Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney): Τὰ ρομπὸτ εἴμαστε ἐμεῖς


Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney)

 

T­ὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς

(We are the robots)


ΤΑΝ Η ΤΡΙΤΗ κο­πέ­λα ποὺ μὲ πα­ρά­τα­γε φέ­τος. «Πή­γα­με σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κλάμπ», ἔ­λε­γα στὸν Γκά­ρυ, «καὶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐν­τε­λῶς. Εἶ­χε γί­νει ἀ­πό­μα­κρη, ἐ­χθρι­κή».

Κοι­τῶν­τας με πά­νω ἀ­π’ τοὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν του μὲ ρώ­τη­σε. «Χό­­ρε­ψες;»

«Κοί­τα», ἀ­πάν­τη­σα ἀ­κουμ­πῶν­τας μὲ τὸ δά­χτυ­λό τὸ σου­βὲρ τῆς μπύ­ρας μου. «Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­ρι­ξα με­ρι­κὲς στρο­φές.»

        Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὸ μέ­ρος μου. «Ἔ­κα­νες μή­πως τὸ ρομ­πότ;»

        «Ὄ­χι, οὔ­τε κάν.»

        «Τί μου­σι­κὴ ἔ­παι­ζε;»

        «Τέ­κνο τῆς δε­κα­τί­ας τοῦ ’80.»

        Ὁ Γκά­ρυ ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του κι ἔ­τρι­ψε τὰ μά­τια του. «Πό­σες φο­ρὲς τό ’χου­με ξα­να­πεῖ – μὲ τὸ ποὺ ἀ­κοῦς αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, πρέ­πει νὰ κά­νῃς τὸ ρομ­πότ.» Σή­κω­σε τὸ παλ­τό του. «Κα­μιὰ γυ­ναῖ­κα δὲν θὰ ἀ­νε­χθῇ κά­τι τέ­τοι­ο.»

        Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἤ­μουν στὰ πα­τώ­μα­τα. Μιὰ μπα­σο­γραμ­μὴ ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πό ’­να συν­θε­σά­ϊ­ζερ κόν­τευ­ε νὰ μὲ πνί­ξῃ, ὁ ἦ­χος ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ ταμ­πού­ρου ἔ­σκι­ζε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα, κι ἐ­γὼ ἤ­μουν πλέ­ον μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νου με­ταλ­λι­κοῦ τέ­ρα­τος ποὺ κα­τα­βρό­χθι­ζε τὰ πάν­τα.


 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα του https://www.davidgaffney.org/

https://www.davidgaffney.org/we-are-the-robots.html#

 

Ντέ­η­βιντ Γκάφ­νε­ϋ (David Gaffney). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Κλῆ­τορ Μοὺρ τῆς Δυ­τι­κῆς Κάμ­πρια καὶ πλέ­ον ζεῖ στὸ Μάν­τσε­στερ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ Sawnoff Tales (2006), Aromabingo (2007), Never Never (2008), The Halflife of Songs (2010) καὶ τὴν πιὸ πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του, More SawnOff Tales (2013). Ἐ­πί­σης, ἔ­χει γρά­ψει τὸ Buildings Crying Out, χρη­σι­μο­ποι­ῶν­τας ἀ­φί­σες ἀ­πὸ χα­μέ­νες γά­τες (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Λάν­κα­στερ, 2009)· τὸ 23 Stops To Hull, μιὰ σει­ρὰ ἱ­στο­ρι­ῶν γιὰ κά­θε κόμ­βο τῆς ἀγ­γλι­κῆς ἐ­θνι­κῆς ὀ­δοῦ M62 (Φε­στι­βὰλ Λο­γο­τε­χνί­ας Χάμ­περ Μά­ουθ 2009)· τὸ Sawnoff Opera, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὄ­πε­ρες μὲ τὴν Ἰρ­λαν­δὴ συν­θέ­τρια Ailís Ní Ríain (BBC Radio 3, RNCM, Φι­λαρ­μο­νι­κὴ τοῦ Λί­βερ­πουλ καὶ Φε­στι­βὰλ Τέτ-ἄ-τέτ, Λον­δί­νο London 2010)· τὸ Destroy PowerPoint, ἱ­στο­ρί­ες σὲ μορ­φὴ PowerPoint γιὰ τὸ Φε­στι­βὰλ τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου τοῦ 2009· τὸ The Poole Confessions, ἱ­στο­ρί­ες εἰ­πω­μέ­νες σ’ ἕ­να κι­νη­τὸ ἐ­ξο­μο­λο­γη­τή­ριο (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Πούλ 2010)· τὸ Station Stories, ὅ­που ἕ­ξι συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νοι μὲ τὸ κοι­νὸ μέ­σῳ ἀ­σύρ­μα­των ἀ­κου­στι­κῶν ἀ­παγ­γέ­λον­τας δι­η­γή­μα­τα στὸν σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μὸ τοῦ Πι­καν­τίλ­λυ στὸ Μάν­τσε­στερ (Φε­στι­βὰλ Λο­το­τε­χνί­ας Μάν­τσε­στερ 2011)· τὸ Boy You Turn Me, μιὰν ἠ­χη­τι­κὴ ἐγ­κα­τά­στα­ση (Φε­στι­βὰλ Βι­βλί­ου Μπέρ­μιγ­χαμ 2011)· τὸ ἀν­τι­συμ­βα­τι­κὸ πρό­γραμ­μα συγ­γρα­φῆς Errata Slips (Κόρ­νερ­χά­ουζ τοῦ 2011)· τὸ Preston 3twenty (2012-2032), ἕ­να εἰ­κο­σα­ε­τοῦς δι­αρ­κεί­ας καλ­λι­τε­χνι­κὸ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸ πρό­γραμ­μα· τὸ Men Who Like Women Who Smell of Their Jobs, (Λο­γο­τε­χνι­κὸ Φε­στι­βὰλ Μάν­τσε­στερ 2014) μιὰ ἔκ­θε­ση ὀ­πτι­κῶν τε­χνῶν μα­ζὶ μὲ τὴ ζω­γρά­φο Ἄ­λι­σον Ἔ­ρι­κα Φό­ουρντ, καὶ τὸ The Three Rooms In Valeries Head, (Φε­στι­βὰλ Κό­μικς τοῦ Λέ­ηκς 2015) ἕ­να ζων­τα­νὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα μα­ζὶ μὲ τὸν καλ­λι­τέ­χνη Ντὰν Μπέρ­ρυ καὶ τὴ συν­θέ­τρια Σά­ρα Λό­ουζ. Ἔ­χει γρά­ψει ἄρ­θρα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες GuardianSunday TimesFinancial Times καὶ Prospect magazine, ἐ­νῷ ὑ­πῆρ­ξε μέ­λος τῆς κρι­τι­κῆς ἐ­πι­τροπῆς γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Μπρά­ιν­τπορτ τοῦ 2015. Ἡ ἱ­στο­ρί­α του The Staring Man συγ­κα­ταλ­λέ­ε­ται στὴ συλ­λο­γὴ τῶν κα­λύ­τε­ρων βρε­τα­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των γιὰ τὸ 2016, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του μυ­θι­στό­ρη­μα, All The Places I’ve Ever Lived, κυ­κλο­φο­ρεῖ μέ­σῳ Urbane, καὶ τὸ γρα­φι­στι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τὸν Ντὰν Μπέρ­ρυ, The Three Rooms In Valeries Head, κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ  Top Shelf.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θανάσης Γαλανάκης (Ἀθήνα, 1993): Σπούδασε Μεσαιωνικὴ καὶ Νεοελ­λη­νικὴ Φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν Ἱστορία καὶ τὴ Θεωρία τῆς Λογοτεχνίας, τὴ Μετάφραση θεωρητικῶν καὶ λογοτεχ­νικῶν κειμένων καὶ τὴν Ποίηση. Μελέτες, μεταφράσεις καὶ ποιήματά του ἔ­χουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐπιστημονικά, φιλολογικὰ καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δι­κά, ἐφημερίδες καὶ ἰστοτόπους. Ἀγαπᾷ τὰ ζῶα, ἰδιαίτερα τὰ πτηνά. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Πιὸ πρόσφατό του βιβλίο, ἡ ποιητικὴ συλλογή Τὰ Καναρίνια (Ἀθήνα, Σμίλη, 2019). Διατηρεῖ τὸ ἰστολό­γιο:

 ­http://ptinologion.wordpress.com


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες

(Нови безпокойства)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τοῦ τη­λε­φώ­νου, πραγ­μα­τι­κὰ πρό­σφε­ρε πολ­λὰ στὸν κό­σμο. Καὶ κυ­ρί­ως, μιὰ ἀ­πὸ τὶς βα­σι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες: για­τί δὲν μοῦ τη­λε­φω­νεῖ κα­νείς;

      Πρίν, αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν ἐ­τί­θε­το.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 29.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης Πα­τί­λης.)


