Σωτήρης Παστάκας: Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


 ΘΟΔΩΡΟΣ ἦταν ὄ­μορ­φο παι­δί, προι­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ φύ­ση κι εἶ­χε εὐ­γε­νι­κοὺς τρό­πους, μιὰ ἔμ­φυ­τη εὐ­γέ­νεια ποὺ προ­έρ­χε­ται πάν­τα καὶ μό­νο ἀ­πὸ κα­λὰ παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ σω­στὴ ἀ­να­τρο­φή. Κα­τέ­φτα­σε στὸ Δαφ­νὶ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἅ­λω ἐ­πα­να­στά­τη καὶ μπο­ὲμ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­φοῦ γρή­γο­ρα μά­θα­με πὼς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ σὲ κά­ποι­α πό­λη τῆς Θεσ­σα­λί­ας, γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς βή­τα στὸ νε­ο­σύ­στα­το Ἐ­θνι­κὸ Σύ­στη­μα Ὑ­γεί­ας. Ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ ρό­λου τοῦ Κλι­νι­κάρ­χη, ποὺ τοῦ εἶ­χαν προ­ε­τοι­μά­σει οἱ γο­νεῖς του ὡς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες με­γά­λης Ψυ­χι­α­τρι­κῆς Κλι­νι­κῆς, φάν­τα­ζε στὰ μά­τια μας ὡς ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας τοῦ Θοδωρῆ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή, θὰ μοῦ πεῖ­τε, καὶ θὰ συμ­φω­νή­σω μα­ζί σας, «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» καὶ ὁ Θό­δω­ρος δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ ἔ­κα­νε τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ χει­ρο­νο­μί­α του ἀ­πὸ μι­μη­τι­σμὸ καὶ μό­νο.

        Ἀ­πὸ «μι­μη­τι­σμὸ» μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη γε­νιὰ Ἑλ­λή­νων τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, ὅ­πως κι ἐ­γώ, ἐ­πι­στρέ­ψα­με νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σου­με τὴν «πα­τρί­δα» πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ γε­νι­κὸ σύν­θη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς νὰ δώ­σου­με ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις στὴν ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τῆς Ἑλ­λά­δας, με­τὰ τὴ χούν­τα τῶν συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν. Ἡ δι­κή μου ἑρ­μη­νεί­α ἦ­ταν πὼς μᾶς κα­θό­ρι­σε, πέ­ρα ἀ­πὸ κομ­μα­τι­κὲς ἐ­πι­τα­γές, ὁ Θί­α­σος τοῦ Θό­δω­ρου Ἀγ­γε­λό­που­λου: μᾶς ἔπι­α­σε κά­τι σὰν φαρ­μα­κε­ρὴ νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸν τό­πο μας, ἀρ­χέ­γο­νες μνῆ­μες ξύ­πνη­σε αὐ­τὸ τὸ φίλμ, τὸ μό­νο ἑλ­λη­νι­κὸ φὶλμ ποὺ εἶ­χαν παί­ξει τό­τε οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι τῆς Εὐ­ρώ­πης σὲ πρώ­τη προ­βο­λή, κι ὄ­χι οἱ κα­κο­α­ε­ρι­σμέ­νες γε­μά­τες κα­πνὸ σά­λες τῶν σι­νε­κλάμπ.

        Ὁ Θό­δω­ρος, ἐ­κεί­νη τὴν «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» ἐ­πο­χή, δὲν ἔ­νι­ω­θε μό­νος. Εἶ­χε πα­ρέ­α τὸν Ἄ­ρη, ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ θέ­ση του καὶ τὴν κα­ρι­έ­ρα σὲ χρη­μα­τι­στη­ρια­κὸ κο­λοσ­σὸ μὲ ἕ­δρα τὴ Γε­νεύ­η γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ γί­νει ψυ­χί­α­τρος. Με­τὰ τὸ πτυ­χί­ο του μὲ ἄ­ρι­στα στὴν Ἰ­α­τρι­κή, ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς συμ­βου­λὲς τοῦ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου πε­θε­ροῦ του καὶ δι­έ­πρε­ψε στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά. Στὰ σα­ράν­τα του χρό­νια, ὡς ἐ­πα­κό­λου­θό τῆς κρί­σης συ­νει­δή­σε­ως ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα: ἐ­πι­χει­ρή­σεις, γυ­ναί­κα, ἕ­ναν γιὸ καὶ τὶς ἐλ­βε­τί­ες, ξέ­θα­ψε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι του τὸ πτυ­χί­ο τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ ἦρ­θε ὡς ἁ­πλὸς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος στὸ Δαφ­νί. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Θό­δω­ρο καὶ τὸν Ἄ­ρη, ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὸ Δαφ­νὶ καὶ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ στε­λε­χώ­σουν μο­νά­δες τοῦ ΕΣΥ κα­θ’ ἅ­πα­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Μέ­σα σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὲς ζυ­μώ­σεις κι ἀ­να­ζη­τή­σεις, δὲν πή­ρα­με ἀ­μέ­σως χαμ­πά­ρι τὴν ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­α τοῦ Θοδωρῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­βά­σου­με σὲ κά­ποι­α ἐ­φη­με­ρί­α τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ εἰ­σα­γω­γῆς ποὺ ἔ­γρα­φε γιὰ νὰ ὑ­πο­ψι­α­στοῦ­με πὼς κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ μα­ζί του. Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ για­τί ἦ­ταν με­γά­λο μά­θη­μα γιὰ μέ­να, ὡς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος τό­τε, πὼς μπο­ροῦ­με νὰ κάνουμε δι­ά­γνω­ση γιὰ κά­ποι­ον ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γρά­φει: τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ τοῦ Θοδωρῆ ἦ­ταν γε­μά­τα μου­τζοῦ­ρες, λου­λου­δά­κια, ἀ­στρά­κια καὶ ἀ­να­δεί­κνυ­αν τὴ χά­λα­ση τῶν εἱρ­μῶν καὶ τῶν σκέ­ψε­ών του. Τὸν ἀγ­κα­λι­ά­σα­με ἐ­κεῖ στὸ ἐ­φη­με­ρεῖ­ο καὶ τε­λι­κὰ κά­ποι­ος συ­νά­δελ­φος τὸν ἔ­πει­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ἀ­γω­γή. Ἦ­ταν εἴ­πα­με ἡ ἐ­πο­χὴ ἐ­πα­να­στα­τι­κή, ὅ­λοι οἱ συ­νά­δελ­φοι ἤ­μα­σταν μιὰ ἀγ­κα­λιά.

        Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ Θοδωρῆ ­σὲ κά­ποι­α φθη­νὴ παν­σιὸν στὴν Πλά­κα, ὅ­που δι­έ­με­νε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­νί­κα­νος ὅ­πως ἦ­ταν νὰ κρα­τή­σει σπί­τι ἀ­πὸ μό­νος του, τὸ θε­ω­ρή­σα­με φυ­σι­κὸ ἐ­πα­κό­λου­θο μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης γε­νιᾶς. Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α του σή­μα­νε τὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σά σὲ μιὰ πα­λιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν και­νούρ­για τῶν γιά­πις καὶ τῆς ἐ­κρη­κτι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νό­δου. Ἔ­τρε­χαν πλέ­ον τὰ πρῶ­τα προ­γράμ­μα­τα τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης στὸ Δαφ­νί. Ὅ­σοι τὰ εἶ­χαν πά­ρει δὲν μι­λοῦ­σαν στοὺς ὑ­πό­λοι­πους καὶ τούμ­πα­λιν. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­ες ἀ­πὸ γι­ορ­τὴ καὶ τό­πο συ­νάν­τη­σης ὅ­λων κα­τάν­τη­σαν ἁ­πλὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ποὺ ἔ­βγα­ζε ὁ κα­θέ­νας μό­νος του, σὲ πλή­ρη ἐ­ρή­μω­ση. Τὰ φράγ­κα ἦ­ταν πολ­λὰ κι ὁ Θοδωρῆς μιὰ φευ­γα­λέ­α θύ­μη­ση: ἄλ­λος ἕ­νας ἰ­δε­ο­λό­γος ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ὑ­περ­βεῖ τὴν ἐ­πο­χή του καὶ πέ­θα­νε μα­ζί της.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας: (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


			

Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): Χορεύοντας στὶς λέξεις


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Χο­ρεύ­ον­τας στὶς λέ­ξεις

(Dancing on the words)


Α ΠΑΩ τρεῖς μέρες στοὺς γο­νεῖς μου», τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἡ Κά­θριν. «Λέ­ω τὸ ἄλ­λο σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο.»

        Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­φη­ρη­μέ­νος, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να μᾶλ­λον ἤ­δη σκε­φτό­ταν τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος. Μᾶλ­λον θὰ δι­όρ­θω­νε γρα­πτά, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­παί­τη­ση σὲ αὐ­τὸ τὸ κω­λο­πα­νε­πι­στή­μιο ποὺ δί­δα­σκε. Ἐ­κεί­νη στὴν ἐ­ξο­χὴ κι αὐ­τὸς στὴν ἐ­νο­χή. Ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ ζεῖς. Γά­μα το, σκέ­φτη­κε καὶ τὴ ρώ­τη­σε ἂν εἶ­χε ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἂν ἤ­θε­λε νὰ κά­νουν κά­τι πρὶν τὸ τα­ξί­δι της καὶ τέ­λος ἂν ὄν­τως θὰ ἄ­νοι­γαν ἐ­κεῖ­νο τὸ κρα­σὶ ποὺ τοὺς ἔ­φε­ραν τὰ Χρι­στού­γεν­να οἱ γεί­το­νες γιὰ νὰ δοῦν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πει­σό­διο τῆς σει­ρᾶς ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει. Στὰ δύ­ο πρῶ­τα, ἡ Κά­θριν εἶ­πε ὄ­χι, στὰ ἄλ­λα δύ­ο ναί. Ἰ­σο­πα­λί­α 0-0. Σὰν τὸν γά­μο του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε πὼς ἡ Πι­λὰρ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πή­γαι­νε καὶ τῆς μι­λοῦ­σε στὸ προ­σκέ­φα­λό της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δε μή­πως στῆς Ντο­λό­ρες;

        Τί νό­η­μα ἔ­χει, σκέ­φτη­κε. Νὰ τί θὰ κά­νω. Θὰ πε­ρά­σω ὅ­λο τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο κον­τά της. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα.

        Ἔ­φτα­σε, λοι­πόν, ἡ ὥ­ρα καὶ ἡ Κά­θριν ἔ­φυ­γε τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ πρωΐ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα τὸν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Θὰ ξέ­χα­σε κά­τι, σκέ­φτη­κε ὁ Ρέ­ι. Καὶ τὸ σή­κω­σε κά­πως βα­ρι­ε­στη­μέ­να. «Ἔ­λα.» «Ἐ­γώ…» «Ξέ­χα­σες κά­τι; Γυρ­νᾶς;» «Ὄ­χι, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ.» «Ἄ, τί;» «Στὴν εἴ­σο­δο κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλει­διά σου ἔ­χει κά­τι.» «Ἄ, τί;» «Ἕ­να γράμ­μα» «Ἄ, τί…» «Ὄ­χι, ἀ­πὸ μέ­να. Δὲν σὲ χω­ρί­ζω, ἠ­λί­θι­ε» «Ἀ, τί!» «Ἀ­πὸ τὴν Πι­λάρ…» «Ἄ­α…»

        Στὸ Πὶ εἶ­χε ἤ­δη πά­ει στὰ κλει­διά του καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ γράμ­μα στὰ χέ­ρια του. «Πό­τε; Πῶς;» «Ἦρ­θε πρὶν και­ρό. Πρὶν χρό­νια. Δέν…» «Για­τί;» «Δὲν ξέ­ρω. Δι­ά­βα­σέ το. Σοῦ ἀ­νή­κει. Γειά.» «Γειά.»

 

        Μὶ κε­ρί­δο,

        Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ εἰ­σα­γω­γές, ὁ­πό­τε θὰ σοῦ πῶ ἀ­πευ­θεί­ας μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τό­τε ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Στῆς Ντο­λό­ρες. Θυ­μᾶ­σαι; Πῶς νὰ μὴ θυ­μᾶ­σαι; Κά­θε βρά­δυ σὲ πε­ρί­με­να. Κά­θε βρά­δυ σοῦ ἔ­κο­βα τὸ “σ’ ἀ­γα­πῶ” στὰ χεί­λη μὲ μιὰ κο­φτὴ κί­νη­ση στὸ ταν­γκό μας γιὰ νὰ μὴν τὸ πεῖς. Ἐ­γὼ ὅ­μως σοῦ τὸ ἔ­λε­γα. Θυ­μᾶ­σαι τὸ γλί­στρη­μα τοῦ πο­διοῦ πρὸς τὰ πί­σω; Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρες πο­τὲ νὰ κά­νεις χω­ρὶς νὰ χά­σεις λί­γο τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α σου; Ἐ­γὼ, ἐ­πί­τη­δες τὸ ἔ­κα­να. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ φτά­σω μέ­χρι κά­τω γιὰ νὰ σοῦ πῶ πό­σο ἀ­γω­νι­ῶ νὰ ἔρ­θεις καὶ πό­σο πε­τά­ω μέ­σα μου στὸ ἀ­δέ­ξιο κρά­τη­μά σου.

