Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φω­κί­ω­νος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φω­κί­ω­νος


ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ κα­θι­σμέ­νος στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι κά­θε σού­ρου­πο καὶ χα­ζεύ­ει τοὺς δι­α­βά­τες, τὰ παι­δά­κια ποὺ παί­ζουν, τὰ κα­ρό­τσια μὲ τὰ ψώ­νια, τοὺς μα­γα­ζά­το­ρες νὰ μα­ζεύ­ουν τὴν πρα­μά­τεια τους. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του εἶ­ναι ἀ­πὸ και­ρὸ πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦν σπά­νια βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ σπί­τια τους ἢ ἀ­π’ τὸ ἵ­δρυ­μα ὅ­που μέ­νουν, ἀ­δέρ­φια δὲν ἔ­χει καὶ τὰ ἴ­χνη ἐ­κεί­νης τῆς κα­λο­συ­νά­της με­σό­κο­πης γυ­ναί­κας ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του ἔ­χουν ἀ­νε­ξή­γη­τα χα­θεῖ. Κα­πνί­ζει τὸ τσι­γά­ρο του πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη του ἡ­λι­κί­α —τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα πὼς τά­χα δὲν κα­τε­βά­ζει τὸν κα­πνὸ— καὶ συ­χνὰ πυ­κνὰ βγά­ζει τὸ μπλο­κά­κι του ὄ­χι γιὰ νὰ γρά­ψει —πά­ει και­ρὸς ποὺ πιὰ δὲν γρά­φει ποι­ή­μα­τα— μὰ γιὰ νὰ σκι­τσά­ρει πρό­χει­ρα μὲ τὸ μο­λυ­βά­κι κά­τι ποὺ τοῦ τρά­βη­ξε φευ­γα­λέ­α τὸ βλέμ­μα. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ ἐ­πι­τα­χύ­νουν τὸ βῆ­μα τους ἀρ­κε­τὰ μέ­τρα προ­τοῦ τὸν πλη­σιά­σουν —ἴ­σως ἡ ὄ­ψη του ἔ­χει γί­νει ἀλ­λό­κο­τη μὲ τὰ χρό­νια—, μο­νά­χα ὁ­ρι­σμέ­να παι­διά, ἂν στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τύ­χει καὶ βρε­θοῦν κον­τά του, τοῦ χα­μο­γε­λοῦν κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοί­γει τὸ τε­τρα­διά­κι του, σκί­ζει μιὰ σε­λί­δα στὴν τύ­χη καὶ τοὺς χα­ρί­ζει —ἀν­τα­πο­δί­δον­τας τὸ χα­μό­γε­λο— κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σκα­ρι­φή­μα­τά του. Μὲ τὸ ποὺ πέ­σει ἡ νύ­χτα, σμῆ­νος που­λιὰ πε­τᾶ­νε πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του ὥ­ρα πολ­λή, θαρ­ρεῖς πὼς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἡ συν­τρο­φιά του· κά­ποι­ο μά­λι­στα ἀ­π’ ὅ­λα —τὸ ἴ­διο κά­θε φο­ρά, αὐ­τὸ τὸ λα­βω­μέ­νο— χα­μη­λώ­νει τὰ σπα­σμέ­να του φτε­ρὰ καὶ μὲ τὸ ράμ­φος του τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ φα­λά­κρα, ὕ­στε­ρα κά­θε­ται στὸν ὦ­μο του κι ἐ­κεῖ­νος γυρ­νᾶ πρὸς τὸ μέ­ρος του, τοῦ γνέ­φει μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο ὅ­λο νό­η­μα καὶ γλυ­κὰ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			
Διαφημίσεις

Μαρία Τσολακούδη: Arte povera


Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη


Arte Povera


ΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ἦ­ταν μπηγ­μέ­νη στὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας κι ἀ­πὸ κά­τω ἦ­ταν στε­ρε­ω­μέ­νο ἕ­να δί­χτυ ψα­ρέ­μα­τος ποὺ ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Πά­νω στὸ δί­χτυ ἦ­ταν καρ­φι­τσω­μέ­να ἕ­να πλῆ­θος ἑ­τε­ρό­κλη­των ἀν­τι­κει­μέ­νων. Στά­θη­κα καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν.

