Ἕλενα Πέγκα: Mickael


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Μickael


ΕΝ ΤΟΝ ΗΞΕΡΑ. Ἦ­ταν ὁ τα­ξι­θέ­της σὲ ἕ­να ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ σι­νε­μὰ στὸ Βό­ρει­ο Λον­δί­νο. Εἶ­χα πά­ει μό­νη μου ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν Pina Bausch, νὰ δῶ σὲ βίν­τε­ο πα­ρα­στά­σεις της. Ἔ­παι­ζε τὸ «Cafe Muler». Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φος, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ προ­βο­λή, πή­γα­με μα­ζὶ στὸ δι­πλα­νὸ μπὰρ γιὰ ἕ­να πο­τό. Μὲ φλέρ­τα­ρε, ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στα μα­ζί του, τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου. Μὲ πῆ­ρε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης, στὸ Hackney. Δέ­χτη­κα. Τὸ Hackney εἶ­ναι κα­κὴ γει­το­νιά, φτω­χὴ καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ τὸ με­τρὸ τοῦ Λον­δί­νου κλεί­νει με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὑ­πάρ­χουν λε­ω­φο­ρεῖ­α. Μό­νο μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πὸ κεῖ στὸ κέν­τρο ὅ­που ἔ­με­να. Ἤ­μουν μό­νη στὸ Λον­δί­νο, δὲν δού­λευ­α, καὶ ἡ συγ­κά­τοι­κός μου ἔ­λει­πε σὲ δι­α­κο­πές. Δὲν εἶ­χα ἄλ­λους φί­λους ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, καὶ δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ δώ­σω σὲ κα­νέ­ναν λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὸ τί ἔ­κα­να, ποῦ πή­γαι­να, μὲ ποι­όν. Στὸ τη­λέ­φω­νο μοῦ ζή­τη­σε νὰ φο­ρέ­σω κά­τι σέ­ξυ, νὰ πῶ τὸ ὄ­νο­μά μου στὸν πορ­τι­έ­ρη τοῦ πάμπ, ἐ­κεῖ­νος θὰ μὲ πε­ρί­με­νε μέ­σα.

       Ἔ­τσι ἔ­κα­να. Χά­ρη­κε ὅ­ταν μὲ εἶ­δε. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου βέ­βαι­ος πῶς θὰ ἐρ­χό­μουν. Μοῦ πα­ρήγ­γει­λε μί­α μπί­ρα καὶ ἕ­να δι­πλὸ οὐ­ΐσκυ. Ὅ,τι ἔ­πι­νε καὶ κεῖ­νος. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν ἠ­θο­ποι­ός, πὼς καὶ οἱ δύ­ο γο­νεῖς του εἶ­χαν σκο­τω­θεῖ σὲ αὐ­το­κι­νη­τι­κὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, καὶ πὼς εἶ­χε με­γα­λώ­σει μὲ ἕ­ναν φί­λο τοῦ πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πί­σης, πρό­σφα­τα εἶ­χε πε­θά­νει. Δὲν θυ­μᾶ­μαι νὰ τοῦ μί­λη­σα γιὰ μέ­να. Στὶς τρεῖς τὸ πρω­ῒ τὸ πὰμπ ἔ­κλει­σε. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­χει, τὰ κλει­διὰ ἑ­νὸς δια­με­ρί­σμα­τος ἑ­νὸς φί­λου του ποὺ ἔ­λει­πε, καὶ πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με ἐ­κεῖ περ­πα­τών­τας. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν κον­τά. Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν εἶ­χε δι­κό του σπί­τι. Ἔ­με­νε ἀ­πὸ δῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ, σὲ φί­λους. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πα­ρα­μεί­νει στὸ Λον­δί­νο. Θὰ πή­γαι­νε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μό­λις εἶ­χε τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο. Περ­πα­τή­σα­με σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, χω­ρὶς ἀν­θρώ­πους καὶ χω­ρὶς αὐ­το­κί­νη­τα. Θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὡ­ραί­α νύ­χτα, βλέ­πα­με τὰ σπί­τια, τοὺς κή­πους, τοὺς φρά­χτες, σκο­τει­νὰ καὶ μυ­στη­ρι­ώ­δη, ἔ­τσι ὅ­πως πο­τὲ δὲν εἶ­ναι μέ­σα στὴ μέ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δὲν ἦ­ταν κον­τά. Περ­πα­τή­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ βρι­σκό­μα­σταν, ἐ­κεῖ­νος μὲ πή­γαι­νε δε­ξιά, ἀ­ρι­στε­ρά, εὐ­θεί­α, πά­νω, κά­τω.

