Χρῆστος Χαρτοματσίδης: Ἡ κόκκινη Ferrari


Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δης


Ἡ κόκ­κι­νη Ferrari


ΠΑΝΤΑ θὰ κυ­νη­γοῦ­σε τὴν κόκ­κι­νη Ferrari… Τὸ καμ­πρι­ο­λὲ εἶ­χε στα­μα­τή­σει δί­πλα του, στὰ φα­νά­ρια. Πρό­σε­ξε πρῶ­τα τὸ κο­ρί­τσι στὸ τι­μό­νι. Ξαν­θιὰ βέ­βαι­α, πὼς ἀλ­λι­ῶς, μὲ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου σὰν στέ­κα στὰ μαλ­λιά. Τὴν κοί­τα­ζε ἀ­χόρ­τα­γα. Τὸ κον­τὸ φό­ρε­μα ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὰ μαυ­ρι­σμέ­να της πό­δια.

        Ἡ κο­πε­λιὰ μί­λα­γε στὸ κι­νη­τὸ καὶ γε­λοῦ­σε. Εἶ­χε ἀ­έ­ρι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ἔ­νι­ω­σε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε πρά­σι­νο. Τὸ κο­ρί­τσι χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πά­τη­σε τὸ γκά­ζι. Ξύ­πνη­σε τὸ ἀ­γρί­μι. Βρυ­χή­θη­κε ὁ κι­νη­τή­ρας. Βι­ά­στη­κε κι αὐ­τὸς νὰ γκα­ζώ­σει. Σα­νί­δω­σε τὸ πεν­τάλ. Ἄλ­λα­ζε ἀγ­χω­μέ­νος τὶς τα­χύ­τη­τες. Νό­μι­ζε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει. Τοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς γιὰ κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα τρέ­χα­νε μα­ζί, ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λον… Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴν ξε­μεί­νει, ἔ­βλε­πε τὸ κόκ­κι­νο αὐ­το­κί­νη­το νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Τοῦ κόρ­να­ρε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Σὲ λί­γο… εἶ­χε χα­θεῖ…

        «Σί­γου­ρα θὰ πά­ει στὴν πα­ρα­λί­α.»

        Τὴν φαν­τά­στη­κε νὰ βγά­ζει μὲ χά­ρη τὸ λευ­κό της φό­ρε­μα γιὰ νὰ μεί­νει μὲ τὸ μα­γιό. Σὰν νὰ γδυ­νό­ταν μπρο­στά του κι ὄ­χι γιὰ τὴν θά­λασ­σα. Θὰ πή­γαι­νε νὰ τὴν βρεῖ! Νὰ τὴν προ­λά­βει! Οὔ­τε ποὺ πρό­σε­ξε τὰ σή­μα­τα ποὺ κά­να­νε οἱ ἀ­πέ­ναν­τι ὁ­δη­γοί. Καὶ τὸν τρο­χο­νό­μο τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τὸν εἶ­δε:

        «Ἔ­τρε­χες μὲ 150!»

        Δὲν τὸ πί­στευ­ε πὼς ἡ σα­κα­ρά­κα του μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει τέ­τοι­α τα­χύ­τη­τα. Ἀ­φοῦ τραν­τα­ζό­τα­νε ὁ­λό­κλη­ρη, ἕ­τοι­μη νὰ δι­α­λυ­θεῖ.

        «Πά­νε στὴ συ­νά­δελ­φο γιὰ τὴν κλή­ση!» τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ἡ ἀ­στυ­νο­μι­κί­να ἦ­ταν μὲ τὴν πλά­τη. Κά­τι ἔ­γρα­φε… Γι’ αὐ­τὸ ξαφ­νι­ά­στη­κε ὅ­ταν ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρό­σω­πό της. Σχε­δὸν ἴ­δια μὲ αὐ­τὴν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο καμ­πρι­ο­λέ! Τὰ ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, λι­γά­κι πιὸ ἁ­δρά, πιὸ γή­ι­να. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ξαν­θά, μό­νο ποὺ μα­ζε­μέ­να σὲ ἀ­λο­γο­ου­ρά! Ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ κον­τά τα βαμ­μέ­να βλέ­φα­ρα, τὰ γα­λα­νὰ μά­τια. Ἔ­νι­ω­σε τὸ ἄ­ρω­μά της… Τοῦ ἦρ­θε ζα­λά­δα.

        «Εἶ­στε κα­λά, κύ­ρι­ε;»

        «Ὄ­χι καὶ πο­λύ.» ψέλ­λι­σε σὰν φλῶ­ρος. «Θὰ φταί­ει… ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ σᾶς βλέ­πω ζων­τα­νά… κι ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρο!»

        Ἐν­τά­ξει, βλα­κεί­α ἦ­ταν, μὰ κά­τι ἔ­πρε­πε νὰ πεῖ.

        «Μή­πως νὰ σᾶς κά­νου­με ἀλ­κο­τέ­στ;» μού­τρω­σε ἡ ἄλ­λη.

        «Εἶ­στε τό­σο ἐν­τυ­πω­σια­κή!» συ­νέ­χι­σε μὲ θρά­σος. «Θὰ σᾶς πή­γαι­νε νὰ ὁ­δη­γού­σα­τε μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari!»

        «Σκέ­φτε­στε νὰ μοῦ προ­τεί­νε­τε μί­α Ferrari;»

        Τὸ βλέμ­μα της γλί­στρη­σε πρὸς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του. Του­λά­χι­στον νὰ τὸ εἶ­χε πλύ­νει.

        «Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα!»

        Τὸν κοί­τα­ξε εἰ­ρω­νι­κά:

        «Προ­σπα­θεῖ­τε νὰ μὲ κα­λο­πι­ά­σε­τε γιὰ τὴν κλή­ση;»

        Μᾶλ­λον τὸν θε­ω­ροῦ­σε ἐ­λε­ει­νό.

        «Δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ κλή­ση!»

        «Θὰ ἔ­πρε­πε! Ἔ­χε­τε τά­ση γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νες συμ­πε­ρι­φο­ρές!»

        Ἐ­πι­τέ­λους χα­μο­γέ­λα­σε. Κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά.