        Ἕ­νας ψη­λὸς με­σό­κο­πος ἄν­τρας βγῆ­κε στὴ βε­ράν­τα. Φο­ροῦ­σε φόρ­μα γυ­μνα­στι­κῆς καὶ παν­τό­φλες.

        — Μπο­ρῶ νὰ βγά­λω φω­το­γρα­φί­ες; τὸν ρώ­τη­σα δεί­χνον­τας τὸ δί­χτυ.

        — Ὅ­ποι­ος περ­νᾶ αὐ­τὸ κά­νει. Ντό­πιοι καὶ του­ρί­στες. Οὔ­τε ποὺ ρω­τᾶ­νε.

        Κα­τέ­βη­κε τὰ λί­γα σκα­λο­πά­τια ποὺ τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στά­θη­κε δί­πλα μου.

        — Αὐ­τό, εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης, εἶ­ναι ἡ καρ­διὰ τοῦ παι­διοῦ μου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Βγαί­νω ἔ­ξω τα τα­κτο­ποι­ῶ, τοὺς ἀλ­λά­ζω θέ­ση ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μπαί­νω στὸ σπί­τι καὶ μι­λῶ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἀλ­λὰ μή­πως ἀ­πάν­τη­σαν πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν;

        Ἔ­φυ­γα βι­α­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ τρα­βή­ξω φω­το­γρα­φί­ες. Ἔ­τσι πα­ρα­θέ­τω ἀ­πὸ μνή­μης. Ὑ­πῆρ­χαν: τὸ δί­χτυ, μιὰ μπά­λα πο­δο­σφαί­ρου, ἕ­να σω­σί­βιο, κου­βα­δά­κι καὶ φτυ­α­ρά­κι, ἕ­να καύ­κα­λο χε­λώ­νας, ση­μαιά­κι τοῦ Ὀ­λυμ­πια­κοῦ, ρό­δα πο­δη­λά­του, εἰ­κο­νί­τσα τῆς Πα­να­γί­ας, κυ­πε­λά­κι πα­γω­τοῦ καί, στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης μιὰ καρ­διὰ ἀ­πὸ γύ­ψο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη (Λῆ­μνος). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο της βιβλίο: Γραμ­μα­τι­κὴ (διηγήματα, ἐκ­δ. Τό­πος, 2009).


Τίνα Κωτσιοπούλου: Ὑποκατάστατα


Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου


Ὑ­πο­κα­τά­στα­τα


 ΚΥΡΙΑ μὲ τὸ σκυ­λά­κι βγά­ζει τὴν ζω­ή της βόλ­τα κά­θε μέ­ρα. Μί­α τὸ πρω­ῒ καὶ μί­α τὸ βρά­δυ. Στα­μα­τᾶ σὲ κά­θε δέν­τρο ψά­χνον­τας ἴ­χνη πα­ρου­σί­ας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τὴν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται οἰ­κεί­α. Ἀ­να­κου­φί­ζε­ται, χα­μο­γε­λᾶ σὲ ὅ­λους τοὺς πε­ρα­στι­κούς.

         Σκύ­βει καὶ μα­ζεύ­ει τὰ πε­ρι­τώμ­μα­τα. Εὐ­τυ­χῶς δὲν εἶ­ναι πολ­λά. Ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς συ­νή­θειας. Τρα­βά­ει τὸ χρό­νο ἀ­π’­ τὸ λου­ρί. Κα­θα­ρί­ζει ἐ­πι­με­λῶς τὴν ἐ­φα­πτό­με­νη ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν θέ­λει νὰ εἰ­σέλ­θει τί­πο­τα στὸ γυ­ά­λι­νο κό­σμο της. Τὸ κολ­λά­ρο τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου ἔ­ρω­τά της γρά­φει ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α. Εἶ­ναι σί­γου­ρο ἄλ­λω­στε πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ χα­θεῖ καὶ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το. Ἐ­κεί­νη ἔ­χει χα­θεῖ ἀ­πὸ και­ρό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου (Κύθηρα). Γράφει ποίηση καὶ μικρομυθοπλασία. Διδάσκει ἀγγλικά στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στὴν ἀνθολογία Δείπνο Ποιητών (Ἐντύποις, 2017).


