Γιάννης Φαρσάρης: Μαῦρο μανταρίνι


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Μαῦ­ρο μαν­τα­ρί­νι


ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πο­γεί­ου ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος. Τὸ με­λα­ψό του πρό­σω­πο φό­βι­σε τὴ γει­τό­νισ­σα τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κο­νιοῦ, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ μαν­τα­λώ­σει τὴν συ­ρό­με­νη ἀ­λου­μι­νό­πορ­τα. Ἡ μέ­ρα φώ­να­ζε δυ­να­τὰ πὼς θὰ τὸ πά­ει γιὰ βρο­χὴ κι ἔ­ρι­ξε μιὰ κο­φτὴ βρι­σιὰ σὲ γλώσ­σα ἀ­κα­τά­λη­πτη. Δί­πλω­σε πρό­χει­ρα τὸ πά­πλω­μα πά­νω στὸ ζα­ρω­μέ­νο στρῶ­μα καὶ ἔ­φτια­ξε ἕ­να κου­τα­λά­το νε­σκα­φὲ μὲ νε­ρὸ τῆς βρύ­σης. Καὶ τέσ­σε­ρις κου­τα­λι­ὲς ζά­χα­ρη.

Οἱ συγ­κά­τοι­κοί του εἶ­χαν φύ­γει ἀ­πὸ νω­ρὶς γιὰ δου­λειά, νὰ προ­λά­βουν στὴν πρω­ϊ­νὴ κί­νη­ση τῶν φα­να­ρι­ῶν νὰ κα­θα­ρί­σουν πολ­λὰ τζά­μια. Ἔ­με­ναν πέν­τε νο­μα­τα­ῖοι σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ ὑ­πό­γεια τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ πλή­ρω­ναν σα­ραν­τα­πέν­τε εὐ­ρὼ ἕ­κα­στος, μα­ζὶ μὲ τὰ κοι­νό­χρη­στα. Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα, ἀλ­λὰ εἶ­χε πολ­λὲς κα­τσα­ρί­δες κι ἐ­κεῖ­νος σι­χαι­νό­ταν. Μὲ τὰ πον­τί­κια πά­λι δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν ὅ­τι οἱ δου­λει­ὲς στὴν οἰ­κο­δο­μὴ δὲν πή­γαι­ναν κα­λὰ καὶ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος. Οὔ­τε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κι ἔ­νι­ω­θε μό­νος, ἀλ­λὰ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε πο­τὲ στὴν Ἑλ­λά­δα, ἐ­νῶ δου­λειὰ ἔ­βρι­σκε πάν­τα.

        Εἶ­χε κά­νει ὅ­λες τὶς σκλη­ρὲς ἀγ­γα­ρεῖ­ες στὴν οἰ­κο­δο­μὴ καὶ στὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε, ὅ­μως τζά­μια αὐ­το­κι­νή­των δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Δὲν ἄν­τε­χε τὰ βλέμ­μα­τα τῆς ἀ­πα­ξί­ω­σης ἀ­πὸ τό­σους πολ­λοὺς σὲ κά­θε ἄ­ναμ­μα, κι ἄς ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ δου­λειὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ περ­πα­τοῦ­σε νω­θρὰ στὸ δρό­μο μὲ τὸν κου­βὰ καὶ τὸ κον­τά­ρι ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ τὸ μπου­κα­λά­κι τοῦ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κοῦ στὴν κω­λό­τσε­πη.

        Μέ­σα στὴν πρώ­τη ὥ­ρα, πα­ρὰ τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα, εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει μυ­ριά­δες ἀρ­νή­σεις καὶ μό­λις τρί­α κέρ­μα­τα, κι ἄς εἶ­χε κα­θα­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα παρ­μπρίζ. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τὸν φι­λο­δώ­ρη­σαν μὲ πε­ρι­παι­κτι­κὰ μει­διά­μα­τα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὸν ἄ­φη­σαν νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴ σκό­νη. Δε­χό­ταν στω­ϊ­κὰ τὴ μοί­ρα του για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το, ὅ­σο μι­κρὸ κι ἂν ἦ­ταν, ὅ­σο κρύ­ο κι ἂν ἔ­κα­νε.

        Τὸ πρῶ­το χα­μό­γε­λο ποὺ συ­νάν­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀ­νῆ­κε σ’ ἕ­να κόκ­κι­νο σα­ρά­βα­λο μί­νι. Ὁ ὁ­δη­γός του, ὅ­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια, κου­νι­ό­ταν στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς καὶ τοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ος μὲ τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὰ σγου­ρὸ μού­σι του. Μό­λις ἄ­να­ψε τὸ πρά­σι­νο τοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι μὲ συμ­πά­θεια, φω­νά­ζον­τας: «Δὲν ἔ­χω λε­φτὰ φι­λα­ρά­κο, πά­ρε ἕ­να μαν­τα­ρί­νι.»

