Σπύ­ρος Κρό­κος: Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου



Σπύ­ρος Κρό­κος


Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου


ΕΡΝΩ ΤΗΝ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ξύ­λι­νο παγ­κά­κι, δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τη­μέ­νη πλά­στιγ­γα γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς τά­βλες ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸν λει­τουρ­γι­κό του κορ­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῶν και­ρι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τοῦ χρό­νου, ἔ­χουν σα­πί­σει καὶ δι­α­λυ­θεῖ. Οἱ κα­ρό­βι­δες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὸ με­ταλ­λι­κὸ σκε­λε­τὸ μὲ τὰ ξύ­λα τῆς πλά­της καὶ τοῦ κα­θί­σμα­τος ποὺ ἀ­πέ­μει­ναν, ἔ­χουν ρι­λα­ξά­ρει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ συν­δέ­σεις νὰ ξε­θυ­μά­νουν. Ἔ­τσι, ἡ πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὸ σύ­νο­λο τῆς κα­τα­σκευ­ῆς σὲ μιὰ ἄ­ναρ­χη τα­λάν­τω­ση πό­τε δε­ξιὰ καὶ πό­τε ἀ­ρι­στε­ρά, δί­νον­τας, γιὰ ὅ­ποι­ον κά­θε­ται, τὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­κού­σιας συμ­με­το­χῆς του σὲ θε­α­τρι­κὴ φαρ­σο­κω­μω­δί­α. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αί­τε­ρά τα δρο­σε­ρὰ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κα δει­λι­νὰ καὶ τὰ μουν­τὰ χει­με­ρι­νὰ ἀ­πο­με­σή­με­ρα. Τό­τε ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νο στὴ σι­γα­λιὰ τῆς ἐγ­κα­τά­λει­ψης, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νο ἀ­πὸ τὸν τσίγ­κο τοῦ ὑ­πο­στέ­γου, ἐκ­φρά­ζει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του κα­τὰ τρό­πο ἐκ­κω­φαν­τι­κό. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ρη­μαγ­μέ­νου το­πί­ου μὲ σα­γη­νεύ­ει, ἀ­σκών­τας μου πα­ράλ­λη­λα μιὰ ἕλ­ξη μυ­στη­ρια­κή, σχε­δὸν ἱ­ε­ρή. Μιὰ ἱ­ε­ρό­τη­τα ποὺ ἐ­φορ­μεῖ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος καὶ μνή­μης, τό­σο ἐ­πά­νω στὸ πα­ρὸν ποὺ βι­ώ­νε­ται, ὅ­σο καὶ στὸ μέλ­λον ποὺ σχε­δι­ά­ζε­ται καὶ προσ­δο­κᾶ­ται.

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κά­θε­ται πο­τέ. Τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κι­νεῖ­ται. Ὅ­πως τό­τε. Ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κά. Ἐ­πι­θε­ω­ρών­τας τὶς πα­ρο­πλι­σμέ­νες σι­δη­ρο­τρο­χι­ὲς καὶ τοὺς σκα­σμέ­νους στὸν ἥ­λιο στρω­τῆ­ρες, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται ἀ­δι­ά­κο­πα ἀ­πὸ τὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ στὴν ἄλ­λη. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς φρέ­σκιας πίσ­σας ἔ­χει ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τῶν ἀ­γρι­ό­χορ­των ποὺ ἔ­χουν φυ­τρώ­σει πα­ρα­πλεύ­ρως τῶν γραμ­μῶν. Ξα­να­σαί­νει στὸ γε­ρα­σμέ­νο σῶ­μα τῆς γῆς ποὺ πό­τι­σε μὲ ἱ­δρώ­τα, ἀ­γω­νί­ες, ἄγ­χη, ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Οἱ δεῖ­κτες τοῦ με­γά­λου ρο­λο­γιοῦ τῆς ἀ­πο­βά­θρας ἔ­χουν ἀ­πὸ χρό­νια πα­γώ­σει καὶ ἡ δί­γλωσ­ση πι­να­κί­δα τοῦ σταθ­μοῦ δὲν ἔ­χει πλέ­ον δη­λω­τι­κὸ νό­η­μα ἄ­φι­ξης γιὰ κα­νέ­ναν τα­ξι­δι­ώ­τη. Ὁ ὑ­γρὸς δυ­τι­κὸς ἄ­νε­μος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὶς σκου­ρι­α­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὴν κρα­τᾶ­νε δε­μέ­νη στὸ στέ­γα­στρο, σ’ ἕ­να ἄρ­ρυθ­μο μοι­ρο­λό­ι ἀ­να­μνή­σε­ων κι ἀ­να­πό­λη­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο οἱ μνῆ­μες ἀ­πὸ τοὺς συ­ριγ­μοὺς τοῦ τραί­νου κα­θὼς μπαί­νει στὸ σταθ­μό, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες καὶ οἱ ἦ­χοι ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ή: οἱ δο­νή­σεις ἀ­πὸ τὶς τρα­βέρ­σες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὶς ρά­γες ὅ­ταν τὸ σι­δε­ρέ­νιο φί­δι κυ­λά­ει ἐ­πά­νω τους, οἱ κλαγ­γὲς τῆς πέ­δη­σης, ὁ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸς ἦ­χος τῶν φα­να­ρι­ῶν καὶ οἱ μπά­ρες ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὰ γει­το­νι­κὰ πα­σά­για, τὸ λε­φού­σι τῶν ἐ­πι­βα­τῶν μὲ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές τους καὶ ἡ σπου­δή τους γιὰ ἐ­πι­βί­βα­ση καὶ ἀ­πο­βί­βα­ση, τὸ σφύ­ριγ­μα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ὁ στριγ­κὸς ἦ­χος τῶν σι­δη­ρο­τρο­χι­ῶν ἀ­πὸ τοὺς ἑ­λιγ­μοὺς ποὺ ἐ­κτε­λεῖ ὁ κλει­δοῦ­χος.

