Νόρα Νατζαριάν: Ὁ ταχυδακτυλουργός


Νό­ρα Να­τζα­ριάν


Ὁ Τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός


ΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ποὺ τὸν εἶ­δα στὸν κῆ­πο του, ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες καὶ ἔ­σκα­βε μὲ τὰ χέ­ρια του τὸ χῶ­μα, τὴν πη­χτὴ λά­σπη. Λὲς καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο ποὺ εἶ­χε χά­σει.

        Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γός μου, σκέ­φτη­κα, κι ἂν ὁ κό­σμος ἦ­ταν τε­λι­κὰ δί­και­ος, ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ τρα­βοῦ­σε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα τὴν ἴ­δια του τὴ ζω­ὴ σὲ σχῆ­μα ἑ­νὸς κα­τά­λευ­κου λα­γοῦ. Τὸ δῶ­ρο ἑ­νὸς γεν­ναι­ό­δω­ρου Θε­οῦ, μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α, μιὰ πα­ρά­τα­ση. Καὶ θὰ τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα, ὅ­πως τὸν χει­ρο­κρο­τοῦ­σα μι­κρού­λα, ὅ­ταν στὰ γε­νέ­θλια μου ἔ­βγα­ζε κέρ­μα­τα ἀ­π’ τὴ μύ­τη του, λου­λού­δια πλα­στι­κὰ ἀ­π’ τὶς τσέ­πες του καὶ γέ­λια τραν­τα­χτὰ ἀ­π’­τὸ που­θε­νά.

        Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μιὰ φο­ρὰ μό­νο πα­ρα­μί­λη­σε στὸν ὕ­πνο του καὶ προ­σπά­θη­σε ν’ ­ἀ­να­ση­κω­θεῖ. «Ὁ κῆ­πος», μουρ­μού­ρι­σε σὰν στρι­φο­γύ­ρι­ζε. Ξα­νὰ καὶ ξα­νά. «Ὁ κῆ­πος. Ρέ­να, φτιά­ξε τὴ βα­λί­τσα μου. Θὰ φύ­γω σύν­το­μα γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου».

***

Ὁ ἄν­τρας δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο καὶ περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα γορ­γὸ κα­τὰ τὸ μῆ­κος τῆς λί­μνης Κό­μο. Ἐ­δῶ στὸ μι­κρὸ Μπε­λά­τζιο, ὅ­που ἔ­φθα­σε μό­λις ψὲς τὸ βρά­δυ, ρου­φά­ει ἀ­χόρ­τα­γα τὴ γλυ­κιὰ μυ­ρω­διὰ τῆς ἄ­νοι­ξης, τὸ ἄ­ρω­μα τῆς φρέ­σκιας ζω­ῆς. Αὐ­τὲς οἱ μυ­ρω­δι­ὲς τοῦ φέρ­νουν στὸ νοῦ κά­ποι­ες ἄλ­λες ἐ­πο­χές, μιὰ ἄλ­λη ὕ­παρ­ξη. Ἀ­γναν­τεύ­ει τὴ μα­γευ­τι­κή, γα­λή­νια λί­μνη καὶ τὸ βλέμ­μα του πέ­φτει στὸ βά­θος τοῦ ὑ­πέ­ρο­χου αὐ­τοῦ το­πί­ου, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­ψώ­νον­ται οἱ Ἄλ­πεις. Ὑ­πάρ­χω, σκέ­φτε­ται, καὶ ὑ­πῆρ­χα, κά­πο­τε, κά­που ἀλ­λοῦ. Αὐ­τὸς εἶ­ναι τώ­ρα ὁ κό­σμος μου κι ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὸς ὁ κό­σμος. Παν­τοῦ ὁ­λό­γυ­ρα, ἡ λί­μνη ἀν­τα­να­κλᾶ τὰ βου­νά. Εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε μέ­χρι στιγ­μῆς σ’­αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι. Ὄ­χι, ὄ­χι…, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη λί­μνη ποὺ εἶ­δε πο­τὲ στὴ ζω­ή του, μιὰ λί­μνη ὅ­πως λέ­με «ὄ­νει­ρο». «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;­» Χα­μο­γε­λά­ει. Ἡ ἀ­πε­ραν­το­σύ­νη τοῦ ὁ­λο­γά­λα­νου οὐ­ρα­νοῦ τοῦ δί­νει πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν αἴ­σθη­ση.

        Σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὴ ἔ­παυ­λη κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ ψη­λό­λι­γνα κυ­πα­ρίσ­σια, ἀ­πό­ψε, μπρο­στὰ σ’ ἕ­να με­γά­λο κοι­νό, ὁ ἄν­τρας θὰ κά­νει ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο θέ­α­μα τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ας. Μέ­σα ἀ­πὸ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις ὁ ἄν­τρας θὰ ὁ­δη­γή­σει τὸ κοι­νό του στὸν κό­σμο τῶν ψευ­δαι­σθή­σε­ων. Αἰ­ω­ρή­σεις, ἐμ­φα­νί­σεις, ἐ­ξα­φα­νί­σεις, ἀ­πί­στευ­τες ὀ­φθαλ­μα­πά­τες θὰ τοὺς μα­γέ­ψουν καὶ θὰ τοὺς ἐν­θου­σιά­σουν ὅ­λους. Δυ­να­τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα θὰ ἀ­πο­θε­ώ­σουν τὸν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γὸ μέ­χρι ποὺ θὰ φτά­σει ἡ στιγ­μὴ τῆς ἀ­λή­θειας.

        Καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου θὰ κα­θα­ρί­σει τὸ λα­ρύγ­γι του καὶ θὰ πεῖ: «Κυ­ρί­ες καὶ Κύ­ριοι, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ. Θὰ­ ’­θε­λα μο­νά­χα νὰ προ­σθέ­σω κά­τι. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος μί­α ὀ­φθαλ­μα­πά­τη. Αὐ­τὸς ποὺ βλέ­πε­τε δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ποὺ νο­μί­ζε­τε. Ἡ ζω­ή μας, φί­λοι καὶ φί­λες, εἶ­ναι ἕ­να με­γά­λο ψέ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν ὅ­λοι θὰ σᾶς κλαῖ­νε στὴν κη­δεί­α σας, σκυ­φτοί, χλω­μοὶ καὶ μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι, ἐ­σεῖς θὰ ἔ­χε­τε ἤ­δη πε­ρά­σει σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση, σὲ μιὰ ἄλ­λη, θαυ­μά­σια ὕ­παρ­ξη, ὅ­που δὲ θὰ σᾶς ἀ­να­γνω­ρί­σει κα­νεὶς πιά. Αὐ­τοὶ ποὺ σᾶς ἔ­χα­σαν θὰ σᾶς ψά­χνουν ἀ­πε­γνω­σμέ­να, μά­ται­α, ἐ­νῶ ἐ­σεῖς θὰ ζεῖ­τε εὐ­τυ­χι­σμέ­να κά­που ἀλ­λοῦ. Μέ­χρι τό­τε, ἀ­γα­πη­τοί μου, θὰ ἔ­χε­τε πιὰ κα­τα­λά­βει τὸ κόλ­πο μὲ τὸν τε­μα­χι­σμὸ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς.»

***

— Ρέ­να, φτιά­ξε μου τὴ βα­λί­τσα. Θὰ φύ­γω γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι. Καὶ ποῦ ’­σαι, μὴ ξε­χά­σεις τὸ σμό­κιν μου, τὰ ἄ­σπρα μου τὰ γάν­τια καὶ τὸ ἡ­μί­ψη­λό μου. Ἀ­πό­ψε θὰ πι­ῶ κρα­σὶ κόκ­κι­νο μέ­χρι νὰ με­θύ­σω.

        — Μὰ τί λὲς τώ­ρα πα­τέ­ρα; Ποι­ά βα­λί­τσα; Ποι­ό σμό­κιν;

        — Ξέ­ρεις πο­λὺ κα­λὰ τί λέ­ω. Εἶ­σαι ἡ μό­νη ἐ­δῶ μέ­σα ποὺ μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ κλαῖ­νε καὶ θὰ μὲ πεν­θοῦν αὔ­ριο, με­θαύ­ριο, τοῦ χρό­νου καὶ γιὰ πάν­τα. Ἐ­σὺ κο­ρί­τσι μου θὰ ξέ­ρεις, ἔ; Ἔ­τσι εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νος ὁ κό­σμος. Εἶ­ναι τὸ ἀ­νε­ξή­γη­το τῆς ζω­ῆς ποὺ τὴν κά­νει τό­σο ὄ­μορ­φη, τό­σο μα­γι­κή… Χά­νεις, κερ­δί­ζεις, ζεῖς, πε­θαί­νεις …

        — Ὁ για­τρὸς εἶ­πε νὰ μήν…

        — Ὁ για­τρὸς νὰ πά­ει στὸν δι­ά­βο­λο… Καὶ δὲς τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ κόλ­πο μὲ τὸ κρα­σὶ ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται… Ἕ­να πο­τή­ρι με­τὰ ἀ­π’ τὸ ἄλ­λο, καὶ τὰ βλέ­πεις ὅ­λα δι­α­φο­ρε­τι­κά. Τὴ νύ­χτα ὅ­λα γί­νον­ται ἕ­να, ὁ οὐ­ρα­νὸς καὶ ἡ γῆ δὲν ξε­χω­ρί­ζουν πιά.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο. Πα­ρό­λο ποὺ δὲ βλέ­πει τί­πο­τα, μὰ ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, μέ­σα στὸ ἀ­πέ­ραν­το σκο­τά­δι, περ­πα­τά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τὰ σὰν τυ­φλός, κρα­τών­τας σφι­χτὰ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι τὴν μι­κρή του βα­λί­τσα. Δὲ σκον­τά­φτει οὔ­τε μί­α φο­ρά. Καὶ μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τὴ ἡ­συ­χί­α, μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη μα­γεί­α τῆς νύ­χτας, κά­θε­ται γιὰ λί­γο κά­τω στὸ χῶ­μα. Τό­τε τὸν κυ­ρι­εύ­ει ξαφ­νι­κά τὸ ἀ­πε­ρί­γρα­πτο συ­ναί­σθη­μα ὅ­τι τὸ σῶ­μα του ἀ­δειά­ζει σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­πὸ αἷ­μα. Ὅ­τι τὸ αἷ­μα ποὺ κυ­λά­ει στὶς φλέ­βες του τὸ ρου­φᾶ­νε οἱ ρί­ζες τῶν δέν­τρων ποὺ φύ­τε­ψε πρὶν χρό­νια. Κι ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νό­ρα Να­τζα­ριά­ν (Λε­με­σός). Σπού­δα­σε ξένες γλῶσσες καὶ γλωσσολογία στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Μάντζεστερ στὴν Ἀγ­γλί­α. Στὰ ἔρ­γα της δι­α­πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὸ Κυ­πρια­κὸ πρό­βλη­μα καὶ τὴν ἀρ­μέ­νι­κη κα­τα­γω­γή της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κο­ρί­τσι, Λύ­κος, Ὀ­στά (διηγήματα, 2011). Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.


Advertisements

Θεοδόσης Κοντάκης: Θεσσαλονίκη


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Θεσ­σα­λο­νί­κη


ΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΪ, δε­μέ­να ὅ­λα τὰ κα­ρά­βια στὸ λι­μά­νι. Κα­τα­χνιὰ ἔ­χει σκε­πά­σει τὴν ἀ­πο­βά­θρα, τὸ νε­ρό, τὰ φῶ­τα ποὺ ἀ­κό­μα μέ­νουν ἀ­ναμ­μέ­να. Ἕ­νας κόμ­πος σὰν νὰ μὲ δέ­νει ἀ­π’ τὸ στῆ­θος καὶ νὰ φτά­νει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κόλ­που, ποὺ εἶ­ναι τώ­ρα ἀ­ό­ρα­τη.

       Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ φυ­σι­κή μου πα­τρί­δα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ και­ρό, του­λά­χι­στον στὰ ὥ­ρι­μα χρό­νια μου. Κι ὅ­μως, οἱ λι­γο­στοὶ γνω­στοί μου ντό­πιοι ποὺ ἀ­κό­μα ζοῦν, κά­νουν φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ μὲ πεί­σουν πὼς εἶ­ναι μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, χα­ρού­με­νη πό­λη. Μὰ ποι­ά εἶ­ναι λοι­πὸν ἡ πό­λη ποὺ κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­π’ τὴν προ­κυ­μαί­α; Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ μό­λις δι­α­κρί­νον­ται θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νες σὲ κά­θε τό­πο, ξέ­νο γιὰ μέ­να.

        Ἄρ­χι­σα ν’ ἀ­νε­βαί­νω, ἀ­συ­ναί­σθη­τα σχε­δόν, κά­θε­τα πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α: μᾶλ­λον ἔ­νι­ω­θα πὼς ἀ­πὸ δῶ θά ’­βλε­πα κα­λύ­τε­ρα – τί ὅ­μως; Ἀ­πὸ δῶ δι­α­κρί­νε­ται, μὲς στὴ θο­λού­ρα, ὁ τροῦ­λος τοῦ να­οῦ τοῦ Πο­λι­ού­χου. Καὶ νά: ἡ ὁ­μί­χλη σι­γὰ-σι­γὰ δι­α­λύ­ε­ται – τὸ σκη­νι­κὸ ἀλ­λά­ζει, λὲς κι ἔ­χω μπεῖ σὲ ὄ­νει­ρο: μι­κρὰ σπι­τά­κια πῆ­ραν τὴ θέ­ση τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, οἱ δρό­μοι χω­μά­τι­νοι καὶ στε­νοί. Τὴ θέ­ση τῆς βο­ῆς τῶν μη­χα­νο­κί­νη­των πῆ­ρε μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ἰα­χή, πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων μα­ζί, ποὺ ἀ­κού­γε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­θα­ρά, πιὸ δυ­να­τὰ καὶ μὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἐν­θου­σια­σμό. Σὰν μυρ­μήγ­κια δι­α­κρί­νω τὸ πλῆ­θος ποὺ μα­ζεύ­ε­ται γιὰ κά­τι ποὺ μοιά­ζει ση­μαν­τι­κό. Ἄ­γνω­στες μου­σι­κὲς καὶ συν­θή­μα­τα φτά­νουν στ’ αὐ­τιά.

