Ξένια Ψαρροῦ: Ἡ ταυτότητα


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Ἡ ταυ­τό­τη­τα


ΡΟΝΙΑ ΜΑΖΕΥΑ μπρά­βο τρι­γυρ­νών­τας σ’ ἔ­ρη­μες γει­το­νι­ές: ἐ­δῶ κα­τοι­κοῦ­σαν χι­λιά­δες μά­τια.

Ὕ­στε­ρα, πάν­τρευ­α αὐ­τὸ ποὺ γεν­νοῦ­σα, τὸ παι­δί μου, μὲ γαμ­προὺς χω­ρὶς σύ­νο­ρα. Οὔ­τε ἤ­ξε­ρα ποῦ κα­τοι­κοῦ­σε με­τά. Ἔ­λε­γα: «Δὲν γέν­νη­σα κα­λὸ παι­δί, ἂς κά­νω ἄλ­λο.» Πρὶν τὸ γεν­νή­σω τὸ ἔ­γρα­φα στὸ κολ­λέ­γιο καὶ με­τὰ τὸ πάν­τρευ­α. Δὲν τὸ με­γά­λω­να πο­τέ. Καὶ πάν­τα ἀ­νά­πη­ρο τὸ πα­ρέ­δι­δα σὲ χέ­ρια ἀ­μύ­η­τα στὸ με­γά­λω­μα. Τὰ ἀ­νύ­παν­τρα παι­διά μου τὰ ἔ­στελ­να στὰ φα­νά­ρια, σὰν τὰ ἀ­λη­τά­κια, νὰ μα­ζεύ­ουν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ νὰ μοῦ τὰ φέρ­νουν τὴ νύ­χτα. Τὰ ἔ­βα­ζα σὲ τε­ρά­στια κου­τιά, ὥ­σπου δὲν χω­ρού­σα­με ἄλ­λο καὶ φεύ­γα­με με­τα­νά­στες στὸν πα­ρα­κά­τω δρό­μο. Μέ­χρι πι­σί­να εἶ­χα φτιά­ξει. Χω­ρὶς νε­ρό, ὅ­μως. Ἦ­ταν γε­μά­τη κου­τιὰ κι αὐ­τή.

        Καὶ πάν­τα κα­τέ­λη­γα στρι­μωγ­μέ­νη στὸ μι­κρὸ δω­μα­τιά­κι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων μὲ τὶς βα­λί­τσες μου γε­μά­τες μπρά­βο. Ὅ­σο ἤ­μουν ἐ­κεῖ δὲν γεν­νοῦ­σα. Μό­νο ἄ­νοι­γα τὰ κου­τιά μου. Τὰ λυ­πη­μέ­να βρά­δια, τὰ βρο­χε­ρά, πή­γαι­να κρυ­φὰ στὰ θέ­α­τρα, ἔ­σβη­να ἀ­πὸ τὴ μαρ­κί­ζα τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν κι ἔ­βα­ζα τὸ δι­κό μου. Ἤ­θε­λα νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ ἐ­πί­θε­τό μας —Με­βλέ­πης— ἀ­νῆ­κε στὴν ἄ­γνω­στη ἀ­κό­μα δυ­να­στεί­α τῶν Με­βλέ­πη­δων. Οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νω μπο­ροῦ­σα, οὔ­τε νὰ κοι­μη­θῶ. Γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­νο­οῦ­σα κά­θε μέ­ρα μιὰ ταυ­τό­τη­τα ἄ­ξια ν΄ἀ­γα­πη­θεῖ. Μὲ τοὺς μο­να­χοὺς ἤ­μουν μο­να­χὴ καὶ μὲ τὶς που­τά­νες που­τά­να. Μὲ τοὺς κο­λυμ­βη­τὲς κο­λυμ­βή­τρια, μὲ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους δι­α­νο­ού­με­νη. Καὶ πάν­τα φω­το­γρα­φι­ζό­μουν δί­πλα στὸν πρῶ­το. Χω­ρὶς κό­πο δι­κό μου.

        Μὰ καὶ μὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ρι­χναν λά­σπη στὸν πρῶ­το, ἤ­μουν πρώ­τη. Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τί πι­στεύ­ω. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν πρό­σφυ­γας στὶς χῶ­ρες τῶν ἄλ­λων καὶ σὰν σί­φου­νας ἔ­κλε­βα τὰ πα­λα­μά­κια κι ἔ­φευ­γα.

        Μὲ φώ­να­ζαν: «Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ ἀ­νέ­μου». Χώ­ρα δὲν εἶ­χα. Οὔ­τε ἑ­στί­α.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).