        Ἔ­κα­νε πὼς δι­στά­ζει, σὰν νὰ μά­ζευ­ε τὸ θάρ­ρος νὰ τῆς προ­τεί­νει:

        «Θέ­λεις νὰ βγοῦ­με μα­ζί;»

        Ἀ­συ­νεί­δη­τα εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν ἑ­νι­κό. Ἐ­κεί­νη στα­μά­τη­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ χαρ­τιά. Ἴ­σως ὑ­πῆρ­χε ἐλ­πί­δα:

        «Δὲν βγαί­νω μὲ πα­ρα­βά­τες!»

       «Θὰ συμ­μορ­φω­θῶ! Τὸ ὑ­πό­σχο­μαι!» με­τὰ συ­νέ­χι­σε μὲ πά­θος: «Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω… στὴν πα­ρα­λί­α!»

        «Τὴν κλή­ση δὲν τὴν γλι­τώ­νε­τε!»

        «Θὰ εἶ­μαι ἐ­κεῖ! Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω!»

        Ἐν­τε­λῶς τυ­πι­κά τοῦ πα­ρέ­δω­σε τὸ χαρ­τί. Πῆ­γε κά­τι νὰ πεῖ, μὰ τὴν δι­έ­κο­ψε:

        «Πές μου ὅ­τι θὰ ἔρ­θεις!»

        «Ἴ­σως…» χα­μο­γέ­λα­σε: «Μὲ μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari…».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δη­ς (Σό­φια, 1954) Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­ευ­θυν­τὴς Μι­κρο­βι­ο­λο­γί­α­ς στὸ Γε­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κο­μο­τη­νής. Γνω­ρί­ζει βουλ­γα­ρι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κά. Τὸ 1980 δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ 2ο Βρα­βεῖ­ο στὸν Παν­βουλ­γα­ρι­κὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ 1990 ἀ­πέ­σπα­σε τὸ 2ο βρα­βεῖ­ο στὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου “Χ.Γ. Δά­νωφ” καὶ τοῦ Δή­μου Φι­λιπ­πού­πο­λης γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κι­θα­ρί­στας σὲ τα­βέρ­να. Τὸ 2003 τὸ ΔΗΠΕΘΕ Κο­μο­τη­νῆς πα­ρου­σί­α­σε τά δύ­ο του μο­νό­πρα­κτα Τό ἀ­σαν­σὲρ καὶ Ἡ ἔ­ξο­δος με­τὰ τὶς 6μμ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Τὸ 2008 τὸ Κρα­τι­κὸ Θέ­α­τρο τῆς πό­λης Σι­λί­στρα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας πα­ρου­σί­α­σε τὸ θε­α­τρι­κό του ἔρ­γο Οἱ ἐ­φιά­λτες τοῦ δή­μιου Σαν­σόν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή: Ὁ ξέ­νος (1986) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Λί­λια, (θε­α­τρι­κό, Μαν­δρα­γό­ρας, 2016). Τὸ δι­ή­γη­µ­α Ὁ Σοῦ­περ G ἀ­πὸ τὴν Καλ­κάν­τζα ἐ­ξε­δό­θη στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ µ­ἐ τί­τλο Ἱ­ε­ρὸ παι­δί.


