Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Advertisements

Γιῶργος Μύσταξ: Δυὸ πόδια φέρνουν τὴν ἄνοιξη


Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ

Δυ­ὸ πό­δια φέρ­νουν τὴν ἄ­νοι­ξη


ΤΕΚΟΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ τὸ στέ­γα­στρο γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ψι­λό­βρο­χο. Εἶ­χε τρέ­ξει ἄ­δι­κα νὰ τὸ προ­λά­βει καὶ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ φω­τει­νὸς πί­να­κας ποὺ σὲ ἐ­νη­με­ρώ­νει πό­τε ἔρ­χε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε. Θὰ ἀρ­γοῦ­σε; Ἐ­κεῖ­νο τὸ κρύ­ο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πρω­ι­νό τοῦ Γε­νά­ρη δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ψυ­χὴ στὸ δρό­μο. Βρῆ­κε λοι­πὸν εὐ­και­ρί­α, μέ­χρι νὰ ἔρ­θει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, νὰ φτιά­ξει τὸ μαῦ­ρο της καλ­σὸν ποὺ ‘­χε κά­νει ζά­ρες λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το, ἐ­κεῖ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ ψη­λὲς μαῦ­ρες μπό­τες. Τὸ ἔ­στρω­σε τρα­βών­τας το  ψη­λὰ στοὺς μη­ρούς, ἀ­να­ση­κώ­νον­τας στὴν προ­σπά­θειά της τὴ μαύ­ρη δερ­μά­τι­νη φου­στί­τσα κι ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας δυ­ὸ πα­νέ­μορ­φα πό­δια. Ἐ­γώ, πά­λι, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της γιὰ νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ πο­λύ­χρω­μη ἄ­νοι­ξη φτά­νει ἐ­νί­ο­τε πρό­ω­ρα, μέ­σα σὲ μαῦ­ρο πε­ρι­τύ­λιγ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1967) Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι με­τα­πτυ­χια­κὸς φοι­τη­τὴς τοῦ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση, ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὸς χῶ­ρος» τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ.


Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία τῶν πραγμάτων


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­ξί­α τῶν πραγ­μά­των


ΑΘΩΣ με­τέ­φε­ραν τὴ βα­ριὰ γκι­λο­τί­να στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κά­στρου ἕ­να λα­σκα­ρι­σμέ­νο καρ­φὶ ἔ­πε­σε στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι. Τὸ μά­τι τοῦ σι­δε­ρὰ γυ­ά­λι­σε ἀ­πὸ χα­ρά, ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ ἅρ­πα­ξε κρυ­φά· ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­θε­λε νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει τὸ δε­ξὶ χε­ρού­λι τῆς χρυ­σο­ποί­κιλ­της κο­λυμ­πή­θρας.

 

 

Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ πρώ­τη μορ­φὴ στὸ περιοδικὸ Deep generation.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.


Λίλυ Ἐξαρχοπούλου: Ἀποχρώσεις


Λί­λυ Ἐ­ξαρ­χο­πού­λου


Ἀ­πο­χρώ­σεις

 

ΙΜΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟ σὲ δι­α­κο­πές. Τὸ ἐ­στι­α­τό­ρει­ο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ φί­σκα. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ζευ­γά­ρι μὲ δυ­ὸ παι­διά. Τοὺς το­πο­θε­τοῦν σὲ κρα­τη­μέ­νο τρα­πέ­ζι, δυ­ὸ τρί­α τρα­πέ­ζια πιὸ κά­τω. Στὸ ἡ­μί­φως μέ­σα στὸ πλῆ­θος πα­ρα­τη­ρῶ τὸν μι­κρό· χα­ρι­τω­μέ­νος, πε­ρὶ τὰ ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα. Ἀρ­κε­τὰ σκοῦ­ρος, σκέ­φτο­μαι. Τὸ μυα­λό μου πη­γαί­νει αὐ­το­μά­τως σὲ δι­ά­φο­ρα μι­κτὰ ζευ­γά­ρια μὲ παι­διὰ ποὺ ἔ­χω συ­ναν­τή­σει σὲ δι­α­κο­πές, συ­νή­θως ἕ­να μι­γὰ κι ἕ­να λευ­κό, πε­ρί­ερ­γο τό­σο ποὺ χρό­νια τώ­ρα λέ­ω ὅ­τι με­τὰ τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν θὰ ρω­τή­σω κά­ποι­ο βι­ο­λό­γο ἐ­ὰν ὑ­πε­ρι­σχύ­ει ἡ λευ­κὴ φυ­λή. Ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ δε­κα­πεν­τά­ρης ἔ­φη­βος μὲ τὸ μο­δά­το μαλ­λὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς σκοῦ­ρος, ἴ­σως ἐ­λα­φρό­τα­τα ἀ­νοι­χτό­τε­ρος. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι ξαν­θὴ καὶ γα­λα­νο­μά­τα. Τὸν πα­τέ­ρα δὲν τὸν βλέ­πω κα­λὰ ἀλ­λὰ σκοῦ­ρος μοῦ φαί­νε­ται κι αὐ­τός. Τὸ μυα­λό μου συ­νε­χί­σει ἀ­πρό­σκο­πτα τὶς ὑ­πο­θέ­σεις: Σί­γου­ρα Ἀγ­γλί­δα ἡ μη­τέ­ρα, ἰν­δο­πρε­πὴς ὁ πα­τέ­ρας. Ἔρ­χον­ται τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τοὺς ξε­χνῶ, μιὰ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ νη­σιοῦ καὶ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη ἐκ­δρο­μὴ στὴν Κά­σο. Φεύ­γουν πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­κο­λου­θού­με­νοι ἀ­πὸ τὰ δύ­ο παι­διά.

        Δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια τα­βέρ­να πρὶν φι­σκά­ρει. Δὲν βλέ­πω Ἕλ­λη­νες, εἶ­χα πεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη φο­ρὰ στὸ εὐ­γε­νέ­στα­το γκαρ­σό­νι. «Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, πε­ρὶ τὶς ὀ­κτώ το βρά­δυ, ἔρ­χον­ται μό­νον οἱ ξέ­νοι. Οἱ Ἕλ­λη­νες, τὸ ξέ­ρε­τε, ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση μὲ δέ­κα.» Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἴ­διο ἐ­ξάλ­λου κά­νω κι ἐ­γώ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές, ποὺ συ­νή­θως μὲ βο­λεύ­ει τὸ φα­γη­τὸ με­τὰ τὸ μπά­νιο. Ξέ­νη, λοι­πόν, ὡς πρὸς τὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κουλ­τού­ρα, ἀ­νά­με­σά σε ξέ­νους.

        Μπαί­νει ἡ προ­χτε­σι­νὴ κομ­πα­νί­α, ἡ Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα καὶ οἱ τρεῖς σκου­ρό­χρω­μοι. Κά­θον­ται σὲ πα­ρα­δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς πα­ρα­τη­ρῶ ἀ­πὸ πιὸ κον­τά. Μὰ πὼς τὴν πά­τη­σα ἔ­τσι, κι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης γιὸς κι ὄ­χι σύ­ζυ­γος. Ξα­να­κοι­τά­ζω τὴ γυ­ναί­κα, προ­σέ­χω τὶς ρυ­τί­δες καὶ τοὺς κω­θόρ­νους. Μὰ ναί, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­ραν­τα­πεν­τά­ρα ἢ καὶ πε­νην­τά­ρα καὶ ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­τρας πε­ρὶ τὰ εἴ­κο­σι μὲ εἰ­κο­σι­δύ­ο, σί­γου­ρα ὁ με­γά­λος γιός, χρῶ­μα σκοῦ­ρο, ἀ­ρα­βι­κό. Κι αὐ­τὸς μο­δά­το μαλ­λὶ ὅ­πως ὁ ἔ­φη­βος, σκου­λα­ρί­κι καὶ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό. Μὰ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό, σχο­λιά­ζω, αὐ­τὸ θὰ πό­νε­σε πο­λύ, ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ σύν­τρο­φος. Οἱ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ροι μοιά­ζουν ἀρ­κε­τὰ με­τα­ξύ τους, ὁ πι­τσι­ρι­κὰς εἶ­ναι πιὸ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος σὰν τὴ μη­τέ­ρα του. Ἔ­χει μιὰ δι­ά­θε­ση σκαν­τα­λιᾶς, κά­τι τοῦ λέ­ει ὁ στριφ­νὸς με­γά­λος ποὺ κά­θε­ται δί­πλα του καὶ σο­βα­ρεύ­ε­ται, ἡ μη­τέ­ρα παρ­λά­ρει ἀ­δι­άλ­λει­πτα μὲ τὸν δι­πλα­νό της με­σαῖ­ο γιό. Θὰ εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νοι, μοῦ ἔρ­χε­ται αὐ­θόρ­μη­τα. Μὰ δὲν πο­λυ­μοιά­ζουν μὲ Ἄ­ρα­βες, θὰ εἶ­ναι Πα­κι­στα­νοί.

