1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΠΡΟ ΔΥΟ ΕΤΩΝ τῆς Σε­πτεμ­βρια­νῆς με­τα­βο­λῆς ὅ­τε, τοῦ Γαλ­λι­κοῦ κόμ­μα­τος ἰ­σχύ­ον­τος ἐν τῇ Ἑλ­λη­νι­κῇ Κυ­βερ­νή­σει, τὸ Κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα ὑ­φί­στα­το σφο­δρὰν πί­ε­σιν, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­πα­θεν ἡ­μέ­ραν τι­νὰ κα­τὰ τοὺς γλου­τοὺς ἀ­πὸ δο­θι­ῆ­να [κα­λό­γε­ρον, τσι­ρί­λον] ἐ­πώ­δυ­νον. Ἐ­κά­λε­σεν ἀ­μέ­σως, τὸν ἕ­να κα­τό­πιν τοῦ ἄλ­λου, τὴν παλ­λα­κί­δα του, τὴν νύμ­φην του, τοὺς υἱ­ούς του καὶ τὸν πα­ρ’ αὐ­τῷ ζῶν­τα λο­χα­γὸν τῆς Φά­λαγ­γος Π. Μο­θω­νιόν, καὶ τοὺς ἠ­ρώ­τη­σε πε­ρὶ τοῦ ἐ­ξαν­θή­μα­τος αὐ­τοῦ. Τού­των ἕ­κα­στος τῷ ἔ­δω­κε πλη­ρο­φο­ρί­αν μὴ συμ­φω­νοῦ­σαν εἰς τὴν τῶν ἑ­τέ­ρων. Με­τά τι­νας ὥ­ρας ἀ­πὸ τῆς σκη­νῆς ταύ­της ἦλ­θον με­ρι­κοὶ τῶν φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν του νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φθῶ­σιν, ἀ­φοῦ ἔ­μα­θον ὅ­τι ἀ­σθε­νεῖ. Γε­νο­μέ­νης συ­ζη­τή­σε­ως ἐ­πὶ τῶν πο­λι­τι­κῶν πραγ­μά­των τοῦ Κρά­τους, οἱ συ­ζη­τοῦν­τες, ὡς μὴ ἀ­νή­κον­τες εἰς τὸ κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα, κα­τέ­κρι­νον σφό­δρα τὴν πο­ρεί­αν τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως καὶ ἐ­κά­κι­ζον τὸν Βα­σι­λέ­α τὸν δι­α­τη­ροῦν­τα αὐ­τήν. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πέ­πλη­ξε πι­κρὰ αὐ­τούς λέ­γων:

       — »Καὶ ποῦ ἠ­ξεύ­ρει ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται εἰς ὅ­λον τὸ Ἔ­θνος; Ποι­ὸς τοῦ λέ­γει τὴν ἀ­λή­θεια; Κα­θέ­νας τοῦ μι­λεῖ κα­τὰ τὸ συμ­φέ­ρον του.

       Εἷς τῶν πα­ρι­στα­μέ­νων τῷ ἀν­τι­πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι, ὅ­ταν θε­λή­σῃ ὁ Βα­σι­λεύς, μαν­θά­νει καὶ τὰ ἐ­λά­χι­στα τῶν συμ­βαι­νόν­των εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μὲ τοῦ­τον συ­νε­φώ­νει καὶ ὁ Μο­θω­νιός. Τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ὀρ­γι­σθεὶς καὶ ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν τε­λευ­ταῖ­ον τῷ εἶ­πεν:

       — »Βρὲ κού­τσου­ρο, σεῖς τὴν αὐ­γή, πέν­τε ἄν­θρω­ποι δι­κοί μου, μοῦ εἴ­πα­τε πέν­τε λο­γι­ῶν πράγ­μα­τα γιὰ τὸ σπει­ρὶ ποὺ πο­νῶ καὶ δὲν ἠμ­πό­ρε­σα νὰ μά­θω τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ τὰ με­ριά μου ἕ­ως τὰ μά­τια μου, ποὺ εἶ­ναι μί­α πή­χη μα­κρυ­ά, καὶ θέ­λεις νὰ μά­θῃ ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται ἡ­μέ­ρες μα­κρυ­ά;»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 222-223 [Τίτλος: «485.— Ἀ­πὸ ποῦ κι’ ὡς ποῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Γεωργίου Τερτσέτη]

[θυμᾶται ὁ Γεώργιος Τερτσέτης:]

«ΟΘΩΜΑΝΟΣ Πε­λο­πον­νή­σιος ἦλ­θεν ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτον εἰς τὰς Ἀ­θή­νας, κα­τὰ τὸ 1836. Ἔ­φε­ρε καὶ ἕ­να ἄ­τι δῶ­ρον τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη, ἀ­πὸ τοὺς Σε­χνε­τζιμ­πέ­η­δες [γρ. Σε­χνε­τζί­πη­δες]. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­φι­λο­ξέ­νη­σε τὸν Τοῦρ­κον συν­το­πί­την του. Εἰς τὸ γεῦ­μα ἤ­κου­σα νὰ τοῦ λέ­γῃ:

      »— Νὰ εὕ­ρῃς ἀ­ρά­δα καὶ νὰ εἰ­πῇς εἰς τὸν Ἰμ­βρα­ῒμ πασ­σᾶ νὰ ἔ­χῃ χά­ριν πὼς ἐ­γὼ καὶ ἄλ­λοι στρα­τι­ω­τι­κοὶ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου ἤ­με­θα φυ­λα­κι­σμέ­νοι, εἰ­τε­μὴ σπι­θα­μὴ γῆς δὲν ἐ­κέρ­δι­ζε εἰς τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον.

       »Μὲ τό­σην πε­ποί­θη­σιν ὡ­μι­λοῦ­σεν, ὁ­ποὺ ἴ­σως καὶ ἔ­λε­γεν ἀ­λή­θειαν, καὶ ἀ­νά­θε­μα ταὶς δι­χό­νοι­αις. Ἦλ­θε καὶ ἔ­πνε­ε τὰ λοί­σθια ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α ὅ­ταν ὁ Ἰμ­βρα­ΐ­μης ἁ­λώ­νι­ζε τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον καὶ ἔ­πε­φτε τὸ Με­σο­λόγ­γι πο­λε­μού­με­νον ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο στρα­τάρ­χας. Ἡ ναυ­μα­χί­α τοῦ Ναυ­α­ρί­νου καὶ ἡ ἐκ­στρα­τεί­α τοῦ Μαι­ζὼν ἔ­σω­σαν τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν· ἀλ­λὰ πό­σον ἐ­κα­τέ­βη ἡ ἀ­ξί­α της!»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 282 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 219 [Τίτλος: «478.— Νὰ ἔ­χῃ χά­ρη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ζὰν-Σὰρλ Λανγκ­λουά (Jean-Charles Lang­lois, 1789-1870), Συνο­μι­λία τοῦ στρα­τη­γοῦ Μαι­ζῶ­νος μὲ τὸν Ἰ­μπρα­ὴμ Πα­σᾶ στὸ Να­υαρί­νο (1828) (λε­πτο­μέ­ρεια), κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς γαλ­λι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸν Μω­ριᾶ (1828-1833). Λά­δι σὲ καμ­βά, 197Χ267 ἑκ. (Συλ­λο­γὴ τοῦ πύρ­γου τῶν Βερ­σαλ­λι­ῶν).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


Ἄντης Ροδίτης: Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια ἀπὸ σήμερα

Ἄν­της Ρο­δί­της


Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια απὸ σήμερα


ΑΞΙΔΕΨΑ ΚΙ ΕΓΩ μέ­σα στὸ μέλ­λον καὶ νὰ μὴν νοιά­ζει κα­νέ­ναν πῶς. Εἶ­ναι μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Ἅ­μα τὸ πῶ, θὰ ἀρ­χί­σει ὁ πά­σα ἕ­νας νὰ πε­τά­γε­ται στὸ μέλ­λον, δὲν θὰ μεί­νει κα­νέ­νας ἐ­δῶ στὸ «τώ­ρα» καὶ τό­τε θὰ χα­λά­σει καὶ τὸ μέλ­λον, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ἔ­χει πα­ρελ­θόν, καὶ θὰ μεί­νου­με ὅ­λοι κρε­μά­με­νοι στὸ κε­νό. Ξέ­ρω τί λέ­ω. Ἄ­ρα μό­νο ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω στὸ μέλ­λον, ὅ­πο­τε θέ­λω.