       Τὸ βλέμ­μα μου ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ δι­κό του κα­θὼς αὐ­τὸ δι­α­τρέ­χει τὰ τρί­α με­γά­λα μπλὲ παν­τζού­ρια —κλει­στὰ πλέ­ον— στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο τοῦ δί­πα­του κτη­ρί­ου. Στιγ­μὲς ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ πα­ρα­κο­λου­θῶ νὰ κα­τε­βαί­νει νο­η­τὰ τὴ βαμ­μέ­νη μὲ κα­φε­τὶ λα­δομ­πο­γιὰ δρύ­ι­νη σκά­λα, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη στὸ ἰ­σό­γει­ο. Τώ­ρα στέ­κε­ται στὴν ξύ­λι­νη, ξε­φλου­δι­σμέ­νη, δί­φυλ­λη πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου, μὲ τὴν το­ξο­ει­δὴ κά­σα καὶ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα. Ἡ ζω­ὴ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν τῶν σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶν κυ­λοῦ­σε πάν­τα δί­πλα στὸ σταθ­μό. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λες δύ­ο κα­τοι­κί­ες, μι­κρό­τε­ρες, ἰ­σό­γει­ες αὐ­τές, στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ. Ἔ­βλε­παν στὸν ἀ­κά­λυ­πτο χῶ­ρο μὲ τοὺς φοί­νι­κες καὶ τὶς λε­μο­νι­ές. Πα­ρα­τη­ρῶ μα­ζί του τὶς ἄ­δει­ες ἀ­πο­βά­θρες κι ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὶς λο­γι­ῶν-λο­γι­ῶν ψυ­χὲς ποὺ τὶς μοι­ρά­στη­καν: φοι­τη­τές, ἐρ­γα­ζό­με­νοι, του­ρί­στες, τα­ξι­δευ­τές, φαν­τά­ροι, μα­θη­τές, τυ­χο­δι­ῶ­κτες. Χι­λιά­δες πρό­σω­πα πό­τι­σαν τὸ χῶ­μα αὐ­τὸ μὲ δά­κρυ­α, εἴ­τε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση τῆς ἀν­τά­μω­σης εἴ­τε ἀ­πὸ τοὺς λυγ­μοὺς τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Ἡ στέρ­φα γῆ δὲ μαρ­τυ­ρᾶ σή­με­ρα τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς ἔν­δο­ξους χρό­νους της. Βι­ώ­νω τὴ βου­βή του θλί­ψη κα­θὼς πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ γε­μά­το φθο­ρὲς ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο κτί­ριο, ποὺ νο­μο­τε­λεια­κὰ θὰ τὸ ὁ­δη­γή­σουν σὲ κα­τάρ­ρευ­ση. Πάν­τα πο­νᾶς ὅ­ταν κά­τι ξε­ρι­ζώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή σου. Μὲ κοι­τά­ζει. Νο­μί­ζω πὼς ἔ­χει βουρ­κώ­σει. Ἴ­σως νὰ βούρ­κω­σα ἐ­γώ… Κα­τα­φέρ­νω νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὸ παγ­κά­κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­μαι γιὰ κάμ­πο­σα δευ­τε­ρό­λε­πτα ὡς κομ­πάρ­σος, σὲ ἄλ­λη μί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­κό­τρο­πα σκη­νο­θε­τη­μέ­νες πα­ρα­στά­σεις του. Βα­δί­ζω πρὸς ἐ­κεῖ­νον προ­σπα­θών­τας νὰ μι­λή­σω κα­θα­ρὰ καὶ στα­θε­ρά, κοι­τών­τας τον στὰ μά­τια.

       «Πα­τέ­ρα μή­πως νὰ πη­γαί­νου­με; Τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ au­to­mo­tri­ce φαί­νε­ται πὼς ἔ­βα­λε κα­θυ­στέ­ρη­ση…». Κά­νω μιὰ προ­σπά­θεια νὰ χα­μο­γε­λά­σω, μά­ται­η…

       «Πᾶ­με ἀ­γό­ρι μου» ἀ­πο­κρί­νε­ται σφίγ­γον­τας τὰ χεί­λη σὲ μιὰ γλυ­κό­πι­κρη ἔκ­φρα­ση.

       Κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ἐ­πι­τα­χύ­νω γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βω. Περ­πα­τῶ πλά­ι του. Ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι καὶ τοῦ σφίγ­γω τὸν ὦ­μο. Ἀν­τα­πο­δί­δει χτυ­πών­τας με στορ­γι­κὰ στὴν πλά­τη. Γυ­ρί­ζω τὸ κε­φά­λι ὠ­θού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ὁρ­μέμ­φυ­τη ἀ­νάγ­κη τῆς στερ­νῆς μα­τιᾶς. Ἀν­τι­κρί­ζω τὸ πε­ρι­φραγ­μέ­νο πί­σω μέ­ρος τοῦ σταθ­μοῦ. Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς ἄ­κου­σα τὸ «κλὶκ» τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς. Κα­ρὲ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς ἀρ­χί­ζουν νὰ ξε­τυ­λί­γον­ται στὸ πα­νὶ τῆς μνή­μης, ρά­θυ­μα κι ἐ­πι­λε­κτι­κά. Κα­τα­νι­κῶ τὴν πρό­κλη­ση καὶ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι. Σὲ μιὰ τυ­χαί­α συ­νάν­τη­ση μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ἔ­μα­θα πὼς πά­ει και­ρὸς ποὺ οἱ φοί­νι­κες ἔ­χουν ξε­ρα­θεῖ. Ἀ­λή­θεια… πό­σο θὰ ἤ­θε­λα νὰ μυ­ρί­σω τὰ ἄν­θη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς δί­φο­ρες λε­μο­νιές…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ δίδαξε στὸ δη­μό­σιο Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς, ἐ­νῶ βρί­σκον­ται σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη οἱ με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Οἱ πει­ρα­μα­τι­σμοὶ του ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται πρὸς τὸ πα­ρὸν στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὸ μι­κρὸ-δι­ή­γη­μα.


 

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Καλα-ντέ



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Καλα-ντέ


ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη προ­σο­χή, κα­θὼς συμ­μο­ρί­ες ἀ­νη­λί­κων πε­ρι­φέ­ρον­ται ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι, χτυ­ποῦν κου­δού­νια καί, μὲ τὴν πρό­φα­ση λη­στεί­ας καὶ κα­κο­ποί­η­σης, ἀ­κι­νη­το­ποι­οῦν τοὺς ἐ­νοί­κους καὶ τοὺς ἐ­ξα­ναγ­κά­ζουν νὰ ἀ­κοῦ­νε ὕ­μνους σὲ ἐρ­γο­λά­βους καὶ εὐ­χὲς νὰ μὴν πέ­σει τὸ σπί­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­φω­νί­ζουν. Τὰ παι­διὰ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­δί­στα­κτα καὶ ἱ­κα­νὰ νὰ κα­λαν­τί­ζουν ἀν­θρώ­πους πα­γι­δευ­μέ­νους σὲ ἐ­ρεί­πια κα­τοι­κι­ῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν σει­σμοὶ καὶ ἄλ­λες οἰ­κο­γε­νεια­κὲς δυ­σκο­λί­ες. Χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη προ­σο­χή, κα­θὼς πα­ρὰ τὰ δια­ρκῆ αἰ­τή­μα­τα ἀρ­νεῖ­ται νὰ συλ­λά­βει τὰ μέ­λη αὐ­τῶν τῶν συμ­μο­ρι­ῶν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, ποὺ ἔ­χει μο­λυν­θεῖ ἀ­πὸ ἀ­νυ­πό­στα­τες ἀ­πό­ψεις πε­ρὶ ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, λὲς καὶ τὰ παι­διὰ εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι. Ἔ­νοι­κοι ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴν τύ­χη νὰ ἔ­χουν κου­φα­θεῖ ἀ­κό­μη, ὥ­στε νὰ μὴν ἀ­κοῦ­νε κου­δού­νια ποὺ χτυ­ποῦν, ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νὰ βά­ζουν στὴ δι­α­πα­σῶν τὸν ἦ­χο τη­λε­ο­ρά­σε­ων, ποὺ προ­βάλ­λουν ἑ­ορ­τα­στι­κὲς λη­στεῖ­ες καὶ κα­κο­ποι­ή­σεις, νὰ ἀ­νοί­γουν ὅ­λες τὶς βρύ­σες ὥ­στε μὲ θό­ρυ­βο ἐ­λεύ­θε­ρα νὰ τρέ­χει νε­ρό, ποὺ δὲν χρε­ώ­νε­ται ὅ­σο ἐ­πι­βάλ­λει ἡ ξη­ρα­σί­α, καὶ γε­νι­κό­τε­ρα νὰ θο­ρυ­βοῦν μὲ κά­θε τρό­πο ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν ἡ εὐ­γέ­νεια, ἡ εὐ­γλωτ­τί­α καὶ ἡ εὐ­γο­νι­κή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που τώρα ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Πρόεδρός της. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Εἰκόνα: Κώστας Δαύλιας, Μαρὼ Τριαντα­φύλλου, Καλα­ντι­στές, Ἡρὼ Νικο­πού­λου (Νέα Σμύρ­νη, 24.12.2019).


Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου: Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη



Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη

 

ΟΙΤΟΥΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἕ­να γύ­ρω ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ τῶν αὐ­το­κι­νή­των στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν κλεί­σει τὰ μα­γα­ζιὰ ἀ­πὸ νω­ρὶς κι ὅ­λοι ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν τὸν στρα­τι­ώ­τη ποὺ σκο­τώ­θη­κε στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ τὸν ἔ­φε­ραν στὸ χω­ριὸ ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, ὅ­που εἶ­χε γί­νει στὸν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ἡ νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α.

       — Ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀν­θρα­κω­ρύ­χων. Δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα κι ὅ­ταν βρέ­θη­κε στὸν στρα­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε κἄν ποῦ βρι­σκό­ταν αὐ­τὴ ἡ χώ­ρα, μοῦ ‘­λεγε ὁ Νέ­στο­ρας ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­δί. Ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ στὸ μα­γα­ζί μου κι ἀ­γό­ρα­ζε φρέ­σκο ψά­ρι.

       Στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο ἡ πομ­πὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ νε­κροῦ, εἶ­πε δυ­ὸ λό­για ἕ­νας κύ­ριος. Ἄρ­χι­σε νὰ ψι­χα­λί­ζει, πῆ­ραν τὸν δρό­μο γιὰ τὸ κοι­μη­τή­ριο. Ἦ­ταν κά­τι πι­τσι­ρί­κια, πῆ­γαν κον­τὰ στὴ νε­κρο­φό­ρα καὶ κοι­τοῦ­σαν τὸ φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴ ση­μαί­α. Κι ἄλ­λες ση­μαῖ­ες ἀ­νέ­μι­ζαν στὰ σπί­τια τρι­γύ­ρω. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε πιὰ τὸν ἥ­ρω­ά του, ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ κά­θε χώ­ρα σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις. Τὸ πέν­θος τῶν ξέ­νων μᾶς φαί­νε­ται ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Σὲ ἄλ­λη χώ­ρα ξέ­νοι κι ἐ­μεῖς, δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τί σή­μαι­νε γιὰ ἕ­να χω­ριό, χα­μέ­νο κι ἀ­π’ τοὺς χάρ­τες τῆς Ἀγ­γλί­ας, ὁ ἀ­πο­τρό­παι­ος θά­να­τος ἑ­νὸς νέ­ου στὰ βά­θη τῆς Ἀ­σί­ας. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὶς μπυ­ρα­ρί­ες, τὶς πὰμπ καὶ τὴν ὁ­μί­χλη ποὺ σκέ­πα­ζε τοὺς λό­φους, τὰ δέν­τρα καὶ τὴ λί­μνη γύ­ρω. Νύ­χτω­νε.

       — Κρί­μα στὴ μά­να του, ἔ­κα­νε ὁ Νέ­στο­ρας. Πέ­ρα­σε πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Μό­λις ποὺ ἔ­βγαι­νε ἡ φω­νή της κι ἡ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πό της, ἐ­νό­σω πε­ρί­με­νε νὰ ἑ­τοι­μά­σω τὴν πα­ραγ­γε­λί­α, φα­νέ­ρω­νε ἄν­θρω­πο χω­ρὶς πιὰ προ­ο­ρι­σμό. Ἔ­νι­ω­σα μιὰ λύ­πη νὰ μὲ δέρ­νει.


Φύ­γα­με γιὰ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Θυ­μή­θη­κα τὰ μπλό­κα ἐ­πὶ Θά­τσερ, τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα καὶ τὴν ἀ­περ­γί­α τους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ σπά­σουν. Πρὶν χρό­νια ἐρ­χό­μα­σταν ἀ­πὸ τὸ Λον­δί­νο, με­τὰ τὸ Λέ­στερ, κον­τὰ με­σά­νυ­χτα καὶ τὰ μπου­λού­κια τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν στα­μα­τοῦ­σαν τ’ αὐ­το­κί­νη­τα γιὰ ἔ­ρευ­να, ὅ­πως πα­λι­ό­τε­ρα στὴν Κύ­προ. Καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἡ με­γά­λη δι­α­δή­λω­ση τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα κι ὁ κό­σμος ποὺ τοὺς ἔ­δι­νε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξουν. Κι ὁ Κύ­πριος ποὺ κά­θε μέ­ρα τοὺς ἔ­δι­νε τρό­φι­μα. Ὥ­σπου μὲ τὸν και­ρὸ τοὺς λύ­γι­σαν καὶ σή­με­ρα ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὰ ἀν­θρα­κω­ρυ­χεῖ­α, λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, δε­σπό­ζει τὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο «Μέ­το­χο», κι ὁ Τζέ­ημς ἔ­γι­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ χω­ριοῦ.


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ Μπέρ­μιγ­χαμ νὰ δοῦ­με ἕ­ναν συγ­γε­νῆ. Μᾶς ἔ­κα­ναν τὸ τρα­πέ­ζι, εἶ­χε μουσακά, κου­πέ­πια κι ἄλ­λες λι­χου­δι­ὲς κυ­πρια­κές.Ὕ­στε­ρα κα­θί­σα­με στὸ σα­λό­νι νὰ δοῦ­με τὶς εἰ­δή­σεις στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὴ δο­ρυ­φο­ρι­κή.

       Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ξα­δέρ­φου ἦ­ταν ἀ­πό ‘­να χω­ριὸ τῆς Καρ­πα­σί­ας καὶ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς πα­ρα­δό­σεις. Στὸν τοῖ­χο ἀ­πέ­ναν­τί μας εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο κά­δρο μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Μα­κά­ριου καὶ τοῦ Αὐ­ξεν­τί­ου. Πιὸ κά­τω, σὲ κέν­τη­μα, ἡ Κύ­προς ποὺ τὴν πλαι­σί­ω­ναν κλα­διὰ ἐ­λιᾶς κι ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἡ Ἰ­σμή­νη μᾶς ἔ­φε­ρε γλυ­κὰ κου­τα­λιοῦ, κα­ρυ­δά­κι κι ἀ­μύ­γδα­λο, κι ὅ­λο ρω­τοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ τοὺς φί­λους στὸ νη­σί, τί κά­νουν, ἂν με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά. Σχε­δὸν τριά­ντα πέν­τε χρό­νια δὲν κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν τὸν τό­πο τους καὶ μά­θαι­ναν τὰ νέ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πα­ροι­κί­ας καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση.

