Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη: Ἐ­πί­γνω­ση



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη


Ἐ­πί­γνω­ση


ΑΕΡΑΣ ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος. Τῆς ἀ­να­κά­τευ­ε τὰ μαλ­λιά, τὰ ἔ­χω­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα της, μα­ζὶ μὲ κόκ­κους ἀ­πὸ τὸ χω­μά­τι­νο λο­φά­κι δί­πλα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ ἔ­χα­σκε ἀ­νοι­χτή. Εἶ­χε κό­σμο ἀρ­κε­τό, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κλαι­γαν, κά­ποι­οι δαγ­κώ­νον­ταν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ὅ­μως δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει καὶ ἂς ὑ­πῆρ­χε συγ­γέ­νεια πρώ­του βαθ­μοῦ: εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ πα­ρε­ξη­γή­σεις καὶ κα­βγά­δες ποὺ δὲν τοὺς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν χω­ρὶς ἐκ­πτώ­σεις σὲ ἐ­γω­ι­σμό. Κά­ποι­οι βλα­στη­μοῦ­σαν. Ὁ πα­πὰς κόν­τευ­ε νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἔ­τσι ποὺ τοῦ ἔ­παιρ­νε ὁ ἀ­έ­ρας τὰ ρά­σα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Γιὰ κε­ρὶ ἀ­ναμ­μέ­νο οὔ­τε λό­γος.

       Τό­σο μα­νι­α­σμέ­να φυ­σοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ποὺ ἤ­θε­λε, θαρ­ρεῖς, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λο το νε­κρο­τα­φεῖ­ο, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λους ὅ­σους βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἢ ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τοὺς ποὺ πεν­θοῦ­σαν γνή­σια, ἐ­πει­δὴ τὴν εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει. Πό­σοι ἦ­ταν αὐ­τοὶ ἀ­λή­θεια καὶ μὲ ποι­ά κρι­τή­ρια ἦ­ταν βέ­βαι­ο ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σαν; Μὲ βά­ση τὸν πρό­τε­ρο βί­ο μα­ζί της ἢ μή­πως αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νοι­γό­ταν πλέ­ον σὰν δυ­να­τό­τη­τα μπρο­στά τους; Σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­θῆ­κον ποὺ τοὺς εἶ­χε ὑ­πα­γο­ρεύ­σει νὰ στα­θοῦν δί­πλα της μέ­χρι τέ­λους ἢ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ὅ­λα πιὰ τε­λεί­ω­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι εἶ­χαν ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ;

       Ἡ μι­κρὴ Σο­φί­α, μὲ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τοὺς κόκ­κους χώ­μα­τος στὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ τὰ ἑ­πτά της χρό­νια. Εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της στὸ φέ­ρε­τρο τὴ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ τὸ ἄ­νοι­ξαν, γιὰ νὰ τὸ κλεί­σουν τὴν ἑ­πό­με­νη βι­α­στι­κὰ – λὲς καὶ φο­βή­θη­καν μὴν πά­ρει τὴ σο­ρὸ ὁ ἀ­έ­ρας. Ἤ­ξε­ρε μό­νο ὅ­τι ὅ­λο αὐ­τὸ ἦ­ταν λά­θος. Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ μα­μά της ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νη σὲ κεῖ­νο τὸ κου­τί, ἂν αὐ­τὴ ἡ κέ­ρι­νη γυ­ναί­κα ἐ­κεῖ μέ­σα ἦ­ταν ὄν­τως ἡ μα­μά της. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι κά­που ἀλ­λοῦ, μα­ζί, καὶ νὰ χα­μο­γε­λοῦν ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη καὶ νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται καὶ νὰ γε­μί­ζουν φι­λιὰ τὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως ἔ­κα­ναν πα­λιά.

       Πα­λιὰ ναί, για­τί ἡ μα­μά της μπαι­νό­βγαι­νε στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν χρό­νο. Τό­σο εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ. Πρὶν δυ­ὸ βδο­μά­δες, ὅ­μως, εἶ­χε πά­ει στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ οἱ θεῖ­ες της εἶ­παν ψέ­μα­τα στὴν εἴ­σο­δο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της —εὐ­τυ­χῶς ἦ­ταν ψη­λή— καὶ ὁ φύ­λα­κας, δι­αι­σθα­νό­με­νος ἴ­σως τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πί­σκε­ψης, τῆς ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ μπεῖ κι ἂς μὴν εἶ­χε ξε­γε­λα­στεῖ.

       Στὸν θά­λα­μο μὲ τὸ λι­γο­στὸ φῶς καὶ τὰ μι­σό­κλει­στα πα­ρά­θυ­ρα, εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­πως δὲν τὴν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τέ, πρη­σμέ­νη, μὲ φρι­κτοὺς κύ­κλους κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, ἀ­γέ­λα­στη. Ἡ πρώ­τη της κου­βέν­τα ἦ­ταν μιὰ ἐ­πί­θε­ση: «για­τί ἀρ­γή­σα­τε ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νω τό­ση ὥ­ρα νὰ μὲ δεῖ­τε ὄρ­θια;» Δὲν ἦ­ταν ἡ μά­να της ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Ἡ μά­να της πάν­τα χα­μο­γε­λοῦ­σε καὶ μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα, ἐ­νῶ αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ἀ­πέ­ναν­τί της ἦ­ταν σκυ­θρω­πὴ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νη καὶ τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­νέ­δι­δε μιὰ πα­ρά­ξε­νη δυ­σο­σμί­α. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δι­κό τους, ξε­κούρ­δι­στο, τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο.

