Βελισσαρία Μπαφατάκη: Τὸ κουφάλογο


Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη


Τὸ κου­φά­λο­γο


Ν ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ὅτι ἡ ὑ­γεί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α, τό­τε δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ λά­βε­τε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πα­νά­γου. Τοῦ Πα­νά­γου ποὺ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ στὸ νη­σί, ὅ­που δια­βεῖ καὶ ὅ­που στα­θεῖ κου­φά­λο­γο τὸν ἀ­νε­βά­ζουν, κου­φά­λο­γο τὸν κα­τε­βά­ζουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου στὴν πα­ρέ­α του, δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Ἀ­παγ­κί­στρω­σε δι­α­κρι­τι­κά τὸ κα­λα­μά­κι τοῦ κα­φὲ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μπρο­στι­νὰ δόν­τια γιὰ νὰ μὴν πνι­γεῖ καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πο­τή­ρι πά­νω στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο τρα­πέ­ζι μὲ ἐ­πι­δει­κτι­κὴ ἀ­πά­θεια. Οἱ λε­βέν­τες τρι­γύ­ρω χα­χά­νι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­πάν­τη­σης ὡς μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη κου­φα­μά­ρας. Τί θρά­σος! Δὲν μί­λη­σε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

        Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια του, βλέ­πε­τε, δὲν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια νὰ ζη­τή­σει ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θές. Κα­νέ­να δι­ά­λο­γο δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νοί­ξει. Ὡ­στό­σο, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ θέ­μα πά­νω του καὶ θὰ δι­ε­ρευ­νοῦ­σε τὸ ζή­τη­μα προ­σω­πι­κὰ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας μέ­ρα μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔ­φτα­νε σπί­τι καὶ θὰ ἔ­με­νε μό­νος. Ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε! Πλη­σί­α­σε τὸν κα­θρέ­φτη καὶ σή­κω­σε τὰ μα­κριά του μαλ­λιά. Τὰ αὐ­τιά του ἦ­ταν ὅ­πως πάν­τα στὴν θέ­ση τους. Πε­ρή­φα­να καὶ ρόζ. Τὰ ἔ­τρι­ψε κι­ό­λας γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἄ­κου­γε καὶ τοὺς λε­πτοὺς τρυ­φε­ροὺς ἤχους­ ποὺ πα­ρή­γα­γαν τὰ δά­χτυ­λά του ὅ­σο χά­ϊ­δευ­ε τοὺς λο­βούς. Προ­τοῦ θυ­μώ­σει καὶ ἀρ­χί­σει νὰ βγά­ζει κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ­το αὐ­τιά του, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα πε­ραι­τέ­ρω. Ὄ­χι μό­νος αὐ­τὴ τὴν φο­ρά.

        Τη­λε­φώ­νη­σε τὸ δί­χως ἄλ­λο στὸν κύ­ριο Πε­ρι­στε­ρά­κη, γνω­στὸ ὠ­το­ρι­νο­λα­ρυγ­γο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ ἔ­κλει­σε ραν­τε­βού. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση πῆ­γε πε­ρί­φη­μα. Ὁ για­τρὸς εἶ­χε και­ρὸ νὰ δεῖ πε­ρί­πτω­ση σὰν τὴν δι­κή του. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις του στὸ ἀ­κου­ό­γραμ­μα καὶ σὲ ὅ­λες τὶς μι­κρὲς δο­κι­μα­σί­ες συν­το­νι­σμοῦ καὶ ἰ­σορ­ρο­πί­ας ποὺ τὸν ὑ­πέ­βαλ­λε, μαρ­τυ­ροῦ­σαν πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἐ­ξό­χως ὑ­γι­ῆ μὲ ἀ­κου­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα λύ­κου. Ἡ γνω­μά­τευ­ση ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρη. «Μά, ἐ­σεῖς ἀ­κοῦ­τε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να» εἶ­πε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί σᾶς ἔ­φε­ρε μέ­χρι ἐ­δῶ.»

        «Ὁ κό­σμος, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη. Νά, λέ­νε ὅ­τι δὲν ἀ­κού­ω.» Ποι­ός κό­σμος, δη­λα­δή; Οἱ φί­λοι του, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἀλ­λὰ δί­στα­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν λέ­ξη. Κλω­τσοῦ­σε τὸ μυα­λό του.

        Ὁ κύ­ριος Πε­ρι­στε­ρά­κης μέ­σα στὰ πολ­λὰ μπαμ­πά­λι­σε κά­τι πε­ρὶ το­ξι­κό­τη­τας καὶ χά­ρα­ξε ὁ­ρι­ζον­τί­ως τὸν ἀ­έ­ρα μὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α λε­πί­δα γιὰ νὰ το­νί­σει τὴν ἀ­νάγ­κη ὁ­ρι­στι­κῆς λύ­σης τέ­τοι­ων ἄ­σκο­πων δε­σμῶν.

        Ὁ Πα­νά­γος κον­το­στά­θη­κε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἄ­κου­σε κα­λά. Μιὰ χα­ρὰ ἄ­κου­σε. Ἡ καρ­διὰ του κλώ­τση­σε. Τὰ λό­για τοῦ Πε­ρι­στε­ρά­κη ἦρ­θαν καὶ ἔ­κα­τσαν σὰν πέ­τρα στὸ στῆ­θος του. Νὰ ξε­κό­ψει ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του; Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ πρό­τει­νε ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ τρέ­λα. Κα­θα­ρὴ τρέ­λα. Αὐ­τὸς ὁ για­τρὸς μᾶλ­λον δὲν στέ­κει κα­λὰ στὰ λο­γι­κά του. Δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο. Κά­λυ­ψε πει­σμα­τι­κά τὰ αὐ­τιά του καὶ ἔ­συ­ρε τὴν κα­ρέ­κλα του πρὸς τὰ πί­σω, ὡς ἔν­δει­ξη πα­ρα­βί­α­σης τῶν ὁ­ρί­ων ἀ­νο­χῆς ἢ καὶ ἀν­το­χῆς. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα ἄ­κου­γε. Ἢ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει.

        Ζή­τη­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­ναν κα­θρέ­φτη καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ αὐ­τὸς τί θὰ κά­νει. Ὁ για­τρὸς προ­σπά­θη­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή του καὶ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­τά­ρα­χος, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κι­ό­λας πιά­σει τὰ μαλ­λιά του ψη­λὰ σὲ μιὰ σφι­χτὴ πε­ρή­φα­νη ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μπά­νιο ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε τὸ δά­χτυ­λο τοῦ κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη. Πρὶν κλεί­σει τὴν πόρ­τα πί­σω του, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ ὕ­φος λο­ξό.

        Τὴν εἶ­χε πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή του. Μὲ μιὰ κί­νη­ση καὶ γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­δεί­ξει πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε στὴν γνω­μά­τευ­σή του, ὁ Πα­νά­γος ξε­κόλ­λη­σε μὲ μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κί­νη­ση τὰ ἄ­κρως λει­τουρ­γι­κὰ αὐ­τιά του, θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν ξέ­να καὶ ψεύ­τι­κα καὶ τὰ ἄ­φη­σε μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ ἔκ­πλη­κτου κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη ποὺ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο χλι­μιν­τρί­ζον­τας. Κλώ­τση­σε καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο.

        Ξε­χύ­θη­κε κου­φὸς καὶ μα­κά­ριος σὲ δά­ση, δρυ­μοὺς καὶ σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ ἄ­γνω­στα σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ γιὰ νὰ τὸν δοῦν ὅ­λοι. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­και­ώ­σει τὸν κό­σμο, τὸν δι­κό του κό­σμο ποὺ τὸν ἔ­λε­γε κου­φά­λο­γο, καὶ ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ πί­στευ­αν. Ἄ­λο­γο μέ­σα στὰ ἄ­λο­γα, τὰ πα­ρά­λο­γα. Γιὰ νὰ μὴν μεί­νει μό­νος.

        Καὶ ἐ­σύ, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη, ὁ­λό­κλη­ρος για­τρὸς μὲ πτυ­χί­ο, ἔ­μει­νες μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι ὑ­γι­ῆ αὐ­τιὰ νὰ κεί­τον­ται στὸ γρα­φεῖ­ο σου. Μά, ποῦ πᾶς καὶ ἐ­σὺ νὰ βρεῖς λο­γι­κὴ στὸ ἄ­λο­γο τὸ πα­ρά­λο­γο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.


			

Νάνσυ Ἀγγελῆ Μιὰ ἐπίσκεψη ἀπὸ τὸ παρελθόν


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν

 

