Σωτήρης Δημητρίου: Ντιαλύθ΄ ἴμ, Χριστάκη



Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου

Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη


ΠΟ ‘ΝΑ ΠΕΙΣΜΑ τὴν πῆ­ρε.

Δὲν τὸν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε, μὰ πέ­σαν νὰ τὸν φᾶ­νε οἱ δι­κοί του.

«Κα­λά, τό ’χα­σες τε­λεί­ως; Νὰ μπά­σου­με σπί­τι μας τὴν Ἀρβα­νί­τω, τὴν τέ­τοι­α, τὴν πάν­τοι­α;»

Ἰ­δί­ως οἱ ἀ­δερ­φές του ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές: «Σπί­τι μας δὲν μπαί­νει ἡ πα­λι­ο­σκι­πι­τάρ.»

       Βέ­βαι­α, πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὴ φυ­λε­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα τὶς πεί­ρα­ζε πού, ὅ­ταν ἔμ­παι­νε στὸ φοῦρ­νο τους, σὰν κά­τι νὰ ὀ­μόρ­φαι­νε.

        Στὸ φοῦρ­νο λοι­πὸν τὴ γνώ­ρι­σε.

        Γε­ρή, νο­στι­μού­λα — ἔ, θεό­φτω­χη ἦ­ταν μὰ τά ’χε πε­ρα­σμέ­να κι αὐ­τὸς τὰ τριά­ντα πέν­τε.

        Δὲν μπῆ­κε σὲ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ κο­πέ­λα, μπῆ­κε σὲ φι­δο­φω­λιά. Μοῦ­τρα, μι­σό­λο­γα, ξε­θέ­ω­μα στὶς δου­λει­ές, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­κα­νε τὸ πεῖ­σμα ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Βο­λεύ­τη­κε. Τέρ­μα.

        «Καὶ νὰ τ’ ἀ­φή­σεις αὐ­τὰ τὰ μὶρ καὶ τὰ μίρ. Δὲν εἶ­ναι Ἀρ­βα­νι­τιὰ ἐ­δῶ. Μπῆ­κες σὲ σπί­τι ρύ­ζι κα­ρο­λί­να. Τά ’κου­σες; Σὲ κά­να­με ἄν­θρω­πο.»

        Τό­σο πο­λὺ τὴν ἐ­φό­βι­σαν πού, σὰν τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­κά­λε­στη κα­μιὰ λέ­ξη ἀ­π’ τὴν ψυ­χὴ στὰ χεί­λη, προ­λά­βαι­νε καὶ χτύ­πα­γε δυ­να­τὰ μὲ τὴ χού­φτα της τὸ στό­μα.

        Τὴ μά­να της εἶ­χε μο­νά­χα. Βρῆ­καν τρό­πο οἱ ἀ­δερ­φὲς νὰ τὶς ξε­σμί­ξουν.

        «Ἔρ­δε πρά­πε, μά­να» ἔ­λε­γαν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ταν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­παν.

        Μὲ τὸ σύ­ζυ­γο ἡ ἐ­πα­φὴ ἦ­ταν μο­νά­χα σὰν τὴν πλά­κω­νε μὲ τὸ κε­φά­λι μό­νι­μα πά­νω ἀ­π’ τὸ δι­κό της νὰ τὴν τρυ­πά­ει μὲ τὸ πι­γού­νι του. Ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος, καὶ ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Τὴν ἔ­παιρ­νε ἀ­π’ τὶς τρεῖς τὸ πρω­ὶ στὸ φοῦρ­νο. Κα­τό­πι στὸ σπί­τι νὰ τοὺς πε­ρε­τεύ­ει ὅ­λους. Τό ‘­ρι­ξε τὸ παι­δί.

        Τό­τε εἶ­ναι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν τί ἔ­λε­γαν: «Ἐ­πί­τη­δες, ἡ πα­λιοβρό­μα, ποιός ξέ­ρει τί ἔ­κα­νε!» καὶ «Ὅ­ταν σ’ τὰ λέ­γα­με ἐ­μεῖς!»

        Ποῦ νὰ ξε­σπά­σει κι αὐ­τός, σή­κω­σε χέ­ρι καὶ τὸ κα­θι­έ­ρω­σε. Τὸ ψω­μὶ ἅρ­πα­ζε, τὸ κορ­μί της τὸ πλή­ρω­νε.

        Ξα­νάμεινε ἔγ­κυ­ος καὶ πα­ρα­κά­λα­γε νυ­χτο­ή­με­ρα τὸ Θε­ὸ νὰ γεν­νή­σει κα­λὰ γιὰ νὰ τοὺς ἡ­με­ρέ­ψει.

        Κα­θά­ρι­σε κι ἕ­να χῶ­ρο στὴν καρ­διά της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ φούρ­νους κι ἀ­δερ­φές. Κα­θά­ρι­σε τὸ χῶ­ρο κι ἔ­βα­λε καὶ τὴν Πα­να­γί­α μέ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σει. Δὲ γνώ­ρι­ζε ἄλ­λον τρό­πο οὔ­τε εἶ­χε ἄλ­λον ἄν­θρω­πο.

        Ἡ μά­να της ἐρ­χό­ταν ἀ­ραι­ά, κα­θό­ταν σι­ω­πη­λὴ κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα.

        Κά­πο­τε πῆ­γε νὰ τῆς μι­λή­σει, καὶ τὴν ἔ­κο­ψε.

        «Βου­βά­σου, ἔ­χεις ἄν­τρα, χόρ­τα­σες ψω­μί.»

        Γέν­νη­σε, μὰ οὔ­τε ἡ καρ­διά της οὔ­τε ἡ Πα­να­γί­α νί­κη­σαν τὸ φοῦρ­νο καὶ τὸ τσα­λα­πά­τη­μα.

        Γέν­νη­σε ἄρ­ρω­στο παι­δί. Μογ­γο­λι­κό.

        Τό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἐ­χθρό­τη­τα. Οὔ­τε κου­βέν­τα πιά, καὶ τὴν πιὸ ἄ­χρω­μη!

        Μο­νά­χα τὴν κοί­τα­ζαν, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, για­τὶ ἔ­νι­ω­θε τὸ κορ­μί της νὰ φο­βᾶ­ται καὶ νά ’ναι σὲ ἄ­μυ­να.

        Ἔ­φτα­νε ἡ νύ­χτα νὰ πλα­γιά­σουν, κι ἔ­τρε­με σὰν πλά­για­ζε καὶ κεῖ­νος. Δὲν τῆς εἶ­πε λέ­ξη γιὰ τὸ παι­δί, καὶ νό­μι­ζε πὼς θὰ τὴν κό­ψει χί­λια κομ­μά­τια. Κά­θε βρά­δυ αὐ­τὸ πε­ρί­με­νε. Ἐν­τέ­λει, τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του. Τοὺς ἔ­δω­σαν, σ’ αὐ­τὴ καὶ τὸ παι­δί, μιὰ κά­μα­ρη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐρ­χό­ταν καὶ τὴ βά­τευ­ε γρή­γο­ρα.

        Ἂν δὲν εἶ­χε κεῖ­νο τὸ ἄρ­ρω­στο πλά­σμα, θὰ τρε­λαι­νό­ταν, θὰ σκο­τω­νό­ταν. Λὲς καὶ τό ’νι­ω­θε τὸ νή­πιο, τὴν ἔσφιγ­γε μὲ δύ­να­μη ἄν­τρα, ἀ­πὸ τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀγ­κά­λια­σμα βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριά. Ἀ­χώ­ρι­στοι.

        Ὁ τρό­μος ὅ­μως, μέ­σα της. Ὅ­ταν, σπά­νια, ἦ­ταν μο­νά­χοι στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε νὰ τοῦ τρα­γου­δή­σει στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, κι ὅ­λο καὶ χω­νό­ταν κά­να μου­σού­δι ἀ­π’ τὴν πόρ­τα καὶ τὴ σού­φλι­ζε μὲ τὰ μά­τια.

        Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, τά ‘­θα­ψε ὅ­λα μέ­σα της: τὰ μι­κρά της χρό­νια, τὴν ἀ­γά­πη, τὶς φι­λε­νά­δες. Ἔ­θα­ψε τὶς τρε­χά­λες, τὰ πε­ζού­λια, τὶς μυ­γδα­λι­ές. Ἔ­θα­ψε βλέμ­μα­τα πο­νε­μέ­να, γε­λού­με­να· βλέμ­μα­τα, βλέμ­μα­τα καὶ χεί­λη. Ἔ­θα­ψε τὴ γλώσ­σα.

        Ἔ­μει­νε μο­νά­χα ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­λα­φι­α­σμέ­νο πού ‘­θε­λε τὸ γιό της.

