1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!

[τοῦ Θανάση Τσάκα]


ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ σκο­τώ­θη­κε, κι’ ὁ Τσά­κας ὁ δεν­τρό­κορ­μος δὲν εἶ­χε πειὰ καρ­διὰ γιὰ πό­λε­μο. Ὁ Ἥ­ρω­ας, ποὺ φρόν­τι­ζε τὰ πα­λη­κά­ρια του κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, δὲ ζοῦ­σε πειὰ νὰ το­νὲ θυ­μη­θῇ. Τε­λεί­ω­σε ὁ ἀ­γῶ­νας μὲ τοὺς Τούρ­κους, κι’ ὁ Τσά­κας, ποὺ πε­νῆν­τα χρό­νια Τούρ­κους σκό­τω­νε, ἀ­π’ ὅ­λους λη­σμο­νή­θη­κε. Δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς Ἀ­γω­νι­στὲς ποὺ φω­νά­ζα­νε τὰ δί­κια τους καὶ τὰ γυ­ρεύ­α­νε μὲ τὸ σπα­θί τους ἀ­πὸ τὸ Κου­βέρ­νο. Ἔ­τσι κα­νέ­νας δὲν τὸν εἶ­δε οὔ­τε στ’ Ἀ­νά­πλι, οὔ­τε στὴν Ἀ­θή­να ν’ ἀ­νε­βαί­νῃ σκά­λες, νὰ φι­λῇ πο­δι­ές, πε­ρί­θαλ­ψες ἀ­ρι­στεῖ­α νὰ γυ­ρεύ­ῃ. Ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε στ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του βου­νὰ τῆς Δυ­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, οἰ­κο­νό­μη­σε λί­γα πα­λι­ό­γι­δα, κι’ ἀ­πὸ Κλέ­φτης, ἄ­γριος κι’ ἀ­φί­λι­ω­τος τοῦ Τούρ­κου ὀ­χτρός, γί­νη­κε ἥ­με­ρος τσο­πά­νης, ἄ­βλα­βος Πο­λύ­φη­μος, καὶ μο­να­χὰ τὸ πα­ρά­ψη­λο τ’ ἀ­νά­στη­μά του καὶ ἡ ἀν­τρει­ω­μέ­νη του κορ­μο­στα­σιὰ θὰ μαρ­τυ­ροῦ­σαν πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Τσά­κας ὁ ξα­κου­στός. Πε­ρή­φα­νος, πα­ρά­πο­νο πο­τέ του δὲν ξε­στό­μη­σε· ἔ­βα­λε τὴ γι­α­τα­γά­να στὸ θη­κά­ρι, ἔ­πη­ξε στά­νη, κ’ ἔ­πλε­ξε κα­λύ­βι, καὶ στε­φα­νώ­θη­κε μιὰ βλά­χα δρο­σε­ρὴ σὰν τοῦ Ἄ­σπρου τὰ νε­ρά.

       Κά­να­νε κά­πο­τε ὁ Ὄ­θω­νας καὶ ἡ Ἀ­μα­λί­α τὴν πε­ρι­ο­δεί­α τους κα­τὰ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να, κι’ ὁ Γαρ­δι­κι­ώ­της Γρί­βας, ὁ ὑ­πα­σπι­στής, εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ Βα­σι­λέα:

       — Σὲ λί­γο ἐ­δῶ ποὺ πᾶ­με, θὰ σμί­ξου­με τὴ στά­νη τοῦ πε­ρί­φη­μου τοῦ Τσά­κα.

       — Ποῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Τσά­κας;

       Ὁ Γρί­βας τὸν ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τὸν ἀ­λη­σμό­νη­το, ποὺ πο­λε­μοῦ­σε κι’ αὐ­τὸς μα­ζὶ μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ ζω­γρά­φι­σε στοὺς Βα­σι­λιά­δες τὸ τί ἦ­ταν ὁ Τσά­κας.

       — Μὰ ἀ­κοῦ­τε, εἶ­πε, τὸ πει­ὸ πα­ρά­ξε­νο· γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν ὁ Τσά­κας, δὲν ἔ­χει πο­λὺν και­ρὸ ποὺ στε­φα­νώ­θη­κε τρί­τη φο­ρά…

       Οἱ Βα­σι­λιά­δες πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­νε καὶ στεῖ­λαν καὶ κα­λέ­σα­νε τὸν Τσά­κα. Τό­τε εἴ­δα­νε μπρο­στά τους ἕ­να γί­γαν­τα ἀ­σπρο­μάλ­λη, μὲ λογ­κω­μέ­να στή­θια, φρύ­δια καὶ μαλ­λιά, σὰν παμ­πά­λαι­ο μο­νο­δέν­τρι ποὺ τὸ τρέ­φει ἡ μο­να­ξιὰ κ’ ἡ ἀ­νε­μο­ζά­λη.

       — Δια­τί δὲν ἐ­ζη­τή­σα­τε ἀ­μοι­βὴν διὰ τὰς ὑ­πη­ρε­σί­ας σας; ρώ­τη­σε ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὰ δα­σκά­λι­κά του λό­για.

       Ὁ Τσά­κας ἀ­πο­κρί­θη­κε δυ­να­τό­φω­να:

       — Χα­ρὰ στὰ γου­νι­κὰ ποὺ καρ­τε­ρᾶ­νε νὰ δώ­σου­νε ψου­μὶ στὰ παι­διά τ’ς ἅ­μα σκά­σουν ἀ­π’ τὰ κλά­ϊ­μα­τα! [ἀ­λοί­μο­νο στὴν πα­τρί­δα ποὺ τό­σο ἀρ­γὰ συλ­λο­γί­στη­κε νὰ βο­η­θή­σῃ ἕ­ναν Ἀ­γω­νι­στή].

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας ξαφ­νί­στη­κε μὲ τὴν ἀ­πό­κρι­ση τού­τη τὴν πα­ρα­στα­τι­κή· τοὔ­δω­σε τὸ Σταυ­ρὸ τοῦ Σω­τῆ­ρα, μὰ πῆ­ρε καὶ ση­μεί­ω­ση νὰ τοῦ δώ­σῃ «πε­ρί­θαλ­ψη».

       Ἡ Βα­σί­λισ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ με­τα­ξὺ κύ­τα­ζε μιὰ τρι­αν­τά­ρα βλά­χα, με­γα­λό­σω­μη πλα­τώ­να [εἶδος ζαρκάδι] ποὺ στε­κό­ταν κι’ ἄ­κου­γε.

       — Εἶ­σαι κό­ρη τοῦ κα­πε­τά­νου; ρώ­τη­σε, κά­νον­τας πὼς δὲν ξέ­ρει.

       Ὁ Τσά­κας δὲν ἔ­δω­σε και­ρὸ τῆς γυ­ναί­κας ν’ ἀ­παν­τή­σῃ.

       — Ὁ Θε­γὸς δὲ μ’ χά­ρ’­σε πι­διὰ μὲ κα­μιὰ ἀ­π’ τὴς τρεῖς γ’­ναῖ­κες ποὺ πῆ­ρα· ἡ στερ­νή, ἡ τρί­τ’ εἶ­ν’ αὐ­τεί­νη ὅ­π’ βλέ­π’ς, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα!

       — Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α καὶ τὴν ἀ­δί­κη­σες νὰ τὴν πά­ρῃς γυ­ναῖ­κα σου, τό­σο προ­χω­ρη­μέ­νος στὰ χρό­νια, εἶ­πε ἡ Βα­σί­λισ­σα πο­νη­ρά.

       — Νὰ σ’ πῶ, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα, εἶ­πε ὁ Τσά­κας· ἂν ἔ­ν’ [εἶ­ναι] νὰ χα­λά­ῃς τ’ Σα­ρα­κου­στή, τό­τε νὰ φᾷς ἀρ­νὶ ἢ π’­λα­κί­δα· μὰ ἂν ἔ­ν’ νὰ φᾷς πα­λι­ό­γι­δα, φά­ει κα­λύ­τε­ρα ξε­ρὸ τοὺ ψου­μά­κι σ’ νἄ­χῃς δι­ά­φου­ρου καὶ τὴν ψυ­χή σ’!

       Σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­κρι­ση ἔ­μει­νε ἡ Βα­σί­λισ­σα μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα.

       Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­παυ­ε νὰ ρω­τά­ῃ ὅ­σους γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να:

       — Ζῇ ὁ γε­ρο-Τσά­κας ποὺ παν­τρεύ­τη­κε γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν;

Ἴ­σως ἀ­κό­μα ζῇ καὶ βα­σι­λεύ­ει.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 175-176 [Τίτλος: «346.— Ἀ­θά­να­τα γε­ρά­μα­τα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος. Πηγή: Εὐρυτάνας Ἰχνηλάτης

https://eyrytixn.blogspot.com/2013/03/blog-post_24.html

Τζένιφερ Γουόρτμαν (Jennifer Wortman): Θέλω καινούργιο ἐγκέφαλο


Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman)


Θέ­λω και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο

(I Want a New Brain)


ΘΕΛΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ἐγ­κέ­φα­λο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ στα­μα­τή­σω νὰ μι­λά­ω γι’ αὐ­τό, για­τὶ τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ εἶ­χα: Ἕ­νας ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ ἐ­πέ­με­νε κι ἐ­πέ­με­νε. Εἶ­χε ἐμ­μο­νὴ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ μὲ εἶ­χαν πλη­γώ­σει καὶ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ εἶ­χα πλη­γώ­σει ἐ­γώ. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξη­μέ­ρω­νε καὶ γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Μὲ κα­τέ­κρι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὅ­ταν ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὴν κα­λο­πέ­ρα­σή μου. Ὅ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἤ­θε­λε κά­τι, δὲν στα­μα­τοῦ­σε μὲ τί­πο­τα. Ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρος κι ἀπ’ τὸ γιό μου ποὺ μὲ ζά­λι­ζε ζη­τών­τας κα­ρα­μέ­λες μέ­χρι νὰ τοῦ βά­λω τὶς φω­νές. Ἂν ἔ­βα­ζα τὶς φω­νὲς στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ τὶς ἔ­βα­ζε κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πά­λι μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νές. Κι ὁ γιὸς μου μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νὲς κα­μιὰ φο­ρὰ ἢ ἁ­πλῶς δὲν μὲ ἄ­κου­γε, εἴ­τε τοῦ ἔ­βα­ζα τὶς φω­νές, εἴ­τε τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά. Τό­τε, ὅ­μως, τοῦ ἔ­κλει­να συ­νή­θως τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κλεί­σω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου δὲν ἔ­παυ­ε.

        «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στοὺς φί­λους μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴ ψυ­χο­θε­ρα­πεύ­τρια μου, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κὰ ὅ­σο ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου αἰ­σθάν­θη­κε τὴν πε­ρι­φρό­νη­σή της.

        Ἔ­δω­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου φάρ­μα­κα. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἔ­λε­γε πράγ­μα­τα ὅ­πως, «Εἶ­σαι συ­νέ­νο­χη μὲ τὴ Big Pharm» ἢ «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ἐ­σύ;» καὶ «Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα». Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πα­ρα­δέ­χον­ταν πὼς τὰ φάρ­μα­κα βο­η­θοῦ­σαν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἁ­πλῶς με­γά­λω­νε τὴ σύγ­χυ­σή μου: Μὲ ἄλ­λα λό­για, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου, συ­νέ­χι­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πέ, ὅ­πως ἔ­κα­να συ­χνά. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­πει­σε νὰ δου­λέ­ψω μὲ τὸ λά­πτοπ, ξα­πλω­μέ­νη. Δὲν εἶ­χα τὸ λά­πτοπ, ὅ­μως, για­τί ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ εἶ­χε πεί­σει ὅ­τι θὰ δού­λευ­α κα­λύ­τε­ρα ἂν πρῶ­τα ξε­κου­ρα­ζό­μουν. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­κα­νε με­τὰ νὰ νι­ώ­σω ἔ­νο­χη ἐ­πει­δὴ ξε­κου­ρα­ζό­μουν καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἀ­νί­κα­νη τό­σο γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ, ὅ­σο καὶ γιὰ νὰ ἐρ­γα­στῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι σύ­νη­θες γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν σύ­νη­θες ἦ­ταν ὅ­τι ὁ γιὸς μου γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο πιὸ ἀρ­γὰ ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως μ’ ἕ­να κου­τὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μό­λις ποὺ πρό­σε­ξα, καὶ ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε πὼς εἶ­μαι ἀ­παί­σια μη­τέ­ρα.

        «Εἶ­ναι γιὰ σέ­να», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­σκι­σε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ κου­τιοῦ. «Και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος!».

        «Μά, πῶς;»

        Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸν κουμ­πα­ρά του ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ τῶν γε­νε­θλί­ων του καὶ εἶ­χε πά­ει σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ἐγ­κε­φά­λων ποὺ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει σ’ ἕ­να κομ­μά­τι τῆς πό­λης ποὺ μι­σοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να και­νούρ­γιο μπα­ρά­κι κι ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα καὶ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α μὲ χει­ρο­ποί­η­τα γλυ­κὰ καὶ μι­κρὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ ἄ­ναγ­κα­ζαν τοὺς κα­τοί­κους μὲ χα­μη­λὰ εἰ­σο­δή­μα­τα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ κεῖ. «Μὰ ἔ­χεις πά­ει κι ἐ­σὺ σ’ αὐ­τὸ τὸ μπα­ρά­κι καὶ στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα», εἶ­πε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        «Ἄς τὸ κά­νου­με, λοι­πόν!», εἶ­πα στὸ γιό μου.

        Ὁ και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος, μὲ τὶς πλη­θω­ρι­κὲς πτυ­χὲς του ἀ­πὸ ρὸζ μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια σάρ­κα, ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Συμ­βου­λευ­τή­κα­με τὸ ἐγ­χει­ρί­διο, ἀ­φαι­ρέ­σα­με τὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου καὶ ἐγ­κα­τα­στή­σα­με τὸ νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Τι­νά­χτη­κα ἀ­π’ τὸν κα­να­πέ, ἑ­τοί­μα­σα στὸ γιό μου ἕ­να κο­λα­τσιὸ κι ὕ­στε­ρά τοῦ ἔ­θε­σα τὰ κα­τάλ­λη­λα ὅ­ρια σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο χρό­νο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη μπο­ρεῖ νὰ περ­νά­ει. Ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ δού­λε­ψα δί­χως δι­α­λείμ­μα­τα μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ τε­λεί­ω­σα καὶ ρώ­τη­σα τὸ γιό μου ἂν ἤ­θε­λε νὰ πᾶ­με μιὰ βόλ­τα μὲ τὰ πο­δή­λα­τα. Θὰ γυρ­νού­σα­με γρή­γο­ρα για­τί ἤ­θε­λα νὰ φτιά­ξω ἕ­να γευ­στι­κὸ καὶ ὑ­γι­ει­νὸ δεῖ­πνο, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σω ἐ­πι­με­λῶς, χω­ρὶς τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μου Netflix πε­ρι­σπα­σμό.

        Καὶ ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος δὲν ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­π’ τὸν πα­λιό, ἢ ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα εἶ­χα χά­σει κά­τι, τὴν ἀν­θρω­πιά μου ἢ τὴν ψυ­χή μου ἢ ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τὸ πεῖ­τε. Ὅ­μως, ὄ­χι. Ἤ­θε­λα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ἀ­πέ­κτη­σα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο.

        Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό: Ὁ γιὸς μου, ἔ­χον­τας πα­ρα­στεῖ στὸ θαῦ­μα τοῦ νέ­ου μου ἐγ­κε­φά­λου, ἤ­θε­λε ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. «Θέ­λω ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ πρω­ί. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ βρά­δυ. Ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ γλυ­κά, τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Στὴν ἀρ­χή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὰ πα­ρα­κά­λια του μὲ ψυ­χραι­μί­α. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πά­ρει και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του βρί­σκον­ταν ἀ­κό­μα σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα σχη­μα­τι­στεῖ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του ἦ­ταν μιὰ χα­ρά. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας του, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­νε μό­νο νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει.

        «Μὰ ἔ­χεις ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο.»

        «Κα­μιὰ φο­ρά» ἔ­λε­γα, «οἱ ἐγ­κέ­φα­λοι τὸ πα­ρα­τρα­βᾶ­νε καὶ μᾶς κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με. Κά­νουν πιὸ πο­λὺ κα­κό, πα­ρὰ κα­λό».

        «Ναί, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος αὐ­τὸς ποὺ σοῦ εἶ­πε ὅ­τι χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρεις;»

        «Για­τί ὁ πα­λιός μου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο.»

        «Ἂν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο, για­τί χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο;» Ὅ­σο ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ μιὰ ξε­κά­θα­ρη, συ­νε­κτι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε, «Για­τί, ἔ; Για­τί;»

        «Γιὰ νὰ μὴν ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ σοῦ φω­νά­ζω», τοῦ φώ­να­ζα.

        Με­τά μοῦ φώ­να­ζε ἐ­κεῖ­νος ἢ τοῦ φώ­να­ζα πά­λι ἐ­γὼ κι ὕ­στε­ρα κλεί­νον­ταν στὸ δω­μά­τιό του καὶ ‘γὼ στὸ δι­κό μου. Χρει­α­ζό­μουν μή­πως μιὰ και­νούρ­για καρ­διά, μιὰ και­νούρ­για φω­νή; Μιὰ και­νούρ­για ψυ­χή, ἕ­ναν και­νούρ­γιο κό­σμο, ἕ­ναν και­νούρ­γιο Θε­ό; «Σώ­πα τώ­ρα», ἔ­λε­γε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου. «Πή­γαι­νε νὰ μι­λή­σεις στὸ γιό σου.»

        Τὸν ἔ­βρι­σκα στὸ κρε­βά­τι του, τὰ μά­γου­λά του αὐ­λα­κω­μέ­να μὲ δά­κρυ­α. «Σώ­πα» τοῦ ἔ­λε­γα. «Σώ­πα τώ­ρα, σώ­πα.»



Πη­γή: Ἄ­πο τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Connotation Press. An Online Artifact (Τεῦ­χο­ς VΙ, Τό­μος X: Ἰ­ού­λιος, 2019): https://connotationpress.com/fiction/3398-jennifer-wortman-fiction

Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman). Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Glimmer Train, Normal School, Diagram, The CollagistSmokeLong Quarterly, The Collapsar. Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δυ­ό της παι­διὰ στὸ Κο­λο­ράν­το. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Colorado Review καὶ δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ «Lighthouse Writers Workshop». Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, πα­τῆ­στε ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel): Μιὰ ἱστορία καθὼς πρέπει


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel)


Μιὰ ἱ­στο­ρί­α κα­θὼς πρέ­πει

(Una historia decente)

(1/2)


 ΚΑΡΜΕΝΘΙΤΑ ἦ­ταν πο­λὺ πει­θή­νια. Ἡ ἀ­θω­ό­τη­τα τῆς Καρ­μεν­θί­τα ἦ­ταν πα­ροι­μι­ώ­δης. Ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­πα­γρυ­πνοῦ­σε γιὰ αὐ­τὴν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ ἔ­βα­ζε ἕ­να τεῖ­χος προ­στα­σί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν κό­ρη της καὶ στὰ τε­χνά­σμα­τα τοῦ κό­σμου.

Ἡ μη­τέ­ρα, μὲ τὸ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ Καρ­μεν­θί­τα δώ­δε­κα χρο­νῶν, φαί­νον­ταν πο­λὺ ἀ­νή­συ­χη. «Τὴν μέ­ρα ποὺ θὰ ἔ­χει πε­ρί­ο­δο ἡ κό­ρη μου γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —σκε­φτό­ταν— ἀν­τί­ο στὴν χρυ­σή της ἀ­θω­ό­τη­τα.» Ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴν κό­ρη της νὰ χλο­μιά­ζει γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τρε­ξε στοὺς δρό­μους σὰν τρε­λὴ καὶ γύ­ρι­σε σύν­το­μα μὲ ἕ­να με­γά­λο μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. «Πά­ρε κό­ρη μου, πά­ρε, τώ­ρα ἀρ­χί­ζεις νὰ γί­νε­σαι γυ­ναί­κα.» Καὶ ἡ Καρ­μεν­θί­τα, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κόκ­κι­να λου­λού­δια, ξέ­χα­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση. Ὅ­λους τους μῆ­νες, δώ­δε­κα φο­ρὲς τὸν χρό­νο, κα­τὰ τὴν διά­ρκεια πολ­λῶν χρό­νων, ἡ Καρ­μεν­θί­τα πα­ρέ­με­νε ἔ­τσι ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ ἀ­λη­θι­νὰ προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Μὲ τοὺς μαύ­ρους κύ­κλους γιὰ προ­άγ­γε­λο κά­θε 30 τοῦ μή­να, ἡ μά­να της τῆς ἔ­βα­ζε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια στὸ χέ­ρι.

        Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ἔ­κλει­σε τὰ σα­ράν­τα. Ἡ μά­να της, γριὰ πιά, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὴν φω­νά­ζει Καρ­μεν­θί­τα, ἀλ­λὰ ὅ­λοι τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Δό­νια Καρ­μέ­λα. Σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­λι­κί­α, ἔ­φτα­σε ἕ­νας μή­νας ποὺ ἡ Καρ­μεν­θί­τα δὲν εἶ­χε μαύ­ρους κύ­κλους, τό­τε ἡ μη­τέ­ρα της, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το ἄ­σπρα λου­λού­δια. «Πά­ρε, κό­ρη μου, εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κέ­το ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρω, ἔ­χεις στα­μα­τή­σει ἤ­δη νὰ εἶ­σαι γυ­ναί­κα.» Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ξε­ση­κώ­θη­κε. «Μά, μα­μά, οὔ­τε κὰν τὸ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξα.» Σὲ αὐ­τὸ ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα: «Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γιὰ ἐ­σέ­να κό­ρη μου.» Ἐ­κεῖ­νο τὸ λευ­κὸ μπου­κέ­το, μα­ρα­μέ­νο πιά, μα­δη­μέ­νο, δι­α­λυ­μέ­νο, ξε­ρό, ἦ­ταν τὸ μπου­κέ­το ποὺ ἔ­βα­λαν στὸ φέ­ρε­τρο τῆς Καρ­μεν­θί­τα.


Μιὰ μὴ κα­θὼς πρέ­πει ἱ­στο­ρί­α

(Historia indecente)

(2/2)


ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΙΤΑ, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὴν κρί­σι­μη ἠ­λι­κί­α, ἡ μη­τέ­ρα της ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ μά­να τῆς Καρ­μεν­θί­τα, καὶ ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ γί­νε­ται χλω­μὴ καὶ νὰ ἔ­χει μαύ­ρους κύ­κλους, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. Ὅ­μως ἡ Μα­ρι­κί­τα ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ξε­δι­άν­τρο­πη ἀ­πὸ τὴν Καρ­μεν­θί­τα. Ἅρ­πα­ξε τὸ μπου­κέ­το, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πέ­τα­ξε τὰ λου­λού­δια καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση.



Πη­γή: Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narativo, Catedra Letras Hispánicas, 2013.

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel) (Ἱ­σπα­νί­α 1900-Με­ξι­κὸ 1983). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κα­λάν­τα (Calanda) τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, κον­τὰ στὴν ἐ­παρ­χί­α τῆς Ἀ­ρα­γώ­νας, τὸ 1900.Ἦ­ταν γό­νος εὔ­πο­ρης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ ἀ­να­τρά­φη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­στη­ρά. Τὴν πε­ρί­ο­δο 1917-1924 σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της ὅ­που γνω­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων Ἱ­σπα­νῶν καλ­λι­τε­χνών— μὲ τὸν ζω­γρά­φο Σαλ­βα­δὸρ Ντα­λὶ κα­θὼς καὶ μὲ τὸν ποι­η­τὴ Φε­δε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά. Με­τὰ τὶς σπου­δές του ξε­κί­νη­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­τη στὸ Πα­ρί­σι. Ἡ πρώ­τη του προ­σω­πι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐκ­δη­λώ­θη­κε μὲ τὸν Ἀν­δα­λου­σια­νὸ σκύ­λο, τὸ 1929, μί­α ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, μό­λις 17 λε­πτῶν. Ὡς κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς θε­ω­ρεῖ­ται πλέ­ον ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς παγ­κό­σμιας ἱ­στο­ρί­ας τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὡς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τα­λαν­τοῦ­χος καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κός. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ καὶ ἐκ­δο­θεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του, Ἡ Τε­λευ­ταί­α μου Πνο­ή­, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­δυσ­σέ­α­ς, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2015. Τὸ ἔρ­γο του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὅ­πως τὸ δι­α­τυ­πώ­νει ὁ ἴ­διος μι­λών­τας γιὰ τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν αὐ­τοβι­ογραφία του, «­ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔν­το­νο ἐ­ρω­τι­σμό, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο σὲ μιὰ βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη καὶ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του­». Ἐ­κεί­νη τὴν βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη θὰ ἀ­πο­δo­μή­σει μὲ κά­θε τρό­πο τό­σο στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ὅ­σο καὶ στὸ συγ­γρα­φι­κό.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


 

Παῦλος Πέζαρος: Ἀπὸ τὴ Βράϊλα μὲ ἀγάπη


Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἀ­πὸ τὴ Βρα­ΐ­λα, μὲ ἀ­γά­πη


ΤΑΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ στὸ Με­σο­πό­λε­μο ὁ Τέ­λης στὴ Βρα­ΐ­λα, δὲ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­χε ἤ­δη ὀκταετὴ ἑ­τε­ρο­θα­λῆ, ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του, ἀ­δελ­φό. Ἔ­λα­χε νὰ τὸ μά­θει στὰ ἑξῆντα του χρό­νια τυ­χαῖ­α, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε, σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης πιά, στὰ ἴ­δια ἀ­γα­πη­μέ­να χώ­μα­τα, νὰ βο­η­θή­σει στὴν πρώ­τη ἐγ­κα­τά­στα­ση τοῦ γιοῦ του σὰν φοι­τη­τῆ. Ἐ­κεῖ, στὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να δρό­μους πα­λιοὺς ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιά, γνω­στοὺς καὶ γεί­το­νες, νὰ δέ­σει τὶς σπα­σμέ­νες μνῆ­μες του. Ὅ­λα καὶ ὅ­λοι τὸν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ κοι­μη­τή­ρι.

        Στὸ με­τα­ξύ, προ­σφυ­γά­κι κι ὡς ὥ­ρι­μος ἄν­τρας πιά, εἶ­χε φά­ει τὸν κό­σμο στὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μά­λι­στα στὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα, τὴν Κε­φα­λο­νιά, τό­πο κα­τα­γω­γῆς τοῦ πα­τέ­ρα, νὰ βρεῖ κά­ποι­ον, αὐ­τὸς τὸ μο­να­χο­παί­δι, νὰ τὸν νοι­ώ­σει μα­κρι­νὸ ἔ­στω συγ­γε­νῆ ἐξ αἵ­μα­τος.

        Στὰ δυ­ό του χρό­νια εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει. Τὸν πα­τέ­ρα του δὲν τὸν εἶ­χε γνω­ρί­σει κα­λὰ-κα­λά, κά­τι σὰν σκιὰ ὑ­πῆρ­χε μό­νο στὰ κα­τά­βα­θα τῆς μνή­μης του.

        Ἡ μά­να του ἡ Φρο­σού­λα, τὸν με­γά­λω­σε μὲ αἷ­μα. Σκί­στη­κε, ὑ­πέ­φε­ρε, τα­πει­νώ­θη­κε, ζη­τι­ά­νε­ψε, μό­νο καὶ μό­νο γι’ αὐ­τὸ τὸ παι­δί, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να, ἔ­μει­νε σ’ ὅ­λο τὸν μα­κρύ της βί­ο ἁ­γνὴ καὶ κα­θα­ρή, πι­στὴ στὴ μνή­μη ἑ­νὸς ἄν­τρα πού, πα­ρό­τι τὸν εἶ­χε βέ­βαι­α ξε­κλέ­ψει ἀ­πὸ μί­αν ἄλ­λη, ντό­πια Ρου­μά­να, δὲν πρό­λα­βε ἡ ἴ­δια νὰ τὸν χορ­τά­σει στὴν ἀγ­κα­λιά της. Ξέ­νη στὴ Βρα­ΐ­λα, μ’ ἕ­να παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, ξέ­νη καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀρ­γό­τε­ρα, στὸ ἴ­διο της τὸ χω­ριό. Ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που εἶ­χε ἀρ­χι­κὰ με­τα­να­στεύ­σει ὁ πα­τέ­ρας της καὶ τοὺς εἶ­χε φυ­τέ­ψει οἰ­κο­γε­νεια­κῶς σὲ κεῖ­να τὰ ἅ­για, πλού­σια χώ­μα­τα, μὲ τοὺς ἐμ­πο­ρι­κοὺς δρό­μους, στε­ρια­νοὺς καὶ πο­τα­μί­σιους, ἀ­νοι­χτοὺς στοὺς δη­μι­ουρ­γι­κοὺς ἀν­θρώ­πους.

        Ἡ Φρο­σού­λα με­γά­λω­σε τὸν Τέ­λη στὴ Βρα­ΐ­λα ὁ­λο­μό­να­χη, μὲ μιὰ Ρου­μά­να μό­νο, νύ­φη τοῦ ἀ­δελ­φοῦ της, νὰ τὴν συν­τρέ­χει. Τὸν με­γά­λω­σε, τὸν πῆ­γε σχο­λεῖ­ο καὶ τὸν ἔ­φε­ρε προ­σφυ­γά­κι στὴν Ἑλ­λά­δα, ἔ­φη­βο πιά, σὲ χρό­νια δί­σε­κτα.

        Ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἕ­να ἄλ­λο παι­δί, με­γα­λύ­τε­ρό του, στὸ ἴ­διο σχο­λεῖο, μὲ τὸ δι­πλὸ ἐ­πώ­νυ­μο «Pappas-Popa», ἦ­ταν ὁ ἀ­δελ­φός του ὁ Μί­μης. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ Τέ­λης δι­α­νο­ή­θη­κε νὰ κά­νει πο­τὲ συν­δυα­σμὸ τῶν ὀ­νο­μά­των. Ἔ­τσι μι­κρὸς ποὺ ἦ­ταν, νό­μι­ζε ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε ὅ­τι «Pappas» δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ τὸ ἴ­διο μὲ τὸ «Popa», ἀ­να­γραμ­μα­τι­σμέ­νο στὰ Ρου­μά­νι­κα.

        Ὅ­ταν ἀν­τά­μω­σαν πιὰ μὲ τὸν Μί­μη στὴ Βρα­ΐ­λα καὶ ἔ­δω­σαν γνω­ρι­μί­α, κά­που 50 χρό­νια με­τά, ἄ­κου­γε τὸν με­γα­λύ­τε­ρο ἑ­τε­ρο­θα­λῆ ἀ­δελ­φό του νὰ τοῦ δι­η­γεῖ­ται τὶς δι­κές του δυ­στυ­χί­ες, πῶς με­γά­λω­σε κι αὐ­τὸς μὲς στὴ μι­ζέ­ρια, μὲ μό­νο στή­ριγ­μα τὴ δι­κή του μά­να ποὺ πά­λευ­ε, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα, νὰ ξε­χά­σει ὅ­τι μιὰ ξέ­νη εἶ­χε ξε­λο­γιά­σει τὸν ἄν­τρα της ὅ­ταν τὸ παι­δί της ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρό.


(Κύ­μη, Αὔ­γου­στος 1995)


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μαίρη Λίντα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μαί­ρη Λίν­τα


ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ποὺ πῆ­γα στὴ Βε­νε­τί­α, δὲν εἶ­χα γεν­νη­θεῖ ἀ­κό­μα.

       Στὶς 6 Μα­ΐου τοῦ 1962 ὁ Φά­νης καὶ ἡ Καί­τη, μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά, ἀ­νέ­βη­καν τὰ σκα­λιὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου στὰ Ἑ­ξάρ­χεια. Ἔ­μελ­λε νὰ μεί­νουν μα­ζὶ μέ­χρι τὸ 2010, ἀλ­λὰ τό­τε οὔ­τε τὸ ἤ­ξε­ραν οὔ­τε τοὺς ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ τε­λε­τὴ ἔ­χει τὰ γνω­στά: νυ­φι­κό, κου­στού­μια, του­α­λέ­τες, παι­δά­κια ποὺ πιὰ βρί­σκον­ται στὴν ἀρ­χὴ τῆς τρί­της ἡ­λι­κί­ας, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πιὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν.

       Πο­τὲ δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξιά­τι­κο ἀ­πό­γευ­μα στὸν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο Ἑ­ξαρ­χεί­ων· στὴ μνή­μη μου ἔ­χει μεί­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο τὸ με­τά, κι ἂς ἔ­χει φτά­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ με­τὰ μί­α καὶ μό­νο ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α στὰ χέ­ρια μου: ΚΟΣΜΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΡΙΑΝΑ, ἐ­πὶ τῆς λε­ω­φό­ρου Συγ­γροῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, ἔ­γι­νε τὸ γα­μή­λιο γλέν­τι· τρα­γου­δοῦν ὁ Μα­νώ­λης Χι­ώ­της καὶ ἡ Μαί­ρη Λίν­τα, ἀλ­λὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα, δὲν ὑ­πάρ­χει ὁ Χι­ώ­της, ὅ­πως οὔ­τε καὶ ἡ Καί­τη. Μὲ φόν­το κα­μιὰ ντου­ζί­να δι­ο­πτρο­φό­ρους ἄν­τρες, ποὺ μοῦ εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στοι, ἡ Μαί­ρη Λίν­τα ἔ­χει πλη­σιά­σει, μὲ τὸ μι­κρό­φω­νο στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι [τρα­γου­δών­τας τὸ «Μοιά­ζεις καὶ σὺ μὲ θά­λασ­σα», για­τὶ αὐ­τὸ θέ­λω νὰ τρα­γου­δά­ει] μὲ ἕ­να κόκ­κι­νο ἐ­φαρ­μο­στὸ μα­κρὺ φό­ρε­μα καὶ τὴ λευ­κή της πλά­τη ἐ­κτε­θει­μέ­νη στὸ φλὰς τοῦ φω­το­γρά­φου, στὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που κά­θον­ται οἱ νε­ό­νυμ­φοι καί, μὲ τὸ δε­ξί της χέ­ρι τσιμ­πά­ει τσαχ­πί­νι­κα τὸ πη­γού­νι ἑ­νὸς ἔκ­θαμ­βου Φά­νη, ποὺ τὴν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια ὑ­πο­μει­δι­ών­τας, μὲ βλέμ­μα λά­γνο καὶ κρα­τών­τας καὶ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὴν μπρο­στι­νή του κα­ρέ­κλα ὅ­που ἀ­να­παύ­ε­ται τὸ κα­πέ­λο του πά­νω σὲ κά­τι ποὺ πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βα τί εἶ­ναι.

       Ἐ­γὼ γεν­νή­θη­κα ἀ­κρι­βῶς ἐν­νέ­α μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στὶς 6 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1963. Ἐν­δι­ά­με­σα, στὰ τέ­λη Ἰ­ου­νί­ου, εἶ­χα πά­ει στὴ Βε­νε­τί­α, στὴν κοι­λιὰ τῆς Καί­της ποὺ μὲ πε­ρι­έ­φε­ρε ὅ­λο κα­μά­ρι στὴν πλα­τεί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου, τα­ΐ­ζον­τας τὰ πε­ρι­στέ­ρια καὶ κοι­τά­ζον­τας τὸν Φά­νη σὰν νὰ μὴν τοῦ εἶ­χε συγ­χω­ρέ­σει ἀ­κό­μη τὸ λά­γνο βλέμ­μα τῆς 6ης Μα­ΐ­ου.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος: Η Μίνα



Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἡ Μί­να


ΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ δε­κα­ε­τί­α τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ἡ Μί­να δὲν εἶ­χε χρό­νο, οὔ­τε νὰ γνω­ρί­σει σχο­λεῖ­ο οὔ­τε νὰ βι­ώ­σει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν.

     Παι­δού­λα ἀ­κό­μη, πρὶν τὴ Μι­κρα­σί­α, ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ τὴν δώ­σουν γιὰ δου­λά­κι σὲ μιὰ μι­κρο­α­στι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Πει­ραι­ᾶ, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ συ­νή­θει­ο γιὰ τὶς πο­λυ­με­λεῖς φτω­χὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν νη­σι­ῶν μὲ πολ­λὲς θυ­γα­τέ­ρες.

     Τὴν ἔ­φε­ρε μὲ ἕ­να κα­ΐ­κι ὁ με­γά­λος καὶ μο­να­δι­κὸς ἀ­δελ­φός της ἀ­πὸ τὶς Σπέ­τσες, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ τὴν πα­ρά­δω­σε στὴν Πει­ραι­ώ­τι­κη οἰ­κο­γέ­νεια.

     Μό­λις τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­κεῖ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, ξέ­νη ἀ­νά­με­σα σὲ ξέ­νους, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει σπα­ρα­κτι­κά, ποῦ εἶ­σαι μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν στα­μά­τη­σε τὸ κλά­μα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα. Στὴν ἀρ­χή, τὴν ἔ­πι­α­σαν μὲ τὸ κα­λό, τῆς εἶ­παν θὰ περ­νά­ει κα­λύ­τε­ρα ἐ­δῶ ἀ­πὸ τὸ νη­σί της, θὰ τρώ­ει κα­νο­νι­κά, θὰ ντύ­νε­ται κι ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­νε, θὰ τῆς ἔ­βρι­σκαν ἕ­να κα­λὸ παλ­λη­κά­ρι νὰ παν­τρευ­τεῖ. Με­τὰ τὴν φο­βέ­ρι­σαν, τῆς εἶ­παν θὰ τὴν πε­τά­ξουν στὸ δρό­μο μό­νη κι ἔ­ρη­μη, λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θ’ ἄρ­χι­ζαν νὰ τὴν ξυ­λο­φορ­τώ­νουν. Τί­πο­τε αὐ­τή. Νὰ κλαί­ει ὑ­στε­ρι­κά. Εἶ­δαν κι ἀ­πο­εῖ­δαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­στει­λαν μή­νυ­μα στὶς Σπέ­τσες, νὰ ἔλ­θουν νὰ τὴν πά­ρουν πί­σω.

