Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Advertisements

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Τὸ τάμα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ τά­μα


ΧΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ τὰ κα­λά τους. Παίρ­νεις γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πό­δια σου ἢ τὴ μη­χα­νή σου καὶ τὸ κό­βεις γιὰ τὰ μέ­ρη ποὺ σερ­γι­ά­νι­ζες μι­κρὸς μὲ τὸ πο­δή­λα­τό σου. Φτά­νεις ἂς ποῦ­με στὸ Γα­λά­τσι, πά­νω στὰ Τουρ­κο­βού­νια. Καὶ δὲν γνω­ρί­ζεις τί­πο­τα καὶ κα­νέ­ναν. Ὅ­λα πε­θα­μέ­να. Στρί­βεις στὴν Ὕ­δρας, δε­ξιὰ στὴ Σύ­ρου καὶ φτά­νεις στὴ Μέσ­σης. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χα­σες τὸν χαρ­τα­ε­τό σου τὸ ’75. Κι ἀ­κό­μα τὸν ψά­χνεις. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­σαι καὶ γκα­ζώ­νεις γιὰ τὸ Ἄλ­σος. Κον­το­στέ­κε­σαι στὴν 28ης Ὀ­κτω­βρί­ου. Σφαῖ­ρες χο­ρεύ­ουν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτεις κά­τω. Τρεῖς σπα­σμέ­νοι σταυ­ροί, ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ εἰ­κο­νο­στά­σι. Καὶ θυ­μᾶ­σαι αὐ­τὰ ποὺ ἄ­κου­γες μι­κρὸς γιὰ τὸ Τά­μα, λέ­ει, τοῦ Ἔ­θνους, γιὰ τὸ χρέ­ος τὸ πα­λιό, γιὰ ἀ­γω­νι­στές, γιὰ σω­τῆ­ρες καὶ τέ­τοι­α. Καὶ θυ­μᾶ­σαι καὶ κεῖ­νο τὸν συγ­χω­ρια­νὸ τοῦ πα­τέ­ρα σου ποὺ στὰ χρό­νια της Χούν­τας κά­θε τρεῖς καὶ λί­γο ζη­τοῦ­σε συν­δρο­μὴ γιὰ τὸν Να­ὸ καὶ τὸ νέ­ο Παρ­θε­νώ­να. Καὶ τό­τε σκέ­φτε­σαι τὸ ἄλ­λο τά­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἡ για­γιὰ τοῦ Νι­κό­λα. Καὶ τὰ κό­κα­λα ποὺ ξέ­θα­ψε ἡ μπουλ­ντό­ζα τό­τε ποὺ φτι­ά­χνα­νε τὸν δρό­μο. Ἀρ­χὲς τοῦ ’80. Κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κες, ἄ­ρα­γε ξα­να­πε­θαί­νει ἕ­νας νε­κρός; Κι ὁ δά­σκα­λος ποὺ εἶ­πε στὴν τά­ξη «ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὁ τό­πος μας, παι­διά μου· γι’ αὐ­τὸ ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α πρέ­πει νὰ γί­νει ἡ ἐ­θνι­κή μας ἐ­πι­στή­μη». Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁρ­κί­στη­κες νὰ γί­νεις ἀρ­χαι­ο­λό­γος. Μὰ τὴν ὑ­πό­σχε­ση δὲν τὴν τή­ρη­σες κι ἔ­γι­νες γρα­φιὰς-σκα­πα­νέ­ας, νὰ σκά­βεις μὲ λέ­ξεις τὶς μνῆ­μες, πόν­το-πόν­το, μὴν κα­τα­στρέ­ψεις τὶς σι­ω­πές. Νὰ στοι­χει­ώ­σει ἐ­πι­τέ­λους καὶ τὸ πέν­θος. Κι ἡ για­γιὰ ἡ Μι­κρα­σι­ά­τισ­σα τὸ εἶ­χε, λέ­ει, τά­μα κά­θε μέ­ρα νὰ σέρ­νει τὰ πο­δά­ρια της ἀ­π’ τοὺς Ἀμ­πε­λό­κη­πους ἴ­σα­με τὰ Τουρ­κο­βού­νια ν’ ἀ­νά­ψει κε­ρὶ στὸν Νι­κο­λό της ποὺ οἱ Να­ζὶ του­φέ­κι­σαν κεῖ­νο τὸ χά­ρα­μα τοῦ σα­ράν­τα τέσ­σε­ρα. Καὶ σκύ­βεις τὸ κε­φά­λι στὸ σπα­σμέ­νο μάρ­μα­ρο κι ἀ­κοῦς τὴ δε­κα­ε­ξά­χρο­νη φω­νή του. Ἐ­γὼ πά­λε­ψα γιὰ ν’ ἀλ­λά­ξω τὸν κό­σμο. Ἐ­σὺ τώ­ρα φρόν­τι­σε νὰ μὴν κα­τα­στρα­φεῖ. Καὶ ξέ­ρεις κα­λὰ πὼς πρέ­πει νὰ κρα­τή­σεις τὸ τά­μα. Νὰ μὴν κλεί­νεις τὰ μά­τια. Νὰ μὴ λὲς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό σου. Νὰ μὴν ξε­χνᾶς. Ὅ­σο ζεῖς-τὸ-τά­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.


Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos): Ρεκλάμα



Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos)


Ρεκλάμα

(Réclame)


ΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ποὺ κα­τέ­βαι­νε νὰ πά­ρει τὸ με­τρὸ κρα­τοῦ­σε ὑ­πὸ μά­λης ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο δέ­μα ἀ­π’ ὅ­που ἐ­ξεῖ­χε ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Κα­θὼς ὅ­λος ὁ κό­σμος τὸν κοι­τοῦ­σε, ὁ κύ­ριος —λύ­νον­τας τὰ κορ­δό­νια τοῦ πα­που­τσιοῦ του— εἶ­πε: «Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε τὸ με­λά­νι Γου­ό­τερ­μαν!» Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε χω­λαί­νον­τας τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκά­λας.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε κά­τω, κά­θι­σε ὀ­κλα­δὸν σ’ ἕ­να παγ­κά­κι. Κι ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­τυ­λί­γει τὸ δέ­μα του. Δὲν ἔ­βγα­λε ὅ­μως τί­πο­τε μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τό, οὔ­τε κὰν ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα.

