Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Βου­λιῶ


basilopouloufoteini-boulio-eikona-03


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου

 

Βου­λιῶ


Στὸν Γι­ῶρ­γο Γάβ­βα­ρη

02-HttaΒΟΥΛΙΩ ἦ­ταν ὁ στά­βλος μας. Ἐ­κεῖ δέ­να­με τὶς γί­δες. «Πα­λι­ό­τε­ρα καὶ τὸν Ντο­ρή μας» ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης μου, μ’ ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μὸ πάν­τα. Ἡ Βου­λι­ῶ ἦ­ταν τε­ρά­στια. Ὁ πιὸ με­γά­λος στά­βλος ποὺ εἶ­χα δεῖ πο­τέ. Εἶ­χε κι ἕ­να με­σο­πά­τω­μα. Καὶ μιὰ μι­σο­ξερ­χα­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη σκά­λα. Αὐ­τοῦ πά­νου ἤ­τα­νε ὁ σα­νὸς γιὰ νὰ μὴν τὸν φτά­νου­νε τὰ ζων­τα­νά.

       Πα­λι­ό­τε­ρα ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σαν τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους ὅ­λα τα ζευ­γά­ρια τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ κά­ποι­οι πιὸ μα­κρι­νοὶ συγ­γε­νεῖς.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ στά­βλος ἄ­δεια­ζε ἀ­π’ τὰ ζων­τα­νά, ποὺ ξε­ρο­στα­λιά­ζα­νε στ’ ἀ­γιά­ζι ἢ στέλ­νον­ταν σὲ γει­το­νι­κὰ σπί­τια ἂν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν χιο­νιᾶς, στρώ­νον­ταν δυ­ὸ τρεῖς μπά­λες σα­νὸς κι ἀ­πὸ πά­νου τὰ νυ­φι­ά­τι­κα χα­σέ­νια σεν­τό­νια καὶ νιὰ χού­φτα ρύ­ζι. Τό ’­χαν δι­α­λέ­ξει για­τὶ δὲν ἀ­κούμ­πα­γε σ’ ἄλ­λο σπί­τι —πράγ­μα σπά­νιο γιὰ τὸ χω­ριό, ὅ­που ὅ­λοι μοι­ρα­ζόν­του­σαν τὸ με­σό­τοι­χο γιὰ λό­γους οἰ­κο­νο­μί­ας— κι ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θ’ ἄ­κου­γε τὶς ἀρ­χι­κὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῆς νύ­φης, ἔ­πει­τα τὶς κραυ­γὲς πό­νου τῆς πρώ­της φο­ρᾶς καὶ κα­τό­πιν τὰ βογ­κη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς. Τό ’­χαν ἀ­κό­μα δι­α­λέ­ξει για­τὶ τ’ ἄ­χυ­ρο θ’ ἀγ­κά­λια­ζε καὶ θὰ ζέ­σται­νε τοὺς νι­ό­παν­τρους ἐ­ρα­στὲς καὶ θὰ ρού­φα­γε τὰ ἐ­ρω­τό­λο­γα καὶ τὶς φω­νές τους.

       Καὶ τί δὲ θά ’­χε ἀ­κού­σει αὐ­τὸ τὸ σπι­τά­κι!

       Τὴ Δευ­τέ­ρα τὸ σεν­τό­νι ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ μα­τω­μέ­νο. Πό­σα κο­κό­ρια εἶ­χαν σφα­χτεῖ, για­τὶ τὸ ἄγ­χος τοῦ γαμ­προῦ ἦ­ταν με­γά­λο ἢ ὁ ἔν­τι­μος πρό­τε­ρος βί­ος τῆς νύ­φης δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο ἔν­τι­μος! Ξέ­ρω καὶ τρα­γι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Μιᾶς νύ­φης τὸ σεν­τό­νι βά­φτη­κε μὲ αἷ­μα χυ­μέ­νο ἀ­π’ τὸν κομ­μέ­νο της λαι­μό. Τὴν ἔ­σφα­ξε ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­δερ­φός της σὰν κο­κό­ρι, ὅ­ταν ὁ γαμ­πρὸς τοὺς ἔ­στει­λε τὸ χα­σὲ κά­τα­σπρο, μή­νυ­μα γιὰ τὶς πομ­πὲς τῆς κό­ρης.

       Αὐ­τὰ ἤ­ξε­ρα γιὰ τὴ Βου­λι­ῶ. Ὅ­τι ὁ στά­βλος μας ἤ­τα­νε τὸ σπι­τά­κι τῆς πρώ­της νύ­χτας κι ὅ­τι ὁ με­γά­λος μου ὁ μπάρ­μπας ἔ­βα­λε τέ­λος σ’ αὐ­τὴ τὴν πα­ρω­δί­α. «Μὴν τολ­μή­σε­τε» εἶ­πε «νὰ στα­θεῖ­τε ἀ­πό­ξω καὶ μὴν ψά­ξε­τε γιὰ σεν­τό­νια κι αἵ­μα­τα… Σᾶς ἔ­σφα­ξα.» Κι ἐ­πει­δὴ ἤ­τα­νε κομ­μα­τά­κι ντρέ­ου­ρος κι ὅ,τι ἔ­λε­γε τὸ ἐν­νο­οῦ­σε, δὲν τολ­μή­σα­νε νὰ συ­νε­χί­σουν τὸ ἔ­θι­μο.

       Με­τὰ τὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ στά­βλου, ἔ­μα­θα ὅ­τι κά­πο­τε ἦ­ταν σπί­τι, τὸ σπί­τι τῆς Βου­λι­ῶς. Μιᾶς ἀ­γράμ­μα­της, ἁ­πλῆς κι ἁ­γνῆς γυ­ναί­κας. Ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, μὲ μιὰ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ τὴν αὐ­λα­κώ­νει κα­θη­μερ­νὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ ξε­ρο­βό­ρι κι ἡ ἀ­γρο­τιά.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος —ὁ ἄν­τρας της— δὲν τά ’­βλε­πε αὐ­τά. Ἀλ­λι­ῶς, δὲ θὰ ’­φευ­γε μα­κριά της, γιὰ τὴν ξέ­νη χώ­ρα χω­ρὶς μιὰ στερ­νὴ κου­βέν­τα, ἕ­να στερ­νὸ ἀγ­κά­λια­σμα, ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό. Οὔ­τε λό­γος γιὰ δά­κρυ­α. Τὰ δά­κρυ­α δὲν ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἄν­τρες.

       Κι ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, οὔ­τε φω­νὴ οὔ­τε ἀ­κρό­α­ση. Οὔ­τε ἕ­να ἔμ­βα­σμα, ὅ­πως στὶς ἄλ­λες ποὺ οἱ ἄν­τρες τους εἴ­χα­νε πά­ει στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε ἕ­να γράμ­μα νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι κα­λά, οὔ­τε κὰν δυ­ὸ ξε­ρὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­κου­γε ὅ­τι γύ­ρι­σε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τί­να —πράγ­μα ποὺ μό­νο τρεῖς φο­ρὲς ἔ­ζη­σε στὸ βί­ο της (βλέ­πεις, ἡ χώ­ρα ἦ­ταν τό­σο μα­κρι­νὴ μὲ ἐ­λά­χι­στους με­τα­νά­στες ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά, με­τρη­μέ­νους στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ)— ἔ­τρε­χε μὲ τὰ πό­δια ὁ­λά­κε­ρα χι­λι­ό­με­τρα γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἴ­δα­νε τὸν ἄν­τρα της, ἂν εἶ­ναι κα­λά, ἂν τῆς στέλ­νει χαι­ρε­τί­σμα­τα. Εὐ­τυ­χῶς, ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ της τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ δι­α­κρί­νει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ με­τὰ βί­ας κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σο­πα­γω­μέ­να τους χα­μό­γε­λα. Φυ­σι­κὰ καὶ ρώ­τα­γε γιὰ τὴν ὑ­γεί­α της καὶ τῆς ἔ­στελ­νε χαι­ρε­τί­σμα­τα. «Νά κι αὐ­τὸ τὸ ξομ­πλια­στὸ μαν­τί­λι ποὺ φο­ροῦ­νε οἱ γυ­ναῖ­κες τῶν Ἀρ­γεν­τί­νων στὴν τρα­χη­λιὰ σὰν πᾶ­νε στὴν ἐκ­κλη­σά τους, μοῦ τό ’­δω­κε γιὰ σέ­να» τῆς εἶ­πε κά­πο­τε ἕ­νας με­τα­νά­στης.

       Καὶ σὰ γύ­ρι­σε ὁ­λό­χα­ρη μὲ τὸ μαν­τί­λι μπουρ­λι­α­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της, οἱ χω­ρια­νές της κά­να­νε πὼς χα­ρή­κα­νε μὲ τὴ χα­ρά της καὶ πο­τὲ κα­μιά τους δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους π’ ἀ­κου­γόν­τα­νε, ὅ­τι τά­χα­τες ὁ προ­κομ­μέ­νος της εἶ­χε φκιά­σει και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Ἀρ­γεν­τί­να μὲ μιὰ ντό­πια κι εἶ­χαν καὶ παι­διά.

       Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ὄ­ξω —το­ξω­τε­ρι­κὸ— ὅ­λο καὶ γέ­μι­ζε τὸ σπί­τι της μὲ κά­να ξε­ρὸ πα­ξι­μά­δι, κά­να μά­τσο ρί­γα­νη, κά­να πε­ρισ­σευ­ού­με­νο ζαρ­ζα­βα­τι­κό, ποὺ οἱ γει­τό­νισ­σες πα­ρὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους στε­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ παι­διά τους, γρι­κών­τας τὴν ἐ­ρη­μιά της. Νι­ώ­θα­νε τύ­ψεις, ἀλ­λὰ καὶ τυ­χε­ρὲς μέ­σα στὴ φτώ­χεια τους μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χα­σαν τὸ ταί­ρι τους στὴν ξε­νι­τιά. Αὐ­τὲς του­λά­χι­στον καὶ νὰ κοι­μόν­τα­νε νη­στι­κὲς θὰ χόρ­ται­ναν μὲ μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ ἀγ­κα­λιά.

       Οἱ τύ­ψεις συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς Βου­λι­ῶς. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ δι­ά­λε­ξαν νὰ στέλ­νουν στὴ Βου­λι­ῶ τὰ νι­ό­παν­τρα ζευ­γά­ρια τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους. Νι­ώ­θα­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πο­τί­ζουν τὸ στε­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα σπί­τι, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ μὲ τὰ δι­ψα­σμέ­να ζων­τα­νά τους.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Ἑλένη Ἀλεξίου: Μετανάστης

aleksioueleni-metanastis-eikona-01


Ἑ­λέ­νης Ἀ­λε­ξί­ου


Μετανάστης


02-deltaΕΚΑΟΚΤΩ ΜΑΪΟΥ πε­ρι­μέ­να­με τὸν Ἀ­δερ­φὸ ἀ­πὸ Αὐ­στρα­λί­α. Δε­κα­ο­κτὼ χρο­νά­κια νὰ τὸν δοῦ­με, νὰ τὸν φι­λή­σου­με στὰ μά­γου­λα. «Κάνε κου­ρά­γιο, ἀ­δερ­φή. Ν’ ἀν­τέ­ξεις, ν’ ἀν­τα­μώ­σου­με.» Ὀ­γδόν­τα πα­τη­μέ­να ἐ­γὼ κι ἄν­τε­χα. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ὄ­χι.

       Τέ­λος Ἀ­πρί­λη μᾶς πή­ρα­νε τη­λέ­φω­νο τὰ ἀ­νί­ψια. «Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κό. Δυ­ὸ μέ­ρες τοῦ δί­νουν.» Δυ­ὸ μέ­ρες τοῦ ἔ­δω­σαν, δυ­ὸ μέ­ρες πῆ­ρε. Τὸν κή­δε­ψαν στὴν Αὐ­στρα­λί­α, τὸν μοι­ρο­λό­γη­σαν στὸ χω­ριό, τοῦ κά­να­με τρι­ή­με­ρα, ἐν­νι­ά­με­ρα, σα­ράν­τα.

        Σα­ράν­τα μέ­ρες δὲν ἔ­κλα­ψα. Χω­ρὶς νε­κρὸ εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς. Βά­λα­με μιὰ φω­το­γρα­φί­α του δί­πλα στὰ κόλ­λυ­βα, μα­ζεύ­τη­κε τὸ σό­ι, ἦρ­θε καὶ τὸ Λε­νι­ὼ μὲ τὰ ἀ­γο­ρά­κια της, ποὺ εἴ­χα­με και­ρὸ νὰ τὰ δοῦ­με. Ἀρ­χί­σα­με τὰ «Φτού σας! Πῶς με­γα­λώ­σα­τε! Ἐ­σεῖς γί­να­τε ἄν­τρες!» Ἤ­πια­με κα­φέ, ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε, γυ­ρί­σα­με ἥ­συ­χα στὰ σπί­τια μας.

        Σα­ράν­τα μέ­ρες δὲν ἔ­κλα­ψα, μὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τὸ τεσ­σα­ρα­κο­στό, κλεί­στη­κα στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἄρ­χι­σα νὰ σκα­λί­ζω τὶς κοῦ­τες μου. Ἔ­ψα­χνα τὸν Ἀ­δερ­φό, ὅ­πως τὸν θυ­μό­μουν. Μω­ρὸ στὴ σαρ­μα­νί­τσα, μα­θη­τὴ κου­ρε­μέ­νο στὴν ψι­λή, τσο­λιὰ στὰ ἀ­νά­κτο­ρα, ἄν­τρα γε­ρὸ καὶ δου­λε­μέ­νο στὰ χω­ρά­φια νὰ στέ­κει μὲ τὴ βα­λί­τσα του στὸ πλα­τύ­σκα­λο, πρὶν φύ­γει με­τα­νά­στης.

        Τρεῖς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα βρῆ­κα τὸν Θύ­μιο κα­θι­σμέ­νο στὴ βε­ράν­τα τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μου. Κα­λο­καί­ρι 1995. Μπρο­στά μας γε­μά­το τρα­πέ­ζι, γε­μά­τα πο­τή­ρια. Πί­σω ξαν­θὰ στά­χυ­α, σγου­ρὰ σύν­νε­φα, ἤ­ρε­μη θά­λασ­σα. «Γειά σου, Ἀ­δερ­φέ μου!» τὸν χαι­ρέ­τι­σα με­γα­λο­φώ­νως σὰ νὰ τὸν κα­λω­σό­ρι­ζα στὸ σπι­τι­κό μου. Ἀν­τή­χη­σε ἡ φω­νὴ στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Δι­α­πέ­ρα­σε τὰ ἄλ­μπουμ, τὰ βι­βλί­α, τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, τὶς κορ­νί­ζες μὲ τοὺς μα­κα­ρί­τες συγ­γε­νεῖς καὶ ἔ­σβη­σε σὰν κα­τευ­ό­διο μὲς στὴ σι­ω­πή. Ἔ­γει­ρα πά­νω στὴ φω­το­γρα­φί­α του κι ἔ­κλα­ψα ὣς τὰ χα­ρά­μα­τα μὲ λι­γώ­μα­τα καὶ πα­ρα­μι­λη­τά.

bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Ἀ­λε­ξί­ου (Τρί­κα­λα, 1980). Ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα. Ἔ­χει με­τα­πτυ­χι­α­κὸ τί­τλο σπου­δῶν στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση. Βι­βλία: Τὸ Φλάς (ἐκδ. λο­γεῖ­ον, 2009), Ποι­ή­μα­τα ποὺ γρά­ψα­με μα­ζί (Με­λά­νι, 2015).


Λά­κης Δόλ­γε­ρας: Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


dolgeraslakis-tobrexitkaiichillary-eikona-01


Λά­κης Δόλ­γε­ρας


Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


02-HttaΑΠΟΧΩΡΗΣΗ τῆς Βρε­τα­νί­ας ἀ­πὸ τὴν Ε.Ε. μὲ ἀ­να­στά­τω­σε. Ἔ­κα­να ἀρ­νη­τι­κοὺς συ­νειρ­μούς. Πε­ρι­έρ­γως, ἠ­ρέ­μη­σα ὅ­ταν μοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ μιὰ μᾶλ­λον ἄ­σχε­τη ἱ­στο­ρία:

       Ἀρ­χὲς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50, ζοῦ­σα σὲ ἕ­να μα­κε­δο­νι­κὸ χω­ριό· φτώ­χεια, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σκλη­ρὴ δου­λειὰ γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ λί­γου κα­πνοῦ, με­τεμ­φυ­λια­κὲς δι­ώ­ξεις καὶ μί­ση. Στὸ δι­πλα­νὸ οἰ­κό­πε­δο χτί­στη­κε ἕ­να σπί­τι ὅ­πως-ὅ­πως, τού­βλι­νο, ἀ­σο­βά­τι­στο καὶ μὲ πα­τώ­μα­τα ἀ­πὸ τσι­μέν­το. Στὸ πε­ρι­βάλ­λον­τα χῶ­ρο προ­ϋ­πῆρ­χαν τὸ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ριο, στὸ πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μεῖ­ο, δί­χως πόρ­τα, ἕ­να σκάμ­μα καὶ δύ­ο σα­νί­δια ἀ­πὸ πά­νω γιὰ νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, τὸ ἀ­χού­ρι καὶ ὁ φοῦρ­νος.

       Στὸ σπί­τι αὐ­τὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­με­νε σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ἑ­νὸς ἐ­πι­κίν­δυ­νου ἐ­ρεί­πιου ποὺ εἶ­χε πα­ρα­χω­ρή­σει ἡ ἐκ­κλη­σί­α σὲ ὅ­σους εἶ­χαν κά­ψει τὰ σπί­τια τους οἱ Βούλ­γα­ροι, ὡς ἀν­τί­ποι­να γιὰ τὴν συμ­με­το­χή τους στὸν Ε.Λ.Α.Σ. Τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἡ μη­τέ­ρα ἡ Θα­νά­σω καὶ οἱ τρεῖς κό­ρες, ἡ Σταυ­ρι­νή, ἡ Ἑ­λέ­νη καὶ ἡ Τα­σού­λα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρή μου, ἡ δεύ­τε­ρη δύ­ο χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ Τα­σού­λα ἕ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρη. Τὰ ἴ­χνη τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­χαν χα­θεῖ στὸν ἐμ­φύ­λιο. Πο­λι­τι­κοὶ πρό­σφυ­γες δι­ε­μή­νυ­σαν ὅ­τι ἴ­σως βρί­σκον­ταν στὴν Πο­λω­νί­α. Κά­πο­τε ἔ­στει­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α, στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἕ­να του χέ­ρι δὲν φαι­νό­ταν· ἀ­πο­τέ­λε­σε στοι­χεῖ­ο πολ­λα­πλῶν «κοι­νω­νι­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων» τῶν γει­τό­νων, ἄλ­λοι εἶ­παν ὅ­τι θὰ τὸ ἔ­χα­σε στὸν πό­λε­μο, ἄλ­λοι ὅ­τι ξα­να­παν­τρεύ­τη­κε καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ φαί­νε­ται ἡ βέ­ρα κι ἄλ­λοι ἁ­πλῶς ὅ­τι τὸ εἶ­χε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη.

       Ἡ Τα­σού­λα ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως στὴν πα­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς, στὰ ὁ­μα­δι­κὰ παι­χνί­δια ποὺ παί­ζα­με ἔ­ξω τὶς λί­γες ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες. Λί­γες, για­τὶ τὰ παι­διὰ ἐρ­γά­ζον­ταν σκλη­ρὰ ἀ­πὸ τὸ Δη­μο­τι­κό. Συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν Μά­ϊ­ο κα­τὰ τὴν διάρ­κεια «τοῦ σπαρ­μοῦ», τὰ μα­θή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν με­τα­ξὺ 7 καὶ 9 τὸ πρω­ί, εἰ­δάλ­λως οἱ γο­νεῖς ἀ­πει­λοῦ­σαν ὅ­τι θὰ τὰ στα­μα­τοῦ­σαν. Ἐ­γώ, γιὸς για­τροῦ, καὶ ἄλ­λα δύ­ο παι­διὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας μου (ἀ­πὸ ἄλ­λες γει­το­νι­ές), δὲν δου­λεύ­α­με στὰ χω­ρά­φια. Ἡ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ μο­να­ξιὰ μοῦ ἔ­φερ­νε φο­βε­ρὴ πλή­ξη, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι ποὺ ἡ μέ­ρα ἦ­ταν με­γά­λη δί­χως σχο­λι­κὲς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Ἡ Τα­σού­λα ἦ­ταν ἐν­νέ­α ἐ­τῶν, πό­τε τὴν ἔ­παιρ­ναν στὸ χω­ρά­φι καὶ πό­τε ὄ­χι. Ὅ­ταν δὲν πή­γαι­νε τῆς ἔ­κα­να πα­ρέ­α στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της νὰ κα­θα­ρί­σει, νὰ μα­γει­ρέ­ψει τὸ φα­γη­τὸ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας σὲ μιὰ φου­φοὺ καὶ νὰ τα­ΐ­σει τὶς κα­τσί­κες καὶ τὶς κό­τες. Νω­ρὶς γύ­ρι­ζε καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ τοῦ κα­πνοῦ, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρα­στεῖ σὲ σκοι­νιὰ γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ καὶ νὰ ξε­ρα­θεῖ. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πη­γαί­νω σπί­τι τους συ­νε­χῶς. Ἔ­παιρ­να κι ἐ­γὼ μιὰ βε­λό­να καὶ περ­νοῦ­σα κα­πνὸ μα­ζὶ μὲ τὶς τέσ­σε­ρις γυ­ναῖ­κες.

       Πα­ρό­λη τὴν φτώ­χεια τους (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν εἶ­χαν πα­νιὰ γιὰ νὰ βά­ζουν τὶς εὐ­αί­σθη­τες μέ­ρες), εἶ­χαν μιὰ ἀρ­χον­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά, μὲ κερ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ λι­γο­στὸ φα­γη­τό τους, πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ χω­ρι­ά­τι­κη σα­λά­τα μὲ πο­λὺ λά­δι γιὰ βού­τηγ­μα, κι ἐ­γὼ ποὺ ἤ­μουν ἀ­νο­ρε­ξι­κὸς ἐ­κεῖ ἔ­τρω­γα. Τρα­γου­δοῦ­σαν ἐ­νῶ δού­λευ­αν, ἔ­δει­χναν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες, δὲν δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν γιὰ τὴν μοί­ρα τους· μιὰ φο­ρὰ μό­νο, μοῦ εἶ­πε ἡ Σταυ­ρι­νὴ σαρ­κα­στι­κά: «Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­πλα­σε ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἄλ­λους ἔ­πλα­σε, ἄλ­λους ἔ­κλα­σε καὶ ἄλ­λους ἔ­χε­σε. Ἐ­μεῖς, εἴ­μα­στε ἀ­πὸ τοὺς χε­σμέ­νους, ἐ­σύ, ἀ­πὸ τοὺς κλα­σμέ­νους.»

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ Γερ­μα­νί­α, με­τα­νά­στευ­σαν ὅ­λες. Ἡ Τα­σού­λα δη­μι­ούρ­γη­σε ἐ­κεῖ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἔ­μει­νε μό­νι­μα· δού­λε­ψε σκλη­ρὰ καὶ μά­ζε­ψε χρή­μα­τα. Κά­πο­τε γύ­ρι­σε στὸ χω­ριὸ γιὰ τὰ κα­λο­καί­ρια. Στὴν θέ­ση τοῦ τού­βλι­νου ἔ­φτια­ξε και­νούρ­γιο σπί­τι, πο­λυ­τε­λὲς γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ χω­ριοῦ. Ὅ­μως κρά­τη­σε τὴν εἰ­κό­να τοῦ πα­λιοῦ, τὸ ἀ­σο­βά­τι­στο τοῦ­βλο ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὸ γνω­στὸ δι­α­κο­σμη­τι­κό, ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι τὸ πα­λιὸ με­γά­λω­σε καὶ ἔ­λαμ­ψε. Αὐ­τὴν τὴν ἐ­νέρ­γεια τὸ χω­ριὸ τὴν θε­ώ­ρη­σε ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «Χί­λα­ρυ».

       Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ νὰ δι­α­θέ­σει κα­νεὶς τὰ χρή­μα­τά του ὅ­πως θέ­λει, ὅ­μως ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη Χί­λα­ρυ τὰ ἔ­φτια­ξε μὲ τό­σους κό­πους ποὺ χα­λά­λι της ὅ­λη ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς γῆς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λάκης Δόλγερας. Συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλία του: Ξε­χα­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες (2007), Μιὰ σκο-τει­νὴ ὑ­πό­θε­ση (2010), Ἡ δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση τῆς Ἑ­λε­ο­νώ­ρας καὶ τοῦ Νί­κου (2012), Νι­κη­τὲς καὶ νι­κη­μέ­νοι (2013), Νε­κρὸς στὸν ἥ­λιο τοῦ Ἰ­ου­λί­ου (2015).



		

	

Ἰάσονας Μικρώνης: Ὁ λεξιπλάστης

 

mikronisiasonas-oleksiplastis-eikona-06


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Ὁ λε­ξι­πλά­στης


03-alpha-01ΝΑΣΥΡΩ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ  ἀ­π’ τὶς τσέ­πες μου χαρ­τά­κια δι­α­φό­ρων με­γε­θῶν —μέ­χρι καὶ κομ­μα­τά­κια χαρ­το­πε­τσε­τῶν ἔ­χω βρεῖ— μὲ λέ­ξεις ποὺ κά­πο­τε μοῦ κέν­τρι­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Πρό­κει­ται γιὰ λέ­ξεις δυσ­νό­η­τες, δυ­σπρό­φερ­τες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­κοῦς πλέ­ον που­θε­νὰ – κι ὡς ἐκ τού­του ἄ­χρη­στες, μὴ λει­τουρ­γι­κές. Ἐ­πι­λέ­γω νὰ τὶς με­τα­χει­ρί­ζο­μαι (μὲ τὴν ἀ­παι­τού­με­νη φει­δὼ) στὶς ποι­κί­λες κα­θη­με­ρι­νές μου συ­ναλ­λα­γὲς ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­ά­φο­ρες μα­ζώ­ξεις μὲ φί­λους γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σω τὸν θαυ­μα­σμὸ ἤ, κυ­νι­κό­τε­ρα, γιὰ νὰ ξι­πά­σω. Συ­νή­θως βέ­βαι­α δὲν κα­τα­φέρ­νω τί­πο­τα ἀ­π’ τὰ δύ­ο, ἡ συ­ναλ­λα­γὴ ἢ ἡ συ­ζή­τη­ση ἐ­ξε­λίσ­σον­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα – χω­ρίς, δη­λα­δή, τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο χά­σκον στό­μα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ. Σπα­νι­ό­τε­ρα, κά­ποι­ος φί­λος, θὰ ξε­σπά­σει σὲ χά­χα­να (ἀ­ναί­τια) ἢ θὰ μοῦ ζη­τή­σει κά­ποι­ο ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρο συ­νώ­νυ­μο. Δὲν εἶ­ναι λί­γες βέ­βαι­α καὶ οἱ φο­ρές, ποὺ ὁ συ­νο­μι­λη­τής μου θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ λε­κτι­κὰ ἢ θὰ μὲ κα­τα­κρί­νει γιὰ τὰ ἰ­δι­ό­τρο­πα ἑλ­λη­νι­κά μου («Ποῦ τὰ ἄ­κου­σες νὰ τὰ μι­λᾶ­νε αὐ­τά, ρέ;»). Ὡς καὶ δυσ­λε­ξι­κὸ μ’ ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λέ­σει.

        Τό­τε κι ἐ­γὼ κά­πως χο­λιά­ζω, μα­ζεύ­ο­μαι κι ὀ­πι­σθο­χω­ρῶ. Πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι σὲ μο­νο­λε­κτι­κὲς ἀ­πο­κρί­σεις (ναὶ/ ὄ­χι) ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, σὲ σφιγ­μέ­να νεύ­μα­τα. Πο­λὺ σπά­νια μό­νο θὰ ἐκ­φρά­σω τὸ γρι­φῶ­δες «θὰ κα­πνά­σω», γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξω καὶ τό­τε μί­α και­νού­ρια, ἀ­γρι­ό­τε­ρη ἐ­πί­θε­ση.

        Τὸ δὲ «κα­πνά­ζω» συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὰ ἀ­με­τά­βα­τα καὶ σύν­θε­τα ρή­μα­τα: προ­κύ­πτει με­τὰ τὴν συ­νέ­νω­ση τοῦ «μο­νά­ζω» μὲ τὸ «κα­πνί­ζω». Ἀ­νή­κει στὸν μπαρ­μπα-Κο­σμᾶ, τὸν λε­ξι­πλά­στη τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ πρό­φε­ρε, μπου­χτι­σμέ­νος πάν­το­τε, ὅ­ταν οἱ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες ἀ­πό­ψεις ἐ­πὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ ἔ­βρι­σκαν ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τί­λο­γο ἀ­νά­με­σα στοὺς χω­ρια­νούς, ὅ­ταν ἕ­νας και­νού­ριος λο­γα­ρια­σμὸς ρεύ­μα­τος ἢ νε­ροῦ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του, ὅ­ταν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ —ἐ­λά­χι­στο— κα­κὸ τὸν ἔ­βρι­σκε. Οἱ συ­ζη­τή­σεις γλωσ­σο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νον­ταν κά­θε φο­ρὰ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα στοὺς συμ­πό­τες του, κα­θέ­νας προ­σέ­φε­ρε τὸν λί­θο τῆς δι­κῆς του ἀ­νερ­μά­τι­στης ἑρ­μη­νεί­ας· ὁ ἴ­διος βέ­βαι­α πο­τέ του δὲν ἀ­πε­φάν­θη. Ἐρ­χό­ταν, ἄλ­λω­στε, πο­λὺ γρή­γο­ρα μί­α ἄλ­λη αὐ­το­σχέ­δια κου­βέν­τα νὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει τὴν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση. Ση­κω­νό­ταν, ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος τῆς νύ­χτας, πε­ρί­φρον­τις τά­χα μου κι αἰ­νιγ­μα­τι­κός, πλή­ρω­νε τὸ ἀν­τί­τι­μο τῆς κραι­πά­λης του, ἄ­να­βε τσι­γά­ρο γιὰ τὸ δρό­μο κι ἔ­φευ­γε. Χρό­νια με­τὰ κα­τά­φε­ρα νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὴ ρή­ση του.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς εἶ­χε καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, τὴ Βού­λα. Τὸ σπί­τι τους ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μας, οἱ δο­σο­λη­ψί­ες της μὲ τὴν μά­να μου ἦ­ταν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση – κα­νέ­να αὐ­γό, κα­νέ­να κου­νου­πί­δι, τέ­τοι­α. Ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι καὶ (πα­ρὰ τὶς ὄ­χι καὶ πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς λο­γο­μα­χί­ες τους) μο­νι­α­σμέ­νοι – πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τοῦ ποι­η­τῆ ποὺ κά­που λέ­ει: Τε­λι­κὰ τὰ μό­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­πη­μέ­να, τὰ μό­να βα­θιά, ὣς τὰ γε­ρά­μα­τα, ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­ρω­τευ­μέ­να ζευ­γά­ρια ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει ἦ­ταν τὰ ἄ­κλη­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­πο­τε ὅ­τι δὲν περ­νοῦ­σε μέ­ρα, τό­τε του­λά­χι­στον ποὺ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸν κάμ­πο γιὰ τ’ ἀμ­πέ­λια, ποὺ νὰ μὴν τὴν κε­ρά­σει, κα­τὰ τὴν ἀ­νά­βα­ση, λου­λού­δι.

        Ἔ­πει­τα, κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια νευ­ρο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἐμ­φά­νι­σε ἡ Βού­λα καί, προ­τοῦ κα­λὰ-κα­λὰ ἡ εἴ­δη­ση δι­α­δο­θεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό, τὰ πό­δια της πιὰ δὲν τὴν πή­γαι­ναν καί, κά­να τρί­μη­νο ἀ­φό­του τῆς τά ‘κο­ψαν, πέ­θα­νε.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς δέ­χθη­κε βου­βὸς τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια. Κλεί­στη­κε ἕ­να και­ρὸ σπί­τι του, τὸν βο­η­θοῦ­σε ἕ­να μι­κρα­νί­ψι του μὲ τὰ ψώ­νια. Φούν­τω­σε ἕ­να δι­ά­στη­μα ἡ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὴ κλη­μα­τα­ριὰ στὴν αὐ­λή, θη­λύ­κω­σε περ­βά­ζια καὶ δο­κούς, ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­κα­ψε ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἔ­βγαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα δει­λὰ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες, μέ­χρι νὰ πέ­σει γιὰ τὰ κα­λά τὸ βρά­δυ. Τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει ὁ για­τρὸς τὴν προ­σο­χή, νὰ διά­γει βί­ο πιὸ ἐγ­κρα­τή, τοῦ ‘δω­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἕ­να μπε­γλέ­ρι, νὰ ἐ­λατ­τώ­σει τὸ τσι­γά­ρο. Ἔ­πια­νε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη του θέ­ση στὸν κα­φε­νέ, ἀ­π’ τὴ μί­α τὸ κομ­πο­λό­ι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ὁ ἀ­ρει­μά­νιος κα­πνός. Ἔ­πα­ψε βέ­βαι­α καὶ μὲ τοὺς νε­ο­λο­γι­σμούς.

        Ἀ­νέ­βη­κα μά­λι­στα κι ἐ­γὼ τὶς προ­άλ­λες στὸ χω­ριὸ γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Περ­νών­τας τὸ κα­τώ­φλι τοῦ πα­τρι­κοῦ μου, πῆ­ρε τ’ αὐ­τί μου δί­πλα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση νὰ λέ­ει. Κον­το­στά­θη­κα· ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος πα­ρου­σια­στὴς τοῦ δελ­τί­ου τῶν ὀ­κτώ, ὄρ­θιο τὸν φαν­τά­στη­κα κι εὐ­θυ­τε­νῆ στὸ πλα­τό, νὰ σχο­λιά­ζει τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα μὲ κά­τι Ἑλ­λη­νι­κὰ πο­λὺ σω­στὰ κι ἄρ­τια, δί­χως νο­η­μα­τι­κὰ κε­νὰ ἢ ἄλ­λου τύ­που ἀ­σά­φει­ες.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης  (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.

Πάνος Ι. Μαυρομμάτης: Κανένας Θεὸς (Καβατίνα)

 

mayrommatispanosi-kanenastheos-eikona-03


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Κα­νέ­νας Θε­ὸς (Κα­βα­τί­να)


01-thitaΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ, Νί­κο μου, ἕ­νας σπου­δαῖ­ος δε­σπό­της!»

Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε ἡ μά­να, μὲ κρυ­φὴ πε­ρη­φά­νια. Μὲ ξε­προ­βό­δι­ζε ἀ­πὸ τὸ χά­ρα­μα, ὅ­ταν πή­γαι­να νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς ἐ­νο­ρί­ας μας. Δὲν τῆς ἔ­κα­να τε­λι­κὰ τὸ χα­τί­ρι, ὅ­πως καὶ τό­σα ἄλ­λα στὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της. Ἂν καὶ σε­βό­μουν τοὺς πα­πά­δες καὶ τὸ λει­τούρ­γη­μά τους, δὲν ἄν­τε­χα τὰ πολ­λὰ «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον», τὶς νη­στεῖ­ες, τὶς γο­νυ­κλι­σί­ες, τὰ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα καὶ τὶς ὑ­πο­κρι­σί­ες.

         Πο­τὲ δὲν μεί­να­με γιὰ πο­λὺ σ’ ἕ­να τό­πο. Μὲ τὶς με­τα­θέ­σεις, λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς τοῦ πα­τέ­ρα, φι­λό­λο­γος στὸ Γυ­μνά­σιο, ἀλ­λά­ζα­με συ­χνὰ σπί­τι, σχο­λεῖ­ο καὶ φί­λους. Κά­θε με­τα­κό­μι­ση καὶ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἐμ­πει­ρί­α. Ἕ­νας ξε­ρι­ζω­μὸς ποὺ μὲ γέ­μι­ζε θλί­ψη καὶ νο­σταλ­γί­α, γιὰ τὰ πα­λιὰ λη­μέ­ρια, τοὺς χα­μέ­νους συμ­μα­θη­τὲς καὶ πρὸ παν­τὸς γιὰ κά­ποι­ες κρυ­φὰ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νες συμ­μα­θή­τρι­ες. Ἀ­πὸ τὰ σπί­τια ποὺ ἔ­ζη­σα παι­δί, ἕ­να ἔρ­χε­ται ἔν­το­να στὸ νοῦ. Εἰ­δι­κά τὰ βρά­δια με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κή, στε­νά­χω­ρη μέ­ρα. Ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴ θο­λού­ρα τοῦ μυα­λοῦ. Τὴ δι­α­περ­νᾶ καὶ τὴ δι­α­λύ­ει. Ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν μέ­σα μου ἄν­θρω­ποι καὶ γε­γο­νό­τα.

         Ἐ­κεῖ μέ­να­με στὸ σπί­τι τοῦ Μή­τσου τοῦ μουγ­κοῦ. Δι­κό του ἦ­ταν τὸ πα­λιὸ δι­ώ­ρο­φο. Ὁ ἴ­διος ὁ μουγ­κὸς μὲ τὴ φα­μί­λια του ἔ­με­ναν σὲ μο­νο­κα­τοι­κί­α λί­γο πιὸ πέ­ρα. Ὁ Μῆ­τσος δὲν ἦ­ταν μό­νο μουγ­κός. Ἦ­ταν καμ­πού­ρης καὶ ἄ­σχη­μος. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸν εἶ­χε φτύ­σει ἡ μή­τρα τῆς μά­νας του. Ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κα­λό­ψυ­χος κι ἐρ­γα­τι­κός. Σὰν τὸν Κου­α­σι­μό­δο τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Πα­ρι­σί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ πῶς ἕ­νας ἄ­σχη­μος καὶ μουγ­κὸς ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τό­σο ὄ­μορ­φες κι ἔ­ξυ­πνες κό­ρες.

         Στὸ ἰ­σό­γει­ο τοῦ πα­λιοῦ δι­ώ­ρο­φου ἔ­με­νε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια Κρη­τι­κῶν μὲ δυ­ὸ μι­κρὰ παι­διά, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κά μου. Ἐ­μεῖς κα­τοι­κού­σα­με στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ τοὺς κά­τω μᾶς χώ­ρι­ζαν οἱ φα­γω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τά­βλες καὶ τὰ μα­δέ­ρια τοῦ πα­τώ­μα­τος. Μᾶς ἕ­νω­ναν ὅ­μως τὰ τρι­ξί­μα­τα, οἱ θό­ρυ­βοι ἀ­πὸ τὰ πα­τή­μα­τα, τὰ κρε­βά­τια καὶ οἱ ὁ­μι­λί­ες. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες καὶ τὶς σχι­σμὲς τοῦ σα­νι­δώ­μα­τος, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, ἄ­νε­τα περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ παι­δι­κά μας δά­χτυ­λα ἢ κά­ποι­ο μα­χαι­ρά­κι. Τρό­μα­ζε τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­γό­ρι τῶν συγ­κά­τοι­κων, ὁ Μι­χά­λης, ποὺ ἦ­ταν ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος κι ὅ­λο ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χώ­μα­τα. Μα­κά­βρια παι­χνί­δια, μὲ κη­δεῖ­ες καὶ τα­φές. Ἔ­λε­γε ὅ,τι ἔπια­νε τὸ ἀ­φτί του στὴν ἐκ­κλη­σί­α, «ἐκ τοῦ κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου τὸ ἀ­νά­γνω­σμα πρό­σχω­μεν» μὲ κρη­τι­κὴ προ­φο­ρά. Ἔ­ψα­λε νε­κρώ­σι­μες ἀ­κο­λου­θί­ες στὰ στρα­τι­ω­τά­κια του. Τὰ ἔ­θα­βε μα­ζὶ μὲ δι­ά­φο­ρα μυρ­μήγ­κια, σκα­θά­ρια, πα­σχα­λί­τσες, τζι­τζί­κια καὶ μι­κρὲς σαῦ­ρες. Τὰ θα­νά­τω­νε καὶ τὰ κή­δευ­ε κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ερ­γη κλί­ση καὶ ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ πα­πα­δά­κι, κα­τέ­λη­ξε νὰ γί­νει ἐρ­γο­λά­βος κη­δει­ῶν.

         Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει μή­νας ἀ­πὸ τὴ με­τα­κό­μι­σή μας σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ὅ­ταν ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ δει­λι­νό, ἄ­γρι­ες ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς κομ­μά­τια­σαν τὴν ἠ­ρε­μί­α τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μά­να μου, ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, κόν­τε­ψε ν’ ἀ­πο­βά­λει ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα. Ἀ­κου­γό­ταν κά­τι σὰν ἄ­λο­γο ἀ­γρι­ε­μέ­νο ποὺ χλι­μιν­τρί­ζει, σὰν σκυ­λὶ ποὺ τὸ σκο­τώ­νουν. Ὄ­χι σὰν ἄν­θρω­πος. Ὅ­λα τα παι­διὰ πε­τά­χτη­καν στὸ δρό­μο. «Τί ἔ­γι­νε, ρέ;» Ἀ­πὸ μι­σό­λο­γα ποὺ ἄ­κου­σαν νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γει­τό­νισ­σες, κα­τά­λα­βαν. Ὁ μουγ­κὸς οὔρ­λια­ζε για­τί ἔ­μα­θε ὅ­τι τὸν ἄ­φη­σε ἡ γυ­ναί­κα του. Τὴν εἶ­χαν παν­τρέ­ψει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ δι­κοί της, φτω­χὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα, μὲ τὸν εὐ­κα­τά­στα­το, κα­λό­ψυ­χο ἀλ­λὰ δύ­σμορ­φο μουγ­κό. Αὐ­τὸς τὴ λά­τρευ­ε. Ἔ­κα­νε δυ­ὸ κό­ρες μα­ζί της. Κου­κλί­τσες σὰν τὴ μά­να τους. Ἔ­ξυ­πνες καὶ κα­λό­ψυ­χες σὰν τὸν πα­τέ­ρα τους. Πρῶ­τες μα­θή­τρι­ες στὴν τά­ξη τους. Οἱ κό­ρες τοῦ μουγ­κοῦ μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Οἱ ψί­θυ­ροι, σὰν ἐ­ρι­νύ­ες γύ­ρω τους, δὲν τὶς ἄγ­γι­ζαν. Σὲ λί­γους μῆ­νες φό­ρε­σαν μαῦ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας τους εἶ­χε κρε­μα­στεῖ. Ἡ κη­δεί­α ἦ­ταν βου­βὴ χω­ρὶς πα­πὰ καὶ ψάλ­τη. Σκε­φτό­μουν πὼς οὔ­τε κι ὁ θε­ὸς τὸν ἤ­θε­λε. Μό­νο ὁ Μι­χα­λά­κης τοῦ ἰ­σο­γεί­ου ἔ­δω­σε ρε­σι­τὰλ νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας, στὴν πα­ρέ­α τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν, πα­ρά­με­ρα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια πομ­πή. Ἀ­πὸ τὸ στό­μα του ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά τὸ «Καὶ εἶ­δον τὰ ὀ­στᾶ τὰ γε­γυ­μνω­μέ­να καὶ εἶ­πον, ἄ­ρα τίς ἔ­στι; Βα­σι­λεὺς ἢ στρα­τι­ώ­της; Πλού­σιος ἢ πέ­νης; Δί­και­ος ἢ ἁ­μαρ­τω­λός;»

         Ἔ­τσι, θέ­λον­τας καὶ μή, γνώ­ρι­σα τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­κεῖ κα­τέ­λη­γαν ἀρ­γό­τε­ρα κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς μα­κρι­νές μας ἐ­ξορ­μή­σεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ φαι­νό­ταν ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος κῆ­πος, μὲ δέν­τρα, λου­λού­δια, δρο­μά­κια καὶ ἄ­σπρα μάρ­μα­ρα. Ἴ­σως ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ὅ­που ἀ­φή­να­με τὶς ψυ­χὲς ἐ­λεύ­θε­ρες νὰ χα­ροῦν τὴ δρο­σιὰ τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος, τὰ κε­λα­η­δί­σμα­τα τῶν που­λι­ῶν, τὸ τρα­γού­δι τοῦ γρύ­λου ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὸ χο­ρὸ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν τὴ νύ­χτα. Τί­πο­τε φρι­χτό, τί­πο­τε μα­κά­βριο. Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βόλ­τες μας ἐ­κεῖ, εἶ­δα τὶς νε­κρο­κε­φα­λὲς καὶ κά­τι ψυλ­λι­ά­στι­κα. Μέ­χρι τό­τε ἤ­θε­λα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­θά­να­τος καὶ ἄ­τρω­τος σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α ποὺ δι­ά­βα­ζα στὴν Ἰ­λιά­δα γιὰ παι­διά. Τὴν εἶ­χε φέ­ρει ἡ μά­να, δῶ­ρο στὴ γι­ορ­τή μου. Ὅ­ταν ἔ­μα­θα ὅ­τι καὶ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἥ­ρω­ας, ὁ ἡ­μί­θε­ος, σκο­τώ­θη­κε, ἔ­κλα­ψα πι­κρά. Οὔ­τε αὐ­τὸς δὲν γλύ­τω­σε. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο. Κα­τέ­βαι­να στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο τὸ δει­λι­νό, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω κα­τά­μα­τα αὐ­τὸ ποὺ φο­βό­μουν, ὅ­τι δη­λα­δὴ κι ἐ­γὼ θὰ πέ­θαι­να. Σκαρ­φά­λω­να πά­νω στὴ μάν­τρα καὶ κοί­τα­ζα μὲ ἔν­τα­ση τοὺς τά­φους. Ἔ­βα­ζα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α μου τὸν ἑ­αυ­τό μου στὴ θέ­ση τῶν νε­κρῶν, χω­μέ­νο μὲς στὸν τά­φο. Χω­ρὶς μά­τια γιὰ νὰ βλέ­πω, ἀ­φτιὰ γιὰ νὰ ἀ­κού­ω. Μιὰ χα­ρα­μά­δα φῶς, μα­κρι­νὸς ἦ­χος καὶ ὑ­πάρ­χεις, οὔ­τε στα­γό­να φῶς, κα­νέ­νας ἦ­χος, δὲν ὑ­πάρ­χεις. Σκε­φτό­μουν. Φρί­κη μὲ πλημ­μύ­ρι­ζε. Πη­δοῦ­σα τό­τε ἀ­πὸ τὴ μάν­τρα κι ἔ­τρε­χα μα­κριὰ μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χα στὰ πό­δια μου, πρὸς τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου ποὺ ἔ­δυ­ε, νὰ μὴ μὲ προ­λά­βει κα­νέ­νας πε­θα­μέ­νος, κα­νέ­νας θά­να­τος, κα­νέ­νας θε­ὸς ἢ δαί­μο­νας, κα­νέ­να σκο­τά­δι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξορ­κί­σω τὸ ὑ­πέρ­τα­το κα­κὸ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε τό­σο πρό­ω­ρα μέ­σα μου.

         Στὸ σχο­λεῖ­ο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς φί­λους, τὰ μα­θή­μα­τα καὶ τὸν δά­σκα­λο, μὲ πα­ρη­γο­ρού­σαν καὶ μὲ ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὶς ζο­φε­ρὲς σκέ­ψεις τὰ ὄ­μορ­φα πρό­σω­πα τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων συμ­μα­θη­τρι­ῶν. Τὶς κοι­τοῦ­σα μα­γε­μέ­νος. Μέ­χρι ποὺ δι­α­σταύ­ρω­να τὸ βλέμ­μα μα­ζί τους καὶ δὲν τὸ ἄν­τε­χα. Κα­τέ­βα­ζα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­νος, δει­λὸς καὶ ντρο­πι­α­σμέ­νος. Πῆ­ρε και­ρὸ νὰ μά­θω νὰ τὶς κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα. Εἶ­χα τὸ κου­ρά­γιο νὰ ἀ­τε­νί­ζω κα­τευ­θεί­αν τοὺς τά­φους καὶ τὸν θά­να­το. Ἦ­ταν ὅ­μως πιὸ δυ­να­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, μέ­σα στὴν ψυ­χή, τὸ γλυ­κό, ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ βλέμ­μα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν, ποὺ ἔ­κα­νε νὰ χα­μη­λώ­νω τὴ μα­τιά μου.

         Κον­τὰ στὸ σχο­λεῖ­ο βρι­σκό­ταν ὁ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸς χῶ­ρος ποὺ μπαι­νο­βγαί­να­με ὅ­ταν ἤ­μα­σταν παι­διά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γω­νιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔ­χου­με ἐ­ξε­ρευ­νή­σει. Κρυ­βό­μα­σταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μάρ­μα­ρα μα­ζὶ μὲ τοὺς δώ­δε­κα θε­ούς. Παί­ζα­με κον­τά τους. Συγ­κρί­να­με τὰ τσου­τσού­νια μας ποὺ ἔ­θαλ­λαν μ’ ἐ­κεῖ­να τῶν σπα­σμέ­νων ἀ­γαλ­μά­των· τὰ κομ­μέ­να.

         Ἕ­να βρά­δυ τοῦ Δε­κέμ­βρη, πα­ρα­μο­νὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ δυ­να­τὲς ὁ­μι­λί­ες καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δεις ἀ­νά­σες τῆς γκα­στρω­μέ­νης μά­νας μας, στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Γεν­νοῦ­σε. Πε­τά­χτη­κα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δῶ ἀ­πὸ τὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, χω­ρὶς νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Ἡ ἀ­γω­νί­α καὶ ἡ πε­ρι­έρ­γεια με­γά­λω­ναν. Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος, ὁ μι­κρό­τε­ρος ἀ­δελ­φός. Εἴ­χα­με στη­θεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τεν­τω­μέ­να ἀ­φτιὰ καὶ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. Ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῆς μά­νας ποὺ ξέ­σχι­σε τὴ νύ­χτα καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ κλά­μα τοῦ μω­ροῦ.

         «Ἄν­τε νὰ σοῦ ζή­σει! Βγῆ­κε κι αὐ­τὸς στὸν ψεύ­τι­κο τοῦ­το κό­σμο», φώ­να­ξε ἡ μα­μὴ στὴ λε­χώ­να. Κα­τά­λα­βα. Δὲν εἶ­χε ἐκ­πλη­ρω­θεῖ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μά­νας ποὺ ἤ­θε­λε τὸ τρί­το παι­δὶ της κο­ρί­τσι. Ἔ­μεῖς ὅ­μως ἐν­θου­σι­α­στή­κα­με ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ ἄλ­λος στὴν πα­ρέ­α.

         Ἔ­τσι γεν­νή­θη­κε ὁ μι­κρός μας ἀ­δελ­φός, ὁ Λευ­τε­ρά­κης. Εἶ­χα κά­νει πολ­λὰ ὄ­νει­ρα γι’ αὐ­τὸν στὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου. Πῶς θὰ παί­ζα­με μα­ζί. Θὰ τὸν βγά­ζα­με βόλ­τα στὴν πλα­τεί­α Ἡ­ρώ­ων μὲ τὸ λι­ον­τά­ρι. Θὰ με­γα­λώ­να­με καὶ οἱ τρεῖς. Θὰ φο­ρά­γα­με μα­κριὰ παν­τε­λό­νια. Πάν­τα νὰ τὸν ἔ­χω κά­τω ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α μου. Θὰ γι­νό­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Ὁ μι­κρού­λης καὶ χα­ϊ­δε­μέ­νος μας. Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ὅ­σο με­γά­λω­νε χαι­ρό­ταν καὶ ξε­καρ­δι­ζό­ταν. Ἦ­ταν ὅ­λο φι­λιὰ καὶ χά­χα­να. Εἶ­χε κά­τι δυ­να­τὰ χε­ρά­κια ποὺ ἅρ­πα­ζαν τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­ναν μὲ τί­πο­τα. Ἐ­μεῖς πά­λι δὲν ξέ­ρα­με ποι­ός νὰ τὸν πρω­το­πιά­σει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­γδυ­νε ἡ μά­να γιὰ νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει, ἀ­π’ τὴ χα­ρὰ του τὴν πολ­λὴ τεν­τω­νό­ταν καὶ ὅ­πως ἦ­ταν ση­κω­μέ­νο τὸ που­λὶ του κα­του­ροῦ­σε τὰ μοῦ­τρα του. Φαι­νό­ταν ὁ πιὸ βαρ­βά­τος ἀ­π’ ὅ­λους. Στὸ σχο­λεῖ­ο τὸ μυα­λό μας ὅ­λο στὸ μω­ρό. Πό­τε θὰ σχο­λά­σου­με, νὰ πᾶ­με νὰ πα­λέ­ψου­με, νὰ τὸν χο­ρο­πη­δή­σου­με, νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψου­με. Νὰ με­γα­λώ­σει γρή­γο­ρα. Νὰ τὸν φέ­ρει ἡ μά­να μιὰ μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο, ποὺ θὰ ἔ­χου­με γι­ορ­τή. Νὰ τὸν δοῦ­νε τὰ κο­ρί­τσια τῆς τά­ξης, νὰ λι­ώ­σει ἡ καρ­διά τους ποὺ ἔ­χου­με ἕ­να τό­σο μι­κρὸ καὶ ὄ­μορ­φο ἀ­δέλ­φι.

         Σὰν νὰ εἶ­χε ἔλ­θει ἕ­νας μι­κρὸς Μεσ­σί­ας στὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ζού­σα­με τὶς πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς τό­τε, ἡ μά­να μᾶς ἀ­γά­πα­γε ὅ­λους, ὁ πα­τέ­ρας πά­νω στὴν ἀκ­μή του κι ἐ­μεῖς ἀ­νέ­με­λα παι­διά.

         Κά­που κά­που ἐρ­χό­ταν πε­ρα­στι­κὸς τὰ με­ση­μέ­ρια ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λιγ­κώ­νης. Ψη­λὸς μὲ με­γά­λα μαῦ­ρα μά­τια καὶ κά­τι ἀ­γα­θά, δα­σκα­λί­στι­κα κα­λαμ­πού­ρια. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ, λέ­ει, πό­σο γρή­γο­ρα θὰ με­γά­λω­νε ὁ μι­κρός, για­τί εἶ­χε καὶ αὐ­τὸς γιὸ στὴν ἡ­λι­κί­α του. Μό­νο ποὺ ἔ­βρι­σκε τὸν δι­κό του νὰ ὑ­στε­ρεῖ στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη. Ὅ­λο ρώ­τα­γε τί τὸν τά­ι­ζε ἡ μά­να τὸν Λευ­τε­ρά­κη, νὰ ταΐ­­σουν κι αὐ­τοὶ τὸν δι­κό τους, μή­πως καὶ πα­χύ­νει. Ἔ­τσι κο­λα­κεύ­ον­ταν ὅ­λοι καὶ γι­νό­μα­σταν ἀ­κό­μα πιὸ πε­ρή­φα­νοι γιὰ τὸ μω­ρό μας.

         Δί­πλα ἔ­με­νε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ πα­πᾶ Κα­λόμα­λου. Στὴν αὐ­λὴ του ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας τε­ρά­στιος φί­κος. Τὰ κλα­διὰ του ἀγ­κά­λια­ζαν καὶ σκέ­πα­ζαν τὸ σπί­τι μας. Τὰ βρά­δια ποὺ φύ­σα­γε, ἄ­κου­γα τὸ δέν­τρο νὰ ξύ­νει τὸν τοῖ­χο δί­πλα στὸ μα­ξι­λά­ρι μου. Ζοῦ­σα μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α μή­πως τὸ γκρε­μί­σει καὶ τὸ ξε­θε­με­λι­ώ­σει μὲ τὶς ρί­ζες του.

         Τὰ κα­λο­καί­ρια χαι­ρό­μα­σταν τὸν ἥ­λιο, τὴ θά­λασ­σα, τὴ νύ­χτα μὲ τὰ ἀ­στέ­ρια καὶ κά­θε εὐ­και­ρί­α ποὺ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν γιὰ παι­χνί­δι. Εἴ­χα­με συ­νηθίσει αὐτὸν τὸν τόπο. ­Ἦταν γλυκὸς. Νιώθαμε λιγάκι ντόπιοι, κυρίως τὰ παιδιὰ. Ἂς γκρί­νια­ζαν οἱ γο­νεῖς κα­μιὰ φο­ρά, ἐκ­φρά­ζον­τας τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ τὴ μο­να­ξιὰ τῶν ξέ­νων. Τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ αὐ­τό­χθο­νος, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, τὴν ἐ­νί­σχυ­ε ὁ Λευ­τε­ρά­κης ποὺ ἦ­ταν γεν­νη­μέ­νος σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο.

         Οἱ μέ­ρες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἦ­ταν με­γά­λες καὶ ζε­στές. Τὸ χά­ρα­μα ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὸ πρω­ί. Μὲ ξύ­πνα­γε ἡ μά­να, βα­θιὰ θρη­σκευ­ό­με­νη, νὰ πά­ρω τοῦ ἥ­λιου τὸ δρό­μο, νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι πρῶ­τος-πρῶ­τος στὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Γι­όρ­τα­ζε ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες. Ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη νὰ φτά­σω πρῶ­τος, φό­ρε­σα τὸ φα­νε­λά­κι ἀ­νά­πο­δα. Τί γρου­σου­ζιὰ κι αὐ­τή! Με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι δὲν ξα­να­φό­ρε­σα τὰ ἄμ­φια.

         Τὸ βρά­δυ, τὸ φῶς χα­νό­ταν με­τὰ τὶς ὀ­χτώ, μὲ τὸν Ἀ­πο­σπε­ρί­τη. Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα γυ­ρί­ζα­με στὸ σπί­τι, κα­τά­κο­ποι ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Τσα­λα­βου­τού­σα­με ὧ­ρες κο­λυμ­πών­τας σὰν τοὺς σκύ­λους. Κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς.

         Ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα εἶ­χα κά­νει δυ­ὸ μπά­νια, κρυ­φά, ἕ­να τὸ πρω­ὶ κι ἕ­να το ἀ­πό­γευ­μα. Γύ­ρι­ζα ψό­φιος καὶ λυσ­σα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν πεί­να. Μπῆ­κα στὸ σπί­τι σι­γὰ σι­γά, νὰ μὴν ξυ­πνή­σω τὸ μω­ρό. Ὅ­μως στὴν κού­νια ὁ Λευ­τε­ρά­κης σπαρ­τα­ροῦ­σε. Σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ἄ­κου­σα τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει:

         «Ἄχ, Πα­να­γιά μου, σπα­σμοὺς κά­νει τὸ μω­ρό μου, βο­ή­θη­σέ μας! Νί­κο, παι­δί μου, τρέ­ξε γρή­γο­ρα στὸ για­τρό, γρή­γο­ρα νὰ ἔρ­θει, νὰ τὸ προ­λά­βου­με!» Βρέ­θη­κα ἀ­στρα­πια­ῖα στὴ γω­νί­α τοῦ φούρ­νου. Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μπρο­στά μου. Με­τὰ στὴν Ἠ­λε­κτρι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α. Στὸ δη­μό­σιο δρό­μο. Ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι τοῦ για­τροῦ ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τα­χύ­τε­ρα, λα­χα­νι­α­σμέ­νος.

         «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, θέ­λου­με τὸν κύ­ριο Σω­τη­ρί­ου, γρή­γο­ρα στὸ σπί­τι μας. Τὸν για­τρό. Τώ­ρα ἀ­μέ­σως. Εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας. Κά­νει σπα­σμούς.»

         Γυ­ρί­σα­με πί­σω στὸ σπί­τι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ. Πε­ρί­με­να σὲ μιὰ γω­νιά, πε­λιδ­νὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α. Με­τὰ μὲ μιὰ συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι ἔ­φυ­γα τρε­χά­λα γιὰ τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο. Στὸ δρό­μο μο­νο­λο­γοῦ­σα πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος στὸ ἄγ­χος. Προ­σευ­χό­μουν:

         «Κρά­τα ἀ­δελ­φά­κι μου κα­λό. Θε­ού­λη μου, φύ­λα­ξέ το μας.»

         Τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο ἦ­ταν κλει­στό. Γαν­τζώ­θη­κα στὴν πόρ­τα. Χτύ­πη­σα μὲ δύ­να­μη. Ἐ­πι­τέ­λους ἄ­κου­σαν. Τρέ­χον­τας στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ πά­λι ψι­θύ­ρι­ζα. Ἔ­δι­να κου­ρά­γιο στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει: «γρή­γο­ρα τὶς ἐ­νέ­σεις στὸ σπί­τι, γρή­γο­ρα, Νί­κο, νὰ γλυ­τώ­σεις τὸ ἀ­δελ­φά­κι σου, ἀ­πὸ σέ­να κρέ­με­ται ὁ Λευ­τε­ρά­κης, πρό­σε­χε τὸ δρό­μο, πρέ­πει νὰ γλι­τώ­σει τὸ μω­ρό μας…».

         Με­τά, τὰ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὸν Νά­σο καὶ μέ­να, μᾶς πῆ­ρε νὰ κοι­μη­θοῦ­με στὸ σπί­τι της ἡ γει­τό­νισ­σα, ἡ πα­πα­διά. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μά­να μὲ τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ.

         Τὸ σπί­τι ἔ­μει­νε γιὰ μιὰ νύ­χτα ἔ­ρη­μο μὲ τὸ φί­κο. Κοι­μη­θή­κα­με βα­θιά, χω­ρὶς νὰ βγά­λου­με τὰ ροῦ­χα μας. Ση­κώ­θη­κα νω­ρὶς τὸ πρω­ί. Ρό­δι­νος ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς οὐ­ρα­νός, σὲ γέ­μι­ζε αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Ἁ­πλω­νό­ταν μιὰ γα­λή­νη, ὅ­πως με­τὰ τὸν κα­τα­κλυ­σμό. Μό­νο ἡ πα­πα­διὰ ἦ­ταν ὄρ­θια κι ἑ­τοί­μα­ζε τὸ γά­λα. Δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ τῆς μι­λή­σω. Ξε­περ­νών­τας τοὺς δι­σταγ­μούς μου μπό­ρε­σα νὰ ψελ­λί­σω: «Τί ἔ­γι­νε;»

         «Πι­ὲς τὸ γά­λα σου. Γύ­ρι­σαν», ἀ­κού­στη­κε σι­γα­νὴ ἡ φω­νὴ τῆς πα­πα­διᾶς καὶ κα­τέ­βη­κε στὸν κῆ­πο.

         Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος. Πλύ­να­με τὰ πρό­σω­πά μας μὲ δρο­σε­ρὸ νε­ρό. Μέ­σα στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς φά­νη­κε ὁ πα­τέ­ρας, χλω­μός, κου­ρα­σμέ­νος. Μᾶς πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­κού­στη­κε ἥ­συ­χη ἡ φω­νή του, θαμ­πή, πρω­ι­νή.

         «Ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας πέ­θα­νε.»

         «Τί;… Πέ­θα­νε;…»

         Ἡ καρ­διὰ χτύ­πα­γε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀρ­γά. Τὸ σπί­τι μας ἥ­συ­χο. Ἡ πόρ­τα ἀ­νοι­χτή. Χλω­μὸ φῶς καὶ σι­ω­πή.

         Στὴ μέ­ση τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ γεν­νή­θη­κε, ξα­πλω­μέ­νο μὲς στὴν κού­νια του, ἀν­τί­κρι­σα τὸ ἀ­δελ­φά­κι μας. Ἀ­κί­νη­το, ἤ­ρε­μο, κά­τα­σπρο, σὰν νὰ κοι­μό­ταν. Ἔ­κα­νε συν­τρο­φιὰ στὴ μά­να μας ποὺ ἔ­κλαι­γε ἥ­συ­χα ἥ­συ­χα. Σὰν νὰ μὴν ἤ­θε­λε, σὰν νὰ φο­βό­ταν νὰ τὸ ξυ­πνή­σει.

         Τὸ κρα­τή­σα­με κον­τά μας, κοι­τά­ζον­τάς το, βου­βά, ἴ­σα μὲ τὸ με­ση­μέ­ρι. Στὴν ἐκ­κλη­σί­α τὸ φι­λή­σα­με γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Εἶ­χε δρο­σί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ἑ­φτὰ-ὀ­χτὼ ἄν­θρω­ποι ἀ­κο­λου­θή­σα­νε στὸν τό­πο ὅ­που εἶ­χαν φέ­ρει τὸν Μῆ­τσο τὸν μουγ­κὸ πρὶν ἀ­πὸ και­ρό.

         Πε­ρά­σα­με πί­σω ἀ­πὸ τὰ σχο­λεῖ­α, μὲ τὸ μω­ρὸ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο σεν­τό­νι, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ. Δι­α­βή­κα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ποὺ μα­ζευ­ό­μα­σταν νὰ πε­τά­ξου­με χαρ­τα­ε­τοὺς τὴν Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα. Πή­ρα­με τὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο μὲ τὶς πι­κρο­δάφ­νες κι ἀ­πὸ κεῖ τὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ κοι­μη­τή­ριο. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, φί­λος τοῦ πα­τέ­ρα, εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θεῖ ν’ ἀ­νοί­ξουν ἕ­να παι­δι­κὸ τά­φο.

         Ὅ­ταν γυ­ρί­σα­με, ἡ πα­πα­διὰ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ψά­ρι. Δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα.

         Μεί­να­με μό­νοι.

         Τὰ δά­κρυ­α τε­λεί­ω­σαν.

         Χτύ­πη­σε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λυγ­κώ­νης, πε­ρα­στι­κὸς ὅ­πως πάν­τα ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει.

         «Γειά σας, τί μοῦ κά­νε­τε; Ὁ Λευ­τε­ρά­κης; Ποῦ…»

         Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας, ἀν­τὶ γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει μ’ ἕ­να ἀ­να­φιλ­λη­τὸ πα­ρά­ξε­νο, σὰν τοῦ Λι­γνοῦ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Χω­ρὶς δά­κρυ­α.                   Δὲν τὸν εἴ­χα­με ξα­να­δεῖ νὰ κλαί­ει. Ὅ­λοι ἤ­μα­σταν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τοι. Ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νοι. Καὶ ὁ θρῆ­νος μας μα­ζί.

         Ὁ δά­σκα­λος, πά­γω­σε τὸ χα­μό­γε­λό του, ἔ­μει­νε ψη­λός, με­τέ­ω­ρος, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, με­τὰ δι­πλώ­θη­κε σ’ ἕ­να λυγ­μὸ κι αὐ­τὸς τό­σο ἀ­στεῖ­ο μέ­σα στὴν ἄ­φα­τη θλί­ψη, τό­σο ὑ­περ­βο­λι­κό, ποὺ ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρή­σει με­γά­λω­σε τὴν ὀ­δύ­νη.

         Ἤ­θε­λα τό­τε νὰ φτιά­ξω ἕ­να λυ­πη­μέ­νο τρα­γού­δι νὰ θρη­νεῖ μὲ σπα­ραγ­μὸ τὰ χα­μέ­να μι­κρὰ παι­διὰ καὶ τὸν μι­κρού­λη μας τὸν Λευ­τε­ρά­κη, ποὺ χθὲς ἦ­ταν καὶ σή­με­ρα δὲν εἶ­ναι πιά. Νὰ κλαί­ει γι’ αὐ­τὸν τὸν θά­να­το μέ­χρι τὸ τέ­λος καὶ τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς.

         Τὸ βρα­δά­κι, τὰ δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια κα­τε­βή­κα­με, πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι τὴ γω­νί­α καὶ γυ­ρί­σα­με. Δὲν εἴ­χα­με κου­ρά­γιο νὰ δοῦ­με τ’ ἄλ­λα παι­διά. Εἴ­πα­με μό­νο: «Πά­ει ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας».

         Πη­γαί­να­με συ­χνά το κα­λο­καί­ρι στὰ μνή­μα­τα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ μὴν κλά­ψου­με.

         Τὸν ἄλ­λο χρό­νο φύ­γα­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πό­λη.

         Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα.

         Δὲν τοῦ χα­ρί­στη­κε οὔ­τε ὁ τό­πος οὔ­τε ὁ χρό­νος.

         Κα­νέ­νας θε­ός.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, ἰδι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Αθήνα, 1945). Ποίηση, διήγημα, παραμύθι. Σπού­δασε Νευρολογία, Ψυχιατρικὴ μὲ ἐξειδίκευση στὴν παιδονευρολογία. Ἐρ­γά­στηκε τριάντα χρόνια στὸ νοσοκομεῖο Παίδων Ἀθηνῶν Π. & Ἀ. Κυρι­α­κοῦ. Ἔχει γράψει διηγήματα, ποιήματα καὶ παραμύθια. Βιβλία του: Εννέ­α μύ­θοι κι ένα παραμύθι (διηγήματα, εκδ. Ἐριφύλη, 2007) και Ἀναρχικὲς ἀ­ναφορὲς ἐπὶ ἡμικλάστων κολλῶν (διηγήματα, 2015). Κείμενά του ἔχουν δη­μο­σιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ, ἐφημερίδες καὶ παρουσιάστηκαν στὸ ρα­διόφωνο.



		

	

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.



		

	

Ἕλενα Στριγγάρη: Οἱ Λί­βυ­οι


striggarielena-oilibyoi-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη


Οἱ Λί­βυ­οι


02-SigmaΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΜΑΣ, πα­λαι­ό­τε­ρα, κα­τοι­κοῦ­σαν δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες εὔ­πο­ρων Λί­βυ­ων. Στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο ἔ­με­ναν ὁ Ὀμ­ρὰν μὲ τὴ γυ­ναί­κα του Φά­τμα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους καὶ στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο, ὁ νε­ό­τε­ρος ἀ­δερ­φὸς τοῦ Ὀμ­ράν, ὁ Φὶ­κρ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Ἀ­σου­άτ, μὲ τὰ ἑ­φτὰ ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους. Καὶ οἱ δύ­ο γυ­ναῖ­κες τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν φο­ροῦ­σαν μαν­τί­λα μὲ τὴν ἀ­νά­λο­γη ἀμ­φί­ε­ση. Ἡ Φά­τμα ἦ­ταν ὄ­μορ­φη καὶ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη. Μι­λοῦ­σε καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὴν πα­τρί­δα της εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν Ἰ­α­τρι­κή. Ἡ Ἀ­σου­ὰτ ἦ­ταν «ζου­λά­πι», ποὺ λέ­με. Μά­λι­στα, μιὰ φο­ρὰ τῆς ἔ­βα­λαν τὶς φω­νὲς για­τὶ κρέ­μα­γε στὸ σκοι­νὶ ποὺ ἁ­πλώ­νου­με τὰ ροῦ­χα, στὸ μπαλ­κό­νι, κομ­μά­τια κρέ­α­τα γιὰ νὰ ξε­ρα­θοῦν, καὶ με­τὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, νὰ τὰ φά­νε!

       Καὶ οἱ δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν Λί­βυ­ων ἦ­ταν φα­σα­ρι­ό­ζι­κοι μὲ τό­σα παι­διά. Πα­ρα­πο­νι­ό­μου­να ἔν­το­να, μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν πο­λύ, ὅ­ταν κοι­μό­μουν. Εἰ­δι­κὰ αὐ­τοὶ τοῦ πέμ­πτου, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Ὡ­στό­σο φι­λο­ξε­νοῦ­σα τὸν με­γά­λο τους γιὸ κά­θε μέ­ρα στὸ σπί­τι μου. Ἔ­κα­νε πα­ρέ­α μὲ τὸν δι­κό μου γιό. Τοὺς πή­γαι­να βόλ­τες σὲ δρώ­με­να καὶ ἀλ­λοῦ καί, κυ­ρί­ως, σὲ τα­βέρ­νες, για­τὶ καὶ στοὺς δύ­ο ἄ­ρε­σε τὸ φα­γη­τό. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια…

       Μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα, πρω­ὶ-πρω­ὶ (ἦ­ταν 28η Ὀ­κτω­βρί­ου, για­τὶ ἑ­τοί­μα­ζα τὸν γιό μου γιὰ τὴν μα­θη­τι­κὴ πα­ρέ­λα­ση στὸ Σύν­ταγ­μα), ἐ­κεῖ ποὺ το­πο­θε­τοῦ­σα τὸ σῆ­μα τοῦ σχο­λεί­ου στὸ στῆ­θος του, πά­νω στὴ στο­λή του, ἀ­κού­στη­καν κραυ­γὲς καὶ γο­ε­ρὸ κλά­μα ἀ­πὸ πά­νω, στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο. Ἔ­διω­ξα τὸ παι­δὶ καὶ πῆ­γα νὰ δῶ τί συ­νέ­βαι­νε. Εἶ­χε πε­θά­νει ὁ Ὀμ­ράν ἀ­πὸ καρ­διὰ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Φά­τμα ὀ­δύ­ρον­ταν. Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, εἰ­δο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φω­νές της, ὅ­λοι οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της νὰ τῆς συμ­πα­ρα­στα­θοῦν καὶ νὰ τὴν συλ­λυ­πη­θοῦν. Σὲ λί­γο πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ συν­νυ­φά­δα της, ἡ Ἀ­σου­άτ, ἡ Λί­βυ­α τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου. Δὲν συλ­λυ­πή­θη­κε καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ ὕ­φος κυ­ρί­αρ­χης. Φυ­σι­κὰ σχο­λι­ά­στη­κε.

       Κά­τσα­με δυ­ὸ-τρεῖς ὧ­ρες, οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, στὸν πέμ­πτο μὲ τὴν Φά­τμα. Με­τά, βά­ση ἑ­νὸς νό­μου ἢ συ­νή­θειας τῆς Λι­βύ­ης ποὺ θέ­λει ὅ­ταν πε­θαί­νει κά­ποι­ος νὰ τὸν κλη­ρο­νο­μεῖ ὁ ἀ­μέ­σως με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δερ­φός του, χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α, οἱ συγ­γε­νεῖς τὴν πέ­τα­ξαν τὴ χή­ρα Φά­τμα, σὰν τὴν τρί­χα ἀ­π’ τὸ ζυ­μά­ρι, στὸ δρό­μο. Τῆς πῆ­ραν τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση, τὸ σπί­τι, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το BMW ποὺ εἶ­χε ὁ ἄν­τρας της, τὰ πάν­τα. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὴν ἔ­στει­λαν πί­σω στὴν Λι­βύ­η, μὲ τὰ τέσ­σε­ρα παι­διά της καὶ τρεῖς-τέσ­σε­ρεις βα­λί­τσες μό­νο ἀ­π’ ὅ­λο το νοι­κο­κυ­ριό της. Ὅ­ταν τοὺς ἔ­παιρ­νε τὸ τα­ξὶ ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά μας τοὺς κα­τευ­ο­δώ­σα­με καὶ τοὺς κου­νή­σα­με τὸ χέ­ρι μό­νο ἐ­γὼ κι ὁ γιός μου. Οἱ συγ­γε­νεῖς τους ποὺ τό­σα τοὺς πῆ­ραν οὔ­τε ἕ­να κα­τευ­ό­διο δὲν τοὺς ἔ­δω­σαν!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).