Τίνα Χρηστίδη: Τὰ σύκα-σύκα


Τί­να Χρη­στί­δη


Τὰ σύκα-σύκα


ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ τὴν κα­λο­και­ρι­νή, πάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιά, εὐ­θὺς μό­λις φτά­σεις στὴν κα­λύ­βα τὴν ἐ­ξο­χι­κή, ἐ­κεῖ θὰ τὸν πε­τύ­χεις. Σὲ λέ­νε Ἑ­λέ­νη. Θὰ σὲ ἀγ­κα­λιά­σει τὸ ἴ­διο στορ­γι­κὰ ὅ­πως καὶ πέ­ρυ­σι, ὅ­πως κά­θε χρό­νο ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ποὺ τὸν γη­ρο­κο­μεῖ ἡ για­γιά σου. Σὲ λέ­νε Ἰ­ω­άν­να. Θὰ πλη­σιά­σεις καὶ θὰ στα­θεῖς μπρο­στά του, κά­πως μα­κριά, πό­τε στὸ ἕ­να πό­δι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Σὲ λέ­νε Γε­ωρ­γί­α. Μὲ τὰ μά­τια θὰ ὀρ­γώ­σεις τὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου. Σὲ λέ­νε Ἐλ­πί­δα. Ἄ­ρα­γε τί ἀ­πέ­γι­νε ἡ περ­σι­νὴ ἀ­ρά­χνη ποὺ εἶ­χες ἐν­το­πί­σει στὸ κλα­δὶ νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει τρε­λα­μέ­νη; Σὲ λέ­νε Φα­τί­μα. Δυ­ὸ πό­δια ποὺ σὲ κλεί­νουν, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας θὰ γί­νει μου­στά­κι, μιὰ κί­τρι­νη γραμ­μὴ στὴ μέ­ση, σὰν οὐ­ρὰ πα­στω­μέ­νη. Σὲ πιά­νει ἡ λί­γδα. Νι­κο­τί­νη καὶ κρα­σί. Σὲ λέ­νε Λι­ούμ­πα. Τὰ ζα­ρω­μέ­να δά­χτυ­λα θὰ ἀ­νέ­βουν ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ φου­στα­νά­κι. Σὲ λέ­νε Ντε­νί­σα. Θὰ γρα­τζου­νή­σουν τὸ πλα­κὲ στῆ­θος, θὰ τρέ­μουν πά­νω ἀ­πὸ τὶς ρῶ­γες, θὰ τὶς τσιμ­πή­σουν ἐ­λα­φρά, κά­θε ποὺ τρα­βι­έ­σαι τὰ πό­δια θὰ σφίγ­γουν, μιὰ μέγ­γε­νη σὲ κλει­δώ­νει. Σὲ λέ­νε Κι­ράμ­πο. Πά­νω ποὺ κά­νεις νὰ φύ­γεις, μπρο­στά σου τὰ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῆς μά­νας. Στά ΄κο­ψα ἀ­π’ τὴ ρί­ζα, ἂν κά­νεις ὅ­τι ἁ­πλώ­νεις χέ­ρι σὲ κέ­ρα­σμα. Μὴ κά­νεις σὰ λι­μα­σμέ­νο. Ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε βο­ή­θεια νὰ λὲς μά­λι­στα. Ὄ­χι ναί. Μά­λι­στα. Μὴν ἀν­τι­μι­λᾶς. Νὰ εἶ­σαι φρό­νι­μη καὶ νὰ ἀ­κοῦς τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους.

        Πάν­τως σύ­κα δὲ θὰ ξα­να­φᾶς. Σοῦ φέρ­νουν ἐ­με­τό. Κι ἄς μὴ σὲ λέ­νε Σο­φί­α.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τί­να Χρη­στί­δη (1970). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς φι­λό­λο­γος στὴ μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ὡς με­τα­πτυ­χια­κὴ φοι­τή­τρια στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πά­νω στὶς Ἀ­ό­ρα­τες Πό­λεις τοῦ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτο­ρας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει βι­βλί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς γιὰ παι­διά, ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­­δρα­γό­ρας. Κεί­με­νά της καὶ βι­βλι­ο­κρι­τι­κὲς ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της.


Βασίλης Χουλιαρᾶς: Ἕνα περίεργο ὄνειρο


Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς


Ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο


ΠΕΣΕ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ καὶ εἶ­δε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο. Εἶ­δε ὅ­τι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι ὅ­που κοι­μό­ταν καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ ντου­λά­πι ὅ­που ἀ­πο­βρα­δὶς εἶ­χε λέ­ει κρύ­ψει ἕ­να τσε­κού­ρι. Ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ πῆ­ρε στὰ χέ­ρια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας.

        Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν ὅ­τι ἦ­ταν ὁ πιὸ κα­λο­συ­νά­τος ἄν­θρω­πος τοῦ κό­σμου, καὶ δὲν ἔ­πε­φταν ἔ­ξω. Πο­τέ του δὲν εἶ­χε πει­ρά­ξει οὔ­τε μύ­γα. Ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του ἤ­πι­ων τό­νων, προ­σπα­θοῦ­σε πάν­τα νὰ κι­νεῖ­ται ἐν­τὸς ὁ­ρί­ων καὶ νὰ μὴν προ­κα­λεῖ μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Πάν­τα συ­νε­πὴς στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του, πρῶ­τα στὸ σχο­λεῖ­ο, με­τὰ στὴ σχο­λή, στὸ στρα­τὸ καὶ τώ­ρα στὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α ὅ­που δού­λευ­ε. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ παν­τρεύ­τη­κε, ὄ­χι πὼς πρὶν ἔ­κα­νε κα­μιὰ ἄ­σω­τη ζω­ή, ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴ δου­λειὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ στὸ σπί­τι. Μὲ λί­γα λό­για, πρό­τυ­πο πο­λί­τη καὶ κα­λοῦ οἰ­κο­γε­νειά­ρχη.