Δημήτρης Τούλιος: Βούρκωμα


Τού­λιος Δη­μή­τρης


Βούρ­κω­μα

 

ΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ πα­ρὰ νὰ βρί­σκε­σαι ἐ­κεῖ… δή­λω­νε καὶ τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Προ­πέ­της Σά­ι­λυ. Τὴν ἔ­πα­θε κι αὐ­τὸς ὅ­πως κάμ­πο­σοι ἄλ­λοι ποὺ χά­ζευ­αν, μὲ τὶς ὧ­ρες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς νύ­χτες, τὸ φεγ­γά­ρι νὰ λάμ­πει ξε­κά­θα­ρα καὶ νὰ προ­κα­λεῖ.

Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, οἱ δι­α­κο­πὲς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ Σά­ι­λυ ἄ­ρα­ζε στὴν πιά­τσα μο­νά­χος. Κά­πνι­ζε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ δεύ­τε­ρο πα­κέ­το του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον πε­λά­τη. Ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ ζε­στὸ ψω­μί. Τὴν ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζὶ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ βρά­δυ. Καὶ ὅ­πως τό­τε, κοι­τοῦ­σε τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ κι ἀ­πό­ψε ἔ­λαμ­πε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σὰ δυ­νά­στης στὸν οὐ­ρα­νό.

        Τό­τε ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος στὴν πόρ­τα. Ἕ­νας ἀλ­λό­κο­τος τύ­πος μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζος στὸ τα­ξὶ σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι.

        Αἰφ­νι­δι­α­σμέ­νος, ἀλ­λὰ πάν­τα ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ὁ Προ­πέ­της δὲ δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, μὰ πο­λὺ εὐ­γε­νι­κὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­σμε­νο ἐ­πι­σκέ­πτη νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό.

        «Φεγ­γά­ρι πη­γαί­νω.»

        «Ναί, κα­λὰ φί­λε, κα­λὸ τὸ ἀ­στεῖ­ο.»

        «Φεγ­γά­ρι, λέ­με!»

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­ξυ­σε λί­γο το κε­φά­λι του. Μπᾶς κι ἐν­νο­οῦ­σε κα­νέ­να κλὰμπ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲ γνώ­ρι­ζε;

        «Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τό;» τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει.

        «Πᾶ­με ἀ­πὸ ‘δῶ καὶ θὰ σοῦ πῶ.»

        Ὁ Προ­πέ­της ξε­κί­νη­σε σὰ μα­γε­μέ­νος. Ὁ ἄ­γνω­στος τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μὲ θαυ­μα­στὴ ἀ­κρί­βεια. Ὅ­σο προ­χω­ροῦ­σαν μέ­σα στὴ νύ­χτα τό­σο τὰ κτί­ρια μει­ώ­νον­ταν μὲ θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο σὰν νὰ τὰ κα­τά­πι­νε ἀ­ό­ρα­τος δρά­κος. Οἱ δρό­μοι ἔ­μοια­ζαν καὶ τοῦ ἦ­ταν τε­λεί­ως ἄ­γνω­στοι. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­γι­νε σι­γὰ-σι­γὰ χα­λι­κό­δρο­μος ἐ­νῶ βρά­χια ἐμ­φα­νί­στη­καν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν. Χά­θη­κε ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ τα­ξι­τζῆ. Τὸ GPS ἔ­σβη­σε νε­κρὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή. Μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη σκο­τει­νιὰ ἀ­κου­γό­ταν μό­νο ἡ φω­νὴ τοῦ ἐ­πι­βά­τη. Σκλη­ρή, ψυ­χρή, ἀ­πό­λυ­τη. Τα­ξί­δευ­αν σὰ μέ­σα στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ λί­θου, τὰ πάν­τα πέ­τρι­να γύ­ρω.