Ο ΠΑΡΕΛΘΟΝ μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα τὶς προ­άλ­λες. Ἦρ­θε ἀ­πρό­ο­πτα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζει, κι ἐ­γὼ ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ πῶ πὼς ἑ­τοι­μα­ζό­μουν νὰ βγῶ. Μὲ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο σκε­πτι­κό, κι ὕ­στε­ρα μοῦ πρό­τει­νε νὰ βγοῦ­με πα­ρέ­α. Ἐ­γὼ δέ­χτη­κα, κυ­ρί­ως ἀ­πὸ φι­λο­πο­νιά, για­τί ξέ­ρω πό­σο μό­νο του νι­ώ­θει τὸ πα­ρελ­θόν. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι φί­λοι του ἔ­χουν πε­θά­νει καὶ πο­λὺ λί­γοι ἀ­π’ ὅ­σους ζοῦν ἀ­κό­μα, τὸ θυ­μοῦν­ται κα­μιὰ φο­ρά. Ἀλ­λά, κι αὐ­τοὶ μὲ τὴ σει­ρὰ τους εἶ­ναι τό­σο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι ὥ­στε κα­νεὶς δὲν δί­νει πιὰ ση­μα­σί­α σ’ αὐ­τὰ ποὺ λέ­νε. Ὅ­ταν πε­θά­νουν κι αὐ­τοὶ οἱ λι­γο­στοὶ ποὺ τοῦ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει, τὸ πα­ρελ­θὸν θὰ πε­θά­νει μα­ζί τους. Βέ­βαι­α, νέ­α πα­ρελ­θόν­τα γεν­νι­οῦν­ται, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ὅ­λα κα­τα­δι­κα­σμέ­να στὴν ἴ­δια μοί­ρα. Ὅ­πως καὶ νὰ τὸ δεῖ κα­νείς, ἕ­να πα­ρελ­θὸν ὑ­πο­φέ­ρει πάν­τα ἀ­πὸ μο­να­ξιά. Ὅ­σο πιὸ μα­κρι­νὸ εἶ­ναι μά­λι­στα, τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο. Αὐ­τὸ τὸ πα­ρελ­θὸν γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο σᾶς μι­λῶ, μοῦ τὸ σύ­στη­σε ἡ για­γιά μου. Ἡ μα­μὰ ἐ­πί­σης τὸ γνώ­ρι­σε, ἀλ­λὰ ὄ­χι τό­σο κα­λά. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἡ για­γιὰ πέ­θα­νε, πᾶ­νε λί­γα χρό­νια τώ­ρα, τὸ πα­ρελ­θὸν ἔρ­χε­ται καὶ μὲ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται κα­μιὰ φο­ρὰ για­τὶ ξέ­ρει πό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ μοῦ δι­η­γι­ό­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη μου για­γιά. Ἔ­τσι, παίρ­νει τὸ θάρ­ρος καὶ μοῦ χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα κα­μιὰ φο­ρὰ ὅ­ταν νι­ώ­θει ἀ­πελ­πι­στι­κὰ μό­νο ἢ πο­λὺ θλιμ­μέ­νο. Τὸ πα­ρελ­θὸν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴν φι­λο­ξε­νί­α τῶν νέ­ων, γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χε­ται σ’ ἐ­μέ­να καὶ δὲν πά­ει στῆς μα­μᾶς. Ἡ μα­μὰ δὲν θέ­λει νὰ θυ­μᾶ­ται. Τὸ γνω­ρί­ζει λέ­ει τὸ πα­ρελ­θόν, ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς γε­νιᾶς της πα­λεύ­α­νε πάν­τα γιὰ ἕ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον. Τό­σο πο­λὺ πα­λέ­ψα­νε γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ὅ­ταν τε­λι­κὰ ἦρ­θε, ξε­χά­σα­νε ὅ­λα τ’ ἄλ­λα. Ὅ­ταν κά­νου­με αὐ­τὲς τὶς κου­βέν­τες θυ­μώ­νει λί­γο, ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴν θέ­ση της μὲ μιὰ μομ­φή, λέ­γον­τας πάν­τα τὴ φρά­ση «γιὰ σᾶς τὰ κά­να­με ὅ­λα, γιὰ νὰ ζή­σε­τε ἐ­σεῖς κα­λύ­τε­ρα». Τὴν κα­τα­λα­βαί­νω τὴ μα­μά, εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι χω­ρὶς πα­ρελ­θὸν δὲν ὑ­πάρ­χουν ρί­ζες, δὲν ὑ­πάρ­χει μέλ­λον.  Γι’ αὐ­τὸ δέ­χο­μαι πάν­τα τὶς ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ κα­η­μέ­νου τοῦ πα­ρελ­θόν­τος τῆς γε­νιᾶς τῆς για­γιᾶς, κι ἄς γί­νε­ται πλη­κτι­κὸ καὶ φορ­τι­κὸ κα­μιὰ φο­ρά. Ὅ­πως ὅ­λοι ὅ­σοι νι­ώ­θουν πα­ρα­με­λη­μέ­νοι ἢ πα­ραγ­κω­νι­σμέ­νοι, ἀ­ρέ­σκε­ται νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὰ μα­κρι­νὰ κα­τορ­θώ­μα­τά του. Συ­νη­θί­ζει νὰ λέ­ει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε τὸν ροῦ τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀλ­λὰ πα­ρα­δέ­χε­ται μὲ πί­κρα ὅ­τι ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θή­σει, ὅ,­τι καὶ νὰ κά­νει, τὸ πα­ρὸν θὰ κλέ­βει πάν­τα τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Πῶς γί­νε­ται, μὲ ρω­τᾶ καὶ μιὰ ἀ­δύ­να­μη σπί­θα θυ­μοῦ ἀ­στρά­φτει στὰ θο­λά του μά­τια, νὰ εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν, ὅ­που κι ἂν γυ­ρί­σει κα­νεὶς νὰ κοι­τά­ξει, κι ὅ­μως κα­νεὶς νὰ μὴν τὸ βλέ­πει; Στοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν πάν­τα τὰ ἴ­δια λά­θη, τοῦ ἀ­παν­τῶ. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ξε­χνοῦν κι εὔ­κο­λα. Χει­ρό­τε­ρα κι ἀ­πὸ χρυ­σό­ψα­ρα, μοῦ λέ­ει ἐ­κεῖ­νο. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ χει­ρό­τε­ρο, συμ­πλη­ρώ­νει κου­νών­τας δι­δα­κτι­κὰ μπρο­στὰ στὴ μύ­τη μου τὸ ζα­ρω­μέ­νο του δά­χτυ­λο: ἡ λή­θη. Ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς συλ­λο­γι­κῆς μνή­μης.

Κα­τη­φο­ρί­σα­με ἀρ­γὰ μέ­χρι τὴν κεν­τρι­κὴ πλα­τεί­α. Ἐ­κεῖ ποὺ κά­πο­τε ἦ­ταν χω­μά­τι­νη ἀ­λά­να σή­με­ρα ὑ­πάρ­χει μό­νο ἡ σκό­νη τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Τὸ πα­ρελ­θὸν θυ­μᾶ­ται τὴν πέ­τρι­νη βρύ­ση, τὶς στά­μνες, τοὺς γυ­μνοὺς ἀ­στρα­γά­λους… Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θαν τα­ραγ­μέ­νοι και­ροί. Ἡ πλα­τεί­α με­τα­τρά­πη­κε σὲ πε­δί­ο μά­χης. Τὸ πα­ρελ­θὸν θυ­μᾶ­ται. Σή­με­ρα στὴ μέ­ση τῆς πλα­τεί­ας δε­σπό­ζει τὸ μπρού­τζι­νο ἄ­γαλ­μα κά­ποι­ου ἀ­γω­νι­στῆ. Μὴ μὲ ρω­τή­σε­τε ποι­ός ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι, δὲν ξέ­ρω νὰ σᾶς πῶ, ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ εἶ­ναι ἄλ­λω­στε μι­σο­σβη­σμέ­νη καὶ τὸ πα­ρελ­θὸν δι­ψά­ει. Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω, καὶ σ’ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ δὲν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια γιὰ πα­ρα­νο­ή­σεις, εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ ἄ­γαλ­μα ἔ­χει ἀ­νοί­ξει ἕ­να ἐκ­πλη­κτι­κὸ «cafe» ποὺ σερ­βί­ρει οἰ­κο­λο­γι­κὰ ρο­φή­μα­τα ἀ­π’ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ εὐ­φάν­τα­στα κρύ­α σνάκς.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο (Σμί­λη, 2018).

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Βασίλης Αίκατερίνης: Παρενθέσεις


Βα­σί­λης Αἰ­κα­τε­ρί­νης


Πα­ρεν­θέ­σεις


ΝΑ-ΔΥΟ-ΤΡΙΑ-ΤΕΣΣΕΡΑ, τὰ δι­α­χω­ρι­στι­κὰ στὰ πλα­κά­κια τῶν πε­ζο­δρο­μί­ων σὲ βο­η­θοῦν νὰ σκέ­φτε­σαι ὅ­σο προ­χω­ρᾶς, ἢ τὸ ἀν­τί­θε­το. Κά­πο­τε τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα τῶν σπα­σμέ­νων κρά­σπε­δων σὲ κά­νουν νὰ χά­σεις τὸ μέ­τρη­μα ἢ ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα τὸν ρυθ­μό, κά­πο­τε ἕ­να φύλ­λο ριγ­μέ­νο, πα­τι­κω­μέ­νο χι­λιά­δες φο­ρὲς ἀ­πὸ χι­λιά­δες πε­ρα­στι­κὲς σό­λες σὲ λυ­πεῖ ἔ­τσι ἄρ­ρω­στο, βρώ­μι­κο ὅ­πως δεί­χνει, κά­πο­τε ἐ­πι­λέ­γεις τὶς εὐ­θεῖ­ες ρί­γες τῶν τυ­φλῶν νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σουν, μὲ τὶς κί­τρι­νες ξε­φτι­σμέ­νες φου­σκά­λες νὰ σὲ προ­ει­δο­ποι­οῦν κά­θε τό­σο πὼς πρέ­πει νὰ δια­βεῖς τὸ δρό­μο μό­νος, κά­πο­τε ἁ­πλὰ προ­χω­ρᾶς με­τρών­τας ἀ­τά­ρα­χος, μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο ἐμ­πό­διο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σεις. Κα­μιὰ φο­ρά, δει­λά, κοι­τᾶς πρὸς τὶς σκο­τει­νὲς τζα­μα­ρί­ες τῶν κα­τα­στη­μά­των καὶ τὸ μά­τι σου συλ­λαμ­βά­νει μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη, φευ­γα­λέ­α σι­λου­έ­τα, εἶ­ναι σκο­τει­νή. Καὶ ἐ­σὺ τα­χύ­νεις τὸ βῆ­μα, ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, καὶ πιὸ πο­λύ, μέ­χρι ποὺ στὴν ἑ­πό­με­νη βι­τρί­να κα­τα­λα­βαί­νεις πὼς ἤ­σουν ἐ­σὺ μο­νά­χα, κα­νεὶς δὲν σὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Σει­ρῆ­νες ἀ­κού­γον­ται σὰν βυ­θι­σμέ­νες. Ὑ­πο­λο­γί­ζεις στὰ πό­σα τε­τρά­γω­να μα­κριὰ οὐρ­λιά­ζουν. Δέ­κα-ἕν­τε­κα; ἀ­φή­νεις τὸ ἕ­να μέ­τρη­μα γιὰ νὰ πιά­σεις τὸ ἄλ­λο καὶ πρὶν προ­λά­βεις νὰ ὑ­πο­λο­γί­σεις αὐ­τές σὲ πλη­σιά­ζουν ἀ­πει­λη­τι­κά. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἔρ­χον­ται γιὰ ἐ­σέ­να, μὰ αὐ­τὲς ἀ­πα­θέ­στα­τα ἀ­δι­ά­φο­ρες σὲ προ­σπερ­νοῦν σὰν νὰ μὴν ὑ­πάρ­χεις· σκέ­φτε­σαι πὼς ἂν στε­κό­σουν στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου πο­λὺ εὔ­κο­λα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ σὲ πα­τή­σουν ἢ νὰ σὲ προ­σπε­ρά­σουν θε­ω­ρών­τας σε ἕ­να τρε­λό. Στὰ ἑ­πό­με­να τρί­α λε­πτὰ θὰ πε­ρά­σει ἡ γραμ­μὴ 202 γιὰ μιὰ πε­ρι­ο­χὴ ποὺ εἴ­τε δὲν ἐ­πι­σκέ­φτη­κες πο­τέ, εἴ­τε ἂν κα­μιὰ φο­ρὰ βρέ­θη­κες ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ εἶ­χες χα­θεῖ. Σὲ δύ­ο, ἐ­νη­με­ρώ­νει τώ­ρα ἡ φω­τει­νὴ ταμ­πέ­λα καὶ ἀ­π’ τὴ γει­το­νι­κὴ μου­ριὰ τοῦ πάρ­κου μιὰ κλά­ρα φρά­ζει τὴν ὑ­πό­λοι­πη ἄ­γρα­φη ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ πι­να­κί­δα. Σὲ ἕ­να φτά­νει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι στὴ στά­ση γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει. Τὸ βλέ­πω πὼς φεύ­γει μὲ τὸν κου­ρα­σμέ­νο ὁ­δη­γό, ἄ­δει­ο, στρί­βον­τας σὲ μιὰ κα­τη­φό­ρα. Προ­χω­ρᾶς ὡ­στό­σο, ἀ­πο­τρα­βᾶς τὸ βλέμ­μα καὶ συ­νε­χί­ζεις. Συλ­λαμ­βά­νεις κα­τὰ τό­πους με­ρι­κὰ σύν­νε­φα ποὺ κα­λύ­πτουν ὁ­ρι­σμέ­να κομ­μά­τια τοῦ νυ­χτε­ρι­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Τὸ φεγ­γά­ρι ἄ­φαν­το. Δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε μιὰ ἀ­δι­ά­λυ­τη ἀ­κτί­να γιὰ νὰ τὸ προ­δώ­σει. Καὶ ὅ­ταν τὸ κά­νει βλέ­πεις πὼς δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ μι­σὸ ἐ­κεῖ πά­νω, ἔ­χει φα­γω­θεῖ, μέ­νον­τας μό­νο μιὰ ἰ­σχνὴ βλε­φα­ρί­δα. Μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται κι αὐ­τὴ πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να νέ­ο στρῶ­μα πα­γω­μέ­νων σύν­νε­φων. Τὴ σκε­πά­ζουν, σκέ­φτε­σαι καὶ συ­νε­χί­ζεις μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο. Στὸ δρό­μο συ­ναν­τᾶς δυ­ὸ μι­κρὰ βρα­χι­ό­λια μὲ μιὰ γα­λά­ζια πε­ρα­σμέ­νη πέ­τρα στὸ ἕ­να καὶ μιὰ κόκ­κι­νη στὸ ἄλ­λο. Ἔ­τσι πὼς εἶ­χαν πέ­σει στὴν ἄ­σφαλ­το, σὲ ἀ­πό­στα­ση χι­λι­ο­στοῦ ἀ­π’ τὸ στε­νὸ ρεῖ­θρο, σὰν νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται, σχη­μα­τί­ζουν μιὰ πα­ρέν­θε­ση. Δύ­ο πα­ρεν­θέ­σεις μά­λι­στα. Τέσ­σε­ρα ἡ­μι­κύ­κλια ποὺ μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ὑ­φέρ­πον­τος φω­τὸς τῶν ὁ­δι­κῶν λαμ­πτή­ρων τὰ μπερ­δεύ­εις γιὰ πα­ρεν­θέ­σεις, ποὺ ὅ­μως οὔ­τε ἀ­νοί­γουν οὔ­τε κλεί­νουν ἀ­πὸ που­θε­νά, ἁ­πλὰ βά­ζεις λί­γο τὴ φαν­τα­σί­α σου καὶ τὶς βλέ­πεις κα­θα­ρά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἀ­πὸ πιὰ χέ­ρια μπο­ρεῖ νὰ ἔ­πε­σαν. Ἂν τὰ συ­νάν­τη­σες πο­τὲ τυ­χαῖ­α στὸ δρό­μο κι ἂν φο­ροῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ βρα­χι­ό­λια. Ἴ­σως ἂν ἔ­κα­νες πιὸ γρή­γο­ρα, ἂν ὁ φό­βος γι’ αὐ­τὴ τὴ σκιὰ στὶς βι­τρί­νες προ­η­γου­μέ­νως κρα­τοῦ­σε λί­γο πα­ρα­πά­νω, νὰ τοὺς προ­λά­βαι­νες νὰ τὰ πε­τοῦν ἢ νὰ τοὺς πέ­φτουν. Θὰ ἔ­τρε­χες ἴ­σως, «συγ­γνώ­μη, σᾶς ἔ­πε­σαν αὐ­τά», θὰ τὰ μά­ζευ­ες ἀ­πὸ κά­τω καὶ θὰ τὰ ἔ­δι­νες πί­σω.

