Ἱωάννα Γαλανάκη: ὅ,τι κι ἄν ἔπαθες


Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


ὅ,τι κιν ἔ­πα­θες


ΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ βα­ρὺ ἕ­να αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο. Προ­σκυ­νή­σα­με, ἤ­πια­με ἁ­γί­α­σμα ἀ­πὸ τὴν πη­γή. Κά­θι­σα ἔ­πει­τα πα­ρά­με­ρα σὲ μιὰ δρο­σιὰ κι ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ τρα­βᾶ φω­το­γρα­φί­ες. Φω­το­γρά­φι­σε τὴν δε­ξα­με­νὴ μὲ τὰ μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια, τὸ τέμ­πλο τοῦ να­οῦ, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν Πα­τρια­ρχῶν κι ἄλ­λων ἐ­πι­φα­νῶν, τὸν με­γά­λο πλά­τα­νο, τὰ παγ­κά­κια μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Zeytinburnu», τὶς στρω­μέ­νες στὴν μπρο­στι­νὴ αὐ­λὴ τα­φό­πλα­κες μὲ λα­ξευ­μέ­να πά­νω τους ἕ­να-ἕ­να ὅ­λα τὰ σύ­νερ­γα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος τῶν νε­κρῶν ποὺ κά­πο­τε προ­στά­τευ­αν, τὸ φτε­ρω­τὸ ἄ­γαλ­μα ποὺ στό­λι­ζε τὸν τά­φο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ εἶ­χε ἄ­δι­κα χα­θεῖ, τὰ δυ­ὸ πα­πα­γα­λά­κια στὰ κρε­μα­σμέ­να κλου­βιὰ στὸν τοῖ­χο δί­πλα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να τοῦ μο­να­στη­ριοῦ.

        Πά­νω ποὺ νό­μι­σα πὼς ἡ μα­νί­α της ἐ­κεί­νη ποὺ ὧ­ρες-ὧ­ρες μὲ πε­ρί­ζω­νε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ κι ἀ­πὸ τὴν πνι­γε­ρὴ ὑ­γρα­σί­α τῆς πο­λί­τι­κης ζέ­στης εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους χορ­τά­σει, τὴν εἶ­δα νὰ γυρ­νά­ει πρὸς τὰ πί­σω. Λὲς καὶ θυ­μή­θη­κε ἀ­πό­το­μα πὼς κά­που εἶ­χε ξε­χά­σει κά­τι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­τι­μο. Ἴ­σως τὸ κι­νη­τό της. Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἕ­να σχοι­νὶ πε­ρα­σμέ­νο σὲ με­ταλ­λι­κὸ κρί­κο ἔ­φρα­ζε ἐμ­πο­δί­ζον­τας τὴν δι­έ­λευ­ση τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν πρὸς μιὰ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα. Ἀ­πὸ μα­κριὰ τὴν εἶ­δα νὰ ἀ­φαι­ρεῖ τὴν θη­λιὰ τοῦ σχοι­νιοῦ ἀ­πὸ τὸν κρί­κο. Ὁ φύ­λα­κας τῆς φώ­να­ξε αὐ­στη­ρὰ «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ κεῖ καὶ πά­νω». «Και για­τί;» ἀν­τέ­τει­νε ἐ­κεί­νη ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη. «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται! Ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ν’ τὰ κε­λιά!»

        Δι­ά­βα­σα τὸ θυ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια της ποὺ ἔ­σμι­ξαν ἀ­στρα­πια­ῖα τὶς ρη­χὲς ρυ­τί­δες τους, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα της ποὺ βί­αι­α συγ­κρά­τη­σε τὰ λό­για ποὺ τό­σο ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­κτο­ξεύ­σει. Προ­σποι­ή­θη­κε τὴν ἀ­δι­ά­φο­ρη. Κι ὅ­ταν λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ φύ­λα­κας ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε σὲ μιὰ κου­βέν­τα του μὲ τὸν πα­πὰ ἐ­κεί­νη ἐκ­δι­κη­τι­κὰ τοῦ ξε­γλί­στρη­σε. Κι ἀ­νέ­βη­κε τὴν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη σκά­λα.

        Εἶ­χε ξε­κρε­μά­σει τὸ λου­ρὶ τῆς Nikon ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της καὶ εἶ­χε σκύ­ψει πά­νω σὲ κά­τι γλά­στρες μὲ τρι­αν­τά­φυλ­λα νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­σει ἀ­πὸ κον­τά. Τὸ λου­ρὶ πι­ά­στη­κε στὰ ἀγ­κά­θια μιᾶς τρι­αν­τα­φυλ­λιᾶς, καὶ μό­λις πῆ­γε νὰ ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἡ μη­χα­νὴ τρα­βή­χτη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια της καὶ ἔ­πε­σε στὶς πλά­κες κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκά­λα. Χω­ρί­στη­κε στὰ δυ­ό, τὸ ἕ­να κομ­μά­τι ἔ­κα­νε γκὲλ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε μὲς στὸν κου­βὰ μὲ τὸ νε­ρὸ ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει γιὰ τὸ πό­τι­σμα. Τὸ μπλοὺμ ἀ­πὸ τὸ βά­πτι­σμα τῆς μη­χα­νῆς ἀ­κού­στη­κε δυ­να­τά, τρέ­ξα­με ὅ­λοι καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

        Τὸ βρά­δυ μοῦ ’­πε παν­τε­λῶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νη: «καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς τό ’­ξε­ρα, τὸ ’­ξε­ρα πὼς δὲν θά ’­χε τί­πο­τα νὰ δεῖς ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω… Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴ σκά­λα τὸ ἔ­νοι­ω­σα σὰ νὰ τυ­λί­γε­ται τρι­γύ­ρω ἀ­π’ τὸ λαι­μό μου κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ πά­σῃ θυ­σίᾳ.» Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γιὰ ὅ­λες τὶς χα­μέ­νες πιὰ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ, γιὰ τὴν κα­τε­στραμ­μέ­νη μη­χα­νή, γιὰ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ὑ­πο­στεῖ σι­ω­πη­λά, γιὰ ὅ­σα θλι­βε­ρὰ τῆς εἶ­χαν συμ­βεῖ ὣς τώ­ρα στὴ ζω­ή της ποὺ ὅ­που κι ἂν τα­ξί­δευ­ε τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Καὶ δὲν τῆς ἄ­φη­ναν χα­ρά.

        Γιὰ νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σω σκέ­φτη­κα νὰ τῆς πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χα ἠ­χο­γρα­φή­σει ἀ­πὸ ἕ­να γη­ραι­ὸ Πο­λί­τη στὸ προ­η­γού­με­νο τα­ξί­δι μου στὴν Ἴ­σταν­μπουλ:

        «Πο­λύ πα­λιά, στὸν τό­πο ποὺ τώ­ρα λέ­νε Μπα­λου­κλὶ βρέ­θη­κε λέ­νε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε χά­σει τὴν ὅ­ρα­σή του. Ξέ­πλυ­νε τὰ μά­τια του στὸ νε­ρὸ τῆς πη­γῆς καὶ λί­γο με­τὰ γι­α­τρεύ­τη­κε. Αὐ­τὸ τὸ ἄ­κου­σε ὁ βα­σι­λιὰς Ἰ­ου­στι­νια­νὸς καὶ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν θαῦ­μα ἐ­νῶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἂν καὶ μι­λοῦ­σαν μὲ εὐ­λά­βεια θε­ω­ροῦ­σαν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α ἕ­ναν ἀ­κό­μη πα­λιὸ θρύ­λο. Ἔ­τσι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ τό­που ὁ βα­σι­λιὰς ὅ,τι ὑ­λι­κὰ πε­ρίσ­σε­ψαν ἀ­πὸ τὸ χτί­σι­μο τῆς Ἁ­γιὰ Σο­φιᾶς δι­έ­τα­ξε νὰ τὰ με­τα­φέ­ρουν ὅ­λα ἐ­κεῖ, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­ρε­ὰ τεί­χη τῆς Πό­λης, στὸ κα­τά­φυ­το ἐ­κεῖ­νο μέ­ρος μὲ τὶς πη­γές, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια, τὰ συμ­με­τρι­κὰ πλα­τά­νια, τὰ ἄν­θη καὶ τὸν κα­λὸ ἀ­έ­ρα ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς ἀν­θρώ­πους τό­σο πο­λὺ νὰ ξε­χνοῦν τὶς φρον­τί­δες τους ὥ­σπου στὸ τέ­λος θε­ρα­πεύ­ον­ταν ἀ­π’ τὸ κά­θε τί ποὺ τοὺς βα­σά­νι­ζε. Κά­πο­τε ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­ου­στι­νια­νὸς ἔ­φτια­ξε ἐκ­κλη­σί­α καὶ κα­θώς μοῦ ’­λε­γε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν βέ­βαι­α ὁ βα­σι­λιὰς πε­ρή­φα­νος γιὰ τὴν Ἁ­γιὰ Σο­φιὰ μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὸν τὸν μι­κρὸ να­ὸ τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς. Ἐ­κεῖ λέ­ει ἔ­νοι­ω­θε ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νος ἀ­π’ τὶς ἔ­γνοι­ες του, ἐ­κεῖ ἔ­νοι­ω­θε σὰν νὰ ἦ­ταν πά­λι παι­δὶ καὶ ὄ­χι ὁ βα­σι­λιάς. Τὰ βα­σί­λεια ἄλ­λω­στε στὰ παι­διὰ ἀ­νή­κουν, κα­τέ­λη­ξε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της. Κι ἦ­ταν ἀ­κλό­νη­τος στὴν πε­ποί­θη­σή του πὼς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν Πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χουν καὶ πολ­λὲς ἀ­λή­θει­ες γι’ αὐ­τὸ κι ἀ­ξί­ζει νὰ θυ­μό­μα­στε τὸ κά­θε της κομ­μά­τι.»


