Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[2/3]

 

Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής

(Cocu de vocation ou de grâce ou cocu quiétiste)


ΕΜΦΥΤΟΣ κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στὴς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δι­α­θέ­τει ἐκ φύ­σε­ως ὅ,τι τὸ ἐ­πί­κτη­το ἔ­χει ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος (βλ. ἀρ. 35), εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν γνώ­ρι­σε πο­τὲ τὴν ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε καὶ τὶς προ­ει­δο­ποι­ή­σεις, ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­φε­ρε στὸ γά­μο μιὰ κα­θα­ρὴ καὶ ἔν­τι­μη ψυ­χή, τὴ θε­ϊ­κὴ εὐφο­ρία ἐν ὀ­λί­γοις, εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ βρί­σκει στὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ κε­ρα­τώμα­τος ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ τὸ πε­ρί­φη­μο Σύν­ταγ­μα ὑ­πο­σχό­ταν στοὺς Γάλ­λους: τὴν εἰ­ρή­νη, τὴν ἑ­νότη­τα, τὴν ὁ­μό­νοι­α, συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ τὴν ἠ­ρε­μί­α καὶ τὴ γα­λή­νη. Εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη πά­στα κερα­τᾶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 50). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ­στει­εύ­ε­ται ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]


Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.


Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


			

Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[1/3]

 

Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς

(Cocu auxiliaire ou coadjuteur)


ΠΙΚΟΥΡΙΚΟΣ ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς εἶ­ναι αὐτὸς ποὺ ἀ­που­σιά­ζει συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, ἐμ­φα­νίζε­ται μο­νά­χα γιὰ νὰ σκορ­πί­σει τὴ χα­ρά, νὰ προ­σά­ψει στοὺς ἔν­τρο­μους ἐρα­στὲς τῆς γυ­ναί­κας του τὸ ὅ­τι δὲν γε­λοῦν καὶ δὲν πί­νουν· καί, δί­χως νὰ δι­στά­σει, τοὺς προ­κα­λε­ῖ νὰ λη­σμο­νή­σουν τὶς φι­λο­νι­κί­ες τους καὶ νὰ ζή­σουν ὡς κα­λοὶ δη­μο­κρά­τες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ πάν­τα βρί­σκον­ται ὑπὸ τὸ κα­θε­στὼς τῆς κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης. Αὐτὸς λοι­πὸν βο­η­θᾶ τὶς δο­σο­λη­ψί­ες· γι’ αὐ­τὸν τὰ κέ­ρα­τα εἶ­ναι ρο­δο­πέ­τα­λα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, Ἀ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 19). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Ὁ Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ὁ ἴ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ἐ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται ὅ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]

Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.

Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta): Ἡμερολόγιο μπάρας


Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta)


Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας

Βαρ­κε­λώ­νη, Συ­νοι­κί­α 5η (χει­μώ­νας τοῦ 1979)

(Diario de bar

Barcelona, distrito 5.o [invierno de 1979])


Πέμ­πτη, 8 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


ΗΤΑΝ ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΕΦΤΑ τὸ πρω­ῒ καὶ ὁ Βί­λα κά­πνι­ζε σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα· στη­ρι­ζό­ταν στὴν προ­ε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τά, τὰ μά­τια του ἦ­ταν στο­χα­στι­κὰ καὶ τὰ χέ­ρια του δι­πλω­μέ­να στὸ στο­μά­χι. Μὲ τὸ ποὺ πέ­ρα­σε τὴν πόρ­τα, ὁ Μά­ριο στά­θη­κε μιὰ στιγ­μὴ καὶ τὸν κοί­τα­ξε κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε στὸ σκαμ­πὸ κι ἀ­κούμ­πη­σε τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὁ Βί­λα ση­κώ­θη­κε· φο­ροῦ­σε ἕ­να που­κά­μι­σο μὲ λε­ρω­μέ­νο για­κὰ καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τά ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Γειά, Χι­λια­νέ, ἀ­πο­κρί­θη­κε δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὰ χεί­λη του, κα­τευ­θυ­νό­με­νος μὲ κι­νή­σεις μπα­σκετ­μπο­λί­στα πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς κα­φε­τι­έ­ρας, ἑ­νὸς πα­λιοῦ ἰ­τα­λι­κοῦ μον­τέ­λου ποὺ τὸ περ­νοῦ­σε κα­μιὰ φο­ρὰ μ’ ἕ­να πα­νὶ ποὺ πά­νω εἶ­χε λί­γο γυ­α­λι­στι­κό. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, μο­νο­λό­γη­σε. Δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ μπάρ· ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του καὶ τὸ ἀ­νέ­μι­σε, κι ἔ­πει­τα τὸ κρέ­μα­σε στὸ δι­πλα­νὸ σκαμ­πό. Κά­τι σὰν ρί­γος δι­α­πέ­ρα­σε τὸ στο­μά­χι του καὶ τὴ σπον­δυ­λι­κή του στή­λη. Ὕ­στε­ρα κάλ­μα. Στά­ξε μου μιὰ-δυ­ὸ στα­γό­νες κο­νιὰκ στὸν κα­φέ, εἶ­πε. Ὁ Βί­λα ἔ­γνευ­σε ξε­φυ­σών­τας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα δου­λειᾶς, ὁ Χι­λια­νὸς ἦ­ταν χα­ρού­με­νος ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ μι­σο­σκό­τα­δο τοῦ στε­νό­μα­κρου πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μου, ποὺ τὸ πά­τω­μά του ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης ποὺ θά ’ρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει κά­να δυ­ὸ ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα. Θα­μῶ­νες δὲν ὑ­πῆρ­χαν, ἔ­ξω ἔ­βρε­χε καὶ τὰ μά­τια τοῦ Μά­ριο γυ­ά­λι­ζαν, ὅ­πως γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­τια ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νυ­χτέ­ρι. Σκέ­φτη­κα πὼς εἶ­σαι νε­κρός, ἀ­να­φώ­νη­σε ὁ Βί­λα κα­θὼς το­πο­θε­τοῦ­σε μπου­κά­λια στὰ ρά­φια. Ὁ Μά­ριο χα­σμου­ρή­θη­κε. Ὕ­στε­ρα ἄ­να­ψε ἕ­να Ducados καὶ ἤ­πι­ε μιὰ πρώ­τη γου­λιὰ κα­φέ. Ἦ­ταν ἕ­να μαῦ­ρο ὑ­γρό, σκέ­το φαρ­μά­κι, μύ­ρι­ζε μα­σχα­λί­λα κι ὅ­ταν τὸ κα­τέ­βα­ζες ἦ­ταν λὲς κι εἶ­χες φά­ει κλο­τσιὰ στὸν λαι­μό. Ρί­ξε λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιάκ, εἶ­πε. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­πί­σης νά ’­χει τρί­ψει τὰ χέ­ρια του· ἴ­σως τὸ ἔ­κα­νε νο­ε­ρά. Ὁ Βί­λα πο­τὲ δὲν τοῦ χρέ­ω­νε τὸ κο­νιάκ, ὅ­ταν τὸ ζη­τοῦ­σε μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Ἦ­ταν στὴν ὕ­λη τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας τῆς προ­η­γού­με­νης μέ­ρας. Ἕ­νας Χι­λια­νὸς πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸν ἕ­βδο­μο ὄ­ρο­φο τοῦ δι­πλα­νοῦ κτι­ρί­ου· ἐ­δῶ, ἔ­δει­ξε ὁ Βί­λα ὥ­στε νὰ ἔ­χει ὁ Μά­ριο μιὰ ἰ­δέ­α ποῦ συ­νέ­βη τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Ἦ­ταν γεί­το­νας, κα­νέ­νας ὅ­μως δὲν τὸν γνώ­ρι­ζε, ἐ­ξή­γη­σε ὁ Βί­λα σκα­λί­ζον­τας τὸ δόν­τι του μ’ ἕ­να σπίρ­το. Ἔ­πει­τα ἄ­να­ψε κι ἄλ­λο τσι­γά­ρο κι ἦρ­θε πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ Μά­ριο· στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τί του. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ σκε­φτῶ, τὴν πε­ρα­σμέ­νη βδο­μά­δα δὲν ἦρ­θες. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ σκε­φτεῖ, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Χι­λια­νὸς ἀ­πὸ μέ­σα του, συ­νο­δεύ­ον­τας τὴ σκέ­ψη μὲ μιὰ ἀ­μυ­δρὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ· τὰ δά­χτυ­λα ἦ­ταν βα­ριά, λὲς καὶ ἦ­ταν ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους μὲ μιὰ πυ­κνή, δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ χέ­ρι του ὅ­λος πε­ρι­έρ­γεια τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτα μὲ τὸν Χι­λια­νό. Ὁ Μά­ριο εἶ­δε στὸν νοῦ τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ μπὰρ τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ πέ­φτει ἀ­πὸ ψη­λά, νὰ προ­σκρού­ει στὸ ἔ­δα­φος, πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ κραυ­γές, καὶ φω­νὲς νὰ ρω­τᾶ­νε γι’ αὐ­τόν. Κρά­τη­σε τὸ στό­μα του κλει­στό, δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Ἐ­φό­σον δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ταυ­τό­τη­τά του, πῶς ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἦ­ταν Χι­λια­νός;



Πα­ρα­σκευ­ή, 9 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Βρῆ­καν τὸ δι­α­βα­τή­ριο κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα, τυ­λιγ­μέ­νο σὲ χαρ­τὶ ἐ­φη­με­ρί­δας μα­ζὶ μὲ κά­ποι­ο κό­σμη­μα. Δὲν ἄ­φη­σε δι­α­θή­κη, οὔ­τε χρή­μα­τα, φυ­σι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε κὰν ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα. Τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σε, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.