        —Για­τί δὲν τρῶς;

        Τὸ φα­γη­τὸ μας ἔ­χει φτά­σει καὶ δὲν τὸ ἔ­χω πά­ρει χαμ­πά­ρι.

        Πο­λὺ φα­γη­τό, πά­λι πα­ραγ­γεί­λα­με μί­α με­ρί­δα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη, Ἕλ­λη­νες, μπά, μᾶλ­λον Ἑλ­λη­νά­ρες. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται κι ἡ ἰ­δέ­α μου νὰ πά­ρου­με σὲ ἀ­λου­μι­νέ­νιο χαρ­τὶ τὰ κε­φτε­δά­κια γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη, οκ, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν θὰ τὰ ἀγ­γί­ξω, λέ­ω σὰν πει­σμω­μέ­νο παι­δί, μὲ τὸ μυα­λὸ σὲ ἀ­στέ­γους καὶ πρό­σφυ­γες. Τὸ ἀ­πέ­ναν­τι παι­δὶ τρώ­ει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴ σα­λά­τα τους, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δεί­χνουν νὰ ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ὁ δευ­τε­ρό­το­κος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὴν Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα, ὁ με­γά­λος —ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­δα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου νὰ μι­λά­ει ἔν­το­να γιὰ κά­τι— εἶ­ναι σι­ω­πη­λός. Τὸ βλέμ­μα του βα­θύ, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ καὶ με­λαγ­χο­λι­κό, τὸ εἶ­χα προ­σέ­ξει καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἔ­χει κα­τά­θλι­ψη συλ­λο­γί­ζο­μαι. Χω­ρὶς νὰ τὴν κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­ϋ­παν­τή­σω, σὰν τὶς ρι­πὲς ἀ­νέ­μου στὸ νη­σί, ἡ ἑ­πό­με­νη σκέ­ψη: Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ βομ­βι­στὴς αὐ­το­κτο­νί­ας, τό­σο πό­νο καὶ κρυμ­μέ­νο θυ­μὸ ἐκ­φρά­ζει τὸ βλέμ­μα του.

        Εἶ­χα σκε­φτεῖ ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ βά­λω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸ πα­τά­ρι. Μὰ τὸ Θε­ό, μὰ τὸν Ἀλ­λάχ, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα της.


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λυ Ἐξαρ­χο­πού­λου Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει σπου­δά­σει ἱ­στο­ρί­α καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν, Newcastle Upon Tyne καὶ East Anglia. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἕ­να βι­βλί­ο ποί­η­σης. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ τουρ­κι­κά.


 

Σύρμου Βάνια: Τερματικὸς σταθμός


Βά­νια Σύρ­μου


Τερ­μα­τι­κὸς σταθ­μός


15.42. ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑ. Τὸ τρέ­νο μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸν Πει­ραι­ὰ φθά­νει σὲ δύ­ο λε­πτά. Ἡ πλατ­φόρ­μα γε­μί­ζει κό­σμο. Στέ­κε­ται κον­τὰ στὴν κί­τρι­νη γραμ­μή. Οἱ μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν της μό­λις ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πε­ρι­μέ­νει τὸ τρέ­νο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Δὲν κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι, εἶ­ναι σί­γου­ρη πὼς θὰ­ ’ρ­θεῖ στὴν ὥ­ρα του. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα χω­ρὶς κα­μιὰ ἐ­ξαί­ρε­ση. Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη στὶς 15.40 βρί­σκε­ται στὸ σταθ­μό. Τὴν ὁ­δη­γοῦν τὰ πό­δια της, χω­ρὶς πάν­τα νὰ τὸ θέ­λει. Μὲ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι καὶ ὤ­μους κυρ­τοὺς κοι­τά­ζει τὸ ὅ­ριο τῆς κί­τρι­νης γραμ­μῆς. Τὸ βά­ρος της γέρ­νει πρὸς τὰ μπρός. Πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου, ν’ ἀ­νοί­ξουν οἱ πόρ­τες καὶ νὰ κρυ­φτεῖ στὸ βα­γό­νι.

         Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.

         Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

          «Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της , δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;». «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω» ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας.

         Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;». «Λοι­πὸν τί;». Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση» τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;». «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…». Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.

         Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Βγαί­νουν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φρὰ στὴν πλά­τη δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι ζευ­γά­ρι. Προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νε­α­ρῶν ποὺ τοὺς κλεί­νουν τὸ δρό­μο χει­ρο­κρο­τών­τας. Ὁ συ­νο­δός της φαί­νε­ται νὰ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ ση­κώ­νον­τας τὰ χέ­ρια ψη­λὰ σὲ στά­ση θριά­μβου.

         «Κα­λά, φί­λε δὲν παί­ζε­σαι! Μὲ τὴ ση­με­ρι­νή σου ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­νέ­βη­κες ἐ­πί­πε­δο στὸ ‘HUMAN CATCH’! Ὁ χρό­νος ποὺ τερ­μά­τι­σες ἦ­ταν κα­τα­πλη­κτι­κός!» Ἀ­κού­ει τὰ ἐν­θου­σι­ώ­δη σχό­λια τῆς πα­ρέ­ας ποὺ τὸν ἐ­πι­βρα­βεύ­ει γιὰ τὸ ὑ­ψη­λὸ σκόρ. Αὐ­τὸ ποὺ κα­τα­φέρ­νει νὰ δεῖ στὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν τους κα­θὼς τὰ κ­ρα­δαί­νουν θριαμ­βευ­τι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­αυ­τός της, ἀ­πα­θα­να­τι­σμέ­νος σὲ μιὰ κλεμ­μέ­νη στιγ­μὴ στὸ βα­γό­νι τοῦ τρέ­νου, μὲ τὸ σύ­νο­λο τῶν κερ­δι­σμέ­νων πόν­των κά­τω δε­ξιά. Μὲ βλέμ­μα ἀ­κί­νη­το τὸν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει. Δὲν τῆς ἀ­παν­τᾶ. Τὸν βλέ­πει νὰ ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους γε­λών­τας μὲ τὴν ἄ­νε­ση τοῦ νι­κη­τῆ.

         Χω­ρὶς νὰ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις, κα­τευ­θύ­νε­ται μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο τοῦ σταθ­μοῦ, ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς στὸ χέ­ρι της κρα­τά­ει ἀ­κό­μη τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι. Δὲν τὸ πε­τᾶ. Τὸ κρα­τᾶ γιὰ νὰ τῆς θυ­μί­ζει τί δὲν πρέ­πει πιὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρίο ντὲ Τζαέιρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­στη­μῶν τῆς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς καὶ τοῦ Ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α.


 

Χρίστος Σιορίκης: Ἔντουαρτ

 

 