        Ἔ­μει­νε γιὰ με­ρι­κὰ δεύ­τε­ρα ἀ­κί­νη­τος ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὸν κου­βὰ ἀ­νά­πο­δα καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸ φα­νά­ρι. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸ καρ­πὸ μὲ τὰ βρώ­μι­κα νύ­χια του καὶ ἡ σκέ­ψη του τα­ξί­δε­ψε πί­σω στὴν πα­τρί­δα, στὸν κῆ­πο μὲ τὶς μαν­τα­ρι­νι­ὲς ποὺ με­γά­λω­σε. Κά­θε σκε­λί­δα ποὺ ἔ­βα­ζε στὸ στό­μα τὸν γέ­μι­ζε γλυ­κὰ καὶ τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­νυ­πό­μο­νο. Κα­τα­πί­νον­τας τὴν τε­λευ­ταί­α μπου­κιὰ ση­κώ­θη­κε σί­γου­ρος. Θὰ γύ­ρι­ζε πί­σω, κα­θὼς δὲν εἶ­χε τί­πο­τα πιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ξε­νι­τιά. Περ­πά­τη­σε ἀρ­γὰ τὸ δρό­μο γιὰ τὸ ὑ­πό­γει­ο. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἦ­ταν χα­ρού­με­νος. Ἤλ­πι­ζε μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γει­τό­νισ­σα στὸ χω­ριὸ νὰ μὴν εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­λει­πε μό­νο.



Πη­γὴ: Πρώ­τη δημοσίευση στὸ περ. Μι­κρό Πεζό (ἐκδ. Χα­ρα­μά­δα, τχ.  1, 2014).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρη­ς (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OpenBook καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fra­ctal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Open­book, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ

 www.open-sesame.me


		
Διαφημίσεις

Νατάσα Χατζηδάκι: Σκοτεινή σελήνη


Νατάσα Χατζιδάκι


Σκο­τει­νὴ σε­λή­νη


Α ΠΑΝΤΑ ΕΙΧΑΝ ξαφ­νι­κὰ σι­γή­σει. Ἡ Ἀ­λε­ξάν­δρα. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­φαι­ρεῖ­ται, πό­τε δη­λα­δή; Τὸ το­πί­ο εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Σ’ ἕ­να ἀ­σύμ­με­τρο ἀ­συ­νε­χὲς μέ­σα στὰ πορ­φυ­ρὰ ποὺ τὸ τρα­βο­ύ­σα­νε καλ­πά­ζον­τα ἀ­λό­γα τῆς ἀ­σύμ­με­τρης ρέμ­βης. Ὁ Φοῖ­βος. Καὶ ἡ Βι­έν­νη τῶν ἀ­γαλ­μά­των μὲ τὸ χι­ό­νι πολ­λὰ ἄ­λο­γα στὰ ἀ­γάλ­μα­τα πολ­λὰ μά­τια καὶ στε­φά­νια στὰ μέ­τω­πα ὄ­χι στὴν Βι­έν­νη ἐ­κεί­νη WΙΕΝΝΑ WΑS ΤΗΕ CITΥ ΟF SΤΑΤUES. Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Μάρ­τιο τὸν ἥ­λιο ποὺ φυ­σοῦ­σε κρύ­ος πά­νω ἀ­πὸ τὴν πε­νι­χρὴ χλω­ρί­δα χω­ρὶς νὰ τὴν κάμ­πτει για­τί. Καὶ τὶς δει­λὲς κί­τρι­νες μαρ­γα­ρί­τες ποὺ ἀν­τι­στάθ­μι­ζαν μά­ται­α τὸ ἐ­πι­θε­τι­κὸ μπλὲ για­τί. Τῆς θά­λασ­σας πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ πό­σο ὑ­γρὴ πό­σο πό­νο. Τῆς προ­ξε­νοῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λύ­πτει πό­σο θα­νά­σι­μα ὑ­γρὴ ἦ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἡ θά­λασ­σα τὸν Χει­μώ­να στὶς ἀρ­χὲς μιᾶς με­λο­δρα­μα­τι­κῆς. Ἄ­νοι­ξης με­λο­δρα­μα­τι­κῆς ὄ­χι για­τὶ περνο­ῦσε τὸν πρῶ­το μή­να τοῦ ἀ­σί­γα­στου. Πά­θους ἀ­σί­γα­στου ἀν­ταύ­γει­ες με­γά­λες γιὰ τὸν Σέρ­γιο αἰχ­μά­λω­τη μιᾶς προ­κα­θο­ρι­σμέ­νης αἰχ­μα­λω­σί­ας ἀν­ταύ­γεια-αἰχ­μαλω­σί­α ποὺ σπά­ει σπά­ζον­τας.

       Εἶ­χε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­λο­καί­ρι πί­σω της αὐ­τὴ ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν Ἀ­λε­ξάν­δρα ποὺ τὴν ἔ­λε­γαν ἔ­τσι καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν, νο­μί­ζει γιὰ πάν­τα. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βε πὼς ἂν ἔ­φευ­γε τώ­ρα —κι ἂν δὲν ἔ­φευ­γε τώ­ρα— ὅ­ταν θὰ γύ­ρι­ζε τὸ κα­λο­καί­ρι θὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει καὶ εἶ­χε ἕ­ναν Αὔ­γου­στο. Μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρό της εἶ­χε ἕ­ναν Αὔ­γου­στο καὶ μπο­ροῦ­σε μὲ δυ­ὸ τρό­πους. Μὲ δυ­ὸ τρό­πους μπο­ροῦ­σε καὶ ἔ­πρε­πε, νὰ τὸν ἀ­να­στεί­λει. Ἀ­νέ­στει­λαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον. Νὰ μεί­νει; Νὰ φύ­γει ἢ νὰ μεί­νει. Νὰ φύ­γει. Νά.



Πη­γή: Ξέ­νοι στὴν πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να 1993).

Να­τά­σα Χα­τζι­δά­κι (Κρή­τη, 1946-2017). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἀγ­γλι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Πρό­σω­πα, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το βι­βλί­ο της Στὶς ἐ­ξό­δους τῶν πό­λε­ων (ποί­η­ση Ἀ­θή­να, 1971). Ἐξέδωσε συνολικὰ πέντε ποιητικές συλλογές καὶ τρία πεζογραφικά ἔργα. Τό τελευταῖο βιβλίο της Via Dolorosa (ποίηση, Gu­ten­berg, 2017) ἐκδόθηκε μετὰ τὸν θά­να­τό της.


Πη­γὴ Κού­τση: Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;

 



Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;


ΟΝ ΕΙΔΕ νὰ κά­θε­ται στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θέ­ση ποὺ τὸν ἔ­βρι­σκε πάν­τα… Κά­θε πρω­ΐ. Σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ὁ ἥ­λιος ἔ­κα­νε τὸ πιὸ ὄ­μορ­φό του παι­χνί­δι. Ἔ­στελ­νε μιὰ ἡ­λι­α­χτί­δα του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρι­σκό­ταν τὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­νέ­μο­ρφο οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸ πι­α­τά­κι ποὺ κα­θό­ταν ὁ κα­φές της. Τῆς τὸ ἔ­δει­χνε κά­θε φο­ρὰ καὶ τῆς ἔ­σκα­γε ἕ­να φι­λὶ στὸ πρό­σω­πό της.

       Σή­με­ρα ἦ­ταν πο­λὺ θλιμ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει τοὺς κα­φέ­δες τους. Κοι­τοῦ­σε ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα του εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πό­κο­σμο. Πῆ­γε κον­τά του, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὸ σ’ ἀ­γα­πῶ της, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε. Θὰ μοῦ πεῖ σὲ λί­γο τί ἔ­χει. Τὸν χά­ι­δε­ψε στὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δι­κό της στὸν ὦ­μο του, ὅ­πως τοῦ ἄ­ρε­σε. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι μα­ζί του ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα καὶ ἔ­νι­ω­θε πὼς ὁ κό­σμος της ὅ­λος ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­φέ.

       Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ κλά­μα­τα. Οἱ λυγ­μοί του ἀ­κού­στη­καν μέ­χρι κά­τω καὶ ἡ σερ­βι­τό­ρα ἀ­νέ­βη­κε τρέ­χον­τας πά­νω νὰ δεῖ ἂν εἶ­χε γί­νει κά­τι. «Τὴν ἔ­νι­ω­σα» τῆς εἶ­πε. «Ἦρ­θε καὶ σή­με­ρα. Πο­τὲ δὲ λεί­πει. Πάν­τα ξέ­ρει ποῦ νὰ μὲ βρεῖ.»

       Πλή­ρω­σε τοὺς κα­φέ­δες μὲ χέ­ρια ποὺ ἔ­δει­χναν συν­τρι­βή. Φύ­λα­ξε τὸ βι­βλί­ο ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴν ψυ­χή του… Κά­θε πρω­ὶ τὸ ἔ­φερ­νε καὶ τῆς δι­ά­βα­ζε τοὺς στί­χους του, για­τὶ ἔ­τσι πί­στευ­ε ὅ­τι τὸν ἀ­κού­ει. Καὶ αὔ­ριο ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Θὰ πα­ράγ­γελ­νε τοὺς κα­φέ­δες τους. Καὶ ἂς εἶ­χε χα­θεῖ ἐ­κεί­νη γιὰ πάν­τα…



Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χο­λο­γί­α.


 

Χρῆστος Χαρτοματσίδης: Ἡ κόκκινη Ferrari


Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δης


Ἡ κόκ­κι­νη Ferrari


ΠΑΝΤΑ θὰ κυ­νη­γοῦ­σε τὴν κόκ­κι­νη Ferrari… Τὸ καμ­πρι­ο­λὲ εἶ­χε στα­μα­τή­σει δί­πλα του, στὰ φα­νά­ρια. Πρό­σε­ξε πρῶ­τα τὸ κο­ρί­τσι στὸ τι­μό­νι. Ξαν­θιὰ βέ­βαι­α, πὼς ἀλ­λι­ῶς, μὲ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου σὰν στέ­κα στὰ μαλ­λιά. Τὴν κοί­τα­ζε ἀ­χόρ­τα­γα. Τὸ κον­τὸ φό­ρε­μα ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὰ μαυ­ρι­σμέ­να της πό­δια.

        Ἡ κο­πε­λιὰ μί­λα­γε στὸ κι­νη­τὸ καὶ γε­λοῦ­σε. Εἶ­χε ἀ­έ­ρι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ἔ­νι­ω­σε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε πρά­σι­νο. Τὸ κο­ρί­τσι χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πά­τη­σε τὸ γκά­ζι. Ξύ­πνη­σε τὸ ἀ­γρί­μι. Βρυ­χή­θη­κε ὁ κι­νη­τή­ρας. Βι­ά­στη­κε κι αὐ­τὸς νὰ γκα­ζώ­σει. Σα­νί­δω­σε τὸ πεν­τάλ. Ἄλ­λα­ζε ἀγ­χω­μέ­νος τὶς τα­χύ­τη­τες. Νό­μι­ζε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει. Τοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς γιὰ κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα τρέ­χα­νε μα­ζί, ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λον… Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴν ξε­μεί­νει, ἔ­βλε­πε τὸ κόκ­κι­νο αὐ­το­κί­νη­το νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Τοῦ κόρ­να­ρε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Σὲ λί­γο… εἶ­χε χα­θεῖ…

        «Σί­γου­ρα θὰ πά­ει στὴν πα­ρα­λί­α.»

        Τὴν φαν­τά­στη­κε νὰ βγά­ζει μὲ χά­ρη τὸ λευ­κό της φό­ρε­μα γιὰ νὰ μεί­νει μὲ τὸ μα­γιό. Σὰν νὰ γδυ­νό­ταν μπρο­στά του κι ὄ­χι γιὰ τὴν θά­λασ­σα. Θὰ πή­γαι­νε νὰ τὴν βρεῖ! Νὰ τὴν προ­λά­βει! Οὔ­τε ποὺ πρό­σε­ξε τὰ σή­μα­τα ποὺ κά­να­νε οἱ ἀ­πέ­ναν­τι ὁ­δη­γοί. Καὶ τὸν τρο­χο­νό­μο τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τὸν εἶ­δε:

        «Ἔ­τρε­χες μὲ 150!»

        Δὲν τὸ πί­στευ­ε πὼς ἡ σα­κα­ρά­κα του μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει τέ­τοι­α τα­χύ­τη­τα. Ἀ­φοῦ τραν­τα­ζό­τα­νε ὁ­λό­κλη­ρη, ἕ­τοι­μη νὰ δι­α­λυ­θεῖ.

        «Πά­νε στὴ συ­νά­δελ­φο γιὰ τὴν κλή­ση!» τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ἡ ἀ­στυ­νο­μι­κί­να ἦ­ταν μὲ τὴν πλά­τη. Κά­τι ἔ­γρα­φε… Γι’ αὐ­τὸ ξαφ­νι­ά­στη­κε ὅ­ταν ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρό­σω­πό της. Σχε­δὸν ἴ­δια μὲ αὐ­τὴν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο καμ­πρι­ο­λέ! Τὰ ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, λι­γά­κι πιὸ ἁ­δρά, πιὸ γή­ι­να. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ξαν­θά, μό­νο ποὺ μα­ζε­μέ­να σὲ ἀ­λο­γο­ου­ρά! Ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ κον­τά τα βαμ­μέ­να βλέ­φα­ρα, τὰ γα­λα­νὰ μά­τια. Ἔ­νι­ω­σε τὸ ἄ­ρω­μά της… Τοῦ ἦρ­θε ζα­λά­δα.

        «Εἶ­στε κα­λά, κύ­ρι­ε;»

        «Ὄ­χι καὶ πο­λύ.» ψέλ­λι­σε σὰν φλῶ­ρος. «Θὰ φταί­ει… ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ σᾶς βλέ­πω ζων­τα­νά… κι ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρο!»

        Ἐν­τά­ξει, βλα­κεί­α ἦ­ταν, μὰ κά­τι ἔ­πρε­πε νὰ πεῖ.

        «Μή­πως νὰ σᾶς κά­νου­με ἀλ­κο­τέ­στ;» μού­τρω­σε ἡ ἄλ­λη.

        «Εἶ­στε τό­σο ἐν­τυ­πω­σια­κή!» συ­νέ­χι­σε μὲ θρά­σος. «Θὰ σᾶς πή­γαι­νε νὰ ὁ­δη­γού­σα­τε μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari!»

        «Σκέ­φτε­στε νὰ μοῦ προ­τεί­νε­τε μί­α Ferrari;»

        Τὸ βλέμ­μα της γλί­στρη­σε πρὸς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του. Του­λά­χι­στον νὰ τὸ εἶ­χε πλύ­νει.

        «Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα!»

        Τὸν κοί­τα­ξε εἰ­ρω­νι­κά:

        «Προ­σπα­θεῖ­τε νὰ μὲ κα­λο­πι­ά­σε­τε γιὰ τὴν κλή­ση;»

        Μᾶλ­λον τὸν θε­ω­ροῦ­σε ἐ­λε­ει­νό.

        «Δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ κλή­ση!»

        «Θὰ ἔ­πρε­πε! Ἔ­χε­τε τά­ση γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νες συμ­πε­ρι­φο­ρές!»

        Ἐ­πι­τέ­λους χα­μο­γέ­λα­σε. Κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά.

        Ἔ­κα­νε πὼς δι­στά­ζει, σὰν νὰ μά­ζευ­ε τὸ θάρ­ρος νὰ τῆς προ­τεί­νει:

        «Θέ­λεις νὰ βγοῦ­με μα­ζί;»

        Ἀ­συ­νεί­δη­τα εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν ἑ­νι­κό. Ἐ­κεί­νη στα­μά­τη­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ χαρ­τιά. Ἴ­σως ὑ­πῆρ­χε ἐλ­πί­δα:

        «Δὲν βγαί­νω μὲ πα­ρα­βά­τες!»

       «Θὰ συμ­μορ­φω­θῶ! Τὸ ὑ­πό­σχο­μαι!» με­τὰ συ­νέ­χι­σε μὲ πά­θος: «Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω… στὴν πα­ρα­λί­α!»

        «Τὴν κλή­ση δὲν τὴν γλι­τώ­νε­τε!»

        «Θὰ εἶ­μαι ἐ­κεῖ! Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω!»

        Ἐν­τε­λῶς τυ­πι­κά τοῦ πα­ρέ­δω­σε τὸ χαρ­τί. Πῆ­γε κά­τι νὰ πεῖ, μὰ τὴν δι­έ­κο­ψε:

        «Πές μου ὅ­τι θὰ ἔρ­θεις!»

        «Ἴ­σως…» χα­μο­γέ­λα­σε: «Μὲ μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari…».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δη­ς (Σό­φια, 1954) Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­ευ­θυν­τὴς Μι­κρο­βι­ο­λο­γί­α­ς στὸ Γε­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κο­μο­τη­νής. Γνω­ρί­ζει βουλ­γα­ρι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κά. Τὸ 1980 δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ 2ο Βρα­βεῖ­ο στὸν Παν­βουλ­γα­ρι­κὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ 1990 ἀ­πέ­σπα­σε τὸ 2ο βρα­βεῖ­ο στὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου “Χ.Γ. Δά­νωφ” καὶ τοῦ Δή­μου Φι­λιπ­πού­πο­λης γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κι­θα­ρί­στας σὲ τα­βέρ­να. Τὸ 2003 τὸ ΔΗΠΕΘΕ Κο­μο­τη­νῆς πα­ρου­σί­α­σε τά δύ­ο του μο­νό­πρα­κτα Τό ἀ­σαν­σὲρ καὶ Ἡ ἔ­ξο­δος με­τὰ τὶς 6μμ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Τὸ 2008 τὸ Κρα­τι­κὸ Θέ­α­τρο τῆς πό­λης Σι­λί­στρα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας πα­ρου­σί­α­σε τὸ θε­α­τρι­κό του ἔρ­γο Οἱ ἐ­φιά­λτες τοῦ δή­μιου Σαν­σόν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή: Ὁ ξέ­νος (1986) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Λί­λια, (θε­α­τρι­κό, Μαν­δρα­γό­ρας, 2016). Τὸ δι­ή­γη­µ­α Ὁ Σοῦ­περ G ἀ­πὸ τὴν Καλ­κάν­τζα ἐ­ξε­δό­θη στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ µ­ἐ τί­τλο Ἱ­ε­ρὸ παι­δί.



		

	

Πάνος Ἰ. Κωστελένος: Τὸ κουτάλι!


Πά­νος Ἰ. Κω­στε­λέ­νος


Τὸ Κου­τά­λι!


 ΑΣΙΦ ΡΟΥΦΗΞΕ τὴν τε­λευ­ταί­α κου­τα­λιὰ σού­πας. Μιὰ αἴ­σθη­ση πλη­ρό­τη­τας τὸν κυ­ρί­ευ­σε καὶ τὸν γα­λή­νευ­σε, κά­θη­σε ὀ­κλα­δὸν στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς καὶ ἔ­γει­ρε σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι. Ἦ­ταν μό­νος του, δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ ἄλ­λοι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι ποὺ κρα­τοῦ­σε. Πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ὀκτὼ του χρό­νια ἀν­τί­κρυ­σε ἕ­να κα­θη­με­ρινὸ ἀν­τι­κεί­με­νο μὲ τό­ση λα­τρεί­α. Πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρα­τή­ρη­σε τὸ σχῆ­μα του, πό­σο ὄ­μορ­φο ἦ­ταν, ση­κώ­θη­κε μὲ μιᾶς καὶ κά­θι­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι, πῆ­ρε τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ἔ­κα­νε κου­πί. Ἦ­ταν ἐ­ξε­ρευ­νη­τής.Ἕ­να ρί­γος τοῦ δι­α­πέ­ρα­σε τὴ σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη κα­θὼς τοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ οἱ μέ­ρες ποὺ πέ­ρα­σε στὴ θά­λασ­σα. Ξα­νὰ ξά­πλω­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι. Ἡ κοι­λό­τη­τα ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ φαῒ γυ­ά­λι­ζε, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό του, κοί­τα­ξε, κοί­τα­ξε κα­λὰ ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός! Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν ἰ­σχνό, μὲ βα­θου­λω­τὰ μά­τια καὶ χεί­λια σκα­σμέ­να. Ξα­να­κοί­τα­ξε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός. Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν σκλη­ρό, χω­ρὶς συ­ναι­σθή­μα­τα. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τός! Τρά­βη­ξε τὸ πρό­σω­πό του μὲ ἀ­η­δί­α, τί παι­χνί­δια τοῦ ἔ­παι­ζε ἄ­ρα­γε τὸ κου­τά­λι. Ἔ­κα­νε νὰ τὸ πε­τά­ξει ἀλ­λὰ μιὰ δύ­να­μη ἀρ­χέ­γο­νη τὸν στα­μά­τη­σε, τε­λι­κά τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, ἦ­ταν τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ εἶ­χε δεῖ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὸ ἔ­βα­λε στὸ στό­μα καὶ ἄ­φη­σε τὴ γλώσ­σα του  νὰ γλι­στρή­σει ἐ­πά­νω του, τὸ κόλ­λη­σε στὸν οὐ­ρα­νί­σκο καὶ τὸ κρά­τη­σε ἐ­κεῖ. Τί τέ­λει­ες καμ­πύ­λες! Ἄ­ρα­γε ποι­ὸς νὰ τὸ ἔ­φτια­ξε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε. Νὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν καὶ αὐ­του­νοῦ οἱ σοῦ­πες; Σί­γου­ρα θὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν σκέ­φτη­κε, ἀλ­λι­ῶς ποι­ὸς ὁ λό­γος νὰ φτιά­ξει κα­νεὶς ἕ­να κου­τά­λι ἂν δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ σοῦ­πες. Τὸ κρά­τη­σε πά­λι στὸ χέ­ρι του, εἶ­ναι δι­κό μου εἶ­πε καὶ σκέ­φτη­κε νὰ τὸ κρύ­ψει στὰ πραγ­μα­τά του, εἶ­ναι δι­κό μου! Τὸ μο­να­δι­κὸ δι­κό μου πράγ­μα στὸν κό­σμο, ἔ­νι­ω­σε τό­ση χα­ρά. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­προ­σε­ξί­ας τοῦ ἔ­πε­σε στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς, ἀ­να­πή­δη­σε καὶ τρό­μα­ξε λὲς καὶ εἶ­χε κά­νει τὸ πιὸ ἱ­ε­ρό­συ­λο πράγ­μα στὸν κό­σμο. Κοί­τα­ξε γύ­ρω του, δὲν ἦ­ταν κα­νείς, τὸ μά­ζε­ψε, μὲ στορ­γὴ θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, τὸ σκού­πι­σε μὲ τὴ μπλού­ζα του καὶ τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, «οὔφ», δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα εὐ­τυ­χῶς, ἕ­να χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὸ σκοῦ­ρο του πρό­σω­πο. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε ἀν­τί­κρυ του, στὸ δί­σκο ποὺ τοῦ ἔ­φε­ραν φα­γη­τό. Πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ τὸ ἔ­βα­λε σὲ τέ­τοι­α θέ­ση ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὸ βλέ­πει. Ἄ­ρα­γε τὸ βρα­δυ­νὸ θὰ ἦ­ταν πά­λι σού­πα; Θὰ ξα­να­συ­ναν­τοῦ­σε τὸ κου­τά­λι; Σκέ­φτη­κε τὴ μά­να του καὶ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του σού­πα μὲ φα­κὲς ποὺ τοῦ ἔ­φτια­χνε, ἄ­ρα­γε θὰ τὴν ξα­να­έ­βρι­σκε πο­τὲ; Εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ εἴκοσι μέ­ρες, τό­τε ποὺ χω­ρί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ Ἄ­δα­να σὲ μιὰ ἐ­πί­θε­ση τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας. Δά­κρυ­σε, κοί­τα­ξε τὸ κου­τά­λι, τὰ βλέ­φα­ρά του βά­ρυ­ναν. Μα­κά­ρι νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὴν μη­τέ­ρα του… καὶ τὴ σού­πα μὲ τὶς φα­κές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πά­νος Ι. Κω­στε­λέ­νος (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Τε­χνι­κὸς Τη­λε­πλη­ρο­φρι­κὴς στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ ἔ­χει πα­ρα­κα­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια ἀ­να­τρε­πτι­κῆς γρα­φῆς.



 

Βάνια Σύρμου: Camera Obscura


Βά­νια Σύρ­μου


Camera Obscura


ΙΑ ΩΡΑ τὸ βλέμ­μα του μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ὑ­πνω­τι­σμέ­νο πά­νω της . Ἔ­χει ἔρ­θει ἀ­πὸ μα­κριὰ μό­νο γιὰ ἐ­κεί­νη. Ἡ πο­λυ­κο­σμί­α ὅ­μως δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ τὴ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Προ­τι­μᾶ ἔ­τσι νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ μα­κριά, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ τὴν πλη­σιά­σει.

        Στέ­κε­ται ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ φῶς νὰ λού­ζει τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιά της. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να καὶ τὸ κε­φά­λι σκυ­φτό, δια­βά­ζει μὲ προ­σο­χὴ ἕ­να γράμ­μα ποὺ κρα­τᾶ στὰ χέ­ρια της. Ἡ μορ­φὴ της κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ἐ­πι­τρέ­πον­τας στὸ εἴ­δω­λο νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὴν εἰ­κό­να της . Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει εἶ­ναι ὁ λευ­κός της λαι­μός. Τὰ δε­μέ­να σὲ κό­τσο ξαν­θά της μαλ­λιὰ ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­γρά­φε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ αὐ­χέ­να της, ποὺ κα­τα­λή­γει ἤ­ρε­μα στοὺς λε­πτούς της ὤ­μους. Μιὰ λευ­κὴ ὀρ­γάν­τζα τοὺς ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά, φτά­νον­τας ὡς τὸ νε­α­νι­κό της μποῦ­στο. Τὸ βλέμ­μα του δι­α­νύ­ει ξα­νὰ τὴν ἁ­πα­λὴ αὐ­τὴ δι­α­δρο­μὴ , ἀρ­γο­πο­ρών­τας ἐ­κεῖ ποὺ τὸ φῶς παί­ζει μὲ τὶς μποῦ­κλες τῶν μαλ­λι­ῶν της, ὅ­ταν πέ­φτουν ἐ­λεύ­θε­ρες στὸ πλά­ι τοῦ λαι­μοῦ της. Κα­θὼς τὴν κοι­τᾶ, εὔ­χε­ται νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­θε­ται δί­πλα της, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­ρέ­κλα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο , γε­μά­τος πε­ρι­έρ­γεια, ἴ­σως καὶ ζή­λεια γιὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γράμ­μα­τος καὶ νὰ θαυ­μά­ζει τὸ ρο­δα­λὸ χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα καὶ τὰ χεί­λη της. Ἴ­σως πά­λι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀπ΄ τὴν κουρ­τί­να τοῦ σε­πα­ρέ της, νὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­π’ τὸ κα­θρέ­φτι­σμα τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ γράμ­μα.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ στρι­μω­χτεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος δι­εκ­δι­κών­τας κι αὐ­τὸς μιὰ θέ­ση κον­τά της. Τοὺς βλέ­πει νὰ τὴν φω­το­γρα­φί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ τὶς ψη­φια­κές τους μη­χα­νὲς καὶ τὰ κι­νη­τά. Τὴν φαν­τά­ζε­ται νὰ πο­ζά­ρει μό­νο γιὰ χά­ρη του, προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, κι ἐ­κεῖ­νος πί­σω ἀ­π’ τὴν camera obscura, συλ­λαμ­βά­νον­τας τὸ φῶς της, νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει γιὰ πάν­τα τὴν αὔ­ρα της καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­πο­κλει­στι­κά το τέ­λει­ο ἀ­πεί­κα­σμα τῆς φι­γού­ρας της ἀ­νε­στραμ­μέ­νο πά­νω στὸ καμ­βά του.

        Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει ἐ­πι­τέ­λους νὰ τὴν πλη­σιά­σει, ὁ φύ­λα­κας εἰ­δο­ποι­εῖ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες πὼς πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα Βερ­μέερ, για­τί ἡ πι­να­κο­θή­κη πρό­κει­ται νὰ κλεί­σει στὰ δέ­κα ἑ­πό­με­να λε­πτά. Κοι­τά­ζον­τας τὸν πί­να­κα ἀ­πὸ κον­τά, ἡ μα­τιά του σκα­λώ­νει στὶς στι­κτὲς πι­νε­λι­ὲς ἀ­νοι­χτοῦ χρώ­μα­τος ποὺ φω­τί­ζουν τὸ μποῦ­στο της. Ζη­λεύ­ει τὸ βλέμ­μα τοῦ ζω­γρά­φου. Τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ σι­λου­έ­τα της. Δὲν τὴν εἶ­δε ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε. Τὸν πα­ρη­γο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ σκέ­ψη πὼς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­π’ τὴν Δρέσ­δη, τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ γράμ­μα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­τί­ζει τὴ μο­να­ξιά του μέ­σα ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ ρε­προν­του­ξιόν, ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο τῆς σκο­τει­νῆς του κά­μα­ρης χρό­νια τώ­ρα, ἀ­γο­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ πλα­νό­διο καλ­λι­τέ­χνη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Φρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Εἰκόνα: Τὸ κορίτσι μὲ τὸ γράμμα (1657) τοῦ Γιοχάννες Βερμέερ (1632-1675).

Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη: Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη



Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη


Ἡ  μητέρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη


ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ εἶναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει τέσ­σε­ρα πό­δια μὲ ὀ­νό­μα­τα παι­δι­ῶν καὶ καμ­πύ­λες στὶς ἄ­κρες. Ἡ ὄ­ψη της εἶ­ναι γα­λά­ζια. Μιὰ χρυ­σὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση τὴν κά­νει νὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­π’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἡ ρά­χη της κυρ­τή, σχε­δὸν χε­λω­νί­σια. Στέ­κε­ται —χρό­νια τώ­ρα— στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ· δὲν κα­τα­δέ­χε­ται νὰ τὴν ἀγ­γί­ζουν, τρέ­μει τὰ ἀ­πρό­σε­χτα χέ­ρια καὶ τὰ βλέμ­μα­τα.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἕ­να πορ­σε­λά­νι­νο κου­τί. Κρύ­βει μυ­στι­κὰ καὶ χα­μέ­να ὄ­νει­ρα. Ὅ­ταν χα­μο­γε­λᾶ τὰ μά­τια της στρέ­φον­ται πρὸς τὰ μέ­σα, ἔ­τσι ποὺ κα­νέ­να χα­μό­γε­λό της δὲν μέ­νει χω­ρὶς λύ­πη. Στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ ὑ­πο­δέ­χε­ται τοὺς κα­λε­σμέ­νους της, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πε­ρι­μέ­νει.

       Δὲν πλέ­νει πιά­τα. Δὲν μα­γει­ρεύ­ει. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σουν οἱ σκοῦ­πες καὶ τὰ ξε­σκο­νό­πα­να. Ζω­γρα­φί­ζει στὸ πρό­σω­πό της πο­τά­μια ποὺ γέρ­νουν πρὸς τὰ κά­τω. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου. Με­τρᾶ τὰ πό­δια της· τέσ­σε­ρα. Δὲν εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­γὼ εἶ­μαι! τὴν ἀ­κού­ω ποὺ λέ­ει.

       Ἔ­χει μιὰ χα­ραγ­μα­τιὰ ποὺ δὲν φαί­νε­ται κι ἕ­να χά­ρι­σμα, κρυ­φὸ κι αὐ­τό. Ἂν τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὰ μά­τια καὶ τὴν κοι­τά­ξεις συμ­πο­νε­τι­κά, ἂν εἶ­σαι λί­γο πιὸ ἀ­λη­θι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι συ­νη­θί­ζεις, ἂν τῆς πεῖς ὅ­τι τὴν ἀ­γα­πᾶς —μὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πάς— σοῦ δεί­χνει κά­τι πα­λιὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῆς νι­ό­της της καὶ σοῦ ὑ­πό­σχε­ται, σοῦ ὑ­πό­σχε­ται… Μιὰ μέ­ρα μὲ ἄ­φη­σε νὰ δῶ κά­τω ἀ­πὸ τὴ γα­λά­ζια της ὄ­ψη. Ἀ­πὸ μέ­σα ἦ­ταν λευ­κὴ μὲ μι­κρὲς κη­λί­δες σὰν ἀ­στε­ρό­σκο­νη. Στὶς γω­νί­ες μα­ζεύ­ε­ται τὸ μαῦ­ρο καὶ δὲν φεύ­γει.

       Μοιά­ζει πα­λιὰ ὅ­σο τὸ σπί­τι ποὺ τὴν πε­ρι­έ­χει. Καὶ ἄ­δεια, ὅ­σο τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ χω­ρέ­σει. Κά­θε βρά­δυ ἀ­νά­βει ὅ­λα τὰ φῶ­τα. Δὲν κοι­μᾶ­ται. Ἡ πλη­γή της ἀ­φορ­μί­ζει τὴ νύ­χτα.

       Κα­τα­λα­βαί­νει μὲ τὴν ἁ­φή. Κα­μιὰ φο­ρᾶ βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο σὰ νύ­χι πά­νω στὴ γυ­α­λι­στε­ρή της ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν ξέ­ρει πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ, λέ­ει. Τὸ σπί­τι τὴν πνί­γει. Δὲν ἀν­τέ­χει τὰ κλει­στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Πα­ρα­πο­νι­έ­ται πὼς κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κού­ει. Κιν­δυ­νεύ­ει νὰ σπά­σει ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ἀ­δι­α­φο­ρί­α μας. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα, λέ­ει, δὲν εἶ­ναι πέ­τρα…

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Κά­θε πρω­ὶ τὴ ση­κώ­νω καὶ τὴ βά­ζω στὸ ρά­φι χω­ρὶς νὰ τὴν κοι­τά­ζω. Κα­θα­ρί­ζω τὸ τρα­πέ­ζι της μ’ ἕ­να πα­νί. Τὴ μα­λώ­νω πὼς δὲν κά­νει κα­λὰ ποὺ στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­τη τό­σο και­ρό, πὼς αὐ­τὴ φταί­ει ποὺ μα­ζεύ­τη­κε τό­ση σκό­νη. Τρί­βω τὶς πτυ­χές της μὲ μα­νί­α. Τῆς τρα­γου­δά­ω γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πορ­σε­λά­νι­νο κου­τὶ μέ­σα σ’ ἕ­να με­γά­λο σκο­νι­σμέ­νο σπί­τι. Στέ­κο­μαι ὄρ­θια στὴ μέ­ση τοῦ σα­λο­νιοῦ, τὴ δεί­χνω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Καὶ ἄ­φη­σέ με, τῆς λέ­ω, ν’ ἀ­νοί­ξω τὴν κοι­λιά σου, νὰ κα­θα­ρί­σω κι ἐ­κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο… Γί­νε­ται τό­τε καὶ τὸ γα­λά­ζιο της χρῶ­μα φω­τί­ζε­ται μ’ ἕ­ναν τρό­πο στε­να­χτι­κό. Τὴν ἄλ­λη φο­ρά, μοῦ λέ­ει, τὴν ἄλ­λη φο­ρά. Τὴν ἐ­πι­στρέ­φω στὴ θέ­ση της μ’ ἕ­να πι­κρὸ φι­λί. Ἐ­κεί­νη δὲν στα­μα­τά­ει νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

       Μι­σῶ τὴν εὐ­θραυ­στό­τη­τά της. Καὶ ἂν μιὰ μέ­ρα, μοῦ γλι­στρί­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια; Καὶ ἂν ἀ­να­πη­δή­σει στὸν ἀ­έ­ρα καὶ ἀ­νοί­ξει ἡ ρά­χη της καὶ φα­νεῖ ἡ χα­ραγ­μα­τιὰ καὶ θρυμ­μα­τι­στεῖ ἡ γα­λά­ζια της ὄ­ψη; Καὶ ἂν δὲν ἔ­χω προ­λά­βει νὰ ἀ­φαι­ρέ­σω τὸ μαῦ­ρο ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες καὶ τὰ σπλά­χνα της; Πῶς φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα. Πῶς κου­ρά­στη­κα νὰ φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Α. Βε­λη­βα­σά­κη. Ποί­η­ση καὶ δι­ή­γη­μα, παραμύθια. Σπού­δα­σε μου­σι­κή, θέ­α­τρο, Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­χτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο) καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴ στι­χουρ­γι­κὴ καὶ ἔχει ἐ­κτε­νῆ προ­σω­πι­κὴ δι­σκο­γρα­φί­α. Βιβλίο της: Τὸ Μι­κρὸ Μυ­στι­κὸ τῆς Ζω­ῆς (ἔμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι, 2010). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀν­θο­λό­γιο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς-Δι­α­δρο­μὴ 2 (ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2017). Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα www.velivasaki.gr