            Ἕ­να-δύ­ο-τρί­α-τέσ­σε­ρα, πιά­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ με­τρᾶ ξα­νά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ στα­μα­τᾶς νὰ με­τρᾶς ὄ­χι για­τί πα­ρου­σι­ά­στη­κε κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο πά­λι ἢ βρῆ­κες κά­τι τὸ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο γιὰ νὰ χα­ζέ­ψεις, οὔ­τε για­τί οἱ κο­λῶ­νες ποὺ ἔρ­χον­ται κα­τα­πά­νω σου σὲ πα­ρα­κάμ­πτουν, ἀλ­λὰ για­τί ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζεις, τὰ βή­μα­τά σου κά­ποι­α στιγ­μὴ σὲ φτά­νουν στὸ σπί­τι. Στὴ γνω­στή σου ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­θε βρά­δυ τὸ κα­τάλ­λη­λο κλει­δὶ ποὺ κρύ­βεις στὴ πα­λά­μη σου γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βα­σί­λης Αἰ­κα­τε­ρί­νης (Λου­τρά­κι Κο­ριν­θί­ας, 1999). Σπουδάζει στὸ τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Ἀ­σχο­λεῖται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γρά­φει ἀ­πὸ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Πα­ρα­δί­δει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα σὲ παι­διὰ Γυ­μνα­σί­ου καὶ Λυ­κεί­ου.



		

	

Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke): Τὸ κλουβὶ μὲ τὰ λιοντάρια


Ράϊ­νερ Μα­ρί­α Ρίλ­κε (Rainer Maria Rilke)


Τὸ κλου­βὶ μὲ τὰ λι­ον­τά­ρια

(Der Löwenkäfig)


ΗΓΑΙΝΕΙ πέ­ρα-δῶ­θε ὅ­πως οἱ σκο­ποὶ ἔ­ξω στὴν ἄ­κρη τῶν τει­χῶν, ὅ­που τί­πο­τα πιὰ δὲν ὑ­πάρ­χει. Κι ὅ­πως καὶ στοὺς σκο­πούς, ὑ­πάρ­χει νο­σταλ­γί­α μέ­σα της, βα­ριὰ νο­σταλ­γί­α κομ­μα­τι­α­σμέ­νη.

            Ὅ­πως κά­τω στὸ πέ­λα­γος κά­που θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν κα­θρέ­φτες, κα­θρέ­φτες ἀ­πὸ τὶς καμ­πί­νες ναυ­α­γι­σμέ­νων πλοί­ων, κομ­μά­τια ἀ­πὸ κα­θρέ­φτες, ποὺ τώ­ρα πιὰ φυ­σι­κὰ δὲν πε­ρι­έ­χουν τί­πο­τα: οὔ­τε τὰ πρό­σω­πα τῶν τα­ξι­δι­ω­τῶν οὔ­τε κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­νο­μί­ες τους· οὔ­τε τὸν τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο γυρ­νοῦ­σαν τὴν πλά­τη κι ἔ­μοια­ζαν ἀ­πὸ πί­σω τό­σο ἀλ­λό­κο­τα ἀ­δέ­ξιοι· οὔ­τε τὸν τοῖ­χο, οὔ­τε τὴ γω­νιά, στὴν ὁ­ποία κοι­μοῦν­ταν· ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρο ὅ,τι ἐ­δῶ μέ­σα ἔ­φεγ­γε τα­λαν­τευ­ό­με­νο ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κι ἀ­π’ ἔ­ξω· ὄ­χι, τί­πο­τα.

            Ὅ­μως ὅ­πως κά­ποι­ο φύ­κι ἴ­σως, κά­ποι­ο ἀ­νοιγ­μέ­νο κο­ράλ­λι ποὺ βυ­θί­ζε­ται, ἡ ἀ­να­πάν­τε­χη ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο κά­ποι­ου ψα­ριοῦ ἢ ἀ­κό­μη καὶ τὸ νε­ρὸ τὸ ἴ­διο, τὸ νε­ρὸ ποὺ ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, ποὺ δι­α­μοι­ρά­ζε­ται, τὸ νε­ρὸ ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει καὶ μα­ζεύ­ε­ται ξα­νὰ καὶ γί­νε­ται ἕ­να, φέρ­νει στὸ νοῦ ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς κα­θρέ­φτες τοὺς μα­κρυ­σμέ­νους, τοὺς λο­ξούς, τοὺς κάλ­πι­κους, ὁ­μοι­ό­τη­τες εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νες, μα­ζὶ μὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­πο­τε ὑ­πῆρ­ξε –:

            ἔ­τσι κεῖν­ται ἀ­να­μνή­σεις, κομ­μά­τια ἀ­να­μνή­σε­ων, θραύ­σμα­τα, στὸ σκο­τά­δι βα­θιὰ μέ­σα στὸ αἷ­μα της.

            Πη­γαί­νει πέ­ρα-δῶ­θε γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τό, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀρ­σε­νι­κὸ λι­ον­τά­ρι, ποὺ εἶ­ναι ἄρ­ρω­στο. Ἡ ἀρ­ρώ­στια δὲν τοῦ προ­ξε­νεῖ ἀ­νη­συ­χί­α καὶ δὲν τὸ ἐ­ξα­σθε­νί­ζει· μο­νά­χα τὸ ἐγ­κλω­βί­ζει. Ἔ­τσι ὅ­πως κεῖ­ται ἐ­κεῖ, τὰ ἁ­πα­λὰ πέλ­μα­τά του χω­ρὶς σκο­πό, τὸ πε­ρή­φα­νο πρό­σω­πό του κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξε­φτι­σμέ­νη χαί­τη, τὰ μά­τια του ἀ­δεια­νά, ἔ­χει ἀ­νε­γεί­ρει στὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τὸ μνη­μεῖ­ο τῆς θλί­ψης του, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ κά­πο­τε (πάν­το­τε πά­νω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τὸ του) ὑ­πῆρ­ξε ὡς τραν­τα­χτὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς δύ­να­μής του.

            Τώ­ρα συ­σπᾶ­ται ἀ­κό­μα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στοὺς μῦς καὶ σφίγ­γε­ται, μι­κρὲς ἑ­στί­ες ὀρ­γῆς δι­α­μορ­φώ­νον­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ὑ­περ­βο­λι­κὰ μα­κριὰ ἡ μιὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη· τὸ αἷ­μα κυ­λᾶ μὲ με­γά­λη ὁρ­μή, ἀ­να­βλύ­ζει, ἀ­πὸ τὶς κά­μα­ρες τῆς καρ­διᾶς καὶ ἀ­σφα­λῶς δι­α­θέ­τει ἀ­κό­μα τὴν προ­σε­χτι­κὰ δο­κι­μα­σμέ­νη ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ στρί­βει ἀ­πό­το­μα κι ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, κα­θὼς χυ­μᾶ στὸν ἐγ­κέ­φα­λο.