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel): Συνομοταξία


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel)


Συ­νο­μο­τα­ξί­α

(Phylum)


ΜΟΥΝ ΤΟ ΕΙΔΟΣ τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βα­ζε νὰ τοῦ κα­θα­ρί­ζουν τ’ αὐ­τιά. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν κα­θό­λου οἱ σκύ­λοι. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με στὸ σπί­τι ἑ­νὸς δρό­μου ποὺ εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἀ­σφάλ­του. Σοῦ εἶ­πα τὴ γνώ­μη μου γιὰ σέ­να. Σοῦ εἶ­πα νὰ μὴ μ’ ἐ­νο­χλεῖς. Τὸ σπί­τι δὲν σοῦ ἀ­νῆ­κε. Ὁ ἐν λό­γῳ δρό­μος πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Εἶ­χε μιὰ μυ­ρω­διὰ σὰν ἀν­τι­γριπ­πι­κὸ σι­ρό­πι. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ἐ­κεῖ ποὺ μέ­νω νὰ μυ­ρί­ζει ὄ­μορ­φα.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πή­γαι­νε σὲ συ­σκέ­ψεις ἐρ­γα­σί­ας. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε τὸ τυ­ρὶ γκούν­τα. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα δί­πλα σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ντε­λι­κα­τέ­σεν. Ἔ­κλε­βα χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι σου. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἀ­πε­χθα­νό­σουν τὸ ντύ­σι­μό μου. Ξε­γλι­στροῦ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὶς νύ­χτες καὶ πή­γαι­να στὸ Χάρ­λεμ. Βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν πό­λε­ων εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι μπο­ροῦν νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν παν­τοῦ καὶ νὰ μὴν τοὺς πά­ρουν εἴ­δη­ση. Ξέ­ρα­με ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο δι­ευ­κό­λυ­νε τὸ παι­χνί­δι. Μᾶς ἄ­ρε­σε ποὺ παι­ζό­ταν ἕ­να παι­χνί­δι.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ εὐ­χα­ρί­στως κο­λυμ­ποῦ­σε σὲ πι­σί­νες ξε­νο­δο­χεί­ων. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ εὐ­χα­ρί­στως ἄ­κου­γε στὸ ρά­διο θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Δὲν εἴ­χα­με παι­διά. Ἔ­βα­ζες ν’ ἀ­κού­σεις Μό­τσαρτ καὶ Μπὰχ κι ἔ­λε­γες ὅ­τι σοῦ ἄ­ρε­σε ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κι ἐ­σὺ ἤ­ξε­ρες ὅ­τι δὲν ξέ­ρεις ἄλ­λους συν­θέ­τες. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ὁ Τζὼν Λέν­νον. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι συν­θέ­της. Ποι­ὸς τὸ λέ­ει;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω ἀρ­γὰ τὶς νύ­χτες κι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­ό­ταν τρα­βοῦ­σε τὰ μαλ­λιά του καὶ γο­νά­τι­ζε κι ἔ­κλαι­γε. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ ἔ­δι­νε στὴν ἀ­να­κύ­κλω­ση ὅ,τι σκου­πί­δια εἶ­χε, ἐ­πει­δὴ ἡ σκέ­ψη ὅ­τι σι­γὰ-σι­γὰ σκό­τω­να τὸν πλα­νή­τη μ’ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ βγά­λω τὰ λυσ­σα­κά μου. Ἤ­μα­σταν προ­σκολ­λη­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο κυ­ρί­ως ἀ­πὸ φό­βο.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­βλε­πε μιὰ πα­ρέ­λα­ση ἀ­πὸ ἐ­λέ­φαν­τες, γά­τες κι ἀ­γρι­ο­γού­ρου­να. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­κο­βε τὸ φα­γη­τό του σὲ πολ­λὰ μι­κρὰ κομ­μά­τια, ἔ­τσι ὥ­στε οἱ μπου­κι­ὲς ποὺ ἔ­τρω­γε ἦ­ταν σὰν στα­φί­δες. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο οἴ­κη­μα στὸ Βερ­μόντ. Ξέ­ρα­με κι οἱ δυ­ό μας ὅ­τι οἱ συ­ζη­τή­σεις δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό μας ση­μεῖ­ο. Κά­πο­τε δὲν μοῦ μί­λη­σες γιὰ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο. Σοῦ φαί­νε­ται πο­λὺ με­γά­λο δι­ά­στη­μα;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ σκά­λι­ζε πέ­τρες κι ἔ­φτια­χνε βέ­λη, ποὺ μα­γεί­ρευ­ε φί­δια κι ἔ­στρε­φε μὲ νο­σταλ­γί­α τὸ βλέμ­μα στὸ οὐ­ρα­νό. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πι­πι­λοῦ­σε ἄ­χυ­ρα καὶ μα­γεί­ρευ­ε με­γά­λες πο­σό­τη­τες φα­γη­τοῦ γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­λων. Ξα­πλώ­να­με στὴν ἀμ­μου­διὰ μιᾶς μα­κρι­νῆς πα­ρα­λί­ας μέ­χρι νὰ σα­πί­σου­με. Τὸ δέρ­μα μας ἔ­λι­ω­νε καὶ τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια μας ἄ­σπρι­ζαν στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ τέ­λος τὰ μι­κρὰ παι­διὰ ἔρ­χον­ταν κι ἔ­παι­ζαν μα­ζί τους. Τὸ κά­στρο τῶν ὀ­στῶν μας εἶ­χε γύ­ρω του μιὰ τά­φρο καὶ τὸ φεγ­γά­ρι ἀ­νέ­βα­ζε τὴν πλημ­μύ­ρα τῆς θά­λασ­σας τό­σο κον­τά μας, ποὺ τὸ νε­ρὸ χτυ­ποῦ­σε τὴν πύ­λη τοῦ λει­ψά­νου μας. Ἤ­θε­λες νὰ φύ­γεις καὶ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σεις τὸ φεγ­γά­ρι. Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε νὰ πα­ρα­μεί­νω στὴν ἀμ­μου­διά. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α σου ἀ­πο­δεί­χτη­κε χω­ρὶς νό­η­μα για­τί στὸ τέ­λος μᾶς πῆ­ρε καὶ τοὺς δυ­ὸ ἡ θά­λασ­σα.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Bomb (08.02.2018):

https://bombmagazine.org/articles/phylum

Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Belly Up, ἡ ὁ­ποί­α βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο 2018 Believer Book Award καὶ ἡ ὁ­ποί­α με­τα­φρά­ζε­ται ἤ­δη στὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Tin Hou­se, Con­jun­ctions, BombVi­ce, Noon, καὶ Guer­ni­ca. Ἔ­χει λά­βει χο­ρη­γί­ες καὶ ὑ­πο­τρο­φί­ες ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα καὶ πα­νε­πι­στή­μια. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν προ­τα­θεῖ γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Pushcart. Ζεῖ στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Πλα­νόδι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flo­wer (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.


