Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Ὅταν ἐμφανίστηκε ἐκεῖνος ὁ πόνος στὸ γόνατο


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το


ΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ξαφ­νι­κὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το μιὰ κα­λὴ ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας, ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω πε­ρὶ τοῦ θέ­μα­τος γνω­στοὺς καὶ φί­λους καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο . Τε­λι­κὰ ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι κα­λὴ αἰ­τί­α γιὰ νὰ κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θεῖς καὶ πά­λι, νὰ ἐν­τα­χτεῖς σὲ ὁ­μά­δες, νὰ ἐν­δυ­νά­μω­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ «ἀ­νή­κειν», ὅ­ταν κα­τε­στραμ­μέ­νες ἀρ­θρώ­σεις καὶ ἀρ­θρο­πλα­στι­κὲς καὶ ἐμ­φυ­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι, εἶ­ναι ἔν­νοι­ες ποὺ ἀ­να­τέλ­λουν στὴ ζω­ή σου. Εἶ­χα κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ τό­σους ἄλ­λους θὰ μοι­ρα­ζό­μουν μα­ζί τους ἀ­ξί­ες καὶ στά­σεις καὶ θὰ προ­σορ­μι­ζό­μουν ἀ­σφα­λὴς στὴν θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τους, μὲ τὴ φι­λί­α καὶ τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η τους θὰ πο­ρευ­ό­μουν.

        Προ­τι­μοῦ­σα βέ­βαι­α συ­νειρ­μοὺς ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ «Τὸ γό­να­το τῆς Κλαί­ρης», τοῦ Ρο­μὲρ , ἀ­νά­λα­φρου δη­μι­ουρ­γοῦ τοῦ γαλ­λι­κοῦ νέ­ου κύ­μα­τος καὶ τὴν σχε­τι­κὴ ἔ­ξα­ψη φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς ἀν­τρι­κῆς σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας, συ­νειρ­μοὺς ἐν­θαρ­ρυν­τι­κοὺς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως μᾶλ­λον ἀ­νε­πί­και­ρους γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή μου.

        Ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἐ­πέ­λα­ση γη­ρα­τει­ῶν – πα­ρω­δί­α καὶ σφα­γὴ καὶ ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­ση κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ καὶ με­τα­φο­ρι­κά; Ἄς προ­τι­μή­σω κα­λύ­τε­ρα νὰ μπῶ σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α νὰ με­λε­τή­σω ἄρ­θρα γιὰ τὸ «Γό­να­το τῆς Κλαί­ρης» καὶ τὴν πο­λυ­λο­γί­α ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὸ σι­νε­μὰ ὁ Ἐ­ρὶκ Ρο­μέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τελευταῖο της βιβλίο: Κινητὴ γιορτή (διηγήματα, Νη­σί­δες, 2018).


			

