Βασίλης Χουλιαρᾶς: Ἕνα περίεργο ὄνειρο


Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς


Ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο


ΠΕΣΕ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ καὶ εἶ­δε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο. Εἶ­δε ὅ­τι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι ὅ­που κοι­μό­ταν καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ ντου­λά­πι ὅ­που ἀ­πο­βρα­δὶς εἶ­χε λέ­ει κρύ­ψει ἕ­να τσε­κού­ρι. Ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ πῆ­ρε στὰ χέ­ρια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας.

        Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν ὅ­τι ἦ­ταν ὁ πιὸ κα­λο­συ­νά­τος ἄν­θρω­πος τοῦ κό­σμου, καὶ δὲν ἔ­πε­φταν ἔ­ξω. Πο­τέ του δὲν εἶ­χε πει­ρά­ξει οὔ­τε μύ­γα. Ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του ἤ­πι­ων τό­νων, προ­σπα­θοῦ­σε πάν­τα νὰ κι­νεῖ­ται ἐν­τὸς ὁ­ρί­ων καὶ νὰ μὴν προ­κα­λεῖ μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Πάν­τα συ­νε­πὴς στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του, πρῶ­τα στὸ σχο­λεῖ­ο, με­τὰ στὴ σχο­λή, στὸ στρα­τὸ καὶ τώ­ρα στὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α ὅ­που δού­λευ­ε. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ παν­τρεύ­τη­κε, ὄ­χι πὼς πρὶν ἔ­κα­νε κα­μιὰ ἄ­σω­τη ζω­ή, ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴ δου­λειὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ στὸ σπί­τι. Μὲ λί­γα λό­για, πρό­τυ­πο πο­λί­τη καὶ κα­λοῦ οἰ­κο­γε­νειά­ρχη.

       Στὸ δι­πλὸ κοι­μό­ταν ἀ­κό­μα ἡ ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ας γυ­ναί­κα του. Ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε καὶ τῆς ἔ­κα­νε ὅ­λα τα χα­τί­ρια ἀ­γόγ­γυ­στα. Ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν βρά­δυ, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πὸ κά­θε εἴ­δους συμ­βά­σεις. Μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ὅ,τι ἤ­θε­λε. Πράγ­μα­τα ποὺ ἄλ­λω­στε δὲ θὰ εἶ­χαν κα­μί­α οὐ­σι­α­στι­κὴ συ­νέ­πεια, μιᾶς καὶ τὸ πρω­ὶ θὰ ἦ­ταν ὅ­λα στὴ θέ­ση τους.

       Ἔ­τυ­χε λοι­πὸν νὰ κρα­τᾶ ἕ­να τσε­κού­ρι καὶ δί­πλα νὰ εἶ­ναι ἐ­κεί­νη. Ἔ­τσι, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ, σή­κω­σε τὸ τσε­κού­ρι ψη­λὰ καὶ τὸ κα­τέ­βα­σε στῆς γυ­ναί­κας τὸ σῶ­μα. Τὸ θέ­α­μα ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἦ­ταν ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κό, μὰ ὁ ἄν­θρω­πός μας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πρά­ξης του πα­ρὰ τρό­μα­ξε.

       Δὲν ἔ­μει­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸ ἔρ­γο του. Γρή­γο­ρα ἄ­φη­σε τὸ χά­ος τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ σα­λό­νι σκε­πτό­με­νος ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α καὶ νὰ δη­λώ­σει τὸ «φό­νο ποὺ δι­έ­πρα­ξε», ὅ­πως ἀν­τί­στοι­χα θὰ ἔ­κα­νε σὲ πα­ρό­μοι­α πε­ρί­πτω­ση ἂν ἦ­ταν ξύ­πνιος, μιᾶς καί, πα­ρό­λο ποὺ κοι­μό­ταν, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρέ­με­νε ἕ­νας εὐ­συ­νεί­δη­τος πο­λί­της.

       Ἐν συ­νε­χεί­α κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν κου­ζί­να. Σὲ ἕ­να ντου­λά­πι βρῆ­κε κά­τι ξη­ροὺς καρ­πούς, τοὺς πῆ­ρε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σα­λό­νι. Ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ξά­πλω­σε στὸν κα­να­πὲ πε­ρι­μέ­νον­τας. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ’ρ­θει νὰ τὸν μα­ζέ­ψει.

       Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν τό­σο ἀ­λη­θο­φα­νῆ. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα, γιὰ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἀ­νά­κρι­ση. Δὲν τοῦ ἔ­κα­νε καρ­διὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ ὅ­τι ἦ­ταν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας του. Εἴ­πα­με, ἐ­πρό­κει­το γιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ψυ­χή. Ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ παί­ξει μέ­χρι τέ­λους τὸ παι­χνί­δι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ ἄ­πει­ρες ἐ­ρω­τή­σεις για­τί τὴ σκό­τω­σε, θέ­λον­τας νὰ τοὺς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἀ­πέ­χθεια τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς τά­ξης γιὰ τὸ χά­ος καὶ τὴ μα­νί­α τους γιὰ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς κά­ποι­ου αἰ­τί­ου σὲ κά­θε φαι­νό­με­νο, τοὺς δή­λω­σε ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νε για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κού­ει νὰ ρο­χα­λί­ζει, ἐ­νῶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ψέ­μα, μιᾶς καὶ ἡ γλυ­κιά του πάν­τα κοι­μό­ταν ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα στὴν πλευ­ρά της, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι ἄλ­λο νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει.

       Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης τὸν εἶ­χαν λέ­ει κύ­ριο θέ­μα. Παν­τοῦ ἄ­κου­γε καὶ δι­ά­βα­ζε σχό­λια καὶ ἀ­να­λύ­σεις γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή του. Ἔγ­κρι­τοι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ γνω­στοὶ ψυ­χο­λό­γοι, πα­θο­λό­γοι μὲ εἰ­δι­κό­τη­τα στὸ ρο­χά­λι­σμα καὶ πο­λι­τι­κοί, κα­τα­σκευα­στὲς κρε­βα­τι­ῶν καὶ τρα­γου­δι­στές, τη­λε­ο­πτι­κοὶ μα­ϊν­τα­νοὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λοι μυ­στή­ριοι κα­τέ­θε­ταν τὴν ἔγ­κυ­ρη ἄ­πο­ψή τους. Ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν μὲ πά­θος ὅ­τι ἔ­φται­γαν τὰ στρώ­μα­τα καὶ ὁ δη­μο­σι­ο­ϋ­παλ­λη­λι­κὸς κώ­δι­κας, καὶ ἄλ­λοι ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση, τὸ μι­σθο­λό­γιο, ὁ ἔγ­γα­μος βί­ος, τὰ ἄ­στρα, ἡ παν­σέ­λη­νος. Τοὺς κοί­τα­ζε ὅ­πως πα­ρα­κο­λου­θεῖ κα­νεὶς μιὰ πα­ρά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α, ἂν καὶ δὲν τὸ θέ­λει, εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ες ἀ­κα­τα­νό­η­τες δε­σμεύ­σεις.

       Μό­νο στὴν αἴ­θου­σα τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου, τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἀ­να­κοι­νω­νό­ταν ἡ ποι­νὴ του —δὶς ἰ­σό­βια, ἐ­νῶ σύσ­σω­μος ὁ Τύ­πος ζη­τοῦ­σε τὴ θα­να­τι­κή του κα­τα­δί­κη– μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ, πα­ρό­λο ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ἔ­δει­χνε ἀ­πεί­θεια πρὸς τὸ δι­κα­στή­ριο, ξέ­σπα­σε σὲ τραν­τα­χτὰ γέ­λια σκε­πτό­με­νος τί ἐν­τύ­πω­ση θὰ ἔ­κα­νε στοὺς γνω­στούς του αὐ­τὴ ἡ ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­πλα­σε ἐν ὑ­πνώ­σει τὸ μυα­λό του, ὅ­ταν θὰ τὴ δι­η­γι­ό­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα.

       Ὅ­μως ἡ ἐν λό­γῳ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὴν ἑ­πό­με­νη ἔκ­δο­σή τους μὲ πρω­το­σέ­λι­δους τί­τλους οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες νὰ ἀ­πο­φαί­νον­ται ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πός μας ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἑ­νὸς αἱ­μο­στα­γοῦς καὶ ἀν­θρω­πό­μορ­φου τέ­ρα­τος.

       Τώ­ρα στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα τῆς φυ­λα­κῆς ποὺ κρα­τεῖ­ται πε­ρι­μέ­νει πό­τε ἐ­πι­τέ­λους θὰ τε­λει­ώ­σει τὸ ὄ­νει­ρό του καὶ ἀ­πο­φεύ­γει μιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἰ­δέ­α ποὺ σι­γὰ-σι­γὰ ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρι­βε­λί­ζει τὸ μυα­λό.



Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς (1974). Σπού­δα­σε στὸ ΕΜΠ. Ζεῖ στὸ Μεσ­σο­λόγ­γι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Οἱ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ πρὶν τὸν ὕ­πνο (2012, Γα­βρι­η­λί­δης). Πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α.


			

Βάσω Χόντου: Κηπουρικὴ γιὰ ἀρχάριους


Βά­σω Χόν­του


Κηπουρική για αρχάριους


ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ τοῦ πα­τέ­ρα της δὲν πῆ­γε. Εἴ­χα­νε δύ­ο χρό­νια νὰ μι­λή­σουν. Ἀ­π’ ὅ­ταν σή­κω­σε ἐ­κεῖ­να τὰ χί­λια εὐ­ρὼ ἀ­π’ τὸν κοι­νὸ λο­γα­ρια­σμό. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα βρῆ­κε τὰ ροῦ­χα της πε­τα­μέ­να στὶς σκά­λες. Ξε­κί­να­γαν ἀ­π’ τὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο κι ἔ­φτα­ναν μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ἀλ­λοῦ τὰ παν­τε­λό­νια, ἀλ­λοῦ οἱ φοῦ­στες, ἀλ­λοῦ τὰ που­κά­μι­σα. Ἕ­να μπὲζ σου­τι­ὲν εἶ­χε σκα­λώ­σει στὴν ἄ­κρη τῆς κου­πα­στῆς κι ἀ­νέ­μι­ζε σὰν ση­μαί­α πει­ρα­τι­κοῦ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα. «Μὲ ρε­ζί­λε­ψες πά­λι», ψι­θύ­ρι­ζε κα­θὼς ἔ­χω­νε τὰ ροῦ­χα σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ τσάν­τα μὲ καρ­πού­ζια πού ‘χε γιὰ τὰ ψώ­νια τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ. Με­τὰ πῆ­ρε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ πῆ­γε στὴν ἀ­δερ­φὴ τῆς μά­νας της στὸ Παγ­κρά­τι. Τὰ λε­φτὰ τά ‘φα­γε σὲ τέσ­σε­ρις μέ­ρες.