		
Advertisements

Νίκος Τακόλας: Ἡ Μαναμάνα


Νί­κος Τα­κό­λας


Ἡ Μα­να­μά­να


Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑ ἦ­ταν Ἀ­γλα­ΐα. Ὅ­ταν τὴ γνώ­ρι­σα μι­κρός, εἶ­χε πε­ρά­σει τὰ 70 καὶ ἔ­ζη­σε μέ­χρι κον­τὰ τὰ 100. Ἡ ἄ­φθαρ­τη θε­ό­τη­τα τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ δι­καί­ου τὴν ἀν­τά­μει­ψε γιὰ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ποὺ πρό­σφε­ρε στὸν κό­σμο, κα­τα­χω­ρών­τας την στὴν ἀ­νε­ξί­τη­λη συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη. Πα­νύ­ψη­λη, κα­λο­στε­κού­με­νη ὀ­στε­ϊ­κή, μορ­φὴ Ὁ­σί­ας, μὲ κά­τι πα­πού­τσια πε­ρί­ερ­γα μὲ χον­τρὸ τε­τρά­γω­νο τα­κού­νι, ἀ­συ­νή­θι­στο στὴν ἐ­πο­χή της. Ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νη, εἶ­χε καὶ ἄν­τρα καὶ γιό. Μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ κό­σμου. Ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­να τὰ ὀρ­φα­νὰ καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­να τῶν πο­λέ­μων. Ἀ­νὰ λί­γες ὧ­ρες, μοῦ μο­λο­γοῦ­σαν, ἔ­βγαι­νε καὶ μοί­ρα­ζε συσ­σί­τιο στὰ ἀ­προ­στά­τευ­τα ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά της. Καὶ τὰ παι­διὰ τὴν ἔ­βα­ζαν στὴ μέ­ση μὲ τεν­τω­μέ­να χέ­ρια, στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο καὶ τὴν προ­σμο­νὴ στὰ μά­τια. Ἐ­μέ­να Μά­να, Μά­να. Ἐ­μέ­να. Καὶ κεί­νη ξε­χώ­ρι­ζε τὰ πο­νη­ρὰ χε­ρά­κια ποὺ ἁ­πλώ­νον­ταν γιὰ νὰ πά­ρουν καὶ δεύ­τε­ρη με­ρί­δα καὶ τὰ χτυ­ποῦ­σε μὲ ἕ­να μι­κρὸ ξυ­λά­κι, σὰ μπαγ­κέ­τα μα­έ­στρου. «Θὰ φᾶς πολ­λὲς ἂν ἐ­πι­μέ­νεις, ἐ­ξυ­πνά­κια», ἔ­λε­γε τά­χα­μου αὐ­στη­ρά. Ἔ­πρε­πε τὸ φαῒ νὰ φτά­σει γιὰ ὅ­λα. Μαν­τή­λα κα­φέ, μὲ κρόσ­σια, βαλ­κα­νι­κὴ ἀ­νά­μι­κτη φο­ρε­σιὰ στο­λὴ ὁ­λό­κλη­ρη πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο γι­λέ­κι, φό­ρε­μα κα­φὲ μὲ μπορ­ντοῦ­ρες κί­τρι­νες, κα­θα­ρὲς καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­νες, τὰ μαλ­λιὰ δυ­ὸ κο­τσί­δες κο­ρι­τσί­στι­κες στὸ στῆ­θος της, μέ­χρι τὴ μέ­ση σχε­δόν. Τὸ στό­μα της ὀ­πι­σθο­χω­ροῦ­σε σὲ κά­θε χα­μό­γε­λό της, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς κά­τι­σχνους, ἀ­φή­νον­τας μιὰ τρύ­πα μι­κρὴ στρόγ­γυ­λη, χω­ρὶς πολ­λὰ δόν­τια. Τὰ μά­τια της ἀ­νοι­χτο­γά­λα­ζα, λί­γο θο­λά, μὰ κα­λο­συ­νά­τα καὶ στὸ ἡ­φαι­στεια­κὸ βλέμ­μα της ὧ­ρες-ὧ­ρες μα­ζευ­ό­ταν ὅ­λη ἡ γλύ­κα της, ποὺ ἰ­σο­πέ­δω­νε κά­θε ἐμ­πό­διο. Τὸ κο­πά­δι τῶν ὀρ­φα­νῶν καὶ πει­να­σμέ­νων παι­δι­ῶν με­γά­λω­νε συ­νε­χῶς. Λί­γο οἱ θά­να­τοι γο­νι­ῶν ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες καὶ κα­κου­χί­ες, λί­γο ἡ ἀ­νέ­χεια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ πλη­ρω­μέ­νες υἱ­ο­θε­σί­ες μὰ καὶ σὲ ἐγ­κα­τά­λει­ψη παι­δι­ῶν, τὰ ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­α καὶ τὰ οἰ­κο­τρο­φεῖ­α γέ­μι­ζαν καὶ πε­ρίσ­σευ­αν ὀρ­φα­νά, ἐ­νῶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χαν καὶ τὰ πα­ρα­πε­τα­μέ­να ἀ­π’ τὴ γέν­να τους παι­διὰ ποὺ ξέ­με­ναν στὸ δρό­μο. Ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ μέ­ρα ἀρ­κε­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ κα­τέ­λη­γαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι της. Μά­να, Μά­να πει­νᾶ­με καὶ ἔ­κλαι­γαν νὰ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά. Καὶ ἡ για­γιὰ Ἀ­γλα­ΐ­α στὴν ἀρ­χὴ τὰ ἔ­παιρ­νε μὲ τὸ ἄ­γριο, γιὰ νὰ σκλη­ρύ­νουν καὶ νὰ μά­θουν νὰ μὴν κλαῖ­νε καὶ με­τὰ κλει­νό­ταν μέ­σα κά­νον­τας πυ­ρε­τω­δῶς ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἀ­πὸ ψω­μὶ μὲ ζά­χα­ρη καὶ λά­δι ἢ ζά­χα­ρη καὶ νε­ρό, μέ­χρι ψω­μὶ μὲ ἐ­λι­ὲς ἢ τυ­ρί, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν κί­τρι­να τυ­ριὰ ἀ­πὸ ξέ­νες βο­ή­θει­ες, ἀ­με­ρι­κά­νι­κες προ­παν­τός. Πάν­τα βά­στα­γε ἕ­να κι­ού­πι μὲ ἐ­λι­ές, πι­κρῆς ποι­κι­λί­ας ἐ­κεῖ στὰ ὀ­ρει­νά, μὰ ποι­ός νοι­α­ζό­ταν καὶ στὶς γι­ορ­τὲς κα­νό­νι­ζε καὶ γιὰ κα­μιὰ κον­σέρ­βα χοι­ρι­νό. Καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε γιὰ τὰ προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να καὶ ἡ κα­τσα­ρό­λα, μὲ ὄ­σπρια ἢ δη­μη­τρια­κά. Τὸ ρύ­ζι καὶ τὰ κρι­θα­ρά­κια στὴ χού­φτα, τὰ ζου­με­ρὰ σὲ κε­σε­δά­κια. Ἡ γει­το­νιὰ ἐ­νο­χλού­νταν, ἰ­δί­ως ἀ­π’ τὴν ἰα­χὴ «Μά­να, Μά­να» καὶ τῆς ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση, ἰ­δί­ως γιὰ τὶς φω­νές τους. Τὴ θε­ω­ροῦ­σαν τρε­λὴ κι ἀλ­λό­κο­τη, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲν πλη­σί­α­ζε πο­τὲ στὶς πα­ρέ­ες τους. Εἶ­χε τὴ δι­κή της ἀ­πο­στο­λή. Κι ὅ­σο τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν τό­σο καὶ ὅ­λοι ξέ­χνα­γαν τὸ ὄ­νο­μά της —Ἀ­γλα­ΐα— καὶ υἱ­ο­θε­τοῦ­σαν τὸ ὄ­νο­μα ποὺ τῆς ἔ­δω­σαν τὰ παι­διὰ «Μά­να, Μά­να». Κι αὐ­τὸ σι­γὰ σι­γὰ ἐ­ξε­λί­χτη­κε καὶ ἔ­μει­νε στὴν το­πι­κὴ μνή­μη μο­νο­λε­κτι­κό, «Μα­να­μά­να».

        Στὴν κη­δεί­α της οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες ἦ­ταν λί­γοι, τὸ ἴ­διο καὶ οἱ συγ­γε­νεῖς ποὺ τὴν ἀ­πο­μό­νω­σαν γιὰ τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες της. Μὰ ὑ­πῆρ­χαν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ἀ­γό­ρια καὶ κο­ρί­τσια, παι­διὰ τοῦ πο­λέ­μου, τῆς φτώ­χειας καὶ τῶν ἐμ­φυ­λί­ων, πά­νω κά­τω 30 χρο­νῶν, μὲ πρη­σμέ­να μά­τια ποὺ ἔ­κλαι­γαν βου­βὰ καὶ χώ­ρια, ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα. Αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νί­κος Τα­κό­λας (Λά­ρι­σα) καὶ με­γά­λω­σε στὰ Γρε­βε­νά. Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κός. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τὸ κρυμ­μέ­νο ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τοῦ Ζο­ζὲφ Ἰ­νεμ­πρά­ο (δι­η­γή­μα­τα, Ἕ­νε­κεν, 2011), τε­λευ­ταῖ­ο του Τὸ κά­στρο τῆς νι­φά­δας (Νη­σί­δες, 2016) Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ κρι­τι­κὴ καὶ τὸ πο­λι­τι­κὸ δο­κί­μιο.


Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond): Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ, στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)



Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond)


Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ,

στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)


9 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω σας (ἀ­κού­ω κά­θε θό­ρυ­βο ποὺ κά­νε­τε…Χὰ χά, ἀ­στειά­κι). Λοι­πόν, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας εἶ­ναι φο­βε­ρὴ καὶ εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι χά­ρη σ’ ἐ­σᾶς θὰ γί­νει ἀ­κό­μα φο­βε­ρό­τε­ρη – ἀρ­κεῖ νὰ μὴ φέ­ρε­τε στὰ κρυ­φὰ τί­πο­τα γά­τες (χὰ χά, ἀ­στειά­κι, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν θὰ φέ­ρε­τε). Τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πο­μο­νῶ νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με στὸ ἰ­σό­γει­ο…Ἢ ἁ­πλῶς ἐ­λᾶ­τε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου γιὰ ἕ­να γειά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σω πά­νω σας. Γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, μπο­ρεῖ­τε πάν­τα νὰ κα­τε­βεῖ­τε γιὰ ἕ­να γειά! Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω νὰ βο­λευ­τή­κα­τε ἐ­δῶ. Ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἀ­πὸ τὸ 2Α παί­ζου­με οὐ­ῒ­στ αὔ­ριο βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα καὶ εἶ­στε εὐ­πρόσ­δε­κτοι νὰ παί­ξε­τε μα­ζί μας! Τὰ λέ­με ἐ­κεῖ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

1 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Κοί­τα­ξα τί ἔ­φε­ρε ὁ τα­χυ­δρό­μος γιὰ νὰ μά­θω τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν μυ­στή­ρι­ων ἐ­νοί­κων τοῦ 4Γ, ὥ­στε νὰ μὴ σᾶς ἀ­πευ­θύ­νο­μαι μό­νο μὲ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός σας (ὁ ξά­δερ­φός μου λέ­ει ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ ἐ­ρα­σι­τέ­χνις Τζέ­σι­κα Φλέ­τσερ[i]!). Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω ὅ­τι ὅ­λα πᾶ­νε κα­λὰ ἐ­κεῖ πά­νω… Τί ἦ­ταν αὐ­τὸ χθὲς βρά­δυ; Ἀ­κου­γό­ταν σὰν νὰ σέρ­να­τε ἕ­να ψυ­γεῖ­ο τίγ­κα στὶς μπρι­ζό­λες! Ξέ­ρω ὅ­τι προ­κύ­πτουν ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λὰ ἂν μπο­ρού­σα­τε νὰ εἶ­στε πιὸ ἥ­συ­χοι με­τὰ τὶς ἕν­τε­κα μ.μ., θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα. Ὁ Γκά­ρυ, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ φρε­σκά­δα του, πρέ­πει νὰ κοι­μᾶ­ται κα­λά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

4 Ἰ­ου­λί­ου

Σᾶς εὔ­χο­μαι μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη 4η Ἰ­ου­λί­ου. Κά­ποι­οι ἀ­πὸ μᾶς (ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν) θ’ ἀ­νε­βοῦ­με τὸ βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα γιὰ νὰ δοῦ­με τὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μᾶς κά­νε­τε πα­ρέ­α! Ἄ, ἡ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του οὐ­ρα­νοῦ, σω­στά;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Ἰ­ου­λί­ου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Δὲν θέ­λω νὰ γκρι­νιά­ζω ἀλ­λὰ τί ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ θό­ρυ­βος χθὲς στὴ 1 π.μ.; Μή­πως κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ ἐ­κεῖ πά­νω; Πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια ἔ­κα­να τά­ε κβὸ ντὸ στὴν Κο­ρέ­α­τα­ουν. Ξέ­ρε­τε ὅ­τι τά­ε κβὸ ντὸ ση­μαί­νει «ὁ δρό­μος τῆς κλω­τσιᾶς καὶ τῆς γρο­θιᾶς»; Ἤ­μουν ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ πει­ρά­χτη­κε ἕ­να νεῦ­ρο μου κι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νεῦ­ρο μὲ πο­νά­ει ἀ­κό­μα, γι’ αὐ­τὸ ἐρ­γά­ζο­μαι κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ σπί­τι (πράγ­μα ὄ­χι καὶ τό­σο κα­κό, μιὰ ποὺ μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ὅ­λη μέ­ρα… Ἀ­στειά­κι!). Τέ­λος πάν­των, θὰ ἤ­θε­λα νὰ μὴν κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα ἂν ἤ­σα­σταν πιὸ ἥ­συ­χοι.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

9 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, σο­βα­ρὰ τώ­ρα, τί ἦ­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ φα­σα­ρί­α χθὲς βρά­δυ; Ἄ­κου­σα τρί­α δυ­να­τὰ χτυ­πή­μα­τα στὸ πά­τω­μά σας, ἕ­να στὶς 11:33 μ.μ., ἕ­να στὶς 12:23 μ.μ. καὶ ἕ­να στὶς 1:19 π.μ. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει, παι­διά, προ­σπα­θῆ­στε νὰ ἠ­ρε­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

10 Ἰουλίου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Γειά σας. Λοι­πόν, πε­ρί­με­να μέ­χρι τὶς 4 π.μ. ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­σα τί­πο­τα! Εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ ἠ­ρε­μή­σα­τε. Ἐ­πὶ τῇ εὐ­και­ρί­α, ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν κι ἐ­γὼ θὰ πᾶ­με στὴν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας Legally Blonde 2 καὶ σᾶς κα­λοῦ­με νὰ ἔρ­θε­τε μα­ζί μας. Θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ με­γά­λω­νε λί­γο ἡ πα­ρέ­α μας για­τὶ ἀ­νη­συ­χῶ μή­πως ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ φαν­τά­ζε­ται ἕ­να ρο­μαν­τι­κὸ μέλ­λον γιὰ τοὺς δυ­ό μας, πράγ­μα ποὺ ὅ­πως σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νε­τε εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­ως τρε­λὴ ἰ­δέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