Advertisements

Ἰάσονας Μικρώνης: Τρομπόνι a tiro


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Τρομπόνι a tiro


Α ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΛΕΦΤΑ τὰ ἔ­βγα­λα ὡς τρομ­πο­νί­στας τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς τοῦ νη­σιοῦ στὶς κη­δεῖ­ες. Στὴ Φι­λαρ­μο­νι­κὴ βρέ­θη­κα μι­κρὸ κι ἀ­μού­στα­κο παι­δί, σχε­δὸν ἀ­κου­σί­ως, με­τὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τρο­πὲς τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­χι­κά μοῦ τὴν πα­ρου­σί­α­σε ὡς μί­α κα­λὴ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ λύ­ση ἔ­ναν­τι τῶν σχο­λι­κῶν πα­ρε­λά­σε­ων. Κα­θό­τι οἱ ἐ­τή­σι­ες πα­ρε­λά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ἦ­ταν μό­λις δύ­ο, δὲν ὑ­πῆρ­χε πραγ­μα­τι­κὴ χρεί­α νὰ μά­θω ὁ­λό­κλη­ρο μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο γιὰ νὰ τὶς ἀ­πο­φεύ­γω. Ὡ­στό­σο, μὲ τὸν και­ρὸ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­βρι­σκε κι ἄλ­λα και­νού­ρια ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἂν σή­με­ρα ἀ­κού­γον­ται φαι­δρά, τό­τε ἠ­χοῦ­σαν ἀρ­κούν­τως δε­λε­α­στι­κά: ἡ Φι­λαρ­μο­νι­κή, μοῦ ἔ­λε­γε, συ­νε­πά­γε­ται ἐκ­δρο­μὲς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἄ­φθο­νο πι­λά­φι καὶ ἐ­ξω­τι­κὰ οὐ­ρί. Οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις μας ἔ­μελ­λε νὰ δι­αρ­κέ­σουν ἕ­να χρό­νο. Ἔ­πει­τα, μέ­χρι νὰ μοῦ φυ­τρώ­σει καὶ τὸ μου­στά­κι, φό­ρε­σα τὸ πη­λή­κιο τῆς μπαν­τί­νας.

        Τὸ χαρ­τζι­λί­κι πάν­τως στὶς κη­δεῖ­ες ἤ­τα­νε γε­ρό· ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ δέ­κα εὐ­ρὼ καὶ (ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­κά­στο­τε ἄ­τυ­χου πρω­τα­γω­νι­στῆ) μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­κτι­να­χθεῖ ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε. Οἱ μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις δὲν πα­ρου­σί­α­ζαν ἰ­δι­αί­τε­ρη τε­χνι­κὴ δυ­σκο­λί­α, ἐ­μεῖς οἱ βα­ρύ­το­νοι του­λά­χι­στον παί­ζα­με κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν συ­νο­δευ­τι­κὸ ρό­λο. Τὰ τρομ­πό­νια ἔρ­χον­ταν στοὺς πί­σω ζυ­γούς, λί­γο μπρο­στύ­τε­ρα ἀ­π’ τὰ ταμ­ποῦ­ρα καὶ τὴ γκραν­κά­σα, καὶ ἡ χρή­ση τους πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς κι ἀρ­γοὺς ἀν­τι­χρο­νι­σμούς. Ἂν ὁ βη­μα­τι­σμός μας ἤ­τα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­χύς, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲ θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα, κι ἔ­τσι θὰ γλι­τώ­να­με καὶ τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη βρο­χὴ (κα­ται­γί­δα, ἐ­νί­ο­τε) ποὺ μᾶς ἔ­ραι­νε πα­τό­κορ­φα. Οἱ και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δυ­σχέ­ρα­ναν οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς τὴν ἄρ­τια ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων συν­θέ­σε­ων – οἱ βρο­χὲς μᾶς μου­λι­ά­ζα­νε τὶς παρ­τι­τοῦ­ρες κι ὕ­στε­ρα οἱ ἀ­έ­ρη­δες μᾶς τὶς φυ­σοῦ­σαν μα­κριά. Ἐν τού­τοις, τὰ με­λω­δι­κό­τε­ρα πνευ­στά, ὅ­σοι δη­λα­δὴ ὁ­δη­γοῦ­σαν τὴν πομ­πή, εἶ­χαν καὶ μί­α ἐ­πι­πρό­σθε­τη ἔ­γνοι­α: τὶς θρη­νω­δί­ες τῶν κον­τι­νό­τε­ρων συγ­γε­νῶν. Οἱ φω­νὲς αὐ­τὲς ἤ­τα­νε τό­σο ἐ­φι­αλ­τι­κές, ἔ­λε­γαν, ποὺ κα­νο­νι­κὰ ὣς καὶ ἐ­πι­μί­σθιο βα­ρέ­ων καὶ ἀν­θυ­γι­ει­νῶν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δι­και­οῦν­ται. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε κη­δεί­α, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φα­με στὸ κτί­ριο τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­φή­σου­με τὰ ὄρ­γα­να, οἱ τρομ­πε­τί­στες, οἱ κλα­ρι­νε­τί­στες, οἱ ὀμ­πο­ΐ­στες κι οἱ λοι­ποὶ πνευ­στοὶ ποὺ ἐ­πω­μί­ζον­ταν τὴ με­λω­δί­α, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν πάν­το­τε βου­βοὶ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νοι, καί, ἅ­μα μᾶς πε­τύ­χαι­ναν σὲ κα­νέ­να δι­ά­δρο­μο, μᾶς ἔ­ρι­χναν κά­τι πο­λὺ ἐ­πι­τι­μη­τι­κὲς μα­τι­ές. Δὲν ἤ­τα­νε καὶ λί­γοι πάν­τως αὐ­τοὶ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἂν κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πλή­ρως ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸ γεν­ναῖ­ο μπο­να­μά, ἁ­πλού­στα­τα ἀ­πέ­φευ­γαν τὶς ἐν λό­γῳ ἐ­ξό­δους κι ὅ­λο κά­τι οἰ­κο­γε­νεια­κὸ προ­φα­σί­ζον­ταν.