Βαγγέλης Δημητριάδης: Ἀνακύκλωση


Βαγγέλης Δημητριάδης


Ἀνακύκλωση


ΤΑΝ σὲ ὅ­λα του προ­νο­η­τι­κός. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε τυ­πώ­σει κρυ­φὰ τὸ κα­λύ­τε­ρό του βι­βλί­ο. Μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το μὲ πλαί­σιο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν πο­λυ­ση­μί­α τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ μέ­σα στὰ ὄ­νει­ρα. Ἤ­θε­λε νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὴν κη­δεί­α του. Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι θὰ ἔ­παιρ­ναν ἕ­να ἀν­τί­τυ­πο ὁ κα­θέ­νας, σὰν ἀ­νά­μνη­ση, ἀν­τί­δω­ρο πές, ἀ­πὸ τὸ νε­ω­κό­ρο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­χε προ­βλέ­ψει καὶ τὰ τυ­πι­κά. Στὴ σε­λί­δα τρί­α εἶ­χε προ­σθέ­σει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, Λό­γῳ ἀ­δυ­να­μί­ας πα­ρα­κα­λῶ γρά­ψε­τε τὸ ὄ­νο­μά σας καὶ βά­λε­τε τὴν ἡ­με­ρο­μη­νία δι­α­νο­μῆς τοῦ βι­βλί­ου. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς προσ­δο­κί­ες, τὰ πράγ­μα­τα ἦρ­θαν ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἰ­ὸς τοῦ θα­νά­του δὲν ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ τὸν συ­νο­δέ­ψουν στὴν τε­λευ­ταί­α του κα­τοι­κί­α φί­λοι, πι­στοὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ τό­που του. Ὁ πα­πάς, ὁ ψάλ­της καὶ ἑ­φτὰ ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα κλη­ρο­νό­μους του βρέ­θη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο στὴν ἐ­ξό­δια ἀ­κο­λου­θί­α. Οἱ συγ­γε­νεῖς μά­λι­στα πα­ρου­σι­ά­στη­καν με­τὰ φό­βου. Ὄ­χι φό­βου Θε­οῦ… Φο­ροῦ­σαν γάν­τια, μά­σκες, γυα­λιά. Εὐ­τυ­χῶς, ὅ­λα μαῦ­ρα γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Τὰ μέ­τρα μὲ τὰ προ­σχή­μα­τα… Φυ­σι­κά, οἱ βο­η­θη­τι­κοὶ ὑ­πάλ­λη­λοι τοῦ γρα­φεί­ου κη­δει­ῶν γιὰ τὰ γνω­στὰ πε­ραι­τέ­ρω ἦ­ταν πα­ρόν­τες. Κι αὐ­τοὶ δι­α­κρι­τι­κοί, μὲ τὰ μαῦ­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, ὁ νε­ω­κό­ρος κοί­τα­ζε τὰ κλει­στὰ κι­βώ­τια μὲ τὰ βι­βλί­α κι ἔ­τρι­βε τὸ πη­γού­νι του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ποιά κα­τη­γο­ρί­α με­τα­κί­νη­σης ἀ­πὸ τὸ 1 μέ­χρι τὸ 6 νὰ ἐ­πι­λέ­ξει στὸ κι­νη­τό του, γιὰ νὰ τὰ με­τα­φέ­ρει αὔ­ριο στὸ χῶ­ρο τῆς ἀ­να­κύ­κλω­σης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος: Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός

 



Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος


Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός


ΥΜΝΟΚΕΦΑΛΗ τη­λε­περ­σό­να, ποὺ ἐ­λέ­ῳ τῆς ‘σο­φῆς’ ψή­φου ὑ­πο­δύ­ε­ται τὸν βου­λευ­τὴ ρη­ξι­κέ­λευ­θου προ­φίλ, ἀ­γω­νί­ζε­ται με­τὰ πά­θους ἀ­πὸ τη­λε­ο­πτι­κῆς κα­θέ­δρας νὰ μᾶς δι­δά­ξει ποι­ό ἀ­πὸ τὰ τρί­α εἶ­ναι τὸ ὀρ­θό. Οἰ­κτί­ρον­τας μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ὅ­σους τὸ λέ­νε λά­θος καὶ ἐκ­χω­ρών­τας στὴν φά­τσα του βλέμ­μα ἄ­φα­της αὐ­το­ϊ­κα­νο­ποί­η­σης.

       Κα­θεὶς καὶ τὰ φί­δια του, θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ γυ­μνο­κέ­φα­λος μὲ τὰ δι­κά του κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἀλ­λερ­γί­ες μου αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Δὲν πρό­λα­βε νὰ μπεῖ κα­λὰ-κα­λὰ ὁ Μάρ­της καὶ λὲς καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ μιὰ χού­φτα ἄμ­μο σὲ κά­θε μά­τι. Ἔ­κλει­σα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γυ­ρέ­ψω ὀ­φθαλ­μί­α­τρο στὸ δι­α­δί­κτυ­ο.

       «Πᾶς κα­λά:», μὲ ἀ­πο­πῆ­ρε ἡ κό­ρη μου, «ἐ­δῶ ἔ­χου­με δι­κό μας ἄν­θρω­πο κι ἐ­σὺ ψά­χνεις στὰ κου­του­ροῦ;»

       Ὁ δι­κός μας ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἦ­ταν στὸ Μα­ρού­σι κι ἐ­γὼ βα­ρι­ό­μουν νὰ ξε­κου­νη­θῶ ἀ­πὸ τὸ Κέν­τρο. Βρῆ­κα κά­ποι­α μὲ ἐ­πώ­νυ­μο σὲ -ί­δη κι ἔ­κλει­σα ραν­τε­βοῦ.

