Χρῆστος Χαρτοματσίδης: Ἡ κόκκινη Ferrari


Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δης


Ἡ κόκ­κι­νη Ferrari


ΠΑΝΤΑ θὰ κυ­νη­γοῦ­σε τὴν κόκ­κι­νη Ferrari… Τὸ καμ­πρι­ο­λὲ εἶ­χε στα­μα­τή­σει δί­πλα του, στὰ φα­νά­ρια. Πρό­σε­ξε πρῶ­τα τὸ κο­ρί­τσι στὸ τι­μό­νι. Ξαν­θιὰ βέ­βαι­α, πὼς ἀλ­λι­ῶς, μὲ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου σὰν στέ­κα στὰ μαλ­λιά. Τὴν κοί­τα­ζε ἀ­χόρ­τα­γα. Τὸ κον­τὸ φό­ρε­μα ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὰ μαυ­ρι­σμέ­να της πό­δια.

        Ἡ κο­πε­λιὰ μί­λα­γε στὸ κι­νη­τὸ καὶ γε­λοῦ­σε. Εἶ­χε ἀ­έ­ρι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ἔ­νι­ω­σε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε πρά­σι­νο. Τὸ κο­ρί­τσι χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πά­τη­σε τὸ γκά­ζι. Ξύ­πνη­σε τὸ ἀ­γρί­μι. Βρυ­χή­θη­κε ὁ κι­νη­τή­ρας. Βι­ά­στη­κε κι αὐ­τὸς νὰ γκα­ζώ­σει. Σα­νί­δω­σε τὸ πεν­τάλ. Ἄλ­λα­ζε ἀγ­χω­μέ­νος τὶς τα­χύ­τη­τες. Νό­μι­ζε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει. Τοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς γιὰ κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα τρέ­χα­νε μα­ζί, ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λον… Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴν ξε­μεί­νει, ἔ­βλε­πε τὸ κόκ­κι­νο αὐ­το­κί­νη­το νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Τοῦ κόρ­να­ρε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Σὲ λί­γο… εἶ­χε χα­θεῖ…

        «Σί­γου­ρα θὰ πά­ει στὴν πα­ρα­λί­α.»

        Τὴν φαν­τά­στη­κε νὰ βγά­ζει μὲ χά­ρη τὸ λευ­κό της φό­ρε­μα γιὰ νὰ μεί­νει μὲ τὸ μα­γιό. Σὰν νὰ γδυ­νό­ταν μπρο­στά του κι ὄ­χι γιὰ τὴν θά­λασ­σα. Θὰ πή­γαι­νε νὰ τὴν βρεῖ! Νὰ τὴν προ­λά­βει! Οὔ­τε ποὺ πρό­σε­ξε τὰ σή­μα­τα ποὺ κά­να­νε οἱ ἀ­πέ­ναν­τι ὁ­δη­γοί. Καὶ τὸν τρο­χο­νό­μο τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τὸν εἶ­δε:

        «Ἔ­τρε­χες μὲ 150!»

        Δὲν τὸ πί­στευ­ε πὼς ἡ σα­κα­ρά­κα του μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει τέ­τοι­α τα­χύ­τη­τα. Ἀ­φοῦ τραν­τα­ζό­τα­νε ὁ­λό­κλη­ρη, ἕ­τοι­μη νὰ δι­α­λυ­θεῖ.

        «Πά­νε στὴ συ­νά­δελ­φο γιὰ τὴν κλή­ση!» τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ἡ ἀ­στυ­νο­μι­κί­να ἦ­ταν μὲ τὴν πλά­τη. Κά­τι ἔ­γρα­φε… Γι’ αὐ­τὸ ξαφ­νι­ά­στη­κε ὅ­ταν ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρό­σω­πό της. Σχε­δὸν ἴ­δια μὲ αὐ­τὴν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο καμ­πρι­ο­λέ! Τὰ ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, λι­γά­κι πιὸ ἁ­δρά, πιὸ γή­ι­να. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ξαν­θά, μό­νο ποὺ μα­ζε­μέ­να σὲ ἀ­λο­γο­ου­ρά! Ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ κον­τά τα βαμ­μέ­να βλέ­φα­ρα, τὰ γα­λα­νὰ μά­τια. Ἔ­νι­ω­σε τὸ ἄ­ρω­μά της… Τοῦ ἦρ­θε ζα­λά­δα.

        «Εἶ­στε κα­λά, κύ­ρι­ε;»

        «Ὄ­χι καὶ πο­λύ.» ψέλ­λι­σε σὰν φλῶ­ρος. «Θὰ φταί­ει… ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ σᾶς βλέ­πω ζων­τα­νά… κι ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρο!»

        Ἐν­τά­ξει, βλα­κεί­α ἦ­ταν, μὰ κά­τι ἔ­πρε­πε νὰ πεῖ.

        «Μή­πως νὰ σᾶς κά­νου­με ἀλ­κο­τέ­στ;» μού­τρω­σε ἡ ἄλ­λη.

        «Εἶ­στε τό­σο ἐν­τυ­πω­σια­κή!» συ­νέ­χι­σε μὲ θρά­σος. «Θὰ σᾶς πή­γαι­νε νὰ ὁ­δη­γού­σα­τε μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari!»

        «Σκέ­φτε­στε νὰ μοῦ προ­τεί­νε­τε μί­α Ferrari;»

        Τὸ βλέμ­μα της γλί­στρη­σε πρὸς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του. Του­λά­χι­στον νὰ τὸ εἶ­χε πλύ­νει.

        «Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα!»

        Τὸν κοί­τα­ξε εἰ­ρω­νι­κά:

        «Προ­σπα­θεῖ­τε νὰ μὲ κα­λο­πι­ά­σε­τε γιὰ τὴν κλή­ση;»

        Μᾶλ­λον τὸν θε­ω­ροῦ­σε ἐ­λε­ει­νό.

        «Δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ κλή­ση!»

        «Θὰ ἔ­πρε­πε! Ἔ­χε­τε τά­ση γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νες συμ­πε­ρι­φο­ρές!»

        Ἐ­πι­τέ­λους χα­μο­γέ­λα­σε. Κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά.

        Ἔ­κα­νε πὼς δι­στά­ζει, σὰν νὰ μά­ζευ­ε τὸ θάρ­ρος νὰ τῆς προ­τεί­νει:

        «Θέ­λεις νὰ βγοῦ­με μα­ζί;»

        Ἀ­συ­νεί­δη­τα εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν ἑ­νι­κό. Ἐ­κεί­νη στα­μά­τη­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ χαρ­τιά. Ἴ­σως ὑ­πῆρ­χε ἐλ­πί­δα:

        «Δὲν βγαί­νω μὲ πα­ρα­βά­τες!»

       «Θὰ συμ­μορ­φω­θῶ! Τὸ ὑ­πό­σχο­μαι!» με­τὰ συ­νέ­χι­σε μὲ πά­θος: «Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω… στὴν πα­ρα­λί­α!»

