Βά­σω Σι­νο­πού­λου: Ἡ στρο­φή



Βά­σω Σι­νο­πού­λου

 

Ἡ στρο­φή


ΤΗΣ ΕΔΙΝΑΝ ἰ­σχυ­ρὰ παυ­σί­πο­να καὶ τό­τε βυ­θι­ζό­ταν σὲ λή­θαρ­γο καί τὸ μυα­λό της γέ­μι­ζε εἰ­κό­νες. Ὡ­ραῖ­ες χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες ἀ­σύν­δε­τες με­τα­ξύ τους σὰν κὰρτ πο­στάλ. Ἕ­να γε­φύ­ρι μιὰ πλα­τεί­α τὸ γέ­λιο ἑ­νὸς μω­ροῦ μιὰ λε­ω­φό­ρος τὸ κα­φε­νεῖ­ο ἑ­νὸς χω­ριοῦ μιὰ γά­τα στὸν ἥ­λιο. Κα­θὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν φαρ­μά­κων περ­νοῦ­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ καὶ νὰ τὰ ἐν­τά­ξει στὴ ζω­ή της ποὺ τέ­λει­ω­νε. Θυ­μό­ταν τό­πους καὶ χρό­νους καὶ πρό­σω­πα καὶ οἱ εἰ­κό­νες ἔ­βρι­σκαν τὸ πλαί­σιο ποὺ ἀ­νῆ­καν πρὶν βυ­θι­στεῖ ξα­νὰ στὸν λή­θαρ­γο. Ὑ­πῆρ­χε ­ὅ­μως μιὰ εἰ­κό­να ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν το­πο­θε­τή­σει που­θε­νά. Ἕ­νας δρό­μος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη ποὺ χα­νό­ταν σὲ μιὰ στρο­φή. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα καὶ ἀμ­πέ­λια ἦ­ταν ἕ­να το­πί­ο ξε­ρὸ σὰν κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τοὺς δρό­μους καὶ τοὺς χω­μα­τό­δρο­μους ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ­ και πε­ρι­πλα­νη­θεῖ σὲ τα­ξί­δια καὶ ἐκ­δρο­μές. Τί­πο­τε. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­με­νε ἀ­κί­νη­τη δὲν ἔμ­παι­νε που­θε­νά. Νὰ μπο­ροῦ­σε του­λά­χι­στον νὰ βρεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε ἐ­κεί­νη ἡ στρο­φή. Ἡ προ­σπά­θεια νὰ θυ­μη­θεῖ ἔ­δι­ω­ξε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες εἰ­κό­νες καὶ σι­γὰ-σι­γὰ τὸ το­πί­ο ξε­κα­θά­ρι­σε. Φά­νη­καν οἱ πέ­τρες τὰ σκί­να καὶ τὰ ἀγ­κά­θια στὴν ἄ­κρη του δρό­μου, ἡ ­στρο­φὴ δι­α­γρά­φη­κε κα­θα­ρὰ λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε, προ­σπά­θη­σε καὶ τῆς κό­πη­κε ἡ ἀ­νά­σα. Ἡ πομ­πὴ μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα πή­γαι­νε ἀρ­γὰ στὸ δρό­μο. Κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε σκιὰ που­θε­νὰ μό­νο σκί­να καὶ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­ναν ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες. Ἀ­κο­λού­θη­σαν τὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο φά­νη­κε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ ἐ­ξω­κλή­σι. Η καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε πέν­θι­μα.



Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Van Gogh, Το­πίο μὲ μο­νο­πά­τι καὶ κλα­δε­μέ­να δέν­τρα (1888, ἰ­δι­ω­τι­κὴ συλ­λο­γή).



		

	

Νατάσα Στεφάνου: Ἡ Βόλτα



Να­τά­σα Στε­φά­νου


Ἡ Βόλ­τα


ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ στὸ μο­νο­πά­τι. Ἦ­ταν γε­μά­το κλα­διὰ καὶ σκου­πί­δια. Κλώ­τση­σε δυ­να­τὰ μιὰ πέ­τρα. Πε­τά­χτη­καν πολ­λὰ μα­μού­νια ἀ­πὸ κά­τω. Τὰ πά­τη­σε. Σή­κω­σε τὸ πό­δι γιὰ νὰ δεῖ τὴν σό­λα τοῦ πα­που­τσιοῦ. Ἦ­ταν γε­μά­τη ὑ­γρά, δι­α­λυ­μέ­να πό­δια καὶ κε­ραῖ­ες. Συ­νέ­χι­σε νὰ περ­πα­τά­ει καὶ νὰ κλω­τσά­ει. Ἤ­θε­λε νὰ ἀλ­λά­ξει πα­ρα­στά­σεις. Αὐ­τὸ εἶ­πε τὸ πρω­ὶ καὶ ἔ­φυ­γε. Δύ­ο μῆ­νες μέ­σα. Συ­νο­δὸς στὸν γιό της. Ὀ­ξεί­α λευ­χαι­μί­α τῆς εἶ­παν. Χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες πολ­λές. Ἡ μό­νη λύ­ση, με­τα­μό­σχευ­ση μυ­ε­λοῦ τῶν ὀ­στῶν. Ὁ συμ­βα­τὸς δό­της δὲν ἔ­χει βρε­θεῖ ἀ­κό­μα. Τε­λευ­ταί­α ἐλ­πί­δα ἡ Ἀ­με­ρι­κή.

       Ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σε στοὺς πρό­πο­δες τοῦ βου­νοῦ. Ξε­κι­νοῦ­σε ἕ­να μο­νο­πά­τι καὶ τὸ πῆ­ρε. Βρέ­θη­κε σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ φύλ­λα ξε­ρά. Ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρο­πη­δά­ει γιὰ νὰ ἀ­κού­σει πῶς ἀ­κού­γον­ται τὰ φύλ­λα ὅ­ταν δι­α­λύ­ον­ται, λί­γο πρὶν γί­νουν χῶ­μα. Ἦ­ταν ἕ­νας χο­ρός. Μὲ μου­σι­κὰ ὄρ­γα­να τὰ φύλ­λα. Κον­το­στά­θη­κε χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­σά­νει. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ὅ­ταν τοῦ τέ­λει­ω­νε ἡ φιά­λη τοῦ ὀ­ξυ­γό­νου καὶ ἔ­τρε­χαν οἱ νο­σο­κό­μες νὰ τὴν ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν. Τὰ φύλ­λα ἔ­φε­ραν τὸ ἴ­διο ἀ­πο­τέ­λε­σμα τώ­ρα. Ξέ­μει­νε ἀ­πὸ ὀ­ξυ­γό­νο μέ­σα στὰ δέν­τρα. Κά­θι­σε κά­τω στὸ χῶ­μα. Ἦ­ταν νο­τι­σμέ­νο. Ἔ­βρε­χε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε. Μύ­ρι­σε τὴν μυ­ρω­διὰ τῶν βρεγ­μέ­νων δέν­τρων. Κοί­τα­ξε πρὸς τὰ πά­νω. Δέν­τρα ψη­λά. Δὲν ἤ­ξε­ρε τὸ ὄ­νο­μά τους. Ἔ­κρυ­βαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο. Ἡ­συ­χί­α. Ἀ­κου­γό­ταν ὁ κα­πνὸς τοῦ τσι­γά­ρου. Τὸ ἔ­χω­σε στὴν τρύ­πα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε γιὰ νὰ στη­ρι­χτεῖ. Συ­νέ­χι­σε τὴν δι­α­δρο­μή. Δέν­τρα ψη­λὰ καὶ θά­μνοι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Να­τά­σα Στε­φά­νου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1965). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ ΑΠΘ καὶ ἔ­χει Master στὴ Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων (MBA) ἀ­πὸ τὸ University of Birmingham τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ με­γά­λη ξέ­νη τρά­πε­ζα γιὰ πά­νω ἀ­πὸ 20 χρό­νια, ἔ­χον­τας κα­τα­λά­βει δι­ευ­θυν­τι­κὲς θέ­σεις στὸν το­μέ­α χρη­μα­το­δο­τή­σε­ων με­γά­λων ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς.



