Μα­ρί­α Δρι­μῆ: Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των



Μα­ρί­α Δρι­μῆ


Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των


Α ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ἔ­χα­σκαν ἄ­δεια σὰν πει­να­σμέ­να στό­μα­τα. Πρώ­τη φο­ρὰ φαι­νό­ταν ὁ πά­τος τους, ἀ­νοιγ­μέ­νος σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α. Λί­γο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γλι­στροῦ­σαν τὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ πά­νω στὰ κά­τω συρ­τά­ρια. Δί­πλα στὴν πόρ­τα ἦ­ταν στοι­βαγ­μέ­νες πέν­τε με­γά­λες σκου­πι­δο­σα­κοῦ­λες. Ὁ Ἄ­γης μά­ζε­ψε τὰ στυ­λό του καὶ τὰ ἔ­χω­σε στὴ μα­κρό­στε­νη ὑ­φα­σμά­τι­νη κα­σε­τί­να. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο σκε­φτι­κός. Ξα­νά­νοι­ξε τὴν κα­σε­τί­να κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να μαῦ­ρο Parker. Ἡ σε­λί­δα Α4 ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὸ γρα­φεῖο. Ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτη ἡ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὰ ἔν­τυ­πα αἰ­τή­σε­ων· μό­νο οἱ λέ­ξεις ἦ­ταν ἄλ­λες: αἴ­τη­ση συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης. Ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, λο­ξὴ καὶ κυ­μα­τι­στή, σὰν γιρ­λάν­τα. Ἔ­κα­νε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ὑ­πο­γρα­φὴ ἀ­π’ ὅ­λους τους συ­να­δέλ­φους.

       Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των. Τριά­ντα πέν­τε χρό­νια στὸ ἴ­διο γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­γρα­φε χα­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να. Εἶ­χε δι­ο­ρι­στεῖ ἐ­κεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, σὰν μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Εὔ­κο­λη δου­λειά, ρου­τι­νι­ά­ρι­κη καὶ ταυ­τό­χρο­να χρή­σι­μη. Ὁ κό­σμος ἔ­χα­νε ὅ,τι δὲν φαν­τά­ζε­ται κα­νείς· ἀ­πὸ στυ­λό, ρο­λό­για καὶ πορ­το­φό­λια μέ­χρι πο­δή­λα­τα, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἄ­λο­γα. Ὁ το­μέ­ας τους ἀ­σχο­λι­ό­ταν μὲ μι­κρὰ ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Ἄ­γης πα­ρα­λάμ­βα­νε τὶς δη­λώ­σεις ἀ­πώ­λειας, τοὺς ἔ­δι­νε κω­δι­κὸ καὶ τὶς τα­ξι­νο­μοῦ­σε μὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ σὲ με­γά­λα ντο­σι­έ. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α ψη­φι­ο­ποι­ή­θη­κε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ χαρ­τιά, ντο­σι­ὲ καὶ κω­δι­κοί, ἀλ­λὰ ὑ­πο­λο­γι­στές, ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ ἀρ­χεῖ­α καὶ barcodes. Ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες χα­μέ­να μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να εἶ­χε κα­τα­γρά­ψει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ὁ Ἄ­γης. Ἡ μι­σή του ζω­ὴ ἦ­ταν τὰ ἀ­πο­λε­σθέν­τα τῶν ἄλ­λων.

       Πά­ει και­ρὸς ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ γέ­ρος ποὺ σύ­χνα­ζε στὰ γρα­φεῖ­α τους. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, σχε­δὸν κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα, πάν­τα τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Θε­ο­πά­λα­βος. Πό­τε εἶ­χε χά­σει ἕ­ναν χρό­νο ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του καὶ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια νὰ τὸν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, πό­τε τοῦ εἶ­χε ξε­γλι­στρή­σει μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο τὸ ὄ­νει­ρο στὸν ὕ­πνο. Μιὰ μέ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι χά­θη­καν οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. «Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ βλέ­πε­τε εἶ­ναι ὁ­μοι­ώ­μα­τα», ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.

       Στὸ γρα­φεῖ­ο τὸν ἔ­κα­ναν χά­ζι. «Πά­λι ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ χα­μέ­νος. Ἄ­γη, ἀ­νά­λα­βέ τον», τοῦ ἔ­λε­γε ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ὁ Ἄ­γης τὸν ἔ­βα­ζε νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἄ­νοι­γε δῆ­θεν τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ κα­τα­γρά­ψει τὸ ἀ­πο­λε­σθὲν τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὁ γέ­ρος εἶ­χε γα­λα­νὰ μά­τια καὶ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι φο­ροῦ­σε τὴν ἴ­δια λε­ρὴ κα­παρ­ντί­να, μό­νο ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι τὴν ἔ­βγα­ζε καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν μύ­ρι­ζε. Ὁ Ἄ­γης δὲν ἄν­τε­χε τὴν ξι­νί­λα τοῦ ἱ­δρώ­τα.

       «Τί χά­σα­τε σή­με­ρα;»

       Μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ γέ­ρος ἄρ­χι­ζε ἕ­ναν μο­νό­λο­γο χω­ρὶς τέ­λος, γιὰ τὰ χα­μέ­να του χρό­νια καὶ τὸ πε­θα­μέ­νο του παι­δί, τὴ «Χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη» τοῦ Τσίρ­κα, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­γε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ὕ­στε­ρα χά­νε­ται. Ὁ Ἄ­γης ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γε δι­α­σκε­δά­ζον­τας κι ἄλ­λο­τε ἔ­κα­νε πὼς γρά­φει κι ἔ­παι­ζε σκά­κι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ὁ γέ­ρος ἦ­ταν κον­τὰ στὴ δι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νον κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «γέ­ρο», ὅ­λοι τὸν ἔ­λε­γαν Ἄ­γη. Φο­βό­ταν ὅ­τι θὰ τὸν ἔ­τρω­γε στὴ μά­πα μέ­χρι τὴ σύν­τα­ξη, ὅ­μως νὰ ποὺ ὁ γέ­ρος τὸν πρό­λα­βε, τερ­μά­τι­σε πρῶ­τος. Καὶ νά, ἐ­πί­σης, ποὺ τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α εἶ­χε φτά­σει νὰ τοῦ λεί­πει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι, χω­ρὶς τὸ κα­κο­σου­λού­πω­το σῶ­μα μὲ τὴν κα­παρ­ντί­να, ἔ­στε­κε ἄ­δεια καὶ ἀ­μή­χα­νη.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ γύ­ρω του, μὴν εἶ­χε ξε­χά­σει τί­πο­τα. Ἔ­βα­λε τὴν κα­σε­τί­να στὴν τσάν­τα του καὶ ξε­κρέ­μα­σε τὴν κα­παρ­ντί­να του ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο. Ἔ­κα­νε ζέ­στη, δὲν τὴ φό­ρε­σε. Πῆ­ρε τὸ ἔν­τυ­πο τῆς πα­ραί­τη­σης, νὰ τὸ κα­τα­θέ­σει στὴ γραμ­μα­τεί­α φεύ­γον­τας.

       Τὸ κτή­ριο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κα­ναν τη­λερ­γα­σί­α. Στὴ γραμ­μα­τεί­α ὑ­πῆρ­χε μό­νο μί­α ὑ­πάλ­λη­λος. Δὲν τὴν ἤ­ξε­ρε, μᾶλ­λον και­νού­ρια. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­χρω­μη μά­σκα, τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­παν σὰ νὰ εἶ­χε κλά­ψει.

       «Αἴ­τη­ση ἀ­δεί­ας;» τὸν ρώ­τη­σε.

       «Ὄ­χι. Πα­ραί­τη­ση λό­γω συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης.»

       «Μά­λι­στα» τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Πέ­ρα­σε τὰ στοι­χεῖ­α τῆς αἴ­τη­σης στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ἔ­γρα­φε γρή­γο­ρα, λὲς καὶ τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν ξαφ­νι­κὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­χαν ξα­μο­λη­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρα πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο. «Εἶ­στε ἕ­τοι­μος» τοῦ εἶ­πε. «Κα­λὴ συ­νέ­χεια.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­γης.