       Στὸ δι­πλὸ κοι­μό­ταν ἀ­κό­μα ἡ ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ας γυ­ναί­κα του. Ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε καὶ τῆς ἔ­κα­νε ὅ­λα τα χα­τί­ρια ἀ­γόγ­γυ­στα. Ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν βρά­δυ, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πὸ κά­θε εἴ­δους συμ­βά­σεις. Μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ὅ,τι ἤ­θε­λε. Πράγ­μα­τα ποὺ ἄλ­λω­στε δὲ θὰ εἶ­χαν κα­μί­α οὐ­σι­α­στι­κὴ συ­νέ­πεια, μιᾶς καὶ τὸ πρω­ὶ θὰ ἦ­ταν ὅ­λα στὴ θέ­ση τους.

       Ἔ­τυ­χε λοι­πὸν νὰ κρα­τᾶ ἕ­να τσε­κού­ρι καὶ δί­πλα νὰ εἶ­ναι ἐ­κεί­νη. Ἔ­τσι, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ, σή­κω­σε τὸ τσε­κού­ρι ψη­λὰ καὶ τὸ κα­τέ­βα­σε στῆς γυ­ναί­κας τὸ σῶ­μα. Τὸ θέ­α­μα ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἦ­ταν ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κό, μὰ ὁ ἄν­θρω­πός μας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πρά­ξης του πα­ρὰ τρό­μα­ξε.

       Δὲν ἔ­μει­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸ ἔρ­γο του. Γρή­γο­ρα ἄ­φη­σε τὸ χά­ος τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ σα­λό­νι σκε­πτό­με­νος ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α καὶ νὰ δη­λώ­σει τὸ «φό­νο ποὺ δι­έ­πρα­ξε», ὅ­πως ἀν­τί­στοι­χα θὰ ἔ­κα­νε σὲ πα­ρό­μοι­α πε­ρί­πτω­ση ἂν ἦ­ταν ξύ­πνιος, μιᾶς καί, πα­ρό­λο ποὺ κοι­μό­ταν, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρέ­με­νε ἕ­νας εὐ­συ­νεί­δη­τος πο­λί­της.

       Ἐν συ­νε­χεί­α κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν κου­ζί­να. Σὲ ἕ­να ντου­λά­πι βρῆ­κε κά­τι ξη­ροὺς καρ­πούς, τοὺς πῆ­ρε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σα­λό­νι. Ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ξά­πλω­σε στὸν κα­να­πὲ πε­ρι­μέ­νον­τας. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ’ρ­θει νὰ τὸν μα­ζέ­ψει.

       Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν τό­σο ἀ­λη­θο­φα­νῆ. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα, γιὰ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἀ­νά­κρι­ση. Δὲν τοῦ ἔ­κα­νε καρ­διὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ ὅ­τι ἦ­ταν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας του. Εἴ­πα­με, ἐ­πρό­κει­το γιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ψυ­χή. Ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ παί­ξει μέ­χρι τέ­λους τὸ παι­χνί­δι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ ἄ­πει­ρες ἐ­ρω­τή­σεις για­τί τὴ σκό­τω­σε, θέ­λον­τας νὰ τοὺς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἀ­πέ­χθεια τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς τά­ξης γιὰ τὸ χά­ος καὶ τὴ μα­νί­α τους γιὰ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς κά­ποι­ου αἰ­τί­ου σὲ κά­θε φαι­νό­με­νο, τοὺς δή­λω­σε ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νε για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κού­ει νὰ ρο­χα­λί­ζει, ἐ­νῶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ψέ­μα, μιᾶς καὶ ἡ γλυ­κιά του πάν­τα κοι­μό­ταν ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα στὴν πλευ­ρά της, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι ἄλ­λο νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει.

       Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης τὸν εἶ­χαν λέ­ει κύ­ριο θέ­μα. Παν­τοῦ ἄ­κου­γε καὶ δι­ά­βα­ζε σχό­λια καὶ ἀ­να­λύ­σεις γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή του. Ἔγ­κρι­τοι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ γνω­στοὶ ψυ­χο­λό­γοι, πα­θο­λό­γοι μὲ εἰ­δι­κό­τη­τα στὸ ρο­χά­λι­σμα καὶ πο­λι­τι­κοί, κα­τα­σκευα­στὲς κρε­βα­τι­ῶν καὶ τρα­γου­δι­στές, τη­λε­ο­πτι­κοὶ μα­ϊν­τα­νοὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λοι μυ­στή­ριοι κα­τέ­θε­ταν τὴν ἔγ­κυ­ρη ἄ­πο­ψή τους. Ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν μὲ πά­θος ὅ­τι ἔ­φται­γαν τὰ στρώ­μα­τα καὶ ὁ δη­μο­σι­ο­ϋ­παλ­λη­λι­κὸς κώ­δι­κας, καὶ ἄλ­λοι ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση, τὸ μι­σθο­λό­γιο, ὁ ἔγ­γα­μος βί­ος, τὰ ἄ­στρα, ἡ παν­σέ­λη­νος. Τοὺς κοί­τα­ζε ὅ­πως πα­ρα­κο­λου­θεῖ κα­νεὶς μιὰ πα­ρά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α, ἂν καὶ δὲν τὸ θέ­λει, εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ες ἀ­κα­τα­νό­η­τες δε­σμεύ­σεις.

       Μό­νο στὴν αἴ­θου­σα τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου, τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἀ­να­κοι­νω­νό­ταν ἡ ποι­νὴ του —δὶς ἰ­σό­βια, ἐ­νῶ σύσ­σω­μος ὁ Τύ­πος ζη­τοῦ­σε τὴ θα­να­τι­κή του κα­τα­δί­κη– μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ, πα­ρό­λο ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ἔ­δει­χνε ἀ­πεί­θεια πρὸς τὸ δι­κα­στή­ριο, ξέ­σπα­σε σὲ τραν­τα­χτὰ γέ­λια σκε­πτό­με­νος τί ἐν­τύ­πω­ση θὰ ἔ­κα­νε στοὺς γνω­στούς του αὐ­τὴ ἡ ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­πλα­σε ἐν ὑ­πνώ­σει τὸ μυα­λό του, ὅ­ταν θὰ τὴ δι­η­γι­ό­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα.

