1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


			

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὀρεινοὶ καὶ Πεδινοὶ 1863


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὀ­ρει­νοὶ καὶ Πε­δι­νοὶ

1863


ΑΛΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΕ ὅ­λα. Τώ­ρα τὴν ἐ­νο­χλοῦν οἱ βου­τι­ές. Τὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά, ποὺ τι­νά­ζον­ται καὶ κα­τα­βρέ­χουν τὰ πάν­τα, μό­λις κα­τα­κά­τσουν τρι­γύ­ρω σχη­μα­τί­ζουν ἀ­μέ­σως μι­κρά, βρώ­μι­κα ρυά­κια· τὴν αὐ­λα­κώ­νουν σὰν ξε­βαμ­μέ­νο ρί­λεμ, τὸ βρί­σκει προ­σβλη­τι­κὸ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­αι­σθη­τι­κὸ ὅ­λο αὐ­τό. Καύ­σω­νας μέ­σα Ἰ­ου­λί­ου καὶ ξα­να­τυ­λί­χτη­κε ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὴν ψη­λὴ ἀ­ση­μέ­νια μπέρ­τα νὰ μὴν τὴν βλέ­που­με. Κα­νεὶς νὰ μὴν τὴν δεῖ μέ­χρι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει.

        Χρό­νια καὶ χρό­νια ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­πο­φά­σι­στη κι ἀ­συμ­φι­λί­ω­τη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖς πὼς χώ­ρε­σε, ἄ­λε­σε καὶ μό­νια­σε στὸ τε­τρά­γω­νο τό­τε χω­νευ­τή­ρι της τὶς πα­λι­ὲς συν­ταγ­μα­τι­κὲς δι­α­μά­χες τους. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, συ­νε­χῶς ἄλ­λα­ζε, σχή­μα­τα, ὀ­νό­μα­τα, ἐ­ρα­στές, προ­στά­τες, Κλε­άν­θης, Σά­ουμ­περτ, Ὄ­θω­νας, Λέ­ο Φὸν Κλέν­τσε. Πά­νω ποὺ κά­τι κα­τά­φερ­νε, κά­πως σου­λου­πω­νό­ταν κι ἄρ­χι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὴν συ­νη­θί­ζουν καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­ποῦν, αὐ­τὴ ἀ­προσ­δό­κη­τα τὰ χά­λα­γε ὅ­λα, κλει­νό­ταν πά­λι στ’ ἀγ­κά­θια της. Πάν­τα, κά­τι συ­νέ­βαι­νε ξαφ­νι­κά.

        Εἴ­πα­με, τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, κι ἄς ἔλ­πι­ζαν ὅ­λοι πὼς με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χρό­νια καὶ βά­λε ἐ­πι­τέ­λους θὰ κα­τα­στά­λα­ζε κά­που· ὅ­μως ὄ­χι, αὐ­τὴ κα­μώ­νε­ται σὰν γυ­ναί­κα με­ταιχ­μια­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ποὺ πε­τᾶ ξέ­φρε­να τὸ ἕ­να ροῦ­χο με­τὰ τὸ ἄλ­λο μὲ κρυ­φὴ ἐλ­πί­δα καὶ θυ­μό. Κα­τὰ και­ροὺς ἐ­ξα­κον­τί­ζει μπά­ζα, μαρ­μά­ρι­να κιγ­κλι­δώ­μα­τα, τσι­μεν­τέ­νι­ες Μοῦ­σες, γυ­ά­λι­νους δρο­μεῖς, κο­λο­νά­κια, ξη­λω­μέ­να παγ­κά­κια, γραμ­μὲς τοῦ τράμ, πα­λιὰ συν­τρι­βά­νια, δεν­τρί­λια καὶ ζαρ­τι­νι­έ­ρες ψη­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα· τὰ κοι­τᾶ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση ἀρ­γὴ πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς πό­λης ἀ­φή­νον­τας κα­τά­πλη­κτους τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ποὺ μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο κα­τα­πί­νουν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρὰ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι. Γιὰ λί­γο εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη, δο­κι­μά­ζει πά­λι καὶ πά­λι, μέ­χρι ποὺ φτά­νει ξα­νὰ στὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ μοι­ραί­α κα­τα­λή­γει στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἐκ­δο­χή.

        Αὐ­τὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­πο­μέ­νη…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση στην εφ. Αυγή, Αναγνώσεις, (05.07. 2020)

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, ἱσπανιά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr

Βικτωρία Βουδουράκη: Ἡ κυρία Μέρφυ


Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη


Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ


 ΚΥΡΙΑ ΜΕΡΦΥ εἶ­ναι ἡ σύ­ζυ­γος τοῦ κυ­ρί­ου Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ, ποὺ εἶ­ναι βι­βλι­ο­φά­γος, μα­λώ­νει πά­λι μὲ τὸν κύ­ριο Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ δὲ μα­γει­ρεύ­ει, δὲ συ­γυ­ρί­ζει καὶ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς μπου­γά­δες, ἐ­πει­δὴ δι­α­βά­ζει συ­νε­χῶς μὲ τὰ γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας ποὺ δὲν ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται πο­τέ. Δὲν πη­γαί­νει γιὰ ψώ­νια οὔ­τε γιὰ κα­φε­δά­κι, ἀ­φοῦ ὑ­πάρ­χει πάν­τα ἕ­να κε­φά­λαι­ο ποὺ τὴν πε­ρι­μέ­νει.

        Ἀ­πό­ψε τῆς λέ­ει: Μάρ­θα, εἶ­ναι ὥ­ρα νὰ φύ­γου­με.

        Εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τοὺς ἔ­χουν προ­σκα­λέ­σει σὲ γεῦ­μα οἱ Ἀτ­τέν­μπο­ρο. Ἡ Μάρ­θα προ­φα­σί­στη­κε ἀ­δι­α­θε­σί­α τὴν πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸν τό­μο Μ τῆς ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας Μπρι­τάν­νι­κα.

        Τοῦ ἀ­παν­τᾶ σὰν αὐ­τό­μα­τος τη­λε­φω­νη­τής: Τοὺς βα­ρι­έ­μαι. Θὰ εἶ­μαι στὴν κεν­τρι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς πό­λης. Θὰ σᾶς συ­ναν­τή­σω ἀρ­γό­τε­ρα.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ βρι­σκό­ταν στὸ ὑ­πό­γει­ο ἀρ­χεῖ­ο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ὁ Βο­ρει­ο­κο­ρε­ά­της πρό­ε­δρος πά­τη­σε τὸ κόκ­κι­νο κουμ­πὶ μί­λια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ Οὐ­ϊ­σκόν­σιν. Ἕ­να πυ­ρη­νι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ βρυ­χή­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὶς βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κὲς πο­λι­τεῖ­ες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς. Τὸ Ἰ­λι­νό­ϊ, ἡ Ἰν­τιά­να καὶ τὸ Ὀ­χά­ϊ­ο μπου­κώ­θη­καν μὲ σκό­νη καὶ σι­γή.  Ἄν­θρω­ποι καὶ ζῶ­α ἐ­ξα­ε­ρώ­θη­καν, σπί­τια καὶ αὐ­το­κί­νη­τα ἔ­γι­ναν χαλ­κο­μα­νί­ες σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα πιά, για­τί δὲν εἶ­χε μεί­νει κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει κά­τι.