        «Πέ­θα­νε», εἶ­πε μιὰ μέ­ρα ἡ θεί­α της κα­θὼς ἔ­ρι­χνε κα­φὲ σὲ ἕ­να πορ­σε­λά­νι­νο φλυ­τζά­νι μὲ σπα­σμέ­νο χε­ρού­λι. «Αὔ­ριο θὰ τὸν θά­ψου­νε.» Αὐ­τὴ ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους, ἄ­λει­ψε μιὰ φέ­τα ψω­μὶ μὲ βού­τυ­ρο, ἔ­βα­λε λί­γη μαρ­με­λά­δα βε­ρί­κο­κο στὴν ἄ­κρη καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἕ­να μι­κρὸ ἀ­κα­νό­νι­στο κομ­μά­τι οὐ­ρα­νοῦ αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀ­νά­με­σα στὶς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τοῦ πα­λιοῦ μώ­λω­πα. «Θὰ ‘ρθεῖ βρο­χή. Σί­γου­ρα θὰ ‘ρθεῖ βρο­χή», σκέ­φτη­κε. Τὸ βρά­δυ ὅ­ταν τη­λε­φώ­νη­σε ὁ συμ­βο­λαι­ο­γρά­φος, ἔ­τρω­γε πα­τα­τά­κια μὲ ρί­γα­νη μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. «Ἐ­λᾶ­τε νὰ πα­ρα­λά­βε­τε τὸ κλει­δί», τῆς εἶ­πε κι ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο.

       Σή­με­ρα ζή­τη­σε ἄ­δεια καὶ πῆ­γε μὲ τὰ πό­δια ἀ­π’ τὸ Παγ­κρά­τι μέ­χρι τὴ Δάφ­νη γιὰ νὰ δεῖ τὸ σπί­τι. Μὲ τὸ ποὺ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα, μιὰ μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ κλει­σού­ρας τῆς ἔ­κα­ψε τὰ ρου­θού­νια. Προ­χώ­ρη­σε στὸν δι­ά­δρο­μο καὶ κοί­τα­ξε δε­ξιά. Στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας ὑ­πῆρ­χε μιὰ σα­κού­λα μὲ φυ­τό­χω­μα, ἕ­να σκα­λι­στή­ρι, μιὰ γλά­στρα ἀ­πὸ γύ­ψο κι ἕ­νας κα­τά­ξε­ρος ἰ­βί­σκος. Μπῆ­κε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Τὸ μπα­στού­νι του κι ἐ­κεί­νη ἡ μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα ποὺ φό­ρα­γε χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι βρί­σκον­ταν πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ της εἶ­δε πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο ἕ­να βι­βλί­ο χον­τρὸ σὰν ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια. «Κη­που­ρι­κὴ γιὰ ἀρ­χα­ρί­ους» ἔ­γρα­φε ἀ­π’ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ ποὺ φού­σκω­ναν οἱ σε­λί­δες, ἦ­ταν χω­μέ­νη μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­δει­χνε τὸν πα­τέ­ρα της νὰ τὴν κρα­τά­ει ἀγ­κα­λιὰ μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο στὸ Σύν­ταγ­μα. Μὲ τὸ μι­κρὸ δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ της χε­ριοῦ τὸν γαρ­γά­λι­σε στὴ μα­σχά­λη, μὲ τὸ με­σαῖ­ο τί­να­ξε ἕ­ναν κόκ­κο σκό­νης ποὺ ἄ­σπρι­ζε στὸ πέ­το του, μὲ τὸ με­γά­λο τοῦ ἴ­σι­ω­σε τὴ γρα­βά­τα, μὲ τὸν πα­ρά­με­σο τοῦ ζού­λη­ξε τὴ μύ­τη καὶ μὲ τὸν δεί­κτη τὸν χά­ι­δε­ψε στὰ μαλ­λιά. Πολ­λὲς φο­ρές. Ὕ­στε­ρα ἔ­βα­λε τὸ βι­βλί­ο μέ­σα στὴν τσάν­τα μὲ τὰ καρ­πού­ζια κι ἔ­κλει­σε τὸ φερ­μου­ὰρ μέ­χρι τὸ τέρ­μα. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα θὰ τὰ που­λοῦ­σε αὔ­ριο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Χόν­του (Με­σο­λόγ­γι). Σπού­δα­σε Χη­μι­κὸς Μη­χα­νι­κός. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ αἷμα φω­νά­ζει ἐκδίκηση!

[τοῦ Ἰωάννου Δεληγιάννη]


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ ὁ Πα­πα­φλέσ­σας, τέ­λη τοῦ 1820, στὰ σπί­τια τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων καὶ τοὺς πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ κι­νή­σουν τὸν πό­λε­μο, ὁ Κα­νέλ­λος τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ τοὔ­δει­ξε ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

       — Βλέ­πεις αὐ­τὸ τὸ αἷ­μα ἀ­πά­νω στὸν ἀ­σβέ­στη; Εἶ­ναι τὸ αἷ­μα τοῦ πα­τέ­ρα μας [Γε­ρο-Γιά­ννη Ντε­λη­γιά­ννη] καὶ τὸ φυ­λᾶ­με σὰν τ’ ἅ­για τῶν ἁ­γί­ων. Ἀ­πά­νου σ’ αὐ­τὸ ὡρ­κί­ζα­με τοὺς Φι­λι­κοὺς κι’ ὡρ­κι­στή­κα­με. Οἱ Τοῦρ­κοι, στὰ 1816 [13 Φλε­βά­ρη] ἤρ­θα­νε καὶ σφά­ξαν τὸν πα­τέ­ρα μας, Μω­ρα­γιά­ννη(1) τό­τε, καὶ δὲ σε­βα­στῆ­καν τὰ βα­θειά του τὰ γε­ρά­μα­τα· το­νὲ σφά­ξα­νε στὸ στρῶ­μα ἀ­πά­νω καὶ τὸ αἷ­μα του ἔ­χρι­σε τὸν τοῖ­χο καὶ φω­νά­ζει ἐκ­δί­κη­ση.


(1) Διοικητικὸς Ἐπίτροπος Πελοπον­νήσου. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φραν­τζῆ «Ἐ­πι­το­μὴ Ἱ­στο­ρί­ας τῆς ἀ­να­γεν­νη­θεί­σης Ἑλ­λά­δος 1839» τόμ. Β´ σ. 152. – Φω­τά­κου «Βί­ος τοῦ Παπ­πα­φλέσ­σα» 1868 σ. 22. – Θ. Ζα­φειρο­πού­λου «Οἱ ἀρχι­ε­ρεῖς καὶ προὔ­χον­τες ἐντὸς τῆς ἐν Τρι­πό­λει φυ­λα­κῆς, 1852» σ. 72.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11 [τί­τλος: «15.—Τὰ λά­χα­να τῶν Δε­λη­γιαν­ναί­ων.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ ἱστορικὴ οἰκία τῶν Δεληγιανναίων στὰ Λαγκάδια Γορτυνίας.



		

	

Ντάνιελ Σμὶθ (Daniel Smith): Θάρρος


Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith)


Θάρ­ρος

(Courage)


Ι ΑΝΘΡΩΠΟΙ ἦ­ταν πιὸ γεν­ναῖ­οι ἀ­π’ ὅ­σο ὁ ἴ­διος. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸς καὶ ἔ­ξυ­πνος μὲ τὸν τρό­πο του, γεν­ναῖ­ος ὅ­μως δὲν ἦ­ταν κι οὔ­τε εἶ­χε ὑ­πάρ­­ξει πο­τέ.

        Αὐ­τὸς καὶ ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χαν βγεῖ γιὰ φα­γη­τὸ μὲ τὴν ἀ­δερ­φή της καὶ τὸν νέ­ο της ἄν­τρα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἄν­τρα εἶ­χε ἔρ­θει κι αὐ­τὴ γιὰ φα­γη­τό. Ἦ­ταν ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὰ  τρί­α του παι­διὰ καὶ εἶ­χε δι­α­σχί­σει πρό­σφα­τα μὲ τὰ πό­δια τὰ Ἁ­πα­λά­χια Ὅ­ρη, ὅ­λο τὸ μῆ­κος τους, ἀ­πὸ τὸ Μέ­ιν μέ­χρι τὴν Τζόρ­τζια. Τώ­ρα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ με­τα­κο­μί­σει στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ γιὰ νὰ δου­λέ­ψει σ’ ἕ­να ράν­τσο μὲ ἀ­γε­λά­δες. Ὁ πα­τέ­ρας της δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της, οἱ παπ­ποῦ­δες της, ἀ­κό­μη καὶ με­ρι­κοὶ φί­λοι της, ἦ­ταν τε­λεί­ως ἀν­τί­θε­τοι. Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ νοι­ά­ζε­ται. Εἶ­πε πὼς στὴν ἀρ­χὴ τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, ἀλ­λὰ με­τὰ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἁ­πλῶς ζή­λευ­αν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά της νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε, δί­χως προσ­δο­κί­ες, κι ἔ­τσι δὲν ἔ­δω­σε ἄλ­λο ση­μα­σί­α. Ἦ­ταν εἰ­κο­σι­ε­νός.

        Σκέ­φτη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του στὰ εἰ­κο­σι­έ­να του. Ποῦ εἶ­χε πά­ει τό­τε; Εἶ­χε πά­ει στὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Ὕ­στε­ρα, εἶ­χε ἀ­πο­φοι­τή­σει καὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὲ μιὰ ἰ­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­νά­με­σα στὶς σπου­δὲς καὶ τὴ δου­λειὰ εἶ­χε πα­ρα­κο­λου­θή­σει ἕ­να πρό­γραμ­μα γλωσ­σι­κῆς κα­τάρ­τι­σης γιὰ ἰ­τα­λι­κὰ στὸ Βερ­μόντ, ἀλ­λὰ εἶ­χε νι­ώ­σει μό­νος καὶ ἀ­πο­θαρ­ρη­μέ­νος κι ἔ­φυ­γε με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μέ­ρες. Σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κό­ρης τοῦ ἄν­τρα τῆς ἀ­δερ­φῆς τῆς γυ­ναί­κας του νὰ μὴν τὴ νοιά­ζει ἡ γνώ­μη τῶν ἀν­θρώ­πων γιὰ κεί­νη. Τὸ εἶ­χε πε­ρι­γρά­ψει σὰν ἕ­να εἶ­δος δι­α­κό­πτη: πρῶ­τα τὴν εἶ­χε νοιά­ξει, με­τὰ δὲν τὴν εἶ­χε νοιά­ξει. Ὁ δι­α­κό­πτης ἦ­ταν ἡ θέ­λη­σή της. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ νὰ ἔ­χει πο­τὲ ὑ­πο­βάλ­λει τὴ θέ­λη­σή του σὲ μιὰ τό­σο δρα­στι­κὴ ἀλ­λα­γή, εἰ­δι­κὰ σ’ ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σε τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους καὶ τὰ αἰ­σθή­μα­τά τους γιὰ κεῖ­νον. Αὐ­τό, ἔ­βγα­λε τὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε στὴν οὐ­σί­α τὴ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸ δι­κό της θάρ­ρος καὶ τὴ δει­λί­α του.

       Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα κα­θὼς ξεν­τύ­νον­ταν εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ τὰ ἐ­ξη­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ στὴ γυ­ναί­κα του. Τὸν κα­τά­λα­βε ἀ­μέ­σως, ἐ­πι­στρά­τευ­σε ὅ­μως ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ κα­τευ­να­στι­κῶν δυ­νά­με­ων.

       (1) Τὸ κο­ρί­τσι ὑ­πε­ρέ­βα­λε ἢ δι­α­στρέ­βλω­νε τὴν ἐμ­πει­ρί­α του. Τὸ πιὸ πι­θα­νὸ ἦ­ταν πὼς ὄν­τως νοι­ά­ζον­ταν γιὰ τὸ τί σκέ­φον­ταν οἱ ἄλ­λοι γιὰ κεί­νη —εἰ­δι­κὰ ἡ μη­τέ­ρα της— καὶ πε­ρι­έ­γρα­φε τὴν με­τα­τρο­πὴ της τό­σο ἀ­πό­λυ­τα μό­νο καὶ μό­νο για­τί (α) ἔ­δι­νε ἔ­τσι πε­ρισ­σό­τε­ρη δρα­μα­τι­κό­τη­τα σ’ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­λε­γε, (β) ἀ­νύ­ψω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της στὰ μά­τια τῶν ἄλ­λων καὶ (γ) ἦ­ταν ἕ­να μέ­σο προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ τὸ ἴ­διο της τὸ θάρ­ρος, χω­ρὶς τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἦ­ταν σὲ θέ­ση νὰ κά­νει αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­νε.

       (2) Τὸ κο­ρί­τσι δὲν φη­μί­ζον­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα, μὲ βά­ση αὐ­τὰ ποὺ τῆς εἶ­χε πεῖ ἡ ἀ­δερ­φή της γιὰ κεί­νη, γιὰ τὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α ἢ τὴν ἐν­συ­ναί­σθη­σή της, κά­τι ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζε, ἀν­τί­θε­τα τὸν ἴ­διο, καὶ αὐ­τὲς ἀ­κρι­βῶς οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες —ἡ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α καὶ ἡ ἐν­συ­ναί­σθη­ση— συ­νε­πά­γον­ταν μ’ ἕ­να ἄλ­λο εἶ­δος θάρ­ρους: Τὸ θάρ­ρος νὰ προ­στρέ­χεις τοὺς ἄλ­λους. (Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νος ἔ­κα­νε ἕ­να μορ­φα­σμό.)

       (3) Τό­τε ποὺ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὸ γλωσ­σι­κὸ πρό­γραμ­μα για­τί ἦ­ταν ἀγ­χω­μέ­νος καὶ τοῦ ἔ­λει­πε τὸ σπί­τι του, ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στη, μιὰ λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν κά­νει νὰ μα­λα­κώ­σει τὴν αὐ­το­κρι­τι­κή του. Τὸ εὐ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό.

       Τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε, αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ποὺ δὲν τὸν ἔ­κρι­νε γι’ αὐ­τὰ τὰ κομ­μά­τια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ ντρέ­πε­ται, πρό­βα­λε ὅ­μως ἀν­τε­πι­χει­ρή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α πί­στευ­ε πὼς δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­πάν­τη­ση.

       (1) Ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ κο­ρί­τσι φού­σκω­νε ὅ­σα ἔ­λε­γε, αὐ­τὸ ἦ­ταν, σύμ­φω­να μὲ τὴ γνώ­μη του, ἄλ­λη μιὰ ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θάρ­ρους της – θάρ­ρους ὅ­πως ὅ­λοι ξέ­ρουν ση­μαί­νει, ὄ­χι τὴ δρά­ση ἐν ἀ­που­σί­α ἐμ­πο­δι­ῶν, ἀλ­λὰ τὴ δρά­ση κόν­τρα σ’ αὐ­τά.

       (2) Τὸ δι­κό του εἶ­δος θάρ­ρους λε­γό­ταν ἰ­δι­ο­τέ­λεια καὶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ θάρ­ρους ποὺ εἶ­χε κα­τὰ νοῦ.

       (3) Πο­λὺς κό­σμος εἶ­χε μη­τέ­ρες σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στες ποὺ πέ­θα­ναν. Μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ πε­θαί­νει δὲν ἀ­πο­κλεί­ει τὴ μά­θη­ση Ἰ­τα­λι­κῶν. Δι­και­ο­λο­γί­ες ὑ­πάρ­χουν πάν­τα.

       Εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νοι στὸ κρε­βά­τι. Μπο­ροῦν ν’ ἀ­κού­σουν τὴν κου­βέν­τα καὶ τὰ γέ­λια δυ­ὸ ἄν­τρων ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­π’ τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Φι­λή­θη­καν γιὰ λί­γη ὥ­ρα. Ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μοι νὰ κά­νουν ἔ­ρω­τα ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­ναν καὶ ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σκέ­φτη­κε πά­λι τὸ κο­ρί­τσι. Τί θὰ πή­γαι­νε νὰ κά­νει σ’ ἕ­να ράν­τσο στὸ Γου­α­ϊ­ό­μινγκ; Θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε τὰ βό­δια; Θὰ μα­γεί­ρευ­ε καὶ θὰ κα­θά­ρι­ζε; Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὴ ρω­τή­σει, ἀλ­λὰ ἡ συ­ζή­τη­ση εἶ­χε πά­ει ἀλ­λοῦ. Φο­βό­ταν κα­θό­λου; Εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξεις; Τί ἀ­πο­θέ­μα­τα ψυ­χῆς καὶ πνεύ­μα­τος πί­στευ­ε πὼς εἶ­χε ὥ­στε νὰ με­τα­κο­μί­σει δύ­ο χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της, σ’ ἕ­να μέ­ρος ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε κα­νέ­ναν καὶ τὸ ἔ­δα­φος καὶ τὸ κλί­μα ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τα ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ ἤ­ξε­ρε; Ἂν ἄρ­χι­ζε νὰ νι­ώ­θει μό­νη, ποῦ θὰ ἔ­ψα­χνε πα­ρη­γο­ριά; Ἀ­γα­ποῦ­σε ὄν­τως τὸν ἑ­αυ­τό της; Κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἀ­χα­νῆ ἐ­πι­βλη­τι­κὸ δυ­τι­κὸ οὐ­ρα­νό, ἀ­νά­με­σα στὰ κο­πά­δια καὶ τὰ βου­νὰ λου­σμέ­να μὲ κόκ­κι­νο φῶς, ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ὁ ἐ­αυ­τὸς της αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα;



Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ The New Yorker, 19 Αὐγούστου 2019:

https://www.newyorker.com/books/flash-fiction/courage

Ὁ Ντά­νι­ελ Σμὶθ (Daniel Smith) (1977), εἶ­ναι ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ The New York Times Maga­zineThe AtlanticSlaten+1Harpers Magazine καὶ New York, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου: Τὸ σπίτι


Ἀ­δα­μαν­τι­νή Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του


Σπί­τι


ΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΕΣ, ἡ για­γιὰ μα­γεί­ρευ­ε κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στά, ἐ­νῶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, μᾶς ἔ­φτια­χνε ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ, ποὺ δυ­νά­μω­νε, ἔ­λε­γε, τὴν καρ­διά, ὥ­σπου στὰ δε­κα­τρί­α μου, ἀ­νέ­βα­σα πί­ε­ση. Ἐ­κεί­νη τὸ ἀ­πέ­δω­σε στὸ ὅ­τι τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ παπ­ποὺς ἀ­πὸ καρ­κί­νο στὸ πάγ­κρε­ας, πα­ρό­λα αὐ­τὰ δέ­χτη­κε νὰ μοῦ τὸ ‘κό­ψει, ἂν καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ μοῦ δί­νει γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι λί­γο και­ρὸ ἀ­κό­μα, γιὰ νὰ μὴν πά­θω στε­ρη­τι­κά. Με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ παπ­ποῦ, εἴ­χα­με πέν­θος καὶ γιὰ μῆ­νες ζού­σα­με μὲ μι­σό­κλει­στα παν­τζού­ρια, ἐ­νῶ οἱ κα­θρέ­φτες ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ κι ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν στὴν κά­μα­ρά μας τὰ βρά­δια καὶ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν σκᾶ­με, για­τί ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν γέ­ρος κι ἄλ­λω­στε ἤ­μα­σταν τυ­χε­ροὶ ποὺ εἴ­χα­με τοὺς γο­νεῖς μᾶς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ δί­πλα.

      Ὅ­ταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο, μά­θα­με ὅ­τι ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὴ Βουλ­γα­ρί­α ποὺ φρόν­τι­ζε τὸν παπ­ποὺ στὰ τε­λευ­ταῖ­α του κι ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γαν νὰ ζή­σουν στὸν τό­πο της, ἡ για­γιὰ μᾶς ἐ­ξή­γη­σε πὼς αὐ­τὸ κά­νουν οἱ ἄν­τρες, ρί­χνουν τὸν σπό­ρο τους κι ἔ­πει­τα μὴν τοὺς εἴ­δα­τε, κι ἄλ­λω­στε ἔ­τσι ἦ­ταν ἡ φύ­ση: τὰ παι­διὰ εἶ­ναι τῆς μά­νας. Ἐ­μεῖς ὅ­μως οὔ­τε τῆς μά­νας ἤ­μα­σταν, για­τί λί­γους μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ δι­κή μας γνώ­ρι­σε τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη ποὺ ἦ­ταν ὑ­πάλ­λη­λος στὴν τρά­πε­ζα καὶ πῆ­γε νὰ ζή­σει μα­ζί του σὲ ἕ­να ρε­τι­ρὲ στὸ Παγ­κρά­τι χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Ἀ­πὸ τό­τε ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν κά­θε βρά­δυ στὸ δω­μά­τιό μας καὶ προ­σευ­χό­μα­σταν πα­ρέ­α νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς ποὺ ἀ­νάγ­κα­σε τοὺς γο­νεῖς μας νὰ παν­τρευ­τοῦν στὰ δε­κα­ε­φτὰ για­τί ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος σὲ μέ­να καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κα­λά, για­τί ἂν πά­θαι­νε κά­τι, ἐ­μεῖς θὰ κα­τα­λή­γα­με σὲ ἵ­δρυ­μα.

     Συ­νε­χί­σα­με νὰ τρῶ­με τὶς Κυ­ρια­κὲς κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στὰ ὥ­σπου τὰ σι­χά­θη­κα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πα κου­βέν­τα, για­τί ἡ μι­κρὴ δὲν ἔ­βα­ζε τί­πο­τα ἄλ­λο στὸ στό­μα της ὅ­λη τὴ βδο­μά­δα κι ἔ­τσι γιὰ και­ρὸ δὲν ἄλ­λα­ξαν πολ­λά, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καὶ βρῆ­καν τὰ λευ­κά της κα­τε­βα­σμέ­να.

     Τό­τε μᾶς πῆ­ρε καὶ πή­γα­με στὸν συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο νὰ μᾶς γρά­ψει τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α καὶ νὰ μᾶς ἀ­φή­σει ὅ­λα της τὰ λε­φτά, ἐ­νῶ στὴ μα­μὰ ἄ­φη­σε τὰ ἔ­πι­πλα ποὺ ἦ­ταν ἀν­τί­κες καὶ λί­γα κο­σμή­μα­τα γιὰ νὰ μὴν θυ­μώ­σει μα­ζί μας καὶ μᾶς κό­ψει τὴν κα­λη­μέ­ρα.

     Τέ­λος μ’ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ μοῦ ‘μα­θε νὰ φτιά­χνω κοκ­κι­νι­στὸ καὶ γε­μι­στὰ καὶ μὲ ἔ­βα­λε νὰ πά­ρω ὅρ­κο ὅ­τι θὰ τὰ φτιά­χνω στὴ μι­κρὴ γιὰ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας. Ὅ­ταν πιὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, μα­γεί­ρευ­α ἐ­γὼ κι ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει οὔ­τε κου­τά­λι, τὴν τά­ι­ζα ὥ­σπου λί­γες βδο­μά­δες ἀ­φό­του ἔ­κλει­σα τὰ δε­κα­ο­χτώ, πέ­θα­νε στὸν ὕ­πνο της μιὰ νύ­χτα.

     Ἡ μα­μὰ ἦρ­θε τό­τε νὰ μεί­νει λί­γο και­ρὸ μα­ζί μας κι ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­κεῖ, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τα κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε μὲ ὅ­λα, ἔ­στει­λε με­τα­φο­ρι­κὴ νὰ πά­ρει τὰ ἔ­πι­πλα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ κρε­βά­τια μας γιὰ νὰ ἔ­χου­με κά­που νὰ κοι­μό­μα­στε καὶ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας για­τί δὲν ἦ­ταν ἀν­τί­κα. Ἀ­πὸ τό­τε τρι­γυ­ρί­ζα­με στὰ ἄ­δεια δω­μά­τια, κοι­τά­ζα­με τὰ ση­μά­δια στοὺς τοί­χους καὶ τὰ σα­νί­δια, κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πῶς ἔ­γι­νε κι ὅ­λοι ἔ­φυ­γαν κι ἔ­δι­να ὅρ­κο ὅ­τι τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­πα. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ξε­θύ­μω­σα μὲ τὴ για­γιὰ ποὺ πῆ­γε καὶ πέ­θα­νε, ἔ­κλα­ψα ποὺ δὲν θὰ τὴν ξα­νά­βλε­πα καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι μὲ ἕ­να βά­ψι­μο κι ἕ­να γυ­ά­λι­σμα ὅ­λα θὰ ἔ­σβη­ναν, για­τί ἕ­να σπί­τι ἦ­ταν μο­νά­χα, ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­γι­ναν μέ­σα του – θέ­λα­με δὲν θέ­λα­με – θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἐ­μέ­να καὶ τὴ μι­κρὴ ὅ­που κι ἂν βρι­σκό­μα­σταν.

     Τὴν προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κὴ ποὺ κά­να­με τὰ σα­ράν­τα, ἔ­φτια­ξα κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια κι ἦρ­θε ἡ μα­μὰ μὲ τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη, φά­γα­με πα­ρέ­α, εἴ­πα­με δυ­ὸ λό­για γιὰ τὴ για­γιὰ κι ἔ­πει­τα μᾶς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, ποὺ ἦ­ταν Τε­τάρ­τη, φώ­να­ξα τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι δὲν θὰ φτι­ά­χνα­με γε­μι­στά, για­τί τὸ με­ση­μέ­ρι θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ τὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ ὅ­τι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­νε μα­ζὶ μὲ τὸν μπαμ­πὰ γιὰ λί­γα χρό­νια ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ ἔ­βλε­πα τί θὰ ἔ­κα­να. Τό­τε, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ἤ­θε­λε νὰ φύ­γω ἀ­πὸ κον­τά της ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σπί­τι μας, κι ἐ­γὼ τὴν πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τῆς ἀ­πάν­τη­σα ὅ­τι σπί­τι ἤ­μα­στε ἐ­μεῖς, ἐ­γὼ κι ἐ­σὺ τῆς εἶ­πα ἤ­μα­στε σπί­τι κι ἔ­πει­τα ἐ­πί­α­σα τὸ χέ­ρι της, τὸ ἀ­κούμ­πη­σα στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς μου κι ὕ­στε­ρα στὴ δι­κή της καρ­διὰ καὶ τῆς εἶ­πα ἐ­δῶ εἶ­ναι σπί­τι κι ἔ­πει­τα βγή­κα­με ἔ­ξω, κι ἀ­φοῦ τῆς εἶ­πα νὰ ρί­ξει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πρὸς τὰ μέ­σα, τὴν ἔ­βα­λα νὰ κλεί­σει πί­σω της τὴν πόρ­τα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου (Ἀθήνα, 1979). Διηγήματά της ἔχουν δια­κρι­θεῖ σὲ λογοτεχνικοὺς διαγωνισμοὺς, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ συλλο­γὲς κι ἔχουν δημοσιευτεῖ στὸ διαδίκτυο.


Ζέτα Κουντούρη: Ζήτημα τύχης


Ζέ­τα Κουν­τού­ρη


Ζή­τη­μα τύ­χης


Ο ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ πνί­γη­κε ὁ ἀ­δελ­φός μου εἶ­χε παν­σέ­λη­νο καὶ ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ δι­α­σκε­δά­ζα­με. Τέ­λος Αὐ­γού­στου καὶ οἱ γο­νεῖς μας ἑ­τοί­μα­ζαν τὶς βα­λί­τσες, για­τί τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ παίρ­να­με τὸ κα­ρά­βι νὰ γυ­ρί­σου­με στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ὁ Χά­ρης, ὁ ἀ­δελ­φός μου, θὰ ξε­κι­νοῦ­σε φρον­τι­στή­ριο. Ἤ­θε­λε νὰ γί­νει για­τρός. Γιὰ μέ­να, ποὺ εἶ­μαι μι­κρό­τε­ρος, ἡ σχο­λι­κὴ χρο­νιὰ θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἤ­θε­λα νὰ μεί­νω λί­γες μέ­ρες πα­ρα­πά­νω στὸ νη­σί, στὸ σπί­τι μιᾶς ἀ­γα­πη­μέ­νης μου θεί­ας. Ὅ­μως ὁ πα­τέ­ρας ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος.

        — Ὅ­πως ἤρ­θα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἔ­τσι καὶ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτὰ ὅ­ταν τόλ­μη­σα νὰ τοῦ τὸ πῶ.

       Θύ­μω­να ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σε ἀ­πὸ ὅ­λους μας ὁ λό­γος του νὰ εἶ­ναι δι­α­τα­γή, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὸ τί­πο­τα, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως θύ­μω­να μὲ τὴν μη­τέ­ρα μου πού, μὲ  τὴν  ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά της, τοῦ  ἐ­πέ­τρε­πε νὰ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­τα­πι­ε­στι­κός. Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ σχε­δὸν τὸν μι­σοῦ­σα, κυ­ρί­ως ὅ­ταν ξε­κί­να­γα νὰ τοῦ μι­λά­ω καὶ ἀ­πὸ τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς μου μάν­τευ­ε πὼς  ἐ­πρό­κει­το κά­τι νὰ τοῦ ζη­τή­σω καὶ ἔ­νευ­ε μὲ τὸ κε­φά­λι ἀρ­νη­τι­κά, πρὶν  προ­λά­βω νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τὴν πρό­τα­σή μου. Μὲ τὸν ἴ­διο προ­σβλη­τι­κὸ τρό­πο φε­ρό­ταν συ­χνὰ καὶ σὲ ἐ­κεί­νη.

       Ὅ­ταν τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἦ­ταν ἤ­δη δι­ευ­θυν­τὴς κλι­νι­κῆς, χρό­νια χῆ­ρος καὶ χω­ρὶς παι­διά. Συ­ναν­τή­θη­καν ἕ­να κα­λο­καί­ρι, ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει ἐ­κεῖ­νος γιὰ δι­α­κο­πές, σ’ ἕ­να κοι­νὸ κά­λε­σμα, ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο νη­σί, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες τῆς πρό­τει­νε γά­μο. Θε­ω­ρή­θη­κε φυ­σι­κὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ τύ­χη, κι ἄς τὴν περ­νοῦ­σε δε­κα­πέν­τε χρό­νια, κι ἄς τοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο, ἀ­κό­μη κι ἂν τὸ ἤ­θε­λε, νὰ κρύ­βει τὸν αὐ­ταρ­χι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Οἱ γο­νεῖς της εἶ­χαν ἄλ­λες δύ­ο κό­ρες ἀ­νύ­παν­τρες καὶ κα­μί­α πε­ρι­ου­σί­α.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου ὑ­πῆρ­ξε πο­λὺ ὄ­μορ­φη στὰ νιά­τα της. Καὶ ἀ­κό­μη… Ἴ­σως κον­τὰ σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα νὰ ἦ­ταν ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε, πιὸ χα­ρού­με­νη καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή.

       — Μά­να, ποῦ τὸν βρῆ­κες; Δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο στὴν ἀ­γο­ρά; τὴν πεί­ρα­ζα κά­ποι­ες φο­ρὲς ποὺ βρι­σκό­μα­σταν μό­νοι οἱ δυ­ό μας, καὶ ἀ­πὸ τὸ  με­λαγ­χο­λι­κὸ ὕ­φος της δι­αι­σθα­νό­μουν πὼς ἔ­κρυ­βε μυ­στι­κά.   Χα­μο­γε­λοῦ­σε ὕ­στε­ρα, ἕ­να χα­μό­γε­λο ποὺ χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει ἁ­πλω­νό­ταν σὲ ὁ­λό­κλη­ρό τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζὶ μὲ ἕ­να ἁ­πα­λὸ κοκ­κί­νι­σμα, καὶ ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ βι­α­σύ­νη πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν τὰ φέρ­νει πάν­τα ὅ­πως τὰ θέ­λου­με. Πὼς ἀ­λη­θι­νὴ ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σε καὶ τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἀ­ξι­ό­λο­γος, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­φτια­ξε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη οἰ­κο­γέ­νεια.

       — Κι ἐ­σύ, ρὲ μά­να; Ἐ­σὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες πο­τέ σου; συ­νέ­χι­ζα νὰ ρω­τά­ω χω­ρὶς ἔ­λε­ος, παίρ­νον­τας εἴ­τε μο­νο­λε­κτι­κὲς εἴ­τε μπερ­δε­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, πάν­τα ὡ­στό­σο ἀρ­νη­τι­κές. Ὅ­μως, τὸ κοκ­κί­νι­σμα τοῦ προ­σώ­που της κά­θε φο­ρὰ τὴν δι­έ­ψευ­δε.

       Συ­χνὰ τὴν λυ­πό­μου­να ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰ κό­ρη. Οἱ μα­νά­δες δέ­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὰ κο­ρί­τσια τους. Τοὺς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται τὰ ἐ­σώ­ψυ­χά τους εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι σ’ ἕ­ναν γιό.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α στὸν ἀ­δελ­φό μου. Ὁ Χά­ρης μὲ περ­νοῦ­σε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ ἦ­ταν ἄ­ρι­στος μα­θη­τής, ἐ­νῶ ἐ­γὼ μό­λις ποὺ πέρ­να­γα τὶς τά­ξεις. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­πέ­φευ­γε νὰ κά­νει, του­λά­χι­στον μπρο­στά μου, δυ­σά­ρε­στες συγ­κρί­σεις. Ἁ­πλῶς πο­τὲ δὲν μι­λοῦ­σε σ’ ἐ­κεῖ­νον μὲ τὸν πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ τρό­πο ποὺ ἀ­πευ­θυ­νό­ταν σὲ μέ­να καὶ στὴ μη­τέ­ρα μας.

       Ἔ­χουν πε­ρά­σει με­ρι­κὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­γι­νε τὸ ἀ­τύ­χη­μα. Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θῶ, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ φέ­ρω στὸ νοῦ μου πολ­λὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­μυ­δρά, σὰν μέ­σα ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο, πὼς κά­ποι­α στιγ­μή, ἐ­νῶ δι­α­σκε­δά­ζα­με στὴν πα­ρα­λί­α, τρεῖς ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α ἀ­πο­φά­σι­σαν σὲ πλή­ρη εὐ­θυ­μί­α νὰ πε­τά­ξουν τὰ ροῦ­χα τους καὶ νὰ πᾶ­νε νὰ κο­λυμ­πή­σουν. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ὁ Χά­ρης, ἀ­συ­να­γώ­νι­στος στὸ κο­λύμ­πι. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν ἤ­ρε­μη, λου­σμέ­νη στὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ.

      Στὴν ἀρ­χή, ὅ­πο­τε κοι­τά­ζα­με πρὸς τὴ με­ριά τους, δι­α­κρί­να­με καὶ τὰ τρί­α κε­φά­λια, πό­τε πό­τε μά­λι­στα, ἀ­κού­γα­με τὰ γέ­λια καὶ τὶς φω­νές τους. Εἶ­χε πε­ρά­σει ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν βγῆ­καν μό­νον οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, χο­ρο­πη­δών­τας σὰν τρε­λοὶ γιὰ νὰ ζε­στα­θοῦ­νε.

       Τὸν ἀ­δελ­φό μου τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λι­με­νι­κό.

      Τὸ χαρ­τὶ ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ τὸν κη­δέ­ψου­με ἔ­γρα­φε ἀ­νεύ­ρυ­σμα, ἀ­κού­στη­καν ὅ­μως καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἀ­νο­η­σί­ες, ἀ­νά­ξι­ες νὰ ἀ­να­φερ­θοῦν.

       Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἡ μη­τέ­ρα μου ὕ­ψω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά της καὶ δή­λω­σε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά:

       —  Τὸ παι­δὶ θὰ τα­φεῖ ἐ­δῶ, στὸ νη­σί.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ἔ­φε­ρε πα­ρα­δό­ξως κα­μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση, ἔ­μοια­ζε ξαφ­νι­κὰ γέ­ρος, ἕ­νας ἐν­τε­λῶς ἀ­νήμ­πο­ρος γέ­ρος.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν γύ­ρι­σε μα­ζί του στὴν Ἀ­θή­να. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Γρά­φτη­κα στὸ  σχο­λεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἂν μπῶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, ποὺ δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω, ἴ­σως ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ τό­τε θὰ ἔλ­θει κι ἐ­κεί­νη μα­ζί μου. Τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­ναι πάν­τα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νει. Ὁ ἴ­διος, ὅ­πο­τε τη­λε­φω­νι­ό­μα­στε, λέ­ει πὼς ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ. Μπο­ρεῖ κά­πο­τε καὶ νὰ πᾶ­με… μπο­ρεῖ νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ για­τρός.

       Με­ρι­κὰ πράγ­μα­τα, τε­λι­κά, εἶ­ναι ζή­τη­μα τύ­χης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ζέ­τα Κου­ντού­ρη (Ἀθή­να, 1947). Πε­ζο­γρά­φος (δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μικὴ Σχολὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀθηνῶν. Πρῶτο της βι­βλί­ο: Ἡ πρε­μιέ­ρα, Ἀθή­να, 1992 (δι­η­γή­μα­τα) καὶ τε­λευ­ταῖο: Ρωγ­μές στὴ σιω­πή, Ἀθή­να, 2010 (μυ­θι­στόρη­μα).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ συγχώριο του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ συγχώριο του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟΤΕ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε τὴν ἀ­νάγ­κη του. Νό­μι­σε πὼς δὲ θὰ τὸ θυ­μη­θῇ ὁ Στρα­τη­γός, καὶ φο­ροῦ­σε τὸν ὁ­λό­χρυ­σο ντου­λα­μᾶ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τοῦ Στρα­τη­γοῦ, ποὺ τὸν εἶ­χε σκο­τώ­σει πρὶν ἀ­πὸ τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να βαλ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὸ φό­ρε­μα, κι’ ἀ­να­στέ­να­ξε ἥ­συ­χα, ἐ­νῷ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔ­δι­νε τὸ λό­γο του στὸ φο­νιᾶ νὰ κά­μῃ τὸ ζή­τη­μά του. Ἔ­τυ­χε ὅ­μως ὁ Γέ­ρος νἆ­ναι στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ τὸν κρά­τη­σε νὰ φᾶ­νε. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐρ­χό­τα­νε στὸ σπί­τι του τὸν κα­λο­δε­χό­τα­νε καὶ το­νὲ δει­πνοῦ­σε.

       Ἡ μάν­να ὅ­μως τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη δὲ βα­στοῦ­σε βλέ­πον­τας τὸ φό­ρε­μα τοῦ παι­διοῦ της, κ’ εἶ­πε στὸ Στρα­τη­γὸ μὲ πό­νο βα­θύ:

       — Παι­δί μου, καὶ στὸ τρα­πέ­ζι μας θὰ το­νὲ βά­νῃς τὸ φο­νιᾶ τοῦ παι­διοῦ μου;

       — Σώ­πα, μάν­να! εἶ­πε ὁ Στρα­τη­γός. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μνη­μό­συ­νο ποὺ κά­νου­με τοῦ σκο­τω­μέ­νου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Κ. Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκον. λόγος ἐπι­τάφ. εἰς Θ. Κολο­κοτρ. σ. 25.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 204 [Τίτλος: «428.— Με­γα­λό­καρ­δος.»].

Εἰκόνα: Ἀναμνηστικὴ πλά­κα γιὰ τὴν προ­δο­σία τῶν Κολο­κο­τρω­ναί­ων στὸν λη­νὸ τῆς Δη­μη­τσά­νας τὴν 1η Φε­βρου­α­ρί­ου 1806. Γιὰ τὸν Γιάν­νη Κο­λο­κο­τρώ­νη (Ζορμπᾶ) βλ. καὶ ἐδῶ.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever): Ἡ συνάντηση


Τζὸν Τσί­βερ (John Cheever)


Ἡ συ­νάν­τη­ση

(Reunion)


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα ἦ­ταν στὸ Grand Central Station. Πή­γαι­να ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς μου, στὸ Aridondacks, σὲ μιὰ ἀ­γροι­κί­α στὸ Cape ποὺ εἶ­χε νοι­κιά­σει ἡ μά­να μου, κι ἔ­γρα­ψα στὸν πα­τέ­ρα μου ὅ­τι θὰ βρι­σκό­μουν στὸ σταθ­μὸ τῶν τρέ­νων, στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, γιὰ μι­ά­μι­ση ὥ­ρα· τὸν ρω­τοῦ­σα ἂν θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ γευ­μα­τί­σου­με μα­ζί. Ἡ γραμ­μα­τέ­ας του μοῦ ἔ­γρα­ψε γιὰ νὰ μοῦ πεῖ ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ μὲ συ­ναν­τοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι στὸν γκι­σὲ τῶν πλη­ρο­φο­ρι­ῶν, καὶ ἀ­κρι­βῶς στὶς δώ­δε­κα τὸν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος. Μοῦ ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­γνω­στος —ἡ μά­να μου τὸν εἶ­χε χω­ρί­σει ἐ­δῶ καὶ τρί­α χρό­νια κι ἀ­πὸ τό­τε δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ— ἀλ­λὰ μό­λις τὸν εἶ­δα αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας μου, σάρ­κα καὶ αἷ­μα μου, τὸ μέλ­λον καὶ ἡ κα­τα­δί­κη μου. Ἤ­ξε­ρα πὼς ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­να θὰ γι­νό­μουν κά­πως σὰν κι αὐ­τόν. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ κα­νο­νί­σω τὴν πο­ρεί­α μου ἔ­χον­τας ἐ­πί­γνω­ση τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Ἦ­ταν ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος, ὄ­μορ­φος ἄν­τρας κι ἤ­μουν τρο­με­ρὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ποὺ τὸν ξα­νά­βλε­πα. Μὲ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη κι ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι μου. «Γειά σου, Τσάρ­λι», εἶ­πε. «Γειά σου, ἀ­γό­ρι μου. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ω στὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω, ἀλ­λὰ εἶ­ναι στὴν ἑ­ξη­κο­στὴ λε­ω­φό­ρο, κι ἀ­φοῦ πρέ­πει νὰ φύ­γεις γρή­γο­ρα μὲ τὸ τρέ­νο νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­με νὰ φᾶ­με τί­πο­τα ἐ­δῶ κον­τά.» Πέ­ρα­σε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ δί­πλα μου καὶ ὀ­σμί­στη­κα τὸν πα­τέ­ρα μου μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ μά­να μου μυ­ρί­ζει ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἦ­ταν ἕ­να βα­ρὺ κρά­μα ἀ­πὸ οὐ­ί­σκι, κο­λό­νια ξυ­ρί­σμα­τος, βερ­νί­κι πα­που­τσι­ῶν, μαλ­λί, καὶ ταγ­κά­δα ὥ­ρι­μου ἀρ­σε­νι­κοῦ. Ἔλ­πι­ζα κά­ποι­ος νὰ μᾶς ἔ­βλε­πε μα­ζί. Μα­κά­ρι νὰ μᾶς ἔ­παιρ­ναν μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λα μί­αν ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι ἤ­μα­σταν κά­πο­τε μα­ζί.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ σταθ­μὸ καὶ πή­ρα­με ἕ­να σο­κά­κι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο. Ἦ­ταν νω­ρὶς ἀ­κό­μα καὶ τὸ μέ­ρος ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Ὁ μπάρ­μαν καυ­γά­δι­ζε μὲ τὸν ντε­λι­βε­ρά, κι ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο παλ­τὸ . Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου κά­λε­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ δυ­να­τὴ φω­νή. «Kellner!*», τοῦ φώ­να­ξε. «Carbon! Cameriere!* Ἐ­σύ!» Ἡ τρα­χύ­τη­τά του μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο ἑ­στι­α­τό­ριο ἔ­μοια­ζε ἐ­κτὸς τό­που. «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με ἐ­δῶ;», φώ­να­ξε. «Σβέλ­τα! Σβέλ­τα!» Ὕ­στε­ρα χτύ­πη­σε πα­λα­μά­κια. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν πρό­σε­ξε καὶ πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ- ἀρ­γὰ στὸ τρα­πέ­ζι μας.

