Μὰτ Μπελ (Matt Bell): Ὁ Ἀχόρταγος


Μὰτ Μπέλ (Matt Bell)


Ὁ ἀ­χόρ­τα­γος

(The Hungerer)


ΠΕΙΔΗ ὁ με­γά­λος δὲν ἤ­ξε­ρε ἄλ­λον τρό­πο γιὰ νὰ προ­στα­τεύ­σει τὴ μι­κρὴ —σί­γου­ρα ὄ­χι μὲ τὸ πλα­δα­ρὸ καὶ πα­χου­λὸ κορ­μί του, τὴν πρώ­τη καὶ δια­ρκῆ πη­γὴ ντρο­πῆς γι’ αὐ­τόν— πα­γί­δε­ψε τὴν ἀ­δερ­φὴ του μέ­σα στὸν φοῦρ­νο τοῦ ἀ­γρο­τό­σπι­του κρα­τών­τας κλει­στὴ τὴν πόρ­τα, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη πά­λευ­ε νὰ βγεῖ, καὶ δι­α­βά­ζον­τάς της τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της Πλὰθ γιὰ νὰ τὴν να­νου­ρί­σει. Ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὴν ζέ­στα­νε ὁ­μοι­ό­μορ­φα καὶ τὴν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε, τὴν ἔ­ρι­ξε μέ­σα του μὲ πι­ρού­νι καὶ μα­χαί­ρι, κα­τα­βρο­χθί­ζον­τας τὸ νο­στι­μό­τα­το κρέ­ας της, μα­σου­λών­τας καὶ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ὄρ­γα­νό της, σπά­ζον­τας τὰ κό­κα­λα καὶ γλεί­φον­τας τοὺς χόν­δρους καὶ τὴν κρι­τσα­νι­στὴ πέ­τσα ὥ­σπου νὰ ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του. Ὕ­στε­ρα ἡ κοι­λιὰ τοῦ με­γά­λου πό­νε­σε τό­σο πο­λὺ ποὺ νό­μι­σε πὼς ἴ­σως καὶ νὰ πέ­θαι­νε ἐ­κεῖ στὸ τρα­πέ­ζι, ἀλ­λὰ δὲν πέ­θα­νε. Ἡ ζω­ή του τρά­βη­ξε σὲ μά­κρος, ἐ­πώ­δυ­να θλι­βε­ρὴ δί­χως τὴ ζων­τα­νὴ συν­τρο­φιὰ τῆς μι­κρῆς, καὶ πα­ρὰ τὴν ἀ­στεί­ρευ­τή του ὄ­ρε­ξη —τρώ­ω γιὰ δύ­ο, φώ­να­ζε συ­χνὰ κα­θι­σμέ­νος στὸ τρα­πέ­ζι πού ’χε στρώ­σει γιὰ ἕ­ναν, κι ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λης τὸν ἔ­παιρ­ναν γιὰ ἠ­λί­θιο ὀλ­κῆς— ὁ με­γά­λος δὲν γεύ­τη­κε πο­τὲ ξα­νὰ τό­σο νό­στι­μο γεῦ­μα ἕ­ως ὅ­του ἔ­φτα­σε σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, καὶ τό­τε ἔ­φε­ρε ἐ­πι­τέ­λους τὸ μα­χαί­ρι του στὴν πα­ρα­φου­σκω­μέ­νη μέ­χρι κι ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα κοι­λιά του, πι­στεύ­ον­τας πὼς ἡ ἀ­δερ­φή του —ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ—, γκρι­ζο­μάλ­λα ἐ­πι­τέ­λους κι ἀ­σφα­λὴς ὅ­πως κι ὁ ἴ­διος, ἀρ­κούν­τως ἀ­πω­θη­τι­κὴ ἐ­πι­τέ­λους ὥ­στε νὰ ἀ­φε­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρη, θὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της στὸ τρα­πέ­ζι τῆς ζω­ῆς. Κι ἀ­πὸ τὴν πλη­γὴ τὴν ὁ­ποί­α ἄ­νοι­ξε στὸν ἑ­αυ­τό του, ξε­χύ­θη­κε ὄν­τως ἡ ζων­τα­νὴ ἀ­δερ­φή του – μό­λις ὅ­μως ἡ μι­κρὴ ξε­πρό­βα­λε βου­τηγ­μέ­νη στὸ αἷ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ της, ὁ με­γά­λος εἶ­δε μιὰ κο­πέ­λα ποὺ δὲν εἶ­χε με­γα­λώ­σει κα­θό­λου, ἀν­τι­θέ­τως ἦ­ταν τό­σο νέ­α ὅ­σο καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ: μιὰ παρ­θέ­να γε­μά­τη αἷ­μα, ἕ­τοι­μη νὰ μπεῖ ἐ­πι­τέ­λους σὲ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐ­φη­βεί­α, ἔκ­πα­γλη ὡ­ραι­ό­τη­τα γεν­νη­μέ­νη δυ­ὸ φο­ρὲς σ’ ἕ­ναν κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ —ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τώ­ρα πιὰ— με­γά­λος, ὅ,τι κι ἂν ἔ­κα­νε, δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τὴν προ­φυ­λά­ξει



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Wigleaf (23.03.2018) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

http://wigleaf.com/201803hungerer.htm

Μὰτ Μπέλ (Matt Bell). Γεν­νή­θη­κε στὸ Μί­σιγ­καν. Συγ­γρα­φέ­ας τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των In the Hou­se Upon the Dirt Be­tween the Lake and the Woods (2013) καὶ Scrap­per (2015), κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τῶν ἀ­κό­μα βι­βλί­ων. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη δου­λειά του εἶ­ναι ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των A Tree or a Person or a Wall (2016). Δι­δά­σκει στὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Ari­zona State Uni­ver­sity.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


			

Σωτήρης Παστάκας: Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


 ΘΟΔΩΡΟΣ ἦταν ὄ­μορ­φο παι­δί, προι­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ φύ­ση κι εἶ­χε εὐ­γε­νι­κοὺς τρό­πους, μιὰ ἔμ­φυ­τη εὐ­γέ­νεια ποὺ προ­έρ­χε­ται πάν­τα καὶ μό­νο ἀ­πὸ κα­λὰ παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ σω­στὴ ἀ­να­τρο­φή. Κα­τέ­φτα­σε στὸ Δαφ­νὶ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἅ­λω ἐ­πα­να­στά­τη καὶ μπο­ὲμ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­φοῦ γρή­γο­ρα μά­θα­με πὼς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ σὲ κά­ποι­α πό­λη τῆς Θεσ­σα­λί­ας, γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς βή­τα στὸ νε­ο­σύ­στα­το Ἐ­θνι­κὸ Σύ­στη­μα Ὑ­γεί­ας. Ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ ρό­λου τοῦ Κλι­νι­κάρ­χη, ποὺ τοῦ εἶ­χαν προ­ε­τοι­μά­σει οἱ γο­νεῖς του ὡς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες με­γά­λης Ψυ­χι­α­τρι­κῆς Κλι­νι­κῆς, φάν­τα­ζε στὰ μά­τια μας ὡς ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας τοῦ Θοδωρῆ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή, θὰ μοῦ πεῖ­τε, καὶ θὰ συμ­φω­νή­σω μα­ζί σας, «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» καὶ ὁ Θό­δω­ρος δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ ἔ­κα­νε τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ χει­ρο­νο­μί­α του ἀ­πὸ μι­μη­τι­σμὸ καὶ μό­νο.

        Ἀ­πὸ «μι­μη­τι­σμὸ» μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη γε­νιὰ Ἑλ­λή­νων τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, ὅ­πως κι ἐ­γώ, ἐ­πι­στρέ­ψα­με νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σου­με τὴν «πα­τρί­δα» πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ γε­νι­κὸ σύν­θη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς νὰ δώ­σου­με ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις στὴν ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τῆς Ἑλ­λά­δας, με­τὰ τὴ χούν­τα τῶν συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν. Ἡ δι­κή μου ἑρ­μη­νεί­α ἦ­ταν πὼς μᾶς κα­θό­ρι­σε, πέ­ρα ἀ­πὸ κομ­μα­τι­κὲς ἐ­πι­τα­γές, ὁ Θί­α­σος τοῦ Θό­δω­ρου Ἀγ­γε­λό­που­λου: μᾶς ἔπι­α­σε κά­τι σὰν φαρ­μα­κε­ρὴ νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸν τό­πο μας, ἀρ­χέ­γο­νες μνῆ­μες ξύ­πνη­σε αὐ­τὸ τὸ φίλμ, τὸ μό­νο ἑλ­λη­νι­κὸ φὶλμ ποὺ εἶ­χαν παί­ξει τό­τε οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι τῆς Εὐ­ρώ­πης σὲ πρώ­τη προ­βο­λή, κι ὄ­χι οἱ κα­κο­α­ε­ρι­σμέ­νες γε­μά­τες κα­πνὸ σά­λες τῶν σι­νε­κλάμπ.

