Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.


			

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney): Τὰ ρομπὸτ εἴμαστε ἐμεῖς


Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney)

 

T­ὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς

(We are the robots)


ΤΑΝ Η ΤΡΙΤΗ κο­πέ­λα ποὺ μὲ πα­ρά­τα­γε φέ­τος. «Πή­γα­με σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κλάμπ», ἔ­λε­γα στὸν Γκά­ρυ, «καὶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐν­τε­λῶς. Εἶ­χε γί­νει ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­χθρι­κή».

Κοι­τῶν­τας με πά­νω ἀ­π’ τοὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν του μὲ ρώ­τη­σε. «Χό­­ρε­ψες;»

«Κοί­τα», ἀ­πάν­τη­σα ἀ­κουμ­πῶν­τας μὲ τὸ δά­χτυ­λό τὸ σου­βὲρ τῆς μπύ­ρας μου. «Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­ρι­ξα με­ρι­κὲς στρο­φές.»

        Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἔ­κα­νες μή­πως τὸ ρομ­πότ;»

        «Ὄ­χι, οὔ­τε κάν.»

        «Τί μου­σι­κὴ ἔ­παι­ζε;»

        «Τέ­κνο τῆς δε­κα­τί­ας τοῦ ’80.»

        Ὁ Γκά­ρυ ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του κι ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του. «Πό­σες φο­ρὲς τό ’χου­με ξα­να­πεῖ – μὲ τὸ ποὺ ἀ­κοῦς αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, πρέ­πει νὰ κά­νῃς τὸ ρομ­πότ.» Σή­κω­σε τὸ παλ­τό του. «Κα­μιὰ γυ­ναῖ­κα δὲν θὰ ἀ­νε­χθῇ κά­τι τέ­τοι­ο.»

        Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἤ­μουν στὰ πα­τώ­μα­τα. Μιὰ μπα­σο­γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πό ’­να συν­θε­σά­ϊ­ζερ κόν­τευ­ε νὰ μὲ πνί­ξῃ, ὁ ἦ­χος ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ ταμ­πού­ρου ἔ­σκι­ζε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, κι ἐ­γὼ ἤ­μουν πλέ­ον μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νου με­ταλ­λι­κοῦ τέ­ρα­τος ποὺ κα­τα­βρό­χθι­ζε τὰ πάν­τα.


 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα του https://www.davidgaffney.org/

https://www.davidgaffney.org/we-are-the-robots.html#

 

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Κλῆ­τορ Μοὺρ τῆς Δυ­τι­κῆς Κάμ­πρια καὶ πλέ­ον ζεῖ στὸ Μάν­τσε­στερ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ Sawnoff Tales (2006), Aromabingo (2007), Never Never (2008), The Halflife of Songs (2010) καὶ τὴν πιὸ πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του, More SawnOff Tales (2013). Ἐ­πί­σης, ἔ­χει γρά­ψει τὸ Buildings Crying Out, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας ἀ­φί­σες ἀ­πὸ χα­μέ­νες γά­τες (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Λάν­κα­στερ, 2009)· τὸ 23 Stops To Hull, μιὰ σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­ῶν γιὰ κά­θε κόμ­βο τῆς ἀγ­γλι­κῆς ἐ­θνι­κῆς ὀ­δοῦ M62 (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας Χάμ­περ Μά­ουθ 2009)· τὸ Sawnoff Opera, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὄ­πε­ρες μὲ τὴν Ἰρ­λαν­δὴ συν­θέ­τρια Ailís Ní Ríain (BBC Radio 3, RNCM, Φι­λαρ­μο­νι­κὴ τοῦ Λί­βερ­πουλ καὶ Φε­στι­βὰλ Τέτ-ἄ-τέτ, Λον­δί­νο London 2010)· τὸ Destroy PowerPoint, ἱ­στο­ρί­ες σὲ μορ­φὴ PowerPoint γιὰ τὸ Φε­στι­βὰλ τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου τοῦ 2009· τὸ The Poole Confessions, ἱ­στο­ρί­ες εἰ­πω­μέ­νες σ’ ἕ­να κι­νη­τὸ ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ριο (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Πούλ 2010)· τὸ Station Stories, ὅ­που ἕ­ξι συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νοι μὲ τὸ κοι­νὸ μέ­σῳ ἀ­σύρ­μα­των ἀ­κου­στι­κῶν ἀ­παγ­γέ­λον­τας δι­η­γή­μα­τα στὸν σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μὸ τοῦ Πι­καν­τίλ­λυ στὸ Μάν­τσε­στερ (Φε­στι­βὰλ Λο­το­τε­χνί­ας Μάν­τσε­στερ 2011)· τὸ Boy You Turn Me, μιὰν ἠ­χη­τι­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση (Φε­στι­βὰλ Βι­βλί­ου Μπέρ­μιγ­χαμ 2011)· τὸ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὸ πρό­γραμ­μα συγ­γρα­φῆς Errata Slips (Κόρ­νερ­χά­ουζ τοῦ 2011)· τὸ Preston 3twenty (2012-2032), ἕ­να εἰ­κο­σα­ε­τοῦς δι­αρ­κεί­ας καλ­λι­τε­χνι­κὸ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ πρό­γραμ­μα· τὸ Men Who Like Women Who Smell of Their Jobs, (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Μάν­τσε­στερ 2014) μιὰ ἔκ­θε­ση ὀ­πτι­κῶν τε­χνῶν μα­ζὶ μὲ τὴ ζω­γρά­φο Ἄ­λι­σον Ἔ­ρι­κα Φό­ουρντ, καὶ τὸ The Three Rooms In Valeries Head, (Φε­στι­βὰλ Κό­μικς τοῦ Λέ­ηκς 2015) ἕ­να ζων­τα­νὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μα­ζὶ μὲ τὸν καλ­λι­τέ­χνη Ντὰν Μπέρ­ρυ καὶ τὴ συν­θέ­τρια Σά­ρα Λό­ουζ. Ἔ­χει γρά­ψει ἄρ­θρα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες GuardianSunday TimesFinancial Times καὶ Prospect magazine, ἐ­νῷ ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῆς κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τροπῆς γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Μπρά­ιν­τπορτ τοῦ 2015. Ἡ ἱ­στο­ρί­α του The Staring Man συγ­κα­ταλ­λέ­ε­ται στὴ συλ­λο­γὴ τῶν κα­λύ­τε­ρων βρε­τα­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των γιὰ τὸ 2016, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του μυ­θι­στό­ρη­μα, All The Places I’ve Ever Lived, κυ­κλο­φο­ρεῖ μέ­σῳ Urbane, καὶ τὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τὸν Ντὰν Μπέρ­ρυ, The Three Rooms In Valeries Head, κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ  Top Shelf.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θανάσης Γαλανάκης (Ἀθήνα, 1993): Σπούδασε Μεσαιωνικὴ καὶ Νεοελ­λη­νικὴ Φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν Ἱστορία καὶ τὴ Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας, τὴ Μετάφραση θεωρητικῶν καὶ λογοτεχ­νικῶν κειμένων καὶ τὴν Ποίηση. Μελέτες, μεταφράσεις καὶ ποιήματά του ἔ­χουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐπιστημονικά, φιλολογικὰ καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δι­κά, ἐφημερίδες καὶ ἰστοτόπους. Ἀγαπᾷ τὰ ζῶα, ἰδιαίτερα τὰ πτηνά. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πιὸ πρόσφατό του βιβλίο, ἡ ποιητικὴ συλλογή Τὰ Καναρίνια (Ἀθήνα, Σμίλη, 2019). Διατηρεῖ τὸ ἰστολό­γιο:

 ­http://ptinologion.wordpress.com


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin): Ὁ Τζόκεϊ μου


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin)


Τζό­κε­ΐ μου

(My Jockey)


’ ΑΡΕΣΕΙ νὰ δου­λεύ­ω στὰ Ἐ­πεί­γον­τα – ὅ­πως καὶ νά ‘χει, γνω­ρί­ζεις ἄν­τρες ἐ­κεῖ. Πραγ­μα­τι­κοὺς ἄν­τρες, ἥ­ρω­ες. Πυ­ρο­σβέ­στες καὶ τζό­κε­ϊ. Ἔρ­χον­ται συ­νέ­χεια στὰ Ἐ­πεί­γον­τα. Οἱ τζό­κε­ϊ ἔ­χουν ὑ­πέ­ρο­χες ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες. Σπᾶ­νε κό­κα­λα συ­νέ­χεια ἀλ­λὰ τὰ μπαν­τά­ρουν ὅ­πως-ὅ­πως καὶ ξα­να­τρέ­χουν στὴν ἑ­πό­με­νη κούρ­σα. Οἱ σκε­λε­τοί τους μοιά­ζουν μὲ δέν­τρα, μὲ ἀ­να­συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­νους βρον­τό­σαυ­ρους. Μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­βα­στια­νοῦ.

