Δημήτρης Ἀλεξίου: Πρωτοχρονιά στὴν Πάρνηθα


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Πρω­το­χρο­νιὰ στὴν Πάρ­νη­θα


ΙΝΑΙ ΝΥΧΤΑ. Ἕ­νας ἄ­γριος, μα­νι­α­σμέ­νος βο­ριὰς λυσ­σο­μα­νά­ει. Πα­ρα­μο­νὴ πρω­το­χρο­νιᾶς. Ἀ­πο­λο­γι­σμὸς ἑ­νὸς ὁ­λό­κλη­ρου χρό­νου καὶ ἐλ­πί­δες γιὰ τὸν ἑ­πό­με­νο.

          Εἶ­μαι σκο­πὸς σ’ ἕ­να φυ­λά­κιο στρα­τι­ω­τι­κὸ στὴν Πάρ­νη­θα. Ἔ­χω νὰ πά­ρω γράμ­μα ἀ­π’ τοὺς δι­κούς μου κον­τὰ δύ­ο μῆ­νες. Δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα γιὰ τὸν κό­σμο. Κρυ­ώ­νω. Φο­βᾶ­μαι. Πει­νά­ω. Τὸ τσι­γά­ρο ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται κι ἂν ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε. Δὲν ξέ­ρω τί ὥ­ρα εἶ­ναι. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει. Κι ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ μὴν προ­χω­ρά­ει. Τὸ νῆ­μα τῆς ὕ­φαν­σής του ἔ­χει τε­λει­ώ­σει πρὸ πολ­λοῦ, χω­ρὶς ν’ ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ. Ἡ σμί­λη τοῦ τορ­νευ­τὴ χά­θη­κε. Ὁ χρό­νος ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἕ­νας ὀγ­κό­λι­θος ἀ­κα­τέρ­γα­στος, ὁ­λό­κλη­ρος, ἀ­τό­φιος, ἐ­κεῖ κον­τά μου στὶς νό­τι­ες ὑ­πόρει­ες τῆς Πάρ­νη­θας, κον­τὰ στὸ φυ­λά­κιο Καύ­κα­σό μου καὶ κε­λί μου.

          Ὅ­λα μοῦ ἔ­δι­ναν μιὰ ἄλ­λη ὄ­ψη, το­νί­ζον­τας τὴν ἄ­χα­ρη τού­τη πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς. Τὰ οὐρ­λι­ά­σμα­τα τῶν τσα­κα­λι­ῶν καὶ οἱ ὑ­στε­ρι­κὲς κραυ­γὲς τῶν ὄ­μορ­φων στὸ φτέ­ρω­μα πα­γω­νι­ῶν, ἐ­πι­δεί­νω­ναν τὴν ὅλη κα­τά­στα­ση. Κι ἐ­γὼ μὲ τ’ ὅ­πλο γε­μά­το στὰ χέ­ρια. Οἱ τά­φοι τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­ταν πο­λὺ μα­κριά, ἀλ­λὰ νω­πὰ ἀ­κό­μα τὰ χώ­μα­τα ποὺ τοὺς σκέ­πα­ζαν. Γι’ αὐ­τὸ μιὰ ἠ­χὼ ἔ­φερ­νε στ’ αὐ­τιά μου μό­νο τὴ λέ­ξη φρί­κη…

          Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ πού ἀ­κου­γό­ταν ἀ­πὸ λί­γα λε­πτὰ πρίν, φώ­να­ζε τὸ ξε­χα­σμέ­νο πραγ­μα­τι­κό μου ὄ­νο­μα. Τώ­ρα τὸ ἀ­κού­ω κα­θα­ρά. Δη­μή­τρη… Δη­μή­τρη… Μιὰ γλυ­κεί­α φω­νὴ μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἔ­χει κα­νείς, ὅ­ταν ἔ­χει χά­σει τὸν ἄν­θρω­πό του καὶ ψά­χνει νὰ τὸν βρεῖ. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν πο­λὺ κον­τά μου, για­τί κα­θὼς ὁ ἀ­έ­ρας ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἔ­παιρ­νε τὴ φω­νή της σὰν ἕ­να φίλ­τρο καὶ τὴν ἔ­φερ­νε κα­θα­ρή, γλυ­κεί­α, καρ­τε­ρι­κὴ στ’ αὐ­τιά μου. Ἡ γνώ­ρι­μη κι ἀ­γα­πη­μέ­νη μου φω­νὴ ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­π’ τὰ πρῶ­τα ἔ­λα­τα. Στὸ δρό­μο ποὺ ἐρ­χό­ταν γιὰ τὸ φυ­λά­κιό μου.

          Ἀ­κούμ­πη­σα ὄρ­θιο τὸ ὅ­πλο μου, ἀ­να­σή­κω­σα λί­γο τὸ κρά­νος βγά­ζον­τας ἔ­ξω τὸ κε­φά­λι γιὰ ν’ ἀ­φουγ­κρα­στῶ κα­λύ­τε­ρα. Τώ­ρα πιὰ ἤ­μουν σί­γου­ρος σὲ ποι­ὰ ἀνῆ­κε ἡ φω­νή, ποὺ φώ­να­ζε τ’ ὄ­νο­μά μου. Ἴ­δια ἡ φω­νή της. Ἱ­κε­τευ­τι­κή, γλυ­κεί­α, πο­νε­μέ­νη, ὅ­πως τό­τε πού μὲ φώ­να­ζε τὴν ὥ­ρα πού χω­ρί­σα­με. Χω­ρὶς ἐ­γὼ νὰ γυ­ρί­σω πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε. Πλη­σί­α­σε ἀ­κό­μα. Ἡ σι­λου­έ­τα τῆς ἴ­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α κα­μιά. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη. Ἤ­μουν πιὰ σί­γου­ρος. Τὸ το­πί­ο κι ἡ νύ­χτα μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ζαν λί­γο τὴν ὄ­ψη της, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Ἤ­ξε­ρε, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι πλη­σιά­ζει σὲ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη πε­ρι­ο­χή, ὅ­τι, ἂν ἦ­ταν κά­ποι­ος ἄλ­λος στὸ φυ­λά­κιο, θὰ κιν­δύ­νευ­ε ἄ­με­σα ἡ ζω­ή της; Οὔ­τε τὰ «στὸπ» τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου δρό­μου, οὔ­τε τ’ ἄ­λε­πάλ­λη­λα δι­κά μου «ἂλτ» τὴν ἐμ­πό­δι­σαν νὰ πλη­σιά­σει.

