Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Χαρ­τί, ψα­λί­δι



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Χαρ­τί, ψα­λί­δι

(Paper, Scissors) 


ΚΕΦΤΟΤΑΝ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε ἂν εἶ­χε κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Γιὰ μιὰν ἐ­λά­χι­στη στιγ­μὴ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του ἡ εἰ­κό­να τοῦ σπι­τιοῦ του, γε­μά­το ἀ­πὸ προ­σεγ­μέ­νους, κομ­ψευ­ό­με­νους, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες καὶ ἀ­πάν­θρω­πα εὐ­γε­νεῖς ἀν­θρώ­πους. Τὰ που­κά­μι­σά τους θὰ ἦ­ταν γα­μι­στε­ρά, καὶ ἡ γρα­βά­τα ἑ­νὸς ἐξ αὐ­τῶν θά ’­ταν ἀ­νε­κτὴ πλὴν ἐ­λα­φρῶς ἐκ­κεν­τρι­κή, – ἂς ποῦ­με, ἐ­λα­χί­στως που­ὰ μὲ δι­ά­σπαρ­τα, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα ἔν­το­να κόκ­κι­να σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τὴ τοῦ ἔ­φε­ρε ἀ­να­γού­λα. Ἔ­στρε­ψε γιὰ ἀ­κό­μα μί­α φο­ρὰ τὸ βλέμ­μα του στὸ ση­μεί­ω­μα ποὺ ἀ­να­γρά­φον­ταν τὰ λύ­τρα. Γά­μα τα. Τὸ πο­σὸ ποὺ ζη­τοῦ­σαν ἦ­ταν ἀ­σύλ­λη­πτο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸ ση­μεί­ω­μα, πλά­ι στὸ μα­ξι­λά­ρι του, ἤ­λεγ­ξε καὶ πά­λι τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ του ἐ­πι­με­λῶς. Δὲ βρῆ­κε τί­πο­τα, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σκό­νη καὶ μιὰ μα­κριὰ λευ­κὴ κλω­στὴ ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ρα­φές. Κι ἔ­πει­τα ξα­να­δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι τη­λε­φω­νοῦ­σε στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα – ἕ­να εὐ­γε­νι­κό, πλού­σιο, ἤ­πιο καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἄ­το­μο, ὁ πλου­σι­ό­τε­ρος ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­ζε. Μὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὴν τὸ πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ὑ­ψη­λό. Θὰ πλάν­τα­ζε στὸ κλά­μα σκε­πτό­με­νη τὴν κα­ϋ­μέ­νη Λώ­ρα κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α θὰ τὴν ἀ­νέ­κρι­νε. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, δὲ θὰ λο­γι­ζό­ταν ὕ­πο­πτη: ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μῆ­νες, βρι­σκό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ νὰ γεν­νή­σει τὸν δεύ­τε­ρο γιό της, ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κό, δυ­να­τὸ κοκ­κι­νο­μάλ­λη, ποὺ εἶ­χε τὰ στρα­βὰ αὐ­τιὰ καὶ τὴ μι­κρὴ σὰν κουμ­πὶ μύ­τη τοῦ νέ­ου της συ­ζύ­γου. Θυ­μή­θη­κε τὸ ἀ­χόρ­τα­γο συ­ναί­σθη­μα ποὺ βί­ω­σε ὅ­ταν εἶ­δε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη τους πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, τὸ πρω­τό­γο­νο πά­θος νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του στὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στο πρό­σω­πό της. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε κοκ­κι­νο­μάλ­λα οὔ­τε εἶ­χε στρα­βὰ αὐ­τιά· χρει­ά­στη­καν κά­να δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὰ φρύ­δια τῆς Βε­ρό­νι­κας ἔ­μοια­ζαν μὲ τὰ δι­κά του. Ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα ἕ­νε­κα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ βρῆ­κε τὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὰ λύ­τρα.  «Κρα­τᾶ­με τὴ γυ­ναί­κα σου», ἔ­λε­γε. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν δι­α­στη­μι­κό. Πρὶν τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­θα­βε τὴν μη­τέ­ρα του, ἑ­κα­τὸ σχε­δὸν ἄ­το­μα τὸν ἄγ­γι­ξαν, τὸν ἀγ­κά­λια­σαν, τὸν ἀ­κούμ­πη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του. Κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ Λώ­ρα κοι­μό­ταν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό, ὡς συ­νή­θως. Ἕ­να ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ἁ­πα­λὸ φῶς ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὶς κα­φὲ κουρ­τί­νες ἔ­κα­νε τὸ πρη­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο πρό­σω­πό της νὰ μοιά­ζει βα­θυ­κόκ­κι­νο. Ἑ­κα­τὸ πε­ρί­που ἄ­το­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο πλῆ­θος, γε­μά­το μὲ τσέ­πες. Δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὸ πο­σό αὐ­τό. Τρά­βη­ξε τὸ ψα­λι­δά­κι γιὰ τὰ νύ­χια ἀ­πὸ τὴ δερ­μά­τι­νή του θή­κη, ἔ­κο­ψε τὸ ση­μεί­ω­μα σὲ με­γά­λα ἀ­κα­νό­νι­στα κομ­μά­τια καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε πά­νω στὴν γκρι­ζω­πὴ στε­γνὴ γλώσ­σα τῆς Λώ­ρας. Ἔ­λα, σκέ­φτη­κε, ρού­φα τα μέ­σα. Ἄν­τε, ρού­φα τα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Ἡ Λινὸρ Γκοράλικ (Li­nor Go­ra­lik / Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Πρῶτο του βιβλίο: Τὰ Καναρίνια (ποίηση, Σμίλη, 2019). Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός


ΛΕΓΕ ὁ ἀβ­βᾶς Σαβ­βά­τιος: «Ὅ­ταν ἡ­σύ­χα­ζα στὴ λαύ­ρα τοῦ ἀβ­βᾶ Φιρ­μί­νου, ἦρ­θε κά­ποι­ος λη­στὴς στὸν ἀβ­βᾶ Ζώ­σι­μο τὸν Κί­λι­κα καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸ γέ­ρον­τα κι ἔ­λε­γε: “Κά­νε ἀ­γά­πη, γιὰ τὸ Θε­ό, για­τὶ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νος πολ­λῶν φό­νων. Κά­νε με μο­να­χό, γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω στὸ ἑ­ξῆς ἀ­πὸ τὰ κα­κά μου”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε τὸν νου­θέ­τη­σε καὶ τὸν ἔ­κα­νε μο­να­χὸ δί­νον­τάς του καὶ τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα. Με­τὰ λί­γες μέ­ρες ὅ­μως τοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: “Πί­στε­ψέ με, παι­δί μου, δὲν μπο­ρεῖς νὰ μεί­νεις ἐ­δῶ, για­τὶ, ἂν τὸ ἀ­κού­σει ὁ ἄρ­χον­τας, θὰ σὲ πιά­σει. Τὸ ἴ­διο κι οἱ ἐ­χθροί σου θὰ ἔρ­θουν καὶ θὰ σὲ σκο­τώ­σουν. Ὅ­μως ἄ­κου­σέ με καὶ σὲ στέλ­νω σὲ κοι­νό­βιο μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ.” Καὶ τὸν ἔ­φε­ρε στὸ κοι­νό­βιο τοῦ ἀβ­βᾶ Δω­ρο­θέ­ου κον­τὰ στὴ Γά­ζα καὶ στὸ Μα­ϊ­ου­μᾶ. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ἐν­νιὰ χρό­νια κι ἔ­μα­θε τὸ Ψαλ­τή­ρι κι ὅ­λη τὴ μο­να­χι­κὴ πο­λι­τεί­α, ἀ­νε­βαί­νει ξα­νὰ στὴ λαύ­ρα τοῦ Φιρ­μί­νου πρὸς τὸν γέ­ρον­τα καὶ τοῦ λέ­ει: “Κύ­ρι­ε ἀβ­βᾶ, κά­νε ἔ­λε­ος σὲ μέ­να, δῶ­σ’ μου τὰ ροῦ­χα μου τὰ κο­σμι­κὰ καὶ πά­ρε τὰ μο­να­χι­κά”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε λέ­ει λυ­πη­μέ­νος πρὸς αὐ­τόν: “Για­τί παι­δί μου;” Ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ εἶ­πε: “Νά, ὅ­πως ξέ­ρεις, πά­τερ, ἔ­χω ἐν­νιὰ χρό­νια στὸ κοι­νό­βιο καὶ νή­στε­ψα κι ἐγ­κρα­τεύ­τη­κα ὅ­σο μπο­ροῦ­σα καὶ ἔ­ζη­σα μὲ πολ­λὴ ἡ­συ­χί­α καὶ φό­βο Θε­οῦ ‘ἐν ὑ­πο­τα­γῇ’ καὶ γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ἡ ἀ­γα­θό­τη­τά Του μοῦ συγ­χώ­ρη­σε τὰ πολ­λά μου κα­κά, ἀλ­λὰ βλέ­πω κά­θε τό­σο ἕ­να παι­δὶ νὰ μοῦ λέ­ει: ‘Για­τί μὲ σκό­τω­σες;’ Αὐ­τὸ βλέ­πω στὸν ὕ­πνο καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὴν τρά­πε­ζα νὰ μοῦ λέ­ει αὐ­τὰ καὶ δὲν μ’ ἀ­φή­νει οὔ­τε ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λοι­πόν, πά­τερ, θέ­λω νὰ φύ­γω, γιὰ νὰ πε­θά­νω ὑ­πὲρ τοῦ παι­διοῦ, για­τὶ σκό­τω­σα τὸ παι­δὶ χω­ρὶς λό­γο.” Πῆ­ρε λοι­πὸν τὰ ροῦ­χα, τὰ φό­ρε­σε, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ λαύ­ρα καὶ πῆ­γε στὴ Δι­ό­σπο­λη, ὅ­που τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸν ἔ­πια­σαν καὶ τὸν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.»



Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφρ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἐκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σς 181-182.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά


ΛΕΓΟΝ πε­ρί τι­νος Ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λῶ εἰς Σκῆ­τιν, ὅ­τι ποι­μὴν ἦν ἄ­γροι­κος· καὶ ἰ­δὼν γυ­ναῖ­κα ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σαν ἐν τῷ ἀ­γρῷ, ἐ­νερ­γη­θεὶς ὑ­πὸ τοῦ δι­α­βό­λου εἶ­πε· θέ­λω ἰ­δεῖν πῶς τὸ βρέ­φος κεῖ­ται ἐν τῇ κοι­λί­ᾳ αὐ­τῆς· καὶ ἀ­ναρ­ρή­ξας αὐ­τήν, εἶ­δε τὸ βρέ­φος· καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­πά­τα­ξεν αὐ­τὸν ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ· καὶ κα­τα­νυ­γείς, ἦλ­θεν εἰς Σκῆ­τιν, καὶ ἀ­νήγ­γει­λε τοῖς πα­τρά­σιν ὃ ἐ­ποί­η­σεν· ἤ­κου­σε δὲ αὐ­τῶν ψαλ­λόν­των· αἱ ἡ­μέ­ραι τῶν ἐ­τῶν ἡ­μῶν ἐν αὐ­τοῖς ἑ­βδο­μή­κον­τα ἔ­τη· ἐ­ὰν δὲ ἐν δυ­να­στεί­αις, ὀ­γδο­ή­κον­τα· καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐ­τῶν κό­πος καὶ πό­νος· καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· εἰ­μὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἐ­τῶν, μί­αν εὐ­χὴν μὴ ποι­ή­σας· καὶ νῦν ἐ­ὰν ζή­σω ἄλ­λα τεσ­σα­ρά­κον­τα ἔ­τη, οὐ παύ­ο­μαι εὐ­χό­με­νος τῷ Θε­ῷ, ἵ­να συγ­χω­ρή­σῃ μοι τὰς ἁ­μαρ­τί­ας μου· οὐ­δὲ γὰρ ἐρ­γό­χει­ρον ἐ­ποί­ει· ἀλ­λὰ πάν­το­τε ηὔ­χε­το, λέ­γων· ἥ­μαρ­τον ὡς ἄν­θρω­πος, ὡς Θε­ὸς ἱ­λά­σθη­τι· καὶ γέ­γο­νεν αὐ­τῷ ἡ εὐ­χὴ αὕ­τη, εἰς με­λέ­την νυ­κτὸς καὶ ἡ­μέ­ρας· ἦν δὲ ἀ­δελ­φὸς μέ­νων με­τ’ αὐ­τοῦ· καὶ ἤ­κου­σεν αὐ­τοῦ λέ­γον­τος· ὤ­χλη­σά σοι Κύ­ρι­ε, ἄ­φες μοι, ἵ­να ἀ­να­παύ­σω­μαι μι­κρόν· καὶ ἐ­γέ­νε­το αὐ­τῷ πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι συ­νε­χώ­ρη­σεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ὸς πά­σας τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τοῦ, καὶ τὸ τῆς γυ­ναι­κός· εἰς δὲ τὸ παι­δί­ον οὐκ ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θη· καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ τις τῶν γε­ρόν­των, ὅ­τι καὶ τὸ τοῦ παι­δί­ου συ­νε­χώ­ρη­σέ σοι ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ ἀ­φί­ει σε ἐν πό­νῳ, ὅ­τι συμ­φέ­ρει τῇ ψυ­χῇ σου.


* * *


ΕΛΕΓΑΝ γιὰ κά­ποι­ον ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λὼ στὴν Σκή­τη, ὅ­τι ὡς κο­σμι­κὸς ἦ­ταν ἀ­γροῖ­κος τσο­πά­νης. Κι ὅ­ταν κά­πο­τε εἶ­δε στὸ χω­ρά­φι μιὰ γυ­ναί­κα ἔγ­κυ­ο, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο, εἶ­πε: «θέ­λω νὰ δῶ πῶς κά­θε­ται τὸ βρέ­φος μέ­σα στὴν κοι­λιά της.» Κι ἀ­φοῦ τὴν ἔ­σχι­σε, εἶ­δε τὸ βρέ­φος. Κι ἀ­μέ­σως τὸν πό­νε­σε δυ­να­τὰ ἡ καρ­διά του. Καὶ κα­τα­συν­τριμ­μέ­νος ἦλ­θε στὴ Σκή­τη καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στοὺς πα­τέ­ρες αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη τοὺς ἄ­κου­σε νὰ ψέλ­νουν: «οἱ ἡ­μέ­ρες τῆς ζω­ῆς μας ἕ­ως ἑ­βδο­μήν­τα χρό­νια· κι ἂν εἴ­μα­στε δυ­να­τοί, ὀ­γδόν­τα. Τὰ πα­ρα­πά­νω κό­πος καὶ πό­νος.» Καὶ τοὺς εἶ­πε: «εἶ­μαι σα­ράν­τα χρο­νῶν καὶ μιὰ προ­σευ­χὴ δὲν ἔ­κα­μα. Καὶ τώ­ρα, ἂν ζή­σω ἄλ­λα σα­ράν­τα χρό­νια, δὲν θὰ παύ­σω νὰ προ­σεύ­χο­μαι στὸ Θε­ό νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σει τὶς ἁ­μαρ­τί­ες.» Καὶ δὲν ἔ­φτια­χνε τί­πο­τε πρὸς τὸ ζῆν μὲ τὰ χέ­ρια του· πα­ρὰ προ­σευ­χό­ταν πάν­το­τε λέ­γον­τας: «ὡς ἄν­θρω­πος ἁ­μάρ­τη­σα, ὡς Θε­ὸς λυ­πή­σου ­με.» Καὶ τού­τη ἡ προ­σευ­χὴ ἦ­ταν ἡ με­λέ­τη του μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ος ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­με­νε μα­ζί του· καὶ τὸν ἄ­κου­σε νὰ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε, σὲ ἐ­νό­χλη­σα· ἄ­σε μὲ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ λι­γά­κι.» Καὶ ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς τοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὅ­λες τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, ἀ­κό­μη καὶ ἐ­κεί­νη τῆς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­μα­θε κά­τι· καὶ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες τοῦ εἶ­πε ὅ­τι καὶ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ παι­διοῦ σοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ σὲ ἀ­φή­νει νὰ πο­νᾶς, ἐ­πει­δὴ αὐτὸ συμ­φέ­ρει τὴν ψυ­χή σου. (Με­τά­φρα­ση: Γ.Π.)