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν σὲ ἕ­να κτί­ριο ὑ­πὸ κα­τα­σκευ­ή, μι­σὸ χτι­σμέ­νο, μι­σὸ για­πί. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε ξα­νάρ­θει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά. Ξε­κλεί­δω­σε μιὰ πόρ­τα καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­ναν χῶ­ρο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ κου­ζί­να. Ἦ­ταν μιὰ κου­ζί­να ποὺ εἶ­χε ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων καὶ ἕ­να στρω­μέ­νο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἐ­κεῖ βγά­λα­με τὰ ροῦ­χα μας. Μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του καὶ μοῦ εἶ­πε: «Θέ­λω νὰ μπῶ μέ­σα σου ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ἀ­νοίγ­μα­τα τοῦ σώ­μα­τός σου, θέ­λω νὰ μπῶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ μὲ θέ­λεις νὰ μπῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ δὲν μὲ θέ­λεις, θέ­λω νὰ σοῦ προ­κα­λέ­σω πό­νο, νὰ σὲ δῶ νὰ πο­νᾶς, νὰ σὲ δῶ σὲ ἔκ­στα­ση, μί­λη­σέ μου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μί­λα μου, συ­νέ­χεια, χω­ρὶς δι­α­κο­πή, μὴ στα­μα­τᾶς, μί­λα μου, ὅ,τι σοῦ ἔρ­χε­ται, πὲς σὲ μέ­να ὅ,τι θὰ ἔ­λε­γες σὲ κεῖ­νον ποὺ ἀ­γα­πᾶς, ὅ­λα, θέ­λω νὰ σὲ ἀ­κού­σω νὰ τὰ λές.» Τοῦ μί­λη­σα, δι­στα­χτι­κά, ἐ­πι­θε­τι­κά, βί­αι­α, τρυ­φε­ρά, πο­λὺ ἁ­πα­λά, ὅ­πως ἤ­θε­λα. Ὅ­πως μοῦ ζή­τη­σε.



Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Τρισεύγενη Γιαννακοπούλου: Φρέαρ τῆς λήθης


Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου


Φρέ­αρ τῆς λή­θης

 

ΥΠΝΑΕΙ στὸ ζε­στὸ κρε­βά­τι. Ἡ μάν­να ση­κώ­νε­ται νὰ τοῦ φτιά­ξει κα­φέ, φο­ρά­ει τὴ ζε­στὴ μάλ­λι­νη ρόμ­πα της. Τὸ ζω­η­ρὸ κόκ­κι­νο χρῶ­μα της φω­τί­ζει γιὰ λί­γο τὸ δω­μά­τιο. Δί­νει στὸν πα­τέ­ρα τὰ ρου­χα­λά­κια της νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει στὸ κρε­βά­τι, ἐ­κεί­νη κρυ­ώ­νει, κλαί­ει σι­γά, δὲν ξέ­ρει πῶς νὰ τὸ πεῖ, δὲ μι­λά­ει ἀ­κό­μα.

       «Βάλ­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ πά­πλω­μα νὰ ζε­στα­θοῦν πρὶν τῆς τὰ φο­ρέ­σεις», λέ­ει ἡ μά­να γε­λών­τας. Ἐ­κεῖ­νος πε­ρι­μέ­νον­τας τὸν κα­φέ του, χου­ζου­ρεύ­ει στὰ ζε­στὰ καὶ τῆς σι­γο­τρα­γου­δά­ει κρα­τών­τας την ἀγ­κα­λιά.

       Ξυ­πνά­ει στὸ ζε­στό της κρε­βά­τι μὲ τὸ τρα­γού­δι του στ’ αὐ­τιά της. Ση­κώ­νε­ται φο­ρά­ει τὴν ζε­στὴ μάλ­λι­νη ρόμ­πα της. Φτιά­χνει κα­φέ.

       Ψά­χνει στὸ Δι­α­δί­κτυ­ο. Βρί­σκει τὸ τρα­γού­δι. Πα­τά­ει τὸ ψη­φια­κὸ Play. Τὰ ξε­χα­σμέ­να λό­για ἀ­κού­γον­ται μὲ τὴ συ­νο­δεί­α μιᾶς ὀρ­χή­στρας πε­θα­μέ­νης ἀ­πὸ χρό­νια.

       Με­τὰ τοὺς κερ­νά­ει κα­φὲ προ­σπα­θών­τας νὰ τοὺς κρα­τή­σει γιὰ λί­γο στὴν εὔ­θραυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῆς μνή­μης πρὶν βυ­θι­στοῦν στὸ ἀ­πύθ­με­νο φρέ­αρ τῆς λή­θης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1950)  Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Οἰ­κο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Μη­χα­νι­κῶν τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα καὶ βι­βλίο μὲ τί­τλο: Συ­στή­μα­τα, Οἰ­κο­συ­στή­μα­τα καὶ Βι­ω­σι­μό­τη­τα. Φαι­νό­με­να Θερ­μο­δυ­να­μι­κῆς καὶ Αὐ­το­ορ­γά­νω­σης στὸ Σύγ­χρο­νο Κό­σμο (2008). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Νάγια Κουτρουμάνη: Ἡ κρουαζιέρα


Νά­για Κου­τρου­μά­νη


Ἡ κρουαζιέρα


 ΗΛΙΟΣ ΕΔΥΕ καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες κοι­τά­ζον­τας τὸν ἴ­διο οὐ­ρα­νό. Τὰ σύν­νε­φα δὲν κου­νι­όν­του­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν μεί­νει κολ­λη­μέ­να στὸ τα­βά­νι, ἄλ­λα στρογ­γυ­λά, ἄλ­λα τε­τρά­γω­να, ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­κλει­ναν οἱ ἑ­ται­ρεῖ­ες καὶ κο­πά­δια κου­στου­μι­ῶν κα­τέ­βαι­ναν τὴν ὄ­χθη, σὰν μιὰ πο­λι­τι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση πιγ­κου­ί­νων. Μπλὲ καὶ γκρὶ κου­στού­μια μὲ πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες γύ­ρω ἀ­πὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νους λαι­μοὺς ποὺ λα­χτα­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­πιοῦν δρο­σε­ρὲς γου­λι­ὲς μπύ­ρας ἀ­πὸ τὰ πὰμπ τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Εἶ­χε κρύ­ο ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα καὶ οἱ ἀ­νά­σες τους ἔ­βγαι­ναν σὰν ξε­φυ­σή­μα­τα μι­κρῶν δρά­κων, ἑ­νώ­νον­ταν κά­που κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι τους καὶ πέ­φτα­νε βα­ρι­ὲς πά­νω στὸν πά­γο ποὺ εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ στὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα τῆς ὄ­χθης.

          Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­νῶ ἔ­πλε­ε ἀ­νά­σκε­λα πά­νω στὸ νε­ρό, τὸ ἕ­να χέ­ρι της μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο καὶ χο­ρευ­τι­κὸ σὰ φτε­ρού­γα κύ­κνου, τὸ ἄλ­λο πι­α­σμέ­νο μέ­σα στὴ χον­τρή, μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα, φυ­λα­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ βρεγ­μέ­νο μαλ­λί, ἄ­βου­λο νὰ προ­βά­λει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀν­τί­στα­ση. Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα ξε­κά­θα­ρα, για­τί τὰ μά­τια της ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτα στὸ φῶς καὶ στὴν κί­νη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τά­με­ση. Ἀλ­λὰ πα­ρ’ ὅ­λες τὶς εἰ­κό­νες καὶ τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κά­νει τὶς δου­λει­ὲς τῆς Κυ­ρια­κῆς. Δὲν εἶ­χε βά­λει μπου­γά­δα, δὲν εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ντου­λά­πια τῆς κου­ζί­νας, δὲν εἶ­χε τι­νά­ξει τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ, δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας οὔ­τε εἶ­χε σφουγ­γα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε μα­γει­ρέ­ψει. Δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὶς πα­τά­τες, δὲν τὶς εἶ­χε βά­λει προ­σε­κτι­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μπού­τι τοῦ ἀρ­νιοῦ, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­χε ρί­ξει ἁ­λά­τι οὔ­τε ρί­γα­νη οὔ­τε εἶ­χε στύ­ψει λε­μό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ λί­πος καὶ τὸ λά­δι. Ὁ φοῦρ­νος ἦ­ταν σβη­στός. Καὶ τό­σο κρύ­ος ὅ­σο τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

          Τὸ πο­τά­μι τὴν με­τέ­φε­ρε ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ δε­ξιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι του­ρι­στῶν ποὺ κοί­τα­ζαν τὰ νε­ρά, τὴν εἶ­δε. Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε μιὰ κραυ­γὴ καὶ ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὰ κου­στού­μια, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄλ­λοι χω­ρίς, ἔ­στρε­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους κα­τα­πά­νω της. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μὴν τῆς εἶ­χε φύ­γει τὸ μέ­ι­καπ ποὺ κά­λυ­πτε τὴ χλω­μή της ὄ­ψη καὶ τῆς ἔ­δι­νε λί­γο χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα.

          Τὸ πλῆ­θος ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει καὶ νὰ τὴν δεί­χνει μὲ ἀ­πρέ­πεια. Τῆς θύ­μι­σε πῶς οὔρ­λια­ζε κι ἐ­κεῖ­νος τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν γαύ­γι­σμα λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου, ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε ρά­ψει τὴν τρύ­πα στὴν κάλ­τσα του. Εἶ­χε δί­κιο νὰ ἐ­κνευ­ρι­στεῖ. Τῆς τὸ εἶ­χε πεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη, μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της, τὸ ξέ­χα­σε. Τοῦ ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, για­τί κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τὴ φω­νή του, ὅ­τι τὸ λα­ρύγ­γι του εἶ­χε στε­γνώ­σει. Τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε πά­νω της. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, μὲ τὴ θερ­μο­κρα­σί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Ἄρ­χι­σε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ ντου­λά­πια πί­σω της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε, θὰ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ, θὰ ἔ­βλε­πε τη­λε­ό­ρα­ση καὶ θὰ ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν ὅ­πως ἔ­κα­νε τό­σες φο­ρές. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν τῆς πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, ὅ­τι θὰ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι ποὺ φύ­λα­γε τὰ μα­χαί­ρια, θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ πιὸ κο­φτε­ρό, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸ θε­ω­ρεῖ δι­κό της, τὸ μα­χαί­ρι ποὺ παίρ­νει μα­ζί της ἀ­κό­μη καὶ στὶς δι­α­κο­πὲς καὶ θὰ τὴν ἔ­σκι­ζε παν­τοῦ, μὲ τέ­τοι­α ἀ­κρί­βεια, ποὺ τῆς θύ­μι­σε τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­κα­νε στὸ χοι­ρι­νὸ μπού­τι γιὰ νὰ βά­λει μέ­σα το ἀ­ρω­μα­τι­κό της βού­τυ­ρο μὲ δεν­τρο­λί­βα­νο καὶ θυ­μά­ρι.

          Αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­δι­κη­μέ­νη, για­τὶ τὸν φρόν­τι­ζε τρί­α χρό­νια τώ­ρα μὲ ὅ­λη της τὴν ἀ­γά­πη. Τὸν φι­λοῦ­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ραί­ω­ναν τὰ μαλ­λιά του, τοῦ ἔ­φτια­χνε τὸν για­κά, τὸν χά­ι­δευ­ε ὅ­πο­τε κα­θό­ταν δί­πλα της. Συ­νή­θως ἐ­κεῖ πά­νω στὸν κα­να­πέ, βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