       Ἄρ­χι­σε τὸ δελ­τί­ο μὲ πρώ­τη εἴ­δη­ση τὶς συ­νο­μι­λί­ες, κά­τι γιὰ πρό­ο­δο καὶ τὶς δη­λώ­σεις τοῦ ἐκ­προ­σώ­που τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Τὰ νέ­α ποὺ μὲ σό­κα­ραν ἦ­ταν γιὰ τὶς κη­δεῖ­ες ἀ­γνο­ου­μέ­νων. Εἶ­χαν βρεῖ τὰ ὀ­στά τους σὲ ὁ­μα­δι­κὸ τά­φο, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­δει­χνε στὴν ὀ­θό­νη ἦ­ταν κά­τι σχε­δὸν ἄ­πρε­πο: Ἕ­νας κομ­μα­τάρ­χης στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐκ­φω­νοῦ­σε τὸν ἐ­πι­κή­δει­ο σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ τὴν ὥ­ρα τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Μι­λοῦ­σε μ’ ἕ­να ὕ­φος στομ­φῶ­δες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ρη­το­ρι­κὰ σχή­μα­τα μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς.

       Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νε­κροῦ, ὑ­πο­βα­στα­ζό­με­νη, μέ­σα σὲ λυγ­μούς, στε­κό­ταν πλά­ι στὸ φέ­ρε­τρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν δὲν ἦ­ταν ἕ­να μέ­τρο. Ἡ κραυ­γή της, «γι­έ μου!», δι­έ­κο­πτε κεί­νη τὴ βέ­βη­λη φω­νή. Τὸ μι­κρό, σχε­δὸν παι­δι­κό, φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴν κυ­πρια­κὴ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α, οἱ φαν­τά­ροι μὲ τὰ ὅ­πλα ὑ­πὸ μά­λης. Τὸ πρό­σω­πο τῆς ὑ­πέρ­γη­ρης μά­νας τοῦ νε­κροῦ μὲ τὴ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πο, τό­σα χρό­νια μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ δεῖ τὸ παι­δί της, κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γαν ὅ­λοι αὐ­τοί. Κι ἡ κό­ρη του, γύ­ρω στὰ τριά­ντα πέν­τε, εἶ­πε μό­νο δυ­ὸ λό­για στὸ τέ­λος, «δὲν σὲ γνώ­ρι­σα, ἀλ­λὰ τώ­ρα ξέ­ρω πῶς ἔ­γι­νε και για­τί ἔ­γι­νε αὐ­τὸ τὸ κα­κό».

       Κά­τι πῆ­γε νὰ πεῖ ὁ ξά­δερ­φος, τὸν ἔ­κο­ψε ἡ Ἰ­σμή­νη ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πράγ­μα­τα αὐ­τά.

       —Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸν γιὸ τῆς συν­νυ­φά­δας ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, ἔ­λε­γε, ἦ­ταν σάμ­πως σὲ προ­ε­κλο­γι­κὴ μά­ζω­ξη καὶ δὲν σε­βά­στη­καν τὴ γυ­ναί­κα του. Χρό­νια τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συγ­κεν­τρώ­σεις ὥ­σπου δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο καὶ πῆ­γε μό­νη της νὰ σκά­ψει τὸν τά­φο καὶ νὰ τὸν ξε­θά­ψει.


Θυ­μή­θη­κα στὴ Λευ­κω­σί­α, λί­γο προ­τοῦ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀγ­γλία.Ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ πρω­ὶ καὶ στὴν ἔ­ρη­μη λε­ω­φό­ρο κα­τέ­βαι­νε ἕ­να τζὶπ τοῦ στρα­τοῦ. Με­τέ­φε­ρε φέ­ρε­τρο ἀ­γνο­ου­μέ­νου μὲ δυ­ὸ φαν­τά­ρους ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν στὰ κα­θί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ εἰ­κό­να σὰν σὲ ται­νί­α. Κι οἱ νέ­οι, ποὺ συ­νό­δευ­αν τὴ σο­ρὸ στὸ τό­σο δὰ μι­κρὸ φέ­ρε­τρο, μὲ στο­λὴ ἀ­τσα­λά­κω­τη καὶ τὸ φου­λά­ρι στὸν λαι­μό, δὲν εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν δο­λο­φο­νή­θη­κε ὁ ἀ­γνο­ού­με­νος, ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ στὸν κα­τά­λο­γο τῶν νε­κρῶν μὲ τὴ μέ­θο­δο DΝΑ.

       Εἶ­ναι μῆ­νες τώ­ρα ποὺ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται ἡ κη­δεί­α τους μὲ μιὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α, τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια με­τά, σὰν νὰ συ­νέ­βη­σαν μό­λις χτὲς ὅ­λα αὐ­τά. Τί λαμ­πρό­τη­τα στὴν κη­δεί­α τοῦ Ἀγ­γλου στρα­τι­ώ­τη, ἡ αὐ­το­κι­νη­το­πομ­πή, οἱ ἐ­πί­ση­μοι κι ὁ κό­σμος ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὸν Τζέ­ημς σὰν νὰ μὴν εἶ­χε σκο­τω­θεῖ σὲ ξέ­νη χώ­ρα. Κι ἡ ἐ­ρη­μιὰ στὴν ὁ­δὸ Δη­μο­σθέ­νη Σε­βέ­ρη, ὅ­πως κα­τη­φό­ρι­ζε τὸ τζὶπ πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, σὰν πε­ρι­φο­ρὰ Ἐ­πι­τα­φί­ου χω­ρὶς ἄν­θη, σοῦ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση τρα­γι­κῆς πα­ρά­στα­σης χω­ρὶς τοὺς θε­α­τές, μὲ τὸν ἥ­λιο νὰ φω­τί­ζει ἀ­νε­λέ­η­τα αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό.


Μ’ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις ὁ Νέ­στο­ρας.

       — Ὥ­ρα νὰ πη­γαί­νου­με, εἶ­πε, προ­τοῦ νυ­χτώ­σει, ἔ­χου­με δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο.

       Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σα­με τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φύ­γα­με κά­πως στε­νο­χω­ρη­μέ­νοι μὲ ὅ­σα εἴ­χα­με δεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Στὴ σκέ­ψη μου ἔ­μει­ναν τὰ πρό­σω­πα τῶν δύ­ο μα­νά­δων, κα­μιὰ δι­α­φο­ρὰ στὴ θλί­ψη καὶ στὸν πό­νο κι ἄς εἶ­χαν χί­λι­ες δυ­ὸ δι­α­φο­ρὲς ὁ Εὐ­έλ­θων καὶ ὁ Τζέ­ημς. Ὁ πρῶ­τος δο­λο­φο­νή­θη­κε ἐν ψυ­χρῷ στὴ χώ­ρα του ἀ­πὸ ξέ­νους εἰ­σβο­λεῖς πρὶν τό­σα χρό­νια κι ὁ δεύ­τε­ρος πρὶν λί­γες μέ­ρες σὲ μιὰ ξέ­νη χώ­ρα.