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 20.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Στρα­τῆς Τσίρ­κας: Τὰ κάλαντα



Στρα­τῆς Τσίρ­κας


Τὰ κά­λαν­τα


[Ἕ­να πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο δι­ή­γη­μα τοῦ Στρα­τῆ Τσίρ­κα.
Τό­πος: στὸ Κά­ϊ­ρο τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, τρί­α παι­διὰ ποὺ μό­λις ἔ­χουν πεῖ τὰ κά­λαν­τα, πέ­φτουν θύ­μα­τα λη­στεί­ας ἀ­πὸ μιὰ συμ­μο­ρί­α ντα­ή­δων. ΣτΕ]

 Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.

       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.

       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;

       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.

       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!

       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.

       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:

       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.

       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.

       — Τί λές, μω­ρέ!

       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.

       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.

       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.

       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».

       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.

       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.

       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).

Στρα­τῆς Τσίρ­κας  (23 Ἰ­ου­λί­ου 1911, Κά­ϊ­ρο-27 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1980, Ἀ­θή­να). Ἕλ­λη­νας συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς γιὰ τὴν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή του τρι­λο­γί­α Ἀ­κυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἡ χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἡ πληγωμένη πάπια



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἡ πλη­γω­μέ­νη πά­πια


ΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τὸ Τα­χυ­δρο­μι­κὸ Τα­μι­ευ­τή­ριο προ­κή­ρυσ­σε δι­α­γω­νι­σμὸ γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη ἔκ­θε­ση μὲ θέ­μα τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση καὶ ἔ­δι­νε δῶ­ρο στὸν νι­κη­τὴ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κουμ­πα­ρά. Ὁ μα­θη­τὴς δε­χό­ταν τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ἐ­νώ­πιον τῶν συμ­μα­θη­τῶν με­τὰ τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χὴ καὶ πα­ρα­λάμ­βα­νε τὸ ἔ­πα­θλο. Ἡ φτώ­χεια με­γά­λη, δυ­σκο­λεύ­ον­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς Χούν­τας γιὰ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ πα­ροι­μί­ες ὅ­πως «φα­σού­λι τὸ φα­σού­λι γε­μί­ζει τὸ σα­κού­λι», «μά­ζευ­ε κι ἂς εἶ­ν’ καὶ ρῶ­γες», ποὺ ἦ­ταν εὐ­ρύ­τα­τα δι­α­δε­δο­μέ­νες, ἔ­τρε­φαν τὶς ἀ­δη­φά­γες τρά­πε­ζες μὲ τὸ ὑ­στέ­ρη­μα τῶν τα­πει­νῶν. Μὲ ἀ­πί­στευ­τες στε­ρή­σεις ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πο­τα­μί­ευ­ε τὸ ἐ­λά­χι­στο γιὰ νὰ φτιά­ξει ἕ­να μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­λαύ­σει για­τὶ τὸν πρό­λα­βε ἡ ἀρ­ρώ­στια.

       Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ «τυ­χε­ρὰ» παι­διὰ ἤ­μουν κι ἐ­γώ. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς ἔκ­θε­σης εἶ­χα πα­πα­γα­λί­σει δυ­ὸ-τρί­α σχε­τι­κὰ θέ­μα­τα ἀ­πὸ ἐκ­θε­σι­ο­λό­για, τὰ συν­δύ­α­σα, ἔ­βα­λα καὶ δι­κά μου καὶ νί­κη­σα. Ἔ­τσι βρέ­θη­κα στὸ δρό­μο τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης. Ὁ με­ταλ­λι­κὸς κουμ­πα­ρὰς δὲν μὲ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε. Γιὰ νὰ τὸν ἀ­νοί­ξεις ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἐ­ξάλ­λου,  δὲν μά­ζευ­α τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τὰ κα­τα­θέ­σω. Σκε­φτό­μουν νὰ ἀ­γο­ρά­σω παι­χνί­δια ἢ δερ­μά­τι­νη μπά­λα. Μοῦ χά­ρι­σε λοι­πὸν ὁ πα­τέ­ρας μιὰ πλα­στι­κὴ πά­πια, ἡ ὁ­ποί­α στὴ μέ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ κορ­μοῦ της εἶ­χε μιὰ σχι­σμὴ —κά­πως με­γά­λη, γιὰ νὰ χω­ρᾶ τὰ εἰ­κο­σά­ρι­κα— καὶ ἐ­κεῖ ἔ­ρι­χνα ὅ­σα τά­λι­ρα ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα ἀ­πὸ τοὺς παπ­ποῦ­δες καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ πά­πια βά­ρυ­νε, πράγ­μα ποὺ σή­μαι­νε ὅ­τι κυ­ο­φο­ροῦ­σε μέ­σα της ἄ­φθο­νο ὑ­λι­κὸ παι­δι­κῶν ὀ­νεί­ρων.

