Δημήτρης Μαγριπλῆς: Καθιστική διαμαρτυρία


Δη­μή­τρης Μα­γρι­πλῆς


Κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α


ΟΝ ΧΡΗΣΤΟ τὸν ἔζωσαν τὰ φί­δια.

Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε, ἔ­βλε­πε ἀρ­κε­τοὺς νὰ τρι­γυ­ρί­ζουν στὴ γει­το­νιά. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ζοῦ­σε μιὰ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι του. Ἄ­σπροι, μαῦ­ροι, κί­τρι­νοι. Ἀ­κό­μη καὶ ἕ­ναν κόκ­κι­νο εἶ­δε, ἢ τοῦ φά­νη­κε, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ φω­τα­γω­γοῦ, ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο, πρό­λα­βε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κού­ρε­μα ἑ­νὸς Μο­ϊ­κα­νοῦ. Ἀ­νη­σύ­χη­σε. Αὐ­τὸς δι­καί­ω­μα δὲν ἔ­δω­σε πο­τέ. Πάν­τα εὐ­γε­νι­κὸς μὲ ὅ­λους. Καὶ τὸ μυρ­μήγ­κι πρό­σε­χε μὴν τὸ πα­τή­σει. Πό­σο μᾶλ­λον τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἁ­πλὰ δὲν ἤ­θε­λε πολ­λὰ πολ­λά. Οὔ­τε μὲ τὸν ἄλ­λο, οὔ­τε μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι, δὲν ἐ­νο­χλοῦ­σε, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἐ­νο­χλεῖ­το ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἄλ­λω­στε, γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ἦ­ταν ἀ­νύ­παρ­κτος.

        Φο­ρο­λο­γι­κὰ ἄ­ερ­γος, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ προ­στα­τευ­ό­με­νο μέ­λος τῆς γυ­ναί­κας του, τῆς Καλ­λι­ό­πης, κοι­νωνι­κὸ του­ρι­σμὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, ἁ­μά­ξι εἰ­κο­σα­ε­τί­ας καὶ φί­λος τοῦ κι­νή­μα­τος. Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­πάγ­γελ­μα, ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­ό­ρι­στα, καὶ λό­γω εὐ­φρά­δειας με­τέ­τρε­πε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α σὲ δι­ά­λο­γο κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς. Ζοῦ­σε στὸν δι­κό του ρυθ­μό. Κρυμ­μέ­νος τὰ πρω­ι­νά. Σὲ πλή­ρη δι­έ­γερ­ση τὰ ἀ­πογεύ­ματα καὶ τὴ νύ­χτα. Στὸ συσ­σί­τιο τῆς ἐ­νο­ρί­ας πῆ­γε ἅ­παξ. Τοῦ τὴν ἔ­σπα­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μὲ τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α του. Ποῦ μέ­νεις; Τί κά­νεις; Πῶς ζεῖς; Ἄ­κου ἐ­ρω­τή­μα­τα. Καὶ ὅ­λα γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κῆς. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ δή­μου. Ἐ­κεῖ οἱ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι δὲν ρω­τοῦ­σαν, γέ­μι­ζαν τὴ γα­βά­θα καὶ ἔ­βα­ζαν καὶ ἐ­πι­πλέ­ον. Γέ­μι­ζε κρυ­φὰ ἕ­να δο­χεῖ­ο ποὺ πάν­τα εἶ­χε στὴ σα­κου­λί­τσα του. Ἔ­τσι, γύ­ρι­ζε πάν­τα μὲ ζε­στὸ φα­γά­κι σπί­τι, καὶ μά­λι­στα φρόν­τι­ζε τὸ μπο­λά­κι νὰ εἶ­ναι ἐ­πώ­νυ­μο.

        Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν ἑ­στι­α­το­ρί­ων γνώ­ρι­σε κό­σμο καὶ κό­σμο. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν τσα­κώ­θη­κε. Ἄ­φη­νε τοὺς ἄλ­λους νὰ ψά­ξουν πρῶ­τοι. Τη­ροῦ­σε τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα καὶ σε­βό­ταν τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α. Ἤ­ξε­ρε λ.χ. ὅ­τι ὁ κά­δος στὴν πα­ρα­κά­τω γω­νί­α ἀ­νή­κει στὸν Τρώ­γλη. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἔ­βρι­σκε αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε. Εἶ­χε καὶ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τσί­σας, ἐ­πει­δὴ κα­του­ρή­θη­κε ὅ­ταν ὁ Τρώ­γλης τὸν ἔ­φτυ­σε, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει τὸν κά­δο του. Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σε και­ρός, καὶ ὁ Τσί­σας εἶ­χε πιὰ συ­νη­θί­σει τὸ φτύ­σι­μο τοῦ Τρώ­γλη. Δὲν φο­βό­ταν πιὰ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη καὶ φυ­σι­κὰ δὲν κα­του­ρι­ό­ταν. Τὸ πα­ρα­τσού­κλι ὅ­μως τοῦ ἔ­μει­νε.

        Κά­δο δι­κό του δὲν εἶ­χε. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἄλ­λω­στε. Ὅ­σο κι ἂν κρυ­βό­ταν, οἱ ἄ­στε­γοι, στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, καὶ κα­τό­πιν ἀ­πὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἔ­μα­θαν ὅ­τι καὶ σπί­τι εἶ­χε καὶ σὲ κα­λὴ γει­το­νιὰ ἦ­ταν. Ἔ­τσι κά­ποι­οι με­τα­κό­μι­σαν κον­τά του. Αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐ­νό­χλη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι τὴ δου­λειά τους, καὶ αὐ­τὸς τὸν χα­βά του. Φό­ρα­γε χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι τὸ τριμμέ­νο παλ­τὸ καὶ ἔ­βγαι­νε γιὰ βόλ­τα στὸν κό­σμο του.

        — Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει γιὰ δου­λειά, ἔ­λε­γε ἡ Καλ­λι­ό­πη, καὶ ἡ κό­ρη του κοι­μό­ταν ἥ­συ­χη.

        Μέ­χρι ποὺ ἡ χώ­ρα μπῆ­κε ἐ­πί­ση­μα στὸ ΔΝΤ. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ με­τά, ὁ Τσί­σας ἀ­γό­ρα­ζε μέ­χρι καὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἔ­γι­νε εἰ­δι­κὸς οἰ­κο­νο­μο­λό­γος καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει μέ­χρι καὶ προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς χώ­ρας.

        — Πᾶμε γιὰ χρε­ο­κο­πί­α, ἀ­να­κοί­νω­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ στὴν Καλ­λι­ό­πη. Φεύ­γω, εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του.

        Ὅ­λοι τὰ ἔ­χα­σαν. Καὶ πρῶ­τα καὶ κα­λύ­τε­ρα ὁ Τρώ­γλης. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ μά­λι­στα δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε, για­τὶ τοῦ κό­πη­κε καὶ τὸ σά­λιο ἔ­τσι ποὺ τὸν εἶ­δε. Ὁ Τσί­σας ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νος τὸν ἀ­γνό­η­σε, μὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει αὐ­τό, καὶ βι­α­στι­κὰ στα­μά­τη­σε τα­ξί.

        Στὴν τρά­πε­ζα ἔ­σπα­σε τὶς κα­τα­θέ­σεις σὲ μι­κρό­τε­ρα πο­σά, καὶ μέ­ρος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ λί­ρες χρυ­σές. Βγῆ­κε καὶ χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τοῦ Ἀ­ρί­στου, τοῦ το­κο­γλύ­φου.

        — Το κε­φά­λαι­ό μου, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ὁ Ἀ­ρί­στος ἤ­ξε­ρε τί κου­μά­σι ἦ­ταν καὶ πό­σο ἀ­δί­στα­κτος.

        — Ἐ­δῶ εἶ­ναι, τοῦ εἶ­πε, σὰν νὰ τὸν πε­ρί­με­νε και­ρό.

        Ἡ­σύ­χα­σε μό­νο ὅ­ταν ὁ Τσί­σας ἔ­φυ­γε.

        — Γλί­τω­σα τὴ ζω­ή μου, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

        Στὸ κτη­μα­το­με­σι­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γο­ρά. Οἰ­κό­πε­δο στὸ Φά­λη­ρο καὶ μα­γα­ζὶ στὴ γει­το­νιά του. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­δο τοῦ Τρώ­γλη. Ἠ­ρέ­μη­σε. Ὅ­λα κα­λά. Ψά­χτη­κε. Εἶ­χε ἐ­πά­νω του ὑ­πό­λοι­πο εἴ­κο­σι χι­λιά­ρι­κα.

        Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ φά­ω ἐ­γὼ πα­ρὰ αὐ­τοί – ἐν­νο­ών­τας τὸ κρά­τος καὶ τὰ χά­λια του. Με­τά, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, πῆ­ρε τὴν Καλ­λι­ό­πη τη­λέ­φω­νο.

        — Ἐν­τά­ξει, τῆς ἀ­να­κοί­νω­σε.

        Αὐ­τὴ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ της.

        Και­νούρ­γι­ες οἰ­κο­σκευ­ές, και­νούρ­για ντου­λά­πια, και­νούρ­για ἔ­πι­πλα.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἀ­μέ­σως, τὰ χρή­μα­τα βλέ­πεις.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, τὸ ἁ­μά­ξι ­τῆς ἑ­ται­ρί­ας χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι.

        Ἀ­νέ­βη­καν στὸν τρί­το ἀ­πὸ τὶς σκά­λες, για­τὶ τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἦ­ταν μι­κρό, πα­ρέ­δω­σαν, το­πο­θέ­τη­σαν καὶ ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γαν βρί­ζον­τας καὶ μὲ τὶς τσέ­πες χω­ρὶς φι­λο­δώ­ρη­μα.

        Πλέ­ον ἦ­ταν ἥ­συ­χος. Εἶ­χε γλι­τώ­σει τὰ πο­λύ­τι­μά του. Τώ­ρα ἂς χρε­ο­κο­πή­σου­με, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν κα­να­πέ. Καὶ τό­τε, κά­τι εἶ­δε πά­λι στὸν δρό­μο.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­νή­συ­χος. Πά­λι αὐ­τοί, οἱ γνω­στοὶ ἄ­γνω­στοι. Ὅ­λη ἡ Ὁ­μό­νοι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α του. Δι­α­δή­λω­ση ἀ­στέ­γων καὶ κου­ρε­λή­δων.

        Σύν­το­μα οἱ σει­ρῆ­νες ἔ­δει­ξαν ὅ­τι καὶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἐ­νο­χλη­θεῖ. Κοί­τα­ζε ἀ­πο­ρη­μέ­νος τὸ πλῆ­θος νὰ ἀ­πω­θεῖ­ται, χω­ρὶς πολ­λὲς φα­σα­ρί­ες, ἀ­πὸ τὶς δυ­νά­μεις τῆς τά­ξης. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας προ­χώ­ρη­σε μπρο­στὰ καὶ κά­τι εἶ­πε μὲ τὸν Τρώ­γλη. Αὐ­τὸ ὁ Χρῆ­στος τὸ εἶ­δε κα­θα­ρά· ἔ­πει­τα τὰ ὄρ­γα­να ἔ­φυ­γαν καὶ οἱ φί­λοι του κά­θι­σαν ἥ­συ­χα σὲ σει­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ παρ­κά­κι. Σὰν κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δω­σε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πεί­να­σε. Ἔ­βα­λε τὸ παλ­τὸ καὶ βγῆ­κε γιὰ δου­λειά. Πέ­ρα­σε τὸν δρό­μο καί, μὲ χα­μό­γε­λο, πά­τη­σε στὸ χορ­τά­ρι. Κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε. Οὔ­τε καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψαν τί­πο­τα. Ἄ­νοι­γαν δι­ά­δρο­μο, καὶ αὐ­τὸς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του.