		

	

Σῶτος Ντανᾶς: [Εἶμαι στὸν ἕβδομο 7ο καὶ θὰ πηδήσω…]


Σῶτος Ντανᾶς


[Εἶμαι στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω…]

 

ΙΜΑΙ στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω.

Πε­τά­ω σή­με­ρα πε­τά­ω­ω­ω.

Ὅ­λα ἀ­στρά­φτουν!!!

Γυ­ρί­ζουν… ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζουν ὅ­λα.

Ἄγ­γε­λοι στὸν οὐ­ρα­νὸ χο­ρεύ­ουν… τοὺς βλέ­πω!!!

Μου­σι­κὲς οὐ­ρά­νι­ες, φω­νὲς γλυ­κὲς …τὶς ἀ­κού­ω!!!

Ἀγ­κα­λι­ὲς πε­λώ­ρι­ες… μὲ κα­λοῦν!!!

Τὸ μυα­λὸ βου­ΐ­ζει… ἡ καρ­διὰ θὰ σπά­σει.

Τρέλ­λα σοῦ λέ­ω… τρέλ­λα θεί­α!!!

Τρα­γου­δά­ω… χο­ρεύ­ω… ἀ­κρο­βα­τῶ!!!

Γε­ρὴ καὶ ἡ δό­ση ποὺ πῆ­ρα ἀ­π’ αὐ­τή.

Ἔ­στη­σα καὶ τὴν κά­με­ρα στὸ κάγ­κελο, καὶ σελ­φά­ρω…

Κλεί­νω τὰ μά­τια, ὁρ­μά­ω… Καὶ πη­δά­α­α­ω­ω­ω!!!

Μα­τά­κιδες!

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σῶ­τος Ντα­νᾶς. (Καρίτσα, 1950). Σπούδασε ἰταλικὴ φιλολογία. Ζεῖ στὸ Βόλο.


Γιάννης Ήλ. Παππᾶς: Ὁ δεκατριάρης

pappasgiannis-odekatriaris-eikona-03


Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς


Ὁ δε­κα­τριά­ρης


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΓΩ, ΚΥΡ’ ΑΣΤΥΝΟΜΕ, γεν­νή­θη­κα τὸ 1959, σὲ ἕ­να πα­ρα­θα­λάσ­σιο χω­ριό, κον­τὰ στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα. Στὰ χω­ριά, ὅ­πως ξέ­ρεις, ὅ­λοι ἔ­χου­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι τους. Ἐ­μέ­να μὲ φώ­να­ζαν ὁ «δε­κα­τριά­ρης». Για­τί; Για­τί κά­πο­τε εἶ­χα πιά­σει ἕ­να δε­κα­τριά­ρι στὸ Προ­πό, μὴ φαν­τα­στεῖς πολ­λὰ λε­φτά,  καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἔ­παι­ζα μπὰς καὶ πιά­σω τὰ πολ­λὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Θὰ πέ­σει ἔ­λε­γα, ποῦ θὰ μοῦ πά­ει. Ἔ­τσι μοῦ βγῆ­κε τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Πολ­λοί, ἀ­πὸ τό­τε, μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν κι­ό­λας. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Πολ­λὲς φο­ρὲς τά ’­παιρ­να στὸ κρα­νί­ο καὶ τσα­κω­νό­μου­να.

         Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά μου ἦ­ταν ψα­ράς. Ἀ­πὸ μι­κρὸς στὴ θά­λασ­σα. Τὴ δου­λειὰ τὴν ἔ­μα­θα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου.

         Δὲν ἤ­θε­λα τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ νὰ εἶ­μαι μέ­σα στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ ψα­ρεύ­ω. Νὰ πε­τᾶ­νε πά­νω μου οἱ γλά­ροι καὶ νὰ μὲ χτυ­πά­ει ἡ ἁρ­μύ­ρα στὸ πρό­σω­πο.

         Τὸ σχο­λεῖ­ο δὲν μ’ ἄ­ρε­σε. Δὲν μὲ χώ­ρα­γε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν μ’ ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ πει­θαρ­χί­α, οἱ φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν δά­σκα­λο.

         Πολ­λὲς φο­ρὲς τό ’­σκα­γα καὶ πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα. Μὲ ἕ­να ἀγ­κί­στρι, νὰ κά­θο­μαι ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες. Τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Ἔ­χω φά­ει πο­λὺ ξύ­λο. Ἤ­θε­λε νὰ σπου­δά­σω, νὰ φύ­γω ἀ­πὸ δῶ. «Ἡ θά­λασ­σα» μοῦ ‘λέ­γε «δὲν ἔ­χει ψω­μί. Κοί­τα νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα καὶ νὰ φύ­γεις, νὰ ρί­ξεις μαύ­ρη πέ­τρα πί­σω σου».  Δὲν τὸν ἄ­κου­σα.

         Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ στρα­τό, σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα. Ἐ­πει­δὴ ἤ­μουν κα­λὸς στὴ δου­λειά μου, ἀ­πό­κτη­σα δι­κό μου κα­ΐ­κι καὶ ψά­ρευα σ’ ὅ­λο τὸ Ἰ­ό­νιο. Ἡ δου­λειὰ πή­γαι­νε κα­λά. Εἶ­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κα­ΐ­κια στὴν πε­ρι­ο­χή.

         Παν­τρεύ­τη­κα καὶ νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κα. Πῆ­ρα κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ κι αὐ­τὴ ἐρ­χό­ταν καὶ βο­η­θοῦ­σε στὸ κα­ΐ­κι. Μα­ζὶ συ­νέ­χεια. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα πο­λύ. Κά­να­με καὶ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λὰ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴν μέ­ρα ποὺ ἕ­νας πού­στης πα­ρα­βί­α­σε τὸ στὸπ καὶ τὴ χτύ­πη­σε. Σκο­τώ­θη­κε στὸν τό­πο. Δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε. Εἶ­χε πά­ει στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα νὰ πά­ρει πά­γο γιὰ τὰ ψά­ρια καὶ τὴν σκό­τω­σε ὁ ἄ­τι­μος.

         Τὸ σὸκ ἦ­ταν με­γά­λο. Ἀ­πὸ τὴν μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη, ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου. Ἔ­πα­θαν τὰ νεῦ­ρα μου. Τὸ κα­τα­λά­βαι­να ὅ­τι κά­τι γι­νό­ταν. Ἔ­βλε­πα ἐ­φιά­λτες. Δαί­μο­νες ἔρ­χον­­ταν στὸν ὕ­πνο μου καὶ στὸ ξύ­πνιο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ  μὲ ξε­κά­νουν. Ὅ­μως ἐ­γὼ εἶ­χα πά­ρει τὰ μέ­τρα μου. Εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὸ εἶ­χα πάν­το­τε μα­ζί μου.

         Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Ἔ­παιρ­να χα­πά­κια. Ἠ­ρε­μι­στι­κά. Ἔ­τσι μοῦ ’­λε­γε ὁ για­τρός. Ἀν­τὶ νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ω, χει­ρο­τέ­ρευ­α. Προ­σπά­θη­σα νὰ συ­νε­χί­σω τὴ δου­λειά.  Εἶ­χα δυ­ὸ στό­μα­τα νὰ θρέ­ψω.

         Εἶ­χαν πε­ρά­σει πε­ρί­που 10 χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­πρε­πε καὶ ‘γὼ νὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Ἄν­τρας ἤ­μου­να. Εἶ­χα ἀ­νάγ­κες. Τὰ παι­διὰ δὲν τὸ κα­τα­λά­βαι­ναν.

