1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί

[τῆς Ἀσήμως Γκούρα]


ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ κα­τοι­κοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Γκού­ρα, φρου­ράρ­χου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ εἶ­χε πειὰ σκο­τω­θῆ. Ἡ γεν­ναί­α Ἀ­σή­μω, κό­ρη τοῦ Ἀ­να­γνώ­στη Λι­δο­ρί­κη, βά­στα­ξε μὲ καρ­διὰ τὸ θά­να­το τοῦ ἀν­τρός της καὶ τὴ σε­βόν­ταν ὅ­λοι οἱ πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι γιὰ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴ δι­κή της γεν­ναι­ο­ψυ­χιά.

       Στὴ βο­ρει­νὴ πρό­στα­ση (τὸ Παν­δρό­σει­ο) ζοῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, για­τὶ τὸ μέ­ρος ἤ­τα­νε φυ­λαγ­μέ­νο, θο­λό­χτι­στο, κ’ ἦ­ταν ἀ­κό­μα καὶ ριγ­μέ­νο χῶ­μα ἀ­πά­νου στὴ θο­λω­τὴ σκε­πὴ γιὰ πει­ὸ ἀ­σφά­λεια.

       Οἱ Τοῦρ­κοι μὲ τὸ κα­νό­νι ποὔ­χα­νε στη­μέ­νο στὴν Ἁ­γιὰ Μα­ρί­να χτυ­πού­σα­νε μὲ πεῖ­σμα τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο· ἴ­σως ξέ­ρα­νε πὼς στὸ ὑ­πό­γει­ο ἤ­τα­νε μπα­ροῦ­τι. Ἀ­φοῦ προ­ξε­νή­σα­νε κάμ­πο­ση ζη­μιά, κα­τὰ τὴς 12 τοῦ Γε­να­ριοῦ 1827, τὸ χτί­ριο κλο­νι­σμέ­νο σά­λε­ψε, ὥ­ρα δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῷ κοι­μῶν­ταν ὅ­λοι, κ’ ἔ­πε­σε τὸ πει­ὸ με­γά­λο μέ­ρος τῆς σκε­πῆς, φορ­τω­μέ­νης ἀ­πὸ χῶ­μα· τὰ μάρ­μα­ρα γλι­στρή­σα­νε κα­τὰ τὴν ἄ­κρη, μὰ τὸ χῶ­μα πλά­κω­σε ἕν­τε­κα ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά. Κά­να-δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες προ­φτά­σαν καὶ πη­δῆ­σαν ὄ­ξω· καὶ βγά­λα­νε καὶ δυ­ὸ παι­διὰ οἱ πρῶ­τοι ποὺ προ­φτά­σα­νε βο­ή­θεια. Ἡ Γκού­ραι­να κ’ οἱ ἄλ­λοι πή­γα­νε χα­μέ­νοι, ὅ­μως θὰ γλυ­τῶ­ναν, ἂν κοι­τά­ζα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε χω­ρὶς ἄρ­γη­τα. Ἀ­φοῦ τ’ ἄλ­λο πρω­ῒ βρέ­θη­κε τῆς Γκού­ραι­νας ζε­στὸ ἀ­κό­μα τὸ κορ­μί…

       Για­τί ὅ­μως δὲ βι­α­στή­κα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε; Τὸ σπί­τι ἤ­τα­νε γε­μᾶ­το ἀ­πὸ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ Γκού­ρα κι’ ὅ­λα του τὰ πρά­μα­τα. Ὁ Γιά­ννης ὁ Μα­μού­ρης, συγ­γε­νής του κι’ ἀν­τι­φρού­ραρ­χος τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ἔ­ζω­σε ἀ­μέ­σως μὲ τοὺς ἄ­τα­χτούς του τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο καὶ δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να νὰ μπῇ, ἀ­π’ τῆς κλε­ψιᾶς τὸ φό­βο. Καὶ μο­νά­χα τὸ πρω­ῒ ἔ­γι­νε τὸ ξε­σκά­ψι­μο. Μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ πειά(1).


(1) Δίκη μεγάλη ἀργό­τερα ἀ­κολού­θη­σε τῶν κλη­ρονό­μων τοῦ Γκού­ρα ἐνάν­τια στὸ Μα­μού­ρη. (Γιάν­νη Βλα­χο­γιάν­νη «Προ­πύ­λαια» τόμ. Α´ σ. 85). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Βλα­χο­γιά­ννη «Ἀ­θη­να­ϊ­κὸν Ἀρ­χεῖ­ον» Α´ σ. 171.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 166 [Τίτλος: «326.— Θά­να­τος τῆς Γκού­ραι­νας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Nicolas-Louis-Fran­çois Gos­se (1787-1878), The Bat­tle of the Acro­po­lis, 1827. Πιθα­νό­τατα εἰκο­νί­­ζε­ται ἡ Ἀσή­μω Λιδω­ρί­κη-Γκού­ρα, σύζυ­γος τοῦ φρού­ραρχου τῆς Ἀκρό­πολης Ἰωάν­νου Γκούρα.


			

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἕ­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν

(A Psychiatrist in Lower Manhattan)


ΞΕΡΑ ἕ­ναν ψυ­χί­α­τρο ποὺ ζοῦ­σε στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν. Τὸ γρα­φεῖ­ο του ἦ­ταν στὸ σπί­τι καὶ τὸ σπί­τι του δὲν εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα. Βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να τε­ρά­στιο κτί­ριο χω­ρὶς χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ ἡ βά­ση του ἔ­μοια­ζε τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο τε­τρά­γω­νη ὅ­σο τὰ τέσ­σε­ρα τε­τρά­γω­να ποὺ τὸ πε­ρι­έ­κλειαν. Τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά του ἦ­ταν ἐ­πί­σης τε­ρά­στια, ἀλ­λὰ ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ χῶ­ρος εἶ­χε τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα τῆς ἔλ­λει­ψης φυ­σι­κοῦ φω­τός. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, μὲ μιὰ σει­ρὰ παγ­κά­κια ποὺ ἔ­βλε­παν πρὸς τὶς λε­ω­φό­ρους, βρι­σκό­ταν τὸ J&R Music World. Ἂν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­λε­γε ὁ ψυ­χί­α­τρος, θὰ ἀ­νέ­βα­ζε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ J&R μὲ ἕ­να χάρ­τι­νο ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι. Τό­σο κον­τὰ ἦ­ταν. Πή­γαι­νε ἐ­κεῖ σχε­δὸν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τμῆ­μα κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἔ­φευ­γε μὲ ἀρ­κε­τὲς και­νού­ρι­ες ἀ­γο­ρές. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν ὄ­πε­ρα, τὴν ὀρ­χη­στρι­κὴ μου­σι­κή, τὴ φω­νη­τι­κή, τὴν πρώ­ι­μη, τὰ πλῆ­κτρα, τὴ σύγ­χρο­νη κλα­σι­κὴ – ὅ­λα αὐ­τά, ὥ­στε νὰ πεί­θε­ται πάν­τα ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παλ­λή­λους ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἠ­χο­γρά­φη­ση ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἔ­χει. Τὶς κα­λὲς μέ­ρες κα­θό­ταν μὲ τὶς ἀ­γο­ρές του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παγ­κά­κια στὴ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, ἔ­σκι­ζε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­πὸ τοὺς δί­σκους ἢ τὸ κου­τὶ καὶ με­λε­τοῦ­σε τὶς ση­μει­ώ­σεις ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­χε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό. Ὁ ψυ­χί­α­τρος μι­λοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Γερ­μα­νι­κά, λί­γα Γαλ­λι­κὰ καὶ λί­γα Ρω­σι­κά. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὶς με­τα­φρά­σεις τῶν δι­σκο­γρα­φι­κῶν. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ βλέ­πει πό­σο κον­τὰ ἦ­ταν οἱ με­τα­φρά­σεις τους σὲ αὐ­τὲς ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­κα­νε ἂν ἦ­ταν με­τα­φρα­στής. Ἤ­ξε­ρε τὶς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὄ­πε­ρες καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ λιμ­πρέ­τα τους ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ ὥ­στε νὰ τὰ με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ Ἀγ­γλι­κὰ καὶ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κὰ (ὅ­πως τὸ Ὄ­νει­ρο Θε­ρι­νῆς Νυ­κτός τοῦ Μπρί­τεν) στὰ Ἰ­τα­λι­κὰ ἢ τὰ Γερ­μα­νι­κά.

       Ὁ ψυ­χί­α­τρος μοι­ρα­ζό­ταν τὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα σπί­τι του μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, μιὰ εἰ­κα­στι­κό. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ἐγ­κα­τα­στά­σεις. Στοί­βα­ζε κα­μιὰ φο­ρὰ κά­τι σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ πά­τω­μα μιᾶς γκα­λε­ρί, ὅ­πως ἄ­πλυ­τα ροῦ­χα ἢ σκου­πί­δια (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν βρε­θεῖ») καὶ αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή της. Ἔ­φτια­χνε κι ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, ἀ­πὸ πη­λὸ ἢ νῆ­μα ἢ καμ­βά. Με­ρι­κὰ τὰ κάρ­φω­νε σὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ τὰ κρε­μοῦ­σε στὰ δω­μά­τια δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στο, του­λά­χι­στον ὄ­χι μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Ἴ­σως ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς ἰ­δέ­ας. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δω­μά­τια στὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν τὸ στούν­τιό της. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἔ­μοια­ζε μὲ παι­δι­κὸ δω­μά­τιο, τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ δὲν μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά του. Ἔ­λε­γε ὅ­τι μᾶλ­λον θὰ ζω­γρά­φι­ζε, μᾶλ­λον θὰ ἦ­ταν ζω­γρά­φος, ἂν τὸ στούν­τιο εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει φῶς, του­λά­χι­στον ὄ­χι φῶς ποὺ ἀ­ξί­ζει νὰ ζω­γρα­φί­σεις. Κι ἂν μὴ τί ἄλ­λο, ἔ­λε­γε, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ φῶς. Τὸ ἴ­διο κι ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἔ­λε­γε ὁ σύ­ζυ­γός της, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δι­α­φω­νοῦ­σε. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι θὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ κά­τι ἄλ­λο, για­τὶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἐ­ξα­σκοῦ­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ψυ­χα­νά­λυ­ση, πα­ρὰ τὴν ἀ­που­σί­α φω­τὸς στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       Στὸ δω­μά­τιο ποὺ ὁ ψυ­χί­α­τρος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ λη­μέ­ρι του, μι­σὸ τε­τρά­γω­νο πε­ρί­που ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, εἶ­χε ἕ­να στε­ρε­ο­φω­νι­κὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν Αὐ­στρί­α καὶ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Τὰ ἠ­χεῖ­α του —ἕ­να ζευ­γά­ρι— εἶ­χαν τὸ μέ­γε­θος ψυ­γεί­ου. Ὁ ἐ­νι­σχυ­τὴς καὶ ὁ προ­ε­νι­σχυ­τής του τοὺς ἔ­δι­νε τό­ση ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ ἀ­κού­γον­ταν ὣς τὸ Κό­νι Ἄι­λαντ, ὅ­που εἶ­χε γεν­νη­θεῖ καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­πο­δρά­σει. Κά­πο­τε ἔ­βα­λε νὰ παί­ξει τὴν «Κά­στα Ντί­βα» τῆς Μα­ρί­ας Κά­λας γιὰ μέ­να – καὶ ἔ­κα­νε τὸ μπου­φάν μου νὰ φαί­νε­ται σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σα ἐ­νάν­τια σὲ ἰ­σχυ­ρὸ ἄ­νε­μο. Ἡ βλε­φα­ρί­δα στὰ αὐ­τιά μου πα­ρέ­μει­νε πε­σμέ­νη γιὰ μέ­ρες. Στὴ ρὸκ μου­σι­κή, ὑ­πέ­θε­τε, μό­νο οἱ The Who μπο­ροῦ­σαν νὰ παί­ξουν δυ­να­τό­τε­ρα. Ἤ­μουν εὐ­γνώ­μων ποὺ δὲν εἶ­χε δί­σκο τῶν The Who, ἢ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ρόκ, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι. Ὅ­λα ἦ­ταν κλα­σι­κὴ γιὰ τὸν ψυ­χί­α­τρο.

       Συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν γιὰ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ζω­ῆς δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν ἀλ­λὰ ἤ­μουν σχε­δὸν σί­γου­ρος πὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση θὰ ἦ­ταν ἀρ­νη­τι­κή. Πί­στευ­α πὼς σί­γου­ρα ἦ­ταν ἔ­τσι γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ ψυ­χιά­τρου, ἕ­να ἀ­γό­ρι τρι­ῶν ἐ­τῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὸ στὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ στὸ γά­λα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ ἕ­να κο­ρί­τσι ἕ­ξι ἐ­τῶν, ποὺ κά­ποι­ες φο­ρὲς ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο μὲ μιὰ πέ­τρα καὶ σοῦ τὴν ἔ­δι­νε λέ­γον­τας «ὁ­ρί­στε, σοῦ ἔ­φε­ρα αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο», κι ἐ­σὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σεις «πω­πῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ» καὶ νὰ τὴ βά­λεις στὴν τσέ­πη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρά­θυ­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πε­τά­ξεις ἔ­ξω.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Γιάννης Παγώνης: Ἡ Γριά


Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Ἡ Γριά


ΕΦΤΟΝΤΑΣ μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τῶν ἑ­κα­τὸ χι­λι­ο­μέ­τρων πά­νω στὸν κορ­μὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἐ­λιᾶς, του­λά­χι­στον ἀ­πὸ με­ριά μου δὲν ἔ­νοι­ω­σα τὸ πα­ρα­μι­κρό, χω­ρὶς νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βε­βαι­ώ­σω τὸ ἴ­διο καὶ ἐκ μέ­ρους τῆς γυ­ναι­κός μου.

        Μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ χί­λια με­γά­φω­να, δι­έ­τα­ξε ἀ­ρει­μά­νια:

        «Ἐ­σὺ ὁ ὁ­δη­γός, γραμ­μὴ γιὰ τὸ Γρα­φεῖ­ο!», καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα, «καὶ σὺ γύ­ναι ἡ συ­νε­πι­βά­της, τα­χιὰ στὸ Μα­γει­ρεῖ­ο!».

        Ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ βρέ­θη­κα μό­νος σ΄αὐ­τὸ τὸ φω­τει­νό­τα­το δω­μά­τιο. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ζε­στὸ ἐν­δι­αί­τη­μα δέ­κα πε­ρί­που τε­τρα­γω­νι­κῶν, μὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες ὣς τὸ τα­βά­νι, ἕ­να γρα­φεῖ­ο πα­λιὸ δρύ­ϊ­νο, μιὰ κα­ρέ­κλα ἀ­να­παυ­τι­κὴ μὲ μα­ξι­λα­ρά­κι καὶ ἄ­φθο­νη γρα­φι­κὴ ὕ­λη ποὺ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας στιγ­μὴ τέ­θη­κε στὴ δι­ά­θε­σή μου.

        Τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρί­σκε­ται στὰ δε­ξιά μου τυ­φλό. Πόρ­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.

        Πό­σο και­ρὸ βρί­σκο­μαι σ΄αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο δὲν μπο­ρῶ ν΄ἀ­παν­τή­σω. Ἴ­σως λί­γα λε­πτά τῆς ὥ­ρας, ἴ­σως μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ὅ­τι βρί­σκο­μαι σὲ ἕ­να χῶ­ρο κα­τα­δι­κό μου ἐν ἀ­πο­λύ­τῳ ἡ­συ­χί­ᾳ, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ πα­λιό μου ὄ­νει­ρο νὰ γρά­ψω ἀ­πε­ρί­σπα­στος κά­ποι­α στιγ­μὴ βρί­σκει ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σχε­τι­κὴ δι­καί­ω­ση.

        Γιὰ ὅ­λα αἰ­τί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ πα­λι­ό­γρια, ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη μαυ­ρο­φο­ροῦ­σα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε νὰ βα­δί­ζει στὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ δρό­μου σὰν ἀ­ε­ρι­κό, λί­γο πρὶν τὴ στρο­φὴ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου.

        Τὴν εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει τὸ 1998 σὲ μιὰ κα­λο­και­ρι­νὴ ἐκ­δρο­μὴ στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ση­μεῖ­ο. Ὁ­δη­γοῦ­σα τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το, ἕ­να «Το­γι­ό­τα Κο­ρό­λα», δί­πλα μου συ­νο­δη­γὸς ἦ­ταν πά­λι ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­νο ποὺ στὰ πί­σω κα­θί­σμα­τα τὰ δυ­ό μου ἀ­γό­ρια γκρί­νια­ζαν γιὰ τὸ μά­κρος τῆς δι­α­δρο­μῆς ἔ­χον­τας σπά­σει μὲ τὰ βα­βί­σμα­τά τους κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὰ νεῦ­ρα μου.

        Τό­τε εἶ­χα κό­ψει λί­γο τα­χύ­τη­τα μὴν τὴν χτυ­πή­σω καὶ βρῶ κα­νὰ μπε­λά. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της μοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ φρε­νά­ρω. Πλη­σί­α­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ γορ­γὸ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της βη­μα­τι­σμὸ καὶ βγά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸν κόρ­φο της δυ­ὸ ρό­δια θε­ό­ρα­τα τὰ ἔ­τει­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ συ­νο­δη­γοῦ, στὰ κού­τσι­κα.

        Ἅ­πλω­σαν ἐ­κεῖ­να τὰ χε­ρά­κια τους, καὶ πῆ­ραν τοὺς καρ­ποὺς μὲ μιὰ σο­βα­ρό­τη­τα ἐμ­πο­τι­σμέ­νη πλέ­ρια εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ποὺ μοῦ ἔ­κα­νε θυ­μᾶ­μαι ἐν­τύ­πω­ση.

       Τῆς μί­λη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου ἐν­τε­λῶς αὐ­θόρ­μη­τα:

       «Χρω­στᾶ­με κά­τι;,», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ γριὰ θὰ ἦ­ταν κά­ποι­α φτω­χή, ποὺ προ­σπα­θοῦ­σε μ΄αὐ­τὸν τὸν ἀ­νοί­κειο τρό­πο νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τεια της.

       Τό­τε αὐ­τὴ τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε μ΄ ἕ­να λυ­πη­μέ­νο βλέμ­μα ποὺ δὲν ἐ­πι­δε­χό­ταν τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀν­τίρ­ρη­ση:

       «Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα κυ­ρά μου!», καὶ στρε­φό­με­νη ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὴν πο­ρεί­α μας, χά­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς κα­θρέ­φτες μου.

       Εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­τυ­χε νὰ κά­νω τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Μό­νο ποὺ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ ἀ­γό­ρια βρί­σκον­ταν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γιὰ σπου­δές, καὶ ἔ­τσι μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου ἀ­να­πο­λοῦ­σα ἀ­μί­λη­τος τὴν προ­η­γού­με­νη χρυ­σὴ ζω­ή μας, τὴν κα­λο­και­ρι­νή, μὲ μιὰ δό­ση νο­σταλ­γί­ας.

       Βρέ­θη­κα στὴ στρο­φὴ πρὶν ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο.

       Μιὰ γριὰ προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά, κρα­τών­τας σὲ μιὰ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα τυ­λι­μέ­νο ἕ­να πιά­το μᾶλ­λον μὲ κό­λυ­βα. Θὰ τὰ πή­γαι­νει σκέ­φτη­κα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ δι­ά­βα­σμα. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της ἡ γριὰ γύ­ρι­σε καὶ μᾶς κοί­τα­ξε. Εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ γνω­στὸ πε­ρί­λυ­πο βλέμ­μα ποὺ γνώ­ρι­σα κά­πο­τε. Ἄρ­χι­σα νὰ τρέ­μω σύγ­κορ­μα.

       Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο κα­τά­πλη­κτη μὲ μέ­να. Ψέ­λι­σε:

       «Εἶ­ναι ἡ γριά, ὅ­πως τό­τε μὲ τὰ παι­διά.»

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν», τῆς ἀ­γρι­ο­μί­λη­σα. «Ἔ­χουν πε­ρά­σει δὰ τό­σα χρό­νια. Ἡ γριὰ μᾶλ­λον θὰ βρί­σκε­ται πε­θα­μέ­νη ἐ­δῶ καὶ και­ρό.»

        Ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, ἔ­χα­σα τὸ τι­μό­νι.

        Τὰ ὑ­πό­λοι­πα τὰ γνω­ρί­ζε­τε.

       Κά­θο­μαι τὸ λοι­πὸν στὸ Γρα­φεῖ­ο, καὶ συν­τάσ­σω κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, προ­σπα­θών­τας νὰ βρῶ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα ποὺ μέ­χρις ὥ­ρας μοῦ δι­α­φεύ­γει. Ἀλ­λὰ εὐ­τυ­χῶς! Ἔ­χω μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπροστά μου…


* * *


Προ­χώ­ρη­σε ὣς τὴ σι­δε­ρέ­νια καγ­κε­λό­πορ­τα τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, πέ­ρα­σε ἀ­πέ­ναν­τι τὸν δρό­μο καὶ χά­θη­κε μὲς στὰ χω­ρά­φια μὲ τὶς αἰ­ω­νό­βι­ες ἐ­λι­ές.

        Κά­που στὸ λόγ­γο, ἔ­στε­κε μο­να­χὸ ἕ­να σπι­τά­κι. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κε.

        «Κα­λῶς τὴν ἀ­δελ­φή μας τὴν ψυ­χο­πο­νιά­ρα!» ἔ­συ­ρε μιὰ γριὰ φα­φού­τα ποὺ ἔ­πλε­κε μ΄ἕ­να βε­λο­νά­κι.

        «Τὰ κα­νό­νι­σες ὅ­πως πρέ­πει;», ρώ­τη­ξε μιὰ δεύ­τε­ρη, ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἕ­να δελ­τί­ο λότ­το κα­θι­σμέ­νη σ΄ἕ­ναν σο­φὰ κον­τὰ στὸ πα­ρα­θύ­ρι γιὰ νὰ βλέ­πει.

       «Ὅ­λα, ἀ­δελ­φές μου ἀ­γα­πη­μέ­νες, γί­ναν κα­τὰ πὼς ται­ριά­ζει. Του­λά­χι­στον, γλυ­τώ­σα­νε τὰ παι­διά…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.


Άθανασία Μαυρομμάτη: Ἀμάκα


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Ἀ­μά­κα*


ΑΘΙΣΤΗ στὰ πόδια σου. Μὲ χό­ρευ­ες. Ποῦ καὶ ποῦ μοῦ ’­δι­νες καὶ κά­να μπά­τσο. Ἀ­νά­λα­φρο, δρο­σι­στι­κό. Δρο­σι­ζό­μου­να στὴν ἀ­νοι­χτή σου τὴ φού­στα τὴ γκρί­ζα μὲ τὰ στι­κτὰ λα­χού­ρια, τὴν ξα­σπρι­σμέ­νη ἀ­π’ τ’ ἀ­τέ­λει­ω­τα πλυ­σί­μα­τα, τὴ μα­λα­κιὰ σὰν τ’ ἄγ­γιγ­μά σου. Μύ­ρι­ζα τὶς μυ­ρω­δι­ές της, ψω­μὶ φουρ­νι­στὸ καὶ κρα­βα­τί­να καὶ κλά­δες τοῦ ξυ­λό­φουρ­νου καὶ χῶ­μα καὶ πέ­τρα κι ἀ­σβέ­στη. Μοῦ σπά­γα­νε τὴ μύ­τη. Μὲ ζέ­σται­ναν. Ξέ­ρω ποὺ μ’ ἀ­γά­πα­γες, τὸ κα­τά­πι­να μέ­σα ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­σα σου τὴ χλω­ρή, τὶς τοῦ­φες τ’ ἀ­χτέ­νι­στα μαλ­λιά σου, γκρί­ζα, ἄλ­λα κι­τρι­νό­λευ­κα, σὰν τὰ μπαμ­πά­κια καὶ τ’ ἀ­φρο­λὲξ τὰ πε­τα­μέ­να στὴ γω­νιὰ τῆς αὐ­λῆς μὲ τὰ κλα­ριά. Ποὺ δὲ προ­λά­βαι­νες νὰ σκου­πί­σεις. Γέ­λα­γες κι ἀ­στρά­φταν σάρ­κι­να τὰ οὖ­λα σου καὶ τὰ λί­γα δόν­τια ποὺ σ’ ἀ­πο­μεῖ­ναν. Ἂν εἶ­χες γά­λα τὸ ξέ­ρω, θά ’­βγα­ζες νὰ μὲ βυ­ζά­ξεις. Για­τί μ’ ἀ­γά­πα­γες δὲ ξέ­ρω. Ξέ­μα­θα ἀ­πὸ λο­γι­κὴ κον­τά σου. Ἔ­βα­ζες μιὰ φω­νὴ πού­ι πού­ι πού­ι νὰ μα­ζέ­ψεις τὶς κό­τες καὶ τὰ που­λιά, ν’ ἀ­πι­θώ­σεις τὸ τσίγ­γι­νο τ’ ἀγ­γει­ὸ μὲ τὰ ψω­μιὰ τὶς κό­ρες μου­σκε­μέ­να. Κα­τό­πι νὰ μά­σεις τὶς δου­λει­ὲς γρή­γο­ρα-γρή­γο­ρα, νὰ προ­κά­μεις νὰ μοῦ φέ­ρεις τ΄αὐ­γού­λι ζε­στὸ ἀ­κό­μα ἀ­π’ τὴν κό­τα. Νὰ μοῦ τὸ λει­ώ­σεις στὸ πο­τή­ρι μὲ τὰ κομ­μά­τια τὶς ψί­χες. Τὸ γά­λα τὸ ζε­στὸ μὲ μπου­κι­ὲς ψω­μὶ μέ­σα. Γά­λα ἀ­π’ τὸ τε­νε­κε­δά­κι βρα­σμέ­νο μὲ τὴν πέ­τσα του, ἄρ­με­γες τὴν κα­τσί­κα μὲ τὴν ἴ­δια τρυ­φε­ρά­δα, ὅ­μοι­α τὴ ζέ­στα ποὺ ζύ­μω­νες. Κι ὕ­στε­ρα τὴν πίτ­τα. Ἀρ­μά­θια­ζες τὰ κα­πνὰ κα­θι­σμέ­νη κα­τά­χα­μα κι ἐ­γὼ στὸν κύ­κλο δί­πλα σου τρυ­ποῦ­σα γρή­γο­ρα τὸ μί­σχο τοῦ κα­πνό­φυλ­λου μὲ τὴ βε­λό­να καὶ τή­ρα­γα τὰ χέ­ρια σου. Μαυ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο, νύ­χια κα­τά­μαυ­ρα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα καὶ τὴν κόλ­λα ἀ­π’ τὰ κα­πνά. Τὰ κα­θα­ρό­τε­ρα χέ­ρια πού ’­δα. Τὸ κομ­μά­τι τ΄ἁ­πλό­χε­ρο τὴ φλα­ού­να μοῦ τὴν ἔ­φερ­νες καυ­τή, δι­κό σου τυ­ρὶ τ’ ἁλ­μυ­ρό, ὁ φοῦρ­νος μὲ τ’ ἀ­πόξυ­λα κα­τά­μαυ­ρος, κα­τά­μαυ­ρος κι ὁ δί­σκος, τὸ τα­ψί σου. Τ’ ἄλ­λο τὸ μαῦ­ρο τὸ φου­στά­νι μὲ τὶς πα­ρα­μά­νες π’ ἄλ­λα­ζες, μύ­ρι­ζες σβου­νιὰ καὶ χῶ­μα καὶ κάμ­μα. Μὲ ξε­κού­φαι­νες σὰ φώ­να­ζες κι εἶ­χες τ’ ἄγ­γιγ­μα τ’ ἀ­λα­φρό­τε­ρο καὶ μοῦ ’­στρω­νες τὰ πιὸ δρο­σε­ρὰ στρω­σί­δια, σκλη­ρὰ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα. Στὴ σκά­φη πλυ­μέ­να μὲ τὸ πρά­σι­νο σα­πού­νι. Καὶ τὸ χει­μώ­να τὰ στρω­σί­δια τὰ σκλη­ρὰ τὰ κόκ­κι­νά τὰ κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σου, ποὺ μὲ τσιμ­ποῦ­σαν καὶ μὲ τεί­χι­ζαν μ’ ὅ­λη τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κό­σμου. «Ἀ­πὸ κά­τω ἡ βε­λέν­τζα, ἀ­πὸ πά­νω ἡ μαν­τα­νί­α.»

        Ἡ βρύ­ση ἤ­τα­νε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ κι ἔ­παιρ­νες τὸ νε­ρὸ μὲ τὸ στα­μνὶ κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ μπι­τό­νι. Τὸ κου­βά­λα­γες στὸ κε­φά­λι ὅ­πως καὶ τὰ κα­λά­θια μὲ τ’ αὐ­γά, τὰ κα­πνά, τὰ ξύ­λα, τὶς ἐ­λι­ές. Ἀ­νέ­βαι­νες ὁ­λόρ­θη τὸν ἀ­νή­φο­ρο ἀ­πὸ κά­τω τὴ λάκ­κα καὶ γε­λοῦ­σες ὁ­λά­κε­ρη μὲ τὸ φορ­τί­ο ἄγ­γι­χτο στὴν κορ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, γκρί­ζες ἄ­κρες νὰ ξε­φεύ­γουν τὸ μαν­τή­λι. Στὰ λι­ο­στά­σια σκαρ­φά­λω­νες ἀ­πὰ στὰ δέν­τρα κι ὕ­στε­ρα ρά­βδι­ζες ἀ­πὸ κά­τω. Νὰ κου­βα­λᾶς κλά­ρες, νὰ σκύ­βεις ἀ­τέ­λει­ω­τα στὰ λι­ό­πα­να, νὰ δι­α­λέ­γεις τὸν καρ­πὸ τὸν ἀ­ση­μέ­νιο, τὸν μαῦ­ρο, τὸν πρά­σι­νο, τὸν κα­φε­τί. Τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ τ’ «αὐ­γού­λι» σου μοῦ τό ‘δι­νες στὸ πο­τή­ρι λι­ω­μέ­νο μὲ ψω­μὶ ξα­νὰ ἢ χτυ­πη­μέ­νο μὲ τὴ ζά­χα­ρη, ποῦ καὶ ποῦ μὲ μι­σὴ κου­τα­λιὰ « κα­φού­λ’».

        Στὶς χα­ρὲς ἕ­να γέ­λιο χί­λι­ες χρυ­σὲς εὐ­χές, στὰ θα­να­τι­κὰ ἴ­σια, ἀ­πό­το­μη, δω­ρι­κή. «Ἄ­ει, τρά­βα γιὰ ὕ­πνο τώ­ρα. Φτά­νουν τὰ δι­α­βά­σμα­τα.» Μοῦ ‘σβη­νες τὴ λάμ­πα. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε νε­ρὸ καὶ φῶς στὸ χω­ριό.

        Με­γά­λη Πέμ­πτη βρά­δυ νὰ ὁ­λο­λύ­ζεις τα­πει­νά, πα­ρα­πο­νε­τὰ , τ’ ἀρ­γό­συρ­το τὸ μυ­ρο­λό­γι τῆς Πα­να­γιᾶς. Τὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που σου στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, συ­γυ­ρι­σμέ­να στὸ κο­φί­νι τὸ κα­λό. Εἶ­χες πλη­γὲς βα­θι­ὲς στὰ πό­δια καὶ μιὰ φο­ρὰ ποὺ σὲ ρώ­τη­σά μοῦ ’­πες ποὺ πή­γαι­νες ξυ­πό­λη­τη ἀ­πὰ στὸ Καρ­πε­νή­σι, στὸν Πρου­σὸ στὴ Χά­ρη Της.

        Στὴν κη­δεί­α σου δὲν ἔ­κλα­ψα. Δά­κρυ δὲν ἔ­βγαι­νε. Μο­νά­χα τὰ κρι­νά­κια σου. Αὐ­τὰ τὰ ξερ­ρί­ζω­σα καὶ στά ’­φε­ρα στὸ προ­σκε­φά­λι. Νὰ γη­τέ­ψω τὸν ξερ­ρι­ζω­μό μου.


*ἀ­μά­κα: τζάμ­πα, χω­ρὶς πλη­ρω­μὴ (στὰ με­σο­λογ­γί­τι­κα)



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967). Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι (DEA, Paris IV-Sorbonne). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­λί­μου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ (ἐκδ. Στα­μού­λη) καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Κατερίνα Ζαφειροπούλου: Μεταμορφώσεις


Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου


Με­τα­μορ­φώ­σεις

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸ χω­ριὸ ἦ­ταν τὸ παι­χνί­δι μὲ τὸν παπ­ποῦ. Μ’ ἔπιανε μὲ τὰ δυ­να­τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­σχά­λες καὶ μὲ πε­τοῦ­σε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Κι ἀ­νέ­βαι­να, ὅ­πως τὸ μπλὲ μπα­λό­νι ποὺ γέ­μι­ζε ἡ μα­μὰ μὲ ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὴν κοι­λί­τσα της, ποὺ κά­πο­τε ἔ­μοια­ζε μὲ μπα­λό­νι, ὅ­ταν με­γά­λω­να μέ­σα της. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὅ­μως, στὴν βόλ­τα μὲ τὴ μα­μὰ καὶ τὸν παπ­ποῦ, δι­α­σχί­ζον­τας τὸν δρό­μο μὲ τὰ δέν­τρα, ἡ κλω­στὴ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νο τὸ μπλὲ μπα­λό­νι γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου καὶ τὸ μπα­λό­νι σκά­λω­σε στὸ κλα­δὶ ἑ­νὸς δέν­τρου. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα δυ­να­τά, για­τὶ τὸ δέν­τρο ἦ­ταν τό­σο ψη­λό, ποὺ οὔ­τε ὁ παπ­ποῦς ἔ­φθα­νε ὣς τὸ κλα­ρί του, γιὰ νὰ φέ­ρει πί­σω τὸ μπα­λό­νι μου. Καὶ ἡ μα­μὰ στε­να­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ σὰν ἄρ­χι­σα νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­μαι γιὰ τὸ χα­μέ­νο μπα­λό­νι, μὲ ἄ­φη­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ παπ­ποῦ καὶ περ­πά­τη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ μο­νο­πά­τι τῶν δέν­τρων πρὸς τὸ σπί­τι. Περ­πα­τοῦ­σε πο­λὺ γρή­γο­ρα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο τὴν ἔ­χα­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια μου. Μό­νο τὰ σύν­νε­φα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σουν, για­τὶ ἀλ­λά­ζουν εὔ­κο­λα σχῆ­μα, ὥ­στε νὰ γί­νον­ται εὐ­κί­νη­τα καὶ νὰ τὴν προ­λα­βαί­νουν. Ἡ μό­νη λύ­ση γιὰ νὰ πλη­σιά­σω στὸ μπλὲ μπα­λό­νι ἦ­ταν νὰ γί­νω δέν­τρο καὶ νὰ στα­θῶ πλά­ι στὴν κα­στα­νιὰ τοῦ μπλὲ μπα­λο­νιοῦ. Δὲν εἶ­χα λοι­πὸν πα­ρὰ νὰ μεί­νω ὄρ­θιος στὰ δυ­ό μου πό­δια καὶ ν’ ἁ­πλώ­σω τὰ κλα­διά μου, ὅ­πως ἀ­νοί­γει ὁ παπ­ποῦς τὰ χέ­ρια του κά­θε φο­ρὰ ποὺ κρα­τι­έ­μαι ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ προ­σπα­θῶ νὰ ση­κω­θῶ, γιὰ νὰ περ­πα­τή­σω με­ρι­κὰ βή­μα­τα ὣς τὴν ἀγ­κα­λιά του. Τό­τε τὰ κλα­διά μας θὰ μπλέ­κον­ταν καὶ τὸ μπλὲ μπα­λό­νι μ’­ ἕ­να ἁ­πα­λὸ φύ­ση­μα τοῦ ἀ­έ­ρα, σὰν τὴν ἀ­νά­σα τῆς μα­μᾶς, ὅ­ταν ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται στὸν κα­να­πέ, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴν κα­στα­νιὰ γιὰ χά­ρη μου.

        Μὲ δυ­σκό­λε­ψε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση. Δὲν ἔ­νι­ω­θα πλέ­ον ἐ­λα­φρύς, ὅ­πως ὅ­ταν γεν­νή­θη­κα μπα­λό­νι ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τῆς μα­μᾶς. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη μου πτή­ση δὲν ἦ­ταν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ πιά, για­τί σὰν προ­σγει­ω­νό­μουν στὰ χέ­ρια τοῦ παπ­ποῦ, τέν­τω­να τὰ πό­δια μου στὴν γῆ, μή­πως βγά­λουν ρί­ζες, καὶ σὲ ἀ­πάν­τη­ση ἐ­κεί­νη βά­ραι­νε τὸ σῶ­μα μου καὶ μὲ μα­γνή­τι­ζε στὰ χώ­μα­τά της. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πρω­ϊ­νὰ ποὺ ἡ μα­μὰ δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ ὁ παπ­ποὺς ἔ­λει­ψε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι, περ­πά­τη­σα μὲ χέ­ρια καὶ πό­δια ὣς τὸ δω­μά­τιό της, γιὰ νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω, ἀλ­λὰ ἡ μα­μὰ δὲν μὲ πρό­σε­ξε, για­τὶ εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη στὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ κί­τρι­νη, σὰν τὸ χρυ­σα­φὶ τῶν φύλ­λων ποὺ κά­λυ­πταν τὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ δέν­τρα, τώ­ρα ποὺ φθι­νο­πώ­ρια­σε, κι ἀ­νέ­πνε­ε μὲ δυ­σκο­λί­α, σὰν νὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ ὀ­ξυ­γό­νο γύ­ρω της. Καὶ τί δὲν θὰ ἔ­δι­να νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς χα­ρί­σω τὸ μπλὲ μπα­λό­νι, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ τὶς δι­κές της ἀ­να­πνο­ὲς – νὰ τὶς ἀ­δειά­σω ὅ­λες τὶς ἀ­νά­σες πί­σω στὸ στό­μα της, νὰ μὴν πνί­γε­ται. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ δω­μα­τί­ου, τὰ ροῦ­χα της αἰ­ω­ροῦν­ταν σὲ ἕ­ναν κα­λό­γε­ρο. Ἕ­σφι­ξα μὲ ὅ­λη μου τὴν δύ­να­μη τὴ μαύ­ρη μπλού­ζα ποὺ κρε­μό­ταν στὸ πιὸ χα­μη­λὸ ἄγ­κι­στρο, αὐ­τὴ ποὺ χά­ϊ­δευ­ε τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου κι εὐ­ω­δί­α­ζε σὰν τὸν κόρ­φο της καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ πα­τή­σω τὰ δύ­ο μου πέλ­μα­τα μὲ στα­θε­ρό­τη­τα, νὰ τὴν κά­νω πε­ρή­φα­νη γιὰ τὸ δεν­τρά­κι της ἢ νὰ τρα­βή­ξω πά­νω μου τὴν μπλού­ζα μὲ τὸ ἄ­ρω­μά της, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος… ἡ βά­ση ὅ­μως τοῦ κα­λό­γε­ρου ἦ­ταν σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη καὶ τὸ ἔ­πι­πλο ἔ­πε­σε πά­νω μου μὲ βί­α… ἄ­χνα δὲν πρό­λα­βα νὰ βγά­λω…

       Ἔ­πε­σα σὲ βα­θὺ ὕ­πνο γιὰ και­ρὸ κι ὅ­ταν πῆ­ρα ἐ­ξι­τή­ριο ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο εἶ­χα ψη­λώ­σει τό­σο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ βλέ­πω τὰ πιά­τα τοῦ φα­γη­τοῦ πά­νω στὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ νὰ τὰ πε­τά­ω στὸν παπ­ποῦ ἢ τὴ μα­μὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ός κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου, μή­πως καὶ γκρέ­μι­ζα τὸν τοῖ­χο ἀ­νά­με­σά τους. Κι ἦ­ταν σὰν νὰ τοὺς δι­α­κό­πτω ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἐρ­γα­σί­α ποὺ ἔ­κα­νε ὁ κα­θέ­νας μο­να­χός του. Τό­τε μό­νο μοῦ ἀ­πευ­θύ­νον­ταν κι ἔ­σπα­γε ἡ σι­ω­πὴ μέ­σα στὸ σπί­τι, ἀλ­λὰ τὶς λέ­ξεις ποὺ ξε­στό­μι­ζαν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὶς συν­δέ­σω. Κι ἔ­τσι δὲν ἔ­βγαι­νε μι­λιὰ ἀ­πὸ τὰ χεί­λη μου, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς ποὺ ἄλ­λο­τε θύ­μι­ζαν τὰ βε­λά­σμα­τα τοῦ κο­πα­διοῦ ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τοῦ παπ­ποῦ κι ἄλ­λο­τε τρο­μα­κτι­κὰ κρω­ξί­μα­τα που­λι­ῶν πά­νω ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Τὶς στιγ­μὲς μά­λι­στα ποὺ ὁ παπ­ποῦς βρι­σκό­ταν στὸν ἀ­γρὸ καὶ ἡ μα­μὰ στὸ δω­μά­τιό της, φώ­να­ζα στὸ ἄ­δει­ο σα­λό­νι καὶ ὁ ἀν­τί­λα­λος ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πό­κο­σμος στ’ ­αὐ­τιά μου. Λί­γο-λί­γο ἄρ­χι­σα ν’­ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­μαι παι­δί, φάν­τα­σμα ἢ μή­πως εἶ­μαι πρό­βα­το καὶ στὴ στά­νη ἔ­πρε­πε νὰ ξη­με­ρώ­νο­μαι.

       Ποι­ὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ ἑ­πό­με­νη με­τα­μόρ­φω­σή μου;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου. Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρῶν καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς. Γράφει πεζογραφία και θέα­τρο. Θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς σκη­νὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Πά­τρα, ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἕ­νω­ση Ἑλ­λή­νων Λο­γο­τε­χνῶν γιὰ τὸ δι­ή­γη­μά της Ὁ θη­σαυ­ρὸ­ς τοῦ Γα­βρι­ή­λου. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ἔν­τυ­πα.



		

	

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο


Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)


ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το


κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο 12ο

        Θυ­μᾶ­μαι τὴ μη­τέ­ρα μου νὰ ἔρ­χε­ται

κε­φά­λαι­ο 13ο

        σὰν σὲ ὄ­νει­ρο

κε­φά­λαι­ο 14ο

        κον­τά μου

κε­φά­λαι­ο 15ο

        καὶ νὰ κλαί­ει.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        Τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη Τό­μι

κε­φά­λαι­ο 17ο

        ὅ­μως κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν βγῆ­κε ἀ­π’ αὐ­τὰ

κε­φά­λαι­ο 18ο

        πα­ρὰ μό­νο κλά­μα.

κε­φά­λαι­ο 19ο

        Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­πε

κε­φά­λαι­ο 20ο

        «Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά».

κε­φά­λαι­ο 21ο

        «Ναί», εἶ­πα.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        «Μὲ ξα­πο­στέλ­νουν

κε­φά­λαι­ο 23ο

        στὸ τρε­λά­δι­κο.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ὅ­λα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Θά ’­θε­λες».


Βι­βλί­ο δεύ­τε­ρο

κε­φά­λαι­ο 1ο

        …καὶ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κα­θό­μουν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του.

κε­φά­λαι­ο 3ο

        Ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας

κε­φά­λαι­ο 4ο

        κα­θό­ταν δί­πλα μου.

κε­φά­λαι­ο 5ο

        Τὸ αὐ­το­κί­νη­το

κε­φά­λαι­ο 6ο

        ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά μου, τὸ Γι­ού­τζιν τοῦ Ὄ­ρεγ­κον

κε­φά­λαι­ο 7ο

        μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Σά­λεμ,

κε­φά­λαι­ο 8ο

        ὅ­που βρί­σκε­ται τὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 9ο

        Ἔ­βρε­χε.

κε­φά­λαι­ο 10ο

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­φτε ἁ­πα­λὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο χει­μω­νι­ά­τι­κο οὐ­ρα­νό.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Στὸ πί­σω κά­θι­σμα

κε­φά­λαι­ο 12ο

        κα­θό­ταν ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 13ο

        Τοῦ εἶ­χαν πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες.

κε­φά­λαι­ο 14ο

        Δί­πλα του

κε­φά­λαι­ο 15ο

        κα­θό­ταν ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 17ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 18ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 19ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 20ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἦ­ταν πρά­ος σὰν τὸν ἀ­μνό.

κε­φά­λαι­ο 21ο

        Κου­νή­θη­κε κι οἱ χει­ρο­πέ­δες του κου­δού­νι­σαν.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 23ο

        νὰ ξα­να­κου­νη­θεῖ.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        νὰ ξα­να­μι­λή­σει.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 27ο

        «Βρέ­χει», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 28ο

        «Ναί», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ μπρο­στι­νοῦ κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 29ο

        Εἶ­χαν τὴ φω­νὴ τοῦ δε­σμο­φύ­λα­κα.

κε­φά­λαι­ο 30ο

        Ὁ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρας

κε­φά­λαι­ο 31ο

        πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 32ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 33ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 34ο

        πά­νω-κά­τω.

κε­φά­λαι­ο 35ο

        «Θε­έ, ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας», οὔρ­λια­ξε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 36ο

        «Ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας».

κε­φά­λαι­ο 37ο

        «Βγά­λε τὸν σκα­σμό!»,

κε­φά­λαι­ο 38ο

        εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 39ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 40ο

        νὰ πεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό.

κε­φά­λαι­ο 41ο

        Ὁ­μοί­ως καὶ οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες.

κε­φά­λαι­ο 42ο

        Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸν ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα

κε­φά­λαι­ο 43ο

        καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 44ο

        καὶ σκε­φτό­μουν τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἀ­γα­πῶ.

κε­φά­λαι­ο 45ο

        Ἔ­βλε­πα τὸ πρό­σω­πό της, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή της.

κε­φά­λαι­ο 46ο

        Φαν­τα­ζό­μουν

κε­φά­λαι­ο 47ο

        τί νὰ σκέ­φτε­ται

κε­φά­λαι­ο 48ο

        τώ­ρα ποὺ μὲ παίρ­νουν γιὰ νὰ μὲ κλεί­σουν

κε­φά­λαι­ο 49ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 50ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 51ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 52ο

        Εἶ­δα ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 53ο

        κα­θι­σμέ­νο στὴν μπρο­στι­νὴ βε­ράν­τα ἑ­νὸς πα­λιοῦ σπι­τιοῦ.

κε­φά­λαι­ο 54ο

        Τὸ ἀ­γο­ρά­κι βα­στοῦ­σε μί­αν ἄ­σπρη γά­τα στὴν ἀγ­κα­λιά του.

κε­φά­λαι­ο 55ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 56ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 57ο

        κι εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου.



Πη­γή: Richard Brautigan, The Ed­na Web­ster Col­lection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Ab­bott, Βο­­στό­­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Hough­ton Mif­flin Com­pany), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα-1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Διώνη Ἰωάννου: Βασιλική


Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου


Βα­σι­λι­κή


ΙΧΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ τῆς μη­τέ­ρας του. Βέ­βαι­α, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει καὶ τὸ ἴ­διο τέ­λος. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ἄ­γριος, ἄ­ξε­στος καὶ σκλη­ρός, καὶ τῆς συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ βι­αι­ό­τη­τα. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ αὐ­τόν, ἀ­φοῦ θε­ω­ροῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τὸ του πρά­ο, ἤ­ρε­μο κι εὐ­γε­νι­κό.

        Εἶ­χε καὶ τὴν ὀ­μορ­φιὰ μιᾶς συμ­φοι­τή­τριάς του, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἦ­ταν τσιμ­πη­μέ­νος τὰ πρῶ­τα χρό­νια τῶν σπου­δῶν του. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν καὶ ὀ­μορ­φό­τε­ρη, ἔ­τσι «ξαν­θιὰ σὰν τὸ κου­κλά­κι», ὅ­πως ἔ­λε­γε καὶ τὸ τρα­γού­δι. Πάν­τως, ὡς πρὸς τὸ χα­ρα­κτή­ρα, ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρη. Οὔ­τε τὸν ἐ­γω­ϊ­σμὸ τῆς Μί­νας —ἔ­τσι ἔ­λε­γαν τὴν ὄ­μορ­φη συμ­φοι­τή­τριά του— οὔ­τε τὴ σκλη­ρό­τη­τά της εἶ­χε. Ἕ­να γε­λα­στό, γλυ­κὸ κο­ρί­τσι, μὲ τρυ­φε­ροὺς τρό­πους καὶ ἀρ­κε­τὸ χι­οῦ­μορ ὅ­πο­τε χρει­α­ζό­ταν.

        Ἁ­πλῶς κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ μι­λά­ει χω­ρὶς νὰ τὸν δι­α­κό­πτει. Τὸν στα­μα­τοῦ­σε, συ­νή­θως σκουν­τών­τας τον ἀ­πό­το­μα, ἢ  μὲ ἕ­να ἐ­κνευ­ρι­στι­κὸ χα­μό­γε­λο στὸ γλυ­κὸ πρό­σω­πό της, γιὰ νὰ ρω­τή­σει κά­τι ἄ­σχε­το ἢ νὰ προ­σθέ­σει κά­ποι­ο δι­κό της σχό­λιο, ἔ­τσι αὐ­θόρ­μη­τα. Ἦ­ταν ὕ­στε­ρα καὶ ἡ  ἰ­σχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη της, τὸ ἔν­το­νο πεῖ­σμα της καὶ τὸ ὅ­τι τὸ τρα­βοῦ­σε μέ­χρι τὸ τέ­λος ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει κά­τι. Ἔ­τσι, ὅ­πως τό­τε. Πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια.

        Πα­ρα­μο­νὲς Πρω­το­χρο­νιᾶς, κι εἶ­χαν τσα­κω­θεῖ ἄ­σχη­μα. Ὁ κα­βγὰς ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ μί­α ἁ­πλὴ δι­α­φω­νί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι. Ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ προ­σκα­λέ­σει με­ρι­κοὺς συγ­γε­νεῖς της. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀν­τί­θε­τος. Προ­τι­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σουν ἤ­ρε­μα, ἥ­συ­χα, μο­νά­χοι τους ὅ­πως πάν­τα. Ἐ­κεί­νη, ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πα­ρα­ξε­νι­ές του, τὴν ἀ­κα­τα­στα­σί­α του, καὶ τὴν ἀν­τι­κοι­νω­νι­κό­τη­τά του. Ἔ­νι­ω­θε ὅ­τι δὲν τὴν κα­τα­λά­βαι­νε, ὅ­τι δὲν ἔμ­παι­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση της.

         Πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τσα­κω­μέ­νοι κι ἀ­μί­λη­τοι. Ὥ­σπου, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ τὴν κα­λο­πιά­σει, τῆς σερ­βί­ρι­σε ὁ ἴ­διος τὸν κα­φέ της, μα­ζὶ μὲ κέ­ϊκ φτι­αγ­μέ­νο μὲ κομ­μά­τια λευ­κῆς σο­κο­λά­τας. Τὸ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει αὐ­τός, για­τὶ ἤ­ξε­ρε πὼς τῆς ἄ­ρε­σε, ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ νὰ γλυ­κά­νει τὸν θυ­μό της.

        Κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τί της. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν κα­να­πὲ μὲ τὰ βε­λού­δι­να, κα­πι­το­νὲ κα­λύμ­μα­τα καὶ τὰ πό­δια ἀ­πὸ μα­σὶφ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς. Τοῦ φά­νη­κε κά­πως πα­ρά­ξε­νη. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη κι ἀ­νήμ­πο­ρη. Δὲν ἦ­ταν μό­νο ἀ­πὸ τὸ θυ­μό, σκέ­φτη­κε.

        «Πῆ­ρα ὅ­λα τὰ χά­πια», μουρ­μού­ρι­σε, κι ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει. Κα­λύ­τε­ρα, ἔ­λε­γε ἀ­πὸ μέ­σα του, ἀ­φοῦ τὰ ξερ­νά­ει μπο­ρεῖ καὶ νὰ γλι­τώ­σει.

        Δὲ γλί­τω­σε. Ὅ­πως καὶ ἡ μά­να του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­γριο ξυ­λο­δαρ­μό, ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε με­θυ­σμέ­νος, κοι­μή­θη­κε στὴν ἀ­πο­θή­κη τοῦ σπι­τιοῦ, ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε κά­ποι­ες ἐ­πι­κίν­δυ­νες οὐ­σί­ες. Πο­τὲ του δὲν ἔ­μα­θε μὲ ἀ­κρί­βεια. Δὲν τοῦ τὰ μαρ­τύ­ρη­σαν ὅ­λα λε­πτο­με­ρῶς, για­τί ἦ­ταν μι­κρός. Ὅ­ταν με­γά­λω­σε, δὲ θέ­λη­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πλη­γω­θεῖ ἢ νὰ ὑ­πο­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Τώ­ρα, κά­θε­ται μό­νος, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Τὸ δι­κό του πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι καὶ ἐ­τού­τη τὴ χρο­νιὰ στο­λι­σμέ­νο καὶ γε­μά­το μὲ φα­γη­τὰ καὶ γλυ­κά. Ἔ­χει βά­λει καὶ τὸ σερ­βί­τσιο τῆς κα­θε­μιᾶς. Δί­πλα του τῆς μη­τέ­ρας του κι ἀ­πέ­ναν­τί του ἐ­κεί­νης.

        Θὰ ρου­φά­ει ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ-τὸ κρα­σά­κι του, θὰ μα­σά­ει δυ­ὸ τρεῖς μπου­κι­ὲς ἀ­πὸ τὰ ἐ­κλε­κτὰ ἐ­δέ­σμα­τα καὶ θὰ μι­λά­ει στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες. Θὰ κά­νει λό­γο γιὰ τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ γε­γο­νό­τα τῆς χρο­νιᾶς ποὺ πέ­ρα­σε. Ἕ­νας ἀ­πο­λο­γι­σμός, ἐ­τή­σιος. Τί­πο­τα δὲν πρό­κει­ται νὰ τοὺς κρύ­ψει. Ἀ­φοῦ τε­λει­ώ­σει μὲ τὰ σχε­τι­κά τῆς δου­λειᾶς, θὰ τοὺς ἀ­πο­κα­λύ­ψει ἀ­κό­μη καὶ τὶς πιὸ κρυ­φές του σκέ­ψεις ἢ ἐ­πι­θυ­μί­ες. Για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει νὰ τὰ λέ­νε ὅ­λα, νὰ ἔ­χουν με­τα­ξύ τους ἐμ­πι­στο­σύ­νη, νὰ τὴν ἐμ­πνέ­ουν, καὶ κυ­ρί­ως νὰ τὴν ἐκ­φρά­ζουν.

        — Πῶς τὸ εἶ­πε, ρὲ Βα­σι­λι­κή, ὁ Σε­φέ­ρης, ὅ­τι ὅ­λα τὰ δει­νά μας, τὶς συ­φο­ρές μας, τὶς χρω­στᾶ­με στὴ στέ­ρη­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νης;


        Δὲ θὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σουν ἢ νὰ προ­σθέ­σουν κά­τι σχε­τι­κό, ἢ ἀ­κό­μη καὶ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἄ­πο­ψη. Μό­νο κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ εὐ­χη­θεῖ «κα­λὴ χρο­νιά, Βα­σι­λι­κή», πά­λι χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση. Ἀ­φοῦ οἱ ἴ­σκιοι δὲ μι­λοῦν… Ὕ­στε­ρα, ὑ­πάρ­χει καὶ ἡ πι­θα­νό­τη­τα νὰ μπερ­δευ­τοῦν, ἔ­τσι ποὺ φέ­ρουν καὶ οἱ δυ­ό τους τὸ ὄ­νο­μα Βα­σι­λι­κή…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου (1973). Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴ Φι­λο­σο­φι­κή του ΕΚΠΑ καὶ τοῦ ΑΠΘ. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ Παν. Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση ὡς φι­λό­λο­γος. Ἐ­πι­στη­μο­νι­κές της ἐρ­γα­σί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων, ἐ­νῶ λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Riamond Staprans (Ρίγα, Λιθουανία, 1926).


Βαγγέλης Παπαδιόχος: Εἶναι δικὴ σου


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Εἶ­ναι δι­κή σου


 ΒΡΟΧΗ ΕΠΕΦΤΕ ἀ­στα­μά­τη­τα κά­νον­τας τὶς λακ­κοῦ­βες τοῦ δρό­μου νὰ ξε­χει­λί­ζουν. Ἡ Μι­μό­ζα κα­θό­ταν σὲ μιὰ στά­ση λε­ω­φο­ρεί­ου μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ας.

        «Εἶ­ναι ὥ­ρα», μουρ­μού­ρι­σε. «Ἐν­τά­ξει, χώ­ρι­σε πρό­σφα­τα καὶ τοῦ ἔρ­χε­ται δύ­σκο­λο. Ἂν ὅ­μως δεί­ξω πὼς θέ­λω νὰ πᾶ­με πα­ρα­κά­τω… Ναί, μό­λις στα­μα­τή­σει ἡ βρο­χὴ θὰ πά­ω», συμ­πλή­ρω­σε κι ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

        Ἄ­νοι­ξε τὴν κόκ­κι­νη ὀμ­πρέ­λα ποὺ τῆς εἶ­χε δώ­σει προ­χθὲς στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Μιὰ ξαφ­νι­κὴ μπό­ρα εἶ­χε ξε­σπά­σει καὶ τό­τε κα­θὼς ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ φύ­γουν.

       «Πά­ρ’ την, βρέ­χει πο­λύ», τῆς εἶ­πε.

       «Κι ἐ­σύ;»

       «Ἔ­χω τὴν κου­κού­λα. Πά­ρ’ την, εἶ­ναι δι­κή σου!» ἐ­πέ­μει­νε χα­μο­γε­λα­στός.

       Ὅρ­μη­σε τό­τε πά­νω του καὶ τὸν φί­λη­σε σὰν νὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν ἔ­βλε­πε. Μό­λις ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν στα­μά­τη­σε ἕ­να τα­ξὶ καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ ἁ­μά­ξι του. Ὅ­ταν εἶ­δε ποὺ μέ­νει ἤ­θε­λε πιὰ νὰ μά­θει τὰ πάν­τα γιὰ αὐ­τόν.

       «Συγ­γνώ­μη, ἔ­χε­τε φω­τιά;» μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ δι­έ­κο­ψε τὶς ἀ­να­πο­λή­σεις της.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ δί­πλα της κι ἔ­βγα­λε τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη της. Κα­θὼς τῆς τὸν ἔ­δι­νε πα­ρα­τή­ρη­σε συ­νο­φρυ­ω­μέ­νη τὸ πρό­σω­πό της.

       «Μι­μό­ζα! Ἐ­σὺ εἶ­σαι;» μουρ­μού­ρι­σε ἡ ἄλ­λη.

       Ἔ­πει­τα, τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ ἡ Μι­μό­ζα τὴν μι­μή­θη­κε.

       «Χρι­στί­να!» ἀ­να­φώ­νη­σε.

       Πλη­σί­α­σαν ταυ­τό­χρο­να ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη καὶ φι­λή­θη­καν σταυ­ρω­τά.

       «Πό­σα χρό­νια ἔ­χω νὰ σὲ δῶ;» τὴ ρώ­τη­σε ἡ Χρι­στί­να.

       «Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ reunion νο­μί­ζω. Μιὰ χα­ρὰ φαί­νε­σαι!»

      «Ἔ­χω πά­ρει με­ρι­κὰ κι­λά­κια… Τρι­αν­τα­πεν­τα­ρί­σα­με κι­ό­λας… Ἐ­σέ­να βέ­βαι­α, ἂν δὲν σὲ ἤ­ξε­ρα, θὰ σὲ ἔ­κα­να τὸ πο­λὺ γιὰ εἴ­κο­σι ἑ­πτά! Πῶς κι ἀ­πὸ ‘δῶ; Μὴ μοῦ πεῖς ὅ­τι μέ­νεις κά­που τρι­γύ­ρω;»

       «Ὄ­χι, ἔ­χω μιὰ δου­λειὰ ἐ­δῶ κον­τὰ καί…»

       Ἡ Χρι­στί­να σχη­μά­τι­σε ἕ­να πο­νη­ρὸ χα­μό­γε­λο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ ἁ­πα­λὴ τσιμ­πιὰ στὸ μπρά­τσο.

       «Μι­μο­ζά­κι, αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τὸ θυ­μᾶ­μαι! Πι­στεύ­ω θὰ εἶ­ναι κα­λὴ αὐ­τὴ ἡ… δου­λειά».

       Ξέ­σπα­σαν καὶ οἱ δύ­ο σὲ αὐ­θόρ­μη­τα χα­χα­νη­τά.

       «Ἐν­τά­ξει, κα­λὴ εἶ­ναι! Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;»

       «Ἐ­δῶ μέ­νω!», ἀ­πο­κρί­θη­κε δεί­χνον­τάς της ἀ­πέ­ναν­τι.

       Ἡ Μι­μό­ζα γύ­ρι­σε πρὸς τὰ ‘κεῖ ξε­ρο­κα­τα­πί­νον­τας.

       «Παν­τρε­μέ­νη μὲ παι­δὶ πλέ­ον!» συ­νέ­χι­σε ἡ Χρι­στί­να βγά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό της.

       Στὴν ὀ­θό­νη πό­ζα­ρε χα­μο­γε­λα­στὸς ἐ­κεῖ­νος κι ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι ποὺ τοῦ ἔ­μοια­ζε.

       «Λοι­πόν, γιὰ πὲς κι ἐ­σὺ γιὰ τὴ… δου­λειά σου».

       Ἡ Μι­μό­ζα χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα της σὲ μιὰ λακ­κού­βα ἀ­νά­με­σά τους, ὅ­που κα­θρε­φτι­ζό­ταν τὸ πρό­σω­πο τῆς Χρι­στί­νας. Κα­θὼς βυ­θο­με­τροῦ­σε τὴν μι­κρο­σκο­πι­κὴ βρώ­μι­κη λι­μνού­λα τὴν θυ­μή­θη­κε τό­τε, στὴν Πέμ­πτη δη­μο­τι­κοῦ, ποὺ τῆς εἶ­χε χα­ρί­σει τὴ γό­μα της.

       «Πά­ρ’ τὴν Μι­μό­ζα, εἶ­ναι δι­κή σου! Ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω πὼς οἱ Ἀλ­βα­νοὶ εἶ­ναι κλέ­φτες. Ἂν θέ­λεις, μπο­ροῦ­με νὰ γί­νου­με φί­λες!»

       Θὰ πί­στευ­ε τὸ ἴ­διο ἂν μά­θαι­νε πὼς λί­γο πρὶν τὶς Πα­νελ­λή­νι­ες εἶ­χα πά­ει μὲ τὸν Πέ­τρο, ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τό­τε.

       «Μι­μό­ζα, εἶ­σαι κα­λά;» τὴ ρώ­τη­σε.

       «Σύ… συγ­γνώ­μη, πρέ­πει… πρέ­πει νὰ φύ­γω τώ­ρα», τραύ­λι­σε.

       «Ὀ­κέ­ι, χά­ρη­κα ποὺ σὲ εἶ­δα. Θὰ περ­πα­τοῦ­σα μα­ζί σου, ἔ­χω πέν­τε λε­πτὰ μέ­χρι ν’ ἀ­νοί­ξω τὸ μα­γα­ζί, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ τὴν ὀμ­πρέ­λα μου. Νά, μιὰ κόκ­κι­νη σὰν τὴ δι­κή σου εἶ­ναι!»

       Ἡ Μι­μό­ζα ἄ­φη­σε τὴν ὀμ­πρέ­λα στὸ κά­θι­σμα.

       «Εἶ­ναι δι­κή σου!» ψέλ­λι­σε καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε τσα­λα­πα­τών­τας στὴ βρο­χή.



Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986) Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Λα­θρε­πι­βά­τες (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, 2018) καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἐκδ. Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019).


Τίνα Χρηστίδη: Τὰ σύκα-σύκα


Τί­να Χρη­στί­δη


Τὰ σύκα-σύκα


ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ τὴν κα­λο­και­ρι­νή, πάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὴ συ­κιά, εὐ­θὺς μό­λις φτά­σεις στὴν κα­λύ­βα τὴν ἐ­ξο­χι­κή, ἐ­κεῖ θὰ τὸν πε­τύ­χεις. Σὲ λέ­νε Ἑ­λέ­νη. Θὰ σὲ ἀγ­κα­λιά­σει τὸ ἴ­διο στορ­γι­κὰ ὅ­πως καὶ πέ­ρυ­σι, ὅ­πως κά­θε χρό­νο ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ποὺ τὸν γη­ρο­κο­μεῖ ἡ για­γιά σου. Σὲ λέ­νε Ἰ­ω­άν­να. Θὰ πλη­σιά­σεις καὶ θὰ στα­θεῖς μπρο­στά του, κά­πως μα­κριά, πό­τε στὸ ἕ­να πό­δι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Σὲ λέ­νε Γε­ωρ­γί­α. Μὲ τὰ μά­τια θὰ ὀρ­γώ­σεις τὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου. Σὲ λέ­νε Ἐλ­πί­δα. Ἄ­ρα­γε τί ἀ­πέ­γι­νε ἡ περ­σι­νὴ ἀ­ρά­χνη ποὺ εἶ­χες ἐν­το­πί­σει στὸ κλα­δὶ νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει τρε­λα­μέ­νη; Σὲ λέ­νε Φα­τί­μα. Δυ­ὸ πό­δια ποὺ σὲ κλεί­νουν, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας θὰ γί­νει μου­στά­κι, μιὰ κί­τρι­νη γραμ­μὴ στὴ μέ­ση, σὰν οὐ­ρὰ πα­στω­μέ­νη. Σὲ πιά­νει ἡ λί­γδα. Νι­κο­τί­νη καὶ κρα­σί. Σὲ λέ­νε Λι­ούμ­πα. Τὰ ζα­ρω­μέ­να δά­χτυ­λα θὰ ἀ­νέ­βουν ἀρ­γὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ φου­στα­νά­κι. Σὲ λέ­νε Ντε­νί­σα. Θὰ γρα­τζου­νή­σουν τὸ πλα­κὲ στῆ­θος, θὰ τρέ­μουν πά­νω ἀ­πὸ τὶς ρῶ­γες, θὰ τὶς τσιμ­πή­σουν ἐ­λα­φρά, κά­θε ποὺ τρα­βι­έ­σαι τὰ πό­δια θὰ σφίγ­γουν, μιὰ μέγ­γε­νη σὲ κλει­δώ­νει. Σὲ λέ­νε Κι­ράμ­πο. Πά­νω ποὺ κά­νεις νὰ φύ­γεις, μπρο­στά σου τὰ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῆς μά­νας. Στά ΄κο­ψα ἀ­π’ τὴ ρί­ζα, ἂν κά­νεις ὅ­τι ἁ­πλώ­νεις χέ­ρι σὲ κέ­ρα­σμα. Μὴ κά­νεις σὰ λι­μα­σμέ­νο. Ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε βο­ή­θεια νὰ λὲς μά­λι­στα. Ὄ­χι ναί. Μά­λι­στα. Μὴν ἀν­τι­μι­λᾶς. Νὰ εἶ­σαι φρό­νι­μη καὶ νὰ ἀ­κοῦς τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους.

        Πάν­τως σύ­κα δὲ θὰ ξα­να­φᾶς. Σοῦ φέρ­νουν ἐ­με­τό. Κι ἄς μὴ σὲ λέ­νε Σο­φί­α.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τί­να Χρη­στί­δη (1970). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς φι­λό­λο­γος στὴ μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ὡς με­τα­πτυ­χια­κὴ φοι­τή­τρια στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ ἐκ­πό­νη­σε τὴ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πά­νω στὶς Ἀ­ό­ρα­τες Πό­λεις τοῦ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο. Εἶναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτο­ρας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει βι­βλί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς γιὰ παι­διά, ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­­δρα­γό­ρας. Κεί­με­νά της καὶ βι­βλι­ο­κρι­τι­κὲς ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της.