     Στα­μά­τη­σε νὰ κλαί­ει μό­νο ὅ­ταν ξα­να­εῖ­δε τὸν ἀ­δελ­φό της, ἕ­να μή­να με­τά, νὰ χτυ­πά­ει τὸ ρό­πτρο τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ νὰ τὴν παίρ­νει μα­ζὶ μὲ τὸ μπο­γα­λά­κι της. Πί­σω στὶς Σπέ­τσες!

     Ἔ­γι­νε ἡ Μι­κρα­σί­α, με­τα­νά­στευ­σε ὁ ἀ­δελ­φὸς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, νὰ τὰ φέ­ρει βόλ­τα ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, νὰ προι­κι­στοῦν οἱ πέν­τε ἀ­δελ­φὲς ποὺ τοῦ ἔ­λα­χαν καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, νὰ βρεῖ γαμ­προὺς νὰ τὶς παν­τρέ­ψει.

     Βρῆ­κε καὶ γιὰ τὴ Μί­να τὸν Μι­χά­λη. Λυ­γε­ρό­κορ­μο πα­λι­κά­ρι, νη­σι­ώ­της, ἀ­πὸ τὴ Σύ­μη, ναυ­τι­κὸς στὰ βα­πό­ρια, παν­τρεύ­τη­καν καὶ με­τα­κό­μι­σαν σὲ μιὰ κά­μα­ρα στὸν Πει­ραι­ά. Σὲ λί­γες μέ­ρες ὁ Μι­χά­λης μπαρ­κά­ρει, ἀ­φή­νον­τας ἔγ­κυ­ο τὴ Μί­να.

     Λί­γο πρίν, λί­γο με­τὰ τὴ γέν­να, τῆς ἦλ­θε μή­νυ­μα, ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ Μι­χά­λης στὸ βα­πό­ρι καὶ πέ­θα­νε, τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Πό­σα βρά­δια εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζί; Τέσ­σε­ρα; Πέν­τε; Οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει κα­λὰ-κα­λά. Γεν­νι­έ­ται τὸ παι­δί, κο­ρί­τσι, καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες πε­θαί­νει κι αὐ­τό. Χω­ρὶς ὄ­νο­μα.

     Ἔ­κτο­τε ἡ Μί­να πα­ρα­δέ­χτη­κε τὸ ἀ­με­τά­κλη­το τῶν γε­γο­νό­των. Μιὰ ζω­ὴ πέν­θος. Του­λά­χι­στον, ἀ­φοῦ παν­τρεύ­τη­καν ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἀ­δελ­φὲς κι ἔ­κα­ναν με­γά­λες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὑ­πῆρ­χε πάν­τα ὁ ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­μει­νε γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο ἐ­ξαι­τί­ας της, γιὰ νὰ τὴν φρον­τί­ζει, νὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει καὶ νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σει ἕ­να σπί­τι γιὰ νὰ μέ­νουν.

     Ἐ­κεῖ ξα­να­βρῆ­κε ἀρ­γό­τε­ρα τὴ φω­νή της. Μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ τρα­γου­δά­ει μό­νη μὲ τὴ γάρ­γα­ρη φω­νὴ της τὸν «Κα­πε­τὰν-Ἀν­τρέ­α Ζέ­πο» καὶ τὴν «Μπρα­τσέ­ρα», κα­θα­ρί­ζον­τας ὅ­λη τὴν ὥ­ρα καὶ με­τὰ μα­νί­ας τὸ σπι­τι­κὸ καὶ τὰ μου­τζού­ρι­κα ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ. Τὶς ὧ­ρες τῆς σχό­λης, κα­θι­σμέ­νη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Πει­ραι­ώ­τι­κου σπι­τιοῦ, στὴ σκιὰ τῆς πε­λώ­ριας λε­μο­νιᾶς ποὺ κά­λυ­πτε μέ­χρι καὶ τὰ κε­ρα­μί­δια, ἔ­βα­ζε νὰ τὶς δι­α­βά­ζουν τὶς κοι­νω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις ἀ­πὸ τὸ νη­σί της σὲ το­πι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ λά­βαι­νε ἀ­νελ­λι­πῶς, νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες συμ­πα­τρι­ω­τῶν καὶ συ­νοι­κι­ῶν τοῦ τό­που της, νὰ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες τῶν πη­γα­δι­ῶν τοῦ νη­σιοῦ ποὺ πα­ρα­φυ­λᾶ­νε νὰ ξε­λο­γιά­σουν τοὺς ἄν­τρες, ὅ­ταν ξε­μέ­νουν ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ τὰ βρά­δια, νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ἄ­στρα καὶ τοὺς και­ρούς, νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει τοὺς μῆ­νες καὶ τὰ δί­σε­κτα χρό­νια, νὰ ἱ­στο­ρεῖ τὸν Τά­σο καὶ τὴν Πα­γώ­να σὲ κεν­τή­μα­τα καὶ σὲ κουρ­τι­νά­κια πα­ρα­θύ­ρων.

     Μὲ τὸν και­ρό, ἡ Μί­να ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἄν­τρα-συ­ζύ­γου καὶ τὸν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸν ἄν­τρα-ἀ­δελ­φό, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζή­σα­νε μα­ζὶ μέ­χρι θα­νά­του. Εὐ­νου­χι­σμέ­νοι καὶ οἱ δύ­ο, γκρι­νι­ά­ζον­τας συ­νε­χῶς με­τα­ξύ τους γιὰ τὸ πα­ρα­μι­κρό, ὡς σύ­ζυ­γοι σὲ χω­ρι­στὰ κρε­βά­τια. Ἐ­κεί­νη στὴν κα­μα­ρού­λα της, δί­πλα στὴν κου­ζί­να, μιὰ πα­ραγ­κού­λα στὴν αὐ­λὴ κι ἐ­κεῖ­νος στὸ δω­μά­τιό του. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια, γιὰ νοί­κια­σμα, γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ πρό­σθε­το εἰ­σό­δη­μα στὶς πε­νι­χρὲς ἀ­πο­λα­βὲς τοῦ μα­ου­νι­έ­ρη ἀ­δελ­φοῦ, καὶ κα­νέ­νας νοι­κά­ρης νὰ μὴν στε­ρι­ώ­νει. Μιὰ ζω­ὴ ὅ­μως μα­ζί, σχε­δὸν ἕ­νας αἰ­ώ­νας, μέ­χρι καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.


(Πει­ραι­ᾶς, 1985)


Πη­γή: Σπε­τσι­ώ­τι­κη Ἠ­χώ, πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Ἕ­νω­σης Σπε­τσι­ω­τῶν, τχ. 139, Ἰ­αν.-Μάρτ. 2017, σελ. 15.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.



		

	

Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi): Ἡ Ἀγάπη σὲ κάνει καινούργιο


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi)


Ἡ Ἀ­γά­πη σὲ κά­νει και­νούρ­γιο

(Love is always an innovation)


ΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ μέ­ρος μὲ κα­κὴ θέ­α. Θὰ χώ­ρι­ζαν, αὐ­τὸ εἶ­χαν πεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ τε­λευ­ταί­α τους συ­νεύ­ρε­ση. Θὰ ἦ­ταν ἄ­γρια, ὅ­σο πιὸ ἄ­γρια γι­νό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ εἶ­χε φτά­σει νω­ρί­τε­ρα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ μυα­λό της. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει τὸ τη­λέ­φω­νό της ἀ­νοι­χτὸ γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ τὰ παι­διά της κι ὁ Πί­τερ τῆς ἔ­στελ­ναν συ­νέ­χεια μη­νύ­μα­τα. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο φί­λο ποὺ πέ­θαι­νε. Χα­χά­νι­ζε, κα­θὼς ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἄ­φη­σαν ἥ­συ­χη, οἱ μό­νοι ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ λέ­ει. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός, ἦ­ταν κα­θ’ ὁ­δόν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἐ­ξά­σκη­ση, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­κτι­μά­ει τὴ βι­αι­ό­τη­τα στὸ κρε­βά­τι. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­πι­δει­ξί­ας. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πής. Τί δι­α­φο­ρὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ στὴ ζω­ή της! Μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα νὰ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξουν καὶ νὰ ἀ­να­δι­ορ­γα­νω­θοῦν γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της, τὸ και­νού­ριο αὐ­τὸ ἄ­το­μο.

        Μέ­χρι αὐ­τὸν ἐ­δῶ, εἶ­χε πά­ει μὲ πέν­τε ἢ ἕ­ξι ἄν­τρες καὶ εἶ­χε τὰ μά­τια της κλει­στὰ στὴ διά­ρκεια. Νευ­ρι­κὴ καὶ ἀρ­κε­τὰ ἀγ­χω­μέ­νη, ὥ­στε νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νη­συ­χί­α της, εἶ­χε τρέ­ξει μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν. Πί­στευ­ε πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ντρε­πό­ταν. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τὸ τραῦ­μα. Ἔ­κα­νε τὴν κα­λὴ γιὰ τὸ δι­κό της κα­λό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νεις τοὺς ἄλ­λους νὰ σὲ μι­σοῦν.

        Ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει. Τὴ ρω­τοῦ­σε τί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, τῆς ἐ­ξη­γοῦ­σε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει. «Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου νὰ βά­λω τὰ δά­χτυ­λά μου, σκύ­ψε, ἄ­νοι­ξε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δεῖ­ξε μου. Πρέ­πει νὰ δῶ.» Τὴν ἔ­κα­νε κι ἐ­κεί­νη νὰ μι­λά­ει. Τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὶς λέ­ξεις τώ­ρα. Βλέ­πεις, οἱ δυ­ό τους ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο.

        Ἕ­νας χον­τρός, τρι­χω­τὸς καὶ πο­λυ­ά­σχο­λος ἄν­τρας, ἕ­να γου­ρού­νι, ἕ­νας πω­λη­τής, ἕ­νας ψεύ­της καὶ ἀ­λα­ζό­νας, μὲ μιὰ φω­νὴ πιὸ φαλ­λι­κὴ ἀ­πὸ τὴν ψω­λή του. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε μὲ τὸν κύ­ριο Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸ κα­τέ­φε­ρ­ε ἕ­να πλῆγ­μα σὲ ὅ,τι γνώ­ρι­ζε. Τὴν ἔ­κα­νε τό­σο ἀ­βὰν-γκὰρντ ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοῦ κό­ψει τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ δόν­τια, νὰ τὸ με­τα­φέ­ρει μα­κριὰ καὶ νὰ ἀ­ναγ­κά­σει ὅ­ποι­ον ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ φο­ρά­ει.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, κοι­τών­τας ἔ­ξω μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­κουμ­πι­σμέ­νες στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­νῶ ἀ­ε­ρο­πλά­να δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ κό­σμος κι­νοῦν­ταν πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα της, τὰ πέ­τα­ξε κά­τω καὶ βά­δι­σε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ πα­πού­τσια της, γυ­μνὴ μέ­σα σὲ ἕ­να κου­τί, νι­ώ­θον­τας πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρη ἔ­τσι.

        Εἴ­μα­στε ἀ­νώ­μα­λοι στὴ φαν­τα­σί­α μας κι ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός της, ὅ­πως λέ­νε. Τό­τε, ξέ­ρεις πὼς δὲν ἔ­χεις τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου. Ὁ Ἔ­ρω­τας τὴν ἔ­σπρω­χνε πα­ρα­πέ­ρα καὶ τὸ σὲξ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­πο­φά­σι­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἀ­η­δί­α ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νες δί­δυ­μες: ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι βί­αι­η καὶ μι­ση­τή. Ἔ­γρα­φε λί­στες μὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες γιὰ νὰ θυ­μί­σει στὸν ἑ­αυ­τὸ της ποι­ό εἶ­δος μι­ση­τῆς εἶ­χε στὸ μυα­λό της. Ἀ­κό­μα δὲν κα­τα­νο­οῦ­σε ἀ­πὸ ποῦ πή­γα­ζε ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γὴ ἢ ποι­όν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ρω­τή­σει γι’ αὐ­τό.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Στὰ εἴ­κο­σι τῆς εἶ­χε πεῖ κά­ποι­ος πὼς δὲν θὰ κα­τα­νο­οῦ­σε τὸ πά­θος προ­τοῦ φτά­σει στὰ σα­ράν­τα ἢ δὲν θὰ τὸ ἄν­τε­χε πρὶν τὰ σα­ράν­τα πέν­τε της. Ἀ­κό­μα καὶ τό­τε, δὲν θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά: τί προ­ει­δο­ποί­η­ση! Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­μως, δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­να σῶ­μα. Ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς ὅ­ποι­ον σὲ κά­νει τό­σο πα­ρά­λο­γο.

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἡ λα­γνεί­α της ἦ­ταν πο­λὺ με­τρι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ κά­τι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἀ­π’ ὅ­σο σκό­πευ­ε, τὸν φι­λοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Τὴν εἶ­χε γδύ­σει ὡς τὸ με­δού­λι της. Λέ­νε πὼς πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς νὰ βα­σί­ζε­σαι σὲ ἄλ­λους. Κι ἂν εἶ­ναι τό­σο κα­λοὶ γιὰ σέ­να ποὺ ξε­χνᾶς ὅ­λα τὰ ἄλ­λα;

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σκέ­φτη­κε νὰ μπεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ τὸν ξαφ­νιά­σει ὅ­ταν θὰ ἐρ­χό­ταν. Θὰ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ σα­στι­σμέ­νος καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πῶς θὰ ἦ­ταν χω­ρὶς ἐ­κεί­νη, πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε εὐ­τυ­χί­α. Ἴ­σως κα­θό­ταν. Μπο­ρεῖ νὰ συλ­λο­γι­ό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν τρο­μά­ξει. Ἤ­θε­λε νὰ κα­πνί­σει, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα δὲν ἄ­νοι­γαν. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε, για­τὶ εἶ­χε κα­ταρ­ρεύ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὴν εἶ­χαν κλεί­σει σὲ κλι­νι­κὴ ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο μυα­λό. Ἴ­σως νὰ νό­μι­ζε πὼς ἄν­θρω­ποι σὰν ἐ­κεί­νη, θὰ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σύν­το­μα, ὅ­πως λέ­νε, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν. Εἶ­χαν κά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ κά­νουν μα­ζί. Ἀ­κό­μα τὸν ἤ­θε­λε, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ κά­νει πά­λι, ἀλ­λὰ εἶ­χε οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε μιὰ φι­λε­νά­δα νὰ μοι­ρά­ζε­ται τὸ κρουα­σάν του, ὄ­χι μιὰ τρε­λά­ρα νὰ ψά­χνει ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ τὴ βρεῖ.

        Ἦ­ταν στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ πε­ρί­με­νε νὰ δεῖ τὶς γκρί­ζες του σό­λες. Σύν­το­μα, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴ φυ­λὴ τῶν Ἀ­γά­μη­των. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λά­ει, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὸν κά­νει νὰ βα­ρι­έ­ται. Οἱ τρε­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­ώ­χνουν τοὺς ἄλ­λους. Φο­βό­ταν νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σει, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο φο­βό­ταν τὸν θά­να­το. Τὸ πά­θος ἔ­κα­νε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ὴ ἀ­δύ­να­τη καὶ κλό­νι­ζε τὸ ση­μεῖ­ο μη­δὲν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εὐ­τυ­χῶς.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὰ παι­διά της, τὸ κα­θῆ­κον της ἦ­ταν νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἄρ­ρω­στο σύ­ζυ­γό της. Μα­ζί του ἦ­ταν σὰν νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ κά­νεις ἔ­ρω­τα μὲ τὴ μά­να σου. Ἠ­θι­κὴ ἦ­ταν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πεις αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πᾶς γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις κά­ποι­ον ποὺ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τώ­ρα, εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς ὁ ἄ­σχη­μος ἄν­τρας ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πῶς συμ­βα­δί­ζουν, ὅ­μως, αὐ­τὲς οἱ ἰ­δέ­ες;

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μά­θει. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τό, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ μα­νί­α νὰ ξε­χά­σει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ κεί­νη.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου τὶς ὧ­ρες, τὰ λε­πτά, τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ ἐ­κεῖ­νος γί­νει φάν­τα­σμα κι ἐ­κεί­νη ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της. Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε πε­ρι­μέ­νει ὁ­τι­δή­πο­τε, πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­γά­πη.



Πη­γή: Hanif Kureishi, What Happened? Faber & Faber (2019).


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi) (Κέντ, Ἀγ­γλί­α, 1954). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Κὶν­γκς Κό­λε­τζ τοῦ Λον­δί­νου. Γρά­φει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, σε­νά­ρια καὶ δο­κί­μια. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Whitbread γιὰ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο συγ­γρα­φέ­α τὸ 1990 γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Βού­δας τῶν Προ­α­στί­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ θέ­α­τρο, ἐ­νῶ τὰ σε­νά­ριά του ἔ­χουν γί­νει ται­νί­ες ἀ­πὸ σκη­νο­θέ­τες ὅ­πως ὁ Στί­βεν Φρί­αρς. Κα­τέ­χει τὸν τι­μη­τι­κὸ τί­τλο τοῦ Ἱπ­πό­τη τῶν Τε­χνῶν καὶ τῶν Γραμ­μά­των.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κη­ς (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Χαστούκι



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)


Χα­στού­κι

(Slam)


ΚΟΡΗ ΤΗΣ ἐ­πέ­στρε­φε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρό. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ μά­θαι­νε ξα­νὰ νἆ­ναι Μα­μά. Ἔ­πει­τα, θὰ μά­θαι­νε πό­τε μπο­ρεῖ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζῃ, καὶ πό­τε νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται.

     Δε­κα­πέν­τε χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, ἡ κό­ρη της ἦ­ταν ἕ­να πρό­ω­ρα γεν­νη­μέ­νο βρέ­φος μὲς σὲ μιὰ θερ­μο­κοι­τί­δα καὶ ζύ­γι­ζε ἀ­κρι­βῶς ἕ­να κι­λό. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της ὁ­δη­γοῦ­σε ὣς τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὶς 04:00 π.μ. ἁ­πλὰ καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὴ δῇ ν’ ἀ­να­πνέ­ῃ. Τῆς σκά­ρω­νε να­νου­ρί­σμα­τα, ὥ­σπου κοι­μό­ταν πλά­ι στὶς ὀ­θό­νες. Ἔ­πλε­κε μάλ­λι­να ―μυ­τε­ρὰ στὴν κο­ρυ­φὴ σὰν ξω­τι­κοῦ― σκου­φά­κια, ποὺ ἔ­φτα­ναν τὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς μή­λου, ὡ­στό­σο ἕ­να πρω­ῒ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λει­πε, μιὰ νο­ση­λεύ­τρια ἀ­π’ τὴν κλι­νι­κὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων ἀ­σθε­νῶν ποὺ ἀ­να­πλή­ρω­νε κά­ποι­ον στὴ ΜΕΘ τῶν νε­ο­γέν­νη­των, το­πο­θέ­τη­σε τὴ λά­θος ται­νί­α στό πρό­σω­πο τοῦ βρέ­φους προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψῃ τὸν τρο­φο­δο­τι­κὸ σω­λή­να. Ὅ­ταν αὐ­τὴ ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­φαι­ρε­θῇ, τὸ ἀ­νώ­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ βρε­φι­κοῦ δέρ­μα­τος σκί­στη­κε, δη­μι­ουρ­γῶν­τας ἕ­να κά­πα­λο, κι’ ἀρ­γό­τε­ρα μιὰν οὐ­λὴ στὸ ζυ­γω­μα­τι­κὸ τοῦ νε­ο­γνοῦ, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε κα­τα­λή­γον­τας νὰ μοιά­ζῃ μὲ ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι.

     Ὅ­ταν ἦ­ταν νή­πιο, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σῃ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῇ σα­πού­νι γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ ἐκ­ζέ­μα­τος τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ τὴν ἄ­λει­φε μὲ τὴν ὑ­δα­ρῆ κρέ­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἀ­φροὺς μὲς στὴ λε­κά­νη. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ βλά­βη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­ξε­νή­σῃ ὁ ἀ­φρι­κα­νι­κὸς ἥ­λιος, ἱ­κε­τεύ­ον­τας τὸ νε­α­ρὸ πλέ­ον κο­ρί­τσι νὰ φο­ρᾷ κα­πέ­λο, ἀν­τη­λια­κὴ προ­στα­σί­α, προ­ει­δο­ποι­ῶν­τας την πα­ράλ­λη­λα γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση φα­κί­δων καὶ τὸν καρ­κί­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ κό­ρη της ἐρ­χό­ταν σπί­τι τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ὡς ἐ­πι­σκέ­πτρια, θὰ ρω­τοῦ­σε μὲ τὴ σει­ρά της τὴ μη­τέ­ρα της γιὰ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς κρέ­μες γιὰ τὰ σπυ­ρά­κια, καὶ γιὰ προ­ϊ­όν­τα ἐ­νυ­δά­τω­σης. Θὰ ψώ­νι­ζαν πα­ρέα. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ τῆς ἀ­γό­ρα­ζε κι ἀ­ρώ­μα­τα, λέ­γον­τάς της, Γιὰ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι κά­θε φο­ρὰ ποὺ θὰ τὸ μυ­ρί­ζῃς.

     Τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πέ­κτη­σε πλέ­ον νέ­α ση­μά­δια σὰν στοι­χι­σμέ­νους με­νε­ξε­δέ­νιους γυ­μνο­σά­λια­γκες, ποὺ ἕρ­πον­ται στὸ μπρά­τσο της, ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τα­φέ­ρῃ κα­νεὶς νὰ τ’ ἀγ­γί­ξῃ. Ἀ­φό­του ἔ­κο­ψε τὶς φλέ­βες της, ὁ δερ­μα­το­λό­γος της τῆς πρό­τει­νε νὰ κά­νουν πλα­στι­κὰ ράμ­μα­τα, ὡ­στό­σο οἱ πιὸ βα­θι­ὲς ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς το­μὲς πα­ρα­λί­γο νὰ φτά­σουν στὴν ἁρ­τη­ρί­α. Ἡ μη­τέ­ρα τρί­βει ἔ­λαι­ο ἀ­πὸ κυ­νό­ρο­δο στὸ δέρ­μα τοῦ παι­διοῦ της, προ­σπα­θῶν­τας νὰ κα­τα­πρα­ΰ­νῃ τὸν χη­λο­ει­δῆ ἱ­στό, ἐν­θυ­μού­με­νη τὶς πα­λι­ές της ἀ­νη­συ­χί­ες, ποὺ εἶ­χαν πιὰ πε­τά­ξει μα­κριὰ σὰν φου­σκά­λες σὲ πο­τή­ρι ἀ­να­ψυ­κτι­κοῦ, ἀ­νά­λα­φρες σὰν κον­φε­τὶ ἀ­πὸ ρυ­ζό­χαρ­το.

     Ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὸν πα­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ της, τὸ δέρ­μα της ἦ­ταν κα­θα­ρό. Δὲν εἶ­χε στίγ­μα­τα ἀ­ϋ­πνί­ας, οὔ­τε με­λα­νι­ὲς ἀ­π’ τὶς ἀ­να­κρί­σεις στὶς ἕν­τε­κα, τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴ μί­α, στὶς δύ­ο. Μό­νον οἱ ἀρ­γοὶ χτύ­ποι τοῦ ρο­λο­γιοῦ ἦ­ταν μάρ­τυ­ρες στὸν φό­βο της.

     Τώ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λὲς ὧ­ρες τὴν κό­ρη της νὰ στρι­φο­γυρ­νᾷ στὸν ὕ­πνο της. Ἀ­κού­ει τὶς σοῦ­στες τοῦ κρε­βα­τιοῦ νὰ τρί­ζουν, κά­θε ποὺ τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­νε­ται γιὰ νὰ πά­ῃ στὴν του­α­λέ­τα. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α ἀ­να­ρω­τι­έ­ται γιὰ τὰ φο­ρέ­μα­τα τοῦ ἐ­τή­σιου χο­ροῦ τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σης, γιὰ τὰ νυ­φι­κά. Τὸ κο­ρί­τσι σχε­διά­ζει μὲ ξυ­λομ­πο­γι­ὲς στὸ τε­τρά­διό της, δαν­τε­λέ­νια μα­νί­κια ἢ τού­λια, μα­κρι­ὲς φοῦ­στες ποὺ νὰ κα­λύ­πτουν τὰ ση­μά­δια ἀ­π’ τὰ χα­ρα­κω­μέ­να κα­λά­μια καὶ τοὺς μη­ρούς της.