        «Τὴν κλή­ση δὲν τὴν γλι­τώ­νε­τε!»

        «Θὰ εἶ­μαι ἐ­κεῖ! Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω!»

        Ἐν­τε­λῶς τυ­πι­κά τοῦ πα­ρέ­δω­σε τὸ χαρ­τί. Πῆ­γε κά­τι νὰ πεῖ, μὰ τὴν δι­έ­κο­ψε:

        «Πές μου ὅ­τι θὰ ἔρ­θεις!»

        «Ἴ­σως…» χα­μο­γέ­λα­σε: «Μὲ μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari…».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δη­ς (Σό­φια, 1954) Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­ευ­θυν­τὴς Μι­κρο­βι­ο­λο­γί­α­ς στὸ Γε­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κο­μο­τη­νής. Γνω­ρί­ζει βουλ­γα­ρι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κά. Τὸ 1980 δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ 2ο Βρα­βεῖ­ο στὸν Παν­βουλ­γα­ρι­κὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ 1990 ἀ­πέ­σπα­σε τὸ 2ο βρα­βεῖ­ο στὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου “Χ.Γ. Δά­νωφ” καὶ τοῦ Δή­μου Φι­λιπ­πού­πο­λης γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κι­θα­ρί­στας σὲ τα­βέρ­να. Τὸ 2003 τὸ ΔΗΠΕΘΕ Κο­μο­τη­νῆς πα­ρου­σί­α­σε τά δύ­ο του μο­νό­πρα­κτα Τό ἀ­σαν­σὲρ καὶ Ἡ ἔ­ξο­δος με­τὰ τὶς 6μμ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Τὸ 2008 τὸ Κρα­τι­κὸ Θέ­α­τρο τῆς πό­λης Σι­λί­στρα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας πα­ρου­σί­α­σε τὸ θε­α­τρι­κό του ἔρ­γο Οἱ ἐ­φιά­λτες τοῦ δή­μιου Σαν­σόν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή: Ὁ ξέ­νος (1986) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Λί­λια, (θε­α­τρι­κό, Μαν­δρα­γό­ρας, 2016). Τὸ δι­ή­γη­µ­α Ὁ Σοῦ­περ G ἀ­πὸ τὴν Καλ­κάν­τζα ἐ­ξε­δό­θη στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ µ­ἐ τί­τλο Ἱ­ε­ρὸ παι­δί.


		
Advertisements

Πάνος Ἰ. Κωστελένος: Τὸ κουτάλι!


Πά­νος Ἰ. Κω­στε­λέ­νος


Τὸ Κου­τά­λι!


 ΑΣΙΦ ΡΟΥΦΗΞΕ τὴν τε­λευ­ταί­α κου­τα­λιὰ σού­πας. Μιὰ αἴ­σθη­ση πλη­ρό­τη­τας τὸν κυ­ρί­ευ­σε καὶ τὸν γα­λή­νευ­σε, κά­θη­σε ὀ­κλα­δὸν στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς καὶ ἔ­γει­ρε σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι. Ἦ­ταν μό­νος του, δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ ἄλ­λοι ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι ποὺ κρα­τοῦ­σε. Πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ὀκτὼ του χρό­νια ἀν­τί­κρυ­σε ἕ­να κα­θη­με­ρινὸ ἀν­τι­κεί­με­νο μὲ τό­ση λα­τρεί­α. Πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρα­τή­ρη­σε τὸ σχῆ­μα του, πό­σο ὄ­μορ­φο ἦ­ταν, ση­κώ­θη­κε μὲ μιᾶς καὶ κά­θι­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι, πῆ­ρε τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ἔ­κα­νε κου­πί. Ἦ­ταν ἐ­ξε­ρευ­νη­τής.Ἕ­να ρί­γος τοῦ δι­α­πέ­ρα­σε τὴ σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη κα­θὼς τοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ οἱ μέ­ρες ποὺ πέ­ρα­σε στὴ θά­λασ­σα. Ξα­νὰ ξά­πλω­σε στὸ μα­ξι­λά­ρι του καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ κου­τά­λι. Ἡ κοι­λό­τη­τα ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ φαῒ γυ­ά­λι­ζε, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό του, κοί­τα­ξε, κοί­τα­ξε κα­λὰ ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός! Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν ἰ­σχνό, μὲ βα­θου­λω­τὰ μά­τια καὶ χεί­λια σκα­σμέ­να. Ξα­να­κοί­τα­ξε. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τός. Τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­βλε­πε ἦ­ταν σκλη­ρό, χω­ρὶς συ­ναι­σθή­μα­τα. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τός! Τρά­βη­ξε τὸ πρό­σω­πό του μὲ ἀ­η­δί­α, τί παι­χνί­δια τοῦ ἔ­παι­ζε ἄ­ρα­γε τὸ κου­τά­λι. Ἔ­κα­νε νὰ τὸ πε­τά­ξει ἀλ­λὰ μιὰ δύ­να­μη ἀρ­χέ­γο­νη τὸν στα­μά­τη­σε, τε­λι­κά τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, ἦ­ταν τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ εἶ­χε δεῖ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες. Τὸ ἔ­βα­λε στὸ στό­μα καὶ ἄ­φη­σε τὴ γλώσ­σα του  νὰ γλι­στρή­σει ἐ­πά­νω του, τὸ κόλ­λη­σε στὸν οὐ­ρα­νί­σκο καὶ τὸ κρά­τη­σε ἐ­κεῖ. Τί τέ­λει­ες καμ­πύ­λες! Ἄ­ρα­γε ποι­ὸς νὰ τὸ ἔ­φτια­ξε ἀ­να­ρω­τή­θη­κε. Νὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν καὶ αὐ­του­νοῦ οἱ σοῦ­πες; Σί­γου­ρα θὰ τοῦ ἄ­ρε­σαν σκέ­φτη­κε, ἀλ­λι­ῶς ποι­ὸς ὁ λό­γος νὰ φτιά­ξει κα­νεὶς ἕ­να κου­τά­λι ἂν δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ σοῦ­πες. Τὸ κρά­τη­σε πά­λι στὸ χέ­ρι του, εἶ­ναι δι­κό μου εἶ­πε καὶ σκέ­φτη­κε νὰ τὸ κρύ­ψει στὰ πραγ­μα­τά του, εἶ­ναι δι­κό μου! Τὸ μο­να­δι­κὸ δι­κό μου πράγ­μα στὸν κό­σμο, ἔ­νι­ω­σε τό­ση χα­ρά. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­προ­σε­ξί­ας τοῦ ἔ­πε­σε στὸ δά­πε­δο τῆς σκη­νῆς, ἀ­να­πή­δη­σε καὶ τρό­μα­ξε λὲς καὶ εἶ­χε κά­νει τὸ πιὸ ἱ­ε­ρό­συ­λο πράγ­μα στὸν κό­σμο. Κοί­τα­ξε γύ­ρω του, δὲν ἦ­ταν κα­νείς, τὸ μά­ζε­ψε, μὲ στορ­γὴ θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, τὸ σκού­πι­σε μὲ τὴ μπλού­ζα του καὶ τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, «οὔφ», δὲν ἔ­πα­θε τί­πο­τα εὐ­τυ­χῶς, ἕ­να χα­μό­γε­λο χα­ρά­χτη­κε στὸ σκοῦ­ρο του πρό­σω­πο. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε ἀν­τί­κρυ του, στὸ δί­σκο ποὺ τοῦ ἔ­φε­ραν φα­γη­τό. Πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ τὸ ἔ­βα­λε σὲ τέ­τοι­α θέ­ση ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὸ βλέ­πει. Ἄ­ρα­γε τὸ βρα­δυ­νὸ θὰ ἦ­ταν πά­λι σού­πα; Θὰ ξα­να­συ­ναν­τοῦ­σε τὸ κου­τά­λι; Σκέ­φτη­κε τὴ μά­να του καὶ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του σού­πα μὲ φα­κὲς ποὺ τοῦ ἔ­φτια­χνε, ἄ­ρα­γε θὰ τὴν ξα­να­έ­βρι­σκε πο­τὲ; Εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ εἴκοσι μέ­ρες, τό­τε ποὺ χω­ρί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ Ἄ­δα­να σὲ μιὰ ἐ­πί­θε­ση τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας. Δά­κρυ­σε, κοί­τα­ξε τὸ κου­τά­λι, τὰ βλέ­φα­ρά του βά­ρυ­ναν. Μα­κά­ρι νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν τὴν μη­τέ­ρα του… καὶ τὴ σού­πα μὲ τὶς φα­κές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πά­νος Ι. Κω­στε­λέ­νος (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Τε­χνι­κὸς Τη­λε­πλη­ρο­φρι­κὴς στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ ἔ­χει πα­ρα­κα­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια ἀ­να­τρε­πτι­κῆς γρα­φῆς.



