Γιάννης Ήλ. Παππᾶς: Ὁ δεκατριάρης

pappasgiannis-odekatriaris-eikona-03


Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς


Ὁ δε­κα­τριά­ρης


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΓΩ, ΚΥΡ’ ΑΣΤΥΝΟΜΕ, γεν­νή­θη­κα τὸ 1959, σὲ ἕ­να πα­ρα­θα­λάσ­σιο χω­ριό, κον­τὰ στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα. Στὰ χω­ριά, ὅ­πως ξέ­ρεις, ὅ­λοι ἔ­χου­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι τους. Ἐ­μέ­να μὲ φώ­να­ζαν ὁ «δε­κα­τριά­ρης». Για­τί; Για­τί κά­πο­τε εἶ­χα πιά­σει ἕ­να δε­κα­τριά­ρι στὸ Προ­πό, μὴ φαν­τα­στεῖς πολ­λὰ λε­φτά,  καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἔ­παι­ζα μπὰς καὶ πιά­σω τὰ πολ­λὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Θὰ πέ­σει ἔ­λε­γα, ποῦ θὰ μοῦ πά­ει. Ἔ­τσι μοῦ βγῆ­κε τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Πολ­λοί, ἀ­πὸ τό­τε, μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν κι­ό­λας. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Πολ­λὲς φο­ρὲς τά ’­παιρ­να στὸ κρα­νί­ο καὶ τσα­κω­νό­μου­να.

         Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά μου ἦ­ταν ψα­ράς. Ἀ­πὸ μι­κρὸς στὴ θά­λασ­σα. Τὴ δου­λειὰ τὴν ἔ­μα­θα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου.

         Δὲν ἤ­θε­λα τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ νὰ εἶ­μαι μέ­σα στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ ψα­ρεύ­ω. Νὰ πε­τᾶ­νε πά­νω μου οἱ γλά­ροι καὶ νὰ μὲ χτυ­πά­ει ἡ ἁρ­μύ­ρα στὸ πρό­σω­πο.

         Τὸ σχο­λεῖ­ο δὲν μ’ ἄ­ρε­σε. Δὲν μὲ χώ­ρα­γε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν μ’ ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ πει­θαρ­χί­α, οἱ φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν δά­σκα­λο.

         Πολ­λὲς φο­ρὲς τό ’­σκα­γα καὶ πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα. Μὲ ἕ­να ἀγ­κί­στρι, νὰ κά­θο­μαι ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες. Τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Ἔ­χω φά­ει πο­λὺ ξύ­λο. Ἤ­θε­λε νὰ σπου­δά­σω, νὰ φύ­γω ἀ­πὸ δῶ. «Ἡ θά­λασ­σα» μοῦ ‘λέ­γε «δὲν ἔ­χει ψω­μί. Κοί­τα νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα καὶ νὰ φύ­γεις, νὰ ρί­ξεις μαύ­ρη πέ­τρα πί­σω σου».  Δὲν τὸν ἄ­κου­σα.

         Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ στρα­τό, σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα. Ἐ­πει­δὴ ἤ­μουν κα­λὸς στὴ δου­λειά μου, ἀ­πό­κτη­σα δι­κό μου κα­ΐ­κι καὶ ψά­ρευα σ’ ὅ­λο τὸ Ἰ­ό­νιο. Ἡ δου­λειὰ πή­γαι­νε κα­λά. Εἶ­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κα­ΐ­κια στὴν πε­ρι­ο­χή.

         Παν­τρεύ­τη­κα καὶ νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κα. Πῆ­ρα κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ κι αὐ­τὴ ἐρ­χό­ταν καὶ βο­η­θοῦ­σε στὸ κα­ΐ­κι. Μα­ζὶ συ­νέ­χεια. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα πο­λύ. Κά­να­με καὶ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λὰ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴν μέ­ρα ποὺ ἕ­νας πού­στης πα­ρα­βί­α­σε τὸ στὸπ καὶ τὴ χτύ­πη­σε. Σκο­τώ­θη­κε στὸν τό­πο. Δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε. Εἶ­χε πά­ει στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα νὰ πά­ρει πά­γο γιὰ τὰ ψά­ρια καὶ τὴν σκό­τω­σε ὁ ἄ­τι­μος.

         Τὸ σὸκ ἦ­ταν με­γά­λο. Ἀ­πὸ τὴν μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη, ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου. Ἔ­πα­θαν τὰ νεῦ­ρα μου. Τὸ κα­τα­λά­βαι­να ὅ­τι κά­τι γι­νό­ταν. Ἔ­βλε­πα ἐ­φιά­λτες. Δαί­μο­νες ἔρ­χον­­ταν στὸν ὕ­πνο μου καὶ στὸ ξύ­πνιο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ  μὲ ξε­κά­νουν. Ὅ­μως ἐ­γὼ εἶ­χα πά­ρει τὰ μέ­τρα μου. Εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὸ εἶ­χα πάν­το­τε μα­ζί μου.

         Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Ἔ­παιρ­να χα­πά­κια. Ἠ­ρε­μι­στι­κά. Ἔ­τσι μοῦ ’­λε­γε ὁ για­τρός. Ἀν­τὶ νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ω, χει­ρο­τέ­ρευ­α. Προ­σπά­θη­σα νὰ συ­νε­χί­σω τὴ δου­λειά.  Εἶ­χα δυ­ὸ στό­μα­τα νὰ θρέ­ψω.

         Εἶ­χαν πε­ρά­σει πε­ρί­που 10 χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­πρε­πε καὶ ‘γὼ νὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Ἄν­τρας ἤ­μου­να. Εἶ­χα ἀ­νάγ­κες. Τὰ παι­διὰ δὲν τὸ κα­τα­λά­βαι­ναν.

         Σ’ ἕ­να κω­λόμ­πα­ρο στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα, γνώ­ρι­σα μιὰ βουλ­γά­ρα. Μπαρ­γού­μαν. Ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα. Ψη­λή, ξαν­θιὰ μὲ κά­τι με­γά­λα βυ­ζιά. Τά ’­παι­ξα. Κά­θε βρά­δυ ἐ­κεῖ. Μέ­χρι ποὺ τὴν πή­δη­ξα. Ἀ­πὸ τό­τε γί­να­με ἀ­χώ­ρι­στοι. Τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κα ὁ μα­λά­κας καὶ τά ’­δω­σα ὅ­λα. Τὴν σπί­τω­σα κι­ό­λας. Μοῦ ’­φα­γε πολ­λὰ φράγ­κα ἡ κα­ρι­ό­λα.

         Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­λὰ μα­ζί μου, μὲ πέ­τα­ξε σὰν τὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ μὲ βλέ­πει. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­μα­θα ὅ­τι τὴν πη­δοῦ­σε ἄλ­λος τώ­ρα.

         Πῆ­γα καὶ τοῦ ’­κα­ψα τὸ μη­χα­νά­κι, τοῦ πού­στη. Νὰ μά­θει. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καὶ τὸ σκυ­λί του. Γαύ­γι­ζε. Τό ΄κά­ψα κι αὐ­τό.

         Πρὶν λί­γες μέ­ρες μὲ κά­λε­σε ὁ εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ μοῦ ’­λε­γε μα­λα­κί­ες. Ὅ­τι εἶ­χα πά­ει, λέ­ει, στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο καὶ εἶ­χα κά­νει ζη­μι­ὲς καὶ κά­τι τέ­τοι­α. Ἐ­γὼ δὲν θυ­μό­μου­να τί­πο­τα γιὰ ζη­μι­ές. Ἁ­πλὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἦ­ταν κον­τὰ στὸ σπί­τι μου καὶ πή­γαι­να κα­μιὰ φο­ρὰ ν’ ἀ­νά­ψω ἕ­να κε­ρὶ στὴν μά­να καὶ στὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ἦ­ταν θαμ­μέ­νοι ἐ­κεῖ.

         Ἀ­πὸ και­ρὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν Μπαρ­μπα-Κώ­στα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ ἤ­θε­λαν τὸ κα­κό μου. Ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. Εἶ­χα φτιά­ξει λί­στα μὲ ὅ­λους τοὺς δαί­μο­νες. Θὰ τοὺς κα­θά­ρι­ζα ὅ­λους, ἕ­ναν ἕ­ναν.

         Ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ βρά­δυ, τοῦ ’­στη­σα καρ­τέ­ρι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ κά­τι φυλ­λω­σι­ές. Δὲν μὲ κα­τά­λα­βε. Κι ὅ­ταν μὲ προ­σπέ­ρα­σε πῆ­γα ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸν χτύ­πη­σα μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σες φο­ρές. Μοῦ εἶ­παν με­τὰ ὅ­τι ἦ­ταν 13.

          Πῆ­γα σπί­τι, πλύ­θη­κα, ἔ­κα­ψα τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ πα­πού­τσια. Πέ­τα­ξα τὸ μα­χαί­ρι.

         Πῆ­γα γιὰ ὕ­πνο.

         Τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή, πε­τά­χτη­κα δί­πλα νὰ παί­ξω ἕ­να προ­πό. Ἐ­κεῖ ἦρ­θαν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ μ’ ἔπια­σαν. Δὲν ξέ­ρω για­τί.

         Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πρό­λα­βα νὰ παί­ξω. Ἴ­σως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ ἔ­πι­α­να τὸ δε­κα­τριά­ρι.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς (Ἄρ­τα, 1962). Με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ἦ­ταν συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἑ­λί­τρο­χος καὶ ἐκ­δό­της καὶ διευ­θυν­τὴς τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­πο­λι­τι­σμός. Πρῶτο του βι­βλί­ο Στὴν ἄκρη τοῦ ὀνεί­ρου (ποί­η­ση, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2008).



