Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson): Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ



Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson)


Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ

(Steady Hands at Seattle General)


Ε ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ὄ­χι μό­νο μπό­ρε­σα καὶ ξυ­ρί­στη­κα ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­φε­ρα νὰ ξυ­ρί­σω ἕ­ναν-δυ­ὸ και­νού­ριους, δι­ό­τι οἱ οὐ­σί­ες ποὺ μοῦ χο­ρή­γη­σαν σὲ ἐ­νέ­σι­μη μορ­φὴ ἔ­φε­ραν κα­τα­πλη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Λέ­ω κα­τα­πλη­κτι­κὸ δι­ό­τι λί­γες μό­λις ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα μὲ εἶ­χαν τσου­λή­σει κα­θι­σμέ­νο σὲ κα­ρο­τσά­κι μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους στοὺς ὁ­ποί­ους βί­ω­σα τὴν πα­ραί­σθη­ση μιᾶς ἁ­πα­λῆς, κα­λο­και­ρι­νῆς βρο­χῆς. Στὰ δω­μά­τια τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να —βά­ζα, στα­χτο­δο­χεῖ­α, κρε­βά­τια— μοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ ὑ­γρὰ καὶ τρο­μα­χτι­κά· ἔ­δει­χναν νὰ μὴν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται νὰ συγ­κα­λύ­ψουν τὰ πραγ­μα­τι­κά τους νο­ή­μα­τα.

       Μοῦ χο­ρή­γη­σαν κάμ­πο­σες δό­σεις μὲ τὴ σύ­ριγ­γα, κι ἔ­νι­ω­θα λὲς κι εἶ­χα γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν ἕ­να ἐ­λα­φρὺ κομ­μά­τι φε­λι­ζόλ. Ἔ­φε­ρα τὰ χέ­ρια μου ψη­λὰ μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Τὰ χέ­ρια ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τα ὅ­πως τὰ χέ­ρια κά­ποι­ου γλυ­πτοῦ.

       Ξύ­ρι­σα τὸν συγ­κά­τοι­κό μου στὸ δω­μά­τιο, τὸν Μπίλ. «Μὴν κά­νεις κά­να ἀ­στεῖο μὲ τὸ μου­στά­κι μου», εἶ­πε.

       «Ἐν­τά­ξει ὣς ἐ­δῶ;»

       «Ὣς ἐ­δῶ ναί.»

       «Θὰ σοῦ φτιά­ξω καὶ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά.»

       «Λο­γι­κὸ ἀ­κού­γε­ται, σύν­τρο­φε.»

       Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να ζυ­γω­μα­τι­κὸ ὁ Μπὶλ εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ση­μά­δι στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που μιὰ σφαί­ρα τὸν εἶ­χε βρεῖ στὸ πρό­σω­πο καὶ στὸ ἄλ­λο μά­γου­λο εἶ­χε μιὰ ἐ­λα­φρῶς με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­λή· ἐ­κεῖ τὸ βλῆ­μα εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι μέ­σα.

       «Τό­τε ποὺ σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν ἔ­τσι μὲς στὰ μοῦ­τρα, ἡ σφαί­ρα ἔ­κα­νε τί­πο­τα ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ συ­νέ­χεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω; Δὲν κρά­τη­σα ση­μει­ώ­σεις. Ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ προ­χω­ρή­σει μέ­σα βα­θιά, ἐ­σὺ νι­ώ­θεις πὼς μό­λις σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν στὸ κε­φά­λι.»

       «Κι αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ οὐ­λὴ ἐ­δῶ, στὴ φα­βο­ρί­τα σου;»

       «Δὲν ξέ­ρω. Ἴ­σως τὴν ἔ­χω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κα. Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν βλέ­πω.»

       «Μιὰ μέ­ρα θὰ δι­α­βά­ζουν γιὰ σέ­να σὲ κά­ποι­ο δι­ή­γη­μα ἢ σὲ κά­ποι­ο ποί­η­μα. Θέ­λεις νὰ πε­ρι­γρά­ψεις τὸν ἑ­αυ­τό σου γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους;»

       «Χμ, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­μαι ἕ­νας σκα­το­χον­τρός, κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ὄ­χι, σο­βα­ρο­λο­γῶ.»

       «Σι­γὰ ποὺ θὰ κα­θί­σεις νὰ γρά­ψεις γιὰ μέ­να.»

       «Ρέ, εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας.»

       «Ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι, πές τους ἁ­πλῶς ὅ­τι εἶ­μαι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Εἶ­ναι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Μ’ ἔ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει δυ­ὸ φο­ρές.»

       «Δυ­ὸ φο­ρές;»

       «Μιὰ φο­ρὰ ἡ κά­θε γυ­ναί­κα μου, τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ σύ­νο­λο, μᾶς κά­νει τέσ­σε­ρις τρύ­πες· τρεῖς μπαί­νον­τας καὶ μί­α βγαί­νον­τας.»

       «Κι εἶ­σαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός.»

       «Ἔ­χεις σκο­πὸ ν’ ἀλ­λά­ξεις τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ γιὰ τὸ ποί­η­μά σου;»

       «Ὄ­χι. Θὰ μποῦν ὅ­λα λέ­ξη πρὸς λέ­ξη.»

       «Πο­λὺ κα­κὸ αὐ­τό, δι­ό­τι μὲ τὸ νὰ μὲ ρω­τᾶς ἂν εἶ­μαι ζων­τα­νὸς μοιά­ζεις κομ­μα­τά­κι χα­ζός. Προ­φα­νῶς εἶ­μαι ζων­τα­νός.»

       «Κοί­τα, ἴ­σως ἐν­νο­ῶ ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λᾶς, καὶ νὰ μὴν εἶ­σαι, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α.»

       «Δὲν πά­ει πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ σκα­τὰ ποὺ μέ­σα τους κο­λυμ­πᾶ­με αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.»

       «Τί θὲς νὰ πεῖς; Εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Μᾶς δί­νουν μέ­χρι καὶ τσι­γά­ρα.»

       «Ἐ­μέ­να δὲν μοῦ ’­δω­σαν ἀ­κό­μα.»

       «Ὁ­ρί­στε, πά­ρε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, ρέ.»

       «Μοῦ τὸ ξε­πλη­ρώ­νεις μό­λις σοῦ δώ­σουν τὰ δι­κά σου.»

       «Ἴ­σως.»

       «Τί εἶ­πες ὅ­ταν σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν;»

       «Εἶ­πα: “Μὲ πυ­ρο­βό­λη­σες!”»

       «Καὶ τὶς δυ­ὸ φο­ρές; Καὶ στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες;»

       «Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα, για­τί μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε στὸ στό­μα.»

       «Ἄ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λή­σεις.»

       «Σω­ρι­ά­στη­κα ἀ­ναί­σθη­τος, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω. Κι ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν ἔ­τρω­γα ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά.»

       «Τί ὄ­νει­ρο ἦ­ταν;»

       «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τό; Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε κα­νέ­να γα­μω­νό­η­μα. Τὸ θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως κα­λά.»

       «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψεις ἔ­στω λί­γο;»

       «Ἀ­λή­θεια, δὲν ξέ­ρω τί πε­ρι­γρα­φὴ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μὲ συγ­χω­ρεῖς.»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ πα­ρα­μι­κρό.»

       «Λοι­πόν, τὸ μό­νο σί­γου­ρο, τὸ ὄ­νει­ρο εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἐν­νο­ῶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­μαι ξύ­πνιος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὴν πρώ­τη μου γυ­ναί­κα, θυ­μᾶ­μαι ποὺ τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη ση­μα­δεύ­ον­τάς με κι ὕ­στε­ρα, νά το πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὄ­νει­ρο…

       «Καὶ τὸ ὄ­νει­ρο δὲν ἦ­ταν – θέ­λω νὰ πῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τὸ τί­πο­τα θλι­βε­ρό. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ θυ­μᾶ­μαι, λέ­ω, Γα­μῶ­το, ρὲ φί­λε, στ’ ἀ­λή­θεια, στ’ ἀ­λή­θεια μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε. Καὶ νά το πά­λι τὸ ὄ­νει­ρο.»

       «Μή­πως ἔ­χεις δεῖ ἐ­κεί­νη τὴν ται­νί­α μὲ τὸν Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ, τὸ Follow That Dream

       «Τὸ Follow That Dream. Ναί, τό’ χω δεῖ. Τώ­ρα δὰ θὰ τό ’­λε­γα κι­ό­λας.»

       «Εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λεί­ω­σα μὲ τὸ ξύ­ρι­σμα. Κοι­τά­ξου στὸν κα­θρέ­φτη.»

       «Ἔ­γι­νε.»

       «Τί βλέ­πεις;»

       «Πῶς κα­τά­φε­ρα κι ἔ­γι­να τό­σο χον­τρός, ἀ­φοῦ δὲν τρώ­ω πο­τέ;»

       «Αὐ­τὸ μό­νο;»

       «Ἔ, δὲν ξέ­ρω. Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὴ ζω­ή σου.»

       «Χά! Κα­λὸ κι αὐ­τό.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν σου.»

       «Σὰν τί θὲς ν’ ἀ­κού­σεις;»

       «Ὅ­ταν κοι­τᾶς πρὸς τὰ πί­σω, τί βλέ­πεις;»

       «Κα­τε­στραμ­μέ­να ἁ­μά­ξια.»

       «Βλέ­πεις κι ἀν­θρώ­πους μέ­σα σ’ αὐ­τά;»

       «Ναί.»

       «Ποι­οὺς βλέ­πεις;»

       «Ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι τώ­ρα πα­ρὰ σκέ­το κρέ­ας, φί­λε.»

       «Εἶ­ναι ἔ­τσι στ’­ἀ­λή­θεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι; Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα. Καὶ βρο­μά­ει.»

       «Πλά­κα κά­νεις; Ἐ­δῶ μας πο­τί­ζουν ἀ­λο­πε­ρι­δό­λη μὲ τὸ λί­τρο. Πάρ­κο γιὰ νή­πια εἶ­ναι.»

       «Τὸ ἐλ­πί­ζω. Για­τί ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ μό­νο ποὺ κά­νουν εἶ­ναι νὰ σὲ τυ­λί­γουν μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σεν­τό­νι καὶ νὰ σοῦ δί­νουν νὰ δαγ­κώ­νεις ἕ­να λα­στι­χέ­νιο παι­χνί­δι γιὰ κου­τά­βια.»

       «Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μὲ φαν­τα­στῶ νὰ ζῶ ἐ­δῶ δυ­ὸ βδο­μά­δες κά­θε μή­να.»

       «Κοί­τα, εἶ­μαι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ σέ­να. Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις με­ρι­κοὺς ἀ­κό­μα γύ­ρους σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν τρο­χὸ καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ κα­τορ­θώ­νεις πάν­τα νὰ βγαί­νεις μὲ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια σου στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ἐ­γὼ ὄ­χι.»

       «Ρέ, εἶ­σαι μιὰ χα­ρά.»

       «Γιὰ μί­λα ἐ­δῶ μέ­σα.»

       «Νὰ μι­λή­σω μέ­σα στὴν τρύ­πα ποὺ σοῦ ’­χει κά­νει ἡ σφαί­ρα;»

       «Γιὰ μί­λα μέ­σα ἐ­κεῖ. Καὶ πές μου ἂν εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»


Περισσότερα γιὰ τὸν Ντένις Τζόνσον

δὲς ἐδῶ τὴν νεκρολογία τοῦ Λό­ρενς Ρά­ϊτ:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/02/lawrence-wright-…on-denis-johnson/



Πη­γή: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries, New York, Pica­­dor Modern Classics / Farrar, Str­a­us and Gi­­roux, 2015 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries by Denis John­son, New York, Farrar, Straus and Giroux, 1992]. Ἡ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­ρί­α πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Esquire.

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis John­son) (1949, Μό­να­χο-2017, Κα­λι­φόρ­νια). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Στὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα εἶ­χε γιὰ δά­σκα­λό του τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γενικὴ Κλινικὴ τοῦ Σηάτλ. Φωτογραφία τοῦ 1917.


			

Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο


Τάσος Καλούτσας: Γιατί τὸ ἔκανες αὐτό



Τά­σος Κα­λού­τσας

Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό

Μάρ­τυ­ρες δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, γιὰ τί­πο­τε
Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης,
 («Τρί­α κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τα»)

ΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!

Ἡ κραυ­γὴ ἔ­φτα­νε στ’ αὐ­τιά τους ἱ­κε­τευ­τι­κή, σχε­δὸν σπα­ρα­χτι­κή. Τὸ δί­χως ἄλ­λο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ κραύ­γα­ζε βρι­σκό­ταν σὲ με­γά­λο κίν­δυ­νο.

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ρά­γι­ζε τὴ σι­ω­πὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­ρι­ξε μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!

        Ἡ σύν­τρο­φός του πε­τά­χτη­κε ξαφ­νι­κὰ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­τέ­βα­σε τὶς γρί­λι­ες.

        «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Σσς» τοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Μὴν κου­νη­θεῖς καὶ μὴν ἀ­νά­ψεις φῶ­τα!»

      Ἡ φω­νὴ τρε­μά­με­νη, φα­νέ­ρω­νε τὴν ἀ­γω­νί­α της.

        Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κη­πά­ριο μὲ γρα­σί­δι μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό τους, τὰ κάγ­κε­λα τῆς αὐ­λῆς κι ὁ δρό­μος, σκο­τει­νὸς τὶς δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες ὁ­λό­γυ­ρα σβη­στά. Μά­λι­στα θυ­μό­ταν ποὺ τοῦ εἶ­χε γκρι­νιά­ξει: «Τί στὸν δι­ά­βο­λο, οἰ­κο­νο­μί­α κά­νουν καὶ σ’ αὐ­τό; Κο­τζὰμ θέ­ρε­τρο… μὲ τὰ σκο­τά­δια θὰ τρα­βή­ξουν τοὺς του­ρί­στες;»

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα πιὸ κον­τά.

        Ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­να βα­ρὺ τρε­χα­λη­τὸ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Με­τὰ ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή. Στὸ δι­ά­δρο­μο ἔ­και­γε ἕ­να ἀ­σθε­νι­κὸ φω­τά­κι νύ­χτας. Ἡ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα στε­κό­ταν ἀ­σά­λευ­τη ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τόν, ποὺ μι­σο­κα­θό­ταν στὸ στρῶ­μα του, καὶ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ ἐ­λέγ­χει τὶς κι­νή­σεις του. Με­τὰ ἔ­σκυ­ψε σὰ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος πά­νω στὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ μω­ροῦ της καὶ ἀ­φουγ­κρά­στη­κε τὴν ἀ­νά­σα του.

        «Τί φο­βᾶ­σαι… Σι­γὰ μὴ χω­θεῖ κι ἐ­δῶ μέ­σα!»

        Ἐ­κεί­νη, ἀν­τὶ γι’ ἀ­πάν­τη­ση σκέ­πα­σε μὲ τὸ σεν­το­νά­κι του τὸ παι­δί, ποὺ κοι­μό­ταν ἤ­ρε­μα.

        Ὅ­ταν πιὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, ὁ ἄν­τρας πλη­σί­α­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ στό­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του θέ­ση. Πρό­σε­ξε πὼς στὸ με­τα­ξὺ ἀρ­κε­τὰ φῶ­τα εἶ­χαν ἀ­νά­ψει —κα­τό­πιν ἑ­ορ­τῆς, βέ­βαι­α— στὸ ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κρό­τη­μα.

        «Τό­σο πο­λὺ τρό­μα­ξες;» τὴν ρώ­τη­σε. «Κα­τέ­βα­σες καὶ τὶς γρί­λι­ες… Για­τί τὸ ἔ­κα­νες αὐ­τό;»

        Ἤ­θε­λε πο­λὺ νὰ συμ­πλη­ρώ­σει πὼς κα­νο­νι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε ἴ­σως νὰ τρέ­ξουν ὅ­λοι νὰ δοῦν ἂν μπο­ροῦ­σαν νὰ βο­η­θή­σουν σὲ κά­τι, τὴν ἔ­βλε­πε ὅ­μως τό­σο τα­ραγ­μέ­νη ποὺ δὲν τόλ­μη­σε.

        «Ἐ­νῶ ἐ­σὺ ὄ­χι;» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε δύ­σπι­στα.


* * *


Λί­γο πα­ρά­με­ρα, στὴν ἄ­κρη τῆς πλα­τεί­ας, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μι­κρὸ συν­τρι­βά­νι. Κά­θε βρά­δυ ἕ­νας πί­δα­κας νε­ροῦ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο του, μὲ αὐ­ξο­μει­ού­με­νη ἔν­τα­ση, σκορ­πί­ζον­τας πο­λύ­χρω­μες ἀν­ταύ­γει­ες, μὲ τὴ βο­ή­θεια κα­τάλ­λη­λων προ­βο­λέ­ων. Δι­ά­φο­ροι του­ρί­στες, ζευ­γά­ρια ἢ οἰ­κο­γέ­νει­ες μὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ τι­τί­βι­ζαν χα­ρού­με­να, φω­το­γρα­φί­ζον­ταν μὲ φόν­το αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό, ὄρ­θιοι ἢ κα­θι­στοὶ στὸ χα­μη­λὸ πε­ζου­λά­κι τῆς στέρ­νας. Πρὶν λί­γες μέ­ρες εἶ­χε πο­ζά­ρει ἐ­κεῖ κι ὁ ἴ­διος μὲ τοὺς δι­κούς του, τὴ σύν­τρο­φό του καὶ τὸ πι­τσι­ρί­κι. Σή­με­ρα, ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα, μπρου­μυ­τι­σμέ­νο,  μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να μέ­σα στὸ νε­ρό, ἐ­πέ­πλε­ε ἐ­κεῖ μέ­σα τὸ πτῶ­μα ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ἄν­τρα.

        Οἱ πρῶ­τες φῆ­μες λέ­γαν πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν σύν­δε­σμο ἑ­νὸς πα­ρά­νο­μου δι­ε­θνοῦς κυ­κλώ­μα­τος δι­α­κί­νη­σης ναρ­κω­τι­κῶν (καὶ λα­θραί­ων) στὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ὅ­τι τὸν ἔ­φα­γε ἕ­νας Ρου­μά­νος τοῦ ἴ­διου σι­να­φιοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν βρε­θεῖ ἀ­κό­μη τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα τεκ­μή­ρια οὔ­τε ὁ ἀ­κρι­βὴς τό­πος δι­α­μο­νῆς του. Ἄλ­λοι μι­λοῦ­σαν γιὰ ξε­κα­θά­ρι­σμα λο­γα­ρια­σμῶν με­τα­ξὺ ὑ­πο­κει­μέ­νων τοῦ ὑ­πο­κό­σμου, ὅ­που ὡς γνω­στόν, δύ­σκο­λα γλι­τώ­νει κα­νεὶς ὅ­ταν μπεῖ στὸ στό­χα­στρο. Κά­ποι­οι δι­α­τεί­νον­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἁ­πλῶς τὸ θύ­μα μιᾶς ἀ­πρό­βλε­πτης νυ­χτε­ρι­νῆς λη­στεί­ας· ξέ­φυ­γε πι­θα­νό­τα­τα πρὸς στιγ­μὴν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τοῦ δρά­στη κι ἐ­κεῖ­νος τὸν κυ­νή­γη­σε καὶ τὸν σκό­τω­σε, συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν στραγ­γά­λι­σε. Οἱ ἐκ­δο­χὲς ἦ­ταν τό­σες πολ­λὲς ὅ­σοι κι ἐ­κεῖ­νοι (φαν­τα­σι­ό­πλη­κτοι καὶ μὴ) ποὺ τὶς ξε­στό­μι­ζαν. Μέ­χρι καὶ γιὰ ἄ­γριο σε­ξου­α­λι­κὸ ἔγ­κλη­μα ἔ­κα­ναν λό­γο με­ρι­κοί, ἐ­πει­δή, λέ­ει, ὁ δο­λο­φο­νη­μέ­νος ἦ­ταν νέ­ος ἐκ­πά­γλου καλ­λο­νῆς. Ἡ το­πι­κὴ Ἀ­στυ­νο­μί­α ἔ­στελ­νε ἀ­π’ τὸ πρω­ῒ ἐ­πεί­γον­τα φὰξ καὶ ἰ­μέ­ιλ πρὸς ὅ­λες τὶς ἁρ­μό­δι­ες (ντό­πι­ες καὶ ξέ­νες) ἀρ­χές, ἀλ­λὰ τί πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ σοῦ κά­νει μιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α, μὲ ὀ­λι­γο­με­λὲς προ­σω­πι­κό, στὴν ἄ­κρη αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νης του­ρι­στι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς;

        Τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ τέ­θη­κε ἐ­ξαρ­χῆς ἦ­ταν ἂν ἐ­πρό­κει­το τε­λι­κὰ γιὰ τὸ ἴ­διο ἄ­το­μο πού, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, κα­λοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να σὲ βο­ή­θεια. Πά­νω σ’ αὐ­τὸ μᾶλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α για­τὶ βρέ­θη­καν ἀρ­κε­τοὶ —γεί­το­νες τους ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λοι— πού, ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν δεῖ μὲ τὰ μά­τια τους οὔ­τε τὸ θύ­τη οὔ­τε τὸ θύ­μα του, εἶ­χαν ὡ­στό­σο ἀ­κού­σει (σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο) τὶς φω­νὲς καὶ τὰ τρε­χα­λη­τά τους, μπο­ροῦ­σαν λοι­πὸν νὰ κα­θο­ρί­σουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὶς κι­νή­σεις τῆς δι­α­δρο­μῆς τους, μέ­σα ἀ­πὸ στε­νὰ κι ἐ­ρη­μι­κὰ σο­κά­κια, μέ­χρι τὸ συν­τρι­βά­νι, ποὺ ὑ­πῆρ­ξε προ­φα­νῶς καὶ ὁ τε­λι­κὸς προ­ο­ρι­σμός τους. Ἐ­πει­δὴ ἀ­κρι­βῶς ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τὲς οἱ λε­πτο­με­ρεῖς ἀ­κου­στι­κὲς μαρ­τυ­ρί­ες, ἀ­πο­κλεί­στη­κε καὶ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἑ­νὸς εἴ­δους τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση κά­ποι­ου μο­να­χι­κοῦ λύ­κου, ἀ­φοῦ δὲν ἀ­κού­στη­κε κα­μιὰ σχε­τι­κὴ κραυ­γὴ ποὺ νὰ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τὸν Θε­ὸ (Ἀλ­λά­χου Ἄκ­μπαρ!). Στὴν ἀ­μη­χα­νί­α ποὺ ἐ­πέ­δει­ξε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς γιὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες (ἔ­στω ἕ­νας!) ποὺ νὰ ἔ­χουν βι­ώ­σει δηλ. ἐκ τοῦ σύ­νεγ­γυς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ (πα­ρὰ μο­νά­χα δι­ά­φο­ροι ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως ὠ­τα­κου­στές), κά­ποι­ος ἔ­δω­σε τὴ δι­κή του ἐκ­δο­χή:

        «Ἑ­τοι­μα­ζό­μουν νὰ μπῶ στὸ μπά­νιο, ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὶς κραυ­γὲς καὶ σκέ­φτη­κα νὰ βγῶ ἔ­ξω νὰ δῶ τί συμ­βαί­νει, ἀλ­λὰ φο­βή­θη­κα…». Πρό­σθε­σε ὅ­τι μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ τοῦ εἶ­χε τύ­χει νὰ βρε­θεῖ ἀν­τι­μέ­τω­πος (ἢ μᾶλ­λον συ­να­παν­τή­θη­κε τυ­χαῖ­α) μὲ ἄ­το­μο τοῦ ἴ­διου φυ­ρά­μα­τος μὲ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­ψα­χναν, τὸν εἶ­δε στὸ δρό­μο νὰ δι­α­βαί­νει κρα­δαί­νον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ μιὰ αἰχ­μη­ρὴ μα­τσέ­τα, μὲ ἀ­τσά­λι­νη λά­μα πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἑ­κα­το­στά… Ὁ ἀ­στυ­νό­μος θε­ώ­ρη­σε τὴν ἀ­πάν­τη­σή του εἰ­λι­κρι­νῆ, ἀ­φοῦ πί­στευ­ε πὼς τὸ συ­ναί­σθη­μα ποὺ ἔ­νι­ω­σε —κά­τι σὰν πα­νι­κό— ἦ­ταν ἱ­κα­νὸ νὰ πα­ρα­λύ­σει τὶς σκέ­ψεις ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που καὶ νὰ μπλο­κά­ρει τὶς πρά­ξεις του, καὶ δὲν ἐ­πέ­μει­νε ἄλ­λο στὸ θέ­μα.


* * *


Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἴ­διο βρά­δυ τὰ μά­τια τοῦ ἄν­τρα, λὲς καὶ ἦ­ταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να, ἄ­νοι­ξαν ἀ­πὸ μό­να τους. Κοί­τα­ξε λο­ξὰ τὸ ρο­λό­ι του: πε­ρα­σμέ­νες τρει­σή­μι­σι!… Ση­κώ­θη­κε ἀρ­γὰ καὶ πλη­σί­α­σε τὸ μι­σο­κα­τε­βα­σμέ­νο στό­ρι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο σκο­τει­νιὰ καὶ πά­λι —ἀ­φοῦ τὰ φῶ­τα στὶς κο­λό­νες πα­ρέ­με­ναν σβη­στά— καὶ ἄ­κρα σι­γή.

        Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε, σὰ νὰ ἔ­παιρ­νε φό­ρα καὶ με­τά, βά­ζον­τας τὶς πα­λά­μες χω­νὶ γύ­ρω στὸ στό­μα του  πά­τη­σε μιὰ δυ­να­τὴ κραυ­γή:

        «Βο­ή­θεια! Βο­ή­θεια!»

        Ἡ σύν­τρο­φός του τι­νά­χτη­κε, πα­νι­κο­βλη­μέ­νη.

      «Μὰ τί κά­νεις; Τρε­λά­θη­κες;»

      Ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο εἶ­χε σκύ­ψει ἀ­μέ­σως πά­νω ἀ­π’ τὸ κρε­βα­τά­κι τοῦ παι­διοῦ της, πού, λα­χτα­ρι­σμέ­νο, ξέ­σπα­σε σὲ κλά­μα­τα στὸ ὕ­πνο του.

        Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της, σι­ω­πη­λὸς καὶ αἰ­νιγ­μα­τι­κός. Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι μᾶλ­λον τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι, τοῦ ἐρ­χό­ταν νὰ γε­λά­σει, ἀ­φοῦ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λε: νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει, νὰ τα­ρά­ξει τὸν μα­κά­ριο ὕ­πνο τους, νὰ τοὺς αἰ­σθαν­θεῖ πά­λι, ἔ­στω γιὰ λί­γες μό­νο στιγ­μὲς —σκέ­φτη­κε μ’ ἕ­ναν κά­πως χαι­ρέ­κα­κο τρό­πο— νὰ πα­ρα­μο­νεύ­ουν πί­σω ἀ­πὸ τὶς κα­τε­βα­σμέ­νες γρί­λι­ες τῶν σπι­τι­ῶν τους, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὸ φό­βο τους.

        Πε­ρί­με­νε μέ­χρι ν’ ἀ­νά­ψουν τὰ πρῶ­τα φῶ­τα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τὰ ξα­νά­πε­σε στὸ κρε­βά­τι του.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὑ­πὸ τὸ κρά­τος τοῦ τρό­μου (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2018).

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010)


 

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Ἀνδρέας Μήτσου: Κουστούμι ἀπὸ γνήσιο ἀγγλικὸ κασμὶρ


Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου


Κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμὶρ


ΑΤΕΒΑΙΝΑΜΕ ΨΗΛΑ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α.

Μπρο­στὰ πή­γαι­νε ἡ μά­να μου καὶ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὰ τρί­α ἀ­δέρ­φια μου. Ἐ­γώ, ἐρ­χό­μου­να πα­ρα­πί­σω, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ χού­ι μου.

        Εἴ­χα­με τὸ μνη­μό­συ­νο γιὰ τὰ σα­ράν­τα τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Τό­τε τὸν εἶ­δα.

        Περ­νοῦ­σε στὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο τοῦ χω­ριοῦ, στη­τὸς καὶ κορ­δω­μέ­νος. Οἱ δι­κοί μου, ὅ­τι εἶ­χαν στρί­ψει ἀ­ρι­στε­ρά, γιὰ τὸ σπί­τι μας, ὅ­ταν αὐ­τὸς ξε­φύ­τρω­σε ἀ­πὸ τὸ μο­νο­πά­τι πλά­ι στὸ πο­τά­μι, τὴ Μαν­τή­λω, καὶ βά­δι­ζε σ’ ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση, πρὸς τὴν πλα­τεί­α.

        Ἄλ­λα­ξα πο­ρεί­α, ξέ­κο­ψα ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα.

        Για­τὶ φο­ροῦ­σε τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        «Εἶ­μαι ὁ για­τρός», φώ­να­ζε χαι­ρέ­κα­κα. «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς».

        Πα­λα­βὸς δὲν ἦ­ταν, δὲν τά­χε χά­σει ἀ­κό­μα, πα­ρὰ ἕ­νας βαμ­μέ­νος κόκ­κι­νος, ἕ­να δε­κα­ο­χτά­χρο­νο πα­λι­ό­παι­δο, ποὺ ξέ­μει­νε ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους φο­νιά­δες καὶ δὲν δί­στα­σε νὰ βγά­λει τὰ ροῦ­χα τοῦ πα­τέ­ρα μου καὶ νὰ τὰ φο­ρέ­σει ὁ ἴ­διος, ἀ­φή­νον­τας τὸ τρυ­πη­μέ­νο ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες κορ­μὶ ὁ­λό­γυ­μνο, πά­νω στὰ βου­νά.

        Γιὰ νὰ τὸ φά­νε πιὸ εὔ­κο­λά τὰ ὄρ­νια καὶ τὰ τσα­κά­λια.

        Ἦ­ταν ξε­νό­φερ­τος στὸ χω­ριό. Δὲν ξέ­ρα­με ἀ­πὸ ποῦ κρα­τοῦ­σε ἡ σκού­φια του. Τὸν εἶ­χαν στρα­το­λο­γή­σει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ ἀν­τάρ­τες καὶ ἔ­γι­νε με­τὰ ἕ­να σκυ­λὶ μαῦ­ρο, ἕ­νας γε­νί­τσα­ρος, τό­σο ποὺ κι οἱ ἴ­διοι οἱ δι­κοί του τὸν φο­βόν­του­σαν καὶ τὸν ἀ­πέ­φευ­γαν.

        Τὸ σῶ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τὸ ηὔ­ρα­με πο­τέ.

        Ὁ Μά­μα­λης, ἔ­τσι τὸν λέ­γα­με, δι­ά­βαι­νε κά­θε μέ­ρα μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πέ­τρι­νο σπί­τι μας, φω­νά­ζον­τας: «Εἶ­μαι ὁ για­τρὸς Πα­πα­θω­μάς. Εἶ­μαι ὁ για­τρός». Πε­ρι­φε­ρό­ταν με­τὰ στὴν πλα­τεί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας τὴν ἴ­δια δή­λω­ση.

        Συ­νέ­χι­σε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ καὶ πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα. Κα­νεὶς ὅ­μως, δὲν τὸν ἀ­πό­παιρ­νε πιά. Κα­νεὶς δὲν τοῦ ’­δι­νε ση­μα­σί­α, ἀ­φοῦ εἶ­χε χά­σει τε­λι­κὰ τὰ μυα­λά του.

        Πῆ­γε και­ρὸ φυ­λα­κή, τὸν βα­σά­νι­σαν οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες, τὸν πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ φά­λαγ­γα, τί ἄλ­λο τού­κα­ναν δὲν ξέ­ρω.

        Ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­κε μὲ τὴν ἀ­μνη­στί­α, γύ­ρι­σε καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ χω­ριό.

        Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ βγῆ­κε στὴν πλα­τεί­α φο­ροῦ­σε πά­λι τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου κι ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε τὰ ἴ­δια λό­για. Τό­σο ποὺ τὸν συ­νή­θι­σαν ὅ­λοι, κι ὅ­σοι νε­ό­τε­ροι μά­λι­στα δὲν τὸν ξέ­ρα­νε, οὔ­τε εἶ­χαν ἀ­κού­σει τί­πο­τε γιὰ τὸ φό­νο, γιὰ τὴν ἐ­κτέ­λε­ση, τὸν πι­στεύ­α­νε πὼς ἦ­ταν ὅ­ποι­ος ἔ­λε­γε.

        Τὸν δέ­χτη­κα στὴν αὐ­λή μου. Εἶ­χα μεί­νει ἡ μό­νη κλη­ρο­νό­μος στὸ ἀρ­χον­τι­κό τοῦ για­τροῦ, τ’ ἀ­δέρ­φια μου ἔ­φυ­γαν στὴν Ἀ­θή­να, ἡ μά­να μου πέ­θα­νε.

        Τοῦ ’­δι­να κά­θε με­ση­μέ­ρι ἕ­να πιά­το φαΐ, τοῦ τὸ πή­γαι­να ἔ­ξω, στὸ πε­ζού­λι. Δὲν τὸν ἤ­θε­λα νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ σπί­τι μου.

        Κα­θό­μου­να καὶ τὸν κοί­τα­ζα ποὺ ἔ­τρω­γε, κι εἶ­χα ἕ­να φό­βο, ἔ­τρε­μα ἀ­πὸ ἀ­γω­νί­α, μὴν πέ­σει πά­νω του τὸ φαΐ, ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­τρω­γε λαί­μαρ­γα. Καὶ τὸ λε­ρώ­σει τὸ κου­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου.

        Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε τὸ φα­γη­τό, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια φρά­ση. «Εἶ­μαι ὁ για­τρός» μοῦ ’­λε­γε «εἶ­μαι ὁ για­τρός, Πα­πα­θω­μάς». Καὶ μὲ πε­ρί­με­νε.

        Πή­γαι­να τό­τε ἐ­γὼ γρή­γο­ρα καὶ τοῦ ’­φερ­να μιὰ κα­νά­τα νε­ρὸ ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι. Τὸ ’­πι­νε, ση­κώ­νον­ταν κι ἔ­φευ­γε χορ­τα­σμέ­νος.

        Μό­νο τὴ μέ­ρα ποὺ χά­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­να­κο­πή καρ­διᾶς –οὔ­τε τριά­ντα χρό­νων– δὲν ἐ­πα­νέ­λα­βε τὴ φρά­ση του. Ἀ­πό­φα­γε, σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε, πρώ­τη του φο­ρά, κι ἀ­πο­χώ­ρη­σε με­τὰ σι­ω­πη­λός, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει γιὰ τὸ νε­ρό.

        Τὸν ἔ­κλα­ψα ὅ­πως δὲν εἶ­χα κλά­ψει ἄν­θρω­πο. Κα­τέ­βα­σα μὲ τὰ νύ­χια τὸ πρό­σω­πό μου, ξε­ρί­ζω­σα τὰ μαλ­λιά μου. Ἔ­σκου­ξα δυ­να­τά. Ἔ­φτα­σαν οἱ φω­νές μου ὡς τοὺς λόγ­γους καὶ στ’ ἄ­γρια βου­νά. Σὰν κό­τα κα­κά­ρι­ζα πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μί.

        Τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι τοῦ για­τροῦ, κου­στού­μι ἀ­πὸ γνή­σιο ἀγ­γλι­κὸ κα­σμί­ρι ἄ­φθαρ­το. Ὀ­λο­καί­νουρ­γιο. Τὸ που­κά­μι­σο λευ­κό, κολ­λα­ρι­στὸ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρο. Ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ φέ­ρε­τρο. Τὰ κεν­τη­τὰ σκαρ­πί­νια μὲ τὰ μι­κρὰ δον­τά­κια ἄ­λι­ω­τα. Τό­σα χρό­νια.

        Ἡ γρα­βά­τα του ἤ­τα­νε κόκ­κι­νη. Κα­τα­κόκ­κι­νη, αἷ­μα.



Πηγή: Ὁ Ὀρφέας καὶ ὁ Ἀνδρέας

Ἀν­δρέ­ας Μή­τσου (Ἀμφιλοχία, 1950). Σπούδασε ἀγγλική λογοτεχνία, ἑλλη­νική φιλολογία καὶ εἶναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας. Ἔχει ἐκδώσει ἐννέα συλ­λο­γές διηγημάτων, πέντε μυθιστορήματα και δύο νουβέλες. Τὸ μυθιστόρημά του Τὰ ἀνίσχυρα ψεύδη τοῦ Ὀρέστη Χαλκιόπουλου τιμήθηκε μὲ τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Μυθιστορήματος (1996). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Σφῆκες μὲ τὸ Βραβεῖο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη (2002) καὶ ἡ συλλογή διηγημάτων Ἡ εξαίσια γυναίκα καὶ τὰ ψάρια (2016) τὸ Κρατικὸ Βραβεῖο Διηγήματος. Ἔργα του ἔχουν μεταφραστεῖ σὲ διάφορες γλῶσσες.


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο


TAN HMOYN μι­κρός, μέ­να­με μὲ τὴ μά­να σ’ ἕ­να σπί­τι ἐ­ξο­χι­κό. Σή­με­ρα θά ‘λε­γα σ’ ἕ­να σπί­τι πα­λαιϊκό. Ἦ­ταν χτι­σμέ­νο μὲ ξύ­λα, πέ­τρα καὶ κόκ­κι­νη λά­σπη. Τὸ μι­σὸ ἤ­τα­νε ἀ­πο­θή­κη γιὰ τὰ ζων­τα­νά. Τὸ ἄλ­λο μι­σὸ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο μὲ τὰ οὗ­λα του. Μέ­χρι κου­νου­πι­έ­ρα εἴ­χα­με στὸ κρε­βά­τι μας. Τὸ σπί­τι βρι­σκό­ταν στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης. Πί­σω του ὁ κῆ­πος καὶ πιὸ πί­σω ὁ ξε­ρο­πό­τα­μος – ἔ­σερ­νε τὴν κοί­τη του δι­α­κό­σια μέ­τρα ἀ­πὸ μᾶς μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἡ κοί­τη ἀ­νη­φό­ρι­ζε πα­ρέ­α μὲ κα­να­πί­τσες, κα­λά­μια καὶ ἀ­νά­ρια πλα­τά­νια. Ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­κο­λού­θα­γε τὰ ἴ­χνη τοῦ πο­τα­μοῦ καὶ χα­νό­ταν στὸν αὐ­χέ­να δυ­ὸ λό­φων.

       Πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω ἐ­κεί­νους τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ἡ μά­να δὲ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὸ κά­νω, μέ­χρι ν’ ἀ­πο­κτή­σω μὲ τὴν ἀ­ξί­α μου τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἔ­τσι ὀ­νει­ρευ­ό­μουν ὅ­τι δρα­πέ­τευ­α στὴν κοί­τη τοῦ πο­τα­μοῦ, ἀ­νη­φό­ρι­ζα στοὺς λό­φους καὶ τὰ λοι­πά. Ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Κά­πο­τε θὰ στὴ γρά­ψω, μὴ λά­χει καὶ πα­λα­βώ­σω καὶ σβή­σει ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου.

       Μπρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι περ­νοῦ­σε ὁ δη­μό­σιος δρό­μος. Χῶ­μα καὶ σκό­νη τὰ κα­λο­καί­ρια, λά­σπη καὶ μπαν­τί­κι* τὶς βρο­χε­ρὲς μέ­ρες, δη­λα­δὴ σχε­δὸν τὸ χει­μώ­να ὁ­λό­κλη­ρο. Ὅ­ταν τὰ με­ση­μέ­ρια περ­νοῦ­σαν τὰ κά­ρα καὶ τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α τῆς γραμ­μῆς γιὰ τὰ χω­ριὰ τοῦ κάμ­που, στε­κό­μουν στὴν κλει­δω­μέ­νη αὐ­λό­πορ­τα καὶ τὰ χά­ζευ­α. Ἡ σκό­νη ἢ τὸ πι­τσί­λι­σμα τῶν λα­σπό­νε­ρων, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ἦ­ταν ἀ­πό­λαυ­ση. Κι ἂς ἔ­σκου­ζε ἡ μά­να, θὰ σὲ σα­πί­σω στὸ ξύ­λο, ἔμ­πα στὸ σπί­τι. Ἤ­ξε­ρε πὼς δὲν κιν­δυ­νεύ­ω κι ἔ­με­νε στὶς φω­νές. Κα­μιὰ φο­ρὰ μοῦ τὶς ἔ­βρε­χε στὸν πι­σι­νό, μᾶλ­λον χα­ϊ­δευ­τι­κά, μὲ τὴ σκού­πα ἢ τὸ φα­ρά­σι. Ψι­λὰ πρά­μα­τα. Μὲ ἀ­γά­πα­ε. Τὶς νύ­χτες κοι­μό­μα­σταν ἀγ­κα­λιὰ στὸ κρε­βά­τι μας.

       Σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν κῆ­πο, μέ­χρι τὸ ἁ­γιά­ρι* ποὺ μᾶς χώ­ρι­ζε ἀ­π’ τὸ ρέ­μα, εἶ­χα στή­σει τὸ παι­δι­κό μου βα­σί­λει­ο. Ἐ­κεῖ πέρ­να­γα τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες καὶ σπού­δα­ζα τὰ ἐ­ξω­σχο­λι­κά μου μα­θή­μα­τα. Συν­τρο­φιά μου ὁ σκύ­λος, κάμ­πο­σες γά­τες θε­ό­μορ­φες —θη­λυ­κὲς ὅ­λες κα­τὰ πε­ρί­ερ­γο τρό­πο— καὶ οἱ κό­τες. Μὲ τὶς κό­τες πά­ρε-δῶ­σε δὲν εἶ­χα. Πιὸ ἀ­τί­θα­σες, μὲ ἀ­πό­φευ­γαν. Πή­γαι­ναν καὶ βό­σκα­νε μα­κριά, τὶς ἔ­χα­να ἀ­π’ τὰ μά­τια μου. Ἐρ­χό­ντα­νε μέ­ρες ποὺ χά­νον­ταν ἐν­τε­λῶς γιὰ βδο­μά­δες, ὥ­σπου ξε­φύ­τρω­ναν ἀ­π’ τὸ ρέ­μα μὲ κα­μιὰ ντου­ζί­να κλω­σό­που­λα ἡ κα­θε­μιὰ συ­νο­δεί­α. Ὁ σκύ­λος κι οἱ γά­τες μὲ εἶ­χαν ἀ­πὸ κον­τά, παί­ζα­με μὲ τὶς ὧ­ρες σὰν πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι.

       Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νέ­νας πὼς ἡ παι­δι­κή μου ζω­ὴ ἦ­ταν πα­ρα­δει­σέ­νια. Κι ἔ­τσι θὰ ἦ­ταν, ἂν δὲ βά­λεις στὸ μέ­τρη­μα τὸν κα­η­μό μου νὰ κα­τε­βῶ στὸ ξε­ρό­ρε­μα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω τοὺς λό­φους. Ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τη, ἔ­χει νάρ­κες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο στὸ γε­φυ­ρά­κι, θὰ σκο­τω­θεῖς, νὰ μὴν πᾶς που­θε­νά. Εὐ­τυ­χῶς, τὰ πρά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν μέ­χρι νὰ κα­βα­τζά­ρω πά­νω-κά­τω τὰ δέ­κα. Ἄ­κου πῶς ἔ­γι­νε:

       Εἶ­πα πὼς εἴ­χα­με κάμ­πο­σες γά­τες. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ Ἀ­πρί­λη οἱ γά­τες γεν­νο­βο­λοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν ἀ­πο­θή­κη. Σὰν κου­νέ­λες οἱ ἄ­τι­μες. Ἡ μά­να πα­ρα­φύ­λα­γε, τὶς ξε­γέ­λα­γε μὲ κά­να κομ­μά­τι ψω­μὶ βου­τηγ­μέ­νο στὸ γά­λα καὶ μά­ζευ­ε τὰ τυ­φλὰ γα­τό­που­λα σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Τὴ γλί­τω­ναν μό­νο τα θη­λυ­κὰ κι αὐ­τὰ ὄ­χι ὅ­λα. Ἄ­φη­νε ζων­τα­νὰ ὅ­σα εἴ­χα­νε ὄ­μορ­φα χρώ­μα­τα. Ὕ­στε­ρα μ’ ἔ­πι­α­νε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ τὸ τσου­βά­λι στὴν πλά­τη μὲ πή­γαι­νε βόλ­τα μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεῖ ποὺ κα­τέ­λη­γε ἡ κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου καὶ φύ­τρω­ναν πυ­κνὲς κα­λα­μι­ές. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­με σπί­τι, τὸ τσου­βά­λι μὲ τὰ γα­τό­που­λα ἤ­τα­νε ἄ­δει­ο.

       Ἔ, λοι­πὸν τί νὰ σοῦ πῶ. Μέ­χρι νὰ βγά­λω τὸ δη­μο­τι­κὸ εἶ­χα γί­νει ἐξ­πὲρ στὸν ἀ­φα­νι­σμό. Δὲν προ­λά­βαι­ναν νὰ γεν­νή­σουν οἱ γά­τες, καὶ τὰ γα­τό­που­λα ἦ­ταν πνιγ­μέ­να στὴ θά­λασ­σα. Μό­νος μου πή­γαι­να. Τί νὰ τὴν κά­νω τὴ μά­να. Ἤ­μουν κα­λὸς μα­θη­τής της. Σὲ πολ­λὰ τὴν ξε­πέ­ρα­σα. Τά ’­πνι­γα χω­ρὶς ν’ ἀ­κου­στεῖ κίχ. Ἔ­τσι ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ σερ­γι­α­νά­ω στὴν κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου μέ­χρι τοὺς λό­φους. Ὁ­λο­μό­να­χος πάν­τα, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ δὲ μὲ κά­να­νε γοῦ­στο, για­τὶ ὅ­ταν μὲ τσά­τι­ζαν, θύ­μω­να καὶ τὰ πλά­κω­να στὶς μπου­νι­ές. Ὧ­ρες-ὧ­ρες ἤ­θε­λα νὰ τὰ κλεί­σω ζων­τα­νὰ στὸ τσου­βά­λι καὶ νὰ τὰ πνί­ξω στὴ θά­λασ­σα σὰ γα­τιά.

       Τὰ σκέ­φτο­μαι καὶ λι­γώ­νει ἡ ψυ­χή μου ἀ­π’ τὴ λα­χτά­ρα. Για­τὶ γιὰ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο ἔ­κα­μα ὅ,τι ἔ­κα­μα ἀλ­λὰ ἡ δου­λειὰ στρά­βω­σε καὶ μπῆ­κα στὰ κάγ­κε­λα. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ στὴ γρά­ψω ἄλ­λη φο­ρά… Μὲ τρώ­ει ἡ ἔ­γνοι­α ἀ­πό­ψε ποι­ός θὰ ξα­λα­φρώ­νει τὴν ἀ­πο­θή­κη ἀ­π’ τὰ γα­τιὰ τώ­ρα ποὺ ἡ μά­να κα­τά­πε­σε.


* μπαντίκι· κόλλημα στὴ λάσπη.
* ἁ­γιά­ρι· μικρὸς γκρεμός, χαντάκι.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Τζούλια Στρέϊερ (Julia Strayer): Ἂς ποῦμε



Τζού­λια Στρέ­ϊ­ερ (Julia Strayer)


Ἂς ποῦ­με

(Let’s Say)


Σ ΠΟΥΜΕ πὼς πέ­φτω θύ­μα κλο­πῆς, ἀλ­λὰ προ­τι­μῶ νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι σπρώ­χνω τὴν κό­ρη μου στὶς κού­νι­ες τοῦ πάρ­κου ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Με­θο­δι­στῶν, τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου χο­ρεύ­ουν στὸ γρα­σί­δι κα­θὼς ὁ ἄ­νε­μος φυ­σᾶ, καὶ σὲ κά­θε σπρώ­ξι­μο ἐ­κεί­νη γί­νε­ται ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει στὴν ἡ­λι­κί­α μου ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μέ­νω στὴν ἡ­λι­κί­α ποὺ εἶ­μαι, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεί­νη ξέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα ἐ­γώ, για­τὶ ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ παι­διὰ σή­με­ρα. Ξέ­ρει τί θὰ φᾶ­με γιὰ βρά­δυ, ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ στὶς ὀ­χτὼ θὰ βρέ­ξει κι ὅ­τι πε­θαί­νω. Ὁ κλέ­φτης δὲν εἶ­χε σκο­πὸ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει, ἀλ­λὰ εἶ­ναι νέ­ος κι εὐ­έ­ξα­πτος, κι ἔ­χω δεῖ τὸ πρό­σω­πό του. Δὲν τὸ σκέ­φτη­κε δυ­ὸ φο­ρὲς ὅ­ταν σχε­δί­α­ζε τὸ ὅ­λο σκη­νι­κὸ καὶ ἡ προ­νο­η­τι­κό­τη­τα δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ μά­να του τὸ ξέ­ρει αὐ­τό. Τοῦ ἔ­λε­γε καὶ τοῦ ξα­νά­λε­γε ὅ­σο με­γά­λω­νε ὅ­τι δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τί­πο­τα, ἂν δὲν μά­θαι­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὰ πάν­τα ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πρίν, ὅ­μως αὐ­τὸς δὲν ἄ­κου­γε, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νός, κι ἔ­τσι τὸ νὰ γί­νει κλέ­φτης ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ κα­ρι­έ­ρας ποὺ εἶ­χε, καὶ δὲν εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κα­λὸς οὔ­τε καὶ σ’ αὐ­τό, γι’ αὐ­τὸ μὲ πυ­ρο­βο­λεῖ στὸ στῆ­θος καὶ τρέ­χει. Κοι­τά­ζω ἔκ­πλη­κτη πρὸς τὰ κά­τω καὶ βου­λώ­νω τὴν τρύ­πα μὲ τὸν δεί­κτη μου προ­σπα­θών­τας νὰ θυ­μη­θῶ τί εἶ­χα πιά­σει μ’ αὐ­τὸν τὸν δεί­κτη καὶ φαν­τά­ζο­μαι ὅ­λα τὰ ἀν­θε­κτι­κὰ μι­κρό­βια νὰ σπεύ­δουν μέ­σα στὴν ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος, κι ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν σκο­τω­θῶ ἀ­πὸ σφαί­ρα, θὰ τὸ πά­θω σί­γου­ρα ἀ­πὸ μό­λυν­ση. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πῶ στὴν κό­ρη μου ποῦ ἦ­ταν ἡ δι­α­θή­κη ἢ ἡ ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς, ἢ γιὰ τὸν μυ­στι­κὸ τρα­πε­ζι­κὸ λο­γα­ρια­σμὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­τα­μι­εύ­ω χρή­μα­τα γιὰ κά­τι τρε­λό, ὅ­πως γιὰ μα­θή­μα­τα slackline ἢ γιὰ ἕ­να ἐ­τή­σιο road trip σ’ ὅ­λη τὴ χώ­ρα, περ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ μιὰ μι­κρὴ πό­λη στὴν ἄλ­λη, ἢ γιὰ νὰ ζή­σου­με στὴν ἐ­ξο­χή, νὰ χτί­σου­με ἕ­ναν ἀ­νε­μό­μυ­λο, νὰ ἔ­χου­με κό­τες καὶ νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὸ δι­κό μας πε­ρι­βό­λι, ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με ἂν θὰ τὰ κα­τα­φέρ­να­με. Θέ­λω νὰ συ­νε­χί­σω νὰ τὴν σπρώ­χνω στὶς κού­νι­ες, ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ με­γα­λώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο ἐ­γώ. Θὰ μὲ κα­τη­γο­ρή­σει μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν θὰ κα­τα­λά­βει πό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α ἔ­χα­σε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κού­νιας. Ναί, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα θυ­μω­μέ­νη. Μπο­ρῶ ἤ­δη νὰ δῶ τὸν θυ­μὸ νὰ συσ­σω­ρεύ­ε­ται μέ­σα της, λε­πτὲς γραμ­μὲς ὑ­φαί­νουν τὴν πλε­κτά­νη τους στὶς ἄ­κρες των μα­τι­ῶν της κα­θὼς οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς προ­σπα­θοῦν νὰ τῆς ποῦν ὅ­τι κά­νουν ὅ,τι μπο­ροῦν γιὰ νὰ βροῦν τὸ εὐέ­ξα­πτο παι­δὶ τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ μά­να κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι της ὅ­ταν τὸ βλέ­πει νὰ μπαί­νει σπί­τι μὲ τρε­μά­με­να χέ­ρια καὶ τὸ αἷ­μα μου νὰ ἔ­χει πι­τσι­λί­σει τὴν μπλού­ζα του. Καὶ ξέ­ρει πὼς ἔ­χει κά­νει κά­τι ἀ­νό­η­το ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει, γι’ αὐ­τὸ σκου­πί­ζει μὲ τὴν πο­διά της κεν­τη­μέ­νη μὲ βι­ο­λέ­τες τὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό της καὶ κά­θε­ται στὸν κα­να­πὲ μέ­χρι οἱ χτύ­ποι τῆς καρ­διᾶς της νὰ μει­ω­θοῦν καὶ νὰ μπο­ρέ­σει ἡ ἀ­να­πνο­ή της νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν ρυθ­μό της, ὅ­σο τὰ μά­τια της πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὸ δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ­νος κά­νει νευ­ρι­κὲς κι­νή­σεις, ἀ­φη­γεῖ­ται τὴν ὅ­λη ἱ­στο­ρί­α ἐ­νῶ ἐ­γὼ κεί­το­μαι ἀ­κό­μα στὸ ἔ­δα­φος κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τὸ νὰ ἀ­νε­βά­σω τὴν κό­ρη μου στὸ γύ­ρω-γύ­ρω-ὅ­λοι θὰ τῆς ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ χρό­νια ζω­ῆς ποὺ τῆς πρό­σθε­σαν οἱ κού­νι­ες, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ξα­να­γί­νει παι­δί, ὅ­πως ἀ­κρί­βως τὴν θυ­μᾶ­μαι ἐ­γὼ ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὴ γιὰ νὰ πά­ει μό­νη της μὲ τὰ πό­δια ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο στὸ σπί­τι, ἡ σχο­λι­κή της τσάν­τα πιὸ με­γά­λη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, ὅ­ταν δὲν εἶ­χε πά­ρα μό­νο εὐ­και­ρί­ες μπρο­στά της. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες σκέ­ψεις ποὺ κά­νει ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νευ­ρι­κοῦ ἀ­γο­ριοῦ ὅ­ταν ὁ γιὸς της ἦ­ταν μι­κρός, μὲ τὶς μα­κρι­ὲς μαῦ­ρες βλε­φα­ρί­δες του ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ κο­ρί­τσια νὰ τρέ­χουν πί­σω του, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­κό­μα ἐλ­πί­δες. Καὶ παί­ζου­με καὶ οἱ δυ­ὸ τὸ παι­χνί­δι Τί θὰ γι­νό­ταν ἄν, ἐ­γὼ δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἂν εἶ­χα στα­μα­τή­σει στὸ στε­γνο­κα­θα­ρι­στή­ριο πρὶν ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα, ἡ μη­τέ­ρα του δι­ε­ρω­τώ­με­νη ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν εἶ­χε προ­τρέ­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο πρὸς τὸν ἀ­θλη­τι­σμὸ ἢ τὸ μου­σι­κὸ συγ­κρό­τη­μα ἢ τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ λέ­σχη κι ἂν αὐ­τὸ θὰ εἶ­χε κά­ποι­α ση­μα­σί­α, ἂν καὶ πά­λι θὰ στε­κό­ταν μπρο­στά της κλαί­γον­τας για­τὶ πυ­ρο­βό­λη­σε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ πάρ­κινγκ τῆς ὁ­δοῦ Ἒλμ καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὰ πό­δια. Ἡ μη­τέ­ρα του ξέ­ρει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τί ἔ­κα­νε ἢ τί δὲν ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη κά­πο­τε. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ἂν θὰ τὸν στεί­λει γιὰ ντοὺς ὅ­σο ἐ­κεί­νη θὰ καί­ει τὰ ροῦ­χα του μα­ζὶ μὲ τὰ φύλ­λα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου ποὺ στοί­βα­ξε στὸ βα­ρέ­λι τῆς πί­σω αὐ­λῆς ἢ ἂν θὰ ση­κώ­σει τὸ ἀ­κου­στι­κό.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν τρί­μη­νη δι­αδι­κτυακὴ ἐ­πιθε­ώρη­ση SmokeLong, στὶς 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2014 (δεῖτε ἐδῶ καὶ μιὰ συ­νέντευ­ξη μὲ τὴ συγ­γρα­φέα γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα).

Τζού­λια Στρέϊ­ερ (Julia Strayer). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Sarah Lawrence, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Smokelog Quarterly. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Glimmer Train.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/