        — Πᾶμε γιὰ φα­ΐ; τόλ­μη­σε νὰ πεῖ στὸν Τρώ­γλη.

        — Ἐ­δῶ ἔ­χω, τοῦ εἶ­πε αὐ­τός.

        Τὰ ἔ­χα­σε – ὥ­στε ἤ­ξε­ρε και ­νὰ μι­λᾶ ὁ Τρώ­γλης;

        — Τί; τὸν ρώ­τη­σε.

        — Ἐσέ­να, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, καὶ ὁ δι­ά­δρο­μος ἔ­κλει­σε γύ­ρω του βου­βὰ καὶ ἀ­πό­το­μα.

        Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξε, μό­νο τὸ παλ­τὸ καὶ κά­τι κορ­δό­νια ὑ­πῆρ­χαν. Ὁ Τρώ­γλης σκου­πί­στη­κε καί, γυρ­νών­τας στοὺς ἄλ­λους, ἀ­να­φώ­νη­σε:

        — Πά­λι τὰ ἔ­κα­νε, ὁ ἄ­χρη­στος.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὰ κα­να­πε­δά­κια τῆς ἀ­νερ­γί­ας (ἐκδ. Κρι­τι­κή, 2016).

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).


		
Advertisements

Λένα Κομίνη: Πρέπει νὰ βγῶ ἀπὸ ἐδῶ μέσα


Λέ­να Κο­μί­νη


Πρέ­πει νὰ βγῶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ μέ­σα


ΝΑΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ἔ­χει κα­τα­λά­βει τὸ δω­μά­τιό μου. Εἶ­ναι τό­σο με­γά­λος ποὺ δὲν χω­ρᾶ­με καὶ οἱ δυ­ό.

Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­ω καὶ μὲ τι­μω­ρεῖ χτυ­πών­τας τὰ πό­δια του καὶ κά­νον­τας τό­σο θό­ρυ­βο ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω τί­πο­τα ἄλ­λο.

        Τρώ­ει πο­λύ, τε­ρά­στι­ες πο­σό­τη­τες. Ἔ­χει ἀ­πο­θη­κεύ­σει στὸ χῶ­ρο τό­σο πο­λὺ φα­γη­τὸ ποὺ μὲ κά­νει νὰ ἀ­η­διά­ζω καὶ μό­νο ποὺ τὸ βλέ­πω. Τὰ κα­κά του εἶ­ναι βου­νὰ καὶ τὰ οὖ­ρα του πο­τά­μια.

        Δὲν τὸν μπο­ρῶ ἄλ­λο. Τὸν σπρώ­χνω νὰ βγεῖ ἀλ­λὰ δὲν χω­ρά­ει ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κε. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε μπῆ­κε, ἔ­χει πε­ρά­σει και­ρὸς ποὺ ζοῦ­με ἔ­τσι, ἐ­γὼ καὶ αὐ­τός. Μᾶλ­λον ἦ­ταν ἐ­δῶ πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μέ­να.

        Ὅ­μως αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ τε­λει­ώ­σει. Πρέ­πει νὰ βγῶ ἀ­πὸ ἐ­δῶ μέ­σα.

        Προ­σπα­θῶ νὰ φτά­σω στὴν πόρ­τα ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ. Βά­ζω δυ­ὸ τρί­α ροῦ­χα σὲ ἕ­να σὰκ βου­α­γι­ὰζ καὶ πη­δά­ω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Πλη­γώ­νο­μαι, πο­νά­ω πο­λύ.

        Ὅ­μως εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος. Στη­ρί­ζο­μαι στὰ πό­δια μου.

        Ἀ­πο­μα­κρύ­νο­μαι στὸ δρό­μο. Ὅ­ταν εἶ­μαι ἀρ­κε­τὰ μα­κριὰ κοι­τά­ζω πί­σω.

        Ὁ ἐ­λέ­φαν­τας ἔ­χει κα­τα­λά­βει ὅ­λο το σπί­τι. Τὰ μά­τια του εἶ­ναι τὰ πα­ρά­θυ­ρα, τὸ στό­μα του ἡ πόρ­τα, ἡ προ­βο­σκί­δα του εἶ­ναι ἡ κα­μι­νά­δα ἀ­π’ τὸ τζά­κι. Κοι­τά­ζω πρὸς τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Φω­νά­ζω δυ­να­τά.

        «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς μα­μά, μό­λις ἐγ­κα­τα­στα­θῶ στην φοι­τη­τι­κὴ ἑ­στί­α θὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λέ­να Κο­μί­νη ( Ἀ­θή­να 1956), Χη­μι­κὸς μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­ρί­σι. Δι­ή­γη­μά της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ βι­βλί­ο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων Ἰ­ω­άν­νης Ζε­με­νός, Α’ Συ­νάν­τη­ση Φαν­τα­σια­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, ἐκδ. Αἴ­ο­λος. To ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κό ἔρ­γο της, ΤΟP 10, ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὴν Ὁ­μά­δα Depression Era καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν Biennale Θεσ­σα­λο­νί­κης τὸ 2015.


Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης: Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει

 



Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης


Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει


       I. Οἱ ὀ­φθαλ­μο­μάν­τεις τοῦ θέ­ρους


ΦΘΑΛΜΟΜΑΝΤΕΙΑ ση­μαί­νει προ­φη­τεί­α μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ μα­τιοῦ. Νο­μί­ζω πὼς συ­νάν­τη­σα αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Γυ­μνά­σιο, στὴν Ἰ­λιά­δα τοῦ Ὁ­μή­ρου (ἕ­να κοί­ταγ­μα μέ­σα στὰ μά­τια ἑ­νὸς νε­κροῦ ἀ­λό­γου), ὅ­μως ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Ὄ­μορ­φα πτώ­μα­τα τῶν κα­λο­και­ρι­ῶν ποὺ πέ­ρα­σαν ξα­πλώ­νουν πά­νω σε πλα­τιὰ βρά­χια δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Στὶς ρὸζ θη­λές τους, ποὺ δεί­χνουν ψη­λὰ σὰν ἀ­λε­ξι­κέ­ραυ­να, ἡ ἀ­να­πό­λη­σή μας δι­α­λύ­ε­ται μὲ κρό­το. Κοι­τά­ζον­τας μέ­σα στὰ νε­κρά τους μά­τια τὸ πα­ρελ­θὸν ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὰν ἕ­νας ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός.