17 Ἰ­ου­λί­ου

Γειά σας, παι­διά. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ ζη­τή­σω συ­γνώ­μη γιὰ τὸν «θό­ρυ­βο» τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δύ­ο μέ­ρες. Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀ­λή­θεια, γνώ­ρι­σα κά­ποι­α. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Τζά­νετ καὶ κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ τὰ βρά­δια καὶ τὰ πράγ­μα­τα γί­νον­ται λί­γο ἄ­γρια – καὶ θο­ρυ­βώ­δη. (Συγ­γνώ­μη ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτω πολ­λά, ἀλ­λὰ εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­νή­λι­κες, σω­στά;). Ἴ­σως θὰ ἦ­ταν κα­λὸ νὰ βγαί­να­με οἱ τέσ­σε­ρίς μας δι­πλὸ ραν­τε­βού. Ξέ­ρω ὅ­τι τυ­πι­κὰ δὲν ἔ­χου­με γνω­ρι­στεῖ οὔ­τε ἔ­χου­με δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο οὔ­τε ἔ­χου­με μι­λή­σει, ἀλ­λὰ (αὐ­τὸ με­τα­ξύ μας) ἡ Τζά­νετ κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χου­με πολ­λὰ νὰ ποῦ­με. Μοῦ ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κὰ ἀλ­λὰ νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χα νὰ εἶ­στε κι ἐ­σεῖς πα­ρέ­α, σὰν ἕ­να φι­λι­κό μου ζευ­γά­ρι. Εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Δὲν ἔ­χε­τε τὸ ἴ­διο ἐ­πώ­νυ­μο καὶ λαμ­βά­νε­τε ξε­χω­ρι­στὲς εἰ­δο­ποι­ή­σεις ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα… Ἀλ­λὰ εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Ἐν­τά­ξει, πε­ρά­στε ἀ­π’ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου νὰ μοῦ πεῖ­τε ἂν συμ­φω­νεῖ­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Ὑ­πό­σχο­μαι ὅ­τι θὰ κοι­τά­ξω νὰ μει­ώ­σω τὸν θό­ρυ­βο μὲ τὴν Τζά­νετ, ἀλ­λὰ ὅ­πως λέ­νε οἱ Γάλ­λοι «L’ amour, c’ est l’ amour», σω­στά; Τὸ λέ­νε αὐ­τό, σω­στά;

***

26 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζή­σω καὶ χω­ρὶς τοὺς πα­ρά­ξε­νους θο­ρύ­βους τῆς χθε­σι­νῆς νύ­χτας. Τί κά­νε­τε, κυ­νη­γᾶ­τε πον­τί­κια; Λοι­πόν, μὲ τὴ Τζά­νετ τὰ χα­λά­σα­με. Θὰ μπο­ρού­σα­τε, ξέ­ρε­τε, νὰ μὲ εἴ­χα­τε βο­η­θή­σει στὰ ραν­τε­βού μας. Τέ­λος πάν­των, δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ Τζά­νετ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Γα­μῶ­το, ἔ­τσι συμ­βαί­νει πάν­τα. Γυ­ναῖ­κες, σω­στά; (Χω­ρὶς πα­ρε­ξή­γη­ση, Ἔ­μι­λυ). Για­τί ἄ­ρα­γε ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ πα­ρου­σί­α στὴ ζω­ή μου εἶ­ναι ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν; Ὄ­χι ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα ἔ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, ἀλ­λὰ μὲ περ­νά­ει τριά­ντα ἕ­ξι χρό­νια. Ἡ δι­κή σας δι­α­φο­ρὰ ἡ­λι­κί­ας ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὴ σχέ­ση σας; Ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ δὲν νο­μί­ζω νὰ ἦ­ταν πο­τέ τους εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Αὐ­το­κτό­νη­σαν καὶ οἱ δυ­ό. Ἐ­πί­σης, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ με­τα­κι­νή­σε­τε τὸ κλι­μα­τι­στι­κό σας στὸ ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο; Τὸ νε­ρὸ στά­ζει στὸ μπαλ­κό­νι μου.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

29 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ὅ­λα αὐ­τὰ μᾶς κά­νουν δυ­να­τό­τε­ρους; Ἡ καρ­διὰ ρα­γί­ζει καὶ με­τὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­ση μοιά­ζει ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­δύ­να­μη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ἐ­μεῖς ἐ­πι­νο­ή­σα­με τὸ κα­κό; Ἢ ἁ­πλῶς γλί­στρη­σε στὸν κό­σμο ἀ­πὸ μό­νο του, μιὰ φτυ­σιὰ ἀ­πὸ με­λά­νι στὴ σκο­τει­νὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Αὐ­γού­στου

Θὰ πα­ρα­βρε­θεῖ­τε ἄ­ρα­γε στὴν κη­δεί­α τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν; Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μοῦ μί­λη­σε μὲ ἀ­γά­πη γιὰ σᾶς. Θὰ γί­νει στὸ Μπέ­ι­σαϊντ – ξέ­ρω, εἶ­ναι λί­γο μα­κριά. Θὰ εἶ­μαι σ’ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ση­κώ­σουν τὸ φέ­ρε­τρο, πράγ­μα ποὺ μοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ νευ­ρι­κό­τη­τα. Κι ἂν γλι­στρή­σει ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο μου καὶ πέ­σει στὰ σκα­λιὰ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας κι ἀ­νοί­ξει καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν πε­τα­χτεῖ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι μὲ τὸ κυ­ρι­α­κά­τι­κο φό­ρε­μά της, τὸ σῶ­μα της ἀ­κί­νη­το καὶ φου­σκω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ ὑ­γρὰ τοῦ βαλ­σα­μω­τῆ, τὸ πρό­σω­πό της μιὰ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη μά­σκα θα­νά­του; Κι ἂν οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι ἀρ­χί­σουν νὰ οὐρ­λιά­ζουν καὶ ἡ Νί­να, ἡ δι­σέγ­γο­νη τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν, ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει κι ὁ νε­ό­τε­ρος ξά­δερ­φός της, ὁ με­θύ­στα­κας, ἀρ­χί­σει νὰ γε­λά­ει; Κι ἂν τὸ μό­νο ποὺ μοῦ μέ­νει εἶ­ναι νὰ τὸ βά­λω στὰ πό­δια, νὰ τὸ σκά­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ πά­ρω τὸ δρο­μά­κι πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α, κα­θὼς τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να θὰ περ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μου γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θοῦν στὸ Λαγ­κουά­ρντια κι ὁ ἱ­δρώ­τας θὰ λε­κιά­ζει τὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­νῶ ἡ κα Κου­τσου­λου­ριὰν θὰ συ­νε­χί­σει νὰ τοὺς ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­λους μ’ ἕ­να ἀ­πα­θὲς χα­μό­γε­λο σὰν στο­μω­μέ­νο μα­χαί­ρι; Τό­τε τί, Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό, τό­τε τί; Θε­έ μου, για­τί νὰ πε­θά­νει; Ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν εἶ­χα ἀ­γα­πή­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­γα­πᾶ ὁ Τζὸ τὴν Ἔ­μι­λυ. Για­τί ὅ­λοι γύ­ρω μου νὰ πε­θαί­νουν;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 μ.μ.