          Καὶ τώ­ρα, νὰ ποὺ πλέ­ει πά­νω στὸ κρύ­ο νε­ρό, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν κρου­α­ζι­έ­ρα ποὺ τῆς εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ. Ἐ­νο­χλεῖ­ται ποὺ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα ποὺ πο­τὲ δὲν φο­ρά­ει ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ καὶ ποὺ ἕ­να σω­ρὸ ἄ­γνω­στοι τὴ δεί­χνουν καὶ φω­νά­ζουν. Κά­νει τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει. Κα­μώ­νε­ται πὼς δὲν τοὺς βλέ­πει καὶ κοι­τά­ζει τὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να καὶ ἀ­κού­νη­τα. Κα­θὼς ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ βά­φει ρὸζ καὶ βι­ο­λε­τιά, τῆς φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­λα ἡ­συ­χά­ζουν. Ὅ­τι ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι ὁ πα­φλα­σμὸς πά­νω στὸ σῶ­μα της. Ἕ­νας ρυθ­μὸς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὸς καὶ σί­γου­ρος, ποὺ τὴν ἀ­να­κου­φί­ζει, κα­θὼς σι­γὰ-σι­γὰ τὸ πο­τά­μι τὴ σπρώ­χνει πρὸς τὴν ξη­ρά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νά­για Κου­τρου­μά­νη
 (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον καὶ τὸ Books Journal καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Πλανόδιον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ‘14 καὶ Hotel Χά­ο­ς, ( Πα­τά­κη).



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Πρωτοχρονιά στὴν Πάρνηθα


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Πρω­το­χρο­νιὰ στὴν Πάρ­νη­θα


ΙΝΑΙ ΝΥΧΤΑ. Ἕ­νας ἄ­γριος, μα­νι­α­σμέ­νος βο­ριὰς λυσ­σο­μα­νά­ει. Πα­ρα­μο­νὴ πρω­το­χρο­νιᾶς. Ἀ­πο­λο­γι­σμὸς ἑ­νὸς ὁ­λό­κλη­ρου χρό­νου καὶ ἐλ­πί­δες γιὰ τὸν ἑ­πό­με­νο.

          Εἶ­μαι σκο­πὸς σ’ ἕ­να φυ­λά­κιο στρα­τι­ω­τι­κὸ στὴν Πάρ­νη­θα. Ἔ­χω νὰ πά­ρω γράμ­μα ἀ­π’ τοὺς δι­κούς μου κον­τὰ δύ­ο μῆ­νες. Δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα γιὰ τὸν κό­σμο. Κρυ­ώ­νω. Φο­βᾶ­μαι. Πει­νά­ω. Τὸ τσι­γά­ρο ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται κι ἂν ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε. Δὲν ξέ­ρω τί ὥ­ρα εἶ­ναι. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει. Κι ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ μὴν προ­χω­ρά­ει. Τὸ νῆ­μα τῆς ὕ­φαν­σής του ἔ­χει τε­λει­ώ­σει πρὸ πολ­λοῦ, χω­ρὶς ν’ ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ. Ἡ σμί­λη τοῦ τορ­νευ­τὴ χά­θη­κε. Ὁ χρό­νος ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἕ­νας ὀγ­κό­λι­θος ἀ­κα­τέρ­γα­στος, ὁ­λό­κλη­ρος, ἀ­τό­φιος, ἐ­κεῖ κον­τά μου στὶς νό­τι­ες ὑ­πόρει­ες τῆς Πάρ­νη­θας, κον­τὰ στὸ φυ­λά­κιο Καύ­κα­σό μου καὶ κε­λί μου.

          Ὅ­λα μοῦ ἔ­δι­ναν μιὰ ἄλ­λη ὄ­ψη, το­νί­ζον­τας τὴν ἄ­χα­ρη τού­τη πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς. Τὰ οὐρ­λι­ά­σμα­τα τῶν τσα­κα­λι­ῶν καὶ οἱ ὑ­στε­ρι­κὲς κραυ­γὲς τῶν ὄ­μορ­φων στὸ φτέ­ρω­μα πα­γω­νι­ῶν, ἐ­πι­δεί­νω­ναν τὴν ὅλη κα­τά­στα­ση. Κι ἐ­γὼ μὲ τ’ ὅ­πλο γε­μά­το στὰ χέ­ρια. Οἱ τά­φοι τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­ταν πο­λὺ μα­κριά, ἀλ­λὰ νω­πὰ ἀ­κό­μα τὰ χώ­μα­τα ποὺ τοὺς σκέ­πα­ζαν. Γι’ αὐ­τὸ μιὰ ἠ­χὼ ἔ­φερ­νε στ’ αὐ­τιά μου μό­νο τὴ λέ­ξη φρί­κη…

          Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ πού ἀ­κου­γό­ταν ἀ­πὸ λί­γα λε­πτὰ πρίν, φώ­να­ζε τὸ ξε­χα­σμέ­νο πραγ­μα­τι­κό μου ὄ­νο­μα. Τώ­ρα τὸ ἀ­κού­ω κα­θα­ρά. Δη­μή­τρη… Δη­μή­τρη… Μιὰ γλυ­κεί­α φω­νὴ μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἔ­χει κα­νείς, ὅ­ταν ἔ­χει χά­σει τὸν ἄν­θρω­πό του καὶ ψά­χνει νὰ τὸν βρεῖ. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν πο­λὺ κον­τά μου, για­τί κα­θὼς ὁ ἀ­έ­ρας ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἔ­παιρ­νε τὴ φω­νή της σὰν ἕ­να φίλ­τρο καὶ τὴν ἔ­φερ­νε κα­θα­ρή, γλυ­κεί­α, καρ­τε­ρι­κὴ στ’ αὐ­τιά μου. Ἡ γνώ­ρι­μη κι ἀ­γα­πη­μέ­νη μου φω­νὴ ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­π’ τὰ πρῶ­τα ἔ­λα­τα. Στὸ δρό­μο ποὺ ἐρ­χό­ταν γιὰ τὸ φυ­λά­κιό μου.