		

	

Πάνος Ι. Μαυρομμάτης: Κανένας Θεὸς (Καβατίνα)

 

mayrommatispanosi-kanenastheos-eikona-03


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Κα­νέ­νας Θε­ὸς (Κα­βα­τί­να)


01-thitaΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ, Νί­κο μου, ἕ­νας σπου­δαῖ­ος δε­σπό­της!»

Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε ἡ μά­να, μὲ κρυ­φὴ πε­ρη­φά­νια. Μὲ ξε­προ­βό­δι­ζε ἀ­πὸ τὸ χά­ρα­μα, ὅ­ταν πή­γαι­να νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς ἐ­νο­ρί­ας μας. Δὲν τῆς ἔ­κα­να τε­λι­κὰ τὸ χα­τί­ρι, ὅ­πως καὶ τό­σα ἄλ­λα στὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της. Ἂν καὶ σε­βό­μουν τοὺς πα­πά­δες καὶ τὸ λει­τούρ­γη­μά τους, δὲν ἄν­τε­χα τὰ πολ­λὰ «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον», τὶς νη­στεῖ­ες, τὶς γο­νυ­κλι­σί­ες, τὰ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα καὶ τὶς ὑ­πο­κρι­σί­ες.

         Πο­τὲ δὲν μεί­να­με γιὰ πο­λὺ σ’ ἕ­να τό­πο. Μὲ τὶς με­τα­θέ­σεις, λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς τοῦ πα­τέ­ρα, φι­λό­λο­γος στὸ Γυ­μνά­σιο, ἀλ­λά­ζα­με συ­χνὰ σπί­τι, σχο­λεῖ­ο καὶ φί­λους. Κά­θε με­τα­κό­μι­ση καὶ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἐμ­πει­ρί­α. Ἕ­νας ξε­ρι­ζω­μὸς ποὺ μὲ γέ­μι­ζε θλί­ψη καὶ νο­σταλ­γί­α, γιὰ τὰ πα­λιὰ λη­μέ­ρια, τοὺς χα­μέ­νους συμ­μα­θη­τὲς καὶ πρὸ παν­τὸς γιὰ κά­ποι­ες κρυ­φὰ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νες συμ­μα­θή­τρι­ες. Ἀ­πὸ τὰ σπί­τια ποὺ ἔ­ζη­σα παι­δί, ἕ­να ἔρ­χε­ται ἔν­το­να στὸ νοῦ. Εἰ­δι­κά τὰ βρά­δια με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κή, στε­νά­χω­ρη μέ­ρα. Ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴ θο­λού­ρα τοῦ μυα­λοῦ. Τὴ δι­α­περ­νᾶ καὶ τὴ δι­α­λύ­ει. Ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν μέ­σα μου ἄν­θρω­ποι καὶ γε­γο­νό­τα.

         Ἐ­κεῖ μέ­να­με στὸ σπί­τι τοῦ Μή­τσου τοῦ μουγ­κοῦ. Δι­κό του ἦ­ταν τὸ πα­λιὸ δι­ώ­ρο­φο. Ὁ ἴ­διος ὁ μουγ­κὸς μὲ τὴ φα­μί­λια του ἔ­με­ναν σὲ μο­νο­κα­τοι­κί­α λί­γο πιὸ πέ­ρα. Ὁ Μῆ­τσος δὲν ἦ­ταν μό­νο μουγ­κός. Ἦ­ταν καμ­πού­ρης καὶ ἄ­σχη­μος. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸν εἶ­χε φτύ­σει ἡ μή­τρα τῆς μά­νας του. Ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κα­λό­ψυ­χος κι ἐρ­γα­τι­κός. Σὰν τὸν Κου­α­σι­μό­δο τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Πα­ρι­σί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ πῶς ἕ­νας ἄ­σχη­μος καὶ μουγ­κὸς ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τό­σο ὄ­μορ­φες κι ἔ­ξυ­πνες κό­ρες.

         Στὸ ἰ­σό­γει­ο τοῦ πα­λιοῦ δι­ώ­ρο­φου ἔ­με­νε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια Κρη­τι­κῶν μὲ δυ­ὸ μι­κρὰ παι­διά, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κά μου. Ἐ­μεῖς κα­τοι­κού­σα­με στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ τοὺς κά­τω μᾶς χώ­ρι­ζαν οἱ φα­γω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τά­βλες καὶ τὰ μα­δέ­ρια τοῦ πα­τώ­μα­τος. Μᾶς ἕ­νω­ναν ὅ­μως τὰ τρι­ξί­μα­τα, οἱ θό­ρυ­βοι ἀ­πὸ τὰ πα­τή­μα­τα, τὰ κρε­βά­τια καὶ οἱ ὁ­μι­λί­ες. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες καὶ τὶς σχι­σμὲς τοῦ σα­νι­δώ­μα­τος, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, ἄ­νε­τα περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ παι­δι­κά μας δά­χτυ­λα ἢ κά­ποι­ο μα­χαι­ρά­κι. Τρό­μα­ζε τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­γό­ρι τῶν συγ­κά­τοι­κων, ὁ Μι­χά­λης, ποὺ ἦ­ταν ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος κι ὅ­λο ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χώ­μα­τα. Μα­κά­βρια παι­χνί­δια, μὲ κη­δεῖ­ες καὶ τα­φές. Ἔ­λε­γε ὅ,τι ἔπια­νε τὸ ἀ­φτί του στὴν ἐκ­κλη­σί­α, «ἐκ τοῦ κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου τὸ ἀ­νά­γνω­σμα πρό­σχω­μεν» μὲ κρη­τι­κὴ προ­φο­ρά. Ἔ­ψα­λε νε­κρώ­σι­μες ἀ­κο­λου­θί­ες στὰ στρα­τι­ω­τά­κια του. Τὰ ἔ­θα­βε μα­ζὶ μὲ δι­ά­φο­ρα μυρ­μήγ­κια, σκα­θά­ρια, πα­σχα­λί­τσες, τζι­τζί­κια καὶ μι­κρὲς σαῦ­ρες. Τὰ θα­νά­τω­νε καὶ τὰ κή­δευ­ε κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ερ­γη κλί­ση καὶ ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ πα­πα­δά­κι, κα­τέ­λη­ξε νὰ γί­νει ἐρ­γο­λά­βος κη­δει­ῶν.

         Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει μή­νας ἀ­πὸ τὴ με­τα­κό­μι­σή μας σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ὅ­ταν ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ δει­λι­νό, ἄ­γρι­ες ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς κομ­μά­τια­σαν τὴν ἠ­ρε­μί­α τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μά­να μου, ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, κόν­τε­ψε ν’ ἀ­πο­βά­λει ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα. Ἀ­κου­γό­ταν κά­τι σὰν ἄ­λο­γο ἀ­γρι­ε­μέ­νο ποὺ χλι­μιν­τρί­ζει, σὰν σκυ­λὶ ποὺ τὸ σκο­τώ­νουν. Ὄ­χι σὰν ἄν­θρω­πος. Ὅ­λα τα παι­διὰ πε­τά­χτη­καν στὸ δρό­μο. «Τί ἔ­γι­νε, ρέ;» Ἀ­πὸ μι­σό­λο­γα ποὺ ἄ­κου­σαν νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γει­τό­νισ­σες, κα­τά­λα­βαν. Ὁ μουγ­κὸς οὔρ­λια­ζε για­τί ἔ­μα­θε ὅ­τι τὸν ἄ­φη­σε ἡ γυ­ναί­κα του. Τὴν εἶ­χαν παν­τρέ­ψει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ δι­κοί της, φτω­χὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα, μὲ τὸν εὐ­κα­τά­στα­το, κα­λό­ψυ­χο ἀλ­λὰ δύ­σμορ­φο μουγ­κό. Αὐ­τὸς τὴ λά­τρευ­ε. Ἔ­κα­νε δυ­ὸ κό­ρες μα­ζί της. Κου­κλί­τσες σὰν τὴ μά­να τους. Ἔ­ξυ­πνες καὶ κα­λό­ψυ­χες σὰν τὸν πα­τέ­ρα τους. Πρῶ­τες μα­θή­τρι­ες στὴν τά­ξη τους. Οἱ κό­ρες τοῦ μουγ­κοῦ μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Οἱ ψί­θυ­ροι, σὰν ἐ­ρι­νύ­ες γύ­ρω τους, δὲν τὶς ἄγ­γι­ζαν. Σὲ λί­γους μῆ­νες φό­ρε­σαν μαῦ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας τους εἶ­χε κρε­μα­στεῖ. Ἡ κη­δεί­α ἦ­ταν βου­βὴ χω­ρὶς πα­πὰ καὶ ψάλ­τη. Σκε­φτό­μουν πὼς οὔ­τε κι ὁ θε­ὸς τὸν ἤ­θε­λε. Μό­νο ὁ Μι­χα­λά­κης τοῦ ἰ­σο­γεί­ου ἔ­δω­σε ρε­σι­τὰλ νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας, στὴν πα­ρέ­α τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν, πα­ρά­με­ρα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια πομ­πή. Ἀ­πὸ τὸ στό­μα του ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά τὸ «Καὶ εἶ­δον τὰ ὀ­στᾶ τὰ γε­γυ­μνω­μέ­να καὶ εἶ­πον, ἄ­ρα τίς ἔ­στι; Βα­σι­λεὺς ἢ στρα­τι­ώ­της; Πλού­σιος ἢ πέ­νης; Δί­και­ος ἢ ἁ­μαρ­τω­λός;»

