Μαρίνα Παπαγεωργίου: Ἡ πιὸ σημαντικὴ μέρα


Μαρίνα Παπαγεωργίου


Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα


ΡΑΤΟΥΣΕΣ στὸ χε­ρά­κι σου ἕ­να τρα­γα­νὸ κρι­τσί­νι. Ἤ­σουν τεσ­σά­ρων. Δὲν πρό­λα­βες νὰ τὸ βά­λεις στὸ στό­μα, εἶ­χα ἤ­δη ξε­κι­νή­σει τὸ μά­θη­μα.

        «Σή­με­ρα θὰ σοῦ μά­θω πῶς δι­ευ­θύ­νει ὁ μα­έ­στρος τὴν ὀρ­χή­στρα. Κρα­τᾶ ἕ­να κρι­τσί­νι, τρώ­ει λί­γο, τώ­ρα κρα­τᾶ τὸ κρι­τσί­νι μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων, δι­ευ­θύ­νει τοὺς μου­σι­κούς, τρώ­ει λί­γο, δι­ευ­θύ­νει. Νά, ἔ­τσι, ἁ­πα­λά, μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων. Ἔ­τσι μπρά­βο. Κι ὅ­ταν ὁ μα­έ­στρος ρο­κα­νί­σει ὣς κά­τω τὸ κρι­τσί­νι καὶ τὸ κρι­τσί­νι ἔ­χει γί­νει πιὰ πο­λὺ μι­κρό, ἡ ὀρ­χή­στρα τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει πὼς πρέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ τὸ φι­νά­λε.»

        Μὲ ἄ­κου­γες κι ἑ­τοι­μα­ζό­σουν κι ἐ­σύ.

        «Τὴν κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή, ὁ μα­έ­στρος κά­νει μιὰ χα­ψιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μα­τά­κι κρι­τσί­νι. Πνευ­στά, κρου­στὰ καὶ ἔγ­χορ­δα παί­ζουν σὰν τρε­λὰ κι ὁ μα­έ­στρος, χορ­τα­σμέ­νος, ἁ­πλώ­νει τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ δε­χτοῦν, ὅ­λοι μα­ζί, τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα!»

        Μὲ μπου­κω­μέ­νο τὸ στό­μα, χει­ρο­κρό­τη­σες μα­ζί μου καὶ γέ­μι­σε τὸ τρα­πέ­ζι ψί­χου­λα. Θρι­αμ­βευ­τι­κὸ φι­νά­λε. Μπο­ρεῖ νὰ ἤ­σουν μό­νο τεσ­σά­ρων, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε ν’ ἀρ­χί­σεις νὰ μα­θαί­νεις.

        Τώ­ρα ἤ­ξε­ρες πό­ση μου­σι­κὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κρι­τσί­νι. Δὲν ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό; Εἶ­χα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α κόλ­πα καί, παί­ζον­τας μα­ζί μου, θὰ γι­νό­σουν ὁ κα­λύ­τε­ρος μα­έ­στρος. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­π’ τὸν παπ­ποῦ σου. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­πὸ μέ­να.

        Σὲ μπού­χτι­ζα κρι­τσί­νια, τό­νους καὶ ἡ­μι­τό­νια. Κα­μά­ρω­να τὴν ἀν­το­χή σου, εἶ­χες μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ἤ­σουν κα­λός, ἀ­μί­λη­τος, πει­θαρ­χη­μέ­νος. Ὅ­πως εἴ­μα­στε φτι­αγ­μέ­νοι ἐ­μεῖς οἱ μου­σι­κοί.

        Ἴ­σως στὰ τέσ­σε­ρα ἦ­ταν λί­γο νω­ρίς… Ἔ­τσι, ὅ­μως, θὰ τὰ μά­θαι­νες ὅ­λα πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἤ­σουν τό­σο ὑ­πά­κου­ο παι­δί. Κι ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε θὰ ἤ­σουν πλέ­ον ἕ­τοι­μος.

        Ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε, τὴν πε­ρι­μέ­να­με χρό­νια. Πρώ­τη φο­ρὰ φο­ροῦ­σες κο­στού­μι· σοῦ τὸ πή­ρα­με, ἡ μα­μὰ κι ἐ­γώ, εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Ἔ­νι­ω­θες λί­γο ἄ­βο­λα μέ­σα στὸ σα­κά­κι, τὸ ἔ­βλε­πα, ἡ μέ­ρα ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ ση­μαν­τι­κή. Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ ὅ­λες. Κι ἤ­μα­σταν πλέ­ον ἕ­τοι­μοι.

        Πά­τη­σες βά­ναυ­σα τὸ Ντό, δέ­κα, εἴ­κο­σι φο­ρές. Καὶ με­τά, μὲ τὸ δεί­κτη, ἄρ­χι­σες νὰ χτυ­πᾶς τὸ Σὶ ἀ­στα­μά­τη­τα, μὲ τὸ βλέμ­μα πά­νω μου, σὰ νὰ μὲ σφυ­ρο­κο­ποῦ­σες! Τὰ μέ­λη τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ κοι­τοῦ­σαν μὲ τρό­μο, ἐ­σὺ ὅ­μως κοι­τοῦ­σες μό­νο ἐ­μέ­να, τι­μω­ρη­τι­κά· σὰν νὰ ἤ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων.

        Ἡ κα­κο­φω­νί­α σου ἦ­ταν ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη τέ­λεια. Τὰ δά­χτυ­λά σου πα­τοῦ­σαν βάρ­βα­ρα ὅ­λα τὰ μαῦ­ρα ταυ­τό­χρο­να· ἔ­παι­ζες τυ­φλά, οὔ­τε μιὰ στιγ­μὴ δὲν κοί­τα­ξες τὰ πλῆ­κτρα, εἶ­χες τὸ κε­φά­λι σου στραμ­μέ­νο σ’ ἐ­μέ­να, στὴν πρώ­τη σει­ρά, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω μου· καὶ τὸ πό­δι σου πί­ε­ζε τὸ πεν­τάλ, βί­αι­α καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­να.

