Ρόμπερτ Μὰνς (Robert Mans): Σούρουπο στὴ σχολὴ χοροῦ


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Σού­ρου­πο στὴ Σχο­λὴ Χο­ροῦ

(Dawn at Dance School)


ΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΕΙΣ νὰ χο­ρέ­ψεις ταν­γκό;» ρώ­τη­σε ὁ Ρέ­ι τὴν Πι­λὰρ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸν θά­λα­μο ὅ­που νο­ση­λευ­ό­ταν. Κά­θε μέ­ρα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε μὲ μιὰ συμ­παν­τι­κὴ σύμ­πτω­ση πὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο πρὶν τρεῖς μῆ­νες, ἐ­κεῖ­νος περ­νοῦ­σε πρὶν ἢ με­τὰ τὴ δου­λειὰ καὶ κα­θό­ταν κά­να μι­σά­ω­ρο νὰ τῆς κά­νει πα­ρέ­α. Τὸ ἤ­θε­λε, τὸ θε­ω­ροῦ­σε χρέ­ος του ἀ­κό­μα, κα­θὼς ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε δώ­σει τό­σα πολ­λὰ κι ἄς μὴ βρέ­θη­καν μα­ζὶ πο­τέ. Ἡ Κά­θριν δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ μά­θει. Θὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­νε χω­ρὶς λό­γο, ἔ­λε­γε στὸν ἑ­αυ­τό του. Εἶ­χαν ζή­σει μιὰ ζω­ὴ μα­ζὶ καὶ τώ­ρα πιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν νό­η­μα, δὲν θὰ ἄλ­λα­ζαν τί­πο­τα. Ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο νό­η­μα ἀ­πέ­με­νε στὸ νὰ εἶ­ναι στὸ πλευ­ρὸ τῆς Πι­λάρ, ἔ­τσι ξα­πλω­μέ­νη καὶ σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη ποὺ ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Ἐ­κεί­νη ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν. Εἶ­χε ρω­τή­σει ὁ Ρέ­ι, ἀλ­λὰ τοῦ εἶ­παν οἱ νο­σο­κό­μες πὼς δὲν εἶ­χε φα­νεῖ πο­τὲ κα­νείς. Ἔ­τσι, ἦ­ταν ὁ μό­νος.

        «Πό­τε στα­μά­τη­σες νὰ χο­ρεύ­εις ταν­γκό; Σί­γου­ρα, γι’ αὐ­τὸ εἶ­σαι ἐ­δῶ. Θὰ χό­ρευ­ες μέ­χρι πρὶν τρεῖς μῆ­νες καὶ θὰ ἔ­πε­σες μα­θαί­νον­τας σὲ κά­ποι­ον ἀ­νε­πί­δε­κτο Ρέ­ι τὰ μυ­στι­κά σου.» Ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε κὰν τὰ μά­τια της, ὁ Ρέ­ι ὅ­μως δὲν πτο­ή­θη­κε. «Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ μοῦ πεῖς τὴν ἱ­στο­ρί­α σου καὶ θὰ σοῦ πῶ κι ἐ­γὼ τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω ἀ­κόμ… Ποι­ὸς μὲ παίρ­νει τώ­ρα, ρὲ γα­μῶ­το; Πα­ρα­κα­λῶ; Ναί, Κά­θριν, εἶ­μαι στὴ δου­λειά, ἔ­γι­νε κά­τι; Ἄ, ναί, θυ­μᾶ­μαι. Στὶς ἑπτά, ναί; Ἐν­τά­ξει, ἔ­γι­νε, σὲ κλεί­νω τώ­ρα για­τί ἔ­χω μιὰ συ­νάν­τη­ση.» Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γου­ρεύ­τη­κε πὼς δὲν εἶ­χε μεί­νει ἀ­νοι­χτὸ κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν Πι­λάρ, ἔ­τσι γα­λή­νια ποὺ ἦ­ταν μὲ κλει­στὰ τὰ ὄ­μορ­φά της μά­τια. Κά­θι­σε πά­λι στὴν κα­ρέ­κλα, κα­θὼς τὸ μι­σά­ω­ρό του δὲν εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ψα­ξε στὸ τη­λέ­φω­νό του ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει τὴ φω­το­γρα­φί­α της ποὺ εἶ­χε βρεῖ σὲ μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Χό­ρευ­ε ταν­γκὸ μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο καὶ ὁ Ρέ­ι τὴν εἶ­χε ἀ­πο­θη­κεύ­σει καὶ τῆς εἶ­χε βά­λει κω­δι­κό, προ­στα­τεύ­ον­τάς τὴν ἀ­πὸ τὰ μά­τια ποὺ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πο­τέ.

        Τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ὀ­νει­ρο­πό­λο τα­ξί­δι του στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες ὅ­που τὴν εἶ­χε πρω­το­δεῖ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὸ πιά­νο μπὰρ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», ὅ­που τὴν εἶ­χε μᾶλ­λον προ­βάλ­λει τὸ μυα­λό του τό­σο ζων­τα­νὰ ποὺ ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­νι­ω­σε, ὁ Ρέ­ι ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω στὸν δι­ά­δρο­μο. Κον­το­στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά. «Δὲν θὰ μοῦ πεῖς πο­τὲ για­τί ἐ­μέ­να, ἔ­τσι;» μουρ­μού­ρι­σε καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ σπί­τι καὶ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὶς ἑπτά, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Κά­θριν.

        Κοι­τών­τας προ­σε­κτι­κά, γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι ὁ Ρέ­ι εἶ­χε πιὰ φύ­γει, ἡ Ντέ­στι­νι, ἡ νο­σο­κό­μα τῆς βάρ­διας, μπῆ­κε στὸν θά­λα­μο τῆς Πι­λὰρ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της. Νὰ τὴν ἀλ­λά­ζει, νὰ τὴν κα­θα­ρί­ζει, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ χτε­νί­ζει, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ κά­νει. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι για­τί ἔρ­χε­ται, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, σκέ­φτη­κε ἡ Ντέ­στι­νι καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ρέ­ι μὲ καρ­φω­μέ­να τὰ μά­τια ἐ­κεῖ ποὺ βρι­σκό­ταν ἡ ἴ­δια, ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ λί­γα λε­πτά. Κι ἔ­πει­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νὸ μὲ μιὰ χο­ρευ­τι­κὴ κί­νη­ση, χά­θη­κε μέ­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα.

        Ἡ Ντέ­στι­νι κοί­τα­ξε τὴν Πι­λὰρ κι ἔ­πει­τα ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σου­ρού­πω­νε. Ἡ φω­τει­νὴ πι­να­κί­δα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου Ὅ­ρος Σι­νᾶ στὸ Μαν­­χά­ταν ἄ­να­βε. Ἡ ταμ­πέ­λα τῆς σχο­λῆς χο­ροῦ δι­α­γώ­νια ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­να­βε κι αὐ­τή.



Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


			

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Πάγκος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πάγ­κος


ΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ ἕ­ναν σχε­δὸν κου­φὸ συ­νο­μή­λι­κό της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ βά­ζει μου­σι­κή, ὅ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη μου­σι­κὴ μπο­ρεῖ πρὶν ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα. Τώ­ρα ἔ­βα­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, βγά­ζει τὰ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ τῆς χα­μο­γε­λά­ει ἀ­μή­χα­να, τὴν κερ­νά­ει ἕ­να πο­τό, πῶς τῆς φά­νη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, δὲν ἦ­ταν κα­λό; Ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅτι ἦ­ταν φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τώ­ρα ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, τὸ ἔ­χει ξε­χά­σει ἤ­δη, ἔ­χει κου­ρα­στεῖ ν’ ἀ­κού­ει κομ­μά­τια ποὺ τρι­γυρ­νᾶ­νε γύ­ρω ἀπὸ τὸ πτῶ­μα τῆς μου­σι­κῆς. Ἂν ἦ­ταν 1977, καὶ οἱ δύ­ο θὰ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ πᾶ­νε σπί­τι του ἢ σπί­τι της, νὰ πι­οῦ­νε κά­τι, νὰ συ­ζη­τή­σουν ἀπὸ πέν­τε μέ­χρι εἴ­κο­σι λε­πτά, νὰ πά­ει στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ ἄλ­λα­ξει τὸ ρυθ­μό, αὐ­τὸς νὰ κα­πνί­ζει, νὰ γυ­ρί­σει καὶ νὰ κα­θί­σει κά­πως πιὸ κον­τά του, ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ λέ­ει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ κά­ποι­ον πα­λιό, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μαλ­λιά, νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος του, νὰ τὸν κοι­τά­ξει στὰ μά­τια, νὰ σκύ­ψει καὶ νὰ τὴν φι­λή­σει. Ἂν ἦ­ταν 1969, ὅλα αὐτὰ θὰ γι­νόν­του­σαν μέ­σα σὲ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἂν ἦ­ταν 1979, λί­γο πιὸ σύν­το­μα, ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι χω­ρὶς πο­τό, συ­ζή­τη­ση, τσι­γά­ρο, ἐ­πί­σκε­ψη στὸ μπά­νιο, ἐ­πι­στρο­φὴ δί­πλα του στὸν κα­να­πέ, μι­κρὴ συ­ζή­τη­ση, χά­ϊ­δε­μα μαλ­λι­ῶν, στρο­φὴ πρὸς τὸ μέ­ρος του, βύ­θι­σμα στὰ μά­τια του, φι­λί. Θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι, θὰ φι­λι­όν­του­σαν λί­γο, θὰ γδύ­νον­ταν ξε­χω­ρι­στὰ κι ὑ­στέ­ρα θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συν­το­νισθοῦν, θὰ δο­κί­μα­ζαν δύο ἢ τρεῖς στά­σεις, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις. Θὰ τε­λεί­ω­ναν μα­ζὶ ἢ χω­ρι­στά, θὰ ἔ­με­ναν τρί­α λε­πτὰ ἀγ­κα­λι­α­σμένοι, ἀ­μί­λη­τοι. Θὰ τὴν ρώ­τα­γε ἂν θέ­λει νε­ρό, θὰ ἔ­λε­γε ναί, θὰ πή­γαι­νε νὰ τῆς φέ­ρει, θὰ ἄ­να­βε τσι­γά­ρο πε­ρι­μέ­νον­τάς τον, θὰ ἐ­πέ­στρε­φε, θὰ ἔ­πι­ναν ὁ κα­θέ­νας τρεῖς, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις γου­λι­ὲς νε­ρό, θὰ τὴν χά­ι­δευ­ε λί­γο, λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε, θὰ τὸ ἔ­κα­ναν δεύ­τε­ρη φο­ρά, θὰ ἄ­να­βαν τσι­γά­ρο, θὰ ἔ­πι­ναν τὸ ὑ­πό­λοι­πο νε­ρό, αὐ­τὸς θὰ ἔ­σβη­νε κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ φῶς. Θὰ κοι­μόν­του­σαν λί­γο ἄ­βο­λα πα­ρα­κο­λου­θών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ὕ­πνο τοῦ ἄλ­λου, θὰ ξύ­πνα­γαν κι ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ πι­εῖ κα­φὲ για­τὶ ἔ­χει μιὰ δου­λειὰ στὶς δέ­κα καὶ μι­σή. Κι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά, θὰ ντύ­νον­ταν βι­α­στι­κά, θὰ κα­τέ­βαι­ναν στὸ δρό­μο, θὰ περ­πα­τοῦ­σαν λί­γο μα­ζὶ κι ὕ­στε­ρα θὰ χώ­ρι­ζαν.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα καὶ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κό­μα ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, ἂν ἦ­ταν 1985, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν ἄ­ναγ­κα­σθοῦν νὰ ποῦν τὸ πρω­ὶ ὅ­τι ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, θὰ εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ἢ θὰ εἶ­χαν πέ­σει ἀ­ναί­σθη­τοι ἀ­πὸ τὸ πο­τὸ ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κοι­μη­θοῦν μα­ζί, θὰ εἶ­χαν βα­ρε­θεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἄγ­γιγ­μα. Ἂν ἦ­ταν 1956, θὰ εἶ­χαν παν­τρευ­τεῖ, ἂν ἦ­ταν 1965, θὰ εἶ­χαν πά­ει σι­νε­μά, θὰ πέρ­να­γε τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο της, θὰ τὴν ἔ­σφιγ­γε λί­γο, θὰ τῆς χά­ϊ­δευ­ε τὸ λαι­μό, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να φι­λί, θὰ τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πω­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια, θὰ δε­χό­ταν νὰ τὴν φι­λή­σει πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας, τὸ 1969 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τή, μέ­χρι τὸ 1973 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τὴ κι ἀ­πὸ τ­ὸ 1975 καὶ με­τὰ δὲν θὰ πή­γαι­ναν κα­θό­λου σι­νε­μά, θὰ ἔ­κα­ναν μιὰ σο­βα­ρὴ συ­ζή­τη­ση. Θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κό­σμου, γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ ἦ­ταν ἔ­τσι ὅ­πως σοῦ λέ­ω, τὸ δι­ά­βα­σα. Μέ­χρι τὸ 1979 θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, στὸ βαθ­μὸ πού, στὸ μέ­τρο πού, σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ ἀν­τί­θε­ση, τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Τὸ πρω­ὶ θὰ εἶ­χαν μιὰ δου­λειά.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νὰ πά­ει σπί­τι της, θὰ τὸν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο, μή­πως εἶ­χε δου­λειά; Τί δου­λειὰ νὰ ἔ­χει, τρε­λά­θη­κες ποὺ ἔ­χω δου­λειά, θὰ τὴν συ­νό­δευ­ε μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο φι­λί, θὰ τὴν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο στὸ ἴ­διο μέ­ρος. Θὰ ἔμ­παι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα βγά­ζον­τας τὰ πα­πού­τσια της, θὰ ξά­πλω­νε μὲ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι, θὰ κά­πνι­ζε μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κούγον­τας τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἠ­θο­ποι­ού τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου νὰ δι­α­βά­ζει κά­τω ἀπὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι τὴν Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰ­ζαμ­πώ, θὰ ἔ­ψα­χνε στὴ φω­νὴ κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἰ­δι­κὰ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἔ­βρι­σκε, θὰ κοι­μό­ταν μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰζαμ­πώ γρά­φτη­κε ἐ­πει­δὴ κά­ποι­α στιγ­μὴ βγῆ­κε μὲ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ θὰ τὸν ἔ­βλε­πε πά­λι αὔ­ριο. Στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας θὰ ξύ­πνα­γε ἀπὸ κά­ποι­ο κορ­νά­ρι­σμα, θὰ ἄ­νοι­γε τὰ μά­τια κι ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ τὰ φῶ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἀ­πὸ τὸ δρό­μο θὰ τα­ξί­δευ­αν φευ­γα­λέ­α στὸ τα­βά­νι. Θὰ εἶ­χε ξε­χά­σει ἀ­νοι­χτὸ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι μιὰ φω­νὴ θὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἀρ­χαῖ­ες μου­σι­κές, φυ­λαγ­μέ­νες στὶς κα­τα­κόμ­βες τῆς κρα­τι­κῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας. Θὰ ση­κω­νό­ταν χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο καὶ θὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι, θὰ ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἄ­να­σα, θὰ μύ­ρι­ζε τὴν Ἀ­θή­να, θὰ σκε­φτό­ταν δι­ά­φο­ρα σα­χλὰ πράγ­μα­τα, θὰ ἔ­λε­γε μέ­σα της ἕ­ναν ἀ­νό­η­το μο­νό­λο­γο, θὰ γύ­ρι­ζε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­ψει τὴν ἐλα­φρὰ ξε­λι­γω­μέ­νη φω­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι. Ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ εἶ­χε ἀ­νέ­βει μα­ζί της χω­ρὶς νὰ τὴν ρω­τή­σει κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­ναν ὅ­πως-ὅ­πως θὰ γύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, θὰ προ­λά­βαι­νε καὶ θὰ γύ­ρι­ζε πρώ­τη ἀπὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ εἶ­χαν γυ­ρι­σμέ­νες τὶς πλά­τες καὶ μό­νο τὸ πρω­ὶ θὰ γύ­ρι­ζαν πέν­τε λε­πτὰ πρὶν ση­κω­θοῦν, θὰ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ με­τὰ θὰ τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια κα­τά­φε­ραν νὰ γυ­ρί­ζουν πο­λὺ ἄ­νε­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄν­θρω­πο­τη­τας, οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες σχέ­σεις, ὁ σε­βα­σμὸς τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἢ ἰ­σό­τη­τας τῶν δύ­ο φύ­λων, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λα τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ βρον­το­φώ­να­ζαν οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς ἀ­να­λύ­σεις, τὸ ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ δι­α­δη­λω­τὲς στοὺς δρό­μους, τὸ πρό­τει­ναν τὰ τρα­γού­δια, τὸ ἔ­βλε­παν στὶς ται­νί­ες, τὸ ἔ­γρα­φαν στὰ βι­βλί­α, νὰ τοῦ γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, νὰ τῆς γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, τὸ πρωῒ νὰ ἔ­χε­τε μιὰ δου­λειά.

        Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια ὅ­λοι βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ νὰ ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, στὶς δέ­κα καὶ μι­σή ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκον­ται κά­που. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δο­κι­μά­σεις ὅ,τι βρεῖς μπρο­στά σου, εἶ­σαι ἔ­λευ­θε­ρη νὰ δε­χτεῖς ὅ­λες τὶς δο­κι­μα­σί­ες νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ξαφ­νι­κὲς εὐ­λο­γί­ες πού ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, σταλ­μέ­νες ἀπὸ τὴν τυ­χαί­α πλο­κή, κλη­ρο­δο­τη­μέ­νες ἀπὸ τὸ τί­πο­τα. Με­λα­χρι­νή, συμ­πα­θη­τι­κή, ξέ­ρει νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ κά­ποι­ον χω­ρὶς νὰ τὸν γου­στά­ρει, τὸ ἔ­χει μά­θει πο­λὺ κα­λὰ καὶ τὸ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ, ἂς ἐ­πι­μέ­νουν τὰ δι­α­φη­μι­στι­κά. Ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, πί­νει μιὰ γου­λιά, ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι καὶ τώ­ρα μέ­νει στὴ σι­ω­πή, πί­νει μιὰ γου­λιά, αἰ­σθά­νε­ται μιὰ κά­ποι­α συμ­πά­θεια γι’ αὐ­τὸν τὸν σχε­δὸν κου­φὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πα­λεύ­ει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψει λί­γη μου­σι­κὴ μέ­σα στὸ χά­ος, εἴ­κο­σι χρό­νια, με­τά. Δὲν θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ μα­ζί του, θὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει ἀπὸ μα­κριά.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπὲστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντί καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωσης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


Εἰκόνα: Ἀφίσα τοῦ Θεμιστοκλῆ Οὐρανοπολίτη.


Χρῆ­στος Παπ­πᾶς: Βήματα

 



Χρῆ­στος Παπ­πᾶς


Βή­μα­τα


Ο ΡΑΒΑΣΑΚΙ ἦρθε χθὲς  τὸ βρά­δυ, σὲ ἀ­νύ­πο­πτο χρό­νο, λί­γο πρὶν κλεί­σουν τὰ φῶ­τα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὁ Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, φύ­λα­κας μὲ ἀ­ριθ­μὸ 2532. Τὸ δι­ά­βα­σα κι ἔ­πει­τα τὰ φῶ­τα ἔ­κλει­σαν.

       Δί­πλω­σα τὸ χαρ­τά­κι, ξά­πλω­σα, ἀλ­λὰ μά­τι δὲν ἔ­κλει­σα. Ἴ­σως νὰ ἔ­κα­να μα­λα­κία ποὺ τό ‘­βα­λα στὴν ἀ­ρι­στε­ρή μου τσέ­πη. Ὅ­λο τὸ βρά­δυ τὸ ἔ­νι­ω­θα πά­νω στὸ στῆ­θος μου σὰν βά­ρος.

       Ση­κώ­θη­κα με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κι ἔ­κα­να τὰ ἔξι βή­μα­τα τοῦ σπι­τιοῦ μου δώδεκα φο­ρές. Ἑβδομῆντα δύο βή­μα­τα. Τό­σα θέ­λω νὰ πά­ω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι ποὺ τρώ­ω στὸ κρεβ­βά­τι μου. Δεύτερος ὄ­ρο­φος, δεύτερο κε­λί, δεύτερη κου­κέ­τα ἀ­πὸ πά­νω.

       Τὸ βῆ­μα γιὰ ν’ ἀ­νέ­βω δὲν τὸ μέ­τρη­σα πο­τέ.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ μὲ ρώ­τη­σε, δὲν τοῦ εἶ­πα τί­πο­τα. Θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νου­με ξύ­πνιοι ἀλ­λὰ ἄλ­λον ἄϋ­πνο στὴν συ­νεί­δη­σή μου δὲν ἤ­θε­λα. Προ­σφέρ­θη­κε νὰ κά­νει χῶ­ρο γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦ­με μα­ζί. Ἴ­σως σὲ λί­γο, τοῦ ‘­πα, τώ­ρα θέ­λω ἀ­έ­ρα. Εἶ­πα ψέ­μα­τα ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἀ­πὸ αὔ­ριο θὰ ‘­χα τό­σο, ποὺ δὲν θὰ ἤ­ξε­ρα τί νὰ τὸν κά­νω.

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ ἔ­πι­α­σα τὸ δεύτερο καὶ τὸ τέ­ταρ­το κάγ­κε­λο.

       Κοί­τα­ξα τὴν αὐ­λή.

       Ἑπτὰ βή­μα­τα, ἀ­πὸ τὶς μπα­σκέ­τες ὣς τὶς ἐ­ξέ­δρες. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, τριάντα γιὰ τὰ βά­ρη. Ἐνενῆντα ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη καὶ τριακόσια εξῆντα πέντε γιὰ τὸν γύ­ρο ὅ­λο. Τὴν ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως μέ­χρι τὴν ἔ­ξο­δο δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τὴν ὑ­πο­λο­γί­σω. Τό­τε βέ­βαι­α ἦ­ταν εἴ­σο­δος κι ὅ­ταν μπῆ­κα οἱ ἀ­ριθ­μοὶ δὲν μ’ ἔ­νοια­ζαν. Μό­νο ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς μέ­ρες πῆ­ραν ξα­νὰ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα.