       Στὸ αὐ­το­κί­νη­το ὁ φί­λος μοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ Τζέ­ημς ἔ­παι­ζε μπά­λα ἔ­φη­βος στὴν το­πι­κὴ ὁ­μά­δα, «ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο σέν­τερ φὸρ καὶ τὸν εἶ­χε βά­λει στὸ μά­τι ἡ Σέ­φιλντ Γι­ου­νά­ι­τεντ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πῆ­γε στὸν στρα­τό, ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ, κι ἅ­μα ἔ­παι­ζε μὲ τὴν ὁ­μά­δα τοῦ χω­ριοῦ κα­μιὰ Κυ­ρια­κή, ξε­σή­κω­νε τοὺς φι­λά­θλους μὲ τὶς ντρί­πλες του καὶ τὰ τέρ­μα­τα ποὺ ἔ­βα­ζε. Ὕ­στε­ρα τὸν ἔ­στει­λαν στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ σπά­νια μα­θαί­να­με νέ­α του».


Στὴν πτή­ση Χί­θρο­ου-Λάρ­να­κα δι­ά­βα­ζα ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κὸ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ψά­χνουν γιὰ ἀ­γνο­ού­με­νους κι ἄς ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ μέ­χρι σή­με­ρα ἑ­κα­τὸν τριά­ντα χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πι­νοι σκε­λε­τοὶ σὲ ὁ­μα­δι­κοὺς τά­φους. Δυ­ὸ ἀ­δερ­φές, παι­δά­κια τὸ 1936, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα πέν­τε χρό­νια ἐ­να­πό­θε­σαν στὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο τὰ ὀ­στὰ δι­κῶν τους ἀν­θρώ­πων ποὺ βρέ­θη­καν σ’ ἕ­να πη­γά­δι.

       Ἦρ­θε ἡ ἀ­ε­ρο­συ­νο­δὸς καὶ μοῦ ‘­φε­ρε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ζή­τη­σα. Φυλ­λο­με­τρών­τας βρῆ­κα τὴν εἴ­δη­ση γιὰ τὴν κη­δεί­α τῶν ἀ­γνο­ου­μέ­νων μὲ δύ­ο φω­το­γρα­φί­ες. Νέ­οι μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, φαί­νον­ταν ἀ­π’ τὸ ντύ­σι­μο καὶ τὸ χτέ­νι­σμα. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε ἄλ­λα ὀ­χτὼ ἀ­δέρ­φια κι ἦ­ταν ἔ­φε­δρος. Τὸν σκό­τω­σαν λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα τῆς εἰ­σβο­λῆς. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὸ κρα­νί­ο ἦ­ταν πιὰ βέ­βαι­ο, πέ­ραν πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὅ­τι εἶ­χε συλ­λη­φθεῖ αἰχ­μά­λω­τος. Στὴ φω­το­γρα­φί­α ἔ­γερ­νε κά­πως τὸ κε­φά­λι ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­πως συ­νή­θι­ζαν νὰ βγά­ζουν τό­τε τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἦ­ταν μό­λις εἴ­κο­σι τρι­ῶν χρο­νῶν κι εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ δύ­ο χρό­νια με­τὰ ποὺ ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν στρα­τό. Ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη εἴ­δη­ση στὴν τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα γιὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ βομ­βαρ­δι­σμοῦ τῆς Δρέσ­δης ἀ­πὸ τοὺς Συμ­μά­χους καὶ στὸ τέ­λος ἔ­γρα­φε πὼς στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τῆς πό­λης ἔ­βρι­σκαν σκε­λε­τοὺς καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια.


       Τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει. Ἀ­πὸ τὸ φι­νι­στρί­νι φαι­νό­ταν ἡ θά­λασ­σα τῆς Μόρ­φου κι ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ τοῦ Πεν­τα­δά­χτυ­λου. Τὸ νη­σὶ ἀ­νά­γλυ­φο, χω­ρὶς συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα, φαι­νό­ταν σὰν παι­γνί­δι. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοῦ νὰ προσ­δε­θοῦ­με. Ὅ­πως κα­τε­βαί­να­με, στὸ βά­θος ἔ­βλε­πες μι­κρο­σκο­πι­κὲς τὶς νέ­ες οἰ­κο­δο­μὲς ν’ ἁ­πλώ­νον­ται παν­τοῦ.


Θυ­μή­θη­κα τὸν στί­χο τοῦ Μπόρ­χες: Ἕ­να πράγ­μα μό­νο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἡ λή­θη. Κι ὕ­στε­ρα τὸν Τζέ­ημς. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­παί­ξει μπά­λα.



Πη­γή: Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).



		

	

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher): Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά



Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher)


Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά

(Candy girls)


ΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ἡ εἴ­σο­δος στοὺς Ἑ­βραί­ους, στοὺς νέ­γρους καὶ στὶς ἀ­συ­νό­δευ­τες γυ­ναῖ­κες με­τὰ τὶς ἕ­ξι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μπο­ρεῖς νὰ πα­ρα­βιά­σεις καὶ τοὺς τρεῖς κα­νό­νες ἂν που­λᾶς πού­ρα Κού­βας καὶ ζα­χα­ρω­τὰ μὲ ἕ­να δί­σκο πε­ρα­σμέ­νο μὲ λου­ριὰ ἀ­πὸ τὸ λαι­μό σου. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βγά­ζου­με κά­να φράγ­κο. Αὐ­τὴ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ Μα­ρί­α. Ἐ­γὼ λεύ­κα­να τὰ πό­δια μου. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α – στὸ κλὰμπ Πε­λαρ­γός οἱ ἄν­δρες σὲ “ἐ­κτι­μοῦν” ἀ­πὸ τὰ πό­δια σου ἢ κρυ­φο­κοι­τά­ζουν τὸ ντε­κολ­τέ σου τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες τους που­δρά­ρουν τὴν μύ­τη τους. Κοι­τοῦν πιὸ ἐ­πί­μο­να, ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες τους μέ­νουν σπί­τι.

       Στὸ δω­μά­τιό μας, τὰ πα­πού­τσια καὶ οἱ δί­σκοι εἶ­ναι πε­τα­μέ­να ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ· ξα­πλώ­νου­με ἀ­νά­πο­δα σὲ ἕ­να μο­νὸ κρε­βά­τι. «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;», ρω­τά­ει ἡ Μύ­ριαμ τρί­βον­τας στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ οἱ πο­λὺ σφι­χτὲς γό­βες ἔ­χουν ἀ­φή­σει τὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νά τους ση­μά­δια.