          Ἀ­κούμ­πη­σα ὄρ­θιο τὸ ὅ­πλο μου, ἀ­να­σή­κω­σα λί­γο τὸ κρά­νος βγά­ζον­τας ἔ­ξω τὸ κε­φά­λι γιὰ ν’ ἀ­φουγ­κρα­στῶ κα­λύ­τε­ρα. Τώ­ρα πιὰ ἤ­μουν σί­γου­ρος σὲ ποι­ὰ ἀνῆ­κε ἡ φω­νή, ποὺ φώ­να­ζε τ’ ὄ­νο­μά μου. Ἴ­δια ἡ φω­νή της. Ἱ­κε­τευ­τι­κή, γλυ­κεί­α, πο­νε­μέ­νη, ὅ­πως τό­τε πού μὲ φώ­να­ζε τὴν ὥ­ρα πού χω­ρί­σα­με. Χω­ρὶς ἐ­γὼ νὰ γυ­ρί­σω πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε. Πλη­σί­α­σε ἀ­κό­μα. Ἡ σι­λου­έ­τα τῆς ἴ­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α κα­μιά. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη. Ἤ­μουν πιὰ σί­γου­ρος. Τὸ το­πί­ο κι ἡ νύ­χτα μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ζαν λί­γο τὴν ὄ­ψη της, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Ἤ­ξε­ρε, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι πλη­σιά­ζει σὲ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη πε­ρι­ο­χή, ὅ­τι, ἂν ἦ­ταν κά­ποι­ος ἄλ­λος στὸ φυ­λά­κιο, θὰ κιν­δύ­νευ­ε ἄ­με­σα ἡ ζω­ή της; Οὔ­τε τὰ «στὸπ» τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου δρό­μου, οὔ­τε τ’ ἄ­λε­πάλ­λη­λα δι­κά μου «ἂλτ» τὴν ἐμ­πό­δι­σαν νὰ πλη­σιά­σει.

          Ἡ ἕλ­ξη καὶ ἡ ἀ­πώ­θη­ση ταυ­τί­στη­καν σὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα ἀ­ξε­χώ­ρι­στα με­τα­ξύ τους. Τὰ δέν­τρα τρι­γύ­ρω εὐθυ­γραμ­μίστη­καν κά­νον­τας δε­ξιὰ ἀ­ρι­στε­ρὰ ἐ­πί­ση­μο ἄ­γη­μα, στὴν ἀ­νε­πί­ση­μη ἀ­πο­ψι­νὴ πα­ρου­σί­α της. Ἡ μη­χα­νὴ πα­ρα­γω­γῆς ἠ­λε­κτρι­κοῦ ρεύ­μα­τος στα­μά­τη­σε, φορ­τώ­νον­τας, τὶς λυ­χνί­ες της μὲ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀμ­πέρ, ἐ­ναρ­μο­νι­ζό­με­νη κι αὐ­τὴ στὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς. Πα­ρα­βι­ά­ζον­τας τὸν ἀ­έ­να­ο ρυθ­μό της…

          Γα­λή­νια πό­δια, τρε­μά­με­να, αἰχ­μά­λω­τα, κα­τέ­βη­καν τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκο­πιᾶς, κι ἀλ­λά, πάν­λευ­κα ἔ­κα­ναν τὰ δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­α βή­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος μου.

          Κα­τα­λά­βα­με… Δὲν ἤ­μουν ἐ­γὼ γι’ αὐ­τὴν οὔ­τε αὐ­τὴ γιὰ μέ­να. Τ’ ὄ­νο­μά μου ταί­ρια­ζε ἁ­πλὰ μ’ ἐ­κεῖ­νο τοῦ συ­νό­δου της.

          Κι ἐ­γὼ ὁ ἀ­νό­η­τος πί­στε­ψα, πώς μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Διηγήματα, Πλέθρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


 

Νίκος Δαββέτας: Κυριακὴ καὶ έξοδοῦχος


Νί­κος Δαβ­βέ­τας


Κυ­ρια­κὴ καὶ ἐ­ξο­δοῦ­χος


ΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἔ­βγαι­να στὴν πό­λη μὲ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρη. Ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα ἔ­βρε­χε ἀ­στα­μά­τη­τα, Ὡς τὸ με­ση­μέ­ρι —ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­ο σὲ κα­φε­νεῖ­ο— εἶ­χα φά­ει σχε­δὸν ὅ­λα μου τὰ χρή­μα­τα. Καὶ ποῦ νὰ πᾶς ἄ­φραγ­κος μὲ τέ­τοι­ο πα­λι­ό­και­ρο; Ἀ­να­πο­φά­σι­στος στά­θη­κα κά­τω ἀ­πὸ τὸ κι­ό­σκι τῶν ὑ­πε­ρα­στι­κῶν λε­ω­φο­ρεί­ων· ἕ­να χαρ­τὶ πρό­χει­ρα κολ­λη­μέ­νο στὸ τζά­μι πλη­ρο­φο­ροῦ­σε τὸ ἐ­πι­βα­τι­κὸ κοι­νὸ ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο δρο­μο­λό­γιο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα ἀ­να­βάλ­λε­ται «μέ­χρι νε­ω­τέ­ρας…». Τρι­γύ­ρω ἐ­ρη­μιά, τέ­τοι­α ὥ­ρα ὅ­λοι θὰ εἶ­ναι γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Μπαμ­πάς, μα­μά, παι­δὶ καὶ στὴ μέ­ση το πα­τρο­πα­ρά­δο­το ψη­τό. Ἡ μα­μὰ βέ­βαι­α μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ μα­χαι­ρώ­σει τὸν μπαμ­πά, ὁ μπαμ­πὰς νὰ τὴν πε­τά­ξει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, τὸ παι­δὶ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει καὶ τοὺς δύ­ο ἐξ ἐ­πα­φῆς, ἀλ­λὰ ὡς εἰ­κό­να ἡ Ἁ­γί­α Τριά­δα εἶ­ναι ἀ­ξε­πέ­ρα­στη. Τό­τε τὴν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται κα­τα­πά­νω μου. Τὸ πο­λύ­χρω­μο φό­ρε­μα της ἀ­νέ­μιζε στὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα καὶ τὸ κορ­δό­νι ἀ­πὸ τὸ ταγά­ρι της πε­ρα­σμέ­νο χια­στὶ  τό­νι­ζε τὸ σφρι­γη­λὸ στῆ­θος. Ἦ­ταν μιὰ μι­κρὴ γύ­φτισ­σα. Σί­γου­ρα θὰ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸν κα­ταυ­λι­σμὸ τῶν τσιγ­γά­νων ποὺ βρί­σκε­ται κον­τὰ στὴ χω­μα­τε­ρή. Κά­θι­σε δί­πλα μου στὸ παγ­κά­κι καὶ ξε­δί­πλω­σε μιὰ μι­σο­φα­γω­μὲνη σο­κο­λά­τα·