*


Βλέ­που­με στὸ φῶς τοῦ με­ση­με­ριοῦ τὰ ἐ­ρεί­πια ἑ­νὸς ἀρ­χαί­ου να­οῦ Ἰ­ω­νι­κοῦ ρυθ­μοῦ πά­νω ἀ­πὸ μιὰ ἀμ­μου­διά. Κά­ποι­ες κο­λῶ­νες, ποὺ τὰ σγου­ρά τους κι­ο­νό­κρα­να θυ­μί­ζουν τὸ χτέ­νι­σμα τοῦ βα­λὲ τῆς τρά­που­λας, στέ­κον­ται ἀ­κό­μα ὄρ­θι­ες ρί­χνον­τας κά­τω τὸν ἴ­σκιο τῶν ὡ­ρῶν, ἐ­νῶ ἄλ­λες κεί­τον­ται στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὴν ὀ­δον­τω­τὴ δι­α­το­μὴ τοῦ κί­ο­νά τους ἐ­κτι­θέ­με­νη σὰν πε­τα­μέ­να γρα­νά­ζια ἢ ἔκ­πτω­τοι ἥ­λιοι τοῦ χθὲς ποὺ μαρ­μά­ρω­σαν. Βλέ­που­με τὶς ὧ­ρες τοῦ ἥ­λιου, κο­ρί­τσια μὲ μα­γιὸ ποὺ παί­ζουν μὲ μιὰ πο­λύ­χρω­μη πλα­στι­κὴ μπά­λα. Κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νες, εὐ­θυ­τε­νεῖς, ἁ­γί­ες καὶ μὲ τὰ πό­δια χω­μέ­να στὴν ἄμ­μο σὰν κε­ρά­κια στὸ μα­νουά­λι ἑ­νὸς πύ­ρι­νου με­ση­με­ριοῦ. Τὰ ἴ­χνη τῶν πο­δι­ῶν τους στὴ μου­σκε­μέ­νη ἀ­κτὴ δια­ρκοῦν γιὰ λί­γο προ­τοῦ τὰ σβή­σει τὸ νε­ρὸ (μπλὲ ὅ­πως ἡ σκλη­ρὴ πλευ­ρὰ μιᾶς γο­μο­λά­στι­χας). Βλέ­που­με τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ λου­ό­με­νου γε­ω­μέ­τρη: νὰ τι­θα­σεύ­σει τὸν χρό­νο, δί­νον­τάς του σχῆ­μα. Γρά­φει στὴν πα­ρα­λί­α μὲ ἕ­να ξύ­λο τὶς τρο­χι­ὲς τῆς μπά­λας ποὺ ρί­χνε­ται στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ φλο­γο­κέ­φα­λα κο­ρί­τσια (γραμ­μὲς καμ­πύ­λες σὰν τὴν κί­νη­ση τῶν δει­κτῶν τοῦ ρο­λο­γιοῦ), γε­μί­ζει μὲ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ ἕ­να ἀγ­γεῖ­ο γιὰ νὰ τὸ φέ­ρει στὸ σπί­τι ὡς σου­βε­νίρ.


*


Τὸ νε­ρὸ ἔ­γι­νε ἀ­έ­ρας δω­μα­τί­ου. Βάλ­τε τὸ χέ­ρι σας καὶ ρίξ­τε λί­γο ἁ­λά­τι στὸ μέ­τω­πο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ.

.

       II. Ἄ­σπρες Γραμ­μές


Ὁ γε­ω­μέ­τρης ξά­πλω­σε στὴν ἄμ­μο. Μέ­σα ἀ­πὸ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου του ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο γρά­φει μιὰ ἄ­σπρη γραμ­μὴ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἂν κλεί­σει τὰ μά­τια του ἢ ἂν πά­ψει νὰ τὴν κοι­τά­ζει δὲν θὰ σβη­στεῖ, σκέ­φτε­ται (ὁ δει­λός). Καὶ ὕ­στε­ρα φαν­τά­ζε­ται τὸν πα­τέ­ρα του τὸν δά­σκα­λο νὰ γρά­φει καὶ νὰ σβή­νει στὸν μαυ­ρο­πί­να­κα τῆς τά­ξης του μιὰ γραμ­μὴ ἀ­πὸ λευ­κὴ κι­μω­λί­α (τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ ὄρ­γα­να γρα­φῆς, ποὺ οἱ γραμ­μές του ἀ­πὸ σκό­νη τό­σο τα­πει­νὰ ἀγ­κα­λιά­ζουν τὴν προ­σω­ρι­νό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των κα­θὼς τὸ σφουγ­γά­ρι τοῦ δα­σκά­λου τὶς με­τα­τρέ­πει σὲ ἕ­να ἀ­σπρι­δε­ρὸ σύν­νε­φο), ἀν­τρεῖ­ος σὰν Ἡ­ρα­κλῆς ποὺ κα­τε­βαί­νει στὸν Ἅ­δη καὶ φέρ­νει πά­νω τὸν Κέρ­βε­ρο δε­μέ­νο γιὰ νὰ τὸν δεί­ξει στοὺς μα­θη­τὲς του μέ­σα στὸ δω­μά­τιο μιᾶς σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας.


ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός: Ση­μει­ώ­νου­με πὼς στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­νά­στρο­φο οἰ­ω­νὸ (omen) προ­κύ­πτει ἡ λα­τι­νι­κὴ λέ­ξη κα­νέ­νας (nemo). Καὶ ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε στοὺς τα­ξι­δευ­τὲς τοῦ χρό­νου, ποὺ κά­θον­ται καὶ νο­σταλ­γοῦν: Δὲν εἶ­ναι πιὰ κα­νεὶς στῆς μνή­μης τὸ σφα­λι­σμέ­νο δω­μά­τιο (μὲ τὰ παι­δι­κά σας παι­χνί­δια, μὲ τὴν ἁλ­μύ­ρα κα­λο­και­ρι­νῆς ἐ­ρω­τι­κῆς συ­νάν­τη­σης). Μό­νο τὸ πα­λιό σας σχῆ­μα στέ­κει ἐ­κεῖ – νε­κρό, ἀ­δι­ό­ρα­το καὶ γυ­ά­λι­νο σὰν τὸ κέ­λυ­φος ποὺ ἀ­φή­νει στὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου ἕ­να τζι­τζί­κι. Ἀ­κο­λου­θῆ­στε, ἀ­όμ­μα­τοι, τὸ ἀ­σχη­μά­τι­στο, φω­τει­νὸ τώ­ρα ποὺ καί­ει τὴ μα­τιά σας, καὶ ἐν­θυ­μού­με­νοι, χα­μο­γε­λᾶ­τε μὲ ὀ­δύ­νη (ἡ ὡ­ραί­α μνή­μη γεν­νᾶ εὐ­τυ­χί­α ποὺ πο­νά­ει), Ὀ­δυσ­σεῖς καὶ Κύ­κλω­πες σὲ ἕ­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Διονύσιος Στράνης (Ἀθήνα, 1984). Κείμενά του ἔχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά Bibilotheque και Φρέαρ.


 

Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου: Τὸ κομπολόι


Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου


Τὸ Κομ­πο­λό­ι

 

Τ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Μ’ ΑΡΕΣΕΙΣ, ΚΟΡΙΝΑ, εἶ­πε ὁ Μά­νος, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο κομ­πο­λό­ι του κα­θὼς κου­λου­ρι­ά­ζον­ταν γύ­ρω ἀ­π’­τὸ δε­ξί του δεί­κτη. Τὸ κρά­τη­σε κά­θε­το καὶ ἄ­φη­σε τὶς χάν­τρες νὰ γλι­στρή­σουν καὶ νὰ πέ­σουν ἡ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη σὰν ἀ­να­στα­τω­μέ­να βό­τσα­λα στὴν πα­ρα­λί­α. Δὲν μὲ κοί­τα­ξε καὶ δὲν σή­κω­σε τὴ φω­νή του ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ κα­λύ­ψει τὸ βρυ­χηθ­μὸ ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ μη­χα­νή, ὅ­ταν πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­π’ ­τὴν κα­φε­τέ­ρια ποὺ κα­θό­μα­σταν καὶ ἔ­κα­νε τὰ νο­τι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα νὰ βου­ί­ζουν. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του. Τὸ εἶ­πε σὰν παι­δί­α­τρος ποὺ ὑ­πό­σχε­ται σ’­ ἕ­να παι­δὶ ὅ­τι ἡ ἔ­νε­ση δὲν θὰ πο­νέ­σει. Τὸν κοί­τα­ξα μέ­σα ἀ­πὸ μι­σό­κλει­στα μά­τια, ἕ­τοι­μη νὰ ρω­τή­σω, «Ἀλ­λά;» Πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀλ­λά, σκέ­φτη­κα, ὅ­ταν ἡ σερ­βι­τό­ρα μᾶς ἔ­φε­ρε τὸν καυ­τό του cappuccino καὶ ἕ­να κομ­μά­τι κέ­ικ σο­κο­λά­τα γιὰ μέ­να. Τὰ γε­λα­στά της μά­τια ἔ­μει­ναν λί­γο πα­ρα­πά­νω στὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πρό­σω­πο τοῦ Μά­νου, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α. Χά­ζευ­ε τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­φέ του, σὰν νὰ δι­ά­βα­ζε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς του στὰ σχέ­δια τοῦ ἀ­φροῦ. Ἡ σερ­βι­τό­ρα ἔ­κα­νε γρή­γο­ρη με­τα­βο­λὴ καὶ ἄ­φη­σε τὴν μα­κριά της ἀ­λο­γο­ου­ρὰ νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ σὰ φο­ρά­δα ποὺ χτυ­πά­ει τὶς ἐ­νο­χλη­τι­κὲς μύ­γες μα­κριά.

            Τὸ κέ­ικ φαι­νό­ταν σκέ­τη ἀμ­βρο­σί­α καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ρω μιὰ μπου­κιά. Ἡ βε­λού­δι­νη σο­κο­λα­τέ­νια κρέ­μα στὴ μέ­ση ἔλι­ω­νε στὴ γλώσ­σα, μου­δι­ά­ζον­τας τὶς αἰ­σθή­σεις μου.

         «Δεν μπο­ροῦ­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι», εἶ­πε ὁ Μά­νος. Τὸ μαῦ­ρο σκοι­νὶ ἀ­π’­ τὸ κομ­πο­λό­ι του ἔ­πνι­γε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του καὶ ἡ κα­κὴ κυ­κλο­φο­ρί­α αἵ­μα­τος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ ρα­πα­νά­κι.

         «Πώς ἔ­τσι;» εἶ­πα σκου­πί­ζον­τας τὴ σο­κο­λά­τα ἀ­π’ ­τὰ χεί­λη μου μὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ ἀ­π’ ­τὴ πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δα τὸ πρω­ΐ. Εἶ­χε σκυ­φτό τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­πέ­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια. Εἶ­χε βρεῖ ἄλ­λη. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἕ­να νέ­ο ἄ­το­μο στὴ ζω­ή του. Πῶς καὶ δὲν τὸ πῆ­ρα χαμ­πά­ρι; Ὑ­πῆρ­χαν ση­μά­δια παν­τοῦ. Ἐρ­χό­ταν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νος στὰ ραν­τε­βού μας καὶ ἔ­φευ­γε νω­ρίς, φαι­νό­ταν κου­ρα­σμέ­νος καὶ σπά­νια κά­να­με ἔ­ρω­τα. Νό­μι­ζα ὅ­τι περ­νοῦ­σε ἁ­πλῶς κά­ποι­α ἄ­σχη­μη φά­ση στὴ δου­λειά.