         Ἔ­τσι, θέ­λον­τας καὶ μή, γνώ­ρι­σα τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­κεῖ κα­τέ­λη­γαν ἀρ­γό­τε­ρα κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς μα­κρι­νές μας ἐ­ξορ­μή­σεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ φαι­νό­ταν ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος κῆ­πος, μὲ δέν­τρα, λου­λού­δια, δρο­μά­κια καὶ ἄ­σπρα μάρ­μα­ρα. Ἴ­σως ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ὅ­που ἀ­φή­να­με τὶς ψυ­χὲς ἐ­λεύ­θε­ρες νὰ χα­ροῦν τὴ δρο­σιὰ τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος, τὰ κε­λα­η­δί­σμα­τα τῶν που­λι­ῶν, τὸ τρα­γού­δι τοῦ γρύ­λου ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὸ χο­ρὸ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν τὴ νύ­χτα. Τί­πο­τε φρι­χτό, τί­πο­τε μα­κά­βριο. Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βόλ­τες μας ἐ­κεῖ, εἶ­δα τὶς νε­κρο­κε­φα­λὲς καὶ κά­τι ψυλ­λι­ά­στι­κα. Μέ­χρι τό­τε ἤ­θε­λα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­θά­να­τος καὶ ἄ­τρω­τος σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α ποὺ δι­ά­βα­ζα στὴν Ἰ­λιά­δα γιὰ παι­διά. Τὴν εἶ­χε φέ­ρει ἡ μά­να, δῶ­ρο στὴ γι­ορ­τή μου. Ὅ­ταν ἔ­μα­θα ὅ­τι καὶ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἥ­ρω­ας, ὁ ἡ­μί­θε­ος, σκο­τώ­θη­κε, ἔ­κλα­ψα πι­κρά. Οὔ­τε αὐ­τὸς δὲν γλύ­τω­σε. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο. Κα­τέ­βαι­να στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο τὸ δει­λι­νό, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω κα­τά­μα­τα αὐ­τὸ ποὺ φο­βό­μουν, ὅ­τι δη­λα­δὴ κι ἐ­γὼ θὰ πέ­θαι­να. Σκαρ­φά­λω­να πά­νω στὴ μάν­τρα καὶ κοί­τα­ζα μὲ ἔν­τα­ση τοὺς τά­φους. Ἔ­βα­ζα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α μου τὸν ἑ­αυ­τό μου στὴ θέ­ση τῶν νε­κρῶν, χω­μέ­νο μὲς στὸν τά­φο. Χω­ρὶς μά­τια γιὰ νὰ βλέ­πω, ἀ­φτιὰ γιὰ νὰ ἀ­κού­ω. Μιὰ χα­ρα­μά­δα φῶς, μα­κρι­νὸς ἦ­χος καὶ ὑ­πάρ­χεις, οὔ­τε στα­γό­να φῶς, κα­νέ­νας ἦ­χος, δὲν ὑ­πάρ­χεις. Σκε­φτό­μουν. Φρί­κη μὲ πλημ­μύ­ρι­ζε. Πη­δοῦ­σα τό­τε ἀ­πὸ τὴ μάν­τρα κι ἔ­τρε­χα μα­κριὰ μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χα στὰ πό­δια μου, πρὸς τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου ποὺ ἔ­δυ­ε, νὰ μὴ μὲ προ­λά­βει κα­νέ­νας πε­θα­μέ­νος, κα­νέ­νας θά­να­τος, κα­νέ­νας θε­ὸς ἢ δαί­μο­νας, κα­νέ­να σκο­τά­δι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξορ­κί­σω τὸ ὑ­πέρ­τα­το κα­κὸ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε τό­σο πρό­ω­ρα μέ­σα μου.

         Στὸ σχο­λεῖ­ο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς φί­λους, τὰ μα­θή­μα­τα καὶ τὸν δά­σκα­λο, μὲ πα­ρη­γο­ρού­σαν καὶ μὲ ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὶς ζο­φε­ρὲς σκέ­ψεις τὰ ὄ­μορ­φα πρό­σω­πα τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων συμ­μα­θη­τρι­ῶν. Τὶς κοι­τοῦ­σα μα­γε­μέ­νος. Μέ­χρι ποὺ δι­α­σταύ­ρω­να τὸ βλέμ­μα μα­ζί τους καὶ δὲν τὸ ἄν­τε­χα. Κα­τέ­βα­ζα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­νος, δει­λὸς καὶ ντρο­πι­α­σμέ­νος. Πῆ­ρε και­ρὸ νὰ μά­θω νὰ τὶς κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα. Εἶ­χα τὸ κου­ρά­γιο νὰ ἀ­τε­νί­ζω κα­τευ­θεί­αν τοὺς τά­φους καὶ τὸν θά­να­το. Ἦ­ταν ὅ­μως πιὸ δυ­να­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, μέ­σα στὴν ψυ­χή, τὸ γλυ­κό, ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ βλέμ­μα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν, ποὺ ἔ­κα­νε νὰ χα­μη­λώ­νω τὴ μα­τιά μου.

         Κον­τὰ στὸ σχο­λεῖ­ο βρι­σκό­ταν ὁ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸς χῶ­ρος ποὺ μπαι­νο­βγαί­να­με ὅ­ταν ἤ­μα­σταν παι­διά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γω­νιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔ­χου­με ἐ­ξε­ρευ­νή­σει. Κρυ­βό­μα­σταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μάρ­μα­ρα μα­ζὶ μὲ τοὺς δώ­δε­κα θε­ούς. Παί­ζα­με κον­τά τους. Συγ­κρί­να­με τὰ τσου­τσού­νια μας ποὺ ἔ­θαλ­λαν μ’ ἐ­κεῖ­να τῶν σπα­σμέ­νων ἀ­γαλ­μά­των· τὰ κομ­μέ­να.

         Ἕ­να βρά­δυ τοῦ Δε­κέμ­βρη, πα­ρα­μο­νὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ δυ­να­τὲς ὁ­μι­λί­ες καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δεις ἀ­νά­σες τῆς γκα­στρω­μέ­νης μά­νας μας, στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Γεν­νοῦ­σε. Πε­τά­χτη­κα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δῶ ἀ­πὸ τὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, χω­ρὶς νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Ἡ ἀ­γω­νί­α καὶ ἡ πε­ρι­έρ­γεια με­γά­λω­ναν. Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος, ὁ μι­κρό­τε­ρος ἀ­δελ­φός. Εἴ­χα­με στη­θεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τεν­τω­μέ­να ἀ­φτιὰ καὶ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. Ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῆς μά­νας ποὺ ξέ­σχι­σε τὴ νύ­χτα καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ κλά­μα τοῦ μω­ροῦ.

         «Ἄν­τε νὰ σοῦ ζή­σει! Βγῆ­κε κι αὐ­τὸς στὸν ψεύ­τι­κο τοῦ­το κό­σμο», φώ­να­ξε ἡ μα­μὴ στὴ λε­χώ­να. Κα­τά­λα­βα. Δὲν εἶ­χε ἐκ­πλη­ρω­θεῖ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μά­νας ποὺ ἤ­θε­λε τὸ τρί­το παι­δὶ της κο­ρί­τσι. Ἔ­μεῖς ὅ­μως ἐν­θου­σι­α­στή­κα­με ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ ἄλ­λος στὴν πα­ρέ­α.

         Ἔ­τσι γεν­νή­θη­κε ὁ μι­κρός μας ἀ­δελ­φός, ὁ Λευ­τε­ρά­κης. Εἶ­χα κά­νει πολ­λὰ ὄ­νει­ρα γι’ αὐ­τὸν στὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου. Πῶς θὰ παί­ζα­με μα­ζί. Θὰ τὸν βγά­ζα­με βόλ­τα στὴν πλα­τεί­α Ἡ­ρώ­ων μὲ τὸ λι­ον­τά­ρι. Θὰ με­γα­λώ­να­με καὶ οἱ τρεῖς. Θὰ φο­ρά­γα­με μα­κριὰ παν­τε­λό­νια. Πάν­τα νὰ τὸν ἔ­χω κά­τω ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α μου. Θὰ γι­νό­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Ὁ μι­κρού­λης καὶ χα­ϊ­δε­μέ­νος μας. Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ὅ­σο με­γά­λω­νε χαι­ρό­ταν καὶ ξε­καρ­δι­ζό­ταν. Ἦ­ταν ὅ­λο φι­λιὰ καὶ χά­χα­να. Εἶ­χε κά­τι δυ­να­τὰ χε­ρά­κια ποὺ ἅρ­πα­ζαν τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­ναν μὲ τί­πο­τα. Ἐ­μεῖς πά­λι δὲν ξέ­ρα­με ποι­ός νὰ τὸν πρω­το­πιά­σει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­γδυ­νε ἡ μά­να γιὰ νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει, ἀ­π’ τὴ χα­ρὰ του τὴν πολ­λὴ τεν­τω­νό­ταν καὶ ὅ­πως ἦ­ταν ση­κω­μέ­νο τὸ που­λὶ του κα­του­ροῦ­σε τὰ μοῦ­τρα του. Φαι­νό­ταν ὁ πιὸ βαρ­βά­τος ἀ­π’ ὅ­λους. Στὸ σχο­λεῖ­ο τὸ μυα­λό μας ὅ­λο στὸ μω­ρό. Πό­τε θὰ σχο­λά­σου­με, νὰ πᾶ­με νὰ πα­λέ­ψου­με, νὰ τὸν χο­ρο­πη­δή­σου­με, νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψου­με. Νὰ με­γα­λώ­σει γρή­γο­ρα. Νὰ τὸν φέ­ρει ἡ μά­να μιὰ μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο, ποὺ θὰ ἔ­χου­με γι­ορ­τή. Νὰ τὸν δοῦ­νε τὰ κο­ρί­τσια τῆς τά­ξης, νὰ λι­ώ­σει ἡ καρ­διά τους ποὺ ἔ­χου­με ἕ­να τό­σο μι­κρὸ καὶ ὄ­μορ­φο ἀ­δέλ­φι.

