Τζέην Ὄρβις (Jane Orvis): Τὸ παράθυρο



Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis)


Τὸ πα­ρά­θυ­ρο

(The window)


ΕΤΑ τὴν εἰ­δε­χθῆ δο­λο­φο­νί­α τῆς Ρί­τας του, ὁ Κάρ­τερ κά­θε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

Χω­ρὶς τη­λε­ό­ρα­ση, δι­ά­βα­σμα, ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α. Ἡ ζω­ή του εἶ­ναι ὅ,τι περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς κουρ­τί­νες.

       Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ ἀ­φή­σει τὸ δω­μά­τιο, νὰ ξέ­ρει ποιός τοῦ προ­μη­θεύ­ει τὰ γεύ­μα­τα ἢ ποι­ός πλη­ρώ­νει ­τοὺς λο­γα­ρια­σμούς. Ὁ κό­σμος του εἶ­ναι οἱ δρο­μεῖς, οἱ ἀλ­λα­γὲς τῶν ἐ­πο­χῶν, τὰ ἁ­μά­ξια ποὺ περ­νοῦν, τὸ φάν­τα­σμα τῆς Ρί­τας.

       Ὁ Κάρ­τερ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι τὰ κε­λιὰ μὲ τὴν μα­λα­κὴ ἐ­πέν­δυ­ση στοὺς τοί­χους δὲν ἔ­χουν πα­ρά­θυ­ρα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham): Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος



Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham)


Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος

(The missing link)


ΚΕΙΝΟΣ ἦ­ταν Κρὸ-Μα­νιόν, ἐ­κεί­νη Νε­άν­τερ­ταλ. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­κνο­ποι­ή­σουν.

Ἕ­νας μα­κρι­νὸς συγ­γε­νὴς —ὄρ­θιος, ἔ­ξυ­πνος καὶ μο­χθη­ρός— εἰ­σέ­βα­λε στὴ σπη­λιά τους, τὸν σκό­τω­σε, τὴν βί­α­σε, ἅρ­πα­ξε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὴν ἄ­φη­σε συν­τε­τριμ­μέ­νη, πάμ­πτω­χη καὶ ἔγ­κυ­ο.

       Οἱ ἀν­θρω­πο­λό­γοι ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται ποι­ός νὰ ἦ­ταν.

       Ἀ­γνό­η­σέ τον.

       Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ θά ΄θε­λες νὰ ξέ­ρεις.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Νάγια Κουτρουμάνη: Ἡ κρουαζιέρα


Νά­για Κου­τρου­μά­νη


Ἡ κρουαζιέρα


 ΗΛΙΟΣ ΕΔΥΕ καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες κοι­τά­ζον­τας τὸν ἴ­διο οὐ­ρα­νό. Τὰ σύν­νε­φα δὲν κου­νι­όν­του­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν μεί­νει κολ­λη­μέ­να στὸ τα­βά­νι, ἄλ­λα στρογ­γυ­λά, ἄλ­λα τε­τρά­γω­να, ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­κλει­ναν οἱ ἑ­ται­ρεῖ­ες καὶ κο­πά­δια κου­στου­μι­ῶν κα­τέ­βαι­ναν τὴν ὄ­χθη, σὰν μιὰ πο­λι­τι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση πιγ­κου­ί­νων. Μπλὲ καὶ γκρὶ κου­στού­μια μὲ πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες γύ­ρω ἀ­πὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νους λαι­μοὺς ποὺ λα­χτα­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­πιοῦν δρο­σε­ρὲς γου­λι­ὲς μπύ­ρας ἀ­πὸ τὰ πὰμπ τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Εἶ­χε κρύ­ο ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα καὶ οἱ ἀ­νά­σες τους ἔ­βγαι­ναν σὰν ξε­φυ­σή­μα­τα μι­κρῶν δρά­κων, ἑ­νώ­νον­ταν κά­που κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι τους καὶ πέ­φτα­νε βα­ρι­ὲς πά­νω στὸν πά­γο ποὺ εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ στὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα τῆς ὄ­χθης.

          Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­νῶ ἔ­πλε­ε ἀ­νά­σκε­λα πά­νω στὸ νε­ρό, τὸ ἕ­να χέ­ρι της μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο καὶ χο­ρευ­τι­κὸ σὰ φτε­ρού­γα κύ­κνου, τὸ ἄλ­λο πι­α­σμέ­νο μέ­σα στὴ χον­τρή, μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα, φυ­λα­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ βρεγ­μέ­νο μαλ­λί, ἄ­βου­λο νὰ προ­βά­λει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀν­τί­στα­ση. Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα ξε­κά­θα­ρα, για­τί τὰ μά­τια της ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτα στὸ φῶς καὶ στὴν κί­νη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τά­με­ση. Ἀλ­λὰ πα­ρ’ ὅ­λες τὶς εἰ­κό­νες καὶ τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κά­νει τὶς δου­λει­ὲς τῆς Κυ­ρια­κῆς. Δὲν εἶ­χε βά­λει μπου­γά­δα, δὲν εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ντου­λά­πια τῆς κου­ζί­νας, δὲν εἶ­χε τι­νά­ξει τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ, δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας οὔ­τε εἶ­χε σφουγ­γα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε μα­γει­ρέ­ψει. Δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὶς πα­τά­τες, δὲν τὶς εἶ­χε βά­λει προ­σε­κτι­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μπού­τι τοῦ ἀρ­νιοῦ, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­χε ρί­ξει ἁ­λά­τι οὔ­τε ρί­γα­νη οὔ­τε εἶ­χε στύ­ψει λε­μό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ λί­πος καὶ τὸ λά­δι. Ὁ φοῦρ­νος ἦ­ταν σβη­στός. Καὶ τό­σο κρύ­ος ὅ­σο τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

          Τὸ πο­τά­μι τὴν με­τέ­φε­ρε ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ δε­ξιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι του­ρι­στῶν ποὺ κοί­τα­ζαν τὰ νε­ρά, τὴν εἶ­δε. Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε μιὰ κραυ­γὴ καὶ ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὰ κου­στού­μια, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄλ­λοι χω­ρίς, ἔ­στρε­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους κα­τα­πά­νω της. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μὴν τῆς εἶ­χε φύ­γει τὸ μέ­ι­καπ ποὺ κά­λυ­πτε τὴ χλω­μή της ὄ­ψη καὶ τῆς ἔ­δι­νε λί­γο χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα.