        Με­γά­λω­νε καὶ δὲν ἔ­κα­νε βῆ­μα ἀ­πὸ κον­τά της. Τὸν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω σε κρυ­φούς, σκο­τει­νοὺς δρό­μους, μὰ τοὺς μυ­ρί­ζον­ταν τὰ παι­διὰ κι ἔρ­χον­ταν κομ­πα­νί­α ἀ­πὸ πί­σω, μὲ πέ­τρες καὶ κο­ρο­ϊ­δί­ες.

        Ὁ Χρι­στά­κης ἦ­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω ἀ­φύ­σι­κα χον­τρός. Τὸν βά­φτι­σαν «φο­ρά­δα», κι ἐ­πει­δὴ τραύ­λι­ζε πο­λὺ ψι­λά, νύ­χτα μέ­ρα ἄ­κου­γε ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες παι­δι­κὲς φω­νές, κα­μιὰ φο­ρὰ κι ἀ­πὸ με­γά­λους: «φο­ρά­δα, φο­ρά­δα».

        Ἔ­βγα­λε κι αὐ­τό, σὰν με­γά­λω­σε, ζάν­τζες καὶ πα­ρά­ξε­να φερ­σί­μα­τα. Ἔ­βλε­πε κο­ρι­τσά­κια καὶ κα­τέ­βα­ζε τὰ παν­τε­λό­νια του. Ἀ­κό­μα καὶ σ’ αὐ­τὴν τὸ ἀγ­κά­λια­σμά του ἄλ­λα­ξε. Στρι­φογύ­ρι­ζε, πι­ε­στά, τὰ ὄρ­γα­νά του στὸ κορ­μί της.

        Πά­λευ­ε, πά­λευ­ε.

      Θυ­μό­ταν πάν­τα ποὺ οἱ για­τροὶ εἶ­παν, σὰν γεν­νή­θη­κε, πὼς θὰ πε­θά­νει σὲ κά­ποι­α «με­τε­φη­βεί­α». Τὴν πε­ρί­με­νε, πό­τε σὰν τὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ ποὺ θὰ τὴν ἀ­φα­νί­σει καὶ πό­τε μὲ προ­σμο­νὴ γιὰ νὰ γλι­τώ­σει πιὸ πο­λὺ αὐ­τό.

        Πράγ­μα­τι ἀρ­ρώ­στη­σε, κι ὅ­λος ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος, ἡ «φο­ρά­δα», τα­χύ­τα­τα ἔ­μει­νε σὰν τσά­κι­νο.

        Πέ­θα­νε. Μέ­χρι νὰ τὸ πᾶν στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα.

        Μό­νο στὸ μυα­λό της ἐρ­χό­ταν συ­νε­χῶς πώς, σὰν γέν­νη­σε τὸ ἄρ­ρω­στο, χά­ρη­κε ἀ­πὸ μιὰ με­ριὰ γι’ αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­πού­στη ποὺ τῆς χά­λα­σε τὴ ζω­ή. Θυ­μό­ταν ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ ζη­τοῦ­σε νὰ πε­θά­νει καὶ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα συ­νε­χῶς πὼς δὲν τοῦ τρα­γού­δη­σε πο­τὲ στὴ γλώσ­σα τους, δὲ γι­ό­μι­σε λι­γά­κι τὴν ψυ­χή του μ’ αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σαν, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν, νὰ τὴ γι­ο­μί­σουν.

        Στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ξέ­σπα­σε.

        Ἔ­πε­σε στὸν τά­φο κι ἀ­λά­λα­ζε στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, λό­για ἀ­γά­πης, ἀ­να­θέ­μα­τα, να­νου­ρί­σμα­τα.


        Ντιά­λι­θ’ ­ἴμ, Χρι­στά­κη μου, ντι­ά­λι­θ’ ­ἲμ

        λοῦ­λε ἒ στου­πίς, ὀρ­φα­νό μου, λοῦ­λε

        οὒ ἒ ζέ­ζα μὲ τοὺς πα­λι­αν­θρώ­πους.

        Ἄχ! χού­να ἴ­με, μοῦ σπό­βε σπίρ­τιν τῆς μαύ­ρης.


        Κύ­μα­τα κόκ­κι­να πά­φλα­ζαν στὰ σω­θι­κά της οἱ λέ­ξεις κι ἀ­νέ­βαι­ναν στὸ λαι­μὸ νὰ τὴν πνί­ξουν.

        Λι­βά­δια, μαρ­γα­ρί­τες, νύ­χτες καὶ μα­τά­κια, ὄ­νει­ρα τῆς νι­ό­της, θαμ­ποὶ χει­μῶ­νες, πό­νοι πε­ρα­σμέ­νοι, χα­μέ­νοι ἥ­λιοι, μα­νού­σια καὶ πρω­το­βρό­χια, τρυ­φε­ρά, λὲς γιὰ πα­ρη­γο­ριά, τῆς ἄ­λε­θαν τὰ σπλά­χνα, οἱ εἰ­κό­νες, οἱ λέ­ξεις.

        Μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο τοῦ πό­νου, πρώ­τη της φο­ρὰ ἔ­νι­ω­θε, με­τὰ ἀ­πὸ νε­κρά, ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­να χρό­νια, πὼς ζοῦ­σε.

        Ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἀ­νά­σα κι ἄρ­χι­ζε. Ἔ­λε­γε, ἔ­λε­γε. Πο­τά­μι. Λύ­θη­κε τὸ κορ­μί της. Χτύ­πα­γε πα­λα­μά­κια, πό­τε μ’ ἄ­φα­το θυ­μὸ καὶ πό­τε μὲ τρε­λὴ χα­ρά.


        Ζού­μουρ, πε­ρι­στέ­ρι μου, λοῦ­λε ἒ στου­πὶς

        οὒ ἒ ζέ­ζα, ποὺ δὲ σὲ χόρ­τα­σα φι­λί.

        Ἔ­μει­να ἐ­σκρέ­τα μὲς στοὺς λύ­κους.

        Ντι­ά­λι­θ’ ἴμ, προ­στά­τη μου, μ’ ἄ­φη­σες μο­νά­χη.


        Ἔ­παιρ­νε χώ­μα­τα καὶ πέ­τρες ἀ­π’ τὸν τά­φο καὶ τὰ πέ­τα­γε στὶς ἀ­δερ­φές, στὸν κό­σμο, στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­λε­γε καὶ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες.

        Τῆς ἔ­φυ­γε τε­λεί­ως ὁ φό­βος καὶ τὴν κα­τέ­κλυ­σαν ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Βρῆ­καν τρό­πο καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σὲ ἵ­δρυ­μα.



Πηγή: Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993), Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011) κ.ἄ.


 

Διαφημίσεις

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης: Δωμάτιο 111



Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης


Δω­μά­τιο 111


ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ τῆς πτέ­ρυ­γας μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­σε, ὅ­τι θὰ με­τα­φερ­θῶ. Ρω­τών­τας «για­τί;» ἀ­πάν­τη­σε «ἔ­χου­με δύ­ο εὐ­ά­λω­τους σὲ μι­κρό­βια κι εἶ­στε ὁ μό­νος μὲ νό­ση­μα μὴ με­τα­δι­δό­με­νο».

       Σὲ λί­γο μὲ πῆ­γαν στὸ δω­μά­τιο 111. Το­πο­θε­τή­θη­κα ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκο­μέ­νους. Μὲ λευ­χαι­μί­α. Δε­ξιά, πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἕ­νας με­σή­λι­κας. Ἔ­δι­νε δια­ρκῶς ὁ­δη­γί­ες στὴ σύ­ζυ­γο, ποὺ πλάν­τα­ζε βου­βά, γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση ἑ­νὸς πα­νω­ση­κώ­μα­τος, στὸ Το­λό, καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια. «Πρό­σε­ξε», τό­νι­ζε, «μὴν ἔ­χει ὁ ἀ­δερ­φός μου τί­πο­τε ἀ­παι­τή­σεις στὸ σπί­τι, θὰ κα­τέ­βω καὶ θὰ τὸν πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος!» Πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα κα­τέ­λη­ξε.

       Ἀ­ρι­στε­ρά μου ἕ­νας ἄν­τρας, γύ­ρω στὰ 50. Σὲ λή­θαρ­γο, λές. Μὲ ὄ­ψη ἄ­σπρη σὰν γλειμ­μέ­νο κό­κα­λο. Τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἡ μί­α, γε­ρα­σμέ­νη πρό­ω­ρα. Μα­ζὶ μιὰ ἔ­φη­βη. Θυ­γα­τέ­ρα της ἀ­πὸ γά­μο μὲ τὸν ἀ­σθε­νῆ. Τώ­ρα σὲ δι­ά­στα­ση. Ἡ δεύ­τε­ρη, ξαν­θιὰ Οὐ­κρα­νή. Συ­ζοῦ­σε μὲ τὸν δι­πλα­νό.

