Ναταλία Θεοδωρίδου: Στάσιμος


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου


Στάσιμος


ΦΤΑΣΑ στὴν Ἡ­φαι­στί­α με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα τῆς κά­ψας. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ χώ­ρου ἦ­ταν μό­νο ὁ γέ­ρος φύ­λα­κας τοῦ θε­ά­τρου. Ἂς ποῦ­με φύ­λα­κας, δη­λα­δή. Τί νὰ φυ­λά­ξει, πῶς, ἀ­πὸ ποι­όν; Κα­θό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φρι­χτὸ φῶς τοῦ Αὐ­γού­στου, κι ἔ­λε­γε. Γιὰ τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε, γιὰ ἕ­να σῶ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρο σμάλ­το ποὺ δὲν ἀ­γά­πη­σε τε­λι­κά, κι ἂς ἤ­θε­λε τό­σο νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σει. Καὶ γιὰ τὸ κι­τρι­νι­α­σμέ­νο μά­τι τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ποὺ ὅ­λα τὰ βλέ­πει καὶ ποὺ τί­πο­τα δὲ συγ­χω­ρεῖ.

            Τὸν χαι­ρέ­τη­σα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ πῆ­ρα τὸ χω­μα­τό­δρο­μο γιὰ τὸ ἀμ­φι­θέ­α­τρο. Ἡ σκό­νη κολ­λοῦ­σε στὰ πα­πού­τσια μου, στὰ μαλ­λιά μου. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ φῶς καὶ λι­θά­ρια. Καὶ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια σὲ μιὰ ἄ­κρη, μό­να, κα­τά­μο­να. Κά­που ἐ­δῶ μπο­ροῦ­σα νὰ πι­στέ­ψω πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἡ Λῆ­μνος ἡ κυ­μα­το­ζω­σμέ­νη, ἀ­πά­τη­τη, ἀ­κα­τοί­κη­τη – ἐξὸν ἀ­πὸ ἕ­ναν Φι­λο­κτή­τη, ἴ­σως.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­κεῖ, στὴ μέ­ση της ὀρ­χή­στρας. Ὁ ἥ­λιος τὸν χτυ­ποῦ­σε κα­τα­κό­ρυ­φα, μου­τζού­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό του μὲ σκι­ὲς κά­θε­τες, σὰ σπα­θι­ές. Πῆ­γα καὶ στά­θη­κα δί­πλα του, νὰ κοι­τά­ξω πρὸς τὸ κοῖ­λον, τὸν λί­θι­νο λό­φο πί­σω του· ἀρ­χαῖ­ο κί­τρι­νο καὶ ξε­ρα­ΐ­λα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ Κα­στρο­βού­νι. Πῶς νὰ φω­τί­σεις αὐ­τὸν τὸν τό­πο, τὸν μυ­θι­κό, σκε­φτό­μου­να, πῶς νὰ τὸ κά­νεις δί­και­α – νὰ βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν Φι­λο­κτή­τη, ποὺ ἄν­θρω­πο δὲ βλέ­πει.

            «Τί πᾶ­με νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε.

            Τὸν κοί­τα­ξα, μὲ κοί­τα­ξε. Ἔ­τρε­χε ὁ νοῦς τοῦ σκη­νο­θέ­τη, φαι­νό­τα­νε. Δυ­ὸ χρό­νια πα­λεύ­α­με μὲ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἀρ­χαι­ο­τή­των νὰ πά­ρου­με ἄ­δεια γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση. Καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε νὰ κά­νει πί­σω.

            Χα­μο­γέ­λα­σα, νὰ τὸν ἡ­συ­χά­σω. «Μιὰ-δυ­ὸ μπα­λαν­τέ­ζες, κι ὅ­λα γί­νον­ται» εἶ­πα.

            Κρα­τή­σα­με τὶς ση­μει­ώ­σεις μας στὸ πό­δι, σκου­πί­σα­με μέ­τω­πα σὲ μα­νί­κια, πή­ρα­με τὸ δρό­μο γιὰ τὸ λι­μά­νι, νὰ βροῦ­με τὸ θί­α­σο. Ἡ ὥ­ρα τρα­βοῦ­σε τσί­που­ρο καὶ θά­λασ­σα. Οἱ μι­κρὲς ἡ­δο­νὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ὁ Λευ­τέ­ρης πῆ­γε νὰ μᾶς μα­λώ­σει. «Θυ­μή­σου τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α» τοῦ ‘­πα. «Μιὰ μέ­ρα ἀ­χρεῖ­ος τώ­ρα καὶ ἔ­πει­τα σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή σου δό­ξα κι ἔν­τι­μος.» Γέ­λα­σε. Ἂς ἦ­ταν καὶ μέ­ρα δου­λειᾶς, ποι­ός θὰ μᾶς κα­τη­γο­ροῦ­σε;

            Ὁ θί­α­σος μό­νο ἄν­τρες: ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας, κα­λὸς φί­λος ἀ­πὸ τὰ χρό­νια της Σχο­λῆς. Ἡ­ρα­κλῆ δὲν εἴ­χα­με ζων­τα­νό, προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο μό­νο. Ὁ Φι­λο­κτή­της, ἠ­θο­ποι­ὸς πα­λιός, ἄλ­λης γε­νιᾶς καὶ στό­φας. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­πι­νε οὔ­τε μὲ τὴν ἄ­δεια τοῦ Λευ­τέ­ρη. Δυ­ὸ δά­χτυ­λα ἔ­βα­ζε μό­νο σ’ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γιὰ νὰ τσουγ­κρί­ζει. Καὶ πάν­τα μ’ ἕ­να λι­νὸ που­κά­μι­σο. Ὄ­χι σὰν ἐ­μᾶς ποὺ τρι­γυρ­νά­γα­με μὲ τὰ μα­γιό, σὰν τοὺς του­ρί­στες. Ὁ χο­ρὸς ἀ­πὸ ναυ­τά­κια, τε­λει­ό­φοι­τοι ἀ­πὸ τὴ Σχο­λή, κά­να­νε καὶ τὶς δι­α­κο­πές τους πα­ρεμ­πι­πτόν­τως. Καὶ μιὰ γυ­ναί­κα ὅ­λη κι ὅ­λη, ἡ ἐν­δυ­μα­το­λό­γος. Τρα­βι­ό­τα­νε μὲ τὸν Νε­ο­πτό­λε­μο. Κα­λὰ παι­διά, τα­λέν­το δὲν ἔ­λει­πε.

            Δυ­ὸ βδο­μά­δες οἱ πρό­βες πή­γα­νε κα­λά, κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με. Γέ­μι­σε τὸ νη­σὶ ἀ­φί­σες, προ­πω­λή­θη­καν σχε­δὸν ὅ­λα τα εἰ­σι­τή­ρια, θὰ ἐρ­χό­ταν κό­σμος κι ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω μέ­ρη. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς πρε­μι­έ­ρας ἔ­κα­νε μιὰ ζέ­στη ἄλ­λο πρά­μα, κον­τέ­ψα­με νὰ σκά­σου­με κι ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τὰ τζι­τζί­κια. Πή­γα­με γιὰ μπά­νιο ὅ­λος ὁ θί­α­σος πα­ρέ­α. Πέ­τρα πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ λι­θά­ρι πά­νω στὸ λι­θά­ρι αὐ­τὲς οἱ θά­λασ­σες. Περ­πά­τη­σα πα­ρά­με­ρα ψά­χνον­τας λί­γη ἀμ­μου­διὰ μέ­σα στὸ νε­ρό, σα­κα­τεύ­ον­τας τὶς πα­τοῦ­σες μου στὸ με­τα­ξύ. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ἕ­να τράν­ταγ­μα. Εἶ­δα τὸ θί­α­σο ἀ­πὸ μα­κριά, κου­νοῦ­σαν χέ­ρια πό­δια καὶ φω­νά­ζα­νε. Σει­σμός. Πα­ρα­πά­τη­σα, βού­τη­ξα ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα στὸ νε­ρό, σχε­δὸν ἔ­σκι­σα τὰ χέ­ρια μου στὶς πέ­τρες. Δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, εἴ­κο­σι, τριά­ντα. Ἔ­τρι­ξε ἡ θά­λασ­σα καὶ τὸ νη­σὶ μα­ζί.

            Θύ­μα­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξαν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να, λί­γο-πο­λὺ ἔμ­ψυ­χο κι αὐ­τό: τὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο τῆς Ἠ­φαι­στί­ας. Κα­τέρ­ρευ­σε μέ­ρος τοῦ κοί­λου. Πα­ρά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ γί­νει. Κολ­λή­σα­με ἕ­να «ΜΑΤΑΙΩΘΗΚΕ» σὲ ὅ­σες ἀ­φί­σες φτά­να­με χω­ρὶς σκά­λα. Τὰ χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ εἰ­σι­τή­ρια θὰ τὰ ἐ­πι­στρέ­φα­με τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης τὸ πῆ­ρε βα­ριά, σὰ νὰ γκρε­μί­στη­κε μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­α­τρο. Μοῦ εἶ­πε, «αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἐ­γὼ ἄλ­λο δὲν μπο­ρῶ». Πῆ­ρε τὸ πρῶ­το πλοῖ­ο γιὰ Κα­βά­λα. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ τὸν δῶ.

            Τὰ ναυ­τά­κια μας σκόρ­πι­σαν στὰ γύ­ρω νη­σιά. Ὁ Νε­ο­πτό­λε­μος μὲ τὴν ἐν­δυ­μα­το­λό­γο πῆ­γαν νὰ κά­νουν τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ Σκύ­ρο. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρι­σαν Ἀ­θή­να. Ἔ­μει­να ἐ­γὼ μὲ τὸν προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο Ἡ­ρα­κλῆ νὰ μα­ζέ­ψου­με τὰ σπα­σμέ­να.

            Πῆ­γα στὸ θέ­α­τρο νὰ πά­ρω τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ἠ­λε­κτρο­λο­γι­κά, νὰ πῶ κι ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο γειὰ στὰ κυ­πα­ρίσ­σια. Ὁ γέ­ρος πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴν ἴ­δια θέ­ση. Εἶ­χε ἀ­κού­σει, βέ­βαι­α, γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση.

            «Ἀ­λή­θεια κά­νε­τε πα­νιὰ τώ­ρα, παι­δί μου;» μὲ ρώ­τη­σε ὅ­ταν ἔ­φευ­γα. Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­π’ τὸν Φι­λο­κτή­τη.

            Ἔ­τσι μοῦ ‘ρ­θε ν’ ἀ­παν­τή­σω «και­ρὸς γὰρ κα­λεῖ», σὰν ἄλ­λος Νε­ο­πτό­λε­μος κι ἐ­γώ – ἡ σκέ­ψη μοῦ ‘­φε­ρε γέ­λιο, ἀλ­λὰ κρα­τή­θη­κα. Ἔ­νευ­σα. «Κι ἐ­σύ, παπ­πού, τί θὰ κά­νεις;»

            «Ἐ­γώ, ἐ­δῶ» εἶ­πε καὶ χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ πλα­ϊ­νὸ τοῦ πο­διοῦ του. «Ποῦ νὰ πά­ω, σάμ­πως, μ’ αὐ­τὸ τὸ πο­δά­ρι;»

            Εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζα χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο το μπα­τζά­κι του νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν πλη­γὴ ἀ­πὸ κά­τω. Μ’ ἅρ­πα­ξε τὸ πύ­ο κι ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα.

