Νάνσυ Ἀγγελῆ: Συνέντευξη



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Συ­νέν­τευ­ξη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ πρω­ι­νὸ ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς δι­έ­σχι­σε ἀ­έ­ρι­νά τὸ λόμ­πυ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου φτά­νον­τας ὣς τὸ μπάρ. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη πα­ραγ­γεί­λει τὸν κα­φέ μου, εἶ­χα σταυ­ρώ­σει τὰ πό­δια μου καὶ πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Φο­ροῦ­σα τα­γι­έρ. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κῶν αὐ­τὸ ση­μαί­νει μιὰ φού­στα κι ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Τὸ τα­γι­ὲρ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ γυ­ναι­κεί­α ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀν­τρι­κοῦ κου­στου­μιοῦ.  Προσ­δί­δει ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ κύ­ρος καὶ σο­βα­ρό­τη­τα  – ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πᾶν. Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να, τὴ ζω­ὴ κα­θαυ­τή, τὸ πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­στη­κα γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στῶ, τὸ ἂν ἔ­χω παι­διὰ ἢ σύ­ζυ­γο ἢ τὸ πό­σο μοῦ κό­στι­σε —σὲ χρό­νο καὶ χρῆ­μα— τὸ τα­ξί­δι μέ­χρι τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, παίρ­νον­τας ἕ­να τα­ξί, ἕ­να με­τρὸ καὶ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δὲν κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον κα­νε­νός. Τὸ ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ γυ­ναί­κα μέ­σης ἡ­λι­κί­ας μὲ τά­ση γιὰ ἀκ­μὴ ἢ τὸ ὅ­τι βά­φω τὰ μαλ­λιά μου, ἐν­δι­α­φέ­ρει πρω­τί­στως τὶς ἑ­ται­ρεῖ­ες καλ­λυν­τι­κῶν κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ες ἀ­π’ τὶς λε­γό­με­νες τη­λε­θε­ά­τρι­ες. Ὅ­σο γιὰ τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρα­βών­τας μιὰ κα­ρέ­κλα, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω πὼς τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν τῆς κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Τὸ δέρ­μα μου ἢ τὰ μαλ­λιά μου ἢ τὸ πὼς ζῶ. Τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅ­πως κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως καὶ τὶς τη­λε­θε­ά­τρι­ες, τὸ δι­κό της στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λά της μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κό της δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρα­σμέ­νο σὲ γνω­στὴ κο­σμι­κὴ γει­το­νιά.

       Ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς πα­ραγ­γέλ­νει κα­φὲ καὶ σταυ­ρώ­νει τὰ δι­κά της πό­δια. Φο­ρᾶ παν­τε­λό­νι. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν αὐ­τὸ ση­μαί­νει «εἶ­μαι μον­τέρ­να, ἄ­νε­τη καὶ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση». Στὴ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη. Ἡ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις κι ἐκ­φάν­σεις. Συ­χνά, ἀ­κό­μα καὶ σὲ λέ­ξεις. Συ­χνά, οἱ ἄν­τρες σω­παί­νουν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες μι­λοῦν μὲ βά­θος κι εὐ­γλωτ­τί­α. Λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σω­παί­νουν οἱ γυ­ναῖ­κες. Ὅ­σο γιὰ τοὺς ἄν­τρες, ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς πιὸ γραμ­μι­κή, ἄς ποῦ­με πιὸ εὐ­θύ­βο­λη. Καὶ πιὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἐ­δῶ βέ­βαι­α ἐ­πρό­κει­το νὰ συ­νο­μι­λή­σου­με δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἄ­γνω­στες, σύγ­χρο­νες γυ­ναῖ­κες. Ἀ­γνώ­στου προ­ε­λεύ­σε­ως ἢ ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ φω­τι­στεῖ μὲ τὴν κου­βέν­τα. Ἡ κου­βέν­τα ἐ­πρό­κει­το νὰ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ συ­νεν­τεύ­ξε­ως. Συ­νέν­τευ­ξη εἶ­ναι συ­νή­θως μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ κοι­νό­τυ­πα ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ γί­νον­ται σὲ μὴ κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­χθεῖ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους πό­σο κοι­νό­τυ­ποι εἶ­ναι τε­λι­κὰ αὐ­τοὶ οἱ μὴ κοι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κοι­νοὶ θνη­τοὶ ἀ­π’ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν παίρ­νει συ­νή­θως συ­νεν­τεύ­ξεις κα­νείς.

       Κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση. «Βρί­σκε­στε ἐ­δῶ γιὰ τὰ γυ­ρί­σμα­τα τῆς νέ­ας σας ται­νί­ας. Πῶς σᾶς φαί­νον­ται οἱ ντό­πιοι; Σᾶς λεί­πει ἡ πα­τρί­δα σας;» Μοῦ ἀ­παν­τά­ει πὼς οἱ ντό­πιοι εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χοι ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χει γνω­ρί­σει εἶ­ναι φι­λι­κοὶ κι ἐγ­κάρ­διοι. Ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα της τῆς λεί­πει ὁ σκύ­λος της καὶ ἡ συν­νε­φιά. Μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται πὼς δὲν ξέ­ρει νὰ εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὴ ἢ σκε­φτι­κὴ μὲ τό­σο ἥ­λιο. Τὶς Κυ­ρια­κὲς βα­ρι­έ­ται. Ἐ­πί­σης, λό­γῳ φω­τός, ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­ες. Τῆς λέ­ω πὼς εἶ­ναι ἁ­πλῶς θέ­μα συ­νή­θειας, τὸ φῶς ἢ τὸ σκο­τά­δι, καὶ μέ­σα μου σκέ­φτο­μαι πό­σο προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός.

       Ἡ ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἡ­ρω­ί­δα ποὺ ὑ­πο­δύ­ε­ται. Πρό­κει­ται βέ­βαι­α γιὰ μιὰ σού­περ­γου­μαν. «Πι­στεύ­ε­τε στοὺς ὑ­πε­ρή­ρω­ες καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ γνώ­μη σας γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα;» λέ­ω τρα­βών­τας μιὰ ρου­φη­ξιὰ κα­φέ. Σκέ­φτε­ται γιὰ λί­γα λε­πτὰ σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ συν­ται­ριά­ξει τὶς σκέ­ψεις μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ λέ­ει κά­τι ποὺ φαί­νε­ται ἁ­πλό, ἕ­ως καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὸ βί­ω­μα. Λέ­ει, «Σου­πε­ρή­ρω­ας εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­αυ­τός του». «Οἱ γυ­ναῖ­κες», συμ­πλη­ρώ­νει, «σπά­νια ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α». Στὸ μυα­λό μου, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ὑ­πε­ράν­θρω­που μὲ κά­πα καὶ κο­λὰν ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τοῦ ἐ­αυ­τοῦ στὸ μέ­σο μιᾶς τα­ρά­τσας. Σὰν ἄλ­λος Σί­συ­φος. Με­τά, μί­α γυ­ναί­κα ποὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζω, κον­τού­λα καὶ λε­πτή, ση­κώ­νει τὸ βά­ρος ἑ­νὸς σπι­τιοῦ γε­μά­το ἑ­αυ­τοὺς στὸ μέ­σο μιᾶς κου­ζί­νας.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ νέ­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ μου μὲ σφο­δρό­τη­τα: «Πῶς νι­ώ­θε­τε γιὰ τὴ μη­τρό­τη­τα; Εἶ­ναι μέ­ρος τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας;» Ὁ­μο­λο­γεῖ πὼς τὴν μπερ­δεύ­ει ὁ ὅ­ρος «σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα» κι ὅ­σο γιὰ τὸν ὄ­ρο «ταυ­τό­τη­τα», «δὲν εἶ­ναι κά­πως ξε­πε­ρα­σμέ­νος;», ρω­τᾶ. «Ἡ γυ­ναί­κα» συ­νε­χί­ζει, «πάν­τα εἶ­ναι σύγ­χρο­νη. Ἐ­ρή­μην της ἢ ὄ­χι εἶ­ναι πάν­τα ἀρ­χέ­τυ­πο. Νὰ μιὰ ταυ­τό­τη­τα. Ὅ­σο γιὰ μέ­να… Ὤ, πα­ρα­μέ­νω πάν­τα παι­δί». Τὸ χα­μό­γε­λό της ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴ δή­λω­ση ποὺ εἶ­ναι ἄλ­λη μί­α ὁ­μο­λο­γί­α ταυ­τό­τη­τας.

       Μὲ τὴ σει­ρά μου, ὁ­μο­λο­γῶ στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­συρ­θῶ ἀ­πὸ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς εἶ­μαι ἴ­σως κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου ταυ­τό­τη­τα, τὴ δι­κή μου στε­νὴ πε­ρι­χά­ρα­ξη μέ­σα σὲ ὅ­ρους ὅ­πως «τα­γι­έρ», «συ­νέν­τευ­ξη», «νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ός». Τὸ στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα πό­σο πραγ­μα­τι­κὰ κα­θο­ρί­ζουν τὴ γυ­ναί­κα ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου; (Εἶ­μαι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὁ ρό­λος μου εἶ­ναι νὰ θέ­τω ἐ­ρω­τή­σεις.)

       Ὅ­ταν ὁ κά­με­ρα­μαν κα­τα­φτά­νει, ἡ πραγ­μα­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη ἀρ­χί­ζει. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση: «Πρό­σφα­τα ἀ­να­κη­ρυ­χθή­κα­τε ἡ πιὸ σέ­ξι γυ­ναί­κα τῆς χρο­νιᾶς. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό τῆς ὀ­μορ­φιᾶς σας;»


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Μα­ρί­α Δρι­μῆ: Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των



Μα­ρί­α Δρι­μῆ


Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των


Α ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ἔ­χα­σκαν ἄ­δεια σὰν πει­να­σμέ­να στό­μα­τα. Πρώ­τη φο­ρὰ φαι­νό­ταν ὁ πά­τος τους, ἀ­νοιγ­μέ­νος σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α. Λί­γο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γλι­στροῦ­σαν τὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ πά­νω στὰ κά­τω συρ­τά­ρια. Δί­πλα στὴν πόρ­τα ἦ­ταν στοι­βαγ­μέ­νες πέν­τε με­γά­λες σκου­πι­δο­σα­κοῦ­λες. Ὁ Ἄ­γης μά­ζε­ψε τὰ στυ­λό του καὶ τὰ ἔ­χω­σε στὴ μα­κρό­στε­νη ὑ­φα­σμά­τι­νη κα­σε­τί­να. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο σκε­φτι­κός. Ξα­νά­νοι­ξε τὴν κα­σε­τί­να κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να μαῦ­ρο Parker. Ἡ σε­λί­δα Α4 ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὸ γρα­φεῖο. Ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτη ἡ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὰ ἔν­τυ­πα αἰ­τή­σε­ων· μό­νο οἱ λέ­ξεις ἦ­ταν ἄλ­λες: αἴ­τη­ση συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης. Ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, λο­ξὴ καὶ κυ­μα­τι­στή, σὰν γιρ­λάν­τα. Ἔ­κα­νε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ὑ­πο­γρα­φὴ ἀ­π’ ὅ­λους τους συ­να­δέλ­φους.

       Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των. Τριά­ντα πέν­τε χρό­νια στὸ ἴ­διο γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­γρα­φε χα­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να. Εἶ­χε δι­ο­ρι­στεῖ ἐ­κεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, σὰν μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Εὔ­κο­λη δου­λειά, ρου­τι­νι­ά­ρι­κη καὶ ταυ­τό­χρο­να χρή­σι­μη. Ὁ κό­σμος ἔ­χα­νε ὅ,τι δὲν φαν­τά­ζε­ται κα­νείς· ἀ­πὸ στυ­λό, ρο­λό­για καὶ πορ­το­φό­λια μέ­χρι πο­δή­λα­τα, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἄ­λο­γα. Ὁ το­μέ­ας τους ἀ­σχο­λι­ό­ταν μὲ μι­κρὰ ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Ἄ­γης πα­ρα­λάμ­βα­νε τὶς δη­λώ­σεις ἀ­πώ­λειας, τοὺς ἔ­δι­νε κω­δι­κὸ καὶ τὶς τα­ξι­νο­μοῦ­σε μὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ σὲ με­γά­λα ντο­σι­έ. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α ψη­φι­ο­ποι­ή­θη­κε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ χαρ­τιά, ντο­σι­ὲ καὶ κω­δι­κοί, ἀλ­λὰ ὑ­πο­λο­γι­στές, ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ ἀρ­χεῖ­α καὶ barcodes. Ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες χα­μέ­να μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να εἶ­χε κα­τα­γρά­ψει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ὁ Ἄ­γης. Ἡ μι­σή του ζω­ὴ ἦ­ταν τὰ ἀ­πο­λε­σθέν­τα τῶν ἄλ­λων.

       Πά­ει και­ρὸς ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ γέ­ρος ποὺ σύ­χνα­ζε στὰ γρα­φεῖ­α τους. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, σχε­δὸν κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα, πάν­τα τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Θε­ο­πά­λα­βος. Πό­τε εἶ­χε χά­σει ἕ­ναν χρό­νο ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του καὶ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια νὰ τὸν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, πό­τε τοῦ εἶ­χε ξε­γλι­στρή­σει μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο τὸ ὄ­νει­ρο στὸν ὕ­πνο. Μιὰ μέ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι χά­θη­καν οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. «Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ βλέ­πε­τε εἶ­ναι ὁ­μοι­ώ­μα­τα», ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.

       Στὸ γρα­φεῖ­ο τὸν ἔ­κα­ναν χά­ζι. «Πά­λι ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ χα­μέ­νος. Ἄ­γη, ἀ­νά­λα­βέ τον», τοῦ ἔ­λε­γε ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ὁ Ἄ­γης τὸν ἔ­βα­ζε νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἄ­νοι­γε δῆ­θεν τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ κα­τα­γρά­ψει τὸ ἀ­πο­λε­σθὲν τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὁ γέ­ρος εἶ­χε γα­λα­νὰ μά­τια καὶ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι φο­ροῦ­σε τὴν ἴ­δια λε­ρὴ κα­παρ­ντί­να, μό­νο ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι τὴν ἔ­βγα­ζε καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν μύ­ρι­ζε. Ὁ Ἄ­γης δὲν ἄν­τε­χε τὴν ξι­νί­λα τοῦ ἱ­δρώ­τα.

       «Τί χά­σα­τε σή­με­ρα;»

       Μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ γέ­ρος ἄρ­χι­ζε ἕ­ναν μο­νό­λο­γο χω­ρὶς τέ­λος, γιὰ τὰ χα­μέ­να του χρό­νια καὶ τὸ πε­θα­μέ­νο του παι­δί, τὴ «Χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη» τοῦ Τσίρ­κα, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­γε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ὕ­στε­ρα χά­νε­ται. Ὁ Ἄ­γης ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γε δι­α­σκε­δά­ζον­τας κι ἄλ­λο­τε ἔ­κα­νε πὼς γρά­φει κι ἔ­παι­ζε σκά­κι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ὁ γέ­ρος ἦ­ταν κον­τὰ στὴ δι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νον κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «γέ­ρο», ὅ­λοι τὸν ἔ­λε­γαν Ἄ­γη. Φο­βό­ταν ὅ­τι θὰ τὸν ἔ­τρω­γε στὴ μά­πα μέ­χρι τὴ σύν­τα­ξη, ὅ­μως νὰ ποὺ ὁ γέ­ρος τὸν πρό­λα­βε, τερ­μά­τι­σε πρῶ­τος. Καὶ νά, ἐ­πί­σης, ποὺ τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α εἶ­χε φτά­σει νὰ τοῦ λεί­πει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι, χω­ρὶς τὸ κα­κο­σου­λού­πω­το σῶ­μα μὲ τὴν κα­παρ­ντί­να, ἔ­στε­κε ἄ­δεια καὶ ἀ­μή­χα­νη.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ γύ­ρω του, μὴν εἶ­χε ξε­χά­σει τί­πο­τα. Ἔ­βα­λε τὴν κα­σε­τί­να στὴν τσάν­τα του καὶ ξε­κρέ­μα­σε τὴν κα­παρ­ντί­να του ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο. Ἔ­κα­νε ζέ­στη, δὲν τὴ φό­ρε­σε. Πῆ­ρε τὸ ἔν­τυ­πο τῆς πα­ραί­τη­σης, νὰ τὸ κα­τα­θέ­σει στὴ γραμ­μα­τεί­α φεύ­γον­τας.

       Τὸ κτή­ριο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κα­ναν τη­λερ­γα­σί­α. Στὴ γραμ­μα­τεί­α ὑ­πῆρ­χε μό­νο μί­α ὑ­πάλ­λη­λος. Δὲν τὴν ἤ­ξε­ρε, μᾶλ­λον και­νού­ρια. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­χρω­μη μά­σκα, τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­παν σὰ νὰ εἶ­χε κλά­ψει.

       «Αἴ­τη­ση ἀ­δεί­ας;» τὸν ρώ­τη­σε.

       «Ὄ­χι. Πα­ραί­τη­ση λό­γω συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης.»

       «Μά­λι­στα» τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Πέ­ρα­σε τὰ στοι­χεῖ­α τῆς αἴ­τη­σης στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ἔ­γρα­φε γρή­γο­ρα, λὲς καὶ τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν ξαφ­νι­κὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­χαν ξα­μο­λη­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρα πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο. «Εἶ­στε ἕ­τοι­μος» τοῦ εἶ­πε. «Κα­λὴ συ­νέ­χεια.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­γης.

       Πῆ­ρε τὴ σκά­λα τῆς κα­θό­δου. Συ­νή­θως ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­σαν­σέρ, ὅ­μως σή­με­ρα δὲν βι­α­ζό­ταν. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε, ἔ­ρι­χνε μα­τι­ὲς ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ στὶς γνώ­ρι­μες πόρ­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἦ­ταν κλει­στές. Φαν­τά­στη­κε τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ γύ­ρι­ζε ὡς ἐ­πι­σκέ­πτης γιὰ νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἀν­τι­κα­τα­στά­τη του. Εἶ­χαν ἤ­δη προ­κη­ρύ­ξει τὴ θέ­ση. Μὲ σχε­δὸν τρε­λὴ χα­ρὰ πρό­σμε­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κα­θό­ταν στὴν ἀ­δεια­νὴ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ πα­λιό του γρα­φεῖ­ο, κρα­τών­τας τὴν κα­παρ­ντί­να δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του, καὶ θὰ δή­λω­νε ὅ­λα τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ποὺ ἔ­χα­σε μέ­σα στὸ Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Δρι­μῆ (Ἀ­θή­να, 1968). Ἰ­α­τρὸς Ἐν­τα­τι­κο­λό­γος σὲ Μο­νά­δα Ἐν­τα­τι­κῆς Θε­ρα­πεί­ας τοῦ ΕΣΥ καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ (κα­τεύ­θυν­ση Με­σαι­ω­νι­κῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὸ θέ­α­τρο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­λεύ­θε­ρα τὰ θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα: Ἐν τό­πῳ χλο­ε­ρῷ (2019), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (2020), Ἀ­πὸ ἕ­δρας (2020). Τὸ θε­α­τρι­κό της ἔρ­γο Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες (2020) ἀ­πέ­σπα­σε τρί­το βρα­βεῖ­ο στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ «Σὲ κλει­στὸ κύ­κλο» τῆς Ἕ­νω­σης Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων Κύ­πρου.


Ἡρὼ Σκάρου: Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα


Ἡ­ρὼ Σκά­ρου


Ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα


ΝΑΚΑΘΙΣΕ κι ἔψαξε ψη­λα­φι­στὰ μὲ τὰ πό­δια γιὰ τὶς παν­τό­φλες του. Ἀ­φοῦ δὲν τὶς βρῆ­κε, ἄ­νοι­ξε τὸ πορ­τα­τὶφ καὶ κοί­τα­ξε τὸ πά­τω­μα. Δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Ἡ ρόμ­πα του κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λά­ρι. Τὴ φό­ρε­σε καὶ πά­τη­σε ξυ­πό­λη­τος στὸ παρ­κέ. Βρῆ­κε τὶς παν­τό­φλες στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Τε­λευ­ταῖα τὰ πράγ­μα­τα ἄλ­λα­ζαν θέ­σεις. Ἀλ­λοῦ τὰ ἄ­φη­νε κι ἀλ­λοῦ τὰ ἔ­βρι­σκε. Τὰ γυα­λιά του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Κά­θε βρά­δυ τὰ ἔ­βα­ζε στὴ θή­κη τους καὶ μέ­σα στὸ συρ­τά­ρι. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ τὰ ἔ­βρι­σκε μὲ τοὺς βρα­χί­ο­νες ἀ­νοι­χτοὺς πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο. Ἔ­τσι τὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πάν­τα ἐ­κεί­νη· εὔ­και­ρα γιὰ ὅ­ταν εἶ­χε ἀϋ­πνί­ες κι ἤ­θε­λε νὰ δι­α­βά­σει τὴ Βί­βλο. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος ὅ­μως κοι­μό­ταν μιὰ χα­ρά. Μο­νά­χα γιὰ νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα ση­κω­νό­ταν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ξά­πλω­νε πάν­τα στὴν πλευ­ρὰ ποὺ ἦ­ταν πιὸ κον­τὰ στὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη δὲν ση­κω­νό­ταν τὴ νύ­χτα. Δὲν ἔ­πι­νε βέ­βαι­α καὶ πο­λὺ νε­ρό. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος τῆς τὸ θύ­μι­ζε συ­χνά· τὸ εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ για­τρός. Τῆς πή­γαι­νε τὸ πο­τή­ρι γε­μά­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἴ­σα ποὺ ἔ­παιρ­νε με­ρι­κὲς γου­λι­ὲς γιὰ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ χά­πια της. Τώ­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος τὸ κου­τί της γιὰ τὰ φάρ­μα­κα. Κά­θε μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας σὲ ξε­χω­ρι­στὴ θή­κη. Τὸ ἔ­κα­νε για­τί μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ συ­νέ­βαι­ναν φο­βό­ταν πὼς ἴ­σως, λό­γω ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ξε­χνά­ει. Στὸ μπά­νιο, εὐ­τυ­χῶς, δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ πολ­λὰ γιὰ νὰ μπερ­δευ­τοῦν. Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά του, σκού­ρα μπλέ, ἂν δὲν βρι­σκό­ταν στὸ πο­τή­ρι θὰ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν νι­πτή­ρα. Ἡ δι­κή της ἦ­ταν ἀ­νέγ­γι­χτη στὴ θέ­ση της. Τὶς ἄλ­λα­ζε πάν­τα καὶ τὶς δύ­ο κά­θε πρώ­τη τοῦ μή­να. Οὔ­τε μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα στὸ λου­τρὸ ὑ­πῆρ­χε πρό­βλη­μα. Πα­ρό­μοι­ες πε­τσέ­τες εἶ­χαν, καὶ ὅ­σο γιὰ τὰ σα­πού­νια, ὅ,τι ἄ­ρε­σε σ’ ἐ­κεί­νη χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κι αὐ­τός.  Στὴν κου­ζί­να ἦ­ταν ποὺ δυ­σκό­λευ­αν τὰ πράγ­μα­τα. Ἐ­νῶ θυ­μό­ταν πὼς τὴν προ­η­γού­με­νη εἶ­χε πλύ­νει τὴ δι­κή του κού­πα τοῦ κα­φέ, δί­πλα στὸν νε­ρο­χύ­τη εἶ­χε στραγ­γί­σει ἡ δι­κιά της. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν πὼς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει γά­λα μὲ 3,5 τοῖς ἑ­κα­τὸ λι­πα­ρὰ ἀλ­λὰ στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­βρι­σκε τὸ ἄ­πα­χο. Τὸ ἔ­παιρ­νε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα γιὰ ἐ­κεί­νη· τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­πε­φτε βα­ρύ. Ὄ­χι πὼς αὐ­τὸ τὸ ἔ­πι­νε· μὲ τὸ ζό­ρι νὰ κα­τά­φερ­νε ἕ­να φλι­τζα­νά­κι τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ σα­λό­νι ὑ­πῆρ­χε τὸ θέ­μα μὲ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ὅ­πο­τε τὴν ἄ­νοι­γε μὲ τὸ κον­τρόλ, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν τὸ κα­νά­λι ποὺ ἔ­δει­χνε τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της σει­ρά. Ἀλ­λὰ ὁ Χρι­στό­φο­ρος ἔ­βλε­πε τὶς εἰ­δή­σεις στὸ ἄλ­λο. Καὶ αὐ­τὸ τὸ σε­με­δά­κι, ποὺ ἔ­πε­φτε λί­γο στὸ πά­νω μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­κεῖ, μὲ τὴν ἄ­κρη του νὰ κρύ­βει τὸ σῆ­μα τοῦ κα­να­λιοῦ. Ἐ­πι­πλέ­ον, μο­νά­χα τὴ δι­κή της πο­λυ­θρό­να, τὴν κου­νι­στή, ἔ­βρι­σκε νὰ κοι­τά­ει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ δι­κή του ἦ­ταν γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Για­τί νὰ βλέ­πει ἔ­ξω; Ποι­όν πε­ρί­με­νε; Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἀ­φοῦ ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, ἔ­τσι καὶ θὰ μεί­νουν. Ἡ πο­λυ­θρό­να εἶ­ναι βα­ριὰ γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει πέ­ρα-δῶ­θε. Ἡ μέ­ση του δὲν ἀν­τέ­χει πιά. Θὰ κά­θε­ται στὴν κου­νι­στή. Καὶ τὸ κέν­τη­μα ἂς κρύ­βει τὸ σῆ­μα. Μή­πως καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­πομ­πὲς ποι­ό κα­νά­λι βλέ­πει; Ὅ­σο γιὰ τὸ γά­λα, κα­λύ­τε­ρα νὰ πί­νει τὸ ἐ­λα­φρύ. Οἱ πρό­σφα­τες ἐ­ξε­τά­σεις του εἶ­χαν δεί­ξει αὐ­ξη­μέ­να τρι­γλυ­κε­ρί­δια. Καὶ ἡ κού­πα της στὸ κά­τω κά­τω ἴ­δια μὲ τὴ δι­κή του ἦ­ταν. Μο­νά­χα τὸ χρῶ­μα στὸ χε­ρού­λι ἄλ­λα­ζε. Ἀ­κό­μη καὶ τὰ γυα­λιὰ ἀ­νοι­χτὰ τὸν βό­λευ­αν πιά· δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε εὔ­κο­λα ὁ ὕ­πνος. Εἶ­χε κι­ό­λας δι­α­βά­σει μέ­χρι τὸν Ἐκ­κλη­σια­στή. Καὶ μιὰ καὶ ξυ­πνοῦ­σε συ­νέ­χεια στὴ με­ριά της θὰ ξά­πλω­νε ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει νὰ ψά­χνει τὶς παν­τό­φλες του κά­θε πρωΐ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει δύο συλ­λο­γές δι­η­γη­μά­των: Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018) καὶ Ἡ ζωὴ ὅπως εἶναι (Κέδρος,  2020).


Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο


Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)


ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το


κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο 12ο

        Θυ­μᾶ­μαι τὴ μη­τέ­ρα μου νὰ ἔρ­χε­ται

κε­φά­λαι­ο 13ο

        σὰν σὲ ὄ­νει­ρο

κε­φά­λαι­ο 14ο

        κον­τά μου

κε­φά­λαι­ο 15ο

        καὶ νὰ κλαί­ει.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        Τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη Τό­μι

κε­φά­λαι­ο 17ο

        ὅ­μως κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν βγῆ­κε ἀ­π’ αὐ­τὰ

κε­φά­λαι­ο 18ο

        πα­ρὰ μό­νο κλά­μα.

κε­φά­λαι­ο 19ο

        Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­πε

κε­φά­λαι­ο 20ο

        «Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά».

κε­φά­λαι­ο 21ο

        «Ναί», εἶ­πα.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        «Μὲ ξα­πο­στέλ­νουν

κε­φά­λαι­ο 23ο

        στὸ τρε­λά­δι­κο.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ὅ­λα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Θά ’­θε­λες».


Βι­βλί­ο δεύ­τε­ρο

κε­φά­λαι­ο 1ο

        …καὶ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κα­θό­μουν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του.

κε­φά­λαι­ο 3ο

        Ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας

κε­φά­λαι­ο 4ο

        κα­θό­ταν δί­πλα μου.

κε­φά­λαι­ο 5ο

        Τὸ αὐ­το­κί­νη­το

κε­φά­λαι­ο 6ο

        ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά μου, τὸ Γι­ού­τζιν τοῦ Ὄ­ρεγ­κον

κε­φά­λαι­ο 7ο

        μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Σά­λεμ,

κε­φά­λαι­ο 8ο

        ὅ­που βρί­σκε­ται τὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 9ο

        Ἔ­βρε­χε.

κε­φά­λαι­ο 10ο

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­φτε ἁ­πα­λὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο χει­μω­νι­ά­τι­κο οὐ­ρα­νό.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Στὸ πί­σω κά­θι­σμα

κε­φά­λαι­ο 12ο

        κα­θό­ταν ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 13ο

        Τοῦ εἶ­χαν πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες.

κε­φά­λαι­ο 14ο

        Δί­πλα του

κε­φά­λαι­ο 15ο

        κα­θό­ταν ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 17ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 18ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 19ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 20ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἦ­ταν πρά­ος σὰν τὸν ἀ­μνό.

κε­φά­λαι­ο 21ο

        Κου­νή­θη­κε κι οἱ χει­ρο­πέ­δες του κου­δού­νι­σαν.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 23ο

        νὰ ξα­να­κου­νη­θεῖ.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        νὰ ξα­να­μι­λή­σει.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 27ο

        «Βρέ­χει», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 28ο

        «Ναί», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ μπρο­στι­νοῦ κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 29ο

        Εἶ­χαν τὴ φω­νὴ τοῦ δε­σμο­φύ­λα­κα.

κε­φά­λαι­ο 30ο

        Ὁ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρας

κε­φά­λαι­ο 31ο

        πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 32ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 33ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 34ο

        πά­νω-κά­τω.

κε­φά­λαι­ο 35ο

        «Θε­έ, ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας», οὔρ­λια­ξε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 36ο

        «Ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας».

κε­φά­λαι­ο 37ο

        «Βγά­λε τὸν σκα­σμό!»,

κε­φά­λαι­ο 38ο

        εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 39ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 40ο

        νὰ πεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό.

κε­φά­λαι­ο 41ο

        Ὁ­μοί­ως καὶ οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες.

κε­φά­λαι­ο 42ο

        Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸν ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα

κε­φά­λαι­ο 43ο

        καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 44ο

        καὶ σκε­φτό­μουν τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἀ­γα­πῶ.

κε­φά­λαι­ο 45ο

        Ἔ­βλε­πα τὸ πρό­σω­πό της, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή της.

κε­φά­λαι­ο 46ο

        Φαν­τα­ζό­μουν

κε­φά­λαι­ο 47ο

        τί νὰ σκέ­φτε­ται

κε­φά­λαι­ο 48ο

        τώ­ρα ποὺ μὲ παίρ­νουν γιὰ νὰ μὲ κλεί­σουν

κε­φά­λαι­ο 49ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 50ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 51ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 52ο

        Εἶ­δα ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 53ο

        κα­θι­σμέ­νο στὴν μπρο­στι­νὴ βε­ράν­τα ἑ­νὸς πα­λιοῦ σπι­τιοῦ.

κε­φά­λαι­ο 54ο

        Τὸ ἀ­γο­ρά­κι βα­στοῦ­σε μί­αν ἄ­σπρη γά­τα στὴν ἀγ­κα­λιά του.

κε­φά­λαι­ο 55ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 56ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 57ο

        κι εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου.



Πη­γή: Richard Brautigan, The Ed­na Web­ster Col­lection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Ab­bott, Βο­­στό­­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Hough­ton Mif­flin Com­pany), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα-1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Τὸ φιλὶ τοῦ συγγραφέα


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α

 

ΙΧΕ ΧΡΟΝΙΑ νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, τέσ­σε­ρα, πέν­τε, ἴ­σως καὶ πα­ρα­πά­νω. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μα δύ­ο βι­βλί­α ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν πρό­λα­βε νὰ δι­α­βά­σει. Ὅ­πως καὶ δὲν πρό­λα­βε νὰ πά­ει νὰ τὸν δεῖ. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μι­λή­σα­νε, τῆς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ βγεῖ.

        Τί νὰ πρω­το­κά­νει καὶ τί νὰ πρω­το­δι­α­βά­σει; Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει, ἄ­καρ­πες προ­σπά­θει­ες ποὺ τὴν ἐ­ξου­θέ­νω­ναν ἠ­θι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κά. Τῆς τὰ εἶ­χε στεί­λει ὅ­μως καὶ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση καὶ μὲ τὸ δι­κό του σῆ­μα κα­τα­τε­θέν, ἕ­να σχέ­διο μὲ μο­λύ­βι. Ὅ­πως εἶ­χε κά­νει ὅ­ταν τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ βι­βλι­ο­πω­λί­ο γιὰ νὰ τοῦ ζη­τή­σει συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὸ μι­κρὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε τὰ δο­κί­μιά της. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν σύ­νο­δό της, τὸν ζύ­γι­σε, τῆς ἔ­γρα­ψε μιὰ ἀ­συ­νή­θι­στη ἀ­φι­έ­ρω­ση στὸ βι­βλί­ο ποὺ μό­λις εἶ­χε πα­ρου­σιά­σει, μὲ τὴν ἀ­γά­πη μου, σχε­δί­α­σε ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ μιὰ γυ­ναί­κα μ’­ἕ­να ἀ­γε­φύ­ρω­το χά­σμα ἀ­νά­με­σά τους καὶ μιὰ κραυ­γὴ ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του, Je t’aime, καὶ τοῦ ἔ­κα­νε ἕ­να σχό­λιο ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­λι­τι­κὰ ὀρ­θό, αὐ­τὸς εἶ­σαι ἐ­σύ. Καὶ μά­λι­στα στὸν ἑ­νι­κό, προ­σβλη­τι­κὸ γιὰ Γάλ­λους. Ἀ­κρι­βῶς στὸ στό­χο. Εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τοῦ συ­νο­δοῦ της νὰ ξαφ­νι­ά­ξε­ται, νὰ σκο­τει­νιά­ζει γιὰ μιὰ στιγ­μη· εἰ­σέ­σπρα­ξε ὅ­μως τὴν ἐ­νό­ρα­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ χα­μο­γέ­λα­σε εὐ­γε­νι­κά.

       Δέ­χτη­κε τὴν συν­τέν­τευ­ξη καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ νού­με­ρό του μο­λο­νό­τι ὅ­ταν δυ­ὸ μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα βρέ­θη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του δὲν θυ­μό­ταν πιὰ γιὰ πιὸ λό­γο τὴν εἶ­χε κα­λέ­σει. Τῆς εἶ­πε ὅ­τι ἔ­μοια­ζε σὰν φοι­τή­τρια κι ὄ­χι σὰν κα­θη­γή­τρια. Κά­θη­σε λα­χα­νι­σμέ­νη ἀ­κό­μα, πέν­τε πα­τώ­μα­τα χω­ρὶς ἀν­σα­σέρ, στὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ὸ κι­βώ­τια ποὺ χρη­σί­μευ­αν γιὰ κα­ρέ­κλες, στὸ πιὸ μι­κρὸ στούν­τιο ποὺ εἶ­δε στὴ ζω­ή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ροῦ­χα, ἀν­τι­κεί­με­να, ἢ βι­βλί­α. Chambre de bonne, λέ­νε οἱ Γάλ­λοι, για­τί ὄ­χι ὅ­μως de bohème; Ἡ μπο­έ­μι­κη ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε. Ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τὴν αἰφ­νι­δί­α­ζε. Ἐ­κεί­νη δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τέ­τοι­ες θυ­σί­ες. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψει.

       Τῆς ἔ­δω­σε τὴν συν­τέν­τευ­ξη μὲ ὅ­λους τοὺς τύ­πους καὶ τὴν κά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό, φα­κὲς τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πιά­το, ποὺ σέρ­βι­ρε στὸ τρί­το κι­βώ­τιο ποὺ χρη­σί­μευ­ε γιὰ τρα­πέ­ζι. Ἔ­κα­νε μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ πε­ρί­λη­ψη τῆς ζω­ῆς του: ἔ­βγαι­νε σπά­νια, ὄ­χι ἐ­πει­δὴ δὲν τοῦ ἄ­ρε­ζε, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ γρά­φει. Δὲν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος γιὰ σύν­τρο­φο, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἴ­σως, ἀ­νά­με­σά σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α… Τὸν φαν­τά­στη­κε νὰ περ­πα­τά­ει ὧ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ κι­βώ­τια, στὸ χῶ­ρο ποὺ ξαφ­νι­κὰ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ κε­λὶ μο­να­χοῦ μο­λο­νό­τι τὴν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὴν μέ­ση πά­νω στὴν ξύ­λι­νη σκά­λα ποὺ ἀ­νέ­βη­κε μα­ζί της γιὰ νὰ τῆς δεί­ξει τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά του (φαι­νό­ταν καὶ ἀ­πὸ κά­τω), ἕ­να στρῶ­μα ποὺ κά­λυ­πτε ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ ἡ­μι­ώ­ρο­φου. Φι­λο­γύ­νης. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πε. Τῆς ἔ­φε­ρε ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἄ­σε με νὰ σὲ φι­λή­σω, δὲν θέ­λεις νὰ ἔ­χεις ὑ­λι­κὸ γιὰ νὰ γρά­ψεις; Τοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει. Δὲν ἦ­ταν τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ τῆς ἔ­λει­πε. Τί τῆς ἔ­λει­πε; Τοῦ δι­η­γή­θη­κε μιὰ ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς της ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γρά­ψει, ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πεῖ σὲ κα­νέ­να. Φά­νη­κε συγ­κι­νη­μέ­νος. Τῆς βρῆ­κε καὶ τὸν τί­τλο. Τῆς ἄ­ρε­σε. Θὰ τὸν κρα­τοῦ­σε. Θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε τὸ βι­βλί­ο.

       Ἡ ἐ­πι­μο­νή του δὲν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Στὰ βι­βλί­α του εἶ­χε δι­α­κρί­νει μιὰ σε­μνό­τη­τα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε ἐ­πά­νω του. Πῶς πά­ει τὸ γρά­ψι­μο; τὴν ρω­τοῦ­σε. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α ἀ­φι­λο­κερ­δές. Ἔ­γρα­φε πάν­τα κά­τι ψι­λο­κρι­τι­κὲς βι­βλί­ων. Ἔ­τσι τοῦ ἔ­με­ναν ἐλ­πί­δες. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ ἐ­πί­δο­ξο βι­βλί­ο της βέ­βαι­α, ἔ­γι­νε τὸ συ­νω­μο­τι­κὸ μο­τί­βο στὶς σπά­νι­ες συ­ναν­τή­σεις τους ἀ­νά­με­σα στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Πα­ρί­σι. Στὸ ὑ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμά του στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, τὴν κυ­νή­γη­σε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πὶνγκ-πὸνγκ (εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο χῶ­ρο στὴν Ἀ­θή­να). Ἦ­ταν καὶ πε­ρί­ο­δος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α. Δὲν τὴν ἐ­νό­χλη­σε. Ὑ­πῆρ­χαν κά­τι ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες με­τα­ξύ τους καὶ ἄς μὴν ἔ­γρα­φε ἐ­κεί­νη. Ἐ­κτί­μη­ση, στορ­γή, ὑ­πε­ρά­νω πο­λι­τι­κῆς. Ἄ­σε τὶς φί­λες της τὶς φε­μι­νί­στρι­ες νὰ ὠ­ρύ­ον­ται. Δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι τὶς προ­δι­δε. Καὶ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη γιὰ τὸ τρί­το κύ­μα. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο. Αὐ­τὰ συ­νέ­βαι­ναν βέ­βαι­α στὰ πα­ρα­μύ­θια.

       Δι­ά­βα­σε τοὺς ἐ­πι­κή­δει­ους στὸν τύ­πο καὶ ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­γρα­φε ἀ­κό­μα δο­κί­μια καὶ κρι­τι­κὲς γιὰ τὸ ἴ­διο πε­ρι­ο­δι­κό. Τὰ βι­βλί­α τῶν ἄλ­λων τὴν πα­ρη­γο­ροῦ­σαν. Τὴν θώ­πευ­αν. Κά­που κά­που προ­σπα­θοῦ­σε ἀ­κό­μα. Κοί­τα­ξε τὰ βι­βλί­α του. Θυ­μή­θη­κε τὸν τί­τλο ποὺ τῆς χά­ρι­σε. Ἕ­νας τί­τλος ποὺ ζη­τοῦ­σε συγ­γρα­φέ­α. Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σε νὰ τὴ φι­λή­σει; Ἴ­σως εἶ­χε δί­κιο. Ἴ­σως νὰ τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν ἀρ­γά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να: Prosciutto Crudo



Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να


Prosciutto Crudo

 

ΚΥΡΙΑ Λ. ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ καὶ νὰ αἰ­σθά­νε­ται σὰν κα­τσα­ρί­δα ὅ­ταν ἔπι­α­σε δου­λειὰ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Λου­τρο­θε­ρα­πευ­τη­ρί­ου. Ἡ κυ­ρί­α Λ., πρώ­ην πρι­μαν­τό­να, ἔ­χα­σε τὴ φω­νή της δί­χως ὁ για­τρὸς νὰ ἀ­πο­δελ­τι­ώ­σει τὴν ἀ­σθέ­νειά της ἢ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἀ­γω­γή. Ἔ­τσι ὁ ἐρ­γο­δό­της της γλύ­τω­σε τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση, αὐ­τὴ ἔ­μει­νε μουγ­κὴ καὶ τὸ ἐ­νοί­κιό της ἀ­πλή­ρω­το. Πῶς νὰ τὸ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ τὴν πε­τοῦ­σαν σὰ στη­μέ­νη λε­μο­νό­κου­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Στὸ ὑ­πό­γει­ο ἡ ὑ­γρα­σί­α δι­είσ­δυ­σε ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους τοῦ δέρ­μα­τος στὰ κύτ­τα­ρά της καὶ τὰ μού­λια­σε. Ἕ­να κολ­λῶ­δες ὑ­γρὸ ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­τσα­ρί­δες κύ­λη­σε στὸ αἷ­μα της. Μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ σα­πί­λας κόλ­λη­σε στὴ σάρ­κα της. Τὸ ἄ­φω­το σκο­τά­δι δι­έ­τα­ξε καὶ ἐ­πα­να­δι­έ­τα­ξε τὰ ρα­βδί­α καὶ τὰ κο­νί­α τοῦ ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ της. Μέ­χρι νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ. Συ­νάν­τη­σε καὶ ἄλ­λες ἐρ­γα­ζό­με­νες ἐ­κεῖ ποὺ θύ­μι­ζαν κα­τσα­ρί­δες, καὶ τῆς κόλ­λη­σαν πα­ρα­τσού­κλι, ἡ μουγ­κή. Ἐρ­γα­ζό­με­νες ἀ­πε­χθεῖς γιὰ τὶς ὑ­πέρ­γει­ες αὐ­τά­ρε­σκες ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, εἶ­χαν ὅ­μως ἕ­να προ­νό­μιο. Κολ­λη­μέ­νες ὅ­πως ἦ­ταν τρι­γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μα­γει­ρεῖ­α εἶ­χαν πρό­σβα­ση στὸ τυ­ρί, στὸ γι­α­ούρ­τι, στὸ κρέ­ας, στὰ ψά­ρια καὶ σὲ ἄλ­λα τρό­φι­μα ποὺ ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ταν στὰ ντου­λά­πια καὶ στὰ ψυ­γεῖ­α. Τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­αλ­λεί­μα­τος ἔ­τρω­γαν μπα­νά­νες, μῆ­λα καὶ ψη­τὸ κο­τό­που­λο μὲ πα­τά­τες.

       Ἡ κυ­ρί­α Λ. πού εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στοὺς κα­τσα­ρι­δό­μορ­φους ἀν­θρώ­πους ὀ­σμί­στη­κε τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Γκ.. Τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρό του καὶ τὸν εἶ­δε ὄρ­θιο μὲ τὰ μπρο­στι­νὰ πο­δα­ρά­κια κολ­λη­μέ­να στὸ περ­βά­ζι. Γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια ἡ κυ­ρί­α Λ. πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ Γκ. ἀ­πὸ τὸ φεγ­γί­τη τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός της ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γί­νε­ται ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὸς ἡ­μέ­ρω­σε. Ἡ κυ­ρία Λ. πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό. Αὐ­τὸς ἀ­να­θάρ­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ γε­μά­το οἰ­κει­ό­τη­τα βλέμ­μα καὶ μὲ ἕ­να σάλ­το βρέ­θη­κε στὸ περ­βά­ζι, στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ σπι­τιοῦ, στὸ δρό­μο, στὸ ἡ­μι­ϋ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα. Αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σε τυ­ρὶ ροκ­φόρ, prosciuto crudo καὶ λά­δι. Αὐ­τὸς ἔ­πε­σε λαί­μαρ­γα στὸ δί­σκο καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸν ἔ­γλει­ψε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί του καὶ κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τὴν κυ­ρί­α Λ. πού, νά, πά­τη­σε ἕ­να πλῆ­κτρο καὶ οἱ νό­τες τοῦ Tango Poema ξε­χύ­νον­ται στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Ὁ Γκ. κόλ­λη­σε τὰ μπρο­στι­νὰ δε­ξιὰ πο­δα­ρά­κια στὸ δε­ξὶ χέ­ρι της, τὰ με­σαῖ­α ἀ­ρι­στε­ρὰ πο­δα­ρά­κια στὴ μέ­ση της καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Χό­ρε­ψαν ὥ­σπου ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι ἔ­πε­σαν στὸ πά­τω­μα, κυ­λί­στη­καν, πά­λε­ψαν, ἔ­σμι­ξαν λυσ­σα­λέ­α τὰ στε­ρε­ά, τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ μυ­ρω­δι­κά τους καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν. Ὅ­ταν ὁ Γκ. ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του ἐ­νε­ὸς κοί­τα­ξε τὶς φλέ­βες του στὶς ἀν­τρι­κὲς πα­λά­μες, ἕ­να-ἕ­να τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τῆς κα­θε­μιᾶς. Κοί­τα­ξε τοὺς καρ­πούς, τοὺς ὤ­μους, τὸ στῆ­θος, τὸ φύ­λο, τὰ πέλ­μα­τά του. Ἔπι­α­σε τὰ μαλ­λιά του, ἔπι­α­σε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βλέμ­μα του στρά­φη­κε στὴ ρι­κνο­πρό­σω­πη μουγ­κὴ στὰ σα­νί­δια. Εἶ­δε βα­θιὲς ρυ­τί­δες νὰ αὐ­λα­κώ­νουν γε­ρα­σμέ­να μά­τια, τὸ κρε­μα­σμέ­νο σα­γό­νι, τὰ κρε­μα­σμέ­να καὶ δι­πλω­μέ­να κρέ­α­τα τοῦ γυ­μνοῦ κορ­μιοῦ της. Ση­κώ­θη­κε καὶ μὲ ἀρ­γά,  ἀ­θό­ρυ­βα, ἀ­νά­πο­δα σὰν πη­δη­χτὰ βή­μα­τα, ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα, κρύ­βον­τας τὰ ἀ­χα­μνά του μὲ τὰ χέ­ρια,  ἄ­νοι­ξε καὶ δὲ γύ­ρι­σε οὔ­τε γιὰ νὰ κλεί­σει. Κα­νο­νι­κά. Αὐ­τὴ τὸν εἶ­δε νὰ σβή­νει μιὰ γκρί­ζα χα­ραυ­γὴ ὥ­σπου βα­σί­λε­ψε καὶ τὸ δι­κό της βλέμ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­νε­ζί­να Μά­νου (Δῆ­μος Πέλ­λας). Σπού­δα­σε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­, Παι­δα­γω­γι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Θέ­α­τρο στὴν Ἀ­θή­να, στὸ Λον­δί­νο, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Πρά­γα. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ ὑ­παλ­λη­λι­κὲς θέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸ Στρα­τὴ Χα­βια­ρᾶ στὸ Κέν­τρο Ἑλ­λη­νι­κῶν σπου­δῶν τοῦ Χάρ­βαρντ. Τὸ διήγημά της «Ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ» διακρίθηκε στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Ἱστορίες ἐγκλεισμοῦ τῆς σχό­λης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Κατερίνα Κοντοπούλου: Οἱ ἄνθρωποι τοῦ βάλτου

 

Κατερίνα Κον­το­πού­λου


Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βάλ­του


ΟΙΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ στὸν κα­θρέ­φτη. Ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἀλ­λά­ζεις, δο­κι­μά­ζεις, ἐ­πι­στρέ­φεις στὰ πα­λιὰ ἢ πε­ρί­που στὰ πα­λιὰ ἢ πο­τὲ πί­σω στὰ πα­λιά. Ὅ­σο πιὸ νέ­ος τό­σο πιὸ πολ­λά τὰ πο­τὲ ξα­νά. Ἐλ­πί­ζεις γιὰ κά­ποι­α οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη ἀλ­λα­γή, μιὰ κα­λυ­τέ­ρευ­ση, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ θὰ σοῦ προσ­δώ­σει ἐν­δι­α­φέ­ρον. Κοι­τᾶς μέ­χρι νὰ βα­ρε­θεῖς νὰ κοι­τᾶς. Κου­βα­λᾶς εἴ­κο­σι, τριά­ντα χρό­νια καὶ βά­λε ἕ­να κορ­μὶ γε­μά­το πλη­γές, ἕλ­κη, ἐκ­δο­ρές, ἐκ­χυ­μώ­σεις, κιρ­σούς, κυτ­τα­ρί­τι­δα, ρα­γά­δες, ἐ­λι­ές, κοκ­κι­νί­λες, μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, ἀλ­λοῦ λι­πα­ρό­τη­τα, ἀλ­λοῦ ξη­ρό­τη­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ προ­τι­μοῦ­σες – πι­τυ­ρί­δα, ψω­ρί­α­ση, κο­ψί­μα­τα, ἐκ­ζέ­μα­τα, ἀλ­λοῦ πρη­ξί­μα­τα, ἀλ­λοῦ βα­θου­λώ­μα­τα – πάν­τα ἀ­νά­πο­δα ἀ­πὸ ὅ­που θὰ εὐ­χό­σουν – ἕ­να κα­τ’ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση ἀ­τε­λὲς σῶ­μα ἐ­νῶ οἱ γο­νεῖς σου ὁρ­κί­ζον­ταν τὸ ἀν­τί­θε­το, «ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις, θά…».

        Ὁ­πό­τε με­ρι­κὲς φο­ρὲς πρέ­πει νὰ πά­ρεις τὴν κα­τά­στα­ση στὰ χέ­ρια σου. Παίρ­νεις ἀ­νά­σα καὶ κά­νεις βου­τιὰ στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη. Δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ὄ­μορ­φο θέ­α­μα, οὔ­τε εὔ­κο­λη ἀ­πό­φα­ση. Ἕ­νας λάκ­κος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση μοιά­ζει μὲ λί­μνη γε­μά­τη ἀρ­γὸ τσι­μέν­το ποὺ ἀ­να­δί­δει θειά­φι. Ξε­χω­ρί­ζουν κε­φά­λια πα­σα­λειμ­μέ­να καὶ αὐ­τὰ μὲ τὴν λά­σπη στὰ μαλ­λιὰ καὶ στὸ πρό­σω­πο, μιὰ ἐκ­φυ­λι­σμέ­νη φυ­λὴ τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου, ἐ­λα­φρῶς ξαφ­νι­α­σμέ­νη ἀ­κό­μα, κα­θὼς κά­ποι­ος τυ­φώ­νας τὴν ξε­ρί­ζω­σε ἀ­πὸ τὸ Πε­ροὺ καὶ πέ­τα­ξε τοὺς ἄλ­λο­τε πο­λε­μι­στὲς στὴν Αἰ­δη­ψό, στὶς Κρη­νί­δες ἢ στὸ Κιλ­κὶς γιὰ λα­σπό­λου­τρα, χα­λα­ροὺς καὶ πα­ρο­πλι­σμέ­νους.

        Ἀ­κό­μα ἕ­να κε­φά­λι καὶ ἐ­σὺ μέ­σα στὴν βε­λου­τὲ σού­πα, συ­στή­νε­σαι βά­σει ἰ­α­τρι­κοῦ φα­κέ­λου: «Γρη­γό­ρης, πό­νο στὸν γο­φό», «Βα­σι­λι­κή, ρευ­μα­το­πά­θει­ες». Οἱ πα­θή­σεις σπᾶ­νε τὸν πά­γο, οἱ ὁ­μι­λοῦ­σες κε­φα­λὲς δὲν στα­μα­τᾶ­νε τὴν ψι­λο­κου­βέν­τα, ἡ συ­ζή­τη­ση γί­νε­ται κου­βέρ­τα, με­τα­τρέ­πει τὸν χῶ­ρο σὲ κα­φέ, σὲ ἑ­στι­α­τό­ριο, σὲ μπάρ, σὲ πε­ρί­γυ­ρο ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ­τι­δή­πο­τε γιὰ νὰ ξε­χά­σεις τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κά­τω ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ εἶ­σαι μα­ζὶ μὲ ἀ­γνώ­στους ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ γυ­μνὸς γιὰ ἰ­α­τρι­κοὺς σκο­πούς. Ἄ­ρα­γε τώ­ρα ποὺ μι­λᾶς γιὰ τὸ αὐ­χε­νι­κό σου σύν­δρο­μο κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια ἀγ­γί­ζε­ται;

       Κά­πο­τε, ἀ­φή­νε­σαι. Δὲν σὲ ἐ­νο­χλεῖ πιὰ τὸ θειά­φι στὰ ρου­θού­νια σου, δὲν τρα­βὰ ἡ λά­σπη τὸ δέρ­μα ὅ­σο ξε­ραί­νε­ται πά­νω σου, βρί­σκεις μιὰ ἐ­σο­χή, σκά­βεις τὰ μα­λα­κὰ τοι­χώ­μα­τα γιὰ νὰ στα­θεῖς πιὸ ἄ­νε­τα, φτιά­χνεις πη­γα­δά­κια στὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ γούρ­να μὲ ὅ­σους συ­να­σθε­νεῖς μπο­ρεῖς νὰ ἀν­ταλ­λά­ξεις δυ­ὸ κου­βέν­τες πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νη­θί­ζεις τὴν  θερ­μο­κρα­σί­α, τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α τῶν ὁ­μοι­ό­μορ­φα κα­λυμ­μέ­νων σω­μά­των, τὴν γύ­μνια, τὴν λά­σπη νὰ γαρ­γα­λά­ει τὶς πα­τοῦ­σες. Ὁ πό­νος στοὺς γο­φοὺς μα­λα­κώ­νει, ὁ κνη­σμὸς φεύ­γει, οἱ ρυ­τί­δες λει­αί­νον­ται, οἱ οὐ­λὲς κλεί­νουν, τὰ ἐκ­ζέ­μα­τα ὑ­πο­χω­ροῦν. Ἀ­πο­τολ­μᾶς με­ρι­κὲς ἁ­πλω­τές. Κα­λω­σο­ρί­ζεις τοὺς και­νούρ­γιους στὸν λάκ­κο, ἀ­πο­κτᾶς τὸν ἀ­έ­ρα μιᾶς κά­ποι­ας ἐμ­πει­ρί­ας. Σχε­διά­ζεις στὸ γκρί­ζο πρό­σκαι­ρο δέρ­μα σου ἑ­λι­κο­ει­δῆ σχή­μα­τα, ψά­ρια, γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια, θυ­μᾶ­σαι τὶς σχο­λι­κὲς ζω­γρα­φι­ές σου καὶ τὶς πρῶ­τες κα­τα­σκευ­ὲς μὲ πλα­στε­λί­νη.

        Καὶ ὅ­ταν εἶ­σαι ἕ­τοι­μος, μὲ στέ­ρε­α βή­μα­τα ἀ­φή­νεις τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μά σου στὰ χα­λί­κια καὶ γυρ­νᾶς στὸ γνω­στό σου δω­μά­τιο, ἕ­να τέ­λει­ο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἄ­γαλ­μα. Μέ­χρι νὰ ξε­πλύ­νεις τὴν ἰ­α­μα­τι­κὴ λά­σπη ἀ­πὸ πά­νω σου.  Καὶ πά­λι νὰ ἐ­πι­στρέ­φεις.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κα­τε­ρί­να Κον­το­πού­λου (Κα­βά­λα). Φοί­τη­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ καὶ συ­νέ­χι­σε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀγ­γλί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε γιὰ δύο χρό­νια μὲ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ δή­μου Μο­σχά­του ὡς συν­τά­κτρια τῆς στή­λης «Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Οὐ­ρα­νί­σκου» καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὸν δη­μό­σιο το­μέ­α.

 

Μαρία Χατζηκυριακίδου: Ἄν


Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου


Ἂν

 

 ΤΑΡΑΤΣΑ ΛΟΥΖΕΤΑΙ ἀ­πὸ τὴν παν­σέ­λη­νο. Ἡ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νη κα­ρέ­κλα της εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν φω­τι­σμέ­νη Ἀ­κρό­πο­λη. Ἀ­κουμ­πᾶ πί­σω καὶ κλεί­νει τὰ μά­τια ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν αὐ­γου­στι­ά­τι­κη ἡ­συ­χί­α τῆς πό­λης. Κά­θε χρό­νο τὸ κά­νει αὐ­τό. Σὲ κά­θε αὐ­γου­στι­ά­τι­κη παν­σέ­λη­νο ἀ­νε­βαί­νει στὴν τα­ρά­τσα μὲ τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἀγ­κα­λιὰ καὶ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ φεγ­γά­ρι. Με­τρᾶ τὸ χρό­νο της μὲ τὰ αὐ­γου­στι­ά­τι­κα φεγ­γά­ρια ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη φό­ρα. Τὸ μυα­λὸ της τα­ξι­δεύ­ει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. Τὴν ἀ­θέ­α­τη. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χει στεί­λει τὰ πιὸ κρυ­φὰ ὄ­νει­ρα καὶ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες της. Ὅ­πως τό­τε, πρὶν ἀ­πὸ ἐβδομήντα χρό­νια ποὺ τὸ κοί­τα­ξε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ χα­μο­γε­λών­τας κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς δὲν θὰ ἀ­φή­σει κα­νέ­να φεγ­γά­ρι χα­μέ­νο. Τό­τε ποὺ ἡ ἀ­θα­να­σί­α ἦ­ταν ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη. Τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος μέ­νει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. «Τὸ φεγ­γά­ρι μᾶς κρα­τᾶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νους μὲ τὸ ἀ­νεκ­πλή­ρω­το» ἔ­γρα­ψε κι ἔ­κλει­σε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της.



Πηγὴ: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­σμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ὰ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρὰ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).


Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Οἱ ἐνέσεις


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς 


Οἱ ἐ­νέ­σεις


ΕΛΗ ΜΑΪΟΥ ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­σχη­μα καὶ ὁ για­τρός μοῦ ἔ­γρα­ψε νὰ κά­νω ἐ­νέ­σεις. Ἔ­πρε­πε κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ υἱ­ο­θε­τή­σω ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν ἐ­νε­σο­θε­ρα­πεί­α, ἂν δὲν ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πο­φέ­ρω στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­νο­χλή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα ὑ­πῆρ­χε κίν­δυ­νος νὰ κα­τα­στοῦν μό­νι­μες. Με­τὰ τὶς ἐ­νέ­σεις, δέ­ον ἦ­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ μὲ λή­ψη χα­πι­ῶν τῆς ἴ­διας φαρ­μα­κευ­τι­κῆς οὐ­σί­ας, ἀ­πὸ ἕ­ναν ἕ­ως τρεῖς μῆ­νες. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σὲ τού­τη τὴν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη κα­τά­στα­ση θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα πε­ρι­πέ­σει ἤ­δη ἀ­πὸ και­ρό, ἔ­τσι ὅ­πως ὑ­πέ­φε­ρε καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν πα­ρα­τε­τα­μέ­να ἡ ψυ­χή μου. Εἶ­ναι θαῦ­μα τὸ πῶς ἄν­τε­ξα, μο­λο­νό­τι τού­τη ἡ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐκ­δή­λω­ση τῶν συμ­πτω­μά­των δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς ἔ­παι­νο.

        Ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πὸ τὸν πό­νο πού μοῦ προ­κά­λε­σε ὁ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­μαι πιὰ εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ ἀν­τι­πα­ρέλ­θουν εὔ­κο­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους ὀ­δυ­νη­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Τὸ μο­τί­βο τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πα­ράλ­λα­χτό τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια: ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξω ἀ­πὸ δί­πλα μου γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­θυ­μῶ δι­α­κα­ῶς, ἀ­πὸ σχέ­σεις ποὺ οὔ­τε κἄν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν ἀ­βά­στα­χτη μο­να­ξιά μου. Νὰ ’ταν μό­νο ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ἁ­πλὰ γιὰ μέ­να. Μὰ ἡ ὀ­δύ­νη μου ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν πε­ρὶ ὧν ὁ λό­γος πρὸς τὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, κα­θὼς δὲν θέ­λουν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι πι­κραί­νο­μαι ἀ­φάν­τα­στα ὅ­ταν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μοῦ τη­λε­φω­νοῦν καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ μεί­νου­με γιὰ πάν­τα φί­λοι καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὴν με­τα­ξὺ μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ μὲ βα­σα­νί­ζουν μὲ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὰ μη­νύ­μα­τά τους, μοῦ δί­νουν τὴ χα­ρι­στι­κὴ βο­λὴ μὲ γε­νι­κὲς συμ­βου­λές, εὐ­χὲς καὶ ἐ­πι­ση­μάν­σεις τοῦ τύ­που «εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χί­σεις για­τί τὸ ἀ­ξί­ζεις», «νὰ προ­σέ­χεις τὸν ἑ­αυ­τό σου», «ζη­λεύ­ω αὐ­τὴν ποὺ θὰ εἰ­σπρά­ξει ὅ­λη σου τὴν ἀ­γά­πη μα­ζε­μέ­νη», «πο­τὲ ἄλ­λο­τε δὲν ἔ­χω ἐ­κτι­μή­σει τό­σο πο­λὺ ἄν­θρω­πο στὴ ζω­ή μου» καὶ ἄλ­λα τέ­τοι­α ἠ­χη­ρὰ πα­ρό­μοι­α. Ἡ ἀ­πο­καρ­δί­ω­ση καὶ ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴ θλί­ψη ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν φί­λων μου, κα­λο­προ­αί­ρε­τες καὶ εὔ­λο­γες μέν, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­φέ­ρουν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­σα μου δέ, μὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ «ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια», «δὲν βα­ρι­έ­σαι μω­ρέ, ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι κα­λά», «ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ τὸ κα­λό μας», «σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα σὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ πράγ­μα­τα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με» καὶ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λες τέ­τοι­ες ἀ­νο­η­σί­ες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ ψά­ξω γρή­γο­ρα στὴ γει­το­νιὰ γιὰ νο­σο­κό­μα ἢ γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ γνω­ρί­ζει νὰ κά­νει ἐ­νέ­σεις.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν πού, ἀν­τὶ νὰ δια­βεῖ τὸ κα­τώ­φλι τοῦ δω­μα­τί­ου μου μιὰ ζαρ­γά­να ποὺ θὰ δρο­σε­ρέ­ψει τὸ μα­ρα­μέ­νο σῶ­μα μου μὲ τὸ θελ­κτι­κὸ σῶ­μα της, ἡ μό­νη γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δε­χτῶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπή­ξει μιὰ βε­λό­να μὲ πη­χτὸ φάρ­μα­κο στὰ με­ριά μου. Οἱ  χα­μέ­νες ἐν­δορ­φί­νες, μα­ζὶ μὲ τὶς ὑ­πό­λοι­πες οὐ­σί­ες τῆς εὐ­τυ­χί­ας, ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κὰ νὰ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­ται τώ­ρα μὲ μιὰ βα­θειά, ἐν­δο­γλου­τια­ία πρόσ­λη­ψη φαρ­μα­κευ­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­νέ­λα­βε μιὰ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα, τα­κτι­κὴ στὴν ὥ­ρα της, σο­βα­ρή, λι­γο­μί­λη­τη, ποὺ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ τὴ δου­λειά της. Τῆς ἑ­τοί­μα­ζα ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ὑ­λι­κά, πα­ρα­τάσ­σον­τάς τα ἐ­πι­με­λῶς στὸ κο­μο­δί­νο μου, τὴ σύ­ριγ­γα δη­λα­δή, τὴ βε­λό­να, τὶς γυ­ά­λι­νες φύ­σιγ­γες μὲ τὸ φάρ­μα­κο, τὸ οἰ­νό­πνευ­μα καὶ τὸ βαμ­βά­κι κι ἐ­κεί­νη, μό­λις ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν πε­ρίσ­σια τοῦ φαρ­μά­κου πι­έ­ζον­τας μὲ τὸ ἔμ­βο­λο ὅ­λες τὶς ἀ­τί­θα­σες φυ­σα­λί­δες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν κα­τὰ τὴν εἰσ­ρο­ή του στὴ σύ­ριγ­γα, μοῦ ἔ­λε­γε νὰ πά­ρω μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα καὶ μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἔ­νε­ση. Μο­λο­νό­τι εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέ­σεις προ­κα­λοῦν με­γά­λο πό­νο, μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πο­λύ. Ἡ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα ἦ­ταν ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἀ­λα­φρο­χέ­ρα. Τε­λει­ώ­νον­τας, μὲ συμ­βού­λευ­ε νὰ κρα­τή­σω γιὰ λί­γο τὸ βαμ­βά­κι στὰ με­ριά μου καὶ νὰ μὴν ση­κω­θῶ ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ δω­μά­τιο, ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τὸ ραν­τε­βού μας γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Μό­λις ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, φρόν­τι­ζα νὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ πε­τά­ξω ἀ­μέ­σως ὅ­λα τα ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ὑ­λι­κά, κα­θὼς ἡ βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου, προ­ερ­χό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὰ ἔκ­δο­χα, εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ στὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες τῆς θε­ρα­πεί­ας μου, ὥ­σπου, ἕ­να βρά­δυ, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ ἕ­να θε­ρι­νὸ σι­νε­μὰ – πή­γαι­να πο­λὺ συ­χνὰ τό­τε σι­νε­μὰ γιὰ νὰ ξε­χνι­έ­μαι καὶ γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου ὀ­νει­ρευ­ό­με­νος – δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι εἶ­χα λη­σμο­νή­σει νὰ μα­ζέ­ψω τὰ ὑ­λι­κά τῆς ἔ­νε­σης ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο μου. Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου δέ­σπο­ζε στὸ δω­μά­τιο, στὴν «ἀρ­ρω­στο­κά­με­ρα», ὅ­πως θὰ τὴν ὀ­νό­μα­ζε ὁ Ρο­ΐ­δης, μά, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος, τού­τη τὴ φο­ρὰ ἡ φαρ­μα­κί­λα δὲν μοῦ προ­κά­λε­σε κα­μί­α δυ­σα­ρέ­σκεια· τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα, μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου τὴ σπα­σμέ­νη γυ­ά­λι­νη φύ­σιγ­γα, ἔ­πει­τα πῆ­ρα καὶ τὴ σύ­ριγ­γα, μύ­ρι­σα τὰ κοκ­κι­νω­πὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ φαρ­μά­κου στὰ τοι­χώ­μα­τά τους καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι τού­τη ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα στὴ ζω­ή μου ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός, ἔ­χον­τας πρά­ξει ὅ­σα ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε νὰ πρά­ξω – αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ποὺ σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν ὑ­γεί­α μου – καὶ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω.

       Ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη μιὰ ἑ­βδο­μά­δα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α ἔ­νε­ση. Πρὸς τὸ τέ­λος τῶν συ­ναν­τή­σε­ών μας ἡ νο­σο­κό­μα εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ πρὸς ἐ­μέ­να. Μι­λού­σα­με πλέ­ον ἐ­πὶ παν­τός τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ: γιὰ τὴν τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κὴ κα­τά­στα­ση – στὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρεμ­πι­πτόν­τως συμ­φω­νού­σα­με –, γιὰ ζω­γρα­φι­κή, γιὰ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς βα­θύ­τε­ρους πό­θους καὶ τὰ ὄ­νει­ρά μας. Μά­λι­στα, ὅ­ταν μὲ ἄ­φη­νε ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸ δω­μά­τιό μου, ἐ­ξε­δή­λω­νε τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀλ­λα­γὴ στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά της καὶ σω­μα­τι­κά, του­τέ­στιν, μὲ χτυ­ποῦ­σε πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ πολ­λὲς φο­ρὲς στὸν ὦ­μο μὲ τὴν πα­λά­μη της. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τε­λεί­ω­σαν κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τολ­μή­σει ἕ­ως τώ­ρα νὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια τὰ σύ­νερ­γα τῆς τε­λευ­ταί­ας ἔ­νε­σης, τρέ­φον­τας ἐν­δό­μυ­χα τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ δι­α­τη­ρή­σω στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὴν πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ κα­τα­φα­νῶς μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω. Γνω­ρί­ζω πώς, σὲ λί­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­λει­φθεῖ ἐν­τε­λῶς καί, γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, σκέ­φτη­κα πὼς ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν πα­ρα­τεί­νω τε­χνη­τὰ μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἐ­νη­με­ρω­νό­με­νος ἀρ­χι­κὰ καὶ δι­α­βά­ζον­τας τὰ πάν­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ φάρ­μα­κο: γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γι­κή του δι­α­δι­κα­σί­α, γιὰ τὴ σύν­θε­ση, τὴν ἀ­νά­λυ­σή του… Εἰς μά­την ὅ­μως, εἰς μά­την. Ἡ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου βαθ­μια­ία θὰ σβή­σει, πα­ρα­χω­ρών­τας τὴ θέ­ση της στὰ συ­νή­θη ὀ­σφρη­τι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου ἀλ­λὰ καὶ τῶν πέ­ριξ τοῦ δω­μα­τί­ου μου χώ­ρων: στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁ­πλω­μέ­νης μπου­γά­δας τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ μου (ἀλ­λὰ καὶ τῆς μπου­γά­δας τῆς γει­τό­νισ­σάς μου στὸ δι­πλα­νὸ μπαλ­κό­νι, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ γνω­στὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πό­κρυ­ψης τῶν ἐ­σώ­ρου­χων στὰ μέ­σα συρ­μα­τό­σχοι­να τῆς ἁ­πλώ­στρας της, πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν κοι­νῆς θέ­ας), στὸ ἀ­ναρ­ρι­χώ­με­νο ἀ­πὸ τὴν πι­λο­τὴ ἄ­ρω­μα τοῦ νυ­χτο­λού­λου­δου, στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἀ­πό­μει­νε στὰ σεν­τό­νια μου ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ἀ­ϋ­πνί­ας ἢ στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φι­τι­λιοῦ ἑ­νὸς ἄρ­τι σβη­σθέν­τος κε­ριοῦ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ πού μοῦ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­νά­βω ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν στὸ ἔ­ρη­μο δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἔ­πει­τα, ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τα ἀρ­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σύ­νερ­γα τῶν ἐ­νέ­σε­ων καὶ ὀ­φει­λό­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν αἴ­σθη­ση τῆς ὄ­σφρη­σης, θὰ πε­ρά­σει προ­σώ­ρας στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ὅ­ρα­σης, στὸ ἰ­δι­ό­τυ­πο αὐ­τὸ εἰ­κο­νο­στά­σι ποὺ κεί­τε­ται στὸ κο­μο­δί­νο μου καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­λαι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ σκί­τσα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σύ­ριγ­γες, βε­λό­νες καὶ φάρ­μα­κα, ὥ­σπου, στὸ τέ­λος, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συ­νά­θροι­ση πραγ­μά­των τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου ποὺ τε­λεῖ­ται πλά­ι μου νὰ κα­τα­στεῖ, μὲ τὴ σει­ρά της, μιὰ κα­νο­νι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος καὶ νὰ ἀ­πο­λέ­σει τὸν εὐ­ερ­γε­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Σκέ­φτο­μαι – τὸ ἔ­χω ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει – νὰ κρα­τή­σω ἀ­νέ­πα­φα ὅ­λα τοῦ­τα τὰ σύ­νερ­γα στὸ κο­μο­δί­νο μου ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ἔ­πει­τα, τὸ φθι­νο­πω­ρά­κι, θὰ τὰ πε­τά­ξω καὶ θὰ πα­σχί­σω νὰ βρῶ ἕ­ναν τρό­πο νὰ ζή­σω.



Πηγή: Περιοδικὸ Φρέαρ, τχ. 19 (Ιούνιος 2017)

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου: Τὸ σπίτι


Ἀ­δα­μαν­τι­νή Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του


Σπί­τι


ΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΕΣ, ἡ για­γιὰ μα­γεί­ρευ­ε κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στά, ἐ­νῶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, μᾶς ἔ­φτια­χνε ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ, ποὺ δυ­νά­μω­νε, ἔ­λε­γε, τὴν καρ­διά, ὥ­σπου στὰ δε­κα­τρί­α μου, ἀ­νέ­βα­σα πί­ε­ση. Ἐ­κεί­νη τὸ ἀ­πέ­δω­σε στὸ ὅ­τι τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ παπ­ποὺς ἀ­πὸ καρ­κί­νο στὸ πάγ­κρε­ας, πα­ρό­λα αὐ­τὰ δέ­χτη­κε νὰ μοῦ τὸ ‘κό­ψει, ἂν καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ μοῦ δί­νει γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι λί­γο και­ρὸ ἀ­κό­μα, γιὰ νὰ μὴν πά­θω στε­ρη­τι­κά. Με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ παπ­ποῦ, εἴ­χα­με πέν­θος καὶ γιὰ μῆ­νες ζού­σα­με μὲ μι­σό­κλει­στα παν­τζού­ρια, ἐ­νῶ οἱ κα­θρέ­φτες ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ κι ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν στὴν κά­μα­ρά μας τὰ βρά­δια καὶ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν σκᾶ­με, για­τί ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν γέ­ρος κι ἄλ­λω­στε ἤ­μα­σταν τυ­χε­ροὶ ποὺ εἴ­χα­με τοὺς γο­νεῖς μᾶς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ δί­πλα.

      Ὅ­ταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο, μά­θα­με ὅ­τι ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὴ Βουλ­γα­ρί­α ποὺ φρόν­τι­ζε τὸν παπ­ποὺ στὰ τε­λευ­ταῖ­α του κι ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γαν νὰ ζή­σουν στὸν τό­πο της, ἡ για­γιὰ μᾶς ἐ­ξή­γη­σε πὼς αὐ­τὸ κά­νουν οἱ ἄν­τρες, ρί­χνουν τὸν σπό­ρο τους κι ἔ­πει­τα μὴν τοὺς εἴ­δα­τε, κι ἄλ­λω­στε ἔ­τσι ἦ­ταν ἡ φύ­ση: τὰ παι­διὰ εἶ­ναι τῆς μά­νας. Ἐ­μεῖς ὅ­μως οὔ­τε τῆς μά­νας ἤ­μα­σταν, για­τί λί­γους μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ δι­κή μας γνώ­ρι­σε τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη ποὺ ἦ­ταν ὑ­πάλ­λη­λος στὴν τρά­πε­ζα καὶ πῆ­γε νὰ ζή­σει μα­ζί του σὲ ἕ­να ρε­τι­ρὲ στὸ Παγ­κρά­τι χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Ἀ­πὸ τό­τε ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν κά­θε βρά­δυ στὸ δω­μά­τιό μας καὶ προ­σευ­χό­μα­σταν πα­ρέ­α νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς ποὺ ἀ­νάγ­κα­σε τοὺς γο­νεῖς μας νὰ παν­τρευ­τοῦν στὰ δε­κα­ε­φτὰ για­τί ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος σὲ μέ­να καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κα­λά, για­τί ἂν πά­θαι­νε κά­τι, ἐ­μεῖς θὰ κα­τα­λή­γα­με σὲ ἵ­δρυ­μα.

     Συ­νε­χί­σα­με νὰ τρῶ­με τὶς Κυ­ρια­κὲς κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στὰ ὥ­σπου τὰ σι­χά­θη­κα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πα κου­βέν­τα, για­τί ἡ μι­κρὴ δὲν ἔ­βα­ζε τί­πο­τα ἄλ­λο στὸ στό­μα της ὅ­λη τὴ βδο­μά­δα κι ἔ­τσι γιὰ και­ρὸ δὲν ἄλ­λα­ξαν πολ­λά, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καὶ βρῆ­καν τὰ λευ­κά της κα­τε­βα­σμέ­να.

     Τό­τε μᾶς πῆ­ρε καὶ πή­γα­με στὸν συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο νὰ μᾶς γρά­ψει τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α καὶ νὰ μᾶς ἀ­φή­σει ὅ­λα της τὰ λε­φτά, ἐ­νῶ στὴ μα­μὰ ἄ­φη­σε τὰ ἔ­πι­πλα ποὺ ἦ­ταν ἀν­τί­κες καὶ λί­γα κο­σμή­μα­τα γιὰ νὰ μὴν θυ­μώ­σει μα­ζί μας καὶ μᾶς κό­ψει τὴν κα­λη­μέ­ρα.

     Τέ­λος μ’ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ μοῦ ‘μα­θε νὰ φτιά­χνω κοκ­κι­νι­στὸ καὶ γε­μι­στὰ καὶ μὲ ἔ­βα­λε νὰ πά­ρω ὅρ­κο ὅ­τι θὰ τὰ φτιά­χνω στὴ μι­κρὴ γιὰ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας. Ὅ­ταν πιὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, μα­γεί­ρευ­α ἐ­γὼ κι ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει οὔ­τε κου­τά­λι, τὴν τά­ι­ζα ὥ­σπου λί­γες βδο­μά­δες ἀ­φό­του ἔ­κλει­σα τὰ δε­κα­ο­χτώ, πέ­θα­νε στὸν ὕ­πνο της μιὰ νύ­χτα.

     Ἡ μα­μὰ ἦρ­θε τό­τε νὰ μεί­νει λί­γο και­ρὸ μα­ζί μας κι ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­κεῖ, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τα κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε μὲ ὅ­λα, ἔ­στει­λε με­τα­φο­ρι­κὴ νὰ πά­ρει τὰ ἔ­πι­πλα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ κρε­βά­τια μας γιὰ νὰ ἔ­χου­με κά­που νὰ κοι­μό­μα­στε καὶ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας για­τί δὲν ἦ­ταν ἀν­τί­κα. Ἀ­πὸ τό­τε τρι­γυ­ρί­ζα­με στὰ ἄ­δεια δω­μά­τια, κοι­τά­ζα­με τὰ ση­μά­δια στοὺς τοί­χους καὶ τὰ σα­νί­δια, κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πῶς ἔ­γι­νε κι ὅ­λοι ἔ­φυ­γαν κι ἔ­δι­να ὅρ­κο ὅ­τι τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­πα. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ξε­θύ­μω­σα μὲ τὴ για­γιὰ ποὺ πῆ­γε καὶ πέ­θα­νε, ἔ­κλα­ψα ποὺ δὲν θὰ τὴν ξα­νά­βλε­πα καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι μὲ ἕ­να βά­ψι­μο κι ἕ­να γυ­ά­λι­σμα ὅ­λα θὰ ἔ­σβη­ναν, για­τί ἕ­να σπί­τι ἦ­ταν μο­νά­χα, ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­γι­ναν μέ­σα του – θέ­λα­με δὲν θέ­λα­με – θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἐ­μέ­να καὶ τὴ μι­κρὴ ὅ­που κι ἂν βρι­σκό­μα­σταν.

     Τὴν προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κὴ ποὺ κά­να­με τὰ σα­ράν­τα, ἔ­φτια­ξα κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια κι ἦρ­θε ἡ μα­μὰ μὲ τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη, φά­γα­με πα­ρέ­α, εἴ­πα­με δυ­ὸ λό­για γιὰ τὴ για­γιὰ κι ἔ­πει­τα μᾶς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, ποὺ ἦ­ταν Τε­τάρ­τη, φώ­να­ξα τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι δὲν θὰ φτι­ά­χνα­με γε­μι­στά, για­τί τὸ με­ση­μέ­ρι θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ τὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ ὅ­τι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­νε μα­ζὶ μὲ τὸν μπαμ­πὰ γιὰ λί­γα χρό­νια ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ ἔ­βλε­πα τί θὰ ἔ­κα­να. Τό­τε, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ἤ­θε­λε νὰ φύ­γω ἀ­πὸ κον­τά της ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σπί­τι μας, κι ἐ­γὼ τὴν πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τῆς ἀ­πάν­τη­σα ὅ­τι σπί­τι ἤ­μα­στε ἐ­μεῖς, ἐ­γὼ κι ἐ­σὺ τῆς εἶ­πα ἤ­μα­στε σπί­τι κι ἔ­πει­τα ἐ­πί­α­σα τὸ χέ­ρι της, τὸ ἀ­κούμ­πη­σα στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς μου κι ὕ­στε­ρα στὴ δι­κή της καρ­διὰ καὶ τῆς εἶ­πα ἐ­δῶ εἶ­ναι σπί­τι κι ἔ­πει­τα βγή­κα­με ἔ­ξω, κι ἀ­φοῦ τῆς εἶ­πα νὰ ρί­ξει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πρὸς τὰ μέ­σα, τὴν ἔ­βα­λα νὰ κλεί­σει πί­σω της τὴν πόρ­τα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου (Ἀθήνα, 1979). Διηγήματά της ἔχουν δια­κρι­θεῖ σὲ λογοτεχνικοὺς διαγωνισμοὺς, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ συλλο­γὲς κι ἔχουν δημοσιευτεῖ στὸ διαδίκτυο.