        Ὅ­μως ἡ ἀ­νά­σα του στὸ σβέρ­κο τοῦ τα­ξι­τζῆ εἶ­χε κά­τι ἀ­πὸ τὴ μα­μὰ λύ­και­να πρὸς τὰ κου­τά­βια της. Καὶ σὲ λί­γο μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ψύ­χρα εἰ­σέ­βαλ­λε ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Εἶ­χαν φτά­σει φεγ­γά­ρι, μά­λι­στα. Τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σαν οἱ λακ­κοῦ­βες. Κα­τέ­βη­καν. Ὁ Σά­ι­λυ δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ζη­τή­σει κό­μι­στρο, πό­σο μᾶλ­λον, ἐ­ξη­γή­σεις. Ἄλ­λω­στε τοῦ ἔ­φτα­νε ποὺ ἀ­νά­σαι­νε καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τά του δὲν εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Τρί­χες τὰ ὅ­σα γνώ­ρι­ζαν πε­ρὶ ἐλ­λεί­ψε­ως ὀ­ξυ­γό­νου καὶ τὰ ρέ­στα. Ὕ­στε­ρα εἶ­δε κι ἐ­κεί­νη. Βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ ἕ­να κρα­τή­ρα κι ἔ­κα­νε μπά­νιο στὸ γα­λά­ζιο νε­ρό του. Ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ ἔγ­χρω­μο ση­μεῖ­ο τῆς Σε­λή­νης ἂν ἑ­ξαι­ροῦ­σες τὸ βυσ­σι­νὶ τα­ξί. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Δέ­σμες φω­τὸς ἀ­νά­βλυ­ζαν ἀ­π’ ὅ­λες τὶς τρύ­πες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ κα­θό­τι τύγ­χα­νε καὶ αὐ­τό­φω­το!

        Ἡ Κάλ­λια φά­νη­κε νὰ αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο χα­μο­γε­λοῦ­σε σὰ νὰ ἤ­ξε­ρε τί θὰ συμ­βεῖ. Ὁ Σά­ι­λυ πῆ­γε νὰ βου­τή­ξει στὸ γα­λά­ζιο βοῦρ­κο μὲ τὴν πα­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­νη του. Ἀλ­λὰ τὸ χέ­ρι τοῦ ἐ­πι­βά­τη τὸν ἐμ­πό­δι­σε.

        «Ἐ­σύ, βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ μό­νο γιὰ νὰ μὲ κου­βα­λή­σεις. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι μα­ζί μου τώ­ρα.» τοῦ ἐ­ξη­γή­θη­κε. Καὶ ἀ­φοῦ γδύ­θη­κε, ἔ­πε­σε μέ­σα στὸ γα­λά­ζιο κι ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε μα­ζί της.

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­νι­ω­σε τό­σο μό­νος ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὴ γῆ. Τοῦ φά­νη­κε ὑ­πέ­ρο­χη ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.

        Ἄς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἐ­πι­βά­της, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε μὲ τὸ κο­ρί­τσι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε πά­λι στὸ τα­ξὶ καὶ εἰ­σέ­πρα­ξε ὄ­χι καὶ λί­γα «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πὸ τὸν πλη­γω­μέ­νο πλὴν ὅ­μως ἀ­να­κου­φι­σμέ­νο τα­ξι­τζή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βιβλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).


Ἀντωνία Παχαλίδου: Ὁ Μπαλζὰκ ἔπινε πολὺ καφέ


Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ


ΙΧΕ διαβά­σει πο­λύ. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ βι­βλί­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του. Δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­γο­ρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ —ἱ­κα­νὸς ἀ­ριθ­μὸς τό­μων— ἀ­νῆ­καν στὸν παπ­ποῦ καὶ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­τες ἐκ­δό­σεις. Ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ που­λή­σει σὲ δη­μο­πρα­σί­ες καὶ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ θὰ ἔπι­α­νε κα­λὰ λε­φτά. Ὡ­στό­σο ἀ­πευ­χό­ταν αὐ­τὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, ἀ­φοῦ ἀν­τι­πα­θοῦ­σε ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ ἀ­γό­ρα­ζαν συλ­λε­κτι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὶς ἔ­χουν. Ἰ­δι­ο­κτη­σί­α καὶ στὰ βι­βλί­α; Τί ἤ­ξε­ραν αὐ­τοὶ ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση; Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν’ ἀ­φή­νεις βι­βλί­α ἀ­δι­ά­βα­στα;

