Μάρτα Οριόλς (Marta Orriols): Πριγκίπισσα


Μάρ­τα Ὀ­ριόλς (Marta Orriols)


Πριγ­κί­πισ­σα

(Princesa)


«ΣΙΓΟΥΡΑ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ νὰ σὲ πά­ω, Πά­ου­λα;»

        «Θὰ μοῦ κά­νει κα­λὸ λί­γος κα­θα­ρὸς ἀ­έ­ρας.»

        Μὲ μιὰ ἄ­κε­φη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ, ἀ­πορ­ρί­πτει γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὴν πρό­τα­ση, ἐ­νό­σω βα­δί­ζει πα­ρα­πα­τών­τας προ­σποι­ού­με­νη μιὰ ἀ­νέ­φι­κτη γα­λή­νη. Καὶ τὰ τα­κού­νια δὲν βο­η­θᾶ­νε. Εἶ­ναι σχε­δὸν ἕ­ξι τὸ πρω­ὶ καὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς τοῦ Ἰ­ου­νί­ου ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ ρο­ζί­ζει· θέ­λει νὰ τρέ­ξει, ἀλ­λὰ τὰ πο­τὰ ποὺ ἔ­πι­νε ὅ­λη νύ­χτα ἔ­χουν ἀ­να­κα­τευ­τεῖ καὶ τῆς προ­κα­λοῦν μιὰ ἐ­λα­φριὰ ζά­λη.

        «Πο­λὺ κ­α­λά, ὅ,τι πεῖς. Θὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω γιὰ τὴν Τέ­ταρ­τη. Ἂν ἀλ­λά­ξεις γνώ­μη, μὲ εἰ­δο­ποι­εῖς. Ξε­κου­ρά­σου, πριγ­κί­πισ­σα!», τῆς φω­νά­ζει ἐ­νῶ βά­ζει μπρός. Ἡ φω­νὴ τῆς φί­λης της ἠ­χεῖ ἀ­δι­ά­φο­ρη κα­θὼς περ­νά­ει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ δί­πλα καὶ κορ­νά­ρει τρεῖς συ­νε­χό­με­νες φο­ρές. Ἡ ἠ­χὼ τῆς φω­νῆς χά­νε­ται ἀ­μέ­σως μέ­σα στὸ θό­ρυ­βο τῶν ὑ­πό­λοι­πων ὀ­χη­μά­των ποὺ ἐ­πί­σης τε­λει­ώ­νουν τὴ νύ­χτα, ἢ ἀ­κρι­βῶς τώ­ρα ἀρ­χί­ζουν τὴ μέ­ρα. Μιὰ ξι­νὴ νό­τα ἔ­χει μεί­νει στὸν ἀ­έ­ρα σὰν πρε­λού­διο τῆς με­λω­δί­ας ποὺ τὴ συ­νο­δεύ­ει κά­θε φο­ρὰ ποὺ κα­τε­βαί­νει στὴν κό­λα­ση: Πρι­γ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα.

        Κά­νει στὴν ἄ­κρη τὰ σπα­στὰ μαλ­λιὰ ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό της, πα­ρα­με­ρί­ζον­τάς τα βί­αι­α, μέ­χρις ὅ­του κα­τα­φέ­ρει νὰ μὴν τῆς κα­λύ­πτει τὰ μά­τια κα­μί­α μπού­κλα. Χώ­νε­ται στὴν εἴ­σο­δο τοῦ με­τρὸ καί, ξαφ­νι­κά, οἱ σκά­λες δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Ἡ κα­τη­φό­ρα τὴν κα­λεῖ στὸ σκο­τά­δι, τρα­χύ, ὅ­πως κά­θε φο­ρὰ ποὺ μπαί­νει μέ­σα του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της.

        Παίρ­νει ἀ­νά­σα καὶ γνέ­φει ἀρ­νη­τι­κὰ μὲ τὸ κε­φά­λι. Προ­σπα­θεῖ νὰ κρα­τή­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α καὶ τὴν εὐ­πρέ­πειά της, ἀλ­λὰ τὰ δαι­μό­νια τῆς ψι­θυ­ρί­ζουν στὸ ἀ­φτί, μὲ μιὰ ἀ­νά­σα καυ­τὴ καὶ σά­πια, ὅ­τι φο­ρά­ει ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ κον­τὸ φό­ρε­μα καὶ ὅ­τι ἡ νύ­χτα τὸ ἔ­χει πα­σπα­τέ­ψει μέ­χρι ποὺ τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ προ­σβο­λή, ὁ­πό­τε σπεύ­δει νὰ τὸ τρα­βή­ξει πρὸς τὰ κά­τω γιὰ νὰ κα­λυ­φθεῖ κά­πως, χω­ρὶς νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­πο­φύ­γει νὰ νι­ώ­σει βρό­μι­κη καὶ γυ­μνή. Εἶ­σαι με­γά­λη πιά, Πά­ου­λα. Ποιόν θὲς νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψεις τώ­ρα; Καὶ ἡ τιά­ρα ἀ­πὸ μπρι­γιάν; Στέ­κα, εἶ­πες; Εἶ­σαι γε­λοί­α. Εἶ­ναι μο­χθη­ρά, ὀ­μι­χλώ­δη, καὶ δὲν τὴν ἀ­φή­νουν πο­τὲ μό­νη.


Δύ­ο λε­πτὰ γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο τρέ­νο. Κα­νὰ δυ­ὸ χα­μέ­νες ψυ­χὲς πε­ρι­μέ­νουν ὅ­πως κι ἐ­κεί­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Ἡ ζέ­στη καὶ τὸ ἀλ­κο­ὸλ τὴν κά­νουν νὰ κλεί­σει μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὸ σά­λιο της. Τὰ ἀ­φτιὰ της βου­λώ­νουν ἀ­πὸ ἕ­να μπερ­δε­μέ­νο βου­η­τό. Κου­ρά­γιο, Πά­ου­λα. Καὶ κά­πως ἔ­τσι, πα­σχί­ζον­τας νὰ μὴν κά­νεις ἐ­με­τὸ ἢ νὰ μὴν σω­ρια­στεὶς στὸ πά­τω­μα, δὲν τὴ σκέ­φτε­σαι, τὸ πῶς θὰ ἦ­ταν ὅ­ταν θὰ τὴν τύ­λι­γες σὲ μιὰ χνου­δω­τὴ πε­τσέ­τα κά­θως θὰ τὴν ἔ­βγα­ζες ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ μπα­νι­έ­ρα, ὁ­πό­τε δὲν φαν­τά­ζε­σαι τὴν τρυ­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἄ­σπι­λου δέρ­μα­τός της τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ τὴ να­νού­ρι­ζες, καὶ κα­τα­πνί­γεις τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὴ μυ­τού­λα, ποὺ ἀ­ναμ­φί­βο­λα θὰ ἔ­μοια­ζε στὴ δι­κή σου. Χλο­μιά­ζει. Κά­θι­σε, Πά­ου­λα. Οἱ για­τροὶ δὲν κοι­τοῦν στὰ μά­τια ὅ­ταν πρέ­πει νὰ ποῦν ἄ­σχη­μα νέ­α. Μιὰ δυ­σπλα­σί­α. Οἱ ἐλ­πί­δες μη­δα­μι­νές. Ναί, θέ­λω νὰ ξέ­ρω. Ἦ­ταν κο­ρί­τσι. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα.


Ὁ θό­ρυ­βος τοῦ με­τρὸ ποὺ πλη­σιά­ζει τὴν ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νοί­γουν οἱ πόρ­τες, μπαί­νει ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη κι ἀ­φή­νε­ται νὰ πέ­σει σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα σὰν ἀ­πο­κα­μω­μέ­νη μα­ρι­ο­νέ­τα ὅ­ταν τὴν ἀ­φή­νουν στὸ κου­τί.