         Σ’ ἕ­να κω­λόμ­πα­ρο στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα, γνώ­ρι­σα μιὰ βουλ­γά­ρα. Μπαρ­γού­μαν. Ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα. Ψη­λή, ξαν­θιὰ μὲ κά­τι με­γά­λα βυ­ζιά. Τά ’­παι­ξα. Κά­θε βρά­δυ ἐ­κεῖ. Μέ­χρι ποὺ τὴν πή­δη­ξα. Ἀ­πὸ τό­τε γί­να­με ἀ­χώ­ρι­στοι. Τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κα ὁ μα­λά­κας καὶ τά ’­δω­σα ὅ­λα. Τὴν σπί­τω­σα κι­ό­λας. Μοῦ ’­φα­γε πολ­λὰ φράγ­κα ἡ κα­ρι­ό­λα.

         Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­λὰ μα­ζί μου, μὲ πέ­τα­ξε σὰν τὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ μὲ βλέ­πει. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­μα­θα ὅ­τι τὴν πη­δοῦ­σε ἄλ­λος τώ­ρα.

         Πῆ­γα καὶ τοῦ ’­κα­ψα τὸ μη­χα­νά­κι, τοῦ πού­στη. Νὰ μά­θει. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καὶ τὸ σκυ­λί του. Γαύ­γι­ζε. Τό ΄κά­ψα κι αὐ­τό.

         Πρὶν λί­γες μέ­ρες μὲ κά­λε­σε ὁ εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ μοῦ ’­λε­γε μα­λα­κί­ες. Ὅ­τι εἶ­χα πά­ει, λέ­ει, στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο καὶ εἶ­χα κά­νει ζη­μι­ὲς καὶ κά­τι τέ­τοι­α. Ἐ­γὼ δὲν θυ­μό­μου­να τί­πο­τα γιὰ ζη­μι­ές. Ἁ­πλὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἦ­ταν κον­τὰ στὸ σπί­τι μου καὶ πή­γαι­να κα­μιὰ φο­ρὰ ν’ ἀ­νά­ψω ἕ­να κε­ρὶ στὴν μά­να καὶ στὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ἦ­ταν θαμ­μέ­νοι ἐ­κεῖ.

         Ἀ­πὸ και­ρὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν Μπαρ­μπα-Κώ­στα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ ἤ­θε­λαν τὸ κα­κό μου. Ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. Εἶ­χα φτιά­ξει λί­στα μὲ ὅ­λους τοὺς δαί­μο­νες. Θὰ τοὺς κα­θά­ρι­ζα ὅ­λους, ἕ­ναν ἕ­ναν.

         Ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ βρά­δυ, τοῦ ’­στη­σα καρ­τέ­ρι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ κά­τι φυλ­λω­σι­ές. Δὲν μὲ κα­τά­λα­βε. Κι ὅ­ταν μὲ προ­σπέ­ρα­σε πῆ­γα ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸν χτύ­πη­σα μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σες φο­ρές. Μοῦ εἶ­παν με­τὰ ὅ­τι ἦ­ταν 13.

          Πῆ­γα σπί­τι, πλύ­θη­κα, ἔ­κα­ψα τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ πα­πού­τσια. Πέ­τα­ξα τὸ μα­χαί­ρι.

         Πῆ­γα γιὰ ὕ­πνο.

         Τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή, πε­τά­χτη­κα δί­πλα νὰ παί­ξω ἕ­να προ­πό. Ἐ­κεῖ ἦρ­θαν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ μ’ ἔπια­σαν. Δὲν ξέ­ρω για­τί.

         Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πρό­λα­βα νὰ παί­ξω. Ἴ­σως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ ἔ­πι­α­να τὸ δε­κα­τριά­ρι.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς (Ἄρ­τα, 1962). Με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ἦ­ταν συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἑ­λί­τρο­χος καὶ ἐκ­δό­της καὶ διευ­θυν­τὴς τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­πο­λι­τι­σμός. Πρῶτο του βι­βλί­ο Στὴν ἄκρη τοῦ ὀνεί­ρου (ποί­η­ση, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2008).



		

	

Πάνος Ι. Μαυρομμάτης: Κανένας Θεὸς (Καβατίνα)

 

mayrommatispanosi-kanenastheos-eikona-03


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Κα­νέ­νας Θε­ὸς (Κα­βα­τί­να)


01-thitaΑ ΓΙΝΕΙΣ ΕΣΥ, Νί­κο μου, ἕ­νας σπου­δαῖ­ος δε­σπό­της!»

Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε ἡ μά­να, μὲ κρυ­φὴ πε­ρη­φά­νια. Μὲ ξε­προ­βό­δι­ζε ἀ­πὸ τὸ χά­ρα­μα, ὅ­ταν πή­γαι­να νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς ἐ­νο­ρί­ας μας. Δὲν τῆς ἔ­κα­να τε­λι­κὰ τὸ χα­τί­ρι, ὅ­πως καὶ τό­σα ἄλ­λα στὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της. Ἂν καὶ σε­βό­μουν τοὺς πα­πά­δες καὶ τὸ λει­τούρ­γη­μά τους, δὲν ἄν­τε­χα τὰ πολ­λὰ «Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον», τὶς νη­στεῖ­ες, τὶς γο­νυ­κλι­σί­ες, τὰ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα καὶ τὶς ὑ­πο­κρι­σί­ες.

         Πο­τὲ δὲν μεί­να­με γιὰ πο­λὺ σ’ ἕ­να τό­πο. Μὲ τὶς με­τα­θέ­σεις, λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς τοῦ πα­τέ­ρα, φι­λό­λο­γος στὸ Γυ­μνά­σιο, ἀλ­λά­ζα­με συ­χνὰ σπί­τι, σχο­λεῖ­ο καὶ φί­λους. Κά­θε με­τα­κό­μι­ση καὶ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἐμ­πει­ρί­α. Ἕ­νας ξε­ρι­ζω­μὸς ποὺ μὲ γέ­μι­ζε θλί­ψη καὶ νο­σταλ­γί­α, γιὰ τὰ πα­λιὰ λη­μέ­ρια, τοὺς χα­μέ­νους συμ­μα­θη­τὲς καὶ πρὸ παν­τὸς γιὰ κά­ποι­ες κρυ­φὰ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νες συμ­μα­θή­τρι­ες. Ἀ­πὸ τὰ σπί­τια ποὺ ἔ­ζη­σα παι­δί, ἕ­να ἔρ­χε­ται ἔν­το­να στὸ νοῦ. Εἰ­δι­κά τὰ βρά­δια με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κή, στε­νά­χω­ρη μέ­ρα. Ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴ θο­λού­ρα τοῦ μυα­λοῦ. Τὴ δι­α­περ­νᾶ καὶ τὴ δι­α­λύ­ει. Ξα­να­ζων­τα­νεύ­ουν μέ­σα μου ἄν­θρω­ποι καὶ γε­γο­νό­τα.

         Ἐ­κεῖ μέ­να­με στὸ σπί­τι τοῦ Μή­τσου τοῦ μουγ­κοῦ. Δι­κό του ἦ­ταν τὸ πα­λιὸ δι­ώ­ρο­φο. Ὁ ἴ­διος ὁ μουγ­κὸς μὲ τὴ φα­μί­λια του ἔ­με­ναν σὲ μο­νο­κα­τοι­κί­α λί­γο πιὸ πέ­ρα. Ὁ Μῆ­τσος δὲν ἦ­ταν μό­νο μουγ­κός. Ἦ­ταν καμ­πού­ρης καὶ ἄ­σχη­μος. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸν εἶ­χε φτύ­σει ἡ μή­τρα τῆς μά­νας του. Ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κα­λό­ψυ­χος κι ἐρ­γα­τι­κός. Σὰν τὸν Κου­α­σι­μό­δο τῆς Πα­να­γί­ας τῶν Πα­ρι­σί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ πῶς ἕ­νας ἄ­σχη­μος καὶ μουγ­κὸς ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τό­σο ὄ­μορ­φες κι ἔ­ξυ­πνες κό­ρες.