       Ἡ σε -ί­δη μὲ ἐ­ξέ­τα­σε, ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν ἀλ­λερ­γι­κὴ φύ­ση τῆς τα­λαι­πω­ρί­ας μου καὶ πε­ρί­που μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νὰ μά­θω νὰ ζῶ μὲ τὸ πρό­βλη­μά μου. Δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ κρά­τη­σε ἡ συν­τα­γο­γρά­φη­ση, μό­λις δέ­κα εἶ­χε κρα­τή­σει ἡ ἐ­ξέ­τα­ση. Ἄλ­λο ἕ­να ἐ­πί­τευγ­μά μας αὐ­τό.

       Τε­λει­ώ­νον­τας ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει, ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι, τί δου­λειὰ κά­νω, ποὺ ἦ­ταν τὸ γρα­φεῖ­ο μου, τί ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἔ­χω.

       «Λές», γαρ­γα­λή­θη­κα, «νὰ εἶ­ναι πρό­σφο­ρη γιὰ παι­χνί­δι; Λές;»

       Κά­τι χαρ­μό­συ­νο πῆ­γε νὰ σκιρ­τή­σει μέ­σα μου, ἀλ­λὰ κα­πα­κώ­θη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴ δεύ­τε­ρη σκέ­ψη: «Φυ­λά­ξου, κα­ρα­δο­κεῖ ξε­φτί­λα, ἐ­δῶ τῆς ρί­χνεις κα­μιὰ εἰ­κο­σι­πεν­τα­ριὰ χρό­νια…»

       Ἀ­να­δι­πλώ­θη­κα, «ἡ μὲν σὰρξ πρό­θυ­μη, τὸ δὲ πνεῦ­μα ἀ­σθε­νές….»

       Βγῆ­κα μὲ τὴν συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι. Στὸ πρῶ­το φαρ­μα­κεῖ­ο πῆ­γα μὲ φό­ρα νὰ μπῶ.

       «Μεί­νε­τε στὴν θέ­ση σας!», μὲ πρό­λα­βε προ­τοῦ δρα­σκε­λί­σω τὸ κα­τώ­φλι, κά­τι σὰν τρα­χὺ πα­ράγ­γελ­μα κα­ρα­βα­νὰ ἐ­πι­λο­χί­α, σὲ θη­λυ­κὴ ὅ­μως ἔκ­δο­ση.

       Κοκ­κά­λω­σα.

       Εὐ­ει­δὴς καὶ νέ­α ἡ φαρ­μα­κο­ποι­ὸς ποὺ μὲ ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε. Ἐμ­φά­νι­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­ναν­τί­στοι­χη μὲ τὴν τρα­χύ­τη­τα τοῦ πα­ραγ­γέλ­μα­τος.

       «Πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τε­λει­ώ­σω μὲ τὸν κύ­ριο καὶ με­τὰ θὰ μπεῖ­τε», συ­νέ­χι­σε στὸν ἴ­διο τό­νο.

       Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει μό­νο ἕ­νας μέ­σα στὸ φαρ­μα­κεῖ­ο κά­θε φο­ρά. Πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τὸν κύ­ριο, ὁ­πό­τε δεύ­τε­ρο πα­ράγ­γελ­μα μὲ πε­ρί­με­νε: «Ἀ­πε­λευ­θε­ρῶ­στε τὰ χέ­ρια σας». Κοί­τα­ξα τὰ χέ­ρια μου. Κρά­τα­γα στὸ ἕ­να τὴν τσάν­τα μου, στὸ ἄλ­λο τὴν συν­τα­γή.

       Φορ­τώ­θη­κα τὴν τσάν­τα στὴν πλά­τη καὶ ἔ­βα­λα τὴν συν­τα­γὴ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὑ­πὸ μά­λης.

       Μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ ἀν­τι­ση­πτι­κὸ καὶ ἀ­πο­λύ­μα­να τὰ χέ­ρια μου.