            «Χρό­νια…» εἶ­πε.

            Ζα­λί­στη­κα, μοῦ ‘­πε­σαν τὰ κα­λώ­δια ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Τὰ μά­ζε­ψα ὅ­πως-ὅ­πως καὶ γύ­ρι­σα νὰ φύ­γω χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα. Ἄ­φη­σα πί­σω τὸν Φι­λο­κτή­τη, τὴν αἰ­ώ­νια πλη­γή του νὰ κα­τα­τρώ­ει τὴ Λῆ­μνο ὁ­λό­κλη­ρη. Καὶ τὰ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια νὰ τρυ­πᾶ­νε τὸν οὐ­ρα­νό.



Πρώτη δημοσίευση: περ. Ἕνεκεν, τχ. 32, 2014.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ θρη­σκει­ο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Τμῆ­μα Media & Film Studies τοῦ School of Oriental and African Studies, University of London. Ποί­η­σή της ἔ­χει βρα­βευ­θεῖ στοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς τῆς ΧΟΝ (1ο βρα­βεῖ­ο, 2002), τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς Καλ­λι­τε­χνι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας «Τέ­χνη» (2ο βρα­βεῖ­ο, 2002) καὶ τῆς Ἕ­νω­σης Ἐκ­δο­τῶν Βο­ρεί­ου Ἑλ­λά­δος (1α βρα­βεῖ­α, 2001 καὶ 2002). Τὸ δι­ή­γη­μά της «Πρῶ­το Πρό­σω­πο» δι­α­κρί­θη­κε στὸν 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τοῦ diavasame.gr καὶ θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (The BooksJournal, Platform, Contemporary Theatre Review, Performance Research), ἐ­νῶ δρά­μα της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸν τό­μο Ἡ Τέ­χνη τοῦ Δρά­μα­τος στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση (Με­ταίχ­μιο, 2007).


Εἰκόνα: Μαρ­μά­ρινη πλά­κα ἀνα­μνη­στικὴ τοῦ μύθου τοῦ Φιλο­κτή­τη. Ἀρ­χαι­­ολο­γικὸ Μουσεῖο Βραυρώνας.


Νίκος Νικολαΐδης: Les toilettes d’ Έve


Νί­κος Νι­κο­λα­δης


Les toiletes d’ Έve


ΡΙ ΔΕΙ Ο ΑΔΑΜ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς Εὔ­ας, δὲν εἶ­χε μα­ρα­θεῖ ἀ­κό­μη τὸ λού­λου­δο στὸν ἐ­πί­γει­ο πα­ρά­δει­σο. Γι’ αὐ­τό, τὸ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ποὺ τῆς φό­ρε­σε, τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­μο­γε­λά­σει μέ­σα στὴ ντρο­πή της.

Ὅ­ταν σὲ λί­γο εἶ­δε τὰ φύλ­λα μα­ρα­μέ­να, ἔ­νι­ω­σε τὴν πρώ­τη-πρώ­τη πί­κρα.

        Τὸ χα­μό­γε­λο ξα­νάρ­θε, μὲ τὸ νέ­ο, τρι­αν­τα­φυλ­λὶ φό­ρε­μα ποὺ τῆς ἔ­φε­ρε· μὰ γρή­γο­ρα, ἐ­δά­κρυ­σε πά­νω στὰ μα­ρα­μέ­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. – Ἦ­ταν τὸ πρῶ­το-πρῶ­το δά­κρυ τῆς γυ­ναί­κας.

        Γλή­γο­ρα ξα­στέ­ρω­σε ἡ μα­τιά της, μέ­σα στὸ νέ­ο κί­τρι­νο, καὶ πρὶν τὰ χρυ­σάν­θε­μα κρε­μα­στοῦ­νε μα­ρα­μέ­να, εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της νὰ ψά­χνει γιὰ με­νε­ξέ­δες, καὶ χα­μο­γέ­λα­σε τὸ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο της χα­μό­γε­λο, στὴ σκέ­ψη:  π ὼ ς  τ ὰ  π ρ ά ­μ α ­τ α  δ ὲ   θ ά  ‘­ν α ι  π ι ὰ  α ἰ ­ώ ­ν ι α.



Πη­γή: Νίκου Νικολαΐδη τοῦ Κύπριου, Ὁ χρυ­σὸς μύ­θος, ἐπιμέλεια Λευ­τέ­ρης Παπα­λεο­ντίου, Μικρο­φιλο­λογι­κὰ Τε­τρά­δια, ἀρ. 19 (Πρώτη ἔκ­δο­ση, Κά­ϊ­­ρο, 1939).

Νί­κος Κ. Νι­κο­λα­ΐ­δης (Κύ­προς, Λευ­κω­σί­α, 1884-1956). Κύ­πριος πε­ζο­γρά­φος, ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τοῦ με­σο­πο­λέ­μου. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ θε­α­τρι­κὰ σε­νά­ρια. Σὲ ἡ­λι­κί­α δέ­κα ἐ­τῶν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ τα­λέν­το του. Ἀρ­χι­κὰ ἐρ­γά­σθη­κε σὰν βο­η­θὸς βι­βλι­ο­δε­τεί­ου καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἁ­γι­ο­γρά­φος, καὶ ἠ­θο­ποι­ός. Οἱ πολ­λὲς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κές του ἐμ­πει­ρί­ες σὲ Εὐ­ρώ­πη, Περ­σί­α, Αἴ­γυ­πτο καὶ Μέ­ση Ἀ­να­το­λὴ τὸν βο­ή­θη­σαν νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρί­σι­μες μορ­φὲς τῶν γραμ­μά­των τῆς ἐ­πο­χῆς του. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να (1915-1919), τὴ Λε­με­σὸ (1919-1923) καὶ τέ­λος στὸ Κά­ι­ρο, ὅ­που ἔ­γρα­ψε καὶ ἐ­ξέ­δω­σε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου του, πέ­θα­νε στὸ Κοι­νο­τι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κα­ΐ­ρου. Τὸ συ­χνὰ δη­κτι­κὸ καὶ εἰ­ρω­νι­κό του ὕ­φος τὸν κα­τέ­τα­ξε με­τα­ξύ τῶν δη­μι­ουρ­γῶν ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὰ βα­θύ­τε­ρα ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ζη­τή­μα­τα, τὶς ὑ­παρ­ξια­κὲς ἀ­γω­νί­ες καὶ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πό­γνω­σης ποὺ βι­ώ­νουν οἱ κα­τα­τρεγ­μέ­νοι καὶ οἱ πε­ρι­θω­ρια­κοὶ τῆς κοι­νω­νί­ας.


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς

(Angelheaded Hipsters)


ΟΝ ΕΙΔΕ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ με­τρό. Στε­κό­ταν μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ τζά­μι τῆς πόρ­τας καὶ κοί­τα­ζε ἔ­ξω. Ἦ­ταν με­λα­χρι­νός, μὲ ψη­λὰ ζυ­γω­μα­τι­κά. Τὰ μά­τια του δὲν τὰ εἶ­χε δεῖ ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ εἶ­χαν τὸ χρῶ­μα τοῦ πά­γου. Πρό­σε­ξε τὶς ὠ­μο­πλά­τες ποὺ προ­ε­ξεῖ­χαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ δερ­μά­τι­νο σα­κά­κι του. Κά­τι τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει τό­τε, γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸς ἂν καὶ ἀγ­γε­λό­μορ­φος ἔ­τσι ὅ­πως στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ βλέμ­μα του τὸν ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σει λί­γο, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα —ποὺ βρῆ­κα ξαφ­νι­κὰ τέ­τοι­ο θρά­σος;— ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του κά­τω ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στὴν πλά­τη του. Ἀ­νέ­συ­ρε τὴν πα­λά­μη του μα­τω­μέ­νη. «Πᾶ­με σπί­τι μου», τοῦ εἶ­πε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Μά­τω­σε ἔ­τσι καὶ τὸ δι­κό του. Ὁ κό­σμος τοὺς κοί­τα­ζε. Κα­τέ­βη­καν στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση καὶ περ­πά­τη­σαν τὴν ὑ­πό­λοι­πη δι­α­δρο­μὴ μέ­σα στὴ βρο­χή.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, πέ­τα­ξε τὰ κλει­διὰ στὸ τα­σά­κι δί­πλα στὴν εἴ­σο­δο καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο νὰ φέ­ρει πε­τσέ­τες. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι, στά­ζον­τας, ἀ­κί­νη­τος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὶς πε­τσέ­τες, τὸν εἶ­δε ποὺ στε­κό­ταν. «Για­τί δὲν μπαί­νεις μέ­σα;», τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν τρά­βη­ξε νὰ κα­θί­σει στὸ στρῶ­μα ποὺ σχε­δὸν γέ­μι­ζε τὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ. Τοῦ σκού­πι­σε τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν πε­τσέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα. Εἶ­χε τὴν πλά­τη του γυ­ρι­σμέ­νη κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κοί­τα­ζαν τὴ μα­τω­μέ­νη του πα­λά­μη. Τὰ σγου­ρὰ μαλ­λιά του ἀ­νέ­δι­δαν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ἄ­ρω­μα. Τί τοῦ θύ­μι­ζε; Τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ σα­κά­κι. Τὸ μπλου­ζά­κι του ἦ­ταν μου­λι­α­σμέ­νο στὸ αἷ­μα.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε. Πῆ­γε στὸ μπά­νιο κι ἔ­φε­ρε μιὰ λε­κά­νη μὲ νε­ρὸ κι ἕ­να σφουγ­γά­ρι. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ στρῶ­μα.

            «Πρέ­πει νὰ σὲ πλύ­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε, κοί­τα­ζε ἀ­κό­μα τὸ αἷ­μα στὴν πα­λά­μη του.

            «Πο­νᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

            Τό­τε μί­λη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. «Δὲν πο­νά­ω», εἶ­πε μὲ μιὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τη φω­νὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἀ­γό­ρι ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ αἴ­σθη­ση.

            Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ μπλου­ζά­κι. Τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν ἁ­πα­λό. Ὅ­που δὲν ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα, εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἄμ­μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε τὸ ἀ­γό­ρι. Τὰ μαλ­λιὰ του μυ­ρί­ζουν ἔ­ρη­μο. Τὸ ἤ­ξε­ρε, κι ἂς μὴν εἶ­χε πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο πο­τέ.