         Στὸ ἰ­σό­γει­ο τοῦ πα­λιοῦ δι­ώ­ρο­φου ἔ­με­νε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια Κρη­τι­κῶν μὲ δυ­ὸ μι­κρὰ παι­διά, πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κά μου. Ἐ­μεῖς κα­τοι­κού­σα­με στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ τοὺς κά­τω μᾶς χώ­ρι­ζαν οἱ φα­γω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τά­βλες καὶ τὰ μα­δέ­ρια τοῦ πα­τώ­μα­τος. Μᾶς ἕ­νω­ναν ὅ­μως τὰ τρι­ξί­μα­τα, οἱ θό­ρυ­βοι ἀ­πὸ τὰ πα­τή­μα­τα, τὰ κρε­βά­τια καὶ οἱ ὁ­μι­λί­ες. Μέ­σα ἀ­πὸ τὶς τρύ­πες καὶ τὶς σχι­σμὲς τοῦ σα­νι­δώ­μα­τος, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, ἄ­νε­τα περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ παι­δι­κά μας δά­χτυ­λα ἢ κά­ποι­ο μα­χαι­ρά­κι. Τρό­μα­ζε τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­γό­ρι τῶν συγ­κά­τοι­κων, ὁ Μι­χά­λης, ποὺ ἦ­ταν ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος κι ὅ­λο ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χώ­μα­τα. Μα­κά­βρια παι­χνί­δια, μὲ κη­δεῖ­ες καὶ τα­φές. Ἔ­λε­γε ὅ,τι ἔπια­νε τὸ ἀ­φτί του στὴν ἐκ­κλη­σί­α, «ἐκ τοῦ κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην ἁ­γί­ου Εὐ­αγ­γε­λί­ου τὸ ἀ­νά­γνω­σμα πρό­σχω­μεν» μὲ κρη­τι­κὴ προ­φο­ρά. Ἔ­ψα­λε νε­κρώ­σι­μες ἀ­κο­λου­θί­ες στὰ στρα­τι­ω­τά­κια του. Τὰ ἔ­θα­βε μα­ζὶ μὲ δι­ά­φο­ρα μυρ­μήγ­κια, σκα­θά­ρια, πα­σχα­λί­τσες, τζι­τζί­κια καὶ μι­κρὲς σαῦ­ρες. Τὰ θα­νά­τω­νε καὶ τὰ κή­δευ­ε κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κο­λού­θη­σε αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ερ­γη κλί­ση καὶ ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ πα­πα­δά­κι, κα­τέ­λη­ξε νὰ γί­νει ἐρ­γο­λά­βος κη­δει­ῶν.

         Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει μή­νας ἀ­πὸ τὴ με­τα­κό­μι­σή μας σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ὅ­ταν ἕ­να φθι­νο­πω­ρι­νὸ δει­λι­νό, ἄ­γρι­ες ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς κομ­μά­τια­σαν τὴν ἠ­ρε­μί­α τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μά­να μου, ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, κόν­τε­ψε ν’ ἀ­πο­βά­λει ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα. Ἀ­κου­γό­ταν κά­τι σὰν ἄ­λο­γο ἀ­γρι­ε­μέ­νο ποὺ χλι­μιν­τρί­ζει, σὰν σκυ­λὶ ποὺ τὸ σκο­τώ­νουν. Ὄ­χι σὰν ἄν­θρω­πος. Ὅ­λα τα παι­διὰ πε­τά­χτη­καν στὸ δρό­μο. «Τί ἔ­γι­νε, ρέ;» Ἀ­πὸ μι­σό­λο­γα ποὺ ἄ­κου­σαν νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γει­τό­νισ­σες, κα­τά­λα­βαν. Ὁ μουγ­κὸς οὔρ­λια­ζε για­τί ἔ­μα­θε ὅ­τι τὸν ἄ­φη­σε ἡ γυ­ναί­κα του. Τὴν εἶ­χαν παν­τρέ­ψει μὲ τὸ ζό­ρι οἱ δι­κοί της, φτω­χὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα, μὲ τὸν εὐ­κα­τά­στα­το, κα­λό­ψυ­χο ἀλ­λὰ δύ­σμορ­φο μουγ­κό. Αὐ­τὸς τὴ λά­τρευ­ε. Ἔ­κα­νε δυ­ὸ κό­ρες μα­ζί της. Κου­κλί­τσες σὰν τὴ μά­να τους. Ἔ­ξυ­πνες καὶ κα­λό­ψυ­χες σὰν τὸν πα­τέ­ρα τους. Πρῶ­τες μα­θή­τρι­ες στὴν τά­ξη τους. Οἱ κό­ρες τοῦ μουγ­κοῦ μὲ τ’ ὄ­νο­μα. Οἱ ψί­θυ­ροι, σὰν ἐ­ρι­νύ­ες γύ­ρω τους, δὲν τὶς ἄγ­γι­ζαν. Σὲ λί­γους μῆ­νες φό­ρε­σαν μαῦ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας τους εἶ­χε κρε­μα­στεῖ. Ἡ κη­δεί­α ἦ­ταν βου­βὴ χω­ρὶς πα­πὰ καὶ ψάλ­τη. Σκε­φτό­μουν πὼς οὔ­τε κι ὁ θε­ὸς τὸν ἤ­θε­λε. Μό­νο ὁ Μι­χα­λά­κης τοῦ ἰ­σο­γεί­ου ἔ­δω­σε ρε­σι­τὰλ νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας, στὴν πα­ρέ­α τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν, πα­ρά­με­ρα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια πομ­πή. Ἀ­πὸ τὸ στό­μα του ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά τὸ «Καὶ εἶ­δον τὰ ὀ­στᾶ τὰ γε­γυ­μνω­μέ­να καὶ εἶ­πον, ἄ­ρα τίς ἔ­στι; Βα­σι­λεὺς ἢ στρα­τι­ώ­της; Πλού­σιος ἢ πέ­νης; Δί­και­ος ἢ ἁ­μαρ­τω­λός;»

         Ἔ­τσι, θέ­λον­τας καὶ μή, γνώ­ρι­σα τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­κεῖ κα­τέ­λη­γαν ἀρ­γό­τε­ρα κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς μα­κρι­νές μας ἐ­ξορ­μή­σεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ φαι­νό­ταν ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος κῆ­πος, μὲ δέν­τρα, λου­λού­δια, δρο­μά­κια καὶ ἄ­σπρα μάρ­μα­ρα. Ἴ­σως ἕ­να κομ­μά­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ὅ­που ἀ­φή­να­με τὶς ψυ­χὲς ἐ­λεύ­θε­ρες νὰ χα­ροῦν τὴ δρο­σιὰ τοῦ ξη­με­ρώ­μα­τος, τὰ κε­λα­η­δί­σμα­τα τῶν που­λι­ῶν, τὸ τρα­γού­δι τοῦ γρύ­λου ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὸ χο­ρὸ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν τὴ νύ­χτα. Τί­πο­τε φρι­χτό, τί­πο­τε μα­κά­βριο. Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βόλ­τες μας ἐ­κεῖ, εἶ­δα τὶς νε­κρο­κε­φα­λὲς καὶ κά­τι ψυλ­λι­ά­στι­κα. Μέ­χρι τό­τε ἤ­θε­λα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­θά­να­τος καὶ ἄ­τρω­τος σὰν τὸν Ἀ­χιλ­λέ­α ποὺ δι­ά­βα­ζα στὴν Ἰ­λιά­δα γιὰ παι­διά. Τὴν εἶ­χε φέ­ρει ἡ μά­να, δῶ­ρο στὴ γι­ορ­τή μου. Ὅ­ταν ἔ­μα­θα ὅ­τι καὶ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος μου ἥ­ρω­ας, ὁ ἡ­μί­θε­ος, σκο­τώ­θη­κε, ἔ­κλα­ψα πι­κρά. Οὔ­τε αὐ­τὸς δὲν γλύ­τω­σε. Ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτο. Κα­τέ­βαι­να στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο τὸ δει­λι­νό, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω κα­τά­μα­τα αὐ­τὸ ποὺ φο­βό­μουν, ὅ­τι δη­λα­δὴ κι ἐ­γὼ θὰ πέ­θαι­να. Σκαρ­φά­λω­να πά­νω στὴ μάν­τρα καὶ κοί­τα­ζα μὲ ἔν­τα­ση τοὺς τά­φους. Ἔ­βα­ζα μὲ τὴ φαν­τα­σί­α μου τὸν ἑ­αυ­τό μου στὴ θέ­ση τῶν νε­κρῶν, χω­μέ­νο μὲς στὸν τά­φο. Χω­ρὶς μά­τια γιὰ νὰ βλέ­πω, ἀ­φτιὰ γιὰ νὰ ἀ­κού­ω. Μιὰ χα­ρα­μά­δα φῶς, μα­κρι­νὸς ἦ­χος καὶ ὑ­πάρ­χεις, οὔ­τε στα­γό­να φῶς, κα­νέ­νας ἦ­χος, δὲν ὑ­πάρ­χεις. Σκε­φτό­μουν. Φρί­κη μὲ πλημ­μύ­ρι­ζε. Πη­δοῦ­σα τό­τε ἀ­πὸ τὴ μάν­τρα κι ἔ­τρε­χα μα­κριὰ μὲ ὅ­ση δύ­να­μη εἶ­χα στὰ πό­δια μου, πρὸς τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου ποὺ ἔ­δυ­ε, νὰ μὴ μὲ προ­λά­βει κα­νέ­νας πε­θα­μέ­νος, κα­νέ­νας θά­να­τος, κα­νέ­νας θε­ὸς ἢ δαί­μο­νας, κα­νέ­να σκο­τά­δι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ ἐ­ξορ­κί­σω τὸ ὑ­πέρ­τα­το κα­κὸ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε τό­σο πρό­ω­ρα μέ­σα μου.

         Στὸ σχο­λεῖ­ο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς φί­λους, τὰ μα­θή­μα­τα καὶ τὸν δά­σκα­λο, μὲ πα­ρη­γο­ρού­σαν καὶ μὲ ἀ­πο­μά­κρυ­ναν ἀ­πὸ τὶς ζο­φε­ρὲς σκέ­ψεις τὰ ὄ­μορ­φα πρό­σω­πα τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων συμ­μα­θη­τρι­ῶν. Τὶς κοι­τοῦ­σα μα­γε­μέ­νος. Μέ­χρι ποὺ δι­α­σταύ­ρω­να τὸ βλέμ­μα μα­ζί τους καὶ δὲν τὸ ἄν­τε­χα. Κα­τέ­βα­ζα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­νος, δει­λὸς καὶ ντρο­πι­α­σμέ­νος. Πῆ­ρε και­ρὸ νὰ μά­θω νὰ τὶς κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα. Εἶ­χα τὸ κου­ρά­γιο νὰ ἀ­τε­νί­ζω κα­τευ­θεί­αν τοὺς τά­φους καὶ τὸν θά­να­το. Ἦ­ταν ὅ­μως πιὸ δυ­να­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, μέ­σα στὴν ψυ­χή, τὸ γλυ­κό, ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ βλέμ­μα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν, ποὺ ἔ­κα­νε νὰ χα­μη­λώ­νω τὴ μα­τιά μου.

         Κον­τὰ στὸ σχο­λεῖ­ο βρι­σκό­ταν ὁ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸς χῶ­ρος ποὺ μπαι­νο­βγαί­να­με ὅ­ταν ἤ­μα­σταν παι­διά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γω­νιὰ ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔ­χου­με ἐ­ξε­ρευ­νή­σει. Κρυ­βό­μα­σταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μάρ­μα­ρα μα­ζὶ μὲ τοὺς δώ­δε­κα θε­ούς. Παί­ζα­με κον­τά τους. Συγ­κρί­να­με τὰ τσου­τσού­νια μας ποὺ ἔ­θαλ­λαν μ’ ἐ­κεῖ­να τῶν σπα­σμέ­νων ἀ­γαλ­μά­των· τὰ κομ­μέ­να.

         Ἕ­να βρά­δυ τοῦ Δε­κέμ­βρη, πα­ρα­μο­νὴ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, ξύ­πνη­σα ἀ­πὸ δυ­να­τὲς ὁ­μι­λί­ες καὶ ἀ­γω­νι­ώ­δεις ἀ­νά­σες τῆς γκα­στρω­μέ­νης μά­νας μας, στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Γεν­νοῦ­σε. Πε­τά­χτη­κα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δῶ ἀ­πὸ τὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, χω­ρὶς νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Ἡ ἀ­γω­νί­α καὶ ἡ πε­ρι­έρ­γεια με­γά­λω­ναν. Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος, ὁ μι­κρό­τε­ρος ἀ­δελ­φός. Εἴ­χα­με στη­θεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τεν­τω­μέ­να ἀ­φτιὰ καὶ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. Ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῆς μά­νας ποὺ ξέ­σχι­σε τὴ νύ­χτα καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ κλά­μα τοῦ μω­ροῦ.

         «Ἄν­τε νὰ σοῦ ζή­σει! Βγῆ­κε κι αὐ­τὸς στὸν ψεύ­τι­κο τοῦ­το κό­σμο», φώ­να­ξε ἡ μα­μὴ στὴ λε­χώ­να. Κα­τά­λα­βα. Δὲν εἶ­χε ἐκ­πλη­ρω­θεῖ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μά­νας ποὺ ἤ­θε­λε τὸ τρί­το παι­δὶ της κο­ρί­τσι. Ἔ­μεῖς ὅ­μως ἐν­θου­σι­α­στή­κα­με ποὺ ἔμ­παι­νε καὶ ἄλ­λος στὴν πα­ρέ­α.