        Τέ­λος πάν­των, τώ­ρα ποὺ λί­γο-πο­λὺ ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­χου­νε πα­ρέλ­θει κι ἐ­γὼ βρέ­θη­κα καὶ πά­λι στὸ νη­σί, λέ­ω νὰ ξα­να­δο­κι­μά­σω τὴν τύ­χη μου στὸ τρομ­πό­νι. Ὅ­σο φορ­τω­μέ­νο πρό­γραμ­μα κι ἂν ἔ­χω, ὁ χρό­νος στὴν ἐ­παρ­χί­α κυ­λᾶ ἀλ­λι­ῶς, καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ μοῦ τυ­χαί­νουν κά­τι ἀ­πο­γεύ­μα­τα ποὺ δὲν ἔ­χω τί νὰ τὰ κά­νω. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα αὐ­τὰ ρί­χνο­μαι πί­στο­μα στὸ κρε­βά­τι, σφη­νώ­νω τὸ ἐ­πι­στό­μιο στὸ στό­μα, καὶ φαν­τά­ζο­μαι τὸ μέλ­λον μου στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πνευ­στό: ἴ­σως ἐ­πι­τέ­λους με­τα­πη­δή­σω ἀ­π’ τὸ τρομ­πό­νι μὲ κλει­διὰ στὸ τρομ­πό­νι a tiro, κά­τι ποὺ δὲν πρό­λα­βα νὰ κά­νω ὡς ἔ­φη­βος, σκέ­φτο­μαι. Ἔ­τσι φεύ­γουν πολ­λὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα· σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἄ­κρα μου μου­διά­ζουν, νε­κρώ­νουν ἐν­τε­λῶς, οἱ ἀ­να­πνο­ὲς ἀ­ραι­ώ­νουν, τὸ σῶ­μα μου ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­σφυ­κτιᾶ κα­πα­κω­μέ­νο, θαρ­ρεῖς, κά­που μέ­σα. Προ­σπα­θῶ τό­τε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ ξε­χα­στῶ, ν’ ἀ­να­κα­λέ­σω τὶς ζω­η­ρὲς με­λω­δί­ες τῶν ἐμ­βα­τη­ρί­ων τῶν ἐ­θνι­κῶν ἐ­πε­τεί­ων ἤ, του­λά­χι­στον, ἐ­κεί­νη τὴν νω­χε­λι­κὴ με­λω­δί­α τῶν λι­τα­νει­ῶν τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Ὡ­στό­σο, ὅ­λως πα­ρα­δό­ξως, μο­νά­χα τὶς ἁ­πλὲς συν­θέ­σεις τῶν κη­δει­ῶν θυ­μᾶ­μαι, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὲς δὲν ἠ­χοῦν στ’ αὐ­τιά μου εὐ­κρι­νῶς, μᾶλ­λον ὑ­πό­κω­φα τὶς ἀ­κού­ω, μπερ­δε­μέ­νες μ’ οἰ­μω­γὲς οἰ­κεί­ων φω­νῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της: Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα



Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα


ΠΑΡΧΟΥΝ νύ­χτες ἀ­τε­λεί­ω­τες, κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν συμ­βαί­νει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, καὶ ἄλ­λες, ὅ­ταν τὰ πάν­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν.»

       Αὐ­τὸ μό­νο πρό­λα­βε κι ἔ­γρα­ψε στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της ἡ Μό­να πρὶν ἕ­να ξαφ­νι­κό, ἀ­δι­ό­ρα­το φῶς, ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀπ΄ἔ­ξω καὶ ὁ­λο­έ­να δυ­νά­μω­νε, ἀρ­χί­σει νὰ τυ­λί­γει τὰ βι­βλί­α καὶ τοὺς πί­να­κές της —τὰ «πα­ρά­θυ­ρά» της, ὅ­πως ἔ­λε­γε πάν­τα— στὸ πα­ρα­φορ­τω­μέ­νο ὑ­πνο­δω­μά­τιο.

       — Ὤ, ὄ­χι… ὄ­χι ἀ­κό­μα, ψέλ­λι­σε ἡ Μό­να.

       Τό­τε μό­νο ἀ­κού­στη­κε σο­βα­ρὴ ἡ Φω­νή:

       — Ἂν δὲν θέ­λεις ἀ­κό­μα, μὴν δι­α­μαρ­τύ­ρε­σαι γιὰ τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες νύ­χτες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἰδανικὴ αυτόχειρας


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἰ­δα­νι­κὴ αὐ­τό­χει­ρας


στὴ μνή­μη τῆς Σο­φού­λας

 

ἄλ­λό­θι που

 

n’importe où… hors de ce monde

Baudelaire


ΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ, μιὰ συ­νά­δελ­φός μου στὸ τμῆ­μα Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Ξέ­νων Γλωσ­σῶν ἔ­δω­σε τὸ ἑ­ξῆς θέ­μα ἔκ­θε­σης σὲ πρω­το­ε­τεῖς, Αὐ­το­χει­ρί­α: θάρ­ρος ἤ δει­λί­α; Δὲν τὸ θέ­τεις σὲ σω­στοὺς ὅ­ρους τὸ θέ­μα, τῆς εἶ­πα. Σὲ τί ὅ­ρους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ θέ­σω, μὲ ρώ­τη­σε. Δὲν εἴ­χα­με χρό­νο γιὰ φι­λο­σο­φι­κὴ συ­ζή­τη­ση, ὁ­πό­τε δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σα. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­χα­σα τὴν Αἰ­κα­τε­ρί­νη, ὁ­πό­τε δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σω.

        Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη τὰ πρό­βλε­ψε ὅ­λα στὴν ἐν­τέ­λεια. Ἀ­νε­λέ­η­τη ἐν­τέ­λεια. Δὲν εἶ­χε πιὰ πε­ρι­θώ­ρια γιὰ λά­θος. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν βγά­λει ἀ­πὸ τὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ὅ­που στὰ σί­γου­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­ναν, ἂν καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πῆ­γε ἀ­πὸ μό­νη της γιὰ νὰ ἔ­χει πα­ρέ­α.

        Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ποὺ κά­πο­τε εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει μα­ζὶ βρῆ­καν καμ­μιὰ δω­δε­κά­δα κου­τιὰ ζά­ναξ, ἕ­να σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα καὶ τὰ ροῦ­χα γιὰ τὴν κη­δεί­α κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να (πρέ­πει νὰ τὰ εἶ­χε δώ­σει στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο για­τὶ εἶ­χε στα­μα­τή­σει πιὰ νὰ σι­δε­ρώ­νει). Δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κο­κέ­τα, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε νὰ φύ­γει κα­λον­τυ­μέ­νη. Πε­ρί­ερ­γο για­τὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη εἶ­χε μό­νο μί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει. Πρέ­πει νά ‘­ταν τὸ ἄ­με­σο ἀγ­κά­λια­σμα τοῦ θα­νά­του. Τὸ κά­λε­σμα τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας. Τὸ ἄ­κου­σε ὁ Ἰ­σμα­ὴλ στὸ Μόμ­πι Ντίκ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὸ πιὸ ψη­λὸ κα­τάρ­τι σὰν που­λὶ στὴν κούρ­νια του, ἀλ­λὰ ἀν­τι­στά­θη­κε. Τὸ ἄ­κου­σα κι ἐ­γώ, δε­μέ­νη ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α. Τὸ ἀ­κοῦ­νε καὶ ἄλ­λοι. Στα­τι­στι­κά εἶναι τὸ εἴκοσι δύο τοῖς ἑ­κα­τὸ τῶν δι­πο­λι­κῶν ποὺ κα­τα­φέρ­νουν καὶ φεύ­γουν. Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη ἐμ­πλου­τί­ζει τὶς στα­τι­στι­κές. Εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται. Τῆς πῆ­ραν καὶ τὴ μα­νί­α. Μὲ τὴν κρί­ση ἔ­χα­σε τὴν δου­λειά της. Τὸ δι­α­μέρι­σμά της τὸ πε­ρί­με­ναν οἱ τρά­πε­ζες. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψε. Ὅ­σο γιὰ συν­τρό­φους, προ­σω­ρι­νοὺς ἤ μό­νι­μους, τὸ εἶ­χε πά­ρει πιὰ ἀ­πό­φα­ση. Ἦ­ταν καὶ θά ‘με­νε μό­νη.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια, συ­χνὰ ἔ­πι­α­να τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ μὴν τὴν σκέ­φτε­ται. Με­τροῦ­σα τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α της, ἀ­πύθ­με­νη, καὶ αὐ­τὸ ξε­περ­νοῦ­σε τὶς ἀν­το­χές μου. Ὄ­χι πὼς ἤ­μουν ἡ κα­λύ­τε­ρη γε­ω­μέ­τρης τοῦ μυα­λοῦ ἤ μᾶλ­λον τῆς ψυ­χῆς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης (τὸ μυα­λὸ τὸ κα­τά­στρε­ψαν τὰ ψυ­χο­φάρ­μα­κα), ἀλ­λὰ ποι­ὸς ἄλ­λος τὴν ἤ­ξε­ρε κα­λύ­τε­ρα;