       Τὴν Τρί­τη ἦ­ταν ἡ τρί­τη μας φο­ρὰ στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν θὰ ἀ­να­φερ­θῶ σὲ γνω­στὰ ὀ­νό­μα­τα. Τοὺς ξέ­ρεις ὡς γί­γαν­τες τῆς με­γά­λης ὀ­θό­νης. Ἀρ­γό­τε­ρα θὰ λάμ­ψουν στὴν μαυ­ρό­α­σπρη τη­λε­ό­ρα­ση, μι­κροὶ ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μό­νο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βλέ­που­με τὰ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὰ σμό­κιν καὶ τὰ μπορ­σα­λί­νο. Μυ­ρί­ζου­με τὴν ἀ­να­πνο­ὴ τους – τὴν γλυ­κά­δα τῆς σαμ­πά­νιας, τὴν ἁ­ψά­δα τοῦ τζίν. Νι­ώ­θου­με τὰ κορ­μιά τους ποὺ σφίγ­γον­ται καὶ χα­λα­ρώ­νουν πρὶν ἀρ­χί­σουν τὰ κου­τσομ­πο­λιὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τρα­πέ­ζια γε­μά­τα στα­χτο­δο­χεῖ­α. Δὲν τοὺς ξέ­ρεις ὅ­πως τοὺς ξέ­ρου­με ἐ­μεῖς.

       Θὰ ποῦν γιὰ τὶς φοῦ­στες μας σὲ σχῆ­μα καμ­πά­νας, γιὰ τὸ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα μας ποὺ στὰ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἔ­χει κο­ρι­τσί­στι­κη γεύ­ση – ὄ­χι Ἑ­βραι­ο­πού­λας, οὔ­τε ἔγ­χρω­μου κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ ψι­θυ­ρί­σουν γιὰ τὸ πῶς τὰ δά­χτυ­λά μου βρί­σκουν αὐ­τὰ τῆς Μύ­ριαμ, πῶς κρα­τι­ό­μα­στε χέ­ρι-χέ­ρι καὶ κα­τὰ τὴν διά­ρκεια καὶ με­τά. Θὰ γε­λά­σουν.

       Ὅ­ταν μέ­νου­με μό­νες, λέ­με ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη δι­ά­φο­ρα ψέ­μα­τα:

             Ἀ­κό­μη λί­γο.

             Τὰ χρή­μα­τα βο­η­θᾶ­νε.

             Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά.

       Λέ­με κι ἀ­λή­θει­ες ποὺ κά­νουν ρί­μα μὲ τὸ σὲ ἀ­γα­πῶ.

       «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;» καὶ μὲ φι­λᾶ παν­τοῦ, βγά­ζει τὸ καλ­τσόν μου καὶ τὸ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σει σὲ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ δι­χτυ­ω­τὰ καλ­τσὸν στὸ ἄ­δει­ο πά­τω­μα.

       «Ὄ­χι, πιά», ψεύ­δο­μαι.

       Τό­τε ἡ ἡ Μύ­ριαμ τρί­βει τὰ πο­νε­μέ­να ση­μεῖ­α, ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀγ­γί­ξει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Bath Flash Fiction Award (28.02.2019) [Νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ Bath Flash Fiction Award February 2019]:

https://bathflashfictionaward.com/2019/02/christina-dalcher-february-2019-first-prize/

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher) εἶ­ναι γλωσ­σο­λό­γος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ ἐ­θι­σμέ­νη στὶς ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο μέ­ρος τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου Νό­του. Εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ φοι­τή­τρια τοῦ προ­γράμ­μα­τος MFA: Read Every Word by Stephen King (ἐ­πι­νο­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια). Μπο­ρεῖς νὰ βρεῖς δου­λειά της —με­ρι­κὲς φο­ρὲς βρα­βευ­μέ­νη— στὸ Molotov Coctail, στὸ Whiskey Paper, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New South Journal, καὶ ἀλ­λοῦ. Ἂν γυ­ρεύ­εις τὴν Χρι­στί­να μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ: @CVDalcher, www.chri­stina­dalcker.com , ἢ νὰ κρύ­βε­ται στὴν ντου­λά­πα δι­α­βά­ζον­τας ξα­νὰ ἕ­να κου­ρε­λι­α­σμέ­νο ἀν­τί­­τυ­πο τοῦ The shining. Ἐ­πί­σης ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο VOX.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καρο­φί­λιο.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ρουμπίνια καὶ Σμαράγδια


ΑΠΟΙΑ Παρ­θέ­νος εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­γα­ποῦ­σε μὲ πό­θον με­γά­λον τὸν χρυ­σόν, καὶ ὄ­χι τὸν Χρι­στόν, εἰς τό­σην φι­λαρ­γυ­ρί­αν ἦλ­θεν, ὁποῦ πο­τὲ δὲν ἔ­δω­κεν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, οὔ­τε εἰς ξέ­νον, οὔ­τε εἰς γνώ­ρι­μον, οὔ­τε ἁ­πλῶς εἰς κα­νέ­να πτω­χόν· ἀλ­λὰ μή­τε κἂν εἰς Ἐκ­κλη­σί­αν ἔ­δω­κεν ὀ­βο­λόν. Πολ­λαῖς φο­ραῖς, καὶ πολ­λοὶ ὁ­σι­ώ­τα­τοι Πνευ­μα­τι­κοὶ καὶ Πα­τέ­ρες τὴν ἐ­νου­θέ­τη­σαν· ὅ­μως τὴν εἶ­χε κυ­ρι­εύ­σῃ ­τὸ δαι­μό­νιον τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, καὶ δὲν τοὺς ἤ­κου­ε τε­λεί­ως. Εἶ­χεν ἀ­νε­ψιὰν ἀ­πὸ τὴν ἀ­δελ­φήν της, τὴν ὁ­ποί­αν ἔ­κα­μεν ὡς θυ­γα­τέ­ρα, διὰ νὰ τὴν κλη­ρο­νο­μή­σῃ ὅ­ταν ἀ­πο­θά­νῃ, καὶ δὲν ἐ­φρόν­τι­ζεν ἡ τα­λαί­πω­ρος, διὰ νὰ κα­τα­στή­σῃ τὸν πλοῦ­τόν της εἰς τὰς οὐ­ρα­νί­ους ἀ­πο­θή­κας μὲ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην, ἀλ­λὰ νὰ τὸν ἀ­φή­κῃ εἰς χεῖ­ρας ἀ­να­ξί­ου γυ­ναί­ου, διὰ νὰ γέ­νῃ μά­λι­στα ὕ­λη τῆς αἰ­ω­νί­ου κο­λά­σε­ως. Με­γά­λη πο­νη­ρία εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ τοῦ σα­τα­νᾶ, ἤ­γουν ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται πολ­λοὶ πὼς ἔ­χου­σι συγ­γε­νεῖς, ἢ τέ­κνα, ἢ γο­νεῖς, καὶ διὰ τοῦ­το τά­χα συ­νά­ζουν, διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν νὰ κυ­βερ­νῶν­ται κα­τό­πι μὲ ἐ­κεῖ­να, ὁποῦ ἤ­θε­λαν τοὺς ἀ­φή­σῃ. Ὅ­μως αὐ­τὴ εἶ­ναι πλά­νη τοῦ δι­α­βό­λου εἰς τοὺς πλε­ο­νέ­κτας. Οἱ ὁ­ποῖ­οι πολ­λαῖς φο­ραῖς φαρ­μα­κεύ­ουν γο­νεῖς, φο­νεύ­ουν ἀ­δελ­φούς, καὶ ἐ­πι­βου­λεύ­ον­ται συγ­γε­νεῖς. Ὥ­στε ὁποῦ προ­φα­σί­ζον­ται μό­νον διὰ νὰ τὰ ἀ­φή­σουν πρὸς κυ­βέρ­νη­σιν ἄλ­λων, ὅ­μως ὁ σκο­πὸς καὶ ἡ δι­ά­θε­σίς τους εἶ­ναι νὰ πλε­ο­νε­κτοῦ­σιν. Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ὁποῦ φο­βᾶ­ται τὴν αἰ­ώ­νιον κό­λα­σιν, ὁποῦ ἀ­να­μέ­νει τοὺς φι­λαρ­γύ­ρους, ἠμ­πο­ρεῖ νὰ κυ­βερ­νή­σῃ καὶ τοὺς ἐ­δι­κούς του κα­τὰ τὴν ἀ­νάγ­κην τους, καὶ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην ἐ­κεῖ ὁποῦ δύ­νε­ται νὰ μὴν ἀ­φί­νῃ.

