Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


papathanasopoulosgiorgos-igorgonatoubounou-eikona-01


Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΠΟΥ ΤΡΙΑ ΜΙΛΙΑ ἀ­νοι­χτὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ στὸ Μπο­χώ­ρι στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Εὔ­η­νου, μιὰ φθι­νο­πω­ρι­νὴ νύ­χτα, ἕ­να τη­νια­κὸ Μπάρ­κο Μπέ­στια μὲ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτὰ θα­λασ­σό­λυ­κους πλή­ρω­μα καὶ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα κα­νό­νια, πλεύ­ρι­σε τὸ πει­ρα­τι­κὸ τὸ Σιρ­κου­ί, τὸ μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὶς κα­νο­νι­ὲς κι ἔ­ρι­ξε κά­βους στὴν πρύ­μνη μὲ γάν­τζους καὶ τὸ τρά­βη­ξε κον­τὰ καὶ πή­δη­ξαν ἀ­πά­νω οἱ νη­σι­ῶ­τες μὲ στι­λέ­τα καὶ τσε­κού­ρια κι ἔ­γι­νε τρο­με­ρὴ μά­χη σῶ­μα μὲ σῶ­μα μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς σκό­τω­σαν ὅ­λους, χά­νον­τας καὶ αὐ­τοὶ δε­κα­τρεῖς ἄν­τρες. Δύ­ο μό­νο σώ­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­τὲς ὁ Θα­νά­σης ἀ­πὸ τὸ Ὀ­ρει­νὸ τῶν Κρα­βά­ρων κι ὁ Χου­ὰν ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἀ­πὸ τὴν Καρ­θα­γέ­νη. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ τὸ πουγ­γὶ γε­μά­το χρυ­σὲς λί­ρες, ποὺ εἶ­χε ἐν­θυ­λα­κώ­σει ἀ­πὸ τοὺς κούρ­σους, κρε­μα­σμέ­νο στὸ σβέρ­κο, πρό­λα­βε κι ἔ­ρι­ξε μιὰ λάν­τζα ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη τὴν κά­πως ἀ­θέ­α­τη καὶ σκο­τει­νὴ πλευ­ρὰ τοῦ Σιρ­κου­ί, ὅ­πως αὐ­τὸ ἔ­γει­ρε νὰ βυ­θι­στεῖ καὶ γλί­στρη­σε ἀ­θό­ρυ­βα στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ κου­πιὰ ἔ­βα­λε πλώ­ρη γιὰ τὴν ἀ­κτή. Ὁ Χου­άν, ποὺ γιὰ νὰ σω­θεῖ σκαρ­φά­λω­σε στὸ κα­τάρ­τι, βού­τη­ξε ἀ­πὸ ψη­λὰ στὰ νε­ρά, κο­λύμ­πη­σε γρή­γο­ρα καὶ πι­ά­στη­κε μὲ τὸ δε­ξὶ στὴν πλευ­ρὰ τῆς βάρ­κας καὶ φώ­να­ξε «ayuda colega». Ὁ Θα­νά­σης σή­κω­σε ψη­λά το κου­πὶ καὶ τοῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν γαν­τζω­μέ­να στὸ ξύ­λο κι ἔ­μει­νε ὁ Χου­ὰν στὸ νε­ρὸ νὰ τὸν φά­νε τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. «Ἄ­ϊ στὸ δι­ά­ο­λο βρο­μό­σκυ­λο», εἶ­πε ὁ Θα­νά­σης κα­θὼς κα­τέ­βα­ζε μὲ δύ­να­μη τὸ κου­πί.

       Μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ τὰ κου­πιὰ βγῆ­κε στὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ δέλ­τα, ξε­θε­ω­μέ­νος, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα καὶ τὴ στέ­ρι­ω­σε στὴν ἄμ­μο κι ἔ­πε­σε ἀ­νά­σκε­λα καὶ κοι­μή­θη­κε. Βγῆ­καν τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα οἱ γορ­γό­νες κι ἔ­παι­ζαν καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν με­λω­δι­κά, ἐ­κεῖ στὶς ξέ­ρες, ποὺ σμί­γουν τὰ γλυ­κὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ μὲ τ΄ ἁλ­μυ­ρὰ τῆς θά­λασ­σας καὶ ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης κι ἔ­δω­σε ἕ­να σάλ­το κι ἔ­πι­α­σε μιὰ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γορ­γό­να, ποὺ εἶ­χε πλη­σιά­σει στὰ ρη­χά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λες ἔ­φευ­γαν τρο­μαγ­μέ­νες. Τῆς ἔ­δε­σε τὰ λε­πτά της τὰ χέ­ρια πί­σω καὶ τὴν κρά­τη­σε σὲ ὁ­μη­ρί­α. Αὐ­τὴ ἔ­κλα­ψε καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει, ἀλ­λὰ ὁ Θα­νά­σης ἦ­ταν σκλη­ρὸς πει­ρα­τὴς καὶ δὲν τὴ λευ­τέ­ρω­σε.

       Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἔ­ρι­ξε τὴ γορ­γό­να στὴ λάν­τζα μπῆ­κε στὸ πο­τά­μι καὶ προ­χώ­ρη­σε κόν­τρα στὸ ρεῦ­μα, πέ­ρα­σε τὴ γέ­φυ­ρα Μπα­νιά, τὴν Πεί­να, τὸ Κα­ρέ­λι, τὸ το­ξω­τὸ γε­φύ­ρι τῆς Ἀρ­το­τί­βας κι ἔ­φτα­σε στὸ Βαλ­τσό­ρε­μα στὸ νε­ρό­μυ­λο. Ὁ μυ­λω­νὰς τὸν βο­ή­θη­σε νὰ δέ­σει τὴ βάρ­κα καὶ νὰ βγά­λει τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να ἔ­ξω. Τὸν φί­λε­ψε τὸ Θα­νά­ση ζε­στὸ ψω­μὶ καὶ τσί­που­ρο καὶ τοῦ ΄στρωσε, πα­ρέ­κει, ἕ­να ἀ­χυ­ρό­στρω­μα καὶ κοι­μή­θη­κε. Ὁ πο­νό­ψυ­χος ὁ μυ­λω­νὰς ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ κι ἄ­φη­σε τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να νὰ μπεῖ λί­γο στὸ νε­ρὸ στὴν κά­λα­νη τοῦ μύ­λου, ἀλ­λὰ τὸ στοι­χει­ὸ βρῆ­κε τὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κο­λύμ­πη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ ρεῦ­μα, βγῆ­κε στὴ δέ­ση καὶ μ΄ ἕ­ναν πῆ­δο χά­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τά­μι.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης, ἔ­δει­ξε λί­γο πει­ραγ­μέ­νος, ποὺ δὲν βρῆ­κε τὴ γορ­γό­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δὲν ἔ­δω­σε συ­νέ­χεια. Ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ χω­ριό του τὸ Ὀ­ρει­νό, πρὸς τὰ βου­νὰ τὰ Κρα­βα­ρί­τι­κα, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν Καμ­πλά­κι καὶ τ΄ Ἀ­χλα­δό­κα­στρο. Στὸν μυ­λω­νὰ ἄ­φη­σε τὴ λάν­τζα κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­κα­ψε τὸ χει­μώ­να στὴ φω­τιὰ γιὰ συνὰ ζε­στα­θεῖ, για­τὶ δὲν εἶ­χε τί ἄλ­λο νὰ τὴν κά­νει. Ὁ Θα­νά­σης πῆ­γε στὸν Ἅ­ι Νι­κό­λα στὸ Ὀ­ρει­νὸ καὶ ξο­μο­λο­γή­θη­κε κι ὁ παπ­πᾶς τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε σὲ αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν καὶ με­τὰ τὴ νη­στεί­α τὸν με­τά­λα­βε καὶ συ­χω­ρέ­θη­καν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος ἄ­φη­σε λί­γες λί­ρες κουρ­σά­ρι­κες γιὰ τὸ να­ό. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ ἀ­λα­φρω­μέ­νη τὴ συ­νεί­δη­σή του πλέ­ον, ἔ­χτι­σε τὸ σπί­τι του κι ὁ λα­ϊ­κὸς τε­χνί­της, ποὺ κα­τὰ δαι­μο­νι­κὴ συ­νερ­γία ἦ­ταν γιὸς τοῦ μυ­λω­νᾶ, σκά­λι­σε στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ μιὰ μι­κρὴ γορ­γό­να ὁ­λό­λευ­κη μὲ ὡ­ραῖ­α γα­λά­ζια μαλ­λιὰ νὰ πέ­φτουν στοὺς λε­πτοὺς ὤ­μους, χέ­ρια σὲ κί­νη­ση χο­ροῦ στὸ νε­ρό, ὄ­μορ­φα καὶ σφρι­γη­λὰ νε­α­νι­κὰ στή­θη καὶ πτε­ρύ­για σὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ γα­λά­ζιου. Ὑ­πέ­γρα­ψε τὸ ἔρ­γο του μὲ κόκ­κι­νη μπο­γιά, χω­ρὶς νὰ δώ­σει κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἔμ­πνευ­σή του.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ πὼς βρέ­θη­κε ἡ γορ­γό­να στὸ Ὀ­ρει­νό, ἐ­κεῖ στὰ χί­λια μέ­τρα ψη­λὰ στὰ βου­νά. Καὶ συγ­χρό­νως εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πρω­το­πο­ρια­κοῦ λα­ϊ­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη στοὺς ἔκ­πλη­κτους πα­ρα­θε­ρι­στὲς καὶ στοὺς δι­α­φό­ρους ἐ­ρω­τι­δεῖς κι αὐ­τό­κλη­τους κρι­τι­κούς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νίας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Τὸ κέρασμα


