Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack): Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες



Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack)


Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες

(Four Years, Four Months)


ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ ξε­νο­πη­δά­ει. Ὄ­χι πο­λύ, ὄ­χι συ­χνά, ἀλ­λὰ ξέ­ρω ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ Ἄν­τι βρί­σκει εὐ­και­ρί­α, τὴν ἁρ­πά­ζει. Τὸ ξέ­ρω – καὶ ξέ­ρει ὅ­τι τὸ ξέ­ρω. Τὸν πι­έ­ζω καὶ λέ­ει ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ χω­ρί­σου­με, ἂν θέ­λω, κι ὅ­τι μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Εἶ­ναι ἡ τα­κτι­κή του γιὰ νὰ φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τα ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ λέ­ει στοὺς δυ­ὸ γιούς μας ὅ­τι ἡ μα­μὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­φυ­γε, ὅ­τι δῆ­θεν ὁ ἴ­διος ἤ­θε­λε νὰ σώ­σει τὸν γά­μο. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι μ’ ἀ­γα­πά­ει κι ὅ­τι πα­ρα­μέ­νω ἡ κα­λύ­τε­ρή του φί­λη —θά ’­μα­στε κολ­λη­τοὶ γιὰ πάν­τα, λέ­ει—, ἀλ­λὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τή­κα­με πο­λὺ νέ­οι: μᾶς εἶ­χε μεί­νει πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη γιὰ τρέ­λες, ὅ­ταν παν­τρευ­τή­κα­με. Ἔ­χω ἕ­να ρο­λο­γά­κι στὸ μυα­λό μου ποὺ γρά­φει «τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες». Τό­σο ἀ­πο­μέ­νει ὥ­σπου ὁ μι­κρός μας γιὸς νὰ κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ καὶ νὰ πά­ω σὲ δι­κη­γό­ρο. Μά­λι­στα, κύ­ρι­ε. Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack) ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὸν Κυ­νη­γὸ τῆς Ἐ­δέμ (The Eden Hunter) καὶ τὸν Ἄλ­λο Ἰ­ω­σήφ (The Other Joseph), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ Σταυ­ρὸς τοῦ Νό­του (The Southern Cross), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Bakeless Fiction Prize τοῦ Bread Loaf’s Writer’s Conference (2008). Δί­δα­ξε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Wallace Stegner. Ὁ Χό­ρακ, ποὺ γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴ Λου­ϊ­ζιά­να, δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλό­ριν­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace): Ἀ­νη­συ­χί­α



Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace)


­νη­συ­χί­α

(Worry)


ΚΕΙΝΗ ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γι’ ἀν­θρώ­πους, ἐ­τοῦ­τος γιὰ πράγ­μα­τα. Καὶ γιὰ ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε με­τα­ξύ τους, αὐ­τὸ τὰ λέ­ει ὅ­λα.

       «Τί σκέ­φτε­σαι ποὺ ἡ κό­ρη μας ξε­νο­κοι­μᾶ­ται;», εἶ­πε κεί­νη. «Τὰ σκα­λιὰ στὴ βε­ράν­τα σα­πί­ζου­νε», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄλ­λος. «Θὰ πέ­σει κα­νέ­νας μέ­σα.»

       Ξα­πλώ­να­νε μα­ζὶ στὸ κρε­βά­τι καὶ μι­λοῦ­σαν. Μα­ζὶ ξα­πλώ­να­νε καὶ μι­λοῦ­σαν, γιὰ εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια. Πρῶ­τα-πρῶ­τα, ἂν θὰ κά­να­νε παι­διὰ —ἐ­κεί­νη τό ’­θε­λε (ἂν καὶ ὑ­πῆρ­χε τὸ σύν­δρο­μο Ντά­ουν, ἡ λευ­χαι­μί­α, ἡ μι­κρο­κε­φα­λί­α, οἱ μα­γου­λά­δες), τοῦ­τος πά­λι ὄ­χι (ἡ ἐ­πέν­δυ­ση στρά­βω­νε, ἡ στέ­γη γρή­γο­ρα θ’ ἄ­νοι­γε)— κι ἔ­πει­τα, σὰν γεν­νή­θη­κε ἡ κό­ρη τους, παι­δά­κι γε­ρό, πα­ρὰ κά­τι τρι­ά­μι­σι κι­λὰ («δὲν κα­λο­τρώ­ει»· «ὁ φοῦρ­νος γκρε­μί­ζε­ται»), κυ­ρί­ως γιὰ θέ­μα­τα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ («οἱ φί­λοι της εἶ­ν’ ἀ­λι­τή­ριοι, τὸ δω­μά­τιό της χά­λια»· «τὰ φρέ­να σφυ­ρᾶ­νε, ὁ βρα­στή­ρας σκου­ριά­ζει»).

       Ἡ ἀ­νη­συ­χί­α με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σά τους σὰν κα­νέ­νας γιός, μὲ τὰ μι­κρο­πεί­σμα­τά του κι ἔ­πει­τα μὲ πιὸ πι­ε­στι­κὲς ἀ­παι­τή­σεις. Τὸν χα­ϊ­δεύ­α­νε καὶ τὸν κα­νά­κευ­αν· τοῦ βά­ζα­νε θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι· τό­νε στέλ­ναν στὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο, σὲ ἰ­δι­ω­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο, σὲ κολ­λέ­γιο. Ἐ­πει­δὴ σὲ ὅ­λα σχε­δὸν ἀ­πο­τύ­χαι­νε καὶ γυρ­νοῦ­σε πάν­τα σπί­τι, τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν. Ἤ­τα­νε, τέ­λος πάν­των, ὁ γιός τους.

       «Δι­α­βά­ζω, και­ρὸ τώ­ρα, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της: παίρ­νει ναρ­κω­τι­κά. Κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ.» «Δὲ νο­μί­ζω πὼς μπο­ρῶ νὰ τὸ φτιά­ξω μο­να­χός μου. Ποῦ θὰ βροῦ­με μα­ραγ­κό;»

       Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ κό­ρη τους παν­τρεύ­τη­κε τ’ ἀ­γό­ρι της ἀ­πὸ τὸ Λύ­κει­ο, ἔ­κα­νε οἰ­κο­γέ­νεια κι ἄ­νοι­ξε μα­γα­ζὶ ὑ­γι­ει­νῆς δι­α­τρο­φῆς σὲ μιὰ μα­κρι­νὴ κω­μό­πο­λη. Μό­λο ποὺ ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὰ μι­κρά­τα της, ὅ­πως κι ὁ κα­θέ­νας —πό­σο κα­λοὶ ἦ­ταν οἱ γο­νεῖς της καὶ πό­σο ἀ­νη­συ­χού­σα­νε γιὰ κεί­νην, πό­σο θὰ γερ­νού­σα­νε καὶ θὰ γί­νον­ταν πιὸ ἀ­νήμ­πο­ροι— σπά­νια τη­λε­φω­νοῦ­σε ἢ ἐρ­χό­τα­νε γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη: εἶ­χε τὶς δι­κές της ἀ­νη­συ­χί­ες.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τοῦ συγγραφέα:

https://dept.english.wisc.edu/wallace/?page_id=63

 

Ρὸν Γουά­λλας (Ron Wallace). Συγ­γρα­φέ­ας πο­λυ­ά­ριθ­μων βι­βλί­ων ποί­η­σης. Τε­λευ­ταῖ­ο του: Μό­νον γιὰ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χρό­νο(For a Limited Time Only, 2008). Συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ προ­γράμ­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλι­κῶν καὶ κα­θη­γη­τὴς Ποί­η­σης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Wisconsin-Madison.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!