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης


Ἔν­του­αρτ


ΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν παί­ξει ἄλ­λο στὸ προ­αύ­λιο. Πιά­νει μιὰ θέ­ση κά­τω ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ δι­ά­λειμ­μα· πο­δό­σφαι­ρο μὲ κα­πά­κι ἀ­πὸ μπου­κά­λι. Οἱ δά­σκα­λοι δὲν ἀ­φή­νουν μπά­λες – μό­νο στὴ γυ­μνα­στι­κή· πολ­λὲς φο­ρὲς τοὺς ἔ­χουν πά­ρει τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔ­φε­ραν ἀ­π’ τὸ σπί­τι· θὰ τὸ ἔ­κα­νε καὶ ὁ και­νούρ­γιος δά­σκα­λος; Τὸν ἔ­χουν φέ­ρει γιὰ τὸ παι­δὶ μὲ τὸ πρό­βλη­μα, ὅ­μως εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς δά­σκα­λος. Τοὺς ἔ­κα­νε μά­θη­μα προ­χτές, ποὺ ἔ­λει­πε ἡ κυ­ρί­α τους, καὶ εἶ­πε δυ­ὸ φο­ρὲς ἡ­συ­χί­α καὶ τοὺς ἔ­βα­λε καὶ γιὰ τὸ σπί­τι. Κα­νο­νι­κός· ὅ­μως και­νούρ­γιος, καὶ τὸν πρό­σε­ξε, τοῦ εἶ­πε νὰ δι­α­βά­σει καὶ τοῦ εἶ­πε καὶ μπρά­βο γιὰ τὶς λί­γες λέ­ξεις ποὺ δι­ά­βα­σε μὲ τὸ ζό­ρι — προ­φο­ρι­κὰ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος, τὸ ἔ­δει­ξε.

        Κά­θε­ται ἀ­κό­μα στὸ ὑ­πό­στε­γο, κά­θι­δρος ἀ­πὸ τό­σο τρέ­ξι­μο πρίν. Ἔ­χει πά­ρει χρῶ­μα ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο —τέ­λος τῆς ἄ­νοι­ξης— μὰ δὲ θὰ μαυ­ρί­σει πο­λὺ για­τί εἶ­ναι ξαν­θός, ἀ­πὸ τὴ Ρου­μα­νί­α. Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες στὸ σπί­τι λέ­νε πὼς θὰ φύ­γουν ἀ­π’ τὴν Ἑλ­λά­δα μὲ τὸ ποὺ τε­λει­ώ­σουν τὰ σχο­λεῖ­α, ἡ δι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ὁ θεῖ­ος του μὲ τὰ ξα­δέρ­φια του, ὅ­λοι γιὰ τὴν Τσε­χί­α. Σκέ­φτε­ται τὸ ὄ­νο­μα τῆς πό­λης: Πρά­γα. Ἄ­ρα­γε θὰ μεί­νουν ἐ­κεῖ μέ­χρι νὰ γί­νει 18 ποὺ θὰ κά­νει ὅ,τι θέ­λει; Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ ξέ­ρει, ποῦ, μὲ ποι­ούς, καὶ ἄλ­λα. Ση­κώ­νε­ται πρὶν χτυ­πή­σει τὸ κου­δού­νι καὶ περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ αὐ­το­σχέ­δια γή­πε­δα, κλω­τσι­έ­ται μὲ δυ­ὸ παι­διὰ ποὺ τοὺς ἔ­κο­ψε, πά­ει πρὸς τὸν και­νούρ­γιο δά­σκα­λο: Κύ­ρι­ε, ἐ­σεῖς πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε;



Πη­γή: Περιοδικὸ Μικρὸ πεζὸ (τχ. 1, 2014).

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης (Αθήνα). Εἶναι ἐκπαιδευτικὸς, γράφει ποίηση καὶ μετα­φρά­ζει ἀπὸ τὰ ἰσπανικὰ. Ἔχει συμμετάσχει στὴ μετάφραση τῆς ἀνθο­λογίας ἰσπανόφωνου μικροδιηγήματος Mini71cuentos.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἐ­πει­σό­διο



Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


­πει­σό­διο


Ο ΣΠΙΤΙ ἦ­ταν ἀ­νά­με­σα στὸ καρ­βου­νά­δι­κο καὶ τὴ γω­νί­α τῆς στε­νῆς γέ­φυ­ρας πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεί­μαρ­ρο ποὺ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τοὺς βο­ρι­νοὺς λό­φους τῆς πό­λης. Σπί­τι ξύ­λι­νο, σὲ κα­λὴ κα­τά­στα­ση, δί­πα­το, ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς Τουρ­κί­ας. Σφα­λι­σμέ­να τὰ παν­τζού­ρια. Ἕ­να πεῦ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἕ­να λι­γνὸ πλα­τά­νι, ποὺ ἔ­βγαι­νε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, ρί­χναν τὸν ἴ­σκιο τους πά­νω στὰ κε­ρα­μί­δια, κα­θὼς τὸ φεγ­γά­ρι, σχε­δὸν γε­μά­το, φώ­τι­ζε ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη, κα­πνα­πο­θῆ­κες.