 

Βάνια Σύρμου: Camera Obscura


Βά­νια Σύρ­μου


Camera Obscura


ΙΑ ΩΡΑ τὸ βλέμ­μα του μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ὑ­πνω­τι­σμέ­νο πά­νω της . Ἔ­χει ἔρ­θει ἀ­πὸ μα­κριὰ μό­νο γιὰ ἐ­κεί­νη. Ἡ πο­λυ­κο­σμί­α ὅ­μως δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ τὴ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Προ­τι­μᾶ ἔ­τσι νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ μα­κριά, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ τὴν πλη­σιά­σει.

        Στέ­κε­ται ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ φῶς νὰ λού­ζει τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιά της. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να καὶ τὸ κε­φά­λι σκυ­φτό, δια­βά­ζει μὲ προ­σο­χὴ ἕ­να γράμ­μα ποὺ κρα­τᾶ στὰ χέ­ρια της. Ἡ μορ­φὴ της κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ἐ­πι­τρέ­πον­τας στὸ εἴ­δω­λο νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὴν εἰ­κό­να της . Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει εἶ­ναι ὁ λευ­κός της λαι­μός. Τὰ δε­μέ­να σὲ κό­τσο ξαν­θά της μαλ­λιὰ ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­γρά­φε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ αὐ­χέ­να της, ποὺ κα­τα­λή­γει ἤ­ρε­μα στοὺς λε­πτούς της ὤ­μους. Μιὰ λευ­κὴ ὀρ­γάν­τζα τοὺς ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά, φτά­νον­τας ὡς τὸ νε­α­νι­κό της μποῦ­στο. Τὸ βλέμ­μα του δι­α­νύ­ει ξα­νὰ τὴν ἁ­πα­λὴ αὐ­τὴ δι­α­δρο­μὴ , ἀρ­γο­πο­ρών­τας ἐ­κεῖ ποὺ τὸ φῶς παί­ζει μὲ τὶς μποῦ­κλες τῶν μαλ­λι­ῶν της, ὅ­ταν πέ­φτουν ἐ­λεύ­θε­ρες στὸ πλά­ι τοῦ λαι­μοῦ της. Κα­θὼς τὴν κοι­τᾶ, εὔ­χε­ται νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­θε­ται δί­πλα της, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­ρέ­κλα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο , γε­μά­τος πε­ρι­έρ­γεια, ἴ­σως καὶ ζή­λεια γιὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γράμ­μα­τος καὶ νὰ θαυ­μά­ζει τὸ ρο­δα­λὸ χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα καὶ τὰ χεί­λη της. Ἴ­σως πά­λι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀπ΄ τὴν κουρ­τί­να τοῦ σε­πα­ρέ της, νὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­π’ τὸ κα­θρέ­φτι­σμα τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ γράμ­μα.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ στρι­μω­χτεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος δι­εκ­δι­κών­τας κι αὐ­τὸς μιὰ θέ­ση κον­τά της. Τοὺς βλέ­πει νὰ τὴν φω­το­γρα­φί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ τὶς ψη­φια­κές τους μη­χα­νὲς καὶ τὰ κι­νη­τά. Τὴν φαν­τά­ζε­ται νὰ πο­ζά­ρει μό­νο γιὰ χά­ρη του, προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, κι ἐ­κεῖ­νος πί­σω ἀ­π’ τὴν camera obscura, συλ­λαμ­βά­νον­τας τὸ φῶς της, νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει γιὰ πάν­τα τὴν αὔ­ρα της καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­πο­κλει­στι­κά το τέ­λει­ο ἀ­πεί­κα­σμα τῆς φι­γού­ρας της ἀ­νε­στραμ­μέ­νο πά­νω στὸ καμ­βά του.

        Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει ἐ­πι­τέ­λους νὰ τὴν πλη­σιά­σει, ὁ φύ­λα­κας εἰ­δο­ποι­εῖ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες πὼς πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα Βερ­μέερ, για­τί ἡ πι­να­κο­θή­κη πρό­κει­ται νὰ κλεί­σει στὰ δέ­κα ἑ­πό­με­να λε­πτά. Κοι­τά­ζον­τας τὸν πί­να­κα ἀ­πὸ κον­τά, ἡ μα­τιά του σκα­λώ­νει στὶς στι­κτὲς πι­νε­λι­ὲς ἀ­νοι­χτοῦ χρώ­μα­τος ποὺ φω­τί­ζουν τὸ μποῦ­στο της. Ζη­λεύ­ει τὸ βλέμ­μα τοῦ ζω­γρά­φου. Τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ σι­λου­έ­τα της. Δὲν τὴν εἶ­δε ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε. Τὸν πα­ρη­γο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ σκέ­ψη πὼς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­π’ τὴν Δρέσ­δη, τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ γράμ­μα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­τί­ζει τὴ μο­να­ξιά του μέ­σα ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ ρε­προν­του­ξιόν, ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο τῆς σκο­τει­νῆς του κά­μα­ρης χρό­νια τώ­ρα, ἀ­γο­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ πλα­νό­διο καλ­λι­τέ­χνη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Φρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Εἰκόνα: Τὸ κορίτσι μὲ τὸ γράμμα (1657) τοῦ Γιοχάννες Βερμέερ (1632-1675).

Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη: Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη



Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη


Ἡ  μητέρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη


ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ εἶναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει τέσ­σε­ρα πό­δια μὲ ὀ­νό­μα­τα παι­δι­ῶν καὶ καμ­πύ­λες στὶς ἄ­κρες. Ἡ ὄ­ψη της εἶ­ναι γα­λά­ζια. Μιὰ χρυ­σὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση τὴν κά­νει νὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­π’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἡ ρά­χη της κυρ­τή, σχε­δὸν χε­λω­νί­σια. Στέ­κε­ται —χρό­νια τώ­ρα— στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ· δὲν κα­τα­δέ­χε­ται νὰ τὴν ἀγ­γί­ζουν, τρέ­μει τὰ ἀ­πρό­σε­χτα χέ­ρια καὶ τὰ βλέμ­μα­τα.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἕ­να πορ­σε­λά­νι­νο κου­τί. Κρύ­βει μυ­στι­κὰ καὶ χα­μέ­να ὄ­νει­ρα. Ὅ­ταν χα­μο­γε­λᾶ τὰ μά­τια της στρέ­φον­ται πρὸς τὰ μέ­σα, ἔ­τσι ποὺ κα­νέ­να χα­μό­γε­λό της δὲν μέ­νει χω­ρὶς λύ­πη. Στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ ὑ­πο­δέ­χε­ται τοὺς κα­λε­σμέ­νους της, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πε­ρι­μέ­νει.

       Δὲν πλέ­νει πιά­τα. Δὲν μα­γει­ρεύ­ει. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σουν οἱ σκοῦ­πες καὶ τὰ ξε­σκο­νό­πα­να. Ζω­γρα­φί­ζει στὸ πρό­σω­πό της πο­τά­μια ποὺ γέρ­νουν πρὸς τὰ κά­τω. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου. Με­τρᾶ τὰ πό­δια της· τέσ­σε­ρα. Δὲν εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­γὼ εἶ­μαι! τὴν ἀ­κού­ω ποὺ λέ­ει.

       Ἔ­χει μιὰ χα­ραγ­μα­τιὰ ποὺ δὲν φαί­νε­ται κι ἕ­να χά­ρι­σμα, κρυ­φὸ κι αὐ­τό. Ἂν τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὰ μά­τια καὶ τὴν κοι­τά­ξεις συμ­πο­νε­τι­κά, ἂν εἶ­σαι λί­γο πιὸ ἀ­λη­θι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι συ­νη­θί­ζεις, ἂν τῆς πεῖς ὅ­τι τὴν ἀ­γα­πᾶς —μὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πάς— σοῦ δεί­χνει κά­τι πα­λιὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῆς νι­ό­της της καὶ σοῦ ὑ­πό­σχε­ται, σοῦ ὑ­πό­σχε­ται… Μιὰ μέ­ρα μὲ ἄ­φη­σε νὰ δῶ κά­τω ἀ­πὸ τὴ γα­λά­ζια της ὄ­ψη. Ἀ­πὸ μέ­σα ἦ­ταν λευ­κὴ μὲ μι­κρὲς κη­λί­δες σὰν ἀ­στε­ρό­σκο­νη. Στὶς γω­νί­ες μα­ζεύ­ε­ται τὸ μαῦ­ρο καὶ δὲν φεύ­γει.

       Μοιά­ζει πα­λιὰ ὅ­σο τὸ σπί­τι ποὺ τὴν πε­ρι­έ­χει. Καὶ ἄ­δεια, ὅ­σο τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ χω­ρέ­σει. Κά­θε βρά­δυ ἀ­νά­βει ὅ­λα τὰ φῶ­τα. Δὲν κοι­μᾶ­ται. Ἡ πλη­γή της ἀ­φορ­μί­ζει τὴ νύ­χτα.

       Κα­τα­λα­βαί­νει μὲ τὴν ἁ­φή. Κα­μιὰ φο­ρᾶ βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο σὰ νύ­χι πά­νω στὴ γυ­α­λι­στε­ρή της ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν ξέ­ρει πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ, λέ­ει. Τὸ σπί­τι τὴν πνί­γει. Δὲν ἀν­τέ­χει τὰ κλει­στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Πα­ρα­πο­νι­έ­ται πὼς κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κού­ει. Κιν­δυ­νεύ­ει νὰ σπά­σει ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ἀ­δι­α­φο­ρί­α μας. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα, λέ­ει, δὲν εἶ­ναι πέ­τρα…

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Κά­θε πρω­ὶ τὴ ση­κώ­νω καὶ τὴ βά­ζω στὸ ρά­φι χω­ρὶς νὰ τὴν κοι­τά­ζω. Κα­θα­ρί­ζω τὸ τρα­πέ­ζι της μ’ ἕ­να πα­νί. Τὴ μα­λώ­νω πὼς δὲν κά­νει κα­λὰ ποὺ στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­τη τό­σο και­ρό, πὼς αὐ­τὴ φταί­ει ποὺ μα­ζεύ­τη­κε τό­ση σκό­νη. Τρί­βω τὶς πτυ­χές της μὲ μα­νί­α. Τῆς τρα­γου­δά­ω γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πορ­σε­λά­νι­νο κου­τὶ μέ­σα σ’ ἕ­να με­γά­λο σκο­νι­σμέ­νο σπί­τι. Στέ­κο­μαι ὄρ­θια στὴ μέ­ση τοῦ σα­λο­νιοῦ, τὴ δεί­χνω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Καὶ ἄ­φη­σέ με, τῆς λέ­ω, ν’ ἀ­νοί­ξω τὴν κοι­λιά σου, νὰ κα­θα­ρί­σω κι ἐ­κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο… Γί­νε­ται τό­τε καὶ τὸ γα­λά­ζιο της χρῶ­μα φω­τί­ζε­ται μ’ ἕ­ναν τρό­πο στε­να­χτι­κό. Τὴν ἄλ­λη φο­ρά, μοῦ λέ­ει, τὴν ἄλ­λη φο­ρά. Τὴν ἐ­πι­στρέ­φω στὴ θέ­ση της μ’ ἕ­να πι­κρὸ φι­λί. Ἐ­κεί­νη δὲν στα­μα­τά­ει νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