       Αὐ­τὴν τὴν πλα­νε­μέ­νην φι­λο­χρή­μα­τον Παρ­θέ­νον ὁ Ἅ­γιος Μα­κά­ριος ὁ Πρε­σβύ­τε­ρος (ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὴν φρον­τί­δα ἐ­κεί­νων τῶν ἀῤ­ῥώ­στων, ὁποῦ ἦ­τον καὶ μι­σε­ροὶ εἰς τὰ μέ­λη τους) ἠ­θέ­λη­σε μὲ ζῆ­λον θε­ϊ­κὸν νὰ ὠ­φε­λή­σῃ εἰς τὴν ψυ­χὴν μὲ τέ­τοι­ον τρό­πον. Μί­αν ἡ­μέ­ραν λέ­γει της κρυ­φί­ως· Εἰς τὸ χέ­ρι μου ἔ­τυ­χαν ἀ­τί­μη­ταις πέ­τραις, πολ­λὰ θαυ­μα­σταῖς καὶ εὐ­θη­ναῖς, ᾑ ὁ­ποί­αις εἶ­ναι ῥουμ­πί­νια καὶ σμα­ρά­γδια. Δὲν ἠ­ξεύ­ρω ὅ­μως ἢ ταῖς ἔ­κλε­ψαν, ἢ ταῖς ἔ­χουν ἀ­πὸ πραγ­μα­τεί­αν. Ἡ τι­μή τους εἶ­ναι πολ­λὴ καὶ δυσ­νό­η­τη, ὅ­μως αὐ­τὸς εὐ­χα­ρι­στεῖ­ται διὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α. Λοι­πὸν μὴ χά­νῃς τὸν και­ρόν, ἔ­λα νὰ πη­γαί­νω­μεν νὰ ἰ­δῇς τὰς πέ­τρας, καὶ δό­σαι πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πὸ μί­αν μο­να­χὴν πέ­τραν τὰ πέρ­νεις, καὶ ᾑ ἄλ­λαις σοῦ ἀ­πο­μέ­νουν δι­ά­φο­ρον. Τοῦ­το κα­θὼς ἤ­κου­σεν ἐ­κεί­νη ἡ φι­λάρ­γυ­ρος γυ­νή, ἔ­πε­σεν εἰς τὸν τρά­χη­λον τοῦ Ἁ­γί­ου μὲ δέ­η­σιν, νὰ τῆς ἀ­γο­ρά­σῃ τοὺς λί­θους, δί­δων­τας εὐ­θὺς καὶ τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α, λέ­γου­σα, ὅ­τι δὲν θέ­λω νὰ φα­νῶ ἐ­γὼ εἰς τὸν που­λη­τήν.

       Πέρ­νων­τας λοι­πὸν ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος τὰ φλω­ρί­α, τὰ ἐ­ξω­δί­α­σεν ὅ­λα εἰς ταῖς ἀ­ναγ­καί­αις ὑ­πη­ρε­σί­αις τῶν πτω­χῶν καὶ μι­σε­ρῶν. Με­τὰ τοῦ­το ἐ­πέ­ρα­σε και­ρὸς πο­λύς, καὶ ἡ Παρ­θέ­νος ἐ­κεί­νη, μὲ τὸ νὰ ἦ­τον τοι­οῦ­τος ἁ­γι­ώ­τα­τος ἄν­θρω­πος, εὐ­λα­βεῖ­το νὰ τοῦ ἀ­να­θυ­μή­σῃ διὰ τὰ φλω­ρί­α, ὁποῦ τοῦ ἔ­δω­κεν. Ὅ­μως μί­αν ἡ­μέ­ραν τὸν εὗ­ρε κα­τ’ ἰ­δί­αν εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν, καὶ λέ­γει του· Τί ὁ­ρί­ζεις, Πά­τερ, διὰ τοὺς λί­θους ἐ­κεί­νους, διὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἔ­δω­κα τὰ πεν­τα­κό­σια φλω­ρί­α; Λέ­γει της καὶ ὁ Ἄ­γιος· ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἡ­μέ­ραν, ὁποῦ μοῦ ἔ­δω­κες τὰ νο­μί­σμα­τα, ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τὴν ἰ­δί­αν τὰ ἐ­πλή­ρω­σα εἰς τὴν τι­μὴν τῶν λί­θων, καὶ ἀ­νί­σως καὶ θέ­λεις, ἔ­λα εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, νὰ τοὺς ἰ­δῇς, ὁποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ φυ­λαγ­μέ­νοι. Ἐ­κεί­νη, ὡς ἤ­κου­σεν, ἦλ­θε με­τὰ χα­ρᾶς εἰς τὸ πτω­χο­τρο­φεῖ­ον, τὸ ὁ­ποῖ­ον ἦ­τον δί­πα­τον, καὶ εἰς τὸ ἀ­νώ­γει­ον εἶ­χαν ταῖς γυ­ναῖ­κες ταῖς μι­σε­ραῖς, εἰς δὲ τὸ κα­τώ­γε­ον ἐ­κεί­τον­το οἱ ἄν­δρες. Τό­τε λέ­γει ὁ Ἅ­γιος· Ποί­ους ἔ­χεις γνώ­μην νὰ ἰ­δῇς πρῶ­τον, τὰ ῥουμ­πί­νια, ἢ τὰ σμα­ρά­γδια; Καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πε­κρί­θη, ὅ,τι εἶ­ναι εἰς τὸ θέ­λη­μά του. Ὅ­θεν τὴν ἀ­νέ­βα­σεν εἰς τὰς γυ­ναῖ­κας, ὁποῦ ἐ­κεί­τον­το μι­σε­ραῖς, καὶ λέ­γει· νά τὰ ρουμ­πί­νια. Ἔ­πει­τα τῆς ἔ­δει­ξε κά­τω καὶ τοὺς ἄν­δρας, λέ­γων­τας, νά τὰ σμα­ρά­γδια. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι οἱ πο­λύ­τι­μοι λί­θοι, ἀ­πὸ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν εὑ­ρί­σκεις ἀ­κρι­βε­στέ­ρους. Ταῦ­τα ἀ­κού­ων­τας ἐ­κεί­νη, ἀ­πὸ τὴν λύ­πην της λό­γον δὲν ἐ­λά­λη­σεν, ἀλ­λὰ ἦλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κόν της, καὶ ἔ­πε­σεν εἰς τὸ κρεβ­βά­τι ἄῤ­ῥω­στη ἀ­πὸ τὴν πί­κραν της. Ὅ­μως με­τὰ ταῦ­τα, ἐ­πει­δὴ καὶ ἀ­φ’ οὗ ὑ­πάν­δρευ­σε τὴν ἀ­νε­ψιάν της, ἀ­πέ­θα­νεν ἄ­τε­κνος αὐ­τὴ ἡ ἀ­νε­ψιά, εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε διὰ ἐ­κεί­νην τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νην τὸν ὅ­σιον Μα­κά­ριον, ὁ­ποῖ­ος ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν ζω­ὴν εἰς τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρειαν, εἰς τὴν φρον­τί­δα τῶν λε­λω­βη­μέ­νων, ἑ­κα­τὸν χρό­νων γέ­ρων­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ον ἔ­φθα­σα καὶ εἶ­δα καὶ ἐ­γὼ ὁ τα­πει­νός.