        Ση­κώ­θη­κες ἀ­πὸ τὸ πιά­νο καί, χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζεις πιά, ἀ­πο­χώ­ρη­σες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­να Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔχει ἐκδοθεῖ μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Γλυ­κιὰ Πε­νι­κι­λί­νη (Ἰ­ωλ­κός), ἐ­νῶ δι­η­γή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


			

Ἀργύρης Ἑφταλιώτης: Κρυφὴ ἀγάπη


Ἀρ­γύ­ρης Ἑ­φτα­λι­ώ­της


Κρυφὴ ἀγάπη


ΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, για­τρέ, πὼς κά­πο­τε στὴν ἀρ­ρώ­στι’ ἀ­πά­νω ὁ ἄρ­ρω­στος πα­ρα­λα­λεῖ, καὶ πα­ρα­λα­λών­τας λέ­ει καὶ τὴν ἀ­λή­θεια;

        — Νὰ σοῦ πῶ: Σ’ αὐ­τὸ τὸ χω­ριὸ —λέ­ω τοῦ φί­λου μου— συ­χνό­τε­ρα τὴν ἀ­κοῦς τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στους καὶ τρελ­λούς, πα­ρ’ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ποὺ εἶ­ναι κα­λά. Καὶ νὰ δεῖς τί μοῦ συ­νέ­βη­κε σὲ μιὰ κό­ρη, στὴν πί­σω τὴν ἐ­νο­ριά, εἶ­ναι τώ­ρα κάμ­πο­σος και­ρός.

        Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη ἕ­ξι μέ­ρες. Εἶ­χε μιὰ βρα­διὰ πολ­λὴ θέρ­μη, καὶ τρέ­ξα­νε νὰ μὲ φέ­ρουν. Ἄλ­λος δὲν πα­ρα­στε­κό­ταν πα­ρὰ ἡ μά­να της, γυ­ναί­κα ἥ­συ­χη καὶ λι­γά­κι στε­νο­κέ­φα­λη. Ἔ­κλαι­γε ἡ κα­κό­μοι­ρη καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σω τὴν κό­ρη της. Ἔ­κα­μα ὅ,τι μπό­ρε­σα, ἔ­μει­να καὶ λί­γη ὥ­ρα στὸ σπί­τι νὰ δῶ τὶ δρό­μο θὰ πά­ρει ὁ πυ­ρε­τός. Ἀ­νέ­βη­κα νὰ τὴν ξα­να­δῶ. Ἤ­τα­νε χει­ρό­τε­ρα. Βύ­θος καὶ πα­ρα­λα­λη­τό. Ἀ­πὸ τὰ λό­για της φαί­νουν­ταν πὼς ἔ­βλε­πε λου­λού­δια κι  ἀγ­κά­θια. Ἄγ­γι­ζ’ ἕ­να λου­λού­δι, καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἄ­ξαφ­να τὴν ἀγ­κύ­λω­νε καὶ τ’ ἀγ­κά­θι, κι ἔ­βλε­πες τὸν πό­νο στὸ πρό­σω­πό της. Παι­χνί­δι τῆς φαν­τα­σί­ας της, εἶ­πα μέ­σα μου. Μὰ σ’ ἕ­ν’ ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ποὺ μά­ζευ­ε ὁ πλα­νε­μέ­νος νοῦς της, γύ­ρι­σε κα­θὼς πάν­τα τὸ πρό­σω­πό της κα­τὰ τὴν ἄλ­λη με­ριά, καί, —«μ’ ἀ­γα­πά­ει δὲ μ’ ἀ­γα­πά­ει» μουρ­μού­ρι­ζε χα­μη­λὰ κι ἀ­συ­νάρ­τη­τα, σα­λεύ­ον­τας τὰ δά­χτυ­λά της σὰ νά’ κο­βε τοῦ λου­λου­διοῦ της τὰ πέ­τα­λα.

        Λέ­ω τῆς μά­νας, πᾶ­με κά­τω γιὰ λί­γη ὥ­ρα πά­λι. Πή­γα­με κά­τω, καὶ κά­θι­σε ἡ μά­να κον­τὰ στὸ μαγ­κά­λι νὰ μοῦ ψή­σει κα­φέ. Καὶ ψή­νον­τας τὸν κα­φὲ ἔ­λε­γε καὶ ξα­να­έ­λε­γε γιὰ τὴν κό­ρη της, τί ἄγ­γε­λος ἦ­ταν, τί χρυ­σό κο­ρί­τσι, τί νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο· κι ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια.

        — Μὰ γιὰ πές μου, τὴ ρω­τῶ τό­τες, νὰ μὴν εἶ­χε τί­πο­τις ἀ­γά­πες ἡ κό­ρη σου;

        — Θε­ὸς νὰ φυ­λά­ξει, για­τρέ μου! Δὲν ξέ­ρεις τὶ ἀ­θῶ­ο ποὺ εἶ­ναι τ’ ἀ­κρι­βό μου τὸ Λε­νι­ώ, ὁ Θε­ός νὰ μοῦ τή­νε γλυ­τώ­σει!

        Ἡ μά­να θάρ­ρε­ψε πὼς κο­ρί­τσι γιὰ ν’ ἀ­γα­πή­σει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ξε­τσι­πω­μέ­νο.

        Ἔ­τσι τὴν ἔ­μα­θε τὴν ἀ­γά­πη στὸ σκο­λει­ό της.

        — Γιὰ συλ­λο­γί­σου, τῆς κά­νω, μὴν τύ­χει κι ἔ­χει κα­νέ­να κρυ­φὸ κα­η­μὸ τὸ κο­ρί­τσι, καὶ τὴ γι­α­τρέ­ψου­με εὐ­κο­λώ­τε­ρα.

        — Ἄρ­ρω­στη κα­θώς εἶ­ναι, για­τρέ μου, κάλ­λιο τό ‘χω νὰ τή­νε θά­ψω, πα­ρὰ νὰ τὸ ντρο­πιά­σει τὸ τι­μη­μέ­νο μας τ’ ὄ­νο­μα.

        Εἶ­δα πὼς τὰ λό­για μου ἤ­τα­νε χα­μέ­να, ἤ­πια τὸν κα­φέ, ξα­να­κοί­τα­ξα τὴν ἄρ­ρω­στη, δι­ό­ρι­σα γι­α­τρι­κὸ γιὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­φυ­γα.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες πέ­θα­νε ἡ μι­κρή. Δὲ λέ­ω πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἀρ­ρώ­στια, μὰ τὰ νεῦ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν ἕ­να χά­λι ποὺ λί­γη χα­ρά, λί­γο ἀ­ναγ­κά­λι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σει.