        Πε­τά­χτη­κα μιὰ στιγ­μὴ στὸ 2100 μ.Χ. Ὅ­λοι οἱ Κυ­πραῖ­οι ἦ­ταν ἄγ­γε­λοι. Εἶ­χαν καὶ φτε­ροῦ­γες ἀλ­λὰ ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κό­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν.

       Ρώ­τη­σα ἕ­ναν στὸν δρό­μο.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει. Οἱ φτε­ροῦ­γες ἄρ­χι­σαν νὰ φυ­τρώ­νουν, πιὸ μι­κρὲς καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις τώ­ρα, πρὶν κα­μιὰ ὀ­γδον­τα­ριὰ χρό­νια, τό­τε ποὺ ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος καὶ ὁ Νι­κό­λας ὑ­φυ­πουρ­γὸς πα­ρὰ τῷ προ­έ­δρῳ, τό­τε ποὺ πά­τα­ξαν τὴ δι­α­φθο­ρὰ καὶ γί­να­με ὅ­λοι ἄγ­γε­λοι. Ἂν πᾶ­με καὶ στὸ μέλ­λον τό­σο κα­λά, ὑ­πο­λο­γί­ζου­με ὅ­τι οἱ ἀ­πό­γο­νοί μας σὲ ἄλ­λα 80, ἂς ποῦ­με, χρό­νια θὰ ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες φτε­ροῦ­γες καὶ θὰ πε­τᾶ­με κι­ό­λας κον­τὰ στὸν θε­ό!

       —Τί λὲς ρὲ μα­λά­κα; τοῦ εἶ­πα.

       —Ἄ, μοῦ εἶ­πε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πιά, τὴ βγά­λα­με καὶ ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κά. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι κα­λοὶ καὶ ἐ­νά­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι πλέ­ον – δι­α­φθο­ρὰ τέ­λος!

       Σκέ­φτη­κα ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός, ἀλ­λὰ με­τὰ εἶ­δα κι ἄλ­λους —ὅ­λους— μὲ φτε­ρά, ἄ­ρα ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ μα­λά­κας.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει ὁ τρε­λός, νὰ πᾶς στὸν Κύκ­κο, ὅ­που πᾶν ὅ­λοι γιὰ προ­σκύ­νη­μα. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ κεῖ τὸ τέ­ρας-Μα­κά­ριος κι ἔ­βα­λαν ἄλ­λο ἄ­γαλ­μα δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ ψη­λὸ ἀ­πὸ τὸ πα­λιό.

       —Ποι­ὸν ἔ­βα­λαν ἐ­κεῖ; τοῦ λέ­ω.

       —Πή­γαι­νε νὰ δεῖς, μοῦ λέ­ει, καὶ πε­τά­χτη­κε τρί­α μέ­τρα μα­κριὰ σὰν κο­τό­που­λο.

       Πῆ­ρα ἕ­να ἑ­λι­κό­πτε­ρο-τα­ξὶ ἀ­πὸ τὸν προ­μα­χώ­να ποὺ ἦ­ταν πα­λιὰ ὁ Μπα­ϊ­ρα­κτά­ρης καὶ σὲ 15 λε­πτὰ μὲ κα­τέ­βα­σε στὸν Κύκ­κο, μπρο­στὰ στὸ  ἄ­γαλ­μα. Ἔ­μει­να ἐ­κεῖ καὶ ἔ­χα­σκα για­τὶ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ὕ­ψος ἴ­σο μὲ ἑ­φτα­ό­ρο­φη πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ἦ­ταν πο­λὺ ψη­λὰ καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ποι­οῦ ἡ φά­τσα ἦ­ταν.

       Μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­να μο­να­χὸς γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε σχε­δὸν κα­θό­λου φτε­ρά. Μό­λις ποὺ ξε­μύ­τι­ζαν κά­τι πού­που­λα ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του.

       —Κα­λά, τοῦ λέ­ω, ἐ­σὺ δὲν ἔ­χεις φτε­ροῦ­γες;

       —Ἄ­σε, μοῦ λέ­ει, ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοὶ εἴ­μα­στε οἱ πιὸ δι­ε­φθαρ­μέ­νοι καὶ κά­νου­με με­γά­λο ἀ­γώ­να νὰ φτά­σου­με τοὺς ἄλ­λους. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἀ­πὸ τοὺς κα­λούς. Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λοι ποὺ ντρέ­πον­ται νὰ βγοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ κε­λιά τους ἕ­νε­κα δὲν ἔ­χουν βγά­λει οὔ­τε πού­που­λο ἀ­κό­μα.

       —Τί λὲς ρὲ μ… τοῦ εἶ­πα κι ἔ­πι­α­σα τὸ στό­μα μου, μὴν πῶ τὴ λέ­ξη.

       —Βλέ­πεις, μοῦ λέ­ει, τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Μι­χα­η­λί­δη, πα­λιὰ Γε­νι­κοῦ Ἐ­λεγ­κτοῦ καὶ τώ­ρα Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας!

       —Κι ὁ μι­κρός; τοῦ λέ­ω.

       Τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α κρα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἕ­να παι­δά­κι, ἕ­ναν γιὸ τῆς μάμ­μας του μὲ γκρί­ζους κρο­τά­φους, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ὁ «μι­κρός», μό­λις τρί­α μέ­τρα ὕ­ψος, ἦ­ταν ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, σὰν νὰ ἔ­δει­χνε τὸν δρό­μο στὸ με­γά­λο ἄ­γαλ­μα.

       —Εἶ­ναι ὁ Νι­κό­λας, μοῦ λέ­ει ὁ ἄ­πτε­ρος μο­να­χός, ὁ­δη­γεῖ τὸν Ὀ­δυσ­σέα στὸν δρό­μο κα­τὰ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς!

       —Fuck, τοῦ λέ­ω!

       —Καὶ ποῦ ’­σαι, μοῦ λέ­ει, γιὰ νὰ φτιά­ξουν τὸν Νι­κό­λα ἕ­λι­ω­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Μα­κα­ρί­ου, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο μέ­ταλ­λο, κι ὕ­στε­ρα ἔ­κα­μαν εἰ­σα­γω­γὴ κι ἄλ­λο χαλ­κὸ γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α!

       —Ἔ, fuck ξα­νά, τοῦ λέ­ω.

       —Fuck, μοῦ λέ­ει, δὲν λέ­ει τί­πο­τε, καὶ πά­νω ποὺ ἀ­κού­στη­κε τὸ σή­μαν­τρο ἔ­τρε­ξε γιὰ τὸ δεῖ­πνο.

       —Καὶ οἱ Τοῦρ­κοι, τοῦ φώ­να­ξα, τί ἔ­γι­νε μὲ τοὺς Τούρ­κους;

       —Ἄ, μοῦ λέ­ει, καὶ γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας πι­σι­νὴ ἀ­νε­μί­ζον­τας τὸ χέ­ρι του, τοὺς πῆ­ρε ὅ­λους ὁ δι­ά­ο­λος.

       —Μὰ ὅ­λους-ὅ­λους; τοῦ λέ­ω. Δὲν ἄ­φη­σε οὔ­τε μι­σὸ τουρ­κο­κύ­πριο γιὰ δεῖγ­μα;

       —Ὅ­λους, μοῦ λέ­ει, ὅ­λους-ὅ­λους. Μέ­χρι καὶ τὰ κόκ­κα­λα τοῦ Ντεν­κτάς.

