Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков): Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο



Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

(Синята хрисантема)


ΜΑΣΤΑΝ ΤΡΕΙΣ. Ἐ­γώ, ὁ Βδέλ­λας κι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Μα­ζευ­ό­μα­σταν στὴν τα­βέρ­να τοῦ Στά­μου τοῦ Τυ­φλοῦ, ὅ­που χαρ­το­παί­ζα­με μέ­χρι ἀρ­γά. Καὶ ἐ­κεῖ, ξο­δεύ­α­με σχε­δὸν ὅ­λα μας τὰ λε­φτά. Δι­ό­τι δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ού­μα­σταν μὲ μι­κρο­πο­σά. Σὲ μιὰ γύ­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­πρε­πε νὰ πον­τά­ρει του­λά­χι­στον εἴ­κο­σι λέ­βα. Αὐ­τὸ γι­νό­ταν στὴν ἀρ­χὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸ κρα­σὶ φούν­τω­νε τὰ κε­φά­λια μας, βά­ζα­με κι ἀ­πὸ πε­νῆν­τα, ἀ­κό­μα καὶ ἑ­κα­τό. Ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν κέρ­δι­ζα. Οὔ­τε κι ὁ Βδέλ­λας. Ὅ­λα μας τὰ λε­φτά, τὰ σά­ρω­νε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μ’ ἕ­ναν ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ἔ­παι­ζε στὰ δά­χτυ­λά του τὴν κα­τα­στρο­φι­κὴ αὐ­τὴ τέ­χνη τῶν χαρ­τι­ῶν.

       Ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση τῆς σπον­δυ­λι­κῆς στή­λης καὶ ἦ­ταν τό­σο καμ­που­ρια­στός, ποὺ ὅ­ταν παί­ζα­με, μό­νο τὸ κε­φά­λι του ἐ­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι. Στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο πρό­σω­πό του ξε­χω­ρί­ζα­νε δύ­ο τε­ρά­στια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε ἀ­γρι­ω­πὰ στὴν πα­ρα­μι­κρή μας ἐ­πι­τυ­χί­α. Καὶ αὐ­τὴ ἡ λάμ­ψη στὰ μά­τια του, ἀ­κού­σια μᾶς ἀ­πο­θάρ­ρυ­νε καὶ χά­να­με τὴ ρο­ὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἄρ­χι­ζε νὰ γε­λά­ει φαρ­μα­κε­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­γα­με τὴ βρα­χνὴ φω­νή του νὰ στριγ­γλί­ζει:

       — Ἄσ­σος, Ἐν­νιὰ κού­πα, Ρή­γας σπα­θί! Καὶ κέρ­δι­ζε.

       Ὅ­μως, ἐ­γὼ καὶ ὁ Βδέλ­λας τοῦ τὴ στή­να­με ἀ­πὸ και­ρό. Καὶ ἔ­τσι ἕ­να βρά­δυ, ἔ­χα­σε. Ἔ­χα­σε ὅ­λα τὰ λε­φτά του. Ἐ­μεῖς, πή­ρα­με τό­ση χα­ρά, ποὺ δὲν στα­μα­τού­σα­με νὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τὸν Ἑ­σπε­ρι­νό.

       Ἐ­κεῖ­νος σι­ω­ποῦ­σε. Τὰ μά­τια του καί­γα­νε ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή. Καὶ ὅ­ταν τὰ πει­ράγ­μα­τά μας ξε­πέ­ρα­σαν πιὰ κά­θε ὅ­ριο ἀ­νο­χῆς, τὸ πρό­σω­πό του κοκ­κί­νη­σε ἀ­πὸ θυ­μό, χτύ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ εἶ­πε:

       — Γιὰ νὰ δοῦ­με! Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ἀ­κό­μα ποι­ός εἶ­ναι ὁ νι­κη­τής!

       — Μά, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χεις λε­φτά! ξε­φώ­νη­σε ὁ Βδέλ­λας. Δὲν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ παί­ξεις!

       — Πῶς; Ἐ­γὼ θὰ πον­τά­ρω κά­τι ἄλ­λο, θὰ στοι­χη­μα­τί­σω ὅ,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἔ­χω! ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ ἔ­ψα­ξε στὴν τσέ­πη του.

       Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, πε­ρι­μέ­να­με νὰ δοῦ­με κά­τι πο­λύ­τι­μο, κά­τι, τε­λο­σπάν­των, ποὺ νὰ ἦ­ταν ἀ­ξί­ας. Ὅ­μως, πρὸς με­γά­λη μας ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μι­κρό, δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι του ἕ­να γα­λά­ζιο, μα­ρα­μέ­νο χρυ­σάν­θε­μο.

       — Χά, χά, χά! ἔ­βα­λα τὰ γέ­λια. Μὰ αὐ­τὸ δὲν ἀ­ξί­ζει οὔ­τε δυ­ὸ λέ­βα!

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ποῦ ἔ­χεις; ρώ­τη­σε ὁ Βδέλ­λας.

       — Ὅ­μως ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός μᾶς κοί­τα­ξε μὲ τέ­τοι­ο μί­σος, τὰ μά­τια του ἀ­στρά­φτα­νε τό­σο, μὰ τό­σο τρο­με­ρά, ποὺ ἐ­μεῖς ἀ­πρό­θυ­μα συ­νε­χί­σα­με τὸ παι­χνί­δι. Ἀλ­λὰ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ἔ­χα­σε καὶ τού­τη τὴ φο­ρά. Ἐ­γὼ κέρ­δι­σα τὸ χρυ­σάν­θε­μο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε γιὰ μέ­να τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­ξί­α. Καὶ θὰ τὸ ἔ­δι­να πά­λι στὸν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἂν μιὰ συμ­φω­νί­α δὲν ὅ­ρι­ζε πάν­τα τὸ παι­χνί­δι μας: νὰ μὴν ὑ­πάρ­ξει καμ­μί­α ὑ­πο­χώ­ρη­ση, ἔ­στω καὶ με­ρι­κή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ κερ­δή­θη­κε. Καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸν λό­γο ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­βο­ή­θη­τος καὶ προ­σβε­βλη­μέ­νος, ὅ­ταν ἐ­γὼ μά­ζε­ψα τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.

       Καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα γί­να­με ἐ­χθροί. Μὲ μι­σοῦ­σε, τό ’­ξε­ρα. Φαι­νό­τα­νε στὸ βλέμ­μα του. Πα­ρό­λα αὐ­τά, συ­νε­χί­ζα­με νὰ μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν τα­βέρ­να καὶ νὰ παί­ζου­με χαρ­τιά. Καὶ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­χα­νε, πάν­τα ἔ­χα­νε. Δι­ό­τι ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας τοῦ εἴ­χα­με στή­σει ὡ­ραί­α πα­γί­δα. Σὲ ποι­ά πο­νη­ριά, ὅ­μως, εἴ­χα­με κα­τα­φύ­γει γιὰ νὰ κερ­δί­σου­με, αὐ­τὸ δὲν πρό­κει­ται πο­τέ μου νὰ τὸ πῶ. Θὰ ντρό­πια­ζα κι ἐ­μέ­να καὶ τὸν φί­λο μου.

       Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς δὲν ἦρ­θε. Δὲν ἦρ­θε οὔ­τε καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο. Μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Φι­λι­κὸ χρέ­ος μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ πᾶ­με νὰ τὸν δοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Πι­θα­νῶς, ἡ πα­ρου­σί­α μου νὰ τοῦ ξυ­πνοῦ­σε τὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση γιὰ τὸ χρυ­σάν­θε­μο. Καὶ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ πά­ω, ἂν ὁ Βδέλ­λας δὲν μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸ ζό­ρι.

       Οἱ φό­βοι μου ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν. Μό­λις μὲ εἶ­δε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, πή­δη­ξε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ φώ­να­ξε:

       — Βρω­μιά­ρη, χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ!

       — Ἑ­σπε­ρι­νέ, ἄ­κου με —εἶ­πα ἐ­γὼ— καὶ μὴ μοῦ θυ­μώ­νεις! Ξέ­ρεις, ὅ­τι…

       — Χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ! – οὔρ­λια­ξε πά­λι καὶ ἅρ­πα­ξε τὸ ψα­λί­δι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ κο­μο­δί­νο του. Τό­τε ἐ­γὼ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       Με­τὰ ὁ Βδέλ­λας μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἦ­ταν βα­ριὰ ἄρ­ρω­στος καὶ κά­θε ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τεῖ, ἤ­τα­νε χα­μέ­νη.

       Καὶ πραγ­μα­τι­κά, πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ πα­ρα­πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό.

       Καὶ μεί­να­με οἱ δυ­ό μας. Ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας. Πη­γαί­να­με, ὅ­μως, ξα­νὰ στὴν τα­βέρ­να καὶ συ­νε­χί­ζα­με τὴ χαρ­το­παι­ξί­α μας. Καὶ κέρ­δι­ζε πό­τε ὁ ἕ­νας καὶ πό­τε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­τσι, ποὺ οἱ χα­σοῦ­ρες μας δὲν γί­νον­ταν αἰ­σθη­τές.

       Μιὰ φο­ρά, ἤ­πια­με κρα­σὶ πα­ρα­πά­νω. Ἀρ­χί­σα­με νὰ πον­τά­ρου­με με­γά­λα πο­σά. Καὶ κέρ­δι­ζα. Δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες, τὸ παι­χνί­δι ἦ­ταν μὲ τὸ μέ­ρος μου. Ἀλ­λά, ἕ­να μοι­ραῖ­ο γύ­ρι­σμα καὶ…. ὁ Βδέλ­λας μὲ ξε­τί­να­ξε.

       Ἔ­χα­να. Γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ ὅ­μως τὴ δι­ά­θε­σή μου, δὲν ἔ­παυ­α νὰ γε­μί­ζω μὲ κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου. Νευ­ρι­α­σμέ­νος καὶ φουν­τω­μέ­νος, κο­πα­νοῦ­σα τὸ ἕ­να φύλ­λο με­τὰ τὸ ἄλ­λο ἐ­πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Μὰ αὐ­τὸ δὲν βο­η­θοῦ­σε.

       Ὁ Βδέλ­λας, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κέρ­δι­ζε ἔ­ρι­χνε σὲ βά­ρος μου ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὲς κο­ρο­ϊ­δί­ες, γε­λών­τας μι­κρό­ψυ­χα καὶ φαρ­μα­κε­ρά. Καὶ σὲ μιὰ στιγ­μή, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο τὸ ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ κά­που. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο καὶ τὴ φρί­κη, μοῦ ‘πέ­σαν τὰ χαρ­τιά. Ἀ­πέ­ναν­τί μου στε­κό­ταν ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Τὰ μά­τια του, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες, φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή, καὶ μοῦ ψιθύ­ρι­ζε:

       — Συ­νέ­χι­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ παί­ζεις!

       Κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­σα τὸ παι­χνί­δι, ἐ­πει­δὴ ἡ φω­νὴ του τὸ πρό­στα­ζε.