        Στη­ρί­ζει τοὺς ἀγ­κῶ­νες πά­νω στοὺς μη­ροὺς γιὰ νὰ ἀν­τέ­ξει τὸ βά­ρος τοῦ κε­φα­λιοῦ. Τρεῖς θέ­σεις πιὸ πέ­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να πο­λὺ νε­α­ρὸ ζευ­γά­ρι. Ἐ­κεί­νη κά­θε­ται πά­νω του. Ἔ­χουν γί­νει ἕ­να, κολ­λη­μέ­νοι σ’ ἕ­να φι­λὶ χω­ρὶς τε­λει­ω­μό, με­ταλ­λι­κό, σα­λι­ά­ρι­κο, σὰν τα­του­άζ. Κου­νᾶ­νε τὰ κε­φά­λια τους τό­σο γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μπλέ­ξουν τὶς γλῶσ­σες τους, ποὺ ἡ Πά­ου­λα πρέ­πει νὰ πα­λέ­ψει γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴν ἀ­να­γού­λα ποὺ νι­ώ­θει στὸ λαι­μό της, καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ  στα­μα­τή­σει νὰ τοὺς κοι­τά­ζει. Πει­σμα­τά­ρα καὶ ἀγ­χω­μέ­νη ἐ­ξί­σου, καρ­φώ­νει τὸ βλέμ­μα της στὸ ρόζ τῶν δύ­ο μα­λα­κῶν γλωσ­σῶν καὶ δι­α­κρί­νει μιὰ τσί­χλα φρά­ου­λα νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στό­μα στὸ ἄλ­λο. Τὴν εἶ­δε μό­λις λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα μέ­σα σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ δο­χεῖ­ο. Μιὰ ρὸζ μά­ζα, σὰν νε­ο­γέν­νη­το πον­τί­κι, ἀλ­λὰ ἤ­δη μὲ δύ­ο χέ­ρια καὶ δέ­κα μι­κρο­σκο­πι­κὰ δά­χτυ­λα. Πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ ζευ­γά­ρι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ει νὰ ἀ­να­κοι­νώ­νε­ται ἡ στά­ση της, μέ­σα στὰ ἀ­τσα­λέ­νια σφυ­ρίγ­μα­τα ποὺ γρα­τζου­νᾶ­νε τὶς ρά­γες. Τὸ σκά­ει ἀ­πὸ τὸ βα­γό­νι κι ἀ­νε­βαί­νει τὰ σκα­λο­πά­τια δυ­ὸ δυ­ό. Μό­λις βγαί­νει ἔ­ξω, παίρ­νει μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα, πρὶν τὴν ὑ­πο­δε­χτοῦν οἱ κραυ­γὲς ἀ­πὸ τὶς πρω­ι­νὲς στα­χτά­ρες, εἰ­δο­ποι­ών­τας την πὼς ναί, ὁ οὐ­ρα­νὸς ξη­μέ­ρω­σε σή­με­ρα πά­λι ρόζ, ἕ­να ρὸζ σάρ­κας, ἕ­να ρὸζ μω­ροῦ.



Πη­γή: Marta Orriols, Anatomia de les distancies curtes, (Edicions del Periscopi, 2016).

Μάρ­τα ­ριὸλς (Marta Orriols) γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Νὰ μά­θω νὰ μι­λῶ μὲ τὰ φυ­τὰ (Κα­στα­νι­ώ­της, 2021) σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Ἡ πα­ροῦ­σα ὁ­μα­δι­κὴ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­όν τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α καὶ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ» ποὺ δί­δα­ξε, κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2021/22, ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ φοι­τή­τρι­ες καὶ οἱ φοι­τη­τές: Ἀν­τω­νί­α Ἀ­δα­μί­δου, Γι­ῶρ­γος Βή­κας, Κων­σταν­τῖ­νος-Σω­τή­ριος Ζέρ­βας, Νί­κος Κο­κά­λας, Παν­τε­λὴς Κου­τσια­νᾶς, Ὄλ­γα Με­λά, Μπάμ­πης Πα­πα­γού­ρας, Irene Antich Fernández, Pablo Baeza Casero, Marta Valerón Miramón.


 

Κώστας Καναβούρης: Βράδυ τῶν κουρασμένων ἀνθρώπων


Κώ­στας Κα­να­βού­ρης


Βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων


ΕΤΑΡΤΗ, ΜΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, γύ­ρω στὶς 7 τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τί ἀ­πό­γευ­μα δη­λα­δή, πὲς βρά­δυ κα­λύ­τε­ρα. Μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ τοῦ με­τρὸ «Νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο». Δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λά, ὅ­ταν εἶ­ναι νω­ρὶς τὸ βρά­δυ καὶ εἶ­σαι μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὅ­που κι ἂν πά­ει αὐ­τό, καὶ εἶ­ναι βα­θὺς χει­μώ­νας καὶ τὸ μέ­σα κρύ­ο μπερ­δεύ­ε­ται μὲ τὸ ἔ­ξω, τό­τε νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων.  Ὄ­χι τό­σο στὸ με­τρό, ὅ­σο στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Θὲς ὁ φω­τι­σμός, θὲς ποὺ κοι­τά­ζεις ἔ­ξω μιὰ πό­λη κου­ρα­σμέ­νη, θὲς ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο τρυ­πά­ει τὸ πε­ζο­δρό­μιο σὰν βι­τρι­ο­λι­κὸ χι­οῦ­μορ ἐκ­δί­κη­σης, θὲς ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νε­βαί­νουν στὸ ὄ­χη­μα σὰν νὰ τὸ πε­ρί­με­ναν χί­λια χρό­νια ἢ ἀ­πὸ κά­ποι­ον προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να χω­ρὶς ἄ­νοι­ξη, γε­γο­νὸς εἶ­ναι πὼς σὲ μιὰ Τε­τάρ­τη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς 7 τὸ βρά­δυ, στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ γύ­ρω τρι­γύ­ρω χει­μώ­νας, βου­λιά­ζεις μέ­σα στὴν κού­ρα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων.

        Για­τὶ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν πη­γαί­νουν, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­στρέ­φουν. Καὶ δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν, οὔ­τε εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἔ­φυ­γαν. Ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἔ­φυ­γαν. Καὶ δὲν εἶ­ναι σι­ω­πη­λοί. Εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τοι. Μὲ πολ­λὲς ἧτ­τες σω­ρι­α­σμέ­νες μέ­σα στὰ μά­τια τους. Ἀ­νε­λέ­η­τες ἧτ­τες.

        Βρί­σκω ἕ­να κά­θι­σμα ὅ­που μπο­ρῶ νὰ κα­θί­σω, ἕ­τοι­μος βέ­βαι­α νὰ ση­κω­θῶ, ἀ­φοῦ τὰ μέ­τρα γιὰ τὸν κο­ρω­νο­ϊ­ὸ μοιά­ζουν μὲ τὴν πα­ροι­μί­α «Τέ­τοι­α ὥ­ρα, τέ­τοι­α λό­για». Μέ­σα στὸ σα­κί­διο ἔ­χω τὰ «Ἅ­παν­τα» τοῦ Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο (1892-1938). Ὁ μέ­γας Πε­ρου­βια­νὸς ποι­η­τής. Με­γά­λο μέ­ρος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του τὸ πέ­ρα­σε σι­τι­ζό­με­νος ἐ­λά­χι­στα. Πέ­θα­νε, κα­τέρ­ρευ­σε κα­λύ­τε­ρα, στὸ Πα­ρί­σι, λί­γο με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν δη­μο­κρα­τι­κῶν δυ­νά­με­ων στὴν Ἱ­σπα­νί­α.

        Χαί­ρο­μαι για­τὶ θὰ δι­α­βά­σω κά­ποι­α ποι­ή­μα­τά του στὸ Τρί­το Πρό­γραμ­μα. Ἐ­κεῖ πη­γαί­νω. Καὶ πη­γαί­νω μέ­σα στὸν χει­μώ­να τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Τοὺς βλέ­πω κι ἀ­νοί­γω τὰ «Ἅ­παν­τα» στὸ τέ­ταρ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο τοῦ Βα­λι­έ­χο, ποὺ ἔ­χει τί­τλο «Ἱ­σπα­νί­α πα­ρελ­θέ­τω ἀ­π’ ἐ­μοῦ τὸ πο­τή­ριον τοῦ­το» (Σε­πτέμ­βριος-Νο­έμ­βριος 1937).  Ἔ­χω ση­μα­δέ­ψει τὴ σε­λί­δα σ’ ἕ­να ποί­η­μα ποὺ μὲ συγ­κλό­νι­σε κι ἔ­χει τί­τλο «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Καὶ λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο:

        «(…) Κοί­τα­ξα τὸ πτῶ­μα, τὴ σύν­το­μη ὁ­ρα­τή του τά­ξη / καὶ τὴ βρα­δύ­τα­τη φουρ­τού­να τῆς ψυ­χῆς του· / τὸ ’­δα νὰ ἐ­πι­ζεῖ, εἶ­χε τὸ στό­μα / τὴ μι­σο­κομ­μέ­νη ἡ­λι­κί­α δύ­ο στο­μά­των. / Φώ­να­ξαν τὸν ἀ­ριθ­μό του: κομ­μά­τια. / Φώ­να­ξαν τὴν ἀ­γά­πη του: δὲν φε­λοῦ­σε! / Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη!».

        «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Χει­μώ­νας σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς Ἀ­θή­νας, χει­μώ­νας μιᾶς μά­χης μὲ μιὰ στρα­τιὰ ἀ­πὸ κου­ρα­σμέ­να μά­τια. Ἡ ἥτ­τα τῆς μά­χης τοῦ Τε­ρο­νὲλ συ­νε­χί­ζε­ται, κα­θὼς τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο προ­χω­ρά­ει ἀ­πὸ στά­ση σὲ στά­ση. Φεύ­γουν κι ἔρ­χον­ται οἱ πι­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες τῶν ξε­χα­σμέ­νων ἐ­ρώ­των, τῶν ἄ­τυ­χων σω­μά­των, τῶν πα­ραι­τη­μέ­νων ἐ­ρώ­των μέ­σα στὰ ἄ­χρη­στα με­ρο­κά­μα­τα καὶ στὶς ἀ­συμ­πέ­ρα­στες ἀ­σύμ­με­τρες ἧτ­τες.