       «Ὁ­ρί­στε», ἄ­κου­σα ἐ­πὶ τέ­λους φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ τὴν φω­νή της. Τῆς ἔ­τει­να τὴν συν­τα­γὴ καὶ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σα πρὸς τὸ μέ­σον τοῦ φαρ­μα­κεί­ου, φο­βού­με­νος ἐν­δε­χό­με­νη πα­ρα­τή­ρη­σή της ποὺ δὲν θὰ μοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ πα­ρα­μεί­νω εὐ­γε­νής.

       Μέ­χρι νὰ βρεῖ τὰ φάρ­μα­κα ἔ­ρι­ξε ἄλ­λα δύ­ο αὐ­στη­ρὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα καὶ κάρ­φω­σε στὴν πόρ­τα ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ μιὰ για­γιά.

       Μοῦ ἔ­δω­σε τὰ φάρ­μα­κα, τῆς ἔ­δω­σα χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα. Τὸ ἔ­πι­α­σε μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ποὺ φο­ροῦ­σε πλα­στι­κὸ γάν­τι.

       Μοῦ γύ­ρι­σε τὰ ρέ­στα, τριά­ντα πέν­τε καὶ τριά­ντα, μὲ τὸ …γυ­μνὸ ἀ­ρι­στε­ρό της χέ­ρι.

       Τὴν κοί­τα­ξα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, «μᾶς δου­λεύ­ει ἄ­γρια, δὲ γί­νε­ται», ἦ­ταν ἡ πρώ­τη σκέ­ψη. Ἡ μή­πως ὁ κορο(ω)νο(α)ϊὸς «δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾶ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι…»

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι καὶ κα­τέ­βα­σα ἀ­πὸ τὴν βι­βλι­ο­θή­κη «ἐ­κεῖ­νον τὸν πε­ρι­ού­σιο Πα­πα­δι­α­μάν­τη».

       Βρῆ­κα τὴ νου­βέ­λα «Βαρ­διά­νος στὰ Σπόρ­κα» κι ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω τὰ πά­θη «τῆς Σκεύ­ως τῆς Σα­βου­ρό­κο­φας». Τὰ πά­θη τῶν μέ­σα καὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λοι­μο­κα­θαρ­τή­ριο τῆς ἐ­πο­χῆς.