       Μι­σῶ τὴν εὐ­θραυ­στό­τη­τά της. Καὶ ἂν μιὰ μέ­ρα, μοῦ γλι­στρί­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια; Καὶ ἂν ἀ­να­πη­δή­σει στὸν ἀ­έ­ρα καὶ ἀ­νοί­ξει ἡ ρά­χη της καὶ φα­νεῖ ἡ χα­ραγ­μα­τιὰ καὶ θρυμ­μα­τι­στεῖ ἡ γα­λά­ζια της ὄ­ψη; Καὶ ἂν δὲν ἔ­χω προ­λά­βει νὰ ἀ­φαι­ρέ­σω τὸ μαῦ­ρο ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες καὶ τὰ σπλά­χνα της; Πῶς φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα. Πῶς κου­ρά­στη­κα νὰ φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Α. Βε­λη­βα­σά­κη. Ποί­η­ση καὶ δι­ή­γη­μα, παραμύθια. Σπού­δα­σε μου­σι­κή, θέ­α­τρο, Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­χτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο) καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴ στι­χουρ­γι­κὴ καὶ ἔχει ἐ­κτε­νῆ προ­σω­πι­κὴ δι­σκο­γρα­φί­α. Βιβλίο της: Τὸ Μι­κρὸ Μυ­στι­κὸ τῆς Ζω­ῆς (ἔμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι, 2010). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀν­θο­λό­γιο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς-Δι­α­δρο­μὴ 2 (ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2017). Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα www.velivasaki.gr



		

	

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Βάσω Σινοπούλου: ZUMA


Βά­σω Σι­νο­πού­λου


ZUMA


ΙΓΟ ΚΑΙΡΟ με­τὰ ποὺ πέ­θα­νε ὁ ἄν­τρας της τὸν ζή­τη­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ τὸ πρό­γραμ­μα ποὺ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, εἶ­παν. Τοὺς ἐ­ξή­γη­σε, τὴν συλ­λη­πή­θη­καν ἀλ­λὰ τὸ πρό­γραμ­μα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πα­ρα­δώ­σουν. Ὁ νε­α­ρὸς ποὺ τὸ ἔ­φε­ρε τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ τὸ ἐγ­κα­τέ­στη­σε ἐ­ξη­γών­τας δι­ά­φο­ρα ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν κα­τα­λά­βαι­νε οὔ­τε ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν νὰ κα­τα­λά­βει καὶ στὸ τέ­λος τῆς ἔ­δει­ξε ἕ­να παι­χνί­δι δῶ­ρο μα­ζὶ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα. Αὐ­τὸ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἦ­ταν μιὰ σει­ρὰ χρω­μα­τι­στὲς μπα­λί­τσες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ τῆς ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πον­τί­κι καὶ νὰ τὶς δι­α­λύ­σει πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν στὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μα τοῦ δρά­κου ποὺ πε­ρί­με­νε στὸ τέ­λος τῆς δι­α­δρο­μῆς. Φαι­νό­ταν ἁ­πλὸ καὶ εὔ­κο­λο καὶ εἶ­χε βα­ρε­θεῖ τὶς πα­σι­έν­τζες ποὺ ἔ­παι­ζε τὰ βρά­δυ­α ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ, κά­θε βρά­δυ δη­λα­δή. Τὸ πρῶ­το ἐ­πί­πε­δό τὸ ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα καὶ τό­τε ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε ἀ­στρά­κια πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ συγ­χα­ρη­τή­ρια. Ἔ­σβη­σαν καὶ στὴν ὀ­θό­νη φά­νη­κε μιὰ πλα­τεί­α. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα. Ἦ­ταν ἡ πλα­τεί­α στὸ χω­ριὸ τῆς μά­νας της ποὺ περ­νοῦ­σε τὰ κα­λο­καί­ρια. Κυ­ρια­κὴ πρω­ῒ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ­ὅ­λοι μὲ τὰ κα­λά τους ροῦ­χα με­ρι­κοὶ κρα­τοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­δω­ρο τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἄ­σπρο μαν­τή­λι. Εἶ­δε τὰ ξα­δέρ­φια της, τὴν θεί­α της, ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πε­θα­μέ­νοι. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­σβη­σε καὶ στὴν ὀ­θό­νη ἄρ­χι­σε τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πίπε­δο τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τὸ στα­μά­τη­σε. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸ γυ­ρί­σει πί­σω νὰ ξα­να­δεῖ τὴν εἰ­κό­να. Δὲν ἤ­ξε­ρε. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί ἦ­ταν αὐ­τό. Πα­λιὲς φω­το­γρα­φί­ες ποὺ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἄν­τρας της ἀλ­λὰ πό­τε καὶ για­τί. Μπερ­δεύ­τη­κε νύ­στα­ξε πῆ­γε νὰ κοι­μη­θεῖ.

        Συ­νέ­χι­σε τὴν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα στὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο καὶ ὅ­ταν τὸ συμ­πλή­ρω­σε, ἡ ὀ­θό­νη γέ­μι­σε πά­λι ἀ­στε­ρά­κια καὶ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα καὶ με­τὰ φά­νη­κε πά­λι μιὰ πλα­τεί­α. Ἡ πλα­τεί­α κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της ὅ­πως ἦ­ταν πρὶν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ ΕΒΓΑ, τὸ ψι­λι­κα­τζήδι­κο, τὸ μα­νά­βι­κο μὲ τὰ κα­φά­σια ἁ­πλω­μέ­να στὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α τῶν πα­λι­ῶν λε­ω­φο­ρεί­ων. Δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί ἀ­κρι­βῶς τῆς εἶ­χε πεῖ ὁ νε­α­ρὸς ποὺ εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Βρῆ­κε τὴν ἑ­ται­ρεί­α στὰ χαρ­τιὰ ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φή­σει καὶ πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, μου­σι­κὴ, ἂν θέ­λε­τε αὐ­τὸ, ἐ­κεῖ­νο, τὸ ἄλ­λο, πα­τῆ­στε 1, 2, 3, 4. Δὲν πά­τη­σε τί­πο­τε καὶ πε­ρί­με­νε. Κά­ποι­ος τῆς μί­λη­σε κα­νο­νι­κά. Εἶ­πε ὄ­νο­μα, δι­εύ­θυν­ση, τη­λέ­φω­νο καὶ ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σει μὲ αὐ­τὸν ποὺ τῆς εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­γραμ­μα. Πε­ρί­με­νε. Ἔ­κα­νε λά­θος δὲν τῆς εἶ­χαν στεί­λει πο­τὲ τί­πο­τε. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τί συ­νέ­βαι­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι. Τὴν ἄ­κου­σε χω­ρὶς νὰ τὴν δι­α­κό­ψει καὶ με­τὰ τὴν ρώ­τη­σε ἂν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι νὰ μι­λή­σει μα­ζί του. Ἔ­βα­λε τὸ ἀ­κου­στι­κὸ στὴ θέ­ση του καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Τὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν ἄ­δει­ο θά ΄πρε­πε νὰ πά­ει γιὰ ψώ­νια ἀλ­λὰ κά­θη­σε μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή.