        Στὸ πί­σω μου κά­θι­σμα μιὰ γυ­ναί­κα κου­βεν­τιά­ζει μὲ τὴν ἀ­πέ­ναν­τι. Μα­σοῦν τὶς λέ­ξεις κρο­τα­λί­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­νύ­παρ­κτο ζό­φο. Ἐ­κτί­ουν ποι­νὴ καὶ δὲν τὸ ξέ­ρουν. Τί γιὰ τὰ ἐμ­βό­λια λέ­νε ποὺ εἶ­ναι κα­τά­ρα καὶ ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «μας». Τί γιὰ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν κολ­λά­ει, τί ὅ­τι θέ­λουν νὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­σουν (ποι­οὶ ἄ­ρα­γε;) τὴ λει­τουρ­γί­α. Τί γιὰ τοὺς «ξέ­νους» ποὺ θὰ μᾶς κα­τα­κτή­σουν καὶ γιὰ τοὺς «Εὐ­ρω­παί­ους» ποὺ μᾶς μι­σοῦν…

        Κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια μου τὸν Βα­λι­έ­χο. Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε ἡ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νὲλ καὶ ἡ­  Ἔ­ξο­δος τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου καὶ ἡ σφα­γὴ τῶν Ψα­ρῶν καὶ τῆς Χί­ου καὶ ἡ μά­χη τοῦ Μα­τζι­κὲρτ καὶ ὁ Σι­κε­λι­κὸς Ἑ­σπε­ρι­νὸς καὶ ἡ θυ­σί­α τοῦ Τζορ­ντά­νο Μπροῦ­νο; Γιὰ νὰ χα­θεῖ ἡ μά­χη μέ­σα σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­ποι­ο βρά­δυ, κά­που στὸν κό­σμο, κά­ποι­α χει­μω­νι­ά­τι­κη Τε­τάρ­τη;

        Ξα­να­νοί­γω τὸν Βα­λι­έ­χο προ­σε­κτι­κὰ σὰν νὰ δι­α­βά­ζω πα­ρά­νο­μη προ­κή­ρυ­ξη: «Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη». Για­τὶ νε­κρὸς εἶ­ναι ὁ θά­να­τός μας.

        Κα­τε­βαί­νω ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ναί: Θὰ δι­α­βά­σω Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο. Ναί: Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­ναν ὅ­λα. Για­τί, ναί: Εἶ­ναι βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Καὶ ὅ­πως κα­τε­βαί­νω ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι δί­πλα μου μιὰ κί­νη­ση. Μα­ζί μου «κα­τέ­βη­κε» κι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐ­ξαί­σιος ποι­η­τὴς Σάν­τρο Πέ­να, ποὺ εἶ­δε φα­σι­σμοὺς καὶ φα­σι­σμοὺς νὰ τοῦ παίρ­νουν τὴ ζω­ή. Καὶ μοῦ λέ­ει: «Εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι κου­ρα­σμέ­νοι μό­νο· ἀλ­λὰ ὄ­χι εὐ­τε­λεῖς.» Κι ἔ­φυ­γε. Πῆ­γα κι ἐ­γώ.



Πη­γή: ἔφ. Ἡ Αὐ­γή, 16-01-2022.

https://www.avgi.gr/tehnes/405536_brady-ton-koyrasmenon-anthropon?amp

Kώστας Kαναβούρης (Kαβάλα 1955). Eἶναι πτυχιούχος Πολιτικῶν Eπι­στη­μῶν. Ἀπό τὸ 1992 εἶναι μέλος τῆς EΣHEA. Δούλεψε στὶς ἐφημερίδες Pι­ζο­σπάστης, Nέα, Mεσημβρινή, Ἔθνος, Ἐπενδυτής καὶ σὲ πολλοὺς ρα­διο­φω­νικοὺς σταθμούς. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1995 εἶχε τὴν ἐκπομπὴ βιβλίου Bιβλιοθέαση στὸ τηλεοπτικὸ κανάλι Seven. Συνεργάζεται μὲ τὴν Kυ­ρια­κάτικη Aὐγ καὶ τὸ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ NET 105,8. Ἔχουν εκδοθεῖ ὀκτώ συλ­λογές του μὲ ποιήματα, ἕνα βιβλίο μὲ δημοσιογραφικὰ κείμενα, μία συλλογὴ ἀφηγημάτων, καὶ μία νουβέλα. Πρῶτο του βιβλίο Ἡ δια­χω­ρι­στι­κὴ γραμμὴ τοῦ τοπίου (ποίηση, Ηριδανός, 1983)


Βελισσαρία Μπαφατάκη: Τὸ κουφάλογο


Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη


Τὸ κου­φά­λο­γο


Ν ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ὅτι ἡ ὑ­γεί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α, τό­τε δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ λά­βε­τε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πα­νά­γου. Τοῦ Πα­νά­γου ποὺ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ στὸ νη­σί, ὅ­που δια­βεῖ καὶ ὅ­που στα­θεῖ κου­φά­λο­γο τὸν ἀ­νε­βά­ζουν, κου­φά­λο­γο τὸν κα­τε­βά­ζουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου στὴν πα­ρέ­α του, δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Ἀ­παγ­κί­στρω­σε δι­α­κρι­τι­κά τὸ κα­λα­μά­κι τοῦ κα­φὲ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μπρο­στι­νὰ δόν­τια γιὰ νὰ μὴν πνι­γεῖ καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πο­τή­ρι πά­νω στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο τρα­πέ­ζι μὲ ἐ­πι­δει­κτι­κὴ ἀ­πά­θεια. Οἱ λε­βέν­τες τρι­γύ­ρω χα­χά­νι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­πάν­τη­σης ὡς μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη κου­φα­μά­ρας. Τί θρά­σος! Δὲν μί­λη­σε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

        Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια του, βλέ­πε­τε, δὲν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια νὰ ζη­τή­σει ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θές. Κα­νέ­να δι­ά­λο­γο δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νοί­ξει. Ὡ­στό­σο, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ θέ­μα πά­νω του καὶ θὰ δι­ε­ρευ­νοῦ­σε τὸ ζή­τη­μα προ­σω­πι­κὰ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας μέ­ρα μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔ­φτα­νε σπί­τι καὶ θὰ ἔ­με­νε μό­νος. Ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε! Πλη­σί­α­σε τὸν κα­θρέ­φτη καὶ σή­κω­σε τὰ μα­κριά του μαλ­λιά. Τὰ αὐ­τιά του ἦ­ταν ὅ­πως πάν­τα στὴν θέ­ση τους. Πε­ρή­φα­να καὶ ρόζ. Τὰ ἔ­τρι­ψε κι­ό­λας γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἄ­κου­γε καὶ τοὺς λε­πτοὺς τρυ­φε­ροὺς ἤχους­ ποὺ πα­ρή­γα­γαν τὰ δά­χτυ­λά του ὅ­σο χά­ϊ­δευ­ε τοὺς λο­βούς. Προ­τοῦ θυ­μώ­σει καὶ ἀρ­χί­σει νὰ βγά­ζει κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ­το αὐ­τιά του, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα πε­ραι­τέ­ρω. Ὄ­χι μό­νος αὐ­τὴ τὴν φο­ρά.

        Τη­λε­φώ­νη­σε τὸ δί­χως ἄλ­λο στὸν κύ­ριο Πε­ρι­στε­ρά­κη, γνω­στὸ ὠ­το­ρι­νο­λα­ρυγ­γο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ ἔ­κλει­σε ραν­τε­βού. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση πῆ­γε πε­ρί­φη­μα. Ὁ για­τρὸς εἶ­χε και­ρὸ νὰ δεῖ πε­ρί­πτω­ση σὰν τὴν δι­κή του. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις του στὸ ἀ­κου­ό­γραμ­μα καὶ σὲ ὅ­λες τὶς μι­κρὲς δο­κι­μα­σί­ες συν­το­νι­σμοῦ καὶ ἰ­σορ­ρο­πί­ας ποὺ τὸν ὑ­πέ­βαλ­λε, μαρ­τυ­ροῦ­σαν πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἐ­ξό­χως ὑ­γι­ῆ μὲ ἀ­κου­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα λύ­κου. Ἡ γνω­μά­τευ­ση ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρη. «Μά, ἐ­σεῖς ἀ­κοῦ­τε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να» εἶ­πε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί σᾶς ἔ­φε­ρε μέ­χρι ἐ­δῶ.»

        «Ὁ κό­σμος, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη. Νά, λέ­νε ὅ­τι δὲν ἀ­κού­ω.» Ποι­ός κό­σμος, δη­λα­δή; Οἱ φί­λοι του, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἀλ­λὰ δί­στα­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν λέ­ξη. Κλω­τσοῦ­σε τὸ μυα­λό του.