       Ὁ Ἀ­νέ­στης ξε­φύ­ση­ξε. Ἀ­κό­μα δὲν κοι­μό­ταν. Αὔ­ριο· ποι­ός θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ μεί­νει ἐ­δῶ μα­ζί του ἄ­ρα­γε; Κοί­τα­ξα τὸ ρο­λό­ι. Μία. Ἴ­σως ἀ­κό­μα ἔξι ὧ­ρες, μπο­ρεῖ καὶ ἑπτά. Ρὲ Ἀ­νέ­στη δῶ­σε ἕ­να τσι­γά­ρο, τοῦ ζή­τη­σα. Μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ἀ­ναμ­μέ­νο. Δὲν τοῦ εἶ­πα εὐ­χα­ρι­στῶ. Δὲν τοῦ εἶ­χα πεῖ οὔ­τε ἕ­να, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα εἶ­χε κά­νει γιὰ μέ­να. Ἔ­χω ὥ­ρα ἀ­κό­μα.

       Στὶς τρεῖς τζοῦ­ρες τὸ πέ­τα­ξα. Εἶ­δα τὴν κά­φτρα νὰ πέ­φτει καὶ ἤ­θε­λα νὰ πέ­σω μα­ζί της.

       Ποῦ θὰ πή­γαι­να; Ποι­ὸς θὰ μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ἔ­ξω;

       Ἐ­λεύ­θε­ρος.

       Ὅ­ταν θὰ βγῶ θὰ ἔ­χω κά­τι ἄλ­λο νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζω καὶ ὄ­χι βή­μα­τα, ὧ­ρες, μέ­ρες. Ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὸ τί ἔ­χω; Τί εἶ­μαι; Τό­σος χῶ­ρος ἐ­κεῖ ἔ­ξω δὲ θὰ μπο­ρῶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω μό­νος μου.

       Ἔ­λα δῶ, εἶ­πε ὁ Ἀ­νέ­στης καὶ ἔ­κα­νε χῶ­ρο στὸ κρεβ­βά­τι του. Κα­τέ­βη­κα, φώ­λια­σα δί­πλα του κι ὅ­ταν μὲ πῆ­ρε ἀγ­κα­λιά, μὲ πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα.

       Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ γιά…

       Σςς, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ στό­μα μ’ ἕ­να φι­λί. Αὔ­ριο μοῦ εἶ­πε καὶ ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του καὶ κοι­μή­θη­κε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Παπ­πᾶς. Ἔ­χει σπου­δά­σει Του­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ πα­ρα­κα­λου­θεῖ ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὸ Ρέ­θυ­μνο.



		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Θεραπεῖες



Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Θε­ρα­πεῖ­ες


ΟΝ ΚΑΙΡΟ τῆς ἀρρώστιας τῆς μη­τέ­ρας, ὅ­πως τό­σοι καὶ τό­σοι ἄν­θρω­ποι, ἐ­πι­σκε­πτό­μα­σταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Ἅ­γιοι Ἀ­νάρ­γυ­ροι γιὰ τὶς ἀ­ναγ­καῖ­ες χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες. Ἡ δι­α­δι­κα­σί­α ξε­κι­νοῦ­σε νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ μὲ τὶς ἐ­ξε­τά­σεις αἵ­μα­τος, καὶ τε­λεί­ω­νε ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Οἱ ἡ­μέ­ρες καὶ οἱ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες ἦ­ταν αὐ­στη­ρὰ κα­θο­ρι­σμέ­νες καὶ ἄλ­λα­ζαν μό­νο ἂν ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νυ­πέρ­βλη­τα ἐμ­πό­δια. Ἔ­τσι λί­γο-πο­λὺ στοὺς δι­α­δρό­μους στοι­βα­ζό­μα­σταν λό­γω καὶ ἔλ­λει­ψης χώ­ρου —στὸ πα­λιὸ τό­τε ἀ­κό­μα νο­σο­κο­μεῖ­ο—οἱ ἴ­δι­ες πά­νω-κά­τω φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ἀ­σθε­νῶν καὶ συ­νο­δῶν. Καὶ λέ­ω λί­γο-πο­λὺ για­τί κά­ποι­οι ἐν τῷ με­τα­ξὺ τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς θε­ρα­πεί­ας τους καὶ δὲν ξα­να­έρ­χον­ταν γιὰ με­γά­λο δι­ά­στη­μα, ἄλ­λοι πά­λι τε­λεί­ω­ναν τὸν κύ­κλο τῆς ζω­ῆς τους καὶ μα­θαί­να­με τὰ ἄ­σχη­μα νέ­α ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους συ­νο­δοι­πό­ρους στὸν Γολ­γο­θᾶ τῆς ἐ­πά­ρα­της νό­σου.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα, κα­θὼς πε­ρί­με­να στὸ δι­ά­δρο­μο ὄρ­θιος ­—στὶς λί­γες θέ­σεις κά­θον­ταν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι καὶ ἀ­σθε­νεῖς— ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­χε ἀρ­χί­σει τὴ θε­ρα­πεί­α, ξα­πλω­μέ­νη σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ὀ­δον­τιά­τρου, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας με­λα­ψὸς με­σή­λι­κας, πι­θα­νό­τα­τα τσιγ­γά­νος. Χαι­ρέ­τη­σε καὶ κά­θι­σε σὲ μιὰ ἄ­δεια θέ­ση στὸν κα­να­πέ. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νος του, χω­ρὶς συ­νο­δό. Ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ἔ­βλε­πα. Οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως φά­νη­κε πὼς τὸν γνώ­ρι­ζαν. Ἔ­δω­σε αἷ­μα καὶ πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του. Ὅ­ση ὥ­ρα κα­θό­ταν ἔ­βη­χε μὲ ἕ­ναν βα­θὺ ὕ­που­λο βή­χα ποὺ τὸν συν­τά­ρα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο. Ὁ για­τρός του ὡ­στό­σο ἀρ­γοῦ­σε νὰ ἔρ­θει, καὶ ὁ ἄν­θρω­πος κά­ποι­α στιγ­μὴ ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Στά­θη­κε στὸν ἤ­σκιο, στὴν εἴ­σο­δο τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ρου­φᾶ λαί­μαρ­γα, βή­χον­τας ταυ­τό­χρο­να. Τὶς κι­νή­σεις του τὶς ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ πα­ρα­κα­θή­με­νοι καί, ὅ­ταν μπῆ­κε μέ­σα, κά­ποι­οι τοῦ ρί­χτη­καν – ἦ­ταν πρό­σφα­τες καὶ οἱ αὐ­στη­ρὲς δι­α­τά­ξεις τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ἕ­νω­σης, ποὺ εἶ­χαν ὀ­ξύ­νει στὸ ἔ­πα­κρο τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α τῶν ἀν­τι­κα­πνι­στῶν.

       — Κα­λὰ ἐ­σὺ δὲ βά­ζεις μυα­λό. Δὲν δι­ορ­θώ­νε­σαι μὲ τί­πο­τα; Οὔ­τε ἡ ἀρ­ρώ­στια σὲ συ­νε­τί­ζει;

       Ἐ­κεῖ­νος προ­σπά­θη­σε νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἡ φω­νή του κο­βό­ταν ἀ­πὸ βή­χα καὶ τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ λό­γος, ἕ­να μούγ­κρι­σμα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας.

       Με­τὰ μπῆ­καν κι ἄλ­λοι στὴ συ­ζή­τη­ση καὶ ἔ­βγα­λαν ὅ­λο τὸν πό­νο γιὰ τοὺς δι­κούς τους ἀρ­ρώ­στους πά­νω του, μὲ χτυ­πή­μα­τα δια­ρκῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη. Τὸν ρώ­τη­σαν ἂν ἔ­χει παι­διὰ καί, ὅ­ταν ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά, τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν ὅ­τι δὲν τὰ σκέ­φτε­ται καὶ τοῦ εἶ­παν καὶ ἄλ­λα λό­για ποὺ πλη­γώ­νουν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μὲ τε­ρά­στια ὑ­πο­μο­νή, ἀ­κό­μα καὶ ἂν εἶ­ναι ὑ­γι­ής.

       Ἐ­κεῖ­νος πε­ρι­έ­φε­ρε τὰ κα­φὲ σκοῦ­ρα μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω γε­μά­τα πό­νο, μουγ­κρί­ζον­τας καὶ βή­χον­τας, ψά­χνον­τας νὰ βρεῖ ὑ­πο­στή­ρι­ξη. Μά­ται­α ἐ­γὼ προ­σπά­θη­σα νὰ πῶ πὼς πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο σὲ αὐ­τὴ τὴν πό­λη βλα­πτι­κὸ εἶ­ναι τὸ καυ­σα­έ­ριο ποὺ εἰ­σπνέ­ου­με, τὰ αἰ­ω­ρού­με­να σω­μα­τί­δια. Ἐ­κεῖ­νος συγ­κα­τά­νευ­σε ἀλ­λὰ οἱ ἄλ­λοι δὲν ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ τοῦ ἐ­πι­τί­θον­ταν συ­νέ­χεια.

       Τό­τε ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ ἔ­δω­σε τέ­λος στὴ συ­ζή­τη­ση μὲ μιὰ σπα­ρα­κτι­κὴ ἀ­πο­στρο­φή. «Ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω, ρὲ γα­μῶ­το, ἀ­φοῦ θὰ πε­θά­νω.» Καὶ δι­α­σχί­ζον­τας σκυ­φτός το δι­ά­δρο­μο ἄ­να­ψε ἄλ­λο ἕ­να τσι­γά­ρο, μό­λις βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα κι ἐ­γώ, ἀλ­λὰ βγαί­νον­τας κα­τευ­θύν­θη­κα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου καὶ ἀ­φοῦ κά­θι­σα σὲ μιὰ βρό­μι­κη σκά­λα, ἔ­χω­σα τὸ κε­φά­λι μου ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).



		

	

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz): Θυ­μᾶ­μαι



Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz)


Θυ­μᾶ­μαι

(Remember)


ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑΝ εἴ­κο­σι χρό­νια γιά νά γρα­φτεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α. Στό τέ­λος ἕ­νας δύ­της χά­νε­ται. Ἄν θέ­λε­τε νά στα­μα­τή­σε­τε τώ­ρα, αὐ­τό εἶ­ναι ὅ­λο κι ὅ­λο.

***

Τό πράγ­μα ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν, μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου, εἶ­δα τίς πορ­το­κα­λι­ές καί μαῦ­ρες ρί­γες ἑ­νός τί­γρη. Σκέ­φθη­κα πώς ἴ­σως ἤ­θε­λε νά φά­ει τό χέ­ρι μου, ἀλ­λ’ ἀν­τι­θέ­τω­ς ἔ­γλυ­φε ἤ­ρε­μα ἕ­να κου­τά­κι πα­γω­μέ­νου γι­α­ουρ­τιοῦ πε­τα­μέ­νου πά­νω στό βρώ­μι­κο ἔ­δα­φος τοῦ πα­ρά­δρο­μου μιᾶς πό­λης. Χλα­πά­κια­σε κά­θε στα­γό­να, κ’ ὕ­στε­ρα τό ἴ­διο τό κου­τά­κι τσά­κι­σε, στά σα­γό­νια του. Ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν ἑ­πτά.

       Ὁ τί­γρης με­τα­φέρ­θη­κε πί­σω στόν ζω­ο­λο­γι­κό κῆ­πο (ἤ ἦ­ταν μιά ἰ­δι­ω­τι­κή κα­τοι­κί­α;), ἀλ­λά μ’ ἔ­κα­νε νά σκε­φτῶ πο­λύ γιά τόν ὠ­κε­α­νό. Πώς τά ζῶ­α ἐ­κεῖ, μέ με­ρι­κές ἐ­ξαι­ρέ­σεις, δέν φεύ­γουν πο­τέ. Μέ­νουν ὅ­που βρί­σκον­ται κι ὅ­λα τούς πα­ρέ­χον­ται. Εἶ­πα σέ κά­ποι­ον τί σκε­φτό­μουν. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα τό νε­ρό.