        Τὴν Δευ­τέ­ρα ἔ­θα­ψε τὴ μα­μά της. Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη κό­ρη. Τὴν εἶ­χε φρον­τί­σει ὅ­σο τὸ ἐ­πέ­τρε­παν οἱ δυ­νά­μεις ποὺ δὲν εἶ­χε. Ἡ μα­μὰ ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἀλ­λὰ δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Κόν­τευ­ε τὰ ἑ­κα­τὸ ἡ γυ­ναί­κα. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα κά­τι ἐ­κρεμ­μό­τη­τες. Ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα. Τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῆς ζω­ῆς της τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει. Ἀ­νῆ­κε στοὺς ἀ­τά­λαν­τους. Δὲν συμ­φω­νῶ. Ἡ μα­μὰ της ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τυ­χους. Δὲν πί­στευ­α πο­τὲ στὴν τύ­χη, ἀλ­λὰ ἀ­να­θε­ω­ρῶ. Πα­ρά­τη­σα καὶ τὸν Κα­μὺ καὶ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς τους. Εἶ­χα κά­που μιὰ δε­κα­ε­τί­α νὰ τὴν δῶ νὰ γε­λά­ει καὶ τῆς τό­ ‘πα καὶ μα­ζὶ ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με ἂν θὰ ξα­να­γε­λοῦ­σε πο­τέ. Ἡ ἀ­κο­ή μου ἔ­χει κά­πως πέ­σει ἀλ­λὰ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι δὲν θὰ στα­μα­τή­σω πο­τὲ ν’ ἀ­κού­ω τὶς σι­ω­πη­λὲς κραυ­γὲς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης γιὰ βο­ή­θεια. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ πρό­βλε­ψε. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως ἰ­δα­νι­κή. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ ἔ­θε­τα τὸ θέ­μα, Αὐ­το­χει­ρί­α: ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ δυ­στυ­χί­α;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).



		

	

Θε­ώ­νη Κο­τί­νη: Μπάμιες



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη


Μπά­μι­ες


ΗΜΕΡΑ στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἔ­χου­νε μπά­μι­ες. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σα­νε πο­τέ. Σκα­λί­ζει τὸ πιά­το ξε­φλου­δί­ζον­τας μὲ τὸ πι­ρού­νι τὴ σάρ­κα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ σπό­ρια γυ­μνά. Μέ­σα σαρ­δό­νια ὀ­δον­το­στοι­χί­α, σὰν τὴ γκρι­μά­τσα τῆς συ­νά­θροι­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Σκυ­θρω­ποί, μα­λω­μέ­νοι ἢ ἕ­τοι­μοι νὰ μα­λώ­σουν σὲ λί­γο, μά­να πα­τέ­ρας παι­διά.

       Λα­δε­ρὲς μὲ φρέ­σκια ντο­μά­τα, κόκ­κι­νη ὅ­πως ἡ αἱ­μα­το­χυ­σί­α γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Πράγ­μα­τι, δε­σμοὶ αἵ­μα­τος. Τό­σο ποὺ σοῦ ’ρ­χε­ται νὰ πά­ρεις τὸ μα­χαί­ρι τοῦ ψω­μιοῦ καὶ νὰ δι­αρ­ρή­ξεις ὅ­λα ἐ­τοῦ­τα τὰ δε­σμά, νὰ τὸ βυ­θί­σεις στὴν καρ­διὰ αὐ­τοῦ τοῦ λάκ­κου ποὺ εἶ­ναι γε­μά­τος γεύ­μα­τα κυ­ρι­α­κά­τι­κα καὶ αἰ­τιά­σεις καὶ πα­ρά­πο­να καὶ ξε­χα­σμέ­νες τώ­ρα ἤ­δη ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα.