        Κι ὅ­ταν κά­η­κε τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, κά­η­καν μα­ζὶ καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ εἶ­χα νὰ ἔρ­χε­σαι καὶ νὰ χο­ρεύ­ου­με καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψου­με μα­ζί. Ἐ­κεῖ μέ­σα καὶ ἀλ­λοῦ. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι μα­ζί σου, Ρέ­ι. Μό­νο μα­ζί σου. Πῶς ξέ­ρω τὸ ὄ­νο­μά σου; Σί­γου­ρα θὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Σκέ­ψου. Θὰ τὸ βρεῖς.

        Ἔ­μα­θα ὅ­τι παν­τρεύ­τη­κες. Ἔ­μα­θα ὅ­τι πᾶς στὸ Ἐ­σπε­ράν­τζα. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ σκέ­φτε­σαι. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια σου τὴν ὥ­ρα ποὺ κα­τέ­βα­ζες τὴ Ρούμ­πια μπί­ρα. Ἐ­μέ­να σκε­φτό­σουν, Ρέ­ι; Τὸ ταν­γκό; Τὸν Μά­ικ ποὺ φλυ­α­ροῦ­σε στὸ πιά­νο; Τί εἶ­δες στὴν του­α­λέ­τα, Ρέ­ι; Φάν­τα­σμα; Δὲν εἶ­μαι φάν­τα­σμα. Εἶ­μαι ἡ Πι­λάρ. Ἐ­σὺ πάν­τα ἤ­ξε­ρες τὸ ὄ­νο­μά μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρες ἦ­ταν ἡ ζωή μου. Οὔ­τε τώ­ρα τὴν ξέ­ρεις. Οὔ­τε ἔ­μα­θες ἂν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ, ἂν ἔ­κα­να παι­δί, ἂν ἤ­μουν μὲ κά­ποι­ον, ἂν χό­ρε­ψα ξα­νά. Ὅ­μως, ἐ­γώ, Ρέ­ι, ἔ­ζη­σα νὰ ξέ­ρεις. Ὄ­χι μα­ζί σου. Ἔ­ζη­σα. Μ’ ἐ­μέ­να. Ἀ­γά­πη­σα ἐ­μέ­να κι ἕ­ναν ζω­γρά­φο. Φαμ­πιὰν τὸν λέ­γα­νε. Σί­γου­ρα θὰ ἔ­χεις ἕ­ναν πί­να­κά του στὸ σα­λό­νι σου. Ὅ­λοι στὸ Μαν­χά­ταν ἔ­χε­τε. Σᾶς που­λά­ει φαν­τα­σί­ω­ση. Ὅ­πως μοῦ πού­λη­σε κι ἐ­μέ­να. Χό­ρευ­α κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Σὲ σκε­φτό­μουν κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ἔ­φυ­γα κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ποι­ὰ Πι­λὰρ σὲ κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, ἀ­λή­θεια; Ἡ ξαν­θιὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­τι; Ἢ ἡ ἄλ­λη στὸ μπὰρ ποὺ φαί­νε­ται μό­νο ἡ πλά­τη της; Ἢ αὐ­τὴ στὸ κρε­βά­τι; Ὅ­λες ἐ­γώ. Ὅ­λοι ἐ­σύ.

        Σὲ ἤ­θε­λα, Ρέ­ι. Ὅ­μως, πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι κα­λὰ ἐ­γώ. Θὰ μὲ ἔ­κα­νες κα­λά, Ρέ­ι; Δὲν ξέ­ρω πιά. Εἶ­πα, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νὰ σοῦ γρά­ψω τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω. Κά­τι στὸν τρό­πο ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σες, μὲ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ χο­ρέ­ψω πιὸ πα­θι­α­σμέ­να, Ρέ­ι. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε ποὺ ἐ­σὺ δὲν τὰ κα­τά­φερ­νες. Οὔ­τε μ’ ἔ­νοια­ξε ποὺ γι­όρ­τα­σες τὴν ἐ­πέ­τει­ό σου στὸ μα­γα­ζί μας. Κι ἄς ἦ­ταν ἄλ­λο. Κι ἄς ἤ­μουν ἄλ­λη. Κι ἄς ἤ­σουν ἄλ­λος πιά.

        Ἀ­κό­μα μὲ κά­νεις νὰ χο­ρεύ­ω. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ πε­θά­νω ἐ­γώ. Θὰ πέ­σω ὅ­ταν τὰ κό­κα­λά μου δὲν μὲ κρα­τᾶ­νε πιὰ στὸ γλί­στρη­μα πού σοῦ λέ­ω “σ’ ἀ­γα­πῶ”. Φαν­τά­ζε­σαι; Κι ἐ­σὺ θὰ ἔρ­χε­σαι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ μὲ δεῖς. Θὰ ἔρ­θεις, Ρέ­ι; Θὰ εἶ­σαι τό­τε μα­ζί μου;

        Ἐ­γὼ θὰ εἶ­μαι, Ρέ­ι.

        Τὲ κι­έ­ρο, μὶ ἀ­μόρ!

        Πι­λάρ, λὰ ρούμ­πια.


        Τὰ μά­τια τοῦ Ρέ­ι ὑ­ψώ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα καὶ κοί­τα­ξαν τὸν πί­να­κα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Πάν­τα τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τὸς ὁ πί­να­κας. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε θαλ­πω­ρή. Ἔ­νι­ω­θε ἥ­συ­χος κοι­τά­ζον­τας τὴν ξαν­θιὰ κο­πέ­λα ποὺ κά­τι πε­ρί­με­νε. Πε­ρί­με­νε μα­ζί της.

        Δί­πλω­σε ἤ­ρε­μα τὸ γράμ­μα, τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν καὶ πῆ­γε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει.



Πη­γή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


Ρόμπερτ Μὰνς (Robert Mans): Σούρουπο στὴ σχολὴ χοροῦ


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Σού­ρου­πο στὴ Σχο­λὴ Χο­ροῦ

(Dawn at Dance School)


ΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΕΙΣ νὰ χο­ρέ­ψεις ταν­γκό;» ρώ­τη­σε ὁ Ρέ­ι τὴν Πι­λὰρ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸν θά­λα­μο ὅ­που νο­ση­λευ­ό­ταν. Κά­θε μέ­ρα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε μὲ μιὰ συμ­παν­τι­κὴ σύμ­πτω­ση πὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο πρὶν τρεῖς μῆ­νες, ἐ­κεῖ­νος περ­νοῦ­σε πρὶν ἢ με­τὰ τὴ δου­λειὰ καὶ κα­θό­ταν κά­να μι­σά­ω­ρο νὰ τῆς κά­νει πα­ρέ­α. Τὸ ἤ­θε­λε, τὸ θε­ω­ροῦ­σε χρέ­ος του ἀ­κό­μα, κα­θὼς ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε δώ­σει τό­σα πολ­λὰ κι ἄς μὴ βρέ­θη­καν μα­ζὶ πο­τέ. Ἡ Κά­θριν δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ μά­θει. Θὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­νε χω­ρὶς λό­γο, ἔ­λε­γε στὸν ἑ­αυ­τό του. Εἶ­χαν ζή­σει μιὰ ζω­ὴ μα­ζὶ καὶ τώ­ρα πιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν νό­η­μα, δὲν θὰ ἄλ­λα­ζαν τί­πο­τα. Ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο νό­η­μα ἀ­πέ­με­νε στὸ νὰ εἶ­ναι στὸ πλευ­ρὸ τῆς Πι­λάρ, ἔ­τσι ξα­πλω­μέ­νη καὶ σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη ποὺ ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Ἐ­κεί­νη ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν. Εἶ­χε ρω­τή­σει ὁ Ρέ­ι, ἀλ­λὰ τοῦ εἶ­παν οἱ νο­σο­κό­μες πὼς δὲν εἶ­χε φα­νεῖ πο­τὲ κα­νείς. Ἔ­τσι, ἦ­ταν ὁ μό­νος.

        «Πό­τε στα­μά­τη­σες νὰ χο­ρεύ­εις ταν­γκό; Σί­γου­ρα, γι’ αὐ­τὸ εἶ­σαι ἐ­δῶ. Θὰ χό­ρευ­ες μέ­χρι πρὶν τρεῖς μῆ­νες καὶ θὰ ἔ­πε­σες μα­θαί­νον­τας σὲ κά­ποι­ον ἀ­νε­πί­δε­κτο Ρέ­ι τὰ μυ­στι­κά σου.» Ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε κὰν τὰ μά­τια της, ὁ Ρέ­ι ὅ­μως δὲν πτο­ή­θη­κε. «Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ μοῦ πεῖς τὴν ἱ­στο­ρί­α σου καὶ θὰ σοῦ πῶ κι ἐ­γὼ τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω ἀ­κόμ… Ποι­ὸς μὲ παίρ­νει τώ­ρα, ρὲ γα­μῶ­το; Πα­ρα­κα­λῶ; Ναί, Κά­θριν, εἶ­μαι στὴ δου­λειά, ἔ­γι­νε κά­τι; Ἄ, ναί, θυ­μᾶ­μαι. Στὶς ἑπτά, ναί; Ἐν­τά­ξει, ἔ­γι­νε, σὲ κλεί­νω τώ­ρα για­τί ἔ­χω μιὰ συ­νάν­τη­ση.» Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γου­ρεύ­τη­κε πὼς δὲν εἶ­χε μεί­νει ἀ­νοι­χτὸ κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν Πι­λάρ, ἔ­τσι γα­λή­νια ποὺ ἦ­ταν μὲ κλει­στὰ τὰ ὄ­μορ­φά της μά­τια. Κά­θι­σε πά­λι στὴν κα­ρέ­κλα, κα­θὼς τὸ μι­σά­ω­ρό του δὲν εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ψα­ξε στὸ τη­λέ­φω­νό του ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει τὴ φω­το­γρα­φί­α της ποὺ εἶ­χε βρεῖ σὲ μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Χό­ρευ­ε ταν­γκὸ μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο καὶ ὁ Ρέ­ι τὴν εἶ­χε ἀ­πο­θη­κεύ­σει καὶ τῆς εἶ­χε βά­λει κω­δι­κό, προ­στα­τεύ­ον­τάς τὴν ἀ­πὸ τὰ μά­τια ποὺ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πο­τέ.

        Τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ὀ­νει­ρο­πό­λο τα­ξί­δι του στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες ὅ­που τὴν εἶ­χε πρω­το­δεῖ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὸ πιά­νο μπὰρ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», ὅ­που τὴν εἶ­χε μᾶλ­λον προ­βάλ­λει τὸ μυα­λό του τό­σο ζων­τα­νὰ ποὺ ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­νι­ω­σε, ὁ Ρέ­ι ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω στὸν δι­ά­δρο­μο. Κον­το­στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά. «Δὲν θὰ μοῦ πεῖς πο­τὲ για­τί ἐ­μέ­να, ἔ­τσι;» μουρ­μού­ρι­σε καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ σπί­τι καὶ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὶς ἑπτά, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Κά­θριν.

        Κοι­τών­τας προ­σε­κτι­κά, γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι ὁ Ρέ­ι εἶ­χε πιὰ φύ­γει, ἡ Ντέ­στι­νι, ἡ νο­σο­κό­μα τῆς βάρ­διας, μπῆ­κε στὸν θά­λα­μο τῆς Πι­λὰρ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της. Νὰ τὴν ἀλ­λά­ζει, νὰ τὴν κα­θα­ρί­ζει, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ χτε­νί­ζει, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ κά­νει. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι για­τί ἔρ­χε­ται, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, σκέ­φτη­κε ἡ Ντέ­στι­νι καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ρέ­ι μὲ καρ­φω­μέ­να τὰ μά­τια ἐ­κεῖ ποὺ βρι­σκό­ταν ἡ ἴ­δια, ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ λί­γα λε­πτά. Κι ἔ­πει­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νὸ μὲ μιὰ χο­ρευ­τι­κὴ κί­νη­ση, χά­θη­κε μέ­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα.

