κὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς μνή­μης ἐ­πί­μο­να μιὰ λέ­ξη: ἁρ­πα­κτι­κό.

       Πει­νοῦ­σε τώ­ρα πιὸ πο­λύ, τὸ ἔ­νι­ω­θε βά­ζον­τας στὴ θέ­ση τους τὰ βι­βλί­α καὶ ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, κι αὐ­τὸ τῆς ἦ­ταν βα­θύ­τα­τα δυ­σά­ρε­στο, πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἦ­ταν τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­στάθ­μι­σμα τῆς ἄ­σκη­σης καὶ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν τρό­πο νὰ δα­μά­σει τὸν κίν­δυ­νο νὰ πα­χύ­νει, πε­ρι­φε­ρό­ταν, ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη, γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α, χω­ρὶς νὰ κα­τα­φέρ­νει νὰ ἐν­το­πί­σει ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε, για­τὶ κι αὐ­τὴ ἀ­κό­μη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ ἦ­ταν ἀ­πο­κρου­στι­κὴ καὶ τῆς ἔ­φερ­νε ἀ­να­κά­τω­ση, πει­νοῦ­σε γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ τί ἀ­κρι­βῶς, φροῦ­τα, ἴ­σως, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ἐκ­με­ταλ­λευ­θεῖ γιὰ νὰ ἀ­δυ­να­τί­σει κά­πως, ἀ­γό­ρα­σε μιὰ τε­ρά­στια πο­σό­τη­τα στα­φύ­λια καὶ μῆ­λα καὶ τὰ ἔ­φα­γε ὅ­λα τὴν ἴ­δια μέ­ρα, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ πει­νά­ει, μιὰ κρυ­φὴ πεί­να, ποὺ τὴν κα­τά­τρω­γε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει.

       Μιὰ ἀ­νέλ­πι­στη πρό­σκλη­ση γιὰ μιὰ γι­ορ­τὴ τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­ρεῖ, ἔ­νι­ω­σε πὼς ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ὑ­πο­κα­τά­στα­το θὰ ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νο προ­κει­μέ­νου νὰ ξε­χά­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρά­λο­γη πεί­να, ντύ­θη­κε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ ἔ­βα­ψε κα­τα­κόκ­κι­να τὸ στό­μα καὶ τὰ νύ­χια – πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν τὰ νύ­χια, πα­ρα­τή­ρη­σε, ἐ­νῶ καὶ τὰ ἴ­δια της τὰ χέ­ρια ἔ­δει­χναν πιὸ εὐ­αί­σθη­τα, ἐ­πι­μή­κη, ὅ­ποι­ον ἀγ­κά­λια­ζε στὴ γι­ορ­τὴ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει αἰ­ώ­νια ὅ,τι ἤ­θε­λε, σκέ­φτη­κε, καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στὸν κα­θρέ­φτη – ἕ­να χα­μό­γε­λο αἰ­λου­ρο­ει­δοῦς, τὸ εἶ­δε, κά­νον­τας πιὸ σχι­στὰ τὰ μά­τια της καὶ χα­μο­γε­λών­τας πιὸ πο­λύ, ἀ­φή­νον­τας τὸ χα­μό­γε­λο νὰ κυ­λή­σει στὸ πρό­σω­πο καὶ κα­τευ­θύ­νον­τας τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της πρὸς ἕ­να κά­πως πιὸ τρι­γω­νι­κὸ σχῆ­μα ποὺ τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε καὶ ποὺ τὸ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ μὲ τὸ μα­κι­γι­άζ.

       Στὰ μι­σὰ τῆς γι­ορ­τῆς πρό­σε­ξε ἕ­να κομ­μά­τι ἄ­κο­πο ἀ­κό­μη κρέ­ας, σχε­δὸν χω­ρὶς αἷ­μα – ροσ­μπίφ, τὸ θυ­μή­θη­κε, ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ λέ­ξη ξαφ­νι­κὰ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να νό­η­μα, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ κα­τα­βρό­χθι­σε μιὰ φέ­τα – τὴ νο­στι­μιὰ τοῦ κρέ­α­τος, ὠ­μοῦ σχε­δόν, τὴν κί­νη­ση κα­θὼς ἔμ­πη­γε τὰ δόν­τια, κα­θὼς ἔ­κα­νε τὸ αἷ­μα νὰ ξε­πη­δή­σει, τὴ γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος στὴ γλώσ­σα, στὸ στό­μα, τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­βρό­χθι­σε τὸ κομ­μά­τι ὁ­λά­κε­ρο, αὐ­τὰ σκέ­φτη­κε κα­θὼς ἔ­παιρ­νε κι ἄλ­λη μιὰ φέ­τα κι ἔ­νι­ω­θε πὼς τὸ ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ ἦ­ταν μιὰ ἄ­χρη­στη κί­νη­ση, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἁ­πλώ­σει κα­τευ­θεί­αν τὸ στό­μα.

       Ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρεύ­ει, μὲ τὰ χέ­ρια νὰ τα­λαν­τεύ­ον­ται στὸν ἀ­έ­ρα, λε­κι­α­σμέ­να μὲ αἷ­μα, νι­ώ­θον­τας τὸ ἴ­διο της τὸ αἷ­μα νὰ ἀ­νε­βαί­νει, σὰ μιὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δύ­να­μη ἕ­τοι­μη νὰ ξε­σπά­σει σὲ θύ­ελ­λα, μιὰ δύ­να­μη ἐ­πί­βου­λη ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ με­τα­δώ­σει στοὺς ἄλ­λους, μιὰ ἀρ­ρώ­στια ἢ μιὰ κα­τά­ρα, ἀλ­λὰ ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ ἦ­ταν ἁ­πα­λή, ἤ­ρε­μη, χα­ρού­με­νη σχε­δόν, τὸ ἔ­νι­ω­θε αὐ­τὸ ἐ­νῶ λι­κνι­ζό­ταν, σχε­δὸν με­θυ­σμέ­νη, καὶ ἄ­κου­γε τὸν ἀν­τί­λα­λο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο της τὸ γέ­λιο.

       Θὰ περ­νοῦ­σε τὴ νύ­χτα ὑ­πα­κού­ον­τας σὲ ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις ποὺ θὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν μέ­σα της, καὶ θὰ πή­γαι­νε πρω­ῒ-πρω­ῒ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴ ζα­κέ­τα, για­τὶ ἦ­ταν ἡ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε κα­νο­νι­στεῖ γιὰ νὰ γί­νει δι­κή της, νὰ γί­νει κομ­μά­τι της, θὰ τὴ γνώ­ρι­ζε ἀ­κό­μη καὶ μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια, ἀ­πὸ τὴν ἁ­φή, μὲ τὸ μα­λα­κό, πυ­κνό της δέρ­μα νὰ φλέ­γε­ται κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό –

       — Φτι­αγ­μέ­νη γιὰ σᾶς, εἶ­πε ξα­νὰ ἡ πω­λή­τρια τρα­βών­τας την ἀ­πὸ τὴν κρε­μά­στρα.

       Τὸ δέρ­μα ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νο σφι­χτὰ πά­νω στὸ δι­κό της, μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ μὴν ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ αὐ­τό, τὸ εἶ­δε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ για­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, μὲ τὸ πρό­σω­πο πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, νὰ ἔ­χει ξαφ­νι­κὰ ἀ­δυ­να­τί­σει, νὰ ἔ­χει μα­κρύ­νει ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μα­κι­γι­άζ, μὲ τὰ μά­τια σὰ σχι­σμές, νὰ φλέ­γον­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α.