        Ὁ κύ­ριος Πε­ρι­στε­ρά­κης μέ­σα στὰ πολ­λὰ μπαμ­πά­λι­σε κά­τι πε­ρὶ το­ξι­κό­τη­τας καὶ χά­ρα­ξε ὁ­ρι­ζον­τί­ως τὸν ἀ­έ­ρα μὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α λε­πί­δα γιὰ νὰ το­νί­σει τὴν ἀ­νάγ­κη ὁ­ρι­στι­κῆς λύ­σης τέ­τοι­ων ἄ­σκο­πων δε­σμῶν.

        Ὁ Πα­νά­γος κον­το­στά­θη­κε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἄ­κου­σε κα­λά. Μιὰ χα­ρὰ ἄ­κου­σε. Ἡ καρ­διὰ του κλώ­τση­σε. Τὰ λό­για τοῦ Πε­ρι­στε­ρά­κη ἦρ­θαν καὶ ἔ­κα­τσαν σὰν πέ­τρα στὸ στῆ­θος του. Νὰ ξε­κό­ψει ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του; Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ πρό­τει­νε ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ τρέ­λα. Κα­θα­ρὴ τρέ­λα. Αὐ­τὸς ὁ για­τρὸς μᾶλ­λον δὲν στέ­κει κα­λὰ στὰ λο­γι­κά του. Δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο. Κά­λυ­ψε πει­σμα­τι­κά τὰ αὐ­τιά του καὶ ἔ­συ­ρε τὴν κα­ρέ­κλα του πρὸς τὰ πί­σω, ὡς ἔν­δει­ξη πα­ρα­βί­α­σης τῶν ὁ­ρί­ων ἀ­νο­χῆς ἢ καὶ ἀν­το­χῆς. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα ἄ­κου­γε. Ἢ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει.

        Ζή­τη­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­ναν κα­θρέ­φτη καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ αὐ­τὸς τί θὰ κά­νει. Ὁ για­τρὸς προ­σπά­θη­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή του καὶ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­τά­ρα­χος, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κι­ό­λας πιά­σει τὰ μαλ­λιά του ψη­λὰ σὲ μιὰ σφι­χτὴ πε­ρή­φα­νη ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μπά­νιο ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε τὸ δά­χτυ­λο τοῦ κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη. Πρὶν κλεί­σει τὴν πόρ­τα πί­σω του, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ ὕ­φος λο­ξό.

        Τὴν εἶ­χε πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή του. Μὲ μιὰ κί­νη­ση καὶ γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­δεί­ξει πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε στὴν γνω­μά­τευ­σή του, ὁ Πα­νά­γος ξε­κόλ­λη­σε μὲ μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κί­νη­ση τὰ ἄ­κρως λει­τουρ­γι­κὰ αὐ­τιά του, θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν ξέ­να καὶ ψεύ­τι­κα καὶ τὰ ἄ­φη­σε μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ ἔκ­πλη­κτου κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη ποὺ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο χλι­μιν­τρί­ζον­τας. Κλώ­τση­σε καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο.

        Ξε­χύ­θη­κε κου­φὸς καὶ μα­κά­ριος σὲ δά­ση, δρυ­μοὺς καὶ σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ ἄ­γνω­στα σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ γιὰ νὰ τὸν δοῦν ὅ­λοι. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­και­ώ­σει τὸν κό­σμο, τὸν δι­κό του κό­σμο ποὺ τὸν ἔ­λε­γε κου­φά­λο­γο, καὶ ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ πί­στευ­αν. Ἄ­λο­γο μέ­σα στὰ ἄ­λο­γα, τὰ πα­ρά­λο­γα. Γιὰ νὰ μὴν μεί­νει μό­νος.

        Καὶ ἐ­σύ, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη, ὁ­λό­κλη­ρος για­τρὸς μὲ πτυ­χί­ο, ἔ­μει­νες μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι ὑ­γι­ῆ αὐ­τιὰ νὰ κεί­τον­ται στὸ γρα­φεῖ­ο σου. Μά, ποῦ πᾶς καὶ ἐ­σὺ νὰ βρεῖς λο­γι­κὴ στὸ ἄ­λο­γο τὸ πα­ρά­λο­γο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.



		

	

Δημήτρης Λεβέντης: Ὁ ἔνδοξος μεγάλος θυμός

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Ὁ ἔν­δο­ξος με­γά­λος θυ­μός


ΑΙ ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ πα­ρο­μοί­ως θὰ πρά­ξω» σκέ­φτη­κε μὲ αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἔ­παρ­ση ὁ κύ­ριος Τά­κης, κα­τε­βά­ζον­τας τὸ ἀ­κου­στι­κό τοῦ τη­λε­φώ­νου, καὶ ὁ θυ­μός του τό­νω­σε τὸν παλ­μὸ στὴν ἤ­δη τσι­τω­μέ­νη φλε­βί­τσα ποὺ ρω­μα­λέ­α ἔ­παλ­λε καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἰ­αμ­βι­κά, κά­τω ἀ­πὸ τὸν γκρί­ζο του κρό­τα­φο. Θρα­σύ­τα­τα καὶ πα­ρα­βα­τι­κὰ στα­λαγ­μέ­νη, ἡ ἀ­δρε­να­λί­νη δι­α­χε­ό­ταν στὸ ἀ­φρόν­τι­στο καὶ κα­κο­πα­θη­μέ­νο κυ­κλο­φο­ρι­κό του, καὶ ὠ­θοῦ­σε στὰ ἄ­κρα τὶς σκέ­ψεις του, ἔ­τσι ποὺ τὸν συ­νέ­παιρ­ναν πα­ρά­φο­ρα, σὰν νά ’­τα­νε ἐμ­πει­ρί­ες ἐ­φη­βι­κές· πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, τὸν συν­τρό­φευ­αν μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ θὰ τολ­μού­σα­με νὰ ὀ­νο­μά­σου­με συ­ζυ­γι­κό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ἦ­ταν σχέ­ση ποὺ εἶ­χε ἀ­να­πτυ­χθεῖ στα­δια­κά, στέ­ρε­α καὶ ἐν τέ­λει ἐ­πι­ζή­μια μέ­σα στὴ μα­κρό­χρο­νη μο­να­ξιά του, μα­ζὶ μὲ τὰ τό­σα ἄλ­λα χού­για του.

        Ἤ­τα­νε μό­νος καὶ μο­να­χι­κός, στριμ­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὄ­χι μί­ζε­ρος ὁ κύ­ριος Τά­κης. Δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ Τσι­ρί­γο, πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὶς σπου­δές του. Ἡ Βέ­τα ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ χη­ρεί­α της, ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια, εἶ­χε με­τοι­κί­σει στὸ ἰ­σό­γει­ο μιᾶς δι­ώ­ρο­φης ἡ­μι­πο­λυ­τε­λοῦς κα­τοι­κί­ας στὴν ὁ­δὸ Σκαν­δεί­ας στὸν Ἄ­λι­μο, ὅ­που ἐ­πί­σης δι­έ­με­ναν οἱ δύ­ο της κό­ρες (μί­α σὲ κά­θε ὄ­ρο­φο) μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἄν­τρες τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πέ­με­ναν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα τὸ βά­σα­νο τῆς πε­ρι­ποι­η­τι­κῆς καὶ ἄ­στορ­γης τρι­α­δι­κῆς μη­τρι­αρ­χί­ας, κι αὐ­τὸ για­τὶ μὲ τὸν και­ρὸ εἶ­χαν κα­τα­στεῖ ὁ μὲν ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πει­θή­νιος (σχε­δὸν χαλ­βάς), ὁ δὲ ἄλ­λος ψευ­δο­λό­γος καὶ μπερ­μπάν­της. Στὸ νη­σὶ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει (μᾶλ­λον μὲ μι­σὴ καρ­διὰ) ὁ μι­κρὸς ἀ­δερ­φὸς ὁ Βα­σί­λης (μι­κρός… τριά­ντα ὀ­χτὼ χρό­νων πλέ­ον), δι­α­χει­ρι­στὴς τῆς ὅ­λης καὶ κα­θό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­της οἰ­κο­γε­νεια­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας (τοῦ με­ρι­δί­ου τοῦ κυ­ρί­ου Τά­κη συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου), ἄ­τυ­πα μὲν καὶ σι­ω­πη­ρά, μὰ κοι­νῇ συ­ναι­νέ­σει καὶ ἀ­γόγ­γυ­στα. Μὰ καὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια αὐ­τὴ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­λά­χι­στα εἶ­χε, λί­γο για­τὶ τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε ἡ ἄ­ξε­στη προ­φο­ρὰ καὶ ἡ θο­ρυ­βο­ποι­ὸς πο­λυ­λο­γί­α τῆς ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας ἀ­νι­ψιᾶς του (ἀ­πὸ τὰ μέ­ρη τῆς Καρ­δί­τσας σὰν δα­σκα­λί­τσα πρω­το­ῆρ­θε στὸ νη­σί), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἐ­κνευ­ρι­στι­κὴ ἀ­δρά­νεια τὴν ὁ­ποί­α ἔ­δει­χνε τὸ ζευ­γά­ρι στὴ σα­ρω­τι­κὴ κα­τα­στρο­φο­μα­νί­α ποὺ ὀ­νό­μα­ζαν παι­χνί­δι τὰ παι­δά­κια τους (δύ­ο θη­λυ­κοὶ τραμ­ποῦ­κοι ἤ­τα­νε, ὄ­χι παι­δά­κια), καὶ εἶ­χε σὰν πε­δί­ο ἄ­σκη­σης τὸ ἴ­διο του τὸ σπί­τι, τὸ μὲ ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐρ­γο­νο­μί­α φρον­τι­σμέ­νο, κα­τὰ τὶς ἀρ­χι­κὰ σπά­νι­ες καὶ πλέ­ον μη­δε­νι­κὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις τους. Τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ πά­ρε-δῶ­σε, λοι­πόν, εἶ­χαν πε­ρι­ο­ρι­στεῖ σὲ κά­ποι­ες πα­σχα­λι­νὲς συ­να­θροί­σεις, στὶς ἀ­πρό­βλε­πτες μὰ εὐ­τυ­χῶς πάν­τα σύν­το­μες ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ Βα­σί­λη καὶ στὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο δε­κά­λε­πτο τη­λε­φώ­νη­μα τῆς Βέ­τας κά­θε Σάβ­βα­το στὶς ἐν­νι­ά­μι­σι τὸ πρω­ί, ἀ­νελ­λι­πῶς.

