Πέτρος Φούρναρης: Ὁ Καλιγούλας


Πέτρος Φούρναρης


Ὁ Κα­λι­γού­λας


ΕΣΗΜΕΡΙ: καυ­τὸς ὁ ἥ­λιος. Μα­ζεύ­ω τὰ μα­γιό μας γιὰ νὰ φύ­γου­με, ὅ­ταν βλέ­πω τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ποι­ή­τρια, μὲ μιὰ ρόμ­πα πά­νω της, νὰ γέρ­νει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα ἀ­πὸ σα­νί­δες καὶ νὰ φω­νά­ζει μὲ κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νὴ ἕ­να ὄ­νο­μα. Ἀ­νε­βαί­νω τὸ σκα­λο­πά­τι ποὺ χω­ρί­ζει τὴν ἀμ­μου­διὰ ἀ­πὸ τὸ δρο­μά­κι καὶ τὴν ρω­τῶ τί ψά­χνει.

           «Ἕνα γά­το» μοῦ λέ­ει, «Λεί­πει τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα. Ἦρ­θε, τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου, μὲ κοί­τα­ξε μὲ ἕ­να φο­βι­σμέ­νο βλέμ­μα κι ἔ­φυ­γε, δὲν ξα­να­φά­νη­κε.»

           «Τί χρῶ­μα ἔ­χει;»

           «Σκοῦρο κα­φε­τί, μὲ λί­γο χρυ­σα­φὶ καὶ λί­γο ἄ­σπρο. Μὲ χρυ­σα­φέ­νια μά­τια.»

           Γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σω ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ σκαρ­φα­λώ­σω τὸ φρά­χτη, νὰ μπῶ στὸ ψη­λὸ σπί­τι νὰ ψά­ξω τὸ γά­το, δὲν τὸ ἄν­τε­χα νὰ τὴ βλέ­πω τό­σο δυ­στυ­χι­σμέ­νη, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη μὲ κοί­τα­ξε μ΄ ἕ­να βλέμ­μα λί­γο χα­μέ­νο.

           «Τί ὡ­ραῖα», μοῦ λέ­ει, «οἱ ξέ­νοι φέ­τος στὸ νη­σί μας, καὶ τί εὐ­γε­νι­κοί. Χτὲς τὸ βρά­δυ φο­ροῦ­σα ἕ­να λευ­κὸ φό­ρε­μα, πέ­ρα­σε ἕ­νας Βρε­τα­νὸς καὶ μοῦ λέ­ει: τί ὡ­ραί­α ποὺ εἶ­στε μὲ αὐ­τὸ τὸ λευ­κὸ φό­ρε­μα! Χτὲς τὸ ἀ­πό­γευ­μα πά­λι, με­τὰ τὰ ψώ­νια, ἔ­κα­να ὠ­το­στὸπ γιὰ νὰ γλι­τώ­σω τὰ ἕ­ξι εὐ­ρὼ γιὰ τὴν κούρ­σα καὶ μὲ πῆ­ραν ἕ­να ζευ­γά­ρι Γάλ­λων. Τί εὐ­γε­νι­κοὶ ἄν­θρω­ποι! Πι­ά­σα­με κου­βέν­τα γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, μι­λή­σα­με γιὰ τὸν Κα­λι­γού­λα, τὴ με­τά­φρα­ση. Θυ­μό­μουν ἀ­κρι­βῶς ἕ­να στί­χο κά­που στὴν ἀρ­χή. Ce soir la nuit est lourde comme le chagrin humain: αὐ­τὴ ἡ νύ­χτα εἶ­ναι βα­ριὰ σὰν τὸν ἀν­θρώ­πι­νο πό­νο. Καὶ στὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες ἐ­ξαί­σιος στί­χος, ἀλ­λὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ εἶ­ναι πιὸ ὡ­ραῖ­ος για­τί ἔ­χει πιὸ πολ­λὰ φω­νή­εν­τα.» Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ με­τρᾶ τὶς συλ­λα­βές του: «Ἀ-πό-ψε-ἡ-νύ-χτα-εἶ-ναι-βα-ριά-σὰν-τὸν-ἀν-θρώ-πι-νο-πό-νο. Φύ­γε­τε, φύ­γε­τε, μὴν σᾶς κρα­τῶ ἄλ­λο.» Καὶ κοι­τοῦ­σε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

           Γυρ­νά­ει πά­λι καὶ μᾶς λέ­ει: «Ἔ­γρα­ψα μιὰ ἐ­πι­στο­λὴ στὴν Μέρ­κελ, καὶ μιὰ στὸ γερ­μα­νι­κὸ κοι­νο­βού­λιο. Πῶς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ Εὐ­ρώ­πη: ὁ πο­λι­τι­σμός! Ὄ­χι μό­νο τα λε­φτά.»

           «Μὰ τὸ ξέρου­νε» τῆς λέ­ω, «Τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦν σκό­πι­μα.»

           «Ὄχι, δὲν τὸ ξέ­ρου­νε… Καὶ εἶ­μαι λί­γο θυ­μω­μέ­νη μὲ τοὺς ἐ­δῶ Ἰ­τα­λούς. Ὅ­λο γιὰ τὸν πό­λε­μο συ­ζη­τᾶ­νε. Μὰ τί θέ­λουν ἐ­πι­τέ­λους; Δὲν τὸν κά­να­με ἐ­μεῖς τὸν πό­λε­μο, αὐ­τοὶ τὸν κά­να­νε, καὶ ἀν­τὶ νὰ μὴ μι­λᾶ­νε, ποὺ χά­σα­νε κι­ό­λας, ἔ­χουν φω­νά­ξει πά­λι τοὺς κα­θη­γη­τές τους ἀ­πὸ τὰ πα­νε­πι­στή­μια , καὶ ξα­νὰ συ­νέ­δρια ἐ­πὶ συ­νε­δρί­ων.»