       Πῆ­ρε τὴ σκά­λα τῆς κα­θό­δου. Συ­νή­θως ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­σαν­σέρ, ὅ­μως σή­με­ρα δὲν βι­α­ζό­ταν. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε, ἔ­ρι­χνε μα­τι­ὲς ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ στὶς γνώ­ρι­μες πόρ­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἦ­ταν κλει­στές. Φαν­τά­στη­κε τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ γύ­ρι­ζε ὡς ἐ­πι­σκέ­πτης γιὰ νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἀν­τι­κα­τα­στά­τη του. Εἶ­χαν ἤ­δη προ­κη­ρύ­ξει τὴ θέ­ση. Μὲ σχε­δὸν τρε­λὴ χα­ρὰ πρό­σμε­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κα­θό­ταν στὴν ἀ­δεια­νὴ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ πα­λιό του γρα­φεῖ­ο, κρα­τών­τας τὴν κα­παρ­ντί­να δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του, καὶ θὰ δή­λω­νε ὅ­λα τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ποὺ ἔ­χα­σε μέ­σα στὸ Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Δρι­μῆ (Ἀ­θή­να, 1968). Ἰ­α­τρὸς Ἐν­τα­τι­κο­λό­γος σὲ Μο­νά­δα Ἐν­τα­τι­κῆς Θε­ρα­πεί­ας τοῦ ΕΣΥ καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ (κα­τεύ­θυν­ση Με­σαι­ω­νι­κῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὸ θέ­α­τρο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­λεύ­θε­ρα τὰ θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα: Ἐν τό­πῳ χλο­ε­ρῷ (2019), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (2020), Ἀ­πὸ ἕ­δρας (2020). Τὸ θε­α­τρι­κό της ἔρ­γο Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες (2020) ἀ­πέ­σπα­σε τρί­το βρα­βεῖ­ο στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ «Σὲ κλει­στὸ κύ­κλο» τῆς Ἕ­νω­σης Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων Κύ­πρου.


			

Ἰσμήνη-Μαρία Τσοχαλῆ: Μετὰ τὴν παραλία


Ἰ­σμή­νη-Μα­ρί­α Τσο­χα­λῆ


Με­τὰ τὴν πα­ρα­λί­α


ΗΜΕΡΑ Η ΖΕΣΤΗ εἶ­ναι ἀ­πο­πνι­κτι­κή. Προ­σπά­θη­σες μά­ται­α νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖς στὶς ση­μει­ώ­σεις, ποὺ τὶς κου­βά­λη­σες γιὰ τρί­τη φο­ρὰ στὴν πα­ρα­λία, κά­τω ἀ­π’ τὴν ψά­θι­νη ὀμ­πρέ­λα τοῦ δή­μου. Τώ­ρα κοι­τᾶς τὸ νε­ρό, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο μέ­σα στὴ λάμ­ψη τοῦ ἥ­λιου, καὶ σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νεις ἕ­να ση­μά­δι γιὰ νὰ μὴ δώ­σεις τὴν ἐ­ξέ­τα­ση τὴν ἄλ­λη ἑ­βδο­μά­δα.

        Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀρ­γεῖ κι ἀ­πο­φα­σί­ζεις νὰ βγεῖς μὲ τὰ πό­δια στὸν κεν­τρι­κό. Περ­πα­τᾶς στὰ δρο­μά­κια ἀ­νά­με­σα στὰ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια, μὲ τὸν ἥ­λιο κόν­τρα στὸ πρό­σω­πο. Λί­γο με­τὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν πη­γαί­νεις πρὸς τὴ σω­στὴ κα­τεύ­θυν­ση καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πό­σο ἔ­χεις ἱ­δρώ­σει. Κον­το­στέ­κε­σαι καὶ κοι­τᾶς γύ­ρω τὶς αὐ­λὲς – δὲν εἶ­ναι ψυ­χὴ ἔ­ξω. Μέ­σα στὴν πη­χτὴ ζέ­στη ποὺ μοιά­ζει νὰ σκε­πά­ζει κά­θε ἄλ­λο θό­ρυ­βο νι­ώ­θεις ξαφ­νι­κὰ νὰ σὲ βα­ραί­νει ὁ ἀ­στα­μά­τη­τος ἦ­χος τῶν τζι­τζι­κι­ῶν.

       Σὲ μιὰ αὐ­λὴ πα­ρα­κά­τω βλέ­πεις κά­ποι­ον· πλη­σιά­ζεις στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ κοι­τᾶς μέ­σα. Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κά­θε­ται σὲ μιὰ βε­ράν­τα τρί­α σκα­λιὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Φο­ρά­ει μαύ­ρη ρόμ­πα καὶ γυα­λιὰ μυ­ω­πί­ας μὲ λε­πτὸ σκε­λε­τό, καὶ σοῦ θυ­μί­ζει κά­πως τὴ για­γιά σου. «Συγ­γνώ­μη, ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Φαί­νε­ται πὼς δὲν σὲ ἄ­κου­σε κα­λά, για­τὶ παίρ­νει μιὰ ἀ­πο­ρη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση καὶ φέρ­νει τὸ χέ­ρι κον­τὰ στὸ αὐ­τί της. Βά­ζεις τὸ πρό­σω­πό σου ἀ­νά­με­σα στὰ κάγ­κε­λα καὶ ξα­να­ρω­τᾶς πιὸ δυ­να­τά: «Συγ­γνώ­μη, χά­θη­κα λί­γο. Ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ ἀ­πὸ δῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Σοῦ κά­νει νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι νὰ πε­ρι­μέ­νεις, ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ ἔρ­χε­ται πιὸ κον­τά. Ὅ­μως ἀν­τὶ νὰ στρί­ψει καὶ νὰ κα­τέ­βει τὰ σκα­λιά, πη­γαί­νει εὐ­θεί­α καί, πρὶν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις τί πρό­κει­ται νὰ συμ­βεῖ, φτά­νει στὴν ἄ­κρη τῆς βε­ράν­τας —ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο πε­ζού­λι χω­ρὶς κάγ­κε­λα— καὶ συ­νε­χί­ζει.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις τί βλέ­πεις. Ἕ­να μαῦ­ρο σῶ­μα ξα­πλω­μέ­νο στὶς πλά­κες τῆς αὐ­λῆς. Κά­τω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι, ποὺ εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νο στὸ πλά­ϊ, ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται μιὰ κη­λί­δα ποὺ με­γα­λώ­νει. Κόκ­κι­νη. Βρί­σκεις τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ προ­σπα­θεῖς νὰ τὴν ἀ­νοί­ξεις – εἶ­ναι κλει­δω­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀ­πο­φα­σί­σεις, βγαί­νει ἡ φω­νή σου: «Ἡ για­γιά! Ἔ­πε­σε ἡ για­γιά!» Νι­ώ­θεις σὰν νὰ βρί­σκε­σαι σὲ ὄ­νει­ρο.

       Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βγαί­νει ἕ­νας παπ­πούς, κοι­τά­ει κά­τω κι ἀ­λα­φι­ά­ζε­ται. Ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια στὸ κε­φά­λι, φω­νά­ζει, κλαί­ει. «Ἄχ, πέν­τε λε­πτὰ σὲ ἄ­φη­σα, πῶς πῆ­γες κι ἔ­πε­σες;»

       Κρα­τᾶς σφι­χτά τὰ κάγ­κε­λα καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ πᾶς οὔ­τε μπρο­στὰ οὔ­τε πί­σω – μό­νο κοι­τᾶς. Πό­σο φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν γερ­νᾶς, σκέ­φτε­σαι. Νό­μι­ζες ὅ­τι συ­νέ­βαι­νε τὸ ἀν­τί­θε­το.