        Ὁ Θό­δω­ρος, ἐ­κεί­νη τὴν «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» ἐ­πο­χή, δὲν ἔ­νι­ω­θε μό­νος. Εἶ­χε πα­ρέ­α τὸν Ἄ­ρη, ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ θέ­ση του καὶ τὴν κα­ρι­έ­ρα σὲ χρη­μα­τι­στη­ρια­κὸ κο­λοσ­σὸ μὲ ἕ­δρα τὴ Γε­νεύ­η γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ γί­νει ψυ­χί­α­τρος. Με­τὰ τὸ πτυ­χί­ο του μὲ ἄ­ρι­στα στὴν Ἰ­α­τρι­κή, ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς συμ­βου­λὲς τοῦ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου πε­θε­ροῦ του καὶ δι­έ­πρε­ψε στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά. Στὰ σα­ράν­τα του χρό­νια, ὡς ἐ­πα­κό­λου­θό τῆς κρί­σης συ­νει­δή­σε­ως ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα: ἐ­πι­χει­ρή­σεις, γυ­ναί­κα, ἕ­ναν γιὸ καὶ τὶς ἐλ­βε­τί­ες, ξέ­θα­ψε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι του τὸ πτυ­χί­ο τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ ἦρ­θε ὡς ἁ­πλὸς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος στὸ Δαφ­νί. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Θό­δω­ρο καὶ τὸν Ἄ­ρη, ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὸ Δαφ­νὶ καὶ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ στε­λε­χώ­σουν μο­νά­δες τοῦ ΕΣΥ κα­θ’ ἅ­πα­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Μέ­σα σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὲς ζυ­μώ­σεις κι ἀ­να­ζη­τή­σεις, δὲν πή­ρα­με ἀ­μέ­σως χαμ­πά­ρι τὴν ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­α τοῦ Θοδωρῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­βά­σου­με σὲ κά­ποι­α ἐ­φη­με­ρί­α τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ εἰ­σα­γω­γῆς ποὺ ἔ­γρα­φε γιὰ νὰ ὑ­πο­ψι­α­στοῦ­με πὼς κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ μα­ζί του. Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ για­τί ἦ­ταν με­γά­λο μά­θη­μα γιὰ μέ­να, ὡς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος τό­τε, πὼς μπο­ροῦ­με νὰ κάνουμε δι­ά­γνω­ση γιὰ κά­ποι­ον ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γρά­φει: τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ τοῦ Θοδωρῆ ἦ­ταν γε­μά­τα μου­τζοῦ­ρες, λου­λου­δά­κια, ἀ­στρά­κια καὶ ἀ­να­δεί­κνυ­αν τὴ χά­λα­ση τῶν εἱρ­μῶν καὶ τῶν σκέ­ψε­ών του. Τὸν ἀγ­κα­λι­ά­σα­με ἐ­κεῖ στὸ ἐ­φη­με­ρεῖ­ο καὶ τε­λι­κὰ κά­ποι­ος συ­νά­δελ­φος τὸν ἔ­πει­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ἀ­γω­γή. Ἦ­ταν εἴ­πα­με ἡ ἐ­πο­χὴ ἐ­πα­να­στα­τι­κή, ὅ­λοι οἱ συ­νά­δελ­φοι ἤ­μα­σταν μιὰ ἀγ­κα­λιά.

        Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ Θοδωρῆ ­σὲ κά­ποι­α φθη­νὴ παν­σιὸν στὴν Πλά­κα, ὅ­που δι­έ­με­νε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­νί­κα­νος ὅ­πως ἦ­ταν νὰ κρα­τή­σει σπί­τι ἀ­πὸ μό­νος του, τὸ θε­ω­ρή­σα­με φυ­σι­κὸ ἐ­πα­κό­λου­θο μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης γε­νιᾶς. Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α του σή­μα­νε τὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σά σὲ μιὰ πα­λιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν και­νούρ­για τῶν γιά­πις καὶ τῆς ἐ­κρη­κτι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νό­δου. Ἔ­τρε­χαν πλέ­ον τὰ πρῶ­τα προ­γράμ­μα­τα τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης στὸ Δαφ­νί. Ὅ­σοι τὰ εἶ­χαν πά­ρει δὲν μι­λοῦ­σαν στοὺς ὑ­πό­λοι­πους καὶ τούμ­πα­λιν. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­ες ἀ­πὸ γι­ορ­τὴ καὶ τό­πο συ­νάν­τη­σης ὅ­λων κα­τάν­τη­σαν ἁ­πλὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ποὺ ἔ­βγα­ζε ὁ κα­θέ­νας μό­νος του, σὲ πλή­ρη ἐ­ρή­μω­ση. Τὰ φράγ­κα ἦ­ταν πολ­λὰ κι ὁ Θοδωρῆς μιὰ φευ­γα­λέ­α θύ­μη­ση: ἄλ­λος ἕ­νας ἰ­δε­ο­λό­γος ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ὑ­περ­βεῖ τὴν ἐ­πο­χή του καὶ πέ­θα­νε μα­ζί της.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας: (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Λάουρα Νικάστρο (Laura Nicastro): Ἐξομολόγηση


Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro)


Ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση

[Confesión]


ΛΘΑ σὲ γά­μου κοι­νω­νί­α μὲ αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα», κα­τέ­θε­σε ἡ γυ­ναί­κα ἐ­νώ­πιον τοῦ δι­κα­στῆ, «για­τὶ ἦ­ταν ἐ­πο­χὴ ἐ­πι­δη­μί­ας καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει μό­νο ἀν­τι­γρι­πι­κὰ ἐμ­βό­λια».



Πη­γή: e-Nanos, Macedonia Ediciones, Morón (Buenos Aires), 2010.

Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1946). Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α στὴ Σχο­λὴ Φι­λο­σο­φί­ας καὶ Γραμ­μά­των (UBA). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α δι­η­γη­μά­των Οἱ κλέ­φτες της φω­τιᾶς, Τὸ βι­βλί­ο τῶν λα­θραί­ων ἐ­ρώ­των κ.ἄ. Τὰ βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας e-nanos, Κα­λει­δο­σκό­πιο· τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Πέμ­πτη γιὰ πάν­τα κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): Χορεύοντας στὶς λέξεις


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Χο­ρεύ­ον­τας στὶς λέ­ξεις

(Dancing on the words)


Α ΠΑΩ τρεῖς μέρες στοὺς γο­νεῖς μου», τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἡ Κά­θριν. «Λέ­ω τὸ ἄλ­λο σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο.»

        Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­φη­ρη­μέ­νος, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να μᾶλ­λον ἤ­δη σκε­φτό­ταν τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος. Μᾶλ­λον θὰ δι­όρ­θω­νε γρα­πτά, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­παί­τη­ση σὲ αὐ­τὸ τὸ κω­λο­πα­νε­πι­στή­μιο ποὺ δί­δα­σκε. Ἐ­κεί­νη στὴν ἐ­ξο­χὴ κι αὐ­τὸς στὴν ἐ­νο­χή. Ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ ζεῖς. Γά­μα το, σκέ­φτη­κε καὶ τὴ ρώ­τη­σε ἂν εἶ­χε ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἂν ἤ­θε­λε νὰ κά­νουν κά­τι πρὶν τὸ τα­ξί­δι της καὶ τέ­λος ἂν ὄν­τως θὰ ἄ­νοι­γαν ἐ­κεῖ­νο τὸ κρα­σὶ ποὺ τοὺς ἔ­φε­ραν τὰ Χρι­στού­γεν­να οἱ γεί­το­νες γιὰ νὰ δοῦν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πει­σό­διο τῆς σει­ρᾶς ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει. Στὰ δύ­ο πρῶ­τα, ἡ Κά­θριν εἶ­πε ὄ­χι, στὰ ἄλ­λα δύ­ο ναί. Ἰ­σο­πα­λί­α 0-0. Σὰν τὸν γά­μο του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε πὼς ἡ Πι­λὰρ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πή­γαι­νε καὶ τῆς μι­λοῦ­σε στὸ προ­σκέ­φα­λό της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δε μή­πως στῆς Ντο­λό­ρες;

        Τί νό­η­μα ἔ­χει, σκέ­φτη­κε. Νὰ τί θὰ κά­νω. Θὰ πε­ρά­σω ὅ­λο τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο κον­τά της. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα.