           Τὰ γα­λα­νά της μά­τια πε­τοῦ­σαν σπί­θες κα­τα­με­σή­με­ρα. Τὴν κα­λέ­σα­με στὴν ἔκ­θε­ση, θὰ ‘ρθεῖ τὸ ἀ­πό­γευ­μα στὶς ὀ­χτώ. Κα­θὼς φεύ­γα­με τὴν ἄ­κου­γα νὰ φω­νά­ζει μὲ τὴν κλα­ψι­ά­ρι­κη, λυ­πη­μέ­νη φω­νή της: «Κα­λι­γού­λα, Κα­λι­γού­λα. Ποῦ εἶ­σαι Κα­λι­γού­λα…»

11-8-2016



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι

Advertisements

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές…]


- TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY - People buy newspapers on which is written a "Statement to the Soviet People" by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV

– TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY – People buy newspapers on which is written a “Statement to the Soviet People” by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές]

[Gorbatschow sei im Urlaub…]


05-OmikronΓΚΟΡΜΠΑΤΣΩΦ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πὲς δῆ­θεν ἄρ­ρω­στος καὶ οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί του πιά­νουν κι­ό­λας δου­λειά! Συ­νά­μα κη­ρύσ­σε­ται γιὰ ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­στα­ση ἔ­κτα­κτης ἀ­νάγ­κης. Πρα­ξι­κό­πη­μα; Ὁ ἐ­χι­νό­κα­κτος ἀν­θί­ζει πά­λι. Ἀ­κού­ω NDR 4. Εἰ­δι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς μὲ εἰ­κα­σί­ες ἁ­πλῶς. Ὁ Μποὺς πέ­φτει ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα παί­ζον­τας τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του γκόλφ. Τὰν­κς φέ­ρον­ται νὰ κα­τευ­θύ­νον­ται στὴν Μό­σχα. Πτώ­ση στὸ Χρη­μα­τι­στή­ριο. Ὁ Γι­έλ­τσιν κα­λεῖ σὲ δι­α­δή­λω­ση. Ὁ Μω­ϋ­σὴς θέ­λει νὰ πά­ει στὴν Βαλ­τι­κή. Ἐ­γὼ μέ­νω ἐ­δῶ. Ἀ­κού­ω μα­γε­μέ­νη ρα­δι­ό­φω­νο σὰν ἔκ­πλη­κτο κά­πο­τε παι­δὶ τοῦ κα­ταρ­ρέ­ον­τος ἀ­να­το­λι­κοῦ μπλόκ. Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ συ­νε­λή­φθη στὸ κα­τα­φύ­γιό του. Στὴν TV ὁ Γι­έλ­τσιν μι­λᾶ ὄρ­θιος πά­νω σ’ ἕ­να τάνκ. Νέ­οι συ­ζη­τοῦν μὲ στρα­τι­ῶ­τες. Ἄ­γριοι και­ροὶ τοῦ ‘91. Ὁ Κὸλ ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται ζω­η­ρὰ γιὰ τὸν φί­λο του: «Ἐλ­πί­ζου­με ὅ­τι ἡ προ­σω­πι­κὴ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ Μι­χα­ὴλ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι ἐγ­γυ­η­μέ­νη.» Ὅ­λες οἱ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς ποὺ πα­ρα­κα­λου­θῶ, μα­ται­ώ­νον­ται γιὰ σή­με­ρα. Προ­σε­χῶς πο­λι­τι­κὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Αὔ­ριο πρό­κει­ται νὰ ὑ­πο­γρα­φεῖ πα­νε­νω­σια­κὴ συμ­φω­νί­α στὴν Μό­σχα. Δυ­σω­δί­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­νά­κτο­ρα. [77-78]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Μάριος Χάκκας: Ἕνας ἀγνοημένος φιλέλληνας

chakkasmarios-enasagnoimenosfilellinas-eikona-01


Μά­ριος Χάκ­κας


Ἕ­νας ἀ­γνο­η­μέ­νος φι­λέλ­λη­νας


01-thita ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ταγ­μα­τάρ­χη». Πε­ρι­ο­δεύ­ον­τας ἀ­πὸ τάγ­μα σὲ τάγ­μα, τὸν πα­ρα­στέ­κα­νε δυ­ὸ νε­α­ροὶ λο­χα­γοί, πλαι­σι­ω­μέ­νοι κι αὐ­τοί, δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὸν κά­θε φο­ρὰ ἀλ­φα­δύ­ο ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸ τῆς μο­νά­δας, ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀπό τὸν βο­η­θὸ ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κὸ τοῦ ἴδιου γρα­φεί­ου. Καὶ οἱ πέν­τε μα­ζὶ ἀπο­τε­λοῦ­σαν τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο ψυ­χῶν, πεν­τα­με­λὲς ἐ­φε­τεῖ­ο μὲ κα­τα­στα­λαγ­μέ­νες ἀ­πό­ψεις, τε­λε­σί­δι­κες σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἐ­θνι­κῶς ἐ­πι­ζή­μιο.

          Γιὰ αἴ­θου­σα δι­κα­στη­ρί­ου χρη­σί­μευ­ε τὸ κα­ψι­μί, ἕ­να λα­μα­ρι­νι­έ­νιο τοῦν­νελ ποὺ ἀ­νεμ­πό­δι­στα τὸ δι­α­περ­νοῦ­σε ὁ Βαρ­δά­ρης ἀ­π’ ὅ­λες τὶς μπάν­τες, συμ­βά­λον­τας σ’ ἐ­κεί­νη τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ται­ριά­ζει σὲ τέ­τοι­ους ἐ­πί­ση­μους χώ­ρους. Στὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα συ­νέ­τει­νε καὶ ἡ γύ­μνια τοῦ κα­ψι­μί. Ὅ­λοι τὰ ψυ­χα­γω­γι­κὰ ὄρ­γα­να, τρά­που­λες, ξε­μερ­ντι­σμέ­να πο­δο­σφαι­ρά­κια καὶ τά­βλι, εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ λι­γο­στὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νες κα­ρέ­κλες, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λεύ­θε­ρο χῶ­ρο γιὰ μιὰ δι­μοι­ρί­α ἐφ’ ἑ­νὸς ζυ­γοῦ. — «Κλεί­νατ—ἐπί—δε­ξι­ά­ά­ά» — πρό­σω­πο πρὸς τὸ πι­τσι­κα­ρι­σμέ­νο πὶγκ πὸγκ ὅ­που ἦ­ταν ἡ ἕ­δρα τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς μ’ ἁ­πλω­μέ­να ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ἔγ­γρα­φά της. —«Ἡμι-ἀ­νά­παυ­ση», κι οἱ φαν­τά­ροι βλέ­πον­τας κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐμ­πρὸς πά­νω στὰ τσίγ­κια, ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­πὸ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη τὴν πλά­τη, ξε­χώ­ρι­ζαν κρε­μα­σμέ­νη μιὰ ζω­γρα­φιά, κά­τι σὰν εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Ἅ­η Γι­ώρ­γη, ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­τα­κόκ­κι­νο τέ­ρας μὲ πολ­λὲς κε­φα­λές, κι ἄλ­λους τό­σους πλο­κά­μους, ἀ­νά­με­σα χτα­πό­δι καὶ φί­δι. Ἕ­νας στρα­τι­ώ­της μὲ ἐ­πί­ση­μη σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή, στρογ­γυ­λὰ ρο­δο­κόκ­κι­να μά­γου­λα καὶ τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο γε­λά­κι, λόγ­χι­ζε τὸ ἀ­παί­σιο τέ­ρας. Κι ἀ­πὸ κά­τω ἕ­να σύν­θη­μα: «Χτυ­πᾶ­τε τὸν κομ­μου­νι­σμό, ὅ­που τὸν βρεῖ­τε.»

          Ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ εἶ­χε κά­νει συ­στη­μα­τι­κὰ τὴν δου­λειά της. Ἔγ­και­ρα εἶ­χε στεί­λει τὶς ἐ­ρω­το­α­πο­κρί­σεις γιὰ νὰ γί­νει δι­δα­σκα­λί­α μὲς στὶς μο­νά­δες. Τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἦ­ταν ἁ­πλὸ καὶ οἱ ἀ­παν­τή­σεις ἁ­πλού­στε­ρες, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς μό­νο μιὰ λέ­ξη. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν: Κε­φά­λαι­ο πρῶ­το: Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: Ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος ὁ Μέ­γας Ἀ­λέ­ξαν­δρος; Καὶ δί­πλα ἡ ἀ­πάν­τη­ση: Ἕλ­λη­νας.

          Ἕ­να μῆ­να πιὸ πρὶν ὅ­λα τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ μα­θή­μα­τα (τί εἶ­ναι στρα­τός, τί πει­θαρ­χί­α, ἐκ­μά­θη­ση προ­σευ­χῆς, ἐκ­μά­θη­ση ὅρ­κου) στα­μά­τη­σαν καὶ στὴν θέ­ση τους μπῆ­κε τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἔ­τσι ποὺ νὰ ξε­σκο­νι­στεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ ὁ κά­θε στρα­τι­ώ­της ν’ ἀ­παν­τή­σει σω­στά.

          — Προ­σέξ­τε, ἔ­λε­γε ὁ δό­κι­μος τῆς δι­μοι­ρί­ας ἡ­μι­ο­νη­γῶν. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ὅ­ποι­ος ἐ­ρω­τη­θῆ ν’ ἀ­παν­τή­σει μὲ μιὰ μό­νο λέ­ξη. «Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος;», ἡ ἀ­πάν­τη­ση «Ἕλ­λη­νας», ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἂν πά­λι ἡ ἐ­ρώ­τη­ση γί­νει ἀ­νά­πο­δα, πράγ­μα κά­πως ἀ­δύ­να­τον, «Βούλ­γα­ρος ἢ Ἕλ­λη­νας;», ἐ­σεῖς δὲν θὰ πεῖ­τε τὸ πρῶ­το. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ πεῖ­τε τὸ δεύ­τε­ρο: «Ἕλ­λη­νας”. Προ­σέξ­τε, ἂν κά­νε­τε λά­θος, τό­τε Θὰ κακο­βαθ­μο­λο­γή­σουν τὸ τάγ­μα, ὁ δι­οι­κη­τὴς θὰ κα­τσα­διά­σει τὸν λο­χα­γὸ καὶ κεῖ­νος πά­λι θὰ ξε­σπά­σει ἐ­πά­νω σας. Ἔ­χει σημα­σί­α. Θὰ σᾶς κό­ψει τὶς ἄ­δει­ες. Ξέ­ρε­τε πό­σο κα­λὸς εἶ­ναι ὁ λο­χα­γός. Ἄλ­λα ἂν κά­ποι­ος ἡ­μι­ο­νη­γός τὸν ἐκ­θέ­σει μὲ μιὰ λα­θε­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, τό­τε ὅ­λα στὴν δι­μοι­ρί­α θ’ ἀλ­λά­ξου­νε. Θὰ σᾶς φλο­μώ­σει στὸ πει­θαρ­χεῖ­ο, κα­κό­μοι­ρα.

          — Προ­σέξ­τε. Κε­φά­λαι­ο τέ­ταρ­το. Θε­ω­ρη­τι­κὸς το­μέ­ας. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: «Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;» Ἀ­πάν­τη­ση: «Οἱ κομ­μου­νι­σταί». Ἐ­δῶ, ἂν κά­ποι­ος κομ­πιά­σει ἢ ξε­χά­σει, νὰ πε­τα­χτεῖ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­μέ­σως. Κι ἐ­κεῖ­νος πού θὰ κομ­πιά­σει, ἀ­κού­γον­τάς το ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει ἀ­μέ­σως. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἐ­ξη­γού­με­θα, γιὰ νὰ μὴν πα­ρε­ξη­γού­με­θα· ἔ­τσι;

          Ὅ­σο κι ἂν γιὰ τὸν δό­κι­μο τὸ «εἶ­χε ση­μα­σί­α» ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος λά­ιτ μο­τὶβ γιὰ νὰ γλυ­στρά­ει ἡ κου­βέν­τα του, γιὰ τὸν Πο­λυχρό­νη εἶ­χε τὴν ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ ση­μα­σί­α του. Κα­τα­λά­βαι­νε πὼς ἀ­φοῦ ἐ­δῶ κι ἕ­να μή­να δί­νον­ταν συ­νε­χῶς ἐ­ξη­γή­σεις, δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ γλυ­τώ­σει τὶς πα­ρα­ξη­γή­σεις ὅ­ταν θἄρ­χον­ταν ἡ κρί­σι­μη ὥ­ρα, αὐ­τὸς ὁ Πο­λυ­χρό­νης ποὺ ἦ­ταν τρί­της κα­τη­γο­ρί­ας στρα­τι­ώ­της, μου­λα­ρᾶς λό­γω πο­λι­τι­κῶν φρο­νη­μά­των κι ὄ­χι λό­γω πο­λι­τι­κοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος.

          Τὸ πρω­ὶ τῆς κρί­σι­μης μέ­ρας πά­σχι­σε νὰ μπεῖ σταυ­λο­φύ­λα­κας, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος ποὺ φύ­λα­γε νού­με­ρο οὔ­τε μὲ μιὰ κού­τα τσι­γά­ρα δὲν ἄλ­λα­ζε τὴν κο­πριὰ μὲ τὸ κα­ψὸ τῆς μο­νά­δας.

          — Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα, μάγ­γα, τοῦ εἶ­πε κι ἔ­κλει­σε μὲ ση­μα­σί­α τὸ μά­τι.