         «Ποι­ά εἶ­ναι;» Πά­τη­σα τὸ κέ­ικ μὲ τὸ πι­ρού­νι μου καὶ τὸ ἔ­κα­να σὰν ἕ­να στρῶ­μα σά­πιου κι­μά.

         «Κα­μί­α», εἶ­πε. «Δεν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη».

         «Τό­τε τί δὲν πά­ει κα­λὰ μὲ ἐ­μᾶς;» Δάγ­κω­σα τὸ νύ­χι τοῦ ἀν­τί­χει­ρά μου.

         «Πραγ­μα­τι­κά μ’ ­ἀ­ρέ­σεις… ἀλ­λά…»

         «Τὸ ξα­νά­πες αὐ­τό», εἶ­πα.

         «Ἀλ­λά… δὲν μπο­ροῦ­με νὰ εἴ­μα­στε μα­ζί». Τὰ μά­τια του ἦ­ταν κολ­λη­μέ­να στὸ ἀ­πεί­ρα­χτο πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς κού­πας του.

         «Για­τί; Για­τί ὄ­χι;» Ἕ­νας κρωγ­μὸς ξέ­φυ­γε ἀ­π’­ τὸ λαι­μό μου, κα­λύ­πτον­τας τὸ θό­ρυ­βο ἀ­π’ ­τὰ πο­τή­ρια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κα­θὼς καὶ τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῶν πε­λα­τῶν. Ἡ ἀ­ρι­στε­ρή μου πα­λά­μη πέ­τα­ξε ὣς τὸ στό­μα μου.

         «Φταί­ω ἐ­γώ;» εἶ­πα, δεί­χνον­τας τὸ στῆ­θος μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­ζε νὰ πο­νά­ει κα­θὼς ἡ καρ­διά μου κάλ­πα­ζε πρὸς τὸ στε­γνό μου στό­μα.

         «Ὄχι, ὄ­χι. Δὲν φταῖς ἐ­σύ.» Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ σή­με­ρα μὲ κοί­τα­ξε στὰ μά­τια, τὰ δι­κά του γε­μά­τα κα­λο­σύ­νη καὶ συμ­πό­νια, σὰν νὰ πα­ρη­γο­ροῦ­σε ἕ­να μελ­λο­θά­να­το. «Ἔχεις ὅ,τι θὰ ζή­τα­γε ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα. Ἀλ­λὰ …»

         «Εἶ­σαι ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος;» Τόλ­μη­σα νὰ ψι­θυ­ρί­σω.

         «Ὄ­χι βέ­βαι­α». Τὰ φρύ­δια του σμί­ξαν. «Ἐσὺ μὲ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα.»

          «Ναί, φυ­σι­κά», εἶ­πα.

          «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­μεί­νου­με φί­λοι», εἶ­πε.

          «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, σί­γου­ρα». Συμ­φώ­νη­σα, γνω­ρί­ζον­τας πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αὐ­τό. Ἄ­φη­σε ἕ­να δε­κά­ευ­ρο στὸ τρα­πέ­ζι, ση­κώ­θη­κε, τρά­βη­ξε τὸ παν­τε­λό­νι του ψη­λὰ ἀ­π’­ τὴ μέ­ση, πῆ­ρε τὸ μπου­φὰν του ἀ­π’ ­τὴν πλά­τη τῆς κα­ρέ­κλας καὶ ἔ­φυ­γε μὲ ἕ­να σκέ­το, «Θὰ τὰ ποῦ­με».

          Τὸ κομ­πο­λό­ι του ἦ­ταν ἀ­κό­μα στὸ τρα­πέ­ζι, μι­σο­κρυμ­μέ­νο κά­τω ἀ­π’­ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ κα­φέ του. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς χάν­τρες. Ἂν ἦ­ταν μο­νὸς ἀ­ριθ­μός, σκέ­φτη­κα, ἦ­ταν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος, ἂν ἦ­ταν δι­πλός, ἔ­φται­γα ἐ­γώ. Δε­κα­ε­πτὰ χάν­τρες. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ἤ­μουν ἐ­γώ! Ἔ­στρι­ψα τὸ κομ­πο­λό­ι γύ­ρω ἀ­π’ ­τὸ δε­ξί μου χέ­ρι, τὸ ἄ­φη­σα νὰ κρε­μα­στεῖ σὰ φθι­νο­πω­ρι­νὸ στα­φύ­λι, ἄ­κου­γα τὶς χάν­τρες ποὺ κρο­τά­λι­ζαν κα­θὼς ἔ­πε­φταν ἡ μιὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη, χά­ζευ­α πῶς λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γυ­ναι­κεῖ­ο πε­ρι­δέ­ραι­ο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου. Σπούδασε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει πά­ρει τὸ ΜΑ in Creative Writing Lancaster University. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ δι­α­δι­κτυ­α­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λό­για στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικά.



		

	

Γιάννης Πατσὼνης: Τὸ δέντρο


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Τὸ δέν­τρο


ΥΧΝΑ ΠΕΡΝΟΥΣΑ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τι­σμέ­νες πόρ­τες μὰ δὲν ἔμ­παι­να μέ­σα. Ἕ­να βρά­δυ, ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κα ὥ­ρα πολ­λὴ στὸ λι­μά­νι καὶ τὶς σκο­τει­νὲς στο­ές, στὰ λα­δά­δι­κα, ἀ­νέ­βη­κα τὶς σκά­λες ἑ­νὸς δι­ώ­ρο­φου.