       Καὶ χά­θη­κε μέ­σα στὴν με­γά­λη πόρ­τα. Πε­τά­χτη­κα ἀ­μέ­σως πί­σω στὸ πα­ρόν, μὴν πε­θά­νω ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α ἐ­κεῖ στὸ μέλ­λον!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Γιά­ννης Πα­τί­λης: Post(Mortem)Modern Hellas 2021



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Post(Mortem)Modern Hellas 2021

(Εἰ­κὼν με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή)


διὸ καὶ φι­λο­σο­φώ­τε­ρον καὶ σπου­δαι­ό­τε­ρον ποί­η­σις ἱ­στο­ρί­ας ἐ­στίν· ἡ μὲν γὰρ ποί­η­σις


|| εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἀ­κό­μη || ἀλ­λά ὅ­πως τοῦ συμ­βαί­νει συ­νή­θως δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ τί ἀ­κρι­βῶς || συ­νή­θως δὲν κοι­μᾶ­ται κα­λά || συ­χνὰ μου­σκεύ­ει τὴ φα­νέ­λα του πά­λι κα­λά || πάν­τως ἀ­πὸ τὸν ἐ­φιά­λτη ἡ συ­χνου­ρί­α τὸν σώ­ζει || πά­λι ἔ­βλε­πε πὼς κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στὴν Ἑρ­μοῦ δί­χως μά­σκα || Ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται καὶ τὶς κα­λές του στιγ­μές || Στὸν ὕ­πνο του ἔρ­χε­ται ἡ νε­α­ρὰ φι­λε­νά­δα του || Εἶ­ναι μι­κρο­κα­μω­μέ­νη καὶ δρο­σε­ρὴ μὲ κα­λω­συ­νά­το χα­μό­γε­λο || τὰ κόκ­κι­να κα­τσα­ρά της μαλ­λιὰ κι οὐ­ρά­νιο πορ­πά­τη­μα || κά­θε δε­κα­πέν­τε κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὸν βορ­ρᾶ || Χτὲς εἶ­δε στὸν ὕ­πνο της τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη! || Τὴν κρα­τοῦ­σε τρυ­φε­ρὰ ‘πὸ τὸ χέ­ρι || Ἕ­να ἥ­συ­χο ρεῦ­μα ζε­στὸ τὸ κορ­μί της γε­μί­ζει || Ὅ­πως τὸ κρά­τη­μα ‘πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα της ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί || Τί βλέ­πει στὸ θε­ό σου αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι || Φτά­νει ὅ­μως μιὰ πι­να­κί­δα στὸ δρό­μο Πρὸς Κο­ρώ­νης Μο­νὴ Ἱ­ε­ρὰ γιὰ μιὰ τέ­τοι­α ἐ­πί­σκε­ψη; || Γιὰ ἕ­ναν ἅ­γιο ποὺ ἄ­κου­γε πρώ­τη φο­ρά; || Τὸν εἶ­χε ὅ­μως; || Ἢ μή­πως τὸν ἤ­ξευ­ρε δί­χως; || Αὐ­τὸς τὸ μό­νο ποὺ θυ­μό­ταν ἦ­ταν οἱ δι­α­βε­βαι­ώ­σεις τοῦ «μαρ­ξι­στῆ» ἱ­στο­ρι­κοῦ || οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες συ­χνὸ φαι­νό­με­νο ἐ­πο­χῆς ποὺ δέ­χον­ται θά­να­το μαρ­τυ­ρι­κὸ γιὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κή τους τὴν πί­στη || εἶ­ναι συγ­χρό­νως κι οἱ πρῶ­τοι οἱ ἥ­ρω­ες οἱ ἐ­θνι­κοὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ μας τοῦ Νέ­ου || δέ­χου θε­άν­θρω­πε Λό­γε οὓς προ­σά­γει σου γέ­νος αἰχ­μά­λω­τον || Ἂν εἶ­χε ὅ­μως δι­α­βά­σει τὸ «Πό­θος Μαρ­τυ­ρί­ου» στὰ Ἱ­στο­ρι­κά-τεῦ­χος-εἴ­κο­σι-τρί­α θὰ τά ‘λε­γε; || δέν θὰ τά ‘λε­γε… || ὁ πρίν-πρίν Ἕλ­λη­νας, ὁ πρίν ὥ­ρι­μος Γάλ­λος, ὁ νῦν «Ἕλ­λη­νας» || ὁ-ἐν­τὸς-εἰ­σα­γω­γι­κῶν || ὁ ἰ­δε­ο­λο­γη­μα­τί­ας αὐ­τός || ὁ πε­ριτ­τὸς νο­σταλ­γός… || Ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ συ­χνου­ρί­α κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει δι­α­φεύ­γουν στα­γό­νες κα­τὰ τὸ σχῆ­μα λι­τό­τη­τος || τὴν ἄ­τι­μη τὴν δι­α­κε­κομ­μέ­νη τὴν οὔ­ρη­ση || τὴν δυ­σού­ρη­ση || Ποῦ κα­τήν­τη­σε (ὁ πρὶν ὠ­μο­γέ­ρων) || Τώ­ρα πλη­ρώ­νει τὴ μα­νί­α του μὲ τὴν ἀ-συ­νέ­χεια || τὸ σπα­σμέ­νο || τὸ τά­χα ἀν­θε­κτι­κό || τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα π’ ἐ­γί­ναν ἀ­γνώ­στου πα­τρὸς ἀ­πο­κόμ­μα­τα || Συ­ναν­τή­θη­καν πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ πυρ­πο­λη­τῆ τοῦ Κα­νά­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ ἑ­ξή­κον­τα πέν­τε || κι ὁρ­κι­στῆ­καν πὼς δὲν θά ‘φη­ναν πο­τὲ τὴν Κυ­ψέ­λη || Ὅ­μως αὐ­τὸς τὴν κο­πά­νη­σε || μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον τῆς Γαλ­βά­νη τὸν ἅ­γιο || τοῦ πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει ἡ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ τὴν ταυ­τό­τη­τα || τοῦ φτά­νει πιὰ ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς i­di­ot-προ­σω­πί­ας || τοῦ ἡ συ­ζή­τη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πλέ­ων ἡ ἄ­γο­νη || τοῦ τώ­ρα πιὰ φύ­λα­γέ μας Χρι­στέ μας ὅ­ταν γα­μι­ώ­μα­στε || (ἀλ­λὰ γα­μι­ώ­μα­στε πιά;) || me too ναί! || κι ἐ­μέ­να μὲ πή­δη­ξε ὁ Κου­λὸς στὸ ὄ­γδο­ο μὲ τὸ τρί­ση­μον || πά­ρε τώ­ρα καὶ Ἀν­τε­το­κοῦν­μπο νά ‘χεις τε­τρά­ση­μο || κι ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο γιὰ ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ προ­σφυ­γά­κια || πού εἰ­πε στὴ Γκι­ώ­να ἡ Λι­ά­κου­ρα ἀ­πὸ τὴν κορ­φή της || Καὶ τὸ γι­ορ­τά­σα­νε πο­λὺ στὸ Συγ­κρό­τη­μα || Δι­κέ μου || ἀ­τῶν εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα τους ὁ­πού ‘ναι τὸ λο­γά­ριν || ἐ­σέ­να καὶ στὸ Μαν­χά­ταν θὰ σ’ ἀ­κο­λου­θά­ει ἡ Πα­τη­σί­ων || μὲ τὶς μαῦ­ρες τὶς τσοῦ­πρες στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ τοὺς ἀν­τι­φά || Ἀλ­λὰ τώ­ρα πές μου || τί ἠ­ταν αὐ­τὸς ὁ παπ­πού­λης ὁ ὡς ἀ­μνὸς σου­βλι­σθεὶς ὑ­πὲρ τῶν λο­γι­κῶν του προ­βά­των || ὁ λα­τρε­μέ­νος τῶν Κλε­φτῶν αὐ­τὸς ὁ νο­μο­τα­γής || τῶν ἀ­προ­σκύ­νη­των ποὺ τρί­ψα­νε τὴ μού­ρη τῆς Χον­τρα­χεί­λως || κι ἀ­ρα­δια­στὰ τρα­γου­δού­σα­νε τοῦ Φα­να­ριοῦ τὸν ἐ­πί­σκο­πο || τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη; || Γί­νε­ται ἥ­ρω­ας ἐ­θνι­κὸς πρὶν τὸ Ἔ­θνος; γιὰ πές μου || Ἔ­τσι τὴν πά­τη­σε κι ὁ «μαρ­ξι­στὴς» ποὺ λέ­γα­με πα­ρα­πά­νω || πού ‘θε­λε νὰ κά­μει Ἱ­στο­ρί­α μὲ κε­φα­λαῖ­ο Ἰ­ῶ­τα ὁ δύ­στυ­χος καὶ πά­λι στὴ Ζω­ο­λο­γί­α κα­τέ­λη­ξε || τὴν ἄλ­λη τὴ μα­σκα­ρε­μέ­νη τοῦ δι­α­φο­ρι­κοῦ ρα­τσι­σμοῦ τοῦ τρό­μου τῆς δι­α­φο­ρᾶς τοῦ Ἀλ­λὰχ-ἴλ-Ἀλ­λά τοῦ βλέ­πε καὶ Μπα­λιμ­πάρ || ἂς μά­θαι­ν’ ἀ­π’ τὸν κὺρ-Φλῶ­ρο ἀ­κού­ον­τα φι­λο­σο­φι­κῶς – ποι­ά;… || α ὐ ­τ ὰ π ο ὺ  ε ἶ ­χ ε ν  ἰ ­δ ε ῖ  μ ὲ  τ ὰ  μ ά ­τ ι α  τ ο υ ! || γιὰ κεί­νη τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σι τὰ τό­σον πα­ρηλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ στό­μα εἰς στό­μα || π’ ἐ­σκέ­πτε­το ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ μέ­νῃ προ­ϊ­όν τι ἢ ἐμ­πό­ρευ­μα ἀ­νό­θευ­τον εἰς τὴν ἀ­γο­ράν || ἀ­δύ­να­τον καὶ πε­ρὶ τοῦ ἐ­λα­χί­στου συμ­βάν­τος νὰ γνω­σθῇ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἡ ἀ­λή­θεια || καὶ τοῦ­το κυ­ρί­ως: || ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν ἀ­λη­θῆ ἄλ­λα εἰ­μὴ ὅ­σα… —ἀ­κοῦς!— δ έ ν  σ υ ν έ ­β η ­σ α ν ! || Πε­ρὶ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­κρι­βῶς καὶ ἡ ποί­η­σις! || τὸ Συρ­τά­κι στὸ Ζά­λογ­γο || τὸ κρυ­φὸ τὸ σχο­λει­ὸ στῆς μαύ­ρης ἀ­νάγ­κης τὰ ἑ­σπε­ρι­νὰ Βά­θης Πλα­τεί­α || τὸ λά­βα­ρο τὴν εἰ­κο­στὴ πέμ­πτη τοῦ Μάρ­τη || (καὶ ὄ­χι τὴν εἰ­κο­στὴ τε­τάρ­τη πε­ρι­κα­λῶ) || τ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα σὲ Χα­σιὰ καὶ Ἀ­σπρό­πυρ­γο ὅ­που μά­ζευ­ε τὶς δό­σεις τοῦ πλα­νό­διου πε­θα­μέ­νου πα­τέ­ρα || συ­νε­λόν­τι­εἰ­πεῖν τοῦ Ρω­μιοῦ ὁ ἀ­νύ­στα­κτος ζῆ­λος || Ἂς ἄ­κου­γε ἐ­πι­τέ­λους τὸν φι­λο­ζὸφ ποὺ ρή­μα­ζε τὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α στὰ Πα­ρί­σια || πού εἰ­χε ψύ­χω­ση μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τὴν ἄν­θρώ­πι­νη || μὲ τὰ πρό­σω­πα τὰ σὰν τὸν Κα­νέλ­λο σα­θρά || Αὐ­τὸς πιὰ κι ἂν ἦ­ταν στὴ Ζω­ο­λο­γί­α ἐξ­πέρ || Ἀ­φοῦ τὸ ψέμ­μα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος || κά­νε τώ­ρα ἐ­σὺ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ ψέμ­μα || μή­πως κι ἦ­ταν λι­γό­τε­ρα τοῦ Θο­δω­ρά­κη τὰ ψέμ­μα­τα; || Ἐ­γὼ τὸ μό­νο ποὺ τοῦ πι­στεύ­ω εἶ­ναι τοῦ­το στὴ Ζά­κυ­θο || στὸ μνη­μό­συ­νο τῆς γυ­ναί­κας του || ὅ­ταν πῆ­ρε τὴν τά­βλα μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὸ κε­φά­λι || καὶ τὰ πῆ­γε ἀ­τός του ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴν ἐκ­κλη­σιά || ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του || λέ­ει κι ὁ πο­πο­λά­ρος ὁ τρὶς βα­πτι­σθείς || καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ με­τά || μὲ τὴν ἀ­στε­φά­νω­τη τὴν κα­λό­γρια καὶ τὸν πῆ­δο στὰ 63 ποὺ τοῦ χά­ρι­σε τὸν Πά­νο τὸν Δεύ­τε­ρο || τὸν ἁ­γνὸ πα­τρι­ώ­τη || τέ­τοι­ες ἀ­λή­θει­ες || φρέ­σκες τοῦ 1879 ἀ­ναλ­λοί­ω­τες: || Ὅ­θεν || πρὸς τῇ δι­οι­κή­σει, κιν­δυ­νεύ­ει καί τὸ πο­λί­τευ­μα || οἱ δὲ πο­λῖ­ται γέ­νον­ται σ ο ­σ ι ­α ­λ ι ­σ τ α ὶ νέ­ου εἴ­δους || ἀ­ξι­οῦν­τες δι­καί­ω­μα πρὸς ἐρ­γα­σί­αν οὐ­χί || ἀλ­λὰ πρὸς θέ­σεις δη­μο­σί­ας || πρὸς μι­σθούς || καὶ πρὸς ἁρ­πα­γάς || Καὶ τού­του ἕ­νε­κα || ἡ πο­λι­τεί­α με­τε­βλή­θη εἰς χρη­μα­τι­στή­ριον εὐ­ρύ || ὡς ἐ­πὶ τῶν λαυ­ρε­ω­τι­κῶν ἡ ὁ­δὸς τοῦ Αἰ­ό­λου || Πα­σί­γνω­στα πράγ­μα­τα κύ­ρι­ε Ση­μί­τη || κυ­ρὰ Να­τα­λί­α τὸ γέ­νος Δρα­γού­μη || Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἡ Με­γά­λη Μέ­ρα ξη­μέ­ρω­νε || Ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη βο­ή­θα μας φω­νά­ξα­νε ὅ­λα τὰ κό­λια μα­ζί || Στὴν ἐ­ξέ­δρα πι­ά­σα­νε θέ­ση ὅ­πως πάν­τα ὁ Πού­τιν ὁ Κά­ρο­λος || κι ὁ Μα­κρὸν ὁ μα­κρὰν Μι­κρο­μέ­γαλ­λος || Οἱ Προ­στά­τι­δες ὅ­λες προ­στά­τη μου || Θά ‘ναι κι ἡ Γιά­ννα ἐ­κεῖ μὲ Κυ­ριά­κο μὲ Βε­ρέ­μη τὸν ἄ­νε­το || καὶ τὰ Ρα­φὰλ ἀ­πὸ πά­νω ἀρ­χάγ­γε­λοι ν’ ἁ­πλώ­νουν φτε­ροῦ­γες || Μπρο­στὰ θὰ κυ­λά­ει τῶν σι­δε­ρέ­νι­ων ἁρ­μά­των τὸ σύ­βρον­το || Ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το σή­ριαλ ἡ Πα­τρὶς ἡ και­νούρ­για θὰ κυ­λά­ει ἀ­τσα­λά­κω­τη σὲ συ­νέ­χει­ες πάν­τα || συν­τριμ­μέ­νη κι αἱ­μάσ­σου­σα σοῦ φαι­νό­ταν ὡς χθές || δι­α­κε­κομ­μέ­νη συ­νου­σί­α || τὸ βρά­δυ ἀλ­γει­νὴ δυ­σου­ρί­α || ἀλ­λὰ ἔ­πα­σχες || ἀ­πὸ πα­τρι­δου­ρί­αν ἑλ­λα­δι­κὴν ἀ­κα­τά­σχε­τον || κι ἐ­σὺ κα­κο­μοί­ρη μου || καὶ δὲν τό ‘ξε­ρες ||



Ἀν­τι­δε­ον­το­λο­γι­κὴ δι­α­σα­φή­νι­σις: Στὴ σύν­τα­ξη τοῦ πα­ρόν­τος ἂς-τὸ-ποῦ­με-ποι­ή­μα­τος συ­νει­σέ­φε­ραν μὲ τοὺς γρα­πτοὺς λο­γι­σμοὺς/πα­ρα­λο­γι­σμούς τους οἱ ἑ­ξῆς κα­τὰ σει­ρὰν ἐμ­φα­νί­σε­ως, τοὺς ὁ­ποί­ους καὶ εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ τὴν θέ­σιν αὐ­τήν: Στα­γει­ρί­της, Νί­κος Σβο­ρῶ­νος, Φί­λιπ­πος Ἠ­λιοῦ, Γι­ῶρ­γος Βε­λου­δῆς, Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος, Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Λιά­κος, Μπερ­γα­δῆς, Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἄ­κης Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δι­α­μάν­της, Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Γε­ώρ­γιος Τερ­τσέ­της, Νι­κό­λα­ος Δρα­γού­μης, Πε­ρι­κλῆς Γι­αν­νό­που­λος.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ κοι­νὸν τῶν ὡ­ραί­ων τε­χνῶν, ἀρ.11, Μάρ­τιος 2021 [ἐ­δῶ βελ­τι­ω­μένο].