       …Ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­το­τε ἐν και­ρῷ πα­νι­κοῦ φό­βου, μέ­γας συ­νω­στι­σμὸς καὶ σπου­δὴ ἀ­λό­γι­στος καὶ τυ­φλὴ φυ­γὴ εἶ­χον ἐ­πέλ­θει […]. Ἀλ­λὰ τὸ πλεῖ­στον κα­κὸν ὀ­φεί­λε­ται ἀ­ναν­τιρ­ρή­τως εἰς τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς δι­οι­κή­σε­ως. Θὰ ἔ­λε­γέ τις ὅ­τι ἡ χώ­ρα αὕ­τη ἠ­λευ­θε­ρώ­θη ἐ­πί­τη­δες διὰ ν’ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι δὲν ἦ­το ἱ­κα­νὴ πρὸς αὐ­το­δι­οί­κη­σιν […]. Οἱ κερ­δο­σκό­ποι ἀ­πέ­θε­τον τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τά των εἰς τὴν ἄ­κραν της ἀ­πω­τά­της ἀ­κτῆς τῆς ἐ­ρη­μο­νή­σου, ἐ­λάμ­βα­νον τὰ λε­πτά των καὶ ἔ­φευ­γον. Ἡ χο­λέ­ρα δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾷ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι. Ἐ­λέ­χθη ὅ­τι οἱ πλεῖ­στοι των ἀν­θρώ­πων, τῶν πα­ρα­στα­θέν­των τό­τε ὡς θυ­μά­των τῆς χο­λέ­ρας, ἀ­πέ­θα­νον πραγ­μα­τι­κῶς ἐκ πεί­νης. Ἴ­σως νὰ μὴν ὑ­πῆρ­ξεν ὅ­λως χο­λέ­ρα. Ἀλ­λ’ ὑ­πῆρ­ξε τύ­φλω­σις καὶ ἀ­θλι­ό­της καὶ συμ­φο­ρὰ ἀ­νή­κου­στος. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­λοι πά­σχον­τες, ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τ’ ἀλ­λή­λων, εἰς ἐ­πί­με­τρον, καὶ κα­θί­στων τὴν δει­νο­πά­θειαν ἀ­πεί­ρως με­γα­λυ­τέ­ραν. Οἱ εὔ­πο­ροι ἐκ τῶν κα­θα­ρι­ζο­μέ­νων ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν πτω­χῶν […]. Οἱ πτω­χοὶ ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν εὐ­πό­ρων […]. Ὅ­λοι ὁ­μοῦ οἱ ὑ­πὸ κά­θαρ­σιν τα­ξι­δι­ῶ­ται ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πο­λί­χνης, καὶ τοὺς κα­τη­γό­ρουν ἐ­πὶ ἀ­συ­νει­δή­τῳ αἰ­σχρο­κερ­δεί­ᾳ καὶ σκλη­ρό­τη­τι […]. Οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λί­χνης ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν τα­ξι­δι­ω­τῶν, καὶ ἐ­μί­σουν αὐ­τούς, δι­ό­τι εἶ­χον ἔλ­θει νὰ τοὺς φέ­ρω­σι τὴν χο­λέ­ραν. Κα­κὴ ὑ­πο­ψία, δυ­σπι­στί­α καὶ ἰ­δι­ο­τέ­λεια χω­ροῦ­σα μέ­χρις ἀ­παν­θρω­πί­ας, ἐ­βα­σί­λευ­ε παν­τα­χοῦ. Ὅ­λα ταῦ­τα ἤ­σαν εἰς τὸ βά­θος καὶ ὁ φό­βος τῆς χο­λέ­ρας ἦ­το εἰς τὴν ἐ­πι­φά­νειαν. Θὰ ἔ­λε­γές τις ὅ­τι ἡ χο­λέ­ρα ἦ­το μό­νον πρό­φα­σις, καὶ ὅ­τι ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­σις τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­το ἡ ἀ­λή­θεια.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἄρις Ἀλεβῖζος (Χά­στε­μη [Λευ­κο­χώ­ρα] Μεσ­ση­νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ δι­κη­γό­ρη­σε ἐ­πὶ 37 χρό­νια στὴν Ἀ­θή­να. Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν γε­ωρ­γί­α. Ἔρ­γα: Δει­νὸς κα­βα­λά­ρης, δι­η­γή­μα­τα, Πλα­νό­διον· Τὸ ἀ­ό­ρα­το ἄ­συ­λο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος· Σφαῖ­ρες στὸ Αἰ­γά­λε­ω, δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λης· Ἕ­νας Αὔ­γου­στος χω­ρὶς ἐ­πί­λο­γο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἂς μὴν ἐ­νο­χλη­θεῖ κα­νείς, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἡ δω­ρε­ὰ τῶν δέν­τρων, δι­η­γή­μα­τα, Εὔ­μα­ρος.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Οἱ πέντε φυγόκεντρες παρθένες



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Οἱ πέντε φυγόκεντρες παρθένες


ΑΡΕΒΑΛΟΜΕΝ* εἰς τὴν μο­νὴν τῶν Εὐ­νού­χων εἰς τὸν ἅ­γιον Ἰ­ορ­δά­νην, ἐ­γώ τε καὶ ἀ­δελ­φὸς Σω­φρό­νιος καὶ δι­η­γή­σα­το ἡ­μῖν ὁ ἀβ­βᾶς Νι­κό­λα­ος, ὁ πρε­σβύ­τε­ρος τοῦ αὐ­τοῦ μο­να­στη­ρί­ου, λέ­γων, ὅ­τι.

       «Ἐν τῇ χώ­ρᾳ μου (ἦν δὲ Λύ­κιος) μο­να­στή­ριόν ἐ­στι παρ­θέ­νων ὡς ὀ­νο­μά­των τεσ­σα­ρά­κον­τα*. Ἐν τού­τῳ οὖν τῷ μο­να­στη­ρί­ῳ ἐ­βου­λεύ­σαν­το πέν­τε παρ­θέ­νοι φυ­γεῖν νυ­κτὸς ἐκ τοῦ μο­να­στη­ρί­ου καὶ λα­βεῖν ἑ­αυ­ταῖς ἄν­δρας. Ἐν μιᾷ οὖν νυ­κτί, πα­σῶν τῶν μο­να­στρι­ῶν κα­θευ­δου­σῶν, βου­λο­μέ­νων αὐ­τῶν λα­βεῖν τὰ ἱ­μά­τια αὑ­τῶν καὶ φυ­γεῖν, πα­ρα­χρῆ­μα αἱ πέν­τε ἐ­δαι­μο­νί­σθη­σαν. Τού­του γε­νο­μέ­νου οὐκ ἔ­τι ἐ­ξῆλ­θον ἐκ τοῦ μο­να­στη­ρί­ου, ἀλ­λ’ ηὐ­χα­ρί­στουν τῷ Θε­ῷ καὶ ἐ­ξω­μο­λο­γοῦν­το τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὑ­τῶν, λέ­γου­σαι.

       “Εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν τῷ με­γα­λο­δώ­ρῳ Θε­ῷ τῷ ἐ­πά­γον­τι ἡ­μῖν τὴν παι­δεί­αν ταύ­την*, ἵ­να μὴ αἱ ψυ­χαὶ ἡ­μῶν ἀ­πό­λων­ται.”»


πα­ρε­βά­λο­μεν: φτά­σα­με.
ὀ­νο­μά­των τεσ­σα­ρά­κον­τα: σα­ράν­τα προ­σώ­πων.
τῷ ἐ­πά­γον­τι ἡ­μῖν τὴν παι­δεί­αν ταύ­την: ποὺ μᾶς ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν τι­μω­ρί­αν.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 266-267.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лин­о́р Го­ра́­лик): Βα­θυκκόκινο



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Βα­θυ­κόκ­κι­νο

(Oxblood)

 

ΕΓΡΑΨΕ ὅ­τι τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο μά­θη­μα ποὺ πῆ­ρε τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συ­νέ­βη δέ­κα πε­ρί­που μέ­ρες πρὶν τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν. Βο­η­θοῦ­σε τὴ για­γιά του, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε ἕ­να σάν­του­ιτς μὲ γα­λο­πού­λα, καὶ κό­πη­κε στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς του πα­λά­μης μὲ τὴν κο­φτε­ρὴ λε­πί­δα τοῦ μα­χαι­ριοῦ. Μά­τω­σε λί­γο. Ἡ για­γιὰ ἔ­σπευ­σε στὸ δω­μά­τιό της καὶ ἀ­πὸ τὴ στε­νά­χω­ρη, γλυ­κιὰ ὀ­σμὴ ποὺ ἔ­φτα­σε στὰ ρου­θού­νια του κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὸ ντου­λα­πά­κι μὲ τὰ φάρ­μα­κα. Μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κή, ἀ­πί­θα­να ὄ­μορ­φη βα­θυ­κόκ­κι­νη οὐ­λὴ ἔ­χαι­νε ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρό του δα­χτυ­λά­κι. Ἡ για­γιὰ το­πο­θέ­τη­σε τὸ πο­ρῶ­δες ἑ­νὸς τσι­ρό­του πά­νω στὴν οὐ­λή, καὶ αὐ­τὸ ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­πορ­ρό­φη­σε τὸ αἷ­μα μὲ τὸ μα­λα­κὸ βε­λού­δι­νο ὑ­λι­κό του. Κόλ­λη­σε τὰ ἐ­πι­θέ­μα­τα καί στὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς πα­λά­μης του καὶ τοῦ ‘πε νὰ σφί­ξει δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς τὴ γρο­θιά του, ὥ­στε νὰ ἁ­πλω­θεῖ κα­λὰ ἡ κόλ­λα τους. Κι αὐ­τὸς τὸ ἔ­κα­νε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω, μ’ ἕ­να σάν­του­ιτς γα­λο­πού­λας στὸ τραυ­μα­τι­σμέ­νο χέ­ρι του καὶ μ’ ἕ­να κι­νη­τὸ στὸ ἄλ­λο, τὸ κα­λό του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φω­το­γρα­φί­σει τὴν πλη­γὴ καὶ νὰ τὴ στεί­λει στὴν Τζά­νε­ϊ. Τὸ σάν­του­ιτς δυ­σκό­λε­ψε τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ ρί­ξει κά­τω τὸ τσι­ρό­το του. Ἕ­νας ἁ­πα­λὸς ἦ­χος ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς αὐ­τὸ ἔ­πε­φτε στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια τῶν νε­κρῶν φθι­νο­πω­ρι­νῶν φύλ­λων. Ὅ­ταν τὸ ἀ­νέ­βα­σμα τῆς φω­το­γρα­φί­ας ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, κοί­τα­ξε κά­τω καὶ ἀν­τί­κρι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα μυρ­μήγ­κια ποὺ δρα­σκε­λοῦ­σαν, τρα­βοῦ­σαν, μύ­ρι­ζαν καὶ ἔ­τρω­γαν τὸ κα­φὲ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ βαμ­βα­κε­ροῦ πο­ρώ­δους ὑ­λι­κοῦ στὸ κέν­τρο τοῦ ἐ­πι­θέ­μα­τος. «Δυ­ὸ λε­πτά», ἔ­γρα­φε στὴν ἔκ­θε­σή του, «πι­στέψ­τε τὸ ἢ ὄ­χι, δά­σκα­λε· δυ­ὸ λε­πτὰ μο­νά­χα τοὺς παίρ­νει ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα».



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.

 

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς: Παραλαβή



Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς


Πα­ρα­λα­βή


ΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ ἀ­πὸ τὴν Πό­λη ἡ για­γιά μου, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς καὶ πι­κρα­μέ­νη, εἶ­χε γαν­τζω­θεῖ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται ἐ­πι­βί­ω­ση. Ἀρ­χὲς ἄ­νοι­ας καὶ στὰ μπου­κα­λά­κια φαρ­μά­κων ἔ­βα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο κα­τε­βα­τὸ μὲ ὁ­δη­γί­ες χρή­σης. Νε­ό­τε­ρη καρ­φί­τσω­νε σὲ μπλοῦ­ζες «νὰ ρα­φτεῖ ἕ­να κουμ­πί» ἢ στὰ κουρ­τι­νά­κια τῆς κου­ζί­νας «τυ­ρὶ φέ­τα βα­ρε­λί­σια». Εἴ­κο­σι χρό­νια πρὶν εἶ­χε καρ­φι­τσώ­σει ἕ­να χαρ­τά­κι στὸ γι­λέ­κο τοῦ παπ­ποῦ «νὰ μὴν τὸν ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι» καὶ λέ­νε πὼς αὐ­τὸς δὲν τὸ εἶ­δε, μά­τω­σε καὶ δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ σπί­τι. Σὲ δυ­ὸ ἄγ­γε­λους ποὺ τὴν ἐ­πι­σκέ­φτη­καν, πρό­λα­βε καὶ ἔ­πι­α­σε στὰ φτε­ρὰ δυ­ὸ χαρ­τά­κια «ἄ­χρη­στοι καὶ ἀ­χρεί­α­στοι» ἀ­γνο­ών­τας τὸ χαρ­τά­κι «πρὸς πα­ρα­λα­βή» ποὺ κρε­μό­ταν στὴ νυ­χτι­κιά της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).

Εἰκόνα: Ψυχὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ­ται στὸν οὐ­ρα­νό· ἔρ­γο (1878) τοῦ Γάλ­λου Ζω­γρά­φου Wil­liam-A­dol­phe Bou­gue­reau (1825-1905).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ­να μὴ

