Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[1/3]

 

Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς

(Cocu auxiliaire ou coadjuteur)


ΠΙΚΟΥΡΙΚΟΣ ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς εἶ­ναι αὐτὸς ποὺ ἀ­που­σιά­ζει συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, ἐμ­φα­νίζε­ται μο­νά­χα γιὰ νὰ σκορ­πί­σει τὴ χα­ρά, νὰ προ­σά­ψει στοὺς ἔν­τρο­μους ἐρα­στὲς τῆς γυ­ναί­κας του τὸ ὅ­τι δὲν γε­λοῦν καὶ δὲν πί­νουν· καί, δί­χως νὰ δι­στά­σει, τοὺς προ­κα­λε­ῖ νὰ λη­σμο­νή­σουν τὶς φι­λο­νι­κί­ες τους καὶ νὰ ζή­σουν ὡς κα­λοὶ δη­μο­κρά­τες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ πάν­τα βρί­σκον­ται ὑπὸ τὸ κα­θε­στὼς τῆς κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης. Αὐτὸς λοι­πὸν βο­η­θᾶ τὶς δο­σο­λη­ψί­ες· γι’ αὐ­τὸν τὰ κέ­ρα­τα εἶ­ναι ρο­δο­πέ­τα­λα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, Ἀ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 19). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Ὁ Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ὁ ἴ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ἐ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται ὅ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]

Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.

Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μοιρολογώντας τὸν ζωντανό



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μοιρολογώντας τὸν Ζωντανό

[τοῦ Δημήτρη Μακρῆ]


ΝΟΙΩΣΕ τὸ θά­να­τό του, Αὔ­γου­στο τοῦ 1841. Ντύ­θη­κε τ’ ἄρ­μα­τά του, κί­νη­σε ἀ­πὸ τὸ Με­σο­λόγ­γι καὶ πῆ­γε στὸ χω­ριὸ ποὔ­με­νε μὲ τὴ γυ­ναῖ­κα του. Ἐ­κεῖ ἔ­πε­σε στὸ στρῶ­μα, μὰ δὲν ξα­να­ση­κώ­θη­κε. Μιὰ μέ­ρα ἔ­βα­λε τὴ γυ­ναῖ­κα νὰ κα­θί­σῃ στὸ πλευ­ρό του καὶ τῆς εἶ­πε:

       — Χλιμ­μέ­νη γριά! Ἔρ­χε­ται ὁ Τά­τα­ρης [τα­χυ­δρό­μος = ὁ Χά­ρος] νὰ πά­ρῃ τὴν ψυ­χή μου. Μοι­ρο­λό­γα τὸν ἥ­ρω­ά σου!

       Ἡ γριὰ δὲν ἤ­θε­λε, μὰ τί νὰ κά­μῃ; Ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρα­γου­δῇ τὸ Κλέ­φτι­κο τρα­γοῦ­δι ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε.

       Αὐ­τὸς στὰ μά­τια τὴν κυ­τοῦ­σε, ἄ­κου­γε τὸ τρα­γοῦ­δι τὸ πα­λιὸ κ’ ἔ­βλε­πε μὲ τὸ νοῦ τὰ πε­ρα­σμέ­να του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Με­σο­λογ­γιοῦ(1).


(1) Εἶχε στεφανωθῆ μ’ ἀγά­πη τὴ γυ­ναῖ­κα του στὸ Με­σο­λόγ­γι. «Ὁ ἥ­ρω­άς μου» συνεί­θι­ζε νὰ λέῃ αὐ­τή, ἀντὶς ὁ ἄ­ντρας μου. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Αἰ­ὼν» 10 7βρ. 1841. – Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 177 [Τίτλος: «348.— Μα­κρῆς ὁ Ζυ­γι­ώ­της.»].



Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἄνοιξη


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Ἄ­νοι­ξη


ΤΕΣ ΕΒΡΕΧΕ. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χὴ ποὺ σκορ­πᾶ στὰ νε­ρὰ τὴ χρυ­σὴ γύ­ρη τῶν δέν­τρων. Σή­με­ρα ὅ­μως εἶ­ναι ἠλι­α­κά­δα.

        Ἡ Ἑ­λέ­νη ἄ­νοι­ξε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ κρα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα φυ­λα­κω­μέ­νη μέ­σα στὴν κά­μα­ρη τὴ νύ­χτα. Μὲ ὁρ­μή, πλα­ταί­νον­τας τὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­σπρω­ξε κι’ ἄ­νοι­ξαν κα­τὰ ἔ­ξω τὰ πρά­σι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Μπῆ­κε ὁ ἥ­λιος φέρ­νον­τας τὴ δρο­σιὰ τῆς χλό­ης ἀν­τά­μα μὲ τὴν εὐ­ω­διά τῶν ἀν­θῶν τοῦ κή­που.

