Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά


ΑΠΟΙΟΣ γέ­ρον­τας ὁ ὁ­ποῖ­ος ἡ­σύ­χα­ζε στὴ Σκή­τη ἀ­νέ­βη­κε στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια νὰ που­λή­σει τὸ ἐρ­γό­χει­ρό του· καὶ βλέ­πει ἕ­να νέ­ο μο­να­χὸ νὰ μπαί­νει στὸ κα­πη­λει­ό. Στε­νο­χω­ρή­θη­κε γι’ αὐ­τὸ ὁ γέ­ρον­τας καὶ πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, γιὰ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει, ὅ­ταν θὰ βγεῖ, πράγ­μα ποὺ ἔ­γι­νε. Ὅ­ταν λοι­πὸν βγῆ­κε ὁ νέ­ος, τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ὁ γέ­ρον­τας, τὸν πῆ­γε κά­που ἰ­δι­αι­τέ­ρως καὶ τοῦ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε ἀ­δελ­φέ, δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι φο­ρᾶς τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι εἶ­σαι νέ­ος; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι πολ­λὲς εἶ­ναι οἱ πα­γί­δες τοῦ δι­α­βό­λου; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι κι ἀ­πὸ τὰ μά­τια κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­κο­ὴ κι ἀ­π’ τὶς χει­ρο­νο­μί­ες βλά­πτον­ται οἱ μο­να­χοί, ὅ­ταν ζοῦν στὶς πό­λεις; Ἐ­σὺ ὅ­μως,  μπαί­νον­τας χω­ρὶς φό­βο στὰ κα­πη­λειά, κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις ἀ­κοῦς κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις βλέ­πεις καὶ συ­να­να­στρέ­φε­σαι κι ἄ­σε­μνα μὲ γυ­ναῖ­κες. Μή, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, ἀλ­λὰ πή­γαι­νε στὴν ἔ­ρη­μο, ὅ­που μπο­ρεῖς νὰ σω­θεῖς, ὅ­πως τὸ θέ­λεις.» Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ νέ­ος: «Πή­γαι­νε, κα­λό­γε­ρε, ὁ Θε­ὸς δὲν θέ­λει τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”.» Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας σή­κω­σε τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ εἶ­πε: «Δό­ξα Σοι ὁ Θε­ός, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω στὴ Σκή­τη πε­νήν­τα χρό­νια κι ἀ­κό­μα δὲν ἀ­πό­κτη­σα “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”. Κι αὐ­τὸς γυ­ρί­ζον­τας στὰ κα­πη­λειά, ἀ­πό­κτη­σε “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”». Καὶ στρά­φη­κε στὸν ἀ­δελ­φὸ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ὁ Θε­ὸς κι ἐ­σέ­να νὰ σώ­σει καὶ νὰ μὴ δι­α­ψεύ­σει τὴ δι­κή μου ἐλ­πί­δα.»



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σ. 222.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός: Ἡ ἀποστολή



Γιά­ννης Δεν­δρι­νός


Ἡ ἀ­πο­στο­λή


Α ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ στα­μά­τη­σαν στὸ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Ἡ πλα­ϊ­νὴ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τῆς πρε­σβεί­ας μι­σά­νοι­ξε. Τό­τε ξε­κί­νη­σε καὶ μὲ γρή­γο­ρο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο στ’ ἄλ­λο. Κοί­τα­ζε ἀ­ρι­στε­ρὰ δε­ξιὰ τοὺς ὁ­δη­γοὺς μὲ τὸ βλέμ­μα ἀν­θρώ­που ποὺ μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σε μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­πο­στο­λὴ καὶ ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ὅ­λους ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ διά­βα του. Τρύ­πω­σε στὴν πόρ­τα.

       «Τὸ εἶ­δες αὐ­τό;» ρώ­τη­σα ἔκ­πλη­κτος τὴ γυ­ναί­κα μου.

       «Μιὰ γά­τα ἤ­τα­νε, τί ἔ­γι­νε;» μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα.

       «Μά, δὲν πρό­σε­ξες τὸ ὕ­φος της; Τὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν κι­νή­σε­ων; Σχε­δὸν στρα­τι­ω­τι­κός. Σὰν νὰ ἔ­κα­νε σι­νιά­λο νὰ τῆς ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα», ἐ­πέ­μει­να.

       «Τί ἀ­νο­η­σί­ες εἶ­ναι πά­λι αὐ­τές; Ἡ φαν­τα­σί­α σου ἔ­χει ξε­φύ­γει. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σες αὐ­τὸ τὸ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ὅ­λο κά­τι τέ­τοι­α μοῦ λὲς στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να», εἶ­πε.

       «Δὲν ξέ­ρω τί λὲς ἐ­σύ. Ἄ­κου­σα ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νες με­θό­δους κα­τα­σκο­πεί­ας. Ὅ­λοι ἐκ­παι­δεύ­ον­ται, ἄν­τρες, γυ­ναῖ­κες, παι­διά. Για­τί ὄ­χι καὶ τὰ ζῶ­α; Καὶ μά­λι­στα ἔ­ξυ­πνα καὶ πα­νοῦρ­γα, ὅ­πως οἱ γά­τες». Δὲν μί­λη­σε.

       «Βά­ζω στοί­χη­μα ὅ­τι μό­λις τε­λεί­ω­σε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ποὺ τῆς ἀ­νά­θε­σαν καὶ γύ­ρι­σε στὴ βά­ση της», μουρ­μού­ρι­σα μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια μου.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε ξα­νὰ πρά­σι­νο. Ξε­κί­νη­σα σι­γὰ καὶ κοί­τα­ξα δε­ξιά μου. Ἡ γά­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, μό­νη, δί­πλα ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δρό­μο. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Ἴ­σως καὶ νὰ μοῦ ‘κλει­σε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός (1966): Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­θά­κη καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Μη­χα­νι­κὸς ΕΜΠ, ἔ­χει σπου­δά­σει ἀ­κό­μη οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ­να μὴ

­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ­δρω­πιά­σῃ


Ν ΤΟΥΤΩΙ τῷ ὄ­ρει τῆς Νι­τρί­ας ἀ­νήρ τις Βε­νια­μὶν οὕ­τω κα­λού­με­νος, βι­ώ­σας ἐ­πὶ ἔ­τη ὀ­γδο­ή­κον­τα καὶ εἰς ἄ­κρον ἀ­σκή­σας, κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των*, ὡς παν­τὶ ᾧ ἂν χεῖ­ρα ἐ­πε­τί­θει ἢ ἔ­λαι­ον εὐ­λο­γή­σας ἐ­δί­δου, πά­σης ἀ­παλ­λάτ­τε­σθαι ἀρ­ρω­στί­ας. Οὗ­τος τοί­νυν ὁ τοι­ού­του χα­ρί­σμα­τος κα­τα­ξι­ω­θεὶς πρὸ ὀ­κτὼ μη­νῶν τοῦ θα­νά­του αὐ­τοῦ ὑ­δρω­πί­α­σε, καὶ ἐ­πὶ το­σοῦ­τον ὠγ­κώ­θη αὐ­τοῦ τὸ σῶ­μα ὡς ἄλ­λον Ἰ­ὼβ φαί­νε­σθαι. Πα­ρα­λα­βὼν οὖν ἡ­μᾶς Δι­ό­σκο­ρος ὁ ἐ­πί­σκο­πος, τό­τε δὲ πρε­σβύ­τε­ρος ὢν τοῦ ὄ­ρους τῆς Νι­τρί­ας, ἐ­μέ τε καὶ τὸν μα­κά­ριον Εὐά­γριον, λέ­γει ἡ­μῖν· «Δεῦ­τε, ἴ­δε­τε νέ­ον Ἰ­ὼβ ἐν το­σού­τῳ ὄγ­κῳ σώ­μα­τος καὶ πά­θει ἀ­νιά­τῳ ἄ­με­τρον κε­κτη­μέ­νον εὐ­χα­ρι­στί­αν.» Ἀ­πελ­θόν­τες οὖν ἐ­θε­α­σά­με­θα το­σοῦ­τον ὄγ­κον σώ­μα­τος ὡς μὴ δύ­να­σθαι δά­κτυ­λον χει­ρὸς αὐ­τοῦ πε­ρι­λαμ­βά­νειν ἄλ­λους δα­κτύ­λους. Μὴ δυ­νά­με­νοι δὲ ἀ­τε­νί­ζειν τῇ τοῦ πά­θους δει­νό­τη­τι τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­πε­στρέ­ψα­μεν. Τό­τε λέ­γει ἡ­μῖν ὁ μα­κά­ριος ἐ­κεῖ­νος Βε­νια­μίν· «Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ· οὗ­τος γὰρ οὔ­τε με εὐ­πα­θῶν ὤ­νη­σεν*, οὔ­τε δυ­σπα­θῶν ἔ­βλα­ψε.» Τοὺς οὖν ὀ­κτὼ μῆ­νας δί­φρος* αὐ­τῷ ἔ­κει­το πλα­τύ­τα­τος ἐν ᾧ ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐ­κα­θέ­ζε­το, μη­κέ­τι ἐν κλί­νῃ ἀ­να­πε­σεῖν δυ­νά­με­νος διὰ τὰς λοι­πὰς χρεί­ας. Ἐν τῷ πά­θει δὲ τού­τῳ ὢν ἄλ­λους ἰᾶ­το. Ἀ­ναγ­καί­ως οὖν ἐ­ξη­γη­σά­μην τὸ πά­θος τοῦ­το, ἵ­να μὴ ξε­νι­ζώ­με­θα ὅ­ταν τι πε­ρι­στα­τι­κὸν ἀν­δρά­σι δι­καί­οις συμ­βαί­νῃ. Τε­λευ­τή­σαν­τος δὲ αὐ­τοῦ, αἱ φλιαὶ* τῆς θύ­ρας ἐ­πήρ­θη­σαν καὶ αἱ πα­ρα­στά­δες, ἵ­να δυ­νη­θῇ τὸ σῶ­μα ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι* τοῦ οἴ­κου· το­σοῦ­τος ἦν ὁ ὄγ­κος.


κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των: ἀξιώθηκε τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει.
ὤ­νη­σεν: ὀφέλησε.
δί­φρος: κάθισμα δίχως ράχη καὶ χειρολαβές.
φλιαί: κατώφλια.
ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι: νὰ βγεῖ.


Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 78-81.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος: Δη­μό­σιο



Ἀν­τώ­νης Πά­σχος


Δη­μό­σιο


ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ἔ­χει εἰ­κο­σι­κά­τι ἀν­θρώ­πους οὐ­ρὰ καὶ μιὰ τα­μί­α. Ἔρ­χε­ται ἡ σει­ρὰ ἑ­νὸς γέ­ρου, «πε­ρι­μέ­νε­τε». Ση­κώ­νει κι­νη­τὸ ἡ μαν­τάμ, «κα­λέ, ναί, ἔ­χω χρό­νο, πές».

       Πί­σω της, ἄλ­λοι τρεῖς κου­βεν­τιά­ζουν.

       Ἕ­νας πα­πὰς ξε­φυ­σά­ει. Ἕ­νας τρι­αν­τά­ρης κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι. Εἶ­μαι τε­λευ­ταῖ­ος.

       Ἡ πόρ­τα βρον­τά­ει. Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος κρα­τά­ει πι­στό­λι.

       Τὰ γέ­λια κό­βον­ται, τὸ κι­νη­τὸ πέ­φτει.

       «Ὅ­λοι στὰ τα­μεῖ­α!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δι­στά­ζουν, ἔ­πει­τα τὰ τέσ­σε­ρα τα­μεῖ­α γε­μί­ζουν ὑ­πάλ­λη­λους ποὺ τρέ­μουν. Μυ­ρί­ζω κά­του­ρο.

       «Ἐμ­πρός, τεμ­πε­λό­σκυ­λα!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος. «Ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­στε τους!»

       Οἱ πε­λά­τες σπεύ­δουν δει­λὰ-δει­λὰ στὰ τα­μεῖ­α. Ὁ γέ­ρος φεύ­γει, ὁ πα­πὰς φεύ­γει, ὁ τρι­αν­τά­ρης φεύ­γει. Χέ­ρια-χαρ­τιὰ βου­ί­ζουν. Δέ­κα λε­πτὰ με­τά, τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο ἀ­δειά­ζει. Ἀ­κού­ω σει­ρή­να.

       Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος τι­νά­ζε­ται. Κοι­τά­ει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά. Μοῦ πε­τά­ει τὸ πι­στό­λι κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται.

       Τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι.

       Ὅ­λοι κοι­τοῦν.

       Μο­νο­λο­γῶ: «εἶ­ναι ψεύ­τι­κο…»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος. Με­γά­λω­σε στὶς Σέρ­ρες καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες ὅ­πως ἡ Θρά­κα καὶ ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο «Με­τὰ Βί­ας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Bell.

 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Βαβύλας ὁ παιγνιότος



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Βαβύλας ὁ παιγνιότος


ΙΜΟΣ ΤΙΣ ἦν ἐν Ταρ­σῷ τῆς Κι­λι­κί­ας, ὀ­νό­μα­τι Βα­βύ­λας. Οὗ­τος εἶ­χε δύ­ο φί­λας (ὄ­νο­μα τῇ μιᾷ Κο­μι­τῶ καὶ ὄ­νο­μα τῇ ἄλ­λῃ Νι­κῶ­σα), ζῶν ἀ­σώ­τως καὶ πράτ­των ὅ­σα­περ ἄ­ξια τοῖς συ­νερ­γοῦ­σι δαί­μο­σιν. Ἐν μιᾷ οὖν εἰ­σῆλ­θεν εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν καὶ κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­αν Θε­οῦ ἠ­νε­γι­νώ­σκε­το τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον, ἐν ᾧ ὑ­πῆρ­χεν ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἡ λέ­γου­σα· «με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»· καὶ κα­τα­νυ­γεὶς εἰς τοῦ­το, ἤρ­ξα­το με­τὰ δα­κρύ­ων τα­λα­νί­ζειν ἑ­αυ­τὸν ἐ­πὶ τοῖς πε­πραγ­μέ­νοις αὐ­τῷ, καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἐ­ξελ­θὼν ἀ­πὸ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ κα­λέ­σας τὰς δύ­ο φί­λας αὐ­τοῦ, λέ­γει αὐ­ταῖς.

       «Οἴ­δα­τε πῶς ἔ­ζη­σα με­θ’ ὑ­μῶν ἐν ἀ­σω­τί­ᾳ καὶ ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε προ­ε­τί­μη­σα μί­αν τῆς ἄλ­λης. Καὶ νῦν ἰ­δοὺ ἔ­χε­τε πάν­τα ὅ­σα ἐ­κτη­σά­μην ὑ­μῖν· λά­βε­τε δὲ καὶ τὰ ἐ­μὰ πάν­τα καὶ με­ρί­σα­σθε· ἐ­γὼ γὰρ ἀ­πὸ τῆς σή­με­ρον ὑ­πά­γω, ἀ­πο­τάσ­σο­μαι καὶ γί­νο­μαι μο­να­χός.»

       Αἱ δὲ ὡς ἐξ ἑ­νὸς στό­μα­τος ἀ­πε­κρί­θη­σαν αὐ­τῷ, λέ­γου­σαι με­τὰ δα­κρύ­ων.

       «Εἰς μὲν τὴν ἁ­μαρ­τί­αν καὶ εἰς τὴν τῆς ψυ­χῆς ἡ­μῶν ἀ­πώ­λειαν ἐ­κοι­νω­νή­σα­μέν σοι καὶ ἄρ­τι ὅ­τε θέ­λεις ποι­ῆ­σαι τοῦ­το τὸ θε­ά­ρε­στον ἔρ­γον, ἀ­φί­εις ἡ­μᾶς καὶ μό­νος ποι­εῖς; Ὄν­τως οὐκ ἐ­ᾷς, ἀλ­λὰ καὶ εἰς τὸ κα­λὸν κοι­νω­νοῦ­μέν σοι.»

       Καὶ ὁ μὲν μῖ­μος εὐ­θὺς ἑ­αυ­τὸν ἀ­πέ­κλει­σεν εἰς ἕ­να τῶν τει­χῶν τοῦ πύρ­γου τῆς πό­λε­ως· ἐ­κεῖ­ναι δὲ πω­λή­σα­σαι τὰ ἑ­αυ­τῶν, δε­δώ­κα­σι πτω­χοῖς, καὶ λα­βοῦ­σαι καὶ αὐ­ταὶ τὸ ἀ­σκη­τι­κὸν σχῆ­μα, ποι­ή­σα­σαι κελ­λί­ον ἑ­αυ­ταῖς πλη­σί­ον τοῦ πύρ­γου, ἑ­αυ­τὰς ἀ­πέ­κλει­σαν.