       — Εὐ­χα­ρι­στῶ λοι­πὸν καὶ κα­λή σας ἡ­μέ­ρα, εἶ­πε βγαί­νον­τας βι­α­στι­κά, μὲ τὸ φό­βο πὼς ὁ χρό­νος ποὺ τῆς ἀ­πέ­με­νε θὰ τέ­λει­ω­νε καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ περ­νοῦ­σαν θὰ ἀ­να­στα­τώ­νον­ταν βλέ­πον­τάς την, για­τὶ ξαφ­νι­κὰ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­τὴ ἡ πα­ρόρ­μη­ση νὰ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ χέ­ρια στὸ ἔ­δα­φος καὶ νὰ τρέ­ξει σὰν τρε­λή, με­τεν­σαρ­κώ­νον­τας τὸ κορ­μί της, ξα­να­βρί­σκον­τας τὸ ζω­ι­κὸ κορ­μί της καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει, ἀ­φή­νον­τας τὴν πό­λη πί­σω καὶ τρέ­χον­τας νὰ φύ­γει – καὶ ἔ­τσι, μὲ μιὰ προ­σπά­θεια σχε­δὸν ὑ­πε­ράν­θρω­πη κα­τά­φε­ρε νὰ μπεῖ στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ ὁ­δη­γή­σει μέ­χρι τὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ δά­σους, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ τὸ κορ­μί της, κρα­τών­τας στα­θε­ρὸ ἕ­να λε­πτὸ ἀ­κό­μη τὸ κορ­μί της ποὺ ἔ­τρε­με – προ­τοῦ βρον­τή­ξει τὴν πόρ­τα καὶ κά­νει ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸ ἅλ­μα πά­νω στὶς ἐ­λεύ­θε­ρες πα­τοῦ­σες της, τι­νά­ζον­τας τὴν ρά­χη καὶ τὴν οὐ­ρά της, μυ­ρί­ζον­τας δυ­να­τὰ τὸν ἀ­έ­ρα, τὸ χῶ­μα, τὸν ἄ­νε­μο, ἀ­λυ­χτών­τας ὅ­λο εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ χα­ρὰ κα­θὼς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν, κα­θὼς χω­νό­ταν γορ­γὰ στὴν ἀ­γριά­δα στὰ βά­θη τοῦ δά­σους.



Πη­γή:

http://www.cchla.ufpb.br/ppgl/wp-content/uploads/2014/05/images_Disserta%C3%A7%C3%A3o.Rinah.vers%C3%A3o.final.pdf (σελ. 143-146).

Τε­ο­λίν­τα Ζερ­σά­ου Μο­ρέ­νου (Teolinda Gersão Moreno) (Κο­ΐμ­πρα τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, 1940). Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νη καὶ ἔ­χει δυ­ὸ κό­ρες. Σπού­δα­σε γερ­μα­νι­κὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς γε­νέ­τει­ράς της καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τοῦ Τίμ­πιν­γκεν καὶ τῆς Βι­έν­νης. Λέ­κτο­ρας τῆς πορ­το­γα­λι­κῆς γλώσ­σας στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ἀρ­χι­κά, στὴ συ­νέ­χεια δί­δα­ξε στὴ φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Λι­σα­βό­νας καὶ κα­τέ­λη­ξε τα­κτι­κὴ κα­θη­γή­τρια στὸ Νέ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας δι­δά­σκον­τας γερ­μα­νι­κὴ καὶ συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α μέ­χρι τὸ 1995, ὁ­πό­τε ἀ­πο­σύρ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α γιὰ νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ στὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ζή­σει τρί­α χρό­νια στὴ Γερ­μα­νί­α, δύ­ο στὸ Σά­ο Πά­ου­λο καὶ ἀρ­κε­τὸ χρό­νο στὸ Μπέρ­κλε­ϊ. Ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει πρό­ζα στὰ σα­ρα­ντα­έ­να της χρό­νια. Ἔ­λα­βε τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο τῆς Ἑ­ται­ρί­ας Πορ­το­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων τὸ 1999 γιὰ τὸ ἔρ­γο της Cabeça de Cavalo (Κε­φά­λι ἀ­λό­γου, γραμ­μέ­νο τὸ 1995), βρα­βεῖ­α μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Pen Club τὸ 1981 καὶ τὸ 1989 γιὰ τὰ ἔρ­γα O Silêncio (Ἡ Σι­ω­πή, γραμ­μέ­νο τὸ 1981) καὶ O Cavalo de Sol (Τὸ Ἄ­λο­γο τοῦ Ἥ­λιου, γραμ­μέ­νο τὸ 1989) καὶ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος Camilo Castelo Branco τὸ 2002, γιὰ τὸ ἔρ­γο της Histórias de Ver e Andar (Ἱ­στο­ρί­ες νὰ Βλέ­πεις καὶ νὰ Πο­ρεύ­ε­σαι).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ πο­ρτο­γα­λι­κά:

Νί­κος Πρα­τσί­νης. Γεν­νή­θη­­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς Χη­μεί­ας στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Π.Α., με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­ο­m­p­l­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της καὶ Πορ­το­γα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­σα­βό­νας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στὴς καὶ δι­ερ­μη­νέ­ας καὶ εἶ­ναι συ­νι­δι­ο­κτή­της τῆς ἑ­ται­ρί­ας Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας COM N. Πρα­τσί­νης – Ἐ. Ζη­σί­μου κ Σί­α, ΟΕ. Πα­ράλ­λη­λα, δι­δά­σκει με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἑ­στι­ά­ζον­τας τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του στὴ συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση— καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ πορ­το­γα­λι­κὰ καὶ τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, Χάξ­λε­ϊ, Μπά­ρο­ουζ, Μα­σάν­του ντὲ Ἀ­σίς, Μά­ριου ντὲ Ἀν­τράν­τε, Ἔ­σα ντὲ Κε­ϊ­ρός, Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Χουὰν Ροῦλ­φο καὶ Χρο­νι­κά των ἱ­σπα­νι­κῶν ἀ­να­κα­λύ­ψε­ων στὸν Νέ­ο Κό­σμο.

Γ­ιὰ ἀνά­λυ­ση τοῦ κει­μέ­νου, βλ.:

http://www.scielo.mec.pt/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S0807-89672012000300009

 

Νατάσα Χατζηδάκι: Σκοτεινή σελήνη


Νατάσα Χατζιδάκι


Σκο­τει­νὴ σε­λή­νη


Α ΠΑΝΤΑ ΕΙΧΑΝ ξαφ­νι­κὰ σι­γή­σει. Ἡ Ἀ­λε­ξάν­δρα. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­φαι­ρεῖ­ται, πό­τε δη­λα­δή; Τὸ το­πί­ο εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Σ’ ἕ­να ἀ­σύμ­με­τρο ἀ­συ­νε­χὲς μέ­σα στὰ πορ­φυ­ρὰ ποὺ τὸ τρα­βο­ύ­σα­νε καλ­πά­ζον­τα ἀ­λό­γα τῆς ἀ­σύμ­με­τρης ρέμ­βης. Ὁ Φοῖ­βος. Καὶ ἡ Βι­έν­νη τῶν ἀ­γαλ­μά­των μὲ τὸ χι­ό­νι πολ­λὰ ἄ­λο­γα στὰ ἀ­γάλ­μα­τα πολ­λὰ μά­τια καὶ στε­φά­νια στὰ μέ­τω­πα ὄ­χι στὴν Βι­έν­νη ἐ­κεί­νη WΙΕΝΝΑ WΑS ΤΗΕ CITΥ ΟF SΤΑΤUES. Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Μάρ­τιο τὸν ἥ­λιο ποὺ φυ­σοῦ­σε κρύ­ος πά­νω ἀ­πὸ τὴν πε­νι­χρὴ χλω­ρί­δα χω­ρὶς νὰ τὴν κάμ­πτει για­τί. Καὶ τὶς δει­λὲς κί­τρι­νες μαρ­γα­ρί­τες ποὺ ἀν­τι­στάθ­μι­ζαν μά­ται­α τὸ ἐ­πι­θε­τι­κὸ μπλὲ για­τί. Τῆς θά­λασ­σας πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ πό­σο ὑ­γρὴ πό­σο πό­νο. Τῆς προ­ξε­νοῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λύ­πτει πό­σο θα­νά­σι­μα ὑ­γρὴ ἦ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἡ θά­λασ­σα τὸν Χει­μώ­να στὶς ἀρ­χὲς μιᾶς με­λο­δρα­μα­τι­κῆς. Ἄ­νοι­ξης με­λο­δρα­μα­τι­κῆς ὄ­χι για­τὶ περνο­ῦσε τὸν πρῶ­το μή­να τοῦ ἀ­σί­γα­στου. Πά­θους ἀ­σί­γα­στου ἀν­ταύ­γει­ες με­γά­λες γιὰ τὸν Σέρ­γιο αἰχ­μά­λω­τη μιᾶς προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης αἰχ­μα­λω­σί­ας ἀν­ταύ­γεια-αἰχ­μαλω­σί­α ποὺ σπά­ει σπά­ζον­τας.