            Τὸ ἀ­γό­ρι βού­τη­ξε τὸ σφουγ­γά­ρι στὴ λε­κά­νη κι ὕ­στε­ρα τὸ στράγ­γι­ξε. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νους χόν­δρους, ἐ­κεῖ­νος ρί­γη­σε. Τὸ σῶ­μα του ἦ­ταν δυ­να­τό, γραμ­μω­μέ­νο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς δυ­ὸ πλη­γὲς στὴν πλά­τη του. Τὸ ἀ­γό­ρι δού­λευ­ε ὅ­σο πιὸ μα­λα­κὰ μπο­ροῦ­σε. Μό­λις τε­λεί­ω­σε, πῆ­ρε τὴ μα­τω­μέ­νη λε­κά­νη καὶ τὴν πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Τὴν ἄ­δεια­σε στὸ νε­ρο­χύ­τη, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι πε­τοῦ­σε κά­τι πο­λύ­τι­μο.


            «Δι­ψᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε. «Νὰ σοῦ φέ­ρω κά­τι νὰ πι­εῖς;»

            «Δὲν πί­νω», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.

            «Πει­νᾶς;»

            «Δὲν τρώ­ω.»

            «Τί θέ­λεις; Θέ­λεις ἕ­να τσι­γά­ρο;»

            «Ἁ­πλὰ μί­λα μου. Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            Τό­τε τὸ ἀ­γό­ρι τοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν τύ­πο ποὺ κα­τά­πι­νε σπα­θιὰ καὶ μα­χαί­ρια στὸ Σό­χο. Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς εἶ­χε στὸν οἰ­σο­φά­γο του τρί­α κο­φτε­ρὰ ξί­φη, ἕ­νας ἄν­τρας στα­μά­τη­σε μπρο­στά του καὶ τὸν κοί­τα­ζε. Ὁ περ­φόρ­μερ ἦ­ταν γυ­μνό­στη­θος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να πέ­τσι­νο παν­τε­λό­νι καὶ μιὰ ζώ­νη μὲ καρ­φιά. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ ἀ­φτί. Ὁ περ­φόρ­μερ τό­τε συ­στρά­φη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν τρό­μο. Ἔ­βγα­λε ὅ­πως-ὅ­πως τὰ σπα­θιὰ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει αἷ­μα. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἔ­φυ­γε. Ὁ περ­φόρ­μερ δὲν ξα­να­μί­λη­σε πο­τέ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι εἶ­χε σκί­σει τὶς φω­νη­τι­κές του χορ­δές. Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει τί τοῦ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

            «Σοῦ ἄ­ρε­σε;» ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Μοῦ ἀ­ρέ­σουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες. Ἂν καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τὶς ἔ­χω ξα­να­κού­σει», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.


Τὸ πρω­ὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸ σπί­τι, κα­θι­σμέ­νο πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ πῆ­γε στὴ δου­λειά. Τὸ δι­σκά­δι­κο ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­δει­ο ὅ­λη μέ­ρα. Πέ­ρα­σε τὴν ὥ­ρα χα­ϊ­δεύ­ον­τας τοὺς δί­σκους μὲ τὰ δά­χτυ­λα καὶ κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ἡ Πά­τι Σμίθ, ὄ­μορ­φη σὰν ἀ­γό­ρι, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζει τὸ φα­κὸ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τι­ράν­τες της καὶ τὸ σα­κά­κι στὸν ὦ­μο. Οἱ Μπὴτλς ἔ­χουν λα­στι­χω­τὲς ψυ­χὲς κι ὁ Τζὸν Λέ­νον χα­μο­γε­λά­ει. Τὰ Μπὴτς Μπό­υς τα­ΐ­ζουν μη­ρυ­κα­στι­κά. Ὁ Μέ­ρι­λυν Μάν­σον με­τα­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ σκου­λή­κι σὲ ἄγ­γε­λο.

            Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τὸν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μπρού­μυ­τα στὸ στρῶ­μα. Οἱ χόν­δροι στὴν πλά­τη του ἐ­ξεῖ­χαν σὰν δυ­ὸ ξα­σπρι­σμέ­να βου­νὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς σάρ­κι­νης χώ­ρας. Κά­θι­σε δί­πλα του στὸ στρῶ­μα καὶ δι­έ­τρε­ξε τὴν πλά­τη του μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι.

            «Ἦ­ταν τρο­με­ρό;» τὸν ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Ναί.»

            «Πῶς ἔ­νι­ω­σες;»

            «Ὁ νοῦς μου στα­μά­τη­σε κι ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει.»

            «Καὶ τώ­ρα τί εἶ­σαι;»

            «Ὅ,τι ἤ­μουν πάν­τα. Δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀλ­λά­ξεις αὐ­τὸ ποὺ εἶ­σαι.»

            «Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σεις;»

            «Μπο­ρῶ. Τί­πο­τα δὲν κρα­τά­ει αἰ­ώ­νια.»

            «Για­τί τὸ ἔ­κα­νες;»

            Ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του.

            «Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τὸ Λον­δί­νο ἀ­πὸ κον­τά.»

            Τὸ ἀ­γό­ρι σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο. «Ποῦ πή­γαι­νες ὅ­ταν σὲ συ­νάν­τη­σα;», ρώ­τη­σε τε­λι­κά.

            «Θὰ σοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο.»

            «Πές μου, ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴ γε­λά­σω.»

            «Πή­γαι­να στὸ Ἔιν­τζελ. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ βρῶ κι ἄλ­λους ἐ­κεῖ», εἶ­πε μ’ ἕ­να παι­δι­ά­στι­κο χα­μό­γε­λο ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ὄ­ψη του κά­τι ἀρ­χαῖ­ο κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

            Τὸ ἀ­γό­ρι γέ­λα­σε.

            «Θὰ μὲ γνω­ρί­σεις στοὺς φί­λους σου;» ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Εἶ­χε ἱ­δρώ­σει καὶ τὰ μαλ­λιά του κολ­λοῦ­σαν στὸ μέ­τω­πό του.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά. «Πᾶ­με», εἶ­πε.


Οἱ φί­λοι του ἔ­κλει­σαν τὸν ξέ­νο μέ­σα σ’ ἕ­ναν στε­νὸ κύ­κλο ἀ­πὸ με­θυ­σμέ­να σώ­μα­τα. Ἡ Τζού­λι, ὁ Μά­ικ, ὁ Φί­λιπ, ἱ­δρω­μέ­νοι δο­ρυ­φό­ροι φτι­αγ­μέ­νοι μὲ ὀ­ξὺ καὶ τρι­πά­κια καὶ μά­τια ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως —τὸ φῶς μοιά­ζει νὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα του— πρό­σω­πα ἐ­πί­μο­να νὰ κλέ­ψουν ἕ­να ἄγ­γιγ­μά του, χέ­ρια ποὺ δι­ψοῦ­σαν χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν για­τί. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν εἶ­δε ν’ ἁ­πλώ­νει ἕ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δά­χτυ­λο καὶ ν’ ἀγ­γί­ζει τὴ Τζού­λι στὸ μέ­τω­πο. Ἐ­κεί­νη γλί­στρη­σε κον­τά του κι ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι της στὸ στῆ­θος του. Ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε καὶ τὴ φί­λη­σε στὰ χεί­λη, τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα. Χρει­α­ζό­ταν ἀ­έ­ρα. Κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο κι εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δρα­πε­τεύ­σει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να γι­γάν­τιο σῶ­μα. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κλὰμπ μὲ βλέμ­μα θη­ρά­μα­τος. Τὸ μπὴτ τῆς μου­σι­κῆς ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα μουν­τό – ἡ τα­χυ­καρ­δί­α κά­ποι­ου ἄλ­λου.

            Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πό του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο τοῦ κτι­ρί­ου κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κρα­τή­σει τὴ νύ­χτα ἀ­κί­νη­τη. Σὲ λί­γο αἰ­σθάν­θη­κε δυ­ὸ χέ­ρια νὰ γλι­στρᾶ­νε στὸ στῆ­θος του, ὕ­στε­ρα στὸ στο­μά­χι του. Γύ­ρι­σε καὶ βρέ­θη­καν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Ἡ ἀ­νά­σα του μύ­ρι­ζε οὐ­ρα­νό. Τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸν φί­λη­σε πει­να­σμέ­να. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι φι­λά­ει τὸν γα­λα­ξί­α. Τὰ χέ­ρια του ἔ­ψα­χναν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σί­α πρω­τό­γνω­ρη κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λός του φώ­να­ζε ψη­λα­φῶ τὸν χρό­νο, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, θέ­λω νὰ σὲ δῶ ἀ­λή­θεια καὶ τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἀ­σύλ­λη­πτος καὶ γυ­μνός.


Κι ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι:

            «Μπο­ρῶ νὰ γί­νω γυ­ναί­κα γιὰ σέ­να. Θὰ ἤ­θε­λες μιὰ γυ­ναί­κα;»

            Καὶ τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­πε:

            «Ὄ­χι. Θέ­λω ἐ­σέ­να ὅ­πως εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κά.»

            «Καὶ ξέ­ρεις τί ση­μαί­νει αὐ­τό;»

            «Ξέ­ρω.»

            Καὶ τό­τε ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­ρι­ξε κά­τω τὴν ἀ­σπί­δα του

            καὶ πῆ­ρε τὸ σπα­θί του

            καὶ τρύ­πη­σε τὸ στῆ­θος τοῦ ἀ­γο­ριοῦ

            τρυ­φε­ρά,

            ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: «Angelheaded Hipsters», An Unlikely Companion, Μά­ϊ­ος 2015. (Με­τά­φρα­ση: Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου.)

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της «The Forest Edna» στὸν τόμο Letters from the Grave (Οrbannin books).

Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati): Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε



Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)


Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε

(Il disco si posò)


ΤΑΝ ΒΡΑΔΥ καὶ ἡ ἐ­ξο­χὴ ἤ­δη μι­σο­κοι­μό­ταν. Ἀ­πὸ τὶς κοι­λά­δες ση­κω­νό­ταν τὸ χνού­δι τῆς ὁ­μί­χλης καὶ ἀ­κου­γό­ταν τὸ κά­λε­σμα τοῦ μο­να­χι­κοῦ βα­τρά­χου ποὺ ὅ­μως σύν­το­μα σι­ω­ποῦ­σε (τὴν ὥ­ρα ποὺ νι­κι­οῦν­ται ἀ­κό­μα καὶ οἱ καρ­δι­ὲς ἀ­πὸ πά­γο, μὲ τὸν κα­θά­ριο οὐ­ρα­νό, τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη γα­λή­νη τοῦ κό­σμου, τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ, τὶς νυ­χτε­ρί­δες καὶ τὰ κρυ­φὰ βή­μα­τα τῶν πνευ­μά­των στὰ πα­λιὰ σπί­τια), ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, νά­ ’­τος, ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε στὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς ἐ­νο­ρί­ας ποὺ δε­σπό­ζει στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ χω­ριοῦ.

       Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ μό­λις εἶ­χαν μπεῖ στὰ σπί­τια τους, ὁ μη­χα­νι­σμὸς κα­τέ­βη­κε κά­θε­τα ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, δί­στα­σε με­ρι­κὲς στιγ­μὲς βγά­ζον­τας ἕ­να εἶ­δος βου­η­τοῦ, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἄγ­γι­ξε τὴ σκε­πὴ χω­ρὶς θό­ρυ­βο, ὅ­πως ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἦ­ταν με­γά­λος, φω­τει­νός, συμ­πα­γής, ὅ­μοι­ος μὲ μί­α τε­ρά­στια φα­κή. Ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀ­νοίγ­μα­τα συ­νέ­χι­σε νὰ βγαί­νει σφυ­ρί­ζον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι. Στὴ συ­νέ­χεια σι­ώ­πη­σε καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος, σὰν νε­κρός.