         Σὰν νὰ εἶ­χε ἔλ­θει ἕ­νας μι­κρὸς Μεσ­σί­ας στὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ζού­σα­με τὶς πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς τό­τε, ἡ μά­να μᾶς ἀ­γά­πα­γε ὅ­λους, ὁ πα­τέ­ρας πά­νω στὴν ἀκ­μή του κι ἐ­μεῖς ἀ­νέ­με­λα παι­διά.

         Κά­που κά­που ἐρ­χό­ταν πε­ρα­στι­κὸς τὰ με­ση­μέ­ρια ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λιγ­κώ­νης. Ψη­λὸς μὲ με­γά­λα μαῦ­ρα μά­τια καὶ κά­τι ἀ­γα­θά, δα­σκα­λί­στι­κα κα­λαμ­πού­ρια. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ, λέ­ει, πό­σο γρή­γο­ρα θὰ με­γά­λω­νε ὁ μι­κρός, για­τί εἶ­χε καὶ αὐ­τὸς γιὸ στὴν ἡ­λι­κί­α του. Μό­νο ποὺ ἔ­βρι­σκε τὸν δι­κό του νὰ ὑ­στε­ρεῖ στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη. Ὅ­λο ρώ­τα­γε τί τὸν τά­ι­ζε ἡ μά­να τὸν Λευ­τε­ρά­κη, νὰ ταΐ­­σουν κι αὐ­τοὶ τὸν δι­κό τους, μή­πως καὶ πα­χύ­νει. Ἔ­τσι κο­λα­κεύ­ον­ταν ὅ­λοι καὶ γι­νό­μα­σταν ἀ­κό­μα πιὸ πε­ρή­φα­νοι γιὰ τὸ μω­ρό μας.

         Δί­πλα ἔ­με­νε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ πα­πᾶ Κα­λόμα­λου. Στὴν αὐ­λὴ του ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας τε­ρά­στιος φί­κος. Τὰ κλα­διὰ του ἀγ­κά­λια­ζαν καὶ σκέ­πα­ζαν τὸ σπί­τι μας. Τὰ βρά­δια ποὺ φύ­σα­γε, ἄ­κου­γα τὸ δέν­τρο νὰ ξύ­νει τὸν τοῖ­χο δί­πλα στὸ μα­ξι­λά­ρι μου. Ζοῦ­σα μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α μή­πως τὸ γκρε­μί­σει καὶ τὸ ξε­θε­με­λι­ώ­σει μὲ τὶς ρί­ζες του.

         Τὰ κα­λο­καί­ρια χαι­ρό­μα­σταν τὸν ἥ­λιο, τὴ θά­λασ­σα, τὴ νύ­χτα μὲ τὰ ἀ­στέ­ρια καὶ κά­θε εὐ­και­ρί­α ποὺ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν γιὰ παι­χνί­δι. Εἴ­χα­με συ­νηθίσει αὐτὸν τὸν τόπο. ­Ἦταν γλυκὸς. Νιώθαμε λιγάκι ντόπιοι, κυρίως τὰ παιδιὰ. Ἂς γκρί­νια­ζαν οἱ γο­νεῖς κα­μιὰ φο­ρά, ἐκ­φρά­ζον­τας τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ τὴ μο­να­ξιὰ τῶν ξέ­νων. Τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ αὐ­τό­χθο­νος, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, τὴν ἐ­νί­σχυ­ε ὁ Λευ­τε­ρά­κης ποὺ ἦ­ταν γεν­νη­μέ­νος σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο.

         Οἱ μέ­ρες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἦ­ταν με­γά­λες καὶ ζε­στές. Τὸ χά­ρα­μα ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὸ πρω­ί. Μὲ ξύ­πνα­γε ἡ μά­να, βα­θιὰ θρη­σκευ­ό­με­νη, νὰ πά­ρω τοῦ ἥ­λιου τὸ δρό­μο, νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι πρῶ­τος-πρῶ­τος στὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Γι­όρ­τα­ζε ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες. Ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη νὰ φτά­σω πρῶ­τος, φό­ρε­σα τὸ φα­νε­λά­κι ἀ­νά­πο­δα. Τί γρου­σου­ζιὰ κι αὐ­τή! Με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι δὲν ξα­να­φό­ρε­σα τὰ ἄμ­φια.

         Τὸ βρά­δυ, τὸ φῶς χα­νό­ταν με­τὰ τὶς ὀ­χτώ, μὲ τὸν Ἀ­πο­σπε­ρί­τη. Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα γυ­ρί­ζα­με στὸ σπί­τι, κα­τά­κο­ποι ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Τσα­λα­βου­τού­σα­με ὧ­ρες κο­λυμ­πών­τας σὰν τοὺς σκύ­λους. Κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς.

         Ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα εἶ­χα κά­νει δυ­ὸ μπά­νια, κρυ­φά, ἕ­να τὸ πρω­ὶ κι ἕ­να το ἀ­πό­γευ­μα. Γύ­ρι­ζα ψό­φιος καὶ λυσ­σα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν πεί­να. Μπῆ­κα στὸ σπί­τι σι­γὰ σι­γά, νὰ μὴν ξυ­πνή­σω τὸ μω­ρό. Ὅ­μως στὴν κού­νια ὁ Λευ­τε­ρά­κης σπαρ­τα­ροῦ­σε. Σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ἄ­κου­σα τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει:

         «Ἄχ, Πα­να­γιά μου, σπα­σμοὺς κά­νει τὸ μω­ρό μου, βο­ή­θη­σέ μας! Νί­κο, παι­δί μου, τρέ­ξε γρή­γο­ρα στὸ για­τρό, γρή­γο­ρα νὰ ἔρ­θει, νὰ τὸ προ­λά­βου­με!» Βρέ­θη­κα ἀ­στρα­πια­ῖα στὴ γω­νί­α τοῦ φούρ­νου. Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μπρο­στά μου. Με­τὰ στὴν Ἠ­λε­κτρι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α. Στὸ δη­μό­σιο δρό­μο. Ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι τοῦ για­τροῦ ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τα­χύ­τε­ρα, λα­χα­νι­α­σμέ­νος.

         «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, θέ­λου­με τὸν κύ­ριο Σω­τη­ρί­ου, γρή­γο­ρα στὸ σπί­τι μας. Τὸν για­τρό. Τώ­ρα ἀ­μέ­σως. Εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας. Κά­νει σπα­σμούς.»

         Γυ­ρί­σα­με πί­σω στὸ σπί­τι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ. Πε­ρί­με­να σὲ μιὰ γω­νιά, πε­λιδ­νὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α. Με­τὰ μὲ μιὰ συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι ἔ­φυ­γα τρε­χά­λα γιὰ τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο. Στὸ δρό­μο μο­νο­λο­γοῦ­σα πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος στὸ ἄγ­χος. Προ­σευ­χό­μουν:

         «Κρά­τα ἀ­δελ­φά­κι μου κα­λό. Θε­ού­λη μου, φύ­λα­ξέ το μας.»

         Τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο ἦ­ταν κλει­στό. Γαν­τζώ­θη­κα στὴν πόρ­τα. Χτύ­πη­σα μὲ δύ­να­μη. Ἐ­πι­τέ­λους ἄ­κου­σαν. Τρέ­χον­τας στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ πά­λι ψι­θύ­ρι­ζα. Ἔ­δι­να κου­ρά­γιο στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει: «γρή­γο­ρα τὶς ἐ­νέ­σεις στὸ σπί­τι, γρή­γο­ρα, Νί­κο, νὰ γλυ­τώ­σεις τὸ ἀ­δελ­φά­κι σου, ἀ­πὸ σέ­να κρέ­με­ται ὁ Λευ­τε­ρά­κης, πρό­σε­χε τὸ δρό­μο, πρέ­πει νὰ γλι­τώ­σει τὸ μω­ρό μας…».

         Με­τά, τὰ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὸν Νά­σο καὶ μέ­να, μᾶς πῆ­ρε νὰ κοι­μη­θοῦ­με στὸ σπί­τι της ἡ γει­τό­νισ­σα, ἡ πα­πα­διά. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μά­να μὲ τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ.

         Τὸ σπί­τι ἔ­μει­νε γιὰ μιὰ νύ­χτα ἔ­ρη­μο μὲ τὸ φί­κο. Κοι­μη­θή­κα­με βα­θιά, χω­ρὶς νὰ βγά­λου­με τὰ ροῦ­χα μας. Ση­κώ­θη­κα νω­ρὶς τὸ πρω­ί. Ρό­δι­νος ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς οὐ­ρα­νός, σὲ γέ­μι­ζε αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Ἁ­πλω­νό­ταν μιὰ γα­λή­νη, ὅ­πως με­τὰ τὸν κα­τα­κλυ­σμό. Μό­νο ἡ πα­πα­διὰ ἦ­ταν ὄρ­θια κι ἑ­τοί­μα­ζε τὸ γά­λα. Δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ τῆς μι­λή­σω. Ξε­περ­νών­τας τοὺς δι­σταγ­μούς μου μπό­ρε­σα νὰ ψελ­λί­σω: «Τί ἔ­γι­νε;»

         «Πι­ὲς τὸ γά­λα σου. Γύ­ρι­σαν», ἀ­κού­στη­κε σι­γα­νὴ ἡ φω­νὴ τῆς πα­πα­διᾶς καὶ κα­τέ­βη­κε στὸν κῆ­πο.

         Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος. Πλύ­να­με τὰ πρό­σω­πά μας μὲ δρο­σε­ρὸ νε­ρό. Μέ­σα στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς φά­νη­κε ὁ πα­τέ­ρας, χλω­μός, κου­ρα­σμέ­νος. Μᾶς πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­κού­στη­κε ἥ­συ­χη ἡ φω­νή του, θαμ­πή, πρω­ι­νή.

         «Ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας πέ­θα­νε.»

         «Τί;… Πέ­θα­νε;…»

         Ἡ καρ­διὰ χτύ­πα­γε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀρ­γά. Τὸ σπί­τι μας ἥ­συ­χο. Ἡ πόρ­τα ἀ­νοι­χτή. Χλω­μὸ φῶς καὶ σι­ω­πή.

         Στὴ μέ­ση τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ γεν­νή­θη­κε, ξα­πλω­μέ­νο μὲς στὴν κού­νια του, ἀν­τί­κρι­σα τὸ ἀ­δελ­φά­κι μας. Ἀ­κί­νη­το, ἤ­ρε­μο, κά­τα­σπρο, σὰν νὰ κοι­μό­ταν. Ἔ­κα­νε συν­τρο­φιὰ στὴ μά­να μας ποὺ ἔ­κλαι­γε ἥ­συ­χα ἥ­συ­χα. Σὰν νὰ μὴν ἤ­θε­λε, σὰν νὰ φο­βό­ταν νὰ τὸ ξυ­πνή­σει.

         Τὸ κρα­τή­σα­με κον­τά μας, κοι­τά­ζον­τάς το, βου­βά, ἴ­σα μὲ τὸ με­ση­μέ­ρι. Στὴν ἐκ­κλη­σί­α τὸ φι­λή­σα­με γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Εἶ­χε δρο­σί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ἑ­φτὰ-ὀ­χτὼ ἄν­θρω­ποι ἀ­κο­λου­θή­σα­νε στὸν τό­πο ὅ­που εἶ­χαν φέ­ρει τὸν Μῆ­τσο τὸν μουγ­κὸ πρὶν ἀ­πὸ και­ρό.

         Πε­ρά­σα­με πί­σω ἀ­πὸ τὰ σχο­λεῖ­α, μὲ τὸ μω­ρὸ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο σεν­τό­νι, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ. Δι­α­βή­κα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ποὺ μα­ζευ­ό­μα­σταν νὰ πε­τά­ξου­με χαρ­τα­ε­τοὺς τὴν Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα. Πή­ρα­με τὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο μὲ τὶς πι­κρο­δάφ­νες κι ἀ­πὸ κεῖ τὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ κοι­μη­τή­ριο. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, φί­λος τοῦ πα­τέ­ρα, εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θεῖ ν’ ἀ­νοί­ξουν ἕ­να παι­δι­κὸ τά­φο.

         Ὅ­ταν γυ­ρί­σα­με, ἡ πα­πα­διὰ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ψά­ρι. Δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα.

         Μεί­να­με μό­νοι.

         Τὰ δά­κρυ­α τε­λεί­ω­σαν.

         Χτύ­πη­σε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λυγ­κώ­νης, πε­ρα­στι­κὸς ὅ­πως πάν­τα ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει.

         «Γειά σας, τί μοῦ κά­νε­τε; Ὁ Λευ­τε­ρά­κης; Ποῦ…»

         Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας, ἀν­τὶ γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει μ’ ἕ­να ἀ­να­φιλ­λη­τὸ πα­ρά­ξε­νο, σὰν τοῦ Λι­γνοῦ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Χω­ρὶς δά­κρυ­α.                   Δὲν τὸν εἴ­χα­με ξα­να­δεῖ νὰ κλαί­ει. Ὅ­λοι ἤ­μα­σταν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τοι. Ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νοι. Καὶ ὁ θρῆ­νος μας μα­ζί.

         Ὁ δά­σκα­λος, πά­γω­σε τὸ χα­μό­γε­λό του, ἔ­μει­νε ψη­λός, με­τέ­ω­ρος, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, με­τὰ δι­πλώ­θη­κε σ’ ἕ­να λυγ­μὸ κι αὐ­τὸς τό­σο ἀ­στεῖ­ο μέ­σα στὴν ἄ­φα­τη θλί­ψη, τό­σο ὑ­περ­βο­λι­κό, ποὺ ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρή­σει με­γά­λω­σε τὴν ὀ­δύ­νη.

         Ἤ­θε­λα τό­τε νὰ φτιά­ξω ἕ­να λυ­πη­μέ­νο τρα­γού­δι νὰ θρη­νεῖ μὲ σπα­ραγ­μὸ τὰ χα­μέ­να μι­κρὰ παι­διὰ καὶ τὸν μι­κρού­λη μας τὸν Λευ­τε­ρά­κη, ποὺ χθὲς ἦ­ταν καὶ σή­με­ρα δὲν εἶ­ναι πιά. Νὰ κλαί­ει γι’ αὐ­τὸν τὸν θά­να­το μέ­χρι τὸ τέ­λος καὶ τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς.

         Τὸ βρα­δά­κι, τὰ δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια κα­τε­βή­κα­με, πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι τὴ γω­νί­α καὶ γυ­ρί­σα­με. Δὲν εἴ­χα­με κου­ρά­γιο νὰ δοῦ­με τ’ ἄλ­λα παι­διά. Εἴ­πα­με μό­νο: «Πά­ει ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας».

         Πη­γαί­να­με συ­χνά το κα­λο­καί­ρι στὰ μνή­μα­τα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ μὴν κλά­ψου­με.

         Τὸν ἄλ­λο χρό­νο φύ­γα­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πό­λη.

         Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα.

         Δὲν τοῦ χα­ρί­στη­κε οὔ­τε ὁ τό­πος οὔ­τε ὁ χρό­νος.

         Κα­νέ­νας θε­ός.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, ἰδι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Αθήνα, 1945). Ποίηση, διήγημα, παραμύθι. Σπού­δασε Νευρολογία, Ψυχιατρικὴ μὲ ἐξειδίκευση στὴν παιδονευρολογία. Ἐρ­γά­στηκε τριάντα χρόνια στὸ νοσοκομεῖο Παίδων Ἀθηνῶν Π. & Ἀ. Κυρι­α­κοῦ. Ἔχει γράψει διηγήματα, ποιήματα καὶ παραμύθια. Βιβλία του: Εννέ­α μύ­θοι κι ένα παραμύθι (διηγήματα, εκδ. Ἐριφύλη, 2007) και Ἀναρχικὲς ἀ­ναφορὲς ἐπὶ ἡμικλάστων κολλῶν (διηγήματα, 2015). Κείμενά του ἔχουν δη­μο­σιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ, ἐφημερίδες καὶ παρουσιάστηκαν στὸ ρα­διόφωνο.



		

	

Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Crash

the-egg-featured


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Crash


04-omikronΤΑΝ ΞΑΝΑΣΥΝΑΝΤΗΣΑ τὸν παι­δι­κό μου φί­λο Μ.Σ., ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὸ αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κό του δυ­στύ­χη­μα, τὸν ρώ­τη­σα μὲ εἰ­λι­κρι­νὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ ἀ­φο­πλι­στι­κὴ εἰ­λι­κρί­νεια ἐ­ὰν ἡ γυ­ναί­κα του, Σ.Κ., ποὺ τὸν πῆ­ρε μα­κριά μου, εἶ­χε ὄν­τως ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ.

        Τα­ρά­χτη­κε. Λί­γα λε­πτὰ σι­ω­πῆς, ποὺ ἐ­μέ­να φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες.

          «Ὄ­χι», ἀ­πάν­τη­σε. «Ἐ­κεί­νη γλί­τω­σε τε­λι­κὰ μὲ κά­ποι­ες ἀ­μυ­χὲς στὰ πό­δια κι ἐ­λα­φρὰ δι­ά­σει­ση. Ἔ­χα­σε τὸ παι­δί μας, βέ­βαι­α», συμ­πλή­ρω­σε.

          Ἄλ­λη μιὰ ὅ­πως τό­σες προ­σπά­θει­ες ἐ­τῶν, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά, ἔ­πε­σε στὸ κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.

Γιάννης Καρκανέβατος: Παπούτσια νούμερο 42

karkanebatosgiannis-papoutsianoumero42-eikona-04


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς 


Πα­πού­τσια νού­με­ρο 42

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Δι­ο­νύ­ση


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΡΙΣΤΕ», εἶ­πε ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­κουμ­πών­τας ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πα­πού­τσια νού­με­ρο 42 στὰ χέ­ρια μου. Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες —τὶς λί­γες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­λει­πα ἀ­πὸ κον­τά του— μὲ δι­α­κα­τεῖ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ λευ­κοῦ, φρε­σκο­στρω­μέ­νου κρε­βα­τιοῦ ποὺ σή­με­ρα ἔ­μελ­λε νὰ συ­ναν­τή­σω. Ἦ­ταν σὰν νὰ κό­πη­κε ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου. Μὲ τὸ κου­τὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, πῆ­ρα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πέ­ναν­τι, κοί­τα­ζε μιὰ τὸ κου­τὶ καὶ μιὰ τὰ πα­πού­τσια του. «Ἂν τὰ προ­σέ­χε­τε, θὰ σᾶς βγά­λουν μιὰ ζω­ή», μοῦ εἶ­πε. Στὸ σπί­τι τὸ ἄ­νοι­ξα. Μέ­σα βρι­σκό­ταν τὸ κι­νη­τό του, τὸ ρο­λό­ι ποὺ τοῦ εἶ­χα κά­νει δῶ­ρο στὰ προ­πέρ­σι­να γε­νέ­θλια, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του φου­λά­ρι, κι ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι —σί­γου­ρα ὄ­χι δι­κό του— ποὺ ἡ νο­σο­κό­μα μᾶλ­λον βρῆ­κε στὸ κο­μο­δί­νο καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς τοῦ ἀ­νῆ­κε. Τὸ κι­νη­τὸ ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει. Στὴν ὀ­θό­νη σχη­μα­τί­στη­κε ἡ φρά­ση «ἄ­γνω­στος ἀ­ριθ­μός». Τὸ σή­κω­σα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, ψέλ­λι­σα ἕ­να ξέ­πνο­ο ἐμ­πρὸς ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ἦ­ταν, τὸ ἔ­κλει­σε χω­ρὶς κου­βέν­τα. Σκέ­φτη­κα πὼς θά ’­πρε­πε νὰ ὁ­ρί­σου­με ἕ­ναν χῶ­ρο στὸ πάρ­κο, στὴν ἄ­δεια στέρ­να ἴ­σως, κά­τω ἀ­π’ τὰ πλα­τά­νια, ὅ­που θὰ μα­ζεύ­α­με ὅ­λα τὰ ὀρ­φα­νὰ πλέ­ον κι­νη­τὰ κι αὐ­τὰ θὰ χτυ­ποῦ­σαν ἀ­συν­τό­νι­στα. Κλή­σεις ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ δὲν θὰ εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἐ­νη­με­ρω­θεῖ, ἢ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, ποὺ θὰ κα­λού­σα­με ποὺ καὶ ποὺ κι ἄς μὴν πε­ρι­μέ­να­με ἀ­πάν­τη­ση. Θὰ συν­θέ­τα­με ἔ­τσι τὴν με­λω­δί­α τῆς θλί­ψης καὶ τὰ που­λιὰ στὸ πάρ­κο θὰ ἔ­φευ­γαν στὸν οὐ­ρα­νό, δι­ωγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­κα­τα­νό­η­το ἦ­χο τῶν ἀν­θρώ­πων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).



		

	

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς: Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


konstantisapostolos-micholoskatethatokano-eikona-02


Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς


Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε, θὰ τὸ κά­μω


03-piΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΚΟΥΒΕΡΤΑ ἀ­φή­νον­τας τὸ κρε­βά­τι νὰ κρυ­ώ­νει. Ξά­πλω­σε στὸ πά­τω­μα προ­σε­κτι­κά, καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ αὐ­τί του στὰ σκο­νι­σμέ­να ξύ­λα ποὺ ἔ­τρι­ξαν.

       — Ξύ­πνα!  Ἡ μά­να, ἡ μά­να πο­νά­ει, ξύ­πνα, ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κά.

       — Ὄ­νει­ρο βλέ­πεις; Πή­γαι­νε κοι­μή­σου, πή­γαι­νε, ἀ­πάν­τη­σε γυρ­νών­τας πλευ­ρὸ ὁ ἀ­δερ­φός του.

       Τὸ κλά­μα μω­ροῦ ποὺ ἀ­κού­στη­κε λί­γο με­τὰ τὸν ἔ­φε­ρε καὶ ἐ­κεῖ­νον στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν κου­βέν­τα πα­ρὰ μό­νο κλε­φτὲς μα­τι­ὲς ἀ­πο­ρί­ας μέ­χρι τὸ πρω­ί.

       Ἡ κου­κου­βά­για, κρυμ­μέ­νη στὴ γέ­ρι­κη βα­γιά, πλά­ι στὸ πέ­τρι­νο σπί­τι.  Στρέ­φει ἀρ­γά, σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια γραμ­μὴ τὸ κε­φά­λι της καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Μιὰ νυ­χτε­ρί­δα περ­νᾶ δί­πλα της καὶ ὁρ­μᾶ ἄ­τσα­λα πά­νω στὸν τοῖ­χο μὰ τὸ με­τα­νι­ώ­νει τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Βου­τᾶ ξα­νὰ ἀ­νά­πο­δα στὸ κε­νὸ καὶ χά­νε­ται. Βή­μα­τα ἀν­τρι­κά, γορ­γά, ἄ­γρυ­πνα, μπλέ­κον­ται μὲ τὸ σκο­τά­δι τους. Λί­γο με­τὰ πά­λι, μὰ εἶ­ναι δι­πλὰ τού­τη τὴ φο­ρά, ἀν­τρι­κὰ καὶ γυ­ναι­κεῖα μα­ζί. Τρί­τη φο­ρὰ μό­νο τὰ γυ­ναι­κεῖ­α.

       «Τζάμ­πα ἦρ­θα. Τί ’­θέλαν τὴ μα­μή; Τὸ κά­με μό­νη καὶ τὸ ’­δε­σε κι­ό­λας. Τζάμ­πα…», λέ­ει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά της χά­νε­ται.

       Στὸ δω­μά­τιο νὰ τοὺς ξυ­πνή­σει μπῆ­κε ὁ πα­τέ­ρας. Ἄυ­πνος. Κρύ­βον­τας τὸ φῶς ἀ­πὸ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο. «Κα­τε­βεῖ­τε νὰ δεῖ­τε τὸν ἀ­δελ­φό σας. Ἡ μά­να σας γέν­νη­σε χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε κο­φτὰ καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Σὰν νὰ  ἀ­να­κοί­νω­σε πὼς ἁ­πλὰ ξη­μέ­ρω­σε ἢ ὅ­τι βρέ­χει.

       Κοι­τα­χτῆ­καν καὶ χω­ρὶς νὰ ποῦν κου­βέν­τα ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ σκά­λα.

       «Νὰ πᾶ­τε στὴ θεί­α σας τὴ Μα­ρι­γὼ νὰ σᾶς δώ­σει λί­γο ζά­χα­ρη καὶ νὰ τῆς μη­νύ­σε­τε νά ’ρ­θει ἀ­μέ­σως», δι­έ­τα­ξε. Τὸ βλέμ­μα της ἀ­γρι­ε­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν πό­νο, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν μη­τρό­τη­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ μω­ροῦ ἀ­πλα­νές, κι­νή­σεις ἀρ­γές, ἀ­βέ­βαι­ες. Νε­ο­γέν­νη­το κου­τά­βι στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὸ κολ­λᾶ στὸ στῆ­θος της καὶ ἐ­κεῖ­νο φαί­νε­ται νὰ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νει. «Νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω ἀ­μέ­σως, μὴν σᾶς ψά­χνω στὶς γει­το­νι­ές», τοὺς φω­νά­ζει κα­θὼς φεύ­γουν σπρώ­χνον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       — Ἦ­ταν ἡ μά­να γκα­στρω­μέ­νη;

       — Ἔ, γιὰ νὰ γέν­νη­σε; εἶ­πε καὶ κλώ­τση­σε μιὰ πέ­τρα πρὸς τὸν ἀ­δερ­φό του ποὺ τὸν βρῆ­κε στὴν πλά­τη καὶ φά­νη­κε νὰ πό­νε­σε.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα. Τὴν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά. Πλη­σι­ά­ζον­τας ἡ σκιὰ της τὴν ἄγ­γι­ξε στὸ πρό­σω­πο. Ξύ­πνη­σε.

       — Τὸ ἔ­κα­μα Μα­ρι­γώ. Δὲν ἤ­θε­λα ἄλ­λο, μὰ δὲν χα­νό­ταν.

       — Μὴν πι­κραί­νε­σαι. Μπο­ρεῖ νά… ζο­φὸ φαί­νε­ται.

       — Πει­να­σμέ­νο εἶ­ναι ἀ­κό­μα.

       — Καὶ ἄ­σχη­μο.

       — Δὲν χα­νό­ταν…

       Ἕ­να ὄ­νο­μα νὰ μὴ γι­ορ­τά­ζει, ζή­τη­σαν τοῦ πα­πᾶ. Τὸ εἶ­παν Θε­μι­στο­κλῆ καὶ πο­τὲ δὲν γι­όρ­τα­σε. Οὔ­τε ἔ­παι­ξε. Ἀ­πὸ τὸ κο­πά­δι στὰ χω­ρά­φια καὶ με­τὰ σπί­τι μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Δὲν τά ‘παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα. Τὸ μυα­λό του στὰ ζῶ­α συ­νέ­χεια. Ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τὸν ἔ­βγα­ζαν νὰ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, μέ­χρι ποὺ μιὰ μέ­ρα δὲν τὸν ἔ­βγα­λαν ξα­νά.

       Μιὰ φο­ρὰ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ χω­ριό, ὅ­ταν ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ στρα­τό. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Χώ­μα­τα κα­μέ­να ἀ­πὸ παγ­κό­σμιους καὶ βαλ­κα­νι­κοὺς πο­λέ­μους.

       — Στρα­τι­ώ­της πε­ζι­κοῦ Θε­μι­στο­κλῆς Βούλ­γα­ρης, φώ­να­ξε μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χε.

       — Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τὸ κρά­νος εἶ­ναι μα­γει­ρι­κὸ σκεῦ­ος; Τὸν ρώ­τη­σε ὁ δι­οι­κη­τής του μὲ εἰ­ρω­νεί­α.

       — Εἶ­χα ἔ­ξο­δο κύ­ρι­ε λο­χα­γὲ καὶ ἔπια­σα ἕ­να που­λὶ στὸ δά­σος.

       — Δε­κα­ή­με­ρος κρά­τη­σις.

       Ὅ­ταν τέ­λει­ω­σε ἡ θη­τεί­α του στὰ μα­κρι­νὰ φυ­λά­κια τοῦ πε­δι­νοῦ Ἔ­βρου, ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ χω­ριό. Μ’ ἕ­να ἀρ­νὶ στὴν πλά­τη τὸν βρῆ­κε τὸ νέ­ο. Θὰ σὲ παν­τρέ­ψου­με τοῦ εἶ­παν. Ἡ νύ­φη. Μιὰ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ χω­ριὸ μὲ κα­λὸ προι­κῶ­ο καὶ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς προ­βλη­μα­τι­κὸ ἰ­σχί­ο ἐμ­πό­διο σὲ ὅ­λα. «Ὀ­μορ­φο­νιὸς δὲν εἶ­σαι καὶ τοῦ λό­γου σου. Κε­φά­λας καὶ κον­τός», τοῦ ’­πε ἡ θειά του ἡ Μα­ρι­γώ, σὰν νὰ προ­λά­βαι­νε τὴν ἀν­τίρ­ρη­σή του. Μὰ δὲν εἶ­χε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       «Θὰ τὴν πά­ρω βρὲ μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε.

       Καὶ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν. Δύ­ο παι­διὰ ζων­τα­νὰ μὰ πει­να­σμέ­να. Δύ­ο θαμ­μέ­να ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες. Μι­σὴ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ στὶς δου­λει­ές, σὲ ὅ­λα. Μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο σπί­τι.  Δύ­ο χέ­ρια, τὰ δι­κά του, νὰ πα­λεύ­ουν. Ρο­ζι­α­σμέ­να, πρη­σμέ­να νὰ γδέρ­νουν τὰ κρε­μα­σμέ­να μα­στά­ρια λί­γων γέ­ρι­κων ζώ­ων. Χα­μέ­νες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λες χρο­νι­ές. Δύ­σκο­λα χρό­νια. Πο­τὲ δὲν ἔ­λε­γε ὄ­χι. Πάν­τα ναὶ σὲ ὅ­λους. «Μὴ χο­λο­σκᾶ­τε βρέ, θὰ τὸ κά­μω».

       Φτύ­νει τὴν φού­χτα του. Ἡ τσά­πα δὲν ὑ­πα­κού­ει. Λί­γο χῶ­μα, πολ­λὲς πέ­τρες. Ἀ­τρο­φι­κὴ μή­τρα γιὰ τὰ λι­γο­στὰ σπό­ρια του. Καὶ ἄλ­λη χα­μέ­νη χρο­νιὰ ξε­κι­νᾶ. Ὁ ἥ­λιος ψη­λά. Ἱ­δρώ­τας. Ἰ­σι­ώ­νει τὴ μέ­ση του νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Τὸ χέ­ρι του πρη­σμέ­νο. Τό ’­κο­ψε ὅ­ταν ἔ­σφα­ξε ἕ­να ἀρ­νὶ τοῦ πα­πᾶ, πρὶν με­ρι­κὲς μέ­ρες. Πα­τᾶ τὴν πλη­γὴ καὶ τρέ­χει πύ­ον. Τὸ βρά­δυ ἀ­νέ­βα­σε πυ­ρε­τό. Δὲν κα­τέ­βαι­νε. Χει­ρο­τέ­ρε­ψε κι ἄλ­λο. Ὁ για­τρὸς μέ­ρες μα­κριά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μὰ τὰ πό­δια του δὲν τὸν κρά­τη­σαν. Ἔ­σπρω­ξε τὰ παι­διά του ποὺ πῆ­γαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. «Θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρω μὴ χο­λο­σκᾶ­τε», τοὺς εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Ἔ­πει­τα τὰ δόν­τια του ἔ­τρι­ζαν καὶ τὸ στό­μα συ­σπά­στη­κε. Μέ­ρες με­τὰ τὸ κορ­μὶ του τέν­τω­σε σὰν τό­ξο καὶ ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν τε­λευ­ταί­α του ἀ­νά­σα δὲν πῆ­ρε ἄλ­λη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Κων­σταν­τῆς (Κα­τε­ρί­νη, 1978). Ζεῖ στὸ Λον­δι­νο ὅ­που ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα ἐκ­δό­θη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, Ἄρ. 3.



		

	

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: «Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


«Τυ­χαῖ­ες συ­ναν­τή­σεις»


15-tΟ ΠΑΓΚΡΕΑΣ εἶ­ναι ἕ­να ὄρ­γα­νο ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ στο­μά­χι. Ὁ ρό­λος του εἶ­ναι νὰ πα­ρά­γει ὁρ­μό­νες καὶ οὐ­σί­ες ποὺ βο­η­θοῦν στὴν πέ­ψη τῶν τρο­φῶν.

       Αὐ­τὸ τὸ ὄρ­γα­νό μου δι­ά­λε­ξε νὰ χτυ­πή­σει ὁ καρ­κί­νος. Πάγ­κρε­ας.

       Τὸ ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα ἀ­φο­ρᾶ τὰ κύτ­τα­ρα τῆς ἐ­ξω­κρι­νοῦς μοί­ρας καὶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται στὴν κε­φα­λὴ τοῦ παγ­κρέ­α­τος.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νη μορ­φὴ παγ­κρε­α­τι­κοῦ καρ­κί­νου. Αὐ­τὴ ἔ­χω. Ἀ­δε­νο­καρ­κί­νω­μα.

       Εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη. Πα­ρα­μέ­νει ἀ­συμ­πτω­μα­τι­κὸς γιὰ ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο.

       Θὰ πε­θά­νω σὲ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἀ­πὸ τὴν 5η αἰ­τί­α θα­νά­του ἀ­πὸ καρ­κί­νο. Πῶς ἀλ­λι­ῶς; ἀ­φοῦ εἶ­ναι ὁ 7ος πιὸ συ­χνὸς καρ­κί­νος στὴν Εὐ­ρώ­πη, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι Εὐ­ρω­παί­α. Θὰ πε­θά­νω, μοῦ τὸ εἶ­πε σή­με­ρα, κομ­ψὰ μὰ κα­θα­ρά, ὁ για­τρός μου. Θὰ πε­θά­νω.


       Δὲ μὲ πο­λυ­νοιά­ζει.  Ὅ­λα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Σι­γὰ τὸ νέ­ο. Λὲς καὶ δὲν τὸ ξέ­ρα­με. Λὲς καὶ εἴ­χα­με ὑ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαι­ο. «Πὲς στοὺς θε­οὺς θὰ σβή­σω! Μά λέ­γε το γε­λών­τας.» Πρέ­πει νὰ κά­νω ρί­ζα. Ἡ βαμ­μέ­νη ρί­ζα δι­ευ­κο­λύ­νει τὸ γέ­λιο. Σή­με­ρα. Τώ­ρα. Θὰ γκρι­νιά­ξει ἡ Βού­λα ποὺ θὰ πά­ω χω­ρὶς ραν­τε­βού. Who cares?


       Τώ­ρα μά­λι­στα βαμ­μέ­νη ἡ ρί­ζα. Τὴ θαυ­μά­ζω, ὅ­σο μπο­ρῶ, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς βι­τρί­νες τῶν κα­τα­στη­μά­των. Μὲ χτέ­νι­σε καὶ ὡ­ραί­α ἡ Βού­λα, δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ. Ἕ­να ὡ­ραῖ­α χτε­νι­σμέ­νο, κα­λο­βαμ­μέ­νο μαλ­λὶ δί­νει ἄλ­λο ἀ­έ­ρα στὸ βά­δι­σμα. Πιὸ ἀ­νά­λα­φρο, πιὸ παι­δι­κό.

        Μιὰ παι­δι­κὴ χα­ρὰ στὸν δρό­μο μου. Πο­τὲ δὲν πῆ­γα τὰ παι­διά μου στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά. Φο­βό­μουν ἐ­κεῖ­νες τὶς πα­νύ­ψη­λες τσου­λῆ­θρες. Παν­τοῦ ἔ­βλε­πα κα­κο­τε­χνί­ες καὶ κρυμ­μέ­νους κιν­δύ­νους. Δὲν τὰ πῆ­γα πο­τέ. Μό­νο μὲ τὶς γι­α­γιά­δες καὶ τοὺς παπ­ποῦ­δες πή­γαι­ναν. Ἐ­γὼ μό­νο νὰ γκρι­νιά­ζω ἤ­ξε­ρα, γιὰ τὰ σκι­σμέ­να καὶ τὰ λε­ρω­μέ­να ροῦ­χα. Θὰ πά­ω τώ­ρα. Μό­νη μου. Τώ­ρα ποὺ τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ φύ­γαν. Θὰ πά­ω τώ­ρα, στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά, νὰ ἐ­ξο­φλή­σω ἕ­να πα­λιό, κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο γραμ­μά­τιο, ἴ­σως καὶ πα­ρα­γε­γραμ­μέ­νο, μὰ θὰ πά­ω.


       Στὶς κού­νι­ες. Ναί, στὶς κού­νι­ες. Μὲ τὶς γό­βες καὶ τὴν πέν­σιλ φού­στα. Μὲ τὸ χτε­νι­σμέ­νο μαλ­λί. Ἐ­κεῖ μὲ τοὺς πι­τσι­ρι­κά­δες. Ἐ­κεῖ ποὺ ἡ ζω­ὴ φω­νά­ζει δυ­να­τὰ καὶ τσι­ρί­ζει καὶ πέ­φτει καὶ χτυ­πά­ει στὰ γό­να­τα. Ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λα περ­νᾶ­νε μ’ ἕ­να τσι­ρό­το καὶ δὲν χρει­ά­ζον­ται χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α καὶ δὲν τε­λει­ώ­νουν. Κρί­μα ποὺ ἄρ­γη­σα τό­σο πο­λὺ νὰ μά­θω νὰ μὴ μὲ νοιά­ζει.


       Μὲ κοι­τοῦν πε­ρί­ερ­γα. Μα­μά­δες καὶ γι­α­γιά­δες καὶ παπ­ποῦ­δες καὶ ἀλ­λο­δα­πὲς νταν­τά­δες. «Τί κοι­τᾶ­τε ρέ; Πρώ­τη φο­ρὰ βλέ­πε­τε ξέμ­παρ­κη με­σό­κο­πη στὴν παι­δι­κὴ χα­ρά;», σκέ­φτο­μαι καὶ χα­μο­γε­λῶ καὶ δὲν μὲ νοιά­ζει. Μό­νο τὰ παι­διὰ ξέ­ρουν νὰ κοι­τοῦν καὶ νὰ βλέ­πουν, οἱ ἄλ­λοι, δυ­στυ­χῶς, μό­νο κοι­τοῦν. Κι ἐ­γὼ δι­α­λέ­γω μό­νο τὰ παι­διὰ νὰ βλέ­πω, τοὺς ἄλ­λους μό­νο τοὺς κοι­τῶ καὶ πε­ρι­μέ­νω. Πε­ρι­μέ­νω ν’ ἀ­δειά­σει ἡ παι­δι­κὴ χα­ρά. Νὰ κά­νω κού­νια. Τί­πο­τα ἄλ­λο πιὰ δὲν πε­ρι­μέ­νω.


       Εἶ­χε νυ­χτώ­σει, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ κα­θί­σει στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια. Κού­ρε­μα νε­ο­σύλ­λε­κτου. Ψη­λός, στη­τός, γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸν εἶ­χα ἐν­το­πί­σει ἀ­πὸ πρὶν ποὺ κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι. Πὼς τὸν τρο­μά­ζαν τῶν παι­δι­ῶν οἱ φω­νὲς καὶ τα­ρα­ζό­ταν σύγ­κορ­μος σὰν νά ’­ταν σὲ πε­δί­ο μά­χης. Σὰν νά ’­χε ζή­σει βί­αι­ους θα­νά­τους. Σὰν νά ’­χε σκο­τώ­σει κοί­τα­ζε τὰ χέ­ρια του. Τώ­ρα ποὺ ὅ­λοι ἔ­χουν φύ­γει καὶ κου­νι­έ­ται μα­ζί μου στὴ δι­πλα­νὴ κού­νια, μοιά­ζει πιὸ ἤ­ρε­μος. Ποῦ νά ’­ξε­ρε ὁ κα­η­με­νού­λης ὅ­τι κι ἐ­γὼ μὲ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ ση­μεί­ω­μα κυ­κλο­φο­ρῶ.


       Κου­νι­ό­μα­στε ἀρ­γά. Ὁ κα­θέ­νας στὶς δι­κές του σκέ­ψεις βυ­θι­σμέ­νος. Εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι πρὶν λί­γο και­ρό, ἴ­σως καὶ χθὲς ἀ­κό­μη, ὁ νέ­ος ἄν­τρας ποὺ κου­νι­έ­ται δί­πλα μου, βρι­σκό­ταν στὴ Συ­ρί­α. Ἔ­χουν πό­λε­μο ἐ­κεῖ. Δὲν ξέ­ρω πῶς. Ἁ­πλὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη. Κα­θὼς κου­νι­έ­ται ψά­χνει στὸ τζά­κετ ποὺ φο­ρά­ει. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα.


       — Συ­γνώ­μη, μή­πως ἔ­χε­τε φω­τιά;

       — Ἔ­λα πά­ρε, ἀλ­λὰ ἄ­σε τὸ πλη­θυν­τι­κό. Πὲς πὼς μι­λᾶς στὴ μά­να σου.

       —  Ὄ­μορ­φη νύ­χτα.

       — Ναί, ὄ­μορ­φη καὶ ἥ­συ­χη.

       — Εἶ­ναι κα­λὴ ἡ ἡ­συ­χί­α, ὅ­ταν γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν κό­λα­ση.

       —  Καὶ χρή­σι­μη, ὅ­ταν εἶ­σαι μέ­σα της.

       —  Στὴν ἡ­συ­χί­α;

       —  Ὄ­χι ἀ­γό­ρι μου, στὴν κό­λα­ση.

       —  Εἶ­δα ἀν­θρώ­πους νὰ σκο­τώ­νον­ται. Ἔ­χω σκο­τώ­σει.

       —  Κι ἐ­γὼ τὸν θά­να­τό μου πε­ρι­μέ­νω.

       —  Πές μου, για­τί; Για­τί ὅ­λα αὐ­τά;

       —  Για­τί εἴ­μα­στε ἀρ­χά­ριοι, ἀ­γό­ρι μου. Γι’ αὐ­τό.


       Δὲν μι­λή­σα­με ἄλ­λο. Μεί­να­με ἐ­κεῖ, στὶς κού­νι­ες, ὣς ἀρ­γά. Κα­πνί­σα­με ὅ­σα τσι­γά­ρα ὑ­πῆρ­χαν στὰ πα­κέ­τα μας. Κι ὕ­στε­ρα πῆ­ρε ὁ κα­θέ­νας μας τὸν δρό­μο του πρὸς τὸν δι­κό του θά­να­το, ποὺ κά­που ἐ­κεῖ ἔ­ξω πε­ρί­με­νε νὰ μᾶς συ­ναν­τή­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρία.



		

	

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­τρω­γε τὶς λέ­ξεις


espadamanuel-topaidipouetrogetislekseis-eikona-01


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


Τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­τρω­γε τὶς λέ­ξεις


02-SigmaΕ ΚΑΠΟΙΑ ΑΤΟΜΑ κά­νουν με­τα­μό­σχευ­ση πνευ­μό­νων. Σὲ ἄλ­λα, με­τα­μό­σχευ­ση καρ­διᾶς ἢ κε­ρα­το­ει­δοῦς, ὅ­μως πάν­το­τε πρέ­πει νὰ πε­θά­νει κά­ποι­ος. Ἡ πε­ρί­πτω­σή μου ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρὸς δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, του­λά­χι­στον ὄ­χι ὅ­πως τὰ ἄλ­λα παι­διά. Κά­θε συλ­λα­βὴ ἀ­παι­τοῦ­σε τὸ μέ­γι­στο τῶν προ­σπα­θει­ῶν μου. Ὡ­στό­σο, ὁ πα­τέ­ρας μου κέρ­δι­ζε τὸ ψω­μί του μὲ τὶς λέ­ξεις. Πα­ρά­δο­ξο. Ἀ­κό­μη θυ­μᾶ­μαι μιὰ Κυ­ρια­κὴ ποὺ γύ­ρι­σε μὲ μιὰ πα­λιὰ γρα­φο­μη­χα­νή. Μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­ζε τὴν πα­λιὰ Olivetti πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Το­πο­θέ­τη­σε ἕ­να φύλ­λο ρι­ζό­χαρ­το στὸν κύ­λιν­δρο, πῆ­ρε τὸν δεί­κτη μου καὶ γρά­ψα­με τὸ ὄ­νο­μά μου. Ὁ πα­τέ­ρας μου τὸ ἔ­κο­ψε μὲ τὸ ψα­λί­δι, τὸ ἔ­κα­νε μιὰ μπα­λί­τσα καὶ μοῦ εἶ­πε: «Νό­στι­μο». Ὅ­ταν τὸ χαρ­τὶ κα­τέ­βη­κε τὸν οἰ­σο­φά­γο μου εἶ­πα τὸ ὄ­νο­μά μου δυ­να­τά. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸ προ­φέ­ρει ξα­νά. Ἔ­πει­τα ἀ­κο­λού­θη­σαν πολ­λὲς ἄλ­λες λέ­ξεις. Ὁ πα­τέ­ρας μου μοῦ ἔ­παιρ­νε τὸ δά­χτυ­λο, μοῦ ψι­θύ­ρι­ζε πράγ­μα­τα στὸ αὐ­τί, τὰ πλη­κτρο­λο­γού­σα­με κι ὕ­στε­ρα μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς λέ­ξεις στὸ στό­μα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε πο­τὲ ξα­νά. Πρῶ­τα ἔ­μει­νε χω­ρὶς οὐ­σι­α­στι­κά, ὕ­στε­ρα χω­ρὶς ρή­μα­τα, ἀρ­γό­τε­ρα μοῦ πέ­ρα­σε τὰ ἐ­πί­θε­τα, τὰ ἄρ­θρα, τὶς προ­θέ­σεις, μέ­χρι ποὺ μοῦ με­τα­μό­σχευ­σε ὅ­λες τὶς λέ­ξεις τοῦ κό­σμου. Ἕως ποὺ ἔ­μει­νε βου­βός.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.