       Εἶ­χε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­λο­καί­ρι πί­σω της αὐ­τὴ ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν Ἀ­λε­ξάν­δρα ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν ἔ­τσι καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν, νο­μί­ζει γιὰ πάν­τα. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βε πὼς ἂν ἔ­φευ­γε τώ­ρα —κι ἂν δὲν ἔ­φευ­γε τώ­ρα— ὅ­ταν θὰ γύ­ρι­ζε τὸ κα­λο­καί­ρι θὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει καὶ εἶ­χε ἕ­ναν Αὔ­γου­στο. Μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό της εἶ­χε ἕ­ναν Αὔ­γου­στο καὶ μπο­ροῦ­σε μὲ δυ­ὸ τρό­πους. Μὲ δυ­ὸ τρό­πους μπο­ροῦ­σε καὶ ἔ­πρε­πε, νὰ τὸν ἀ­να­στεί­λει. Ἀ­νέ­στει­λαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον. Νὰ μεί­νει; Νὰ φύ­γει ἢ νὰ μεί­νει. Νὰ φύ­γει. Νά.



Πη­γή: Ξέ­νοι στὴν πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να 1993).

Να­τά­σα Χα­τζι­δά­κι (Κρή­τη, 1946-2017). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἀγ­γλι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Πρό­σω­πα, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το βι­βλί­ο της Στὶς ἐ­ξό­δους τῶν πό­λε­ων (ποί­η­ση Ἀ­θή­να, 1971). Ἐξέδωσε συνολικὰ πέντε ποιητικές συλλογές καὶ τρία πεζογραφικά ἔργα. Τό τελευταῖο βιβλίο της Via Dolorosa (ποίηση, Gu­ten­berg, 2017) ἐκδόθηκε μετὰ τὸν θά­να­τό της.


Πη­γὴ Κού­τση: Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;

 



Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;


ΟΝ ΕΙΔΕ νὰ κά­θε­ται στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θέ­ση ποὺ τὸν ἔ­βρι­σκε πάν­τα… Κά­θε πρω­ΐ. Σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ὁ ἥ­λιος ἔ­κα­νε τὸ πιὸ ὄ­μορ­φό του παι­χνί­δι. Ἔ­στελ­νε μιὰ ἡ­λι­α­χτί­δα του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρι­σκό­ταν τὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­νέ­μο­ρφο οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸ πι­α­τά­κι ποὺ κα­θό­ταν ὁ κα­φές της. Τῆς τὸ ἔ­δει­χνε κά­θε φο­ρὰ καὶ τῆς ἔ­σκα­γε ἕ­να φι­λὶ στὸ πρό­σω­πό της.

       Σή­με­ρα ἦ­ταν πο­λὺ θλιμ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει τοὺς κα­φέ­δες τους. Κοι­τοῦ­σε ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα του εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πό­κο­σμο. Πῆ­γε κον­τά του, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὸ σ’ ἀ­γα­πῶ της, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε. Θὰ μοῦ πεῖ σὲ λί­γο τί ἔ­χει. Τὸν χά­ι­δε­ψε στὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δι­κό της στὸν ὦ­μο του, ὅ­πως τοῦ ἄ­ρε­σε. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι μα­ζί του ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα καὶ ἔ­νι­ω­θε πὼς ὁ κό­σμος της ὅ­λος ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­φέ.

       Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ κλά­μα­τα. Οἱ λυγ­μοί του ἀ­κού­στη­καν μέ­χρι κά­τω καὶ ἡ σερ­βι­τό­ρα ἀ­νέ­βη­κε τρέ­χον­τας πά­νω νὰ δεῖ ἂν εἶ­χε γί­νει κά­τι. «Τὴν ἔ­νι­ω­σα» τῆς εἶ­πε. «Ἦρ­θε καὶ σή­με­ρα. Πο­τὲ δὲ λεί­πει. Πάν­τα ξέ­ρει ποῦ νὰ μὲ βρεῖ.»

       Πλή­ρω­σε τοὺς κα­φέ­δες μὲ χέ­ρια ποὺ ἔ­δει­χναν συν­τρι­βή. Φύ­λα­ξε τὸ βι­βλί­ο ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴν ψυ­χή του… Κά­θε πρω­ὶ τὸ ἔ­φερ­νε καὶ τῆς δι­ά­βα­ζε τοὺς στί­χους του, για­τὶ ἔ­τσι πί­στευ­ε ὅ­τι τὸν ἀ­κού­ει. Καὶ αὔ­ριο ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Θὰ πα­ράγ­γελ­νε τοὺς κα­φέ­δες τους. Καὶ ἂς εἶ­χε χα­θεῖ ἐ­κεί­νη γιὰ πάν­τα…



Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χο­λο­γί­α.