       Ἀ­πὸ τὸν πά­νω ὄ­ρο­φο ἀ­νοί­γουν κι ἄλ­λες πόρ­τες, κα­τε­βαί­νουν δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­κό­μη. Πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, ἕ­να μα­ξι­λά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τῆς για­γιᾶς. Τὰ αἵ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸν σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ δέρ­μα, ἀ­κοῦς νὰ λέ­νε, δὲν φαί­νε­ται νά ’­χει ἄλ­λη πλη­γή. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ξα­πλω­μέ­νη, μὲ τὰ μά­τια κλει­στά.

       «Κα­λὰ ποὺ ἤ­σουν κι ἐ­σύ, παι­δί μου. Περ­νοῦ­σες καὶ τὴν εἶ­δες πε­σμέ­νη, ἔ;» σὲ ρω­τά­ει μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα πλευ­ρὰ τῆς αὐ­λῆς.

       Τι­νά­ζε­σαι, σὰν νὰ μὴν πε­ρί­με­νες ὅ­τι σὲ βλέ­πουν. «Ἔ; Ναί, ναί…» ἀ­κοῦς τὴ φω­νή σου νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα γιὰ σέ­να.

       «Ἔ­χει ἄ­νοι­α ἡ κα­η­μέ­νη. Τώ­ρα θά ’ρ­θει καὶ τὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Θὰ πε­ρι­μέ­νεις μέ­χρι νὰ ἔρ­θει;»

       «Ἔ… δὲν μπο­ρῶ, συγ­γνώ­μη. Πρέ­πει νὰ φύ­γω.»

       Σή­με­ρα μπο­ρεῖ νὰ σκό­τω­σα μιὰ για­γιά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις στὸν ἑ­αυ­τό σου κα­θὼς φεύ­γεις ἀ­πὸ κεῖ ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ γρή­γο­ρα. Ὅ­ταν πι­στεύ­εις ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀρ­κε­τά, βρί­σκεις μιὰ πέ­τρα καὶ κά­θε­σαι γιὰ λί­γο μὲ τὸ κε­φά­λι πά­νω στὰ γό­να­τα. Τὸ μά­γου­λό σου καί­ει, κι ὅ­σο πα­ρα­τη­ρεῖς τὸ σχῆ­μα τῆς σκιᾶς σου ποὺ μαυ­ρί­ζει στὸ χῶ­μα, ἀρ­χί­ζει νὰ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­σα σου ἡ σκέ­ψη —ποὺ σοῦ φαί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ λο­γι­κὴ— ὅ­τι σὲ ζά­λι­σε ὁ ἥ­λιος κι ὅ­τι τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰσμήνη-Μαρία Τσο­χα­λῆ (Ἀ­θή­να, 1985). Σπου­δὲς Παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν, Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὴν Ἀγ­γλί­α. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια ὑ­πο­τι­τλι­σμοῦ.


Πανουτσοπούλου Χαρίκλεια: Σὰν πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


Πα­νου­τσο­πού­λου Χα­ρί­κλεια


Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


ΥΤΟΣ Ο ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ, ἀ­λη­θι­νὸς καὶ μὲ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, μὲ λυ­μέ­νη τὴν γρα­βά­τα καὶ τὴν φω­το­γρα­φί­α μιᾶς γυ­ναί­κας στὸ πορ­το­φό­λι του, παίρ­νει ἔ­τσι στὴν τύ­χη ἀ­πὸ ἀ­νί­α ἤ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νυ­χτε­ρι­νὸ τρέ­νο .

        Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πρώ­του βα­γο­νιοῦ τῆς ὑ­περ­τα­χεί­ας. Ἔ­χει τὰ μά­τια του κλει­στά, τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να πά­νω στὸ ὑ­πο­γά­στριο, οἱ βλε­φα­ρί­δες του τρε­μο­παί­ζουν, βου­λιά­ζει σὲ κά­ποι­ον τρο­μα­κτι­κὸ ἐ­φιά­λτη ποὺ τὸν κά­νει καὶ ἀ­να­σαί­νει γρή­γο­ρα, γλι­στρᾶ σι­γὰ-σι­γὰ στὰ βὸλτ τῆς ἀ­ναι­ρέ­σι­μης λο­γι­κῆς τοῦ ὀ­νεί­ρου του, στὸ χά­σκον στό­μα του γυ­α­λί­ζουν δύ­ο χρυ­σὰ δόν­τια .

        Ἡ μη­χα­νή, τὰ γρα­νά­ζια, οἱ τρο­χοί, οἱ ἄ­ξο­νες καὶ τὰ ἔμ­βο­λα ἔ­χουν πά­ρει ἐμ­πρός, ἡ ἁ­μα­ξο­στοι­χί­α δι­α­σχί­ζει σὰν σί­φου­νας τὴν σκο­τει­νὴ ὕ­παι­θρο σφυ­ρί­ζον­τας δί­πλα στὶς ἀ­πο­βά­θρες τῶν σταθ­μῶν ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ ἐ­ναγ­κα­λι­σμοὶ τῶν ἐ­ρα­στῶν κα­θυ­στε­ροῦν ἀ­φί­ξεις καὶ ἀ­να­χω­ρή­σεις .

        Σὲ δε­κα­πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά, στὴν στρο­φὴ με­τὰ τὴν γέ­φυ­ρα, ὅ­λα θὰ γί­νουν τό­σο ξαφ­νι­κά. Ἕ­να γε­γο­νὸς μὲ ἔ­δα­φος καὶ οὐ­ρα­νό, μιὰ πρά­ξη κε­ραυ­νο­βό­λα θὰ σκί­σει τὸν πλα­κούν­τα τοῦ ὕ­πνου του. Ὁ ἐ­φιά­λτης του θὰ δι­α­με­σο­λα­βή­σει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σὰν αὐ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεί­α, σὰν  με­τω­νυ­μί­α ἀ­συ­νεί­δη­της ἐ­πι­θυ­μί­ας θα­νά­του.

        Ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ πρό­σκρου­ση μὲ τὸ ἄλ­λο τρέ­νο ποὺ λό­γῳ ὀ­λι­γω­ρί­ας τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἁ­μα­ξο­στοι­χί­ας ξε­χύ­νε­ται ἀ­χα­λί­νω­το στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες καὶ μὲ ἀν­τί­θε­τη φο­ρά, θὰ ἐκ­σφεν­δο­νί­σει τὸν ὡ­ραῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­δρα σὰν πά­νι­νη κού­κλα χω­ρὶς πρό­σω­πο.

        Ἡ νύ­χτα θὰ τὸν βρεῖ στὴν ἀ­πό­λη­ξη τῆς δι­α­δρο­μῆς τραυ­μα­τι­σμέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο πά­νω στὸ γρα­σί­δι, ἔ­χον­τας σκί­σει τὸ μπλὲ ρου­ὰ κο­στού­μι του ἀ­πὸ τὰ ἀγ­κά­θια, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ ἐ­πι­μέ­νει ἐμ­φαν­τι­κὰ στὸν πα­θη­τι­κὸ ρεμ­βα­σμὸ τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, στὴν ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­κα­ρια­ία ἀ­λή­θεια τοῦ σκη­νι­κοῦ ἑ­νὸς μοι­ραί­ου ἀ­τυ­χή­μα­τος.

        Ἑ­νὸς σκη­νι­κοῦ χω­ρὶς ἐ­ξι­δα­νι­κευ­τι­κὸ πέ­πλο, ὑ­πὸ τὸν ψυ­χρὸ τε­χνη­τὸ φω­τι­σμὸ ἑ­νὸς προ­βο­λέ­α. Ἑ­νὸς ἀ­πει­κά­σμα­τος ἔμ­μο­νης ψευ­δαί­σθη­σης μὲ σκι­ές, ἴ­χνη καὶ συ­νέ­πει­ες ποὺ χά­νε­ται καὶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸν χρό­νο, δι­α­περ­νᾶ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το σὰν ἀ­να­πα­ρά­στα­ση μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, σὰν σε­κὰνς τῆς πρά­ξης τοῦ ὀ­νει­ρεύ­ε­σθαι. Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon ποὺ ἐ­νοι­κών­τας καὶ ὁ­ρί­ζον­τας τὸ ἀ­τύ­χη­μα μὲ μιὰ δι­κή του ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πο­λυ­ση­μί­α, δὲν ἀ­πώ­λε­σε πο­τὲ τὴν σα­γή­νη τῆς ἀ­πί­στευ­της ἀ­θω­ό­τη­τάς του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χαρίκλεια Πανουτσοπούλου (Πάτρα). Σπούδασε Ψυχο­λο­γία στὸ Παρίσι. Έργάσθηκε σὲ ψυχιατρικὴ κλινική. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογή slides (Γαβριηλίδης, 2010), τὴ συλλογὴ μικρῶν πεζῶν Φόνος (ΑΩ, 2013) καὶ τὴ νουβέλα Μontage (ΑΩ, 2016).


Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon, Self-Portrait-anagoria, (1936)

Κατερίνα Ζαφειροπούλου: Μεταμορφώσεις


Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου


Με­τα­μορ­φώ­σεις

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸ χω­ριὸ ἦ­ταν τὸ παι­χνί­δι μὲ τὸν παπ­ποῦ. Μ’ ἔπιανε μὲ τὰ δυ­να­τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­σχά­λες καὶ μὲ πε­τοῦ­σε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Κι ἀ­νέ­βαι­να, ὅ­πως τὸ μπλὲ μπα­λό­νι ποὺ γέ­μι­ζε ἡ μα­μὰ μὲ ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὴν κοι­λί­τσα της, ποὺ κά­πο­τε ἔ­μοια­ζε μὲ μπα­λό­νι, ὅ­ταν με­γά­λω­να μέ­σα της. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὅ­μως, στὴν βόλ­τα μὲ τὴ μα­μὰ καὶ τὸν παπ­ποῦ, δι­α­σχί­ζον­τας τὸν δρό­μο μὲ τὰ δέν­τρα, ἡ κλω­στὴ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νο τὸ μπλὲ μπα­λό­νι γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου καὶ τὸ μπα­λό­νι σκά­λω­σε στὸ κλα­δὶ ἑ­νὸς δέν­τρου. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα δυ­να­τά, για­τὶ τὸ δέν­τρο ἦ­ταν τό­σο ψη­λό, ποὺ οὔ­τε ὁ παπ­ποῦς ἔ­φθα­νε ὣς τὸ κλα­ρί του, γιὰ νὰ φέ­ρει πί­σω τὸ μπα­λό­νι μου. Καὶ ἡ μα­μὰ στε­να­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ σὰν ἄρ­χι­σα νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­μαι γιὰ τὸ χα­μέ­νο μπα­λό­νι, μὲ ἄ­φη­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ παπ­ποῦ καὶ περ­πά­τη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ μο­νο­πά­τι τῶν δέν­τρων πρὸς τὸ σπί­τι. Περ­πα­τοῦ­σε πο­λὺ γρή­γο­ρα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο τὴν ἔ­χα­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια μου. Μό­νο τὰ σύν­νε­φα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σουν, για­τὶ ἀλ­λά­ζουν εὔ­κο­λα σχῆ­μα, ὥ­στε νὰ γί­νον­ται εὐ­κί­νη­τα καὶ νὰ τὴν προ­λα­βαί­νουν. Ἡ μό­νη λύ­ση γιὰ νὰ πλη­σιά­σω στὸ μπλὲ μπα­λό­νι ἦ­ταν νὰ γί­νω δέν­τρο καὶ νὰ στα­θῶ πλά­ι στὴν κα­στα­νιὰ τοῦ μπλὲ μπα­λο­νιοῦ. Δὲν εἶ­χα λοι­πὸν πα­ρὰ νὰ μεί­νω ὄρ­θιος στὰ δυ­ό μου πό­δια καὶ ν’ ἁ­πλώ­σω τὰ κλα­διά μου, ὅ­πως ἀ­νοί­γει ὁ παπ­ποῦς τὰ χέ­ρια του κά­θε φο­ρὰ ποὺ κρα­τι­έ­μαι ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ προ­σπα­θῶ νὰ ση­κω­θῶ, γιὰ νὰ περ­πα­τή­σω με­ρι­κὰ βή­μα­τα ὣς τὴν ἀγ­κα­λιά του. Τό­τε τὰ κλα­διά μας θὰ μπλέ­κον­ταν καὶ τὸ μπλὲ μπα­λό­νι μ’­ ἕ­να ἁ­πα­λὸ φύ­ση­μα τοῦ ἀ­έ­ρα, σὰν τὴν ἀ­νά­σα τῆς μα­μᾶς, ὅ­ταν ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται στὸν κα­να­πέ, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴν κα­στα­νιὰ γιὰ χά­ρη μου.

        Μὲ δυ­σκό­λε­ψε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση. Δὲν ἔ­νι­ω­θα πλέ­ον ἐ­λα­φρύς, ὅ­πως ὅ­ταν γεν­νή­θη­κα μπα­λό­νι ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τῆς μα­μᾶς. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη μου πτή­ση δὲν ἦ­ταν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ πιά, για­τί σὰν προ­σγει­ω­νό­μουν στὰ χέ­ρια τοῦ παπ­ποῦ, τέν­τω­να τὰ πό­δια μου στὴν γῆ, μή­πως βγά­λουν ρί­ζες, καὶ σὲ ἀ­πάν­τη­ση ἐ­κεί­νη βά­ραι­νε τὸ σῶ­μα μου καὶ μὲ μα­γνή­τι­ζε στὰ χώ­μα­τά της. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πρω­ϊ­νὰ ποὺ ἡ μα­μὰ δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ ὁ παπ­ποὺς ἔ­λει­ψε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι, περ­πά­τη­σα μὲ χέ­ρια καὶ πό­δια ὣς τὸ δω­μά­τιό της, γιὰ νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω, ἀλ­λὰ ἡ μα­μὰ δὲν μὲ πρό­σε­ξε, για­τὶ εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη στὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ κί­τρι­νη, σὰν τὸ χρυ­σα­φὶ τῶν φύλ­λων ποὺ κά­λυ­πταν τὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ δέν­τρα, τώ­ρα ποὺ φθι­νο­πώ­ρια­σε, κι ἀ­νέ­πνε­ε μὲ δυ­σκο­λί­α, σὰν νὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ ὀ­ξυ­γό­νο γύ­ρω της. Καὶ τί δὲν θὰ ἔ­δι­να νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς χα­ρί­σω τὸ μπλὲ μπα­λό­νι, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ τὶς δι­κές της ἀ­να­πνο­ὲς – νὰ τὶς ἀ­δειά­σω ὅ­λες τὶς ἀ­νά­σες πί­σω στὸ στό­μα της, νὰ μὴν πνί­γε­ται. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ δω­μα­τί­ου, τὰ ροῦ­χα της αἰ­ω­ροῦν­ταν σὲ ἕ­ναν κα­λό­γε­ρο. Ἕ­σφι­ξα μὲ ὅ­λη μου τὴν δύ­να­μη τὴ μαύ­ρη μπλού­ζα ποὺ κρε­μό­ταν στὸ πιὸ χα­μη­λὸ ἄγ­κι­στρο, αὐ­τὴ ποὺ χά­ϊ­δευ­ε τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου κι εὐ­ω­δί­α­ζε σὰν τὸν κόρ­φο της καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ πα­τή­σω τὰ δύ­ο μου πέλ­μα­τα μὲ στα­θε­ρό­τη­τα, νὰ τὴν κά­νω πε­ρή­φα­νη γιὰ τὸ δεν­τρά­κι της ἢ νὰ τρα­βή­ξω πά­νω μου τὴν μπλού­ζα μὲ τὸ ἄ­ρω­μά της, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος… ἡ βά­ση ὅ­μως τοῦ κα­λό­γε­ρου ἦ­ταν σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη καὶ τὸ ἔ­πι­πλο ἔ­πε­σε πά­νω μου μὲ βί­α… ἄ­χνα δὲν πρό­λα­βα νὰ βγά­λω…

       Ἔ­πε­σα σὲ βα­θὺ ὕ­πνο γιὰ και­ρὸ κι ὅ­ταν πῆ­ρα ἐ­ξι­τή­ριο ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο εἶ­χα ψη­λώ­σει τό­σο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ βλέ­πω τὰ πιά­τα τοῦ φα­γη­τοῦ πά­νω στὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ νὰ τὰ πε­τά­ω στὸν παπ­ποῦ ἢ τὴ μα­μὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ός κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου, μή­πως καὶ γκρέ­μι­ζα τὸν τοῖ­χο ἀ­νά­με­σά τους. Κι ἦ­ταν σὰν νὰ τοὺς δι­α­κό­πτω ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἐρ­γα­σί­α ποὺ ἔ­κα­νε ὁ κα­θέ­νας μο­να­χός του. Τό­τε μό­νο μοῦ ἀ­πευ­θύ­νον­ταν κι ἔ­σπα­γε ἡ σι­ω­πὴ μέ­σα στὸ σπί­τι, ἀλ­λὰ τὶς λέ­ξεις ποὺ ξε­στό­μι­ζαν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὶς συν­δέ­σω. Κι ἔ­τσι δὲν ἔ­βγαι­νε μι­λιὰ ἀ­πὸ τὰ χεί­λη μου, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς ποὺ ἄλ­λο­τε θύ­μι­ζαν τὰ βε­λά­σμα­τα τοῦ κο­πα­διοῦ ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τοῦ παπ­ποῦ κι ἄλ­λο­τε τρο­μα­κτι­κὰ κρω­ξί­μα­τα που­λι­ῶν πά­νω ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Τὶς στιγ­μὲς μά­λι­στα ποὺ ὁ παπ­ποῦς βρι­σκό­ταν στὸν ἀ­γρὸ καὶ ἡ μα­μὰ στὸ δω­μά­τιό της, φώ­να­ζα στὸ ἄ­δει­ο σα­λό­νι καὶ ὁ ἀν­τί­λα­λος ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πό­κο­σμος στ’ ­αὐ­τιά μου. Λί­γο-λί­γο ἄρ­χι­σα ν’­ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­μαι παι­δί, φάν­τα­σμα ἢ μή­πως εἶ­μαι πρό­βα­το καὶ στὴ στά­νη ἔ­πρε­πε νὰ ξη­με­ρώ­νο­μαι.

       Ποι­ὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ ἑ­πό­με­νη με­τα­μόρ­φω­σή μου;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου. Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρῶν καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς. Γράφει πεζογραφία και θέα­τρο. Θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς σκη­νὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Πά­τρα, ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἕ­νω­ση Ἑλ­λή­νων Λο­γο­τε­χνῶν γιὰ τὸ δι­ή­γη­μά της Ὁ θη­σαυ­ρὸ­ς τοῦ Γα­βρι­ή­λου. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ἔν­τυ­πα.



		

	

Δημήτρης Τούλιος: Οἱ παντόφλες τῆς μάνας


Δη­μή­τρης Τού­λιος


Οἱ παν­τό­φλες τῆς μά­νας


Ο ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ εἶ­ναι ἀ­λάν­θα­στο. Τὸ κοι­τᾶς καὶ σοῦ λέ­ει τί συμ­βαί­νει. Ὄ­χι μό­νο μέ­σα της.

Τὰ μά­γου­λά της ἔ­χουν χα­ρα­χτεῖ, λές, κι ἀ­πὸ ἕ­να πο­τά­μι δα­κρύ­ων ποὺ κύ­λα­γε πα­λιά, ἀλ­λὰ τώ­ρα στέ­ρε­ψε. Ἄ­φη­σε τὸ δέρ­μα ἄ­νυ­δρο.

        Ἦλ­θε ὁ ξά­δελ­φος καὶ ἀ­νι­ψιὸς νὰ συλ­λυ­πη­θεῖ τὰ δυ­ὸ γε­ρόν­τια καὶ τὸν ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα γιό. Σταλ­μέ­νος τοῦ πα­ρά­πο­νου κι αὐ­τός. Ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς κό­ρης ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἀ­φορ­μή.

       Ὡ­ραῖ­ος ὁ ξά­δελ­φος. Μὲ ἕ­να χι­οῦ­μορ σταλ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ βα­θιά του λύ­πη καὶ τὴν ἀρ­ρώ­στια του. Τὴν ἴ­δια ἀρ­ρώ­στια ποὺ ἔ­δι­ω­ξε καὶ τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πὸ τὸν πά­νω κό­σμο.

       Προ­σχη­μα­τι­κά τὰ γέ­λια. Φου­σκω­μέ­να τὰ βλέ­φα­ρα τοῦ πα­τέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὑ­περ­χεί­λι­ση. Δά­κρυ­α δὲν ἔ­χει. Ὕ­στε­ρα στέ­γνω­σαν καὶ οἱ λέ­ξεις, τε­λεί­ω­σαν καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ξα­δέλ­φου καὶ ἀ­νι­ψιοῦ.

       «Νὰ φτιά­ξω κα­φέ;» ἦρ­θε νὰ σπά­σει τὴ σι­ω­πὴ ἡ πρό­τα­ση τῆς μά­νας. Τὰ δόν­τια μου συγ­κρα­τοῦ­σαν τὴ λύ­πη δαγ­κώ­νον­τας κά­τι κυ­μα­τι­στὸ ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ὁ ξά­δελ­φος ἔ­γνε­ψε «ναί».

       «Μα­κα­ρί­α ἡ ὁ­δός», μά­να, σή­με­ρα, σα­λο­νά­κι-κου­ζί­να-ντου­λα­πά­κι-μπρί­κι. Οἱ παν­τό­φλες σου ποὺ σέρ­νον­ται στὸ χα­λά­κι δι­α­δρα­μα­τί­ζουν ἕ­ναν μο­νό­λο­γο. Μά­να, ὑ­πάρ­χουν καὶ γλῶσ­σες ποὺ δὲν ξέ­ρου­με ἀ­κό­μα. Καὶ τὶς μι­λᾶς ἄ­πται­στα πιά.

       Τὸν κα­φὲ ὅ­μως μά­να, μᾶς τὸν ὀ­φεί­λεις.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βι­βλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ ἄδοξο τέλος τοῦ ἔνδοξου Φιλικοῦ



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ ἄδοξο τέλος τοῦ ἔνδοξου Φιλικοῦ

[τοῦ Ἐμμανουὴλ Ξάνθου]


ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΣ, γεν­νη­θεὶς εἰς τὴν νῆ­σον Πά­τμον, (ἔν­θα ὁ θε­ο­λό­γος Ἰ­ω­άν­νης εἶ­δεν τὴν θεῖ­αν ἀ­πο­κά­λυ­ψιν,) ἐ­κεῖ­νος ὅ­στις με­τὰ τρι­ῶν ἢ τεσ­σά­ρων ἄλ­λων πρω­τα­θλη­τῶν τοῦ ὑ­πὲρ τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας τοῦ ἔ­θνους Ἱ­ε­ροῦ ἀ­γῶ­νος, τὰ μέ­γι­στα μο­χθή­σας καὶ κα­τα­στρέ­ψας τὴν πε­ρι­ου­σί­αν του, ἔ­ζη ἔ­κτο­τε ἰ­δι­ω­τεύ­ων ἐν πε­νί­ᾳ καὶ πα­ραγ­κω­νι­ζό­με­νος ἀ­γνω­μό­νως ὑ­πὸ ὅ­λων τῶν κα­τὰ και­ρὸν Κυ­βερ­νή­σε­ων, ἐν ᾧ το­σοῦ­τοι ἄλ­λοι τῶν ὁ­ποί­ων πα­ρα­λεί­πο­μεν τὰ ὀ­νό­μα­τα, καὶ οἵ­τι­νες ἔ­πρε­πε νὰ κα­τέ­χω­σι θέ­σεις ἐν τῷ Βου­λευ­τι­κῷ Ναυ­πλί­ας, σή­με­ρον ἁ­δρῶς μι­σθο­δο­τοῦν­ται πα­ρὰ τοῦ πτω­χοῦ τα­μεί­ου μας, ἵ­να ἐ­πὶ τὸ ἀ­να­παυ­τι­κώ­τε­ρον ἐ­ξυ­βρί­ζω­σι διὰ τῶν βδε­λυ­ρῶν σπου­δαρ­χι­κῶν πρά­ξε­ών των τὸ ἔ­θνος καὶ τοὺς νό­μους· ὁ Ἐμμ. Ξάν­θος λοι­πὸν οὗ­τος πρὸ ἡ­με­ρῶν, τὴν πα­ρα­μο­νὴν τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς ἡ­μέ­ρας τοῦ ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­ου, ἐ­ξερ­χό­με­νος τοῦ εἰς τὴν Βου­λὴν θε­ω­ρεί­ου τῶν Δη­μο­σι­ο­γρά­φων ὀ­λί­σθη­σεν καὶ πε­σὼν ἀ­πὸ τὰς ὑ ­ψ η ­λ ο ­κ ρ ή ­μ ν ο υ ς  κ ο ­ρ υ ­φ ὰ ς τῆς κλί­μα­κος κα­τε­συν­τρί­φθη, καὶ με­τὰ τρί­ω­ρον ὀ­δύ­νην, προ­σευ­χό­με­νος καὶ με­τα­σχῶν τῶν ἀ­χράν­των μυ­στη­ρί­ων ἐ­τε­λεύ­τη­σε.