       Με­τὰ τὴν κη­δεί­α, προ­σφέρ­θη­κε κα­φές. Τὰ ξα­δέρ­φια τῆς Σο­φί­ας καὶ κά­ποι­α ἄλ­λα παι­διὰ τὴν τρά­βη­ξαν νὰ παί­ξουν. Σὲ λί­γο ὅ­λα εἶ­χαν ξε­χα­στεῖ: τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, τὸ φέ­ρε­τρο, ἡ μα­μά. Ὅ­λα εἶ­χαν πά­ρει τὸ σχῆ­μα τῆς μπά­λας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­παι­ζαν μῆ­λα. Μό­νο νά, ἐ­κεῖ ποὺ γε­λοῦ­σε κα­θὼς ἀ­πέ­φευ­γε τὰ γκέλ, τὴν πλημ­μύ­ρι­σε κά­τι ἀ­πὸ βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τῆς γέ­μι­σε δά­κρυ­α τὰ μά­τια. Σο­βά­ρε­ψε ξαφ­νι­κὰ καὶ ἔ­κα­νε στὴν ἄ­κρη. Τί τρέ­χει, τὴ ρώ­τη­σαν τὰ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­νή­συ­χα. Πέ­θα­νε ἡ μα­μά μου, τοὺς εἶ­πε, καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν ἡ ὀρ­φά­νια ποὺ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Σο­φί­ας.



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μὲ με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ποί­η­σης καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ δο­κί­μιά της σὲ δύ­ο συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, ἕ­ναν γιὰ τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη (Ἀ­θή­να: ἐκδ. Πη­νει­ὸς) καὶ ἕ­ναν γιὰ τὸν John Berger (London: ZED Publications, 2016). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα στὸν ἀ­θη­να­ϊ­κὸ καὶ τὸν ἐ­παρ­χια­κὸ τύ­πο, κα­θὼς καὶ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


		
Advertisements

Γιῶργος Δελιόπουλος: Ἐκείνη


Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος


Ἐ­κεί­νη

 

Α ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ κά­θε βρά­δυ ὁ ἴ­διος ἐ­φιά­λτης, ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Εἶ­ναι λέ­ει ἐ­κεί­νη, μιὰ ἄλ­λη, μιὰ ξέ­νη, κλει­δω­μέ­νη στὸ ἐ­φή­με­ρο πάν­τα τῆς ἴ­διας εἰ­κό­νας, σ’ ἕ­να μαῦ­ρο —δὲ φαί­νε­ται τί— καρ­φω­μέ­νο στὸν ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χο.

Ἐ­κεί­νη τρο­μά­ζει, βρί­σκει παν­τοῦ πα­λιὰ ξε­χα­σμέ­να μο­τί­βα, πο­λύ­χρω­μα γλέν­τια, πα­ρέ­ες, χέ­ρια ποὺ ἁ­πλώ­να­νε ὅ­λοι μα­ζί τὰ λευ­κὰ ὄ­νει­ρά τους στὸ γα­λά­ζιο τῆς μέ­ρας κι ἕ­ναν λαμ­πρὸ κα­τα­κί­τρι­νο ἥ­λιο. Ποῦ πῆ­γαν αὐ­τά; Ποιός πά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ τὸν δι­α­κό­πτη κι ἔ­σβη­σαν;

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται μιὰ γκρί­ζα γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου, μιὰ γκρί­ζα φω­νὴ στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ νὰ τῆς λέ­ει: «Σᾶς πε­ρι­μέ­νω αὔ­ριο στὴν κλι­νι­κή. Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα». Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο, κά­τι φο­βή­θη­κε, κά­τι σφη­νώ­θη­κε στὸ μυα­λό της, μιὰ μαύ­ρη κη­λί­δα, μιὰ σκλη­ρὴ ὑ­πο­ψί­α.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ για­τροῦ. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει καὶ μπῆ­κε στὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Μι­λοῦ­σε μὲ ἄλ­λους γιὰ λί­γα λε­πτὰ ἢ γιὰ λί­γους αἰ­ῶ­νες. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ πό­σο κρά­τη­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Εἶ­χε κολ­λή­σει τ’ αὐ­τί της στὸν τοῖ­χο νὰ πιά­σει ψι­θύ­ρους, κά­ποι­α σκόρ­πια λέ­ξη, μιὰ φρά­ση ποὺ θὰ τὴ λύ­τρω­νε. Ὁ για­τρὸς ἀρ­γοῦ­σε, τὰ χέ­ρια της ἵ­δρω­ναν, εἶ­χε μου­διά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. Εὐ­χό­ταν νὰ ἔρ­θει κά­ποι­ος νὰ τῆς πεῖ κά­τι, ὁ­τι­δή­πο­τε. Ὄ­χι ἄλ­λο σι­ω­πή.

        Ἐ­πι­τέ­λους, ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα καὶ μπῆ­κε ὁ για­τρός. Φαι­νό­ταν ψύ­χραι­μος καὶ γλυ­κός, μὰ τό­σο ἀλ­λό­κο­τος. Τῆς εἶ­πε, «κα­θί­στε» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ προ­στα­γὴ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ κα­τα­δί­κη. Τῆς εἶ­πε τὴ φρά­ση ποὺ ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν, «Εἶ­στε φο­ρέ­ας» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ οἱ λέ­ξεις τὴν τρυ­ποῦ­σαν τό­σο βα­θιά.

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται πὼς ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο, ἔ­μοια­ζε σὰν χα­μέ­νη. Κά­που ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει, νὰ κρυ­φτεῖ, νὰ χα­θεῖ ἀλ­λὰ ποῦ; Ποῦ βρι­σκό­ταν; Μπρο­στά της ἡ πό­λη, ποὺ τὴν εἶ­χε χι­λιά­δες φο­ρὲς περ­πα­τή­σει, τῆς ἤ­τα­νε ξέ­νη. Δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τί­πο­τα. Ὁ φό­βος λοι­πὸν πα­ρα­λύ­ει τὴ μνή­μη.

        Ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν. Φο­βό­ταν νὰ πά­ει σπί­τι, νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τοὺς γο­νεῖς, νὰ δεῖ τὸ εἴ­δω­λό της στὰ μά­τια τους, νὰ τοὺς πεῖ τί; πῶς σὲ μιὰ στιγ­μὴ ξό­δε­ψε ὅ­λο της τὸ χρῶ­μα ἢ πῶς τὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο της χά­θη­κε; Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν πιὸ μό­νη ἀ­πὸ πο­τὲ κι ὅ­λο τὸ σύμ­παν της ἦ­ταν τὸ ἄρ­ρω­στο κορ­μί της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ κά­που στὸ τί­πο­τα, μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ ποὺ δι­ώ­χνει καὶ σκο­τώ­νει ὅ,τι βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρέ­σει οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρε­θεῖ, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖ οὔ­τε νὰ προ­σευ­χη­θεῖ.

        Τὸ βρά­δυ κου­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ τί­πο­τα, μπῆ­κε σ’ ἕ­να τα­ξὶ καὶ γύ­ρι­σε σπί­τι. Κά­πως ἔ­πρε­πε νὰ συ­νέλ­θει, νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­σο γι­νό­ταν αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε εἰ­σβά­λει τό­σο βί­αι­α στὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἔ­βα­λε τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα καὶ ἄ­νοι­ξε. Κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μη τὸ ἀ­κου­στι­κό, οὔ­τε μι­λοῦ­σε οὔ­τε ἄ­κου­γε, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Ἤ­ξε­ρε, τὰ εἶ­χε μά­θει ὅ­λα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Για­τί; Ὅ­μως, κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε για­τί καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, τὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ κα­ταρ­γεῖ τὸν πό­νο καὶ τὸν χρό­νο.

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ξύ­πνη­σε πο­λὺ πρω­ί. Μα­ζί της ξύ­πνη­σε κι ἡ μνή­μη. «Εἶ­μαι φο­ρέ­ας», εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της. «Θε­έ μου! ἄς ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­να κα­κὸ ὄ­νει­ρο. Ἄς μὴν ἤ­μουν ἐ­γώ.» Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Τὰ ὄ­νει­ρα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Ἐ­κεῖ­νο δὲ θὰ τε­λεί­ω­νε πο­τέ. Κοί­τα­ξε τὸν ἑ­αυ­τό της στὸν κα­θρέ­φτη, ἄγ­γι­ξε τὸ σῶ­μα της, βε­βαι­ώ­θη­κε πὼς ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει. Τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα, τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες θὰ πά­λευ­ε συ­νε­χῶς νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θεῖ κα­νο­νι­κά, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως πρίν.

        Ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε πὼς τί­πο­τα δὲ θά ’­ταν ἴ­διο.  Ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν γύ­ρω της, κα­θὼς ἀλ­λά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Φί­λοι, ἐ­χθροὶ, ἐ­ρα­στὲς ἔρ­χον­ται φεύ­γουν, δει­λιά­ζουν φο­βοῦν­ται. Ὅ­πως ὅ­λοι μας, ἔ­τσι κι ἐ­κεί­νη ζη­τᾶ ἕ­να ση­μεῖ­ο στα­θε­ρὸ νὰ πια­στεῖ. Τὸ πρω­ὶ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί πή­γαι­νε. Γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεῖ; Γιὰ νὰ μὴν σκέ­φτε­ται; Γιὰ νὰ ξε­φύ­γει;  Ἕ­να ἄλ­λο πρω­ὶ βγῆ­κε βόλ­τα στὸ πάρ­κο μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Ἦ­ταν δί­πλα της πάν­τα, ἕ­να μ’ ἐ­κεί­νη. Μι’ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε γιὰ κα­φὲ μὲ τὴ φί­λη της. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες ἔπια­σε ξα­νὰ πι­νέ­λο καὶ γύ­ρι­σε στὴ σχο­λή. Ἄλ­λες φο­ρὲς κά­θε­ται ἀ­κί­νη­τη στὸν κα­να­πέ, σπρώ­χνον­τας ἁ­πλῶς τὴν ὥ­ρα κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κου­βέρ­τα, τὸ κε­φά­λι μέ­σα κι ἐ­κεῖ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ δι­κό της ἄ­συ­λο.

        Ἐ­κεί­νη, λοι­πόν, φο­βᾶ­ται πο­νά­ει σω­ρι­ά­ζε­ται κά­τω. Ἐ­κεί­νη ἐλ­πί­ζει ση­κώ­νε­ται πά­νω καὶ τρέ­χει, ἐ­κεί­νη, λὲς κι αὐ­τὸς ὁ ἐ­φιά­λτης δὲν εἶ­ναι δι­κός μου. Καὶ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μαῦ­ρο τε­λι­κὰ τί νὰ εἶ­ναι; Ἕ­νας τοῖ­χος νὰ κλεί­σω τὴ μοί­ρα μου ἢ τὸ μαῦ­ρο κρυμ­μέ­νο πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ φύ­γω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος (Ἀ­λε­ξάν­δρεια Ἠ­μα­θί­ας). Σπού­δα­σε Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ὁ Μι­κρὸς Ὀ­δυσ­σέ­ας (ποί­η­ση, Ἰ­ωλ­κός, 2009). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν βρα­βευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης: Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας



Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης


Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας


ΠΟ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ στὰ κα­τα­ρά­χια. Πο­τὲ σπί­τι. Εἶ­χε βα­ρέ­σει ντα­ου­ζά­κος* τὴν κυ­ρά του. Τὸ σπί­τι δὲν τὸν χώ­ρα­γε. Ξε­λη­μέρ­να­γε* στοῦ Μπά­ρα τὸ ρέ­μα. Κά­τω ἀ­πὸ μιὰ με­γά­λη πλα­τά­να, στὰ στερ­νά του. Εἶ­χε κα­μιὰ κο­σα­ριὰ προ­βα­τά­κια. Ἀ­πο­κα­μέ­νος. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ βου­νό. Πού­λη­σε γί­δια, πάν­τρε­ψε τὰ κο­ρί­τσια του. Κρά­τη­σε καὶ καμ­πό­σο μπα­γι­ό­κο* γιὰ τὰ στερ­νά. Δὲ ‘ρ­χό­τα­νε ὁ βλο­γη­μένος νὰ τὸν πά­ρει γιὰ τὸν κά­τω κό­σμο. Ξα­νά­κα­με τὸ μπα­γι­ό­κο – προ­βα­τά­κια. «Δὲν πο­θαί­νω», λέ­ει, «θὰ πά’ ν’ ἀ­γο­ρά­σω πρό­βα­τα». Καὶ ξα­να­ρί­χτη­κε τσο­πα­νά­κος, στὰ χα­μη­λά.

       Στὸν Ἅ­ι-Λιά, βου­να­λά­κι, κα­μιὰ σα­ραν­τα­ριὰ στρέμ­μα­τα, τά ‘­κα­με χω­ρά­φι. Τὰ ξε­κου­τσού­ρω­σε. Ἔ­χτι­σε μάν­τρα γύ­ρω. Ἔ­φτια­σε πε­ζοῦ­λες. Ἔ­σπει­ρε σι­τά­ρι. Κι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­πι­α­νε τ’ ἀ­λέ­τρι κεῖ πά­νω στὶς ρά­χες, τό ‘­σκα­βε μὲ τὸ ξι­νά­ρι. Φυ­τούρ­γη­σε κα­ρυ­δι­ές. Ἔ­χτι­σε καὶ δυ­ὸ χα­μο­κα­λύ­βες. Μιὰ γιὰ λό­γου του, μιὰ μαν­τρὶ γιὰ τὸ κο­πά­δι. Τὴν ἄ­ρα­ζε κεῖ πά­νω χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, μὲ τὸ ντου­φέ­κι συν­τρο­φιά. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σπί­τι. Καὶ ἡ ζουρ­λὴ γυ­ναί­κα δὲν πα­λεύ­ε­ται. Κρα­σά­κι. Τὸ στούμ­πα­γε* ὅ­που τό ‘­βρι­σκε. Ξε­θυ­λά­κω­νε κα­νέ­να πε­νην­τα­ρά­κι ἀ­πὸ τὸν ντορ­βά, τό ‘­δι­νε στὸ μα­γα­ζά­το­ρα. Κο­πά­να­γε ἑ­νά­μι­σι πο­τή­ρι. Ἕ­να τὸ πε­νην­τα­ρά­κι καὶ μι­σὸ ἡ δο­κι­μή. Ἀ­παν­τι­ό­ταν μὲ τὴ Βα­σί­λω καὶ τὸ Βλα­σά­κι στὴ Λε­σιά. Φά­τσα-φά­τσα οἱ ξώ­πορ­τες στὰ σπί­τια τους. Ἔ­τρε­χε τὸ Βλα­σά­κι στὸ κα­τώ­ι, ἄ­νοι­γε τὴν κά­νου­λα ἀ­π’ τὸ βα­γέ­νι*, γι­ό­μι­ζε τὸ πο­τή­ρι. Τὸ ‘­φερ­νε στὸν Κω­τσι­α­ρί­τσα. Τό ‘­πι­νε μο­νο­ρού­φι ὁ γε­ρο-Κώ­τσιος. «Κα­λὴ αὐ­ρια­νή», ἔ­λε­γε καὶ χα­νό­τα­νε. Λα­γός. Καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια, ζε­μα­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴ δου­λειά. Τοῦ δε­ξιοῦ ἡ πα­λά­μη εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­να­κού­κουρ­δα*. Τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ὁ δεί­χτης πρὸς τὰ μέ­σα. Εἶ­χε ἕ­να παι­δί. Τὸ Φί­λιπ­πα. Φυ­μα­τι­κό. Γιὰ νὰ μὴν κολ­λή­σουν τ’ ἄλ­λα τὸν εἶ­χαν καὶ κοι­μό­ταν μο­νά­χος. Στὴν πε­ρι­στε­ρι­ώ­να. Ἐ­κεῖ ψη­λά του πά­γαι­ναν τὸ φα­ΐ. Ἐ­κεῖ κι ἐ­πέ­θα­νε.

       Ἔ­τσι κι οἱ Με­μαῖ­οι, ἀ­να­κά­λυ­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν νὰ δοῦν τὸ γε­ρο-Κώ­τσιο κάμ­πο­σες μέ­ρες. Ἀ­νε­βή­κα­νε ψη­λά. Στὰ μαν­τριά του. Σὲ μιὰ πε­ζού­λα εἶ­χε γεί­ρει. Βαλ­μέ­νο τὸ χέ­ρι του προ­σκέ­φα­λο, τή­ρα­ε τὸν κάμ­πο. Κα­τα­γά­λα­να μά­τια, ψυ­χρὰ σὰν κρού­σταλ­λο.

       Ἦ­ταν πε­θα­μέ­νος. Ἀ­πο­δί­πλα ἡ σκυ­λί­τσα του ἔ­κλαι­ε.


ντα­ου­ζά­κος = σοβαρὴ ψυχικὴ ἀσθένεια [ἴ­σως ἀπὸ τὸ «ντα­ου­ζάς» = ἀρ­ρώ­στια ζώ­ων, τέ­τα­νος, τυ­μπα­νί­της].