       Τού­τῳ κἀ­γὼ συ­νέ­τυ­χον καὶ ὠ­φε­λή­θην. Ἔ­στιν γὰρ ὁ ἀ­νὴρ πά­νυ συμ­πα­θὴς καὶ ἐ­λε­ή­μων καὶ τα­πει­νό­φρων. Γέ­γρα­φα δὲ καὶ τοῦ­το εἰς ὠ­φέ­λειαν τῶν ἐν­τυγ­χα­νόν­των.


Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς Βα­βύ­λας

Ὑπῆρχε κά­ποι­ος ἠ­θο­ποι­ὸς στὴν Ταρ­σὸ τῆς Κι­λι­κί­ας ποὺ τὸν ἔ­λε­γαν Βα­βύ­λα. Αὐ­τὸς εἶ­χε δυ­ὸ φί­λες (τὸ ὄ­νο­μα τῆς μιᾶς Κο­μι­τὼ καὶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς ἄλ­λης Νι­κώ­σα), ζών­τας ἄ­σω­τα μα­ζί τους καὶ κά­νον­τας ὅ­σα ται­ριά­ζουν στοὺς συ­νερ­γά­τες του δαί­μο­νες. Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, μπῆ­κε στὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ταν θεί­ᾳ οἰ­κο­νο­μί­ᾳ δι­α­βα­ζό­ταν τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὑ­πῆρ­χε τὸ χω­ρί­ο ποὺ ἔ­λε­γε: «με­τα­νο­εῖ­τε· για­τὶ φτά­νει ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»· καὶ συγ­κι­νη­μέ­νος βα­θειὰ ἀ­π’ αὐ­τό, ἄρ­χι­σε κλαί­γον­τας νὰ τὰ βά­ζει μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὰ πε­πραγ­μέ­να του, κι ἀ­μέ­σως βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ κα­λών­τας τὶς δυ­ό του φί­λες τοὺς λέ­ει:

       «Γνω­ρί­ζε­τε σὲ τί ἀ­σω­τί­α ἔ­ζη­σα μα­ζί μας καὶ ὅ­τι πο­τὲ δὲν προ­τί­μη­σα τὴν μιά σας ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη. Καὶ τώ­ρα ἰ­δοὺ ἔ­χε­τε ὅ­λα ὅ­σα ὀ­φεί­λε­τε σὲ μέ­να· πά­ρε­τε ἐ­πι­πλέ­ον καὶ ὅ­λα τὰ δι­κά μου καὶ μοι­ρα­στεῖ­τε τα· ἐ­πει­δὴ ἐ­γὼ ἀ­πὸ σή­με­ρα φεύ­γω, ἀ­παρ­νοῦ­μαι τὸν κό­σμο καὶ γί­νο­μαι μο­να­χός.»

       Κι αὐ­τὲς μὲ ἕ­να στό­μα τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­σαν, λέ­γον­τας μὲ δά­κρυ­α:

       «Στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν ἀ­πώ­λεια τῆς ψυ­χῆς μας ἤ­μα­σταν μα­ζί σου, καὶ τώ­ρα ποὺ θέ­λεις νὰ κά­νεις τοῦ­το τὸ θε­ά­ρε­στο ἔρ­γο, μᾶς πα­ρα­τᾶς καὶ τὸ κά­νεις μό­νος σου; Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μᾶς ἀ­φή­νεις, ἀλ­λὰ καὶ στὸ κα­λὸ εἴ­μα­στε μα­ζί σου.»

       Καὶ ὁ μὲν ἠ­θο­ποι­ὸς ἀ­μέ­σως ἔ­κλει­σε τὸν ἑ­αυ­τό του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ τεί­χη τοῦ πύρ­γου τῆς πό­λης· κι ἐ­κεῖ­νες, ἀ­φοῦ πώ­λη­σαν τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὰ ἔ­δω­σαν στοὺς φτω­χούς, πῆ­ραν τὸ μο­να­χι­κὸ σχῆ­μα, ἔ­φτια­ξαν κελ­λὶ γιὰ λο­γα­ρια­σμό τους κον­τὰ στὸν πύρ­γο καὶ κλεί­στη­καν μέ­σα.

       Μ’ αὐ­τὸν συ­ναν­τή­θη­κα καὶ ἐ­γὼ καὶ ὠ­φε­λή­θη­κα. Για­τ’ εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος πο­λὺ ἀ­ξι­α­γά­πη­τος καὶ ἐ­λε­η­τι­κὸς καὶ τα­πει­νός. Ἔ­γρα­ψα δὲ καὶ τὸ πα­ρὸν γιὰ νὰ ὠ­φε­λη­θοῦν ὅ­σοι τὸ δι­α­βά­ζουν.

        [Μετάφραση: Γ.Π.]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 62-65.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μάρ­κος Σελ­λῆς: Τυ­φλο­πόν­τι­κες



Μάρ­κος Σελ­λῆς


Τυ­φλο­πόν­τι­κες


ΚΩΜΟΠΟΛΗ Coober Pedy βρί­σκε­ται στὴ μέ­ση του που­θε­νά. Οἱ κά­τοι­κοι ζοῦν σὲ ὑ­πό­γεια σὰν τυ­φλο­πόν­τι­κες, γιὰ νὰ ἀν­τέ­χουν τὸ καυ­τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τὶς πα­γω­μέ­νες νύ­χτες τῆς ἐ­ρή­μου. Ὁ μό­νος λό­γος ποὺ ὑ­πάρ­χει αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι για­τὶ κά­πο­τε βρέ­θη­καν γυ­α­λι­στε­ρὲς πέ­τρες ἐ­κεῖ, τὰ ὀ­πά­λια.

       Στὸ ποῦλ­μαν εἶ­μαι μό­νο ἐ­γὼ καὶ κάμ­πο­σοι Ἀ­βο­ρί­γι­νες μὲ τὰ πι­τσι­ρί­κια τους.

       Ἔ­φτα­σα πρὶν ξη­με­ρώ­σει. Ὅ­λα εἶ­ναι κλει­στά, τὸ χό­στελ μου ἐ­πί­σης. Μό­νο ἕ­να βεν­ζι­νά­δι­κο ἔ­χει φῶς. Μπαί­νω καὶ πε­ρι­μέ­νω νὰ βγεῖ ὁ ἥ­λιος.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη γιὰ πολ­λὲς κου­βέν­τες. Πα­ρα­πέ­ρα βρί­σκω κά­ποι­α βι­βλί­α καὶ ξε­φυλ­λί­ζω τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἑ­νὸς ἐ­ξε­ρευ­νη­τῆ, τοῦ πρώ­του Εὐ­ρω­παί­ου ποὺ ἔ­φτα­σε ἐ­δῶ. Μο­νο­λο­γεῖ τί τυ­χε­ροὶ ποὺ εἶ­ναι οἱ Ἀ­βο­ρί­γι­νες τώ­ρα ποὺ θὰ ἀ­να­τεί­λει τὸ φῶς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος σχο­λά­ει στὶς 7 καὶ προ­σφέ­ρε­ται νὰ μὲ πά­ει μὲ τὸ ἁ­μά­ξι στὸ χό­στελ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σὲ λί­γο βρί­σκο­μαι ἐ­πι­τέ­λους μπρο­στὰ στὴν εἴ­σο­δο. Εἶ­ναι ὅ­μως κλει­στὰ  – γρά­φει ὅ­τι ἀ­νοί­γει 8. Εἶ­ναι Κυ­ρια­κὴ καὶ ἴ­σως ἀρ­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Δὲν ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ πιὸ ἥ­συ­χο μέ­ρος ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἐ­δῶ. Δὲν ἀ­κού­ω οὔ­τε κὰν τὰ φλύ­α­ρα πρω­ι­νὰ που­λιὰ – μᾶλ­λον ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χει πολ­λὰ δέν­τρα γιὰ νὰ φω­λιά­σουν. Μό­νο κά­που κά­που ἕ­να κο­ρά­κι στριγ­γλί­ζει – ὅ­λα μοιά­ζουν μὲ σκη­νὴ ἀ­πὸ φτη­νὸ γου­έ­στερν. Ὁ δρό­μος ἔ­ρη­μος, κα­νέ­να ἁ­μά­ξι δὲν περ­νά­ει γιὰ ὥ­ρα. Οὔ­τε τρι­ζό­νια δὲν ἀ­κού­γον­ται. Ἀ­κό­μα κι ὁ ἀ­έ­ρας λὲς καὶ φυ­σά­ει δι­α­κρι­τι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει τὴ σι­ω­πή.