        Ἐ­γὼ ἀ­να­λαμ­βά­νω τοὺς τζό­κε­ϊ για­τί μι­λά­ω ἱ­σπα­νι­κὰ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι Με­ξι­κά­νοι. Ὁ πρῶ­τος τζό­κε­ϊ ποὺ γνώ­ρι­σα ἦ­ταν ὁ Μου­νιόθ. Θε­έ μου. Γδύ­νω ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ δὲν εἶ­ναι σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, μοῦ παίρ­νει κά­ποι­α λε­πτά. Ὁ Μου­νιὸθ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἐ­κεῖ, ἀ­ναί­σθη­τος, Ἀζ­τέ­κος θε­ὸς σὲ μι­νι­α­τού­ρα. Ἐ­πει­δὴ τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν πο­λύ­πλο­κα, ἔ­νι­ω­θα λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σα ἕ­να πο­λυ­σύν­θε­το τε­λε­τουρ­γι­κό. Ἐ­κνευ­ρι­στι­κό, κα­θὼς χρει­ά­στη­κε πο­λὺς χρό­νος, ὅ­πως στὸν Μι­σί­μα ὅ­που χρει­ά­ζον­ται τρεῖς σε­λί­δες γιὰ νὰ βγά­λει τὸ κι­μο­νό της μιὰ κυ­ρί­α. Τὸ βα­θυ­πόρ­φυ­ρο σα­τὲν που­κά­μι­σό του εἶ­χε πολ­λὰ κουμ­πιὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ ὤ­μου καὶ σὲ κά­θε μι­κρο­σκο­πι­κὴ μαν­σέ­τα· τὸ παν­τε­λό­νι του ἔ­σφιγ­γε μὲ πε­ρί­πλο­κο δέ­σι­μο κορ­δο­νι­ῶν, πραγ­μα­τι­κοὺς προ-κο­λομ­βια­νοὺς κόμ­πους. Οἱ μπό­τες του μύ­ρι­ζαν κο­πριὰ καὶ ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὲς καὶ λε­πτο­κα­μω­μέ­νες σὰν τῆς Στα­χτο­πού­τας. Κι αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται, ἕ­νας μα­γε­μέ­νος πρίγ­κι­πας.

        Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ξυ­πνή­σει, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει τὴ μη­τέ­ρα του. Δὲν κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι μου, ὅ­πως κά­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ γαν­τζώ­θη­κε στὸν λαι­μό μου, κλαί­γον­τας μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ Mama­cita! Mama­cita! (1) Ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­φή­σει τὸν δρα Τζόν­σον νὰ τὸν ἐ­ξε­τά­σει ἦ­ταν νὰ τὸν κρα­τά­ω στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ νὰ τὸν κου­νά­ω σὰν μω­ρό. Ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος σὰν παι­δὶ ἀλ­λὰ δυ­να­τός, μυ­ώ­δης. Ἕ­νας ἄν­τρας στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὀ­νει­ρε­μέ­νος ἄν­τρας; Ὀ­νει­ρε­μέ­νο μω­ρό;

        Ὁ δρ Τζόν­σον σφούγ­γι­σε τὸ μέ­τω­πό μου κα­θὼς με­τέ­φρα­ζα. Εἶ­χε στὰ σί­γου­ρα σπα­σμέ­νη κλεί­δα, του­λά­χι­στον τρί­α σπα­σμέ­να πλευ­ρά, πι­θα­νῶς καὶ δι­ά­σει­ση. Ὄ­χι, εἶ­πε ὁ Μου­νιόθ. Ἔ­πρε­πε νὰ τρέ­ξει στὶς αὐ­ρια­νὲς κοῦρ­σες. Πή­γαι­νέ τον γιὰ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, εἶ­πε ὁ δρ Τζόν­σον. Ἐ­φό­σον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­πλώ­σει στὸ φο­ρεῖ­ο τὸν κου­βά­λη­σα στὸν δι­ά­δρο­μο, σὰν τὸν Κὶνγκ-Κόνγκ. Ἔ­κλαι­γε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, τὰ δά­κρυ­ά του μού­σκε­ψαν τὸ στῆ­θος μου.

        Πε­ρι­μέ­να­με τὸν χει­ρι­στὴ τοῦ ἀ­κτι­νο­λο­γι­κοῦ μη­χα­νή­μα­τος στὸν σκο­τει­νὸ θά­λα­μο. Τὸν κα­θη­σύ­χα­ζα ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να μ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Cal­mate, lin­do, calma­te. De­spa­cio… de­spa­cio(2). Σι­γὰ… σι­γά. Ἡ­σύ­χα­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­φυ­σά­ει καὶ νὰ ρου­θου­νί­ζει ἁ­πα­λά. Χά­ι­δε­ψα τὴν ἐ­ξαί­σια πλά­τη του. Ρί­γη­σε καὶ τρε­μού­λια­σε σὰν τὴ ρά­χη ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου που­λα­ριοῦ. Ἦ­ταν θαυ­μά­σιο.


(1) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Μα­νού­λα μου! Μα­νού­λα μου!
(2) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Ἠ­ρέ­μη­σε, ὀ­μορ­φού­λη, ἠ­ρέ­μη­σε.


Πηγή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Τζό­κε­ΐ μου» («My Jockey») δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Berkeley Monthly (1983) καὶ πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς συλ­λο­γές: Phan­tom Pain (Tom­bou­ctou Books – 1984) καὶ Ho­me­sick ( Black Spar­row Press – 1990). Σή­με­ρα πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ A Ma­nual for Clea­ning Wo­men (Farrar, Straus and Giroux – August 2015).Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ τί­τλο Ὁ­δη­γί­ες γιὰ οἰ­κια­κὲς βο­η­θούς σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Κα­τε­ρί­νας Σχι­νᾶ γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Στε­ρέ­ω­μα (1η ἔκ­δο­ση Νο­έμ­βριος 2018).

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin), (12 Νοεμβρίου 1936-12 Νοεμβρίου 2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της δὲν ἦ­ταν εὐ­ρέ­ως γνω­στή, ὡ­στό­σο εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ἀλ­λὰ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νο κοι­νό. Ἀ­πέ­κτη­σε ξαφ­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φή­μη ἕν­τε­κα χρό­νια με­τὰ τὸν θά­να­τό της, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2015, ὅ­ταν οἱ ἐκ­δό­σεις Farrar, Straus and Giroux ἐ­ξέ­δω­σαν μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των σὲ ἕ­ναν τό­μο, A Manual for Cleaning Women, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Stephen Emerson. Μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν εὐ­πώ­λη­των τοῦ New York Times καὶ μέ­σα σὲ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­φε­ρε νὰ ση­μει­ώ­σει με­γα­λύ­τε­ρες πω­λή­σεις ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να βι­βλί­α της μα­ζί. Ἐ­πί­σης, μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν 10 κα­λύ­τε­ρων βι­βλί­ων τοῦ 2015 τοῦ New York Times Book Review καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Kirkus.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.