       Ἔ­χα­να. Δὲν μοῦ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει πα­ρὰ με­ρι­κὰ λέ­βα. Καὶ τό­τε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, γέ­λα­σε βρον­τε­ρὰ καὶ φώ­να­ξε:

       — Πόν­τα­ρε τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο!

       Ἐ­γὼ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω. Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο ἄ­ρα­γε θὰ μὲ γλύ­τω­νε; Ἢ μή­πως τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο θὰ ἀ­φά­νι­ζε κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως ἀ­φά­νι­σε κά­πο­τε καὶ τὸν ἴ­διο;

       Ἔ­βγα­λα τὸ χρυ­σάν­θε­μο καὶ τὸ πόν­τα­ρα. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γι­νε. Στὰ ἀ­φτιά μου ἠ­χοῦ­σε καὶ πά­λι τὸ γέ­λιο τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ἐ­γὼ γέ­μι­ζα τὰ πο­τή­ρια τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο καὶ ἔ­πι­να. Κά­πως ἔ­τσι μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος.

       Τὸ πρω­ί, μό­λις ξύ­πνη­σα, ὁ τα­βερ­νιά­ρης μοῦ δή­λω­σε ὅ­τι ὁ Βδέλ­λας σά­λε­ψε. Καὶ πά­νω στὴν τρέ­λα του, ἔ­λε­γε ὅ­τι τὴ νύ­χτα, παί­ζον­τας στὰ χαρ­τιά, κέρ­δι­σε ἀ­πὸ τὸν Ἑ­σπε­ρι­νὸ ἕ­να γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.


1922


Πη­γή: https://chitanka.info/text/1586-sinjata-hrizantema

Ὁ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» (Стрелец) μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» (diabolism), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α – Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶ­ς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


			

Μαρία Χατζηκυριακίδου: Ἄν


Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου


Ἂν

 

 ΤΑΡΑΤΣΑ ΛΟΥΖΕΤΑΙ ἀ­πὸ τὴν παν­σέ­λη­νο. Ἡ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νη κα­ρέ­κλα της εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν φω­τι­σμέ­νη Ἀ­κρό­πο­λη. Ἀ­κουμ­πᾶ πί­σω καὶ κλεί­νει τὰ μά­τια ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν αὐ­γου­στι­ά­τι­κη ἡ­συ­χί­α τῆς πό­λης. Κά­θε χρό­νο τὸ κά­νει αὐ­τό. Σὲ κά­θε αὐ­γου­στι­ά­τι­κη παν­σέ­λη­νο ἀ­νε­βαί­νει στὴν τα­ρά­τσα μὲ τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἀγ­κα­λιὰ καὶ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ φεγ­γά­ρι. Με­τρᾶ τὸ χρό­νο της μὲ τὰ αὐ­γου­στι­ά­τι­κα φεγ­γά­ρια ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη φό­ρα. Τὸ μυα­λὸ της τα­ξι­δεύ­ει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. Τὴν ἀ­θέ­α­τη. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χει στεί­λει τὰ πιὸ κρυ­φὰ ὄ­νει­ρα καὶ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες της. Ὅ­πως τό­τε, πρὶν ἀ­πὸ ἐβδομήντα χρό­νια ποὺ τὸ κοί­τα­ξε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ χα­μο­γε­λών­τας κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς δὲν θὰ ἀ­φή­σει κα­νέ­να φεγ­γά­ρι χα­μέ­νο. Τό­τε ποὺ ἡ ἀ­θα­να­σί­α ἦ­ταν ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη. Τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος μέ­νει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. «Τὸ φεγ­γά­ρι μᾶς κρα­τᾶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νους μὲ τὸ ἀ­νεκ­πλή­ρω­το» ἔ­γρα­ψε κι ἔ­κλει­σε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της.



Πηγὴ: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­σμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ὰ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρὰ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).


Ἄντης Ροδίτης: Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια ἀπὸ σήμερα

Ἄν­της Ρο­δί­της


Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια απὸ σήμερα


ΑΞΙΔΕΨΑ ΚΙ ΕΓΩ μέ­σα στὸ μέλ­λον καὶ νὰ μὴν νοιά­ζει κα­νέ­ναν πῶς. Εἶ­ναι μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Ἅ­μα τὸ πῶ, θὰ ἀρ­χί­σει ὁ πά­σα ἕ­νας νὰ πε­τά­γε­ται στὸ μέλ­λον, δὲν θὰ μεί­νει κα­νέ­νας ἐ­δῶ στὸ «τώ­ρα» καὶ τό­τε θὰ χα­λά­σει καὶ τὸ μέλ­λον, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ἔ­χει πα­ρελ­θόν, καὶ θὰ μεί­νου­με ὅ­λοι κρε­μά­με­νοι στὸ κε­νό. Ξέ­ρω τί λέ­ω. Ἄ­ρα μό­νο ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω στὸ μέλ­λον, ὅ­πο­τε θέ­λω.

        Πε­τά­χτη­κα μιὰ στιγ­μὴ στὸ 2100 μ.Χ. Ὅ­λοι οἱ Κυ­πραῖ­οι ἦ­ταν ἄγ­γε­λοι. Εἶ­χαν καὶ φτε­ροῦ­γες ἀλ­λὰ ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κό­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν.

       Ρώ­τη­σα ἕ­ναν στὸν δρό­μο.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει. Οἱ φτε­ροῦ­γες ἄρ­χι­σαν νὰ φυ­τρώ­νουν, πιὸ μι­κρὲς καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις τώ­ρα, πρὶν κα­μιὰ ὀ­γδον­τα­ριὰ χρό­νια, τό­τε ποὺ ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος καὶ ὁ Νι­κό­λας ὑ­φυ­πουρ­γὸς πα­ρὰ τῷ προ­έ­δρῳ, τό­τε ποὺ πά­τα­ξαν τὴ δι­α­φθο­ρὰ καὶ γί­να­με ὅ­λοι ἄγ­γε­λοι. Ἂν πᾶ­με καὶ στὸ μέλ­λον τό­σο κα­λά, ὑ­πο­λο­γί­ζου­με ὅ­τι οἱ ἀ­πό­γο­νοί μας σὲ ἄλ­λα 80, ἂς ποῦ­με, χρό­νια θὰ ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες φτε­ροῦ­γες καὶ θὰ πε­τᾶ­με κι­ό­λας κον­τὰ στὸν θε­ό!

       —Τί λὲς ρὲ μα­λά­κα; τοῦ εἶ­πα.

       —Ἄ, μοῦ εἶ­πε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πιά, τὴ βγά­λα­με καὶ ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κά. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι κα­λοὶ καὶ ἐ­νά­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι πλέ­ον – δι­α­φθο­ρὰ τέ­λος!

       Σκέ­φτη­κα ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός, ἀλ­λὰ με­τὰ εἶ­δα κι ἄλ­λους —ὅ­λους— μὲ φτε­ρά, ἄ­ρα ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ μα­λά­κας.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει ὁ τρε­λός, νὰ πᾶς στὸν Κύκ­κο, ὅ­που πᾶν ὅ­λοι γιὰ προ­σκύ­νη­μα. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ κεῖ τὸ τέ­ρας-Μα­κά­ριος κι ἔ­βα­λαν ἄλ­λο ἄ­γαλ­μα δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ ψη­λὸ ἀ­πὸ τὸ πα­λιό.

       —Ποι­ὸν ἔ­βα­λαν ἐ­κεῖ; τοῦ λέ­ω.

       —Πή­γαι­νε νὰ δεῖς, μοῦ λέ­ει, καὶ πε­τά­χτη­κε τρί­α μέ­τρα μα­κριὰ σὰν κο­τό­που­λο.

       Πῆ­ρα ἕ­να ἑ­λι­κό­πτε­ρο-τα­ξὶ ἀ­πὸ τὸν προ­μα­χώ­να ποὺ ἦ­ταν πα­λιὰ ὁ Μπα­ϊ­ρα­κτά­ρης καὶ σὲ 15 λε­πτὰ μὲ κα­τέ­βα­σε στὸν Κύκ­κο, μπρο­στὰ στὸ  ἄ­γαλ­μα. Ἔ­μει­να ἐ­κεῖ καὶ ἔ­χα­σκα για­τὶ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ὕ­ψος ἴ­σο μὲ ἑ­φτα­ό­ρο­φη πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ἦ­ταν πο­λὺ ψη­λὰ καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ποι­οῦ ἡ φά­τσα ἦ­ταν.

       Μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­να μο­να­χὸς γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε σχε­δὸν κα­θό­λου φτε­ρά. Μό­λις ποὺ ξε­μύ­τι­ζαν κά­τι πού­που­λα ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του.

       —Κα­λά, τοῦ λέ­ω, ἐ­σὺ δὲν ἔ­χεις φτε­ροῦ­γες;

       —Ἄ­σε, μοῦ λέ­ει, ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοὶ εἴ­μα­στε οἱ πιὸ δι­ε­φθαρ­μέ­νοι καὶ κά­νου­με με­γά­λο ἀ­γώ­να νὰ φτά­σου­με τοὺς ἄλ­λους. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἀ­πὸ τοὺς κα­λούς. Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λοι ποὺ ντρέ­πον­ται νὰ βγοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ κε­λιά τους ἕ­νε­κα δὲν ἔ­χουν βγά­λει οὔ­τε πού­που­λο ἀ­κό­μα.

       —Τί λὲς ρὲ μ… τοῦ εἶ­πα κι ἔ­πι­α­σα τὸ στό­μα μου, μὴν πῶ τὴ λέ­ξη.

       —Βλέ­πεις, μοῦ λέ­ει, τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Μι­χα­η­λί­δη, πα­λιὰ Γε­νι­κοῦ Ἐ­λεγ­κτοῦ καὶ τώ­ρα Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας!

       —Κι ὁ μι­κρός; τοῦ λέ­ω.

       Τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α κρα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἕ­να παι­δά­κι, ἕ­ναν γιὸ τῆς μάμ­μας του μὲ γκρί­ζους κρο­τά­φους, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ὁ «μι­κρός», μό­λις τρί­α μέ­τρα ὕ­ψος, ἦ­ταν ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, σὰν νὰ ἔ­δει­χνε τὸν δρό­μο στὸ με­γά­λο ἄ­γαλ­μα.

       —Εἶ­ναι ὁ Νι­κό­λας, μοῦ λέ­ει ὁ ἄ­πτε­ρος μο­να­χός, ὁ­δη­γεῖ τὸν Ὀ­δυσ­σέα στὸν δρό­μο κα­τὰ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς!

       —Fuck, τοῦ λέ­ω!

       —Καὶ ποῦ ’­σαι, μοῦ λέ­ει, γιὰ νὰ φτιά­ξουν τὸν Νι­κό­λα ἕ­λι­ω­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Μα­κα­ρί­ου, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο μέ­ταλ­λο, κι ὕ­στε­ρα ἔ­κα­μαν εἰ­σα­γω­γὴ κι ἄλ­λο χαλ­κὸ γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α!