       Μιὰ πα­λιὰ Μερ­σεν­τὲς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸ δρό­μο τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου. Κα­τέ­βη­καν τρεῖς. Στά­θη­καν γιὰ λί­γο στὴ γω­νιὰ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, με­τὰ ὁ ἕ­νας πῆ­γε καὶ στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νό­η­μα τῶν ἄλ­λων πέ­ρα­σε ἀ­πὸ ἕ­να δι­πλα­νὸ τοῖ­χο καὶ πῆ­γε πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι κα­τά­κλει­στο φάν­τα­ζε ἔ­ρη­μο. Ὁ ἄλ­λος ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα, στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τῆς κα­πνα­πο­θή­κης πά­νω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ ἔ­μει­νε κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ πά­ει γιὰ τὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α πέ­ρα­σαν ἄν­θρω­ποι, αὐ­τὸς γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη του κι ἔ­κα­νε πὼς κά­τι ψά­χνει στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ ἄλ­λος τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα πὼς ὁ πρῶ­τος εἶ­χε τὴ θέ­ση του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τό­τε μὲ ἀρ­γὰ βή­μα­τα προ­χώ­ρη­σε, στὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε πε­ρί­στρο­φο. Τὸ φεγ­γά­ρι στὸν οὐ­ρα­νὸ λι­ω­μέ­νος ἀ­σβέ­στης. Χτύ­πη­σε τὸ ἐ­πι­θύ­ριο χε­ρά­κι τῆς πόρ­τας καὶ ἔ­κα­νε λί­γο πί­σω, κα­μιὰ κί­νη­ση μέ­σα στὸ σπί­τι, χτύ­πη­σε μὲ κλο­τσιὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν πόρ­τα, ψυ­χή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε λί­γο καὶ ξα­να­χτύ­πη­σε πά­λι μὲ κλο­τσιά, πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ γκρε­μι­στεῖ, ὅ­ταν φά­νη­κε στὸ βά­θος, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς πόρ­τας, ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ φῶς, ἀλ­λὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ αὐ­τὸς ποὺ στε­κό­ταν στὴ γω­νιὰ τοῦ κα­πνο­μά­γα­ζου φώ­να­ξε: «Πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα.» Κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ χα­μη­λὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ σπι­τιοῦ πή­δη­ξε μ’ ὁρ­μὴ στὰ νε­ρὰ καὶ τὰ σκου­πί­δια. Ἀ­μέ­σως αὐ­τὸς ποὺ φώ­να­ξε πι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα τῆς γέ­φυ­ρας κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει στὸ ρέ­μα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἤ­δη ἔ­τρε­χε γρή­γο­ρα πα­τών­τας σὲ μέ­ρη ποὺ θὰ ‘­πρε­πε νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἦ­ταν στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ, περ­νών­τας ἕ­να τοι­χά­κι, μπῆ­κε στὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ χτυ­ποῦ­σε θέ­λον­τας νὰ πα­ρα­βιά­σει τὴν πόρ­τα, μό­λις ἄ­κου­σε πὼς κά­ποι­ος πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα, ἔ­τρε­ξε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς γέ­φυ­ρας, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δεῖ τί γί­νε­ται, φω­νά­ζον­τας: «Στα­μα­τῆστε τον.» Στὸ ἄ­σπρο φῶς φαι­νό­ταν κα­θα­ρὰ ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­τρε­χε μὲς στὸ ρέ­μα, «Γα­μη­μέ­νε, θὰ πε­θά­νεις», φώ­να­ξε καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τρέ­χει. Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα φά­νη­καν τώ­ρα οἱ δι­κοί του, αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα πέ­ρα­σε στὸ δι­πλα­νὸ δρο­μά­κι, μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­τι ρο­δι­ές, τρέ­χον­τας νὰ τὸν προ­λά­βει σὲ μιὰν ἄλ­λη γέ­φυ­ρα λί­γο πιὸ κά­τω, δί­πλα στὸν πα­λιὸ κα­μέ­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο Πα­τέ. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἔ­τρε­χε μὲ δύ­να­μη, πί­σω του ἄ­κου­γε τοὺς ἄλ­λους κι ἕ­ναν ἀ­κό­μη πυ­ρο­βο­λι­σμό, ἔ­πρε­πε κά­που νὰ χω­θεῖ, ἔ­τρε­χε κι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει μιὰν ἀ­πό­φα­ση, τὰ πό­δια του γυ­μνὰ δὲ θὰ τὸν βο­η­θοῦ­σαν γιὰ πο­λὺ ἀ­κό­μη, μέ­σα σὲ σκου­πί­δια καὶ χα­λί­κια καὶ τε­νε­κέ­δες, ὅ­μως δὲν εἶ­χε πολ­λὲς ἐ­πι­λο­γές, ἢ θ’ ἀ­νέ­βαι­νε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα ἀ­πὸ κά­τι πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια στὸν κῆ­πο τῆς τα­βέρ­νας τοῦ Ἀν­θή­λα­ου, στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ, ἢ πα­ρα­κά­τω, ἀλ­λὰ μα­κριά, κον­τὰ στὰ μπορ­ντέ­λα. Τοῦ ἔ­με­νε ἡ πρώ­τη ἔ­ξο­δος. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἔ­κο­ψε δρό­μο μέ­σ’ ἀ­πὸ τὶς ρο­δι­ές, ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα τὴν ὥ­ρα ποὺ αὐ­τὸς βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς σκά­λας, μα­κριὰ ἔρ­χον­ταν τρέ­χον­τας μέ­σα στὸ ρέ­μα οἱ ἄλ­λοι, πυ­ρο­βό­λη­σε, αὐ­τὸς ποὺ ἦ­ταν στὴ σκά­λα χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ κά­τι δέν­τρα τοῦ κή­που. Ὁ ἄλ­λος ποὺ πυ­ρο­βό­λη­σε ἔ­τρε­ξε στὴν τα­βέρ­να, μπῆ­κε μέ­σα καὶ πέ­ρα­σε στὴν πί­σω πλευ­ρά, ἄ­νοι­ξε τὴν τζα­μω­τὴ πόρ­τα τοῦ βά­θους καὶ βγῆ­κε στὸν κῆ­πο. Ὁ τα­βερ­νιά­ρης καὶ κά­να-δυ­ὸ πε­λά­τες πά­γω­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Χί­τη. Τὸν βρῆ­κε πε­σμέ­νο στὴ μέ­ση της μι­κρῆς αὐ­λῆς. Τὴν αὐ­λὴ τὴν κλεῖ­ναν δυ­ὸ τοῖ­χοι ἀ­πὸ κα­πνα­πο­θῆ­κες καὶ τὸ ρέ­μα μὲ τὶς ρο­δι­ές. Πλη­σί­α­σε, ἄ­κου­σε ἕ­να μουγ­κρη­τό, μὲ δύ­να­μη τοῦ ‘­δω­σε μιὰ κλο­τσιὰ στὸ κε­φά­λι, ὁ πε­σμέ­νος φο­ροῦ­σε πα­λιὸ μπα­λω­μέ­νο που­κά­μι­σο, χα­κὶ παν­τε­λό­νι ποὺ τὸ ‘­χε δε­μέ­νο στὴ μέ­ση του μὲ σκοι­νί, κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Τὰ χέ­ρια του, οἱ πα­λά­μες, σὰν πλα­τα­νό­φυλ­λα. Στὸ πε­ζού­λι ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τῆς σκά­λας φά­νη­καν τὰ κε­φά­λια τῶν ἄλ­λων ποὺ βγαῖναν ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, λα­χα­νι­α­σμέ­νοι, τοὺς ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ καὶ ἄ­δεια­σε τὶς ὑ­πό­λοι­πες σφαῖ­ρες στὸ κε­φά­λι τοῦ πε­σμέ­νου.

       Ἔ­κα­νε ἕ­να-δυ­ὸ βή­μα­τα πί­σω, σή­κω­σε τὸ δε­ξί του πό­δι καὶ σκού­πι­σε τὸ πα­πού­τσι του στὴ γάμ­πα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ του πο­διοῦ. Ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ τὸν πά­ρουν. Γύ­ρι­σε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λει­α (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2001).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.