        Τὰ ἐ­πί­πε­δα δυ­σκό­λευ­αν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο καὶ κά­θε φο­ρὰ μιὰ και­νούρ­για πλα­τεί­α στὴν ὀ­θό­νη της. Ἡ μι­κρὴ πλα­τεί­α στὴν Σέ­ρι­φο ἕ­να κα­λο­καί­ρι, πλα­τεῖ­ες σὲ ἐ­παρ­χια­κὲς πό­λεις καὶ πό­λεις στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ τὸ παι­χνί­δι δυ­σκό­λευ­ε ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε νὰ τὸ τε­λειώ­σει καὶ νὰ βρεῖ μιὰ ἐ­ξή­γη­ση σὲ ὅ­λο αὐ­τό. Ἔ­φτα­σε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πί­πε­δο. Ἡ πλα­τεί­α ἦ­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ποὺ εἶ­χε κη­δέ­ψει τὸν ἄν­τρα της. Ἡ πομ­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν κλει­στὸ ἀλ­λὰ τὰ ἀγ­γελ­τή­ρια ἔ­γρα­φαν τὸ δι­κό της ὄ­νο­μα. Ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους καὶ ἐ­κεῖ ποὺ τέ­λει­ω­νε τὸ μο­νο­πά­τι στὸν μι­κρὸ ἀ­νή­φο­ρο εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της. Τῆς ἔ­γνε­ψε χα­μο­γε­λών­τας νὰ πά­ει κον­τά του. Σή­κω­σε καὶ τὰ δυ­ό της χέ­ρια γιὰ νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸν εἶ­δε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὴ γῆ.

        Τὴν βρῆ­καν πε­σμέ­νη ἐ­πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη ποὺ ἀ­να­βό­σβη­νε ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας «τὸ παι­χνί­δι τε­λεί­ω­σε».



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου (Ἀ­θή­να). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.


Πάνος Μαυρομμάτης: Ἡ χαμένη γραμμὴ τοῦ ορίζοντα


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἡ χα­μέ­νη γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα


ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του τὴν πέ­ρα­σε ἀ­νώ­δυ­να. Μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μᾶλ­λον ποὺ δὲν τὸν δι­α­σποῦ­σε, δὲν τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε. Χαι­ρό­ταν τὴ μο­να­ξιά του κι ἔ­νι­ω­θε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ. Εἶ­χαν κλά­ψει τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα μα­ζί, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι εἶ­χαν κά­νει ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα ποὺ τοὺς ἐ­λά­φρυ­νε τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Με­τὰ σὰν μι­κρὰ παι­διὰ στὸ  ἀ­ε­ρο­δρό­μιο δὲν ἄ­φη­νε ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου, μέ­χρι ποὺ σὲ μιὰ στιγ­μὴ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ στὴ ρά­χη, αὐ­τὴ πι­σω­γύ­ρι­σε, φι­λή­θη­καν βι­α­στι­κά, ἐ­κεί­νη μὲ δι­στα­κτι­κὸ βῆ­μα πα­ρα­σύρ­θη­κε μέ­σα στὸ πλῆ­θος ποὺ προ­χω­ροῦ­σε γιὰ τὸν ἔ­λεγ­χο εἰ­σι­τη­ρί­ων. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ξα­να­δεῖ τεν­τώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πιὸ ψη­λά, στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν, με­τὰ ἐ­πι­χεί­ρη­σε μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­κε στὴν τα­ρά­τσα. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Ἔ­κα­νε ψύ­χρα. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο κα­θυ­στε­ροῦ­σε. Εἶ­πε νὰ φύ­γει, τί νό­η­μα εἶ­χε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὸ σκά­φος ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ σκο­τά­δι.

            Ὅ­λοι τὸν ἔ­βρι­σκαν σα­φῶς κα­λύ­τε­ρο. Φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει ξε­πε­ρά­σει τὶς δυ­σκο­λί­ες του. Ἦ­ταν πιὸ δυ­να­μι­κός, πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός, ἄν­τε­χε τὴ μο­να­ξιά του μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια. Μέ­σα σὲ πε­νήν­τα μέ­ρες εἶ­χε κλά­ψει μό­νο δυ­ὸ φο­ρές, πο­νοῦ­σε λι­γό­τε­ρο. Μπό­ρε­σε νὰ κά­νει με­ρι­κὰ πραγ­μα­τά­κια, νὰ ὀρ­γα­νώ­σει λί­γο το χῶ­ρο του, νὰ ψω­νί­σει με­ρι­κὰ ἀ­ναγ­καῖα. Τε­λι­κά, ναί, μπο­ροῦ­σε νὰ αὐ­το­συν­τη­ρη­θεῖ, ἔ­στω καὶ ἔ­τσι, μό­νος.

            Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα, κα­θὼς ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα τα­λα­νί­στη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ ἄ­γνω­στους καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρους ἀν­θρώ­πους, ἔ­χει ξα­πλώ­σει στὸ ψυ­χρὸ δω­μά­τιο καὶ ὁ ὕ­πνος ἀρ­γεῖ νὰ τὸν πά­ρει. Μι­σο­κοι­μᾶ­ται, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ λί­γη θλί­ψη, μὲ κά­ποι­α ἐλ­πί­δα, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐγ­κα­τά­λει­ψης, μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ σκο­τει­νὸ χρό­νο, ἀ­φή­νον­τας τὰ μέ­λη του σ’ ἕ­να χῶ­ρο κρύ­ο μὰ ἀ­σφα­λῆ, μέ­σα στὶς βρώ­μι­κες ἐρ­γέ­νι­κες κου­βέρ­τες. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βει πῶς, ἦρ­θε ἀ­νε­παί­σθη­τα μιὰ εἰ­κό­να ἀ­πὸ τὸ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά, θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἑ­νω­μέ­να. Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Χα­μέ­νο τὸ πρό­σω­πό της, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς. Ἀ­να­λο­γί­στη­κε ἂν τολ­μᾶ νὰ φέ­ρει ἀ­πὸ μέ­σα κρυμ­μέ­νη τὴ μορ­φή της καὶ αὐ­τὴ ἦρ­θε ἥ­συ­χα μπρο­στά του, θαμ­πή, μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α καὶ τὴ μι­ζέ­ρια τὴν ἀν­θρώ­πι­νη. Ἐ­κεῖ­νος μό­νος καὶ ἡ καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ πιὸ δυ­να­τά. Ἡ πα­ρου­σί­α της, ἡ ὀ­μορ­φιά, ἡ γλυ­κύ­τη­τα τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­κα­ναν πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ τὴ μο­να­ξιά του. Ἔ­σπρω­ξε πέ­ρα τὴν ὀ­πτα­σί­α για­τὶ τοῦ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα, τοῦ ἔσφιγ­γε τὸ λαι­μό. Ἔ­βα­λε ἄλ­λες εἰ­κό­νες στὴν ὀ­θό­νη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸν ὕ­πνο, ἄλ­λων πά­λαι πο­τὲ ἀ­γα­πη­μέ­νων γυ­ναι­κῶν γιὰ πάν­τα τώ­ρα χα­μέ­νων. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ζεῖ μο­νά­χος σ’ αὐ­τὴν τὴν ὀ­δύ­νη τῆς ἐ­ρη­μιᾶς, σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ θα­νά­του. Δὲν πο­νοῦ­σαν πιὰ αὐ­τὰ τὰ ἄλ­λο­τε καυ­τὰ ὁ­ρά­μα­τα ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Μπο­ροῦ­σε νὰ ζεῖ χω­ρὶς αὐ­τούς, ὅ­πως μπό­ρε­σε νὰ ζή­σει με­τὰ τὸν πρῶ­το θά­να­το, με­τὰ τὴν πρώ­τη ἀ­πώ­λεια.

            Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ τε­λει­ω­μέ­νη πλέ­ον σχέ­ση, ἴ­σως για­τί ἦ­ταν πρό­σφα­τη, ἴ­σως ἡ ἄ­κρα ἀμ­φι­θυ­μί­α, οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς ἐλ­πί­δα πιά, τὸν πο­νοῦ­σε καὶ τὸν τά­ρα­ζε. Πλάν­τα­ζε τὴν καρ­διά, ἔ­πνι­γε τὰ πνευ­μό­νια. Θέ­λη­σε σι­γά, πο­λὺ σι­γά, νὰ τὴν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, μὲ τὴν εἰ­κό­να της ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­χνὴ νὰ δο­κι­μά­σει πά­λι καὶ πά­λι πό­νε­σε, γέ­μι­σε πα­ρά­πο­νο καὶ βά­ρυ­νε φέρ­νον­τας τὸ ἄλ­γος τῆς ὁ­λι­κῆς ἀ­πώ­λειας, τὸ θρῆ­νο τοῦ θα­νά­του μέ­σα του.

            «Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ μο­νά­χα», σκε­φτό­τα­νε, «καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο, ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη πάν­τα ἡ κα­λὴ μου.»

            Σί­γου­ρα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη κά­τι μέ­νει ζων­τα­νό. Ἴ­σως ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς οἱ εὐ­χές σου μπο­ρεῖ καὶ νὰ πιά­νουν. Ἔ­τσι ἤ­θε­λε νὰ πι­στεύ­ει. Αὐ­τα­πά­τη;

 

Κι αὐ­τὴ δὲν ἄν­τε­χε τὴν μο­να­ξιά. Ὅ­σο τὸν εἶ­χε κον­τά της, τὴ σκέ­πα­ζε ἡ πα­ρου­σί­α του. Ὅ­ταν αἰ­σθάν­θη­κε κεῖ­νο τὸ σπρώ­ξι­μο στὴ ρά­χη, ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κό­ψουν βί­αι­α τοὺς δε­σμούς της. Νὰ τὴν πα­ρα­βιά­ζουν. Νὰ τὴν πε­τοῦν σὲ βα­θὺ ὠ­κε­α­νὸ χω­ρὶς σω­σί­βιο.

            Στὴν ἀ­πο­γεί­ω­ση τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φαι­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι. Μέ­σα στὴν καμ­πί­να ὅ­μως ὀρ­γί­α­ζε τὸ φῶς. Μπο­ροῦ­σες νὰ βλέ­πεις κα­θα­ρὰ πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα. Ἤ­δη ζοῦ­σε σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση. Εὐ­γε­νι­κές, πρό­θυ­μες, χα­ρι­τω­μέ­νες ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὶ ἕ­τοι­μες νὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν. Ἔ­σκυ­βαν πρὸς τὸ μέ­ρος της ὅ­πως σὲ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἔρ­χον­ταν πρὸς ἐ­κεί­νη. Τῆς ἀ­νέ­βα­ζαν τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­ση. Σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κά­ποι­ος τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ νὰ φύ­γει λί­γο πρίν.

            Ὁ με­σή­λι­κας ἐ­πι­βά­της δί­πλα της γρή­γο­ρα ἔ­σπα­σε τὴ σι­ω­πή. Δὲν ἔ­κρυ­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὁ­μι­λη­τι­κός, εὐ­γε­νής, σα­γη­νευ­τι­κός. Ἡ κου­βέν­τα ἁ­πά­λυ­νε τὴν θλί­ψη τοῦ πρό­σφα­του ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γο ποὺ βρέ­θη­κε δί­πλα της αὐ­τὸς ὁ ἐν­δι­α­φέ­ρων ἄν­θρω­πος.

            Σί­γου­ρα θὰ περ­νοῦ­σε τὸ τα­ξί­δι μὲ λι­γό­τε­ρο ἄγ­χος. Ἡ πα­ρου­σί­α του τὴ γέ­μι­ζε αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἴ­δια ἀ­σφά­λεια ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τε κο­ρι­τσά­κι κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα της.

            Ἦρ­θαν τὰ φα­γη­τά. Τῆς δό­θη­κε καὶ πά­λι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μα­ζὶ μὲ τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τὴν ἄ­ψο­γη πε­ρι­ποί­η­ση τῶν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δῶν ἀλ­λὰ καὶ τοῦ συμ­πα­θοῦς ὥ­ρι­μου συ­νε­πι­βά­τη. Ἡ κο­λα­κευ­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε μέ­τρο. Οὔ­τε κραυ­γα­λέ­α κο­λα­κεί­α οὔ­τε ὑ­πο­κρι­τι­κὸ δού­λε­μα. Ἔ­νι­ω­σε οἰ­κεί­α. Χα­λά­ρω­σε. Βρῆ­κε ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα νὰ συ­ζη­τή­σει μα­ζί του. Στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πο­τό, τὴν κου­βέν­τα, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα, βά­ρυ­ναν τὰ βλέ­φα­ρά της. Χα­σμου­ρή­θη­κε δι­α­κρι­τι­κά, ζή­τη­σε συ­γνώ­μη κι ἔ­κλει­σε γιὰ λί­γο τὰ μά­τια.