       Μό­λις τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­σε στὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας μὲ τὸ δέ­μα του πα­ρα­μά­σχα­λα. Μὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ κα­νέ­να πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Μο­να­χὰ ἕ­να λει­ρὶ κό­τας κρε­μό­ταν. Τὸ τρέ­νο σφύ­ρι­ξε.

       Μιὰ τρα­χιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μα­κριά: «Εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὴ μάρ­κα.»

       Πο­λὺ κον­τὰ σὲ μέ­να, ἕ­νας κύ­ριος ἔ­γι­νε πρά­σι­νος.



Πηγή: Gisèle Prassinos, Trouver sans chercher (1934 – 1944), εἰσαγ. Michel Dé­cau­din, σειρά: «L’age d’Or» (ἐπιμ. Henri Parisot), Παρίσι, Flammarion, 1976.

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos) (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920 – Πα­ρί­σι, 2015). Γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρά της δη­μο­σί­ευ­σε τὰ πρῶ­τα της κεί­με­να στὸ γνω­στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Minotaure τῶν Γάλ­λων ὑ­περ­ρε­α­λι­στῶν, ἐ­νῶ μέ­χρι τὰ δε­κα­εν­νιά της πρό­λα­βε νὰ ἐκ­δώ­σει δέ­κα βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὶς ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις G.L.M. Τὰ κεί­με­νά της ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἐκ­φρά­στη­καν μὲ τὸν πλέ­ον ἐγ­κω­μι­α­στι­κὸ τρό­πο οἱ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ροι Γάλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, ἀ­κο­λου­θή­θη­καν ἀ­πὸ εἰ­κο­σα­ε­τῆ σι­ω­πή. Τὸ 1958 δη­μο­σί­ευ­σε τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα Μὰ ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νέ­α ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν καὶ τὸ με­τέ­πει­τα ἔρ­γο της.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: «Le petit garçon». Ἔργο τῆς Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (περίπου 1975).



		

	

Ἕλενα Στριγγάρη: Μοναστηράκι



Ἕλενα Στριγγάρη


Μο­να­στη­ρά­κι


ΠΑΠΠΟΥΣ καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­με­ναν στὸ Κου­κά­κι. Ὅ­ταν τὰ παι­διά τους παν­τρεύ­τη­καν καὶ χή­ρε­ψε ἡ για­γιὰ Ἑ­λέ­νη χώ­ρι­σε τὸ σπί­τι σὲ τρί­α δι­α­με­ρί­σμα­τα. Τὰ δύ­ο τὰ νοί­κια­σε καὶ κρά­τη­σε γιὰ κα­τοι­κί­α τὰ τρί­α με­γα­λύ­τε­ρα δω­μά­τια καὶ τὴν τε­ρά­στια κου­ζί­να ποὺ μύ­ρι­ζε γκά­ζι. Τὸ πιὸ μον­τέρ­νο πράγ­μα στὸ σπί­τι ἦ­ταν τὸ πα­τζού­ρι τῆς για­γιᾶς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε πα­τών­τας ἕ­να κουμ­πὶ ποὺ βρι­σκό­ταν δί­πλα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της ἐ­πί­σης, και­νούρ­γιο ἦ­ταν τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἀρ­γό­τε­ρα, προ­στέ­θη­κε καὶ μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση. Γιὰ μᾶς τὰ παι­διά, ἡ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­νέ­δυ­ε σο­βα­ρό­τη­τα καὶ μα­γεί­α. Ὑ­πῆρ­χαν πα­λιά, κα­λο­δου­λε­μέ­να ἔ­πι­πλα καὶ ξε­νό­φερ­τα ἀν­τι­κεί­με­να. Θυ­μᾶ­μαι ὑ­πέ­ρο­χα φω­τι­στι­κά. Στὶς κρε­βα­το­κά­μα­ρες ἦ­ταν ἀ­πὸ ὀ­πα­λί­να φουρ­φου­ρέ­νια στὸ τε­λεί­ω­μα ἢ φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ κρε­μα­στὰ γυ­ά­λι­να λε­πτὰ σω­λη­νά­κια ἄ­νι­σα, ὥ­στε νὰ κα­τα­λή­γουν, βο­η­θού­με­να ἀ­πὸ χρω­μα­τι­στὲς χάν­τρες, σὲ σχέ­δια ζὶγκ-ζάκ. Θυ­μᾶ­μαι τὸ λα­βο­μά­νο πά­νω σ’ ἕ­να ἔ­πι­πλο μὲ μάρ­μα­ρο ἄ­σπρο, στὴ κρε­βα­το­κά­μα­ρα τῆς για­γιᾶς. Τὸ μπρού­τζι­νο κρε­βά­τι της μὲ τὴ δι­α­κο­σμη­τι­κὴ φιλ­ντι­σέ­νια ρο­ζέ­τα, ποὺ πο­λὺ θὰ τὴν ἤ­θε­λα. Ἕ­ναν πε­λαρ­γὸ ζω­γρα­φι­σμέ­νο σὲ βά­ζο. Μιὰ γυ­ά­λι­νη σφαί­ρα ποὺ ὅ­ταν τὴν ἀ­να­πο­δο­γύ­ρι­ζες στιγ­μια­ῖα, χιό­νι­ζε στὸ το­πί­ο ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν μέ­σα της. Ἕ­να με­γά­λο καύ­κα­λο κά­βου­ρα μὲ κά­ποι­ον ἅ­γιο ζω­γρα­φι­σμέ­νο στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κή του με­ριά, στὸ εἰ­κο­νο­στά­σι. Τὸ ψη­λὸ ρο­λό­ι στὸ σα­λό­νι, ποὺ φο­βό­μουν μή­πως χτυ­πή­σει τὴν ὥ­ρα καὶ τρο­μά­ξω ἢ μή­πως κρύ­βε­ται κά­ποι­ος μέ­σα του. Μιὰ ὡ­ραί­α πα­λιὰ ξυ­λό­σομ­πα ἀ­πὸ μαν­τέ­μι καὶ πλα­κά­κια σμαλ­τω­μέ­να μὲ ὑ­πέ­ρο­χα χρώ­μα­τα καὶ ἀ­νά­γλυ­φα σχέ­δια ἂρ-νου­βώ. Μπορ­ντὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα κεν­τη­μέ­να μὲ χρυ­σο­κλω­στὴ σὲ φου­σκω­τά, ἀ­νά­γλυ­φα φυ­τι­κὰ μο­τί­βα. Μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν οἱ φεγ­γί­τες στὶς πόρ­τες καὶ στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­κό­μα τοὺς νο­σταλ­γῶ, εἰ­δι­κὰ τὸν χει­μώ­να ποὺ ἀ­νοί­γω τὶς μπαλ­κο­νό­πορ­τες γιὰ ν’ ἀ­ε­ρί­σω τὰ δω­μά­τια καὶ ὁ ἄ­νε­μος κά­νει τὰ ἀν­τι­κεί­με­να νὰ κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ πέ­σουν κι ἐ­μᾶς νὰ πά­θου­με πνευ­μο­νί­α… Στὴν κου­ζί­να ὑ­πῆρ­χε μιὰ ξύ­λι­νη σκά­λα. Ὅ­ταν μα­ζευ­ό­μα­στε καὶ τὰ ὀ­χτὼ ἐγ­γό­νια, παί­ζα­με στὰ σκα­λο­πά­τια της τὰ «ἀ­γάλ­μα­τα». Στὴν κου­πα­στή της κά­να­με τσου­λή­θρα. Στὸ τέρ­μα της ὑ­πῆρ­χε τὸ μα­γι­κό­τε­ρο μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ, μιὰ μι­κρού­λα ἀ­πο­θή­κη, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πα­γο­ρευ­ό­ταν νὰ μποῦ­με τὰ παι­διά. Μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν κορ­φὴ τῆς σκά­λας καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τῆς πόρ­τας, προ­σπα­θού­σα­με ἀ­πε­γνω­σμέ­να νὰ δι­α­κρί­νου­με κά­τι. Μί­α ξα­δέρ­φη μας κο­κο­ρευ­ό­ταν πὼς εἶ­χε μπεῖ μέ­σα. Ἀλ­λὰ δὲν τὴν πο­λυ­πι­στεύ­α­με, για­τὶ ὅ­ταν τὴ ρω­τού­σα­με τί ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ, μᾶς ἀ­παν­τοῦ­σε «πα­λιὰ πράγ­μα­τα». Μιὰ φο­ρὰ μπῆ­κα κ’ ἐ­γὼ στὴν ἀ­πο­θη­κού­λα. Μὲ βά­λα­νε γιὰ λί­γο καὶ ἀ­μέ­σως, μὲ βγά­λα­νε ἔ­ξω. Δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε μιὰ χαρ­τό­κου­τα. Δὲν εἶ­δα οὔ­τε, βέ­βαια, ἀ­πο­κό­μι­σα κα­νέ­να θη­σαυ­ρό. Δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­κτή­σω οὔ­τε ἕ­να κρυ­σταλ­λά­κι πα­λαι­οῦ πο­λυ­ε­λαί­ου καὶ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ἀ­πο­θή­κης δὲν λύ­θη­κε. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ μ’ ἀ­ρέ­σει τώ­ρα νὰ τρι­γυρ­νά­ω στὸ Μο­να­στη­ρά­κι καὶ νὰ ψα­χου­λεύ­ω στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα καὶ ἀν­τι­κεί­με­να. Οἱ φί­λοι μου ἀ­πο­ροῦν για­τί, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με ἐλ­λεί­ψεις, τὸ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι. Οἱ κα­κο­προ­αί­ρε­τοι ἄ­δι­κα προ­σπά­θη­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν κά­ποι­α κτη­τι­κὴ μα­νί­α. Κι ἐ­γώ, μπο­ρεῖ νὰ λέ­ω ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό μου πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὸ Γι­ου­σου­ρούμ, ἡ σου­ρε­α­λι­στι­κή του ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τ’ ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν «ζή­σει». Πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει τὰ ἀ­σή­μαν­τα ἢ σπα­σμέ­να νὰ γειτ­νιά­ζουν μὲ αὐ­τὰ ποὺ θε­ω­ροῦ­με ὡ­ραῖ­α καὶ σπου­δαῖα. Μπο­ρεῖ νὰ λέ­ω ψέ­μα­τα πὼς μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ βρί­σκο­μαι στὸν δρό­μο ποὺ περ­νᾶ στὸ πλά­ι τοῦ Θη­σεί­ου, για­τὶ κοι­τών­τας τὴν στο­ὰ τοῦ Ἀτ­τά­λου, τὴν Ἀ­κρό­πο­λη, τὸ να­ὸ τοῦ Ἡ­φαί­στου, τὰ νε­ο­κλα­σι­κὰ καὶ τὸ τρέ­νο ποὺ περ­νᾶ, νοι­ώ­θω πὼς μπαί­νω σὲ πί­να­κα τοῦ Ντὲ Κί­ρι­κο. Μὲ ἀ­πω­θη­μέ­νο τὴν ἀ­πο­θή­κη τῆς για­γιᾶς, μπο­ρεῖ ὅ­λ’ αὐ­τὰ ν’ ἀ­ναι­ροῦν­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).



		

	

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη: Πέ­τρα μνή­μης



Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


Πέ­τρα μνή­μης


ΜΠΟΖΤΖΙΝ, ὁ μο­νό­φθαλ­μος μαῦ­ρος γά­τος, μπαι­νο­βγαί­νει στὴ συ­να­γω­γὴ λὲς καὶ ὁ τό­πος ὅ­λος τοῦ ἀ­νή­κει. Ἐ­πο­πτεύ­ει σὰ δει­νὸς κύ­κλω­πας ὁ τρυ­φε­ρὸς γα­τού­λης ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν καὶ τοῦ συγ­χω­ροῦν πὼς γε­μί­ζει μὲ τρί­χες τὰ ροῦ­χα τους ὅ­ταν τὴν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς σκαρ­φα­λώ­νει καὶ τρί­βε­ται στὶς πο­δι­ές τους. Μιὰ μέ­ρα ὁ Μποζ­τζὶν μὲ στρι­φο­γύ­ρι­ζε καὶ ἀ­πὸ δῶ μ’ εἶ­χε ἀ­πὸ κεῖ μ’ εἶ­χε μέ ’­κα­νε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε τὴν στρι­φο­γυ­ρι­στὴ με­ταλ­λι­κὴ σκά­λα, θρο­νι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­λὶ καὶ κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ. Μό­λις ἔ­κα­να νὰ φύ­γω κα­τέ­βαι­νε καὶ πά­λι μὲ τρι­γύ­ρι­ζε σὰ νὰ μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸν τρό­πο του πρὸς τὰ πί­σω. Κι ἔ­πει­τα ἀ­νέ­βαι­νε πά­λι τὴ σκά­λα καὶ θρο­νι­α­ζό­ταν καὶ μοῦ γούρ­λω­νε τὸ μά­τι του. Παίρ­νω ὅρ­κο πὼς τὸ βλέμ­μα του ἔ­πε­φτε πό­τε σὲ μέ­να πό­τε σ’ ἕ­ναν ἀπ΄ τοὺς τά­φους λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­α­βά­σω τὴν χα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φή του. Ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ κα­θα­ρί­ζω τὴν πλά­κα κεί­νου τοῦ τά­φου ἀ­π’ τὰ πε­σμέ­να ξε­ρὰ φύλ­λα ποὺ τὴν εἶ­χαν σκε­πά­σει.

       Προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ μὰ δὲν τὰ κα­τά­φερ­να. Θύ­μω­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τό­σο ἀ­δι­όρ­θω­τα ἀ­πει­θάρ­χη­τος, ποὺ σχε­δὸν δυ­ὸ χρό­νια ἀ­φό­του εἶ­χα ξε­κι­νή­σει νὰ μα­θαί­νω ἑ­βρα­ϊ­κὰ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λευ­ό­μουν στὴν ἀ­νά­γνω­ση.

       Κοί­τα­ξα πά­λι τὸν Μποζ­τζίν, «Τί θέ­λεις πιά; Ἔ­χου­με καὶ δου­λει­ές!» Κι ἔ­φυ­γα πρὶν προ­λά­βει νὰ ξα­να­κα­τε­βεῖ ἀ­πὸ τὴ σκά­λα.

       Τὸ ἴ­διο βρά­δυ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο:

       Ἤ­μουν λέ­ει μέ­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι. Ὅ­μως τὸ πη­γά­δι ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­χε κα­θό­λου νε­ρό. Μό­νο στὶς πο­λὺ σκο­τει­νὲς με­ρι­ές του ἔ­βλε­πα κά­τι σὰ σκι­ὲς ποὺ σέρ­νον­ταν ἐ­πά­νω στὰ χτι­στὰ τοι­χώ­μα­τα. Φο­βό­μουν καὶ φώ­να­ζα μὰ δὲν μ’ ἄ­κου­γε κα­νέ­νας. Γο­νά­τι­σα κι ἄρ­χι­σα νὰ προ­σεύ­χο­μαι. Ἔ­νι­ω­σα τό­τε τὶς σκι­ὲς νὰ πλη­σιά­ζουν, νὰ ἕρ­πουν σχε­δὸν δί­πλα μου. Ἔ­πει­τα ὁ νοῦς μου πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ λα­χτά­ρη­σα μὰ ποὺ δὲν εἶ­χα τολ­μή­σει πο­τὲ νὰ ξε­κι­νή­σω στὴ ζω­ή μου, ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων ποὺ ἄρ­χι­σα μὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τέ μου νὰ τε­λει­ώ­σω. Γεύ­σεις ποὺ δάγ­κω­ναν μὲ τὴν πί­κρα τους καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω. Ὥ­σπου μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα μὲ σκέ­πα­σαν. Κο­λύμ­πη­σα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα λὲς καὶ βρι­σκό­μου­να σὲ θά­λασ­σα ὥ­σπου ἔ­φτα­σα στὸ χεῖ­λος καὶ ἔ­τσι ἐ­πι­τέ­λους βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ πη­γά­δι.

       Πέ­ρα­σε και­ρὸς μὰ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ μοῦ ’­χε ἀ­φή­σει τὸ ὄ­νει­ρο. Πῆ­γα πά­λι στὴ συ­να­γω­γὴ καὶ ξα­να­περ­πά­τη­σα στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὁ Μποζ­τζὶν ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὴν ἄ­κρη ἐ­κεί­νου τοῦ τά­φου ποὺ εἶ­χα κα­θα­ρί­σει ἀ­π’ τὰ φύλ­λα καὶ γουρ­γού­ρι­ζε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ὁ τά­φος ἦ­ταν ἀ­κό­μη κα­θα­ρός. Ἔ­σκυ­ψα καὶ πῆ­ρα μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μιὰ μι­κρὴ πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Τὴν ἀ­κούμ­πη­σα ἐ­πά­νω στὸν τά­φο. Δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α πιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ. Αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ πέ­τρα ἦ­ταν στ’ ὄ­νο­μά του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐπίσης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶτο της βιβλίο Ἀ­ρα­δὴ­ν (ποίηση, Publibook 2010).

Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf): Μει­ω­μέ­νη βα­ρύ­τη­τα



Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf)


Μει­ω­μέ­νη βα­ρύ­τη­τα

(Gravity reduced)


ΡΩΤΑ τὸ κα­τα­λά­βα­με ἀ­π’ τὰ κέρ­μα­τα. Τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, μιὰ Τρί­τη, πέ­σα­με γιὰ ὕ­πνο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο καί, κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲς στὴ νύ­χτα, ἡ ἕλ­ξη τῆς γῆς χα­λά­ρω­σε. Ξυ­πνή­σα­με ἀ­νά­με­σα σὲ δε­κά­ρες καὶ πεν­τά­ρες ποὺ ἐ­πέ­πλε­αν πά­νω ἀ­π’ τὸ κο­μο­δί­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο εἴ­χα­με ἀ­δειά­σει τὶς τσέ­πες μας, τὰ χτε­σι­νὰ ψι­λὰ αἰ­ω­ρού­με­να στὸν ἀ­έ­ρα σὰν μον­τέ­λο ἡ­λια­κοῦ συ­στή­μα­τος.

       Εἴ­δα­με τὰ παι­διά μας νὰ περ­πα­τοῦν στὸν ἀ­έ­ρα, τὰ πό­δια τους δι­έ­σχι­ζαν τὸ κε­νὸ λί­γα μό­λις ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ πά­τω­μα. Ὅ­ταν ση­κω­θή­κα­με ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, τὸ νι­ώ­σα­με πὼς οἱ φτέρ­νες μας δὲν βυ­θί­στη­καν ἀ­κρι­βῶς στὸ χα­λί. Τέ­λος οἱ πα­τη­μα­σι­ές. Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ μπά­νιου εἴ­δα­με τὰ μαλ­λιά μας νὰ ἀ­νε­μί­ζουν μα­κριὰ ἀπ’ τὰ πρό­σω­πά μας, ἐ­λεύ­θε­ρα καὶ ἀ­τί­θα­σα, ἕ­να καρ­του­νί­στι­κο πορ­τρέ­το ἔκ­πλη­ξης.

       Ἀ­να­κα­λύ­ψα­με νέ­ους τρό­πους νὰ κρα­τᾶ­με τὰ πράγ­μα­τα στὴ γῆ. Σύν­το­μα, τὰ σοῦ­περ-μάρ­κετ ξέ­μει­ναν ἀ­πὸ κολ­λη­τι­κὴ ται­νί­α καὶ αὐ­το­κόλ­λη­τα Velcro, χρή­σι­μα γιὰ νὰ κολ­λή­σει κα­νεὶς μπου­κά­λια καὶ κου­τιὰ πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει στὴ θέ­ση τους τὰ μπιμ­πε­λὸ στὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο, τὰ φω­τι­στι­κὰ στὸ τρα­πε­ζά­κι. Προ­σθέ­σα­με πόρ­τες στὰ ρά­φια μας γιὰ νὰ κρα­τή­σουν τὰ βι­βλί­α νὰ μὴν πέ­σουν καὶ κρα­τᾶ­με πάν­τα σπάγ­κο γιὰ νὰ δέ­σου­με ὁ­τι­δή­πο­τε κιν­δυ­νεύ­ει νὰ πλεύ­σει μα­κριά. Κα­νεὶς δὲν φο­ρά­ει πιὰ φοῦ­στες. Προ­σπα­θοῦ­με νὰ προ­σαρ­μο­στοῦ­με.

       Τὸ φαῒ εἶ­ναι ἀ­κό­μα δύ­σκο­λο. Ὁ που­ρὲς πε­ρι­φέ­ρε­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι, τὰ πο­τὰ δὲν μέ­νουν στὸ πο­τή­ρι. Προ­σθέ­του­με πε­ρισ­σό­τε­ρο βού­τυ­ρο στὴ συν­τα­γὴ μὲ τὶς πα­τά­τες στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ γί­νει πιὸ βα­ρὺς καὶ γλεί­φου­με τὶς στα­γό­νες νε­ροῦ στὸν ἀ­έ­ρα, ὅ­πως τὰ παι­διὰ κυ­νη­γᾶ­νε νι­φά­δες χι­ο­νιοῦ μὲ τὴν γλώσ­σα τους.

       Σ’ ἕ­ναν κό­σμο χω­ρὶς βα­ρύ­τη­τα δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ κα­τα­κρή­μνι­ση, κι ἔ­τσι μᾶς λεί­πει ἡ βρο­χή. Τὰ σύν­νε­φα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔ­χουν συγ­κρα­τή­σει καὶ οἱ στα­γό­νες συσ­σω­ρεύ­ον­ται ὅ­λες μα­ζὶ καὶ στρο­βι­λί­ζον­ται ψη­λὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται κα­ται­γί­δα, κοι­τά­ζου­με πά­νω καὶ εἶ­ναι σὰν νὰ βλέ­που­με τὸν οὐ­ρα­νὸ μέ­σα ἀ­π’ τὸν βυ­θὸ μιᾶς λί­μνης, ὁ ἥ­λιος φαί­νε­ται θαμ­πὸς πί­σω ἀ­π’ τὸ σεν­τό­νι τοῦ νε­ροῦ, μα­κριὰ πά­νω ἀ­π’ τὰ μά­τια μας. Χω­ρὶς τὶς βρο­χο­πτώ­σεις, τὸ γρα­σί­δι ξε­ραί­νε­ται, κι ἔ­τσι κου­ρέ­ψα­με τὸ γκα­ζὸν μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Τὰ κομ­μέ­να ὑ­πο­λείμ­μα­τα γε­μί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα γύ­ρω μας, χοῦ­φτες ἀ­πὸ κομ­φε­τὶ ποὺ δὲν θὰ πέ­σουν κά­τω πο­τέ.

       Κά­θε πρω­ὶ ὅ­ταν ἀ­νοί­γου­με τὶς ντου­λά­πες μας, τὰ μα­νί­κια ἀ­π’ τὰ που­κά­μι­σά μας ἀ­νε­μί­ζουν στὸν ἀ­έ­ρα, προ­σπα­θοῦν νὰ φτά­σουν κά­τι ποὺ δὲν βλέ­που­με. Κα­μιὰ φο­ρά, κα­θὼς δι­α­σχί­ζου­με τὸ χώλ, μᾶς ξαφ­νιά­ζει ἡ θέ­α κά­ποι­ου φου­λα­ριοῦ ποὺ λύ­θη­κε, ἕ­να με­τα­ξω­τὸ φάν­τα­σμα στὸ κε­νὸ ποὺ γλι­στρᾶ ἀ­θό­ρυ­βα μέ­σα στὸ σπί­τι.

       Φω­νά­ζουν τό­σα πράγ­μα­τα στὸν κό­σμο αὐ­τό. Οἱ ἀ­σπι­ρί­νες κρο­τα­λί­ζουν μέ­σα στὸ πλα­στι­κὸ κου­τί τους, τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κου­δου­νί­ζουν πί­σω ἀ­π’ τὰ κλει­στὰ συρ­τά­ρια τῆς κου­ζί­νας.  Κοῦ­κλες ποὺ χτυ­πᾶ­νε τὸ κα­πά­κι τοῦ κου­τιοῦ τους. Ὅ­λα ὅ­σα προ­σπα­θού­σα­με νὰ συγ­κρα­τή­σου­με, ξε­χύ­νον­ται ἐ­λεύ­θε­ρα. Μέ­χρι καὶ τὸ φεγ­γά­ρι πι­σω­γύ­ρι­σε πιὸ μα­κριὰ μέ­σα στὸ φόν­το τοῦ οὐ­ρα­νοῦ.

       Ὅ­ταν ὁ θό­ρυ­βος γί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ δυ­να­τός, περ­πα­τᾶ­με μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεῖ ποὺ βλέ­πει κα­νεὶς τὸν ὠ­κε­α­νὸ ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο, καὶ τὰ ἀ­φτιά μας γε­μί­ζουν ἀπ’ τὴν ἡ­συ­χί­α αὐ­τῆς τῆς ἀ­κτῆς δί­χως κύ­μα­τα. Κα­λύ­πτου­με τὸ πρό­σω­πο μας πί­σω ἀ­πὸ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου καὶ μαν­τή­λια ποὺ κρα­τοῦν τοὺς ἐ­λεύ­θε­ρους κόκ­κους τῆς ἄμ­μου μα­κριὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια μας.

       Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ γῆ θὰ θυ­μη­θεῖ τὸν πα­λιό της ἑ­αυ­τὸ καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τα θὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ. Ζοῦ­με μέ­σα στὸν μό­νι­μο φό­βο μή­πως ἔ­χου­με ξε­χά­σει κά­τι νὰ δέ­σου­με. Φαν­τα­ζό­μα­στε τὸ μα­χαί­ρι κά­ποι­ου σὲφ νὰ γλι­στρᾶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν ξύ­λι­νη θή­κη του καὶ νὰ προ­σγει­ώ­νε­ται μπρο­στὰ στὰ πό­δια κά­ποι­ου παι­διοῦ. Βλέ­που­με τοὺς πι­λό­τους ποὺ μα­θαί­νουν νὰ πε­τοῦν μέ­σα στὸν νέ­ο οὐ­ρα­νὸ κι ἀ­κοῦ­με τὰ οὐρ­λια­χτά τους κα­θὼς τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να κλί­νουν ἀ­πό­το­μα πρὸς τὸ ἔ­δα­φος.

       Ἐλ­πί­ζου­με.

       Κα­νεὶς δὲν μι­λά­ει γι’ αὐ­τό, ἀλ­λὰ με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς πι­στεύ­ου­με πὼς ἡ χα­λά­ρω­ση ἔ­χει μό­λις ἀρ­χί­σει, πὼς ὅ,τι κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴν γῆ στα­θε­ρὴ ἔρ­χε­ται ὁ και­ρὸς ποὺ θὰ ἀρ­χί­σει τε­λι­κὰ νὰ χαί­νει. Φαν­τα­ζό­μα­στε τοὺς ἑ­αυ­τούς μας, τὰ παι­διά μας καὶ τὰ σπί­τια μας καὶ τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τέ­ψα­με στὶς αὐ­λές μας, ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χου­με ρι­ζώ­σει στὸ ἔ­δα­φος, νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὴν λά­σπη καὶ νὰ ἀ­νυ­ψώ­νον­ται. Βλέ­που­με στὸ μέλ­λον τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν πό­λε­ων, σει­ρὲς ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ ἀ­πο­σχί­ζον­ται, τὰ κτί­ρια μοιά­ζουν μὲ παι­δι­κὰ δόν­τια ποὺ πέ­φτουν ἀ­π’ τὴν γῆ. Ὅ­ταν ὁ κό­σμος μας δὲν θὰ εἶ­ναι πλέ­ον ἀρ­κε­τὰ στέ­ρε­ος ὥ­στε νὰ μᾶς κρα­τή­σει στὴ θέ­ση μας, θὰ ἐ­κτρο­χι­α­στοῦ­με ὅ­λοι μα­κριὰ σὰν ἕ­να σύμ­παν ποὺ δι­α­στέλ­λε­ται.

       Γιὰ τὴν ὥ­ρα τὰ κα­τα­φέρ­νου­με. Ὅ­ταν τὰ παι­διά μας, μὲ μιὰ χα­ρὰ ποὺ δὲν ἔ­χει συ­ναί­σθη­ση τοῦ κιν­δύ­νου, ἐ­πι­δει­κνύ­ουν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ πε­τοῦν, χα­μο­γε­λᾶ­με συμ­βα­τι­κά.

       Τὴ νύ­χτα, κα­θὼς κλεί­νου­με τὰ μά­τια μας σ’ αὐ­τὴ τὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, σκε­φτό­μα­στε τὰ παι­διὰ ποὺ γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν χα­λά­ρω­ση καὶ με­τά, πὼς μπο­ρεῖ νὰ μὴν κα­τα­λά­βουν πο­τὲ τὸ νό­η­μα τοῦ ἴ­διου τους τοῦ βά­ρους.

       Σ’ ὅ­λη τὴν ὑ­φή­λιο οἱ γο­νεῖς δέ­νουν κορ­δέ­λες στοὺς ἀ­στρα­γά­λους τῶν μω­ρῶν ποὺ γεν­νι­οῦν­ται κά­θε βρά­δυ. Τυ­λί­γουν τὴ μιὰ ἄ­κρη γύ­ρω ἀ­π’ τὸ κάγ­κε­λο τῆς κού­νιας ἢ γύ­ρω ἀ­π’ τὸν καρ­πό τους πρὶν πέ­σουν γιὰ ὕ­πνο, κρα­τών­τας τη σφι­χτὰ κον­τά τους. Τὰ παι­διὰ ἀ­νε­μί­ζουν σὰν χαρ­τα­ε­τοὶ κά­τω ἀ­π’ τὰ σκο­τει­νὰ τα­βά­νια τῶν ὑ­πνο­δω­μα­τί­ων. Κοι­μοῦν­ται βα­θιά, ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀ­π’ τὸν πα­ρά­δο­ξο αὐ­τὸ νέ­ο κό­σμο. Τὰ μι­κρά τους σώ­μα­τα θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μα πὼς νὰ πλέ­ουν.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα SmokeLong Quarterly, στὶς 30 Ἰανουαρίου 2017.

Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf). Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ Monkeybicycle, Ta­ho­ma Li­te­ra­ry Re­view, Nim­rod κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Wa­shington In­de­pen­dent Re­view of Books. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τo­ῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program)  τοῦ George Mason U­ni­ver­si­ty καὶ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ φε­στι­βὰλ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ: Live your myth in Greece



Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ

Live your myth in Greece

(με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα google-translate)


AYTO το ω­ραί­ο, πο­λυ­τε­λές, ζε­στό και πλή­ρως εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νο ρε­τι­ρέ βρί­σκε­ται συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννης, στον 7ο ό­ρο­φο με­τα­μον­τέρ­νου κτι­ρί­ου, κον­τά πρό­πο­δες του λό­φου Α­κρό­πο­λης.

       Α­πέ­χει 5 λε­πτά με τα πό­δια α­πό το Με­τρό Α­κρό­πο­λη, το Μου­σεί­ο Α­κρό­πο­λη και την Πλά­κα (πα­λιά πό­λη).

       Το μπαλ­κό­νι δι­α­θέ­τει ε­ξαι­ρε­τι­κή πα­νο­ρα­μι­κή θέ­α Α­κρό­πο­λη, το αρ­χαί­ο θέ­α­τρο Η­ρώ­δει­ο, το λό­φο Λυ­κα­βητ­τός, το λό­φο Φι­λό­παπ­πος και το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος Α­θή­να.

       Έ­χει ευ­ρύ­χω­ρο κα­θι­στι­κό και κου­ζί­να, δύ­ο υ­πνο­δω­μά­τια και δύ­ο μπά­νια.

       Μπο­ρεί να φι­λο­ξε­νή­σει 4 ά­το­μα στα υ­πνο­δω­μά­τια και άλ­λα δύ­ο πεν­τα­θέ­σιοι κα­να­πέ­δες-κρε­βά­τια.

       Έ­χει μέ­γε­θος 132 τ.μ., και μπαλ­κό­νι 35 τ.μ. (γε­μά­το με υ­πέ­ρο­χη ε­πί­πλω­ση, άν­θη, λου­λού­δια, καλ­λω­πι­στι­κά φυ­τά και υ­φά­σμα­τα) ό­που μπο­ρείς να πά­ρε­τε τον πρω­ι­νό κα­φέ, να κά­νει η­λι­ο­θε­ρα­πεί­α, ή να α­πο­λαύ­σε­τε το κρα­σί το βρά­δυ κά­τω α­πό ατ­τι­κό ου­ρα­νό και εκ­πλη­κτι­κή θέ­α φω­τι­σμέ­νης Α­κρό­πο­λη.

       Το δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει δύ­ο υ­πνο­δω­μά­τια, το κυ­ρί­ως υ­πνο­δω­μά­τιο με έ­να king size κρε­βά­τι και δεύ­τε­ρο υ­πνο­δω­μά­τιο με δι­πλό κρε­βά­τι.

       Εί­ναι πλή­ρως ε­πι­πλω­μέ­νο, με ξε­χω­ρι­στά κλι­μα­τι­στι­κά σε κά­θε δω­μά­τιο και σα­λό­νι. Το δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει αυ­τό­νο­μη θέρ­μαν­ση φυ­σι­κού α­έ­ριου, ε­πί­πε­δη τη­λε­ό­ρα­ση home cinema 44 ίν­τσες, γρα­φεί­ο με φο­ρη­τό υ­πο­λο­γι­στή, χρη­μα­το­κι­βώ­τιο, πλυν­τή­ριο πιά­των, πλυν­τή­ριο ρού­χων (χρω­μί­ου), στε­γνω­τή­ριο ρού­χων, σί­δε­ρο και σι­δε­ρώ­στρα, στε­γνω­τή­ρα μαλ­λι­ών, μη­χα­νή κα­φέ Espresso (με κά­ψου­λες), φούρ­νο μι­κρο­κυ­μά­των, κα­φε­τι­έ­ρα φίλ­τρου, το­στι­έ­ρα (αγ­γλι­κού τύ­που) και βρα­στή­ρα.

       Το σα­λό­νι, έ­να μείγ­μα σύγ­χρο­νη κομ­ψό­τη­τα με ι­δι­αί­τε­ρο σχε­δια­σμό, α­πο­τε­λεί­ται α­πό λευ­κά έ­πι­πλα και κα­φέ ξύ­λι­να δά­πε­δα, ε­πι­με­λη­μέ­νη τέ­χνη, αυ­θεν­τι­κοί πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, τζά­κι, vintage χα­λιά και πο­λυ­ε­λαί­ους αι­σθη­τι­κής νέ­ο-Baroque.

       Πα­ρέ­χει ε­πί­σης τα υ­λι­κά για πρω­ι­νό σας: αυ­γά και μπέ­ι­κον, γά­λα και κα­λό γι­α­ούρ­τι, χω­ρι­ά­τι­κο ψω­μί, μαρ­με­λά­δα και σπι­τι­κό κέ­ικ, δι­ά­φο­ρες ποι­κι­λί­ες κα­φέ και τσα­γιού, πολ­λά φρέ­σκα φρού­τα! Συν έ­να μπου­κά­λι κα­λό κρα­σί (ό­λα πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στην τι­μή)!

       Ση­μαν­τι­κό: για λό­γους α­σφα­λεί­ας υ­πάρ­χει πυ­ρο­σβε­στή­ρας και κι­βώ­τιο πρώ­των βο­ή­θει­ες.

       Σχε­τι­κά με τον ι­δι­ο­κτή­τη:

       Ο ι­δι­ο­κτή­της του εν λό­γω ρε­τι­ρέ εί­ναι σχε­διά­ζω μό­δα που εί­ναι πα­θι­α­σμέ­νος με την αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή ι­στο­ρί­α και εί­ναι ο ι­θύ­νων νους ό­σο α­φο­ρά τον ε­σω­τε­ρι­κό σχε­δια­σμό του δι­α­μέ­ρι­σμα. Ο σχε­δια­σμός συν­δυά­ζει σύγ­χρο­νο γρα­νί­τη, δά­πε­δα παρ­κέ, έν­θε­τα πλα­κά­κια αι­σθη­τι­κής art nouveau και vintage ο­ρο­φή. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι έ­νας ζε­στός, α­τμο­σφαι­ρι­κός χώ­ρος που εί­ναι ε­ξί­σου πο­λυ­τε­λής και ά­νε­τος.

       Ο ι­δι­ο­κτή­της θα εί­ναι ευ­τυ­χής να ε­πι­κοι­νω­νή­σω με τους κα­λε­σμέ­νους του για ο­τι­δή­πο­τε θα έ­κα­νε τη δι­α­μο­νή πιο ευ­χά­ρι­στη. Έ­χει λί­στα με ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­στι­α­τό­ρια και μπαρ και μπο­ρεί να σας δώ­σω πλη­ρο­φο­ρί­ες για τα­ξί­δια στην υ­πό­λοι­πη Ατ­τι­κή και Ελ­λά­δα. Θα εί­μαι πο­λύ χα­ρού­με­νος αν μπο­ρεί να βο­η­θή­σω σε ο­ποι­εσ­δή­πο­τε ε­ρώ­τη­ση φι­λο­ξε­νου­μέ­νων. Μι­λά ά­πται­στα αγ­γλι­κά και βα­σι­κά γαλ­λι­κά.

       Κα­νό­νες σπι­τιού:

Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται το κά­πνι­σμα (ε­πι­τρέ­πε­ται μό­νο στη βε­ράν­τα).

Α­κα­τάλ­λη­λο για κα­τοι­κί­δια.

Α­πα­γο­ρεύ­ον­ται τα πάρ­τι και οι εκ­δη­λώ­σεις.

Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η χρή­ση ναρ­κω­τι­κών ου­σι­ών.

Τυ­χόν φθο­ρές ή ζη­μι­ές θα α­πο­ζη­μί­ω­ση ά­με­σα.

Πα­ρέ­χον­ται πε­τσέ­τες αλ­λά δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ως ψά­θες μπά­νιου, ή για α­φαί­ρε­ση του μα­κι­γι­άζ.

Σύμ­φω­να με τους νό­μους εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να ση­μει­ω­θεί πλή­ρες ό­νο­μα, ε­θνι­κό­τη­τα και α­ριθ­μός δι­α­βα­τη­ρί­ου του ε­πι­σκέ­πτη κα­τά την ά­φι­ξη.

       Κου­ζί­να:

Α­να­μέ­νου­με α­πό τους κα­λε­σμέ­νους, πριν α­πό την α­να­χώ­ρη­ση, να κα­θα­ρί­σουν τα πιά­τα και α­φή­νω την κου­ζί­να κα­θα­ρή. Σε πε­ρί­πτω­ση που δεν θέ­λω να κα­θα­ρί­σε­τε τα πιά­τα ή δεν έ­χε­τε χρό­νο για να το κά­νεις, μπο­ρεί­τε να α­φή­σε­τε 14 ευ­ρώ σε με­τρη­τά στην κου­ζί­να για υ­πη­ρε­σί­α κα­θα­ρι­σμού.

       Του­α­λέ­τα:

Με κά­θε δι­α­μο­νή, α­νε­ξάρ­τη­τα διά­ρκεια, προ­σφο­ρά 4 ρο­λά χαρ­τιού υ­γεί­ας.

       Κά­δος α­πορ­ριμ­μά­των:

       Οι ε­πι­σκέ­πτες κα­λούν­ται να κα­τά­θε­ση τα α­πορ­ρίμ­μα­τά τα­κτι­κά στον γκρί­ζους κά­δους α­πορ­ριμ­μά­των στο δρό­μο. Πα­ρα­κα­λού­με να α­να­κυ­κλώ­νε­τε. Οι μπλε κά­δοι προ­ο­ρί­ζον­ται για α­να­κύ­κλω­ση υ­λι­κών.

       Δι­ά­φο­ρα:

Σεν­τό­νια και πε­τσέ­τες στο δι­α­μέ­ρι­σμα εί­ναι κα­λύ­τε­ρη ποι­ό­τη­τα και πλέ­νον­ται και σι­δε­ρώ­νον­ται με τους υ­ψη­λό­τε­ρους ευ­ρω­πα­ϊ­κούς κα­νο­νι­σμούς.

       Το δι­α­μέ­ρι­σμα εί­ναι φι­λι­κό προς ο­μο­φυ­λό­φι­λος, φι­λι­κό προς lesbian, seniors τα­ξι­δι­ώ­της και single γυ­ναί­κα.

       Ση­μαν­τι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα: ε­νώ βρί­σκε­ται δί­πλα σε ό­λα τα κύ­ρια α­ξι­ο­θέ­α­τα, ταυ­τό­χρο­να εί­ναι έ­να πο­λύ ή­συ­χο και α­σφα­λές μέ­ρος.

       Υ­πάρ­χει μια δω­ρε­άν ε­φαρ­μο­γή ό­νο­μα TfA που μπο­ρεί­τε να α­γο­ρά­σω ει­σι­τή­ρια για ό­λες δη­μό­σι­ες συγ­κοι­νω­νί­ες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας α­πευ­θεί­ας πι­στω­τι­κή ή χρε­ω­στι­κή κάρ­τα.

       Η πε­ρι­ο­χή πή­ρε το ό­νο­μα α­πό Ι­ω­άν­νη Μα­κρυ­γιά­ννη, Έλ­λη­να στρα­τη­γό του Α­γώ­να Α­νε­ξαρ­τη­σί­ας 1821-1830, λό­γω κα­τοι­κί­ας του στην πε­ρι­ο­χή.

       Α­πέ­ναν­τι α­πό το σπί­τι του χτί­στη­κε έ­να στρα­τι­ω­τι­κό νο­σο­κο­μεί­ο α­πό αρ­χι­τέ­κτο­να Weiler το ο­ποί­ο χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα ως έ­δρα της χω­ρο­φυ­λα­κής ό­που έ­λα­βε χώ­ρα μια δι­ά­ση­μη βί­αι­η α­να­μέ­τρη­ση κα­τά τη διά­ρκεια Δε­κέμ­βριος 1944.

       Στην πε­ρι­ο­χή Μα­κρυ­γιά­ννη βρί­σκε­ται το νέ­ο μου­σεί­ο Α­κρό­πο­λη που εγ­και­νι­ά­στη­κε το 2009 με το ο­ποί­ο οι κά­τοι­κοι συν­δέ­ον­ται με την ι­στο­ρί­α τους – ι­στο­ρί­α 4000 ε­τών – και εί­ναι μάρ­τυ­ρες της συ­νέ­χι­σης του αρ­χαί­ου ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού.

       Σή­με­ρα πολ­λά μι­κρά κα­τα­στή­μα­τα και υ­πη­ρε­σί­ες ε­ξα­κο­λου­θούν να α­κο­λου­θούν τις δι­κές τους πα­ρα­δό­σεις, σε μια γει­το­νιά που ε­ξα­κο­λου­θεί να έ­χει την αί­σθη­ση μιας κοι­νό­τη­τας.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κε­ν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τί νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.