          Τὸ πλῆ­θος ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει καὶ νὰ τὴν δεί­χνει μὲ ἀ­πρέ­πεια. Τῆς θύ­μι­σε πῶς οὔρ­λια­ζε κι ἐ­κεῖ­νος τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν γαύ­γι­σμα λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου, ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε ρά­ψει τὴν τρύ­πα στὴν κάλ­τσα του. Εἶ­χε δί­κιο νὰ ἐ­κνευ­ρι­στεῖ. Τῆς τὸ εἶ­χε πεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη, μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της, τὸ ξέ­χα­σε. Τοῦ ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, για­τί κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τὴ φω­νή του, ὅ­τι τὸ λα­ρύγ­γι του εἶ­χε στε­γνώ­σει. Τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε πά­νω της. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, μὲ τὴ θερ­μο­κρα­σί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Ἄρ­χι­σε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ ντου­λά­πια πί­σω της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε, θὰ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ, θὰ ἔ­βλε­πε τη­λε­ό­ρα­ση καὶ θὰ ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν ὅ­πως ἔ­κα­νε τό­σες φο­ρές. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν τῆς πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, ὅ­τι θὰ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι ποὺ φύ­λα­γε τὰ μα­χαί­ρια, θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ πιὸ κο­φτε­ρό, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸ θε­ω­ρεῖ δι­κό της, τὸ μα­χαί­ρι ποὺ παίρ­νει μα­ζί της ἀ­κό­μη καὶ στὶς δι­α­κο­πὲς καὶ θὰ τὴν ἔ­σκι­ζε παν­τοῦ, μὲ τέ­τοι­α ἀ­κρί­βεια, ποὺ τῆς θύ­μι­σε τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­κα­νε στὸ χοι­ρι­νὸ μπού­τι γιὰ νὰ βά­λει μέ­σα το ἀ­ρω­μα­τι­κό της βού­τυ­ρο μὲ δεν­τρο­λί­βα­νο καὶ θυ­μά­ρι.

          Αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­δι­κη­μέ­νη, για­τὶ τὸν φρόν­τι­ζε τρί­α χρό­νια τώ­ρα μὲ ὅ­λη της τὴν ἀ­γά­πη. Τὸν φι­λοῦ­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ραί­ω­ναν τὰ μαλ­λιά του, τοῦ ἔ­φτια­χνε τὸν για­κά, τὸν χά­ι­δευ­ε ὅ­πο­τε κα­θό­ταν δί­πλα της. Συ­νή­θως ἐ­κεῖ πά­νω στὸν κα­να­πέ, βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

          Καὶ τώ­ρα, νὰ ποὺ πλέ­ει πά­νω στὸ κρύ­ο νε­ρό, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν κρου­α­ζι­έ­ρα ποὺ τῆς εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ. Ἐ­νο­χλεῖ­ται ποὺ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα ποὺ πο­τὲ δὲν φο­ρά­ει ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ καὶ ποὺ ἕ­να σω­ρὸ ἄ­γνω­στοι τὴ δεί­χνουν καὶ φω­νά­ζουν. Κά­νει τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει. Κα­μώ­νε­ται πὼς δὲν τοὺς βλέ­πει καὶ κοι­τά­ζει τὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να καὶ ἀ­κού­νη­τα. Κα­θὼς ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ βά­φει ρὸζ καὶ βι­ο­λε­τιά, τῆς φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­λα ἡ­συ­χά­ζουν. Ὅ­τι ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι ὁ πα­φλα­σμὸς πά­νω στὸ σῶ­μα της. Ἕ­νας ρυθ­μὸς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὸς καὶ σί­γου­ρος, ποὺ τὴν ἀ­να­κου­φί­ζει, κα­θὼς σι­γὰ-σι­γὰ τὸ πο­τά­μι τὴ σπρώ­χνει πρὸς τὴν ξη­ρά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νά­για Κου­τρου­μά­νη
 (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον καὶ τὸ Books Journal καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Πλανόδιον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ‘14 καὶ Hotel Χά­ο­ς, ( Πα­τά­κη).



		

	

Τάσος Χατζητάτσης: Ὁ Μακέλης


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Ὁ Μα­κέ­λης


 ΜΑΚΕΛΗΣ που­λοῦ­σε σά­μα­λι στὴν ὁ­δὸ Σχο­λεί­ων, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γυ­μνά­σιο. Τὰ βρά­δια μᾶς μά­ζευ­ε στὴν κά­μα­ρη ποὺ εἶ­χε γιὰ ἀ­πο­θή­κη, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες τοῦ Ἀ­η-Γιά­ννη. Πη­γαί­να­με πέν­τε-ἕ­ξι μα­ζὶ καὶ δὲ φο­βό­μα­σταν. Μᾶς μοί­ρα­ζε ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες, φθαρ­μέ­νες στὶς γω­νι­ές, μὲ γυ­ναῖ­κες γυ­μνὲς καὶ μᾶς παί­δευ­ε μὲ τὰ σκλη­ρά του χέ­ρια ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, μέ­χρι ποὺ ἕ­να βρά­δυ ὁ Γι­ῶρ­γος, σπαρ­τα­ρών­τας ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, τοῦ μού­σκε­ψε τὸ χέ­ρι. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­φερ­νε καὶ γυ­ναῖ­κες ζων­τα­νὲς γιὰ τοὺς με­γά­λους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ Σο­φί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πή­γα­νε γιὰ μπά­νιο στὴν Πε­ραί­α. Οὔ­τε ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε, τὴν εἶ­χαν κι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στε­νά, μό­νο πέν­τε λε­πτὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ στὴν Κο­ρομη­λᾶ. Τοὺς χει­μῶ­νες σκο­τεί­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν κρα­τοῦ­σες στὶς γω­νι­ὲς καὶ τὸ χέ­ρι τυ­φλὸς λα­γὸς νὰ τρέ­χει στὶς φτέ­ρες τοῦ κορ­μιοῦ ὣς τὴ γω­νιὰ ποὺ εἶ­χαν βά­λει τὰ συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα στὶς δι­α­δη­λώ­σεις γιὰ τὴν Κύ­προ. Μᾶς εἶ­χαν σχο­λά­σει νω­ρίς, ἐ­μεῖς χα­ρὲς καὶ οἱ τσάν­τες ἀ­ε­ρο­πλά­να. Στὸ σπί­τι τοὺς εἴ­χα­με πε­ρὶ πολ­λοῦ τοὺς Ἐγ­γλέ­ζους, ἦ­ταν καὶ τὸ παλ­τὸ τοῦ πα­τέ­ρα, ἀ­θά­να­το ἐγ­γλέ­ζι­κο ὕ­φα­σμα κά­θε Σε­πτέμ­βρη πιὸ λαμ­πε­ρὸ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη καὶ σὺ ἕ­νας σβῶ­λος ἀ­πὸ ψί­χα ψω­μιοῦ νὰ τὸν μα­λά­ζεις μέ­σα στὰ δά­χτυ­λα, κρυ­φὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἤ­θε­λε ἀ­κό­μα ἕ­ξι χρό­νια γιὰ τὸ 15 τοῖς ἑ­κα­τό, τό­τε θὰ βγαί­να­με γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ φοι­τη­τὲς νὰ μᾶς πά­ρουν, οἱ κα­θη­γη­ταὶ νὰ τοὺς δι­ώ­χνουν, δὲν μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, τρα­βή­ξα­με γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, ὁ­λό­κλη­ρη τά­ξη, καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μᾶς ἀ­πέ­βα­λαν. Ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἤ­θε­λε νὰ ’ρ­θε­ῖ στὸν γυ­μνα­σιά­ρχη, ἄλ­λη φο­ρὰ θὰ μοῦ ἔ­κο­βε τὰ πό­δια ἂν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἐ­λα­σί­τες καὶ τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, μό­νο λί­γοι μεῖναν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ φώ­να­ζαν μὲ τοὺς φοι­τη­τές, οἱ στά­σι­μοι κι οἱ ἄ­τα­κτοι. Ὁ γυ­μνα­σιά­ρχης κλεί­δω­σε τὶς πόρ­τες κι ἡ χο­ρω­δί­α νὰ ψέλ­νει τὴν προ­σευ­χὴ γιὰ νὰ μὴν ἀ­κοῦ­με. Κι ὁ Μα­κέ­λης ἐ­λα­σί­τες τοὺς ἔ­λε­γε, ὅταν τὸν ἔ­πνι­γε ὁ βή­χας, πά­λι ὁ ἐ­λα­σί­της μὲ θυ­μή­θη­κε, ἔ­λε­γε κι ἄρ­χι­ζε τὴν ἴ­δια πάν­τα ἱ­στο­ρί­α φθαρ­μέ­νη στὶς γω­νί­ες ὅ­πως οἱ φω­το­γρα­φί­ες του. Ἔ­φευ­γαν οἱ Γερ­μα­νοί, ἔμ­παι­νε ὁ Μάρ­κος, ἡ πό­λη στὰ χέ­ρια τους, ὁ Μπα­κιρ­τζῆς στὸ Γ’ Σῶ­μα. Τὸν στα­μά­τη­σαν στὴν ἀρ­χὴ τῆς Σχο­λεί­ων, ἦ­ταν δυ­ὸ ἐλα­σί­τες, θέ­λαν νὰ τὸν πά­ρουν μα­ζί. Ἔ­πε­σε κά­τω μὲ σπα­σμούς, ἄ­σπροι ἀ­φροὶ στὸ στό­μα, οἱ ἄλ­λοι φο­βή­θη­καν. Ὁ ἕ­νας πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρό­τσι νὰ τὸν με­τα­φέ­ρουν, ὁ ἄλ­λος τοῦ κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι νὰ μὴν τὸ κτυ­πᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Παι­δί, εἶ­χε χνού­δι γιὰ γέ­νια, σὰν τὸν Ἅ­γιο Ὀ­νού­φριο, ἔ­λε­γε ὁ Μα­κέ­λης, κι ὅ­ταν με­ῖ­ναν μό­νοι, μὲ τὴ λά­μα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ κομ­μά­τια τοῦ σά­μα­λι πά­νω στὴν τά­βλα, τὸν ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο σὰν σφα­χτά­ρι. Τὸν κύ­λη­σε στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, ἐ­κεῖ δε­ξιὰ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων καὶ τὸ ’βα­λε στὰ πό­δια γιὰ τὴ ΧΑΝ, ὅπου εἶ­χαν ἀμ­πα­ρω­θεῖ οἱ δι­κοί του. Ὕ­στε­ρα τὰ πού­λη­σε, τὴν τά­βλα καὶ τὸ στέ­κι, σ’ ἕ­ναν ἐ­λα­φρὺ ἀ­πὸ τὰ Δι­α­βα­τά, καὶ μό­νο τὰ με­ση­μέ­ρια κα­τέ­βαι­νε στὴ Σχο­λεί­ων. Μᾶς μά­ζευ­ε ὅσα λε­φτὰ εἴ­χα­με καὶ μᾶς πή­γαι­νε στὸ ἰ­σό­γει­ό τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Μᾶς ἄ­νοι­γε μιὰ γριὰ ξε­ρα­κια­νή, μᾶς περ­νοῦ­σε στὸ σα­λό­νι κι ἔ­βγαι­νε ἡ ἄλ­λη μὲ τὶς νυ­χτι­κι­ές, κα­θό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Μα­κέ­λη, χά­δια καὶ φι­λιὰ κι αὐ­τὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὰ λε­φτὰ ποὺ μᾶς εἶ­χε μα­ζέ­ψει, δραχ­μὲς γιὰ κου­λού­ρια, τε­τρά­δια ἢ καὶ κλεμ­μέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες τοῦ πα­τέ­ρα, τῆς σή­κω­νε τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ μᾶς ἄ­φη­νε νὰ βλέ­που­με τὰ γυ­μνά της πό­δια καὶ τὸ χέ­ρι του νὰ τρυ­πώ­νει ἀ­νά­με­σα. Κι ὅταν τοῦ μα­ζέ­ψα­με ἕ­να πε­νην­τά­ρι, ἦ­ταν ὁ ἔ­ρα­νος τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ρο­ῦ, τῆς σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς γο­φοὺς καὶ μᾶς ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ἕ­να της τὸ στῆ­θος ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ πε­τά, νὰ φεύ­γει, νὰ φέρ­νει γύ­ρους καὶ μὲ τὸ σφύ­ριγ­μα νὰ ἔρ­χε­ται στὴν πα­λά­μη του λευ­κὸ μὲ τὸ ράμ­φος τῆς θη­λῆς μαῦ­ρο. Φεύ­γον­τας, ὁ Γι­ῶρ­γος, κόκ­κι­νος μέ­χρι τὰ αὐ­τιά, πό­σα θὲς γιὰ ἕ­να βρά­δυ; τὸν ρώ­τη­σε, κι ὁ Μα­κέ­λης: «γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἢ τί­πο­τα», καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὸ τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σαν οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις στὸ ἰ­σό­γει­ο καὶ σι­γὰ-σι­γὰ ξέ­κο­ψαν ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, ὁ Γι­ῶρ­γος πρῶ­τα, ὁ Νί­κος ὕ­στε­ρα κι ὁ Ἄγ­γε­λος, ποὺ ὅλοι τὸν εἴ­χα­με γιὰ ὀρ­φα­νό, πρό­σε­χε τὸν Μα­κέ­λη, μοῦ λέ­ει, τὸν θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τοῦ «Παύ­λου Με­λᾶ». Τό­τε εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νὰ ξε­θαρ­ρεύ­ου­με, πή­γα­με καὶ στὸν Πα­παν­δρέ­ου, μι­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ «Ὀ­λύμ­πιον», ὁ κό­σμος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς τὴ θά­λασ­σα, ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α στὰ στε­νά τῆς Καλα­πο­θά­κη καὶ τῆς Ἡ­ρο­δό­του. Μὲ τὸν Μα­κέ­λη μό­νον τυ­χαῖ­α βρι­σκό­μα­σταν πιά, εἶ­χε αὐ­το­κί­νη­το τώ­ρα, χα­νό­ταν κι οἱ ἄλ­λοι μό­νι­μα δί­πλα, μα­ζί του, ὅλα γι’ αὐ­τοὺς τὰ ξό­δευ­ε, ἔ­λε­γαν. Τοὺς συ­ναν­τή­σα­με μιὰ φο­ρὰ στὴν «Ἀ­στόρια», στὰ μπι­λιά­ρδα, ἔπι­α­σε ὁ βή­χας τὸν Μα­κέ­λη, ὁ ἐ­λα­σί­της, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Γι­ῶρ­γος, ἔ­κα­νε τὸν κου­φό, προ­ο­δευ­τι­κὸς δή­λω­νε τώ­ρα κι οἱ ἄλ­λοι στὴ νε­ο­λαί­α καὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα στὴν Πο­λω­νί­ας μὲ τοὺς ἐκο­φίτες. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θαν χρό­νια ποὺ τοὺς ἀ­πο­φεύ­γα­με κι ἄλ­λα χρό­νια ποὺ γύ­ρι­ζαν τὸ κε­φά­λι μή­πως καὶ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­σου­με καὶ τώ­ρα τε­λευ­ταῖα πά­λι χαι­ρε­τι­ό­μα­στε. Χά­θη­κε καὶ τὸ ὑ­πό­γει­ο τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως, ἔ­γι­νε πο­λυ­κα­τοι­κί­α ὅ­λο ἰ­α­τρεῖ­α, ἄλ­λα­ξαν οἱ πιά­τσες καὶ ἡ Σχο­λεί­ων ἔ­γι­νε πε­ζό­δρο­μος μὲ τρα­πε­ζά­κια, πρά­σι­νο καὶ φοι­νι­κι­ές. Κι ἕ­να βρά­δυ, κα­λο­καί­ρι, τὸ πρό­τει­νε ἡ Ἑ­λέ­νη, ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ σι­νε­μά, κα­θί­σα­με γιὰ ἕ­να πο­τὸ ἐ­κεῖ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων, παι­διὰ πο­λύ­χρω­μα καὶ μου­σι­κές. Ἤ­μα­σταν πα­ρέ­α ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Ἄγ­γε­λος κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας. Εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ δι­α­κο­πές, πή­γαι­ναν σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­α μὲ πι­σί­να, δὲν τὴν μπο­ροῦ­σε τὴν ἄμ­μο ὁ Ἄγ­γε­λος, τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε στὰ πό­δια, στὶς οὖ­λες, ἀ­πὸ δυ­στύ­χη­μα ἔ­λε­γε ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν. Εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει τὴ Σο­φί­α φέ­τος, στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, δὲν τὸν χαι­ρέ­τη­σε. Ὁ ἄν­τρας της μὲ τὴν ΒΜW νὰ κυ­νη­γά­ει του­ρί­στρι­ες κι αὐ­τὴ μὲ τὰ παι­διά, μα­ρα­μέ­νη, γυ­μνό­στη­θη στὸν ἥ­λιο. Μό­νο τὰ μά­τια της μέ­να­νε κι οἱ χα­ρα­κι­ὲς δί­πλα στὸ χα­μό­γε­λο, γυ­μνὲς πα­ρεν­θέ­σεις. Ὁ Γι­ῶρ­γος πα­ράγ­γει­λε ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πο­τὰ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε μα­ζὶ μὲ τὰ ἠ­χεῖ­α τὸ No milk today. Θυ­μό­ταν τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴν πα­ρα­λί­α τῆς Κα­τε­ρί­νης. Τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο βου­λι­αγ­μέ­νο μέ­χρι τὰ ὕ­φα­λα στὴν ἄμ­μο. Σβή­σα­με τὴν γκα­ζό­λαμ­πα. Τὸ σκο­τά­δι πυ­κνό, δὲν ἔ­κρυ­βε τί­πο­τα. Δι­και­ο­σύ­νη γιὰ κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Οἱ γυ­ναῖ­κες μας ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι δὲν χά­νε­ται ἔ­τσι ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Ἔ­φται­γε κι ἡ ἴ­δια, ποὺ ἔ­με­νε γαν­τζω­μέ­νη στὸν ἄν­τρα της, νὰ ἀ­να­λώ­νε­ται στὸ νοι­κο­κυ­ριὸ καὶ στὰ παι­διά. Ἄρ­χι­σε τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ὁ Ἄγ­γε­λος κι ἡ βρα­διὰ τέ­λει­ω­νε ὄ­μορ­φα. Ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι. Μό­νον ὅ­ταν ἦ­ταν νὰ φύ­γου­με κι ὄρ­θιοι πε­ρι­μέ­να­με τὰ ρέ­στα ἀ­πὸ τὸν λο­γα­ρια­σμό, εἶ­πε ὁ Γι­ῶρ­γος γιὰ τὸ χέ­ρι τοῦ Μα­κέ­λη. Πό­σο ἄ­δι­κα τὸ ἔ­φα­γε τὸ ἀ­μού­στα­κο παι­δί, ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν στὴ γω­νιά, ὅ­πως φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων. «Γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἤ τί­πο­τα», τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Ἄγ­γε­λος. «Καὶ βέ­βαι­α τί­πο­τα», πε­ρη­φα­νεύ­τη­κε ὁ Γι­ῶρ­γος καὶ γε­λού­σα­με, ἄ­νε­με­λοι γιὰ τὸ αἷ­μα τοῦ ἐλα­σί­τη, ξέ­νο αἷ­μα, ξε­χα­σμέ­νο κά­τω ἀ­πὸ τὶς πλά­κες τοῦ πε­ζό­δρο­μου· ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι.

(Προ­δί­δει ἡ γρα­φή, Ἄγ­γε­λε, ὅ­πως ἡ Σο­φί­α σὲ κεί­νη τὴν ἐκ­δρο­μή. Ἐ­σὺ ὅ­μως ξέ­ρεις, κά­θε μέ­ρα περ­νᾶς ἀ­πὸ τὴ Σχο­λείων, οὔ­τε φαρ­δαί­νει οὔ­τε πε­ζό­δρο­μος ἔ­γι­νε. Μὴ φο­βᾶ­σαι λοι­πόν, ἄ­σε με νὰ φτιά­χνω ἱ­στο­ρί­ες.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πεζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997).

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Σπού­δα­σε Ὀ­δον­τι­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Χάρ­τηςἘν­τευ­κτή­ριοΠα­ρα­φυά­δα καὶ Ὑ­πό­στε­γο. Τὸ 1998 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου πε­ζο­γρά­φου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω).


 

Γιάννης Ήλ. Παππᾶς: Ὁ δεκατριάρης

pappasgiannis-odekatriaris-eikona-03


Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς


Ὁ δε­κα­τριά­ρης


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΓΩ, ΚΥΡ’ ΑΣΤΥΝΟΜΕ, γεν­νή­θη­κα τὸ 1959, σὲ ἕ­να πα­ρα­θα­λάσ­σιο χω­ριό, κον­τὰ στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα. Στὰ χω­ριά, ὅ­πως ξέ­ρεις, ὅ­λοι ἔ­χου­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι τους. Ἐ­μέ­να μὲ φώ­να­ζαν ὁ «δε­κα­τριά­ρης». Για­τί; Για­τί κά­πο­τε εἶ­χα πιά­σει ἕ­να δε­κα­τριά­ρι στὸ Προ­πό, μὴ φαν­τα­στεῖς πολ­λὰ λε­φτά,  καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἔ­παι­ζα μπὰς καὶ πιά­σω τὰ πολ­λὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Θὰ πέ­σει ἔ­λε­γα, ποῦ θὰ μοῦ πά­ει. Ἔ­τσι μοῦ βγῆ­κε τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Πολ­λοί, ἀ­πὸ τό­τε, μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν κι­ό­λας. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Πολ­λὲς φο­ρὲς τά ’­παιρ­να στὸ κρα­νί­ο καὶ τσα­κω­νό­μου­να.

         Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά μου ἦ­ταν ψα­ράς. Ἀ­πὸ μι­κρὸς στὴ θά­λασ­σα. Τὴ δου­λειὰ τὴν ἔ­μα­θα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου.

         Δὲν ἤ­θε­λα τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ νὰ εἶ­μαι μέ­σα στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ ψα­ρεύ­ω. Νὰ πε­τᾶ­νε πά­νω μου οἱ γλά­ροι καὶ νὰ μὲ χτυ­πά­ει ἡ ἁρ­μύ­ρα στὸ πρό­σω­πο.

         Τὸ σχο­λεῖ­ο δὲν μ’ ἄ­ρε­σε. Δὲν μὲ χώ­ρα­γε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν μ’ ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ πει­θαρ­χί­α, οἱ φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν δά­σκα­λο.

         Πολ­λὲς φο­ρὲς τό ’­σκα­γα καὶ πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα. Μὲ ἕ­να ἀγ­κί­στρι, νὰ κά­θο­μαι ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες. Τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Ἔ­χω φά­ει πο­λὺ ξύ­λο. Ἤ­θε­λε νὰ σπου­δά­σω, νὰ φύ­γω ἀ­πὸ δῶ. «Ἡ θά­λασ­σα» μοῦ ‘λέ­γε «δὲν ἔ­χει ψω­μί. Κοί­τα νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα καὶ νὰ φύ­γεις, νὰ ρί­ξεις μαύ­ρη πέ­τρα πί­σω σου».  Δὲν τὸν ἄ­κου­σα.

         Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ στρα­τό, σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα. Ἐ­πει­δὴ ἤ­μουν κα­λὸς στὴ δου­λειά μου, ἀ­πό­κτη­σα δι­κό μου κα­ΐ­κι καὶ ψά­ρευα σ’ ὅ­λο τὸ Ἰ­ό­νιο. Ἡ δου­λειὰ πή­γαι­νε κα­λά. Εἶ­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κα­ΐ­κια στὴν πε­ρι­ο­χή.

         Παν­τρεύ­τη­κα καὶ νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κα. Πῆ­ρα κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ κι αὐ­τὴ ἐρ­χό­ταν καὶ βο­η­θοῦ­σε στὸ κα­ΐ­κι. Μα­ζὶ συ­νέ­χεια. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα πο­λύ. Κά­να­με καὶ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λὰ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴν μέ­ρα ποὺ ἕ­νας πού­στης πα­ρα­βί­α­σε τὸ στὸπ καὶ τὴ χτύ­πη­σε. Σκο­τώ­θη­κε στὸν τό­πο. Δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε. Εἶ­χε πά­ει στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα νὰ πά­ρει πά­γο γιὰ τὰ ψά­ρια καὶ τὴν σκό­τω­σε ὁ ἄ­τι­μος.

         Τὸ σὸκ ἦ­ταν με­γά­λο. Ἀ­πὸ τὴν μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη, ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου. Ἔ­πα­θαν τὰ νεῦ­ρα μου. Τὸ κα­τα­λά­βαι­να ὅ­τι κά­τι γι­νό­ταν. Ἔ­βλε­πα ἐ­φιά­λτες. Δαί­μο­νες ἔρ­χον­­ταν στὸν ὕ­πνο μου καὶ στὸ ξύ­πνιο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ  μὲ ξε­κά­νουν. Ὅ­μως ἐ­γὼ εἶ­χα πά­ρει τὰ μέ­τρα μου. Εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὸ εἶ­χα πάν­το­τε μα­ζί μου.

         Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Ἔ­παιρ­να χα­πά­κια. Ἠ­ρε­μι­στι­κά. Ἔ­τσι μοῦ ’­λε­γε ὁ για­τρός. Ἀν­τὶ νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ω, χει­ρο­τέ­ρευ­α. Προ­σπά­θη­σα νὰ συ­νε­χί­σω τὴ δου­λειά.  Εἶ­χα δυ­ὸ στό­μα­τα νὰ θρέ­ψω.

         Εἶ­χαν πε­ρά­σει πε­ρί­που 10 χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­πρε­πε καὶ ‘γὼ νὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Ἄν­τρας ἤ­μου­να. Εἶ­χα ἀ­νάγ­κες. Τὰ παι­διὰ δὲν τὸ κα­τα­λά­βαι­ναν.

         Σ’ ἕ­να κω­λόμ­πα­ρο στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα, γνώ­ρι­σα μιὰ βουλ­γά­ρα. Μπαρ­γού­μαν. Ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα. Ψη­λή, ξαν­θιὰ μὲ κά­τι με­γά­λα βυ­ζιά. Τά ’­παι­ξα. Κά­θε βρά­δυ ἐ­κεῖ. Μέ­χρι ποὺ τὴν πή­δη­ξα. Ἀ­πὸ τό­τε γί­να­με ἀ­χώ­ρι­στοι. Τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κα ὁ μα­λά­κας καὶ τά ’­δω­σα ὅ­λα. Τὴν σπί­τω­σα κι­ό­λας. Μοῦ ’­φα­γε πολ­λὰ φράγ­κα ἡ κα­ρι­ό­λα.

         Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­λὰ μα­ζί μου, μὲ πέ­τα­ξε σὰν τὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ μὲ βλέ­πει. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­μα­θα ὅ­τι τὴν πη­δοῦ­σε ἄλ­λος τώ­ρα.

         Πῆ­γα καὶ τοῦ ’­κα­ψα τὸ μη­χα­νά­κι, τοῦ πού­στη. Νὰ μά­θει. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καὶ τὸ σκυ­λί του. Γαύ­γι­ζε. Τό ΄κά­ψα κι αὐ­τό.

         Πρὶν λί­γες μέ­ρες μὲ κά­λε­σε ὁ εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ μοῦ ’­λε­γε μα­λα­κί­ες. Ὅ­τι εἶ­χα πά­ει, λέ­ει, στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο καὶ εἶ­χα κά­νει ζη­μι­ὲς καὶ κά­τι τέ­τοι­α. Ἐ­γὼ δὲν θυ­μό­μου­να τί­πο­τα γιὰ ζη­μι­ές. Ἁ­πλὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἦ­ταν κον­τὰ στὸ σπί­τι μου καὶ πή­γαι­να κα­μιὰ φο­ρὰ ν’ ἀ­νά­ψω ἕ­να κε­ρὶ στὴν μά­να καὶ στὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ἦ­ταν θαμ­μέ­νοι ἐ­κεῖ.

         Ἀ­πὸ και­ρὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν Μπαρ­μπα-Κώ­στα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ ἤ­θε­λαν τὸ κα­κό μου. Ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. Εἶ­χα φτιά­ξει λί­στα μὲ ὅ­λους τοὺς δαί­μο­νες. Θὰ τοὺς κα­θά­ρι­ζα ὅ­λους, ἕ­ναν ἕ­ναν.

         Ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ βρά­δυ, τοῦ ’­στη­σα καρ­τέ­ρι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ κά­τι φυλ­λω­σι­ές. Δὲν μὲ κα­τά­λα­βε. Κι ὅ­ταν μὲ προ­σπέ­ρα­σε πῆ­γα ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸν χτύ­πη­σα μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σες φο­ρές. Μοῦ εἶ­παν με­τὰ ὅ­τι ἦ­ταν 13.

          Πῆ­γα σπί­τι, πλύ­θη­κα, ἔ­κα­ψα τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ πα­πού­τσια. Πέ­τα­ξα τὸ μα­χαί­ρι.

         Πῆ­γα γιὰ ὕ­πνο.

         Τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή, πε­τά­χτη­κα δί­πλα νὰ παί­ξω ἕ­να προ­πό. Ἐ­κεῖ ἦρ­θαν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ μ’ ἔπια­σαν. Δὲν ξέ­ρω για­τί.

         Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πρό­λα­βα νὰ παί­ξω. Ἴ­σως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ ἔ­πι­α­να τὸ δε­κα­τριά­ρι.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς (Ἄρ­τα, 1962). Με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ἦ­ταν συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἑ­λί­τρο­χος καὶ ἐκ­δό­της καὶ διευ­θυν­τὴς τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­πο­λι­τι­σμός. Πρῶτο του βι­βλί­ο Στὴν ἄκρη τοῦ ὀνεί­ρου (ποί­η­ση, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2008).



		

	

Ντάρεν Ἀρονόφσκι (Darren Aronofsky): Τὸ πρῶτο φιλί (A First Kiss)

7711f1e232936f62e67269439f396b91_xl


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky)


Τὸ πρῶ­το φι­λὶ

(A First Kiss)


03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.

        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.

        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.

        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.

        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;

        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.

        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.

        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.

        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.

        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.

        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.

        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.

        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.

        Τί νὰ κά­νου­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).


Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky). (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1969). Σε­νά­ριο, σκη­νο­θε­σί­α, πα­ρα­γω­γὴ ται­νι­ῶν. Γνω­στὸς γιὰ τὴ δου­λειά του στὶς ται­νί­ε­ς Ρεκ­βι­εμ γιὰ ἕ­να Ὄ­νει­ρο (Requiem for a Dream, 2000), Ὁ Πα­λαι­στή­ς (The Wrestler, 2009) καὶ Μαῦ­ρος Κύ­κνο­ς (Black Swan, 2010), ἡ ὁ­ποί­α προ­τά­θη­κε γιὰ Ὄσκαρ Σκη­νο­θε­σί­ας.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:


Ἑ­λέ­νη Ρί­ζου Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.



 

Βίβιαν Γκόρνικ (Vivian Gornick): Πῶς διαβάζω μετὰ τὸ Συμβὰν τῆς 11ης Σεπτεμβρίου

photo2jpg


Βί­βιαν Γκόρ­νικ (Vivian Gornick)


Πῶς Δι­α­βά­ζω με­τὰ τὸ Συμ­βὰν τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου

(How I Read since September 11th)


02-TaphΗΝ ΕΝΤΕΚΑΤΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ, στὶς 09:30 τὸ πρω­ί, στά­θη­κα στὸ δρό­μο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὸ Γκρί­νου­ϊτς Βί­λα­τζ, ἀ­νά­με­σα στὸ σι­ω­πη­ρὸ πλῆ­θος, ἀν­τι­κρί­ζον­τας τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κτί­ρια στὸ Μαν­χά­ταν νὰ φλέ­γον­ται καὶ ἔ­πει­τα νὰ κα­ταρ­ρέ­ουν. Κα­νεὶς δὲν μί­λη­σε, κα­νεὶς δὲν φώ­να­ξε. Νο­μί­ζω πὼς ἐ­κεί­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μή, ὅ­λοι σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πλῆ­θος κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­χε πλέ­ον ἀλ­λά­ξει καὶ ὅ­τι ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ ξα­νὰ ἡ ἴ­δια. Στοὺς μῆ­νες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν τρο­μα­κτι­κὴ ἡ­μέ­ρα, μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα, ποὺ δύ­σκο­λα τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει κα­νεὶς —ἄν­θρω­ποι κά­πως σο­κα­ρι­σμέ­νοι, κά­πως ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι, πε­ρί­ερ­γα σκε­πτι­κοὶ— πε­ρι­έ­βαλ­λε τὴν πό­λη καὶ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χει κα­τα­λα­γιά­σει. Ἡ πό­λη συ­χνὰ νι­ώ­θει κε­νή, μπερ­δε­μέ­νη, ξε­ρι­ζω­μέ­νη. Καὶ τὰ πάν­τα πνιγ­μέ­να σὲ πε­ρί­ερ­γη σι­ω­πή: ἡ κί­νη­ση, ὁ θό­ρυ­βος, τὸ πλῆ­θος· ἑ­στι­α­τό­ρια, θέ­α­τρα, μου­σεῖ­α, κά­ποι­ες φο­ρὲς μι­σο­ά­δεια, κά­ποι­ες φο­ρὲς ἀ­κό­μη καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­να. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα κά­ποι­ο ἀ­κα­θό­ρι­στο στοι­χεῖ­ο στὴ ζω­ὴ μας μοιά­ζει στα­δια­κὰ νὰ χά­νε­ται ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἕ­νας ἄν­τρας, ποὺ κά­θε Σάβ­βα­το, ἐ­δῶ καὶ τριά­ντα χρό­νια, πή­γαι­νε σὲ τζὰζ συ­ναυ­λί­ες, πλέ­ον κά­θε­ται σπί­τι τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τοῦ Σαβ­βά­του. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­δι­ά­φο­ρα ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. «Δὲν ὑ­πάρ­χει πλέ­ον ἴ­χνος δι­α­σκέ­δα­σης στὴ δι­α­σκέ­δα­ση.» Μιὰ γυ­ναί­κα, ποὺ λα­τρεύ­ει τὶς ται­νί­ες ποὺ ἔ­χουν γυ­ρι­στεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, πλέ­ον κλεί­νει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση ὅ­ταν προ­βάλ­λε­ται κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές. «Δὲν ξέ­ρω», λέ­ει ἀ­ό­ρι­στα, «δὲν φαί­νε­ται νὰ ται­ριά­ζουν πλέ­ον μὲ τὴν κα­τά­στα­ση». Μιὰ ἄλ­λη τα­ρά­ζε­ται στὴ θέ­α φω­το­γρα­φι­ῶν μὲ φόν­το τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. «Τὰ πάν­τα», λέ­ει, «θυ­μί­ζουν τὸ «πρὶν» καὶ τί­πο­τα ἀ­πὸ τὸ «πρὶν» δὲν προ­σφέ­ρει πα­ρη­γο­ριά».