        Ἔ­φτα­σε, λοι­πόν, ἡ ὥ­ρα καὶ ἡ Κά­θριν ἔ­φυ­γε τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ πρωΐ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα τὸν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Θὰ ξέ­χα­σε κά­τι, σκέ­φτη­κε ὁ Ρέ­ι. Καὶ τὸ σή­κω­σε κά­πως βα­ρι­ε­στη­μέ­να. «Ἔ­λα.» «Ἐ­γώ…» «Ξέ­χα­σες κά­τι; Γυρ­νᾶς;» «Ὄ­χι, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ.» «Ἄ, τί;» «Στὴν εἴ­σο­δο κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλει­διά σου ἔ­χει κά­τι.» «Ἄ, τί;» «Ἕ­να γράμ­μα» «Ἄ, τί…» «Ὄ­χι, ἀ­πὸ μέ­να. Δὲν σὲ χω­ρί­ζω, ἠ­λί­θι­ε» «Ἀ, τί!» «Ἀ­πὸ τὴν Πι­λάρ…» «Ἄ­α…»

        Στὸ Πὶ εἶ­χε ἤ­δη πά­ει στὰ κλει­διά του καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ γράμ­μα στὰ χέ­ρια του. «Πό­τε; Πῶς;» «Ἦρ­θε πρὶν και­ρό. Πρὶν χρό­νια. Δέν…» «Για­τί;» «Δὲν ξέ­ρω. Δι­ά­βα­σέ το. Σοῦ ἀ­νή­κει. Γειά.» «Γειά.»

 

        Μὶ κε­ρί­δο,

        Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ εἰ­σα­γω­γές, ὁ­πό­τε θὰ σοῦ πῶ ἀ­πευ­θεί­ας μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τό­τε ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Στῆς Ντο­λό­ρες. Θυ­μᾶ­σαι; Πῶς νὰ μὴ θυ­μᾶ­σαι; Κά­θε βρά­δυ σὲ πε­ρί­με­να. Κά­θε βρά­δυ σοῦ ἔ­κο­βα τὸ “σ’ ἀ­γα­πῶ” στὰ χεί­λη μὲ μιὰ κο­φτὴ κί­νη­ση στὸ ταν­γκό μας γιὰ νὰ μὴν τὸ πεῖς. Ἐ­γὼ ὅ­μως σοῦ τὸ ἔ­λε­γα. Θυ­μᾶ­σαι τὸ γλί­στρη­μα τοῦ πο­διοῦ πρὸς τὰ πί­σω; Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρες πο­τὲ νὰ κά­νεις χω­ρὶς νὰ χά­σεις λί­γο τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α σου; Ἐ­γὼ, ἐ­πί­τη­δες τὸ ἔ­κα­να. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ φτά­σω μέ­χρι κά­τω γιὰ νὰ σοῦ πῶ πό­σο ἀ­γω­νι­ῶ νὰ ἔρ­θεις καὶ πό­σο πε­τά­ω μέ­σα μου στὸ ἀ­δέ­ξιο κρά­τη­μά σου.

        Κι ὅ­ταν κά­η­κε τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, κά­η­καν μα­ζὶ καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ εἶ­χα νὰ ἔρ­χε­σαι καὶ νὰ χο­ρεύ­ου­με καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψου­με μα­ζί. Ἐ­κεῖ μέ­σα καὶ ἀλ­λοῦ. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι μα­ζί σου, Ρέ­ι. Μό­νο μα­ζί σου. Πῶς ξέ­ρω τὸ ὄ­νο­μά σου; Σί­γου­ρα θὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Σκέ­ψου. Θὰ τὸ βρεῖς.

        Ἔ­μα­θα ὅ­τι παν­τρεύ­τη­κες. Ἔ­μα­θα ὅ­τι πᾶς στὸ Ἐ­σπε­ράν­τζα. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ σκέ­φτε­σαι. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια σου τὴν ὥ­ρα ποὺ κα­τέ­βα­ζες τὴ Ρούμ­πια μπί­ρα. Ἐ­μέ­να σκε­φτό­σουν, Ρέ­ι; Τὸ ταν­γκό; Τὸν Μά­ικ ποὺ φλυ­α­ροῦ­σε στὸ πιά­νο; Τί εἶ­δες στὴν του­α­λέ­τα, Ρέ­ι; Φάν­τα­σμα; Δὲν εἶ­μαι φάν­τα­σμα. Εἶ­μαι ἡ Πι­λάρ. Ἐ­σὺ πάν­τα ἤ­ξε­ρες τὸ ὄ­νο­μά μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρες ἦ­ταν ἡ ζωή μου. Οὔ­τε τώ­ρα τὴν ξέ­ρεις. Οὔ­τε ἔ­μα­θες ἂν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ, ἂν ἔ­κα­να παι­δί, ἂν ἤ­μουν μὲ κά­ποι­ον, ἂν χό­ρε­ψα ξα­νά. Ὅ­μως, ἐ­γώ, Ρέ­ι, ἔ­ζη­σα νὰ ξέ­ρεις. Ὄ­χι μα­ζί σου. Ἔ­ζη­σα. Μ’ ἐ­μέ­να. Ἀ­γά­πη­σα ἐ­μέ­να κι ἕ­ναν ζω­γρά­φο. Φαμ­πιὰν τὸν λέ­γα­νε. Σί­γου­ρα θὰ ἔ­χεις ἕ­ναν πί­να­κά του στὸ σα­λό­νι σου. Ὅ­λοι στὸ Μαν­χά­ταν ἔ­χε­τε. Σᾶς που­λά­ει φαν­τα­σί­ω­ση. Ὅ­πως μοῦ πού­λη­σε κι ἐ­μέ­να. Χό­ρευ­α κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Σὲ σκε­φτό­μουν κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ἔ­φυ­γα κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ποι­ὰ Πι­λὰρ σὲ κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, ἀ­λή­θεια; Ἡ ξαν­θιὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­τι; Ἢ ἡ ἄλ­λη στὸ μπὰρ ποὺ φαί­νε­ται μό­νο ἡ πλά­τη της; Ἢ αὐ­τὴ στὸ κρε­βά­τι; Ὅ­λες ἐ­γώ. Ὅ­λοι ἐ­σύ.

        Σὲ ἤ­θε­λα, Ρέ­ι. Ὅ­μως, πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι κα­λὰ ἐ­γώ. Θὰ μὲ ἔ­κα­νες κα­λά, Ρέ­ι; Δὲν ξέ­ρω πιά. Εἶ­πα, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νὰ σοῦ γρά­ψω τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω. Κά­τι στὸν τρό­πο ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σες, μὲ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ χο­ρέ­ψω πιὸ πα­θι­α­σμέ­να, Ρέ­ι. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε ποὺ ἐ­σὺ δὲν τὰ κα­τά­φερ­νες. Οὔ­τε μ’ ἔ­νοια­ξε ποὺ γι­όρ­τα­σες τὴν ἐ­πέ­τει­ό σου στὸ μα­γα­ζί μας. Κι ἄς ἦ­ταν ἄλ­λο. Κι ἄς ἤ­μουν ἄλ­λη. Κι ἄς ἤ­σουν ἄλ­λος πιά.

        Ἀ­κό­μα μὲ κά­νεις νὰ χο­ρεύ­ω. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ πε­θά­νω ἐ­γώ. Θὰ πέ­σω ὅ­ταν τὰ κό­κα­λά μου δὲν μὲ κρα­τᾶ­νε πιὰ στὸ γλί­στρη­μα πού σοῦ λέ­ω “σ’ ἀ­γα­πῶ”. Φαν­τά­ζε­σαι; Κι ἐ­σὺ θὰ ἔρ­χε­σαι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ μὲ δεῖς. Θὰ ἔρ­θεις, Ρέ­ι; Θὰ εἶ­σαι τό­τε μα­ζί μου;

        Ἐ­γὼ θὰ εἶ­μαι, Ρέ­ι.

        Τὲ κι­έ­ρο, μὶ ἀ­μόρ!

        Πι­λάρ, λὰ ρούμ­πια.


        Τὰ μά­τια τοῦ Ρέ­ι ὑ­ψώ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα καὶ κοί­τα­ξαν τὸν πί­να­κα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Πάν­τα τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τὸς ὁ πί­να­κας. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε θαλ­πω­ρή. Ἔ­νι­ω­θε ἥ­συ­χος κοι­τά­ζον­τας τὴν ξαν­θιὰ κο­πέ­λα ποὺ κά­τι πε­ρί­με­νε. Πε­ρί­με­νε μα­ζί της.

