Νότα Σεφερλῆ: Friend-ship



Νό­τα Σε­φερ­λῆ

Friend-ship


Α ΒΡΑΔΙΑ τὸ λι­μά­νι θυ­μί­ζει ται­νί­α τε­χνι­κο­λόρ. Στὸ βά­θος τὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ὅ­λο καὶ σκο­τει­νιά­ζει ἀλ­λὰ πο­τὲ ἐν­τε­λῶς. Σὲ πρῶ­το πλά­νο τὰ φω­τα­γω­γη­μέ­να πλοῖ­α ἐν πα­ρα­τά­ξει, ἕ­τοι­μα πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση. Πρῶ­το σαλ­πά­ρει τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λα­τώ, μιὰ ἀρ­χόν­τισ­σα στὰ λευ­κὰ μὲ γε­ρὸ σκα­ρὶ πα­ρ’ ὅ­λα τὰ χρο­νά­κια της καὶ τὶς συ­χνὲς ἐ­πεμ­βά­σεις στὰ χέ­ρια τῶν εἰ­δι­κῶν.

       Ἐ­δῶ καὶ τό­σα βρά­δια ἡ ἴ­δια ται­νί­α. Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι περ­νᾶ τὴν πύ­λη Ε2 τοῦ λι­μα­νιοῦ, πάν­τα τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, λί­γο πρὶν τὶς ἐν­νιά. Ὁ ὁ­δη­γός του, μιὰ σκο­τει­νὴ ἀ­ξύ­ρι­στη φι­γού­ρα, παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κι­νη­τά­κι στὴν ἄ­κρη τοῦ μό­λου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸν φα­νὸ τῆς εἰ­σό­δου. Δὲ βγαί­νει πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­κού­γε­ται πά­λι ἡ ἴ­δια κα­σέ­τα· o κα­η­μὸς μιᾶς κρη­τι­κῆς λύ­ρας καὶ ἡ ἔν­ρι­νη φω­νὴ τοῦ τρα­γου­δι­στῆ. Ὁ ὁ­δη­γός, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸ τι­μό­νι, πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ νη­ο­πομ­πή. Πρῶ­το ἀ­να­χω­ρεῖ τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα Λα­τώ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ λι­μά­νι, ὁ ὁ­δη­γὸς βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει, κά­νει ἐ­πὶ τό­που στρο­φή, περ­νᾶ ξα­νὰ τὴν πύ­λη Ε2 καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο κα­φε­νεῖ­ο. Πα­ραγ­γέλ­νει ρα­κὶ ποὺ τὸ πί­νει ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­μί­λη­τος βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ πε­ρί­που μιὰ ὥ­ρα με­τά. Μπαί­νει στὸ σα­ρα­βα­λά­κι, βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει καὶ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι.

       Ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο βρά­δυ τὸ σε­νά­ριο τρο­πο­ποι­ή­θη­κε. Ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα ἔ­λει­πε – βρι­σκό­ταν, εἶ­παν, πα­ρο­πλι­σμέ­νη στὸ λι­μά­νι τῆς Σού­δας. Πολ­λὰ ἀ­κού­στη­καν: ὅ­τι ἀλ­λά­ζει γραμ­μή, ὅ­τι πά­ει γιὰ νέ­α ἐ­πι­σκευ­ή, μπο­ρεῖ καὶ γιὰ σκρὰπ – δὲ γλι­τώ­νει, εἶ­παν, τὸ δι­α­λυ­τή­ριο. Μό­νο ἐ­κεῖ­νος δὲ μί­λη­σε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο κι ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει βόλ­τες ἐ­κεῖ ποὺ ἄλ­λο­τε ἔ­δε­ναν καὶ ξέ­δε­ναν τὴν ἀρ­χόν­τισ­σα. Ἂν κά­ποι­ος πλη­σί­α­ζε θὰ τὸν ἄ­κου­γε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ναυ­τι­κὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα.

       «Πρό­σω δε­ξιά. Ἀ­ρι­στε­ρὰ μι­σὴ πλώ­ρη. Πα­ρα­πά­νω πλώ­ρη. Κρά­τει πλώ­ρη. Κρά­τει πρύ­μη. Μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριὸ – μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριό…»


       Ἦ­ταν, βλέ­πεις, δύ­σκο­λη στὶς μα­νοῦ­βρες. Μο­νο­τί­μο­νη μὲ μπα­τα­ρι­στὲς μη­χα­νές, ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε και­ρό, ζο­ρι­ζό­ταν νὰ πιά­σει ντό­κο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νό­τα Σε­φερ­λῆ (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση.


		
Advertisements

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὴν θέση του


Σταυρούλα Τσούπρου


Στὴν θέ­ση του


Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

        Τὰ πιὸ με­γά­λα βρί­σκον­ταν στὴν βά­ση τοῦ ἐ­πί­πλου· κα­νείς, ὅ­μως, πο­τέ, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ ἂν ἦ­ταν τὰ πιὸ βα­ριὰ ἢ τὰ πιὸ ἐ­λα­φριά (τὸ ἔ­πι­πλο, ἐν­νο­εῖ­ται, δὲν ὑ­πα­γό­ταν στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ ἄ­ρα δὲν κιν­δύ­νευ­ε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του), τὰ πιὸ πλού­σια ἢ τὰ πιὸ βα­ρε­τά – τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ἦ­ταν ἀ­πρό­σι­το, κλει­δω­μέ­νο γιὰ πάν­τα, προ­φυ­λαγ­μέ­νο μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τα ἐ­πί­σης. Τὸ κλει­δὶ αὐ­τῶν τῶν συρ­τα­ρι­ῶν δὲν βρι­σκό­ταν που­θε­νὰ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τά τους τὰ εἶ­χε τὸ Ἄ­γνω­στο, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ὅ­σο οἱ σει­ρὲς ἀ­νέ­βαι­ναν σὲ ὕ­ψος, ὁ ὄγ­κος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν μί­κραι­νε· ἡ σύν­θε­ση τῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νων τους ποί­κιλ­λε, γε­γο­νὸς ποὺ τὰ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε. Αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α ἦ­ταν μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­φο­ρά, μὴ ὁ­ρα­τὴ γιὰ τὸν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ὅ­πως, ἄλ­λω­στε, καὶ τὸ βά­ρος τους: μό­νον ὅ­ποι­ος τὰ ἄ­νοι­γε, ἕ­να πρὸς ἕ­να, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ γιὰ αὐ­τὲς τὶς κρυ­φὲς ἀν­τι­θέ­σεις, ἢ καὶ τὶς κρυ­φὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες, πα­ραλ­λα­γὲς ἢ δι­α­κυ­μάν­σεις, καί, στὴν συ­νέ­χεια, νὰ κρί­νει (ἂν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε κά­τι τέ­τοι­ο) πό­σο ἡ σύν­θε­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὸ σύ­νο­λο, στὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἐ­πί­πλου κα­τὰ τὴν κί­νη­σή του στὸν χῶ­ρο. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ κλει­δο­κρά­τωρ δὲν ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­τι θὰ ἀ­σχο­λεῖ­το μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐρ­γα­σί­α, ἔ­τι μᾶλ­λον πού, συ­χνά, ἄ­φη­νε τὰ κλει­διὰ νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὸ σπαγ­κά­κι τους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ συρ­τά­ρια, ξε­χνών­τας, κά­πο­τε, καὶ νὰ τὰ κλει­δώ­σει, ὅ­ταν τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἦ­ταν ἄ­νευ ση­μα­σί­ας ἢ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ό­μεμ­πτο.

