Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Βου­λιῶ


basilopouloufoteini-boulio-eikona-03


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου

 

Βου­λιῶ


Στὸν Γι­ῶρ­γο Γάβ­βα­ρη

02-HttaΒΟΥΛΙΩ ἦ­ταν ὁ στά­βλος μας. Ἐ­κεῖ δέ­να­με τὶς γί­δες. «Πα­λι­ό­τε­ρα καὶ τὸν Ντο­ρή μας» ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης μου, μ’ ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μὸ πάν­τα. Ἡ Βου­λι­ῶ ἦ­ταν τε­ρά­στια. Ὁ πιὸ με­γά­λος στά­βλος ποὺ εἶ­χα δεῖ πο­τέ. Εἶ­χε κι ἕ­να με­σο­πά­τω­μα. Καὶ μιὰ μι­σο­ξερ­χα­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη σκά­λα. Αὐ­τοῦ πά­νου ἤ­τα­νε ὁ σα­νὸς γιὰ νὰ μὴν τὸν φτά­νου­νε τὰ ζων­τα­νά.

       Πα­λι­ό­τε­ρα ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σαν τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους ὅ­λα τα ζευ­γά­ρια τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ κά­ποι­οι πιὸ μα­κρι­νοὶ συγ­γε­νεῖς.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ στά­βλος ἄ­δεια­ζε ἀ­π’ τὰ ζων­τα­νά, ποὺ ξε­ρο­στα­λιά­ζα­νε στ’ ἀ­γιά­ζι ἢ στέλ­νον­ταν σὲ γει­το­νι­κὰ σπί­τια ἂν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν χιο­νιᾶς, στρώ­νον­ταν δυ­ὸ τρεῖς μπά­λες σα­νὸς κι ἀ­πὸ πά­νου τὰ νυ­φι­ά­τι­κα χα­σέ­νια σεν­τό­νια καὶ νιὰ χού­φτα ρύ­ζι. Τό ’­χαν δι­α­λέ­ξει για­τὶ δὲν ἀ­κούμ­πα­γε σ’ ἄλ­λο σπί­τι —πράγ­μα σπά­νιο γιὰ τὸ χω­ριό, ὅ­που ὅ­λοι μοι­ρα­ζόν­του­σαν τὸ με­σό­τοι­χο γιὰ λό­γους οἰ­κο­νο­μί­ας— κι ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θ’ ἄ­κου­γε τὶς ἀρ­χι­κὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῆς νύ­φης, ἔ­πει­τα τὶς κραυ­γὲς πό­νου τῆς πρώ­της φο­ρᾶς καὶ κα­τό­πιν τὰ βογ­κη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς. Τό ’­χαν ἀ­κό­μα δι­α­λέ­ξει για­τὶ τ’ ἄ­χυ­ρο θ’ ἀγ­κά­λια­ζε καὶ θὰ ζέ­σται­νε τοὺς νι­ό­παν­τρους ἐ­ρα­στὲς καὶ θὰ ρού­φα­γε τὰ ἐ­ρω­τό­λο­γα καὶ τὶς φω­νές τους.

       Καὶ τί δὲ θά ’­χε ἀ­κού­σει αὐ­τὸ τὸ σπι­τά­κι!

       Τὴ Δευ­τέ­ρα τὸ σεν­τό­νι ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ μα­τω­μέ­νο. Πό­σα κο­κό­ρια εἶ­χαν σφα­χτεῖ, για­τὶ τὸ ἄγ­χος τοῦ γαμ­προῦ ἦ­ταν με­γά­λο ἢ ὁ ἔν­τι­μος πρό­τε­ρος βί­ος τῆς νύ­φης δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο ἔν­τι­μος! Ξέ­ρω καὶ τρα­γι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Μιᾶς νύ­φης τὸ σεν­τό­νι βά­φτη­κε μὲ αἷ­μα χυ­μέ­νο ἀ­π’ τὸν κομ­μέ­νο της λαι­μό. Τὴν ἔ­σφα­ξε ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­δερ­φός της σὰν κο­κό­ρι, ὅ­ταν ὁ γαμ­πρὸς τοὺς ἔ­στει­λε τὸ χα­σὲ κά­τα­σπρο, μή­νυ­μα γιὰ τὶς πομ­πὲς τῆς κό­ρης.

       Αὐ­τὰ ἤ­ξε­ρα γιὰ τὴ Βου­λι­ῶ. Ὅ­τι ὁ στά­βλος μας ἤ­τα­νε τὸ σπι­τά­κι τῆς πρώ­της νύ­χτας κι ὅ­τι ὁ με­γά­λος μου ὁ μπάρ­μπας ἔ­βα­λε τέ­λος σ’ αὐ­τὴ τὴν πα­ρω­δί­α. «Μὴν τολ­μή­σε­τε» εἶ­πε «νὰ στα­θεῖ­τε ἀ­πό­ξω καὶ μὴν ψά­ξε­τε γιὰ σεν­τό­νια κι αἵ­μα­τα… Σᾶς ἔ­σφα­ξα.» Κι ἐ­πει­δὴ ἤ­τα­νε κομ­μα­τά­κι ντρέ­ου­ρος κι ὅ,τι ἔ­λε­γε τὸ ἐν­νο­οῦ­σε, δὲν τολ­μή­σα­νε νὰ συ­νε­χί­σουν τὸ ἔ­θι­μο.

       Με­τὰ τὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ στά­βλου, ἔ­μα­θα ὅ­τι κά­πο­τε ἦ­ταν σπί­τι, τὸ σπί­τι τῆς Βου­λι­ῶς. Μιᾶς ἀ­γράμ­μα­της, ἁ­πλῆς κι ἁ­γνῆς γυ­ναί­κας. Ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, μὲ μιὰ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ τὴν αὐ­λα­κώ­νει κα­θη­μερ­νὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ ξε­ρο­βό­ρι κι ἡ ἀ­γρο­τιά.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος —ὁ ἄν­τρας της— δὲν τά ’­βλε­πε αὐ­τά. Ἀλ­λι­ῶς, δὲ θὰ ’­φευ­γε μα­κριά της, γιὰ τὴν ξέ­νη χώ­ρα χω­ρὶς μιὰ στερ­νὴ κου­βέν­τα, ἕ­να στερ­νὸ ἀγ­κά­λια­σμα, ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό. Οὔ­τε λό­γος γιὰ δά­κρυ­α. Τὰ δά­κρυ­α δὲν ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἄν­τρες.

       Κι ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, οὔ­τε φω­νὴ οὔ­τε ἀ­κρό­α­ση. Οὔ­τε ἕ­να ἔμ­βα­σμα, ὅ­πως στὶς ἄλ­λες ποὺ οἱ ἄν­τρες τους εἴ­χα­νε πά­ει στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε ἕ­να γράμ­μα νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι κα­λά, οὔ­τε κὰν δυ­ὸ ξε­ρὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­κου­γε ὅ­τι γύ­ρι­σε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τί­να —πράγ­μα ποὺ μό­νο τρεῖς φο­ρὲς ἔ­ζη­σε στὸ βί­ο της (βλέ­πεις, ἡ χώ­ρα ἦ­ταν τό­σο μα­κρι­νὴ μὲ ἐ­λά­χι­στους με­τα­νά­στες ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά, με­τρη­μέ­νους στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ)— ἔ­τρε­χε μὲ τὰ πό­δια ὁ­λά­κε­ρα χι­λι­ό­με­τρα γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἴ­δα­νε τὸν ἄν­τρα της, ἂν εἶ­ναι κα­λά, ἂν τῆς στέλ­νει χαι­ρε­τί­σμα­τα. Εὐ­τυ­χῶς, ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ της τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ δι­α­κρί­νει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ με­τὰ βί­ας κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σο­πα­γω­μέ­να τους χα­μό­γε­λα. Φυ­σι­κὰ καὶ ρώ­τα­γε γιὰ τὴν ὑ­γεί­α της καὶ τῆς ἔ­στελ­νε χαι­ρε­τί­σμα­τα. «Νά κι αὐ­τὸ τὸ ξομ­πλια­στὸ μαν­τί­λι ποὺ φο­ροῦ­νε οἱ γυ­ναῖ­κες τῶν Ἀρ­γεν­τί­νων στὴν τρα­χη­λιὰ σὰν πᾶ­νε στὴν ἐκ­κλη­σά τους, μοῦ τό ’­δω­κε γιὰ σέ­να» τῆς εἶ­πε κά­πο­τε ἕ­νας με­τα­νά­στης.

       Καὶ σὰ γύ­ρι­σε ὁ­λό­χα­ρη μὲ τὸ μαν­τί­λι μπουρ­λι­α­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της, οἱ χω­ρια­νές της κά­να­νε πὼς χα­ρή­κα­νε μὲ τὴ χα­ρά της καὶ πο­τὲ κα­μιά τους δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους π’ ἀ­κου­γόν­τα­νε, ὅ­τι τά­χα­τες ὁ προ­κομ­μέ­νος της εἶ­χε φκιά­σει και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Ἀρ­γεν­τί­να μὲ μιὰ ντό­πια κι εἶ­χαν καὶ παι­διά.

       Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ὄ­ξω —το­ξω­τε­ρι­κὸ— ὅ­λο καὶ γέ­μι­ζε τὸ σπί­τι της μὲ κά­να ξε­ρὸ πα­ξι­μά­δι, κά­να μά­τσο ρί­γα­νη, κά­να πε­ρισ­σευ­ού­με­νο ζαρ­ζα­βα­τι­κό, ποὺ οἱ γει­τό­νισ­σες πα­ρὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους στε­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ παι­διά τους, γρι­κών­τας τὴν ἐ­ρη­μιά της. Νι­ώ­θα­νε τύ­ψεις, ἀλ­λὰ καὶ τυ­χε­ρὲς μέ­σα στὴ φτώ­χεια τους μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χα­σαν τὸ ταί­ρι τους στὴν ξε­νι­τιά. Αὐ­τὲς του­λά­χι­στον καὶ νὰ κοι­μόν­τα­νε νη­στι­κὲς θὰ χόρ­ται­ναν μὲ μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ ἀγ­κα­λιά.

       Οἱ τύ­ψεις συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς Βου­λι­ῶς. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ δι­ά­λε­ξαν νὰ στέλ­νουν στὴ Βου­λι­ῶ τὰ νι­ό­παν­τρα ζευ­γά­ρια τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους. Νι­ώ­θα­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πο­τί­ζουν τὸ στε­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα σπί­τι, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ μὲ τὰ δι­ψα­σμέ­να ζων­τα­νά τους.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Ἑλένη Ἀλεξίου: Μετανάστης

aleksioueleni-metanastis-eikona-01


Ἑ­λέ­νης Ἀ­λε­ξί­ου


Μετανάστης


02-deltaΕΚΑΟΚΤΩ ΜΑΪΟΥ πε­ρι­μέ­να­με τὸν Ἀ­δερ­φὸ ἀ­πὸ Αὐ­στρα­λί­α. Δε­κα­ο­κτὼ χρο­νά­κια νὰ τὸν δοῦ­με, νὰ τὸν φι­λή­σου­με στὰ μά­γου­λα. «Κάνε κου­ρά­γιο, ἀ­δερ­φή. Ν’ ἀν­τέ­ξεις, ν’ ἀν­τα­μώ­σου­με.» Ὀ­γδόν­τα πα­τη­μέ­να ἐ­γὼ κι ἄν­τε­χα. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ὄ­χι.

       Τέ­λος Ἀ­πρί­λη μᾶς πή­ρα­νε τη­λέ­φω­νο τὰ ἀ­νί­ψια. «Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κό. Δυ­ὸ μέ­ρες τοῦ δί­νουν.» Δυ­ὸ μέ­ρες τοῦ ἔ­δω­σαν, δυ­ὸ μέ­ρες πῆ­ρε. Τὸν κή­δε­ψαν στὴν Αὐ­στρα­λί­α, τὸν μοι­ρο­λό­γη­σαν στὸ χω­ριό, τοῦ κά­να­με τρι­ή­με­ρα, ἐν­νι­ά­με­ρα, σα­ράν­τα.

        Σα­ράν­τα μέ­ρες δὲν ἔ­κλα­ψα. Χω­ρὶς νε­κρὸ εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς. Βά­λα­με μιὰ φω­το­γρα­φί­α του δί­πλα στὰ κόλ­λυ­βα, μα­ζεύ­τη­κε τὸ σό­ι, ἦρ­θε καὶ τὸ Λε­νι­ὼ μὲ τὰ ἀ­γο­ρά­κια της, ποὺ εἴ­χα­με και­ρὸ νὰ τὰ δοῦ­με. Ἀρ­χί­σα­με τὰ «Φτού σας! Πῶς με­γα­λώ­σα­τε! Ἐ­σεῖς γί­να­τε ἄν­τρες!» Ἤ­πια­με κα­φέ, ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε, γυ­ρί­σα­με ἥ­συ­χα στὰ σπί­τια μας.

        Σα­ράν­τα μέ­ρες δὲν ἔ­κλα­ψα, μὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τὸ τεσ­σα­ρα­κο­στό, κλεί­στη­κα στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἄρ­χι­σα νὰ σκα­λί­ζω τὶς κοῦ­τες μου. Ἔ­ψα­χνα τὸν Ἀ­δερ­φό, ὅ­πως τὸν θυ­μό­μουν. Μω­ρὸ στὴ σαρ­μα­νί­τσα, μα­θη­τὴ κου­ρε­μέ­νο στὴν ψι­λή, τσο­λιὰ στὰ ἀ­νά­κτο­ρα, ἄν­τρα γε­ρὸ καὶ δου­λε­μέ­νο στὰ χω­ρά­φια νὰ στέ­κει μὲ τὴ βα­λί­τσα του στὸ πλα­τύ­σκα­λο, πρὶν φύ­γει με­τα­νά­στης.

        Τρεῖς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα βρῆ­κα τὸν Θύ­μιο κα­θι­σμέ­νο στὴ βε­ράν­τα τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μου. Κα­λο­καί­ρι 1995. Μπρο­στά μας γε­μά­το τρα­πέ­ζι, γε­μά­τα πο­τή­ρια. Πί­σω ξαν­θὰ στά­χυ­α, σγου­ρὰ σύν­νε­φα, ἤ­ρε­μη θά­λασ­σα. «Γειά σου, Ἀ­δερ­φέ μου!» τὸν χαι­ρέ­τι­σα με­γα­λο­φώ­νως σὰ νὰ τὸν κα­λω­σό­ρι­ζα στὸ σπι­τι­κό μου. Ἀν­τή­χη­σε ἡ φω­νὴ στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Δι­α­πέ­ρα­σε τὰ ἄλ­μπουμ, τὰ βι­βλί­α, τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, τὶς κορ­νί­ζες μὲ τοὺς μα­κα­ρί­τες συγ­γε­νεῖς καὶ ἔ­σβη­σε σὰν κα­τευ­ό­διο μὲς στὴ σι­ω­πή. Ἔ­γει­ρα πά­νω στὴ φω­το­γρα­φί­α του κι ἔ­κλα­ψα ὣς τὰ χα­ρά­μα­τα μὲ λι­γώ­μα­τα καὶ πα­ρα­μι­λη­τά.

bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Ἀ­λε­ξί­ου (Τρί­κα­λα, 1980). Ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα. Ἔ­χει με­τα­πτυ­χι­α­κὸ τί­τλο σπου­δῶν στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση. Βι­βλία: Τὸ Φλάς (ἐκδ. λο­γεῖ­ον, 2009), Ποι­ή­μα­τα ποὺ γρά­ψα­με μα­ζί (Με­λά­νι, 2015).


Λά­κης Δόλ­γε­ρας: Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


dolgeraslakis-tobrexitkaiichillary-eikona-01


Λά­κης Δόλ­γε­ρας


Τὸ Brexit καὶ ἡ Χί­λα­ρυ


02-HttaΑΠΟΧΩΡΗΣΗ τῆς Βρε­τα­νί­ας ἀ­πὸ τὴν Ε.Ε. μὲ ἀ­να­στά­τω­σε. Ἔ­κα­να ἀρ­νη­τι­κοὺς συ­νειρ­μούς. Πε­ρι­έρ­γως, ἠ­ρέ­μη­σα ὅ­ταν μοῦ ἦρ­θε στὸ νοῦ μιὰ μᾶλ­λον ἄ­σχε­τη ἱ­στο­ρία:

       Ἀρ­χὲς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50, ζοῦ­σα σὲ ἕ­να μα­κε­δο­νι­κὸ χω­ριό· φτώ­χεια, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σκλη­ρὴ δου­λειὰ γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ λί­γου κα­πνοῦ, με­τεμ­φυ­λια­κὲς δι­ώ­ξεις καὶ μί­ση. Στὸ δι­πλα­νὸ οἰ­κό­πε­δο χτί­στη­κε ἕ­να σπί­τι ὅ­πως-ὅ­πως, τού­βλι­νο, ἀ­σο­βά­τι­στο καὶ μὲ πα­τώ­μα­τα ἀ­πὸ τσι­μέν­το. Στὸ πε­ρι­βάλ­λον­τα χῶ­ρο προ­ϋ­πῆρ­χαν τὸ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ριο, στὸ πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο ση­μεῖ­ο, δί­χως πόρ­τα, ἕ­να σκάμ­μα καὶ δύ­ο σα­νί­δια ἀ­πὸ πά­νω γιὰ νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι, τὸ ἀ­χού­ρι καὶ ὁ φοῦρ­νος.

       Στὸ σπί­τι αὐ­τὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια, ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἔ­με­νε σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ἑ­νὸς ἐ­πι­κίν­δυ­νου ἐ­ρεί­πιου ποὺ εἶ­χε πα­ρα­χω­ρή­σει ἡ ἐκ­κλη­σί­α σὲ ὅ­σους εἶ­χαν κά­ψει τὰ σπί­τια τους οἱ Βούλ­γα­ροι, ὡς ἀν­τί­ποι­να γιὰ τὴν συμ­με­το­χή τους στὸν Ε.Λ.Α.Σ. Τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἡ μη­τέ­ρα ἡ Θα­νά­σω καὶ οἱ τρεῖς κό­ρες, ἡ Σταυ­ρι­νή, ἡ Ἑ­λέ­νη καὶ ἡ Τα­σού­λα. Ἡ πρώ­τη ἦ­ταν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρή μου, ἡ δεύ­τε­ρη δύ­ο χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ Τα­σού­λα ἕ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρη. Τὰ ἴ­χνη τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­χαν χα­θεῖ στὸν ἐμ­φύ­λιο. Πο­λι­τι­κοὶ πρό­σφυ­γες δι­ε­μή­νυ­σαν ὅ­τι ἴ­σως βρί­σκον­ταν στὴν Πο­λω­νί­α. Κά­πο­τε ἔ­στει­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α, στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἕ­να του χέ­ρι δὲν φαι­νό­ταν· ἀ­πο­τέ­λε­σε στοι­χεῖ­ο πολ­λα­πλῶν «κοι­νω­νι­κῶν ἀ­να­λύ­σε­ων» τῶν γει­τό­νων, ἄλ­λοι εἶ­παν ὅ­τι θὰ τὸ ἔ­χα­σε στὸν πό­λε­μο, ἄλ­λοι ὅ­τι ξα­να­παν­τρεύ­τη­κε καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ φαί­νε­ται ἡ βέ­ρα κι ἄλ­λοι ἁ­πλῶς ὅ­τι τὸ εἶ­χε πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη.

       Ἡ Τα­σού­λα ἐν­σω­μα­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως στὴν πα­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς, στὰ ὁ­μα­δι­κὰ παι­χνί­δια ποὺ παί­ζα­με ἔ­ξω τὶς λί­γες ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες. Λί­γες, για­τὶ τὰ παι­διὰ ἐρ­γά­ζον­ταν σκλη­ρὰ ἀ­πὸ τὸ Δη­μο­τι­κό. Συγ­κε­κρι­μέ­να τὸν Μά­ϊ­ο κα­τὰ τὴν διάρ­κεια «τοῦ σπαρ­μοῦ», τὰ μα­θή­μα­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν με­τα­ξὺ 7 καὶ 9 τὸ πρω­ί, εἰ­δάλ­λως οἱ γο­νεῖς ἀ­πει­λοῦ­σαν ὅ­τι θὰ τὰ στα­μα­τοῦ­σαν. Ἐ­γώ, γιὸς για­τροῦ, καὶ ἄλ­λα δύ­ο παι­διὰ τῆς ἡ­λι­κί­ας μου (ἀ­πὸ ἄλ­λες γει­το­νι­ές), δὲν δου­λεύ­α­με στὰ χω­ρά­φια. Ἡ ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ μο­να­ξιὰ μοῦ ἔ­φερ­νε φο­βε­ρὴ πλή­ξη, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι ποὺ ἡ μέ­ρα ἦ­ταν με­γά­λη δί­χως σχο­λι­κὲς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Ἡ Τα­σού­λα ἦ­ταν ἐν­νέ­α ἐ­τῶν, πό­τε τὴν ἔ­παιρ­ναν στὸ χω­ρά­φι καὶ πό­τε ὄ­χι. Ὅ­ταν δὲν πή­γαι­νε τῆς ἔ­κα­να πα­ρέ­α στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της νὰ κα­θα­ρί­σει, νὰ μα­γει­ρέ­ψει τὸ φα­γη­τὸ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας σὲ μιὰ φου­φοὺ καὶ νὰ τα­ΐ­σει τὶς κα­τσί­κες καὶ τὶς κό­τες. Νω­ρὶς γύ­ρι­ζε καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ τοῦ κα­πνοῦ, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρα­στεῖ σὲ σκοι­νιὰ γιὰ νὰ κρε­μα­στεῖ καὶ νὰ ξε­ρα­θεῖ. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πη­γαί­νω σπί­τι τους συ­νε­χῶς. Ἔ­παιρ­να κι ἐ­γὼ μιὰ βε­λό­να καὶ περ­νοῦ­σα κα­πνὸ μα­ζὶ μὲ τὶς τέσ­σε­ρις γυ­ναῖ­κες.

       Πα­ρό­λη τὴν φτώ­χεια τους (χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι δὲν εἶ­χαν πα­νιὰ γιὰ νὰ βά­ζουν τὶς εὐ­αί­σθη­τες μέ­ρες), εἶ­χαν μιὰ ἀρ­χον­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά, μὲ κερ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ λι­γο­στὸ φα­γη­τό τους, πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ χω­ρι­ά­τι­κη σα­λά­τα μὲ πο­λὺ λά­δι γιὰ βού­τηγ­μα, κι ἐ­γὼ ποὺ ἤ­μουν ἀ­νο­ρε­ξι­κὸς ἐ­κεῖ ἔ­τρω­γα. Τρα­γου­δοῦ­σαν ἐ­νῶ δού­λευ­αν, ἔ­δει­χναν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες, δὲν δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν γιὰ τὴν μοί­ρα τους· μιὰ φο­ρὰ μό­νο, μοῦ εἶ­πε ἡ Σταυ­ρι­νὴ σαρ­κα­στι­κά: «Ὁ Θε­ὸς δὲν ἔ­πλα­σε ὅ­λους τους ἀν­θρώ­πους, ἄλ­λους ἔ­πλα­σε, ἄλ­λους ἔ­κλα­σε καὶ ἄλ­λους ἔ­χε­σε. Ἐ­μεῖς, εἴ­μα­στε ἀ­πὸ τοὺς χε­σμέ­νους, ἐ­σύ, ἀ­πὸ τοὺς κλα­σμέ­νους.»

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ Γερ­μα­νί­α, με­τα­νά­στευ­σαν ὅ­λες. Ἡ Τα­σού­λα δη­μι­ούρ­γη­σε ἐ­κεῖ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἔ­μει­νε μό­νι­μα· δού­λε­ψε σκλη­ρὰ καὶ μά­ζε­ψε χρή­μα­τα. Κά­πο­τε γύ­ρι­σε στὸ χω­ριὸ γιὰ τὰ κα­λο­καί­ρια. Στὴν θέ­ση τοῦ τού­βλι­νου ἔ­φτια­ξε και­νούρ­γιο σπί­τι, πο­λυ­τε­λὲς γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ χω­ριοῦ. Ὅ­μως κρά­τη­σε τὴν εἰ­κό­να τοῦ πα­λιοῦ, τὸ ἀ­σο­βά­τι­στο τοῦ­βλο ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὸ γνω­στὸ δι­α­κο­σμη­τι­κό, ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι τὸ πα­λιὸ με­γά­λω­σε καὶ ἔ­λαμ­ψε. Αὐ­τὴν τὴν ἐ­νέρ­γεια τὸ χω­ριὸ τὴν θε­ώ­ρη­σε ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ πα­ρα­τσού­κλι «Χί­λα­ρυ».

       Νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ νὰ δι­α­θέ­σει κα­νεὶς τὰ χρή­μα­τά του ὅ­πως θέ­λει, ὅ­μως ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη Χί­λα­ρυ τὰ ἔ­φτια­ξε μὲ τό­σους κό­πους ποὺ χα­λά­λι της ὅ­λη ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς γῆς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λάκης Δόλγερας. Συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλία του: Ξε­χα­σμέ­νες ἱ­στο­ρί­ες (2007), Μιὰ σκο-τει­νὴ ὑ­πό­θε­ση (2010), Ἡ δεύ­τε­ρη συ­νά­ντη­ση τῆς Ἑ­λε­ο­νώ­ρας καὶ τοῦ Νί­κου (2012), Νι­κη­τὲς καὶ νι­κη­μέ­νοι (2013), Νε­κρὸς στὸν ἥ­λιο τοῦ Ἰ­ου­λί­ου (2015).



		

	

Ἕλενα Στριγγάρη: Οἱ Λί­βυ­οι


striggarielena-oilibyoi-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη


Οἱ Λί­βυ­οι


02-SigmaΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΜΑΣ, πα­λαι­ό­τε­ρα, κα­τοι­κοῦ­σαν δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες εὔ­πο­ρων Λί­βυ­ων. Στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο ἔ­με­ναν ὁ Ὀμ­ρὰν μὲ τὴ γυ­ναί­κα του Φά­τμα καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους καὶ στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο, ὁ νε­ό­τε­ρος ἀ­δερ­φὸς τοῦ Ὀμ­ράν, ὁ Φὶ­κρ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Ἀ­σου­άτ, μὲ τὰ ἑ­φτὰ ἀ­νή­λι­κα παι­διά τους. Καὶ οἱ δύ­ο γυ­ναῖ­κες τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν φο­ροῦ­σαν μαν­τί­λα μὲ τὴν ἀ­νά­λο­γη ἀμ­φί­ε­ση. Ἡ Φά­τμα ἦ­ταν ὄ­μορ­φη καὶ καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη. Μι­λοῦ­σε καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὴν πα­τρί­δα της εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὴν Ἰ­α­τρι­κή. Ἡ Ἀ­σου­ὰτ ἦ­ταν «ζου­λά­πι», ποὺ λέ­με. Μά­λι­στα, μιὰ φο­ρὰ τῆς ἔ­βα­λαν τὶς φω­νὲς για­τὶ κρέ­μα­γε στὸ σκοι­νὶ ποὺ ἁ­πλώ­νου­με τὰ ροῦ­χα, στὸ μπαλ­κό­νι, κομ­μά­τια κρέ­α­τα γιὰ νὰ ξε­ρα­θοῦν, καὶ με­τὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, νὰ τὰ φά­νε!