        Δί­πλω­σε ἤ­ρε­μα τὸ γράμ­μα, τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν καὶ πῆ­γε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει.



Πη­γή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Ρόμπερτ Μὰνς (Robert Mans): Σούρουπο στὴ σχολὴ χοροῦ


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Σού­ρου­πο στὴ Σχο­λὴ Χο­ροῦ

(Dawn at Dance School)


ΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΕΙΣ νὰ χο­ρέ­ψεις ταν­γκό;» ρώ­τη­σε ὁ Ρέ­ι τὴν Πι­λὰρ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸν θά­λα­μο ὅ­που νο­ση­λευ­ό­ταν. Κά­θε μέ­ρα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε μὲ μιὰ συμ­παν­τι­κὴ σύμ­πτω­ση πὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο πρὶν τρεῖς μῆ­νες, ἐ­κεῖ­νος περ­νοῦ­σε πρὶν ἢ με­τὰ τὴ δου­λειὰ καὶ κα­θό­ταν κά­να μι­σά­ω­ρο νὰ τῆς κά­νει πα­ρέ­α. Τὸ ἤ­θε­λε, τὸ θε­ω­ροῦ­σε χρέ­ος του ἀ­κό­μα, κα­θὼς ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε δώ­σει τό­σα πολ­λὰ κι ἄς μὴ βρέ­θη­καν μα­ζὶ πο­τέ. Ἡ Κά­θριν δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ μά­θει. Θὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­νε χω­ρὶς λό­γο, ἔ­λε­γε στὸν ἑ­αυ­τό του. Εἶ­χαν ζή­σει μιὰ ζω­ὴ μα­ζὶ καὶ τώ­ρα πιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν νό­η­μα, δὲν θὰ ἄλ­λα­ζαν τί­πο­τα. Ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο νό­η­μα ἀ­πέ­με­νε στὸ νὰ εἶ­ναι στὸ πλευ­ρὸ τῆς Πι­λάρ, ἔ­τσι ξα­πλω­μέ­νη καὶ σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη ποὺ ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Ἐ­κεί­νη ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν. Εἶ­χε ρω­τή­σει ὁ Ρέ­ι, ἀλ­λὰ τοῦ εἶ­παν οἱ νο­σο­κό­μες πὼς δὲν εἶ­χε φα­νεῖ πο­τὲ κα­νείς. Ἔ­τσι, ἦ­ταν ὁ μό­νος.

        «Πό­τε στα­μά­τη­σες νὰ χο­ρεύ­εις ταν­γκό; Σί­γου­ρα, γι’ αὐ­τὸ εἶ­σαι ἐ­δῶ. Θὰ χό­ρευ­ες μέ­χρι πρὶν τρεῖς μῆ­νες καὶ θὰ ἔ­πε­σες μα­θαί­νον­τας σὲ κά­ποι­ον ἀ­νε­πί­δε­κτο Ρέ­ι τὰ μυ­στι­κά σου.» Ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε κὰν τὰ μά­τια της, ὁ Ρέ­ι ὅ­μως δὲν πτο­ή­θη­κε. «Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ μοῦ πεῖς τὴν ἱ­στο­ρί­α σου καὶ θὰ σοῦ πῶ κι ἐ­γὼ τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω ἀ­κόμ… Ποι­ὸς μὲ παίρ­νει τώ­ρα, ρὲ γα­μῶ­το; Πα­ρα­κα­λῶ; Ναί, Κά­θριν, εἶ­μαι στὴ δου­λειά, ἔ­γι­νε κά­τι; Ἄ, ναί, θυ­μᾶ­μαι. Στὶς ἑπτά, ναί; Ἐν­τά­ξει, ἔ­γι­νε, σὲ κλεί­νω τώ­ρα για­τί ἔ­χω μιὰ συ­νάν­τη­ση.» Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γου­ρεύ­τη­κε πὼς δὲν εἶ­χε μεί­νει ἀ­νοι­χτὸ κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν Πι­λάρ, ἔ­τσι γα­λή­νια ποὺ ἦ­ταν μὲ κλει­στὰ τὰ ὄ­μορ­φά της μά­τια. Κά­θι­σε πά­λι στὴν κα­ρέ­κλα, κα­θὼς τὸ μι­σά­ω­ρό του δὲν εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ψα­ξε στὸ τη­λέ­φω­νό του ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει τὴ φω­το­γρα­φί­α της ποὺ εἶ­χε βρεῖ σὲ μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Χό­ρευ­ε ταν­γκὸ μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο καὶ ὁ Ρέ­ι τὴν εἶ­χε ἀ­πο­θη­κεύ­σει καὶ τῆς εἶ­χε βά­λει κω­δι­κό, προ­στα­τεύ­ον­τάς τὴν ἀ­πὸ τὰ μά­τια ποὺ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πο­τέ.

        Τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ὀ­νει­ρο­πό­λο τα­ξί­δι του στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες ὅ­που τὴν εἶ­χε πρω­το­δεῖ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὸ πιά­νο μπὰρ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», ὅ­που τὴν εἶ­χε μᾶλ­λον προ­βάλ­λει τὸ μυα­λό του τό­σο ζων­τα­νὰ ποὺ ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­νι­ω­σε, ὁ Ρέ­ι ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω στὸν δι­ά­δρο­μο. Κον­το­στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά. «Δὲν θὰ μοῦ πεῖς πο­τὲ για­τί ἐ­μέ­να, ἔ­τσι;» μουρ­μού­ρι­σε καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ σπί­τι καὶ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὶς ἑπτά, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Κά­θριν.

        Κοι­τών­τας προ­σε­κτι­κά, γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι ὁ Ρέ­ι εἶ­χε πιὰ φύ­γει, ἡ Ντέ­στι­νι, ἡ νο­σο­κό­μα τῆς βάρ­διας, μπῆ­κε στὸν θά­λα­μο τῆς Πι­λὰρ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της. Νὰ τὴν ἀλ­λά­ζει, νὰ τὴν κα­θα­ρί­ζει, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ χτε­νί­ζει, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ κά­νει. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι για­τί ἔρ­χε­ται, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, σκέ­φτη­κε ἡ Ντέ­στι­νι καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ρέ­ι μὲ καρ­φω­μέ­να τὰ μά­τια ἐ­κεῖ ποὺ βρι­σκό­ταν ἡ ἴ­δια, ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ λί­γα λε­πτά. Κι ἔ­πει­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νὸ μὲ μιὰ χο­ρευ­τι­κὴ κί­νη­ση, χά­θη­κε μέ­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα.

        Ἡ Ντέ­στι­νι κοί­τα­ξε τὴν Πι­λὰρ κι ἔ­πει­τα ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σου­ρού­πω­νε. Ἡ φω­τει­νὴ πι­να­κί­δα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου Ὅ­ρος Σι­νᾶ στὸ Μαν­­χά­ταν ἄ­να­βε. Ἡ ταμ­πέ­λα τῆς σχο­λῆς χο­ροῦ δι­α­γώ­νια ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­να­βε κι αὐ­τή.



Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Τό κοτσάρι



Χρῖστος Δάλκος


Τό κοτσάρι


«ΣΦΙΞΟΥ, κυρά μου», εἶπε ἡ νοσοκόμα.

       «Γιά προσέξτε πῶς μοῦ μιλᾶτε», εἶπε ἡ κυρία. «Ἐγὼ δὲ σᾶς πρόσβαλα, ἔτσι;»

       «Τί, ἐπειδὴ σᾶς εἶπα “κυρά μου”; Ὡραῖα, τὸ παίρνω πίσω, σφιχτῆτε κυρία μου!»

       «Κάτι εἶναι κι αὐτό, ἀρχίσαμε νὰ συνεννοούμαστε…»

       «Ναί, ἀλλὰ δὲ βλέπω νὰ σφίγγεστε», ἐπέμεινε ἡ νοσοκόμα.

       «Ἔ, πόσο πιὰ νὰ σφιχτῶ, θὰ χαλάσῃ καὶ ἡ φόρμα μου…»

       «Μ᾿ ὅλο τὸ θάρρος, εἶναι σφίξιμο αὐτό; Ἐδῶ, ἡ διπλανή σας, μ᾿ ἕνα σφίξιμο ἔβγαλε τρίδυμα, κι ἐσεῖς μᾶς παιδεύετε τόσες μέρες, πότε ὁ Γιάννης δέ μπορεῖ, πότε…»

       «Ἄ, δὲν ὑποφέρεστε, δὲν ἤθελα νὰ ἀπευθυνθῶ στὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς κλινικῆς, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ἀναφέρω! Δὲν εἶναι κατάσταση αὐτὴ πλέον!»