       «Σὲ μέ­να χτυ­ποῦ­σες τὰ χέ­ρια σου;», ρώ­τη­σε.

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε, sommelier*», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἂν δὲν ζη­τά­ω πολ­λὰ ἀ­πὸ σέ­να —κι ἂν δὲν εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς ἁρ­μο­δι­ό­τη­τές σου— θὰ θέ­λα­με δυ­ὸ Beefeater Gibsons*.»

       «Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ μοῦ χτυ­πᾶ­νε πα­λα­μά­κια», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα φέ­ρει τὴ σφυ­ρί­χτρα μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ἔ­χω μιὰ σφυ­ρί­χτρα ποὺ τὴν ἀ­κοῦ­νε μό­νο τὰ αὐ­τιὰ τῶν γέ­ρων σερ­βι­τό­ρων. Λοι­πόν, βγά­λε τὸ μπλο­κά­κι καὶ τὸ μο­λυ­βά­κι σου καὶ δὲς ἂν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις: δυ­ὸ Beefeater Gibsons. Ἐ­πα­νέ­λα­βε με­τὰ ἀ­πὸ μέ­να: δυ­ὸ Beefeater Gibsons.»

       «Νο­μί­ζω πὼς θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ πᾶ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ», εἶ­πε ἥ­συ­χα ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Αὐ­τό», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἡ πιὸ λαμ­πρὴ πρό­τα­ση ποὺ ἄ­κου­σα πο­τέ. Ἔ­λα, Τσάρ­λι! Πᾶ­με νὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ δῶ».

       Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο κι ἀ­κο­λού­θη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου μέ­χρι ἕ­να ἄλ­λο ἑ­στι­α­τό­ριο. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν ἦ­ταν τό­σο τρα­χύς. Ἦρ­θαν τὰ πο­τά μας καὶ μὲ ἀ­νέ­κρι­νε γιὰ τὴ σε­ζὸν τοῦ μπέ­ιζ­μπολ. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ μα­χαί­ρι τὸ χεῖ­λος τοῦ ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ του κι ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Garson! Kellner! Cameriere! Ἐ­σύ! Θὰ σὲ πεί­ρα­ζε νὰ μᾶς φέ­ρεις δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια;»

       «Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι τὸ ἀ­γό­ρι;», ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το!», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Για­τί δὲν κοι­τᾶς τὴ δου­λειά σου;»

       «Συ­γνώ­μη, κύ­ρι­ε», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. «Ἀλ­λὰ δὲν θὰ σερ­βί­ρω ἄλ­λο πο­τὸ στὸ ἀ­γό­ρι».

       «Λοι­πόν, σοῦ ἔ­χω ἕ­να νέ­ο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Σοῦ ἔ­χω ἕ­να πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον νέ­ο. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ τυ­χαί­νει νὰ μὴν εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Ἔ­χει ἀ­νοί­ξει ἄλ­λο ἕ­να στὴ γω­νί­α. Πᾶ­με, Τσάρ­λι.»

       Πλή­ρω­σε τὸ λο­γα­ρια­σμό, τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­να ἄλ­λο. Ἐ­δῶ οἱ σερ­βι­τό­ροι φο­ροῦ­σαν ρὸζ σα­κά­κια σὰν κυ­νη­γε­τι­κὰ μπου­φάν, καὶ πά­νω στοὺς τοί­χους ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ εἴ­δη ἐ­ξο­πλι­σμοῦ γιὰ ἄ­λο­γα. Κα­θί­σα­με κι ὁ πα­τέ­ρας μου ἄρ­χι­σε ξα­νὰ νὰ φω­νά­ζει. «Ὑ­πεύ­θυ­νε τοῦ κο­πα­διοῦ! Πά­νω τους», κι ἄλ­λα τέ­τοι­α. «Θὰ θέ­λα­με ἕ­να πο­τό, τοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ ποὺ λέ­νε. Δη­λα­δή, δύ­ο Bibson Geefeaters.»

       «Δύ­ο Bibson Geefeaters;», ρώ­τη­­σε χα­μο­γε­λών­τας ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Γα­μῶ­το, ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί θέ­λω», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μω­μέ­νος. «Θέ­λω δυ­ὸ Beefeater Gibsons, καὶ σβέλ­τα. Ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει τὰ πράγ­μα­τα στὴν εὔ­θυ­μη γη­ραι­ὰ Ἀγ­γλί­α. Ἔ­τσι μοῦ λέ­ει ὁ φί­λος μου ὁ δού­κας. Γιὰ νὰ δοῦ­με τί κο­κτέ­ιλ ξέ­ρει νὰ κά­νει ἡ Ἀγ­γλί­α.»

       «Ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι Ἀγ­γλί­α», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος

       «Μὴ δι­α­φω­νεῖς μα­ζί μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου.«Ἁ­πλῶς, κά­νε ὅ­τι σου λέ­νε».

       «Σκέ­φτη­κα μό­νο πὼς ἴ­σως σοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ξέ­ρεις ποὺ βρί­σκε­σαι», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἂν εἶ­ναι κά­τι ποὺ δὲν ἀ­νέ­χο­μαι», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, «εἶ­ναι ἕ­νας θρα­σὺς ὑ­πη­ρέ­της. Πᾶ­με Τσάρ­λι.»

       Τὸ τέ­ταρ­το μέ­ρος ποὺ πή­γα­με τὸ εἶ­χαν Ἰ­τα­λοί. «Buon giorno», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut.*»

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω ἰ­τα­λι­κά», εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

       «Ἔ­λα, κό­φτο», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Κα­τα­λα­βαί­νεις ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὸ ξέ­ρεις, γα­μῶ­το, πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι κα­τα­λα­βαί­νεις. Vogliamo due coctail Americani. Subito.*»

       Ὁ σερ­βι­τό­ρος μᾶς πα­ρά­τη­σε καὶ μι­λοῦ­σε μὲ τὸν ὑ­πεύ­θυ­νο, ποὺ ἦρ­θε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ εἶ­πε: «Λυ­πᾶ­μαι, κύ­ρι­ε, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι εἶ­ναι κρα­τη­μέ­νο.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δῶ­στε μας ἕ­να ἄλ­λο τρα­πέ­ζι.»

       «Ὅ­λα τα τρα­πέ­ζια εἶ­ναι κρα­τη­μέ­να», εἶ­πε ὁ ὑ­πεύ­θυ­νος.

       «Τὸ ἔ­πι­α­σα», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Δὲν μᾶς θέ­λε­τε γιὰ πε­λά­τες σας. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Λοι­πόν, ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο. Vada all’ inferno.* Πᾶ­με,Τσάρ­λι.»

       «Πρέ­πει νὰ πά­ρω τὸ τρέ­νο μου», εἶ­πα.

       «Λυ­πᾶ­μαι, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ». Μὲ ἀγ­κά­λια­σε μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ ἕ­σφι­ξε πά­νω του. «Θὰ σὲ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὸ σταθ­μό. Μα­κά­ρι νὰ ὑ­πῆρ­χε χρό­νος νὰ πη­γαί­να­με μέ­χρι τὸ κλὰμπ ποὺ συ­χνά­ζω.»

       «Δὲν πει­ρά­ζει, μπαμ­πά», εἶ­πα.

       «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα», εἶ­πε. «Θὰ σοῦ πά­ρω μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα, γιὰ νὰ δι­α­βά­σεις στὸ τρέ­νο.»

       Ὕ­στε­ρα πλη­σί­α­σε σὲ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο ποὺ που­λοῦ­σε μό­νο ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ εἶ­πε: «Ἀ­γα­πη­τέ μου, κύ­ρι­ε ἔ­χε­τε τὴν κα­λο­σύ­νη νὰ μοῦ δώ­σε­τε μί­α ἀ­πὸ τὶς ἄ­χρη­στες ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς κω­λο­φυλ­λά­δες σας τῆς πεν­τά­ρας;» Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ἔ­στρε­ψε ἀλ­λοῦ τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τοῦ­σε τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς πε­ρι­ο­δι­κοῦ. «Ζη­τά­ω πολ­λά, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε;», ρώ­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας μου. «Ζη­τά­ω πολ­λὰ νὰ μοῦ που­λή­σε­τε ἕ­να ἐ­με­τι­κὸ δεῖγ­μα κί­τρι­νου τύ­που;»

       «Πρέ­πει νὰ φύ­γω, μπαμ­πά», εἶ­πα.«Εἶ­ναι ἀρ­γά.»

       «Ὄ­χι, ἕ­να λε­πτό, ἀ­γό­ρι μου», εἶ­πε. «Πε­ρί­με­νε ἕ­να λε­πτό. Θέ­λω νὰ τὰ πῶ ἕ­να χε­ρά­κι μὲ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο.»

       «Γειά σου, μπαμ­πά», εἶ­πα καὶ κα­τέ­βη­κα τὶς σκά­λες καὶ πῆ­ρα τὸ τρέ­νο μου. Αὐ­τὴ ἦ­ταν καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­δα τὸν πα­τέ­ρα μου.

Kellner: Σερ­βι­τό­ρος στὰ γερ­μα­νι­κά.
Cameriere: Σερ­βι­τό­ρος.
Sommelier: Σερβιτόρος κρασιοῦ.
Beefeater Gibsons: Κοκτέιλ μαρτίνι μὲ τζίν.
Per favore, possiamo avere due coctail americani, forti, forti. Molto gin, poco vermut: Μπο­ροῦ­με νὰ ἔ­χου­με, πα­ρα­κα­λῶ, δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ, δυ­να­τά, δυ­να­τά; Πο­λὺ τζίν, λί­γο βερ­μούτ.
Vogliamo due coctail Americani. Subito.: Θέ­λου­με δυ­ὸ ἀ­με­ρι­κά­νι­κα κο­κτέ­ιλ. Ἀ­μέ­σως.
Vada all’ inferno: Ἄ­ι στὸ δι­ά­ο­λο.


