Δημήτρης Μαγριπλῆς: Καθιστική διαμαρτυρία


Δη­μή­τρης Μα­γρι­πλῆς


Κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α


ΟΝ ΧΡΗΣΤΟ τὸν ἔζωσαν τὰ φί­δια.

Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε, ἔ­βλε­πε ἀρ­κε­τοὺς νὰ τρι­γυ­ρί­ζουν στὴ γει­το­νιά. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ζοῦ­σε μιὰ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι του. Ἄ­σπροι, μαῦ­ροι, κί­τρι­νοι. Ἀ­κό­μη καὶ ἕ­ναν κόκ­κι­νο εἶ­δε, ἢ τοῦ φά­νη­κε, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ φω­τα­γω­γοῦ, ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο, πρό­λα­βε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κού­ρε­μα ἑ­νὸς Μο­ϊ­κα­νοῦ. Ἀ­νη­σύ­χη­σε. Αὐ­τὸς δι­καί­ω­μα δὲν ἔ­δω­σε πο­τέ. Πάν­τα εὐ­γε­νι­κὸς μὲ ὅ­λους. Καὶ τὸ μυρ­μήγ­κι πρό­σε­χε μὴν τὸ πα­τή­σει. Πό­σο μᾶλ­λον τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἁ­πλὰ δὲν ἤ­θε­λε πολ­λὰ πολ­λά. Οὔ­τε μὲ τὸν ἄλ­λο, οὔ­τε μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι, δὲν ἐ­νο­χλοῦ­σε, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἐ­νο­χλεῖ­το ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἄλ­λω­στε, γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ἦ­ταν ἀ­νύ­παρ­κτος.

        Φο­ρο­λο­γι­κὰ ἄ­ερ­γος, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ προ­στα­τευ­ό­με­νο μέ­λος τῆς γυ­ναί­κας του, τῆς Καλ­λι­ό­πης, κοι­νωνι­κὸ του­ρι­σμὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, ἁ­μά­ξι εἰ­κο­σα­ε­τί­ας καὶ φί­λος τοῦ κι­νή­μα­τος. Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­πάγ­γελ­μα, ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­ό­ρι­στα, καὶ λό­γω εὐ­φρά­δειας με­τέ­τρε­πε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α σὲ δι­ά­λο­γο κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς. Ζοῦ­σε στὸν δι­κό του ρυθ­μό. Κρυμ­μέ­νος τὰ πρω­ι­νά. Σὲ πλή­ρη δι­έ­γερ­ση τὰ ἀ­πογεύ­ματα καὶ τὴ νύ­χτα. Στὸ συσ­σί­τιο τῆς ἐ­νο­ρί­ας πῆ­γε ἅ­παξ. Τοῦ τὴν ἔ­σπα­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μὲ τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α του. Ποῦ μέ­νεις; Τί κά­νεις; Πῶς ζεῖς; Ἄ­κου ἐ­ρω­τή­μα­τα. Καὶ ὅ­λα γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κῆς. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ δή­μου. Ἐ­κεῖ οἱ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι δὲν ρω­τοῦ­σαν, γέ­μι­ζαν τὴ γα­βά­θα καὶ ἔ­βα­ζαν καὶ ἐ­πι­πλέ­ον. Γέ­μι­ζε κρυ­φὰ ἕ­να δο­χεῖ­ο ποὺ πάν­τα εἶ­χε στὴ σα­κου­λί­τσα του. Ἔ­τσι, γύ­ρι­ζε πάν­τα μὲ ζε­στὸ φα­γά­κι σπί­τι, καὶ μά­λι­στα φρόν­τι­ζε τὸ μπο­λά­κι νὰ εἶ­ναι ἐ­πώ­νυ­μο.

        Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν ἑ­στι­α­το­ρί­ων γνώ­ρι­σε κό­σμο καὶ κό­σμο. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν τσα­κώ­θη­κε. Ἄ­φη­νε τοὺς ἄλ­λους νὰ ψά­ξουν πρῶ­τοι. Τη­ροῦ­σε τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα καὶ σε­βό­ταν τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α. Ἤ­ξε­ρε λ.χ. ὅ­τι ὁ κά­δος στὴν πα­ρα­κά­τω γω­νί­α ἀ­νή­κει στὸν Τρώ­γλη. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἔ­βρι­σκε αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε. Εἶ­χε καὶ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τσί­σας, ἐ­πει­δὴ κα­του­ρή­θη­κε ὅ­ταν ὁ Τρώ­γλης τὸν ἔ­φτυ­σε, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει τὸν κά­δο του. Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σε και­ρός, καὶ ὁ Τσί­σας εἶ­χε πιὰ συ­νη­θί­σει τὸ φτύ­σι­μο τοῦ Τρώ­γλη. Δὲν φο­βό­ταν πιὰ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη καὶ φυ­σι­κὰ δὲν κα­του­ρι­ό­ταν. Τὸ πα­ρα­τσού­κλι ὅ­μως τοῦ ἔ­μει­νε.

        Κά­δο δι­κό του δὲν εἶ­χε. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἄλ­λω­στε. Ὅ­σο κι ἂν κρυ­βό­ταν, οἱ ἄ­στε­γοι, στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, καὶ κα­τό­πιν ἀ­πὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἔ­μα­θαν ὅ­τι καὶ σπί­τι εἶ­χε καὶ σὲ κα­λὴ γει­το­νιὰ ἦ­ταν. Ἔ­τσι κά­ποι­οι με­τα­κό­μι­σαν κον­τά του. Αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐ­νό­χλη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι τὴ δου­λειά τους, καὶ αὐ­τὸς τὸν χα­βά του. Φό­ρα­γε χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι τὸ τριμμέ­νο παλ­τὸ καὶ ἔ­βγαι­νε γιὰ βόλ­τα στὸν κό­σμο του.

        — Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει γιὰ δου­λειά, ἔ­λε­γε ἡ Καλ­λι­ό­πη, καὶ ἡ κό­ρη του κοι­μό­ταν ἥ­συ­χη.

        Μέ­χρι ποὺ ἡ χώ­ρα μπῆ­κε ἐ­πί­ση­μα στὸ ΔΝΤ. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ με­τά, ὁ Τσί­σας ἀ­γό­ρα­ζε μέ­χρι καὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἔ­γι­νε εἰ­δι­κὸς οἰ­κο­νο­μο­λό­γος καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει μέ­χρι καὶ προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς χώ­ρας.

        — Πᾶμε γιὰ χρε­ο­κο­πί­α, ἀ­να­κοί­νω­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ στὴν Καλ­λι­ό­πη. Φεύ­γω, εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του.

        Ὅ­λοι τὰ ἔ­χα­σαν. Καὶ πρῶ­τα καὶ κα­λύ­τε­ρα ὁ Τρώ­γλης. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ μά­λι­στα δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε, για­τὶ τοῦ κό­πη­κε καὶ τὸ σά­λιο ἔ­τσι ποὺ τὸν εἶ­δε. Ὁ Τσί­σας ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νος τὸν ἀ­γνό­η­σε, μὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει αὐ­τό, καὶ βι­α­στι­κὰ στα­μά­τη­σε τα­ξί.

        Στὴν τρά­πε­ζα ἔ­σπα­σε τὶς κα­τα­θέ­σεις σὲ μι­κρό­τε­ρα πο­σά, καὶ μέ­ρος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ λί­ρες χρυ­σές. Βγῆ­κε καὶ χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τοῦ Ἀ­ρί­στου, τοῦ το­κο­γλύ­φου.

        — Το κε­φά­λαι­ό μου, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ὁ Ἀ­ρί­στος ἤ­ξε­ρε τί κου­μά­σι ἦ­ταν καὶ πό­σο ἀ­δί­στα­κτος.

        — Ἐ­δῶ εἶ­ναι, τοῦ εἶ­πε, σὰν νὰ τὸν πε­ρί­με­νε και­ρό.

        Ἡ­σύ­χα­σε μό­νο ὅ­ταν ὁ Τσί­σας ἔ­φυ­γε.

        — Γλί­τω­σα τὴ ζω­ή μου, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

        Στὸ κτη­μα­το­με­σι­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γο­ρά. Οἰ­κό­πε­δο στὸ Φά­λη­ρο καὶ μα­γα­ζὶ στὴ γει­το­νιά του. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­δο τοῦ Τρώ­γλη. Ἠ­ρέ­μη­σε. Ὅ­λα κα­λά. Ψά­χτη­κε. Εἶ­χε ἐ­πά­νω του ὑ­πό­λοι­πο εἴ­κο­σι χι­λιά­ρι­κα.

        Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ φά­ω ἐ­γὼ πα­ρὰ αὐ­τοί – ἐν­νο­ών­τας τὸ κρά­τος καὶ τὰ χά­λια του. Με­τά, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, πῆ­ρε τὴν Καλ­λι­ό­πη τη­λέ­φω­νο.

        — Ἐν­τά­ξει, τῆς ἀ­να­κοί­νω­σε.

        Αὐ­τὴ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ της.

        Και­νούρ­γι­ες οἰ­κο­σκευ­ές, και­νούρ­για ντου­λά­πια, και­νούρ­για ἔ­πι­πλα.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἀ­μέ­σως, τὰ χρή­μα­τα βλέ­πεις.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, τὸ ἁ­μά­ξι ­τῆς ἑ­ται­ρί­ας χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι.

        Ἀ­νέ­βη­καν στὸν τρί­το ἀ­πὸ τὶς σκά­λες, για­τὶ τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἦ­ταν μι­κρό, πα­ρέ­δω­σαν, το­πο­θέ­τη­σαν καὶ ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γαν βρί­ζον­τας καὶ μὲ τὶς τσέ­πες χω­ρὶς φι­λο­δώ­ρη­μα.

        Πλέ­ον ἦ­ταν ἥ­συ­χος. Εἶ­χε γλι­τώ­σει τὰ πο­λύ­τι­μά του. Τώ­ρα ἂς χρε­ο­κο­πή­σου­με, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν κα­να­πέ. Καὶ τό­τε, κά­τι εἶ­δε πά­λι στὸν δρό­μο.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­νή­συ­χος. Πά­λι αὐ­τοί, οἱ γνω­στοὶ ἄ­γνω­στοι. Ὅ­λη ἡ Ὁ­μό­νοι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α του. Δι­α­δή­λω­ση ἀ­στέ­γων καὶ κου­ρε­λή­δων.

        Σύν­το­μα οἱ σει­ρῆ­νες ἔ­δει­ξαν ὅ­τι καὶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἐ­νο­χλη­θεῖ. Κοί­τα­ζε ἀ­πο­ρη­μέ­νος τὸ πλῆ­θος νὰ ἀ­πω­θεῖ­ται, χω­ρὶς πολ­λὲς φα­σα­ρί­ες, ἀ­πὸ τὶς δυ­νά­μεις τῆς τά­ξης. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας προ­χώ­ρη­σε μπρο­στὰ καὶ κά­τι εἶ­πε μὲ τὸν Τρώ­γλη. Αὐ­τὸ ὁ Χρῆ­στος τὸ εἶ­δε κα­θα­ρά· ἔ­πει­τα τὰ ὄρ­γα­να ἔ­φυ­γαν καὶ οἱ φί­λοι του κά­θι­σαν ἥ­συ­χα σὲ σει­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ παρ­κά­κι. Σὰν κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δω­σε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πεί­να­σε. Ἔ­βα­λε τὸ παλ­τὸ καὶ βγῆ­κε γιὰ δου­λειά. Πέ­ρα­σε τὸν δρό­μο καί, μὲ χα­μό­γε­λο, πά­τη­σε στὸ χορ­τά­ρι. Κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε. Οὔ­τε καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψαν τί­πο­τα. Ἄ­νοι­γαν δι­ά­δρο­μο, καὶ αὐ­τὸς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του.

        — Πᾶμε γιὰ φα­ΐ; τόλ­μη­σε νὰ πεῖ στὸν Τρώ­γλη.

        — Ἐ­δῶ ἔ­χω, τοῦ εἶ­πε αὐ­τός.

        Τὰ ἔ­χα­σε – ὥ­στε ἤ­ξε­ρε και ­νὰ μι­λᾶ ὁ Τρώ­γλης;

        — Τί; τὸν ρώ­τη­σε.

        — Ἐσέ­να, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, καὶ ὁ δι­ά­δρο­μος ἔ­κλει­σε γύ­ρω του βου­βὰ καὶ ἀ­πό­το­μα.

        Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξε, μό­νο τὸ παλ­τὸ καὶ κά­τι κορ­δό­νια ὑ­πῆρ­χαν. Ὁ Τρώ­γλης σκου­πί­στη­κε καί, γυρ­νών­τας στοὺς ἄλ­λους, ἀ­να­φώ­νη­σε:

        — Πά­λι τὰ ἔ­κα­νε, ὁ ἄ­χρη­στος.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὰ κα­να­πε­δά­κια τῆς ἀ­νερ­γί­ας (ἐκδ. Κρι­τι­κή, 2016).

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).


		
Advertisements

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δη: Τετριμμένο σενάριο διηγήματος



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τετριμμένο σενάριο διηγήματος


Ι ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ἔ­γι­ναν χά­πια. Οἱ βδο­μά­δες κου­τιὰ ἀ­πὸ χά­πια. Οἱ μῆ­νες συν­τα­γὲς μη­νια­ῖες γιὰ χά­πια καρ­διᾶς, πί­ε­σης, χά­πια κα­τὰ τοῦ ἀλ­τσχά­ι­μερ. Χά­πι τὸ πρω­ί, χά­πι τὸ με­ση­μέ­ρι, χά­πι τὸ βρά­δυ. Ἢ πρά­σι­νο χά­πι, κί­τρι­νο χά­πι, χά­πι κα­φέ. Ρο­λό­ι ἀ­κρι­βεί­ας τὸ χά­πι, ἀ­δειά­ζει τὶς ὧ­ρες σὲ ἄ­δει­ο κου­τί. Ὁ ἀ­νι­ψιὸς σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση ψύ­χραι­μος, ἐλ­πί­ζει πὼς κα­τα­φθά­νει τὸ unhappy end τῆς πλού­σιας θεί­ας. Φυ­σι­κά, γιὰ νὰ καρ­πω­θεῖ το δέ­ρας τῆς ὕ­παρ­ξης. Ὡ­στό­σο ἡ μοί­ρα τοῦ γρά­φει αἰφ­νί­διος θά­να­τος κτλ. (Στὸ ὕ­φος τὸ ἔκ­δη­λο χι­οῦ­μορ νὰ ἀ­πο­φευ­χθεῖ, ἂς ἐκ­βά­λει ἔγ­και­ρος γέ­λως ἀ­π’ τὸ προ­βλέ­ψι­μο happy end τῆς ὑ­πό­θε­σης, ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει στὴ θεί­α νὰ συ­νε­χί­σει τὰ χά­πια της καὶ με­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τῆς αὐ­λαί­ας.)



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός

(Poliziotto buono)


ΙΑ ἀ­πὸ τὶς πιὸ πα­λι­ὲς ἀ­να­κρι­τι­κὲς με­θό­δους —σί­γου­ρα ἡ πιὸ γνω­στή—, εἶ­ναι ἡ μέ­θο­δος τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὶς ἀ­να­κρί­σεις ὑ­πό­πτων ἢ στοὺς ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κοὺς μάρ­τυ­ρες. Μὲ λί­γα λό­για σὲ ἄ­το­μα ἐ­λά­χι­στα δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ συ­νερ­γα­στοῦν μὲ τοὺς ἀ­να­κρι­τές. Οἱ ρό­λοι, ἐν­νο­εῖ­ται, ἀ­πο­φα­σί­ζον­ται πρὶν νὰ ξε­κι­νή­σει ἡ δι­α­δι­κα­σί­α.

       Τὸ σχέ­διο πά­νω-κά­τω εἶ­ναι τὸ ἀ­κό­λου­θο.

       Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κὸς συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ ἐ­πι­θε­τι­κὸ τρό­πο, λε­κτι­κὰ βί­αι­ο, ἀ­πει­λη­τι­κὸ καὶ πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἐ­χθρό­τη­τας, φό­βου καὶ ἀ­νάγ­κης προ­στα­σί­ας. Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, ἀν­τι­θέ­τως, συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ τρό­πο φι­λι­κό, εὐ­γε­νι­κό, ὅ­λος κα­τα­νό­η­ση, σχε­δὸν συμ­πο­νε­τι­κό· προ­στα­τεύ­ει τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀ­να­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν αὐ­θά­δεια καὶ τὶς λε­κτι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ κα­κοῦ καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ (ἢ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι δη­μι­ουρ­γεῖ) συμ­πά­θεια. Ἡ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τῆς με­θό­δου εἶ­ναι ὅ­τι, ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­κτε­θεῖ στὴν κα­τα­χρη­στι­κὴ καὶ πα­ρα­βα­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι τώ­ρα δι­α­θέ­σι­μος νὰ συ­νερ­γα­στεῖ ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς αἰ­σθή­μα­τος εὐ­γνω­μο­σύ­νης πρὸς ἐ­κεῖ­νον —τὸν κα­λὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ— ποὺ στα­μά­τη­σε αὐ­τὴν τὴν κα­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά.

       Εἶ­ναι μιὰ πα­λιὰ μέ­θο­δος ποὺ ἐν τού­τοις, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὴν ὅ­ποι­α ἠ­θι­κή, καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, δι­κα­στι­κὴ νο­μι­μό­τη­τα, λει­τουρ­γεῖ πάν­τα. Ἢ μᾶλ­λον, σχε­δὸν πάν­τα, ὅ­πως δεί­χνει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ μοῦ δι­η­γεῖ­ται ἕ­νας πα­λιός μου φί­λος, Ἀ­στυ­νο­μι­κὸς Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τής.


       Ὁ Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴς Κα­ροῦ­ζο καὶ ὁ ἀν­θυ­πα­στυ­νό­μος Μι­νάρ­ντι δου­λεύ­ουν στὴ Δί­ω­ξη Ναρ­κω­τι­κῶν σὲ ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τοῦ βορ­ρά. Ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κό τους πῆ­γε ἕ­να νε­α­ρὸ ποὺ βρέ­θη­κε νὰ ἔ­χει πά­νω του δυ­ὸ φα­κε­λά­κια κο­καΐ­νης, προ­φα­νῶς γιὰ προ­σω­πι­κὴ χρή­ση. Ὁ Μι­νάρ­ντι κι ὁ Κα­ροῦ­ζο ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ τὸν ἀ­να­κρί­νουν γιὰ νὰ δο­κι­μά­σουν νὰ βροῦν τὸν δι­α­κι­νη­τή. Ὅ­πως συ­νή­θως ὁ Μι­νάρ­ντι, ἕ­νας τύ­πος ἀ­δύ­να­τος μὲ λε­πτὸ πρό­σω­πο κι ἔκ­φρα­ση ἐ­λά­χι­στα κα­θη­συ­χα­στι­κή, θὰ κά­νει τὸν κα­κό. Ὁ Κα­ροῦ­ζο, ἕ­νας σω­μα­τώ­δης τύ­πος ἑ­κα­τὸ κι­λῶν, σχε­δὸν χω­ρὶς λαι­μό, ποὺ στὸν ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο του δι­δά­σκει τζοῦν­το σὲ παι­διά, θὰ κά­νει ἀν­τι­θέ­τως, τὸν κα­λό.

       Ξε­κι­νᾶ ὁ Μι­νάρ­ντι —ὁ κα­κός— βα­στών­τας τὰ δυ­ὸ φα­κε­λά­κια μὲ τὸ ναρ­κω­τι­κό.

       — Ποι­ός σοῦ τὰ ἔ­δω­σε αὐ­τά; – τοῦ οὐρ­λιά­ζει κα­τά­μου­τρα.

       — Κά­ποι­ος ποὺ τὸν βρῆ­κα στὴν πλα­τεί­α, μοῦ τὸν εἴ­χα­νε δεί­ξει ἄλ­λοι. Τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ποῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­γο­ρά­σω πράγ­μα.

       — Πῶς λέ­γε­ται αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος;

       — Δὲν ξέ­ρω, δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ. Μοῦ τὸν εἶ­χαν δεί­ξει ἄλ­λοι, τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ἂν ἤ­ξε­ρε κα­νέ­ναν…

       Ὁ Μι­νάρ­ντι βά­ζει τὰ δά­χτυ­λά του πά­νω στὸ πη­γού­νι του καὶ τοῦ ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πό­το­μα.

       — Κοί­τα με στὰ μά­τια, μα­λά­κα. Μὴ μᾶς μᾶς δου­λεύ­εις, για­τὶ θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις ποὺ γεν­νή­θη­κες. Ποιός κα­ρι­ό­λης σοῦ ἔ­δω­σε τὰ ναρ­κω­τι­κά; τοῦ λέ­ει, κοι­τών­τας τον κα­τά­μα­τα, ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὁ νε­α­ρός, ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα του, ἔ­τσι ποὺ ὁ Μι­νάρ­ντι ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, χω­ρὶς νὰ δυ­σκο­λεύ­ε­ται, νὰ τὸν ἀ­φή­σει.

       — Τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ ποὺ κά­νε­τε: τὸ παι­χνι­δά­κι τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Ξέ­ρω πῶς δου­λεύ­ει, τὸ ἔ­χω δεῖ σὲ πολ­λὲς ται­νί­ες. Εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο, πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸν γνω­ρί­ζω αὐ­τὸν ποὺ τὸ ἀ­γό­ρα­σα.

       Ἡ σκη­νὴ πα­γώ­νει γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Δὲ λέ­ει κα­νεὶς τί­πο­τα. Οἱ δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ κοι­τα­χτοῦν με­τα­ξύ τους, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ γε­λά­γα­νε καὶ δὲν ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν. Ἡ ἰ­δέ­α γιὰ νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο εἶ­ναι τοῦ Κα­ροῦ­ζο.

       — Μπρά­βο, λοι­πὸν ξέ­ρεις τὰ πάν­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πῶς ἐρ­γα­ζό­μα­στε ἐ­μεῖς οἱ μπά­τσοι. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη σου, λοι­πόν, ὁ συ­νά­δελ­φός μου εἶ­ναι ὁ κα­κὸς κι ἐ­γὼ ὁ κα­λός. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – ὁ νε­α­ρὸς κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι του συμ­φω­νών­τας, λί­γο ἀ­μή­χα­νος. Ὁ Κα­ροῦ­ζο τὸν πλη­σιά­ζει, κά­θε­ται μπρο­στά του κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ τε­ρά­στιο χέ­ρι του στὴν πλά­τη του. Ἡ χει­ρο­νο­μί­α δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου κα­θη­συ­χα­στι­κή.

       — Ὡ­στό­σο, κά­νεις λά­θος. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ κα­λός, ὁ κα­κὸς εἶ­μαι ἐ­γώ.


       — Καὶ με­τὰ τί κά­να­τε; – ρω­τά­ω τὸν Κα­ροῦ­ζο.

       Τε­λει­ώ­νει τὸν κα­φέ του, κου­νά­ει τοὺς τε­ρά­στιους ὤ­μους του, μι­σο­κλεί­νει τὰ γα­λα­νὰ κι εὐ­γε­νι­κά του μά­τια.

       — Τὸν ἀ­φή­σα­με νὰ φύ­γει, δό­κτο­ρα, ἐν­νο­εῖ­ται. Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, εἶ­χε νι­κή­σει αὐ­τός.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Γιάννης Πατσὼνης: Τὸ δέντρο


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Τὸ δέν­τρο


ΥΧΝΑ ΠΕΡΝΟΥΣΑ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τι­σμέ­νες πόρ­τες μὰ δὲν ἔμ­παι­να μέ­σα. Ἕ­να βρά­δυ, ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κα ὥ­ρα πολ­λὴ στὸ λι­μά­νι καὶ τὶς σκο­τει­νὲς στο­ές, στὰ λα­δά­δι­κα, ἀ­νέ­βη­κα τὶς σκά­λες ἑ­νὸς δι­ώ­ρο­φου.

Στὸ σα­λο­νά­κι πε­ρί­με­νε ἕ­νας μό­νο. Ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­τα­νε τρα­γού­δια. Πά­νω στὴ σόμ­πα, σὲ μιὰ τσα­γι­έ­ρα, ἔ­βρα­ζε νε­ρό. Θά ’χα­νε ρί­ξει καὶ μέν­τα, μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα. Ἠ­ρέ­μη­σα.

        «Ἀ­γα­μί­ες φι­λά­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­βγα­λε κά­τι φω­το­γρα­φί­ες ἀ­π’ τὸ σα­κά­κι του «Δα­νέ­ζι­κες» εἶ­πε «… νὰ τὶς βλέ­πεις καὶ νὰ σοῦ γί­νε­ται ἀν­τί­σκη­νο». Κά­θη­σε δί­πλα καὶ μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε τὶς φά­σεις. Ἐ­πέ­με­νε σὲ μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ ποὺ τοῦ εἶ­χε μά­θει μιὰ Βρα­ζι­λιά­να «κα­θό­τι ναυ­τι­κός». «Τώ­ρα ξε­πέ­σα­με ἐ­δῶ… μὰ τί νὰ κά­νεις…» δι­και­ο­λο­γή­θη­κε.

        «Πο­λὺ τρὰκ ἔ­χεις, πό­σω χρο­νῶ εἶ­σαι;»

        «Δέ­κα ὀ­κτώ» ἀ­πάν­τη­σα.

        «Ποι­ός ἔ­χει σει­ρά; ἂς πε­ρά­σει στὸ δω­μά­τιο» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κον­τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ βά­θος.

        «Αὐ­τὴ εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σα.

        «Αὐ­τή; αὐ­τή ’ναι ἡ τσα­τσά!» Καὶ ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νὴ του «Μπέμ­πα! τὸ παι­δὶ ἀ­π’ ἐ­δῶ σ’ ἀ­γά­πη­σε».

        «Ἐ­γώ ‘­μαι τῆς ‘­πε­ρε­σί­ας γλύ­κα μου» εἶ­πε αὐ­τὴ σπρώ­χνον­τας μὲ τὴ μα­σιὰ ἕ­να κομ­μά­τι βαμ­βά­κι. «Μέ­σα εἶ­ναι ὁ με­νε­ξές.»

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ βγῆ­κε ἡ κο­πέ­λα: ρὸζ δι­ά­φα­νη ρόμ­πα, μαῦ­ρα ἐ­σώ­ρου­χα. Πά­τρα τὴ λέ­γα­νε.

        «Ἀ­λὸ παῖ­δες» εἶ­πε ἀ­νά­βον­τας τσι­γά­ρο «πῶς πᾶ­με ἀ­πὸ ὁρ­μές;».

        Προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ κου­ζι­νά­κι.

        «Τώ­ρα πά­ει νὰ τὸ πλύ­νει. Ξέ­ρεις τί χω­ρά­ει ὁ πά­τος τους; Ἀ­κό­μα καὶ τὸ φί­δι τῆς ἐ­ρή­μου».

        «Ἔ­λα ποιός ἔ­χει σει­ρά;» ρώ­τη­σε πά­λι ἡ τσατσά.

        Ὁ ἄλ­λος πέ­ρα­σε στὸ δω­μά­τιο κι ἔ­τσι ἔ­μει­να μό­νος.

        Κοί­τα­ζα στοὺς τοί­χους τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἐ­ξώ­φυλ­λα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ    – γυ­ναῖ­κες μὲ μα­γιό, γυ­μνό­στη­θες.

        Ἦρ­θε μιὰ πα­ρέ­α – με­θυ­σμέ­νοι φαι­νό­τα­νε. Ἕ­νας τους τά ‘­βαλε μὲ τὴ τσα­τσὰ για­τί δὲν τοὺς ἔ­φτια­χνε κα­φέ. «Καὶ τί ‘­ναι ‘δὼ κα­φε­τέ­ρια;» φώ­να­ξε ἐ­κεί­νη. Κι ἐ­πει­δὴ ρω­τών­τας εἶ­χε ἀ­πευ­θυν­θεῖ καὶ σὲ μέ­να καὶ εἶ­πα «ὄ­χι», ὁ ἄλ­λος θύ­μω­σε «βρὲ γυ­α­λαμ­πού­κα! βρὲ ἄ­ει τρά­βα στὸ σπί­τι σου. Ἄ­σε τὰ λε­φτὰ στὸ κο­μο­δί­νο, παίξ­την σὰ τρόμ­πας ποὺ εἶ­σαι καὶ πὲς πὼς πή­δη­ξες καὶ σύ». Γέ­λα­σαν οἱ ἄλ­λοι. Γέ­λα­σε κι ἡ τσατσὰ «ἀ­γα­θο­μού­νης φαί­νε­ται» εἶ­πε δεί­χνον­τάς με, κι ἂς εἶ­χα πά­ρει τὸ μέ­ρος της.

        Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να τὶς σκά­λες μὲ προ­σπέ­ρα­σε ὁ ναυ­τι­κός. Μό­λις βγῆ­κε ἔ­ξω ἔ­φτυ­σε. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ξα­να­φτύ­σε.

        Τρά­βη­ξα πρὸς τὸν Πα­λιὸ Σταθ­μό. Ἐ­κεῖ στὰ χα­λά­σμα­τα, στὰ γε­φυ­ρά­κια, πε­ρί­με­ναν —πα­ρο­πλι­σμέ­νες— αὐ­τὲς ποὺ πή­γαι­ναν στὰ ὄρ­θια. Σ’ ἕ­να για­πὶ δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἔ­τρω­γαν σπό­ρια. Κα­θό­τα­νε πά­νω σὲ τσι­μεν­τέ­νι­ες σκά­λες. Μπρο­στά τους ἕ­νας τε­νε­κὲς ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­πνό. Μέ­σα ἔ­και­γαν ξύ­λα, κομ­μά­τια ἀ­πὸ πε­τα­μέ­να ἔ­πι­πλα. Κά­τι νε­α­ροὶ τὶς πει­ρά­ζα­νε «τί μάρ­κα σπό­ρια τρῶ­τε, κο­ρί­τσια;» «Μπα­τι­ρό­σπο­ρα, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με μιὰ τρύ­πια δε­κά­ρα».

        Πιὸ πέ­ρα, σκι­ές. Κά­ναν πα­ζά­ρια, «Πρῶ­τα λε­φτά. Πρῶ­τα τὰ λε­φτά…» ἄ­κου­σα μιὰ νὰ φω­νά­ζει καὶ με­τὰ τσι­ρί­δες «ποὺ ἀ­γι­ά­τρευ­τη πλη­γὴ νὰ σέ ‘­βρει». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νε­α­ρῶν γε­λοῦ­σε: «ὅρ­μα του!» φω­νά­ζα­νε «ὅρ­μα του!».

        Πέ­ρα­σε και­ρός. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­μα­θη­τές μου πή­γαι­ναν σὲ γυ­ναῖ­κες. Μιὰ μέ­ρα ρώ­τη­σα ἕ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τούς.

        «… Τί, κα­λά… τὴν πρε­σά­ρεις ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὴν δου­λεύ­εις ὡς συ­νή­θως…».

        Ἡ Μπέμ­πα

        Ἡ Σύλ­βια

        Ἡ Γω­γώ….

        Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι τὰ σκα­λιά. Μό­λις ἔ­φτα­σε ἡ σει­ρά μου, πέ­ρα­σα στὸ δω­μά­τιο. Ἦρ­θε ἡ τσατσά, πλή­ρω­σα. Ξεν­τύ­θη­κα. Ἔ­πλυ­να τὰ χέ­ρια μου για­τί ἦ­ταν ἱ­δρω­μέ­να. Μπῆ­κε ἡ Πά­τρα. «Γειά» εἶ­πε. Ἔ­σχι­σε τὸ προ­φυ­λα­κτι­κό, ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἔ­γει­ρα δί­πλα της, ἔ­κα­να νὰ τῆς πιά­σω τὸ στῆ­θος.

        Μ’ ἔ­σπρω­ξε «ἄ­στα αὐ­τά» εἶ­πε «ἐ­γώ ‘μαι μό­νο γιὰ τὴν πρά­ξη». Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι της μπρο­στά μου «τέ­λει­ω­νε, ἔ­λα…» ἔ­λε­γε, μὰ ἐ­γὼ γύ­ρευ­α τὰ χεί­λη, τὸ στῆ­θος της. «Ἄ­κου ἐ­δῶ» εἶ­πε «δὲν παί­ζω τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη, ἔ­τσι;». Κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ πό­δια της «Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ βλέ­πεις αὐ­τό; Ἔ­λα…» συ­νέ­χι­σε «τε­λεί­ω­νε». Μὰ ἐ­γὼ ἔ­με­να πα­γω­μέ­νος. Βγῆ­κε ἔ­ξω κι ἐ­γὼ κύ­λη­σα δί­πλα. Ὁ κα­θρέ­φτης με­γέ­θυ­νε τὴ γύ­μνια μου.

        «Βρὲ ἄ­ει χά­σου! Δρό­μο! Χα­βα­λὲ τοῦ κε­ρα­τᾶ.»

        Ἔ­φυ­γα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βω, βρέ­θη­κα στὰ πευ­κά­κια. Ἐ­κεῖ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μὲς μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­κα­νε κρύ­ο ἢ ἐ­γὼ ἔ­τρε­μα; Ἀ­κούμ­πη­σα σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δέν­τρο μου εἶ­πα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης­
(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Σκεῦ­ος με­τα­νοί­ας : Ὁ συ­ναρ­πα­στι­κὸς βί­ος τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θάγ­γε­λου (Ἐν πλῷ, 2017).



		

	

Τζέην Ὄρβις (Jane Orvis): Τὸ παράθυρο



Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis)


Τὸ πα­ρά­θυ­ρο

(The window)


ΕΤΑ τὴν εἰ­δε­χθῆ δο­λο­φο­νί­α τῆς Ρί­τας του, ὁ Κάρ­τερ κά­θε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

Χω­ρὶς τη­λε­ό­ρα­ση, δι­ά­βα­σμα, ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α. Ἡ ζω­ή του εἶ­ναι ὅ,τι περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς κουρ­τί­νες.

       Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ ἀ­φή­σει τὸ δω­μά­τιο, νὰ ξέ­ρει ποιός τοῦ προ­μη­θεύ­ει τὰ γεύ­μα­τα ἢ ποι­ός πλη­ρώ­νει ­τοὺς λο­γα­ρια­σμούς. Ὁ κό­σμος του εἶ­ναι οἱ δρο­μεῖς, οἱ ἀλ­λα­γὲς τῶν ἐ­πο­χῶν, τὰ ἁ­μά­ξια ποὺ περ­νοῦν, τὸ φάν­τα­σμα τῆς Ρί­τας.

       Ὁ Κάρ­τερ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι τὰ κε­λιὰ μὲ τὴν μα­λα­κὴ ἐ­πέν­δυ­ση στοὺς τοί­χους δὲν ἔ­χουν πα­ρά­θυ­ρα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham): Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος



Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham)


Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος

(The missing link)


ΚΕΙΝΟΣ ἦ­ταν Κρὸ-Μα­νιόν, ἐ­κεί­νη Νε­άν­τερ­ταλ. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­κνο­ποι­ή­σουν.

Ἕ­νας μα­κρι­νὸς συγ­γε­νὴς —ὄρ­θιος, ἔ­ξυ­πνος καὶ μο­χθη­ρός— εἰ­σέ­βα­λε στὴ σπη­λιά τους, τὸν σκό­τω­σε, τὴν βί­α­σε, ἅρ­πα­ξε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὴν ἄ­φη­σε συν­τε­τριμ­μέ­νη, πάμ­πτω­χη καὶ ἔγ­κυ­ο.

       Οἱ ἀν­θρω­πο­λό­γοι ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται ποι­ός νὰ ἦ­ταν.

       Ἀ­γνό­η­σέ τον.

       Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ θά ΄θε­λες νὰ ξέ­ρεις.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Νάγια Κουτρουμάνη: Ἡ κρουαζιέρα


Νά­για Κου­τρου­μά­νη


Ἡ κρουαζιέρα


 ΗΛΙΟΣ ΕΔΥΕ καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες κοι­τά­ζον­τας τὸν ἴ­διο οὐ­ρα­νό. Τὰ σύν­νε­φα δὲν κου­νι­όν­του­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν μεί­νει κολ­λη­μέ­να στὸ τα­βά­νι, ἄλ­λα στρογ­γυ­λά, ἄλ­λα τε­τρά­γω­να, ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­κλει­ναν οἱ ἑ­ται­ρεῖ­ες καὶ κο­πά­δια κου­στου­μι­ῶν κα­τέ­βαι­ναν τὴν ὄ­χθη, σὰν μιὰ πο­λι­τι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση πιγ­κου­ί­νων. Μπλὲ καὶ γκρὶ κου­στού­μια μὲ πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες γύ­ρω ἀ­πὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νους λαι­μοὺς ποὺ λα­χτα­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­πιοῦν δρο­σε­ρὲς γου­λι­ὲς μπύ­ρας ἀ­πὸ τὰ πὰμπ τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Εἶ­χε κρύ­ο ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα καὶ οἱ ἀ­νά­σες τους ἔ­βγαι­ναν σὰν ξε­φυ­σή­μα­τα μι­κρῶν δρά­κων, ἑ­νώ­νον­ταν κά­που κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι τους καὶ πέ­φτα­νε βα­ρι­ὲς πά­νω στὸν πά­γο ποὺ εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ στὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα τῆς ὄ­χθης.

          Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­νῶ ἔ­πλε­ε ἀ­νά­σκε­λα πά­νω στὸ νε­ρό, τὸ ἕ­να χέ­ρι της μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο καὶ χο­ρευ­τι­κὸ σὰ φτε­ρού­γα κύ­κνου, τὸ ἄλ­λο πι­α­σμέ­νο μέ­σα στὴ χον­τρή, μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα, φυ­λα­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ βρεγ­μέ­νο μαλ­λί, ἄ­βου­λο νὰ προ­βά­λει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀν­τί­στα­ση. Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα ξε­κά­θα­ρα, για­τί τὰ μά­τια της ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτα στὸ φῶς καὶ στὴν κί­νη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τά­με­ση. Ἀλ­λὰ πα­ρ’ ὅ­λες τὶς εἰ­κό­νες καὶ τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κά­νει τὶς δου­λει­ὲς τῆς Κυ­ρια­κῆς. Δὲν εἶ­χε βά­λει μπου­γά­δα, δὲν εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ντου­λά­πια τῆς κου­ζί­νας, δὲν εἶ­χε τι­νά­ξει τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ, δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας οὔ­τε εἶ­χε σφουγ­γα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε μα­γει­ρέ­ψει. Δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὶς πα­τά­τες, δὲν τὶς εἶ­χε βά­λει προ­σε­κτι­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μπού­τι τοῦ ἀρ­νιοῦ, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­χε ρί­ξει ἁ­λά­τι οὔ­τε ρί­γα­νη οὔ­τε εἶ­χε στύ­ψει λε­μό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ λί­πος καὶ τὸ λά­δι. Ὁ φοῦρ­νος ἦ­ταν σβη­στός. Καὶ τό­σο κρύ­ος ὅ­σο τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

          Τὸ πο­τά­μι τὴν με­τέ­φε­ρε ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ δε­ξιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι του­ρι­στῶν ποὺ κοί­τα­ζαν τὰ νε­ρά, τὴν εἶ­δε. Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε μιὰ κραυ­γὴ καὶ ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὰ κου­στού­μια, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄλ­λοι χω­ρίς, ἔ­στρε­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους κα­τα­πά­νω της. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μὴν τῆς εἶ­χε φύ­γει τὸ μέ­ι­καπ ποὺ κά­λυ­πτε τὴ χλω­μή της ὄ­ψη καὶ τῆς ἔ­δι­νε λί­γο χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα.

          Τὸ πλῆ­θος ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει καὶ νὰ τὴν δεί­χνει μὲ ἀ­πρέ­πεια. Τῆς θύ­μι­σε πῶς οὔρ­λια­ζε κι ἐ­κεῖ­νος τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν γαύ­γι­σμα λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου, ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε ρά­ψει τὴν τρύ­πα στὴν κάλ­τσα του. Εἶ­χε δί­κιο νὰ ἐ­κνευ­ρι­στεῖ. Τῆς τὸ εἶ­χε πεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη, μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της, τὸ ξέ­χα­σε. Τοῦ ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, για­τί κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τὴ φω­νή του, ὅ­τι τὸ λα­ρύγ­γι του εἶ­χε στε­γνώ­σει. Τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε πά­νω της. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, μὲ τὴ θερ­μο­κρα­σί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Ἄρ­χι­σε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ ντου­λά­πια πί­σω της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε, θὰ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ, θὰ ἔ­βλε­πε τη­λε­ό­ρα­ση καὶ θὰ ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν ὅ­πως ἔ­κα­νε τό­σες φο­ρές. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν τῆς πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, ὅ­τι θὰ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι ποὺ φύ­λα­γε τὰ μα­χαί­ρια, θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ πιὸ κο­φτε­ρό, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸ θε­ω­ρεῖ δι­κό της, τὸ μα­χαί­ρι ποὺ παίρ­νει μα­ζί της ἀ­κό­μη καὶ στὶς δι­α­κο­πὲς καὶ θὰ τὴν ἔ­σκι­ζε παν­τοῦ, μὲ τέ­τοι­α ἀ­κρί­βεια, ποὺ τῆς θύ­μι­σε τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­κα­νε στὸ χοι­ρι­νὸ μπού­τι γιὰ νὰ βά­λει μέ­σα το ἀ­ρω­μα­τι­κό της βού­τυ­ρο μὲ δεν­τρο­λί­βα­νο καὶ θυ­μά­ρι.

          Αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­δι­κη­μέ­νη, για­τὶ τὸν φρόν­τι­ζε τρί­α χρό­νια τώ­ρα μὲ ὅ­λη της τὴν ἀ­γά­πη. Τὸν φι­λοῦ­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ραί­ω­ναν τὰ μαλ­λιά του, τοῦ ἔ­φτια­χνε τὸν για­κά, τὸν χά­ι­δευ­ε ὅ­πο­τε κα­θό­ταν δί­πλα της. Συ­νή­θως ἐ­κεῖ πά­νω στὸν κα­να­πέ, βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

          Καὶ τώ­ρα, νὰ ποὺ πλέ­ει πά­νω στὸ κρύ­ο νε­ρό, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν κρου­α­ζι­έ­ρα ποὺ τῆς εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ. Ἐ­νο­χλεῖ­ται ποὺ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα ποὺ πο­τὲ δὲν φο­ρά­ει ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ καὶ ποὺ ἕ­να σω­ρὸ ἄ­γνω­στοι τὴ δεί­χνουν καὶ φω­νά­ζουν. Κά­νει τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει. Κα­μώ­νε­ται πὼς δὲν τοὺς βλέ­πει καὶ κοι­τά­ζει τὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να καὶ ἀ­κού­νη­τα. Κα­θὼς ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ βά­φει ρὸζ καὶ βι­ο­λε­τιά, τῆς φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­λα ἡ­συ­χά­ζουν. Ὅ­τι ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι ὁ πα­φλα­σμὸς πά­νω στὸ σῶ­μα της. Ἕ­νας ρυθ­μὸς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὸς καὶ σί­γου­ρος, ποὺ τὴν ἀ­να­κου­φί­ζει, κα­θὼς σι­γὰ-σι­γὰ τὸ πο­τά­μι τὴ σπρώ­χνει πρὸς τὴν ξη­ρά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νά­για Κου­τρου­μά­νη
 (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον καὶ τὸ Books Journal καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Πλανόδιον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ‘14 καὶ Hotel Χά­ο­ς, ( Πα­τά­κη).