       Πολ­λοί στή ζω­ή μου μέ προ­ει­δο­ποί­η­σαν πώς ἡ σκέ­ψη δέν ἦ­ταν κα­λή, ὅ­μως λά­θευ­αν.

***

Νά φτά­σω στή θά­λασ­σα ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Ἔ­πρε­πε νά σπου­δά­σω, καί πο­τέ δέν ἤ­μουν πο­λύ κα­λός φοι­τη­τής. Ὁ­πο­τε­δή­πο­τε κά­ποι­ος προ­σπα­θοῦ­σε νά μοῦ δι­δά­ξει τό πα­ραμι­κρό, ἐ­γώ ἄρ­χι­ζα νά σκέ­πτο­μαι κά­τι ἄλ­λο. Ἄν ἤ­θε­λα νά μά­θω γιά τήν ποί­η­ση ἔ­πρε­πε νά κά­νω μα­θή­μα­τα μα­θη­μα­τι­κοῦ λο­γι­σμοῦ. Πῆ­ρε κά­ποι­α χρό­νια νά κα­τα­λά­βω πῶς νά ἰ­σορ­ρο­πῶ τά πάν­τα.

       Τό κα­λύ­τε­ρο μέ­ρο­ς γιά θα­λάσ­σια βι­ο­λο­γί­α βρι­σκό­ταν σέ μιά μα­κρι­νή βο­ρι­νή πό­λη, μέ κλί­μα σά φου­σκω­τό ἄ­νο­ρακ, ὅ­που τά νού­με­ρα μέ­τρη­σης τῆς θερ­μο­κρα­σί­ας ἦ­σαν δι­α­φο­ρε­τι­κά.

       Ἕ­να τμῆ­μα τοῦ προ­γράμ­μα­τος ἦ­ταν στό κέν­τρο τῆς πό­λης, κι ἕ­να ἄλ­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε συ­χνές ἐκ­δρο­μές σ’­ ἕ­ναν δο­ρυ­φο­ρι­κό campus ὅ­που πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζε μέ μα­θη­τεί­α  σέ κά­στρο με­σαι­ω­νι­κοῦ τύ­που, πλῆ­ρες ποι­κί­λων δο­κι­μα­σι­ῶν, μέ μιάν αὐ­στη­ρή δο­μή ἀ­πό κά­στες, ἀ­πορ­ρι­πτι­κούς προ­φέ­σο­ρες, καί με­γά­λες φι­λί­ες ἑ­νω­μέ­νες μέ ἀ­παί­σι­ες ἀ­πο­φο­ρές. Ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης δι­δα­σκό­μα­σταν πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ου­με κά­τω ἀ­π’ τό νε­ρό. Τώ­ρα κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κό ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἦ­ταν ἀ­πο­δε­κτό.

       Ἤ­μουν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νά πά­ρω πτυ­χί­ο μέ δι­πλό major, γιά νά θυ­μᾶ­μαι ὅ,τι­δή­πο­τε, καί γι­’ ­αὐ­τό εἶ­μαι καί βι­ο­λι­στής.

***

Γιά λί­γο ἔ­μει­να σέ κεί­νη τή βο­ρι­νή πό­λη, με­τά πῆ­γα σ’­ἕ­να ἰν­στι­τοῦ­το ἔ­ρευ­νας στήν βι­ο­λο­γί­α μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον στό κτί­σι­μο ὑ­πο­θα­λάσ­σι­ων πό­λε­ων. Με­τροῦ­σαν τή θερ­μο­κρα­σί­α μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἀλ­λά δι­α­φο­ρε­τι­κό λε­ξι­λό­γιο. Πραγ­μα­τι­κά βο­ή­θη­σε νά μά­θω μιά νέ­α γλώσ­σα καί νά ἀ­να­πτύσ­σω ὑ­δα­το­καλ­λι­έρ­γει­ες. Στό τέ­λος ἐ­πι­λέ­χτη­κα ὡς ἕ­νας ἀ­πό τούς πρώ­τους κα­τοί­κους. Θά τε­στά­ρι­ζα τά σχέ­δια.

       Κα­θώς τό πεί­ρα­μα συ­νε­χι­ζό­ταν γιά λί­γο καί πιά δέν ἔ­νι­ω­θα τί­πο­τα γιά τούς ἀν­θρώ­πους στή στε­ριά, δι­ά­λε­ξα νά πα­ρα­μεί­νω ὑ­πο­βρύ­χι­ο­ς ὅ­σο τό δυ­να­τόν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τῆς ὁ­μά­δας πῆ­γαν πί­σω ὅ­ταν ὅ­λοι θε­ω­ρη­θή­κα­με ὡς ἀ­πο­τυχόν­τες, ἀλ­λά ὁ ἴ­διος τούς εἶ­πα πώς ἐ­κει­πέ­ρα εἶ­χα ἕ­ναν κῆ­πο.

       Ἔ­νι­ω­θα ὡ­ραῖ­α νά ‘­χω ξε­χα­στεῖ. Τά ζῶ­α ἦ­σαν πι­στά στη φύ­ση τους, καί δέ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σαν. Εἶ­χα ποι­κι­λί­ες φυ­τῶν μέ μό­νι­μα προ­βλή­μα­τα, καί ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­μουν ἕ­να μου­σι­κό πρό­γραμ­μα μέ ἕ­να δα­νει­κό βι­ο­λί ἀ­πό ἴ­νες ἄν­θρα­κα.

***

Κα­θώς τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν δού­λευ­α καί κα­τέ­γρα­φα πώς τά ζῶ­α καί ἡ ζω­ή τῶν φυ­τῶν προ­σαρ­μο­ζό­ταν σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κλί­μα­τα. Τό­τε ἦρ­θε ὁ προ­α­να­φερ­θείς δύ­της, μέ μαύ­ρη φόρ­μα καί μιά δε­ξα­με­νή.

       «Ἔ­πε­σα πά­νω σου τυ­χαῖ­α σέ κά­τι πα­λι­ές χαρ­τοῦ­ρες» εἶ­παν, «καί ἤ­θε­λα νά βε­βαι­ω­θῶ πώς δέν ἦ­ταν λά­θος».

       Μέ­σα ἀ­π’ τίς μά­σκες τους πα­ρα­τή­ρη­σα πώς εἶ­χαν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βλέμ­μα, ἀλ­λά δέν μπο­ροῦ­σα νά ξε­χω­ρί­σω ἄν ἦ­ταν οἶ­κτος, ἤ ἀ­η­δί­α, ἤ σκέ­τα τό πρό­σω­πό τους

***

Ἡ πό­λη ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐ­κεί, ἀλ­λά τά φυ­τά δέν με­γά­λω­ναν πο­λύ, καί δέν εἶ­χα πολ­λά νά πῶ. Προ­σφέρ­θη­κα νά τούς παί­ξω λί­γη μου­σι­κή. Ἦ­σαν πο­λύ εὐ­γε­νι­κοί καί εἶ­παν πώς ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νά ἐ­πι­στρέ­ψουν στήν ἐ­πι­φά­νεια.

       Πέ­ρα ἀ­π’ ­αὐ­τό πο­τέ δέν γύ­ρι­σαν στήν ἐ­πι­φά­νεια, ἤ ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ. Κα­νέ­να νέ­ο τους δέν μα­θεύ­τη­κε πο­τέ ἀ­πό κα­νέ­να.

       Ὑ­περ­γεί­ως εἶ­ναι κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό ὅ­ταν κά­ποι­ος χά­νε­ται, γι­’ ­αὐ­τό μιά ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα βγῆ­κε νά ψά­ξει τόν δύ­τη, κι ὅ­τα­ν βρῆ­καν ἐ­μέ­να, ἤ­ξε­ρα πώς τό πεί­ρα­μα ὁ­ρι­στι­κά εἶ­χε φτά­σει στό τέ­λος του. Ἔ­πρε­πε νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τήν πό­λη μου. Ἄν ὑ­πῆρ­χαν φῶ­τα θά ἔ­πρε­πε νά τά σβή­σω.

***

Ἡ γῆ δέν δί­νει τήν ἴ­δια αἴ­σθη­ση ὅ­πως πρίν φύ­γω. Κα­τά και­ρούς ξε­χνά­ω πώς ν’ ἀ­να­πνέ­ω αὐ­τόν τόν ἀ­έ­ρα, πώς νά περ­πα­τά­ω, πώς νά χρη­σι­μο­ποι­ῶ τά χρή­μα­τα, πώς νά μι­λά­ω στούς ἄλ­λους χω­ρίς μέ κά­ποι­ο τρό­πο νά τούς πλη­γώ­νω καί πώς νά εἶ­μαι συ­νη­θι­σμέ­νο ἄ­το­μο. Κα­νείς δέ μέ θυ­μᾶ­ται, κι ἔ­τσι κα­νείς δέν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται νά μέ βο­η­θή­σει νά θυ­μᾶ­μαι.

       Δέν μπο­ρῶ ὅ­μως νά πά­ω πί­σω, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὄ­χι δί­χως μιάν ἐ­ρευ­νη­τι­κή ἐ­πι­δό­τη­ση, πού κα­νείς δέν θέ­λει νά χρη­μα­το­δο­τή­σει. Τό νά συγ­κεν­τρω­θῶ ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μη μιά φο­ρά δυ­σχε­ρέ­στε­ρο. Δέν μπο­ρῶ νά προ­βλέ­ψω τί θά συμ­βεῖ στή συ­νέ­χεια.

       Ἡ ἐ­ρευ­νη­τι­κή ὁ­μά­δα πο­τέ δέν κα­τά­λα­βε ποῦ χά­θη­κε ὁ δύ­της. Ἴ­σως τόν κα­τά­πι­ε κα­μιά ὑ­πο­θα­λάσ­σια μαύ­ρη τρύ­πα. Ἀ­π’ ὅ­σο ξέ­ρου­με εἶ­ναι μυ­στή­ριο.

       Ἀλ­λά ἔρ­χον­ται στιγ­μές πού γί­νο­μαι κα­κός. Μπο­ρῶ νά φαν­τα­στῶ τόν δύ­τη κρυμ­μέ­νο, νά μέ πε­ρι­μέ­νει νά φύ­γω, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τό μι­σό τοῦ κύ­κλου, ὅ­πως ἐ­γώ συμ­πλή­ρω­σα τό δι­κό μου. Κα­θέ­νας βρί­σκον­τας ἐ­κεῖ­νο πού ἄ­φη­σε πί­σω του ὁ ἄλ­λος: ἕ­ναν ἄ­δει­ο κῆ­πο, ἕ­να πα­ρα­τη­μέ­νο βι­ο­λί, ἕ­να ἐ­ρεί­πιο τοῦ μέλ­λον­τος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ ἱ­στο­λό­γιο JMWW (09.10.2019):

https://jmwwblog.wordpress.com/2019/10/09/flash-fiction-remember-by-dan-schwartz/

Ντὰν Σβάρτζ (Dan Schwartz). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Washington, DC καὶ ζεῖ στὴν Arizona. Ἐρ­γα­σί­α του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις The Fa­bu­list, Ne­ces­sary Fi­ction καὶ Joy­land.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὰ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τῆς Paula Borowska.