        Νὰ για­τί ἡ τη­λε­φω­νι­κὴ κλή­ση ποὺ λί­γο πρὶν δέ­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, Πέμ­πτη με­ση­μέ­ρι στὶς τέσ­σε­ρις, καὶ ἐ­νερ­γο­ποί­η­σε τὸν εὐ­φάν­τα­στο θυ­μό του, ἤ­τα­νε ἔ­κτα­κτη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ σκο­πιὰ ἰ­δω­μέ­νη, ἀ­να­με­νό­με­νη.

        «… δὲν ντρέ­πε­σαι στὴν ἡ­λι­κί­α σου… αὐ­τὴ τὰ λε­φτά σου θέ­λει νὰ φά­ει… ἴ­σως καὶ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς φυ­λά­ξει… ἔ­χει καὶ παι­δί… σι­γά, ἀ­πὸ σέ­να τί νὰ ζή­λε­ψε…; τί θὰ λέ­ει ὁ κό­σμος…; τὸν Βα­σί­λη δὲν τὸν σκέ­φτε­σαι…; μᾶς ἐκ­θέ­τεις ὅ­λους… εἶ­σαι καὶ προ­ϊ­στά­με­νος, τρο­μά­ρα σου… σύ­νελ­θε…». Τέ­τοι­α καὶ ἄλ­λα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰ­πώ­θη­καν ἀ­πὸ τὴ Βέ­τα σὲ ἕ­ναν φι­λιπ­πι­κό, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ὁ­ποί­ου ἄ­κου­σε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ ἀ­κου­στι­κὸ πά­νω στὸ πα­ρα­κεί­με­νο μπου­φε­δά­κι, ἐ­νο­χλη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πρέ­πεια ποὺ ἀ­νέ­δι­δαν ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ χροι­ὰ τῆς φω­νῆς. Κα­τό­πιν ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη.

        Καὶ τί νὰ πεῖ; Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ του ἔ­βλε­πε, ἔ­κρι­νε τὰ γε­γο­νό­τα καὶ ἔ­πρατ­τε ἀ­να­λό­γως. Ἂς ἔ­βρα­ζαν στὸ ζου­μί τους καὶ ἡ Βέ­τα καὶ ὁ Βα­σί­λης καὶ ὅ­ποι­ος ἄλ­λος κε­ρα­τὰς ἤ­θε­λε. Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὸν ἑ­αυ­τὸ του τὰ εἶ­χε τώ­ρα δὰ κα­λά. Πο­λὺ κα­λὰ μά­λι­στα. Κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ πο­τέ! Κι ἄ­φη­σε ἀ­χα­λί­νω­τη τὴ φαν­τα­σί­α του μὲ τόλ­μη νὰ συμ­πλη­ρώ­νει τὰ ἤ­δη τολ­μη­ρὰ συμ­βε­βη­κό­τα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν.

        Για­τί ἤ­τα­νε δε­κα­τρεῖς μέ­ρες, γλυ­κὰ με­τρη­μέ­νες, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης, ἀ­να­θαρ­ρεύ­ον­τας μπρο­στὰ στὸ ἴ­σως καὶ αὐ­θόρ­μη­το, μὰ σί­γου­ρα ἀ­πα­στρά­πτον χα­μό­γε­λο ποὺ ἀ­νέ­τει­λε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θη­ρι­ῶ­δες καὶ φω­τα­γω­γη­μέ­νο ψυ­γεῖ­ο τῶν τυ­ρι­ῶν τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ στὸ πρό­σω­πο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης καὶ καλ­λί­γραμ­μης Βουλ­γά­ρας, ποὺ τοῦ ἔ­κο­βε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὴν ἕ­βδο­μη ἀ­πὸ τὶς δέ­κα φέ­τες τῆς βρα­στῆς γα­λο­πού­λας ποὺ τῆς εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, τῆς πρό­τει­νε με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου, καὶ παίρ­νον­τας ὅ­λα τὰ ρί­σκα μιᾶς πι­θα­νό­τα­της ἀ­πόρ­ρι­ψης καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σης, νὰ βγοῦ­νε γιὰ δεῖ­πνο, κι ἐ­κεί­νη δέ­χτη­κε, χα­ρί­ζον­τάς του ἕ­να ἀ­κό­μη χα­μό­γε­λο, σὺν ἕ­να μι­κρὸ γε­λά­κι, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­τός του με­του­σι­ώ­θη­καν σὲ ἀ­πρό­σμε­νο σὸκ στιγ­μια­ίας εὐ­δαι­μο­νί­ας.

        Ἔ­κτο­τε βγῆ­καν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις φο­ρές. Πή­γαι­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του συ­νή­θως σὲ κά­ποι­ο ἑ­στι­α­τό­ριο (ἄλ­λο κά­θε φο­ρά) καὶ τρώ­γα­νε ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ κα­θό­λου κα­λὰ συγ­κα­λυμ­μέ­να ἐ­πι­κρι­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῆς ὑ­πό­λοι­πης πε­λα­τεί­ας. Πί­να­νε ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο κρα­σί. Τὴ σέρ­βι­ρε καὶ τὴν πε­ρι­ποι­ό­τα­νε ὅ­πως ἁρ­μό­ζει σὲ ἕ­ναν εὐ­γε­νὴ ποὺ συ­νο­δεύ­ει μιὰ κυ­ρί­α. Μί­λα­γαν λί­γο καὶ γε­λού­σα­νε πο­λύ. Εἶ­χε χι­οῦ­μορ κο­φτε­ρὸ καὶ πρω­τό­τυ­πο ὁ κύ­ριος Τά­κης. Κι ὅ­ταν τὸ ἀ­στεῖ­ο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ πε­τυ­χη­μέ­να, ἐ­κεί­νη γέ­λα­γε πο­λύ, τοῦ ’­πια­νε καὶ τοῦ ’­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι, μὰ αὐ­τὸ δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Στὸ γυ­ρι­σμὸ τὴν πή­γαι­νε ὣς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της, κι ἐ­κεῖ, πρὶν χω­ρί­σουν, τοῦ ἔ­δι­νε ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸ μά­γου­λο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε «ἀν­τί­ο», προ­φέ­ρον­τάς το μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἔ­βρι­σκε ἀ­κα­τα­μά­χη­το καὶ ἀ­φρο­δι­σια­κό.

        Αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Μὰ ἡ φαν­τα­σί­α του τὸ συμ­πλή­ρω­νε μὲ δρά­σεις καὶ πρά­ξεις θαρ­ρε­τές, νε­α­νί­ζου­σες καὶ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες, ποὺ ὅ­μως σκόν­τα­φταν, ἀ­κό­μα καὶ σὲ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τῆς φαν­τα­σί­ας του, στὴν ἐ­γω­πα­θῆ καὶ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὴ σκλη­ρό­τη­τα τῶν συγ­γε­νῶν καὶ στὴν ἀ­πα­ξι­ω­τι­κὴ πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴν το­πι­κὴ κοι­νό­τη­τα, καὶ τό­τε κα­τά­στρω­νε σχέ­δια πο­λε­μι­κὰ καὶ τὸν κα­τα­κυ­ρί­ευ­ε ὁ με­γά­λος ἔν­δο­ξος θυ­μός, μὲ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες του νὰ βρον­τοῦν καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ προ­σώ­που του νὰ γί­νε­ται, περ­νών­τας στα­δια­κὰ ἀ­πὸ πλῆ­θος ἀ­πο­χρώ­σε­ων τοῦ ἐ­ρυ­θροῦ, τε­λι­κὰ με­λι­τζα­νί.