ξε­λη­μερ­νάω = περνάω τὴ μέρα μου [ὁλημερίζω>λημεριάζω].

μπα­γι­ό­κο = χρήμα· αποταμίευση, κομπόδεμα.

στουμ­πάω = κοπανάω· πίνω.

βα­γέ­νι = βαρέλι.

ἀ­να­κού­κουρ­δα = ὀκλαδόν.



Πη­γή: Πε­τρο­πό­λε­μος (διηγήματα, ἐκδ. Ἀ­στέ­ρι, 1981).

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Μεμῆ Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­σία. Τὸ 1960 σπουδάζει θέατρο. Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ϊ­κὸ Θέ­α­τρο τοῦ Μά­νου Κα­τρά­κη ἕ­ως τὸ θί­α­σο Μά­σκες (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ὁ­μώ­νυ­μη θε­α­τρι­κὴ στέ­γη) καὶ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νελ­λι­πῶς, γρά­φει θέ­α­τρο καὶ δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­τεῖ, παί­ζει. Εἶναι Γενικὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Ἔργα του: Τὸ τέλος (1970), Ἡ ολονυχτία, Οἱ τσιρκολάνοι (1971) κ.ἄ.



		

	

Δημήτρης Παστουρματζῆς: “…ἔτσι κι ἀλλιῶς, χαμένοι εἴμαστε…”


Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς


«… ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε…»


ΡΗΓΟΡΑ! Τὸ ὀ­ξυ­γό­νο καὶ μιὰ καρ­δι­ο­το­νω­τι­κή!… Ἑ­τοί­μα­σε καὶ τὸν ὀ­ρό! Στὴν ἄ­κρη, κάν­τε χῶ­ρο… Ἔ­λα, μὴ χα­ζεύ­εις, πιά­σε τὸ οἰ­νό­πνευ­μα…

         Πα­νι­κὸς ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε στὴν ἀ­σφυ­κτι­κὰ μι­κρὴ κά­μα­ρη μὲ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀν­τι­ση­πτι­κοῦ – ἰ­α­τρεῖ­ο, ἔ­γρα­φε μὲ κόκ­κι­να, κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα ἡ στρα­βο­καρφω­μέ­νη ξύ­λι­νη πι­να­κί­δα στὴν πόρ­τα. Φύ­λα­κες καὶ φυ­λα­κι­σμέ­νοι. Ὁ ἕ­νας φώ­να­ζε στὸν ἄλ­λον καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ που­θε­νά. Μό­νον ὁ κρα­τού­με­νος ποὺ ἐρ­γα­ζό­ταν σὰν νο­σο­κό­μος φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει κά­πως τί τοῦ γί­νε­ται καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ κά­νει κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἴ­σως ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν.

         — Ἐ­σὺ νὰ τοῦ τρί­βεις συ­νέ­χεια τὰ πό­δια, γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος, εἶ­πε σὲ μέ­να, ποὺ εἶ­χα μεί­νει ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος μπρο­στὰ σ’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χά­ος γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ναί­σθη­το σῶ­μα.

          Τὶς σα­που­νά­δες ξέ­πλε­να ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου ὅ­ταν τὸν εἶ­δα, γυ­μνό, νὰ σπαρ­τα­ρά­ει σὰν ψά­ρι στὸ βρό­μι­κο πά­τω­μα, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­χω­ρι­στι­κὸ τῶν λου­τή­ρων. Στὴν ἀρ­χὴ τά ‘­χα­σα —γιὰ μπά­νιο εἴ­χα­με ἔρ­θει—, με­τὰ εἶ­δα τὴ σύ­ριγ­γα μέ­σα στὰ νε­ρά. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν ση­κώ­σω μὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα κι ἔ­πε­σα πά­νω του· ἔ­βα­λα τὶς φω­νές…

         — Μὴ στα­μα­τᾶς, μοῦ εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος, ὅ­που νά ‘­ναι πρέ­πει νὰ ἔρ­θουν νὰ τὸν πά­ρουν.

        Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν ἠ­ρε­μή­σει κά­πως ἀ­φό­του τοὺς ἔ­βγα­λε ὅ­λους ἔ­ξω καὶ τώ­ρα μὲ βο­η­θοῦ­σε, ἂν καὶ μᾶλ­λον ἐ­λά­χι­στα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη νὰ κά­νει.

         — Τί βά­ρε­σε; Πρέ­ζα; μὲ ρώ­τη­σε.

         — Δὲν ξέ­ρω… Ὅ,τι σκα­τὸ ἔ­βρι­σκε, τὸ βα­ροῦ­σε.

         — Τί τὴν ἔ­κα­νες τὴ σύ­ριγ­γα;

         — Τὴν ἔ­κρυ­ψα — αὐ­τὸν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μπο­ροῦ­σα νὰ τὸν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι.

         — Κα­λὰ ἔ­κα­νες. Τὸν φέ­ρα­τε γρή­γο­ρα καὶ μπο­ρεῖ νὰ τὴ γλι­τώ­σει, μὴν φορ­τω­θεῖ καὶ νέ­α δι­κο­γρα­φί­α.