       «Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ κυρία μου ποὺ μοῦ κάνετε καταγγελία, καὶ ἐντάξει, καταγγεῖλτε με, ἀλλὰ σφιχτῆτε πα­ραλ­λή­λως σᾶς παρακαλῶ, ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ γεννήσετε καὶ κάποτε…»

       «Ἔστω, θὰ καταβάλω μιὰ τελευταία προσπάθεια πα­ραλ­λή­λως, ἀπαιτῶ ὅμως νὰ μεταβιβάσετε στοὺς ὑπευθύνους τὰ ἐντονώτατά μου παράπονα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τα­λαι­πω­ροῦ­μαι ἐπὶ τρεῖς συναπτὲς ἡμέρες, καὶ νὰ σκοντάφτω πάνω στὴν πιὸ ἀπίστευτη ἀναλγησία!»

       «Ἄ, σὰν κάτι νὰ γίνεται…», ἀναθάρρησε ἡ νοσοκόμα, «γιὰ σφιχτῆτε λίγο παραπάνω… λίγο ἀκόμα… κι ἄλλο λίγο… μὰ αὐτὸ εἶναι ἀπίστευτο… κυρία μου, κάνατε ἕνα τεράστιο κοτσάρι!*…»


* Ξερὸ χοντρὸ ἀνθρώπινο περίττωμα. Στὰ Τρόπαια Ἀρκαδίας, καὶ σὲ ἄλλα γειτονικὰ ἰδιώματα τῆς Γορτυνίας.

[Σ.τ.Ε.: Ἡ πα­ρού­σα δη­μο­σίευ­ση ἀ­φιε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δό­τη στὴ μνή­­μη τοῦ Πρί­­μο Λέ­βι (1919-1987) καὶ τοῦ συγκλο­νι­στι­κοῦ ἔρ­γου του Ἂν αὐτὸ εἶ­ναι ἄν­θρω­πος.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῖ­στος Δάλ­κο­ς (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲ­ς ἱ­στο­ρί­ε­ς (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­α­ς (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007), Γλωσ­σι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λά­θη μας; (Πα­ρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖo του βι­βλίo τὸ ποι­η­τι­κὸ Τὰ Δί­λο­γα (Με­λά­νι, 2020). καὶ τὸ δο­κί­μιο.

Εἰκόνα: James Ensor (1860-1949), A­lime­na­tion Doc­tri­nai­re [Δογ­μα­τι­κὴ Δι­α­τρο­φή], 1889. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸν πίνακα στὸ James Ensor. An online museum.



		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Θεραπεῖες



Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Θε­ρα­πεῖ­ες


ΟΝ ΚΑΙΡΟ τῆς ἀρρώστιας τῆς μη­τέ­ρας, ὅ­πως τό­σοι καὶ τό­σοι ἄν­θρω­ποι, ἐ­πι­σκε­πτό­μα­σταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι γιὰ τὶς ἀ­ναγ­καῖ­ες χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες. Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ξε­κι­νοῦ­σε νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ μὲ τὶς ἐ­ξε­τά­σεις αἵ­μα­τος, καὶ τε­λεί­ω­νε ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Οἱ ἡ­μέ­ρες καὶ οἱ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες ἦ­ταν αὐ­στη­ρὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες καὶ ἄλ­λα­ζαν μό­νο ἂν ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νυ­πέρ­βλη­τα ἐμ­πό­δια. Ἔ­τσι λί­γο-πο­λὺ στοὺς δι­α­δρό­μους στοι­βα­ζό­μα­σταν λό­γω καὶ ἔλ­λει­ψης χώ­ρου —στὸ πα­λιὸ τό­τε ἀ­κό­μα νο­σο­κο­μεῖ­ο—οἱ ἴ­δι­ες πά­νω-κά­τω φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ἀ­σθε­νῶν καὶ συ­νο­δῶν. Καὶ λέ­ω λί­γο-πο­λὺ για­τί κά­ποι­οι ἐν τῷ με­τα­ξὺ τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς θε­ρα­πεί­ας τους καὶ δὲν ξα­να­έρ­χον­ταν γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα, ἄλ­λοι πά­λι τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς ζω­ῆς τους καὶ μα­θαί­να­με τὰ ἄ­σχη­μα νέ­α ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους συ­νο­δοι­πό­ρους στὸν Γολ­γο­θᾶ τῆς ἐ­πά­ρα­της νό­σου.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα, κα­θὼς πε­ρί­με­να στὸ δι­ά­δρο­μο ὄρ­θιος ­—στὶς λί­γες θέ­σεις κά­θον­ταν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι καὶ ἀ­σθε­νεῖς— ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­χε ἀρ­χί­σει τὴ θε­ρα­πεί­α, ξα­πλω­μέ­νη σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ὀ­δον­τιά­τρου, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας με­λα­ψὸς με­σή­λι­κας, πι­θα­νό­τα­τα τσιγ­γά­νος. Χαι­ρέ­τη­σε καὶ κά­θι­σε σὲ μιὰ ἄ­δεια θέ­ση στὸν κα­να­πέ. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νος του, χω­ρὶς συ­νο­δό. Ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ἔ­βλε­πα. Οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως φά­νη­κε πὼς τὸν γνώ­ρι­ζαν. Ἔ­δω­σε αἷ­μα καὶ πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του. Ὅ­ση ὥ­ρα κα­θό­ταν ἔ­βη­χε μὲ ἕ­ναν βα­θὺ ὕ­που­λο βή­χα ποὺ τὸν συν­τά­ρα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο. Ὁ για­τρός του ὡ­στό­σο ἀρ­γοῦ­σε νὰ ἔρ­θει, καὶ ὁ ἄν­θρω­πος κά­ποι­α στιγ­μὴ ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Στά­θη­κε στὸν ἤ­σκιο, στὴν εἴ­σο­δο τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ρου­φᾶ λαί­μαρ­γα, βή­χον­τας ταυ­τό­χρο­να. Τὶς κι­νή­σεις του τὶς ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ πα­ρα­κα­θή­με­νοι καί, ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα, κά­ποι­οι τοῦ ρί­χτη­καν – ἦ­ταν πρό­σφα­τες καὶ οἱ αὐ­στη­ρὲς δι­α­τά­ξεις τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ἕ­νω­σης, ποὺ εἶ­χαν ὀ­ξύ­νει στὸ ἔ­πα­κρο τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α τῶν ἀν­τι­κα­πνι­στῶν.

       — Κα­λὰ ἐ­σὺ δὲ βά­ζεις μυα­λό. Δὲν δι­ορ­θώ­νε­σαι μὲ τί­πο­τα; Οὔ­τε ἡ ἀρ­ρώ­στια σὲ συ­νε­τί­ζει;

       Ἐ­κεῖ­νος προ­σπά­θη­σε νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἡ φω­νή του κο­βό­ταν ἀ­πὸ βή­χα καὶ τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ λό­γος, ἕ­να μούγ­κρι­σμα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας.

       Με­τὰ μπῆ­καν κι ἄλ­λοι στὴ συ­ζή­τη­ση καὶ ἔ­βγα­λαν ὅ­λο τὸν πό­νο γιὰ τοὺς δι­κούς τους ἀρ­ρώ­στους πά­νω του, μὲ χτυ­πή­μα­τα δια­ρκῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη. Τὸν ρώ­τη­σαν ἂν ἔ­χει παι­διὰ καί, ὅ­ταν ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά, τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν ὅ­τι δὲν τὰ σκέ­φτε­ται καὶ τοῦ εἶ­παν καὶ ἄλ­λα λό­για ποὺ πλη­γώ­νουν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τε­ρά­στια ὑ­πο­μο­νή, ἀ­κό­μα καὶ ἂν εἶ­ναι ὑ­γι­ής.

       Ἐ­κεῖ­νος πε­ρι­έ­φε­ρε τὰ κα­φὲ σκοῦ­ρα μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω γε­μά­τα πό­νο, μουγ­κρί­ζον­τας καὶ βή­χον­τας, ψά­χνον­τας νὰ βρεῖ ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Μά­ται­α ἐ­γὼ προ­σπά­θη­σα νὰ πῶ πὼς πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο σὲ αὐ­τὴ τὴν πό­λη βλα­πτι­κὸ εἶ­ναι τὸ καυ­σα­έ­ριο ποὺ εἰ­σπνέ­ου­με, τὰ αἰ­ω­ρού­με­να σω­μα­τί­δια. Ἐ­κεῖ­νος συγ­κα­τά­νευ­σε ἀλ­λὰ οἱ ἄλ­λοι δὲν ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ τοῦ ἐ­πι­τί­θον­ταν συ­νέ­χεια.