       Ἡ μά­να του τὶς φτιά­χνει μὲ κο­τό­που­λο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­δον­τι­ά­ρι­κα οὖ­λα τοῦ λα­χα­νι­κοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ ἐ­κεί­νη. Σφαγ­μέ­νου ζώ­ου ὅ­πως τῆς μά­νας του τὰ μά­τια, ὅ­ταν γιὰ ὅ­λα με­τα­νι­ώ­νει, σὰν τοῦ πα­τέ­ρα του τὰ μά­τια, ὅ­ταν στρι­μώ­χνε­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια. Ὅ­πως τὰ μά­τια τὰ δι­κά του, ὅ­ταν ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὸ πιά­το νὰ ἀ­παν­τή­σει για­τί δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ φα­ΐ, τί δι­ά­βο­λος τὸν πιά­νει κά­θε μέ­ρα καὶ δὲν μι­λά­ει κι ὅ­λο θυ­μώ­νει καὶ κλει­δώ­νε­ται.

       Σκα­λί­ζει ἀ­μί­λη­τος τὶς μπά­μι­ες. Μέ­σα ὄ­χι δόν­τια μὰ σπυ­ριά, πολ­λὰ πολ­λὰ σπυ­ριά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ποὺ στὰ δώ­δε­κα τοῦ αὐ­λά­κω­ναν τὸ πρό­σω­πο, κι ὅ­πο­τε γύ­ρι­ζε νὰ δεῖ κα­τὰ τὸν κό­σμο, ἄν­θι­ζαν σὰν ντρο­πὴ ποὺ ἀ­δέ­ξιος ὑ­πῆρ­χε. Μπά­μι­ες ὅ­πως ἡ γλί­τσα τῆς στορ­γῆς ποὺ γιὰ νὰ σοῦ δο­θεῖ, πρέ­πει νὰ κα­τα­πι­εῖς ὅ­λο τὸ σά­λιο τῆς ὑ­πο­τα­γῆς, τῆς ἐ­νο­χῆς ποὺ εἶ­σαι ἐ­σὺ καὶ δὲν τοὺς μοιά­ζεις, ποὺ θὲς ἀλ­λοῦ νὰ πᾶς, νὰ εἶ­σαι γυ­μνὸς καὶ νὰ πει­νᾶς δι­κή σου πεί­να. Μπά­μι­ες, κουμ­πω­μέ­νος καρ­πὸς τοῦ θυ­μοῦ ποὺ δὲν ὡ­ρι­μά­ζει μὰ σα­πί­ζει σὲ μα­λα­κὴ γλοι­ώ­δη αὐ­το­λύ­πη­ση.



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη (Μυρ­σί­νη Ἠ­λεί­ας, 1967). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ θε­α­τρο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ, ὑ­πη­ρε­τών­τας ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μι­κρο­γρα­φί­α (1999), Ἀ­θώ­α τὴ νύ­χτα (2003), καὶ Ἀ­νί­δε­οι πά­λι (2006, βρα­βεῖ­ο ποί­η­σης πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω) – ὅ­λες ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Τε­λευ­ταῖ­α της ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Θε­ὸς ἡ Ἀ­γά­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2010) καὶ Ὡ­σεὶ Κῆ­πος (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).



		

	

Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Γιάννης Φαρσάρης: Χίλια εὐρὼ τὸ μήνα


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να

 

 ΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ἦ­ταν πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη: «Ζη­τεῖ­ται γυ­ναί­κα 30-40 ἐ­τῶν, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου. Ὀ­κτά­ω­ρη νυ­χτε­ρι­νὴ ἀ­πα­σχό­λη­ση, μι­σθὸς χί­λια εὐ­ρώ.» Ἕ­ξι γυ­ναῖ­κες πῆ­ραν τη­λέ­φω­νο καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ ὅ­λες γιὰ τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ευ­κρι­νί­σεις: Ὄ­χι σέξ, μό­νο ἀγ­κα­λιὰ ὕ­πνου, ὡ­ρά­ριο ἐρ­γα­σί­ας δώ­δε­κα τὰ με­σά­νυ­χτα ἕ­ως ὀ­κτώ τὸ πρω­ὶ (πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α πρω­ϊ­νοῦ), ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ ὄ­χι πι­τζά­μα, μπά­νιο μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­φρό­λου­τρο πρὶν ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο.

        Εἶ­μαι τριά­ντα ὀ­κτὼ χρο­νῶν, πε­τυ­χη­μέ­νος ἀ­σφα­λι­στής, χω­ρι­σμέ­νος, μὲ μιὰ κό­ρη στὰ ἐν­νιά. Δου­λεύ­ω σχε­δὸν ὅ­λη μέ­ρα, κά­θε βρά­δυ βγαί­νω μὲ φί­λους, γυ­ναῖ­κες ἀλ­λά­ζω συ­χνά, ὅ­μως ἔ­χω ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ μὴν παν­τρευ­τῶ πο­τὲ ξα­νὰ με­τὰ τὸν ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νο γά­μο. Μό­νο ποὺ τὶς νύ­χτες δὲν μπο­ρῶ νὰ κοι­μη­θῶ μο­νά­χος —στρι­φο­γυρ­νά­ω γιὰ χρό­νια ἄυ­πνος στὸ κρε­βά­τι— κι αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κὲς ὀ­κτὼ ὧ­ρες πού μοῦ χα­λοῦν τὴν εὐ­τυ­χί­α. Κι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βρῶ μιὰ λύ­ση γι’ αὐ­τό. Τὸ νὰ κοι­μᾶ­μαι ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λά­ζω συ­χνά, τὸ δο­κί­μα­σα καὶ μοῦ προ­κα­λεῖ χει­ρό­τε­ρους ἐ­φιά­λτες.

        Ἡ Μά­ριον εἶ­ναι τριά­ντα ἕ­ξι ἐ­τῶν. Τὴν ἀ­πέ­λυ­σαν ἀ­π’ τὴ δου­λειά της ὡς πω­λή­τρια καλ­λυν­τι­κῶν τρεῖς μῆ­νες πρὶν καὶ ἔ­κτο­τε εἶ­ναι ἄ­νερ­γη. Ἔ­χει μιὰ μη­τέ­ρα νὰ φρον­τί­σει στὸ σπί­τι, ἕ­να στε­γα­στι­κὸ δά­νει­ο στ’ ὄ­νο­μά της κι ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἔ­λε­γε κά­θε βρά­δυ στὴ μη­τέ­ρα της: «Πρέ­πει νὰ βρῶ μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε δου­λειά», δὲν φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ γνω­ρί­σει ἐ­μέ­να ὡς ὑ­πο­ψή­φιο ἐρ­γο­δό­τη.

        Συ­ζή­τη­σα ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ μα­ζί της, τῆς ἐ­ξή­γη­σα τὸ πρό­βλη­μά μου καὶ τὶς ἀ­παι­τή­σεις μου κι ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ δο­κι­μά­σου­με γιὰ με­ρι­κὲς μέ­ρες. Στὶς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς κά­θε βρά­δυ μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ κου­δού­νι, περ­νά­γα­με κά­να μι­σά­ω­ρο στὸν κα­να­πὲ λέ­γον­τας τὰ νέ­α τῆς ἡ­μέ­ρας, με­τὰ ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο μὲ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο ποὺ εἶ­χα δι­α­λέ­ξει, φο­ροῦ­σε τὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ ποὺ τῆς εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει καὶ ξά­πλω­νε γιὰ νὰ μοῦ δι­α­θέ­σει τὸν ὦ­μο της. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δέ­κα λε­πτὰ εἶ­χα ἠ­ρε­μή­σει καὶ κοι­μό­μουν ἥ­συ­χα ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα.

        Οὔ­τε μί­α νύ­χτα δὲν πέ­ρα­σε ἴ­χνος πο­νη­ρῆς σκέ­ψης ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου, ἡ Μά­ριον δὲν ἦ­ταν ὁ τύ­πος μου ἄλ­λω­στε καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ δια­ρκῶς ἄλ­λα­ζα ἦ­ταν σα­φῶς ὀ­μορ­φό­τε­ρες. Τὴ συν­τρο­φι­κό­τη­τα ἤ­θε­λα, τὴ ζε­στα­σιὰ στὸ κρε­βά­τι μου ἀ­πο­ζη­τοῦ­σα, αὐ­τό μοῦ ἔ­λει­πε μό­νο ἀ­π’ τὴ ζω­ή μου καὶ αὐ­τὸ ἀ­γό­ρα­ζα μὲ χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ κοι­μη­θῶ. Ἀ­κρι­βὸ ἢ φθη­νὸ δὲν ξέ­ρω, ἐ­μέ­να αὐ­τὸ μοῦ ’­λει­πε, ὄ­χι τὰ χρή­μα­τα. Πο­λὺ γρή­γο­ρα κα­τά­λα­βε κι ἐ­κεί­νη πὼς ἦ­ταν ἡ πιὸ εὔ­κο­λη δου­λειὰ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ: χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να γιὰ νὰ κοι­μᾶ­ται ἁ­πλῶς δί­πλα σ’ ἕ­ναν ἀ­να­σφα­λῆ, χω­ρι­σμέ­νο, κου­ρα­σμέ­νο ἐρ­γέ­νη.