            Ὅ­μως ἀ­φή­νει τὰ πράγ­μα­τα νὰ πά­ρουν ἁ­πλῶς τὸν δρό­μο τους, για­τὶ δὲν ἔ­χει φτά­σει ἀ­κό­μα στὸ τέ­λος καὶ δὲν ἔ­χει ἄλ­λη ἐ­νέρ­γεια γιὰ ξό­δε­μα καὶ δὲν παίρ­νει μέ­ρος σὲ τί­πο­τα πιά. Μο­νά­χα πέ­ρα μα­κριά, σὰν ἀ­πο­τρα­βηγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό, ζω­γρα­φί­ζει μὲ τὸ μα­λα­κὸ πι­νέ­λο τῆς οὐ­ρᾶς του ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ κά­ποι­α ἡ­μι­κυ­κλι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πε­ρί­γρα­πτης κα­τα­φρό­νιας. Κι αὐ­τὸ συμ­βαί­νει μὲ τέ­τοι­α σπου­δαι­ό­τη­τα ποὺ ἡ λέ­αι­να στέ­κει ἀ­κί­νη­τη καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ: ἀ­νή­συ­χη, τα­ραγ­μέ­νη, γε­μά­τη προ­σμο­νή.

            Ὕ­στε­ρα πιά­νει πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸν βη­μα­τι­σμό της, τὸν ἄ­χα­ρο, γε­λοῖ­ο βη­μα­τι­σμὸ τῶν σκο­πῶν, ποὺ πάν­το­τε πά­ει καὶ πέ­φτει πά­νω στὰ ἴ­δια χνά­ρια ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Καὶ πη­γαί­νει… καὶ πη­γαί­νει, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ ρη­μαγ­μέ­νη μά­σκα της, ὁ­λο­στρόγ­γυ­λη, δι­α­γραμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα.

            Πη­γαί­νει ὅ­πως οἱ δεῖ­κτες στὰ ρο­λό­για. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της φαί­νε­ται, ὅ­πως σὲ κά­ποι­ο καν­τράν, ποὺ τοῦ ρί­χνουν ἕ­να φῶς καὶ φω­τί­ζει τὴ νύ­χτα, κά­ποι­α ἀλ­λό­τρια, πα­ρά­ξε­νη ὥ­ρα ποὺ γιὰ λί­γο μό­νο μέ­νει σχη­μα­τι­σμέ­νη: μιὰ φρι­κτὴ ὥ­ρα, ἡ ὥ­ρα ποὺ κά­ποι­ος πε­θαί­νει.



Πη­γή: Rainer Maria Rilke, Werke, τ. ΙΙΙ-2 (Prosa), Φραγ­κφούρ­τη, Insel Ver­lag, 41968 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Rai­ner Ma­ria Ril­ke, Der Löwenkäfig, Βα­σι­λεία, Gryff-Pres­se, 1947].

Ρά­ι­νερ Μα­ρί­α Ρίλ­κε (Rai­ner Ma­ria Ril­ke) (1875, Πρά­γα – 1926, Βαλ­μόν). Γερ­μα­νό­φω­νος λυ­ρι­κὸς ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος καὶ κρι­τι­κός. Ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς δυ­τι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Θρυ­λεῖ­ται πὼς ἀ­σθέ­νη­σε ἀ­πὸ καλ­πά­ζου­σα λευ­χαι­μί­α τραυ­μα­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ἀγ­κά­θι ἑ­νὸς ρό­δου, ἐ­νῶ φρόν­τι­ζε τὸν κῆ­πο του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


 

Πασχάλης Κατσίκας: Ποῦ κοιμοῦνται τὰ χελιδόνια τὸν χειμώνα;


Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας


Ποῦ κοι­μοῦν­ται τὰ χε­λι­δό­νια τὸν χει­μώ­να;


ΑΝ ΤΟΝ ΚΟΝΤΟΡΕΒΙΘΟΥΛΗ ἐ­πὶ πε­νήν­τα χρό­νια χα­νό­ταν στὴν ἐρ­γα­σια­κὴ ζούγ­κλα γιὰ τὸ με­ρο­κά­μα­το. Μὲ τὸ πρῶ­το σού­ρου­πο ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὰ βό­τσα­λα γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ παι­διά. Αὐ­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α ποὺ ἦ­ταν συν­τα­ξι­οῦ­χος, τὰ βό­τσα­λα με­τα­τρά­πη­καν σὲ ψί­χου­λα. Τὰ δρο­μο­λό­για γιὰ τὸν ἄρ­το τὸν ἐ­πι­ού­σιο σι­γὰ-σι­γὰ πε­ρι­ο­ρί­στη­καν ὣς τὸν φοῦρ­νο τῆς γει­το­νιᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ μάν­τρα τοῦ πα­λιοῦ μαρ­μα­ρά­δι­κου.

        Κρα­τοῦ­σε με­τὰ βί­ας τὴ σα­κού­λα μὲ τὸ ἀ­χνι­στὸ ψω­μί. Ἡ φου­κα­ριά­ρα ἡ φουρ­νά­ρισ­σα ἔ­βα­λε στὸν πά­το της, γιὰ νὰ μὴν λι­ώ­σει, ἕ­να πα­λιὸ φύλ­λο το­πι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας μὲ τὸν πη­χυα­ῖο τί­τλο: «Ἀ­να­βί­ω­σαν τὰ χε­λι­δο­νί­σμα­τα στὸ 10ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Κο­μο­τη­νής». Ἔ­νι­ω­θε σή­με­ρα, πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πα­να­γιᾶς, πὼς τὰ που­λιὰ ἔ­φα­γαν τὰ ψί­χου­λα. Ἡ σύ­ζυ­γος χρό­νια τώ­ρα τὸν εἶ­χε ἀ­φή­σει μό­νο, ἐ­νῶ τὰ παι­διὰ καὶ τὰ ἐγ­γό­νια ἔ­χτι­σαν τὶς δι­κές τους φω­λι­ές. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν λά­βρο αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἥ­λιο στὸ μυα­λό του τρι­βέ­λι­ζε ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ τοῦ ἔ­κα­νε κα­θη­με­ρι­νὰ ὁ γιός του τὰ φθι­νο­πω­ρι­νὰ πρω­ι­νὰ ὅ­ταν τὸν πή­γαι­νε στὴν πρώ­τη τά­ξη τοῦ ἴ­διου σχο­λεί­ου: «Μπαμ­πά, ποῦ κοι­μοῦν­ται τὰ χε­λι­δό­νια τὸν χει­μώ­να;»

        Τὸ γε­ρον­τά­κι κοί­τα­ξε τὸ που­κά­μι­σο τοῦ τζί­τζι­κα ποὺ ἔ­μει­νε πά­νω στὴ μάν­τρα. Ὁ ἴ­σκιος ἀ­πὸ τὸ κορ­μί του σὰν ἄ­η­χη φλο­γέ­ρα ἔ­πε­φτε κλη­ρο­νο­μιὰ στὸ χῶ­μα. Σφά­λι­σε τὰ μά­τια κι ὀ­νει­ρεύ­τη­κε μιὰ τε­λευ­ταία φο­ρὰ τὰ ὀρ­γι­σμέ­να του νιά­τα, οἱ πυ­ρό­ξαν­θες κορ­φές τους δέν­τρα γί­νη­καν ν’ ἀ­νε­μί­σουν τὸ σού­ρου­πο. Πά­νω του ἔ­πε­σε σὰν λά­βα καὶ ἡ θύ­μη­ση τῆς μα­τιᾶς ἑ­νὸς θη­λυ­κοῦ ζαρ­κα­διοῦ, μή­πως φου­σκώ­σουν μέ­σα του πο­τά­μι τὰ λι­ω­μέ­να χι­ό­νια.

        Φεῦ! Χε­λι­δό­νι ἦ­ταν πιὰ στὰ σύρ­μα­τα, ἕ­τοι­μο νὰ ἀ­πο­δη­μή­σει ἀν­τί­κρυ τρα­γου­δών­τας. Ἡ οὐ­ρὰ ψα­λί­δι­ζε μό­νο τὸ πα­ρελ­θόν, ἀ­φοῦ μέλ­λον δὲν εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει μὲ τὸ ράμ­φος. Ἄ­νοι­ξε τὰ φτε­ρὰ κι ὁ βα­ρὺς σταυ­ρὸς ἔ­πε­σε στὰ λευ­κὰ μάρ­μα­ρα, στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τῆς μάν­τρας. Σι­ω­πη­λὰ ἀρ­χί­νη­σε νὰ τὸν πε­λε­κά­ει ὁ μαρ­μα­ράς, γιὰ νὰ τὸν καρ­φώ­σει με­τὰ ἀ­πὸ σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες στὸ κοι­μη­τή­ρι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας (Reutlingen τῆς Γερ­μα­νί­ας, 1971), ζεῖ στὴν Κο­μο­τη­νὴ ἀ­πὸ τὸ 1977. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὴ Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης καὶ εἶ­ναι συν­τά­κτης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἐ­ξι­τή­ριον. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Πα­ρα­τη­ρη­τής τῆς Θρά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Τε­ταρ­τη­μό­ρια (ἐκδ. Πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῆς Θρά­κης, 2019), Ρε­τά­λια (ἐκδ. Γρά­φη­μα, 2020), Τὸ κοι­μώ­με­νο τσίρ­κο (Ἐ­ξι­τή­ριον, free e-book, 2021).


Ρόμπερτ Μὰνς (Robert Mans): Σούρουπο στὴ σχολὴ χοροῦ


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Σού­ρου­πο στὴ Σχο­λὴ Χο­ροῦ

(Dawn at Dance School)


ΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΕΙΣ νὰ χο­ρέ­ψεις ταν­γκό;» ρώ­τη­σε ὁ Ρέ­ι τὴν Πι­λὰρ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸν θά­λα­μο ὅ­που νο­ση­λευ­ό­ταν. Κά­θε μέ­ρα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε μὲ μιὰ συμ­παν­τι­κὴ σύμ­πτω­ση πὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο πρὶν τρεῖς μῆ­νες, ἐ­κεῖ­νος περ­νοῦ­σε πρὶν ἢ με­τὰ τὴ δου­λειὰ καὶ κα­θό­ταν κά­να μι­σά­ω­ρο νὰ τῆς κά­νει πα­ρέ­α. Τὸ ἤ­θε­λε, τὸ θε­ω­ροῦ­σε χρέ­ος του ἀ­κό­μα, κα­θὼς ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε δώ­σει τό­σα πολ­λὰ κι ἄς μὴ βρέ­θη­καν μα­ζὶ πο­τέ. Ἡ Κά­θριν δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ μά­θει. Θὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­νε χω­ρὶς λό­γο, ἔ­λε­γε στὸν ἑ­αυ­τό του. Εἶ­χαν ζή­σει μιὰ ζω­ὴ μα­ζὶ καὶ τώ­ρα πιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν νό­η­μα, δὲν θὰ ἄλ­λα­ζαν τί­πο­τα. Ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο νό­η­μα ἀ­πέ­με­νε στὸ νὰ εἶ­ναι στὸ πλευ­ρὸ τῆς Πι­λάρ, ἔ­τσι ξα­πλω­μέ­νη καὶ σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη ποὺ ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Ἐ­κεί­νη ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν. Εἶ­χε ρω­τή­σει ὁ Ρέ­ι, ἀλ­λὰ τοῦ εἶ­παν οἱ νο­σο­κό­μες πὼς δὲν εἶ­χε φα­νεῖ πο­τὲ κα­νείς. Ἔ­τσι, ἦ­ταν ὁ μό­νος.