banargiotisaleksandros-tokerasma-eikona-05


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Τὸ κέ­ρα­σμα


k-kappa-somataΑΘΙΣΑΝ σὲ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο μπάρ. Πα­ρήγ­γει­λαν ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί. Ἤ­πιαν ἀρ­κε­τὰ καὶ κου­βέν­τια­σαν. Ἦ­ταν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός. Κά­τι μέ­σα του τὸν κρα­τοῦ­σε. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸν ἄγ­γι­ξε στὸ γό­να­το μὲ τὸ γό­να­τό της καὶ καρ­φώ­νον­τας μὲ τὸ μα­χαί­ρι ἕ­να κομ­μά­τι μῆ­λο τοῦ τὸ πρό­σφε­ρε μὲ νό­η­μα. Ἐ­κεῖ­νος τὸ δάγ­κω­σε, τὸ μα­χαί­ρι ἔ­μει­νε γυ­μνὸ κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


 

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Τὸ Γα­λά­ζιο Που­λί


13-Shua,AnaMaria-ToGalazioPouli-Eikona-02


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Τὸ Γα­λά­ζιο Που­λί


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ἀ­να­ζη­τᾶ τὸ Γα­λά­ζιο Που­λὶ τῆς Εὐ­τυ­χί­ας γιὰ μῆ­νες, γιὰ χρό­νια, περ­νών­τας τὰ ἐν­νιὰ βου­νὰ καὶ τὰ ἐν­νιὰ πο­τά­μια, κα­τα­νι­κών­τας τέ­ρα­τα καὶ πει­ρα­σμούς, ὑ­πο­μέ­νον­τας χτυ­πή­μα­τα καὶ κα­κου­χί­ες. Κά­θε του ἀ­νάγ­κη, κά­θε του ἐ­πι­θυ­μί­α ἔ­χει ὑ­περ­κε­ρα­στεῖ ἀ­πὸ τού­τη τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση. Ὁ χρό­νος περ­νᾶ καὶ βα­ραί­νει πά­νω στοὺς ὤ­μους του, τὸ ἴ­διο ὅ­μως γερ­νᾶ καὶ τὸ Που­λί, τὸ φτέ­ρω­μα του ξέ­θω­ρο, μα­δη­μέ­νο.

       Μιὰ κρύ­α, ζο­φε­ρὴ μέ­ρα τὸ αἰχ­μα­λω­τί­ζει. Ὁ γέ­ρον­τας εἶ­ναι πει­να­σμέ­νος. Τὸ Που­λὶ εἶ­ναι κά­τι­σχνο, ἀλ­λὰ φαί­νε­ται νό­στι­μο. Ὁ γέ­ρος βγά­ζει ἕ­να ἕ­να ὅ­σα μπλὲ φτε­ρὰ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει, τὸ ψή­νει καὶ τὸ τρώ­ει. Τώ­ρα πιὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, ἔ­στω καὶ γιὰ λί­γο εὐ­τυ­χι­σμέ­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Temporada de fantasmas, Paginas de Espuma, Madrid, 2004.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Κα­τα­κλυ­σμοὶ καὶ προ­φῆ­τες


11-Shua,AnaMaria-KataklysmoiKaiProfites-Eikona-01


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Κα­τα­κλυ­σμοὶ καὶ προ­φῆ­τες


02-TaphΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ εἶ­χαν τό­ση ἀ­πή­χη­ση ὥ­στε ἡ ἀ­πο­στο­λή του ἀ­πέ­τυ­χε: ἡ προ­φη­τεί­α ἀ­κού­στη­κε μὲ προ­σο­χὴ καὶ λή­φθη­κε ὑ­πό­ψη. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἄλ­λα­ξαν τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ τρό­πο ζω­ῆς καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια δὲν ρί­χτη­κε πῦρ καὶ θειά­φι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ οὔ­τε ἔ­πε­σε πά­νω τους τρό­μος καὶ πα­νι­κός. Ἡ βρο­χὴ τοῦ θα­νά­του δὲν ἔ­πνι­ξε τὸν κό­σμο ὅ­λον. Ἔ­τσι, λοι­πόν, μιᾶς καὶ δὲν ἔ­γι­νε ὁ κα­τα­κλυ­σμός, αὐ­τὸς δὲν κα­τά­φε­ρε πο­τὲ νὰ φτά­σει τὸ βαθ­μὸ τοῦ προ­φή­τη καὶ ὁ Θε­ὸς δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἐ­πι­δεί­ξει τὴν παν­το­δυ­να­μί­α του. Ἀ­πὸ τό­τε, ὁ Θε­ὸς στέλ­νει μό­νο προ­φῆ­τες ἀ­νια­ροὺς ἢ κε­κέ­δες, ποὺ δὲν κα­τέ­χουν τὴν τέ­χνη τῆς ρη­το­ρι­κῆς, με­γά­λη ἡ χά­ρη τους!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Botánica del caos, Sudamericana, Buenos Aires, 2000.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Τα­του­άζ


03-Shua,AnaMaria-Tatouaz-Eikona-05


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Τα­του­άζ


S-[Sigma]-SomataΕ ΕΝΑ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΜΕΡΟΣ τοῦ σώ­μα­τος, ἡ Ἰ­ε­ζά­βελ ὑ­πέ­μει­νε τὸν πό­νο ἑ­νὸς πε­ρί­τε­χνου τα­του­άζ. Πολ­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πλη­ρώ­νουν γιὰ νὰ τὸ δοῦν. Ὅ­σοι ἔ­χουν κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψουν, χά­ρη στὰ πλού­τη ἢ τὴν εὐ­λυ­γι­σί­α τους, μι­λᾶ­νε γιὰ ἕ­να χάρ­τη μὲ ἁ­πα­λὰ χρώ­μα­τα, φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­να μίγ­μα με­λα­νι­ῶν στὸ φυ­σι­κὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τος. Πά­νω στὸ χάρ­τη εἶ­ναι σχε­δι­α­σμέ­να τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που βρί­σκε­ται ὁ πα­ρα­τη­ρη­τὴς καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Casa des Geishas, Sudamericana, Buenos Aires, 1992.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερ­μα­νί­α ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α.  (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Μύριελ Ρουκάιζερ (Muriel Rukeyser): Μύθος


Rukeyser,Muriel-Myth-Eikona-01


Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser)


Μύ­θος

(Myth)


02-PiΟΛΥ ΚΑΙΡΟ με­τά, ὁ Οἰ­δί­πο­δας, γέ­ρος καὶ τυ­φλός, περ­πα­τοῦ­σε στοὺς δρό­μους. Κι ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κεί­α μυ­ρω­διά. Ἦ­ταν ἡ Σφίγ­γα.

       «Θέ­λω νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Για­τί δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ μη­τέ­ρα μου;» εἶ­πε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ἔ­δω­σες λά­θος ἀ­πάν­τη­ση», εἶ­πε ἡ Σφίγ­γα.

        «Μὰ αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα ἐ­φι­κτά», ἀν­τα­πάν­τη­σε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­ταν ρώ­τη­σα: Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ περ­πα­τά­ει στὰ τέσ­σε­ρα τὸ πρω­ί, στὰ δύ­ο τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ στὰ τρί­α το βρά­δυ, ἐ­σὺ ἀ­πάν­τη­σες: ὁ Ἄν­θρω­πος. Δὲν εἶ­πες τί­πο­τα γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες.»

       «Ὅ­ταν λὲς ὁ Ἄν­θρω­πος», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Οἰ­δί­πο­δας, «συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νεις καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­λοι τὸ γνω­ρί­ζουν αὐ­τό.»

       Κι ἐ­κεί­νη εἶ­πε, «Ἔ­τσι νο­μί­ζεις ἐ­σύ».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Breaking Open (Random House, USA, 1973).

Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser ) (15 Δε­κεμ­βρί­ου 1913–12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1980). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια καὶ πο­λι­τι­κὴ ἀ­κτι­βί­στρια, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὴ γιὰ τὰ ποι­ή­μα­τά της μὲ θέ­μα τὴν ἰ­σό­τη­τα, τὸν φε­μι­νι­σμό, τὴν κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὸν Ἰ­ου­δα­ϊ­σμό. Ἔ­χει γρά­ψει πολ­λὲς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, κα­θὼς καὶ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἡ πιὸ γνω­στὴ συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των της τι­τλο­φο­ρεῖ­ται Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Νε­κρῶν (1938) καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἐρ­γα­τι­κὴ τρα­γω­δί­α, ὅ­που ἑ­κα­τον­τά­δες ἐρ­γά­τες ὀ­ρυ­χεί­ων πέ­θα­ναν ἀ­πὸ σι­λί­κω­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Με­τά­φρα­ση στὴν Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νο­ς (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Εὔθραστο ὅριο (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2014), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­τω­ν Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (ἐκ­δ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

Εἰκόνα: Antoni Stanislaw Brodowski, Oedipus and Antigone, 1828.



		

	

Δημήτρης Χριστόπουλος: Τὸ μεγάλο δέντρο

Christopoulos,Dimitris-ToMegaloDentro-Eikona-01


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ με­γά­λο δέν­τρο


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΑΣΑΛΕΥΤΗ, σφη­νω­μέ­νη στὸν ἀ­να­το­λι­κὸ μα­κρό­στε­νο τοῖ­χο, με­τα­ξὺ κου­ζί­νας καὶ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου, μὲ θέ­α τὸ πα­ρά­θυ­ρο, γιὰ νά ’­χω τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς ἐ­λέγ­χω τὴ μοί­ρα μου. Μό­λις ὁ ἥ­λιος στρέ­ψει τὸν προ­βο­λέ­α του κα­τὰ πά­νω μου, ἀρ­χί­ζω καὶ κα­θρε­φτί­ζω τὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη δό­ξα μου στὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν λὲς καὶ εἶ­μαι ρε­τρὸ φω­το­γρα­φί­α σὲ κορ­νί­ζα, δι­εκ­δι­κών­τας κ’ ἐ­γὼ λί­γο μερ­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς μέ­ρας. Κι ἔ­τσι πι­ε­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στοὺς πει­θή­νιους συγ­γε­νεῖς —τοὺς χρυ­σο­ποί­κιλ­τους κα­θρέ­φτες, τὰ κά­δρα, τὴν ἐ­τα­ζέ­ρα, τὶς πο­λυ­θρό­νες, τὸν μπου­φέ, τὴν κρε­μά­στρα μὲ τὰ παλ­τὰ στὸν σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο— δὲν μπο­ρῶ οὔ­τε τὴν πλά­τη μου νὰ ξύ­σω ὅ­ταν κα­τα­με­σή­με­ρο ὁ πυ­ρω­μέ­νος τοῖ­χος παίρ­νει φω­τιά, οὔ­τε τὸ χέ­ρι νὰ ση­κώ­σω ἀν­τή­λιο καὶ νὰ δι­ώ­ξω τὸν ἱ­στὸ ποὺ μιὰ ὑ­φάν­τρα μοι­ρο­λα­τρί­α μέ­ρα νύ­χτα πλέ­κει στὶς γω­νι­ές μου. Σι­ω­πῶ σὰν νά ’­μαι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α, σ’ ἕ­ναν ὁ­λο­δι­κό μου ἀ­νέγ­γι­χτο χρό­νο. Κά­πο­τε ἕ­να χέ­ρι ἀ­νοί­γει τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι, χι­μά­ει τὸ φῶς, νι­φά­δες σκό­νης πα­σπα­λί­ζουν τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου, τρό­παι­α μιᾶς νι­ό­της χα­μέ­νης.

             Ὡς ὕ­παρ­ξη πρω­τε­ϊ­κή, πά­νω μου σφίγ­γουν τὰ χέ­ρια τους θω­πευ­τι­κὰ ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ἄν­θρω­ποι ποὺ ἐ­κτι­μοῦν τὴν ἀ­ξί­α μου —τε­χνί­τες, βι­βλι­ο­φά­γοι, οἰ­νο­ποι­οί—συ­χνὰ μὲ γάν­τια στὰ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα ἀ­ναί­δειας. Μὲ θε­ω­ροῦν πο­λύ­τι­μη καὶ μὲ προ­σέ­χουν. Πα­ρά­πο­νο δὲν ἔ­χω. Λί­γο τό ’­χεις, λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ ἀ­πο­κτᾶς ἀ­ξί­α με­τὰ θά­να­τον. Εὔ­κο­λη πάν­τως δὲν μπο­ρεῖς νὰ μὲ πεῖς. Ἀ­κρι­βο­θώ­ρη­τη, ἴ­σως, ἀ­πρό­σι­τη καὶ σί­γου­ρα ἐ­κλε­κτι­κὴ ἐ­πέν­δυ­σις, για­τὶ εἶ­μαι ἡ πρώ­τη ποὺ δο­κι­μά­ζω τὰ κα­λύ­τε­ρα κρα­σιὰ τοῦ κό­σμου καὶ τὰ σπα­νι­ό­τε­ρα βι­βλί­α. Εἶ­δος ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση, μὰ ἀ­πὸ βα­σι­λι­κὴ γε­νιά.

             Στὰ νιά­τα μου, ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­κό­μα ἡ μπο­γιά μου, εἶ­χα σου­ξὲ με­γά­λο καὶ μὲ προ­σκυ­νοῦ­σαν σὰν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ὅ­λα τὰ λε­βεν­τό­παι­δα τοῦ χω­ριοῦ. Τέ­τοι­α κορ­μο­στα­σιά, ἔ­λε­γαν, δὲν βρί­σκεις που­θε­νά. Ἄ­νασ­σα τοῦ δρυ­μοῦ, μὲ εἶ­χε ἀ­να­κη­ρύ­ξει ἕ­νας ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος ποὺ ζοῦ­σε στὰ μέ­ρη μας ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά τὰ χρό­νια καὶ ἤ­ξε­ρε τὴ χη­μεί­α τῆς χλω­ρο­φύλ­λης, γιὰ νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­φο­σί­ω­σή του.

             Ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα, ἀ­νύ­πο­πτη, μὲ τὸ πρῶ­το φῶς ἦρ­θαν τὰ πά­νω κά­τω καὶ φό­βος κρυ­φὸς φώ­λια­σε στὰ φυλ­λο­κάρ­δια μου. Ὁ ἀ­γο­ραῖ­ος ἀρ­χάγ­γε­λος κα­τέ­βη­κε, ἔ­ρι­ξε τὴ βα­ριὰ σκιά του, μὲ ξε­ρί­ζω­σε καὶ πῆ­ρε τὴν προ­γραμ­μέ­νη μου ψυ­χή. Βλέ­πεις, ἀ­φοῦ ἔ­γι­να ὑ­πε­ραι­ω­νό­βια, εἶ­χε φτά­σει καὶ γιὰ μέ­να τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου γιὰ τὴν ἀ­έ­να­η με­τα­μόρ­φω­ση. Τὰ ρι­ζο­δόν­τια μου πέ­σαν ἕ­να ἕ­να, τὰ νε­φρά μου πέ­τρω­σαν, τὸ κορ­μί μου ζά­ρω­σε. Ἤγ­γι­κεν ἡ ὥ­ρα νὰ γί­νω με­τὰ θά­να­τον χρή­σι­μη, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­κτή­σω —λέ­νε οἱ νό­μοι τῶν σο­φῶν— ὑ­πε­ρα­ξί­α. Στὸ βα­σί­λει­ο τῶν θνη­τῶν, βλέ­πεις, κι ὁ θά­να­τος κερ­δῶ­ος εἶ­ναι. Κα­λύ­τε­ρα νε­κρὸς πα­ρὰ ζων­τα­νός.

             Ἕ­να πρω­ὶ ξε­μαλ­λι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­χτέ­νι­στη ἄ­ρον ἄ­ρον μὲ σύ­ρα­νε σ’ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο ὅ­που ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸν ἦ­χο τῶν πρι­ο­νι­ῶν, τῆς πλά­νης καὶ τῶν σφυ­ρι­ῶν, μὲ σκί­σα­νε —εἴ­πα­νε οἱ χει­ρουρ­γοί— σύμ­φω­να μὲ τὰ νε­ρά μου κι ἔ­πει­τα με­τα­ποι­η­μέ­νη, ἄ­σε­μνα μὲ τα­ρι­χεύ­σα­νε σὲ σχῆ­μα συμ­πα­γές.

             Τέ­λος πάν­των, αὐ­τὰ ἔ­χει ὁ χρό­νος ὁ παν­δα­μά­τωρ. Ἂν καὶ γιὰ νά ’­μαι εἰ­λι­κρι­νής, εἶ­ναι στιγ­μὲς ποὺ θά ‘θε­λα νά ‘­μουν ἕ­να λε­χού­δι κού­τσου­ρο ποὺ καί­γε­ται στὸ τζά­κι καὶ ζε­σταί­νει μὲ τὴν πύ­ρι­νη γλώσ­σα του τοὺς ξω­μά­χους ποὺ τουρ­του­ρί­ζουν ἀ­π’ τὸ κρύ­ο —καὶ ποῦ ξέ­ρεις, μπο­ρεῖ καὶ νὰ λαμ­πά­δια­ζε καὶ κα­νέ­να ὀ­μορ­φό­παι­δο γιὰ χά­ρη μου, καὶ τό­τε, τ’ ὁρ­κί­ζο­μαι, σπο­δὸς θὰ γι­νό­μουν στὰ πό­δια του— πα­ρὰ νὰ ζῶ φυ­λα­κι­σμέ­νη σὲ τέσ­σε­ρις τοί­χους τὸ θαῦ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μου ἀ­θα­να­σί­ας. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χει στ’ ἀ­λή­θεια ἡ ἔ­σχα­τη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖς ν’ ἀν­θί­ζεις;

             Στὰ ἰ­σό­βια γε­ρά­μα­τα ἐν­τοι­χι­σμέ­νη σὲ δώ­δε­κα τε­τρα­γω­νι­κά, μό­νη μου πα­ρη­γο­ριὰ ἕ­να πο­τή­ρι κόκ­κι­νο κρα­σί, ποὺ ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ τὸ πα­λιό τὸ ἄ­ρω­μά μου, καὶ τὰ βι­βλί­α. Ναί, τὰ βι­βλί­α… τ’ ἀ­φή­νω νὰ ἀ­να­παύ­ουν γεν­ναι­ό­δω­ρα τὶς ρά­χες τους στὸ ἀ­πο­δε­κα­τι­σμέ­νο μου κορ­μὶ καὶ σὰν βάλ­σα­μο νὰ λυ­τρώ­νουν τὴ λε­η­λα­τη­μέ­νη μου ψυ­χὴ οἱ λέ­ξεις τους.

             Μὰ πιὸ πο­λὺ μ’ ἀ­ρέ­σει, ὅ­ταν βρα­διά­ζει, ἕ­να ἀ­πόκε­ρο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πά­νω μου π’ ἀ­φή­νει νὰ γλι­στρᾶ ἀ­νε­παι­σθή­τως μέ­σα μου ἡ βα­ριὰ φω­νὴ τοῦ κυρ-Ἀ­λέ­ξαν­δρου, ἴ­διος ψαλ­μὸς σὲ ρη­μο­κλή­σι· ἀ­φοῦ πρῶ­τα βγά­λει ἀ­πὸ τὴν ἔ­ξω τσέ­πη τοῦ τριμ­μέ­νου στοὺς ἀγ­κῶ­νες πα­νω­φο­ριοῦ του ἕ­να κομ­πο­λό­ι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς, καὶ ἀ­πὸ τὴ μέ­σα ἕ­να φλα­σκὶ γε­μά­το κρα­σὶ γιὰ νὰ βρέ­ξει μιὰ στα­λιὰ τὰ χεί­λη του, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ἐμ­μο­νι­κὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς για­γιᾶς μου, τῆς βα­σι­λι­κῆς δρυ­ός, τοῦ Με­γά­λου Δέν­τρου. Τὴν ἀ­κοῦ­τε;  «Εἰ­πὲ νὰ μοῦ φει­σθοῦν, νὰ μὴ μὲ κό­ψουν… διὰ νὰ μὴ κά­μω ἀ­κου­σί­ως κα­κόν. Δὲν εἶμ’ ἐ­γὼ νύμ­φη ἀ­θά­να­τος· θὰ ζή­σω ὅ­σον αὐ­τὸ τὸ δέν­δρον…» Χοῦς εἰ­μὶ καὶ εἰς χοῦν ἀ­πε­λεύ­σο­μαι, τὸ στῆ­θος μου οὐρ­λιά­ζει, νε­ρὸ ἔ­σο­μαι γιὰ τοὺς δι­ψα­σμέ­νους, ψω­μὶ γιὰ τοὺς πει­να­σμέ­νους, ἀ­γέ­ρας φου­σκο­δέν­τρης γιὰ τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους, ροῦ­χο γιὰ τοὺς γυ­μνούς, σπί­τι γιὰ τοὺς ἄ­στε­γους, ἐ­γὼ τὸ χῶ­μα καὶ σεῖς οἱ ρί­ζες π’ ἁ­πλώ­νουν.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Fractal.

[Εἰ­κό­να: Emile Jean Baptiste Philippe Bin (1825–1897), The Hamadryad (1870)]