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Συνέντευξη



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Συ­νέν­τευ­ξη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ πρω­ι­νὸ ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς δι­έ­σχι­σε ἀ­έ­ρι­νά τὸ λόμ­πυ τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου φτά­νον­τας ὣς τὸ μπάρ. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἤ­δη πα­ραγ­γεί­λει τὸν κα­φέ μου, εἶ­χα σταυ­ρώ­σει τὰ πό­δια μου καὶ πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Φο­ροῦ­σα τα­γι­έρ. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κῶν αὐ­τὸ ση­μαί­νει μιὰ φού­στα κι ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Τὸ τα­γι­ὲρ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ γυ­ναι­κεί­α ἐκ­δο­χὴ τοῦ ἀν­τρι­κοῦ κου­στου­μιοῦ.  Προσ­δί­δει ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ κύ­ρος καὶ σο­βα­ρό­τη­τα  – ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να εἶ­ναι τὸ πᾶν. Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ εἰ­κό­να, τὴ ζω­ὴ κα­θαυ­τή, τὸ πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­στη­κα γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στῶ, τὸ ἂν ἔ­χω παι­διὰ ἢ σύ­ζυ­γο ἢ τὸ πό­σο μοῦ κό­στι­σε —σὲ χρό­νο καὶ χρῆ­μα— τὸ τα­ξί­δι μέ­χρι τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, παίρ­νον­τας ἕ­να τα­ξί, ἕ­να με­τρὸ καὶ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δὲν κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον κα­νε­νός. Τὸ ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ γυ­ναί­κα μέ­σης ἡ­λι­κί­ας μὲ τά­ση γιὰ ἀκ­μὴ ἢ τὸ ὅ­τι βά­φω τὰ μαλ­λιά μου, ἐν­δι­α­φέ­ρει πρω­τί­στως τὶς ἑ­ται­ρεῖ­ες καλ­λυν­τι­κῶν κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ες ἀ­π’ τὶς λε­γό­με­νες τη­λε­θε­ά­τρι­ες. Ὅ­σο γιὰ τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ ποὺ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρα­βών­τας μιὰ κα­ρέ­κλα, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω πὼς τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν τῆς κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Τὸ δέρ­μα μου ἢ τὰ μαλ­λιά μου ἢ τὸ πὼς ζῶ. Τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει, ὅ­πως κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως καὶ τὶς τη­λε­θε­ά­τρι­ες, τὸ δι­κό της στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λά της μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κό της δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρα­σμέ­νο σὲ γνω­στὴ κο­σμι­κὴ γει­το­νιά.

       Ἡ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸς πα­ραγ­γέλ­νει κα­φὲ καὶ σταυ­ρώ­νει τὰ δι­κά της πό­δια. Φο­ρᾶ παν­τε­λό­νι. Στὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν αὐ­τὸ ση­μαί­νει «εἶ­μαι μον­τέρ­να, ἄ­νε­τη καὶ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση». Στὴ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη. Ἡ γλώσ­σα τῶν ἀν­τρῶν δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα τῶν γυ­ναι­κὼν σὲ ἀ­πο­χρώ­σεις κι ἐκ­φάν­σεις. Συ­χνά, ἀ­κό­μα καὶ σὲ λέ­ξεις. Συ­χνά, οἱ ἄν­τρες σω­παί­νουν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες μι­λοῦν μὲ βά­θος κι εὐ­γλωτ­τί­α. Λι­γό­τε­ρο συ­χνά, σω­παί­νουν οἱ γυ­ναῖ­κες. Ὅ­σο γιὰ τοὺς ἄν­τρες, ἡ γλώσ­σα τους εἶ­ναι σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς πιὸ γραμ­μι­κή, ἄς ποῦ­με πιὸ εὐ­θύ­βο­λη. Καὶ πιὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἐ­δῶ βέ­βαι­α ἐ­πρό­κει­το νὰ συ­νο­μι­λή­σου­με δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἄ­γνω­στες, σύγ­χρο­νες γυ­ναῖ­κες. Ἀ­γνώ­στου προ­ε­λεύ­σε­ως ἢ ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ φω­τι­στεῖ μὲ τὴν κου­βέν­τα. Ἡ κου­βέν­τα ἐ­πρό­κει­το νὰ ἔ­χει τὴ μορ­φὴ συ­νεν­τεύ­ξε­ως. Συ­νέν­τευ­ξη εἶ­ναι συ­νή­θως μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ κοι­νό­τυ­πα ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ γί­νον­ται σὲ μὴ κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξα­χθεῖ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους πό­σο κοι­νό­τυ­ποι εἶ­ναι τε­λι­κὰ αὐ­τοὶ οἱ μὴ κοι­νοὶ ἄν­θρω­ποι, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κοι­νοὶ θνη­τοὶ ἀ­π’ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν παίρ­νει συ­νή­θως συ­νεν­τεύ­ξεις κα­νείς.

       Κοι­τά­ζω κα­τά­μα­τα τὴ νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ὸ καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση. «Βρί­σκε­στε ἐ­δῶ γιὰ τὰ γυ­ρί­σμα­τα τῆς νέ­ας σας ται­νί­ας. Πῶς σᾶς φαί­νον­ται οἱ ντό­πιοι; Σᾶς λεί­πει ἡ πα­τρί­δα σας;» Μοῦ ἀ­παν­τά­ει πὼς οἱ ντό­πιοι εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χοι ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χει γνω­ρί­σει εἶ­ναι φι­λι­κοὶ κι ἐγ­κάρ­διοι. Ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα της τῆς λεί­πει ὁ σκύ­λος της καὶ ἡ συν­νε­φιά. Μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται πὼς δὲν ξέ­ρει νὰ εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὴ ἢ σκε­φτι­κὴ μὲ τό­σο ἥ­λιο. Τὶς Κυ­ρια­κὲς βα­ρι­έ­ται. Ἐ­πί­σης, λό­γῳ φω­τός, ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­ες. Τῆς λέ­ω πὼς εἶ­ναι ἁ­πλῶς θέ­μα συ­νή­θειας, τὸ φῶς ἢ τὸ σκο­τά­δι, καὶ μέ­σα μου σκέ­φτο­μαι πό­σο προ­σω­πι­κὴ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός.

       Ἡ ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἡ­ρω­ί­δα ποὺ ὑ­πο­δύ­ε­ται. Πρό­κει­ται βέ­βαι­α γιὰ μιὰ σού­περ­γου­μαν. «Πι­στεύ­ε­τε στοὺς ὑ­πε­ρή­ρω­ες καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ γνώ­μη σας γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα;» λέ­ω τρα­βών­τας μιὰ ρου­φη­ξιὰ κα­φέ. Σκέ­φτε­ται γιὰ λί­γα λε­πτὰ σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ συν­ται­ριά­ξει τὶς σκέ­ψεις μὲ τὶς λέ­ξεις καὶ λέ­ει κά­τι ποὺ φαί­νε­ται ἁ­πλό, ἕ­ως καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὸ βί­ω­μα. Λέ­ει, «Σου­πε­ρή­ρω­ας εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει τὸ θάρ­ρος νὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­αυ­τός του». «Οἱ γυ­ναῖ­κες», συμ­πλη­ρώ­νει, «σπά­νια ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α». Στὸ μυα­λό μου, ἡ εἰ­κό­να τοῦ ὑ­πε­ράν­θρω­που μὲ κά­πα καὶ κο­λὰν ση­κώ­νει τὸ βά­ρος τοῦ ἐ­αυ­τοῦ στὸ μέ­σο μιᾶς τα­ρά­τσας. Σὰν ἄλ­λος Σί­συ­φος. Με­τά, μί­α γυ­ναί­κα ποὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζω, κον­τού­λα καὶ λε­πτή, ση­κώ­νει τὸ βά­ρος ἑ­νὸς σπι­τιοῦ γε­μά­το ἑ­αυ­τοὺς στὸ μέ­σο μιᾶς κου­ζί­νας.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ νέ­α ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ μου μὲ σφο­δρό­τη­τα: «Πῶς νι­ώ­θε­τε γιὰ τὴ μη­τρό­τη­τα; Εἶ­ναι μέ­ρος τῆς ταυ­τό­τη­τας τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας;» Ὁ­μο­λο­γεῖ πὼς τὴν μπερ­δεύ­ει ὁ ὅ­ρος «σύγ­χρο­νη γυ­ναί­κα» κι ὅ­σο γιὰ τὸν ὄ­ρο «ταυ­τό­τη­τα», «δὲν εἶ­ναι κά­πως ξε­πε­ρα­σμέ­νος;», ρω­τᾶ. «Ἡ γυ­ναί­κα» συ­νε­χί­ζει, «πάν­τα εἶ­ναι σύγ­χρο­νη. Ἐ­ρή­μην της ἢ ὄ­χι εἶ­ναι πάν­τα ἀρ­χέ­τυ­πο. Νὰ μιὰ ταυ­τό­τη­τα. Ὅ­σο γιὰ μέ­να… Ὤ, πα­ρα­μέ­νω πάν­τα παι­δί». Τὸ χα­μό­γε­λό της ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴ δή­λω­ση ποὺ εἶ­ναι ἄλ­λη μί­α ὁ­μο­λο­γί­α ταυ­τό­τη­τας.

       Μὲ τὴ σει­ρά μου, ὁ­μο­λο­γῶ στὸν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­συρ­θῶ ἀ­πὸ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς εἶ­μαι ἴ­σως κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου ταυ­τό­τη­τα, τὴ δι­κή μου στε­νὴ πε­ρι­χά­ρα­ξη μέ­σα σὲ ὅ­ρους ὅ­πως «τα­γι­έρ», «συ­νέν­τευ­ξη», «νε­α­ρὴ ἠ­θο­ποι­ός». Τὸ στιλ­πνὸ δέρ­μα, τὰ ἁ­πα­λὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ ὄ­μορ­φο λευ­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα πό­σο πραγ­μα­τι­κὰ κα­θο­ρί­ζουν τὴ γυ­ναί­κα ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου; (Εἶ­μαι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὁ ρό­λος μου εἶ­ναι νὰ θέ­τω ἐ­ρω­τή­σεις.)

       Ὅ­ταν ὁ κά­με­ρα­μαν κα­τα­φτά­νει, ἡ πραγ­μα­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη ἀρ­χί­ζει. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα καὶ ρί­χνω τὴν πρώ­τη ἐ­ρώ­τη­ση: «Πρό­σφα­τα ἀ­να­κη­ρυ­χθή­κα­τε ἡ πιὸ σέ­ξι γυ­ναί­κα τῆς χρο­νιᾶς. Ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ μυ­στι­κό τῆς ὀ­μορ­φιᾶς σας;»


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Μα­ρί­α Δρι­μῆ: Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των



Μα­ρί­α Δρι­μῆ


Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των


Α ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ἔ­χα­σκαν ἄ­δεια σὰν πει­να­σμέ­να στό­μα­τα. Πρώ­τη φο­ρὰ φαι­νό­ταν ὁ πά­τος τους, ἀ­νοιγ­μέ­νος σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α. Λί­γο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γλι­στροῦ­σαν τὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ πά­νω στὰ κά­τω συρ­τά­ρια. Δί­πλα στὴν πόρ­τα ἦ­ταν στοι­βαγ­μέ­νες πέν­τε με­γά­λες σκου­πι­δο­σα­κοῦ­λες. Ὁ Ἄ­γης μά­ζε­ψε τὰ στυ­λό του καὶ τὰ ἔ­χω­σε στὴ μα­κρό­στε­νη ὑ­φα­σμά­τι­νη κα­σε­τί­να. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο σκε­φτι­κός. Ξα­νά­νοι­ξε τὴν κα­σε­τί­να κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να μαῦ­ρο Parker. Ἡ σε­λί­δα Α4 ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὸ γρα­φεῖο. Ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτη ἡ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὰ ἔν­τυ­πα αἰ­τή­σε­ων· μό­νο οἱ λέ­ξεις ἦ­ταν ἄλ­λες: αἴ­τη­ση συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης. Ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, λο­ξὴ καὶ κυ­μα­τι­στή, σὰν γιρ­λάν­τα. Ἔ­κα­νε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ὑ­πο­γρα­φὴ ἀ­π’ ὅ­λους τους συ­να­δέλ­φους.

       Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των. Τριά­ντα πέν­τε χρό­νια στὸ ἴ­διο γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­γρα­φε χα­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να. Εἶ­χε δι­ο­ρι­στεῖ ἐ­κεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, σὰν μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Εὔ­κο­λη δου­λειά, ρου­τι­νι­ά­ρι­κη καὶ ταυ­τό­χρο­να χρή­σι­μη. Ὁ κό­σμος ἔ­χα­νε ὅ,τι δὲν φαν­τά­ζε­ται κα­νείς· ἀ­πὸ στυ­λό, ρο­λό­για καὶ πορ­το­φό­λια μέ­χρι πο­δή­λα­τα, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἄ­λο­γα. Ὁ το­μέ­ας τους ἀ­σχο­λι­ό­ταν μὲ μι­κρὰ ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Ἄ­γης πα­ρα­λάμ­βα­νε τὶς δη­λώ­σεις ἀ­πώ­λειας, τοὺς ἔ­δι­νε κω­δι­κὸ καὶ τὶς τα­ξι­νο­μοῦ­σε μὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ σὲ με­γά­λα ντο­σι­έ. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α ψη­φι­ο­ποι­ή­θη­κε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ χαρ­τιά, ντο­σι­ὲ καὶ κω­δι­κοί, ἀλ­λὰ ὑ­πο­λο­γι­στές, ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ ἀρ­χεῖ­α καὶ barcodes. Ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες χα­μέ­να μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να εἶ­χε κα­τα­γρά­ψει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ὁ Ἄ­γης. Ἡ μι­σή του ζω­ὴ ἦ­ταν τὰ ἀ­πο­λε­σθέν­τα τῶν ἄλ­λων.

       Πά­ει και­ρὸς ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ γέ­ρος ποὺ σύ­χνα­ζε στὰ γρα­φεῖ­α τους. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, σχε­δὸν κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα, πάν­τα τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Θε­ο­πά­λα­βος. Πό­τε εἶ­χε χά­σει ἕ­ναν χρό­νο ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του καὶ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια νὰ τὸν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, πό­τε τοῦ εἶ­χε ξε­γλι­στρή­σει μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο τὸ ὄ­νει­ρο στὸν ὕ­πνο. Μιὰ μέ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι χά­θη­καν οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. «Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ βλέ­πε­τε εἶ­ναι ὁ­μοι­ώ­μα­τα», ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.

       Στὸ γρα­φεῖ­ο τὸν ἔ­κα­ναν χά­ζι. «Πά­λι ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ χα­μέ­νος. Ἄ­γη, ἀ­νά­λα­βέ τον», τοῦ ἔ­λε­γε ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ὁ Ἄ­γης τὸν ἔ­βα­ζε νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἄ­νοι­γε δῆ­θεν τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ κα­τα­γρά­ψει τὸ ἀ­πο­λε­σθὲν τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὁ γέ­ρος εἶ­χε γα­λα­νὰ μά­τια καὶ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι φο­ροῦ­σε τὴν ἴ­δια λε­ρὴ κα­παρ­ντί­να, μό­νο ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι τὴν ἔ­βγα­ζε καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν μύ­ρι­ζε. Ὁ Ἄ­γης δὲν ἄν­τε­χε τὴν ξι­νί­λα τοῦ ἱ­δρώ­τα.

       «Τί χά­σα­τε σή­με­ρα;»

       Μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ γέ­ρος ἄρ­χι­ζε ἕ­ναν μο­νό­λο­γο χω­ρὶς τέ­λος, γιὰ τὰ χα­μέ­να του χρό­νια καὶ τὸ πε­θα­μέ­νο του παι­δί, τὴ «Χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη» τοῦ Τσίρ­κα, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­γε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ὕ­στε­ρα χά­νε­ται. Ὁ Ἄ­γης ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γε δι­α­σκε­δά­ζον­τας κι ἄλ­λο­τε ἔ­κα­νε πὼς γρά­φει κι ἔ­παι­ζε σκά­κι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ὁ γέ­ρος ἦ­ταν κον­τὰ στὴ δι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νον κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «γέ­ρο», ὅ­λοι τὸν ἔ­λε­γαν Ἄ­γη. Φο­βό­ταν ὅ­τι θὰ τὸν ἔ­τρω­γε στὴ μά­πα μέ­χρι τὴ σύν­τα­ξη, ὅ­μως νὰ ποὺ ὁ γέ­ρος τὸν πρό­λα­βε, τερ­μά­τι­σε πρῶ­τος. Καὶ νά, ἐ­πί­σης, ποὺ τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α εἶ­χε φτά­σει νὰ τοῦ λεί­πει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι, χω­ρὶς τὸ κα­κο­σου­λού­πω­το σῶ­μα μὲ τὴν κα­παρ­ντί­να, ἔ­στε­κε ἄ­δεια καὶ ἀ­μή­χα­νη.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ γύ­ρω του, μὴν εἶ­χε ξε­χά­σει τί­πο­τα. Ἔ­βα­λε τὴν κα­σε­τί­να στὴν τσάν­τα του καὶ ξε­κρέ­μα­σε τὴν κα­παρ­ντί­να του ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο. Ἔ­κα­νε ζέ­στη, δὲν τὴ φό­ρε­σε. Πῆ­ρε τὸ ἔν­τυ­πο τῆς πα­ραί­τη­σης, νὰ τὸ κα­τα­θέ­σει στὴ γραμ­μα­τεί­α φεύ­γον­τας.

       Τὸ κτή­ριο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κα­ναν τη­λερ­γα­σί­α. Στὴ γραμ­μα­τεί­α ὑ­πῆρ­χε μό­νο μί­α ὑ­πάλ­λη­λος. Δὲν τὴν ἤ­ξε­ρε, μᾶλ­λον και­νού­ρια. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­χρω­μη μά­σκα, τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­παν σὰ νὰ εἶ­χε κλά­ψει.

       «Αἴ­τη­ση ἀ­δεί­ας;» τὸν ρώ­τη­σε.

       «Ὄ­χι. Πα­ραί­τη­ση λό­γω συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης.»

       «Μά­λι­στα» τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Πέ­ρα­σε τὰ στοι­χεῖ­α τῆς αἴ­τη­σης στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ἔ­γρα­φε γρή­γο­ρα, λὲς καὶ τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν ξαφ­νι­κὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­χαν ξα­μο­λη­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρα πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο. «Εἶ­στε ἕ­τοι­μος» τοῦ εἶ­πε. «Κα­λὴ συ­νέ­χεια.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­γης.

       Πῆ­ρε τὴ σκά­λα τῆς κα­θό­δου. Συ­νή­θως ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­σαν­σέρ, ὅ­μως σή­με­ρα δὲν βι­α­ζό­ταν. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε, ἔ­ρι­χνε μα­τι­ὲς ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ στὶς γνώ­ρι­μες πόρ­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἦ­ταν κλει­στές. Φαν­τά­στη­κε τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ γύ­ρι­ζε ὡς ἐ­πι­σκέ­πτης γιὰ νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἀν­τι­κα­τα­στά­τη του. Εἶ­χαν ἤ­δη προ­κη­ρύ­ξει τὴ θέ­ση. Μὲ σχε­δὸν τρε­λὴ χα­ρὰ πρό­σμε­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κα­θό­ταν στὴν ἀ­δεια­νὴ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ πα­λιό του γρα­φεῖ­ο, κρα­τών­τας τὴν κα­παρ­ντί­να δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του, καὶ θὰ δή­λω­νε ὅ­λα τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ποὺ ἔ­χα­σε μέ­σα στὸ Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Δρι­μῆ (Ἀ­θή­να, 1968). Ἰ­α­τρὸς Ἐν­τα­τι­κο­λό­γος σὲ Μο­νά­δα Ἐν­τα­τι­κῆς Θε­ρα­πεί­ας τοῦ ΕΣΥ καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ (κα­τεύ­θυν­ση Με­σαι­ω­νι­κῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὸ θέ­α­τρο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­λεύ­θε­ρα τὰ θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα: Ἐν τό­πῳ χλο­ε­ρῷ (2019), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (2020), Ἀ­πὸ ἕ­δρας (2020). Τὸ θε­α­τρι­κό της ἔρ­γο Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες (2020) ἀ­πέ­σπα­σε τρί­το βρα­βεῖ­ο στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ «Σὲ κλει­στὸ κύ­κλο» τῆς Ἕ­νω­σης Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων Κύ­πρου.



		

	