Πῶ πῶ, τί ζέ­στη ποὺ κά­νει σή­με­ρα, παι­διά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 4:23 μ.μ.

Δὲν μοῦ λέ­τε, ἔ­χε­τε ρεῦ­μα; Πῆ­γα κι ἔ­λεγ­ξα τὸν πί­να­κα ἀ­σφα­λεί­ας καὶ νο­μί­ζω ὅ­τι μοῦ κό­πη­κε τὸ ρεῦ­μα. Ἐ­σᾶς;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 6:45 μ.μ.

Φο­βε­ρὴ δι­α­κο­πὴ ρεύ­μα­τος, σω­στά; Ἄ­κου­σα ὅ­τι πιά­νει ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χὴ μέ­χρι καὶ τὸ Κο­νέ­κτι­κατ. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, ἔ­τσι ἄ­κου­σα. Τέ­λος πάν­των, πά­ω στὴν τα­ρά­τσα γιὰ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω λί­γο δρο­σε­ρὸ ἀ­έ­ρα. Μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μοῦ κά­νε­τε πα­ρέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 π.μ.

Ἐ­σεῖς ἤ­σα­σταν στὸ ἰ­σό­γει­ο πρὶν ἀ­πὸ λί­γο; Εἶ­χα πά­ει ν’ ἀ­γο­ρά­σω πά­γο καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα στὸ κτί­ριο, τέ­λει­ω­σε ἡ μπα­τα­ρί­α στὸν φα­κό μου. Θὰ ἔ­παιρ­να ὅρ­κο ὅ­τι κά­ποι­οι βρί­σκον­ταν στὸ ἰ­σό­γει­ο ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­το. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­νά­σες στὴ γω­νί­α στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες. Ἤ­σα­σταν ἐ­σεῖς; Φώ­να­ξα ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε κα­νέ­νας. Τέ­λος πάν­των, ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θέ­λω πο­λὺ νὰ σᾶς γνω­ρί­σω!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Αὐ­γού­στου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Σᾶς δη­μι­ουρ­γοῦν πρό­βλη­μα τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα 4Α, 4Β ἢ 4Δ; Για­τί ἄ­κου­γα κά­τι πε­ρί­ερ­γους θο­ρύ­βους τε­λευ­ταί­α: σὰν με­ταλ­λι­κὰ ρομ­πὸτ νὰ ἔ­παι­ζαν πέ­ιν­τμπωλ. Ἐ­δῶ καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν ἔ­χω κλεί­σει μά­τι. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἐν­τά­ξει ἢ σᾶς ἔ­χει δι­α­λύ­σει κι ἐ­σᾶς ὁ θό­ρυ­βος. Νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἀ­κό­μα ἐ­δῶ ἢ χα­θή­κα­τε γιὰ πάν­τα. Εἶ­στε οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι μου στὸν τέ­ταρ­το ὄ­ρο­φο, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου ἂν χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια. Θὰ σᾶς ὑ­πε­ρα­σπι­στῶ μέ­χρι θα­νά­του.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

3 Σε­πτεμ­βρί­ου

Παι­διά, ἐν­τά­ξει. Δὲν πά­ει ἄλ­λο. Νό­μι­ζα πὼς τὰ εἴ­χα­με βρεῖ με­τα­ξύ μας, ἀλ­λὰ τό­σος θό­ρυ­βος χθὲς βρά­δυ, αὐ­τὰ τὰ οὐρ­λια­χτὰ ζώ­ων, ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΠΡΩΪΑΣ. Τό­ση ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ τὸν ὕ­πνο τοῦ γεί­το­νά σας ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΑΝΕΧΤΩ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­χα­σα καὶ τὴ δου­λειά μου. Σᾶς ἀ­ρέ­σει τώ­ρα; Σᾶς ἀ­ρέ­σει ΓΑΜΩΤΟ; Ἔ­κα­να λά­θος γιὰ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ φί­λοι. Σᾶς μι­σῶ.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

11 Σε­πτεμ­βρί­ου

Πρὸς τι­μὴν τῶν πε­σόν­των νε­κρῶν μας ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ συγ­χω­ρή­σω τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Πα­ρα­κα­λῶ λά­βε­τέ το αὐ­τὸ ὑ­πό­ψη σας, για­τὶ ὁ Γκά­ρυ συγ­χω­ρεῖ μί­α μό­νο φο­ρά. Ἐλ­πί­ζω νὰ τὸ ἐ­κτι­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Δὲν εἶ­χα δου­λειὰ γιὰ νὰ τὴν χά­σω. Ἁ­πλῶς ἤ­μουν θυ­μω­μέ­νος καὶ ἤ­θε­λα νὰ σᾶς στε­νο­χω­ρή­σω. Στε­νο­χω­ρη­θή­κα­τε;

***

23 Σε­πτεμ­βρί­ου

Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι γρά­ψα­τε τὴ συγ­χώ­ρε­σή μου στὰ πα­λιά σας τὰ πα­πού­τσια. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει. Ξέ­ρε­τε τί ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, ΟΙ ΠΥΤΖΑΜΕΣ ΣΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΑΚΙΑ. Ἐ­πί­σης, Ἔ­μι­λυ, στὸν ὕ­πνο σου κα­θὼς ἀ­να­πνέ­εις σχη­μα­τί­ζεις σα­λι­ό­φου­σκες. Ἔ, ναί λοι­πόν. Ἀ­πο­κτή­σα­τε ἕ­ναν ἐ­χθρὸ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Γκά­ρυ καὶ θὰ τὸ με­τα­νι­ώ­σε­τε. Ὁ Γκά­ρυ ἔ­χει θυ­μώ­σει μὲ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

30 Σε­πτεμ­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Πρό­σε­ξα ὅ­τι χθὲς με­τα­κο­μί­σα­τε, ἀλ­λὰ εἶ­στε σί­γου­ροι ὅ­τι τὰ πή­ρα­τε ὅ­λα; Για­τὶ ἀ­κου­γό­ταν σὰν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ πο­δο­σφαι­ρά­κι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας – μὲ κρά­τη­σε ξύ­πνιο ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Στε­νο­χω­ρι­έ­μαι γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα με­τα­ξὺ μας ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ἔ­χει ἡ ζω­ή. Εἴ­χα­με ὅ­μως καὶ τὶς κα­λὲς στιγ­μές μας, σω­στά; Τέ­λος πάν­των, ἐ­γὼ κα­κί­ες δὲν κρα­τά­ω. Πε­ρά­στε ὅ­πο­τε θέ­λε­τε ἀ­πὸ δῶ γιὰ νὰ παί­ξου­με οὐῒ­στ στὴν τα­ρά­τσα μα­ζὶ μὲ τὴν κα Κα­τσου­λου­ριὰν ὅ­πως τὸν πα­λιὸ κα­λὸ και­ρό! Κα­λὴ τύ­χη!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

6 Ὀ­κτω­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Γειά σας! Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Fifty-Two Stories τοῦ Cal Morgan:

http://www.fiftytwostories.com/?p=1383#more-1383 Πα­ράλ­λη­λο κεί­με­νο: Γιῶρ­γος Πα­να­γιω­τί­δης: «Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση».

Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐκ­δό­της ποὺ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ τὴν Κοι­λά­δα Χάν­τσον. Πε­ζὰ καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ The Missouri Review, Geist, Hobart Pulp, Rolling Stone, Literary Hub καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ γρά­φει ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ τσε­κου­ριοῦ, ἐν μέ­ρει με­λέ­τη τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του κα­τὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πέ­κτα­ση πρὸς τὴ Δύ­ση, ἐν μέ­ρει δι­ε­ρώ­τη­ση τῶν σύγ­χρο­νων ἀ­πει­κο­νί­σε­ων τῆς ἀν­δρο­πρέ­πειας καὶ τῆς ζω­ῆς στὴν ἔ­ρη­μο. Ἔ­χει ἕ­ναν γιὸ καὶ εἶ­ναι δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ LitHub.com.

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα https://www.jonnydiamond.me/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον καὶ Γρα­φή.

[i] Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ «Murder, she wrote» (1986-1990). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­α ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὰ μὲ τὴν ἐ­ξι­χνί­α­ση ἐγ­κλη­μά­των.

Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα


ΦΕΡΕ ἀ­κό­μη ἕ­ναν γύ­ρο τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως ἐ­κεί­νη ἄ­φαν­τη. Ἕ­να μού­δια­σμα πα­ρέ­λυ­σε τὸ σῶ­μα καὶ τὴ σκέ­ψη τῆς νε­α­ρῆς κο­πέ­λας. Ἀ­συ­ναί­σθη­τα τι­νά­χτη­κε καὶ βρέ­θη­κε νὰ τρέ­χει κα­τὰ μῆ­κος τῆς ὁ­δοῦ Θη­σέ­ως. Δὲν εἶ­χε στό­χο, ὅ­μως κι ὁ στό­χος θέ­λει σκέ­ψη. Κι ἐ­κεί­νης τὸ μυα­λὸ πλημ­μύ­ρι­ζαν ἀ­σύν­δε­τες εἰ­κό­νες κα­ται­γί­δα. Ὁ πα­νι­κὸς τῆς ἀ­πρό­σμε­νης ἀ­πώ­λειας ἐ­ναλ­λασ­σό­ταν μὲ τὸν τρό­μο τῆς τι­μω­ρί­ας. Ἡ ὑ­πε­ρή­λι­κη για­γιά της, πρὶν λί­γα χρό­νια φερ­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στοὺς δρό­μους τῆς Καλ­λι­θέ­ας. Τὰ σπί­τια ἔ­μοια­ζαν με­τα­ξύ τους, ὁ­ρί­ζον­τας δὲν φαι­νό­ταν που­θε­νά, ὅ­σο γιὰ γράμ­μα­τα δὲν γνώ­ρι­ζε, γιὰ νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν δρό­μων. Ἤ­ξε­ρε νὰ προ­σα­να­το­λί­ζε­ται νύ­χτα χω­ρὶς φεγ­γά­ρι στὸ ὀ­ρει­νὸ δά­σος, ὅ­μως στὸ ἀ­στι­κὸ το­πί­ο ἦ­ταν ἀ­ναλ­φά­βη­τη. Κά­θε φο­ρὰ λοι­πὸν ἔ­πρε­πε νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψει κά­ποι­ος στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Σή­με­ρα ἦ­ταν πά­λι ἡ σει­ρὰ τῆς Μ.. Κα­θὼς ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει ἐν­δι­α­μέ­σως φρον­τι­στή­ριο, τῆς εἶ­πε νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴν εἴ­σο­δο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Καὶ τώ­ρα ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τη. Πῶς νὰ γυ­ρί­σει μό­νη σπί­τι καὶ πῶς νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ! Ἐ­νῶ ἔ­τρε­χε, εἶ­δε ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κὸ τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας νὰ περ­νᾶ καὶ στὸ πί­σω κά­θι­σμα φαι­νό­ταν ἡ για­γιά. Οἱ φω­νές της ἀ­κού­στη­καν ἀ­πὸ τὸ πλή­ρω­μα, ποὺ ἔ­πι­α­σε στὴν ἄ­κρη. Οἱ ἐ­ξη­γή­σεις ποὺ ἔ­δω­σε ἡ ἐγ­γο­νὴ φά­νη­καν ἐ­παρ­κεῖς καὶ οἱ δυ­ό τους πή­ρα­νε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι. Ἡ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη μὲ τὴ με­τσο­βί­τι­κη ἐν­δυ­μα­σί­α ἦ­ταν τα­ραγ­μέ­νη. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α λει­τουρ­γί­α, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, βγῆ­κε στὴν πόρ­τα. Κα­θὼς δὲν τὴ σή­κω­ναν τὰ πό­δια της, κά­θι­σε σ’ ἕ­να σκα­λο­πά­τι. Ἔ­νι­ω­σε κά­ποι­ον νὰ τῆς βά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα στὴν πα­λά­μη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ βί­α, ὅ­μως γλώσ­σα γιὰ νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κεν­τρι­κὸ ρό­λο στὰ δρώ­με­να τοῦ ὀ­ρει­νοῦ χω­ριοῦ της, μαί­ας καὶ ψυ­χο­πομ­ποῦ συ­νά­μα, ποὺ πο­νε­μέ­νοι κα­τέ­φθα­ναν ξη­μέ­ρω­μα γιὰ νὰ τοὺς ξε­μα­τιά­σει. Πῆ­ρε λοι­πὸν τοὺς δρό­μους μὲ τὸ ἀ­βέ­βαι­ό της βῆ­μα, νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἄλ­λη προ­σβο­λή. Οὔ­τε κα­τά­λα­βε πῶς βρέ­θη­καν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ νὰ τὴ ρω­τοῦν ἀ­κα­τα­νό­η­τα πράγ­μα­τα, οὔ­τε πῶς βρέ­θη­κε στὸ πε­ρι­πο­λι­κό. Στὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο, στὸ κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ, ὅ­που τὴν ἔ­φε­ρε ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­κεί­νη νὰ τὴν ἀ­να­γνώ­σει, μὰ οὔ­τε τὰ δι­σέγ­γο­νά της νὰ τα­ξι­δέ­ψουν μὲ δι­κές της ἀ­φη­γή­σεις.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Βάνια Σύρμου: Camera Obscura


Βά­νια Σύρ­μου


Camera Obscura


ΙΑ ΩΡΑ τὸ βλέμ­μα του μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ὑ­πνω­τι­σμέ­νο πά­νω της . Ἔ­χει ἔρ­θει ἀ­πὸ μα­κριὰ μό­νο γιὰ ἐ­κεί­νη. Ἡ πο­λυ­κο­σμί­α ὅ­μως δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ τὴ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Προ­τι­μᾶ ἔ­τσι νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ μα­κριά, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ τὴν πλη­σιά­σει.

        Στέ­κε­ται ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ φῶς νὰ λού­ζει τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιά της. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να καὶ τὸ κε­φά­λι σκυ­φτό, δια­βά­ζει μὲ προ­σο­χὴ ἕ­να γράμ­μα ποὺ κρα­τᾶ στὰ χέ­ρια της. Ἡ μορ­φὴ της κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ἐ­πι­τρέ­πον­τας στὸ εἴ­δω­λο νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὴν εἰ­κό­να της . Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει εἶ­ναι ὁ λευ­κός της λαι­μός. Τὰ δε­μέ­να σὲ κό­τσο ξαν­θά της μαλ­λιὰ ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­γρά­φε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ αὐ­χέ­να της, ποὺ κα­τα­λή­γει ἤ­ρε­μα στοὺς λε­πτούς της ὤ­μους. Μιὰ λευ­κὴ ὀρ­γάν­τζα τοὺς ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά, φτά­νον­τας ὡς τὸ νε­α­νι­κό της μποῦ­στο. Τὸ βλέμ­μα του δι­α­νύ­ει ξα­νὰ τὴν ἁ­πα­λὴ αὐ­τὴ δι­α­δρο­μὴ , ἀρ­γο­πο­ρών­τας ἐ­κεῖ ποὺ τὸ φῶς παί­ζει μὲ τὶς μποῦ­κλες τῶν μαλ­λι­ῶν της, ὅ­ταν πέ­φτουν ἐ­λεύ­θε­ρες στὸ πλά­ι τοῦ λαι­μοῦ της. Κα­θὼς τὴν κοι­τᾶ, εὔ­χε­ται νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­θε­ται δί­πλα της, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­ρέ­κλα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο , γε­μά­τος πε­ρι­έρ­γεια, ἴ­σως καὶ ζή­λεια γιὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γράμ­μα­τος καὶ νὰ θαυ­μά­ζει τὸ ρο­δα­λὸ χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα καὶ τὰ χεί­λη της. Ἴ­σως πά­λι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀπ΄ τὴν κουρ­τί­να τοῦ σε­πα­ρέ της, νὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­π’ τὸ κα­θρέ­φτι­σμα τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ γράμ­μα.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ στρι­μω­χτεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος δι­εκ­δι­κών­τας κι αὐ­τὸς μιὰ θέ­ση κον­τά της. Τοὺς βλέ­πει νὰ τὴν φω­το­γρα­φί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ τὶς ψη­φια­κές τους μη­χα­νὲς καὶ τὰ κι­νη­τά. Τὴν φαν­τά­ζε­ται νὰ πο­ζά­ρει μό­νο γιὰ χά­ρη του, προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, κι ἐ­κεῖ­νος πί­σω ἀ­π’ τὴν camera obscura, συλ­λαμ­βά­νον­τας τὸ φῶς της, νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει γιὰ πάν­τα τὴν αὔ­ρα της καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­πο­κλει­στι­κά το τέ­λει­ο ἀ­πεί­κα­σμα τῆς φι­γού­ρας της ἀ­νε­στραμ­μέ­νο πά­νω στὸ καμ­βά του.

        Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει ἐ­πι­τέ­λους νὰ τὴν πλη­σιά­σει, ὁ φύ­λα­κας εἰ­δο­ποι­εῖ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες πὼς πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα Βερ­μέερ, για­τί ἡ πι­να­κο­θή­κη πρό­κει­ται νὰ κλεί­σει στὰ δέ­κα ἑ­πό­με­να λε­πτά. Κοι­τά­ζον­τας τὸν πί­να­κα ἀ­πὸ κον­τά, ἡ μα­τιά του σκα­λώ­νει στὶς στι­κτὲς πι­νε­λι­ὲς ἀ­νοι­χτοῦ χρώ­μα­τος ποὺ φω­τί­ζουν τὸ μποῦ­στο της. Ζη­λεύ­ει τὸ βλέμ­μα τοῦ ζω­γρά­φου. Τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ σι­λου­έ­τα της. Δὲν τὴν εἶ­δε ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε. Τὸν πα­ρη­γο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ σκέ­ψη πὼς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­π’ τὴν Δρέσ­δη, τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ γράμ­μα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­τί­ζει τὴ μο­να­ξιά του μέ­σα ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ ρε­προν­του­ξιόν, ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο τῆς σκο­τει­νῆς του κά­μα­ρης χρό­νια τώ­ρα, ἀ­γο­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ πλα­νό­διο καλ­λι­τέ­χνη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Φρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Εἰκόνα: Τὸ κορίτσι μὲ τὸ γράμμα (1657) τοῦ Γιοχάννες Βερμέερ (1632-1675).

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.