        Ἡ Ντέ­στι­νι κοί­τα­ξε τὴν Πι­λὰρ κι ἔ­πει­τα ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σου­ρού­πω­νε. Ἡ φω­τει­νὴ πι­να­κί­δα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου Ὅ­ρος Σι­νᾶ στὸ Μαν­­χά­ταν ἄ­να­βε. Ἡ ταμ­πέ­λα τῆς σχο­λῆς χο­ροῦ δι­α­γώ­νια ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­να­βε κι αὐ­τή.



Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Παραμύθι


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πα­ρα­μύ­θι


ΑΛΙΑ ΥΠΗΡΧΑΝ τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο· ἡ Κυ­ψέ­λη, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ. Τώ­ρα βγαί­νουν καὶ λέ­νε ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, ὅ­μως λέ­νε ψέ­μα­τα κι αὐ­τὸ φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Αὐ­τοὶ τὰ ἔ­χουν μπερ­δέ­ψει ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἦ­ταν νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη ὅ­πως συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴν Ἔρση. Ἂν ἤ­σου­να ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Ἑλ­λά­δα, κιν­δύ­νευ­ες νὰ σὲ κά­νουν μὶς Ὑ­φή­λιο καὶ νὰ σὲ παν­τρέ­ψουν μ’ ἕ­να χον­τρὸ μὲ πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ἦ­ταν πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ἐ­κεῖ σὲ ἔ­βλε­παν κά­θε μέ­ρα στὸ δρό­μο, δὲν σὲ ψή­φι­ζαν βαμ­μέ­νη, μὲ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ πί­σω, οὔ­τε σὲ γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, σὲ εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Σὲ ἔ­βλε­παν γε­λα­στή, βι­α­στι­κή, τσα­κω­μέ­νη μὲ τὴ μά­να σου, ἱδρω­μέ­νη, σκο­νι­σμέ­νη. Ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ότε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ὑ­πῆρ­χε μιὰ μό­νι­μη ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ψή­φι­ζε ὅ­λο τὸ χρό­νο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ποὺ κά­τι τοὺς ἔ­πι­α­νε καὶ τὶς ἔ­βγα­ζαν ὅ­λες πρῶ­τες, κά­τι πά­θαι­νε ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ νο­μί­ζουν ὅ­λοι ὅ­τι ἔ­χουν φω­το­γέ­νεια καὶ μά­λι­στα νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἐκ­πέμ­πουν λάμ­ψεις. Ἔ­τσι, τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ἡ Ἔρση ἦ­ταν λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, ἀλ­λὰ με­τὰ τῆς περ­νοῦ­σε για­τί εἶ­χε μα­γει­ρί­τσα καὶ δὲν σκε­φτό­ταν πιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ξε­χνοῦ­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της κα­θὼς τὶς φί­λα­γε ὅ­λες σταυ­ρω­τὰ μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα.

        Ἦ­ταν πά­ρα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἤ­θε­λαν νὰ γί­νουν κά­τι στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο ἐ­νῶ με­ρι­κοὶ κα­τά­λα­βαν τὸ κόλ­πο κι ἄρ­χι­σαν νὰ λέ­νε ὅ­τι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­ξί­ζουν γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­ξί­ζουν μό­νο γιὰ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ὁ πλα­νή­της Γῆ ἔ­κα­νε προ­πα­γάν­δα στὴν Ἑλ­λά­δα, τῆς ἔ­βα­ζε συ­νε­χῶς τὴν ἰ­δέ­α ὅτι αὐ­τὸς εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ μὲ τὴ σει­ρά της ἡ Ἑλ­λά­δα πί­ε­ζε τὴν Κυ­ψέ­λη νὰ τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ πρω­τεῖ­α. Ὅ­μως ἡ Κυ­ψέ­λη δὲν εἶ­χε κα­νὲναν νὰ πι­έ­σει κι ἔ­τσι, μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἡ Κυ­ψέ­λη ὑπο­χρέ­ω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ ἡ Ἔρση ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ εἶ­ναι ἡ ὡραι­ότερη χω­ρὶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ φω­το­γέ­νεια. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅμως ποὺ ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­γι­ναν φω­το­γρα­φί­ες καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ πῆ­ρε τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τη­λε­ό­ρα­ση ἡ Κυ­ψέ­λη ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πὸ προ­σώ­που γῆς καὶ ἡ Ἔρση πῆ­γε νὰ μεί­νει στὰ βό­ρεια προ­ά­στια καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­γό­ρα­σαν σπί­τι μὲ τὸν ἄν­τρα της τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο στὴ Σαν­το­ρί­νη καὶ μαύ­ρι­ζαν.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­λύ­θη­κε ἐ­πει­δὴ ὁ πλα­νή­της Γῆ ἀ­πέ­δει­ξε στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑλι­κὸ ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τὰ βά­θος στρογ­γυ­λός. Ἦρ­θαν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­λε­γαν στὴν ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­τι ἀπο­κα­λύ­φθη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἀ­λή­θεια, ζοῦ­με ὅ­λοι σ’ ἕ­να παγ­κό­σμιο χω­ριό. Τί νὰ κά­νει ἡ ἐ­πι­τρο­πή; Κα­θὼς δὲν συ­νε­δρί­α­ζε πο­τὲ ἐ­πει­δὴ τὰ μέ­λη της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­να νὰ ζοῦν ἄλ­λος ἐ­δῶ κι ἄλ­λος ἐ­κεῖ καὶ νὰ συ­ναν­τι­οῦν­ται μό­νο στὴν Ἀ­νά­στα­ση ὅ­που ἔ­χα­ναν τ’ αὐ­γὰ καὶ τὰ πα­σχά­λια, στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πὲς πὲς πές, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ λά­θος της ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δι­α­λύ­θη­κε. Σι­γὰ-σι­γὰ ἔ­γι­ναν ὅ­λοι παγ­κό­σμιοι χω­ριά­τες. Τοὺς εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ τὸ πρό­βλη­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­μέ­σως με­τὰ για­τί ἄρ­χι­σαν νὰ γυρ­νᾶ­νε σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ ὅ­λοι νό­μι­ζαν ὅ­τι ἄ­κου­γαν μό­νο ψέ­μα­τα. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο, ὅ­μως τώ­ρα ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ ποὺ ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό του, φαι­νό­ταν στὰ μά­τια του ὅ­τι ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. Ἦ­ταν υπο­χρε­ω­μέ­νο νὰ λέ­ει συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα για­τὶ ἂν ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια ἔ­στω καὶ μί­α στιγ­μή, ἂν λύ­γι­ζε καὶ πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν ἀ­λή­θεια, τό­τε ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φω­το­γρα­φί­α, θὰ ἦ­ταν μί­α γυ­ναί­κα κι ἄν­τε βρὲς τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη γυ­ναί­κα μέ­σα στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριό, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ δι­α­λύ­θη­κε ἡ ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δὲν μα­ζευ­ό­ταν πιὰ οὔ­τε στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἔ­βα­λαν νε­ρὸ στὸ κρα­σί τους κι ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα συ­νε­χῶς στὸν ἑ­αυ­τό τους ὅ­τι ἡ ὡραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν ἦ­ταν γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ φω­το­γραφί­α. Ἔ­τσι ἡ ἀ­λή­θεια ὁ­δή­γη­σε στὸ ψέ­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ροῦν στὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τα­ξί­δευ­αν ὅ­λοι μα­κριὰ ὥ­στε νὰ κά­νουν μό­νοι τους Πά­σχα, νὰ μὴν τοὺς πά­ρει κα­νέ­να μά­τι καὶ κα­τα­λά­βει ὅ­τι εἶ­χαν με­γά­λο ἄγ­χος στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ τώ­ρα ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια τοὺς εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑ­λι­κὸ στὴ λα­τρεί­α τοῦ ψέ­μα­τος.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ κά­πο­τε τὰ μά­ζε­ψε. Γυ­ρί­ζουν σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες, ψά­χνουν τὴν Ἀ­νά­στα­ση σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα. Λέ­νε πολ­λὰ ψέ­μα­τα, φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Ὅ­σοι δὲν τὰ κα­τά­φε­ραν νὰ γί­νουν φω­το­γρα­φί­ες με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἄν­θρω­πους ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν, πε­ρα­σμέ­νων καὶ μελ­λον­τι­κῶν. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα ἀό­ρα­τα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιὰ ποὺ τοὺς ὑ­πο­δέ­χον­ται ἀ­να­κα­τε­μέ­νους μὲ τοὺς παγ­κό­σμιους χω­ριά­τες, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πα­ρη­γο­ρή­σουν. Ὑ­πῆρ­χε ἡ ὡ­ραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα καὶ τώ­ρα προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει φω­το­γρα­φί­α στὴ Σαν­το­ρί­νη, εἶ­ναι κα­τά­μαυ­ρη. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σκο­λο καὶ ἀ­πὸ τὸ νὰ γυρ­νᾶς σὰν τὴν ἄ­δι­κη κα­τά­ρα, ἀπὸ τὸ νὰ ἔ­χεις ἄγ­χος. Ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη, σὲ ἤ­ξε­ραν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ ἀ­να­κα­τω­τά, σὲ ἀ­γα­ποῦ­σαν ἐπει­δὴ ἤ­σου­να ἀ­δύ­να­μη, σὲ γού­στα­ραν χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Τώ­ρα αὐτὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον για­τί ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τά­φε­ρε νὰ γί­νει ἕ­νας χά­ρη στὴ φω­το­γέ­νεια. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο, μί­α συ­νοι­κί­α, μί­α χώ­ρα κι ἕ­νας πλα­νή­της. Πή­γαι­ναν στὴν Ἀ­νά­στα­ση, εἶ­χαν ὅ­λοι φω­το­γέ­νεια, ἔ­βγα­ζαν κά­τι λάμ­ψεις, φί­λα­γαν σταυ­ρω­τὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ἄ­λη­θεια καὶ τὰ ψέ­μα­τα ἀ­πέ­κτη­σαν φω­το­γέ­νεια σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004).

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη: Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση



Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη


Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση


Μνή­μη δι­α­με­λι­σμέ­νων θυ­μά­των τῆς 11.09.2001

ΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ εἶ­χε γί­νει ὁ­λό­κλη­ρος ἕ­να μά­τι. Ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε κά­θε καυ­τὸ με­ση­μέ­ρι τὴν ἐ­σπλα­νά­δα στὸ τέ­λος τῆς Συγ­γροῦ καὶ τρά­βα­γε ἀ­ρι­στε­ρὰ στὶς κο­σμο­βρι­θεῖς πα­ρα­λί­ες γιὰ νὰ ἀν­τι­κρί­σει τὸ ἕ­να ἀ­κέ­ραι­ο ζων­τα­νὸ γυ­μνω­μέ­νο κορ­μί. Μο­να­δι­κὴ χα­ρὰ καὶ πα­ρη­γο­ριά του. Αὐ­τὸ κι ἕ­να χρό­νιο πά­θος συλ­λο­γῆς ἀ­πο­κομ­μά­των ἐ­φη­με­ρί­δων, ψη­φί­δες σπου­δαί­ων συμ­βάν­των, σὲ μιὰ μο­νό­χορ­δη ἀ­πό­λυ­τα τα­κτο­ποι­η­μέ­νη ζω­ή. Δὲν τὸν λέ­γα­νε ἄ­δι­κα στὸ σχο­λειὸ «Ὁ Γιά­ννης ὁ Πάζλ», ἔ­τσι ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἐν ρι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο καὶ πα­ρά­δο­ξο χάρ­τι­νο αἴ­νιγ­μα ποὺ τοῦ φέρ­να­νε πει­σμω­μέ­νοι οἱ φευ­γά­τοι συμ­παῖ­κτες του, στὸν σύλ­λο­γο ποὺ φτι­ά­ξα­νε ἐ­πὶ τού­του στὴν Καλ­λι­θέ­α. Ἀλ­λὰ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη δι­πλὴ δί­ψα τοῦ εἶ­χε γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ στὸν πα­ρά­δρο­μό του συγ­κρο­τή­μα­τος Νιά­ρχου τὸ μά­τι του σά­ρω­νε στα­νι­κὰ καὶ μὲ πό­θο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη το σκά­μα μὲ τὰ λεί­ψα­να τῶν ὀ­γδόν­τα ἀ­πο­τυμ­πα­νι­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Βα­θειὰ δι­χα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀρ­χαι­ο­λό­γους ποὺ τοὺς φθο­νοῦ­σε σκυμ­μέ­νους πά­νω ἀ­πὸ τὰ βα­σα­νι­σμέ­να πρώ­ην κορ­μιὰ καὶ στὴν ἀ­βυσ­σα­λέ­α φαν­τα­σί­ω­σή του νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­π’ αὐ­τά. Μό­νο ποὺ σή­με­ρα δὲν ἔ­τρε­χε στὶς πα­ρα­λί­ες. Στὸ ἐρ­γέ­νι­κο αὐ­στη­ρὰ τα­κτο­ποι­η­μέ­νο δω­μά­τιο, ποὺ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πάν­τα κα­λο­στρω­μέ­νο κρε­βά­τι δέ­σπο­ζε ἡ φω­το­γρα­φί­α τῆς δε­κα­πεν­τά­χρο­νης Ντη­πί­κα Ρα­βι­σα­ντράν, κα­θό­ταν στὴν ὀ­θό­νη του ὧ­ρες κα­θη­λω­μέ­νος μπρο­στὰ στὰ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­σύλ­λη­πτα δε­δο­μέ­να: τὰ 300 ὁ­λό­κλη­ρα σώ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ 2.800 κορ­μιά, τὰ 1.600 ταυ­το­ποι­η­μέ­να καὶ τὰ 1.100 τὰ ἀ­γνο­ού­με­να, τὰ 20.000 με­γά­λα ἀν­θρώ­πι­να τεύ­χη καὶ τὰ ἕ­τοι­μα γιὰ τὸν δο­κι­μα­στι­κὸ σω­λή­να 6.000 μι­κρά, τὰ 200 κομ­μά­τια ἑ­νὸς καὶ μό­νου προ­σώ­που καὶ τὰ 10.000 ἀ­ταύ­τι­στα ποὺ κα­τε­ψυγ­μέ­να πε­ρι­μέ­νουν τὶς μελ­λον­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις· καὶ τοῦ­τα ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ταν ὣς χθὲς ἀ­κό­μη στὰ φρε­ά­τια καὶ τὶς γει­το­νι­κὲς τα­ρά­τσες· κι ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις μιὰ μέ­ρα κι ἐ­σὺ σκα­λί­ζον­τας στὸ παρ­τέ­ρι σου τὶς γλά­στρες… Πί­σω του ἔ­χα­σκε ὅ­πως πάν­τα ἀ­νοι­χτό το πα­ρά­θυ­ρο, καὶ ἡ πόρ­τα, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ κό­σμου, κλει­δω­μέ­νη κι ἀ­νύ­παρ­κτη.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη (Ρέ­θυ­μνο, 1990). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο χο­ρὸ στὴ Δη­μο­τι­κὴ Σχο­λὴ Χοροῦ Κα­λα­μά­τας. Ἀ­πὸ τὸ 2011 ζεῖ στὸ Παγ­κρά­τι, πα­ρα­δί­δον­τας μα­θή­μα­τα χο­ροῦ, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ τὸ γρά­ψι­μο.