       Ἦ­ταν ἐμ­μο­νι­κὸς ὁ Ὀ­ρέ­στης μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα. Δὲν πα­ρά­τα­γε βι­βλί­ο γιὰ κα­νέ­ναν καὶ γιὰ τί­πο­τα. Ἀ­κό­μα καὶ σο­βα­ρὸ ραν­τε­βοῦ νὰ εἶ­χε, πρῶ­τα τέ­λει­ω­νε τὸ δι­ά­βα­σμα κι ἔ­πει­τα. Λὲς καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ γρά­ψει δι­α­τρι­βή. Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἀ­ριθ­μοῦ­σε πε­ρὶ τοὺς πέν­τε χι­λιά­δες τό­μους. Δὲν μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις στὸ σπί­τι του. Σχε­δὸν 80 τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ βι­βλί­α ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ· μέ­χρι τὸ τα­βά­νι σὲ με­ρι­κὰ ρά­φια, στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ, στὰ μπρά­τσα τοῦ κα­να­πέ, στὴν κου­πα­στὴ τοῦ τζα­κιοῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε ποῦ ἔ­χει τὸ κα­θε­τί. Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ δο­κί­μιο. Γάλ­λοι, Ἄγ­γλοι, ἡ Με­γά­λη Ρω­σι­κὴ Σχο­λή.

            Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὸ χαρ­τί. Πα­λιὰ τὰ ξε­σκό­νι­ζε μό­νος του. Τώ­ρα πιὰ τὸ ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Ὅ­ταν τὶς προ­άλ­λες τὸν ρώ­τη­σε ὁ ἀ­νι­ψιός του τί θὰ τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τό­τε ἀ­κρι­βῶς σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φρον­τί­σει ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα και­ρός. Για­τὶ ἅ­μα φύ­γει, ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ κα­τα­λή­ξουν. Στὴ χω­μα­τε­ρὴ ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση σὲ πα­λι­α­τζί­δι­κα. Τοῦ τρι­βέ­λι­ζε τὸν νοῦ αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Ἦ­ταν λὲς καὶ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει εὐ­θα­να­σί­α σὲ δι­κό του ἄν­θρω­πο ἢ στὸν Πάμ­πλο. Κι ὁ Πάμ­πλο; Τί θὰ γι­νό­ταν, ἄ­ρα­γε, ἂν πέ­θαι­νε αὐ­τὸς πρῶ­τος; Οὔ­τε ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται. Θὰ τὸν πέ­τα­γαν στὸν δρό­μο; Θὰ τὸν πή­γαι­ναν στὸν Ὑ­μητ­τό; Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸν τώ­ρα, προ­εῖ­χαν τὰ βι­βλί­α. Μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε καὶ μπο­ρεῖ νὰ κρα­τοῦ­σε με­ρι­κά. Τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Μά­λι­στα ἀ­μέ­σως τώ­ρα θὰ τὰ ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη. Κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ὅ­λα κι ὅ­λα.

            Τὸ ἴ­διο βρά­δυ βγῆ­κε μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Κρα­σο­κα­τά­νυ­ξη καὶ φι­λο­σο­φί­α μέ­χρι ἀρ­γά. Ὁ φι­λό­λο­γος τοῦ πέμ­πτου, κά­τι συν­τα­ξι­οῦ­χοι κα­θη­γη­τὲς καὶ τὸ στοι­χεῖ­ο του: ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης τῆς γει­το­νιᾶς – λά­τρης τῶν Γάλ­λων καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοῦ Μπαλ­ζάκ. Ἡ ση­με­ρι­νὴ κου­βέν­τα στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸν με­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων. Ποι­ός ἦ­ταν γυ­ναι­κάς, ποιός πό­της, ποι­ός bon-viveur. «Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ. Μᾶλ­λον γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξει τὶς ὁ­λο­νυ­κτί­ες, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­φε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα», πρό­σθε­σε ὁ Ὀ­ρέ­στης πρὶν νὰ φύ­γει καὶ ἤ­πι­ε μο­νο­ρού­φι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τή­ρι. Κα­λη­νύ­χτι­σε δί­χως ἡ ἔ­γνοι­α τῶν βι­βλί­ων νὰ τὸν ἔ­χει ἐγ­κα­τα­λεί­ψει.