        Τὸ ἔ­δα­φος δο­νή­θη­κε μέ­χρι τὶς πα­τοῦ­σες τῆς κυ­ρί­ας Μέρ­φυ, ποὺ ἔ­κλει­σε ἀ­πο­ρη­μέ­νη τὸ τρί­το βι­βλί­ο γιὰ τὴ δι­α­τρο­φὴ τῶν Ἀζ­τέ­κων πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Δει­λὰ-δει­λά, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ἀρ­χεί­ου. Βι­βλί­α καὶ χαρ­τιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μὲ μπά­ζα καὶ τοῦ­βλα εἶ­χαν φρά­ξει τὴ μι­σὴ σχε­δὸν εἴ­σο­δο τῆς σκά­λας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Βή­χον­τας, σκαρ­φά­λω­σε πά­νω ἀ­πὸ τὶς πέ­τρες γιὰ νὰ ἀ­νέ­βει στὸ ἰ­σό­γει­ο. Οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς βι­βλι­ο­θή­κης ἔ­λει­παν, ὁ φύ­λα­κας ἐ­πί­σης. Ἔ­ξω δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα, οὔ­τε που­λὶ οὔ­τε μύ­γα. Θρυμ­μα­τι­σμέ­να τζά­μια, ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νες κα­ρέ­κλες καὶ σπα­σμέ­νοι ὑ­πο­λο­γι­στὲς ἀ­κό­μη ἀ­νέ­δυ­αν σκό­νη. Μό­νο κά­τι σπιν­θῆ­ρες ἀ­πὸ κα­λώ­δια δι­έ­κο­πταν τὴ νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α.

        Θε­ό­ρα­τα ρά­φια μὲ βι­βλί­α, ἀν­τί­γρα­φα ἀρ­χαί­ων πα­πύ­ρων, χάρ­τες καὶ λευ­κώ­μα­τα, δο­κί­μια καὶ πα­ρα­μύ­θια, ὅ­λα βρί­σκον­ταν στὰ πό­δια της. Ὅ­λη ἡ σο­φί­α τοῦ κό­σμου ἦ­ταν τώ­ρα στὴ δι­ά­θε­σή της. Μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ρει ὅ,τι ἤ­θε­λε ἀ­πὸ κά­τω καὶ νὰ τὸ δι­α­βά­σει ἀ­πε­ρί­σπα­στη. Ἐ­πι­τέ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χὴ γιὰ νὰ τὴν ἐ­νο­χλή­σει.

        Καὶ ἐ­κεῖ, πά­νω σὲ μιὰ κο­τρώ­να ἀ­πὸ μπε­τόν, ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ πα­ρα­πα­τᾶ. Στὴν ἄ­χα­ρη μα­νού­βρα γιὰ νὰ ξα­να­βρεῖ τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της, τῆς γλι­στροῦν τὰ γυα­λιὰ ἀ­πὸ τὴ μύ­τη. Ἡ καρ­διὰ της γί­νε­ται ὅ­σα κομ­μά­τια ἔ­γι­ναν οἱ δυ­ὸ φα­κοί.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη (Πει­ραι­άς). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Με­τὰ τὶς με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς της ἐρ­γά­στη­κε στὴ Γαλ­λί­α ὡς ἀ­σκού­με­νη σὲ Ἑ­ται­ρεί­α Συμ­βού­λων μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἰ­στό­το­πο 121 Λέ­ξεις.



		

	

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)



Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)


Μη­τέ­ρα

(Mother)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ΑΚΟΥΓΑ ρα­δι­ό­φω­νο στὰ μα­κρὰ κύ­μα­τα τῶν ΑΜ. Ἒ­κεῖ, λοι­πόν, ἄ­κου­σα ἕ­να τρα­γού­δι: «Πῶς λα­χτα­ρῶ νὰ δῶ τὴ μά­να μου στὴν πόρ­τα.» Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε! Σκέ­φτη­κα ἀ­μέ­σως, πό­σο νι­ώ­θω αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Πο­λὺ συ­χνὰ ἔ­χω λα­χτα­ρή­σει νὰ δῶ τὴ μη­τέ­ρα μου στὸ κα­τώ­φλι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τάς μου. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς συ­νή­θι­ζε νὰ στέ­κῃ σὲ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια καὶ νὰ μὲ κοι­τά­ζῃ. Ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι στε­κό­ταν μιὰ μέ­ρα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά μας, ἔ­χον­τας τὸ σκο­τά­δι τοῦ δι­α­δρό­μου ἀ­πὸ πί­σω της. Ἦ­ταν Πρω­το­χρο­νιά. Μοῦ εἶ­πε λυ­πη­μέ­να, Ἂν ἐ­πι­στρέ­φῃς στὸ σπί­τι στὶς 4 π.μ. στὰ δε­κα­ε­φτά σου, τί ὥ­ρα θὰ γυρ­νᾷς στὰ εἴ­κο­σί σου; Μὲ ρώ­τη­σε δί­χως νὰ κά­νῃ χι­οῦ­μορ, δί­χως κα­κί­α. Εἶ­χε μό­λις ξε­κι­νή­σει τὴν ἐ­να­γώ­νια προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ θα­νά­του της. Δὲν θἆ­ταν ἐ­δῶ ὅ­ταν θά ’­κλει­να τὰ εἴ­κο­σί μου, σκε­φτό­ταν. Κι ἔ­τσι, εὔ­λο­γα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν.

       Μιὰν ἄλ­λη φο­ρὰ ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Εἶ­χα μό­λις δη­μο­σι­εύ­σει ἕ­να πο­λι­τι­κὸ μα­νι­φέ­στο ἐ­πι­τι­θέ­με­νη στὴ θέ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Μοῦ εἶ­πε, Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, κοι­μή­σου ἠ­λί­θια, ἐ­σὺ κι οἱ κομ­μου­νι­στι­κές σου ἰ­δέ­ες. Τοὺς εἴ­δα­με ἤ­δη, κι ο μπαμ­πὰς κι ἐ­γώ, στὰ 1905. Τά ’­χα­με κα­τα­λά­βει ὅ­λα.

       Στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας μοῦ εἶ­πε, Πο­τὲ δὲν τε­λει­ώ­νεις τὸ φα­γη­τό σου. Ὅ­λο τρι­γυρ­νᾷς ἄ­σκο­πα. Τί θὰ γί­νῃ μὲ σέ­να τε­λι­κά;

       Κι ὕ­στε­ρα πέ­θα­νε.

       Φυ­σι­κὰ, σ’ ὅ­λη μου τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ὴ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ τὴ δῶ, ὄ­χι μό­νο στὰ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τους ἄλ­λους τό­πους – στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α μὲ τὶς θεῖ­ες μου, στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ κοι­τά­ζῃ τὸν δρό­μο ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, στὸν κῆ­πο τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μας ἀ­νά­με­σα στὰ ζί­νια καὶ τοὺς κα­τι­φέ­δες, στὸ σα­λό­νι μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου.

       Κα­θόν­του­σαν στὶς δερ­μά­τι­νες, ἀ­να­παυ­τι­κές τους πο­λυ­θρό­νες. Ἄ­κου­γαν Μό­τσαρτ. Κοι­τι­όν­του­σαν ἔκ­πλη­κτοι. Τοὺς φαι­νό­ταν σὰν νά ’­χαν μό­λις κα­τέ­βει ἀ­π’ τὸ πλοῖ­ο. Σὰν νά ’­χαν μό­λις μά­θει τὶς πρῶ­τες τους ἀγ­γλι­κὲς λέ­ξεις. Τοὺς φαι­νό­ταν λὲς κι εἶ­χε μό­λις πα­ρα­δώ­σει τὸ ἀ­λάν­θα­στο δι­α­γώ­νι­σμά του στὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ κα­θη­γη­τὴ τῆς ἀ­να­το­μί­ας. Λὲς κι εἶ­χε μό­λις βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν κου­ζί­να της.

       Πό­σο θά ’­θε­λα νὰ τὴν ἔ­βλε­πα στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ μας.

       Στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­να λε­πτό. Ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πλά­ι του. Εἶ­χαν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γραμ­μό­φω­νο. Ἄ­κου­γαν Μπάχ. Τοῦ ’­πε, Μί­λα μου λί­γο. Δὲν μι­λᾶ­με πιὰ τό­σο.

       Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τὸ βλέ­πεις; Εἶ­δα κον­τὰ τριά­ντα ἄ­το­μα σή­με­ρα. Ὅ­λοι τους ἄρ­ρω­στοι, ὅ­λοι τους μπλὰ μπλὰ μπλά. Ἄ­κου τὴ μου­σι­κή, τῆς εἶ­πε. Θυ­μᾶ­μαι κά­πο­τε ἔ­πια­νες ἀ­πί­θα­νους τό­νους. Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, ξα­νᾶ­πε.

       Κι’ ἔ­πει­τα, αὐ­τὴ πέ­θα­νε.

 


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Read a Short, 25.06.2008.

(http://readashort.blogspot.com/2008/06/mother-by-grace-paley.html)

 

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley) (1922-2007) ἦ­ταν συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com



		

	

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης


ΤΑΝ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ τοῦ 1948, σὲ μιὰ ἐ­παρ­χια­κὴ πό­λη τῆς Ἑλ­λά­δας, ὅ­ταν ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πρω­το­πῆ­γε σχο­λεῖ­ο μὲ πλά­κα καὶ κον­τύ­λι. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, γυρ­νών­τας σπί­τι, περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν κα­φε­τζῆ νὰ τοῦ δί­νει τὴν ἄ­χρη­στη ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, «γιὰ νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται τὸ παι­δὶ στὴν ἀ­νά­γνω­ση».

       Ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ στὴ φυ­λα­κή, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι ποὺ νὰ γνω­ρί­ζει γράμ­μα­τα. Μὰ τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, χά­ρη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, ἔ­μα­θε μέ­χρι τὰ Χρι­στού­γεν­να νὰ δι­α­βά­ζει νε­ρά­κι.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μη­τέ­ρας του, πρώ­τη δου­λειὰ μό­λις ἔ­φτα­νε σπί­τι, ἦ­ταν νὰ τὴν ἀ­νοί­ξει στὴ δεύ­τε­ρη σε­λί­δα καὶ νὰ δι­α­βά­σει με­γα­λό­φω­να τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἐ­κτε­λε­σμέ­νων. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε, ἡ μη­τέ­ρα καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­ναν τὸν σταυ­ρό τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δέρ­φια του συ­νέ­χι­ζαν νὰ παί­ζουν.

       Στὸ τέ­λος τῆς σχο­λι­κῆς χρο­νιᾶς, ὁ ἔ­λεγ­χός του στὸ μά­θη­μα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­γρα­φε δέ­κα μὲ τό­νο. Στὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σα­νι­δέ­νιο βῆ­μα καὶ ἀ­πήγ­γει­λε φαρ­σὶ τὸ ποί­η­μα «Τί εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα μας…»

       Οἱ κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς περ­νοῦ­σαν μὲ σφεν­τό­νες, πε­τρο­πό­λε­μο καὶ κα­θη­με­ρι­νὴ ἀ­νά­γνω­ση τῆς δεύ­τε­ρης σε­λί­δας. Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου χτύ­πη­σε ἡ ἐ­ξώ­θυ­ρα. Μιὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, ἦρ­θε τρέ­χον­τας νὰ τοὺς φέ­ρει τὰ κα­λὰ μαν­τά­τα : «Τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος! Στα­μα­τοῦν οἱ ἐ­κτε­λέ­σεις! Τὸ εἶ­πε τὸ ρά­διο!»

       Ἡ μη­τέ­ρα ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτά τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι κι ἔ­πει­τα χώ­ρε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της ὅ­λα της τὰ παι­διά. Ἡ για­γιὰ ἔ­βα­λε τὴ χύ­τρα στὴ φου­φού, γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει χαλ­βα­δο­κου­τα­λι­ές, νὰ κε­ρά­σει τὶς γει­τό­νισ­σες.

       Τὸ ἄλ­λο με­ση­μέ­ρι τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πέ­ρα­σε ὅ­πως πάν­τα ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο. Οἱ τί­τλοι τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τὶς ρα­δι­ο­φω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις. Ὁ ἐμ­φύ­λιος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Ἀ­πὸ συ­νή­θεια τὸ παι­δὶ γύ­ρι­σε σε­λί­δα κι ἀν­τί­κρι­σε τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κτε­λέ­σεις. Ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἄ­νε­τα, κα­θα­ρά, μὲ ἄ­ρι­στη ἄρ­θρω­ση, ὥ­σπου ἔ­φτα­σε στὸ δι­κό του ἐ­πί­θε­το.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Σὲ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ἐ­τῶν με­τοί­κη­σε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ ζεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ 1966 πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­πο­χέ­ς τοῦ Ἄγ­γέ­λου Τερ­ζά­κη μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕντεκα γράμ­μα­τα κι ἕ­να ὑ­στε­ρό­γρα­φο». Ξε­κί­νη­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ κα­ρι­έ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κό­πη­κε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια συ­νί­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Ρόμ­βος καὶ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο. Τὸ 1972 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Ὁ Δρα­πέ­της στὸ Δέν­τρο. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Οἱ σα­ράν­τα τρεῖς σι­ω­πές (μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος, 2018).



		

	

Ἀνδρέας Μήτσου: Κουστούμι ἀπὸ γνήσιο ἀγγλικὸ κασμὶρ


Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου


Κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμὶρ


ΑΤΕΒΑΙΝΑΜΕ ΨΗΛΑ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α.

Μπρο­στὰ πή­γαι­νε ἡ μά­να μου καὶ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὰ τρί­α ἀ­δέρ­φια μου. Ἐ­γώ, ἐρ­χό­μου­να πα­ρα­πί­σω, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ χού­ι μου.

        Εἴ­χα­με τὸ μνη­μό­συ­νο γιὰ τὰ σα­ράν­τα τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Τό­τε τὸν εἶ­δα.

        Περ­νοῦ­σε στὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο τοῦ χω­ριοῦ, στη­τὸς καὶ κορ­δω­μέ­νος. Οἱ δι­κοί μου, ὅ­τι εἶ­χαν στρί­ψει ἀ­ρι­στε­ρά, γιὰ τὸ σπί­τι μας, ὅ­ταν αὐ­τὸς ξε­φύ­τρω­σε ἀ­πὸ τὸ μο­νο­πά­τι πλά­ι στὸ πο­τά­μι, τὴ Μαν­τή­λω, καὶ βά­δι­ζε σ’ ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση, πρὸς τὴν πλα­τεί­α.

        Ἄλ­λα­ξα πο­ρεί­α, ξέ­κο­ψα ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα.

        Για­τὶ φο­ροῦ­σε τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        «Εἶ­μαι ὁ για­τρός», φώ­να­ζε χαι­ρέ­κα­κα. «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς».

        Πα­λα­βὸς δὲν ἦ­ταν, δὲν τά­χε χά­σει ἀ­κό­μα, πα­ρὰ ἕ­νας βαμ­μέ­νος κόκ­κι­νος, ἕ­να δε­κα­ο­χτά­χρο­νο πα­λι­ό­παι­δο, ποὺ ξέ­μει­νε ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους φο­νιά­δες καὶ δὲν δί­στα­σε νὰ βγά­λει τὰ ροῦ­χα τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ νὰ τὰ φο­ρέ­σει ὁ ἴ­διος, ἀ­φή­νον­τας τὸ τρυ­πη­μέ­νο ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες κορ­μὶ ὁ­λό­γυ­μνο, πά­νω στὰ βου­νά.

        Γιὰ νὰ τὸ φά­νε πιὸ εὔ­κο­λά τὰ ὄρ­νια καὶ τὰ τσα­κά­λια.

        Ἦ­ταν ξε­νό­φερ­τος στὸ χω­ριό. Δὲν ξέ­ρα­με ἀ­πὸ ποῦ κρα­τοῦ­σε ἡ σκού­φια του. Τὸν εἶ­χαν στρα­το­λο­γή­σει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ ἀν­τάρ­τες καὶ ἔ­γι­νε με­τὰ ἕ­να σκυ­λὶ μαῦ­ρο, ἕ­νας γε­νί­τσα­ρος, τό­σο ποὺ κι οἱ ἴ­διοι οἱ δι­κοί του τὸν φο­βόν­του­σαν καὶ τὸν ἀ­πέ­φευ­γαν.