         Καὶ μοῦ τό ‘­χε ὁρ­κι­στεῖ ὁ μα­λά­κας πῶς τὸ ἔ­κο­ψε…

       Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει κα­λὰ-κα­λὰ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μοῦ ‘­χε μεί­νει πά­λι στὰ χέ­ρια. Πα­ρὰ τρί­χα τὴν εἶ­χε γλι­τώ­σει καὶ δὲν ἔ­πε­σε σὲ κῶ­μα, ἂν καὶ στὸ τέ­λος εἶ­χα ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ τὸν κό­ψω στὸ χέ­ρι. Τοῦ εἶ­χα βου­τή­ξει τὸ κε­φά­λι σ’ ἕ­να βα­ρέ­λι μὲ νε­ρό, τὸν περ­πά­τη­σα ὑ­πο­βα­στά­ζον­τάς τον, τὸν χα­στού­κι­σα, τοῦ μι­λοῦ­σα ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες γιὰ νὰ τὸν κρα­τή­σω ξύ­πνιο, καὶ ὅταν μὲ τὰ πολ­λὰ συ­νῆλ­θε, τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε νὰ πεῖ ἦ­ταν πὼς τοῦ εἶ­χα χα­λά­σει τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι στὸ ἀ­συ­νεί­δη­το. Μὲ τὸ ζό­ρι κρα­τή­θη­κα καὶ δὲν τοῦ ἔ­χω­σα κα­μιὰ μπου­νιὰ στὴ μού­ρη.

         Εἶ­χα κα­ταν­τή­σει γκου­βερ­νάν­τα του ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα ποὺ τὸν φέ­ραν στὴ φυ­λα­κή, σὲ ἄ­θλια κα­τά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ προ­χω­ρη­μέ­νο σύν­δρο­μο στέ­ρη­σης. Χε­ζό­ταν πά­νω του, ξερ­νοῦ­σε πά­νω μου, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε, ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό· κα­τα­κα­λό­και­ρο καὶ δὲν τοῦ φτά­ναν τρεῖς κου­βέρ­τες. Φάρ­μα­κα, κομ­πρέ­σες, ξε­νύ­χτια. Πλύ­ν’ τον, ἄλ­λα­ξέ τον, σκέ­πα­σέ τον… Τί νὰ τὸν ἔ­κα­να…

         Τὸν ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ «ἔ­ξω». Συμ­μα­θη­τὲς στὸ Γυ­μνά­σιο κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια πα­ρέ­α ἐκ­κο­λα­πτό­με­νων ἐγ­κλη­μα­τι­ῶν. Σὰν νὰ ἦ­ταν μό­λις χθὲς —κι ἂς εἶ­χαν πε­ρά­σει δέ­κα χρό­νια— ποὺ εἶ­χα ἀ­να­κα­λύ­ψει τὴ χρή­ση τῆς σύ­ριγ­γας καὶ τῆς ἡ­ρω­ί­νης καὶ σ’ ἕ­να ἄ­θλιο ὑ­πό­γει­ο ἀ­πο­κά­λυ­πτα τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες* της ἰ­δι­ό­τη­τες σὲ ἄλ­λους πέν­τε ἢ ἕ­ξι τῆς πα­ρέ­ας. Δυ­στυ­χῶς, μά­θαι­νε κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο εὔ­κο­λα…

         — Ἂν ἀρ­γή­σουν κι ἄλ­λο, θὰ μᾶς μεί­νει στὰ χέ­ρια, εἶ­πε ὁ νο­σο­κό­μος καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.

         Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ με­λα­νιά­ζει καὶ μὲ τὸ ζό­ρι κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι ἀ­να­πνέ­ει. Μὲ πιά­σαν τὰ κλά­μα­τα. Ἤ­θε­λα νὰ τὸν ἀγ­κα­λιά­σω, νὰ τοῦ πῶ «Μὴν πα­ρα­δί­νε­σαι».

         Κά­ποι­ος μὲ τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι καὶ ἕ­νας ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Φω­νὲς καὶ πα­νι­κὸς πά­λι.

         — Γρή­γο­ρα, στὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο…

         — Στὴν ἄ­κρη, νὰ βγεῖ τὸ φο­ρεῖ­ο…

         — Γρή­γο­ρα…

         Ἔ­μει­να νὰ κοι­τά­ζω τὸ πά­τω­μα.

         — Ἡ­σύ­χα­σε, θὰ τὴν πη­δή­ξει. Ἐ­σὺ ἕ­τοι­μα­σου, για­τί θὰ σὲ φω­νά­ξουν νὰ δώ­σεις κα­τά­θε­ση, εἶ­πε κά­ποι­ος πί­σω μου.

         Κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μη­χα­νι­κά. Στ’ αὐ­τιά μου μιὰ ἄλ­λη φω­νή, ξε­ψυ­χι­σμέ­νη κι ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­κεῖ στὸ μπά­νιο, λί­γο προ­τοῦ χά­σει τὶς αἰ­σθή­σεις του:

         «Μὴν προ­σπα­θεῖς, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς χα­μέ­νοι εἴ­μα­στε».


Σ.τ.σ. Ἡ ἡ­ρω­ί­νη στὴ γλώσ­σα τῶν το­ξι­κο­μα­νῶν λέ­γε­ται καὶ “πα­ρα­μύ­θα”.


Πη­γή: Ὁ γενναῖος ποὺ δὲν εἶμαι (ἐκδόσεις Ἐντευκτηρίου, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, ἀρ. 28-29, Φθι­νό­πω­ρο-Χει­μώ­νας 1994.

Δη­μή­τρης Πα­στουρ­μα­τζῆς (Σέρρες, 1964). Ἔκανε φυλακὴ, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὶς Σέρρες. Συμμετεῖχε στον συλλογικὸ τόμο Κασσαβέτεια (1998).


Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου: Τὸ μέ­τρη­μα



Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου

Τὸ μέ­τρη­μα


ΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ τῆς μέ­ρας τὰ φύλ­λα τῆς λεύ­κας πέ­φτουν. Τὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἔ­τσι κα­θὼς ἀ­πο­σπῶν­ται ἀ­πὸ τὸ κλα­δὶ καὶ μὲ ἁ­πα­λὲς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις, δι­α­γρά­φον­τας ἀρ­γοὺς αἰ­σθη­σια­κοὺς κύ­κλους, προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἔ­δα­φος. Ὥ­ρα τώ­ρα. Μέ­χρι ποὺ ἔρ­χε­ται τὸ σκο­τά­δι. Τό­τε ἀρ­χί­ζει νὰ με­τρά­ει. «Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α… τριά­ντα-ἑ­φτά, τριά­ντα-ὀ­χτώ…». «Δε­κα­τρί­α» τὴν δι­α­κό­πτει ὁ Κυ­ριά­κος, αἰφ­νι­δι­ά­ζον­τάς την γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ καὶ κεί­νη πι­ά­νον­τας τὸ νῆ­μα ἀ­πὸ τὸ και­νούρ­γιο ση­μεῖ­ο ἐκ­κί­νη­σης συ­νε­χί­ζει: «Δε­κα­τέσ­σε­ρα, δε­κα­πέν­τε…». «Κα­λη­σπέ­ρα Με­ρο­πά­κι» τῆς λέ­ει καὶ ἐ­νῶ περ­νά­ει τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νι­κούς της ὤ­μους, τρα­βών­τας την ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ πά­νω, τῆς σκά­ει ἕ­να φι­λὶ στὸ μά­γου­λο. «Εἴ­κο­σι ἑ­φτά, εἴ­κο­σι ὀ­χτώ…». « Κα­τά­λα­βα» μο­νο­λο­γεῖ ὁ Κυ­ριά­κος, « λευ­κὴ νύ­χτα θὰ πε­ρά­σου­με πά­λι ἀ­πό­ψε». Τὴν συμ­πα­θεῖ. Ἔ­τσι κα­θὼς κουρ­νιά­ζει συρ­ρι­κνω­μέ­νη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια, μὲ τὰ ἀ­σθε­νι­κά της χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να στὸ στῆ­θος καὶ τὰ γό­να­τα λυ­γι­σμέ­να πρὸς τὴν κοι­λιά. «Δε­κα­εν­νιὰ Με­ρό­πη» τῆς φω­νά­ζει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν θά­λα­μο, δε­κα­εν­νιά». Ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ, ἀ­πὸ ποι­ό βρα­χυ­κύ­κλω­μα ὁρ­μώ­με­νη τὸ κά­νει αὐ­τό. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους στὴν κλι­νι­κὴ δη­λα­δή. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἕ­να ἄγ­χος αὐ­τὸ τὸ ἀ­στα­μά­τη­το καὶ ἀ­δι­και­ο­λό­γη­το μέ­τρη­μα. Δού­λευ­ε καὶ τὴν ἄ­κου­γε, μί­α ἐ­πί­μο­νη ὑ­πό­κρου­ση ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς χτύ­πους τῆς καρ­διᾶς του νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νον­ται, τοῦ ἐ­πι­βαλ­λό­ταν μὲ τὸν τρό­πο της, τὸν τρέ­λαι­νε. Κά­πο­τε τῆς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς μὰ τὸ με­τά­νι­ω­σε, εὐ­θὺς μό­λις εἶ­δε τὰ μά­τια της νὰ ὑ­γραί­νον­ται, ἐ­νῶ συ­νέ­χι­ζε, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη σὰν τὸν πον­τι­κὸ στὴ φά­κα, νὰ με­τρᾶ. «Ἑ­ξήν­τα- ἕ­ξι, ἑ­ξήν­τα- ἑ­φτά…». Οἱ συ­νά­δελ­φοι τὸν ἐ­πέ­πλητ­ταν. «Ἄ­σε την ρὲ σὺ τὴν κα­κο­μοί­ρα, τά ’χει χα­μέ­να, δὲν τὸ βλέ­πεις; Τὴν πα­ρη­γο­ρεῖ.» Κά­ποι­οι γε­λοῦ­σαν κρυ­φὰ μὲ τὴν ἐμ­μο­νή του ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ τὸ σχο­λιά­σουν φα­νε­ρά. Τὴν ἴ­δια δὲ φαι­νό­ταν νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε μὲ σι­σύ­φεια ἐ­πι­μο­νή, μέ­χρι ποὺ τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος καὶ ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ οἱ δύ­ο. Κι ἕ­να βρά­δυ ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό. Τῆς ἀλ­λά­ζει τὰ σεν­τό­νια, τῆς βά­ζει κομ­πρέ­σες στὸ μέ­τω­πο νὰ δρο­σι­στεῖ. «Μέ­τρα μου λί­γο» τοῦ λέ­ει, κι αὐ­τὸς ἀρ­χί­ζει: «ἕ­να, δύ­ο, τρί­α,… , εἴ­κο­σι ἕ­να, εἴ­κο­σι δύ­ο…». « Πέν­τε… Κυ­ριά­κο». «Τί πέν­τε;» τὴ ρω­τά­ει. «Πέν­τε μῆ­νες κλεί­νω σή­με­ρα ἐ­δῶ» τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἡ Με­ρό­πη καὶ γυ­ρί­ζει πλευ­ρὸ νὰ κοι­μη­θεῖ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου. Σπούδασε ἰατρικὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται χρό­νια μὲ τὸ γράψιμο. Στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πεζὸ «Τὸ μπάσκετ».



		

	

Δημήτρης Χριστόπουλος: Kolynos


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Kolynos


ΡΙΝ ΑΠΟ ἕ­ναν χρό­νο πέ­θα­νε ὁ θεῖ­ος μου. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του, ἄ­κου­γε τὸ Hallelujah τοῦ Leonard Cohen. Ἀ­πὸ τό­τε κόλ­λη­σα κι ἐ­γὼ γιὰ τὰ κα­λὰ μὲ τὸν Κα­να­δὸ τρα­γου­δο­ποι­ό. «Ἔ­χου­με τὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α» ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φεν­τιά μου θὰ φύ­γει πρώ­τη. Ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνά το μνῆ­μα του γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κὸς συγ­γε­νής του.