ΙΗΓΗΘΗΚΕ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος, λέ­γον­τας: «Ὅ­ταν ἥ­μουν νε­ώ­τε­ρος καὶ ἔ­με­να σὲ κελ­λί, στὴν Αἴ­γυ­πτο, μὲ ἔ­κα­μαν διὰ τῆς βί­ας κλη­ρι­κὸ στὴν κώ­μη. Καὶ μὴ θέ­λον­τας νὰ ἀ­να­λά­βω, ἔ­φυ­γα σὲ ἄλ­λο τό­πο. Καὶ ἦλ­θε σ’ ἐ­μέ­να ἕ­νας εὐ­λα­βὴς λα­ϊ­κὸς καὶ ἔ­παιρ­νε τὸ ἐρ­γό­χει­ρό μου καὶ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε. Συ­νέ­βη δέ, ἀ­πὸ πει­ρα­σμό, μιὰ παρ­θέ­νος, στὴν κώ­μη, νὰ πέ­ση σὲ ἁ­μαρ­τί­α. Καὶ ἔ­χον­τας μεί­νει ἔγ­κυ­ος, τὴ ρω­τοῦ­σαν ποι­ός τῆς τὸ ἔ­κα­με αὐ­τό. Καὶ ἐ­κεί­νη ἔ­λε­γε: Ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής. Βγῆ­καν λοι­πὸν οἱ χω­ρι­κοί, μὲ ἔ­πια­σαν, μοῦ κρέ­μα­σαν στὸν τρά­χη­λο γα­νω­μέ­νες χύ­τρες καὶ χε­ρού­λια ἀ­πὸ κο­φί­νια, μὲ πόμ­πευ­σαν στὰ σταυ­ρο­δρό­μια τῆς κώ­μης καὶ μὲ χτυ­ποῦ­σαν, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ὁ κα­λό­γε­ρος μᾶς δι­έ­φθει­ρε τὸ κο­ρά­σι, πάρ­τε τον, πάρ­τε τον. Καὶ μὲ χτύ­πη­σαν τό­σο, ὁ­ποὺ πα­ρὰ λί­γο νὰ πε­θά­νω. Ἦλ­θε δὲ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες καὶ εἶ­πε: Ὣς πό­τε θὰ χτυ­πᾶ­τε τὸν ξέ­νο μο­να­χό; Αὐ­τὸς δὲ ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πί­σω μου ντρο­πι­α­σμέ­νος. Για­τὶ καὶ αὐ­τὸν τὸν ἔ­βρι­ζαν πο­λὺ καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Νά, βλέ­πεις τί ἔ­κα­με ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ὁ­ποὺ σὺ κα­μά­ρω­νες; Καὶ λέ­γουν οἱ γο­νεῖς της: Δὲν τὸν ἀ­φή­νου­με ὥ­σπου νὰ μᾶς δώ­ση ἐγ­γυ­η­τὴ ὅ­τι θὰ τὴ δι­α­τρέ­φη. Καὶ εἶ­πα στὸν δι­α­κο­νη­τή μου καὶ αὐ­τὸς ἐγ­γυ­ή­θη­κε. Καὶ πῆ­γα στὸ κελ­λί μου καὶ τοῦ ἔ­δω­σα ὅ­σα ζεμ­πί­λια εἶ­χα, λέ­γον­τάς του: Πού­λη­σέ τα καὶ δὸς στὴ γυ­ναῖ­κα μου νὰ φά­η. Καὶ ἔ­λε­γα στὸν λο­γι­σμό μου: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα. Πρέ­πει νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι κά­πως πιὸ πο­λύ, γιὰ νὰ τὴν τρέ­φης. Καὶ ἐρ­γα­ζό­μουν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τῆς ἔ­στελ­να. Καὶ ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­θλί­ας νὰ γεν­νή­ση, περ­νοῦ­σαν μέ­ρες πολ­λὲς ὁ­ποὺ βα­σα­νι­ζό­ταν χω­ρὶς νὰ γεν­νή­ση. Καὶ τῆς λέ­γουν: Τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Καὶ τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­γὼ ξέ­ρω. Για­τὶ συ­κο­φάν­τη­σα τὸν ἀ­να­χω­ρη­τὴ καὶ τὸν κα­τη­γό­ρη­σα λέ­γον­τας ψέμ­μα­τα. Δὲν φταί­ει αὐ­τός, ἀλ­λὰ ὁ δεῖ­να νέ­ος. Ἦλ­θε λοι­πὸν αὐ­τὸς ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ὅ­λος χα­ρά. Καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ γεν­νή­ση ἐ­κεί­νη ἡ πρώ­ην παρ­θέ­νος, ὡ­σό­του ὡ­μο­λό­γη­σε: Δὲν εἶ­ναι ἔ­νο­χος ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ἀλ­λὰ εἶ­πα ψέμ­μα­τα ἐ­ναν­τί­ον του. Καὶ νά, ὅ­λη ἡ κώ­μη θέ­λει νὰ ἔλ­θη ἐ­δῶ μὲ πομ­πὴ καὶ πα­ρά­τα­ξη, γιὰ νὰ σοῦ ὑ­πο­βά­λη τὴ με­τά­νοι­ά της. Ἐ­γὼ ὅ­μως, ἀ­κού­ον­τάς τα αὐ­τά, γιὰ νὰ μὴ μὲ θλί­ψουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ση­κώ­θη­κα καὶ ἦλ­θα ἐ­δῶ σὲ Σκή­τη. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ὁ­ποὺ κα­τέ­φυ­γα ἐ­δῶ.»



Πη­γή: Εἶ­πε Γέ­ρων. Τὸ «Γε­ρον­τι­κόν» σὲ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀ­πό­δο­ση, μτφ. Βα­σι­λεί­ου Πέν­τζα, ἐκδ. Ἀ­στήρ, χχ, σ. 146-147.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce Carol Oates): Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας



Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce Carol Oates)


Ὁ πρῶ­τος χρό­νος τῆς χή­ρας

(Widow’s First Year)


Μὲ κρά­τη­σα ζων­τα­νή.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Hint Fi­ction: an an­tho­lo­gy of Sto­ri­es in 25 Words or Fe­wer (ἐπ. Robert Swart­wood). Βλ. καὶ ἐ­δῶ:

https://www.buzzfeed.com/kimberlywang/17-flash-fiction-stories-you-can-read-right-now?sub=3034174_2505198

Τζό­ις Κά­ρολ ­ουτς (Joyce Carol Oates) εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς πιὸ κα­τα­ξι­ω­μέ­νες καὶ πο­λύ­πλευ­ρες Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες συγ­γρα­φεῖς. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1938, στὸ Λόκ­πορτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ἀ­πὸ φτω­χὴ οἰ­κο­γέ­νεια, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει σὲ ἡ­λι­κί­α δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, ὅ­ταν τῆς χά­ρι­σαν τὴν πρώ­τη της γρα­φο­μη­χα­νή. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ ὅ­λα σχε­δὸν τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη —μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση, θέ­α­τρο, λο­γο­τε­χνι­κὴ κρι­τι­κή, δο­κί­μιο, ἀ­κό­μα καὶ παι­δι­κό— καὶ εἶ­ναι πο­λυ­γρα­φό­τα­τη. Ἀ­πὸ τὸ 1968 ἕ­ως τὸ 1978, δί­δα­ξε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Γου­ίν­δσορ τοῦ Κα­να­δᾶ καὶ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ αὐ­τὴ δε­κα­ε­τί­α ἐ­ξέ­δι­δε δύ­ο μὲ τρί­α βι­βλί­α τὸ χρό­νο. Σή­με­ρα δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πρίν­στον τοῦ Νιοῦ Τζέρ­σι. Ἐκ­δί­δει μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, Ρέ­ι­μοντ Τζ. Σμίθ, ἕ­να μι­κρὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ (The Ontario Review). Εἶ­ναι πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νη καὶ ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις, κα­θὼς καὶ μὲ τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο βρα­βεῖ­ο στὴν Ἀ­με­ρι­κή, τὸ National Book Award.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.

Νεκτάριος Μπέσης: Ὁ γερο-Τόμ



Νεκτάριος Μπέσης


Ὁ γερο-Τόμ


ΑΚΡΙΑ σὲ ἕ­να μι­κρὸ νη­σί, ἕ­να νη­σὶ σχε­δὸν ξε­χα­σμέ­νο, συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ θὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ. Ἕ­να πλοῖ­ο ἐρ­χό­ταν μιὰ φο­ρὰ τὴν βδο­μά­δα, γιὰ νὰ ξε­φορ­τώ­σει προ­μή­θει­ες καὶ ἴ­σως λί­γα φάρ­μα­κα καὶ κά­θε φο­ρὰ τὸ ἴ­διο. Οἱ ναῦ­τες ξε­φόρ­τω­ναν βι­α­στι­κά, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­βι­βα­στοῦν οἱ ἴ­διοι καὶ τὸ πλοῖ­ο πά­λι σάλ­πα­ρε, γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που ἦρ­θε. Αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε μό­νο τὶς πε­ρι­ό­δους τῆς κα­λο­και­ρί­ας.

       Ὅ­ταν ὁ και­ρὸς δὲν τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, στὴν μι­σο-κα­τε­στραμ­μέ­νη προ­βλή­τα του, ἔ­φτα­ναν μό­νο ἀ­φρι­σμέ­να κύ­μα­τα.

       Ἐ­δῶ ἔ­ζη­σε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ζω­ή του ὁ γε­ρο-Τόμ, μα­ζὶ μὲ τὴν νευ­ρι­κὴ γυ­ναί­κα του, μιὰ ἀ­δύ­να­τη γριὰ μὲ γουρ­λω­τὰ μά­τια, ποὺ βλα­στή­μα­γε ἀ­πὸ τὸν πρω­ι­νὸ κα­φὲ μέ­χρι τὴν βρα­δι­νή τους σού­πα, γιὰ τὴν ἀ­τυ­χί­α ποὺ εἶ­χαν νὰ ζοῦν σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, μιὰ ἐ­πι­λο­γή, ἂν δι­α­νο­η­θεῖ κα­νείς, ἐπειδὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο ἄν­θρω­ποι, νὰ συ­νυ­πάρ­ξουν μὲ ἄλ­λους.

       Πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση τὴν κερ­δί­ζεις, δὲν στὴν προ­σφέ­ρουν οἱ ἄλ­λοι, ἔ­τσι εἶ­χε συμ­βεῖ καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση.

       Ὁ γε­ρο-Τὸμ γιὰ ἕ­να πε­ρί­ερ­γο λό­γο ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν γυ­ναί­κα του, πα­ρὰ τὸν δύ­στρο­πο χα­ρα­κτή­ρα της, τό­σο πο­λύ, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του χω­ρὶς τὶς προ­σβο­λές της καὶ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη γκρί­νια, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἔλ­λει­ψη, ἐ­δῶ καὶ λί­γες βδο­μά­δες, τὸν εἶ­χε ἀ­ναγ­κά­σει νὰ πα­ραγ­γεί­λει ἀ­πὸ τοὺς ναυ­τι­κοὺς ἕ­να γε­ρὸ σκοι­νί. Τοὺς ζή­τη­σε κι­ό­λας νὰ τοῦ δεί­ξουν πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε μό­νος του νὰ φτιά­ξει ἕ­να ναυ­τι­κὸ κόμ­πο. Ἤ­θε­λε νὰ πά­ρει ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τὴν εὐ­θύ­νη τῆς πρά­ξης του. Ἀ­νέ­βη­κε πά­νω σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, πέ­ρα­σε τὸν κόμ­πο στὸ λαι­μό του καὶ με­τὰ τὴν κλώ­τση­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρί­ερ­γο, τὰ αὐ­τιά του ἄρ­χι­σαν νὰ βου­λώ­νουν καὶ λί­γο πρὶν τε­λει­ώ­σουν ὅ­λα, ἡ ἴ­σως λί­γο με­τά, τοῦ φά­νη­κε νὰ ἀ­κού­ει τὴ γυ­ναί­κα του, νὰ τὸν βρί­ζει, γιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Νε­κτά­ριος Μπέ­σης (Ἀ­θή­να, 1977, ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς Ἡ ὀρ­χή­στρα τοῦ δά­σους (2017) καὶ Κα­τα­στρέ­φον­τας τὰ χρώ­μα­τα τῆς νύ­χτας (2018), Ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες.

 

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis): Σι­ω­πή, Ἀ­κι­νη­σί­α



Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis)


Σι­ω­πή, ­κι­νη­σί­α

(Silence, Stilness)


ΕΝ ΛΕΩ πο­τὲ κα­κο­ποί­η­ση. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, κα­τα­φεύ­γω σὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πε­ρί­πα­τος, λέ­ω. Ἔ­ζη­σα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια, ἀλ­λὰ ἡ ἔκ­φρα­ση δὲν ση­μαί­νει τί­πο­τα γιὰ κα­νέ­ναν. Δύ­σκο­λα: τὰ τρα­χιὰ χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ἦ­χος ποὺ ἔ­βγα­ζαν κα­θὼς σέρ­νον­ταν στὶς κου­βέρ­τες ψα­χου­λεύ­ον­τας τὸ κου­βα­ρι­α­σμέ­νο μου σῶ­μα, χέ­ρια γε­μά­τα στα­τι­κό­τη­τα καὶ πρό­θε­ση. Ἢ τὸ τσού­ξι­μο ἀ­πὸ ἕ­να σκλη­ρό, ἀ­ξύ­ρι­στο κρό­τα­φο: γέ­νια, ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς συ­γ­γνώ­μης.

       Στὸν δι­ά­δρο­μο τοῦ γυ­μνα­σί­ου μας, ὁ Τσάντ* ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ λέ­ει, θὰ βγά­λεις τὶς μπό­τες σου καὶ θὰ βά­λεις τὶς δι­κές μου. Δὲν μοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ ἀρ­νη­θῶ. Οἱ ἄν­τρες μι­λοῦν μὲ εὐ­φρά­δεια τὴ γλώσ­σα τῆς Δι­α­τα­γῆς. Οἱ δι­κές του ζυ­γί­ζουν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ καὶ εἶ­ναι δυ­ὸ νού­με­ρα με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς δι­κές μου, ἀλ­λὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μα­κριὰ φερ­μου­ὰρ καὶ ἀγ­κρά­φες καὶ φο­ρών­τας τες νι­ώ­θει κα­νεὶς πὼς ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μά­χη. Πά­ει τό­σος και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος μοῦ μί­λη­σε ποὺ δὲν ἀ­κού­ω τί μοῦ λέ­ει με­τά, τὸ πο­τά­μι τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ρέ­ει ἀ­π’ τὰ ἀ­φτιά μου σκε­πά­ζει τὰ λό­για του.

       Πό­τε εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ πεῖς σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι μιὰ φο­ρὰ ὁ πα­τέ­ρας σου μα­γεί­ρε­ψε τὸ κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χες γιὰ κα­τοι­κί­διο καὶ στὸ ἔ­δω­σε νὰ τὸ φᾶς; Ὅ­τι τὸ βρά­δυ πα­ρα­τη­ροῦ­σες τὴν ἁ­πα­λὴ γραμ­μὴ τῆς ρα­χο­κο­κα­λιᾶς τοῦ κου­νε­λιοῦ σου, τὸ δά­χτυ­λό σου γλι­στροῦ­σε κα­τὰ μῆ­κος κά­θε σπόν­δυ­λου, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἄ­δει­ο κλου­βί, στι­φά­δο.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει πὼς εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ ἔ­χω μεί­νει ἐμ­βρό­νη­τη ἀ­π’ τὴν ἔκ­πλη­ξη πῶς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γιὰ μέ­να, γιὰ ἕ­να τό­σο ἀ­νό­η­το κο­ρί­τσι, ἕ­να ἀ­σή­μαν­το κο­ρί­τσι, ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε νὰ τὸ βου­λώ­σει, ποὺ μοιά­ζει τό­σο χον­τρό, τό­σο χον­τρό, καὶ τί μ’ αὐ­τό; Θὰ βά­λεις τὰ κλά­μα­τα τώ­ρα; Ἐμ­πρός, λοι­πόν, κλά­ψε, νὰ δοῦ­με τί θὰ κα­τα­φέ­ρεις. Νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­σαι τό­σο χά­λια; Ἔ! Κοί­τα με ὅ­ταν σοῦ μι­λά­ω. Ξέ­ρεις πό­σο τυ­χε­ρὴ εἶ­σαι;

       Στὰ δε­κα­έ­ξι μου γνω­ρί­ζω πράγ­μα­τα: πῶς νὰ παίρ­νω τὸ με­τρὸ στὸ Πα­ρί­σι. Τὴν δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν Βου­δι­σμὸ καὶ τὸν Ντα­ο­ϊ­σμό, τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ αὐ­τὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν φύ­λων. Χά­ρα­ξε μὲ μιὰ λε­πί­δα X-ACTO τὴν ρα­χια­ία πλευ­ρὰ μιᾶς σκου­λη­καν­τέ­ρας, ξε­φλού­δι­σέ την καὶ θὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις πὼς δὲν ἔ­χει καρ­διά. Τὰ τσι­γά­ρα κα­πνί­ζον­ται κα­λύ­τε­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα αὐ­το­κι­νή­των. Ὁ τύ­πος μὲ τὸ Chevy Cavalier θὰ μοῦ δι­ο­χε­τεύ­σει τὰ ξύ­δια ποὺ πί­νω βα­θιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους πί­σω ἀ­π’ τὸ σπί­τι μου. Τὸ Sam Goody εἶ­ναι τὸ πιὸ εὔ­κο­λο μα­γα­ζὶ γιὰ κλέ­ψι­μο. Ξέ­ρω ποῦ που­λᾶ­νε χόρ­το, κό­κα, σκό­νη, με­σκα­λί­νη, μα­νι­τά­ρια, LSD καὶ ἡ­ρω­ΐ­νη. Μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω καὶ νὰ γρά­ψω στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω νὰ ξε­χω­ρί­ζω ἀ­νά­με­σα στὴ κα­λὴ καὶ κα­κὴ ἀ­γά­πη καὶ δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ μὲ πλη­γώ­σει καὶ ποι­ός ὄ­χι. Με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι μοῦ φαί­νον­ται ἀ­βλα­βεῖς.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κλαί­ει ἐ­νῶ μὲ ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ ὅ­πλο καὶ ‘γὼ κοι­τά­ζω τὰ δά­κρυ­α ποὺ γλι­στροῦν ἀπ΄τὸ μά­γου­λό του στὸ χέ­ρι του, αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει τὴ σκαν­δά­λη. Τὸ σχέ­διό του εἶ­ναι νὰ μὲ σκο­τώ­σει, με­τὰ νὰ σκο­τώ­σει τὴ μη­τέ­ρα μου, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι τὸν ἀ­πα­τά, καὶ θέ­λω νὰ πῶ κά­τι ποὺ νὰ τὸν πεί­σει γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος ποὺ θὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θὰ μὲ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει, κι ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α πι­θα­νό­τη­τα νὰ σω­θῶ, ἡ σι­ω­πή, ἡ ἀ­κι­νη­σί­α, εἶ­ναι τὰ μό­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σουν. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πό­ση ὥ­ρα εἴ­μα­στε στὴ κου­ζί­να, ἡ κάν­νη στο­χεύ­ει τὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν ἀ­κού­ω νὰ ρο­χα­λί­ζει, βγαί­νω ἔ­ξω στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν μου, σω­ρι­ά­ζο­μαι σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ψη­λά: ὁ κα­τα­γά­λα­νος οὐ­ρα­νός, σύν­νε­φα βγαλ­μέ­να λὲς ἀ­πὸ καρ­τούν, ἕ­νας καρ­δι­νά­λιος κε­λα­η­δά­ει μὲ στα­κά­το ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση —ἡ ἀ­δι­α­νό­η­τη τε­λει­ό­τη­τα ἔ­ξω, ὅ­ταν τὸ μέ­σα εἶ­ναι τό­σο ἀ­πό­λυ­τα σά­πιο— ποὺ μὲ κά­νει ν’ ἀ­να­τρι­χιά­ζω ὣς τὸ κόκ­κα­λο.

       Ὁ Τσὰντ καὶ ‘γὼ κά­νου­με σὲξ ὑ­πὸ τὸ φῶς μιὰ κόκ­κι­νης λάμ­πας, ἕ­νας ρα­γι­σμέ­νος κα­θρέ­φτης πλά­ι στὸ κρε­βά­τι, καὶ γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γω τὸ βλέμ­μα τοῦ Τσὰντ κοι­τά­ζω τὸ εἴ­δω­λό μου, σί­γου­ρη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο, κά­ποι­ο ἄλ­λο πλά­σμα εἶ­ναι πά­νω στὴν πλά­τη της, τὸ βαμ­μέ­νο της στό­μα δὲν φαί­νε­ται στὸ κόκ­κι­νο φῶς, ἕ­να σι­ω­πη­λὸ τέ­ρας δί­χως στό­μα.

       Με­τὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο, ὁ πα­τέ­ρας μου στέ­κε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ φω­νά­ζει εἶ­ναι σπί­τι μου, σπί­τι μου, σπί­τι μου, ἡ ἠ­χώ του εἶ­ναι ἀ­παί­σια, κι ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, κα­τα­φεύ­γει κι αὐ­τός σε κλι­σέ: κλω­τσά­ει, οὐρ­λιά­ζει, ἀ­κού­ρα­στος. Γιὰ σχε­δὸν ἕ­να χρό­νο, ὁ χτύ­πος τοῦ σφυγ­μοῦ μου μὲ ξυ­πνᾶ τὴ νύ­χτα, σὲ ἐ­πι­φυ­λα­κὴ σὰν κου­νέ­λι, σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τά του στὴν πόρ­τα, τὸ γρα­τζού­νι­σμα καὶ τὸ κου­δού­νι­σμα τῶν κλει­δι­ῶν ποὺ δὲν ἐ­φαρ­μό­ζουν πιὰ στὴν κλει­δα­ριά.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ παί­ξει ἕ­να παι­χνί­δι καὶ ‘γὼ τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι πῶς νὰ συγ­κα­τα­νεύ­ω, νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸν ἄλ­λον, κι ἔ­τσι λέ­ω ναί ὅ­ταν κα­τε­βά­ζει τὴν κυ­λό­τα μου, ναί ὅ­ταν μo­ῦ δέ­νει τὰ μά­τια. Τὰ χέ­ρια του εἶ­ναι λι­πό­σαρ­κα καὶ κρύ­α, σκλη­ρὰ στὶς ἀρ­θρώ­σεις, ἀλ­λὰ μα­λα­κὰ κα­θὼς μὲ κα­τε­βά­ζει στὰ μα­ξι­λά­ρια. Ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα τὸ πρῶ­το πράγ­μα καὶ λέ­ει μάν­τε­ψε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ναί. Δὲν λέ­ω ὄ­χι, δὲν οὐρ­λιά­ζω, δὲν σφίγ­γω κὰν τοὺς μη­ρούς μου. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸν ἀ­φή­νω νὰ βά­λει μέ­σα μου τὸ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο με­τὰ τὸ ἄλ­λο —ἕ­ναν μαρ­κα­δό­ρο, τὸ με­ταλ­λι­κὸ πη­νί­ο ἑ­νὸς λαμ­πτή­ρα, τὸν δρο­σε­ρὸ λαι­μὸ ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρα— καὶ γε­λά­ω.

       Ὅ­ταν, στὰ εἴ­κο­σί μου, μα­θαί­νω πὼς ὁ πα­τέ­ρας μου δο­λο­φό­νη­σε τὴ φι­λε­νά­δα του, τὴν δε­κα­πεν­τά­χρο­νη κό­ρη της, κι ὕ­στε­ρα σκο­τώ­θη­κε, τὰ χά­νω, τὸ μυα­λό μου ἐ­λα­φρὺ σὰ φύλ­λο. Ὁ κό­σμος λέ­ει, εἶ­σαι τυ­χε­ρὴ ποὺ δὲν ἤ­σουν ἐ­σύ, κι αὐ­τὸ ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σω, ὅ­σες φο­ρὲς κι ἂν ἔ­χω κά­νει πρό­βα τὰ λό­για, εἶ­ναι ὅ­τι, μὲ τό­σους πολ­λοὺς τρό­πους, ἤ­μουν ἐ­γώ.


*Τὸ ὄ­νο­μα ἔ­χει ἀλ­λα­χτεῖ [ΣτΣ].


Πηγή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἱππόκαμπος

(https://www.hippocampusmagazine.com/2015/10/silence-stillness-by-lisa-nikolidakis/)

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis). Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα τῆς Lisa Niko­li­dakis βρα­βεύ­τη­καν μὲ τὸ «Orlando Prize» τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος A Room Of Her Own’s (Φθι­νό­πω­ρο, 2014) καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Los Angeles Review. Τὸ δο­κί­μιό της «Candy» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ The Briar Cliff Review τὸ 2015. Ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος, ζεῖ στὶς Με­σο­δυ­τι­κὲς Πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α. ὅ­που δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνι­κὴ γρα­φή.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga): Ὁ γιός



­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga)


Ὁ γιός

(El hijo)


ΤΑΝ μί­α δυ­να­τὴ μέ­ρα κα­λο­και­ριοῦ στὸ Μι­σι­ό­νες, μὲ ὅ­λο τὸν ἥ­λιο, τὴ ζέ­στη καὶ τὴν ἠ­ρε­μί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει αὐ­τὴ ἡ ἐ­πο­χή. Ἡ φύ­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­χτή, αἰ­σθά­νε­ται ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της.

       Ὅ­πως ὁ ἥ­λιος, ἡ ζέ­στη καὶ ἡ ἠ­ρε­μί­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, ὁ πα­τέ­ρας ἀ­νοί­γει ἐ­πί­σης τὴν καρ­διά του στὴ φύ­ση.

       Πρό­σε­χε μι­κρέ – λέ­ει στὸ γιό του, συ­νο­ψί­ζον­τας σὲ αὐ­τὴ τὴ φρά­ση ὅ­λες τὶς ἐ­πι­ση­μάν­σεις του γιὰ τὸ τί μπο­ρεῖ νὰ πά­ει στρα­βὰ καὶ ποὺ γιὸς του κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πό­λυ­τα.

       — Ναί, μπαμ­πὰ – ἀ­παν­τά­ει τὸ πλα­σμα­τά­κι ἐ­νῶ πιά­νει τὸ του­φέ­κι καὶ φορ­τώ­νει μὲ φυ­σίγ­για τὶς τσέ­πες τοῦ που­κα­μί­σου του, τὶς ὁ­ποῖ­ες κλεί­νει μὲ προ­σο­χή.

       — Νὰ γυ­ρί­σεις τὴν ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ρια­νοῦ φα­γη­τοῦ – το­νί­ζει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ναί, μπαμ­πά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὁ μι­κρός.

       Ἰ­σορ­ρο­πεῖ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι του, χα­μο­γε­λά­ει στὸν πα­τέ­ρα του, τὸν φι­λά­ει στὸ κε­φά­λι καὶ φεύ­γει.

       Ὁ πα­τέ­ρας τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ γιὰ λί­γο μὲ τὰ μά­τια του καὶ γυ­ρί­ζει στὴ δου­λειὰ τῆς ἡ­μέ­ρας, εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μὲ τὴν χα­ρὰ τοῦ γιοῦ του.

       Ξέ­ρει ὅ­τι ὁ γιός του εἶ­ναι ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἡ­λι­κία τό­σο στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­ση μὲ τὸν κίν­δυ­νο ὅ­σο καὶ στὴν προ­φύ­λα­ξη ἀ­πὸ αὐ­τόν, μπο­ρεῖ νὰ χει­ρι­στεῖ τὸ ὅ­πλο του καὶ νὰ κυ­νη­γή­σει τὸ ὁ,τι­δή­πο­τε. Πα­ρό­τι εἶ­ναι πο­λὺ ψη­λὸς γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μό­νο δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν. Καὶ μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρος ἂν κρί­νει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὴν ἁ­γνό­τη­τα τῶν γα­λά­ζι­ων μα­τι­ῶν του, φρέ­σκα ἀ­κό­μα ἀ­πὸ παι­δι­κὴ ἔκ­πλη­ξη.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ση­κώ­σει ὁ πα­τέ­ρας τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ δου­λειά του γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὸ μυα­λὸ του τὴν πο­ρεί­α ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ γιὸς του.

       Ἔ­χει δι­α­σχί­σει τὴν κόκ­κι­νη κο­ρυ­φὴ καὶ προ­χω­ρά­ει εὐ­θεί­α στὸ βου­νὸ περ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά.

       Γιὰ νὰ κυ­νη­γή­σει κα­νεὶς στὸ βου­νὸ —νὰ κυ­νη­γή­σει θη­ρά­μα­τα— χρει­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη ὑ­πο­μο­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ὁ μι­κρός του. Ἀ­φοῦ δι­α­σχί­σει αὐ­τὴ τὴ νη­σί­δα στὸ βου­νό, ὁ γιός του θὰ πε­ρά­σει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ θὰ κα­τέ­βει μέ­χρι τὴν πε­διά­δα, ἀ­να­ζη­τών­τας πε­ρι­στέ­ρια, που­λιὰ του­κὰν ἢ τὸ τά­δε ζευ­γά­ρι ἐ­ρω­δι­ῶν ὅ­πως αὐ­τὸ τοῦ φί­λου του, τοῦ Χου­άν, ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες.

       Μό­νο τώ­ρα, ὁ πα­τέ­ρας σκά­ει ἕ­να χα­μό­γε­λο στὴν ἀ­νά­μνη­ση τοῦ κυ­νη­γε­τι­κοῦ πά­θους τῶν δύ­ο μι­κρῶν φί­λων.

       Κά­ποι­ες μό­νο φο­ρὲς κυ­νη­γοῦν κα­νέ­να γι­α­κού­το­ρο(1), κα­νέ­να σου­ρου­κουὰ(2) —ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρες αὐ­τὸ— καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν θρι­αμ­βευ­τές, ὁ Χου­ὰν στὸ ράν­τσο, μὲ τὸ ὅ­πλο τῶν ἐν­νέ­α χι­λι­ο­στῶν ποὺ ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει, καὶ ὁ γιὸς του στὸ ὀ­ρο­πέ­διο, μὲ τὸ με­γά­λο του­φέ­κι Σαὶντ-Ἐ­τι­έν, μὲ δι­α­μέ­τρη­μα 16, τε­τρα­πλὸ κλεί­σι­μο καὶ λευ­κὸ μπα­ρού­τι.

       Καὶ ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι. Στὰ δε­κα­τρί­α θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σει ἕ­να του­φέ­κι. Ὁ γιός του, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α, τὸ ἔ­χει ἤ­δη καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λά­ει.

       Ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο αὐ­τό, γιὰ ἕ­να πα­τέ­ρα χῆ­ρο, χω­ρὶς ἄλ­λη πί­στη οὔ­τε ἐλ­πί­δα ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τοῦ γιοῦ του, ἕ­να γιὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νο ὅ­πως τὸν ἔ­χει ἐκ­παι­δεύ­σει αὐ­τός, ἐ­λεύ­θε­ρο μέ­σα στὸ μι­κρῆς ἐμ­βέ­λειας πε­δί­ο δρά­σης του, σί­γου­ρο γιὰ τὰ μι­κρά του πό­δια καὶ χέ­ρια ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­κί­α τῶν τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, μὲ συ­νεί­δη­ση τῶν ἄ­πει­ρων κιν­δύ­νων καὶ τῆς ἔλ­λει­ψης τῶν δι­κῶν τοῦ δυ­νά­με­ων.

       Αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει δυ­να­τὰ ἐ­νάν­τια σὲ αὐ­τὸ ποὺ ὁ ἴ­διος ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς ἐ­γω­ι­σμό. Εἶ­ναι πο­λὺ εὔ­κο­λο ἕ­να μι­κρὸ πλά­σμα νὰ κά­νει λά­θος ὑ­πο­λο­γι­σμό, βά­ζει ἕ­να πό­δι στὸ κε­νὸ καὶ κά­πως ἔ­τσι χά­νε­ται ἕ­νας γιός!

       Ὁ κίν­δυ­νος ὑ­πάρ­χει πάν­τα γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο σὲ κά­θε ἡ­λι­κί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ ἀ­πει­λὴ μει­ώ­νε­ται ἐ­ὰν ἀ­πὸ μι­κρὸς συ­νη­θί­σει νὰ στη­ρί­ζε­ται μό­νο στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις.

       Μὲ αὐ­τὸ τὸ σκε­πτι­κὸ ἐκ­παί­δευ­σε τὸν γιό του. Καὶ γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρει ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ ὄ­χι μό­νο στὴν καρ­διά του ἀλ­λὰ καὶ στὰ βά­σα­να τοῦ μυα­λοῦ του. Για­τί αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας, μὲ στο­μά­χι καὶ ὅ­ρα­ση ἀ­δύ­να­μα, ὑ­πο­φέ­ρει ἐ­δῶ καὶ λί­γο και­ρὸ ἀ­πὸ πα­ραι­σθή­σεις.

       Ἔ­βλε­πε, συμ­πυ­κνω­μέ­νες σὲ πο­λὺ ἐ­πώ­δυ­νες ψευ­δαι­σθή­σεις, ἀ­να­μνή­σεις μιᾶς εὐ­τυ­χί­ας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ κε­νὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ γιοῦ του δὲν ξέ­φευ­γε ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο. Τὸν εἶ­δε μί­α φο­ρὰ νὰ πέ­φτει, κα­λυμ­μέ­νο μὲ αἷ­μα ἐ­νῶ τρό­χι­ζε μί­α σφαί­ρα αὐ­τό­μα­του ὅ­πλου. Τὸ εἶ­δε αὐ­τὸ ἐ­νῶ ὁ γιὸς του ἁ­πλὰ λί­μα­ρε τὴν ἀγ­κρά­φα τῆς κυ­νη­γε­τι­κῆς του ζώ­νης.

       Ἀ­παί­σια κα­τά­στα­ση…. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα, τὴ ζε­στὴ καὶ κα­λο­και­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα, τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε φαί­νε­ται κλη­ρο­νο­μή­σει καὶ ὁ γιός του, ὁ πα­τέ­ρας νι­ώ­θει εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἤ­ρε­μος καὶ σί­γου­ρος γιὰ τὸ μέλ­λον.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ὄ­χι πο­λὺ μα­κριά, ἀ­κού­γε­ται ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός.

       — Τὸ Σαὶντ-Ἐ­τι­έν… σκέ­φτε­ται ὁ πα­τέ­ρας ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸν ἦ­χο. Δύ­ο πε­ρι­στέ­ρια λι­γό­τε­ρα στὸ βου­νό.

       Χω­ρὶς νὰ δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α στὸ ἀ­σή­μαν­το αὐ­τὸ συμ­βάν, ὁ ἄν­δρας ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἐκ νέ­ου στὴ δου­λειά του.

       Ὁ ἥ­λιος, ἤ­δη πο­λὺ ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, συ­νε­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὅ­που καὶ νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς —πέ­τρες, γῆ, δέν­τρα— ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­ραι­ω­μέ­νος ὅ­πως σὲ ἕ­να φοῦρ­νο, δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ ζέ­στη. Ἕ­νας βα­θὺς βόμ­βος ποὺ γε­μί­ζει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ εἶ­ναι καὶ ἐμ­πο­τί­ζει τὸ πε­ρι­βάλ­λον μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι, συγ­κεν­τρώ­νει ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ὅ­λη τὴν τρο­πι­κὴ ζω­ή.

       Ὁ πα­τέ­ρας ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ του: δώ­δε­κα. Καὶ ση­κώ­νει τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ βου­νό.

       Ὁ γιός του θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυρ­νά­ει. Μέ­σα στὴν ἀ­μοι­βαί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ μοι­ρά­ζον­ται —ὁ πα­τέ­ρας μὲ τοὺς ἀ­ση­μέ­νιους κρο­τά­φους καὶ τὸ παι­δὶ τῶν δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν— δὲν ἐ­ξα­πα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον πο­τέ. Ὅ­ταν ὁ γιὸς τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε – «ναί, μπαμ­πά», θὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Εἶ­πε ὅ­τι θὰ γυρ­νοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γέ­λα­σε βλέ­πον­τάς τον νὰ φεύ­γει.

       Κι ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει.

       Ὁ ἄν­δρας γυρ­νᾶ στὴ δου­λειά του, προ­σπα­θών­τας νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὴν προ­σο­χή του σὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­νει. Εἶ­ναι τό­σο εὔ­κο­λο, τό­σο εὔ­κο­λο νὰ χά­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου μέ­σα στὸ βου­νὸ καὶ νὰ κα­θί­σεις γιὰ λί­γο στὸ ἔ­δα­φος ἀ­κί­νη­τος γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς…

       Ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε… ἦ­ταν δώ­δε­κα καὶ μι­σή. Ὁ πα­τέ­ρας βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ ἐρ­γα­στή­ριό του, στη­ρί­ζει τὸ χέ­ρι του στὸν πάγ­κο καὶ μη­χα­νι­κὰ ξε­πη­δά­ει ἀ­πὸ τὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του ὁ πυ­ρο­βο­λι­σμὸς καὶ ξαφ­νι­κά, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὶς τρεῖς ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λε­σε, σκέ­φτη­κε ὅ­τι με­τὰ τὸν ἦ­χο τοῦ Σαὶντ-Ἐ­τι­ὲν δὲν ἄ­κου­σε τί­πο­τα ἄλ­λο. Δὲν ἄ­κου­σε τὸ κύ­λι­σμα τῶν πε­τρῶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ γνώ­ρι­μο περ­πά­τη­μα. Ὁ γιός του δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει καὶ ἡ φύ­ση ἔ­με­νε ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­τη στὴν ἄ­κρη τὴ δά­σους πε­ρι­μέ­νον­τάς τον.

       Ὤ, δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὸς ἕ­νας με­τρη­μέ­νος χα­ρα­κτή­ρας καὶ μιὰ τυ­φλὴ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν ἐκ­παί­δευ­ση τοῦ γιοῦ του γιὰ νὰ δι­ώ­ξει τὸ φάν­τα­σμα τοῦ πε­πρω­μέ­νου ποὺ ἕ­νας πα­τέ­ρας μὲ ἀ­σθε­νῆ ὅ­ρα­ση βλέ­πει νὰ φτά­νει ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φο­γραμ­μὴ τοῦ βου­νοῦ. Πε­ρι­σπα­σμός, ἀ­μέ­λεια, τυ­χαῖ­ο γε­γο­νός, κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­σή­μαν­τες αὐ­τὲς αἰ­τί­ες ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­θυ­στε­ρή­σουν τὴν ἄ­φι­ξη τοῦ γιοῦ του δὲν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά.

       Ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, ἕ­νας μό­νο πυ­ρο­βο­λι­σμὸς ἀ­κού­στη­κε, καὶ μά­λι­στα πρὶν ὥ­ρα. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν, ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἄ­κου­σε κα­νέ­ναν θό­ρυ­βο, δὲν εἶ­δε κα­νέ­να που­λί, δὲν ἦρ­θε οὔ­τε ἕ­νας ἄν­θρω­πος νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι συ­νέ­βη κά­ποι­ο ἀ­τύ­χη­μα σὲ κά­ποι­ον ποὺ δι­έ­σχι­σε τὴν πε­ρί­φρα­ξη…

       Μὲ τὸ κε­φά­λι στὸν ἀ­έ­ρα καὶ χω­ρὶς μα­χαί­ρι ὁ πα­τέ­ρας φεύ­γει. Δι­α­σχί­ζει τὸ ξέ­φω­το, μπαί­νει στὸ βου­νό, περ­νά­ει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης χω­ρὶς νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει ἴ­χνος τοῦ γιοῦ του.

       Ὡ­στό­σο ἡ φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Καὶ ὅ­ταν πιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χει δι­α­σχί­σει κά­θε γνω­στὸ κυ­νη­γε­τι­κὸ μο­νο­πά­τι καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­ξε­ρευ­νή­σει μά­ται­α τὸν βάλ­το, ἀ­πο­κτᾶ πλέ­ον τὴν σι­γου­ριὰ ὅ­τι κά­θε βῆ­μα ποὺ κά­νει πρὸς τὰ ἐμ­πρὸς τὸν φέρ­νει, μοι­ραῖ­α καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτα, πιὸ κον­τὰ στὸ πτῶ­μα τοῦ γιοῦ του.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ κα­τη­γο­ρή­σει, δυ­στυ­χῶς. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἡ ψυ­χρὴ τρο­με­ρὴ καὶ τε­τε­λε­σμέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: ὁ γιός του πέ­θα­νε δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να….

       Ἀλ­λὰ ποῦ, σὲ ποι­ό μέ­ρος;! Ἔ­χει τό­σα συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα ἐ­κεῖ καὶ εἶ­ναι τό­σο, μὰ τό­σο βρώ­μι­κο τὸ βου­νό! Ὤ, τό­σο βρώ­μι­κο! Δὲν θέ­λει πο­λὺ νὰ μὴν προ­σέ­ξεις, ὅ­ταν δι­α­σχί­ζεις τὰ σύρ­μα­τα μὲ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι…

       Ὁ πα­τέ­ρας πνί­γει μιὰ κραυ­γή. Εἶ­δε κά­τι νὰ ση­κώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα… Ὤ, δὲν εἶ­ναι ὁ γιός του, δὲν εἶ­ναι! Καὶ γυρ­νά­ει ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη…

       Τί­πο­τα δὲν θὰ κέρ­δι­ζε μὲ τὸ νὰ δεῖ τὸ χρῶ­μα τῆς ἐ­πι­δερ­μί­δας του καὶ τὴν ἀ­γω­νί­α τῶν μα­τι­ῶν του. Αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε φω­νά­ξει τὸ γιό του. Ἀ­κό­μα κι ἂν ἡ καρ­διά του τὸν φω­νά­ζει μὲ κραυ­γές, τὸ στό­μα του πα­ρα­μέ­νει σι­ω­πη­λό. Ξέ­ρει κα­λὰ ὅ­τι τὸ νὰ φω­νά­ξει τὸ ὄ­νο­μά του, ὅ­τι τὸ νὰ τὸν φω­νά­ξει με­γα­λό­φω­να, θὰ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­δο­χὴ τοῦ θα­νά­του του.

       — Μι­κρέ! – τοῦ ξε­φεύ­γει ξαφ­νι­κά. Καὶ ἐ­ὰν ἡ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μὲ τέ­τοι­ο χα­ρα­κτή­ρα εἶ­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ κλά­ψει, κλεί­νου­με μὲ εὐ­σπλα­χνί­α τὰ αὐ­τιὰ μπρο­στὰ στὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἐκ­φρά­στη­κε μὲ αὐ­τὴ τὴν φω­νή.

       Κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, γε­ρα­σμέ­νος κα­τὰ δέ­κα χρό­νια, ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρᾶ ψά­χνον­τας τὸν γιό του ποὺ μό­λις ἔ­χει πε­θά­νει.

       — Παι­δά­κι μου! Μι­κρού­λη μου! Τὸν φω­νά­ζει μὲ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν σπλά­χνων του.

       Ἤ­δη ἀ­πὸ πρίν, σὲ πλή­ρη εὐ­δαι­μο­νί­α καὶ γα­λή­νη, αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν πα­ραί­σθη­ση τοῦ γιοῦ τοῦ πε­σμέ­νου κά­τω, μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πὸ μιὰ σφαί­ρα χρώ­μα­τος νι­κε­λί­ου. Τώ­ρα, σὲ κά­θε σκι­ε­ρὴ γω­νιὰ τοῦ δά­σους βλέ­πει κα­λώ­δια μὲ σπί­θες καὶ στὴ βά­ση ἑ­νὸς στύ­λου μὲ τὸ του­φέ­κι ἀ­φο­πλι­σμέ­νο πε­σμέ­νο στὸ πλά­ι, βλέ­πει…

       — Μι­κρέ μου! Γι­έ μου!

       Ἀ­κό­μα καὶ οἱ δυ­νά­μεις ποὺ κά­νουν ἕ­ναν πα­τέ­ρα νὰ ἔ­χει πα­ραι­σθή­σεις τοῦ χει­ρό­τε­ρου ἐ­φιά­λτη, ἔ­χουν τὰ ὅ­ριά τους. Καὶ ὁ δι­κός μας αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι οἱ αἰ­σθή­σεις του τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ βλέ­πει νὰ ξε­προ­βά­λει ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­πλευ­ρο μο­νο­πά­τι ὁ γιὸς του.

       Ἕ­να παι­δὶ δε­κα­τρι­ῶν χρο­νῶν ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ ἀ­πὸ πε­νήν­τα μέ­τρα μα­κριὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ποὺ ἦρ­θε χω­ρὶς μα­χαί­ρι μέ­σα στὸ δά­σος γιὰ νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει τὸ βῆ­μα του μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα δά­κρυ­α.

       — Μι­κρέ… μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἄν­δρας. Καί, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ἀ­φή­νε­ται νὰ πέ­σει στὴν λαμ­πε­ρὴ ἄμ­μο, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὰ πό­δια τοῦ γιοῦ του.

Τὸ πλα­σμα­τά­κι, ἔ­τσι δε­μέ­νο, στέ­κε­ται ὄρ­θιο. Καὶ κα­θὼς κα­τα­λα­βαί­νει τὸν πό­νο τοῦ πα­τέ­ρα του, τὸν χα­ϊ­δεύ­ει ἀρ­γὰ στὸ κε­φά­λι.

       — Κα­η­μέ­νε μπαμ­πά…

       Τε­λι­κά, ὁ χρό­νος πέ­ρα­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἤ­δη τρεῖς…

       Μα­ζὶ τώ­ρα πιά, πα­τέ­ρας καὶ γιὸς παίρ­νουν τὸ δρό­μο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ.

       — Πῶς καὶ δὲν πα­ρα­τή­ρη­σες τὸν ἥ­λιο γιὰ νὰ ὑ­πο­λο­γί­σεις τὴν ὥ­ρα; Μουρ­μου­ρί­ζει ἀ­κό­μα ὁ πρῶ­τος.

       — Τὸν πα­ρα­τή­ρη­σα μπαμ­πά… ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξε­κί­νη­σα γιὰ νὰ γυ­ρί­σω εἶ­δα τοὺς ἐ­ρω­διοὺς τοῦ Χου­ὰν καὶ τοὺς ἀ­κο­λού­θη­σα.

       — Τί μὲ ἔ­κα­νες νὰ πε­ρά­σω μι­κρέ!

       — Μπαμ­πά­κα…μουρ­μού­ρι­σε καὶ ὁ μι­κρός.

       Με­τὰ ἀ­πὸ μί­α μα­κρὰ σι­ω­πή:

       — Καὶ τοὺς ἐ­ρω­διούς; Τοὺς σκό­τω­σες; Ρω­τά­ει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ὄ­χι.

       Ἀ­σή­μαν­τη λε­πτο­μέ­ρεια με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λο αὐ­τό. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν πυ­ρα­κτω­μέ­νο οὐ­ρα­νὸ καὶ ἀ­έ­ρα, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά, ὁ ἄν­δρας γυρ­νά­ει στὸ σπί­τι μὲ τὸ γιό του μὲ τὸ χέ­ρι πε­ρα­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του, τοὺς ὤ­μους ποὺ ἔ­χουν φτά­σει σχε­δὸν στὸ ὕ­ψος τῶν δι­κῶν του ὤ­μων. Γυρ­νά­ει μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα καί, ἂν καὶ δι­α­λυ­μέ­νος στὸ σῶ­μα καὶ τὴν ψυ­χή, χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α.


* * *


Χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α τῶν πα­ραι­σθή­σε­ων….. Για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρά­ει μό­νος του.

       Δὲν συ­νάν­τη­σε κα­νέ­ναν καὶ τὸ χέ­ρι του στη­ρί­ζε­ται στὸ κε­νό. Για­τί πί­σω του, στὴ βά­ση τοῦ στύ­λου καὶ μὲ τὰ πό­δια ψη­λά, πι­α­σμέ­να στὸ ἀγ­κα­θω­τὸ σύρ­μα, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος του γιὸς κεί­τε­ται στὸν ἥ­λιο, νε­κρὸς ἀ­πὸ τὶς δέ­κα τὸ πρω­ΐ.


(1) Yacutoro: πτη­νὸ μαῦ­ρο μὲ μέ­γε­θος ὅ­σο μιὰ μι­κρὴ κό­τα (γλώσ­σα γκου­ρα­νὶ τῶν ἰ­θα­γε­νῶν της Νό­τιας Ἀ­με­ρι­κῆς πε­ρι­ο­χὴ τῆς Πα­ρα­γουά­ης).
(2) Surucua: πτη­νὸ μὲ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Στὸν Rio de la Plata πο­λὺ ἥ­με­ρος πα­πα­γά­λος μὲ πα­νέ­μορ­φα φτε­ρὰ (γλώσ­σα γκου­α­ρα­νί).

Δρα­μα­το­ποι­ή­σεις:

Σκηνοθεσία: Antonio Aguilar

Πατέρας: Felipe Miranda * Γιός: Carlos Bueno



Ἄλλες ἑρμηνεῖες:

https://www.youtube.com/watch?v=iAQQo60jSMU

https://www.youtube.com/watch?v=TzKJb4E0UKY



Πη­γή: http://recursosbiblio.url.edu.gt/publicjlg/Libros_y_mas/2015/09/cuentHQ.pdf

Ὁ Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Silvestre Quiroga Forteza) (Σάλ­το, Οὐ­ρου­γουά­η 1878-Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1937) θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἱ­σπα­νό­φω­νους ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ὁ δά­σκα­λος τοῦ δι­η­γή­μα­τος κα­θὼς συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 200. Κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ ρεῦ­μα τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ μὲ κύ­ρια θέ­μα­τα τὴ μο­να­ξιά, τὴ θλί­ψη, τὴ με­λαγ­χο­λί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τοῦ Κί­πλινγκ,ὁ Κι­ρό­γα ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πλού­σια ἐμ­πει­ρί­α του, τὶς προ­σω­πι­κές του ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις ποὺ ἔ­κα­νε κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς μα­κρᾶς πα­ρα­μο­νῆς του στὶς ζοῦγ­κλες τοῦ Τσά­κο καὶ τοῦ Μι­σι­ό­νες, γιὰ νὰ γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα ὅ­που ἡ ζούγ­κλα, τὰ πο­τά­μια, τὰ με­γά­λα καὶ μι­κρὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους, τὰ ἴ­δια τὰ δέν­τρα ἀ­πο­κτοῦν ἔν­το­νη ζω­ὴ καὶ δρά­ση. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὸ 1917 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς τρέ­λας καὶ τοῦ θα­νά­του, τὸ 1918 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ζούγ­κλας καὶ τὸ 1921 τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ Ἀ­να­κόν­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο του λό­γῳ τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴ ζω­ὴ στὴ ζούγ­κλα. Ἡ ζω­ή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ση­μα­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τρα­γι­κὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιὰ καὶ ἔ­κα­ναν τὸ θά­να­το βα­σι­κὸ συ­νο­δοι­πό­ρο τῆς συγ­γρα­φι­κῆς καὶ προ­σω­πι­κῆς του δι­α­δρο­μῆς: ἔ­χα­σε τὸν πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς ἐ­νῶ ἦ­ταν αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας τοῦ πα­τριοῦ του καὶ τῆς πρώ­της του συ­ζύ­γου. Ὁ ἴ­διος, τέ­λος, αὐ­το­κτό­νη­σε ὅ­ταν δι­α­γνώ­στη­κε μὲ καρ­κί­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Γιός» («El hijo») ἀ­πο­δί­δει μὲ κο­ρυ­φού­με­νη ἔν­τα­ση τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ φό­βου τῆς ἀ­πώ­λειας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπρο­στὰ στὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζούγ­κλας ποὺ δὲν συγ­χω­ρεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ λά­θος. (Βλ. καὶ τὸ κεί­με­νό του «Ὁ Δε­κά­λο­γος τοῦ τέ­λει­ου διη­γη­μα­το­γρά­φου» στὸ ἱστολόγιό μας.)

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς πη­γές:

– Bellini Giuseppe, Nueva Hi­sto­ria de la lite­ratu­ra hi­spa­no­ame­rica­na, Ma­drid: Ca­sta­lia E­di­ci­o­nes, 1997

https://www.escritores.org/biografias/247-horacio-quiroga

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τισμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρᾶ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ι­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).