       Ἐν τῷ με­τα­ξύ τὰ σχέ­διά μου εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Μὲ κέρ­δι­σε ἕ­να ρομ­πότ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια, ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κὰ πο­λύ­χρω­μα λαμ­πά­κια καὶ ἔ­βγα­ζε μιὰ βα­θιὰ με­ταλ­λι­κὴ φω­νή, σὰν ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν. Ἔ­χα­σα τὸ μυα­λό μου. Ξέ­χα­σα τὴ μπά­λα καὶ μιὰ μπουλ­ντό­ζα μὲ ἀ­να­τρε­πό­με­νο κου­βὰ ποὺ εἶ­χα βά­λει στὸ μά­τι. Κα­θό­μουν μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να καὶ τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Κά­πως ἔ­τσι πρέ­πει νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν κι ὁ πα­τέ­ρας τὸ μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, ὅ­ταν τὸν ἔ­βρι­σκα βυ­θι­σμέ­νο στὶς σκέ­ψεις ἀλ­λὰ μὲ πρό­σω­πο χα­ρού­με­νο.

       Ση­κω­θή­κα­με νω­ρὶς ἕ­να πρω­ί, νὰ πᾶ­με μὲ τὴ μη­τέ­ρα στὸ πα­νη­γύ­ρι μιᾶς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ποὺ γι­όρ­τα­ζε τὴν Πα­να­γί­α. Ὑ­πῆρ­χε καὶ μιὰ θαυ­μα­τουρ­γὴ ἀ­χει­ρο­ποί­η­τος εἰ­κό­να. Τὸ ΚΤΕΛ δρο­μο­λό­γη­σε ἐ­πι­πλέ­ον λε­ω­φο­ρεῖ­α γιὰ νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν κό­σμο. Στὸ πα­νη­γύ­ρι πλή­θη εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει. Οἱ πα­ράγ­κες μὲ εἴ­δη προι­κός, χαλ­βά­δες καὶ παι­δι­κὰ παι­χνί­δια δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ στὸ δρό­μο γιὰ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ οἱ φω­νὲς τῶν πω­λη­τῶν ἔ­κα­ναν ἀ­κό­μα πιὸ ἑ­ορ­τα­στι­κὴ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Πί­ε­ση στὴν πί­ε­ση κα­τά­φε­ρα τὴ μη­τέ­ρα νὰ μοῦ πά­ρει ἕ­να μαῦ­ρο πλα­στι­κὸ φι­δά­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­τοῦ­σα στὴν ἀ­δερ­φή μου γιὰ νὰ τὴν τρο­μά­ζω.

       Ἐ­πι­στρέ­φον­τας τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­λη ἡ χα­ρὰ τῆς γι­ορ­τῆς πνί­γη­κε στὰ θλιμ­μέ­να μά­τια τῆς μη­τέ­ρας καὶ στὸ κλά­μα τῆς ἀ­δερ­φῆς. Στὸ σπί­τι μπῆ­καν κλέ­φτες. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κα­τω­σού­ρα δὲν πῆ­ραν καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Δὲν εἴ­χα­με. Ἕ­να πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο Filipps γιὰ μα­κρὰ καὶ με­σαῖ­α, με­ρι­κὰ χει­ρο­ποί­η­τα κεν­τή­μα­τα τῆς μη­τέ­ρας καὶ ἕ­να σὲτ ἀ­νο­ξεί­δω­τα μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, δῶ­ρο γά­μου, ποὺ κρα­τού­σα­με γιὰ κα­μιὰ ἐ­πί­ση­μη ἡ­μέ­ρα, ἂν τρα­πε­ζώ­να­με δη­λα­δὴ κα­νέ­να ση­μαν­τι­κὸ πρό­σω­πο, κά­τι ποὺ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ τό­σα χρό­νια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἔ­πι­α­ναν ἁ­πλῶς χῶ­ρο στὸ συρ­τά­ρι. Ξαφ­νι­κὰ μαῦ­ρα φί­δια μὲ ἔ­ζω­σαν, ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σα πὼς ἡ πά­πια μὲ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες μου εἶ­χε πα­ρα­βια­στεῖ, τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό της εἶ­χε κά­νει φτε­ρὰ καὶ μα­ζί του ἡ μπά­λα, ἡ μπουλ­ντό­ζα καὶ τὸ ρομ­πότ. Ἡ πά­πια κεί­τον­ταν μπρο­στά μου σκι­σμέ­νη καὶ τσα­λα­κω­μέ­νη. Βούρ­κω­σα τό­τε, ἔ­πε­σα στὸ κρε­βά­τι σὰν ἄ­δει­ο σα­κὶ καὶ ἔ­μει­να νὰ κοι­τῶ τὸ τα­βά­νι.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει. Πῶς νὰ τὸ πεῖ στὸν πα­τέ­ρα γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρή­σει; Καὶ πῶς νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει ἐ­μᾶς ποὺ τὰ εἴ­χα­με χα­μέ­να; Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ τρί­ξι­μο τῆς σι­δε­ρέ­νιας ἐ­ξώ­πορ­τας, ση­μά­δι ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε. Βγῆ­κε ἡ μη­τέ­ρα νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει καὶ ἀ­πὸ πί­σω της ἐ­μεῖς, μα­ζε­μέ­να σὰν νὰ μᾶς εἶ­χαν δεί­ρει. Σύν­το­μα ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὴν κα­τά­στα­ση καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος, ὁ πα­τέ­ρας πα­ρέ­μει­νε ψύ­χραι­μος. Τὴν χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ στὴν πλά­τη καὶ μπή­κα­με μέ­σα. Συ­ζή­τη­σαν λί­γο πα­ρά­με­ρα κι ἔ­πει­τα χά­ι­δε­ψε ἐ­μᾶς στὸ κε­φά­λι καὶ κα­θί­σα­με νὰ φᾶ­με τὸν χαλ­βὰ Φαρ­σά­λων ποὺ εἴ­χα­με φέ­ρει ἀ­π’ τὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Ἕ­ναν μή­να με­τά, τὸν κλέ­φτη τὸν ἔπια­σαν. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς. Εἶ­χε μπεῖ καὶ σὲ ἄλ­λα σπί­τια. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὰ κεν­τή­μα­τα καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἐ­πέ­στρε­ψαν στὴ θέ­ση τους. Μό­νο τα χρή­μα­τα δὲν ἐ­πε­στρά­φη­σαν πο­τέ. Τὸ γει­το­νό­που­λο τὰ εἶ­χε ξο­δέ­ψει. Ἐ­πέν­δυ­σε, ὅ­πως φά­νη­κε, σὲ ἕ­να πο­λὺ κα­λὸ πο­δή­λα­το μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ καὶ τὸ θαυ­μά­ζα­με ὅ­λοι.

       Μὲ τὰ χα­μέ­να λε­φτὰ στα­μά­τη­σε καὶ ἡ σχέ­ση μου μὲ τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση. Δὲν ἀ­γό­ρα­σα ἄλ­λο κουμ­πα­ρὰ κι οὔ­τε οἱ τρά­πε­ζες εἶ­δαν πο­τὲ χρή­μα­τά μου. Ἄλ­λω­στε μιὰ ζω­ὴ οἱ οἰ­κο­νο­μί­ες μου ἦ­ταν πε­νι­χρές. Καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τῆς χώ­ρας ὅ­μως δὲν ἐ­ξε­λί­χτη­κε κα­λύ­τε­ρα. Ὅ­πως τε­λι­κὰ ἀ­πο­δεί­χτη­κε, ἦ­ταν πάν­τα εὐ­ά­λω­τη στοὺς κλέ­φτες σὰν τὴν πλα­στι­κὴ πά­πια μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson): Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ



Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson)


Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ

(Steady Hands at Seattle General)


Ε ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ὄ­χι μό­νο μπό­ρε­σα καὶ ξυ­ρί­στη­κα ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­φε­ρα νὰ ξυ­ρί­σω ἕ­ναν-δυ­ὸ και­νού­ριους, δι­ό­τι οἱ οὐ­σί­ες ποὺ μοῦ χο­ρή­γη­σαν σὲ ἐ­νέ­σι­μη μορ­φὴ ἔ­φε­ραν κα­τα­πλη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Λέ­ω κα­τα­πλη­κτι­κὸ δι­ό­τι λί­γες μό­λις ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα μὲ εἶ­χαν τσου­λή­σει κα­θι­σμέ­νο σὲ κα­ρο­τσά­κι μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους στοὺς ὁ­ποί­ους βί­ω­σα τὴν πα­ραί­σθη­ση μιᾶς ἁ­πα­λῆς, κα­λο­και­ρι­νῆς βρο­χῆς. Στὰ δω­μά­τια τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να —βά­ζα, στα­χτο­δο­χεῖ­α, κρε­βά­τια— μοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ ὑ­γρὰ καὶ τρο­μα­χτι­κά· ἔ­δει­χναν νὰ μὴν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται νὰ συγ­κα­λύ­ψουν τὰ πραγ­μα­τι­κά τους νο­ή­μα­τα.

       Μοῦ χο­ρή­γη­σαν κάμ­πο­σες δό­σεις μὲ τὴ σύ­ριγ­γα, κι ἔ­νι­ω­θα λὲς κι εἶ­χα γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν ἕ­να ἐ­λα­φρὺ κομ­μά­τι φε­λι­ζόλ. Ἔ­φε­ρα τὰ χέ­ρια μου ψη­λὰ μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Τὰ χέ­ρια ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τα ὅ­πως τὰ χέ­ρια κά­ποι­ου γλυ­πτοῦ.

       Ξύ­ρι­σα τὸν συγ­κά­τοι­κό μου στὸ δω­μά­τιο, τὸν Μπίλ. «Μὴν κά­νεις κά­να ἀ­στεῖο μὲ τὸ μου­στά­κι μου», εἶ­πε.

       «Ἐν­τά­ξει ὣς ἐ­δῶ;»

       «Ὣς ἐ­δῶ ναί.»

       «Θὰ σοῦ φτιά­ξω καὶ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά.»

       «Λο­γι­κὸ ἀ­κού­γε­ται, σύν­τρο­φε.»

       Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να ζυ­γω­μα­τι­κὸ ὁ Μπὶλ εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ση­μά­δι στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που μιὰ σφαί­ρα τὸν εἶ­χε βρεῖ στὸ πρό­σω­πο καὶ στὸ ἄλ­λο μά­γου­λο εἶ­χε μιὰ ἐ­λα­φρῶς με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­λή· ἐ­κεῖ τὸ βλῆ­μα εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι μέ­σα.

       «Τό­τε ποὺ σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν ἔ­τσι μὲς στὰ μοῦ­τρα, ἡ σφαί­ρα ἔ­κα­νε τί­πο­τα ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ συ­νέ­χεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω; Δὲν κρά­τη­σα ση­μει­ώ­σεις. Ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ προ­χω­ρή­σει μέ­σα βα­θιά, ἐ­σὺ νι­ώ­θεις πὼς μό­λις σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν στὸ κε­φά­λι.»

       «Κι αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ οὐ­λὴ ἐ­δῶ, στὴ φα­βο­ρί­τα σου;»

       «Δὲν ξέ­ρω. Ἴ­σως τὴν ἔ­χω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κα. Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν βλέ­πω.»

       «Μιὰ μέ­ρα θὰ δι­α­βά­ζουν γιὰ σέ­να σὲ κά­ποι­ο δι­ή­γη­μα ἢ σὲ κά­ποι­ο ποί­η­μα. Θέ­λεις νὰ πε­ρι­γρά­ψεις τὸν ἑ­αυ­τό σου γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους;»

       «Χμ, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­μαι ἕ­νας σκα­το­χον­τρός, κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ὄ­χι, σο­βα­ρο­λο­γῶ.»

       «Σι­γὰ ποὺ θὰ κα­θί­σεις νὰ γρά­ψεις γιὰ μέ­να.»

       «Ρέ, εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας.»

       «Ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι, πές τους ἁ­πλῶς ὅ­τι εἶ­μαι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Εἶ­ναι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Μ’ ἔ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει δυ­ὸ φο­ρές.»

       «Δυ­ὸ φο­ρές;»

       «Μιὰ φο­ρὰ ἡ κά­θε γυ­ναί­κα μου, τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ σύ­νο­λο, μᾶς κά­νει τέσ­σε­ρις τρύ­πες· τρεῖς μπαί­νον­τας καὶ μί­α βγαί­νον­τας.»

       «Κι εἶ­σαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός.»

       «Ἔ­χεις σκο­πὸ ν’ ἀλ­λά­ξεις τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ γιὰ τὸ ποί­η­μά σου;»

       «Ὄ­χι. Θὰ μποῦν ὅ­λα λέ­ξη πρὸς λέ­ξη.»

       «Πο­λὺ κα­κὸ αὐ­τό, δι­ό­τι μὲ τὸ νὰ μὲ ρω­τᾶς ἂν εἶ­μαι ζων­τα­νὸς μοιά­ζεις κομ­μα­τά­κι χα­ζός. Προ­φα­νῶς εἶ­μαι ζων­τα­νός.»

       «Κοί­τα, ἴ­σως ἐν­νο­ῶ ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λᾶς, καὶ νὰ μὴν εἶ­σαι, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α.»

       «Δὲν πά­ει πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ σκα­τὰ ποὺ μέ­σα τους κο­λυμ­πᾶ­με αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.»

       «Τί θὲς νὰ πεῖς; Εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Μᾶς δί­νουν μέ­χρι καὶ τσι­γά­ρα.»

       «Ἐ­μέ­να δὲν μοῦ ’­δω­σαν ἀ­κό­μα.»

       «Ὁ­ρί­στε, πά­ρε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, ρέ.»

       «Μοῦ τὸ ξε­πλη­ρώ­νεις μό­λις σοῦ δώ­σουν τὰ δι­κά σου.»

       «Ἴ­σως.»

       «Τί εἶ­πες ὅ­ταν σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν;»

       «Εἶ­πα: “Μὲ πυ­ρο­βό­λη­σες!”»

       «Καὶ τὶς δυ­ὸ φο­ρές; Καὶ στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες;»

       «Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα, για­τί μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε στὸ στό­μα.»

       «Ἄ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λή­σεις.»

       «Σω­ρι­ά­στη­κα ἀ­ναί­σθη­τος, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω. Κι ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν ἔ­τρω­γα ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά.»

       «Τί ὄ­νει­ρο ἦ­ταν;»

       «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τό; Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε κα­νέ­να γα­μω­νό­η­μα. Τὸ θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως κα­λά.»

       «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψεις ἔ­στω λί­γο;»

       «Ἀ­λή­θεια, δὲν ξέ­ρω τί πε­ρι­γρα­φὴ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μὲ συγ­χω­ρεῖς.»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ πα­ρα­μι­κρό.»

       «Λοι­πόν, τὸ μό­νο σί­γου­ρο, τὸ ὄ­νει­ρο εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἐν­νο­ῶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­μαι ξύ­πνιος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὴν πρώ­τη μου γυ­ναί­κα, θυ­μᾶ­μαι ποὺ τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη ση­μα­δεύ­ον­τάς με κι ὕ­στε­ρα, νά το πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὄ­νει­ρο…

       «Καὶ τὸ ὄ­νει­ρο δὲν ἦ­ταν – θέ­λω νὰ πῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τὸ τί­πο­τα θλι­βε­ρό. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ θυ­μᾶ­μαι, λέ­ω, Γα­μῶ­το, ρὲ φί­λε, στ’ ἀ­λή­θεια, στ’ ἀ­λή­θεια μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε. Καὶ νά το πά­λι τὸ ὄ­νει­ρο.»

       «Μή­πως ἔ­χεις δεῖ ἐ­κεί­νη τὴν ται­νί­α μὲ τὸν Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ, τὸ Follow That Dream

       «Τὸ Follow That Dream. Ναί, τό’ χω δεῖ. Τώ­ρα δὰ θὰ τό ’­λε­γα κι­ό­λας.»

       «Εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λεί­ω­σα μὲ τὸ ξύ­ρι­σμα. Κοι­τά­ξου στὸν κα­θρέ­φτη.»

       «Ἔ­γι­νε.»

       «Τί βλέ­πεις;»

       «Πῶς κα­τά­φε­ρα κι ἔ­γι­να τό­σο χον­τρός, ἀ­φοῦ δὲν τρώ­ω πο­τέ;»

       «Αὐ­τὸ μό­νο;»

       «Ἔ, δὲν ξέ­ρω. Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὴ ζω­ή σου.»

       «Χά! Κα­λὸ κι αὐ­τό.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν σου.»

       «Σὰν τί θὲς ν’ ἀ­κού­σεις;»

       «Ὅ­ταν κοι­τᾶς πρὸς τὰ πί­σω, τί βλέ­πεις;»

       «Κα­τε­στραμ­μέ­να ἁ­μά­ξια.»

       «Βλέ­πεις κι ἀν­θρώ­πους μέ­σα σ’ αὐ­τά;»

       «Ναί.»

       «Ποι­οὺς βλέ­πεις;»

       «Ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι τώ­ρα πα­ρὰ σκέ­το κρέ­ας, φί­λε.»

       «Εἶ­ναι ἔ­τσι στ’­ἀ­λή­θεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι; Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα. Καὶ βρο­μά­ει.»

       «Πλά­κα κά­νεις; Ἐ­δῶ μας πο­τί­ζουν ἀ­λο­πε­ρι­δό­λη μὲ τὸ λί­τρο. Πάρ­κο γιὰ νή­πια εἶ­ναι.»

       «Τὸ ἐλ­πί­ζω. Για­τί ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ μό­νο ποὺ κά­νουν εἶ­ναι νὰ σὲ τυ­λί­γουν μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σεν­τό­νι καὶ νὰ σοῦ δί­νουν νὰ δαγ­κώ­νεις ἕ­να λα­στι­χέ­νιο παι­χνί­δι γιὰ κου­τά­βια.»

       «Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μὲ φαν­τα­στῶ νὰ ζῶ ἐ­δῶ δυ­ὸ βδο­μά­δες κά­θε μή­να.»

       «Κοί­τα, εἶ­μαι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ σέ­να. Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις με­ρι­κοὺς ἀ­κό­μα γύ­ρους σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν τρο­χὸ καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ κα­τορ­θώ­νεις πάν­τα νὰ βγαί­νεις μὲ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια σου στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ἐ­γὼ ὄ­χι.»

       «Ρέ, εἶ­σαι μιὰ χα­ρά.»

       «Γιὰ μί­λα ἐ­δῶ μέ­σα.»

       «Νὰ μι­λή­σω μέ­σα στὴν τρύ­πα ποὺ σοῦ ’­χει κά­νει ἡ σφαί­ρα;»

       «Γιὰ μί­λα μέ­σα ἐ­κεῖ. Καὶ πές μου ἂν εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»


Περισσότερα γιὰ τὸν Ντένις Τζόνσον

δὲς ἐδῶ τὴν νεκρολογία τοῦ Λό­ρενς Ρά­ϊτ:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/02/lawrence-wright-…on-denis-johnson/



Πη­γή: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries, New York, Pica­­dor Modern Classics / Farrar, Str­a­us and Gi­­roux, 2015 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries by Denis John­son, New York, Farrar, Straus and Giroux, 1992]. Ἡ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­ρί­α πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Esquire.

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis John­son) (1949, Μό­να­χο-2017, Κα­λι­φόρ­νια). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Στὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα εἶ­χε γιὰ δά­σκα­λό του τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γενικὴ Κλινικὴ τοῦ Σηάτλ. Φωτογραφία τοῦ 1917.



		

	

Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο