Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta): Ἡμερολόγιο μπάρας


Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta)


Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας

Βαρ­κε­λώ­νη, Συ­νοι­κί­α 5η (χει­μώ­νας τοῦ 1979)

(Diario de bar

Barcelona, distrito 5.o [invierno de 1979])


Πέμ­πτη, 8 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


ΗΤΑΝ ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΕΦΤΑ τὸ πρω­ῒ καὶ ὁ Βί­λα κά­πνι­ζε σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα· στη­ρι­ζό­ταν στὴν προ­ε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τά, τὰ μά­τια του ἦ­ταν στο­χα­στι­κὰ καὶ τὰ χέ­ρια του δι­πλω­μέ­να στὸ στο­μά­χι. Μὲ τὸ ποὺ πέ­ρα­σε τὴν πόρ­τα, ὁ Μά­ριο στά­θη­κε μιὰ στιγ­μὴ καὶ τὸν κοί­τα­ξε κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε στὸ σκαμ­πὸ κι ἀ­κούμ­πη­σε τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὁ Βί­λα ση­κώ­θη­κε· φο­ροῦ­σε ἕ­να που­κά­μι­σο μὲ λε­ρω­μέ­νο για­κὰ καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τά ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Γειά, Χι­λια­νέ, ἀ­πο­κρί­θη­κε δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὰ χεί­λη του, κα­τευ­θυ­νό­με­νος μὲ κι­νή­σεις μπα­σκετ­μπο­λί­στα πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς κα­φε­τι­έ­ρας, ἑ­νὸς πα­λιοῦ ἰ­τα­λι­κοῦ μον­τέ­λου ποὺ τὸ περ­νοῦ­σε κα­μιὰ φο­ρὰ μ’ ἕ­να πα­νὶ ποὺ πά­νω εἶ­χε λί­γο γυ­α­λι­στι­κό. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, μο­νο­λό­γη­σε. Δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ μπάρ· ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του καὶ τὸ ἀ­νέ­μι­σε, κι ἔ­πει­τα τὸ κρέ­μα­σε στὸ δι­πλα­νὸ σκαμ­πό. Κά­τι σὰν ρί­γος δι­α­πέ­ρα­σε τὸ στο­μά­χι του καὶ τὴ σπον­δυ­λι­κή του στή­λη. Ὕ­στε­ρα κάλ­μα. Στά­ξε μου μιὰ-δυ­ὸ στα­γό­νες κο­νιὰκ στὸν κα­φέ, εἶ­πε. Ὁ Βί­λα ἔ­γνευ­σε ξε­φυ­σών­τας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα δου­λειᾶς, ὁ Χι­λια­νὸς ἦ­ταν χα­ρού­με­νος ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ μι­σο­σκό­τα­δο τοῦ στε­νό­μα­κρου πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μου, ποὺ τὸ πά­τω­μά του ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης ποὺ θά ’ρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει κά­να δυ­ὸ ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα. Θα­μῶ­νες δὲν ὑ­πῆρ­χαν, ἔ­ξω ἔ­βρε­χε καὶ τὰ μά­τια τοῦ Μά­ριο γυ­ά­λι­ζαν, ὅ­πως γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­τια ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νυ­χτέ­ρι. Σκέ­φτη­κα πὼς εἶ­σαι νε­κρός, ἀ­να­φώ­νη­σε ὁ Βί­λα κα­θὼς το­πο­θε­τοῦ­σε μπου­κά­λια στὰ ρά­φια. Ὁ Μά­ριο χα­σμου­ρή­θη­κε. Ὕ­στε­ρα ἄ­να­ψε ἕ­να Ducados καὶ ἤ­πι­ε μιὰ πρώ­τη γου­λιὰ κα­φέ. Ἦ­ταν ἕ­να μαῦ­ρο ὑ­γρό, σκέ­το φαρ­μά­κι, μύ­ρι­ζε μα­σχα­λί­λα κι ὅ­ταν τὸ κα­τέ­βα­ζες ἦ­ταν λὲς κι εἶ­χες φά­ει κλο­τσιὰ στὸν λαι­μό. Ρί­ξε λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιάκ, εἶ­πε. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­πί­σης νά ’­χει τρί­ψει τὰ χέ­ρια του· ἴ­σως τὸ ἔ­κα­νε νο­ε­ρά. Ὁ Βί­λα πο­τὲ δὲν τοῦ χρέ­ω­νε τὸ κο­νιάκ, ὅ­ταν τὸ ζη­τοῦ­σε μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Ἦ­ταν στὴν ὕ­λη τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας τῆς προ­η­γού­με­νης μέ­ρας. Ἕ­νας Χι­λια­νὸς πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸν ἕ­βδο­μο ὄ­ρο­φο τοῦ δι­πλα­νοῦ κτι­ρί­ου· ἐ­δῶ, ἔ­δει­ξε ὁ Βί­λα ὥ­στε νὰ ἔ­χει ὁ Μά­ριο μιὰ ἰ­δέ­α ποῦ συ­νέ­βη τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Ἦ­ταν γεί­το­νας, κα­νέ­νας ὅ­μως δὲν τὸν γνώ­ρι­ζε, ἐ­ξή­γη­σε ὁ Βί­λα σκα­λί­ζον­τας τὸ δόν­τι του μ’ ἕ­να σπίρ­το. Ἔ­πει­τα ἄ­να­ψε κι ἄλ­λο τσι­γά­ρο κι ἦρ­θε πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ Μά­ριο· στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τί του. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ σκε­φτῶ, τὴν πε­ρα­σμέ­νη βδο­μά­δα δὲν ἦρ­θες. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ σκε­φτεῖ, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Χι­λια­νὸς ἀ­πὸ μέ­σα του, συ­νο­δεύ­ον­τας τὴ σκέ­ψη μὲ μιὰ ἀ­μυ­δρὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ· τὰ δά­χτυ­λα ἦ­ταν βα­ριά, λὲς καὶ ἦ­ταν ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους μὲ μιὰ πυ­κνή, δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ χέ­ρι του ὅ­λος πε­ρι­έρ­γεια τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτα μὲ τὸν Χι­λια­νό. Ὁ Μά­ριο εἶ­δε στὸν νοῦ τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ μπὰρ τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ πέ­φτει ἀ­πὸ ψη­λά, νὰ προ­σκρού­ει στὸ ἔ­δα­φος, πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ κραυ­γές, καὶ φω­νὲς νὰ ρω­τᾶ­νε γι’ αὐ­τόν. Κρά­τη­σε τὸ στό­μα του κλει­στό, δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Ἐ­φό­σον δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ταυ­τό­τη­τά του, πῶς ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἦ­ταν Χι­λια­νός;



Πα­ρα­σκευ­ή, 9 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Βρῆ­καν τὸ δι­α­βα­τή­ριο κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα, τυ­λιγ­μέ­νο σὲ χαρ­τὶ ἐ­φη­με­ρί­δας μα­ζὶ μὲ κά­ποι­ο κό­σμη­μα. Δὲν ἄ­φη­σε δι­α­θή­κη, οὔ­τε χρή­μα­τα, φυ­σι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε κὰν ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα. Τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σε, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.



Σάβ­βα­το, 10 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, σκε­φτό­ταν ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, σὰν νά ’­ταν συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Χι­λια­νοῦ. Ἔ­μοια­ζε ἀ­νό­η­το νὰ τοῦ ἐ­πι­ση­μά­νει κα­νεὶς τὴν ἀ­να­κρί­βεια τῆς μη­χα­νι­κῆς αὐ­τῆς σκέ­ψης. Ὁ Βί­λα γνώ­ρι­ζε ἤ­δη πολ­λὰ ἱ­στο­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἂν θέ­λε­τε, πο­λέ­μων, ἐ­θνο­τή­των, τά­ξε­ων κι ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Μά­ριο δί­χως νὰ τὸ σκε­φτεῖ καὶ πο­λύ, γιὰ νὰ συ­νο­ψί­σει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ λό­για πού ’­χαν στοι­βα­χτεῖ στὸ κε­φά­λι του ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη, κά­τι ποὺ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν καὶ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα.



Κυ­ρια­κή, 11 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τα­με­σῆς τῆς κυ­ρι­α­κά­τι­κης ἡ­συ­χί­ας, ὁ Βί­λα πε­ρί­με­νε τὴ συ­νέ­χεια τῆς κου­βέν­τας, πα­ρό­τι στὸν Μά­ριο φαι­νό­ταν σὰν νὰ μὴν ἔ­χει καὶ πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα, ἕ­να ρεῦ­μα κρύ­ου ἀ­έ­ρα ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄ­νοιγ­μα τῆς τζα­μό­πορ­τας. Ἡ ἐκ­δο­χὴ τῆς δο­λο­φο­νί­ας δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κλει­στεῖ, εἶ­πε ρί­χνον­τας —χω­ρὶς νὰ τοῦ τὸ ζη­τή­σει ὁ Χι­λια­νός— λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιὰκ σ’ ὅ­σο κα­φὲ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Σάλ­τα­ρε ἁ­πλῶς ἢ τὸν ἔ­σπρω­ξαν κι ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νά ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­ριο, κα­τα­νο­ών­τας τὸ τε­τριμ­μέ­νο τοῦ ὅ­λου πράγ­μα­τος. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ἕ­ως τό­τε δὲν εἶ­χε μπο­ρέ­σει νὰ φαν­τα­στεῖ τὸ πρό­σω­πο ἢ τὸν σω­μα­τό­τυ­πό του ἢ ἂν εἶ­χε με­γά­λα αὐ­τιά. Βου­τιὰ ἔ­κα­νε, ἐ­πα­νέ­λα­βε δύ­ο ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ τοῦ θύ­μι­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α, τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σε σὰν παι­δὶ στὴν Βί­νια ντὲλ Μάρ, στὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς του ποὺ κρα­τοῦ­σε συν­τρο­φιὰ σ’ αὐ­τὸν καὶ στὴν ἀ­δελ­φή του, τὶς βου­τι­ὲς ποὺ ἔ­κα­ναν στὴν πι­σί­να Ρε­κρέ­ο. Καὶ τὶς ἀ­τε­λεί­ω­τες πε­ραν­τζά­δες μὲ τὴ για­γιά του στὴν προ­βλή­τα τοῦ Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο, καὶ τὸν βρά­χο τῶν ἐ­ρω­τευ­μέ­νων, ποὺ τὸν λέ­νε καὶ Σάλ­το ἢ Βρά­χο τῶν αὐ­το­χεί­ρων: ἕ­να κομ­μά­τι γῆς ποὺ κρέ­με­ται πά­νω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, ὅ­που πᾶ­νε γιὰ ν’ αὐ­το­κτο­νή­σουν οἱ ντό­πιοι ποὺ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι, θε­με­λι­ώ­νον­τας μὲ τὰ κορ­μιά τους —ποὺ τ’ ἀ­να­σύ­ρουν οἱ πυ­ρο­σβέ­στες μέ­σ’ ἀ­π’ τοὺς πέ­τρι­νους ὄγ­κους— τὴν αὔ­ρα ἑ­νὸς πράγ­μα­τος ἱ­ε­ροῦ, τῆς σπου­δαί­ας πέ­τρας, τό­που ἱ­ε­ροῦ γιὰ τοὺς ἐ­ρω­τευ­μέ­νους ποὺ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται στὶς γω­νι­ές του ἢ ἑ­νὸς μέ­ρους σχε­δὸν του­ρι­στι­κοῦ, ὅ­που γη­ραι­ὲς κυ­ρί­ες κρα­τᾶ­νε φο­βι­σμέ­νες τὰ ἐγ­γό­νια τους γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Ὁ Βί­λα εἶ­πε πὼς εἶ­χε ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν αὐ­τό­χει­ρα σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ τοῦ ἔ­δει­ξαν τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοί. Ἔ­με­νε δί­πλα στὸ μπάρ, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν θα­μώ­νας του. Τὸν εἶ­χε δεῖ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο. Ὁ Μά­ριο ἤ­πι­ε ἄλ­λη μιὰ γου­λιὰ κα­φέ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς ἐ­ξέ­τα­ζε τὸ πτῶ­μα, οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ μπού­κα­ραν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Τὸ κα­θι­στι­κὸ ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Τί­πο­τα, δὲν εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει τί­πο­τα· σκό­νη, ἕ­να κρε­βά­τι κι ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Ἴ­σως ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ὁ Βί­λα ὅ­μως δὲν τὸ πί­στευ­ε.



Δευ­τέ­ρα, 12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Στὶς δέ­κα καὶ μι­σὴ πε­ρί­που τὸ πρω­ῒ ὁ Μά­ριο πέ­ρα­σε τὸ κα­τώ­φλι καὶ κά­θι­σε στὴν μπά­ρα ἀ­κουμ­πών­τας τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ἔ­γρα­φε ὅ­λη νύ­χτα, ὥ­σπου νὰ ξη­με­ρώ­σει, καὶ ξύ­πνη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του, ὅ­που εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­νά­βον­τας ἕ­να Ducados. Πί­σω του, ἕ­νας φοι­τη­τὴς καὶ μιὰ φοι­τή­τρια φι­λι­όν­του­σαν σ’ ἕ­να ἀ­π’ τὰ τρα­πέ­ζια, ἔ­χον­τας ἀ­κουμ­πή­σει σὲ μιὰ ἄ­κρη κά­τι φα­κέ­λους γε­μά­τους χαρ­τιὰ καὶ κλει­σμέ­νους μὲ λά­στι­χο. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα σκού­πι­ζε ἐ­κεῖ δί­πλα. Στὶς ἕν­τε­κα πα­ρὰ εἴ­κο­σι μπῆ­κε μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να χον­τρὸ καὶ μα­κρὺ παλ­τὸ ποὺ ἔ­φτα­νε χα­μη­λὰ μέ­χρι τὰ ζω­η­ρό­χρω­μα καὶ ζε­στὰ πα­πού­τσια της. Ρώ­τη­σε, τρέ­μον­τας, ἂν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ὁ Βί­λα τὴν πα­ρα­τή­ρη­σε σα­στι­σμέ­νος. Ὁ Μά­ριο καὶ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι σή­κω­σαν τὸ βλέμ­μα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη συ­νέ­χι­σε τὸ ἔρ­γο της. «Χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια;», ρώ­τη­σε ὁ Βί­λα ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πιά­σει γραμ­μή. Ἀ­π’ τὴν κί­νη­ση τῆς γυ­ναί­κας συμ­πέ­ρα­ναν ὅ­λοι πὼς κά­τι τέ­τοι­ο δὲν χρει­α­ζό­ταν. Κά­λε­σε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νος σ’ ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ καὶ ζή­τη­σε τὸν ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴ Ἀν­δρά­δε. Ὕ­στε­ρα, συ­στή­θη­κε ὡς ἡ θυ­ρω­ρί­να τοῦ κτι­ρί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ αὐ­τό­χει­ρας, ἐ­πα­νέ­λα­βε, εἶ­χε λά­βει ἕ­να γράμ­μα.



