Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Πηγὴ Κούτση: 50 τετραγωνικά


Πη­γὴ Κού­τση


50 τε­τρα­γω­νι­κά


ΥΠΝΗΣΑ ἀπότομα. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πῆ­ρα μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ὴ καὶ μὲ ἐ­πία­σαν τὰ κλά­μα­τα. Σὰν νὰ μὲ γέν­νη­σε ἡ μά­να μου ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου καὶ βρέ­θη­κα σὲ ἕ­να ἄ­γνω­στο γιὰ μέ­να μέ­ρος. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ ἤ­μουν καὶ για­τί βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ.

.       Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα.

.      Ση­κώ­θη­κα μὲ πό­νους. Εἶ­χα πια­στεῖ. Φῶς ἐ­λά­χι­στο ἀ­πὸ ἕ­να μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Ἔ­κα­νε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ στά­ζει καυ­τός. Κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς στα­μα­τη­μὸ πά­νω στοὺς ὤ­μους μου.

.      Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω τοὺς δι­α­κό­πτες ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε ρεῦ­μα. Ἔ­τρε­ξα φο­βι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλει­δω­μέ­νη. Ὁ ἱ­δρώ­τας ἄρ­χι­σε νὰ πα­γώ­νει πά­νω στὴν πλά­τη μου. Ἤ­μουν φυ­λα­κι­σμέ­νη; Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ πῶς βρέ­θη­κα ἐ­κεῖ καὶ ἡ ἀ­γω­νί­α ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς τὸ μυα­λό μου.

.      Ἄρ­χι­σα νὰ οὐρ­λιά­ζω μή­πως μὲ ἀ­κού­σει κα­νείς. Κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος.

.      Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ ἀ­πό­γνω­σης καὶ μό­λις συ­νῆλ­θα, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρι­ερ­γα­στῶ τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­μουν. Μιὰ μι­κρὴ κου­ζί­να, ἕ­να δω­μά­τιο, ἕ­να μπά­νιο μι­κρό, ἕ­να σα­λό­νι. Ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα πε­ρί­που 50 τε­τρα­γω­νι­κῶν.

.      Ἄ­νοι­ξα στὴν τύ­χη ἕ­να ντου­λά­πι νὰ βρῶ ἕ­να πο­τή­ρι. Γέ­μι­σα μὲ νε­ρὸ νὰ σβή­σω τὴ δί­ψα μου. Δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ βρί­σκο­μαι. Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου. Ὅ­λα στὴ θέ­ση τους. Πεν­τα­κά­θα­ρα. Κά­θι­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, μέ­σα στὴν κου­ζί­να.

.      Πε­ρί­με­να.

.      Πε­ρί­με­να μή­πως γί­νει κά­τι. Μή­πως ξε­κλει­δώ­σει κά­ποι­ος τὴν πόρ­τα. Πρέ­πει νὰ πέ­ρα­σα ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα κοι­τών­τας τὴ βρύ­ση. Τὴν ἄ­φη­σα νὰ στά­ζει λί­γο. Ὁ ἦ­χος τῆς στα­γό­νας ποὺ πέ­φτει μοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α. Μοῦ θύ­μι­ζε ὅ­τι δὲν ἔ­χω πε­θά­νει. Με­τροῦ­σα τὸ χρό­νο, ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νον­τας.

.      Ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας ἄλ­λος θό­ρυ­βος μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἦ­χος ἀ­πὸ ἕ­να πέ­ταγ­μα. Εἶ­χε μπεῖ μιὰ μύ­γα. Τί πα­ρά­ξε­νο! Ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κε αὐ­τὴ ἡ μύ­γα; Ση­κώ­θη­κα καὶ ἔ­ψα­χνα μὲ μα­νί­α νὰ βρῶ ἀ­πὸ ποῦ μπο­ρεῖ νὰ βρῆ­κε εἴ­σο­δο. Δὲν ἔ­βρι­σκα. Ἄρ­χι­σα νὰ τὴν κυ­νη­γά­ω μπᾶς καὶ τὴν ἀ­νάγ­κα­ζα νὰ φύ­γει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ ἦρ­θε. Νὰ δῶ ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δρα­πε­τεύ­σω καὶ ἐ­γώ. Αὐ­τὴ ἡ μύ­γα ἦ­ταν ἡ ὑ­πο­ψί­α μιᾶς ἐλ­πί­δας. Τί­πο­τα. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα.

.      Κου­ρά­στη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω ἕ­να μπά­νιο. Ἔ­ψα­ξα νὰ βρῶ πε­τσέ­τα. Τὴ βρῆ­κα. Ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μή­θη­κα. Δὲν ὀ­νει­ρεύ­τη­κα τί­πο­τα.

.      Ξύ­πνη­σα πά­λι στὸ ἴ­διο σπί­τι. Δὲν μπο­ροῦ­σα πά­λι νὰ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἄρ­χι­σα νὰ φω­νά­ζω μὲ ὅ­ση δύ­να­μη μπο­ροῦ­σα. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σα τοὺς τοί­χους. Πῆ­ρα ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ ἔ­σπα­σα μὲ δύ­να­μη, μή­πως κά­ποι­ος ἀ­κού­σει. Κα­νείς. Λι­πο­θύ­μη­σα. Ἔ­μει­να πολ­λὴ ὥ­ρα στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ ση­κω­θῶ. Προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ μὴν τρε­λα­θῶ. Νὰ μὴ χά­σω τὰ λο­γι­κά μου.

.      Ἄ­κου­σα πά­λι ἐ­κεί­νη τὴ μύ­γα. Εἶ­χε ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Ἡ μύ­γα δι­α­ο­λι­ζό­ταν στὸν χῶ­ρο, ἡ βρύ­ση ἔ­στα­ζε. Κά­τι εἶ­ναι καὶ αὐ­τό. Πα­ρέ­α.

.      Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἔ­τσι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λα­βαί­νω πό­τε εἶ­ναι πρω­ὶ καὶ πό­τε βρά­δυ. Μοῦ τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ἀ­χτί­δα φω­τὸς ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὸ μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι.

.      Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ ἄρ­χι­σα νὰ χά­νω τὸ κου­ρά­γιο μου. Ἔ­κλει­σα τὴ βρύ­ση καὶ σκό­τω­σα τὴν πα­λι­ο­μύ­γα. Ἤ­θε­λα κά­ποι­ον νὰ μι­λή­σω.

.      Βρῆ­κα κά­τι πο­λύ­χρω­μες κι­μω­λί­ες.

.      Ἄ­νοι­ξα τὸ κου­τί. Εἶ­δα τὰ χρώ­μα­τα. Ξε­κί­νη­σα νὰ ζω­γρα­φί­ζω τοὺς τοί­χους.

.      Ζω­γρά­φι­σα ἕ­ναν ἄν­τρα. Ἔ­πει­τα ἕ­να παι­δὶ καὶ ἕ­ναν κῆ­πο. Τί ὡ­ραῖ­α! Ἔ­νι­ω­σα τε­ρά­στια χα­ρὰ ὅ­ταν ὁ­λο­κλή­ρω­σα τὴ ζω­γρα­φιά μου. Τὰ χρώ­μα­τα ἔ­δω­σαν ζω­ὴ στὸ μουν­τὸ τοῖ­χο. Ἔ­φτια­ξα μιὰ δι­κιά μου οἰ­κο­γέ­νεια. Πάν­τα τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Νὰ ἔ­χω ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ ἕ­να παι­δί… Τὶ κα­λά!

.      Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς μι­λά­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς ἀ­κού­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ κά­νω σχέ­δια μα­ζί του. Ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λὰ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρά­ξε­νο σπί­τι. Ἄρ­χι­σα νὰ μὴ θέ­λω νὰ φύ­γω.

.      Τρα­γου­δοῦ­σα καὶ κα­νά­κευ­α τὸ παι­δί. Μα­γεί­ρευ­α γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο. Κά­να­με σχέ­δια γιὰ τὸ ποῦ θὰ πᾶ­με τὶς γι­ορ­τές, τὸ κα­λο­καί­ρι. Τοὺς ἀ­γά­πη­σα πο­λύ. Τοὺς γέ­λα­γα, τοὺς ἔ­κα­να ἀ­στεί­α. Συ­ζη­τοῦ­σα μα­ζί τους αὐ­τὰ ποὺ μὲ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν. Καὶ ἔ­φτια­χνα κά­θε μέ­ρα τὸν χρω­μα­τι­στό μου κῆ­πο.

.      Περ­νοῦ­σε ἔ­τσι ὁ και­ρός. Καὶ ἡ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ τά­ση γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἄρ­χι­σαν νὰ γί­νον­ται μα­κρι­νὴ ἀ­νά­μνη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω πιά.

.      Ἔ­γι­να ἕ­να μὲ τὸ σπί­τι. Καὶ οἱ ζω­γρα­φι­ές μου ζων­τά­νε­ψαν καὶ δὲν ἤ­μουν πιὰ μό­νη.

.      Τώ­ρα με­ση­μέ­ρια­σε καὶ ἔ­νι­ω­σα τὴν κοι­λιά μου πει­να­σμέ­νη. Ἔ­φα­γα ἕ­να πα­ξι­μά­δι ποὺ βρῆ­κα. Τὸ ἔ­φα­γα μὲ λαι­μαρ­γί­α καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι μοῦ κά­θε­ται στὸ λαι­μό. Πνί­γο­μαι. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ βγά­λω. Χά­νω τὶς αἰ­σθή­σεις μου. Κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι πε­θαί­νω. Κε­νό.

.      Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ ἀ­πό­το­μα. Πά­λι μὲ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ή. Πρέ­πει νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ γνω­ρί­ζω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος. Εἶ­ναι τὸ δι­κό μου σπί­τι. Ἦ­ταν ὄ­νει­ρο τε­λι­κά. Εἶ­μαι ἐ­κεῖ ποὺ θέ­λω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Γιάννης Πατσώνης: Χειμωνιάτικος ἥλιος


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος


ΤΑΝ Η ΩΡΑ λί­γο προ­τοῦ κλεί­σουν τὰ μα­γα­ζιά. Με­ρι­κοὶ εἴ­χα­νε κι­ό­λας κα­τε­βά­σει τὰ κε­πέγ­κια. Βι­α­στι­κὰ ψώ­νι­ζαν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι πε­λά­τες κι οἱ ἔμ­πο­ροι βι­α­στι­κὰ ζυ­γί­σα­νε, μὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν ὁ­μι­λί­ες. Μιὰ γριὰ ποὺ που­λοῦ­σε στὴ γω­νί­α μα­τσά­κια ἄ­νι­θο, με­τὰ βί­ας ἀ­νά­σαι­νε. Ὁ πά­γος εἶ­χε λι­ώ­σει πά­νω στοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ψά­ρια καὶ τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ πλα­γι­α­σμέ­να μάρ­μα­ρα.

        Στὸ κα­φε­κο­πτή­ριο γύ­ρι­ζε ἡ μη­χα­νὴ ποὺ ἄ­λε­θε κα­φέ. Στὰ κρε­ο­πω­λεῖ­α χα­σά­πη­δες μὲ μα­τω­μέ­νες τὶς ἄ­σπρες τους πο­δι­ὲς ξε­κρε­μοῦ­σαν τὰ κρέ­α­τα. Πά­νω σὲ κού­τσου­ρο ἕ­νας κα­θά­ρι­ζε ἐν­τό­σθια καὶ τά ‘­ρι­χνε στὶς γά­τες. Μα­νά­βη­δες γε­μί­ζα­νε μὲ ψα­λι­δό­χορ­τα τὰ τε­λά­ρα. Ἀ­πὸ τὸ σι­νε­μὰ πού ‘­χε προ­βο­λὲς πρω­ι­νές, βγῆ­κε ὁ μη­χα­νι­κὸς νὰ ξε­μου­διά­σει. Τὰ κα­ρού­λια τῆς ται­νί­ας γυ­ρί­ζα­νε ἀ­πὸ μό­να τους. Πιὸ πο­λὺ ἀ­κου­γό­ταν ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς πα­ρὰ τὰ λό­για τῆς ται­νί­ας – τί λό­για δη­λα­δή, πι­στο­λι­ὲς καὶ τρε­ξί­μα­τα. Ἕ­νας πω­λη­τὴς εἶ­χε ἁ­πλώ­σει πά­νω σ’ ἕ­να λυ­ό­με­νο κρε­βά­τι κο­σμή­μα­τα.

        — Ἔ­λα τι­μὲς λα­ϊ­κές, ἔ­λε­γε. Κο­χύ­λια μι­κρά, κο­χύ­λια με­γά­λα καὶ πο­λύ­χρω­μα.

        Ἕ­νας γέ­ρος ἔ­σπρω­χνε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι. Μά­ζευ­ε ἐ­φη­με­ρί­δες, χαρ­τιά. Τρι­σή­μι­ση δραχ­μὲς τὸ κι­λὸ τὰ που­λά­ω, μ’ εἶ­πε. Ἅ­μα δὲν μοῦ τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν, τὰ καί­ω στὴ σόμ­πα μου. Βγά­ζου­νε κά­πνα, μὰ τρα­βᾶ­νε τὴν ὑ­γρα­σί­α.

        Ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἀν­θο­πω­λεῖ­α ἦ­ταν πολ­λοὶ μα­ζε­μέ­νοι. Μί­α γυ­ναί­κα φώ­να­ζε. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει ἕ­να στε­φά­νι γιὰ κη­δεί­α μὰ τὰ λου­λού­δια ποὺ ἔ­βα­λε ὁ ἀν­θο­πώ­λης ἦ­ταν παρ­μέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες κη­δεῖ­ες. Φώ­να­ζε πὼς ἦ­ταν μα­ρα­μέ­να, ἔ­δει­χνε κλω­τσών­τας μὲ τὸ πό­δι της τὶς μὼβ ται­νί­ες. Τί νὰ τὰ κά­νω τὰ χρυ­σα­φέ­νια γράμ­μα­τα, ἔ­λε­γε, μὲ τέ­τοι­α σκου­πί­δια; Ὁ κύ­κλος γύ­ρω της στέ­νευ­ε. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν χά­νε­ται, φώ­να­ζε. Ὅ­λα γί­νον­ται ξα­νὰ στε­φά­νια. Στε­φά­νια γιὰ τὰ σό­για σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Σὰ νά ‘­λε­γε κά­ποι­ο ἐ­πί­μο­νο παι­δι­κὸ τρα­γού­δι. Αὐ­τό ‘­ναι γιὰ τὰ μοῦ­τρα σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Ὁ ἥ­λιος φα­νέ­ρω­νε στὸ πρό­σω­πό της κη­λί­δες, μου­τζοῦ­ρες ἤ­τα­νε; ἀ­πὸ κλά­μα­τα; Πάν­τως πρό­σε­ξα πὼς πά­νω στὰ μαῦ­ρα της ροῦ­χα εἶ­χε στα­γό­νες καὶ δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ σκο­νι­σμέ­να χέ­ρια.

        Προ­χώ­ρη­σα γιὰ νὰ φύ­γω. Πά­νω σ’ ἕ­να κα­ρό­τσι ποὺ κυ­λοῦ­σε μὲ ρό­δες, γυ­ρί­ζα­νε κα­σέ­τες. Ἕ­να τρα­γού­δι ἔ­φτα­νε. Ἴ­σως ν’ ἀλ­λά­ξεις κά­πο­τε μὰ ἐ­μέ­να πιὰ μὲ χά­νεις.

        Πῆ­ρα τὸ ἀ­στι­κό. Ἀ­πὸ τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο ἀ­νέ­βη­καν δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες. Κά­τι λέ­γα­νε γιὰ τὸν σκο­πὸ στὴν πύ­λη ποὺ δὲν χαι­ρέ­τη­σε κι ἔ­φα­γε φυ­λα­κὴ ἢ ποὺ χαι­ρέ­τη­σε ἀλ­λὰ δὲν φώ­να­ξε δυ­να­τά, κά­τι τέ­τοι­ο. Κα­θή­σα­νε δί­πλα ἀ­πὸ τὸν εἰ­σπρά­χτο­ρα. Σὲ λί­γο πι­ά­σα­νε συ­ζή­τη­ση γιὰ τὰ ἀ­θλη­τι­κά. Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἔ­βγα­λε μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ χτυ­πών­τας την, ἐ­δῶ ρέ, φώ­να­ζε, ἐ­δῶ θὰ γί­νει ὁ τά­φος σας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λοῦ­σαν, ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας εἶ­χε σω­πά­σει μὰ ξαφ­νι­κὰ φώ­να­ξε, ἕ­να βῆ­μα, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας ὄρ­θιος στὸν δι­ά­δρο­μο γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σει κι οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λά­σα­νε πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴν φο­ρά. Σι­γὰ-σι­γά, ἀ­δειά­σαν κι οἱ θέ­σεις. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­τέ­βη­καν στὴν στά­ση Πα­λαι­ὰ Δι­κα­στή­ρια. Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔ­τε πα­λιὰ οὔ­τε και­νούρ­για κτί­ρια. Μιὰ πλα­τεί­α σκαμ­μέ­νη μό­νο, φραγ­μέ­νη μὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ πα­νιὰ ἀ­πὸ τσου­βά­λια. Σκά­βον­τας γιὰ θε­μέ­λια εἴ­χα­νε βρεῖ νε­ρὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν κλεί­σα­νε. Ὅ­πως μὲ τοὺς ἀρ­ρώ­στους π’ ἀ­νοί­γον­τας τὴν κοι­λιὰ τους βρί­σκουν με­τα­στά­σεις. Τοὺς κλεί­νουν καὶ τοὺς στέλ­νουν σπί­τι γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Κά­πο­τε θὰ χτι­στεῖ ἡ πλα­τεί­α κι αὐ­τοὶ θὰ ‘­χουν πε­θά­νει.

        Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἅ­πλω­σε μπρο­στά του μιὰ πε­τσέ­τα κι ἔ­τρω­γε ψω­μὶ μὲ στα­φί­δες. Πό­σες στά­σεις ἔ­χει μέ­χρι τὸ τέρ­μα; τὸν ρώ­τη­σα. Πά­τη­σε ἕ­να κουμ­πί, ἄ­νοι­ξε ἡ πί­σω πόρ­τα καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­νῶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­κό­μη ἔ­τρε­χε. Τὸν εἶ­δα νὰ τρε­κλί­ζει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τά­χυν­ση. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κα­νε ἕ­να κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ τρι­γω­νι­κὴ νη­σί­δα καὶ φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα.

        — Τέρ­μα κύ­ριος, μοῦ εἶ­πε κοι­τά­ζον­τάς με μέ­σα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη.

        Κα­τέ­βη­κα. Ἦ­ταν τὸ τέρ­μα;

        Ὁ ἥ­λιος σὲ τύ­φλω­νε. Τὸ κρύ­ο τρυ­ποῦ­σε τὰ κόκ­κα­λα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982).

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­­βος, Ἀ­θή­να, 1982), Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984), Σκεῦος μετανοίας (ἐκδ. ἐν Πλῷ, Ἀ­θή­να, 2017) καὶ Ἀνεμοδεῖκτες στὴν Ἑπτάλοφο (ἐκδ. Καστανιώτης, Ἀ­θή­να, 2019).


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φω­κί­ω­νος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φω­κί­ω­νος


ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ κα­θι­σμέ­νος στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι κά­θε σού­ρου­πο καὶ χα­ζεύ­ει τοὺς δι­α­βά­τες, τὰ παι­δά­κια ποὺ παί­ζουν, τὰ κα­ρό­τσια μὲ τὰ ψώ­νια, τοὺς μα­γα­ζά­το­ρες νὰ μα­ζεύ­ουν τὴν πρα­μά­τεια τους. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του εἶ­ναι ἀ­πὸ και­ρὸ πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦν σπά­νια βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ σπί­τια τους ἢ ἀ­π’ τὸ ἵ­δρυ­μα ὅ­που μέ­νουν, ἀ­δέρ­φια δὲν ἔ­χει καὶ τὰ ἴ­χνη ἐ­κεί­νης τῆς κα­λο­συ­νά­της με­σό­κο­πης γυ­ναί­κας ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του ἔ­χουν ἀ­νε­ξή­γη­τα χα­θεῖ. Κα­πνί­ζει τὸ τσι­γά­ρο του πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη του ἡ­λι­κί­α —τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα πὼς τά­χα δὲν κα­τε­βά­ζει τὸν κα­πνὸ— καὶ συ­χνὰ πυ­κνὰ βγά­ζει τὸ μπλο­κά­κι του ὄ­χι γιὰ νὰ γρά­ψει —πά­ει και­ρὸς ποὺ πιὰ δὲν γρά­φει ποι­ή­μα­τα— μὰ γιὰ νὰ σκι­τσά­ρει πρό­χει­ρα μὲ τὸ μο­λυ­βά­κι κά­τι ποὺ τοῦ τρά­βη­ξε φευ­γα­λέ­α τὸ βλέμ­μα. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ ἐ­πι­τα­χύ­νουν τὸ βῆ­μα τους ἀρ­κε­τὰ μέ­τρα προ­τοῦ τὸν πλη­σιά­σουν —ἴ­σως ἡ ὄ­ψη του ἔ­χει γί­νει ἀλ­λό­κο­τη μὲ τὰ χρό­νια—, μο­νά­χα ὁ­ρι­σμέ­να παι­διά, ἂν στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τύ­χει καὶ βρε­θοῦν κον­τά του, τοῦ χα­μο­γε­λοῦν κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοί­γει τὸ τε­τρα­διά­κι του, σκί­ζει μιὰ σε­λί­δα στὴν τύ­χη καὶ τοὺς χα­ρί­ζει —ἀν­τα­πο­δί­δον­τας τὸ χα­μό­γε­λο— κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σκα­ρι­φή­μα­τά του. Μὲ τὸ ποὺ πέ­σει ἡ νύ­χτα, σμῆ­νος που­λιὰ πε­τᾶ­νε πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του ὥ­ρα πολ­λή, θαρ­ρεῖς πὼς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἡ συν­τρο­φιά του· κά­ποι­ο μά­λι­στα ἀ­π’ ὅ­λα —τὸ ἴ­διο κά­θε φο­ρά, αὐ­τὸ τὸ λα­βω­μέ­νο— χα­μη­λώ­νει τὰ σπα­σμέ­να του φτε­ρὰ καὶ μὲ τὸ ράμ­φος του τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ φα­λά­κρα, ὕ­στε­ρα κά­θε­ται στὸν ὦ­μο του κι ἐ­κεῖ­νος γυρ­νᾶ πρὸς τὸ μέ­ρος του, τοῦ γνέ­φει μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο ὅ­λο νό­η­μα καὶ γλυ­κὰ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Μαρία Τσολακούδη: Arte povera


Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη


Arte Povera


ΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ἦ­ταν μπηγ­μέ­νη στὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας κι ἀ­πὸ κά­τω ἦ­ταν στε­ρε­ω­μέ­νο ἕ­να δί­χτυ ψα­ρέ­μα­τος ποὺ ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Πά­νω στὸ δί­χτυ ἦ­ταν καρ­φι­τσω­μέ­να ἕ­να πλῆ­θος ἑ­τε­ρό­κλη­των ἀν­τι­κει­μέ­νων. Στά­θη­κα καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν.

        Ἕ­νας ψη­λὸς με­σό­κο­πος ἄν­τρας βγῆ­κε στὴ βε­ράν­τα. Φο­ροῦ­σε φόρ­μα γυ­μνα­στι­κῆς καὶ παν­τό­φλες.

        — Μπο­ρῶ νὰ βγά­λω φω­το­γρα­φί­ες; τὸν ρώ­τη­σα δεί­χνον­τας τὸ δί­χτυ.

        — Ὅ­ποι­ος περ­νᾶ αὐ­τὸ κά­νει. Ντό­πιοι καὶ του­ρί­στες. Οὔ­τε ποὺ ρω­τᾶ­νε.

        Κα­τέ­βη­κε τὰ λί­γα σκα­λο­πά­τια ποὺ τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στά­θη­κε δί­πλα μου.

        — Αὐ­τό, εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης, εἶ­ναι ἡ καρ­διὰ τοῦ παι­διοῦ μου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Βγαί­νω ἔ­ξω τα τα­κτο­ποι­ῶ, τοὺς ἀλ­λά­ζω θέ­ση ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μπαί­νω στὸ σπί­τι καὶ μι­λῶ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἀλ­λὰ μή­πως ἀ­πάν­τη­σαν πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν;

        Ἔ­φυ­γα βι­α­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ τρα­βή­ξω φω­το­γρα­φί­ες. Ἔ­τσι πα­ρα­θέ­τω ἀ­πὸ μνή­μης. Ὑ­πῆρ­χαν: τὸ δί­χτυ, μιὰ μπά­λα πο­δο­σφαί­ρου, ἕ­να σω­σί­βιο, κου­βα­δά­κι καὶ φτυ­α­ρά­κι, ἕ­να καύ­κα­λο χε­λώ­νας, ση­μαιά­κι τοῦ Ὀ­λυμ­πια­κοῦ, ρό­δα πο­δη­λά­του, εἰ­κο­νί­τσα τῆς Πα­να­γί­ας, κυ­πε­λά­κι πα­γω­τοῦ καί, στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης μιὰ καρ­διὰ ἀ­πὸ γύ­ψο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη (Λῆ­μνος). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο της βιβλίο: Γραμ­μα­τι­κὴ (διηγήματα, ἐκ­δ. Τό­πος, 2009).


Τίνα Κωτσιοπούλου: Ὑποκατάστατα


Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου


Ὑ­πο­κα­τά­στα­τα


 ΚΥΡΙΑ μὲ τὸ σκυ­λά­κι βγά­ζει τὴν ζω­ή της βόλ­τα κά­θε μέ­ρα. Μί­α τὸ πρω­ῒ καὶ μί­α τὸ βρά­δυ. Στα­μα­τᾶ σὲ κά­θε δέν­τρο ψά­χνον­τας ἴ­χνη πα­ρου­σί­ας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τὴν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται οἰ­κεί­α. Ἀ­να­κου­φί­ζε­ται, χα­μο­γε­λᾶ σὲ ὅ­λους τοὺς πε­ρα­στι­κούς.

         Σκύ­βει καὶ μα­ζεύ­ει τὰ πε­ρι­τώμ­μα­τα. Εὐ­τυ­χῶς δὲν εἶ­ναι πολ­λά. Ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς συ­νή­θειας. Τρα­βά­ει τὸ χρό­νο ἀ­π’­ τὸ λου­ρί. Κα­θα­ρί­ζει ἐ­πι­με­λῶς τὴν ἐ­φα­πτό­με­νη ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν θέ­λει νὰ εἰ­σέλ­θει τί­πο­τα στὸ γυ­ά­λι­νο κό­σμο της. Τὸ κολ­λά­ρο τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου ἔ­ρω­τά της γρά­φει ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α. Εἶ­ναι σί­γου­ρο ἄλ­λω­στε πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ χα­θεῖ καὶ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το. Ἐ­κεί­νη ἔ­χει χα­θεῖ ἀ­πὸ και­ρό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου (Κύθηρα). Γράφει ποίηση καὶ μικρομυθοπλασία. Διδάσκει ἀγγλικά στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στὴν ἀνθολογία Δείπνο Ποιητών (Ἐντύποις, 2017).


Δημήτρης Τούλιος: Βούρκωμα


Τού­λιος Δη­μή­τρης


Βούρ­κω­μα

 

ΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ πα­ρὰ νὰ βρί­σκε­σαι ἐ­κεῖ… δή­λω­νε καὶ τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Προ­πέ­της Σά­ι­λυ. Τὴν ἔ­πα­θε κι αὐ­τὸς ὅ­πως κάμ­πο­σοι ἄλ­λοι ποὺ χά­ζευ­αν, μὲ τὶς ὧ­ρες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς νύ­χτες, τὸ φεγ­γά­ρι νὰ λάμ­πει ξε­κά­θα­ρα καὶ νὰ προ­κα­λεῖ.

Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, οἱ δι­α­κο­πὲς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ Σά­ι­λυ ἄ­ρα­ζε στὴν πιά­τσα μο­νά­χος. Κά­πνι­ζε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ δεύ­τε­ρο πα­κέ­το του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον πε­λά­τη. Ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ ζε­στὸ ψω­μί. Τὴν ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζὶ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ βρά­δυ. Καὶ ὅ­πως τό­τε, κοι­τοῦ­σε τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ κι ἀ­πό­ψε ἔ­λαμ­πε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σὰ δυ­νά­στης στὸν οὐ­ρα­νό.

        Τό­τε ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος στὴν πόρ­τα. Ἕ­νας ἀλ­λό­κο­τος τύ­πος μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζος στὸ τα­ξὶ σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι.

        Αἰφ­νι­δι­α­σμέ­νος, ἀλ­λὰ πάν­τα ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ὁ Προ­πέ­της δὲ δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, μὰ πο­λὺ εὐ­γε­νι­κὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­σμε­νο ἐ­πι­σκέ­πτη νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό.

        «Φεγ­γά­ρι πη­γαί­νω.»

        «Ναί, κα­λὰ φί­λε, κα­λὸ τὸ ἀ­στεῖ­ο.»

        «Φεγ­γά­ρι, λέ­με!»

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­ξυ­σε λί­γο το κε­φά­λι του. Μπᾶς κι ἐν­νο­οῦ­σε κα­νέ­να κλὰμπ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲ γνώ­ρι­ζε;

        «Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τό;» τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει.

        «Πᾶ­με ἀ­πὸ ‘δῶ καὶ θὰ σοῦ πῶ.»

        Ὁ Προ­πέ­της ξε­κί­νη­σε σὰ μα­γε­μέ­νος. Ὁ ἄ­γνω­στος τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μὲ θαυ­μα­στὴ ἀ­κρί­βεια. Ὅ­σο προ­χω­ροῦ­σαν μέ­σα στὴ νύ­χτα τό­σο τὰ κτί­ρια μει­ώ­νον­ταν μὲ θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο σὰν νὰ τὰ κα­τά­πι­νε ἀ­ό­ρα­τος δρά­κος. Οἱ δρό­μοι ἔ­μοια­ζαν καὶ τοῦ ἦ­ταν τε­λεί­ως ἄ­γνω­στοι. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­γι­νε σι­γὰ-σι­γὰ χα­λι­κό­δρο­μος ἐ­νῶ βρά­χια ἐμ­φα­νί­στη­καν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν. Χά­θη­κε ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ τα­ξι­τζῆ. Τὸ GPS ἔ­σβη­σε νε­κρὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή. Μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη σκο­τει­νιὰ ἀ­κου­γό­ταν μό­νο ἡ φω­νὴ τοῦ ἐ­πι­βά­τη. Σκλη­ρή, ψυ­χρή, ἀ­πό­λυ­τη. Τα­ξί­δευ­αν σὰ μέ­σα στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ λί­θου, τὰ πάν­τα πέ­τρι­να γύ­ρω.

        Ὅ­μως ἡ ἀ­νά­σα του στὸ σβέρ­κο τοῦ τα­ξι­τζῆ εἶ­χε κά­τι ἀ­πὸ τὴ μα­μὰ λύ­και­να πρὸς τὰ κου­τά­βια της. Καὶ σὲ λί­γο μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ψύ­χρα εἰ­σέ­βαλ­λε ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Εἶ­χαν φτά­σει φεγ­γά­ρι, μά­λι­στα. Τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σαν οἱ λακ­κοῦ­βες. Κα­τέ­βη­καν. Ὁ Σά­ι­λυ δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ζη­τή­σει κό­μι­στρο, πό­σο μᾶλ­λον, ἐ­ξη­γή­σεις. Ἄλ­λω­στε τοῦ ἔ­φτα­νε ποὺ ἀ­νά­σαι­νε καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τά του δὲν εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Τρί­χες τὰ ὅ­σα γνώ­ρι­ζαν πε­ρὶ ἐλ­λεί­ψε­ως ὀ­ξυ­γό­νου καὶ τὰ ρέ­στα. Ὕ­στε­ρα εἶ­δε κι ἐ­κεί­νη. Βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ ἕ­να κρα­τή­ρα κι ἔ­κα­νε μπά­νιο στὸ γα­λά­ζιο νε­ρό του. Ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ ἔγ­χρω­μο ση­μεῖ­ο τῆς Σε­λή­νης ἂν ἑ­ξαι­ροῦ­σες τὸ βυσ­σι­νὶ τα­ξί. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Δέ­σμες φω­τὸς ἀ­νά­βλυ­ζαν ἀ­π’ ὅ­λες τὶς τρύ­πες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ κα­θό­τι τύγ­χα­νε καὶ αὐ­τό­φω­το!

        Ἡ Κάλ­λια φά­νη­κε νὰ αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο χα­μο­γε­λοῦ­σε σὰ νὰ ἤ­ξε­ρε τί θὰ συμ­βεῖ. Ὁ Σά­ι­λυ πῆ­γε νὰ βου­τή­ξει στὸ γα­λά­ζιο βοῦρ­κο μὲ τὴν πα­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­νη του. Ἀλ­λὰ τὸ χέ­ρι τοῦ ἐ­πι­βά­τη τὸν ἐμ­πό­δι­σε.

        «Ἐ­σύ, βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ μό­νο γιὰ νὰ μὲ κου­βα­λή­σεις. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι μα­ζί μου τώ­ρα.» τοῦ ἐ­ξη­γή­θη­κε. Καὶ ἀ­φοῦ γδύ­θη­κε, ἔ­πε­σε μέ­σα στὸ γα­λά­ζιο κι ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε μα­ζί της.

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­νι­ω­σε τό­σο μό­νος ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὴ γῆ. Τοῦ φά­νη­κε ὑ­πέ­ρο­χη ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.

        Ἄς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἐ­πι­βά­της, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε μὲ τὸ κο­ρί­τσι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε πά­λι στὸ τα­ξὶ καὶ εἰ­σέ­πρα­ξε ὄ­χι καὶ λί­γα «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πὸ τὸν πλη­γω­μέ­νο πλὴν ὅ­μως ἀ­να­κου­φι­σμέ­νο τα­ξι­τζή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βιβλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).