        Τό ’­πα­θε ποὺ λέ­τε τὸ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα τὸ ξα­νά­πα­θε χει­ρό­τε­ρα, καὶ κα­τέ­λη­ξε ὁ κύ­ριος Τά­κης ἀ­νήμ­πο­ρος στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, μὲ χα­κὶ ζα­κέ­τα στοὺς ὤ­μους, μπὲζ-κα­ρὸ κου­βερ­τού­λα στὰ πό­δια καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, ἀ­κί­νη­το κι ἀ­κό­μη θυ­μω­μέ­νο. Λε­φτὰ δὲν λυ­πή­θη­καν οἱ συγ­γε­νεῖς. Τοῦ προσ­λά­βα­νε μιὰ Πο­λω­νέ­ζα νό­στι­μη (τυ­χαί­α νό­στι­μη ἤ, ἄ­ρα­γε, ἀ­πὸ τύ­ψεις;) νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται ὁ­λη­με­ρίς. Σὰν μω­ρὸ τὸν εἶ­χε.

        Οἱ συν­το­πί­τες του ὅ­λο συμ­πά­θεια στα­μα­τοῦν τὸν Βα­σί­λη στὸ δρό­μο καὶ ρω­τοῦν: «Τί κά­νει ὁ κύ­ριος Τά­κης;». Κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­παν­τᾶ: «Τί νὰ κά­νει;».

        Ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­πι­βι­ώ­νει καρ­τε­ρι­κὰ καὶ ἄ­χρο­να, καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­σύ­στο­λα μὲ τὰ μά­τια του ἀ­νοι­χτὰ ἢ κλει­στά (τὸ ἴ­διο κά­νει). Καὶ τὸ βρά­δυ βρά­δυ, αὐ­τὸ μᾶλ­λον στ’ ἀ­λή­θεια τοῦ συμ­βαί­νει, μὰ δὲν εἶ­ναι καὶ ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος… ἡ κο­πε­λιὰ τοῦ φτιά­χνει τὴ μπὲζ-κα­ρὸ κου­βέρ­τα, τὸν φι­λά­ει στὰ χεί­λη ἀ­κουμπών­τας τα ἀ­νε­παί­σθη­τα καὶ τρυ­φε­ρά, καὶ τοῦ ψι­θυ­ρί­ζει: «ἀν­τί­ο».



Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­τη­ς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Δι­ή­γη­μα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).


 

Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke): Τὸ κλουβὶ μὲ τὰ λιοντάρια


Ράϊ­νερ Μα­ρί­α Ρίλ­κε (Rainer Maria Rilke)


Τὸ κλου­βὶ μὲ τὰ λι­ον­τά­ρια

(Der Löwenkäfig)


ΗΓΑΙΝΕΙ πέ­ρα-δῶ­θε ὅ­πως οἱ σκο­ποὶ ἔ­ξω στὴν ἄ­κρη τῶν τει­χῶν, ὅ­που τί­πο­τα πιὰ δὲν ὑ­πάρ­χει. Κι ὅ­πως καὶ στοὺς σκο­πούς, ὑ­πάρ­χει νο­σταλ­γί­α μέ­σα της, βα­ριὰ νο­σταλ­γί­α κομ­μα­τι­α­σμέ­νη.

            Ὅ­πως κά­τω στὸ πέ­λα­γος κά­που θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν κα­θρέ­φτες, κα­θρέ­φτες ἀ­πὸ τὶς καμ­πί­νες ναυ­α­γι­σμέ­νων πλοί­ων, κομ­μά­τια ἀ­πὸ κα­θρέ­φτες, ποὺ τώ­ρα πιὰ φυ­σι­κὰ δὲν πε­ρι­έ­χουν τί­πο­τα: οὔ­τε τὰ πρό­σω­πα τῶν τα­ξι­δι­ω­τῶν οὔ­τε κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­νο­μί­ες τους· οὔ­τε τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο γυρ­νοῦ­σαν τὴν πλά­τη κι ἔ­μοια­ζαν ἀ­πὸ πί­σω τό­σο ἀλ­λό­κο­τα ἀ­δέ­ξιοι· οὔ­τε τὸν τοῖ­χο, οὔ­τε τὴ γω­νιά, στὴν ὁ­ποία κοι­μοῦν­ταν· ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρο ὅ,τι ἐ­δῶ μέ­σα ἔ­φεγ­γε τα­λαν­τευ­ό­με­νο ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κι ἀ­π’ ἔ­ξω· ὄ­χι, τί­πο­τα.

            Ὅ­μως ὅ­πως κά­ποι­ο φύ­κι ἴ­σως, κά­ποι­ο ἀ­νοιγ­μέ­νο κο­ράλ­λι ποὺ βυ­θί­ζε­ται, ἡ ἀ­να­πάν­τε­χη ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο κά­ποι­ου ψα­ριοῦ ἢ ἀ­κό­μη καὶ τὸ νε­ρὸ τὸ ἴ­διο, τὸ νε­ρὸ ποὺ ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, ποὺ δι­α­μοι­ρά­ζε­ται, τὸ νε­ρὸ ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει καὶ μα­ζεύ­ε­ται ξα­νὰ καὶ γί­νε­ται ἕ­να, φέρ­νει στὸ νοῦ ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς κα­θρέ­φτες τοὺς μα­κρυ­σμέ­νους, τοὺς λο­ξούς, τοὺς κάλ­πι­κους, ὁ­μοι­ό­τη­τες εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες, μα­ζὶ μὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­πο­τε ὑ­πῆρ­ξε –:

            ἔ­τσι κεῖν­ται ἀ­να­μνή­σεις, κομ­μά­τια ἀ­να­μνή­σε­ων, θραύ­σμα­τα, στὸ σκο­τά­δι βα­θιὰ μέ­σα στὸ αἷ­μα της.

            Πη­γαί­νει πέ­ρα-δῶ­θε γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τό, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ λι­ον­τά­ρι, ποὺ εἶ­ναι ἄρ­ρω­στο. Ἡ ἀρ­ρώ­στια δὲν τοῦ προ­ξε­νεῖ ἀ­νη­συ­χί­α καὶ δὲν τὸ ἐ­ξα­σθε­νί­ζει· μο­νά­χα τὸ ἐγ­κλω­βί­ζει. Ἔ­τσι ὅ­πως κεῖ­ται ἐ­κεῖ, τὰ ἁ­πα­λὰ πέλ­μα­τά του χω­ρὶς σκο­πό, τὸ πε­ρή­φα­νο πρό­σω­πό του κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξε­φτι­σμέ­νη χαί­τη, τὰ μά­τια του ἀ­δεια­νά, ἔ­χει ἀ­νε­γεί­ρει στὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τὸ μνη­μεῖ­ο τῆς θλί­ψης του, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ κά­πο­τε (πάν­το­τε πά­νω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τὸ του) ὑ­πῆρ­ξε ὡς τραν­τα­χτὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς δύ­να­μής του.

            Τώ­ρα συ­σπᾶ­ται ἀ­κό­μα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στοὺς μῦς καὶ σφίγ­γε­ται, μι­κρὲς ἑ­στί­ες ὀρ­γῆς δι­α­μορ­φώ­νον­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ὑ­περ­βο­λι­κὰ μα­κριὰ ἡ μιὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη· τὸ αἷ­μα κυ­λᾶ μὲ με­γά­λη ὁρ­μή, ἀ­να­βλύ­ζει, ἀ­πὸ τὶς κά­μα­ρες τῆς καρ­διᾶς καὶ ἀ­σφα­λῶς δι­α­θέ­τει ἀ­κό­μα τὴν προ­σε­χτι­κὰ δο­κι­μα­σμέ­νη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ στρί­βει ἀ­πό­το­μα κι ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, κα­θὼς χυ­μᾶ στὸν ἐγ­κέ­φα­λο.

            Ὅ­μως ἀ­φή­νει τὰ πράγ­μα­τα νὰ πά­ρουν ἁ­πλῶς τὸν δρό­μο τους, για­τὶ δὲν ἔ­χει φτά­σει ἀ­κό­μα στὸ τέ­λος καὶ δὲν ἔ­χει ἄλ­λη ἐ­νέρ­γεια γιὰ ξό­δε­μα καὶ δὲν παίρ­νει μέ­ρος σὲ τί­πο­τα πιά. Μο­νά­χα πέ­ρα μα­κριά, σὰν ἀ­πο­τρα­βηγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό, ζω­γρα­φί­ζει μὲ τὸ μα­λα­κὸ πι­νέ­λο τῆς οὐ­ρᾶς του ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ κά­ποι­α ἡ­μι­κυ­κλι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτης κα­τα­φρό­νιας. Κι αὐ­τὸ συμ­βαί­νει μὲ τέ­τοι­α σπου­δαι­ό­τη­τα ποὺ ἡ λέ­αι­να στέ­κει ἀ­κί­νη­τη καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ: ἀ­νή­συ­χη, τα­ραγ­μέ­νη, γε­μά­τη προ­σμο­νή.