Εἰ­κό­να: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, PostModern Hellas 2021. Ψη­φια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α φω­το­γρα­φί­ας τυ­πω­μέ­νη σὲ μου­σα­μᾶ, 21Χ18ἑκ. Συμ­με­το­χὴ στὴν Ἐ­πε­τεια­κὴ Ἔκ­θε­ση «1821, Ὀ­πτι­κὴ μιᾶς Ἐ­πα­νά­στα­σης» τῆς Ψη­φια­κῆς Πλατ­φόρ­μας Τέ­χνης «gr collectors».

Εἰ­κό­να λή­ξε­ως ἑ­ο­ρτα­σμῶν: Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαία στὸ πάρ­κο Φλοί­σβου Πα­λαι­οῦ Φα­λή­ρου στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2020. Φω­το­γρα­φία: Γιάν­νης Πα­τί­λης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Γκαϊντούρια!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Γκαϊντούρια!

Αὐτόχθονες καὶ Ἑτερόχθονες

[τοῦ Ριχάρδου Τσούρτς]


ΤΟΠΙΚΙΣΜΟΣ εἶ­χε γεν­νή­σει πολ­λὰ κα­κὰ καὶ στὰ χρό­νια τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, για­τὶ ἀ­πὸ τό­τε οἱ ντό­πιοι, μά­λι­στα οἱ Μω­ρα­ΐ­τες, μι­σοῦ­σαν τὸ Μαυ­ρο­κορ­δά­το, τὸν με­γά­λον πο­λι­τι­κό, καὶ τοὺς Φα­να­ρι­ῶ­τες καὶ τοὺς ἄλ­λους ξέ­νους, ποὺ ἤ­τα­νε πιὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, κ’ ἔ­τσι μὲ τὰ προ­σόν­τα τους, τὴ γλωσ­σο­μά­θειά τους, περ­νού­σα­νε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γράμ­μα­τους τοὺς ντό­πιους, πο­λι­τι­κοὺς καὶ στρα­τι­ω­τι­κούς.

       Μὰ τὸ με­γά­λο κα­κὸ ξέ­σπα­σε μὲ τὸ πε­ρί­φη­μο ζή­τη­μα τοῦ «Αὐ­το­χθο­νι­σμοῦ», ποὺ ὁ Τρι­πο­λι­τσι­ώ­της Ρή­γας Πα­λα­μή­δης κι’ ἄλ­λοι Μω­ρα­ΐ­τες-Ρου­με­λι­ῶ­τες φέ­ρα­νε στὴ Συ­νέ­λευ­ση τοῦ 1843.

       Ὁ σκο­πός τους ἤ­τα­νε νὰ βά­λου­νε κά­ποι­ο φραγ­μὸ στῶν νι­ό­φερ­των [«Ἑ­τε­ρο­χθό­νων»] τὴν πλημ­μύ­ρα, ποὺ γι­νόν­τα­νε πο­λῖ­τες εὔ­κο­λα κι’ ἁρ­πά­ζα­νε τὴς δη­μό­σι­ες θέ­σεις ἀ­πὸ τοὺς ντό­πιους, ποὺ εἴ­χα­νε δώ­σει τὸ ἔ­χει καὶ τὸ αἷ­μα τους γιὰ τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ γιὰ νὰ στρώ­σουν τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ ἐρ­χόν­ταν καὶ κα­λο­κα­θί­ζαν οἱ ξε­νό­φερ­τοι. Ὅ­μως τὸν ἀ­γῶ­να τοῦ Εἰ­κο­σι­έ­να δὲν τὸν εἴ­χα­νε βγά­λει πέ­ρα Μω­ρα­ΐ­τες μο­να­χὰ καὶ Ρου­με­λι­ῶ­τες, μὰ ὁ­λά­κε­ρο τὸ Ἑλ­λη­νι­κό, κι’ ἄ­φη­σε τοὺς φι­λέλ­λη­νες [Εὐ­ρω­παί­ους κι’ Ἀ­να­το­λῖ­τες].

       Τρο­με­ρὸς ἦ­ταν ὁ χω­ρι­σμὸς καὶ στὴ Συ­νέ­λευ­ση καὶ στὴς ἐ­φη­με­ρί­δες, μὰ καὶ στὸν κό­σμο τὸν πο­λύ. Ἀ­φοῦ ὁ Θο­δω­ρά­κης Γρί­βας κι’ ἄλ­λοι ἀ­γράμ­μα­τοι Ἀ­γω­νι­στὲς προ­βά­λαν ἀ­κρά­τη­τοι ρή­το­ρες στὸ βῆ­μα καὶ χτυ­ποῦ­σαν τοὺς ἑ­τε­ρο­χθό­νους, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ὁ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σος, γεν­νη­μέ­νος ἴ­σως Βούλ­γα­ρος, ἴ­σως Σέρ­βος, ποὺ μὲ τὸ ἄ­τα­χτο ἱπ­πι­κό του, ἑ­τε­ρό­γλωσ­σο κι’ αὐ­τὸ τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο, τό­σες εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει πα­λη­κα­ρι­ὲς ἐ­νάν­τια στοὺς τρο­με­ροὺς Ντε­λῆ­δες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δο­κι­μά­σῃ αὐ­τῆς τῆς λο­γῆς τὸν πό­λε­μο, τὰ λό­για τὰ ρη­το­ρι­κὰ στὸ βῆ­μα ἀ­πά­νω. Σκαρ­φα­λώ­νει τὸ λοι­πὸν ἐ­κεῖ, μὰ κα­θὼς ἀν­τι­κρύ­ζει τό­σα μά­τια, τό­σα πρό­σω­πα γε­λα­στι­κά, τρέ­μει σὰ νἄ­τα­νε κι­ο­τῆς [δει­λὸς] καὶ σὰ ν’ ἀν­τί­κρυ­σε πρώ­τη φο­ρὰ τοὺς ἄ­γριους τοὺς Ντε­λῆ­δες. Τρέ­μει, χλω­μιά­ζει, θέ­λει ν’ ἀρ­χί­σῃ ἀ­π’ τὴς πα­λι­ές του θύ­μη­σες, ὅ­ταν μὲ τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους του τοὺς «Ἑ­τε­ρό­χθο­νας» τὸν Τοῦρ­κο πο­λε­μοῦ­σε, κι’ ἀρ­χί­ζει μὲ ὑ­πό­κω­φη λα­λιὰ νὰ λέ­ῃ:

       — Ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Πα­πά­ζο­γλου, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο Χα­τζη-Ζορ­μπᾶ, ποῦ εἶ­ναι ἐ­μέ­να ἐ­κεῖ­νο…

       Πνί­γε­ται ἡ φω­νή του καὶ μέ­νει ὀρ­θὸς ἐ­κεῖ καὶ κλαί­ει. Νε­κρι­κὴ σι­ω­πή, κι’ ἀρ­χί­ζει τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο νὰ κλαί­ῃ, κλαῖ­νε οἱ γέ­ρον­τες στρα­τι­ω­τι­κοὶ Πλη­ρε­ξού­σιοι, κλαῖν οἱ ἀ­πό­μα­χοι κ’ οἱ Φα­λαγ­γῖ­τες ἀ­κρο­α­τὲς ἀ­κρά­τη­τα, κλαῖν ὅ­λοι.

       Ὁ Πρό­ε­δρος στε­νο­χω­ρε­μέ­νος θυ­μᾶ­ται πὼς ὁ στρα­τη­γὸς Τσούρ­τσης, ὁ Ἄγ­γλος φι­λέλ­λη­νας, Ἑ­τε­ρό­χθο­νας κι’ αὐ­τός, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σῃ καὶ βέ­βαι­α ἐ­νάν­τια στοὺς Αὐ­το­χθο­νι­στές.

       — Ὁ κ. Τσοὺρ­τς ἔ­χει τὸν λό­γον!

       Ση­κώ­νε­ται μὲ τὸ στα­νιὸ στὰ πό­δια του ὁ γέ­ρο-στρα­τη­γός, μὰ βῆ­μα δὲ μπο­ρεῖ νὰ κά­μῃ· ἀ­κουμ­πά­ει μὲ τὄ­να χέ­ρι στὸ κά­θι­σμα, ἀ­γρι­ο­κυ­τά­ζει τὸ Γρί­βα καὶ τὸν Κρι­ε­ζώ­τη, για­τὶ οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ οἱ πα­λιοὶ ἔ­πρε­πε νὰ πο­νᾶ­νε τοὺς πα­λιοὺς συν­τρό­φους, καὶ μὲ τὴν ἀγ­γλι­κή του προ­φο­ρὰ βά­νει φω­νὴ με­γά­λη:

       — Γκα­ϊν­τού­ρια!

       Καὶ σω­ρι­ά­ζε­ται κα­τά­χλω­μος στὸ κά­θι­σμά του.

       Τρέ­χουν οἱ Πλη­ρε­ξού­σιοι τα­ραγ­μέ­νοι γύ­ρω του, βλέ­πουν πὼς δὲν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τε, παύ­ουν τό­τε τὰ κλά­μα­τα, καὶ ξαφ­νι­κὰ γέ­λια ἀ­κρά­τη­τα χύ­νον­ται παν­τοῦ γιὰ τὸ σω­στὸ καὶ ται­ρια­στὸν αὐ­τὸ λό­γο τοῦ γε­ρο-Ἀ­γω­νι­στῆ.

       Ὅ­μως καὶ πά­λι τὸ ζή­τη­μα εἶ­χε χα­θῆ, κ’ οἱ Αὐ­το­χθο­νι­στὲς κερ­δῆ­σαν τὸ σκο­πό τους(1).


(1) Ὁ Τσὼρτς (Church) πάν­τα ἤ­τανε λι­γό­λο­γος στὴ ζωή του. «…Καθ’ ὅλην τὴν πε­ρί­ο­δον τῆς ἀ­πο­λύ­του μο­ναρ­χίας, εἰς ὅλας τὰς ἐν τῷ Συμ­βου­λίῳ τῆς Ἐ­πι­κρα­τεί­ας συ­ζη­τή­σεις τῶν νο­μο­σχε­δί­ων μίαν φω­νὴν ἄ­φι­νε: “Εἶ­μαι ἐ­ναν­τί­ος”». (Ἀλ. Σού­τσου «Ἡ με­τα­βο­λὴ τῆς Γ´ Σεπτ.» ἔκδ. β´, 1844 σ. 58). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Σε­λί­δες τι­νὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς βα­σι­λεί­ας Ὄ­θω­νος, Ἀ­θῆ­ναι, 1898» σ. 105.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 67-68 [Τίτλος: «135.— Γκα­ϊν­τού­ρια.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὁ Richard Church ὡς ἀξι­ω­ματι­κὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἐ­λα­φροῦ Πεζι­κοῦ τοῦ Δού­κα τῆς Ὑ­όρ­κης στὰ Ἑ­πτά­νη­σα σὲ πί­να­κα τοῦ 1813.



		

	

Σι­μὸν Λε­ΐς (Simon Leys): Ἴχνη τοῦ Σαλαζάρ


Σι­μὸν Λε­ΐς (Simon Leys)


Ἴ­χνη τοῦ Σα­λα­ζάρ

(Shades of Salazar)


ΡΗΚΑ ΜΟΛΙΣ ΤΩΡΑ σ’ ἕ­να πα­λιὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἕ­να ἀ­πό­κομ­μα ἀ­π’ τὸν τύ­πο ποὺ τὸ συ­νάν­τη­σα πι­θα­νό­τα­τα σ’ ἕ­να εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ πρὶν ἀ­πὸ τριά­ντα πέν­τε πε­ρί­που χρό­νια καὶ τὸ κρά­τη­σα. Σκέ­φτη­κα τό­τε ὅ­τι δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται ν’ ἀ­πο­τε­λέ­σει στὸ μέλ­λον ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα βά­ση γιὰ νὰ γρά­ψω κά­ποι­ο θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο ἢ ἕ­ναν φι­λο­σο­φι­κὸ μύ­θο.

Ἰ­δοὺ τὸ ἀ­πό­κομ­μα:

Ἴ­χνη τοῦ Σα­λα­ζάρ: Μο­λο­νό­τι ἡ τρι­αν­τα­ε­ξά­χρο­νη δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ἀν­τό­νιου ντὲ Ὀ­λι­βέ­ι­ρα Σα­λα­ζὰρ στὴν Πορ­το­γα­λί­α τερ­μα­τί­στη­κε πέ­ρυ­σι, ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­τρας δὲν τὸ ἔ­χει μά­θει ὣς τώ­ρα. Κα­θη­λω­μέ­νος ἀ­κό­μη, δε­κα­τρεῖς μῆ­νες ἀ­φό­του ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κὸ κι ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα, ὁ Σα­λα­ζὰρ συγ­κα­λεῖ τὸ ὑ­πουρ­γι­κὸ συμ­βού­λιο καὶ οἱ πα­λιοί του ὑ­πουρ­γοὶ πα­ρί­σταν­ται σ’ αὐ­τὸ ἀ­δι­α­λεί­πτως – κι ἄς μὴν εἶ­ναι ὅ­λοι τους μέ­λη τῆς ση­με­ρι­νῆς κυ­βέρ­νη­σης. Κα­νεὶς δὲν βρῆ­κε τὸ θάρ­ρος νὰ πεῖ στὸν ὀ­γδον­τά­χρο­νο δι­κτά­το­ρα ὅ­τι ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε.


Πο­τέ μου ὅ­μως δὲν κα­τόρ­θω­σα ν’ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σω τὸ ἀ­πό­κομ­μα. Ὑ­πάρ­χουν πραγ­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες κα­μιὰ μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἔ­χει τὸ πα­ρα­μι­κρὸ νὰ προ­σθέ­σει.



Πη­γή: Simon Leys, Notes from the Hall of Uselessness, σει­ρά: the Cahiers Series, Λον­δί­νο, Sylph Editions (Center for Writers & Translators / The Arts Arena / The American University of Paris), 2008 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Σι­μὸν Λε­ΐς (Simon Leys) (1935, Βρυ­ξέλ­λες – 2014, Σίδ­νε­ϊ). Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Πι­ὲρ Ρικ­μὰνς [Pierre Ryckmans], δι­α­πρε­ποῦς σι­νο­λό­γου, με­τα­φρα­στῆ καὶ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ εἴ­κο­σι πε­ρί­που βι­βλί­α ποὺ ἔ­γρα­ψε στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ γαλ­λι­κὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν ὀ­ξυ­δέρ­κεια καὶ τὴν εὐ­ρυ­μά­θειά του, τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τὴν κι­νε­ζι­κὴ τέ­χνη καὶ τὴν κι­νε­ζι­κὴ ποί­η­ση, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α ἐν γέ­νει, κα­θὼς καὶ τὸ πά­θος του γιὰ τὴ θά­λασ­σα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


«Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών»

[τοῦ Δημητρίου Καλλέργη]


ΠΟ ΤΗ ΓΑΛΛΟ-ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ τοῦ Πει­ραι­ᾶ στὰ 1855-6, ποὺ κα­τώρ­θω­σε τέ­λος τὸ νέ­ο ὑ­πουρ­γεῖ­ο Μαυ­ρο­κορ­δά­του νὰ τὴν ξε­κολ­λή­σῃ καὶ νὰ τὴ στεί­λῃ ἀ­πὸ ‘­κεῖ ποὺ ἦρ­θε, πολ­λὲς προ­σβο­λὲς ὑ­πό­φε­ρε καὶ τὸ Πα­λά­τι καὶ ἡ Κυ­βέρ­νη­ση καὶ ἡ κοι­νω­νί­α στὴν πρω­τεύ­ου­σα. Οἱ κα­βαλ­λα­ραῖ­οι Φραν­τσέ­ζοι κά­να­νε τὴν ξαφ­νι­κὴ πα­ρου­σί­α τους στὸ δη­μό­σιο πε­ρί­πα­το τοῦ Πο­λυ­γώ­νου μὲ τὰ πι­στό­λια στὸ χέ­ρι, καὶ οἱ κυ­ρά­δες μα­ζεῦ­αν τὰ φου­στά­νια τους, καὶ δός του δρό­μο. Οἱ πα­λη­κα­ρά­δες πιά­ναν ὅ­ποι­ο­νε βρί­σκα­νε φου­στα­νελ­λᾶ καὶ τὸν προ­σφω­νού­σα­νε προ­κλη­τι­κὰ μὲ τὸ «κα­πε­τὰν Κλε­φτής». Στὴν πλα­τεῖ­α τοῦ Πα­λα­τιοῦ ξε­πε­ζεῦ­αν ἐ­πι­δει­χτι­κὰ καὶ κα­του­ροῦ­σαν κα­τὰ τὸ Πα­λά­τι.