        Ἡ με­γά­λη ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ σχή­μα­τος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ξε­χά­σα­με νὰ ποῦ­με πώς, ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ὑ­λι­κὸ εὔ­πλα­στο κα­τὰ τὰ πρῶ­τα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τοῦ βί­ου τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ συρ­τά­ρι νὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­πι­έ­ζε­ται, ἂν ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν θέ­ση ποὺ τοῦ προ­ο­ρι­ζό­ταν, ὥ­σπου νὰ χω­νευ­τεῖ, τε­λι­κά, ἐ­κεῖ, πρὶν ἡ πο­λυ­και­ρί­α τὸ κα­ταν­τή­σει ἄ­καμ­πτο. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὰ τὰ κα­κο­φορ­μα­ρι­σμέ­να συρ­τά­ρια κα­τέ­στρε­φαν τὴν ἁρ­μο­νί­α τοῦ συ­νό­λου (κά­ποι­ος ἄλ­λος θὰ ἔ­λε­γε ἴ­σως πώς, ἁ­πλῶς, δι­α­σκέ­δα­ζαν τὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του).

        Ὁ λό­γος ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀρ­χι­κὸ σχῆ­μα κά­ποι­ων συρ­τα­ρι­ῶν πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν, κα­θι­στών­τας τα ἀ­κα­τάλ­λη­λα γιὰ τὴν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη θέ­ση τους, ἦ­ταν ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α τους μὲ τὸν ἔμ­ψυ­χο πυ­ρή­να τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης μα­κρο­δο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γοῦ­σε ἐξ ὑ­παρ­χῆς βά­σει γε­νε­τι­κὰ δο­σμέ­νων προ­δι­α­γρα­φῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν, προ­βλε­πό­ταν, φυ­σι­κά, καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πο­κλί­σε­ων, μὲ τὸν ἴ­διο, πε­ρί­που, τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μιὰ στα­τι­στι­κὴ με­λέ­τη ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν πι­θα­νό­τη­τα τοῦ λά­θους. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἐρ­χό­ταν ἡ στιγ­μὴ οἱ ἀ­πο­κλί­σεις αὐ­τὲς νὰ μποῦν στὸ ἀν­τί­στοι­χο συρ­τά­ρι καὶ αὐ­τὸ μὲ τὴν σει­ρά του νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὴν θέ­ση του, τὸ σχῆ­μα τῆς μι­κρο­δο­μῆς, ἀλ­λοι­ω­μέ­νο κα­θὼς ἦ­ταν, ἐ­πι­βαλ­λό­ταν νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ ὅ­πως ὅ­πως. Ἡ πλη­γή, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­κλί­σεις εἶ­ναι πλη­γές, κα­κο­φόρ­μι­ζε, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ γι­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ οἱ δυ­σά­ρε­στες ὀ­σμὲς φυ­λα­κί­ζον­ταν στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο τους, γιὰ τὸ δι­ά­στη­μα, του­λά­χι­στον, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ συρ­τά­ρι πα­ρέ­με­νε κλει­στό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­πό­με­νε ἐμ­φα­νὲς ἦ­ταν τὸ ἄ­γαρ­μπα συμ­μα­ζε­μέ­νο σχῆ­μα, ἔν­δει­ξη ὅ­τι τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά, συ­νι­στοῦ­σε ἕ­να ἀ­τε­λές, καὶ γι’ αὐ­τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο, δη­μι­ούρ­γη­μα. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα ἀ­πο­κτοῦ­σε συ­νεί­δη­ση τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ του, τὸ ἔ­πι­πλο κλυ­δω­νι­ζό­ταν πο­λὺ συ­χνὰ ἀ­πὸ μυ­στι­κὲς κα­ται­γί­δες – ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ μα­κά­ρι­ες πε­ρι­πτώ­σεις τῆς ἄ­γνοι­ας ἢ τῆς στω­ι­κῆς καρ­τε­ρι­κό­τη­τας· σὲ αὐ­τές, οἱ κλυ­δω­νι­σμοὶ ἦ­ταν σπά­νιοι καὶ τὸ ἔ­πι­πλο συ­νέ­χι­ζε τὴν ἀ­έ­ρι­νη πο­ρεί­α του, ὄ­χι ἁρ­μο­νι­κό, ὄ­χι τέ­λει­ο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο.

        Ἔ­σπρω­ξε μὲ μί­α τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια τὸ ἀ­σου­λού­πω­το συρ­τά­ρι στὴν θέ­ση του. Τὸ δι­πλα­νό του εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζει.



Πη­γή: Καὶ τὸ αὔ­ριο τώ­ρα εἶ­ναι, (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2017)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).


Ἰάσονας Μικρώνης: Τρομπόνι a tiro


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Τρομπόνι a tiro


Α ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΛΕΦΤΑ τὰ ἔ­βγα­λα ὡς τρομ­πο­νί­στας τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς τοῦ νη­σιοῦ στὶς κη­δεῖ­ες. Στὴ Φι­λαρ­μο­νι­κὴ βρέ­θη­κα μι­κρὸ κι ἀ­μού­στα­κο παι­δί, σχε­δὸν ἀ­κου­σί­ως, με­τὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τρο­πὲς τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­χι­κά μοῦ τὴν πα­ρου­σί­α­σε ὡς μί­α κα­λὴ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ λύ­ση ἔ­ναν­τι τῶν σχο­λι­κῶν πα­ρε­λά­σε­ων. Κα­θό­τι οἱ ἐ­τή­σι­ες πα­ρε­λά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ἦ­ταν μό­λις δύ­ο, δὲν ὑ­πῆρ­χε πραγ­μα­τι­κὴ χρεί­α νὰ μά­θω ὁ­λό­κλη­ρο μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο γιὰ νὰ τὶς ἀ­πο­φεύ­γω. Ὡ­στό­σο, μὲ τὸν και­ρὸ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­βρι­σκε κι ἄλ­λα και­νού­ρια ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἂν σή­με­ρα ἀ­κού­γον­ται φαι­δρά, τό­τε ἠ­χοῦ­σαν ἀρ­κούν­τως δε­λε­α­στι­κά: ἡ Φι­λαρ­μο­νι­κή, μοῦ ἔ­λε­γε, συ­νε­πά­γε­ται ἐκ­δρο­μὲς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἄ­φθο­νο πι­λά­φι καὶ ἐ­ξω­τι­κὰ οὐ­ρί. Οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις μας ἔ­μελ­λε νὰ δι­αρ­κέ­σουν ἕ­να χρό­νο. Ἔ­πει­τα, μέ­χρι νὰ μοῦ φυ­τρώ­σει καὶ τὸ μου­στά­κι, φό­ρε­σα τὸ πη­λή­κιο τῆς μπαν­τί­νας.

        Τὸ χαρ­τζι­λί­κι πάν­τως στὶς κη­δεῖ­ες ἤ­τα­νε γε­ρό· ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ δέ­κα εὐ­ρὼ καὶ (ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­κά­στο­τε ἄ­τυ­χου πρω­τα­γω­νι­στῆ) μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­κτι­να­χθεῖ ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε. Οἱ μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις δὲν πα­ρου­σί­α­ζαν ἰ­δι­αί­τε­ρη τε­χνι­κὴ δυ­σκο­λί­α, ἐ­μεῖς οἱ βα­ρύ­το­νοι του­λά­χι­στον παί­ζα­με κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν συ­νο­δευ­τι­κὸ ρό­λο. Τὰ τρομ­πό­νια ἔρ­χον­ταν στοὺς πί­σω ζυ­γούς, λί­γο μπρο­στύ­τε­ρα ἀ­π’ τὰ ταμ­ποῦ­ρα καὶ τὴ γκραν­κά­σα, καὶ ἡ χρή­ση τους πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς κι ἀρ­γοὺς ἀν­τι­χρο­νι­σμούς. Ἂν ὁ βη­μα­τι­σμός μας ἤ­τα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­χύς, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲ θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα, κι ἔ­τσι θὰ γλι­τώ­να­με καὶ τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη βρο­χὴ (κα­ται­γί­δα, ἐ­νί­ο­τε) ποὺ μᾶς ἔ­ραι­νε πα­τό­κορ­φα. Οἱ και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δυ­σχέ­ρα­ναν οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς τὴν ἄρ­τια ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων συν­θέ­σε­ων – οἱ βρο­χὲς μᾶς μου­λι­ά­ζα­νε τὶς παρ­τι­τοῦ­ρες κι ὕ­στε­ρα οἱ ἀ­έ­ρη­δες μᾶς τὶς φυ­σοῦ­σαν μα­κριά. Ἐν τού­τοις, τὰ με­λω­δι­κό­τε­ρα πνευ­στά, ὅ­σοι δη­λα­δὴ ὁ­δη­γοῦ­σαν τὴν πομ­πή, εἶ­χαν καὶ μί­α ἐ­πι­πρό­σθε­τη ἔ­γνοι­α: τὶς θρη­νω­δί­ες τῶν κον­τι­νό­τε­ρων συγ­γε­νῶν. Οἱ φω­νὲς αὐ­τὲς ἤ­τα­νε τό­σο ἐ­φι­αλ­τι­κές, ἔ­λε­γαν, ποὺ κα­νο­νι­κὰ ὣς καὶ ἐ­πι­μί­σθιο βα­ρέ­ων καὶ ἀν­θυ­γι­ει­νῶν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δι­και­οῦν­ται. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε κη­δεί­α, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φα­με στὸ κτί­ριο τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­φή­σου­με τὰ ὄρ­γα­να, οἱ τρομ­πε­τί­στες, οἱ κλα­ρι­νε­τί­στες, οἱ ὀμ­πο­ΐ­στες κι οἱ λοι­ποὶ πνευ­στοὶ ποὺ ἐ­πω­μί­ζον­ταν τὴ με­λω­δί­α, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν πάν­το­τε βου­βοὶ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νοι, καί, ἅ­μα μᾶς πε­τύ­χαι­ναν σὲ κα­νέ­να δι­ά­δρο­μο, μᾶς ἔ­ρι­χναν κά­τι πο­λὺ ἐ­πι­τι­μη­τι­κὲς μα­τι­ές. Δὲν ἤ­τα­νε καὶ λί­γοι πάν­τως αὐ­τοὶ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἂν κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πλή­ρως ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸ γεν­ναῖ­ο μπο­να­μά, ἁ­πλού­στα­τα ἀ­πέ­φευ­γαν τὶς ἐν λό­γῳ ἐ­ξό­δους κι ὅ­λο κά­τι οἰ­κο­γε­νεια­κὸ προ­φα­σί­ζον­ταν.

        Τέ­λος πάν­των, τώ­ρα ποὺ λί­γο-πο­λὺ ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­χου­νε πα­ρέλ­θει κι ἐ­γὼ βρέ­θη­κα καὶ πά­λι στὸ νη­σί, λέ­ω νὰ ξα­να­δο­κι­μά­σω τὴν τύ­χη μου στὸ τρομ­πό­νι. Ὅ­σο φορ­τω­μέ­νο πρό­γραμ­μα κι ἂν ἔ­χω, ὁ χρό­νος στὴν ἐ­παρ­χί­α κυ­λᾶ ἀλ­λι­ῶς, καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ μοῦ τυ­χαί­νουν κά­τι ἀ­πο­γεύ­μα­τα ποὺ δὲν ἔ­χω τί νὰ τὰ κά­νω. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα αὐ­τὰ ρί­χνο­μαι πί­στο­μα στὸ κρε­βά­τι, σφη­νώ­νω τὸ ἐ­πι­στό­μιο στὸ στό­μα, καὶ φαν­τά­ζο­μαι τὸ μέλ­λον μου στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πνευ­στό: ἴ­σως ἐ­πι­τέ­λους με­τα­πη­δή­σω ἀ­π’ τὸ τρομ­πό­νι μὲ κλει­διὰ στὸ τρομ­πό­νι a tiro, κά­τι ποὺ δὲν πρό­λα­βα νὰ κά­νω ὡς ἔ­φη­βος, σκέ­φτο­μαι. Ἔ­τσι φεύ­γουν πολ­λὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα· σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἄ­κρα μου μου­διά­ζουν, νε­κρώ­νουν ἐν­τε­λῶς, οἱ ἀ­να­πνο­ὲς ἀ­ραι­ώ­νουν, τὸ σῶ­μα μου ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­σφυ­κτιᾶ κα­πα­κω­μέ­νο, θαρ­ρεῖς, κά­που μέ­σα. Προ­σπα­θῶ τό­τε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ ξε­χα­στῶ, ν’ ἀ­να­κα­λέ­σω τὶς ζω­η­ρὲς με­λω­δί­ες τῶν ἐμ­βα­τη­ρί­ων τῶν ἐ­θνι­κῶν ἐ­πε­τεί­ων ἤ, του­λά­χι­στον, ἐ­κεί­νη τὴν νω­χε­λι­κὴ με­λω­δί­α τῶν λι­τα­νει­ῶν τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Ὡ­στό­σο, ὅ­λως πα­ρα­δό­ξως, μο­νά­χα τὶς ἁ­πλὲς συν­θέ­σεις τῶν κη­δει­ῶν θυ­μᾶ­μαι, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὲς δὲν ἠ­χοῦν στ’ αὐ­τιά μου εὐ­κρι­νῶς, μᾶλ­λον ὑ­πό­κω­φα τὶς ἀ­κού­ω, μπερ­δε­μέ­νες μ’ οἰ­μω­γὲς οἰ­κεί­ων φω­νῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.



		

	

Θεοδόσης Κοντάκης: Θεσσαλονίκη


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Θεσ­σα­λο­νί­κη


ΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΪ, δε­μέ­να ὅ­λα τὰ κα­ρά­βια στὸ λι­μά­νι. Κα­τα­χνιὰ ἔ­χει σκε­πά­σει τὴν ἀ­πο­βά­θρα, τὸ νε­ρό, τὰ φῶ­τα ποὺ ἀ­κό­μα μέ­νουν ἀ­ναμ­μέ­να. Ἕ­νας κόμ­πος σὰν νὰ μὲ δέ­νει ἀ­π’ τὸ στῆ­θος καὶ νὰ φτά­νει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κόλ­που, ποὺ εἶ­ναι τώ­ρα ἀ­ό­ρα­τη.

       Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ φυ­σι­κή μου πα­τρί­δα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ και­ρό, του­λά­χι­στον στὰ ὥ­ρι­μα χρό­νια μου. Κι ὅ­μως, οἱ λι­γο­στοὶ γνω­στοί μου ντό­πιοι ποὺ ἀ­κό­μα ζοῦν, κά­νουν φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ μὲ πεί­σουν πὼς εἶ­ναι μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, χα­ρού­με­νη πό­λη. Μὰ ποι­ά εἶ­ναι λοι­πὸν ἡ πό­λη ποὺ κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­π’ τὴν προ­κυ­μαί­α; Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ μό­λις δι­α­κρί­νον­ται θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νες σὲ κά­θε τό­πο, ξέ­νο γιὰ μέ­να.

        Ἄρ­χι­σα ν’ ἀ­νε­βαί­νω, ἀ­συ­ναί­σθη­τα σχε­δόν, κά­θε­τα πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α: μᾶλ­λον ἔ­νι­ω­θα πὼς ἀ­πὸ δῶ θά ’­βλε­πα κα­λύ­τε­ρα – τί ὅ­μως; Ἀ­πὸ δῶ δι­α­κρί­νε­ται, μὲς στὴ θο­λού­ρα, ὁ τροῦ­λος τοῦ να­οῦ τοῦ Πο­λι­ού­χου. Καὶ νά: ἡ ὁ­μί­χλη σι­γὰ-σι­γὰ δι­α­λύ­ε­ται – τὸ σκη­νι­κὸ ἀλ­λά­ζει, λὲς κι ἔ­χω μπεῖ σὲ ὄ­νει­ρο: μι­κρὰ σπι­τά­κια πῆ­ραν τὴ θέ­ση τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, οἱ δρό­μοι χω­μά­τι­νοι καὶ στε­νοί. Τὴ θέ­ση τῆς βο­ῆς τῶν μη­χα­νο­κί­νη­των πῆ­ρε μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ἰα­χή, πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων μα­ζί, ποὺ ἀ­κού­γε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­θα­ρά, πιὸ δυ­να­τὰ καὶ μὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἐν­θου­σια­σμό. Σὰν μυρ­μήγ­κια δι­α­κρί­νω τὸ πλῆ­θος ποὺ μα­ζεύ­ε­ται γιὰ κά­τι ποὺ μοιά­ζει ση­μαν­τι­κό. Ἄ­γνω­στες μου­σι­κὲς καὶ συν­θή­μα­τα φτά­νουν στ’ αὐ­τιά.

        Καὶ ἰ­δού! Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, ὑ­πο­θέ­τω ἀ­πὸ ὅ­σο ἀ­νέ­τρε­ξα ἀρ­γό­τε­ρα πὼς εἶ­ναι ὁ Βα­σί­λει­ος, αὐ­τὸς ποὺ με­τέ­πει­τα ἀ­πο­κλή­θη­κε «Βουλ­γα­ρο­κτό­νος», ὅ­μως ἀ­κό­μα δὲν ἦ­ταν· μό­νο πού, ἀ­πὸ δῶ ἀ­κρι­βῶς ξε­κι­νά­ει, καὶ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐ­πι­χεί­ρη­ση τῆς ζω­ῆς του: μιὰ κου­κί­δα κι αὐ­τός, στὸ βά­θος τοῦ χρό­νου, λάμ­πει ὅ­μως ἀ­π’ τὸ χρυ­σὸ τῆς πα­ρου­σί­ας του, τῆς συ­νο­δεί­ας του, κα­βά­λα στὸ —πε­ρή­φα­νο ὑ­πο­θέ­τω— ἄ­λο­γό του. Μπρο­στὰ με­γα­λό­πρε­πος ὁ σταυ­ρός, ἡ εἰ­κό­να: μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρί­νω τὸ κόκ­κι­νο ἄ­λο­γο καὶ τὸν σε­πτὸ ἀ­να­βά­τη, ζω­γρα­φι­σμέ­νος μὲ χρώ­μα­τα φρέ­σκα καὶ λαμ­πρὰ – μό­νο ἔρ­χε­ται στὰ ρου­θού­νια μου ἀ­νε­παί­σθη­το ἄ­ρω­μα.

        Κα­θὼς προ­βάλ­λει δει­λὰ ὁ ἥ­λιος, φρι­χτὰ τὰ ξί­φη λάμ­πουν στὰ μά­τια, θά ’­λε­γα τυ­φλώ­νουν τὸ πλῆ­θος – κι αὐ­τὸ θὰ γι­νό­ταν σύν­το­μα. Καὶ πιὸ με­τὰ πά­λι, ἄλ­λα ξί­φη θὰ γύ­ρι­ζαν πί­σω στὰ κορ­μιὰ τῶν ἀ­πο­γό­νων. Μὰ γιὰ τὸ κα­θε­τὶ ἔρ­χε­ται ἡ κα­τάλ­λη­λη ἡ ὥ­ρα, κι ἕ­νας Θε­ὸς ξέ­ρει για­τί γύ­ρι­σα τό­σο πίσω. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνα: κα­νέ­να θαῦ­μα ἐ­δῶ, μό­νο ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει.

        Κι ὁ κόμ­πος συ­νε­χί­ζει ἀ­πὸ αἰ­ώ­να σὲ αἰ­ώ­να. Μοῦ ’ρ­θε ἀ­να­πό­φευ­κτα στὸ νοῦ ὁ βα­σι­λιὰς Ἀ­λέ­ξαν­δρος· θὰ ἦ­ταν ὅ­μως γε­λοῖ­ο νὰ συ­νε­χί­σω μ’ ἕ­να τέ­τοι­ο νῆ­μα: εἶ­ναι τό­σο τὸ χῶ­μα ποὺ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ βρί­σκε­ται, πό­σο βα­θιά – οὔ­τε ὁ ὀ­μι­χλώ­δης ἐ­κεῖ­νος τό­πος τῆς Ἀ­σί­ας, οὔ­τε ἡ ἅ­μα­ξα κι ὁ πε­ρι­βό­η­τος κόμ­πος της, οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ βα­σι­λιάς. Κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω κρα­τή­σει πο­τὲ ξί­φος κι ἔ­χω μό­λις ἀ­να­φέ­ρει πό­σο θὰ ἀ­πε­χθα­νό­μουν καὶ τὴν ἰ­δέ­α ἀ­κό­μα. Μό­νο ὅ­πλο τὰ λό­για, φτά­νει νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ – –

        Ὅ­μως τὸ πα­ρελ­θὸν μ’ ἀ­κο­λου­θεῖ κα­θὼς κα­τε­βαί­νω τὰ σο­κά­κια ποὺ γέ­μι­ζαν κά­πο­τε ἀ­πὸ πρό­σφυ­γες, Ἑ­βραί­ους κι ἄλ­λους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους μὲ τὰ μι­κρο­μά­γα­ζά τους. Αὐ­τὰ ὅ­μως, καὶ πά­λι, δὲν εἶ­ναι δι­κά μου τὰ λό­για, κι ὅ­μως δὲν τὰ εἶ­δα σὲ βι­βλί­α σι­ω­πη­λά, μό­νο ἀ­κό­μα τὰ νι­ώ­θω νὰ φτά­νουν στ’ αὐ­τιά μου: μιὰ ἁ­πα­λὴ φω­νὴ γυ­ναι­κεί­α, ὅ­μως ἀρ­χαί­α· σὰ νὰ μι­λά­ει ἡ ἴ­δια ἡ πό­λη.

        Καὶ στὸ πιὸ κα­τα­φρο­νε­μέ­νο στε­νό, μπρο­στὰ στὸ πιὸ τα­πει­νὸ σπί­τι, τὴν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται. Μὲ κοί­τα­ξε σὰν δι­κό της ἄν­θρω­πο. Μοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς ἦ­ταν τυ­λιγ­μέ­νη μὲ κα­πνούς, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἐ­λά­χι­στα θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ προ­σώ­που της: μό­νο τὰ χρό­νια ποὺ τὴ βά­ραι­ναν μοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ μνή­μη, τοὺς αἰ­ῶ­νες θά ’­λε­γα, κι ὅ­μως μᾶς χώ­ρι­ζαν μό­νο δυ­ὸ γε­νι­ές. Πρέ­πει νὰ ἔ­ζη­σε πο­λὺ λί­γα χρό­νια ἀ­κό­μα, ἡ για­γιά μου, με­τὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ συ­νο­μι­λί­α μας. Τὰ λό­για της νὰ ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τά, ἢ τὰ ἔ­χω μι­σομ­περ­δέ­ψει μὲ φρά­σεις ἀ­πὸ βι­βλί­α ποὺ ἔ­φτα­σαν ἀρ­γό­τε­ρα ὣς ἐ­μέ­να;

        Πάν­τως, οἱ ἀ­πο­κρί­σεις της δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­έ­φε­ραν ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ θὰ ἔ­δι­ναν οἱ συν­το­πί­τες της, ἀρ­χαῖ­οι σο­φοὶ τῆς Ἰ­ω­νί­ας: «τί εἶ­ναι τὸ πιὸ γλυ­κὸ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο;», «ἡ ἐλ­πί­δα», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε· «καὶ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο;» – σὰν ἕ­να σύν­νε­φο σκο­τει­νὸ νὰ πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια της, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μό­νο: «νὰ μπο­ρεῖς», εἶ­πε, «νὰ ὑ­πο­μέ­νεις ὅ­ταν ἡ τύ­χη σου ἀλ­λά­ζει πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο»· καί, δὲν ξέ­ρω για­τί ἡ ἐ­φη­βι­κή μου πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­νει μὲ κεῖ­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «τί μέ­νει, λοι­πόν, ἀ­πὸ μᾶς ἀ­φοῦ πε­θά­νου­με;» Ἔ­μει­νε σκε­πτι­κὴ γιὰ λί­γο, μὲ κοί­τα­ξε καὶ κά­τι μοῦ ’­πε, μὰ τὸ μυα­λό μου τό­τε ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ κρα­τή­σει κεῖ­να τὰ λό­για.

        Κι ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ, εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα, μή­πως μπο­ρέ­σω νὰ τὰ θυ­μη­θῶ ξα­νά.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.


Εἰκόνα: Βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη (1997). Ἔργο τοῦ Θανάση Μπακογιώργου.

 

Δήμητρα Ι. Χριστοδούλου: Κοσμολογία


Δήμητρα I. Χριστοδούλου


Κο­σμο­λο­γί­α


ΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΥΣΕΙ ὁ ἥ­λιος, στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο τῆς Νε­ου­κέν, ὁ Λά­ου­ρο, πρώ­ην ἰ­σο­βί­της, πλέ­ον ὁ γη­ραι­ό­τε­ρος φρον­τι­στής, σπρώ­χνει ἀρ­γὰ τὸ  κα­ρό­τσι πρὸς  τὸ κλου­βὶ με­γέ­θους σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας τῶν κο­λιμ­πρί, σέρ­νον­τας τὸ κου­τσό του πό­δι, ἀ­πὸ πα­λιὸ τραῦ­μα. Ξε­κλει­δώ­νει τὴν  πόρ­τα, μπαί­νει μέ­σα καὶ σκύ­βει νὰ γε­μί­σει τὶς τα­ΐ­στρες, ξε­χνών­τας τὴν ἀρ­μα­θιὰ μὲ τὰ κλει­διὰ πά­νω στὴ σκου­ρι­α­σμέ­νη κλει­δα­ριά.

        Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν και­νού­ρια ἑρ­πε­το­λό­γο, τὴν Ἄ­να, στὸ δι­πλα­νὸ κλου­βί.  Πυ­ρα­κτώ­νουν οἱ πα­λά­μες του, πνί­γει τὸν κνη­σμὸ κόν­τρα στὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ. Με­τὰ βί­ας κρα­τι­έ­ται μέ­ρα τὴ μέ­ρα νὰ τὴ βλέ­πει νὰ κυ­λι­έ­ται στὸ χῶ­μα μὲ τὸ τζὶν σὸρ­τς καὶ τὸ ραν­τὲ μα­κὸ ἀ­νά­με­σα σὲ τό­σα φί­δια. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θεῖ κρυ­φὰ πῶς ἡ­δο­νί­ζε­ται μὲ τὸ ἀρ­γὸ τύ­λιγ­μα τοῦ βό­α γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὸν ἱ­δρω­μέ­νο λαι­μό της.  Πῶς τρε­μο­παί­ζουν τὰ βλέ­φα­ρά της, πῶς γέρ­νει τὸ μά­γου­λό της νὰ τῆς τὸ γλεί­φει μὲ τὴν πα­γω­μέ­νη γλώσ­σα του μέ­χρι τὰ σά­λια του νὰ κυ­λή­σουν στὸ στῆ­θος της.

        Σκυμ­μέ­νος, μὲ τὴν πλά­τη στὸ φῶς, συ­νε­χί­ζει νὰ ρί­χνει τρο­φὴ στὶς ταΐ­­στρες, ποὺ ἔ­χουν ξε­χει­λί­σει πιὰ καὶ μυ­ριά­δες κι­τρι­νω­πὰ σπό­ρια χύ­νον­ται ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ χῶ­μα. Τὰ κο­λιμ­πρὶ ἀ­λα­λι­α­σμέ­να ξε­ση­κώ­νουν τὸν τό­πο.  Ἕ­να ἰ­ρι­δί­ζον σύν­νε­φο γα­λα­ζο­πρά­σι­νης σκό­νης κα­τα­κλύ­ζει τὸ κλου­βί, ποὺ χρυ­σί­ζει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ὅ­πως δι­α­θλῶν­ται οἱ πλά­γι­ες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου. Ὁ Λά­ου­ρο ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὶς λα­βὲς τοῦ κα­ρο­τσιοῦ, αὐ­τὸ σκά­ει μὲ δύ­να­μη κά­τω, τὰ μά­τια του τσού­ζουν ἀ­φό­ρη­τα ἀ­πὸ τὴ σκό­νη, τὰ σφρα­γί­ζει καὶ τὰ τρί­βει μὲ λύσ­σα. Ἡ πόρ­τα μι­σα­νοί­γει καὶ τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες κο­λιμ­πρὶ ξα­νοί­γον­ται στὸν κα­τα­κόκ­κι­νο οὐ­ρα­νό.

        Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀν­τι­κρι­νῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, ἡ ἔ­φη­βη Μερ­σέν­τες, ἀ­νερ­χό­με­νο μον­τέ­λο, ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται. Νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸν μά­να­τζέρ της; Νὰ ὑ­πο­γρά­ψει μα­ζί του τὸ συμ­βό­λαι­ο; Μὰ δι­α­φω­νοῦν κά­θε­τα στὸ θέ­μα τοῦ πο­σοῦ γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τῶν σφρι­γη­λῶν γλου­τῶν της,  ποὺ τοὺς χαί­ρε­ται ὁ τύ­πος μῆ­νες τώ­ρα. Γε­λοῖ­ε! Κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν τζα­μα­ρί­α. Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ γα­λα­ζο­πρά­σι­νο σμῆ­νος ποὺ κα­τα­κλύ­ζει τὸν οὐ­ρα­νό; Ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὴν πέ­να πά­νω του, ἁρ­πά­ζει τὴ σχο­λι­κὴ τσάν­τα της κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα μὲ θό­ρυ­βο πί­σω της. Που­τά­νας γιοί, νὰ ψο­φή­σε­τε ὅ­λοι, ἀ­κοῦς; Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μό­νη μου.

        Πα­ρα­δί­πλα, στὴν τα­ρά­τσα τοῦ πε­ρι­φε­ρεια­κοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἀ­σθε­νεῖς κι ἐ­πι­σκέ­πτες ἀ­πα­θα­να­τί­ζουν τὸ σπά­νιο θέ­α­μα. Ἀ­στρά­φτουν τὰ φλὰς καὶ τὰ χα­μό­γε­λα. Στὸν ἄ­δει­ο δι­ά­δρο­μο πρὸς τὰ ἐ­πεί­γον­τα κα­μιὰ δε­κα­ριὰ νο­ση­λευ­τὲς καὶ για­τροὶ με­τα­φέ­ρουν ἕ­να φο­ρεῖ­ο τρέ­χον­τας πα­νι­κό­βλη­τοι.  Πά­νω στὸ χω­ρὶς παλ­μὸ κορ­μὶ τοῦ Πά­ο­λο, ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρα λε­πτά, πα­ρα­τη­μέ­νος ὁ ἀ­πι­νι­δω­τής. Τὸ γυ­μνό, ἀ­γο­ρί­στι­κο σῶ­μα χο­ρο­πη­δά­ει πά­νω στὸ φο­ρεῖ­ο, ἀ­νά­με­σα σὲ ὀ­ρούς, σω­λη­νά­κια, γάν­τια καὶ χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νες μά­σκες. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­κρό­στε­νες λάμ­πες φθο­ρί­ου ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ λευ­κὸ τα­βά­νι κα­τὰ μῆ­κος, φεγ­γο­βο­λᾶ τὸ φα­λα­κρὸ κε­φα­λά­κι, σὰ νὰ ἄ­να­ψαν μέ­σα του φω­το­ρυθ­μι­κά. Σο­κα­ρι­σμέ­νος ὁ ἁ­παν­τα­χοῦ καρ­κί­νος ἀ­πὸ τὴν αἰφ­νί­δια δι­α­κο­πὴ αἱ­μά­τω­σης κι ὀ­ξυ­γό­νου ψά­χνει δί­ο­δο δι­α­φυ­γῆς. Μα­ται­ω­μέ­νο ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ χα­μό­γε­λο στὰ με­λα­νὰ χεί­λη τοῦ Πά­ο­λο. Ὅ­μως. Τὰ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια του, κα­τά­στι­κτα καὶ ὑ­γρά,  ἰ­ρι­δί­ζουν ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α εἰ­κό­να ποὺ εἶ­δαν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δε­κά­του ὀ­ρό­φου, λί­γο πρὶν ξε­ψυ­χή­σει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.


Νάνσυ Ἀγγελῆ: «Ταμπλὸ βιβάν»

 

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


«Ταμ­πλὸ βι­βάν»


Τὰ συν­τρι­βά­νια
εἶ­ναι μιὰ πρό­κλη­ση
μιὰ προ­δι­ά­θε­ση
νὰ σκέ­φτε­σαι
λο­ξά!