        Κυ­ρια­κὴ καὶ σχό­λη. Ἡ Ἑ­λέ­νη σκέ­φτε­ται ὅ­τι θά ’­θε­λε πο­λὺ νὰ ’­βγαι­νε. Τὸ πο­λὺ φῶς ξύ­πνη­σε μέ­σα της μιὰν ἀ­νη­συ­χί­α πρό­σχα­ρη. Τὴν ἔ­κα­με νὰ θέ­λει νὰ κι­νη­θεῖ γρή­γο­ρα, νά περ­πα­τή­σει. Ἡ ἐ­πι­θυ­μία της ἦ­ταν νὰ ξε­μα­κρύ­νει στὴν ἐξο­χὴ περ­πα­τών­τας μο­νά­χη. Θὰ προ­χω­ροῦ­σε χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ στα­μα­τᾶ, χω­ρὶς νὰ λο­γα­ριά­ζει μὲ τὸ νοῦ της ὅ­τι θὰ ἔ­πε­στρε­φε. Ἐν­τε­λῶς ξέ­γνοια­στη θὰ χόρ­ται­νε μὲ ὅ­σα τὰ μά­τια της θὰ ἀπο­θη­σαύ­ρι­ζαν προ­σέ­χον­τας τὴν πιὸ πα­ρα­μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Κα­λύ­τε­ρα θά ’­ταν νὰ πή­γαι­νε μὲ βάρ­κα. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἄ­ναγ­κη μιᾶς προ­σπά­θειας ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κορ­μιοῦ της. Τὰ δά­χτυ­λα καὶ ἡ πα­λά­μη νὰ σφί­ξουν, μὲ ὅ­ση δύ­να­μη ἔ­χει, τὰ κου­πιά. Ἡ κό­πω­ση θὰ χα­λά­ρω­νε τὴν ἐξάρτη­ση τῶν μα­τι­ῶν ἀπὸ τὸ σῶ­μα. Τὸ βλέμ­μα της θὰ μά­κραι­νε, ἐλεύθε­ρα, στὸ κυα­νὸ καὶ γα­λα­νὸ σμί­ξι­μο τοῦ οὐ­ρα­νοῦ μὲ τὴ θά­λασ­σα, πέ­ρα ἀ­πὸ κά­θε στε­ριά. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει πα­ρό­μοι­α φυ­γή. Φο­βή­θη­κε ὅ­τι ἡ αἴ­γλη ἀπὸ τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς τὴν εἶ­χε κά­νει νὰ φαν­τα­στεῖ πολ­λὰ πού, ξα­νὰ πά­λι σή­με­ρα, ὅ­πως τό­σες φο­ρές, δὲν θά ’­φτα­ναν σὲ πέ­ρας. Δύ­σκο­λα τὴν ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βγαί­νει μό­νη της. Δὲν ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νη μὲ τὴν ἐξο­χή. Τὴν ἤ­ξε­ρε μο­νά­χα ἀπ’ ὅ­σα τῆς ἐ­πέτρε­πε νὰ βλέ­πει γρήγο­ρα τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ζή­σει τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ τῆς κά­μα­ρής της με­γά­λω­νε. Πάν­τα οἱ ἔ­ξο­δές της γι­νόν­του­σαν μὲ συν­τρο­φιὰ γνω­ρί­μων, φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν. Οἱ ἐκ­δρο­μὲς αὐ­τές, δε­σμεύ­ον­τας μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν ἄλ­λων τὴ φαν­τα­σί­α της καὶ τὸ νοῦ, τῆς ἔ­κο­βαν κά­θε βα­θύ­τε­ρη δι­ά­θε­ση χα­ρᾶς. Προ­τι­μοῦ­σε κα­λύ­τε­ρα, ἐκτὸς ὅ­ταν τὴν ἀνάγ­κα­ζαν, νὰ μέ­νει στὸ δω­μά­τιό της μ’ ἕ­να βι­βλί­ο. Τὸ φῶς ὅ­μως τῆ­ς Ἄ­νοι­ξης δὲν τῆς ἐπέ­τρε­πε νὰ κλει­στεῖ. Θά ’­βγαι­νε μό­νη ἔ­στω καὶ μό­νο γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πε­ρί­πα­το στὴ γει­το­νιά. Δὲν θὰ ὑ­πά­κου­ε στὴ μη­τέ­ρα της πα­ρ’ ὅ­λο ὅ­τι τὴν ἀ­γάπα­γε πο­λύ. Δὲν εἶ­χε κα­μιὰ δι­ά­θε­ση νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ βγεῖ μα­ζί της ἐ­πι­σκέ­ψεις. Πέ­ρα­σε ἀπό το νοῦ τῆς ὅ­λη ἡ σκη­νὴ τοῦ μα­λώ­μα­τος ποὺ θὰ εἶ­χε μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ κά­θε τρό­πο νὰ τὴν ἐμ­πο­δί­σει νὰ βγεῖ. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ ἐκεί­νη τό­τε θ’ αὐ­θα­δία­ζε, νευ­ρι­ά­ζον­τας μὲ τὴν γε­μά­τη βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­μο­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της νὰ μι­λᾶ καὶ νὰ συμ­βου­λεύ­ει, χω­ρὶς νὰ ἐν­δι­α­φέρε­ται κα­θό­λου γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια σκε­φτό­ταν. Ἀρά­δια­ζε συμ­βου­λὲς πρα­κτι­κῆς ση­μα­σί­ας, ποὺ τὴν ἀνάγ­κα­ζαν ν’ ἀπαν­τᾶ ἀ­πό­το­μα, σὰ νὰ τῆς ἔ­φευ­γε τὸ ἔ­δα­φος κά­τω ἀπὸ τὰ πό­δια.Ὅ­ταν ἀρ­γὰ θὰ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τη­θεῖ ἀ­παν­τώντας στὴ μά­να της, ἐκείνη ἤ­δη θὰ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη, τα­ραγ­μέ­νη, μὲ ἀλ­λαγ­μέ­νο τὸ χρῶ­μα στὸ πρό­σω­πο. Μέ­σα της ἡ Ἑ­λέ­νη κα­τά­λα­βε νὰ τὴν δαγ­κώ­νει μιὰ κρυ­φὴ ἀ­πελ­πίσια. Θ’ ἀναγ­κα­ζόταν, λοι­πόν, νὰ χά­σει τὴ μά­να της καὶ νὰ μεί­νει ἐν­τε­λῶς μο­νά­χη κι’ ἔ­ρη­μη. Ἔ­γει­ρε τὸ πρό­σω­πό της στὸ προ­σκέ­φα­λο, τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ κλά­ψει, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νὰ μὴ χά­σει ἐν­τε­λῶς τὴ δύ­να­μή της.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­πο­τόμα σὲ λί­γο, στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη καὶ κοι­τά­χτη­κε. Τὸ σῶ­μα της ἀ­δύ­να­το καὶ ψη­λό, ὅ­πως τὰ νε­α­ρὰ δέν­τρα προ­τοῦ τὰ βγά­λουν ἀ­π’ τὰ φυ­τώ­ρια, χω­ρὶς πολ­λὰ κλα­διὰ καὶ φύλ­λω­μα, σχε­δὸν μό­νο μιὰ εὐ­θεία σὲ ὕ­ψος. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἦ­ταν κά­τι και­νού­ριο, ἕ­να φυν­τά­νι ξέ­χω­ρο. Τὴν γέ­μι­σε ὑ­πε­ρη­φά­νεια καὶ δύ­να­μη ἡ αἴ­σθη­ση ἐ­κεί­νη. Δὲν ἔ­πρε­πε σὰ χα­ζὴ νὰ στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Τὸ ὅ­τι εἶ­χε ἄλ­λη βού­λη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να της δὲν σή­μαι­νε ὅ­τι εἶ­χε πά­ψει νὰ τὴν ἀ­γα­πᾶ. Δὲν κι­νι­ό­ταν ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­πει­δὴ ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴν ἀ­το­μι­κο­τη­τά της. Ἦ­ταν σὰ νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὸν κα­θρέ­φτη τὴν κί­νη­ση τῶν ἀ­νι­όν­των βλαστι­κῶν χυ­μῶν στὰ δέν­τρα. Ἡ ἁ­πλότη­τα τοῦ ντυ­σί­μα­τός της συν­τε­λοῦ­σε ἀρ­κε­τὰ στὸ σχη­μα­τι­σμὸ τῆς φαν­τα­στι­κῆς εἰ­κό­νας. Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ τρυ­φε­ρά τὸ κα­θη­με­ρι­νό της φό­ρε­μα. Μιὰ μάλ­λι­νη μπλὲ πλε­χτὴ μπλού­ζα τῆς ἔσφιγ­γε τὸ κορ­μὶ κι’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μά­κρος τοῦ μπρά­τσου ἴ­σα­με τὸν καρ­πὸ τοῦ χε­ριοῦ, ὅ­που τέ­λει­ω­νε μ’ ἕ­ν’ ἄ­σπρο κουμ­πί. Γύ­ρω στὸ λαι­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ καμ­πύ­λο πη­γού­νι, ἕ­να για­καδά­κι μὲ μιὰ γρα­βά­τα φι­όγ­κο, ἀπὸ μαῦ­ρο πε­τσί. Τὸ μπό­ι κα­τέ­βαι­νε στε­νό. Οἱ κάλ­τσες στὸ χρῶ­μα τοῦ ξύ­λου τῆς κα­ρυ­διᾶς, λί­γο πιὸ γκρί­ζο, ντύ­ναν τ’ ἀ­δύ­να­τα, λε­πτά, ψη­λὰ πό­δια. Κα­τά­λα­βε πό­σο πο­λὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἑαυ­τό της. Μὲ μιᾶς ὅ­λα ἠρέμη­σαν μέ­σα της. Δὲν θὰ θύ­μω­νε κα­θό­λου πα­ρὰ θὰ φι­λοῦ­σε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­ταν θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ τῆς ψάλ­λει τὰ συ­νη­θι­σμέ­να. Στὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου τοῦ σπι­τιοῦ της, κα­θι­σμέ­νο κα­τα­γῆς, ζη­τι­ά­νευ­ε ἕ­να παι­δὶ σα­κά­τι­κο. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νοῦ­σε κον­τά του, ἡ Ἑ­λέ­νη τρό­μα­ζε· πολ­λὴ ὥ­ρα με­τὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ βλέ­πει μὲ τὸ νοῦ της τὰ πα­ρα­μορ­φω­μέ­να γό­να­τα καὶ τὶς κο­κα­λι­ά­ρι­κες κνῆ­μες τοῦ φτω­χοῦ παι­διοῦ. Προ­σπερ­νοῦ­σε γρή­γο­ρα χω­ρὶς νὰ τολ­μᾶ νὰ δώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι της τὴν ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως τὴ στιγ­μὴ ποὺ κοι­τα­ζό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ νοῦ της τὸ ζη­τι­α­νά­κι, κα­τά­λα­βε ὅ­τι σχε­δὸν πιὰ τὴν τρό­μα­ζε ἡ εἰ­κό­να του. Ἦ­ταν πα­νέ­τοι­μη νὰ τὸ πλη­σιά­σει μὲ πραγ­μα­τι­κὴ συμ­πά­θεια. Πό­σον ἥ­λιο στ’ ἄ­λη­θεια χω­ροῦ­σε ἡ κά­μα­ρή της; Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀέρα τῆς φού­σκω­νε τὸ στῆ­θος. Ὁλό­κλη­ρο τὸ σῶ­μα της δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ ντυ­μέ­νη λα­χτά­ρα. Πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὰ πρά­σι­να φύλ­λα τοῦ κή­που, στὸν με­λέ­νιο ἥ­λιο τῆς ἡμέ­ρας, παι­χνί­δι­ζε μιὰ πε­τα­λού­δα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἡ Ἑ­λέ­νη τὴν εἶ­δε στὸν καθρέ­φτη καὶ χα­μο­γέ­λα­σε χα­ρού­με­να. Στὴν μπλού­ζα εἶ­χε ἕ­να χον­τρομ­πούμ­που­ρα καρ­φί­τσα. Φτη­νὸ πρα­μα­τά­κι ποὺ τό ’­χε ἀ­γο­ρά­σει μό­νη της. Τὸ ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ χρυ­σὸ κό­σμη­μα μὲ τὰ δι­α­μαν­τά­κια ποὺ τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει, τὴ φτη­νὴ ἐ­κείνη ἀ­πο­μί­μη­ση ἐν­τό­μου ποὺ τὸ πέ­τα­μα τῆς πε­τα­λού­δας τῆς εἶ­χε θυ­μί­σει. Ἀ­νέ­βα­σε τὸ χέ­ρι της στὴ μπλού­ζα καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει στορ­γι­κά τὸ φτη­νὸ κο­λε­ό­πτε­ρο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρη δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να πα­ρα­μι­κρὸ ἔν­το­μο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ βο­σκή­σει σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀν­θι­σμὲ­νη πλά­ση. Πῆ­γε ξα­νὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ δέν­τρα καὶ ὁ ἥ­λιος δὲν θὰ τὴν ἄ­φη­ναν νὰ κου­ρα­στεῖ ποὺ θὰ ‘βγαι­νε μό­νη.