        Τὸ σῶ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τὸ ηὔ­ρα­με πο­τέ.

        Ὁ Μά­μα­λης, ἔ­τσι τὸν λέ­γα­με, δι­ά­βαι­νε κά­θε μέ­ρα μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πέ­τρι­νο σπί­τι μας, φω­νά­ζον­τας: «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς. Εἶ­μαι ὁ για­τρός». Πε­ρι­φε­ρό­ταν με­τὰ στὴν πλα­τεί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἴ­δια δή­λω­ση.

        Συ­νέ­χι­σε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ καὶ πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα. Κα­νεὶς ὅ­μως, δὲν τὸν ἀ­πό­παιρ­νε πιά. Κα­νεὶς δὲν τοῦ ’­δι­νε ση­μα­σί­α, ἀ­φοῦ εἶ­χε χά­σει τε­λι­κὰ τὰ μυα­λά του.

        Πῆ­γε και­ρὸ φυ­λα­κή, τὸν βα­σά­νι­σαν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες, τὸν πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ φά­λαγ­γα, τί ἄλ­λο τού­κα­ναν δὲν ξέ­ρω.

        Ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε μὲ τὴν ἀ­μνη­στί­α, γύ­ρι­σε καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ χω­ριό.

        Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ βγῆ­κε στὴν πλα­τεί­α φο­ροῦ­σε πά­λι τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου κι ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε τὰ ἴ­δια λό­για. Τό­σο ποὺ τὸν συ­νή­θι­σαν ὅ­λοι, κι ὅ­σοι νε­ό­τε­ροι μά­λι­στα δὲν τὸν ξέ­ρα­νε, οὔ­τε εἶ­χαν ἀ­κού­σει τί­πο­τε γιὰ τὸ φό­νο, γιὰ τὴν ἐ­κτέ­λε­ση, τὸν πι­στεύ­α­νε πὼς ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ἔ­λε­γε.

        Τὸν δέ­χτη­κα στὴν αὐ­λή μου. Εἶ­χα μεί­νει ἡ μό­νη κλη­ρο­νό­μος στὸ ἀρ­χον­τι­κό τοῦ για­τροῦ, τ’ ἀ­δέρ­φια μου ἔ­φυ­γαν στὴν Ἀ­θή­να, ἡ μά­να μου πέ­θα­νε.

        Τοῦ ’­δι­να κά­θε με­ση­μέ­ρι ἕ­να πιά­το φαΐ, τοῦ τὸ πή­γαι­να ἔ­ξω, στὸ πε­ζού­λι. Δὲν τὸν ἤ­θε­λα νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ σπί­τι μου.

        Κα­θό­μου­να καὶ τὸν κοί­τα­ζα ποὺ ἔ­τρω­γε, κι εἶ­χα ἕ­να φό­βο, ἔ­τρε­μα ἀ­πὸ ἀ­γω­νί­α, μὴν πέ­σει πά­νω του τὸ φαΐ, ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­τρω­γε λαί­μαρ­γα. Καὶ τὸ λε­ρώ­σει τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε τὸ φα­γη­τό, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια φρά­ση. «Εἶ­μαι ὁ για­τρός» μοῦ ’­λε­γε «εἶ­μαι ὁ για­τρός, Πα­πα­θω­μάς». Καὶ μὲ πε­ρί­με­νε.

        Πή­γαι­να τό­τε ἐ­γὼ γρή­γο­ρα καὶ τοῦ ’­φερ­να μιὰ κα­νά­τα νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι. Τὸ ’­πι­νε, ση­κώ­νον­ταν κι ἔ­φευ­γε χορ­τα­σμέ­νος.

        Μό­νο τὴ μέ­ρα ποὺ χά­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­να­κο­πή καρ­διᾶς –οὔ­τε τριά­ντα χρό­νων– δὲν ἐ­πα­νέ­λα­βε τὴ φρά­ση του. Ἀ­πό­φα­γε, σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε, πρώ­τη του φο­ρά, κι ἀ­πο­χώ­ρη­σε με­τὰ σι­ω­πη­λός, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει γιὰ τὸ νε­ρό.

        Τὸν ἔ­κλα­ψα ὅ­πως δὲν εἶ­χα κλά­ψει ἄν­θρω­πο. Κα­τέ­βα­σα μὲ τὰ νύ­χια τὸ πρό­σω­πό μου, ξε­ρί­ζω­σα τὰ μαλ­λιά μου. Ἔ­σκου­ξα δυ­να­τά. Ἔ­φτα­σαν οἱ φω­νές μου ὡς τοὺς λόγ­γους καὶ στ’ ἄ­γρια βου­νά. Σὰν κό­τα κα­κά­ρι­ζα πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μί.

        Τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι τοῦ για­τροῦ, κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμί­ρι ἄ­φθαρ­το. Ὀ­λο­καί­νουρ­γιο. Τὸ που­κά­μι­σο λευ­κό, κολ­λα­ρι­στὸ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρο. Ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ φέ­ρε­τρο. Τὰ κεν­τη­τὰ σκαρ­πί­νια μὲ τὰ μι­κρὰ δον­τά­κια ἄ­λι­ω­τα. Τό­σα χρό­νια.

        Ἡ γρα­βά­τα του ἤ­τα­νε κόκ­κι­νη. Κα­τα­κόκ­κι­νη, αἷ­μα.



Πηγή: Ὁ Ὀρφέας καὶ ὁ Ἀνδρέας

Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου (Ἀμφιλοχία, 1950). Σπούδασε ἀγγλική λογοτεχνία, ἑλλη­νική φιλολογία καὶ εἶναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Ἔχει ἐκδώσει ἐννέα συλ­λο­γές διηγημάτων, πέντε μυθιστορήματα και δύο νουβέλες. Τὸ μυθιστόρημά του Τὰ ἀνίσχυρα ψεύδη τοῦ Ὀρέστη Χαλκιόπουλου τιμήθηκε μὲ τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Μυθιστορήματος (1996). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Σφῆκες μὲ τὸ Βραβεῖο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη (2002) καὶ ἡ συλλογή διηγημάτων Ἡ εξαίσια γυναίκα καὶ τὰ ψάρια (2016) τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Διηγήματος. Ἔργα του ἔχουν μεταφραστεῖ σὲ διάφορες γλῶσσες.


Ἄν­της Ρο­δί­της: Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό



Ἄν­της Ρο­δί­της


Ἀ­να­πτύσ­σον­τας πο­λι­τι­σμό


ΙΑ ΦΟΡΑ ἦ­ταν ἕ­να κρά­τος, ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Οἱ συγ­γρα­φεῖς του, οἱ ποι­η­τές του, οἱ καλ­λι­τέ­χνες του, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐν­το­πί­σουν τὸ «λά­θος», τὴν ἀ­σθέ­νεια τέ­λος πάν­των ποὺ τα­λαι­πω­ροῦ­σε τοὺς πο­λί­τες του ὥ­στε νὰ ἀ­να­ζη­τη­θεῖ τὸ κα­τάλ­λη­λο φάρ­μα­κο, ἦ­ταν ἄ­φαν­τοι. Δὲν βρί­σκον­ταν που­θε­νά, λὲς κι ἄ­νοι­ξε ἡ γῆ καὶ τοὺς κα­τά­πι­ε. Βέ­βαι­α ὑ­πῆρ­χαν, ἀλ­λὰ ἔ­με­ναν κλει­σμέ­νοι στὰ σπί­τια τους, περ­νοῦ­σαν πο­λὺ και­ρὸ σὲ ὑ­πό­γεια μὲ μυ­στι­κὲς εἰ­σό­δους, σὲ κρη­σφύ­γε­τα, φύ­τευ­αν πυ­κνοὺς καλ­λω­πι­στι­κοὺς θά­μνους καὶ τρο­πι­κὰ δέν­δρα μὲ ἀγ­κά­θια στὶς αὐ­λές τους γιὰ νὰ μὴν φτά­νει κα­νεὶς εὔ­κο­λα στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους.