 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης: Ὁ Μιχάλης



Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ὁ Μι­χά­λης


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ποὺ μπῆ­κε στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζὴ ἂν φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης κι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στυ­φὴ πὼς ὄ­χι. Κά­θη­σε στὸ πλά­ι καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μιὰ παρ­τί­δα τά­βλι. Με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα βα­ρέ­θη­κε κι ἔ­φυ­γε. Στὸ κρε­βά­τι του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σὲ δυ­ὸ λε­φτά, ὅ­πως ὅ­λοι ποὺ βγά­ζου­νε μὲ μό­χθο τὸ ψω­μί τους. Ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης. Ἤ­ρε­μος καὶ λυ­τρω­τι­κὸς ὁ ὕ­πνος τοῦ με­ση­με­ριοῦ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μπά­νιο, μά­ζε­ψε σὲ δυ­ὸ σα­κοῦ­λες τὰ σεν­τό­νια καὶ τ’ ἄ­πλυ­τα, φό­ρε­σε κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ θαύ­μα­σε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὁ­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη. «Κα­λὰ λέ­ει ὁ Μι­χά­λης νὰ ξα­να­παν­τρευ­τῶ, τὴ μπο­γιά μου τὴν ἔ­χω…». Εἶ­δε στὸ κο­μο­δί­νο τὴ φω­το­γρα­φί­α τῆς κυ­ρα-Μα­ρί­κας καὶ σο­βα­ρεύ­τη­κε. «Βρε­θή­κα­με ἀρ­γά, ἔ­φυ­γες νω­ρίς, οὔ­τε παι­διὰ οὔ­τε σκυ­λιά, ὅ­λ’ ἡ ζω­ή μας ἕ­να τί­πο­τα.» Φεύ­γον­τας ἄ­φη­σε τ’ ἄ­πλυ­τα στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Στὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο πῆ­ρε λα­χεῖ­α, ἔ­γρα­ψε πρὸ-πὸ κι ἡ δι­ά­θε­ση του ἔ­σια­ξ’ ἐν­τε­λῶς. Στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἀ­π’ τοὺς γνω­στοὺς δὲν ἤ­τα­νε κα­νείς.

       — Φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης; Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζῆ. Αὐ­τὸς τὸν κοί­τα­ξε πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος στὰ μά­τια, πρώ­τη φο­ρὰ στὰ τό­σα χρό­νια.

       — Ὁ Μι­χά­λης δὲ θὰ ξα­να­φα­νεῖ. Ἀρ­γὰ χτὲς τὸ βρά­δυ… κα­τα­λα­βαί­νεις… καὶ σή­με­ρα στὶς τρεῖς τὸν κη­δέ­ψα­νε.

Ζα­λί­στη­κε.

       — Τὸ Μι­χά­λη; Γιὰ στά­σου, ρέ, ἔ­τσι ξαφ­νι­κά; δὲν εἶ­χε τί­πο­τα ὁ ἄν­θρω­πος…

       — Πῶς δὲν εἶ­χε, ὅ­λοι στὴν ἡ­λι­κί­α του κά­τι ἔ­χου­με, λί­γο ζά­χα­ρο, λί­γη οὐ­ρί­α, νὰ μὴ σοῦ βά­λω κι ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ές… Τέ­λος πάν­των, ζω­ὴ σὲ λό­γου μας… Καὶ πῆ­γε στὸν μπου­φέ.

       Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ σὰν χα­μέ­νος. Ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό. Τὸ κρύ­ο τσου­χτε­ρό, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ χι­ο­νί­ζει, μὰ δὲν τό ‘­νι­ω­θε. Στὴν πλα­τεί­α τὰ φῶ­τα τῶν δι­α­φη­μί­σε­ων ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κά, πρά­σι­να, κί­τρι­να, βά­φαν τὸ χι­ό­νι, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀ­πὸ τα­βέρ­νες, ἔ­πει­τα μπῆ­κε στὸ πάρ­κο, ξα­να­βγῆ­κε, ἔ­ψα­χνε τό­ση ὥ­ρα νὰ βρεῖ ἕ­ναν τό­πο ποὺ τὸν περ­πά­τη­σαν μα­ζὶ ἢ ποὺ κά­θι­σαν νὰ φᾶ­νε ἢ νὰ πι­οῦ­νε, μὰ τί­πο­τα, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν τὸ ταί­ρι του μό­νο στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μο­νά­χα στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι, κι οἱ κου­βέν­τες καὶ τὰ κα­λαμ­πού­ρια τους ὅ­λα γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τό, κα­λαμ­πού­ρια τυ­πο­ποι­η­μέ­να δη­λα­δή, στε­γνὰ ἀ­πὸ γοῦ­στο τώ­ρα ποὺ τὰ σκέ­φτε­ται, τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ὅ­πως κι οἱ παρ­τί­δες τους, παιγ­μέ­νες τρεῖς καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρὲς ἡ κα­θε­μιά, χι­λιά­δες παρ­τί­δες, τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα, ἕ­ξι μ’ ἐν­νιά, μ’ ἐν­νιὰ ἀ­πα­ραι­τή­τως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἔ­φευ­γε ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι ἡ γυ­ναί­κα του νὰ φέ­ρει τὸ γι­α­ούρ­τι, κι ἂν ἡ παρ­τί­δα δὲν τέ­λει­ω­νε στὶς ἐν­νιά, τὴν ἔ­κο­βαν καὶ τὴ συ­νέ­χι­ζαν τὴν ἑ­πο­μέ­νη, για­τί ἡ γυ­ναί­κα του ἤ­τα­νε γκρι­νιά­ρα, «νοι­κο­κυ­ρά, κα­θα­ρή, μὲ τὶς ἐκ­κλη­σί­ες της καὶ τὰ ψυ­χι­κά της, θαρ­ρεῖς κι εἴ­μα­στε Μπρού­κλη­δες, μὰ ἡ μέ­ση της τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια σα­κα­τε­μέ­νη καὶ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ κου­νη­θεῖ κι ὅ­λο γκρι­νιά­ζει», ἡ φου­κα­ριά­ρα ἡ γυ­ναί­κα τοῦ φί­λου του, ποὺ πο­τὲ του δὲν τὴν εἶ­δε καὶ τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτε­ται οὔ­τε τὸ σπί­τι τους ἤ­ξε­ρε, κι ἂν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ τὸ μά­θαι­νε γιὰ τὴν κη­δεί­α, πό­ση ντρο­πή, θά ‘­πρε­πε νὰ ρω­τά­ει τοὺς ξέ­νους, χρό­νια φι­λί­α μὲς στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μὰ στα­μα­τοῦ­σ’ ἐ­κεῖ, μό­νο στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι καὶ ἴ­σως δὲν ἦ­ταν μό­νο ποὺ ἡ γυ­ναί­κα ἤ­τα­νε στρα­βὴ καὶ δὲν τὸν κά­λε­σαν πο­τὲ στὸ σπί­τι γιὰ φα­ΐ, κι ἤ­τα­νε χῆ­ρος, θὰ μπο­ρού­σα­νε, ἔ­στω γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, τώ­ρα ποὺ τὸ συλ­λο­γι­έ­ται κα­λύ­τε­ρα «κι ἐ­σὺ δὲν τὸ ἐ­πι­δί­ω­ξες, ἢ γιὰ νὰ λέ­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους, τ’ ἀ­πό­φυ­γες ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ κι ὕ­στε­ρα ἔ­μει­νε ἔ­τσι, ἴ­σως νὰ σὲ κά­λε­σε καὶ νὰ μὴν πῆ­γες, λε­πτο­μέ­ρει­ες, ποῦ νὰ θυ­μᾶ­σαι πιά, ἀλ­λὰ ἴ­σως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν… ἀ­κρο­δε­ξιός, βα­σι­λό­φρο­νας, κι ἐ­σὺ ἀ­ρι­στε­ρὸς ἀ­νέν­τα­χτος, κα­μά­ρι, ἀ­γω­νι­στὴς μ’ ἐ­ξο­ρί­ες καὶ πα­ρα­δέ­ξου το πὼς ἀ­κό­μα κι οἱ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι σὰν κι ἐ­σέ­να με­ρι­κὲς φο­ρὲς με­τρᾶν τοὺς ἄλ­λους ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν κομ­μα­τι­κή τους το­πο­θέ­τη­ση κι ἂς σοῦ κα­κο­φά­νη­κε, ὅ­ταν κι ἐ­σέ­να σὲ μέ­τρη­σαν ἄλ­λοι ἔ­τσι, θυ­μᾶ­σαι δὰ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ σοῦ πρό­τει­νε νὰ παί­ξε­τε τό ΄κα­νες πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ φι­λό­τι­μο κι ὅ­λο γύ­ρι­ζες κλε­φτὰ νὰ δεῖς ἅ­μα σὲ βλέ­πουν οἱ «δι­κοί σου» καὶ τί θὰ λέ­νε, καὶ σὰν κα­τά­λα­βες πὼς δὲν τοὺς πο­λυ­νοιά­ζει, για­τὶ μέ­σα στὸ κα­φε­νεῖ­ο μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θές, νὰ παί­ζεις παρ­τί­δες μ’ ἀλ­λό­θρη­σκους κι ὁ­μό­θρη­σκους, μ’ ἀν­τί­θε­τους πο­λι­τι­κὰ καὶ μ’ ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τες, ἀ­κό­μα καὶ μὲ πού­στη­δες καὶ μὲ χα­σι­κλῆ­δες, κι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἄλ­λω­στε ὅ­λ’ ἡ γλύ­κα τοῦ κα­φε­νεί­ου, τό­τε ἄρ­χι­σες νὰ τὴ βρί­σκεις μὲ τὸ Μι­χά­λη, κι ὄ­χι πὼς ἦ­ταν τί­πο­τα ἰ­δι­αί­τε­ρο, συν­τα­ξι­οῦ­χος σι­δη­ρο­δρο­μι­κός, τσιγ­γού­νης καὶ γκρι­νιά­ρης, μὲ μπό­λι­κα κου­σού­ρια, ἐ­ρι­στι­κὸς καὶ στὴ χα­σού­ρα καὶ στὸ κέρ­δος, δυ­ὸ οὖ­ζα ὅ­λα κι ὅ­λα δη­λα­δή, μὰ ἦ­ταν ὁ Μι­χά­λης σου, τὸ ταί­ρι σου, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου, ποὺ ἤ­ξε­ρες πὼς θὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ στὶς ἕ­ξι καὶ ἔ­στω μέ­χρι τὶς ἐν­νιά, κι ἔ­στω μο­νά­χα μὲς στὸ τά­βλι, μὰ νά το, τὸ θυ­μᾶ­σαι κα­θα­ρά, ναί, ἦ­ταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σαν­του­ϊ­τσά­δι­κο, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι στὸ βά­θος, τε­λει­ώ­σα­τε τὸ τά­βλι στὶς ὀ­χτώ­μι­σι κι ἦ­ταν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ —ἢ Πέμ­πτη;— τὸν εἶ­χε τα­ρά­ξει στὴ νη­στεί­α ἡ γυ­να­ί­κα του, «πᾶ­με», εἶ­πες, «νὰ σὲ κε­ρά­σω μιὰ ρε­τσί­να» καὶ φά­γα­τε πα­τά­τες καὶ λου­κά­νι­κα καὶ τά ‘­πια­τε, Με­γά­λη Πέμ­πτη γιὰ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τά­βλι…».