Ἡρὼ Σκάρου: Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα


Ἡ­ρὼ Σκά­ρου


Ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα


ΝΑΚΑΘΙΣΕ κι ἔψαξε ψη­λα­φι­στὰ μὲ τὰ πό­δια γιὰ τὶς παν­τό­φλες του. Ἀ­φοῦ δὲν τὶς βρῆ­κε, ἄ­νοι­ξε τὸ πορ­τα­τὶφ καὶ κοί­τα­ξε τὸ πά­τω­μα. Δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Ἡ ρόμ­πα του κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λά­ρι. Τὴ φό­ρε­σε καὶ πά­τη­σε ξυ­πό­λη­τος στὸ παρ­κέ. Βρῆ­κε τὶς παν­τό­φλες στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Τε­λευ­ταῖα τὰ πράγ­μα­τα ἄλ­λα­ζαν θέ­σεις. Ἀλ­λοῦ τὰ ἄ­φη­νε κι ἀλ­λοῦ τὰ ἔ­βρι­σκε. Τὰ γυα­λιά του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Κά­θε βρά­δυ τὰ ἔ­βα­ζε στὴ θή­κη τους καὶ μέ­σα στὸ συρ­τά­ρι. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ τὰ ἔ­βρι­σκε μὲ τοὺς βρα­χί­ο­νες ἀ­νοι­χτοὺς πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο. Ἔ­τσι τὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πάν­τα ἐ­κεί­νη· εὔ­και­ρα γιὰ ὅ­ταν εἶ­χε ἀϋ­πνί­ες κι ἤ­θε­λε νὰ δι­α­βά­σει τὴ Βί­βλο. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος ὅ­μως κοι­μό­ταν μιὰ χα­ρά. Μο­νά­χα γιὰ νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα ση­κω­νό­ταν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ξά­πλω­νε πάν­τα στὴν πλευ­ρὰ ποὺ ἦ­ταν πιὸ κον­τὰ στὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη δὲν ση­κω­νό­ταν τὴ νύ­χτα. Δὲν ἔ­πι­νε βέ­βαι­α καὶ πο­λὺ νε­ρό. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος τῆς τὸ θύ­μι­ζε συ­χνά· τὸ εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ για­τρός. Τῆς πή­γαι­νε τὸ πο­τή­ρι γε­μά­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἴ­σα ποὺ ἔ­παιρ­νε με­ρι­κὲς γου­λι­ὲς γιὰ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ χά­πια της. Τώ­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος τὸ κου­τί της γιὰ τὰ φάρ­μα­κα. Κά­θε μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας σὲ ξε­χω­ρι­στὴ θή­κη. Τὸ ἔ­κα­νε για­τί μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ συ­νέ­βαι­ναν φο­βό­ταν πὼς ἴ­σως, λό­γω ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ξε­χνά­ει. Στὸ μπά­νιο, εὐ­τυ­χῶς, δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ πολ­λὰ γιὰ νὰ μπερ­δευ­τοῦν. Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά του, σκού­ρα μπλέ, ἂν δὲν βρι­σκό­ταν στὸ πο­τή­ρι θὰ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν νι­πτή­ρα. Ἡ δι­κή της ἦ­ταν ἀ­νέγ­γι­χτη στὴ θέ­ση της. Τὶς ἄλ­λα­ζε πάν­τα καὶ τὶς δύ­ο κά­θε πρώ­τη τοῦ μή­να. Οὔ­τε μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα στὸ λου­τρὸ ὑ­πῆρ­χε πρό­βλη­μα. Πα­ρό­μοι­ες πε­τσέ­τες εἶ­χαν, καὶ ὅ­σο γιὰ τὰ σα­πού­νια, ὅ,τι ἄ­ρε­σε σ’ ἐ­κεί­νη χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κι αὐ­τός.  Στὴν κου­ζί­να ἦ­ταν ποὺ δυ­σκό­λευ­αν τὰ πράγ­μα­τα. Ἐ­νῶ θυ­μό­ταν πὼς τὴν προ­η­γού­με­νη εἶ­χε πλύ­νει τὴ δι­κή του κού­πα τοῦ κα­φέ, δί­πλα στὸν νε­ρο­χύ­τη εἶ­χε στραγ­γί­σει ἡ δι­κιά της. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν πὼς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει γά­λα μὲ 3,5 τοῖς ἑ­κα­τὸ λι­πα­ρὰ ἀλ­λὰ στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­βρι­σκε τὸ ἄ­πα­χο. Τὸ ἔ­παιρ­νε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα γιὰ ἐ­κεί­νη· τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­πε­φτε βα­ρύ. Ὄ­χι πὼς αὐ­τὸ τὸ ἔ­πι­νε· μὲ τὸ ζό­ρι νὰ κα­τά­φερ­νε ἕ­να φλι­τζα­νά­κι τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ σα­λό­νι ὑ­πῆρ­χε τὸ θέ­μα μὲ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ὅ­πο­τε τὴν ἄ­νοι­γε μὲ τὸ κον­τρόλ, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν τὸ κα­νά­λι ποὺ ἔ­δει­χνε τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της σει­ρά. Ἀλ­λὰ ὁ Χρι­στό­φο­ρος ἔ­βλε­πε τὶς εἰ­δή­σεις στὸ ἄλ­λο. Καὶ αὐ­τὸ τὸ σε­με­δά­κι, ποὺ ἔ­πε­φτε λί­γο στὸ πά­νω μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­κεῖ, μὲ τὴν ἄ­κρη του νὰ κρύ­βει τὸ σῆ­μα τοῦ κα­να­λιοῦ. Ἐ­πι­πλέ­ον, μο­νά­χα τὴ δι­κή της πο­λυ­θρό­να, τὴν κου­νι­στή, ἔ­βρι­σκε νὰ κοι­τά­ει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ δι­κή του ἦ­ταν γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Για­τί νὰ βλέ­πει ἔ­ξω; Ποι­όν πε­ρί­με­νε; Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἀ­φοῦ ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, ἔ­τσι καὶ θὰ μεί­νουν. Ἡ πο­λυ­θρό­να εἶ­ναι βα­ριὰ γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει πέ­ρα-δῶ­θε. Ἡ μέ­ση του δὲν ἀν­τέ­χει πιά. Θὰ κά­θε­ται στὴν κου­νι­στή. Καὶ τὸ κέν­τη­μα ἂς κρύ­βει τὸ σῆ­μα. Μή­πως καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­πομ­πὲς ποι­ό κα­νά­λι βλέ­πει; Ὅ­σο γιὰ τὸ γά­λα, κα­λύ­τε­ρα νὰ πί­νει τὸ ἐ­λα­φρύ. Οἱ πρό­σφα­τες ἐ­ξε­τά­σεις του εἶ­χαν δεί­ξει αὐ­ξη­μέ­να τρι­γλυ­κε­ρί­δια. Καὶ ἡ κού­πα της στὸ κά­τω κά­τω ἴ­δια μὲ τὴ δι­κή του ἦ­ταν. Μο­νά­χα τὸ χρῶ­μα στὸ χε­ρού­λι ἄλ­λα­ζε. Ἀ­κό­μη καὶ τὰ γυα­λιὰ ἀ­νοι­χτὰ τὸν βό­λευ­αν πιά· δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε εὔ­κο­λα ὁ ὕ­πνος. Εἶ­χε κι­ό­λας δι­α­βά­σει μέ­χρι τὸν Ἐκ­κλη­σια­στή. Καὶ μιὰ καὶ ξυ­πνοῦ­σε συ­νέ­χεια στὴ με­ριά της θὰ ξά­πλω­νε ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει νὰ ψά­χνει τὶς παν­τό­φλες του κά­θε πρωΐ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει δύο συλ­λο­γές δι­η­γη­μά­των: Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018) καὶ Ἡ ζωὴ ὅπως εἶναι (Κέδρος,  2020).


Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν (Richard Brautigan): Εἶδα τὸν κόσμο νὰ μοῦ γνέφει ἀντίο


Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο

καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου

(I Watched The World Glide Effortlessly Bye)


ΗΜΑΣΤΕ ὅλοι κά­πο­τε μι­κρὰ παι­διά.


Βι­βλί­ο πρῶ­το


κε­φά­λαι­ο 1ο

        Μιὰ φο­ρὰ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κι ἕ­ναν και­ρὸ ἤ­μουν ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 3ο

        ἐ­ρω­τευ­μέ­νο μ’ ἕ­να κα­φὲ ἀρ­κου­δά­κι.

κε­φά­λαι­ο 4ο

        Ἔ­πει­τα

κε­φά­λαι­ο 5ο

        ἤ­μουν δε­κα­ο­χτὼ χρο­νῶν

κε­φά­λαι­ο 6ο

        καὶ κα­θό­μουν σὲ μιὰ αἴ­θου­σα στὸ δι­κα­στι­κὸ μέ­γα­ρο τῆς κο­μη­τεί­ας τοῦ Λέ­ιν.

κε­φά­λαι­ο 7ο

        Μέ­σα στὴν αἴ­θου­σα ἦ­ταν κά­τι ἄν­τρες.

κε­φά­λαι­ο 8ο

        Οἱ ἄν­τρες

κε­φά­λαι­ο 9ο

        μοῦ εἶ­παν γιὰ τὸν ἐ­πι­κεί­με­νο ἐγ­κλει­σμό μου

κε­φά­λαι­ο 10ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Ἔ­πει­τα στε­κό­μουν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν αἴ­θου­σα.

κε­φά­λαι­ο 12ο

        Θυ­μᾶ­μαι τὴ μη­τέ­ρα μου νὰ ἔρ­χε­ται

κε­φά­λαι­ο 13ο

        σὰν σὲ ὄ­νει­ρο

κε­φά­λαι­ο 14ο

        κον­τά μου

κε­φά­λαι­ο 15ο

        καὶ νὰ κλαί­ει.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        Τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν τὴ λέ­ξη Τό­μι

κε­φά­λαι­ο 17ο

        ὅ­μως κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν βγῆ­κε ἀ­π’ αὐ­τὰ

κε­φά­λαι­ο 18ο

        πα­ρὰ μό­νο κλά­μα.

κε­φά­λαι­ο 19ο

        Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­πε

κε­φά­λαι­ο 20ο

        «Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά».

κε­φά­λαι­ο 21ο

        «Ναί», εἶ­πα.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        «Μὲ ξα­πο­στέλ­νουν

κε­φά­λαι­ο 23ο

        στὸ τρε­λά­δι­κο.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ὅ­λα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Θά ’­θε­λες».


Βι­βλί­ο δεύ­τε­ρο

κε­φά­λαι­ο 1ο

        …καὶ

κε­φά­λαι­ο 2ο

        κα­θό­μουν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του.

κε­φά­λαι­ο 3ο

        Ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας

κε­φά­λαι­ο 4ο

        κα­θό­ταν δί­πλα μου.

κε­φά­λαι­ο 5ο

        Τὸ αὐ­το­κί­νη­το

κε­φά­λαι­ο 6ο

        ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­τει­ρά μου, τὸ Γι­ού­τζιν τοῦ Ὄ­ρεγ­κον

κε­φά­λαι­ο 7ο

        μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Σά­λεμ,

κε­φά­λαι­ο 8ο

        ὅ­που βρί­σκε­ται τὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 9ο

        Ἔ­βρε­χε.

κε­φά­λαι­ο 10ο

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­φτε ἁ­πα­λὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν γκρί­ζο χει­μω­νι­ά­τι­κο οὐ­ρα­νό.

κε­φά­λαι­ο 11ο

        Στὸ πί­σω κά­θι­σμα

κε­φά­λαι­ο 12ο

        κα­θό­ταν ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 13ο

        Τοῦ εἶ­χαν πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες.

κε­φά­λαι­ο 14ο

        Δί­πλα του

κε­φά­λαι­ο 15ο

        κα­θό­ταν ἕ­νας δε­σμο­φύ­λα­κας.

κε­φά­λαι­ο 16ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 17ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 18ο

        «Θε­έ, τὴ μη­τέ­ρα μας για­τί;»,

κε­φά­λαι­ο 19ο

        εἶ­πε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 20ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἦ­ταν πρά­ος σὰν τὸν ἀ­μνό.

κε­φά­λαι­ο 21ο

        Κου­νή­θη­κε κι οἱ χει­ρο­πέ­δες του κου­δού­νι­σαν.

κε­φά­λαι­ο 22ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 23ο

        νὰ ξα­να­κου­νη­θεῖ.

κε­φά­λαι­ο 24ο

        Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 25ο

        νὰ ξα­να­μι­λή­σει.

κε­φά­λαι­ο 26ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 27ο

        «Βρέ­χει», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 28ο

        «Ναί», εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ μπρο­στι­νοῦ κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 29ο

        Εἶ­χαν τὴ φω­νὴ τοῦ δε­σμο­φύ­λα­κα.

κε­φά­λαι­ο 30ο

        Ὁ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρας

κε­φά­λαι­ο 31ο

        πή­γαι­νε πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 32ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 33ο

        πά­νω-κά­τω,

κε­φά­λαι­ο 34ο

        πά­νω-κά­τω.

κε­φά­λαι­ο 35ο

        «Θε­έ, ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας», οὔρ­λια­ξε ὁ Χρι­στός.

κε­φά­λαι­ο 36ο

        «Ὄ­χι τὴ μη­τέ­ρα μας».

κε­φά­λαι­ο 37ο

        «Βγά­λε τὸν σκα­σμό!»,

κε­φά­λαι­ο 38ο

        εἶ­πε ὁ δε­σμο­φύ­λα­κας τοῦ πί­σω κα­θί­σμα­τος.

κε­φά­λαι­ο 39ο

        Ὁ Χρι­στὸς ἔ­κα­νε πολ­λὴ ὥ­ρα

κε­φά­λαι­ο 40ο

        νὰ πεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό.

