Δημήτρης Τούλιος: Βούρκωμα


Τού­λιος Δη­μή­τρης


Βούρ­κω­μα

 

ΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ πα­ρὰ νὰ βρί­σκε­σαι ἐ­κεῖ… δή­λω­νε καὶ τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Προ­πέ­της Σά­ι­λυ. Τὴν ἔ­πα­θε κι αὐ­τὸς ὅ­πως κάμ­πο­σοι ἄλ­λοι ποὺ χά­ζευ­αν, μὲ τὶς ὧ­ρες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς νύ­χτες, τὸ φεγ­γά­ρι νὰ λάμ­πει ξε­κά­θα­ρα καὶ νὰ προ­κα­λεῖ.

Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, οἱ δι­α­κο­πὲς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ Σά­ι­λυ ἄ­ρα­ζε στὴν πιά­τσα μο­νά­χος. Κά­πνι­ζε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ δεύ­τε­ρο πα­κέ­το του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον πε­λά­τη. Ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ ζε­στὸ ψω­μί. Τὴν ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζὶ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ βρά­δυ. Καὶ ὅ­πως τό­τε, κοι­τοῦ­σε τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ κι ἀ­πό­ψε ἔ­λαμ­πε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σὰ δυ­νά­στης στὸν οὐ­ρα­νό.

        Τό­τε ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος στὴν πόρ­τα. Ἕ­νας ἀλ­λό­κο­τος τύ­πος μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζος στὸ τα­ξὶ σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι.

        Αἰφ­νι­δι­α­σμέ­νος, ἀλ­λὰ πάν­τα ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ὁ Προ­πέ­της δὲ δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, μὰ πο­λὺ εὐ­γε­νι­κὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­σμε­νο ἐ­πι­σκέ­πτη νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό.

        «Φεγ­γά­ρι πη­γαί­νω.»

        «Ναί, κα­λὰ φί­λε, κα­λὸ τὸ ἀ­στεῖ­ο.»

        «Φεγ­γά­ρι, λέ­με!»

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­ξυ­σε λί­γο το κε­φά­λι του. Μπᾶς κι ἐν­νο­οῦ­σε κα­νέ­να κλὰμπ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲ γνώ­ρι­ζε;

        «Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τό;» τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει.

        «Πᾶ­με ἀ­πὸ ‘δῶ καὶ θὰ σοῦ πῶ.»

        Ὁ Προ­πέ­της ξε­κί­νη­σε σὰ μα­γε­μέ­νος. Ὁ ἄ­γνω­στος τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μὲ θαυ­μα­στὴ ἀ­κρί­βεια. Ὅ­σο προ­χω­ροῦ­σαν μέ­σα στὴ νύ­χτα τό­σο τὰ κτί­ρια μει­ώ­νον­ταν μὲ θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο σὰν νὰ τὰ κα­τά­πι­νε ἀ­ό­ρα­τος δρά­κος. Οἱ δρό­μοι ἔ­μοια­ζαν καὶ τοῦ ἦ­ταν τε­λεί­ως ἄ­γνω­στοι. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­γι­νε σι­γὰ-σι­γὰ χα­λι­κό­δρο­μος ἐ­νῶ βρά­χια ἐμ­φα­νί­στη­καν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν. Χά­θη­κε ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ τα­ξι­τζῆ. Τὸ GPS ἔ­σβη­σε νε­κρὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή. Μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη σκο­τει­νιὰ ἀ­κου­γό­ταν μό­νο ἡ φω­νὴ τοῦ ἐ­πι­βά­τη. Σκλη­ρή, ψυ­χρή, ἀ­πό­λυ­τη. Τα­ξί­δευ­αν σὰ μέ­σα στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ λί­θου, τὰ πάν­τα πέ­τρι­να γύ­ρω.

        Ὅ­μως ἡ ἀ­νά­σα του στὸ σβέρ­κο τοῦ τα­ξι­τζῆ εἶ­χε κά­τι ἀ­πὸ τὴ μα­μὰ λύ­και­να πρὸς τὰ κου­τά­βια της. Καὶ σὲ λί­γο μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ψύ­χρα εἰ­σέ­βαλ­λε ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Εἶ­χαν φτά­σει φεγ­γά­ρι, μά­λι­στα. Τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σαν οἱ λακ­κοῦ­βες. Κα­τέ­βη­καν. Ὁ Σά­ι­λυ δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ζη­τή­σει κό­μι­στρο, πό­σο μᾶλ­λον, ἐ­ξη­γή­σεις. Ἄλ­λω­στε τοῦ ἔ­φτα­νε ποὺ ἀ­νά­σαι­νε καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τά του δὲν εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Τρί­χες τὰ ὅ­σα γνώ­ρι­ζαν πε­ρὶ ἐλ­λεί­ψε­ως ὀ­ξυ­γό­νου καὶ τὰ ρέ­στα. Ὕ­στε­ρα εἶ­δε κι ἐ­κεί­νη. Βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ ἕ­να κρα­τή­ρα κι ἔ­κα­νε μπά­νιο στὸ γα­λά­ζιο νε­ρό του. Ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ ἔγ­χρω­μο ση­μεῖ­ο τῆς Σε­λή­νης ἂν ἑ­ξαι­ροῦ­σες τὸ βυσ­σι­νὶ τα­ξί. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Δέ­σμες φω­τὸς ἀ­νά­βλυ­ζαν ἀ­π’ ὅ­λες τὶς τρύ­πες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ κα­θό­τι τύγ­χα­νε καὶ αὐ­τό­φω­το!

        Ἡ Κάλ­λια φά­νη­κε νὰ αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο χα­μο­γε­λοῦ­σε σὰ νὰ ἤ­ξε­ρε τί θὰ συμ­βεῖ. Ὁ Σά­ι­λυ πῆ­γε νὰ βου­τή­ξει στὸ γα­λά­ζιο βοῦρ­κο μὲ τὴν πα­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­νη του. Ἀλ­λὰ τὸ χέ­ρι τοῦ ἐ­πι­βά­τη τὸν ἐμ­πό­δι­σε.

        «Ἐ­σύ, βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ μό­νο γιὰ νὰ μὲ κου­βα­λή­σεις. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι μα­ζί μου τώ­ρα.» τοῦ ἐ­ξη­γή­θη­κε. Καὶ ἀ­φοῦ γδύ­θη­κε, ἔ­πε­σε μέ­σα στὸ γα­λά­ζιο κι ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε μα­ζί της.

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­νι­ω­σε τό­σο μό­νος ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὴ γῆ. Τοῦ φά­νη­κε ὑ­πέ­ρο­χη ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.

        Ἄς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἐ­πι­βά­της, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε μὲ τὸ κο­ρί­τσι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε πά­λι στὸ τα­ξὶ καὶ εἰ­σέ­πρα­ξε ὄ­χι καὶ λί­γα «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πὸ τὸν πλη­γω­μέ­νο πλὴν ὅ­μως ἀ­να­κου­φι­σμέ­νο τα­ξι­τζή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βιβλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).


Διαφημίσεις

Ἡ­ρώ Σκά­ρου: Ὁ ἑστιαζόμενος



Ἡ­ρώ Σκά­ρου


Ὁ ἑ­στι­α­ζό­με­νος


ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ πρώ­τη φο­ρὰ πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς μῆ­νες. Κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί του στὴν τα­βέρ­να. Κοι­νὴ ὥ­ρα δι­α­λείμ­μα­τος γιὰ με­ση­με­ρια­νό. Ἴ­δια θέ­ση κά­θε φο­ρά. Ὅ­μοι­ο μὲ κεῖ­νον πα­ρου­σι­α­στι­κό, ὅ­μοι­ο κου­στού­μι καὶ τη­λέ­φω­νο. Ὅ­σο ἔ­τρω­γαν καὶ οἱ δύ­ο, τοῦ ἔ­ρι­χνε κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸν πρῶ­το και­ρὸ τὰ που­κά­μι­σά του ἦ­ταν κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να καὶ οἱ γρα­βά­τες του χα­ρού­με­νες. Ἔ­στελ­νε κι ἔ­παιρ­νε μη­νύ­μα­τα καὶ κά­θε φο­ρά χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἔ­τρω­γε μὲ ὄ­ρε­ξη. Ἀρ­γό­τε­ρα οἱ γι­α­κά­δες του στρά­βω­ναν κά­πως. Ὁ κόμ­πος τοῦ λαι­μο­δέ­τη του ἦ­ταν σφι­χτὸς καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό του στα­μά­τη­σε νὰ δο­νεῖ­ται. Κοι­τοῦ­σε τὴ μαύ­ρη ὀ­θό­νη κα­θὼς κα­τά­πι­νε μὲ δυ­σκο­λί­α. Με­τὰ πα­ρα­τή­ρη­σε ἕ­να ση­μά­δι ποὺ τοῦ αὐ­λά­κω­νε τὸ μέ­τω­πο. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἡ χα­ρα­κιὰ με­γά­λω­νε. Ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι δὲν τὸν εἶ­δε. Ρώ­τη­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο καὶ τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ κα­θρέ­φτης ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ γί­νει κομ­μά­τια. Θὰ βά­ζα­νε και­νού­ριο το ἀ­πό­γευ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018).


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Εἴ­σο­δος / Ἔ­ξο­δος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Εἴ­σο­δος / Ἔ­ξο­δος


Ι ΘΥΡΕΣ ἀ­νοι­γό­κλει­ναν κά­θε ἕ­να μὲ δύ­ο λε­πτὰ πε­ρί­που, κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ συ­χνό­τε­ρα, καὶ δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ πρὶν γνω­στὸ γιὰ πό­ση ὥ­ρα θὰ πα­ρα­μεί­νουν ἀ­νοι­χτές. Ὕ­στε­ρα ἀ­κου­γό­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς θό­ρυ­βος, καὶ μέ­σα σὲ λί­γα μό­νο δευ­τε­ρό­λε­πτα ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις ἂν θὲς νὰ μεί­νεις μέ­σα ἢ ἂν θὰ βγεῖς. Τὰ βα­γό­νια στοὺς συρ­μοὺς ἦ­ταν πρό­χει­ρα ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους, ἐ­νῶ εἶ­χε δι­αρ­ρεύ­σει πὼς εἶ­χαν και­ρὸ νὰ γί­νουν οἱ ἀ­παι­τού­με­νες ἐρ­γα­σί­ες συν­τή­ρη­σης – κι αὐ­τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτα ἐ­πη­ρέ­α­ζε τοὺς ἐ­πι­βαί­νον­τες τὸ ὄ­χη­μα, μό­λις ἔ­φτα­νε ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­πό­φα­σης. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ θέ­λει ἡ πόρ­τα ὡ­σό­του κλεί­σει, πιὸ τολ­μη­ρὰ φα­νή­κα­νε κά­τι μι­κρὰ παι­διά· βγαί­να­νε τρέ­χον­τας κι ἔμ­παι­ναν γε­λών­τας πά­λι, κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἔ­μα­θε τί ἀ­πέ­γι­ναν ὅ­σα μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα βρε­θή­κα­νε μὲ τὸ ἕ­να πό­δι μέ­σα καὶ τὸ ἄλ­λο ἔ­ξω. Στὴν πο­ρεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς δι­α­πι­στώ­σα­με πὼς ἀρ­χί­σα­με ξαφ­νι­κὰ νὰ λι­γο­στεύ­ου­με, μὲ τὶς ἀ­πώ­λει­ες νὰ μὴν ἔ­χουν ἴ­χνος λο­γι­κῆς. Κά­που ἐ­κεῖ μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει πὼς ἴ­σως δὲν ἔ­χει τό­ση ση­μα­σί­α τε­λι­κὰ σὲ ποιό σταθ­μὸ θὰ ἀ­πο­βι­βα­στεῖ κα­νεὶς οὔ­τε κὰν ἂν θὰ ἀ­πο­φα­σί­σει πο­τὲ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στεῖ. Κά­ποι­ος ἄλ­λος συμ­πλή­ρω­σε πὼς ἔ­χει πι­θα­νὸν νό­η­μα σὲ ποιές στιγ­μὲς θὰ βρί­σκε­σαι μέ­σα καὶ σὲ ποιές ἔ­ξω. Σὲ μιὰ γω­νιὰ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη μο­νο­λο­γοῦ­σε πὼς —ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο κι ἔ­πει­τα του­λά­χι­στον— κα­λὸ θὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­βά­της νὰ φτά­νει ὅ­σο μα­κρύ­τε­ρα μπο­ρεῖ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πόρ­τες ποὺ θὰ ἀ­νοί­γουν μοι­ραῖ­α καὶ θὰ κλεί­νουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κίτρινη σκόνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κί­τρι­νη σκό­νη


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ μέ­σα πίσ­σα σκο­τά­δι. Ἡ Μ. δὲν εἶ­ναι δί­πλα του. Πε­ρί­ερ­γο. Τὴ φω­νά­ζει. Κα­μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ περ­πα­τά­ει στὰ τυ­φλά, πα­τά­ει τὸν δι­α­κό­πτη, τὸ φῶς δὲν ἀ­νά­βει, γυρ­νά­ει πί­σω, πιά­νει ψη­λα­φί­ζον­τας τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἁρ­πά­ζει μα­ζὶ κι ἕ­να κε­ρὶ ποὺ ἔ­χει στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­νά­βει τὸ φυ­τί­λι καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς οἱ τοῖ­χοι στὸ δω­μά­τιο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα, ἀ­πὸ λα­δὶ ποὺ ἦ­ταν ἔ­χουν γί­νει ἕ­να βα­θὺ κόκ­κι­νο. Πιά­νει τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας, τὸ γυρ­νᾶ, μπρο­στά του βλέ­πει τὸν δι­ά­δρο­μό του σπι­τιοῦ καὶ τὸ μι­κρὸ χὼλ ποὺ βγά­ζει στὴ βε­ράν­τα. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ τί­πο­τα, τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἀν­τὶ γιὰ πόρ­τες βρί­σκει παν­τοῦ τοί­χους. Οἱ τοῖ­χοι τοῦ δι­α­δρό­μου ἔ­χουν βα­φτεῖ κι αὐ­τοὶ τὸ χρῶ­μα τῆς πορ­φύ­ρας. Βα­στών­τας γε­ρὰ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ κε­ρὶ παίρ­νει τὴν εὐ­θεί­α βῆ­μα-βῆ­μα. Στὴ μέ­ση πε­ρί­που τῆς δι­α­δρο­μῆς ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Μ.· στὸ χλω­μό της πρό­σω­πο εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἕ­να χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο, ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ στό­μα της, κά­τι τοῦ λέ­ει, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος τί­πο­τα δὲν ἀ­κού­ει. Τὴν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει, μή­πως καὶ κα­τα­φέ­ρει καὶ δι­α­βά­σει τὰ χεί­λη της. Ἐ­κεί­νη τὸν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φριὰ στὴν πλά­τη δυ­ὸ φο­ρές, κι ὕ­στε­ρα ἡ μορ­φὴ της ξε­θω­ριά­ζει λί­γο λί­γο μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται τε­λεί­ως. Χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη καὶ δο­κι­μά­ζει γρυλ­λί­ζον­τας νὰ ἀρ­θρώ­σει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χ., ὁ ἴ­διος —σκέ­φτε­ται— σὰν νὰ ἔ­χει ἀ­πω­λέ­σει τὴν ἀ­κο­ή του, ἴ­σως οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως τὸν ἀ­κοῦ­νε. Τί­πο­τα. Φτά­νει στὴ μπαλ­κο­νό­πορ­τα, κον­το­στέ­κε­ται γιὰ λί­γη ὥ­ρα προ­τοῦ τε­λι­κὰ τὴν ἀ­νοί­ξει καὶ στρέ­ψει ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ τὸ βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Στὴ θέ­ση τῆς βε­ράν­τας εἶ­ναι ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λο ποὺ ἴ­σα τὸν χω­ρά­ει νὰ ἀ­νέ­βει. Μὲ τὸ ποὺ πα­τᾶ πά­νω του, τὸ κομ­μά­τι τὸ ξύ­λο ἀρ­χί­ζει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται ἐνῶ τὴν ἴ­δια ὥ­ρα νι­ώ­θει ἔν­το­νο μού­δια­σμα στὰ πό­δια καὶ κά­τι πρω­τό­γνω­ρο νὰ τὸν δι­α­περ­νᾶ. Τὰ κα­τα­φέρ­νει μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει καὶ κοι­τᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, τί­πο­τα του­λά­χι­στον ὅ­πως τὸ ξέ­ρει καὶ τὸ θυ­μό­ταν. Τὰ πάν­τα μοιά­ζουν νὰ εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­να ἀ­πὸ μιὰ πη­χτὴ κί­τρι­νη σκό­νη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς

(Angelheaded Hipsters)


ΟΝ ΕΙΔΕ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ με­τρό. Στε­κό­ταν μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ τζά­μι τῆς πόρ­τας καὶ κοί­τα­ζε ἔ­ξω. Ἦ­ταν με­λα­χρι­νός, μὲ ψη­λὰ ζυ­γω­μα­τι­κά. Τὰ μά­τια του δὲν τὰ εἶ­χε δεῖ ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ εἶ­χαν τὸ χρῶ­μα τοῦ πά­γου. Πρό­σε­ξε τὶς ὠ­μο­πλά­τες ποὺ προ­ε­ξεῖ­χαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ δερ­μά­τι­νο σα­κά­κι του. Κά­τι τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει τό­τε, γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸς ἂν καὶ ἀγ­γε­λό­μορ­φος ἔ­τσι ὅ­πως στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ βλέμ­μα του τὸν ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σει λί­γο, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα —ποὺ βρῆ­κα ξαφ­νι­κὰ τέ­τοι­ο θρά­σος;— ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του κά­τω ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στὴν πλά­τη του. Ἀ­νέ­συ­ρε τὴν πα­λά­μη του μα­τω­μέ­νη. «Πᾶ­με σπί­τι μου», τοῦ εἶ­πε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Μά­τω­σε ἔ­τσι καὶ τὸ δι­κό του. Ὁ κό­σμος τοὺς κοί­τα­ζε. Κα­τέ­βη­καν στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση καὶ περ­πά­τη­σαν τὴν ὑ­πό­λοι­πη δι­α­δρο­μὴ μέ­σα στὴ βρο­χή.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, πέ­τα­ξε τὰ κλει­διὰ στὸ τα­σά­κι δί­πλα στὴν εἴ­σο­δο καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο νὰ φέ­ρει πε­τσέ­τες. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι, στά­ζον­τας, ἀ­κί­νη­τος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὶς πε­τσέ­τες, τὸν εἶ­δε ποὺ στε­κό­ταν. «Για­τί δὲν μπαί­νεις μέ­σα;», τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν τρά­βη­ξε νὰ κα­θί­σει στὸ στρῶ­μα ποὺ σχε­δὸν γέ­μι­ζε τὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ. Τοῦ σκού­πι­σε τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν πε­τσέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα. Εἶ­χε τὴν πλά­τη του γυ­ρι­σμέ­νη κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κοί­τα­ζαν τὴ μα­τω­μέ­νη του πα­λά­μη. Τὰ σγου­ρὰ μαλ­λιά του ἀ­νέ­δι­δαν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ἄ­ρω­μα. Τί τοῦ θύ­μι­ζε; Τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ σα­κά­κι. Τὸ μπλου­ζά­κι του ἦ­ταν μου­λι­α­σμέ­νο στὸ αἷ­μα.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε. Πῆ­γε στὸ μπά­νιο κι ἔ­φε­ρε μιὰ λε­κά­νη μὲ νε­ρὸ κι ἕ­να σφουγ­γά­ρι. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ στρῶ­μα.

            «Πρέ­πει νὰ σὲ πλύ­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε, κοί­τα­ζε ἀ­κό­μα τὸ αἷ­μα στὴν πα­λά­μη του.

            «Πο­νᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

            Τό­τε μί­λη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. «Δὲν πο­νά­ω», εἶ­πε μὲ μιὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τη φω­νὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἀ­γό­ρι ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ αἴ­σθη­ση.

            Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ μπλου­ζά­κι. Τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν ἁ­πα­λό. Ὅ­που δὲν ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα, εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἄμ­μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε τὸ ἀ­γό­ρι. Τὰ μαλ­λιὰ του μυ­ρί­ζουν ἔ­ρη­μο. Τὸ ἤ­ξε­ρε, κι ἂς μὴν εἶ­χε πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο πο­τέ.

            Τὸ ἀ­γό­ρι βού­τη­ξε τὸ σφουγ­γά­ρι στὴ λε­κά­νη κι ὕ­στε­ρα τὸ στράγ­γι­ξε. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νους χόν­δρους, ἐ­κεῖ­νος ρί­γη­σε. Τὸ σῶ­μα του ἦ­ταν δυ­να­τό, γραμ­μω­μέ­νο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς δυ­ὸ πλη­γὲς στὴν πλά­τη του. Τὸ ἀ­γό­ρι δού­λευ­ε ὅ­σο πιὸ μα­λα­κὰ μπο­ροῦ­σε. Μό­λις τε­λεί­ω­σε, πῆ­ρε τὴ μα­τω­μέ­νη λε­κά­νη καὶ τὴν πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Τὴν ἄ­δεια­σε στὸ νε­ρο­χύ­τη, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι πε­τοῦ­σε κά­τι πο­λύ­τι­μο.


            «Δι­ψᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε. «Νὰ σοῦ φέ­ρω κά­τι νὰ πι­εῖς;»

            «Δὲν πί­νω», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.

            «Πει­νᾶς;»

            «Δὲν τρώ­ω.»