          Πῆ­γε γιὰ θαλα­μοφύ­λα­κας. Κι ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σε ἄρ­νη­ση. Εἶ­πε νὰ πλύ­νει τ’ ἀπο­χω­ρη­τή­ρια. Πρό­λα­βαν ἄλ­λοι. Συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­πὸ πέν­τε φαν­τά­ρους ἀ­σβέ­στω­νε μέ­σα κι ἔ­ξω τὰ πάν­τα.

          — Στρί­βε, κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε· εἴ­μα­στε πολ­λοὶ ἐ­δῶ.

          Ἔ­πρε­πε τὸ πρω­ὶ νὰ βγεῖ στὸ για­τρό. Ἴ­σως νὰ τὴν σκα­πού­λερ­νε. Ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος μπῆ­κε στὴν γραμ­μὴ καὶ ξε­κί­νη­σε.

          — «Τὰ ρό­δα», πρό­στα­ξε ὁ δό­κι­μος. Ἄρ­χι­σαν πα­ρά­φω­να ὅ­λοι μα­ζί:

          Τὰ ρό­δα τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα

          τῆς ἄ­νοι­ξης κα­μά­ρι

          χά­νουν τὴν ὀ­μορ­φά­δα τους

          στὴν σκλα­βω­μέ­νη γῆ.

          Κι ἔ­τσι γραμ­μὴ μπῆ­καν στὸ κα­ψι­μὶ κά­νον­τας ἕ­να ἡ­μι­κύκλιο φά­τσα στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ μπρο­στὰ στὸ πὶγκ πόγκ.

          Προ­αι­σθάν­θη­κε ὅ­τι αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ δὲν τὴν γλύ­τω­νε. Κι ἦ­ταν ἡ σει­ρά του στὴν δι­μοι­ρί­α νὰ πά­ρει τὴν ἄ­δεια. Μό­λις γύ­ρι­ζαν οἱ ἄλ­λοι, θὰ ἔ­βγαι­νε στὴν ἀ­να­φο­ρὰ νὰ ζη­τή­σει κα­νο­νι­κὴ εἰ­κο­σα­ή­με­ρη ἄ­δει­α, αὐ­τὴ τὴν ἄ­δεια ποὺ σκε­φτό­τα­νε μό­λις πά­τη­σε στὸν στρα­τώ­να τὸ πό­δι του, αὐ­τὴν ποὺ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν στὸ κρε­βά­τι τὸ βρά­δυ, στὴν σκο­πιὰ καὶ στὸν σταῦ­λο 2-4 νού­με­ρο.

          «Τώ­ρα βρῆ­καν νὰ ρθοῦ­νε; Θὰ μὲ κου­ρε­λιά­σουν, οἱ πού­στη­δες», σκέ­φτη­κε. Ἔ­πει­τα τοὖρ­θε θαμ­πὰ ἡ φι­γού­ρα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του πί­σω ἀ­π’ τὰ σί­δε­ρα, ὅ­πως τὸν εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο πρὶν φύ­γει φαν­τά­ρος, «θὰ μὲ κά­νουν ρε­ζί­λι, οἱ κε­ρα­τά­δες», ξα­να­σκέ­φτη­κε ἔν­το­να. «Δὲν πρέ­πει νὰ πῶ ὅ,­τι δι­α­τά­ζουν αὐ­τοί. Ἀλ­λὰ πά­λι θὰ χά­σω τὴν ἄ­δεια. Εἴ­κο­σι μέ­ρες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν κο­πριὰ καὶ τὸν σταῦ­λο.»

          Ἔ­νοι­ω­σε στὰ πό­δια του μιὰ τρε­μού­λα ἀ­στα­μά­τη­τη κα­θὼς ξε­χώ­ρι­σε τὸ χέ­ρι τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη νὰ δεί­χνει πρὸς τὴν δι­κή του κα­τεύ­θυν­ση.

          — Ἐσύ, εἶ­πε κι ἔ­δει­χνε τὸν δι­πλα­νό του. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;

          — «Τί στὸ δι­ά­βο­λο τρέ­μουν τὰ πό­δια μου; Μὲ λυ­μέ­να τὰ γό­να­τα πῶς νὰ στα­θῶ; Πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὴ ἡ τρε­μού­λα. Θὰ τὸ κα­τα­λά­βουν καὶ θὰ πέ­σουν ἐ­πά­νω μου σὰν τὰ κο­ρά­κια. ΙΙῶς νὰ δεί­χνει ἡ ὄ­ψη μου;»

          — Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος; Ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἄ­κου­σε τὴν φω­νή. Ἀ­πὸ βα­θιά, σὰν μέ­σα στὸν ὕ­πνο του, ἦρ­θε ἡ ἀ­πό­κρι­ση:

          — Ἕλ­λη­νας!

          Ἕ­να κύ­μα τρε­μού­λας ἀ­νέ­βαι­νε πόν­το πόν­το τὸ στῆ­θος του. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νοι­ω­σε νὰ φουν­τώ­νει ὣς τὸν λαι­μό του. Ἀ­στρα­πια­ῖα μυρ­μήγ­κια­σε ἡ πλά­τη του.

          — Ἕλληνας, μό­λις σὰν ψί­θυ­ρος ἄ­κου­σε νἄρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ βά­θος τῆς αἴ­θου­σας πά­λι.

          — «Νὰ μὴν πέ­σω, νὰ μὴν σω­ρια­στῶ του­λά­χι­στον μπρὸς στὰ πό­δια τους πρὶν κἄν μοῦ ὑ­πο­βά­λουν ἐ­ρώ­τη­ση.»

          Τὸ καψι­μὶ ἔ­φερ­νε βόλ­τα μπρο­στά του. Ὁ ἴ­διος ἕ­να σκου­πί­δι ποὺ τὸ σή­κω­νε ξαφ­νι­κὰ ὁ Βαρ­δά­ρης καὶ τὸ πη­γαι­νό­φερ­νε σ’ ὅ­λο τὸ τώλ. Ἕ­να μπα­λά­κι πὶγκ πὸγκ ποὺ τὸ χτυ­πᾶ­νε ἀπὸ τὴν μιὰ μπάν­τα στὴν ἄλ­λη, ποὺ τὸ σφεν­το­νί­ζουν στέλ­νον­τας πάσ­σα πρὶν προ­λά­βει νὰ πέ­σει.

          Εἶ­πε νὰ στη­λώ­σει κά­που τὸ βλέμ­μα, νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πό κά­που, κά­τι στέ­ρε­ο, τὶς λα­μα­ρί­νες, τὰ τσίγ­κια, κι ἔ­πε­σε ἡ μα­τιά του στὴν εἰ­κό­να ἀ­πέ­ναν­τι, στὸν φαν­τά­ρο ποὺ λόγ­χι­ζε στὸν φαν­τά­ρο ποὺ θέ­ρι­ευ­ε μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν λόγ­χη κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐ­πά­νω του, ποὺ ση­μά­δευ­ε κα­τ’ εὐ­θεί­αν τὸ στῆ­θος του, μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μι­κρὸ ὕ­που­λο γέ­λιο του, ποὺ φάρ­δαι­νε ὁ­λο­έ­να σὲ ἀ­κρά­τη­το σαρ­δό­νιο γέ­λιο κι ἀ­κού­γον­ταν τώ­ρα νὰ σέρ­νε­ται πνι­χτὰ μέ­σα στὸ τώλ.

          — Λέ­γε, λοι­πόν, ἄκουσε κα­θα­ρὰ τὴν φω­νὴ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη κι εἶ­δε τὸ χέ­ρι του στραμ­μέ­νο ἐ­πά­νω του νὰ τὸν δεί­χνει ἐ­κεῖ πε­ρί­που στὸ στῆ­θος.    Ἕ­να χά­χα­νο ξε­κι­νοῦ­σε μέ­σα στὸ τώλ.

          — Ἐσύ, ἐ­σύ, δὲν ἀ­κοῦς τό­σην ὥ­ρα; Μαρ­μά­ρω­σες;

          — Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε μὲ κό­πο, χω­ρὶς νὰ σκε­φθεῖ.

          Τὰ χά­χα­να ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν καὶ φαν­τά­ρων ξε­σπά­σα­νε σ’ ἐ­πί­μο­νο γέ­λιο.

          — Μή­πως θέ­λεις νὰ πεῖς φι­λέλ­λη­νας, παι­δί μου; ρώ­τη­σε κα­λο­συ­νά­τα ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Ἕλ­λη­νας, Ἕλ­λη­νας, ἐ­πέ­με­νε ὁ Πο­λυ­χρό­νης στὴν τύ­χη.

          — Μὰ ὁ Χί­τλερ δὲν ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε δι­δα­κτι­κὰ ὁ ταγ­μα­τάρ­χης. Ἐ­τίμη­σε βέ­βαι­α τὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τὸ στὸ πρό­σω­πο τῶν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν του, ἀ­φή­νον­τάς τους νὰ κα­τέ­βουν ἀ­πό τὸ μέ­τω­πο στὰ σπί­τια τους μὲ τὸν ἀ­το­μι­κὸ ὁ­πλι­σμό τους. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει πῶς ἤ­τα­νε Ἕλ­λη­νας· ἴ­σως φι­λέλ­λη­νας.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­φώ­να­ξε ὁ Πο­λυ­χρό­νης μὲ πεῖ­σμα, ΕΛ­—ΛΗ­—ΝΑΣ, ξε­σπών­τας, μ’ ἕ­να γέ­λιο ἀ­κρά­τη­το, ἐ­νῶ στὸ τὼλ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα πα­γε­ρὴ σι­ω­πή. Ἕλ­λη­νας, βρον­το­φώ­να­ξε, χω­ρὶς νὰ νοι­ά­ζε­ται πὼς εἶ­ναι φαν­τά­ρος, οὔ­τε πὼς βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, στὸν δι­οι­κη­τὴ ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε ἄ­δει­α, στὸν λο­χα­γό του ποὺ ἔ­τρι­ζε δόν­τια, μπρο­στὰ στὸν ἀξι­ω­μα­τι­κὸ ἀλ­φα­δύ­ο, ποὺ ἔ­σφι­χνε νευ­ρι­κὰ τὶς γρο­θι­ές του.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­ούρ­λι­α­ξε! Ἤ­μου­να παι­δὶ τό­τε. Θυ­μᾶ­μαι τὸν ἀ­δερ­φό μου πρι­σμέ­νον.

          — Στα­μα­τεῖ­στε τον, δι­έ­τα­ξε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Τρώ­γα­με κά­θε βρά­δυ ἕ­να φλυ­τζά­νι στα­φί­δα καὶ κοι­μό­μα­σταν.

          — Στα­μα­τεῖστε τον, βγάλ­τε τον ἔ­ξω, βρυ­χή­θη­κε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          Δυ­ὸ ἀλ­φα­μῖτες χύ­θη­καν πά­νω του καὶ τὸν τρα­βού­σα­νε κα­ρο­τσά­κι στὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ Πο­λυ­χρό­νης σέρ­νον­ταν πά­νω στὸ τσι­μέν­το καὶ φώ­να­ζε:

          — Τὴν μέ­ρα τρώ­γα­με ὅ,τι βρί­σκα­με. Κου­κου­τσά­λευ­ρο, χα­ρου­πά­λευ­ρο, θα­λασ­σο­βρε­μέ­νο. Τριά­ντα δρά­μια μπομ­πό­τα μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα, μι­σὴ μέ­ρα οὐ­ρὰ κι ἕ­να τάγ­μα ψεῖ­ρες.

          Ἔ­φα­γε μιὰ γε­ρὴ στ’ ἀ­χα­μνά του καὶ τοῦρ­θε ζα­λά­δα. Ἔ­πει­τα μιὰ σπρω­ξιὰ καὶ βρέ­θη­κε ὁ μι­σὸς ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Ἔ­γυ­ρε τὸ κε­φά­λι καὶ θο­λὰ εἶ­δε τὸν ταγ­μα­τάρ­χη. Πρό­λα­βε καὶ τοῦ πέ­τα­ξε πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα:

          — Ἕλ­λη­νας σὰν καί σᾶς, ὄ­χι φι­λέλ­λη­νας.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1966).

Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θή­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του: Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).


 

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη μά­χη τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων…]


06-kirschsarah-timegalyterimachi-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τὴ με­γα­λύ­τε­ρη μά­χη τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων]

[Die größte Panzerschlacht…]


10-hΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΜΑΧΗ τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων με­τὰ τὸν Β’ Παγ­κό­σμιο πό­λε­μο λέ­νε οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ ὅ­τι ἔ­χουν δώ­σει ἐ­ναν­τί­ον τῆς Φρου­ρᾶς τοῦ Χουσ­σε­ΐν. Ὑ­πὸ κα­ταρ­ρα­κτώ­δη βρο­χή. Σή­με­ρα πρέ­πει νὰ πε­ρά­σω στὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­νο­ή­τως εἶ­μαι πο­λὺ νω­ρὶς στὸ πό­δι, με­σά­νυ­χτα, καὶ τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πρέ­πει νὰ δι­α­βά­σω τὸ κεί­με­νο τοῦ Meister* στὴν Ἔκ­θε­ση-Πέ­τερ Βά­ϊς, εἶ­μαι ἀ­πο­κα­μω­μέ­νη. Θὰ τὸ κοι­τά­ξω στὸ τραῖ­νο. Ἕ­να προ­σχέ­διο τοῦ «Ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας τοὺς γο­νεῖς». Ἄχ, ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω ἀ­κού­σει τὴν κό­ρη μου. Νὰ μὴν ἐ­κτε­θῶ σὲ αὐ­τὸ τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα. Ἐ­πει­δὴ στὴν Ἑ­ται­ρεί­α-Πέ­τερ Βά­ϊς πρό­κει­ται γιὰ συ­νά­θροι­ση ἐ­πι­κίν­δυ­νων γιὰ μέ­να ὑ­πο­λειμ­μά­των ἀ­ρι­στε­ρῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀλ­λὰ βρί­σκο­μαι ἀ­κό­μη στὸ Τ.** Στὸ Τ. τί­πο­τε δὲν μὲ στε­νο­χω­ρεῖ. Πρέ­πει νὰ πά­ρω μα­ζί μου ἕ­ναν χάρ­τη τῆς πό­λης, ἔ­χω ξε­χά­σει τὶς πε­ρι­ο­χές. Τρά­βη­ξα ἕ­ναν ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή μας. Γρά­φει «Βε­ρο­λῖ­νο» ἐ­πά­νω, κα­τό­πιν «εἶ­ναι ὡ­στό­σο ἁ­πλῶς πρω­τεύ­ου­σα». Τῆς Γερ­μα­νι­κῆς Λα­ϊ­κῆς ΓΛΛΔ.*** Πρέ­πει νὰ κοι­τά­ξω ἕ­ναν ἄλ­λο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἕ­νας δι­α­λυ­μέ­νος χάρ­της. Ὁ Schumann ἀ­πο­ρεῖ ποὺ σκα­λί­ζω τὸ ρά­φι. Ἀ­γνο­εῖ τί ἦ­ταν κά­πο­τε γιὰ μέ­να τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Τώ­ρα εἶ­μαι μιὰ χω­ριά­τα ὅ­πως αὐ­τὸς καὶ εὐ­τυ­χὴς γι’ αὐ­τό. [49]


* Ἐν­νο­εῖ τὸν γερ­μα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Peter Weiss (1916-1982) καὶ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του ἀ­φή­γη­μα Abschied von den Eltern (1961).
** Tielenhemme.
*** Στὸ κεί­με­νο «DDDR». Ἂν δὲν με­τα­φέ­ρει τυ­πο­γρα­φι­κὸ σφάλ­μα τοῦ χάρ­τη ἢ δὲν εἰ­ρω­νεύ­ε­ται τὸν δη­μο­κρα­τι­κὸ/λα­ϊ­κὸ προ­σα­να­το­λι­σμὸ τοῦ κρά­τους μὲ τὴν ἐμ­φα­τι­κὴ ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ «D», ἡ Kirsch παί­ζει μὲ τὰ ἀ­κρω­νύ­μια τῆς Λα­ϊ­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας τῆς Γερ­μα­νί­ας (DDR) καὶ τοῦ νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας δι­πλο­ε­στια­κοῦ βη­μα­το­δό­τη «DDDR».

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Λά­κης Δόλ­γε­ρας: Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


dolgeraslakis-tobrexitkaiichillary-eikona-01


Λά­κης Δόλ­γε­ρας


Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


02-HttaΑΠΟΧΩΡΗΣΗ τῆς Βρε­τα­νί­ας ἀ­πὸ τὴν Ε.Ε. μὲ ἀ­να­στά­τω­σε. Ἔ­κα­να ἀρ­νη­τι­κοὺς συ­νειρ­μούς. Πε­ρι­έρ­γως, ἠ­ρέ­μη­σα ὅ­ταν μοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ μιὰ μᾶλ­λον ἄ­σχε­τη ἱ­στο­ρία:

       Ἀρ­χὲς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50, ζοῦ­σα σὲ ἕ­να μα­κε­δο­νι­κὸ χω­ριό· φτώ­χεια, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σκλη­ρὴ δου­λειὰ γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ λί­γου κα­πνοῦ, με­τεμ­φυ­λια­κὲς δι­ώ­ξεις καὶ μί­ση. Στὸ δι­πλα­νὸ οἰ­κό­πε­δο χτί­στη­κε ἕ­να σπί­τι ὅ­πως-ὅ­πως, τού­βλι­νο, ἀ­σο­βά­τι­στο καὶ μὲ πα­τώ­μα­τα ἀ­πὸ τσι­μέν­το. Στὸ πε­ρι­βάλ­λον­τα χῶ­ρο προ­ϋ­πῆρ­χαν τὸ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ριο, στὸ πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μεῖ­ο, δί­χως πόρ­τα, ἕ­να σκάμ­μα καὶ δύ­ο σα­νί­δια ἀ­πὸ πά­νω γιὰ νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, τὸ ἀ­χού­ρι καὶ ὁ φοῦρ­νος.

       Στὸ σπί­τι αὐ­τὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­με­νε σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ἑ­νὸς ἐ­πι­κίν­δυ­νου ἐ­ρεί­πιου ποὺ εἶ­χε πα­ρα­χω­ρή­σει ἡ ἐκ­κλη­σί­α σὲ ὅ­σους εἶ­χαν κά­ψει τὰ σπί­τια τους οἱ Βούλ­γα­ροι, ὡς ἀν­τί­ποι­να γιὰ τὴν συμ­με­το­χή τους στὸν Ε.Λ.Α.Σ. Τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἡ μη­τέ­ρα ἡ Θα­νά­σω καὶ οἱ τρεῖς κό­ρες, ἡ Σταυ­ρι­νή, ἡ Ἑ­λέ­νη καὶ ἡ Τα­σού­λα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρή μου, ἡ δεύ­τε­ρη δύ­ο χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ Τα­σού­λα ἕ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρη. Τὰ ἴ­χνη τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­χαν χα­θεῖ στὸν ἐμ­φύ­λιο. Πο­λι­τι­κοὶ πρό­σφυ­γες δι­ε­μή­νυ­σαν ὅ­τι ἴ­σως βρί­σκον­ταν στὴν Πο­λω­νί­α. Κά­πο­τε ἔ­στει­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α, στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἕ­να του χέ­ρι δὲν φαι­νό­ταν· ἀ­πο­τέ­λε­σε στοι­χεῖ­ο πολ­λα­πλῶν «κοι­νω­νι­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων» τῶν γει­τό­νων, ἄλ­λοι εἶ­παν ὅ­τι θὰ τὸ ἔ­χα­σε στὸν πό­λε­μο, ἄλ­λοι ὅ­τι ξα­να­παν­τρεύ­τη­κε καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ φαί­νε­ται ἡ βέ­ρα κι ἄλ­λοι ἁ­πλῶς ὅ­τι τὸ εἶ­χε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη.

       Ἡ Τα­σού­λα ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως στὴν πα­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς, στὰ ὁ­μα­δι­κὰ παι­χνί­δια ποὺ παί­ζα­με ἔ­ξω τὶς λί­γες ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες. Λί­γες, για­τὶ τὰ παι­διὰ ἐρ­γά­ζον­ταν σκλη­ρὰ ἀ­πὸ τὸ Δη­μο­τι­κό. Συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν Μά­ϊ­ο κα­τὰ τὴν διάρ­κεια «τοῦ σπαρ­μοῦ», τὰ μα­θή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν με­τα­ξὺ 7 καὶ 9 τὸ πρω­ί, εἰ­δάλ­λως οἱ γο­νεῖς ἀ­πει­λοῦ­σαν ὅ­τι θὰ τὰ στα­μα­τοῦ­σαν. Ἐ­γώ, γιὸς για­τροῦ, καὶ ἄλ­λα δύ­ο παι­διὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας μου (ἀ­πὸ ἄλ­λες γει­το­νι­ές), δὲν δου­λεύ­α­με στὰ χω­ρά­φια. Ἡ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ μο­να­ξιὰ μοῦ ἔ­φερ­νε φο­βε­ρὴ πλή­ξη, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι ποὺ ἡ μέ­ρα ἦ­ταν με­γά­λη δί­χως σχο­λι­κὲς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Ἡ Τα­σού­λα ἦ­ταν ἐν­νέ­α ἐ­τῶν, πό­τε τὴν ἔ­παιρ­ναν στὸ χω­ρά­φι καὶ πό­τε ὄ­χι. Ὅ­ταν δὲν πή­γαι­νε τῆς ἔ­κα­να πα­ρέ­α στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της νὰ κα­θα­ρί­σει, νὰ μα­γει­ρέ­ψει τὸ φα­γη­τὸ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας σὲ μιὰ φου­φοὺ καὶ νὰ τα­ΐ­σει τὶς κα­τσί­κες καὶ τὶς κό­τες. Νω­ρὶς γύ­ρι­ζε καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ τοῦ κα­πνοῦ, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρα­στεῖ σὲ σκοι­νιὰ γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ καὶ νὰ ξε­ρα­θεῖ. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πη­γαί­νω σπί­τι τους συ­νε­χῶς. Ἔ­παιρ­να κι ἐ­γὼ μιὰ βε­λό­να καὶ περ­νοῦ­σα κα­πνὸ μα­ζὶ μὲ τὶς τέσ­σε­ρις γυ­ναῖ­κες.

       Πα­ρό­λη τὴν φτώ­χεια τους (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν εἶ­χαν πα­νιὰ γιὰ νὰ βά­ζουν τὶς εὐ­αί­σθη­τες μέ­ρες), εἶ­χαν μιὰ ἀρ­χον­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά, μὲ κερ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ λι­γο­στὸ φα­γη­τό τους, πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ χω­ρι­ά­τι­κη σα­λά­τα μὲ πο­λὺ λά­δι γιὰ βού­τηγ­μα, κι ἐ­γὼ ποὺ ἤ­μουν ἀ­νο­ρε­ξι­κὸς ἐ­κεῖ ἔ­τρω­γα. Τρα­γου­δοῦ­σαν ἐ­νῶ δού­λευ­αν, ἔ­δει­χναν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες, δὲν δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν γιὰ τὴν μοί­ρα τους· μιὰ φο­ρὰ μό­νο, μοῦ εἶ­πε ἡ Σταυ­ρι­νὴ σαρ­κα­στι­κά: «Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­πλα­σε ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἄλ­λους ἔ­πλα­σε, ἄλ­λους ἔ­κλα­σε καὶ ἄλ­λους ἔ­χε­σε. Ἐ­μεῖς, εἴ­μα­στε ἀ­πὸ τοὺς χε­σμέ­νους, ἐ­σύ, ἀ­πὸ τοὺς κλα­σμέ­νους.»

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ Γερ­μα­νί­α, με­τα­νά­στευ­σαν ὅ­λες. Ἡ Τα­σού­λα δη­μι­ούρ­γη­σε ἐ­κεῖ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἔ­μει­νε μό­νι­μα· δού­λε­ψε σκλη­ρὰ καὶ μά­ζε­ψε χρή­μα­τα. Κά­πο­τε γύ­ρι­σε στὸ χω­ριὸ γιὰ τὰ κα­λο­καί­ρια. Στὴν θέ­ση τοῦ τού­βλι­νου ἔ­φτια­ξε και­νούρ­γιο σπί­τι, πο­λυ­τε­λὲς γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ χω­ριοῦ. Ὅ­μως κρά­τη­σε τὴν εἰ­κό­να τοῦ πα­λιοῦ, τὸ ἀ­σο­βά­τι­στο τοῦ­βλο ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὸ γνω­στὸ δι­α­κο­σμη­τι­κό, ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι τὸ πα­λιὸ με­γά­λω­σε καὶ ἔ­λαμ­ψε. Αὐ­τὴν τὴν ἐ­νέρ­γεια τὸ χω­ριὸ τὴν θε­ώ­ρη­σε ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «Χί­λα­ρυ».

       Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ νὰ δι­α­θέ­σει κα­νεὶς τὰ χρή­μα­τά του ὅ­πως θέ­λει, ὅ­μως ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη Χί­λα­ρυ τὰ ἔ­φτια­ξε μὲ τό­σους κό­πους ποὺ χα­λά­λι της ὅ­λη ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς γῆς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λάκης Δόλγερας. Συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλία του: Ξε­χα­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες (2007), Μιὰ σκο-τει­νὴ ὑ­πό­θε­ση (2010), Ἡ δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση τῆς Ἑ­λε­ο­νώ­ρας καὶ τοῦ Νί­κου (2012), Νι­κη­τὲς καὶ νι­κη­μέ­νοι (2013), Νε­κρὸς στὸν ἥ­λιο τοῦ Ἰ­ου­λί­ου (2015).



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Κρε­μι­έ­μαι συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο…]


05-kirschsarah-kremiemaisynechos-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Κρε­μι­έ­μαι συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο]

[Dauernd häng ich am Radio…]


07-Kappa-471px-T2JB159_-_Jungle_Book_capital_KΡΕΜΙΕΜΑΙ συ­νε­χῶς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ ἀ­κού­ω εἰ­δή­σεις καὶ σχό­λια. Πο­λε­μι­κὲς οἰ­μω­γές. Εἶ­ναι ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ πό­σο λο­γι­κὰ τὰ βρί­σκουν ὅ­λα οἱ λε­γό­με­νοι εἰ­δι­κοί. Ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα ξε­σπά­σει ὁ πό­λε­μος, λέ­νε, τό­σο πιὸ εὐ­νο­ϊ­κὰ θὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ. Στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ τὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὀρ­γα­νώ­νον­ται πάρ­τυ γιὰ τὴ δύ­ση τοῦ κό­σμου. Τὰ ξε­νο­δο­χεῖ­α προ­σφέ­ρουν σαμ­πά­νια σὲ ὅ­ποι­ον νοι­κιά­σει δω­μά­τιο. Ἢ τοῦ προ­σφέ­ρουν ἀ­μέ­σως γιὰ τὸ κου­ρά­γιο του σου­ΐ­τα. Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με γρή­γο­ρα. Πα­γο­δρο­μί­α μὲ τὸ χά­ρα­μα. Μεῖ­ον τέσ­σε­ρεις βαθ­μοί, ὅ­λα μιὰ πά­χνη. Στὴ μι­ση­τὴ πο­λί­χνη, ὅ­που ξα­να­ῆρ­θα στὸν κομ­μω­τὴ καὶ γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σω εἰ­σι­τή­ρια, ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­θυ­μί­α. Ἤ­μουν σχε­δὸν μιὰ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὴ ἐγ­κάρ­σια το­μὴ γιὰ τὸν κομ­μω­τή μου. Τό­σο ἀ­νή­συ­χους εἶ­χα νὰ δῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Τσερ­νόμ­πιλ. Ἡ εἰ­κό­να μ’ ἔ­βρι­σκε ὣς τὴν καρ­διά. Ἄν­θρω­ποι σχε­δὸν συμ­πα­θη­τι­κοὶ μέ­σα στὴν ἀ­νημ­πό­ρια τους. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔρ­χον­ται ἡ ζω­γρά­φος μας καὶ ὁ Isegrim ποὺ σὲ τέ­τοι­ους και­ροὺς ἐ­πι­μέ­νουν νὰ πᾶ­νε στὴν Κο­ρέ­α. Ὁ Isegrim με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­πέμ­βα­ση στὸ σα­γό­νι, ποὺ τὸν κά­νει γιὰ τὰ κα­λὰ γκρι­νιά­ρη. Βλέμ­μα χτυ­πη­μέ­νου λι­ον­τα­ριοῦ. [39]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σάρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Στὸ Μίνσκ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας…]


02-kirschsarah-stominskdiadiloseisdiamartyrias-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Στὸ Μίνσκ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας]

[In Minsk Protestdemonstrationen…]


06-sΤΟ ΜΙΝΣΚ δι­α­δη­λώ­σεις δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας, ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πάρ­χουν τσι­γά­ρα. Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸς στό­λος με­γά­λης ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­ε­ρο­πλα­νο­φό­ρα κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν Σα­ου­δι­κὴ Ἀ­ρα­βί­α. Ἐλ­πί­ζω νὰ ξέ­ρουν τί κά­νουν. Μί­α ἡ­μέ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πο­κα­λοῦν­ται Δι­ε­θνεῖς Στρα­τι­ω­τι­κὲς Ἀ­πο­στο­λές. Δὲν ἀ­στει­εύ­ον­ται μὲ τὸ πε­τρέ­λαι­ο. Φτιά­χνω κα­φέ. Ἐ­λα­φρῶς χα­μη­λὴ ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ πί­ε­ση στὶς Ἑ­βρί­δες. Ἐ­κεῖ θὰ ἤ­θε­λα νὰ πά­ω. Σὰν πέ­τρα ἀ­νά­με­σα σὲ πέ­τρες. Μά­λι­στα αὔ­ριο ἔ­χει γε­νέ­θλια ὁ Πέ­τρος Πε­τρο­νάρ­ρος.* Ἀ­γα­πη­μέ­νος ποι­η­τής. Ἀλ­λὰ τί γί­νε­ται στὸ Mariehamn;** Βορ­ρὰς ἕ­να, ὁ­μί­χλη, ἐν­νέ­α βαθ­μοί, χί­λια δε­κα­τέσ­σε­ρα ἑ­κτο­πα­σκάλ. Τὸ τσο­πα­νό­σκυ­λο καὶ ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πη­γαί­νουν σή­με­ρα μέ­χρι τοὺς βρά­χους. Ἐ­κεῖ ποὺ ἀν­θί­ζουν βα­τό­μου­ρα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὰ πα­λιὰ καὶ τὰ και­νούρ­για πλοῖ­α στὴν ἀ­πό­κρη­μνη ἀ­κτή. Σή­με­ρα εἶ­ναι Κυ­ρια­κή, ἔρ­χον­ται οἱ Σου­η­δοὶ με­θο­κό­ποι. Φο­ρᾶ­νε ἄ­σπρα σκου­φιὰ μὲ τὸ ὄ­νο­μα τῆς λέμ­βου. Γιὰ νὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς τὸ βρά­δυ, σὲ πε­ρί­πτω­ση ἀ­νάγ­κης, νὰ τοὺς πε­τά­ξει πά­λι ἐ­κεῖ. Στὰ βρά­χια δὲν ἔ­πε­σαν πο­τέ. Αὐ­τὸ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει δὲν τὸ ζή­σα­με ἀ­κό­μη, λέ­ει τὸ τσο­πα­νό­σκυ­λο. [11]


* Στὸ κεί­με­νο «Stein Steinarr» (1908-1958), ὁ θε­ω­ρού­με­νος σπου­δαι­ό­τε­ρος ποι­η­τὴς τῆς Ἰσ­λαν­δί­ας. Τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο με­τα­φρά­ζε­ται κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση, γιὰ νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ λο­γο­παί­γνιο.

** Πρω­τεύ­ου­σα τῶν νή­σων Âland, αὐ­τό­νο­μης πε­ρι­ο­χῆς τῆς Φι­λαν­δί­ας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.