Μά­ι­ος 1935



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αὐ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).



		

	

Φρίξος Μακρῆς: Στὸ Βαρδάρη


Φρί­ξος Μα­κρῆς


Στὸ βαρ­δά­ρι


ΤΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑ σχο­λεῖ­ο, ὁ γέ­ρος μου μὲ κρά­τα­γε στὸ μα­γα­ζί, ἀ­γο­ρὰ Βαρ­δά­ρι. Εἶ­χε κο­το­που­λά­δι­κο στὴν ὁ­δὸ Εἰ­ρή­νης. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κα­τε­δά­φι­ση μπῆ­κε στὸ Κα­πά­νι, γιὰ νὰ βγεῖ στὴν ἴ­δια ὁ­δὸ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια, πά­λι «λό­γῳ κα­τε­δα­φί­σε­ως». Τὰ χρό­νια μὲς στὴν σκε­πα­στὴ ἀ­γο­ρὰ ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω τὸν κό­σμο, μα­ζὶ μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος καὶ πάν­τα μὲ τὶς ὁ­δη­γί­ες τοῦ γέ­ρου, ποὺ ἦ­ταν ζό­ρι­κος ἀλ­λὰ τό ’­παι­ζε καὶ φι­λό­σο­φος.

        Ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χὴ ἔ­βρι­θε ἀ­πὸ σκυ­λά­δι­κα. Ὁ ὑ­πό­κο­σμος πα­ρή­λαυ­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ Κα­πά­νι σταμ­πα­ρι­σμέ­νος ἀ­π’ τὸ ἔμ­πει­ρο μά­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ μοῦ τὴ δι­η­γό­ταν σὰν πα­ρα­βο­λὲς δι­αν­θι­σμέ­νες μὲ ἠ­θι­κὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ πα­ροι­μί­ες. Πόρ­νες, σω­μα­τέμ­πο­ροι, πρε­ζά­κη­δες, ἀ­πα­τε­ῶ­νες καὶ μα­χαι­ρο­βγάλ­τες ἦ­ταν ρου­τί­να στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ἄ­κα­κοι γρα­φι­κοὶ τύ­ποι, ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ καὶ πι­ά­νον­ταν κο­ρό­ι­δα ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­τή­δει­ους.



Πη­γή: περ. Τὸ Τρὰμ, τχ .13-14 (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Ἰ­ού­νιος 1990).

Φρί­ξος Μα­κρῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1958). Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ἱ­στο­ρί­α–Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ Κέν­τρο Ἱ­στο­ρί­ας Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ προϊστάμενος τῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης. Στὰ γράμ­μα­τα πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὰ μι­κρὰ πε­ζὰ τὸ 1990 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Τράμ.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ


ΡΑΦΩ ἀπ’ τὶς τρεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι κι εἶ­ναι κι­ό­λας νύ­χτα. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὧ­ρες γύ­ρι­ζε στὸ μυα­λό μου μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ, τό­τε ποὺ ἤ­μου­να κά­που δέ­κα χρό­νων. Ἡ πρω­ϊ­νὴ δο­ξο­λο­γί­α στὴν κα­τα­στό­λι­στη ἐκ­κλη­σί­α κι ὕ­στε­ρα τὰ ποι­ή­μα­τα, ποὺ λέ­γα­με στὸ σχο­λεῖ­ο, τὰ σκὲτς ποὺ παί­ζα­με ντυ­μέ­νοι μὲ τὶς φου­στα­νέ­λες τῶν πα­πού­δων μας, ζω­σμέ­νοι τὰ ἴ­δια τους τ’ ἄρ­μα­τα. Ἔπειτα τὸ βρά­δυ-βρά­δυ ἔ­βγα­ζα θυ­μᾶ­μαι τὰ γι­ορ­τι­νὰ κι ἔ­φευ­γα γιὰ τὴ γῆ τὴ δι­κή μου, ποὺ ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δυ­ὸ ρα­χο­κο­κα­λι­ὲς βου­νῶν. Ἐ­κεῖ αἰ­ω­ροῦν­ται οἱ φω­το­γρα­φί­ες τῶν νε­κρῶν πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους. Ἡ γῆ μου μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μέ­σα της ὅ­λα τὰ χα­λά­σμα­τα καὶ τὰ μυ­στι­κά της.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, ὅ­τι γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πά­σχι­ζα νὰ μὴ χα­θοῦν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ δι­η­γή­σεις τῶν πα­λι­ῶν. Ἀ­πὸ κεῖ ἄν­τλη­σα κι ἐκε­ῖ ἀ­νή­κουν αὐτὲς οἱ σε­λί­δες. Για­τί ἡ τε­λευ­ταί­α γε­νιά, ποὺ ἔ­ζη­σε σχε­δὸν σὰν κι αὐτούς, ἦ­ταν ἡ δι­κή μου γε­νιά. Πε­ρι­μά­ζε­ψα ὅλες τὶς μνῆ­μες ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση καὶ σε­βα­σμό. Ὁ τό­πος αὐ­τὸς ποὺ γιὰ πολ­λοὺς εἶ­ναι ἕ­να στίγ­μα στὸ χάρ­τη, γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας μυ­θι­κὸς τό­πος ἀ­κό­μα ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τος. Πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ τό­τε ἕ­να ἁρ­μο­νι­κὸ σύ­νο­λο ξε­δι­πλώ­νε­ται σὰ γι­γάν­τια τοι­χο­γρα­φί­α μπρός μου. Μὲ τὰ στε­νὰ δρο­μά­κια καὶ τὰ με­γά­λα πέ­τρι­να σπί­τια ποὺ τ’ ἀ­γα­πά­ω βα­θειά, μό­λις βρε­θῶ ἀν­τι­μέ­τω­πος, μιὰ σμί­κρυν­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας μου­διά­ζει ἀ­κό­μα καὶ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια. Αὐτὸ τὸ το­πί­ο τῆς ὑ­πο­βο­λῆς σὲ πεί­θει τε­λι­κά, ὅ­τι κά­ποι­οι πιὸ με­γά­λοι πέ­ρα­σαν ἀ­π’ αὐτὰ τὰ μέ­ρη. Ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ρή­φα­νοι ἄν­θρω­ποι ποὺ πῆ­ραν μέ­ρος στοὺς χρό­νιους πο­λέ­μους ἐ­νάν­τια στοὺς πο­λυ­ώ­νυ­μους καὶ πο­λύ­χρω­μους κα­τα­χτη­τὲς κι ἔ­τσι δὲ νι­ώ­θαν κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξου­σί­α στὰ γυ­μνὰ βου­νὰ τοῦ τό­που μας. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν καὶ κα­τοι­κοῦν αὐτὸν τὸν τό­πο, ζοῦ­σαν κα­μιὰ ἑ­ξην­τα­ριὰ χρό­νια κι ὕ­στε­ρα πέ­θαι­ναν ἀ­φή­νον­τας γιὰ μνή­μη τὰ κου­σού­ρια τους.

        Στὸν τό­πο μου δὲ θὰ βρεῖ κα­νεὶς φυ­σι­κὲς καλ­λο­νές, πη­γὲς ἢ ἄλ­λα ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα, ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να ὅ­λα εἶ­ναι μνῆ­μες. Ὁ ἀ­στρο­κέν­τη­τος οὐρα­νὸς μὲ τ’ ἄ­ναρ­χο φῶς, ποὺ κοί­τα­ζα νύ­χτες ἀ­τέ­λει­ω­τες καὶ γι­νό­μου­να ἕ­να μ’ αὐτόν, φω­τί­ζον­τάς μου τὸ σπί­τι μὲ τὶς πορ­το­κα­λι­ές, τὴν κα­τακαί­νου­ρια σεν­τού­κα γιὰ τ’ ἀ­λεύ­ρι, τὶς μαρ­γα­ρί­τες τοῦ ἐ­πι­τά­φιου, τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ ἀ­πό­σκια στ’ ἁ­λώ­νια, τὸ ξεφάν­τω­μα τῶν παι­δι­ῶν στὸν τρύ­γο, τὸ φύ­λαγ­μα στ’ ἀμ­πέ­λια, τὸν κά­θα­ρο τοῦ φθι­νό­πω­ρου. Τί­πο­τα δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω: Ὅ­λα εἶ­ναι συσ­σω­ρευ­μέ­να μέ­σα μου. Ὅ­λα αὐτὰ τὰ βί­ω­σα, τὰ πα­ρα­τή­ρη­σα, θαρ­ρεῖς, χι­λιά­δες χρό­νια σὰν τοὺς πα­ποῦ­δες μου, ποὺ χω­ρὶς νά ’­χουν πά­ει, σχο­λεῖ­ο οὔ­τε μιὰ μέ­ρα, ἤ­ξε­ραν τὰ κρυ­φὰ ση­μά­δια τῶν και­ρῶν καὶ μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους ὅ­λα τ’ ἄ­στρα τῆς νύ­χτας. Πὼς με­τὰ τὴ βα­ρυ­χει­μω­νιὰ θὰ ’ρ­χό­ταν ξα­νὰ ἡ ἄ­νοι­ξη βά­ζον­τας τα­φό­πε­τρα στὸν προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να. Πὼς τὸ πο­τά­μι δὲ γυ­ρί­ζει πο­τὲ πρὸς τὰ πί­σω.

         Ὕστερα θυ­μᾶ­μαι τὸ ἄ­ναμ­μα τῆς φω­τιᾶς, τὸ γλυ­κὸ φαῒ καὶ τὸ πλά­για­σμα στὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας. Φέρ­νω συ­χνὰ στὸ νοῦ μου τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο κα­λύ­βι μὲ τὶς θε­ό­ρα­τες πέ­τρες, χτι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν πα­πο­ῦ μου. Ἐ­κεῖ ἔ­με­να τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες τοῦ χρό­νου. Ἐ­κεῖ­νο, τὸ φορ­τω­μέ­νο ἀ­πὸ πο­λύ­τι­μες μνῆ­μες κα­λύ­βι, δὲν ὑπάρ­χει πιά. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ τὶς ἴ­δι­ες ἐ­κεῖ­νες πέ­τρες, χτί­σα­με ἕ­να και­νού­ριο.

        Πρω­τό­γρα­φα γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ μό­λις γυ­μνα­σι­ό­παι­δο κι ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν μὲ τὴν τόλ­μη μου. Μὰ ἐ­γὼ δὲν κα­τα­λά­βαι­να καὶ δι­ά­βα­ζα συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν παι­δι­κὴ ἔκ­θε­σή μου γιὰ τὴν πα­λιὰ πλα­τεί­α ποὺ κα­τα­στρέ­ψα­νε οἱ σπουδαγ­μέ­νοι μη­χα­νι­κοί, τὸ πυρ­γά­κι, τὰ μο­να­στη­ρια­κὰ με­τό­χια, τὸ πα­λιὸ λι­ο­τρί­βι, ποὺ χά­θη­καν στὴ συ­νέ­χεια ὅ­λα.

        Ἡ με­γά­λη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρά­δο­ση μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­νει ὅ­λους δυ­νά­στες τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς. Ἔτσι κά­πο­τε, σκά­βον­τας στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, βρῆ­κα κό­κα­λα μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Ἔντρομη ἡ μά­να μου μοῦ ’­πε τὸ βρά­δυ πὼς ἦ­ταν ἀ­βά­φτι­στα παι­διά, καὶ δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ θα­φτοῦν μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

        Οὔ­τε μιὰ σπι­θα­μὴ γῆς, οὔ­τε ἕ­να δέν­τρο, οὔ­τε μιὰ ἔ­ρη­μη πέ­τρα δὲν ἔ­μει­νε ποὺ νὰ μὴν τρα­γού­δη­σα. Γι’ αὐτὴ τὴ χα­μέ­νη Ἀτλαν­τίδα, γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο ποὺ μὲ γέν­νη­σε καὶ μὲ με­γά­λω­σε. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἔρ­χον­ται ἀ­βία­στα, ἡδο­νι­κά, μπου­κώ­νουν τὰ χεί­λια, ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται τὰ δά­χτυ­λα καὶ γρά­φουν, γρά­φουν, γρά­φουν.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Πλέ­θρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.



		

	

Δημήτρης Λεβέντης: Ὁ ἔνδοξος μεγάλος θυμός

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Ὁ ἔν­δο­ξος με­γά­λος θυ­μός


ΑΙ ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ πα­ρο­μοί­ως θὰ πρά­ξω» σκέ­φτη­κε μὲ αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἔ­παρ­ση ὁ κύ­ριος Τά­κης, κα­τε­βά­ζον­τας τὸ ἀ­κου­στι­κό τοῦ τη­λε­φώ­νου, καὶ ὁ θυ­μός του τό­νω­σε τὸν παλ­μὸ στὴν ἤ­δη τσι­τω­μέ­νη φλε­βί­τσα ποὺ ρω­μα­λέ­α ἔ­παλ­λε καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἰ­αμ­βι­κά, κά­τω ἀ­πὸ τὸν γκρί­ζο του κρό­τα­φο. Θρα­σύ­τα­τα καὶ πα­ρα­βα­τι­κὰ στα­λαγ­μέ­νη, ἡ ἀ­δρε­να­λί­νη δι­α­χε­ό­ταν στὸ ἀ­φρόν­τι­στο καὶ κα­κο­πα­θη­μέ­νο κυ­κλο­φο­ρι­κό του, καὶ ὠ­θοῦ­σε στὰ ἄ­κρα τὶς σκέ­ψεις του, ἔ­τσι ποὺ τὸν συ­νέ­παιρ­ναν πα­ρά­φο­ρα, σὰν νά ’­τα­νε ἐμ­πει­ρί­ες ἐ­φη­βι­κές· πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, τὸν συν­τρό­φευ­αν μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ θὰ τολ­μού­σα­με νὰ ὀ­νο­μά­σου­με συ­ζυ­γι­κό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ἦ­ταν σχέ­ση ποὺ εἶ­χε ἀ­να­πτυ­χθεῖ στα­δια­κά, στέ­ρε­α καὶ ἐν τέ­λει ἐ­πι­ζή­μια μέ­σα στὴ μα­κρό­χρο­νη μο­να­ξιά του, μα­ζὶ μὲ τὰ τό­σα ἄλ­λα χού­για του.

        Ἤ­τα­νε μό­νος καὶ μο­να­χι­κός, στριμ­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὄ­χι μί­ζε­ρος ὁ κύ­ριος Τά­κης. Δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ Τσι­ρί­γο, πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὶς σπου­δές του. Ἡ Βέ­τα ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ χη­ρεί­α της, ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια, εἶ­χε με­τοι­κί­σει στὸ ἰ­σό­γει­ο μιᾶς δι­ώ­ρο­φης ἡ­μι­πο­λυ­τε­λοῦς κα­τοι­κί­ας στὴν ὁ­δὸ Σκαν­δεί­ας στὸν Ἄ­λι­μο, ὅ­που ἐ­πί­σης δι­έ­με­ναν οἱ δύ­ο της κό­ρες (μί­α σὲ κά­θε ὄ­ρο­φο) μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἄν­τρες τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πέ­με­ναν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα τὸ βά­σα­νο τῆς πε­ρι­ποι­η­τι­κῆς καὶ ἄ­στορ­γης τρι­α­δι­κῆς μη­τρι­αρ­χί­ας, κι αὐ­τὸ για­τὶ μὲ τὸν και­ρὸ εἶ­χαν κα­τα­στεῖ ὁ μὲν ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πει­θή­νιος (σχε­δὸν χαλ­βάς), ὁ δὲ ἄλ­λος ψευ­δο­λό­γος καὶ μπερ­μπάν­της. Στὸ νη­σὶ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει (μᾶλ­λον μὲ μι­σὴ καρ­διὰ) ὁ μι­κρὸς ἀ­δερ­φὸς ὁ Βα­σί­λης (μι­κρός… τριά­ντα ὀ­χτὼ χρό­νων πλέ­ον), δι­α­χει­ρι­στὴς τῆς ὅ­λης καὶ κα­θό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­της οἰ­κο­γε­νεια­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας (τοῦ με­ρι­δί­ου τοῦ κυ­ρί­ου Τά­κη συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου), ἄ­τυ­πα μὲν καὶ σι­ω­πη­ρά, μὰ κοι­νῇ συ­ναι­νέ­σει καὶ ἀ­γόγ­γυ­στα. Μὰ καὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια αὐ­τὴ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­λά­χι­στα εἶ­χε, λί­γο για­τὶ τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε ἡ ἄ­ξε­στη προ­φο­ρὰ καὶ ἡ θο­ρυ­βο­ποι­ὸς πο­λυ­λο­γί­α τῆς ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας ἀ­νι­ψιᾶς του (ἀ­πὸ τὰ μέ­ρη τῆς Καρ­δί­τσας σὰν δα­σκα­λί­τσα πρω­το­ῆρ­θε στὸ νη­σί), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἐ­κνευ­ρι­στι­κὴ ἀ­δρά­νεια τὴν ὁ­ποί­α ἔ­δει­χνε τὸ ζευ­γά­ρι στὴ σα­ρω­τι­κὴ κα­τα­στρο­φο­μα­νί­α ποὺ ὀ­νό­μα­ζαν παι­χνί­δι τὰ παι­δά­κια τους (δύ­ο θη­λυ­κοὶ τραμ­ποῦ­κοι ἤ­τα­νε, ὄ­χι παι­δά­κια), καὶ εἶ­χε σὰν πε­δί­ο ἄ­σκη­σης τὸ ἴ­διο του τὸ σπί­τι, τὸ μὲ ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐρ­γο­νο­μί­α φρον­τι­σμέ­νο, κα­τὰ τὶς ἀρ­χι­κὰ σπά­νι­ες καὶ πλέ­ον μη­δε­νι­κὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις τους. Τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ πά­ρε-δῶ­σε, λοι­πόν, εἶ­χαν πε­ρι­ο­ρι­στεῖ σὲ κά­ποι­ες πα­σχα­λι­νὲς συ­να­θροί­σεις, στὶς ἀ­πρό­βλε­πτες μὰ εὐ­τυ­χῶς πάν­τα σύν­το­μες ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ Βα­σί­λη καὶ στὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο δε­κά­λε­πτο τη­λε­φώ­νη­μα τῆς Βέ­τας κά­θε Σάβ­βα­το στὶς ἐν­νι­ά­μι­σι τὸ πρω­ί, ἀ­νελ­λι­πῶς.

        Νὰ για­τί ἡ τη­λε­φω­νι­κὴ κλή­ση ποὺ λί­γο πρὶν δέ­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, Πέμ­πτη με­ση­μέ­ρι στὶς τέσ­σε­ρις, καὶ ἐ­νερ­γο­ποί­η­σε τὸν εὐ­φάν­τα­στο θυ­μό του, ἤ­τα­νε ἔ­κτα­κτη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ σκο­πιὰ ἰ­δω­μέ­νη, ἀ­να­με­νό­με­νη.

        «… δὲν ντρέ­πε­σαι στὴν ἡ­λι­κί­α σου… αὐ­τὴ τὰ λε­φτά σου θέ­λει νὰ φά­ει… ἴ­σως καὶ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς φυ­λά­ξει… ἔ­χει καὶ παι­δί… σι­γά, ἀ­πὸ σέ­να τί νὰ ζή­λε­ψε…; τί θὰ λέ­ει ὁ κό­σμος…; τὸν Βα­σί­λη δὲν τὸν σκέ­φτε­σαι…; μᾶς ἐκ­θέ­τεις ὅ­λους… εἶ­σαι καὶ προ­ϊ­στά­με­νος, τρο­μά­ρα σου… σύ­νελ­θε…». Τέ­τοι­α καὶ ἄλ­λα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰ­πώ­θη­καν ἀ­πὸ τὴ Βέ­τα σὲ ἕ­ναν φι­λιπ­πι­κό, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ὁ­ποί­ου ἄ­κου­σε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ ἀ­κου­στι­κὸ πά­νω στὸ πα­ρα­κεί­με­νο μπου­φε­δά­κι, ἐ­νο­χλη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πρέ­πεια ποὺ ἀ­νέ­δι­δαν ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ χροι­ὰ τῆς φω­νῆς. Κα­τό­πιν ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη.

        Καὶ τί νὰ πεῖ; Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ του ἔ­βλε­πε, ἔ­κρι­νε τὰ γε­γο­νό­τα καὶ ἔ­πρατ­τε ἀ­να­λό­γως. Ἂς ἔ­βρα­ζαν στὸ ζου­μί τους καὶ ἡ Βέ­τα καὶ ὁ Βα­σί­λης καὶ ὅ­ποι­ος ἄλ­λος κε­ρα­τὰς ἤ­θε­λε. Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὸν ἑ­αυ­τὸ του τὰ εἶ­χε τώ­ρα δὰ κα­λά. Πο­λὺ κα­λὰ μά­λι­στα. Κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ πο­τέ! Κι ἄ­φη­σε ἀ­χα­λί­νω­τη τὴ φαν­τα­σί­α του μὲ τόλ­μη νὰ συμ­πλη­ρώ­νει τὰ ἤ­δη τολ­μη­ρὰ συμ­βε­βη­κό­τα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν.

        Για­τί ἤ­τα­νε δε­κα­τρεῖς μέ­ρες, γλυ­κὰ με­τρη­μέ­νες, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης, ἀ­να­θαρ­ρεύ­ον­τας μπρο­στὰ στὸ ἴ­σως καὶ αὐ­θόρ­μη­το, μὰ σί­γου­ρα ἀ­πα­στρά­πτον χα­μό­γε­λο ποὺ ἀ­νέ­τει­λε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θη­ρι­ῶ­δες καὶ φω­τα­γω­γη­μέ­νο ψυ­γεῖ­ο τῶν τυ­ρι­ῶν τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ στὸ πρό­σω­πο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης καὶ καλ­λί­γραμ­μης Βουλ­γά­ρας, ποὺ τοῦ ἔ­κο­βε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὴν ἕ­βδο­μη ἀ­πὸ τὶς δέ­κα φέ­τες τῆς βρα­στῆς γα­λο­πού­λας ποὺ τῆς εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, τῆς πρό­τει­νε με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου, καὶ παίρ­νον­τας ὅ­λα τὰ ρί­σκα μιᾶς πι­θα­νό­τα­της ἀ­πόρ­ρι­ψης καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σης, νὰ βγοῦ­νε γιὰ δεῖ­πνο, κι ἐ­κεί­νη δέ­χτη­κε, χα­ρί­ζον­τάς του ἕ­να ἀ­κό­μη χα­μό­γε­λο, σὺν ἕ­να μι­κρὸ γε­λά­κι, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­τός του με­του­σι­ώ­θη­καν σὲ ἀ­πρό­σμε­νο σὸκ στιγ­μια­ίας εὐ­δαι­μο­νί­ας.

        Ἔ­κτο­τε βγῆ­καν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις φο­ρές. Πή­γαι­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του συ­νή­θως σὲ κά­ποι­ο ἑ­στι­α­τό­ριο (ἄλ­λο κά­θε φο­ρά) καὶ τρώ­γα­νε ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ κα­θό­λου κα­λὰ συγ­κα­λυμ­μέ­να ἐ­πι­κρι­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῆς ὑ­πό­λοι­πης πε­λα­τεί­ας. Πί­να­νε ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο κρα­σί. Τὴ σέρ­βι­ρε καὶ τὴν πε­ρι­ποι­ό­τα­νε ὅ­πως ἁρ­μό­ζει σὲ ἕ­ναν εὐ­γε­νὴ ποὺ συ­νο­δεύ­ει μιὰ κυ­ρί­α. Μί­λα­γαν λί­γο καὶ γε­λού­σα­νε πο­λύ. Εἶ­χε χι­οῦ­μορ κο­φτε­ρὸ καὶ πρω­τό­τυ­πο ὁ κύ­ριος Τά­κης. Κι ὅ­ταν τὸ ἀ­στεῖ­ο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ πε­τυ­χη­μέ­να, ἐ­κεί­νη γέ­λα­γε πο­λύ, τοῦ ’­πια­νε καὶ τοῦ ’­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι, μὰ αὐ­τὸ δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Στὸ γυ­ρι­σμὸ τὴν πή­γαι­νε ὣς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της, κι ἐ­κεῖ, πρὶν χω­ρί­σουν, τοῦ ἔ­δι­νε ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸ μά­γου­λο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε «ἀν­τί­ο», προ­φέ­ρον­τάς το μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἔ­βρι­σκε ἀ­κα­τα­μά­χη­το καὶ ἀ­φρο­δι­σια­κό.

        Αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Μὰ ἡ φαν­τα­σί­α του τὸ συμ­πλή­ρω­νε μὲ δρά­σεις καὶ πρά­ξεις θαρ­ρε­τές, νε­α­νί­ζου­σες καὶ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες, ποὺ ὅ­μως σκόν­τα­φταν, ἀ­κό­μα καὶ σὲ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τῆς φαν­τα­σί­ας του, στὴν ἐ­γω­πα­θῆ καὶ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὴ σκλη­ρό­τη­τα τῶν συγ­γε­νῶν καὶ στὴν ἀ­πα­ξι­ω­τι­κὴ πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴν το­πι­κὴ κοι­νό­τη­τα, καὶ τό­τε κα­τά­στρω­νε σχέ­δια πο­λε­μι­κὰ καὶ τὸν κα­τα­κυ­ρί­ευ­ε ὁ με­γά­λος ἔν­δο­ξος θυ­μός, μὲ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες του νὰ βρον­τοῦν καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ προ­σώ­που του νὰ γί­νε­ται, περ­νών­τας στα­δια­κὰ ἀ­πὸ πλῆ­θος ἀ­πο­χρώ­σε­ων τοῦ ἐ­ρυ­θροῦ, τε­λι­κὰ με­λι­τζα­νί.

        Τό ’­πα­θε ποὺ λέ­τε τὸ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα τὸ ξα­νά­πα­θε χει­ρό­τε­ρα, καὶ κα­τέ­λη­ξε ὁ κύ­ριος Τά­κης ἀ­νήμ­πο­ρος στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, μὲ χα­κὶ ζα­κέ­τα στοὺς ὤ­μους, μπὲζ-κα­ρὸ κου­βερ­τού­λα στὰ πό­δια καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, ἀ­κί­νη­το κι ἀ­κό­μη θυ­μω­μέ­νο. Λε­φτὰ δὲν λυ­πή­θη­καν οἱ συγ­γε­νεῖς. Τοῦ προσ­λά­βα­νε μιὰ Πο­λω­νέ­ζα νό­στι­μη (τυ­χαί­α νό­στι­μη ἤ, ἄ­ρα­γε, ἀ­πὸ τύ­ψεις;) νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται ὁ­λη­με­ρίς. Σὰν μω­ρὸ τὸν εἶ­χε.

        Οἱ συν­το­πί­τες του ὅ­λο συμ­πά­θεια στα­μα­τοῦν τὸν Βα­σί­λη στὸ δρό­μο καὶ ρω­τοῦν: «Τί κά­νει ὁ κύ­ριος Τά­κης;». Κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­παν­τᾶ: «Τί νὰ κά­νει;».

        Ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­πι­βι­ώ­νει καρ­τε­ρι­κὰ καὶ ἄ­χρο­να, καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­σύ­στο­λα μὲ τὰ μά­τια του ἀ­νοι­χτὰ ἢ κλει­στά (τὸ ἴ­διο κά­νει). Καὶ τὸ βρά­δυ βρά­δυ, αὐ­τὸ μᾶλ­λον στ’ ἀ­λή­θεια τοῦ συμ­βαί­νει, μὰ δὲν εἶ­ναι καὶ ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος… ἡ κο­πε­λιὰ τοῦ φτιά­χνει τὴ μπὲζ-κα­ρὸ κου­βέρ­τα, τὸν φι­λά­ει στὰ χεί­λη ἀ­κουμπών­τας τα ἀ­νε­παί­σθη­τα καὶ τρυ­φε­ρά, καὶ τοῦ ψι­θυ­ρί­ζει: «ἀν­τί­ο».



Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­τη­ς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Δι­ή­γη­μα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).


 

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Βρο­χὴ στοὺς χει­μῶ­νες τοῦ Μί­σιγ­καν


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán)

 

Βρο­χὴ στοὺς χει­μῶ­νες τοῦ Μί­σιγ­καν

(Lluvia en los inviernos de Michigan)


 ΛΕΡΟΪ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι του στὶς ἕ­ξι τὸ πρω­ῒ τοῦ Σαβ­βά­του, ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια καὶ μπῆ­κε στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸν θό­ρυ­βο. Στὸ δω­μά­τιό του, ἡ γυ­ναί­κα του κοι­μό­ταν βα­θιά· στὸ πλά­ι της, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τάς την, δι­έ­κρι­νε ἕ­ναν ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ὄγ­κο. Πε­ρί­με­νε κρα­τών­τας τὴν ἀ­να­πνο­ὴ καί, μό­λις τὸ φῶς τῆς μέ­ρας ἄρ­χι­σε νὰ τὸν βο­η­θᾶ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος ποὺ ἀγ­κά­λια­ζε τὴν γυ­ναί­κα του ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­δρας. Πλή­ρης δι­σταγ­μῶν, ἔ­πε­σε στὸ κρεβ­βά­τι δί­πλα τους, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἀ­πό­το­μες κι­νή­σεις ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ τοὺς ξυ­πνή­σουν. Κοι­μή­θη­κε ἄ­βο­λα, κουρ­νι­α­σμέ­νος στὰ σεν­τό­νια, ἀ­κί­νη­τος. Ξύ­πνη­σε στὴ μί­α τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὁ ἄν­δρας δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ καὶ αὐ­τὴ πα­ρέ­με­νε κοι­μι­σμέ­νη. Τί θὰ ἔ­κα­νε; Σκέ­φτη­κε ὅ­τι, μό­λις ξύ­πνα­γε, θὰ τὴν ἐ­πέ­πλητ­τε γιὰ τὴ δι­α­γω­γή της, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι οὔ­τε αὐ­τὸς ἦ­ταν ἐν­τά­ξει, ὅ­τι εἶ­χε ὁρ­κι­στεῖ νὰ γυ­ρί­σει στὶς δώ­δε­κα καὶ τὸ ἔ­κα­νε ἕ­ξι ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ὅ­τι ἂν αὐ­τὸς ἄρ­χι­ζε μὲ τὶς ἐ­πι­πλή­ξεις θὰ ἔ­κα­νε καὶ αὐ­τὴ τὸ ἴ­διο, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ τοὺς ἐ­νέ­πλε­κε σὲ μιὰ πυ­ρε­τώ­δη, ἐ­κρη­κτι­κὴ δι­α­φω­νί­α ποὺ θὰ τοῦ δι­α­τά­ρα­ζε τὴν συ­νή­θη ἠ­ρε­μί­α τοῦ ὑ­πό­λοι­πού του Σαβ­βά­του καί, ἴ­σως καὶ τῆς Κυ­ρια­κῆς.

        Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μὴν πεῖ τί­πο­τα. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κά­νει ἕ­να ντοὺς μὲ νε­ρὸ τό­σο κρύ­ο ὅ­σο ἡ βρο­χὴ στοὺς χει­μῶ­νες τοῦ Μί­σιγ­καν.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των De­sen­cuen­tros (ἐκδ. Pá­gi­nas de E­spu­ma, 2018).

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mesEl PaisTi­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βάσω. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Μαρίνα Παπαγεωργίου: Ἡ πιὸ σημαντικὴ μέρα


Μαρίνα Παπαγεωργίου


Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα


ΡΑΤΟΥΣΕΣ στὸ χε­ρά­κι σου ἕ­να τρα­γα­νὸ κρι­τσί­νι. Ἤ­σουν τεσ­σά­ρων. Δὲν πρό­λα­βες νὰ τὸ βά­λεις στὸ στό­μα, εἶ­χα ἤ­δη ξε­κι­νή­σει τὸ μά­θη­μα.

        «Σή­με­ρα θὰ σοῦ μά­θω πῶς δι­ευ­θύ­νει ὁ μα­έ­στρος τὴν ὀρ­χή­στρα. Κρα­τᾶ ἕ­να κρι­τσί­νι, τρώ­ει λί­γο, τώ­ρα κρα­τᾶ τὸ κρι­τσί­νι μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων, δι­ευ­θύ­νει τοὺς μου­σι­κούς, τρώ­ει λί­γο, δι­ευ­θύ­νει. Νά, ἔ­τσι, ἁ­πα­λά, μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων. Ἔ­τσι μπρά­βο. Κι ὅ­ταν ὁ μα­έ­στρος ρο­κα­νί­σει ὣς κά­τω τὸ κρι­τσί­νι καὶ τὸ κρι­τσί­νι ἔ­χει γί­νει πιὰ πο­λὺ μι­κρό, ἡ ὀρ­χή­στρα τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει πὼς πρέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ τὸ φι­νά­λε.»

        Μὲ ἄ­κου­γες κι ἑ­τοι­μα­ζό­σουν κι ἐ­σύ.

        «Τὴν κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή, ὁ μα­έ­στρος κά­νει μιὰ χα­ψιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μα­τά­κι κρι­τσί­νι. Πνευ­στά, κρου­στὰ καὶ ἔγ­χορ­δα παί­ζουν σὰν τρε­λὰ κι ὁ μα­έ­στρος, χορ­τα­σμέ­νος, ἁ­πλώ­νει τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ δε­χτοῦν, ὅ­λοι μα­ζί, τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα!»

        Μὲ μπου­κω­μέ­νο τὸ στό­μα, χει­ρο­κρό­τη­σες μα­ζί μου καὶ γέ­μι­σε τὸ τρα­πέ­ζι ψί­χου­λα. Θρι­αμ­βευ­τι­κὸ φι­νά­λε. Μπο­ρεῖ νὰ ἤ­σουν μό­νο τεσ­σά­ρων, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε ν’ ἀρ­χί­σεις νὰ μα­θαί­νεις.

        Τώ­ρα ἤ­ξε­ρες πό­ση μου­σι­κὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κρι­τσί­νι. Δὲν ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό; Εἶ­χα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α κόλ­πα καί, παί­ζον­τας μα­ζί μου, θὰ γι­νό­σουν ὁ κα­λύ­τε­ρος μα­έ­στρος. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­π’ τὸν παπ­ποῦ σου. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­πὸ μέ­να.

        Σὲ μπού­χτι­ζα κρι­τσί­νια, τό­νους καὶ ἡ­μι­τό­νια. Κα­μά­ρω­να τὴν ἀν­το­χή σου, εἶ­χες μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ἤ­σουν κα­λός, ἀ­μί­λη­τος, πει­θαρ­χη­μέ­νος. Ὅ­πως εἴ­μα­στε φτι­αγ­μέ­νοι ἐ­μεῖς οἱ μου­σι­κοί.