        Κι ὁ ὕ­πνος μου ἔ­γι­νε ἤ­ρε­μος κι ἐ­γὼ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λύ­τε­ρα. Καὶ στὴ δου­λειά μου ἔ­γι­να ἀ­πο­δο­τι­κό­τε­ρος καὶ μὲ τοὺς φί­λους μου πιὸ εὐ­δι­ά­θε­τος καὶ στὶς γυ­ναῖ­κες πιὸ πε­ρι­ζή­τη­τος. Καὶ σὰν πα­τέ­ρας ἔ­γι­να κα­λύ­τε­ρος, τὶς ὧ­ρες ποὺ περ­νοῦ­σα μὲ τὴ μι­κρή μου. Ἡ ἰ­δέ­α νὰ προσ­λά­βω γυ­ναί­κα γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου ἀ­πέ­δι­δε ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Ἤ­μουν πάν­τα κα­λὸς στὴ δι­α­χεί­ρι­ση τῶν προ­βλη­μά­των.

        Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ, πε­ρί­που δύ­ο μῆ­νες με­τά, δὲν χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας στὶς δώ­δε­κα καὶ ἡ Μά­ριον δὲν φά­νη­κε. Τὴν πῆ­ρα στὸ κι­νη­τό της, ὅ­μως τό ’­χε κλει­στό. Ἀ­νη­σύ­χη­σα καὶ δὲν κοι­μή­θη­κα κα­θό­λου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Ἀλ­λὰ δὲν ἦρ­θε οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο, οὔ­τε κα­νέ­να ἄλ­λο βρά­δυ καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό της ἦ­ταν μο­νί­μως κλει­στὸ κι ἐ­γὼ ἔ­πα­ψα νὰ κοι­μᾶ­μαι τὰ βρά­δια χω­ρὶς τὴν ἀγ­κα­λιά της.

        Καὶ ἀ­φοῦ ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κα, ἔ­βα­λα ξα­νὰ τὴν ἴ­δια ἀγ­γε­λί­α καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ και­νούρ­γι­ες κο­πέ­λες γιὰ δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις. Δο­κί­μα­σα νὰ κοι­μη­θῶ μὲ δύ­ο ἀ­πὸ αὐ­τές, ἀλ­λὰ δὲν προ­σέ­λα­βα κα­μί­α, για­τὶ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ἡ ἀγ­κα­λιά τους καὶ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ κρύ­ψει τὴ μυ­ρω­διά τους – ἡ μί­α μά­λι­στα ἀ­νά­σαι­νε ἐ­κνευ­ρι­στι­κὰ βα­ριά. Καὶ τώ­ρα ἔ­χω πά­λι μέ­ρες νὰ κοι­μη­θῶ σὰν ἄν­θρω­πος κι εἶ­ναι νὰ σπά­σει τὸ κε­φά­λι μου καὶ κα­πνί­ζω ὅ­λες τὶς νύ­χτες νευ­ρι­κὰ βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

        Σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι κι ἕ­νας πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­πὸ κού­ριερ μοῦ πα­ρέ­δω­σε ἕ­ναν φά­κε­λο. Τὸν ἄ­νοι­ξα καὶ βρῆ­κα μέ­σα ἕ­να ση­μεί­ω­μα: «Δὲν κά­νουν χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να οἱ ἀ­λη­θι­νὲς ἀγ­κα­λι­ές. Δω­ρε­ὰν εἶ­ναι.» Μα­ζὶ εἶ­χε σὲ μιὰ δε­σμί­δα ὅ­λα τὰ λε­φτὰ ποὺ τῆς εἶ­χα δώ­σει. Ἔ­χει κλει­στὸ πά­λι τὸ κι­νη­τό, καὶ τώ­ρα ἦρ­θα ἐ­δῶ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα, ἀλ­λὰ ζο­ρί­ζο­μαι, για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ γρά­ψω στὴν ἀγ­γε­λί­α αὐ­τὸ ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Φό­βος Κα­νέ­νας. 29 Μικροδιηγήματα (Openbook, 2015).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OPENBOOK καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fractal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Openbook, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ www.open-sesame.me