       Ἐν τού­τοις το­σαῦ­τα ἐ­λέ­χθη­σαν ἐν ταῖς βου­λαῖς, το­σαῦ­τα ἀ­νέ­φε­ρεν ὁ τύ­πος, το­σαύ­τας ἀ­να­μνή­σεις ἐ­προ­κά­λε­σεν ὁ θά­να­τος τοῦ Πρω­τα­γω­νι­στοῦ τού­του, καὶ ὅ­μως ἡ Κυ­βέρ­νη­σις οὐ­δὲν Π ρ α γ ­μ α ­τ ι ­κ ὸ ν μέ­χρις ὥ­ρας ἔ­λα­βε μέ­τρον ὑ­πὲρ τῆς Οἰ­κο­γε­νεί­ας τοῦ ἀ­οι­δί­μου τού­του ἀν­δρός, ἐ­κτὸς τῆς ξη­ρᾶς ἀ­ναρ­τή­σε­ως τοῦ ὀ­νό­μα­τός του εἰς τὴν αἴ­θου­σαν τοῦ Βου­λευ­τη­ρί­ου. Τὸ κοι­νὸν πε­ρι­μέ­νει νὰ ἴ­δῃ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα διὰ νὰ ἐκ­φρα­σθῇ κα­θα­ρώ­τε­ρον.



Πη­γή: Ἐφημερίδα Ἡ Τρακατρούκα, 1 Ἰανουαρίου 1852.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἐμμανουὴλ Ξάνθος. Ἔργο ἀγνώστου.



		

	

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο


Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)


ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το


κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο 12ο

        Θυ­μᾶ­μαι τὴ μη­τέ­ρα μου νὰ ἔρ­χε­ται

κε­φά­λαι­ο 13ο

        σὰν σὲ ὄ­νει­ρο

κε­φά­λαι­ο 14ο

        κον­τά μου

κε­φά­λαι­ο 15ο

        καὶ νὰ κλαί­ει.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        Τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη Τό­μι

κε­φά­λαι­ο 17ο

        ὅ­μως κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν βγῆ­κε ἀ­π’ αὐ­τὰ

κε­φά­λαι­ο 18ο

        πα­ρὰ μό­νο κλά­μα.

κε­φά­λαι­ο 19ο

        Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­πε

κε­φά­λαι­ο 20ο

        «Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά».

κε­φά­λαι­ο 21ο

        «Ναί», εἶ­πα.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        «Μὲ ξα­πο­στέλ­νουν

κε­φά­λαι­ο 23ο

        στὸ τρε­λά­δι­κο.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ὅ­λα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Θά ’­θε­λες».


Βι­βλί­ο δεύ­τε­ρο

κε­φά­λαι­ο 1ο

        …καὶ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κα­θό­μουν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του.

κε­φά­λαι­ο 3ο

        Ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας

κε­φά­λαι­ο 4ο

        κα­θό­ταν δί­πλα μου.

κε­φά­λαι­ο 5ο

        Τὸ αὐ­το­κί­νη­το

κε­φά­λαι­ο 6ο

        ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά μου, τὸ Γι­ού­τζιν τοῦ Ὄ­ρεγ­κον

κε­φά­λαι­ο 7ο

        μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Σά­λεμ,

κε­φά­λαι­ο 8ο

        ὅ­που βρί­σκε­ται τὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 9ο

        Ἔ­βρε­χε.

κε­φά­λαι­ο 10ο

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­φτε ἁ­πα­λὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο χει­μω­νι­ά­τι­κο οὐ­ρα­νό.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Στὸ πί­σω κά­θι­σμα

κε­φά­λαι­ο 12ο

        κα­θό­ταν ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 13ο

        Τοῦ εἶ­χαν πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες.

κε­φά­λαι­ο 14ο

        Δί­πλα του

κε­φά­λαι­ο 15ο

        κα­θό­ταν ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 17ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 18ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 19ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 20ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἦ­ταν πρά­ος σὰν τὸν ἀ­μνό.

κε­φά­λαι­ο 21ο

        Κου­νή­θη­κε κι οἱ χει­ρο­πέ­δες του κου­δού­νι­σαν.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 23ο

        νὰ ξα­να­κου­νη­θεῖ.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        νὰ ξα­να­μι­λή­σει.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 27ο

        «Βρέ­χει», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 28ο

        «Ναί», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ μπρο­στι­νοῦ κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 29ο

        Εἶ­χαν τὴ φω­νὴ τοῦ δε­σμο­φύ­λα­κα.

κε­φά­λαι­ο 30ο

        Ὁ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρας

κε­φά­λαι­ο 31ο

        πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 32ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 33ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 34ο

        πά­νω-κά­τω.

κε­φά­λαι­ο 35ο

        «Θε­έ, ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας», οὔρ­λια­ξε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 36ο

        «Ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας».

κε­φά­λαι­ο 37ο

        «Βγά­λε τὸν σκα­σμό!»,

κε­φά­λαι­ο 38ο

        εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 39ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 40ο

        νὰ πεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό.

κε­φά­λαι­ο 41ο

        Ὁ­μοί­ως καὶ οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες.

κε­φά­λαι­ο 42ο

        Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸν ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα

κε­φά­λαι­ο 43ο

        καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 44ο

        καὶ σκε­φτό­μουν τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἀ­γα­πῶ.

κε­φά­λαι­ο 45ο

        Ἔ­βλε­πα τὸ πρό­σω­πό της, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή της.

κε­φά­λαι­ο 46ο

        Φαν­τα­ζό­μουν

κε­φά­λαι­ο 47ο

        τί νὰ σκέ­φτε­ται

κε­φά­λαι­ο 48ο

        τώ­ρα ποὺ μὲ παίρ­νουν γιὰ νὰ μὲ κλεί­σουν

κε­φά­λαι­ο 49ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 50ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 51ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 52ο

        Εἶ­δα ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 53ο

        κα­θι­σμέ­νο στὴν μπρο­στι­νὴ βε­ράν­τα ἑ­νὸς πα­λιοῦ σπι­τιοῦ.

κε­φά­λαι­ο 54ο

        Τὸ ἀ­γο­ρά­κι βα­στοῦ­σε μί­αν ἄ­σπρη γά­τα στὴν ἀγ­κα­λιά του.

κε­φά­λαι­ο 55ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 56ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 57ο

        κι εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου.



Πη­γή: Richard Brautigan, The Ed­na Web­ster Col­lection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Ab­bott, Βο­­στό­­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Hough­ton Mif­flin Com­pany), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα-1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Οἱ δυσκολίες τῆς ἀλήθειας

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΠΡΟ ΔΥΟ ΕΤΩΝ τῆς Σε­πτεμ­βρια­νῆς με­τα­βο­λῆς ὅ­τε, τοῦ Γαλ­λι­κοῦ κόμ­μα­τος ἰ­σχύ­ον­τος ἐν τῇ Ἑλ­λη­νι­κῇ Κυ­βερ­νή­σει, τὸ Κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα ὑ­φί­στα­το σφο­δρὰν πί­ε­σιν, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­πα­θεν ἡ­μέ­ραν τι­νὰ κα­τὰ τοὺς γλου­τοὺς ἀ­πὸ δο­θι­ῆ­να [κα­λό­γε­ρον, τσι­ρί­λον] ἐ­πώ­δυ­νον. Ἐ­κά­λε­σεν ἀ­μέ­σως, τὸν ἕ­να κα­τό­πιν τοῦ ἄλ­λου, τὴν παλ­λα­κί­δα του, τὴν νύμ­φην του, τοὺς υἱ­ούς του καὶ τὸν πα­ρ’ αὐ­τῷ ζῶν­τα λο­χα­γὸν τῆς Φά­λαγ­γος Π. Μο­θω­νιόν, καὶ τοὺς ἠ­ρώ­τη­σε πε­ρὶ τοῦ ἐ­ξαν­θή­μα­τος αὐ­τοῦ. Τού­των ἕ­κα­στος τῷ ἔ­δω­κε πλη­ρο­φο­ρί­αν μὴ συμ­φω­νοῦ­σαν εἰς τὴν τῶν ἑ­τέ­ρων. Με­τά τι­νας ὥ­ρας ἀ­πὸ τῆς σκη­νῆς ταύ­της ἦλ­θον με­ρι­κοὶ τῶν φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν του νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φθῶ­σιν, ἀ­φοῦ ἔ­μα­θον ὅ­τι ἀ­σθε­νεῖ. Γε­νο­μέ­νης συ­ζη­τή­σε­ως ἐ­πὶ τῶν πο­λι­τι­κῶν πραγ­μά­των τοῦ Κρά­τους, οἱ συ­ζη­τοῦν­τες, ὡς μὴ ἀ­νή­κον­τες εἰς τὸ κυ­βερ­νη­τι­κὸν κόμ­μα, κα­τέ­κρι­νον σφό­δρα τὴν πο­ρεί­αν τῆς κυ­βερ­νή­σε­ως καὶ ἐ­κά­κι­ζον τὸν Βα­σι­λέ­α τὸν δι­α­τη­ροῦν­τα αὐ­τήν. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πέ­πλη­ξε πι­κρὰ αὐ­τούς λέ­γων:

       — »Καὶ ποῦ ἠ­ξεύ­ρει ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται εἰς ὅ­λον τὸ Ἔ­θνος; Ποι­ὸς τοῦ λέ­γει τὴν ἀ­λή­θεια; Κα­θέ­νας τοῦ μι­λεῖ κα­τὰ τὸ συμ­φέ­ρον του.

       Εἷς τῶν πα­ρι­στα­μέ­νων τῷ ἀν­τι­πα­ρε­τή­ρη­σεν ὅ­τι, ὅ­ταν θε­λή­σῃ ὁ Βα­σι­λεύς, μαν­θά­νει καὶ τὰ ἐ­λά­χι­στα τῶν συμ­βαι­νόν­των εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μὲ τοῦ­τον συ­νε­φώ­νει καὶ ὁ Μο­θω­νιός. Τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ὀρ­γι­σθεὶς καὶ ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν τε­λευ­ταῖ­ον τῷ εἶ­πεν:

       — »Βρὲ κού­τσου­ρο, σεῖς τὴν αὐ­γή, πέν­τε ἄν­θρω­ποι δι­κοί μου, μοῦ εἴ­πα­τε πέν­τε λο­γι­ῶν πράγ­μα­τα γιὰ τὸ σπει­ρὶ ποὺ πο­νῶ καὶ δὲν ἠμ­πό­ρε­σα νὰ μά­θω τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ τὰ με­ριά μου ἕ­ως τὰ μά­τια μου, ποὺ εἶ­ναι μί­α πή­χη μα­κρυ­ά, καὶ θέ­λεις νὰ μά­θῃ ὁ Βα­σι­λεὺς τί γί­νε­ται ἡ­μέ­ρες μα­κρυ­ά;»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 222-223 [Τίτλος: «485.— Ἀ­πὸ ποῦ κι’ ὡς ποῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Μαρία Κοτρούτσου: Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης


Μα­ρί­α Κο­τρού­τσου


Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης:

Ἐραστής χωρὶς δεσμεύσεις, πληροφορίες γιὰ τὸ χρήστη


ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ:

Στὴν συν­θή­κη πε­ρι­έ­χε­ται ἄ­το­μο τοῦ εὐ­ρύ­τε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ κύ­κλου, αὐ­στη­ρά.  Οἱ κα­λυ­πτό­με­νες προ­δι­α­γρα­φὲς εἶ­ναι συμ­βα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου. Νέ­α ἐ­νι­σχυ­μέ­νη σύν­θε­ση βρα­δεί­ας ἀ­πο­δέ­σμευ­σης.


ΧΡΗΣΗ:

Ἁ­πλή, σύν­το­μη καὶ σπο­ρα­δι­κὴ χρή­ση ὥ­στε νὰ μὴν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἡ με­τα­βό­λι­ση τῆς οὐ­σί­ας. Ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πλή­ρω­μα σε­ξου­α­λι­κῆς ζω­ῆς, δὲν ὑ­πο­κα­θι­στᾶ μί­α ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη σχέ­ση.


ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ:

Σὲ πε­ρί­πτω­ση κα­τά­στα­σης φρι­κτῆς ἀ­νη­συ­χί­ας, ἀϋ­πνί­ας καὶ ἀ­νώ­φε­λης ἀ­να­ζή­τη­σης ἀ­παν­τή­σε­ων, πα­ρα­κα­λῶ ξε­πλύ­νε­τε μὲ ἄ­φθο­νο ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νῆ­στε μὲ τὸ Κέν­τρο Δη­λη­τη­ρι­ά­σε­ων. Κά­να­τε ὑ­περ­κα­τα­νά­λω­ση τῆς ἐν­δει­κτι­κῆς προσ­λαμ­βα­νό­με­νης πο­σό­τη­τας πρόσ­λη­ψης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κοτρούτσου Μαρία (Πήλιο, 1993). Σπού­δα­σε Μη­χανι­κὸς Πλη­ροφο­ρικῆς στὸ Πανε­πι­στή­μιο Ἰωαν­νί­νων. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τώ­ρα ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὸν Βό­λο. Δου­λεύει σὲ μπὰρ στὸ κέντρο τῆς πό­λης, ἐνῶ παράλ­λη­λα διδά­σκει ἀγ­γλι­κά σὲ κέν­τρο ξέ­νων γλως­σῶν. Δη­μο­σιε­ύει γιὰ πρώ­τη φορά.


Βασίλης Χουλιαρᾶς: Ἕνα περίεργο ὄνειρο


Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς


Ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο


ΠΕΣΕ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ καὶ εἶ­δε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ὄ­νει­ρο. Εἶ­δε ὅ­τι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι ὅ­που κοι­μό­ταν καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ ντου­λά­πι ὅ­που ἀ­πο­βρα­δὶς εἶ­χε λέ­ει κρύ­ψει ἕ­να τσε­κού­ρι. Ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ πῆ­ρε στὰ χέ­ρια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας.

        Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν ὅ­τι ἦ­ταν ὁ πιὸ κα­λο­συ­νά­τος ἄν­θρω­πος τοῦ κό­σμου, καὶ δὲν ἔ­πε­φταν ἔ­ξω. Πο­τέ του δὲν εἶ­χε πει­ρά­ξει οὔ­τε μύ­γα. Ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του ἤ­πι­ων τό­νων, προ­σπα­θοῦ­σε πάν­τα νὰ κι­νεῖ­ται ἐν­τὸς ὁ­ρί­ων καὶ νὰ μὴν προ­κα­λεῖ μὲ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του. Πάν­τα συ­νε­πὴς στὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του, πρῶ­τα στὸ σχο­λεῖ­ο, με­τὰ στὴ σχο­λή, στὸ στρα­τὸ καὶ τώ­ρα στὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α ὅ­που δού­λευ­ε. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ παν­τρεύ­τη­κε, ὄ­χι πὼς πρὶν ἔ­κα­νε κα­μιὰ ἄ­σω­τη ζω­ή, ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴ δου­λειὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ στὸ σπί­τι. Μὲ λί­γα λό­για, πρό­τυ­πο πο­λί­τη καὶ κα­λοῦ οἰ­κο­γε­νειά­ρχη.

       Στὸ δι­πλὸ κοι­μό­ταν ἀ­κό­μα ἡ ἀ­πὸ δε­κα­ε­τί­ας γυ­ναί­κα του. Ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σε καὶ τῆς ἔ­κα­νε ὅ­λα τα χα­τί­ρια ἀ­γόγ­γυ­στα. Ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν βρά­δυ, ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­λεύ­θε­ρος ἀ­πὸ κά­θε εἴ­δους συμ­βά­σεις. Μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ὅ,τι ἤ­θε­λε. Πράγ­μα­τα ποὺ ἄλ­λω­στε δὲ θὰ εἶ­χαν κα­μί­α οὐ­σι­α­στι­κὴ συ­νέ­πεια, μιᾶς καὶ τὸ πρω­ὶ θὰ ἦ­ταν ὅ­λα στὴ θέ­ση τους.

       Ἔ­τυ­χε λοι­πὸν νὰ κρα­τᾶ ἕ­να τσε­κού­ρι καὶ δί­πλα νὰ εἶ­ναι ἐ­κεί­νη. Ἔ­τσι, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ, σή­κω­σε τὸ τσε­κού­ρι ψη­λὰ καὶ τὸ κα­τέ­βα­σε στῆς γυ­ναί­κας τὸ σῶ­μα. Τὸ θέ­α­μα ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἦ­ταν ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κό, μὰ ὁ ἄν­θρω­πός μας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πρά­ξης του πα­ρὰ τρό­μα­ξε.

       Δὲν ἔ­μει­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸ ἔρ­γο του. Γρή­γο­ρα ἄ­φη­σε τὸ χά­ος τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ σα­λό­νι σκε­πτό­με­νος ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α καὶ νὰ δη­λώ­σει τὸ «φό­νο ποὺ δι­έ­πρα­ξε», ὅ­πως ἀν­τί­στοι­χα θὰ ἔ­κα­νε σὲ πα­ρό­μοι­α πε­ρί­πτω­ση ἂν ἦ­ταν ξύ­πνιος, μιᾶς καί, πα­ρό­λο ποὺ κοι­μό­ταν, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πα­ρέ­με­νε ἕ­νας εὐ­συ­νεί­δη­τος πο­λί­της.

       Ἐν συ­νε­χεί­α κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν κου­ζί­να. Σὲ ἕ­να ντου­λά­πι βρῆ­κε κά­τι ξη­ροὺς καρ­πούς, τοὺς πῆ­ρε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σα­λό­νι. Ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ξά­πλω­σε στὸν κα­να­πὲ πε­ρι­μέ­νον­τας. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ’ρ­θει νὰ τὸν μα­ζέ­ψει.

       Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν τό­σο ἀ­λη­θο­φα­νῆ. Τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα, γιὰ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἀ­νά­κρι­ση. Δὲν τοῦ ἔ­κα­νε καρ­διὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ ὅ­τι ἦ­ταν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας του. Εἴ­πα­με, ἐ­πρό­κει­το γιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ψυ­χή. Ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ παί­ξει μέ­χρι τέ­λους τὸ παι­χνί­δι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ ἄ­πει­ρες ἐ­ρω­τή­σεις για­τί τὴ σκό­τω­σε, θέ­λον­τας νὰ τοὺς ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἀ­πέ­χθεια τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς τά­ξης γιὰ τὸ χά­ος καὶ τὴ μα­νί­α τους γιὰ τὴν εὕ­ρε­ση ἑ­νὸς κά­ποι­ου αἰ­τί­ου σὲ κά­θε φαι­νό­με­νο, τοὺς δή­λω­σε ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νε για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κού­ει νὰ ρο­χα­λί­ζει, ἐ­νῶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ψέ­μα, μιᾶς καὶ ἡ γλυ­κιά του πάν­τα κοι­μό­ταν ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα στὴν πλευ­ρά της, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κά­τι ἄλ­λο νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει.

       Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης τὸν εἶ­χαν λέ­ει κύ­ριο θέ­μα. Παν­τοῦ ἄ­κου­γε καὶ δι­ά­βα­ζε σχό­λια καὶ ἀ­να­λύ­σεις γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή του. Ἔγ­κρι­τοι δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ γνω­στοὶ ψυ­χο­λό­γοι, πα­θο­λό­γοι μὲ εἰ­δι­κό­τη­τα στὸ ρο­χά­λι­σμα καὶ πο­λι­τι­κοί, κα­τα­σκευα­στὲς κρε­βα­τι­ῶν καὶ τρα­γου­δι­στές, τη­λε­ο­πτι­κοὶ μα­ϊν­τα­νοὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λοι μυ­στή­ριοι κα­τέ­θε­ταν τὴν ἔγ­κυ­ρη ἄ­πο­ψή τους. Ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν μὲ πά­θος ὅ­τι ἔ­φται­γαν τὰ στρώ­μα­τα καὶ ὁ δη­μο­σι­ο­ϋ­παλ­λη­λι­κὸς κώ­δι­κας, καὶ ἄλ­λοι ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση, τὸ μι­σθο­λό­γιο, ὁ ἔγ­γα­μος βί­ος, τὰ ἄ­στρα, ἡ παν­σέ­λη­νος. Τοὺς κοί­τα­ζε ὅ­πως πα­ρα­κο­λου­θεῖ κα­νεὶς μιὰ πα­ρά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α, ἂν καὶ δὲν τὸ θέ­λει, εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ες ἀ­κα­τα­νό­η­τες δε­σμεύ­σεις.

       Μό­νο στὴν αἴ­θου­σα τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου, τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἀ­να­κοι­νω­νό­ταν ἡ ποι­νὴ του —δὶς ἰ­σό­βια, ἐ­νῶ σύσ­σω­μος ὁ Τύ­πος ζη­τοῦ­σε τὴ θα­να­τι­κή του κα­τα­δί­κη– μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κρα­τη­θεῖ, πα­ρό­λο ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ἔ­δει­χνε ἀ­πεί­θεια πρὸς τὸ δι­κα­στή­ριο, ξέ­σπα­σε σὲ τραν­τα­χτὰ γέ­λια σκε­πτό­με­νος τί ἐν­τύ­πω­ση θὰ ἔ­κα­νε στοὺς γνω­στούς του αὐ­τὴ ἡ ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἔ­πλα­σε ἐν ὑ­πνώ­σει τὸ μυα­λό του, ὅ­ταν θὰ τὴ δι­η­γι­ό­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα.

       Ὅ­μως ἡ ἐν λό­γῳ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὴν ἑ­πό­με­νη ἔκ­δο­σή τους μὲ πρω­το­σέ­λι­δους τί­τλους οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες νὰ ἀ­πο­φαί­νον­ται ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πός μας ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἑ­νὸς αἱ­μο­στα­γοῦς καὶ ἀν­θρω­πό­μορ­φου τέ­ρα­τος.

       Τώ­ρα στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ πτέ­ρυ­γα τῆς φυ­λα­κῆς ποὺ κρα­τεῖ­ται πε­ρι­μέ­νει πό­τε ἐ­πι­τέ­λους θὰ τε­λει­ώ­σει τὸ ὄ­νει­ρό του καὶ ἀ­πο­φεύ­γει μιὰ κα­τα­ρα­μέ­νη ἰ­δέ­α ποὺ σι­γὰ-σι­γὰ ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρι­βε­λί­ζει τὸ μυα­λό.



Βα­σί­λης Χου­λια­ρᾶς (1974). Σπού­δα­σε στὸ ΕΜΠ. Ζεῖ στὸ Μεσ­σο­λόγ­γι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Οἱ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ πρὶν τὸν ὕ­πνο (2012, Γα­βρι­η­λί­δης). Πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α.