            Ὕ­στε­ρα πιά­νει πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸν βη­μα­τι­σμό της, τὸν ἄ­χα­ρο, γε­λοῖ­ο βη­μα­τι­σμὸ τῶν σκο­πῶν, ποὺ πάν­το­τε πά­ει καὶ πέ­φτει πά­νω στὰ ἴ­δια χνά­ρια ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Καὶ πη­γαί­νει… καὶ πη­γαί­νει, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ ρη­μαγ­μέ­νη μά­σκα της, ὁ­λο­στρόγ­γυ­λη, δι­α­γραμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα.

            Πη­γαί­νει ὅ­πως οἱ δεῖ­κτες στὰ ρο­λό­για. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της φαί­νε­ται, ὅ­πως σὲ κά­ποι­ο καν­τράν, ποὺ τοῦ ρί­χνουν ἕ­να φῶς καὶ φω­τί­ζει τὴ νύ­χτα, κά­ποι­α ἀλ­λό­τρια, πα­ρά­ξε­νη ὥ­ρα ποὺ γιὰ λί­γο μό­νο μέ­νει σχη­μα­τι­σμέ­νη: μιὰ φρι­κτὴ ὥ­ρα, ἡ ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος πε­θαί­νει.



Πη­γή: Rainer Maria Rilke, Werke, τ. ΙΙΙ-2 (Prosa), Φραγ­κφούρ­τη, Insel Ver­lag, 41968 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Rai­ner Ma­ria Ril­ke, Der Löwenkäfig, Βα­σι­λεία, Gryff-Pres­se, 1947].

Ρά­ι­νερ Μα­ρί­α Ρίλ­κε (Rai­ner Ma­ria Ril­ke) (1875, Πρά­γα – 1926, Βαλ­μόν). Γερ­μα­νό­φω­νος λυ­ρι­κὸς ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος καὶ κρι­τι­κός. Ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς δυ­τι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Θρυ­λεῖ­ται πὼς ἀ­σθέ­νη­σε ἀ­πὸ καλ­πά­ζου­σα λευ­χαι­μί­α τραυ­μα­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ἀγ­κά­θι ἑ­νὸς ρό­δου, ἐ­νῶ φρόν­τι­ζε τὸν κῆ­πο του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τού­ρη­σε!


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τού­ρη­σε!

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΑΤΑ τὴν ἀρ­ρώ­στεια του ὁ Κω­λέ­της, ποὺ τὸν ἐ­βα­σά­νι­σε πο­λύ (ὑ­πό­φε­ρε, καὶ πέ­θα­νε ἀ­πὸ τὰ νε­φρά), ἔ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ νοι­ώ­σῃ κα­λύ­τε­ρα τὸν ἑ­αυ­τό του. Τὸ κα­λὸ χαμ­πέ­ρι δι­α­δό­θη­κε στὸ λα­ό, καὶ κα­θὼς ὁ Ὄ­θω­νας μὲ τὴν Ἀ­μα­λί­α γυ­ρί­ζαν ἀ­πὸ τὸν πε­ρί­πα­το, τρέ­ξα­νε πολ­λοὶ καὶ βγή­κα­νε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τ’ ἄ­λο­γα, κι’ ἀρ­χί­σα­νε νὰ φω­νά­ζουν:

       — Κα­τού­ρη­σε, κα­τού­ρη­σε!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Grenier, La Grèce en 1863, Paris, σ. 133.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 98 [Τίτλος: «189.—Κα­τού­ρη­σε!»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἰωάννης Κωλέττης (1773-1847). Παραγγελία τοῦ Louis-Philippe γιὰ τὴ συλλογὴ τοῦ ἱστορικοῦ μουσείου τῶν Βερσαλλιῶν, τὸ 1847. Ἔργο τοῦ Dominique Papety (1815–1849). Ἐλαιογραφία.



		

	

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι


Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους

[τοῦ Ἀναγνώστη Χαροκόπου]


ΑΤΑ ΤΟ 1838 πε­ρι­ο­δεύ­ον­τες οἱ Βα­σι­λεῖς εἰς Βό­νι­τζαν ἔ­φθα­σαν ἔ­ξω­θεν τῆς πό­λε­ως ὅ­που εἶ­χον συγ­κεν­τρω­θῆ αἱ ἀρ­χαὶ καὶ ὁ λα­ὸς ἵ­να τοὺς ὑ­πο­δε­χθῶ­σι. Με­τα­ξὺ τοῦ λα­οῦ ἦ­το καὶ ὁ ἕ­νε­κα γή­ρα­τος κα­τα­στὰς τυ­φλὸς γέ­ρο-προ­ε­στὸς Ἀ­ναγ. Χα­ρο­κό­πος δι­α­τε­λέ­σας πλη­ρε­ξού­σιος καὶ βου­λευ­τὴς κα­τὰ τὴν ἐ­πα­νά­στα­σιν, καὶ ἀ­νῆ­κε πάν­το­τε εἰς τὸ κόμ­μα τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη. Οὗ­τος ἐ­φώ­να­ξεν ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν βλέ­πει ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἐγ­γί­ξῃ τοὐ­λά­χι­στον τὸν Βα­σι­λέ­α του. Τὴν ἀ­ξί­ω­σίν του ταύ­την δι­ε­βί­βα­σαν εἰς τοὺς Βα­σι­λεῖς οὗ­τοι δὲ δι­έ­τα­ξαν ἵ­να ὁ­δη­γή­σω­σιν ἀ­μέ­σως τὸν γέ­ρον­τα πλη­σί­ον του, ἅ­μα δὲ ἀ­φι­χθέν­τα ἔ­λα­βον ἀ­νὰ μί­αν τῶν χει­ρῶν του ἕ­κα­στος τῶν Βα­σι­λέ­ων. Ἐκ τῆς <φι­λο>­φρο­νή­σε­ως ταύ­της κα­τα­δη­χθεὶς ὁ τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως ἀ­νὴρ ἀ­πέ­τει­νε τὴν ἑ­ξῆς προσ­λα­λιὰν πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς:

       — Νὰ δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς νὰ ζή­σε­τε πο­λὺ νὰ δο­ξα­σθῆ­τε καὶ νὰ ἀ­φή­σε­τε κλη­ρο­νό­μους διὰ τὴν δό­ξαν τῶν Γο­νέ­ων καὶ τὸ κα­λὸ τοῦ τό­που τού­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἕ­ως νὰ γί­νῃ βα­σί­λει­ον ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ. Διὰ τοῦ­το, Βα­σι­λέ­α μου, νὰ ἔ­χῃς πάν­τα εἰς τὴν ἐν­θύ­μη­σή σου κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­στά­θη­σαν κε­φα­λὴ εἰς ἡ­μᾶς τοὺς ἄλ­λους εἰς τὸν ἀ­γῶ­να, καὶ διὰ μὲν τοὺς πε­θα­μέ­νους νὰ κά­με­τε ἓν μνη­μό­συ­νον κά­θε χρό­νον, ἐ­κεί­νους ὅ­που ζοῦν ὅ­πως ὁ Κουν­του­ρι­ώ­της, ὁ Γε­ρο-Μπέ­ης, ὁ Ζα­ΐ­μης, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης νὰ τοὺς πά­ρῃς μα­ζί σου συμ­βού­λους καὶ δὲν θὰ χά­σῃς για­τὶ ἂν δὲν εἴ­χα­με αὐ­τοὺς κα­θὼς καὶ τοὺς ἀ­πε­θα­μέ­νους Ὑ­ψη­λάν­τας, Μι­α­ού­λην, Μπό­τζα­ρην, Φλέσ­σαν, Κα­ρα­ϊ­σκά­κην νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν, δὲν ἐ­τε­λει­ώ­να­με τὸ ἔρ­γον ὅ­που ἠρ­χί­σα­μεν.

       Ὁ Βα­σι­λεὺς μὴ ἐν­νο­ῶν κα­λῶς τό­τε τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ ἡ Βα­σί­λισ­σα μό­λις ἐν­νο­οῦ­σα λέ­ξεις τι­νὰς ἀν­τε­λή­φθη­σαν τῆς προσ­λα­λιᾶς τοῦ γέ­ρον­τος Χα­ρο­κό­που διὰ τοῦ Γεν­ναί­ου ὅ­στις ὡς αὐ­λι­κὸς ἐ­γνώ­ρι­ζεν ὁ­πω­σοῦν νὰ ἐν­νο­ῆ­ται ὑ­πὸ τοῦ Βα­σι­λέ­ως, ηὐ­χα­ρί­στη­σαν λοι­πὸν οἱ Βα­σι­λεῖς ἀμ­φό­τε­ροι διὰ τοῦ ἰ­δί­ου δι­ερ­μη­νέ­ως τὸν γέ­ρον­τα διὰ τὰς πα­τρι­ω­τι­κάς του εὐ­χὰς καὶ συμ­βου­λάς. Τό­τε ὁ γέ­ρων προ­σέ­θη­κε:

       — Μα­θαί­νω ὅ­τι ἔ­χεις μα­ζί Σου Βα­σι­λέ­α μου τὸν υἱ­ὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη Γεν­ναῖ­ον.