            Ἦ­ταν πε­ρί­που δύ­ο ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι. Κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα καὶ μό­λις ποὺ πρό­λα­βε νὰ φτά­σει στὸν κα­να­πέ. Ὁ Πάμ­πλο ἔ­ξυ­νε τὴν πόρ­τα καὶ γρύ­λι­ζε μέ­χρι τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν γερ­μέ­νο πά­νω στὴ στοί­βα μὲ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Ὁ γεί­το­νας ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε κοί­τα­ξε τὸν τί­τλο τοῦ πρώ­του βι­βλί­ου: Θά­να­τος στὴ Βε­νε­τί­α.


11/7/2017



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.


 

Κίμων Θεοδώρου: Δοκιμὲς αὐτοκτονίας


Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


Δο­κι­μὲς αὐ­το­κτο­νί­ας

 

ΕΛΕΙΣ νὰ πηδήξουμε;

«Ἔ­χω νὰ δῶ τὴ νέ­α σε­ζὸν μιᾶς σει­ρᾶς, βγῆ­κε τὸ πρῶ­το ἐ­πει­σό­διο. Με­τὰ τὸ σκε­φτό­μα­στε.»

        «Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, ὑ­πάρ­χουν κα­λύ­τε­ρα μέ­ρη γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α.»

        «Σί­γου­ρα, θέ­λει ψά­ξι­μο. Τὸ μέ­ρος ποὺ θὰ σαλ­τά­ρου­με θὰ γί­νει ἀ­τρα­ξιόν.»

        Ὁ Δ. τὸ πρό­τει­νε πη­γαῖα κα­θὼς στα­θή­κα­με στὴν ἀ­πό­κρη­μνη πλα­γιά, ἕ­να χλια­ρὸ με­ση­μέ­ρι, βόλ­τα Κυ­ρια­κῆς. Μιὰ στιγ­μὴ ἀλ­λό­κο­της τα­ρα­χῆς ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­λο­γό­μυ­γα. Βρά­χια καὶ ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος καὶ ἕ­να κα­ρά­βι πα­ρα­πέ­ρα. Εἶ­ναι σὰν πρό­τα­ση γά­μου, σκέ­φτη­κα, μὲ πί­στη στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἄ­δο­λη. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τε­λει­ώ­νει ἔ­τσι. Θέ­λω ἀ­κό­μη με­ρι­κὰ ἐ­πει­σό­δια μὲ τὸν Δ. πα­ρό­τι μοῦ προ­κα­λεῖ ἀμ­φι­θυ­μί­α, νὰ τοῦ χώ­σω μιὰ μπου­νιὰ ἢ ἕ­να φι­λὶ στὸ δο­ξα­πα­τρί, ἴ­σως ἔ­τσι νι­ώ­θω μὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τρα­γω­δί­α μου. Ὁ γκρε­μὸς ἀ­πὸ κά­τω, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι κα­λοῦ-κα­κοῦ γιὰ νὰ μὴν κά­νει τὸ βῆ­μα μπρο­στά. Ἔ­χει γρά­ψει ποι­ή­μα­τα ὁ Δ., μὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ποι­η­τὲς ποὺ αὐ­το­κτό­νη­σαν τὰ μυα­λά του θὰ εἶ­ναι τίγ­κα στὴ μυ­θο­λο­γί­α. Τὸν ξέ­ρω λί­γο, μὰ εἶ­ναι σὰν χρό­νια.