       Ἀ­πὸ κά­τω, στὸ δω­μά­τιο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ ἐ­φη­μέ­ριος, ὁ δὸν Πι­έ­τρο, δι­ά­βα­ζε μὲ τὸ ποῦ­ρο το­σκά­νο στὸ στό­μα. Ἀ­κού­γον­τας τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο θό­ρυ­βο, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να καὶ πῆ­γε στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ δεῖ τί συμ­βαί­νει. Εἶ­δε λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο ἀν­τι­κεί­με­νο, ποὺ εἶ­χε γα­λά­ζιο ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα καὶ δι­ά­με­τρο πε­ρί­που δέ­κα μέ­τρα.

       Δὲν φο­βή­θη­κε, οὔ­τε φώ­να­ξε, οὔ­τε ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος. Ἔ­χει ἄ­ρα­γε ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ πο­τὲ ἀ­πὸ κά­τι ὁ ὑ­πε­ρο­πτι­κὸς καὶ ἀ­πτό­η­τος δὸν Πι­έ­τρο; Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, μὲ τὸ ποῦ­ρο στὸ στό­μα, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ. Καὶ ὅ­ταν εἶ­δε νὰ ἀ­νοί­γει ἡ πορ­τού­λα, ἁ­πλὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι του: πέ­ρα, στὸν τοῖ­χο ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο τὸ δί­καν­νο.

       Τώ­ρα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν δύ­ο πα­ρά­ξε­νων πλα­σμά­των ποὺ βγῆ­καν ἀ­πὸ τὸ δί­σκο δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α σι­γου­ριά. Προ­κα­λεῖ με­γά­λη σύγ­χυ­ση ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς με­τα­γε­νέ­στε­ρες ἀ­φη­γή­σεις του συ­νε­χί­ζει νὰ ἀν­τι­φά­σκει. Σί­γου­ρα γνω­ρί­ζου­με μό­νο αὐ­τό: ἦ­ταν λε­πτοὶ καὶ κον­τοί, ἕ­να μέ­τρο, ἕ­να καὶ δέ­κα. Αὐ­τὸς ὅ­μως λέ­ει ὅ­τι μά­κραι­ναν ἢ κόν­ται­ναν σὰν νὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­λα­στι­κό. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν μορ­φή, δὲν κα­τά­λα­βε πολ­λά: «ἔ­μοια­ζαν μὲ πί­δα­κες σιν­τρι­βα­νιοῦ, πιὸ φαρ­διοὶ στὴν κο­ρυ­φὴ καὶ πιὸ στε­νοὶ χα­μη­λό­τε­ρα» ἔ­λε­γε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, «ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο κα­λι­κάν­τζα­ρους, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο ἔν­το­μα, ἔ­μοια­ζαν μὲ σκου­πί­τσες, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο με­γά­λα σπίρ­τα». «Καὶ εἶ­χαν δύ­ο μά­τια ὅ­πως ἐ­μεῖς»; «Βέ­βαι­α, ἕ­να σὲ κά­θε με­ριά, ἀλ­λὰ μι­κρά». Καὶ τὸ στό­μα; Καὶ τὰ χέ­ρια; Καὶ τὰ πό­δια; Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει: «Κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­βλε­πα δύ­ο πο­δα­ρά­κια καὶ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο με­τὰ δὲν τὰ ἔ­βλε­πα πιά…ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ποῦ νὰ ξέ­ρω ἐ­γώ; Ἀ­φῆ­στε με ἐ­πι­τέ­λους στὴν ἡ­συ­χί­α μου!».

       Σι­ω­πη­λός, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τοὺς ἄ­φη­σε νὰ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ τὸν δί­σκο. Μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους χα­μη­λό­φω­να, ἕ­νας δι­ά­λο­γος ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ τρί­ξι­μο. Με­τά, σκαρ­φά­λω­σαν στὴν ὀ­ρο­φὴ ποὺ ἔ­χει μί­α ἐ­λα­φριὰ κλή­ση πρὸς τὰ κά­τω, κι ἔ­φτα­σαν στὸ σταυ­ρό, αὐ­τὸν ποὺ ἦ­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς πρό­σο­ψης. Γύ­ρι­σαν γύ­ρω του, τὸν ἄγ­γι­ξαν, ἔ­μοια­ζαν νὰ τὸν με­τρᾶ­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τοὺς ἄ­φη­σε νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γα­στοῦν, πάν­τα ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸ δί­καν­νο. Μὰ ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε γνώ­μη.

       «Ἔ­ϊ» τοὺς φώ­να­ξε μὲ τὴν στεν­τό­ρεια φω­νή του. «Ἐ­σεῖς, ἐ­κεῖ πά­νω, οἱ νε­α­ροί. Ποι­οί εἶ­στε;»

       Καὶ οἱ δύ­ο γύ­ρι­σαν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν καὶ φά­νη­καν πο­λὺ λί­γο τα­ραγ­μέ­νοι. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κα­τέ­βη­καν ἀ­μέ­σως καὶ πλη­σί­α­σαν στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἱ­ε­ρέ­α. Με­τά, ὁ πιὸ ψη­λὸς ἄρ­χι­σε νὰ μι­λᾶ.

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο —κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χτη­κε— τα­ρά­χτη­κε: ὁ ἀ­ρεια­νὸς (για­τὶ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μή, ποι­ός ξέ­ρει για­τί, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος πὼς ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸν Ἄ­ρη κι οὔ­τε σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ ἀλ­λά­ξει αὐ­τή του τὴν πε­ποί­θη­ση), ὁ ἀ­ρεια­νὸς μι­λοῦ­σε μιὰ ἄ­γνω­στη γλώσ­σα. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν μιὰ πραγ­μα­τι­κὴ γλώσ­σα; Κά­τι ἦ­χοι ἦ­ταν, τὴν ἀ­λή­θεια ὄ­χι δυ­σά­ρε­στοι, ὅ­λοι στὴ σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μί­α παύ­ση. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κα­τά­λα­βε τὰ πάν­τα ἀ­μέ­σως σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴν ἴ­δια του τὴν δι­ά­λε­κτο. Με­τα­φο­ρὰ σκέ­ψης; Ἢ μή­πως ἕ­να εἶ­δος παγ­κό­σμιας γλώσ­σας αὐ­τό­μα­τα κα­τα­νο­η­τῆς;

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε», εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος, «σὲ λί­γο θὰ φύ­γου­με. Ξέ­ρεις, ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρὸ γυ­ρί­ζου­με τὸν κό­σμο, σᾶς πα­ρα­τη­ροῦ­με, ἀ­κοῦ­με τὰ ρα­δι­ό­φω­νά σας, ἔ­χου­με μά­θει σχε­δὸν τὰ πάν­τα. Ὅ­ταν μι­λᾶς ἐ­σύ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­γὼ σὲ κα­τα­λα­βαί­νω. Μό­νο ἕ­να πράγ­μα δὲν ἔ­χου­με ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει. Τί εἶ­ναι αὐ­τὲς οἱ κε­ραῖ­ες; (καὶ ἔ­δει­ξε τὸν σταυ­ρό). Τὶς ἔ­χε­τε παν­τοῦ, σὲ πύρ­γους καὶ σὲ καμ­πα­να­ριά, στὶς κο­ρυ­φὲς τῶν βου­νῶν, καὶ με­τὰ ἔ­χε­τε στρα­τι­ὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, κλει­σμέ­νες σὲ τεί­χη σὰν νὰ ἦ­ταν σὲ φυ­τώ­ρια. Πές μου λοι­πόν, ἄν­θρω­πε, σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       «Μὰ εἶ­ναι σταυ­ροί!» φώ­να­ξε ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Καὶ τό­τε πρό­σε­ξε ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο ἔ­φε­ραν στὸ κε­φά­λι τους ἕ­να λο­φί­ο, σὰν μα­λα­κὴ βούρ­τσα, ψη­λὴ μέ­χρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στά. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν μαλ­λιά, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζαν μὲ λε­πτοὺς μί­σχους φυ­τῶν ποὺ τρε­μό­παι­ζαν, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ζω­η­ροί, ποὺ ἔ­τρε­μαν συ­νέ­χεια. Ἢ μή­πως ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κτί­νες ἢ ἕ­να στέμ­μα ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὴ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α;

       «Σταυ­ροί» ἐ­πα­νά­λα­βε συλ­λα­βί­ζον­τας ὁ ξέ­νος. «Καὶ σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δί­καν­νο στὸ πά­τω­μα σὲ ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πιά­σει. Ξε­δί­πλω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά του καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­ση­μος:

       «Εἶ­ναι χρή­σι­μοι γιὰ τὶς ψυ­χές μας» ἀ­πάν­τη­σε. «Εἶ­ναι τὸ σύμ­βο­λο τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ποὺ πέ­θα­νε γιὰ μᾶς πά­νω στὸ σταυ­ρό.»

       Ξαφ­νι­κά, στὸ κε­φά­λι τῶν ἀ­ρεια­νῶν, οἱ ἀ­χνὲς τοῦ­φες ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν. Ἦ­ταν ἕ­να ση­μά­δι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἢ συγ­κί­νη­σης; Ἢ ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ τρό­πος τους νὰ γε­λοῦν;

       «Καὶ ποῦ; ποῦ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει συμ­βεῖ αὐ­τό;» ρώ­τη­σε καὶ πά­λι ὁ πιὸ ψη­λὸς μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρί­ξι­μο ποὺ θύ­μι­ζε σή­μα­τα Μὸρς καὶ μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α ἀ­πό­χρω­ση εἰ­ρω­νεί­ας. «Θέ­λεις νὰ πεῖς ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­σάς;»

       «Ἐ­δῶ, στὴν Γῆ. Στὴν Πα­λαι­στί­νη.»

       Ὁ τό­νος ἀμ­φι­σβή­τη­σης ἐ­νό­χλη­σε τὸν δὸν Πέ­τρο.

       «Θὰ ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε, «ἴ­σως πο­λὺ με­γά­λη γιὰ σο­φοὺς ὅ­πως ἐ­σεῖς».

       Στὸ κε­φά­λι τοῦ ξέ­νου τὸ χα­ρι­τω­μέ­νο ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στέμ­μα τρε­μό­παι­ξε δύ­ο ἢ τρεῖς φο­ρές. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸ κι­νεῖ ὁ ἄ­νε­μος.

       «Ὤ, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα μί­α ὑ­πέ­ρο­χη ἱ­στο­ρί­α» εἶ­πε μὲ συγ­κα­τά­βα­ση. «Ἄν­θρω­πε, θὰ ἤ­θε­λα πραγ­μα­τι­κὰ νὰ τὴν ἀ­κού­σω».

       Τὴν καρ­διὰ τοῦ δὸν Πι­έ­τρο φώ­τι­σε ἡ ἐλ­πί­δα νὰ προ­ση­λυ­τί­σει ἕ­ναν κά­τοι­κο ἄλ­λου πλα­νή­τη. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νὸς καὶ ὁ ἴ­διος θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε αἰ­ώ­νια δό­ξα.

       «Ἐ­ὰν θέ­λε­τε μό­νο αὐ­τό…» εἶ­πε κου­ρα­σμέ­νος. «Ἀλ­λὰ ἐ­λᾶ­τε κον­τά, ἐ­λᾶ­τε ἐ­δῶ, μέ­σα στὸ δω­μά­τιό μου.»

       Ἦ­ταν σί­γου­ρα μιὰ πα­ρά­ξε­νη σκη­νή, στὸ δω­μά­τιο τοῦ ἐ­φη­μέ­ριου, ἐ­κεῖ­νος κα­θι­σμέ­νος στὸ γρα­φεῖ­ο του κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς μιᾶς πα­λιᾶς λάμ­πας, μὲ τὴν Βί­βλο στὰ χέ­ρια του καὶ οἱ δύ­ο ἀ­ρεια­νοὶ ὄρ­θιοι πά­νω στὸ κρε­βά­τι, για­τὶ ὁ δὸν Πι­έ­τρο τοὺς κά­λε­σε νὰ βο­λευ­τοῦν, νὰ κά­τσουν στὸ στρῶ­μα, καὶ ἐ­πέ­με­νε, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ κα­θί­σουν καὶ βλέ­πον­τας ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρ­νη­θοῦν, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­καν πά­νω στὸ κρε­βά­τι, στά­θη­καν ὄρ­θιοι, μὲ τὸ λο­φί­ο στη­τὸ καὶ τρε­μά­με­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τέ.

       «Ἀ­κοῦ­στε μι­κρές μου σκου­πί­τσες!» εἶ­πε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἀ­πό­το­μα, ἀ­νοί­γον­τας τὸ βι­βλί­ο δι­ά­βα­σε: «ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ὸς πῆ­ρε τό­τε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δέμ…καὶ τοῦ ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν ἐν­το­λή: μπο­ρεῖ­τε νὰ φᾶ­τε ἐ­λεύ­θε­ρα καρποὺς ἀ­πὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δέν­τρο τοῦ κή­που, ἀλ­λὰ τὸν καρπὸ τοῦ δέν­τρου τῆς γνώ­σης τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ δὲν θὰ τὸν φᾶ­τε: για­τὶ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ θὰ φᾶ­τε ἀ­πὸ αὐ­τό, σί­γου­ρα θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα τοῦ θα­νά­του σας. Με­τά, ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ός….».

       Σή­κω­σε τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὴν σε­λί­δα καὶ εἶ­δε τὸ λο­φί­ο νὰ τρε­μο­παί­ζει πο­λὺ ἔν­το­να. «Ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νε­τε;»

       Ὁ ἀ­ρεια­νὸς ρώ­τη­σε: «καὶ πές μου, τὸ φά­γα­τε πα­ρό­λα αὐ­τά; Δὲν ξέ­ρα­τε πῶς νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ­τε; Ἔ­τσι δὲν ἔ­γι­νε;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Τὸ ἔ­φα­γαν» πα­ρα­δέ­χτη­κε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἡ φω­νή του γέ­μι­σε θυ­μό. «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ κι ἐ­σᾶς. Μή­πως ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη σας τὸ δέν­τρο τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ;»

       «Φυ­σι­κά. Ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη μας. Ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια πρίν. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρά­σι­νο.»

       «Κι ἐ­σεῖς; θέ­λω νὰ πῶ, τοὺς καρπούς, δὲν τοὺς δο­κι­μά­σα­τε;»

       «Πο­τέ» εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος. «Τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει ὁ νό­μος.»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­να­στέ­να­ξε τα­πει­νω­μέ­νος. Αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο λοι­πὸν ἦ­ταν ἁ­γνοί, ὅ­μοι­οι μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους στὸν οὐ­ρα­νό, δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ἁ­μαρ­τί­α, δὲν ἤ­ξε­ραν τί θὰ πεῖ κα­κί­α, μί­σος, ψέ­μα; Κοί­τα­ξε γύ­ρω του σὰν νὰ ἔ­ψα­χνε γιὰ βο­ή­θεια μέ­χρι ποὺ εἶ­δε μέ­σα στὸ ἀ­χνὸ φῶς, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, τὸν μαῦ­ρο ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

       Ἀ­να­θάρ­ρη­σε: «ναί, γι’ αὐ­τὸν τὸν καρπὸ κα­τα­στρα­φή­κα­με… ἀλ­λὰ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ» φώ­να­ξε κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­ναν κόμ­πο στὸ λαι­μὸ «ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος. Καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σά μας!». Ὁ ἄλ­λος πα­ρέ­μει­νε ἀ­πα­θής. Μό­νο τὸ λο­φί­ο πή­γαι­νε ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη ὅ­μοι­ο μὲ μιὰ σκω­πτι­κὴ φλό­γα.

       «Λὲς ὅ­τι ἦρ­θε ἐ­δῶ, στὴ Γῆ; Κι ἐ­σεῖς; Τί κά­να­τε; Τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξα­τε βα­σι­λιά σας; Ἂν δὲν κά­νω λά­θος εἶ­πες πρὶν ὅ­τι πέ­θα­νε στὸν σταυ­ρό… τὸν σκο­τώ­σα­τε ἑ­πο­μέ­νως;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο πά­λευ­ε σκλη­ρά: «ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χουν πε­ρά­σει σχε­δὸν δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια! Ἀ­κρι­βῶς γιὰ ἐ­μᾶς πέ­θα­νε, γιὰ τὴν δι­κή μας αἰ­ώ­νια ζω­ή!».

       Σι­ώ­πη­σε, δὲν ἤ­ξε­ρε τί ἄλ­λο νὰ πεῖ. Καὶ στὴν σκο­τει­νὴ γω­νί­α τὰ δύ­ο μυ­στη­ρι­ώ­δη λο­φί­α καί­γον­ταν, πραγ­μα­τι­κὰ καί­γον­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο φῶς. Ἐ­πι­κρά­τη­σε σι­ω­πὴ καὶ ἀ­πέ­ξω ἀ­κού­στη­κε τὸ τρα­γού­δι τῶν γρύλ­λων.

       «Καὶ ὅ­λο αὐ­τό» ρώ­τη­σε ξα­νὰ ὁ ἀ­ρεια­νὸς μὲ ὑ­πο­μο­νὴ δα­σκά­λου «ὅ­λο αὐ­τὸ χρη­σί­μευ­σε κά­που;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μί­λη­σε. Πε­ρι­ο­ρί­στη­κε νὰ κά­νει μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξί του χέ­ρι, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος σὰν νὰ ἔ­λε­γε: τί θέ­λε­τε; ἔ­τσι πλα­στή­κα­με, εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοί, φτω­χὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ σκου­λή­κια ποὺ ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κα­λύ­πτον­τας τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια του.

       Πό­ση ὥ­ρα πέ­ρα­σε; Ὧ­ρες, λε­πτά; Ἡ φω­νὴ τῶν φι­λο­ξε­νού­με­νων ἐ­πα­νέ­φε­ρε τὸν δὸν Πι­έ­τρο. Σή­κω­σε τὰ μά­τια καὶ τοὺς εἶ­δε ἤ­δη στὸ περ­βά­ζι νὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ται, θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, νὰ φύ­γουν. Μὲ φόν­το τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νὸ τὰ δύ­ο λο­φί­α τρε­μό­παι­ζαν μὲ γο­η­τευ­τι­κὴ χά­ρη.

       «Ἄν­θρω­πε» ρώ­τη­σε ὁ συ­νή­θης ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

       «Τί κά­νω; Προ­σεύ­χο­μαι!…ἐ­σεῖς ὄ­χι; Ἐ­σεῖς δὲν προ­σεύ­χε­στε;»

       «Νὰ προ­σευ­χό­μα­στε; Ἐ­μεῖς; Για­τί νὰ προ­σευ­χό­μα­στε;»

       «Δη­λα­δὴ τὸν Θε­ὸ δὲν τὸν πα­ρα­κα­λεῖ­τε πο­τέ;»

       «Μὰ ὄ­χι!» εἶ­πε τὸ πα­ρά­ξε­νο πλά­σμα καί, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, τὸ ζω­η­ρὸ στέμ­μα του, στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα νὰ τρέ­μει, καὶ ἔ­γι­νε πλα­δα­ρὸ καὶ ἄ­χρω­μο.

       «Ὤ, κα­η­με­νού­λη­δες» μουρ­μού­ρι­σε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ποὺ οἱ δύ­ο ξέ­νοι δὲν τὸν ἄ­κου­σαν, ὅ­πως κά­νει κα­νεὶς μὲ τοὺς σο­βα­ρὰ ἀ­σθε­νεῖς. Ση­κώ­θη­κε στὰ πό­δια του, τὸ αἷ­μα ξα­νάρ­χι­σε νὰ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη πά­νω-κά­τω στὶς φλέ­βες του. Πρὶν λί­γο αἰ­σθα­νό­ταν σὰν κάμ­πια. Μὰ τώ­ρα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. «Χέ,χέ» γε­λοῦ­σε μέ­σα του, «ἐ­σεῖς δὲν ἔ­χε­τε τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα μὲ ὅ­λες του τὶς συ­νέ­πει­ες. Εὐ­γε­νεῖς, σο­φοί, ἄ­κρι­τοι. Δὲν συ­ναν­τή­σα­τε πο­τὲ τὸ δαι­μό­νιο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔρ­χε­ται τὸ βρά­δυ, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ξέ­ρω πῶς αἰ­σθά­νε­στε! Ἀ­πί­στευ­τα μό­νοι, ὑ­πο­θέ­τω, νε­κροὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­στί­α καὶ τὴν πλή­ξη» (οἱ δύ­ο ξέ­νοι εἶ­χαν ἤ­δη πε­ρά­σει τὴν πορ­τού­λα τοῦ δί­σκου, τὴν εἶ­χαν κλεί­σει καὶ ὁ κι­νη­τή­ρας εἶ­χε ἤ­δη ξε­κι­νή­σει μὲ ἕ­ναν βου­βὸ καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἁρ­μο­νι­κὸ θό­ρυ­βο. Σι­γὰ-σι­γά, σχε­δὸν ἀ­πὸ θαῦ­μα, ὁ δί­σκος ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε καὶ ἀ­νυ­ψώ­θη­κε σὰν νὰ ἦ­ταν μπα­λό­νι: με­τά, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε λί­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἔ­φυ­γε ψη­λὰ μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ψη­λά, κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τῶν Δι­δύ­μων.). «Ὤ» συ­νέ­χι­σε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας «ὁ Θε­ὸς προ­τι­μᾶ σί­γου­ρα ἐ­μᾶς! Κα­λύ­τε­ρα με­ρι­κὰ γου­ρού­νια σὰν ἐ­μᾶς, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἄ­πλη­στοι, ἀ­νή­θι­κοι, ψεῦ­τες, ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς πρω­το­κλα­σά­τους ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν τὸ λό­γο. Τί ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μπο­ρεῖ νὰ πά­ρει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ τέ­τοι­α ὄν­τα; Καὶ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ ζω­ὴ ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει τὸ κα­κό, ἡ με­τά­νοι­α, τὸ κλά­μα;»

       Ἀ­πὸ τὴ χα­ρά του, ἅρ­πα­ξε τὸ ὅ­πλο, κοί­τα­ξε τὸν ἱ­πτά­με­νο δί­σκο ποὺ τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν μί­α ἀ­χνὴ κη­λί­δα στὸ μέ­σο τοῦ οὐ­ρά­νιου θό­λου καὶ ἔ­ρι­ξε μία βο­λή. Κι ἀ­πὸ τοὺς μα­κρι­νοὺς λό­φους ἀ­πάν­τη­σε τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῶν σκυ­λι­ῶν.


Δεῖτε καὶ ἀκοῦστε τὴν εἰκονογραφημένη ἀφήγηση

τοῦ Ginο Caiafa (δημ. 13.02.2018).


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati) (San Pellegrino di Belluno, 1906 – Milano, 1972). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ξε­κί­νη­σε τὴν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα δου­λεύ­ον­τας στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Corriere della Serra, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ζω­γρά­φος, σκη­νο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Γνώ­στης τῆς κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῆς σκαν­δι­να­βι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε πο­λὺ ἀ­πὸ τὸν Κάφ­κα. Με­τὰ τὴν ἐμ­πει­ρί­α του στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α ἔ­γρα­ψε τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο βι­βλί­ο του ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του ξε­χω­ρί­ζει ὁ ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κὸς μύ­θος τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζε­ται ἀ­πὸ προ­βλή­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ λύ­ση. Ἀ­πὸ μιὰ ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας πο­λὺ ρε­α­λι­στι­κὸς μὲ δι­εισ­δυ­τι­κὴ μα­τιὰ στὴν ἀν­θρώ­πι­νη μο­να­ξιὰ καὶ ἀ­γω­νί­α. Πραγ­μα­τεύ­ε­ται θέ­μα­τα καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ὅ­πως ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του, ἡ μα­γεί­α, τὸ μυ­στή­ριο, ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ ἀ­πό­λυ­του καὶ τοῦ με­τα­βλη­τοῦ καὶ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο τῆς μοί­ρας. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια τῶν δι­η­γη­μά­των του, αἰ­νιγ­μα­τι­κὴ καὶ παν­το­δύ­να­μη καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σαρ­κα­στι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λί­γους στὴν Ἰ­τα­λί­α ποὺ προ­ή­γα­γε τὴν φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ φαν­τα­στι­κὸ γιὰ νὰ κα­τα­δυ­θεῖ στοὺς με­γα­λύ­τε­ρους φό­βους καὶ ἐ­φιά­λτες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς ποὺ τα­λα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς ἴ­δι­ες της τὶς ἀν­τι­θέ­σεις. Δεῖ­τε καὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέ­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).

Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc): Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή



Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc)


Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή

(Good Friday)


ΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ἡ Τάμ­μυ ἔ­ρι­ξε τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της στὴν λί­μνη, τὴν ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ὁ ἄν­δρας της —σύν­το­μα ὁ πρώ­ην ἄν­δρας της— ἔ­λει­πε μα­κριά. Δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἐ­πί­τη­δες, ἂν καὶ τε­λι­κὰ ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δη­μι­ούρ­γη­σε αὐ­τὴν τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀν­τι­θέ­τως ἡ Τάμ­μυ ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἕ­να κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χε πη­δή­ξει ξαφ­νι­κὰ πά­νω στὸ δρό­μο. Ὁ γιός της, ὁ Τάν­νερ, κα­θό­ταν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα κι ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ τὸ εἶ­δε.

       «Μὴ τὸ χτυ­πή­σεις!», εἶ­χε φω­νά­ξει. Πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε τὴν Τάμ­μυ νὰ στρί­ψει ἀ­πό­το­μα, κι ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἔ­ξω βα­ρὺς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κος χι­ο­νιᾶς, τὸ ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτὸ στρῶ­μα πά­γου, ἐ­ξε­τρά­πη τῆς πο­ρεί­ας του, δι­έ­σχι­σε τὸ προ­στα­τευ­τι­κὸ κιγ­κλί­δω­μα κι ἔ­πε­σε στὴ λί­μνη.

       Τὰ θυ­μᾶ­ται ὅ­λα. To κύ­μα φό­βου ποὺ τῆς ἄ­φη­σε μιὰ με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση στὸ στό­μα, κα­θὼς αἰ­σθάν­θη­κε τὰ χέ­ρια της νὰ γλι­στρᾶ­νε, νὰ χά­νουν τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ τι­μο­νιοῦ· τὸ τρί­ξι­μο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἁ­μά­ξι κα­θὼς ἐκ­σφεν­δο­νι­ζό­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὰ βρά­χια κι ἔ­πε­φτε στὸ νε­ρό· τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ θό­ρυ­βο ἀ­πὸ τὶς στριγ­κλι­ὲς τῶν παι­δι­ῶν, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι στα­μά­τη­σε μὲ ἕ­να τράν­ταγ­μα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κλά­σμα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου ψυ­χι­κῆς ἠ­ρε­μί­ας ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ὅ­λοι ἦ­ταν κα­λά, κι ὕ­στε­ρα ὁ με­γά­λος πα­νι­κὸς ποὺ τοὺς βρῆ­κε ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους κι ὅρ­μη­σε νὰ τοὺς κα­τα­βρο­χθί­σει. Τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Τὸ νε­ρό, ἡ ζο­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὰ πα­γω­μέ­να φύ­κια, ἡ αἰφ­νί­δια, ἁ­ψιὰ δυ­σο­σμί­α ἑ­νὸς πι­θα­νοῦ θα­νά­του.

       Ἡ Τάμ­μυ ψα­χού­λε­ψε τὴν ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας της, τὴν ξε­κούμ­πω­σε κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸν Τάν­νερ, ποὺ ἦ­ταν κά­τω­χρος ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Οὔρ­λια­ζε ἀ­κό­μα. Ὥ­σπου νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια της γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη του τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν ἤ­δη πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά του. Τὸ μι­σὸ ἁ­μά­ξι —τὸ μπρο­στι­νό του μέ­ρος— εἶ­χε ἤ­δη βυ­θι­στεῖ .

       «Τάν­νερ», εἶ­πε. Αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει. «Τάν­νερ!». Κι ἄλ­λα οὐρ­λια­χτά. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τὸν χα­στού­κι­σε δυ­να­τά. Στα­μά­τη­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἕ­να λε­πτὸ νῆ­μα σά­λιου κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. «Θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις», εἶ­πε. Ἀρ­γά. Προ­σε­χτι­κά. «Θὰ ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του – τὸ νε­ρὸ θὰ μπεῖ μέ­σα, καὶ θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις.»

       Ὁ Τάν­νερ κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν σὰν γυ­ά­λι­να – δὲν φαι­νό­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἴ­σως καὶ νὰ μὴν θυ­μό­ταν οὔ­τε πὼς τὸν λέ­νε. «Δὲν ξέ­ρω κο­λύμ­πι», ψι­θύ­ρι­σε.

       Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­γε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μᾶ­ται εἶ­ναι σί­γου­ρη γιὰ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα του. Δὲν ἄ­νοι­γε, τό­τε ἔ­πι­α­σε τὸ χε­ρού­λι ποὺ ἀ­νε­βά­ζει τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ τὸν ἄγ­γι­ξε στὸν ὦ­μο. «Κλώ­τσα μό­νο», εἶ­πε. «Κλώ­τσα, καὶ σπρῶ­ξε.»

       Τὸ πα­ρά­θυ­ρο δὲν ἄ­νοι­γε. Τό­τε τὸ θυ­μή­θη­κε – κά­τι γιὰ τὴν πί­ε­ση, τὴν φυ­σι­κή, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ καὶ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πί­ε­ση στὸ ἁ­μά­ξι θὰ πρε­πε νὰ εἶ­ναι οἱ ἴ­δι­ες. Ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα καὶ γύ­ρι­σε στὸ μω­ρὸ ποὺ δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ κλαί­ει. Ἡ Ὤν­τρεϋ κα­θό­ταν γερ­μέ­νη στὴ θέ­ση της μὲ τὴν βα­ρύ­τη­τα νὰ τὴν τρα­βᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Κα­θὼς ἔ­γερ­νε τὸ ἁ­μά­ξι τὸ σῶ­μα της κλυ­δω­νι­ζό­ταν μπρο­στὰ καὶ ἡ ζώ­νη εἶ­χε χω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρὰ καὶ τὴν ἔ­κο­βε. Εἶ­χε μιὰ πλη­γὴ στὸ μέ­τω­πο.

       «Ὅ­λα κα­λά», εἶ­πε ἡ Τάμ­μυ μη­χα­νι­κά. «Ὅ­λα κα­λά. Ὅ­λα κα­λά.» Τὰ δά­χτυ­λά της ἔ­τρε­μαν κι ἔ­ψα­χναν. Κι ἄλ­λο νε­ρὸ τώ­ρα, πα­γω­μέ­νο. Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ δὲν ξε­κούμ­πω­νε. Τὸ νε­ρὸ συ­νέ­χι­ζε νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὁ Τάν­νερ εἶ­χε ἀρ­χί­σει πά­λι νὰ κλαί­ει μὲ πυ­κνὰ ἀ­να­φι­λη­τά.

       «Στα­μά­τα!», τοῦ φώ­να­ξε. Οἱ λέ­ξεις ἔ­βγαι­ναν ἀρ­γὲς καὶ πνι­χτὲς ἀ­πὸ τὸ στό­μα της. Δὲν εἶ­χαν ἀρ­κε­τὸ ἀ­έ­ρα. Τὰ πάν­τα ἦ­ταν μου­σκε­μέ­να. Τὰ πάν­τα.

       Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ ἐ­πι­τέ­λους ξε­κούμ­πω­σε κι ἡ Ὤν­τρεϋ ἔ­πε­σε μὲ ἕ­να πα­φλα­σμὸ στὸ νε­ρὸ ποὺ γέ­μι­ζε τὸ ἁ­μά­ξι. Ξα­νὰ κλά­μα­τα. Τὰ χέ­ρια τῆς Τάμ­μυ ἔ­τρε­μαν πο­λὺ τώ­ρα. Κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι τοῦ μω­ροῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε καὶ τὰ δύ­ο. Τὰ παι­διά της κι ἕ­να πα­γω­μέ­νο, ὑ­γρὸ τά­φο.

       «Ἕ­να λε­πτό», εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Τὰ δόν­τια της χτυ­ποῦ­σαν. Ἦ­ταν τό­σο κρύ­α. «Ἕ­να…λε­πτό.» Ἔ­σπρω­ξε τὸ χέ­ρι της μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ βρῆ­κε τὸ χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας. Τώ­ρα ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νο ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἁ­μά­ξι καὶ βού­λι­α­ζε γρή­γο­ρα. Ὁ θύ­λα­κας ἀ­έ­ρα εἶ­χε συρ­ρι­κνω­θεῖ στὶς ἕ­ξι ἴν­τσες. Πέν­τε. Στρι­μώ­χθη­καν πά­νω-πά­νω, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­έ­ρας… Τέσ­σε­ρεις ἴν­τσες.