Σάβ­βα­το, 10 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, σκε­φτό­ταν ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, σὰν νά ’­ταν συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Χι­λια­νοῦ. Ἔ­μοια­ζε ἀ­νό­η­το νὰ τοῦ ἐ­πι­ση­μά­νει κα­νεὶς τὴν ἀ­να­κρί­βεια τῆς μη­χα­νι­κῆς αὐ­τῆς σκέ­ψης. Ὁ Βί­λα γνώ­ρι­ζε ἤ­δη πολ­λὰ ἱ­στο­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἂν θέ­λε­τε, πο­λέ­μων, ἐ­θνο­τή­των, τά­ξε­ων κι ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Μά­ριο δί­χως νὰ τὸ σκε­φτεῖ καὶ πο­λύ, γιὰ νὰ συ­νο­ψί­σει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ λό­για πού ’­χαν στοι­βα­χτεῖ στὸ κε­φά­λι του ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη, κά­τι ποὺ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν καὶ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα.



Κυ­ρια­κή, 11 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τα­με­σῆς τῆς κυ­ρι­α­κά­τι­κης ἡ­συ­χί­ας, ὁ Βί­λα πε­ρί­με­νε τὴ συ­νέ­χεια τῆς κου­βέν­τας, πα­ρό­τι στὸν Μά­ριο φαι­νό­ταν σὰν νὰ μὴν ἔ­χει καὶ πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα, ἕ­να ρεῦ­μα κρύ­ου ἀ­έ­ρα ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄ­νοιγ­μα τῆς τζα­μό­πορ­τας. Ἡ ἐκ­δο­χὴ τῆς δο­λο­φο­νί­ας δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κλει­στεῖ, εἶ­πε ρί­χνον­τας —χω­ρὶς νὰ τοῦ τὸ ζη­τή­σει ὁ Χι­λια­νός— λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιὰκ σ’ ὅ­σο κα­φὲ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Σάλ­τα­ρε ἁ­πλῶς ἢ τὸν ἔ­σπρω­ξαν κι ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νά ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­ριο, κα­τα­νο­ών­τας τὸ τε­τριμ­μέ­νο τοῦ ὅ­λου πράγ­μα­τος. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ἕ­ως τό­τε δὲν εἶ­χε μπο­ρέ­σει νὰ φαν­τα­στεῖ τὸ πρό­σω­πο ἢ τὸν σω­μα­τό­τυ­πό του ἢ ἂν εἶ­χε με­γά­λα αὐ­τιά. Βου­τιὰ ἔ­κα­νε, ἐ­πα­νέ­λα­βε δύ­ο ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ τοῦ θύ­μι­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α, τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σε σὰν παι­δὶ στὴν Βί­νια ντὲλ Μάρ, στὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς του ποὺ κρα­τοῦ­σε συν­τρο­φιὰ σ’ αὐ­τὸν καὶ στὴν ἀ­δελ­φή του, τὶς βου­τι­ὲς ποὺ ἔ­κα­ναν στὴν πι­σί­να Ρε­κρέ­ο. Καὶ τὶς ἀ­τε­λεί­ω­τες πε­ραν­τζά­δες μὲ τὴ για­γιά του στὴν προ­βλή­τα τοῦ Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο, καὶ τὸν βρά­χο τῶν ἐ­ρω­τευ­μέ­νων, ποὺ τὸν λέ­νε καὶ Σάλ­το ἢ Βρά­χο τῶν αὐ­το­χεί­ρων: ἕ­να κομ­μά­τι γῆς ποὺ κρέ­με­ται πά­νω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, ὅ­που πᾶ­νε γιὰ ν’ αὐ­το­κτο­νή­σουν οἱ ντό­πιοι ποὺ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι, θε­με­λι­ώ­νον­τας μὲ τὰ κορ­μιά τους —ποὺ τ’ ἀ­να­σύ­ρουν οἱ πυ­ρο­σβέ­στες μέ­σ’ ἀ­π’ τοὺς πέ­τρι­νους ὄγ­κους— τὴν αὔ­ρα ἑ­νὸς πράγ­μα­τος ἱ­ε­ροῦ, τῆς σπου­δαί­ας πέ­τρας, τό­που ἱ­ε­ροῦ γιὰ τοὺς ἐ­ρω­τευ­μέ­νους ποὺ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται στὶς γω­νι­ές του ἢ ἑ­νὸς μέ­ρους σχε­δὸν του­ρι­στι­κοῦ, ὅ­που γη­ραι­ὲς κυ­ρί­ες κρα­τᾶ­νε φο­βι­σμέ­νες τὰ ἐγ­γό­νια τους γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Ὁ Βί­λα εἶ­πε πὼς εἶ­χε ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν αὐ­τό­χει­ρα σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ τοῦ ἔ­δει­ξαν τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοί. Ἔ­με­νε δί­πλα στὸ μπάρ, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν θα­μώ­νας του. Τὸν εἶ­χε δεῖ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο. Ὁ Μά­ριο ἤ­πι­ε ἄλ­λη μιὰ γου­λιὰ κα­φέ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς ἐ­ξέ­τα­ζε τὸ πτῶ­μα, οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ μπού­κα­ραν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Τὸ κα­θι­στι­κὸ ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Τί­πο­τα, δὲν εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει τί­πο­τα· σκό­νη, ἕ­να κρε­βά­τι κι ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Ἴ­σως ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ὁ Βί­λα ὅ­μως δὲν τὸ πί­στευ­ε.



Δευ­τέ­ρα, 12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Στὶς δέ­κα καὶ μι­σὴ πε­ρί­που τὸ πρω­ῒ ὁ Μά­ριο πέ­ρα­σε τὸ κα­τώ­φλι καὶ κά­θι­σε στὴν μπά­ρα ἀ­κουμ­πών­τας τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ἔ­γρα­φε ὅ­λη νύ­χτα, ὥ­σπου νὰ ξη­με­ρώ­σει, καὶ ξύ­πνη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του, ὅ­που εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­νά­βον­τας ἕ­να Ducados. Πί­σω του, ἕ­νας φοι­τη­τὴς καὶ μιὰ φοι­τή­τρια φι­λι­όν­του­σαν σ’ ἕ­να ἀ­π’ τὰ τρα­πέ­ζια, ἔ­χον­τας ἀ­κουμ­πή­σει σὲ μιὰ ἄ­κρη κά­τι φα­κέ­λους γε­μά­τους χαρ­τιὰ καὶ κλει­σμέ­νους μὲ λά­στι­χο. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα σκού­πι­ζε ἐ­κεῖ δί­πλα. Στὶς ἕν­τε­κα πα­ρὰ εἴ­κο­σι μπῆ­κε μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να χον­τρὸ καὶ μα­κρὺ παλ­τὸ ποὺ ἔ­φτα­νε χα­μη­λὰ μέ­χρι τὰ ζω­η­ρό­χρω­μα καὶ ζε­στὰ πα­πού­τσια της. Ρώ­τη­σε, τρέ­μον­τας, ἂν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ὁ Βί­λα τὴν πα­ρα­τή­ρη­σε σα­στι­σμέ­νος. Ὁ Μά­ριο καὶ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι σή­κω­σαν τὸ βλέμ­μα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη συ­νέ­χι­σε τὸ ἔρ­γο της. «Χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια;», ρώ­τη­σε ὁ Βί­λα ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πιά­σει γραμ­μή. Ἀ­π’ τὴν κί­νη­ση τῆς γυ­ναί­κας συμ­πέ­ρα­ναν ὅ­λοι πὼς κά­τι τέ­τοι­ο δὲν χρει­α­ζό­ταν. Κά­λε­σε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νος σ’ ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ καὶ ζή­τη­σε τὸν ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴ Ἀν­δρά­δε. Ὕ­στε­ρα, συ­στή­θη­κε ὡς ἡ θυ­ρω­ρί­να τοῦ κτι­ρί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ αὐ­τό­χει­ρας, ἐ­πα­νέ­λα­βε, εἶ­χε λά­βει ἕ­να γράμ­μα.