        Καὶ ἰ­δού! Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, ὑ­πο­θέ­τω ἀ­πὸ ὅ­σο ἀ­νέ­τρε­ξα ἀρ­γό­τε­ρα πὼς εἶ­ναι ὁ Βα­σί­λει­ος, αὐ­τὸς ποὺ με­τέ­πει­τα ἀ­πο­κλή­θη­κε «Βουλ­γα­ρο­κτό­νος», ὅ­μως ἀ­κό­μα δὲν ἦ­ταν· μό­νο πού, ἀ­πὸ δῶ ἀ­κρι­βῶς ξε­κι­νά­ει, καὶ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐ­πι­χεί­ρη­ση τῆς ζω­ῆς του: μιὰ κου­κί­δα κι αὐ­τός, στὸ βά­θος τοῦ χρό­νου, λάμ­πει ὅ­μως ἀ­π’ τὸ χρυ­σὸ τῆς πα­ρου­σί­ας του, τῆς συ­νο­δεί­ας του, κα­βά­λα στὸ —πε­ρή­φα­νο ὑ­πο­θέ­τω— ἄ­λο­γό του. Μπρο­στὰ με­γα­λό­πρε­πος ὁ σταυ­ρός, ἡ εἰ­κό­να: μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρί­νω τὸ κόκ­κι­νο ἄ­λο­γο καὶ τὸν σε­πτὸ ἀ­να­βά­τη, ζω­γρα­φι­σμέ­νος μὲ χρώ­μα­τα φρέ­σκα καὶ λαμ­πρὰ – μό­νο ἔρ­χε­ται στὰ ρου­θού­νια μου ἀ­νε­παί­σθη­το ἄ­ρω­μα.

        Κα­θὼς προ­βάλ­λει δει­λὰ ὁ ἥ­λιος, φρι­χτὰ τὰ ξί­φη λάμ­πουν στὰ μά­τια, θά ’­λε­γα τυ­φλώ­νουν τὸ πλῆ­θος – κι αὐ­τὸ θὰ γι­νό­ταν σύν­το­μα. Καὶ πιὸ με­τὰ πά­λι, ἄλ­λα ξί­φη θὰ γύ­ρι­ζαν πί­σω στὰ κορ­μιὰ τῶν ἀ­πο­γό­νων. Μὰ γιὰ τὸ κα­θε­τὶ ἔρ­χε­ται ἡ κα­τάλ­λη­λη ἡ ὥ­ρα, κι ἕ­νας Θε­ὸς ξέ­ρει για­τί γύ­ρι­σα τό­σο πίσω. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνα: κα­νέ­να θαῦ­μα ἐ­δῶ, μό­νο ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει.

        Κι ὁ κόμ­πος συ­νε­χί­ζει ἀ­πὸ αἰ­ώ­να σὲ αἰ­ώ­να. Μοῦ ’ρ­θε ἀ­να­πό­φευ­κτα στὸ νοῦ ὁ βα­σι­λιὰς Ἀ­λέ­ξαν­δρος· θὰ ἦ­ταν ὅ­μως γε­λοῖ­ο νὰ συ­νε­χί­σω μ’ ἕ­να τέ­τοι­ο νῆ­μα: εἶ­ναι τό­σο τὸ χῶ­μα ποὺ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ βρί­σκε­ται, πό­σο βα­θιά – οὔ­τε ὁ ὀ­μι­χλώ­δης ἐ­κεῖ­νος τό­πος τῆς Ἀ­σί­ας, οὔ­τε ἡ ἅ­μα­ξα κι ὁ πε­ρι­βό­η­τος κόμ­πος της, οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ βα­σι­λιάς. Κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω κρα­τή­σει πο­τὲ ξί­φος κι ἔ­χω μό­λις ἀ­να­φέ­ρει πό­σο θὰ ἀ­πε­χθα­νό­μουν καὶ τὴν ἰ­δέ­α ἀ­κό­μα. Μό­νο ὅ­πλο τὰ λό­για, φτά­νει νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ – –

        Ὅ­μως τὸ πα­ρελ­θὸν μ’ ἀ­κο­λου­θεῖ κα­θὼς κα­τε­βαί­νω τὰ σο­κά­κια ποὺ γέ­μι­ζαν κά­πο­τε ἀ­πὸ πρό­σφυ­γες, Ἑ­βραί­ους κι ἄλ­λους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους μὲ τὰ μι­κρο­μά­γα­ζά τους. Αὐ­τὰ ὅ­μως, καὶ πά­λι, δὲν εἶ­ναι δι­κά μου τὰ λό­για, κι ὅ­μως δὲν τὰ εἶ­δα σὲ βι­βλί­α σι­ω­πη­λά, μό­νο ἀ­κό­μα τὰ νι­ώ­θω νὰ φτά­νουν στ’ αὐ­τιά μου: μιὰ ἁ­πα­λὴ φω­νὴ γυ­ναι­κεί­α, ὅ­μως ἀρ­χαί­α· σὰ νὰ μι­λά­ει ἡ ἴ­δια ἡ πό­λη.

        Καὶ στὸ πιὸ κα­τα­φρο­νε­μέ­νο στε­νό, μπρο­στὰ στὸ πιὸ τα­πει­νὸ σπί­τι, τὴν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται. Μὲ κοί­τα­ξε σὰν δι­κό της ἄν­θρω­πο. Μοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς ἦ­ταν τυ­λιγ­μέ­νη μὲ κα­πνούς, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἐ­λά­χι­στα θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ προ­σώ­που της: μό­νο τὰ χρό­νια ποὺ τὴ βά­ραι­ναν μοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ μνή­μη, τοὺς αἰ­ῶ­νες θά ’­λε­γα, κι ὅ­μως μᾶς χώ­ρι­ζαν μό­νο δυ­ὸ γε­νι­ές. Πρέ­πει νὰ ἔ­ζη­σε πο­λὺ λί­γα χρό­νια ἀ­κό­μα, ἡ για­γιά μου, με­τὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ συ­νο­μι­λί­α μας. Τὰ λό­για της νὰ ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τά, ἢ τὰ ἔ­χω μι­σομ­περ­δέ­ψει μὲ φρά­σεις ἀ­πὸ βι­βλί­α ποὺ ἔ­φτα­σαν ἀρ­γό­τε­ρα ὣς ἐ­μέ­να;

        Πάν­τως, οἱ ἀ­πο­κρί­σεις της δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­έ­φε­ραν ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ θὰ ἔ­δι­ναν οἱ συν­το­πί­τες της, ἀρ­χαῖ­οι σο­φοὶ τῆς Ἰ­ω­νί­ας: «τί εἶ­ναι τὸ πιὸ γλυ­κὸ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο;», «ἡ ἐλ­πί­δα», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε· «καὶ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο;» – σὰν ἕ­να σύν­νε­φο σκο­τει­νὸ νὰ πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια της, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μό­νο: «νὰ μπο­ρεῖς», εἶ­πε, «νὰ ὑ­πο­μέ­νεις ὅ­ταν ἡ τύ­χη σου ἀλ­λά­ζει πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο»· καί, δὲν ξέ­ρω για­τί ἡ ἐ­φη­βι­κή μου πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­νει μὲ κεῖ­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «τί μέ­νει, λοι­πόν, ἀ­πὸ μᾶς ἀ­φοῦ πε­θά­νου­με;» Ἔ­μει­νε σκε­πτι­κὴ γιὰ λί­γο, μὲ κοί­τα­ξε καὶ κά­τι μοῦ ’­πε, μὰ τὸ μυα­λό μου τό­τε ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ κρα­τή­σει κεῖ­να τὰ λό­για.

        Κι ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ, εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα, μή­πως μπο­ρέ­σω νὰ τὰ θυ­μη­θῶ ξα­νά.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.


Εἰκόνα: Βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη (1997). Ἔργο τοῦ Θανάση Μπακογιώργου.

 

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


ΥΤΕ ΝΑΙ, οὔ­τε ὄ­χι ἔ­λε­γαν τό­τε τὰ κο­ρί­τσια στὸν πα­τέ­ρα τους, ἔ­σκυ­βαν τὸ κε­φά­λι. Τὴν Κυ­ρια­κή, ποὺ κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, ἡ Ρή­να πά­ει νύ­φη στὸν Τα­ΰ­γε­το, δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος. Θά ’ρ­θει νὰ τὴν πά­ρει ὁ γαμ­πρὸς μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὸ σπί­τι του, τὸ δί­πα­το, νὰ στε­φα­νώ­σουν.

       Τὴ στό­λι­σαν, τὴν τρα­γού­δη­σαν, τὴν ἔν­τυ­σαν τὸ νυ­φι­κό, τὸ βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ τὸ γαμ­πρό, ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα.

       Τὸν εἶ­δε νὰ δέ­νει στὴν αὐ­λή τους τὸ ἄ­λο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε ἡ καρ­διὰ ἀ­πὸ τα­ρα­χή. Ὄ­μορ­φος, νιός, ἀ­σί­κης!

       Τῆς φό­ρε­σε τὴν κάλ­τσα τὴ με­τα­ξω­τή, τὸ γο­βά­κι τὸ ἄ­σπρο. Μά­τι δὲ σή­κω­σε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Εἶ­χε πά­νω-κά­τω τὰ χρό­νια της, στὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἔ­τρε­μαν, εἶ­δε τὴν τα­ρα­χή του.

       Τὴν ἔ­βα­λε πί­σω στὸ ἄ­λο­γο. Αὐ­τὲς οἱ πλά­τες οἱ γε­ρές, τοῦ­το τὸ σγου­ρὸ κε­φά­λι ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ μπρὸς τὸ ρι­ζι­κό της. Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος μὲ τὸ ἄ­λο­γο, ὁ ἀ­χὸς μο­νά­χα τοῦ βου­νοῦ μέ­σα στὰ πεῦ­κα, τὰ πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου, καὶ ἡ καρ­διά της ποὺ ἔ­δω­σε μιὰ καὶ ἄν­θι­σε ἀ­πὸ κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.

       Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο κρά­τη­σε γιὰ τὴ Ρή­να ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἄ­χα­ρη ζω­ή της. Ὁ γαμ­πρὸς τὴν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι του τὸ δί­πα­το μὲ τὰ βι­ο­λιά. Εἶ­χε τρι­πλᾶ τὰ χρό­νια της. Μὲ τὸν μπρα­ζέ­ρη*, ποὺ ἔ­στει­λε μὲ τὸ ἄ­λο­γο νὰ τὴν πο­δέ­σει τὸ γο­βά­κι, ἔ­κο­ψε τὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Τὸ εἶ­δε στὰ μά­γου­λά του τὸ ζε­μά­τι­σμα, τὴ συν­νε­φιὰ ποὺ σκέ­πα­σε τὴ δι­κιά της ὄ­ψη.


* μπραζέρης· ἐγκάρδιος φίλος, ἀδελφοποιτός. (Γιὰ τὸ σχετικὸ ἔθιμο δεῖτε ἐδῶ καὶ ἐδῶ).



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998, 1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἰ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.

Μαρία Λαγγουρέλη: Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη


Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙ, τὸ βρά­δυ, τὸ πρω­ὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Τε­λεί­ω­σαν οἱ μπα­τα­ρί­ες τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἀ­πὸ παν­τοῦ ἄ­σπρο καὶ κί­τρι­νο, ἄ­φαν­τες οἱ σκι­ὲς καὶ ὁ ὕ­πνος που­θε­νά. Εἶ­μαι ἡ κόκ­κι­νη κη­λί­δα στὰ σπλά­χνα ἑ­νὸς αὐ­γοῦ ποὺ τὸ τσό­φλι του εἶ­ναι ἄ­τρω­το στὸ γα­λά­ζιο, στὸ μπλέ, στὸ βα­θὺ μπλέ τοῦ ὕ­πνου. Κουρ­νι­α­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τοῦ Και­ροῦ ποὺ μὲ κλωσ­σά­ει νοι­ώ­θω μό­νο κρα­δα­σμοὺς ἀ­πὸ τὴν βο­ὴ ποὺ μὲ να­νου­ρί­ζει ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἔ­τη φω­τὸς ἀ­πὸ τὸ τό­τε, τὸ τό­τε ποὺ ὑ­πῆρ­χε τὸ με­ση­μέ­ρι τὸ βρά­δυ τὸ πρω­ί, τό­τε ποὺ τὸ μι­κρὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ ποὺ σφίγ­γουν τὰ γι­γάν­τια δά­χτυ­λά μου ἦ­ταν ἡ σκα­λι­στὴ κα­ρυ­δέ­νια ντου­λά­πα τῆς μη­τέ­ρας μὲ τὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο. Τώ­ρα μέ­σα στὴ χού­φτα μου τὸ ζου­λά­ω τὸ τρί­βω σὰν λυ­χνά­ρι τοῦ Ἀ­λαν­τὶν καὶ πε­ρι­μέ­νω τοὺς τριγ­μοὺς σὰν θη­σαυ­ροὺς νὰ στο­λί­σουν τὴν ἁ­φή μου ποὺ πιὰ συ­στέλ­λε­ται καὶ δι­α­στέλ­λε­ται μό­νο ἀ­πορ­ρο­φών­τας ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες ἀ­πὸ μα­κρὰ μή­κη κύ­μα­τος… Ώ ἡ ἁ­φή μου. Φλοι­ὸς ποὺ ρά­γι­ζε καὶ δά­κρυ­ζε ρε­τσί­νι… Ώ οἱ ξυ­λο­κό­ποι μου μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους τσε­κού­ρια καὶ τὴ μυ­ρω­δά­τη ἄ­γρια ἀ­να­πνο­ή. Μύ­ρι­ζαν σπά­νιο κα­πνὸ τὰ πυ­κνά τους γέ­νεια καὶ ἡ γυ­α­λά­δα στὰ μά­τια τους τὴ στιγ­μὴ ποὺ μα­κέ­λευ­αν τὸν κορ­μό μου γλυ­στροῦ­σε ἴ­σα μὲ τὴ ρί­ζα καὶ τὴν ἔ­τρε­φε, κι ἄλ­λο δέν­τρο ξε­πέ­τα­γε. Τὴν κα­ρυ­διὰ πε­λε­κη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη σὲ σκα­λι­στὴ ντου­λά­πα, τώ­ρα στὴ δι­κή μου διά­ρκεια καὶ δι­ά­στα­ση ὑ­πο­ταγ­μέ­νη στὶς δι­α­στά­σεις ποὺ θέ­λω ἐ­γὼ μου­σι­κὸ κου­τὶ ποὺ τρί­ζει καὶ να­νου­ρί­ζει τὶς ἀ­γρυ­πνί­ες μου…

        Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ κρό­κος γύ­ρω μου ἀν­τη­χεῖ τοὺς γνώ­ρι­μους ἀ­γα­πη­μέ­νους ἀλ­λο­τι­νοὺς ἤ­χους τὸ μι­κρὸ παι­δὶ ποὺ σκιρ­τοῦ­σε ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε τρέ­χει λευ­τε­ρω­μέ­νο στὸ μαῦ­ρο τοῦ­νελ τοῦ ὕ­πνου, βγαί­νει στὴν πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἡ μνή­μη ἡ παι­δι­κὴ ἀ­νά­βει τὸ ἐ­ξαί­σιό της «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται» καὶ πη­δά­ει σὰν ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο ἀ­νά­με­σα στοὺς πλα­νῆ­τες τῶν λου­λου­δι­ῶν τῶν δέν­τρων, τῶν καρ­πῶν.

        Με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ, ἢ πρω­ὶ ποὺ πάν­τα κοι­μοῦν­ται οἱ με­γά­λοι ὁ πάν­τα πι­ω­μέ­νος πε­ρι­βο­λά­ρης ποὺ πάν­τα γνέ­φει συ­νο­μω­τι­κὰ στὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὸ παίρ­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸ ὁ­δη­γεῖ στὸ κα­λύ­βι του. Ἡ πε­ρι­βο­λά­ρισ­σα λα­γο­κοι­μᾶ­ται στη­ρί­ζον­τας τὸ σα­γό­νι της πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ εἶ­ναι γε­μά­το ψί­χου­λα ἀ­πὸ κα­ρυ­δό­πι­τα καὶ μερ­μύγ­κια ποὺ σα­λεύ­ουν τὶς κε­ραῖ­ες τους γὺρω ἀ­πὸ τὰ φου­σκω­τά της στή­θεια ξε­τρ­ε­λα­μέ­να ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ γά­λα­κτος.

        Μὲ τὸν δεί­κτη πά­νω στὸ πο­νη­ρό του χα­μό­γε­λο, τὸν βλέ­πω νὰ μοῦ γνέ­φει σι­ω­πή, νὰ κα­τε­βά­ζει ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ γυ­ά­λι­νο βά­ζο, τὸ κου­τά­λι. Μὲ βγά­ζει στὸ πε­ρι­βό­λι μὲ κα­θί­ζει πά­νω σε ἕ­να μι­κρὸ καρ­πού­ζι μὲ τα­ΐ­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. «Φά­ε νὰ γλυ­κα­θεῖς για­τί τὰ καρ­πού­ζια δὲν ὡ­ρί­μα­σαν ἀ­κό­μα νὰ σὲ γλυ­κά­νουν». Κι ἐ­γὼ τρέ­μον­τας κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νό του βλέμ­μα νι­ώ­θω τὴ γλυ­κεί­α χαύ­νω­ση νὰ μου­διά­ζει τὴ γλώσ­σα, τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τὴν κοι­λιά, νὰ μὲ ὠ­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ ση­κώ­νο­μαι στοὺς οὐ­ρα­νούς.

        «Εἶ­ναι μι­κρὸ ἀ­κό­μα» μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, ἄ­κου­σε πὼς τρί­ζει κα­θὼς με­γα­λώ­νει… Ἔ­τσι κά­νουν καὶ τὰ πε­πό­νια καὶ τὰ φα­σό­λια τὰ μπουμ­πού­κια νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν ἀ­κοῦς αὐ­τοὺς τοὺς πα­ρά­ξε­νους τριγ­μοὺς τῆς σάρ­κας τους, τρί­ζουν τὰ κορ­μά­κια τοὺς κα­θὼς με­γα­λώ­νουν» μὲ κα­θη­συ­χά­ζει. «Ἔ­τσι τρί­ζει καὶ τὸ δι­κό σου κορ­μά­κι ποὺ με­γα­λώ­νεις, νὰ ἄ­κου…» κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ ἀ­φτὶ στὸ μι­κρό μου στέρ­νο πο­τί­ζον­τας μὲ ἡ­δο­νι­κὴ φρί­κη μὲ τὴν με­θυ­σμέ­νη του ἀ­νά­σα.

        Ἀ­νέ­με­λη μέ­λισ­σα ἔρ­χε­ται νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει πά­νω στὰ με­λω­μέ­να χεί­λια μου μαν­τεύ­ον­τας τὶς φο­βε­ρές μου σκέ­ψεις: Τώ­ρα ποὺ ξέ­ρω για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ τριγ­μοὶ δὲν θὰ ξα­να­φο­βη­θῶ. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὅ­λοι θὰ κοι­μοῦν­ται θὰ τὸ ξα­να­σκά­σω θὰ ρί­ξω τὸν με­θυ­σμέ­νο πε­ρι­βο­λά­ρη στὸ πη­γά­δι νὰ ἐ­ξου­σιά­ζω ἐ­γὼ τὸ βα­σί­λει­ό του. Κυ­ρὰ τῶν καρ­πῶν καὶ τῶν λου­λου­δι­ῶν θὰ ζή­σω ἀ­νά­με­σά τους μὲ τὰ ξόρ­κια μου ὅ­πο­τε θέ­λω θὰ τὰ κά­νω νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ γί­νουν στὸ δι­κό μου μέ­γε­θος καὶ τό­τε τὰκ τάκ, θὰ χτυ­πή­σω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φλού­δα. Σπό­ρια με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ ἀν­θρω­πά­κια θὰ μ’ ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα καὶ βζζτ θὰ θρο­νιστῶ μέ­σα στοὺς χυ­μοὺς πό­τε στὸ κόκ­κι­νο πό­τε στὸ κί­τρι­νο πό­τε στὸ πρά­σι­νο σα­λό­νι καὶ θὰ μεί­νω γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ νὰ ρου­φά­ω νὰ τρέ­φο­μαι νὰ γεύ­ο­μαι μέ­σα τους κρυμ­μέ­νη, κου­κού­τσι ἔμ­βρυ­ο δι­κό τους γιὰ πάν­τα γλυ­κα­μέ­νη καὶ ὅ­λοι θὰ μὲ ἔ­χουν γιὰ χα­μέ­νη θὰ ψά­χνουν παν­τοῦ νὰ μὲ βροῦν ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι καὶ ἔ­νο­χοι ποὺ τό­σο μὲ πί­κρα­ναν κλει­δώ­νον­τας μὲ πάν­τα ἔ­ξω, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι μὲ τὸ γλυ­κὸ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κα­λο­συ­γυ­ρι­σμέ­νο σα­λό­νι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῶν τριγ­μῶν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ντου­λά­πας, κι ἡ πλά­ση ποὺ θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­βρο­χθί­σει θὰ ρεύ­ε­ται μὲ ἀ­πό­λαυ­ση.

        Ἔ­πει­τα μ΄ ἅρ­πα­ξε ἡ θλί­ψη καὶ μὲ βού­τα­γε στὶς τύ­ψεις. Λυ­πό­μου­να τὸν πε­ρι­βο­λά­ρη με­τάνοι­ω­να ἄλ­λα­ζα σχέ­δια δὲν θὰ τὸν ἔ­ρι­χνα στὸ πη­γά­δι. Γύ­ρι­ζα στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴ ντου­λά­πα νὰ συ­νε­χί­σω τὸ ὄ­νει­ρο. Πάν­τα κλει­δω­μέ­νη ἔ­τρι­ζε. Ἔ­φται­γε ἡ ζέ­στη λέ­γα­νε τὸ κα­λο­καί­ρι, καὶ τὸν χει­μώ­να τὸ κρύ­ο. Μιὰ νύ­χτα ἐ­πι­τέ­λους ἔ­ψα­ξα βρῆ­κα τὸ κλει­δί, τό­σφι­ξα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη μου τρί­φτη­κα πά­νω μου τὸ ἄ­λει­ψα μὲ τὸν ἱ­δρώ­τα μου νὰ γλυ­στρά­ει στὴν κλει­δα­ριὰ ἄ­νοι­ξα τὴν ντου­λά­πα καὶ σύλ­λη­σα τὸ μυ­στή­ριο. Κυ­λί­στη­κα καὶ χα­ϊ­δεύ­τη­κα πά­νω στὶς μάλ­λι­νες βε­λού­δι­νες βαμ­βα­κε­ρὲς δαν­τε­λέ­νι­ες φλοῦ­δες ποὺ κά­λυ­πταν τὴ σάρ­κα καὶ τοὺς χυ­μοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νων σω­μά­των ποὺ πο­τὲ τους δὲν μὲ ἄγ­γι­ξαν.

        Στὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο τῆς ντου­λά­πας ἐ­κεῖ, στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ τὸ γυα­λὶ θαμ­πώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­σα του, τὸ παι­δὶ φι­λά­ει τὸ εἴ­δω­λο τῶν χει­λι­ῶν του. Πρω­το­μα­θαί­νει τὸ φι­λί, μα­θαί­νει ἐ­κεῖ το στό­μα κά­τι ἀλ­λό­κο­το ἀ­πὸ τὸν θη­λα­σμὸ τὸ φα­γὶ τὴν μι­λιὰ τὸ τρα­γού­δι. Ἐ­κεῖ μό­νο του. Ἀ­φοῦ κα­νεὶς στὸ σπί­τι στὸ σχο­λεῖ­ο στὸ δρό­μο στὴ γει­το­νιὰ στὴν ἐ­πο­χή του στὸν πλα­νή­τη του δὲν πρό­κει­ται νὰ τοῦ τὸ μά­θει. Δὲν πε­ρισ­σεύ­ει στορ­γὴ γιὰ τέ­τοι­ο μά­θη­μα. Μό­νο ὁ κα­θρέ­φτης μὲ τὸ εἴ­δω­λο τοῦ δεί­χνει πὼς νὰ φι­λά­ει, νὰ φυ­λά­ει, νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει… Ὄ­χι μό­νο τὸ στό­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ σῶ­μα.

        Οἱ πό­ροι, τὰ στό­μα­τα τῆς ἁ­φῆς μου ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ κα­τα­βρο­χθί­σουν τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ ὅ­ποι­α οὐ­σί­α ποὺ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς χυ­μοὺς της χώ­ρε­σε στὶς τό­σες φλοῦ­δες τῆς φύ­σης ἢ στὰ τό­σα φο­ρέ­μα­τα καὶ κο­στού­μια ποὺ κα­θρε­φτί­στη­καν στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ντου­λά­πας, τὰ χι­λιά­δες αὐ­τὰ στό­μα­τα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψα νὰ ὑ­πάρ­χουν στὰ χέ­ρια στοὺς ὤ­μους στὸ στῆ­θος πά­νω στὰ πρά­σι­να καρ­πού­ζια στὰ κί­τρι­να πε­πό­νια στὰ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­πιοῦν τοὺς χυ­μοὺς χω­ρὶς νὰ κα­τα­πον­τι­στοῦν μέ­σα τους. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν πι­πί­λι­ζα κρυ­φὰ νὰ λε­ρω­θεῖ νὰ πα­λι­ώ­σει τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φου­στα­νά­κι νὰ μὴ μοῦ τὸ βγά­ζουν κά­θε Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν και­νού­ριο κι ἔ­νι­ω­θα μύ­στης στὸ μὼβ μυ­στή­ριο τῶν ἀ­νε­μώ­νων. Ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ μὲ τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου στὸ πέ­λος τοῦ βε­λού­δου, μέ­σα στὴ ντου­λά­πα τὴν κλει­δω­μέ­νη ἡ τσα­λα­κω­μέ­νη μου ἀ­νε­μώ­να ποὺ ὁ στη­τός της στή­μο­νας αὐ­θα­δί­α­ζε σὰν σγου­ρό­μαλ­λο ἀ­γο­ρί­στι­κο κε­φα­λά­κι στὴ μέ­ση τοῦ ὕ­πε­ρου ὅ­ταν τὸν ἔ­γλει­φαν τὰ χεί­λη μου.

        Ὑ­πάρ­χω σ’ ἕ­να ἔ­τος φω­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σβύ­σει, κόκ­κι­νη κη­λί­δα μέ­σα στὸ αὐ­γὸ ποὺ ζε­σταί­νει ὁ Και­ρὸς μὲ κά­ποι­ο ἐ­ρη­μο­σύν­νε­φο. Ὁ ἐ­αυ­τὸς εἶ­ναι πιὰ τὸ μέλ­λον ποὺ πε­ρι­έ­χε­ται στὸ πα­ρελ­θὸν κι ἐ­λέγ­χει τὸ ἐ­γώ, ἐ­λέγ­χει τὸ σύ­στη­μα ἐ­πα­να­φο­ρᾶς τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας τῶν αἰ­σθή­σε­ών του. Τὸ ἐ­γώ μου ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε γι­γαν­τώ­θη­κα πό­τε μὲ κα­τά­πιαν οἱ τριγ­μοὶ τῶν καρ­πῶν ἢ οἱ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νοι θη­σαυ­ροὶ τῆς ντου­λά­πας ποὺ τὴν ἔ­χω στὴν χού­φτα μου τό­σο σμι­κραί­νει, τὸ ἐ­γὼ ποὺ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρί­νει πό­σο ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τα μα­γι­κὰ εἶ­ναι ὁ χρό­νος, ὁ χῶ­ρος, ἡ μνή­μη ἀ­κού­ει μιὰ παρ­τι­τού­ρα, τοὺς τριγ­μοὺς τῆς αἰ­ώ­νιας σύν­θε­σης καὶ σι­γὰ σι­γὰ σβύ­νει.

Στὸ κον­σέρ­το γιὰ τὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ

παί­ζουν

τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα

ἡ βε­νε­τσι­ά­νι­κη δαν­τέ­λα τῆς για­γιᾶς

ἡ κόκ­κι­νη μου­σε­λί­να τῆς με­γά­λης μου ἀ­δελ­φῆς

ἡ ψά­θι­νη κα­πε­λί­να μὲ τὰ κόκ­κι­να κε­ρά­σια

τὸ μπα­στού­νι τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια λα­βὴ

ἕ­να πορ­το­κά­λι πα­ρα­σό­λι

ἡ ἀ­πο­κρι­ά­τι­κη στο­λὴ τῆς βα­σί­λισ­σας τοῦ Σαβ­βὰ

ἕ­να σα­κά­κι μὲ πα­ρά­ση­μα τοῦ πα­τέ­ρα

ἡ πλε­ρέ­ζα τῆς μη­τέ­ρας

τὰ φθαρ­μέ­να μπλοὺ τζὴν ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ρὸκ πάρ­τι καὶ ὅ­τι ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὸ καμ­μέ­νο πε­ρι­βό­λι τῶν φυ­τῶν καὶ τῶν καρ­πῶν ποὺ ἄ­φη­σε τὸ νη­στι­κὸ σαρ­κο­βό­ρο θη­ρί­ο τῶν αἰ­σθή­σε­ων γιὰ νὰ να­νου­ρί­ζε­ται στὴν πί­σω με­ριὰ τῆς ἔλ­λει­ψης χορ­τα­σμέ­νο καὶ λυ­τρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση.


 

Πηγή: περ. Νέες Τομές, ἀρ. 2 (94), Καλοκαίρι 1985.

Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια γιὰ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ σε­νά­ριο στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Columbia of Illinois State of USA. Ἔ­λα­βε μέ­ρος σὲ workshop στὴν Ελ­λα­δα ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο Grotofski μὲ τὸν δι­ά­ση­μο σκη­νο­θέ­τη Sislack. Ἔ­χει δου­λέ­ψει σὰν ρε­πόρ­τερ καὶ στὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις τῆς Ὀ­λυμ­πια­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Τὰ ἄ­λο­γα (πε­ζο­γρα­φί­α, Αἰ­γό­κε­ρος, 1980), τε­λευ­ταῖ­ο της Σκό­νη πε­τα­λού­δας (ποί­η­ση, Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Πέ­τρα ρι­ζι­μιά



Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Πέ­τρα ρι­ζι­μιά


ΑΖΕΥΑΜΕ σπα­ράγ­για κι ἀ­πὸ χω­ρά­φι σὲ χω­ρά­φι βρε­θή­κα­με στὸ ξά­γναν­το κά­τω ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Πέ­τρο. Μοῦ ’­δει­ξε κά­τι σκόρ­πι­ες πέ­τρες. Ἦ­ταν κα­λύ­βι πέ­τρι­νο πα­λιά, ξε­ρο­λι­θιά. Πέ­θα­νε ἐ­δῶ φυ­μα­τι­κός, εἰ­κο­σι­δυ­ὸ χρο­νῶ παλ­λη­κα­ρά­κι, τοῦ Κώ­στα Νί­κου ὁ ἀ­δερ­φός. Τὰ σπί­τια μας μιὰ πόρ­τα.

       Τοὺς φυ­μα­τι­κοὺς δὲν τοὺς κρα­τοῦ­σαν τό­τε στὰ χω­ριά. Ἕ­να με­ση­με­ρά­κι, λεί­πα­νε ὅ­λοι, ἄ­φη­σε τὸ σπί­τι στὸ χω­ριὸ γιὰ νὰ πε­θά­νει ἐ­δῶ στὴν ἐ­ρη­μιά. Πῆ­ρε ἀρ­γὰ τὴν κα­τη­φό­ρα· λί­γο πιὸ κά­τω στα­μά­τη­σε. Ἔ­ρι­ξε πί­σω μιὰ μα­τιὰ σὰ νὰ χαι­ρέ­τα­γε τὸ σπί­τι του μὲ τὴν αὐ­λή, ὅ,τι χα­ρὰ εἶ­χε ζή­σει, κι ἔ­τσι ὅ­πως μά­ζε­ψε τὸ βλέμ­μα του νὰ φύ­γει, μὲ εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­γα μαρ­μα­ρω­μέ­νη στὴν πο­ριά. Σή­κω­σε σι­ω­πη­λὸς τὸ χέ­ρι, μὲ χαι­ρέ­τη­σε. Σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε «ἔ­χε γειά». Δε­κά­ξι θά ’μουν; Δε­κα­ε­φτά; Μ’ ἔ­πι­α­σε, ὅ­πως ἔ­φευ­γε, τὸ κλά­μα.

       Ἡ μά­να του κά­θε πρω­ῒ τοῦ πή­γαι­νε φρέ­σκο νε­ρὸ καὶ ζυ­μω­τὴ κου­λού­ρα, ὅ,τι ἄλ­λο τῆς βρι­σκό­ταν. Τὰ ἀ­κούμ­πα­γε σὲ τού­τη δῶ τὴ ρι­ζι­μιὰ τὴν πέ­τρα. Τὰ λέ­γαν μὲ τὰ μά­τια. Ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να. Σκά­λος, χα­ρά­κι, βο­τα­νί­σμα­τα, ἡ μέ­ρα τὴν πε­ρί­με­νε· ἔ­φευ­γε ἡ μαυ­ρο­μά­να του φαρ­μά­κι.

       Ἕ­να πρω­ῒ βρῆ­κε τὴ βί­κα τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ ζεμ­πί­λι τὸ ψω­μὶ πά­νω στὴν πέ­τρα ἀ­πεί­ρα­χτα. Τὸν ἔ­πλυ­νε, τὸν ἄλ­λα­ξε, τὸν στό­λι­σε ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα στὸ τρί­πλι­νο σεν­τό­νι. Τοῦ εἶ­πε ὅ­σα ἤ­ξε­ρε, γα­ζί, τὰ μοι­ρο­λό­για· τοῦ ’­πλε­ξε κι ἄλ­λα γιὰ τὰ νιά­τα του καὶ γιὰ τὴν ἐ­ρη­μιά του. Ὅ­ταν πιὰ χόρ­τα­σε τὰ δά­κρυ­α, τὰ τρα­γού­δια, βά­ρε­σε λυ­πη­τε­ρὰ τ΄ Ἅ­η-Πέ­τρου τὴν καμ­πά­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998,1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἱ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δη: Τετριμμένο σενάριο διηγήματος



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τετριμμένο σενάριο διηγήματος


Ι ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ἔ­γι­ναν χά­πια. Οἱ βδο­μά­δες κου­τιὰ ἀ­πὸ χά­πια. Οἱ μῆ­νες συν­τα­γὲς μη­νια­ῖες γιὰ χά­πια καρ­διᾶς, πί­ε­σης, χά­πια κα­τὰ τοῦ ἀλ­τσχά­ι­μερ. Χά­πι τὸ πρω­ί, χά­πι τὸ με­ση­μέ­ρι, χά­πι τὸ βρά­δυ. Ἢ πρά­σι­νο χά­πι, κί­τρι­νο χά­πι, χά­πι κα­φέ. Ρο­λό­ι ἀ­κρι­βεί­ας τὸ χά­πι, ἀ­δειά­ζει τὶς ὧ­ρες σὲ ἄ­δει­ο κου­τί. Ὁ ἀ­νι­ψιὸς σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση ψύ­χραι­μος, ἐλ­πί­ζει πὼς κα­τα­φθά­νει τὸ unhappy end τῆς πλού­σιας θεί­ας. Φυ­σι­κά, γιὰ νὰ καρ­πω­θεῖ το δέ­ρας τῆς ὕ­παρ­ξης. Ὡ­στό­σο ἡ μοί­ρα τοῦ γρά­φει αἰφ­νί­διος θά­να­τος κτλ. (Στὸ ὕ­φος τὸ ἔκ­δη­λο χι­οῦ­μορ νὰ ἀ­πο­φευ­χθεῖ, ἂς ἐκ­βά­λει ἔγ­και­ρος γέ­λως ἀ­π’ τὸ προ­βλέ­ψι­μο happy end τῆς ὑ­πό­θε­σης, ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει στὴ θεί­α νὰ συ­νε­χί­σει τὰ χά­πια της καὶ με­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τῆς αὐ­λαί­ας.)



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Φούλα Λαμπελέ: Λουστρίνια καὶ σπίρτα


Φού­λα Λαμ­πε­λέ


Λου­στρί­νια καὶ σπίρ­τα


ΟΥΣΤΡΙΝΙΑ», μουρ­μού­ρι­σε μ’ ἕ­να λο­ξὸ χα­μό­γε­λο στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Φρὲντ Ἀ­στέρ, ποὺ τὸν ἔ­δει­χνε νὰ χο­ρεύ­ει φο­ρών­τας τὰ πε­ρί­φη­μα λου­στρί­νια του.

        «Σή­με­ρα θὰ φο­ροῦ­σε αὐ­τά», ἔ­λε­γε ἡ λε­ζάν­τα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­πού­τσι ποὺ δι­α­φή­μι­ζε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό.

        Τὸ δω­μά­τιο τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ δι­α­φή­μι­ζαν μη­χα­νά­κια, αὐ­το­κί­νη­τα, σιν­τί, ντι­βιν­τὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λα πράγ­μα­τα γνω­στῆς καὶ ἄ­γνω­στης χρή­σης. Συ­νη­θι­σμέ­νο δω­μά­τιο δε­κα­πεν­τά­χρο­νου ἀ­γο­ριοῦ. Ἀ­συ­νή­θι­στο ἦ­ταν μό­νο τὸ με­γά­λο σπιρ­τό­κου­το πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο του, μιὰ ἀν­τί­κα χρυ­σο­βαμμέ­νη καὶ δι­α­κο­σμη­μέ­νη μὲ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Σπιρ­τό­κου­το;

        Ξαφ­νι­κά τὸ θυ­μή­θη­κε.

        «Τὸ κέρ­δι­σα στὴ λο­τα­ρί­α», τοὺς εἶ­χε πεῖ ὁ ἑ­φτά­χρο­νος τό­τε ἐγ­γο­νός του, δεί­χνον­τας μὲ πε­ρη­φά­νια τὸ ἄ­δει­ο κου­τί.

        «Ἄ­δει­ο;» «Ὄ­χι. Εἶ­χε μέ­σα σπίρ­τα.»

        «Καὶ τί τὰ ‘­κα­νες;»

        «Τὰ πέ­τα­ξα.»

        «Τρε­λά­θη­κες; ἀ­γα­νά­κτη­σε ἡ μη­τέ­ρα του… Πε­τᾶς τὰ σπίρ­τα καὶ κρα­τᾶς τὸ ἄ­δει­ο κου­τί; Για­τί τὰ πέ­τα­ξες;»

        «Για­τί ἂν δὲν πε­τοῦ­σα τὰ σπίρ­τα, θὰ μοῦ τὸ παίρ­να­τε ἐ­σεῖς τὸ κου­τί.»

        Θὰ τοῦ τό ‘­παιρ­ναν. Τὴ μι­κρὴ ἄ­χρη­στη ἀρ­χον­τιά. Τὴν κρυ­φὴ χα­ρά του.

        Τὰ λου­στρί­νια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἀ­γό­ρα­σε κρυ­φά, γιὰ νὰ τὰ φο­ρέ­σει μιὰ μό­νο φο­ρά, ὅ­ταν ἦ­ταν κι αὐ­τὸς δε­κα­πέν­τε χρο­νῶ, τά ‘­κρυψε κι αὐ­τός.

        Ἔ­ρι­ξε ἄλ­λη μιὰ μα­τιὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Φρὲντ Ἀ­στὲρ καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο. Στὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε μεί­νει κά­τι ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λά­δα μιᾶς μυ­στι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ἄγγε­λοι εἶναι τί ξέρουν αὐτοί (ἐκδ. Νησίδες).

Φού­λα Λαμ­πε­λέ ([Θεσ­σα­λο­νί­κη]1926-2010). Δι­ή­γη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα, παι­δι­κό, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἐλ­βε­τί­α καὶ ἔ­ζη­σε στὴ Ζυ­ρί­χη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς για­τρὸς μέ­χρι τὸ 1996. Ἦ­ταν μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἐλ­βε­τῶν Λο­γο­τε­χνῶν καὶ τὰ πρῶ­τα της δι­η­γή­μα­τα δη­μο­σι­εύ­τη­καν ἀρ­χι­κὰ στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα. Στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ τὸ 1996 καὶ με­τά, εἶ­χε συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά: Νέ­α Πο­ρεί­αΤο­μέςἘν­τευ­κτή­ριοἩ Λέ­ξηΠά­ρο­δοςΠόρ­φυ­ρας, κ.ἄ.