       Καὶ οἱ δύ­ο οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν Λί­βυ­ων ἦ­ταν φα­σα­ρι­ό­ζι­κοι μὲ τό­σα παι­διά. Πα­ρα­πο­νι­ό­μου­να ἔν­το­να, μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν πο­λύ, ὅ­ταν κοι­μό­μουν. Εἰ­δι­κὰ αὐ­τοὶ τοῦ πέμ­πτου, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Ὡ­στό­σο φι­λο­ξε­νοῦ­σα τὸν με­γά­λο τους γιὸ κά­θε μέ­ρα στὸ σπί­τι μου. Ἔ­κα­νε πα­ρέ­α μὲ τὸν δι­κό μου γιό. Τοὺς πή­γαι­να βόλ­τες σὲ δρώ­με­να καὶ ἀλ­λοῦ καί, κυ­ρί­ως, σὲ τα­βέρ­νες, για­τὶ καὶ στοὺς δύ­ο ἄ­ρε­σε τὸ φα­γη­τό. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια…

       Μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα, πρω­ὶ-πρω­ὶ (ἦ­ταν 28η Ὀ­κτω­βρί­ου, για­τὶ ἑ­τοί­μα­ζα τὸν γιό μου γιὰ τὴν μα­θη­τι­κὴ πα­ρέ­λα­ση στὸ Σύν­ταγ­μα), ἐ­κεῖ ποὺ το­πο­θε­τοῦ­σα τὸ σῆ­μα τοῦ σχο­λεί­ου στὸ στῆ­θος του, πά­νω στὴ στο­λή του, ἀ­κού­στη­καν κραυ­γὲς καὶ γο­ε­ρὸ κλά­μα ἀ­πὸ πά­νω, στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο. Ἔ­διω­ξα τὸ παι­δὶ καὶ πῆ­γα νὰ δῶ τί συ­νέ­βαι­νε. Εἶ­χε πε­θά­νει ὁ Ὀμ­ράν ἀ­πὸ καρ­διὰ καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἡ Φά­τμα ὀ­δύ­ρον­ταν. Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, εἰ­δο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φω­νές της, ὅ­λοι οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της νὰ τῆς συμ­πα­ρα­στα­θοῦν καὶ νὰ τὴν συλ­λυ­πη­θοῦν. Σὲ λί­γο πα­ρου­σι­ά­στη­κε καὶ ἡ συν­νυ­φά­δα της, ἡ Ἀ­σου­άτ, ἡ Λί­βυ­α τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου. Δὲν συλ­λυ­πή­θη­κε καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ ὕ­φος κυ­ρί­αρ­χης. Φυ­σι­κὰ σχο­λι­ά­στη­κε.

       Κά­τσα­με δυ­ὸ-τρεῖς ὧ­ρες, οἱ ἔ­νοι­κοι τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, στὸν πέμ­πτο μὲ τὴν Φά­τμα. Με­τά, βά­ση ἑ­νὸς νό­μου ἢ συ­νή­θειας τῆς Λι­βύ­ης ποὺ θέ­λει ὅ­ταν πε­θαί­νει κά­ποι­ος νὰ τὸν κλη­ρο­νο­μεῖ ὁ ἀ­μέ­σως με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­δερ­φός του, χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α, οἱ συγ­γε­νεῖς τὴν πέ­τα­ξαν τὴ χή­ρα Φά­τμα, σὰν τὴν τρί­χα ἀ­π’ τὸ ζυ­μά­ρι, στὸ δρό­μο. Τῆς πῆ­ραν τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση, τὸ σπί­τι, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το BMW ποὺ εἶ­χε ὁ ἄν­τρας της, τὰ πάν­τα. Ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὴν ἔ­στει­λαν πί­σω στὴν Λι­βύ­η, μὲ τὰ τέσ­σε­ρα παι­διά της καὶ τρεῖς-τέσ­σε­ρεις βα­λί­τσες μό­νο ἀ­π’ ὅ­λο το νοι­κο­κυ­ριό της. Ὅ­ταν τοὺς ἔ­παιρ­νε τὸ τα­ξὶ ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιά μας τοὺς κα­τευ­ο­δώ­σα­με καὶ τοὺς κου­νή­σα­με τὸ χέ­ρι μό­νο ἐ­γὼ κι ὁ γιός μου. Οἱ συγ­γε­νεῖς τους ποὺ τό­σα τοὺς πῆ­ραν οὔ­τε ἕ­να κα­τευ­ό­διο δὲν τοὺς ἔ­δω­σαν!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ οὐλὴ

Triantafyllidou-Trendel,Aristi-IOuli-Eikona-01


Ἀ­ρί­στη Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἡ οὐλή


02-TaphΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΟΙ νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.

         «Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.

         «Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.

         «Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.

         Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).

Λεονάρντο Σάσα (Leonardo Sciascia): Τὸ μακρὺ ταξίδι

Sciascia,Leonardo-ToMakryTaksidi-Eikona-02


Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia)


Τὸ μακρὺ ταξίδι

(Il lungo viaggio)


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__Munthe ΝΥΧΤΑ ΕΜΟΙΑΖΕ ἰ­δα­νι­κὴ γι’ αὐ­τό, πυ­κνὸ σκο­τά­δι ποὺ ἀρ­κοῦ­σε ἡ πα­ρα­μι­κρή σου κί­νη­ση γιὰ νὰ νι­ώ­σεις τὸ βά­ρος της. Καὶ σὲ τρό­μα­ζε ἡ ἀ­νά­σα τοῦ κό­σμου – αὐ­τοῦ τοῦ θη­ρί­ου, ὁ ἦ­χος τῆς θά­λασ­σας: ἀ­νά­σα ποὺ ἔ­σβη­νε στὰ πό­δια τους.

        Μὲ τὶς χαρ­το­νέ­νι­ες βα­λί­τσες καὶ τὰ φαγ­κό­τα τους στέ­κον­ταν σὲ μιὰ πε­τρώ­δη πα­ρα­λί­α, προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ λό­φους με­τα­ξὺ Τζέ­λα καὶ Λι­κά­τα· εἶ­χαν φτά­σει τὸ σού­ρου­πο ἐ­κεῖ ξε­κι­νών­τας χα­ρά­μα­τα ἀ­π’ τὰ χω­ριά τους, κά­τι χω­ριὰ στὴν καρ­διὰ τῆς χώ­ρας, μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, μα­ζε­μέ­να στὴν ἄ­νυ­δρη ἔ­κτα­ση τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἔ­βλε­πε τὴ θά­λασ­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τρό­μα­ζε στὴ σκέ­ψη πὼς θά ’­πρε­πε νὰ τὴ δι­α­σχί­σει ὅ­λη μὲς στὴ νύ­χτα, ἀ­πὸ κεί­νη τὴν ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Σι­κε­λί­ας μέ­χρι τὴν ἄλ­λη ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, καὶ πά­λι μὲς στὴ νύ­χτα. Για­τί τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ συμ­φω­νί­α: «Ἐ­γὼ νύ­χτα θὰ σᾶς μπαρ­κά­ρω, καὶ νύ­χτα θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω», εἶ­χε πεῖ ὁ ἄν­τρας —ἕ­νας τύ­πος πλα­σι­ὲ ἂν κρί­νω ἀ­π’ τὴν πο­λυ­λο­γί­α του, μὰ σο­βα­ρὸς καὶ ἔν­τι­μος στὴν ὄ­ψη— «στὴν πα­ρα­λί­α τοῦ Νιοὺ Τζέρ­σι θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω· δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­π’ τὸ Νιοὺ Γιόρκ… Κι ὅ­ποι­ος ἔ­χει συγ­γε­νεῖς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς γρά­ψει νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νουν στὸν σταθ­μὸ τοῦ Τρέν­τον, δώ­δε­κα μέ­ρες με­τὰ τὸ μπαρ­κά­ρι­σμα… Λο­γα­ριά­στε μό­νοι σας… Βέ­βαι­α, γιὰ τὴν ἀ­κρι­βὴ μέ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐγ­γυ­η­θῶ: κά­τι ἡ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα, κά­τι ἡ ἀ­κτο­φυ­λα­κὴ ποὺ πα­ρα­φυ­λά­ει… Μιὰ μέ­ρα πρὶν μιὰ μέ­ρα με­τά, τί σᾶς κό­φτει; Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ ξεμ­παρ­κά­ρε­τε στὴν Ἀ­με­ρι­κή.»