­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ­δρω­πιά­σῃ


Ν ΤΟΥΤΩΙ τῷ ὄ­ρει τῆς Νι­τρί­ας ἀ­νήρ τις Βε­νια­μὶν οὕ­τω κα­λού­με­νος, βι­ώ­σας ἐ­πὶ ἔ­τη ὀ­γδο­ή­κον­τα καὶ εἰς ἄ­κρον ἀ­σκή­σας, κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των*, ὡς παν­τὶ ᾧ ἂν χεῖ­ρα ἐ­πε­τί­θει ἢ ἔ­λαι­ον εὐ­λο­γή­σας ἐ­δί­δου, πά­σης ἀ­παλ­λάτ­τε­σθαι ἀρ­ρω­στί­ας. Οὗ­τος τοί­νυν ὁ τοι­ού­του χα­ρί­σμα­τος κα­τα­ξι­ω­θεὶς πρὸ ὀ­κτὼ μη­νῶν τοῦ θα­νά­του αὐ­τοῦ ὑ­δρω­πί­α­σε, καὶ ἐ­πὶ το­σοῦ­τον ὠγ­κώ­θη αὐ­τοῦ τὸ σῶ­μα ὡς ἄλ­λον Ἰ­ὼβ φαί­νε­σθαι. Πα­ρα­λα­βὼν οὖν ἡ­μᾶς Δι­ό­σκο­ρος ὁ ἐ­πί­σκο­πος, τό­τε δὲ πρε­σβύ­τε­ρος ὢν τοῦ ὄ­ρους τῆς Νι­τρί­ας, ἐ­μέ τε καὶ τὸν μα­κά­ριον Εὐά­γριον, λέ­γει ἡ­μῖν· «Δεῦ­τε, ἴ­δε­τε νέ­ον Ἰ­ὼβ ἐν το­σού­τῳ ὄγ­κῳ σώ­μα­τος καὶ πά­θει ἀ­νιά­τῳ ἄ­με­τρον κε­κτη­μέ­νον εὐ­χα­ρι­στί­αν.» Ἀ­πελ­θόν­τες οὖν ἐ­θε­α­σά­με­θα το­σοῦ­τον ὄγ­κον σώ­μα­τος ὡς μὴ δύ­να­σθαι δά­κτυ­λον χει­ρὸς αὐ­τοῦ πε­ρι­λαμ­βά­νειν ἄλ­λους δα­κτύ­λους. Μὴ δυ­νά­με­νοι δὲ ἀ­τε­νί­ζειν τῇ τοῦ πά­θους δει­νό­τη­τι τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­πε­στρέ­ψα­μεν. Τό­τε λέ­γει ἡ­μῖν ὁ μα­κά­ριος ἐ­κεῖ­νος Βε­νια­μίν· «Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ· οὗ­τος γὰρ οὔ­τε με εὐ­πα­θῶν ὤ­νη­σεν*, οὔ­τε δυ­σπα­θῶν ἔ­βλα­ψε.» Τοὺς οὖν ὀ­κτὼ μῆ­νας δί­φρος* αὐ­τῷ ἔ­κει­το πλα­τύ­τα­τος ἐν ᾧ ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐ­κα­θέ­ζε­το, μη­κέ­τι ἐν κλί­νῃ ἀ­να­πε­σεῖν δυ­νά­με­νος διὰ τὰς λοι­πὰς χρεί­ας. Ἐν τῷ πά­θει δὲ τού­τῳ ὢν ἄλ­λους ἰᾶ­το. Ἀ­ναγ­καί­ως οὖν ἐ­ξη­γη­σά­μην τὸ πά­θος τοῦ­το, ἵ­να μὴ ξε­νι­ζώ­με­θα ὅ­ταν τι πε­ρι­στα­τι­κὸν ἀν­δρά­σι δι­καί­οις συμ­βαί­νῃ. Τε­λευ­τή­σαν­τος δὲ αὐ­τοῦ, αἱ φλιαὶ* τῆς θύ­ρας ἐ­πήρ­θη­σαν καὶ αἱ πα­ρα­στά­δες, ἵ­να δυ­νη­θῇ τὸ σῶ­μα ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι* τοῦ οἴ­κου· το­σοῦ­τος ἦν ὁ ὄγ­κος.


κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των: ἀξιώθηκε τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει.
ὤ­νη­σεν: ὀφέλησε.
δί­φρος: κάθισμα δίχως ράχη καὶ χειρολαβές.
φλιαί: κατώφλια.
ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι: νὰ βγεῖ.


Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 78-81.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]