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω βή­μα­τα, βγαί­νει ἕ­νας ἀ­ξύ­ρι­στος μὲ ξυ­νι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μοῦ κά­νει νό­η­μα ὅ­τι δὲ μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει. Πά­ει πιὸ πέ­ρα καὶ φτύ­νει μὲ θό­ρυ­βο. Βή­χει ἔν­το­να τε­λει­ώ­νον­τας μὲ ἕ­ναν δυ­να­τὸ λα­ρυγ­γι­σμό, κρα­τών­τας ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα σὰν τὸ κο­ρά­κι ποὺ κρά­ζει. Φτύ­νει ξα­νά. Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται βα­ρὺς σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Μὲ ρω­τᾶ «ἔ­φτα­σες μὲ τὸ πρω­ι­νὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο;» Ναί, τοῦ ἀ­παν­τά­ω. Κλεί­νει τὰ μά­τια καὶ κά­θε­ται ἔ­τσι λί­γο. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα καὶ τὸ κρα­τά­ει. Ὅ­μως ὁ βή­χας τὸν τραν­τά­ζει πά­λι καὶ ση­κώ­νε­ται νὰ φτύ­σει. Τοῦ λέ­ω ὅ­τι ἔ­κο­ψα τὸ τσι­γά­ρο πρὶν δέ­κα χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι τὸ τσι­γά­ρο μοῦ κά­νει ἀ­πό­το­μα, εἶ­ναι γρί­πη. Κοι­τά­ει τὸ πα­κέ­το καὶ λέ­ει «πὼ πὼ δὲ γί­νε­ται νὰ κα­πνί­σω ἔ­τσι» καὶ ξα­ναμ­παί­νει μέ­σα. Με­τὰ πά­λι ἡ­συ­χί­α ἁ­πλώ­νε­ται κι ἐ­γὼ πε­ρι­μέ­νω νὰ ἀ­νοί­ξει ἡ πόρ­τα κοι­τά­ζον­τας τρι­γύ­ρω μὲ ὑ­πο­μο­νή. Εἶ­ναι τό­σο πα­ρά­ξε­να ὅ­λα. Ἀ­δύ­να­τον νὰ τσαν­τι­στῶ  —πα­ρό­λη τὴν κού­ρα­ση— μό­νο ρου­φά­ω τὸν ἀλ­λό­κο­το πε­ρί­γυ­ρο ἥ­συ­χα σὰν σφουγ­γά­ρι στὸ βυ­θό.

       Με­τὰ ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ ἡ πόρ­τα τρί­ζει κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξα­νὰ μὲ μιὰ πιὸ γα­λή­νια ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο. Μὲ κοι­τᾶ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει ὅ­τι τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Ἤ­ρε­μα κά­νει ἕ­να τσι­γά­ρο.

       Μὲ βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες. Με­τά μοῦ δί­νει νὰ ὑ­πο­γρά­ψω τὸ τσὲκ ἲν χω­ρὶς νὰ πεῖ κου­βέν­τα. Σπρώ­χνει μπρο­στά μου ἕ­ναν χάρ­τη τοῦ ὀ­ρυ­χεί­ου-χό­στελ καὶ βα­ρι­ε­στη­μέ­να ζω­γρα­φί­ζει τὴ δι­α­δρο­μὴ γιὰ τὸ δω­μά­τιό μου. Μὲ κοι­τά­ει νὰ δεῖ ἂν κα­τά­λα­βα. Γνέ­φω ναί καὶ ξε­κι­νά­ω, παίρ­νον­τας μα­ζὶ κα­θα­ρὴ κου­βέρ­τα καὶ σεν­τό­νια. Κα­τε­βαί­νω σκα­λιὰ μέ­σα στὴν σκαμ­μέ­νη πέ­τρα. Στρο­φὴ κι ἄλ­λα σκα­λιά. Πό­σο βα­θιὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε; Ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­ω πί­σω. Εὐ­τυ­χῶς ὑ­πάρ­χει κα­λὸς φω­τι­σμός. Κά­θε τό­σο περ­νά­ω ἕ­να σκαμ­μέ­νο ἄ­νοιγ­μα μὲ ἄ­δεια κρε­βά­τια. Ἐ­γὼ εἶ­μαι στὸ νού­με­ρο 12. Δὲν βλέ­πω κα­νέ­ναν ἄλ­λο κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι ἔ­ρη­μο τὸ χό­στελ. Ἀ­φή­νω τὰ πράγ­μα­τα στὸ κρε­βά­τι. Ρί­χνω μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω – κα­νείς…

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω θό­ρυ­βο καὶ στή­νω αὐ­τί: βή­χας μὲ φλέ­μα. Ἄ­ρα­γε κα­τέ­βη­κε ὁ ξε­νο­δό­χος; Βγαί­νω στὸν δι­ά­δρο­μο καὶ βλέ­πω στὸ βά­θος ἕ­ναν τύ­πο νὰ περ­πα­τᾶ ἀρ­γὰ πρὸς τὶς σκά­λες. Πλη­σιά­ζω. Βλέ­πω μιὰ τού­φα ἄ­σπρο μαλ­λὶ νὰ πε­ρισ­σεύ­ει ἀ­πὸ τὸν στρα­βο­βαλ­μέ­νο σκοῦ­φο του. Πα­ρα­πα­τά­ει καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος. Κά­νω λί­γο θό­ρυ­βο νὰ μὴν τὸν τρο­μά­ξω ἀλ­λὰ δὲ δί­νει ση­μα­σί­α. Τὸν προ­φταί­νω. «Εί­ναι πολ­λὲς οἱ γα­μω­σκά­λες» μουρ­μου­ρί­ζει μὲ ἕ­να λα­χα­νι­α­σμέ­νο καὶ ξε­δον­τι­α­σμέ­νο χα­μό­γε­λο. «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ λέ­ω, «ναί, εἶ­ναι πολ­λές…». Τὸν ἀ­κο­λου­θῶ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.

       Κα­θί­σα­με στὴν κου­ζί­να, βά­ζω νε­ρὸ νὰ βρά­σει γιὰ κα­φέ. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ πὼς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α πρὶν 30 χρό­νια. Δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα, οὔ­τε ἄν­τε­ξε στὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο, κι ἔ­τσι ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἁ­πλό: πῆ­γε κά­που ὅ­που κά­νεις ὅ­τι σοῦ λέ­νε – εὔ­κο­λο πρά­μα ὁ στρα­τός! Εἴκοσι χρό­νια ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στρα­τι­ώ­της! Γε­λᾶ ξα­να­δεί­χνον­τας τὰ λει­ψὰ δόν­τια του. Βγαί­νει ἔ­ξω κα­πνί­ζον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, παίρ­νει βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες βή­χον­τας μὲ βρα­χνά­δα. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν κα­τα­λα­βαί­νει για­τί τώ­ρα πιὰ οἱ του­α­λέ­τες δὲν εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στὰ —στὴν ἐ­πο­χὴ του ὑ­πῆρ­χαν γυ­ναι­κεῖ­ες κι ἀν­τρι­κὲς— καὶ ὅ­τι τὸ πρω­ὶ εἶ­δε στὸ μπά­νιο τὰ βυ­ζιὰ μιᾶς κο­πέ­λας καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ πά­θει ἔμ­φραγ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­νοί­γει ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο κι ἀ­κού­ει ἱπ­πό­δρο­μο.

       «Τι δι­ά­βο­λο ὅ­λοι οἱ κα­τε­στραμ­μέ­νοι ἐ­δῶ ἔρ­χον­ται;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα καὶ ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­χτη­κα στὸν κα­θρέ­φτη ἰ­σι­ώ­νον­τας τὸ μαλ­λί μου.

       Ἤ­πια γρή­γο­ρα τὸν πι­κρὸ δυ­να­τὸ κα­φὲ καὶ βγῆ­κα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­ξε­νη πό­λη μὲ τοὺς ἀ­ξύ­ρι­στους τυ­φλο­πόν­τι­κες ποὺ βή­χουν, φτύ­νουν καὶ μα­ζεύ­ουν ἰ­ρι­δί­ζου­σες πέ­τρες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μάρ­κος Σελ­λῆς (1978). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κὸς Η/Ὑ στὸ ΕΜΠ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὰ τε­χνο­οι­κο­νο­μι­κά. Ἐρ­γά­στη­κε στὶς τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες γιὰ σχε­δὸν μιὰ δε­κα­ε­τί­α.