Πηγή: https://docs.google.com/document/d/1jfJm8mmXkpX7xMD70QTrUdf8S4sZF01U3PdYrHHjKOI/edit

Ὁ Τζὸν Οὐ­ί­λιαμ Τσί­βερ (John William Cheever) (27 Μαΐ­ου 1912 – 18 Ἰ­ου­νί­ου 1982) εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κα­νὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Ἐ­πο­νο­μά­ζε­ται συ­νή­θως «Τσέ­χωφ τῶν προ­α­στί­ων». Τὰ ἔρ­γα του δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον στὸ Upper East Side τοῦ Μαν­χά­ταν, στὰ προ­ά­στια τοῦ Westchester, στὰ πα­λαι­ὰ χω­ριὰ τῆς Νέ­ας Ἀγ­γλί­ας ποὺ βρί­σκον­ται σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις τῆς Νό­τιας Ἀ­κτῆς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Κου­ίν­σι τῆς Μα­σα­χου­σέ­της ὅ­που καὶ γεν­νή­θη­κε. Ἐ­πί­σης δι­α­δρα­μα­τί­ζον­ται καὶ στὴν Ἰ­τα­λί­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴ Ρώ­μη. Σή­με­ρα θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ση­μαν­τι­κοὺς δι­η­γη­μα­το­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται: «Τὸ τε­ρά­στιο ρα­δι­ό­φω­νο» —ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­σου­με προ­φη­τι­κὸ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὴν πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων— τὸ «Goodbye, My Brother», τὸ «Five-Forty-Eight», τὸ «The country Husband» καὶ τὸ «The swimmer». Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πί­σης τέσ­σε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα: The Wapshot Chronicle (Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος,1958), The Wapshot Scandal (Με­τάλ­λιο William Dean Howells, 1965), Bullet Park (1969), Falconer (1977) καὶ μιὰ νου­βέ­λα: On What a Paradise It Seems (1982). Τὰ θέ­μα­τά του ἔ­χουν νὰ κά­νουν κυ­ρί­ως μὲ τὴ διτ­τὴ ἀν­θρώ­πι­νη συμπεριφορά. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς δρα­μα­το­ποι­οῦν­ται ὡς δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὴν κό­σμια, κοι­νω­νι­κὴ εἰ­κό­να τῶν χα­ρα­κτή­ρων καὶ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἠ­θι­κή τους ἐ­ξα­χρεί­ω­ση κι ἄλ­λο­τε πά­λι ὡς μιὰ σύγ­κρου­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ χα­ρα­κτῆ­ρες (συ­νή­θως δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια), ποὺ ἐν­σαρ­κώ­νουν τὶς ἀν­τι­θέ­σεις (σκο­τά­δι καὶ φῶς, σάρ­κα καὶ πνεῦ­μα). Πολ­λά του ἔρ­γα, ἐ­πί­σης, ἐκ­φρά­ζουν τὴν νο­σταλ­γί­α γιὰ ἕ­να τρό­πο ζω­ῆς ποὺ ἔ­χει πιὰ χα­θεῖ καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ μιὰ συ­νε­χῆ προ­σκόλ­λη­ση στὴν πα­ρά­δο­ση κι ἕ­να βα­θὺ αἴ­σθη­μα γιὰ τὴν κοι­νό­τη­τα – μιὰ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ἀ­πο­ξέ­νω­ση καὶ τὸν νο­μα­δι­σμὸ ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ σύγ­χρο­να προ­ά­στια. Μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του μὲ τί­τλο The stories of John Cheever βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ Μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ἄλ­λα ἐ­θνι­κὰ βρα­βεῖ­α. Τὸν Ἀ­πρί­λη τοῦ 1982, ἕ­ξι βδο­μά­δες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, ὁ Τζὸν Τσί­βερ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τάλ­λιο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης Ἀ­κα­δη­μί­ας Γραμ­μά­των καὶ Τε­χνῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!

[τοῦ Θανάση Τσάκα]


ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ σκο­τώ­θη­κε, κι’ ὁ Τσά­κας ὁ δεν­τρό­κορ­μος δὲν εἶ­χε πειὰ καρ­διὰ γιὰ πό­λε­μο. Ὁ Ἥ­ρω­ας, ποὺ φρόν­τι­ζε τὰ πα­λη­κά­ρια του κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, δὲ ζοῦ­σε πειὰ νὰ το­νὲ θυ­μη­θῇ. Τε­λεί­ω­σε ὁ ἀ­γῶ­νας μὲ τοὺς Τούρ­κους, κι’ ὁ Τσά­κας, ποὺ πε­νῆν­τα χρό­νια Τούρ­κους σκό­τω­νε, ἀ­π’ ὅ­λους λη­σμο­νή­θη­κε. Δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς Ἀ­γω­νι­στὲς ποὺ φω­νά­ζα­νε τὰ δί­κια τους καὶ τὰ γυ­ρεύ­α­νε μὲ τὸ σπα­θί τους ἀ­πὸ τὸ Κου­βέρ­νο. Ἔ­τσι κα­νέ­νας δὲν τὸν εἶ­δε οὔ­τε στ’ Ἀ­νά­πλι, οὔ­τε στὴν Ἀ­θή­να ν’ ἀ­νε­βαί­νῃ σκά­λες, νὰ φι­λῇ πο­δι­ές, πε­ρί­θαλ­ψες ἀ­ρι­στεῖ­α νὰ γυ­ρεύ­ῃ. Ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε στ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του βου­νὰ τῆς Δυ­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, οἰ­κο­νό­μη­σε λί­γα πα­λι­ό­γι­δα, κι’ ἀ­πὸ Κλέ­φτης, ἄ­γριος κι’ ἀ­φί­λι­ω­τος τοῦ Τούρ­κου ὀ­χτρός, γί­νη­κε ἥ­με­ρος τσο­πά­νης, ἄ­βλα­βος Πο­λύ­φη­μος, καὶ μο­να­χὰ τὸ πα­ρά­ψη­λο τ’ ἀ­νά­στη­μά του καὶ ἡ ἀν­τρει­ω­μέ­νη του κορ­μο­στα­σιὰ θὰ μαρ­τυ­ροῦ­σαν πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Τσά­κας ὁ ξα­κου­στός. Πε­ρή­φα­νος, πα­ρά­πο­νο πο­τέ του δὲν ξε­στό­μη­σε· ἔ­βα­λε τὴ γι­α­τα­γά­να στὸ θη­κά­ρι, ἔ­πη­ξε στά­νη, κ’ ἔ­πλε­ξε κα­λύ­βι, καὶ στε­φα­νώ­θη­κε μιὰ βλά­χα δρο­σε­ρὴ σὰν τοῦ Ἄ­σπρου τὰ νε­ρά.

       Κά­να­νε κά­πο­τε ὁ Ὄ­θω­νας καὶ ἡ Ἀ­μα­λί­α τὴν πε­ρι­ο­δεί­α τους κα­τὰ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να, κι’ ὁ Γαρ­δι­κι­ώ­της Γρί­βας, ὁ ὑ­πα­σπι­στής, εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ Βα­σι­λέα:

       — Σὲ λί­γο ἐ­δῶ ποὺ πᾶ­με, θὰ σμί­ξου­με τὴ στά­νη τοῦ πε­ρί­φη­μου τοῦ Τσά­κα.

       — Ποῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Τσά­κας;

       Ὁ Γρί­βας τὸν ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τὸν ἀ­λη­σμό­νη­το, ποὺ πο­λε­μοῦ­σε κι’ αὐ­τὸς μα­ζὶ μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ ζω­γρά­φι­σε στοὺς Βα­σι­λιά­δες τὸ τί ἦ­ταν ὁ Τσά­κας.

       — Μὰ ἀ­κοῦ­τε, εἶ­πε, τὸ πει­ὸ πα­ρά­ξε­νο· γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν ὁ Τσά­κας, δὲν ἔ­χει πο­λὺν και­ρὸ ποὺ στε­φα­νώ­θη­κε τρί­τη φο­ρά…

       Οἱ Βα­σι­λιά­δες πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­νε καὶ στεῖ­λαν καὶ κα­λέ­σα­νε τὸν Τσά­κα. Τό­τε εἴ­δα­νε μπρο­στά τους ἕ­να γί­γαν­τα ἀ­σπρο­μάλ­λη, μὲ λογ­κω­μέ­να στή­θια, φρύ­δια καὶ μαλ­λιά, σὰν παμ­πά­λαι­ο μο­νο­δέν­τρι ποὺ τὸ τρέ­φει ἡ μο­να­ξιὰ κ’ ἡ ἀ­νε­μο­ζά­λη.

       — Δια­τί δὲν ἐ­ζη­τή­σα­τε ἀ­μοι­βὴν διὰ τὰς ὑ­πη­ρε­σί­ας σας; ρώ­τη­σε ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὰ δα­σκά­λι­κά του λό­για.

       Ὁ Τσά­κας ἀ­πο­κρί­θη­κε δυ­να­τό­φω­να:

       — Χα­ρὰ στὰ γου­νι­κὰ ποὺ καρ­τε­ρᾶ­νε νὰ δώ­σου­νε ψου­μὶ στὰ παι­διά τ’ς ἅ­μα σκά­σουν ἀ­π’ τὰ κλά­ϊ­μα­τα! [ἀ­λοί­μο­νο στὴν πα­τρί­δα ποὺ τό­σο ἀρ­γὰ συλ­λο­γί­στη­κε νὰ βο­η­θή­σῃ ἕ­ναν Ἀ­γω­νι­στή].

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας ξαφ­νί­στη­κε μὲ τὴν ἀ­πό­κρι­ση τού­τη τὴν πα­ρα­στα­τι­κή· τοὔ­δω­σε τὸ Σταυ­ρὸ τοῦ Σω­τῆ­ρα, μὰ πῆ­ρε καὶ ση­μεί­ω­ση νὰ τοῦ δώ­σῃ «πε­ρί­θαλ­ψη».

       Ἡ Βα­σί­λισ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ με­τα­ξὺ κύ­τα­ζε μιὰ τρι­αν­τά­ρα βλά­χα, με­γα­λό­σω­μη πλα­τώ­να [εἶδος ζαρκάδι] ποὺ στε­κό­ταν κι’ ἄ­κου­γε.

       — Εἶ­σαι κό­ρη τοῦ κα­πε­τά­νου; ρώ­τη­σε, κά­νον­τας πὼς δὲν ξέ­ρει.

       Ὁ Τσά­κας δὲν ἔ­δω­σε και­ρὸ τῆς γυ­ναί­κας ν’ ἀ­παν­τή­σῃ.

       — Ὁ Θε­γὸς δὲ μ’ χά­ρ’­σε πι­διὰ μὲ κα­μιὰ ἀ­π’ τὴς τρεῖς γ’­ναῖ­κες ποὺ πῆ­ρα· ἡ στερ­νή, ἡ τρί­τ’ εἶ­ν’ αὐ­τεί­νη ὅ­π’ βλέ­π’ς, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα!

       — Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α καὶ τὴν ἀ­δί­κη­σες νὰ τὴν πά­ρῃς γυ­ναῖ­κα σου, τό­σο προ­χω­ρη­μέ­νος στὰ χρό­νια, εἶ­πε ἡ Βα­σί­λισ­σα πο­νη­ρά.

       — Νὰ σ’ πῶ, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα, εἶ­πε ὁ Τσά­κας· ἂν ἔ­ν’ [εἶ­ναι] νὰ χα­λά­ῃς τ’ Σα­ρα­κου­στή, τό­τε νὰ φᾷς ἀρ­νὶ ἢ π’­λα­κί­δα· μὰ ἂν ἔ­ν’ νὰ φᾷς πα­λι­ό­γι­δα, φά­ει κα­λύ­τε­ρα ξε­ρὸ τοὺ ψου­μά­κι σ’ νἄ­χῃς δι­ά­φου­ρου καὶ τὴν ψυ­χή σ’!

       Σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­κρι­ση ἔ­μει­νε ἡ Βα­σί­λισ­σα μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα.

       Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­παυ­ε νὰ ρω­τά­ῃ ὅ­σους γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να:

       — Ζῇ ὁ γε­ρο-Τσά­κας ποὺ παν­τρεύ­τη­κε γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν;

Ἴ­σως ἀ­κό­μα ζῇ καὶ βα­σι­λεύ­ει.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 175-176 [Τίτλος: «346.— Ἀ­θά­να­τα γε­ρά­μα­τα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος. Πηγή: Εὐρυτάνας Ἰχνηλάτης

https://eyrytixn.blogspot.com/2013/03/blog-post_24.html

Τζένιφερ Γουόρτμαν (Jennifer Wortman): Θέλω καινούργιο ἐγκέφαλο


Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman)


Θέ­λω και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο

(I Want a New Brain)


ΘΕΛΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ἐγ­κέ­φα­λο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ στα­μα­τή­σω νὰ μι­λά­ω γι’ αὐ­τό, για­τὶ τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ εἶ­χα: Ἕ­νας ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ ἐ­πέ­με­νε κι ἐ­πέ­με­νε. Εἶ­χε ἐμ­μο­νὴ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ μὲ εἶ­χαν πλη­γώ­σει καὶ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ εἶ­χα πλη­γώ­σει ἐ­γώ. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξη­μέ­ρω­νε καὶ γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Μὲ κα­τέ­κρι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὅ­ταν ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὴν κα­λο­πέ­ρα­σή μου. Ὅ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἤ­θε­λε κά­τι, δὲν στα­μα­τοῦ­σε μὲ τί­πο­τα. Ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρος κι ἀπ’ τὸ γιό μου ποὺ μὲ ζά­λι­ζε ζη­τών­τας κα­ρα­μέ­λες μέ­χρι νὰ τοῦ βά­λω τὶς φω­νές. Ἂν ἔ­βα­ζα τὶς φω­νὲς στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ τὶς ἔ­βα­ζε κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πά­λι μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νές. Κι ὁ γιὸς μου μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νὲς κα­μιὰ φο­ρὰ ἢ ἁ­πλῶς δὲν μὲ ἄ­κου­γε, εἴ­τε τοῦ ἔ­βα­ζα τὶς φω­νές, εἴ­τε τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά. Τό­τε, ὅ­μως, τοῦ ἔ­κλει­να συ­νή­θως τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κλεί­σω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου δὲν ἔ­παυ­ε.

        «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στοὺς φί­λους μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴ ψυ­χο­θε­ρα­πεύ­τρια μου, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κὰ ὅ­σο ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου αἰ­σθάν­θη­κε τὴν πε­ρι­φρό­νη­σή της.

        Ἔ­δω­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου φάρ­μα­κα. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἔ­λε­γε πράγ­μα­τα ὅ­πως, «Εἶ­σαι συ­νέ­νο­χη μὲ τὴ Big Pharm» ἢ «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ἐ­σύ;» καὶ «Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα». Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πα­ρα­δέ­χον­ταν πὼς τὰ φάρ­μα­κα βο­η­θοῦ­σαν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἁ­πλῶς με­γά­λω­νε τὴ σύγ­χυ­σή μου: Μὲ ἄλ­λα λό­για, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου, συ­νέ­χι­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πέ, ὅ­πως ἔ­κα­να συ­χνά. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­πει­σε νὰ δου­λέ­ψω μὲ τὸ λά­πτοπ, ξα­πλω­μέ­νη. Δὲν εἶ­χα τὸ λά­πτοπ, ὅ­μως, για­τί ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ εἶ­χε πεί­σει ὅ­τι θὰ δού­λευ­α κα­λύ­τε­ρα ἂν πρῶ­τα ξε­κου­ρα­ζό­μουν. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­κα­νε με­τὰ νὰ νι­ώ­σω ἔ­νο­χη ἐ­πει­δὴ ξε­κου­ρα­ζό­μουν καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἀ­νί­κα­νη τό­σο γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ, ὅ­σο καὶ γιὰ νὰ ἐρ­γα­στῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι σύ­νη­θες γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν σύ­νη­θες ἦ­ταν ὅ­τι ὁ γιὸς μου γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο πιὸ ἀρ­γὰ ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως μ’ ἕ­να κου­τὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μό­λις ποὺ πρό­σε­ξα, καὶ ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε πὼς εἶ­μαι ἀ­παί­σια μη­τέ­ρα.

        «Εἶ­ναι γιὰ σέ­να», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­σκι­σε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ κου­τιοῦ. «Και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος!».

        «Μά, πῶς;»

        Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸν κουμ­πα­ρά του ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ τῶν γε­νε­θλί­ων του καὶ εἶ­χε πά­ει σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ἐγ­κε­φά­λων ποὺ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει σ’ ἕ­να κομ­μά­τι τῆς πό­λης ποὺ μι­σοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να και­νούρ­γιο μπα­ρά­κι κι ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα καὶ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α μὲ χει­ρο­ποί­η­τα γλυ­κὰ καὶ μι­κρὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ ἄ­ναγ­κα­ζαν τοὺς κα­τοί­κους μὲ χα­μη­λὰ εἰ­σο­δή­μα­τα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ κεῖ. «Μὰ ἔ­χεις πά­ει κι ἐ­σὺ σ’ αὐ­τὸ τὸ μπα­ρά­κι καὶ στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα», εἶ­πε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        «Ἄς τὸ κά­νου­με, λοι­πόν!», εἶ­πα στὸ γιό μου.

        Ὁ και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος, μὲ τὶς πλη­θω­ρι­κὲς πτυ­χὲς του ἀ­πὸ ρὸζ μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια σάρ­κα, ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Συμ­βου­λευ­τή­κα­με τὸ ἐγ­χει­ρί­διο, ἀ­φαι­ρέ­σα­με τὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου καὶ ἐγ­κα­τα­στή­σα­με τὸ νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Τι­νά­χτη­κα ἀ­π’ τὸν κα­να­πέ, ἑ­τοί­μα­σα στὸ γιό μου ἕ­να κο­λα­τσιὸ κι ὕ­στε­ρά τοῦ ἔ­θε­σα τὰ κα­τάλ­λη­λα ὅ­ρια σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο χρό­νο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη μπο­ρεῖ νὰ περ­νά­ει. Ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ δού­λε­ψα δί­χως δι­α­λείμ­μα­τα μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ τε­λεί­ω­σα καὶ ρώ­τη­σα τὸ γιό μου ἂν ἤ­θε­λε νὰ πᾶ­με μιὰ βόλ­τα μὲ τὰ πο­δή­λα­τα. Θὰ γυρ­νού­σα­με γρή­γο­ρα για­τί ἤ­θε­λα νὰ φτιά­ξω ἕ­να γευ­στι­κὸ καὶ ὑ­γι­ει­νὸ δεῖ­πνο, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σω ἐ­πι­με­λῶς, χω­ρὶς τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μου Netflix πε­ρι­σπα­σμό.

        Καὶ ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος δὲν ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­π’ τὸν πα­λιό, ἢ ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα εἶ­χα χά­σει κά­τι, τὴν ἀν­θρω­πιά μου ἢ τὴν ψυ­χή μου ἢ ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τὸ πεῖ­τε. Ὅ­μως, ὄ­χι. Ἤ­θε­λα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ἀ­πέ­κτη­σα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο.

        Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό: Ὁ γιὸς μου, ἔ­χον­τας πα­ρα­στεῖ στὸ θαῦ­μα τοῦ νέ­ου μου ἐγ­κε­φά­λου, ἤ­θε­λε ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. «Θέ­λω ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ πρω­ί. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ βρά­δυ. Ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ γλυ­κά, τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Στὴν ἀρ­χή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὰ πα­ρα­κά­λια του μὲ ψυ­χραι­μί­α. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πά­ρει και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του βρί­σκον­ταν ἀ­κό­μα σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα σχη­μα­τι­στεῖ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του ἦ­ταν μιὰ χα­ρά. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας του, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­νε μό­νο νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει.

        «Μὰ ἔ­χεις ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο.»

        «Κα­μιὰ φο­ρά» ἔ­λε­γα, «οἱ ἐγ­κέ­φα­λοι τὸ πα­ρα­τρα­βᾶ­νε καὶ μᾶς κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με. Κά­νουν πιὸ πο­λὺ κα­κό, πα­ρὰ κα­λό».

        «Ναί, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος αὐ­τὸς ποὺ σοῦ εἶ­πε ὅ­τι χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρεις;»

        «Για­τί ὁ πα­λιός μου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο.»

        «Ἂν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο, για­τί χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο;» Ὅ­σο ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ μιὰ ξε­κά­θα­ρη, συ­νε­κτι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε, «Για­τί, ἔ; Για­τί;»

        «Γιὰ νὰ μὴν ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ σοῦ φω­νά­ζω», τοῦ φώ­να­ζα.

        Με­τά μοῦ φώ­να­ζε ἐ­κεῖ­νος ἢ τοῦ φώ­να­ζα πά­λι ἐ­γὼ κι ὕ­στε­ρα κλεί­νον­ταν στὸ δω­μά­τιό του καὶ ‘γὼ στὸ δι­κό μου. Χρει­α­ζό­μουν μή­πως μιὰ και­νούρ­για καρ­διά, μιὰ και­νούρ­για φω­νή; Μιὰ και­νούρ­για ψυ­χή, ἕ­ναν και­νούρ­γιο κό­σμο, ἕ­ναν και­νούρ­γιο Θε­ό; «Σώ­πα τώ­ρα», ἔ­λε­γε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου. «Πή­γαι­νε νὰ μι­λή­σεις στὸ γιό σου.»

        Τὸν ἔ­βρι­σκα στὸ κρε­βά­τι του, τὰ μά­γου­λά του αὐ­λα­κω­μέ­να μὲ δά­κρυ­α. «Σώ­πα» τοῦ ἔ­λε­γα. «Σώ­πα τώ­ρα, σώ­πα.»



Πη­γή: Ἄ­πο τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Connotation Press. An Online Artifact (Τεῦ­χο­ς VΙ, Τό­μος X: Ἰ­ού­λιος, 2019): https://connotationpress.com/fiction/3398-jennifer-wortman-fiction

Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman). Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Glimmer Train, Normal School, Diagram, The CollagistSmokeLong Quarterly, The Collapsar. Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δυ­ό της παι­διὰ στὸ Κο­λο­ράν­το. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Colorado Review καὶ δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ «Lighthouse Writers Workshop». Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, πα­τῆ­στε ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/