       —Ἔ, fuck ξα­νά, τοῦ λέ­ω.

       —Fuck, μοῦ λέ­ει, δὲν λέ­ει τί­πο­τε, καὶ πά­νω ποὺ ἀ­κού­στη­κε τὸ σή­μαν­τρο ἔ­τρε­ξε γιὰ τὸ δεῖ­πνο.

       —Καὶ οἱ Τοῦρ­κοι, τοῦ φώ­να­ξα, τί ἔ­γι­νε μὲ τοὺς Τούρ­κους;

       —Ἄ, μοῦ λέ­ει, καὶ γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας πι­σι­νὴ ἀ­νε­μί­ζον­τας τὸ χέ­ρι του, τοὺς πῆ­ρε ὅ­λους ὁ δι­ά­ο­λος.

       —Μὰ ὅ­λους-ὅ­λους; τοῦ λέ­ω. Δὲν ἄ­φη­σε οὔ­τε μι­σὸ τουρ­κο­κύ­πριο γιὰ δεῖγ­μα;

       —Ὅ­λους, μοῦ λέ­ει, ὅ­λους-ὅ­λους. Μέ­χρι καὶ τὰ κόκ­κα­λα τοῦ Ντεν­κτάς.

       Καὶ χά­θη­κε μέ­σα στὴν με­γά­λη πόρ­τα. Πε­τά­χτη­κα ἀ­μέ­σως πί­σω στὸ πα­ρόν, μὴν πε­θά­νω ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α ἐ­κεῖ στὸ μέλ­λον!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Ἴνγκριντ Τζέντρεζίνσκι (Ingrid Jendrzejewski): Κυματιστὰ μαλλιὰ μὲ ὄγκο


Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζίν­σκι (Ingrid Jendrzejewski)


Κυ­μα­τι­στὰ μαλ­λιὰ μὲ ὄγ­κο

(Roll and Curl)


 ΠΟΛΗ στὴν ὁ­ποί­α κα­τοι­κεῖς εἶ­ναι μι­κρὴ κι ἔ­τσι ὅ­ταν κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ο­χὴ Ἄμ­περ Γκρό­ουβς ζη­τᾶ στὸ τη­λέ­φω­νο τὴν κα Φί­λιπς κα­τα­λα­βαί­νεις πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται: πέ­θα­νε ἢ ὁ ἄν­τρας της ἢ ἡ ἀ­δερ­φή της.

        «Εἶ­ναι στὸ στε­γνω­τή­ριο», λὲς καὶ σκᾶς μιὰ φού­σκα ἀ­πὸ τὴν τσί­χλα σου. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἤ­σουν ἀ­πο­λύ­τως σα­φὴς ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις «Λοι­πόν, ἐ­λᾶ­τε ἀ­πὸ ἐ­δῶ νὰ τῆς τὸ πεῖ­τε ὁ ἴ­διος, ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τὴν λού­σω καὶ νὰ τὴν στε­γνώ­σω. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­φή­σω στὴ μέ­ση».

        Κλεί­νεις τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ στρέ­φεις τὸ βλέμ­μα σου στὴν κα Φί­λιπς. Κα­θι­στὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ στε­γνω­τη­ρί­ου δι­α­βά­ζει ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ ρόμ­πα. Ἔ­χει ἕ­να ἐ­λα­φρὸ τρέ­μου­λο καὶ στὴν ἀρ­χὴ νο­μί­ζεις ὅ­τι κλαί­ει, ἀλ­λὰ με­τὰ βλέ­πεις ὅ­τι γε­λά­ει. Στὰ μπρο­στι­νά της δόν­τια δι­α­κρί­νε­ται λί­γο κρα­γιόν.

        Ὅ­ταν τὸ χρο­νό­με­τρο χτυ­πᾶ, ση­κώ­νεις τὸ κά­λυμ­μα κι ἐ­ξε­τά­ζεις τὰ μαλ­λιά της. Τὸ τζὲλ ἔ­χει κα­θί­σει, ὁ­πό­τε τὴν φέρ­νεις στὸ μέ­ρος σου καὶ τῆς βγά­ζεις τὰ ρό­λε­ϊ. Βυ­θί­ζεις τὴ χτέ­να σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὰ ἀ­ραι­ὰ μαλ­λιά της γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις ὄγ­κο, ἔ­πει­τα χτε­νί­ζεις ὅ­σα μέ­νουν πε­σμέ­να φέρ­νον­τάς τα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κρα­νί­ου, γιὰ νὰ τοὺς δώ­σεις τὸ σχῆ­μα ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει. Μὲ τὸ χέ­ρι σου φτιά­χνεις τὶς μποῦ­κλες στὰ πλά­για τοῦ κε­φα­λιοῦ της.

       Ἔ­πει­τα παίρ­νεις τὸ σπρέ­ι. Ἡ κα Φίλ­πς χα­μο­γε­λᾶ, κλεί­νει σφι­χτά τά μά­τια κι ἀ­να­ση­κώ­νει τὸ πη­γού­νι. «Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο πάν­τα σκέ­φτο­μαι ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χή», λέ­ει κα­θὼς ξε­κι­νᾶς νὰ τὴν ραν­τί­ζεις.

       Συ­νε­χί­ζεις γιὰ τρί­α λε­πτὰ πε­ρί­που· συ­νε­χί­ζεις μέ­χρι ποὺ τε­λει­ώ­νεις ὁ­λό­κλη­ρη τὴ φιά­λη. Τὴν ραν­τί­ζεις μέ­χρις ὅ­του τὰ μαλ­λιὰ της γί­νουν σκλη­ρὰ σὰν κρά­νος καὶ τὸ χα­μό­γε­λό της στα­θε­ρο­ποι­η­θεῖ σὰν ἀ­σπί­δα. Ἔ­πει­τα τῆς δί­νεις λί­γο βαμ­βά­κι. Τῆς λὲς ὅ­τι εἶ­ναι γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ δόν­τια της.


Πηγή: Ἱστοσελίδα Bath Flash Fiction Award (Πρῶτο βραβεῖο Φεβρουαρίου 2016):

https://bathflashfictionaward.com/2016/02/ingrid-jendrzejewski-february-2016-first-prize/


Ἡ Ἴν­γκριντ Τζέν­τρε­ζιν­σκι (Ingrid Jendrzejewski) σπού­δα­σε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἤ­βαν­σβιλ καὶ Φυ­σι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Καίμ­πριτζ. Λο­γο­τε­χνι­κὴ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ (The Conium Review, Inktears, Wyvern Lit, Vine Leaves, Flash Frontier, The LiarsLeague NYC, and Williwaw: An Anthology of the Marvellous κ.ἄ.). Πέ­ρυ­σι κέρ­δι­σε τὸν δι­α­γω­νι­σμό Gigantic Sequins’ Flash Non-fiction Contest, κα­θὼς καὶ τὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Rochdale’s Literaure & Ideas Festival Bite-sized Enlightenment Flash Fiction Contest, ἐ­νῶ πῆ­ρε καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο A Room of Her Own Foundation’s Orlando Prize for Flash Fiction. Δου­λειὰ της ὑ­πάρ­χει στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα www.ingridj.com  καὶ τι­τι­βί­σμα­τά της στὴ δι­εύ­θυν­ση

@LunchOnTuesday.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν ἔχει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νό­δι­ο­ν και Γρα­φή.


Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Οἱ ἐνέσεις


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς 


Οἱ ἐ­νέ­σεις


ΕΛΗ ΜΑΪΟΥ ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­σχη­μα καὶ ὁ για­τρός μοῦ ἔ­γρα­ψε νὰ κά­νω ἐ­νέ­σεις. Ἔ­πρε­πε κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ υἱ­ο­θε­τή­σω ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν ἐ­νε­σο­θε­ρα­πεί­α, ἂν δὲν ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πο­φέ­ρω στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­νο­χλή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα ὑ­πῆρ­χε κίν­δυ­νος νὰ κα­τα­στοῦν μό­νι­μες. Με­τὰ τὶς ἐ­νέ­σεις, δέ­ον ἦ­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ μὲ λή­ψη χα­πι­ῶν τῆς ἴ­διας φαρ­μα­κευ­τι­κῆς οὐ­σί­ας, ἀ­πὸ ἕ­ναν ἕ­ως τρεῖς μῆ­νες. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σὲ τού­τη τὴν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη κα­τά­στα­ση θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα πε­ρι­πέ­σει ἤ­δη ἀ­πὸ και­ρό, ἔ­τσι ὅ­πως ὑ­πέ­φε­ρε καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν πα­ρα­τε­τα­μέ­να ἡ ψυ­χή μου. Εἶ­ναι θαῦ­μα τὸ πῶς ἄν­τε­ξα, μο­λο­νό­τι τού­τη ἡ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐκ­δή­λω­ση τῶν συμ­πτω­μά­των δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς ἔ­παι­νο.

        Ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πὸ τὸν πό­νο πού μοῦ προ­κά­λε­σε ὁ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­μαι πιὰ εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ ἀν­τι­πα­ρέλ­θουν εὔ­κο­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους ὀ­δυ­νη­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Τὸ μο­τί­βο τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πα­ράλ­λα­χτό τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια: ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξω ἀ­πὸ δί­πλα μου γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­θυ­μῶ δι­α­κα­ῶς, ἀ­πὸ σχέ­σεις ποὺ οὔ­τε κἄν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν ἀ­βά­στα­χτη μο­να­ξιά μου. Νὰ ’ταν μό­νο ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ἁ­πλὰ γιὰ μέ­να. Μὰ ἡ ὀ­δύ­νη μου ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν πε­ρὶ ὧν ὁ λό­γος πρὸς τὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, κα­θὼς δὲν θέ­λουν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι πι­κραί­νο­μαι ἀ­φάν­τα­στα ὅ­ταν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μοῦ τη­λε­φω­νοῦν καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ μεί­νου­με γιὰ πάν­τα φί­λοι καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὴν με­τα­ξὺ μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ μὲ βα­σα­νί­ζουν μὲ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὰ μη­νύ­μα­τά τους, μοῦ δί­νουν τὴ χα­ρι­στι­κὴ βο­λὴ μὲ γε­νι­κὲς συμ­βου­λές, εὐ­χὲς καὶ ἐ­πι­ση­μάν­σεις τοῦ τύ­που «εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χί­σεις για­τί τὸ ἀ­ξί­ζεις», «νὰ προ­σέ­χεις τὸν ἑ­αυ­τό σου», «ζη­λεύ­ω αὐ­τὴν ποὺ θὰ εἰ­σπρά­ξει ὅ­λη σου τὴν ἀ­γά­πη μα­ζε­μέ­νη», «πο­τὲ ἄλ­λο­τε δὲν ἔ­χω ἐ­κτι­μή­σει τό­σο πο­λὺ ἄν­θρω­πο στὴ ζω­ή μου» καὶ ἄλ­λα τέ­τοι­α ἠ­χη­ρὰ πα­ρό­μοι­α. Ἡ ἀ­πο­καρ­δί­ω­ση καὶ ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴ θλί­ψη ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν φί­λων μου, κα­λο­προ­αί­ρε­τες καὶ εὔ­λο­γες μέν, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­φέ­ρουν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­σα μου δέ, μὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ «ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια», «δὲν βα­ρι­έ­σαι μω­ρέ, ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι κα­λά», «ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ τὸ κα­λό μας», «σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα σὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ πράγ­μα­τα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με» καὶ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λες τέ­τοι­ες ἀ­νο­η­σί­ες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ ψά­ξω γρή­γο­ρα στὴ γει­το­νιὰ γιὰ νο­σο­κό­μα ἢ γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ γνω­ρί­ζει νὰ κά­νει ἐ­νέ­σεις.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν πού, ἀν­τὶ νὰ δια­βεῖ τὸ κα­τώ­φλι τοῦ δω­μα­τί­ου μου μιὰ ζαρ­γά­να ποὺ θὰ δρο­σε­ρέ­ψει τὸ μα­ρα­μέ­νο σῶ­μα μου μὲ τὸ θελ­κτι­κὸ σῶ­μα της, ἡ μό­νη γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δε­χτῶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπή­ξει μιὰ βε­λό­να μὲ πη­χτὸ φάρ­μα­κο στὰ με­ριά μου. Οἱ  χα­μέ­νες ἐν­δορ­φί­νες, μα­ζὶ μὲ τὶς ὑ­πό­λοι­πες οὐ­σί­ες τῆς εὐ­τυ­χί­ας, ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κὰ νὰ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­ται τώ­ρα μὲ μιὰ βα­θειά, ἐν­δο­γλου­τια­ία πρόσ­λη­ψη φαρ­μα­κευ­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­νέ­λα­βε μιὰ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα, τα­κτι­κὴ στὴν ὥ­ρα της, σο­βα­ρή, λι­γο­μί­λη­τη, ποὺ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ τὴ δου­λειά της. Τῆς ἑ­τοί­μα­ζα ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ὑ­λι­κά, πα­ρα­τάσ­σον­τάς τα ἐ­πι­με­λῶς στὸ κο­μο­δί­νο μου, τὴ σύ­ριγ­γα δη­λα­δή, τὴ βε­λό­να, τὶς γυ­ά­λι­νες φύ­σιγ­γες μὲ τὸ φάρ­μα­κο, τὸ οἰ­νό­πνευ­μα καὶ τὸ βαμ­βά­κι κι ἐ­κεί­νη, μό­λις ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν πε­ρίσ­σια τοῦ φαρ­μά­κου πι­έ­ζον­τας μὲ τὸ ἔμ­βο­λο ὅ­λες τὶς ἀ­τί­θα­σες φυ­σα­λί­δες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν κα­τὰ τὴν εἰσ­ρο­ή του στὴ σύ­ριγ­γα, μοῦ ἔ­λε­γε νὰ πά­ρω μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα καὶ μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἔ­νε­ση. Μο­λο­νό­τι εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέ­σεις προ­κα­λοῦν με­γά­λο πό­νο, μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πο­λύ. Ἡ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα ἦ­ταν ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἀ­λα­φρο­χέ­ρα. Τε­λει­ώ­νον­τας, μὲ συμ­βού­λευ­ε νὰ κρα­τή­σω γιὰ λί­γο τὸ βαμ­βά­κι στὰ με­ριά μου καὶ νὰ μὴν ση­κω­θῶ ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ δω­μά­τιο, ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τὸ ραν­τε­βού μας γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Μό­λις ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, φρόν­τι­ζα νὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ πε­τά­ξω ἀ­μέ­σως ὅ­λα τα ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ὑ­λι­κά, κα­θὼς ἡ βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου, προ­ερ­χό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὰ ἔκ­δο­χα, εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ στὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες τῆς θε­ρα­πεί­ας μου, ὥ­σπου, ἕ­να βρά­δυ, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ ἕ­να θε­ρι­νὸ σι­νε­μὰ – πή­γαι­να πο­λὺ συ­χνὰ τό­τε σι­νε­μὰ γιὰ νὰ ξε­χνι­έ­μαι καὶ γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου ὀ­νει­ρευ­ό­με­νος – δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι εἶ­χα λη­σμο­νή­σει νὰ μα­ζέ­ψω τὰ ὑ­λι­κά τῆς ἔ­νε­σης ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο μου. Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου δέ­σπο­ζε στὸ δω­μά­τιο, στὴν «ἀρ­ρω­στο­κά­με­ρα», ὅ­πως θὰ τὴν ὀ­νό­μα­ζε ὁ Ρο­ΐ­δης, μά, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος, τού­τη τὴ φο­ρὰ ἡ φαρ­μα­κί­λα δὲν μοῦ προ­κά­λε­σε κα­μί­α δυ­σα­ρέ­σκεια· τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα, μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου τὴ σπα­σμέ­νη γυ­ά­λι­νη φύ­σιγ­γα, ἔ­πει­τα πῆ­ρα καὶ τὴ σύ­ριγ­γα, μύ­ρι­σα τὰ κοκ­κι­νω­πὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ φαρ­μά­κου στὰ τοι­χώ­μα­τά τους καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι τού­τη ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα στὴ ζω­ή μου ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός, ἔ­χον­τας πρά­ξει ὅ­σα ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε νὰ πρά­ξω – αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ποὺ σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν ὑ­γεί­α μου – καὶ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω.

       Ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη μιὰ ἑ­βδο­μά­δα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α ἔ­νε­ση. Πρὸς τὸ τέ­λος τῶν συ­ναν­τή­σε­ών μας ἡ νο­σο­κό­μα εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ πρὸς ἐ­μέ­να. Μι­λού­σα­με πλέ­ον ἐ­πὶ παν­τός τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ: γιὰ τὴν τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κὴ κα­τά­στα­ση – στὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρεμ­πι­πτόν­τως συμ­φω­νού­σα­με –, γιὰ ζω­γρα­φι­κή, γιὰ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς βα­θύ­τε­ρους πό­θους καὶ τὰ ὄ­νει­ρά μας. Μά­λι­στα, ὅ­ταν μὲ ἄ­φη­νε ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸ δω­μά­τιό μου, ἐ­ξε­δή­λω­νε τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀλ­λα­γὴ στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά της καὶ σω­μα­τι­κά, του­τέ­στιν, μὲ χτυ­ποῦ­σε πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ πολ­λὲς φο­ρὲς στὸν ὦ­μο μὲ τὴν πα­λά­μη της. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τε­λεί­ω­σαν κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τολ­μή­σει ἕ­ως τώ­ρα νὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια τὰ σύ­νερ­γα τῆς τε­λευ­ταί­ας ἔ­νε­σης, τρέ­φον­τας ἐν­δό­μυ­χα τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ δι­α­τη­ρή­σω στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὴν πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ κα­τα­φα­νῶς μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω. Γνω­ρί­ζω πώς, σὲ λί­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­λει­φθεῖ ἐν­τε­λῶς καί, γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, σκέ­φτη­κα πὼς ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν πα­ρα­τεί­νω τε­χνη­τὰ μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἐ­νη­με­ρω­νό­με­νος ἀρ­χι­κὰ καὶ δι­α­βά­ζον­τας τὰ πάν­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ φάρ­μα­κο: γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γι­κή του δι­α­δι­κα­σί­α, γιὰ τὴ σύν­θε­ση, τὴν ἀ­νά­λυ­σή του… Εἰς μά­την ὅ­μως, εἰς μά­την. Ἡ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου βαθ­μια­ία θὰ σβή­σει, πα­ρα­χω­ρών­τας τὴ θέ­ση της στὰ συ­νή­θη ὀ­σφρη­τι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου ἀλ­λὰ καὶ τῶν πέ­ριξ τοῦ δω­μα­τί­ου μου χώ­ρων: στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁ­πλω­μέ­νης μπου­γά­δας τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ μου (ἀλ­λὰ καὶ τῆς μπου­γά­δας τῆς γει­τό­νισ­σάς μου στὸ δι­πλα­νὸ μπαλ­κό­νι, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ γνω­στὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πό­κρυ­ψης τῶν ἐ­σώ­ρου­χων στὰ μέ­σα συρ­μα­τό­σχοι­να τῆς ἁ­πλώ­στρας της, πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν κοι­νῆς θέ­ας), στὸ ἀ­ναρ­ρι­χώ­με­νο ἀ­πὸ τὴν πι­λο­τὴ ἄ­ρω­μα τοῦ νυ­χτο­λού­λου­δου, στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἀ­πό­μει­νε στὰ σεν­τό­νια μου ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ἀ­ϋ­πνί­ας ἢ στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φι­τι­λιοῦ ἑ­νὸς ἄρ­τι σβη­σθέν­τος κε­ριοῦ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ πού μοῦ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­νά­βω ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν στὸ ἔ­ρη­μο δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἔ­πει­τα, ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τα ἀρ­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σύ­νερ­γα τῶν ἐ­νέ­σε­ων καὶ ὀ­φει­λό­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν αἴ­σθη­ση τῆς ὄ­σφρη­σης, θὰ πε­ρά­σει προ­σώ­ρας στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ὅ­ρα­σης, στὸ ἰ­δι­ό­τυ­πο αὐ­τὸ εἰ­κο­νο­στά­σι ποὺ κεί­τε­ται στὸ κο­μο­δί­νο μου καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­λαι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ σκί­τσα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σύ­ριγ­γες, βε­λό­νες καὶ φάρ­μα­κα, ὥ­σπου, στὸ τέ­λος, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συ­νά­θροι­ση πραγ­μά­των τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου ποὺ τε­λεῖ­ται πλά­ι μου νὰ κα­τα­στεῖ, μὲ τὴ σει­ρά της, μιὰ κα­νο­νι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος καὶ νὰ ἀ­πο­λέ­σει τὸν εὐ­ερ­γε­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Σκέ­φτο­μαι – τὸ ἔ­χω ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει – νὰ κρα­τή­σω ἀ­νέ­πα­φα ὅ­λα τοῦ­τα τὰ σύ­νερ­γα στὸ κο­μο­δί­νο μου ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ἔ­πει­τα, τὸ φθι­νο­πω­ρά­κι, θὰ τὰ πε­τά­ξω καὶ θὰ πα­σχί­σω νὰ βρῶ ἕ­ναν τρό­πο νὰ ζή­σω.



Πηγή: Περιοδικὸ Φρέαρ, τχ. 19 (Ιούνιος 2017)

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου: Τὸ σπίτι


Ἀ­δα­μαν­τι­νή Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του


Σπί­τι


ΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΕΣ, ἡ για­γιὰ μα­γεί­ρευ­ε κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στά, ἐ­νῶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, μᾶς ἔ­φτια­χνε ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ, ποὺ δυ­νά­μω­νε, ἔ­λε­γε, τὴν καρ­διά, ὥ­σπου στὰ δε­κα­τρί­α μου, ἀ­νέ­βα­σα πί­ε­ση. Ἐ­κεί­νη τὸ ἀ­πέ­δω­σε στὸ ὅ­τι τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ παπ­ποὺς ἀ­πὸ καρ­κί­νο στὸ πάγ­κρε­ας, πα­ρό­λα αὐ­τὰ δέ­χτη­κε νὰ μοῦ τὸ ‘κό­ψει, ἂν καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ μοῦ δί­νει γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι λί­γο και­ρὸ ἀ­κό­μα, γιὰ νὰ μὴν πά­θω στε­ρη­τι­κά. Με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ παπ­ποῦ, εἴ­χα­με πέν­θος καὶ γιὰ μῆ­νες ζού­σα­με μὲ μι­σό­κλει­στα παν­τζού­ρια, ἐ­νῶ οἱ κα­θρέ­φτες ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ κι ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν στὴν κά­μα­ρά μας τὰ βρά­δια καὶ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν σκᾶ­με, για­τί ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν γέ­ρος κι ἄλ­λω­στε ἤ­μα­σταν τυ­χε­ροὶ ποὺ εἴ­χα­με τοὺς γο­νεῖς μᾶς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ δί­πλα.

      Ὅ­ταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο, μά­θα­με ὅ­τι ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὴ Βουλ­γα­ρί­α ποὺ φρόν­τι­ζε τὸν παπ­ποὺ στὰ τε­λευ­ταῖ­α του κι ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γαν νὰ ζή­σουν στὸν τό­πο της, ἡ για­γιὰ μᾶς ἐ­ξή­γη­σε πὼς αὐ­τὸ κά­νουν οἱ ἄν­τρες, ρί­χνουν τὸν σπό­ρο τους κι ἔ­πει­τα μὴν τοὺς εἴ­δα­τε, κι ἄλ­λω­στε ἔ­τσι ἦ­ταν ἡ φύ­ση: τὰ παι­διὰ εἶ­ναι τῆς μά­νας. Ἐ­μεῖς ὅ­μως οὔ­τε τῆς μά­νας ἤ­μα­σταν, για­τί λί­γους μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ δι­κή μας γνώ­ρι­σε τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη ποὺ ἦ­ταν ὑ­πάλ­λη­λος στὴν τρά­πε­ζα καὶ πῆ­γε νὰ ζή­σει μα­ζί του σὲ ἕ­να ρε­τι­ρὲ στὸ Παγ­κρά­τι χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Ἀ­πὸ τό­τε ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν κά­θε βρά­δυ στὸ δω­μά­τιό μας καὶ προ­σευ­χό­μα­σταν πα­ρέ­α νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς ποὺ ἀ­νάγ­κα­σε τοὺς γο­νεῖς μας νὰ παν­τρευ­τοῦν στὰ δε­κα­ε­φτὰ για­τί ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος σὲ μέ­να καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κα­λά, για­τί ἂν πά­θαι­νε κά­τι, ἐ­μεῖς θὰ κα­τα­λή­γα­με σὲ ἵ­δρυ­μα.

     Συ­νε­χί­σα­με νὰ τρῶ­με τὶς Κυ­ρια­κὲς κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στὰ ὥ­σπου τὰ σι­χά­θη­κα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πα κου­βέν­τα, για­τί ἡ μι­κρὴ δὲν ἔ­βα­ζε τί­πο­τα ἄλ­λο στὸ στό­μα της ὅ­λη τὴ βδο­μά­δα κι ἔ­τσι γιὰ και­ρὸ δὲν ἄλ­λα­ξαν πολ­λά, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καὶ βρῆ­καν τὰ λευ­κά της κα­τε­βα­σμέ­να.

     Τό­τε μᾶς πῆ­ρε καὶ πή­γα­με στὸν συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο νὰ μᾶς γρά­ψει τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α καὶ νὰ μᾶς ἀ­φή­σει ὅ­λα της τὰ λε­φτά, ἐ­νῶ στὴ μα­μὰ ἄ­φη­σε τὰ ἔ­πι­πλα ποὺ ἦ­ταν ἀν­τί­κες καὶ λί­γα κο­σμή­μα­τα γιὰ νὰ μὴν θυ­μώ­σει μα­ζί μας καὶ μᾶς κό­ψει τὴν κα­λη­μέ­ρα.

     Τέ­λος μ’ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ μοῦ ‘μα­θε νὰ φτιά­χνω κοκ­κι­νι­στὸ καὶ γε­μι­στὰ καὶ μὲ ἔ­βα­λε νὰ πά­ρω ὅρ­κο ὅ­τι θὰ τὰ φτιά­χνω στὴ μι­κρὴ γιὰ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας. Ὅ­ταν πιὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, μα­γεί­ρευ­α ἐ­γὼ κι ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει οὔ­τε κου­τά­λι, τὴν τά­ι­ζα ὥ­σπου λί­γες βδο­μά­δες ἀ­φό­του ἔ­κλει­σα τὰ δε­κα­ο­χτώ, πέ­θα­νε στὸν ὕ­πνο της μιὰ νύ­χτα.

     Ἡ μα­μὰ ἦρ­θε τό­τε νὰ μεί­νει λί­γο και­ρὸ μα­ζί μας κι ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­κεῖ, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τα κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε μὲ ὅ­λα, ἔ­στει­λε με­τα­φο­ρι­κὴ νὰ πά­ρει τὰ ἔ­πι­πλα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ κρε­βά­τια μας γιὰ νὰ ἔ­χου­με κά­που νὰ κοι­μό­μα­στε καὶ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας για­τί δὲν ἦ­ταν ἀν­τί­κα. Ἀ­πὸ τό­τε τρι­γυ­ρί­ζα­με στὰ ἄ­δεια δω­μά­τια, κοι­τά­ζα­με τὰ ση­μά­δια στοὺς τοί­χους καὶ τὰ σα­νί­δια, κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πῶς ἔ­γι­νε κι ὅ­λοι ἔ­φυ­γαν κι ἔ­δι­να ὅρ­κο ὅ­τι τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­πα. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ξε­θύ­μω­σα μὲ τὴ για­γιὰ ποὺ πῆ­γε καὶ πέ­θα­νε, ἔ­κλα­ψα ποὺ δὲν θὰ τὴν ξα­νά­βλε­πα καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι μὲ ἕ­να βά­ψι­μο κι ἕ­να γυ­ά­λι­σμα ὅ­λα θὰ ἔ­σβη­ναν, για­τί ἕ­να σπί­τι ἦ­ταν μο­νά­χα, ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­γι­ναν μέ­σα του – θέ­λα­με δὲν θέ­λα­με – θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἐ­μέ­να καὶ τὴ μι­κρὴ ὅ­που κι ἂν βρι­σκό­μα­σταν.

     Τὴν προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κὴ ποὺ κά­να­με τὰ σα­ράν­τα, ἔ­φτια­ξα κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια κι ἦρ­θε ἡ μα­μὰ μὲ τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη, φά­γα­με πα­ρέ­α, εἴ­πα­με δυ­ὸ λό­για γιὰ τὴ για­γιὰ κι ἔ­πει­τα μᾶς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, ποὺ ἦ­ταν Τε­τάρ­τη, φώ­να­ξα τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι δὲν θὰ φτι­ά­χνα­με γε­μι­στά, για­τί τὸ με­ση­μέ­ρι θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ τὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ ὅ­τι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­νε μα­ζὶ μὲ τὸν μπαμ­πὰ γιὰ λί­γα χρό­νια ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ ἔ­βλε­πα τί θὰ ἔ­κα­να. Τό­τε, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ἤ­θε­λε νὰ φύ­γω ἀ­πὸ κον­τά της ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σπί­τι μας, κι ἐ­γὼ τὴν πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τῆς ἀ­πάν­τη­σα ὅ­τι σπί­τι ἤ­μα­στε ἐ­μεῖς, ἐ­γὼ κι ἐ­σὺ τῆς εἶ­πα ἤ­μα­στε σπί­τι κι ἔ­πει­τα ἐ­πί­α­σα τὸ χέ­ρι της, τὸ ἀ­κούμ­πη­σα στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς μου κι ὕ­στε­ρα στὴ δι­κή της καρ­διὰ καὶ τῆς εἶ­πα ἐ­δῶ εἶ­ναι σπί­τι κι ἔ­πει­τα βγή­κα­με ἔ­ξω, κι ἀ­φοῦ τῆς εἶ­πα νὰ ρί­ξει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πρὸς τὰ μέ­σα, τὴν ἔ­βα­λα νὰ κλεί­σει πί­σω της τὴν πόρ­τα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου (Ἀθήνα, 1979). Διηγήματά της ἔχουν δια­κρι­θεῖ σὲ λογοτεχνικοὺς διαγωνισμοὺς, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ συλλο­γὲς κι ἔχουν δημοσιευτεῖ στὸ διαδίκτυο.


Στάθης Κουτσούνης: Ἡ κούκλα


Στά­θης Κου­τσού­νης


Ἡ κού­κλα


στὴ Marie Faubert

ΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ’87 στὴ Σκό­πε­λο. Ὄ­μορ­φο νη­σί. Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὁ Τά­κης κι ἐ­γώ. Στή­σα­με τὴ σκη­νὴ σὲ μιὰ ἀ­πό­με­ρη πα­ρα­λί­α καὶ τὴν ἀ­ρά­ζα­με ἐ­κεῖ μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὕ­στε­ρα στὴν πό­λη, νὰ φᾶ­με κά­τι, νὰ βολ­τά­ρου­με καὶ κα­τό­πιν σὲ κά­να μπὰρ γιὰ πο­τό.

Τὸ πρῶ­το βρά­δυ, περ­πα­τών­τας στοὺς κεν­τρι­κοὺς δρό­μους, στα­μα­τή­σα­με μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ μὲ γυ­ναι­κεί­α ροῦ­χα. Στὴ βι­τρί­να δέ­σπο­ζε μιὰ κού­κλα πα­νέ­μορ­φη, σὰν ζων­τα­νὴ φαι­νό­ταν. Τῆς εἶ­χαν φο­ρέ­σει ἕ­να ὡ­ραῖ­ο μα­κρὺ φό­ρε­μα κι ἕ­να πέ­πλο στὸ κε­φά­λι ποὺ κά­λυ­πτε τὰ μά­τια της.

Χα­ζέ­ψα­με ἀ­συ­ναί­σθη­τα κι οἱ τρεῖς κάμ­πο­ση ὥ­ρα καὶ φύ­γα­με.

        — Ρὲ παι­διά, ὁ­λο­ζών­τα­νη αὐ­τὴ ἡ κού­κλα στὴ βι­τρί­να, τοὺς λέ­ω στὸ δρό­μο.

        — Ναι, ἀ­παν­τᾶ­νε πε­ρι­παι­χτι­κά, καὶ σὲ κοί­τα­ζε κι­ό­λας…

        Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ, τοὺς πα­ρέ­συ­ρα καὶ βρε­θή­κα­με πά­λι μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να.

        — Τι ἔ­γι­νε, τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες τὴν κού­κλα; μὲ πεί­ρα­ξαν πά­λι.

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Ἔ­μει­νε ὅ­μως μέ­σα μου ἐ­κεῖ­νο τὸ ζω­η­ρὸ μει­δί­α­μά της, ἀλ­λὰ ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ τὸ ξα­να­πῶ.

        Τὴν τρί­τη μέ­ρα ἦρ­θε ὁ καύ­σω­νας. Ἀ­κό­μη κι ἐ­δῶ χτύ­πα­γε σα­ραν­τά­ρια. Τὸ βρά­δυ, ὡ­στό­σο, πά­λι στὴν πό­λη. Βρί­σκω μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α, ξε­κό­βω ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους καὶ πά­ω ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Αὐ­τὴ ἐ­κεῖ. Στὴν ἴ­δια θέ­ση, ὄρ­θια, μὲ φρε­σκο­βαμ­μέ­να χεί­λη, πλά­ι σε μί­αν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        Μό­νος μου εἶ­χα τὴν ἄ­νε­ση νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρή­σω κα­λύ­τε­ρα. Μ’ ἔ­τρω­γε ἡ πε­ρι­έρ­γεια. Μιὰ κί­νη­ση μό­νο, μιὰ τό­ση δὰ κί­νη­ση στὰ χεί­λη, στὰ χέ­ρια, ὁ­που­δή­πο­τε, νὰ φύ­γει τὸ βά­ρος. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς κά­νω γκρι­μά­τσες, μπὰς καὶ τὴν πιά­σουν τὰ γέ­λια, τὴν ἐ­ξέ­τα­ζα ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, τὴν κα­τα­βρό­χθι­ζα μὲ τὰ μά­τια. Ἐ­κεί­νη ἀ­τά­ρα­χη, μὲ τὸ μει­δί­α­μα ὑ­πο­σχό­με­νο.

        Ὁ καύ­σω­νας στὸ φούλ, εἶ­χα γί­νει μού­σκε­μα, δὲν ξέ­ρω ἂν ἵ­δρω­να ἀ­π’ τὴ ζέ­στη ἢ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ βλέ­πω στα­γό­νες ἱ­δρώ­τα νὰ τρέ­χουν σι­γὰ σι­γὰ στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ κά­νουν αὐ­λά­κια στὸ μα­κι­γι­άζ. Τα­ρά­χτη­κα. Τὸ ’­ξε­ρα, φω­νά­ζω θρι­αμ­βι­κά, εἶ­ναι γυ­ναί­κα ἀ­λη­θι­νή, ζων­τα­νή! Καὶ τί ὄ­μορ­φη! Ἔ­τρε­ξα γρή­γο­ρα νὰ βρῶ τοὺς φί­λους μου.

        Τοὺς ἔ­φε­ρα τρέ­χον­τας, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα ριγ­μέ­νο τὸ φό­ρε­μα, ἄ­δει­ο.

        Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ οἱ φί­λοι μου μὲ δού­λε­ψαν γιὰ τὰ κα­λά. Δί­χτυ μὲ τύ­λι­γε ἡ λύ­πη. Θὰ τὴν ἔ­βλε­πα ἄ­ρα­γε πά­λι; Ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα καὶ βγῆ­κα ἀ­π’ τὴ σκη­νή, κά­θι­σα ἔ­ξω κα­τα­ϊ­δρω­μέ­νος, ἐ­νῶ μέ­σα οἱ ἄλ­λοι κοι­μοῦν­ταν, ἀ­ναί­σθη­τοι.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἀ­πέ­ναν­τί μας, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση, κά­ποι­ος εἶ­χε στή­σει μιὰ σκη­νή.

        Σὲ λί­γο βγαί­νει ἀ­πὸ μέ­σα ἐ­κεί­νη, γυ­μνή. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της ἀ­νεί­πω­τη. Ἕ­νας ξαν­θὸς ἄγ­γε­λος, μὲ σῶ­μα φι­δί­σιο, σκέ­τη καλ­λο­νή. Τὰ στή­θη της ἕ­τοι­μα νὰ πε­τά­ξουν.

        Τὰ μά­τια μας δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν κι ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ γνώ­ρι­μο μει­δί­α­μα. Σά­στι­σα. Ὁ καύ­σω­νας μὲ μπέρ­δευ­ε. Ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα πρὸς τὸ μέ­ρος της.

        — Κα­λη­μέ­ρα, λέ­ω.

        — Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­παν­τά­ει μὲ σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Do you speak English, μὲ ρω­τά­ει στὴ συ­νέ­χεια.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­ξω εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ζε­μα­τά­ει καὶ σὲ λί­γο συρ­θή­κα­με στὴ σκη­νή της.

        Βγῆ­κα πρὸς τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἔ­λαμ­πα ὁ­λό­κλη­ρος. Οἱ φί­λοι μου κο­λυμ­ποῦ­σαν. Μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν μοῦ ἔ­κα­ναν νό­η­μα.

        — Ποῦ χά­θη­κες ὅ­λο το πρω­ί, μὲ ρω­τᾶ­νε. Πο­λὺ χα­ρού­με­νος εἶ­σαι. Ραν­τε­βοὺ μὲ τὴν κού­κλα σου εἶ­χες; Ἢ πῆ­γες νὰ τὴν πά­ρεις πά­λι μά­τι;

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Πε­ρί­με­να μό­νο νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή της, νὰ τοὺς τὴ δεί­ξω, νὰ τρε­λα­θοῦν. Κο­λυμ­πών­τας τρα­βή­ξα­με βα­θιὰ κι ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε. Ὅ­ταν βγή­κα­με τὴν ἔ­ψα­ξα ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὰ μά­τια. Που­θε­νά. Με­τὰ κοί­τα­ξα πρὸς τὴ σκη­νή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ ἡ σκη­νή. Μὲ κυ­ρί­ε­ψε θλί­ψη καὶ ἄγ­χος. Ἀ­νέ­πνε­α δύ­σκο­λα. Τὸ λι­ο­πύ­ρι στὸ ζε­νίθ. Ἔ­πε­σα κά­τω ξε­ρός. Ὤχ, λέ­νε ἀ­νή­συ­χοι οἱ φί­λοι μου, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ καύ­σω­νας.

        Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κα­λὰ ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ὁ καύ­σω­νας. Ἡ ὀ­μορ­φιά της, ἡ ὀ­μορ­φιά της μὲ ἐ­ξου­θέ­νω­σε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Γιῶργος Παναγιωτίδης: Μία γάτα πῆγε καὶ κάθισε


Γι­ώρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης


Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε


ΥΝΗΘΩΣ ΕΙΧΕ συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες, ὅ­μως, στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να, συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή. Δί­δα­σκε ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς τε­χνι­κὲς σὲ ἕ­να με­τα­πτυ­χια­κὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ μά­θη­μά του, σὲ κά­θε νέ­ο τμῆ­μα, τὸ ξε­κι­νοῦ­σε μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο. Ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό; Ἂν ὅ­μως ἡ ἱ­στο­ρί­α ἄρ­χι­ζε κά­πως ἔ­τσι: Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι μί­ας ἄλ­λης γά­τας. Ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει μί­α ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι κά­τι θὰ γί­νει. Γεν­νι­έ­ται ἡ προσ­δο­κί­α μί­ας ἐ­πι­κεί­με­νης σύγ­κρου­σης. Μὲ μί­α στρα­βο­τι­μο­νιά, ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δευ­τε­ρό­λε­πτο νὰ πα­τή­σει ἕ­να γα­τά­κι ὀ­λί­γων μη­νῶν ποὺ βρέ­θη­κε στὴ μέ­ση της ἐ­θνι­κῆς ὁ­δοῦ, λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Στέ­φα­νο. Τὸ κεν­τρά­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὶς ρό­δες καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω του. Ἴ­σως κά­ποι­α ἄλ­λα αὐ­το­κί­νη­τα νὰ τὸ εἶ­χαν ἤ­δη χτυ­πή­σει καὶ κει­τό­ταν ἐ­κεῖ σκο­τω­μέ­νο, κου­φά­ρι ἀ­δεια­νὸ στὸ ὁ­δό­στρω­μα. Κοί­τα­ξε στὸν κα­θρέ­φτη. Αὐ­ξη­μέ­νη κί­νη­ση, ὑ­ψη­λὲς τα­χύ­τη­τες, ἂν στα­μα­τοῦ­σε θὰ γι­νό­ταν ἀ­φορ­μὴ πολ­λα­πλῶν συγ­κρού­σε­ων. Τὸ γα­τά­κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη ζων­τα­νό. Στρο­βι­λί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του, γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­νά­σκε­λα καὶ κου­νοῦ­σε σπα­σμω­δι­κά τὰ πό­δια του. Δι­α­κό­σια μέ­τρα πί­σω του ἐρ­χό­ταν ἕ­να φορ­τη­γὸ κα­τευ­θεί­αν ἐ­πά­νω του.

        Τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Σο­βά­ρε­ψε στὰ πρῶ­τα δι­ό­δια, ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν κα­τά­λα­βε τί­πο­τα. Κα­λὸ τα­ξί­δι. Εὐ­χα­ρι­στῶ. Ὕ­στε­ρα πά­λι φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ βούρ­κω­σε. Στὰ δεύ­τε­ρα δι­ό­δια εἶ­χε πιὰ ἠ­ρε­μή­σει. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι σκλη­ρή. Συμ­βαί­νουν αὐ­τά, συμ­βαί­νουν καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἄ­ρα­γε οἱ συ­νή­θεις συν­τα­ξι­δι­ῶ­τες του θὰ φώ­να­ζαν, θὰ ἔ­βρι­ζαν καὶ θὰ βούρ­κω­ναν κι ἐ­κεῖ­νοι; Ἄ­ρα­γε θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν αὐ­τὸ τὸ ἀ­κα­τά­παυ­στο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ξέ­σπα­σμα ἢ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι τὴν ἀν­τί­δρα­ση τοῦ οἰ­κτίρ­μο­να, φι­λό­ζω­ου ὁ­δη­γοῦ τους; Καὶ ποῦ θὰ τοὺς ὁ­δη­γοῦ­σε αὐ­τό; Ὁ ρυθ­μὸς τῆς μου­σι­κῆς καὶ ἡ τα­χύ­τη­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του τὸν συ­νε­πῆ­ραν καὶ ξε­χά­στη­κε. Ἦ­ταν ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ξε­χά­σει τὸ γε­γο­νός. Ἡ μου­σι­κή, ἰ­δί­ως ἡ μου­σι­κή, βο­η­θοῦ­σε σὲ αὐ­τό.

       Τὸ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νο ποὺ ἔ­λε­γε στοὺς φοι­τη­τὲς ἦ­ταν ὅ­τι μί­α μι­κρὴ πα­ραλ­λα­γὴ τῆς ἴ­διας πρό­τα­σης, μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­σχε­θεῖ μί­α ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε στὸ χα­λά­κι ἑ­νὸς γά­του. Ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πι­φω­νή­μα­τα τοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου δι­καί­ω­ναν τὴ με­τα­δο­τι­κή του δει­νό­τη­τα. Μὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν δύ­ο ἐ­ρω­τευ­μέ­νες γά­τες; Ναί, βε­βαί­ως μπο­ρεῖ. Πολ­λὲς γά­τες ἀ­να­πτύσ­σουν δε­σμοὺς με­τα­ξύ τους ποὺ ξε­περ­νᾶ­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Ἀ­γα­πι­οῦν­ται κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, νοι­ά­ζον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη. Σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο οἱ φοι­τη­τὲς κα­τα­λά­βαι­ναν πιὰ μὲ ποι­ὸν εἶ­χαν νὰ κά­νουν καὶ τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν σω­ρεί­α ἐ­ρω­τή­σε­ων. Ἀ­γα­πᾶ­τε τὶς γά­τες;  Εἶ­στε γα­τό­φι­λος; Ἔ­χε­τε γά­τες; Πο­λὺ ντρο­πι­α­στι­κὸ νὰ ἀ­πο­γυ­μνώ­νε­ται ἐμ­πρός τους. Ναί, τὸ ὁ­μο­λο­γῶ. Εἶ­μαι γα­τό­φι­λος. Ἔ­χω τρεῖς γά­τες στὸ σπί­τι μου. Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα πε­ρισ­σό­τε­ρες. Χα­μή­λω­νε τὸ βλέμ­μα. Τί θὰ σκέ­φτον­ταν ὅ­λοι τοῦ­τοι οἱ ἀ­σκού­με­νοι συγ­γρα­φεῖς γι’ αὐ­τόν;  Τὸν κα­η­μέ­νο, τοῦ ἔ­χει σα­λέ­ψει. Ἄ, δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ μα­ζεύ­ει στὸ σπί­τι του τὰ γα­τιὰ τοῦ δρό­μου. Συγ­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι, τί πε­ρι­μέ­νεις;

        Φτά­νον­τας στὸν κάμ­πο τῆς Καρ­δί­τσας, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα με­τὰ τὸν Δο­μο­κό, στα­μά­τη­σε γιὰ βεν­ζί­νη. Ἄ­φη­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ ρώ­τη­σε τὸν βεν­ζι­νο­πώ­λη ποῦ ὑ­πάρ­χει του­α­λέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­φτυ­σε λί­γο κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ στρι­φτὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε σβη­σμέ­νο στὰ δόν­τια του καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε. Πί­σω ἀ­πὸ τὸ βεν­ζι­νά­δι­κο, μί­α ἐ­λε­ει­νὴ του­α­λέ­τα. Ἡ θέ­α μα­γευ­τι­κή, ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ποι­κί­λη μυ­ρω­διὰ ἀμ­μω­νί­ας, ἀ­πὸ τὴν με­τα­τρο­πὴ τῆς οὐ­ρί­ας, καὶ βεν­ζί­νης. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του ὁ βεν­ζι­νο­πώ­λης εἶ­χε μί­α πο­λυ­και­ρι­σμέ­νη κα­ρέ­κλα σκη­νο­θέ­τη καὶ ἕ­να κλου­βὶ μὲ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη καρ­δε­ρί­να, ξε­που­που­λι­α­σμέ­νη. Ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τῆς φόρ­μας του, ρυ­πα­ρὸ κόκ­κι­νο, τὰ χρή­μα­τα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν κα­ρέ­κλα του. Ἄ­να­ψε τὸ τσι­γά­ρο του. Ἡ καρ­δε­ρί­να τι­τί­βι­σε ἕ­ναν ξε­κούρ­δι­στο σκο­πό. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὴν του­α­λέ­τα ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ καὶ νὰ πά­ρει με­ρι­κὲς βα­θι­ὲς εἰ­σπνο­ὲς κα­θα­ροῦ ἀ­έ­ρα. Δὲν πρό­λα­βε. Τὸν στα­μά­τη­σε ἕ­να πα­ρα­τε­τα­μέ­νο νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­γω­νίας.

       Μί­α γά­τα, λευ­κὴ ἦ­ταν θαρ­ρῶ, μὲ μα­κριὰ τρί­χα καὶ φουν­τω­τὴ οὐ­ρά, μὲ ἕ­να ξε­φτι­σμέ­νο κόκ­κι­νο λου­ρά­κι σφιγ­μέ­νο στὸν λαι­μό της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ βρο­μιὰ τῶν καυ­σί­μων, στε­κό­ταν ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τῆς του­α­λέ­τας καὶ τὸν κοι­τοῦ­σε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ στὰ μά­τια. Τὸ μπρο­στι­νό της ἀ­ρι­στε­ρὸ πό­δι σπα­σμέ­νο, μέ­σα στὰ αἵ­μα­τα. Σὲ τρεῖς ὧ­ρες ξε­κι­νοῦ­σε τὸ μά­θη­μά του. Εἶ­χε ἤ­δη τρεῖς ὑ­πέ­ρο­χες γά­τες στὸ σπί­τι του. Δὲν ἄν­τε­χε νὰ βλέ­πει αὐ­τὴ τὴ λευ­κὴ γά­τα νὰ τὸν βλέ­πει μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια, γε­μά­τα πό­νο καὶ ἀ­πό­γνω­ση. Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας. Βρέ­θη­κε στὸν δρό­μο σὲ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Φώ­να­ξε, ἔ­βρι­σε καὶ ἔ­κλα­ψε. Ἐ­ξάλ­λου τὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἔ­κα­νε μό­νος του. Στὸ τα­ξί­δι ἐ­κεῖ­νο ὁ­δή­γη­σε ἐ­φτα­κό­σια χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ἕ­ως τὴ Φλώ­ρι­να συν­τρο­φιὰ μό­νο μὲ τὴ μου­σι­κή, τὶς φω­νές, τὶς βρι­σι­ὲς καὶ τὰ κλά­μα­τά του. Τρεῖς ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ξε­κί­νη­σε τὸ μά­θη­μά του. Μί­α γά­τα πῆ­γε καὶ κά­θι­σε σὲ ἕ­να χα­λά­κι. Ἔ­χει κά­ποι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον; Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς κρα­δα­σμὸς σὲ αὐ­τό;



Πηγή: Ἐντευκτήριο, τχ. 117-118.

Γιώργος Παναγιωτίδης, ποιητής και πεζογράφος, έχει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα ειδίκευσης στη Δημιουργική Γραφή και είναι διδάκτορας στη Δημιουργική Γραφή της Παιδαγωγικής Σχολής, του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Διδάσκει αδιάλειπτα για σειρά ετών στα αντίστοιχα Μεταπτυχιακά Προγράμματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Διδάσκει εξατομικευμένα Δημιουργική Γραφή ως «μέντορας» από το 2010. Το μυθιστόρημά του Ερώτων και Αοράτων, 2007 «Γαβριηλίδης» διακρίθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» το 2008. Το βιβλίο του Γιώργος Σεφέρης – Βίος και Παρωδία, 2014 «Γαβριηλίδης», βρέθηκε στη μικρή λίστα για τα βραβεία δοκιμίου του περιοδικού «Αναγνώστης» το 2015. Το μυθιστόρημά του, Ίσος Ιησούς, 2020, εκδόσεις Βακχικόν είναι το πρώτο στην Ελλάδα που αποτελεί μέρος διδακτορικής διατριβής στη Δημιουργική Γραφή. Συνεργάστηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό «Μανδραγόρας» ως μέλος της Συντακτικής Ομάδας για μία δεκαετία. Είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του ψηφιακού περιοδικού https://www.culturebook.gr υπεύθυνος για τις βιβλιοκριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις.


Ζέτα Κουντούρη: Ζήτημα τύχης


Ζέ­τα Κουν­τού­ρη


Ζή­τη­μα τύ­χης


Ο ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ πνί­γη­κε ὁ ἀ­δελ­φός μου εἶ­χε παν­σέ­λη­νο καὶ ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ δι­α­σκε­δά­ζα­με. Τέ­λος Αὐ­γού­στου καὶ οἱ γο­νεῖς μας ἑ­τοί­μα­ζαν τὶς βα­λί­τσες, για­τί τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ παίρ­να­με τὸ κα­ρά­βι νὰ γυ­ρί­σου­με στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ὁ Χά­ρης, ὁ ἀ­δελ­φός μου, θὰ ξε­κι­νοῦ­σε φρον­τι­στή­ριο. Ἤ­θε­λε νὰ γί­νει για­τρός. Γιὰ μέ­να, ποὺ εἶ­μαι μι­κρό­τε­ρος, ἡ σχο­λι­κὴ χρο­νιὰ θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἤ­θε­λα νὰ μεί­νω λί­γες μέ­ρες πα­ρα­πά­νω στὸ νη­σί, στὸ σπί­τι μιᾶς ἀ­γα­πη­μέ­νης μου θεί­ας. Ὅ­μως ὁ πα­τέ­ρας ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος.

        — Ὅ­πως ἤρ­θα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἔ­τσι καὶ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτὰ ὅ­ταν τόλ­μη­σα νὰ τοῦ τὸ πῶ.

       Θύ­μω­να ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σε ἀ­πὸ ὅ­λους μας ὁ λό­γος του νὰ εἶ­ναι δι­α­τα­γή, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὸ τί­πο­τα, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως θύ­μω­να μὲ τὴν μη­τέ­ρα μου πού, μὲ  τὴν  ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά της, τοῦ  ἐ­πέ­τρε­πε νὰ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­τα­πι­ε­στι­κός. Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ σχε­δὸν τὸν μι­σοῦ­σα, κυ­ρί­ως ὅ­ταν ξε­κί­να­γα νὰ τοῦ μι­λά­ω καὶ ἀ­πὸ τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς μου μάν­τευ­ε πὼς  ἐ­πρό­κει­το κά­τι νὰ τοῦ ζη­τή­σω καὶ ἔ­νευ­ε μὲ τὸ κε­φά­λι ἀρ­νη­τι­κά, πρὶν  προ­λά­βω νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τὴν πρό­τα­σή μου. Μὲ τὸν ἴ­διο προ­σβλη­τι­κὸ τρό­πο φε­ρό­ταν συ­χνὰ καὶ σὲ ἐ­κεί­νη.

       Ὅ­ταν τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἦ­ταν ἤ­δη δι­ευ­θυν­τὴς κλι­νι­κῆς, χρό­νια χῆ­ρος καὶ χω­ρὶς παι­διά. Συ­ναν­τή­θη­καν ἕ­να κα­λο­καί­ρι, ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει ἐ­κεῖ­νος γιὰ δι­α­κο­πές, σ’ ἕ­να κοι­νὸ κά­λε­σμα, ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο νη­σί, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες τῆς πρό­τει­νε γά­μο. Θε­ω­ρή­θη­κε φυ­σι­κὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ τύ­χη, κι ἄς τὴν περ­νοῦ­σε δε­κα­πέν­τε χρό­νια, κι ἄς τοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο, ἀ­κό­μη κι ἂν τὸ ἤ­θε­λε, νὰ κρύ­βει τὸν αὐ­ταρ­χι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Οἱ γο­νεῖς της εἶ­χαν ἄλ­λες δύ­ο κό­ρες ἀ­νύ­παν­τρες καὶ κα­μί­α πε­ρι­ου­σί­α.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου ὑ­πῆρ­ξε πο­λὺ ὄ­μορ­φη στὰ νιά­τα της. Καὶ ἀ­κό­μη… Ἴ­σως κον­τὰ σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα νὰ ἦ­ταν ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε, πιὸ χα­ρού­με­νη καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή.

       — Μά­να, ποῦ τὸν βρῆ­κες; Δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο στὴν ἀ­γο­ρά; τὴν πεί­ρα­ζα κά­ποι­ες φο­ρὲς ποὺ βρι­σκό­μα­σταν μό­νοι οἱ δυ­ό μας, καὶ ἀ­πὸ τὸ  με­λαγ­χο­λι­κὸ ὕ­φος της δι­αι­σθα­νό­μουν πὼς ἔ­κρυ­βε μυ­στι­κά.   Χα­μο­γε­λοῦ­σε ὕ­στε­ρα, ἕ­να χα­μό­γε­λο ποὺ χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει ἁ­πλω­νό­ταν σὲ ὁ­λό­κλη­ρό τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζὶ μὲ ἕ­να ἁ­πα­λὸ κοκ­κί­νι­σμα, καὶ ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ βι­α­σύ­νη πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν τὰ φέρ­νει πάν­τα ὅ­πως τὰ θέ­λου­με. Πὼς ἀ­λη­θι­νὴ ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σε καὶ τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἀ­ξι­ό­λο­γος, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­φτια­ξε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη οἰ­κο­γέ­νεια.

       — Κι ἐ­σύ, ρὲ μά­να; Ἐ­σὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες πο­τέ σου; συ­νέ­χι­ζα νὰ ρω­τά­ω χω­ρὶς ἔ­λε­ος, παίρ­νον­τας εἴ­τε μο­νο­λε­κτι­κὲς εἴ­τε μπερ­δε­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, πάν­τα ὡ­στό­σο ἀρ­νη­τι­κές. Ὅ­μως, τὸ κοκ­κί­νι­σμα τοῦ προ­σώ­που της κά­θε φο­ρὰ τὴν δι­έ­ψευ­δε.

       Συ­χνὰ τὴν λυ­πό­μου­να ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰ κό­ρη. Οἱ μα­νά­δες δέ­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὰ κο­ρί­τσια τους. Τοὺς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται τὰ ἐ­σώ­ψυ­χά τους εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι σ’ ἕ­ναν γιό.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α στὸν ἀ­δελ­φό μου. Ὁ Χά­ρης μὲ περ­νοῦ­σε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ ἦ­ταν ἄ­ρι­στος μα­θη­τής, ἐ­νῶ ἐ­γὼ μό­λις ποὺ πέρ­να­γα τὶς τά­ξεις. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­πέ­φευ­γε νὰ κά­νει, του­λά­χι­στον μπρο­στά μου, δυ­σά­ρε­στες συγ­κρί­σεις. Ἁ­πλῶς πο­τὲ δὲν μι­λοῦ­σε σ’ ἐ­κεῖ­νον μὲ τὸν πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ τρό­πο ποὺ ἀ­πευ­θυ­νό­ταν σὲ μέ­να καὶ στὴ μη­τέ­ρα μας.

       Ἔ­χουν πε­ρά­σει με­ρι­κὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­γι­νε τὸ ἀ­τύ­χη­μα. Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θῶ, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ φέ­ρω στὸ νοῦ μου πολ­λὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­μυ­δρά, σὰν μέ­σα ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο, πὼς κά­ποι­α στιγ­μή, ἐ­νῶ δι­α­σκε­δά­ζα­με στὴν πα­ρα­λί­α, τρεῖς ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α ἀ­πο­φά­σι­σαν σὲ πλή­ρη εὐ­θυ­μί­α νὰ πε­τά­ξουν τὰ ροῦ­χα τους καὶ νὰ πᾶ­νε νὰ κο­λυμ­πή­σουν. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ὁ Χά­ρης, ἀ­συ­να­γώ­νι­στος στὸ κο­λύμ­πι. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν ἤ­ρε­μη, λου­σμέ­νη στὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ.

      Στὴν ἀρ­χή, ὅ­πο­τε κοι­τά­ζα­με πρὸς τὴ με­ριά τους, δι­α­κρί­να­με καὶ τὰ τρί­α κε­φά­λια, πό­τε πό­τε μά­λι­στα, ἀ­κού­γα­με τὰ γέ­λια καὶ τὶς φω­νές τους. Εἶ­χε πε­ρά­σει ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν βγῆ­καν μό­νον οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, χο­ρο­πη­δών­τας σὰν τρε­λοὶ γιὰ νὰ ζε­στα­θοῦ­νε.

       Τὸν ἀ­δελ­φό μου τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λι­με­νι­κό.

      Τὸ χαρ­τὶ ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ τὸν κη­δέ­ψου­με ἔ­γρα­φε ἀ­νεύ­ρυ­σμα, ἀ­κού­στη­καν ὅ­μως καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἀ­νο­η­σί­ες, ἀ­νά­ξι­ες νὰ ἀ­να­φερ­θοῦν.

       Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἡ μη­τέ­ρα μου ὕ­ψω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά της καὶ δή­λω­σε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά:

       —  Τὸ παι­δὶ θὰ τα­φεῖ ἐ­δῶ, στὸ νη­σί.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ἔ­φε­ρε πα­ρα­δό­ξως κα­μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση, ἔ­μοια­ζε ξαφ­νι­κὰ γέ­ρος, ἕ­νας ἐν­τε­λῶς ἀ­νήμ­πο­ρος γέ­ρος.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν γύ­ρι­σε μα­ζί του στὴν Ἀ­θή­να. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Γρά­φτη­κα στὸ  σχο­λεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἂν μπῶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, ποὺ δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω, ἴ­σως ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ τό­τε θὰ ἔλ­θει κι ἐ­κεί­νη μα­ζί μου. Τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­ναι πάν­τα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νει. Ὁ ἴ­διος, ὅ­πο­τε τη­λε­φω­νι­ό­μα­στε, λέ­ει πὼς ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ. Μπο­ρεῖ κά­πο­τε καὶ νὰ πᾶ­με… μπο­ρεῖ νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ για­τρός.

       Με­ρι­κὰ πράγ­μα­τα, τε­λι­κά, εἶ­ναι ζή­τη­μα τύ­χης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ζέ­τα Κου­ντού­ρη (Ἀθή­να, 1947). Πε­ζο­γρά­φος (δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μικὴ Σχολὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀθηνῶν. Πρῶτο της βι­βλί­ο: Ἡ πρε­μιέ­ρα, Ἀθή­να, 1992 (δι­η­γή­μα­τα) καὶ τε­λευ­ταῖο: Ρωγ­μές στὴ σιω­πή, Ἀθή­να, 2010 (μυ­θι­στόρη­μα).



		

	

Ἰωάννα Ἀμπατζῆ: Τὶ χρωστάω;


Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζὴ


Τὶ χρωστάω;

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ τὰ κα­πνὰ εἶ­χαν πά­ει κα­λά. Κα­τε­βαί­να­με Ἀ­θή­να νὰ πλη­ρω­θοῦ­με. Ὅ­λοι χω­ριά­τες ἤ­μα­σταν. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο φί­σκα, πολ­λὲς οἱ ὧ­ρες, ἐ­σκά­γα­με. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἔ­κα­νε πα­ρά­σι­τα, ἡ κε­ραί­α ἔ­φται­γε. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­βα­λε Τσι­τσά­νη. Μοῦ θύ­μι­σε τὴν Κι­κή. Δὲν τὴν ἤ­θε­λε γιὰ νύ­φη ἡ μα­κα­ρί­τισ­σα, ἦ­ταν φτω­χή, ἔ­λε­γε, δι­ώ­ξ’ τη. Εἶ­χε πά­ει Γερ­μα­νί­α ἐρ­γά­τρια, ἔ­τσι μοῦ ’­χαν πεῖ. Εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἡ μά­να μου ἔ­φται­γε.

        Φτά­νου­με Ἀ­θή­να, κα­τε­βαί­νου­με κέν­τρο. Ὁ κα­πνέμ­πο­ρος μᾶς πλη­ρώ­νει, κα­λά τα λε­φτά. Κά­νου­με τὴ μοι­ρα­σιά, κα­θό­μα­στε γιὰ ρε­τσί­να, τὰ τσού­ζου­με.

        Πᾶ­με νὰ τὸ γλεν­τή­σου­με στὴ Φυ­λῆς; Λέ­νε οἱ ἄλ­λοι δύ­ο.

              Γε­μά­τα τὰ πορ­το­φό­λια μας, ἄρ­χον­τες. Πᾶ­με.

        Τὸ μπουρ­δέ­λο ἄ­δει­ο. Εἶ­ναι νω­ρίς, ἀ­κό­μα. Ἀ­κού­ω πά­λι Τσι­τσά­νη. Ἦ­ταν δι­α­χρο­νι­κός, αὐ­τὸ ἔ­φται­γε. Μπαί­νω στὸ δω­μά­τιο. Με­ταλ­λι­κὸ κρε­βά­τι, τσα­λα­κω­μέ­να σεν­τό­νια, ἡ κο­πέ­λα μι­κρή. Εἴ­κο­σι λε­πτά. Βγαί­νω.

        Βλέ­πω τοὺς ἄλ­λους νὰ πλη­ρώ­νουν. Παίρ­νω σει­ρά. Βγά­ζω ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου ἕ­να μά­τσο κα­το­στά­ρι­κα δι­πλω­μέ­να.

        Τί χρω­στά­ω; τῆς λέ­ω.

        Λέ­ει, τί­πο­τα, κύ­ρι­ε.

        Μά, πῶς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, πό­σα θές, ἐ­πι­μέ­νω.

        Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, Δη­μή­τρη, δὲν θὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ τὴν κό­ρη σου.

        Τὴν κοι­τά­ω. Τὴ βλέ­πω. Δὲν εἶ­χε φύ­γει Γερ­μα­νί­α, δὲν εἶ­χε γί­νει ἐρ­γά­τρια. Ἐ­γὼ ἔ­φται­γα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πό­φοι­τος Γαλ­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, μὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Θε­α­τρο­λο­γί­α καὶ τὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­γρα­φί­α καὶ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση. Ἔρ­γα της, ἀ­το­μι­κὰ ἢ συλ­λο­γι­κά, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρους ἐκ­δο­τι­κούς. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πα­ρά­θυ­ρα (ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἔκδ. Μο­λύ­βι, 2014).