         Ἔ­τσι γεν­νή­θη­κε ὁ μι­κρός μας ἀ­δελ­φός, ὁ Λευ­τε­ρά­κης. Εἶ­χα κά­νει πολ­λὰ ὄ­νει­ρα γι’ αὐ­τὸν στὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου. Πῶς θὰ παί­ζα­με μα­ζί. Θὰ τὸν βγά­ζα­με βόλ­τα στὴν πλα­τεί­α Ἡ­ρώ­ων μὲ τὸ λι­ον­τά­ρι. Θὰ με­γα­λώ­να­με καὶ οἱ τρεῖς. Θὰ φο­ρά­γα­με μα­κριὰ παν­τε­λό­νια. Πάν­τα νὰ τὸν ἔ­χω κά­τω ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α μου. Θὰ γι­νό­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Ὁ μι­κρού­λης καὶ χα­ϊ­δε­μέ­νος μας. Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ὅ­σο με­γά­λω­νε χαι­ρό­ταν καὶ ξε­καρ­δι­ζό­ταν. Ἦ­ταν ὅ­λο φι­λιὰ καὶ χά­χα­να. Εἶ­χε κά­τι δυ­να­τὰ χε­ρά­κια ποὺ ἅρ­πα­ζαν τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­ναν μὲ τί­πο­τα. Ἐ­μεῖς πά­λι δὲν ξέ­ρα­με ποι­ός νὰ τὸν πρω­το­πιά­σει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­γδυ­νε ἡ μά­να γιὰ νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει, ἀ­π’ τὴ χα­ρὰ του τὴν πολ­λὴ τεν­τω­νό­ταν καὶ ὅ­πως ἦ­ταν ση­κω­μέ­νο τὸ που­λὶ του κα­του­ροῦ­σε τὰ μοῦ­τρα του. Φαι­νό­ταν ὁ πιὸ βαρ­βά­τος ἀ­π’ ὅ­λους. Στὸ σχο­λεῖ­ο τὸ μυα­λό μας ὅ­λο στὸ μω­ρό. Πό­τε θὰ σχο­λά­σου­με, νὰ πᾶ­με νὰ πα­λέ­ψου­με, νὰ τὸν χο­ρο­πη­δή­σου­με, νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψου­με. Νὰ με­γα­λώ­σει γρή­γο­ρα. Νὰ τὸν φέ­ρει ἡ μά­να μιὰ μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο, ποὺ θὰ ἔ­χου­με γι­ορ­τή. Νὰ τὸν δοῦ­νε τὰ κο­ρί­τσια τῆς τά­ξης, νὰ λι­ώ­σει ἡ καρ­διά τους ποὺ ἔ­χου­με ἕ­να τό­σο μι­κρὸ καὶ ὄ­μορ­φο ἀ­δέλ­φι.

         Σὰν νὰ εἶ­χε ἔλ­θει ἕ­νας μι­κρὸς Μεσ­σί­ας στὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ζού­σα­με τὶς πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς τό­τε, ἡ μά­να μᾶς ἀ­γά­πα­γε ὅ­λους, ὁ πα­τέ­ρας πά­νω στὴν ἀκ­μή του κι ἐ­μεῖς ἀ­νέ­με­λα παι­διά.

         Κά­που κά­που ἐρ­χό­ταν πε­ρα­στι­κὸς τὰ με­ση­μέ­ρια ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λιγ­κώ­νης. Ψη­λὸς μὲ με­γά­λα μαῦ­ρα μά­τια καὶ κά­τι ἀ­γα­θά, δα­σκα­λί­στι­κα κα­λαμ­πού­ρια. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ, λέ­ει, πό­σο γρή­γο­ρα θὰ με­γά­λω­νε ὁ μι­κρός, για­τί εἶ­χε καὶ αὐ­τὸς γιὸ στὴν ἡ­λι­κί­α του. Μό­νο ποὺ ἔ­βρι­σκε τὸν δι­κό του νὰ ὑ­στε­ρεῖ στὴν ἀ­νά­πτυ­ξη. Ὅ­λο ρώ­τα­γε τί τὸν τά­ι­ζε ἡ μά­να τὸν Λευ­τε­ρά­κη, νὰ ταΐ­­σουν κι αὐ­τοὶ τὸν δι­κό τους, μή­πως καὶ πα­χύ­νει. Ἔ­τσι κο­λα­κεύ­ον­ταν ὅ­λοι καὶ γι­νό­μα­σταν ἀ­κό­μα πιὸ πε­ρή­φα­νοι γιὰ τὸ μω­ρό μας.

         Δί­πλα ἔ­με­νε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ πα­πᾶ Κα­λόμα­λου. Στὴν αὐ­λὴ του ὑ­πῆρ­χε ἕ­νας τε­ρά­στιος φί­κος. Τὰ κλα­διὰ του ἀγ­κά­λια­ζαν καὶ σκέ­πα­ζαν τὸ σπί­τι μας. Τὰ βρά­δια ποὺ φύ­σα­γε, ἄ­κου­γα τὸ δέν­τρο νὰ ξύ­νει τὸν τοῖ­χο δί­πλα στὸ μα­ξι­λά­ρι μου. Ζοῦ­σα μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α μή­πως τὸ γκρε­μί­σει καὶ τὸ ξε­θε­με­λι­ώ­σει μὲ τὶς ρί­ζες του.

         Τὰ κα­λο­καί­ρια χαι­ρό­μα­σταν τὸν ἥ­λιο, τὴ θά­λασ­σα, τὴ νύ­χτα μὲ τὰ ἀ­στέ­ρια καὶ κά­θε εὐ­και­ρί­α ποὺ πα­ρου­σι­α­ζό­ταν γιὰ παι­χνί­δι. Εἴ­χα­με συ­νηθίσει αὐτὸν τὸν τόπο. ­Ἦταν γλυκὸς. Νιώθαμε λιγάκι ντόπιοι, κυρίως τὰ παιδιὰ. Ἂς γκρί­νια­ζαν οἱ γο­νεῖς κα­μιὰ φο­ρά, ἐκ­φρά­ζον­τας τὸ πα­ρά­πο­νο καὶ τὴ μο­να­ξιὰ τῶν ξέ­νων. Τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ αὐ­τό­χθο­νος, ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων, τὴν ἐ­νί­σχυ­ε ὁ Λευ­τε­ρά­κης ποὺ ἦ­ταν γεν­νη­μέ­νος σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο.

         Οἱ μέ­ρες τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἦ­ταν με­γά­λες καὶ ζε­στές. Τὸ χά­ρα­μα ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὶς πέν­τε τὸ πρω­ί. Μὲ ξύ­πνα­γε ἡ μά­να, βα­θιὰ θρη­σκευ­ό­με­νη, νὰ πά­ρω τοῦ ἥ­λιου τὸ δρό­μο, νὰ ντυ­θῶ πα­πα­δά­κι πρῶ­τος-πρῶ­τος στὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Γι­όρ­τα­ζε ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες. Ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη νὰ φτά­σω πρῶ­τος, φό­ρε­σα τὸ φα­νε­λά­κι ἀ­νά­πο­δα. Τί γρου­σου­ζιὰ κι αὐ­τή! Με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι δὲν ξα­να­φό­ρε­σα τὰ ἄμ­φια.

         Τὸ βρά­δυ, τὸ φῶς χα­νό­ταν με­τὰ τὶς ὀ­χτώ, μὲ τὸν Ἀ­πο­σπε­ρί­τη. Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα γυ­ρί­ζα­με στὸ σπί­τι, κα­τά­κο­ποι ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Τσα­λα­βου­τού­σα­με ὧ­ρες κο­λυμ­πών­τας σὰν τοὺς σκύ­λους. Κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς.

         Ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα εἶ­χα κά­νει δυ­ὸ μπά­νια, κρυ­φά, ἕ­να τὸ πρω­ὶ κι ἕ­να το ἀ­πό­γευ­μα. Γύ­ρι­ζα ψό­φιος καὶ λυσ­σα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν πεί­να. Μπῆ­κα στὸ σπί­τι σι­γὰ σι­γά, νὰ μὴν ξυ­πνή­σω τὸ μω­ρό. Ὅ­μως στὴν κού­νια ὁ Λευ­τε­ρά­κης σπαρ­τα­ροῦ­σε. Σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ἄ­κου­σα τὴ μά­να νὰ φω­νά­ζει:

         «Ἄχ, Πα­να­γιά μου, σπα­σμοὺς κά­νει τὸ μω­ρό μου, βο­ή­θη­σέ μας! Νί­κο, παι­δί μου, τρέ­ξε γρή­γο­ρα στὸ για­τρό, γρή­γο­ρα νὰ ἔρ­θει, νὰ τὸ προ­λά­βου­με!» Βρέ­θη­κα ἀ­στρα­πια­ῖα στὴ γω­νί­α τοῦ φούρ­νου. Ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μπρο­στά μου. Με­τὰ στὴν Ἠ­λε­κτρι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α. Στὸ δη­μό­σιο δρό­μο. Ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι τοῦ για­τροῦ ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τα­χύ­τε­ρα, λα­χα­νι­α­σμέ­νος.

         «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, θέ­λου­με τὸν κύ­ριο Σω­τη­ρί­ου, γρή­γο­ρα στὸ σπί­τι μας. Τὸν για­τρό. Τώ­ρα ἀ­μέ­σως. Εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας. Κά­νει σπα­σμούς.»

         Γυ­ρί­σα­με πί­σω στὸ σπί­τι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ. Πε­ρί­με­να σὲ μιὰ γω­νιά, πε­λιδ­νὸς ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α. Με­τὰ μὲ μιὰ συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι ἔ­φυ­γα τρε­χά­λα γιὰ τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο. Στὸ δρό­μο μο­νο­λο­γοῦ­σα πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος στὸ ἄγ­χος. Προ­σευ­χό­μουν:

         «Κρά­τα ἀ­δελ­φά­κι μου κα­λό. Θε­ού­λη μου, φύ­λα­ξέ το μας.»

         Τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο ἦ­ταν κλει­στό. Γαν­τζώ­θη­κα στὴν πόρ­τα. Χτύ­πη­σα μὲ δύ­να­μη. Ἐ­πι­τέ­λους ἄ­κου­σαν. Τρέ­χον­τας στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ πά­λι ψι­θύ­ρι­ζα. Ἔ­δι­να κου­ρά­γιο στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει: «γρή­γο­ρα τὶς ἐ­νέ­σεις στὸ σπί­τι, γρή­γο­ρα, Νί­κο, νὰ γλυ­τώ­σεις τὸ ἀ­δελ­φά­κι σου, ἀ­πὸ σέ­να κρέ­με­ται ὁ Λευ­τε­ρά­κης, πρό­σε­χε τὸ δρό­μο, πρέ­πει νὰ γλι­τώ­σει τὸ μω­ρό μας…».

         Με­τά, τὰ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὸν Νά­σο καὶ μέ­να, μᾶς πῆ­ρε νὰ κοι­μη­θοῦ­με στὸ σπί­τι της ἡ γει­τό­νισ­σα, ἡ πα­πα­διά. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μά­να μὲ τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιὰ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τοῦ για­τροῦ.

         Τὸ σπί­τι ἔ­μει­νε γιὰ μιὰ νύ­χτα ἔ­ρη­μο μὲ τὸ φί­κο. Κοι­μη­θή­κα­με βα­θιά, χω­ρὶς νὰ βγά­λου­με τὰ ροῦ­χα μας. Ση­κώ­θη­κα νω­ρὶς τὸ πρω­ί. Ρό­δι­νος ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς οὐ­ρα­νός, σὲ γέ­μι­ζε αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Ἁ­πλω­νό­ταν μιὰ γα­λή­νη, ὅ­πως με­τὰ τὸν κα­τα­κλυ­σμό. Μό­νο ἡ πα­πα­διὰ ἦ­ταν ὄρ­θια κι ἑ­τοί­μα­ζε τὸ γά­λα. Δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ τῆς μι­λή­σω. Ξε­περ­νών­τας τοὺς δι­σταγ­μούς μου μπό­ρε­σα νὰ ψελ­λί­σω: «Τί ἔ­γι­νε;»

         «Πι­ὲς τὸ γά­λα σου. Γύ­ρι­σαν», ἀ­κού­στη­κε σι­γα­νὴ ἡ φω­νὴ τῆς πα­πα­διᾶς καὶ κα­τέ­βη­κε στὸν κῆ­πο.

         Ξύ­πνη­σε καὶ ὁ Νά­σος. Πλύ­να­με τὰ πρό­σω­πά μας μὲ δρο­σε­ρὸ νε­ρό. Μέ­σα στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς φά­νη­κε ὁ πα­τέ­ρας, χλω­μός, κου­ρα­σμέ­νος. Μᾶς πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­κού­στη­κε ἥ­συ­χη ἡ φω­νή του, θαμ­πή, πρω­ι­νή.

         «Ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας πέ­θα­νε.»

         «Τί;… Πέ­θα­νε;…»

         Ἡ καρ­διὰ χτύ­πα­γε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀρ­γά. Τὸ σπί­τι μας ἥ­συ­χο. Ἡ πόρ­τα ἀ­νοι­χτή. Χλω­μὸ φῶς καὶ σι­ω­πή.

         Στὴ μέ­ση τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ γεν­νή­θη­κε, ξα­πλω­μέ­νο μὲς στὴν κού­νια του, ἀν­τί­κρι­σα τὸ ἀ­δελ­φά­κι μας. Ἀ­κί­νη­το, ἤ­ρε­μο, κά­τα­σπρο, σὰν νὰ κοι­μό­ταν. Ἔ­κα­νε συν­τρο­φιὰ στὴ μά­να μας ποὺ ἔ­κλαι­γε ἥ­συ­χα ἥ­συ­χα. Σὰν νὰ μὴν ἤ­θε­λε, σὰν νὰ φο­βό­ταν νὰ τὸ ξυ­πνή­σει.

         Τὸ κρα­τή­σα­με κον­τά μας, κοι­τά­ζον­τάς το, βου­βά, ἴ­σα μὲ τὸ με­ση­μέ­ρι. Στὴν ἐκ­κλη­σί­α τὸ φι­λή­σα­με γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Εἶ­χε δρο­σί­σει τὸ μέ­τω­πό του. Ἑ­φτὰ-ὀ­χτὼ ἄν­θρω­ποι ἀ­κο­λου­θή­σα­νε στὸν τό­πο ὅ­που εἶ­χαν φέ­ρει τὸν Μῆ­τσο τὸν μουγ­κὸ πρὶν ἀ­πὸ και­ρό.

         Πε­ρά­σα­με πί­σω ἀ­πὸ τὰ σχο­λεῖ­α, μὲ τὸ μω­ρὸ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο σεν­τό­νι, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ. Δι­α­βή­κα­με μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­ρος ποὺ μα­ζευ­ό­μα­σταν νὰ πε­τά­ξου­με χαρ­τα­ε­τοὺς τὴν Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα. Πή­ρα­με τὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο μὲ τὶς πι­κρο­δάφ­νες κι ἀ­πὸ κεῖ τὸ σκο­τει­νὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ κοι­μη­τή­ριο. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, φί­λος τοῦ πα­τέ­ρα, εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θεῖ ν’ ἀ­νοί­ξουν ἕ­να παι­δι­κὸ τά­φο.

         Ὅ­ταν γυ­ρί­σα­με, ἡ πα­πα­διὰ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ψά­ρι. Δὲν μπο­ρέ­σα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα.

         Μεί­να­με μό­νοι.

         Τὰ δά­κρυ­α τε­λεί­ω­σαν.

         Χτύ­πη­σε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ὁ δά­σκα­λος, ὁ κύ­ριος Λυγ­κώ­νης, πε­ρα­στι­κὸς ὅ­πως πάν­τα ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει.

         «Γειά σας, τί μοῦ κά­νε­τε; Ὁ Λευ­τε­ρά­κης; Ποῦ…»

         Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας, ἀν­τὶ γιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει μ’ ἕ­να ἀ­να­φιλ­λη­τὸ πα­ρά­ξε­νο, σὰν τοῦ Λι­γνοῦ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Χω­ρὶς δά­κρυ­α.                   Δὲν τὸν εἴ­χα­με ξα­να­δεῖ νὰ κλαί­ει. Ὅ­λοι ἤ­μα­σταν ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τοι. Ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νοι. Καὶ ὁ θρῆ­νος μας μα­ζί.

         Ὁ δά­σκα­λος, πά­γω­σε τὸ χα­μό­γε­λό του, ἔ­μει­νε ψη­λός, με­τέ­ω­ρος, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, με­τὰ δι­πλώ­θη­κε σ’ ἕ­να λυγ­μὸ κι αὐ­τὸς τό­σο ἀ­στεῖ­ο μέ­σα στὴν ἄ­φα­τη θλί­ψη, τό­σο ὑ­περ­βο­λι­κό, ποὺ ἀν­τὶ νὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρή­σει με­γά­λω­σε τὴν ὀ­δύ­νη.

         Ἤ­θε­λα τό­τε νὰ φτιά­ξω ἕ­να λυ­πη­μέ­νο τρα­γού­δι νὰ θρη­νεῖ μὲ σπα­ραγ­μὸ τὰ χα­μέ­να μι­κρὰ παι­διὰ καὶ τὸν μι­κρού­λη μας τὸν Λευ­τε­ρά­κη, ποὺ χθὲς ἦ­ταν καὶ σή­με­ρα δὲν εἶ­ναι πιά. Νὰ κλαί­ει γι’ αὐ­τὸν τὸν θά­να­το μέ­χρι τὸ τέ­λος καὶ τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς.

         Τὸ βρα­δά­κι, τὰ δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια κα­τε­βή­κα­με, πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι τὴ γω­νί­α καὶ γυ­ρί­σα­με. Δὲν εἴ­χα­με κου­ρά­γιο νὰ δοῦ­με τ’ ἄλ­λα παι­διά. Εἴ­πα­με μό­νο: «Πά­ει ὁ Λευ­τε­ρά­κης μας».

         Πη­γαί­να­με συ­χνά το κα­λο­καί­ρι στὰ μνή­μα­τα. Δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ μὴν κλά­ψου­με.

         Τὸν ἄλ­λο χρό­νο φύ­γα­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πό­λη.

         Ὁ Λευ­τε­ρά­κης ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα.

         Δὲν τοῦ χα­ρί­στη­κε οὔ­τε ὁ τό­πος οὔ­τε ὁ χρό­νος.

         Κα­νέ­νας θε­ός.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, ἰδι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Αθήνα, 1945). Ποίηση, διήγημα, παραμύθι. Σπού­δασε Νευρολογία, Ψυχιατρικὴ μὲ ἐξειδίκευση στὴν παιδονευρολογία. Ἐρ­γά­στηκε τριάντα χρόνια στὸ νοσοκομεῖο Παίδων Ἀθηνῶν Π. & Ἀ. Κυρι­α­κοῦ. Ἔχει γράψει διηγήματα, ποιήματα καὶ παραμύθια. Βιβλία του: Εννέ­α μύ­θοι κι ένα παραμύθι (διηγήματα, εκδ. Ἐριφύλη, 2007) και Ἀναρχικὲς ἀ­ναφορὲς ἐπὶ ἡμικλάστων κολλῶν (διηγήματα, 2015). Κείμενά του ἔχουν δη­μο­σιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ, ἐφημερίδες καὶ παρουσιάστηκαν στὸ ρα­διόφωνο.



		

	

Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Crash

the-egg-featured


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Crash


04-omikronΤΑΝ ΞΑΝΑΣΥΝΑΝΤΗΣΑ τὸν παι­δι­κό μου φί­λο Μ.Σ., ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὸ αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κό του δυ­στύ­χη­μα, τὸν ρώ­τη­σα μὲ εἰ­λι­κρι­νὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ ἀ­φο­πλι­στι­κὴ εἰ­λι­κρί­νεια ἐ­ὰν ἡ γυ­ναί­κα του, Σ.Κ., ποὺ τὸν πῆ­ρε μα­κριά μου, εἶ­χε ὄν­τως ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ.

        Τα­ρά­χτη­κε. Λί­γα λε­πτὰ σι­ω­πῆς, ποὺ ἐ­μέ­να φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες.

          «Ὄ­χι», ἀ­πάν­τη­σε. «Ἐ­κεί­νη γλί­τω­σε τε­λι­κὰ μὲ κά­ποι­ες ἀ­μυ­χὲς στὰ πό­δια κι ἐ­λα­φρὰ δι­ά­σει­ση. Ἔ­χα­σε τὸ παι­δί μας, βέ­βαι­α», συμ­πλή­ρω­σε.

          Ἄλ­λη μιὰ ὅ­πως τό­σες προ­σπά­θει­ες ἐ­τῶν, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά, ἔ­πε­σε στὸ κε­νό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.

Γιάννης Καρκανέβατος: Παπούτσια νούμερο 42

karkanebatosgiannis-papoutsianoumero42-eikona-04


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς 


Πα­πού­τσια νού­με­ρο 42

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Δι­ο­νύ­ση


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΡΙΣΤΕ», εἶ­πε ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­κουμ­πών­τας ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πα­πού­τσια νού­με­ρο 42 στὰ χέ­ρια μου. Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες —τὶς λί­γες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­λει­πα ἀ­πὸ κον­τά του— μὲ δι­α­κα­τεῖ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ λευ­κοῦ, φρε­σκο­στρω­μέ­νου κρε­βα­τιοῦ ποὺ σή­με­ρα ἔ­μελ­λε νὰ συ­ναν­τή­σω. Ἦ­ταν σὰν νὰ κό­πη­κε ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου. Μὲ τὸ κου­τὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, πῆ­ρα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πέ­ναν­τι, κοί­τα­ζε μιὰ τὸ κου­τὶ καὶ μιὰ τὰ πα­πού­τσια του. «Ἂν τὰ προ­σέ­χε­τε, θὰ σᾶς βγά­λουν μιὰ ζω­ή», μοῦ εἶ­πε. Στὸ σπί­τι τὸ ἄ­νοι­ξα. Μέ­σα βρι­σκό­ταν τὸ κι­νη­τό του, τὸ ρο­λό­ι ποὺ τοῦ εἶ­χα κά­νει δῶ­ρο στὰ προ­πέρ­σι­να γε­νέ­θλια, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του φου­λά­ρι, κι ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι —σί­γου­ρα ὄ­χι δι­κό του— ποὺ ἡ νο­σο­κό­μα μᾶλ­λον βρῆ­κε στὸ κο­μο­δί­νο καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς τοῦ ἀ­νῆ­κε. Τὸ κι­νη­τὸ ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει. Στὴν ὀ­θό­νη σχη­μα­τί­στη­κε ἡ φρά­ση «ἄ­γνω­στος ἀ­ριθ­μός». Τὸ σή­κω­σα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, ψέλ­λι­σα ἕ­να ξέ­πνο­ο ἐμ­πρὸς ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ἦ­ταν, τὸ ἔ­κλει­σε χω­ρὶς κου­βέν­τα. Σκέ­φτη­κα πὼς θά ’­πρε­πε νὰ ὁ­ρί­σου­με ἕ­ναν χῶ­ρο στὸ πάρ­κο, στὴν ἄ­δεια στέρ­να ἴ­σως, κά­τω ἀ­π’ τὰ πλα­τά­νια, ὅ­που θὰ μα­ζεύ­α­με ὅ­λα τὰ ὀρ­φα­νὰ πλέ­ον κι­νη­τὰ κι αὐ­τὰ θὰ χτυ­ποῦ­σαν ἀ­συν­τό­νι­στα. Κλή­σεις ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ δὲν θὰ εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἐ­νη­με­ρω­θεῖ, ἢ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, ποὺ θὰ κα­λού­σα­με ποὺ καὶ ποὺ κι ἄς μὴν πε­ρι­μέ­να­με ἀ­πάν­τη­ση. Θὰ συν­θέ­τα­με ἔ­τσι τὴν με­λω­δί­α τῆς θλί­ψης καὶ τὰ που­λιὰ στὸ πάρ­κο θὰ ἔ­φευ­γαν στὸν οὐ­ρα­νό, δι­ωγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­κα­τα­νό­η­το ἦ­χο τῶν ἀν­θρώ­πων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).