       — Μιὰ λου­κά­νι­κα καὶ μιὰ πα­τά­τες καὶ ρε­τσί­να.

       Κι ὁ πι­τσι­ρί­κος τὰ ‘­φε­ρε, σὰν τό­τε, καὶ πί­νει καὶ «φέ­ρε κι ἄλ­λο», ἔ­γι­νε στου­πί, «ἐ­βί­βα, Μι­χα­λού­δι, ἄ­ρα­γε σοῦ ‘­βα­λαν στὴν κά­σα κά­να τά­βλι;», «κύ­ριος, κλεί­νου­με», «ἐν­τά­ξει, ὁ λο­γα­ρια­σμὸς δι­κός μου, Μι­χα­λά­κο μου», καὶ βγῆ­κε κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση καὶ χά­θη­κε, «αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νη κι ἄς εἶ­ναι μιὰ στα­λιά, κι ἀ­πό­ψε γέρ­νει, θαρ­ρεῖς τὸ χι­ό­νι ἔ­πε­σε μο­νό­παν­τα», θέ­λει νὰ πά­ει ἴ­σια καὶ παίρ­νει τὰ στε­νά, μὰ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι του ἐ­πι­τέ­λους με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ πε­σί­μα­τα καὶ τώ­ρα τρί­το, πί­σ’ ἀπ’ την πόρ­τα τῆς αὐ­λῆς, «ἀ­πό­ψε σέρ­νο­μαι γιὰ χά­ρη σου, σὲ ξε­νυ­χτά­ω», μὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ, δὲν ἔ­χει ὅ­μως καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, για­τὶ κι ἡ αὐ­λὴ εἶ­ναι σπί­τι μας κι ἔ­νι­ω­σε ζε­στὰ μὲς στὴ δι­κιά του ἰ­δι­ο­κτη­σί­α κι ἀ­φέ­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος, Ἀρ­χάγ­γε­λε Μι­χα­ήλ, κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε…



Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Ποῦρα γεμιστά (Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀ­θή­να, 2017).



		

	

Μά­γδα Κόσ­συ­βα: Χέρια

 



Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Χέ­ρια


Η ΘΕΛΙΑ ἔ­κο­βε χέ­ρια. Γεν­νή­θη­κε στὴν Μα­δρί­τη τὸ 1985.

       Δὲν δι­α­μέ­λι­ζε πάν­τα ἀν­θρώ­πους, μό­νο τὰ τε­λευ­ταῖ­α τέσ­σε­ρα χρό­νια. Δί­δα­σκε ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης. Κά­θε Μάρ­τη τε­λοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νου γιὰ τὰ χέ­ρια ποὺ εἶ­χε κα­θαι­ρέ­σει. Ἄ­να­βε κε­ριά, πή­γαι­νε στὴν βι­τρί­να μὲ τὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­κά­στο­τε θα­νόν­τος, ἔ­λε­γε κά­ποι­α λό­για γιὰ τὸν ἐ­κλι­πόν­τα καὶ το­πο­θε­τοῦ­σε μιὰ προ­σφο­ρὰ ποὺ θὰ τὸν ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ε.

       Ἤ­πι­ε ἕ­να ἀ­κό­μα κο­νιάκ, τώ­ρα στέ­κον­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Μα­έ­στρο.

       Τί ὑ­πέ­ρο­χα χέ­ρια!

       Ἂν καὶ ἀ­νῆ­καν σὲ ἄν­τρα με­γα­λύ­τε­ρο τῆς μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χαν χρῶ­μα καὶ σχῆ­μα παι­δι­κό. Χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι πλα­δα­ρὰ ἦ­ταν εὔ­πλα­στα, ἀ­νοι­χτὰ στὴν ἐ­ναλ­λα­γὴ σχη­μά­των. Ἀ­κό­μα κι ὅ­σο ζοῦ­σαν ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν ἤ­δη τα­ρι­χευ­τεῖ. Τό­ση τε­λει­ό­τη­τα δὲν ταί­ρια­ζε στὴν ζω­ή.

       Βέ­βαι­α στὴν πε­ρί­πτω­σή τους, ὁ κα­νό­νας ἀ­ναι­ροῦν­ταν, για­τὶ πο­λὺ ἁ­πλὰ δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α ἂν ἦ­ταν δύ­σμορ­φα ἢ γε­μά­τα κά­λους, τὰ χέ­ρια αὐ­τὰ ἔ­γρα­φαν νό­τες, τὶς πέ­τα­γαν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὶς μοί­ρα­ζαν σὲ ἔγ­χορ­δα, πνευ­στὰ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σὲ φω­νη­τι­κὲς χορ­δές. Ἐ­να­πό­θε­σε μπρο­στά τους ἕ­να βι­νύ­λιο μὲ τὸ Canzone Del Mal Di Luna.