            «Τί θέ­λεις; Θέ­λεις ἕ­να τσι­γά­ρο;»

            «Ἁ­πλὰ μί­λα μου. Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            Τό­τε τὸ ἀ­γό­ρι τοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν τύ­πο ποὺ κα­τά­πι­νε σπα­θιὰ καὶ μα­χαί­ρια στὸ Σό­χο. Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς εἶ­χε στὸν οἰ­σο­φά­γο του τρί­α κο­φτε­ρὰ ξί­φη, ἕ­νας ἄν­τρας στα­μά­τη­σε μπρο­στά του καὶ τὸν κοί­τα­ζε. Ὁ περ­φόρ­μερ ἦ­ταν γυ­μνό­στη­θος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να πέ­τσι­νο παν­τε­λό­νι καὶ μιὰ ζώ­νη μὲ καρ­φιά. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ ἀ­φτί. Ὁ περ­φόρ­μερ τό­τε συ­στρά­φη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν τρό­μο. Ἔ­βγα­λε ὅ­πως-ὅ­πως τὰ σπα­θιὰ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει αἷ­μα. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἔ­φυ­γε. Ὁ περ­φόρ­μερ δὲν ξα­να­μί­λη­σε πο­τέ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι εἶ­χε σκί­σει τὶς φω­νη­τι­κές του χορ­δές. Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει τί τοῦ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

            «Σοῦ ἄ­ρε­σε;» ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Μοῦ ἀ­ρέ­σουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες. Ἂν καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τὶς ἔ­χω ξα­να­κού­σει», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.


Τὸ πρω­ὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸ σπί­τι, κα­θι­σμέ­νο πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ πῆ­γε στὴ δου­λειά. Τὸ δι­σκά­δι­κο ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­δει­ο ὅ­λη μέ­ρα. Πέ­ρα­σε τὴν ὥ­ρα χα­ϊ­δεύ­ον­τας τοὺς δί­σκους μὲ τὰ δά­χτυ­λα καὶ κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ἡ Πά­τι Σμίθ, ὄ­μορ­φη σὰν ἀ­γό­ρι, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζει τὸ φα­κὸ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τι­ράν­τες της καὶ τὸ σα­κά­κι στὸν ὦ­μο. Οἱ Μπὴτλς ἔ­χουν λα­στι­χω­τὲς ψυ­χὲς κι ὁ Τζὸν Λέ­νον χα­μο­γε­λά­ει. Τὰ Μπὴτς Μπό­υς τα­ΐ­ζουν μη­ρυ­κα­στι­κά. Ὁ Μέ­ρι­λυν Μάν­σον με­τα­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ σκου­λή­κι σὲ ἄγ­γε­λο.

            Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τὸν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μπρού­μυ­τα στὸ στρῶ­μα. Οἱ χόν­δροι στὴν πλά­τη του ἐ­ξεῖ­χαν σὰν δυ­ὸ ξα­σπρι­σμέ­να βου­νὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς σάρ­κι­νης χώ­ρας. Κά­θι­σε δί­πλα του στὸ στρῶ­μα καὶ δι­έ­τρε­ξε τὴν πλά­τη του μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι.

            «Ἦ­ταν τρο­με­ρό;» τὸν ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Ναί.»

            «Πῶς ἔ­νι­ω­σες;»

            «Ὁ νοῦς μου στα­μά­τη­σε κι ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει.»

            «Καὶ τώ­ρα τί εἶ­σαι;»

            «Ὅ,τι ἤ­μουν πάν­τα. Δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀλ­λά­ξεις αὐ­τὸ ποὺ εἶ­σαι.»

            «Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σεις;»

            «Μπο­ρῶ. Τί­πο­τα δὲν κρα­τά­ει αἰ­ώ­νια.»

            «Για­τί τὸ ἔ­κα­νες;»

            Ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του.

            «Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τὸ Λον­δί­νο ἀ­πὸ κον­τά.»

            Τὸ ἀ­γό­ρι σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο. «Ποῦ πή­γαι­νες ὅ­ταν σὲ συ­νάν­τη­σα;», ρώ­τη­σε τε­λι­κά.

            «Θὰ σοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο.»

            «Πές μου, ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴ γε­λά­σω.»

            «Πή­γαι­να στὸ Ἔιν­τζελ. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ βρῶ κι ἄλ­λους ἐ­κεῖ», εἶ­πε μ’ ἕ­να παι­δι­ά­στι­κο χα­μό­γε­λο ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ὄ­ψη του κά­τι ἀρ­χαῖ­ο κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

            Τὸ ἀ­γό­ρι γέ­λα­σε.

            «Θὰ μὲ γνω­ρί­σεις στοὺς φί­λους σου;» ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Εἶ­χε ἱ­δρώ­σει καὶ τὰ μαλ­λιά του κολ­λοῦ­σαν στὸ μέ­τω­πό του.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά. «Πᾶ­με», εἶ­πε.


Οἱ φί­λοι του ἔ­κλει­σαν τὸν ξέ­νο μέ­σα σ’ ἕ­ναν στε­νὸ κύ­κλο ἀ­πὸ με­θυ­σμέ­να σώ­μα­τα. Ἡ Τζού­λι, ὁ Μά­ικ, ὁ Φί­λιπ, ἱ­δρω­μέ­νοι δο­ρυ­φό­ροι φτι­αγ­μέ­νοι μὲ ὀ­ξὺ καὶ τρι­πά­κια καὶ μά­τια ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως —τὸ φῶς μοιά­ζει νὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα του— πρό­σω­πα ἐ­πί­μο­να νὰ κλέ­ψουν ἕ­να ἄγ­γιγ­μά του, χέ­ρια ποὺ δι­ψοῦ­σαν χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν για­τί. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν εἶ­δε ν’ ἁ­πλώ­νει ἕ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δά­χτυ­λο καὶ ν’ ἀγ­γί­ζει τὴ Τζού­λι στὸ μέ­τω­πο. Ἐ­κεί­νη γλί­στρη­σε κον­τά του κι ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι της στὸ στῆ­θος του. Ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε καὶ τὴ φί­λη­σε στὰ χεί­λη, τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα. Χρει­α­ζό­ταν ἀ­έ­ρα. Κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο κι εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δρα­πε­τεύ­σει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να γι­γάν­τιο σῶ­μα. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κλὰμπ μὲ βλέμ­μα θη­ρά­μα­τος. Τὸ μπὴτ τῆς μου­σι­κῆς ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα μουν­τό – ἡ τα­χυ­καρ­δί­α κά­ποι­ου ἄλ­λου.

            Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πό του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο τοῦ κτι­ρί­ου κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κρα­τή­σει τὴ νύ­χτα ἀ­κί­νη­τη. Σὲ λί­γο αἰ­σθάν­θη­κε δυ­ὸ χέ­ρια νὰ γλι­στρᾶ­νε στὸ στῆ­θος του, ὕ­στε­ρα στὸ στο­μά­χι του. Γύ­ρι­σε καὶ βρέ­θη­καν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Ἡ ἀ­νά­σα του μύ­ρι­ζε οὐ­ρα­νό. Τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸν φί­λη­σε πει­να­σμέ­να. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι φι­λά­ει τὸν γα­λα­ξί­α. Τὰ χέ­ρια του ἔ­ψα­χναν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σί­α πρω­τό­γνω­ρη κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λός του φώ­να­ζε ψη­λα­φῶ τὸν χρό­νο, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, θέ­λω νὰ σὲ δῶ ἀ­λή­θεια καὶ τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἀ­σύλ­λη­πτος καὶ γυ­μνός.


Κι ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι:

            «Μπο­ρῶ νὰ γί­νω γυ­ναί­κα γιὰ σέ­να. Θὰ ἤ­θε­λες μιὰ γυ­ναί­κα;»

            Καὶ τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­πε:

            «Ὄ­χι. Θέ­λω ἐ­σέ­να ὅ­πως εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κά.»

            «Καὶ ξέ­ρεις τί ση­μαί­νει αὐ­τό;»

            «Ξέ­ρω.»

            Καὶ τό­τε ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­ρι­ξε κά­τω τὴν ἀ­σπί­δα του

            καὶ πῆ­ρε τὸ σπα­θί του

            καὶ τρύ­πη­σε τὸ στῆ­θος τοῦ ἀ­γο­ριοῦ

            τρυ­φε­ρά,

            ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: «Angelheaded Hipsters», An Unlikely Companion, Μά­ϊ­ος 2015. (Με­τά­φρα­ση: Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου.)

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της «The Forest Edna» στὸν τόμο Letters from the Grave (Οrbannin books).

Δημήτρης Βαρβαρήγος: Ἡ άπόλυτη ἔκσταση


Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς 


Ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση


ΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ τῶν ἀ­έ­ρη­δων χα­ζεύ­ει τὶς θεῖ­ες ψυ­χὲς τῶν ἀ­θα­νά­των. Πρώ­τη συγ­κί­νη­ση ποὺ δέ­χε­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Δεύ­τε­ρη, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση, ἡ με­τά­βα­σή της στὸ ἀρ­χαῖ­ο πα­ρελ­θόν. Τρί­τη, ἡ ἕ­νω­ση καὶ ἡ ἀ­φο­μοί­ω­σή της στὸ σή­με­ρα μὲ τὴν καρ­διὰ τοῦ χθές. Καὶ νὰ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ νὰ νι­ώ­σει τὶς αἰ­σθή­σεις σὰν Ἀ­ρε­τές.

        Εἶ­χε δι­α­βά­σει τὴν Ἀν­τι­γό­νη στὸ σχο­λεῖ­ο, εἶ­χε δώ­σει ἐ­ξε­τά­σεις γι’ αὐ­τήν, τὴν εἶ­χε δι­α­λέ­ξει, τὴν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει σὰν ἀ­δελ­φή της, ὅ­πως ἡ Ἰ­σμή­νη. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει τὸ ρό­λο της, τὸ ρό­λο ποὺ θὰ ἔ­παι­ζε ἡ Ἀν­τι­γό­νη μέ­σα της. Τώ­ρα ἐ­δῶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε ἐν­τε­λῶς, ἦ­ταν πλέ­ον ἡ Ἀν­τι­γό­νη, για­τί αἰ­σθάν­θη­κε ξαφ­νι­κὰ νὰ πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Ξε­χεί­λι­σε σὰν πη­γὴ δο­ξα­σμέ­νη τῆς Περ­σε­φό­νης νὰ πο­τί­σει τὰ καρ­πε­ρὰ λι­βά­δια. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ τὸν Κρέ­ον­τα τὸν μι­ση­τὸ πε­θε­ρό της. Ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­κό­μη καὶ τὸ θά­να­το, για­τί κα­νεὶς δὲν θὰ βρι­σκό­ταν νὰ τῆς πεῖ πὼς ἔ­κα­νε πο­τὲ ἀ­νο­μί­α, ἀ­φοῦ ὅ­λα ἀ­πὸ ἀ­γά­πη ἤ­σαν κα­μω­μέ­να. Σὰν τὰ βλέ­φα­ρά της τρε­μό­παι­ξαν στὸ φῶς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πε ξύ­πνια, μὰ μί­α ἁ­πα­λὴ σκιὰ ἀν­θρώ­πι­νη τὴν χά­ι­δε­ψε καὶ σὰν μέ­σα ἀ­π’ τὴ σάρ­κα της νὰ χού­για­ξε στὸ αἷ­μα. Ἕ­να ἀ­πά­νε­μο φτε­ρού­γι­σμα ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­λάρ­γα στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­φή­νον­τάς της μί­α γλύ­κα τό­ση ποὺ ἀν­τά­μω­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Τῆς ἔπι­α­σε ἁ­πα­λά τὸ χέ­ρι ὡς ἄλ­λος Ἰ­ά­σο­νας καὶ τὴν τα­ξί­δε­ψε στῆς καρ­διᾶς του τὴ γῆ. Καὶ τῆς ἄ­ρε­σε καὶ τοῦ ἀ­φέ­θη­κε μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς ἀ­τό­φια, νὰ τὴν ρου­φή­ξει, ὅ­πως οἱ μέ­λισ­σες τὴ γύ­ρη. Καὶ σὰν νύμ­φη γλυ­κό­λα­λη φώ­να­ξε στὴν ἕ­νω­ση γιὰ τὴν καρ­διὰ τῶν ἀν­θρώ­πων, γιὰ τὰ βά­θη τῆς γῆς τοῦ Πλού­τω­να, γιὰ τὰ θη­ρί­α τῆς ἀ­βύσ­σου καὶ γλύ­κα­νε ἡ καρ­διὰ ἀ­π’ τὸ θεῖ­ο βύ­θι­σμα κι ἔ­μοια­ζε εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μέ­σα στὰ ἄν­θι­να πέ­πλα νὰ χύ­νον­ται στὰ κομ­ψὰ στή­θη της. Κι ἀ­να­στέ­να­ξε. Κι ἀ­να­φώ­νη­σε ὡς ἄλ­λη ἱ­έ­ρεια, ὡς ἄλ­λη Περ­σε­φό­νη, ὡς ἄλ­λη Ἀν­τι­γό­νη.