            Δὲν κα­τά­λα­βε ἂν κοι­μή­θη­κε καὶ πό­σο. Βί­ω­σε ὅ­μως μιὰ πρω­τό­γνω­ρη ἐμ­πει­ρί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ πέ­πλο τῶν πυ­κνῶν βλε­φα­ρί­δων της δὲν ἦλ­θε τὸ σκο­τά­δι ἀλ­λὰ ἕ­να ρό­δι­νο φῶς. Μα­ζὶ μ’ ἕ­να ἄ­ρω­μα πεύ­κων καὶ θα­λασ­σι­νοῦ ἀ­έ­ρα. Ἡ ψυ­χή της, ποὺ λί­γες ὧ­ρες πρὶν ἦ­ταν στε­νό­χω­ρη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, τώ­ρα ἄ­νοι­γε ὅ­πως τὰ φτε­ρὰ τῆς πε­τα­λού­δας ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κου­κού­λι της. Ἁ­πλω­νό­ταν ἴ­δια μὲ προ­ζύ­μι ποὺ ξε­χει­λί­ζει στὸ τα­ψί. Ὅ­λα τὰ μέ­σα φράγ­μα­τα φό­βων καὶ προ­κα­τα­λή­ψε­ων δι­α­λύ­ον­ταν. Ἀγ­κά­λια­ζε τὸν κό­σμο γύ­ρω της. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κου­τὶ γι’ αὐ­τὴν ποὺ δὲν τὴ χώ­ρα­γε. Ἐ­πε­κτει­νό­ταν ἔ­ξω στὴ νύ­χτα, στὸ δι­ά­στη­μα, τ’ ἀ­στέ­ρια, τὸ φεγ­γά­ρι. Γι­νό­ταν ἕ­να μὲ ὅ­λα. Τὸ σύμ­παν καὶ τὸ ἄ­πει­ρο. Ὑ­πέρ­τα­το συ­ναί­σθη­μα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χή. Ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κό, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν τρο­μά­ξει. Ὅ­μως ἔ­νι­ω­θε μιὰ ὀ­λύμ­πια γα­λή­νη. Ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν κό­σμο. Αὐ­τὸς εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη ἐν­τός του. Αὐ­τὴ γεν­νοῦ­σε τὸν μέ­γα κό­σμο καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ μέ­γας κό­σμος τὴ γεν­νοῦ­σε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ὁ­ρι­ο­θε­τή­σεις χώ­ρου, χρό­νου, τα­χύ­τη­τας, βα­ρύ­τη­τας. Οὔ­τε ἐ­σω­τε­ρι­κοὶ τοῖ­χοι ἀ­γω­νί­ας, πό­νου, θλί­ψης, πα­ρα­νό­η­σης. Τοῦ­το τὸ ἀ­κα­ρια­ῖο τα­ξί­δι στὸν μέ­σα καὶ στὸν ἔ­ξω κό­σμο ταυ­τό­χρο­να εἶ­χε τὸ στοι­χεῖ­ο μιᾶς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἦ­ταν ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη. Ἂν ὑ­πῆρ­χε βί­ω­ση εὐ­τυ­χί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι αὐ­τή· σὰν εὐ­λο­γί­α ποὺ προ­κα­λεῖ βα­θιὰ αἰ­σθή­μα­τα εὐ­γνω­μο­σύ­νης.

            Μιὰ ἀλ­λα­γὴ συν­τε­λέ­στη­κε στὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ μέ­γι­στου ὅ­ταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα θέ­λη­σε νὰ ζή­σει γιὰ πάν­τα μέ­σα σὲ αὐ­τό. Νὰ τὸ κρα­τή­σει δι­κό της. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἡ βού­λη­σή της δὲν τὸ ἔ­λεγ­χε. Τὸ με­γα­λεῖ­ο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­δο­λα χα­νό­ταν μέ­σα του. Ἀ­νε­παί­σθη­τα, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­στη­κε αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, πῆ­ρε νὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται, νὰ βα­ραί­νει, νὰ σβή­νει. Ὅ­πως χά­νε­ται ἡ μέ­ρα μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ὅ­πως γλι­στρά­ει τὸ νε­ρὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά μας. Ἄρ­χι­σε νὰ ξα­να­ϋ­φαί­νε­ται ὁ ἱ­στὸς ποὺ τὴν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Προ­σπά­θη­σε αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κὸ συ­ναί­σθη­μα ἐ­νό­τη­τας νὰ τὸ συγ­κρα­τή­σει, νὰ μὴν τὸ χά­σει. Ὅ­μως εἶ­χε γί­νει κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ ἤ­δη ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε ἀ­πο­κολ­λη­θεῖ καὶ χα­νό­ταν. Συρ­ρι­κνω­νό­ταν. Τὸ κρα­τοῦ­σε δυ­να­τὰ μέ­σα στὰ χέ­ρια της, τό­σο μι­κρὸ πλέ­ον, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα τό­σο ὡ­ραῖ­ο. Μέ­σα στὴ χού­φτα της κρα­τοῦ­σε τὴ γεύ­ση του, τὸ ἄ­ρω­μά του σὰν τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του ἑ­νω­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος. Θέ­λη­σε νὰ τὸ βά­λει στὸ στό­μα της νὰ τὸ γευ­τεῖ κα­λά, νὰ τὸ κα­τα­πι­εῖ, νὰ τὸ χω­νέ­ψει, νὰ τὸ κά­νει ἕ­να πά­λι μα­ζί της. Τὸ ρου­φοῦ­σε μὲ ἀρ­γές, βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες. Τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα λί­γο, ἀ­κό­μα λί­γο, μὰ ὅ­λο χα­νό­ταν. Ἄ­νοι­ξε μὲ λα­χτά­ρα τὰ μά­τια νὰ προ­λά­βει νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θε μέ­σα καὶ γύ­ρω της, πρὶν τὸ χά­σει γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της. Λι­γώ­θη­κε. Ἔσφι­ξε τὰ δά­χτυ­λα νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἄ­πια­στο, τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἄ­νοι­ξε τὶς πα­λά­μες νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­σφιγ­γε μὲ δύ­να­μη. Ἀ­πρό­σμε­να ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα στὰ χέ­ρια της τὰ δά­χτυ­λα τοῦ δι­πλα­νοῦ της, ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει εἶ­χε γεί­ρει τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ στὴ χού­φτα της τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

 

Εἶ­χαν πε­ρά­σει δυ­ὸ μῆ­νες. Κα­θι­σμέ­νη σταυ­ρο­πό­δι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της ξε­φύλ­λι­ζε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ὁ συ­νο­μι­λη­τής της ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φο­ροῦ­σε τὸ μπουρ­νού­ζι της. Τὸ βλέμ­μα τους ἔ­πε­σε σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά. Θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἕ­να.  Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Τὸ προ­φὶλ της ὄ­μορ­φο στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.

            — Πρέ­πει νὰ σ’ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ νὰ πό­νε­σε ποὺ σ’ ἔ­χα­σε, σχο­λί­α­σε ὁ ἄν­τρας.

            — Μᾶλ­λον. Μοῦ εὐ­χή­θη­κε φεύ­γον­τας νὰ εἶ­μαι πάν­τα κα­λὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη.

            — Σί­γου­ρα. Λέ­νε ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς καὶ πο­νᾶς οἱ εὐ­χές σου πιά­νουν.

            — Τὸ πι­στεύ­εις;



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.