       Χαί­ρο­μαι ποὺ κά­να­με ἔ­στω μιὰ χει­ρα­ψί­α καὶ ἂς ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α σου.

       Ἡ Θέ­λια ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο, κρά­τη­σε ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ καὶ σκέ­φτη­κε πό­σα χέ­ρια δὲν θὰ εἶ­χαν κο­πεῖ, ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.



Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina): Πρω­τά­ρη­δες



Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina)


Πρω­τά­ρη­δες

[Primerizos]


Ο ΜΩΡΟ ΚΛΑΙΕΙ ἀ­κό­μα. Ἡ μα­μά, κα­θό­τι πρω­τά­ρα, δὲν ξέ­ρει ἂν ὀ­φεί­λε­ται σὲ κο­λι­κούς, νύ­στα, πεί­να, κά­ποι­ον πό­νο… Εἶ­ναι μα­ζὶ ἐ­λά­χι­στο και­ρὸ τώ­ρα καὶ ἀ­κό­μη δὲν κα­λο­γνω­ρί­ζον­ται. Τὸ θη­λά­ζει, κά­νει μα­σὰζ στὴν κοι­λί­τσα του, τὸ να­νου­ρί­ζει, προ­σπα­θεῖ νὰ τὸ κά­νει νὰ ρευ­τεῖ, τοῦ τρα­γου­δά­ει… Τί­πο­τα! Εἶ­ναι μέ­ρες ἄυ­πνη, ἀλ­λὰ δὲ θέ­λει νὰ ζη­τή­σει βο­ή­θεια γιὰ νὰ μὴν τὴ θε­ω­ρή­σουν ἀ­νί­κα­νη. Μπαί­νει στὴν μπα­νι­έ­ρα καὶ κα­θὼς στη­ρί­ζει τὸ μω­ρὸ στὸ στῆ­θος της, τὸ παίρ­νει ἀ­μέ­σως ὁ ὕ­πνος. Μὲ τὸ ζε­στὸ νε­ρὸ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται καὶ ἡ ἴ­δια. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, μὴν ἀν­τέ­χον­τας τὶς θλι­βε­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­φή­νει τὴν κα­τά­λη­ξη στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.



Πη­γή: Diluvio personal (La Kermesse Heroica, 2020).

Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina) εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Χη­μεί­ας. Πρό­σφα­τα δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο ποὺ φέ­ρει τὸν τί­τλο Diluvio personal. Ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν τὸν ἑ­ξῆς κοι­νὸ πα­ρο­νο­μα­στή: ὅ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ 99 λέ­ξεις.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Λο­ρέ­τα Σπά­χο. Γεν­νη­μέ­νη στὴν Ἀλ­βα­νί­α τὸ 1983, με­τα­νά­στευ­σε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1994. Ἀ­πό­φοι­τη Δι­οί­κη­σης Του­ρι­στι­κῶν Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων, μὲ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Εἰ­δι­κὴ Ἀ­γω­γὴ ἀ­πὸ το Tor Vergata της Ρώ­μης, καὶ δεύ­τε­ρο Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸν «Του­ρι­σμὸ καὶ Το­πι­κὴ Ἀ­νά­πτυ­ξη» ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Φοι­τή­τρια στὸ τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς γλώσ­σας & Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ. Ἐκ­παι­δεύ­τρια Ἐ­νη­λί­κων σὲ ΔΙΕΚ στὸν το­μέ­α τοῦ Του­ρι­σμοῦ.



		

	

Νίκος-Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βαριέται


Νί­κος Γα­βρι­ήλ Πεν­τζί­κης


Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται


ΚΕΦΤΟΥΜAI ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ νὰ κά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται. Πο­λὺ λί­γο τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦν οἱ φρον­τί­δες οἱ βι­ο­τι­κές. Με­τα­το­πί­ζε­ται σι­γα­νὰ καὶ πη­γαί­νει νὰ φά­ει καὶ νὰ πι­εῖ νε­ρό. Ἄλ­λα σὲ κα­μιὰ μέ­ρι­μνα καὶ φρον­τί­δα δὲν ἐ­πι­μέ­νει γιὰ πο­λύ. Πάν­τα αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη ν’ ἀ­φε­θεῖ, νὰ κα­θή­σει, νὰ πέ­σει στὸ στρῶ­μα. Ἄλ­λα ξα­νὰ ἀν­τι­δρᾶ. Δὲν βο­λεύ­ε­ται κα­θι­στός. Ση­κώ­νε­ται. Χα­σο­με­ρᾶ μὲ σχέ­δια ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τα. Ἐ­πι­χει­ρεῖ κά­τι νὰ κά­νει καὶ τὰ πα­ρα­τᾶ ὅ­λα στὴ μέ­ση. Ξέ­χα­σε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ κα­τέ­βει τὴ σκά­λα. Δο­κι­μά­ζει νὰ πά­ει σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ν’ ἀλ­λά­ξει χῶ­ρο. Δὲν θά ‘­ταν τά­χα κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ πα­ρά­θυ­ρου καὶ τὸ κοί­ταγ­μα; Ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Τοῦ ἐν­τυ­πώ­νον­ται οἱ γε­ω­με­τρι­κοὶ ὄγ­κοι τῶν τρι­γύ­ρω σπι­τι­ῶν τῆς συ­νοι­κί­ας. Τὰ πα­ρο­μοιά­ζει μὲ τὰ στε­ρε­ο­με­τρι­κὰ σχή­μα­τα τῆς κρυ­σταλ­λο­γρα­φί­ας. Ἄ­ρα­γε, κά­νει μὲ τὸ νοῦ του τὴ σκέ­ψη, ἕ­νας ποὺ ξέ­ρει αὐ­τὸ τὸ πα­νε­πι­στη­μια­κὸ μά­θη­μα, ξέ­ρει καὶ τὰ μυ­στι­κὰ τῶν σπι­τι­ῶν; Ἐγ­κα­τα­λεί­πει καὶ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ στὴ μέ­ση εὐ­θὺς ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι σκέ­πτε­ται. Πη­δᾶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἰ­δέ­α σὲ ἄλ­λη, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὅ­τι τί­πο­τα δὲν προ­κά­νει νὰ μά­θει ἀ­π’ ὅ­λα ὅ­σα ὑ­πο­πί­πτουν στὶς αἰ­σθή­σεις του. Τί τά­χα ση­μαί­νουν μέ­σα στὴν ψυ­χή του, βα­θύ­τε­ρα, οἱ φω­νὲς τῶν παι­δι­ῶν ποὺ ἀ­κού­γον­ται, καὶ μιὰ ἄλ­λη ἀν­τρι­κὴ καὶ μιὰ τρί­τη ποὺ ἀ­πο­κρί­νε­ται; Μαν­τεύ­ει πε­ρί­που, ἄλ­λα δὲν θέ­λει νὰ βά­λει σὲ κό­πο τὴ φαν­τα­σί­α του. Ἀ­πο­φεύ­γει κά­θε εἰ­κό­να καὶ ἀν­τί­λη­ψη μό­χθου, τῆς ἐ­πί­γειας ἐρ­γα­σί­ας, ποὺ τό­σο φαι­δρὰ τὴν ἐ­ξαγ­γέ­λουν τὰ τρε­ξί­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν.