Τρί­τη, 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Μπῆ­κε ἕ­να νέ­ο παι­δὶ ἐν­τε­λῶς μου­σκε­μέ­νο, κά­θι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς μπά­ρας καὶ πα­ρήγ­γει­λε μιὰ κό­κα κό­λα. Ἡ πόρ­τα ἄρ­γη­σε νὰ κλεί­σει κι ὁ Μά­ριο ἔ­νι­ω­σε τὸ ψύ­χος. Ὁ Βί­λα ἦρ­θε πά­λι κον­τά του. Ἔ­μα­θαν ἀ­πὸ τὴ θυ­ρω­ρί­να ὅ­τι εἶ­ναι Χι­λια­νός, ἐ­ξοῦ καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι ἴ­σως πρό­κει­ται γιὰ σέ­να. Τὴν πρώ­τη μέ­ρα κα­νεὶς δὲν σκέ­φτη­κε νὰ ψά­ξει κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα. Ἐ­κεῖ φυ­λοῦ­σε τὸ δι­α­βα­τή­ριό του. Ἐ­σύ, ποῦ τὸ φυ­λᾶς; Ὁ Μά­ριο τὸ κου­βα­λοῦ­σε πάν­το­τε πά­νω του. Ἕ­να πα­λιό, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο δι­α­βα­τή­ριο γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος στὴν κω­λό­τσε­πη. Ὁ Μά­ριο δὲν ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­σε κα­μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ν’ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τί σκε­φτό­ταν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ ἔ­στρε­ψε τὴ μα­τιά του στὸν Βί­λα, κοι­τών­τας τὸν κα­τά­μα­τα. Ἦ­ταν σκε­πτι­κός, ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί εἴ­δους ἔ­ρευ­νες μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ὑ­πο­ψί­ες ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ Βί­λα ἔ­πα­ψε νὰ στη­ρί­ζε­ται στὴν μπά­ρα, πέ­τα­ξε τὸ πα­νὶ ἀ­π’ τὸν ὦ­μο του καὶ πλη­ρώ­θη­κε ἀ­π’ τὸν νε­α­ρὸ τὴν κό­κα κό­λα. Ἄ­νοι­ξε τὸ τα­μεῖ­ο μ’ ἕ­ναν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ με­ταλ­λι­κὸ θό­ρυ­βο καὶ τὸ ἔ­κλει­σε πά­λι μό­λις ἔ­φυ­γε ὁ νε­α­ρός. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸν δρό­μο, δί­χως δι­α­βά­τες, γκρί­ζο ἐ­πά­νω σε γκρί­ζο, γε­μά­το αὐ­το­κί­νη­τα ποὺ κι­νοῦν­ταν ἀρ­γὰ πέ­ρα-δῶ­θε· ὁ­ρι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν τό­σο θαμ­πά, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ δι­α­κρί­νεις τί­πο­τα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τους. Ἔ­λει­ψες μιὰ βδο­μά­δα καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ἂν μέ­νουν κι ἄλ­λοι Χι­λια­νοὶ στὴ γει­το­νιά. Ὁ Μά­ριο σκέ­φτη­κε πὼς ἂν τυ­χὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε κα­νεὶς γι’ αὐ­τόν, θὰ τοῦ ξέ­φευ­γε κα­μιὰ χον­τρά­δα. Ἴ­σως δὲν φα­νε­ρώ­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ κά­ποι­ον τὸ νὰ ψά­ξεις νὰ βρεῖς ἂν εἶ­ναι νε­κρός. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση θὰ πρό­κει­ται πε­ρὶ ἀ­νη­συ­χί­ας γιὰ τοὺς οἰ­κεί­ους του ἢ τὰ νού­με­ρα στὴν ἀ­πο­γρα­φή, γιὰ κά­ποι­α κλη­ρο­νο­μιά, γιὰ τὸ ἄ­με­σο μέλ­λον ἢ γιὰ τὴ σύν­θε­ση κά­ποι­ας ἐ­λε­γεί­ας. Εἰ­λι­κρι­νά, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός, ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν καὶ πολ­λὴ ση­μα­σί­α.



Τε­τάρ­τη, 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τὰ βά­θος ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γνω­στή, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός: ἡ πά­λη τῆς κά­θε μέ­ρας, στὸν ἔ­ξω κό­σμο κι ἐν­τὸς τοῦ κα­θε­νός, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πά­λη κι αὐ­τὴ ποὺ τρώ­ει τὰ σω­θι­κά. Ἔ­κλει­ναν τὰ μά­τια του. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν. Στὸ πί­σω κά­θι­σμα κά­ποι­ου αὐ­το­κι­νή­του ἕ­να κο­ρί­τσι κα­τέ­βα­σε τὸ τζά­μι, ἔ­βγα­λε ἔ­ξω το κε­φά­λι καὶ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο πρὸς τὸ μέ­ρος του, δί­χως νὰ τὸν δεῖ. Θὰ ἦ­ταν τὸ πο­λὺ ἐν­νιὰ χρό­νων, τὰ μαλ­λιά της ἦ­ταν πια­σμέ­να πλε­ξοῦ­δες κι ἔ­πε­φταν στὸ γα­λά­ζιο κολ­λε­για­κὸ φοῦ­τερ ποὺ φο­ροῦ­σε σκε­πά­ζον­τας τοὺς ὤ­μους της. Τὸ ἁ­μά­ξι ξε­κί­νη­σε, τὸ κο­ρί­τσι πέ­τα­ξε ἔ­ξω κά­τι χαρ­τά­κια ποὺ βρά­χη­καν ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­πε­σαν κά­τω, ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βα­σε τὸ τζά­μι. Πρό­λα­βε νὰ δεῖ ἄλ­λη μιὰ πλε­ξού­δα, ἴ­σως ἦ­ταν ἕ­να ἄλ­λο παι­δί, κουρ­νι­α­σμέ­νο πιὸ πέ­ρα στὸ πί­σω κά­θι­σμα. Κι ὕ­στε­ρα κι ἄλ­λα ἁ­μά­ξια. Ὅ­λα ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στά. Ὁ Μά­ριο ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ὀ­νει­ρευ­τεῖ. Ἔ­μει­νε μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ.



Πέμ­πτη, 15 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς κι εἶ­χε σύν­τρο­φο. Μιὰ κο­πέ­λα τοῦ εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα. Μιὰ κο­πέ­λα ἀ­π’ τὴ Χι­ρό­να. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­καν ἦ­ταν ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα αὐ­τὸ ἦ­ταν γιὰ ἄλ­λη δου­λειά, εἶ­πε ὁ Βί­λα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸν σκό­τω­σαν. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­ῆ­ταν πα­ρά­ξε­να. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Μιὰ κο­πέ­λα εἶ­χε γρά­ψει καὶ τοῦ εἶ­χε στεί­λει ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα. Πι­θα­νό­τα­τα ἦ­ταν ἡ κο­πέ­λα του. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ τὸ γράμ­μα ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει.



Πα­ρα­σκευ­ή, 16 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Σκέ­φτη­κε ὅ­τι, ἔ­χον­τας βρεῖ ἕ­να πρῶ­το στοι­χεῖ­ο (τὸ γράμ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ στοι­χεῖ­ο), θὰ ξε­χνοῦ­σαν πὼς ὁ ἴ­διος, ὁ πρῶ­τος ποὺ ὑ­πο­ψι­ά­στη­καν ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει αὐ­το­κτο­νή­σει, δὲν δι­έ­θε­τε κὰν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς. Τί­πο­τα, οὔ­τε μιὰ ἀ­τζέν­τα, τοῦ εἶ­πε ὁ Βί­λα κα­θὼς προ­σέ­θε­τε λί­γο ἀ­κό­μη κο­νιὰκ στὸν κα­φέ. Λὲς καὶ ὁ τύ­πος δὲν εἶ­χε κα­θό­λου φί­λους σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Νὰ ἔ­χεις φί­λους· νὰ εἶ­σαι μό­νος· νὰ κά­νεις σχέ­σεις· μιὰ κο­πέ­λα· ἕ­να γράμ­μα. Ἂν ὅ­μως ἔμ­παι­ναν στὸ δι­κό του σπί­τι, χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Χι­λια­νός, θά ’­βρι­σκαν πε­ρισ­σό­τε­ρα: βι­βλί­α, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ τὸ χέ­ρι σὲ τε­τρά­δια δί­χως κα­μί­α ἔν­δει­ξη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί τύ­χη θά ’­χε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του, ἂν θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σουν λέ­ξη πρὸς λέ­ξη ντε­τέ­κτιβ δι­ψα­σμέ­νοι γιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α, πά­νω στὴ φού­ρια νὰ κλεί­σουν μιὰ ὑ­πό­θε­ση, τὴ δι­κή του ὑ­πό­θε­ση. Ἂν ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι του, εἶ­πε μὲ σι­γου­ριὰ ὁ Βί­λα, θὰ γέ­μι­ζαν φορ­τη­γὸ ὁ­λό­κλη­ρο μὲ τι­μο­λό­για καὶ ἀ­πο­δεί­ξεις πα­ρα­λα­βῆς μὲ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπάρ. Ὁ Χι­λια­νὸς σκέ­φτη­κε τί θλι­βε­ρὸ ποὺ ἦ­ταν. Φαν­τά­στη­κε τὸν αὐ­τό­χει­ρα νὰ περ­πα­τᾶ κου­βα­λών­τας τὸν πε­ρί­φη­μο Ὁ­δη­γό. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ λί­γες μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα, τώ­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεῖ: κα­φε­τὶ ρι­γω­τὸ πα­νω­φό­ρι, ὁ ὁ­δη­γὸς στὸ δε­ξὶ χέ­ρι, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι χω­μέ­νο στὴν τσέ­πη· νὰ ὀ­νει­ρο­πο­λεῖ συλ­λο­γι­ζό­με­νος πὼς τοῦ στέλ­νουν γράμ­μα. Ὁ Βί­λα ἔ­κα­νε νὰ ἰ­σι­ώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι τὰ μαλ­λιά του, ἐ­πι­χει­ρών­τας νὰ βά­λει τά­ξη στὸ χά­ος. Ὁ Μά­ριο τὸν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Νύ­στα­ζε, ὅ­πως πάν­τα. Τὸ γρά­ψι­μο τὸν εἶ­χε κρα­τή­σει ξύ­πνιο μέ­χρι πο­λὺ ἀρ­γά, φυ­σι­κά, ἴ­σα­με τὸ ξη­μέ­ρω­μα.