κε­φά­λαι­ο 41ο

        Ὁ­μοί­ως καὶ οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες.

κε­φά­λαι­ο 42ο

        Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸν ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα

κε­φά­λαι­ο 43ο

        καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 44ο

        καὶ σκε­φτό­μουν τὸ κο­ρί­τσι ποὺ ἀ­γα­πῶ.

κε­φά­λαι­ο 45ο

        Ἔ­βλε­πα τὸ πρό­σω­πό της, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή της.

κε­φά­λαι­ο 46ο

        Φαν­τα­ζό­μουν

κε­φά­λαι­ο 47ο

        τί νὰ σκέ­φτε­ται

κε­φά­λαι­ο 48ο

        τώ­ρα ποὺ μὲ παίρ­νουν γιὰ νὰ μὲ κλεί­σουν

κε­φά­λαι­ο 49ο

        στὸ κρα­τι­κὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο.

κε­φά­λαι­ο 50ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 51ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

κε­φά­λαι­ο 52ο

        Εἶ­δα ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι

κε­φά­λαι­ο 53ο

        κα­θι­σμέ­νο στὴν μπρο­στι­νὴ βε­ράν­τα ἑ­νὸς πα­λιοῦ σπι­τιοῦ.

κε­φά­λαι­ο 54ο

        Τὸ ἀ­γο­ρά­κι βα­στοῦ­σε μί­αν ἄ­σπρη γά­τα στὴν ἀγ­κα­λιά του.

κε­φά­λαι­ο 55ο

        Ἔ­βα­λα τὰ δυ­να­τά μου γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὰ δά­κρυ­ά μου.

κε­φά­λαι­ο 56ο

        Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο

κε­φά­λαι­ο 57ο

        κι εἶ­δα τὸν κό­σμο νὰ μοῦ γνέ­φει ἀν­τί­ο καὶ νὰ κυ­λᾶ ἀ­βί­α­στα μα­κριά μου.



Πη­γή: Richard Brautigan, The Ed­na Web­ster Col­lection of Un­di­sco­ve­red Wri­tings, εἰ­σαγ. Keith Ab­bott, Βο­­στό­­νη / Νέ­α Ὑ­όρ­κη, A Ma­ri­ner o­ri­gi­nal (Hough­ton Mif­flin Com­pany), 1999.

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα-1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Τὸ φιλὶ τοῦ συγγραφέα


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α

 

ΙΧΕ ΧΡΟΝΙΑ νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, τέσ­σε­ρα, πέν­τε, ἴ­σως καὶ πα­ρα­πά­νω. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μα δύ­ο βι­βλί­α ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν πρό­λα­βε νὰ δι­α­βά­σει. Ὅ­πως καὶ δὲν πρό­λα­βε νὰ πά­ει νὰ τὸν δεῖ. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μι­λή­σα­νε, τῆς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ βγεῖ.

        Τί νὰ πρω­το­κά­νει καὶ τί νὰ πρω­το­δι­α­βά­σει; Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει, ἄ­καρ­πες προ­σπά­θει­ες ποὺ τὴν ἐ­ξου­θέ­νω­ναν ἠ­θι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κά. Τῆς τὰ εἶ­χε στεί­λει ὅ­μως καὶ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση καὶ μὲ τὸ δι­κό του σῆ­μα κα­τα­τε­θέν, ἕ­να σχέ­διο μὲ μο­λύ­βι. Ὅ­πως εἶ­χε κά­νει ὅ­ταν τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ βι­βλι­ο­πω­λί­ο γιὰ νὰ τοῦ ζη­τή­σει συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὸ μι­κρὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε τὰ δο­κί­μιά της. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν σύ­νο­δό της, τὸν ζύ­γι­σε, τῆς ἔ­γρα­ψε μιὰ ἀ­συ­νή­θι­στη ἀ­φι­έ­ρω­ση στὸ βι­βλί­ο ποὺ μό­λις εἶ­χε πα­ρου­σιά­σει, μὲ τὴν ἀ­γά­πη μου, σχε­δί­α­σε ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ μιὰ γυ­ναί­κα μ’­ἕ­να ἀ­γε­φύ­ρω­το χά­σμα ἀ­νά­με­σά τους καὶ μιὰ κραυ­γὴ ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του, Je t’aime, καὶ τοῦ ἔ­κα­νε ἕ­να σχό­λιο ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­λι­τι­κὰ ὀρ­θό, αὐ­τὸς εἶ­σαι ἐ­σύ. Καὶ μά­λι­στα στὸν ἑ­νι­κό, προ­σβλη­τι­κὸ γιὰ Γάλ­λους. Ἀ­κρι­βῶς στὸ στό­χο. Εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τοῦ συ­νο­δοῦ της νὰ ξαφ­νι­ά­ξε­ται, νὰ σκο­τει­νιά­ζει γιὰ μιὰ στιγ­μη· εἰ­σέ­σπρα­ξε ὅ­μως τὴν ἐ­νό­ρα­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ χα­μο­γέ­λα­σε εὐ­γε­νι­κά.

       Δέ­χτη­κε τὴν συν­τέν­τευ­ξη καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ νού­με­ρό του μο­λο­νό­τι ὅ­ταν δυ­ὸ μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα βρέ­θη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του δὲν θυ­μό­ταν πιὰ γιὰ πιὸ λό­γο τὴν εἶ­χε κα­λέ­σει. Τῆς εἶ­πε ὅ­τι ἔ­μοια­ζε σὰν φοι­τή­τρια κι ὄ­χι σὰν κα­θη­γή­τρια. Κά­θη­σε λα­χα­νι­σμέ­νη ἀ­κό­μα, πέν­τε πα­τώ­μα­τα χω­ρὶς ἀν­σα­σέρ, στὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ὸ κι­βώ­τια ποὺ χρη­σί­μευ­αν γιὰ κα­ρέ­κλες, στὸ πιὸ μι­κρὸ στούν­τιο ποὺ εἶ­δε στὴ ζω­ή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ροῦ­χα, ἀν­τι­κεί­με­να, ἢ βι­βλί­α. Chambre de bonne, λέ­νε οἱ Γάλ­λοι, για­τί ὄ­χι ὅ­μως de bohème; Ἡ μπο­έ­μι­κη ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε. Ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τὴν αἰφ­νι­δί­α­ζε. Ἐ­κεί­νη δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τέ­τοι­ες θυ­σί­ες. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψει.

       Τῆς ἔ­δω­σε τὴν συν­τέν­τευ­ξη μὲ ὅ­λους τοὺς τύ­πους καὶ τὴν κά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό, φα­κὲς τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πιά­το, ποὺ σέρ­βι­ρε στὸ τρί­το κι­βώ­τιο ποὺ χρη­σί­μευ­ε γιὰ τρα­πέ­ζι. Ἔ­κα­νε μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ πε­ρί­λη­ψη τῆς ζω­ῆς του: ἔ­βγαι­νε σπά­νια, ὄ­χι ἐ­πει­δὴ δὲν τοῦ ἄ­ρε­ζε, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ γρά­φει. Δὲν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος γιὰ σύν­τρο­φο, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἴ­σως, ἀ­νά­με­σά σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α… Τὸν φαν­τά­στη­κε νὰ περ­πα­τά­ει ὧ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ κι­βώ­τια, στὸ χῶ­ρο ποὺ ξαφ­νι­κὰ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ κε­λὶ μο­να­χοῦ μο­λο­νό­τι τὴν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὴν μέ­ση πά­νω στὴν ξύ­λι­νη σκά­λα ποὺ ἀ­νέ­βη­κε μα­ζί της γιὰ νὰ τῆς δεί­ξει τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά του (φαι­νό­ταν καὶ ἀ­πὸ κά­τω), ἕ­να στρῶ­μα ποὺ κά­λυ­πτε ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ ἡ­μι­ώ­ρο­φου. Φι­λο­γύ­νης. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πε. Τῆς ἔ­φε­ρε ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἄ­σε με νὰ σὲ φι­λή­σω, δὲν θέ­λεις νὰ ἔ­χεις ὑ­λι­κὸ γιὰ νὰ γρά­ψεις; Τοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει. Δὲν ἦ­ταν τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ τῆς ἔ­λει­πε. Τί τῆς ἔ­λει­πε; Τοῦ δι­η­γή­θη­κε μιὰ ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς της ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γρά­ψει, ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πεῖ σὲ κα­νέ­να. Φά­νη­κε συγ­κι­νη­μέ­νος. Τῆς βρῆ­κε καὶ τὸν τί­τλο. Τῆς ἄ­ρε­σε. Θὰ τὸν κρα­τοῦ­σε. Θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε τὸ βι­βλί­ο.

       Ἡ ἐ­πι­μο­νή του δὲν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Στὰ βι­βλί­α του εἶ­χε δι­α­κρί­νει μιὰ σε­μνό­τη­τα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε ἐ­πά­νω του. Πῶς πά­ει τὸ γρά­ψι­μο; τὴν ρω­τοῦ­σε. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α ἀ­φι­λο­κερ­δές. Ἔ­γρα­φε πάν­τα κά­τι ψι­λο­κρι­τι­κὲς βι­βλί­ων. Ἔ­τσι τοῦ ἔ­με­ναν ἐλ­πί­δες. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ ἐ­πί­δο­ξο βι­βλί­ο της βέ­βαι­α, ἔ­γι­νε τὸ συ­νω­μο­τι­κὸ μο­τί­βο στὶς σπά­νι­ες συ­ναν­τή­σεις τους ἀ­νά­με­σα στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Πα­ρί­σι. Στὸ ὑ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμά του στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, τὴν κυ­νή­γη­σε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πὶνγκ-πὸνγκ (εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο χῶ­ρο στὴν Ἀ­θή­να). Ἦ­ταν καὶ πε­ρί­ο­δος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α. Δὲν τὴν ἐ­νό­χλη­σε. Ὑ­πῆρ­χαν κά­τι ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες με­τα­ξύ τους καὶ ἄς μὴν ἔ­γρα­φε ἐ­κεί­νη. Ἐ­κτί­μη­ση, στορ­γή, ὑ­πε­ρά­νω πο­λι­τι­κῆς. Ἄ­σε τὶς φί­λες της τὶς φε­μι­νί­στρι­ες νὰ ὠ­ρύ­ον­ται. Δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι τὶς προ­δι­δε. Καὶ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη γιὰ τὸ τρί­το κύ­μα. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο. Αὐ­τὰ συ­νέ­βαι­ναν βέ­βαι­α στὰ πα­ρα­μύ­θια.

       Δι­ά­βα­σε τοὺς ἐ­πι­κή­δει­ους στὸν τύ­πο καὶ ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­γρα­φε ἀ­κό­μα δο­κί­μια καὶ κρι­τι­κὲς γιὰ τὸ ἴ­διο πε­ρι­ο­δι­κό. Τὰ βι­βλί­α τῶν ἄλ­λων τὴν πα­ρη­γο­ροῦ­σαν. Τὴν θώ­πευ­αν. Κά­που κά­που προ­σπα­θοῦ­σε ἀ­κό­μα. Κοί­τα­ξε τὰ βι­βλί­α του. Θυ­μή­θη­κε τὸν τί­τλο ποὺ τῆς χά­ρι­σε. Ἕ­νας τί­τλος ποὺ ζη­τοῦ­σε συγ­γρα­φέ­α. Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σε νὰ τὴ φι­λή­σει; Ἴ­σως εἶ­χε δί­κιο. Ἴ­σως νὰ τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν ἀρ­γά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).