       «Ὄ­χι, δὲν θέ­λω.» «Φαν­τά­ρος;» «Δὲν φαί­νο­μαι;» «Ποῦ πᾶς;»

       «Δὲν ἔ­χω νὰ πά­ω που­θε­νά.» «Ἔ­τσι κά­θε­σαι δῶ;» «Ἔ­τσι.»

       «Καὶ τί φκιά­νεις;» «Τί­πο­τα.» «Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;» «Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να.» «Ἔ­χεις ἕ­να πεν­τα­κο­σά­ρι­κο;» «Για­τί ρω­τᾶς;»

       «Δώ­σ’ το καὶ θὰ σὲ πά­ρω στὸ στό­μα μου… Θὰ δεῖς, με­τὰ θὰ θέ­λεις κι ἄλ­λο.» «Αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ κά­νεις;» «Ὄ­χι, γιὰ σέ­να θὰ τὸ κά­νω.» «Καὶ γιὰ τὸ πεν­τα­κο­σά­ρι­κο;» «Ἐ, τί; Ἔ­τσι; Στὸ τζάμ­πα;»

       Αἴφ­νης ἄ­δρα­ξε τὸ μη­ρό μου: «Λοι­πόν;» Ἔ­νι­ω­σα μιὰ ἀ­να­τρι­χί­λα, ἕ­να ἠ­λε­κτρι­κὸ ρεῦ­μα νὰ δι­α­περ­νᾶ τὴ σπον­δυ­λι­κή μου στή­λη. Τὴν κοί­τα­ξα στὰ μά­τια. Ἕ­να με­λὶ ποὺ ἔ­σβη­νε μὲς στὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο, ἕ­να χρῶ­μα ποὺ βου­λί­α­ζε στὸ μόβ, ὅ­πως ἡ ἄ­δειά μου ζω­ὴ πί­σω ἀ­πὸ ἀ­νε­πί­δο­τα γράμ­μα­τα, γράμ­μα­τα ποὺ μοῦ ἐ­πι­στρέ­φον­ταν στὸ στρα­τό­πε­δο μὲ τὴν ἔν­δει­ξη «πα­ρα­λή­πτης ἄ­γνω­στος». Τρά­βη­ξα τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πεν­τα­κο­σά­ρι­κο ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου καὶ τῆς τὸ ἔ­χω­σα στὸ μποῦ­στο. Αὐ­τὴ ξε­κούμ­πω­σε τὸ παν­τα­λό­νι, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι της μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σλὶπ κι ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ τὸν χα­ϊ­δεύ­ει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­νι­ω­σε σκλη­ρό, γο­νά­τι­σε καὶ πέ­ρα­σε τὴ γλώσ­σα της ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα ὡς τὴ βά­λα­νο, κέν­τρι­σε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὴν οὐ­ρή­θρα καὶ συ­νέ­χι­σε πά­νω κά­τω, ὥ­σπου νὰ τε­λει­ώ­σω. Ἔ­γει­ρα στὸ παγ­κά­κι καὶ κοί­τα­ξα ψη­λά. Πά­νω μου, τὰ μο­λυ­βέ­νια σύν­νε­φα τα­ξί­δευ­αν, τα­ξί­δευ­αν πρὸς τὸ Νό­το μα­ζὶ μὲ τὶς ἀγ­γα­ρεῖ­ες, τὶς σκο­πι­ές, τὴ γυ­ναί­κα μου, τὸ ἄ­δει­ο μου σπί­τι ποὺ εἶ­χε γί­νει ἕ­νας κύ­βος παι­δι­κὸς καὶ δὲν μᾶς χω­ροῦ­σε πιά. Τὸ πῆ­ρε κι αὐ­τὸ μα­κριά μου ὁ ἄ­νε­μος ποὺ κα­θά­ρι­ζε τὸν οὐ­ρα­νό. Δὲν ξέ­ρω πό­ση ὥ­ρα πέ­ρα­σε, ὥ­σπου ἄ­κου­σα βή­μα­τα βα­ριὰ δί­πλα μου. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κα καὶ εἶ­δα ἕ­ναν ὁ­δη­γὸ τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων νὰ μὲ κοι­τά­ει κα­λὰ κα­λά.