        «Ἑλ­λά­δα μου, πό­σο εἶ­σαι ὄ­μορ­φη!».

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς (Ἀ­θή­να, 1951) Σπούδασε ἠλεκτρονικά, σεναριογραφία, θέατρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ «awarded by the writing school». Γρά­φει σή­ριαλ γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, θέ­α­τρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει συ­νο­λι­κὰ 18 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἐ­νη­λί­κων, 7 παι­δι­κὰ βι­βλί­α καὶ ὀ­κτὼ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει ὡς ἐκ­παι­δευ­τῆς σὲ ἐρ­γα­στή­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τελευταῖο του βιβλίο Carpe diem (2019, Λυκόφως).


http://www.dvarvarigos.gr   http://dimitrisbarbarigos.blogspot.gr/


Ἀνδρέας Μήτσου: Κουστούμι ἀπὸ γνήσιο ἀγγλικὸ κασμὶρ


Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου


Κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμὶρ


ΑΤΕΒΑΙΝΑΜΕ ΨΗΛΑ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α.

Μπρο­στὰ πή­γαι­νε ἡ μά­να μου καὶ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὰ τρί­α ἀ­δέρ­φια μου. Ἐ­γώ, ἐρ­χό­μου­να πα­ρα­πί­σω, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ χού­ι μου.

        Εἴ­χα­με τὸ μνη­μό­συ­νο γιὰ τὰ σα­ράν­τα τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Τό­τε τὸν εἶ­δα.

        Περ­νοῦ­σε στὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο τοῦ χω­ριοῦ, στη­τὸς καὶ κορ­δω­μέ­νος. Οἱ δι­κοί μου, ὅ­τι εἶ­χαν στρί­ψει ἀ­ρι­στε­ρά, γιὰ τὸ σπί­τι μας, ὅ­ταν αὐ­τὸς ξε­φύ­τρω­σε ἀ­πὸ τὸ μο­νο­πά­τι πλά­ι στὸ πο­τά­μι, τὴ Μαν­τή­λω, καὶ βά­δι­ζε σ’ ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση, πρὸς τὴν πλα­τεί­α.

        Ἄλ­λα­ξα πο­ρεί­α, ξέ­κο­ψα ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα.

        Για­τὶ φο­ροῦ­σε τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        «Εἶ­μαι ὁ για­τρός», φώ­να­ζε χαι­ρέ­κα­κα. «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς».

        Πα­λα­βὸς δὲν ἦ­ταν, δὲν τά­χε χά­σει ἀ­κό­μα, πα­ρὰ ἕ­νας βαμ­μέ­νος κόκ­κι­νος, ἕ­να δε­κα­ο­χτά­χρο­νο πα­λι­ό­παι­δο, ποὺ ξέ­μει­νε ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους φο­νιά­δες καὶ δὲν δί­στα­σε νὰ βγά­λει τὰ ροῦ­χα τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ νὰ τὰ φο­ρέ­σει ὁ ἴ­διος, ἀ­φή­νον­τας τὸ τρυ­πη­μέ­νο ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες κορ­μὶ ὁ­λό­γυ­μνο, πά­νω στὰ βου­νά.

        Γιὰ νὰ τὸ φά­νε πιὸ εὔ­κο­λά τὰ ὄρ­νια καὶ τὰ τσα­κά­λια.

        Ἦ­ταν ξε­νό­φερ­τος στὸ χω­ριό. Δὲν ξέ­ρα­με ἀ­πὸ ποῦ κρα­τοῦ­σε ἡ σκού­φια του. Τὸν εἶ­χαν στρα­το­λο­γή­σει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ ἀν­τάρ­τες καὶ ἔ­γι­νε με­τὰ ἕ­να σκυ­λὶ μαῦ­ρο, ἕ­νας γε­νί­τσα­ρος, τό­σο ποὺ κι οἱ ἴ­διοι οἱ δι­κοί του τὸν φο­βόν­του­σαν καὶ τὸν ἀ­πέ­φευ­γαν.

        Τὸ σῶ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τὸ ηὔ­ρα­με πο­τέ.

        Ὁ Μά­μα­λης, ἔ­τσι τὸν λέ­γα­με, δι­ά­βαι­νε κά­θε μέ­ρα μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πέ­τρι­νο σπί­τι μας, φω­νά­ζον­τας: «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς. Εἶ­μαι ὁ για­τρός». Πε­ρι­φε­ρό­ταν με­τὰ στὴν πλα­τεί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἴ­δια δή­λω­ση.