Τρί­τη, 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Μπῆ­κε ἕ­να νέ­ο παι­δὶ ἐν­τε­λῶς μου­σκε­μέ­νο, κά­θι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς μπά­ρας καὶ πα­ρήγ­γει­λε μιὰ κό­κα κό­λα. Ἡ πόρ­τα ἄρ­γη­σε νὰ κλεί­σει κι ὁ Μά­ριο ἔ­νι­ω­σε τὸ ψύ­χος. Ὁ Βί­λα ἦρ­θε πά­λι κον­τά του. Ἔ­μα­θαν ἀ­πὸ τὴ θυ­ρω­ρί­να ὅ­τι εἶ­ναι Χι­λια­νός, ἐ­ξοῦ καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι ἴ­σως πρό­κει­ται γιὰ σέ­να. Τὴν πρώ­τη μέ­ρα κα­νεὶς δὲν σκέ­φτη­κε νὰ ψά­ξει κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα. Ἐ­κεῖ φυ­λοῦ­σε τὸ δι­α­βα­τή­ριό του. Ἐ­σύ, ποῦ τὸ φυ­λᾶς; Ὁ Μά­ριο τὸ κου­βα­λοῦ­σε πάν­το­τε πά­νω του. Ἕ­να πα­λιό, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο δι­α­βα­τή­ριο γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος στὴν κω­λό­τσε­πη. Ὁ Μά­ριο δὲν ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­σε κα­μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ν’ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τί σκε­φτό­ταν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ ἔ­στρε­ψε τὴ μα­τιά του στὸν Βί­λα, κοι­τών­τας τὸν κα­τά­μα­τα. Ἦ­ταν σκε­πτι­κός, ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί εἴ­δους ἔ­ρευ­νες μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ὑ­πο­ψί­ες ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ Βί­λα ἔ­πα­ψε νὰ στη­ρί­ζε­ται στὴν μπά­ρα, πέ­τα­ξε τὸ πα­νὶ ἀ­π’ τὸν ὦ­μο του καὶ πλη­ρώ­θη­κε ἀ­π’ τὸν νε­α­ρὸ τὴν κό­κα κό­λα. Ἄ­νοι­ξε τὸ τα­μεῖ­ο μ’ ἕ­ναν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ με­ταλ­λι­κὸ θό­ρυ­βο καὶ τὸ ἔ­κλει­σε πά­λι μό­λις ἔ­φυ­γε ὁ νε­α­ρός. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸν δρό­μο, δί­χως δι­α­βά­τες, γκρί­ζο ἐ­πά­νω σε γκρί­ζο, γε­μά­το αὐ­το­κί­νη­τα ποὺ κι­νοῦν­ταν ἀρ­γὰ πέ­ρα-δῶ­θε· ὁ­ρι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν τό­σο θαμ­πά, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ δι­α­κρί­νεις τί­πο­τα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τους. Ἔ­λει­ψες μιὰ βδο­μά­δα καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ἂν μέ­νουν κι ἄλ­λοι Χι­λια­νοὶ στὴ γει­το­νιά. Ὁ Μά­ριο σκέ­φτη­κε πὼς ἂν τυ­χὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε κα­νεὶς γι’ αὐ­τόν, θὰ τοῦ ξέ­φευ­γε κα­μιὰ χον­τρά­δα. Ἴ­σως δὲν φα­νε­ρώ­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ κά­ποι­ον τὸ νὰ ψά­ξεις νὰ βρεῖς ἂν εἶ­ναι νε­κρός. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση θὰ πρό­κει­ται πε­ρὶ ἀ­νη­συ­χί­ας γιὰ τοὺς οἰ­κεί­ους του ἢ τὰ νού­με­ρα στὴν ἀ­πο­γρα­φή, γιὰ κά­ποι­α κλη­ρο­νο­μιά, γιὰ τὸ ἄ­με­σο μέλ­λον ἢ γιὰ τὴ σύν­θε­ση κά­ποι­ας ἐ­λε­γεί­ας. Εἰ­λι­κρι­νά, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός, ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν καὶ πολ­λὴ ση­μα­σί­α.



Τε­τάρ­τη, 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τὰ βά­θος ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γνω­στή, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός: ἡ πά­λη τῆς κά­θε μέ­ρας, στὸν ἔ­ξω κό­σμο κι ἐν­τὸς τοῦ κα­θε­νός, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πά­λη κι αὐ­τὴ ποὺ τρώ­ει τὰ σω­θι­κά. Ἔ­κλει­ναν τὰ μά­τια του. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν. Στὸ πί­σω κά­θι­σμα κά­ποι­ου αὐ­το­κι­νή­του ἕ­να κο­ρί­τσι κα­τέ­βα­σε τὸ τζά­μι, ἔ­βγα­λε ἔ­ξω το κε­φά­λι καὶ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο πρὸς τὸ μέ­ρος του, δί­χως νὰ τὸν δεῖ. Θὰ ἦ­ταν τὸ πο­λὺ ἐν­νιὰ χρό­νων, τὰ μαλ­λιά της ἦ­ταν πια­σμέ­να πλε­ξοῦ­δες κι ἔ­πε­φταν στὸ γα­λά­ζιο κολ­λε­για­κὸ φοῦ­τερ ποὺ φο­ροῦ­σε σκε­πά­ζον­τας τοὺς ὤ­μους της. Τὸ ἁ­μά­ξι ξε­κί­νη­σε, τὸ κο­ρί­τσι πέ­τα­ξε ἔ­ξω κά­τι χαρ­τά­κια ποὺ βρά­χη­καν ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­πε­σαν κά­τω, ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βα­σε τὸ τζά­μι. Πρό­λα­βε νὰ δεῖ ἄλ­λη μιὰ πλε­ξού­δα, ἴ­σως ἦ­ταν ἕ­να ἄλ­λο παι­δί, κουρ­νι­α­σμέ­νο πιὸ πέ­ρα στὸ πί­σω κά­θι­σμα. Κι ὕ­στε­ρα κι ἄλ­λα ἁ­μά­ξια. Ὅ­λα ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στά. Ὁ Μά­ριο ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ὀ­νει­ρευ­τεῖ. Ἔ­μει­νε μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ.



Πέμ­πτη, 15 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς κι εἶ­χε σύν­τρο­φο. Μιὰ κο­πέ­λα τοῦ εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα. Μιὰ κο­πέ­λα ἀ­π’ τὴ Χι­ρό­να. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­καν ἦ­ταν ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα αὐ­τὸ ἦ­ταν γιὰ ἄλ­λη δου­λειά, εἶ­πε ὁ Βί­λα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸν σκό­τω­σαν. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­ῆ­ταν πα­ρά­ξε­να. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Μιὰ κο­πέ­λα εἶ­χε γρά­ψει καὶ τοῦ εἶ­χε στεί­λει ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα. Πι­θα­νό­τα­τα ἦ­ταν ἡ κο­πέ­λα του. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ τὸ γράμ­μα ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει.



Πα­ρα­σκευ­ή, 16 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Σκέ­φτη­κε ὅ­τι, ἔ­χον­τας βρεῖ ἕ­να πρῶ­το στοι­χεῖ­ο (τὸ γράμ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ στοι­χεῖ­ο), θὰ ξε­χνοῦ­σαν πὼς ὁ ἴ­διος, ὁ πρῶ­τος ποὺ ὑ­πο­ψι­ά­στη­καν ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει αὐ­το­κτο­νή­σει, δὲν δι­έ­θε­τε κὰν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς. Τί­πο­τα, οὔ­τε μιὰ ἀ­τζέν­τα, τοῦ εἶ­πε ὁ Βί­λα κα­θὼς προ­σέ­θε­τε λί­γο ἀ­κό­μη κο­νιὰκ στὸν κα­φέ. Λὲς καὶ ὁ τύ­πος δὲν εἶ­χε κα­θό­λου φί­λους σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Νὰ ἔ­χεις φί­λους· νὰ εἶ­σαι μό­νος· νὰ κά­νεις σχέ­σεις· μιὰ κο­πέ­λα· ἕ­να γράμ­μα. Ἂν ὅ­μως ἔμ­παι­ναν στὸ δι­κό του σπί­τι, χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Χι­λια­νός, θά ’­βρι­σκαν πε­ρισ­σό­τε­ρα: βι­βλί­α, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ τὸ χέ­ρι σὲ τε­τρά­δια δί­χως κα­μί­α ἔν­δει­ξη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί τύ­χη θά ’­χε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του, ἂν θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σουν λέ­ξη πρὸς λέ­ξη ντε­τέ­κτιβ δι­ψα­σμέ­νοι γιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α, πά­νω στὴ φού­ρια νὰ κλεί­σουν μιὰ ὑ­πό­θε­ση, τὴ δι­κή του ὑ­πό­θε­ση. Ἂν ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι του, εἶ­πε μὲ σι­γου­ριὰ ὁ Βί­λα, θὰ γέ­μι­ζαν φορ­τη­γὸ ὁ­λό­κλη­ρο μὲ τι­μο­λό­για καὶ ἀ­πο­δεί­ξεις πα­ρα­λα­βῆς μὲ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπάρ. Ὁ Χι­λια­νὸς σκέ­φτη­κε τί θλι­βε­ρὸ ποὺ ἦ­ταν. Φαν­τά­στη­κε τὸν αὐ­τό­χει­ρα νὰ περ­πα­τᾶ κου­βα­λών­τας τὸν πε­ρί­φη­μο Ὁ­δη­γό. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ λί­γες μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα, τώ­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεῖ: κα­φε­τὶ ρι­γω­τὸ πα­νω­φό­ρι, ὁ ὁ­δη­γὸς στὸ δε­ξὶ χέ­ρι, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι χω­μέ­νο στὴν τσέ­πη· νὰ ὀ­νει­ρο­πο­λεῖ συλ­λο­γι­ζό­με­νος πὼς τοῦ στέλ­νουν γράμ­μα. Ὁ Βί­λα ἔ­κα­νε νὰ ἰ­σι­ώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι τὰ μαλ­λιά του, ἐ­πι­χει­ρών­τας νὰ βά­λει τά­ξη στὸ χά­ος. Ὁ Μά­ριο τὸν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Νύ­στα­ζε, ὅ­πως πάν­τα. Τὸ γρά­ψι­μο τὸν εἶ­χε κρα­τή­σει ξύ­πνιο μέ­χρι πο­λὺ ἀρ­γά, φυ­σι­κά, ἴ­σα­με τὸ ξη­μέ­ρω­μα.



Σάβ­βα­το, 17 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα ἄ­να­ψε τὴν κα­φε­τι­έ­ρα. Ἦρ­θε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν μπά­ρα κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ ρο­λὸ τῆς πόρ­τας. Πέ­ρα­σε τὰ τρα­πέ­ζια μὲ τὸ πα­νί. Ἔ­βα­λε πά­νω τα­σά­κια. Το­πο­θέ­τη­σε μη­χα­νι­κὰ στὴ σει­ρὰ τὰ σκαμ­πὸ καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα. Ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο κι ἔ­βγα­λε μι­κρὰ πι­α­τά­κια μὲ τά­πας τὰ ὁ­ποῖ­α ἄ­φη­σε στὴν προ­θή­κη προ­στα­τευ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ μιὰ τζα­μα­ρί­α. Ἔ­βα­λε λά­δι στὸ τη­γά­νι καὶ τὸ ἄ­φη­σε νὰ κά­ψει, ἔ­βγα­λε λί­γες πα­τά­τες ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες, κομ­μέ­νες γιὰ τη­γά­νι­σμα καὶ τὶς ἄ­φη­σε δί­πλα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ πέ­τα­ξε τὸ σπίρ­το στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς μπά­ρας, κά­τω στὸ πά­τω­μα, μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ τ’ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει σὲ κά­να-δυ­ὸ ὧ­ρες. Πε­ρί­με­νε πρῶ­τα νὰ ζε­στα­θεῖ ἡ κα­φε­τι­έ­ρα κι ἑ­τοί­μα­σε ἕ­ναν κα­φὲ δυ­να­τό. «Τί πρω­ϊ­νὸ κι αὐ­τό», εἶ­πε δί­χως νὰ ξέ­ρει τὸ για­τί. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε κρύ­ο κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη σκο­τά­δι, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ὁ Μά­ριο φα­νε­ρὰ νυ­σταγ­μέ­νος.



Κυ­ρια­κή, 18 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ δρό­μος δὲν εἶ­χε ξυ­πνή­σει ἀ­κό­μη κα­λά. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ ὅ­ταν ὁ Βί­λα ἄ­νοι­ξε τὸ μα­γα­ζὶ γιὰ τὸ κοι­νό. Ὁ Μά­ριο δι­α­σταυ­ρώ­θη­κε στὴν εἴ­σο­δο μὲ δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους ποὺ πή­γαι­ναν στὴ λει­τουρ­γί­α. Ζή­τη­σε τὸ ἴ­διο ὅ­πως πάν­τα, ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα.



Δευ­τέ­ρα, 19 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Πέ­ρα­σε ἕ­να κόκ­κι­νο ἁ­μά­ξι. Κα­τα­κόκ­κι­νο κι ἀ­στρα­φτε­ρό. Ἔ­πει­τα ἕ­να πρά­σι­νο ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νο. Ἕ­νας κου­τσο­δόν­της γέ­ρος ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κλα­σι­κὸ γκρί­ζο κο­στού­μι ἔ­πι­νε κα­φὲ μὲ γά­λα· τὸ κα­πέ­λο του τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα σχε­δόν. Ἡ πο­λι­τεί­α σι­γὰ-σι­γὰ ξυ­πνοῦ­σε. Ὁ Μά­ριο πα­ρα­τή­ρη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πή­γαι­ναν στὶς δου­λει­ές τους, σκε­πα­σμέ­νους ἀ­π’ τὶς ὀμ­πρέ­λες τους, νὰ βα­στοῦν στὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι ἕ­να σάν­του­ιτς τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, μὲ τὰ μά­τια μι­σά­νοι­χτα· τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἥ­συ­χο ρυθ­μὸ τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τὶς μέ­ρας. Μπῆ­κε ὁ γιὸς τοῦ φούρ­να­ρη ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα μὲ τὸ πό­δι· κρα­τοῦ­σε στὰ χέ­ρια του ἕ­ναν δί­σκο μὲ γλυ­κὰ σκε­πα­σμέ­να μὲ δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Κα­λη­μέ­ρα, εἶ­πε. Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­πάν­τη­σαν ὁ Βί­λα, ὁ γέ­ρος μὲ τὸ γκρί­ζο κο­στού­μι καὶ ὁ Μά­ριο, μὲ μιὰ φω­νή. Μό­λις ξεμ­πέρ­δε­ψε μὲ τὸ παι­δί, ὁ Βί­λα πλη­σί­α­σε τὸν Μά­ριο. Τώ­ρα λέ­νε ὅ­τι πέ­θα­νε προ­τοῦ πέ­σει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Οἱ γεί­το­νες κου­τσομ­πο­λεύ­ουν καὶ βγά­ζουν τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τά τους κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοὺς προ­σεγ­γί­ζει κά­ποι­ος ντε­τέ­κτιβ καὶ τοὺς ρω­τᾶ γιὰ τοῦ­το καὶ γιὰ κεῖ­νο, μή­πως καὶ θυ­μη­θοῦν κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια. Ὁ Χι­λια­νὸς ρου­φοῦ­σε ἀρ­γὰ τὸν κα­φέ του, τρα­βοῦ­σε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες τζοῦ­ρες τοῦ τσι­γά­ρου του καὶ χά­ζευ­ε τὴ βρο­χὴ νὰ πέ­φτει στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Γκρί­ζο πά­νω σε γκρί­ζο, ξα­νά. Κου­τσομ­πο­λιὸ στὴ γει­το­νιά. Δυ­ὸ Ἄ­ρα­βες ντυ­μέ­νοι μὲ κε­λεμ­πί­ες στα­μά­τη­σαν στὴν εἴ­σο­δο, ἔ­ρι­ξαν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ μπὰρ καὶ συ­νέ­χι­σαν τὴν πο­ρεί­α τους. Ὁ Μά­ριο φαν­τά­στη­κε ὅ­τι θά ’­χουν κι αὐ­τοὶ τὸν θαυ­μά­σιο Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Σὰν πα­λιὸς ἐ­ρα­στὴς τοῦ νου­ὰρ ποὺ ἦ­ταν, ὄ­φει­λε νὰ γρά­ψει κά­τι γιὰ τὸν «Ἄν­θρω­πο ποὺ δι­ά­βα­ζε μό­νο τὸν Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης». Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη ψά­χνον­τας λε­φτὰ γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ὁ Βί­λα, ποὺ στη­ρι­ζό­ταν στὴν πρε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τὰ βρῆ­κε ἀ­φορ­μὴ νὰ ση­κω­θεῖ· ὁ για­κάς του ἦ­ταν λε­ρω­μέ­νος καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τὰ ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Ἅρ­πα­ξε τὰ λε­φτὰ καὶ δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὸ στό­μα ἔ­γνευ­σε ἀν­τί­ο. Ὁ Μά­ριο κα­τέ­βη­κε ἀ­π’ τὸ σκαμ­πὸ κι ἔ­κα­νε λί­γα βή­μα­τα πρὸς τὴν πόρ­τα. Σκέ­φτη­κε νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι, κά­νον­τας ἴ­σως πρῶ­τα ἕ­ναν μι­κρὸ κύ­κλο, γιὰ τὴ βόλ­τα, ἀν­τὶ νὰ πά­ρει τὸν πιὸ σύν­το­μο δρό­μο. Γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα, εἶ­πε. Στὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, τὰ μά­τια του στά­θη­καν στὸ ἀ­στρα­φτε­ρὸ πλα­κό­στρω­το ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε θραύ­σμα­τα τῶν πα­λι­ῶν τοί­χων, τῶν γκρί­ζων προ­σό­ψε­ων καὶ τῶν μαύ­ρων σι­δε­ρέ­νι­ων μπαλ­κο­νι­ῶν· σὰν χα­λά­σμα­τα ποὺ τὰ με­λε­τοῦν εὐ­λα­βι­κὰ οἱ εὐαί­σθη­τοι ἀρ­χι­τέ­κτο­νες τοῦ μέλ­λον­τος. Ἡ βρο­χὴ ἦ­ταν σὰν μιὰ μπά­ρα ποὺ θό­λω­νε τὸν προ­ο­ρι­σμό του. «Θὰ κοι­μη­θεῖς;», τὸν ρώ­τη­σε ἡ ἀ­δελ­φή του ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. Βγά­λ’ τὰ αὐ­τὰ τὰ ροῦ­χα. Ὁ Μά­ριο φταρ­νί­στη­κε με­ρι­κὲς φο­ρές. Καὶ συμ­πλή­ρω­σε: «Στέ­γνω­σε, ἀ­γό­ρι μου, τὰ μαλ­λιά σου πρὶν ξα­πλώ­σεις». Ὁ Μά­ριο θυ­μή­θη­κε τί κα­λὰ ποὺ ἦ­ταν στὴ Βί­λα, μὲ τὴ για­γιά τους στὴ Βί­νια ντὲλ Μάρ, ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὸ γρα­φεῖ­ο του, τσα­λά­κω­σε τὰ χαρ­τιὰ μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ μὲ τὸ ἄλ­λο χέ­ρι ἔ­σβη­νε τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι, κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ πά­σο του καὶ δί­χως κα­νέ­ναν δι­σταγ­μό, σάλ­τα­ρε στὸ κε­νὸ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νὰ βγαί­νει ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα, σκέ­φτη­κε, ἔ­τσι ἁ­πλά, σὰν νὰ ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω.



Πη­γή: Roberto Bolano & A. G. Porta, Conse­­jos de un discí­­pulo de Moris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce. Dia­­rio de bar, σει­ρά: Nar­rativa Hispánica / Biblio­teca Rober­to Bolaño, Μα­δρί­τη, Alfa­gua­ra, 2018 [α΄ ἔκ­δο­ση: 2006].

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño) (1953, Σαν­τιά­γκο – 2003, Βαρ­κε­λώ­νη): Χι­λια­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Ἐ­ξέ­δω­σε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ συλ­λο­γὲς ἀ­πὸ ἄρ­θρα. Ἐκ τῶν σπου­δαι­ό­τε­ρων μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Ἀ. Γκ. Πόρ­τα (Antoni García Porta ) (1954, Βαρ­κε­λώ­νη): Βρα­βευ­μέ­νος Ἱ­σπα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ στε­νὸς φί­λος τοῦ Μπο­λά­νιο. Ἔ­γρα­ψαν μα­ζὶ τὸ Conse­­jos de un discí­­pulo de Mo­ris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Ám­bi­to Li­tera­rio de Nar­ra­tiva τὸ 1984, κα­θὼς καὶ τὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας», κεί­με­νο ποὺ γρά­φτη­κε τὴν ἴ­δια πε­ρί­που ἐ­πο­χὴ μὲ τὸ πρῶ­το, πα­ρέ­μει­νε ὅ­μως ἀ­νέκ­δο­το ἕ­ως τὸ 2006.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


			

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Θυμός


Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ


Θυ­μός


 ΜΑΝΑ τὸ ἔ­χει ἀ­κό­μα τὸ ση­μά­δι. Ἔ­χει ἀ­χνέ­ψει πο­λύ, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις. Ἂν δὲν τὸ ξέ­ρεις οὔ­τε ποὺ τὸ βλέ­πεις. Ὅ­μως ἐ­γὼ τὸ ξέ­ρω καὶ τὸ βλέ­πω πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸ ἔ­κα­να. Για­τί ἐ­γὼ τῆς τὸ ἔ­κα­να . Μὲ τὴ μα­σιά. Τὴν πυ­ρω­μέ­νη μα­σιά. Κοι­μό­ταν ὅ­ταν τὴν κα­τέ­βα­σα στὰ μοῦ­τρα της, ὄ­χι μὲ δύ­να­μη, ἁ­πα­λά, ἀρ­γὰ, ὄ­χι μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, μὲ ἔ­ξαρ­ση, ὅ­τι ἐ­ξόρ­κι­ζα τὸ κα­κό, τὸ κα­κὸ ποὺ ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη, ἡ μά­να μου, ἡ εἰ­κό­να μου, ἐ­κεί­νη ἦ­ταν τὸ κα­κό, δὲν ἦ­ταν μό­νο του, δὲν τό ‘φε­ρε κα­νεὶς ξέ­νος καὶ τ’ ἀ­πό­θε­σε στὰ χέ­ρια της, ἐ­κεί­νη τὸ πε­ρι­εῖ­χε στὸ κα­κι­α­σμέ­νο βλέμ­μα της, μὲ τὴν πυ­ρω­μέ­νη τσιμ­πί­δα προ­σπά­θη­σα νὰ τ’ ἁρ­πά­ξω, νὰ τὸ κά­ψω, νὰ τὸ ἐ­ξα­φα­νί­σω, ὅ­πως ἐ­κεί­νη ἀ­φά­νι­σε μιὰ ψυ­χή, ὄ­χι τὴ δι­κή μου. Τὴν δι­κή μου τὴν ρο­κά­νι­ζε σι­γά-σι­γὰ μὲ λό­για μέ­λι, μὴ δί­νεις, μὴ χα­ϊ­δεύ­εις, μή… μή… καὶ χα­λοῦ­σε τὸ στο­μά­χι τῆς ψυ­χῆς μου, δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ μά­να μου φί­δι στὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἄ­γνοι­άς μου. Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ χρο­νῶν κα­τά­πια ντὶ τὶ ­τί, κοι­μό­μου­να τρί­α με­ρό­νυ­χτα, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί, τεμ­πέ­λα μ’ ἔ­λε­γε, νό­μι­ζε, ὅ­ταν τῆς τὸ εἶ­πα ἀλ­λη­θώ­ρι­σε τὸ μά­τι της, μ’ ἔ­δω­σε μιὰ σφα­λιά­ρα κι ἔ­κλα­ψε, πῆ­γε νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει μὰ τρα­βή­χτη­κα, ἔ­κλα­ψε πιὸ δυ­να­τά, σι­γὰ πού… Ἐ­νῶ τσι­τσί­ρι­σε τὸ δέρ­μα της, πε­ρί­ερ­γο ἄρ­γη­σε ν’ ἀν­τι­δρά­σει, κοι­μό­ταν, κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος κα­θυ­στέ­ρη­σε νὰ δώ­σει σῆ­μα, ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της μᾶλ­λον ἥ­συ­χα, μὲ εἶ­δε μὲ τὴ μα­σιὰ στὰ χέ­ρια, δὲν ξέ­ρω πῶς τὴν κοι­τοῦ­σα, τί ψυ­χὴ εἶ­χε τὸ βλέμ­μα μου, πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ὣς νὰ τι­νά­ξει τὸ σκέ­πα­σμα ἀ­πὸ πά­νω της τσι­ρί­ζον­τας κι ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κυ­νη­γά­ει, ἐ­νῶ κα­θὼς αὐ­τό­μα­τα εἶ­χε φέ­ρει τὸ χέ­ρι στὸ μά­γου­λό της καὶ τό ‘συ­ρε πά­νω στὴν πλη­γή, ἀ­πό­μει­νε ἡ πέ­τσα του νὰ κρέ­με­ται, καὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι γύ­ρευ­ε νὰ μ’ ἁρ­πά­ξει, ἔ­τρε­χε ξω­πί­σω μου, μὰ ποῦ νὰ μὲ φτά­σει. Βγῆ­κα στὴν αὐ­λή, κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲ θὰ μ’ ἔ­πια­νε πο­τέ, κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι κι ἔ­κλαι­γε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ κλαί­ει καὶ κοί­τα­ζε ἴ­σα μπρο­στὰ μᾶλ­λον χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Τὴν πλη­σί­α­σα ἀρ­γά, ἔ­βγα­λε τὴν παν­τό­φλα της καὶ μοῦ τὴν πέ­τα­ξε. Δὲν μὲ πέ­τυ­χε.


Μέ­σα στὴ φτώ­χεια μας, μᾶς πε­ρίσ­σευ­ε ἕ­να δω­μα­τιά­κι, λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ κο­τέ­τσι, τὸ νοι­κι­ά­σα­με σ’ ἕ­ναν κα­κο­μοί­ρη με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­λου δὲ μᾶς κα­λο­φά­νη­κε. Κι­τρι­νιά­ρης, ρου­φηγ­μέ­νος σὰ φυ­μα­τι­κός, μὲ κα­φε­τιὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια, φο­ροῦ­σε μο­νί­μως μιὰ λι­γδι­α­σμέ­νη καμ­παρ­ντί­να. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν αὐ­τό, ἦ­ταν τὸ βλέμ­μα του, δια­ρκῶς κα­τε­βα­σμέ­νο, λο­ξό, ἔ­νο­χο βλέμ­μα. Εἶ­χε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι, που­λοῦ­σε ξη­ροὺς καρ­ποὺς ἔ­ξω ἀ­π’ τοὺς κι­νη­μα­το­γρά­φους, μα­ζευόν­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα τὴ νύ­χτα, μου­λω­χτά, σι­γα­νο­πα­τών­τας κι ἔ­πε­φτε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Τὰ ἑλ­λη­νι­κά του μι­σὰ καὶ στρα­βο­κά­νι­κα. Κά­τι μοῦ βρω­μά­ει σ’ αὐ­τὸν εἶ­πε ἡ μά­να μου στὴ νου­νά μου· ἐ­μεῖς τὰ παι­διὰ τὸ μυ­ρί­σα­με γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρα­με τί εἴ­δους μυ­ρου­διὰ ἦ­ταν. Ἡ Βά­σω, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α μας, ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, στέ­κα τὴ φω­νά­ζα­με, ἄ­χα­ρη στὴν ἡ­λι­κί­α τῶν ἕν­τε­κα χρό­νων της, ἡ Βά­σω λοι­πόν, κα­θό­τα­νε καὶ τῆς χά­ι­δευ­ε τὸ μπρά­τσο, μᾶς ἔ­φερ­νε σα­κοῦ­λες τὰ σπό­ρια καὶ τρώ­γα­με ὅ­λες φτύ­νον­τας τὰ φλού­δια μὲ μα­νί­α σὰ νὰ φτύ­να­με ἐ­κεῖ­νον. Ἡ Βά­σω ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ μᾶς ἔ­φερ­νε σπό­ρια καὶ κα­ρα­μέ­λες, ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τιὰ τῆς μά­νας της τὰ κα­μώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ τὴν πά­τη­σε ἕ­να γε­ρὸ ξύ­λο, ἔ­στει­λε τὸν ἄν­τρα της ποὺ πα­ρα­φύ­λα­ξε τὸν νοι­κά­ρη μας καὶ μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε, σκυ­φτός, ὅρ­μη­σε καὶ τοῦ ΄ρι­ξε δυ­ὸ χα­στού­κια, μι­λιὰ δὲν ἔ­βγα­λε μό­νο σούρ­θη­κε, ὡς τὴν κα­μα­ρού­λα του, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κλει­σμέ­νος μέ­ρες, ἡ μά­να μου τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ πῆ­γε ἕ­να πιά­το φα­γὶ μιὰ κα­νά­τα νε­ρό, τ’ ἄ­φη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα του. Με­τὰ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ του ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν εἴ­χα­με σπό­ρια νὰ τρῶ­με.

            Ἔ­τυ­χε νὰ πε­θά­νει κά­ποι­α συγ­γέ­νισ­σά μας κι ἡ μά­να μου ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει στὸ ξε­νύ­χτι. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ κοι­μη­θῶ στῆς νου­νᾶς μου, εἶ­χε ὅ­λο ἀ­γό­ρια ἐ­κεί­νη, κα­τὰ σύμ­πτω­ση ὁ νοι­κά­ρης μας ἦ­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα του, ἡ μά­να μου κοί­τα­ξε κα­χύ­πο­πτα τὴν πόρ­τα του καὶ φώ­να­ξε ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ ὥ­στε νὰ τὴν ἀ­κού­σει: τὸ νοῦ σου μὴ σὲ πλη­σιά­σει ὁ χτι­κιά­ρης, μὴ σὲ ξε­μο­να­χιά­σει ὁ σι­χα­μέ­νος, μα­κριά του, ἔ­τσι καὶ σὲ σι­μώ­σει θὰ σᾶς πνί­ξω καὶ τοὺς δυ­ὸ μὲ τ’ ἄν­τε­ρά σας. Ἀ­κοῦς; Ἤ­ξε­ρα πὼς τὸ ἀ­κοῦς, τὸ ‘λέ­γε σ’ αὐ­τὸν κι ὄ­χι σὲ μέ­να. Ἔ­δε­σε τὸ μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι της καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο.

            Σου­ρού­πω­νε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε κι ἡ γει­το­νιὰ μα­ζώ­χτη­κε στὰ σπί­τια της. Ἄ­να­ψα τὸ φῶς κι ἅ­πλω­σα τὰ τε­τρά­διά μου στὸ τρα­πέ­ζι νὰ γρά­ψω τὰ μα­θή­μα­τά μου. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πιά­σω τὸ μο­λύ­βι ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὰ ἄ­η­χα βή­μα­τά του νὰ πλη­σιά­ζουν. Ἔ­τρι­ξε ἡ πόρ­τα του κα­θὼς ἄ­νοι­ξε κι ἔ­κλει­σε, τὸ σῶ­μα μου μα­ζεύ­τη­κε ἐ­νῶ τ’ αὐ­τιά μου τεν­τώ­θη­καν. Τί­πο­τα, ἡ­συ­χί­α.

            Εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τὰ γρα­ψί­μα­τά μου, νύ­στα­ζα, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ χα­λα­ρώ­σω, ἤ­μουν σφιγ­μέ­νη. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί φο­βό­μουν ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ φο­βό­μουν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄ­κου­σα ἕ­να χαρ­χά­λε­μα στὴν πόρ­τα, δὲ σκέ­φτη­κα τὴ μά­να μου, αὐ­τό­να σκέ­φτη­κα. Ζού­φω­ξα στὴ γω­νιά μου, μά­ζω­ξα τὰ πό­δια ὣς τὴν κοι­λιά, κα­τέ­βα­σα τὸ φό­ρε­μά μου ὣς τοὺς ἀ­στρα­γά­λους. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά του νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω. Ἡ καρ­διά μου ταμ­ποῦρ­λο. Πέ­ρα­σε ὥ­ρα, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη ἀ­π’ τὴ νύ­στα, εἶ­δα τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει κι αὐ­τὸν νὰ πλη­σιά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Ἡ γλώσ­σα μου κολ­λη­μέ­νη, τὸ λα­ρύγ­γι στε­γνό. Ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἕ­να πιά­το κι ἔ­φυ­γε πά­λι ἥ­συ­χα νυ­χο­πα­τών­τας. Ἀ­φοῦ ἦρ­θε ἡ ψυ­χή μου στὸν τό­πο της, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι στὸ πιά­το. Βρα­σμέ­να ζε­στὰ κά­στα­να, φι­στί­κια κι ἕ­να μαν­τα­ρί­νι τὸ γέ­μι­ζαν. Ἔ­φα­γα τὰ ζε­στὰ κά­στα­να ἀρ­γὰ ἀρ­γά, ξε­φλού­δι­σα μὲ τὰ δόν­τια τ’ ἁλ­μυ­ρὰ κι­κι­ρί­κια, ἀ­φή­νον­τας καὶ γιὰ τὴ μά­να, ξε­δί­ψα­σα μὲ τὸ μι­σὸ μαν­τα­ρί­νι μὲ τ’ αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να.

            Νύ­στα­ξα, κοι­μή­θη­κα. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο στὸ φῶς, αὐ­τὸς ὄρ­θιος ἀ­πὸ πά­νω μου. Τὰ μά­τια του πρώ­τη φο­ρὰ μὲ κοί­τα­ζαν καὶ τὰ ἔ­βλε­πα. Εἶ­χαν ἕ­να γλυ­κὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα, ἄ­χνι­ζαν ἀ­πὸ ζε­στα­σιὰ σὰν τὰ κά­στα­να πού μοῦ ‘φε­ρε ψὲς βρά­δυ. Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σα.

            Σή­κω νὰ πᾶς σκο­λιό, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ‘δειξε δυ­ὸ φραν­τζο­λά­κια μὲ σα­λά­μι πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔ­φυ­γε πη­γαί­νον­τας πί­σω-πί­σω, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε.

            Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γα, πῆ­ρα τὴν πά­νι­νη τσάν­τα μου ἀλ­λὰ πρὶν φύ­γω ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του. Ἦ­ταν συμ­μα­ζε­μέ­νο, ὄ­χι κα­θα­ρό, ἁ­πλῶς τα­κτο­ποι­η­μέ­νο, πρώ­τη φο­ρὰ ἔμ­παι­να μέ­σα, τὸ κρε­βά­τι του μὲ τὸ λε­ρω­μέ­νο πά­πλω­μα, χά­μω σε μιὰ γω­νιὰ ἕ­να κα­λά­θι μ’ ἕ­να μπου­κά­λι λά­δι, ζυ­μα­ρι­κά, μιὰ κρε­μά­στρα μὲ δυ­ὸ που­κά­μι­σα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι πε­ρα­σμέ­να στὸ χε­ρού­λι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, στὸ τρα­πέ­ζι δυ­ὸ πιά­τα, ἕ­νας τέν­τζε­ρης, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ ἐν­νιὰ-δέ­κα χρο­νῶν μὲ τὰ ἴ­δια κα­στα­νὰ μά­τια αὐ­του­νοῦ. Ἕ­να καν­τη­λά­κι ἔ­και­γε πλά­ι της.

            Κα­θὼς μὲ εἶ­δε νὰ τὴν κοι­τά­ζω, ἡ κό­ρη μου, εἶ­πε. Σκο­τώ­θη­κε πρὶν ἕ­να χρό­νο μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να της. Ἔ­πε­σε βόμ­βα στὸ σπί­τι, ἀ­να­τι­νά­χτη­καν. Τὸ χε­ρά­κι της κό­πη­κε ἀ­π’ τὸν ὦ­μο καὶ πε­τά­χτη­κε σὲ μί­αν αὐ­λή. Τὸ βρῆ­καν τὸ μπρα­τσά­κι της καὶ μοῦ τὸ φέ­ραν με­τὰ μιὰ ὥ­ρα. Τὸ πε­ρά­σα­με μέ­σα ἀ­π’ τὸ μα­νι­κά­κι της γιὰ νὰ τὴ θά­ψου­με. Ἔ­κλαι­γε, κι ἔ­κλαι­γα κι ἐ­γώ. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἄ­νοι­ξ’ ἡ πόρ­τα κι ὅρ­μη­σε ἡ μά­να μου ἔ­ξαλ­λη. Ἀ­φοῦ μὲ τράν­τα­ξε γιὰ τὰ κα­λά, τὸ στό­μα μου μύ­ρι­ζε σα­λά­μι, αὐ­τός σὲ τά­ι­σε οὔρ­λια­ξε κι ὅρ­μη­σε πά­νω του, τὸν ἔ­σου­ρε ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά, μά­ται­α τσί­ρι­ζα ἐ­γὼ πὼς δὲν μὲ πεί­ρα­ξε πὼς ἤ­τα­νε κα­λὸς καὶ λυ­πη­μέ­νος, ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­σου­ρε μὲ τὴ γει­το­νιὰ ξω­πί­σω της, τὸν ξε­μάλ­λια­σαν, τοῦ σκί­σα­νε τὰ ροῦ­χα καὶ τὸ πρό­σω­πο. Ταυ­τό­χρο­να ἡ νου­νά μου μὲ μιὰ γει­τό­νισ­σα μ’ ἅρ­πα­ξαν καὶ μὲ ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι. Νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σουν νό­μι­ζα. Μὰ ἐ­κεῖ­νες μοῦ σή­κω­σαν τὸ φου­στά­νι μ’ ἄ­νοι­ξαν τὰ πό­δια, μοῦ κα­τέ­βα­σαν τὸ ἐ­σώ­ρου­χο. Ἐν­τά­ξει εἶ­ναι, δὲν τὴν πεί­ρα­ξε φώ­να­ξαν τῆς μά­νας μου κα­θὼς μὲ εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἤ­δη μπρού­μυ­τα. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μου­να. Δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­να δά­χτυ­λα αὐ­τά, ἦ­ταν νύ­χια ἁρ­πα­χτι­κῶν ποὺ σκά­λι­ζαν ὄ­χι τὸ σῶ­μα, τὴν ψυ­χή μου, κι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μουν τὶς δι­κές τους ψυ­χὲς νὰ ἔ­χουν βγεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ νὰ ἔχουν με­τα­φερ­θεῖ πά­νω σ’ αὐ­τὰ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια Κι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θα ἤ­τα­νε τό­σο ἀ­πε­χθές, τό­σο βάρ­βα­ρο, τό­σο σκο­τει­νό, σὰ νὰ μὲ εἶ­χαν πα­ρα­χώ­σει σ΄ ἕ­να βό­θρο καὶ μοῦ ‘ρι­χναν τό­νους ἀ­κα­θαρ­σί­ες πά­νω μου καὶ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­να­σά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ κα­τά­φε­ρα εἶ­ναι μό­λις μ’ ἄ­φη­σαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους νὰ τοὺς δώ­σω δυ­ὸ δυ­να­τὲς κλω­τσι­ὲς στὰ μοῦ­τρα. Ἡ μύ­τη τῆς νου­νᾶς μου μά­τω­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

            Ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του, σὰ δαρ­μέ­νος σκύ­λος. Ὅρ­μη­σα στὴ μά­να μου, τὴ δάγ­κω­να, δὲ μπο­ροῦ­σαν νὰ μὲ ξε­κολ­λή­σουν ἀ­πὸ πά­νω της.

            Κά­πο­τε βρῆ­κα τὸ κου­ρά­γιο καὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ πά­πλω­μα. Μπρο­στά της. Πῆ­γε νὰ μὲ βο­η­θή­σει, τῆς τ΄ ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Δὲ μί­λη­σε. Μα­ζὶ μὲ τὴ Βά­σω τοῦ τὸ πή­γα­με ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε τὸ κα­ρό­τσι του. Πῆ­ρε τὸ πά­πλω­μα, τὸ μύ­ρι­σε, μᾶς κοί­τα­ξε γλυ­κὰ καὶ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του στὸ μπρά­τσο τῆς Βά­σως κα­θυ­στε­ρών­τας ἀρ­κε­τὰ στὰ δι­κά μου μαλ­λιά.


Ὄ­χι, πο­τὲ δὲν κα­τέ­βα­σα τὴ μα­σιὰ πά­νω στὴ μά­να μου. Ἤ­θε­λα νὰ τὸ κά­νω. Τὸ φαν­τα­ζό­μου­να. Τὸ σχε­δί­α­ζα κά­θε βρά­δυ καὶ ἔ­σπα­ζε ὁ θυ­μός μου πά­νω στὴν κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ μου. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε ἡ μα­σιὰ καὶ τσί­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζεύ­ον­ταν ζα­ρω­μέ­νο τὸ δέρ­μα της, μά­ζευ­ε κι ὁ θυ­μός μου, γί­νον­ταν ἕ­να μόρ­φω­μα ἐ­κτρω­μα­τι­κό, στα­μα­τη­μέ­νο μό­νι­μα ἐ­κεῖ, στὸ δι­ά­φραγ­μά μου. Ἡ ἀ­να­πνο­ή μου ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ σκα­λώ­νει πά­νω του, νὰ δι­α­σχί­ζει αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νὴ οὐ­λή, ὣς νὰ βγεῖ ξε­γδαρ­μέ­νη, μο­λυ­σμέ­νη, ποῦ;

            Γιὰ χρό­νια τῆς μι­λοῦ­σα ἐ­λά­χι­στα. Ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι της νὰ μ’ ἀγ­γί­ξει κι ἐ­γὼ τρα­βι­ό­μου­να. Ἔ­βλε­πα τὸ ἀ­ό­ρα­το ση­μά­δι τῆς μα­σιᾶς πά­νω στὸ πρό­σω­πό της καὶ τὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι πὼς τό ‘βλε­πε καὶ κεί­νη, για­τί κά­θε τό­σο σή­κω­νε τὸ χέ­ρι κι ἄγ­γι­ζε τὴν πλη­γή.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 2009). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πα­ρέμ­βα­ση, τεῦ­χος 140, Ἰ­ούν.-Αὔγ. 2007.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριοἩ λέ­ξηΠαν­δώ­ραΠά­ρο­δοςΠα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)


Ἠλίας Γκρής: Τὰ αὐγά


­λί­ας Γκρής


Τὰ αυ­γά


Ο ΣΠΙΤΑΚΙ ΤΟΥΣ ἀ­σβε­στω­μέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’­τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἡ αὐ­λὴ εὐ­ρύ­χω­ρη σκε­πα­ζό­ταν ἀ­πὸ ἰ­σκι­ό­φυλ­λη κλη­μα­τα­ριὰ –τὴν ἔ­κο­βε στὴ μέ­ση ὁ τσι­μεν­τέ­νιος δι­ά­δρο­μος ποὺ ἄρ­χι­ζε ἀ­π’­τὴ μι­κρὴ ἐ­ξώ­πορ­τα. Καὶ κρέ­μον­ταν φρά­ου­λες, κέ­ρι­να, ρο­δί­τες.

        Λί­γοι δι­α­βά­τες, οἱ ἀ­γω­γιά­τες, οἱ κα­ρα­γω­γεῖς. Ἀ­πὸ κεῖ περ­νοῦ­σαν ὅ­λοι γιὰ τὰ Ὀ­λύμ­πια. Θὰ ἔ­φτα­να πιὰ νὰ πά­ω στὸ Γυ­μνά­σιο γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει ὁ κά­τω δρό­μος, ἄ­σφαλ­τος ἀ­π’­τὴ με­ριὰ τοῦ Ἡ­ρώ­ου.

        Τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἔ­βγαι­νε στὸ δρό­μο, μιὰ εὐ­θεί­α χα­λι­κό­δρο­μος ἀ­πό­στα­ση γύ­ρω στὰ ἑ­κα­τὸ μέ­τρα, καὶ μὲ φώ­να­ζε.

       Ἤ­μουν τό­τε στὰ πέν­τε-ἕ­ξι χρο­νά­κια μου ποὺ ­’­βγαινε ἡ Γραμ­μα­τού­λα καὶ μὲ κα­λοῦ­σε! Κι ἔ­τρε­χα ξυ­πό­λυ­το…. Καὶ μὲ πε­ρί­με­νε στὴν αὐ­λὴ φι­λο­μει­δὴς μὲ τὰ με­γά­λα ἔκ­πλη­κτα μά­τια. Καὶ δί­πλα της ὁ Δη­μη­τρά­κης συ­νο­μί­λη­κος, στρουμ­που­λός, χα­ρού­με­νος ποὺ ἡ μά­να του τὸν ἄ­φη­σε στὴ για­γιὰ κι ἔ­φυ­γε. Ὅ­πως καὶ ἄλ­λοι ποὺ με­τα­νά­στευ­αν τό­τε τσοῦρ­μο γιὰ Αὐ­στρα­λί­α, Γερ­μα­νί­α…

        Με­σ’ ­ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, χά­μου παί­ζα­με στὸ χῶ­μα μὲ αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια. Καὶ θρό­ϊ­ζαν τὰ φύλ­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς. Καὶ μο­σχο­βό­λα­γε τὸ γι­α­σε­μὶ στὸν συρ­μα­τέ­νιο φρά­χτη.

        Περ­νοῦ­σε κά­νας του­ρί­στας μὲ σα­κί­διο, κά­ποι­ο κά­ρο ἢ φορ­τη­γὸ μα­κρο­μού­τσου­νο· ἂν ἦ­ταν φορ­τω­μέ­νο ἔ­τρι­ζε ὁ τό­πος.

        Γύ­ρω στὶς ἕν­τε­κα ἡ Γραμ­μα­τού­λα μά­ζευ­ε τ’ ­αὐ­γὰ ἀ­π’ ­τὸ κο­τέ­τσι. Καὶ σὲ λί­γο μᾶς φώ­να­ζε. Κα­θό­μα­σταν ὀ­κλα­δὸν μὲ τὸν Δη­μή­τρη σὲ ἕ­να κι­λί­μι ποὺ ἔ­στρω­νε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ τρώ­γα­με ἀ­πὸ δύ­ο αὐ­γὰ μά­τια. Καὶ ζε­στὸ ψω­μὶ ἀ­π’­τὸ φοῦρ­νο της!

        Θ’ ἀδημονοῦσα μᾶλ­λον ν’­ἀ­κού­σω τὴ φω­νή της, για­τί ὅ­λο καὶ προ­τι­μοῦ­σα τὸ πά­νω μέ­ρος τῆς αὐ­λῆς μας ποὺ ἔ­βλε­πε πρὸς τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο…

        Πέ­ρα­σαν δύ­ο τρί­α κα­λο­καί­ρια. Ὁ Δη­μη­τρά­κης, ἦρ­θαν καὶ τὸν πῆ­ραν στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Καὶ ἡ για­γιὰ του ἔ­μει­νε μό­νη μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἕ­ναν ἐρ­γά­τη, κα­λό­βο­λο ἄν­θρω­πο τὸν Νι­ό­νιο Ψα­ριά.

        Ἔ­φυ­γα κι ἐ­γὼ στὰ μέ­σα σχε­δὸν τοῦ ἑ­ξα­τά­ξιου Γυ­μνα­σί­ου. Καὶ χά­θη­κα στὴν Ἀ­θή­να μέ­σα στὸ ἄχ! καὶ βάχ! τῆς μέ­ρι­μνας. Καὶ μὲ τὰ πολ­λὰ βρέ­θη­κα με­τὰ τὴ χούν­τα, νὰ δου­λεύ­ω δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Κι ὅ­ταν πῆ­ραν τὴν ἐ­ξου­σί­α οἱ σο­σι­α­λι­στές, μ’­ ἔ­στει­λαν στὴ δη­μό­σια τη­λε­ό­ρα­ση νὰ κά­νω δο­κι­μα­στι­κά, γιὰ ἐκ­φω­νη­τὴς εἰ­δή­σε­ων. Καὶ πῆ­γα στὸ δι­ευ­θυν­τή. Δὲν θέ­λω πα­ρου­σια­στής, τοῦ εἶ­πα. Ζή­τη­σα νὰ κά­νω ἐ­λεύ­θε­ρο ρε­πορ­τάζ! Ἔ­βγαι­να καὶ στὸ γυα­λί, ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τ’ ἀ­πο­φύ­γω. Μὲ ἤ­ξε­ρε πιὰ κι ὁ μπα­κά­λης μου!

        Ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­ραι­ὰ ἐ­πι­σκε­πτό­μουν τὸ γε­νέ­θλιο τό­πο. Ὥ­σπου ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα γιὰ χρό­νια. Ἀλ­λὰ τὸ σα­ρά­κι τῆς νο­σταλ­γί­ας μ’ ­ἔ­τρω­γε. Καὶ λευ­κό­θριξ πιὰ ὑ­πέ­κυ­ψα!

        Κα­λο­καί­ρι μὲ τὴν Κε­ρα­σί­α καὶ τὸν Ὀρ­φέ­α μέ­να­με σ’­ ἕ­να στούν­τιο στὸν Κα­κο­βα­τό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κι ἕ­να ἀ­πο­με­σή­με­ρο πῆ­γα στὴν πο­λί­χνη μας! Πέ­ρα­σα ἀ­π’ ­τὸ σπί­τι. Κλει­στό. Χά­ζε­ψα λί­γο ἀ­π’­ τὸ δρό­μο. Ἡ κλι­μα­τα­ριά, ποὺ εἶ­χε φυ­τέ­ψει ὁ πα­τέ­ρας, τσα­κι­στὴ ἀ­πὸ φρά­ου­λα καὶ μο­σχά­το. Ἡ συ­κιά μας στὴν πά­νω με­ριὰ τοῦ οἰ­κο­πέ­δου, γε­μά­τη αὐ­γό­συ­κα. Εἶ­δα τὴ μου­σμου­λιά μου στὸ βά­θος νὰ ξε­προ­βάλ­λει θε­ρι­ε­μέ­νη με­σ’­ ἀ­π’ ­τὰ πουρ­νά­ρια στὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ. Τὴν εἶ­χα φυ­τέ­ψει μι­κρού­λης μ’ ἕ­να κου­κού­τσι στὴ γῆ.

        Τρά­βη­ξα γιὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Οἱ νε­κροί μου πε­ρί­με­ναν!

        Στά­θη­κα στὸ σπί­τι της, στὴν χα­μη­λὴ ἐ­ξώ­πορ­τα.

        «Θειὰ Γραμ­μα­τού­λα!» φώ­να­ξα..

        Τὴν εἶ­δα γρι­ού­λα πιά· τὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να κά­τω ἀ­π’­ τὴν μπρο­στέλ­λα της. Ἐρ­χό­ταν στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ μὲ ἀ­τέ­νι­ζε μὲ τὰ με­γά­λα ἔκ­πλη­κτα μά­τια πί­σω ἀ­πὸ γυα­λιά. Ἔ­ψα­χνε νὰ θυ­μη­θεῖ. Ἀλ­λὰ πάν­τα χα­μο­γε­λα­στή. Πλη­σί­α­ζε κι ἐ­γὼ γιὰ νὰ δι­α­σκε­δά­σω τὸν κόμ­πο στὸ λαι­μό μου, χα­μο­γέ­λα­σα…

        Λί­γο ἀ­κό­μη κι ἔ­βγα­λε φω­νή.

        «Λιά μου!Λιά μου!»

        Καὶ μ’ ἀγ­κά­λια­σε μὲ τὰ γυ­μνὰ μπρά­τσα της καὶ μ’ ἔ­σφιγ­γε. Τί γλυ­κὰ ἦ­ταν ὅ­λα σ’ ­αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, σκέ­φτη­κα!

        Σκού­πι­σε μὲ τὴν μπρο­στέλ­λα τὰ μά­τια της. Καὶ μοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸν Δη­μη­τρά­κη. Ἔ­στα­ζε τὸ στό­μα της μέ­λι. Εἶ­χε κά­νει οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Αὐ­στρα­λί­α. Πρό­κο­ψε, νοι­κο­κύ­ρης. Καὶ τῆς ἔ­κα­νε δι­σέγ­γο­να.

        Τὴν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σα κι ἔ­κα­να νὰ πά­ω πρὸς τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, ἀλ­λὰ θυ­μή­θη­κα. Ἔ­βγα­λα μὲ τρό­πο δυ­ὸ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα, καὶ γρή­γο­ρα, ὅ­πως ἔ­κα­να μὲ τὴ μά­να μου, στά­φη­κα καὶ τῆς ἔ­χω­σα τὰ λε­φτὰ στὸν μποῦ­στο –μὲς στὰ βυ­ζιά της.

        «Πώ! Πώ! παι­δά­κι μου», εἶ­πε δα­κρυ­σμέ­νη.

        Ἔ­φυ­γα πνιγ­μέ­νος.

        «Τὴν εὐ­χή μου», ἄ­κου­σα πί­σω μου. «Τὴν εὐ­χή μου, παι­δά­κι μου!»

        Καὶ τὴν φαν­τά­στη­κα μὲ τὸ χέ­ρι ση­κω­μέ­νο, νὰ μὲ σταυ­ρώ­νει!



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἡ­λί­ας Γκρὴς (Κρέ­στε­να Ὀ­λυμ­πί­ας, 1952). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ ἄ­σκη­σε τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α κυ­ρί­ως στὴ δη­μό­σια τη­λε­ό­ρα­ση. Ποιητὴς τῆς γενιᾶς του ἑβδομῆντα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ποί­η­ση, ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μια γιὰ τὴν ποί­η­ση καὶ τέσ­σε­ρις θε­μα­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Σπα­θιὰ καὶ Με­τε­ρί­ζια, Τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ ἡ ποί­η­σή του (ἀν­θο­λο­γί­α, ἔκδ. Δι­α­πο­λι­τι­σμός). Μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ἰ­τα­λι­κά, βουλ­γα­ρι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρώ­σι­κα, ἱ­σπα­νι­κά, περ­σι­κά. Δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Σε­να­ρί­ων τῆς Ε.Ρ.Τ. (1993-1995) καὶ στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Κύ­πρου (2003-2005). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς ΕΣΗΕΑ καὶ τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Ἠλίας Γκρής: Ὁ χτίστης


Ἠ­λί­ας Γκρὴς


Ὁ χτί­στης


ΟΝ ΕΙΧΕ ΓΙΑ ΧΤΙΣΙΜΑΤΑ στὸ νε­όδ­μη­το. Ἦ­ταν με­τὰ τὸ με­γά­λο σει­σμό, κον­τὰ ἕ­ξι ρί­χτερ. Τὸ 1962, ποὺ ἰ­σο­πε­δώ­θη­κε ἡ δυ­τι­κὴ Ἠ­λεί­α, χτυ­πή­θη­καν καὶ τὰ Ἰ­ό­νια Νη­σιά.

        Χτί­στης κα­λὸς κι ἐρ­γο­λά­βος, ἀ­π’ τὴ σπου­δαί­α φά­ρα τῶν Λαγ­κα­δια­νῶν μα­στό­ρων, ποὺ κα­τη­φό­ρι­σαν πρὸς τὰ χω­ριὰ τῆς Ὀ­λυμ­πί­ας κι ἔ­χτι­ζαν τ’ ἀν­τι­σει­σμι­κά.

        Ὁ νοι­κο­κύ­ρης τοῦ κου­βά­λα­γε λά­σπη, τοῦ­βλα. Κι αὐ­τὸς ἔ­χτι­ζε μπα­τι­κό, ὑ­περ­μπα­τι­κὸ ἀ­να­λό­γως… Λι­γο­μί­λη­τος, με­τρη­μέ­νος. Καὶ ὅ­σο δού­λευ­ε τὸ μυ­στρί, σφύ­ρι­ζε δη­μο­τι­κά, μ’ ἕ­ναν τρό­πο σι­γα­νό, σχε­δὸν μυ­στι­κό. Δὲν ἔ­χτι­ζε, κέν­τα­γε! Κι ὅ­λο ἔ­παιρ­νε λε­φτά, ἔ­ναν­τι. Καὶ ἦρ­θε, μὲ τὸν και­ρό, ἔ­γι­νε ἡ δου­λειὰ ὅ­πως ἔ­πρε­πε. Ἔ­ρι­ξαν καὶ τὴν πλά­κα μα­ζὶ μὲ τρεῖς ἐρ­γά­τες. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­σφα­ξε ἕ­ναν κόκ­κο­ρα. Καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες ξε­κα­λού­πω­σαν. Ἔ­κα­ναν λο­γα­ρια­σμό.

       «Χί­λι­ες δραχ­μές», τοῦ λέ­ει, «κι ἐ­ξο­φλοῦ­μαι!»

       «Κα­λά, θὰ σὲ δῶ τὸ βρα­δά­κι στὴν ἀ­γο­ρά».

       Μά­ζε­ψε τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια, πέ­τα­ξε τὰ μπά­ζα, σκού­πι­σε. Τὸ σπί­τι ἔ­δει­ξε· πα­λα­τά­κι! Μπαι­νό­βγαι­νε στὰ τρί­α δω­μά­τια, στὴν κου­ζί­να, ὅ­λο θαύ­μα­ζε. Καὶ ἤ­δη τὸ φαν­τα­ζό­ταν σο­βα­τι­σμέ­νο, μὲ κου­φώ­μα­τα· θὰ τὰ ‘φέρ­νε ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να, δεύ­τε­ρο χέ­ρι. Καὶ λο­γά­ρια­ζε ποὺ θὰ ‘μπαι­ναν τὰ κρε­βά­τια τῶν παι­δι­ῶν. Κά­θι­σε στὴ βε­ραν­τού­λα, κά­πνι­ζε. Ξε­κου­ρά­στη­κε.

       Καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ἀ­πό­γευ­μα ξυ­ρί­στη­κε, πλύ­θη­κε ἔ­ξω στὴ βρύ­ση. Σι­νι­α­ρί­στη­κε. Ζή­τη­σε λε­φτὰ ἀ­π’ τὴν κυ­ρά του.

       Ἐ­κεί­νη χά­θη­κε στὸ ἀν­τί­σκη­νο ποὺ κοι­μόν­του­σαν, πῆ­γε στὸ γι­οῦ­κο, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι μὲς στὰ δι­πλω­μέ­να μὲ τά­ξη στρω­σί­δια καὶ σκε­πά­σμα­τα. Κι ἔ­βγα­λε ἕ­να χι­λι­ά­ρι­κο.

       «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο», τοῦ κά­νει.

       Ἀ­νη­φό­ρι­σε στὸ καλ­ντε­ρί­μι, κα­τη­φό­ρι­σε. Τὸν βρῆ­κε στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς πλα­τεί­ας. Βγά­ζει τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη καὶ τοῦ δί­νει τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα.

       Τὸ παίρ­νει ὁ χτί­στης, μ’ ἕ­να «εὐ­χα­ρι­στῶ» μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ δόν­τια.

       Κά­νει νὰ φύ­γει. Ἀλ­λὰ ὁ ἄλ­λος δι­στά­ζει σκε­πτι­κός…

       «Τί ‘ναι;» ἀ­πο­ρεῖ ὁ μά­στο­ρας.

       «Μοῦ ἀ­φή­νεις ἕ­να δε­κά­ρι­κο, νὰ πά­ρω ψω­μὶ γιὰ τὰ παι­διά;»


(1988, 2018)


Πηγή: Μικροκύματα 99+1 μικρο-διηγήματα (ἐκδ. Ἡ ἐφημερίδα τῶν Συντα­­­κτῶν, 2018).

Ἡ­λί­ας Γκρὴς (Κρέ­στε­να Ὀ­λυμ­πί­ας 1952). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ ἄ­σκη­σε τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α κυ­ρί­ως στὴ δη­μό­σια τη­λε­ό­ρα­ση. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ποί­η­ση, ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μια γιὰ τὴν ποί­η­ση καὶ τέσ­σε­ρις θε­μα­τι­κὲς ἀν­θο­λο­γί­ες. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Σπα­θιὰ καὶ Με­τε­ρί­ζια, Τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να καὶ ἡ ποί­η­σή του (ἀν­θο­λο­γί­α, ἔκδ. Δι­α­πο­λι­τι­σμός). Μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ἰ­τα­λι­κά, βουλ­γα­ρι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρώ­σι­κα, ἱ­σπα­νι­κά, περ­σι­κά. Δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Σε­να­ρί­ων τῆς Ε.Ρ.Τ. (1993-1995) καὶ στὴν Ἐ­πι­τρο­πὴ Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Κύ­πρου (2003-2005). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς ΕΣΗΕΑ καὶ τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.


Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σχεδία


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σχε­δί­α


ΛΕΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ γιὰ μέ­ρες μὲ τὴν ἴ­ω­ση, ἄϋ­πνος καὶ βα­ρύς, βάλ­θη­κε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ γιὰ ἐρ­γα­σι­ο­θε­ρα­πεί­α τὸ χά­ος τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω στοὺς ἥ­ρω­ες τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας καὶ ξα­στέ­ρω­σε ὁ νοῦς του καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὴ θο­λού­ρα του νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σει. Τὸν εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει ἀ­τε­λεί­ω­τα ἐ­κεῖ­να τὰ δι­ά­φα­να κα­λο­καί­ρια, σὲ πε­ρι­πέ­τει­ες καὶ σκαν­τα­λι­ές. Ὁ Τὸμ  Σώ­γι­ερ, ἡ Μπέ­κι καὶ ὁ Χὸκ Φίν, κυ­ρί­ως αὐ­τός, στὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας, σκλη­ρὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο καὶ χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες, ὄρ­θιος νὰ λά­μνει στὴ σχε­δί­α μὲ τὸν νέ­γρο-Τζὶμ, δρα­πε­τεύ­ον­τας πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α, μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ποὺ τὸν πλη­γώ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­νι­κό, ἔκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­α­ς (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κι­νη­τὴ γι­ορ­τή (δι­η­γή­μα­τα, Νη­σί­δες, 2018).


Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.



		

	

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου: Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη



Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη

 

ΟΙΤΟΥΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἕ­να γύ­ρω ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ τῶν αὐ­το­κι­νή­των στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν κλεί­σει τὰ μα­γα­ζιὰ ἀ­πὸ νω­ρὶς κι ὅ­λοι ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν τὸν στρα­τι­ώ­τη ποὺ σκο­τώ­θη­κε στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ τὸν ἔ­φε­ραν στὸ χω­ριὸ ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, ὅ­που εἶ­χε γί­νει στὸν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ἡ νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α.

       — Ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀν­θρα­κω­ρύ­χων. Δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα κι ὅ­ταν βρέ­θη­κε στὸν στρα­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε κἄν ποῦ βρι­σκό­ταν αὐ­τὴ ἡ χώ­ρα, μοῦ ‘­λεγε ὁ Νέ­στο­ρας ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­δί. Ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ στὸ μα­γα­ζί μου κι ἀ­γό­ρα­ζε φρέ­σκο ψά­ρι.

       Στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο ἡ πομ­πὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ νε­κροῦ, εἶ­πε δυ­ὸ λό­για ἕ­νας κύ­ριος. Ἄρ­χι­σε νὰ ψι­χα­λί­ζει, πῆ­ραν τὸν δρό­μο γιὰ τὸ κοι­μη­τή­ριο. Ἦ­ταν κά­τι πι­τσι­ρί­κια, πῆ­γαν κον­τὰ στὴ νε­κρο­φό­ρα καὶ κοι­τοῦ­σαν τὸ φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴ ση­μαί­α. Κι ἄλ­λες ση­μαῖ­ες ἀ­νέ­μι­ζαν στὰ σπί­τια τρι­γύ­ρω. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε πιὰ τὸν ἥ­ρω­ά του, ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ κά­θε χώ­ρα σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις. Τὸ πέν­θος τῶν ξέ­νων μᾶς φαί­νε­ται ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Σὲ ἄλ­λη χώ­ρα ξέ­νοι κι ἐ­μεῖς, δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τί σή­μαι­νε γιὰ ἕ­να χω­ριό, χα­μέ­νο κι ἀ­π’ τοὺς χάρ­τες τῆς Ἀγ­γλί­ας, ὁ ἀ­πο­τρό­παι­ος θά­να­τος ἑ­νὸς νέ­ου στὰ βά­θη τῆς Ἀ­σί­ας. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὶς μπυ­ρα­ρί­ες, τὶς πὰμπ καὶ τὴν ὁ­μί­χλη ποὺ σκέ­πα­ζε τοὺς λό­φους, τὰ δέν­τρα καὶ τὴ λί­μνη γύ­ρω. Νύ­χτω­νε.

       — Κρί­μα στὴ μά­να του, ἔ­κα­νε ὁ Νέ­στο­ρας. Πέ­ρα­σε πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Μό­λις ποὺ ἔ­βγαι­νε ἡ φω­νή της κι ἡ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πό της, ἐ­νό­σω πε­ρί­με­νε νὰ ἑ­τοι­μά­σω τὴν πα­ραγ­γε­λί­α, φα­νέ­ρω­νε ἄν­θρω­πο χω­ρὶς πιὰ προ­ο­ρι­σμό. Ἔ­νι­ω­σα μιὰ λύ­πη νὰ μὲ δέρ­νει.


Φύ­γα­με γιὰ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Θυ­μή­θη­κα τὰ μπλό­κα ἐ­πὶ Θά­τσερ, τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα καὶ τὴν ἀ­περ­γί­α τους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ σπά­σουν. Πρὶν χρό­νια ἐρ­χό­μα­σταν ἀ­πὸ τὸ Λον­δί­νο, με­τὰ τὸ Λέ­στερ, κον­τὰ με­σά­νυ­χτα καὶ τὰ μπου­λού­κια τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν στα­μα­τοῦ­σαν τ’ αὐ­το­κί­νη­τα γιὰ ἔ­ρευ­να, ὅ­πως πα­λι­ό­τε­ρα στὴν Κύ­προ. Καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἡ με­γά­λη δι­α­δή­λω­ση τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα κι ὁ κό­σμος ποὺ τοὺς ἔ­δι­νε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξουν. Κι ὁ Κύ­πριος ποὺ κά­θε μέ­ρα τοὺς ἔ­δι­νε τρό­φι­μα. Ὥ­σπου μὲ τὸν και­ρὸ τοὺς λύ­γι­σαν καὶ σή­με­ρα ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὰ ἀν­θρα­κω­ρυ­χεῖ­α, λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, δε­σπό­ζει τὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο «Μέ­το­χο», κι ὁ Τζέ­ημς ἔ­γι­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ χω­ριοῦ.


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ Μπέρ­μιγ­χαμ νὰ δοῦ­με ἕ­ναν συγ­γε­νῆ. Μᾶς ἔ­κα­ναν τὸ τρα­πέ­ζι, εἶ­χε μουσακά, κου­πέ­πια κι ἄλ­λες λι­χου­δι­ὲς κυ­πρια­κές.Ὕ­στε­ρα κα­θί­σα­με στὸ σα­λό­νι νὰ δοῦ­με τὶς εἰ­δή­σεις στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὴ δο­ρυ­φο­ρι­κή.

       Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ξα­δέρ­φου ἦ­ταν ἀ­πό ‘­να χω­ριὸ τῆς Καρ­πα­σί­ας καὶ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς πα­ρα­δό­σεις. Στὸν τοῖ­χο ἀ­πέ­ναν­τί μας εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο κά­δρο μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Μα­κά­ριου καὶ τοῦ Αὐ­ξεν­τί­ου. Πιὸ κά­τω, σὲ κέν­τη­μα, ἡ Κύ­προς ποὺ τὴν πλαι­σί­ω­ναν κλα­διὰ ἐ­λιᾶς κι ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἡ Ἰ­σμή­νη μᾶς ἔ­φε­ρε γλυ­κὰ κου­τα­λιοῦ, κα­ρυ­δά­κι κι ἀ­μύ­γδα­λο, κι ὅ­λο ρω­τοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ τοὺς φί­λους στὸ νη­σί, τί κά­νουν, ἂν με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά. Σχε­δὸν τριά­ντα πέν­τε χρό­νια δὲν κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν τὸν τό­πο τους καὶ μά­θαι­ναν τὰ νέ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πα­ροι­κί­ας καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση.

       Ἄρ­χι­σε τὸ δελ­τί­ο μὲ πρώ­τη εἴ­δη­ση τὶς συ­νο­μι­λί­ες, κά­τι γιὰ πρό­ο­δο καὶ τὶς δη­λώ­σεις τοῦ ἐκ­προ­σώ­που τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Τὰ νέ­α ποὺ μὲ σό­κα­ραν ἦ­ταν γιὰ τὶς κη­δεῖ­ες ἀ­γνο­ου­μέ­νων. Εἶ­χαν βρεῖ τὰ ὀ­στά τους σὲ ὁ­μα­δι­κὸ τά­φο, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­δει­χνε στὴν ὀ­θό­νη ἦ­ταν κά­τι σχε­δὸν ἄ­πρε­πο: Ἕ­νας κομ­μα­τάρ­χης στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐκ­φω­νοῦ­σε τὸν ἐ­πι­κή­δει­ο σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ τὴν ὥ­ρα τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Μι­λοῦ­σε μ’ ἕ­να ὕ­φος στομ­φῶ­δες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ρη­το­ρι­κὰ σχή­μα­τα μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς.

       Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νε­κροῦ, ὑ­πο­βα­στα­ζό­με­νη, μέ­σα σὲ λυγ­μούς, στε­κό­ταν πλά­ι στὸ φέ­ρε­τρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν δὲν ἦ­ταν ἕ­να μέ­τρο. Ἡ κραυ­γή της, «γι­έ μου!», δι­έ­κο­πτε κεί­νη τὴ βέ­βη­λη φω­νή. Τὸ μι­κρό, σχε­δὸν παι­δι­κό, φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴν κυ­πρια­κὴ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α, οἱ φαν­τά­ροι μὲ τὰ ὅ­πλα ὑ­πὸ μά­λης. Τὸ πρό­σω­πο τῆς ὑ­πέρ­γη­ρης μά­νας τοῦ νε­κροῦ μὲ τὴ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πο, τό­σα χρό­νια μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ δεῖ τὸ παι­δί της, κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γαν ὅ­λοι αὐ­τοί. Κι ἡ κό­ρη του, γύ­ρω στὰ τριά­ντα πέν­τε, εἶ­πε μό­νο δυ­ὸ λό­για στὸ τέ­λος, «δὲν σὲ γνώ­ρι­σα, ἀλ­λὰ τώ­ρα ξέ­ρω πῶς ἔ­γι­νε και για­τί ἔ­γι­νε αὐ­τὸ τὸ κα­κό».

       Κά­τι πῆ­γε νὰ πεῖ ὁ ξά­δερ­φος, τὸν ἔ­κο­ψε ἡ Ἰ­σμή­νη ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πράγ­μα­τα αὐ­τά.

       —Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸν γιὸ τῆς συν­νυ­φά­δας ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, ἔ­λε­γε, ἦ­ταν σάμ­πως σὲ προ­ε­κλο­γι­κὴ μά­ζω­ξη καὶ δὲν σε­βά­στη­καν τὴ γυ­ναί­κα του. Χρό­νια τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συγ­κεν­τρώ­σεις ὥ­σπου δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο καὶ πῆ­γε μό­νη της νὰ σκά­ψει τὸν τά­φο καὶ νὰ τὸν ξε­θά­ψει.


Θυ­μή­θη­κα στὴ Λευ­κω­σί­α, λί­γο προ­τοῦ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀγ­γλία.Ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ πρω­ὶ καὶ στὴν ἔ­ρη­μη λε­ω­φό­ρο κα­τέ­βαι­νε ἕ­να τζὶπ τοῦ στρα­τοῦ. Με­τέ­φε­ρε φέ­ρε­τρο ἀ­γνο­ου­μέ­νου μὲ δυ­ὸ φαν­τά­ρους ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν στὰ κα­θί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ εἰ­κό­να σὰν σὲ ται­νί­α. Κι οἱ νέ­οι, ποὺ συ­νό­δευ­αν τὴ σο­ρὸ στὸ τό­σο δὰ μι­κρὸ φέ­ρε­τρο, μὲ στο­λὴ ἀ­τσα­λά­κω­τη καὶ τὸ φου­λά­ρι στὸν λαι­μό, δὲν εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν δο­λο­φο­νή­θη­κε ὁ ἀ­γνο­ού­με­νος, ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ στὸν κα­τά­λο­γο τῶν νε­κρῶν μὲ τὴ μέ­θο­δο DΝΑ.

       Εἶ­ναι μῆ­νες τώ­ρα ποὺ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται ἡ κη­δεί­α τους μὲ μιὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α, τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια με­τά, σὰν νὰ συ­νέ­βη­σαν μό­λις χτὲς ὅ­λα αὐ­τά. Τί λαμ­πρό­τη­τα στὴν κη­δεί­α τοῦ Ἀγ­γλου στρα­τι­ώ­τη, ἡ αὐ­το­κι­νη­το­πομ­πή, οἱ ἐ­πί­ση­μοι κι ὁ κό­σμος ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὸν Τζέ­ημς σὰν νὰ μὴν εἶ­χε σκο­τω­θεῖ σὲ ξέ­νη χώ­ρα. Κι ἡ ἐ­ρη­μιὰ στὴν ὁ­δὸ Δη­μο­σθέ­νη Σε­βέ­ρη, ὅ­πως κα­τη­φό­ρι­ζε τὸ τζὶπ πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, σὰν πε­ρι­φο­ρὰ Ἐ­πι­τα­φί­ου χω­ρὶς ἄν­θη, σοῦ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση τρα­γι­κῆς πα­ρά­στα­σης χω­ρὶς τοὺς θε­α­τές, μὲ τὸν ἥ­λιο νὰ φω­τί­ζει ἀ­νε­λέ­η­τα αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό.


Μ’ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις ὁ Νέ­στο­ρας.

       — Ὥ­ρα νὰ πη­γαί­νου­με, εἶ­πε, προ­τοῦ νυ­χτώ­σει, ἔ­χου­με δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο.

       Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σα­με τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φύ­γα­με κά­πως στε­νο­χω­ρη­μέ­νοι μὲ ὅ­σα εἴ­χα­με δεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Στὴ σκέ­ψη μου ἔ­μει­ναν τὰ πρό­σω­πα τῶν δύ­ο μα­νά­δων, κα­μιὰ δι­α­φο­ρὰ στὴ θλί­ψη καὶ στὸν πό­νο κι ἄς εἶ­χαν χί­λι­ες δυ­ὸ δι­α­φο­ρὲς ὁ Εὐ­έλ­θων καὶ ὁ Τζέ­ημς. Ὁ πρῶ­τος δο­λο­φο­νή­θη­κε ἐν ψυ­χρῷ στὴ χώ­ρα του ἀ­πὸ ξέ­νους εἰ­σβο­λεῖς πρὶν τό­σα χρό­νια κι ὁ δεύ­τε­ρος πρὶν λί­γες μέ­ρες σὲ μιὰ ξέ­νη χώ­ρα.

       Στὸ αὐ­το­κί­νη­το ὁ φί­λος μοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ Τζέ­ημς ἔ­παι­ζε μπά­λα ἔ­φη­βος στὴν το­πι­κὴ ὁ­μά­δα, «ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο σέν­τερ φὸρ καὶ τὸν εἶ­χε βά­λει στὸ μά­τι ἡ Σέ­φιλντ Γι­ου­νά­ι­τεντ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πῆ­γε στὸν στρα­τό, ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ, κι ἅ­μα ἔ­παι­ζε μὲ τὴν ὁ­μά­δα τοῦ χω­ριοῦ κα­μιὰ Κυ­ρια­κή, ξε­σή­κω­νε τοὺς φι­λά­θλους μὲ τὶς ντρί­πλες του καὶ τὰ τέρ­μα­τα ποὺ ἔ­βα­ζε. Ὕ­στε­ρα τὸν ἔ­στει­λαν στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ σπά­νια μα­θαί­να­με νέ­α του».


Στὴν πτή­ση Χί­θρο­ου-Λάρ­να­κα δι­ά­βα­ζα ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κὸ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ψά­χνουν γιὰ ἀ­γνο­ού­με­νους κι ἄς ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ μέ­χρι σή­με­ρα ἑ­κα­τὸν τριά­ντα χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πι­νοι σκε­λε­τοὶ σὲ ὁ­μα­δι­κοὺς τά­φους. Δυ­ὸ ἀ­δερ­φές, παι­δά­κια τὸ 1936, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα πέν­τε χρό­νια ἐ­να­πό­θε­σαν στὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο τὰ ὀ­στὰ δι­κῶν τους ἀν­θρώ­πων ποὺ βρέ­θη­καν σ’ ἕ­να πη­γά­δι.

       Ἦρ­θε ἡ ἀ­ε­ρο­συ­νο­δὸς καὶ μοῦ ‘­φε­ρε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ζή­τη­σα. Φυλ­λο­με­τρών­τας βρῆ­κα τὴν εἴ­δη­ση γιὰ τὴν κη­δεί­α τῶν ἀ­γνο­ου­μέ­νων μὲ δύ­ο φω­το­γρα­φί­ες. Νέ­οι μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, φαί­νον­ταν ἀ­π’ τὸ ντύ­σι­μο καὶ τὸ χτέ­νι­σμα. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε ἄλ­λα ὀ­χτὼ ἀ­δέρ­φια κι ἦ­ταν ἔ­φε­δρος. Τὸν σκό­τω­σαν λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα τῆς εἰ­σβο­λῆς. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὸ κρα­νί­ο ἦ­ταν πιὰ βέ­βαι­ο, πέ­ραν πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὅ­τι εἶ­χε συλ­λη­φθεῖ αἰχ­μά­λω­τος. Στὴ φω­το­γρα­φί­α ἔ­γερ­νε κά­πως τὸ κε­φά­λι ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­πως συ­νή­θι­ζαν νὰ βγά­ζουν τό­τε τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἦ­ταν μό­λις εἴ­κο­σι τρι­ῶν χρο­νῶν κι εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ δύ­ο χρό­νια με­τὰ ποὺ ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν στρα­τό. Ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη εἴ­δη­ση στὴν τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα γιὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ βομ­βαρ­δι­σμοῦ τῆς Δρέσ­δης ἀ­πὸ τοὺς Συμ­μά­χους καὶ στὸ τέ­λος ἔ­γρα­φε πὼς στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τῆς πό­λης ἔ­βρι­σκαν σκε­λε­τοὺς καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια.


       Τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει. Ἀ­πὸ τὸ φι­νι­στρί­νι φαι­νό­ταν ἡ θά­λασ­σα τῆς Μόρ­φου κι ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ τοῦ Πεν­τα­δά­χτυ­λου. Τὸ νη­σὶ ἀ­νά­γλυ­φο, χω­ρὶς συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα, φαι­νό­ταν σὰν παι­γνί­δι. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοῦ νὰ προσ­δε­θοῦ­με. Ὅ­πως κα­τε­βαί­να­με, στὸ βά­θος ἔ­βλε­πες μι­κρο­σκο­πι­κὲς τὶς νέ­ες οἰ­κο­δο­μὲς ν’ ἁ­πλώ­νον­ται παν­τοῦ.


Θυ­μή­θη­κα τὸν στί­χο τοῦ Μπόρ­χες: Ἕ­να πράγ­μα μό­νο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἡ λή­θη. Κι ὕ­στε­ρα τὸν Τζέ­ημς. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­παί­ξει μπά­λα.



Πη­γή: Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).



		

	

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Τραγούδι



Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Τρα­γού­δι


ΡΑΤΑ στὸ χέ­ρι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ κου­βά, ἕ­να κον­τά­ρι κι ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ μοιά­ζει μὲ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα αὐ­το­κι­νή­του. Τὰ τζά­μια σου εἶ­ναι λε­ρω­μέ­να, μοῦ λέ­ει, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; Φυ­σά­ει σή­με­ρα, τοῦ λέ­ω, θὰ λε­ρω­θοῦν ἀ­μέ­σως ξα­νά. Τό­τε νὰ ‘ρθῶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή; μὲ ρω­τᾶ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ κα­λύ­τε­ρα, τοῦ λέ­ω. Εἶ­ναι κον­τός, μὲ σκοῦ­ρο πρό­σω­πο καὶ λα­δω­μέ­νο μαλ­λί, μαῦ­ρο κα­τρά­μι στρω­μέ­νο κα­λά, τὰ μά­τια του εἶ­ναι κί­τρι­να καὶ δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν πάν­τα τὸ χρῶ­μα τους. Μὴ βά­λεις ἄλ­λον, μοῦ λέ­ει, ἐ­γὼ θὰ τὰ κα­θα­ρί­σω, μό­νο πέν­τε εὐ­ρώ, ἔ­λα τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, τοῦ λέ­ω. Συ­νεν­νο­η­θή­κα­με μιὰ χα­ρά, ἂν καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του δὲν ἦ­ταν τό­σο κα­λά. Κα­θα­ρί­ζω καὶ τοῦ Τά­σου στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει. Δὲν ξέ­ρω κά­ποι­ον Τά­σο ἀ­πὸ τὸ Κιά­το, τοῦ λέ­ω. Ἔ­χει τὸ κα­φε­νεῖ­ο, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι του πῶς τοῦ κά­νει ὁ Τά­σος ὅ­ταν τὸν βλέ­πει. Σὲ σταυ­ρώ­νει, τοῦ λέ­ω, ὅ­πως σὲ σταύ­ρω­νε ἡ μά­να σου μι­κρό, ναί, μοῦ λέ­ει κι ἀ­μέ­σως με­τὰ μοῦ δεί­χνει μιὰ ἄλ­λη κί­νη­ση, σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει. Πρῶ­τα σὲ σταυ­ρώ­νει καὶ με­τὰ σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει. Για­τί τὰ κά­νει αὐ­τά; τοῦ λέω, δὲν ξέ­ρω, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει ξα­νά. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ ἄρ­γη­σε λί­γο, ἀλ­λὰ συ­νε­πής, εἶ­χε βρα­διά­σει, χτυ­πᾶ κι ἀ­νοί­γει ἐ­λα­φρῶς τὴν πόρ­τα, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; μοῦ λέ­ει, κα­θά­ρι­σέ τα, τοῦ λέ­ω. Πέ­ρα­σα κι ἀ­πὸ τὸν Τά­σο στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ ‘δεῖ­ξε γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα τὶς γνω­στὲς κι­νή­σεις τοῦ Τά­σου, γε­λα­στὸς πάν­τα, ἐ­γὼ δὲν ἔ­κα­να σχό­λιο για­τί τὰ εἴ­χα­με πεῖ αὐ­τά. Θὰ πά­ρω λί­γο νε­ρό, μοῦ λέ­ει, πά­ρε, τοῦ λέ­ω. Ἀ­κού­ω ἀ­πέ­ξω νὰ τρί­βει τὰ τζά­μια καὶ με­τὰ νὰ τὰ στε­γνώ­νει, ὅ­πως γρα­τσου­νά­ει ἡ γά­τα τὸ πορ­τό­φυλ­λο τὸ χει­μώ­να ποὺ κρυ­ώ­νει, δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, τέ­λει­ω­σα, μοῦ λέ­ει, ὁ­ρί­στε τὰ λε­φτά, τοῦ λέ­ω, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θά­ρι­ζε τὸ μαρ­μα­ρά­κι τῆς εἰ­σό­δου, μὴν πα­τή­σεις ἐ­δῶ, μοῦ λέ­ει, μέ­χρι νὰ στε­γνώ­σει. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μοῦ λέ­ει. Ἡ κί­νη­ση ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­χε ἀ­ραι­ώ­σει. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα καὶ βγῆ­κε. Ἀ­μέ­σως με­τὰ εἶ­πε ἕ­να τρα­γού­δι, στὴ γλώσ­σα του, ὄ­χι ὁ­λό­κλη­ρο, ἀλ­λὰ εἶ­πε με­ρι­κὰ λό­για καὶ νο­μί­ζω πὼς τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν ἕ­να εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­κό­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.



		

	

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Σωτήρης Δημητρίου: Ντιάλιθ΄ ἴμ, Χριστάκη

 


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου


Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη


ΠΟ ‘ΝΑ ΠΕΙΣΜΑ τὴν πῆ­ρε.

Δὲν τὸν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε, μὰ πέ­σαν νὰ τὸν φᾶ­νε οἱ δι­κοί του.

«Κα­λά, τό ’χα­σες τε­λεί­ως; Νὰ μπά­σου­με σπί­τι μας τὴν Ἀρβα­νί­τω, τὴν τέ­τοι­α, τὴν πάν­τοι­α;»

Ἰ­δί­ως οἱ ἀ­δερ­φές του ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές: «Σπί­τι μας δὲν μπαί­νει ἡ πα­λι­ο­σκι­πι­τάρ.»

       Βέ­βαι­α, πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὴ φυ­λε­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα τὶς πεί­ρα­ζε πού, ὅ­ταν ἔμ­παι­νε στὸ φοῦρ­νο τους, σὰν κά­τι νὰ ὀ­μόρ­φαι­νε.

        Στὸ φοῦρ­νο λοι­πὸν τὴ γνώ­ρι­σε.

        Γε­ρή, νο­στι­μού­λα — ἔ, θεό­φτω­χη ἦ­ταν μὰ τά ’χε πε­ρα­σμέ­να κι αὐ­τὸς τὰ τριά­ντα πέν­τε.

        Δὲν μπῆ­κε σὲ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ κο­πέ­λα, μπῆ­κε σὲ φι­δο­φω­λιά. Μοῦ­τρα, μι­σό­λο­γα, ξε­θέ­ω­μα στὶς δου­λει­ές, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­κα­νε τὸ πεῖ­σμα ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Βο­λεύ­τη­κε. Τέρ­μα.

        «Καὶ νὰ τ’ ἀ­φή­σεις αὐ­τὰ τὰ μὶρ καὶ τὰ μίρ. Δὲν εἶ­ναι Ἀρ­βα­νι­τιὰ ἐ­δῶ. Μπῆ­κες σὲ σπί­τι ρύ­ζι κα­ρο­λί­να. Τά ’κου­σες; Σὲ κά­να­με ἄν­θρω­πο.»

        Τό­σο πο­λὺ τὴν ἐ­φό­βι­σαν πού, σὰν τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­κά­λε­στη κα­μιὰ λέ­ξη ἀ­π’ τὴν ψυ­χὴ στὰ χεί­λη, προ­λά­βαι­νε καὶ χτύ­πα­γε δυ­να­τὰ μὲ τὴ χού­φτα της τὸ στό­μα.

        Τὴ μά­να της εἶ­χε μο­νά­χα. Βρῆ­καν τρό­πο οἱ ἀ­δερ­φὲς νὰ τὶς ξε­σμί­ξουν.

        «Ἔρ­δε πρά­πε, μά­να» ἔ­λε­γαν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ταν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­παν.

        Μὲ τὸ σύ­ζυ­γο ἡ ἐ­πα­φὴ ἦ­ταν μο­νά­χα σὰν τὴν πλά­κω­νε μὲ τὸ κε­φά­λι μό­νι­μα πά­νω ἀ­π’ τὸ δι­κό της νὰ τὴν τρυ­πά­ει μὲ τὸ πι­γού­νι του. Ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος, καὶ ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Τὴν ἔ­παιρ­νε ἀ­π’ τὶς τρεῖς τὸ πρω­ὶ στὸ φοῦρ­νο. Κα­τό­πι στὸ σπί­τι νὰ τοὺς πε­ρε­τεύ­ει ὅ­λους. Τό ‘­ρι­ξε τὸ παι­δί.

        Τό­τε εἶ­ναι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν τί ἔ­λε­γαν: «Ἐ­πί­τη­δες, ἡ πα­λιοβρό­μα, ποιός ξέ­ρει τί ἔ­κα­νε!» καὶ «Ὅ­ταν σ’ τὰ λέ­γα­με ἐ­μεῖς!»

        Ποῦ νὰ ξε­σπά­σει κι αὐ­τός, σή­κω­σε χέ­ρι καὶ τὸ κα­θι­έ­ρω­σε. Τὸ ψω­μὶ ἅρ­πα­ζε, τὸ κορ­μί της τὸ πλή­ρω­νε.

        Ξα­νάμεινε ἔγ­κυ­ος καὶ πα­ρα­κά­λα­γε νυ­χτο­ή­με­ρα τὸ Θε­ὸ νὰ γεν­νή­σει κα­λὰ γιὰ νὰ τοὺς ἡ­με­ρέ­ψει.

        Κα­θά­ρι­σε κι ἕ­να χῶ­ρο στὴν καρ­διά της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ φούρ­νους κι ἀ­δερ­φές. Κα­θά­ρι­σε τὸ χῶ­ρο κι ἔ­βα­λε καὶ τὴν Πα­να­γί­α μέ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σει. Δὲ γνώ­ρι­ζε ἄλ­λον τρό­πο οὔ­τε εἶ­χε ἄλ­λον ἄν­θρω­πο.

        Ἡ μά­να της ἐρ­χό­ταν ἀ­ραι­ά, κα­θό­ταν σι­ω­πη­λὴ κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα.

        Κά­πο­τε πῆ­γε νὰ τῆς μι­λή­σει, καὶ τὴν ἔ­κο­ψε.

        «Βου­βά­σου, ἔ­χεις ἄν­τρα, χόρ­τα­σες ψω­μί.»

        Γέν­νη­σε, μὰ οὔ­τε ἡ καρ­διά της οὔ­τε ἡ Πα­να­γί­α νί­κη­σαν τὸ φοῦρ­νο καὶ τὸ τσα­λα­πά­τη­μα.

        Γέν­νη­σε ἄρ­ρω­στο παι­δί. Μογ­γο­λι­κό.

        Τό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἐ­χθρό­τη­τα. Οὔ­τε κου­βέν­τα πιά, καὶ τὴν πιὸ ἄ­χρω­μη!

        Μο­νά­χα τὴν κοί­τα­ζαν, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, για­τὶ ἔ­νι­ω­θε τὸ κορ­μί της νὰ φο­βᾶ­ται καὶ νά ’ναι σὲ ἄ­μυ­να.

        Ἔ­φτα­νε ἡ νύ­χτα νὰ πλα­γιά­σουν, κι ἔ­τρε­με σὰν πλά­για­ζε καὶ κεῖ­νος. Δὲν τῆς εἶ­πε λέ­ξη γιὰ τὸ παι­δί, καὶ νό­μι­ζε πὼς θὰ τὴν κό­ψει χί­λια κομ­μά­τια. Κά­θε βρά­δυ αὐ­τὸ πε­ρί­με­νε. Ἐν­τέ­λει, τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του. Τοὺς ἔ­δω­σαν, σ’ αὐ­τὴ καὶ τὸ παι­δί, μιὰ κά­μα­ρη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐρ­χό­ταν καὶ τὴ βά­τευ­ε γρή­γο­ρα.

        Ἂν δὲν εἶ­χε κεῖ­νο τὸ ἄρ­ρω­στο πλά­σμα, θὰ τρε­λαι­νό­ταν, θὰ σκο­τω­νό­ταν. Λὲς καὶ τό ’νι­ω­θε τὸ νή­πιο, τὴν ἔσφιγ­γε μὲ δύ­να­μη ἄν­τρα, ἀ­πὸ τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀγ­κά­λια­σμα βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριά. Ἀ­χώ­ρι­στοι.

        Ὁ τρό­μος ὅ­μως, μέ­σα της. Ὅ­ταν, σπά­νια, ἦ­ταν μο­νά­χοι στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε νὰ τοῦ τρα­γου­δή­σει στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, κι ὅ­λο καὶ χω­νό­ταν κά­να μου­σού­δι ἀ­π’ τὴν πόρ­τα καὶ τὴ σού­φλι­ζε μὲ τὰ μά­τια.

        Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, τά ‘­θα­ψε ὅ­λα μέ­σα της: τὰ μι­κρά της χρό­νια, τὴν ἀ­γά­πη, τὶς φι­λε­νά­δες. Ἔ­θα­ψε τὶς τρε­χά­λες, τὰ πε­ζού­λια, τὶς μυ­γδα­λι­ές. Ἔ­θα­ψε βλέμ­μα­τα πο­νε­μέ­να, γε­λού­με­να· βλέμ­μα­τα, βλέμ­μα­τα καὶ χεί­λη. Ἔ­θα­ψε τὴ γλώσ­σα.

        Ἔ­μει­νε μο­νά­χα ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­λα­φι­α­σμέ­νο πού ‘­θε­λε τὸ γιό της.

        Με­γά­λω­νε καὶ δὲν ἔ­κα­νε βῆ­μα ἀ­πὸ κον­τά της. Τὸν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω σε κρυ­φούς, σκο­τει­νοὺς δρό­μους, μὰ τοὺς μυ­ρί­ζον­ταν τὰ παι­διὰ κι ἔρ­χον­ταν κομ­πα­νί­α ἀ­πὸ πί­σω, μὲ πέ­τρες καὶ κο­ρο­ϊ­δί­ες.

        Ὁ Χρι­στά­κης ἦ­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω ἀ­φύ­σι­κα χον­τρός. Τὸν βά­φτι­σαν «φο­ρά­δα», κι ἐ­πει­δὴ τραύ­λι­ζε πο­λὺ ψι­λά, νύ­χτα μέ­ρα ἄ­κου­γε ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες παι­δι­κὲς φω­νές, κα­μιὰ φο­ρὰ κι ἀ­πὸ με­γά­λους: «φο­ρά­δα, φο­ρά­δα».

        Ἔ­βγα­λε κι αὐ­τό, σὰν με­γά­λω­σε, ζάν­τζες καὶ πα­ρά­ξε­να φερ­σί­μα­τα. Ἔ­βλε­πε κο­ρι­τσά­κια καὶ κα­τέ­βα­ζε τὰ παν­τε­λό­νια του. Ἀ­κό­μα καὶ σ’ αὐ­τὴν τὸ ἀγ­κά­λια­σμά του ἄλ­λα­ξε. Στρι­φογύ­ρι­ζε, πι­ε­στά, τὰ ὄρ­γα­νά του στὸ κορ­μί της.

        Πά­λευ­ε, πά­λευ­ε.

      Θυ­μό­ταν πάν­τα ποὺ οἱ για­τροὶ εἶ­παν, σὰν γεν­νή­θη­κε, πὼς θὰ πε­θά­νει σὲ κά­ποι­α «με­τε­φη­βεί­α». Τὴν πε­ρί­με­νε, πό­τε σὰν τὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ ποὺ θὰ τὴν ἀ­φα­νί­σει καὶ πό­τε μὲ προ­σμο­νὴ γιὰ νὰ γλι­τώ­σει πιὸ πο­λὺ αὐ­τό.

        Πράγ­μα­τι ἀρ­ρώ­στη­σε, κι ὅ­λος ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος, ἡ «φο­ρά­δα», τα­χύ­τα­τα ἔ­μει­νε σὰν τσά­κι­νο.

        Πέ­θα­νε. Μέ­χρι νὰ τὸ πᾶν στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα.

        Μό­νο στὸ μυα­λό της ἐρ­χό­ταν συ­νε­χῶς πώς, σὰν γέν­νη­σε τὸ ἄρ­ρω­στο, χά­ρη­κε ἀ­πὸ μιὰ με­ριὰ γι’ αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­πού­στη ποὺ τῆς χά­λα­σε τὴ ζω­ή. Θυ­μό­ταν ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ ζη­τοῦ­σε νὰ πε­θά­νει καὶ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα συ­νε­χῶς πὼς δὲν τοῦ τρα­γού­δη­σε πο­τὲ στὴ γλώσ­σα τους, δὲ γι­ό­μι­σε λι­γά­κι τὴν ψυ­χή του μ’ αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σαν, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν, νὰ τὴ γι­ο­μί­σουν.

        Στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ξέ­σπα­σε.

        Ἔ­πε­σε στὸν τά­φο κι ἀ­λά­λα­ζε στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, λό­για ἀ­γά­πης, ἀ­να­θέ­μα­τα, να­νου­ρί­σμα­τα.


        Ντιά­λι­θ’ ­ἴμ, Χρι­στά­κη μου, ντι­ά­λι­θ’ ­ἲμ

        λοῦ­λε ἒ στου­πίς, ὀρ­φα­νό μου, λοῦ­λε

        οὒ ἒ ζέ­ζα μὲ τοὺς πα­λι­αν­θρώ­πους.

        Ἄχ! χού­να ἴ­με, μοῦ σπό­βε σπίρ­τιν τῆς μαύ­ρης.


        Κύ­μα­τα κόκ­κι­να πά­φλα­ζαν στὰ σω­θι­κά της οἱ λέ­ξεις κι ἀ­νέ­βαι­ναν στὸ λαι­μὸ νὰ τὴν πνί­ξουν.

        Λι­βά­δια, μαρ­γα­ρί­τες, νύ­χτες καὶ μα­τά­κια, ὄ­νει­ρα τῆς νι­ό­της, θαμ­ποὶ χει­μῶ­νες, πό­νοι πε­ρα­σμέ­νοι, χα­μέ­νοι ἥ­λιοι, μα­νού­σια καὶ πρω­το­βρό­χια, τρυ­φε­ρά, λὲς γιὰ πα­ρη­γο­ριά, τῆς ἄ­λε­θαν τὰ σπλά­χνα, οἱ εἰ­κό­νες, οἱ λέ­ξεις.

        Μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο τοῦ πό­νου, πρώ­τη της φο­ρὰ ἔ­νι­ω­θε, με­τὰ ἀ­πὸ νε­κρά, ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­να χρό­νια, πὼς ζοῦ­σε.

        Ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἀ­νά­σα κι ἄρ­χι­ζε. Ἔ­λε­γε, ἔ­λε­γε. Πο­τά­μι. Λύ­θη­κε τὸ κορ­μί της. Χτύ­πα­γε πα­λα­μά­κια, πό­τε μ’ ἄ­φα­το θυ­μὸ καὶ πό­τε μὲ τρε­λὴ χα­ρά.


        Ζού­μουρ, πε­ρι­στέ­ρι μου, λοῦ­λε ἒ στου­πὶς

        οὒ ἒ ζέ­ζα, ποὺ δὲ σὲ χόρ­τα­σα φι­λί.

        Ἔ­μει­να ἐ­σκρέ­τα μὲς στοὺς λύ­κους.

        Ντι­ά­λι­θ’ ἴμ, προ­στά­τη μου, μ’ ἄ­φη­σες μο­νά­χη.


        Ἔ­παιρ­νε χώ­μα­τα καὶ πέ­τρες ἀ­π’ τὸν τά­φο καὶ τὰ πέ­τα­γε στὶς ἀ­δερ­φές, στὸν κό­σμο, στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­λε­γε καὶ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες.

        Τῆς ἔ­φυ­γε τε­λεί­ως ὁ φό­βος καὶ τὴν κα­τέ­κλυ­σαν ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Βρῆ­καν τρό­πο καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σὲ ἵ­δρυ­μα.



Πηγή: Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993), Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011) κ.ἄ.