        «Πό­τε στα­μά­τη­σες νὰ χο­ρεύ­εις ταν­γκό; Σί­γου­ρα, γι’ αὐ­τὸ εἶ­σαι ἐ­δῶ. Θὰ χό­ρευ­ες μέ­χρι πρὶν τρεῖς μῆ­νες καὶ θὰ ἔ­πε­σες μα­θαί­νον­τας σὲ κά­ποι­ον ἀ­νε­πί­δε­κτο Ρέ­ι τὰ μυ­στι­κά σου.» Ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε κὰν τὰ μά­τια της, ὁ Ρέ­ι ὅ­μως δὲν πτο­ή­θη­κε. «Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ μοῦ πεῖς τὴν ἱ­στο­ρί­α σου καὶ θὰ σοῦ πῶ κι ἐ­γὼ τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω ἀ­κόμ… Ποι­ὸς μὲ παίρ­νει τώ­ρα, ρὲ γα­μῶ­το; Πα­ρα­κα­λῶ; Ναί, Κά­θριν, εἶ­μαι στὴ δου­λειά, ἔ­γι­νε κά­τι; Ἄ, ναί, θυ­μᾶ­μαι. Στὶς ἑπτά, ναί; Ἐν­τά­ξει, ἔ­γι­νε, σὲ κλεί­νω τώ­ρα για­τί ἔ­χω μιὰ συ­νάν­τη­ση.» Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γου­ρεύ­τη­κε πὼς δὲν εἶ­χε μεί­νει ἀ­νοι­χτὸ κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν Πι­λάρ, ἔ­τσι γα­λή­νια ποὺ ἦ­ταν μὲ κλει­στὰ τὰ ὄ­μορ­φά της μά­τια. Κά­θι­σε πά­λι στὴν κα­ρέ­κλα, κα­θὼς τὸ μι­σά­ω­ρό του δὲν εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ψα­ξε στὸ τη­λέ­φω­νό του ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει τὴ φω­το­γρα­φί­α της ποὺ εἶ­χε βρεῖ σὲ μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Χό­ρευ­ε ταν­γκὸ μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο καὶ ὁ Ρέ­ι τὴν εἶ­χε ἀ­πο­θη­κεύ­σει καὶ τῆς εἶ­χε βά­λει κω­δι­κό, προ­στα­τεύ­ον­τάς τὴν ἀ­πὸ τὰ μά­τια ποὺ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πο­τέ.

        Τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ὀ­νει­ρο­πό­λο τα­ξί­δι του στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες ὅ­που τὴν εἶ­χε πρω­το­δεῖ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὸ πιά­νο μπὰρ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», ὅ­που τὴν εἶ­χε μᾶλ­λον προ­βάλ­λει τὸ μυα­λό του τό­σο ζων­τα­νὰ ποὺ ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­νι­ω­σε, ὁ Ρέ­ι ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω στὸν δι­ά­δρο­μο. Κον­το­στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά. «Δὲν θὰ μοῦ πεῖς πο­τὲ για­τί ἐ­μέ­να, ἔ­τσι;» μουρ­μού­ρι­σε καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ σπί­τι καὶ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὶς ἑπτά, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Κά­θριν.

        Κοι­τών­τας προ­σε­κτι­κά, γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι ὁ Ρέ­ι εἶ­χε πιὰ φύ­γει, ἡ Ντέ­στι­νι, ἡ νο­σο­κό­μα τῆς βάρ­διας, μπῆ­κε στὸν θά­λα­μο τῆς Πι­λὰρ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της. Νὰ τὴν ἀλ­λά­ζει, νὰ τὴν κα­θα­ρί­ζει, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ χτε­νί­ζει, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ κά­νει. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι για­τί ἔρ­χε­ται, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, σκέ­φτη­κε ἡ Ντέ­στι­νι καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ρέ­ι μὲ καρ­φω­μέ­να τὰ μά­τια ἐ­κεῖ ποὺ βρι­σκό­ταν ἡ ἴ­δια, ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ λί­γα λε­πτά. Κι ἔ­πει­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νὸ μὲ μιὰ χο­ρευ­τι­κὴ κί­νη­ση, χά­θη­κε μέ­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα.

        Ἡ Ντέ­στι­νι κοί­τα­ξε τὴν Πι­λὰρ κι ἔ­πει­τα ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σου­ρού­πω­νε. Ἡ φω­τει­νὴ πι­να­κί­δα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου Ὅ­ρος Σι­νᾶ στὸ Μαν­­χά­ταν ἄ­να­βε. Ἡ ταμ­πέ­λα τῆς σχο­λῆς χο­ροῦ δι­α­γώ­νια ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­να­βε κι αὐ­τή.



Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Πάγκος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πάγ­κος


ΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ ἕ­ναν σχε­δὸν κου­φὸ συ­νο­μή­λι­κό της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ βά­ζει μου­σι­κή, ὅ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη μου­σι­κὴ μπο­ρεῖ πρὶν ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα. Τώ­ρα ἔ­βα­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, βγά­ζει τὰ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ τῆς χα­μο­γε­λά­ει ἀ­μή­χα­να, τὴν κερ­νά­ει ἕ­να πο­τό, πῶς τῆς φά­νη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, δὲν ἦ­ταν κα­λό; Ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅτι ἦ­ταν φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τώ­ρα ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, τὸ ἔ­χει ξε­χά­σει ἤ­δη, ἔ­χει κου­ρα­στεῖ ν’ ἀ­κού­ει κομ­μά­τια ποὺ τρι­γυρ­νᾶ­νε γύ­ρω ἀπὸ τὸ πτῶ­μα τῆς μου­σι­κῆς. Ἂν ἦ­ταν 1977, καὶ οἱ δύ­ο θὰ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ πᾶ­νε σπί­τι του ἢ σπί­τι της, νὰ πι­οῦ­νε κά­τι, νὰ συ­ζη­τή­σουν ἀπὸ πέν­τε μέ­χρι εἴ­κο­σι λε­πτά, νὰ πά­ει στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ ἄλ­λα­ξει τὸ ρυθ­μό, αὐ­τὸς νὰ κα­πνί­ζει, νὰ γυ­ρί­σει καὶ νὰ κα­θί­σει κά­πως πιὸ κον­τά του, ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ λέ­ει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ κά­ποι­ον πα­λιό, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μαλ­λιά, νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος του, νὰ τὸν κοι­τά­ξει στὰ μά­τια, νὰ σκύ­ψει καὶ νὰ τὴν φι­λή­σει. Ἂν ἦ­ταν 1969, ὅλα αὐτὰ θὰ γι­νόν­του­σαν μέ­σα σὲ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἂν ἦ­ταν 1979, λί­γο πιὸ σύν­το­μα, ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι χω­ρὶς πο­τό, συ­ζή­τη­ση, τσι­γά­ρο, ἐ­πί­σκε­ψη στὸ μπά­νιο, ἐ­πι­στρο­φὴ δί­πλα του στὸν κα­να­πέ, μι­κρὴ συ­ζή­τη­ση, χά­ϊ­δε­μα μαλ­λι­ῶν, στρο­φὴ πρὸς τὸ μέ­ρος του, βύ­θι­σμα στὰ μά­τια του, φι­λί. Θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι, θὰ φι­λι­όν­του­σαν λί­γο, θὰ γδύ­νον­ταν ξε­χω­ρι­στὰ κι ὑ­στέ­ρα θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συν­το­νισθοῦν, θὰ δο­κί­μα­ζαν δύο ἢ τρεῖς στά­σεις, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις. Θὰ τε­λεί­ω­ναν μα­ζὶ ἢ χω­ρι­στά, θὰ ἔ­με­ναν τρί­α λε­πτὰ ἀγ­κα­λι­α­σμένοι, ἀ­μί­λη­τοι. Θὰ τὴν ρώ­τα­γε ἂν θέ­λει νε­ρό, θὰ ἔ­λε­γε ναί, θὰ πή­γαι­νε νὰ τῆς φέ­ρει, θὰ ἄ­να­βε τσι­γά­ρο πε­ρι­μέ­νον­τάς τον, θὰ ἐ­πέ­στρε­φε, θὰ ἔ­πι­ναν ὁ κα­θέ­νας τρεῖς, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις γου­λι­ὲς νε­ρό, θὰ τὴν χά­ι­δευ­ε λί­γο, λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε, θὰ τὸ ἔ­κα­ναν δεύ­τε­ρη φο­ρά, θὰ ἄ­να­βαν τσι­γά­ρο, θὰ ἔ­πι­ναν τὸ ὑ­πό­λοι­πο νε­ρό, αὐ­τὸς θὰ ἔ­σβη­νε κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ φῶς. Θὰ κοι­μόν­του­σαν λί­γο ἄ­βο­λα πα­ρα­κο­λου­θών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ὕ­πνο τοῦ ἄλ­λου, θὰ ξύ­πνα­γαν κι ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ πι­εῖ κα­φὲ για­τὶ ἔ­χει μιὰ δου­λειὰ στὶς δέ­κα καὶ μι­σή. Κι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά, θὰ ντύ­νον­ταν βι­α­στι­κά, θὰ κα­τέ­βαι­ναν στὸ δρό­μο, θὰ περ­πα­τοῦ­σαν λί­γο μα­ζὶ κι ὕ­στε­ρα θὰ χώ­ρι­ζαν.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα καὶ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κό­μα ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, ἂν ἦ­ταν 1985, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν ἄ­ναγ­κα­σθοῦν νὰ ποῦν τὸ πρω­ὶ ὅ­τι ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, θὰ εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ἢ θὰ εἶ­χαν πέ­σει ἀ­ναί­σθη­τοι ἀ­πὸ τὸ πο­τὸ ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κοι­μη­θοῦν μα­ζί, θὰ εἶ­χαν βα­ρε­θεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἄγ­γιγ­μα. Ἂν ἦ­ταν 1956, θὰ εἶ­χαν παν­τρευ­τεῖ, ἂν ἦ­ταν 1965, θὰ εἶ­χαν πά­ει σι­νε­μά, θὰ πέρ­να­γε τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο της, θὰ τὴν ἔ­σφιγ­γε λί­γο, θὰ τῆς χά­ϊ­δευ­ε τὸ λαι­μό, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να φι­λί, θὰ τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πω­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια, θὰ δε­χό­ταν νὰ τὴν φι­λή­σει πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας, τὸ 1969 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τή, μέ­χρι τὸ 1973 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τὴ κι ἀ­πὸ τ­ὸ 1975 καὶ με­τὰ δὲν θὰ πή­γαι­ναν κα­θό­λου σι­νε­μά, θὰ ἔ­κα­ναν μιὰ σο­βα­ρὴ συ­ζή­τη­ση. Θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κό­σμου, γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ ἦ­ταν ἔ­τσι ὅ­πως σοῦ λέ­ω, τὸ δι­ά­βα­σα. Μέ­χρι τὸ 1979 θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, στὸ βαθ­μὸ πού, στὸ μέ­τρο πού, σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ ἀν­τί­θε­ση, τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Τὸ πρω­ὶ θὰ εἶ­χαν μιὰ δου­λειά.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νὰ πά­ει σπί­τι της, θὰ τὸν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο, μή­πως εἶ­χε δου­λειά; Τί δου­λειὰ νὰ ἔ­χει, τρε­λά­θη­κες ποὺ ἔ­χω δου­λειά, θὰ τὴν συ­νό­δευ­ε μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο φι­λί, θὰ τὴν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο στὸ ἴ­διο μέ­ρος. Θὰ ἔμ­παι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα βγά­ζον­τας τὰ πα­πού­τσια της, θὰ ξά­πλω­νε μὲ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι, θὰ κά­πνι­ζε μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κούγον­τας τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἠ­θο­ποι­ού τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου νὰ δι­α­βά­ζει κά­τω ἀπὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι τὴν Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰ­ζαμ­πώ, θὰ ἔ­ψα­χνε στὴ φω­νὴ κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἰ­δι­κὰ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἔ­βρι­σκε, θὰ κοι­μό­ταν μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰζαμ­πώ γρά­φτη­κε ἐ­πει­δὴ κά­ποι­α στιγ­μὴ βγῆ­κε μὲ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ θὰ τὸν ἔ­βλε­πε πά­λι αὔ­ριο. Στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας θὰ ξύ­πνα­γε ἀπὸ κά­ποι­ο κορ­νά­ρι­σμα, θὰ ἄ­νοι­γε τὰ μά­τια κι ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ τὰ φῶ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἀ­πὸ τὸ δρό­μο θὰ τα­ξί­δευ­αν φευ­γα­λέ­α στὸ τα­βά­νι. Θὰ εἶ­χε ξε­χά­σει ἀ­νοι­χτὸ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι μιὰ φω­νὴ θὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἀρ­χαῖ­ες μου­σι­κές, φυ­λαγ­μέ­νες στὶς κα­τα­κόμ­βες τῆς κρα­τι­κῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας. Θὰ ση­κω­νό­ταν χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο καὶ θὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι, θὰ ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἄ­να­σα, θὰ μύ­ρι­ζε τὴν Ἀ­θή­να, θὰ σκε­φτό­ταν δι­ά­φο­ρα σα­χλὰ πράγ­μα­τα, θὰ ἔ­λε­γε μέ­σα της ἕ­ναν ἀ­νό­η­το μο­νό­λο­γο, θὰ γύ­ρι­ζε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­ψει τὴν ἐλα­φρὰ ξε­λι­γω­μέ­νη φω­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι. Ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ εἶ­χε ἀ­νέ­βει μα­ζί της χω­ρὶς νὰ τὴν ρω­τή­σει κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­ναν ὅ­πως-ὅ­πως θὰ γύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, θὰ προ­λά­βαι­νε καὶ θὰ γύ­ρι­ζε πρώ­τη ἀπὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ εἶ­χαν γυ­ρι­σμέ­νες τὶς πλά­τες καὶ μό­νο τὸ πρω­ὶ θὰ γύ­ρι­ζαν πέν­τε λε­πτὰ πρὶν ση­κω­θοῦν, θὰ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ με­τὰ θὰ τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια κα­τά­φε­ραν νὰ γυ­ρί­ζουν πο­λὺ ἄ­νε­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄν­θρω­πο­τη­τας, οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες σχέ­σεις, ὁ σε­βα­σμὸς τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἢ ἰ­σό­τη­τας τῶν δύ­ο φύ­λων, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λα τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ βρον­το­φώ­να­ζαν οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς ἀ­να­λύ­σεις, τὸ ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ δι­α­δη­λω­τὲς στοὺς δρό­μους, τὸ πρό­τει­ναν τὰ τρα­γού­δια, τὸ ἔ­βλε­παν στὶς ται­νί­ες, τὸ ἔ­γρα­φαν στὰ βι­βλί­α, νὰ τοῦ γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, νὰ τῆς γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, τὸ πρωῒ νὰ ἔ­χε­τε μιὰ δου­λειά.

        Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια ὅ­λοι βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ νὰ ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, στὶς δέ­κα καὶ μι­σή ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκον­ται κά­που. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δο­κι­μά­σεις ὅ,τι βρεῖς μπρο­στά σου, εἶ­σαι ἔ­λευ­θε­ρη νὰ δε­χτεῖς ὅ­λες τὶς δο­κι­μα­σί­ες νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ξαφ­νι­κὲς εὐ­λο­γί­ες πού ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, σταλ­μέ­νες ἀπὸ τὴν τυ­χαί­α πλο­κή, κλη­ρο­δο­τη­μέ­νες ἀπὸ τὸ τί­πο­τα. Με­λα­χρι­νή, συμ­πα­θη­τι­κή, ξέ­ρει νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ κά­ποι­ον χω­ρὶς νὰ τὸν γου­στά­ρει, τὸ ἔ­χει μά­θει πο­λὺ κα­λὰ καὶ τὸ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ, ἂς ἐ­πι­μέ­νουν τὰ δι­α­φη­μι­στι­κά. Ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, πί­νει μιὰ γου­λιά, ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι καὶ τώ­ρα μέ­νει στὴ σι­ω­πή, πί­νει μιὰ γου­λιά, αἰ­σθά­νε­ται μιὰ κά­ποι­α συμ­πά­θεια γι’ αὐ­τὸν τὸν σχε­δὸν κου­φὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πα­λεύ­ει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψει λί­γη μου­σι­κὴ μέ­σα στὸ χά­ος, εἴ­κο­σι χρό­νια, με­τά. Δὲν θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ μα­ζί του, θὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει ἀπὸ μα­κριά.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπὲστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντί καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωσης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


Εἰκόνα: Ἀφίσα τοῦ Θεμιστοκλῆ Οὐρανοπολίτη.



		

	

Χρῆ­στος Παπ­πᾶς: Βήματα

 



Χρῆ­στος Παπ­πᾶς


Βή­μα­τα


Ο ΡΑΒΑΣΑΚΙ ἦρθε χθὲς  τὸ βρά­δυ, σὲ ἀ­νύ­πο­πτο χρό­νο, λί­γο πρὶν κλεί­σουν τὰ φῶ­τα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὁ Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, φύ­λα­κας μὲ ἀ­ριθ­μὸ 2532. Τὸ δι­ά­βα­σα κι ἔ­πει­τα τὰ φῶ­τα ἔ­κλει­σαν.

       Δί­πλω­σα τὸ χαρ­τά­κι, ξά­πλω­σα, ἀλ­λὰ μά­τι δὲν ἔ­κλει­σα. Ἴ­σως νὰ ἔ­κα­να μα­λα­κία ποὺ τό ‘­βα­λα στὴν ἀ­ρι­στε­ρή μου τσέ­πη. Ὅ­λο τὸ βρά­δυ τὸ ἔ­νι­ω­θα πά­νω στὸ στῆ­θος μου σὰν βά­ρος.

       Ση­κώ­θη­κα με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κι ἔ­κα­να τὰ ἔξι βή­μα­τα τοῦ σπι­τιοῦ μου δώδεκα φο­ρές. Ἑβδομῆντα δύο βή­μα­τα. Τό­σα θέ­λω νὰ πά­ω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ τρώ­ω στὸ κρεβ­βά­τι μου. Δεύτερος ὄ­ρο­φος, δεύτερο κε­λί, δεύτερη κου­κέ­τα ἀ­πὸ πά­νω.

       Τὸ βῆ­μα γιὰ ν’ ἀ­νέ­βω δὲν τὸ μέ­τρη­σα πο­τέ.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ μὲ ρώ­τη­σε, δὲν τοῦ εἶ­πα τί­πο­τα. Θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νου­με ξύ­πνιοι ἀλ­λὰ ἄλ­λον ἄϋ­πνο στὴν συ­νεί­δη­σή μου δὲν ἤ­θε­λα. Προ­σφέρ­θη­κε νὰ κά­νει χῶ­ρο γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦ­με μα­ζί. Ἴ­σως σὲ λί­γο, τοῦ ‘­πα, τώ­ρα θέ­λω ἀ­έ­ρα. Εἶ­πα ψέ­μα­τα ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἀ­πὸ αὔ­ριο θὰ ‘­χα τό­σο, ποὺ δὲν θὰ ἤ­ξε­ρα τί νὰ τὸν κά­νω.

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ἔ­πι­α­σα τὸ δεύτερο καὶ τὸ τέ­ταρ­το κάγ­κε­λο.

       Κοί­τα­ξα τὴν αὐ­λή.

       Ἑπτὰ βή­μα­τα, ἀ­πὸ τὶς μπα­σκέ­τες ὣς τὶς ἐ­ξέ­δρες. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, τριάντα γιὰ τὰ βά­ρη. Ἐνενῆντα ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη καὶ τριακόσια εξῆντα πέντε γιὰ τὸν γύ­ρο ὅ­λο. Τὴν ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως μέ­χρι τὴν ἔ­ξο­δο δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­σω. Τό­τε βέ­βαι­α ἦ­ταν εἴ­σο­δος κι ὅ­ταν μπῆ­κα οἱ ἀ­ριθ­μοὶ δὲν μ’ ἔ­νοια­ζαν. Μό­νο ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς μέ­ρες πῆ­ραν ξα­νὰ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα.