       Τό­τε ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ ἔ­δω­σε τέ­λος στὴ συ­ζή­τη­ση μὲ μιὰ σπα­ρα­κτι­κὴ ἀ­πο­στρο­φή. «Ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω, ρὲ γα­μῶ­το, ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω.» Καὶ δι­α­σχί­ζον­τας σκυ­φτός το δι­ά­δρο­μο ἄ­να­ψε ἄλ­λο ἕ­να τσι­γά­ρο, μό­λις βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα κι ἐ­γώ, ἀλ­λὰ βγαί­νον­τας κα­τευ­θύν­θη­κα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου καὶ ἀ­φοῦ κά­θι­σα σὲ μιὰ βρό­μι­κη σκά­λα, ἔ­χω­σα τὸ κε­φά­λι μου ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).



		

	

Μα­ρί­α Δρι­μῆ: Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των



Μα­ρί­α Δρι­μῆ


Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των


Α ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ἔ­χα­σκαν ἄ­δεια σὰν πει­να­σμέ­να στό­μα­τα. Πρώ­τη φο­ρὰ φαι­νό­ταν ὁ πά­τος τους, ἀ­νοιγ­μέ­νος σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α. Λί­γο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γλι­στροῦ­σαν τὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ πά­νω στὰ κά­τω συρ­τά­ρια. Δί­πλα στὴν πόρ­τα ἦ­ταν στοι­βαγ­μέ­νες πέν­τε με­γά­λες σκου­πι­δο­σα­κοῦ­λες. Ὁ Ἄ­γης μά­ζε­ψε τὰ στυ­λό του καὶ τὰ ἔ­χω­σε στὴ μα­κρό­στε­νη ὑ­φα­σμά­τι­νη κα­σε­τί­να. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο σκε­φτι­κός. Ξα­νά­νοι­ξε τὴν κα­σε­τί­να κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να μαῦ­ρο Parker. Ἡ σε­λί­δα Α4 ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὸ γρα­φεῖο. Ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτη ἡ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὰ ἔν­τυ­πα αἰ­τή­σε­ων· μό­νο οἱ λέ­ξεις ἦ­ταν ἄλ­λες: αἴ­τη­ση συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης. Ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, λο­ξὴ καὶ κυ­μα­τι­στή, σὰν γιρ­λάν­τα. Ἔ­κα­νε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ὑ­πο­γρα­φὴ ἀ­π’ ὅ­λους τους συ­να­δέλ­φους.

       Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των. Τριά­ντα πέν­τε χρό­νια στὸ ἴ­διο γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­γρα­φε χα­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να. Εἶ­χε δι­ο­ρι­στεῖ ἐ­κεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, σὰν μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Εὔ­κο­λη δου­λειά, ρου­τι­νι­ά­ρι­κη καὶ ταυ­τό­χρο­να χρή­σι­μη. Ὁ κό­σμος ἔ­χα­νε ὅ,τι δὲν φαν­τά­ζε­ται κα­νείς· ἀ­πὸ στυ­λό, ρο­λό­για καὶ πορ­το­φό­λια μέ­χρι πο­δή­λα­τα, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἄ­λο­γα. Ὁ το­μέ­ας τους ἀ­σχο­λι­ό­ταν μὲ μι­κρὰ ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Ἄ­γης πα­ρα­λάμ­βα­νε τὶς δη­λώ­σεις ἀ­πώ­λειας, τοὺς ἔ­δι­νε κω­δι­κὸ καὶ τὶς τα­ξι­νο­μοῦ­σε μὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ σὲ με­γά­λα ντο­σι­έ. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α ψη­φι­ο­ποι­ή­θη­κε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ χαρ­τιά, ντο­σι­ὲ καὶ κω­δι­κοί, ἀλ­λὰ ὑ­πο­λο­γι­στές, ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ ἀρ­χεῖ­α καὶ barcodes. Ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες χα­μέ­να μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να εἶ­χε κα­τα­γρά­ψει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ὁ Ἄ­γης. Ἡ μι­σή του ζω­ὴ ἦ­ταν τὰ ἀ­πο­λε­σθέν­τα τῶν ἄλ­λων.

       Πά­ει και­ρὸς ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ γέ­ρος ποὺ σύ­χνα­ζε στὰ γρα­φεῖ­α τους. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, σχε­δὸν κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα, πάν­τα τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Θε­ο­πά­λα­βος. Πό­τε εἶ­χε χά­σει ἕ­ναν χρό­νο ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του καὶ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια νὰ τὸν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, πό­τε τοῦ εἶ­χε ξε­γλι­στρή­σει μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο τὸ ὄ­νει­ρο στὸν ὕ­πνο. Μιὰ μέ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι χά­θη­καν οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. «Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ βλέ­πε­τε εἶ­ναι ὁ­μοι­ώ­μα­τα», ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.

       Στὸ γρα­φεῖ­ο τὸν ἔ­κα­ναν χά­ζι. «Πά­λι ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ χα­μέ­νος. Ἄ­γη, ἀ­νά­λα­βέ τον», τοῦ ἔ­λε­γε ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ὁ Ἄ­γης τὸν ἔ­βα­ζε νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἄ­νοι­γε δῆ­θεν τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ κα­τα­γρά­ψει τὸ ἀ­πο­λε­σθὲν τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὁ γέ­ρος εἶ­χε γα­λα­νὰ μά­τια καὶ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι φο­ροῦ­σε τὴν ἴ­δια λε­ρὴ κα­παρ­ντί­να, μό­νο ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι τὴν ἔ­βγα­ζε καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν μύ­ρι­ζε. Ὁ Ἄ­γης δὲν ἄν­τε­χε τὴν ξι­νί­λα τοῦ ἱ­δρώ­τα.

       «Τί χά­σα­τε σή­με­ρα;»

       Μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ γέ­ρος ἄρ­χι­ζε ἕ­ναν μο­νό­λο­γο χω­ρὶς τέ­λος, γιὰ τὰ χα­μέ­να του χρό­νια καὶ τὸ πε­θα­μέ­νο του παι­δί, τὴ «Χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη» τοῦ Τσίρ­κα, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­γε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ὕ­στε­ρα χά­νε­ται. Ὁ Ἄ­γης ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γε δι­α­σκε­δά­ζον­τας κι ἄλ­λο­τε ἔ­κα­νε πὼς γρά­φει κι ἔ­παι­ζε σκά­κι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ὁ γέ­ρος ἦ­ταν κον­τὰ στὴ δι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νον κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «γέ­ρο», ὅ­λοι τὸν ἔ­λε­γαν Ἄ­γη. Φο­βό­ταν ὅ­τι θὰ τὸν ἔ­τρω­γε στὴ μά­πα μέ­χρι τὴ σύν­τα­ξη, ὅ­μως νὰ ποὺ ὁ γέ­ρος τὸν πρό­λα­βε, τερ­μά­τι­σε πρῶ­τος. Καὶ νά, ἐ­πί­σης, ποὺ τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α εἶ­χε φτά­σει νὰ τοῦ λεί­πει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι, χω­ρὶς τὸ κα­κο­σου­λού­πω­το σῶ­μα μὲ τὴν κα­παρ­ντί­να, ἔ­στε­κε ἄ­δεια καὶ ἀ­μή­χα­νη.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ γύ­ρω του, μὴν εἶ­χε ξε­χά­σει τί­πο­τα. Ἔ­βα­λε τὴν κα­σε­τί­να στὴν τσάν­τα του καὶ ξε­κρέ­μα­σε τὴν κα­παρ­ντί­να του ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο. Ἔ­κα­νε ζέ­στη, δὲν τὴ φό­ρε­σε. Πῆ­ρε τὸ ἔν­τυ­πο τῆς πα­ραί­τη­σης, νὰ τὸ κα­τα­θέ­σει στὴ γραμ­μα­τεί­α φεύ­γον­τας.

       Τὸ κτή­ριο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κα­ναν τη­λερ­γα­σί­α. Στὴ γραμ­μα­τεί­α ὑ­πῆρ­χε μό­νο μί­α ὑ­πάλ­λη­λος. Δὲν τὴν ἤ­ξε­ρε, μᾶλ­λον και­νού­ρια. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­χρω­μη μά­σκα, τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­παν σὰ νὰ εἶ­χε κλά­ψει.

       «Αἴ­τη­ση ἀ­δεί­ας;» τὸν ρώ­τη­σε.