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ Τάν­νερ σκε­πά­στη­κε πρῶ­το ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ὕ­στε­ρα τὸ δι­κό της, ὕ­στε­ρα τοῦ μω­ροῦ. Ἡ Τάμ­μυ χί­μη­ξε μπρο­στὰ καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὸ χε­ρού­λι τῆς πί­σω πόρ­τας. Δὲν κι­νή­θη­κε. Τὸ ξα­να­τρά­βη­ξε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε τρί­ζον­τας. Ἔ­σπρω­ξε. Ἦ­ταν σὰν νὰ γεν­νοῦ­σε μὲ τὰ χέ­ρια της.

       Ὕ­στε­ρα ἔ­σπρω­ξε τὸν Τάν­νερ μπρο­στά, στὸ νε­ρό. Κλώ­τσα, πα­ρα­κα­λοῦ­σε μέ­σα της. Κλώ­τση­σε. Ἀ­νέ­βη­κε.

       Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὴν Ὤν­τρεϋ γαν­τζω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο της, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πο­λό­γι­σε κα­λά. Ὅ­πως κι­νι­ό­ταν χτύ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της πά­νω στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ τῆς ἔ­φυ­γε τὸ μω­ρό. Μαῦ­ρα στίγ­μα­τα χό­ρευ­αν μπρὸς σ­τὰ μά­τια της. Ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­πνεύ­σει καὶ κα­τά­πι­ε νε­ρό.

       Τὸ μω­ρὸ ἔ­πλε­ε πί­σω της σὰν κού­κλα. Ἡ Τάμ­μυ τρά­βη­ξε τὸ κο­ρι­τσά­κι κον­τά της, τὸ φί­λη­σε καὶ τὸ ἔ­σπρω­ξε πά­λι. Ἡ κό­ρη της ἀ­να­δύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δὲν πι­στεύ­ει αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες οὔ­τε καὶ ἡ ἴ­δια τὴν πι­στεύ­ει Πῶς γί­νε­ται νὰ θυ­μᾶ­ται κά­ποιος ποὺ πνί­γε­ται τό­σες λε­πτο­μέ­ρει­ες; Ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δε­κα­ο­χτά­μη­νο μω­ρὸ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λά­σπη λὲς καὶ εἶ­ναι προ­ω­θη­τι­κὴ μη­χα­νή; Που­θε­νά.

       Ἀν­τι­θέ­τως ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος ἑ­στιά­ζει τὴν προ­σο­χή του στὸ δι­α­λυ­μέ­νο γά­μο καὶ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Ἔν­του­αρντ δί­νει μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ὅ­λο φέρ­νουν τὴν κου­βέν­τα στὶς συ­ναν­τή­σεις τοῦ συλ­λό­γου τῶν Ἀ­νω­νύ­μων Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν καὶ τὴν ἐ­πι­λό­χεια κα­τά­θλι­ψη ποὺ ἔ­πλη­ξε τὴν Τάμ­μυ πρὶν ἀ­πὸ ὀ­χτὼ χρό­νια, ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε ὁ Τάν­νερ. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν λέ­ξεις ὅ­πως «ἀ­νι­σόρ­ρο­πη « καὶ «σα­λε­μέ­νη». Ἀ­να­φέ­ρουν κι ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­νι­σόρ­ρο­πων καὶ σα­λε­μέ­νων μη­τέ­ρων. (Στὶς μέ­ρες μας εὔ­κο­λα πι­στεύ­ει κα­νεὶς ὅ­τι μιὰ μη­τέ­ρα μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ σκο­τώ­σει τὰ παι­διά της ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς δι­α­ζυ­γί­ου. Πι­στεύ­ει κα­νεὶς πιὸ δύ­σκο­λα σὲ πα­γω­μέ­νους δρό­μους καὶ στὴν κα­κὴ τύ­χη. Σή­με­ρα τὴν τύ­χη μας τὴν φτι­ά­χνου­με μό­νοι μας. Ἔ­χου­με πα­ρα­βιά­σει τὰ φυ­σι­κὰ ὅ­ρια.) Φαί­νον­ται τό­σο σί­γου­ροι ποὺ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ἡ Τάμ­μυ τοὺς πι­στεύ­ει. Δὲν ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη; Δὲν ἔ­κλαι­γε συ­νε­χῶς ἀ­κρι­βῶς πρὶν τὸ κου­νέ­λι δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­ται. Ἴ­σως καὶ νὰ ἔ­κλαι­γε. Ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α τώ­ρα πιά.


       Αὐ­τὸ ποὺ δὲν τοὺς λέ­ει —ποὺ δὲν θὰ τοὺς τὸ πεῖ πο­τὲ καὶ ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ μά­θουν τὰ παι­διὰ— εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε νὰ τὴν βρεῖ μέ­σα στὸ ἁ­μά­ξι. Ἦ­ταν βα­θυ­πρά­σι­νος, σκε­πα­σμέ­νος μὲ βρύ­α, κι ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Πο­σει­δώ­να ἢ τὸν Νί­κερ, κά­τοι­κο τοῦ Βορ­ρᾶ – ἀ­κό­μη πιὸ πα­γε­ρὸς ἐ­κεῖ­νος. Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, κλω­τσών­τας πρὸς τὸ φῶς, πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της, ἀ­να­δευ­ό­με­νος στὰ κυ­μα­τά­κια τῆς λί­μνης κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια Του γιὰ νὰ τὴν ἀγ­γί­ξει.

       Τί σοῦ λέ­ει ὁ Θε­ὸς ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μπρο­στά σου; Οὔ­τε αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται, του­λά­χι­στον ξε­κά­θα­ρα. Ξέ­ρει μό­νο πὼς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν Του ἦ­ταν σὰν γι­γαν­τια­ῖα θα­λάσ­σια φύ­κη. Γλι­στε­ρὰ κι αἰ­νιγ­μα­τι­κά. Εἶ­ναι σκο­τει­νός, μι­λά­ει μό­νο γιὰ θυ­σί­ες καὶ αἷ­μα. Ἂν ἀ­γα­πά­ει, ἡ ἀ­γά­πη του εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρη καὶ σκλη­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο γνώ­ρι­σε ὣς τώ­ρα.

       Τε­λι­κὰ ὅ­μως Τὸν ἄ­φη­σε, ὅρ­μη­σε πά­νω καὶ βγῆ­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­που βρῆ­κε τὰ παι­διά της νὰ πλέ­ουν μὲ τὰ κε­φά­λια πρὸς τὰ κά­τω, μέ­σα στὸ νε­ρό. Τὰ τρά­βη­ξε κον­τά της καὶ φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρα μέ­σα στὰ πνευ­μό­νια τους, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Ἔ­πει­τα ἔ­κλα­ψαν, ἐ­κεῖ, ὅ­λοι μα­ζὶ .

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ Ἔν­του­αρντ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι του καὶ πῆ­ρε τὰ παι­διά.


«Ἂν γυ­ρί­σεις πί­σω», ἴ­σως νὰ τῆς εἶ­χε πεῖ Ἐ­κεῖ­νος, τὴν στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα ἦ­ταν πρά­σι­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, «θὰ σοῦ πά­ρουν τὰ παι­διά». Καὶ τῆς τὰ πῆ­ραν. Τώ­ρα δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ τὰ δεῖ, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἀ­δελ­φὴ τοῦ Ἔν­του­αρντ περ­νά­ει κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ τῆς λέ­ει τὰ νέ­α τους. –  Ἡ ἱ­στο­ρί­α τους ἔ­γι­νε γνω­στή, τοὺς ἔ­δει­ξαν σὲ ἕ­να ἑ­βδο­μα­δια­ῖο σό­ου στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ Ὤν­τρεϋ μι­λά­ει πιά. Ὁ Τάν­νερ ἄρ­χι­σε πά­λι τὰ μπά­νια. Δὲ ρω­τοῦν πο­τὲ γιὰ κεί­νη.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Του­λά­χι­στον εἶ­ναι ὅ­λοι τους ζων­τα­νοί.

       Τὸ λέ­ει αὐ­τὸ κά­θε μέ­ρα – τὸ πρω­ΐ, στὸ δι­κα­στή­ριο, τὰ βρά­δια ποὺ μέ­νει μό­νη. Εἶ­ναι ζων­τα­νοὶ κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ και­ρὸ θὰ θυ­μοῦν­ται τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μό­νο καὶ μό­νο σὰν τὴν τε­λευ­ταί­α βόλ­τα ποὺ ἔ­κα­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να τους. Θὰ θυ­μοῦν­ται νὰ φτά­νουν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὰ νε­ο­γέν­νη­τα. Τὸ νε­ρὸ θὰ μέ­νει πί­σω τους, ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φιά­λτης ποὺ πέ­ρα­σε πιά. Ἡ ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­να δῶ­ρο γιὰ αὐ­τούς.

       Κι ὁ Θε­ός; Ὁ Θε­ὸς κρυμ­μέ­νος ἐ­κεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν λί­μνη, θὰ πε­ρι­μέ­νει κά­ποιον ἄλ­λον γιὰ νὰ Τὸν ἀ­να­κα­λύ­ψει. Εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κός. Γε­μά­τος κα­λο­σύ­νη. Κρα­τᾶ σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια του τὶς αἰ­νιγ­μα­τι­κὲς καὶ τρο­με­ρές του ἐ­πι­λο­γές. Ξέ­ρει ἀ­πὸ θλί­ψη. Βα­στᾶ τὴν Τάμ­μυ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ποὺ κοι­μᾶ­ται ἐ­νῶ οἱ ἔ­νορ­κοι τὴν κα­τη­γο­ροῦν.

       Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ὅ­πως κι ὁ θά­να­τος, εἶ­ναι πρά­σι­νη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τῆς συγγραφέως:

http://www.amandaleduc.com/site/?p=748

Ἀ­μάν­τα Λεν­τοὺκ (Amanda Leduc). Γεν­νή­θη­κε στὸν Κα­να­δὰ κι ἔ­χει ζή­σει στὴν Ἀγ­γλί­α, στὴν Βρε­τα­νι­κὴ Κο­λομ­βία, στὸ Ὀν­τά­ριο καὶ στὴν Σκω­τί­α. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸν Κα­να­δά, στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὴν Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α κι ἔ­χουν μπεῖ στὴν Μι­κρὴ λί­στα δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν δι­α­γω­νι­σμῶν: StoryQuarterly Fi­ction Pri­ze (2015), CBC Ca­na­da Wri­tes Short Sto­ry Com­pe­ti­tion (2014) (με­γά­λη λί­στα), PRISM Inter­natio­nal Short Fi­ction Con­test (2012, 2008), TNQ Ed­na Stae­bler Per­so­nal Es­say Con­test (2012). UK Dai­ly Mail First No­vel A­ward (20089), CBC Li­te­ra­ry A­wards (2006). Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Miracles of ordinary Men δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὴν 1 Μαΐ­ου 2013 στὸ Το­ρόν­το ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο ECW Press. Εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Big Truths στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φον­ται δο­κί­μια καὶ ἐκ­δί­δε­ται δι­α­δι­κτυα­κὰ μα­ζὶ μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Little Fiction. Ἐ­πί­σης εἶ­ναι συ­νι­δρύ­τρια τοῦ Bare it for Books (Μὴ κερ­δο­σκο­πι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κί­νη­ση ποὺ τὸ 2014 ἔ­φτια­ξε ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που γνω­στοὶ συγ­γρα­φεῖς πό­ζα­ραν σχε­δὸν γυ­μνοὶ γιὰ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τὴν ὀρ­γά­νω­ση PEN Canada. Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τὴ σκο­πὸ ἔ­χει νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ζοῦν σὲ δι­κτα­το­ρι­κὰ κα­θε­στῶ­τα νὰ ἐκ­φρά­ζουν ἐ­λεύ­θε­ρα τὶς ἀ­πό­ψεις τους καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἔκ­φρα­σης καὶ τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης σκέ­ψης.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­



		

	

Ἀργύρης Κόσκορος: Λήναια


Ἀρ­γύ­ρης Κό­σκο­ρος


Λή­ναι­α


ΡΚΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΝΟΤΕΣ, ποὺ σή­μαι­ναν μιὰ ρωγ­μὴ στὸ χρό­νο καμ­πυ­λώ­νον­τας τὴν εὐ­θύ­γραμ­μη πο­ρεί­α του, γιὰ νὰ σχη­μα­τι­στεῖ μπρο­στὰ στὰ ὑ­πνω­τι­σμέ­να μά­τια τῶν κα­λε­σμέ­νων τὸ τρι­συ­πό­στα­το τέ­ρας ποὺ λε­γό­ταν Οἰ­δί­πο­δας. Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξέ­ρει τὴν πραγ­μα­τι­κὴ φύ­ση αὐ­τοῦ τοῦ πλά­σμα­τος ποὺ δι­η­γοῦν­ταν τὰ πά­θη του τρα­γου­δών­τας καί, ὅ­πο­τε ἡ ἀν­θρώ­πι­νη λα­λιὰ δὲν ἦ­ταν ἀρ­κε­τή, κά­νον­τας μι­μή­σεις. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­με­νε ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­νέκ­φρα­στο ἦ­ταν τὸ πα­γω­μέ­νο του πρό­σω­πο, βά­ζον­τας ὅ­λη του τὴν ψυ­χὴ στὴ φω­νὴ καὶ στὰ χέ­ρια καὶ ἀ­φή­νον­τάς το ἀ­πο­τρό­παι­α ἄ­καμ­πτο. Ὑ­πῆρ­χαν κά­ποι­οι ποὺ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν πὼς ἡ φω­νὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀπ’ τὴ σχι­σμὴ τοῦ στό­μα­τός του ἦ­ταν ἕ­νας ὁ­μώ­νυ­μος μὲ τὸ τέ­ρας θνη­τὸς ποὺ τὸ στοί­χει­ω­σε γιὰ ν’ ἀ­φη­γη­θεῖ τὴν ἱ­στο­ρί­α του. Ἄλ­λοι πὼς τὴν ἴ­δια δου­λειὰ ἔ­κα­νε ἀν­τι­θέ­τως ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἔ­κλε­ψε τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ δύ­στυ­χου θνη­τοῦ καὶ τὴν πε­λέ­κη­σε φτι­ά­χνον­τας τὴ δι­κή του. Οἱ πιὸ θρῆ­σκοι, τέ­λος, ἔ­λε­γαν πὼς πί­σω ἀ­π’ ὅ­λα βρί­σκε­ται ὁ ἴ­διος ὁ τι­μώ­με­νος θε­ός, ποὺ δί­νει στὸ τέ­ρας, στὸν ποι­η­τὴ καὶ στοὺς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους τὴ μέ­θη γιὰ νὰ πλά­σουν τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως λί­γη ση­μα­σί­α ἔ­χουν, κα­θὼς με­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α νό­τα καὶ τὸ κα­τέ­βα­σμα τῆς μά­σκας ἡ ἁ­γί­α τριά­δα τοῦ θε­οῦ, τοῦ θνη­τοῦ καὶ τοῦ ποι­η­τῆ δι­α­σπᾶ­ται καὶ τὸ τέ­ρας ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται μιὰ ἀ­πά­τη ποὺ ἀ­πο­συν­τί­θε­ται καὶ ποὺ οἱ θε­α­τὲς τὸ πε­ρι­μέ­νουν μὲ λα­χτά­ρα τοῦ χρό­νου πά­λι τὴν ἴ­δια μέ­ρα νὰ ξα­να­γί­νει ἀ­λή­θεια.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀρ­γύ­ρης Κό­σκο­ρος (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Βι­βλι­ο­θη­κο­νο­μί­α στὸ Τ.Ε.Ι. Ἀ­θή­νας καὶ Φι­λο­λο­γί­α μὲ κα­τεύ­θυν­ση γλωσ­σο­λο­γί­ας στὸ Ε.Κ.Π.Α. Ἀ­πὸ τὸ 2006 ζεῖ στὴ Ρό­δο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὸ Δι­ε­θνὲς Κέν­τρο Συγ­γρα­φέ­ων καὶ Με­τα­φρα­στῶν Ρό­δου. Μι­λά­ει ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὰ πρῶ­τα του δι­η­γή­μα­τα στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τέ­χνης καὶ λό­γου «Νη­σί­δες» (Δω­δε­κά­νη­σα).



		

	

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου: ΚΛΜ



Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου


ΚΛΜ


Ε ΕΙΧΕ ΠΙΑΣΕΙ ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Μοῦ τὰ ἕ­σφιγ­γε τό­σο δυ­να­τὰ στὶς χοῦ­φτες του, ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι θὰ μοῦ τὰ ξε­ρί­ζω­νε. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­φοῦ ξε­ψύ­χη­σε, δὲν ἔ­λε­γε νὰ μοῦ τὰ ἀ­φή­σει. Μπαί­νον­τας δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε. Τὸ τσε­κού­ρι. Τὸ εἶ­χα βά­λει ἀ­νά­με­σα στὶς πε­τσέ­τες, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ πε­τσέ­τες ἄ­σπρες καὶ κί­τρι­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ κλό­τση­σε στὴν ἄ­κρη. Ἔ­ζε­χνε. Τὸ σῶ­μα του κόκ­κι­νο κα­μέ­νο. Ἡ οὐ­λὴ στὸ δε­ξί του γό­να­το. Τὸ ση­μά­δι κά­τω ἀ­π’ τὸ λαι­μό. Ἴ­διος. Κι ἐ­γώ. Τὸν κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Αἰ­σθάν­θη­κα τὸ χρό­νο νὰ μὲ ἐ­πι­στρέ­φει. Δέ­κα χρό­νια πί­σω, ἐ­κεῖ ποὺ εἴ­χα­με μεί­νει. Καὶ οἱ δύ­ο. Μί­α στιγ­μὴ πρίν· μί­α στιγ­μὴ με­τά. Τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Μπῆ­κε στὸ νε­ρὸ μέ­χρι τὴ μέ­ση. Μὲ κοι­τοῦ­σε χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἐ­γὼ ὁ­λο­έ­να τὸν πλη­σί­α­ζα, μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σα ἀ­πὸ πά­νω του. Γδύ­θη­κα. Τὰ μά­τια του μὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ὅ­σο ἔμ­παι­να. Τὸ νε­ρὸ ἔ­και­γε. Ἔ­σκυ­ψα ἀ­πὸ πά­νω του. Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ γό­να­τα κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νε­βαί­νει. Νό­μι­σα πὼς θὰ μὲ πο­νοῦ­σε. Στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου μὲ δά­χτυ­λα ἀ­κί­νη­τα, ποὺ πο­λὺ εὔ­κο­λα ἔμ­παι­ναν, ἂν ἤ­θε­λε, μέ­σα μου, πο­λὺ εὔ­κο­λά τὰ γλί­στρα­γε, ἂν ἤ­θε­λε, πρὸς τὴν κοι­λιά μου. Ἀ­πο­φά­σι­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη ἄρ­χι­σα. Νὰ τοῦ τρί­βω τὸ στῆ­θος καὶ τοὺς ὤ­μους. Ἔ­ψα­χνε τὰ μά­τια μου. Τοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κα. Φί­λη­σα τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ του κι ἐ­κεῖ­νος πέ­ρα­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ λαι­μό μου. Τὰ κύ­κλω­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­σκη­σε πί­ε­ση. Μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ. Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του. Εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ δί­χτυ. Μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Βυ­θί­στη­κε μέ­χρι τὸ λαι­μό. Προ­ε­ξεῖ­χαν μό­νο τὰ χέ­ρια του νὰ χου­φτώ­νουν ἄ­γαρ­μπα τὰ στή­θη μου λὲς κι ἤ­μουν ἀ­γε­λά­δα καὶ μὲ ἄρ­με­γε. Μὲ πό­νε­σε. Ἔ­κα­να νὰ τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω, αὐ­τὸς ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε, σφίγ­γον­τάς τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­μα. Εἶ­χε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κοι­μη­θή­κα­με μα­ζί. Μὲ ζού­λη­ξε τό­σο πο­λὺ ποὺ ἔ­βα­λα τὶς φω­νές. Σώ­πα­σα μό­νο ἀ­φοῦ μὲ χτύ­πη­σε. Ἔ­πει­τα μὲ συ­νή­θι­σε. Δὲν τὰ ἔ­βλε­πα τὰ μά­τια του. Μοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κε.


Ὅ­ταν ἄ­φη­σα τὸ τσε­κού­ρι, τὸν ἔ­σπρω­ξα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ τραβ­ή­ξω τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ μὲ ἀ­φή­σει. Ρί­χτη­κα στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου ἐ­πὶ τό­που, γυ­μνὸς κι ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἐ­νω­θή­κα­με. Κοί­τα­ξα τὸ στέρ­νο μου. Εἶ­δα δέ­κα δά­χτυ­λα μαῦ­ρα πά­νω στὰ κόκ­κι­να πρη­σμέ­να στή­θη μου. Καὶ πά­νω τους ἄλ­λα δέ­κα, ἄ­σπρα, νὰ στραγ­γί­ζουν ὅ­σο γά­λα εἶ­χε μεί­νει.


Ἰ­ού­νιος/Ὀ­κτώ­βριος ’15


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου. Σπούδασε στὴν Royal Academy of Dramatic Art στὸ τµ­ή­µ­α κλα­σι­κῶν σπου­δῶν τοῦ King’s College London (ὑ­πο­τρο­φί­α Ἱ­δρύ­µ­α­τος Σκυ­λί­τση). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σκη­νο­θέ­της, βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­της καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου (κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο ρε­περ­τό­ριο, παι­δι­κό, ὄ­πε­ρα, docudrama, devised κ.ἄ.), ἀλ­λὰ καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει, ἐ­πι­µ­ε­λεῖ­ται καὶ µ­ε­τα­φρά­ζει.