       — Αὐ­τὸς ὅ­στις ὁ­μι­λεῖ μα­ζί σου εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος, τῷ εἶ­πεν ὁ πα­ρευ­ρε­θεὶς ἐ­κεῖ στρα­τη­γὸς Κωνστ. Μπό­τσα­ρης. Τοῦ­το ἀ­κού­σας ὁ γέ­ρων Χα­ρο­κό­πος εἶ­πεν ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν Γεν­ναῖ­ον:

       — Ἐ­δῶ εἶ­σαι καὶ δὲν μοῦ ὁ­μι­λεῖς τό­σην ὥ­ραν Μπα­ροῦ­νο!!!

       Τὸ πλῆ­θος ἐ­γέ­λα­σεν εἰς τὴν ὕ­βριν «Μπα­ροῦ­νο».

       Οἱ Βα­σι­λεῖς δὲν ἠν­νό­η­σαν δια­τί οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­γέ­λα­σαν εἰς τὴν λέ­ξιν «Μπα­ροῦ­νο» καὶ ἐ­ζή­τη­σαν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὸ γεῦ­μα ἐ­ξη­γή­σεις, διὰ τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­μα­θον ὅ­τι ἐ­πὶ τῶν σταυ­ρο­φο­ρι­ῶν πε­ρι­ελ­θόν­τες οἱ τό­τε τι­τλο­φό­ροι εἰς τὴν με­γα­λυ­τέ­ραν πα­ρα­λυ­σί­αν καὶ τι­νὲς καὶ πε­νί­αν, ἔ­πρα­ξαν τὰς μᾶλ­λον ἀ­πο­τρο­παί­ους, ρυ­πα­ρὰς καὶ τα­πει­νὰς πρά­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως οἱ τί­τλοι ἔ­μει­ναν εἰς τὴν μνή­μην τῶν Ἑλ­λή­νων ὡς ἐ­πω­νυ­μί­αι μαρ­τυ­ροῦ­σαι ἀν­θρώ­πους ἀ­χρεί­ους, διὰ τοῦ­το καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­ζή­λω­σαν νὰ τοὺς σφε­τε­ρι­σθῶ­σι ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἀ­πο­νεί­μου­σι εἰς τοὺς σκύ­λους ἢ τοὺς ἀν­θρώ­πους οὓς θέ­λου­σι νὰ ὑ­βρί­σω­σι ἢ χλευ­ά­σω­σι διὰ τῶν λέ­ξε­ων «Μπα­ροῦ­νος» (βα­ρῶ­νος), «Κο­μα­τᾶς» (κο­μη­τᾶς, κό­μης), «Μαρ­χέ­ζας» (μαρ­κή­σιος), «Πρί­τζι­πας» (πρίγ­κηψ). Ἐκ τῆς ἐ­ξη­γή­σε­ως ταύ­της ἠν­νό­η­σεν ἡ Βα­σί­λισ­σα δια­τί οἱ αὐ­λι­κοί της δὲν ἐ­δέ­χθη­σαν τοὺς ὁ­ποί­ους ἠ­θέ­λη­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­νεί­μῃ τί­τλους εὐ­γε­νεί­ας.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 72-73.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Wil­helm Gu­stav Kra­us (1804-1852), Ὁ βα­σι­λιᾶς Ὄ­θων ἔ­φιπ­πος κα­τὰ τὴν ἄ­φι­ξή του στὴν Ἀ­θή­να (Με­τὰ τὸ 1835). Μου­σεῖ­ο τῆς Πό­λε­ως τῶν Ἀ­θη­νῶν.




		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ὄ­χι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρό του



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 6/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ὄ­χι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρό του

(Not His Best)


Ο ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ ἀ­πο­κά­λε­σε κά­πο­τε τὰ γρα­πτά του μιὰ μορ­φὴ προ­σευ­χῆς.

       Ἀ­κό­μη, ἐ­πέ­πλη­ξε σὲ κά­ποι­ο γράμ­μα του τὴν πο­λυ­βα­σα­νι­σμέ­νη Φε­λί­τσε Μπά­ου­ερ: «Δὲν εἶ­πα ὅ­τι ἐ­νῶ τὸ γρά­ψι­μο θὰ ὄ­φει­λε νὰ φω­τί­ζει τὰ πάν­τα, ἀ­πε­ναν­τί­ας τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα· αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα εἶ­ναι ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μο φω­τί­ζει τὰ πάν­τα καὶ τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα.»

       Συ­χνὰ τὸν κα­τέ­τρω­γε ἡ ἀ­νη­συ­χί­α πὼς δὲν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος καὶ πὼς αὐ­τὸ ποὺ βρί­σκε­ται ἐ­πά­νω στὸ κορ­μί του δὲν εἶ­ναι κε­φά­λι ἀν­θρώ­που. Κά­πο­τε ὀ­νει­ρεύ­τη­κε πὼς ξα­πλω­μέ­νος κα­θὼς ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι του ἄρ­χι­σε ἀ­δι­ά­κο­πα νὰ πη­δᾶ ἀ­π’ τ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο κά­θε τέ­ταρ­το της ὥ­ρας.

       «Κι ἔ­πει­τα ἔρ­χον­ταν τρέ­να, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο περ­νοῦ­σαν πά­νω ἀ­π’ τὸ κορ­μί μου, ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη στὶς ρά­γες βά­θαι­ναν καὶ πλά­ται­ναν τὶς δυ­ὸ το­μὲς στὸν λαι­μὸ καὶ στὰ πό­δια μου.»

       Αὐ­τὸ δὲν τοῦ τό ’­δω­σα ἐ­γώ, εἶ­πε ὁ Κύ­ριος.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κοιλότητα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 5/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Κοι­λό­τη­τα

(Cavity)


ΜΑΡΚΑ τῶν τσι­γά­ρων ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἡ σπου­δαί­α ἀγ­γλί­δα κον­τράλ­το Κά­θλιν Φέ­ρι­ερ λε­γό­ταν Passing Clouds*. Σύμ­φω­να μὲ τὰ λε­γό­με­να ἑ­νὸς ἐκ τῶν πρώ­των της δα­σκά­λων**, ἡ φω­νή της ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χη χά­ρη σὲ μιὰ «θαυ­μά­σια κοι­λό­τη­τα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ λαι­μοῦ της». Αὐ­τὴ ἦ­ταν καὶ ἡ μό­νη ἐ­ξή­γη­ση ποὺ δό­θη­κε πο­τὲ γιὰ τὴν κα­θα­ρό­τη­τα καὶ τὴ δύ­να­μη τῆς φω­νῆς της.

       Λί­γο πρὶν τε­λει­ώ­σει ἡ σύν­το­μη ζω­ή της, ἡ Φέ­ρι­ερ τρα­γού­δη­σε τὸ συμ­φω­νι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Μά­λερ «Τὸ τρα­γού­δι τῆς Γῆς». Πε­θαί­νου­με, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι και­νούρ­για, αἰ­ω­νί­ως και­νούρ­για· αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἐκ­στα­τι­κὴ βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ Μά­λερ. Ἡ φύ­ση ἀ­να­νε­ώ­νε­ται χρό­νο μὲ τὸν χρό­νο… ἐ­σα­εί, ἐ­σα­εί.

       Ἡ Φέ­ρι­ερ τρα­γού­δη­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος δα­κρυ­σμέ­νη, τό­σο συγ­κλο­νι­σμέ­νη, ποὺ πα­ρέ­λει­ψε τὸ τε­λι­κὸ ewig, τὸ τε­λι­κὸ ἐ­σα­εί.***


* Στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Σύν­νε­φα ποὺ περ­νοῦν. (σ.τ.μ.)
** Πρό­κει­ται γιὰ τὸν βα­ρύ­το­νο καὶ δά­σκα­λο μου­σι­κῆς Ρό­ι Χέν­τερ­σον (Ἐ­διμ­βοῦρ­γο, 1899 – Μπρόμ­λι, 2000). (σ.τ.μ.)
*** Ἡ κα­τα­λη­κτι­κὴ στρο­φὴ ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς:
Ἡ λα­τρε­μέ­νη Γῆ ἁ­παν­τα­χοῦ
ἀν­θί­ζει τo ἔ­αρ κι ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ πρα­σι­νί­ζει!
Ἁ­παν­τα­χοῦ κι ἐ­σα­εὶ τ’ ἀ­λαρ­γι­νὰ λάμ­πουν γα­λα­νά!
Ἐ­σα­εί… Ἐ­σα­εί… (σ.τ.μ.)


Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).