       «Ὄ­χι. Πα­ραί­τη­ση λό­γω συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης.»

       «Μά­λι­στα» τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Πέ­ρα­σε τὰ στοι­χεῖ­α τῆς αἴ­τη­σης στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ἔ­γρα­φε γρή­γο­ρα, λὲς καὶ τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν ξαφ­νι­κὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­χαν ξα­μο­λη­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρα πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο. «Εἶ­στε ἕ­τοι­μος» τοῦ εἶ­πε. «Κα­λὴ συ­νέ­χεια.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­γης.

       Πῆ­ρε τὴ σκά­λα τῆς κα­θό­δου. Συ­νή­θως ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­σαν­σέρ, ὅ­μως σή­με­ρα δὲν βι­α­ζό­ταν. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε, ἔ­ρι­χνε μα­τι­ὲς ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ στὶς γνώ­ρι­μες πόρ­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἦ­ταν κλει­στές. Φαν­τά­στη­κε τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ γύ­ρι­ζε ὡς ἐ­πι­σκέ­πτης γιὰ νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἀν­τι­κα­τα­στά­τη του. Εἶ­χαν ἤ­δη προ­κη­ρύ­ξει τὴ θέ­ση. Μὲ σχε­δὸν τρε­λὴ χα­ρὰ πρό­σμε­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κα­θό­ταν στὴν ἀ­δεια­νὴ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ πα­λιό του γρα­φεῖ­ο, κρα­τών­τας τὴν κα­παρ­ντί­να δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του, καὶ θὰ δή­λω­νε ὅ­λα τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ποὺ ἔ­χα­σε μέ­σα στὸ Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Δρι­μῆ (Ἀ­θή­να, 1968). Ἰ­α­τρὸς Ἐν­τα­τι­κο­λό­γος σὲ Μο­νά­δα Ἐν­τα­τι­κῆς Θε­ρα­πεί­ας τοῦ ΕΣΥ καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ (κα­τεύ­θυν­ση Με­σαι­ω­νι­κῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὸ θέ­α­τρο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­λεύ­θε­ρα τὰ θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα: Ἐν τό­πῳ χλο­ε­ρῷ (2019), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (2020), Ἀ­πὸ ἕ­δρας (2020). Τὸ θε­α­τρι­κό της ἔρ­γο Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες (2020) ἀ­πέ­σπα­σε τρί­το βρα­βεῖ­ο στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ «Σὲ κλει­στὸ κύ­κλο» τῆς Ἕ­νω­σης Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων Κύ­πρου.



		

	

Ἰσμήνη-Μαρία Τσοχαλῆ: Μετὰ τὴν παραλία


Ἰ­σμή­νη-Μα­ρί­α Τσο­χα­λῆ


Με­τὰ τὴν πα­ρα­λί­α


ΗΜΕΡΑ Η ΖΕΣΤΗ εἶ­ναι ἀ­πο­πνι­κτι­κή. Προ­σπά­θη­σες μά­ται­α νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖς στὶς ση­μει­ώ­σεις, ποὺ τὶς κου­βά­λη­σες γιὰ τρί­τη φο­ρὰ στὴν πα­ρα­λία, κά­τω ἀ­π’ τὴν ψά­θι­νη ὀμ­πρέ­λα τοῦ δή­μου. Τώ­ρα κοι­τᾶς τὸ νε­ρό, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο μέ­σα στὴ λάμ­ψη τοῦ ἥ­λιου, καὶ σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νεις ἕ­να ση­μά­δι γιὰ νὰ μὴ δώ­σεις τὴν ἐ­ξέ­τα­ση τὴν ἄλ­λη ἑ­βδο­μά­δα.

        Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀρ­γεῖ κι ἀ­πο­φα­σί­ζεις νὰ βγεῖς μὲ τὰ πό­δια στὸν κεν­τρι­κό. Περ­πα­τᾶς στὰ δρο­μά­κια ἀ­νά­με­σα στὰ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια, μὲ τὸν ἥ­λιο κόν­τρα στὸ πρό­σω­πο. Λί­γο με­τὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν πη­γαί­νεις πρὸς τὴ σω­στὴ κα­τεύ­θυν­ση καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πό­σο ἔ­χεις ἱ­δρώ­σει. Κον­το­στέ­κε­σαι καὶ κοι­τᾶς γύ­ρω τὶς αὐ­λὲς – δὲν εἶ­ναι ψυ­χὴ ἔ­ξω. Μέ­σα στὴν πη­χτὴ ζέ­στη ποὺ μοιά­ζει νὰ σκε­πά­ζει κά­θε ἄλ­λο θό­ρυ­βο νι­ώ­θεις ξαφ­νι­κὰ νὰ σὲ βα­ραί­νει ὁ ἀ­στα­μά­τη­τος ἦ­χος τῶν τζι­τζι­κι­ῶν.

       Σὲ μιὰ αὐ­λὴ πα­ρα­κά­τω βλέ­πεις κά­ποι­ον· πλη­σιά­ζεις στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ κοι­τᾶς μέ­σα. Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κά­θε­ται σὲ μιὰ βε­ράν­τα τρί­α σκα­λιὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Φο­ρά­ει μαύ­ρη ρόμ­πα καὶ γυα­λιὰ μυ­ω­πί­ας μὲ λε­πτὸ σκε­λε­τό, καὶ σοῦ θυ­μί­ζει κά­πως τὴ για­γιά σου. «Συγ­γνώ­μη, ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Φαί­νε­ται πὼς δὲν σὲ ἄ­κου­σε κα­λά, για­τὶ παίρ­νει μιὰ ἀ­πο­ρη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση καὶ φέρ­νει τὸ χέ­ρι κον­τὰ στὸ αὐ­τί της. Βά­ζεις τὸ πρό­σω­πό σου ἀ­νά­με­σα στὰ κάγ­κε­λα καὶ ξα­να­ρω­τᾶς πιὸ δυ­να­τά: «Συγ­γνώ­μη, χά­θη­κα λί­γο. Ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ ἀ­πὸ δῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Σοῦ κά­νει νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι νὰ πε­ρι­μέ­νεις, ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ ἔρ­χε­ται πιὸ κον­τά. Ὅ­μως ἀν­τὶ νὰ στρί­ψει καὶ νὰ κα­τέ­βει τὰ σκα­λιά, πη­γαί­νει εὐ­θεί­α καί, πρὶν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις τί πρό­κει­ται νὰ συμ­βεῖ, φτά­νει στὴν ἄ­κρη τῆς βε­ράν­τας —ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο πε­ζού­λι χω­ρὶς κάγ­κε­λα— καὶ συ­νε­χί­ζει.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις τί βλέ­πεις. Ἕ­να μαῦ­ρο σῶ­μα ξα­πλω­μέ­νο στὶς πλά­κες τῆς αὐ­λῆς. Κά­τω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι, ποὺ εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νο στὸ πλά­ϊ, ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται μιὰ κη­λί­δα ποὺ με­γα­λώ­νει. Κόκ­κι­νη. Βρί­σκεις τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ προ­σπα­θεῖς νὰ τὴν ἀ­νοί­ξεις – εἶ­ναι κλει­δω­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀ­πο­φα­σί­σεις, βγαί­νει ἡ φω­νή σου: «Ἡ για­γιά! Ἔ­πε­σε ἡ για­γιά!» Νι­ώ­θεις σὰν νὰ βρί­σκε­σαι σὲ ὄ­νει­ρο.

       Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βγαί­νει ἕ­νας παπ­πούς, κοι­τά­ει κά­τω κι ἀ­λα­φι­ά­ζε­ται. Ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια στὸ κε­φά­λι, φω­νά­ζει, κλαί­ει. «Ἄχ, πέν­τε λε­πτὰ σὲ ἄ­φη­σα, πῶς πῆ­γες κι ἔ­πε­σες;»

       Κρα­τᾶς σφι­χτά τὰ κάγ­κε­λα καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ πᾶς οὔ­τε μπρο­στὰ οὔ­τε πί­σω – μό­νο κοι­τᾶς. Πό­σο φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν γερ­νᾶς, σκέ­φτε­σαι. Νό­μι­ζες ὅ­τι συ­νέ­βαι­νε τὸ ἀν­τί­θε­το.

       Ἀ­πὸ τὸν πά­νω ὄ­ρο­φο ἀ­νοί­γουν κι ἄλ­λες πόρ­τες, κα­τε­βαί­νουν δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­κό­μη. Πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, ἕ­να μα­ξι­λά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τῆς για­γιᾶς. Τὰ αἵ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸν σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ δέρ­μα, ἀ­κοῦς νὰ λέ­νε, δὲν φαί­νε­ται νά ’­χει ἄλ­λη πλη­γή. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ξα­πλω­μέ­νη, μὲ τὰ μά­τια κλει­στά.

       «Κα­λὰ ποὺ ἤ­σουν κι ἐ­σύ, παι­δί μου. Περ­νοῦ­σες καὶ τὴν εἶ­δες πε­σμέ­νη, ἔ;» σὲ ρω­τά­ει μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα πλευ­ρὰ τῆς αὐ­λῆς.

       Τι­νά­ζε­σαι, σὰν νὰ μὴν πε­ρί­με­νες ὅ­τι σὲ βλέ­πουν. «Ἔ; Ναί, ναί…» ἀ­κοῦς τὴ φω­νή σου νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα γιὰ σέ­να.

       «Ἔ­χει ἄ­νοι­α ἡ κα­η­μέ­νη. Τώ­ρα θά ’ρ­θει καὶ τὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Θὰ πε­ρι­μέ­νεις μέ­χρι νὰ ἔρ­θει;»

       «Ἔ… δὲν μπο­ρῶ, συγ­γνώ­μη. Πρέ­πει νὰ φύ­γω.»

       Σή­με­ρα μπο­ρεῖ νὰ σκό­τω­σα μιὰ για­γιά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις στὸν ἑ­αυ­τό σου κα­θὼς φεύ­γεις ἀ­πὸ κεῖ ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ γρή­γο­ρα. Ὅ­ταν πι­στεύ­εις ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀρ­κε­τά, βρί­σκεις μιὰ πέ­τρα καὶ κά­θε­σαι γιὰ λί­γο μὲ τὸ κε­φά­λι πά­νω στὰ γό­να­τα. Τὸ μά­γου­λό σου καί­ει, κι ὅ­σο πα­ρα­τη­ρεῖς τὸ σχῆ­μα τῆς σκιᾶς σου ποὺ μαυ­ρί­ζει στὸ χῶ­μα, ἀρ­χί­ζει νὰ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­σα σου ἡ σκέ­ψη —ποὺ σοῦ φαί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ λο­γι­κὴ— ὅ­τι σὲ ζά­λι­σε ὁ ἥ­λιος κι ὅ­τι τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰσμήνη-Μαρία Τσο­χα­λῆ (Ἀ­θή­να, 1985). Σπου­δὲς Παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν, Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὴν Ἀγ­γλί­α. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια ὑ­πο­τι­τλι­σμοῦ.



		

	

Πανουτσοπούλου Χαρίκλεια: Σὰν πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


Πα­νου­τσο­πού­λου Χα­ρί­κλεια


Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


ΥΤΟΣ Ο ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ, ἀ­λη­θι­νὸς καὶ μὲ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, μὲ λυ­μέ­νη τὴν γρα­βά­τα καὶ τὴν φω­το­γρα­φί­α μιᾶς γυ­ναί­κας στὸ πορ­το­φό­λι του, παίρ­νει ἔ­τσι στὴν τύ­χη ἀ­πὸ ἀ­νί­α ἤ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νυ­χτε­ρι­νὸ τρέ­νο .

        Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πρώ­του βα­γο­νιοῦ τῆς ὑ­περ­τα­χεί­ας. Ἔ­χει τὰ μά­τια του κλει­στά, τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να πά­νω στὸ ὑ­πο­γά­στριο, οἱ βλε­φα­ρί­δες του τρε­μο­παί­ζουν, βου­λιά­ζει σὲ κά­ποι­ον τρο­μα­κτι­κὸ ἐ­φιά­λτη ποὺ τὸν κά­νει καὶ ἀ­να­σαί­νει γρή­γο­ρα, γλι­στρᾶ σι­γὰ-σι­γὰ στὰ βὸλτ τῆς ἀ­ναι­ρέ­σι­μης λο­γι­κῆς τοῦ ὀ­νεί­ρου του, στὸ χά­σκον στό­μα του γυ­α­λί­ζουν δύ­ο χρυ­σὰ δόν­τια .

        Ἡ μη­χα­νή, τὰ γρα­νά­ζια, οἱ τρο­χοί, οἱ ἄ­ξο­νες καὶ τὰ ἔμ­βο­λα ἔ­χουν πά­ρει ἐμ­πρός, ἡ ἁ­μα­ξο­στοι­χί­α δι­α­σχί­ζει σὰν σί­φου­νας τὴν σκο­τει­νὴ ὕ­παι­θρο σφυ­ρί­ζον­τας δί­πλα στὶς ἀ­πο­βά­θρες τῶν σταθ­μῶν ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ ἐ­ναγ­κα­λι­σμοὶ τῶν ἐ­ρα­στῶν κα­θυ­στε­ροῦν ἀ­φί­ξεις καὶ ἀ­να­χω­ρή­σεις .

        Σὲ δε­κα­πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά, στὴν στρο­φὴ με­τὰ τὴν γέ­φυ­ρα, ὅ­λα θὰ γί­νουν τό­σο ξαφ­νι­κά. Ἕ­να γε­γο­νὸς μὲ ἔ­δα­φος καὶ οὐ­ρα­νό, μιὰ πρά­ξη κε­ραυ­νο­βό­λα θὰ σκί­σει τὸν πλα­κούν­τα τοῦ ὕ­πνου του. Ὁ ἐ­φιά­λτης του θὰ δι­α­με­σο­λα­βή­σει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σὰν αὐ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεί­α, σὰν  με­τω­νυ­μί­α ἀ­συ­νεί­δη­της ἐ­πι­θυ­μί­ας θα­νά­του.

        Ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ πρό­σκρου­ση μὲ τὸ ἄλ­λο τρέ­νο ποὺ λό­γῳ ὀ­λι­γω­ρί­ας τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἁ­μα­ξο­στοι­χί­ας ξε­χύ­νε­ται ἀ­χα­λί­νω­το στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες καὶ μὲ ἀν­τί­θε­τη φο­ρά, θὰ ἐκ­σφεν­δο­νί­σει τὸν ὡ­ραῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­δρα σὰν πά­νι­νη κού­κλα χω­ρὶς πρό­σω­πο.

        Ἡ νύ­χτα θὰ τὸν βρεῖ στὴν ἀ­πό­λη­ξη τῆς δι­α­δρο­μῆς τραυ­μα­τι­σμέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο πά­νω στὸ γρα­σί­δι, ἔ­χον­τας σκί­σει τὸ μπλὲ ρου­ὰ κο­στού­μι του ἀ­πὸ τὰ ἀγ­κά­θια, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ ἐ­πι­μέ­νει ἐμ­φαν­τι­κὰ στὸν πα­θη­τι­κὸ ρεμ­βα­σμὸ τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, στὴν ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­κα­ρια­ία ἀ­λή­θεια τοῦ σκη­νι­κοῦ ἑ­νὸς μοι­ραί­ου ἀ­τυ­χή­μα­τος.

        Ἑ­νὸς σκη­νι­κοῦ χω­ρὶς ἐ­ξι­δα­νι­κευ­τι­κὸ πέ­πλο, ὑ­πὸ τὸν ψυ­χρὸ τε­χνη­τὸ φω­τι­σμὸ ἑ­νὸς προ­βο­λέ­α. Ἑ­νὸς ἀ­πει­κά­σμα­τος ἔμ­μο­νης ψευ­δαί­σθη­σης μὲ σκι­ές, ἴ­χνη καὶ συ­νέ­πει­ες ποὺ χά­νε­ται καὶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸν χρό­νο, δι­α­περ­νᾶ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το σὰν ἀ­να­πα­ρά­στα­ση μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, σὰν σε­κὰνς τῆς πρά­ξης τοῦ ὀ­νει­ρεύ­ε­σθαι. Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon ποὺ ἐ­νοι­κών­τας καὶ ὁ­ρί­ζον­τας τὸ ἀ­τύ­χη­μα μὲ μιὰ δι­κή του ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πο­λυ­ση­μί­α, δὲν ἀ­πώ­λε­σε πο­τὲ τὴν σα­γή­νη τῆς ἀ­πί­στευ­της ἀ­θω­ό­τη­τάς του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χαρίκλεια Πανουτσοπούλου (Πάτρα). Σπούδασε Ψυχο­λο­γία στὸ Παρίσι. Έργάσθηκε σὲ ψυχιατρικὴ κλινική. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογή slides (Γαβριηλίδης, 2010), τὴ συλλογὴ μικρῶν πεζῶν Φόνος (ΑΩ, 2013) καὶ τὴ νουβέλα Μontage (ΑΩ, 2016).


Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon, Self-Portrait-anagoria, (1936)