        Συ­νέ­χι­σε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ καὶ πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα. Κα­νεὶς ὅ­μως, δὲν τὸν ἀ­πό­παιρ­νε πιά. Κα­νεὶς δὲν τοῦ ’­δι­νε ση­μα­σί­α, ἀ­φοῦ εἶ­χε χά­σει τε­λι­κὰ τὰ μυα­λά του.

        Πῆ­γε και­ρὸ φυ­λα­κή, τὸν βα­σά­νι­σαν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες, τὸν πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ φά­λαγ­γα, τί ἄλ­λο τού­κα­ναν δὲν ξέ­ρω.

        Ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε μὲ τὴν ἀ­μνη­στί­α, γύ­ρι­σε καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ χω­ριό.

        Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ βγῆ­κε στὴν πλα­τεί­α φο­ροῦ­σε πά­λι τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου κι ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε τὰ ἴ­δια λό­για. Τό­σο ποὺ τὸν συ­νή­θι­σαν ὅ­λοι, κι ὅ­σοι νε­ό­τε­ροι μά­λι­στα δὲν τὸν ξέ­ρα­νε, οὔ­τε εἶ­χαν ἀ­κού­σει τί­πο­τε γιὰ τὸ φό­νο, γιὰ τὴν ἐ­κτέ­λε­ση, τὸν πι­στεύ­α­νε πὼς ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ἔ­λε­γε.

        Τὸν δέ­χτη­κα στὴν αὐ­λή μου. Εἶ­χα μεί­νει ἡ μό­νη κλη­ρο­νό­μος στὸ ἀρ­χον­τι­κό τοῦ για­τροῦ, τ’ ἀ­δέρ­φια μου ἔ­φυ­γαν στὴν Ἀ­θή­να, ἡ μά­να μου πέ­θα­νε.

        Τοῦ ’­δι­να κά­θε με­ση­μέ­ρι ἕ­να πιά­το φαΐ, τοῦ τὸ πή­γαι­να ἔ­ξω, στὸ πε­ζού­λι. Δὲν τὸν ἤ­θε­λα νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ σπί­τι μου.

        Κα­θό­μου­να καὶ τὸν κοί­τα­ζα ποὺ ἔ­τρω­γε, κι εἶ­χα ἕ­να φό­βο, ἔ­τρε­μα ἀ­πὸ ἀ­γω­νί­α, μὴν πέ­σει πά­νω του τὸ φαΐ, ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­τρω­γε λαί­μαρ­γα. Καὶ τὸ λε­ρώ­σει τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε τὸ φα­γη­τό, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια φρά­ση. «Εἶ­μαι ὁ για­τρός» μοῦ ’­λε­γε «εἶ­μαι ὁ για­τρός, Πα­πα­θω­μάς». Καὶ μὲ πε­ρί­με­νε.

        Πή­γαι­να τό­τε ἐ­γὼ γρή­γο­ρα καὶ τοῦ ’­φερ­να μιὰ κα­νά­τα νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι. Τὸ ’­πι­νε, ση­κώ­νον­ταν κι ἔ­φευ­γε χορ­τα­σμέ­νος.

        Μό­νο τὴ μέ­ρα ποὺ χά­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­να­κο­πή καρ­διᾶς –οὔ­τε τριά­ντα χρό­νων– δὲν ἐ­πα­νέ­λα­βε τὴ φρά­ση του. Ἀ­πό­φα­γε, σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε, πρώ­τη του φο­ρά, κι ἀ­πο­χώ­ρη­σε με­τὰ σι­ω­πη­λός, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει γιὰ τὸ νε­ρό.

        Τὸν ἔ­κλα­ψα ὅ­πως δὲν εἶ­χα κλά­ψει ἄν­θρω­πο. Κα­τέ­βα­σα μὲ τὰ νύ­χια τὸ πρό­σω­πό μου, ξε­ρί­ζω­σα τὰ μαλ­λιά μου. Ἔ­σκου­ξα δυ­να­τά. Ἔ­φτα­σαν οἱ φω­νές μου ὡς τοὺς λόγ­γους καὶ στ’ ἄ­γρια βου­νά. Σὰν κό­τα κα­κά­ρι­ζα πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μί.

        Τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι τοῦ για­τροῦ, κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμί­ρι ἄ­φθαρ­το. Ὀ­λο­καί­νουρ­γιο. Τὸ που­κά­μι­σο λευ­κό, κολ­λα­ρι­στὸ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρο. Ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ φέ­ρε­τρο. Τὰ κεν­τη­τὰ σκαρ­πί­νια μὲ τὰ μι­κρὰ δον­τά­κια ἄ­λι­ω­τα. Τό­σα χρό­νια.

        Ἡ γρα­βά­τα του ἤ­τα­νε κόκ­κι­νη. Κα­τα­κόκ­κι­νη, αἷ­μα.



Πηγή: Ὁ Ὀρφέας καὶ ὁ Ἀνδρέας

Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου (Ἀμφιλοχία, 1950). Σπούδασε ἀγγλική λογοτεχνία, ἑλλη­νική φιλολογία καὶ εἶναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Ἔχει ἐκδώσει ἐννέα συλ­λο­γές διηγημάτων, πέντε μυθιστορήματα και δύο νουβέλες. Τὸ μυθιστόρημά του Τὰ ἀνίσχυρα ψεύδη τοῦ Ὀρέστη Χαλκιόπουλου τιμήθηκε μὲ τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Μυθιστορήματος (1996). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Σφῆκες μὲ τὸ Βραβεῖο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη (2002) καὶ ἡ συλλογή διηγημάτων Ἡ εξαίσια γυναίκα καὶ τὰ ψάρια (2016) τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Διηγήματος. Ἔργα του ἔχουν μεταφραστεῖ σὲ διάφορες γλῶσσες.