        Πῆ­γα στὸ λεί­ψα­νο, για­τὶ τὸ πό­νε­σα τὸ κα­κό­μοι­ρο. Ρά­γι­ζε ἡ καρ­διά μου νὰ βλέ­πω τὴ μά­να του νὰ ξε­σκί­ζε­ται ἀ­πά­νω στὸ κα­τα­στό­λι­στο ἐ­κεῖ­νο κορ­μί, ποὺ ἄλ­λο τῆς ζω­ῆς δὲν τοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἥ­συ­χο.

        Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ριοῦ ποὺ μᾶς προ­σκα­λεῖ τὸ στερ­νὸ τὸ φι­λί. Μό­λις χω­ρί­σα­νε τὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη μά­να ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρα­μέ­νο πρό­σω­πο, καὶ σι­μώ­νει ἕ­να παι­δί, ὣς δε­κο­χτὼ χρο­νῶ νὰ δώ­σει κι αὐ­τὸς τὸ στερ­νό του φί­λη­μα. Ἦ­ταν τῆς γει­το­νιᾶς, γνώ­ρι­ζε τὸ σπί­τι τους, θαρ­ρῶ καὶ στὸ σκο­λει­ὸ μα­ζὶ πή­γαι­ναν. Κα­θό­λου λοι­πὸν πα­ρά­ξε­νο ποὺ σί­μω­νε κι αὐ­τὸς μὲ βρεμ­μέ­να μά­τια! Σή­κω­σαν τὸ λεί­ψα­νο, τό’ θα­ψαν, ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος, ἔ­κα­μα νὰ φύ­γω καὶ γώ. Μὰ ἀν­τὶς νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη τὴ θύ­ρα, ξε­κί­νη­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ πορ­τὶ τοῦ ἀ­πά­νω δρό­μου, γιὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­γο­ρά. Ἔ­κα­μα λοι­πὸν γύ­ρω πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σιά. Ἐ­κεῖ, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Βῆ­μα, σὲ μιὰ κό­χη μο­να­χι­κή, ποι­ό­να νὰ δῶ, πα­ρὰ τὸ ἴ­διο τὸ παι­δὶ ποὺ φί­λη­σε τὸ λεί­ψα­νο τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­κλαι­γε τὰ πύ­ρι­νά του ὁ δύ­στυ­χος. Συλ­λο­γί­στη­κα μιὰ στιγ­μὴ νὰ τοῦ μι­λή­σω καὶ νὰ τοῦ πῶ τὸ τί ἔ­λε­γε ἡ Λε­νι­ώ του ἀ­πά­νω στὸν πυ­ρε­τό της. Μὰ δὲ βά­στα­ξε ἡ καρ­διά μου. Εἶ­πα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ γεν­νή­θη­κε κρυ­φή, κρυ­φὴ πρέ­πει καὶ νὰ πο­θά­νει.



Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Νη­σι­ώ­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες, Εἰ­δι­κή ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα, Ἀ­θή­να, 2009, Α’ ἔ­κ­δο­­ση 1896.

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της (Μόλυβος Μυτι­λή­νης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλ­λί­ας 1923). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλίο: Νη­σιώ­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες (1894, δι­η­γή­μα­τα).


Πασχάλης Κατσίκας: Ποῦ κοιμοῦνται τὰ χελιδόνια τὸν χειμώνα;


Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας


Ποῦ κοι­μοῦν­ται τὰ χε­λι­δό­νια τὸν χει­μώ­να;


ΑΝ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟΡΕΒΙΘΟΥΛΗ ἐ­πὶ πε­νήν­τα χρό­νια χα­νό­ταν στὴν ἐρ­γα­σια­κὴ ζούγ­κλα γιὰ τὸ με­ρο­κά­μα­το. Μὲ τὸ πρῶ­το σού­ρου­πο ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὰ βό­τσα­λα γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ παι­διά. Αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α ποὺ ἦ­ταν συν­τα­ξι­οῦ­χος, τὰ βό­τσα­λα με­τα­τρά­πη­καν σὲ ψί­χου­λα. Τὰ δρο­μο­λό­για γιὰ τὸν ἄρ­το τὸν ἐ­πι­ού­σιο σι­γὰ-σι­γὰ πε­ρι­ο­ρί­στη­καν ὣς τὸν φοῦρ­νο τῆς γει­το­νιᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ μάν­τρα τοῦ πα­λιοῦ μαρ­μα­ρά­δι­κου.

        Κρα­τοῦ­σε με­τὰ βί­ας τὴ σα­κού­λα μὲ τὸ ἀ­χνι­στὸ ψω­μί. Ἡ φου­κα­ριά­ρα ἡ φουρ­νά­ρισ­σα ἔ­βα­λε στὸν πά­το της, γιὰ νὰ μὴν λι­ώ­σει, ἕ­να πα­λιὸ φύλ­λο το­πι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας μὲ τὸν πη­χυα­ῖο τί­τλο: «Ἀ­να­βί­ω­σαν τὰ χε­λι­δο­νί­σμα­τα στὸ 10ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Κο­μο­τη­νής». Ἔ­νι­ω­θε σή­με­ρα, πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πα­να­γιᾶς, πὼς τὰ που­λιὰ ἔ­φα­γαν τὰ ψί­χου­λα. Ἡ σύ­ζυ­γος χρό­νια τώ­ρα τὸν εἶ­χε ἀ­φή­σει μό­νο, ἐ­νῶ τὰ παι­διὰ καὶ τὰ ἐγ­γό­νια ἔ­χτι­σαν τὶς δι­κές τους φω­λι­ές. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν λά­βρο αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἥ­λιο στὸ μυα­λό του τρι­βέ­λι­ζε ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ τοῦ ἔ­κα­νε κα­θη­με­ρι­νὰ ὁ γιός του τὰ φθι­νο­πω­ρι­νὰ πρω­ι­νὰ ὅ­ταν τὸν πή­γαι­νε στὴν πρώ­τη τά­ξη τοῦ ἴ­διου σχο­λεί­ου: «Μπαμ­πά, ποῦ κοι­μοῦν­ται τὰ χε­λι­δό­νια τὸν χει­μώ­να;»

        Τὸ γε­ρον­τά­κι κοί­τα­ξε τὸ που­κά­μι­σο τοῦ τζί­τζι­κα ποὺ ἔ­μει­νε πά­νω στὴ μάν­τρα. Ὁ ἴ­σκιος ἀ­πὸ τὸ κορ­μί του σὰν ἄ­η­χη φλο­γέ­ρα ἔ­πε­φτε κλη­ρο­νο­μιὰ στὸ χῶ­μα. Σφά­λι­σε τὰ μά­τια κι ὀ­νει­ρεύ­τη­κε μιὰ τε­λευ­ταία φο­ρὰ τὰ ὀρ­γι­σμέ­να του νιά­τα, οἱ πυ­ρό­ξαν­θες κορ­φές τους δέν­τρα γί­νη­καν ν’ ἀ­νε­μί­σουν τὸ σού­ρου­πο. Πά­νω του ἔ­πε­σε σὰν λά­βα καὶ ἡ θύ­μη­ση τῆς μα­τιᾶς ἑ­νὸς θη­λυ­κοῦ ζαρ­κα­διοῦ, μή­πως φου­σκώ­σουν μέ­σα του πο­τά­μι τὰ λι­ω­μέ­να χι­ό­νια.

        Φεῦ! Χε­λι­δό­νι ἦ­ταν πιὰ στὰ σύρ­μα­τα, ἕ­τοι­μο νὰ ἀ­πο­δη­μή­σει ἀν­τί­κρυ τρα­γου­δών­τας. Ἡ οὐ­ρὰ ψα­λί­δι­ζε μό­νο τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­φοῦ μέλ­λον δὲν εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει μὲ τὸ ράμ­φος. Ἄ­νοι­ξε τὰ φτε­ρὰ κι ὁ βα­ρὺς σταυ­ρὸς ἔ­πε­σε στὰ λευ­κὰ μάρ­μα­ρα, στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τῆς μάν­τρας. Σι­ω­πη­λὰ ἀρ­χί­νη­σε νὰ τὸν πε­λε­κά­ει ὁ μαρ­μα­ράς, γιὰ νὰ τὸν καρ­φώ­σει με­τὰ ἀ­πὸ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες στὸ κοι­μη­τή­ρι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας (Reutlingen τῆς Γερ­μα­νί­ας, 1971), ζεῖ στὴν Κο­μο­τη­νὴ ἀ­πὸ τὸ 1977. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης καὶ εἶ­ναι συν­τά­κτης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἐ­ξι­τή­ριον. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Πα­ρα­τη­ρη­τής τῆς Θρά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Τε­ταρ­τη­μό­ρια (ἐκδ. Πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῆς Θρά­κης, 2019), Ρε­τά­λια (ἐκδ. Γρά­φη­μα, 2020), Τὸ κοι­μώ­με­νο τσίρ­κο (Ἐ­ξι­τή­ριον, free e-book, 2021).


Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἐκείνη καὶ ὁ χρόνος


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἐ­κεί­νη κι ὁ χρό­νος


 ΜΑΝΑ ΜΟΥ. Ἔ­παιρ­νε τὸν χρό­νο, τὸν ἔ­ρι­χνε σὲ μπὸλ βα­θὺ καὶ τὸν χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ σύρ­μα ν’ ἀ­φρα­τέ­ψει μα­ζὶ μὲ αὐ­γὰ καὶ ζά­χα­ρη. Τὸν ἔ­βα­ζε στὴ φόρ­μα καὶ με­τὰ στὸ φοῦρ­νο. Φού­σκω­νε αὐ­τὸς καὶ μο­σχο­μύ­ρι­ζε τὸ σπί­τι κα­λο­ψη­μέ­νο κέ­ικ. Τὸν φύ­τευ­ε στὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι της ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ό­σμους καὶ βα­σι­λι­κούς, σὲ ὑ­πο­μο­νὲς καὶ κά­κτους. Τὸν πό­τι­ζε ἔ­πει­τα, τὸν κλά­δευ­ε, τοῦ σκά­λι­ζε τὸ χῶ­μα κι ἔ­χω­νε τὰ ξε­ρά τὰ φύλ­λα σὲ σα­κού­λα. Κά­θε πρω­ῒ τὸν χά­ι­δευ­ε καὶ τὸν πε­ρί­με­νε ν’ ἀν­θί­σει. Τὸν μά­λω­νε σὰν ἔ­τρε­χε κι ἐρ­χό­ταν τσα­κι­σμέ­νος, μὰ τοῦ κα­θά­ρι­ζε τὰ γό­να­τα καὶ τοῦ φι­λοῦ­σε μὲ λα­τρεί­α τὶς πλη­γὲς πρὶν βά­λει τὸ τσι­ρό­το. Τὸν ἐ­πλέ­νε μὲ πρά­σι­νο σα­πού­νι καὶ τὸν ἅ­πλω­νε στὸν ἥ­λιο. Τὸν μά­ζευ­ε με­τά, πρὶν σου­ρου­πώ­σει καὶ μὲ καυ­τό τὸ σί­δε­ρο τὸν κολ­λά­ρι­ζε νὰ φύ­γει κά­θε ζά­ρα, νὰ τὸν στρώ­σει στὸ κρε­βά­τι. Ὧ­ρες κα­θό­ταν πό­τε μὲ μο­λύ­βι, πό­τε μὲ τὸ βε­λο­νά­κι, πό­τε σὲ συλ­λα­βὲς νὰ τὸν χω­ρί­ζει πό­τε μὲ κόμ­πους νὰ τὸν δέ­νει, σε­λί­δα νὰ τὸν κά­νει στὸ τε­τρά­διο ἢ σε­μὲν γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι.

        Κα­θό­ταν, τά­χα, ἥ­συ­χος ἐ­κεῖ­νος καὶ στὰ χέ­ρια της ἀ­φη­νό­ταν, μὰ τὴν ἔ­τρω­γε κρυ­φὰ καὶ λί­γο-λί­γο. Ἄρ­γη­σε τό­σο νὰ τὸν κα­τα­λά­βει.

        Τὴν βλέ­πω τώ­ρα νὰ τὸν τρέ­μει καὶ δὲν θέ­λει νὰ τὸ δεί­ξει, ἔ­χω πε­ρά­σει τὰ πε­νῆν­τα καὶ «μω­ρό μου» μὲ φω­νά­ζει ἀ­κό­μα. Ἀ­νοί­γει ἔ­πει­τα ἕ­να μι­κρὸ πορ­το­φο­λά­κι κέρ­μα­τα καὶ τὰ με­τρά­ει. Ἂν κά­νει λά­θος ξα­ναρ­χί­ζει.

        «Πνί­ξ’­ τον, μα­μὰ» θέ­λω νὰ τῆς φω­νά­ξω, μὰ δὲν θ’ ἀ­κού­σει ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

        Γε­λᾶ ἐ­κεῖ­νος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κὰρτ πο­στάλ


.

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 2/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­tyi­ne Sto­ri­es of God)]

Κὰρτ πο­στάλ 

(Postcard)


ΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ λά­τρευ­ε τὴ μη­τέ­ρα της καὶ γιὰ χρό­νια πεν­θοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν θά­να­τό της ἔ­πε­σε τυ­χαῖ­α πά­νω σὲ κά­τι κὰρτ πο­στὰλ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ ποὺ που­λοῦ­σε ἀν­τί­κες καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα μι­κρο­πράγ­μα­τα. Οἱ κὰρτ πο­στὰλ ἀ­πει­κό­νι­ζαν σκη­νὲς ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νες, ὡ­στό­σο κά­τι τὴν τρά­βη­ξε κι ἀ­γό­ρα­σε ὁ­ρι­σμέ­νες ποὺ ἀ­πει­κό­νι­ζαν παρ­θέ­νες πα­ρα­λί­ες καὶ δα­σι­κοὺς δρό­μους. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­νι­ω­σε νὰ τὴν κα­τα­κυ­ρι­εύ­ει ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ στεί­λει μιὰ κάρ­τα στὴ μη­τέ­ρα της.

       Αὐ­τὰ ποὺ τῆς ἔ­γρα­ψε δὲν ἦ­ταν σπου­δαῖ­α. Σπου­δαί­α ἦ­ταν ἡ ἀ­νάγ­κη.

       Ἔ­βα­λε τὴν κάρ­τα μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο καὶ τὴν τα­χυ­δρό­μη­σε στὴν τε­λευ­ταί­α δι­εύ­θυν­ση τῆς μη­τέ­ρας της στὴ γῆ, ἕ­να φτω­χι­κὸ ἀ­γρο­τό­σπι­το ποὺ πο­λὺ και­ρὸ πρὶν εἶ­χε που­λη­θεῖ καὶ ξα­να­που­λη­θεῖ.

       Μιὰ βδο­μά­δα ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­λα­βε ἕ­να γράμ­μα· ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὸν φά­κε­λο ἦ­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τῆς μη­τέ­ρας της. Ἀ­κό­μη καὶ τὸ πρά­σι­νο με­λά­νι ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἦ­ταν ἴ­διο.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν ἄ­νοι­ξε τὸ γράμ­μα πο­τὲ οὔ­τε ἔ­στει­λε ἄλ­λες κὰρτ πο­στὰλ στὴ δι­εύ­θυν­ση αὐ­τή.

       Τὸ γράμ­μα, μὲ τὸν και­ρό, μο­λο­νό­τι φη­μο­λο­γεῖ­ται καὶ μό­νον ἡ ὕ­παρ­ξή του, προ­ξέ­νη­σε στὰ παι­διά της, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι με­γά­λα πιά, ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Νόρα Νατζαριάν (Nora Nadjarian): Τὸ αὐγό


Νό­ρα Να­τζα­ριάν (Nora Nadjarian)


Αὐ­γό

(Egg)


ΑΝΑΜΕ τὸ αὐ­γὸ ἐ­λευ­θέ­ρας βο­σκῆς με­λά­το, τὸ σπά­σα­με καὶ πρὸς με­γά­λη μας ἔκ­πλη­ξη δὲν βρή­κα­με τί­πο­τε μέ­σα. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­να­στέ­να­ξε, λὲς καὶ κά­ποι­ος εἶ­χε ἁρ­πά­ξει τὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς προ­τοῦ αὐ­τὸ γεν­νη­θεῖ. Ἐ­γὼ ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα, για­τί ἤ­θε­λα νά ’­χω ἕ­να κο­το­που­λά­κι καὶ νὰ τὸ κρα­τῶ στὸ κα­πέ­λο μου. Ὁ ἀ­δερ­φός μου εἶ­πε πὼς ἤ­θε­λε νὰ προ­σθέ­σει τὰ τσό­φλια στὰ δη­μη­τρια­κά του, γιὰ νὰ τὰ κά­νει ἁ­πλῶς πιὸ τρα­γα­νι­στά. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­τρε­ξε νὰ φέ­ρει τὴν κόλ­λα μέ­σα ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι στὸ ὁ­ποῖ­ο φυ­λά­ει ὅ­λα τα ἀ­κέ­φα­λα ἀ­γαλ­μα­τά­κια του.

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Fictionaut (18.10.2009): http://fictionaut.com/stories/nora-nadjarian–2/egg

Νό­ρα Να­τζα­ριάν (Nora Nadjarian). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κύ­προ καὶ σπού­δα­σε στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς κι ἔ­χει βρα­βευ­τεῖ καὶ ἐ­παι­νε­θεῖ γιὰ τὴ δου­λειά της σὲ δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμούς. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των (Ledra Street) κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2006. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ, στὴ Γερ­μα­νί­α, στὴν Ἰν­δί­α, στὸ Ἰσ­ρα­ήλ, στὴ Νέ­α Ζη­λαν­δί­α, στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ στὶς ΗΠΑ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Σημεῖον τῆς ἀγάπης του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Σημεῖον τῆς ἀγάπης του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΗΣΟΝ Ζά­κυν­θον, ὅ­ταν ἀ­πέ­θα­νεν ἡ γυ­ναῖ­κα του, εἰς τὸ μνη­μό­συ­νόν της ἐ­πῆ­ρε εἰς τὸ κε­φά­λι του τὸν δί­σκον μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του ἕ­ως εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν, ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρ.» σ. 280 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188-189 [Τἰτλος: «379.— Ἀ­π’ ἀ­γά­πη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Adam Frie­del von Frie­dels­burg (πε­ρί­που 1780 – ;), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης. Ἀρ­χη­γὸς τῶν στρα­τευμά­των τοῦ Μω­ριᾶ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­­νη μὲ τὸ χέρι (1832).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson): Τὸ φθι­νό­πω­ρο


 

 

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson)


Τὸ φθινόπωρο

(The Fall)


ΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ποὺ βρῆ­κε δυ­ὸ φύλ­λα καὶ μπῆ­κε βα­στών­τας τα στὸ σπί­τι λέ­γον­τας στοὺς γο­νεῖς του πὼς εἶ­ναι δέν­τρο.


       Κι αὐ­τοὶ τοῦ εἶ­παν ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι πή­γαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ μὴν κά­τσεις καὶ με­γα­λώ­σεις στὸ κα­θι­στι­κὸ δι­ό­τι οἱ ρί­ζες σου μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­στρέ­ψουν τὸ χα­λί.


       Αὐ­τὸς εἶ­πε πλά­κα ἔ­κα­να δὲν εἶ­μαι δέν­τρο κι ἔ­ρι­ξε τὰ φύλ­λα του.


       Ὅ­μως οἱ γο­νεῖς του εἶ­παν κοί­τα εἶ­ναι φθι­νό­πω­ρο.



Πη­γή: Russell Edson, The Tunnel: selected poems, Oberlin, Oberlin College Press, Field Poetry Series, 1994 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Russell Edson, What A Man Can See, Penland, The Jargon Society, 1969].

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson) (1935, Κο­νέ­κτι­κατ – 2014, Κο­νέ­κτι­κατ). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἐ­ξέ­δω­σε ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν, κα­θὼς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Τὰ σχέ­δια στὰ βι­βλί­α του τὰ ἔ­φτια­χνε ὁ ἴ­διος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ κει­μέ­νων Ὅ­ταν τὸ τα­βά­νι κλαί­ει (Αἰ­γό­κε­ρως, 1985) σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

Μὰτ Μπελ (Matt Bell): Ὁ Ἀχόρταγος


Μὰτ Μπέλ (Matt Bell)


Ὁ ἀ­χόρ­τα­γος

(The Hungerer)


ΠΕΙΔΗ ὁ με­γά­λος δὲν ἤ­ξε­ρε ἄλ­λον τρό­πο γιὰ νὰ προ­στα­τεύ­σει τὴ μι­κρὴ —σί­γου­ρα ὄ­χι μὲ τὸ πλα­δα­ρὸ καὶ πα­χου­λὸ κορ­μί του, τὴν πρώ­τη καὶ δια­ρκῆ πη­γὴ ντρο­πῆς γι’ αὐ­τόν— πα­γί­δε­ψε τὴν ἀ­δερ­φὴ του μέ­σα στὸν φοῦρ­νο τοῦ ἀ­γρο­τό­σπι­του κρα­τών­τας κλει­στὴ τὴν πόρ­τα, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη πά­λευ­ε νὰ βγεῖ, καὶ δι­α­βά­ζον­τάς της τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της Πλὰθ γιὰ νὰ τὴν να­νου­ρί­σει. Ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὴν ζέ­στα­νε ὁ­μοι­ό­μορ­φα καὶ τὴν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε, τὴν ἔ­ρι­ξε μέ­σα του μὲ πι­ρού­νι καὶ μα­χαί­ρι, κα­τα­βρο­χθί­ζον­τας τὸ νο­στι­μό­τα­το κρέ­ας της, μα­σου­λών­τας καὶ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ὄρ­γα­νό της, σπά­ζον­τας τὰ κό­κα­λα καὶ γλεί­φον­τας τοὺς χόν­δρους καὶ τὴν κρι­τσα­νι­στὴ πέ­τσα ὥ­σπου νὰ ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του. Ὕ­στε­ρα ἡ κοι­λιὰ τοῦ με­γά­λου πό­νε­σε τό­σο πο­λὺ ποὺ νό­μι­σε πὼς ἴ­σως καὶ νὰ πέ­θαι­νε ἐ­κεῖ στὸ τρα­πέ­ζι, ἀλ­λὰ δὲν πέ­θα­νε. Ἡ ζω­ή του τρά­βη­ξε σὲ μά­κρος, ἐ­πώ­δυ­να θλι­βε­ρὴ δί­χως τὴ ζων­τα­νὴ συν­τρο­φιὰ τῆς μι­κρῆς, καὶ πα­ρὰ τὴν ἀ­στεί­ρευ­τή του ὄ­ρε­ξη —τρώ­ω γιὰ δύ­ο, φώ­να­ζε συ­χνὰ κα­θι­σμέ­νος στὸ τρα­πέ­ζι πού ’χε στρώ­σει γιὰ ἕ­ναν, κι ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λης τὸν ἔ­παιρ­ναν γιὰ ἠ­λί­θιο ὀλ­κῆς— ὁ με­γά­λος δὲν γεύ­τη­κε πο­τὲ ξα­νὰ τό­σο νό­στι­μο γεῦ­μα ἕ­ως ὅ­του ἔ­φτα­σε σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, καὶ τό­τε ἔ­φε­ρε ἐ­πι­τέ­λους τὸ μα­χαί­ρι του στὴν πα­ρα­φου­σκω­μέ­νη μέ­χρι κι ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα κοι­λιά του, πι­στεύ­ον­τας πὼς ἡ ἀ­δερ­φή του —ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ—, γκρι­ζο­μάλ­λα ἐ­πι­τέ­λους κι ἀ­σφα­λὴς ὅ­πως κι ὁ ἴ­διος, ἀρ­κούν­τως ἀ­πω­θη­τι­κὴ ἐ­πι­τέ­λους ὥ­στε νὰ ἀ­φε­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρη, θὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της στὸ τρα­πέ­ζι τῆς ζω­ῆς. Κι ἀ­πὸ τὴν πλη­γὴ τὴν ὁ­ποί­α ἄ­νοι­ξε στὸν ἑ­αυ­τό του, ξε­χύ­θη­κε ὄν­τως ἡ ζων­τα­νὴ ἀ­δερ­φή του – μό­λις ὅ­μως ἡ μι­κρὴ ξε­πρό­βα­λε βου­τηγ­μέ­νη στὸ αἷ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ της, ὁ με­γά­λος εἶ­δε μιὰ κο­πέ­λα ποὺ δὲν εἶ­χε με­γα­λώ­σει κα­θό­λου, ἀν­τι­θέ­τως ἦ­ταν τό­σο νέ­α ὅ­σο καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ: μιὰ παρ­θέ­να γε­μά­τη αἷ­μα, ἕ­τοι­μη νὰ μπεῖ ἐ­πι­τέ­λους σὲ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐ­φη­βεί­α, ἔκ­πα­γλη ὡ­ραι­ό­τη­τα γεν­νη­μέ­νη δυ­ὸ φο­ρὲς σ’ ἕ­ναν κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ —ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τώ­ρα πιὰ— με­γά­λος, ὅ,τι κι ἂν ἔ­κα­νε, δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τὴν προ­φυ­λά­ξει



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Wigleaf (23.03.2018) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

http://wigleaf.com/201803hungerer.htm

Μὰτ Μπέλ (Matt Bell). Γεν­νή­θη­κε στὸ Μί­σιγ­καν. Συγ­γρα­φέ­ας τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των In the Hou­se Upon the Dirt Be­tween the Lake and the Woods (2013) καὶ Scrap­per (2015), κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τῶν ἀ­κό­μα βι­βλί­ων. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη δου­λειά του εἶ­ναι ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των A Tree or a Person or a Wall (2016). Δι­δά­σκει στὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Ari­zona State Uni­ver­sity.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): Χορεύοντας στὶς λέξεις


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Χο­ρεύ­ον­τας στὶς λέ­ξεις

(Dancing on the words)


Α ΠΑΩ τρεῖς μέρες στοὺς γο­νεῖς μου», τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἡ Κά­θριν. «Λέ­ω τὸ ἄλ­λο σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο.»

        Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­φη­ρη­μέ­νος, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να μᾶλ­λον ἤ­δη σκε­φτό­ταν τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος. Μᾶλ­λον θὰ δι­όρ­θω­νε γρα­πτά, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­παί­τη­ση σὲ αὐ­τὸ τὸ κω­λο­πα­νε­πι­στή­μιο ποὺ δί­δα­σκε. Ἐ­κεί­νη στὴν ἐ­ξο­χὴ κι αὐ­τὸς στὴν ἐ­νο­χή. Ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ ζεῖς. Γά­μα το, σκέ­φτη­κε καὶ τὴ ρώ­τη­σε ἂν εἶ­χε ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἂν ἤ­θε­λε νὰ κά­νουν κά­τι πρὶν τὸ τα­ξί­δι της καὶ τέ­λος ἂν ὄν­τως θὰ ἄ­νοι­γαν ἐ­κεῖ­νο τὸ κρα­σὶ ποὺ τοὺς ἔ­φε­ραν τὰ Χρι­στού­γεν­να οἱ γεί­το­νες γιὰ νὰ δοῦν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πει­σό­διο τῆς σει­ρᾶς ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει. Στὰ δύ­ο πρῶ­τα, ἡ Κά­θριν εἶ­πε ὄ­χι, στὰ ἄλ­λα δύ­ο ναί. Ἰ­σο­πα­λί­α 0-0. Σὰν τὸν γά­μο του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε πὼς ἡ Πι­λὰρ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πή­γαι­νε καὶ τῆς μι­λοῦ­σε στὸ προ­σκέ­φα­λό της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δε μή­πως στῆς Ντο­λό­ρες;

        Τί νό­η­μα ἔ­χει, σκέ­φτη­κε. Νὰ τί θὰ κά­νω. Θὰ πε­ρά­σω ὅ­λο τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο κον­τά της. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα.

        Ἔ­φτα­σε, λοι­πόν, ἡ ὥ­ρα καὶ ἡ Κά­θριν ἔ­φυ­γε τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ πρωΐ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα τὸν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Θὰ ξέ­χα­σε κά­τι, σκέ­φτη­κε ὁ Ρέ­ι. Καὶ τὸ σή­κω­σε κά­πως βα­ρι­ε­στη­μέ­να. «Ἔ­λα.» «Ἐ­γώ…» «Ξέ­χα­σες κά­τι; Γυρ­νᾶς;» «Ὄ­χι, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ.» «Ἄ, τί;» «Στὴν εἴ­σο­δο κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλει­διά σου ἔ­χει κά­τι.» «Ἄ, τί;» «Ἕ­να γράμ­μα» «Ἄ, τί…» «Ὄ­χι, ἀ­πὸ μέ­να. Δὲν σὲ χω­ρί­ζω, ἠ­λί­θι­ε» «Ἀ, τί!» «Ἀ­πὸ τὴν Πι­λάρ…» «Ἄ­α…»

        Στὸ Πὶ εἶ­χε ἤ­δη πά­ει στὰ κλει­διά του καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ γράμ­μα στὰ χέ­ρια του. «Πό­τε; Πῶς;» «Ἦρ­θε πρὶν και­ρό. Πρὶν χρό­νια. Δέν…» «Για­τί;» «Δὲν ξέ­ρω. Δι­ά­βα­σέ το. Σοῦ ἀ­νή­κει. Γειά.» «Γειά.»

 

        Μὶ κε­ρί­δο,

        Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ εἰ­σα­γω­γές, ὁ­πό­τε θὰ σοῦ πῶ ἀ­πευ­θεί­ας μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τό­τε ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Στῆς Ντο­λό­ρες. Θυ­μᾶ­σαι; Πῶς νὰ μὴ θυ­μᾶ­σαι; Κά­θε βρά­δυ σὲ πε­ρί­με­να. Κά­θε βρά­δυ σοῦ ἔ­κο­βα τὸ “σ’ ἀ­γα­πῶ” στὰ χεί­λη μὲ μιὰ κο­φτὴ κί­νη­ση στὸ ταν­γκό μας γιὰ νὰ μὴν τὸ πεῖς. Ἐ­γὼ ὅ­μως σοῦ τὸ ἔ­λε­γα. Θυ­μᾶ­σαι τὸ γλί­στρη­μα τοῦ πο­διοῦ πρὸς τὰ πί­σω; Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρες πο­τὲ νὰ κά­νεις χω­ρὶς νὰ χά­σεις λί­γο τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α σου; Ἐ­γὼ, ἐ­πί­τη­δες τὸ ἔ­κα­να. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ φτά­σω μέ­χρι κά­τω γιὰ νὰ σοῦ πῶ πό­σο ἀ­γω­νι­ῶ νὰ ἔρ­θεις καὶ πό­σο πε­τά­ω μέ­σα μου στὸ ἀ­δέ­ξιο κρά­τη­μά σου.

        Κι ὅ­ταν κά­η­κε τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, κά­η­καν μα­ζὶ καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ εἶ­χα νὰ ἔρ­χε­σαι καὶ νὰ χο­ρεύ­ου­με καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψου­με μα­ζί. Ἐ­κεῖ μέ­σα καὶ ἀλ­λοῦ. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι μα­ζί σου, Ρέ­ι. Μό­νο μα­ζί σου. Πῶς ξέ­ρω τὸ ὄ­νο­μά σου; Σί­γου­ρα θὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Σκέ­ψου. Θὰ τὸ βρεῖς.

        Ἔ­μα­θα ὅ­τι παν­τρεύ­τη­κες. Ἔ­μα­θα ὅ­τι πᾶς στὸ Ἐ­σπε­ράν­τζα. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ σκέ­φτε­σαι. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια σου τὴν ὥ­ρα ποὺ κα­τέ­βα­ζες τὴ Ρούμ­πια μπί­ρα. Ἐ­μέ­να σκε­φτό­σουν, Ρέ­ι; Τὸ ταν­γκό; Τὸν Μά­ικ ποὺ φλυ­α­ροῦ­σε στὸ πιά­νο; Τί εἶ­δες στὴν του­α­λέ­τα, Ρέ­ι; Φάν­τα­σμα; Δὲν εἶ­μαι φάν­τα­σμα. Εἶ­μαι ἡ Πι­λάρ. Ἐ­σὺ πάν­τα ἤ­ξε­ρες τὸ ὄ­νο­μά μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρες ἦ­ταν ἡ ζωή μου. Οὔ­τε τώ­ρα τὴν ξέ­ρεις. Οὔ­τε ἔ­μα­θες ἂν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ, ἂν ἔ­κα­να παι­δί, ἂν ἤ­μουν μὲ κά­ποι­ον, ἂν χό­ρε­ψα ξα­νά. Ὅ­μως, ἐ­γώ, Ρέ­ι, ἔ­ζη­σα νὰ ξέ­ρεις. Ὄ­χι μα­ζί σου. Ἔ­ζη­σα. Μ’ ἐ­μέ­να. Ἀ­γά­πη­σα ἐ­μέ­να κι ἕ­ναν ζω­γρά­φο. Φαμ­πιὰν τὸν λέ­γα­νε. Σί­γου­ρα θὰ ἔ­χεις ἕ­ναν πί­να­κά του στὸ σα­λό­νι σου. Ὅ­λοι στὸ Μαν­χά­ταν ἔ­χε­τε. Σᾶς που­λά­ει φαν­τα­σί­ω­ση. Ὅ­πως μοῦ πού­λη­σε κι ἐ­μέ­να. Χό­ρευ­α κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Σὲ σκε­φτό­μουν κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ἔ­φυ­γα κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ποι­ὰ Πι­λὰρ σὲ κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, ἀ­λή­θεια; Ἡ ξαν­θιὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­τι; Ἢ ἡ ἄλ­λη στὸ μπὰρ ποὺ φαί­νε­ται μό­νο ἡ πλά­τη της; Ἢ αὐ­τὴ στὸ κρε­βά­τι; Ὅ­λες ἐ­γώ. Ὅ­λοι ἐ­σύ.

        Σὲ ἤ­θε­λα, Ρέ­ι. Ὅ­μως, πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι κα­λὰ ἐ­γώ. Θὰ μὲ ἔ­κα­νες κα­λά, Ρέ­ι; Δὲν ξέ­ρω πιά. Εἶ­πα, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νὰ σοῦ γρά­ψω τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω. Κά­τι στὸν τρό­πο ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σες, μὲ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ χο­ρέ­ψω πιὸ πα­θι­α­σμέ­να, Ρέ­ι. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε ποὺ ἐ­σὺ δὲν τὰ κα­τά­φερ­νες. Οὔ­τε μ’ ἔ­νοια­ξε ποὺ γι­όρ­τα­σες τὴν ἐ­πέ­τει­ό σου στὸ μα­γα­ζί μας. Κι ἄς ἦ­ταν ἄλ­λο. Κι ἄς ἤ­μουν ἄλ­λη. Κι ἄς ἤ­σουν ἄλ­λος πιά.

        Ἀ­κό­μα μὲ κά­νεις νὰ χο­ρεύ­ω. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ πε­θά­νω ἐ­γώ. Θὰ πέ­σω ὅ­ταν τὰ κό­κα­λά μου δὲν μὲ κρα­τᾶ­νε πιὰ στὸ γλί­στρη­μα πού σοῦ λέ­ω “σ’ ἀ­γα­πῶ”. Φαν­τά­ζε­σαι; Κι ἐ­σὺ θὰ ἔρ­χε­σαι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ μὲ δεῖς. Θὰ ἔρ­θεις, Ρέ­ι; Θὰ εἶ­σαι τό­τε μα­ζί μου;

        Ἐ­γὼ θὰ εἶ­μαι, Ρέ­ι.

        Τὲ κι­έ­ρο, μὶ ἀ­μόρ!

        Πι­λάρ, λὰ ρούμ­πια.


        Τὰ μά­τια τοῦ Ρέ­ι ὑ­ψώ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα καὶ κοί­τα­ξαν τὸν πί­να­κα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Πάν­τα τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τὸς ὁ πί­να­κας. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε θαλ­πω­ρή. Ἔ­νι­ω­θε ἥ­συ­χος κοι­τά­ζον­τας τὴν ξαν­θιὰ κο­πέ­λα ποὺ κά­τι πε­ρί­με­νε. Πε­ρί­με­νε μα­ζί της.

        Δί­πλω­σε ἤ­ρε­μα τὸ γράμ­μα, τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν καὶ πῆ­γε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει.



Πη­γή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.