		

	

Μαρία Ἀ. Ἰωάννου: Καλοτζαίρι στὸ χωριό

Μα­ρί­α Ἀ. Ἰ­ω­άν­νου


Κα­λο­τζαί­ρι στὸ χω­ριὸ


Ο ΠΕΤΑΛΛΙ κρέμ­με­ται σὰν στραμ­που­λι­σμέ­νος ἀ­στρά­γα­λος, ὁ ἄ­νε­μος τὸν σπρώ­χνει πρὸς τὴ μιὰ πλευ­ρά, κά­τι μπαί­νει ἀ­πό­το­μα στὰ ρου­θού­νια του, κά­ποι­ος μό­λις ἔψη­σε κουλ­λού­ρι, πρέ­πει νὰ τὸ βι­δώ­σει μό­λις πά­ει πί­σω, «σκα­το­πε­τάλ­λι», νὰ τὸ στε­ρε­ώ­σει, εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο, λακ­κού­βα, «ὤπ», ἀ­ρι­στε­ρὴ στρο­φή, ἂν ὅ­μως πά­ει πί­σω θὰ τὸν σπά­σει στὸ ξύ­λο, δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, θὰ τὸν σπά­σει στὸ ξύ­λο, θὰ τοῦ ἀ­νοί­ξει τὰ μυα­λά, μό­λις τὸν δεῖ μπρο­στά του, θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα, τὴν κα­ρέ­κλα ποὺ ἔ­κα­με ὁ μα­κα­ρί­της ὁ παπ­ποῦς, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ μα­λά­κας θὰ ἔ­χει γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη θὰ τοῦ σπά­σει τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ παπ­ποῦ στὸ κε­φά­λι, κι ὁ παπ­ποῦς τὸ ἴ­διο θὰ ἔ­κα­μνε ἂν ζοῦ­σε, νὰ πε­θά­νει, «νὰ κορ­τώ­σει νοῦ­ρον», νὰ στα­μα­τή­σει ἡ μά­να του νὰ τοῦ τρίφ­κει τὰ σώ­βρα­κα, τὰ σκα­τά, «νὰ πε­θά­νει, μάμ­μα, νὰ πε­θά­νει πέρ­κι ἡ­συ­χά­σου­με», ἄλτ, κλει­στὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς Λί­νας, τί μαλ­λιά, ἀ­τέ­λει­ω­τα, πά­λι τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε χτές, τὸν σέ­νια­ρε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κόλ­λη­σε τὰ μμάθ­κια της πά­νω του, τοῦ ση­κώ­θη­κε, δὲν μπό­ρε­σε νὰ συγ­κρα­τη­θεῖ, τῆς ἔ­παι­ξε τὸ κου­δού­νι κι ἐ­κεί­νη στα­μά­τη­σε τὸ χτέ­νι­σμα, τὸν κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸν κα­θρέ­φτη, τὰ δόν­τια της με­γά­λα, κά­τα­σπρα, χεί­λη ζου­με­ρά, τό­σο ζου­με­ρὰ ποὺ τ’ ἄ­κου­σε ἀ­π’ τὸν δρό­μο, πρώ­τη φο­ρὰ τοῦ ’­στει­λε φι­λί, «κάτ­τε, ππίσ­σι­ι­ι­ι­ι»*, ἡ Λί­να, ἡ Λί­να χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιὰ της τὴν ἴ­δια ὥ­ρα κά­θε μέ­ρα, ἔ­χει πάν­τα τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νοι­κτό, χά­νε­ται μέ­σα στὰ μμάθ­κια της, μέ­σα στὰ μαλ­λιά της, μιὰ μέ­ρα θὰ κά­μει τὸ βῆ­μα, θὰ τὴ ζη­τή­σει κι ἄς μὴν τὸν θέ­λουν, «ὤπ», ἄλ­λη λα­κού­βα, στρο­φή, μό­νο νὰ δου­λέ­ψει λί­γο ἀ­κό­μα στὶς στα­φί­δες, νὰ μα­ζέ­ψει λε­φτὰ καὶ θὰ πά­ει νὰ τὴ ζη­τή­σει, «σκα­το­πε­τάλ­λι, ἄν­τε­ξε», ἄς τὸν θκι­ώ­ξουν μὲ τὸ κυ­νη­γε­τι­κό, θὰ τὸν σκο­τώ­σει τὸν μα­λά­κα, μιὰ μέ­ρα θὰ τὸν σκο­τώ­σει κι ἂς τὸν πά­ρουν φυ­λα­κή, «νὰ φύ­ει τού­τη ἡ ρε­τσι­νιὰ ποὺ πά­νω μου, ὁ γιὸς τοῦ πελ­λοῦ, ὁ γιὸς τοῦ με­θύ­στα­κα», κά­μνει ὅ,τι μπο­ρεῖ, «σκα­το­πε­τάλ­λι», θέ­λει βί­δω­μα, κι­νεῖ­ται χω­ρὶς σπόν­δυ­λο ἐ­δῶ καὶ μέ­ρες, κά­μνει ὅ,τι μπο­ρεῖ, κά­μνει ὅ,τι μπο­ρεῖ, πό­σο ν’ ἀλ­λά­ξει γιὰ νὰ τὸν συμ­πα­θή­σουν, ἔ­κο­ψε τὰ μαλ­λιά του, ἀ­γό­ρα­σε και­νού­ρια ροῦ­χα, βο­η­θᾶ τὶς γει­τό­νισ­σες, μὰ ὁ πα­πὰς τῆς Λί­νας πάν­τα τὸν βλέ­πει μὲ τὸ μι­σό του, κά­θε­ται στὸ τρα­κτέρ του καὶ τὸν καρ­φώ­νει μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μαθ­κιοῦ, βα­σι­λιάς, «ὤπ», στρο­φή, ὅ­μως θὰ τὸν συμ­πα­θή­σει ποῦ θὰ πά­ει, θὰ ξε­χά­σει πὼς εἶ­ναι ὁ γιὸς τοῦ με­θύ­στα­κα, θὰ τὸν δεῖ γιὰ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι, «ἔ­ε­ε», κορ­μός, δὲν τοῦ ἔ­μει­νε μυα­λὸ μ’ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει, τὸ πε­τάλ­λι ἐ­πα­να­στά­τη­σε, κι­νεῖ­ται με­θυ­σμέ­νο, θέ­λουν φού­σκω­μα καὶ τὰ λά­στι­χα, νὰ κό­ψει τα­χύ­τη­τα κα­λύ­τε­ρα, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σπί­τι σῶ­ος καὶ ἀ­βλα­βής, γε­ρός, δυ­να­τός, νὰ προ­λά­βει νὰ ζη­τή­σει τὴ Λί­να σὲ γά­μο, νὰ σώ­σει ἐ­πι­τέ­λους τὴ μά­να του, τὸν χρει­ά­ζε­ται, τὸν χρει­ά­ζε­ται, «ναί, μάμ­μα, ἐν ζή­τη­μα ζω­ῆς τζαὶ θα­νά­του», νὰ στα­μα­τή­σουν οἱ σοῦ­ζες, τὰ δι­α­λυ­μέ­να τι­μό­νια, τὰ σκα­το­πε­τάλ­λια, τὸν χρει­ά­ζε­ται, ὁ κό­σμος, ἡ Λί­να, ἡ μά­να του, προ­πάν­των ἡ μά­να του· τὸ πρω­ί, στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, ἡ μύ­τη της ἔ­στα­ζε σὰν κόκ­κι­νο κε­ρί.


* «κάτ­τε, ππίσ­σι­ι­ι­ι­ι»: «γά­τε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ».



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Ἀ. Ἰ­ω­άν­νου (Λε­με­σός). Σπού­δα­σε Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Η.Β. (King’s College London, University of Reading) καὶ ὁ­λο­κλήρωσε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (University of Winchester, Vice-Chancellor’s Excellence in Research Award 2019). Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο Ἡ γι­γαν­τια­ία πτώ­ση μιᾶς βλε­φα­ρί­δας (Γα­βρι­η­λί­δης, 2011) ἔ­λα­βε τὸ Βρα­βεῖ­ο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Λο­γο­τέ­χνη (Κρα­τι­κὰ Βρα­βεῖ­α Λο­γο­τε­χνί­ας Κύ­πρου), ἐ­νῶ τὸ Κα­ζά­νι (Νε­φέ­λη, 2015) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ου Λο­γο­τέ­χνη 2016 (ἑλ­λη­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κλε­ψύ­δρα/Ἔ­να­στρον). Μι­κρὸ-δι­η­γή­μα­τά της με­τα­φρά­στη­καν σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες καὶ βρα­βεύ­τη­καν σὲ δι­α­γω­νι­σμούς. Τὸ 2019, τὸ δι­ή­γη­μά της Pillars προ­τά­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sand (Βε­ρο­λί­νο) γιὰ νὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions (ΗΠΑ), ἐ­νῶ τὸ πα­ρα­μύθι της Ἡ Μύ­γα κι ἡ Κα­νά­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐ­κδό­σεις Πα­τά­κη.