Γ. Πα­τί­λης

ΑΘΕ ΦΟΡΑ ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, τὴν πιὸ πο­λυ­σύ­χνα­στη πλα­τεί­α τῆς πό­λης, μὲ τὸ μαρ­μά­ρι­νο συν­τρι­βά­νι σὲ σχῆ­μα ρό­δου καὶ τὶς γυ­μνὲς νύμ­φες στὴ μέ­ση, τὰ κορ­μιά τους τεν­τω­μέ­να σὰν τό­ξα νὰ κρα­τοῦν ἕ­να τε­ρά­στιο φύλ­λο στὴν δρο­σε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὁ­ποί­ου κεί­τον­ταν ρά­θυ­μα, ὅ­μοι­α μὲ τρυ­φε­ρὸ χοι­ρο­μέ­ρι πά­νω σὲ μπρούν­τζι­νη πι­α­τέ­λα, ὁ ἴ­διος ὁ Ἔ­ρως, μιὰ σκέ­ψη περ­νοῦ­σε πάν­τα ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ τοῦ ἥ­ρω­ά μας. Ἢ μᾶλ­λον δυ­ὸ σκέ­ψεις. Ἡ πρώ­τη σκέ­ψη δὲν μᾶς ἀ­φο­ρᾶ. Κι ὅ­σο γιὰ τὴ δεύ­τε­ρη, δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ κα­θα­ρὸς συγ­γρα­φι­κὸς οἶ­στρος, για­τὶ ὁ ἥ­ρω­άς μας κά­θε φο­ρὰ ποὺ δι­έ­σχι­ζε τὸ πλαι­σι­ω­μέ­νο μὲ φα­νο­στά­τες γυ­α­λι­στε­ρὸ δά­πε­δο πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο δι­α­σταυ­ρω­νό­ταν μὲ χά­ρη ἀ­μέ­τρη­τες σό­λες καὶ τα­κού­νια, ἤ­θε­λε μὲ ὅ­λο του τὸ εἶ­ναι νὰ γρά­ψει ἕ­να δι­ή­γη­μα ποὺ θὰ ὑ­μνοῦ­σε τὴν Πλα­τεί­α καὶ τὸν κό­σμο της. Δὲν ἦ­ταν κά­τι ἁ­πλὸ τὸ νὰ περ­νᾶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πό­λης: μιὰ εὐ­φο­ρί­α τύ­λι­γε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί του καὶ μιὰ αἴ­σθη­ση αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας, μιὰ ἐ­κρη­κτι­κὴ ὄ­ρε­ξη γιὰ ζω­ὴ τὸν συ­νέ­παιρ­νε. Εἴ­τε περ­νοῦ­σε βι­α­στι­κὸς γιὰ κά­ποι­α δου­λειά, εἴ­τε περ­νοῦ­σε τυ­χαῖ­α για­τὶ ἔ­τσι τὸ ἤ­θε­λε ὁ δρό­μος του, εἴ­τε ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πε­ρί­πα­τό του, πάν­τα, σὲ κά­θε στιγ­μή, ὁ ἥ­ρω­άς μας ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε στὸν ἑ­αυ­τό του τὴν συγ­γρα­φι­κή του ἔμ­πνευ­ση. Μιὰ ἔμ­πνευ­ση με­γα­λε­πί­βο­λη, μιὰ ἔμ­πνευ­ση χει­μαρ­ρώ­δης, μιὰ ἔμ­πνευ­ση… Ἀ­δύ­να­το νὰ ἐ­ξη­γή­σει! Ἡ ζω­ὴ ἡ ἴ­δια σὲ ὅ­λες της τὶς ἐκ­φάν­σεις ἔ­μοια­ζε νὰ ξε­τυ­λί­γε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια του μέ­σα ἀ­πὸ τὰ κου­νή­μα­τα, τὰ περ­πα­τή­μα­τα καὶ τὰ φερ­σί­μα­τα μιᾶς ἀ­τέ­λει­ω­της σει­ρᾶς ἀν­θρώ­πι­νων χα­ρα­κτή­ρων ποὺ εἶ­χαν σὰν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν Πλα­τεί­α. Καὶ δὲν ἦ­ταν μό­νο οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἴ­δια τὰ κτή­ρια ποὺ συ­νει­σέφε­ραν μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο στὴν δη­μι­ουρ­γί­α μιᾶς τέ­τοι­ας γι­ορ­τι­νῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας. Λου­σμέ­να φῶς, πάλ­λον­ταν στὸν σφυγ­μὸ τῆς πό­λης κι ἔ­μοια­ζαν νὰ τοῦ χα­μο­γε­λοῦν τσαχ­πί­νι­κα κά­θε φο­ρὰ ποὺ στέ­κον­ταν νὰ τὰ χα­ζέ­ψει, σὰν γυ­ναῖ­κες ποὺ δὲν φο­βοῦν­ται τὸν θαυ­μα­σμό. Για­τί τὰ κτή­ρια ποὺ πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζαν τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου εἶ­χαν καμ­πύ­λες ποὺ ξε­μυ­ά­λι­ζαν, στρογ­γυ­λὰ μπαλ­κό­νια ρυθ­μοῦ ἄ­κρως χο­ρευ­τι­κοῦ, ἐν­τυ­πω­σια­κοὺς τρού­λους κι ἀ­να­το­λί­τι­κα σκα­λι­στὰ πα­ρά­θυ­ρα μὲ πε­ρι­τέ­χνες δι­α­κο­σμή­σεις σὰν ἀ­ρα­χνο­ΰ­φαν­τα φου­στά­νια. Τὰ κτή­ρια τῆς Πλα­τεί­ας Θε­ά­τρου ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ νι­ώ­θει ση­μαν­τι­κός. Ἐ­δῶ δὲν ἔ­βλε­πες πο­τὲ σκου­ρι­α­μέ­νους κά­δους, κολ­λη­μέ­νες τσί­χλες, κι­τρι­νι­σμέ­νες δι­α­φη­μί­σεις κλει­δα­ρά­δων, οὔ­τε ἕ­να σκου­πι­δά­κι, οὔ­τε μιὰ πα­ρα­φω­νί­α, δὲν ἐ­πρό­κει­το πα­ρὰ γιὰ μιὰ ὑ­παί­θρια κα­λο­στη­μέ­νη σκη­νή, ἕ­να tableau vivant κα­θω­σπρε­πι­σμοῦ καὶ πο­λι­τι­στι­κοῦ με­γα­λεί­ου! Γι’ αὐ­τόν, γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο ὁ ἥ­ρω­άς μας ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο τὴν Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, για­τὶ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς ν’ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν πλά­νη τῆς ζω­ῆς, μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ξε­χά­σει, νὰ με­θύ­σει ἀ­πὸ ὀ­μορ­φιά! Δὲν προ­λά­βαι­νες νὰ πα­τή­σεις τὸ πό­δι σου στὴν Πλα­τεί­α καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα σὲ ἔπι­α­ναν ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα. Ἀ­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ, ἀ­ρώ­μα­τα ἀ­πὸ κεῖ… Καμ­παρ­ντί­νες, παλ­τό, ποῦ καὶ ποῦ κα­νὰ χα­ρού­με­νο κα­πέ­λο, κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να που­κά­μι­σα, κου­στού­μια τῆς τε­λευ­ταί­ας μό­δας, ὅ­λα τὰ ροῦ­χα —συγ­γνώ­μη οἱ ἄν­θρω­ποι— ἔ­βα­ζαν τὰ κα­λά τους ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νὰ δι­α­σχί­σουν τὴν Πλα­τεί­α. Κι ἂν ὅ­λες τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ χρό­νου ἡ Πλα­τεί­α προ­σέ­φε­ρε πάν­τα ἕ­να τέ­τοι­ο εὐ­χά­ρι­στο θέ­α­μα, τό­τε ἡ κα­λύ­τε­ρη τῶν πα­ρα­στά­σε­ων δί­νον­ταν πάν­τα τὶς Κυ­ρια­κές! Οἱ Κυ­ρια­κὲς ἔ­χουν αὐ­τὴν τὴν κυ­ρι­α­κά­τι­κη ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ δὲν πε­ρι­γρά­φε­ται μ’ ἄλ­λη λέ­ξη. Δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο ποὺ τὶς Κυ­ρια­κὲς οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦν τὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κά τους, βγαί­νουν κυ­ρι­α­κά­τι­κα, περ­πα­τοῦν κυ­ρι­α­κά­τι­κα, χα­μο­γε­λοῦν, χαι­ρε­τοῦν καὶ δί­νουν κυ­ρι­α­κά­τι­κες χει­ρα­ψί­ες. Ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­χαῖα, για­τὶ τὶς Κυ­ρια­κὲς λί­γη μα­ται­ο­δο­ξί­α κά­νει τὴ σχό­λη πιὸ γλυ­κειὰ κι ἂν κά­ποι­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται τὸ ἀν­τί­θε­το εἶ­ναι για­τὶ δὲν εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς ἄν­θρω­πος τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Δὲν χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη ἐ­ξυ­πνά­δα γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει κα­νεὶς ὅ­τι πρέ­πει νὰ εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς ἀ­πὸ τὴ Δευ­τέ­ρα μέ­χρι τὸ Σάβ­βα­το γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ νι­ώ­σει τὴν ξε­χω­ρι­στὴ μα­ται­ο­δο­ξί­α τῆς Κυ­ρια­κῆς. Ἡ ξε­χω­ρι­στό­τη­τα τῆς Κυ­ρια­κῆς, νὰ ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος τί­τλος. Μιὰ μέ­ρα σὰν αὐ­τή, τὸ βά­δι­σμα τῶν ἀν­θρώ­πων γί­νε­ται πιὸ ἀρ­γό, τὸ σῶ­μα πιὸ νω­χε­λι­κό, τὸ πρό­σω­πο πιὸ χα­μο­γε­λα­στό, οἱ κα­στα­νά­δες βγαί­νουν στοὺς δρό­μους —ὅ­ταν εἶ­ναι Χει­μώ­νας— πλα­νό­διοι πω­λη­τὲς συρ­ρέ­ουν ἀ­π’ ­ὅ­λες τὶς πάν­τες, ἄ! νὰ καὶ ὁ κ. Χα­τζη­βα­σι­λεί­ου, πῶς εἶ­στε, τί κά­νε­τε, τί ἔ­λε­γα, ἄ ναί, πό­σο ὡ­ραί­α εἶ­ναι ἡ Πλα­τεί­α Θε­ά­τρου, σφύ­ζει ἀ­πὸ ζω­ή! πό­σο ἡ­λι­ό­λου­στη εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ Κυ­ρια­κή, ὅ­λοι εἶ­ναι πα­ρόν­τες, ἡ δη­μο­τι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α κό­βει βόλ­τες, ὁ ζη­τιά­νος στὴν γω­νιά του, ἕ­νας-δυὸ συν­τα­ξι­οῦ­χοι στὸ παγ­κά­κι, ἡ λα­χει­ο­πώ­λισ­σα, παι­δά­κια τρέ­χουν ἀ­νέ­με­λα, μπλέ­κον­ται σὲ φοῦ­στες σὲ γραμ­μὴ ἀμ­πίρ, ζη­τοῦν πα­γω­τό, ἕ­νας πο­δη­λά­της περ­νᾶ ξυ­στά, ἕ­να μπα­λό­νι ξε­φεύ­γει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου μι­κροῦ, κλάμ­μα­τα, νου­θε­σί­ες, γέ­λια —τί­πο­τα σο­βα­ρό— το μπα­λό­νι αἰ­ω­ρεῖ­ται, ἀ­νυ­ψώ­νε­ται σι­γὰ-σι­γά, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά, ὅ­λο καὶ πιὸ ψη­λά, χά­νε­ται μὲς στὰ σύν­νε­φα… δὲν μοιά­ζει πα­ρὰ μὲ κουκ­κί­δα, μια πο­λὺ μι­κρή, ἀ­σή­μαν­τη μαύ­ρη κουκ­κί­δα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἠλίας Παπαμόσχος: Ἡ ἀλεποὺ τῆς σκάλας


Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος


Ἡ ἀ­λε­ποὺ τῆς σκά­λας


ΡΙΝΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τὶς δι­α­στά­σεις τοῦ πλα­τύ­σκα­λου, ἡ ἀ­λε­ποὺ ἦ­ταν μι­κρή. Ἡ σκά­λα ἀ­πὸ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ κα­ρυ­διά, δύ­σκο­λο νὰ τὸ δου­λέ­ψεις ξύ­λο, πο­λὺ σκλη­ρό, ὁ ξυ­λουρ­γὸς πά­θαι­νε ἀλ­λερ­γί­α καὶ τὸν πή­γαι­νε ὁ πα­τέ­ρας στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Κα­βα­λών­τας τὴν κου­πα­στὴ κα­τέ­βαι­να ἐ­κεῖ —ἀ­πὸ πά­νω με­τρών­τας ὄ­γδο­ο στὴ σει­ρὰ σκα­λί, για­τὶ τὰ ἄλ­λα ἔ­τρι­ζαν—, τὰ με­ση­μέ­ρια, ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς κοι­μόν­του­σαν, ἀ­παι­τών­τας νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α, πι­α­σμέ­νοι σὰν που­λά­κια στὴν ξό­βερ­γα τοῦ ὕ­πνου, εὐ­ά­λω­τοι, ἀ­νί­σχυ­ροι, κρα­ται­οὶ ὡ­στό­σο μὲς στὸν φό­βο ποὺ ἐ­νέ­σπει­ραν, τὸ βα­σί­λει­ό τους. Ἡ ἀ­λε­ποὺ λὲς καὶ μὲ πε­ρί­με­νε, σὰν φύ­λα­κας κοι­τών­τας, ἕ­νας σύν­τρο­φος πι­στός. Πο­τὲ δὲν τὴ χά­ι­δε­ψα, ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν πε­θα­μέ­νη. Γνω­ρί­ζω σὲ ποι­ὸ χω­ριὸ ὁ πα­τέ­ρας τὴ σκό­τω­σε. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ πά­τη­σε τὴ σκαν­δά­λη, τὸ καμ­πα­να­ριὸ τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου ἔ­δει­χνε σὰν δά­χτυ­λο ὑ­ψω­μέ­νο τὸν Θε­ό, τὰ νε­ρὰ ἔ­τρε­χαν στὴν πλα­τεί­α κι ἡ σκό­νη μύ­ρι­ζε κα­λο­καί­ρι. Ὁ τό­πος μὲς στὰ μά­τια της μαύ­ρι­σε σὰν ὥ­ρι­μο στα­φύ­λι.

        Τὸ δά­χτυ­λο ποὺ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε τὸ μο­λύ­βι εἶ­χε ἕ­να νύ­χι χα­ραγ­μέ­νο πέ­ρα πέ­ρα, ἔ­μοια­ζε σὰν δι­πλω­μέ­νο ψα­ριοῦ λέ­πι, ἔ­τσι κι ἡ ὕ­παρ­ξή της, στὰ δυ­ὸ χω­ρί­στη­κε. Τό­τε, στὶς ἄ­δει­ες κόγ­χες της, σὰν κρῆ­νες ὄ­μορ­φες σὲ πη­γὲς ξε­ρα­μέ­νες, τὰ γυ­ά­λι­να μά­τια προ­σάρ­μο­σε ὁ τα­ρι­χευ­τής, τὴν οὐ­ρά της μὲ σύρ­μα τέν­τω­σε (σὰν νὰ ζύ­γι­ζε τὴ σι­ω­πή), τὴ ζω­ὴ μι­μή­θη­κε τὸ ξε­ρὸ ρου­θού­νι μὲ βερ­νί­κι γυ­α­λί­ζον­τας.

        Ὅ­μως κι ὁ δεύ­τε­ρος χα­μός της δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ἔρ­θει· ὅ­ταν ἡ κοι­λιὰ της ξη­λώ­θη­κε καί, βρί­σκα­με στὰ σκα­λο­πά­τια χρυ­σὰ σκου­λή­κια τὰ ξύ­σμα­τα τοῦ ξύ­λου ποὺ κά­νει τὸ ρο­κά­νι, κι ἄ­λι­ω­το χι­ο­νά­κι ἡ τρί­χα ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὰ σα­γό­νια τῆς βώ­τρι­δας, τὴν ἔ­βγα­λε ὁ πα­τέ­ρας στὰ ἔ­ξω σκα­λιά, τῆς λη­σμο­νιᾶς, νὰ πε­ρι­μέ­νει τῆς σκου­πι­διά­ρας τὰ μα­χαί­ρια τὰ μά­τια της νὰ ἀ­λέ­σου­νε, σὲ ἄμ­μο νὰ τὰ γυ­ρί­σουν ξα­νὰ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τό­μο Ἡ ἀ­λε­ποῦ τῆς σκά­λας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Κί­χλη, 2015)

Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος (Καστοριά, 1967). Σπούδασε στὸ Τμῆμα Γεωλογίας Πατρῶν καὶ στὸ Ἐργαστήρι Ἐπαγγελματικῆς Δημοσιογραφίας τὸ 1993. Ἐργάστηκε ὡς βιβλιοϋπάλληλος στὴν Ἀθήνα καὶ ἀπὸ τὸ 1997 ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά του. Πρῶτο του βιβλίο: Καλὸ ταξίδι κούκλα μου… (διηγήματα, Κέδρος, 2004) καὶ τελευταῖο: Ἡ αλεπού τῆς σκάλας καὶ ἄλλες ἱστορίες (διηγήματα, Κίχλη, 2015).