        «Θὰ ἔρ­θω νὰ δοῦ­με τὴ σει­ρὰ μα­ζί», στέλ­νει μή­νυ­μα τὴν ἑ­πο­μέ­νη. «Σπά­νια βλέ­πω σει­ρές, ἔ­τσι τὸ εἶ­πα ἐ­πει­δή μοῦ φά­νη­κε ὡ­ραῖ­ο», ἀ­πο­κρί­νο­μαι, τὰπ-τὰπ δά­χτυ­λα στὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἁ­φῆς. «Λέ­με ψε­μα­τά­κια, βλέ­πω.» «Δε­κτό.» «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πέ­σου­με.» «Κά­τσε, ἔ­χου­με νὰ χα­ροῦ­με λί­γη κα­τα­στρο­φὴ ἀ­κό­μη.» «Δὲν εἶ­σαι πο­λὺ κα­λὰ κι ἐ­σύ.» «Ἂν πέ­σω πάν­τως θὰ εἶ­ναι μό­νο μα­ζί σου.» «Τὸ κα­νο­νί­ζου­με, λί­γος συγ­χρο­νι­σμὸς χρει­ά­ζε­ται.»

        Ἡ φαν­τα­σί­ω­ση τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας μὲ ἐ­ξι­τά­ρει σαρ­κα­στι­κά. Ἤ­θε­λα νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μιὰ φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α —ὅ­πως ὅ­λοι οἱ φυ­σι­ο­λο­γι­κοὶ ἔ­φη­βοι— καὶ μιὰ φο­ρὰ στὰ δι­πλά­σια χρό­νια, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μὲ τὴ Σ. Πλέ­ον, νο­μί­ζω, ὄ­χι πιά. Γιὰ τοῦ χρό­νου, ποι­ός ξέ­ρει. Πιά­νω τὸ κι­νη­τὸ ξα­νά, γρά­φω:

        «Πάν­τως, μὴ δι­α­νο­η­θεῖς χω­ρὶς ἐ­μέ­να. Θέ­λει ἑ­τοι­μα­σί­ες, τί θὰ φο­ρᾶ­με καὶ τέ­τοι­α, θὰ πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὰ μα­γα­ζιά. Θέ­λει τό­ση ὀρ­γά­νω­ση ποὺ κου­ρά­στη­κα στὴ σκέ­ψη. Εὐ­κο­λό­τε­ρα δι­ορ­γα­νώ­νεις πο­λι­τι­κὴ δι­α­δή­λω­ση»,

         λέ­ει «Σκέ­ψου, ὅ­μως, με­τὰ ξε­κού­ρα­ση. Ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω».

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με. Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ μι­ση­θοῦ­με.»

        «Αὐ­τὰ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι γιὰ τὶς μά­ζες.»

        «Ἀ­νέ­κα­θεν ἤ­μουν τῆς μα­ζι­κῆς κουλ­τού­ρας. Ἄ­κου­γα Justin Timbe­rlake κρυ­φὰ σὲ μιὰ πα­ρέ­α ποὺ τὴν ἔ­βρι­σκε μὲ πὰνκ.»

        «Τί μα­λα­κί­ες τσαμ­που­νᾶς;»

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ρί­ξου­με ὅ­λες τὶς πέ­τρες τοῦ κό­σμου μὲ φα­κούς.»

        Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κὴ δύ­να­μη τοῦ Δ: πη­γαί­νει τὰ βρά­δια σὲ πλα­γι­ές, ρί­χνει τὸ φα­κό του στὰ βρά­χια καὶ —γκντοὺπ— ὡς διὰ μα­γεί­ας κα­τρα­κυ­λᾶ μιὰ πέ­τρα λί­γο με­τὰ τὴν αἰφ­νί­δια φω­το­ει­σβο­λή.

        «Ἔ­λα, μω­ρέ», ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­ταν τὸ ἐ­πι­ση­μαί­νει, «κά­ποι­ο ζω­ά­κι τα­ρά­ζεις καὶ κου­νι­έ­ται καὶ νά, ντό­μι­νο πέ­φτει ἡ κο­τρώ­να».