Σάβ­βα­το, 17 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα ἄ­να­ψε τὴν κα­φε­τι­έ­ρα. Ἦρ­θε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν μπά­ρα κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ ρο­λὸ τῆς πόρ­τας. Πέ­ρα­σε τὰ τρα­πέ­ζια μὲ τὸ πα­νί. Ἔ­βα­λε πά­νω τα­σά­κια. Το­πο­θέ­τη­σε μη­χα­νι­κὰ στὴ σει­ρὰ τὰ σκαμ­πὸ καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα. Ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο κι ἔ­βγα­λε μι­κρὰ πι­α­τά­κια μὲ τά­πας τὰ ὁ­ποῖ­α ἄ­φη­σε στὴν προ­θή­κη προ­στα­τευ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ μιὰ τζα­μα­ρί­α. Ἔ­βα­λε λά­δι στὸ τη­γά­νι καὶ τὸ ἄ­φη­σε νὰ κά­ψει, ἔ­βγα­λε λί­γες πα­τά­τες ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες, κομ­μέ­νες γιὰ τη­γά­νι­σμα καὶ τὶς ἄ­φη­σε δί­πλα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ πέ­τα­ξε τὸ σπίρ­το στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς μπά­ρας, κά­τω στὸ πά­τω­μα, μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ τ’ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει σὲ κά­να-δυ­ὸ ὧ­ρες. Πε­ρί­με­νε πρῶ­τα νὰ ζε­στα­θεῖ ἡ κα­φε­τι­έ­ρα κι ἑ­τοί­μα­σε ἕ­ναν κα­φὲ δυ­να­τό. «Τί πρω­ϊ­νὸ κι αὐ­τό», εἶ­πε δί­χως νὰ ξέ­ρει τὸ για­τί. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε κρύ­ο κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη σκο­τά­δι, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ὁ Μά­ριο φα­νε­ρὰ νυ­σταγ­μέ­νος.



Κυ­ρια­κή, 18 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ δρό­μος δὲν εἶ­χε ξυ­πνή­σει ἀ­κό­μη κα­λά. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ ὅ­ταν ὁ Βί­λα ἄ­νοι­ξε τὸ μα­γα­ζὶ γιὰ τὸ κοι­νό. Ὁ Μά­ριο δι­α­σταυ­ρώ­θη­κε στὴν εἴ­σο­δο μὲ δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους ποὺ πή­γαι­ναν στὴ λει­τουρ­γί­α. Ζή­τη­σε τὸ ἴ­διο ὅ­πως πάν­τα, ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα.



Δευ­τέ­ρα, 19 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Πέ­ρα­σε ἕ­να κόκ­κι­νο ἁ­μά­ξι. Κα­τα­κόκ­κι­νο κι ἀ­στρα­φτε­ρό. Ἔ­πει­τα ἕ­να πρά­σι­νο ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νο. Ἕ­νας κου­τσο­δόν­της γέ­ρος ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κλα­σι­κὸ γκρί­ζο κο­στού­μι ἔ­πι­νε κα­φὲ μὲ γά­λα· τὸ κα­πέ­λο του τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα σχε­δόν. Ἡ πο­λι­τεί­α σι­γὰ-σι­γὰ ξυ­πνοῦ­σε. Ὁ Μά­ριο πα­ρα­τή­ρη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πή­γαι­ναν στὶς δου­λει­ές τους, σκε­πα­σμέ­νους ἀ­π’ τὶς ὀμ­πρέ­λες τους, νὰ βα­στοῦν στὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι ἕ­να σάν­του­ιτς τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, μὲ τὰ μά­τια μι­σά­νοι­χτα· τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἥ­συ­χο ρυθ­μὸ τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τὶς μέ­ρας. Μπῆ­κε ὁ γιὸς τοῦ φούρ­να­ρη ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα μὲ τὸ πό­δι· κρα­τοῦ­σε στὰ χέ­ρια του ἕ­ναν δί­σκο μὲ γλυ­κὰ σκε­πα­σμέ­να μὲ δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Κα­λη­μέ­ρα, εἶ­πε. Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­πάν­τη­σαν ὁ Βί­λα, ὁ γέ­ρος μὲ τὸ γκρί­ζο κο­στού­μι καὶ ὁ Μά­ριο, μὲ μιὰ φω­νή. Μό­λις ξεμ­πέρ­δε­ψε μὲ τὸ παι­δί, ὁ Βί­λα πλη­σί­α­σε τὸν Μά­ριο. Τώ­ρα λέ­νε ὅ­τι πέ­θα­νε προ­τοῦ πέ­σει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Οἱ γεί­το­νες κου­τσομ­πο­λεύ­ουν καὶ βγά­ζουν τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τά τους κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοὺς προ­σεγ­γί­ζει κά­ποι­ος ντε­τέ­κτιβ καὶ τοὺς ρω­τᾶ γιὰ τοῦ­το καὶ γιὰ κεῖ­νο, μή­πως καὶ θυ­μη­θοῦν κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια. Ὁ Χι­λια­νὸς ρου­φοῦ­σε ἀρ­γὰ τὸν κα­φέ του, τρα­βοῦ­σε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες τζοῦ­ρες τοῦ τσι­γά­ρου του καὶ χά­ζευ­ε τὴ βρο­χὴ νὰ πέ­φτει στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Γκρί­ζο πά­νω σε γκρί­ζο, ξα­νά. Κου­τσομ­πο­λιὸ στὴ γει­το­νιά. Δυ­ὸ Ἄ­ρα­βες ντυ­μέ­νοι μὲ κε­λεμ­πί­ες στα­μά­τη­σαν στὴν εἴ­σο­δο, ἔ­ρι­ξαν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ μπὰρ καὶ συ­νέ­χι­σαν τὴν πο­ρεί­α τους. Ὁ Μά­ριο φαν­τά­στη­κε ὅ­τι θά ’­χουν κι αὐ­τοὶ τὸν θαυ­μά­σιο Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Σὰν πα­λιὸς ἐ­ρα­στὴς τοῦ νου­ὰρ ποὺ ἦ­ταν, ὄ­φει­λε νὰ γρά­ψει κά­τι γιὰ τὸν «Ἄν­θρω­πο ποὺ δι­ά­βα­ζε μό­νο τὸν Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης». Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη ψά­χνον­τας λε­φτὰ γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ὁ Βί­λα, ποὺ στη­ρι­ζό­ταν στὴν πρε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τὰ βρῆ­κε ἀ­φορ­μὴ νὰ ση­κω­θεῖ· ὁ για­κάς του ἦ­ταν λε­ρω­μέ­νος καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τὰ ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Ἅρ­πα­ξε τὰ λε­φτὰ καὶ δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὸ στό­μα ἔ­γνευ­σε ἀν­τί­ο. Ὁ Μά­ριο κα­τέ­βη­κε ἀ­π’ τὸ σκαμ­πὸ κι ἔ­κα­νε λί­γα βή­μα­τα πρὸς τὴν πόρ­τα. Σκέ­φτη­κε νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι, κά­νον­τας ἴ­σως πρῶ­τα ἕ­ναν μι­κρὸ κύ­κλο, γιὰ τὴ βόλ­τα, ἀν­τὶ νὰ πά­ρει τὸν πιὸ σύν­το­μο δρό­μο. Γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα, εἶ­πε. Στὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, τὰ μά­τια του στά­θη­καν στὸ ἀ­στρα­φτε­ρὸ πλα­κό­στρω­το ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε θραύ­σμα­τα τῶν πα­λι­ῶν τοί­χων, τῶν γκρί­ζων προ­σό­ψε­ων καὶ τῶν μαύ­ρων σι­δε­ρέ­νι­ων μπαλ­κο­νι­ῶν· σὰν χα­λά­σμα­τα ποὺ τὰ με­λε­τοῦν εὐ­λα­βι­κὰ οἱ εὐαί­σθη­τοι ἀρ­χι­τέ­κτο­νες τοῦ μέλ­λον­τος. Ἡ βρο­χὴ ἦ­ταν σὰν μιὰ μπά­ρα ποὺ θό­λω­νε τὸν προ­ο­ρι­σμό του. «Θὰ κοι­μη­θεῖς;», τὸν ρώ­τη­σε ἡ ἀ­δελ­φή του ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. Βγά­λ’ τὰ αὐ­τὰ τὰ ροῦ­χα. Ὁ Μά­ριο φταρ­νί­στη­κε με­ρι­κὲς φο­ρές. Καὶ συμ­πλή­ρω­σε: «Στέ­γνω­σε, ἀ­γό­ρι μου, τὰ μαλ­λιά σου πρὶν ξα­πλώ­σεις». Ὁ Μά­ριο θυ­μή­θη­κε τί κα­λὰ ποὺ ἦ­ταν στὴ Βί­λα, μὲ τὴ για­γιά τους στὴ Βί­νια ντὲλ Μάρ, ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὸ γρα­φεῖ­ο του, τσα­λά­κω­σε τὰ χαρ­τιὰ μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ μὲ τὸ ἄλ­λο χέ­ρι ἔ­σβη­νε τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι, κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ πά­σο του καὶ δί­χως κα­νέ­ναν δι­σταγ­μό, σάλ­τα­ρε στὸ κε­νὸ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νὰ βγαί­νει ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα, σκέ­φτη­κε, ἔ­τσι ἁ­πλά, σὰν νὰ ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω.



Πη­γή: Roberto Bolano & A. G. Porta, Conse­­jos de un discí­­pulo de Moris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce. Dia­­rio de bar, σει­ρά: Nar­rativa Hispánica / Biblio­teca Rober­to Bolaño, Μα­δρί­τη, Alfa­gua­ra, 2018 [α΄ ἔκ­δο­ση: 2006].