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Μαθήματα τανγκό


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Μαθήματα τανγκό

(Tango Lessons)


ΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ στὸ Μαν­χά­ταν, ὅ­που κά­πο­τε πη­γαῖ­ναν οἱ Λα­τί­νοι γιὰ χο­ρό. Εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ ἔ­χει μιὰ φτω­χὴ με­τα­νά­στρια ἀ­πὸ τὸ Που­έρ­το Ρί­κο ἢ τὸν Ἅ­γιο Δο­μί­νι­κο ἢ τὸ Με­ξι­κό, μπὰς καὶ βγά­λει κά­να φράγ­κο γιὰ τὴν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς της, ἀλ­λὰ ἔ­φτια­ξε ἕ­να τό­σο γα­μά­το μπάρ, ποὺ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τὸ ἐκ­θεί­α­σαν στὸν χρό­νο ποὺ κά­νει μιὰ σπί­θα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μὲ ὀ­χτὼ μπο­φὸρ καὶ ἔ­τσι τώ­ρα, στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες συ­χνά­ζει ὅ­λος ὁ κα­λὸς κό­σμος τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­πὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ ἀ­φή­νουν τὴ βα­ρε­τὴ κα­φε­τέ­ρια τῆς ἑ­ται­ρεί­ας τους σὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νο­ξύ­στες γιὰ νὰ πιοῦν μιὰ μπί­ρα στῆς Ντο­λό­ρες, ἕ­ως φοι­τη­τὲς καὶ φοι­τή­τρι­ες, ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κο­τή­των, ποὺ θέ­λουν νὰ μά­θουν τὰ μυ­στι­κὰ τοῦ ταν­γκό, γιὰ νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν κά­ποι­α γκό­με­να ἢ γκό­με­νο στὴν πα­τρί­δα. Για­τί πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, στῆς Ντο­λό­ρες λει­τουρ­γεῖ μιὰ σχο­λὴ χο­ροῦ. Ὄ­χι σὰν τὶς ἄλ­λες, ὅ­που πᾶς καὶ φο­ρᾶς τὴ στο­λὴ καὶ τὰ εἰ­δι­κὰ πα­πού­τσια σου καὶ μα­θαί­νεις βῆ­μα-βῆ­μα ἐ­πὶ μῆ­νες ἕ­ναν ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο χο­ρὸ γιὰ νὰ κο­κο­ρευ­τεῖς σὲ κά­ποι­ο πάρ­τι ἀ­πο­φοί­των ἢ μιὰ βρα­διὰ τῆς τά­ξης σου ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Στῆς Ντο­λό­ρες μά­θαι­νες ἐ­κεῖ, στὴ σκη­νή, ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια, στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς χυ­μέ­νης μπί­ρας, τοῦ κα­πνοῦ, τῆς τη­γα­νί­λας ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να καὶ στὰ μουγ­κρη­τὰ κά­ποι­ου τε­λει­ω­μέ­νου ποὺ ξέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν πῆ­ρε πο­τέ. Στῆς Ντο­λό­ρες, ἔμ­παι­νες μέ­σα, ἔ­λε­γες τί μπί­ρα θέ­λεις, ἂν καὶ πάν­τα ἴ­δια γεύ­ση εἶ­χε, καὶ με­τὰ πή­γαι­νες καὶ δι­ά­λε­γες ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πε­λι­ὲς ποὺ θὰ ἦ­ταν ἡ δα­σκά­λα σου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἢ ὅ­ποι­ο βρά­δυ ἐρ­χό­σουν, ἂν ἄν­τε­χες ἢ ἂν δὲν ἦ­ταν πι­α­σμέ­νη. Τὴ σή­κω­νες πά­νω μὲ ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο κι ἐ­κεί­νη σὲ γρά­πω­νε σφι­χτὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὸν κῶ­λο, γιὰ νὰ σὲ πε­ρι­φέ­ρει μὲ μα­ε­στρί­α στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Ἱ­σπα­νί­α ἢ ὅ­που ἀλ­λοῦ χο­ρεύ­ε­ται ταν­γκὸ καὶ νὰ σὲ κά­νει νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι ἤ­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­τι πρὶν λί­γο ἤ­σουν χω­μέ­νος σὲ ἔγ­γρα­φα, σὲ ἐρ­γα­σί­ες φοι­τη­τῶν, σὲ μιὰ κου­ζί­να, σὲ ἕ­να αἰ­δοῖ­ο ἢ στὸν σκου­πι­δό­το­πο τοῦ μυα­λοῦ σου.

        Τὸ βρά­δυ ποὺ πῆ­γα συ­στη­μέ­νος στῆς Ντο­λό­ρες εἶ­χα πι­εῖ τρεῖς μπί­ρες τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φο, εἶ­χα δι­ορ­θώ­σει λο­γο­κλεμ­μέ­νες ἐρ­γα­σί­ες, εἶ­χα γνω­ρί­σει τὴν και­νού­ρια μου συ­νερ­γά­τι­δα, εἶ­χα κολ­λή­σει στὴν κί­νη­ση καὶ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει τρεῖς φο­ρὲς νὰ γυ­ρί­σω πί­σω. Χαί­ρο­μαι ποὺ δὲν τὸ ἔ­κα­να. Χαί­ρο­μαι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴν Πι­λάρ. Χαί­ρο­μαι ποὺ ἐ­ξέ­λι­ξα τὴ ζω­ή μου χο­ρεύ­ον­τας. Για­τί ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ χο­ρεύ­τρια, ἦ­ταν τυ­φώ­νας… Σα­ρω­τι­κὴ καὶ πάν­τα φευ­γά­τη, σοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ χό­ρευ­ες καὶ σοῦ ἔ­παιρ­νε τὴν καρ­διὰ καὶ τὸ μυα­λό. Ἂν ἤ­σουν τυ­χε­ρὸς ἄ­κου­γες καὶ κά­να γλυ­κό­λο­γο, μὰ ἂν τολ­μοῦ­σες νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σεις, χα­νό­ταν λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Σὲ πα­ρα­τοῦ­σε στὴ σκη­νὴ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας τῆς Ντο­λό­ρες καὶ δὲν τὴν ξα­νά­βλε­πες ὅ­λο το βρά­δυ. Τὴ μό­νη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἔ­κα­να καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι χο­ρεύ­ει πο­λὺ ὡ­ραί­α, ἔ­μει­να νὰ κά­νω τὸ σκιά­χτρο μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να γιὰ νὰ φεύ­γουν τὰ κο­ρά­κια, ἡ κα­κο­τυ­χί­α καὶ οἱ ἀρ­νη­τι­κές μου σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί συ­νέ­βη. Εἶ­χα τό­σα πολ­λὰ νὰ πῶ στὴν Πι­λάρ, μὰ οἱ λέ­ξεις μου ἔ­με­ναν πάν­τα κρε­μα­σμέ­νες στὰ χεί­λη, ἀ­φοῦ κυ­ρί­ως δὲν ἤ­θε­λα νὰ χα­θεῖ. Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε νὰ μά­θω ταν­γκό. Τί νὰ τὸ κά­νω ἄλ­λω­στε στὴν τά­ξη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ ξυ­πνή­σω κά­να βα­ρι­ε­στη­μέ­νο φοι­τη­τή. Τί νὰ τὸ κά­νω; Εἶ­χε πε­ρά­σει ὁ και­ρὸς ποὺ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα μὲ τὸ σῶ­μα. Τώ­ρα τὸ μυα­λὸ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε. Ὁ ἔ­ρω­τας ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ προ­έ­κτα­ση τῶν σκέ­ψε­ών σου. Ὅ­σο πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρες καὶ γο­η­τευ­τι­κές, τό­σο πιὸ πο­λὺ φλό­γα βγά­ζει τὸ σῶ­μα σου. Σὰν τὴν Πι­λάρ. Σὰν τὸν χο­ρό της. Σὰν ἐ­μέ­να ποὺ ἀ­φη­νό­μουν στὰ χέ­ρια της νὰ μὲ μά­θει ταν­γκό. Νὰ μὲ μά­θει νὰ ζῶ, τὸ ἔ­λε­γα στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου κα­θὼς ἔ­φευ­γα. Τέ­τοι­α θὰ τῆς ἔ­λε­γα, ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, μὰ ἔ­τρε­μα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­κλει­να τὰ μά­τια καὶ μὲ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θί­σμα­τα καὶ τὰ ἁ­πλω­μέ­να πό­δια καὶ τὶς φω­νὲς ὅ­σων μᾶς κοι­τοῦ­σαν. Ἐ­κεί­νη πε­τοῦ­σε κι ἐ­γὼ ἔ­σερ­να τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια μου στὸ πά­τω­μα ἀ­πὸ κά­τω της. Ναί, ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν γιὰ λι­γό­ψυ­χους καὶ ρι­ψά­σπι­δες. Δὲν τὴν ἄγ­γι­ζα πιὰ στὸν ὦ­μο ὅ­ταν ἔμ­παι­να μέ­σα. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Ἡ Πι­λὰρ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στά μου σὰν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸς καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ μου­σι­κὴ χα­νό­ταν στὸ σκο­τά­δι λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἀ­φή­νον­τάς με ἔ­ρη­μο νὰ δι­ψά­ω γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ νε­ρό, οὔ­τε γιὰ μπί­ρα.

        Ἤ­θε­λε κό­τσια νὰ ἀ­γα­πή­σεις τὴν Πι­λάρ. Ἤ­θε­λε καὶ πο­λὺ ἀλ­κο­όλ. Μά, κυ­ρί­ως κό­τσια. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πραγ­μα­τι­κὲς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μα­θαί­νουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις. Δὲν κα­τα­λή­ξα­με πο­τὲ σὲ κά­ποι­ο κρε­βά­τι μὲ τὴν Πι­λάρ. Δὲν τῆς μί­λη­σα πο­τὲ ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ τὸ προ­τεί­νω. Ἔ­πλε­κε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ δι­κά μου κι ἔ­παιρ­να αἷ­μα, καρ­διά, φω­νή, φῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φλέ­βες της ποὺ δι­α­γρά­φον­ταν στὰ λευ­κά της χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, γιὰ μιὰ ὥ­ρα κά­θε βρά­δυ ἐ­πὶ τρεῖς μῆ­νες. Στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες. Ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Κά­η­κε ἕ­να με­ση­μέ­ρι ἀ­πὸ φω­τιὰ στὴν κου­ζί­να.

        Πῆ­γα ἕ­να βρά­δυ τὴν Κά­θριν σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γει­το­νιὰ στὴ δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ό μας. Ἡ Πι­λὰρ μοῦ ἔ­μα­θε νὰ ἀ­γα­πά­ω καὶ νὰ εἶ­μαι σύν­τρο­φος, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς;


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton): Παραδείσια Πουλιά


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton)


Πα­ρα­δεί­σια Πουλιά

(Pasarea Paradisului)


 ΣΙΝΙΟΡΑ ἤ­τα­νε πάν­το­τε τρε­λή, ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ με­τα­κό­μι­σε στὸ ἄ­δει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ ἀ­πο­κά­τω ὀ­ρό­φου, πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ν’ ἀ­κού­γε­ται πιὸ λο­γι­κὴ στὸν Νούν­τσιο, τώ­ρα ποὺ κι αὐ­τὸς πά­ει νὰ τρε­λα­θεῖ. Τοῦ ἔ­δει­ξε τὴ συλ­λο­γή της ἀ­πὸ εἴ­δη συλ­λε­κτι­κά: ἕ­ναν κα­θα­ρι­στὴ πί­πας ποὺ τὸν ἔ­λε­γε «τὸ ὅ­πλο τῆς Ἄν­νι Ὄ­ου­κλυ»· μιὰ πι­νέ­ζα ποὺ τὴν ἔ­λε­γε «τὸ κα­πέ­λο τοῦ Ἄμ­πυ Λίν­κολν»· ἕ­να νύ­χι ποὺ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸ πλευ­ρὸ τοῦ δι­α­ό­λου». Κα­θη­με­ρι­νὰ ἔ­παιρ­νε κα­θέ­να ἀν­τι­κεί­με­νο καὶ τὸ ξε­σκό­νι­ζε ἀ­πὸ κά­τω μ’ ἕ­να μο­νὸ φτε­ρὸ στρου­θο­κα­μή­λου, ποὺ τὸ φύ­λα­γε δι­πλω­μέ­νο σ’ ἕ­να βα­ζά­κι ἀ­πὸ μπι­σκό­τα σκύ­λου. Πα­ρέ­δι­δε στὸν Νούν­τσιο μα­θή­μα­τα στὸ ψεύ­τι­κο ξυ­λό­φω­νό της —μιὰ ντου­ζί­να πα­ραλ­λα­γὲς στὸ «Tu vuo fa l’Ame­ri­cano»— καὶ με­τέ­φρα­ζε τὰ «πα­ρα­λει­πό­με­να τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου» τῶν σκυ­λι­ῶν τῆς γει­το­νιᾶς.

        Τοῦ Νούν­τσιο τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ Σι­νι­ό­ρα, βα­σι­κὰ για­τὶ τοῦ ἔ­φτια­χνε γλυ­κὰ σάν­του­ιτς, ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ‘φτια­χνε ἡ γυ­ναί­κα του κα­θώς, ὅ­πως ἔ­λε­γε, κά­νου­νε τὰ δά­χτυ­λα νὰ κολ­λᾶ­νε, κι ὅ,τι πιά­νει στὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς μέ­ρας νὰ κολ­λά­ει ἀ­πά­νω του, ὥ­σπου νὰ γί­νει μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια μὲ τὰ δέ­κα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­κα­νε με­τὰ τὸ κο­λα­τσιό.

        Τώ­ρα τοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­κό­μα καὶ νὰ κά­θε­ται μὲ τὴ Σι­νι­ό­ρα στὸν κῆ­πο, κι ἄς ἔ­νι­ω­θε τὰ ἐ­νή­λι­κα παι­διά του καὶ τὸ ταί­ρι τους —καὶ τὴ γυ­ναί­κα του— νὰ κά­νου­νε «τσκ τσκ» πί­σω ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ δεύ­τε­ρου, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἡ Σι­νι­ό­ρα θὰ κα­θό­τα­νε στὴν ἀγ­κα­λιά του, θὰ τοῦ πλη­σί­α­ζε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴ λε­μο­νά­δα στὸ στό­μα καὶ θὰ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στ’ αὐ­τὶ τὴ ρου­μά­νι­κη λέ­ξη γιὰ κά­θε λου­λού­δι στὸν κῆ­πο.


Zambilă, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε.


                        Gălbenele.


                                    Floarea-soarelui.


                                                Pa-sa-re-a pa-ra-di-su-lu-i.


Ὁ­που­δή­πο­τε κι ἂν τοῦ ’­δει­χνε, ὁ Νούν­τσιο ἔ­βλε­πε μο­νά­χα πι­κρα­λί­δες καὶ τοὺς πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους λε­κέ­δες ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τὴ μι­κρού­λα, του­βλο­χτι­σμέ­νη αὐ­λή του – ἤ­ξε­ρε ὅ­μως πώς, μὲ λί­γη πί­στη, καὶ μὲ τὸ χρό­νο, καὶ μὲ ὅ­ρα­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἰ­δεῖ καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μὲ τὴν ἴ­δια κα­θα­ρό­τη­τα, ὅ­πως κι ἡ Σι­νι­ό­ρα:


        οἱ μί­σχοι τους οἱ λε­πτοί—


              καὶ τ’ ἀν­θο­βό­λη­μά τους σὰ φω­το­βο­λί­δα—


                    καὶ τὰ χεί­λια τους τὰ βα­θιά, τὰ βι­ο­λε­τιά.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση The Cincinnatti Review, 13.03.2019

(https://www.cincinnatireview.com/micro/micro-pasarea-paradisului-birds-of-paradise-by-molia-dumbleton/)

Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἔρ­γα της σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Sean O’Faolain Story Prize καὶ μὲ τὸ Columbia Journal Winter Fiction Award. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν τε­λι­κὴ λί­στα γιὰ τὸ Iowa Short Fiction Award (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.


Αὐγὴ Λίλλη: Ἀνάποδα



Αὐγὴ Λίλλη


Ἀ­νά­πο­δα


ΑΠΛΩΣΕ ἀ­νά­πο­δα. Μὲ τὶς πα­τοῦ­σες νὰ κοι­τά­ζουν τὸ κε­φα­λά­ρι. Αὐ­τὸ κά­νει, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ὕ­πνο. Μπᾶς καὶ ἀλ­λά­ξει λί­γο ἡ ἐ­νέρ­γεια, ἡ ρο­ὴ τῶν πραγ­μά­των. Ἂν δὲν κά­νει κρύ­ο, ἀ­νοί­γει καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ δρό­μου εἶ­ναι μο­νί­μως ἐ­κτὸς λει­τουρ­γί­ας καί, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­θα­ρὸς ὁ οὐ­ρα­νός, τὰ ἀ­στέ­ρια δι­α­κρί­νον­ται λαμ­πε­ρά. Ση­κώ­νε­ται. Τρα­βᾶ τὴν κουρ­τί­να. Κοι­τά­ζει ἔ­ξω: Σε­πτέμ­βριος, ξα­στε­ριά. Τὰ μά­τια δὲν λέ­νε νὰ κλεί­σουν. Θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δι­κὸ βι­βλί­ο ποὺ τοὺς εἶ­χε πά­ρει ἡ μα­μὰ μὲ τὸν Κα­λὸ Μά­γο ποὺ δί­δα­σκε ἀ­στρο­νο­μί­α. Δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει καὶ πολ­λά, ἀλ­λὰ δι­α­κρί­νει ἀ­κό­μα τὶς Ἄρ­κτους, τὸν Ὠ­ρί­ω­να, τὸν Δρά­κον­τα, μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει τὸν Δί­α καὶ τὸν Κρό­νο… Βλέ­πει τὴν οὐ­ρὰ τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζει: ἡ Μι­κρὴ θὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, σκέ­φτε­ται, θυ­μᾶ­ται. Κά­που ἐ­κεῖ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι, ἐ­πέ­με­νε καὶ γκρί­νια­ζε, δὲν τὴν βρί­σκει, δὲν τὴν βρί­σκει! Θὰ στὴν δεί­ξω ἐ­γώ, πε­ρί­με­νε, λέ­ει ἐ­κεῖ­νος. Κοι­τά­ει, ξα­να­κοι­τά­ει, ὑ­πο­λο­γί­ζει βά­σει τοῦ με­γά­λου τη­γα­νιοῦ, ἀλ­λὰ τί­πο­τα. Ξάφ­νου, νά, τῆς λέ­ει, νά, ἐ­κεῖ, καὶ τῆς δεί­χνει ἕ­να γα­λα­κτε­ρὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ λε­κὲ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεί­νη σκά­ει στὰ γέ­λια. Ἐ­κεῖ­νος δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Μὰ ἡ Μι­κρὴ Ἄρ­κτος δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, λέ­ει, εἶ­ναι καὶ αὐ­τὴ σὰν τη­γά­νι, ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να πιὸ κυρ­τὸ χε­ρού­λι, καὶ ἁ­πλῶς κά­πως πιὸ μι­κρή! Ὄ­χι, αὐ­τὴ εἶ­ναι! Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι, καὶ τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ξα­νά. Τὴν ὑ­πο­λο­γί­ζεις βά­σει τῆς Με­γά­λης Ἄρ­κτου, ἐ­πὶ πέν­τε, ἐ­πὶ ἑ­φτά, δὲν θυ­μᾶ­ται τώ­ρα… Ἀλ­λὰ πῶς νὰ τὸν πεί­σει ποὺ ἔ­χει στρα­βω­θεῖ καὶ τὴ Μι­κρὴ Ἄρ­κτο δὲν βρί­σκει! Αὐ­τὴ εἶ­ναι σοῦ λέ­ω, για­τί ἐ­πι­μέ­νεις; Αὐ­τὸς ὁ λε­κές; Δεῖ­ξε μου τό­τε τὰ ἑ­πτὰ της ἀ­στέ­ρια! Ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ σι­γου­ριά, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη γε­λά­ει. Μά, αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν εἶ­ναι ἀ­στε­ρι­σμός, σὰν θραῦ­σμα ἀ­πὸ γα­λα­ξί­α εἶ­ναι, ἕ­νας λε­κές, ἕ­νας λε­κὲς στὸν οὐ­ρα­νό, τοῦ λέ­ει, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται καὶ ἐ­κεί­νην τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.



		

	

Γιῶργος Ἀποσκίτης: False alarm


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


False Alarm


ΑΠΟΙΟ βρο­χε­ρὸ πρω­ϊ­νὸ φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας τό­σο δυ­να­τός, ποὺ πί­στε­ψα πὼς θὰ σή­κω­νε τὴ στέ­γη καὶ μα­ζί τὸ σπί­τι ὁ­λό­κλη­ρο. Μι­σά­νοι­ξα τὰ μά­τια καὶ τὰ βρῆ­κα ὅ­λα ἀ­με­τα­κί­νη­τα στὴ θέ­ση τους. «Ἡ ἀ­πο­γεί­ω­ση ἀ­να­βάλ­λε­ται», μο­νο­λό­γη­σα, καὶ μὲ μιὰ ἐ­λα­φρὰ ζα­λά­δα, κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­λυ­σα τὴ ζώ­νη, ἔ­φτα­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὴν κου­ζί­να, ἄ­να­ψα τὸ γκά­ζι κι ἕ­ψη­σα τὸν πρῶ­το κα­φὲ τῆς μέ­ρας.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο

 

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ὁ γέ­ρος καὶ τὸ μῆ­λο

(χρο­νι­κό, σω­τή­ριον ἔ­τος 1996)

Старецът и ябълката

(хроника анно домини 1996)


ΗΜΕΡΑ, εἶ­δα κά­τι ἐν­δι­α­φέ­ρον ὅ­σο κα­θό­μουν στὴν πί­σω τα­ρά­τσα. Στὸ νε­κρὸ ση­μεῖ­ο τοῦ με­ση­με­ριοῦ, γύ­ρω στὶς 3 (πάν­τα θε­ω­ροῦ­σα ὅ­τι τὸ με­ση­μέ­ρι εἶ­ναι ἡ βα­θιὰ νύ­χτα τῆς ἡ­μέ­ρας), ἄ­κου­σα πὼς ἀ­νοί­γει ἀρ­γά, μὲ τρί­ξι­μο, ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ τὴ δι­πλα­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Καὶ κά­ποι­ο πα­ρά­ξε­νο ἐ­ξάρ­τη­μα ξε­μύ­τι­σε δει­λὰ ἀ­πὸ ‘κεῖ. Μπα­στού­νι, στὴν ἄ­κρη τοῦ ὁ­ποί­ου βρι­σκό­ταν δε­μέ­νο μὲ σύρ­μα ἕ­να κα­τσα­ρο­λά­κι. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ξε­πλέ­νε­σαι στὸ μπά­νιο ἢ βρά­ζεις τὸν κα­φέ. Ὁ ἄν­θρω­πος δὲν φα­νε­ρω­νό­ταν. Τὸ μπα­στού­νι ἀρ­γὰ κα­τευ­θυ­νό­ταν πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι μη­λιά, ποι­ὸς ξέ­ρει πῶς ρί­ζω­σε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα στὶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Κά­θε χρό­νο ἔ­κα­νε μιὰ χού­φτα μι­κρού­λι­κα ξι­νό­μη­λα. Πάν­τως, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο φά­νη­κε κι ἕ­να γέ­ρι­κο ἀν­δρι­κὸ χέ­ρι· τὸ δέν­τρο δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο κον­τά. Ὁ γέ­ρος, ἔ­βα­ζε τo κα­τσα­ρο­λά­κι κά­τω ἀ­π’ τὸ μῆ­λο κου­νών­τας το, προ­σπα­θών­τας νὰ τὸ πιά­σει, θαρ­ρεῖς καὶ κυ­νη­γοῦ­σε πε­τα­λού­δα μὲ ἀ­πό­χη. Ἀλ­λὰ καὶ τὸ μῆ­λο δὲν πα­ρα­δι­νό­ταν. Ἦ­ταν μι­σο­ά­γριο καὶ σκλη­ρό, μα­θη­μέ­νο στοὺς ἀ­νέ­μους καὶ στοὺς ἠ­λί­θιους αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μα­κρι­σμέ­νης γει­το­νιᾶς. Τὸ χέ­ρι τοῦ γέ­ρου κου­ρά­στη­κε, τὸ μπα­στού­νι ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει. Ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ὅ­μως, δὲν ἔ­βγα­λε κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, οὔ­τε κι ἔ­σκυ­ψε, γε­γο­νὸς ποὺ θὰ με­γά­λω­νε ση­μαν­τι­κὰ τὶς πι­θα­νό­τη­τές του. Προ­φα­νῶς, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν δοῦν ὅ­τι ἔ­φτα­σε στὸ ση­μεῖ­ο νὰ πα­λεύ­ει στὰ μου­λω­χτὰ γιὰ ἕ­να ξι­νό­μη­λο. Αὐ­τὴ ἡ ντρο­πὴ ἔ­κα­νε τὴ μά­χη ἀ­κό­μα πιὸ δρα­μα­τι­κή. Πάν­τως, στὸ τέ­λος, ὁ γέ­ρος κα­τά­φε­ρε νὰ ρί­ξει τὸ πει­σμα­τά­ρι­κο μῆ­λο, καὶ τὸ μπα­στού­νι μὲ τὸ κα­τσα­ρο­λά­κι μα­ζεύ­τη­κε τρε­μά­με­νο πί­σω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἤ­μουν ὁ μό­νος μάρ­τυ­ρας αὐ­τῆς τῆς μά­χης καὶ κά­θη­σα νὰ τὴν κα­τα­γρά­ψω.

       Ὄ­ψι­μο θέ­ρος τοῦ ἔ­τους 1996, με­ση­μέ­ρι, Βουλ­γα­ρί­α.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 97-98.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης: Ὁ Μιχάλης



Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ὁ Μι­χά­λης


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ποὺ μπῆ­κε στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζὴ ἂν φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης κι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στυ­φὴ πὼς ὄ­χι. Κά­θη­σε στὸ πλά­ι καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μιὰ παρ­τί­δα τά­βλι. Με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα βα­ρέ­θη­κε κι ἔ­φυ­γε. Στὸ κρε­βά­τι του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σὲ δυ­ὸ λε­φτά, ὅ­πως ὅ­λοι ποὺ βγά­ζου­νε μὲ μό­χθο τὸ ψω­μί τους. Ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης. Ἤ­ρε­μος καὶ λυ­τρω­τι­κὸς ὁ ὕ­πνος τοῦ με­ση­με­ριοῦ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μπά­νιο, μά­ζε­ψε σὲ δυ­ὸ σα­κοῦ­λες τὰ σεν­τό­νια καὶ τ’ ἄ­πλυ­τα, φό­ρε­σε κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ θαύ­μα­σε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὁ­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη. «Κα­λὰ λέ­ει ὁ Μι­χά­λης νὰ ξα­να­παν­τρευ­τῶ, τὴ μπο­γιά μου τὴν ἔ­χω…». Εἶ­δε στὸ κο­μο­δί­νο τὴ φω­το­γρα­φί­α τῆς κυ­ρα-Μα­ρί­κας καὶ σο­βα­ρεύ­τη­κε. «Βρε­θή­κα­με ἀρ­γά, ἔ­φυ­γες νω­ρίς, οὔ­τε παι­διὰ οὔ­τε σκυ­λιά, ὅ­λ’ ἡ ζω­ή μας ἕ­να τί­πο­τα.» Φεύ­γον­τας ἄ­φη­σε τ’ ἄ­πλυ­τα στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Στὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο πῆ­ρε λα­χεῖ­α, ἔ­γρα­ψε πρὸ-πὸ κι ἡ δι­ά­θε­ση του ἔ­σια­ξ’ ἐν­τε­λῶς. Στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἀ­π’ τοὺς γνω­στοὺς δὲν ἤ­τα­νε κα­νείς.

       — Φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης; Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζῆ. Αὐ­τὸς τὸν κοί­τα­ξε πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος στὰ μά­τια, πρώ­τη φο­ρὰ στὰ τό­σα χρό­νια.

       — Ὁ Μι­χά­λης δὲ θὰ ξα­να­φα­νεῖ. Ἀρ­γὰ χτὲς τὸ βρά­δυ… κα­τα­λα­βαί­νεις… καὶ σή­με­ρα στὶς τρεῖς τὸν κη­δέ­ψα­νε.

Ζα­λί­στη­κε.

       — Τὸ Μι­χά­λη; Γιὰ στά­σου, ρέ, ἔ­τσι ξαφ­νι­κά; δὲν εἶ­χε τί­πο­τα ὁ ἄν­θρω­πος…

       — Πῶς δὲν εἶ­χε, ὅ­λοι στὴν ἡ­λι­κί­α του κά­τι ἔ­χου­με, λί­γο ζά­χα­ρο, λί­γη οὐ­ρί­α, νὰ μὴ σοῦ βά­λω κι ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ές… Τέ­λος πάν­των, ζω­ὴ σὲ λό­γου μας… Καὶ πῆ­γε στὸν μπου­φέ.

       Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ σὰν χα­μέ­νος. Ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό. Τὸ κρύ­ο τσου­χτε­ρό, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ χι­ο­νί­ζει, μὰ δὲν τό ‘­νι­ω­θε. Στὴν πλα­τεί­α τὰ φῶ­τα τῶν δι­α­φη­μί­σε­ων ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κά, πρά­σι­να, κί­τρι­να, βά­φαν τὸ χι­ό­νι, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀ­πὸ τα­βέρ­νες, ἔ­πει­τα μπῆ­κε στὸ πάρ­κο, ξα­να­βγῆ­κε, ἔ­ψα­χνε τό­ση ὥ­ρα νὰ βρεῖ ἕ­ναν τό­πο ποὺ τὸν περ­πά­τη­σαν μα­ζὶ ἢ ποὺ κά­θι­σαν νὰ φᾶ­νε ἢ νὰ πι­οῦ­νε, μὰ τί­πο­τα, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν τὸ ταί­ρι του μό­νο στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μο­νά­χα στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι, κι οἱ κου­βέν­τες καὶ τὰ κα­λαμ­πού­ρια τους ὅ­λα γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τό, κα­λαμ­πού­ρια τυ­πο­ποι­η­μέ­να δη­λα­δή, στε­γνὰ ἀ­πὸ γοῦ­στο τώ­ρα ποὺ τὰ σκέ­φτε­ται, τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ὅ­πως κι οἱ παρ­τί­δες τους, παιγ­μέ­νες τρεῖς καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρὲς ἡ κα­θε­μιά, χι­λιά­δες παρ­τί­δες, τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα, ἕ­ξι μ’ ἐν­νιά, μ’ ἐν­νιὰ ἀ­πα­ραι­τή­τως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἔ­φευ­γε ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι ἡ γυ­ναί­κα του νὰ φέ­ρει τὸ γι­α­ούρ­τι, κι ἂν ἡ παρ­τί­δα δὲν τέ­λει­ω­νε στὶς ἐν­νιά, τὴν ἔ­κο­βαν καὶ τὴ συ­νέ­χι­ζαν τὴν ἑ­πο­μέ­νη, για­τί ἡ γυ­ναί­κα του ἤ­τα­νε γκρι­νιά­ρα, «νοι­κο­κυ­ρά, κα­θα­ρή, μὲ τὶς ἐκ­κλη­σί­ες της καὶ τὰ ψυ­χι­κά της, θαρ­ρεῖς κι εἴ­μα­στε Μπρού­κλη­δες, μὰ ἡ μέ­ση της τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια σα­κα­τε­μέ­νη καὶ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ κου­νη­θεῖ κι ὅ­λο γκρι­νιά­ζει», ἡ φου­κα­ριά­ρα ἡ γυ­ναί­κα τοῦ φί­λου του, ποὺ πο­τὲ του δὲν τὴν εἶ­δε καὶ τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτε­ται οὔ­τε τὸ σπί­τι τους ἤ­ξε­ρε, κι ἂν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ τὸ μά­θαι­νε γιὰ τὴν κη­δεί­α, πό­ση ντρο­πή, θά ‘­πρε­πε νὰ ρω­τά­ει τοὺς ξέ­νους, χρό­νια φι­λί­α μὲς στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μὰ στα­μα­τοῦ­σ’ ἐ­κεῖ, μό­νο στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι καὶ ἴ­σως δὲν ἦ­ταν μό­νο ποὺ ἡ γυ­ναί­κα ἤ­τα­νε στρα­βὴ καὶ δὲν τὸν κά­λε­σαν πο­τὲ στὸ σπί­τι γιὰ φα­ΐ, κι ἤ­τα­νε χῆ­ρος, θὰ μπο­ρού­σα­νε, ἔ­στω γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, τώ­ρα ποὺ τὸ συλ­λο­γι­έ­ται κα­λύ­τε­ρα «κι ἐ­σὺ δὲν τὸ ἐ­πι­δί­ω­ξες, ἢ γιὰ νὰ λέ­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους, τ’ ἀ­πό­φυ­γες ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ κι ὕ­στε­ρα ἔ­μει­νε ἔ­τσι, ἴ­σως νὰ σὲ κά­λε­σε καὶ νὰ μὴν πῆ­γες, λε­πτο­μέ­ρει­ες, ποῦ νὰ θυ­μᾶ­σαι πιά, ἀλ­λὰ ἴ­σως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν… ἀ­κρο­δε­ξιός, βα­σι­λό­φρο­νας, κι ἐ­σὺ ἀ­ρι­στε­ρὸς ἀ­νέν­τα­χτος, κα­μά­ρι, ἀ­γω­νι­στὴς μ’ ἐ­ξο­ρί­ες καὶ πα­ρα­δέ­ξου το πὼς ἀ­κό­μα κι οἱ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι σὰν κι ἐ­σέ­να με­ρι­κὲς φο­ρὲς με­τρᾶν τοὺς ἄλ­λους ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν κομ­μα­τι­κή τους το­πο­θέ­τη­ση κι ἂς σοῦ κα­κο­φά­νη­κε, ὅ­ταν κι ἐ­σέ­να σὲ μέ­τρη­σαν ἄλ­λοι ἔ­τσι, θυ­μᾶ­σαι δὰ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ σοῦ πρό­τει­νε νὰ παί­ξε­τε τό ΄κα­νες πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ φι­λό­τι­μο κι ὅ­λο γύ­ρι­ζες κλε­φτὰ νὰ δεῖς ἅ­μα σὲ βλέ­πουν οἱ «δι­κοί σου» καὶ τί θὰ λέ­νε, καὶ σὰν κα­τά­λα­βες πὼς δὲν τοὺς πο­λυ­νοιά­ζει, για­τὶ μέ­σα στὸ κα­φε­νεῖ­ο μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θές, νὰ παί­ζεις παρ­τί­δες μ’ ἀλ­λό­θρη­σκους κι ὁ­μό­θρη­σκους, μ’ ἀν­τί­θε­τους πο­λι­τι­κὰ καὶ μ’ ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τες, ἀ­κό­μα καὶ μὲ πού­στη­δες καὶ μὲ χα­σι­κλῆ­δες, κι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἄλ­λω­στε ὅ­λ’ ἡ γλύ­κα τοῦ κα­φε­νεί­ου, τό­τε ἄρ­χι­σες νὰ τὴ βρί­σκεις μὲ τὸ Μι­χά­λη, κι ὄ­χι πὼς ἦ­ταν τί­πο­τα ἰ­δι­αί­τε­ρο, συν­τα­ξι­οῦ­χος σι­δη­ρο­δρο­μι­κός, τσιγ­γού­νης καὶ γκρι­νιά­ρης, μὲ μπό­λι­κα κου­σού­ρια, ἐ­ρι­στι­κὸς καὶ στὴ χα­σού­ρα καὶ στὸ κέρ­δος, δυ­ὸ οὖ­ζα ὅ­λα κι ὅ­λα δη­λα­δή, μὰ ἦ­ταν ὁ Μι­χά­λης σου, τὸ ταί­ρι σου, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου, ποὺ ἤ­ξε­ρες πὼς θὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ στὶς ἕ­ξι καὶ ἔ­στω μέ­χρι τὶς ἐν­νιά, κι ἔ­στω μο­νά­χα μὲς στὸ τά­βλι, μὰ νά το, τὸ θυ­μᾶ­σαι κα­θα­ρά, ναί, ἦ­ταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σαν­του­ϊ­τσά­δι­κο, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι στὸ βά­θος, τε­λει­ώ­σα­τε τὸ τά­βλι στὶς ὀ­χτώ­μι­σι κι ἦ­ταν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ —ἢ Πέμ­πτη;— τὸν εἶ­χε τα­ρά­ξει στὴ νη­στεί­α ἡ γυ­να­ί­κα του, «πᾶ­με», εἶ­πες, «νὰ σὲ κε­ρά­σω μιὰ ρε­τσί­να» καὶ φά­γα­τε πα­τά­τες καὶ λου­κά­νι­κα καὶ τά ‘­πια­τε, Με­γά­λη Πέμ­πτη γιὰ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τά­βλι…».

       — Μιὰ λου­κά­νι­κα καὶ μιὰ πα­τά­τες καὶ ρε­τσί­να.

       Κι ὁ πι­τσι­ρί­κος τὰ ‘­φε­ρε, σὰν τό­τε, καὶ πί­νει καὶ «φέ­ρε κι ἄλ­λο», ἔ­γι­νε στου­πί, «ἐ­βί­βα, Μι­χα­λού­δι, ἄ­ρα­γε σοῦ ‘­βα­λαν στὴν κά­σα κά­να τά­βλι;», «κύ­ριος, κλεί­νου­με», «ἐν­τά­ξει, ὁ λο­γα­ρια­σμὸς δι­κός μου, Μι­χα­λά­κο μου», καὶ βγῆ­κε κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση καὶ χά­θη­κε, «αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νη κι ἄς εἶ­ναι μιὰ στα­λιά, κι ἀ­πό­ψε γέρ­νει, θαρ­ρεῖς τὸ χι­ό­νι ἔ­πε­σε μο­νό­παν­τα», θέ­λει νὰ πά­ει ἴ­σια καὶ παίρ­νει τὰ στε­νά, μὰ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι του ἐ­πι­τέ­λους με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ πε­σί­μα­τα καὶ τώ­ρα τρί­το, πί­σ’ ἀπ’ την πόρ­τα τῆς αὐ­λῆς, «ἀ­πό­ψε σέρ­νο­μαι γιὰ χά­ρη σου, σὲ ξε­νυ­χτά­ω», μὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ, δὲν ἔ­χει ὅ­μως καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, για­τὶ κι ἡ αὐ­λὴ εἶ­ναι σπί­τι μας κι ἔ­νι­ω­σε ζε­στὰ μὲς στὴ δι­κιά του ἰ­δι­ο­κτη­σί­α κι ἀ­φέ­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος, Ἀρ­χάγ­γε­λε Μι­χα­ήλ, κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε…



Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Ποῦρα γεμιστά (Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀ­θή­να, 2017).