        Ξέ­ρω τί ἐν­νο­οῦν. Ὅ­λη μου τὴ ζω­ή, σὲ κά­θε εἴ­δους κρί­ση, κα­τέ­φευ­γα σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ δο­κί­μια μὲ ὑ­πό­βα­θρο τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη γιὰ νὰ ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­σω τὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο πνεῦ­μα μου. Ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­νοί­ξω οὔ­τε ἕ­να βι­βλί­ο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Στρέ­φο­μαι πρὸς τὰ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, στὴ με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α κα­τὰ προ­τί­μη­ση. «Κα­νέ­νας κίν­δυ­νος ἐ­δῶ», σκέ­φτο­μαι μὲ πι­κρὴ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Νό­μι­ζα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πέ­φευ­γα ἦ­ταν ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἡ σω­στὴ λέ­ξη.

        Μιὰ γα­λή­νια, ξά­στε­ρη νύ­χτα τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, δι­έ­σχι­ζα τὴ λε­ω­φό­ρο Μπρόν­τγου­ε­ϊ, ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ βρί­σκε­ται στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ἑ­βδο­μήν­τα, καὶ στὰ μι­σά τοῦ δρό­μου τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε κόκ­κι­νο. Στα­μά­τη­σα στὴ νη­σί­δα ποὺ δι­α­χω­ρί­ζει τὴ λε­ω­φό­ρο καὶ ἔ­κα­να αὐ­τὸ ποὺ κά­νουν ὅ­λοι: κοί­τα­ξα τὸ δρό­μο γιὰ νὰ δῶ ἐ­ὰν ἔρ­χε­ται κα­νεὶς ὥ­στε νὰ πε­ρά­σω μὲ ἀ­σφά­λεια ἀ­πέ­ναν­τι. Πρὸς ἔκ­πλη­ξή μου, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­θό­λου κί­νη­ση. Οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Στά­θη­κα ἐ­κεῖ ὑ­πνω­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ καὶ ἔν­το­νη αἴ­σθη­ση κε­νό­τη­τας. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ —ἐ­κτὸς ἴ­σως σὲ πε­ρί­πτω­ση χι­ο­νο­θύ­ελ­λας— ποὺ ἡ λε­ω­φό­ρος Μπρόν­τγου­ε­ϊ δὲν εἶ­χε ἔ­στω καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κί­νη­ση. Ἔ­μοια­ζε σὰν σκη­νὴ ἀ­πὸ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. «Σὰν φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμπ….» ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι καὶ ἀ­μέ­σως ἡ σκέ­ψη μου δι­α­κό­πη­κε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ τρο­μο­κρα­τοῦ­σε καὶ μό­νο τὸ νὰ σκε­φτῶ «μιὰ σκη­νὴ ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή». Σὰν νὰ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὀ­λέ­θριος χω­ρι­σμὸς ἀ­νά­με­σα σὲ μέ­να καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ λα­χτα­ρῶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς ζων­τα­νὴ σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς Μπε­ρε­νὶς Ἄμ­ποτ. Τὸ φα­νά­ρι ἄ­να­ψε πρά­σι­νο καὶ ἐ­γὼ πα­ρέ­μει­να στὴ νη­σί­δα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τέ­βω τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ νὰ μπῶ σὲ μιὰ σκέ­ψη ποὺ ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ γα­λή­νη ἡ ὁ­ποί­α πλέ­ον φαί­νε­ται νὰ ἔ­χει χα­θεῖ γιὰ πάν­τα: μιὰ γα­λή­νη ποὺ πί­στευ­α πὼς ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν δι­καί­ω­μά μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο ποὺ ἀρ­γο­σβή­νει ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ θλι­βε­ρή, σο­κα­ρι­σμέ­νη ἐ­πο­χή: ἡ νο­σταλ­γί­α. Καὶ ἔ­πει­τα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὴν καρ­διὰ τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των ποὺ δι­ά­βα­ζα, δὲν ἦ­ταν τὸ συ­ναί­σθη­μα, ἀλ­λὰ ἡ νο­σταλ­γί­α. Αὐ­τὴ ἡ κρύ­α, ἀ­μι­γὴς σι­ω­πὴ στὴν καρ­διὰ τῆς μον­τέρ­νας εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας εἶ­ναι ἡ ἀ­που­σί­α τῆς νο­σταλ­γί­ας: δι­α­θέ­σι­μη μό­νο σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ στέ­κον­ται στὸ τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας χω­ρὶς λα­χτά­ρα ἢ λύ­πη, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας τὰ πράγ­μα­τα ὅ­πως ἔ­χουν. Τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι τό­σο σκλη­ρό, ποὺ γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ἡ πα­ρη­γο­ριὰ πη­γά­ζει μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πο­γυ­μνω­μέ­νη πε­ζο­γρα­φί­α, ποὺ τι­μᾶ τὴ σκλη­ρό­τη­τα αὐ­τὴ μὲ ἀ­πό­λυ­τη προ­σή­λω­ση στὸ πα­ρόν. Ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ με­γά­λη δι­α­φο­ρὰ με­τα­ξύ τοῦ τί ἐν­νο­οῦν οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι μὲ τὸν ὄ­ρο «με­τα­πο­λε­μι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α» καὶ τί ἐν­νο­οῦ­σε ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος. Μιὰ δι­α­φο­ρά, ποὺ ὅ­πως τὸ σκέ­φτο­μαι πά­λι, θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως κά­ποι­ος νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ μό­νο τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ ἐ­ξα­φα­νι­σθεῖ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

Βί­βιαν, Γκόρ­νικ, (Vivian, Gornick). (Μπρόνξ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1935). Δο­κί­μιο, κρι­τι­κή, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕν­τε­κα βι­βλί­α κι ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κυ­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες εὐ­ρεί­ας κυ­κλο­φο­ρί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο: πα­ρά­ξε­νη γυ­ναί­κα καὶ Πό­λη (The Odd Woman and the City, 2015). Δι­δά­σκει γρα­φὴ σὲ τρι­το­βάθ­μια σχο­λὴ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τσί­για­ννη, Ἄν­νυ. Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τάφρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.