       Ἡ μό­νη πα­ρη­γο­ριὰ τῶν πο­λι­τῶν ἦ­ταν νὰ δεί­χνουν στοὺς του­ρί­στες κά­τι κα­τά­λοι­πα ἑ­νὸς πα­λιοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τους, ἔρ­γα τῶν «ἔν­δο­ξων προ­γό­νων» τους, ἔ­λε­γαν, καὶ κόρ­δω­ναν σὰν γύ­φτι­κα σκε­πάρ­νια!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες τοῦ κρά­τους ἔ­σπα­ζαν τὸ κε­φά­λι τους νὰ βροῦν τρό­πο ν’ ἀ­νε­βά­σουν τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ ἐ­πί­πε­δο καὶ ν’ αὐ­ξή­σουν τὸ πο­λι­τι­σμι­κὸ προ­ϊ­ὸν τῆς χώ­ρας. Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, λό­γῳ τῆς κα­τά­στα­σής τους, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ σκε­φθοῦν πολ­λὰ πράγ­μα­τα, δη­λα­δὴ τί­πο­τε τὸ ἀ­λη­θι­νὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό. Δὲν τοὺς ἔ­λει­πε, ὅ­μως, ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση ἕ­νε­κα τῶν πολ­λῶν ἔ­ξυ­πνων ποὺ δι­έ­θε­ταν στὰ ἀ­νώ­τε­ρα κλι­μά­κια δι­οί­κη­σης τοῦ κρά­τους. Οἱ ἔ­ξυ­πνοι εἶ­ναι κά­τι σὰν τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, ποὺ φυ­τρώ­νουν πλη­θω­ρι­κὰ στοὺς ἀ­καλ­λι­έρ­γη­τους ἀ­γρούς. Ἕ­νας τέ­τοι­ος ἔ­ξυ­πνος κα­τέ­βα­σε σὲ μιὰ στιγ­μὴ μιὰ φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α, ποὺ ἀ­μέ­σως οἱ ἄλ­λοι τὴν βρῆ­καν brilliant! Ὅ­λα κι ὅ­λα, ἦ­ταν ἀγ­γλο­μα­θεῖς οἱ πο­λί­τες τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του!

       Ἡ ἰ­δέ­α εἶ­χε ὡς ἑ­ξῆς: Ἀ­φοῦ οἱ συγ­γρα­φεῖς τοῦ τό­που, οἱ ποι­η­τές, οἱ ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες ἦ­ταν ὅ­λοι ψεῦ­τες, ὑ­πο­κρι­τές, ἀ­τά­λαν­τοι, ποὺ ἁ­πλῶς πα­ρί­στα­ναν τοὺς συγ­γρα­φεῖς, τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς ἐν γέ­νει καλ­λι­τέ­χνες καὶ γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸν λό­γο φο­βοῦν­ταν μὴν ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν καὶ κρύ­βον­ταν, ἔ­πρε­πε νὰ δε­λε­α­στοῦν, νὰ τρα­βη­χτοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες τους καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρευ­τοῦν, ὥ­στε νὰ πά­ρουν τὴ θέ­ση τους ἀ­λη­θι­νοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­λη­θι­νοὶ ποι­η­τὲς καὶ ἀ­λη­θι­νοὶ καλ­λι­τέ­χνες γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἐ­πι­τέ­λους νὰ δεῖ ὁ τό­πος προ­κο­πή!

       Ἡ ἰ­δέ­α κα­τεν­θου­σί­α­σε τοὺς πάν­τες ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ δὲν θὰ ἔ­κα­νε κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση (τί θὰ ἔ­λε­γαν οἱ ξέ­νοι;) νὰ πᾶν ἀ­προ­κά­λυ­πτα καὶ νὰ ἀ­να­τι­νά­ξουν δια­μιᾶς τοὺς κρυμ­μέ­νους λο­γο­τέ­χνες ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν (ἤ­ξε­ραν ὅ­λων τὶς δι­ευ­θύν­σεις), ἔ­πε­σαν μὲ τὰ μοῦ­τρα στὴ δου­λειὰ νὰ βροῦν τρό­πο «πο­λι­τι­σμέ­νης» ἐ­φαρ­μο­γῆς τῆς ἰ­δέ­ας τους. Ἔ­τσι, μιὰ δεύ­τε­ρη φα­ει­νὴ ἰ­δέ­α ποὺ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ ἄλ­λον ἔ­ξυ­πνο ἦ­ταν νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν βρα­βεῖ­α λο­γο­τε­χνί­ας ὥ­στε νὰ προ­σελ­κυ­σθοῦν ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ν’ ἀρ­χί­σουν νὰ βγαί­νουν ἄ­φο­βα στὸ φῶς, ν’ ἀ­πο­μο­νώ­νον­ται σὲ αἴ­θου­σες τε­λε­τῶν ἀ­πο­νο­μῆς, τά­χα, βρα­βεί­ων κι ἐ­κεῖ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ον­ται κα­τὰ ὁ­μά­δα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ μά­τια τοῦ πλή­θους. Ἡ ἐ­ξα­φά­νι­σή τους πι­θα­νὸν ν’ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε μό­νο τοὺς στε­νοὺς συγ­γε­νεῖς τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι θ’ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­νον­ταν γεν­ναῖα καὶ θὰ ἔ­βγα­ζαν τὸν σκα­σμό. Ἐ­ξάλ­λου, ποι­ός ἤ­θε­λε νὰ συ­ζεῖ μὲ τέ­τοι­ους ἀ­πα­τε­ῶ­νες, ποὺ με­τέ­τρε­παν τὰ σπί­τια τους σὲ κρη­σφύ­γε­τα, ἔ­φτια­χναν ἀ­πρό­σι­τα ὑ­πό­γεια, καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν ἀ­δι­α­πέ­ρα­στες ζοῦγ­κλες μὲ τρο­πι­κὰ δέν­δρα καὶ θά­μνους γε­μά­τους ἀγ­κά­θια;

       Μιὰ ἀ­κό­μα πιὸ σπου­δαί­α ἰ­δέ­α —εἴ­πα­με ἦ­ταν πολ­λοὶ οἱ ἔ­ξυ­πνοι στὸ κρά­τος ποὺ δὲν ἔ­νι­ω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του— ἦ­ταν νὰ δί­νε­ται σὲ ὅ­λους τὸ ἴ­διο βρα­βεῖ­ο, νὰ μὴ μέ­νει κα­νέ­νας πα­ρα­πο­νε­μέ­νος, νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στὴν ἀ­πο­νο­μὴ ὅ­λοι οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες, νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ε­ται δια­μιᾶς, μ’ ἕ­να κτύ­πη­μα ἡ κά­θε ὁ­μά­δα, ν’ ἀ­παλ­λα­γεῖ τε­λι­κὰ τὸ κρά­τος ἀ­πὸ ὅ­λους αὐ­τούς. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σοι ἦ­ταν;

       Γιὰ τὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ σχε­δί­ου χρει­α­ζό­ταν πρῶ­τα-πρῶ­τα νὰ στη­θεῖ μιὰ Κρι­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πή. Ξα­νάρ­χι­σαν τό­τε νὰ σπά­ζουν τὰ κε­φά­λια τους ποῦ νὰ βροῦν στὴν ἔ­ρη­μη χώ­ρα… κρι­τι­κοὺς τῆς τέ­χνης καὶ δὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας!

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, εἶ­πε: «Εἶ­ναι ἁ­πλό, θὰ βγοῦ­με στὸν δρό­μο, νὰ ἐ­δῶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο καὶ θὰ ρω­τοῦ­με τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴ βροῦ­με τοὺς κα­τάλ­λη­λους ἀν­θρώ­πους»! «Καὶ why not», εἶ­παν ὅ­λοι μὲ μιὰ φω­νὴ καὶ βγῆ­καν ἀ­μέ­σως ἔ­ξω στὸν δρό­μο, στὴ λι­α­κά­δα καὶ στὸν κα­θα­ρὸ ἀ­έ­ρα, ποὺ τὸν εἶ­χαν καὶ πολ­λὴ ἀ­νάγ­κη ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα περ­νοῦ­σε ἕ­νας μα­σκα­ρε­μέ­νος σὲ πα­πά. Ἦ­ταν συ­νή­θει­ο τῶν πο­λι­τῶν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιό τους καρ­να­βά­λι, ποὺ δι­αρ­κοῦ­σε τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρες βδο­μά­δες καὶ ἦ­ταν γνω­στὸ στὰ πέ­ρα­τα τοῦ κό­σμου κα­τὰ τὴ φαν­τα­σί­ω­σή τους, νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν σχε­δὸν ὅ­λοι μα­σκα­ρε­μέ­νοι σὲ κά­τι ἄλ­λο ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν ὁ­λο­χρο­νίς, βρέ­ξει-χι­ο­νί­σει. Κα­νέ­νας λι­μός, λοι­μός, πό­λε­μος ἢ κα­τα­πον­τι­σμὸς δὲν τοὺς πτο­οῦ­σε. Μό­λις εἶ­δαν τὸν «πα­πὰ» κά­ποι­οι ἔ­πι­α­σαν τὰ σκέ­λια τους. Πρῶ­τος μί­λη­σε ὁ «πα­πάς», ποὺ φαί­νε­ται κά­τι ἄ­κου­σε ἢ ἐ­πι­τη­δεί­ως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καὶ δὲν βγῆ­κε τυ­χαῖ­α ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα στὸν δρό­μο.

       — Κα­λη­μέ­ρα, παι­διά, εἶ­πε.

       Τοῦ εἶ­παν ἕ­να μι­σὸ «κα­λη­μέ­ρα» κι ἄρ­χι­σαν νὰ κοι­τά­ζουν ἀλ­λοῦ.

       — Κά­τι ψά­χνε­τε, εἶ­πε ὁ «πα­πάς».

       — Δὲν μᾶς κά­νε­τε πά­τερ, τοῦ εἶ­παν μ’ ἕ­να στό­μα. Ἂν ἤ­σα­στε φι­λό­λο­γος, ἴ­σως…

       — Πῶς δὲν εἶ­μαι, εἶ­πε. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μου σπου­δή!

       Οἱ ἰ­θύ­νον­τες κοι­τά­χτη­καν με­τα­ξύ τους.

       — Δη­λα­δή, τοῦ εἶ­πε ἕ­νας, εἶ­στε καὶ φι­λό­λο­γος καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα, εἶ­πε ὁ «πά­τερ», εἶ­μαι στὴν οὐ­σί­α ἕ­νας θε­ο­λο­γί­ζων φι­λό­λο­γος.

       — Fuck, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, δὲν τὸ πι­στεύ­ω… Τό­ση τύ­χη ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη!

       — Ἕ­να κε­λε­πού­ρι, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Πάρ­τε τον ἀ­μέ­σως μέ­σα καὶ γράψ­τε τον, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων…

       — Μὰ σὲ τί; ἔ­κα­νε τά­χα ἀ­πο­ρη­μέ­νος ὁ «πά­τερ».

       — Θὰ δεῖς, τοῦ εἶ­παν, ἔ­χει καὶ κα­λὸ μι­σθό!

       Ὁ «πα­πὰς» κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι του. Μπο­ροῦ­σε, τοὺς εἶ­πε, νὰ πά­ει ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ προ­σευ­χη­θεῖ καὶ τρά­βη­ξε κορ­δω­τὸς μέ­σα στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο. Πί­σω του ἔ­τρε­ξε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ ἐν­θου­σια­σμό.

       Σὲ λί­γο δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φα­νεῖ μιὰ εὐ­θυ­τε­νὴς κυ­ρί­α μὲ κα­τσα­ρό, μα­κρὺ μαλ­λί, πο­δή­ρη φου­στά­νια κι εὐ­γε­νέ­στα­τη φυ­σι­ο­γνω­μί­α ὡς κα­ρυά­τις, ἡ ὁ­ποί­α στα­μά­τη­σε, ἔ­βγα­λε μιὰ μί­νι φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ κι ἄρ­χι­σε νὰ πα­τά­ει τὸ κουμ­πά­κι πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Τῆς κα­λά­ρε­σαν ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν με­ταμ­φι­ε­σμέ­νοι σὲ «ἰ­θύ­νον­τες». Αὐ­τοὶ ξαφ­νι­ά­στη­καν ἀρ­χι­κά, ἀλ­λὰ με­τὰ ἄρ­χι­σαν νὰ παίρ­νουν πό­ζες.

       — Ξέ­νη εἶ­στε; τὴν ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς.

       — Ὄ­χι καὶ τό­σο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ψά­χνω μά­λι­στα μὴν με­τοι­κή­σω ἐ­δῶ γιὰ τὰ κα­λά.

       — Μπά, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων νοῦς, τί μᾶς βρί­σκε­τε;

       — Τὸ κλί­μα, ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεί­νη ἀ­μέ­σως.

       — Τὸν και­ρὸ ἐν­νο­εῖ­τε.

       — Κά­θε ἄλ­λο, ἐν­νο­ῶ τὸ οἰ­κο­νο­μι­κὸ κλί­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κό, ποὺ δὲν κρύ­βε­ται μὲ τί­πο­τε. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ στα­δι­ο­δρο­μή­σω ἐ­δῶ.

       Ὁ Ἰ­θύ­νων δὲν ἔ­πι­α­σε ἀ­κρι­βῶς τὸ νό­η­μα.

       — Ὁ­μι­λεῖ­τε κα­λὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κή, εἶ­πε.

       — Πῶς, πῶς, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, εἶ­μαι Ἑλ­λη­νί­δα.

       — Καὶ ἐ­παγ­γέλ­λε­σθε;

       — Κα­θη­γή­τρια πα­νε­πι­στη­μί­ου, εἶ­πε, ὅ­ταν μὲ θέ­λουν…

       — Εἰ­δι­κό­της;

       — Φι­λό­λο­γος.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ἕ­νας των ἰ­θυ­νόν­των. Τί γί­νε­ται σή­με­ρα; Μή­πως πρέ­πει νὰ πᾶ­με ἀ­μέ­σως ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σου­με κά­να δελ­τί­ο λότ­το;

       — Ἕ­να λε­πτό, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χι-ἰ­θύ­νων, μή­πως εἶ­στε καὶ θε­ο­λό­γος;

       — Κά­πως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Τί κά­πως;

       — Νὰ ἔ­γρα­ψα κά­τι ποι­ή­μα­τα κι ἔ­βα­λα προ­με­τω­πί­δα λο­γά­κια κά­πως ἱ­ε­ρά, ἑ­νὸς Ἰ­ω­άν­νη, τῆς κλί­μα­κος νο­μί­ζω…

       — Ἄλ­λα χόμ­πυ; ρώ­τη­σε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       — Μ’ ἀ­ρέ­σει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, καὶ ὁ σι­νε­μάς.

       — Φτοῦ, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων, νὰ μὲ πά­ρει καὶ νὰ μὲ ση­κώ­σει, εἶ­στε, ἂς ποῦ­με, μιὰ καλ­λι­τε­χνί­ζου­σα καὶ σι­νε­μά­ζου­σα φι­λό­λο­γος;

       — Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ πεῖς κι ἔ­τσι, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

       — Φτοῦ, φτοῦ, φτοῦ εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἰ­θύ­νον­τες, ἐ­γὼ πά­ω ἀ­πέ­ναν­τι νὰ γε­μί­σω ἕ­να δελ­τί­ο τζό­κερ.

       — Προσ­λαμ­βά­νε­στε, εἶ­πε ὁ Ἰ­θύ­νων.

       Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ προσ­λή­φθη­καν πο­λὺ εὔ­κο­λα ἕ­νας δά­σκα­λος καὶ μί­α δα­σκά­λα. Τὸ προ­σὸν τοῦ δα­σκά­λου ἦ­ταν ὅ­τι εἶ­χε κα­τα­με­τρή­σει (ἀ­π’ ὅ,τι εἶ­πε, κα­νεὶς δὲν εἶ­χε πρό­θε­ση νὰ τὸ ἐ­λέγ­ξει) ἐ­πα­κρι­βῶς ὅ­λα τα λάμ­δα καὶ ὅ­λα τα δέλ­τα στὴν ποί­η­ση ἑ­νὸς Ἰ­τα­λοῦ ποι­η­τῆ, ἐν­τε­λῶς ἀ­γνώ­στου στὸν τό­πο, ὀ­νό­μα­τι Monti, καὶ τὸ προ­σὸν τῆς δα­σκά­λας ἦ­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε κα­νέ­να προ­σόν, χόμ­πυ ἢ πά­θος καί, ἐ­πι­πρό­σθε­τα, εἶ­χε πρό­σφα­τα καὶ πο­λὺ βο­λι­κὰ χά­σει τὴ φω­νή της, εἶ­χε βου­βα­θεῖ. Θε­ω­ρή­θη­κε ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση. Ἦ­ταν φα­νε­ρὸ πὼς δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ δι­α­φω­νή­σει πο­τὲ σὲ τί­πο­τε ἢ νὰ μι­λή­σει πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν γιὰ τί­πο­τε.

       Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι πέν­τε τὰ ἄ­το­μα τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς κρί­θη­κε «σω­στὸ» νὰ δι­ο­ρι­σθεῖ κι ἕ­νας ἐν­τε­λῶς τυ­χαῖ­ος ἄν­θρω­πος, τοῦ λα­οῦ ἂς ποῦ­με, ἀ­κό­μα καὶ τοῦ δρό­μου, ὥ­στε νὰ ἐκ­προ­σω­ποῦν­ται στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­λες οἱ… τά­σεις τῶν πο­λι­τῶν τοῦ κρά­τους. Ὁ πρῶ­τος ποὺ μπῆ­κε στὸ πε­ρι­σκό­πιό τους ἦ­ταν ἕ­νας εὔ­θυ­μος χα­σι­κλῆς, ἕ­νας πρε­ζά­κιας ὀ­νό­μα­τι Φά­νος, ἄλ­λως Ὀ­κτὼ ἢ Κο­κτώ, δὲν ξε­κα­θα­ρί­στη­κε πο­τὲ τὸ ἀ­λη­θι­νό του ὄ­νο­μα. Δι­ο­ρί­στη­κε ἀ­μέ­σως μὲ τὴ λο­γι­κὴ ποὺ πε­ρι­γρά­ψα­με πιὸ πά­νω.

       Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, τὸ κόλ­πο τῶν ἰ­θυ­νόν­των τοῦ κρά­τους ποὺ δὲν ἔ­νιω­θε καὶ τό­σο κα­λὰ μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ ἤ­θε­λε ν’ ἀ­να­πτύ­ξει πο­λι­τι­σμὸ καὶ νὰ προ­ο­δεύ­σει, τε­λι­κὰ δὲν ἔ­πι­α­σε. Τὴ μέ­ρα τῶν πρώ­των-πρώ­των βρα­βεύ­σε­ων δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε οὐ­δεὶς τῶν βρα­βευ­θέν­των νὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο του, προ­τί­μη­σαν ὅ­λοι νὰ μεί­νουν κρυμ­μέ­νοι, ἐ­κτὸς ἑ­νός, ποὺ ἔ­φτα­σε μὲ ἕ­να ΑΚ 47 (Κα­λάσ­νι­κωφ) κι ἄ­δεια­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σφαι­ρο­θή­κη πά­νω στὰ πέν­τε μέ­λη τῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς, ποὺ ἐ­ξέ­πνευ­σαν ἐ­πὶ τό­που ἀ­μέ­σως. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α ἐ­ξα­πέ­λυ­σε χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ τὸ γνω­στὸ «ἀν­θρω­πο­κυ­νη­γη­τό», χω­ρὶς βέ­βαι­α κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα.

       Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νο τὸ βα­θὺ κρά­τος ἀ­πὸ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν ἀ­πα­τε­ώ­νων συγ­γρα­φέ­ων, ποι­η­τῶν καὶ καλ­λι­τε­χνῶν δι­έ­τα­ξε τὸν στρα­τὸ νὰ ἐ­πι­τε­θεῖ σὲ ὅ­λα τὰ κα­μου­φλα­ρι­σμέ­να σπί­τια, μυ­στι­κὰ ὑ­πό­γεια, κρη­σφύ­γε­τα, αὐ­λὲς-ζοῦγ­κλες καὶ νὰ ἐ­ξο­λο­θρεύ­σει τὴν ἀ­πά­τη asap.

       Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει χω­ρὶς προ­φά­σεις τὸ το­πί­ο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ τρα­βή­ξει ἡ χώ­ρα τὸν δρό­μο τῆς προ­ό­δου καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, μὲ ἀ­λη­θι­νοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ ἡ­γέ­τες, ποὺ ὁ­πωσ­δή­πο­τε τώ­ρα ποὺ θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες θὰ ἔ­βγαι­ναν μπρο­στὰ-μπρο­στά.

Fuck.


22 Φε­βρου­α­ρί­ου 2019


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Ὁ Θανάσης



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Ὁ Θα­νά­σης

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ὁ κου­ρέ­ας, ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν βού­τα­γε τὰ ψα­λί­δια του στὴν αἰ­θα­νό­λη, κα­θό­ταν τώ­ρα σι­ω­πη­λὸς ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν Λύ­πη μέ τήν κον­τή της φού­στα νὰ περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του. Ἔ­πει­τα, γύ­ρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου καὶ μὲ σί­γου­ρες κι­νή­σεις, μοῦ ἀ­φαι­ροῦ­σε τὶς φα­βο­ρί­τες.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­π’ τὸ Ἀ­γρί­νιο, ἴ­σως μά­λι­στα, νὰ εἴ­χα­με καὶ τί­πο­τε κοι­νοὺς προ­γό­νους – λή­σταρ­χους μὲ γε­νειά­δες ἀ­πὸ κα­πνό­φυλ­λα καὶ χαῖ­τες σκο­τει­νὰ ἐ­λα­το­δά­ση. Μοῦ μι­λοῦ­σε συ­χνὰ γιὰ τὸ χω­ριό του καὶ πῶς ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να τὸ ’68. Ἔ­ρι­χνα κι ἐ­γὼ μιὰ μα­τιά στίς κι­τρι­νι­σμέ­νες του φω­το­γρα­φί­ες κι ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­ρὰ, δί­χως χά­ρη το­πί­α ἔ­βλε­πα χω­ρι­α­τό­παι­δα ν’ ἀ­φή­νουν τὰ σπί­τια τους, γιά ν’ ἀ­να­ζη­τή­σουν μιὰ εὐ­και­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να.

       Ποῦ καὶ ποῦ ὁ Θα­νά­σης στα­μα­τοῦ­σε τὴν μη­χα­νὴ του γιὰ νὰ πι­εῖ μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ ἤ γιὰ νὰ πε­τά­ξει τὶς στά­χτες τοῦ τσι­γά­ρου του, κι ἦ­ταν τό­τε, ποὺ ἔ­λε­γε γιὰ τὸν με­γά­λο του γιὸ ποὺ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος κι ἂς ἤ­ξε­ρε γλῶσ­σες κι ἂς εἶ­χε πτυ­χί­α. Τὰ μά­τια μου ἔ­πε­φταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὶς τρί­χες γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ φαν­τα­ζό­μουν τὸν ἑ­αυ­τὸ μου, τ’ ἀ­δέλ­φια μου, τὰ παι­διά τοῦ Θα­νά­ση σὰν ἕ­ναν ἄ­μορ­φο σω­ρὸ ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὰ σκου­πί­δια ὅ­λων ἐ­κεί­νων που ἔ­λε­γαν πὼς κυ­βερ­νοῦν. Καὶ σὰν νὰ κα­τα­λά­βαι­να τό­τε τὸν Θα­νά­ση καὶ μπο­ρεῖ, μά­λι­στα, νὰ μὲ κα­τα­λά­βαι­νε κι ἐ­κεῖ­νος.

       Ὅ­ταν τὸ κού­ρε­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, μοῦ ’­δι­νε τὸ σα­κά­κι μου, ἔ­βα­ζε τὰ χρή­μα­τα στὸ τα­μεῖ­ο κι ἔ­κα­νε θέ­ση στὸν ἑ­πό­με­νο πε­λά­τη, νὰ κου­βεν­τιά­σουν μα­ζὶ γιὰ πο­δό­σφαι­ρο, γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ δὲν ἄλ­λα­ζε πο­ρεί­α. Αὐ­τὰ μέ­χρι νὰ τοὺς δι­α­κό­ψει ἡ Λύ­πη, ποὺ περ­νοῦ­σε κά­θε τό­σο μὲ τὴν κον­τή της φού­στα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ποιήματα, ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2019).

Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα: Ὁ Νίκας



Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα


Ὁ Νί­κας


Α ΔΥΟ ΤΟΥ παι­διὰ ἀν­τάρ­τες. Ἦρ­θε ἡ Ὀ­ρει­νὴ Τα­ξι­αρ­χία, τοὺς ἔ­μα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ τῆς Λα­μί­ας, κί­νη­σαν νὰ πᾶ­νε στὸν Κίσ­σα­βο, ἔ­γι­νε μά­χη στὸν Μαυ­ρό­καμ­πο τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ, σκο­τώ­θη­καν καὶ τὰ δυ­ό.

       Πῆ­γε καὶ βρῆ­κε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ ἕ­ναν συγ­χω­ρια­νό του χω­ρο­φύ­λα­κα καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σε. Ζή­τη­σε νὰ πά­ρει βε­βαί­ω­ση ὅ­τι τὰ παι­διὰ σκο­τώ­θη­καν. Ὁ ἀ­στυ­νό­μος στὸ χω­ριὸ τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε μὲ ἐ­ξο­ρί­α, ποὺ εἶ­χε γιοὺς ἀν­τάρ­τες. Πε­θα­μέ­νοι δὲν με­τροῦ­σαν πιὰ καὶ θὰ ἡ­σύ­χα­ζε ἀ­πὸ τὴ φο­βέ­ρα …



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ζω­ή Κα­τσι­αμ­πού­ρα (Πα­λα­μᾶς Καρ­δί­τσας). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση, σὲ δι­ά­φο­ρες θέ­σεις. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ, ἀ­πό τίς Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, τά μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της Ἱ­στο­ρί­ες τῆς Μα­νιᾶς (2013) καὶ Μα­θαί­νε­ται η ζω­ή; (2015). Δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­νά της σέ ἱ­στό­το­πους καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της: Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές



Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές


ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΗ μέ­ρα δυ­ὸ φί­λοι κο­ρό­ι­δευ­αν, ἔ­βρι­ζαν, χα­χά­νι­ζαν, περ­πα­τοῦ­σαν καὶ πέρ­δον­ταν. Δη­λα­δὴ ἀ­πε­ρι­φρά­στως, ἀλ­λέ­ως πώς, οὕ­τως εἰ­πεῖν κλά­να­νε γεν­ναῖ­α. Τὸ εἴ­χα­νε ξε­φτι­λί­σει τε­λεί­ως. Σὰν τὰ μι­κρὰ παι­διὰ συ­να­γω­νί­ζον­ταν ποι­ός θὰ κά­νει τὸν δυ­να­τό­τε­ρο καὶ πιὸ μα­κρό­συρ­το θό­ρυ­βο μὲ τὸ τε­λι­κὸ τμῆ­μα τοῦ ἐν­τέ­ρου του. Προ­σπα­θοῦ­σαν μά­λι­στα νὰ ἀ­πο­δώ­σουν μου­σι­κὲς ἀ­πο­χρώ­σεις στὴν προ­σπά­θειά τους. Ἀ­πο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι ποὺ τὰ εὕ­ρι­σκαν τό­σα ἀ­έ­ρια. Τί ἔ­φα­γαν; Μὲ τό­σο σφί­ξι­μο θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν χε­στεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή.

       Ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τώ­ρα, κα­τα­με­σή­με­ρο στὰ Ἑ­ξάρ­χεια, ἀρ­γί­α, βρον­τοῦ­σαν οἱ ἔ­ρη­μοι δρό­μοι ποὺ περ­νοῦ­σαν καὶ οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­λα­λο τῶν ἀ­ε­ρί­ων τους ἐ­νῶ αὐ­τοὶ πα­ρέ­λαυ­ναν γε­λών­τας σὰν νὰ τοὺς ἔ­βγαι­νε στρα­βὰ ἡ κο­ρό­να.

       Ἀλ­λό­κο­τη ἡ ἀν­τί­δρα­σή τους, κά­τι σὰν ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση στὸ κα­θε­στώς. Χέ­ρια πό­δια δε­μέ­να, στό­μα κλει­στό, μό­νον ὁ κῶ­λος τους ἔ­με­νε ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς 21ης Ἀ­πρι­λί­ου.

       Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει αὐ­τὴ τὴν πλά­κα μὲ τὰ ἐμ­βα­τή­ρια καὶ τὰ κλα­ρί­να ποὺ ἄ­κου­γαν ἀ­πὸ τὸ πρω­ΐ, θυ­μή­θη­καν καὶ τὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ στρα­τι­ώ­τη πορ­δι­στῆ-σαλ­πιγ­κτῆ ποὺ ἔ­παι­ζε τὸ σι­ω­πη­τή­ριο καὶ βάλ­θη­καν νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν.

       Μό­νο ποὺ δὲν τοὺς προ­έ­κυ­ψε ὅ­πως τὸ σχε­δί­α­ζαν. Κά­τι μὲ τὴ φα­σα­ρί­α, κά­τι μὲ τὰ χά­χα­να, κά­τι μὲ τὰ μι­σό­λο­γα, ἕ­να ὄρ­γα­νο τοῦ νό­μου καὶ τῆς τά­ξε­ως ποὺ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το σα­φῶς γιὰ ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες, τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὸ τμῆ­μα γιὰ ἐ­ξη­γή­σεις καὶ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς.

       Τοὺς κρά­τη­σαν κά­να-δυ­ὸ ὡ­ρί­τσες νὰ πε­ρι­μέ­νου­νε καὶ με­τὰ ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ὑ­πη­ρε­σί­ας —τί νὰ γρά­ψει ἡ­μέ­ρα πού ‘τα­νε 21η Ἀ­πρι­λί­ου, πῶς  νὰ τὸ γρά­ψει, θὰ γε­λά­γα­νε αὔ­ριο μα­ζί του οἱ συ­νά­δελ­φοι ὅ­τι μαν­τρώ­σα­νε δυὸ κλα­νι­ά­ρη­δες στὰ Ἑ­ξάρ­χεια— τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δέ­ου­σες συ­στά­σεις καὶ τοὺς  ἄ­φη­σε.

       Αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν κα­λὰ πλέ­ον ὅ­τι οὔ­τε ὁ κῶ­λος τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸ κα­θε­στὼς ποὺ εἶ­χε μά­τια ἀ­φτιὰ καὶ μύ­τη παν­τοῦ. Καὶ κού­φι­ες νὰ τὶς κά­να­νε τὸ κα­θε­στὼς θὰ τὶς μυ­ρι­ζό­τα­νε.



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἡμί­κλα­στων κολ­λῶν, [Ἀ­θή­να, Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση] 2015.

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.