       «Τί κά­νεις αὐ­τοῦ, ρέ;…  Κο­τζὰμ μαν­τρά­χα­λος δὲν ντρέ­πε­σαι νὰ τὴν παί­ζεις στὰ παγ­κά­κια;»



Πηγή: Ιστορίες μια ανάσας, (εκδ. Κέδρος, 2002).

Νίκος Δαββέτας (Αθήνα 1960). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δώ­δε­κα βι­βλί­α (ἔ­ξι ποι­η­τι­κά, μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ πέν­τε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα). Ἡ συλ­λο­γή του Τὸ κί­τρι­νο σκο­τά­δι τοῦ Βὰν Γκὸγκ (Κέ­δρος, 1995) με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἀγ­γλι­κά καὶ στὰ ἰ­σπα­νι­κά. Τὸ 2003 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Βρε­τα­νί­α μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ ποι­η­μά­των του σὲ με­τά­φρα­ση Thom Nairn. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά του με­τα­φρά­στη­καν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες. Τὸ 2010 τι­μή­θη­κε γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἡ Ε­βραί­α νύ­φη μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα & Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Α­θη­νῶν.

 

Ἰάσονας Μικρώνης: Ὁ λεξιπλάστης

 

mikronisiasonas-oleksiplastis-eikona-06


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Ὁ λε­ξι­πλά­στης


03-alpha-01ΝΑΣΥΡΩ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ  ἀ­π’ τὶς τσέ­πες μου χαρ­τά­κια δι­α­φό­ρων με­γε­θῶν —μέ­χρι καὶ κομ­μα­τά­κια χαρ­το­πε­τσε­τῶν ἔ­χω βρεῖ— μὲ λέ­ξεις ποὺ κά­πο­τε μοῦ κέν­τρι­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Πρό­κει­ται γιὰ λέ­ξεις δυσ­νό­η­τες, δυ­σπρό­φερ­τες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­κοῦς πλέ­ον που­θε­νὰ – κι ὡς ἐκ τού­του ἄ­χρη­στες, μὴ λει­τουρ­γι­κές. Ἐ­πι­λέ­γω νὰ τὶς με­τα­χει­ρί­ζο­μαι (μὲ τὴν ἀ­παι­τού­με­νη φει­δὼ) στὶς ποι­κί­λες κα­θη­με­ρι­νές μου συ­ναλ­λα­γὲς ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­ά­φο­ρες μα­ζώ­ξεις μὲ φί­λους γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σω τὸν θαυ­μα­σμὸ ἤ, κυ­νι­κό­τε­ρα, γιὰ νὰ ξι­πά­σω. Συ­νή­θως βέ­βαι­α δὲν κα­τα­φέρ­νω τί­πο­τα ἀ­π’ τὰ δύ­ο, ἡ συ­ναλ­λα­γὴ ἢ ἡ συ­ζή­τη­ση ἐ­ξε­λίσ­σον­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα – χω­ρίς, δη­λα­δή, τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο χά­σκον στό­μα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ. Σπα­νι­ό­τε­ρα, κά­ποι­ος φί­λος, θὰ ξε­σπά­σει σὲ χά­χα­να (ἀ­ναί­τια) ἢ θὰ μοῦ ζη­τή­σει κά­ποι­ο ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρο συ­νώ­νυ­μο. Δὲν εἶ­ναι λί­γες βέ­βαι­α καὶ οἱ φο­ρές, ποὺ ὁ συ­νο­μι­λη­τής μου θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ λε­κτι­κὰ ἢ θὰ μὲ κα­τα­κρί­νει γιὰ τὰ ἰ­δι­ό­τρο­πα ἑλ­λη­νι­κά μου («Ποῦ τὰ ἄ­κου­σες νὰ τὰ μι­λᾶ­νε αὐ­τά, ρέ;»). Ὡς καὶ δυσ­λε­ξι­κὸ μ’ ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λέ­σει.

        Τό­τε κι ἐ­γὼ κά­πως χο­λιά­ζω, μα­ζεύ­ο­μαι κι ὀ­πι­σθο­χω­ρῶ. Πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι σὲ μο­νο­λε­κτι­κὲς ἀ­πο­κρί­σεις (ναὶ/ ὄ­χι) ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, σὲ σφιγ­μέ­να νεύ­μα­τα. Πο­λὺ σπά­νια μό­νο θὰ ἐκ­φρά­σω τὸ γρι­φῶ­δες «θὰ κα­πνά­σω», γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξω καὶ τό­τε μί­α και­νού­ρια, ἀ­γρι­ό­τε­ρη ἐ­πί­θε­ση.