       Ὁ Ἀ­νέ­στης ξε­φύ­ση­ξε. Ἀ­κό­μα δὲν κοι­μό­ταν. Αὔ­ριο· ποι­ός θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ μεί­νει ἐ­δῶ μα­ζί του ἄ­ρα­γε; Κοί­τα­ξα τὸ ρο­λό­ι. Μία. Ἴ­σως ἀ­κό­μα ἔξι ὧ­ρες, μπο­ρεῖ καὶ ἑπτά. Ρὲ Ἀ­νέ­στη δῶ­σε ἕ­να τσι­γά­ρο, τοῦ ζή­τη­σα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ἀ­ναμ­μέ­νο. Δὲν τοῦ εἶ­πα εὐ­χα­ρι­στῶ. Δὲν τοῦ εἶ­χα πεῖ οὔ­τε ἕ­να, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα εἶ­χε κά­νει γιὰ μέ­να. Ἔ­χω ὥ­ρα ἀ­κό­μα.

       Στὶς τρεῖς τζοῦ­ρες τὸ πέ­τα­ξα. Εἶ­δα τὴν κά­φτρα νὰ πέ­φτει καὶ ἤ­θε­λα νὰ πέ­σω μα­ζί της.

       Ποῦ θὰ πή­γαι­να; Ποι­ὸς θὰ μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ἔ­ξω;

       Ἐ­λεύ­θε­ρος.

       Ὅ­ταν θὰ βγῶ θὰ ἔ­χω κά­τι ἄλ­λο νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζω καὶ ὄ­χι βή­μα­τα, ὧ­ρες, μέ­ρες. Ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὸ τί ἔ­χω; Τί εἶ­μαι; Τό­σος χῶ­ρος ἐ­κεῖ ἔ­ξω δὲ θὰ μπο­ρῶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω μό­νος μου.

       Ἔ­λα δῶ, εἶ­πε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ ἔ­κα­νε χῶ­ρο στὸ κρεβ­βά­τι του. Κα­τέ­βη­κα, φώ­λια­σα δί­πλα του κι ὅ­ταν μὲ πῆ­ρε ἀγ­κα­λιά, μὲ πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα.

       Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ γιά…

       Σςς, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ στό­μα μ’ ἕ­να φι­λί. Αὔ­ριο μοῦ εἶ­πε καὶ ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του καὶ κοι­μή­θη­κε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Παπ­πᾶς. Ἔ­χει σπου­δά­σει Του­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ πα­ρα­κα­λου­θεῖ ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ Ρέ­θυ­μνο.



		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Θεραπεῖες



Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Θε­ρα­πεῖ­ες


ΟΝ ΚΑΙΡΟ τῆς ἀρρώστιας τῆς μη­τέ­ρας, ὅ­πως τό­σοι καὶ τό­σοι ἄν­θρω­ποι, ἐ­πι­σκε­πτό­μα­σταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι γιὰ τὶς ἀ­ναγ­καῖ­ες χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες. Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ξε­κι­νοῦ­σε νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ μὲ τὶς ἐ­ξε­τά­σεις αἵ­μα­τος, καὶ τε­λεί­ω­νε ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Οἱ ἡ­μέ­ρες καὶ οἱ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες ἦ­ταν αὐ­στη­ρὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες καὶ ἄλ­λα­ζαν μό­νο ἂν ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νυ­πέρ­βλη­τα ἐμ­πό­δια. Ἔ­τσι λί­γο-πο­λὺ στοὺς δι­α­δρό­μους στοι­βα­ζό­μα­σταν λό­γω καὶ ἔλ­λει­ψης χώ­ρου —στὸ πα­λιὸ τό­τε ἀ­κό­μα νο­σο­κο­μεῖ­ο—οἱ ἴ­δι­ες πά­νω-κά­τω φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ἀ­σθε­νῶν καὶ συ­νο­δῶν. Καὶ λέ­ω λί­γο-πο­λὺ για­τί κά­ποι­οι ἐν τῷ με­τα­ξὺ τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς θε­ρα­πεί­ας τους καὶ δὲν ξα­να­έρ­χον­ταν γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα, ἄλ­λοι πά­λι τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς ζω­ῆς τους καὶ μα­θαί­να­με τὰ ἄ­σχη­μα νέ­α ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους συ­νο­δοι­πό­ρους στὸν Γολ­γο­θᾶ τῆς ἐ­πά­ρα­της νό­σου.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα, κα­θὼς πε­ρί­με­να στὸ δι­ά­δρο­μο ὄρ­θιος ­—στὶς λί­γες θέ­σεις κά­θον­ταν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι καὶ ἀ­σθε­νεῖς— ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­χε ἀρ­χί­σει τὴ θε­ρα­πεί­α, ξα­πλω­μέ­νη σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ὀ­δον­τιά­τρου, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας με­λα­ψὸς με­σή­λι­κας, πι­θα­νό­τα­τα τσιγ­γά­νος. Χαι­ρέ­τη­σε καὶ κά­θι­σε σὲ μιὰ ἄ­δεια θέ­ση στὸν κα­να­πέ. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νος του, χω­ρὶς συ­νο­δό. Ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ἔ­βλε­πα. Οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως φά­νη­κε πὼς τὸν γνώ­ρι­ζαν. Ἔ­δω­σε αἷ­μα καὶ πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του. Ὅ­ση ὥ­ρα κα­θό­ταν ἔ­βη­χε μὲ ἕ­ναν βα­θὺ ὕ­που­λο βή­χα ποὺ τὸν συν­τά­ρα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο. Ὁ για­τρός του ὡ­στό­σο ἀρ­γοῦ­σε νὰ ἔρ­θει, καὶ ὁ ἄν­θρω­πος κά­ποι­α στιγ­μὴ ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Στά­θη­κε στὸν ἤ­σκιο, στὴν εἴ­σο­δο τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ρου­φᾶ λαί­μαρ­γα, βή­χον­τας ταυ­τό­χρο­να. Τὶς κι­νή­σεις του τὶς ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ πα­ρα­κα­θή­με­νοι καί, ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα, κά­ποι­οι τοῦ ρί­χτη­καν – ἦ­ταν πρό­σφα­τες καὶ οἱ αὐ­στη­ρὲς δι­α­τά­ξεις τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ἕ­νω­σης, ποὺ εἶ­χαν ὀ­ξύ­νει στὸ ἔ­πα­κρο τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α τῶν ἀν­τι­κα­πνι­στῶν.

       — Κα­λὰ ἐ­σὺ δὲ βά­ζεις μυα­λό. Δὲν δι­ορ­θώ­νε­σαι μὲ τί­πο­τα; Οὔ­τε ἡ ἀρ­ρώ­στια σὲ συ­νε­τί­ζει;

       Ἐ­κεῖ­νος προ­σπά­θη­σε νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἡ φω­νή του κο­βό­ταν ἀ­πὸ βή­χα καὶ τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ λό­γος, ἕ­να μούγ­κρι­σμα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας.

       Με­τὰ μπῆ­καν κι ἄλ­λοι στὴ συ­ζή­τη­ση καὶ ἔ­βγα­λαν ὅ­λο τὸν πό­νο γιὰ τοὺς δι­κούς τους ἀρ­ρώ­στους πά­νω του, μὲ χτυ­πή­μα­τα δια­ρκῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη. Τὸν ρώ­τη­σαν ἂν ἔ­χει παι­διὰ καί, ὅ­ταν ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά, τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν ὅ­τι δὲν τὰ σκέ­φτε­ται καὶ τοῦ εἶ­παν καὶ ἄλ­λα λό­για ποὺ πλη­γώ­νουν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τε­ρά­στια ὑ­πο­μο­νή, ἀ­κό­μα καὶ ἂν εἶ­ναι ὑ­γι­ής.

       Ἐ­κεῖ­νος πε­ρι­έ­φε­ρε τὰ κα­φὲ σκοῦ­ρα μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω γε­μά­τα πό­νο, μουγ­κρί­ζον­τας καὶ βή­χον­τας, ψά­χνον­τας νὰ βρεῖ ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Μά­ται­α ἐ­γὼ προ­σπά­θη­σα νὰ πῶ πὼς πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο σὲ αὐ­τὴ τὴν πό­λη βλα­πτι­κὸ εἶ­ναι τὸ καυ­σα­έ­ριο ποὺ εἰ­σπνέ­ου­με, τὰ αἰ­ω­ρού­με­να σω­μα­τί­δια. Ἐ­κεῖ­νος συγ­κα­τά­νευ­σε ἀλ­λὰ οἱ ἄλ­λοι δὲν ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ τοῦ ἐ­πι­τί­θον­ταν συ­νέ­χεια.

       Τό­τε ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ ἔ­δω­σε τέ­λος στὴ συ­ζή­τη­ση μὲ μιὰ σπα­ρα­κτι­κὴ ἀ­πο­στρο­φή. «Ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω, ρὲ γα­μῶ­το, ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω.» Καὶ δι­α­σχί­ζον­τας σκυ­φτός το δι­ά­δρο­μο ἄ­να­ψε ἄλ­λο ἕ­να τσι­γά­ρο, μό­λις βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα κι ἐ­γώ, ἀλ­λὰ βγαί­νον­τας κα­τευ­θύν­θη­κα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου καὶ ἀ­φοῦ κά­θι­σα σὲ μιὰ βρό­μι­κη σκά­λα, ἔ­χω­σα τὸ κε­φά­λι μου ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).



		

	

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz): Θυ­μᾶ­μαι



Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz)


Θυ­μᾶ­μαι

(Remember)


ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑΝ εἴ­κο­σι χρό­νια γιά νά γρα­φτεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α. Στό τέ­λος ἕ­νας δύ­της χά­νε­ται. Ἄν θέ­λε­τε νά στα­μα­τή­σε­τε τώ­ρα, αὐ­τό εἶ­ναι ὅ­λο κι ὅ­λο.

***

Τό πράγ­μα ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν, μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου, εἶ­δα τίς πορ­το­κα­λι­ές καί μαῦ­ρες ρί­γες ἑ­νός τί­γρη. Σκέ­φθη­κα πώς ἴ­σως ἤ­θε­λε νά φά­ει τό χέ­ρι μου, ἀλ­λ’ ἀν­τι­θέ­τω­ς ἔ­γλυ­φε ἤ­ρε­μα ἕ­να κου­τά­κι πα­γω­μέ­νου γι­α­ουρ­τιοῦ πε­τα­μέ­νου πά­νω στό βρώ­μι­κο ἔ­δα­φος τοῦ πα­ρά­δρο­μου μιᾶς πό­λης. Χλα­πά­κια­σε κά­θε στα­γό­να, κ’ ὕ­στε­ρα τό ἴ­διο τό κου­τά­κι τσά­κι­σε, στά σα­γό­νια του. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­πτά.