        Τὸν κου­ρά­ζει ἡ θέ­α ἑ­νὸς κί­τρι­νου λε­ρω­μέ­νου που­κά­μι­σου, ποὺ κα­λύ­πτει ἕ­ν’ ἀ­δύ­να­μο κορ­μὶ δου­λευ­τά­ρη. Τί φρί­κη τὰ ρο­ζι­α­σμέ­να χέ­ρια ποὺ κου­μαν­τέρ­νουν τὴ γού­με­να τοῦ κα­ρα­βιοῦ. Μέ­σα ἀ­πὸ τ’ ἀν­τι­κρι­νὸ πα­ρά­θυ­ρο δι­α­κρί­νει κά­ποι­α γυ­ναι­κεί­α μορ­φή, κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι ἐ­πί­χρυ­σο. Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια καὶ κι­νών­τας τὰ χέ­ρια χτε­νί­ζει τ’ ἀ­νυ­πό­τα­κτα μαλ­λιά. Ἕ­νας δι­α­βα­τά­ρι­κος πό­θος γεν­νι­έ­ται μέ­σα του κι’ ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ στέ­κει νω­θρὸς μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. «Δὲν τὴν φτά­νω ἀ­πλώ­νον­τας τὸ χέ­ρι», συλ­λο­γι­έ­ται. «Πο­λὺ μα­κριὰ βρί­σκον­ται ὅ­λα τὰ πρά­μα­τα, κι’ ὅ­σο πά­ει μα­κραί­νουν ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.» Ψαύ­ει μὲ τὸ χέ­ρι τὸ ροῦ­χο του. «Ποῦ ἔ­χει πά­ει ὁ ἐ­αυ­τός μου;», ρω­τι­έ­ται. Μέ­σα στὴν κά­μα­ρή του παν­τοῦ ἐ­ρεί­πια, κα­τά­λοι­πα ἀ­συν­ταί­ρια­στων ὑ­πο­θέ­σε­ων, σὰ νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει ὁ Ἀτ­τί­λας. Πά­ει καὶ ξα­πλώ­νει σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να. Κοι­τά­ει τὸ τα­βά­νι βά­νον­τας μὲ τὸ νοῦ του οὐ­ρα­νοὺς καὶ θά­λασ­σες. Ἡ θά­λασ­σα τῆς ἐ­πι­φά­νειας τῆς γῆς δέρ­νει ἀ­λύ­πη­τα τὴ στε­ριά, βογ­κών­τας πα­θι­α­σμέ­να. Ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νὸ κομ­μα­τι­ά­ζον­ται σὲ πο­λύ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α τὰ σύν­νε­φα τῆς συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς βρο­χῆς. Φῶς καὶ ἄ­νε­μος με­τα­μορ­φώ­νουν κά­θε ὄ­ψη τοῦ κό­σμου. Κα­θι­σμέ­νος στὴν πο­λυ­θρό­να του νι­ώ­θει νὰ τὸν ἀ­πορ­ρο­φᾶ τὸ σύμ­παν. Ὅ­ταν μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του ζη­τή­σει νὰ δεῖ ποῦ ἀ­κρι­βῶς βρί­σκε­ται, δὲν βρί­σκει πα­ρὰ συν­τρίμ­μια, σκόρ­πια στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Ὅ­λος ὁ ὑ­πό­λοι­πος χῶ­ρος ἄ­δει­ος. Αἰ­θέ­ρας. Κε­νό. Τρο­μά­ζον­τας εἶ­ν’ ἕ­τοι­μος νὰ προ­σευ­χη­θεῖ σὲ μί­αν ἀ­σώ­μα­τη ἰ­σχυ­ρὴ πα­ρου­σί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸ ἄ­πει­ρο. Πα­ρα­κα­λεῖ νά ‘ρ­θει ὁ Ἄγ­γε­λος νὰ τὸν πά­ρει, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σει νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κρυμ­μέ­νος καὶ χα­μέ­νος μέ­σα σ’ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀγ­κα­λιά.

(1946)


Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α΄Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).


 

Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ: Ἡ ἀπογραφέας



Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας


ΑΠΟΓΡΑΦΕΑΣ περ­νᾶ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι καὶ κα­τα­γρά­φει κε­φά­λια, ἀν­θρώ­πους, ζω­ές, ψυ­χές. Χτυ­πά­ει πόρ­τες καὶ τὶς ἀ­νοί­γουν φο­βι­σμέ­νες γρι­οῦ­λες, θυ­μω­μέ­νοι πε­νην­τά­ρη­δες, κα­κο­ποι­η­μέ­νες σύ­ζυ­γοι, χω­ρι­σμέ­νοι πα­τε­ρά­δες, ἐρ­γέ­νη­δες γυ­ναι­κο­λό­γοι, πι­στοὶ ποὺ θε­ω­ροῦν χρέ­ος τους νὰ τῆς χα­ρί­σουν τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη.

       Πλη­ρώ­νε­ται μὲ τὸ κε­φά­λι. Ὅ­σες πε­ρισ­σό­τε­ρες ψυ­χὲς κα­τα­γρα­φοῦν στὸ ἔν­τυ­πο, τό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα θὰ κερ­δί­σει. Ὁ­δὸς Τα­λι­α­δού­ρου. Τῆς ἀ­νοί­γει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α. Πάν­τα ἔ­χει λί­γη ἀ­μη­χα­νί­α μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους, τοὺς προ­τι­μᾶ ὅ­μως ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νους πε­νην­τά­ρη­δες. Λὲς καὶ στὰ γε­ρά­μα­τα νὰ στα­μα­τά­ει ὁ θυ­μὸς καὶ ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κού­ρα­ση ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χεις ζή­σει, σὰν νὰ ἔ­χεις πα­ρα­δο­θεῖ στὸ τέ­λος μιᾶς μοί­ρας ποὺ δὲν μπό­ρε­σες νὰ ἀλ­λά­ξεις. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη τῆς χα­μο­γε­λά­ει καὶ τὴν βά­ζει στὸ σπι­τι­κό της: ἕ­να χα­μό­σπι­το μὲ 2 δω­μά­τια, μιὰ κου­ζι­νού­λα, ἕ­να μπά­νιο καὶ ἕ­να χώλ. Κά­θον­ται στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα. Τῆς βά­ζει νὰ πι­εῖ νε­ρὸ καὶ τὴν κερ­νᾶ γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι ἄ­νε­τη μὲ κά­τι τέ­τοι­α. Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της καὶ νὰ φύ­γει. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ὅ­μως θέ­λει ἐ­πι­τέ­λους νὰ μι­λή­σει. Δὲν μπαί­νει καὶ κα­νεὶς στὸ σπί­τι της πέ­ρα —ἴ­σως— ἀ­πὸ τὴ γει­τό­νισ­σα.


       — Ὄ­νο­μα;

       — Ὄλ­γα Π.

       — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε, κα Ὄλ­γα;

       — 72

       — Ὄ­νο­μα πα­τρός:

       — Δη­μή­τριος

        — Ὄ­νο­μα μη­τρός: Ἀ­γο­ρί­τσα

        — Ἀ­δέρ­φια ἔ­χε­τε;

       — Πρώ­τη ἦ­ταν ἡ Σο­φί­α, με­τὰ οἱ γο­νεῖς μου ἔ­κα­ναν τὴν Ἑ­λέ­νη. Ὕ­στε­ρα τὸν Παῦ­λο μας, τὸν χά­σα­με στὸ ἀν­τάρ­τι­κο, με­τὰ ἐ­γώ.

       — Λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὸν ἀ­δερ­φό σας… Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ κα­τά­στα­ση; Τὰ δι­κά σας παι­διά;

       — Ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Στὸ ρά­φι ὅ­πως ἔ­λε­γαν τό­τε. Γε­ρον­το­κό­ρη. Τώ­ρα εὐ­τυ­χῶς ἐ­σεῖς οἱ νέ­οι δὲν τὸ λέ­τε. Ἔ­πρε­πε βλέ­πεις, κο­ρί­τσι μου, νὰ φρον­τί­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Παν­τρεύ­τη­καν τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ὁ πα­τέ­ρας μας δὲν εἶ­χε ἄλ­λη προί­κα νὰ μοῦ δώ­σει καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Με­τὰ πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια, ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζω τοὺς γο­νεῖς μου ποὺ με­γά­λω­ναν, τὰ ἀ­δέρ­φια μου ποὺ ἀρ­ρώ­σται­ναν. Δὲν ἔ­κα­ναν παι­διά. Ὁ ἀ­δερ­φός μου, ὅ­πως σου εἶ­πα, σκο­τώ­θη­κε. Τοὺς φρόν­τι­σα ὅ­λους. Πάν­τα τοὺς φρόν­τι­ζα ὅ­λους. Δὲν παν­τρεύ­τη­κα γιὰ νὰ τοὺς φρον­τί­ζω ὅ­λους. Πέ­θα­ναν ὅ­λοι. Δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν. Εἶ­μαι μό­νη μου. Ἔ­μει­να μό­νη μου. Πε­ρι­μέ­νω νὰ φύ­γω μὲ τὴ σει­ρά μου.