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño) (1953, Σαν­τιά­γκο – 2003, Βαρ­κε­λώ­νη): Χι­λια­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Ἐ­ξέ­δω­σε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ συλ­λο­γὲς ἀ­πὸ ἄρ­θρα. Ἐκ τῶν σπου­δαι­ό­τε­ρων μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Ἀ. Γκ. Πόρ­τα (Antoni García Porta ) (1954, Βαρ­κε­λώ­νη): Βρα­βευ­μέ­νος Ἱ­σπα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ στε­νὸς φί­λος τοῦ Μπο­λά­νιο. Ἔ­γρα­ψαν μα­ζὶ τὸ Conse­­jos de un discí­­pulo de Mo­ris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Ám­bi­to Li­tera­rio de Nar­ra­tiva τὸ 1984, κα­θὼς καὶ τὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας», κεί­με­νο ποὺ γρά­φτη­κε τὴν ἴ­δια πε­ρί­που ἐ­πο­χὴ μὲ τὸ πρῶ­το, πα­ρέ­μει­νε ὅ­μως ἀ­νέκ­δο­το ἕ­ως τὸ 2006.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν, ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν,

ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


Γ Ε Ρ Ο Σ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, ὁ στρα­τη­γὸς Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, ἠ­ρέ­σκε­το, ὡς καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι τοῦ ἀ­γῶ­νος ἄν­δρες δι­α­πρε­πεῖς, ἵ­να ἐν πα­ροι­μί­αις λα­λῇ. Κα­τὰ τὸν φό­νον τοῦ Κυ­βερ­νή­του δι­η­γή­θη τὸν ἑ­ξῆς ση­μαν­τι­κὸν μῦ­θον, ἐν μέ­σῳ τῶν χαι­ρόν­των ὅ­τι ἀ­πηλ­λά­γη­σαν τοῦ τυ­ράν­νου.

       «Ἀ­πε­φά­σι­σάν πο­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια, νο­μί­ζον­τα ὅ­τι κα­τὰ τὸν τρό­πον αὐ­τὸν θὰ ἀ­παλ­λα­γῶ­σιν ἀ­πὸ τὴν ἐρ­γα­σί­αν, νὰ φο­νεύ­σω­σι τὸν σ α ­μ α ρ ­τ σ ῆ ν, ὥ­στε οἱ ἄν­θρω­ποι μὴ ἔ­χον­τες σα­μά­ρια, νὰ μὴ τὰ φορ­τό­νω­σι πλέ­ον. Τὸ εἶ­παν καὶ τὸ ἔ­κα­μαν. Τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι προ­σε­κά­λε­σαν τὸν κ ά λ ­φ α ν τοῦ σα­μαρ­τσῆ καὶ τοῦ πα­ρήγ­γει­λαν νὰ κα­τα­σκευά­ζῃ σα­μά­ρια, καὶ τὰ δυ­στυ­χῆ γα­ϊ­δού­ρια ὄ­χι μό­νον ἐ­δού­λευ­αν, ὅ­πως καὶ πρό­τε­ρον, ἀλ­λὰ εἶ­χον καὶ πλη­γὰς εἰς τὴν ῥά­χιν, κα­θό­σον ὁ κάλ­φας, ὡς πρω­τό­πει­ρος, ἔ­κα­μνε τὰ σα­μά­ρια ἐ­λε­ει­νὰ καὶ ἄ­θλια. Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν, ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά.»



Πη­γή: Ἐ. Σχινᾶς, «­Ἱστο­ρι­κὰ ἀ­νέ­κδο­τα», περ. Παρ­θε­νών, 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1878, σελ. 127.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Θε­ό­φι­λος Χα­τζη­μι­χα­ήλ (1870-1934), Ὁ Στρα­τη­γὸς τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης εἰς τὸν κάμ­πον τῆς Λέρ­νης λί­μνης συ­να­θροί­ζει τοὺς Νι­κη­τὰς τοῦ Δρά­μα­λη (μὲ πρό­τυ­πο πί­να­κα τοῦ Πέ­τερ φὸν Ἒς) (1933). Μου­σεῖ­ο Θε­ό­φι­λου.



		

	

Πέτρος Ζερβός: Περιμένοντας στὸ ATM


Πέ­τρος Ζερ­βός


Πε­ρι­μέ­νον­τας στὸ ΑΤΜ


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΑ ΣΤΟ ATM, λί­γο πρὶν τὰ με­σά­νυ­χτα, εἶ­δα κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀν­θρώ­πους νὰ πε­ρι­μέ­νουν στὴν οὐ­ρὰ κι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ στη­θῶ κι ἐ­γώ.

        Εἶ­χε τό­ση ζέ­στη ποὺ ὁ κορ­μὸς τοῦ φοί­νι­κα δί­πλα μου ἔ­μοια­ζε νὰ τρέ­χει θαμ­πὸ ρε­τσί­νι ὅ­πο­τε πέ­φταν πά­νω του τὰ φῶ­τα κα­νε­νὸς ἁ­μα­ξιοῦ. Ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν κι ἔ­κα­νε πά­λι ἡ­συ­χί­α σχε­δὸν μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­κού­σω τὸ στυ­φὸ τρί­ψι­μο με­τα­ξὺ πα­τοῦ­σας καὶ σα­γι­ο­νά­ρας, κα­θὼς οἱ ἄν­θρω­ποι με­τα­τό­πι­ζαν τὸ βά­ρος τους ἀ­π’ τὸ ἕ­να πό­δι στὸ ἄλ­λο.

        «Πε­ρι­μέ­νε­τε πολ­λὴ ὥ­ρα;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μπρο­στά μου τὸν ἄν­τρα μπρο­στά της. Ἦ­ταν κι οἱ δυ­ό τους γύ­ρω στὰ πε­νῆν­τα μὲ πε­νῆν­τα πέν­τε. Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε κον­τὰ κα­στα­νὰ μαλ­λιά, ἀ­σα­φῶς ἀ­ε­τί­σια μύ­τη, λε­πτὰ ζυ­γω­μα­τι­κὰ καὶ μαύ­ρους κύ­κλους κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Φο­ροῦ­σε μιὰ ψι­λο­τσα­λα­κω­μέ­νη λευ­κὴ φού­στα κι ἕ­να τυρ­κου­ὰζ μπλου­ζά­κι.

        «Πε­ρί­που εἴ­κο­σι λε­πτά,» ξε­φύ­ση­ξε ὁ ἄν­τρας μπρο­στά της, γυ­ρί­ζον­τας νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Ἦ­ταν φα­λα­κρός, μὲ ὄ­ξι­να μπλὲ μά­τια, βα­ρὺ σα­γό­νι κι ἕ­να ἀ­ραι­ὸ γκρί­ζο μού­σι, πε­ρί­που δέ­κα ἡ­με­ρῶν. Φο­ροῦ­σε ἕ­να ξε­βαμ­μέ­νο λα­χα­νὶ που­κά­μι­σο καὶ μιὰ μπὲζ βερ­μού­δα. Ὅ­λο σφα­λι­ά­ρι­ζε τὶς γάμ­πες του γιὰ νὰ δι­ώ­ξει τὰ κου­νού­πια.

        «Μὰ δὲν εἶ­ναι φο­βε­ρὴ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα τὸν ἄν­τρα μπρο­στά της, βά­ζον­τας τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι στὴ μέ­ση της καὶ πε­τών­τας τὸ γο­φό της ἐ­λα­φρὰ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

        «Τί νὰ κά­νου­με;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε, ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους του.

        «Ἄχ, αὐ­τοὶ οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι… Τό­σο ἄ­καρ­δοι!» ἀ­να­φώ­νη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

        «Ἐ­γὼ πά­λι θά ’­λε­γα πὼς εὐ­θύ­νε­ται κυ­ρί­ως ἡ δι­κή μας κυ­βέρ­νη­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, γυ­ρί­ζον­τας νὰ τὴν κοι­τά­ξει.

        «Μὰ πῶς μπο­ρεῖ­τε νὰ λέ­τε κά­τι τέ­τοι­ο;»

        «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ ’­χω ἄ­πο­ψη;»

        «Ὄ­χι, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ ση­μαί­νει πὼς ἡ ἄ­πο­ψή σας εἶ­ναι καὶ σω­στή.»

        «Καὶ τί λοι­πόν; Θὲς νὰ χρε­ο­κο­πή­σου­με; Αὐ­τὸ θές;»

        «Μὰ εἴ­μα­στε ἤ­δη χρε­ο­κο­πη­μέ­νοι!» δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ἡ γυ­ναί­κα. «Κοί­τα γύ­ρω σου.»

        «Ὅ­λο αὐ­τό», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, δεί­χνον­τας μὲ μιὰ κυ­μα­τι­στὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ του γύ­ρω-γύ­ρω καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ ἕ­να του φρύ­δι, «θά ’­πρε­πε νά ’­χε φρον­τί­σει ἡ δι­κή μας κυ­βέρ­νη­ση νὰ τὸ ἀ­πο­τρέ­ψει.»

        «Μὰ τί λὲς τώ­ρα; Θὲς νὰ πέ­σει κι ἄλ­λο ὁ μι­σθός σου; Αὐ­τὸ θές;» τὸν ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

        «Βα­σι­κά, εἶ­μαι συν­τα­ξι­οῦ­χος», τῆς ἀ­πάν­τη­σε.

        «Ἄ… Κι ἐ­γώ… Τί ἔ­χεις νὰ πεῖς λοι­πὸν γιά…»

        «Ποῦ δού­λευ­ες;» τὴ δι­έ­κο­ψε.

        «Στὴν Ὀ­λυμ­πια­κή. Ἤ­μουν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δός.»

        «Κι ἐ­γὼ δού­λευ­α στὴν Ὀ­λυμ­πια­κή. Πι­λό­τος», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, ξα­να­ση­κώ­νον­τας τὸ ἕ­να του φρύ­δι.

        «Ναί, ἔ; Κοί­τα νὰ δεῖς σύμ­πτω­ση…» Ἡ γύ­ναι­κα γύ­ρι­σε πρὸς στιγ­μὴν νὰ μὲ κοι­τά­ξει. Ἔ­κα­να μι­σὸ βῆ­μα πί­σω. «Λοι­πόν… Νο­μί­ζω πὼς δὲ θά ‘θε­λες νὰ πέ­σει κι ἄλ­λο ἡ σύν­τα­ξή σου, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σε, βά­ζον­τας τὸν δεί­κτη της στὸ μά­γου­λό της.

        «Ὄ­χι, βέ­βαι­α, καὶ φαν­τά­ζο­μαι οὔ­τε κι ἐ­σύ», τῆς ἀ­πάν­τη­σε χα­μο­γε­λών­τας της.

        «Ξέ­ρεις,» εἶ­πε, κα­θα­ρί­ζον­τας τὸ λαι­μό της, «σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μὲς θά ’­πρε­πε νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τὸ δι­χα­σμό. Δὲ βο­η­θά­ει.»

        «Τὸ ξέ­ρω. Ἐ­ξ’ ἄλ­λου τὸ λέ­νε συ­νέ­χεια καὶ στὶς εἰ­δή­σεις τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες», τῆς ἀ­πάν­τη­σε, χα­μο­γε­λών­τας εἰ­ρω­νι­κά.

        «Οὔφ! Στα­μά­τα πιά!» τοῦ νι­α­ού­ρι­σε. «Δὲ χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ παί­ζεις σκλη­ρὸς συ­νέ­χεια.»

        «Λοι­πόν, θὲς νὰ πᾶ­με γιὰ ἕ­να πο­τό;» τὴ ρώ­τη­σε.

        «Τί; Τώ­ρα;»

        «Ναί, για­τί ὄ­χι;»

        Κοί­τα­ξε γύ­ρω της καὶ μᾶλ­λον τῆς φά­νη­κε πὼς κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πε­ρί­με­ναν στὸ ATM δὲν εἶ­χε προ­σέ­ξει τὴ συ­ζή­τη­σή τους. «Πο­λὺ θὰ τὸ ’­θε­λα, ἀλ­λά…»

        «Ἀλ­λὰ τί;»

        «Εἶ­μαι παν­τρε­μέ­νη.»

        «Κι ἐ­γώ.»

        Ἡ γυ­ναί­κα γύ­ρι­σε νὰ μὲ ξα­να­κοι­τά­ξει. Ἔ­κα­να ἕ­να βῆ­μα πί­σω. «Ἐν­τά­ξει, πᾶ­με», εἶ­πε στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­φυ­γαν ἀ­π’ τὴν οὐ­ρὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ περ­πα­τᾶ­νε πλά­ι-πλά­ι. Ἕ­να ἁ­μά­ξι ἔ­στρι­ψε καὶ τὰ φῶ­τα του ἔ­πε­σαν πρὸς στιγ­μὴν στὶς πλά­τες τους, στοὺς πι­σι­νούς τους, στὶς γάμ­πες τους, στὶς σα­γι­ο­νά­ρες τους. Ἔ­μοια­ζαν νὰ κι­νοῦν­ται ἀρ­γά, σὰ νά ’­ναι κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρό. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ φύ­γω κι ἐ­γώ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὁ Πέ­τρος Ζερ­βὸς εἶ­ναι κά­το­χος MA, MFA καὶ PhD ποὺ τοῦ ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ Indiana University Bloomington τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν. Ἔ­χει δι­δά­ξει ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ κα­θὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἀ­με­ρι­κά­νι­κη λο­γο­τε­χνί­α στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λέ­γιο Ἑλ­λά­δας – Deree College.



		

	

Ἐντμοῦντο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Παραμύθι μὲ δικτάτορα καὶ κάρτες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Πα­ρα­μύ­θι μὲ δι­κτά­το­ρα καὶ κάρ­τες

(Cuento con dictador y tarjetas)


ΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ὁ δι­κτά­το­ρας Χο­α­κὶν Ἰ­τουρ­βί­δε δι­α­φέν­τευ­ε μιὰ βι­ο­τε­χνί­α καρ­τῶν καὶ εἶ­χε τὸ μο­νο­πώ­λιο τῆς πώ­λη­σης τῶν καρ­τῶν στὴ χώ­ρα καὶ μιὰ μέ­ρα τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 26η Ἰ­ου­νί­ου Ἡ­μέ­ρα τῆς Φι­λί­ας καὶ οἱ κάρ­τες ποὺ φτι­ά­χτη­καν γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα εἶ­χαν μιὰ ἀ­πρό­σμε­νη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸν πλη­θυ­σμὸ καὶ πραγ­μα­το­ποί­η­σαν θε­α­μα­τι­κὲς εἰ­σπρά­ξεις γιὰ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση· αὐ­τὸ ὤ­θη­σε τὸν δι­­κτάτο­ρα νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 14η τοῦ Αὐ­γού­στου Ἡ­μέ­ρα τῆς Ζή­λειας καὶ ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α ἐ­πα­να­λή­φθη­κε. Καὶ μὲ φό­ρα του ἡ δυ­να­μι­κή τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας συ­νε­χί­στη­κε καὶ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ πεν­τα­ε­τί­α ὅ­λες οἱ μέ­ρες τοῦ ἔ­τους ἐ­ξαν­τλή­θη­καν καὶ ὑ­πῆρ­χε Ἡ­μέ­ρα τῆς Μνη­σι­κα­κί­ας καὶ Ἡ­μέ­ρα τῆς Ἄ­πι­στης Μνη­στῆς καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Προ­πα­πού­δων καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Συ­ζύ­γων ποὺ Ἀ­γα­πι­οῦν­ται ἀλ­λὰ στὴν Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα Μι­σοῦν­ται καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Λα­τρῶν τοῦ Αὐ­νάν καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ Θά­θε­λαν νὰ κοι­μη­θοῦν μὲ τὶς Ὑ­πη­ρέ­τρι­ές τους καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ Μαρ­κή­σιου Ντὲ Σὰντ καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται Κεν­ταύ­ρους. Γιὰ νὰ δώ­σει χῶ­ρο σὲ νέ­ες ἐ­πι­νο­ή­σεις ἔ­πρε­πε νὰ χω­ρί­σει τὴν μέ­ρα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη: τὸ σού­ρου­πο τῆς 3ης τοῦ Γε­νά­ρη κη­ρύ­χτη­κε Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Τοὺς Ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν Σὲξ στὸ Σκο­τά­δι ἑ­νὸς Κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ τὸ ξη­μέ­ρω­μα τῆς 16ης τοῦ Ὀ­κτώ­βρη Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Δὲν Σκο­τώ­νουν οὔ­τε μιὰ Μύ­γα καὶ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς 21ης  τοῦ Δε­κέμ­βρη Στιγ­μὴ τῶν Νο­σταλ­γῶν τοῦ Τσα­τσα­τσά. Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ὁ δι­κτά­το­ρας ἤ­δη κο­νο­μοῦ­σε πιὸ πο­λὺ χρῆ­μα ἐ­τη­σί­ως μὲ τὴν πώ­λη­ση τῶν καρ­τῶν πα­ρὰ μὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­προ­κά­λυ­πτα ἀ­πὸ τὰ τα­μεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­φή­σει τὴν ἐ­ξου­σί­α. Ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει μα­ζί της, ὑ­πέρ­γη­ρος πιὰ καὶ σε­βά­σμιος πα­τριά­ρχης. Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέρ­γη­ρος. Πρὸς τι­μήν του, ἡ Σύ­νο­δος τῶν Ἐ­ξε­χόν­των τῆς χώ­ρας κή­ρυ­ξε τὴν ὥ­ρα τέσ­σε­ρις καὶ εἴ­κο­σι ἑ­πτὰ λε­πτὰ καὶ δε­κα­πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα τῆς 2ης τοῦ Ἀ­πρί­λη σὰν τὴν Φευ­γα­λέ­α Στιγ­μὴ τῶν Ἰ­σό­βι­ων Δι­κτα­τό­ρων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Rio Fugitivo:

http://riofugitivo.blogspot.com/2008/02/cuento-con-dictador-y-tarjeta-s-un.html

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mes, El Pais, Ti­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βάσω. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τός του τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΠΕ μί­αν φο­ρὰν εἰς τὸν Κυ­βερ­νή­την:

     — »Μοῦ χά­λα­σες τὴν Ἑλ­λά­δα.

     — »Για­τί; τοῦ ἀ­πε­κρί­θη ἐ­κεῖ­νος.