Πη­γή: Λαυ­σα­ϊ­κόν ἢ­τοι Βί­βλος πε­ρι­έ­χου­σα Δι­η­γή­σεις ἀ­σκη­τι­κὰς Ἀν­δρῶν καὶ Γυ­ναι­κῶν, με­τα­φρα­σθεῖ­σα πα­ρά τι­νος Ἀ­νω­νύ­μου ἐκ τῆς Ἑλ­λη­νί­δος εἰς ἁ­πλῆν φρά­σιν, ἐν Βε­νε­τί­ᾳ, 1866, σς. 24-26 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰκὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]



		

	

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Τραγούδι



Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Τρα­γού­δι


ΡΑΤΑ στὸ χέ­ρι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ κου­βά, ἕ­να κον­τά­ρι κι ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ μοιά­ζει μὲ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα αὐ­το­κι­νή­του. Τὰ τζά­μια σου εἶ­ναι λε­ρω­μέ­να, μοῦ λέ­ει, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; Φυ­σά­ει σή­με­ρα, τοῦ λέ­ω, θὰ λε­ρω­θοῦν ἀ­μέ­σως ξα­νά. Τό­τε νὰ ‘ρθῶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή; μὲ ρω­τᾶ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ κα­λύ­τε­ρα, τοῦ λέ­ω. Εἶ­ναι κον­τός, μὲ σκοῦ­ρο πρό­σω­πο καὶ λα­δω­μέ­νο μαλ­λί, μαῦ­ρο κα­τρά­μι στρω­μέ­νο κα­λά, τὰ μά­τια του εἶ­ναι κί­τρι­να καὶ δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν πάν­τα τὸ χρῶ­μα τους. Μὴ βά­λεις ἄλ­λον, μοῦ λέ­ει, ἐ­γὼ θὰ τὰ κα­θα­ρί­σω, μό­νο πέν­τε εὐ­ρώ, ἔ­λα τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, τοῦ λέ­ω. Συ­νεν­νο­η­θή­κα­με μιὰ χα­ρά, ἂν καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του δὲν ἦ­ταν τό­σο κα­λά. Κα­θα­ρί­ζω καὶ τοῦ Τά­σου στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει. Δὲν ξέ­ρω κά­ποι­ον Τά­σο ἀ­πὸ τὸ Κιά­το, τοῦ λέ­ω. Ἔ­χει τὸ κα­φε­νεῖ­ο, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι του πῶς τοῦ κά­νει ὁ Τά­σος ὅ­ταν τὸν βλέ­πει. Σὲ σταυ­ρώ­νει, τοῦ λέ­ω, ὅ­πως σὲ σταύ­ρω­νε ἡ μά­να σου μι­κρό, ναί, μοῦ λέ­ει κι ἀ­μέ­σως με­τὰ μοῦ δεί­χνει μιὰ ἄλ­λη κί­νη­ση, σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει. Πρῶ­τα σὲ σταυ­ρώ­νει καὶ με­τὰ σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει. Για­τί τὰ κά­νει αὐ­τά; τοῦ λέω, δὲν ξέ­ρω, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει ξα­νά. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ ἄρ­γη­σε λί­γο, ἀλ­λὰ συ­νε­πής, εἶ­χε βρα­διά­σει, χτυ­πᾶ κι ἀ­νοί­γει ἐ­λα­φρῶς τὴν πόρ­τα, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; μοῦ λέ­ει, κα­θά­ρι­σέ τα, τοῦ λέ­ω. Πέ­ρα­σα κι ἀ­πὸ τὸν Τά­σο στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ ‘δεῖ­ξε γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα τὶς γνω­στὲς κι­νή­σεις τοῦ Τά­σου, γε­λα­στὸς πάν­τα, ἐ­γὼ δὲν ἔ­κα­να σχό­λιο για­τί τὰ εἴ­χα­με πεῖ αὐ­τά. Θὰ πά­ρω λί­γο νε­ρό, μοῦ λέ­ει, πά­ρε, τοῦ λέ­ω. Ἀ­κού­ω ἀ­πέ­ξω νὰ τρί­βει τὰ τζά­μια καὶ με­τὰ νὰ τὰ στε­γνώ­νει, ὅ­πως γρα­τσου­νά­ει ἡ γά­τα τὸ πορ­τό­φυλ­λο τὸ χει­μώ­να ποὺ κρυ­ώ­νει, δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, τέ­λει­ω­σα, μοῦ λέ­ει, ὁ­ρί­στε τὰ λε­φτά, τοῦ λέ­ω, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θά­ρι­ζε τὸ μαρ­μα­ρά­κι τῆς εἰ­σό­δου, μὴν πα­τή­σεις ἐ­δῶ, μοῦ λέ­ει, μέ­χρι νὰ στε­γνώ­σει. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μοῦ λέ­ει. Ἡ κί­νη­ση ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­χε ἀ­ραι­ώ­σει. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα καὶ βγῆ­κε. Ἀ­μέ­σως με­τὰ εἶ­πε ἕ­να τρα­γού­δι, στὴ γλώσ­σα του, ὄ­χι ὁ­λό­κλη­ρο, ἀλ­λὰ εἶ­πε με­ρι­κὰ λό­για καὶ νο­μί­ζω πὼς τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν ἕ­να εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­κό­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.