		

	

Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου: Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ



Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου


Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ


ΑΝΩ ΣΤΗ ΜΗΧΑΝΗ τὸ σκέ­φτη­κε, ὅ­πως φυ­σοῦ­σε τὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νά­μει­κτο μὲ τὴν αἰ­θά­λη καὶ τὴν κα­πνιὰ τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸν ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὰ κό­κα­λά του μὲ τὰ δά­χτυ­λα, δά­χτυ­λα λε­πτὰ ποὺ σφίγ­γαν τὸ λευ­κὸ νά­ι­λον μπλου­ζά­κι. Αὐ­τὸς μύ­ρι­ζε σὰν ἀν­θι­σμέ­νη θά­λασ­σα. Ἡ πα­ρα­λί­α χα­ϊ­δευ­ό­ταν στὰ πό­δια της, κι ἂς ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­σφάλ­του. Ἡ μη­χα­νὴ μὲ ἑ­λιγ­μοὺς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Ὑ­πέ­ρο­χη ὥ­ρα γιὰ μπά­νιο, σκέ­φτη­κε.

       Ἡ πα­ρα­λί­α ἔ­στελ­νε μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια. Τὸ φεγ­γά­ρι θω­πευ­τι­κὰ κρε­μά­στη­κε σὲ σπάγ­κους, ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ φυ­τὸ μὲ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ κε­φά­λι.

       Ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τῆς εἶ­χε γί­νει. Τὸ λα­χτά­ρη­σε ὅ­σο τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἡ μέ­ρα πα­ρα­δι­νό­ταν στὴ μα­γεί­α τῆς προ­σμο­νῆς. Αὐ­τὸς μπῆ­κε στὴ ζω­ή της σὰν παι­χνι­δι­ά­ρι­κο ἀ­πό­γευ­μα ποὺ μύ­ρι­ζε ἀ­φρό­λου­τρο. Δὲ μι­λοῦ­σε πο­λύ. Ἔ­βγαι­νε συ­χνὰ μὲ ἀν­τρο­πα­ρέ­ες – τρα­νὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἀν­τρι­κῆς ὑ­πε­ρο­χῆς του.

Μι­λοῦ­σε κο­φτὰ χω­ρὶς πολ­λὲς ἐ­ξη­γή­σεις. Κά­πο­τε ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρω­τή­σει: Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; Τὸ ἤ­θε­λε ὅ­σο τί­πο­τα στὸν κό­σμο. Τὸ σκε­φτό­ταν συ­νέ­χεια πά­νω στὴ μη­χα­νή. Δη­λα­δὴ τό­τε τῆς ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ἡ θά­λασ­σα πά­φλα­ζε κι­ό­λας στὰ πό­δια της. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­και­γε μὲ κύ­μα­τα πυ­ρε­τοῦ. Ἡ μη­χα­νὴ πέρ­να­γε μὲ ἑ­λιγ­μοὺς ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Στα­μά­τη­σε. Κα­τέ­βα, εἶ­πε αὐ­τός. Εἴ­χα­νε φτά­σει κι­ό­λας. Δὲν τὸ εἶ­χε κα­τα­λά­βει. Κα­τέ­βη­κε στὸν πο­λυ­σύ­χνα­στο δρό­μο. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὰ μά­τια μέ­χρι ποὺ χά­θη­κε.

       Ὁ Τζώρ­τζης ἦ­ταν τὸ ἀ­γό­ρι ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει σὲ μιὰ κα­φε­τέ­ρια. Φυ­σι­κὸ ἦ­ταν, μιὰ καὶ ὁ δρό­μος τῆς ἦ­ταν γνω­στὸς μὲ τὸ ὄ­νο­μα «ὁ δρό­μος μὲ τὶς κα­φε­τέ­ρι­ες». Εἶ­χαν κι ἕ­να σιν­τρι­βά­νι μπρο­στά. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἀλ­λι­ῶς. Αὐ­τὴ χά­ζευ­ε τὸ σιν­τρι­βά­νι ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ἢ νό­μι­σε πὼς τὴν κοί­τα­ζε. Τὰ νε­ρὰ εἶ­χαν μιὰ μου­σι­κὴ ποὺ θύ­μι­ζε κά­τι πο­λὺ κα­θα­ρὸ καὶ σχε­δὸν δια­ρκές. Τῆς ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

Τὸ εἴ­δω­λό της στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ἔ­γνε­φε μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Βι­α­στι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ σω­στὴ ἐ­πι­λο­γὴ εἶ­χε ψω­νί­σει τὸ ἴ­διο πρω­ὶ ἕ­να και­νούρ­γιο μα­γιό.

       Ἔ­βλε­πε κι­ό­λας τὸν ἑ­αυ­τό της γορ­γό­να νὰ κο­λυμ­πᾶ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α τῆς Ἀτ­τι­κῆς, στὴ με­θυ­στι­κὴ αὔ­ρα τῆς θά­λασ­σας. Μα­ζὶ μὲ τὸν Τζώρ­τζη βέ­βαι­α —δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της χω­ρὶς αὐ­τόν— τὸ ἀ­γαλ­μα­τέ­νιο σῶ­μα μὲ τὶς ἀ­να­λο­γί­ες ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν τὰ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα χρό­νια του, ψη­μέ­να στὸν ἥ­λιο τῆς οἰ­κο­δο­μῆς καὶ μὲ κεῖ­νο τὸ ἄ­ρω­μα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ τὴ συ­νέ­παιρ­νε. Ἔ­ρι­ξε ἄλ­λη μιὰ μα­τιὰ στὸν κα­θρέ­φτη. Τὸ σῶ­μα της δι­α­γρα­φό­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα γυ­ναι­κεῖ­ο μὲ τὶς τρυ­φε­ρὲς καμ­πύ­λες μέ­σα στὸ κο­ράλ­λι μα­γιό.

       Πῆ­ρε τα­ξὶ γιὰ νὰ φτά­σει πιὸ γρή­γο­ρα. Ἦ­ταν πο­λὺ ζε­στὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὅ­λα καί­γον­ταν. Ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι κι­νοῦν­ταν στοὺς δρό­μους σὰν ρομ­πότ. Αὐ­τὴ εἶ­χε μιὰ πα­ρά­ξε­νη χα­ρά. Σὰν παι­δά­κι ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν κά­ποι­ο σπά­νιο παι­χνί­δι. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ μι­κρὴ σκά­λα. Τῆς ἄ­νοι­ξε ὁ Τζὼρτζης, γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Τῆς ἦρ­θε ἔν­το­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς μπο­γιᾶς. Πε­ρι­πλα­νή­θη­κε λί­γο μέ­σα στὰ χρώ­μα­τα καὶ στὰ πι­νέ­λα, σα­στι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ με­λα­χρι­νὴ ὀ­μορ­φιά του. Τὰ χέ­ρια του ἦ­ταν γε­μά­τα μπο­γι­ές. Τὶς πο­λυ­θρό­νες σκέ­πα­ζαν κά­τι τριμ­μέ­να σεν­τό­νια μὲ ἁ­πα­λὰ ἐμ­πρι­μέ, σβη­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρό­νο.

       — Πε­ρί­με­νε λί­γο. Τε­λει­ώ­νω.

       Ἀ­πὸ τὸ κου­ζι­νά­κι πρό­βα­λε ὁ Ἀν­τρέ­ας. Τὸν εἶ­χε γνω­ρί­σει μιὰ φο­ρὰ στὴν κα­φε­τέ­ρια.

       — Μὲ βο­η­θά­ει στὸ βά­ψι­μο, εἶ­πε ὁ Τζώρ­τζης καὶ πῆ­γε νὰ πλύ­νει τὰ χέ­ρια.

       Ὁ Ἀν­τρέ­ας κά­θι­σε στὸ φθαρ­μέ­νο κα­να­πὲ μὲ τὸ σῶ­μα ἐ­λα­φρὰ λο­γι­σμέ­νο πρὸς τὰ μπρός. Μὲ τὰ μι­κρὰ δι­α­πε­ρα­στι­κά του μά­τια τὴν πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν.

       — Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει συγ­κρα­τη­μέ­να.

       Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α φούν­τω­σε μέ­σα της ἕ­να εἶ­δος πυ­ρε­τοῦ.

       — Ἔ­χω ἁ­μά­ξι, πε­τά­χτη­κε ὁ Ἀν­τρέ­ας καὶ με­τὰ ἀ­πό­το­μα σώ­πα­σε.

       Ὁ Τζώρ­τζης δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο τῆς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ κεῖ­νο τὸ ὑ­πέ­ρο­χο χα­μό­γε­λο. Ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια στὸ κορ­μί της καὶ τὴν ψα­χού­λε­ψε. Τὰ δά­χτυ­λά του ἔ­παι­ξαν μὲ τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ μπι­κί­νι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­κό. Τὴν τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, τὴν ἔ­συ­ρε σχε­δόν.

       Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε χα­μη­λό­φω­να.

       — Ἔ­λα, ὁ Ἀν­τρέ­ας εἶ­ναι φί­λος.

       Μπῆ­καν στὸ δω­μά­τιο. Στὴν πόρ­τα πρό­βα­λε ἡ λι­γνὴ φι­γού­ρα τοῦ Ἀν­τρέ­α. Τὰ βλέμ­μα­τά τους δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν. Εἶ­δε στὰ μά­τια του μιὰ μι­κρὴ λάμ­ψη. Κά­τι τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τὴν ἐ­ρέ­θι­ζε. Σὲ δευ­τε­ρό­λε­πτα τὸ μι­κρὸ κε­φά­λι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νή του ὑ­πό­κω­φη ἀ­πὸ τὸ χόλ. Κα­θη­συ­χα­στι­κή. Εἶ­χε ὅ­μως τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, κι αὐ­τὸ τῆς προ­κά­λε­σε βα­θιὰ ἀ­να­στά­τω­ση.

       Ὁ Τζώρ­τζης τὴν ἔ­ρι­ξε στὸ κρε­βά­τι. Ἀγ­κο­μά­χη­σε μέ­σα της γιὰ λί­γο. Με­τὰ ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Αὐ­τὴ μά­ζε­ψε τὸ μα­γιὸ ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ τύ­λι­ξε στορ­γι­κὰ σὰν κά­τι ζων­τα­νό.



Πη­γή: Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2008).

Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου (Κύ­προς). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τα καὶ ποι­η­τι­κὲς πρό­ζες. Τὸ Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των.



		

	

Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Συνοδὸς σκιά


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Συ­νο­δὸς σκιά


ΕΡΠΑΤΩ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Προ­σπα­θῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ ρέ­ου­σα στιγ­μή, συν­δέ­ον­τάς την μὲ τὸ πα­ρελ­θόν. Νὰ ὁ­λο­κλη­ρωάσω ἕ­ναν κύ­κλο μέ­σα στὸ χά­ος τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Προ­σπα­θῶ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σω τὰ βή­μα­τα τῆς ἐ­παύ­ριον, ποὺ μὲ τρο­μά­ζει. Μὲ πα­ρα­κι­νεῖ ἡ θύ­μη­ση κά­ποι­ας πε­ρα­σμέ­νης στιγ­μῆς. Στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὁ δρό­μος στρί­βει, περ­νών­τας πιὸ ψη­λά, σχη­μα­τί­ζον­τας εἶ­δος ἐ­ξώ­στη, μὲ θέ­α πα­νο­ρα­μα­τι­κή, πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν, ποὺ κα­τε­βαί­νουν μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Νύ­χτα μὲ ἀ­ναμ­μέ­να τὰ φῶ­τα, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο, εἶ­χα με­θύ­σει. Μα­ζί μου τὸ πρό­σω­πο ἑνός νε­κροῦ. Πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο, βρώ­μι­κο τρα­πέ­ζι ἄ­δεια ἡ μπου­κά­λα. Τὸ πρά­σι­νο γυα­λὶ καὶ τὸ κόκ­κι­νο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὸν χάρ­τι­νο κόκ­κι­νο δι­ά­κο­σμο, ἀ­να­παύ­τη­καν τὰ μά­τια μου στὸ γα­λά­ζιο πα­ρά­θυ­ρο τῆς ὄ­μορ­φης. Ἀ­χτέ­νι­στα τὰ σγου­ρὰ χα­ρι­τω­μέ­να μαλ­λιά της, ἴ­δια μὲ σι­δε­ρέ­νια στό­ρια μα­γα­ζι­ῶν, τὴν δι­α­σώ­ζουν ἀπ’ τοὺς πό­θους τοῦ λη­στῆ τῆς νύ­χτας. Τρο­μά­ζον­τας τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ μέλ­λον­τος, προ­φη­τεύ­ω, ἀκο­λου­θών­τας τὸν το­ρὸ τῶν πε­ρα­σμέ­νων. Κλαί­ω ὅ­σους πέ­θα­ναν. Ἀγωνίζομαι ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σω τὴν ἑ­νότη­τα τῶν σπα­σμέ­νων κομ­μα­τι­ῶν σὲ κά­θε στρο­φή. Εἶ­χα πε­ρά­σει ἄλ­λο­τε ἀπ’ αὐτο­ῦ μα­ζὶ μὲ πρό­σω­πα ποὺ ἔ­πα­ψαν νὰ ὑ­πάρ­χουν ἐν ζω­ῇ. Τὸ καλ­ντε­ρί­μι πα­ρέ­μει­νε τὸ ἴ­διο. Ἴδια καὶ ἡ βρύ­ση, τὸ σπί­τι. Ταυ­τό­χρο­να κά­τι ἄλ­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πα­λιοῦ, ἀλ­λὰ και­νού­ρια ὄ­ψη κολ­λη­μέ­νη στὸν πα­λιὸ δρό­μο. Προ­σθή­κη βη­μά­των. Μὲ χα­ρο­ποι­εῖ ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς νέ­ας ζω­ῆς πά­νω στὰ κα­τά­λοι­πα τῶν πα­λι­ῶν. Χο­ρεύ­ουν νέ­α πα­λι­κά­ρια. Σαβ­βα­τι­ά­τι­κο ξα­λά­φρω­μα στὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὴ λα­τέρ­να καὶ τὰ κρου­στὰ παι­χνί­δια. Χέ­ρια καὶ πό­δια σὲ κί­νη­ση. Κορ­μιὰ κα­μα­ρω­τὰ λυ­γο­ῦν ἀρ­γά. Ὁ Ραμ­πό­τας, ὁ λε­βέν­της τρα­γου­δι­στὴς, ποὺ τα­νών­τας τ’ αὐ­τὶ οἱ γυ­ναῖ­κες πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τὸ σκο­πό του, πά­νω σε μιά φούρ­λα τοῦ χο­ροῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα στὸ ἕ­να του πό­δι. Βά­λε ρα­κὶ καὶ πι­ές. Μὴ δί­νεις προ­σο­χὴ σ’ ὅ­σα λέ­γον­ται. Σή­κω μὲ ὁρ­μὴ ἀ­πά­νω νὰ κα­τα­πι­εῖς τὸν δι­α­βα­τά­ρη χρό­νο. Ἡ κου­ρα­σμέ­νη γριὰ στὴ φου­βοὺ με­ρα­κλα­δί­ζει με­ζέ­δες γιὰ τὰ νιά­τα. Βγὲς στὴν πόρ­τα νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τὴ Δδὰ Στιγ­μὴ τοῦ Γέ­ρου Χρό­νου, ποὺ ξε­κα­βα­λι­κεύ­ει καὶ γλεν­τᾶ. Με­τὰ ἕ­πε­ται ἡ μαύ­ρη ἀ­πο­χαύ­νω­ση καὶ ὁ λο­γα­ρια­σμός. Τὸ φι­λο­δώ­ρη­μα τοῦ χλω­μοῦ μου­ζι­κάν­τη μὲ τὸ κλεμ­μέ­νο ἀπὸ κά­ποι­ο ἀστέρι τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου λε­πτὸ μου­στά­κι. Χά­νον­ται μέ­σ’ ἀ­πό τὰ χέ­ρια μας οἱ ἄν­θρω­ποι περ­νών­τας ἀν­τί­κρυ. Συν­τρο­φιὰ μὲ εἰ­κό­νες τῆς μνή­μης ἄ­χρω­μες, ξε­κι­νῶ νὰ βρῶ τοὺς ἄλ­λους, ν’ ἀ­κε­ραι­ω­θῶ σμί­γον­τας μα­ζί τους. Δι­ερ­μη­νεύ­ω τὶς γε­ω­με­τρι­κὲς ἀ­ξι­ές τῶν οἰ­κο­δο­μῶν. Τὸ ὕ­ψος, τὸ πλά­τος. Ἡ κα­τά­λη­ξη τοῦ κά­θε σχή­μα­τος, μυ­στι­κὲς ὑ­πο­θῆ­κες τοῦ μα­τιοῦ. Μαῦ­ρο σκο­τά­δι κα­λύ­πτει μὲ ἄ­γνοι­α τοὺς ὄγ­κους τῶν κα­τοι­κι­ῶν. Βου­βαί­νον­ται τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ὁ ἦ­χος τῶν βη­μά­των σχη­μα­το­ποι­εῖ τὴν ξε­νι­τιά. Πί­σω ἀ­π’ τὶς κλει­στὲς πόρ­τες πα­ρα­φυ­λά­γουν φαν­τά­σμα­τα. Περ­νά­ω δί­πλα στὴ «Λα­ο­δη­γή­τρια». Κά­νω τὸ σταυ­ρό μου καὶ πά­ω νὰ προ­σκυ­νή­σω τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ Ἅ­για Εἰ­κό­να. Αἰ­ῶ­νες πα­ρέ­μει­νε θαμ­μέ­νη στὴ γῆ. Ἕ­να παι­δὶ τὴν ἀπο­κά­λυ­ψε. Ἔπαιζε στὴν ἀλάνα τῶν ἐ­ρει­πί­ων ἀ­πό τὸ πρω­ί. Ἡ μά­να του, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξαφ­νι­κά το’ ‘χά­σε ἀ­π’ τὰ μά­τια της, ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ἀνα­ζη­τᾶ παν­τοῦ. Τὸ παι­δί, τρέ­χον­τας νὰ ψη­λώ­σει ἕ­ναν χαρ­τα­ε­τό, εἶ­χε πέ­σει σ’ ἕ­να βα­θὺ λα­γού­μι. Σι­μώ­νον­τας ἐ­πὶ τό­που, ἡ μά­να ἀ­κού­ει ζων­τα­νὴ τὴ λα­λιὰ τοῦ παι­διοῦ. «Μὴ νοι­ά­ζε­σαι γλυ­κιὰ μα­νού­λα. Εἶ­μαι πο­λὺ κα­λά. Μιὰ με­γά­λη Κυ­ρά, κι’ ἀ­πὸ σέ­να ἀ­κό­μη ὀ­μορ­φό­τε­ρη, μὲ κρα­τεῖ ἀγ­κα­λιά!» Ἀναζητώντας τὸ παι­δί, βρῆ­καν τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας στὸ βα­θὺ σκάμ­μα τῆς γῆς. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, το­πο­θε­τών­τας στὴν Ἔκ­κλη­σια τὴν ἱ­ε­ρὴ μνη­μι­κὴ ἀ­πει­κό­νι­ση, θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν πρώ­τη τοῦ Σε­πτέμ­βρη, ἀρ­χὴ τῆς Ἰν­δί­κτου καὶ τοῦ δω­δε­κά­μη­νου κύ­κλου τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ ἔ­τους, τι­μᾶ­ται ἡ μνή­μη πα­ρό­μοι­ας φα­νέ­ρω­σης, ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ τῆς λί­μνης Ζα­γου­ροῦς, εἰ­κό­νας πάν­τι­μης τῆς Παρ­θέ­νου. Λι­γο­στὲς ψι­χά­λες βρο­χῆς ἔ­κα­μαν τὶς στέ­γες νὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν, ἀν­τα­να­κλών­τας τὸ λευ­τε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα φεγ­γά­ρι. Συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο πρὸς τὸ πα­τρι­κό τῆς μη­τέ­ρας μου. Ἀνοιχτὴ ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα, ἄ­φη­νε νά ’ρ­χε­ται στὶς αἰ­σθή­σεις ἕ­να ἄ­ρω­μα λε­μο­νιᾶς, ποὺ γι­νό­ταν χρῶ­μα. Ὁ δι­ά­δρο­μος στρω­μέ­νος μὲ μαλ­τό­πε­τρες ἕ­ως τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα. Λευ­κο­φο­ρε­μέ­νη παι­δί­σκη ἡ μά­να μου, κα­τέρ­χον­ταν τὴν κλί­μακα, σπεύ­δον­τας στὸ σχο­λει­ὸ νὰ μά­θει γράμ­μα­τα. Στη­ρί­ζο­μαι στὸν πα­λιὸ τοῖ­χο τοῦ Παρ­θε­να­γω­γεί­ου καὶ τὴν ἀ­κού­ω νὰ ἐ­πα­ναλαμ­βά­νει τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χή. Ἕνα πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νοί­γει κα­τά­φω­το. Δυ­ὸ παι­διά. Ἕν’ ἀ­γό­ρι κι’ ἕ­να κο­ρί­τσι, ἀδέλ­φια, μα­λώ­νουν. Τὸ φῶς, ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης, μοῦ ἐ­πέτρε­ψε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω, ζών­τας, τὸν πε­­θα­μέ­νο ἴ­σκιο ποὺ μὲ συ­νό­δευ­ε.


1936



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καὶ δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. ΑΣΕ. Α.Ε., 1977).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademi­ques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πιστὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).


Λεύκιος Ζαφειρίου: Γυναίκες στὸ Λεονάρισσο


Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Γυ­ναῖ­κες στὸ Λε­ο­νάρισ­σο


Δὲν μι­λᾶ­νε, πλὴν ὅ­μως συ­νεν­νο­οῦν­ται,
για­τί ὅ­λοι ξέ­ρουν αὐ­τὸ ποὺ κα­νέ­νας τους δὲν λέ­ει.
Γι­ῶρ­γος Μαρ­κό­που­λος

ΙΝΑΙ ΓΕΝΑΡΗΣ καὶ βρέ­χει συ­χνά. Τὸ το­πί­ο μοιά­ζει φρε­σκα­ρι­σμέ­νο καὶ τὰ χρώ­μα­τα εἶ­ναι πιὸ ἔν­το­να. Ἔ­χω μεί­νει τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες νύ­χτες στὸ Ρι­ζο­κάρ­πα­σο, γρά­φον­τας τὸν πρό­λο­γο γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κάλ­βου. Στὸ Γυ­μνά­σιο ἡ Μι­χα­έ­λα παίρ­νει τὰ δο­κί­μια τοῦ βι­βλί­ου, τὰ φυλ­λο­με­τρά­ει κοι­τών­τας τὶς φω­το­γρα­φί­ες καὶ μοῦ κά­νει ἐ­ρω­τή­σεις. Χαί­ρε­ται καὶ θέ­λει νὰ μά­θει τὸ κα­θε­τὶ γιὰ τὴ ζω­ὴ τοῦ ποι­η­τῆ. Κοι­τά­ει τὰ γράμ­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τῆς ἀ­ρέ­σει ὁ γρα­φι­κός του χα­ρα­κτή­ρας καὶ προ­σέ­χει πῶς ἑ­νώ­νει με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὶς λέ­ξεις καὶ τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη ὀρ­θο­γρα­φί­α του. Τῆς κά­νουν ἐν­τύ­πω­ση τὰ πολ­λὰ τα­ξί­δια του στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τε­λι­κὰ πε­θαί­νει σὲ χώ­ρα μα­κρι­νή. Κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ λέ­ει, «ἐ­γὼ θέ­λω νὰ ζή­σω στὸν τό­πο μου, νὰ πά­ω καὶ σ’ ἄλ­λες χῶ­ρες, ἀλ­λὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ».

        Στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα, ἕ­να χω­ριὸ πο­λὺ κον­τὰ στὴ Για­λούσα, συ­ναν­τῶ τὸν Γι­αν­νά­κη ποὺ φοι­τά­ει στὸ Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρι­ζο­καρ­πά­σου. Περ­νᾶ σὰν βο­λί­δα μὲ τὸ και­νούρ­γιο πο­δή­λα­το ποὺ τοῦ χά­ρι­σαν αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες. Χά­νε­ται γιὰ λί­γο στοὺς δρό­μους κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται πά­λι γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο, πα­τών­τας τὰ πε­τά­λια μέ­σα στὴ θλί­ψη τοῦ ἀ­πο­γεύ­μα­τος, γιὰ νὰ χα­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὸ ρη­μαγ­μέ­νο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο.

        Κα­νεὶς δὲν βλέ­πει αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ μὲ τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ ποὺ τ’ ἀ­νε­μί­ζει ἕ­νας θλι­βε­ρὸς ἄ­νε­μος, ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει μὲς στὸ χω­ριὸ κά­νον­τας ἐ­πι­κίν­δυ­νους ἑ­λιγ­μοὺς σὰν νὰ πρό­κει­ται ν’ ἀ­πο­φύ­γει κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο.

        Στὸν δρό­μο γιὰ τὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο παι­διὰ τῶν ἐ­ποί­κων που­λοῦν μα­νι­τά­ρια, ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στοὺς ὁ­δη­γοὺς τῶν αὐ­το­κι­νή­των, ἀ­νε­βαί­νον­τας στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ στὴν Κύ­προ… Ἔ­χω μά­θει ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Σάβ­βα στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα ὅ­τι στὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο ζοῦν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι, οἱ τρεῖς γυ­ναῖ­κες. Στρί­βω δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια ὁ­δι­κὴ ἀρ­τη­ρία, ἀ­πὸ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ πᾶς Λυ­θράγ­κω­μη καὶ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς.

        Μπαί­νον­τας στὸ χω­ριὸ στα­μα­τῶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Εἶ­ναι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της σὲ τζίπ, τὸν ρω­τά­ω ποῦ εἶ­ναι τὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας, εἶ­μαι κα­θη­γη­τὴς στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Γυ­μνά­σιο καὶ τῆς φέρ­νω μή­νυ­μα ἀ­πὸ συγ­χω­ρια­νό της. Θὰ μὲ ὁ­δη­γή­σει αὐ­τὸς καὶ μοῦ λέ­ει νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το δί­πλα μας, φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὸ δι­κό μου. Φεύ­γου­με κι ἐ­γὼ πα­ρι­στά­νω τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο.

        Κα­τε­βαί­νου­με λί­γο πρὶν τὴν πλα­τεί­α κι ὁ στρα­τι­ώ­της χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα, ἀ­νοί­γει μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ θά ’­ταν πο­λὺ νέ­α τὸ 1974. Στὸ χὸλ εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα της, ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα. Λέ­ω ὅ­τι δῆ­θεν τῆς φέρ­νω χαι­ρε­τί­σμα­τα ἀ­πὸ γνω­στό τους πρό­σω­πο, πὼς θὰ ξα­νάρ­θω, κι ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ φύ­γω.

        — Δὲν θὰ πι­εῖ­τε ἕ­ναν κα­φέ; μοῦ λέ­ει.

        Ρω­τά­ω τὸν συ­νο­δό μου, αὐ­τὸς ἀ­παν­τά­ει στὰ ἀγ­γλι­κὰ «ὄ­χι, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­φω», μᾶς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶ μὲ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α.

        Μέ­νω κά­που δύ­ο ὧ­ρες στὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας. Μοῦ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου της ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πέ­τρι­να χρό­νια, πῶς φύ­ρα­ναν σι­γὰ σι­γὰ οἱ μα­θη­τὲς κι ἔ­κλει­σε τὸ σχο­λεῖ­ο, πῶς εἶ­δε τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ ψη­φι­δω­τοῦ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς, ὅ­ταν πῆ­γε μὲ τὴ Σα­λι­μὲ τὴ φί­λη της γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει ἕ­να κε­ρί, ὅ­πως πή­γαι­νε συ­χνὰ καὶ κρυ­φὰ γιὰ νὰ μὴν τὴ δοῦν. Ἡ μά­να της, ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, σχε­δὸν δὲν μι­λᾶ, μό­νο ὅ­ταν ἀ­κού­ει θό­ρυ­βο ἔ­ξω στὸν δρό­μο κά­τι σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ ἡ κυ­ρί­α Πα­να­γι­ώ­τα:

        — Ὁ φό­βος, εἴ­μα­στε μό­νες κι ἔ­τσι ἀν­τι­δρᾶ. Ἀ­πὸ φό­βο.

        Κά­θε­ται καὶ μοῦ λέ­ει για­τί δὲν ἔ­φυ­γε, μοῦ ἐ­ξη­γεῖ τὸ κα­θε­τὶ λε­πτο­με­ρῶς, γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ δὲν ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, πε­ρι­μέ­νον­τας πὼς θὰ ’ρ­θουν κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες, καὶ πέ­θα­νε σπί­τι του.

        — Νὰ μεί­νου­μεν κό­ρη μου, νὰ μὲν χά­σου­μεν τέ­λεια τὸν τό­πο μας, συ­νε­χί­ζει νὰ λέ­ει.

        Θυ­μᾶ­ται ὅ­ταν εἶ­χαν μα­ζέ­ψει τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα γιὰ νὰ τὰ ἐ­κτε­λέ­σουν. Ἦρ­θε ἕ­νας Τουρ­κο­κύ­πριος, ἦ­ταν δι­κα­στής, μπῆ­κε στὴ μέ­ση καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­σε. Μὲ δυ­σκο­λί­α, για­τὶ λέ­γον­ταν δι­ά­φο­ρα ποὺ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μιὰ πρό­φα­ση ἔ­ψα­χναν γιὰ νὰ τοὺς ξε­κά­νουν.

        Ἔ­χει πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κὰ χρό­νια, ἐρ­χό­ταν καὶ μᾶς ἔ­βλε­πε ποῦ καὶ ποῦ. Ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν Τοῦρ­κοι στρα­τι­ῶ­τες, ἔ­κα­ναν ἔ­ρευ­νες στὰ σπί­τια καὶ μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­γρί­ευ­αν. Μᾶς εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ κρυ­βό­μα­σταν.

        Ἡ θλί­ψη εἶ­ναι βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὸ πρό­σω­πό της.

        Εἶ­ναι ὧ­ρες ποὺ νι­ώ­θω νὰ πνί­γο­μαι. Τί ἔ­κα­μα ἐ­γὼ ποὺ ἔ­μει­να; Ὅ­λα πῆ­γαν χα­μέ­να.

        Ἔ­χει σκύ­ψει τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα τὸ ἀ­να­ση­κώ­νει πο­λὺ ἀρ­γὰ καὶ ψι­θυ­ρί­ζει:

        — Ἔ­κα­μά το γιὰ τὸν τό­πο μου.

        Ση­κώ­νε­ται καὶ μοῦ λέ­ει νὰ πᾶ­με ἀ­πέ­ναν­τι, νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὴν κυ­ρί­α Νι­ό­βη. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, στὸν δρό­μο εἶ­ναι στα­μα­τη­μέ­νο ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν καὶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τοῦ ΟΗΕ. Δι­α­σταυ­ρώ­νου­με τὸν δρό­μο. Ψι­χα­λί­ζει. Εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι πα­λαι­ϊ­κὸ μὲ κα­μά­ρες, σχε­δὸν ἐ­ρει­πω­μέ­νο. Σπρώ­χνου­με τὴν πόρ­τα καὶ βλέ­που­με μιὰ γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη ἀ­τη­μέ­λη­τα, μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ κυ­πρια­κὴ ἐν­δυ­μα­σί­α, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη. Κά­θε­ται σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα μ’ ἕ­να γα­τὶ στὰ γό­να­τά της. Θά ’­χει πε­ρά­σει τὰ ἑ­βδο­μῆν­τα.

        Μᾶς ξε­να­γεῖ στὸ σπί­τι της, ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη φαί­νε­ται μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο εἶ­ναι μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ τα­βά­νι. Πα­λιὰ ἔ­πι­πλα, ἑρ­μά­ρια, κο­μο­δί­να καὶ κα­ρέ­κλες, ποὺ χρό­νια δὲν χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν, γε­μά­τα σκό­νες. Ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ πολ­λὰ πε­ρι­στέ­ρια, μᾶς τὰ δεί­χνει μὲ μί­αν ἀ­θω­ό­τη­τα παι­διοῦ. Τρι­γυρ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μας, ἄλ­λα εἶ­ναι στοὺς πε­ρι­στε­ρῶ­νες στὸν με­γά­λο τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

        — Αὐ­τά μοῦ κά­νουν πα­ρέ­α ἅ­μα δει­λι­νιά­σει καὶ πε­ρι­μέ­νω τὴν Πα­να­γι­ώ­τα νὰ πι­οῦ­με κα­φέ.

        Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται μὲ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια στὴν κα­ρέ­κλα καὶ βλέ­πεις τὴ θλί­ψη στὰ μά­τια, στὸ χα­μό­γε­λο καὶ στὸ μαῦ­ρο φό­ρε­μά της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).


 

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Θυμός


Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ


Θυ­μός


 ΜΑΝΑ τὸ ἔ­χει ἀ­κό­μα τὸ ση­μά­δι. Ἔ­χει ἀ­χνέ­ψει πο­λύ, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις. Ἂν δὲν τὸ ξέ­ρεις οὔ­τε ποὺ τὸ βλέ­πεις. Ὅ­μως ἐ­γὼ τὸ ξέ­ρω καὶ τὸ βλέ­πω πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸ ἔ­κα­να. Για­τί ἐ­γὼ τῆς τὸ ἔ­κα­να . Μὲ τὴ μα­σιά. Τὴν πυ­ρω­μέ­νη μα­σιά. Κοι­μό­ταν ὅ­ταν τὴν κα­τέ­βα­σα στὰ μοῦ­τρα της, ὄ­χι μὲ δύ­να­μη, ἁ­πα­λά, ἀρ­γὰ, ὄ­χι μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, μὲ ἔ­ξαρ­ση, ὅ­τι ἐ­ξόρ­κι­ζα τὸ κα­κό, τὸ κα­κὸ ποὺ ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη, ἡ μά­να μου, ἡ εἰ­κό­να μου, ἐ­κεί­νη ἦ­ταν τὸ κα­κό, δὲν ἦ­ταν μό­νο του, δὲν τό ‘φε­ρε κα­νεὶς ξέ­νος καὶ τ’ ἀ­πό­θε­σε στὰ χέ­ρια της, ἐ­κεί­νη τὸ πε­ρι­εῖ­χε στὸ κα­κι­α­σμέ­νο βλέμ­μα της, μὲ τὴν πυ­ρω­μέ­νη τσιμ­πί­δα προ­σπά­θη­σα νὰ τ’ ἁρ­πά­ξω, νὰ τὸ κά­ψω, νὰ τὸ ἐ­ξα­φα­νί­σω, ὅ­πως ἐ­κεί­νη ἀ­φά­νι­σε μιὰ ψυ­χή, ὄ­χι τὴ δι­κή μου. Τὴν δι­κή μου τὴν ρο­κά­νι­ζε σι­γά-σι­γὰ μὲ λό­για μέ­λι, μὴ δί­νεις, μὴ χα­ϊ­δεύ­εις, μή… μή… καὶ χα­λοῦ­σε τὸ στο­μά­χι τῆς ψυ­χῆς μου, δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ μά­να μου φί­δι στὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἄ­γνοι­άς μου. Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ χρο­νῶν κα­τά­πια ντὶ τὶ ­τί, κοι­μό­μου­να τρί­α με­ρό­νυ­χτα, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί, τεμ­πέ­λα μ’ ἔ­λε­γε, νό­μι­ζε, ὅ­ταν τῆς τὸ εἶ­πα ἀλ­λη­θώ­ρι­σε τὸ μά­τι της, μ’ ἔ­δω­σε μιὰ σφα­λιά­ρα κι ἔ­κλα­ψε, πῆ­γε νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει μὰ τρα­βή­χτη­κα, ἔ­κλα­ψε πιὸ δυ­να­τά, σι­γὰ πού… Ἐ­νῶ τσι­τσί­ρι­σε τὸ δέρ­μα της, πε­ρί­ερ­γο ἄρ­γη­σε ν’ ἀν­τι­δρά­σει, κοι­μό­ταν, κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος κα­θυ­στέ­ρη­σε νὰ δώ­σει σῆ­μα, ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της μᾶλ­λον ἥ­συ­χα, μὲ εἶ­δε μὲ τὴ μα­σιὰ στὰ χέ­ρια, δὲν ξέ­ρω πῶς τὴν κοι­τοῦ­σα, τί ψυ­χὴ εἶ­χε τὸ βλέμ­μα μου, πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ὣς νὰ τι­νά­ξει τὸ σκέ­πα­σμα ἀ­πὸ πά­νω της τσι­ρί­ζον­τας κι ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κυ­νη­γά­ει, ἐ­νῶ κα­θὼς αὐ­τό­μα­τα εἶ­χε φέ­ρει τὸ χέ­ρι στὸ μά­γου­λό της καὶ τό ‘συ­ρε πά­νω στὴν πλη­γή, ἀ­πό­μει­νε ἡ πέ­τσα του νὰ κρέ­με­ται, καὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι γύ­ρευ­ε νὰ μ’ ἁρ­πά­ξει, ἔ­τρε­χε ξω­πί­σω μου, μὰ ποῦ νὰ μὲ φτά­σει. Βγῆ­κα στὴν αὐ­λή, κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲ θὰ μ’ ἔ­πια­νε πο­τέ, κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι κι ἔ­κλαι­γε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ κλαί­ει καὶ κοί­τα­ζε ἴ­σα μπρο­στὰ μᾶλ­λον χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Τὴν πλη­σί­α­σα ἀρ­γά, ἔ­βγα­λε τὴν παν­τό­φλα της καὶ μοῦ τὴν πέ­τα­ξε. Δὲν μὲ πέ­τυ­χε.


Μέ­σα στὴ φτώ­χεια μας, μᾶς πε­ρίσ­σευ­ε ἕ­να δω­μα­τιά­κι, λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ κο­τέ­τσι, τὸ νοι­κι­ά­σα­με σ’ ἕ­ναν κα­κο­μοί­ρη με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­λου δὲ μᾶς κα­λο­φά­νη­κε. Κι­τρι­νιά­ρης, ρου­φηγ­μέ­νος σὰ φυ­μα­τι­κός, μὲ κα­φε­τιὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια, φο­ροῦ­σε μο­νί­μως μιὰ λι­γδι­α­σμέ­νη καμ­παρ­ντί­να. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν αὐ­τό, ἦ­ταν τὸ βλέμ­μα του, δια­ρκῶς κα­τε­βα­σμέ­νο, λο­ξό, ἔ­νο­χο βλέμ­μα. Εἶ­χε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι, που­λοῦ­σε ξη­ροὺς καρ­ποὺς ἔ­ξω ἀ­π’ τοὺς κι­νη­μα­το­γρά­φους, μα­ζευόν­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα τὴ νύ­χτα, μου­λω­χτά, σι­γα­νο­πα­τών­τας κι ἔ­πε­φτε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Τὰ ἑλ­λη­νι­κά του μι­σὰ καὶ στρα­βο­κά­νι­κα. Κά­τι μοῦ βρω­μά­ει σ’ αὐ­τὸν εἶ­πε ἡ μά­να μου στὴ νου­νά μου· ἐ­μεῖς τὰ παι­διὰ τὸ μυ­ρί­σα­με γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρα­με τί εἴ­δους μυ­ρου­διὰ ἦ­ταν. Ἡ Βά­σω, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α μας, ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, στέ­κα τὴ φω­νά­ζα­με, ἄ­χα­ρη στὴν ἡ­λι­κί­α τῶν ἕν­τε­κα χρό­νων της, ἡ Βά­σω λοι­πόν, κα­θό­τα­νε καὶ τῆς χά­ι­δευ­ε τὸ μπρά­τσο, μᾶς ἔ­φερ­νε σα­κοῦ­λες τὰ σπό­ρια καὶ τρώ­γα­με ὅ­λες φτύ­νον­τας τὰ φλού­δια μὲ μα­νί­α σὰ νὰ φτύ­να­με ἐ­κεῖ­νον. Ἡ Βά­σω ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ μᾶς ἔ­φερ­νε σπό­ρια καὶ κα­ρα­μέ­λες, ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τιὰ τῆς μά­νας της τὰ κα­μώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ τὴν πά­τη­σε ἕ­να γε­ρὸ ξύ­λο, ἔ­στει­λε τὸν ἄν­τρα της ποὺ πα­ρα­φύ­λα­ξε τὸν νοι­κά­ρη μας καὶ μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε, σκυ­φτός, ὅρ­μη­σε καὶ τοῦ ΄ρι­ξε δυ­ὸ χα­στού­κια, μι­λιὰ δὲν ἔ­βγα­λε μό­νο σούρ­θη­κε, ὡς τὴν κα­μα­ρού­λα του, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κλει­σμέ­νος μέ­ρες, ἡ μά­να μου τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ πῆ­γε ἕ­να πιά­το φα­γὶ μιὰ κα­νά­τα νε­ρό, τ’ ἄ­φη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα του. Με­τὰ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ του ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν εἴ­χα­με σπό­ρια νὰ τρῶ­με.

            Ἔ­τυ­χε νὰ πε­θά­νει κά­ποι­α συγ­γέ­νισ­σά μας κι ἡ μά­να μου ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει στὸ ξε­νύ­χτι. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ κοι­μη­θῶ στῆς νου­νᾶς μου, εἶ­χε ὅ­λο ἀ­γό­ρια ἐ­κεί­νη, κα­τὰ σύμ­πτω­ση ὁ νοι­κά­ρης μας ἦ­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα του, ἡ μά­να μου κοί­τα­ξε κα­χύ­πο­πτα τὴν πόρ­τα του καὶ φώ­να­ξε ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ ὥ­στε νὰ τὴν ἀ­κού­σει: τὸ νοῦ σου μὴ σὲ πλη­σιά­σει ὁ χτι­κιά­ρης, μὴ σὲ ξε­μο­να­χιά­σει ὁ σι­χα­μέ­νος, μα­κριά του, ἔ­τσι καὶ σὲ σι­μώ­σει θὰ σᾶς πνί­ξω καὶ τοὺς δυ­ὸ μὲ τ’ ἄν­τε­ρά σας. Ἀ­κοῦς; Ἤ­ξε­ρα πὼς τὸ ἀ­κοῦς, τὸ ‘λέ­γε σ’ αὐ­τὸν κι ὄ­χι σὲ μέ­να. Ἔ­δε­σε τὸ μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι της καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο.

            Σου­ρού­πω­νε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε κι ἡ γει­το­νιὰ μα­ζώ­χτη­κε στὰ σπί­τια της. Ἄ­να­ψα τὸ φῶς κι ἅ­πλω­σα τὰ τε­τρά­διά μου στὸ τρα­πέ­ζι νὰ γρά­ψω τὰ μα­θή­μα­τά μου. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πιά­σω τὸ μο­λύ­βι ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὰ ἄ­η­χα βή­μα­τά του νὰ πλη­σιά­ζουν. Ἔ­τρι­ξε ἡ πόρ­τα του κα­θὼς ἄ­νοι­ξε κι ἔ­κλει­σε, τὸ σῶ­μα μου μα­ζεύ­τη­κε ἐ­νῶ τ’ αὐ­τιά μου τεν­τώ­θη­καν. Τί­πο­τα, ἡ­συ­χί­α.

            Εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τὰ γρα­ψί­μα­τά μου, νύ­στα­ζα, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ χα­λα­ρώ­σω, ἤ­μουν σφιγ­μέ­νη. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί φο­βό­μουν ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ φο­βό­μουν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄ­κου­σα ἕ­να χαρ­χά­λε­μα στὴν πόρ­τα, δὲ σκέ­φτη­κα τὴ μά­να μου, αὐ­τό­να σκέ­φτη­κα. Ζού­φω­ξα στὴ γω­νιά μου, μά­ζω­ξα τὰ πό­δια ὣς τὴν κοι­λιά, κα­τέ­βα­σα τὸ φό­ρε­μά μου ὣς τοὺς ἀ­στρα­γά­λους. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά του νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω. Ἡ καρ­διά μου ταμ­ποῦρ­λο. Πέ­ρα­σε ὥ­ρα, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη ἀ­π’ τὴ νύ­στα, εἶ­δα τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει κι αὐ­τὸν νὰ πλη­σιά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Ἡ γλώσ­σα μου κολ­λη­μέ­νη, τὸ λα­ρύγ­γι στε­γνό. Ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἕ­να πιά­το κι ἔ­φυ­γε πά­λι ἥ­συ­χα νυ­χο­πα­τών­τας. Ἀ­φοῦ ἦρ­θε ἡ ψυ­χή μου στὸν τό­πο της, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι στὸ πιά­το. Βρα­σμέ­να ζε­στὰ κά­στα­να, φι­στί­κια κι ἕ­να μαν­τα­ρί­νι τὸ γέ­μι­ζαν. Ἔ­φα­γα τὰ ζε­στὰ κά­στα­να ἀρ­γὰ ἀρ­γά, ξε­φλού­δι­σα μὲ τὰ δόν­τια τ’ ἁλ­μυ­ρὰ κι­κι­ρί­κια, ἀ­φή­νον­τας καὶ γιὰ τὴ μά­να, ξε­δί­ψα­σα μὲ τὸ μι­σὸ μαν­τα­ρί­νι μὲ τ’ αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να.

            Νύ­στα­ξα, κοι­μή­θη­κα. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο στὸ φῶς, αὐ­τὸς ὄρ­θιος ἀ­πὸ πά­νω μου. Τὰ μά­τια του πρώ­τη φο­ρὰ μὲ κοί­τα­ζαν καὶ τὰ ἔ­βλε­πα. Εἶ­χαν ἕ­να γλυ­κὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα, ἄ­χνι­ζαν ἀ­πὸ ζε­στα­σιὰ σὰν τὰ κά­στα­να πού μοῦ ‘φε­ρε ψὲς βρά­δυ. Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σα.

            Σή­κω νὰ πᾶς σκο­λιό, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ‘δειξε δυ­ὸ φραν­τζο­λά­κια μὲ σα­λά­μι πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔ­φυ­γε πη­γαί­νον­τας πί­σω-πί­σω, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε.

            Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γα, πῆ­ρα τὴν πά­νι­νη τσάν­τα μου ἀλ­λὰ πρὶν φύ­γω ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του. Ἦ­ταν συμ­μα­ζε­μέ­νο, ὄ­χι κα­θα­ρό, ἁ­πλῶς τα­κτο­ποι­η­μέ­νο, πρώ­τη φο­ρὰ ἔμ­παι­να μέ­σα, τὸ κρε­βά­τι του μὲ τὸ λε­ρω­μέ­νο πά­πλω­μα, χά­μω σε μιὰ γω­νιὰ ἕ­να κα­λά­θι μ’ ἕ­να μπου­κά­λι λά­δι, ζυ­μα­ρι­κά, μιὰ κρε­μά­στρα μὲ δυ­ὸ που­κά­μι­σα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι πε­ρα­σμέ­να στὸ χε­ρού­λι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, στὸ τρα­πέ­ζι δυ­ὸ πιά­τα, ἕ­νας τέν­τζε­ρης, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ ἐν­νιὰ-δέ­κα χρο­νῶν μὲ τὰ ἴ­δια κα­στα­νὰ μά­τια αὐ­του­νοῦ. Ἕ­να καν­τη­λά­κι ἔ­και­γε πλά­ι της.