       Ἡ νέ­α Κυ­βέρ­νη­ση, μ’ ὅ­λες τὴς βρι­σι­ὲς καὶ κα­τη­γό­ρι­ες ποὺ δε­χό­ταν κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ τοὺς κα­θα­ροὺς πα­τρι­ῶ­τες ποὺ βρί­σκον­ται μο­νά­χα στὴν ἀν­τι­πο­λί­τε­ψη, ὑ­πό­φε­ρε πο­λὺ ὡς ποὺ νὰ μα­λα­κώ­σῃ τὴν ὁρ­μὴ τοῦ σκαι­οῦ Γάλ­λου, αὐ­τοῦ μά­λι­στα. Με­τα­ξὺ στρα­τοῦ Κα­το­χῆς καὶ Ἑλ­λην. στρα­τοῦ τὰ πρά­μα­τα ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σκη­μα.

     Ἔ­τσι ὁ νέ­ος ὑ­πουρ­γὸς τῶν Στρα­τι­ω­τι­κῶν, ὁ Δ. Καλ­λέρ­γης, φι­λό­γαλ­λος, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φέ­ρῃ κά­ποι­α για­τρειὰ στὸ κα­κό· ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σῃ γεῦ­μα ἐ­πί­ση­μο συ­να­δελ­φι­κὸ στοὺς Ἀγ­γλο-Γάλ­λους. Καὶ τὄ­δω­σε, ποῦ; Μέ­σα στὸ ἱ­ε­ρὸ δά­πε­δο τοῦ Παρ­θε­νῶ­να.

     «Τὸ πα­ραγ­γελ­θὲν συμ­πό­σιον τοῦ στρα­τη­γοῦ Καλ­λέρ­γη ἐ­γέ­νε­το χθὲς εἰς τὴν Ἀ­κρό­πο­λιν δι’ ὅ­λης τῆς ἐ­πι­ση­μό­τη­τος. Οἱ συν­δαι­τυ­μό­νες ἦ­σαν ἕ­ως 250, ὧν οἱ πλεῖ­στοι ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τοῦ ἐν Πει­ραι­εῖ Γαλ­λι­κοῦ καὶ Ἀγ­γλι­κοῦ στρα­τοῦ. Τὸ γεῦ­μα ἤρ­ξα­το ἀ­κρι­βῶς τὴν τε­τάρ­την ὥ­ραν καὶ ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν δε­κά­την ὥ­ραν τῆς νυ­κτός, παι­α­νι­ζού­σης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς Μου­σι­κῆς. Πο­τὲ συμ­πό­σιον δὲν ἐ­γέ­νε­το διὰ με­γα­λει­τέ­ρας εὐ­τα­ξί­ας καὶ ἡ­συ­χί­ας. Τὰ φα­γη­τά, οἱ οἶ­νοι, τὰ γλυ­κί­σμα­τα, ἐν ἑ­νὶ λό­γῳ ἅ­παν­τα τὰ ἐ­δέ­σμα­τα ὑ­πῆρ­χον ἐ­κλε­κτὰ καὶ σπά­νια. Ὁ στρα­τη­γὸς Δ. Καλ­λέρ­γης φέ­ρων τὴν ἐ­πί­ση­μόν του στο­λὴν ἐ­κά­θη­το ἐν τῷ μέ­σῳ, καὶ πε­ρὶ αὐ­τὸν ἅ­πα­σα ἡ χο­ρεί­α τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων. Οὐ­δεὶς τῶν ὑ­πουρ­γῶν ἢ ἄλ­λων πο­λι­τι­κῶν ὑ­πῆρ­χε προ­σκε­κλη­μέ­νος, καὶ ὁ λό­γος φυ­σι­κός, δι­ό­τι τὸ συ­μό­σιον ἦ­το στρα­τι­ω­τι­κόν. Ἀλ­λὰ πα­ρευ­ρέ­θη­σαν εἰς αὐ­τὸ ὁ πρέ­σβυς τῆς Ἀγ­γλί­ας με­τὰ τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας του, ὁ ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, ὁ νο­μάρ­χης Ἀτ­τι­κῆς καὶ Βοι[ω]τί­ας, ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Δι­οι­κη­τι­κῆς Ἀ­στυ­νο­μί­ας Ἀ­θη­νῶν καὶ Πει­ραι­ῶς, ὁ γραμ­μα­τεὺς τῆς Νο­μαρ­χί­ας καὶ δι­ά­φο­ροι ἄλ­λοι ἐ­πί­ση­μοι πο­λῖ­ται με­τὰ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν των. Ἡ Δη­μαρ­χί­α προ­σή­νεγ­κε 1000 ὀ­κά­δας δᾳ­δί­ου διὰ φα­νούς, οἵ­τι­νες τὴν νύ­κτα ἐ­φώ­τι­ζον ἅ­πα­σαν τὴν πό­λιν τοῦ Κέ­κρο­πος. Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α δὲ ἀ­πὸ πρω­ΐ­ας ἐ­κυ­μά­τι­ζεν ἐ­πὶ τοῦ Παρ­θε­νῶ­νος. Μὲ εὐ­χα­ρί­στη­σίν μας δὲ εἴ­δο­μεν ὅ­τι διὰ τοῦ συμ­πο­σί­ου τού­του οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τοῦ ἡ­με­τέ­ρου στρα­τοῦ συ­να­δελ­φώ­θη­σαν στε­νώ­τα­τα με­τὰ τῶν Ἀγ­γλο-Γάλ­λων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, με­θ’ ὧν κα­τῆλ­θον εἰς τὴν πό­λιν καὶ συν­δι­ε­σκέ­δα­σαν εἰς τὰ καφ­φε­νεῖ­α τῆς Πρω­τευ­ού­σης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἀ­θη­νᾶ» 11 Ἰ­ουν. 1854.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 112. [Τίτλος: «220.— «Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών».].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Δημήτριος Καλλέργης (1803-1867). Φωτογραφία τοῦ André-A­dol­phe-Eu­gène Disdéri (1819-1890) στὸ Παρίσι τὸ 1865.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὀρεινοὶ καὶ Πεδινοὶ 1863


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὀ­ρει­νοὶ καὶ Πε­δι­νοὶ

1863


ΑΛΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΕ ὅ­λα. Τώ­ρα τὴν ἐ­νο­χλοῦν οἱ βου­τι­ές. Τὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά, ποὺ τι­νά­ζον­ται καὶ κα­τα­βρέ­χουν τὰ πάν­τα, μό­λις κα­τα­κά­τσουν τρι­γύ­ρω σχη­μα­τί­ζουν ἀ­μέ­σως μι­κρά, βρώ­μι­κα ρυά­κια· τὴν αὐ­λα­κώ­νουν σὰν ξε­βαμ­μέ­νο ρί­λεμ, τὸ βρί­σκει προ­σβλη­τι­κὸ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­αι­σθη­τι­κὸ ὅ­λο αὐ­τό. Καύ­σω­νας μέ­σα Ἰ­ου­λί­ου καὶ ξα­να­τυ­λί­χτη­κε ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὴν ψη­λὴ ἀ­ση­μέ­νια μπέρ­τα νὰ μὴν τὴν βλέ­που­με. Κα­νεὶς νὰ μὴν τὴν δεῖ μέ­χρι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει.

        Χρό­νια καὶ χρό­νια ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­πο­φά­σι­στη κι ἀ­συμ­φι­λί­ω­τη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖς πὼς χώ­ρε­σε, ἄ­λε­σε καὶ μό­νια­σε στὸ τε­τρά­γω­νο τό­τε χω­νευ­τή­ρι της τὶς πα­λι­ὲς συν­ταγ­μα­τι­κὲς δι­α­μά­χες τους. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, συ­νε­χῶς ἄλ­λα­ζε, σχή­μα­τα, ὀ­νό­μα­τα, ἐ­ρα­στές, προ­στά­τες, Κλε­άν­θης, Σά­ουμ­περτ, Ὄ­θω­νας, Λέ­ο Φὸν Κλέν­τσε. Πά­νω ποὺ κά­τι κα­τά­φερ­νε, κά­πως σου­λου­πω­νό­ταν κι ἄρ­χι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὴν συ­νη­θί­ζουν καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­ποῦν, αὐ­τὴ ἀ­προσ­δό­κη­τα τὰ χά­λα­γε ὅ­λα, κλει­νό­ταν πά­λι στ’ ἀγ­κά­θια της. Πάν­τα, κά­τι συ­νέ­βαι­νε ξαφ­νι­κά.

        Εἴ­πα­με, τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, κι ἄς ἔλ­πι­ζαν ὅ­λοι πὼς με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χρό­νια καὶ βά­λε ἐ­πι­τέ­λους θὰ κα­τα­στά­λα­ζε κά­που· ὅ­μως ὄ­χι, αὐ­τὴ κα­μώ­νε­ται σὰν γυ­ναί­κα με­ταιχ­μια­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ποὺ πε­τᾶ ξέ­φρε­να τὸ ἕ­να ροῦ­χο με­τὰ τὸ ἄλ­λο μὲ κρυ­φὴ ἐλ­πί­δα καὶ θυ­μό. Κα­τὰ και­ροὺς ἐ­ξα­κον­τί­ζει μπά­ζα, μαρ­μά­ρι­να κιγ­κλι­δώ­μα­τα, τσι­μεν­τέ­νι­ες Μοῦ­σες, γυ­ά­λι­νους δρο­μεῖς, κο­λο­νά­κια, ξη­λω­μέ­να παγ­κά­κια, γραμ­μὲς τοῦ τράμ, πα­λιὰ συν­τρι­βά­νια, δεν­τρί­λια καὶ ζαρ­τι­νι­έ­ρες ψη­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα· τὰ κοι­τᾶ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση ἀρ­γὴ πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς πό­λης ἀ­φή­νον­τας κα­τά­πλη­κτους τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ποὺ μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο κα­τα­πί­νουν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρὰ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι. Γιὰ λί­γο εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη, δο­κι­μά­ζει πά­λι καὶ πά­λι, μέ­χρι ποὺ φτά­νει ξα­νὰ στὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ μοι­ραί­α κα­τα­λή­γει στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἐκ­δο­χή.

        Αὐ­τὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­πο­μέ­νη…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση στην εφ. Αυγή, Αναγνώσεις, (05.07. 2020)

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, ἱσπανιά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr

Βικτωρία Βουδουράκη: Ἡ κυρία Μέρφυ


Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη


Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ


 ΚΥΡΙΑ ΜΕΡΦΥ εἶ­ναι ἡ σύ­ζυ­γος τοῦ κυ­ρί­ου Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ, ποὺ εἶ­ναι βι­βλι­ο­φά­γος, μα­λώ­νει πά­λι μὲ τὸν κύ­ριο Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ δὲ μα­γει­ρεύ­ει, δὲ συ­γυ­ρί­ζει καὶ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς μπου­γά­δες, ἐ­πει­δὴ δι­α­βά­ζει συ­νε­χῶς μὲ τὰ γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας ποὺ δὲν ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται πο­τέ. Δὲν πη­γαί­νει γιὰ ψώ­νια οὔ­τε γιὰ κα­φε­δά­κι, ἀ­φοῦ ὑ­πάρ­χει πάν­τα ἕ­να κε­φά­λαι­ο ποὺ τὴν πε­ρι­μέ­νει.

        Ἀ­πό­ψε τῆς λέ­ει: Μάρ­θα, εἶ­ναι ὥ­ρα νὰ φύ­γου­με.

        Εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τοὺς ἔ­χουν προ­σκα­λέ­σει σὲ γεῦ­μα οἱ Ἀτ­τέν­μπο­ρο. Ἡ Μάρ­θα προ­φα­σί­στη­κε ἀ­δι­α­θε­σί­α τὴν πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸν τό­μο Μ τῆς ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας Μπρι­τάν­νι­κα.

        Τοῦ ἀ­παν­τᾶ σὰν αὐ­τό­μα­τος τη­λε­φω­νη­τής: Τοὺς βα­ρι­έ­μαι. Θὰ εἶ­μαι στὴν κεν­τρι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς πό­λης. Θὰ σᾶς συ­ναν­τή­σω ἀρ­γό­τε­ρα.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ βρι­σκό­ταν στὸ ὑ­πό­γει­ο ἀρ­χεῖ­ο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ὁ Βο­ρει­ο­κο­ρε­ά­της πρό­ε­δρος πά­τη­σε τὸ κόκ­κι­νο κουμ­πὶ μί­λια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ Οὐ­ϊ­σκόν­σιν. Ἕ­να πυ­ρη­νι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ βρυ­χή­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὶς βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κὲς πο­λι­τεῖ­ες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς. Τὸ Ἰ­λι­νό­ϊ, ἡ Ἰν­τιά­να καὶ τὸ Ὀ­χά­ϊ­ο μπου­κώ­θη­καν μὲ σκό­νη καὶ σι­γή.  Ἄν­θρω­ποι καὶ ζῶ­α ἐ­ξα­ε­ρώ­θη­καν, σπί­τια καὶ αὐ­το­κί­νη­τα ἔ­γι­ναν χαλ­κο­μα­νί­ες σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα πιά, για­τί δὲν εἶ­χε μεί­νει κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει κά­τι.

        Τὸ ἔ­δα­φος δο­νή­θη­κε μέ­χρι τὶς πα­τοῦ­σες τῆς κυ­ρί­ας Μέρ­φυ, ποὺ ἔ­κλει­σε ἀ­πο­ρη­μέ­νη τὸ τρί­το βι­βλί­ο γιὰ τὴ δι­α­τρο­φὴ τῶν Ἀζ­τέ­κων πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Δει­λὰ-δει­λά, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ἀρ­χεί­ου. Βι­βλί­α καὶ χαρ­τιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μὲ μπά­ζα καὶ τοῦ­βλα εἶ­χαν φρά­ξει τὴ μι­σὴ σχε­δὸν εἴ­σο­δο τῆς σκά­λας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Βή­χον­τας, σκαρ­φά­λω­σε πά­νω ἀ­πὸ τὶς πέ­τρες γιὰ νὰ ἀ­νέ­βει στὸ ἰ­σό­γει­ο. Οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς βι­βλι­ο­θή­κης ἔ­λει­παν, ὁ φύ­λα­κας ἐ­πί­σης. Ἔ­ξω δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα, οὔ­τε που­λὶ οὔ­τε μύ­γα. Θρυμ­μα­τι­σμέ­να τζά­μια, ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νες κα­ρέ­κλες καὶ σπα­σμέ­νοι ὑ­πο­λο­γι­στὲς ἀ­κό­μη ἀ­νέ­δυ­αν σκό­νη. Μό­νο κά­τι σπιν­θῆ­ρες ἀ­πὸ κα­λώ­δια δι­έ­κο­πταν τὴ νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α.

        Θε­ό­ρα­τα ρά­φια μὲ βι­βλί­α, ἀν­τί­γρα­φα ἀρ­χαί­ων πα­πύ­ρων, χάρ­τες καὶ λευ­κώ­μα­τα, δο­κί­μια καὶ πα­ρα­μύ­θια, ὅ­λα βρί­σκον­ταν στὰ πό­δια της. Ὅ­λη ἡ σο­φί­α τοῦ κό­σμου ἦ­ταν τώ­ρα στὴ δι­ά­θε­σή της. Μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ρει ὅ,τι ἤ­θε­λε ἀ­πὸ κά­τω καὶ νὰ τὸ δι­α­βά­σει ἀ­πε­ρί­σπα­στη. Ἐ­πι­τέ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χὴ γιὰ νὰ τὴν ἐ­νο­χλή­σει.

        Καὶ ἐ­κεῖ, πά­νω σὲ μιὰ κο­τρώ­να ἀ­πὸ μπε­τόν, ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ πα­ρα­πα­τᾶ. Στὴν ἄ­χα­ρη μα­νού­βρα γιὰ νὰ ξα­να­βρεῖ τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της, τῆς γλι­στροῦν τὰ γυα­λιὰ ἀ­πὸ τὴ μύ­τη. Ἡ καρ­διὰ της γί­νε­ται ὅ­σα κομ­μά­τια ἔ­γι­ναν οἱ δυ­ὸ φα­κοί.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη (Πει­ραι­άς). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Με­τὰ τὶς με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς της ἐρ­γά­στη­κε στὴ Γαλ­λί­α ὡς ἀ­σκού­με­νη σὲ Ἑ­ται­ρεί­α Συμ­βού­λων μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἰ­στό­το­πο 121 Λέ­ξεις.