     — »Για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ κά­μῃς 5 φράγ­κι­κο καὶ 15 νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς τούρ­κι­κο, με­τὰ 20 χρό­νους νὰ τὸ κά­μῃς 10 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 10 τούρ­κι­κο,καὶ πά­λιν με­τὰ 20 ἔ­τη νὰ τὸ κά­μῃς 15 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 5 τούρ­κι­κο, ὥ­στε με­τὰ 20 ἄλ­λους τό­σους χρό­νους νὰ γί­νῃ ὅ­λο φράγ­κι­κο.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 288 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 211 [Τίτλος: «455.— Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἔ­ρω­τας καὶ Ἐ­πα­νά­στα­ση



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἔ­ρω­τας καὶ Ἐ­πα­νά­στα­ση

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΝΩΙ Ο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ μὲ τὰ ἡ­ρω­ϊ­κὰ στρα­τέ­μα­τά του πο­λε­μοῦ­σε στὸν Πει­ραι­ᾶ (Μάρτ. τοῦ 1827) ἔ­μα­θε πὼς ἡ Συ­νέ­λευ­ση στὴν Τροι­ζῆ­να ἔρ­ρι­ξε τὴν Κυ­βέρ­νη­ση (Δι­οι­κη­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ) μὲ τὸν ἔ­ξο­χον Ἀν­τρέ­α Ζα­ΐ­μη κε­φα­λή της, καὶ σύ­στη­σε βι­α­στι­κὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τρί­α μο­νά­χα μέ­λη, Νη­σι­ώ­τη, Μω­ρα­ΐ­τη καὶ Ρου­με­λι­ώ­τη, μέ­λη ὄ­χι ση­μαν­τι­κά, ἀ­πὸ φτό­νο στὸ Ζα­ΐ­μη, γιὰ νὰ δε­χτῇ τὸν Κυ­βερ­νή­τη, ποὺ θἀρ­χό­ταν, ὄ­χι κυ­βέρ­νη­ση ἰ­σχυ­ρὴ καὶ σο­βα­ρή, μὰ κυ­βέρ­νη­ση ὑ­πη­ρε­σια­κή. Τὸ μέ­λος ὅ­μως τὸ Ρου­με­λι­ώ­τι­κο δὲν ἄ­ρε­σε κα­θό­λου στὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ στοὺς Ρου­με­λι­ῶ­τες του. Αὐ­τοὶ εἴ­χα­νε συ­στή­σει τὸ Γ. Μαυ­ρο­μά­τη, ἄ­ξιον καὶ σο­βα­ρό, κ’ ἡ Συ­νέ­λευ­ση δι­ώ­ρι­σε ἕ­ναν ποὺ ἡ γυ­ναῖ­κα του εἶ­χε ἀ­γα­πη­τι­κὸ – καὶ ποι­όν; τὸν Ἀν­τρέ­α Με­τα­ξᾶ. Τὸ σκάν­τα­λο ἔ­βρα­ζε κι’ ὁ ἄ­τυ­χος ὁ σύ­ζυ­γος, ἄν­θρω­πος μα­λα­κὸς καὶ τί­μιος κα­τὰ τ’ ἄλ­λα, ἤ­τα­νε στιγ­μα­τι­σμέ­νος. Ὅ­μως ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, δυ­να­τὸς πο­λὺ μέ­σα στὴ Συ­νέ­λευ­ση, ἀν­τὶ νὰ τρέ­χῃ ἀ­πὸ πί­σω στὸ Μπρα­ΐ­μη, ἀν­τὶ νὰ σε­βα­στῇ τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη τὴν ἐ­πι­θυ­μιὰ (εἴ­χα­νε γρά­ψει, αὐ­τὸς κ’ οἱ συν­τρό­φοι του, ἕ­να γράμ­μα στὴ Συ­νέ­λευ­ση πο­λὺ αὐ­στη­ρὸ ἐ­νάν­τια στὸν ἀ­νά­ξιο Ρου­με­λι­ώ­τη μὲ τὸ ση­μα­δε­μέ­νο μέ­τω­πο), ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πί­με­νε πο­λὺ γιὰ χά­ρη τοῦ φί­λου του τοῦ Με­τα­ξᾶ, καὶ δι­ω­ρί­στη­κε τῆς ἀ­γα­πη­τι­κῆς του ὁ ἄν­τρας.

       Ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, μ’ ὅ­λες τὴς φο­βέ­ρες ποὖ­χε στεί­λει στὴ Συ­νέ­λευ­ση, ἔρ­ρι­ξε τώ­ρα τὸ θυ­μό του μο­νά­χα στὸ ση­μα­δε­μέ­νο.

       — Ἂς τε­λει­ώ­νου­με ἐ­δῶ τὴ δου­λειά μας, εἶ­πε, καὶ τό­τε νὰ ἰ­δῶ ποῦ θὰ μ’ πά­ῃ οὑ κε­ρα­τᾶς, καὶ στοὺ μ<νὶ> τῆς π’­τά­νας τ’ νὰ κρυ­φτῇ, θὰ βά­λω τὸν π<οῦτσο> τ’ Με­τα­ξᾶ νὰ τὸν ξε­τρυ­πώ­σ’.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 250-251 [Τίτλος: «550.— Θὰ τὸν πά­ῃ κυ­νη­γῶν­τας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Καλαρ­ρυτιώ­της (1ο τέ­τα­ρτο 19ου αἰ.-μετὰ τὸ 1842), Κα­ρα­ϊ­σκά­κης (1828-1830). Χαλ­κο­γρα­φία σὲ χαρ­­τί, 25,5Χ18,3 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πι­να­κο­θή­κη).



		

	

Λεύκιος Ζαφειρίου: Γυναίκες στὸ Λεονάρισσο


Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Γυ­ναῖ­κες στὸ Λε­ο­νάρισ­σο


Δὲν μι­λᾶ­νε, πλὴν ὅ­μως συ­νεν­νο­οῦν­ται,
για­τί ὅ­λοι ξέ­ρουν αὐ­τὸ ποὺ κα­νέ­νας τους δὲν λέ­ει.
Γι­ῶρ­γος Μαρ­κό­που­λος

ΙΝΑΙ ΓΕΝΑΡΗΣ καὶ βρέ­χει συ­χνά. Τὸ το­πί­ο μοιά­ζει φρε­σκα­ρι­σμέ­νο καὶ τὰ χρώ­μα­τα εἶ­ναι πιὸ ἔν­το­να. Ἔ­χω μεί­νει τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες νύ­χτες στὸ Ρι­ζο­κάρ­πα­σο, γρά­φον­τας τὸν πρό­λο­γο γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κάλ­βου. Στὸ Γυ­μνά­σιο ἡ Μι­χα­έ­λα παίρ­νει τὰ δο­κί­μια τοῦ βι­βλί­ου, τὰ φυλ­λο­με­τρά­ει κοι­τών­τας τὶς φω­το­γρα­φί­ες καὶ μοῦ κά­νει ἐ­ρω­τή­σεις. Χαί­ρε­ται καὶ θέ­λει νὰ μά­θει τὸ κα­θε­τὶ γιὰ τὴ ζω­ὴ τοῦ ποι­η­τῆ. Κοι­τά­ει τὰ γράμ­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τῆς ἀ­ρέ­σει ὁ γρα­φι­κός του χα­ρα­κτή­ρας καὶ προ­σέ­χει πῶς ἑ­νώ­νει με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὶς λέ­ξεις καὶ τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη ὀρ­θο­γρα­φί­α του. Τῆς κά­νουν ἐν­τύ­πω­ση τὰ πολ­λὰ τα­ξί­δια του στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τε­λι­κὰ πε­θαί­νει σὲ χώ­ρα μα­κρι­νή. Κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ λέ­ει, «ἐ­γὼ θέ­λω νὰ ζή­σω στὸν τό­πο μου, νὰ πά­ω καὶ σ’ ἄλ­λες χῶ­ρες, ἀλ­λὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ».

        Στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα, ἕ­να χω­ριὸ πο­λὺ κον­τὰ στὴ Για­λούσα, συ­ναν­τῶ τὸν Γι­αν­νά­κη ποὺ φοι­τά­ει στὸ Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρι­ζο­καρ­πά­σου. Περ­νᾶ σὰν βο­λί­δα μὲ τὸ και­νούρ­γιο πο­δή­λα­το ποὺ τοῦ χά­ρι­σαν αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες. Χά­νε­ται γιὰ λί­γο στοὺς δρό­μους κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται πά­λι γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο, πα­τών­τας τὰ πε­τά­λια μέ­σα στὴ θλί­ψη τοῦ ἀ­πο­γεύ­μα­τος, γιὰ νὰ χα­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὸ ρη­μαγ­μέ­νο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο.

        Κα­νεὶς δὲν βλέ­πει αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ μὲ τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ ποὺ τ’ ἀ­νε­μί­ζει ἕ­νας θλι­βε­ρὸς ἄ­νε­μος, ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει μὲς στὸ χω­ριὸ κά­νον­τας ἐ­πι­κίν­δυ­νους ἑ­λιγ­μοὺς σὰν νὰ πρό­κει­ται ν’ ἀ­πο­φύ­γει κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο.

        Στὸν δρό­μο γιὰ τὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο παι­διὰ τῶν ἐ­ποί­κων που­λοῦν μα­νι­τά­ρια, ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στοὺς ὁ­δη­γοὺς τῶν αὐ­το­κι­νή­των, ἀ­νε­βαί­νον­τας στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ στὴν Κύ­προ… Ἔ­χω μά­θει ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Σάβ­βα στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα ὅ­τι στὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο ζοῦν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι, οἱ τρεῖς γυ­ναῖ­κες. Στρί­βω δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια ὁ­δι­κὴ ἀρ­τη­ρία, ἀ­πὸ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ πᾶς Λυ­θράγ­κω­μη καὶ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς.

        Μπαί­νον­τας στὸ χω­ριὸ στα­μα­τῶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Εἶ­ναι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της σὲ τζίπ, τὸν ρω­τά­ω ποῦ εἶ­ναι τὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας, εἶ­μαι κα­θη­γη­τὴς στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Γυ­μνά­σιο καὶ τῆς φέρ­νω μή­νυ­μα ἀ­πὸ συγ­χω­ρια­νό της. Θὰ μὲ ὁ­δη­γή­σει αὐ­τὸς καὶ μοῦ λέ­ει νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το δί­πλα μας, φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὸ δι­κό μου. Φεύ­γου­με κι ἐ­γὼ πα­ρι­στά­νω τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο.

        Κα­τε­βαί­νου­με λί­γο πρὶν τὴν πλα­τεί­α κι ὁ στρα­τι­ώ­της χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα, ἀ­νοί­γει μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ θά ’­ταν πο­λὺ νέ­α τὸ 1974. Στὸ χὸλ εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα της, ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα. Λέ­ω ὅ­τι δῆ­θεν τῆς φέρ­νω χαι­ρε­τί­σμα­τα ἀ­πὸ γνω­στό τους πρό­σω­πο, πὼς θὰ ξα­νάρ­θω, κι ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ φύ­γω.