     Ἡ μη­τέ­ρα βρί­σκει τὶς ζω­γρα­φι­ὲς ὅ­ταν τὸ κο­ρί­τσι λεί­πει στὸ σχο­λεῖ­ο, τσα­λα­κω­μέ­νες στὰ σκου­πί­δια της. Τὶς παίρ­νει καὶ κα­θὼς τὶς σι­δε­ρώ­νει, ὁ ἀ­έ­ρας πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­π’ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ζε­στοῦ χαρ­τιοῦ.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008:

http://www.smokelong.com/slam/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com

Πρίμο Λέβι (Privo Levi): Ἕνα ἥσυχο ἀστέρι


Πρί­μο Λέ­βι (Primo Levi)


Ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι

(Una stella tranquilla)


Ε ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ τοῦ σύμ­παν­τος, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ζοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι ποὺ κι­νοῦν­ταν ἥ­συ­χα στὸ βά­θος τῆς ἀ­βύσ­σου, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἕ­να πλῆ­θος ἥ­συ­χων πλα­νη­τῶν γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα νὰ ποῦ­με. Τὸ ἀ­στέ­ρι αὐ­τὸ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο καὶ ζε­στό, τὸ βά­ρος του τε­ρά­στιο – κι ἐ­δῶ ἀρ­χί­ζουν οἱ δυ­σκο­λί­ες μας ὡς ἀ­φη­γη­τές. Γρά­ψα­με «πο­λὺ μα­κριά», «με­γά­λο», «ζε­στό», «τε­ρά­στιο»: ἡ Αὐ­στρα­λί­α εἶ­ναι πο­λὺ μα­κριά, ἕ­νας ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι με­γά­λος κι ἕ­να σπί­τι ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ ἔ­κα­να ἕ­να ζε­στὸ μπά­νιο, τὸ Ἔ­βε­ρε­στ εἶ­ναι τε­ρά­στιο. Φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα ὅ­τι κά­τι στὸ λε­ξι­κό μας δὲν λει­τουρ­γεῖ.

        Πραγ­μα­τι­κά, ἂν εἶ­ναι νὰ γρά­ψου­με αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ χρει­α­στοῦ­με τὸ θάρ­ρος νὰ σβή­σου­με ὅ­λα τα ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν σα­στι­μά­ρα – θὰ προ­ξε­νοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δη­λα­δὴ θὰ ὑ­πο­βάθ­μι­ζαν τὴν ἀ­φή­γη­ση. Γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὰ ἀ­στέ­ρια ἡ γλώσ­σα μας εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κὴς καὶ γιὰ γέ­λια, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λου­με νὰ ὀρ­γώ­σου­με τὴ γῆ μὲ ἕ­να φτε­ρό. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γλώσ­σα ποὺ γεν­νή­θη­κε μα­ζί μας, κα­τάλ­λη­λη νὰ πε­ρι­γρά­φει, πά­νω-κά­τω, ἀν­τι­κεί­με­να μὲ μέ­γε­θος καὶ διάρκεια ὅ­σο κι ἐ­μεῖς· στὰ δι­κά μας μέ­τρα, ἀν­θρώ­πι­νη. Δὲν πά­ει πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ αἰ­σθή­σεις μας. Μέ­χρι καὶ δι­α­κό­σια, τρι­α­κό­σια χρό­νια πρὶν μι­κρὸ ἦ­ταν τὸ ἄ­κα­ρι τῆς ψώ­ρας. Δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα πιὸ μι­κρό, καὶ γιὰ αὐ­τό, δὲν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἐ­πί­θε­το γιὰ νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Με­γά­λα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη —τὸ ἴ­διο με­γά­λα— ἦ­ταν ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ οὐ­ρα­νός, ζε­στὴ ἦ­ταν ἡ φω­τιά. Μό­λις τὸ 1700 δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ εἰ­σά­γου­με στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας γλώσ­σα ἕ­ναν ὄ­ρο κα­τάλ­λη­λο νὰ με­τρά­ει ‘’πο­λυ”-ά­ριθ­μα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ μὲ λί­γη φαν­τα­σί­α ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ριο. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρη φαν­τα­σί­α, ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο, χω­ρὶς κὰν νὰ μποῦ­με στὸν κό­πο νὰ ὁ­ρί­σου­με τὴν ἀ­κρι­βὴ του ἔν­νοι­α, ἔ­τσι ποὺ ὁ ὅ­ρος ἔ­χει σή­με­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες.

        Οὔ­τε μὲ τὸν ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μὸ κά­νου­με με­γά­λη πρό­ο­δο – πό­σες φο­ρὲς ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ ἕ­να ψη­λὸ πύρ­γο εἶ­ναι ἕ­νας πο­λὺ ψη­λὸς πύρ­γος; Οὔ­τε μπο­ροῦ­με νὰ ἐλ­πί­ζου­με στὴν βο­ή­θεια “με­ταμ­φι­ε­σμέ­νων” ὑ­περ­θε­τι­κῶν ὅ­πως «τε­ρά­στιος, κο­λοσ­σια­ῖος, ἐκ­πλη­κτι­κός». Γιὰ νὰ δι­η­γη­θοῦ­με τὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λου­με νὰ δι­η­γη­θοῦ­με ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πί­θε­τα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἀ­κα­τάλ­λη­λα, για­τὶ τὸ ἀ­στέ­ρι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κι­νή­σα­με ἦ­ταν δέ­κα φο­ρὲς πιὸ με­γά­λο ἀ­πὸ τὸν δι­κό μας Ἥ­λιο, καὶ ὁ Ἥ­λιος εἶ­ναι «πολ­λὲς» φο­ρὲς πιὸ με­γά­λος καὶ πιὸ βα­ρὺς ἀ­πὸ τὴ Γῆ μας, ἔ­τσι ποὺ τε­λι­κά τὸ μέ­γε­θός του ὑ­περ­βαί­νει τό­σο πο­λύ τὰ δι­κά μας μέ­τρα ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ τὸν πα­ρα­στή­σου­με μό­νο μὲ μιὰ βε­βι­α­σμέ­νη προ­σπά­θεια τῆς φαν­τα­σί­ας. Ὑ­πάρ­χει βέ­βαι­α ἡ γλώσ­σα τῶν ἀ­ριθ­μῶν —κομ­ψὴ καὶ λε­πτή— οἱ πί­να­κες τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ δέ­κα, ἀλ­λὰ τό­τε δὲν θὰ ἀ­φη­γού­μα­σταν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια θέ­λει νὰ τὸ κά­νει: σὰν ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, δη­λα­δή, ποὺ θὰ ξυ­πνοῦ­σε ἀ­πό­η­χους καὶ ποὺ μέ­σα της ὁ κα­θέ­νας μας θὰ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε ἀ­λή­θει­ες γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος.

        Αὐ­τὸ τὸ ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι, λοι­πόν, δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ τό­σο ἥ­συ­χο. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο – στὴν μα­κρι­νὴ πρώ­τη πρά­ξη, τό­τε ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν τὰ πάν­τα, τοῦ εἶ­χε τύ­χει μιὰ βα­ριὰ κλη­ρο­νο­μιά. Ἴ­σως πά­λι νὰ εἶ­χε στὴν καρ­διά του μιὰ δυσ­λει­τουρ­γί­α ἢ μιὰ μό­λυν­ση ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ με­ρι­κοὺς ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο με­τα­ξύ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν νὰ καῖ­νε ἥ­συ­χα τὸ ὑ­δρο­γό­νο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φτι­ά­χτη­καν δω­ρί­ζον­τας γεν­ναι­ό­δω­ρα ἐ­νέρ­γεια στὸ κε­νό, μέ­χρι ποὺ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἕ­να ἀ­ξι­ο­πρε­πὲς ὑ­πό­λειμ­μα καὶ τε­λει­ώ­νουν τὴν κα­ρι­έ­ρα τους ὡς τα­πει­νοὶ λευ­κοὶ νά­νοι. Τὸ ὑ­πὸ συ­ζή­τη­ση ἀ­στέ­ρι, ὡ­στό­σο, ὅ­ταν πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του καὶ τὴ γέν­νη­ση τῶν συν­τρό­φων του, ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­ραι­ώ­νει. Δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο μὲ τὴ μοί­ρα του κι ἔ­γι­νε νευ­ρι­κό, ἀ­νή­συ­χο, ἀ­ει­κί­νη­το· σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α του αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ὁ­ρα­τὴ σὲ μᾶς, τοὺς “πο­λὺ” μα­κρι­νοὺς καὶ συ­νά­μα ἐγ­κλω­βι­σμέ­νους σὲ μιὰ “πο­λὺ” σύν­το­μη ζω­ή.

        Τὴν ἀ­νη­συ­χί­α αὐ­τὴ τὴν ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ Ἄ­ρα­βες καὶ οἱ Κι­νέ­ζοι ἀ­στρο­νό­μοι – ὄ­χι οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι. Οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι ἐ­κεί­νων τῶν και­ρῶν (δύ­σκο­λοι και­ροί) ἦ­σαν τό­σο πε­πει­σμέ­νοι ὅ­τι τὸ στε­ρέ­ω­μα ἦ­ταν ἀ­με­τά­βλη­το —βα­σί­λει­ο καὶ ὑ­πό­δειγ­μα τῆς μὴ με­τα­βλη­τό­τη­τας— ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σαν μά­ται­ο καὶ βλά­σφη­μο νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κα­τα­λά­βουν τὶς ἀλ­λα­γές του· ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ὑ­πάρ­χουν. Ὅ­μως ἕ­νας Ἄ­ρα­βας πα­ρα­τη­ρη­τής, ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νον μὲ τὴν κα­λή του ὅ­ρα­ση, μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ μὲ ἀ­γά­πη νὰ γνω­ρί­σει τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοῦ θε­οῦ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­στέ­ρι, ποὺ τὸ εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει μὲ τὸν και­ρό, δὲν ἦ­ταν ἀ­κί­νη­το. Τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει πρὶν τριά­ντα χρό­νια κι εἶ­χε πα­ρα­τη­ρή­σει ὅ­τι ἡ φω­τει­νό­τη­τά του κυ­μαι­νό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ με­γέ­θη τέσ­σε­ρα καὶ ἕ­ξι, ἀ­πὸ τοὺς ἕ­ξι βαθ­μοὺς φω­τει­νό­τη­τας ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ ποὺ εἶ­χαν κα­θο­ρι­στεῖ, πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες πρίν, ἀ­πὸ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να, ὅ­μοι­α φι­λό­πο­νο ὅ­σο ὁ Ἄ­ρα­βας, ποὺ πί­στευ­ε ὅ­τι τὸ νὰ κοι­τᾶς τὰ ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι ἕ­νας δρό­μος ποὺ σὲ πη­γαί­νει μα­κριά. Ὁ Ἄ­ρα­βας αἰ­σθα­νό­ταν κά­πως ὅ­πως καὶ τὸ ἀ­στέ­ρι του. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­πι­βάλ­λει τὸ δι­κό του ση­μά­δι καὶ στὶς ση­μει­ώ­σεις του τὸ εἶ­χε ὀ­νο­μά­σει ἡ Al-Ludra, ποὺ στὴ δι­ά­λε­κτό του ση­μαί­νει ἡ «Ἰ­δι­ό­τρο­πη». Ἡ Al-Ludra τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀλ­λὰ ὄ­χι μὲ κα­νο­νι­κό­τη­τα, ὄ­χι ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κρε­μές, ἀλ­λὰ σὰν κά­ποι­ον ποὺ εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ ἐ­πι­λο­γές. Ὁ­λο­κλή­ρω­νε τὸν κύ­κλο της ἄλ­λο­τε σὲ ἕ­να χρό­νο, ἄλ­λο­τε σὲ δύ­ο, ἄλ­λο­τε σὲ πέν­τε καὶ – ὄ­χι πάν­τα – στὸ λι­γό­στε­μά της στα­μα­τοῦ­σε στὴν φω­τει­νό­τη­τα με­γέ­θους 6 ποὺ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α ὁ­ρα­τὴ μὲ γυ­μνὸ μά­τι – μὲ ἄλ­λα λό­για με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν ἐν­τε­λῶς. Ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς Ἄ­ρα­βας μέ­τρη­σε ἑ­πτὰ κύ­κλους πρὶν πε­θά­νει. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν μα­κρό­χρο­νη, μὰ ἡ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που εἶ­ναι θλι­βε­ρὰ σύν­το­μη σὲ σύγ­κρι­ση μὲ κεί­νη ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ, ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ὑ­πο­ψί­ες σχε­τι­κὰ μὲ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τά του. Με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ Ἄ­ρα­βα, ἡ Al-Ludra, ἂν καὶ εἶ­χε πιὰ ὄ­νο­μα, δὲν τρα­βοῦ­σε πλέ­ον τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, για­τί τὰ εὐ­με­τά­βλη­τα ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι πολ­λὰ κι ἐ­πει­δή, ἀ­πὸ τὸ 1750, εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἕ­να ση­μα­δά­κι μό­λις ὁ­ρα­τὸ καὶ μὲ τὰ κα­λύ­τε­ρα τη­λε­σκό­πια τῆς ἐ­πο­χῆς. Μὰ τὸ 1950 (καὶ τὸ μή­νυ­μα ἔ­φτα­σε μό­λις τώ­ρα) ἡ ἀρ­ρώ­στια, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἔ­τρω­γε ἀ­πὸ μέ­σα, ἔ­φτα­σε σὲ ἕ­να κρί­σι­μο ση­μεῖ­ο, κι ἐ­δῶ, γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρά, μπαί­νει σὲ κρί­ση καὶ ἡ ἀ­φή­γη­ση – τώ­ρα δὲν εἶ­ναι μό­νο τὰ ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἀ­πο­τυγ­χά­νουν, μὰ τὰ ἴ­δια τὰ γε­γο­νό­τα. Δὲν γνω­ρί­ζου­με ἀ­κό­μη πολ­λὰ γιὰ τὴν ἀ­κα­νό­νι­στη νε­κρα­νά­στα­ση τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι, ὄ­χι τό­σο σπά­νια, κά­τι γί­νε­ται στὸν ἀ­το­μι­κὸ μη­χα­νι­σμὸ μέ­σα στοὺς πυ­ρῆ­νες τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν καὶ ὅ­τι τό­τε τὰ ἀ­στέ­ρια ἐ­κρή­γνυν­ται, ὄ­χι πλέ­ον στὴν κλί­μα­κα τῶν ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων καὶ δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων χρό­νων, ἀλ­λὰ στὴν κλί­μα­κα τῶν ὡ­ρῶν καὶ τῶν λε­πτῶν. Ὅ­μως κα­τα­λα­βαί­νου­με κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση μό­νο τὸ πῶς, ὄ­χι τὸ για­τί. Ἄς εἴ­μα­στε, λοι­πόν, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὸ πῶς.

        Ὁ πα­ρα­τη­ρη­τής, ποὺ γιὰ κα­κή του τύ­χη, θὰ βρι­σκό­ταν στὶς 19 Ὀ­κτω­βρί­ου ἐ­κεί­νου τοῦ χρό­νου —στὶς 10 ἡ ὥ­ρα, μὲ τὰ δι­κά μας ρο­λό­για— πά­νω σε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλα­νῆ­τες τῆς Al-Ludra, θὰ ἔ­βλε­πε “μπρο­στὰ στὰ μά­τια του”, ὅ­πως λέ­νε, τὸν ζω­ο­δό­τη ἥ­λιο νὰ φου­σκώ­νει, ὄ­χι λί­γο μὰ “πο­λύ”, καὶ δὲν θὰ ἦ­ταν πα­ρὼν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα μπρο­στά σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα. Σὲ ἕ­να τέ­ταρ­το τῆς ὥ­ρας θὰ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ψά­ξει μά­ται­α νὰ βρεῖ κα­τα­φύ­γιο γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη θερ­μό­τη­τα. Αὐ­τὸ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σου­με ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ κά­θε ὑ­πό­θε­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὴ μορ­φὴ ἐ­κεί­νου τοῦ πα­ρα­τη­ρη­τῆ, ὑ­πὸ τὴν προϋ­πό­θε­ση ὅ­τι αὐ­τός, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, θὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος ἀ­πὸ μό­ρια καὶ ἄ­το­μα. Μέ­σα σὲ μι­σὴ ὥ­ρα ἡ μαρ­τυ­ρί­α του, ὅ­πως κι οἱ μαρ­τυ­ρί­ες τῶν συν­τρό­φων του, θὰ ἔ­φτα­ναν στὸ τέ­λος. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σου­με αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πρέ­πει νὰ βα­σι­στοῦ­με πά­νω στὶς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν γή­ι­νων ἐρ­γα­λεί­ων: σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὰ τὸ συμ­βὰν ἔ­γι­νε, μέ­σα στὸν ἐγ­γε­νή του τρό­μο, μὲ “πο­λὺ” ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο τρό­πο, κι ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θυ­στέ­ρη­σε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ μα­κρι­νοῦ του τα­ξι­διοῦ μέ­σα στὴν ἄ­βυσ­σο τοῦ φω­τὸς ποὺ τε­λι­κά μᾶς ἔ­φε­ρε τὸ νέ­ο.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, οἱ θά­λασ­σες καὶ οἱ πά­γοι (ἂν ὑ­πῆρ­χαν) τοῦ ὄ­χι πλέ­ον πιὸ ἥ­συ­χου πλα­νή­τη, ἄρ­χι­σαν νὰ βρά­ζουν· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες ὅ­λοι του οἱ βρά­χοι ἔ­λι­ω­σαν καὶ τὰ βου­νὰ του κα­τέρ­ρευ­σαν σχη­μα­τί­ζον­τας πε­διά­δες λά­βας· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρος ὁ πλα­νή­της εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἀ­τμό, μα­ζὶ μὲ ὅ­λα τὰ κομ­ψὰ καὶ λε­πτά του δη­μι­ουρ­γή­μα­τα ποὺ ἕ­να συ­νον­θύ­λευ­μα τύ­χης καὶ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας εἶ­χαν δη­μι­ουρ­γή­σει ἐ­κεῖ μέ­σω τῆς δο­κι­μα­σί­ας δο­κι­μῆς καὶ σφάλ­μα­τος· καὶ μα­ζὶ μὲ ὅ­λους ἐ­κεί­νους τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς σο­φοὺς ποὺ ἴ­σως εἶ­χαν με­λε­τή­σει τὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­χαν ἀ­να­ρω­τη­θεῖ σὲ τί χρη­σί­μευ­αν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­τί­τσες χω­ρὶς νὰ πά­ρουν πο­τὲ μί­αν ἀ­πάν­τη­ση. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μέ­ρα ὅ­μοι­α μὲ τὶς δι­κές μας, ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἀ­στε­ριοῦ εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι τὴν τρο­χιὰ τῶν πιὸ μα­κρι­νῶν πλα­νη­τῶν του, κα­τα­κλύ­ζον­τας τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ σκορ­πί­ζον­τας πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση —μα­ζὶ μὲ τὰ συν­τρίμ­μια τῆς ἠ­ρε­μί­ας του—  κύ­μα­τα ἐ­νέρ­γειας καὶ τὴν εἴ­δη­ση τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς του.

        Ὁ Ρα­μὸν Ἐ­σκο­χίν­τα ἦ­ταν τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρό­νων καὶ εἶ­χε δυ­ὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τα παι­διά. Μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του εἶ­χε μιὰ σχέ­ση πε­ρί­πλο­κη καὶ τε­τα­μέ­νη. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν Πε­ρου­βια­νὸς κι ἐ­κεί­νη Αὐ­στρια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν μο­να­χι­κός, με­τρι­ό­φρων καὶ τεμ­πέ­λης, ἐ­κεί­νη φι­λό­δο­ξη κι ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν κοι­νω­νι­κὴ ζω­ή. Ἀλ­λὰ τί κοι­νω­νι­κὴ ζω­ὴ μπο­ρεῖς νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι ἂν κα­τοι­κεῖς σὲ ἕ­να πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο σὲ ὑ­ψό­με­τρο χι­λί­ων ἐν­νια­κο­σί­ων μέ­τρων, μιὰ ὥ­ρα μὲ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­πὸ τὴν κον­τι­νό­τε­ρη πό­λη καὶ τέσ­σε­ρα χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ ἰν­διά­νων, γε­μά­το σκό­νη τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ πά­γο τὸ χει­μώ­να; Ἡ Τζούν­τιθ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ μι­σοῦ­σε τὸ σύ­ζυ­γό της, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ μέ­ρα – με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. Μι­σοῦ­σε τὴ σο­φί­α του καὶ τὴ συλ­λο­γὴ κο­χυ­λι­ῶν του, ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν πα­τέ­ρα τῶν παι­δι­ῶν της καὶ τὸν ἄν­δρα ποὺ βρι­σκό­ταν τὰ πρω­ι­νὰ κά­τω ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα.

        Εἶ­χαν κα­τα­λή­ξει σὲ μιὰ εὔ­θραυ­στη συμ­φω­νί­α γιὰ ἐ­ξό­δους τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα. Μιὰ πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­γευ­μα προ­ε­τοι­μά­ζον­ταν μὲ θο­ρυ­βώ­δη χα­ρὰ γιὰ τὴν ἐκ­δρο­μὴ τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας. Ἡ Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὶς προ­μή­θει­ες. Ὁ Ρα­μὸν ἀ­νέ­βη­κε στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο γιὰ νὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὶς βρα­δι­νὲς φω­το­γρα­φι­κὲς πλά­κες. Τὸ πρω­ὶ ξε­φορ­τώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α τὰ παι­διὰ ποὺ τὸν κα­τέ­κλυ­ζαν μὲ χα­ρού­με­νες ἐ­ρω­τή­σεις. Πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν ἡ λί­μνη; Θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη πα­γω­μέ­νη; Θὰ θυ­μό­ταν νὰ πά­ρει τὴν φου­σκω­τὴ βάρ­κα; Πῆ­γε στὸ σκο­τει­νὸ θά­λα­μο νὰ ἐμ­φα­νί­σει τὴν πλά­κα· τὴν στέ­γνω­σε καὶ τὴν το­πο­θέ­τη­σε μα­ζὶ μὲ μιὰ πα­ρό­μοι­α πλά­κα ποὺ τὴν εἶ­χε ἐμ­φα­νί­σει ἑ­πτὰ μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Τὶς ἐ­ξέ­τα­σε καὶ τὶς δυ­ὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­σκό­πιο. Ὅ­λα κα­λά. Ἦ­ταν ὅ­μοι­ες, μπο­ροῦ­σε νὰ φύ­γει ἥ­συ­χος. Ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­χε ἕ­ναν ἐν­δοια­σμό. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε κά­τι και­νούρ­γιο – ὄ­χι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό· ἕ­να ση­μα­δά­κι ποὺ μό­λις δι­α­κρι­νό­ταν, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πα­λιὰ πλά­κα. Ὅ­ταν συμ­βαί­νουν τέ­τοι­α πράγ­μα­τα ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α στὰ ἑ­κα­τὸ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν κόκ­κο σκό­νης —κα­νεὶς δὲν δου­λεύ­ει σὲ ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον— ἢ γιὰ ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λάτ­τω­μα τοῦ γα­λα­κτώ­μα­τος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἐ­πί­σης μιὰ ἐ­λά­χι­στη πι­θα­νό­τη­τα νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν και­νο­φα­νὴ ἀ­στέ­ρα καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις μιὰ ἀ­να­φο­ρὰ πρὸς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Ἀν­τί­ο ἐκ­δρο­μή, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴ φω­το­γρά­φι­ση τὶς δυ­ὸ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Τί θὰ ἔ­λε­γε στὴν Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διά;



Πηγή:

https://incontrotesto.files.wordpress.com/2011/09/una-stella-tranquilla_primo-levi.pdf

Ὁ Πρί­μο Λέ­βι (Primo Michele Levi) (Το­ρί­νο, 31 Ἰ­ου­λί­ου 1919 – Το­ρί­νο, 11 Ἀ­πρι­λί­ου 1987) ἦ­ταν Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποι­ή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἦ­ταν παρ­τι­ζά­νος ἀν­τι­φα­σί­στας. Στὶς 13 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 1943 συ­νε­λή­φθη ἀ­πὸ τοὺς φα­σί­στες στὴν Valle d’Aosta. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν στεί­λα­νε σὲ ἕ­να στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης στὸ Fossoli καὶ τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ ἑ­πό­με­νου ἔ­τους στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τοῦ Ἄ­ου­σβιτς, για­τὶ ἦ­ταν Ἑ­βραῖ­ος. Ἐ­πέ­ζη­σε ἀ­πὸ τὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης κι ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἰ­τα­λί­α ὅ­που ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση στὸ κα­θῆ­κον νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ τὶς φρι­κα­λε­ό­τη­τες ποὺ εἶ­χε δεῖ καὶ εἶ­χε ζή­σει τὰ χρό­νια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του. Τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο ἔρ­γο του —καὶ τὸ πρῶ­το του— ἦ­ταν τὸ Se questo e un uomo: ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τῶν Να­ζί – θε­ω­ρεῖ­ται κλα­σι­κό τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας. Ἦ­ταν χη­μι­κὸς καὶ σὲ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὑ­πάρ­χουν ἄ­με­σες καὶ ἔμ­με­σες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ αὐ­τὸν τὸν κλά­δο τῆς ἐ­πι­στή­μης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).


Νατάσα Κεσμέτη: Ἀναγνωστικὴ Διαμεσολάβηση


Νατάσα Κεσμέτη


Ἀ­να­γνω­στι­κή Δι­α­με­σο­λά­βη­ση


ΙΤΕ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΙ ἀ­πο­ρη­μέ­να εἴ­τε μᾶς ρω­τοῦν εὐ­θέ­ως: Για­τί τή λέ­τε ἔ­τσι; Τί ἐν­νο­εῖ­τε; Το­ύς ἐ­ξη­γοῦ­με, καί μᾶλ­λον μᾶς περ­νᾶ­νε γιά μι­σό­τρελ­λους, ἐ­κτός κι ἄν ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­το­ύς πού ἔ­χουν πα­ρό­μοι­α σχέ­ση μέ τίς ἀ­να­γνώ­σεις, το­ύς ἥ­ρω­ες τῶν βι­βλί­ων ἤ κά­ποι­α ἀ­πό τά πε­ρι­γρα­φό­με­να ἐ­κεῖ πράγ­μα­τα.

        Ἀ­να­φέ­ρο­μαι σέ μι­άν ἐ­ρώ­τη­ση πού κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη μᾶς ἔ­χουν κά­μει γνω­στοί ἤ φί­λοι, ἄν ἡ πε­ρί­στα­ση ἤ ὁ λό­γος τό ἔ­χει φέ­ρει στίς λάμ­πες θυ­έλ­λης ὁ­πό­τε μᾶς ἀ­κοῦ­νε νά λέ­με π.χ. Ποῦ εἶ­ναι ἡ Νόμιμη; Νά κρε­μά­σου­με μιά Νόμιμη!, Μήν ξε­χά­σου­με νά βά­λου­με στή βάρ­κα τή Νόμιμη… Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α σχε­τί­ζε­ται μέ τό σχε­τι­κό δι­ή­γη­μα γνω­στοῦ συγ­γρα­φέ­ως, ὅ­που πρω­τα­γω­νι­στεῖ μιά λάμ­πα θυ­έλ­λης, τήν ὁ­πο­ί­α τό­σο ἔ­χου­με οἰ­κει­ω­θεῖ ὡς Νόμιμη, ὥ­στε νά ὀ­νο­μά­ζου­με ἔ­τσι κά­θε ἄλ­λο πα­ρό­μοι­ο φα­νό !

        Ὑ­πο­θέ­τω πώς ἕ­να δά­νει­ο, ὅ­πως τό πα­ρα­πά­νω γιά τόν κό­σμο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἀ­πό τόν κό­σμο τῆς ἀ­νά­γνω­σης λο­γο­τε­χνι­κῶν βι­βλί­ων, δέν εἶ­ναι κά­τι και­νο­φα­νές οὔ­τε συμ­βα­ί­νει μό­νο στήν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὑ­πο­θέ­τω πώς ἡ ὀ­νο­μα­το­δο­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ση­μα­το­δο­τεῖ (ἄν δέν συ­νι­στᾶ) τήν ὕ­παρ­ξη γνω­ρι­μί­ας καί φι­λί­ας, σέ ἀμ­φί­δρο­μη λει­τουρ­γί­α, ἀ­νά­με­σα στο­ύς δυό κό­σμους.

        Ἐ­κεῖ­νο πού δέν φαν­τα­ζό­μου­να ὥς πο­λύ πρό­σφα­τα, εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­να­γνω­στι­κή γνω­ρι­μί­α μπο­ρεῖ νά λει­τουρ­γεῖ κα­τά τρό­πο ἀ­κα­ρια­ῖο σέ μιά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη στιγμή. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι ἀ­μέ­σως:

        Στό σπί­τι τῆς ποι­ή­τριας Α.Σ. δέν εἶ­χε τύ­χει νά μπῶ σέ δω­μά­τιο ὅ­που βρί­σκε­ται μιά ἐ­ξαι­ρε­τι­κή τρί­πτυ­χη φω­το­γρα­φί­α. Πρό­κει­ται γιά μιά πό­ζα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἡ ἴ­δια, σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές ἡ­λι­κια­κά ἐ­πο­χές, πέν­τε φι­λη­νά­δων. Στήν πρώ­τη οἱ εἰ­κο­νι­ζό­με­νες εἶ­ναι κο­πε­λοῦ­δες, στή δε­ύ­τε­ρη ἔ­χουν φτά­σει πε­ρί­που στή μέ­ση ἡ­λι­κί­α καί στήν τρί­τη βρί­σκον­ται πιά στό γῆ­ρας.

        Μόλις τήν ἀν­τί­κρυ­σα, ἡ φω­το­γρα­φί­α κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά μέ μα­γνή­τι­σε καί γιά ἀρ­κε­τή ὥ­ρα προ­σπα­θοῦ­σα νά ἐν­το­πί­σω ποιά νά εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα τῆς φί­λης μου πού εἶ­χε ἤ­δη ἀ­πέλ­θει τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν ἐ­μεῖς γνω­ρι­στή­κα­με. Ἡ Α.Σ. στό με­τα­ξύ γύ­ρι­σε στό δω­μά­τιο καί ξαφ­νι­κά μέ ρώ­τη­σε ἄν ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὄ­χι τή μη­τέ­ρα της, ἀλ­λά τή θεί­α της Περ­σε­φό­νη.

        – Αὐ­τή, ἀ­πάν­τη­σα χω­ρίς τόν πα­ρα­μι­κρό δι­σταγμό καί ἔ­δει­ξα μι­άν ἀ­πό τίς εἰ­κο­νι­ζό­με­νες.

        Ἡ φί­λη μου μέ κο­ί­τα­ξε ἐμ­βρόν­τη­τη:

        – Κα­λά πῶς τή βρῆ­κες ἀ­μέ­σως; μέ ρώ­τη­σε.

        – Ἀ­πό τό πο­ί­η­μά σου καί ὅ­σα ἔ­χεις γρά­ψει γι αὐ­τήν, ἀ­πάν­τη­σα αὐ­θόρ­μη­τα, μέ μιά φυ­σι­κό­τη­τα πού τήν ξάφ­νια­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο καί μᾶλ­λον τήν ἔ­κα­νε νά προ­σθέ­σει ὅ­τι αἰ­σθά­νε­ται συγ­κλο­νι­σμέ­νη.

        – Δέν θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι κα­μιά ἄλ­λη ! – αὐ­τό ἔ­νι­ω­σα, εἶ­πα ἐ­ξα­κο­λου­θών­τας νά τά βρί­σκω ὅ­λα φυ­σι­κά καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά οἰ­κεῖ­α.

        Μόνον ὅ­ταν ἔ­φυ­γα ἄρ­χι­σα νά σκέ­πτο­μαι τό πε­ρί­ερ­γο τοῦ πράγ­μα­τος: πῶς ἀ­νά­με­σα σέ δε­κα­πέν­τε παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στές μου μορ­φές μό­νο μί­α ξε­χώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως στά μά­τια μου ὡς ἡ θε­ί­α Περ­σε­φό­νη – πού βέ­βαι­α οὔ­τε δι­κή μου συγ­γε­νής ἦ­ταν οὔ­τε τή συ­νάν­τη­σα πο­τέ. Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στά γρα­φό­με­να τῆς Α.Σ. τά ὁ­πο­ῖ­α εἶ­χα ἀ­να­γνώ­σει πρίν ἀρ­κε­τό και­ρό, καί γιά νά εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής τά εἶ­χα μι­σο­ξε­χα­σμέ­να, γιά νά ἀ­να­κα­λύ­ψω πρός δι­κή μου, αὐ­τή τή φο­ρά, κα­τά­πλη­ξη πώς που­θε­νά δέν πε­ρι­γρά­φε­ται οὔ­τε ἡ κορ­μο­στα­σιά οὔ­τε τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ προ­σώ­που τῆς Περ­σε­φό­νης! Στή φω­το­γρα­φί­α εἶ­ναι με­γα­λό­σχη­μη, ἐ­πι­βλη­τι­κή καί ἡ μορφή της ξε­χει­λί­ζει ζωή.

        Τώρα αἰ­σθά­νο­μαι πώς νο­μι­μο­ποι­οῦ­μαι νά δι­α­με­σο­λα­βή­σω, κα­τά τό ρό­λο πού ἀ­να­λαμ­βά­νουν εἴ­τε τό θέ­λουν εἴ­τε ὄ­χι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις, τά κε­ί­με­να καί τά βι­βλί­α, ἀ­νά­με­σα στήν φω­το­γρα­φί­α της καί στήν Α.Σ. γιά νά σᾶς τήν γνω­ρί­σω:

        Ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη θε­ί­α Φώνη, τό­σο θα­λε­ρή, δρα­στή­ρια, ἀ­ει­κί­νη­τη – τή θυ­μᾶ­μαι νά δι­δά­σκει μέ τίς ὧ­ρες πι­ά­νο δί­χως ἀ­μοι­βή σ’ ὅ­λα τά γει­το­νό­που­λα, στά παι­διά ἀ­κό­μα καί τῶν πιό μα­κρι­νῶν συγ­γε­νῶν, στά κα­τη­χη­τό­που­λα, καί του­λά­χι­στον μιά φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα νά πη­γα­ί­νει στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο καί μέ τίς νο­σταλ­γι­κές νό­τες της νά ξε­ση­κώ­νει το­ύς γέ­ρους μέ ξε­χα­σμέ­να βάλς.

        Ἦ­ταν τό­σο δη­μο­φι­λής καί γνω­στή στό Ἄ­στρο τῆς Κυ­νου­ρί­ας (ἀ­π’ ὅ­που ἡ κα­τα­γω­γή μας) πού ὅ­ταν κά­ποι­ος ἤ­θε­λε νά συ­στη­θεῖ, πλά­ι στ’ ­ὄ­νο­μά του σάν ἀ­ξί­ω­μα προ­σέ­θε­τε: Τάδε…τά­δε.., συγ­γε­νής Φώνη .

                    Καί λί­γο πα­ρα­κά­τω:

                    Σάν τ’ ὄ­νο­μά της

                    μι­σό στόν Ἅ­δη

                    καί τ’ ἄλ­λο στέ­ρε­ο στή γῆ

                    χω­ρί­στη­κε στά δύ­ο

                    Ἡ μιά πλευ­ρά πα­ρα­δο­μέ­νη

                    κι­ό­λας στή λη­σμο­νιά,

                    ἡ ἄλ­λη μι­σή τήν δι­α­ψε­ύ­δει….

                    ……………………………………………………..

        Ἐ­λά­χι­στες πα­ρά­γρα­φοι καί ἕ­να πο­ί­η­μα στά­θη­καν ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή φα­νε­ρώ­σουν σέ μιά στιγμή καί, θά τολ­μοῦ­σα πιά νά πῶ, ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή συ­στή­σουν ὡς μιά με­τα­θα­νά­τια φί­λη μου .

        Ἡ ἀ­νά­γνω­ση εἶ­ναι τό­πος προ­βλε­πτῶν ἀλ­λά πρω­τί­στως ἀ­πρό­βλε­πτων συ­ναν­τή­σε­ων καί γνω­ρι­μι­ῶν μέ­σα στό γνω­στό χρό­νο καί πέ­ρα… στόν ἄ­γνω­στο.

        Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἡ Α.Σ. λέ­ει πώς ἡ Περ­σε­φό­νη ἦ­ταν ὁ μό­νος ἄν­θρω­πος πού γνώ­ρι­σε χω­ρίς κα­νέ­να φό­βο θα­νά­του. Κι ἀ­κό­μα πώς ὥς τό τέ­λος της πε­ρί­με­νε μέ με­γά­λη χα­ρά τό βρά­δυ, για­τί τό­τε ἐρ­χό­ταν ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη της ὥ­ρα γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ.

       Τήν πα­ρα­κα­λῶ τώ­ρα νά εὔ­χε­ται καί γιά μᾶς. Πρέ­πει νά μέ ἀ­κο­ύ­σει, ἡ φί­λη μου. Κι ἐ­γώ θά ἀ­νά­ψω στό ὄ­νο­μά της, νά λάμ­πει, τή Νόμιμη.

6/3/2003



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταία της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.

Εἰ­κό­να: Μα­ται­ό­της. Νε­κρὴ φύ­ση μὲ Βι­βλί­α, Χει­ρό­γρα­φα καὶ Κρα­νί­ο (1663). Ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­λαν­δοῦ ζω­γρά­φου Evert Collier per. 1640-1708).