        Ἴ­σως στὰ τέσ­σε­ρα ἦ­ταν λί­γο νω­ρίς… Ἔ­τσι, ὅ­μως, θὰ τὰ μά­θαι­νες ὅ­λα πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἤ­σουν τό­σο ὑ­πά­κου­ο παι­δί. Κι ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε θὰ ἤ­σουν πλέ­ον ἕ­τοι­μος.

        Ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε, τὴν πε­ρι­μέ­να­με χρό­νια. Πρώ­τη φο­ρὰ φο­ροῦ­σες κο­στού­μι· σοῦ τὸ πή­ρα­με, ἡ μα­μὰ κι ἐ­γώ, εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Ἔ­νι­ω­θες λί­γο ἄ­βο­λα μέ­σα στὸ σα­κά­κι, τὸ ἔ­βλε­πα, ἡ μέ­ρα ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ ση­μαν­τι­κή. Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ ὅ­λες. Κι ἤ­μα­σταν πλέ­ον ἕ­τοι­μοι.

        Πά­τη­σες βά­ναυ­σα τὸ Ντό, δέ­κα, εἴ­κο­σι φο­ρές. Καὶ με­τά, μὲ τὸ δεί­κτη, ἄρ­χι­σες νὰ χτυ­πᾶς τὸ Σὶ ἀ­στα­μά­τη­τα, μὲ τὸ βλέμ­μα πά­νω μου, σὰ νὰ μὲ σφυ­ρο­κο­ποῦ­σες! Τὰ μέ­λη τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ κοι­τοῦ­σαν μὲ τρό­μο, ἐ­σὺ ὅ­μως κοι­τοῦ­σες μό­νο ἐ­μέ­να, τι­μω­ρη­τι­κά· σὰν νὰ ἤ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων.

        Ἡ κα­κο­φω­νί­α σου ἦ­ταν ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη τέ­λεια. Τὰ δά­χτυ­λά σου πα­τοῦ­σαν βάρ­βα­ρα ὅ­λα τὰ μαῦ­ρα ταυ­τό­χρο­να· ἔ­παι­ζες τυ­φλά, οὔ­τε μιὰ στιγ­μὴ δὲν κοί­τα­ξες τὰ πλῆ­κτρα, εἶ­χες τὸ κε­φά­λι σου στραμ­μέ­νο σ’ ἐ­μέ­να, στὴν πρώ­τη σει­ρά, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω μου· καὶ τὸ πό­δι σου πί­ε­ζε τὸ πεν­τάλ, βί­αι­α καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­να.

        Ση­κώ­θη­κες ἀ­πὸ τὸ πιά­νο καί, χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζεις πιά, ἀ­πο­χώ­ρη­σες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­να Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔχει ἐκδοθεῖ μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Γλυ­κιὰ Πε­νι­κι­λί­νη (Ἰ­ωλ­κός), ἐ­νῶ δι­η­γή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.



		

	

Ἀργύρης Ἑφταλιώτης: Κρυφὴ ἀγάπη


Ἀρ­γύ­ρης Ἑ­φτα­λι­ώ­της


Κρυφὴ ἀγάπη


ΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, για­τρέ, πὼς κά­πο­τε στὴν ἀρ­ρώ­στι’ ἀ­πά­νω ὁ ἄρ­ρω­στος πα­ρα­λα­λεῖ, καὶ πα­ρα­λα­λών­τας λέ­ει καὶ τὴν ἀ­λή­θεια;

        — Νὰ σοῦ πῶ: Σ’ αὐ­τὸ τὸ χω­ριὸ —λέ­ω τοῦ φί­λου μου— συ­χνό­τε­ρα τὴν ἀ­κοῦς τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στους καὶ τρελ­λούς, πα­ρ’ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ποὺ εἶ­ναι κα­λά. Καὶ νὰ δεῖς τί μοῦ συ­νέ­βη­κε σὲ μιὰ κό­ρη, στὴν πί­σω τὴν ἐ­νο­ριά, εἶ­ναι τώ­ρα κάμ­πο­σος και­ρός.

        Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη ἕ­ξι μέ­ρες. Εἶ­χε μιὰ βρα­διὰ πολ­λὴ θέρ­μη, καὶ τρέ­ξα­νε νὰ μὲ φέ­ρουν. Ἄλ­λος δὲν πα­ρα­στε­κό­ταν πα­ρὰ ἡ μά­να της, γυ­ναί­κα ἥ­συ­χη καὶ λι­γά­κι στε­νο­κέ­φα­λη. Ἔ­κλαι­γε ἡ κα­κό­μοι­ρη καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σω τὴν κό­ρη της. Ἔ­κα­μα ὅ,τι μπό­ρε­σα, ἔ­μει­να καὶ λί­γη ὥ­ρα στὸ σπί­τι νὰ δῶ τὶ δρό­μο θὰ πά­ρει ὁ πυ­ρε­τός. Ἀ­νέ­βη­κα νὰ τὴν ξα­να­δῶ. Ἤ­τα­νε χει­ρό­τε­ρα. Βύ­θος καὶ πα­ρα­λα­λη­τό. Ἀ­πὸ τὰ λό­για της φαί­νουν­ταν πὼς ἔ­βλε­πε λου­λού­δια κι  ἀγ­κά­θια. Ἄγ­γι­ζ’ ἕ­να λου­λού­δι, καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἄ­ξαφ­να τὴν ἀγ­κύ­λω­νε καὶ τ’ ἀγ­κά­θι, κι ἔ­βλε­πες τὸν πό­νο στὸ πρό­σω­πό της. Παι­χνί­δι τῆς φαν­τα­σί­ας της, εἶ­πα μέ­σα μου. Μὰ σ’ ἕ­ν’ ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ποὺ μά­ζευ­ε ὁ πλα­νε­μέ­νος νοῦς της, γύ­ρι­σε κα­θὼς πάν­τα τὸ πρό­σω­πό της κα­τὰ τὴν ἄλ­λη με­ριά, καί, —«μ’ ἀ­γα­πά­ει δὲ μ’ ἀ­γα­πά­ει» μουρ­μού­ρι­ζε χα­μη­λὰ κι ἀ­συ­νάρ­τη­τα, σα­λεύ­ον­τας τὰ δά­χτυ­λά της σὰ νά’ κο­βε τοῦ λου­λου­διοῦ της τὰ πέ­τα­λα.

        Λέ­ω τῆς μά­νας, πᾶ­με κά­τω γιὰ λί­γη ὥ­ρα πά­λι. Πή­γα­με κά­τω, καὶ κά­θι­σε ἡ μά­να κον­τὰ στὸ μαγ­κά­λι νὰ μοῦ ψή­σει κα­φέ. Καὶ ψή­νον­τας τὸν κα­φὲ ἔ­λε­γε καὶ ξα­να­έ­λε­γε γιὰ τὴν κό­ρη της, τί ἄγ­γε­λος ἦ­ταν, τί χρυ­σό κο­ρί­τσι, τί νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο· κι ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια.

        — Μὰ γιὰ πές μου, τὴ ρω­τῶ τό­τες, νὰ μὴν εἶ­χε τί­πο­τις ἀ­γά­πες ἡ κό­ρη σου;

        — Θε­ὸς νὰ φυ­λά­ξει, για­τρέ μου! Δὲν ξέ­ρεις τὶ ἀ­θῶ­ο ποὺ εἶ­ναι τ’ ἀ­κρι­βό μου τὸ Λε­νι­ώ, ὁ Θε­ός νὰ μοῦ τή­νε γλυ­τώ­σει!

        Ἡ μά­να θάρ­ρε­ψε πὼς κο­ρί­τσι γιὰ ν’ ἀ­γα­πή­σει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ξε­τσι­πω­μέ­νο.

        Ἔ­τσι τὴν ἔ­μα­θε τὴν ἀ­γά­πη στὸ σκο­λει­ό της.

        — Γιὰ συλ­λο­γί­σου, τῆς κά­νω, μὴν τύ­χει κι ἔ­χει κα­νέ­να κρυ­φὸ κα­η­μὸ τὸ κο­ρί­τσι, καὶ τὴ γι­α­τρέ­ψου­με εὐ­κο­λώ­τε­ρα.

        — Ἄρ­ρω­στη κα­θώς εἶ­ναι, για­τρέ μου, κάλ­λιο τό ‘χω νὰ τή­νε θά­ψω, πα­ρὰ νὰ τὸ ντρο­πιά­σει τὸ τι­μη­μέ­νο μας τ’ ὄ­νο­μα.

        Εἶ­δα πὼς τὰ λό­για μου ἤ­τα­νε χα­μέ­να, ἤ­πια τὸν κα­φέ, ξα­να­κοί­τα­ξα τὴν ἄρ­ρω­στη, δι­ό­ρι­σα γι­α­τρι­κὸ γιὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­φυ­γα.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες πέ­θα­νε ἡ μι­κρή. Δὲ λέ­ω πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἀρ­ρώ­στια, μὰ τὰ νεῦ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν ἕ­να χά­λι ποὺ λί­γη χα­ρά, λί­γο ἀ­ναγ­κά­λι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σει.

        Πῆ­γα στὸ λεί­ψα­νο, για­τὶ τὸ πό­νε­σα τὸ κα­κό­μοι­ρο. Ρά­γι­ζε ἡ καρ­διά μου νὰ βλέ­πω τὴ μά­να του νὰ ξε­σκί­ζε­ται ἀ­πά­νω στὸ κα­τα­στό­λι­στο ἐ­κεῖ­νο κορ­μί, ποὺ ἄλ­λο τῆς ζω­ῆς δὲν τοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἥ­συ­χο.

        Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ριοῦ ποὺ μᾶς προ­σκα­λεῖ τὸ στερ­νὸ τὸ φι­λί. Μό­λις χω­ρί­σα­νε τὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη μά­να ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρα­μέ­νο πρό­σω­πο, καὶ σι­μώ­νει ἕ­να παι­δί, ὣς δε­κο­χτὼ χρο­νῶ νὰ δώ­σει κι αὐ­τὸς τὸ στερ­νό του φί­λη­μα. Ἦ­ταν τῆς γει­το­νιᾶς, γνώ­ρι­ζε τὸ σπί­τι τους, θαρ­ρῶ καὶ στὸ σκο­λει­ὸ μα­ζὶ πή­γαι­ναν. Κα­θό­λου λοι­πὸν πα­ρά­ξε­νο ποὺ σί­μω­νε κι αὐ­τὸς μὲ βρεμ­μέ­να μά­τια! Σή­κω­σαν τὸ λεί­ψα­νο, τό’ θα­ψαν, ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος, ἔ­κα­μα νὰ φύ­γω καὶ γώ. Μὰ ἀν­τὶς νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη τὴ θύ­ρα, ξε­κί­νη­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ πορ­τὶ τοῦ ἀ­πά­νω δρό­μου, γιὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­γο­ρά. Ἔ­κα­μα λοι­πὸν γύ­ρω πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σιά. Ἐ­κεῖ, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Βῆ­μα, σὲ μιὰ κό­χη μο­να­χι­κή, ποι­ό­να νὰ δῶ, πα­ρὰ τὸ ἴ­διο τὸ παι­δὶ ποὺ φί­λη­σε τὸ λεί­ψα­νο τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­κλαι­γε τὰ πύ­ρι­νά του ὁ δύ­στυ­χος. Συλ­λο­γί­στη­κα μιὰ στιγ­μὴ νὰ τοῦ μι­λή­σω καὶ νὰ τοῦ πῶ τὸ τί ἔ­λε­γε ἡ Λε­νι­ώ του ἀ­πά­νω στὸν πυ­ρε­τό της. Μὰ δὲ βά­στα­ξε ἡ καρ­διά μου. Εἶ­πα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ γεν­νή­θη­κε κρυ­φή, κρυ­φὴ πρέ­πει καὶ νὰ πο­θά­νει.



Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Νη­σι­ώ­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες, Εἰ­δι­κή ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα, Ἀ­θή­να, 2009, Α’ ἔ­κ­δο­­ση 1896.

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της (Μόλυβος Μυτι­λή­νης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλ­λί­ας 1923). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλίο: Νη­σιώ­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες (1894, δι­η­γή­μα­τα).


Πασχάλης Κατσίκας: Ποῦ κοιμοῦνται τὰ χελιδόνια τὸν χειμώνα;


Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας


Ποῦ κοι­μοῦν­ται τὰ χε­λι­δό­νια τὸν χει­μώ­να;


ΑΝ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟΡΕΒΙΘΟΥΛΗ ἐ­πὶ πε­νήν­τα χρό­νια χα­νό­ταν στὴν ἐρ­γα­σια­κὴ ζούγ­κλα γιὰ τὸ με­ρο­κά­μα­το. Μὲ τὸ πρῶ­το σού­ρου­πο ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὰ βό­τσα­λα γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ παι­διά. Αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α ποὺ ἦ­ταν συν­τα­ξι­οῦ­χος, τὰ βό­τσα­λα με­τα­τρά­πη­καν σὲ ψί­χου­λα. Τὰ δρο­μο­λό­για γιὰ τὸν ἄρ­το τὸν ἐ­πι­ού­σιο σι­γὰ-σι­γὰ πε­ρι­ο­ρί­στη­καν ὣς τὸν φοῦρ­νο τῆς γει­το­νιᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ μάν­τρα τοῦ πα­λιοῦ μαρ­μα­ρά­δι­κου.

        Κρα­τοῦ­σε με­τὰ βί­ας τὴ σα­κού­λα μὲ τὸ ἀ­χνι­στὸ ψω­μί. Ἡ φου­κα­ριά­ρα ἡ φουρ­νά­ρισ­σα ἔ­βα­λε στὸν πά­το της, γιὰ νὰ μὴν λι­ώ­σει, ἕ­να πα­λιὸ φύλ­λο το­πι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας μὲ τὸν πη­χυα­ῖο τί­τλο: «Ἀ­να­βί­ω­σαν τὰ χε­λι­δο­νί­σμα­τα στὸ 10ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Κο­μο­τη­νής». Ἔ­νι­ω­θε σή­με­ρα, πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πα­να­γιᾶς, πὼς τὰ που­λιὰ ἔ­φα­γαν τὰ ψί­χου­λα. Ἡ σύ­ζυ­γος χρό­νια τώ­ρα τὸν εἶ­χε ἀ­φή­σει μό­νο, ἐ­νῶ τὰ παι­διὰ καὶ τὰ ἐγ­γό­νια ἔ­χτι­σαν τὶς δι­κές τους φω­λι­ές. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν λά­βρο αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἥ­λιο στὸ μυα­λό του τρι­βέ­λι­ζε ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ τοῦ ἔ­κα­νε κα­θη­με­ρι­νὰ ὁ γιός του τὰ φθι­νο­πω­ρι­νὰ πρω­ι­νὰ ὅ­ταν τὸν πή­γαι­νε στὴν πρώ­τη τά­ξη τοῦ ἴ­διου σχο­λεί­ου: «Μπαμ­πά, ποῦ κοι­μοῦν­ται τὰ χε­λι­δό­νια τὸν χει­μώ­να;»

        Τὸ γε­ρον­τά­κι κοί­τα­ξε τὸ που­κά­μι­σο τοῦ τζί­τζι­κα ποὺ ἔ­μει­νε πά­νω στὴ μάν­τρα. Ὁ ἴ­σκιος ἀ­πὸ τὸ κορ­μί του σὰν ἄ­η­χη φλο­γέ­ρα ἔ­πε­φτε κλη­ρο­νο­μιὰ στὸ χῶ­μα. Σφά­λι­σε τὰ μά­τια κι ὀ­νει­ρεύ­τη­κε μιὰ τε­λευ­ταία φο­ρὰ τὰ ὀρ­γι­σμέ­να του νιά­τα, οἱ πυ­ρό­ξαν­θες κορ­φές τους δέν­τρα γί­νη­καν ν’ ἀ­νε­μί­σουν τὸ σού­ρου­πο. Πά­νω του ἔ­πε­σε σὰν λά­βα καὶ ἡ θύ­μη­ση τῆς μα­τιᾶς ἑ­νὸς θη­λυ­κοῦ ζαρ­κα­διοῦ, μή­πως φου­σκώ­σουν μέ­σα του πο­τά­μι τὰ λι­ω­μέ­να χι­ό­νια.

        Φεῦ! Χε­λι­δό­νι ἦ­ταν πιὰ στὰ σύρ­μα­τα, ἕ­τοι­μο νὰ ἀ­πο­δη­μή­σει ἀν­τί­κρυ τρα­γου­δών­τας. Ἡ οὐ­ρὰ ψα­λί­δι­ζε μό­νο τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­φοῦ μέλ­λον δὲν εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει μὲ τὸ ράμ­φος. Ἄ­νοι­ξε τὰ φτε­ρὰ κι ὁ βα­ρὺς σταυ­ρὸς ἔ­πε­σε στὰ λευ­κὰ μάρ­μα­ρα, στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τῆς μάν­τρας. Σι­ω­πη­λὰ ἀρ­χί­νη­σε νὰ τὸν πε­λε­κά­ει ὁ μαρ­μα­ράς, γιὰ νὰ τὸν καρ­φώ­σει με­τὰ ἀ­πὸ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες στὸ κοι­μη­τή­ρι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας (Reutlingen τῆς Γερ­μα­νί­ας, 1971), ζεῖ στὴν Κο­μο­τη­νὴ ἀ­πὸ τὸ 1977. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης καὶ εἶ­ναι συν­τά­κτης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἐ­ξι­τή­ριον. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Πα­ρα­τη­ρη­τής τῆς Θρά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Τε­ταρ­τη­μό­ρια (ἐκδ. Πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῆς Θρά­κης, 2019), Ρε­τά­λια (ἐκδ. Γρά­φη­μα, 2020), Τὸ κοι­μώ­με­νο τσίρ­κο (Ἐ­ξι­τή­ριον, free e-book, 2021).