Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου: Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη



Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη

 

ΟΙΤΟΥΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἕ­να γύ­ρω ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ τῶν αὐ­το­κι­νή­των στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν κλεί­σει τὰ μα­γα­ζιὰ ἀ­πὸ νω­ρὶς κι ὅ­λοι ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν τὸν στρα­τι­ώ­τη ποὺ σκο­τώ­θη­κε στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ τὸν ἔ­φε­ραν στὸ χω­ριὸ ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, ὅ­που εἶ­χε γί­νει στὸν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ἡ νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α.

       — Ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀν­θρα­κω­ρύ­χων. Δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα κι ὅ­ταν βρέ­θη­κε στὸν στρα­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε κἄν ποῦ βρι­σκό­ταν αὐ­τὴ ἡ χώ­ρα, μοῦ ‘­λεγε ὁ Νέ­στο­ρας ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­δί. Ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ στὸ μα­γα­ζί μου κι ἀ­γό­ρα­ζε φρέ­σκο ψά­ρι.

       Στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο ἡ πομ­πὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ νε­κροῦ, εἶ­πε δυ­ὸ λό­για ἕ­νας κύ­ριος. Ἄρ­χι­σε νὰ ψι­χα­λί­ζει, πῆ­ραν τὸν δρό­μο γιὰ τὸ κοι­μη­τή­ριο. Ἦ­ταν κά­τι πι­τσι­ρί­κια, πῆ­γαν κον­τὰ στὴ νε­κρο­φό­ρα καὶ κοι­τοῦ­σαν τὸ φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴ ση­μαί­α. Κι ἄλ­λες ση­μαῖ­ες ἀ­νέ­μι­ζαν στὰ σπί­τια τρι­γύ­ρω. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε πιὰ τὸν ἥ­ρω­ά του, ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ κά­θε χώ­ρα σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις. Τὸ πέν­θος τῶν ξέ­νων μᾶς φαί­νε­ται ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Σὲ ἄλ­λη χώ­ρα ξέ­νοι κι ἐ­μεῖς, δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τί σή­μαι­νε γιὰ ἕ­να χω­ριό, χα­μέ­νο κι ἀ­π’ τοὺς χάρ­τες τῆς Ἀγ­γλί­ας, ὁ ἀ­πο­τρό­παι­ος θά­να­τος ἑ­νὸς νέ­ου στὰ βά­θη τῆς Ἀ­σί­ας. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὶς μπυ­ρα­ρί­ες, τὶς πὰμπ καὶ τὴν ὁ­μί­χλη ποὺ σκέ­πα­ζε τοὺς λό­φους, τὰ δέν­τρα καὶ τὴ λί­μνη γύ­ρω. Νύ­χτω­νε.

       — Κρί­μα στὴ μά­να του, ἔ­κα­νε ὁ Νέ­στο­ρας. Πέ­ρα­σε πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Μό­λις ποὺ ἔ­βγαι­νε ἡ φω­νή της κι ἡ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πό της, ἐ­νό­σω πε­ρί­με­νε νὰ ἑ­τοι­μά­σω τὴν πα­ραγ­γε­λί­α, φα­νέ­ρω­νε ἄν­θρω­πο χω­ρὶς πιὰ προ­ο­ρι­σμό. Ἔ­νι­ω­σα μιὰ λύ­πη νὰ μὲ δέρ­νει.


Φύ­γα­με γιὰ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Θυ­μή­θη­κα τὰ μπλό­κα ἐ­πὶ Θά­τσερ, τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα καὶ τὴν ἀ­περ­γί­α τους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ σπά­σουν. Πρὶν χρό­νια ἐρ­χό­μα­σταν ἀ­πὸ τὸ Λον­δί­νο, με­τὰ τὸ Λέ­στερ, κον­τὰ με­σά­νυ­χτα καὶ τὰ μπου­λού­κια τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν στα­μα­τοῦ­σαν τ’ αὐ­το­κί­νη­τα γιὰ ἔ­ρευ­να, ὅ­πως πα­λι­ό­τε­ρα στὴν Κύ­προ. Καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἡ με­γά­λη δι­α­δή­λω­ση τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα κι ὁ κό­σμος ποὺ τοὺς ἔ­δι­νε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξουν. Κι ὁ Κύ­πριος ποὺ κά­θε μέ­ρα τοὺς ἔ­δι­νε τρό­φι­μα. Ὥ­σπου μὲ τὸν και­ρὸ τοὺς λύ­γι­σαν καὶ σή­με­ρα ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὰ ἀν­θρα­κω­ρυ­χεῖ­α, λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, δε­σπό­ζει τὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο «Μέ­το­χο», κι ὁ Τζέ­ημς ἔ­γι­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ χω­ριοῦ.


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ Μπέρ­μιγ­χαμ νὰ δοῦ­με ἕ­ναν συγ­γε­νῆ. Μᾶς ἔ­κα­ναν τὸ τρα­πέ­ζι, εἶ­χε μουσακά, κου­πέ­πια κι ἄλ­λες λι­χου­δι­ὲς κυ­πρια­κές.Ὕ­στε­ρα κα­θί­σα­με στὸ σα­λό­νι νὰ δοῦ­με τὶς εἰ­δή­σεις στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὴ δο­ρυ­φο­ρι­κή.

       Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ξα­δέρ­φου ἦ­ταν ἀ­πό ‘­να χω­ριὸ τῆς Καρ­πα­σί­ας καὶ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς πα­ρα­δό­σεις. Στὸν τοῖ­χο ἀ­πέ­ναν­τί μας εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο κά­δρο μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Μα­κά­ριου καὶ τοῦ Αὐ­ξεν­τί­ου. Πιὸ κά­τω, σὲ κέν­τη­μα, ἡ Κύ­προς ποὺ τὴν πλαι­σί­ω­ναν κλα­διὰ ἐ­λιᾶς κι ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἡ Ἰ­σμή­νη μᾶς ἔ­φε­ρε γλυ­κὰ κου­τα­λιοῦ, κα­ρυ­δά­κι κι ἀ­μύ­γδα­λο, κι ὅ­λο ρω­τοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ τοὺς φί­λους στὸ νη­σί, τί κά­νουν, ἂν με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά. Σχε­δὸν τριά­ντα πέν­τε χρό­νια δὲν κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν τὸν τό­πο τους καὶ μά­θαι­ναν τὰ νέ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πα­ροι­κί­ας καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση.

       Ἄρ­χι­σε τὸ δελ­τί­ο μὲ πρώ­τη εἴ­δη­ση τὶς συ­νο­μι­λί­ες, κά­τι γιὰ πρό­ο­δο καὶ τὶς δη­λώ­σεις τοῦ ἐκ­προ­σώ­που τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Τὰ νέ­α ποὺ μὲ σό­κα­ραν ἦ­ταν γιὰ τὶς κη­δεῖ­ες ἀ­γνο­ου­μέ­νων. Εἶ­χαν βρεῖ τὰ ὀ­στά τους σὲ ὁ­μα­δι­κὸ τά­φο, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­δει­χνε στὴν ὀ­θό­νη ἦ­ταν κά­τι σχε­δὸν ἄ­πρε­πο: Ἕ­νας κομ­μα­τάρ­χης στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐκ­φω­νοῦ­σε τὸν ἐ­πι­κή­δει­ο σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ τὴν ὥ­ρα τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Μι­λοῦ­σε μ’ ἕ­να ὕ­φος στομ­φῶ­δες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ρη­το­ρι­κὰ σχή­μα­τα μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς.

       Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νε­κροῦ, ὑ­πο­βα­στα­ζό­με­νη, μέ­σα σὲ λυγ­μούς, στε­κό­ταν πλά­ι στὸ φέ­ρε­τρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν δὲν ἦ­ταν ἕ­να μέ­τρο. Ἡ κραυ­γή της, «γι­έ μου!», δι­έ­κο­πτε κεί­νη τὴ βέ­βη­λη φω­νή. Τὸ μι­κρό, σχε­δὸν παι­δι­κό, φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴν κυ­πρια­κὴ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α, οἱ φαν­τά­ροι μὲ τὰ ὅ­πλα ὑ­πὸ μά­λης. Τὸ πρό­σω­πο τῆς ὑ­πέρ­γη­ρης μά­νας τοῦ νε­κροῦ μὲ τὴ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πο, τό­σα χρό­νια μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ δεῖ τὸ παι­δί της, κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γαν ὅ­λοι αὐ­τοί. Κι ἡ κό­ρη του, γύ­ρω στὰ τριά­ντα πέν­τε, εἶ­πε μό­νο δυ­ὸ λό­για στὸ τέ­λος, «δὲν σὲ γνώ­ρι­σα, ἀλ­λὰ τώ­ρα ξέ­ρω πῶς ἔ­γι­νε και για­τί ἔ­γι­νε αὐ­τὸ τὸ κα­κό».

       Κά­τι πῆ­γε νὰ πεῖ ὁ ξά­δερ­φος, τὸν ἔ­κο­ψε ἡ Ἰ­σμή­νη ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πράγ­μα­τα αὐ­τά.

       —Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸν γιὸ τῆς συν­νυ­φά­δας ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, ἔ­λε­γε, ἦ­ταν σάμ­πως σὲ προ­ε­κλο­γι­κὴ μά­ζω­ξη καὶ δὲν σε­βά­στη­καν τὴ γυ­ναί­κα του. Χρό­νια τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συγ­κεν­τρώ­σεις ὥ­σπου δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο καὶ πῆ­γε μό­νη της νὰ σκά­ψει τὸν τά­φο καὶ νὰ τὸν ξε­θά­ψει.


Θυ­μή­θη­κα στὴ Λευ­κω­σί­α, λί­γο προ­τοῦ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀγ­γλία.Ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ πρω­ὶ καὶ στὴν ἔ­ρη­μη λε­ω­φό­ρο κα­τέ­βαι­νε ἕ­να τζὶπ τοῦ στρα­τοῦ. Με­τέ­φε­ρε φέ­ρε­τρο ἀ­γνο­ου­μέ­νου μὲ δυ­ὸ φαν­τά­ρους ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν στὰ κα­θί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ εἰ­κό­να σὰν σὲ ται­νί­α. Κι οἱ νέ­οι, ποὺ συ­νό­δευ­αν τὴ σο­ρὸ στὸ τό­σο δὰ μι­κρὸ φέ­ρε­τρο, μὲ στο­λὴ ἀ­τσα­λά­κω­τη καὶ τὸ φου­λά­ρι στὸν λαι­μό, δὲν εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν δο­λο­φο­νή­θη­κε ὁ ἀ­γνο­ού­με­νος, ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ στὸν κα­τά­λο­γο τῶν νε­κρῶν μὲ τὴ μέ­θο­δο DΝΑ.

       Εἶ­ναι μῆ­νες τώ­ρα ποὺ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται ἡ κη­δεί­α τους μὲ μιὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α, τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια με­τά, σὰν νὰ συ­νέ­βη­σαν μό­λις χτὲς ὅ­λα αὐ­τά. Τί λαμ­πρό­τη­τα στὴν κη­δεί­α τοῦ Ἀγ­γλου στρα­τι­ώ­τη, ἡ αὐ­το­κι­νη­το­πομ­πή, οἱ ἐ­πί­ση­μοι κι ὁ κό­σμος ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὸν Τζέ­ημς σὰν νὰ μὴν εἶ­χε σκο­τω­θεῖ σὲ ξέ­νη χώ­ρα. Κι ἡ ἐ­ρη­μιὰ στὴν ὁ­δὸ Δη­μο­σθέ­νη Σε­βέ­ρη, ὅ­πως κα­τη­φό­ρι­ζε τὸ τζὶπ πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, σὰν πε­ρι­φο­ρὰ Ἐ­πι­τα­φί­ου χω­ρὶς ἄν­θη, σοῦ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση τρα­γι­κῆς πα­ρά­στα­σης χω­ρὶς τοὺς θε­α­τές, μὲ τὸν ἥ­λιο νὰ φω­τί­ζει ἀ­νε­λέ­η­τα αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό.


Μ’ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις ὁ Νέ­στο­ρας.

       — Ὥ­ρα νὰ πη­γαί­νου­με, εἶ­πε, προ­τοῦ νυ­χτώ­σει, ἔ­χου­με δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο.

       Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σα­με τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φύ­γα­με κά­πως στε­νο­χω­ρη­μέ­νοι μὲ ὅ­σα εἴ­χα­με δεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Στὴ σκέ­ψη μου ἔ­μει­ναν τὰ πρό­σω­πα τῶν δύ­ο μα­νά­δων, κα­μιὰ δι­α­φο­ρὰ στὴ θλί­ψη καὶ στὸν πό­νο κι ἄς εἶ­χαν χί­λι­ες δυ­ὸ δι­α­φο­ρὲς ὁ Εὐ­έλ­θων καὶ ὁ Τζέ­ημς. Ὁ πρῶ­τος δο­λο­φο­νή­θη­κε ἐν ψυ­χρῷ στὴ χώ­ρα του ἀ­πὸ ξέ­νους εἰ­σβο­λεῖς πρὶν τό­σα χρό­νια κι ὁ δεύ­τε­ρος πρὶν λί­γες μέ­ρες σὲ μιὰ ξέ­νη χώ­ρα.

       Στὸ αὐ­το­κί­νη­το ὁ φί­λος μοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ Τζέ­ημς ἔ­παι­ζε μπά­λα ἔ­φη­βος στὴν το­πι­κὴ ὁ­μά­δα, «ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο σέν­τερ φὸρ καὶ τὸν εἶ­χε βά­λει στὸ μά­τι ἡ Σέ­φιλντ Γι­ου­νά­ι­τεντ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πῆ­γε στὸν στρα­τό, ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ, κι ἅ­μα ἔ­παι­ζε μὲ τὴν ὁ­μά­δα τοῦ χω­ριοῦ κα­μιὰ Κυ­ρια­κή, ξε­σή­κω­νε τοὺς φι­λά­θλους μὲ τὶς ντρί­πλες του καὶ τὰ τέρ­μα­τα ποὺ ἔ­βα­ζε. Ὕ­στε­ρα τὸν ἔ­στει­λαν στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ σπά­νια μα­θαί­να­με νέ­α του».


Στὴν πτή­ση Χί­θρο­ου-Λάρ­να­κα δι­ά­βα­ζα ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κὸ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ψά­χνουν γιὰ ἀ­γνο­ού­με­νους κι ἄς ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ μέ­χρι σή­με­ρα ἑ­κα­τὸν τριά­ντα χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πι­νοι σκε­λε­τοὶ σὲ ὁ­μα­δι­κοὺς τά­φους. Δυ­ὸ ἀ­δερ­φές, παι­δά­κια τὸ 1936, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα πέν­τε χρό­νια ἐ­να­πό­θε­σαν στὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο τὰ ὀ­στὰ δι­κῶν τους ἀν­θρώ­πων ποὺ βρέ­θη­καν σ’ ἕ­να πη­γά­δι.

       Ἦρ­θε ἡ ἀ­ε­ρο­συ­νο­δὸς καὶ μοῦ ‘­φε­ρε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ζή­τη­σα. Φυλ­λο­με­τρών­τας βρῆ­κα τὴν εἴ­δη­ση γιὰ τὴν κη­δεί­α τῶν ἀ­γνο­ου­μέ­νων μὲ δύ­ο φω­το­γρα­φί­ες. Νέ­οι μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, φαί­νον­ταν ἀ­π’ τὸ ντύ­σι­μο καὶ τὸ χτέ­νι­σμα. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε ἄλ­λα ὀ­χτὼ ἀ­δέρ­φια κι ἦ­ταν ἔ­φε­δρος. Τὸν σκό­τω­σαν λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα τῆς εἰ­σβο­λῆς. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὸ κρα­νί­ο ἦ­ταν πιὰ βέ­βαι­ο, πέ­ραν πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὅ­τι εἶ­χε συλ­λη­φθεῖ αἰχ­μά­λω­τος. Στὴ φω­το­γρα­φί­α ἔ­γερ­νε κά­πως τὸ κε­φά­λι ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­πως συ­νή­θι­ζαν νὰ βγά­ζουν τό­τε τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἦ­ταν μό­λις εἴ­κο­σι τρι­ῶν χρο­νῶν κι εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ δύ­ο χρό­νια με­τὰ ποὺ ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν στρα­τό. Ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη εἴ­δη­ση στὴν τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα γιὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ βομ­βαρ­δι­σμοῦ τῆς Δρέσ­δης ἀ­πὸ τοὺς Συμ­μά­χους καὶ στὸ τέ­λος ἔ­γρα­φε πὼς στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τῆς πό­λης ἔ­βρι­σκαν σκε­λε­τοὺς καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια.


       Τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει. Ἀ­πὸ τὸ φι­νι­στρί­νι φαι­νό­ταν ἡ θά­λασ­σα τῆς Μόρ­φου κι ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ τοῦ Πεν­τα­δά­χτυ­λου. Τὸ νη­σὶ ἀ­νά­γλυ­φο, χω­ρὶς συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα, φαι­νό­ταν σὰν παι­γνί­δι. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοῦ νὰ προσ­δε­θοῦ­με. Ὅ­πως κα­τε­βαί­να­με, στὸ βά­θος ἔ­βλε­πες μι­κρο­σκο­πι­κὲς τὶς νέ­ες οἰ­κο­δο­μὲς ν’ ἁ­πλώ­νον­ται παν­τοῦ.


Θυ­μή­θη­κα τὸν στί­χο τοῦ Μπόρ­χες: Ἕ­να πράγ­μα μό­νο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἡ λή­θη. Κι ὕ­στε­ρα τὸν Τζέ­ημς. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­παί­ξει μπά­λα.



Πη­γή: Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).


			

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Τραγούδι



Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Τρα­γού­δι


ΡΑΤΑ στὸ χέ­ρι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ κου­βά, ἕ­να κον­τά­ρι κι ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ μοιά­ζει μὲ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα αὐ­το­κι­νή­του. Τὰ τζά­μια σου εἶ­ναι λε­ρω­μέ­να, μοῦ λέ­ει, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; Φυ­σά­ει σή­με­ρα, τοῦ λέ­ω, θὰ λε­ρω­θοῦν ἀ­μέ­σως ξα­νά. Τό­τε νὰ ‘ρθῶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή; μὲ ρω­τᾶ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ κα­λύ­τε­ρα, τοῦ λέ­ω. Εἶ­ναι κον­τός, μὲ σκοῦ­ρο πρό­σω­πο καὶ λα­δω­μέ­νο μαλ­λί, μαῦ­ρο κα­τρά­μι στρω­μέ­νο κα­λά, τὰ μά­τια του εἶ­ναι κί­τρι­να καὶ δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν πάν­τα τὸ χρῶ­μα τους. Μὴ βά­λεις ἄλ­λον, μοῦ λέ­ει, ἐ­γὼ θὰ τὰ κα­θα­ρί­σω, μό­νο πέν­τε εὐ­ρώ, ἔ­λα τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, τοῦ λέ­ω. Συ­νεν­νο­η­θή­κα­με μιὰ χα­ρά, ἂν καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του δὲν ἦ­ταν τό­σο κα­λά. Κα­θα­ρί­ζω καὶ τοῦ Τά­σου στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει. Δὲν ξέ­ρω κά­ποι­ον Τά­σο ἀ­πὸ τὸ Κιά­το, τοῦ λέ­ω. Ἔ­χει τὸ κα­φε­νεῖ­ο, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι του πῶς τοῦ κά­νει ὁ Τά­σος ὅ­ταν τὸν βλέ­πει. Σὲ σταυ­ρώ­νει, τοῦ λέ­ω, ὅ­πως σὲ σταύ­ρω­νε ἡ μά­να σου μι­κρό, ναί, μοῦ λέ­ει κι ἀ­μέ­σως με­τὰ μοῦ δεί­χνει μιὰ ἄλ­λη κί­νη­ση, σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει. Πρῶ­τα σὲ σταυ­ρώ­νει καὶ με­τὰ σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει. Για­τί τὰ κά­νει αὐ­τά; τοῦ λέω, δὲν ξέ­ρω, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει ξα­νά. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ ἄρ­γη­σε λί­γο, ἀλ­λὰ συ­νε­πής, εἶ­χε βρα­διά­σει, χτυ­πᾶ κι ἀ­νοί­γει ἐ­λα­φρῶς τὴν πόρ­τα, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; μοῦ λέ­ει, κα­θά­ρι­σέ τα, τοῦ λέ­ω. Πέ­ρα­σα κι ἀ­πὸ τὸν Τά­σο στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ ‘δεῖ­ξε γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα τὶς γνω­στὲς κι­νή­σεις τοῦ Τά­σου, γε­λα­στὸς πάν­τα, ἐ­γὼ δὲν ἔ­κα­να σχό­λιο για­τί τὰ εἴ­χα­με πεῖ αὐ­τά. Θὰ πά­ρω λί­γο νε­ρό, μοῦ λέ­ει, πά­ρε, τοῦ λέ­ω. Ἀ­κού­ω ἀ­πέ­ξω νὰ τρί­βει τὰ τζά­μια καὶ με­τὰ νὰ τὰ στε­γνώ­νει, ὅ­πως γρα­τσου­νά­ει ἡ γά­τα τὸ πορ­τό­φυλ­λο τὸ χει­μώ­να ποὺ κρυ­ώ­νει, δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, τέ­λει­ω­σα, μοῦ λέ­ει, ὁ­ρί­στε τὰ λε­φτά, τοῦ λέ­ω, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θά­ρι­ζε τὸ μαρ­μα­ρά­κι τῆς εἰ­σό­δου, μὴν πα­τή­σεις ἐ­δῶ, μοῦ λέ­ει, μέ­χρι νὰ στε­γνώ­σει. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μοῦ λέ­ει. Ἡ κί­νη­ση ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­χε ἀ­ραι­ώ­σει. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα καὶ βγῆ­κε. Ἀ­μέ­σως με­τὰ εἶ­πε ἕ­να τρα­γού­δι, στὴ γλώσ­σα του, ὄ­χι ὁ­λό­κλη­ρο, ἀλ­λὰ εἶ­πε με­ρι­κὰ λό­για καὶ νο­μί­ζω πὼς τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν ἕ­να εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­κό­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Σωτήρης Δημητρίου: Ντιάλιθ΄ ἴμ, Χριστάκη

 


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου


Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη


ΠΟ ‘ΝΑ ΠΕΙΣΜΑ τὴν πῆ­ρε.

Δὲν τὸν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε, μὰ πέ­σαν νὰ τὸν φᾶ­νε οἱ δι­κοί του.

«Κα­λά, τό ’χα­σες τε­λεί­ως; Νὰ μπά­σου­με σπί­τι μας τὴν Ἀρβα­νί­τω, τὴν τέ­τοι­α, τὴν πάν­τοι­α;»

Ἰ­δί­ως οἱ ἀ­δερ­φές του ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές: «Σπί­τι μας δὲν μπαί­νει ἡ πα­λι­ο­σκι­πι­τάρ.»

       Βέ­βαι­α, πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὴ φυ­λε­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα τὶς πεί­ρα­ζε πού, ὅ­ταν ἔμ­παι­νε στὸ φοῦρ­νο τους, σὰν κά­τι νὰ ὀ­μόρ­φαι­νε.

        Στὸ φοῦρ­νο λοι­πὸν τὴ γνώ­ρι­σε.

        Γε­ρή, νο­στι­μού­λα — ἔ, θεό­φτω­χη ἦ­ταν μὰ τά ’χε πε­ρα­σμέ­να κι αὐ­τὸς τὰ τριά­ντα πέν­τε.

        Δὲν μπῆ­κε σὲ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ κο­πέ­λα, μπῆ­κε σὲ φι­δο­φω­λιά. Μοῦ­τρα, μι­σό­λο­γα, ξε­θέ­ω­μα στὶς δου­λει­ές, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­κα­νε τὸ πεῖ­σμα ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Βο­λεύ­τη­κε. Τέρ­μα.

        «Καὶ νὰ τ’ ἀ­φή­σεις αὐ­τὰ τὰ μὶρ καὶ τὰ μίρ. Δὲν εἶ­ναι Ἀρ­βα­νι­τιὰ ἐ­δῶ. Μπῆ­κες σὲ σπί­τι ρύ­ζι κα­ρο­λί­να. Τά ’κου­σες; Σὲ κά­να­με ἄν­θρω­πο.»

        Τό­σο πο­λὺ τὴν ἐ­φό­βι­σαν πού, σὰν τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­κά­λε­στη κα­μιὰ λέ­ξη ἀ­π’ τὴν ψυ­χὴ στὰ χεί­λη, προ­λά­βαι­νε καὶ χτύ­πα­γε δυ­να­τὰ μὲ τὴ χού­φτα της τὸ στό­μα.

        Τὴ μά­να της εἶ­χε μο­νά­χα. Βρῆ­καν τρό­πο οἱ ἀ­δερ­φὲς νὰ τὶς ξε­σμί­ξουν.

        «Ἔρ­δε πρά­πε, μά­να» ἔ­λε­γαν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ταν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­παν.

        Μὲ τὸ σύ­ζυ­γο ἡ ἐ­πα­φὴ ἦ­ταν μο­νά­χα σὰν τὴν πλά­κω­νε μὲ τὸ κε­φά­λι μό­νι­μα πά­νω ἀ­π’ τὸ δι­κό της νὰ τὴν τρυ­πά­ει μὲ τὸ πι­γού­νι του. Ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος, καὶ ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Τὴν ἔ­παιρ­νε ἀ­π’ τὶς τρεῖς τὸ πρω­ὶ στὸ φοῦρ­νο. Κα­τό­πι στὸ σπί­τι νὰ τοὺς πε­ρε­τεύ­ει ὅ­λους. Τό ‘­ρι­ξε τὸ παι­δί.

        Τό­τε εἶ­ναι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν τί ἔ­λε­γαν: «Ἐ­πί­τη­δες, ἡ πα­λιοβρό­μα, ποιός ξέ­ρει τί ἔ­κα­νε!» καὶ «Ὅ­ταν σ’ τὰ λέ­γα­με ἐ­μεῖς!»

        Ποῦ νὰ ξε­σπά­σει κι αὐ­τός, σή­κω­σε χέ­ρι καὶ τὸ κα­θι­έ­ρω­σε. Τὸ ψω­μὶ ἅρ­πα­ζε, τὸ κορ­μί της τὸ πλή­ρω­νε.

        Ξα­νάμεινε ἔγ­κυ­ος καὶ πα­ρα­κά­λα­γε νυ­χτο­ή­με­ρα τὸ Θε­ὸ νὰ γεν­νή­σει κα­λὰ γιὰ νὰ τοὺς ἡ­με­ρέ­ψει.

        Κα­θά­ρι­σε κι ἕ­να χῶ­ρο στὴν καρ­διά της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ φούρ­νους κι ἀ­δερ­φές. Κα­θά­ρι­σε τὸ χῶ­ρο κι ἔ­βα­λε καὶ τὴν Πα­να­γί­α μέ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σει. Δὲ γνώ­ρι­ζε ἄλ­λον τρό­πο οὔ­τε εἶ­χε ἄλ­λον ἄν­θρω­πο.

        Ἡ μά­να της ἐρ­χό­ταν ἀ­ραι­ά, κα­θό­ταν σι­ω­πη­λὴ κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα.

        Κά­πο­τε πῆ­γε νὰ τῆς μι­λή­σει, καὶ τὴν ἔ­κο­ψε.

        «Βου­βά­σου, ἔ­χεις ἄν­τρα, χόρ­τα­σες ψω­μί.»

        Γέν­νη­σε, μὰ οὔ­τε ἡ καρ­διά της οὔ­τε ἡ Πα­να­γί­α νί­κη­σαν τὸ φοῦρ­νο καὶ τὸ τσα­λα­πά­τη­μα.

        Γέν­νη­σε ἄρ­ρω­στο παι­δί. Μογ­γο­λι­κό.

        Τό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἐ­χθρό­τη­τα. Οὔ­τε κου­βέν­τα πιά, καὶ τὴν πιὸ ἄ­χρω­μη!

        Μο­νά­χα τὴν κοί­τα­ζαν, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, για­τὶ ἔ­νι­ω­θε τὸ κορ­μί της νὰ φο­βᾶ­ται καὶ νά ’ναι σὲ ἄ­μυ­να.

        Ἔ­φτα­νε ἡ νύ­χτα νὰ πλα­γιά­σουν, κι ἔ­τρε­με σὰν πλά­για­ζε καὶ κεῖ­νος. Δὲν τῆς εἶ­πε λέ­ξη γιὰ τὸ παι­δί, καὶ νό­μι­ζε πὼς θὰ τὴν κό­ψει χί­λια κομ­μά­τια. Κά­θε βρά­δυ αὐ­τὸ πε­ρί­με­νε. Ἐν­τέ­λει, τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του. Τοὺς ἔ­δω­σαν, σ’ αὐ­τὴ καὶ τὸ παι­δί, μιὰ κά­μα­ρη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐρ­χό­ταν καὶ τὴ βά­τευ­ε γρή­γο­ρα.

        Ἂν δὲν εἶ­χε κεῖ­νο τὸ ἄρ­ρω­στο πλά­σμα, θὰ τρε­λαι­νό­ταν, θὰ σκο­τω­νό­ταν. Λὲς καὶ τό ’νι­ω­θε τὸ νή­πιο, τὴν ἔσφιγ­γε μὲ δύ­να­μη ἄν­τρα, ἀ­πὸ τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀγ­κά­λια­σμα βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριά. Ἀ­χώ­ρι­στοι.

        Ὁ τρό­μος ὅ­μως, μέ­σα της. Ὅ­ταν, σπά­νια, ἦ­ταν μο­νά­χοι στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε νὰ τοῦ τρα­γου­δή­σει στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, κι ὅ­λο καὶ χω­νό­ταν κά­να μου­σού­δι ἀ­π’ τὴν πόρ­τα καὶ τὴ σού­φλι­ζε μὲ τὰ μά­τια.

        Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, τά ‘­θα­ψε ὅ­λα μέ­σα της: τὰ μι­κρά της χρό­νια, τὴν ἀ­γά­πη, τὶς φι­λε­νά­δες. Ἔ­θα­ψε τὶς τρε­χά­λες, τὰ πε­ζού­λια, τὶς μυ­γδα­λι­ές. Ἔ­θα­ψε βλέμ­μα­τα πο­νε­μέ­να, γε­λού­με­να· βλέμ­μα­τα, βλέμ­μα­τα καὶ χεί­λη. Ἔ­θα­ψε τὴ γλώσ­σα.

        Ἔ­μει­νε μο­νά­χα ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­λα­φι­α­σμέ­νο πού ‘­θε­λε τὸ γιό της.

        Με­γά­λω­νε καὶ δὲν ἔ­κα­νε βῆ­μα ἀ­πὸ κον­τά της. Τὸν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω σε κρυ­φούς, σκο­τει­νοὺς δρό­μους, μὰ τοὺς μυ­ρί­ζον­ταν τὰ παι­διὰ κι ἔρ­χον­ταν κομ­πα­νί­α ἀ­πὸ πί­σω, μὲ πέ­τρες καὶ κο­ρο­ϊ­δί­ες.

        Ὁ Χρι­στά­κης ἦ­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω ἀ­φύ­σι­κα χον­τρός. Τὸν βά­φτι­σαν «φο­ρά­δα», κι ἐ­πει­δὴ τραύ­λι­ζε πο­λὺ ψι­λά, νύ­χτα μέ­ρα ἄ­κου­γε ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες παι­δι­κὲς φω­νές, κα­μιὰ φο­ρὰ κι ἀ­πὸ με­γά­λους: «φο­ρά­δα, φο­ρά­δα».

        Ἔ­βγα­λε κι αὐ­τό, σὰν με­γά­λω­σε, ζάν­τζες καὶ πα­ρά­ξε­να φερ­σί­μα­τα. Ἔ­βλε­πε κο­ρι­τσά­κια καὶ κα­τέ­βα­ζε τὰ παν­τε­λό­νια του. Ἀ­κό­μα καὶ σ’ αὐ­τὴν τὸ ἀγ­κά­λια­σμά του ἄλ­λα­ξε. Στρι­φογύ­ρι­ζε, πι­ε­στά, τὰ ὄρ­γα­νά του στὸ κορ­μί της.

        Πά­λευ­ε, πά­λευ­ε.

      Θυ­μό­ταν πάν­τα ποὺ οἱ για­τροὶ εἶ­παν, σὰν γεν­νή­θη­κε, πὼς θὰ πε­θά­νει σὲ κά­ποι­α «με­τε­φη­βεί­α». Τὴν πε­ρί­με­νε, πό­τε σὰν τὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ ποὺ θὰ τὴν ἀ­φα­νί­σει καὶ πό­τε μὲ προ­σμο­νὴ γιὰ νὰ γλι­τώ­σει πιὸ πο­λὺ αὐ­τό.

        Πράγ­μα­τι ἀρ­ρώ­στη­σε, κι ὅ­λος ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος, ἡ «φο­ρά­δα», τα­χύ­τα­τα ἔ­μει­νε σὰν τσά­κι­νο.

        Πέ­θα­νε. Μέ­χρι νὰ τὸ πᾶν στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα.

        Μό­νο στὸ μυα­λό της ἐρ­χό­ταν συ­νε­χῶς πώς, σὰν γέν­νη­σε τὸ ἄρ­ρω­στο, χά­ρη­κε ἀ­πὸ μιὰ με­ριὰ γι’ αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­πού­στη ποὺ τῆς χά­λα­σε τὴ ζω­ή. Θυ­μό­ταν ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ ζη­τοῦ­σε νὰ πε­θά­νει καὶ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα συ­νε­χῶς πὼς δὲν τοῦ τρα­γού­δη­σε πο­τὲ στὴ γλώσ­σα τους, δὲ γι­ό­μι­σε λι­γά­κι τὴν ψυ­χή του μ’ αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σαν, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν, νὰ τὴ γι­ο­μί­σουν.

        Στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ξέ­σπα­σε.

        Ἔ­πε­σε στὸν τά­φο κι ἀ­λά­λα­ζε στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, λό­για ἀ­γά­πης, ἀ­να­θέ­μα­τα, να­νου­ρί­σμα­τα.


        Ντιά­λι­θ’ ­ἴμ, Χρι­στά­κη μου, ντι­ά­λι­θ’ ­ἲμ

        λοῦ­λε ἒ στου­πίς, ὀρ­φα­νό μου, λοῦ­λε

        οὒ ἒ ζέ­ζα μὲ τοὺς πα­λι­αν­θρώ­πους.

        Ἄχ! χού­να ἴ­με, μοῦ σπό­βε σπίρ­τιν τῆς μαύ­ρης.


        Κύ­μα­τα κόκ­κι­να πά­φλα­ζαν στὰ σω­θι­κά της οἱ λέ­ξεις κι ἀ­νέ­βαι­ναν στὸ λαι­μὸ νὰ τὴν πνί­ξουν.

        Λι­βά­δια, μαρ­γα­ρί­τες, νύ­χτες καὶ μα­τά­κια, ὄ­νει­ρα τῆς νι­ό­της, θαμ­ποὶ χει­μῶ­νες, πό­νοι πε­ρα­σμέ­νοι, χα­μέ­νοι ἥ­λιοι, μα­νού­σια καὶ πρω­το­βρό­χια, τρυ­φε­ρά, λὲς γιὰ πα­ρη­γο­ριά, τῆς ἄ­λε­θαν τὰ σπλά­χνα, οἱ εἰ­κό­νες, οἱ λέ­ξεις.

        Μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο τοῦ πό­νου, πρώ­τη της φο­ρὰ ἔ­νι­ω­θε, με­τὰ ἀ­πὸ νε­κρά, ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­να χρό­νια, πὼς ζοῦ­σε.

        Ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἀ­νά­σα κι ἄρ­χι­ζε. Ἔ­λε­γε, ἔ­λε­γε. Πο­τά­μι. Λύ­θη­κε τὸ κορ­μί της. Χτύ­πα­γε πα­λα­μά­κια, πό­τε μ’ ἄ­φα­το θυ­μὸ καὶ πό­τε μὲ τρε­λὴ χα­ρά.


        Ζού­μουρ, πε­ρι­στέ­ρι μου, λοῦ­λε ἒ στου­πὶς

        οὒ ἒ ζέ­ζα, ποὺ δὲ σὲ χόρ­τα­σα φι­λί.

        Ἔ­μει­να ἐ­σκρέ­τα μὲς στοὺς λύ­κους.

        Ντι­ά­λι­θ’ ἴμ, προ­στά­τη μου, μ’ ἄ­φη­σες μο­νά­χη.


        Ἔ­παιρ­νε χώ­μα­τα καὶ πέ­τρες ἀ­π’ τὸν τά­φο καὶ τὰ πέ­τα­γε στὶς ἀ­δερ­φές, στὸν κό­σμο, στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­λε­γε καὶ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες.

        Τῆς ἔ­φυ­γε τε­λεί­ως ὁ φό­βος καὶ τὴν κα­τέ­κλυ­σαν ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Βρῆ­καν τρό­πο καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σὲ ἵ­δρυ­μα.



Πηγή: Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993), Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011) κ.ἄ.


 

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης: Δωμάτιο 111



Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης


Δω­μά­τιο 111


ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ τῆς πτέ­ρυ­γας μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­σε, ὅ­τι θὰ με­τα­φερ­θῶ. Ρω­τών­τας «για­τί;» ἀ­πάν­τη­σε «ἔ­χου­με δύ­ο εὐ­ά­λω­τους σὲ μι­κρό­βια κι εἶ­στε ὁ μό­νος μὲ νό­ση­μα μὴ με­τα­δι­δό­με­νο».

       Σὲ λί­γο μὲ πῆ­γαν στὸ δω­μά­τιο 111. Το­πο­θε­τή­θη­κα ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκο­μέ­νους. Μὲ λευ­χαι­μί­α. Δε­ξιά, πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἕ­νας με­σή­λι­κας. Ἔ­δι­νε δια­ρκῶς ὁ­δη­γί­ες στὴ σύ­ζυ­γο, ποὺ πλάν­τα­ζε βου­βά, γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση ἑ­νὸς πα­νω­ση­κώ­μα­τος, στὸ Το­λό, καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια. «Πρό­σε­ξε», τό­νι­ζε, «μὴν ἔ­χει ὁ ἀ­δερ­φός μου τί­πο­τε ἀ­παι­τή­σεις στὸ σπί­τι, θὰ κα­τέ­βω καὶ θὰ τὸν πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος!» Πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα κα­τέ­λη­ξε.

       Ἀ­ρι­στε­ρά μου ἕ­νας ἄν­τρας, γύ­ρω στὰ 50. Σὲ λή­θαρ­γο, λές. Μὲ ὄ­ψη ἄ­σπρη σὰν γλειμ­μέ­νο κό­κα­λο. Τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἡ μί­α, γε­ρα­σμέ­νη πρό­ω­ρα. Μα­ζὶ μιὰ ἔ­φη­βη. Θυ­γα­τέ­ρα της ἀ­πὸ γά­μο μὲ τὸν ἀ­σθε­νῆ. Τώ­ρα σὲ δι­ά­στα­ση. Ἡ δεύ­τε­ρη, ξαν­θιὰ Οὐ­κρα­νή. Συ­ζοῦ­σε μὲ τὸν δι­πλα­νό.

       Ὅ­ταν ὁ ἐν λό­γῳ ξυ­πνοῦ­σε καὶ ἦ­ταν πα­ροῦ­σα ἡ πρώ­ην, τὸν πα­ρό­τρυ­νε, μὲ σβη­σμέ­νη φω­νή, «πᾶ­με σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, στὴν Τῆ­νο, νὰ βο­η­θή­σει ἡ Πα­να­γί­α!». Ἔ­βα­ζε φι­τι­λι­ὲς γιὰ τὴν και­νούρ­για, «δὲν ἦρ­θε σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ προ­χθές, εἶ­δες; Ἐ­νῶ ἐ­γὼ μέ­ρα νύ­χτα ἐ­δῶ μὲ τὸ κο­ρί­τσι μας». Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ ξαν­θιά, «ἔ­χει τὸ μα­γα­ζὶ στὴν πα­ρα­λια­κή, μω­ρὴ μα­λά­κω, πῶς νά ‘ρθεῖ;»

       Ὅ­σες νύ­χτες πα­ρέ­μει­νε ζων­τα­νός, κα­τὰ τὶς 4 τὸ πρω­ΐ, τη­λε­φω­νοῦ­σε σὲ κά­ποι­ον. Ρω­τοῦ­σε, ἂν τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι στὴ γύ­ρα. Παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση μὴ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ οὔρ­λια­ζε, «Σή­κω­σέ τες νὰ πᾶ­νε στὰ τρα­πέ­ζια, γα­μῶ τὸν ἀν­τί­θε­ό μου, νὰ κά­νουν κον­σο­μα­σιόν. Θὰ τὶς ξε­σκί­σω ἅ­μα γυ­ρί­σω. Κι ἐ­σέ­να, μα­λά­κα».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ κα­τέ­λη­ξε κι ἐ­κεῖ­νος ἡ πρώ­ην ἀ­νέ­βα­σε ὀ­κτά­βες. Ρί­χτη­κε στὴ γκό­με­να. «Μά­ζε­ψέ τα. Τὸ παι­δί μου ἔ­χει νό­μι­μο δι­καί­ω­μα στὸ μα­γα­ζί. Ἢ χά­σου ἢ μέ­νεις καὶ σ’ ἔ­χω που­τά­να μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες νὰ μοῦ τὰ φέρ­νεις, κα­ρι­ό­λα.»

       Κοί­τα­ξα ἔ­ξω τὸν οὐ­ρα­νό. Πα­νω­ση­κώ­μα­τα, κω­λόμ­πα­ρα, με­τα­δι­δό­με­να καὶ μὴ νο­σή­μα­τα. Ζω­ή…



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης (Δε­σφί­να Φω­κί­δας, 1951). Ποί­η­ση, Δο­κί­μιο-Κρι­τι­κή. Τε­χνι­κὸς μη­χα­νο­λο­γι­κῆς συν­τή­ρη­σης στὴ χη­μι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α (Ἀ­λου­μί­νιον τῆς Ἑλ­λά­δος). Ποι­ή­μα­τά του, δο­κι­μια­κὰ κεί­με­να καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ή­μα­τά του με­τα­φρά­στη­καν στὰ ἀλ­βα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα. Βι­βλί­α του: Πτω­χὸν με­τάλ­λευ­μα (ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἐμ­βό­λι­μον, Ἄ­σπρα Σπί­τια, 1990), Ἀ­μει­ψι­σπο­ρά (ἔκ­δο­ση τῆς Δη­μό­σιας Κεν­τρι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Λε­βα­δεί­ας, 1996), Δί­στο­μο 10 Ἰ­ου­νί­ου 1944 – τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2010· Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Χρο­νι­κοῦ-Μαρ­τυ­ρί­ας), Πι­­στο­­ποι­­η­τι­­κὰ θνη­­τό­τη­­τας. Ποι­ήμα­τα 1970-2010 (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2014) κ.ἄ.

Γιάννης Φαρσάρης: Μαῦρο μανταρίνι


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Μαῦ­ρο μαν­τα­ρί­νι


ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πο­γεί­ου ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος. Τὸ με­λα­ψό του πρό­σω­πο φό­βι­σε τὴ γει­τό­νισ­σα τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κο­νιοῦ, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ μαν­τα­λώ­σει τὴν συ­ρό­με­νη ἀ­λου­μι­νό­πορ­τα. Ἡ μέ­ρα φώ­να­ζε δυ­να­τὰ πὼς θὰ τὸ πά­ει γιὰ βρο­χὴ κι ἔ­ρι­ξε μιὰ κο­φτὴ βρι­σιὰ σὲ γλώσ­σα ἀ­κα­τά­λη­πτη. Δί­πλω­σε πρό­χει­ρα τὸ πά­πλω­μα πά­νω στὸ ζα­ρω­μέ­νο στρῶ­μα καὶ ἔ­φτια­ξε ἕ­να κου­τα­λά­το νε­σκα­φὲ μὲ νε­ρὸ τῆς βρύ­σης. Καὶ τέσ­σε­ρις κου­τα­λι­ὲς ζά­χα­ρη.

Οἱ συγ­κά­τοι­κοί του εἶ­χαν φύ­γει ἀ­πὸ νω­ρὶς γιὰ δου­λειά, νὰ προ­λά­βουν στὴν πρω­ϊ­νὴ κί­νη­ση τῶν φα­να­ρι­ῶν νὰ κα­θα­ρί­σουν πολ­λὰ τζά­μια. Ἔ­με­ναν πέν­τε νο­μα­τα­ῖοι σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ ὑ­πό­γεια τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ πλή­ρω­ναν σα­ραν­τα­πέν­τε εὐ­ρὼ ἕ­κα­στος, μα­ζὶ μὲ τὰ κοι­νό­χρη­στα. Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα, ἀλ­λὰ εἶ­χε πολ­λὲς κα­τσα­ρί­δες κι ἐ­κεῖ­νος σι­χαι­νό­ταν. Μὲ τὰ πον­τί­κια πά­λι δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν ὅ­τι οἱ δου­λει­ὲς στὴν οἰ­κο­δο­μὴ δὲν πή­γαι­ναν κα­λὰ καὶ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος. Οὔ­τε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κι ἔ­νι­ω­θε μό­νος, ἀλ­λὰ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε πο­τὲ στὴν Ἑλ­λά­δα, ἐ­νῶ δου­λειὰ ἔ­βρι­σκε πάν­τα.

        Εἶ­χε κά­νει ὅ­λες τὶς σκλη­ρὲς ἀγ­γα­ρεῖ­ες στὴν οἰ­κο­δο­μὴ καὶ στὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε, ὅ­μως τζά­μια αὐ­το­κι­νή­των δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Δὲν ἄν­τε­χε τὰ βλέμ­μα­τα τῆς ἀ­πα­ξί­ω­σης ἀ­πὸ τό­σους πολ­λοὺς σὲ κά­θε ἄ­ναμ­μα, κι ἄς ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ δου­λειὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ περ­πα­τοῦ­σε νω­θρὰ στὸ δρό­μο μὲ τὸν κου­βὰ καὶ τὸ κον­τά­ρι ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ τὸ μπου­κα­λά­κι τοῦ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κοῦ στὴν κω­λό­τσε­πη.

        Μέ­σα στὴν πρώ­τη ὥ­ρα, πα­ρὰ τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα, εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει μυ­ριά­δες ἀρ­νή­σεις καὶ μό­λις τρί­α κέρ­μα­τα, κι ἄς εἶ­χε κα­θα­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα παρ­μπρίζ. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τὸν φι­λο­δώ­ρη­σαν μὲ πε­ρι­παι­κτι­κὰ μει­διά­μα­τα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὸν ἄ­φη­σαν νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴ σκό­νη. Δε­χό­ταν στω­ϊ­κὰ τὴ μοί­ρα του για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το, ὅ­σο μι­κρὸ κι ἂν ἦ­ταν, ὅ­σο κρύ­ο κι ἂν ἔ­κα­νε.

        Τὸ πρῶ­το χα­μό­γε­λο ποὺ συ­νάν­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀ­νῆ­κε σ’ ἕ­να κόκ­κι­νο σα­ρά­βα­λο μί­νι. Ὁ ὁ­δη­γός του, ὅ­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια, κου­νι­ό­ταν στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς καὶ τοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ος μὲ τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὰ σγου­ρὸ μού­σι του. Μό­λις ἄ­να­ψε τὸ πρά­σι­νο τοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι μὲ συμ­πά­θεια, φω­νά­ζον­τας: «Δὲν ἔ­χω λε­φτὰ φι­λα­ρά­κο, πά­ρε ἕ­να μαν­τα­ρί­νι.»

        Ἔ­μει­νε γιὰ με­ρι­κὰ δεύ­τε­ρα ἀ­κί­νη­τος ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὸν κου­βὰ ἀ­νά­πο­δα καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸ φα­νά­ρι. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸ καρ­πὸ μὲ τὰ βρώ­μι­κα νύ­χια του καὶ ἡ σκέ­ψη του τα­ξί­δε­ψε πί­σω στὴν πα­τρί­δα, στὸν κῆ­πο μὲ τὶς μαν­τα­ρι­νι­ὲς ποὺ με­γά­λω­σε. Κά­θε σκε­λί­δα ποὺ ἔ­βα­ζε στὸ στό­μα τὸν γέ­μι­ζε γλυ­κὰ καὶ τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­νυ­πό­μο­νο. Κα­τα­πί­νον­τας τὴν τε­λευ­ταί­α μπου­κιὰ ση­κώ­θη­κε σί­γου­ρος. Θὰ γύ­ρι­ζε πί­σω, κα­θὼς δὲν εἶ­χε τί­πο­τα πιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ξε­νι­τιά. Περ­πά­τη­σε ἀρ­γὰ τὸ δρό­μο γιὰ τὸ ὑ­πό­γει­ο. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἦ­ταν χα­ρού­με­νος. Ἤλ­πι­ζε μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γει­τό­νισ­σα στὸ χω­ριὸ νὰ μὴν εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­λει­πε μό­νο.



Πη­γὴ: Πρώ­τη δημοσίευση στὸ περ. Μι­κρό Πεζό (ἐκδ. Χα­ρα­μά­δα, τχ.  1, 2014).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρη­ς (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OpenBook καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fra­ctal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Open­book, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ

 www.open-sesame.me



		

	

Πάνος Ἰ. Κωστελένος: Τὸ κουτάλι!


Πά­νος Ἰ. Κω­στε­λέ­νος


Τὸ Κου­τά­λι!


 ΑΣΙΦ ΡΟΥΦΗΞΕ τὴν τε­λευ­ταί­α κου­τα­λιὰ σού­πας. Μιὰ αἴ­σθη­ση πλη­ρό­τη­τας τὸν κυ­ρί­ευ­σε καὶ τὸν γα­λή­νευ­σε, κά­θη­σε ὀ­κλα­δὸν στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς καὶ ἔ­γει­ρε σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι. Ἦ­ταν μό­νος του, δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ ἄλ­λοι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι ποὺ κρα­τοῦ­σε. Πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ὀκτὼ του χρό­νια ἀν­τί­κρυ­σε ἕ­να κα­θη­με­ρινὸ ἀν­τι­κεί­με­νο μὲ τό­ση λα­τρεί­α. Πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρα­τή­ρη­σε τὸ σχῆ­μα του, πό­σο ὄ­μορ­φο ἦ­ταν, ση­κώ­θη­κε μὲ μιᾶς καὶ κά­θι­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι, πῆ­ρε τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ἔ­κα­νε κου­πί. Ἦ­ταν ἐ­ξε­ρευ­νη­τής.Ἕ­να ρί­γος τοῦ δι­α­πέ­ρα­σε τὴ σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη κα­θὼς τοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ οἱ μέ­ρες ποὺ πέ­ρα­σε στὴ θά­λασ­σα. Ξα­νὰ ξά­πλω­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι. Ἡ κοι­λό­τη­τα ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ φαῒ γυ­ά­λι­ζε, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό του, κοί­τα­ξε, κοί­τα­ξε κα­λὰ ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός! Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν ἰ­σχνό, μὲ βα­θου­λω­τὰ μά­τια καὶ χεί­λια σκα­σμέ­να. Ξα­να­κοί­τα­ξε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός. Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν σκλη­ρό, χω­ρὶς συ­ναι­σθή­μα­τα. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τός! Τρά­βη­ξε τὸ πρό­σω­πό του μὲ ἀ­η­δί­α, τί παι­χνί­δια τοῦ ἔ­παι­ζε ἄ­ρα­γε τὸ κου­τά­λι. Ἔ­κα­νε νὰ τὸ πε­τά­ξει ἀλ­λὰ μιὰ δύ­να­μη ἀρ­χέ­γο­νη τὸν στα­μά­τη­σε, τε­λι­κά τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, ἦ­ταν τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ εἶ­χε δεῖ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὸ ἔ­βα­λε στὸ στό­μα καὶ ἄ­φη­σε τὴ γλώσ­σα του  νὰ γλι­στρή­σει ἐ­πά­νω του, τὸ κόλ­λη­σε στὸν οὐ­ρα­νί­σκο καὶ τὸ κρά­τη­σε ἐ­κεῖ. Τί τέ­λει­ες καμ­πύ­λες! Ἄ­ρα­γε ποι­ὸς νὰ τὸ ἔ­φτια­ξε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε. Νὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν καὶ αὐ­του­νοῦ οἱ σοῦ­πες; Σί­γου­ρα θὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν σκέ­φτη­κε, ἀλ­λι­ῶς ποι­ὸς ὁ λό­γος νὰ φτιά­ξει κα­νεὶς ἕ­να κου­τά­λι ἂν δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ σοῦ­πες. Τὸ κρά­τη­σε πά­λι στὸ χέ­ρι του, εἶ­ναι δι­κό μου εἶ­πε καὶ σκέ­φτη­κε νὰ τὸ κρύ­ψει στὰ πραγ­μα­τά του, εἶ­ναι δι­κό μου! Τὸ μο­να­δι­κὸ δι­κό μου πράγ­μα στὸν κό­σμο, ἔ­νι­ω­σε τό­ση χα­ρά. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­προ­σε­ξί­ας τοῦ ἔ­πε­σε στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς, ἀ­να­πή­δη­σε καὶ τρό­μα­ξε λὲς καὶ εἶ­χε κά­νει τὸ πιὸ ἱ­ε­ρό­συ­λο πράγ­μα στὸν κό­σμο. Κοί­τα­ξε γύ­ρω του, δὲν ἦ­ταν κα­νείς, τὸ μά­ζε­ψε, μὲ στορ­γὴ θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, τὸ σκού­πι­σε μὲ τὴ μπλού­ζα του καὶ τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, «οὔφ», δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα εὐ­τυ­χῶς, ἕ­να χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὸ σκοῦ­ρο του πρό­σω­πο. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε ἀν­τί­κρυ του, στὸ δί­σκο ποὺ τοῦ ἔ­φε­ραν φα­γη­τό. Πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ τὸ ἔ­βα­λε σὲ τέ­τοι­α θέ­ση ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὸ βλέ­πει. Ἄ­ρα­γε τὸ βρα­δυ­νὸ θὰ ἦ­ταν πά­λι σού­πα; Θὰ ξα­να­συ­ναν­τοῦ­σε τὸ κου­τά­λι; Σκέ­φτη­κε τὴ μά­να του καὶ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του σού­πα μὲ φα­κὲς ποὺ τοῦ ἔ­φτια­χνε, ἄ­ρα­γε θὰ τὴν ξα­να­έ­βρι­σκε πο­τὲ; Εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ εἴκοσι μέ­ρες, τό­τε ποὺ χω­ρί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ Ἄ­δα­να σὲ μιὰ ἐ­πί­θε­ση τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας. Δά­κρυ­σε, κοί­τα­ξε τὸ κου­τά­λι, τὰ βλέ­φα­ρά του βά­ρυ­ναν. Μα­κά­ρι νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὴν μη­τέ­ρα του… καὶ τὴ σού­πα μὲ τὶς φα­κές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πά­νος Ι. Κω­στε­λέ­νος (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Τε­χνι­κὸς Τη­λε­πλη­ρο­φρι­κὴς στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ ἔ­χει πα­ρα­κα­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια ἀ­να­τρε­πτι­κῆς γρα­φῆς.



 

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κα­τὰ λά­θος δι­α­κο­νιά­ρα


ΦΕΡΕ ἀ­κό­μη ἕ­ναν γύ­ρο τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­μως ἐ­κεί­νη ἄ­φαν­τη. Ἕ­να μού­δια­σμα πα­ρέ­λυ­σε τὸ σῶ­μα καὶ τὴ σκέ­ψη τῆς νε­α­ρῆς κο­πέ­λας. Ἀ­συ­ναί­σθη­τα τι­νά­χτη­κε καὶ βρέ­θη­κε νὰ τρέ­χει κα­τὰ μῆ­κος τῆς ὁ­δοῦ Θη­σέ­ως. Δὲν εἶ­χε στό­χο, ὅ­μως κι ὁ στό­χος θέ­λει σκέ­ψη. Κι ἐ­κεί­νης τὸ μυα­λὸ πλημ­μύ­ρι­ζαν ἀ­σύν­δε­τες εἰ­κό­νες κα­ται­γί­δα. Ὁ πα­νι­κὸς τῆς ἀ­πρό­σμε­νης ἀ­πώ­λειας ἐ­ναλ­λασ­σό­ταν μὲ τὸν τρό­μο τῆς τι­μω­ρί­ας. Ἡ ὑ­πε­ρή­λι­κη για­γιά της, πρὶν λί­γα χρό­νια φερ­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στοὺς δρό­μους τῆς Καλ­λι­θέ­ας. Τὰ σπί­τια ἔ­μοια­ζαν με­τα­ξύ τους, ὁ­ρί­ζον­τας δὲν φαι­νό­ταν που­θε­νά, ὅ­σο γιὰ γράμ­μα­τα δὲν γνώ­ρι­ζε, γιὰ νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν δρό­μων. Ἤ­ξε­ρε νὰ προ­σα­να­το­λί­ζε­ται νύ­χτα χω­ρὶς φεγ­γά­ρι στὸ ὀ­ρει­νὸ δά­σος, ὅ­μως στὸ ἀ­στι­κὸ το­πί­ο ἦ­ταν ἀ­ναλ­φά­βη­τη. Κά­θε φο­ρὰ λοι­πὸν ἔ­πρε­πε νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψει κά­ποι­ος στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Σή­με­ρα ἦ­ταν πά­λι ἡ σει­ρὰ τῆς Μ.. Κα­θὼς ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει ἐν­δι­α­μέ­σως φρον­τι­στή­ριο, τῆς εἶ­πε νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴν εἴ­σο­δο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Καὶ τώ­ρα ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τη. Πῶς νὰ γυ­ρί­σει μό­νη σπί­τι καὶ πῶς νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ! Ἐ­νῶ ἔ­τρε­χε, εἶ­δε ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κὸ τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας νὰ περ­νᾶ καὶ στὸ πί­σω κά­θι­σμα φαι­νό­ταν ἡ για­γιά. Οἱ φω­νές της ἀ­κού­στη­καν ἀ­πὸ τὸ πλή­ρω­μα, ποὺ ἔ­πι­α­σε στὴν ἄ­κρη. Οἱ ἐ­ξη­γή­σεις ποὺ ἔ­δω­σε ἡ ἐγ­γο­νὴ φά­νη­καν ἐ­παρ­κεῖς καὶ οἱ δυ­ό τους πή­ρα­νε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι. Ἡ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη μὲ τὴ με­τσο­βί­τι­κη ἐν­δυ­μα­σί­α ἦ­ταν τα­ραγ­μέ­νη. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ θεί­α λει­τουρ­γί­α, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, βγῆ­κε στὴν πόρ­τα. Κα­θὼς δὲν τὴ σή­κω­ναν τὰ πό­δια της, κά­θι­σε σ’ ἕ­να σκα­λο­πά­τι. Ἔ­νι­ω­σε κά­ποι­ον νὰ τῆς βά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα στὴν πα­λά­μη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ βί­α, ὅ­μως γλώσ­σα γιὰ νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κεν­τρι­κὸ ρό­λο στὰ δρώ­με­να τοῦ ὀ­ρει­νοῦ χω­ριοῦ της, μαί­ας καὶ ψυ­χο­πομ­ποῦ συ­νά­μα, ποὺ πο­νε­μέ­νοι κα­τέ­φθα­ναν ξη­μέ­ρω­μα γιὰ νὰ τοὺς ξε­μα­τιά­σει. Πῆ­ρε λοι­πὸν τοὺς δρό­μους μὲ τὸ ἀ­βέ­βαι­ό της βῆ­μα, νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἄλ­λη προ­σβο­λή. Οὔ­τε κα­τά­λα­βε πῶς βρέ­θη­καν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ νὰ τὴ ρω­τοῦν ἀ­κα­τα­νό­η­τα πράγ­μα­τα, οὔ­τε πῶς βρέ­θη­κε στὸ πε­ρι­πο­λι­κό. Στὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο, στὸ κοι­μη­τή­ριο τοῦ χω­ριοῦ, ὅ­που τὴν ἔ­φε­ρε ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ τοῦ ὀ­νό­μα­τός της εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­κεί­νη νὰ τὴν ἀ­να­γνώ­σει, μὰ οὔ­τε τὰ δι­σέγ­γο­νά της νὰ τα­ξι­δέ­ψουν μὲ δι­κές της ἀ­φη­γή­σεις.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία: Ἑτεροχρονισμένη συνάντηση στὴ Μερζιφούντα


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α


Ἑ­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη συ­νάν­τη­ση στὴ Μερ­ζι­φούν­τα


ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ στὴν Τρα­πε­ζούν­τα ἀ­να­ζή­τη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου, μὰ δὲν τὸν βρῆ­κα. Εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει ὀ­χτὼ χρο­νῶν, κι ἡ μά­να του ἡ Χα­ρί­κλεια τὸν εἶ­χε χα­ϊ­δε­μέ­νο, λα­λα­χέ­α, για­τί ἔ­θνη­σκαν τὰ μω­ρά της καὶ μό­νο αὐ­τὸς τῆς ἔ­ζη­σε. Τὸν εἶ­χε ἴ­σως στυ­λώ­σει ὁ Ἅ­ε Στυ­λια­νός, ποὺ τοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά του. Τὸν φώ­να­ζε τρυ­φε­ρὰ «Ρί­ζα μ’, στε­ρέ­α μ’», κι ἅ­μα πο­νοῦ­σε κά­που τοῦ ἔ­λε­γε «Τὸ κα­κό σ’ νὰ παί­ρω», για­τὶ κάλ­λιο εἶ­χε νὰ πο­νά­ει ἐ­κεί­νη. Γιὰ τὸ παι­δί, ἡ Χα­ρί­κλεια ἦ­ταν ἁ­γί­α. Καὶ δὲν ἔ­κα­νε μὲ τὴ δεύ­τε­ρη γα­ρὴ τοῦ χή­ρου Πα­να­γι­ώ­τη. Μὰ κι αὐ­τὴ δὲν ἀ­γά­πη­σε τὸ ἀ­τί­θα­σο παι­δί.

        Ἡ Τρα­πε­ζούν­τα εἶ­ναι πιὰ με­γα­λού­πο­λη. Τὸ ξυ­λουρ­γεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μου, ποὺ πο­τὲ δὲ γνώ­ρι­σα, δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ρω­τῶ ποῦ νὰ κοι­τά­ξω γιὰ τὸ Στέ­λιο. «Κοί­τα στὴ Μερ­ζι­φούν­τα», λέ­νε οἱ γε­ρον­τά­δες. «Ἐ­κεῖ τὸν ἔ­στει­λαν σώ­κλει­στο σὲ σκο­λεῖ­ον, νὰ συ­χά­σει κι αὐ­τός, καὶ τὸ ζευ­γά­ρι.»

        Τὸ τα­ξί­δι στὴ Μερ­ζι­φούν­τα μῆ­τ’ εὔ­κο­λο εἶ­ναι μῆ­τε κον­τι­νό. Φτά­νω στὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο εἶ­ναι δι­ώ­ρο­φο, μὰ δὲν ἔ­χει πόρ­τες οὔ­τε πα­ρά­θυ­ρα. Τὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­μως εἶ­ναι φρε­σκο­βαμ­μέ­νο καὶ δὲν τοῦ λεί­πει τί­πο­τα, ἄ­ρα δὲν ἀ­νη­συ­χῶ γιὰ τὰ σώ­κλει­στα παι­διά.

        Βλέ­πω ἕ­να ἀ­γό­ρι, λι­γνὸ σὰν ἐ­μέ­να, λί­γο πιὸ μι­κρο­κα­μω­μέ­νο, μέ­χρι δέ­κα-ἕν­τε­κα χρο­νῶν. Μὲ κοι­τᾶ πα­ρα­ξε­νε­μέ­νο.

        — Ἐ­σὺ τί γυ­ρεύ­εις σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη; ρω­τᾶ.

        — Ἐ­σέ­να σὲ πει­ρά­ζω;

        — Δὲ μὲ πει­ρά­ζεις, μὰ τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; Ἐ­μεῖς μα­θά­νου­με καὶ ἀγ­γλι­κά.

        — Παί­ζε­τε καὶ πο­δό­σφαι­ρο, λέ­ω ἔ­χον­τας φω­το­γρα­φί­α του, μει­ρά­κιον ἀ­κό­μη, μὲ με­γά­λο Π στὴν ἀ­θλη­τι­κὴ φα­νέ­λα.

        — Φοῦτ­μπολ. Καὶ τρα­γω­δοῦ­με. Ἄ­κου τὸν ὕ­μνο μας:

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!…»

        — Τὸ ξέ­ρω κι ἐ­γώ, τοῦ λέ­ω καὶ τοῦ τὸ τρα­γου­δῶ ὁ­λό­ι­δια μ’ ἐ­κεῖ­νον.

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!

        Anatolia for ever, Anatolia for ay!»

        — Ποι­ός σοῦ τὸ ἐ­μά­θι­σεν; ρω­τᾶ καὶ μὲ κοι­τά­ζει μὲ πε­ρι­έρ­γεια.

        — Ὁ πα­τέ­ρας μου. Ἦ­ταν στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­ταν εἶ­χε πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα.

        Στρέ­φει καὶ κοι­τᾶ τὸ κτί­ριο. Με­τὰ γυρ­νᾶ σὲ μέ­να καὶ γε­λᾶ.

        — Εἶ­σαι λί­γο πα­λα­λέσ­σα! Δὲν ἔ­χει πα­ρα­θυ­ρό­πορ­τας καὶ τώ­ρα; Ἀ­πὸ ποῦ ἔ­πε­σες ἐ­σὺ ἀφ­κά, ἄ­μον οὐ­ρα­νο­πούλ­λιν;

        — Ἦρ­θα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­παν­τῶ. Μὰ ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό.

        — Καὶ πῶς ἐν΄ τ’­ ὄ­νε­μάν σου;

        — Χα­ρί­κλεια. Μὰ μὲ φω­νά­ζουν Λεί­α.

        — Κι ἐ­μέ­να τῆς μάν­νας μου τὸ ὄ­νε­μαν…

        Τὸν κό­φτω βι­α­στι­κά, μὲ τα­ρα­χή.

        — Μοῦ δί­νεις μιά–δυ­ὸ πέ­τρες, πα­ρα­κα­λῶ σε;

        Σκύ­βει, πιά­νει καὶ μοῦ δί­νει τρεῖς. Τὶς παίρ­νω καὶ φεύ­γω.

        Πί­σω μου ἐ­ρη­μιά. Δὲν ἀ­κού­γε­ται πα­ρὰ ἀ­νά­σα ἀ­πὸ ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ἔκα­νε Δι­δα­κτο­ρι­κὸ Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας στὴ Σορ­βόν­νη (1992). Ἐ­ξέ­δω­σε 80 βι­βλί­α: ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο (τρία κρα­τι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ θε­α­τρι­κά ἔργα). Δί­δα­ξε γλῶσ­σες, ἔ­κα­νε με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ ἱ­σπα­νι­κά, γερ­μα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κά. Τὸ 2003 πῆ­ρε βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης. Εἶ­ναι ἠ­θο­ποι­ὸς (βρα­βεῖ­α, Φε­στι­βὰλ Ἰ­θά­κης 1977, 1978). Πρό­ε­δρος Δι­ε­θνοῦς Φό­ρουμ Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων, ΙΤΙ, 2000-2006.


Λίλυ Ἐξαρχοπούλου: Ἀποχρώσεις


Λί­λυ Ἐ­ξαρ­χο­πού­λου


Ἀ­πο­χρώ­σεις

 

ΙΜΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟ σὲ δι­α­κο­πές. Τὸ ἐ­στι­α­τό­ρει­ο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ φί­σκα. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ζευ­γά­ρι μὲ δυ­ὸ παι­διά. Τοὺς το­πο­θε­τοῦν σὲ κρα­τη­μέ­νο τρα­πέ­ζι, δυ­ὸ τρί­α τρα­πέ­ζια πιὸ κά­τω. Στὸ ἡ­μί­φως μέ­σα στὸ πλῆ­θος πα­ρα­τη­ρῶ τὸν μι­κρό· χα­ρι­τω­μέ­νος, πε­ρὶ τὰ ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα. Ἀρ­κε­τὰ σκοῦ­ρος, σκέ­φτο­μαι. Τὸ μυα­λό μου πη­γαί­νει αὐ­το­μά­τως σὲ δι­ά­φο­ρα μι­κτὰ ζευ­γά­ρια μὲ παι­διὰ ποὺ ἔ­χω συ­ναν­τή­σει σὲ δι­α­κο­πές, συ­νή­θως ἕ­να μι­γὰ κι ἕ­να λευ­κό, πε­ρί­ερ­γο τό­σο ποὺ χρό­νια τώ­ρα λέ­ω ὅ­τι με­τὰ τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν θὰ ρω­τή­σω κά­ποι­ο βι­ο­λό­γο ἐ­ὰν ὑ­πε­ρι­σχύ­ει ἡ λευ­κὴ φυ­λή. Ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ δε­κα­πεν­τά­ρης ἔ­φη­βος μὲ τὸ μο­δά­το μαλ­λὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς σκοῦ­ρος, ἴ­σως ἐ­λα­φρό­τα­τα ἀ­νοι­χτό­τε­ρος. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι ξαν­θὴ καὶ γα­λα­νο­μά­τα. Τὸν πα­τέ­ρα δὲν τὸν βλέ­πω κα­λὰ ἀλ­λὰ σκοῦ­ρος μοῦ φαί­νε­ται κι αὐ­τός. Τὸ μυα­λό μου συ­νε­χί­σει ἀ­πρό­σκο­πτα τὶς ὑ­πο­θέ­σεις: Σί­γου­ρα Ἀγ­γλί­δα ἡ μη­τέ­ρα, ἰν­δο­πρε­πὴς ὁ πα­τέ­ρας. Ἔρ­χον­ται τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τοὺς ξε­χνῶ, μιὰ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ νη­σιοῦ καὶ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη ἐκ­δρο­μὴ στὴν Κά­σο. Φεύ­γουν πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­κο­λου­θού­με­νοι ἀ­πὸ τὰ δύ­ο παι­διά.

        Δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια τα­βέρ­να πρὶν φι­σκά­ρει. Δὲν βλέ­πω Ἕλ­λη­νες, εἶ­χα πεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη φο­ρὰ στὸ εὐ­γε­νέ­στα­το γκαρ­σό­νι. «Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, πε­ρὶ τὶς ὀ­κτώ το βρά­δυ, ἔρ­χον­ται μό­νον οἱ ξέ­νοι. Οἱ Ἕλ­λη­νες, τὸ ξέ­ρε­τε, ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση μὲ δέ­κα.» Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἴ­διο ἐ­ξάλ­λου κά­νω κι ἐ­γώ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές, ποὺ συ­νή­θως μὲ βο­λεύ­ει τὸ φα­γη­τὸ με­τὰ τὸ μπά­νιο. Ξέ­νη, λοι­πόν, ὡς πρὸς τὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κουλ­τού­ρα, ἀ­νά­με­σά σε ξέ­νους.

        Μπαί­νει ἡ προ­χτε­σι­νὴ κομ­πα­νί­α, ἡ Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα καὶ οἱ τρεῖς σκου­ρό­χρω­μοι. Κά­θον­ται σὲ πα­ρα­δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς πα­ρα­τη­ρῶ ἀ­πὸ πιὸ κον­τά. Μὰ πὼς τὴν πά­τη­σα ἔ­τσι, κι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης γιὸς κι ὄ­χι σύ­ζυ­γος. Ξα­να­κοι­τά­ζω τὴ γυ­ναί­κα, προ­σέ­χω τὶς ρυ­τί­δες καὶ τοὺς κω­θόρ­νους. Μὰ ναί, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­ραν­τα­πεν­τά­ρα ἢ καὶ πε­νην­τά­ρα καὶ ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­τρας πε­ρὶ τὰ εἴ­κο­σι μὲ εἰ­κο­σι­δύ­ο, σί­γου­ρα ὁ με­γά­λος γιός, χρῶ­μα σκοῦ­ρο, ἀ­ρα­βι­κό. Κι αὐ­τὸς μο­δά­το μαλ­λὶ ὅ­πως ὁ ἔ­φη­βος, σκου­λα­ρί­κι καὶ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό. Μὰ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό, σχο­λιά­ζω, αὐ­τὸ θὰ πό­νε­σε πο­λύ, ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ σύν­τρο­φος. Οἱ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ροι μοιά­ζουν ἀρ­κε­τὰ με­τα­ξύ τους, ὁ πι­τσι­ρι­κὰς εἶ­ναι πιὸ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος σὰν τὴ μη­τέ­ρα του. Ἔ­χει μιὰ δι­ά­θε­ση σκαν­τα­λιᾶς, κά­τι τοῦ λέ­ει ὁ στριφ­νὸς με­γά­λος ποὺ κά­θε­ται δί­πλα του καὶ σο­βα­ρεύ­ε­ται, ἡ μη­τέ­ρα παρ­λά­ρει ἀ­δι­άλ­λει­πτα μὲ τὸν δι­πλα­νό της με­σαῖ­ο γιό. Θὰ εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νοι, μοῦ ἔρ­χε­ται αὐ­θόρ­μη­τα. Μὰ δὲν πο­λυ­μοιά­ζουν μὲ Ἄ­ρα­βες, θὰ εἶ­ναι Πα­κι­στα­νοί.

        —Για­τί δὲν τρῶς;

        Τὸ φα­γη­τὸ μας ἔ­χει φτά­σει καὶ δὲν τὸ ἔ­χω πά­ρει χαμ­πά­ρι.

        Πο­λὺ φα­γη­τό, πά­λι πα­ραγ­γεί­λα­με μί­α με­ρί­δα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη, Ἕλ­λη­νες, μπά, μᾶλ­λον Ἑλ­λη­νά­ρες. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται κι ἡ ἰ­δέ­α μου νὰ πά­ρου­με σὲ ἀ­λου­μι­νέ­νιο χαρ­τὶ τὰ κε­φτε­δά­κια γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη, οκ, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν θὰ τὰ ἀγ­γί­ξω, λέ­ω σὰν πει­σμω­μέ­νο παι­δί, μὲ τὸ μυα­λὸ σὲ ἀ­στέ­γους καὶ πρό­σφυ­γες. Τὸ ἀ­πέ­ναν­τι παι­δὶ τρώ­ει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴ σα­λά­τα τους, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δεί­χνουν νὰ ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ὁ δευ­τε­ρό­το­κος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὴν Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα, ὁ με­γά­λος —ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­δα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου νὰ μι­λά­ει ἔν­το­να γιὰ κά­τι— εἶ­ναι σι­ω­πη­λός. Τὸ βλέμ­μα του βα­θύ, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ καὶ με­λαγ­χο­λι­κό, τὸ εἶ­χα προ­σέ­ξει καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἔ­χει κα­τά­θλι­ψη συλ­λο­γί­ζο­μαι. Χω­ρὶς νὰ τὴν κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­ϋ­παν­τή­σω, σὰν τὶς ρι­πὲς ἀ­νέ­μου στὸ νη­σί, ἡ ἑ­πό­με­νη σκέ­ψη: Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ βομ­βι­στὴς αὐ­το­κτο­νί­ας, τό­σο πό­νο καὶ κρυμ­μέ­νο θυ­μὸ ἐκ­φρά­ζει τὸ βλέμ­μα του.

        Εἶ­χα σκε­φτεῖ ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ βά­λω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸ πα­τά­ρι. Μὰ τὸ Θε­ό, μὰ τὸν Ἀλ­λάχ, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα της.


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λυ Ἐξαρ­χο­πού­λου Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει σπου­δά­σει ἱ­στο­ρί­α καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν, Newcastle Upon Tyne καὶ East Anglia. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἕ­να βι­βλί­ο ποί­η­σης. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ τουρ­κι­κά.