Εἰκόνα: Φωτογραφία ἀπὸ διαμέ­ρι­σμα (τώ­ρα τουρι­στι­κὸ κατά­λυμ­μα) ἀπὸ τὴν ὑπό­γεια πό­λη Coo­ber Pe­dy τῆς Αὐ­στρα­λίας.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρί τι­νος ἀ­να­ξί­ου Ἱ­ε­ρέ­ως



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρί τι­νος ἀ­να­ξί­ου Ἱ­ε­ρέ­ως

διήγησις πά­νυ ὠ­φέ­λι­μος καὶ θαυ­μά­σιος


(Ἀν­τε­γρά­φη ἐκ χει­ρο­γρά­φου Χαρτ. Κώδικος 229 ιζ’ αἰῶνος τῆς Ἰ. Μ. Διονυσίου
ὑ­πὸ τοῦ μοναχοῦ Μα­κα­ρί­ου Πα­πα­κυ­ρίλ­λου, Νέ­α Σκή­τη Ἁγ. Ὄ­ρους)

Ν ΤΟΙΣ ΧΡΟΝΟΙΣ οἷς περ ἐ­μαρ­τύ­ρη­σεν ὁ ἅ­γιος με­γα­λο­μάρ­τυς Μερ­κού­ριος ἦν τις ἱ­ε­ρεὺς ἐν τῇ αὐ­τῇ χώ­ρᾳ μέ­θυ­σος πά­νυ· ἀ­εὶ ἐν τοῖς κα­πη­λεί­οις με­τὰ τῶν οἰ­νο­πο­τῶν δι­έ­τρι­βεν. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡ­με­ρῶν, ἄρ­χων τις τῆς αὐ­τῆς χώ­ρας ἔ­στει­λε τὴν ἑ­αυ­τοῦ δού­λην πρὸς τὸν οἶ­κον τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως καὶ ηὗ­ρε τὴν ἑ­αυ­τοῦ πρε­σβυ­τέ­ραν καὶ λέ­γει αὐ­τῇ, ποῦ ἐ­στιν ὁ ἱ­ε­ρεύς; ἡ δὲ λέ­γει· οὐκ οἶ­δας ὅ­τι ἐν τοῖς κα­πη­λεί­οις ἐ­στίν; ἡ δὲ δού­λη τοῦ ἄρ­χον­τος εἶ­πεν. Ὁ αὐ­θέν­της μου μὲ ἔ­στει­λεν ὅ­τι αὔ­ριον ἔ­χει λει­τουρ­γί­αν εἰς μνη­μό­συ­νον τῶν γο­νέ­ων αὑ­τοῦ. Ταῦ­τα εἰ­ποῦ­σα ἀ­πῆλ­θεν. Ἡ δὲ πρε­σβυ­τέ­ρα ἔ­χου­σα καὶ αὐ­τὴ δού­λην εἶ­πε πρὸς αὐ­τήν· ἐ­γὼ μὲν ἀ­πέρ­χο­μαι εἰς τὸν οἶ­κον τῆς μη­τρός μου ὅ­πως κοι­μη­θῶ ἐ­κεῖ, καὶ ὅ­ταν ἔλ­θῃ ὁ αὐ­θέν­της σου ὁ ἱ­ε­ρεύς, ἀ­νά­παυ­σον αὐ­τὸν ἐν τῇ κλί­νῃ κα­λῶς δι­ό­τι μέλ­λει αὔ­ριον λει­τουρ­γῆ­σαι. Ὡς δ’ ἑ­σπέ­ρα ἐ­γέ­νε­το, ἦλ­θεν ὁ ἱ­ε­ρεὺς με­θυ­σμέ­νος πο­λὺ καὶ ἀ­νέ­πε­σεν εἰς τὴν κλί­νην αὑ­τοῦ. Ἡ δὲ δού­λη αὐ­τοῦ ἐ­πει­δὴ εἰ­σῆλ­θεν ὁ δι­ά­βο­λος ἔ­σω αὑ­τῆς ἔ­πε­σε πλη­σί­ον τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως. Ἔ­ξυ­πνος δὲ γε­νό­με­νος ὁ ἱ­ε­ρεύς, συ­νε­γέ­νε­το με­τ’ αὐ­τῆς νο­μί­σας ὅ­τι ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα αὐ­τοῦ ἐ­στί. Πρω­ΐ­ας δὲ γε­νο­μέ­νης, ἐλ­θοῦ­σα ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα ηὗ­ρεν αὐ­τὸν ὑ­πνοῦν­τα ἐν τῇ κλί­νῃ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ. Ἀ­νά­στα ψάλ­λε τὴν ἀ­κο­λου­θί­αν σου, δι­ό­τι ὁ δεῖ­να ἄρ­χων ἔ­χει λει­τουρ­γί­αν τῶν γο­νέ­ων αὐ­τοῦ. Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς στρέ­ψας εἰς τὸ ἕ­τε­ρον μέ­ρος ἀ­φύ­πνω­σε. Καὶ πά­λιν ἐλ­θοῦ­σα ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα λέ­γει· οὐκ εἶ­πα σοι, ἀ­νά­στα, δι­ό­τι μέλ­λεις σή­με­ρον λει­τουρ­γῆ­σαι; Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς μει­διά­σας λέ­γει αὐ­τῇ. Τί λέ­γεις τα­λαί­πω­ρε; οὐκ οἶ­δας τί ἐ­ποι­ή­σα­μεν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἀλ­λὰ λέ­γεις λει­τουρ­γῆ­σαι ἔ­χω; Ἡ δὲ πρε­σβυ­τέ­ρα εἶ­πε· τί ἐ­ποι­ή­σα­μεν; ἐ­γὼ γὰρ ἐν τῷ οἴ­κῳ τοῦ πα­τρός μου ἐ­κοι­μή­θην. Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει· ἐ­γὼ τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἔ­πε­σον με­τὰ γυ­ναι­κός, καὶ τίς ἦν ὁ θη­ρεύ­σας ἡ­μᾶς; Τό­τε ἠ­ρώ­τη­σαν τὴν δού­λην. Ἡ δὲ εἶ­πεν· ὁ Σα­τα­νᾶς ἐ­πεί­ρα­ξέ με καὶ ἔ­πε­σα πλη­σί­ον αὐ­τοῦ, καὶ αὐ­τὸς ἔ­πε­σε με­τ’ ἐ­μοῦ.

       Τό­τε ἔ­κλαυ­σαν καὶ ἐ­λυ­πή­θη­σαν οὐκ ὀ­λί­γον· εἶ­τα λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεύς. Σι­ω­πή­σα­τε μή­πως καὶ εἰς τὰς ἀ­κο­ὰς τῶν κρα­τούν­των εἰ­σέλ­θῃ, καὶ οὐ με­τρί­ως κο­λά­σου­σιν ἡ­μᾶς· ὁ γὰρ Θε­ὸς εὔ­σπλαγ­χνος ἐ­στὶ καὶ πο­λυ­έ­λε­ος, καὶ δι’ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως ἐ­ξι­λε­ώ­σας ἔ­χω αὐ­τόν. Ὅ­μως ἔ­ψαλ­λεν ὀ­λί­γην ἀ­κο­λου­θί­αν αὐ­τοῦ, καὶ ἐν­τρα­πεὶς τὸν ἄρ­χον­τα ἐ­πο­ρεύ­θη λει­τουρ­γῆ­σαι.

       Με­τὰ δὲ τὴν προ­σκο­μι­δήν, ὅ­ταν εἶ­πε τὴν εὐ­χήν, «ὁ Θε­ὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν ὁ τὸν οὐ­ρά­νιον ἄρ­τον κ.λπ.» ἦλ­θεν ὁ ἄγ­γε­λος ἵ­να τε­λει­ώ­σῃ τὰ ἅ­για δῶ­ρα, καὶ ἰ­δὼν τὸν ἱ­ε­ρέ­α, λέ­γει πρὸς αὐ­τόν· ὦ ἀ­φω­ρι­σμέ­νε τοῦ Θε­οῦ, πῶς ἐ­τόλ­μη­σες εἰ­σελ­θεῖν λει­τουρ­γῆ­σαι τὰ θεῖ­α μυ­στή­ρια; οὐκ οἶ­δας ὅ­τι βέ­βη­λος καὶ ἀ­κά­θαρ­τος εἶ διὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­αν, ἣν ἔ­πρα­ξας ἐν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ; ἡ­μεῖς ἀ­σώ­μα­τοι καὶ ἄ­ϋ­λοι ὄν­τες, εὐ­λα­βού­με­θα ἰ­δεῖν τὸ ἅ­γιον πρό­σω­πον τῆς μα­κα­ρί­ας Θε­ό­τη­τος, ἀλ­λὰ ταῖς πτέ­ρυ­ξιν ἡ­μῶν πε­ρι­κα­λύ­πτον­τες τὰ πρό­σω­πα, πα­ρι­στά­με­θα με­τὰ φό­βου καὶ φο­βε­ροῦ τρό­μου, καὶ σὺ κα­τα­φρο­νῶν ἐ­τόλ­μη­σας ἐ­πι­χει­ρῆ­σαι τὰ ἅ­για τῶν ἁ­γί­ων καὶ ἐ­πὶ στό­μα­τος φα­γεῖν μέλ­λεις; Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς ἀν­τεῖ­πεν εἰς τὸν ἄγ­γε­λον. Ἐ­πει­δὴ οὕ­τω μὲ ἀ­φώ­ρι­σας, ἔ­σο καὶ σὺ ἀ­φω­ρι­σμέ­νος. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! εὐ­θὺς ἀ­πε­πτε­ρώ­θη ὁ ἄγ­γε­λος καὶ ἔ­μει­νεν ὡς ἄν­θρω­πος ἐν τῇ ἐκ­κλη­σί­ᾳ· ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς οὐκ εἰ­δὼς τοῦ­το, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν θεί­αν λει­τουρ­γί­αν ἦλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κον τοῦ ἄρ­χον­τος, καὶ ἀ­ρι­στή­σας* τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ ἀ­πῆλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κον αὐ­τοῦ. Με­τὰ δὲ ἡ­μέ­ρας τι­νὰς ἀ­πέ­θα­νεν ἄν­θρω­πός τις ἐν τῇ χώ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ, καὶ ἐ­κά­λε­σαν τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ἐ­πὶ τὸ ψάλ­λειν τὸ λεί­ψα­νον, δι­ό­τι ἦ­σαν καὶ ἄλ­λοι ἱ­ε­ρεῖς εἰς ἐ­κεί­νην τὴν χώ­ραν δι­ό­τι ἦν ἡ με­γί­στη. Ἐ­κά­λε­σαν καὶ αὐ­τὸν τὸν ἱ­ε­ρέ­α· καὶ εἰ­πόν­των τῶν ἱ­ε­ρέ­ων τὴν εὐ­χήν, ἦλ­θε καὶ οὗ­τος ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἵ­να εἴ­πῃ τὴν εὐ­χήν. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ὅ­ταν εἶ­πε, «ὅ­τι σὺ εἶ ἡ ἀ­νά­στα­σις, ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­νά­παυ­σις», εὐ­θὺς ὁ νε­κρὸς ἀ­νε­κά­θι­σε, καὶ εἶ­πε πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· ὅ­τι ἂν καὶ νε­κροὺς ἀ­να­στή­σῃς, ἀλ­λ’ οὐκ εἶ ἄ­ξιος τοῦ φο­ρέ­σαι ἐ­πι­τρα­χή­λιον, ἢ λει­τουρ­γῆ­σαι ἢ ποι­ῆ­σαι ἱ­ε­ρα­τι­κόν τι. Καὶ ταῦ­τα εἰ­πὼν ὁ νε­κρὸς πά­λιν κα­τέ­πε­σεν· οἱ δὲ λα­οὶ καὶ οἱ λοι­ποὶ ἱ­ε­ρεῖς ἰ­δόν­τες τὸ πα­ρά­δο­ξον τοῦ­το θαῦ­μα ἐ­ξέ­στη­σαν* ἅ­παν­τες. Εἶ­τα λέ­γου­σι πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· τί ἐ­στὶ τοῦ­το τὸ ἐ­ξαί­σιον καὶ μέ­γα θαῦ­μα; Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­ξω­μο­λο­γή­σα­το ἐ­νώ­πιον πάν­των τὸ ἑ­αυ­τοῦ ἁ­μάρ­τη­μα. Τό­τε λέ­γου­σιν οἱ λοι­ποὶ ἱ­ε­ρεῖς· ἀ­πὸ τοῦ νῦν οὐ συμ­φο­ροῦ­μεν σοι, καὶ ὡς θέ­λεις μό­νος ποί­η­σον. Καὶ ἀ­πῆλ­θε λυ­πού­με­νος ἐν τῷ οἴ­κῳ αὐ­τοῦ, καὶ ἀ­πήγ­γει­λε τὰ γε­νό­με­να. Τό­τε λέ­γει πρὸς τὴν πρε­σβυ­τέ­ραν αὑ­τοῦ· τί ποι­ή­σω ἄρ­τι; ἑ­τέ­ραν ἐ­πι­στή­μην οὐ γι­νώ­σκω, πῶς ἔ­χω θρέ­ψαι ὑ­μᾶς; ἀλ­λ’ οὖν ἀ­πέλ­θω­μεν ἐν ἑ­τέ­ρῳ τό­πῳ, ἔν­θα οὐ­δεὶς γι­γνώ­σκει ἡ­μᾶς, καὶ ἐ­κεῖ­σε­αι δι­α­βι­ώ­σο­μεν τὸ ἐ­πί­λοι­πον τῆς ζω­ῆς ἡ­μῶν.

       Ἀ­να­στάν­τες δὲ ἀ­πῆλ­θον ἐν ἑ­τέ­ρᾳ πό­λει, ὅ­που οὐ­δεὶς ἐ­γί­γνω­σκεν αὐ­τούς, καὶ ἐ­λει­τούρ­γει ἐ­κεῖ­σε. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! κα­θὼς ἦν ὅ­τε ἀ­φώ­ρι­σε τοῦ­τον ὁ ἄγ­γε­λος οὕ­τως ἦν, πλὴν τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το μέ­λαν. Ἀ­πο­θα­νού­σης δὲ τῆς πρε­σβυ­τέ­ρας καὶ τῶν τέ­κνων αὐ­τοῦ, μό­νος ἔ­ζη ἐν τρι­α­κο­σί­οις καὶ ἑ­βδο­μή­κον­τα χρό­νοις. Ὅ­μως ὑ­πῆρ­χεν ἐν ἐ­κεί­νῳ τῷ και­ρῷ Μη­τρο­πο­λί­της ἀ­ξι­ό­λο­γος καὶ δί­και­ος πά­νυ. Ἦλ­θεν ἡ ἑ­ορ­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μερ­κου­ρί­ου καί τις ἄρ­χων τῆς πό­λε­ως ἐ­κεί­νης ἑ­ώρ­τα­ζε τὴν τού­του ἑ­ορ­τὴν καὶ προ­σε­κά­λε­σεν ὁ ἄρ­χων τὸν ἀρ­χι­ε­ρέ­α, εὑ­ρέ­θη δὲ καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­κεῖ· εἰς δὲ τὴν τρά­πε­ζαν ἤρ­χι­σεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ ἐ­δι­η­γεῖ­το τὸ συ­να­ξά­ριον τοῦ ἁ­γί­ου καὶ πλα­τύ­τε­ρον ἔ­λε­γε τοῖς εὑ­ρι­σκο­μέ­νοις ἐν τῇ τρα­πέ­ζῃ, ὁ­πό­τε ὑ­πο­λα­βὼν* ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἔ­φη. Σὺ μὲν δέ­σπο­τά μου ἅ­γι­ε, ἐκ τοῦ ἁ­γί­ου Συ­να­ξα­ρί­ου ἐ­πί­στα­σαι τοὺς τοῦ ἁ­γί­ου ἄ­θλους, ἐ­γὼ δὲ ἀ­κρι­βῶς ἐ­πί­στα­μαι αὐ­τοὺς καὶ δι­ό­τι ἤ­μην ἐ­κεῖ­σε πα­ρὼν καὶ ἔ­βλε­πον κα­λῶς τὸν Μάρ­τυ­ρα ἀ­γω­νι­ζό­με­νον καὶ ἀ­θλοῦν­τα καὶ ὡς ὅ­τι γεί­των μου ἦν, καὶ πολ­λά­κις συ­νε­στιά­θην αὐ­τῷ πρό­τε­ρον. Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἀ­τε­νί­σας πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α ἔ­φη· Σὺ οὔ­πω τεσ­σα­ρα­κον­τού­της ὢν πῶς τὸν ἅ­γιον οἶ­δας; Ἀ­φ’ ὅ­του ἐ­μαρ­τύ­ρη­σεν ὁ ἅ­γιος Μερ­κού­ριος μέ­χρι τοῦ νῦν ὑ­πο­λο­γί­ζον­ται ἔ­τη 370, καὶ σὺ οὔ­πω ἦ­ γε­γεν­νη­μέ­νος καὶ ταῦ­τα οἶ­δας; Τοῦ δὲ με­θ’ ὅρ­κου εἰ­πόν­τος ὅ­τι ἀ­λη­θῶς λέ­γει καὶ οὐ ψεύ­δε­ται. Ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἔ­γνω ὅ­τι ἦν τι πρὸς αὐ­τόν*· καὶ λα­βὼν αὐ­τὸν κα­τ’ ἰ­δί­αν λέ­γει αὐ­τῷ. Εἰ­πέ μοι πάν­τα τὰ κα­τὰ σὲ ἐν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει κα­θα­ρᾷ. Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­ξεῖ­πε πάν­τα ὅ­σα ἐ­ποί­η­σε, καὶ πῶς ἐ­ξέ­πε­σε με­τὰ τῆς δού­λης αὐ­τοῦ, καὶ πῶς με­τὰ ἀγ­γέ­λου ἀ­φο­ρι­σθέν­τες, ἀ­συν­δι­αλ­λά­γη­τοι ἔ­μει­ναν. Τό­τε ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς εἶ­πεν αὐ­τῷ· γί­νω­σκε ὅ­τι ὑ­πὸ τοῦ ἀγ­γέ­λου εἶ δε­δε­μέ­νος, καὶ μέ­χρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνή­σκεις εἰς ἀ­πε­ράν­τους αἰ­ῶ­νας, ἀλ­λ’ ἄ­πελ­θε εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν ἐ­κεί­νην ἔν­θα τὸν δε­σμὸν ἐ­ποι­ή­σα­τε δι­ό­τι ἔ­τι καὶ νῦν ὁ ἄγ­γε­λος ἐ­κεῖ ἐ­στίν, ἐ­πει­δὴ ὁ εἷς τὸν ἕ­τε­ρον ἔ­δη­σεν. Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς ἀ­πε­κρί­θη· οὐ δύ­να­μαι, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ δέ­σπο­τά μου, τοῦ­το ποι­ῆ­σαι, δι­ό­τι τὸ δι­ά­στη­μα τῆς ὁ­δοῦ ἀ­πέ­χει πο­λύ, καὶ ἔ­ξο­δον οὐκ ἔ­χω, ἀλ­λ’ οὐ­δὲ ἵπ­πος μοι ἐ­στὶ πρὸς ἱπ­πα­σί­αν.

       Τό­τε λέ­γει ὁ Ἀρ­χι­ε­ρεὺς πρὸς αὐ­τόν· «ἐ­ὰν μὴ πο­ρευ­θῇς ἐ­κεῖ­σε, οὔ­τε σὺ τε­λευ­τᾷς, οὔ­τε ὁ ἄγ­γε­λος πτε­ροῦ­ται ὅ­πως ἀ­νέλ­θῃ εἰς οὐ­ρα­νούς.» Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς πά­λιν οἰ­κτεί­ρας αὐ­τὸν ἀ­πο­κρί­νε­ται. «Ἐ­πει­δὴ λέ­γεις ὅ­τι οὐκ ἰ­σχύ­εις, ποι­ή­σω ἔ­λε­ος πρὸς σέ, καὶ πο­ρευ­θῶ­μεν ὁ­μοῦ καὶ δώ­σω σοι ἵπ­πον καὶ τὸ ἔ­ξο­δον ἐ­γὼ ποι­ή­σω.» Καὶ εὐ­θὺς εἴ­χον­το τῆς ὁ­δοῦ*, καὶ ἀ­πῆλ­θον ἕ­ως τῆς χώ­ρας τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως· ἡ δὲ ἦν ἠ­ρη­μω­μέ­νη καὶ οὐ­δέ­να ηὗ­ραν, οὔ­τε οἰ­κί­αν οὔ­τε ἄλ­λο τι. Ὁ οὖν ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἠ­ρώ­τη­σεν, αὕ­τη σου ἐ­στὶν ἡ χώ­ρα; καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς αὐ­τὴ ἐ­στίν, ἀλ­λ’ ἠ­ρη­μώ­θη, Δέ­σπο­τά μου ἅ­γι­ε· καὶ ὁ ἀρ­χι­ε­ρεύς, οὐ γι­νώ­σκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α; καὶ ἀ­τε­νί­σας ὁ ἱ­ε­ρεὺς εἶ­δε δέν­δρα ὡς ἀ­πὸ δι­α­στή­μα­τος τῆς πο­τὲ χώ­ρας αὐ­τοῦ καὶ εἶ­πεν· ὡς εἰ­κά­ζω, ἐ­κεῖ ὅ­που φαί­νον­ται τὰ δέν­δρα ἐ­στὶν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α.» καὶ πο­ρευ­θέν­τες ἐ­κεῖ, ηὗ­ραν τὸν να­ὸν κε­χα­λα­σμέ­νον, πλὴν ὀ­λί­γον μέ­ρος ἐκ τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος ἵ­στα­το, καὶ ἀ­φ’ οὗ ἐ­κεῖ­σε ἐ­πέ­ζευ­σαν ἐκ τῶν ἵπ­πων, λέ­γει ὁ ἀρ­χι­ε­ρεύς· «ἄ­πελ­θε εἰς τὸ βῆ­μα» καὶ εἰ­σελ­θὼν ὁ ἱ­ε­ρεὺς ηὗ­ρε τὸν ἄγ­γε­λον ἱ­στά­με­νον ἐ­κεῖ­σε· καὶ λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­τι ζῇς πτω­χὲ ἱ­ε­ρεῦ; ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει· ναὶ ἔ­τι ζῶ· ἀλ­λὰ καὶ σὺ ἔ­τι αὐ­τοῦ ἵ­στα­σαι; καὶ λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος· κα­λῶς ἦλ­θες ἵ­να συγ­χω­ρη­θῶ­μεν συ­ναλ­λή­λως. Λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεὺς εὐ­λό­γη­σον ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε τοῦ Θε­οῦ, συγ­χώ­ρη­σόν μοι. Ὁ δὲ ἄγ­γε­λος εἶ­πε· συγ­χώ­ρη­σον ἐ­μοὶ σὺ πρῶ­τον, καὶ τό­τε κἀ­γὼ σοί, δι­ό­τι ἐ­ὰν συγ­χω­ρή­σω σοι πρῶ­τον, ἔ­χεις ἀ­να­λῦ­σαι* αὐ­τῇ τῇ ὥ­ρᾳ, καὶ ἐ­γὼ μέ­νω εἰς τὸν δε­σμόν. Τό­τε λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεύς· ἐ­ὰν καὶ ἐ­γὼ συγ­χω­ρή­σω σοι, ἔ­χεις πτε­ρω­θῆ­ναι καὶ ἀ­νελ­θεῖν εἰς τοὺς οὐ­ρα­νούς, καὶ ἐ­γὼ μέ­νω εἰς τὸν δε­σμόν. Τό­τε λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος· ὀ­μνύ­ω εἰς τὸν θρό­νον τοῦ Θε­οῦ τὸν ἀ­σά­λευ­τον, ὅ­τι οὐ μὴ ἀ­φή­σω σε ἐν τῷ δε­σμῷ. Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ταῦ­τα δι­ή­κου­εν ἔ­ξω­θι. Ὅ­θεν λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεὺς πρὸς τὸν ἄγ­γε­λον «ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἂς εἶ­σαι συγ­χω­ρη­μέ­νος πα­ρ’ ἐ­μοῦ τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ». Καὶ εὐ­θὺς ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἐ­πτε­ρώ­θη ὁ ἄγ­γε­λος καὶ ἔ­πτη εἰς τὸ ὕ­ψος, καὶ εἶ­πε πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· ἂς εἶ­σαι συγ­χω­ρη­μέ­νος καὶ σὺ ὦ πρε­σβύ­τε­ρε· καὶ πρὶν τε­τε­λει­ῶ­σθαι τοῦ ἀγ­γέ­λου τὴν φω­νὴν εὑ­ρέ­θη­σαν τὰ ὀ­στέ­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως σω­ρη­δὸν ἐν τῷ τό­πῳ οὗ εἰ­στή­κει. Ὅ­θεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς εἶ­πε πρὸς τὸν ἄγ­γε­λον· ὦ ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε, δέ­ο­μαί σου πλή­ρω­σόν μοι μί­αν αἴ­τη­σιν καὶ ψάλ­λε τι­νὰ ἀγ­γε­λι­κὸν ὕ­μνον ἵ­να ἀ­κού­σω κἀ­γώ. Ὁ δὲ ἄγ­γε­λος εἶ­πε· τοῦ­το οὐκ ἔ­στι δυ­να­τόν· ἐν ᾗ ὥ­ρᾳ ἀ­κού­σης τῆς ἀγ­γε­λι­κῆς φω­νῆς, ἀ­να­λῦ­σαι ἔ­χεις τῶν τῇ­δε· οὐκ ἔ­ξε­στι γὰρ σάρ­κα θνη­τὴν ἀ­κοῦ­σαι ἀγ­γέ­λου φω­νὴν καὶ ζῆ­σαι· πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐ­ποί­η­σας καὶ εἰς ἐ­μὲ καὶ εἰς τὸν ἱ­ε­ρέ­α με­γά­λην ἀ­γα­θω­σύ­νην μέ­νε ὀ­λί­γον ἵ­να ἀ­νέλ­θω ἕ­ως τρί­τον τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ ψάλ­λω ἐ­κεῖ­σε καὶ ἀ­κού­σας μό­λις δυ­νή­σει βα­στά­σαι. Ὅ­θεν ἀ­νελ­θὼν ἕ­ως τρί­τον οὐ­ρα­νοῦ ἔ­ψαλ­λε τὸ ἀλ­λη­λού­ϊ­α· ἐκ δὲ τῆς γλυ­κεί­ας με­λῳ­δί­ας ἔ­πε­σεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἐ­πὶ τῆς γῆς ὡ­σεὶ νε­κρός, ἕ­ως τρεῖς ὥ­ρας καὶ μό­λις καὶ χα­λε­πῶς συ­νελ­θὼν εἰς ἑ­αυ­τὸν ἀ­νέ­στη. Εἶ­τα τῷ Θε­ῷ εὐ­χα­ρι­στή­σας ὑ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν αὐ­τοῦ, καὶ ἔ­γρα­ψε τὴν δι­ή­γη­σιν ταύ­την τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως εἰς πολ­λῶν ὠ­φέ­λειαν, ἵ­να ἀ­κού­ον­τες καὶ ἡ­μεῖς οἱ ρά­θυ­μοι δι­ορ­θώ­με­θα, καὶ προ­σε­κτι­κοὶ καὶ σπου­δαῖ­οι γι­νώ­με­θα, κα­θα­ροί τε λο­γι­σμῶν αἰ­σχρῶν καὶ ἐ­πι­θυ­μι­ῶν ἀ­πρε­πῶν. Ὅ­τε τὴν ἱ­ε­ρω­σύ­νην ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν ὀ­φεί­λο­μεν εἶ­ναι ἀ­μέ­το­χοι λα­γνεί­ας καὶ ἀ­σελ­γεί­ας, δι­ό­τι ὁ ἔ­χων ἐ­πι­θυ­μί­αν εἰς πορ­νεί­αν καὶ εἰς σαρ­κι­κὰ καὶ εἰς ἄλ­λα πά­θη, πο­λυ­φα­γί­αν τε καὶ πο­λυ­πο­σί­αν, μέ­θην καὶ φι­λαρ­γυ­ρί­αν, μνη­σι­κα­κί­αν, κε­νο­δο­ξί­αν, ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, ἀ­νά­ξιος κα­θί­στα­ται τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης καὶ κα­τα­φρο­νη­τὴς καὶ ὑ­βρι­στὴς τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων· διὰ τοῦ­το προ­ο­φεί­λο­μεν ἀ­μί­αν­τοι ὑ­πάρ­χειν, ὅ­τε μέλ­λο­μεν πα­ρί­στα­σθαι τῇ ἁ­γί­ᾳ Τρα­πέ­ζῃ καὶ ὅ­τε τὴν φρι­κτὴν ἱ­ε­ρουρ­γί­αν ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν. Πολ­λοὶ τι­νὲς κα­τα­φρο­νη­τι­κῶς ταύ­την ἐ­πι­τε­λοῦ­σι, καὶ οὔ­τε ἐ­ξο­μο­λό­γη­σιν ποι­οῦ­σιν, οὔ­τε τὴν συ­νή­θη ἀ­κο­λου­θί­αν ψάλ­λου­σιν, ὣς μὴ μέλ­λον­τες δῆ­θεν ἀ­πο­θα­νεῖν, οἱ κα­τ’ ἐ­μὲ τά­λα­νες, ἀ­μνη­μο­νοῦν­τες τὴν φο­βε­ρὰν τοῦ Κυ­ρί­ου ρη­τὴν ἐν­το­λήν, ὁ γνοὺς τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ μὴ ποι­ή­σας, πολ­λὰ δα­ρή­σε­ται· ἤ­γουν ὅ­ποι­ος ἠ­ξεύ­ρει τὸ θέ­λη­μά μου καὶ δὲν τὸ κά­μνει, ἐ­κεῖ­νος με­γά­λως θὰ κο­λα­σθῇ. Τὸ λοι­πὸν ἀ­δελ­φοί μου ἰ­δοὺ ἐ­μά­θα­μεν, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο τι εἰς τὴν γῆν με­γα­λύ­τε­ρον τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης, οὔ­τε βα­σι­λεί­α, οὔ­τε ἄλ­λο τί­πο­τε, καὶ ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­νά­ξιος τῆς θεί­ας μυ­στα­γω­γί­ας καὶ δὲν παύ­σῃ, ἐ­κεῖ­νον ἐ­ὰν τὸν εὕ­ρῃ ὁ θά­να­τος ἀ­με­τα­νό­η­τον κο­λά­ζε­ται με­τὰ τοῦ Ἰ­ού­δα τοῦ Ἰ­σκα­ρι­ώ­του, εἰς ἐ­κεί­νην τὴν κό­λα­σιν ὅ­που ἄλ­λη χει­ρο­τέ­ρα δὲν εἶ­ναι. Τοί­νυν καὶ ἡ­μεῖς οἱ ἀ­να­γι­νώ­σκον­τες καὶ ἀ­κού­ον­τες ταῦ­τα, ἐκ­βι­α­σώ­με­θα ἑ­αυ­τοὺς ἀ­πὸ πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας, καὶ ποι­ή­σω­μεν τὸ θέ­λη­μα τοῦ φι­λαν­θρώ­που Θε­οῦ, ὅ­πως ἀ­ξι­ω­θῶ­μεν τῆς ἐκ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ πα­ρα­στά­σε­ως εἰς τὴν δευ­τέ­ραν αὐ­τοῦ Πα­ρου­σί­αν, καὶ κλη­ρο­νό­μοι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν γε­νώ­με­θα με­τὰ τῶν δι­καί­ων· ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ τῷ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν, ᾧ ἡ δό­ξα καὶ τὸ κρά­τος καὶ ἡ προ­σκύ­νη­σις, σὺν τῷ ἀ­νάρ­χῳ αὐ­τοῦ Πα­τρί, καὶ τῷ Πα­να­γί­ῳ καὶ ἀ­γα­θῷ καὶ ζω­ο­ποι­ῷ αὐ­τοῦ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.


ἀ­ρι­στή­σας: ἀφοῦ προγευμάτισε.
ἐ­ξέ­στη­σαν: ἔμειναν ἔκθαμβοι.
ὑ­πο­λα­βών: ἀφοῦ ἔλαβε τὸ λόγο.
ἦν τι πρὸς αὐ­τόν: κάτι συνέβαινε μ’ αὐτόν.
εἴ­χον­το τῆς ὁ­δοῦ: πῆραν τὸ δρόμο.
ἔ­χεις ἀ­να­λῦ­σαι: μπορεῖ νὰ διαλυθεῖς.


Πη­γή: περ. Ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κη Βι­βλι­ο­θή­κη, ἀρ. 197-198, Βό­λος, Ἰ­α­νουά­ριος – Φε­βρουά­ριος 1953, σς 34-36 καὶ ἀρ. 199-200, Βό­λος, Μάρ­τιος Ἀ­πρί­λιος 1953, σς 83-85 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]