Στὸ σα­λο­νά­κι πε­ρί­με­νε ἕ­νας μό­νο. Ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­τα­νε τρα­γού­δια. Πά­νω στὴ σόμ­πα, σὲ μιὰ τσα­γι­έ­ρα, ἔ­βρα­ζε νε­ρό. Θά ’χα­νε ρί­ξει καὶ μέν­τα, μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα. Ἠ­ρέ­μη­σα.

        «Ἀ­γα­μί­ες φι­λά­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­βγα­λε κά­τι φω­το­γρα­φί­ες ἀ­π’ τὸ σα­κά­κι του «Δα­νέ­ζι­κες» εἶ­πε «… νὰ τὶς βλέ­πεις καὶ νὰ σοῦ γί­νε­ται ἀν­τί­σκη­νο». Κά­θη­σε δί­πλα καὶ μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε τὶς φά­σεις. Ἐ­πέ­με­νε σὲ μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ ποὺ τοῦ εἶ­χε μά­θει μιὰ Βρα­ζι­λιά­να «κα­θό­τι ναυ­τι­κός». «Τώ­ρα ξε­πέ­σα­με ἐ­δῶ… μὰ τί νὰ κά­νεις…» δι­και­ο­λο­γή­θη­κε.

        «Πο­λὺ τρὰκ ἔ­χεις, πό­σω χρο­νῶ εἶ­σαι;»

        «Δέ­κα ὀ­κτώ» ἀ­πάν­τη­σα.

        «Ποι­ός ἔ­χει σει­ρά; ἂς πε­ρά­σει στὸ δω­μά­τιο» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κον­τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ βά­θος.

        «Αὐ­τὴ εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σα.

        «Αὐ­τή; αὐ­τή ’ναι ἡ τσα­τσά!» Καὶ ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νὴ του «Μπέμ­πα! τὸ παι­δὶ ἀ­π’ ἐ­δῶ σ’ ἀ­γά­πη­σε».

        «Ἐ­γώ ‘­μαι τῆς ‘­πε­ρε­σί­ας γλύ­κα μου» εἶ­πε αὐ­τὴ σπρώ­χνον­τας μὲ τὴ μα­σιὰ ἕ­να κομ­μά­τι βαμ­βά­κι. «Μέ­σα εἶ­ναι ὁ με­νε­ξές.»

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ βγῆ­κε ἡ κο­πέ­λα: ρὸζ δι­ά­φα­νη ρόμ­πα, μαῦ­ρα ἐ­σώ­ρου­χα. Πά­τρα τὴ λέ­γα­νε.

        «Ἀ­λὸ παῖ­δες» εἶ­πε ἀ­νά­βον­τας τσι­γά­ρο «πῶς πᾶ­με ἀ­πὸ ὁρ­μές;».

        Προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ κου­ζι­νά­κι.

        «Τώ­ρα πά­ει νὰ τὸ πλύ­νει. Ξέ­ρεις τί χω­ρά­ει ὁ πά­τος τους; Ἀ­κό­μα καὶ τὸ φί­δι τῆς ἐ­ρή­μου».

        «Ἔ­λα ποιός ἔ­χει σει­ρά;» ρώ­τη­σε πά­λι ἡ τσατσά.

        Ὁ ἄλ­λος πέ­ρα­σε στὸ δω­μά­τιο κι ἔ­τσι ἔ­μει­να μό­νος.

        Κοί­τα­ζα στοὺς τοί­χους τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἐ­ξώ­φυλ­λα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ    – γυ­ναῖ­κες μὲ μα­γιό, γυ­μνό­στη­θες.

        Ἦρ­θε μιὰ πα­ρέ­α – με­θυ­σμέ­νοι φαι­νό­τα­νε. Ἕ­νας τους τά ‘­βαλε μὲ τὴ τσα­τσὰ για­τί δὲν τοὺς ἔ­φτια­χνε κα­φέ. «Καὶ τί ‘­ναι ‘δὼ κα­φε­τέ­ρια;» φώ­να­ξε ἐ­κεί­νη. Κι ἐ­πει­δὴ ρω­τών­τας εἶ­χε ἀ­πευ­θυν­θεῖ καὶ σὲ μέ­να καὶ εἶ­πα «ὄ­χι», ὁ ἄλ­λος θύ­μω­σε «βρὲ γυ­α­λαμ­πού­κα! βρὲ ἄ­ει τρά­βα στὸ σπί­τι σου. Ἄ­σε τὰ λε­φτὰ στὸ κο­μο­δί­νο, παίξ­την σὰ τρόμ­πας ποὺ εἶ­σαι καὶ πὲς πὼς πή­δη­ξες καὶ σύ». Γέ­λα­σαν οἱ ἄλ­λοι. Γέ­λα­σε κι ἡ τσατσὰ «ἀ­γα­θο­μού­νης φαί­νε­ται» εἶ­πε δεί­χνον­τάς με, κι ἂς εἶ­χα πά­ρει τὸ μέ­ρος της.

        Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να τὶς σκά­λες μὲ προ­σπέ­ρα­σε ὁ ναυ­τι­κός. Μό­λις βγῆ­κε ἔ­ξω ἔ­φτυ­σε. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ξα­να­φτύ­σε.

        Τρά­βη­ξα πρὸς τὸν Πα­λιὸ Σταθ­μό. Ἐ­κεῖ στὰ χα­λά­σμα­τα, στὰ γε­φυ­ρά­κια, πε­ρί­με­ναν —πα­ρο­πλι­σμέ­νες— αὐ­τὲς ποὺ πή­γαι­ναν στὰ ὄρ­θια. Σ’ ἕ­να για­πὶ δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἔ­τρω­γαν σπό­ρια. Κα­θό­τα­νε πά­νω σὲ τσι­μεν­τέ­νι­ες σκά­λες. Μπρο­στά τους ἕ­νας τε­νε­κὲς ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­πνό. Μέ­σα ἔ­και­γαν ξύ­λα, κομ­μά­τια ἀ­πὸ πε­τα­μέ­να ἔ­πι­πλα. Κά­τι νε­α­ροὶ τὶς πει­ρά­ζα­νε «τί μάρ­κα σπό­ρια τρῶ­τε, κο­ρί­τσια;» «Μπα­τι­ρό­σπο­ρα, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με μιὰ τρύ­πια δε­κά­ρα».