        «Ὄ­χι, μι­λά­ω μὲ τὸ βου­νό», λέ­ει.

        «Τό­τε, ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω.»

        Πα­ρα­πο­νι­έ­ται ὅ­τι ἔ­χει νὰ τρέ­ξει σὲ δου­λει­ές. Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ σχε­διά­σει ἄλ­λο αὐ­το­κτο­νί­α μὲ μη­νύ­μα­τα σή­με­ρα. Δὲν τρέ­χει Δευ­τέ­ρες σὲ δου­λει­ὲς ὁ κό­σμος ποὺ θέ­λει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι. Ἀ­παι­τεῖ­ται πρῶ­τα μιὰ πα­ραί­τη­ση. Κά­ποι­ος εἶ­χε πεῖ πὼς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα —ὅ­πως ἕ­να ἀ­πο­νε­νο­η­μέ­νο δι­ά­βη­μα— ἢ τὰ κά­νεις ἢ τὰ συ­ζη­τᾶς. Ἂν τὰ συ­ζη­τᾶς δὲν τὰ κά­νεις πο­τέ. Καὶ ἐ­μεῖς λέ­με, ἐν­τά­ξει, μπο­ρεῖ νὰ δι­α­ψεύ­σου­με τὰ προ­γνω­στι­κά. Ἀλ­λὰ ἔ­χου­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με πί­τσα ἀ­πό­ψε. Θε­έ μου, πό­ση πί­τσα ξό­δε­ψες γιὰ νὰ μᾶς κρα­τή­σεις στὴ ζω­ή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014) καὶ Ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἡτ­τη­μέ­νων ποὺ πον­τά­ρουν στὸ σω­στὸ ἄ­γριο ἄ­λο­γο τὴ λά­θος στιγ­μὴ πρὶν ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα (Φαρφουλᾶς, 2016). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Ἡ­ρώ Σκά­ρου: Ὁ ἑστιαζόμενος



Ἡ­ρώ Σκά­ρου


Ὁ ἑ­στι­α­ζό­με­νος


ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ πρώ­τη φο­ρὰ πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς μῆ­νες. Κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί του στὴν τα­βέρ­να. Κοι­νὴ ὥ­ρα δι­α­λείμ­μα­τος γιὰ με­ση­με­ρια­νό. Ἴ­δια θέ­ση κά­θε φο­ρά. Ὅ­μοι­ο μὲ κεῖ­νον πα­ρου­σι­α­στι­κό, ὅ­μοι­ο κου­στού­μι καὶ τη­λέ­φω­νο. Ὅ­σο ἔ­τρω­γαν καὶ οἱ δύ­ο, τοῦ ἔ­ρι­χνε κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸν πρῶ­το και­ρὸ τὰ που­κά­μι­σά του ἦ­ταν κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να καὶ οἱ γρα­βά­τες του χα­ρού­με­νες. Ἔ­στελ­νε κι ἔ­παιρ­νε μη­νύ­μα­τα καὶ κά­θε φο­ρά χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἔ­τρω­γε μὲ ὄ­ρε­ξη. Ἀρ­γό­τε­ρα οἱ γι­α­κά­δες του στρά­βω­ναν κά­πως. Ὁ κόμ­πος τοῦ λαι­μο­δέ­τη του ἦ­ταν σφι­χτὸς καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό του στα­μά­τη­σε νὰ δο­νεῖ­ται. Κοι­τοῦ­σε τὴ μαύ­ρη ὀ­θό­νη κα­θὼς κα­τά­πι­νε μὲ δυ­σκο­λί­α. Με­τὰ πα­ρα­τή­ρη­σε ἕ­να ση­μά­δι ποὺ τοῦ αὐ­λά­κω­νε τὸ μέ­τω­πο. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἡ χα­ρα­κιὰ με­γά­λω­νε. Ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι δὲν τὸν εἶ­δε. Ρώ­τη­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο καὶ τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ κα­θρέ­φτης ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ γί­νει κομ­μά­τια. Θὰ βά­ζα­νε και­νού­ριο το ἀ­πό­γευ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018).