       Ὅ­μως ἡ ἐν λό­γῳ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὴν ἑ­πό­με­νη ἔκ­δο­σή τους μὲ πρω­το­σέ­λι­δους τί­τλους οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες νὰ ἀ­πο­φαί­νον­ται ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πός μας ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἑ­νὸς αἱ­μο­στα­γοῦς καὶ ἀν­θρω­πό­μορ­φου τέ­ρα­τος.

       Τώ­ρα στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα τῆς φυ­λα­κῆς ποὺ κρα­τεῖ­ται πε­ρι­μέ­νει πό­τε ἐ­πι­τέ­λους θὰ τε­λει­ώ­σει τὸ ὄ­νει­ρό του καὶ ἀ­πο­φεύ­γει μιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἰ­δέ­α ποὺ σι­γὰ-σι­γὰ ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρι­βε­λί­ζει τὸ μυα­λό.



Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς (1974). Σπού­δα­σε στὸ ΕΜΠ. Ζεῖ στὸ Μεσ­σο­λόγ­γι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Οἱ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ πρὶν τὸν ὕ­πνο (2012, Γα­βρι­η­λί­δης). Πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α.


Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков): Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο



Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

(Синята хрисантема)


ΜΑΣΤΑΝ ΤΡΕΙΣ. Ἐ­γώ, ὁ Βδέλ­λας κι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Μα­ζευ­ό­μα­σταν στὴν τα­βέρ­να τοῦ Στά­μου τοῦ Τυ­φλοῦ, ὅ­που χαρ­το­παί­ζα­με μέ­χρι ἀρ­γά. Καὶ ἐ­κεῖ, ξο­δεύ­α­με σχε­δὸν ὅ­λα μας τὰ λε­φτά. Δι­ό­τι δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ού­μα­σταν μὲ μι­κρο­πο­σά. Σὲ μιὰ γύ­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­πρε­πε νὰ πον­τά­ρει του­λά­χι­στον εἴ­κο­σι λέ­βα. Αὐ­τὸ γι­νό­ταν στὴν ἀρ­χὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸ κρα­σὶ φούν­τω­νε τὰ κε­φά­λια μας, βά­ζα­με κι ἀ­πὸ πε­νῆν­τα, ἀ­κό­μα καὶ ἑ­κα­τό. Ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν κέρ­δι­ζα. Οὔ­τε κι ὁ Βδέλ­λας. Ὅ­λα μας τὰ λε­φτά, τὰ σά­ρω­νε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μ’ ἕ­ναν ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ἔ­παι­ζε στὰ δά­χτυ­λά του τὴν κα­τα­στρο­φι­κὴ αὐ­τὴ τέ­χνη τῶν χαρ­τι­ῶν.

       Ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση τῆς σπον­δυ­λι­κῆς στή­λης καὶ ἦ­ταν τό­σο καμ­που­ρια­στός, ποὺ ὅ­ταν παί­ζα­με, μό­νο τὸ κε­φά­λι του ἐ­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι. Στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο πρό­σω­πό του ξε­χω­ρί­ζα­νε δύ­ο τε­ρά­στια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε ἀ­γρι­ω­πὰ στὴν πα­ρα­μι­κρή μας ἐ­πι­τυ­χί­α. Καὶ αὐ­τὴ ἡ λάμ­ψη στὰ μά­τια του, ἀ­κού­σια μᾶς ἀ­πο­θάρ­ρυ­νε καὶ χά­να­με τὴ ρο­ὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἄρ­χι­ζε νὰ γε­λά­ει φαρ­μα­κε­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­γα­με τὴ βρα­χνὴ φω­νή του νὰ στριγ­γλί­ζει:

       — Ἄσ­σος, Ἐν­νιὰ κού­πα, Ρή­γας σπα­θί! Καὶ κέρ­δι­ζε.

       Ὅ­μως, ἐ­γὼ καὶ ὁ Βδέλ­λας τοῦ τὴ στή­να­με ἀ­πὸ και­ρό. Καὶ ἔ­τσι ἕ­να βρά­δυ, ἔ­χα­σε. Ἔ­χα­σε ὅ­λα τὰ λε­φτά του. Ἐ­μεῖς, πή­ρα­με τό­ση χα­ρά, ποὺ δὲν στα­μα­τού­σα­με νὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τὸν Ἑ­σπε­ρι­νό.

       Ἐ­κεῖ­νος σι­ω­ποῦ­σε. Τὰ μά­τια του καί­γα­νε ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή. Καὶ ὅ­ταν τὰ πει­ράγ­μα­τά μας ξε­πέ­ρα­σαν πιὰ κά­θε ὅ­ριο ἀ­νο­χῆς, τὸ πρό­σω­πό του κοκ­κί­νη­σε ἀ­πὸ θυ­μό, χτύ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ εἶ­πε:

       — Γιὰ νὰ δοῦ­με! Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ἀ­κό­μα ποι­ός εἶ­ναι ὁ νι­κη­τής!

       — Μά, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χεις λε­φτά! ξε­φώ­νη­σε ὁ Βδέλ­λας. Δὲν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ παί­ξεις!

       — Πῶς; Ἐ­γὼ θὰ πον­τά­ρω κά­τι ἄλ­λο, θὰ στοι­χη­μα­τί­σω ὅ,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἔ­χω! ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ ἔ­ψα­ξε στὴν τσέ­πη του.

       Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, πε­ρι­μέ­να­με νὰ δοῦ­με κά­τι πο­λύ­τι­μο, κά­τι, τε­λο­σπάν­των, ποὺ νὰ ἦ­ταν ἀ­ξί­ας. Ὅ­μως, πρὸς με­γά­λη μας ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μι­κρό, δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι του ἕ­να γα­λά­ζιο, μα­ρα­μέ­νο χρυ­σάν­θε­μο.

       — Χά, χά, χά! ἔ­βα­λα τὰ γέ­λια. Μὰ αὐ­τὸ δὲν ἀ­ξί­ζει οὔ­τε δυ­ὸ λέ­βα!

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ποῦ ἔ­χεις; ρώ­τη­σε ὁ Βδέλ­λας.

       — Ὅ­μως ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός μᾶς κοί­τα­ξε μὲ τέ­τοι­ο μί­σος, τὰ μά­τια του ἀ­στρά­φτα­νε τό­σο, μὰ τό­σο τρο­με­ρά, ποὺ ἐ­μεῖς ἀ­πρό­θυ­μα συ­νε­χί­σα­με τὸ παι­χνί­δι. Ἀλ­λὰ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ἔ­χα­σε καὶ τού­τη τὴ φο­ρά. Ἐ­γὼ κέρ­δι­σα τὸ χρυ­σάν­θε­μο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε γιὰ μέ­να τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­ξί­α. Καὶ θὰ τὸ ἔ­δι­να πά­λι στὸν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἂν μιὰ συμ­φω­νί­α δὲν ὅ­ρι­ζε πάν­τα τὸ παι­χνί­δι μας: νὰ μὴν ὑ­πάρ­ξει καμ­μί­α ὑ­πο­χώ­ρη­ση, ἔ­στω καὶ με­ρι­κή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ κερ­δή­θη­κε. Καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸν λό­γο ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­βο­ή­θη­τος καὶ προ­σβε­βλη­μέ­νος, ὅ­ταν ἐ­γὼ μά­ζε­ψα τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.

       Καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα γί­να­με ἐ­χθροί. Μὲ μι­σοῦ­σε, τό ’­ξε­ρα. Φαι­νό­τα­νε στὸ βλέμ­μα του. Πα­ρό­λα αὐ­τά, συ­νε­χί­ζα­με νὰ μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν τα­βέρ­να καὶ νὰ παί­ζου­με χαρ­τιά. Καὶ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­χα­νε, πάν­τα ἔ­χα­νε. Δι­ό­τι ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας τοῦ εἴ­χα­με στή­σει ὡ­ραί­α πα­γί­δα. Σὲ ποι­ά πο­νη­ριά, ὅ­μως, εἴ­χα­με κα­τα­φύ­γει γιὰ νὰ κερ­δί­σου­με, αὐ­τὸ δὲν πρό­κει­ται πο­τέ μου νὰ τὸ πῶ. Θὰ ντρό­πια­ζα κι ἐ­μέ­να καὶ τὸν φί­λο μου.

       Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς δὲν ἦρ­θε. Δὲν ἦρ­θε οὔ­τε καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο. Μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Φι­λι­κὸ χρέ­ος μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ πᾶ­με νὰ τὸν δοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Πι­θα­νῶς, ἡ πα­ρου­σί­α μου νὰ τοῦ ξυ­πνοῦ­σε τὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση γιὰ τὸ χρυ­σάν­θε­μο. Καὶ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ πά­ω, ἂν ὁ Βδέλ­λας δὲν μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸ ζό­ρι.

       Οἱ φό­βοι μου ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν. Μό­λις μὲ εἶ­δε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, πή­δη­ξε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ φώ­να­ξε:

       — Βρω­μιά­ρη, χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ!

       — Ἑ­σπε­ρι­νέ, ἄ­κου με —εἶ­πα ἐ­γὼ— καὶ μὴ μοῦ θυ­μώ­νεις! Ξέ­ρεις, ὅ­τι…

       — Χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ! – οὔρ­λια­ξε πά­λι καὶ ἅρ­πα­ξε τὸ ψα­λί­δι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ κο­μο­δί­νο του. Τό­τε ἐ­γὼ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       Με­τὰ ὁ Βδέλ­λας μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἦ­ταν βα­ριὰ ἄρ­ρω­στος καὶ κά­θε ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τεῖ, ἤ­τα­νε χα­μέ­νη.

       Καὶ πραγ­μα­τι­κά, πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ πα­ρα­πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό.

       Καὶ μεί­να­με οἱ δυ­ό μας. Ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας. Πη­γαί­να­με, ὅ­μως, ξα­νὰ στὴν τα­βέρ­να καὶ συ­νε­χί­ζα­με τὴ χαρ­το­παι­ξί­α μας. Καὶ κέρ­δι­ζε πό­τε ὁ ἕ­νας καὶ πό­τε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­τσι, ποὺ οἱ χα­σοῦ­ρες μας δὲν γί­νον­ταν αἰ­σθη­τές.

       Μιὰ φο­ρά, ἤ­πια­με κρα­σὶ πα­ρα­πά­νω. Ἀρ­χί­σα­με νὰ πον­τά­ρου­με με­γά­λα πο­σά. Καὶ κέρ­δι­ζα. Δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες, τὸ παι­χνί­δι ἦ­ταν μὲ τὸ μέ­ρος μου. Ἀλ­λά, ἕ­να μοι­ραῖ­ο γύ­ρι­σμα καὶ…. ὁ Βδέλ­λας μὲ ξε­τί­να­ξε.

       Ἔ­χα­να. Γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ ὅ­μως τὴ δι­ά­θε­σή μου, δὲν ἔ­παυ­α νὰ γε­μί­ζω μὲ κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου. Νευ­ρι­α­σμέ­νος καὶ φουν­τω­μέ­νος, κο­πα­νοῦ­σα τὸ ἕ­να φύλ­λο με­τὰ τὸ ἄλ­λο ἐ­πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Μὰ αὐ­τὸ δὲν βο­η­θοῦ­σε.

       Ὁ Βδέλ­λας, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κέρ­δι­ζε ἔ­ρι­χνε σὲ βά­ρος μου ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὲς κο­ρο­ϊ­δί­ες, γε­λών­τας μι­κρό­ψυ­χα καὶ φαρ­μα­κε­ρά. Καὶ σὲ μιὰ στιγ­μή, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο τὸ ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ κά­που. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο καὶ τὴ φρί­κη, μοῦ ‘πέ­σαν τὰ χαρ­τιά. Ἀ­πέ­ναν­τί μου στε­κό­ταν ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Τὰ μά­τια του, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες, φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή, καὶ μοῦ ψιθύ­ρι­ζε:

       — Συ­νέ­χι­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ παί­ζεις!

       Κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­σα τὸ παι­χνί­δι, ἐ­πει­δὴ ἡ φω­νὴ του τὸ πρό­στα­ζε.

       Ἔ­χα­να. Δὲν μοῦ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει πα­ρὰ με­ρι­κὰ λέ­βα. Καὶ τό­τε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, γέ­λα­σε βρον­τε­ρὰ καὶ φώ­να­ξε:

       — Πόν­τα­ρε τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο!

       Ἐ­γὼ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω. Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο ἄ­ρα­γε θὰ μὲ γλύ­τω­νε; Ἢ μή­πως τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο θὰ ἀ­φά­νι­ζε κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως ἀ­φά­νι­σε κά­πο­τε καὶ τὸν ἴ­διο;

       Ἔ­βγα­λα τὸ χρυ­σάν­θε­μο καὶ τὸ πόν­τα­ρα. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γι­νε. Στὰ ἀ­φτιά μου ἠ­χοῦ­σε καὶ πά­λι τὸ γέ­λιο τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ἐ­γὼ γέ­μι­ζα τὰ πο­τή­ρια τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο καὶ ἔ­πι­να. Κά­πως ἔ­τσι μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος.

       Τὸ πρω­ί, μό­λις ξύ­πνη­σα, ὁ τα­βερ­νιά­ρης μοῦ δή­λω­σε ὅ­τι ὁ Βδέλ­λας σά­λε­ψε. Καὶ πά­νω στὴν τρέ­λα του, ἔ­λε­γε ὅ­τι τὴ νύ­χτα, παί­ζον­τας στὰ χαρ­τιά, κέρ­δι­σε ἀ­πὸ τὸν Ἑ­σπε­ρι­νὸ ἕ­να γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.


1922


Πη­γή: https://chitanka.info/text/1586-sinjata-hrizantema

Ὁ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» (Стрелец) μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» (diabolism), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α – Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶ­ς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Κατερίνα Κοντοπούλου: Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βάλτου

 

Κατερίνα Κον­το­πού­λου


Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βάλ­του


ΟΙΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ στὸν κα­θρέ­φτη. Ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἀλ­λά­ζεις, δο­κι­μά­ζεις, ἐ­πι­στρέ­φεις στὰ πα­λιὰ ἢ πε­ρί­που στὰ πα­λιὰ ἢ πο­τὲ πί­σω στὰ πα­λιά. Ὅ­σο πιὸ νέ­ος τό­σο πιὸ πολ­λά τὰ πο­τὲ ξα­νά. Ἐλ­πί­ζεις γιὰ κά­ποι­α οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη ἀλ­λα­γή, μιὰ κα­λυ­τέ­ρευ­ση, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ θὰ σοῦ προσ­δώ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον. Κοι­τᾶς μέ­χρι νὰ βα­ρε­θεῖς νὰ κοι­τᾶς. Κου­βα­λᾶς εἴ­κο­σι, τριά­ντα χρό­νια καὶ βά­λε ἕ­να κορ­μὶ γε­μά­το πλη­γές, ἕλ­κη, ἐκ­δο­ρές, ἐκ­χυ­μώ­σεις, κιρ­σούς, κυτ­τα­ρί­τι­δα, ρα­γά­δες, ἐ­λι­ές, κοκ­κι­νί­λες, μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, ἀλ­λοῦ λι­πα­ρό­τη­τα, ἀλ­λοῦ ξη­ρό­τη­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ προ­τι­μοῦ­σες – πι­τυ­ρί­δα, ψω­ρί­α­ση, κο­ψί­μα­τα, ἐκ­ζέ­μα­τα, ἀλ­λοῦ πρη­ξί­μα­τα, ἀλ­λοῦ βα­θου­λώ­μα­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ εὐ­χό­σουν – ἕ­να κα­τ’ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση ἀ­τε­λὲς σῶ­μα ἐ­νῶ οἱ γο­νεῖς σου ὁρ­κί­ζον­ταν τὸ ἀν­τί­θε­το, «ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις, θά…».

        Ὁ­πό­τε με­ρι­κὲς φο­ρὲς πρέ­πει νὰ πά­ρεις τὴν κα­τά­στα­ση στὰ χέ­ρια σου. Παίρ­νεις ἀ­νά­σα καὶ κά­νεις βου­τιὰ στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη. Δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ὄ­μορ­φο θέ­α­μα, οὔ­τε εὔ­κο­λη ἀ­πό­φα­ση. Ἕ­νας λάκ­κος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση μοιά­ζει μὲ λί­μνη γε­μά­τη ἀρ­γὸ τσι­μέν­το ποὺ ἀ­να­δί­δει θειά­φι. Ξε­χω­ρί­ζουν κε­φά­λια πα­σα­λειμ­μέ­να καὶ αὐ­τὰ μὲ τὴν λά­σπη στὰ μαλ­λιὰ καὶ στὸ πρό­σω­πο, μιὰ ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη φυ­λὴ τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου, ἐ­λα­φρῶς ξαφ­νι­α­σμέ­νη ἀ­κό­μα, κα­θὼς κά­ποι­ος τυ­φώ­νας τὴν ξε­ρί­ζω­σε ἀ­πὸ τὸ Πε­ροὺ καὶ πέ­τα­ξε τοὺς ἄλ­λο­τε πο­λε­μι­στὲς στὴν Αἰ­δη­ψό, στὶς Κρη­νί­δες ἢ στὸ Κιλ­κὶς γιὰ λα­σπό­λου­τρα, χα­λα­ροὺς καὶ πα­ρο­πλι­σμέ­νους.

        Ἀ­κό­μα ἕ­να κε­φά­λι καὶ ἐ­σὺ μέ­σα στὴν βε­λου­τὲ σού­πα, συ­στή­νε­σαι βά­σει ἰ­α­τρι­κοῦ φα­κέ­λου: «Γρη­γό­ρης, πό­νο στὸν γο­φό», «Βα­σι­λι­κή, ρευ­μα­το­πά­θει­ες». Οἱ πα­θή­σεις σπᾶ­νε τὸν πά­γο, οἱ ὁ­μι­λοῦ­σες κε­φα­λὲς δὲν στα­μα­τᾶ­νε τὴν ψι­λο­κου­βέν­τα, ἡ συ­ζή­τη­ση γί­νε­ται κου­βέρ­τα, με­τα­τρέ­πει τὸν χῶ­ρο σὲ κα­φέ, σὲ ἑ­στι­α­τό­ριο, σὲ μπάρ, σὲ πε­ρί­γυ­ρο ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ­τι­δή­πο­τε γιὰ νὰ ξε­χά­σεις τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κά­τω ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ εἶ­σαι μα­ζὶ μὲ ἀ­γνώ­στους ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ γυ­μνὸς γιὰ ἰ­α­τρι­κοὺς σκο­πούς. Ἄ­ρα­γε τώ­ρα ποὺ μι­λᾶς γιὰ τὸ αὐ­χε­νι­κό σου σύν­δρο­μο κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ἀγ­γί­ζε­ται;

       Κά­πο­τε, ἀ­φή­νε­σαι. Δὲν σὲ ἐ­νο­χλεῖ πιὰ τὸ θειά­φι στὰ ρου­θού­νια σου, δὲν τρα­βὰ ἡ λά­σπη τὸ δέρ­μα ὅ­σο ξε­ραί­νε­ται πά­νω σου, βρί­σκεις μιὰ ἐ­σο­χή, σκά­βεις τὰ μα­λα­κὰ τοι­χώ­μα­τα γιὰ νὰ στα­θεῖς πιὸ ἄ­νε­τα, φτιά­χνεις πη­γα­δά­κια στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ γούρ­να μὲ ὅ­σους συ­να­σθε­νεῖς μπο­ρεῖς νὰ ἀν­ταλ­λά­ξεις δυ­ὸ κου­βέν­τες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νη­θί­ζεις τὴν  θερ­μο­κρα­σί­α, τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τῶν ὁ­μοι­ό­μορ­φα κα­λυμ­μέ­νων σω­μά­των, τὴν γύ­μνια, τὴν λά­σπη νὰ γαρ­γα­λά­ει τὶς πα­τοῦ­σες. Ὁ πό­νος στοὺς γο­φοὺς μα­λα­κώ­νει, ὁ κνη­σμὸς φεύ­γει, οἱ ρυ­τί­δες λει­αί­νον­ται, οἱ οὐ­λὲς κλεί­νουν, τὰ ἐκ­ζέ­μα­τα ὑ­πο­χω­ροῦν. Ἀ­πο­τολ­μᾶς με­ρι­κὲς ἁ­πλω­τές. Κα­λω­σο­ρί­ζεις τοὺς και­νούρ­γιους στὸν λάκ­κο, ἀ­πο­κτᾶς τὸν ἀ­έ­ρα μιᾶς κά­ποι­ας ἐμ­πει­ρί­ας. Σχε­διά­ζεις στὸ γκρί­ζο πρό­σκαι­ρο δέρ­μα σου ἑ­λι­κο­ει­δῆ σχή­μα­τα, ψά­ρια, γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια, θυ­μᾶ­σαι τὶς σχο­λι­κὲς ζω­γρα­φι­ές σου καὶ τὶς πρῶ­τες κα­τα­σκευ­ὲς μὲ πλα­στε­λί­νη.

        Καὶ ὅ­ταν εἶ­σαι ἕ­τοι­μος, μὲ στέ­ρε­α βή­μα­τα ἀ­φή­νεις τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μά σου στὰ χα­λί­κια καὶ γυρ­νᾶς στὸ γνω­στό σου δω­μά­τιο, ἕ­να τέ­λει­ο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἄ­γαλ­μα. Μέ­χρι νὰ ξε­πλύ­νεις τὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη ἀ­πὸ πά­νω σου.  Καὶ πά­λι νὰ ἐ­πι­στρέ­φεις.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κα­τε­ρί­να Κον­το­πού­λου (Κα­βά­λα). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ καὶ συ­νέ­χι­σε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε γιὰ δύο χρό­νια μὲ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ δή­μου Μο­σχά­του ὡς συν­τά­κτρια τῆς στή­λης «Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Οὐ­ρα­νί­σκου» καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὸν δη­μό­σιο το­μέ­α.

 

Ἰωάννα Ἀμπατζῆ: Τὶ χρωστάω;


Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζὴ


Τὶ χρωστάω;

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ τὰ κα­πνὰ εἶ­χαν πά­ει κα­λά. Κα­τε­βαί­να­με Ἀ­θή­να νὰ πλη­ρω­θοῦ­με. Ὅ­λοι χω­ριά­τες ἤ­μα­σταν. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο φί­σκα, πολ­λὲς οἱ ὧ­ρες, ἐ­σκά­γα­με. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἔ­κα­νε πα­ρά­σι­τα, ἡ κε­ραί­α ἔ­φται­γε. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­βα­λε Τσι­τσά­νη. Μοῦ θύ­μι­σε τὴν Κι­κή. Δὲν τὴν ἤ­θε­λε γιὰ νύ­φη ἡ μα­κα­ρί­τισ­σα, ἦ­ταν φτω­χή, ἔ­λε­γε, δι­ώ­ξ’ τη. Εἶ­χε πά­ει Γερ­μα­νί­α ἐρ­γά­τρια, ἔ­τσι μοῦ ’­χαν πεῖ. Εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἡ μά­να μου ἔ­φται­γε.

        Φτά­νου­με Ἀ­θή­να, κα­τε­βαί­νου­με κέν­τρο. Ὁ κα­πνέμ­πο­ρος μᾶς πλη­ρώ­νει, κα­λά τα λε­φτά. Κά­νου­με τὴ μοι­ρα­σιά, κα­θό­μα­στε γιὰ ρε­τσί­να, τὰ τσού­ζου­με.

        Πᾶ­με νὰ τὸ γλεν­τή­σου­με στὴ Φυ­λῆς; Λέ­νε οἱ ἄλ­λοι δύ­ο.

              Γε­μά­τα τὰ πορ­το­φό­λια μας, ἄρ­χον­τες. Πᾶ­με.

        Τὸ μπουρ­δέ­λο ἄ­δει­ο. Εἶ­ναι νω­ρίς, ἀ­κό­μα. Ἀ­κού­ω πά­λι Τσι­τσά­νη. Ἦ­ταν δι­α­χρο­νι­κός, αὐ­τὸ ἔ­φται­γε. Μπαί­νω στὸ δω­μά­τιο. Με­ταλ­λι­κὸ κρε­βά­τι, τσα­λα­κω­μέ­να σεν­τό­νια, ἡ κο­πέ­λα μι­κρή. Εἴ­κο­σι λε­πτά. Βγαί­νω.

        Βλέ­πω τοὺς ἄλ­λους νὰ πλη­ρώ­νουν. Παίρ­νω σει­ρά. Βγά­ζω ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου ἕ­να μά­τσο κα­το­στά­ρι­κα δι­πλω­μέ­να.

        Τί χρω­στά­ω; τῆς λέ­ω.

        Λέ­ει, τί­πο­τα, κύ­ρι­ε.

        Μά, πῶς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, πό­σα θές, ἐ­πι­μέ­νω.

        Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, Δη­μή­τρη, δὲν θὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ τὴν κό­ρη σου.

        Τὴν κοι­τά­ω. Τὴ βλέ­πω. Δὲν εἶ­χε φύ­γει Γερ­μα­νί­α, δὲν εἶ­χε γί­νει ἐρ­γά­τρια. Ἐ­γὼ ἔ­φται­γα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πό­φοι­τος Γαλ­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, μὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Θε­α­τρο­λο­γί­α καὶ τὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­γρα­φί­α καὶ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση. Ἔρ­γα της, ἀ­το­μι­κὰ ἢ συλ­λο­γι­κά, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρους ἐκ­δο­τι­κούς. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πα­ρά­θυ­ρα (ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἔκδ. Μο­λύ­βι, 2014).


Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Ὁ Θάνατος



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Ὁ Θάνατος

(καὶ ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ ζω­ή)


ΝΑΣ ΚΙΝΕΖΟΣ μαν­δα­ρί­νος πρό­τει­νε κά­πο­τε στὸν κυ­βερ­νή­τη μιᾶς ἐ­παρ­χί­ας ἕ­να μέ­τρο ποὺ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ υἱ­ο­θε­τη­θεῖ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ θύ­μα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ κε­φά­λι στὸ κού­τσου­ρο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ὁ δή­μιος νὰ τὸ ἀ­πο­κό­ψει, ἔ­φτα­νε καλ­πά­ζον­τας ἕ­νας πλου­μι­σμέ­νος ἱπ­πέ­ας καὶ φώ­να­ζε: «Στα­μα­τῆ­στε! Ὁ Ἄρ­χον­τας ἔ­δω­σε χά­ρη στὸν κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.» Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ὑ­πέρ­τα­της εὐ­φο­ρί­ας ὁ δή­μιος ἔ­κο­βε τὸ κε­φά­λι τοῦ εὐ­τυ­χι­σμέ­νου θνη­τοῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 339.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.



		

	

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Ἡ συνάντηση



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Ἡ συ­νάν­τη­ση


ΥΝΑΝΤΙΟΜΑΣΤΑΝ κά­θε φο­ρὰ σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρα­λί­α. Ἡ τε­λευ­ταί­α, ἡ κα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­λες, ἦ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, ὅ­που ρι­ψο­κίν­δυ­νοι σέρ­φερ κα­βα­λί­κευ­αν τὰ ἄ­γρια κύ­μα­τα ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ πει­να­σμέ­νων καρ­χα­ρι­ῶν.

       Φθά­να­με πάν­τα μὲ τὸ ἴ­διο ναυ­λω­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­το καὶ μὲ τὸν ἴ­διο σο­φέρ. Κα­θό­μα­σταν σὲ κά­ποι­ο κα­φὲ δί­πλα στὸ κύ­μα. Ἐ­γὼ πα­ράγ­γελ­να πα­γω­μέ­νη μπύ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

       Εἴ­χα­με πλέ­ον ἐ­ξαν­τλή­σει πλῆ­θος δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­κτῶν. Τὸ πρά­μα εἶ­χε κα­ταν­τή­σει ἀ­νια­ρό.

       — Μοι­ά­ζου­με μὲ ἥ­ρω­ες φὶλμ νου­άρ, δὲ νο­μί­ζεις;

       — Μὰ ποῦ τὸ βρί­σκεις τὸ μαῦ­ρο μέ­σα σὲ τό­σο γα­λά­ζιο;

       Σκέ­φτη­κα νὰ κρα­τή­σω τὴ σι­ω­πή μου, μιᾶς καὶ ἀ­κου­γό­ταν πλέ­ον ὁ­λο­κά­θα­ρα ὁ ρόγ­χος τοῦ σο­φέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (Ἀ­θή­να, 1980). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Παρακολούθησε σεμινάριο Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Δήμου Ἀθη­ναί­ων (2017-2019).



		

	

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna): Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους



Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna)


Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους

(El sentenciado a diez muertes)


ΚΕΙΝΟΣ ὁ πε­ρι­πλα­νώ­με­νος ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴν γῆ, ἐ­πέ­στρε­ψε μιὰ μέ­ρα στὴν πό­λη του. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α τὸν ρώ­τη­σε πὼς τὸν ἔ­λε­γαν, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος μὲ ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἄ­ξι­ζαν τὴν προ­σο­χή του, αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Ἔ­τσι τὸν ἔ­βα­λαν στὴν φυ­λα­κή, τὸν τύ­λι­ξαν σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ καὶ ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­καν ὅ­λες οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες, τὸν κα­τα­δί­κα­σαν δέ­κα φο­ρὲς σὲ θά­να­το γιὰ δέ­κα ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα ἐγ­κλή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­χαν βρεῖ τὸν δρά­στη καὶ τὸν σκό­τω­σαν μό­νο μιὰ φο­ρά, δι­ό­τι δὲν γι­νό­ταν ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ὁ­ρι­στι­κό. Αὐ­τός, ὁ κα­κό­μοι­ρος ἄν­τρας ποὺ δὲν εἶ­χε δι­α­πρά­ξει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δι­δαν, μέ­χρι ποὺ με­τα­νό­η­σε στὸ τέ­λος.

       Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀ­να­κου­φί­στη­κε δι­ό­τι, ὄ­χι μό­νο εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν δύ­στυ­χο κα­λὸ ἄν­τρα «ποὺ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του» ἀλ­λὰ εἶ­χε φέ­ρει εἰς πέ­ρας τὴν δι­α­λεύ­καν­ση ἐ­κεί­νων τῶν ἐγ­κλη­μά­των ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν ἀ­τι­μώ­ρη­τα, ἔχοντας ἐ­πί­σης δι­και­ώ­σει τὸ ἀ­ξί­ω­μά της «Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θρι­αμ­βεύ­ει».



Πη­γή: Antologia del microrrelato espanol (1906-2011), el cuatro genero narativo, Catedra Letras Hispanicas, 2013.

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna) γεν­νή­θη­κε τὸ 1888 στὴ Μα­δρί­τη καὶ πέ­θα­νε τὸ 1963 στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες. Συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 100 βι­βλί­α: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια, βι­ο­γρα­φί­ες καὶ θε­α­τρι­κά. Πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ξε­χώ­ρι­σε καὶ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας ὡς ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς γκρεγ­κε­ρί­ας (λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­κῆς του ἐ­πι­νό­η­σης ποὺ συν­δυά­ζει τὴν με­τα­φο­ρὰ μὲ τὸ χι­οῦ­μορ) καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου τρό­που ζω­ῆς του, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μὲ μιὰ κέ­ρι­νη κού­κλα ποὺ ἀ­γό­ρα­σε καὶ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.



		

	

Μά­γδα Κόσ­συ­βα: Χέρια

 



Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Χέ­ρια


Η ΘΕΛΙΑ ἔ­κο­βε χέ­ρια. Γεν­νή­θη­κε στὴν Μα­δρί­τη τὸ 1985.

       Δὲν δι­α­μέ­λι­ζε πάν­τα ἀν­θρώ­πους, μό­νο τὰ τε­λευ­ταῖ­α τέσ­σε­ρα χρό­νια. Δί­δα­σκε ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης. Κά­θε Μάρ­τη τε­λοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νου γιὰ τὰ χέ­ρια ποὺ εἶ­χε κα­θαι­ρέ­σει. Ἄ­να­βε κε­ριά, πή­γαι­νε στὴν βι­τρί­να μὲ τὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­κά­στο­τε θα­νόν­τος, ἔ­λε­γε κά­ποι­α λό­για γιὰ τὸν ἐ­κλι­πόν­τα καὶ το­πο­θε­τοῦ­σε μιὰ προ­σφο­ρὰ ποὺ θὰ τὸν ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ε.

       Ἤ­πι­ε ἕ­να ἀ­κό­μα κο­νιάκ, τώ­ρα στέ­κον­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Μα­έ­στρο.

       Τί ὑ­πέ­ρο­χα χέ­ρια!

       Ἂν καὶ ἀ­νῆ­καν σὲ ἄν­τρα με­γα­λύ­τε­ρο τῆς μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χαν χρῶ­μα καὶ σχῆ­μα παι­δι­κό. Χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι πλα­δα­ρὰ ἦ­ταν εὔ­πλα­στα, ἀ­νοι­χτὰ στὴν ἐ­ναλ­λα­γὴ σχη­μά­των. Ἀ­κό­μα κι ὅ­σο ζοῦ­σαν ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν ἤ­δη τα­ρι­χευ­τεῖ. Τό­ση τε­λει­ό­τη­τα δὲν ταί­ρια­ζε στὴν ζω­ή.

       Βέ­βαι­α στὴν πε­ρί­πτω­σή τους, ὁ κα­νό­νας ἀ­ναι­ροῦν­ταν, για­τὶ πο­λὺ ἁ­πλὰ δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α ἂν ἦ­ταν δύ­σμορ­φα ἢ γε­μά­τα κά­λους, τὰ χέ­ρια αὐ­τὰ ἔ­γρα­φαν νό­τες, τὶς πέ­τα­γαν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὶς μοί­ρα­ζαν σὲ ἔγ­χορ­δα, πνευ­στὰ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σὲ φω­νη­τι­κὲς χορ­δές. Ἐ­να­πό­θε­σε μπρο­στά τους ἕ­να βι­νύ­λιο μὲ τὸ Canzone Del Mal Di Luna.

       Χαί­ρο­μαι ποὺ κά­να­με ἔ­στω μιὰ χει­ρα­ψί­α καὶ ἂς ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α σου.

       Ἡ Θέ­λια ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο, κρά­τη­σε ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ καὶ σκέ­φτη­κε πό­σα χέ­ρια δὲν θὰ εἶ­χαν κο­πεῖ, ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.



Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.