       Ὅ­ταν ὁ ἐν λό­γῳ ξυ­πνοῦ­σε καὶ ἦ­ταν πα­ροῦ­σα ἡ πρώ­ην, τὸν πα­ρό­τρυ­νε, μὲ σβη­σμέ­νη φω­νή, «πᾶ­με σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, στὴν Τῆ­νο, νὰ βο­η­θή­σει ἡ Πα­να­γί­α!». Ἔ­βα­ζε φι­τι­λι­ὲς γιὰ τὴν και­νούρ­για, «δὲν ἦρ­θε σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ προ­χθές, εἶ­δες; Ἐ­νῶ ἐ­γὼ μέ­ρα νύ­χτα ἐ­δῶ μὲ τὸ κο­ρί­τσι μας». Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ ξαν­θιά, «ἔ­χει τὸ μα­γα­ζὶ στὴν πα­ρα­λια­κή, μω­ρὴ μα­λά­κω, πῶς νά ‘ρθεῖ;»

       Ὅ­σες νύ­χτες πα­ρέ­μει­νε ζων­τα­νός, κα­τὰ τὶς 4 τὸ πρω­ΐ, τη­λε­φω­νοῦ­σε σὲ κά­ποι­ον. Ρω­τοῦ­σε, ἂν τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι στὴ γύ­ρα. Παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση μὴ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ οὔρ­λια­ζε, «Σή­κω­σέ τες νὰ πᾶ­νε στὰ τρα­πέ­ζια, γα­μῶ τὸν ἀν­τί­θε­ό μου, νὰ κά­νουν κον­σο­μα­σιόν. Θὰ τὶς ξε­σκί­σω ἅ­μα γυ­ρί­σω. Κι ἐ­σέ­να, μα­λά­κα».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ κα­τέ­λη­ξε κι ἐ­κεῖ­νος ἡ πρώ­ην ἀ­νέ­βα­σε ὀ­κτά­βες. Ρί­χτη­κε στὴ γκό­με­να. «Μά­ζε­ψέ τα. Τὸ παι­δί μου ἔ­χει νό­μι­μο δι­καί­ω­μα στὸ μα­γα­ζί. Ἢ χά­σου ἢ μέ­νεις καὶ σ’ ἔ­χω που­τά­να μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες νὰ μοῦ τὰ φέρ­νεις, κα­ρι­ό­λα.»

       Κοί­τα­ξα ἔ­ξω τὸν οὐ­ρα­νό. Πα­νω­ση­κώ­μα­τα, κω­λόμ­πα­ρα, με­τα­δι­δό­με­να καὶ μὴ νο­σή­μα­τα. Ζω­ή…



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης (Δε­σφί­να Φω­κί­δας, 1951). Ποί­η­ση, Δο­κί­μιο-Κρι­τι­κή. Τε­χνι­κὸς μη­χα­νο­λο­γι­κῆς συν­τή­ρη­σης στὴ χη­μι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α (Ἀ­λου­μί­νιον τῆς Ἑλ­λά­δος). Ποι­ή­μα­τά του, δο­κι­μια­κὰ κεί­με­να καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ή­μα­τά του με­τα­φρά­στη­καν στὰ ἀλ­βα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα. Βι­βλί­α του: Πτω­χὸν με­τάλ­λευ­μα (ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἐμ­βό­λι­μον, Ἄ­σπρα Σπί­τια, 1990), Ἀ­μει­ψι­σπο­ρά (ἔκ­δο­ση τῆς Δη­μό­σιας Κεν­τρι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Λε­βα­δεί­ας, 1996), Δί­στο­μο 10 Ἰ­ου­νί­ου 1944 – τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2010· Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Χρο­νι­κοῦ-Μαρ­τυ­ρί­ας), Πι­­στο­­ποι­­η­τι­­κὰ θνη­­τό­τη­­τας. Ποι­ήμα­τα 1970-2010 (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2014) κ.ἄ.

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Ἡ Βασίλω



Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Ἡ Βα­σί­λω


 ΒΑΣΙΛΩ Μ. γεν­νη­θη­κε στὴ Λάκ­κα Σου­λί­ου, στὸ χω­ριὸ Δερ­βί­ζαι­να ἐν ἔ­τει 189… Στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της παν­τρεύ­τη­κε τὸν Γι­ώρ­γη Γ. κι ἔ­κα­ναν ἕ­ξι παι­διά, ἔ­ζη­σαν τὰ τέσ­σε­ρα. Σκλη­ρὴ γυ­ναί­κα μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες στιγ­μὲς γλυ­κύ­τη­τας καὶ προ­σή­νειας.  Πα­νέ­ξυ­πνη, δι­α­ό­λου κάλ­τσα.  Ἡ φτώ­χεια τοὺς ἔ­δερ­νε, ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους, στὴν ἄ­γο­νη γῆ ποὺ τοὺς δό­θη­κε. Ἕ­να κη­πά­κι μὲ τὰ ζαρ­ζα­βα­τι­κά τους, δυ­ὸ κα­τσί­κες καὶ πέν­τε πρό­βα­τα ἦ­ταν τὸ ἔ­χει τους. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν πρα­μα­τευ­τής, γυ­ρο­λό­γος, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ χω­ριὰ τῆς πε­ρι­ο­χῆς που­λών­τας τὴν πρα­μά­τεια του. Βα­σί­λισ­σα τὴν εἶ­χε τὴ Βα­σί­λω, ὅ,τι φτω­χι­κὸ ἀ­πο­κτοῦ­σε, στὰ χέ­ρια της τὸ ἀ­πό­θε­τε. Ἡ Βα­σί­λω δὲν σκο­τι­ζό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ριοῦ, ψό­φα­γε νὰ λι­ά­ζε­ται στὴν αὐ­λή της μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔπι­α­νε τὸ τρα­γού­δι.

        Μα­νου­σά­κια, μα­νου­σά­κια, μό­σχος καὶ γα­ρυ­φαλ­λά­κια.

        Τὰ παι­διά της τὰ ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά της νω­ρίς, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ ἄν­δρα της δὲν εἶ­χε νὰ τὰ θρέ­ψει. Τὰ ἔ­στει­λε στὴν Ἀ­θή­να στὴν ἀ­δελ­φή της, ποὺ εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ κα­τέ­βει γιὰ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα καὶ νὰ τὴν υἱ­ο­θε­τή­σει ἕ­να πλού­σιο ζευ­γά­ρι ἄ­τε­κνων με­γα­λο­α­στῶν. Κρά­τη­σε κον­τά της μό­νον τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Κί­τσο. Τὸν πάν­τρε­ψε μὲ προ­ξε­νιὸ μὲ τὴν Ἄν­να, κό­ρη ἐρ­γά­τη, ποὺ μό­λις εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α. Μὲ τὸ ζευ­γά­ρι συγ­κα­τοι­κοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια στέ­γη. Ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ἐγ­γό­νια καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι φτά­νουν καὶ πε­ρισ­σεύ­ουν, ἐ­φάρ­μο­σε μί­α δρα­στι­κὴ καὶ πρω­τό­τυ­πη μέ­θο­δο ἀν­τι­σύλ­λη­ψης: μπού­κα­ρε στὴν κά­μα­ρα τοῦ ζευ­γα­ριοῦ κά­θε ποὺ μυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι ἐ­πί­κει­ται συ­νου­σί­α καὶ τοὺς ἔ­κο­βε τὴ φό­ρα: «Δύ­ο ἔ­χε­τε, φτά­νουν! Δὲν χρει­ά­ζε­στε ἄλ­λα. Πῶς θὰ τὰ θρέ­ψε­τε, μπρέ;»

        Στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τέ­βη­κε στὴν Ἀ­θή­να νὰ θά­ψει τὸ στερ­νο­πού­λι της τὸν Νά­σο ποὺ ἔ­φυ­γε στὰ σα­ράν­τα ἑ­φτά του. Τὴ νύ­φη της τὴ Μα­ρί­α, ποὺ ἔ­κλαι­γε καὶ χτυ­πι­ό­ταν στὴν κη­δεί­α, τὴν ἀ­πο­πῆ­ρε: «Τί κά­νεις ἔ­τσι, γυ­ναί­κα; Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς καὶ οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους!»

        Ἡ Βα­σί­λω ἀ­πε­βί­ω­σε στὰ ἐ­νε­νῆν­τα ἑ­φτά της ἐν Ἀ­θή­ναις. Αἰ­τί­α ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἔκ­θε­ση στὸν ἥ­λιο, τὸν ὁ­ποῖ­ον λά­τρευ­ε ὅ­πως εἴ­πα­με, γε­γο­νὸς ποὺ τῆς προ­κά­λε­σε ντου­βρουν­τζά*, κα­τὰ τὰ κοι­νῶς λε­γό­με­να.  Στὸν για­τρὸ ποὺ ἦρ­θε νὰ τὴν ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἑ­τοι­μο­θά­να­τη, ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι «τί ἦρ­θες νὰ κά­νεις κι ἐ­σύ; Ἐ­γὼ τώ­ρα φεύ­γω. Ἄν­τε γειὰ καὶ κα­λὴ ἀν­τά­μω­ση.»

        Ἔ­τσι πέ­θα­νε, ἥ­συ­χη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­ζη­σε.


ντου­βρουν­τζάς· ἐγκεφαλικό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπούδασε Φιλολογία καὶ πῆρε με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτικῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ πα­νελ­λή­νιους δι­α­γω­νι­σμοὺς καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Μαν­δρα­γό­ρας, Πα­ρέμ­βα­ση, Κο­ράλ­λι, Δέ­κα­τα, Ὀ­ρο­πέ­διο, Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2014 λει­τουρ­γεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα τὸ δι­κό της ἐρ­γα­στή­ρι Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὸ Κέν­τρο Δί­α Βί­ου Μά­θη­σης (ΙΝΕΔΙΒΙΜ).



		

	

Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα


μο­νά­χα ὅ­ταν τὰ χέ­ρια μου σὲ χά­νουν,
ἡ πο­νε­μέ­νη φαν­τα­σί­α μου σὲ κερ­δί­ζει.
Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος, «Ἀ­να­στο­λὴ»

ΥΡΙΣΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν ντου­λά­πα. Πρῶ­τα τὸ δε­ξιὸ φύλ­λο ποὺ ἔ­τρι­ξε ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­σί­α. Γκρι­νιά­ζει κι αὐ­τὴ μὲ τὸν τρό­πο της —σκέ­φτη­κε— ποὺ χέ­ρι δὲν τὴν ἀ­νοί­γει πιά. Ὅ­λα το­πο­θε­τη­μέ­να μὲ τά­ξη καὶ σει­ρά. Χώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος λὲς καὶ ἤ­θε­λε νὰ τ᾿ ἀ­γα­πή­σει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψουν οἱ μπλοῦ­ζες, νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει κι ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­γι­ὲρ ποὺ φό­ρα­γε τὴν ἄ­νοι­ξη, νὰ τὸν τυ­λί­ξει καὶ τὸ μαν­τὼ ποὺ τό­σο τῆς πή­γαι­νε. Μαν­τα­ρί­νι, κισ­σός, ὀρ­χι­δέ­α πυρ­πό­λη­σαν τὶς αἰ­σθή­σεις του καὶ ζα­λι­σμέ­νος πι­σω­πά­τη­σε. Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα κρε­μό­ταν τε­λευ­ταί­α δί­χως νὰ τὴν ἔ­χει ξε­θω­ριά­σει ὁ χρό­νος. Δί­στα­σε. Τὴν ἄ­νοι­ξε πά­νω στὸ κρε­ϐ­ά­τι, τὴ σι­δέ­ρω­σε μὲ τὶς πα­λά­μες του, τὴ δί­πλω­σε προ­σε­κτι­κά, τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸ σα­κί­διό του – ἄ­στα­τος ὁ και­ρὸς τε­λευ­ταῖ­α, δὲν εἶ­ναι παῖ­ξε-γέ­λα­σε. Ὕ­στε­ρα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φύλ­λο. Ἐ­δῶ δὲν χρο­νο­τρί­ϐ­η­σε. Φό­ρε­σε τὸ κα­ρὼ που­κά­μι­σο ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἐ­κεί­νη – «τώ­ρα εἶ­σαι ὁ­λό­ι­διος ὁ Ρόμ­περτ Ρέν­τφορντ στὸ Γη­τευ­τὴ τῶν ἀ­λό­γων, ὁ γη­τευ­τὴς τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς, μὴν σοῦ πῶ καὶ κα­λύ­τε­ρος», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Δε­σποι­νι­ὼ στὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους πρὶν ἀ­πὸ κάμ­πο­σα χρό­νια.

       Πά­στρε­ψε γιὰ λί­γη ὥ­ρα τὸ σπί­τι, τα­κτο­ποί­η­σε τὰ πιά­τα στὴν κου­ζί­να, πῆ­ρε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ κι ἔ­κα­με τὸ χρέ­ος του. Σὲ λί­γο βγῆ­κε ἔ­ξω νὰ κά­μει ἕ­να τσι­γά­ρο. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε ὁ τό­πος, δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σῶ­μα του. Δε­κά­ρα δὲν ἔ­δι­νε γιὰ τὶς συ­μϐ­ου­λὲς τοῦ για­τροῦ.

       Ἔ­σκυ­ψε μὲ δυ­σκο­λί­α· ἄ­φη­σε τὸ κλει­δὶ τῆς γκαρ­σο­νι­έ­ρας ποὺ νοί­κια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸ χα­λά­κι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας μα­ζὶ μ᾿ ἕ­να γράμ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, γιὰ τὸν Κώ­στα. Θὰ κα­τα­λά­ϐ­ει αὐ­τός, συλ­λο­γί­στη­κε. Τὰ βή­μα­τά του τὸν ἔ­φε­ραν στὸν κου­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς. «Κού­ρε­μα καὶ κόν­τρα ξύ­ρι­σμα, πα­ρα­κα­λῶ.» «Ἄν­τε καὶ γαμπρός, Νι­κή­τα», τοῦ εὐ­χή­θη­κε ὁ Θε­ό­φι­λος —φτυ­στὸς ὁ Δι­ο­νύ­σης Πα­πα­γι­αν­νό­που­λος στὸ Λού­να Πὰρκ— κι ἀ­μέ­σως δαγ­κώ­θη­κε μὲ τὴ γκά­φα του. «Μὲ τὸ συμ­πά­θιο», συ­νέ­χι­σε αὐ­τὸς χω­ρὶς νὰ τσιγ­κου­νευ­τεῖ τὴν Old Spice, «ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ἔ­χεις πεῖ πο­τὲ πό­σα χρό­νια κου­ϐ­α­λᾶς στὴν καμ­πού­ρα σου».

       Γέ­λα­σε καὶ τοῦ ᾿πε: «χον­τρι­κά, πάν­τα χον­τρι­κά, Θε­ό­φι­λε, λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νω…» «Κου­νή­σου ἀπ᾿ τὴ θέ­ση σου, ἄν­θρω­πέ μου», τοῦ εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος καὶ σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. «Τὸ μό­νο ποὺ εὔ­χο­μαι εἶ­ναι ἐ­κεῖ ποὺ θὰ πά­ω νὰ βρῶ ἕ­να ψα­λί­δι σὰν τὸ δι­κό σου, Θε­ό­φι­λε.»

       Γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­θὼς γύ­ρι­σε, εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τῆς Δε­σποι­νι­ῶς, ὅ­πως τὸ χά­ρα­ξε ὁ νοῦς του μέ­σα στὸν κα­θρέ­φτη, νὰ δι­α­νεύ­ει σὰν ἀ­ε­ρι­κό. Χα­μο­γέ­λα­σε. «Ἄ, μὴν ξε­χά­σεις, τὴν ἀ­γά­πη μου στὴν Οὐ­ρα­νί­α», τοῦ ἔ­γνε­ψε ὁ Νι­κή­τας κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μή: «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα, Θε­ό­φι­λε. Ὕ­πνος καὶ ξύ­πνιος εὔ­κο­λα ζευ­γα­ρώ­νουν, μέ­χρι νὰ κά­νεις πφφ καὶ νὰ πε­ρά­σεις στὸ σκο­τει­νὸ τὸ θά­λα­μο».

       Στα­μά­τη­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ Γκί­κα κι ἔ­παι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α παρ­τί­δα τά­ϐ­λι μὲ τὸν Ἀρ­γύ­ρη – ὅ­λο δι­πλὰ σή­με­ρα· ἦ­ταν, φαί­νε­ται, ἡ μέ­ρα του. Ἀν­τάλ­λα­ξαν —ὅ­πως πάν­τα— λί­γα λό­για γιὰ τὰ τρέ­χον­τα, ἤ­πια­νε τὸ σα­ϐ­ϐ­α­τια­νό τους μὲ με­ζέ, ἔ­ϐ­α­λε μιὰ ἐ­λιὰ στὸ στό­μα, γέ­μι­σε καὶ τὸ φλα­σκί του γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­θη­καν. Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας ἀ­γό­ρα­σε πα­κέ­το. Ἀ­πὸ τὰ βα­ριά.

       Τό ᾿χε πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Ὅ­ταν ἔ­χα­σε τὴ δου­λειά του, δὲν τὸν πεί­ρα­ξε. Οὔ­τε σκο­τί­στη­κε ποὺ ἡ σύν­τα­ξη δὲν φτού­ρα­γε γιὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μή­να. Οὔ­τε ἔ­σκα­σε ὅ­ταν τοῦ κα­τα­σχέ­σα­νε τὸ σπί­τι. Οὔ­τε τά ᾿βα­ψε μαῦ­ρα σὰν χά­λα­σε γιὰ πάν­τα ἡ ὑ­γεί­α του. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό, ἔ­λε­γε φι­λο­σο­φών­τας κά­θε φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρι­έ­ται. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό. Μιὰ μέ­ρα… ἔ­μει­νε μι­σός. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τή. Μαγ­κού­φη καὶ τσαγ­κό, τὸν ἔ­λε­γαν, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­φευ­γε ἔ­κτο­τε τὶς πολ­λὲς συ­να­να­στρο­φές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν πεί­ρα­ξε ποὺ δὲν τή­ρη­σε τὴν ὑ­πό­σχε­σή του καὶ δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε.

       Πί­σω δὲν κοί­τα­ξε καὶ τρά­ϐ­η­ξε κα­τὰ πά­νω. Στὸ δρό­μο συ­νάν­τη­σε ξω­μά­χους. «Πῶς ἀ­πὸ δῶ;» τοὺς ρώ­τη­σε. Κι ἐ­κεῖ­νοι χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ προ­σπέ­ρα­σαν. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸ βου­νὸ τὸν ἀ­να­ζω­ο­γό­νη­σε. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ εἰ­σέ­ϐ­α­λε μέ­σα του καὶ τὸν μέ­θυ­σε. Σὲ λί­γο ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἄ­ρα­ξε σ᾿ ἕ­να πε­ζού­λι. Οἱ χυ­μοὶ ἀ­νέ­ϐ­αι­ναν ἀ­πὸ τὶς ρί­ζες. Φού­σκω­ναν τὰ μά­τια τῶν δέν­τρων. Ἴ­δια κι ἡ ψυ­χή του πλημ­μύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν κραι­πά­λη τῶν χρω­μά­των, κι ὅ­λα τὸν ἔ­κα­ναν δι­κό τους, κι ὅ­λα γί­νον­ταν κα­θρέ­φτης νὰ δεῖ μέ­σα τους πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, πά­θη κι ἀ­γά­πες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά, τὰ γκρί­ζα χρό­νια.

       Ἔϐαλε τὸ χέ­ρι ἀν­τή­λιο. Τὰ πλε­ού­με­να γλι­στροῦ­σαν στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια καὶ σὲ λί­γο ἔ­σϐ­η­ναν ἀ­πὸ μπρο­στά του, ὅ­πως κλεί­νεις γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ ἀ­νε­παι­σθή­τως κα­ρώ­νεις τὸν αἰ­ώ­νιο ὕ­πνο. Εἶ­δε καὶ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο ποὺ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα φάν­τα­ζε σὰν ζῶ­ο ξα­πλω­μέ­νο· καὶ τὴν Αἴ­γι­να ἀ­μέ­ρι­μνη νὰ τα­ξι­δεύ­ει πά­νω σ᾿ ἕ­να πλα­τα­νό­φυλ­λο. Φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως δὲν τὴν ἀν­τέ­ξει τό­ση ὀ­μορ­φιὰ καὶ κά­νει πί­σω, φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως σπά­σει ἀ­πὸ τὸ φῶς. Ἔ­κλει­σε γιὰ ὥ­ρα τὰ μά­τια κι αἰ­σθάν­θη­κε τὸ οὐ­ρα­νο­θά­λασ­σο καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ βου­νὸ ὁ­λά­κε­ρο νὰ μπαί­νει μέ­σα του, νὰ γί­νε­ται ὁ ἴ­διος χῶ­μα καὶ νε­ρό, ἥ­λιος, σύν­νε­φο καὶ μώϐ, λὲς κι ἡ ζω­ή του μό­λις ξε­κι­νοῦ­σε.

       Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ πέ­τρα καὶ τὴ χά­ι­δε­ψε μὲ στορ­γὴ λὲς κι αὐ­τὴ ἡ πέ­τρα συμ­πύ­κνω­νε τὸ σπό­ρο τῆς φω­τιᾶς ποὺ γιὰ χρό­νια ἀ­δρά­νειας καὶ σι­γῆς κρύ­ϐ­ε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ἀ­φυ­πνί­στη­κε ἀ­πὸ ἕ­να ἀγ­κά­θι ποὺ τοῦ μά­τω­σε τὸ δά­χτυ­λο. Ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο ξε­πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Μιὰ σκιὰ στά­θη­κε πί­σω του καὶ σὰν με­τά­ξι τὸν ἄγ­γι­ξε. Το ᾿ξε­ρε! Μιὰ ζω­ὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ σύν­θη­μά τους. «Δε­σποι­νι­ώ!» εἶ­πε ξαφ­νι­α­σμέ­νος. «Ἐ­σύ;»

       Ἀ­να­θάρ­ρε­ψε. Λύ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ σι­ω­πή του καὶ ἄ­να­ψε τὸ γέ­λιο μέ­σα του. Μέ­τρη­σαν τὰ χρό­νια κι ἀ­να­λο­γί­στη­καν πό­σο γρή­γο­ρα ἐ­ρη­μώ­νει ὁ ἄν­θρω­πος σὰν μέ­νει μαγ­κού­φης καὶ τί­πο­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει. Μί­λη­σαν γιὰ τὰ πα­λιά, τὰ χι­λι­ο­ει­πω­μέ­να, τὰ δι­κά τους, μί­λη­σαν καὶ γιὰ τ᾿ ἄλ­λα, τὰ σκο­τει­νά, τ᾿ ἀ­νο­μο­λό­γη­τα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ κά­ποι­ες πα­ραλ­λα­γές. Εἶ­παν νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σουν κά­πως ἀ­ό­ρι­στα, σὲ τρί­το πρό­σω­πο, λὲς καὶ ὅ­λα τοῦ­τα συ­νέ­ϐ­η­σαν σὲ ξέ­νους.

       Κου­ϐ­έν­τα στὴν κου­ϐ­έν­τα, κά­πνι­σαν ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πα­κέ­το. Στὸ τέ­λος τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι, ἂν εἶ­ναι στε­νά­χω­ρο, ἂν ἔ­χει ὑ­γρα­σί­α, ἂν χρει­ά­ζε­ται με­ρε­μέ­τια. Τὰ γνω­στά. Τὰ χέ­ρια του ἔ­πια­ναν.

       «Μὴν σκο­τί­ζε­σαι! Μό­νο… αὐ­τὲς οἱ ἀ­γρυ­πνί­ες.»

       Χα­μο­γέ­λα­σε. «Κι ἐ­μέ­να», τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε, «ὕ­πνος δὲν μοῦ κολ­λᾶ τε­λευ­ταῖ­α».

       «Ποῦ ἀ­κού­στη­κε!» τοῦ εἶ­πε. « Ἡ νύ­φη νὰ κλέ­ϐ­ει τὸ γαμ­πρό…»

       Γέ­λα­σαν μὲ τὴν ψυ­χή τους.

       «Σὲ κα­λό μας!» τοῦ ἔ­κα­νε στὸ τέ­λος καὶ χά­ι­δε­ψε τὰ γκρί­ζα χι­ό­νια.

       Λέ­γα­νε ἱ­στο­ρί­ες μέ­χρι ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σκα­σε μύ­τη πί­σω ἀ­πὸ τὸ βου­νό.

       Ἔϐαλε ψύ­χρα κι αὐ­τὴ δὲν εἶ­χε πά­ρει τί­πο­τα μα­ζί της.

       Ἄ­νοι­ξε τὸ σα­κί­διο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴν κί­τρι­νη ζα­κέ­τα.

       «Δι­ψῶ, Νι­κή­τα, δι­ψῶ!» τοῦ φά­νη­κε νὰ λέ­ει, μ᾿ ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη.

       Ἔϐγαλε ἀπ᾿ τὴ μέ­σα τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του τὸ φλα­σκί. Ἤ­πιαν μιὰ γου­λιὰ κρα­σὶ νὰ γλυ­κά­νουν τὴν πί­κρα τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο ράν­τι­σε τὸ χῶ­μα.

       Τὴ να­νού­ρι­σε μ᾿ ἕ­να σκο­πὸ στὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἕ­να κα­τα­χεί­μω­νο στὸ Κιλ­κὶς καὶ ἔ­κτο­τε τοὺς ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο. Ἦ­ταν τὸ πα­ρα­σύν­θη­μα —μὰρς γιὰ ὕ­πνο— ποὺ μό­νον οἱ δυ­ό τους γνώ­ρι­ζαν καὶ τό ᾿λε­γαν κά­θε χρό­νο τέ­τοι­α μέ­ρα.

       Ψυ­χὴ δὲν σά­λευ­ε τρι­γύ­ρω, μό­νο τοῦ ἀ­νέ­μου τὸ σκίρ­τη­μα ἔ­σϐ­η­νε κά­που στὸ βά­θος μα­ζὶ μὲ τὸν κα­η­μὸ τῆς φυ­σαρ­μό­νι­κας. Σι­ω­πὴ σφρά­γι­ζε τώ­ρα τὰ χεί­λη, καὶ μιὰ λύ­πη ποὺ σπάρ­θη­κε ὁ­λό­γυ­ρα στὴν πλά­ση σοῦ ᾿σφιγ­γε τὴν καρ­διά.

       Τὸ σκο­τά­δι σι­γὰ-σι­γὰ τοὺς κύ­κλω­σε. Τὸν ἔ­κλει­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­γει­ραν στὸ πλά­ι καὶ ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν νω­ρὶς-νω­ρίς.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.

Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc): Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή



Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc)


Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή

(Good Friday)


ΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ἡ Τάμ­μυ ἔ­ρι­ξε τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της στὴν λί­μνη, τὴν ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ὁ ἄν­δρας της —σύν­το­μα ὁ πρώ­ην ἄν­δρας της— ἔ­λει­πε μα­κριά. Δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἐ­πί­τη­δες, ἂν καὶ τε­λι­κὰ ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δη­μι­ούρ­γη­σε αὐ­τὴν τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀν­τι­θέ­τως ἡ Τάμ­μυ ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἕ­να κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χε πη­δή­ξει ξαφ­νι­κὰ πά­νω στὸ δρό­μο. Ὁ γιός της, ὁ Τάν­νερ, κα­θό­ταν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα κι ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ τὸ εἶ­δε.

       «Μὴ τὸ χτυ­πή­σεις!», εἶ­χε φω­νά­ξει. Πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε τὴν Τάμ­μυ νὰ στρί­ψει ἀ­πό­το­μα, κι ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἔ­ξω βα­ρὺς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κος χι­ο­νιᾶς, τὸ ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτὸ στρῶ­μα πά­γου, ἐ­ξε­τρά­πη τῆς πο­ρεί­ας του, δι­έ­σχι­σε τὸ προ­στα­τευ­τι­κὸ κιγ­κλί­δω­μα κι ἔ­πε­σε στὴ λί­μνη.

       Τὰ θυ­μᾶ­ται ὅ­λα. To κύ­μα φό­βου ποὺ τῆς ἄ­φη­σε μιὰ με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση στὸ στό­μα, κα­θὼς αἰ­σθάν­θη­κε τὰ χέ­ρια της νὰ γλι­στρᾶ­νε, νὰ χά­νουν τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ τι­μο­νιοῦ· τὸ τρί­ξι­μο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἁ­μά­ξι κα­θὼς ἐκ­σφεν­δο­νι­ζό­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὰ βρά­χια κι ἔ­πε­φτε στὸ νε­ρό· τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ θό­ρυ­βο ἀ­πὸ τὶς στριγ­κλι­ὲς τῶν παι­δι­ῶν, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι στα­μά­τη­σε μὲ ἕ­να τράν­ταγ­μα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κλά­σμα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου ψυ­χι­κῆς ἠ­ρε­μί­ας ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ὅ­λοι ἦ­ταν κα­λά, κι ὕ­στε­ρα ὁ με­γά­λος πα­νι­κὸς ποὺ τοὺς βρῆ­κε ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους κι ὅρ­μη­σε νὰ τοὺς κα­τα­βρο­χθί­σει. Τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Τὸ νε­ρό, ἡ ζο­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὰ πα­γω­μέ­να φύ­κια, ἡ αἰφ­νί­δια, ἁ­ψιὰ δυ­σο­σμί­α ἑ­νὸς πι­θα­νοῦ θα­νά­του.

       Ἡ Τάμ­μυ ψα­χού­λε­ψε τὴν ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας της, τὴν ξε­κούμ­πω­σε κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸν Τάν­νερ, ποὺ ἦ­ταν κά­τω­χρος ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Οὔρ­λια­ζε ἀ­κό­μα. Ὥ­σπου νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια της γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη του τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν ἤ­δη πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά του. Τὸ μι­σὸ ἁ­μά­ξι —τὸ μπρο­στι­νό του μέ­ρος— εἶ­χε ἤ­δη βυ­θι­στεῖ .

       «Τάν­νερ», εἶ­πε. Αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει. «Τάν­νερ!». Κι ἄλ­λα οὐρ­λια­χτά. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τὸν χα­στού­κι­σε δυ­να­τά. Στα­μά­τη­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἕ­να λε­πτὸ νῆ­μα σά­λιου κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. «Θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις», εἶ­πε. Ἀρ­γά. Προ­σε­χτι­κά. «Θὰ ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του – τὸ νε­ρὸ θὰ μπεῖ μέ­σα, καὶ θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις.»

       Ὁ Τάν­νερ κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν σὰν γυ­ά­λι­να – δὲν φαι­νό­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἴ­σως καὶ νὰ μὴν θυ­μό­ταν οὔ­τε πὼς τὸν λέ­νε. «Δὲν ξέ­ρω κο­λύμ­πι», ψι­θύ­ρι­σε.

       Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­γε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μᾶ­ται εἶ­ναι σί­γου­ρη γιὰ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα του. Δὲν ἄ­νοι­γε, τό­τε ἔ­πι­α­σε τὸ χε­ρού­λι ποὺ ἀ­νε­βά­ζει τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ τὸν ἄγ­γι­ξε στὸν ὦ­μο. «Κλώ­τσα μό­νο», εἶ­πε. «Κλώ­τσα, καὶ σπρῶ­ξε.»

       Τὸ πα­ρά­θυ­ρο δὲν ἄ­νοι­γε. Τό­τε τὸ θυ­μή­θη­κε – κά­τι γιὰ τὴν πί­ε­ση, τὴν φυ­σι­κή, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ καὶ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πί­ε­ση στὸ ἁ­μά­ξι θὰ πρε­πε νὰ εἶ­ναι οἱ ἴ­δι­ες. Ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα καὶ γύ­ρι­σε στὸ μω­ρὸ ποὺ δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ κλαί­ει. Ἡ Ὤν­τρεϋ κα­θό­ταν γερ­μέ­νη στὴ θέ­ση της μὲ τὴν βα­ρύ­τη­τα νὰ τὴν τρα­βᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Κα­θὼς ἔ­γερ­νε τὸ ἁ­μά­ξι τὸ σῶ­μα της κλυ­δω­νι­ζό­ταν μπρο­στὰ καὶ ἡ ζώ­νη εἶ­χε χω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρὰ καὶ τὴν ἔ­κο­βε. Εἶ­χε μιὰ πλη­γὴ στὸ μέ­τω­πο.

       «Ὅ­λα κα­λά», εἶ­πε ἡ Τάμ­μυ μη­χα­νι­κά. «Ὅ­λα κα­λά. Ὅ­λα κα­λά.» Τὰ δά­χτυ­λά της ἔ­τρε­μαν κι ἔ­ψα­χναν. Κι ἄλ­λο νε­ρὸ τώ­ρα, πα­γω­μέ­νο. Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ δὲν ξε­κούμ­πω­νε. Τὸ νε­ρὸ συ­νέ­χι­ζε νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὁ Τάν­νερ εἶ­χε ἀρ­χί­σει πά­λι νὰ κλαί­ει μὲ πυ­κνὰ ἀ­να­φι­λη­τά.

       «Στα­μά­τα!», τοῦ φώ­να­ξε. Οἱ λέ­ξεις ἔ­βγαι­ναν ἀρ­γὲς καὶ πνι­χτὲς ἀ­πὸ τὸ στό­μα της. Δὲν εἶ­χαν ἀρ­κε­τὸ ἀ­έ­ρα. Τὰ πάν­τα ἦ­ταν μου­σκε­μέ­να. Τὰ πάν­τα.

       Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ ἐ­πι­τέ­λους ξε­κούμ­πω­σε κι ἡ Ὤν­τρεϋ ἔ­πε­σε μὲ ἕ­να πα­φλα­σμὸ στὸ νε­ρὸ ποὺ γέ­μι­ζε τὸ ἁ­μά­ξι. Ξα­νὰ κλά­μα­τα. Τὰ χέ­ρια τῆς Τάμ­μυ ἔ­τρε­μαν πο­λὺ τώ­ρα. Κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι τοῦ μω­ροῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε καὶ τὰ δύ­ο. Τὰ παι­διά της κι ἕ­να πα­γω­μέ­νο, ὑ­γρὸ τά­φο.

       «Ἕ­να λε­πτό», εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Τὰ δόν­τια της χτυ­ποῦ­σαν. Ἦ­ταν τό­σο κρύ­α. «Ἕ­να…λε­πτό.» Ἔ­σπρω­ξε τὸ χέ­ρι της μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ βρῆ­κε τὸ χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας. Τώ­ρα ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νο ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἁ­μά­ξι καὶ βού­λι­α­ζε γρή­γο­ρα. Ὁ θύ­λα­κας ἀ­έ­ρα εἶ­χε συρ­ρι­κνω­θεῖ στὶς ἕ­ξι ἴν­τσες. Πέν­τε. Στρι­μώ­χθη­καν πά­νω-πά­νω, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­έ­ρας… Τέσ­σε­ρεις ἴν­τσες.

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ Τάν­νερ σκε­πά­στη­κε πρῶ­το ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ὕ­στε­ρα τὸ δι­κό της, ὕ­στε­ρα τοῦ μω­ροῦ. Ἡ Τάμ­μυ χί­μη­ξε μπρο­στὰ καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὸ χε­ρού­λι τῆς πί­σω πόρ­τας. Δὲν κι­νή­θη­κε. Τὸ ξα­να­τρά­βη­ξε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε τρί­ζον­τας. Ἔ­σπρω­ξε. Ἦ­ταν σὰν νὰ γεν­νοῦ­σε μὲ τὰ χέ­ρια της.

       Ὕ­στε­ρα ἔ­σπρω­ξε τὸν Τάν­νερ μπρο­στά, στὸ νε­ρό. Κλώ­τσα, πα­ρα­κα­λοῦ­σε μέ­σα της. Κλώ­τση­σε. Ἀ­νέ­βη­κε.

       Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὴν Ὤν­τρεϋ γαν­τζω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο της, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πο­λό­γι­σε κα­λά. Ὅ­πως κι­νι­ό­ταν χτύ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της πά­νω στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ τῆς ἔ­φυ­γε τὸ μω­ρό. Μαῦ­ρα στίγ­μα­τα χό­ρευ­αν μπρὸς σ­τὰ μά­τια της. Ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­πνεύ­σει καὶ κα­τά­πι­ε νε­ρό.

       Τὸ μω­ρὸ ἔ­πλε­ε πί­σω της σὰν κού­κλα. Ἡ Τάμ­μυ τρά­βη­ξε τὸ κο­ρι­τσά­κι κον­τά της, τὸ φί­λη­σε καὶ τὸ ἔ­σπρω­ξε πά­λι. Ἡ κό­ρη της ἀ­να­δύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δὲν πι­στεύ­ει αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες οὔ­τε καὶ ἡ ἴ­δια τὴν πι­στεύ­ει Πῶς γί­νε­ται νὰ θυ­μᾶ­ται κά­ποιος ποὺ πνί­γε­ται τό­σες λε­πτο­μέ­ρει­ες; Ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δε­κα­ο­χτά­μη­νο μω­ρὸ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λά­σπη λὲς καὶ εἶ­ναι προ­ω­θη­τι­κὴ μη­χα­νή; Που­θε­νά.

       Ἀν­τι­θέ­τως ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος ἑ­στιά­ζει τὴν προ­σο­χή του στὸ δι­α­λυ­μέ­νο γά­μο καὶ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Ἔν­του­αρντ δί­νει μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ὅ­λο φέρ­νουν τὴν κου­βέν­τα στὶς συ­ναν­τή­σεις τοῦ συλ­λό­γου τῶν Ἀ­νω­νύ­μων Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν καὶ τὴν ἐ­πι­λό­χεια κα­τά­θλι­ψη ποὺ ἔ­πλη­ξε τὴν Τάμ­μυ πρὶν ἀ­πὸ ὀ­χτὼ χρό­νια, ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε ὁ Τάν­νερ. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν λέ­ξεις ὅ­πως «ἀ­νι­σόρ­ρο­πη « καὶ «σα­λε­μέ­νη». Ἀ­να­φέ­ρουν κι ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­νι­σόρ­ρο­πων καὶ σα­λε­μέ­νων μη­τέ­ρων. (Στὶς μέ­ρες μας εὔ­κο­λα πι­στεύ­ει κα­νεὶς ὅ­τι μιὰ μη­τέ­ρα μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ σκο­τώ­σει τὰ παι­διά της ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς δι­α­ζυ­γί­ου. Πι­στεύ­ει κα­νεὶς πιὸ δύ­σκο­λα σὲ πα­γω­μέ­νους δρό­μους καὶ στὴν κα­κὴ τύ­χη. Σή­με­ρα τὴν τύ­χη μας τὴν φτι­ά­χνου­με μό­νοι μας. Ἔ­χου­με πα­ρα­βιά­σει τὰ φυ­σι­κὰ ὅ­ρια.) Φαί­νον­ται τό­σο σί­γου­ροι ποὺ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ἡ Τάμ­μυ τοὺς πι­στεύ­ει. Δὲν ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη; Δὲν ἔ­κλαι­γε συ­νε­χῶς ἀ­κρι­βῶς πρὶν τὸ κου­νέ­λι δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­ται. Ἴ­σως καὶ νὰ ἔ­κλαι­γε. Ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α τώ­ρα πιά.


       Αὐ­τὸ ποὺ δὲν τοὺς λέ­ει —ποὺ δὲν θὰ τοὺς τὸ πεῖ πο­τὲ καὶ ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ μά­θουν τὰ παι­διὰ— εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε νὰ τὴν βρεῖ μέ­σα στὸ ἁ­μά­ξι. Ἦ­ταν βα­θυ­πρά­σι­νος, σκε­πα­σμέ­νος μὲ βρύ­α, κι ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Πο­σει­δώ­να ἢ τὸν Νί­κερ, κά­τοι­κο τοῦ Βορ­ρᾶ – ἀ­κό­μη πιὸ πα­γε­ρὸς ἐ­κεῖ­νος. Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, κλω­τσών­τας πρὸς τὸ φῶς, πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της, ἀ­να­δευ­ό­με­νος στὰ κυ­μα­τά­κια τῆς λί­μνης κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια Του γιὰ νὰ τὴν ἀγ­γί­ξει.

       Τί σοῦ λέ­ει ὁ Θε­ὸς ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μπρο­στά σου; Οὔ­τε αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται, του­λά­χι­στον ξε­κά­θα­ρα. Ξέ­ρει μό­νο πὼς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν Του ἦ­ταν σὰν γι­γαν­τια­ῖα θα­λάσ­σια φύ­κη. Γλι­στε­ρὰ κι αἰ­νιγ­μα­τι­κά. Εἶ­ναι σκο­τει­νός, μι­λά­ει μό­νο γιὰ θυ­σί­ες καὶ αἷ­μα. Ἂν ἀ­γα­πά­ει, ἡ ἀ­γά­πη του εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρη καὶ σκλη­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο γνώ­ρι­σε ὣς τώ­ρα.

       Τε­λι­κὰ ὅ­μως Τὸν ἄ­φη­σε, ὅρ­μη­σε πά­νω καὶ βγῆ­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­που βρῆ­κε τὰ παι­διά της νὰ πλέ­ουν μὲ τὰ κε­φά­λια πρὸς τὰ κά­τω, μέ­σα στὸ νε­ρό. Τὰ τρά­βη­ξε κον­τά της καὶ φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρα μέ­σα στὰ πνευ­μό­νια τους, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Ἔ­πει­τα ἔ­κλα­ψαν, ἐ­κεῖ, ὅ­λοι μα­ζὶ .

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ Ἔν­του­αρντ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι του καὶ πῆ­ρε τὰ παι­διά.


«Ἂν γυ­ρί­σεις πί­σω», ἴ­σως νὰ τῆς εἶ­χε πεῖ Ἐ­κεῖ­νος, τὴν στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα ἦ­ταν πρά­σι­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, «θὰ σοῦ πά­ρουν τὰ παι­διά». Καὶ τῆς τὰ πῆ­ραν. Τώ­ρα δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ τὰ δεῖ, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἀ­δελ­φὴ τοῦ Ἔν­του­αρντ περ­νά­ει κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ τῆς λέ­ει τὰ νέ­α τους. –  Ἡ ἱ­στο­ρί­α τους ἔ­γι­νε γνω­στή, τοὺς ἔ­δει­ξαν σὲ ἕ­να ἑ­βδο­μα­δια­ῖο σό­ου στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ Ὤν­τρεϋ μι­λά­ει πιά. Ὁ Τάν­νερ ἄρ­χι­σε πά­λι τὰ μπά­νια. Δὲ ρω­τοῦν πο­τὲ γιὰ κεί­νη.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Του­λά­χι­στον εἶ­ναι ὅ­λοι τους ζων­τα­νοί.

       Τὸ λέ­ει αὐ­τὸ κά­θε μέ­ρα – τὸ πρω­ΐ, στὸ δι­κα­στή­ριο, τὰ βρά­δια ποὺ μέ­νει μό­νη. Εἶ­ναι ζων­τα­νοὶ κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ και­ρὸ θὰ θυ­μοῦν­ται τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μό­νο καὶ μό­νο σὰν τὴν τε­λευ­ταί­α βόλ­τα ποὺ ἔ­κα­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να τους. Θὰ θυ­μοῦν­ται νὰ φτά­νουν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὰ νε­ο­γέν­νη­τα. Τὸ νε­ρὸ θὰ μέ­νει πί­σω τους, ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φιά­λτης ποὺ πέ­ρα­σε πιά. Ἡ ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­να δῶ­ρο γιὰ αὐ­τούς.

       Κι ὁ Θε­ός; Ὁ Θε­ὸς κρυμ­μέ­νος ἐ­κεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν λί­μνη, θὰ πε­ρι­μέ­νει κά­ποιον ἄλ­λον γιὰ νὰ Τὸν ἀ­να­κα­λύ­ψει. Εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κός. Γε­μά­τος κα­λο­σύ­νη. Κρα­τᾶ σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια του τὶς αἰ­νιγ­μα­τι­κὲς καὶ τρο­με­ρές του ἐ­πι­λο­γές. Ξέ­ρει ἀ­πὸ θλί­ψη. Βα­στᾶ τὴν Τάμ­μυ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ποὺ κοι­μᾶ­ται ἐ­νῶ οἱ ἔ­νορ­κοι τὴν κα­τη­γο­ροῦν.

       Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ὅ­πως κι ὁ θά­να­τος, εἶ­ναι πρά­σι­νη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τῆς συγγραφέως:

http://www.amandaleduc.com/site/?p=748

Ἀ­μάν­τα Λεν­τοὺκ (Amanda Leduc). Γεν­νή­θη­κε στὸν Κα­να­δὰ κι ἔ­χει ζή­σει στὴν Ἀγ­γλί­α, στὴν Βρε­τα­νι­κὴ Κο­λομ­βία, στὸ Ὀν­τά­ριο καὶ στὴν Σκω­τί­α. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸν Κα­να­δά, στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὴν Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α κι ἔ­χουν μπεῖ στὴν Μι­κρὴ λί­στα δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν δι­α­γω­νι­σμῶν: StoryQuarterly Fi­ction Pri­ze (2015), CBC Ca­na­da Wri­tes Short Sto­ry Com­pe­ti­tion (2014) (με­γά­λη λί­στα), PRISM Inter­natio­nal Short Fi­ction Con­test (2012, 2008), TNQ Ed­na Stae­bler Per­so­nal Es­say Con­test (2012). UK Dai­ly Mail First No­vel A­ward (20089), CBC Li­te­ra­ry A­wards (2006). Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Miracles of ordinary Men δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὴν 1 Μαΐ­ου 2013 στὸ Το­ρόν­το ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο ECW Press. Εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Big Truths στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φον­ται δο­κί­μια καὶ ἐκ­δί­δε­ται δι­α­δι­κτυα­κὰ μα­ζὶ μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Little Fiction. Ἐ­πί­σης εἶ­ναι συ­νι­δρύ­τρια τοῦ Bare it for Books (Μὴ κερ­δο­σκο­πι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κί­νη­ση ποὺ τὸ 2014 ἔ­φτια­ξε ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που γνω­στοὶ συγ­γρα­φεῖς πό­ζα­ραν σχε­δὸν γυ­μνοὶ γιὰ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τὴν ὀρ­γά­νω­ση PEN Canada. Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τὴ σκο­πὸ ἔ­χει νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ζοῦν σὲ δι­κτα­το­ρι­κὰ κα­θε­στῶ­τα νὰ ἐκ­φρά­ζουν ἐ­λεύ­θε­ρα τὶς ἀ­πό­ψεις τους καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἔκ­φρα­σης καὶ τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης σκέ­ψης.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­



		

	

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του

 



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του

(A man told me the story of his life)


ΒΙΘΕΝΤΕ εἶ­πε: Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω για­τρός. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω για­τρὸς μ’ ὅ­λη μου τὴν καρ­διά! Εἶ­χα μά­θει κά­θε ὀ­στό, κά­θε ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Για­τὶ ὑ­πάρ­χει; Πῶς δου­λεύ­ει;

       Τὸ σχο­λεῖ­ο μοῦ εἶ­πε: Βι­θέν­τε, γί­νε μη­χα­νι­κός. Αὐ­τὸ θά ‘ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ σέ­να. Τὰ παίρ­νεις τὰ μα­θη­μα­τι­κά.

       Εἶ­πα στὸ σχο­λεῖ­ο: Θέ­λω νὰ γί­νω για­τρός. Ἤ­δη γνω­ρί­ζω πῶς συν­δέ­ον­ται με­τα­ξύ τους τὰ ὄρ­γα­να. Ἂν κά­τι πά­ει στρα­βά, θὰ ξέ­ρω πῶς νὰ τὸ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σω.

       Τὸ σχο­λεῖ­ο μοῦ εἶ­πε: Βι­θέν­τε, ἀ­λή­θεια, θὰ γί­νεις ἕ­νας σπου­δαῖ­ος μη­χα­νι­κός. Σ’ ὅ­λα σου τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα φαί­νε­ται αὐ­τό! Ἀν­τι­θέ­τως, δὲ φαί­νε­ται τὸ ἴ­διο γιὰ για­τρός.

       Εἶ­πα: Ὤ, θέ­λω πά­ρα πο­λὺ νὰ γί­νω για­τρός. Σχε­δὸν ἔ­κλα­ψα. Ἤ­μουν δε­κα­ε­πτά.

       Εἶ­πα: Ἀλ­λὰ ἴ­σως ἔ­χε­τε δί­κιο. Ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ δά­σκα­λος. Ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ δι­ευ­θυν­τής. Κα­τα­λα­βαί­νω, εἶ­μαι μι­κρός.

       Τὸ σχο­λεῖ­ο εἶ­πε: Καὶ πέ­ραν αὐ­το­ῦ, θὰ πᾶς καὶ στὸ Στρα­τό.

       Καὶ τό­τε ἔ­γι­να μά­γει­ρας. Ἑ­τοί­μα­ζα φα­γη­τὸ γιὰ δυ­ὸ χι­λιά­δες ἄν­τρες.

       Τώ­ρα, μὲ βλέ­πεις, ἔ­χω μιὰ κα­λὴ δου­λειά. Ἔ­χω, ἀ­κό­μη, τρί­α παι­διά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Κον­σου­έ­λα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι τῆς ἔ­σω­σα τὴ ζω­ή;

       Κοί­τα, πο­νοῦ­σε πά­ρα πο­λύ.

       Ὁ για­τρὸς εἶ­πε: Τί τρέ­χει; Κου­ρά­στη­κες; Ἔ­χεις ἄγ­χος μὲ τὴ δου­λειά; Πό­σα παι­διά; Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Αὔ­ριο θὰ κά­νου­με τὴν ἐ­ξέ­τα­ση.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ κά­λε­σα τὸν για­τρό.

       Εἶ­πα: Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ τὴ βά­λε­τε στὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τό ‘ψα­ξα στὸ βι­βλί­ο. Βλέ­πω ποῦ τὴν πο­νᾶ καὶ κα­τα­λα­βαί­νω ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται αὐ­τὴ ἡ πί­ε­ση. Ἔ­χω βρεῖ τὸ ὄρ­γα­νο ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ πρό­βλη­μα.

       Ὁ για­τρὸς ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξέ­τα­ση.

       Εἶ­πε: Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ τὴ βά­λου­με στὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο!

       Μοῦ εἶ­πε: Μὰ Βι­θέν­τε, πῶς τό ‘ξε­ρες;



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του» («A man told me the story of his life») πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Grace Paley, The col­le­cted stories, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Far­rar, Stra­us & Gi­roux, 2007 [χαρ­τό­δε­το· 1η: 1994], 668-669.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.