        Ὅν­τως τὸ θέ­μα ἦ­ταν νὰ ξεμ­παρ­κά­ρουν στὴν Ἀ­με­ρι­κή· τὸ πῶς καὶ τὸ πό­τε δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α. Κι ὅ­ταν θὰ ἔ­φτα­ναν τὰ γράμ­μα­τα στοὺς συγ­γε­νεῖς τους, καὶ κεῖ­νοι θὰ κα­τόρ­θω­ναν νὰ βγά­λουν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὶς γραμ­μέ­νες μὲ κά­τι ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τα δι­ευ­θύν­σεις, τό­τε θὰ ἔρ­χον­ταν κι αὐ­τοί· «Ρω­τών­τας πᾶς στὴν Πό­λη», κα­θὼς λέ­ει κι ἡ πα­ροι­μί­α. Καὶ θὰ δι­έ­σχι­ζαν τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πέ­ραν­τη σκο­τει­νὴ θά­λασ­σα· καὶ θὰ προ­σέγ­γι­ζαν τὶς φάρ­μες καὶ τὶς φάμ­πρι­κες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῶν ἀ­δελ­φῶν θεί­ων ἀ­νι­ψι­ῶν ξα­δέλ­φων, στὰ ζε­στά, γε­μά­τα ἀ­γα­θὰ πλου­σι­ό­σπι­τα, στὰ με­γά­λα σὰν σπί­τια αὐ­το­κί­νη­τα.

        Δι­α­κό­σι­ες πε­νήν­τα χι­λιά­δες λί­ρες: μι­σὰ στὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση, μι­σὰ στὴν ἄ­φι­ξη. Τὶς φύ­λα­γαν κα­τά­σαρ­κα, κρε­μα­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ σὰν ἅ­γι­ες εἰ­κο­νί­τσες. Εἶ­χαν που­λή­σει ὅ,τι εἶ­χαν καὶ δὲν εἶ­χαν γιὰ νὰ τὶς μα­ζέ­ψουν: τὸ φτω­χό­σπι­το, τὸ μου­λά­ρι, τὸ γα­ϊ­δού­ρι, τὶς προ­μή­θει­ες τῆς χρο­νιᾶς, τὴ συρ­τα­ρι­έ­ρα, τὰ πα­πλώ­μα­τα. Οἱ πιὸ πο­νη­ροὶ εἶ­χαν ἀ­πευ­θυν­θεῖ στοὺς το­κο­γλύ­φους, μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ τοὺς ἐ­ξα­πα­τή­σουν· μιὰ φο­ρὰ του­λά­χι­στον, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια ποὺ θὰ εἶ­χαν ὑ­πο­στεῖ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­πί­ε­ση, κι ὅ­ταν θὰ σκέ­φτον­ταν τί μοῦ­τρα θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νοι ὅ­ταν τὸ ἔ­παιρ­ναν χαμ­πά­ρι, θὰ ἔ­νι­ω­θαν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι. «Ἄν­τε, κό­πια­σε νὰ μὲ ψά­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κή, βδέ­λα: ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­φέ­ρεις νὰ μὲ βρεῖς, θὰ σοῦ δώ­σω πί­σω τα λε­φτά σου, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τό­κο.» Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ δο­λά­ρια· ὄ­χι πιὰ τὰ λε­φτὰ τὰ φυ­λαγ­μέ­να στὸ κου­ρε­λι­α­σμέ­νο πορ­το­φό­λι ἢ τὰ κρυμ­μέ­να κα­τά­σαρ­κα, ἀλ­λὰ τὰ χω­μέ­να ἀ­ψή­φι­στα στὸ παν­τε­λό­νι, λε­φτὰ γερ­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες σὲ χοῦ­φτες: λὲς κι ἤ­θε­λαν νὰ τὰ δεί­ξουν στοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει ἀ­πὸ πεί­να, ξε­ρα­κια­νοὶ καὶ ψη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο· καὶ θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ἢ τριά­ντα χρό­νια, μὰ γιὰ σύν­το­μες δι­α­κο­πές, μὲ τὸ πρό­σω­πο γε­μά­το καὶ ρο­δα­λὸ ποὺ θὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ λευ­κὰ μαλ­λιά.

        Εἶ­χε ἤ­δη πά­ει ἕν­τε­κα. Ἕ­νας ἄ­να­ψε τὸν φα­κό: ση­μά­δι πὼς μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔρ­θουν γιὰ νὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν στὸ βα­πό­ρι. Ὅ­ταν τὸν ἔ­σβη­σε, τὸ σκο­τά­δι φά­νη­κε ἀ­κό­μα πιὸ πυ­κνὸ καὶ τρο­μα­κτι­κό. Ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γα λε­πτά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­νά­σα τῆς θά­λασ­σας ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἀ­κό­μα πιὸ ἀν­θρώ­πι­νος, οἰ­κεῖ­ος ἦ­χος τοῦ νε­ροῦ: λὲς καὶ γέ­μι­ζαν καὶ ἄ­δεια­ζαν κά­δοι μὲ ρυθ­μό. Κι ἔ­πει­τα κά­τι σὰν βου­η­τό, σὰν χα­μη­λό­φω­νο μουρ­μου­ρη­τό. Βρέ­θη­καν μπρο­στὰ στὸν κυρ-Μέλ­φα, ὄ­νο­μα μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο γνώ­ρι­ζαν τὸν ὀρ­γα­νω­τὴ τῆς πε­ρι­πέ­τειάς τους, πρὶν κα­λὰ κα­λὰ κα­τα­λά­βουν πὼς ἡ βάρ­κα εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὴ στε­ριά.

        «Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Ἄ­να­ψε τὸν φα­κό, ἔ­κα­νε τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ἔ­λει­παν δύ­ο. «Ἴ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σαν, ἴ­σως θά ’ρ­θουν ἀρ­γό­τε­ρα… Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γι’ αὐ­τούς. Μὲ τὸν κίν­δυ­νο ποὺ δι­α­τρέ­χου­με, γί­νε­ται νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νου­με;»

        Ὅ­λοι εἶ­παν πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νουν. «Ἂν κά­ποι­ος ἀ­πὸ σᾶς δὲν ἔ­χει ἕ­τοι­μα τὰ με­τρη­τά», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα, «κα­λὰ θὰ κά­νει νὰ ξα­να­πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς· κι ἄν μοῦ φυ­λά­ει τὴν ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πλοῖ­ο, εἶ­ναι βα­θιὰ γε­λα­σμέ­νος: θὰ σᾶς ξα­να­φέ­ρω πί­σω, μάρ­τυς μου ὁ Θε­ός, ὅ­σοι κι ἂν εἶ­στε. Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ πλη­ρώ­νουν ὅ­λοι γιὰ τὸν ἕ­να: γι’ αὐ­τὸ λοι­πὸν ὅ­ποι­ος φταί­ει θὰ τὸ πλη­ρω­θεῖ ἀ­πὸ μέ­να τὸν ἴ­διο κι ἀ­π’ τοὺς συν­τρό­φους του, ἕ­να μπερ­ντά­χι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σει ὅ­σο ζεῖ· ἂν τὴ γλυ­τώ­σει…

        Τὸν βε­βαί­ω­ναν ὅ­λοι τους καὶ ὁρ­κί­ζον­ταν πὼς εἶ­χαν τὰ λε­φτὰ μέ­χρι δε­κά­ρας.

        «Στὴ βάρ­κα», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Καὶ με­μιᾶς ἔ­γι­ναν ὅ­λοι ἄ­μορ­φη μά­ζα, ἕ­νας ἀ­να­κα­τε­μέ­νος σω­ρὸς ἀ­πὸ μπαγ­κά­ζια.

        «Χρι­στέ μου! Μὰ κου­βα­λή­σα­τε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι σας;» ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ει βλα­στή­μι­ες καὶ στα­μά­τη­σε μό­νο ὅ­ταν ὅ­λο το φορ­τί­ο στοι­βά­χτη­κε στὴ βάρ­κα, ἄν­θρω­ποι καὶ μπαγ­κά­ζια, μὲ κίν­δυ­νο νὰ κρε­μα­στεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴ – εἴ­τε ἄν­θρω­πος εἴ­τε φαγ­κό­το. Καὶ ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸ φαγ­κό­το γιὰ τὸν κυρ-Μέλ­φα βα­σι­ζό­ταν στὸ γε­γο­νὸς πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τὶς 250.000 λί­ρες ἐ­πά­νω του, ραμ­μέ­νες στὸ σα­κά­κι ἢ ἀ­νά­με­σα στὸ που­κά­μι­σο καὶ στὸ πε­τσί του. Τοὺς ἤ­ξε­ρε δὰ αὐ­τός, τοὺς ἤ­ξε­ρε κα­λά: κά­τι χω­ριά­τες ἀ­γροῖ­κοι, κά­τι ἄ­ξε­στοι.

        Τὸ τα­ξί­δι δι­ήρ­κε­σε λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ προ­βλε­πό­με­νο: ἕν­τε­κα νύ­χτες, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης καὶ τῆς νύ­χτας τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Καὶ με­τρά­γαν τὶς νύ­χτες ἀν­τὶ γιὰ τὶς μέ­ρες, για­τί οἱ νύ­χτες ἦ­ταν πνι­γε­ρὲς κα­θὼς τὶς περ­νοῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Ἔ­νι­ω­θαν λὲς καὶ βυ­θί­ζον­ταν στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ψα­ριοῦ, τῆς νά­φθας καὶ τοῦ ἐ­με­τοῦ ὅ­πως μὲς στὴν ὑ­γρὴ ζε­στὴ πίσ­σα. Τὸ χά­ρα­μα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν, κα­θὼς κα­τά­κο­ποι ἀ­να­ση­κώ­νον­ταν γιὰ νὰ λου­στοῦν στὸ φῶς καὶ στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀλ­λὰ ἐ­νῶ ἡ ἰ­δέ­α τῆς θά­λασ­σας ἦ­ταν γι’ αὐ­τοὺς κά­τι σὰν τὴ χλο­ε­ρὴ πε­διά­δα τοῦ στα­ριοῦ ὅ­ταν τὸ φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ἡ ἀ­λη­θι­νὴ θά­λασ­σα τοὺς τρό­μα­ζε: τοὺς σφίγ­γον­ταν τὰ σω­θι­κά, τὰ μά­τια τους μυρ­μήγ­κια­ζαν μὲ πό­νο σὰν τοὺς τύ­φλω­νε τὸ φῶς μό­λις ἀρ­γοῦ­σαν νὰ κοι­τά­ξουν.

        Τὴν ἑν­δέ­κα­τη ὅ­μως νύ­χτα ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς φώ­να­ξε στὴν κου­βέρ­τα: καὶ στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν πέ­σει στὴ θά­λασ­σα ἀ­να­ρίθ­μη­τοι ἀ­στε­ρι­σμοὶ σὰν κο­πά­δια· ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ ὅ­μως ἦ­ταν χω­ριά, χω­ριὰ τῆς πλού­σιας Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ ἔ­λαμ­παν μέ­σα στὴ νύ­χτα σὰν στο­λί­δια. Ἀλ­λὰ κι ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μα­γι­κή: ἤ­ρε­μη καὶ γλυ­κιά, μι­σο­φέγ­γα­ρο ποὺ περ­νοῦ­σε μέ­σα ἀ­πὸ φευ­γα­λέ­α σύν­νε­φα δι­α­φό­ρων σχη­μά­των, αὔ­ρα ποὺ ἄ­νοι­γε δι­ά­πλα­τα τὰ πνευ­μό­νια.

        «Νὰ ‘τη ἡ Ἀ­με­ρι­κή», ἔ­κα­νε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        «Δὲν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νὰ εἶ­ναι κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος;» ρώ­τη­σε κά­ποι­ος, για­τί σὲ ὅ­λο τὸ τα­ξί­δι σκε­φτό­ταν ὅ­τι στὴ θά­λασ­σα δὲν ὑ­πάρ­χουν μῆτε δρό­μοι μῆ­τε μου­λα­ρό­δρο­μοι, κι ἔ­πρε­πε νά ’­σαι πο­λὺ κα­πά­τσος γιὰ νὰ βρεῖς τὸν σω­στὸ δρό­μο δί­χως νὰ λα­θέ­ψεις, ὁ­δη­γών­τας ἕ­να κα­ρά­βι ἀ­νά­με­σα οὐ­ρα­νὸ καὶ θά­λασ­σα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα κοι­τών­τας τον μὲ συμ­πό­νια τοὺς ρώ­τη­σε ὅ­λους: «Μὴ μοῦ πεῖ­τε πὼς ἔ­χε­τε δεῖ πο­τὲ στὰ μέ­ρη σας τέ­τοι­ον ὁ­ρί­ζον­τα; Δὲν τὸ νι­ώ­θε­τε πὼς ὁ ἀ­έ­ρας εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός; Δὲν βλέ­πε­τε πῶς λάμ­πουν αὐ­τὰ τὰ χω­ριά;» Τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν ὅ­λοι καὶ κοί­τα­ξαν μὲ συμ­πό­νια καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση τὸν σύν­τρο­φό τους ποὺ εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ ξε­στο­μί­σει κά­τι τό­σο βλα­κῶ­δες.

        «Ὥ­ρα νὰ ξο­φλή­σε­τε τὸν λο­γα­ρια­σμό», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        Ψα­χού­λε­ψαν τὰ ροῦ­χα τους, ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὰ λε­φτά.

        «Ἑ­τοι­μά­στε τὰ πράγ­μα­τά σας», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα ἀ­φοῦ εἰ­σέ­πρα­ξε τὰ χρή­μα­τα.

        Χρει­ά­στη­καν με­ρι­κὰ λε­πτά: ἔ­χον­τας σχε­δὸν κα­τα­να­λώ­σει τὶς προ­μή­θει­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ ποὺ ἡ συμ­φω­νί­α ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ ἔ­χουν μα­ζί τους, δὲν τοὺς εἶ­χαν μεί­νει πα­ρὰ λί­γα ἀ­σπρό­ρου­χα καὶ τὰ δῶ­ρα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς: κά­τι κε­φά­λια πε­κο­ρί­νο κά­τι μπου­κά­λια πα­λιὸ κρα­σὶ κά­τι κεν­τή­μα­τα γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι ἢ γιὰ τὴν πλά­τη τοῦ κα­να­πέ. Μπῆ­καν στὴ βάρ­κα πα­νά­λα­φροι, γε­λών­τας καὶ τρα­γου­δών­τας· καὶ μὲ τὸ ποὺ κου­νή­θη­κε ἡ βάρ­κα ἕ­νας βάλ­θη­κε νὰ τρα­γου­δᾶ ξε­φω­νί­ζον­τας.

        «Μπὰς καὶ δὲν κα­τα­λά­βα­τε τί­πο­τα;» ἐ­ξορ­γί­στη­κε ὁ κυρ-Μέλ­φα. «Ἔ λοι­πὸν θέ­λε­τε νὰ μὲ πά­ρε­τε στὸν λαι­μό σας;… Μό­λις θὰ σᾶς ἀ­φή­σω στὴ στε­ριὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ πᾶ­τε στὸν πρῶ­το μπά­τσο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σε­τε, κι αὐ­τὸς θὰ σᾶς ἀ­ναγ­κά­σει νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω τρέ­χον­τας: δε­κά­ρα δὲν δί­νω, εἶ­στε ἐ­λεύ­θε­ροι ν’ αὐ­το­κτο­νή­σε­τε μὲ ὅ­ποι­ον τρό­πο θέ­λε­τε… Κι ἔ­πει­τα ἐ­γὼ σε­βά­στη­κα τὴ συμ­φω­νί­α: ὁ­ρί­στε ἡ Ἀ­με­ρι­κή, τὸ κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ ἐκ­πλή­ρω­σα… Δῶ­στε μου, ὅ­μως, τὸν χρό­νο νὰ γυ­ρί­σω στὸ πλοῖ­ο, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ!» Τοῦ ἔ­δω­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλοῖο, τό­σο ποὺ ἔ­μει­ναν πά­νω στὴ δρο­σε­ρὴ ἄμ­μο ἀ­να­πο­φά­σι­στοι, δί­χως νὰ ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν, κι ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ εὐ­λο­γοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κι ἄλ­λες ποὺ τὴν κα­τα­ρι­όν­ταν· μιὰ νύ­χτα πού, ἂν ἔ­με­ναν ἀ­κί­νη­τοι στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ τοὺς ἀγ­κά­λια­ζε μὲ τὴν προ­στα­σί­α της, ἐ­νῶ ἂν τολ­μοῦ­σαν ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­π’ αὐ­τήν, θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ νύ­χτα νὰ γί­νει τρο­με­ρὴ ἐ­νέ­δρα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς εἶ­χε συ­στή­σει νὰ σκορ­πι­στοῦν, ἀλ­λὰ κα­νείς τους δὲν αἰ­σθα­νό­ταν ἱ­κα­νὸς ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ τὸ Τρέν­τον ποιός ξέ­ρει πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν, ποι­ός ξέ­ρει πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­ζον­ταν γιὰ νὰ πᾶ­νε ἐ­κεῖ.

        Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σαν ἕ­να τρα­γού­δι μα­κρι­νό, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κό. «Σὰν νά ’­ναι κά­ποι­ος δι­κός μας», σκέ­φτη­καν: για­τὶ μιᾶς κι ὁ κό­σμος εἶ­ναι παν­τοῦ ἴ­διος, ἔ­τσι παν­τοῦ κι ὁ ἄν­θρω­πος ἐκ­φρά­ζει τὴ με­λαγ­χο­λί­α του, τὰ βά­σα­νά του μὲ τὸ τρα­γού­δι. Βρί­σκον­ταν ὅ­μως στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οἱ πό­λεις ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, πί­σω ἀ­πὸ πα­ρα­λί­ες γε­μά­τες ἄμ­μο καὶ δέν­τρα, ἦ­ταν πό­λεις τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς.

        Δυ­ὸ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν τὸ το­πί­ο. Περ­πά­τη­σαν μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ φῶς ποὺ ἀν­τι­φέγ­γι­ζε στὸν οὐ­ρα­νὸ τὸ πιὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Βρῆ­καν τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο σχε­δὸν ἀ­μέ­σως: «Ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νος, κα­λο­συν­τη­ρη­μέ­νος· ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι σὰν τὰ μέ­ρη μας», ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τὸν πε­ρί­με­ναν πιὸ φαρ­δύ, πιὸ ἴ­σιο. Στά­θη­καν στὴν ἄ­κρη γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν συ­ναν­τή­σεις: ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὸν δρό­μο περ­πα­τών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

        Πέ­ρα­σε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το: «Μοιά­ζει μὲ σε­ϊ­τσέν­το» κι ἔ­πει­τα ἕ­να ἄλ­λο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ μι­λε­τσέν­το, κι ἔ­πει­τα ἕ­να τρί­το: «Τ’ αὐ­το­κί­νη­τά τὰ ἔ­χουν γιὰ κα­πρί­τσιο, τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν στὰ παι­διά τους ὅ­πως ἐ­μεῖς τὰ πο­δή­λα­τα.» Ἔ­πει­τα πέ­ρα­σαν δυ­ὸ μο­το­σι­κλέ­τες, ἡ μιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κά­νον­τας ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο. Ἦ­ταν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α: κα­λύ­τε­ρα ποὺ στέ­κον­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν δρό­μο.

        Καὶ νὰ ποὺ τε­λι­κὰ ὑ­πῆρ­χαν πι­να­κί­δες. Κοί­τα­ξαν μπρο­στὰ καὶ πί­σω, μπῆ­καν στὸν δρό­μο, πλη­σί­α­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­βά­ζουν: Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να-Σκό­λι­τι.

        «Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να: σὰν κά­τι νὰ μοῦ θυ­μί­ζει αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

        «Καὶ μέ­να· καὶ τὸ Σκό­λι­τι δὲν μοῦ φαί­νε­ται ἄ­γνω­στο.»

        «Ἴ­σως νὰ κα­τοι­κοῦ­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας ἐ­δῶ, ἴ­σως ὁ θεῖ­ος μου προ­τοῦ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια: για­τὶ κι ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη προ­τοῦ νὰ πά­ει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια.»

        «Κι ὁ ἀ­δελ­φός μου ἦ­ταν σὲ ἄλ­λο μέ­ρος προ­τοῦ νὰ πά­ει στὸ Μπρού­κλιν… Ἀλ­λὰ πῶς τὸ λέ­γα­νε, δὲν θυ­μᾶ­μαι: κι ἔ­πει­τα, ἐ­μεῖς τὸ δι­α­βά­ζου­με Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, δι­α­βά­ζου­με Σκό­λι­τι· ἀλ­λὰ πῶς τὸ δι­α­βά­ζουν αὐ­τοὶ δὲν ξέ­ρου­με, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι δὲν τὸ γρά­φουν ὅ­πως τὸ δι­α­βά­ζουν.»

        «Ναί, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὡ­ραῖ­ο μὲ τὰ ἰ­τα­λι­κά: τὸ δι­α­βά­ζεις ὅ­πως τὸ γρά­φεις… Ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ βγά­λου­με ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα, πρέ­πει νὰ κά­νου­με κου­ρά­γιο… Ἐ­γὼ τὸ πρῶ­το ἁ­μά­ξι ποὺ θὰ πε­ρά­σει, θὰ τὸ στα­μα­τή­σω καὶ θὰ ρω­τή­σω μό­νο: “Τὸ Τρέν­τον;”… Ἐ­δῶ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι πιὸ μορ­φω­μέ­νοι. Ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν αὐ­τὸ ποὺ τοὺς λές, θὰ κά­νουν ἕ­να νεῦ­μα, ἕ­να σι­νιά­λο: καὶ του­λά­χι­στον θὰ κα­τα­λά­βου­με πρὸς τὰ ποῦ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο τὸ Τρέν­τον.»

        Ἀ­πὸ τὴ στρο­φή, στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα, πε­τά­χτη­κε ἕ­να τσιν­κου­ε­τσέν­το: ὁ ὁ­δη­γὸς τοὺς εἶ­δε νὰ πε­τά­γον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά του μὲ ση­κω­μέ­να τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸν στα­μα­τή­σουν. Φρέ­να­ρε βλα­στη­μών­τας: δὲν σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πα­γω­γή, για­τί ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἥ­συ­χες· πί­στε­ψε πὼς ἤ­θε­λαν νὰ δι­α­σχί­σουν τὸν δρό­μο, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

        «Τὸ Τρέν­τον;» ρώ­τη­σε ὁ ἕ­νας.

        «Τί;» ἔ­κα­νε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Τὸ Τρέν­τον;»

        «Ποι­ό Τρέν­τον τὴν Πα­να­γί­α σας», βλα­στή­μη­σε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Μι­λά­ει ἰ­τα­λι­κά», εἴ­πα­νε κι οἱ δυ­ὸ κοι­τών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο μὲ ἀ­πο­ρί­α, ἀ­φοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους κά­τι τέ­τοι­ο.

        Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ξα­νά­βα­λε μπρός. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το τι­νά­χτη­κε πρὸς τὰ μπρο­στὰ καὶ μό­νο τό­τε φώ­να­ξε στοὺς δυ­ό τους ποὺ πα­ρέ­με­ναν στὸν δρό­μο σὰν ἀ­γάλ­μα­τα: «Με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες καὶ πούτ…» τὴν ὑ­πό­λοι­πη φρά­ση τὴν πῆ­ρε ὁ ἄ­νε­μος.

        Ἁ­πλώ­θη­κε σι­ω­πή.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό, ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ εἶ­χε φα­νεῖ γνω­στὸ τὸ Σάν­τα Κρό­τσε εἶ­πε: «Θυ­μᾶ­μαι τὸ Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, μιὰ χρο­νιὰ ποὺ δὲν πῆ­γε κα­λὰ στὰ μέ­ρη μας ὁ πα­τέ­ρας μου μᾶς πῆ­γε ἐ­κεῖ γιὰ τὸν θε­ρι­σμό.»

        Ρί­χτη­καν τό­τε μὲ σπα­ραγ­μὸ στὸ χαν­τά­κι τοῦ δρό­μου, κα­θὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε βι­α­σύ­νη νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ νέ­ο, τὸ νέ­ο πὼς εἶ­χαν ξεμ­παρ­κά­ρει στὴ Σι­κε­λί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Il mare colore del vino [Θά­λασ­σα στὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­σιοῦ] (Adelphi Edizioni, Milano, 1996).



Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia) (Ρα­καλ­μοῦ­το τῆς Σι­κε­λί­ας, 1921 – Πα­λέρ­μο, 1989). Ὑ­πῆρ­ξε πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα του συγ­κα­τα­λέ­γον­ται μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­στυ­νο­μι­κά—, δι­η­γή­μα­τα, ἄρ­θρα, δο­κί­μια, ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Κά­ποι­α βι­βλί­α του με­τα­φέρ­θη­καν καὶ στὴ με­γά­λη ὀ­θό­νη. Στὰ ἔρ­γα του θί­γει τὰ κα­κῶς κεί­με­να τῆς χώ­ρας του, ὅ­πως τὸ κυ­ρί­αρ­χο πρό­βλη­μα τῆς Μα­φί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆ­ς δι­α­φθο­ρᾶς, καὶ γι’ αὐ­τὸ δι­καί­ως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σαν «ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴ­  τῆς ἰ­τα­λι­κῆς συ­νεί­δη­σης». Στὰ κρι­τι­κά του κεί­με­να ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὴ Σι­κε­λί­α, τὸν Πι­ραν­τέ­λο, τὴν πο­λι­τι­κή – ὅ­πως μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ Ἄλ­ντο Μό­ρο ἀ­πὸ τὶς Ἐ­ρυ­θρὲς Τα­ξι­αρ­χί­ες. Ἐρ­γά­στη­κε καὶ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φο­ς  καὶ με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν: Γου­ί­τμαν, Λόρ­κα, Ἀ­να­τὸλ Φράνς κ.ἄ. Ἐ­ξε­λέ­γη βου­λευ­τὴς στὸ ἰ­τα­λι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ κοι­νο­βού­λιο, ἀλ­λὰ κρά­τη­σε τὴ θε­σμι­κὴ θέ­ση στὴν ἰ­τα­λι­κὴ βου­λή, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴν ἔ­ρευ­να στὸ πλαί­σιο τῆς Εἰ­δι­κῆς Κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς. Ἔρ­γα του: μέ­ρα τῆς κου­κου­βά­γιας (1961), Τὸ πρω­το­κό­λο τῆς Αἰ­γύ­πτου (1963), Στὸν κα­θέ­να αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ­ξί­ζει (1966), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Πι­ραν­τε­λι­σμός (1953), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Σι­κε­λί­α (1961), ­πό­θε­ση Μό­ρο (1978) κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

 

Λάκης Παπαστάθης: Χαρίκλεια

esmeralnta-531-600x600-01


Λά­κης Πα­πα­στά­θης


Χα­ρί­κλεια


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ὑ­πε­ρα­στι­κῶν λε­ω­φο­ρεί­ων, στὴν ὁ­δὸ Λι­ο­σί­ων, ὀ­χτὼ πα­ρὰ τέ­ταρ­το τὸ πρω­ί. Στὴ θυ­ρί­δα τῶν εἰ­σι­τη­ρί­ων γιὰ τὸ Βό­λο ἔ­χει σχη­μα­τι­στεῖ μιὰ με­γά­λη οὐ­ρά. Ὅ­λοι βι­ά­ζον­ται νὰ προ­λά­βουν τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῶν ὀ­χτώ. Εἶ­ναι ἡ γραμ­μὴ ποὺ περ­νά­ει ἀ­πὸ πολ­λὰ χω­ριὰ καὶ κω­μο­πό­λεις τῆς Μα­γνη­σί­ας πρὶν κα­τα­λή­ξει στὸ Βό­λο.

         — Κά­νει στά­ση στὴν Κασ­σα­βέ­τεια;

         — Ναί.

         — Ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο. Ἡ μι­κρὴ δὲν πλη­ρώ­νει.

         — Πρέ­πει νὰ τῆς βγά­λεις μι­σό.

         — Μὰ εἶ­ναι μι­κρή.

         — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι;

         — Ἕ­ξι.

         — Πιὸ με­γά­λη φαί­νε­ται… Κα­λά.

         Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ποὺ ἔ­κο­βε τὰ εἰ­σι­τή­ρια κοί­τα­ξε μὲ συμ­πά­θεια τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς χα­μο­γέ­λα­σε.

         — Πῶς σὲ λέ­νε;

         — Χα­ρί­κλεια.

         Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε μὲ τ’ ὄ­νο­μα ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν τέ­λεια προ­φο­ρά της, για­τί τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν μαυ­ρά­κι μὲ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κι εὐ­κί­νη­τα μαῦ­ρα μά­τια. Ἡ μά­να της γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα, μὲ κό­τσο καὶ λου­λου­δια­στὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι.

         Ὁ ὁ­δη­γός, γύ­ρω στὰ τριά­ντα, μὲ γυα­λιὰ καὶ κα­λο­χτε­νι­σμέ­νο μαλ­λί. Κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ καὶ αὐ­στη­ρά τοὺς ἐ­πι­βά­τες καὶ κά­πνι­ζε τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Με­τὰ τὰ πρῶ­τα δι­ό­δια ἔ­βα­λε τρα­γού­δια στὸ κα­σε­τό­φω­νο.

         Ἡ Χα­ρί­κλεια κοι­μό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας της. Ξύ­πνη­σε γιὰ λί­γο στὴ στά­ση κον­τὰ στὰ Κα­μέ­να Βοῦρ­λα, ἔ­φα­γε μιὰ με­γά­λη τυ­ρό­πι­τα κι ὅ­ταν τὸ αὐ­το­κί­νη­το ξε­κί­νη­σε, ξα­να­κοι­μή­θη­κε. Τὴν ξύ­πνη­σε ὁ­ρι­στι­κὰ ἕ­να κορ­νά­ρι­σμα καὶ τό­τε, ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας της, γλί­στρη­σε στὸ δι­πλα­νὸ κά­θι­σμα. Χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο τὸ δρό­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ γυρ­νών­τας στὴ μά­να της τὴ ρώ­τη­σε πό­τε φθά­νουν. Αὐ­τὴ τῆς ἀ­πάν­τη­σε: «Σὲ λί­γο».

         Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ κα­θό­ταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα ἄρ­χι­σε τὶς ἐ­ρω­τή­σεις, κά­πως ἀ­να­κρι­τι­κά.

         — Ποῦ μέ­νεις;

         — Στὴν Ἀ­θή­να

         — Καὶ ποῦ πᾶς τώ­ρα;

         — Στὴν Κασ­σα­βέ­τεια νὰ δῶ τὸν ἀ­δελ­φό μου.

         — Δου­λεύ­ει ἐ­κεῖ;

         — Ὄ­χι, εἶ­ναι στὴ φυ­λα­κή. Φυ­λα­κὲς Κασ­σα­βέ­τειας. Ἡ μη­τέ­ρα της τὴν τρά­βη­ξε ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι…

         — Μὴ λὲς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα!

         Ἀν­τὶ νὰ σω­πά­σει, ἡ Χα­ρί­κλεια συ­νέ­χι­σε…

         — Κι ὁ μπαμ­πὰς εἶ­ναι φυ­λα­κή. Στὸν Κο­ρυ­δαλ­λό! Ἐ­μεῖς μέ­νου­με στὸ Με­νί­δι.

         Ἡ μά­να της τώ­ρα δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά της, σὰν νὰ ἀ­πο­μό­νω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον.

         Ἡ τε­λευ­ταί­α φρά­ση δη­μι­ούρ­γη­σε συγ­κί­νη­ση καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον στοὺς ἐ­πι­βά­τες ποὺ κά­θον­ταν κον­τά. Ἄλ­λοι τὴ ρω­τοῦ­σαν ἂν πά­ει σχο­λεῖ­ο, ἄλ­λοι ποῦ γεν­νή­θη­κε, ἄλ­λοι ἂν πά­ει στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ Χα­ρι­κλά­κι, τὸ πα­λιὸ τρα­γού­δι τοῦ Τούν­τα.

         «Μα­μά… μα­μά… τὸ Χα­ρι­κλά­κι… ἄ­κου!»

        Μπρο­στὰ στὰ ἔκ­πλη­κτα μά­τια ὅ­λων, ἡ μι­κρὴ πε­τά­χτη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, χο­ρεύ­ον­τας τσι­φτε­τέ­λι καὶ μουρ­μου­ρί­ζον­τας τὸ τρα­γού­δι. Οἱ ἐ­πι­βά­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τῆς χτυ­ποῦν πα­λα­μά­κια. Ἀ­κό­μη κι ὁ ὁ­δη­γός, ποὺ τὴν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ κα­θρε­φτὰκι, χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νέ­βα­σε τὴν ἔν­τα­ση τοῦ με­γα­φώ­νου. Χο­ρὸς μὲ τσαχ­πι­νιὰ κι ἐ­ρω­τι­σμὸ γυ­ναί­κας. Ὁ ρυθ­μός της, πα­ρὰ τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο, ἀ­βί­α­στος καὶ πλού­σιος. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸ τρα­γού­δι, γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ χο­ρεύ­ει. Με­τὰ ἔ­κα­νε μιὰ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση. Τὰ μπρά­βο καὶ τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα, σὰν νὰ ξύ­πνη­σαν τὴ μά­να της, ποὺ ἔ­βγα­λε μαν­τί­λι καὶ τῆς σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρώ­τα.

         — Χο­ρεύ­ω καὶ στὰ μα­γα­ζιά. Στὸν κύ­ριο Νί­κο στὸ Με­νί­δι, στὸν κύ­ριο Κώ­στα στὰ Λι­ό­σια, στὸ κέν­τρο Παν­δαι­σί­α στὴ Φυ­λή. Μὲ πά­ει ἡ μα­μά μου. Φο­ρά­ω ἕ­να πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο φό­ρε­μα. Μπλὲ χρῶ­μα.

         Τὰ εἶ­πε μό­νη της —χω­ρὶς νὰ ρω­τη­θεῖ— στὴ γυ­ναί­κα ποὺ κα­θό­ταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα.

         Ὅ­ταν τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἔ­κα­νε στά­ση στὴν Κασ­σα­βὲτει­α καὶ κα­τέ­βη­κε ἡ μι­κρὴ μὲ τὴ μά­να της, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἐ­πι­βά­τες πῆ­γαν στὰ πα­ρά­θυ­ρα γιὰ νὰ τὶς χαι­ρε­τή­σουν. Κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια καὶ φώ­να­ζαν «γειά σου, Χα­ρι­κλά­κι». Ὁ ὁ­δη­γός, πρὶν ξε­κι­νή­σει, κορ­νά­ρι­σε σὰν σὲ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἡ Ἥ­συ­χη καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἔκδ. Νε­φέ­λη, 2005)

Λά­κης Πα­πα­στά­θης (Βό­λος, 1943). Πε­ζο­γρά­φος, σκη­νο­θέ­της. Ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει τρεῖς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους: Τὸν και­ρὸ τῶν Ἑλ­λή­νων (1981), Θε­ό­φι­λος (1987), Τὸ μό­νον τῆς ζω­ῆς του τα­ξεί­διον (2001) καὶ μί­α μι­κροῦ μή­κους: Γράμ­μα­τα ἀ­πό τὴν Ἀμε­ρι­κή (1972). Ἀ­πὸ τὸ 1976 εἶναι βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς τη­λε­ο­πτι­κῆς ἐκ­πομ­πῆς «Πα­ρα­σκή­νιο». Ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἡ νυ­χτε­ρί­δα πέ­τα­ξε (Νεφέλη, 2002) εἶ­ναι τὸ πρῶτο του βι­βλί­ο.