Κι ἀ­φοῦ τῆς τέ­λει­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς εἶ­πα: Νὰ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα ποὺ δὲν ἄ­φη­σες ἐ­κεῖ­νο τὸ σχοι­νὶ νὰ σὲ στα­μα­τή­σει. Ἄ­ξι­ζε ὅ,τι κι ἂν ἔ­πα­θες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐ­πί­σης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Ἀ­ρα­δή­ν (ποί­η­ση, Publibook 2010).

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἕ­νας ξέ­νος



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 8/11]


Ἕ­νας ξέ­νος

(Ein Fremder)


ΓΚΑΣΤΟΝ κα­θό­ταν μπρο­στὰ στὸν κο­μὸ καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὸ βλέμ­μα στὸν κα­θρέ­φτη ποὺ ἦ­ταν ἐν­σω­μα­τω­μέ­νος σὲ ἕ­να ξύ­λι­νο κα­σε­λά­κι, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ἕ­ναν κα­τα­σκευα­στὴ ἐγ­χόρ­δων ὀρ­γά­νων. Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε μιὰ μα­κριὰ φλο­γο­κόκ­κι­νη μπού­κλα, ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­π’ τὸ μη­νίγ­γι του· μ’ ἕ­να με­γά­λο στο­μω­μέ­νο ψα­λί­δι μάγ­κω­σε τὴν τού­φα, τὴν τρά­βη­ξε νὰ ἰ­σι­ώ­σει κι ἔ­πει­τα, σὰν μὲ μα­νι­α­σμέ­να ραμ­φί­σμα­τα, ἔ­κο­ψε τὴν μπού­κλα στὰ δύ­ο. Ψα­λί­δι­ζε καὶ ἀ­π’ τὴ μιὰ καὶ ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ γε­μά­του φα­κί­δες προ­σώ­που, πά­νω ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο, πί­σω στὸν σβέρ­κο, ἐ­κεῖ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ: Εἶ­χε γε­μί­σει κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, καὶ ὅ­σες ἔ­πε­φταν στὸ πά­τω­μα σχη­μά­τι­ζαν μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες καὶ μι­κρὰ βου­να­λά­κια. Σκο­πὸς ἦ­ταν νὰ μὴν τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει ὁ Ὄιγ­κεν· ὁ Γκα­στὸν θὰ ἦ­ταν ἕ­νας ξέ­νος, καὶ θὰ συ­ζη­τοῦ­σε μὲ τὸν Ὄιγ­κεν σὰν μὲ κά­ποι­ον ξέ­νο καὶ θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε, σὰν νὰ τὸν ἔ­βλε­πε πρώ­τη φο­ρά, γιὰ τὸν Δρά­κου­λα, τὸν γά­το τοῦ Ὄιγ­κεν – τὸν Κό­μη Δρά­κου­λα, ποὺ ἂν ἦ­ταν ἄν­θρω­πος θὰ ἔ­πρε­πε στὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λο­γο νὰ πα­ρα­λεί­ψει τὸν τί­τλο τοῦ κό­μη· στὴν Ἐλ­βε­τί­α δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἀ­πο­κα­λεῖ κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό τοῦ κό­μη ἢ πρίγ­κι­πα· οἱ κό­μη­τες καὶ οἱ πρίγ­κι­πες πρέ­πει νὰ ἀ­παρ­νι­οῦν­ται τὸν ἑ­αυ­τό τους, πρέ­πει νὰ προ­σποι­οῦν­ται πὼς εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­τρες ὅ­πως ὁ Ὄιγ­κεν, ὁ φί­λος του Γκα­στόν, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λε­γε —γιὰ πλά­κα— Δρά­κουλ-λας ἀν­τὶ γιὰ Δρά­κου­λας.

       Καὶ χρὰτς-χρούτς, ὁ Γκα­στὸν συ­νέ­χι­ζε νὰ κό­βει τὰ μαλ­λιά του. Εἶ­χε ἀ­νά­ψει τὸ φω­τι­στι­κὸ τῆς ὀ­ρο­φῆς, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μέ­ρα. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας κα­θό­ταν πα­ρά­με­ρα γουρ­γου­ρί­ζον­τας καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν οἱ τρί­χες τοῦ­φες-τοῦ­φες στὸ πά­τω­μα. Ὁ Γκα­στόν, ἀ­φοῦ εἶ­χε κό­ψει καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τσου­λού­φια ποὺ πε­τοῦ­σαν στὸ κε­φά­λι του (πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να κα­θρε­φτά­κι), γέ­λα­σε ξαφ­νι­κά. Θυ­μή­θη­κε τὶς Κυ­ρια­κὲς ποὺ ὁ Ὄιγ­κεν τὸν ἔ­βγα­ζε βόλ­τα μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το· τὰ πολ­λὰ σή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρί­ας πάν­το­τε συγ­κι­νοῦ­σαν τὸν Ὄιγ­κεν: Ἔ­βρι­σκε τό­σο εὐ­χά­ρι­στη τὴν τά­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α τῶν ὀ­χη­μά­των, τὴν πρό­βλε­ψη τῶν πα­ρα­μι­κρῶν λε­πτο­με­ρει­ῶν πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴ ἀ­τυ­χη­μά­των. Μιὰ φο­ρὰ ὁ Ὄιγ­κεν εἶ­πε πὼς ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ τό­σο κα­κή. «Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κού­ρα­στοι ἄν­τρες ποὺ σκέ­φτον­ται τὸ κοι­νὸ κα­λό», ἐ­ξή­γη­σε, «ποὺ φρον­τί­ζουν νὰ ὑ­πάρ­χει τά­ξη». Κά­θε ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ μπά­ρα, κά­θε σῆ­μα, κά­θε πι­να­κί­δα μὲ το­πω­νύ­μιο τὸν γο­ή­τευ­ε. Σχε­δὸν βούρ­κω­νε ἀ­πὸ χα­ρὰ ὅ­ταν ἑρ­μή­νευ­ε σω­στά τα δι­ά­φο­ρα σή­μα­τα καὶ δι­έ­νυ­ε ἄ­νε­τα τὴ δι­α­δρο­μή του. Τὴ νύ­χτα τὸν ἐν­θου­σί­α­ζαν τὰ τσι­μεν­τέ­νια κο­λω­νά­κια ποὺ ἔ­φεγ­γαν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου. Μὲ πό­ση σύ­νε­ση εἶ­χαν σχε­δια­στεῖ ὅ­λα! Ὁ σχε­δια­σμὸς ἦ­ταν τὸ πά­θος του· ἦ­ταν ἀ­τζέν­της συ­ναυ­λι­ῶν καὶ μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν τοῦ εἶ­χε τύ­χει πο­τὲ κά­ποι­α ἀ­να­πο­διά – ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λά.

       Ὁ Γκα­στὸν ση­κώ­θη­κε, τί­να­ξε τὶς κομ­μέ­νες τρί­χες ἀ­πὸ τὸ μπουρ­νού­ζι του (δῶ­ρο τοῦ Ὄιγ­κεν), ἔ­φε­ρε ἕ­να σκου­πά­κι κι ἔ­σπρω­ξε βου­νὰ ἀ­πὸ πυ­ρο­ξαν­θὲς μποῦ­κλες στὸ φα­ρά­σι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε ἔ­ξω γιὰ νὰ τὸ ἀ­δειά­σει. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να, κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι, ἔ­βα­λε κό­κα κό­λα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι καὶ κά­πνι­σε. Ὁ κα­πνὸς αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀρ­γά, σὲ σκόρ­πια συν­νε­φά­κια, πό­τε πά­νω πό­τε κά­τω. Ὁ Γκα­στὸν χτυ­ποῦ­σε ρυθ­μι­κὰ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι στὸ τρα­πέ­ζι· ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νο τὸ χέ­ρι του – τό­σο λε­πτο­κα­μω­μέ­νο ποὺ σχε­δὸν ἔ­μοια­ζε ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο. Ὁ Κό­μης Δρά­κου­λας πή­δη­ξε στὰ πό­δια του. Ὁ Γκα­στὸν πα­ρα­τή­ρη­σε τὴ λαμ­πε­ρὴ ρά­χη τοῦ γά­του καὶ τὰ αὐ­τιά του, ποὺ πό­τε-πό­τε συ­σπῶν­ταν. Τὰ χαλ­κό­χρω­μα μά­τια τοῦ Γκα­στὸν ἦ­ταν πιὸ στρογ­γυ­λὰ τώ­ρα ποὺ εἶ­χε μα­κρύ­νει τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ κε­φά­λι του κρύ­ω­νε. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­ταν πά­νω στὴν ξυ­λό­σομ­πα δί­πλα στὸν φοῦρ­νο γκα­ζιοῦ, ἀ­κου­γό­ταν νὰ μι­λά­ει ἡ ἐκ­πρό­σω­πος κά­ποι­ας γλωσ­σι­κῆς μει­ο­νό­τη­τας. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὁ Γκα­στὸν ἔ­βλε­πε τὸν κό­σμο νὰ περ­νά­ει: Ἄ­κου­γε τὰ βή­μα­τά τους, ἄ­κου­γε τὶς ὁ­μι­λί­ες τους, ὅ­μως δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τα. Ὁ οὐ­ρα­νὸς φαι­νό­ταν σκο­τει­νός, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν γα­λά­ζιος. Ξαφ­νι­κὰ ὁ Γκα­στὸν δι­έ­κρι­νε τὴ σι­λου­έ­τα τοῦ Ὄιγ­κεν. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸν ἄ­κου­σε νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δι­ά­δρο­μο καὶ νὰ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος· ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ θὰ ἔμ­παι­νε.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Anna und ich, Luchterhand 1985, καὶ στὴ συ­νέ­χεια:  Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργα τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (21.12.1956 & 6.1.1957).


Ἀλέξανδρος Ἀδαμόπουλος: Τὸ φασόλι


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος


Τὸ φασόλι


…ΧΙΛΙΟΕΙΠΩΜΕΝΕΣ μα­ται­ό­τη­τες:

Ποι­ός ἔ­χει τί, καὶ ποῦ τὰ βρί­σκει, καὶ ποι­ός εἶ­ναι φί­λος μὲ ποι­όν, καὶ ποῦ­θε κρα­τᾶ ἡ σκού­φια του, καὶ πό­σες γε­νι­ὲς βα­στά­ει τὸ τά­δε τζά­κι, καὶ ἂν ἡ Ἀ­νά­στα­σις εἶ­ναι ἐν­τὸς ἢ ἐ­κτός μας, καὶ ἂν ὁ Ἔ­ρως εἶν΄ ἔ­τσι ἢ ἂν εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς…

         Ἡ ἴ­δια φάρ­σα καὶ πάν­τα, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, τὸ ἴ­διο πάν­τα ψέ­μα.

            Ἔ­σκυ­βα σι­ω­πη­λὸς στὰ δί­χως ἀ­γά­πη μα­γει­ρε­μέ­να φα­γη­τὰ καὶ κα­τά­πι­να μὲ δυ­σκο­λί­α τὶς μπου­κι­ές, ὥ­σπου ὁ μι­κρὸς με­λα­ψὸς λα­κὲς —ποι­ός ξέ­ρει ποῦ τὸ ψά­ρε­ψαν καὶ τὸ μα­σκά­ρε­ψαν ἔ­τσι τὸ παι­δὶ— γε­μί­ζον­τας κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου, συ­νάν­τη­σε τὸ βλέμ­μα μου. Μι­σὴ στιγ­μὴ τὰ εἴ­πα­με ὅ­λα· ἔ­σκα­σαν δυ­ὸ λακ­κά­κια στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν του κι ἔ­φυ­γε. Καὶ στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο, γε­μί­ζον­τας πά­λι τὸ πο­τή­ρι μου κρα­σί, ἀ­πί­θω­σ’ ἐ­πι­δέ­ξια πά­νω στὴν πε­τσέ­τα μου ἕ­να φα­σό­λι.

         Κα­νεὶς δὲν εἶ­δε τί­πο­τα, για­τί μι­λού­σα­νε γιὰ τὴν Ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς.

        Τὸ πῆ­ρα στὴ χού­φτα μου κι ἔ­βα­λα τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη. Τὸ φα­σό­λι ἀ­κούμ­πη­σε μα­λα­κὰ πά­νω σε μί­α φλέ­βα καὶ μοῦ ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­νά­σες του:

        …«Ἦ­ταν, ἔ­λε­γε, ἕ­να χω­ρά­φι γε­μά­το φα­σο­λι­ὲς καὶ ζου­ζού­νια καὶ σα­λιγ­κά­ρια καὶ μέ­ρα καὶ νύ­χτα καὶ κρύ­ο καὶ ζέ­στη καὶ που­λιὰ καὶ βρο­χὴ καὶ ἥ­λιο καὶ κα­λά­μια ποὺ τὶς στή­ρι­ζαν. Κι ὅ­ταν μὲ τὰ πολ­λὰ οἱ φα­σο­λι­ὲς ἔ­φτια­ξαν τὰ φα­σό­λια τους, ἤρ­θα­νε χέ­ρια καὶ τὰ μά­ζε­ψαν. Καὶ τὰ ’­βα­λαν σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Καὶ τὸ τσου­βά­λι τὸ ἄ­φη­σαν στὸ μα­γα­ζί. Κι ἐρ­χό­τα­νε ἡ σέ­σου­λα καὶ κά­θε τό­σο ἔ­παιρ­νε φα­σό­λια καὶ τὰ ’­βα­ζε σὲ σα­κοῦ­λες. Καὶ ἀ­πὸ μιὰ σα­κού­λα, ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα· ἕ­να ἔ­πε­σε. Ἔ­πε­σε στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου κι ἔ­μει­νε μό­νο του, κά­τω ἀ­πὸ κά­τι πα­πα­ροῦ­νες. Κι ὅ­ταν ἔ­μει­νε ἔ­τσι μό­νο, θυ­μό­τα­νε τὸ πε­ρι­βό­λι μὲ τὶς φα­σο­λι­ὲς κι ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε ζή­σει ἴ­σα­με τώ­ρα. Μὰ τώ­ρα νό­μι­ζε πὼς τί­πο­τα δὲν τοῦ θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του. Τί­πο­τα. Τώ­ρα ἤ­τα­νε μό­νο. Κα­τά­μο­νο. Καὶ τὸ κο­φί­νι μὲ τὴ σα­κού­λα ποὺ εἶ­χε τ’ ἄλ­λα φα­σό­λια, ξε­μά­κραι­νε πά­νω στὴ ρά­χη ἑ­νὸς γα­ϊ­δου­ριοῦ. Τὸ φα­σό­λι πά­γω­σε. Φώ­να­ξε· κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ξα­να­φώ­να­ξε· κα­νέ­νας. Δά­κρυ­σε καὶ βάλ­θη­κε νὰ κλαί­ει.

        »Ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε. Μὲ τὶς μέ­ρες ἔ­κλαι­γε… Ὥ­σπου ἀ­π’ τὸ κλά­μα ἡ γῆς γύ­ρω του ἄρ­χι­σε νὰ νο­τί­ζει, νὰ μου­σκεύ­ει, καὶ τὸ φα­σό­λι φύ­τρω­σε.»

        «Μὴ χει­ρό­τε­ρα!» εἶ­πα. Ἄ­νοι­ξα τὴν πα­λά­μη, κι ἔ­βγα­λα τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη καὶ σή­κω­σα τὸ πο­τή­ρι μου, κά­τι νὰ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γὼ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους. Με­τά· πά­λι στὴν τσέ­πη, ἔ­πι­α­σα τὸ φα­σό­λι, τό ’­σφι­ξα. Μὰ δὲν μοῦ ἔ­στελ­νε τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Οὔ­τε μί­αν ἀ­νά­σα. Δαγ­κώ­θη­κα· για­τί ἔ­τσι;

        Ὅ­ταν φεύ­γα­με, ὁ μι­κρὸς λα­κὲς ἔ­σπευ­σε χα­ρού­με­νος νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ βά­λω τὸ πα­νω­φό­ρι μου. Μὲ κοι­τοῦ­σε λάμ­πον­τας.

       «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τη ἱ­στο­ρί­α» τοῦ εἶ­πα. Εἶ­χα πει­ρα­χτεῖ για­τὶ τὸ φα­σό­λι τὰ εἶ­πε ἔ­τσι ξε­ρὰ κι ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε νὰ μοῦ λέ­ει. Τὸ χα­μό­γε­λό του ἔ­σβη­σε. Μὲ κοί­τα­ξε σο­βα­ρά, σκο­τει­νι­α­σμέ­νος, μὲ ὀ­δύ­νη:

        «Μά· ξέ­ρε­τε πό­σο πο­νά­ει ἕ­να φα­σό­λι ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­τρώ­νει, ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τό­σο κλά­μα;»

        Ὅ­μως εἶ­χα ἤ­δη φο­ρέ­σει τὸ ἕ­να μα­νί­κι τοῦ πα­νω­φο­ριοῦ μου. Ἔ­πρε­πε νὰ φο­ρέ­σω καὶ τ’ ἄλ­λο. Καὶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν. Δὲν εἶ­χα και­ρό.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος (1953) σπού­δα­σε Νο­μι­κὴ στὸ ΕΚΠ, σκη­νο­θε­σί­α καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὴν Ἀ­θή­να, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Σορ­βόν­νη (Sociologie Politique, Paris II). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο, τὴν με­τά­φρα­ση, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὴν ποί­η­ση. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Μου­σεῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κῶν Λα­ϊ­κῶν Μου­σι­κῶν Ὀρ­γά­νων ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ τὸ ’91, ὡς γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας καὶ ὡς πρό­ε­δρος τοῦ Σω­μα­τεί­ου Φί­λων του Μου­σεί­ου. Δι­ε­τέ­λε­σε γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Δώ­δε­κα καὶ ἕ­να ψέ­μα­τα (δι­η­γή­μα­τα Ἴ­κα­ρος 1991, Ἄ­γρα 2009) ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ τούρ­κι­κα καὶ κυ­κο­φό­ρη­σε στὴν Τουρ­κί­α, τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Ψέ­μα­τα πά­λι (δι­η­γή­μα­τα, Ἄ­γρα 1999). Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι θε­α­τρι­κὴ προ­σαρ­μο­γὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ἔρ­γου τοῦ Ντο­στο­γι­έφ­σκι ἀ­πὸ τὸν Albert Camus, με­τά­φρα­ση (ΚΘΒΕ 1991), Ὁ Σι­μι­γδα­λέ­νιος θέ­α­τρο-ποί­η­ση (13η ἔκ­δο­ση, Ἑ­στί­α 1993), κ.ἄ.


Μαρώ Τριανταφύλλου: Μακρακώμη Ἠλείας


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας

 

ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΠΩΣ τὰ το­πω­νύ­μια ἀ­σκοῦν μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη γο­η­τεί­α εἰ­δι­κὰ στὸν ἀ­γε­ω­γρά­φη­το, πῶς κι­νη­το­ποι­οῦν τὴν φαν­τα­σί­α ὀ­δη­γών­τάς την σὲ θαυ­μα­στὲς οὐ­το­πί­ες. Βε­βαί­ως ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα μα­θαί­νει τὴν ἀ­λή­θεια κά­πως ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται ἀλ­λὰ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει; Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ θυ­μᾶ­ται μὲ σω­μα­τι­κὴ ἡ­δο­νὴ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες ποὺ φαν­τά­στη­κε. Αἴφ­νης ἐ­γώ, σὰν πρω­τά­κου­σα τὴν πό­λη Μα­κρα­κώ­μη μα­γεύ­τη­κα. Ἤ­μουν πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σων ἐ­τῶν ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­μαι πὼς μό­λις εἶ­χα πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἄ­ρα ἕ­ξι ἢ ἑ­φτὰ μᾶλ­λον. Μα­κρα­κώ­μη, μοῦ φά­νη­κε σὰν ὄ­νο­μα ἀ­στε­ριοῦ. Θὰ ἦ­ταν κά­που μα­κριὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἕ­να μέ­ρος δύ­σκο­λο νὰ πά­ει κα­νείς, ἴ­σως καὶ ἀ­δύ­να­το γιὰ τοὺς κοι­νοὺς θνη­τούς, ἀλ­λὰ φω­τει­νό, πο­λὺ φω­τει­νό, ἴ­σως καὶ λί­γο κρύ­ο, ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ κρύ­ο ἀλ­λὰ τὸ κρύ­ο του θὰ ἦ­ταν λαμ­πε­ρὸ καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο. Κι ἔ­λε­γα μέ­σα μου πὼς ἐ­κεῖ θὰ ἔ­με­ναν κά­ποι­οι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι ποὺ βα­ρέ­θη­καν τὸν κό­σμο τοῦ­το καὶ με­τα­κό­μι­σαν στὸ θαῦ­μα ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ  ἴ­διοι καὶ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ὑ­πέ­ρο­χο, πιὸ ἰ­ρι­δί­ζον κα­θὼς προ­στί­θεν­ται κα­θη­με­ρι­νὰ κι ἄλ­λοι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν, δι­α­κρι­τι­κά, χω­ρὶς κα­κί­α καὶ ζή­λεια, νὰ ζή­σουν ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νοι ὁ κα­θέ­νας σὲ ὅ,τι ἀ­γα­πᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα, μὴν μὲ ρω­τή­σε­τε πό­τε καὶ για­τί, θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι ἡ Μα­κρα­κώ­μη ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ καὶ κόλ­λη­σα αὐ­θαί­ρε­τα τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ «Ἠ­λεί­ας» (τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρα καν τί θὰ πεῖ «αὐ­θαί­ρε­τα», κι οὔ­τε μὲ ἔ­νοια­ζε γιὰ νά ΄μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι βα­σί­λει­ο τῶν παι­δι­ῶν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α εἶ­ναι στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­ξου­σί­ας). «Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας» λοι­πόν. Για­τί καὶ ἡ «Ἠ­λεί­α» φάν­τα­ζε στὰ παι­δι­κά μου μά­τια ὡς τό­πος ξε­χω­ρι­στὸς καὶ μὲ ἀρ­χέ­γο­νη ὀ­μορ­φιὰ καὶ ποι­ό­τη­τα. Στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα γε­ω­γρα­φί­ας —ποὺ τώ­ρα τὰ λέ­με «τέ­στ», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ ἀγ­γλι­κὴ λέ­ξη, τὰ κά­νει λι­γό­τε­ρα φο­βε­ρὰ καὶ ἀγ­χο­γό­να γιὰ τὰ παι­διά, ποὺ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα πιὰ μα­θαί­νουν νὰ τα­ξι­δεύ­ουν μὲ μα­γι­κὰ τρέ­να καὶ ὅ­λο καὶ πιὸ μι­κρὰ κα­βα­λοῦν πυ­ραύ­λους ποὺ τὰ σφη­νώ­νουν σὲ ἄ­πρε­πες ἀ­λή­θει­ες τῶν με­γά­λων, δη­λα­δὴ στὰ ψέ­μα­τα ποὺ γρή­γο­ρα ἀ­φο­μοι­ώ­νουν λαί­μαρ­γα οἱ μπόμ­πι­ρες γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων, τὴν ἀ­πο­δο­χή τους ἢ ἁ­πλῶς τὴν ἡ­συ­χί­α τους) σ’ αὐ­τὰ τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα ἔ­γρα­φα μὲ ὡ­ραῖ­α στρογ­γυ­λὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα πὼς ὁ νο­μὸς Ἠ­λεί­ας βρί­σκε­ται στὴν βο­ρει­ο­δυ­τι­κὴ Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ ἔ­χει με­γά­λη καὶ ἀρ­χαί­α ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως ὁ γει­το­νι­κός του νο­μὸς Ἀ­χα­ΐ­ας. Ἔ­παιρ­να κα­λὸ βαθ­μό.

        Κρυ­φὰ ὅ­μως στὸν χάρ­τη ποὺ κα­τα­σκεύ­α­ζαν οἱ λάμ­ψεις τῶν ἄ­στρων, στε­ρέ­ω­να μὲ δι­α­μαν­τέ­νι­ες πι­νε­ζοῦ­λες τὴν το­πο­θε­σί­α Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας, ση­μει­ώ­νον­τας πὼς κά­πο­τε πρέ­πει νὰ τα­ξι­δέ­ψω ὡς ἐ­κεῖ. Τε­λευ­ταῖα τὰ μά­τια μου σκο­τει­νιά­ζουν ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ξε­χω­ρί­σω τὰ ἀν­τι­κεί­με­να καὶ τὶς λέ­ξεις ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στὴν ὀ­θό­νη τοῦ νοῦ. Γερ­νῶ καὶ φο­βοῦ­μαι μή­πως δὲν προ­λά­βω.

Κυ­ρια­κή, 30/1/2022



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βι­βλί­ο­:­ Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Οἱ φιγοῦρες τοῦ Minotaure


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Οἱ φι­γοῦ­ρες τοῦ Minotaure


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΩΝΙΑΚΗ βι­τρί­να, Ρή­νου καὶ Γορ­γο­πο­τά­μου, τί­πο­τε δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἀλ­λά­ξει. Ὁ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμός του πα­ρέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ὁ ἴ­διος ποὺ ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια. Κα­θρε­φτι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, τὶς ἀν­τι­κολ­λη­τι­κὲς κα­τσα­ρό­λες τε­λευ­ταί­ας τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὰ ἀ­ε­ρο­δυ­να­μι­κοῦ σχή­μα­τος πο­λυ­τη­γά­νια κοι­τά­ζον­τας τὸν, μο­νί­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, σκυ­θρω­πὸ ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἴ­σως καὶ μὲ σι­χα­σιά. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πάλ­λη­λος, συ­νη­θι­σμέ­νη νὰ τὸν βλέ­πει κά­θε πρω­ῒ αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα, δέ­κα λε­πτὰ με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα, καρ­φω­μέ­νον στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο, δὲν ἔ­δι­νε πλέ­ον κα­μί­α ση­μα­σί­α· ἄλ­λος ἕ­νας σφυ­ριγ­μέ­νος, ποὺ κά­νει τὴν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὴ πε­ραν­τζά­δα του. Ἂν καί, μάλ­λον, ἡ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ ντυ­μέ­νη στὸ καν­τί­νι δε­σποι­νι­δού­λα δὲν θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό­σο ἤ­πια τὴν ἐν λό­γῳ ἐμ­μο­νι­κὴ πα­ρου­σί­α.

        Στὴν δεύ­τε­ρη, Χα­λε­πᾶ καὶ Ταύ­ρου, δὲν μπό­ρε­σε νὰ κοι­τά­ξει μὲ τὴν ἄ­νε­σή της. Τὸ γνω­στὸ συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­τυ­χη­σα­σῶν καὶ ἀ­τυ­χη­σάν­των ἀλ­λο­δα­πῶν πτυ­χι­ού­χων τῆς προ­σφά­τως ἐ­πα­νευ­ρι­σκο­μέ­νης ἐν πο­λέ­μω πα­τρί­δας, κα­θά­ρι­ζε πυ­ρε­τω­δῶς τὰ τζά­μια τοῦ δεύ­τε­ρου μα­γα­ζιοῦ τῆς ἡ­μέ­ρας· θὰ  ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ ἀ­κό­μη μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το γιὰ τρί­α ἄ­το­μα. Με­σο­λα­βοῦ­σαν, ὅ­μως, δύ­ο οἰ­κο­δο­μι­κὰ τε­τρά­γω­να χω­ρὶς μα­γα­ζιὰ καὶ τό­σο πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Προ­σπά­θη­σε νὰ ἀρ­κε­στεῖ σὲ ἕ­να μο­νό­φυλ­λο στε­νὸ τζά­μι ποὺ μό­λις εἶ­χε στε­γνώ­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τί­κρι­σε αὔ­ξη­σε ἀν­τὶ νὰ μει­ώ­σει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της: τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ἀ­φτὶ της εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μί­α μυ­τε­ρὴ ἄ­νω ἀ­πό­λη­ξη, καὶ μά­λι­στα τρι­χω­τή. Πλη­σι­ά­ζον­τας καὶ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νη ἐ­ναλ­λάξ, ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, δι­α­πί­στω­σε ἐν τέ­λει ὅ­τι τὸ εἴ­δω­λό της δε­χό­ταν ποι­κί­λες πα­ρεμ­βά­σεις ἀ­πὸ τὰ χνου­δω­τὰ ζω­ό­μορ­φα κου­κλά­κια τῆς WWF, ποὺ βρί­σκον­ταν πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στὸ πά­νω ρά­φι τοῦ παι­χνι­δά­δι­κου. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο της κα­θη­συ­χα­σμέ­νη, με­τρί­ως.

        Τὸ κα­τά­στη­μα μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χε τὶς κα­λύ­τε­ρες σχε­τι­κὲς προ­δι­α­γρα­φές. Τὰ ψη­λὰ καὶ φαρ­διὰ τζά­μια του κα­θρέ­φτι­ζαν μὲ ἀ­κρί­βεια, ἀ­πὸ πολ­λὲς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς θέ­σεις, τὸ εἴ­δω­λό του, χά­ρη στὸ, οὐ­σι­α­στι­κά, ἄ­δει­ο ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἐ­φό­σον οἱ ἐ­πι­δει­κνυ­ό­με­νες πρὸς πώ­λη­σιν πόρ­τες, ἀ­φ’ ἑ­νός, βρί­σκον­ταν βα­θύ­τε­ρα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ μα­γα­ζιοῦ καί, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­δα­νι­κὸ σκοῦ­ρο φόν­το. Ἐ­κεῖ καὶ τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀν­τε­λή­φθη τὶς ἄλ­λες φι­γοῦ­ρες.

        Δη­λα­δή, ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ὅ­ποι­ες καὶ ὅ­ποι­οι περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς γω­νια­κὲς βι­τρί­νες καὶ κοι­τοῦ­σαν ἔ­στω καὶ ἀ­συ­νεί­δη­τα, γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου, μέ­σα στὸ τζά­μι, ἀ­πο­κτοῦ­σαν (στὰ μά­τια της μό­νον, ἄ­ρα­γε;) κε­φά­λι καὶ οὐ­ρὰ μι­νώ­ταυ­ρου ἢ ρι­νό­κε­ρου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἀλ­λό­κο­το, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, γιὰ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Ἢ μή­πως δὲν ἦ­ταν, τε­λι­κά, τό­σο ἀλ­λό­κο­το;

        Δι­ό­τι καὶ ἡ ἴ­δια δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι, κοι­τών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του μέ­σα στὸ τζά­μι τοῦ κα­τα­στή­μα­τος μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας, ἔ­βλε­πε μὲν τὸ κο­στού­μι (του) καὶ τὶς γό­βες (της) ἀλ­λὰ στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἔ­βλε­πε τὸ ρύγ­χος ἑ­νὸς ζώ­ου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ὀ­σμι­στεῖ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἴ­δω­λό του, σκουν­τών­τας μὲ τὸ κού­τε­λο στὸν πρό­χει­ρο κα­θρέ­φτη. Τὸ ζω­ό­μορ­φο κε­φά­λι ἦ­ταν δι­κό της, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α πε­ρὶ τού­του, για­τί κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βλε­πε τὸ εἴ­δω­λο νὰ πιά­νει μὲ τὸ χέ­ρι του τὸ ρύγ­χος, τὰ ἀ­φτιά, τὰ μά­γου­λα, αἰ­σθα­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι, τὸ δι­κό της χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ ἢ δε­ξί, μὲ τὰ δα­χτυ­λί­δια του καὶ τοὺς ξε­πα­γι­α­σμέ­νους κόμ­πους, νὰ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὴ μύ­τη-ρύγ­χος, πά­νω στὰ ἀ­φτιά, πά­νω στὰ μά­γου­λα. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε με­γά­λη, πο­λὺ με­γά­λη τα­ρα­χή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού, συ­χνά, ἀ­κο­λου­θοῦν­ταν ἀ­πὸ λι­πο­θυ­μί­α. Ἀλ­λὰ ἐ­τού­τη τὴ φο­ρὰ δὲν λι­πο­θύ­μη­σε, ἴ­σως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του (ὅ­πο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε, ὅ­ταν ἔ­πει­τα συ­νερ­χό­ταν ὅ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ εἶ­ναι ὅ­πως καὶ πρίν).

        Ἄρ­χι­σε τό­τε, σι­γὰ-σι­γά, νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς συ­ναι­σθή­μα­τος, ἢ καὶ αἰ­σθή­μα­τος, ἀ­πο­λύ­τρω­σης· ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ. Μῆ­νες καὶ χρό­νια κοι­τα­ζό­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς κα­θρέ­φτες καὶ ψευ­δο­κα­θρέ­φτες, φο­βού­με­νη καί, ταυ­τό­χρο­να, προ­σμέ­νον­τας μί­α με­τα­μόρ­φω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­μόρ­φω­ση, ὁ­τι­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ πρό­σω­πό του, τὸ ὁ­ποῖ­ο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, κα­τέ­λη­γε νὰ μὴν ται­ριά­ζει πιὰ μὲ ὅ­σα σκε­φτό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν τὸ πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἡ λο­γι­κὴ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε ὅ­λα ὅ­σα λυσ­σο­μα­νοῦ­σαν, κά­πο­τε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, μέ­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἢ στὴν ψυ­χή της, ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται. Καὶ ὄ­χι μό­νον στὴν δι­κή του ψυ­χή–εγ­κε­φα­λο, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λων. Ὅ­λες οἱ ψυ­χές–εγ­κέ­φα­λοι, πί­στευ­ε, εἶ­χαν ψε­γά­δια στὴν κα­τα­σκευ­ή τους, λί­γα, πολ­λὰ ἢ πά­ρα πολ­λά. Κα­μιὰ – κα­νέ­νας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἐ­ξαί­ρε­ση. Καὶ τώ­ρα ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης εἶ­χε ξε­κι­νή­σει.

        Ἔ­κα­νε ἕ­ναν κύ­κλο στὸ τε­τρά­γω­νο τοῦ προι­κι­σμέ­νου κα­τα­στή­μα­τος καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴν κεν­τρι­κὴ βι­τρί­να. Τώ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ δι­κό της ζω­ο­πρό­σω­πο εἴ­δω­λο ἔ­βλε­πε τὴν φα­νε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κτή­νω­ση πά­νω σὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πι­νους κορ­μούς, εἴ­τε κοί­τα­ζε τὸ ἀν­τι­κα­θρέ­φτι­σμά τους εἴ­τε τοὺς ἴ­διους. Εἶ­χε γί­νει καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο βῆ­μα. Ἄ­ρα­γε τὰ πράγ­μα­τα θὰ πή­γαι­ναν μέ­χρι τέ­λους ὅ­πως τὰ εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ φαν­τα­στεῖ; Ὅ­πως τὰ εἶ­χαν φαν­τα­στεῖ ὅ­λες οἱ ὅ­μοι­ες καὶ ὅ­λοι οἱ ὅ­μοι­οί τους; Ἐ­κεῖ­νες καὶ ἐ­κεῖ­νοι τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκέ­ψη ἁ­πλω­νό­ταν ἔ­ξω καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ χθές, ἔ­ξω καὶ με­τὰ τὸ αὔ­ριο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ἡ παρατήρηση

Νάνσυ Ἀγγελῆ


Ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση


ΙΑ ΣΕΙΡΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ μὲ θέ­μα τὶς γυ­ναῖ­κες γρά­φον­ται στὸν Τύ­πο. Συ­χνὰ συ­νο­δεύ­ον­ται ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες. Γυ­ναι­κεῖ­α προ­φὶλ μὲ φόν­το ἕ­ναν τοῖ­χο, γυ­ναῖ­κες μὲ τὸ βλέμ­μα ὑ­ψω­μέ­νο πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό, πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες γε­λών­τας πι­α­σμέ­νες χέ­ρι-χέ­ρι. Φω­το­γρα­φί­ες μπού­στου, ὁ­λό­σω­μες, θαμ­πές, γυ­α­λι­στε­ρές, ἀ­νε­στί­α­στες, ἑ­στι­α­σμέ­νες. Μι­λοῦν γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν, τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα τῶν γυ­ναι­κών, τὴν κρί­σι­μη ἡ­λι­κί­α τους, τὸ πῶς νὰ κα­τα­πο­λε­μή­σουν τὸ στρές, τὶς ἄ­σπρες τρί­χες, τὸ λί­πος στὴν κοι­λιά. Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἄρ­θρα βι­ο­γρα­φι­κά. Κά­ποι­α ποὺ ἔ­γι­νε ἀ­στρο­ναύ­της, ἡ πρώ­τη ποὺ ἔ­γι­νε πι­λό­τος, ἡ πρώ­τη ποὺ μπῆ­κε στὸ Κον­γκρέ­σο, ἡ πρώ­τη πρω­τα­θλή­τρια τέ­νις καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κὲς ὅ­μως εἶ­ναι καὶ οἱ ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ες ἀ­νά­με­σα στὶς πρω­τι­ές: ἡ πρώ­τη μαύ­ρη γυ­ναί­κα, ἡ πρώ­τη ἀ­με­ρι­κα­νί­δα γυ­ναί­κα, ἡ πρώ­τη ἰ­θα­γε­νής. Οἱ ὑ­πο­κα­τη­γο­ρί­ες χρει­ά­ζον­ται με­γα­λύ­τε­ρη ἔ­ρευ­να. Πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες δι­α­βά­ζουν τὰ ἄρ­θρα αὐ­τὰ ἀλ­λὰ εἶ­ναι καὶ πά­ρα πολ­λὲς ποὺ δὲν γνω­ρί­ζουν τὴν ὕ­παρ­ξή τους, βυ­θι­σμέ­νες κα­θὼς εἶ­ναι στὴ δι­κή τους δύ­σκο­λη ὕ­παρ­ξη. Ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ τὰ δι­α­βά­ζουν, ὁ­ρι­σμέ­νες κά­νουν τὴν ἑ­ξῆς πα­ρα­τή­ρη­ση: Μιὰ σει­ρὰ κει­μέ­νων μὲ θέ­μα τὶς γυ­ναῖ­κες γρά­φον­ται στὸν Τύ­πο. Ἡ πα­ρα­τή­ρη­ση αὐ­τὴ κρέ­με­ται μπρὸς στὰ μά­τια τους σὰν τρα­γα­νὸ μῆ­λο. Τὸ μῆ­λο, κα­τα­κόκ­κι­νο, βαμ­μέ­νο μὲ αἷ­μα, αἰ­ω­ρεῖ­ται ἀπ΄ τὸ κλα­δὶ κι ἔ­τσι τοὺς ἔρ­χε­ται νὰ τὸ δαγ­κώ­σουν. Τὸ δαγ­κώ­νουν. Τὰ δόν­τια τους μπή­γον­ται στὴ σφι­χτὴ σάρ­κα καὶ κό­βουν ἕ­να κομ­μά­τι. Τὸ μα­σου­λᾶ­νε ἀρ­γὰ κα­θὼς δι­α­βά­ζουν.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν, ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν,

ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


Γ Ε Ρ Ο Σ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, ὁ στρα­τη­γὸς Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, ἠ­ρέ­σκε­το, ὡς καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι τοῦ ἀ­γῶ­νος ἄν­δρες δι­α­πρε­πεῖς, ἵ­να ἐν πα­ροι­μί­αις λα­λῇ. Κα­τὰ τὸν φό­νον τοῦ Κυ­βερ­νή­του δι­η­γή­θη τὸν ἑ­ξῆς ση­μαν­τι­κὸν μῦ­θον, ἐν μέ­σῳ τῶν χαι­ρόν­των ὅ­τι ἀ­πηλ­λά­γη­σαν τοῦ τυ­ράν­νου.

       «Ἀ­πε­φά­σι­σάν πο­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια, νο­μί­ζον­τα ὅ­τι κα­τὰ τὸν τρό­πον αὐ­τὸν θὰ ἀ­παλ­λα­γῶ­σιν ἀ­πὸ τὴν ἐρ­γα­σί­αν, νὰ φο­νεύ­σω­σι τὸν σ α ­μ α ρ ­τ σ ῆ ν, ὥ­στε οἱ ἄν­θρω­ποι μὴ ἔ­χον­τες σα­μά­ρια, νὰ μὴ τὰ φορ­τό­νω­σι πλέ­ον. Τὸ εἶ­παν καὶ τὸ ἔ­κα­μαν. Τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι προ­σε­κά­λε­σαν τὸν κ ά λ ­φ α ν τοῦ σα­μαρ­τσῆ καὶ τοῦ πα­ρήγ­γει­λαν νὰ κα­τα­σκευά­ζῃ σα­μά­ρια, καὶ τὰ δυ­στυ­χῆ γα­ϊ­δού­ρια ὄ­χι μό­νον ἐ­δού­λευ­αν, ὅ­πως καὶ πρό­τε­ρον, ἀλ­λὰ εἶ­χον καὶ πλη­γὰς εἰς τὴν ῥά­χιν, κα­θό­σον ὁ κάλ­φας, ὡς πρω­τό­πει­ρος, ἔ­κα­μνε τὰ σα­μά­ρια ἐ­λε­ει­νὰ καὶ ἄ­θλια. Καὶ τό­τε τὰ γα­ϊ­δού­ρια ἐν­θυ­μή­θη­καν τὸν σα­μαρ­τσῆν, ἀλ­λὰ ἦ­το πλέ­ον ἀρ­γά.»



Πη­γή: Ἐ. Σχινᾶς, «­Ἱστο­ρι­κὰ ἀ­νέ­κδο­τα», περ. Παρ­θε­νών, 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1878, σελ. 127.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Θε­ό­φι­λος Χα­τζη­μι­χα­ήλ (1870-1934), Ὁ Στρα­τη­γὸς τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης εἰς τὸν κάμ­πον τῆς Λέρ­νης λί­μνης συ­να­θροί­ζει τοὺς Νι­κη­τὰς τοῦ Δρά­μα­λη (μὲ πρό­τυ­πο πί­να­κα τοῦ Πέ­τερ φὸν Ἒς) (1933). Μου­σεῖ­ο Θε­ό­φι­λου.



		

	

Ἐντμοῦντο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Παραμύθι μὲ δικτάτορα καὶ κάρτες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Πα­ρα­μύ­θι μὲ δι­κτά­το­ρα καὶ κάρ­τες

(Cuento con dictador y tarjetas)


ΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ὁ δι­κτά­το­ρας Χο­α­κὶν Ἰ­τουρ­βί­δε δι­α­φέν­τευ­ε μιὰ βι­ο­τε­χνί­α καρ­τῶν καὶ εἶ­χε τὸ μο­νο­πώ­λιο τῆς πώ­λη­σης τῶν καρ­τῶν στὴ χώ­ρα καὶ μιὰ μέ­ρα τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 26η Ἰ­ου­νί­ου Ἡ­μέ­ρα τῆς Φι­λί­ας καὶ οἱ κάρ­τες ποὺ φτι­ά­χτη­καν γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα εἶ­χαν μιὰ ἀ­πρό­σμε­νη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸν πλη­θυ­σμὸ καὶ πραγ­μα­το­ποί­η­σαν θε­α­μα­τι­κὲς εἰ­σπρά­ξεις γιὰ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση· αὐ­τὸ ὤ­θη­σε τὸν δι­­κτάτο­ρα νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 14η τοῦ Αὐ­γού­στου Ἡ­μέ­ρα τῆς Ζή­λειας καὶ ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α ἐ­πα­να­λή­φθη­κε. Καὶ μὲ φό­ρα του ἡ δυ­να­μι­κή τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας συ­νε­χί­στη­κε καὶ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ πεν­τα­ε­τί­α ὅ­λες οἱ μέ­ρες τοῦ ἔ­τους ἐ­ξαν­τλή­θη­καν καὶ ὑ­πῆρ­χε Ἡ­μέ­ρα τῆς Μνη­σι­κα­κί­ας καὶ Ἡ­μέ­ρα τῆς Ἄ­πι­στης Μνη­στῆς καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Προ­πα­πού­δων καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Συ­ζύ­γων ποὺ Ἀ­γα­πι­οῦν­ται ἀλ­λὰ στὴν Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα Μι­σοῦν­ται καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Λα­τρῶν τοῦ Αὐ­νάν καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ Θά­θε­λαν νὰ κοι­μη­θοῦν μὲ τὶς Ὑ­πη­ρέ­τρι­ές τους καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ Μαρ­κή­σιου Ντὲ Σὰντ καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται Κεν­ταύ­ρους. Γιὰ νὰ δώ­σει χῶ­ρο σὲ νέ­ες ἐ­πι­νο­ή­σεις ἔ­πρε­πε νὰ χω­ρί­σει τὴν μέ­ρα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη: τὸ σού­ρου­πο τῆς 3ης τοῦ Γε­νά­ρη κη­ρύ­χτη­κε Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Τοὺς Ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν Σὲξ στὸ Σκο­τά­δι ἑ­νὸς Κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ τὸ ξη­μέ­ρω­μα τῆς 16ης τοῦ Ὀ­κτώ­βρη Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Δὲν Σκο­τώ­νουν οὔ­τε μιὰ Μύ­γα καὶ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς 21ης  τοῦ Δε­κέμ­βρη Στιγ­μὴ τῶν Νο­σταλ­γῶν τοῦ Τσα­τσα­τσά. Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ὁ δι­κτά­το­ρας ἤ­δη κο­νο­μοῦ­σε πιὸ πο­λὺ χρῆ­μα ἐ­τη­σί­ως μὲ τὴν πώ­λη­ση τῶν καρ­τῶν πα­ρὰ μὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­προ­κά­λυ­πτα ἀ­πὸ τὰ τα­μεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­φή­σει τὴν ἐ­ξου­σί­α. Ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει μα­ζί της, ὑ­πέρ­γη­ρος πιὰ καὶ σε­βά­σμιος πα­τριά­ρχης. Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέρ­γη­ρος. Πρὸς τι­μήν του, ἡ Σύ­νο­δος τῶν Ἐ­ξε­χόν­των τῆς χώ­ρας κή­ρυ­ξε τὴν ὥ­ρα τέσ­σε­ρις καὶ εἴ­κο­σι ἑ­πτὰ λε­πτὰ καὶ δε­κα­πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα τῆς 2ης τοῦ Ἀ­πρί­λη σὰν τὴν Φευ­γα­λέ­α Στιγ­μὴ τῶν Ἰ­σό­βι­ων Δι­κτα­τό­ρων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Rio Fugitivo:

http://riofugitivo.blogspot.com/2008/02/cuento-con-dictador-y-tarjeta-s-un.html

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mes, El Pais, Ti­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βάσω. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τός του τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Γιῶργος Δουατζῆς: Τὸ ποδήλατo


Γιῶργος Δουατζῆς


Τὸ πο­δή­λα­το


ΙΧΑ ΗΔΗ ΠΕΡΑΣΕΙ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια μου καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ κά­νω βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το τῆς ἐ­φη­βεί­ας μου. Μὲ συμ­βού­λευ­αν νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να και­νούρ­γιο, ἀλ­λὰ τὸ πο­δή­λα­τό μου προ­έ­λευ­σης Πο­λω­νί­ας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι μο­να­δι­κό, νυ­κτό­βιο, προ­κλη­τι­κό. Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του εἶ­ναι στὸ χρῶ­μα. Σκε­λε­τὸς καὶ ἀ­κτί­νες στὶς ρό­δες ἔ­χουν ἕ­να ἔν­το­νο φω­σφο­ρί­ζον πρα­σι­νο­κί­τρι­νο χρῶ­μα ποὺ ὅ­ταν τὸ βλέ­πεις μέ­σα στὴ νύ­χτα τρε­λαί­νε­σαι. Καὶ αὐ­τό, δι­ό­τι τὸ ξάφ­νια­σμα τῶν πε­ρα­στι­κῶν στὴν ὄ­ψη του εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως δι­και­ο­λο­γη­μέ­νο. Σκέ­ψου νὰ δεῖς ξαφ­νι­κὰ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι δύ­ο φω­τει­νοὺς κύ­κλους νὰ κυ­λοῦν στὸ δρό­μο καὶ ἕ­ναν σκε­λε­τὸ πο­δη­λά­του νὰ βρί­σκε­ται λὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὶς ἀ­κτί­νες ἀ­πὸ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ἡ ὀ­μορ­φιά. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πές μου, θὰ ἄ­φη­νες πο­τὲ τὸ ἐ­φη­βι­κό σου πο­δή­λα­το; Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι μὲ στοι­χει­ώ­δη συν­τή­ρη­ση, οὔ­τε αὐ­τὸ μὲ ἄ­φη­σε πο­τέ. Ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι τὶς βόλ­τες ποὺ σοῦ εἶ­πα πὼς συ­νε­χί­ζω νὰ κά­νω τὶς νύ­χτες, μοῦ τὶς κα­τα­στρέ­φουν συ­χνὰ κά­τι ἀ­νό­η­τοι ποὺ ρί­χνουν πά­νω μου τὸ φῶς τῶν αὐ­το­κι­νή­των τους καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζουν ἔ­τσι ὅ­λη τὴν μα­γεί­α. Δι­ό­τι μὲ τὸ φῶς τὸ ἐ­ξαί­σιο πο­δή­λα­τό μου με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ πο­δή­λα­το. Ἐ­νῶ στὸ σκο­τά­δι…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

Κίμων Καλαμάρας: Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς



Κίμων Καλαμάρας


Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων

πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς


ΕΚΙΝΗΣΑΝ τοὺς μα­κρεῖς πε­ρι­πά­τους ἕ­να καυ­τὸ κα­λο­και­ρι­νὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τρεῖς μὲ τέσ­σε­ρις ὧ­ρες ἀρ­χι­κὰ καὶ με­τὰ τὴν δεύ­τε­ρη συ­νάν­τη­ση, ἔ­φτα­σαν νὰ πε­ρι­φέ­ρον­ται στο­χα­στι­κά, γιὰ πέν­τε, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ ἑ­φτὰ ὧ­ρες. Δι­έ­σχι­ζαν τὴν Ἀ­θή­να μέ­σα ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ές της, πη­γαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ Χα­λάν­δρι στὸ Πα­να­θη­να­ϊ­κὸ Στά­διο, καὶ ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μό, μέ­χρι τὸ Μο­σχά­το στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Κη­φι­σοῦ· ἀ­πὸ τὸν Πει­ραι­ᾶ ὣς στὴν Βού­λα· ἀ­πὸ τὰ Ἄ­νω Πα­τή­σια μέ­χρι τὴν Ὁ­μό­νοι­α, καὶ ἀ­πὸ κεῖ, στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Πλά­τω­νος. Θαύ­μα­σαν τὰ μον­τερ­νι­στι­κὰ τῆς Δρο­σο­πού­λου, τῆς Νά­ξου, τὴν κα­τα­πρά­σι­νη Σε­φέ­ρη, τὴν νω­χε­λι­κό­τη­τα τῆς Πα­ρί­τση· τὸν ἀ­νοι­χτὸ καὶ πλα­τὺ ὁ­ρί­ζον­τα σὲ κά­ποι­ους δρό­μους τῆς Βού­λας καὶ τῆς Γλυ­φά­δας, πού, θύ­μι­ζαν γει­το­νι­ὲς ἄλ­λης χώ­ρας. Ἡ κά­θε συ­νοι­κί­α μπο­ροῦ­σε σχε­δὸν νὰ δι­α­βα­στεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­νά­λυ­ση κοι­νω­νι­κῆς γε­ω­γρα­φί­ας, ἱ­στο­ρί­ας, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ πο­λε­ο­δο­μι­κοῦ σχε­δια­σμοῦ. Ἡ Νέ­α Χαλ­κη­δό­να μὲ τὶς μο­νο­κα­τοι­κί­ες της καὶ τὶς ἔν­το­νες ἀ­να­φο­ρὲς στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἡ Κη­φι­σιὰ μὲ τὰ ἀρ­χον­τι­κά της, ἡ ἄ­νω Κυ­ψέ­λη μὲ τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ τὶς ἀ­να­πάν­τε­χες ὁ­ρι­ζόν­τι­ες ὀ­πτι­κές της· ὁ Ταῦ­ρος μὲ τὸ βι­ο­μη­χα­νι­κὸ σκη­νι­κό, νὰ δι­α­σχί­ζει ὅ­λο το το­πί­ο μέ­χρι τὸ λι­μά­νι, κι ἡ Καλ­λι­θέ­α, μὲ τὰ ἀ­σφυ­κτι­κά της δι­ώ­ρο­φα, τὰ στε­νὰ πε­ζο­δό­μια μὲ τὶς νε­ρα­τζι­ές, καὶ τὴν ἀ­πρό­σμε­νη ἐκ­βο­λή της στὴν θά­λασ­σα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ποι­κι­λί­α τῶν σπι­τι­ῶν, ἀ­πὸ γω­νιὰ σὲ γω­νιά, ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη, ποὺ τοὺς δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς ἴ­σως πε­ρι­πλα­νῶν­ται γιὰ μέ­ρες. Καὶ τὸ πέ­ρα­σμα, ἀ­πὸ τὴν μιὰ πε­ρι­ο­χὴ στὴν ἄλ­λη, ὅ­πως ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ στὴν Ἑλ­λη­νο­ρώ­σων γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­μοια­ζε μὲ τα­ξί­δι στὸν χρό­νο.

       Ὁ χρό­νος ποὺ πέρ­να­γε περ­πα­τών­τας, ἄ­φη­νε στὶς ψυ­χὲς τοὺς ἕ­να ἐ­λα­φρὺ αἴ­σθη­μα πο­λυ­τε­λοῦς ἀ­νά­παυ­λας, καὶ στὸ σῶ­μα τους, μιὰ βρα­δυ­φλε­γῆ εὐ­χα­ρί­στη­ση, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ σά­ου­να. Τὰ θέ­μα­τα τῶν συ­ζη­τή­σε­ων ἦ­ταν ποι­κί­λα καὶ αὐ­τά: ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις, με­τα­κι­νοῦν­ταν μὲ εὐ­κο­λί­α στὰ ἐ­σω­τε­ρι­κά, φι­λο­σο­φι­κὰ ἀ­να­πάν­τη­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα, χω­ρὶς κα­μί­α δι­ά­θε­ση νὰ τὰ ἐ­πι­λύ­σουν, καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, πέρ­να­γαν προ­σε­κτι­κὰ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά, στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­πο­τυ­χί­ες, ἄλ­λο­τε ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές, ἄλ­λο­τε ἐ­ρω­τι­κές.

       Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ προ­σω­πι­κὰ δρά­μα­τα, μέ­σα στὸν με­γά­λο πε­ρί­πα­το, φω­τί­ζον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Δι­α­χέ­αν κά­τι ἀ­πὸ τὴν πι­κρί­α τους, σκορ­ποῦ­σαν κά­τι ἀ­πὸ τὴν γύ­ρη τους, στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το τῆς πό­λης. Καὶ ἡ πό­λη θώ­πευ­ε αὐ­τὲς τὶς μι­κρὲς γιὰ ἐ­κεί­νη τρα­γω­δί­ες, καὶ ἔ­πει­τα τὶς δι­έ­χε­ε στὰ σπλά­χνα της ἀ­να­νε­ω­μέ­νες· ἀ­πο­κα­θηρ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ δά­κρυ καὶ τὸν πό­νο, μὲ ὅ­λη τους τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ δό­ξα. Ἔ­τσι τὸ περ­πά­τη­μα στὴν πό­λη ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε μὲ κά­ποι­ο ἀ­νε­ξή­γη­το μη­χα­νι­σμό, θε­τι­κὰ στοὺς δύ­ο πε­ρι­πα­τη­τές μας καὶ οἱ καρ­ποὶ μιᾶς πρώ­ι­μης φι­λί­ας ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­να­φύ­ον­ται. Μιᾶς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀν­δρι­κῆς φι­λί­ας.

       Τὸ ἅ­δραγ­μα τῶν πρώ­των φαι­νο­με­νι­κὰ ὥ­ρι­μων αὐ­τῶν καρ­πῶν, ἦρ­θε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου, Σε­πτέμ­βριο, ὅ­που στὴν Ἀτ­τι­κή, δὲν δι­α­φέ­ρει καὶ τό­σο ἀ­πὸ τὸ θέ­ρος. Ξε­κί­νη­σε δει­λά, μὲ ἀ­μοι­βαῖ­ες ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις πε­ρὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα καὶ τὴν συ­νή­θεια ποὺ ἔ­χουν οἱ ποι­η­τὲς νὰ ἐ­ξυ­μνοῦν τὴν ὀ­μορ­φιά του, δί­χως ἡ σάρ­κα, νὰ ἔ­χει κο­ρέ­σει τὴν δί­ψα της. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἄ­κομ­ψες ἀ­πορ­ρί­ψεις, ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα. Καὶ ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­τα μὲ τοὺς ποι­η­τές, τὶς συ­χνὰ δον­κι­χω­τι­κὲς αὐ­τὲς φι­γοῦ­ρες, ἡ προ­ο­πτι­κὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τος, δεί­χνει νὰ ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν πραγ­μά­τω­ση ἑ­νὸς ἀ­νέλ­πι­στου καὶ ἀ­λη­θι­νὰ τρελ­λοὺ ἔ­ρω­τα. Για­τί τὸ φῶς του εἶ­ναι τέ­τοι­ο, ποὺ θαμ­πώ­νει τὴν κα­θε­αυ­τὴ πρά­ξη. Καὶ μό­νο ποὺ ζεῖς, σοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τό, χω­ρὶς νὰ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς κα­τά­λη­ξη τοῦ πά­θους. Καὶ ὅ­σο γιὰ τὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ δη­μι­ούρ­γη­μα, μή­πως δὲν στέ­κει κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α ὡς τὸ νό­θο παι­δί, κά­θε με­γά­λου καὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα;

       Συ­νέ­χι­ζαν τοὺς ἀρ­γό­συρ­τους πε­ρι­πά­τους συ­ζη­τών­τας γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ καί, στα­δια­κά, ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­χω­ρί­ζουν τὶς ἀ­πό­ψεις τους, σὰν δυ­ὸ κλα­διὰ ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ὁ ἕ­νας θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε ἀ­κρά­δαν­τα, πὼς τὸ φῶς καὶ ἡ ἰ­δέ­α, ἡ σύλ­λη­ψη ἑ­νὸς ἀ­κό­μη ποι­ή­μα­τος γιὰ Ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι ἀρ­κε­τά· πὼς ἕ­να χα­ϊ­κού, εἶ­ναι τὸ ὕ­ψι­στο ἐ­πί­πε­δο εὐ­τυ­χί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἕ­νας με­γά­λος ἔ­ρω­τας μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­νε­βά­σει. Ὁ ἄλ­λος θὰ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὴν πραγ­μα­τι­κή του λα­τρεί­α γιὰ τὸν ἐ­πί­γει­ο ἔ­ρω­τα, τὸ ἄγ­γιγ­μα, τὰ φι­λιά· τὶς ἀ­προ­σμέ­τρη­τες σαρ­κι­κὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Τὴν ζω­ὴ δί­πλα στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ τρι­βὴ τῶν πραγ­μά­των. Καὶ πώς, ἀ­κό­μη κι ἐ­κεῖ, συ­νή­θως ἐ­κεῖ, καρ­πο­φο­ρεῖ τὸ ὡ­ραῖ­ο καὶ ὑ­ψη­λό· πὼς ἐ­κεῖ ἀν­θί­ζει, ἕ­νας κῆ­πος μὲ πραγ­μα­τι­κὰ λου­λού­δια.

       Μὲ λί­γα λό­για, εἶ­χαν καὶ οἱ δυ­ό, μιὰ βα­θιὰ πί­στη στὰ θαύ­μα­τα.

       Ὅ­ταν τε­λι­κὰ κου­ρά­στη­καν, κά­θι­σαν σὲ ἕ­να τα­βερ­νεῖ­ο, πα­ρήγ­γει­λαν χω­ρι­ά­τι­κη, δυ­ὸ με­ρί­δες μπι­φτέ­κια, πα­τά­τες τη­γα­νη­τές, τυ­ρὶ σα­γα­νά­κι καὶ μπύ­ρες. Βού­τη­ξαν μα­νι­α­σμέ­νοι τὸ ψω­μὶ στὴν σα­λά­τα καί, ὅ­ταν αὐ­τὴ ἄ­δεια­σε, πα­ρήγ­γει­λαν κι ἄλ­λη. Ἔ­φα­γαν κά­πως ἀρ­γὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα, τσιμ­πο­λο­γών­τας, σχε­δὸν ἀ­μί­λη­τοι ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο στὸ ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν, νὰ ἔ­χει πε­ρι­έλ­θει, ἡ ἀρ­χι­κή τους συ­ζή­τη­ση. Ὁ χρό­νος πά­γω­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς μπου­κι­ές, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς πα­πά­ρες, καί οἱ πε­ρι­παι­χτι­κὲς ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου πό­τε ἔ­λαμ­παν, πό­τε κρύ­βον­ταν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν ζε­λα­τί­να. Τὸ γκαρ­σό­νι πρό­τει­νε νὰ κα­τε­βά­σει τὴν τέν­τα. Ἔ­γνε­ψαν κα­τα­φα­τι­κὰ καί, κα­θὼς ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τύ­λι­γε σὰν σά­βα­νο τὶς σκέ­ψεις τους, ἄ­κου­γαν σι­ω­πη­λοί το ἀρ­γό­συρ­το στρίγ­κλι­σμα τῆς μα­νι­βέ­λας.


[06 .07. 2021]


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τὴς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ­δε­ο­δρό­μιοἘν­τευ­κτή­ριοΔέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΝέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).