Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια


Στὸν Γι­ῶρ­γο Πρίμ­πα


ΡΥΩΝΕ. Ἔ­κα­νε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του μὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Τὰ ξα­νά­κλει­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι τὰ εἶ­χε κὰν ἀ­νοί­ξει πρίν. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἔ­κλει­σε σφι­χτὰ τού­τη τὴ φο­ρὰ τὰ μά­τια του καὶ γλά­ρια­σε. Ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο τὸν ἔ­βγα­λε ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἄρ­χι­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ σκού­ζει καὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται. Τρό­μα­ξε, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ κα­λο­κα­τα­λά­βει τί ἔ­λε­γε. Ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ «βού­λω­σ’ τὸ στό­μα σου, μᾶς ἀ­κοῦ­νε τό­σοι ξέ­νοι», ἀλ­λὰ δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα. Εὐ­τυ­χῶς οἱ στριγ­κλι­ὲς κό­πη­καν μα­χαί­ρι με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ ξε­ροὺς χτύ­πους.

       Ἔ­κα­νε ν’ ἀλ­λά­ξει πλευ­ρό, για­τί τό­νε πό­νη­γε οὗ­λο του τὸ κορ­μί, ἀλ­λὰ δὲ στά­θη­κε μπο­ρε­τό. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­να-δυ­ὸ λε­πτὰ στὴν ἴ­δια θέ­ση πρέ­πει νὰ λα­γο­κοι­μή­θη­κε, ἀλ­λὰ πά­λε τό­νε ξυ­πνή­σα­νε. Τού­τη τὴ βο­λὰ ἤ­τα­νε οἱ ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρες τῆς με­γά­λης του θυ­γα­τέ­ρας. «Τὴν ξε­πάν­του­λη, κο­ρί­τσι τῆς παν­τρειᾶς, τί ἀ­ρου­λι­ώ­τα­νε(1) ἔ­τσι; Ποι­ός γαμ­πρὸς θὰ τὴν ἔ­παιρ­νε, ποὺ βέ­λα­ζε σὰ γί­δα ποὺ σούρ­νει; Θὰ τῆς δώ­κω κα­νιὰ ἀ­νά­στρο­φη, ποὺ θά ’­ναι οὕ­λη δι­κιά της» σκέ­φτη­κε. «Τί στὸ δι­ά­βο­λο σκού­ζα­νε οὗ­λοι καὶ δὲν τὸν ἀ­φή­να­νε νὰ κοι­τα­χτεῖ(2) μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του;» Τώ­ρα πό­νη­γε πιὸ πο­λύ. Ἔ­κα­νε μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια νὰ τοὺς ἀ­γνο­ή­σει. Καὶ τὸ πέ­τυ­χε. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θὺ ὕ­πνο.

       Ἕ­να δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα κι ἕ­νας θό­ρυ­βος σὰ νὰ πέ­σα­νε κο­τσί­ρια(3) στὰ κε­ρα­μί­δια τό­νε βγά­λα­νε ἀ­π’ τὸ λή­θαρ­γο. «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ποιός νὰ ’­ρι­νε κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια νυ­χτι­ά­τι­κα καὶ μὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο;» Πό­σο κρύ­ω­νε, πά­λι!

       Ἔ­κα­νε νὰ ξα­να­νοί­ξει τὰ μά­τια του, μὰ πά­λι δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Οὔ­τε μιὰ χα­ρα­μά­δα που­θε­νά. Μπό­ρε­σε μό­νο νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι βρι­σκό­ταν σ’ ἕ­να ψυ­χρὸ καὶ σκο­τει­νὸ μέ­ρος. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν πη­χτό. Σοῦ ’­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν στε­νὸς κι ὁ ἀ­έ­ρας λι­γο­στός. Ὁ πό­νος ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτος σὰ νὰ τοῦ ’­χα­νε μπή­ξει στὸ κορ­μὶ ἀ­χι­νάγ­κα­θα. Τὸν πο­νοῦ­σε ὅ­λη του ἡ ἀ­ρι­στε­ρὴ πλευ­ρά. Λὲς κι ἦ­ταν στὴν ἴ­δια θέ­ση γιὰ ὧ­ρες. Ἴ­σως καὶ μέ­ρες. Ναί, σί­γου­ρα μέ­ρες. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἡ προ­σπά­θεια τὸν τσά­κι­σε.

       Ὁ ἀ­έ­ρας ὁ­λο­έ­να καὶ λι­γό­στευ­ε. Ἔ­κα­νε μιὰ προ­σπά­θεια νὰ γε­μί­σει τ’ ἀ­δύ­να­μα πλε­μό­νια του, νὰ βρεῖ δυ­νά­μεις γιὰ νὰ γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη. Νὰ ξα­λα­φρώ­σει νιὰ στά­λα. Ἔ­κλει­σε πά­λι τὰ μά­τια του, ἕ­σφι­ξε τὰ δόν­τια, τὰ σταυ­ρω­μέ­να του χέ­ρια, τὰ πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α πό­δια του. Ὁ ὦ­μος του κου­νή­θη­κε γιὰ λί­γο καὶ μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του δυ­νά­μεις κα­τόρ­θω­σε, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ γυ­ρί­σει στὸ δε­ξί του πλευ­ρό. Κι ἀ­πέ­μει­νε σ’ αὐ­τὴ τὴ στά­ση γιὰ πάν­τα.

       Ἐ­κεῖ τὸν βρῆ­καν ἔν­τρο­μοι οἱ δι­κοί του πέν­τε χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ἐ­κτα­φῆς.


(1) οὔρλιαζε σὰ τσακάλι.
(2) κοιμηθεῖ.
(3) φασόλια φάβας.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).


		
Advertisements

Βάσω Χόντου: Λουλουδάτη χαρτοπετσέτα


Βά­σω Χόν­του


Λουλουδάτη χαρτοπετσέτα


ΤΟ ΣΠΙΤΙ τῆς μά­νας μου ὑ­πάρ­χει ἕ­να δω­μά­τιο μὲ στα­μα­τη­μέ­να ρο­λό­για. Πά­νω ἀ­πὸ τὸ τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι καρ­φω­μέ­νος ἕ­νας κοῦ­κος ποὺ εἶ­χαν φέ­ρει οἱ γο­νεῖς μου ἀ­π’ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μοιά­ζει μὲ σπί­τι κι ἔ­χει ξύ­λι­νη στέ­γη καὶ δυ­ὸ ἔ­λα­τα στὶς ἄ­κρες. Οἱ δεῖ­κτες του εἶ­ναι σκα­λι­στοὶ καὶ ἄ­σπροι, κι οἱ ἀ­ριθ­μοί του γραμ­μέ­νοι στὰ λα­τι­νι­κά. Στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ ὑ­πάρ­χει μιὰ σκού­πα, ἕ­να δρε­πά­νι κι ἕ­νας σω­ρὸς ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα. Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρὴ ἀ­νέ­βαι­να στὴν κα­ρέ­κλα καὶ τὰ ξε­κολ­λοῦ­σα ἕ­να-ἕ­να μὲ τὰ νύ­χια μου. Πα­λιὰ ὅ­ταν ὁ κοῦ­κος δού­λευ­ε, ἄ­νοι­γε κά­θε μι­σὴ ὥ­ρα ἕ­να πορ­τά­κι, ἔ­βγαι­νε ἕ­να πο­λύ­χρω­μο που­λί, ἔ­κρω­ζε κι ὕ­στε­ρα ἔμ­παι­νε πά­λι μέ­σα. Ὁ ἦ­χος του ἔ­κα­νε πάν­τα το σα­γό­νι μου νὰ σφίγ­γε­ται. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­λε­γε νὰ πε­τά­ξου­με τὸ ρο­λό­ι για­τὶ τρο­μά­ζει τὸ παι­δί, ὅ­μως ἡ μά­να μου δὲν ἤ­θε­λε. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς τρεῖς καὶ ἕν­τε­κα. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Μέ­σα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, πά­νω ἀ­πὸ κά­τι κι­τρι­νι­σμέ­νες ἀ­πο­δεί­ξεις, δί­πλα σὲ ἕ­ναν χά­ρα­κα κι ἕ­να πα­λιὸ πε­ρι­ο­δι­κό, βρί­σκε­ται ἕ­να μπλὲ ρο­λό­ι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει κουρ­δι­στὸ μη­χα­νι­σμὸ κι ἕ­να ζευ­γά­ρι κολ­λη­μέ­νο στὴν κο­ρυ­φή. Ἡ κο­πέ­λα φο­ρά­ει φου­στά­νι καὶ μπο­τί­νια, ἐ­νῶ ὁ ἄν­τρας ἔ­χει ξε­κούμ­πω­το που­κά­μι­σο καὶ κρα­τά­ει στὸ χέ­ρι του ἕ­να δρε­πά­νι. Μοιά­ζουν σὰν νὰ μι­λᾶ­νε ἢ σὰν νά ‘ναι ἕ­τοι­μοι νὰ φι­λη­θοῦν. Στὴ βά­ση τοῦ ρο­λο­γιοῦ, ποὺ ἀ­νοί­γει μὲ κλει­δί, ἡ μά­να μου ἔ­κρυ­βε τὰ κο­σμή­μα­τά της. Δα­χτυ­λί­δια, βρα­χι­ό­λια, σκου­λα­ρί­κια, κο­λι­έ, κα­δέ­νες. Ὕ­στε­ρα ἔ­παιρ­νε τὸ κλει­δὶ καὶ κά­που τό ‘κρύ­βε. Ὁ ἦ­χος του μοῦ θύ­μι­ζε νε­ρὰ ποὺ τρέ­χουν. Λί­γο πρὶν τὸ ἀ­κρι­βῶς τῆς ὥ­ρας, ἔ­τρε­χα μπρο­στὰ στὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ τὸ πε­ρί­με­να νὰ χτυ­πή­σει. Ἕ­να κα­λο­καί­ρι, ἡ μά­να μου τὸ γύ­ρι­σε ἀ­νά­πο­δα, τρά­βη­ξε ἔ­ξω ἕ­ναν μο­χλὸ καὶ τὸ ρο­λό­ι βου­βά­θη­κε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ δου­λεύ­ει. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δύο καὶ δε­κα­τρί­α. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Δί­πλα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου βρί­σκε­ται ἕ­να ψη­λὸ ἐκ­κρε­μές, δῶ­ρο τοῦ παπ­πού μου στοὺς γο­νεῖς γιὰ τὴν πρώ­τη τους ἐ­πέ­τει­ο. Τὸ ἀ­γό­ρα­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­βρα­ϊ­κὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο ποὺ τώ­ρα ἔ­χει κλεί­σει. Εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ξύ­λο πεύ­κου καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τὶς μέ­ρες ποὺ βρέ­χει, τὸ δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει σὰν δά­σος. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ κοι­τά­ω καὶ μοῦ θυ­μί­ζει φέ­ρε­τρο. Πα­λιὰ χτυ­ποῦ­σε κά­θε τέ­ταρ­το κι ὁ ἦ­χος του ἔ­μοια­ζε μ’ ἐ­κεῖ­νον τῆς καμ­πά­νας. Πλη­σιά­ζω στὴ δε­ξιὰ πλευ­ρὰ καὶ βλέ­πω τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­φτια­χνε ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὸ κλει­δί, ὅ­ταν μέ­τρα­γε πό­σο ψή­λω­σα. Ὑ­πάρ­χουν πέν­τε ση­μά­δια. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δὲν φαί­νον­ται. Τὰ ἔ­σβη­νε ἡ μά­να μου μὲ με­λισ­σο­κέ­ρι. Μοῦ ‘δι­νε πρῶ­τα ἕ­να χα­στού­κι γιὰ τὴ ζη­μιά, ὕ­στε­ρα ἔ­λι­ω­νε τὸ κε­ρί, τὸ ἅ­πλω­νε καὶ γέ­μι­ζε τὰ βα­θου­λώ­μα­τα τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δέ­κα καὶ ἑ­πτά. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Πά­νω στὴ ρο­τόν­τα ὑ­πάρ­χει ἕ­να ρο­λό­ι πού ‘χε ἀ­γο­ρά­σει ἡ μά­να μου ἀ­π’ τοὺς Κι­νέ­ζους μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν φα­κὸ λέ­ι­ζερ, ἕ­να ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο καὶ μιὰ ψά­θα θα­λάσ­σης. Εἶ­ναι ἄ­σπρο μὲ φω­σφο­ρι­ζὲ ἀ­ριθ­μοὺς κι ἀ­π’ τὸ ξυ­πνη­τή­ρι του, ὅ­σον και­ρὸ δού­λε­ψε, ἀ­κου­γό­ταν ἡ Μα­κα­ρέ­να. Τὸν πρῶ­το μή­να πή­γαι­νε δέ­κα λε­πτὰ μπρο­στά, τὸν δεύ­τε­ρο ἑ­πτὰ λε­πτὰ πί­σω, τὸν τρί­το μή­να χά­λα­σε. Τὴ νύ­χτα ποὺ πέ­θα­νε ὁ πα­τέ­ρας μου κι εἶ­πα στὴ μά­να μου πὼς θὰ φύ­γω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ μοῦ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κε­φά­λι. Ἔ­κα­να στὴν ἄ­κρη καὶ τὸ ρο­λό­ι ἔ­σκα­σε μὲ θό­ρυ­βο στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα. Μό­νο τὸ τζά­μι του με­τα­κι­νή­θη­κε λί­γο καὶ ρά­γι­σε. Ἂν κοι­τά­ξεις κα­λά, θὰ δεῖς μιὰ χα­ρα­κιὰ ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­π’ τὴ μιὰ ἄ­κρη καὶ κα­τα­λή­γει στὴν ἄλ­λη, κι ἔ­χει ἐ­πά­νω της πολ­λὲς μι­κρὲς γραμ­μὲς ποὺ μοιά­ζουν μὲ ρί­ζες. Οἱ δεῖ­κτες του στα­μά­τη­σαν στὶς δώ­δε­κα. Μέ­ρα ἢ νύ­χτα, δὲν ξέ­ρω.

        Ὅ­ταν ἔρ­χο­μαι στὸ σπί­τι τῆς μά­νας μου, ἐ­κεί­νη κά­θε­ται σὲ ἕ­να σκαμ­πὸ μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ πλέ­κει τὰ χέ­ρια. Ἑ­νώ­νει τὶς πα­λά­μες, κι ἔ­πει­τα ἀ­φή­νει τὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ νὰ κυ­λή­σουν στὶς κα­μά­ρες τοῦ ἄλ­λου. Τῆς λύ­νω τὰ μαλ­λιά, τὰ χτε­νί­ζω προ­σε­κτι­κὰ καὶ τὰ πιά­νω μὲ ἕ­να κο­κά­λι­νο κλά­μερ. Κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα φέρ­νω φα­γη­τό, κό­βω τὰ νύ­χια της καὶ βά­ζω στὶς φτέρ­νες της μιὰ κρέ­μα ἀ­πὸ ἀ­μυ­γδα­λέ­λαι­ο καὶ κί­τρι­νη πα­πά­για. Ἡ μά­να μου δὲν μι­λά­ει. Μό­νο μὲ κοι­τά­ει καὶ πλέ­κει τὰ χέ­ρια. Κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ ρω­τά­ει ποι­ά εἶ­μαι καὶ τί γυ­ρεύ­ω στὸ σπί­τι της. Σή­με­ρα τῆς ἔ­φε­ρα ἕ­να κου­τὶ μὲ τρί­γω­να πα­νο­ρά­μα­τος. Πῆ­ρε ἕ­να, ἔ­κα­νε μὲ τὰ δόν­τια μιὰ με­γά­λη τρύ­πα στὴν ἄ­κρη καὶ ρού­φη­ξε τὴν κρέ­μα. Τὴ σκού­πι­σα μὲ μιὰ λου­λου­δά­τη χαρ­το­πε­τσέ­τα καὶ τό­τε ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὸ σκαμ­πό, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ει τὰ ρο­λό­για. Πρῶ­τα τὸν κοῦ­κο, ὕ­στε­ρά τὸ μπλὲ ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη, ἔ­πει­τα τὸ ψη­λὸ ἐκ­κρε­μὲς καὶ στὸ τέ­λος τὸ κι­νέ­ζι­κο μὲ τὴ χα­ρα­κιά. «Κυ­ρί­α, εἶ­ναι μέ­ρα ἢ νύ­χτα;», μὲ ρώ­τη­σε. «Δὲν ξέ­ρω», ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Χόν­του (Με­σο­λόγ­γι). Σπούδασε Χη­μι­κὸς Μη­χα­νι­κός. Κείμενά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἔντυπα καί ἠλεκτρονικά περιοδικά.

Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα: Ὁ Νίκας



Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα


Ὁ Νί­κας


Α ΔΥΟ ΤΟΥ παι­διὰ ἀν­τάρ­τες. Ἦρ­θε ἡ Ὀ­ρει­νὴ Τα­ξι­αρ­χία, τοὺς ἔ­μα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ τῆς Λα­μί­ας, κί­νη­σαν νὰ πᾶ­νε στὸν Κίσ­σα­βο, ἔ­γι­νε μά­χη στὸν Μαυ­ρό­καμ­πο τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ, σκο­τώ­θη­καν καὶ τὰ δυ­ό.

       Πῆ­γε καὶ βρῆ­κε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ ἕ­ναν συγ­χω­ρια­νό του χω­ρο­φύ­λα­κα καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σε. Ζή­τη­σε νὰ πά­ρει βε­βαί­ω­ση ὅ­τι τὰ παι­διὰ σκο­τώ­θη­καν. Ὁ ἀ­στυ­νό­μος στὸ χω­ριὸ τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε μὲ ἐ­ξο­ρί­α, ποὺ εἶ­χε γιοὺς ἀν­τάρ­τες. Πε­θα­μέ­νοι δὲν με­τροῦ­σαν πιὰ καὶ θὰ ἡ­σύ­χα­ζε ἀ­πὸ τὴ φο­βέ­ρα …



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ζω­ή Κα­τσι­αμ­πού­ρα (Πα­λα­μᾶς Καρ­δί­τσας). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση, σὲ δι­ά­φο­ρες θέ­σεις. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ, ἀ­πό τίς Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, τά μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της Ἱ­στο­ρί­ες τῆς Μα­νιᾶς (2013) καὶ Μα­θαί­νε­ται η ζω­ή; (2015). Δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­νά της σέ ἱ­στό­το­πους καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.



		

	

Νόρα Νατζαριάν: Ὁ ταχυδακτυλουργός


Νό­ρα Να­τζα­ριάν


Ὁ Τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ τὸν εἶ­δα στὸν κῆ­πο του, ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες καὶ ἔ­σκα­βε μὲ τὰ χέ­ρια του τὸ χῶ­μα, τὴν πη­χτὴ λά­σπη. Λὲς καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο ποὺ εἶ­χε χά­σει.

        Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός μου, σκέ­φτη­κα, κι ἂν ὁ κό­σμος ἦ­ταν τε­λι­κὰ δί­και­ος, ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ τρα­βοῦ­σε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα τὴν ἴ­δια του τὴ ζω­ὴ σὲ σχῆ­μα ἑ­νὸς κα­τά­λευ­κου λα­γοῦ. Τὸ δῶ­ρο ἑ­νὸς γεν­ναι­ό­δω­ρου Θε­οῦ, μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α, μιὰ πα­ρά­τα­ση. Καὶ θὰ τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα, ὅ­πως τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα μι­κρού­λα, ὅ­ταν στὰ γε­νέ­θλια μου ἔ­βγα­ζε κέρ­μα­τα ἀ­π’ τὴ μύ­τη του, λου­λού­δια πλα­στι­κὰ ἀ­π’ τὶς τσέ­πες του καὶ γέ­λια τραν­τα­χτὰ ἀ­π’­τὸ που­θε­νά.

        Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μιὰ φο­ρὰ μό­νο πα­ρα­μί­λη­σε στὸν ὕ­πνο του καὶ προ­σπά­θη­σε ν’ ­ἀ­να­ση­κω­θεῖ. «Ὁ κῆ­πος», μουρ­μού­ρι­σε σὰν στρι­φο­γύ­ρι­ζε. Ξα­νὰ καὶ ξα­νά. «Ὁ κῆ­πος. Ρέ­να, φτιά­ξε τὴ βα­λί­τσα μου. Θὰ φύ­γω σύν­το­μα γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου».

***

Ὁ ἄν­τρας δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο καὶ περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα γορ­γὸ κα­τὰ τὸ μῆ­κος τῆς λί­μνης Κό­μο. Ἐ­δῶ στὸ μι­κρὸ Μπε­λά­τζιο, ὅ­που ἔ­φθα­σε μό­λις ψὲς τὸ βρά­δυ, ρου­φά­ει ἀ­χόρ­τα­γα τὴ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διὰ τῆς ἄ­νοι­ξης, τὸ ἄ­ρω­μα τῆς φρέ­σκιας ζω­ῆς. Αὐ­τὲς οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τοῦ φέρ­νουν στὸ νοῦ κά­ποι­ες ἄλ­λες ἐ­πο­χές, μιὰ ἄλ­λη ὕ­παρ­ξη. Ἀ­γναν­τεύ­ει τὴ μα­γευ­τι­κή, γα­λή­νια λί­μνη καὶ τὸ βλέμ­μα του πέ­φτει στὸ βά­θος τοῦ ὑ­πέ­ρο­χου αὐ­τοῦ το­πί­ου, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­ψώ­νον­ται οἱ Ἄλ­πεις. Ὑ­πάρ­χω, σκέ­φτε­ται, καὶ ὑ­πῆρ­χα, κά­πο­τε, κά­που ἀλ­λοῦ. Αὐ­τὸς εἶ­ναι τώ­ρα ὁ κό­σμος μου κι ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὸς ὁ κό­σμος. Παν­τοῦ ὁ­λό­γυ­ρα, ἡ λί­μνη ἀν­τα­να­κλᾶ τὰ βου­νά. Εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε μέ­χρι στιγ­μῆς σ’­αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι. Ὄ­χι, ὄ­χι…, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε πο­τὲ στὴ ζω­ή του, μιὰ λί­μνη ὅ­πως λέ­με «ὄ­νει­ρο». «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;­» Χα­μο­γε­λά­ει. Ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τοῦ ὁ­λο­γά­λα­νου οὐ­ρα­νοῦ τοῦ δί­νει πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν αἴ­σθη­ση.

        Σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ ἔ­παυ­λη κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ ψη­λό­λι­γνα κυ­πα­ρίσ­σια, ἀ­πό­ψε, μπρο­στὰ σ’ ἕ­να με­γά­λο κοι­νό, ὁ ἄν­τρας θὰ κά­νει ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο θέ­α­μα τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ας. Μέ­σα ἀ­πὸ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις ὁ ἄν­τρας θὰ ὁ­δη­γή­σει τὸ κοι­νό του στὸν κό­σμο τῶν ψευ­δαι­σθή­σε­ων. Αἰ­ω­ρή­σεις, ἐμ­φα­νί­σεις, ἐ­ξα­φα­νί­σεις, ἀ­πί­στευ­τες ὀ­φθαλ­μα­πά­τες θὰ τοὺς μα­γέ­ψουν καὶ θὰ τοὺς ἐν­θου­σιά­σουν ὅ­λους. Δυ­να­τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα θὰ ἀ­πο­θε­ώ­σουν τὸν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γὸ μέ­χρι ποὺ θὰ φτά­σει ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­λή­θειας.

        Καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ κα­θα­ρί­σει τὸ λα­ρύγ­γι του καὶ θὰ πεῖ: «Κυ­ρί­ες καὶ Κύ­ριοι, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ. Θὰ­ ’­θε­λα μο­νά­χα νὰ προ­σθέ­σω κά­τι. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος μί­α ὀ­φθαλ­μα­πά­τη. Αὐ­τὸς ποὺ βλέ­πε­τε δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ποὺ νο­μί­ζε­τε. Ἡ ζω­ή μας, φί­λοι καὶ φί­λες, εἶ­ναι ἕ­να με­γά­λο ψέ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν ὅ­λοι θὰ σᾶς κλαῖ­νε στὴν κη­δεί­α σας, σκυ­φτοί, χλω­μοὶ καὶ μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι, ἐ­σεῖς θὰ ἔ­χε­τε ἤ­δη πε­ρά­σει σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση, σὲ μιὰ ἄλ­λη, θαυ­μά­σια ὕ­παρ­ξη, ὅ­που δὲ θὰ σᾶς ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς πιά. Αὐ­τοὶ ποὺ σᾶς ἔ­χα­σαν θὰ σᾶς ψά­χνουν ἀ­πε­γνω­σμέ­να, μά­ται­α, ἐ­νῶ ἐ­σεῖς θὰ ζεῖ­τε εὐ­τυ­χι­σμέ­να κά­που ἀλ­λοῦ. Μέ­χρι τό­τε, ἀ­γα­πη­τοί μου, θὰ ἔ­χε­τε πιὰ κα­τα­λά­βει τὸ κόλ­πο μὲ τὸν τε­μα­χι­σμὸ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς.»

***

— Ρέ­να, φτιά­ξε μου τὴ βα­λί­τσα. Θὰ φύ­γω γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου. Ἀ­πό­ψε θὰ πι­ῶ κρα­σὶ κόκ­κι­νο μέ­χρι νὰ με­θύ­σω.

        — Μὰ τί λὲς τώ­ρα πα­τέ­ρα; Ποι­ά βα­λί­τσα; Ποι­ό σμό­κιν;

        — Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί λέ­ω. Εἶ­σαι ἡ μό­νη ἐ­δῶ μέ­σα ποὺ μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ μὲ πεν­θοῦν αὔ­ριο, με­θαύ­ριο, τοῦ χρό­νου καὶ γιὰ πάν­τα. Ἐ­σὺ κο­ρί­τσι μου θὰ ξέ­ρεις, ἔ; Ἔ­τσι εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νος ὁ κό­σμος. Εἶ­ναι τὸ ἀ­νε­ξή­γη­το τῆς ζω­ῆς ποὺ τὴν κά­νει τό­σο ὄ­μορ­φη, τό­σο μα­γι­κή… Χά­νεις, κερ­δί­ζεις, ζεῖς, πε­θαί­νεις …

        — Ὁ για­τρὸς εἶ­πε νὰ μήν…

        — Ὁ για­τρὸς νὰ πά­ει στὸν δι­ά­βο­λο… Καὶ δὲς τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ κόλ­πο μὲ τὸ κρα­σὶ ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται… Ἕ­να πο­τή­ρι με­τὰ ἀ­π’ τὸ ἄλ­λο, καὶ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα δι­α­φο­ρε­τι­κά. Τὴ νύ­χτα ὅ­λα γί­νον­ται ἕ­να, ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ δὲν ξε­χω­ρί­ζουν πιά.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο. Πα­ρό­λο ποὺ δὲ βλέ­πει τί­πο­τα, μὰ ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, μέ­σα στὸ ἀ­πέ­ραν­το σκο­τά­δι, περ­πα­τά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τὰ σὰν τυ­φλός, κρα­τών­τας σφι­χτὰ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τὴν μι­κρή του βα­λί­τσα. Δὲ σκον­τά­φτει οὔ­τε μί­α φο­ρά. Καὶ μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τὴ ἡ­συ­χί­α, μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη μα­γεί­α τῆς νύ­χτας, κά­θε­ται γιὰ λί­γο κά­τω στὸ χῶ­μα. Τό­τε τὸν κυ­ρι­εύ­ει ξαφ­νι­κά τὸ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο συ­ναί­σθη­μα ὅ­τι τὸ σῶ­μα του ἀ­δειά­ζει σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­πὸ αἷ­μα. Ὅ­τι τὸ αἷ­μα ποὺ κυ­λά­ει στὶς φλέ­βες του τὸ ρου­φᾶ­νε οἱ ρί­ζες τῶν δέν­τρων ποὺ φύ­τε­ψε πρὶν χρό­νια. Κι ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νό­ρα Να­τζα­ριά­ν (Λε­με­σός). Σπού­δα­σε ξένες γλῶσσες καὶ γλωσσολογία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Μάντζεστερ στὴν Ἀγ­γλί­α. Στὰ ἔρ­γα της δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ Κυ­πρια­κὸ πρό­βλη­μα καὶ τὴν ἀρ­μέ­νι­κη κα­τα­γω­γή της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κο­ρί­τσι, Λύ­κος, Ὀ­στά (διηγήματα, 2011). Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.


Θεοδόσης Κοντάκης: Θεσσαλονίκη


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Θεσ­σα­λο­νί­κη


ΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΪ, δε­μέ­να ὅ­λα τὰ κα­ρά­βια στὸ λι­μά­νι. Κα­τα­χνιὰ ἔ­χει σκε­πά­σει τὴν ἀ­πο­βά­θρα, τὸ νε­ρό, τὰ φῶ­τα ποὺ ἀ­κό­μα μέ­νουν ἀ­ναμ­μέ­να. Ἕ­νας κόμ­πος σὰν νὰ μὲ δέ­νει ἀ­π’ τὸ στῆ­θος καὶ νὰ φτά­νει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κόλ­που, ποὺ εἶ­ναι τώ­ρα ἀ­ό­ρα­τη.

       Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ φυ­σι­κή μου πα­τρί­δα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ και­ρό, του­λά­χι­στον στὰ ὥ­ρι­μα χρό­νια μου. Κι ὅ­μως, οἱ λι­γο­στοὶ γνω­στοί μου ντό­πιοι ποὺ ἀ­κό­μα ζοῦν, κά­νουν φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ μὲ πεί­σουν πὼς εἶ­ναι μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, χα­ρού­με­νη πό­λη. Μὰ ποι­ά εἶ­ναι λοι­πὸν ἡ πό­λη ποὺ κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­π’ τὴν προ­κυ­μαί­α; Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ μό­λις δι­α­κρί­νον­ται θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νες σὲ κά­θε τό­πο, ξέ­νο γιὰ μέ­να.

        Ἄρ­χι­σα ν’ ἀ­νε­βαί­νω, ἀ­συ­ναί­σθη­τα σχε­δόν, κά­θε­τα πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α: μᾶλ­λον ἔ­νι­ω­θα πὼς ἀ­πὸ δῶ θά ’­βλε­πα κα­λύ­τε­ρα – τί ὅ­μως; Ἀ­πὸ δῶ δι­α­κρί­νε­ται, μὲς στὴ θο­λού­ρα, ὁ τροῦ­λος τοῦ να­οῦ τοῦ Πο­λι­ού­χου. Καὶ νά: ἡ ὁ­μί­χλη σι­γὰ-σι­γὰ δι­α­λύ­ε­ται – τὸ σκη­νι­κὸ ἀλ­λά­ζει, λὲς κι ἔ­χω μπεῖ σὲ ὄ­νει­ρο: μι­κρὰ σπι­τά­κια πῆ­ραν τὴ θέ­ση τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, οἱ δρό­μοι χω­μά­τι­νοι καὶ στε­νοί. Τὴ θέ­ση τῆς βο­ῆς τῶν μη­χα­νο­κί­νη­των πῆ­ρε μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ἰα­χή, πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων μα­ζί, ποὺ ἀ­κού­γε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­θα­ρά, πιὸ δυ­να­τὰ καὶ μὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἐν­θου­σια­σμό. Σὰν μυρ­μήγ­κια δι­α­κρί­νω τὸ πλῆ­θος ποὺ μα­ζεύ­ε­ται γιὰ κά­τι ποὺ μοιά­ζει ση­μαν­τι­κό. Ἄ­γνω­στες μου­σι­κὲς καὶ συν­θή­μα­τα φτά­νουν στ’ αὐ­τιά.

        Καὶ ἰ­δού! Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, ὑ­πο­θέ­τω ἀ­πὸ ὅ­σο ἀ­νέ­τρε­ξα ἀρ­γό­τε­ρα πὼς εἶ­ναι ὁ Βα­σί­λει­ος, αὐ­τὸς ποὺ με­τέ­πει­τα ἀ­πο­κλή­θη­κε «Βουλ­γα­ρο­κτό­νος», ὅ­μως ἀ­κό­μα δὲν ἦ­ταν· μό­νο πού, ἀ­πὸ δῶ ἀ­κρι­βῶς ξε­κι­νά­ει, καὶ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐ­πι­χεί­ρη­ση τῆς ζω­ῆς του: μιὰ κου­κί­δα κι αὐ­τός, στὸ βά­θος τοῦ χρό­νου, λάμ­πει ὅ­μως ἀ­π’ τὸ χρυ­σὸ τῆς πα­ρου­σί­ας του, τῆς συ­νο­δεί­ας του, κα­βά­λα στὸ —πε­ρή­φα­νο ὑ­πο­θέ­τω— ἄ­λο­γό του. Μπρο­στὰ με­γα­λό­πρε­πος ὁ σταυ­ρός, ἡ εἰ­κό­να: μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρί­νω τὸ κόκ­κι­νο ἄ­λο­γο καὶ τὸν σε­πτὸ ἀ­να­βά­τη, ζω­γρα­φι­σμέ­νος μὲ χρώ­μα­τα φρέ­σκα καὶ λαμ­πρὰ – μό­νο ἔρ­χε­ται στὰ ρου­θού­νια μου ἀ­νε­παί­σθη­το ἄ­ρω­μα.

        Κα­θὼς προ­βάλ­λει δει­λὰ ὁ ἥ­λιος, φρι­χτὰ τὰ ξί­φη λάμ­πουν στὰ μά­τια, θά ’­λε­γα τυ­φλώ­νουν τὸ πλῆ­θος – κι αὐ­τὸ θὰ γι­νό­ταν σύν­το­μα. Καὶ πιὸ με­τὰ πά­λι, ἄλ­λα ξί­φη θὰ γύ­ρι­ζαν πί­σω στὰ κορ­μιὰ τῶν ἀ­πο­γό­νων. Μὰ γιὰ τὸ κα­θε­τὶ ἔρ­χε­ται ἡ κα­τάλ­λη­λη ἡ ὥ­ρα, κι ἕ­νας Θε­ὸς ξέ­ρει για­τί γύ­ρι­σα τό­σο πίσω. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνα: κα­νέ­να θαῦ­μα ἐ­δῶ, μό­νο ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει.

        Κι ὁ κόμ­πος συ­νε­χί­ζει ἀ­πὸ αἰ­ώ­να σὲ αἰ­ώ­να. Μοῦ ’ρ­θε ἀ­να­πό­φευ­κτα στὸ νοῦ ὁ βα­σι­λιὰς Ἀ­λέ­ξαν­δρος· θὰ ἦ­ταν ὅ­μως γε­λοῖ­ο νὰ συ­νε­χί­σω μ’ ἕ­να τέ­τοι­ο νῆ­μα: εἶ­ναι τό­σο τὸ χῶ­μα ποὺ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ βρί­σκε­ται, πό­σο βα­θιά – οὔ­τε ὁ ὀ­μι­χλώ­δης ἐ­κεῖ­νος τό­πος τῆς Ἀ­σί­ας, οὔ­τε ἡ ἅ­μα­ξα κι ὁ πε­ρι­βό­η­τος κόμ­πος της, οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ βα­σι­λιάς. Κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω κρα­τή­σει πο­τὲ ξί­φος κι ἔ­χω μό­λις ἀ­να­φέ­ρει πό­σο θὰ ἀ­πε­χθα­νό­μουν καὶ τὴν ἰ­δέ­α ἀ­κό­μα. Μό­νο ὅ­πλο τὰ λό­για, φτά­νει νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ – –

        Ὅ­μως τὸ πα­ρελ­θὸν μ’ ἀ­κο­λου­θεῖ κα­θὼς κα­τε­βαί­νω τὰ σο­κά­κια ποὺ γέ­μι­ζαν κά­πο­τε ἀ­πὸ πρό­σφυ­γες, Ἑ­βραί­ους κι ἄλ­λους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους μὲ τὰ μι­κρο­μά­γα­ζά τους. Αὐ­τὰ ὅ­μως, καὶ πά­λι, δὲν εἶ­ναι δι­κά μου τὰ λό­για, κι ὅ­μως δὲν τὰ εἶ­δα σὲ βι­βλί­α σι­ω­πη­λά, μό­νο ἀ­κό­μα τὰ νι­ώ­θω νὰ φτά­νουν στ’ αὐ­τιά μου: μιὰ ἁ­πα­λὴ φω­νὴ γυ­ναι­κεί­α, ὅ­μως ἀρ­χαί­α· σὰ νὰ μι­λά­ει ἡ ἴ­δια ἡ πό­λη.

        Καὶ στὸ πιὸ κα­τα­φρο­νε­μέ­νο στε­νό, μπρο­στὰ στὸ πιὸ τα­πει­νὸ σπί­τι, τὴν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται. Μὲ κοί­τα­ξε σὰν δι­κό της ἄν­θρω­πο. Μοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς ἦ­ταν τυ­λιγ­μέ­νη μὲ κα­πνούς, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἐ­λά­χι­στα θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ προ­σώ­που της: μό­νο τὰ χρό­νια ποὺ τὴ βά­ραι­ναν μοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ μνή­μη, τοὺς αἰ­ῶ­νες θά ’­λε­γα, κι ὅ­μως μᾶς χώ­ρι­ζαν μό­νο δυ­ὸ γε­νι­ές. Πρέ­πει νὰ ἔ­ζη­σε πο­λὺ λί­γα χρό­νια ἀ­κό­μα, ἡ για­γιά μου, με­τὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ συ­νο­μι­λί­α μας. Τὰ λό­για της νὰ ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τά, ἢ τὰ ἔ­χω μι­σομ­περ­δέ­ψει μὲ φρά­σεις ἀ­πὸ βι­βλί­α ποὺ ἔ­φτα­σαν ἀρ­γό­τε­ρα ὣς ἐ­μέ­να;

        Πάν­τως, οἱ ἀ­πο­κρί­σεις της δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­έ­φε­ραν ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ θὰ ἔ­δι­ναν οἱ συν­το­πί­τες της, ἀρ­χαῖ­οι σο­φοὶ τῆς Ἰ­ω­νί­ας: «τί εἶ­ναι τὸ πιὸ γλυ­κὸ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο;», «ἡ ἐλ­πί­δα», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε· «καὶ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο;» – σὰν ἕ­να σύν­νε­φο σκο­τει­νὸ νὰ πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια της, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μό­νο: «νὰ μπο­ρεῖς», εἶ­πε, «νὰ ὑ­πο­μέ­νεις ὅ­ταν ἡ τύ­χη σου ἀλ­λά­ζει πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο»· καί, δὲν ξέ­ρω για­τί ἡ ἐ­φη­βι­κή μου πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­νει μὲ κεῖ­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «τί μέ­νει, λοι­πόν, ἀ­πὸ μᾶς ἀ­φοῦ πε­θά­νου­με;» Ἔ­μει­νε σκε­πτι­κὴ γιὰ λί­γο, μὲ κοί­τα­ξε καὶ κά­τι μοῦ ’­πε, μὰ τὸ μυα­λό μου τό­τε ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ κρα­τή­σει κεῖ­να τὰ λό­για.

        Κι ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ, εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα, μή­πως μπο­ρέ­σω νὰ τὰ θυ­μη­θῶ ξα­νά.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.


Εἰκόνα: Βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη (1997). Ἔργο τοῦ Θανάση Μπακογιώργου.

 

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


ΥΤΕ ΝΑΙ, οὔ­τε ὄ­χι ἔ­λε­γαν τό­τε τὰ κο­ρί­τσια στὸν πα­τέ­ρα τους, ἔ­σκυ­βαν τὸ κε­φά­λι. Τὴν Κυ­ρια­κή, ποὺ κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, ἡ Ρή­να πά­ει νύ­φη στὸν Τα­ΰ­γε­το, δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος. Θά ’ρ­θει νὰ τὴν πά­ρει ὁ γαμ­πρὸς μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὸ σπί­τι του, τὸ δί­πα­το, νὰ στε­φα­νώ­σουν.

       Τὴ στό­λι­σαν, τὴν τρα­γού­δη­σαν, τὴν ἔν­τυ­σαν τὸ νυ­φι­κό, τὸ βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ τὸ γαμ­πρό, ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα.

       Τὸν εἶ­δε νὰ δέ­νει στὴν αὐ­λή τους τὸ ἄ­λο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε ἡ καρ­διὰ ἀ­πὸ τα­ρα­χή. Ὄ­μορ­φος, νιός, ἀ­σί­κης!

       Τῆς φό­ρε­σε τὴν κάλ­τσα τὴ με­τα­ξω­τή, τὸ γο­βά­κι τὸ ἄ­σπρο. Μά­τι δὲ σή­κω­σε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Εἶ­χε πά­νω-κά­τω τὰ χρό­νια της, στὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἔ­τρε­μαν, εἶ­δε τὴν τα­ρα­χή του.

       Τὴν ἔ­βα­λε πί­σω στὸ ἄ­λο­γο. Αὐ­τὲς οἱ πλά­τες οἱ γε­ρές, τοῦ­το τὸ σγου­ρὸ κε­φά­λι ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ μπρὸς τὸ ρι­ζι­κό της. Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος μὲ τὸ ἄ­λο­γο, ὁ ἀ­χὸς μο­νά­χα τοῦ βου­νοῦ μέ­σα στὰ πεῦ­κα, τὰ πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου, καὶ ἡ καρ­διά της ποὺ ἔ­δω­σε μιὰ καὶ ἄν­θι­σε ἀ­πὸ κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.

       Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο κρά­τη­σε γιὰ τὴ Ρή­να ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἄ­χα­ρη ζω­ή της. Ὁ γαμ­πρὸς τὴν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι του τὸ δί­πα­το μὲ τὰ βι­ο­λιά. Εἶ­χε τρι­πλᾶ τὰ χρό­νια της. Μὲ τὸν μπρα­ζέ­ρη*, ποὺ ἔ­στει­λε μὲ τὸ ἄ­λο­γο νὰ τὴν πο­δέ­σει τὸ γο­βά­κι, ἔ­κο­ψε τὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Τὸ εἶ­δε στὰ μά­γου­λά του τὸ ζε­μά­τι­σμα, τὴ συν­νε­φιὰ ποὺ σκέ­πα­σε τὴ δι­κιά της ὄ­ψη.


* μπραζέρης· ἐγκάρδιος φίλος, ἀδελφοποιτός. (Γιὰ τὸ σχετικὸ ἔθιμο δεῖτε ἐδῶ καὶ ἐδῶ).



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998, 1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἰ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.