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν ξέ­ρει τί νὰ πεῖ, πῶς νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Μὰ θέ­λει τὴν πα­ρη­γο­ριά της; Ὄ­χι. Φεύ­γον­τας, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­σε ἦ­ταν φό­βος καὶ λύ­πη.


Εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά, ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας ποῦ καὶ ποῦ θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸν φό­βο ποὺ σω­μα­το­ποί­η­σε χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει, ἐ­κεῖ­νο τὸ αἴ­σθη­μα ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­ως σή­με­ρα. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας τώ­ρα κοι­μᾶ­ται καὶ ξυ­πνᾶ μό­νη. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό της σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ δὲν μοι­ρά­ζε­ται μὲ κα­νέ­να. Ἀλ­λά­ζει σπί­τια καὶ δὲν ἔ­χει μιὰ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Ἀ­πο­γρά­φε­ται πάν­τα ὡς φι­λο­ξε­νού­με­νη στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν της. Οἱ γο­νεῖς της ζοῦν, εὐ­τυ­χῶς. Εὐ­τυ­χῶς δὲν ἔ­χει κά­ποι­ον νὰ φρον­τί­σει γιὰ τὴν ὥ­ρα. Δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ ἀ­νί­ψια νὰ φρον­τί­σει. Βι­ώ­νει ἕ­να εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ ὅ­μως τὴν κα­τα­τρώ­ει. Ἀ­πὸ πό­τε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α σὲ τυ­ραν­νά­ει; Κι ἔ­τσι ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας, θὰ συ­νε­χί­σει μὲ μα­ται­ώ­σεις, φό­βους καὶ ἀρ­νή­σεις νὰ σκέ­φτε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε καὶ νὰ τὸ συγ­κρί­νει μὲ αὐ­τὸ ποὺ μοι­ραῖ­α ἄ­φη­σε νὰ γί­νει: Μί­α ἐν δυ­νά­μει κυ­ρί­α Ὄλ­γα, ποὺ θὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­πο­γρα­φέ­α γιὰ νὰ δη­λώ­σει τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κή της κα­τά­στα­ση. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν θὰ εἶ­ναι μιὰ «γε­ρον­το­κό­ρη», ἀλ­λὰ μιὰ θλιμ­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴ δου­λειὰ καὶ ὄ­χι στὴ ζωή.



Μα­ριά­να Μπολ­τσῆ. (Καρ­δί­τσα, 1986). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σχο­λι­κὴ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια φι­λό­λο­γος ΕΑΕ. Ἔ­χει πά­ρει μέ­ρος σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ προ­γράμ­μα­τα. Εἶ­ναι κά­το­χος πι­στο­ποί­η­σης Braille. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πρό­γραμ­μα διὰ βί­ου ἐκ­παί­δευ­σης Grundtvig μὲ τί­τλο «Developing Educational Processes using Art». Γνω­ρί­ζει Ἀγ­γλι­κὰ καὶ Ἰ­τα­λι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὸ 2009.



		

	

Πηγὴ Κούτση: Perfect day


Πη­γὴ Κού­τση


Perfect day*


ΙΜΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΙΑ ἐ­τῶν. Μὲ βε­βα­ρη­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κὸ ὑ­γεί­ας ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὸ πο­λὺ τσι­γά­ρο. Πέ­ρα­σα ὡ­ραῖ­α τὴ ζω­ή μου πα­ρέ­α καὶ μὲ τὰ δύ­ο. Πνευ­μό­νια μαῦ­ρα καὶ συ­κώ­τι κα­τε­στραμ­μέ­νο. Μὲ δῶ­ρο ἕ­ναν καρ­κί­νο ποὺ κά­νει πάρ­τι σι­γὰ-σι­γὰ πά­νω στὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να μου κύτ­τα­ρα.

        Δὲν τὸν πε­ρί­με­να τό­σο σύν­το­μα, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον εἶ­δε αὐ­τὴν τὴν τέ­λεια μέ­ρα καὶ ἦρ­θε. Ὁ Ἄγ­γε­λος μὲ ἐ­πι­σκέ­φτη­κε.  Κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου, ἀ­μί­λη­τος, μὲ μιὰ ζε­στα­σιὰ ὅ­μως στὸ βλέμ­μα, γιὰ νὰ μὴν τρο­μά­ξω. Τί νὰ τρο­μά­ξω; Ἔ­χω βρε­θεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τί του στὴν κα­θι­κί­σια ζω­ή μου. Τὸν κοί­τα­ξα καὶ ἐ­γὼ μὲ τεμ­πέ­λι­κη δι­ά­θε­ση καὶ με­τὰ γύ­ρι­σα λί­γο στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ εἶ­πα μέ­σα μου, τί ὡ­ραί­α μέ­ρα γιὰ νὰ ζή­σει κα­νείς.

        Τοῦ ζή­τη­σα λοι­πὸν μιὰ χά­ρη. Νὰ βγοῦ­με ἔ­ξω μιὰ βόλ­τα. Μιὰ τε­λευ­ταί­α βόλ­τα. Νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὰ μό­ρια ἀ­έ­ρα ποὺ θὰ ἀ­φή­σουν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πο­τύ­πω­μα ζω­ῆς.

        Φό­ρε­σα τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο μου ξε­βαμ­μέ­νο μπλου­ζά­κι, τὸ  σκι­σμέ­νο μου τζὶν ποὺ φο­ροῦ­σα πα­λιὰ ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη, κα­κό­φη­μα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ πεῖ κα­νείς. Ἀ­κό­μα μοῦ κά­νει, εἰ­δι­κὰ τώ­ρα ποὺ ἔ­χα­σα με­ρι­κὰ κι­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια. Πῆ­ρα μα­ζί μου καὶ ἕ­να μπου­κά­λι οὐ­ί­σκι γιὰ νὰ τὸ πι­οῦ­με μὲ τὸν φί­λο μου στὸ πάρ­κο.

        Βγή­κα­με ἔ­ξω στὸν δρό­μο καὶ πῆ­ρα μιὰ βα­θιὰ ἀ­να­πνο­ή. Ὁ Ἄγ­γε­λος μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε δι­στα­κτι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ μιὰ μι­κρή, κρυ­φὴ χα­ρὰ καὶ ἐ­κεῖ­νος γιὰ αὐ­τὴν τὴ βόλ­τα.

        Τί ὡ­ραί­α ποὺ μύ­ρι­ζε ὁ ἀ­έ­ρας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν λου­λου­δι­ῶν ἀ­να­κα­τευ­ό­ταν μὲ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἀ­πὸ τὶς ἀ­νά­σες τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ περ­πα­τοῦ­σαν λα­χα­νι­α­σμέ­να γιὰ νὰ προ­λά­βουν τὰ ραν­τε­βού τους.

        Ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ θα­νά­του δί­πλα μου ὄ­ξυ­νε τὶς αἰ­σθή­σεις μου καὶ τὰ μά­τια μου ἔ­βλε­παν πιὸ ἔν­το­νά τα χρώ­μα­τα, τὶς ἐκ­φρά­σεις τῶν προ­σώ­πων τῶν πε­ρα­στι­κῶν. Βο­ή­θη­σα μιὰ για­γιὰ νὰ πε­ρά­σει τὸν δρό­μο καὶ ἔ­κλει­σα τὸ μά­τι σὲ ἐ­κεί­νη τὴν πι­τσι­ρί­κα ποὺ ξε­ρο­στά­λια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον ἡ κά­ποι­α.