       Ὁ τί­γρης με­τα­φέρ­θη­κε πί­σω στόν ζω­ο­λο­γι­κό κῆ­πο (ἤ ἦ­ταν μιά ἰ­δι­ω­τι­κή κα­τοι­κί­α;), ἀλ­λά μ’ ἔ­κα­νε νά σκε­φτῶ πο­λύ γιά τόν ὠ­κε­α­νό. Πώς τά ζῶ­α ἐ­κεῖ, μέ με­ρι­κές ἐ­ξαι­ρέ­σεις, δέν φεύ­γουν πο­τέ. Μέ­νουν ὅ­που βρί­σκον­ται κι ὅ­λα τούς πα­ρέ­χον­ται. Εἶ­πα σέ κά­ποι­ον τί σκε­φτό­μουν. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα τό νε­ρό.

       Πολ­λοί στή ζω­ή μου μέ προ­ει­δο­ποί­η­σαν πώς ἡ σκέ­ψη δέν ἦ­ταν κα­λή, ὅ­μως λά­θευ­αν.

***

Νά φτά­σω στή θά­λασ­σα ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Ἔ­πρε­πε νά σπου­δά­σω, καί πο­τέ δέν ἤ­μουν πο­λύ κα­λός φοι­τη­τής. Ὁ­πο­τε­δή­πο­τε κά­ποι­ος προ­σπα­θοῦ­σε νά μοῦ δι­δά­ξει τό πα­ραμι­κρό, ἐ­γώ ἄρ­χι­ζα νά σκέ­πτο­μαι κά­τι ἄλ­λο. Ἄν ἤ­θε­λα νά μά­θω γιά τήν ποί­η­ση ἔ­πρε­πε νά κά­νω μα­θή­μα­τα μα­θη­μα­τι­κοῦ λο­γι­σμοῦ. Πῆ­ρε κά­ποι­α χρό­νια νά κα­τα­λά­βω πῶς νά ἰ­σορ­ρο­πῶ τά πάν­τα.

       Τό κα­λύ­τε­ρο μέ­ρο­ς γιά θα­λάσ­σια βι­ο­λο­γί­α βρι­σκό­ταν σέ μιά μα­κρι­νή βο­ρι­νή πό­λη, μέ κλί­μα σά φου­σκω­τό ἄ­νο­ρακ, ὅ­που τά νού­με­ρα μέ­τρη­σης τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας ἦ­σαν δι­α­φο­ρε­τι­κά.

       Ἕ­να τμῆ­μα τοῦ προ­γράμ­μα­τος ἦ­ταν στό κέν­τρο τῆς πό­λης, κι ἕ­να ἄλ­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε συ­χνές ἐκ­δρο­μές σ’­ ἕ­ναν δο­ρυ­φο­ρι­κό campus ὅ­που πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζε μέ μα­θη­τεί­α  σέ κά­στρο με­σαι­ω­νι­κοῦ τύ­που, πλῆ­ρες ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν, μέ μιάν αὐ­στη­ρή δο­μή ἀ­πό κά­στες, ἀ­πορ­ρι­πτι­κούς προ­φέ­σο­ρες, καί με­γά­λες φι­λί­ες ἑ­νω­μέ­νες μέ ἀ­παί­σι­ες ἀ­πο­φο­ρές. Ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης δι­δα­σκό­μα­σταν πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ου­με κά­τω ἀ­π’ τό νε­ρό. Τώ­ρα κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κό ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦ­ταν ἀ­πο­δε­κτό.

       Ἤ­μουν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά πά­ρω πτυ­χί­ο μέ δι­πλό major, γιά νά θυ­μᾶ­μαι ὅ,τι­δή­πο­τε, καί γι­’ ­αὐ­τό εἶ­μαι καί βι­ο­λι­στής.

***

Γιά λί­γο ἔ­μει­να σέ κεί­νη τή βο­ρι­νή πό­λη, με­τά πῆ­γα σ’­ἕ­να ἰν­στι­τοῦ­το ἔ­ρευ­νας στήν βι­ο­λο­γί­α μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον στό κτί­σι­μο ὑ­πο­θα­λάσ­σι­ων πό­λε­ων. Με­τροῦ­σαν τή θερ­μο­κρα­σί­α μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Πραγ­μα­τι­κά βο­ή­θη­σε νά μά­θω μιά νέ­α γλώσ­σα καί νά ἀ­να­πτύσ­σω ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Στό τέ­λος ἐ­πι­λέ­χτη­κα ὡς ἕ­νας ἀ­πό τούς πρώ­τους κα­τοί­κους. Θά τε­στά­ρι­ζα τά σχέ­δια.

       Κα­θώς τό πεί­ρα­μα συ­νε­χι­ζό­ταν γιά λί­γο καί πιά δέν ἔ­νι­ω­θα τί­πο­τα γιά τούς ἀν­θρώ­πους στή στε­ριά, δι­ά­λε­ξα νά πα­ρα­μεί­νω ὑ­πο­βρύ­χι­ο­ς ὅ­σο τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τῆς ὁ­μά­δας πῆ­γαν πί­σω ὅ­ταν ὅ­λοι θε­ω­ρη­θή­κα­με ὡς ἀ­πο­τυχόν­τες, ἀλ­λά ὁ ἴ­διος τούς εἶ­πα πώς ἐ­κει­πέ­ρα εἶ­χα ἕ­ναν κῆ­πο.

       Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραῖ­α νά ‘­χω ξε­χα­στεῖ. Τά ζῶ­α ἦ­σαν πι­στά στη φύ­ση τους, καί δέ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν. Εἶ­χα ποι­κι­λί­ες φυ­τῶν μέ μό­νι­μα προ­βλή­μα­τα, καί ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­μουν ἕ­να μου­σι­κό πρό­γραμ­μα μέ ἕ­να δα­νει­κό βι­ο­λί ἀ­πό ἴ­νες ἄν­θρα­κα.

***

Κα­θώς τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν δού­λευ­α καί κα­τέ­γρα­φα πώς τά ζῶ­α καί ἡ ζω­ή τῶν φυ­τῶν προ­σαρ­μο­ζό­ταν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κλί­μα­τα. Τό­τε ἦρ­θε ὁ προ­α­να­φερ­θείς δύ­της, μέ μαύ­ρη φόρ­μα καί μιά δε­ξα­με­νή.

       «Ἔ­πε­σα πά­νω σου τυ­χαῖ­α σέ κά­τι πα­λι­ές χαρ­τοῦ­ρες» εἶ­παν, «καί ἤ­θε­λα νά βε­βαι­ω­θῶ πώς δέν ἦ­ταν λά­θος».

       Μέ­σα ἀ­π’ τίς μά­σκες τους πα­ρα­τή­ρη­σα πώς εἶ­χαν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βλέμ­μα, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦ­σα νά ξε­χω­ρί­σω ἄν ἦ­ταν οἶ­κτος, ἤ ἀ­η­δί­α, ἤ σκέ­τα τό πρό­σω­πό τους

***

Ἡ πό­λη ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεί, ἀλ­λά τά φυ­τά δέν με­γά­λω­ναν πο­λύ, καί δέν εἶ­χα πολ­λά νά πῶ. Προ­σφέρ­θη­κα νά τούς παί­ξω λί­γη μου­σι­κή. Ἦ­σαν πο­λύ εὐ­γε­νι­κοί καί εἶ­παν πώς ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν ἐ­πι­φά­νεια.

       Πέ­ρα ἀ­π’ ­αὐ­τό πο­τέ δέν γύ­ρι­σαν στήν ἐ­πι­φά­νεια, ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ. Κα­νέ­να νέ­ο τους δέν μα­θεύ­τη­κε πο­τέ ἀ­πό κα­νέ­να.

       Ὑ­περ­γεί­ως εἶ­ναι κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό ὅ­ταν κά­ποι­ος χά­νε­ται, γι­’ ­αὐ­τό μιά ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα βγῆ­κε νά ψά­ξει τόν δύ­τη, κι ὅ­τα­ν βρῆ­καν ἐ­μέ­να, ἤ­ξε­ρα πώς τό πεί­ρα­μα ὁ­ρι­στι­κά εἶ­χε φτά­σει στό τέ­λος του. Ἔ­πρε­πε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τήν πό­λη μου. Ἄν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θά ἔ­πρε­πε νά τά σβή­σω.

***

Ἡ γῆ δέν δί­νει τήν ἴ­δια αἴ­σθη­ση ὅ­πως πρίν φύ­γω. Κα­τά και­ρούς ξε­χνά­ω πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ω αὐ­τόν τόν ἀ­έ­ρα, πώς νά περ­πα­τά­ω, πώς νά χρη­σι­μο­ποι­ῶ τά χρή­μα­τα, πώς νά μι­λά­ω στούς ἄλ­λους χω­ρίς μέ κά­ποι­ο τρό­πο νά τούς πλη­γώ­νω καί πώς νά εἶ­μαι συ­νη­θι­σμέ­νο ἄ­το­μο. Κα­νείς δέ μέ θυ­μᾶ­ται, κι ἔ­τσι κα­νείς δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νά μέ βο­η­θή­σει νά θυ­μᾶ­μαι.

       Δέν μπο­ρῶ ὅ­μως νά πά­ω πί­σω, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὄ­χι δί­χως μιάν ἐ­ρευ­νη­τι­κή ἐ­πι­δό­τη­ση, πού κα­νείς δέν θέ­λει νά χρη­μα­το­δο­τή­σει. Τό νά συγ­κεν­τρω­θῶ ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη μιά φο­ρά δυ­σχε­ρέ­στε­ρο. Δέν μπο­ρῶ νά προ­βλέ­ψω τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια.

       Ἡ ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα πο­τέ δέν κα­τά­λα­βε ποῦ χά­θη­κε ὁ δύ­της. Ἴ­σως τόν κα­τά­πι­ε κα­μιά ὑ­πο­θα­λάσ­σια μαύ­ρη τρύ­πα. Ἀ­π’ ὅ­σο ξέ­ρου­με εἶ­ναι μυ­στή­ριο.

       Ἀλ­λά ἔρ­χον­ται στιγ­μές πού γί­νο­μαι κα­κός. Μπο­ρῶ νά φαν­τα­στῶ τόν δύ­τη κρυμ­μέ­νο, νά μέ πε­ρι­μέ­νει νά φύ­γω, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τό μι­σό τοῦ κύ­κλου, ὅ­πως ἐ­γώ συμ­πλή­ρω­σα τό δι­κό μου. Κα­θέ­νας βρί­σκον­τας ἐ­κεῖ­νο πού ἄ­φη­σε πί­σω του ὁ ἄλ­λος: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να πα­ρα­τη­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να ἐ­ρεί­πιο τοῦ μέλ­λον­τος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ ἱ­στο­λό­γιο JMWW (09.10.2019):

https://jmwwblog.wordpress.com/2019/10/09/flash-fiction-remember-by-dan-schwartz/

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Washington, DC καὶ ζεῖ στὴν Arizona. Ἐρ­γα­σί­α του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις The Fa­bu­list, Ne­ces­sary Fi­ction καὶ Joy­land.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὰ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τῆς Paula Borowska.