            Κα­θὼς μὲ εἶ­δε νὰ τὴν κοι­τά­ζω, ἡ κό­ρη μου, εἶ­πε. Σκο­τώ­θη­κε πρὶν ἕ­να χρό­νο μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να της. Ἔ­πε­σε βόμ­βα στὸ σπί­τι, ἀ­να­τι­νά­χτη­καν. Τὸ χε­ρά­κι της κό­πη­κε ἀ­π’ τὸν ὦ­μο καὶ πε­τά­χτη­κε σὲ μί­αν αὐ­λή. Τὸ βρῆ­καν τὸ μπρα­τσά­κι της καὶ μοῦ τὸ φέ­ραν με­τὰ μιὰ ὥ­ρα. Τὸ πε­ρά­σα­με μέ­σα ἀ­π’ τὸ μα­νι­κά­κι της γιὰ νὰ τὴ θά­ψου­με. Ἔ­κλαι­γε, κι ἔ­κλαι­γα κι ἐ­γώ. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἄ­νοι­ξ’ ἡ πόρ­τα κι ὅρ­μη­σε ἡ μά­να μου ἔ­ξαλ­λη. Ἀ­φοῦ μὲ τράν­τα­ξε γιὰ τὰ κα­λά, τὸ στό­μα μου μύ­ρι­ζε σα­λά­μι, αὐ­τός σὲ τά­ι­σε οὔρ­λια­ξε κι ὅρ­μη­σε πά­νω του, τὸν ἔ­σου­ρε ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά, μά­ται­α τσί­ρι­ζα ἐ­γὼ πὼς δὲν μὲ πεί­ρα­ξε πὼς ἤ­τα­νε κα­λὸς καὶ λυ­πη­μέ­νος, ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­σου­ρε μὲ τὴ γει­το­νιὰ ξω­πί­σω της, τὸν ξε­μάλ­λια­σαν, τοῦ σκί­σα­νε τὰ ροῦ­χα καὶ τὸ πρό­σω­πο. Ταυ­τό­χρο­να ἡ νου­νά μου μὲ μιὰ γει­τό­νισ­σα μ’ ἅρ­πα­ξαν καὶ μὲ ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι. Νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σουν νό­μι­ζα. Μὰ ἐ­κεῖ­νες μοῦ σή­κω­σαν τὸ φου­στά­νι μ’ ἄ­νοι­ξαν τὰ πό­δια, μοῦ κα­τέ­βα­σαν τὸ ἐ­σώ­ρου­χο. Ἐν­τά­ξει εἶ­ναι, δὲν τὴν πεί­ρα­ξε φώ­να­ξαν τῆς μά­νας μου κα­θὼς μὲ εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἤ­δη μπρού­μυ­τα. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μου­να. Δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­να δά­χτυ­λα αὐ­τά, ἦ­ταν νύ­χια ἁρ­πα­χτι­κῶν ποὺ σκά­λι­ζαν ὄ­χι τὸ σῶ­μα, τὴν ψυ­χή μου, κι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μουν τὶς δι­κές τους ψυ­χὲς νὰ ἔ­χουν βγεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ νὰ ἔχουν με­τα­φερ­θεῖ πά­νω σ’ αὐ­τὰ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια Κι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θα ἤ­τα­νε τό­σο ἀ­πε­χθές, τό­σο βάρ­βα­ρο, τό­σο σκο­τει­νό, σὰ νὰ μὲ εἶ­χαν πα­ρα­χώ­σει σ΄ ἕ­να βό­θρο καὶ μοῦ ‘ρι­χναν τό­νους ἀ­κα­θαρ­σί­ες πά­νω μου καὶ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­να­σά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ κα­τά­φε­ρα εἶ­ναι μό­λις μ’ ἄ­φη­σαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους νὰ τοὺς δώ­σω δυ­ὸ δυ­να­τὲς κλω­τσι­ὲς στὰ μοῦ­τρα. Ἡ μύ­τη τῆς νου­νᾶς μου μά­τω­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

            Ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του, σὰ δαρ­μέ­νος σκύ­λος. Ὅρ­μη­σα στὴ μά­να μου, τὴ δάγ­κω­να, δὲ μπο­ροῦ­σαν νὰ μὲ ξε­κολ­λή­σουν ἀ­πὸ πά­νω της.

            Κά­πο­τε βρῆ­κα τὸ κου­ρά­γιο καὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ πά­πλω­μα. Μπρο­στά της. Πῆ­γε νὰ μὲ βο­η­θή­σει, τῆς τ΄ ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Δὲ μί­λη­σε. Μα­ζὶ μὲ τὴ Βά­σω τοῦ τὸ πή­γα­με ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε τὸ κα­ρό­τσι του. Πῆ­ρε τὸ πά­πλω­μα, τὸ μύ­ρι­σε, μᾶς κοί­τα­ξε γλυ­κὰ καὶ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του στὸ μπρά­τσο τῆς Βά­σως κα­θυ­στε­ρών­τας ἀρ­κε­τὰ στὰ δι­κά μου μαλ­λιά.


Ὄ­χι, πο­τὲ δὲν κα­τέ­βα­σα τὴ μα­σιὰ πά­νω στὴ μά­να μου. Ἤ­θε­λα νὰ τὸ κά­νω. Τὸ φαν­τα­ζό­μου­να. Τὸ σχε­δί­α­ζα κά­θε βρά­δυ καὶ ἔ­σπα­ζε ὁ θυ­μός μου πά­νω στὴν κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ μου. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε ἡ μα­σιὰ καὶ τσί­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζεύ­ον­ταν ζα­ρω­μέ­νο τὸ δέρ­μα της, μά­ζευ­ε κι ὁ θυ­μός μου, γί­νον­ταν ἕ­να μόρ­φω­μα ἐ­κτρω­μα­τι­κό, στα­μα­τη­μέ­νο μό­νι­μα ἐ­κεῖ, στὸ δι­ά­φραγ­μά μου. Ἡ ἀ­να­πνο­ή μου ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ σκα­λώ­νει πά­νω του, νὰ δι­α­σχί­ζει αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νὴ οὐ­λή, ὣς νὰ βγεῖ ξε­γδαρ­μέ­νη, μο­λυ­σμέ­νη, ποῦ;

            Γιὰ χρό­νια τῆς μι­λοῦ­σα ἐ­λά­χι­στα. Ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι της νὰ μ’ ἀγ­γί­ξει κι ἐ­γὼ τρα­βι­ό­μου­να. Ἔ­βλε­πα τὸ ἀ­ό­ρα­το ση­μά­δι τῆς μα­σιᾶς πά­νω στὸ πρό­σω­πό της καὶ τὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι πὼς τό ‘βλε­πε καὶ κεί­νη, για­τί κά­θε τό­σο σή­κω­νε τὸ χέ­ρι κι ἄγ­γι­ζε τὴν πλη­γή.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 2009). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πα­ρέμ­βα­ση, τεῦ­χος 140, Ἰ­ούν.-Αὔγ. 2007.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριοἩ λέ­ξηΠαν­δώ­ραΠά­ρο­δοςΠα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)


Χρῆ­στος Παπ­πᾶς: Βήματα

 



Χρῆ­στος Παπ­πᾶς


Βή­μα­τα


Ο ΡΑΒΑΣΑΚΙ ἦρθε χθὲς  τὸ βρά­δυ, σὲ ἀ­νύ­πο­πτο χρό­νο, λί­γο πρὶν κλεί­σουν τὰ φῶ­τα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὁ Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, φύ­λα­κας μὲ ἀ­ριθ­μὸ 2532. Τὸ δι­ά­βα­σα κι ἔ­πει­τα τὰ φῶ­τα ἔ­κλει­σαν.

       Δί­πλω­σα τὸ χαρ­τά­κι, ξά­πλω­σα, ἀλ­λὰ μά­τι δὲν ἔ­κλει­σα. Ἴ­σως νὰ ἔ­κα­να μα­λα­κία ποὺ τό ‘­βα­λα στὴν ἀ­ρι­στε­ρή μου τσέ­πη. Ὅ­λο τὸ βρά­δυ τὸ ἔ­νι­ω­θα πά­νω στὸ στῆ­θος μου σὰν βά­ρος.

       Ση­κώ­θη­κα με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κι ἔ­κα­να τὰ ἔξι βή­μα­τα τοῦ σπι­τιοῦ μου δώδεκα φο­ρές. Ἑβδομῆντα δύο βή­μα­τα. Τό­σα θέ­λω νὰ πά­ω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ τρώ­ω στὸ κρεβ­βά­τι μου. Δεύτερος ὄ­ρο­φος, δεύτερο κε­λί, δεύτερη κου­κέ­τα ἀ­πὸ πά­νω.

       Τὸ βῆ­μα γιὰ ν’ ἀ­νέ­βω δὲν τὸ μέ­τρη­σα πο­τέ.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ μὲ ρώ­τη­σε, δὲν τοῦ εἶ­πα τί­πο­τα. Θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νου­με ξύ­πνιοι ἀλ­λὰ ἄλ­λον ἄϋ­πνο στὴν συ­νεί­δη­σή μου δὲν ἤ­θε­λα. Προ­σφέρ­θη­κε νὰ κά­νει χῶ­ρο γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦ­με μα­ζί. Ἴ­σως σὲ λί­γο, τοῦ ‘­πα, τώ­ρα θέ­λω ἀ­έ­ρα. Εἶ­πα ψέ­μα­τα ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἀ­πὸ αὔ­ριο θὰ ‘­χα τό­σο, ποὺ δὲν θὰ ἤ­ξε­ρα τί νὰ τὸν κά­νω.

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ἔ­πι­α­σα τὸ δεύτερο καὶ τὸ τέ­ταρ­το κάγ­κε­λο.

       Κοί­τα­ξα τὴν αὐ­λή.

       Ἑπτὰ βή­μα­τα, ἀ­πὸ τὶς μπα­σκέ­τες ὣς τὶς ἐ­ξέ­δρες. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, τριάντα γιὰ τὰ βά­ρη. Ἐνενῆντα ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη καὶ τριακόσια εξῆντα πέντε γιὰ τὸν γύ­ρο ὅ­λο. Τὴν ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως μέ­χρι τὴν ἔ­ξο­δο δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­σω. Τό­τε βέ­βαι­α ἦ­ταν εἴ­σο­δος κι ὅ­ταν μπῆ­κα οἱ ἀ­ριθ­μοὶ δὲν μ’ ἔ­νοια­ζαν. Μό­νο ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς μέ­ρες πῆ­ραν ξα­νὰ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα.

       Ὁ Ἀ­νέ­στης ξε­φύ­ση­ξε. Ἀ­κό­μα δὲν κοι­μό­ταν. Αὔ­ριο· ποι­ός θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ μεί­νει ἐ­δῶ μα­ζί του ἄ­ρα­γε; Κοί­τα­ξα τὸ ρο­λό­ι. Μία. Ἴ­σως ἀ­κό­μα ἔξι ὧ­ρες, μπο­ρεῖ καὶ ἑπτά. Ρὲ Ἀ­νέ­στη δῶ­σε ἕ­να τσι­γά­ρο, τοῦ ζή­τη­σα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ἀ­ναμ­μέ­νο. Δὲν τοῦ εἶ­πα εὐ­χα­ρι­στῶ. Δὲν τοῦ εἶ­χα πεῖ οὔ­τε ἕ­να, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα εἶ­χε κά­νει γιὰ μέ­να. Ἔ­χω ὥ­ρα ἀ­κό­μα.

       Στὶς τρεῖς τζοῦ­ρες τὸ πέ­τα­ξα. Εἶ­δα τὴν κά­φτρα νὰ πέ­φτει καὶ ἤ­θε­λα νὰ πέ­σω μα­ζί της.

       Ποῦ θὰ πή­γαι­να; Ποι­ὸς θὰ μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ἔ­ξω;

       Ἐ­λεύ­θε­ρος.

       Ὅ­ταν θὰ βγῶ θὰ ἔ­χω κά­τι ἄλ­λο νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζω καὶ ὄ­χι βή­μα­τα, ὧ­ρες, μέ­ρες. Ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὸ τί ἔ­χω; Τί εἶ­μαι; Τό­σος χῶ­ρος ἐ­κεῖ ἔ­ξω δὲ θὰ μπο­ρῶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω μό­νος μου.

       Ἔ­λα δῶ, εἶ­πε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ ἔ­κα­νε χῶ­ρο στὸ κρεβ­βά­τι του. Κα­τέ­βη­κα, φώ­λια­σα δί­πλα του κι ὅ­ταν μὲ πῆ­ρε ἀγ­κα­λιά, μὲ πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα.

       Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ γιά…

       Σςς, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ στό­μα μ’ ἕ­να φι­λί. Αὔ­ριο μοῦ εἶ­πε καὶ ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του καὶ κοι­μή­θη­κε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Παπ­πᾶς. Ἔ­χει σπου­δά­σει Του­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ πα­ρα­κα­λου­θεῖ ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ Ρέ­θυ­μνο.