        — Δὲν θὰ πι­εῖ­τε ἕ­ναν κα­φέ; μοῦ λέ­ει.

        Ρω­τά­ω τὸν συ­νο­δό μου, αὐ­τὸς ἀ­παν­τά­ει στὰ ἀγ­γλι­κὰ «ὄ­χι, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­φω», μᾶς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶ μὲ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α.

        Μέ­νω κά­που δύ­ο ὧ­ρες στὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας. Μοῦ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου της ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πέ­τρι­να χρό­νια, πῶς φύ­ρα­ναν σι­γὰ σι­γὰ οἱ μα­θη­τὲς κι ἔ­κλει­σε τὸ σχο­λεῖ­ο, πῶς εἶ­δε τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ ψη­φι­δω­τοῦ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς, ὅ­ταν πῆ­γε μὲ τὴ Σα­λι­μὲ τὴ φί­λη της γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει ἕ­να κε­ρί, ὅ­πως πή­γαι­νε συ­χνὰ καὶ κρυ­φὰ γιὰ νὰ μὴν τὴ δοῦν. Ἡ μά­να της, ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, σχε­δὸν δὲν μι­λᾶ, μό­νο ὅ­ταν ἀ­κού­ει θό­ρυ­βο ἔ­ξω στὸν δρό­μο κά­τι σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ ἡ κυ­ρί­α Πα­να­γι­ώ­τα:

        — Ὁ φό­βος, εἴ­μα­στε μό­νες κι ἔ­τσι ἀν­τι­δρᾶ. Ἀ­πὸ φό­βο.

        Κά­θε­ται καὶ μοῦ λέ­ει για­τί δὲν ἔ­φυ­γε, μοῦ ἐ­ξη­γεῖ τὸ κα­θε­τὶ λε­πτο­με­ρῶς, γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ δὲν ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, πε­ρι­μέ­νον­τας πὼς θὰ ’ρ­θουν κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες, καὶ πέ­θα­νε σπί­τι του.

        — Νὰ μεί­νου­μεν κό­ρη μου, νὰ μὲν χά­σου­μεν τέ­λεια τὸν τό­πο μας, συ­νε­χί­ζει νὰ λέ­ει.

        Θυ­μᾶ­ται ὅ­ταν εἶ­χαν μα­ζέ­ψει τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα γιὰ νὰ τὰ ἐ­κτε­λέ­σουν. Ἦρ­θε ἕ­νας Τουρ­κο­κύ­πριος, ἦ­ταν δι­κα­στής, μπῆ­κε στὴ μέ­ση καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­σε. Μὲ δυ­σκο­λί­α, για­τὶ λέ­γον­ταν δι­ά­φο­ρα ποὺ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μιὰ πρό­φα­ση ἔ­ψα­χναν γιὰ νὰ τοὺς ξε­κά­νουν.

        Ἔ­χει πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κὰ χρό­νια, ἐρ­χό­ταν καὶ μᾶς ἔ­βλε­πε ποῦ καὶ ποῦ. Ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν Τοῦρ­κοι στρα­τι­ῶ­τες, ἔ­κα­ναν ἔ­ρευ­νες στὰ σπί­τια καὶ μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­γρί­ευ­αν. Μᾶς εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ κρυ­βό­μα­σταν.

        Ἡ θλί­ψη εἶ­ναι βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὸ πρό­σω­πό της.

        Εἶ­ναι ὧ­ρες ποὺ νι­ώ­θω νὰ πνί­γο­μαι. Τί ἔ­κα­μα ἐ­γὼ ποὺ ἔ­μει­να; Ὅ­λα πῆ­γαν χα­μέ­να.

        Ἔ­χει σκύ­ψει τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα τὸ ἀ­να­ση­κώ­νει πο­λὺ ἀρ­γὰ καὶ ψι­θυ­ρί­ζει:

        — Ἔ­κα­μά το γιὰ τὸν τό­πο μου.

        Ση­κώ­νε­ται καὶ μοῦ λέ­ει νὰ πᾶ­με ἀ­πέ­ναν­τι, νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὴν κυ­ρί­α Νι­ό­βη. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, στὸν δρό­μο εἶ­ναι στα­μα­τη­μέ­νο ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν καὶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τοῦ ΟΗΕ. Δι­α­σταυ­ρώ­νου­με τὸν δρό­μο. Ψι­χα­λί­ζει. Εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι πα­λαι­ϊ­κὸ μὲ κα­μά­ρες, σχε­δὸν ἐ­ρει­πω­μέ­νο. Σπρώ­χνου­με τὴν πόρ­τα καὶ βλέ­που­με μιὰ γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη ἀ­τη­μέ­λη­τα, μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ κυ­πρια­κὴ ἐν­δυ­μα­σί­α, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη. Κά­θε­ται σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα μ’ ἕ­να γα­τὶ στὰ γό­να­τά της. Θά ’­χει πε­ρά­σει τὰ ἑ­βδο­μῆν­τα.

        Μᾶς ξε­να­γεῖ στὸ σπί­τι της, ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη φαί­νε­ται μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο εἶ­ναι μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ τα­βά­νι. Πα­λιὰ ἔ­πι­πλα, ἑρ­μά­ρια, κο­μο­δί­να καὶ κα­ρέ­κλες, ποὺ χρό­νια δὲν χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν, γε­μά­τα σκό­νες. Ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ πολ­λὰ πε­ρι­στέ­ρια, μᾶς τὰ δεί­χνει μὲ μί­αν ἀ­θω­ό­τη­τα παι­διοῦ. Τρι­γυρ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μας, ἄλ­λα εἶ­ναι στοὺς πε­ρι­στε­ρῶ­νες στὸν με­γά­λο τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

        — Αὐ­τά μοῦ κά­νουν πα­ρέ­α ἅ­μα δει­λι­νιά­σει καὶ πε­ρι­μέ­νω τὴν Πα­να­γι­ώ­τα νὰ πι­οῦ­με κα­φέ.

        Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται μὲ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια στὴν κα­ρέ­κλα καὶ βλέ­πεις τὴ θλί­ψη στὰ μά­τια, στὸ χα­μό­γε­λο καὶ στὸ μαῦ­ρο φό­ρε­μά της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ κα­τα­φρο­νῶν τοὺς νε­ή­λυ­δας, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρον δὲ τοὺς με­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να ἐλ­θόν­τας εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, τοὺς ἐ­μυ­κτή­ρι­ζεν ὁ­σά­κις τῷ ἐ­δί­δε­το εὐ­και­ρί­α. Ἐν συ­να­να­στρο­φῇ τοῦ πρέ­σβε­ως τῆς Ρωσ­σί­ας Ἕλ­λη­νος Κα­τα­κά­ζη, γε­νο­μέ­νου λό­γου πε­ρὶ τῶν κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να με­γά­λων ἔρ­γων τῶν Ἑλ­λή­νων καὶ τοῦ κα­τορ­θώ­μα­τος νὰ σώ­σω­σιν ἐ­πὶ τέ­λους τὴν πα­τρί­δα των, εἷς τῶν νε­η­λύ­δων μὴ ἀ­νε­χό­με­νος τὴν τοια­ύτην ἀ­πο­θέ­ω­σιν τῆς γε­νε­ᾶς τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν, ἔ­σχε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­αν νὰ εἰ­πῇ:

       — Ἂς ἔ­χῃ ἡ Ἑλ­λὰς χά­ριν εἰς τὰς Τρεῖς Δυ­νά­μεις, αἱ ὁ­ποῖ­αι τὴν ἔ­σω­σαν, καὶ ὄ­χι εἰς τοὺς ἀ­γῶ­νας τῶν Ἑλ­λή­νων!

      Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἀ­γα­να­κτή­σας διὰ τὴν τοια­ύτην προ­πέ­τειαν τοῦ μό­λις ἐλ­θόν­τος εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ κα­τα­λα­βόν­τος μά­λι­στα ἐν τῇ δι­οι­κή­σει τῆς Πα­τρί­δος θέ­σιν σπου­δαι­ο­τά­την, τῷ ἀ­πήν­τη­σε:

       — Νὰ ἔ­χουν ὄ­χι οἱ τρεῖς μο­νά­χα, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τε, ἀλ­λὰ οὗ­λες ᾑ Δυ­νά­μεις, καὶ ἡ Τουρ­κί­α μα­ζί, χά­ριν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, ὁ­ποὺ ἄ­νοι­ξε ἐ­τού­την τὴν γω­νί­αν (τὸ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θὲν τμῆ­μα τῆς Ἑλ­λά­δος) καὶ ἔ­τρε­ξαν καὶ ἐ­τρού­πω­σαν ὅ­λοι οἱ κα­τερ­γα­ραῖ­οι καὶ ἀ­φή­κα­νε τοὺς τό­πους των ἡ­σύ­χους.

       Τὴν ἀ­πάν­τη­σιν ταύ­την τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­πε­δο­κί­μα­σεν ἕ­τε­ρος ἐ­πί­ση­μος τοῦ Ἀ­γῶ­νος ἀ­νὴρ ὁ Ζα­ΐ­μης, ὅ­στις εἶ­πε πρὸς τοὺς πω­λοῦν­τα ἐ­κεῖ σο­φί­αν νε­ή­λυ­δας:

       — Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός;



Δεῖτε καὶ ἐδῶ τὸ “Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 223-224 [Τίτλος: «487.— Μά­θη­μα ποὺ ταί­ρια­ζε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Θε­όδω­ρος Κολο­κο­τρώ­νης (1861).