          «Νὰ φρον­τί­ζεις γιὰ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τά σου» μοῦ ἔ­λε­γε. «Πο­τὲ μὴν φεύ­γεις ἀ­πὸ τὸ σπί­τι δί­χως κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, καί, προ­πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἔ­χεις πλύ­νει τὸ στό­μα σου ἐ­πι­με­λῶς μὲ τὴν κα­τάλ­λη­λη ὀ­δον­τό­βουρ­τσα καὶ μὲ ὀ­δον­τι­κὸ νῆ­μα. Στὸ τέ­λος νὰ κά­νεις καὶ πλύ­σεις μὲ ἁ­λα­τό­νε­ρο γιὰ νὰ σφίγ­γουν τὰ οὖ­λα.»

          Στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ τοῦ ἔ­βα­λα τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Στὴ μαρ­μά­ρι­νη θή­κη κά­τω ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρὸ βρί­σκε­ται μιὰ Kolynos, τὴν ὁ­ποί­α κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τι­κα­θι­στῶ μὲ μιὰ και­νούρ­για.

          Ὁ θεῖ­ος μου, παι­δὶ τῆς Κα­το­χῆς, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ πε­θά­νει λό­γῳ ἀ­βι­τα­μί­νω­σης. Στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε του ἔ­χα­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του δόν­τι.



Πηγή: ἐφημερίδα Molonoti, 29-04-2017.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Σπουδάζει «Δημιουργική Γραφή» στὸ Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, (δ)έ­κα­τα, Book­press, στὶς ἱ­στο­­σε­λί­­δες Fractal καὶ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κό ἱ­στό­το­πο «Ἠ­λε­κτρο­νι­κή Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κών Θε­μά­των».



		

	

Βά­σω Σι­νο­πού­λου: Ἡ στρο­φή



Βά­σω Σι­νο­πού­λου

 

Ἡ στρο­φή


ΤΗΣ ΕΔΙΝΑΝ ἰ­σχυ­ρὰ παυ­σί­πο­να καὶ τό­τε βυ­θι­ζό­ταν σὲ λή­θαρ­γο καί τὸ μυα­λό της γέ­μι­ζε εἰ­κό­νες. Ὡ­ραῖ­ες χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες ἀ­σύν­δε­τες με­τα­ξύ τους σὰν κὰρτ πο­στάλ. Ἕ­να γε­φύ­ρι μιὰ πλα­τεί­α τὸ γέ­λιο ἑ­νὸς μω­ροῦ μιὰ λε­ω­φό­ρος τὸ κα­φε­νεῖ­ο ἑ­νὸς χω­ριοῦ μιὰ γά­τα στὸν ἥ­λιο. Κα­θὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν φαρ­μά­κων περ­νοῦ­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ καὶ νὰ τὰ ἐν­τά­ξει στὴ ζω­ή της ποὺ τέ­λει­ω­νε. Θυ­μό­ταν τό­πους καὶ χρό­νους καὶ πρό­σω­πα καὶ οἱ εἰ­κό­νες ἔ­βρι­σκαν τὸ πλαί­σιο ποὺ ἀ­νῆ­καν πρὶν βυ­θι­στεῖ ξα­νὰ στὸν λή­θαρ­γο. Ὑ­πῆρ­χε ­ὅ­μως μιὰ εἰ­κό­να ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν το­πο­θε­τή­σει που­θε­νά. Ἕ­νας δρό­μος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη ποὺ χα­νό­ταν σὲ μιὰ στρο­φή. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα καὶ ἀμ­πέ­λια ἦ­ταν ἕ­να το­πί­ο ξε­ρὸ σὰν κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τοὺς δρό­μους καὶ τοὺς χω­μα­τό­δρο­μους ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ­ και πε­ρι­πλα­νη­θεῖ σὲ τα­ξί­δια καὶ ἐκ­δρο­μές. Τί­πο­τε. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­με­νε ἀ­κί­νη­τη δὲν ἔμ­παι­νε που­θε­νά. Νὰ μπο­ροῦ­σε του­λά­χι­στον νὰ βρεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε ἐ­κεί­νη ἡ στρο­φή. Ἡ προ­σπά­θεια νὰ θυ­μη­θεῖ ἔ­δι­ω­ξε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες εἰ­κό­νες καὶ σι­γὰ-σι­γὰ τὸ το­πί­ο ξε­κα­θά­ρι­σε. Φά­νη­καν οἱ πέ­τρες τὰ σκί­να καὶ τὰ ἀγ­κά­θια στὴν ἄ­κρη του δρό­μου, ἡ ­στρο­φὴ δι­α­γρά­φη­κε κα­θα­ρὰ λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε, προ­σπά­θη­σε καὶ τῆς κό­πη­κε ἡ ἀ­νά­σα. Ἡ πομ­πὴ μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα πή­γαι­νε ἀρ­γὰ στὸ δρό­μο. Κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε σκιὰ που­θε­νὰ μό­νο σκί­να καὶ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­ναν ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες. Ἀ­κο­λού­θη­σαν τὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο φά­νη­κε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ ἐ­ξω­κλή­σι. Η καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε πέν­θι­μα.



Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Van Gogh, Το­πίο μὲ μο­νο­πά­τι καὶ κλα­δε­μέ­να δέν­τρα (1888, ἰ­δι­ω­τι­κὴ συλ­λο­γή).