        Τὸ δὲ «κα­πνά­ζω» συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὰ ἀ­με­τά­βα­τα καὶ σύν­θε­τα ρή­μα­τα: προ­κύ­πτει με­τὰ τὴν συ­νέ­νω­ση τοῦ «μο­νά­ζω» μὲ τὸ «κα­πνί­ζω». Ἀ­νή­κει στὸν μπαρ­μπα-Κο­σμᾶ, τὸν λε­ξι­πλά­στη τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ πρό­φε­ρε, μπου­χτι­σμέ­νος πάν­το­τε, ὅ­ταν οἱ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες ἀ­πό­ψεις ἐ­πὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ ἔ­βρι­σκαν ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τί­λο­γο ἀ­νά­με­σα στοὺς χω­ρια­νούς, ὅ­ταν ἕ­νας και­νού­ριος λο­γα­ρια­σμὸς ρεύ­μα­τος ἢ νε­ροῦ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του, ὅ­ταν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ —ἐ­λά­χι­στο— κα­κὸ τὸν ἔ­βρι­σκε. Οἱ συ­ζη­τή­σεις γλωσ­σο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νον­ταν κά­θε φο­ρὰ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα στοὺς συμ­πό­τες του, κα­θέ­νας προ­σέ­φε­ρε τὸν λί­θο τῆς δι­κῆς του ἀ­νερ­μά­τι­στης ἑρ­μη­νεί­ας· ὁ ἴ­διος βέ­βαι­α πο­τέ του δὲν ἀ­πε­φάν­θη. Ἐρ­χό­ταν, ἄλ­λω­στε, πο­λὺ γρή­γο­ρα μί­α ἄλ­λη αὐ­το­σχέ­δια κου­βέν­τα νὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει τὴν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση. Ση­κω­νό­ταν, ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος τῆς νύ­χτας, πε­ρί­φρον­τις τά­χα μου κι αἰ­νιγ­μα­τι­κός, πλή­ρω­νε τὸ ἀν­τί­τι­μο τῆς κραι­πά­λης του, ἄ­να­βε τσι­γά­ρο γιὰ τὸ δρό­μο κι ἔ­φευ­γε. Χρό­νια με­τὰ κα­τά­φε­ρα νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὴ ρή­ση του.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς εἶ­χε καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, τὴ Βού­λα. Τὸ σπί­τι τους ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μας, οἱ δο­σο­λη­ψί­ες της μὲ τὴν μά­να μου ἦ­ταν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση – κα­νέ­να αὐ­γό, κα­νέ­να κου­νου­πί­δι, τέ­τοι­α. Ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι καὶ (πα­ρὰ τὶς ὄ­χι καὶ πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς λο­γο­μα­χί­ες τους) μο­νι­α­σμέ­νοι – πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τοῦ ποι­η­τῆ ποὺ κά­που λέ­ει: Τε­λι­κὰ τὰ μό­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­πη­μέ­να, τὰ μό­να βα­θιά, ὣς τὰ γε­ρά­μα­τα, ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­ρω­τευ­μέ­να ζευ­γά­ρια ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει ἦ­ταν τὰ ἄ­κλη­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­πο­τε ὅ­τι δὲν περ­νοῦ­σε μέ­ρα, τό­τε του­λά­χι­στον ποὺ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸν κάμ­πο γιὰ τ’ ἀμ­πέ­λια, ποὺ νὰ μὴν τὴν κε­ρά­σει, κα­τὰ τὴν ἀ­νά­βα­ση, λου­λού­δι.

        Ἔ­πει­τα, κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια νευ­ρο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἐμ­φά­νι­σε ἡ Βού­λα καί, προ­τοῦ κα­λὰ-κα­λὰ ἡ εἴ­δη­ση δι­α­δο­θεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό, τὰ πό­δια της πιὰ δὲν τὴν πή­γαι­ναν καί, κά­να τρί­μη­νο ἀ­φό­του τῆς τά ‘κο­ψαν, πέ­θα­νε.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς δέ­χθη­κε βου­βὸς τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια. Κλεί­στη­κε ἕ­να και­ρὸ σπί­τι του, τὸν βο­η­θοῦ­σε ἕ­να μι­κρα­νί­ψι του μὲ τὰ ψώ­νια. Φούν­τω­σε ἕ­να δι­ά­στη­μα ἡ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὴ κλη­μα­τα­ριὰ στὴν αὐ­λή, θη­λύ­κω­σε περ­βά­ζια καὶ δο­κούς, ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­κα­ψε ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἔ­βγαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα δει­λὰ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες, μέ­χρι νὰ πέ­σει γιὰ τὰ κα­λά τὸ βρά­δυ. Τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει ὁ για­τρὸς τὴν προ­σο­χή, νὰ διά­γει βί­ο πιὸ ἐγ­κρα­τή, τοῦ ‘δω­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἕ­να μπε­γλέ­ρι, νὰ ἐ­λατ­τώ­σει τὸ τσι­γά­ρο. Ἔ­πια­νε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη του θέ­ση στὸν κα­φε­νέ, ἀ­π’ τὴ μί­α τὸ κομ­πο­λό­ι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ὁ ἀ­ρει­μά­νιος κα­πνός. Ἔ­πα­ψε βέ­βαι­α καὶ μὲ τοὺς νε­ο­λο­γι­σμούς.

        Ἀ­νέ­βη­κα μά­λι­στα κι ἐ­γὼ τὶς προ­άλ­λες στὸ χω­ριὸ γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Περ­νών­τας τὸ κα­τώ­φλι τοῦ πα­τρι­κοῦ μου, πῆ­ρε τ’ αὐ­τί μου δί­πλα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση νὰ λέ­ει. Κον­το­στά­θη­κα· ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος πα­ρου­σια­στὴς τοῦ δελ­τί­ου τῶν ὀ­κτώ, ὄρ­θιο τὸν φαν­τά­στη­κα κι εὐ­θυ­τε­νῆ στὸ πλα­τό, νὰ σχο­λιά­ζει τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα μὲ κά­τι Ἑλ­λη­νι­κὰ πο­λὺ σω­στὰ κι ἄρ­τια, δί­χως νο­η­μα­τι­κὰ κε­νὰ ἢ ἄλ­λου τύ­που ἀ­σά­φει­ες.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης  (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ οὐλὴ

Triantafyllidou-Trendel,Aristi-IOuli-Eikona-01


Ἀ­ρί­στη Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἡ οὐλή


02-TaphΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΟΙ νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.

         «Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.

         «Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.

         «Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.

         Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).