        Χά­νω σι­γὰ-σι­γὰ τὶς δυ­νά­μεις μου. Εὐ­τυ­χῶς φτά­σα­με στὸ πάρ­κο. Ἔ­κα­τσα κά­τω καὶ μὲ μι­μή­θη­κε καὶ ὁ Ἄγ­γε­λός μου ἣ ὁ μο­να­δι­κὸς καὶ πι­στὸς φί­λος ποὺ εἶ­χα πο­τὲ μὲ τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­κα­να. Εἶ­ναι θαῦ­μα ποὺ ἔ­φτα­σα μέ­χρι ἐ­δῶ. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς εἶ­χα πι­εῖ τό­σο πο­λὺ ποὺ εἶ­χα πολ­λὲς πι­θα­νό­τη­τες νὰ τὴν εἶ­χα κά­νει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν κό­σμο. Ἡ πρώ­ην μου μὲ ἔ­σω­σε τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Φο­βε­ρὸ κο­ρί­τσι. Δυ­να­τὸ πο­τή­ρι.

        Ἄ­νοι­ξα τὸ μπου­κά­λι, ἔ­βγα­λα καὶ ἀ­κούμ­πη­σα τὰ δυ­ὸ πο­τή­ρια στὸ γρα­σί­δι. Μύ­ρι­σα τὸ οἰ­νό­πνευ­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν ἀ­πὸ τὸ στό­μιο.  Γα­μῶ­το, εἶ­ναι κά­τι ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μοῦ λεί­ψει. Ἤ­πια μιὰ δυ­να­τὴ γου­λιά, τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ ὁ φί­λος μου. Σὲ αὐ­τὴν τὴ γου­λιὰ ἀ­γά­πη­σα ὅ­λες μου τὶς ἁ­μαρ­τί­ες καὶ ἔ­δω­σα τὴν εὐ­χή μου στὸ πρώ­ην κο­ρί­τσι μου νὰ προ­σέ­χει τὴν ὑ­γεί­α της μὲ τὶς μπόμ­πες ποὺ πί­νει.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε εὐ­χά­ρι­στά το μέ­τω­πό μου. Τὸ τρα­γού­δι μιᾶς ρὸκ πα­ρέ­ας πιὸ πέ­ρα μοῦ θύ­μι­σε τὰ ξύ­δια στὶς συ­ναυ­λί­ες ποὺ πη­γαί­να­με καὶ εἴ­χα­με τὰ μπου­κά­λια κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὶς μπλοῦ­ζες μας. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου ἔπι­α­σα τὸν μπα­γά­σα τὸν φί­λο μου νὰ σι­γο­τρα­γου­δά­ει. Θὰ τοῦ ἔ­λε­γα στὴν ὑ­γειά σου, ἀλ­λὰ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τά μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο σὰν ἰ­δέ­α. Ἄς μὴν τὸν ἀ­φή­σω νὰ πε­ρι­μέ­νει.

        Ξά­πλω­σα στὸ γκα­ζόν. Ἡ ζω­ὴ ξε­κι­νᾶ μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ κλει­στά. Στὸ ἐν­δι­ά­με­σο τὰ ἀ­νοί­γεις γιὰ νὰ ζή­σεις πί­νον­τας μιὰ γου­λιὰ ἀ­πὸ τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου οὐ­ί­σκι. Ἦ­ταν μιὰ τέ­λεια μέ­ρα…

* Τίτλος ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ὁ­μό­τι­τλο τρα­γού­δι τοῦ Lou Reed.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Μάγδα Κόσσυβα:


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Ι. Ἔν­τγκαρ


ΑΠΟΤΕ ΗΞΕΡΕ ἀ­μέ­τρη­τα ὀ­νό­μα­τα, σοῦ ἀ­ρά­δια­ζε σὰν κα­τα­πέλ­της πα­ρα­πομ­πὲς ἐμ­φυ­σών­τας σου ἔμ­πνευ­ση, καὶ ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ἔ­φτα­νε σὲ φρε­νί­τι­δα, ἔ­φτα­νες καὶ ἐ­σύ.

        Κά­πο­τε εἶ­χε καὶ ἄ­πει­ρα αὐ­τιὰ κρε­μα­σμέ­να πά­νω του.

             Κά­πο­τε τὸ μυα­λό του ἦ­ταν μιὰ κι­νη­τὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὄ­χι ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ ἔ­χουν οἱ ἐ­πι­δει­ξί­ες γνώ­σε­ων καὶ οἱ ἀ­δι­ά­βα­στοι.

          Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἔ­μοια­ζε μὲ τσίρ­κο, ὅ­λοι ἦ­ταν εὐ­πρόσ­δε­κτοι, ἀρ­κεῖ νὰ ἦ­ταν φρι­κιά.

        Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, εἶ­ναι 25 χρο­νῶν. Τοῦ ἀ­ρέ­σει μιὰ Μι­σέλ, δὲν ξέ­ρει τί­πο­τα γιὰ αὐ­τὴν ἐ­κτός τοῦ ὅ­τι δι­α­βά­ζει γρή­γο­ρα καὶ τρώ­ει τὰ νύ­χια της, σπου­δά­ζει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ εἶ­ναι πάν­τα ἄ­φραγ­κη.

        Κι ὅ­μως ἔ­χει ἤ­δη ὑ­πάρ­ξει σύ­ζυ­γος, πα­τέ­ρας, ἐ­ρα­στής, καλ­λι­τέ­χνης, τρε­λός, ση­μαν­τι­κός· τώ­ρα βέ­βαι­α ἁ­πλὰ ἔ­χει σύγ­χυ­ση.

        Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας κά­ποι­ες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες τοῦ σκου­πί­ζουν τὰ σά­λια καὶ ἄλ­λες ἐ­πί­σης ἄ­γνω­στες τὸν μπου­κώ­νουν μὲ χά­πια. Ὅ­ταν βι­ώ­νει τὸν ἑ­αυ­τὸ του 25 χρο­νῶν ἀν­τι­στέ­κε­ται, στὰ 40 εἶ­ναι πιὸ πει­θή­νιος, στὰ 50 δέ, τὸν κά­νεις ὅ­τι θές, δὲν κά­νει βῆ­μα.


ΙΙ. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ά στὸ δι­ά­ο­λο εἶ­σαι


        Ἦρ­θε μιὰ ἀ­κό­μα ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἔ­χει χρῶ­μα.

        Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι μαῦ­ρα, τὸ δέρ­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μά­τια της σκου­ραί­νουν κά­ποι­ες φο­ρὲς καὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω τί χρῶ­μα εἶ­ναι.

        Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ, βγά­ζει στὸν κῆ­πο τὸ κα­ρό­τσι μου καὶ μὲ πά­ει βόλ­τα.

        Μοῦ χα­ρί­ζει χαρ­τιὰ καὶ μὲ πεί­θει ὅ­τι μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ζω­γρα­φί­ζω.

        Φαί­νε­ται εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χε­ται. Προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ἐν­τυ­πω­σιά­ζω, γιὰ αὐ­τὸ ὅ­ταν τὴν πε­ρι­μέ­νω, πεί­θω τὶς μό­νι­μες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες νὰ μὲ γυα­λί­σουν του­λά­χι­στον ἀ­πέ­ξω. Τὸ μέ­σα εἶ­ναι κου­βά­ρι.


ΙΙΙ. Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ δεί­ξουν τὰ τέ­ρα­τα τὴν ἀ­γά­πη τους…


        Τὸν πῆ­γε στὸν κῆ­πο ὅ­πως κά­θε φο­ρά, τοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ μαλ­λιά, τὸν φί­λη­σε, τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπλὸκ ὅ­πως πάν­τα, ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ τοῦ ἔ­δω­σε κά­τι ἀ­κό­μα.

        Πι­ές τα ὅ­λα μα­ζί, ὅ­ταν σβή­σουν τὰ φῶ­τα.

        Κρύ­ψε τὰ κα­λά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.