        Πιὸ πέ­ρα, σκι­ές. Κά­ναν πα­ζά­ρια, «Πρῶ­τα λε­φτά. Πρῶ­τα τὰ λε­φτά…» ἄ­κου­σα μιὰ νὰ φω­νά­ζει καὶ με­τὰ τσι­ρί­δες «ποὺ ἀ­γι­ά­τρευ­τη πλη­γὴ νὰ σέ ‘­βρει». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νε­α­ρῶν γε­λοῦ­σε: «ὅρ­μα του!» φω­νά­ζα­νε «ὅρ­μα του!».

        Πέ­ρα­σε και­ρός. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­μα­θη­τές μου πή­γαι­ναν σὲ γυ­ναῖ­κες. Μιὰ μέ­ρα ρώ­τη­σα ἕ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τούς.

        «… Τί, κα­λά… τὴν πρε­σά­ρεις ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὴν δου­λεύ­εις ὡς συ­νή­θως…».

        Ἡ Μπέμ­πα

        Ἡ Σύλ­βια

        Ἡ Γω­γώ….

        Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι τὰ σκα­λιά. Μό­λις ἔ­φτα­σε ἡ σει­ρά μου, πέ­ρα­σα στὸ δω­μά­τιο. Ἦρ­θε ἡ τσατσά, πλή­ρω­σα. Ξεν­τύ­θη­κα. Ἔ­πλυ­να τὰ χέ­ρια μου για­τί ἦ­ταν ἱ­δρω­μέ­να. Μπῆ­κε ἡ Πά­τρα. «Γειά» εἶ­πε. Ἔ­σχι­σε τὸ προ­φυ­λα­κτι­κό, ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἔ­γει­ρα δί­πλα της, ἔ­κα­να νὰ τῆς πιά­σω τὸ στῆ­θος.

        Μ’ ἔ­σπρω­ξε «ἄ­στα αὐ­τά» εἶ­πε «ἐ­γώ ‘μαι μό­νο γιὰ τὴν πρά­ξη». Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι της μπρο­στά μου «τέ­λει­ω­νε, ἔ­λα…» ἔ­λε­γε, μὰ ἐ­γὼ γύ­ρευ­α τὰ χεί­λη, τὸ στῆ­θος της. «Ἄ­κου ἐ­δῶ» εἶ­πε «δὲν παί­ζω τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη, ἔ­τσι;». Κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ πό­δια της «Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ βλέ­πεις αὐ­τό; Ἔ­λα…» συ­νέ­χι­σε «τε­λεί­ω­νε». Μὰ ἐ­γὼ ἔ­με­να πα­γω­μέ­νος. Βγῆ­κε ἔ­ξω κι ἐ­γὼ κύ­λη­σα δί­πλα. Ὁ κα­θρέ­φτης με­γέ­θυ­νε τὴ γύ­μνια μου.

        «Βρὲ ἄ­ει χά­σου! Δρό­μο! Χα­βα­λὲ τοῦ κε­ρα­τᾶ.»

        Ἔ­φυ­γα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βω, βρέ­θη­κα στὰ πευ­κά­κια. Ἐ­κεῖ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μὲς μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­κα­νε κρύ­ο ἢ ἐ­γὼ ἔ­τρε­μα; Ἀ­κούμ­πη­σα σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δέν­τρο μου εἶ­πα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης­
(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Σκεῦ­ος με­τα­νοί­ας : Ὁ συ­ναρ­πα­στι­κὸς βί­ος τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θάγ­γε­λου (Ἐν πλῷ, 2017).



		

	

Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Γιῶργος Μύσταξ: Δυὸ πόδια φέρνουν τὴν ἄνοιξη


Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ

Δυ­ὸ πό­δια φέρ­νουν τὴν ἄ­νοι­ξη


ΤΕΚΟΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ τὸ στέ­γα­στρο γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ψι­λό­βρο­χο. Εἶ­χε τρέ­ξει ἄ­δι­κα νὰ τὸ προ­λά­βει καὶ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ φω­τει­νὸς πί­να­κας ποὺ σὲ ἐ­νη­με­ρώ­νει πό­τε ἔρ­χε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε. Θὰ ἀρ­γοῦ­σε; Ἐ­κεῖ­νο τὸ κρύ­ο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πρω­ι­νό τοῦ Γε­νά­ρη δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ψυ­χὴ στὸ δρό­μο. Βρῆ­κε λοι­πὸν εὐ­και­ρί­α, μέ­χρι νὰ ἔρ­θει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, νὰ φτιά­ξει τὸ μαῦ­ρο της καλ­σὸν ποὺ ‘­χε κά­νει ζά­ρες λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το, ἐ­κεῖ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ ψη­λὲς μαῦ­ρες μπό­τες. Τὸ ἔ­στρω­σε τρα­βών­τας το  ψη­λὰ στοὺς μη­ρούς, ἀ­να­ση­κώ­νον­τας στὴν προ­σπά­θειά της τὴ μαύ­ρη δερ­μά­τι­νη φου­στί­τσα κι ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας δυ­ὸ πα­νέ­μορ­φα πό­δια. Ἐ­γώ, πά­λι, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της γιὰ νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ πο­λύ­χρω­μη ἄ­νοι­ξη φτά­νει ἐ­νί­ο­τε πρό­ω­ρα, μέ­σα σὲ μαῦ­ρο πε­ρι­τύ­λιγ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1967) Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι με­τα­πτυ­χια­κὸς φοι­τη­τὴς τοῦ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση, ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὸς χῶ­ρος» τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ.