Ἀνίτα Γκόβιτς (Anita Goveas): Ἄς τραγουδήσουμε όλα τα βρομόλογα που ξέρουμε


Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas)


Ἂς τρα­γου­δή­σου­με ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ ξέ­ρου­με

(Let’s Sing All the Swear Words We Know)


ΙΣΑΙ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ μὲ μύ­τη σὰν καμ­πά­να καὶ μ’ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς ση­μά­δι ποὺ μοιά­ζει μὲ ἄγ­κυ­ρα. Εἶ­σαι ἡ Ἀν­τω­νί­α για­τί αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ,τι πλη­σι­έ­στε­ρο ὑ­πάρ­χει πρὸς τὸ μο­να­δι­κὸ ὄ­νο­μα ποὺ δι­ά­λε­ξε ὁ πα­τέ­ρας σου. Δὲν εἶ­σαι ὁ λό­γος τῆς φυ­γῆς του, μὰ δὲν εἶ­σαι καὶ λό­γος ἱ­κα­νὸς νὰ τὸν κά­νει νὰ μεί­νει. Οἱ πνεύ­μο­νές σου εἶ­ναι ὑ­γι­εῖς ὅ­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι, καὶ κλαῖς σὰν τὸ πο­τά­μι ποὺ χυ­μά­ει, ὅ­λο φο­νι­κὰ ρεύ­μα­τα στὸν βυ­θὸ καὶ κα­νέ­να τέρ­μα. Τρῶς μο­νά­χα ρύ­ζι μπα­σμά­τι καὶ φο­ρᾶς μο­νά­χα σόρ­τς. Χτυ­πᾶς τα­του­ὰζ σ’ ὅ­λες σου τὶς Μπάρ­μπι μ’ ἀ­νε­ξί­τη­λο με­λά­νι καὶ τρα­γου­δᾶς ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ σοῦ μα­θαί­νει ἡ νταν­τά σου σ’ ἕ­να ἄ­σμα ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ τὸ βγά­λουν νὸκ ἄ­ουτ ὅ­λες οἱ σφα­λιά­ρες τοῦ κό­σμου. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ δόν­τια μι­σο­φέγ­γα­ρα κι ἔ­χεις τοὺς νε­φρο­ει­δεῖς λο­βοὺς τοῦ πα­τέ­ρα σου. Φο­ρᾶς ἄ­ρω­μα ποὺ ἀ­φή­νει λί­γδα κι ἀγ­γί­ζεις ὅ­λους τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες. Λα­τρεύ­εις τὸ πῶς στοι­χί­ζον­ται ἀ­ριθ­μοὶ στὸ κε­φά­λι σου καὶ κρύ­βε­σαι πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἀ­τη­μέ­λη­τη φράν­τζα σου καὶ κά­τω ἀ­πὸ μπλου­ζά­κια Πὲρλ Τζὰμ στὸ μά­θη­μα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν. Σ’ ἑλ­κύ­ει ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς πυ­ρω­μέ­νης ἀ­σφάλ­του καὶ τὸ νὰ βλέ­πεις τὰ κα­φε­τιὰ —στὸ χρῶ­μα σου— φύλ­λα μὲ με­γε­θυν­τι­κὸ φα­κό. Τὸ στό­μα σου λέ­ει «ἄν­τε γα­μή­σου» χω­ρὶς νὰ χρεια­στεῖ νὰ τὸ ἀ­νοί­ξεις. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βυ­ζιὰ σὰν γκρέ­ιπ­φρουτ καὶ καρ­που­ζέ­νιο κῶ­λο. Χα­ζεύ­εις τὰ ἀ­γό­ρια κα­θὼς σὲ χα­ζεύ­ουν. Δὲν δι­α­θέ­τεις τὰ λό­για ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ μεί­νει, μι­λᾶς μό­νη σου ὅ­ταν κα­νεὶς δὲν σ’ ἀ­κού­ει. Φεύ­γεις ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα μπο­ρεῖς κι ἐ­πι­στρέ­φεις κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ξέ­ρει τὰ λό­για ἀ­π’ τὸ τρα­γού­δι σου.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν διαδικτυακὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Lost Ballon (19.09.19) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ ἦ­ταν προ­τει­νό­με­νες στὸ Lost Balloon γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

https://lost-balloon.com/2018/09/19/lets-sing-all-the-swear-words-we-know-by-anita-goveas/

Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas). Βρε­τα­νί­δα ἀ­σι­α­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Βά­ση της εἶ­ναι τὸ Λον­δί­νο καὶ καύ­σι­μό της ὁ δυ­να­τὸς κα­φὲς καὶ τὸ πα­νὶρ τζαλ­φρέ­ζι. Εἶ­ναι συ­χνὰ χω­μέ­νη σὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες καὶ στὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς της Bookseller Crow. Δου­λειά της πρω­το­εκ­δό­θη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Lon­don Short Story Prize An­tho­logy τοῦ 2016 καὶ πιὸ πρό­σφα­τα στὰ Rig­gwel­ter PressAnti-He­roin ChicFor­mer ca­ctus magLitro, καὶ Long­leaf Re­view. Τι­τι­βί­ζει ἀ­τά­κτως στὸ @coffeeandpaneer.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			

Μαρία Γκέκη: Προορισμένη


Μα­ρί­α Γκέ­κη


Προ­ο­ρι­σμέ­νη


ΗΔΕΙΑ. Οἱ σει­ρὲς τῶν μαρ­γα­ρι­τα­ριῶν, ἐ­πι­στρέ­φουν σ’ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι δικά της, σὰν βα­ριὰ κουρ­τί­να σκε­πά­ζουν τὸ λε­πτό της σῶ­μα. Ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, βυ­θί­ζει τὸ βλέμ­μα της στὸ ἔν­το­νο φῶς ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τὸ «Pacific» εἶ­ναι δι­κό της. Εἶ­ναι δι­κοί της δύ­ο πρω­θυ­πουρ­γοὶ τῆς χώ­ρας, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο ὑ­πουρ­γι­κὸ συμ­βού­λιο, τέσ­σε­ρις πρέ­σβεις καὶ τρεῖς πρυ­τά­νεις. Δι­κα­στές, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ ἀ­στυ­νό­μοι. Για­τροί, πο­δο­σφαι­ρι­στὲς καὶ καλ­λι­τέ­χνες. Ναῦ­τες κι ἐρ­γά­τες κα­θα­ρι­ό­τη­τας. Ἀ­στρο­λό­γοι, κη­που­ροί, φύ­λα­κες καὶ φορ­τη­γα­τζῆ­δες. Δι­κός της ὁ ἱ­δρώ­τας, τὸ σπέρ­μα, τὸ αἷ­μα τους. Δε­μέ­να στὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια της, τὰ συν­τρίμ­μια τῶν ἀν­τρῶν ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρου­διὰ τῆς σή­ψης. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­χει ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό της. Τὸ ἴ­διο κι ὁ καρ­κί­νος. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα κι ἀ­φή­νει τὴν τε­λευ­ταί­α της πνο­ή. Ὁ για­τρός, μὲ τὸ νυ­στέ­ρι στὸ χέ­ρι, ὁρ­κί­ζε­ται ὅ­τι τὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του της ὁ δαί­μο­νας συ­νου­σι­ά­στη­κε σὲ πτή­ση μὲ τὴν ἀγ­γε­λι­κή της ὄ­ψη. Ἀ­φαι­ρεῖ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Χω­ρὶς μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς κραυ­γές της κι ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ κά­θε εἰ­σβο­λὴ ἀ­γο­ρά­ζον­τας μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ μα­στρο­πός της, ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific», δέ­νει σὲ κορ­δό­νια καὶ προ­στα­τεύ­ει τὸν θη­σαυ­ρὸ στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη ἔ­παυ­λή του. Αὐ­τὴ ἡ ἔ­παυ­λη, ἰ­δα­νι­κὴ κρύ­πτη, ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ μο­να­ξιὰ της τὸν τρε­λαί­νει. Θε­ω­ρεῖ τὸν συν­τη­ρη­τὴ τῶν λί­θων εἰ­σβο­λέ­α. Σκο­τώ­νουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Θά­να­τοι. Οἱ ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ με­σί­τες ἀ­κι­νή­των πε­θαί­νουν φαρ­μα­κω­μέ­νοι ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη το­ξι­κὴ οὐ­σί­α. Μει­ο­ψή­φη­σαν στὸν πλει­στη­ρια­σμὸ γιὰ τὴν παρ­θε­νιὰ τῆς μι­κρῆς πόρ­νης, ὑ­πῆρ­ξαν ὅ­μως ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ προ­μη­θευ­τὲς μαρ­γα­ρι­τα­ρι­ῶν. Συ­χνὰ τοὺς ἔ­βρι­σκες στὸ «Pacific». Τὰ βογ­γη­τά τους ἀν­τη­χοῦ­σαν στὸν κῆ­πο του ὅ­πως κι οἱ κραυ­γές της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη, ἀ­νοι­χτὴ κι ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη, τοὺς προ­σέ­φε­ρε, στὸ τέ­λος, τὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­να χέ­ρια της. Δρο­σε­ρά, ἁ­πα­λὰ σὰν ἄν­θη. Ὅ­λοι τὰ φι­λοῦ­σαν μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        «Drosera». Ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ νὲ­ες ποι­κι­λί­ες τοῦ σαρ­κο­βό­ρου αὐ­τοῦ φυ­τοῦ, τρέ­φον­ται μὲ τὸ σπέρ­μα τους, στὸ φυ­τώ­ριο τοῦ οἴ­κου ἀ­νο­χῆς, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη. Ἀ­κτι­νω­τά, ἀν­θί­ζουν ἀγ­κά­θια. Στὴν ἄ­κρη τους φαρ­μα­κε­ρὰ λευ­κὰ σφαι­ρί­δια ἑλ­κυ­στι­κὰ σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Τὸ δη­λη­τή­ριό τους ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μὲ κρέ­μα πε­ρι­ποί­η­σης, ἁ­πλώ­νε­ται στὰ χέ­ρια τῆς μι­κρῆς πόρ­νης. Ἡ πε­ρι­ποί­η­ση αὐ­τῶν τῶν φυ­τῶν τῆς δί­νει φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Πλει­στη­ρια­σμός. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη παί­ζει κου­τσὸ στὸν κῆ­πο, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific» προ­σφέ­ρει οὖ­ζο σ’ ἕ­ναν ἀ­κό­μη με­σί­τη ἀ­κι­νή­των στὴ λι­α­κά­δα. Ἡ φού­στα της ἀ­να­πη­δᾶ μα­ζί της, ἐ­λα­φριὰ σὰν πού­που­λο, ἀ­πο­κα­λύ­πτει καὶ κρύ­βει θέ­α ἑλ­κυ­στι­κό­τε­ρη ἀ­πὸ αὐ­τὴ τοῦ το­πί­ου. Ὁ με­σί­της τὴν κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κός, «εἶ­ναι ἕ­νας ἄγ­γε­λος», ὁ­μο­λο­γεῖ καὶ τοῦ τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τὴν πο­θεῖ δι­α­κα­ῶς, προ­σθέ­τει στὸ πο­σὸ τῆς προ­σφο­ρᾶς του, τὴν νε­ό­κτι­στη ἔ­παυ­λη καὶ πλει­ο­δο­τεῖ ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων με­σι­τῶν. Οἱ καρ­ποὶ καὶ οἱ ἀ­στρά­γα­λοι τῆς μι­κρῆς πόρ­νης δέ­νον­ται μὲ λου­ριὰ στὸ κρε­βά­τι τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ δι­α­θέ­τει θέ­α στὸν κῆ­πο. Ὁ με­σί­της ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς κραυ­γές της καὶ χύ­νει τὸ πρῶ­το σπέρ­μα στὸ στό­μα της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη φτύ­νει τὸ σπέρ­μα μα­ζὶ μὲ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῶν παι­δι­κῶν δον­τι­ῶν της στὸ φυ­τώ­ριο. Τὸ χῶ­μα τὰ κα­τα­πί­νει μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Τούρ­τα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ζε­σταί­νε­ται. Στὴν κου­ζί­να ση­κώ­νει τὸ φό­ρε­μά της καὶ βου­λιά­ζει τὸ κω­λα­ρά­κι της σὲ λε­κά­νες γε­μά­τες νε­ρὸ γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα τὴ δι­ώ­χνει χα­χα­νί­ζον­τας. Στὰ γε­νέ­θλια τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ «Pacific», ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἀ­νε­βαί­νει στὸ τρα­πέ­ζι, βυ­θί­ζει τὰ γυ­μνά της ὀ­πί­σθια στὴν κα­μέ­νη μὲ φλό­γι­στρο, πα­γω­μέ­νη μα­ρέγ­κα τῆς τούρ­τας ποὺ εἶ­ναι στο­λι­σμέ­νη μὲ μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της ἀ­πα­θα­να­τί­ζει τὴ σκη­νὴ καὶ που­λᾶ τὶς φω­το­γρα­φί­ες στοὺς ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὺς κα­λε­σμέ­νους. Μὲ τὰ κέρ­δη σκέ­φτε­ται ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἔ­παυ­λη στὰ προ­ά­στια. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἐ­νο­χλη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας της, δί­νει στὴ μι­κρὴ πόρ­νη μιὰ ξυ­λιὰ στὰ πι­σι­νά. Ἡ πα­λά­μη της καί­γε­ται. Οἱ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ κα­λε­σμέ­νοι, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι με­σί­τες, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς τούρ­τας μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Αὐ­τό­νο­μη. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη κά­νει τὰ πρῶ­τα της βή­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ λε­κά­νες κι ἀ­πο­φά­για. Οἱ ἄλ­λες πόρ­νες τῆς δί­νουν τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ γά­λα της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἡ θη­λή του ἀ­πὸ μύ­γες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τὸ ρου­φά­ει, στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μέ­ρος, στὸ φυ­τώ­ριο. Τὰ φυ­τὰ τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ται. Ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τῆς σή­ψης. Οἱ μύ­γες πε­τα­ρί­ζουν γύ­ρω, εὐ­τυ­χι­σμέ­νες κολ­λοῦν στὰ σαρ­κο­βό­ρα ἄν­θη. Οἱ μύ­γες σύν­το­μα στρογ­γυ­λεύ­ουν, ἀ­σπρί­ζουν σὰν στα­γό­νες γά­λα, σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ φα­γη­τὸ μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Ἀ­γνώ­στου πα­τρός. Στὸν δρό­μο ἡ μι­κρὴ πόρ­νη βυ­ζαί­νει τὸ δά­χτυ­λο τοῦ για­τροῦ λαί­μαρ­γα. Ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­δί­δει στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ φη­μι­σμέ­νου οἴ­κου ἀ­νο­χῆς «Pacific», ἔ­ναν­τι ἁ­δρῆς ἀ­μοι­βῆς, βέ­βαι­ος ὅ­τι με­γα­λώ­νον­τας θὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει στὸ ἔ­πα­κρο τὸ τα­λέν­το της. Τὸ μπορ­ντέ­λο στε­γά­ζε­ται σὲ βί­λα μὲ πι­σί­να. Στὸν τε­ρά­στιο κῆ­πο ὑ­πάρ­χει φυ­τώ­ριο σπά­νι­ων σαρ­κο­βό­ρων φυ­τῶν. Ὁ για­τρὸς ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ ἐκ­παι­δευ­τή­ριο μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Προ­ο­ρι­σμέ­νη. «Ἀγ­γε­λι­κὴ στὴν ὄ­ψη καὶ δαί­μο­νας, για­τρέ, γεν­νή­θη­κε μὲ τὰ πό­δια μπρο­στά, τὰ σή­κω­σε, σφι­κτὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­νά­με­σά τους, τοῦ δί­δυ­μου ἀ­δελ­φοῦ της τὰ συν­τρίμ­μια. Τὸν εἶ­χε τυ­λί­ξει μὲ τὸν λῶ­ρο της σὰν τὸν κισ­σό, τὸν ρου­φοῦ­σε κι οὔ­τε τὴν πεί­ρα­ζε ἡ σα­πί­λα, γεν­νή­θη­κε προ­ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη. Δὲς τὰ λακ­κά­κια στὶς λα­γό­νες, δὲς τὶς φτέρ­νες της. Ὄ­χι, μὴν τὴν κοι­τᾶς, ἄν­τρας κι ἐ­σύ, δὲν θὰ δεῖς πα­ρὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Μο­νά­χα ἐ­γώ, ἡ μά­να της ξέ­ρω τί θη­ρί­ο γέν­νη­σα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἅρ­πα­ξε ἀ­μέ­σως τὴ θη­λή μου, κάρ­φω­σε τὰ ρο­δα­λά της οὖ­λα, νὰ τὴν κό­ψει. Καὶ τὰ μά­τια της μαῦ­ρα, τὰ κάρ­φω­σε στὰ μά­τια μου ποὺ θρη­νοῦ­σαν τὸν γι­ό­κα μου. Θή­λα­σε γά­λα, δά­κρυ­α, αἷ­μα κι ἀ­πό­το­μα ἄ­φη­σε τὴ ζου­λιγ­μέ­νη θη­λὴ νὰ πι­τσι­λά­ει μι­κρὲς λευ­κὲς στα­γό­νες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­κλε­ψε τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια μου», λέ­ει ἡ μά­να της, τὴν πε­τά­ει ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, τῆς δί­νει τὶς κα­τά­ρες της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη να­νου­ρί­ζε­ται καὶ κοι­μᾶ­ται. Ἡ γα­λά­ζια κού­νια λι­κνί­ζε­ται. Ἡ μη­τέ­ρα ξα­πλώ­νει μέ­σα της καὶ πε­θαί­νει. Ὁ νε­κρὸς ποὺ δὲν γεν­νή­θη­κε, τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη.

        Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα στέ­κε­ται στ’ ἄ­δεια πα­πού­τσια της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.



Πη­γή: Ἀ­σύν­δε­τα νε­ρά (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2016).

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Πει­ραι­άς, 1961). Σπού­­δα­σε παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς νη­πι­α­γω­γός. Ἀ­σκή­θη­κε στὴν δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ μὲ δά­σκα­λο τὸν Γι­ῶρ­γο Πα­να­γι­ω­τί­δη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους και σὲ ἱ­στό­το­πους.


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Τὸ βλαμ­μέ­νο



Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Τὸ βλαμ­μέ­νο

(Stupid)


ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ τῆς Βαλ­τι­μό­ρης, ἡ πρέ­ζα ἔ­δι­νε κι ἔ­παιρ­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2000. Τό­τε ποὺ με­γά­λω­νε κι ὁ Ρού­φους, ὁ δω­δε­κά­χρο­νος Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νὸς μὲ τὴν ἀ­φά­να στὸ κε­φά­λι. Ντί­σκο τὸν φώ­να­ζαν οἱ φί­λοι του, πα­ρα­τσού­κλι ποὺ τοῦ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἀ­δερ­φὸς του ὁ Μά­ϊκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τάς τον γιὰ τὸ μαλ­λὶ ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ κου­ρέ­ψει, ἀλ­λὰ καὶ πι­κά­ρον­τάς τον γιὰ τὴ χὶπ-χὸπ ποὺ ἄ­κου­γε ὁ ἴ­διος. Γε­νι­κῶς, τὸν πεί­ρα­ζε τὸν μι­κρὸ ἀ­δερ­φό. Τοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸ που­λί του, τοῦ ‘τρι­βε στὴ μού­ρη τὰ κο­ρί­τσια ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ δω­μά­τιό του, τὸν ἔ­στελ­νε νὰ τοῦ πά­ρει τσι­γά­ρα. Μά, ὁ Ντί­σκο γού­στα­ρε τὸν Μά­ϊκ. Τὸ πεί­ραγ­μα τὸ ἔ­βλε­πε σὰν ἕ­να εἶ­δος ἀ­γά­πης ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε κι­ό­λας. «Πή­γαι­νε, βλαμ­μέ­νο», ἦ­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του φρά­ση, ὅ­ταν τὸν ἄ­φη­νε τὸ πρω­ῒ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. «Καὶ μὴν τὸ σκά­σεις. Θὰ σὲ σκο­τώ­σω.» Ὁ ἴ­διος ἔ­φευ­γε γιὰ τὸ σι­δε­ρά­δι­κο τοῦ Τζί­μι καὶ με­τὰ στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ γιὰ νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ λύ­κει­ο καὶ νὰ πά­ει κο­λέ­γιο νὰ γί­νει μη­χα­νι­κός. Ὁ Ντί­σκο τὸν πε­ρί­με­νε τὸ βρά­δυ, κά­νον­τας πὼς κοι­μᾶ­ται μέ­σα στὰ σκε­πά­σμα­τα μέ­χρι νὰ τὸν κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας. Τό­τε μό­νο κοι­μό­ταν.

       Τὸ νὰ λεί­πει παι­δὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρού­φους ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο. Καὶ ὅ­ταν λέ­με νὰ λεί­πει, ἐν­νο­οῦ­με μέ­ρες ἢ καὶ βδο­μά­δες. Οἱ κα­θη­γη­τὲς ἔ­κρυ­βαν τὸ ἀ­νή­συ­χο βλέμ­μα πί­σω ἀ­πὸ βι­βλί­α, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐρ­χό­ταν στὴν τά­ξη νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι ὁ Μάρ­κους, ἡ Τζόν­τι, ἡ Κέν­τρα ἢ ὁ Μπὲρντ (ὅ­λοι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ ὄ­νο­μά του), δὲν θὰ ξα­ναρ­χό­ταν σχο­λεῖ­ο. Βα­σι­κά, δὲν θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­παν που­θε­νά, ἀ­φοῦ ἡ πρέ­ζα τοὺς εἶ­χε πά­ρει κον­τά της. Ἢ τὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο. Ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Καὶ τό­τε τοὺς ἔ­βα­ζαν νὰ κα­θί­σουν ἕ­να θρα­νί­ο μπρο­στά, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ ἀ­νά­με­σά τους. Τὸ ἔ­κα­ναν ὑ­πά­κου­α, μὰ τὸ κε­νὸ μέ­σα τους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να θρα­νί­ο ἀ­πό­στα­ση. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ντί­σκο κά­θε βρά­δυ πε­ρί­με­νε τὸν Μά­ϊκ νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Φο­βό­ταν. Ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ὅ­τι κρα­τοῦ­σε τὸν Μά­ϊκ ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­κλαι­γε στὸν δρό­μο. Ξυ­πνοῦ­σε ἱ­δρω­μέ­νος κι ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιό του καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα. Μιὰ φο­ρὰ μά­λι­στα τὸν εἶ­χε πιά­σει μὲ τὴν τό­τε κο­πέ­λα του νὰ κά­νουν σέξ. «Φύ­γε, βλαμ­μέ­νο», τοῦ εἶ­χε πε­τά­ξει ἕ­να πα­πού­τσι στὰ μοῦ­τρα ὁ Μά­ικ, οὐρ­λι­ά­ζον­τας.

       Πρό­σφα­τα, ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὕ­πνο του. Ὁ Μά­ϊκ τὸν φώ­να­ζε «βλαμ­μέ­νο», μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν γυρ­νοῦ­σε. Τό­τε τὸν ἅρ­πα­ζε καὶ γυρ­νών­τας τον στὸ πλά­ι, αἷ­μα ἔ­τρε­χε στὴ δε­ξιὰ με­ριά του ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα ἀ­πὸ σφαί­ρα. Τυ­χαῖ­α εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­νά­με­σα σὲ πυ­ρὰ ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ πρε­ζεμ­πό­ρων στὸν δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ρού­φους ξυ­πνοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τρο­μαγ­μέ­νος τε­λευ­ταῖ­α. Πή­γαι­νε τρέ­χον­τας, ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι μα­ζί του. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­νο­χλοῦν­ταν καὶ τοῦ ἔ­κα­νε χῶ­ρο. Ὁ Ρού­φους ἀ­πο­ροῦ­σε ποὺ δὲν τὸν ἔ­λε­γε πιὰ «βλαμ­μέ­νο», ἀλ­λὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κι­ό­λας τὴ στιγ­μὴ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε μὴν τὴ χα­λά­σει.

       Καὶ στὸ κο­λέ­γιο ποὺ σπού­δα­ζε μη­χα­νι­κὸς τε­λι­κὰ ὁ Μά­ϊκ, ὁ Ρού­φους ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του στὴν ἑ­στί­α καὶ ξά­πλω­νε μα­ζί του, ἐλ­πί­ζον­τας νὰ ἀ­κού­σει νὰ τὸν λέ­ει «βλαμ­μέ­νο» μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρᾶ. Ὁ Μά­ϊκ, ὅ­μως, δὲν τοῦ ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Μό­νο κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε νὰ πά­ρει με­τρη­τὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι του, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­φά­να τοῦ Ντί­σκο νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ πί­σω καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε, «Ἄ, ρὲ βλαμ­μέ­νο. Για­τί;»


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!


ΙΗΓΗΘΗΚΕ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος, λέ­γον­τας: «Ὅ­ταν ἥ­μουν νε­ώ­τε­ρος καὶ ἔ­με­να σὲ κελ­λί, στὴν Αἴ­γυ­πτο, μὲ ἔ­κα­μαν διὰ τῆς βί­ας κλη­ρι­κὸ στὴν κώ­μη. Καὶ μὴ θέ­λον­τας νὰ ἀ­να­λά­βω, ἔ­φυ­γα σὲ ἄλ­λο τό­πο. Καὶ ἦλ­θε σ’ ἐ­μέ­να ἕ­νας εὐ­λα­βὴς λα­ϊ­κὸς καὶ ἔ­παιρ­νε τὸ ἐρ­γό­χει­ρό μου καὶ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε. Συ­νέ­βη δέ, ἀ­πὸ πει­ρα­σμό, μιὰ παρ­θέ­νος, στὴν κώ­μη, νὰ πέ­ση σὲ ἁ­μαρ­τί­α. Καὶ ἔ­χον­τας μεί­νει ἔγ­κυ­ος, τὴ ρω­τοῦ­σαν ποι­ός τῆς τὸ ἔ­κα­με αὐ­τό. Καὶ ἐ­κεί­νη ἔ­λε­γε: Ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής. Βγῆ­καν λοι­πὸν οἱ χω­ρι­κοί, μὲ ἔ­πια­σαν, μοῦ κρέ­μα­σαν στὸν τρά­χη­λο γα­νω­μέ­νες χύ­τρες καὶ χε­ρού­λια ἀ­πὸ κο­φί­νια, μὲ πόμ­πευ­σαν στὰ σταυ­ρο­δρό­μια τῆς κώ­μης καὶ μὲ χτυ­ποῦ­σαν, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ὁ κα­λό­γε­ρος μᾶς δι­έ­φθει­ρε τὸ κο­ρά­σι, πάρ­τε τον, πάρ­τε τον. Καὶ μὲ χτύ­πη­σαν τό­σο, ὁ­ποὺ πα­ρὰ λί­γο νὰ πε­θά­νω. Ἦλ­θε δὲ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες καὶ εἶ­πε: Ὣς πό­τε θὰ χτυ­πᾶ­τε τὸν ξέ­νο μο­να­χό; Αὐ­τὸς δὲ ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πί­σω μου ντρο­πι­α­σμέ­νος. Για­τὶ καὶ αὐ­τὸν τὸν ἔ­βρι­ζαν πο­λὺ καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Νά, βλέ­πεις τί ἔ­κα­με ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ὁ­ποὺ σὺ κα­μά­ρω­νες; Καὶ λέ­γουν οἱ γο­νεῖς της: Δὲν τὸν ἀ­φή­νου­με ὥ­σπου νὰ μᾶς δώ­ση ἐγ­γυ­η­τὴ ὅ­τι θὰ τὴ δι­α­τρέ­φη. Καὶ εἶ­πα στὸν δι­α­κο­νη­τή μου καὶ αὐ­τὸς ἐγ­γυ­ή­θη­κε. Καὶ πῆ­γα στὸ κελ­λί μου καὶ τοῦ ἔ­δω­σα ὅ­σα ζεμ­πί­λια εἶ­χα, λέ­γον­τάς του: Πού­λη­σέ τα καὶ δὸς στὴ γυ­ναῖ­κα μου νὰ φά­η. Καὶ ἔ­λε­γα στὸν λο­γι­σμό μου: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα. Πρέ­πει νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι κά­πως πιὸ πο­λύ, γιὰ νὰ τὴν τρέ­φης. Καὶ ἐρ­γα­ζό­μουν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τῆς ἔ­στελ­να. Καὶ ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­θλί­ας νὰ γεν­νή­ση, περ­νοῦ­σαν μέ­ρες πολ­λὲς ὁ­ποὺ βα­σα­νι­ζό­ταν χω­ρὶς νὰ γεν­νή­ση. Καὶ τῆς λέ­γουν: Τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Καὶ τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­γὼ ξέ­ρω. Για­τὶ συ­κο­φάν­τη­σα τὸν ἀ­να­χω­ρη­τὴ καὶ τὸν κα­τη­γό­ρη­σα λέ­γον­τας ψέμ­μα­τα. Δὲν φταί­ει αὐ­τός, ἀλ­λὰ ὁ δεῖ­να νέ­ος. Ἦλ­θε λοι­πὸν αὐ­τὸς ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ὅ­λος χα­ρά. Καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ γεν­νή­ση ἐ­κεί­νη ἡ πρώ­ην παρ­θέ­νος, ὡ­σό­του ὡ­μο­λό­γη­σε: Δὲν εἶ­ναι ἔ­νο­χος ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ἀλ­λὰ εἶ­πα ψέμ­μα­τα ἐ­ναν­τί­ον του. Καὶ νά, ὅ­λη ἡ κώ­μη θέ­λει νὰ ἔλ­θη ἐ­δῶ μὲ πομ­πὴ καὶ πα­ρά­τα­ξη, γιὰ νὰ σοῦ ὑ­πο­βά­λη τὴ με­τά­νοι­ά της. Ἐ­γὼ ὅ­μως, ἀ­κού­ον­τάς τα αὐ­τά, γιὰ νὰ μὴ μὲ θλί­ψουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ση­κώ­θη­κα καὶ ἦλ­θα ἐ­δῶ σὲ Σκή­τη. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ὁ­ποὺ κα­τέ­φυ­γα ἐ­δῶ.»



Πη­γή: Εἶ­πε Γέ­ρων. Τὸ «Γε­ρον­τι­κόν» σὲ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀ­πό­δο­ση, μτφ. Βα­σι­λεί­ου Πέν­τζα, ἐκδ. Ἀ­στήρ, χχ, σ. 146-147.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis): Σι­ω­πή, Ἀ­κι­νη­σί­α



Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis)


Σι­ω­πή, ­κι­νη­σί­α

(Silence, Stilness)


ΕΝ ΛΕΩ πο­τὲ κα­κο­ποί­η­ση. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, κα­τα­φεύ­γω σὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πε­ρί­πα­τος, λέ­ω. Ἔ­ζη­σα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια, ἀλ­λὰ ἡ ἔκ­φρα­ση δὲν ση­μαί­νει τί­πο­τα γιὰ κα­νέ­ναν. Δύ­σκο­λα: τὰ τρα­χιὰ χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ἦ­χος ποὺ ἔ­βγα­ζαν κα­θὼς σέρ­νον­ταν στὶς κου­βέρ­τες ψα­χου­λεύ­ον­τας τὸ κου­βα­ρι­α­σμέ­νο μου σῶ­μα, χέ­ρια γε­μά­τα στα­τι­κό­τη­τα καὶ πρό­θε­ση. Ἢ τὸ τσού­ξι­μο ἀ­πὸ ἕ­να σκλη­ρό, ἀ­ξύ­ρι­στο κρό­τα­φο: γέ­νια, ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς συ­γ­γνώ­μης.

       Στὸν δι­ά­δρο­μο τοῦ γυ­μνα­σί­ου μας, ὁ Τσάντ* ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ λέ­ει, θὰ βγά­λεις τὶς μπό­τες σου καὶ θὰ βά­λεις τὶς δι­κές μου. Δὲν μοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ ἀρ­νη­θῶ. Οἱ ἄν­τρες μι­λοῦν μὲ εὐ­φρά­δεια τὴ γλώσ­σα τῆς Δι­α­τα­γῆς. Οἱ δι­κές του ζυ­γί­ζουν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ καὶ εἶ­ναι δυ­ὸ νού­με­ρα με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς δι­κές μου, ἀλ­λὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μα­κριὰ φερ­μου­ὰρ καὶ ἀγ­κρά­φες καὶ φο­ρών­τας τες νι­ώ­θει κα­νεὶς πὼς ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μά­χη. Πά­ει τό­σος και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος μοῦ μί­λη­σε ποὺ δὲν ἀ­κού­ω τί μοῦ λέ­ει με­τά, τὸ πο­τά­μι τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ρέ­ει ἀ­π’ τὰ ἀ­φτιά μου σκε­πά­ζει τὰ λό­για του.

       Πό­τε εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ πεῖς σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι μιὰ φο­ρὰ ὁ πα­τέ­ρας σου μα­γεί­ρε­ψε τὸ κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χες γιὰ κα­τοι­κί­διο καὶ στὸ ἔ­δω­σε νὰ τὸ φᾶς; Ὅ­τι τὸ βρά­δυ πα­ρα­τη­ροῦ­σες τὴν ἁ­πα­λὴ γραμ­μὴ τῆς ρα­χο­κο­κα­λιᾶς τοῦ κου­νε­λιοῦ σου, τὸ δά­χτυ­λό σου γλι­στροῦ­σε κα­τὰ μῆ­κος κά­θε σπόν­δυ­λου, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἄ­δει­ο κλου­βί, στι­φά­δο.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει πὼς εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ ἔ­χω μεί­νει ἐμ­βρό­νη­τη ἀ­π’ τὴν ἔκ­πλη­ξη πῶς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γιὰ μέ­να, γιὰ ἕ­να τό­σο ἀ­νό­η­το κο­ρί­τσι, ἕ­να ἀ­σή­μαν­το κο­ρί­τσι, ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε νὰ τὸ βου­λώ­σει, ποὺ μοιά­ζει τό­σο χον­τρό, τό­σο χον­τρό, καὶ τί μ’ αὐ­τό; Θὰ βά­λεις τὰ κλά­μα­τα τώ­ρα; Ἐμ­πρός, λοι­πόν, κλά­ψε, νὰ δοῦ­με τί θὰ κα­τα­φέ­ρεις. Νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­σαι τό­σο χά­λια; Ἔ! Κοί­τα με ὅ­ταν σοῦ μι­λά­ω. Ξέ­ρεις πό­σο τυ­χε­ρὴ εἶ­σαι;

       Στὰ δε­κα­έ­ξι μου γνω­ρί­ζω πράγ­μα­τα: πῶς νὰ παίρ­νω τὸ με­τρὸ στὸ Πα­ρί­σι. Τὴν δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν Βου­δι­σμὸ καὶ τὸν Ντα­ο­ϊ­σμό, τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ αὐ­τὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν φύ­λων. Χά­ρα­ξε μὲ μιὰ λε­πί­δα X-ACTO τὴν ρα­χια­ία πλευ­ρὰ μιᾶς σκου­λη­καν­τέ­ρας, ξε­φλού­δι­σέ την καὶ θὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις πὼς δὲν ἔ­χει καρ­διά. Τὰ τσι­γά­ρα κα­πνί­ζον­ται κα­λύ­τε­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα αὐ­το­κι­νή­των. Ὁ τύ­πος μὲ τὸ Chevy Cavalier θὰ μοῦ δι­ο­χε­τεύ­σει τὰ ξύ­δια ποὺ πί­νω βα­θιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους πί­σω ἀ­π’ τὸ σπί­τι μου. Τὸ Sam Goody εἶ­ναι τὸ πιὸ εὔ­κο­λο μα­γα­ζὶ γιὰ κλέ­ψι­μο. Ξέ­ρω ποῦ που­λᾶ­νε χόρ­το, κό­κα, σκό­νη, με­σκα­λί­νη, μα­νι­τά­ρια, LSD καὶ ἡ­ρω­ΐ­νη. Μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω καὶ νὰ γρά­ψω στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω νὰ ξε­χω­ρί­ζω ἀ­νά­με­σα στὴ κα­λὴ καὶ κα­κὴ ἀ­γά­πη καὶ δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ μὲ πλη­γώ­σει καὶ ποι­ός ὄ­χι. Με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι μοῦ φαί­νον­ται ἀ­βλα­βεῖς.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κλαί­ει ἐ­νῶ μὲ ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ ὅ­πλο καὶ ‘γὼ κοι­τά­ζω τὰ δά­κρυ­α ποὺ γλι­στροῦν ἀπ΄τὸ μά­γου­λό του στὸ χέ­ρι του, αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει τὴ σκαν­δά­λη. Τὸ σχέ­διό του εἶ­ναι νὰ μὲ σκο­τώ­σει, με­τὰ νὰ σκο­τώ­σει τὴ μη­τέ­ρα μου, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι τὸν ἀ­πα­τά, καὶ θέ­λω νὰ πῶ κά­τι ποὺ νὰ τὸν πεί­σει γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος ποὺ θὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θὰ μὲ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει, κι ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α πι­θα­νό­τη­τα νὰ σω­θῶ, ἡ σι­ω­πή, ἡ ἀ­κι­νη­σί­α, εἶ­ναι τὰ μό­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σουν. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πό­ση ὥ­ρα εἴ­μα­στε στὴ κου­ζί­να, ἡ κάν­νη στο­χεύ­ει τὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν ἀ­κού­ω νὰ ρο­χα­λί­ζει, βγαί­νω ἔ­ξω στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν μου, σω­ρι­ά­ζο­μαι σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ψη­λά: ὁ κα­τα­γά­λα­νος οὐ­ρα­νός, σύν­νε­φα βγαλ­μέ­να λὲς ἀ­πὸ καρ­τούν, ἕ­νας καρ­δι­νά­λιος κε­λα­η­δά­ει μὲ στα­κά­το ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση —ἡ ἀ­δι­α­νό­η­τη τε­λει­ό­τη­τα ἔ­ξω, ὅ­ταν τὸ μέ­σα εἶ­ναι τό­σο ἀ­πό­λυ­τα σά­πιο— ποὺ μὲ κά­νει ν’ ἀ­να­τρι­χιά­ζω ὣς τὸ κόκ­κα­λο.

       Ὁ Τσὰντ καὶ ‘γὼ κά­νου­με σὲξ ὑ­πὸ τὸ φῶς μιὰ κόκ­κι­νης λάμ­πας, ἕ­νας ρα­γι­σμέ­νος κα­θρέ­φτης πλά­ι στὸ κρε­βά­τι, καὶ γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γω τὸ βλέμ­μα τοῦ Τσὰντ κοι­τά­ζω τὸ εἴ­δω­λό μου, σί­γου­ρη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο, κά­ποι­ο ἄλ­λο πλά­σμα εἶ­ναι πά­νω στὴν πλά­τη της, τὸ βαμ­μέ­νο της στό­μα δὲν φαί­νε­ται στὸ κόκ­κι­νο φῶς, ἕ­να σι­ω­πη­λὸ τέ­ρας δί­χως στό­μα.

       Με­τὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο, ὁ πα­τέ­ρας μου στέ­κε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ φω­νά­ζει εἶ­ναι σπί­τι μου, σπί­τι μου, σπί­τι μου, ἡ ἠ­χώ του εἶ­ναι ἀ­παί­σια, κι ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, κα­τα­φεύ­γει κι αὐ­τός σε κλι­σέ: κλω­τσά­ει, οὐρ­λιά­ζει, ἀ­κού­ρα­στος. Γιὰ σχε­δὸν ἕ­να χρό­νο, ὁ χτύ­πος τοῦ σφυγ­μοῦ μου μὲ ξυ­πνᾶ τὴ νύ­χτα, σὲ ἐ­πι­φυ­λα­κὴ σὰν κου­νέ­λι, σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τά του στὴν πόρ­τα, τὸ γρα­τζού­νι­σμα καὶ τὸ κου­δού­νι­σμα τῶν κλει­δι­ῶν ποὺ δὲν ἐ­φαρ­μό­ζουν πιὰ στὴν κλει­δα­ριά.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ παί­ξει ἕ­να παι­χνί­δι καὶ ‘γὼ τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι πῶς νὰ συγ­κα­τα­νεύ­ω, νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸν ἄλ­λον, κι ἔ­τσι λέ­ω ναί ὅ­ταν κα­τε­βά­ζει τὴν κυ­λό­τα μου, ναί ὅ­ταν μo­ῦ δέ­νει τὰ μά­τια. Τὰ χέ­ρια του εἶ­ναι λι­πό­σαρ­κα καὶ κρύ­α, σκλη­ρὰ στὶς ἀρ­θρώ­σεις, ἀλ­λὰ μα­λα­κὰ κα­θὼς μὲ κα­τε­βά­ζει στὰ μα­ξι­λά­ρια. Ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα τὸ πρῶ­το πράγ­μα καὶ λέ­ει μάν­τε­ψε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ναί. Δὲν λέ­ω ὄ­χι, δὲν οὐρ­λιά­ζω, δὲν σφίγ­γω κὰν τοὺς μη­ρούς μου. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸν ἀ­φή­νω νὰ βά­λει μέ­σα μου τὸ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο με­τὰ τὸ ἄλ­λο —ἕ­ναν μαρ­κα­δό­ρο, τὸ με­ταλ­λι­κὸ πη­νί­ο ἑ­νὸς λαμ­πτή­ρα, τὸν δρο­σε­ρὸ λαι­μὸ ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρα— καὶ γε­λά­ω.

       Ὅ­ταν, στὰ εἴ­κο­σί μου, μα­θαί­νω πὼς ὁ πα­τέ­ρας μου δο­λο­φό­νη­σε τὴ φι­λε­νά­δα του, τὴν δε­κα­πεν­τά­χρο­νη κό­ρη της, κι ὕ­στε­ρα σκο­τώ­θη­κε, τὰ χά­νω, τὸ μυα­λό μου ἐ­λα­φρὺ σὰ φύλ­λο. Ὁ κό­σμος λέ­ει, εἶ­σαι τυ­χε­ρὴ ποὺ δὲν ἤ­σουν ἐ­σύ, κι αὐ­τὸ ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σω, ὅ­σες φο­ρὲς κι ἂν ἔ­χω κά­νει πρό­βα τὰ λό­για, εἶ­ναι ὅ­τι, μὲ τό­σους πολ­λοὺς τρό­πους, ἤ­μουν ἐ­γώ.


*Τὸ ὄ­νο­μα ἔ­χει ἀλ­λα­χτεῖ [ΣτΣ].


Πηγή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἱππόκαμπος

(https://www.hippocampusmagazine.com/2015/10/silence-stillness-by-lisa-nikolidakis/)

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis). Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα τῆς Lisa Niko­li­dakis βρα­βεύ­τη­καν μὲ τὸ «Orlando Prize» τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος A Room Of Her Own’s (Φθι­νό­πω­ρο, 2014) καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Los Angeles Review. Τὸ δο­κί­μιό της «Candy» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ The Briar Cliff Review τὸ 2015. Ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος, ζεῖ στὶς Με­σο­δυ­τι­κὲς Πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α. ὅ­που δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνι­κὴ γρα­φή.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος: Δη­μό­σιο



Ἀν­τώ­νης Πά­σχος


Δη­μό­σιο


ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ἔ­χει εἰ­κο­σι­κά­τι ἀν­θρώ­πους οὐ­ρὰ καὶ μιὰ τα­μί­α. Ἔρ­χε­ται ἡ σει­ρὰ ἑ­νὸς γέ­ρου, «πε­ρι­μέ­νε­τε». Ση­κώ­νει κι­νη­τὸ ἡ μαν­τάμ, «κα­λέ, ναί, ἔ­χω χρό­νο, πές».

       Πί­σω της, ἄλ­λοι τρεῖς κου­βεν­τιά­ζουν.

       Ἕ­νας πα­πὰς ξε­φυ­σά­ει. Ἕ­νας τρι­αν­τά­ρης κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι. Εἶ­μαι τε­λευ­ταῖ­ος.

       Ἡ πόρ­τα βρον­τά­ει. Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος κρα­τά­ει πι­στό­λι.

       Τὰ γέ­λια κό­βον­ται, τὸ κι­νη­τὸ πέ­φτει.

       «Ὅ­λοι στὰ τα­μεῖ­α!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δι­στά­ζουν, ἔ­πει­τα τὰ τέσ­σε­ρα τα­μεῖ­α γε­μί­ζουν ὑ­πάλ­λη­λους ποὺ τρέ­μουν. Μυ­ρί­ζω κά­του­ρο.

       «Ἐμ­πρός, τεμ­πε­λό­σκυ­λα!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος. «Ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­στε τους!»

       Οἱ πε­λά­τες σπεύ­δουν δει­λὰ-δει­λὰ στὰ τα­μεῖ­α. Ὁ γέ­ρος φεύ­γει, ὁ πα­πὰς φεύ­γει, ὁ τρι­αν­τά­ρης φεύ­γει. Χέ­ρια-χαρ­τιὰ βου­ί­ζουν. Δέ­κα λε­πτὰ με­τά, τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο ἀ­δειά­ζει. Ἀ­κού­ω σει­ρή­να.

       Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος τι­νά­ζε­ται. Κοι­τά­ει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά. Μοῦ πε­τά­ει τὸ πι­στό­λι κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται.

       Τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι.

       Ὅ­λοι κοι­τοῦν.

       Μο­νο­λο­γῶ: «εἶ­ναι ψεύ­τι­κο…»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος. Με­γά­λω­σε στὶς Σέρ­ρες καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες ὅ­πως ἡ Θρά­κα καὶ ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο «Με­τὰ Βί­ας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Bell.

 

Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Χαρ­τί, ψα­λί­δι



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Χαρ­τί, ψα­λί­δι

(Paper, Scissors) 


ΚΕΦΤΟΤΑΝ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε ἂν εἶ­χε κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Γιὰ μιὰν ἐ­λά­χι­στη στιγ­μὴ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του ἡ εἰ­κό­να τοῦ σπι­τιοῦ του, γε­μά­το ἀ­πὸ προ­σεγ­μέ­νους, κομ­ψευ­ό­με­νους, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες καὶ ἀ­πάν­θρω­πα εὐ­γε­νεῖς ἀν­θρώ­πους. Τὰ που­κά­μι­σά τους θὰ ἦ­ταν γα­μι­στε­ρά, καὶ ἡ γρα­βά­τα ἑ­νὸς ἐξ αὐ­τῶν θά ’­ταν ἀ­νε­κτὴ πλὴν ἐ­λα­φρῶς ἐκ­κεν­τρι­κή, – ἂς ποῦ­με, ἐ­λα­χί­στως που­ὰ μὲ δι­ά­σπαρ­τα, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα ἔν­το­να κόκ­κι­να σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τὴ τοῦ ἔ­φε­ρε ἀ­να­γού­λα. Ἔ­στρε­ψε γιὰ ἀ­κό­μα μί­α φο­ρὰ τὸ βλέμ­μα του στὸ ση­μεί­ω­μα ποὺ ἀ­να­γρά­φον­ταν τὰ λύ­τρα. Γά­μα τα. Τὸ πο­σὸ ποὺ ζη­τοῦ­σαν ἦ­ταν ἀ­σύλ­λη­πτο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸ ση­μεί­ω­μα, πλά­ι στὸ μα­ξι­λά­ρι του, ἤ­λεγ­ξε καὶ πά­λι τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ του ἐ­πι­με­λῶς. Δὲ βρῆ­κε τί­πο­τα, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σκό­νη καὶ μιὰ μα­κριὰ λευ­κὴ κλω­στὴ ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ρα­φές. Κι ἔ­πει­τα ξα­να­δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι τη­λε­φω­νοῦ­σε στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα – ἕ­να εὐ­γε­νι­κό, πλού­σιο, ἤ­πιο καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἄ­το­μο, ὁ πλου­σι­ό­τε­ρος ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­ζε. Μὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὴν τὸ πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ὑ­ψη­λό. Θὰ πλάν­τα­ζε στὸ κλά­μα σκε­πτό­με­νη τὴν κα­ϋ­μέ­νη Λώ­ρα κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α θὰ τὴν ἀ­νέ­κρι­νε. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, δὲ θὰ λο­γι­ζό­ταν ὕ­πο­πτη: ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μῆ­νες, βρι­σκό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ νὰ γεν­νή­σει τὸν δεύ­τε­ρο γιό της, ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κό, δυ­να­τὸ κοκ­κι­νο­μάλ­λη, ποὺ εἶ­χε τὰ στρα­βὰ αὐ­τιὰ καὶ τὴ μι­κρὴ σὰν κουμ­πὶ μύ­τη τοῦ νέ­ου της συ­ζύ­γου. Θυ­μή­θη­κε τὸ ἀ­χόρ­τα­γο συ­ναί­σθη­μα ποὺ βί­ω­σε ὅ­ταν εἶ­δε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη τους πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, τὸ πρω­τό­γο­νο πά­θος νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του στὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στο πρό­σω­πό της. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε κοκ­κι­νο­μάλ­λα οὔ­τε εἶ­χε στρα­βὰ αὐ­τιά· χρει­ά­στη­καν κά­να δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὰ φρύ­δια τῆς Βε­ρό­νι­κας ἔ­μοια­ζαν μὲ τὰ δι­κά του. Ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα ἕ­νε­κα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ βρῆ­κε τὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὰ λύ­τρα.  «Κρα­τᾶ­με τὴ γυ­ναί­κα σου», ἔ­λε­γε. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν δι­α­στη­μι­κό. Πρὶν τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­θα­βε τὴν μη­τέ­ρα του, ἑ­κα­τὸ σχε­δὸν ἄ­το­μα τὸν ἄγ­γι­ξαν, τὸν ἀγ­κά­λια­σαν, τὸν ἀ­κούμ­πη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του. Κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ Λώ­ρα κοι­μό­ταν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό, ὡς συ­νή­θως. Ἕ­να ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ἁ­πα­λὸ φῶς ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὶς κα­φὲ κουρ­τί­νες ἔ­κα­νε τὸ πρη­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο πρό­σω­πό της νὰ μοιά­ζει βα­θυ­κόκ­κι­νο. Ἑ­κα­τὸ πε­ρί­που ἄ­το­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο πλῆ­θος, γε­μά­το μὲ τσέ­πες. Δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὸ πο­σό αὐ­τό. Τρά­βη­ξε τὸ ψα­λι­δά­κι γιὰ τὰ νύ­χια ἀ­πὸ τὴ δερ­μά­τι­νή του θή­κη, ἔ­κο­ψε τὸ ση­μεί­ω­μα σὲ με­γά­λα ἀ­κα­νό­νι­στα κομ­μά­τια καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε πά­νω στὴν γκρι­ζω­πὴ στε­γνὴ γλώσ­σα τῆς Λώ­ρας. Ἔ­λα, σκέ­φτη­κε, ρού­φα τα μέ­σα. Ἄν­τε, ρού­φα τα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Ἡ Λινὸρ Γκοράλικ (Li­nor Go­ra­lik / Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Πρῶτο του βιβλίο: Τὰ Καναρίνια (ποίηση, Σμίλη, 2019). Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός


ΛΕΓΕ ὁ ἀβ­βᾶς Σαβ­βά­τιος: «Ὅ­ταν ἡ­σύ­χα­ζα στὴ λαύ­ρα τοῦ ἀβ­βᾶ Φιρ­μί­νου, ἦρ­θε κά­ποι­ος λη­στὴς στὸν ἀβ­βᾶ Ζώ­σι­μο τὸν Κί­λι­κα καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸ γέ­ρον­τα κι ἔ­λε­γε: “Κά­νε ἀ­γά­πη, γιὰ τὸ Θε­ό, για­τὶ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νος πολ­λῶν φό­νων. Κά­νε με μο­να­χό, γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω στὸ ἑ­ξῆς ἀ­πὸ τὰ κα­κά μου”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε τὸν νου­θέ­τη­σε καὶ τὸν ἔ­κα­νε μο­να­χὸ δί­νον­τάς του καὶ τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα. Με­τὰ λί­γες μέ­ρες ὅ­μως τοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: “Πί­στε­ψέ με, παι­δί μου, δὲν μπο­ρεῖς νὰ μεί­νεις ἐ­δῶ, για­τὶ, ἂν τὸ ἀ­κού­σει ὁ ἄρ­χον­τας, θὰ σὲ πιά­σει. Τὸ ἴ­διο κι οἱ ἐ­χθροί σου θὰ ἔρ­θουν καὶ θὰ σὲ σκο­τώ­σουν. Ὅ­μως ἄ­κου­σέ με καὶ σὲ στέλ­νω σὲ κοι­νό­βιο μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ.” Καὶ τὸν ἔ­φε­ρε στὸ κοι­νό­βιο τοῦ ἀβ­βᾶ Δω­ρο­θέ­ου κον­τὰ στὴ Γά­ζα καὶ στὸ Μα­ϊ­ου­μᾶ. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ἐν­νιὰ χρό­νια κι ἔ­μα­θε τὸ Ψαλ­τή­ρι κι ὅ­λη τὴ μο­να­χι­κὴ πο­λι­τεί­α, ἀ­νε­βαί­νει ξα­νὰ στὴ λαύ­ρα τοῦ Φιρ­μί­νου πρὸς τὸν γέ­ρον­τα καὶ τοῦ λέ­ει: “Κύ­ρι­ε ἀβ­βᾶ, κά­νε ἔ­λε­ος σὲ μέ­να, δῶ­σ’ μου τὰ ροῦ­χα μου τὰ κο­σμι­κὰ καὶ πά­ρε τὰ μο­να­χι­κά”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε λέ­ει λυ­πη­μέ­νος πρὸς αὐ­τόν: “Για­τί παι­δί μου;” Ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ εἶ­πε: “Νά, ὅ­πως ξέ­ρεις, πά­τερ, ἔ­χω ἐν­νιὰ χρό­νια στὸ κοι­νό­βιο καὶ νή­στε­ψα κι ἐγ­κρα­τεύ­τη­κα ὅ­σο μπο­ροῦ­σα καὶ ἔ­ζη­σα μὲ πολ­λὴ ἡ­συ­χί­α καὶ φό­βο Θε­οῦ ‘ἐν ὑ­πο­τα­γῇ’ καὶ γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ἡ ἀ­γα­θό­τη­τά Του μοῦ συγ­χώ­ρη­σε τὰ πολ­λά μου κα­κά, ἀλ­λὰ βλέ­πω κά­θε τό­σο ἕ­να παι­δὶ νὰ μοῦ λέ­ει: ‘Για­τί μὲ σκό­τω­σες;’ Αὐ­τὸ βλέ­πω στὸν ὕ­πνο καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὴν τρά­πε­ζα νὰ μοῦ λέ­ει αὐ­τὰ καὶ δὲν μ’ ἀ­φή­νει οὔ­τε ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λοι­πόν, πά­τερ, θέ­λω νὰ φύ­γω, γιὰ νὰ πε­θά­νω ὑ­πὲρ τοῦ παι­διοῦ, για­τὶ σκό­τω­σα τὸ παι­δὶ χω­ρὶς λό­γο.” Πῆ­ρε λοι­πὸν τὰ ροῦ­χα, τὰ φό­ρε­σε, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ λαύ­ρα καὶ πῆ­γε στὴ Δι­ό­σπο­λη, ὅ­που τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸν ἔ­πια­σαν καὶ τὸν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.»



Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφρ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἐκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σς 181-182.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕναν φρικτὸ φονιά


ΛΕΓΟΝ πε­ρί τι­νος Ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λῶ εἰς Σκῆ­τιν, ὅ­τι ποι­μὴν ἦν ἄ­γροι­κος· καὶ ἰ­δὼν γυ­ναῖ­κα ἐν γα­στρὶ ἔ­χου­σαν ἐν τῷ ἀ­γρῷ, ἐ­νερ­γη­θεὶς ὑ­πὸ τοῦ δι­α­βό­λου εἶ­πε· θέ­λω ἰ­δεῖν πῶς τὸ βρέ­φος κεῖ­ται ἐν τῇ κοι­λί­ᾳ αὐ­τῆς· καὶ ἀ­ναρ­ρή­ξας αὐ­τήν, εἶ­δε τὸ βρέ­φος· καὶ εὐ­θέ­ως ἐ­πά­τα­ξεν αὐ­τὸν ἡ καρ­δί­α αὐ­τοῦ· καὶ κα­τα­νυ­γείς, ἦλ­θεν εἰς Σκῆ­τιν, καὶ ἀ­νήγ­γει­λε τοῖς πα­τρά­σιν ὃ ἐ­ποί­η­σεν· ἤ­κου­σε δὲ αὐ­τῶν ψαλ­λόν­των· αἱ ἡ­μέ­ραι τῶν ἐ­τῶν ἡ­μῶν ἐν αὐ­τοῖς ἑ­βδο­μή­κον­τα ἔ­τη· ἐ­ὰν δὲ ἐν δυ­να­στεί­αις, ὀ­γδο­ή­κον­τα· καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐ­τῶν κό­πος καὶ πό­νος· καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· εἰ­μὶ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἐ­τῶν, μί­αν εὐ­χὴν μὴ ποι­ή­σας· καὶ νῦν ἐ­ὰν ζή­σω ἄλ­λα τεσ­σα­ρά­κον­τα ἔ­τη, οὐ παύ­ο­μαι εὐ­χό­με­νος τῷ Θε­ῷ, ἵ­να συγ­χω­ρή­σῃ μοι τὰς ἁ­μαρ­τί­ας μου· οὐ­δὲ γὰρ ἐρ­γό­χει­ρον ἐ­ποί­ει· ἀλ­λὰ πάν­το­τε ηὔ­χε­το, λέ­γων· ἥ­μαρ­τον ὡς ἄν­θρω­πος, ὡς Θε­ὸς ἱ­λά­σθη­τι· καὶ γέ­γο­νεν αὐ­τῷ ἡ εὐ­χὴ αὕ­τη, εἰς με­λέ­την νυ­κτὸς καὶ ἡ­μέ­ρας· ἦν δὲ ἀ­δελ­φὸς μέ­νων με­τ’ αὐ­τοῦ· καὶ ἤ­κου­σεν αὐ­τοῦ λέ­γον­τος· ὤ­χλη­σά σοι Κύ­ρι­ε, ἄ­φες μοι, ἵ­να ἀ­να­παύ­σω­μαι μι­κρόν· καὶ ἐ­γέ­νε­το αὐ­τῷ πλη­ρο­φο­ρί­α, ὅ­τι συ­νε­χώ­ρη­σεν αὐ­τῷ ὁ Θε­ὸς πά­σας τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὐ­τοῦ, καὶ τὸ τῆς γυ­ναι­κός· εἰς δὲ τὸ παι­δί­ον οὐκ ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θη· καὶ εἶ­πεν αὐ­τῷ τις τῶν γε­ρόν­των, ὅ­τι καὶ τὸ τοῦ παι­δί­ου συ­νε­χώ­ρη­σέ σοι ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ ἀ­φί­ει σε ἐν πό­νῳ, ὅ­τι συμ­φέ­ρει τῇ ψυ­χῇ σου.


* * *


ΕΛΕΓΑΝ γιὰ κά­ποι­ον ἀβ­βᾶ Ἀ­πολ­λὼ στὴν Σκή­τη, ὅ­τι ὡς κο­σμι­κὸς ἦ­ταν ἀ­γροῖ­κος τσο­πά­νης. Κι ὅ­ταν κά­πο­τε εἶ­δε στὸ χω­ρά­φι μιὰ γυ­ναί­κα ἔγ­κυ­ο, πα­ρα­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν δι­ά­βο­λο, εἶ­πε: «θέ­λω νὰ δῶ πῶς κά­θε­ται τὸ βρέ­φος μέ­σα στὴν κοι­λιά της.» Κι ἀ­φοῦ τὴν ἔ­σχι­σε, εἶ­δε τὸ βρέ­φος. Κι ἀ­μέ­σως τὸν πό­νε­σε δυ­να­τὰ ἡ καρ­διά του. Καὶ κα­τα­συν­τριμ­μέ­νος ἦλ­θε στὴ Σκή­τη καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στοὺς πα­τέ­ρες αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε. Τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη τοὺς ἄ­κου­σε νὰ ψέλ­νουν: «οἱ ἡ­μέ­ρες τῆς ζω­ῆς μας ἕ­ως ἑ­βδο­μήν­τα χρό­νια· κι ἂν εἴ­μα­στε δυ­να­τοί, ὀ­γδόν­τα. Τὰ πα­ρα­πά­νω κό­πος καὶ πό­νος.» Καὶ τοὺς εἶ­πε: «εἶ­μαι σα­ράν­τα χρο­νῶν καὶ μιὰ προ­σευ­χὴ δὲν ἔ­κα­μα. Καὶ τώ­ρα, ἂν ζή­σω ἄλ­λα σα­ράν­τα χρό­νια, δὲν θὰ παύ­σω νὰ προ­σεύ­χο­μαι στὸ Θε­ό νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σει τὶς ἁ­μαρ­τί­ες.» Καὶ δὲν ἔ­φτια­χνε τί­πο­τε πρὸς τὸ ζῆν μὲ τὰ χέ­ρια του· πα­ρὰ προ­σευ­χό­ταν πάν­το­τε λέ­γον­τας: «ὡς ἄν­θρω­πος ἁ­μάρ­τη­σα, ὡς Θε­ὸς λυ­πή­σου ­με.» Καὶ τού­τη ἡ προ­σευ­χὴ ἦ­ταν ἡ με­λέ­τη του μέ­ρα καὶ νύ­χτα. Ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ος ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­με­νε μα­ζί του· καὶ τὸν ἄ­κου­σε νὰ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε, σὲ ἐ­νό­χλη­σα· ἄ­σε μὲ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ λι­γά­κι.» Καὶ ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Θε­ὸς τοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὅ­λες τὶς ἁ­μαρ­τί­ες, ἀ­κό­μη καὶ ἐ­κεί­νη τῆς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­μα­θε κά­τι· καὶ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες τοῦ εἶ­πε ὅ­τι καὶ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα τοῦ παι­διοῦ σοῦ συγ­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ός· ἀλ­λὰ σὲ ἀ­φή­νει νὰ πο­νᾶς, ἐ­πει­δὴ αὐτὸ συμ­φέ­ρει τὴν ψυ­χή σου. (Με­τά­φρα­ση: Γ.Π.)



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 20.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Στρα­τῆς Τσίρ­κας: Τὰ κάλαντα



Στρα­τῆς Τσίρ­κας


Τὰ κά­λαν­τα


[Ἕ­να πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο δι­ή­γη­μα τοῦ Στρα­τῆ Τσίρ­κα.
Τό­πος: στὸ Κά­ϊ­ρο τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, τρί­α παι­διὰ ποὺ μό­λις ἔ­χουν πεῖ τὰ κά­λαν­τα, πέ­φτουν θύ­μα­τα λη­στεί­ας ἀ­πὸ μιὰ συμ­μο­ρί­α ντα­ή­δων. ΣτΕ]

 Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.

       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.

       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;

       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.

       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!

       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.

       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:

       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.

       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.

       — Τί λές, μω­ρέ!

       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.

       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.

       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.

       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».

       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.

       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.

       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).

Στρα­τῆς Τσίρ­κας  (23 Ἰ­ου­λί­ου 1911, Κά­ϊ­ρο-27 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1980, Ἀ­θή­να). Ἕλ­λη­νας συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς γιὰ τὴν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή του τρι­λο­γί­α Ἀ­κυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἡ χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη.