Τί­να Μίλ­μπερν (Tina Milburn): Ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­πό­φα­σης



Τί­να Μίλ­μπερν (Tina Milburn)


στιγ­μὴ τῆς ­πό­φα­σης

(Moment of decision)


ΠΟΡΟΥΣΕ σχε­δὸν νὰ ἀ­κού­σει τὴν πόρ­τα τῆς φυ­λα­κῆς νὰ κλεί­νει μὲ πά­τα­γο.

       Ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ θὰ ἔ­χα­νε γιὰ πάν­τα, ὁ ἔ­λεγ­χος τοῦ ἴ­διου της τοῦ πε­πρω­μέ­νου, δὲν θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν πο­τέ.

       Ἄ­γρι­ες σκέ­ψεις φυ­γῆς πέ­ρα­σαν σὰν ἀ­στρα­πὴ ἀ­πὸ τὸ μυα­λό της. Ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε δι­α­φυ­γή.

       Στρά­φη­κε πρὸς τὸν γαμ­πρὸ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο κι ἐ­πα­νέ­λα­βε τὴν λέ­ξη: «Δέ­χο­μαι.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τί­να Μίλ­μπερν (Tina Milburn). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη: Ἐ­πί­γνω­ση



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη


Ἐ­πί­γνω­ση


ΑΕΡΑΣ ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος. Τῆς ἀ­να­κά­τευ­ε τὰ μαλ­λιά, τὰ ἔ­χω­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα της, μα­ζὶ μὲ κόκ­κους ἀ­πὸ τὸ χω­μά­τι­νο λο­φά­κι δί­πλα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ ἔ­χα­σκε ἀ­νοι­χτή. Εἶ­χε κό­σμο ἀρ­κε­τό, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κλαι­γαν, κά­ποι­οι δαγ­κώ­νον­ταν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ὅ­μως δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει καὶ ἂς ὑ­πῆρ­χε συγ­γέ­νεια πρώ­του βαθ­μοῦ: εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ πα­ρε­ξη­γή­σεις καὶ κα­βγά­δες ποὺ δὲν τοὺς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν χω­ρὶς ἐκ­πτώ­σεις σὲ ἐ­γω­ι­σμό. Κά­ποι­οι βλα­στη­μοῦ­σαν. Ὁ πα­πὰς κόν­τευ­ε νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἔ­τσι ποὺ τοῦ ἔ­παιρ­νε ὁ ἀ­έ­ρας τὰ ρά­σα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Γιὰ κε­ρὶ ἀ­ναμ­μέ­νο οὔ­τε λό­γος.

       Τό­σο μα­νι­α­σμέ­να φυ­σοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ποὺ ἤ­θε­λε, θαρ­ρεῖς, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λο το νε­κρο­τα­φεῖ­ο, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λους ὅ­σους βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἢ ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τοὺς ποὺ πεν­θοῦ­σαν γνή­σια, ἐ­πει­δὴ τὴν εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει. Πό­σοι ἦ­ταν αὐ­τοὶ ἀ­λή­θεια καὶ μὲ ποι­ά κρι­τή­ρια ἦ­ταν βέ­βαι­ο ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σαν; Μὲ βά­ση τὸν πρό­τε­ρο βί­ο μα­ζί της ἢ μή­πως αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νοι­γό­ταν πλέ­ον σὰν δυ­να­τό­τη­τα μπρο­στά τους; Σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­θῆ­κον ποὺ τοὺς εἶ­χε ὑ­πα­γο­ρεύ­σει νὰ στα­θοῦν δί­πλα της μέ­χρι τέ­λους ἢ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ὅ­λα πιὰ τε­λεί­ω­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι εἶ­χαν ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ;

       Ἡ μι­κρὴ Σο­φί­α, μὲ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τοὺς κόκ­κους χώ­μα­τος στὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ τὰ ἑ­πτά της χρό­νια. Εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της στὸ φέ­ρε­τρο τὴ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ τὸ ἄ­νοι­ξαν, γιὰ νὰ τὸ κλεί­σουν τὴν ἑ­πό­με­νη βι­α­στι­κὰ – λὲς καὶ φο­βή­θη­καν μὴν πά­ρει τὴ σο­ρὸ ὁ ἀ­έ­ρας. Ἤ­ξε­ρε μό­νο ὅ­τι ὅ­λο αὐ­τὸ ἦ­ταν λά­θος. Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ μα­μά της ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νη σὲ κεῖ­νο τὸ κου­τί, ἂν αὐ­τὴ ἡ κέ­ρι­νη γυ­ναί­κα ἐ­κεῖ μέ­σα ἦ­ταν ὄν­τως ἡ μα­μά της. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι κά­που ἀλ­λοῦ, μα­ζί, καὶ νὰ χα­μο­γε­λοῦν ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη καὶ νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται καὶ νὰ γε­μί­ζουν φι­λιὰ τὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως ἔ­κα­ναν πα­λιά.

       Πα­λιὰ ναί, για­τί ἡ μα­μά της μπαι­νό­βγαι­νε στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν χρό­νο. Τό­σο εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ. Πρὶν δυ­ὸ βδο­μά­δες, ὅ­μως, εἶ­χε πά­ει στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ οἱ θεῖ­ες της εἶ­παν ψέ­μα­τα στὴν εἴ­σο­δο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της —εὐ­τυ­χῶς ἦ­ταν ψη­λή— καὶ ὁ φύ­λα­κας, δι­αι­σθα­νό­με­νος ἴ­σως τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πί­σκε­ψης, τῆς ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ μπεῖ κι ἂς μὴν εἶ­χε ξε­γε­λα­στεῖ.

       Στὸν θά­λα­μο μὲ τὸ λι­γο­στὸ φῶς καὶ τὰ μι­σό­κλει­στα πα­ρά­θυ­ρα, εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­πως δὲν τὴν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τέ, πρη­σμέ­νη, μὲ φρι­κτοὺς κύ­κλους κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, ἀ­γέ­λα­στη. Ἡ πρώ­τη της κου­βέν­τα ἦ­ταν μιὰ ἐ­πί­θε­ση: «για­τί ἀρ­γή­σα­τε ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νω τό­ση ὥ­ρα νὰ μὲ δεῖ­τε ὄρ­θια;» Δὲν ἦ­ταν ἡ μά­να της ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Ἡ μά­να της πάν­τα χα­μο­γε­λοῦ­σε καὶ μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα, ἐ­νῶ αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ἀ­πέ­ναν­τί της ἦ­ταν σκυ­θρω­πὴ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νη καὶ τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­νέ­δι­δε μιὰ πα­ρά­ξε­νη δυ­σο­σμί­α. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δι­κό τους, ξε­κούρ­δι­στο, τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο.

       Με­τὰ τὴν κη­δεί­α, προ­σφέρ­θη­κε κα­φές. Τὰ ξα­δέρ­φια τῆς Σο­φί­ας καὶ κά­ποι­α ἄλ­λα παι­διὰ τὴν τρά­βη­ξαν νὰ παί­ξουν. Σὲ λί­γο ὅ­λα εἶ­χαν ξε­χα­στεῖ: τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, τὸ φέ­ρε­τρο, ἡ μα­μά. Ὅ­λα εἶ­χαν πά­ρει τὸ σχῆ­μα τῆς μπά­λας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­παι­ζαν μῆ­λα. Μό­νο νά, ἐ­κεῖ ποὺ γε­λοῦ­σε κα­θὼς ἀ­πέ­φευ­γε τὰ γκέλ, τὴν πλημ­μύ­ρι­σε κά­τι ἀ­πὸ βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τῆς γέ­μι­σε δά­κρυ­α τὰ μά­τια. Σο­βά­ρε­ψε ξαφ­νι­κὰ καὶ ἔ­κα­νε στὴν ἄ­κρη. Τί τρέ­χει, τὴ ρώ­τη­σαν τὰ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­νή­συ­χα. Πέ­θα­νε ἡ μα­μά μου, τοὺς εἶ­πε, καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν ἡ ὀρ­φά­νια ποὺ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Σο­φί­ας.



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μὲ με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ποί­η­σης καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ δο­κί­μιά της σὲ δύ­ο συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, ἕ­ναν γιὰ τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη (Ἀ­θή­να: ἐκδ. Πη­νει­ὸς) καὶ ἕ­ναν γιὰ τὸν John Berger (London: ZED Publications, 2016). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα στὸν ἀ­θη­να­ϊ­κὸ καὶ τὸν ἐ­παρ­χια­κὸ τύ­πο, κα­θὼς καὶ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Γιῶργος Τριλλίδης: Ἡμέρα ανεξαρτησίας


Γιῶργος Τριλλίδης


Ἡ­μέ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας


ΑΡΥΘΥΜΟΣ καὶ κα­τη­φής, ὅ­πως πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειά, παρ­κά­ρει, μπαί­νει ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, πε­τά­ει τὰ κλει­διὰ στὸ τρα­πέ­ζι καὶ βγά­ζει κραυ­γή; «Τζέ­ι­σο­ο­ον»

…….«Εἶ­μαι πά­νω», φω­νά­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

…….Ὁ Χα­ρί­λα­ος βα­ρυγ­κο­μεῖ στὴ σκά­λα. Στὴ δι­α­δρο­μὴ λύ­νει τὴ γρα­βά­τα του. Μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο τοῦ Ἰ­ά­σο­να.

.      «Τί κά­νεις;»

.      «Δι­α­βά­ζω», λέ­ει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τά­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Ἔ­χω κά­ποι­ες ἀ­πο­ρί­ες», λέ­ει δι­στα­κτι­κὰ ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Τί ἀ­πο­ρί­ες;» συν­νε­φιά­ζει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Μπαμ­πά, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α μας ἔ­γι­νε τὰ με­σά­νυ­χτα τῆς 15ης πρὸς τὴ 16η Αὐ­γού­στου», ψελ­λί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «για­τί τὴ γι­ορ­τά­ζου­με τὴν 1η τοῦ Ὀ­κτώ­βρη;»

.      Τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χα­ρί­λα­ου φω­τί­ζε­ται, λὲς καὶ κά­ποι­ος μό­λις τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς παί­ζε­ται τὸ μπέ­ιζ­μπολ.

.       «Τζέ­ι­σον», κρά­ζει μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση ὁ Χα­ρί­λα­ος, «εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κὸς γιὸς τοῦ πα­τέ­ρα σου!» Ἀ­κο­λού­θως, σκύ­βει καὶ φι­λά­ει τὸν Ἰ­ά­σο­να στὴ φύ­τρα.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν ἀν­τι­δρᾶ οὔ­τε στὸ φι­λὶ οὔ­τε στὴ φι­λο­φρό­νη­ση – ἡ ὁ­ποί­α, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι πα­ρα­πει­στι­κή. Ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει ἐ­παί­νους μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἀ­πευ­θύ­νει πα­ρὰ σ’ αὐ­τὸν πρὸς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Οὐ­σι­α­στι­κὰ δὲν εἶ­ναι καν φι­λο­φρό­νη­ση. Εἶ­ναι ξεδι­άν­τρο­πη αὐ­το­κο­λα­κεί­α ποὺ σερ­βί­ρε­ται ὡς γο­νι­κὴ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ὁ Ἰ­ά­σο­νας εἶ­ναι πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ αὐ­τό. Εἶ­ναι, ὡ­στό­σο, ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος ὥ­στε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του δὲν ἀ­παν­τή­θη­κε.

.      «Μπαμ­πά», μουρ­μου­ρί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «δὲν μοῦ εἶ­πες». «Ἰ­ά­σων… Ἰ­ά­σων…» συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος ὁ Χα­ρί­λα­ος ποὺ πλέ­ει πλέ­ον σὲ πε­λά­γη πα­τρι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, «ση­μα­σί­α δὲν ἔ­χουν οἱ ἀ­παν­τή­σεις, ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ ρω­τᾶς τὶς σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις».

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­ε­ρω­τᾶ­ται, ἀ­να­πό­φευ­κτα, ἂν ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του ἦ­ταν σω­στή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν, ἀ­φοῦ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρε. Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μεί­νει μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α καὶ νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὴν πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ὥ­στε νὰ πε­τύ­χει κά­τι πο­λὺ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ δι­α­λεύ­καν­ση τῶν λό­γων ποὺ ἕ­να θη­λυ­κὸ κρύ­βει μῆ­νες.

.      «Νὰ πά­ω τώ­ρα στὸ πάρ­κο νὰ παί­ξω μπά­λα;» «Νὰ πᾶς ὅ­που θές, ἀρ­γο­ναύ­τη μου!» «Τί ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σω;» «Ὅ,τι ὥ­ρα θές, γι­ό­κα μου!»

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἐκ­πλήσ­σε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὁ Χα­ρί­λα­ος δὲν τὸν ἔ­χει με­γα­λώ­σει μὲ λευ­κὲς ἐ­πι­τα­γές. Ἂν μπο­ρῶ νὰ κερ­δί­σω τό­σα πολ­λὰ κά­νον­τας ἁ­πλῶς καὶ μό­νο σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις, σκέ­φτε­ται ὁ Ἰ­ά­σο­νας, στὸ ἑ­ξῆς θὰ κά­νω μό­νο αὐ­τό.

.      «Ἔ­φυ­γα.»

.      Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀ­φοῦ στὴν ἡ­λι­κί­α του εἶ­ναι πάν­τα ντυ­μέ­νος μὲ στο­λὴ ἀ­θλο­παι­δι­ῶν.

.      «Ἀ­έ­ρα στὰ πα­νιά σου, Τζέ­ι­σον», τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι πο­νη­ρὰ ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν πιά­νει τὸ ὑ­πο­νο­ού­με­νο, ἀλ­λὰ ἔ­χει ἤ­δη τὴν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση στὴ δι­ά­θε­σή του. Ἐλ­πί­ζει μό­νο νὰ εἶ­ναι ἡ σω­στή.

.      Μὲ τὸ ποὺ ἀ­κού­ει τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­νει, ὁ Χα­ρί­λα­ος κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα σκα­λιὰ πα­τά­ει στὰ πέν­τε. Προ­σγει­ώ­νε­ται στὴν κου­ζί­να. Ἀ­νοί­γει τὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ βγά­ζει μιὰ μπί­ρα. Ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ πῶ­μα ποὺ φεύ­γει ἀ­π’ τὸν λαι­μό, ἕ­να κλει­δὶ γυ­ρί­ζει στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μπαί­νει μέ­σα ἡ Σό­νια.

.      «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς τί μὲ ρώ­τη­σε πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ὁ γιός μας», ἀ­να­κοι­νώ­νει ἔμ­πλε­ος χα­ρᾶς ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Εἶ­μαι πτῶ­μα», λέ­ει ἡ Σό­νια καὶ ἀ­φή­νει ἕ­ξι πρά­σι­νες σα­κοῦ­λες Marks & Spencer στὸ σα­λό­νι. «Πά­ω νὰ ἀλ­λά­ξω», λέ­ει καὶ ξε­κι­νᾶ νὰ βρεῖ τὰ σκα­λο­πά­τια.

.      «Ἄ­κου τί μοῦ εἶ­πε ὁ-», ἀρ­χί­ζει νὰ λέ­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος, προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴ σκά­λα γιὰ νὰ ἀ­κού­γε­ται κα­λύ­τε­ρα, ἀλ­λὰ ἡ Σό­νια ἐ­πεμ­βαί­νει:

.      «Τὸν εἶ­δα ποὺ ἔ­φευ­γε. Νά σοῦ πῶ… τοῦ εἶ­πες νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι ὅ,τι ὥ­ρα θέ­λει;»

.      «Ναί. Ἄ­κου τώ­ρα τί μοῦ-».

.      «Πε­ρί­με­νε, εἴ­πα­με!» δι­α­τά­ζει ἡ Σό­νια καὶ χώ­νε­ται στὸ μπά­νιο.

.      Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κου­ζί­να μὲ τὴν μπί­ρα στὸ χέ­ρι. Πά­ει πά­νω ἀ­πὸ τὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ στυ­λώ­νει τὸ μπου­κά­λι. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται ἡ αὐ­λὴ καὶ ἡ πι­σί­να, γε­μά­τη ἀ­κό­μα καὶ φω­τι­σμέ­νη. Τό­τε θυ­μᾶ­ται πὼς στέ­κε­ται στὸ μο­να­δι­κὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ δεῖ ἀ­πρό­σκο­πτα τὴν πι­σί­να, ἀ­φοῦ δω­μά­τια, σα­λό­νι, τρα­πε­ζα­ρί­α καὶ χὼλ εἶ­ναι εἴ­τε τυ­φλὰ εἴ­τε τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τές τους βλέ­πουν ἄλ­λ’ ἀντ’ ἄλ­λων. Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἀρ­χί­ζει νὰ ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.



		

	

Ἕλενα Πέγκα: Ἅγιος


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Ἅ­γιος


ΝΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ πή­γα­με στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­να. Ἕ­να μι­κρὸ μο­να­στή­ρι, γυ­ναι­κεῖ­ο. Ρω­τά­ω τὴν ἡ­γου­μέ­νη ποιός ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος; Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε. Δυ­σα­ρε­στή­θη­κε ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζα.

       Ἦ­ταν ἕ­νας νε­α­ρὸς για­τρός, μοῦ λέ­ει, ἀ­πὸ τὴ Νι­κο­μή­δεια τῆς Ρω­σί­ας. Ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν χρι­στια­νή. Ὁ πα­τέ­ρας του ὄ­χι. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν πλού­σιος καὶ εἰ­δω­λο­λά­τρης. Εἶ­χε χι­λιά­δες δού­λους. Σὲ μου­σεῖ­ο κα­τοι­κοῦ­σε. Πρὶν πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­δε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θαύ­μα­τα τοῦ γιοῦ του. Εἶ­δε τὸν γιό του νὰ θε­ρα­πεύ­ει ἕ­ναν ἄν­τρα ἐκ γε­νε­τῆς τυ­φλό. «Τί ἔ­βλε­πα τό­σα χρό­νια;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ὁ πα­τέ­ρας. «Τί ἄ­κου­γα; Τί μοῦ μί­λα­γε τό­σα χρό­νια; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα.» Καὶ οὐρ­λι­ά­ζον­τας ἀ­να­στα­τω­μέ­νος, χύ­μη­ξε μέ­σα στὸ μου­σεῖ­ο του ποὺ ἦ­ταν ἡ ἔ­παυ­λή του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Νὰ σπά­ει πράγ­μα­τα. «Τί ἔ­κα­να γιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου τό­σα χρό­νια; Τί γιὰ τὸν γιό μου; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Καὶ ὅ­ταν ἀ­κό­μη ὑ­πέ­φε­ρε ἡ γυ­ναί­κα μου, τί ἔ­κα­να γιὰ νὰ τῆς ἐ­λα­φρύ­νω τὸν πό­νο; Τί ἔ­κα­να;» Καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου χτύ­πα­γε καὶ ἔ­σπα­γε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε πι­στός.

        «Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­στε ἐ­σεῖς;» ρω­τῶ τὴν ἡ­γου­μέ­νη. «Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­κεῖ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω. Πά­ρε τώ­ρα ἕ­να λου­κού­μι. Πά­ρε λου­κού­μι.»



Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Γιῶργος Δελιόπουλος: Ἐκείνη


Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος


Ἐ­κεί­νη

 

Α ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ κά­θε βρά­δυ ὁ ἴ­διος ἐ­φιά­λτης, ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Εἶ­ναι λέ­ει ἐ­κεί­νη, μιὰ ἄλ­λη, μιὰ ξέ­νη, κλει­δω­μέ­νη στὸ ἐ­φή­με­ρο πάν­τα τῆς ἴ­διας εἰ­κό­νας, σ’ ἕ­να μαῦ­ρο —δὲ φαί­νε­ται τί— καρ­φω­μέ­νο στὸν ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χο.

Ἐ­κεί­νη τρο­μά­ζει, βρί­σκει παν­τοῦ πα­λιὰ ξε­χα­σμέ­να μο­τί­βα, πο­λύ­χρω­μα γλέν­τια, πα­ρέ­ες, χέ­ρια ποὺ ἁ­πλώ­να­νε ὅ­λοι μα­ζί τὰ λευ­κὰ ὄ­νει­ρά τους στὸ γα­λά­ζιο τῆς μέ­ρας κι ἕ­ναν λαμ­πρὸ κα­τα­κί­τρι­νο ἥ­λιο. Ποῦ πῆ­γαν αὐ­τά; Ποιός πά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ τὸν δι­α­κό­πτη κι ἔ­σβη­σαν;

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται μιὰ γκρί­ζα γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου, μιὰ γκρί­ζα φω­νὴ στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ νὰ τῆς λέ­ει: «Σᾶς πε­ρι­μέ­νω αὔ­ριο στὴν κλι­νι­κή. Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα». Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο, κά­τι φο­βή­θη­κε, κά­τι σφη­νώ­θη­κε στὸ μυα­λό της, μιὰ μαύ­ρη κη­λί­δα, μιὰ σκλη­ρὴ ὑ­πο­ψί­α.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ για­τροῦ. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει καὶ μπῆ­κε στὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Μι­λοῦ­σε μὲ ἄλ­λους γιὰ λί­γα λε­πτὰ ἢ γιὰ λί­γους αἰ­ῶ­νες. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ πό­σο κρά­τη­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Εἶ­χε κολ­λή­σει τ’ αὐ­τί της στὸν τοῖ­χο νὰ πιά­σει ψι­θύ­ρους, κά­ποι­α σκόρ­πια λέ­ξη, μιὰ φρά­ση ποὺ θὰ τὴ λύ­τρω­νε. Ὁ για­τρὸς ἀρ­γοῦ­σε, τὰ χέ­ρια της ἵ­δρω­ναν, εἶ­χε μου­διά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. Εὐ­χό­ταν νὰ ἔρ­θει κά­ποι­ος νὰ τῆς πεῖ κά­τι, ὁ­τι­δή­πο­τε. Ὄ­χι ἄλ­λο σι­ω­πή.

        Ἐ­πι­τέ­λους, ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα καὶ μπῆ­κε ὁ για­τρός. Φαι­νό­ταν ψύ­χραι­μος καὶ γλυ­κός, μὰ τό­σο ἀλ­λό­κο­τος. Τῆς εἶ­πε, «κα­θί­στε» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ προ­στα­γὴ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ κα­τα­δί­κη. Τῆς εἶ­πε τὴ φρά­ση ποὺ ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν, «Εἶ­στε φο­ρέ­ας» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ οἱ λέ­ξεις τὴν τρυ­ποῦ­σαν τό­σο βα­θιά.

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται πὼς ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο, ἔ­μοια­ζε σὰν χα­μέ­νη. Κά­που ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει, νὰ κρυ­φτεῖ, νὰ χα­θεῖ ἀλ­λὰ ποῦ; Ποῦ βρι­σκό­ταν; Μπρο­στά της ἡ πό­λη, ποὺ τὴν εἶ­χε χι­λιά­δες φο­ρὲς περ­πα­τή­σει, τῆς ἤ­τα­νε ξέ­νη. Δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τί­πο­τα. Ὁ φό­βος λοι­πὸν πα­ρα­λύ­ει τὴ μνή­μη.

        Ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν. Φο­βό­ταν νὰ πά­ει σπί­τι, νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τοὺς γο­νεῖς, νὰ δεῖ τὸ εἴ­δω­λό της στὰ μά­τια τους, νὰ τοὺς πεῖ τί; πῶς σὲ μιὰ στιγ­μὴ ξό­δε­ψε ὅ­λο της τὸ χρῶ­μα ἢ πῶς τὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο της χά­θη­κε; Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν πιὸ μό­νη ἀ­πὸ πο­τὲ κι ὅ­λο τὸ σύμ­παν της ἦ­ταν τὸ ἄρ­ρω­στο κορ­μί της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ κά­που στὸ τί­πο­τα, μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ ποὺ δι­ώ­χνει καὶ σκο­τώ­νει ὅ,τι βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρέ­σει οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρε­θεῖ, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖ οὔ­τε νὰ προ­σευ­χη­θεῖ.

        Τὸ βρά­δυ κου­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ τί­πο­τα, μπῆ­κε σ’ ἕ­να τα­ξὶ καὶ γύ­ρι­σε σπί­τι. Κά­πως ἔ­πρε­πε νὰ συ­νέλ­θει, νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­σο γι­νό­ταν αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε εἰ­σβά­λει τό­σο βί­αι­α στὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἔ­βα­λε τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα καὶ ἄ­νοι­ξε. Κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μη τὸ ἀ­κου­στι­κό, οὔ­τε μι­λοῦ­σε οὔ­τε ἄ­κου­γε, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Ἤ­ξε­ρε, τὰ εἶ­χε μά­θει ὅ­λα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Για­τί; Ὅ­μως, κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε για­τί καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, τὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ κα­ταρ­γεῖ τὸν πό­νο καὶ τὸν χρό­νο.

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ξύ­πνη­σε πο­λὺ πρω­ί. Μα­ζί της ξύ­πνη­σε κι ἡ μνή­μη. «Εἶ­μαι φο­ρέ­ας», εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της. «Θε­έ μου! ἄς ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­να κα­κὸ ὄ­νει­ρο. Ἄς μὴν ἤ­μουν ἐ­γώ.» Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Τὰ ὄ­νει­ρα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Ἐ­κεῖ­νο δὲ θὰ τε­λεί­ω­νε πο­τέ. Κοί­τα­ξε τὸν ἑ­αυ­τό της στὸν κα­θρέ­φτη, ἄγ­γι­ξε τὸ σῶ­μα της, βε­βαι­ώ­θη­κε πὼς ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει. Τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα, τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες θὰ πά­λευ­ε συ­νε­χῶς νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θεῖ κα­νο­νι­κά, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως πρίν.

        Ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε πὼς τί­πο­τα δὲ θά ’­ταν ἴ­διο.  Ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν γύ­ρω της, κα­θὼς ἀλ­λά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Φί­λοι, ἐ­χθροὶ, ἐ­ρα­στὲς ἔρ­χον­ται φεύ­γουν, δει­λιά­ζουν φο­βοῦν­ται. Ὅ­πως ὅ­λοι μας, ἔ­τσι κι ἐ­κεί­νη ζη­τᾶ ἕ­να ση­μεῖ­ο στα­θε­ρὸ νὰ πια­στεῖ. Τὸ πρω­ὶ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί πή­γαι­νε. Γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεῖ; Γιὰ νὰ μὴν σκέ­φτε­ται; Γιὰ νὰ ξε­φύ­γει;  Ἕ­να ἄλ­λο πρω­ὶ βγῆ­κε βόλ­τα στὸ πάρ­κο μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Ἦ­ταν δί­πλα της πάν­τα, ἕ­να μ’ ἐ­κεί­νη. Μι’ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε γιὰ κα­φὲ μὲ τὴ φί­λη της. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες ἔπια­σε ξα­νὰ πι­νέ­λο καὶ γύ­ρι­σε στὴ σχο­λή. Ἄλ­λες φο­ρὲς κά­θε­ται ἀ­κί­νη­τη στὸν κα­να­πέ, σπρώ­χνον­τας ἁ­πλῶς τὴν ὥ­ρα κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κου­βέρ­τα, τὸ κε­φά­λι μέ­σα κι ἐ­κεῖ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ δι­κό της ἄ­συ­λο.

        Ἐ­κεί­νη, λοι­πόν, φο­βᾶ­ται πο­νά­ει σω­ρι­ά­ζε­ται κά­τω. Ἐ­κεί­νη ἐλ­πί­ζει ση­κώ­νε­ται πά­νω καὶ τρέ­χει, ἐ­κεί­νη, λὲς κι αὐ­τὸς ὁ ἐ­φιά­λτης δὲν εἶ­ναι δι­κός μου. Καὶ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μαῦ­ρο τε­λι­κὰ τί νὰ εἶ­ναι; Ἕ­νας τοῖ­χος νὰ κλεί­σω τὴ μοί­ρα μου ἢ τὸ μαῦ­ρο κρυμ­μέ­νο πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ φύ­γω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος (Ἀ­λε­ξάν­δρεια Ἠ­μα­θί­ας). Σπού­δα­σε Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ὁ Μι­κρὸς Ὀ­δυσ­σέ­ας (ποί­η­ση, Ἰ­ωλ­κός, 2009). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν βρα­βευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Τὸμ Φόρντ (Tom Ford): Vox populi



Τὸμ Φόρντ (Tom Ford)


Vox populi


«ΓΕΙΑ ΣΑΣ. Πή­ρα­τε τὸ 891-4207 τῆς οἰ­κεί­ας Τζόν­σον.

       »Ἡ Μαί­ρη καὶ ὁ Τζὶμ δὲν ζοῦν ἐ­δῶ ὅ­σο δια­ρκεῖ ἡ δι­κα­στι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ἂν εἶ­στε πι­στω­τής, πα­ρα­κα­λῶ κα­λέ­στε τὸ Πτω­χευ­τι­κὸ Δι­κα­στή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν.

       »Ὁ Ψυ­χα­να­λυ­τὴς τῆς Μαί­ρης —ὅ­ταν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές— πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὴν κα­λέ­σει στὸ σπί­τι τῆς μη­τέ­ρας της.

       »Γιὰ νὰ μι­λή­σε­τε στὴν Ἔι­μι καὶ τὴν Μπέ­κι πι­έ­στε τὸν ἀ­στε­ρί­σκο.

       »Νὰ ἔ­χε­τε μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μέ­ρα.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τὸμ Φόρντ (Tom Ford). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Ἀλεξάνδρα Σάνδη: Τὰ γενέθλια


Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη


Τὰ γε­νέ­θλια


ΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ τὰ γε­νέ­θλιά του. Ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ στὸ γρα­φεῖ­ο δὲν ἔ­χει ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Δὲ δου­λεύ­ει. Δὲν προ­λα­βαί­νει, ἔ­χει τό­σες εὐ­χὲς νὰ ἀ­παν­τή­σει. Στὸ φέ­ισ­μπουκ, στὸ μέ­ιλ, στὸ κι­νη­τό. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ‘χει πά­ρει ἄ­δεια σή­με­ρα ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναί­κα του δὲν τὸν ἄ­φη­σε. Ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο τα­ξί­δι. Οἱ εὐ­χὲς κα­τα­φθά­νουν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὁ ἦ­χος εἰ­δο­ποί­η­σης εἶ­ναι χα­μη­λω­μέ­νος ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὸς γιὰ νὰ τὸν δι­ε­γεί­ρει. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἀ­κού­ει τοῦ γαρ­γα­λᾶ τὸ στο­μά­χι. Γι’ αὐ­τὸν δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὸ πράγ­μα νὰ ἀ­παν­τᾶ σὲ εὐ­χές. Εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­κτι­κός. Νὰ μὴν ἀ­δι­κή­σει κα­νέ­ναν, νὰ μὴ φα­νεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο ἐγ­κάρ­διος, νὰ μὴ δώ­σει δι­και­ώ­μα­τα. Σὲ αὐ­τοὺς ποὺ γρά­φουν τὸ ὄ­νο­μά του στὴν εὐ­χή, γρα­φεῖ κι αὐ­τὸς τὸ δι­κό τους. Ὑ­πο­λο­γί­ζει πά­νω κά­τω τὶς λέ­ξεις καὶ ἀ­παν­τᾶ μὲ ἀν­τί­στοι­χο νού­με­ρο. Ἂν ἡ εὐ­χὴ πε­ρι­λαμ­βά­νει χα­ρι­τω­μέ­να εἰ­κο­νί­δια, καὶ μό­νο τό­τε, προ­σθέ­τει κι αὐ­τός, πάν­τα κά­τι κα­λαί­σθη­το. Με­τρᾶ τὰ θαυ­μα­στι­κὰ καὶ ἀν­τα­πο­δί­δει μὲ ἀ­κρί­βεια. Σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὰ κα­τα­φέρ­νει μιὰ χα­ρά. Ἔ­χει πιὰ χτί­σει μέ­θο­δο. Ἐ­νί­ο­τε χαί­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ μέ­θο­δό του πα­ρὰ μὲ τὸν κό­σμο ποὺ τοῦ εὔ­χε­ται. Συ­χνὰ πυ­κνὰ τσε­κά­ρει τὸ ἰν­μπόξ. Ξέ­ρει πὼς ἂν ἐ­κεί­νη τοῦ στεί­λει θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα τῆς γυ­ναί­κας του. Ἔ­τσι ἐλ­πί­ζει του­λά­χι­στον. Κά­νει συ­νε­χῶς ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα μή­πως αὐ­τὸ φταί­ει καὶ δὲ φτά­νει τὸ μή­νυ­μα. Κά­θε ἀ­να­νέ­ω­ση καὶ μιὰ νέ­α ἐλ­πί­δα ποὺ σύν­το­μα δι­α­λύ­ε­ται σὲ ἄ­πει­ρα σω­μα­τί­δια σκό­νης μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρω­ί, συ­νε­χί­ζει νὰ ἐλ­πί­ζει.

         Ἡ γυ­ναί­κα του καρ­δι­ο­χτυ­πᾶ μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κοι­τά­ει καὶ ξα­να­κοι­τᾶ τὸν τοῖ­χο του. Ξέ­ρει ὅ­τι ἂν ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νι­στεῖ θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά. Φο­βᾶ­ται ὅ­μως τὴν πρό­κλη­ση, αὐ­τὴ ποὺ δὲ θὰ ἀ­φή­σει πε­ρι­θώ­ρια γιὰ τυ­φλὰ ση­μεῖ­α καὶ σι­ω­πές. Κά­νει συ­χνὰ ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα. Σφίγ­γε­ται, φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι βλέ­πει τὴ φω­το­γρα­φί­α της, αὐ­τὴ μὲ τὸ κόκ­κι­νο μπι­κί­νι καὶ τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα πό­δια. Πό­σο ἀ­ψε­γά­δια­στα εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ πό­δια. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­με­νε μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη νὰ τὰ χα­ζεύ­ει. Ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ χαί­ρε­ται πο­λὺ ποὺ ὑ­πάρ­χουν τό­σο τέ­λεια πό­δια. Χαί­ρε­ται νὰ τὰ βλέ­πει. Σή­με­ρα ὅ­μως τρέ­μει. Τρέ­μει καὶ μό­νο στὴν ἰ­δέ­α τους. Ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν φα­νεῖ. Εἶ­ναι πρω­ί. Συ­νε­χί­ζει νὰ τρέ­μει.

         Εἶ­ναι με­ση­μέ­ρι. Ἐ­κεί­νη τρέ­μει ἡ­μί­γυ­μνη πά­νω σε ἕ­να κρε­βά­τι. Τρέ­μει καὶ βογ­γά­ει. Τὸ σῶ­μα της εἶ­ναι ὑ­γρὸ καὶ γυ­α­λί­ζει ἔν­το­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς. Κλεί­νει τὰ μά­τια. Τὸ φῶς φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Τὰ μα­κριά της πό­δια δι­πλώ­νουν πρὸς τὸ στῆ­θος της. Τὸ σῶ­μα της μοιά­ζει νὰ βρί­σκε­ται σὲ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἔκ­στα­ση σὰν νὰ δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Ξάφ­νου ἡ ἀ­νά­σα της γί­νε­ται γρή­γο­ρη, τό­σο γρή­γο­ρη. Δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θεῖ σὲ ἕ­να πη­γαῖ­ο οὐρ­λια­χτό.

         Εἶ­ναι με­σά­νυ­χτα. Ἐ­κεῖ­νος κλεί­νει τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ μοι­ρα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ὁ δι­χα­σμὸς του γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὸς ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα. Κα­τα­λα­βαί­νει. Τὸν πλη­σιά­ζει. Ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται. Συ­ζη­τοῦν γιὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους προ­ο­ρι­σμούς.

         Ἐ­κεί­νη μᾶλ­λον κοι­μᾶ­ται. Τὰ πό­δια της, ἀ­νή­συ­χα προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦν ἀ­πὸ τὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι. Μοιά­ζει νὰ ζε­σταί­νε­ται. Δί­πλα της, τὸ νε­ο­γέν­νη­το κοι­μᾶ­ται βα­θιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ τὴν Ἰ­α­τρι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὴ Σχό­λη τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