          Ἡ ἕλ­ξη καὶ ἡ ἀ­πώ­θη­ση ταυ­τί­στη­καν σὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα ἀ­ξε­χώ­ρι­στα με­τα­ξύ τους. Τὰ δέν­τρα τρι­γύ­ρω εὐθυ­γραμ­μίστη­καν κά­νον­τας δε­ξιὰ ἀ­ρι­στε­ρὰ ἐ­πί­ση­μο ἄ­γη­μα, στὴν ἀ­νε­πί­ση­μη ἀ­πο­ψι­νὴ πα­ρου­σί­α της. Ἡ μη­χα­νὴ πα­ρα­γω­γῆς ἠ­λε­κτρι­κοῦ ρεύ­μα­τος στα­μά­τη­σε, φορ­τώ­νον­τας, τὶς λυ­χνί­ες της μὲ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀμ­πέρ, ἐ­ναρ­μο­νι­ζό­με­νη κι αὐ­τὴ στὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς. Πα­ρα­βι­ά­ζον­τας τὸν ἀ­έ­να­ο ρυθ­μό της…

          Γα­λή­νια πό­δια, τρε­μά­με­να, αἰχ­μά­λω­τα, κα­τέ­βη­καν τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκο­πιᾶς, κι ἀλ­λά, πάν­λευ­κα ἔ­κα­ναν τὰ δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­α βή­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος μου.

          Κα­τα­λά­βα­με… Δὲν ἤ­μουν ἐ­γὼ γι’ αὐ­τὴν οὔ­τε αὐ­τὴ γιὰ μέ­να. Τ’ ὄ­νο­μά μου ταί­ρια­ζε ἁ­πλὰ μ’ ἐ­κεῖ­νο τοῦ συ­νό­δου της.

          Κι ἐ­γὼ ὁ ἀ­νό­η­τος πί­στε­ψα, πώς μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Διηγήματα, Πλέθρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


 

Νίκος Δαββέτας: Κυριακὴ καὶ έξοδοῦχος


Νί­κος Δαβ­βέ­τας


Κυ­ρια­κὴ καὶ ἐ­ξο­δοῦ­χος


ΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ ἔ­βγαι­να στὴν πό­λη μὲ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρη. Ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα ἔ­βρε­χε ἀ­στα­μά­τη­τα, Ὡς τὸ με­ση­μέ­ρι —ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­ο σὲ κα­φε­νεῖ­ο— εἶ­χα φά­ει σχε­δὸν ὅ­λα μου τὰ χρή­μα­τα. Καὶ ποῦ νὰ πᾶς ἄ­φραγ­κος μὲ τέ­τοι­ο πα­λι­ό­και­ρο; Ἀ­να­πο­φά­σι­στος στά­θη­κα κά­τω ἀ­πὸ τὸ κι­ό­σκι τῶν ὑ­πε­ρα­στι­κῶν λε­ω­φο­ρεί­ων· ἕ­να χαρ­τὶ πρό­χει­ρα κολ­λη­μέ­νο στὸ τζά­μι πλη­ρο­φο­ροῦ­σε τὸ ἐ­πι­βα­τι­κὸ κοι­νὸ ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο δρο­μο­λό­γιο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα ἀ­να­βάλ­λε­ται «μέ­χρι νε­ω­τέ­ρας…». Τρι­γύ­ρω ἐ­ρη­μιά, τέ­τοι­α ὥ­ρα ὅ­λοι θὰ εἶ­ναι γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Μπαμ­πάς, μα­μά, παι­δὶ καὶ στὴ μέ­ση το πα­τρο­πα­ρά­δο­το ψη­τό. Ἡ μα­μὰ βέ­βαι­α μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ μα­χαι­ρώ­σει τὸν μπαμ­πά, ὁ μπαμ­πὰς νὰ τὴν πε­τά­ξει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, τὸ παι­δὶ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει καὶ τοὺς δύ­ο ἐξ ἐ­πα­φῆς, ἀλ­λὰ ὡς εἰ­κό­να ἡ Ἁ­γί­α Τριά­δα εἶ­ναι ἀ­ξε­πέ­ρα­στη. Τό­τε τὴν εἶ­δα νὰ ἔρ­χε­ται κα­τα­πά­νω μου. Τὸ πο­λύ­χρω­μο φό­ρε­μα της ἀ­νέ­μιζε στὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα καὶ τὸ κορ­δό­νι ἀ­πὸ τὸ ταγά­ρι της πε­ρα­σμέ­νο χια­στὶ  τό­νι­ζε τὸ σφρι­γη­λὸ στῆ­θος. Ἦ­ταν μιὰ μι­κρὴ γύ­φτισ­σα. Σί­γου­ρα θὰ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸν κα­ταυ­λι­σμὸ τῶν τσιγ­γά­νων ποὺ βρί­σκε­ται κον­τὰ στὴ χω­μα­τε­ρή. Κά­θι­σε δί­πλα μου στὸ παγ­κά­κι καὶ ξε­δί­πλω­σε μιὰ μι­σο­φα­γω­μὲνη σο­κο­λά­τα·

       «Ὄ­χι, δὲν θέ­λω.» «Φαν­τά­ρος;» «Δὲν φαί­νο­μαι;» «Ποῦ πᾶς;»

       «Δὲν ἔ­χω νὰ πά­ω που­θε­νά.» «Ἔ­τσι κά­θε­σαι δῶ;» «Ἔ­τσι.»

       «Καὶ τί φκιά­νεις;» «Τί­πο­τα.» «Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;» «Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να.» «Ἔ­χεις ἕ­να πεν­τα­κο­σά­ρι­κο;» «Για­τί ρω­τᾶς;»

       «Δώ­σ’ το καὶ θὰ σὲ πά­ρω στὸ στό­μα μου… Θὰ δεῖς, με­τὰ θὰ θέ­λεις κι ἄλ­λο.» «Αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ κά­νεις;» «Ὄ­χι, γιὰ σέ­να θὰ τὸ κά­νω.» «Καὶ γιὰ τὸ πεν­τα­κο­σά­ρι­κο;» «Ἐ, τί; Ἔ­τσι; Στὸ τζάμ­πα;»

       Αἴφ­νης ἄ­δρα­ξε τὸ μη­ρό μου: «Λοι­πόν;» Ἔ­νι­ω­σα μιὰ ἀ­να­τρι­χί­λα, ἕ­να ἠ­λε­κτρι­κὸ ρεῦ­μα νὰ δι­α­περ­νᾶ τὴ σπον­δυ­λι­κή μου στή­λη. Τὴν κοί­τα­ξα στὰ μά­τια. Ἕ­να με­λὶ ποὺ ἔ­σβη­νε μὲς στὸ χει­μω­νι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο, ἕ­να χρῶ­μα ποὺ βου­λί­α­ζε στὸ μόβ, ὅ­πως ἡ ἄ­δειά μου ζω­ὴ πί­σω ἀ­πὸ ἀ­νε­πί­δο­τα γράμ­μα­τα, γράμ­μα­τα ποὺ μοῦ ἐ­πι­στρέ­φον­ταν στὸ στρα­τό­πε­δο μὲ τὴν ἔν­δει­ξη «πα­ρα­λή­πτης ἄ­γνω­στος». Τρά­βη­ξα τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πεν­τα­κο­σά­ρι­κο ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου καὶ τῆς τὸ ἔ­χω­σα στὸ μποῦ­στο. Αὐ­τὴ ξε­κούμ­πω­σε τὸ παν­τα­λό­νι, ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι της μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σλὶπ κι ἄρ­χι­σε νὰ μοῦ τὸν χα­ϊ­δεύ­ει. Ὅ­ταν τὸν ἔ­νι­ω­σε σκλη­ρό, γο­νά­τι­σε καὶ πέ­ρα­σε τὴ γλώσ­σα της ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα ὡς τὴ βά­λα­νο, κέν­τρι­σε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὴν οὐ­ρή­θρα καὶ συ­νέ­χι­σε πά­νω κά­τω, ὥ­σπου νὰ τε­λει­ώ­σω. Ἔ­γει­ρα στὸ παγ­κά­κι καὶ κοί­τα­ξα ψη­λά. Πά­νω μου, τὰ μο­λυ­βέ­νια σύν­νε­φα τα­ξί­δευ­αν, τα­ξί­δευ­αν πρὸς τὸ Νό­το μα­ζὶ μὲ τὶς ἀγ­γα­ρεῖ­ες, τὶς σκο­πι­ές, τὴ γυ­ναί­κα μου, τὸ ἄ­δει­ο μου σπί­τι ποὺ εἶ­χε γί­νει ἕ­νας κύ­βος παι­δι­κὸς καὶ δὲν μᾶς χω­ροῦ­σε πιά. Τὸ πῆ­ρε κι αὐ­τὸ μα­κριά μου ὁ ἄ­νε­μος ποὺ κα­θά­ρι­ζε τὸν οὐ­ρα­νό. Δὲν ξέ­ρω πό­ση ὥ­ρα πέ­ρα­σε, ὥ­σπου ἄ­κου­σα βή­μα­τα βα­ριὰ δί­πλα μου. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κα καὶ εἶ­δα ἕ­ναν ὁ­δη­γὸ τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων νὰ μὲ κοι­τά­ει κα­λὰ κα­λά.

       «Τί κά­νεις αὐ­τοῦ, ρέ;…  Κο­τζὰμ μαν­τρά­χα­λος δὲν ντρέ­πε­σαι νὰ τὴν παί­ζεις στὰ παγ­κά­κια;»



Πηγή: Ιστορίες μια ανάσας, (εκδ. Κέδρος, 2002).

Νίκος Δαββέτας (Αθήνα 1960). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δώ­δε­κα βι­βλί­α (ἔ­ξι ποι­η­τι­κά, μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ πέν­τε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα). Ἡ συλ­λο­γή του Τὸ κί­τρι­νο σκο­τά­δι τοῦ Βὰν Γκὸγκ (Κέ­δρος, 1995) με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἀγ­γλι­κά καὶ στὰ ἰ­σπα­νι­κά. Τὸ 2003 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ Βρε­τα­νί­α μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ ποι­η­μά­των του σὲ με­τά­φρα­ση Thom Nairn. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά του με­τα­φρά­στη­καν στὶς κυ­ρι­ό­τε­ρες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς γλῶσ­σες. Τὸ 2010 τι­μή­θη­κε γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἡ Ε­βραί­α νύ­φη μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα & Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Α­θη­νῶν.

 

Ἰάσονας Μικρώνης: Ὁ λεξιπλάστης

 

mikronisiasonas-oleksiplastis-eikona-06


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης


Ὁ λε­ξι­πλά­στης


03-alpha-01ΝΑΣΥΡΩ ΚΑΤΑ ΚΑΙΡΟΥΣ  ἀ­π’ τὶς τσέ­πες μου χαρ­τά­κια δι­α­φό­ρων με­γε­θῶν —μέ­χρι καὶ κομ­μα­τά­κια χαρ­το­πε­τσε­τῶν ἔ­χω βρεῖ— μὲ λέ­ξεις ποὺ κά­πο­τε μοῦ κέν­τρι­σαν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Πρό­κει­ται γιὰ λέ­ξεις δυσ­νό­η­τες, δυ­σπρό­φερ­τες, τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν ἀ­κοῦς πλέ­ον που­θε­νὰ – κι ὡς ἐκ τού­του ἄ­χρη­στες, μὴ λει­τουρ­γι­κές. Ἐ­πι­λέ­γω νὰ τὶς με­τα­χει­ρί­ζο­μαι (μὲ τὴν ἀ­παι­τού­με­νη φει­δὼ) στὶς ποι­κί­λες κα­θη­με­ρι­νές μου συ­ναλ­λα­γὲς ἀλ­λὰ καὶ στὶς δι­ά­φο­ρες μα­ζώ­ξεις μὲ φί­λους γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σω τὸν θαυ­μα­σμὸ ἤ, κυ­νι­κό­τε­ρα, γιὰ νὰ ξι­πά­σω. Συ­νή­θως βέ­βαι­α δὲν κα­τα­φέρ­νω τί­πο­τα ἀ­π’ τὰ δύ­ο, ἡ συ­ναλ­λα­γὴ ἢ ἡ συ­ζή­τη­ση ἐ­ξε­λίσ­σον­ται κα­νο­νι­κό­τα­τα – χω­ρίς, δη­λα­δή, τὸ ἀ­να­με­νό­με­νο χά­σκον στό­μα ἀ­π’ τὴ με­ριὰ τοῦ ἀ­κρο­α­τῆ. Σπα­νι­ό­τε­ρα, κά­ποι­ος φί­λος, θὰ ξε­σπά­σει σὲ χά­χα­να (ἀ­ναί­τια) ἢ θὰ μοῦ ζη­τή­σει κά­ποι­ο ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρο συ­νώ­νυ­μο. Δὲν εἶ­ναι λί­γες βέ­βαι­α καὶ οἱ φο­ρές, ποὺ ὁ συ­νο­μι­λη­τής μου θὰ μοῦ ἐ­πι­τε­θεῖ λε­κτι­κὰ ἢ θὰ μὲ κα­τα­κρί­νει γιὰ τὰ ἰ­δι­ό­τρο­πα ἑλ­λη­νι­κά μου («Ποῦ τὰ ἄ­κου­σες νὰ τὰ μι­λᾶ­νε αὐ­τά, ρέ;»). Ὡς καὶ δυσ­λε­ξι­κὸ μ’ ἔ­χουν ἀ­πο­κα­λέ­σει.

        Τό­τε κι ἐ­γὼ κά­πως χο­λιά­ζω, μα­ζεύ­ο­μαι κι ὀ­πι­σθο­χω­ρῶ. Πε­ρι­ο­ρί­ζο­μαι σὲ μο­νο­λε­κτι­κὲς ἀ­πο­κρί­σεις (ναὶ/ ὄ­χι) ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, σὲ σφιγ­μέ­να νεύ­μα­τα. Πο­λὺ σπά­νια μό­νο θὰ ἐκ­φρά­σω τὸ γρι­φῶ­δες «θὰ κα­πνά­σω», γιὰ νὰ εἰ­σπρά­ξω καὶ τό­τε μί­α και­νού­ρια, ἀ­γρι­ό­τε­ρη ἐ­πί­θε­ση.

        Τὸ δὲ «κα­πνά­ζω» συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στὰ ἀ­με­τά­βα­τα καὶ σύν­θε­τα ρή­μα­τα: προ­κύ­πτει με­τὰ τὴν συ­νέ­νω­ση τοῦ «μο­νά­ζω» μὲ τὸ «κα­πνί­ζω». Ἀ­νή­κει στὸν μπαρ­μπα-Κο­σμᾶ, τὸν λε­ξι­πλά­στη τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ πρό­φε­ρε, μπου­χτι­σμέ­νος πάν­το­τε, ὅ­ταν οἱ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες ἀ­πό­ψεις ἐ­πὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ ἔ­βρι­σκαν ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τί­λο­γο ἀ­νά­με­σα στοὺς χω­ρια­νούς, ὅ­ταν ἕ­νας και­νού­ριος λο­γα­ρια­σμὸς ρεύ­μα­τος ἢ νε­ροῦ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του, ὅ­ταν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ —ἐ­λά­χι­στο— κα­κὸ τὸν ἔ­βρι­σκε. Οἱ συ­ζη­τή­σεις γλωσ­σο­λο­γι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νον­ταν κά­θε φο­ρὰ ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα στοὺς συμ­πό­τες του, κα­θέ­νας προ­σέ­φε­ρε τὸν λί­θο τῆς δι­κῆς του ἀ­νερ­μά­τι­στης ἑρ­μη­νεί­ας· ὁ ἴ­διος βέ­βαι­α πο­τέ του δὲν ἀ­πε­φάν­θη. Ἐρ­χό­ταν, ἄλ­λω­στε, πο­λὺ γρή­γο­ρα μί­α ἄλ­λη αὐ­το­σχέ­δια κου­βέν­τα νὰ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει τὴν ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση. Ση­κω­νό­ταν, ἔ­πει­τα, στὸ τέ­λος τῆς νύ­χτας, πε­ρί­φρον­τις τά­χα μου κι αἰ­νιγ­μα­τι­κός, πλή­ρω­νε τὸ ἀν­τί­τι­μο τῆς κραι­πά­λης του, ἄ­να­βε τσι­γά­ρο γιὰ τὸ δρό­μο κι ἔ­φευ­γε. Χρό­νια με­τὰ κα­τά­φε­ρα νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὴ ρή­ση του.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς εἶ­χε καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, τὴ Βού­λα. Τὸ σπί­τι τους ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὸ δι­κό μας, οἱ δο­σο­λη­ψί­ες της μὲ τὴν μά­να μου ἦ­ταν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση – κα­νέ­να αὐ­γό, κα­νέ­να κου­νου­πί­δι, τέ­τοι­α. Ἦ­ταν ἄ­τε­κνοι καὶ (πα­ρὰ τὶς ὄ­χι καὶ πο­λὺ ἀ­ραι­ὲς λο­γο­μα­χί­ες τους) μο­νι­α­σμέ­νοι – πρὸς ἐ­πίρ­ρω­ση τοῦ ποι­η­τῆ ποὺ κά­που λέ­ει: Τε­λι­κὰ τὰ μό­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γα­πη­μέ­να, τὰ μό­να βα­θιά, ὣς τὰ γε­ρά­μα­τα, ὣς τὸ τέ­λος, ἐ­ρω­τευ­μέ­να ζευ­γά­ρια ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει ἦ­ταν τὰ ἄ­κλη­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­πο­τε ὅ­τι δὲν περ­νοῦ­σε μέ­ρα, τό­τε του­λά­χι­στον ποὺ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸν κάμ­πο γιὰ τ’ ἀμ­πέ­λια, ποὺ νὰ μὴν τὴν κε­ρά­σει, κα­τὰ τὴν ἀ­νά­βα­ση, λου­λού­δι.

        Ἔ­πει­τα, κά­ποι­α ἀ­σθέ­νεια νευ­ρο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἐμ­φά­νι­σε ἡ Βού­λα καί, προ­τοῦ κα­λὰ-κα­λὰ ἡ εἴ­δη­ση δι­α­δο­θεῖ σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το χω­ριό, τὰ πό­δια της πιὰ δὲν τὴν πή­γαι­ναν καί, κά­να τρί­μη­νο ἀ­φό­του τῆς τά ‘κο­ψαν, πέ­θα­νε.

        Ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς δέ­χθη­κε βου­βὸς τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια. Κλεί­στη­κε ἕ­να και­ρὸ σπί­τι του, τὸν βο­η­θοῦ­σε ἕ­να μι­κρα­νί­ψι του μὲ τὰ ψώ­νια. Φούν­τω­σε ἕ­να δι­ά­στη­μα ἡ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὴ κλη­μα­τα­ριὰ στὴν αὐ­λή, θη­λύ­κω­σε περ­βά­ζια καὶ δο­κούς, ὕ­στε­ρα τὴν ἔ­κα­ψε ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἔ­βγαι­νε ἀρ­γό­τε­ρα δει­λὰ ὁ μπαρ­μπα-Κο­σμᾶς κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες, μέ­χρι νὰ πέ­σει γιὰ τὰ κα­λά τὸ βρά­δυ. Τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­στή­σει ὁ για­τρὸς τὴν προ­σο­χή, νὰ διά­γει βί­ο πιὸ ἐγ­κρα­τή, τοῦ ‘δω­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ ἕ­να μπε­γλέ­ρι, νὰ ἐ­λατ­τώ­σει τὸ τσι­γά­ρο. Ἔ­πια­νε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη του θέ­ση στὸν κα­φε­νέ, ἀ­π’ τὴ μί­α τὸ κομ­πο­λό­ι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ὁ ἀ­ρει­μά­νιος κα­πνός. Ἔ­πα­ψε βέ­βαι­α καὶ μὲ τοὺς νε­ο­λο­γι­σμούς.

        Ἀ­νέ­βη­κα μά­λι­στα κι ἐ­γὼ τὶς προ­άλ­λες στὸ χω­ριὸ γιὰ τὶς γι­ορ­τές. Περ­νών­τας τὸ κα­τώ­φλι τοῦ πα­τρι­κοῦ μου, πῆ­ρε τ’ αὐ­τί μου δί­πλα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση νὰ λέ­ει. Κον­το­στά­θη­κα· ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ πε­ρι­ώ­νυ­μος πα­ρου­σια­στὴς τοῦ δελ­τί­ου τῶν ὀ­κτώ, ὄρ­θιο τὸν φαν­τά­στη­κα κι εὐ­θυ­τε­νῆ στὸ πλα­τό, νὰ σχο­λιά­ζει τὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα μὲ κά­τι Ἑλ­λη­νι­κὰ πο­λὺ σω­στὰ κι ἄρ­τια, δί­χως νο­η­μα­τι­κὰ κε­νὰ ἢ ἄλ­λου τύ­που ἀ­σά­φει­ες.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης  (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ οὐλὴ

Triantafyllidou-Trendel,Aristi-IOuli-Eikona-01


Ἀ­ρί­στη Τρι­α­ντα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἡ οὐλή


02-TaphΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΟΙ νὰ πε­θαί­νουν. Γνω­στοὶ κι ἄ­γνω­στοι, κολ­λη­τοὶ κι ἄ­σχε­τοι. Ρι­ζο­σπα­στι­κὴ ἀλ­λα­γὴ στὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τε­λευ­ταῖ­α ἄλ­λα­ζε κι αὐ­τή. Ἀρ­γὰ ἀλ­λὰ στα­θε­ρά. Τε­λευ­ταῖ­α ἄρ­χι­σε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν ἑ­αυ­τό της. Σὰ νὰ μὴν ἦ­ταν ἡ ἴ­δια πιά, σὰ νὰ ἔ­χα­νε τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ποι­ά ἦ­ταν. Τυ­χαῖα ἔ­μα­θε γιὰ τὸν θά­να­το τῆς Ἀ­να­μα­ρί­α Μαν­τοῦ­ρο. Εἶ­χε χρό­νια νὰ τὴ δεῖ. Κι ὅ­ταν τὴν ἔ­ψα­ξε στὸ δι­α­δύ­κτιο δὲν ἦ­ταν κὰν γι’ αὐ­τὴν ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να χα­ϊ­κοὺ ποὺ κά­πο­τε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε γρά­ψει καὶ θέ­λη­σε νὰ τὸ ξα­να­δι­α­βά­σει.Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τὴν ποί­η­ση. Τὰ ποι­ή­μα­τα μέ­νουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­να­χω­ροῦν. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ποι­ή­τρια ἀλ­λὰ σί­γου­ρα ἰ­δι­αί­τε­ρος ἄν­θρω­πος. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ ἡ πο­λυ­μά­θεια ἀν­τὶ νὰ τοὺς προ­βάλ­λει, τοὺς χαν­τα­κώ­νει. Ζοῦ­σε σὲ δέ­κα τε­τρα­γω­νι­κά, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς τρι­το­κο­σμι­κὲς συ­νοι­κί­ες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ ποὺ δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖς μό­νος σου τὸ βρά­δυ. Ἡ κα­τα­γω­γή της κά­που ἀ­πὸ τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ εἶ­χε σπου­δά­σει δι­εύ­θυν­ση ὀρ­χή­στρας σὲ ὀ­νο­μα­στὴ σχο­λὴ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ἀλ­λά, χρό­νια ἄ­νερ­γη, ζοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­δό­μα­τα τοῦ γεν­ναι­ό­δω­ρου Γαλ­λι­κοῦ κρά­τους. Τὴν συ­νάν­τη­σε στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ Shakespeare & Co καὶ ἦ­ταν ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α ποὺ τῆς σύ­στη­σε τὸν ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου.

         «Νό­μι­σα ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει», τῆς εἶ­πε.

         «Ὅ­πως βλέ­πεις, ζεῖ καὶ βα­σι­λεύ­ει», τῆς ἀ­πάν­τη­σε (στὸ με­τα­ξὺ πά­ει βέ­βαι­α κι αὐ­τός).

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὴν οὐ­λὴ ποὺ εἶ­χε στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πό. Μὰ ποῦ τὴν πρό­σε­ξε! Ἔ­χει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς που­λιοῦ, ἴ­σως γε­ρα­νοῦ, σχο­λί­α­σε, κι ἤ­θε­λε νὰ μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α της. Ἔ­νι­ω­σε κά­πως ἀ­μή­χα­να. Δὲν εἶ­χε κά­ποι­α ἱ­στο­ρί­α πά­θους νὰ τῆς δι­η­γη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οὐ­λή, ὅ­τι στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα ἄ­νοι­ξε τὶς φλέ­βες της για­τί ἔ­βρι­σκε τὴ ζω­ὴ ἀ­φό­ρη­τη, ἢ ὅ­τι ἔ­σπα­σε τζά­μια ἀ­πὸ ἀ­βά­στα­χτο κα­η­μὸ γιὰ ἕ­να πρό­ω­ρο χα­μὸ σὰν τὸν μι­κρὸ τοῦ Σά­λιν­τζερ στὸ «Φύ­λα­κα στὴ σί­κα­λη», ἢ γιὰ ἕ­να ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα στὰ δε­κα­ο­χτώ. Ὄ­χι πὼς δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες ἐμ­πει­ρί­ες, κά­θε ἄλ­λο, ἀλ­λὰ δὲν σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν οὐ­λή.

         «Πέ­ρα­σα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τζα­μό­πορ­τα ὅ­ταν ἤ­μουν τρι­ῶν χρο­νῶν», τῆς εἶ­πε.

         Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α τῆς δι­η­γή­θη­κε τοὺς πρό­σφα­τους ἔ­ρω­τές της, γιὰ τὴ βι­βλι­ο­θη­κά­ριο τῆς δα­νει­στι­κῆς της βι­βλι­ο­θή­κης ποὺ τῆς φε­ρό­ταν στορ­γι­κὰ καὶ γιὰ τὸν πα­θο­λό­γο ποὺ ἔ­βλε­πε ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ γιὰ τὶς ἀ­ϋ­πνί­ες της. Καὶ οἱ δυ­ὸ χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση. Βολ­τά­ρα­νε μα­ζὶ γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι στὴν Ἀ­ρι­στε­ρὴ Ὄ­χθη φι­λο­λο­γών­τας γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς Ἀ­ρι­στε­ρῆς Ὄ­χθης. Ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α εἶ­χε δι­α­βά­σει ὅ­λους τους ἐκ­πα­τρι­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ με­σο­πο­λέ­μου, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὶς γυ­ναῖ­κες (δὲν ἦ­ταν τυ­χαῖ­ο ὅ­τι τὸ Shakespeare & Co ἔ­γι­νε τὸ λη­μέ­ρι της) καὶ οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να τοὺς ἔ­δι­ναν σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σαν χέ­ρι-χέ­ρι μὲ τὴν Γερ­τρού­δη Στά­ιν καὶ τὴν Μί­να Λό­υ.

         Με­τὰ ἔ­χα­σε τὰ ἴ­χνη της. Καὶ κα­νέ­να ἴ­χνος ἀ­πὸ τὸ χα­ϊ­κοὺ ποὺ ἔ­ψα­χνε. Σὲ ἕ­να μπλὸγκ ποί­η­σης βρῆ­κε ὅ­μως ἕ­να ἄλ­λο ποί­η­μά της ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δι­α­βά­σει. Εἶ­χε τί­τλο «Ἡ Γυ­ναί­κα τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς ὄ­χθης» καὶ μι­λοῦ­σε γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἡ ποι­ή­τρια εἶ­χε πολ­λὰ χρό­νια νὰ δεῖ ἀλ­λὰ θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε αὐ­το­στιγ­μεί, ἀ­πὸ τὴν οὐ­λὴ στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ καρ­πὸ ποὺ εἶ­χε σχῆ­μα γε­ρα­νοῦ καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­στε­ρι­σμούς. Τὸ ποί­η­μα εἶ­χε δι­α­βα­στεῖ σὲ μιὰ ἀγ­γλό­φω­νη ὁ­μά­δα ποί­η­σης ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς μπο­έ­μι­κους κύ­κλους τοῦ Πα­ρι­σιοῦ, ὅ­που σύ­χνα­ζε ἡ Ἀ­να­μα­ρί­α, καὶ εἶ­χε ἀ­ναρ­τη­θεῖ γιὰ τὴ μνή­μη της.Ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὴν οὐ­λή. Χρό­νια εἶ­χε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Δὲν πέ­ρα­σε μέ­ρα πά­νω της. Ἀ­ναλ­λοί­ω­τη. Ἔ­μει­νε τρι­ῶν χρο­νῶν. Στ’ ἀ­λή­θεια ἔ­μοια­ζε μὲ γε­ρα­νό. Ἄγ­γι­ξε τὴν οὐ­λὴ σὰν φυ­λα­κτό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της  One Solar Year (Outskirtspress, 2012).

Ἔρνεστ Χέμνιγουέϊ (Ernest Hemingway): Ἕνα καθαρό, καλὰ φωτισμένο μέρος

Hemingway,Ernst-EnaKatharo,KalaFotismenoMeros-Eikona-02


Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)


Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος

(A clean, well-lighted place)


03-HttaΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ κι ὅ­λοι εἶ­χαν φύ­γει ἀ­π’ τὸ κα­φέ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ποὺ ἔ­ρι­χναν τὰ φύλ­λα τοῦ δέν­τρου κά­τω ἀ­π’ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς. Τὴ μέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ση­κω­νό­ταν κουρ­νια­χτός, ἀλ­λὰ τὴ νύ­χτα ἡ δρο­σιὰ ἔ­κα­νε τὸ χῶ­μα νὰ κα­τα­κά­θε­ται, καὶ στὸν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄ­ρε­σε νὰ κά­θε­ται ὣς ἀρ­γά, για­τὶ ἦ­ταν κου­φὸς καὶ τώ­ρα τὴ νύ­χτα ἦ­ταν ἥ­συ­χα κι ἔ­νι­ω­θε τὴ δι­α­φο­ρά. Μέ­σα στὸ κα­φέ, οἱ δύ­ο σερ­βι­τό­ροι ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἦ­ταν λι­γά­κι με­θυ­σμέ­νος, καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς πε­λά­της ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν με­θοῦ­σε πο­λὺ θά ’­φευ­γε χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει, ὁ­πό­τε τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

          «Πρὶν μιὰ βδο­μά­δα προ­σπά­θη­σε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Για­τί;»

          «Ἦ­ταν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος.»

          «Γιὰ ποι­ὸ λό­γο;»

          «Γιὰ τί­πο­τα»

          «Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ τί­πο­τα;»

          «Ἔ­χει πολ­λὰ λε­φτά.»

        Κά­θον­ταν μα­ζὶ σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι δί­πλα στὸν τοῖ­χο, κον­τὰ στὴν πόρ­τα τοῦ κα­φέ, καὶ κοί­τα­ζαν τὴ βε­ράν­τα, ὅ­που ὅ­λα τὰ τρα­πέ­ζια ἦ­ταν ἄ­δεια ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θό­ταν ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, στὴ σκιὰ τῶν φύλ­λων τοῦ δέν­τρου ποὺ σεί­ον­ταν ἁ­πα­λὰ στὸν ἄ­νε­μο. Ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της δι­έ­σχι­σαν τὸ δρό­μο. Τὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου ἄ­στρα­ψε στὸ με­ταλ­λι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ τοῦ για­κά του. Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε τὸ κε­φά­λι του ἀ­κά­λυ­πτο κι ἔ­τρε­χε πλά­ι του.

          «Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν μα­ζέ­ψει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Τί πει­ρά­ζει ἂν πά­ρει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει;»

          «Κα­λύ­τε­ρα νὰ φύ­γει ἀ­π’ τὸ δρό­μο ἀ­μέ­σως. Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν πιά­σει. Πέ­ρα­σαν πρὶν πέν­τε λε­πτά.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ ἐ­πί­μο­να τὸ πι­α­τά­κι του μὲ τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ νε­α­ρό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος πῆ­γε ὣς ἐ­κεῖ.

          «Τί θέ­λεις;»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε.

          «Εἶ­σαι με­θυ­σμέ­νος» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε.

          «Θὰ μεί­νει ὅ­λη νύ­χτα» εἶ­πε στὸ συ­νά­δελ­φό του. «Νυ­στά­ζω. Πο­τὲ δὲν ξα­πλώ­νω γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χε αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα.»

          Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι τοῦ μπράν­τι κι ἄλ­λο ἕ­να πι­α­τά­κι ἀπ’ τὸ τα­μεῖ­ο στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κα­φὲ καὶ πῆ­γε στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου. Ἄ­φη­σε τὸ πι­α­τά­κι καὶ γέ­μι­σε τὸ πο­τή­ρι μὲ μπράν­τι μέ­χρι πά­νω.

          «Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χες αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα» εἶ­πε στὸν κου­φό. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἔ­νευ­σε μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. «Λί­γο ἀ­κό­μα» εἶ­πε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­ρι­ξε κι ἄλ­λο μπράν­τι, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πο­τή­ρι νὰ ξε­χει­λί­σει καὶ νὰ στά­ξει ὣς κά­τω, ὣς τὸ πι­α­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς στοί­βας. «Εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος. Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι καὶ γύ­ρι­σε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ κα­φέ. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ συ­νά­δελ­φό του.

          «Μέ­θυ­σε» εἶ­πε.

          «Κά­θε βρά­δυ με­θά­ει.»

          «Για­τί ἤ­θε­λε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει;»

          «Ποῦ νὰ ξέ­ρω.»

          «Πῶς τό ’­κα­νε;»

          «Κρε­μά­στη­κε μὲ σχοι­νί.»

          «Ποιός τοῦ τό ’­κο­ψε;»

          «Ἡ ἀ­νι­ψιά του.»

          «Για­τί τό ’­κα­ναν;»

          «Ἀ­πὸ φό­βο γιὰ τὴν ψυ­χή του.»

          «Πό­σα λε­φτὰ ἔ­χει;»

          «Πολ­λά.»

          «Πρέ­πει νά ’­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Τέ­λος πάν­των, θά ’­λε­γα ὅ­τι εἶ­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲν πέ­φτω πο­τὲ γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Τί ὥ­ρα εἶν’ αὐ­τὴ γιὰ νὰ κοι­μη­θεῖς;»

          «Μέ­νει ξά­γρυ­πνος για­τὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει.»

          «Εἶ­ναι μό­νος του. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι μό­νος μου. Ἔ­χω γυ­ναί­κα ποὺ μὲ πε­ρι­μέ­νει στὸ κρε­βά­τι.»

          «Κι αὐ­τὸς εἶ­χε κά­πο­τε γυ­ναί­κα.»

          «Δὲ θὰ τοῦ χρη­σί­μευ­ε σὲ τί­πο­τα πιά.»

          «Αὐ­τὸ δὲν τὸ ξέ­ρεις. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σὲ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση ἂν εἶ­χε γυ­ναί­κα.»

          «Τὸν φρον­τί­ζει ἡ ἀ­νι­ψιά του. Ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι τοῦ ’­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ.»

          «Τὸ ξέ­ρω.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ γε­ρά­σω τό­σο. Ἕ­νας γέ­ρος εἶ­ναι βρώ­μι­κο πράγ­μα.»

          «Ὄ­χι πάν­τα. Αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος εἶ­ναι κα­θα­ρός. Πί­νει χω­ρὶς νὰ χύ­νει τὸ πο­τή­ρι. Ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, με­θυ­σμέ­νος. Κοί­τα τον.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ τὸν κοι­τά­ξω. Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲ σέ­βε­ται αὐ­τοὺς ποὺ δου­λεύ­ουν.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος κοί­τα­ξε πί­σω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι του τὸ χῶ­ρο τῆς πλα­τεί­ας, ὕ­στε­ρα τοὺς σερ­βι­τό­ρους.

          «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν πῆ­γε μέ­χρι ἐ­κεῖ.

          «Τέ­λος» εἶ­πε μι­λών­τας κο­φτά, ἐλ­λει­πτι­κά, ὅ­πως κά­θε ἠ­λί­θιος ὅ­ταν μι­λᾶ σὲ με­θυ­σμέ­νους ἢ ἀλ­λο­δα­πούς. «Ὄ­χι ἄλ­λο ἀ­πό­ψε. Κλεί­σα­με.»

          «Ἄλ­λο ἕ­να» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος.

          «Ὄ­χι. Τέ­λος.» Ὁ σερ­βι­τό­ρος σκού­πι­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μὲ μιὰ πε­τσέ­τα καὶ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του.

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ση­κώ­θη­κε, μέ­τρη­σε ἀρ­γὰ τὰ πι­α­τά­κια, ἔ­βγα­λε ἕ­να μι­κρὸ δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ πλή­ρω­σε τὰ πο­τά, ἀ­φή­νον­τας μι­σὴ πε­σέ­τα γιὰ φι­λο­δώ­ρη­μα. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς ἔ­παιρ­νε τὸ δρό­μο κι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν – ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας ποὺ περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια.

          «Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σες νὰ μεί­νει καὶ νὰ πι­εῖ;» ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ δὲ βι­α­ζό­ταν. Ἔ­κλει­ναν τὰ ρο­λά. «Οὔ­τε δυ­ό­μι­σι δὲν πῆ­γε.»

          «Θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει μιὰ ὥ­ρα;»

          «Με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α ἔ­χει γιὰ μέ­να πα­ρὰ γι’ αὐ­τόν.»

          «Μιὰ ὥ­ρα εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Μι­λᾶς σὰν νά ’­σαι κι ἐ­σὺ γέ­ρος. Μπο­ρεῖ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μπου­κά­λι καὶ νὰ πι­εῖ στὸ σπί­τι του.»

          «Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι» συμ­φώ­νη­σε ὁ παν­τρε­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἄ­δι­κος. Ἁ­πλῶς βι­α­ζό­ταν.

          «Κι ἐ­σύ; Δὲ φο­βᾶ­σαι νὰ γυ­ρί­σεις σπί­τι πρὶν τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὥ­ρα;»

          «Προ­σπα­θεῖς νὰ μὲ προ­σβά­λεις;»

          «Ὄ­χι, hombre, ἁ­πλῶς ἀ­στει­εύ­ο­μαι.»

          «Ὄ­χι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν, κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σε τὰ με­ταλ­λι­κὰ ρο­λά. «Ἔ­χω αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Εἶ­μαι γε­μά­τος αὐ­το­πε­ποί­θη­ση.»

          «Ἔ­χεις νιά­τα, αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δου­λειὰ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Τὰ ἔ­χεις ὅ­λα.»

          «Κι ἐ­σέ­να τί σοῦ λεί­πει;»

          «Τὰ πάν­τα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δου­λειά.»

          «Ἔ­χεις ὅ,τι κι ἐ­γώ.»

          «Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δὲν εἶ­μαι νέ­ος.»

          «Ἔ­λα τώ­ρα. Στα­μά­τα νὰ λὲς ἀ­νο­η­σί­ες καὶ κλεί­δω­σε.»

          «Εἶ­μαι ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ τοὺς ἀ­ρέ­σει νὰ μέ­νουν ὣς ἀρ­γὰ στὰ κα­φέ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι δὲ θέ­λουν νὰ πᾶ­νε γιὰ ὕ­πνο. Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι χρει­ά­ζον­ται ἕ­να φῶς μέ­σα στὴ νύ­χτα.»

          «Ἐ­γὼ θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι καὶ νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Εἴ­μα­στε δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Ἦ­ταν πιὰ ντυ­μέ­νος, ἕ­τοι­μος νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του. «Δὲν εἶ­ναι μό­νο ζή­τη­μα νι­ό­της καὶ αὐ­το­πε­ποί­θη­σης, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φα. Κά­θε βρά­δυ δι­στά­ζω νὰ κλεί­σω για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὸ κα­φέ.»

          «Hombre, ὑ­πάρ­χουν bodegas ποὺ μέ­νουν ἀ­νοι­χτὲς ὅ­λη νύ­χτα.»

          «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ν’ ἕ­να κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο κα­φέ. Εἶ­ναι κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο. Τὸ φῶς εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὸ κι ἐ­πί­σης, τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὑ­πάρ­χουν οἱ σκι­ὲς τῶν φύλ­λων.»

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ νε­ό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος.

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­κλει­σε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­σφα­λῶς καὶ τὸ φῶς με­τροῦ­σε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο. Δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Οὔ­τε καὶ μπο­ρεῖς νὰ στα­θεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μπάρ, ἂν καὶ μό­νο μπὰρ προ­σφέ­ρον­ται τέ­τοι­ες ὧ­ρες. Τί φο­βό­ταν; Δὲν ἦ­ταν φό­βος ἢ τρό­μος. Ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα ποὺ τὸ γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λά. Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα κι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἕ­να τί­πο­τα ἐ­πί­σης. Μό­νο αὐ­τὸ ἦ­ταν καὶ τὸ μό­νο ποὺ χρει­α­ζό­ταν ἦ­ταν φῶς καὶ μιὰ κά­ποι­α κα­θα­ρι­ό­τη­τα καὶ τά­ξη. Ὁ­ρι­σμέ­νοι ζοῦν μέ­σα του καὶ πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σαν, ὅ­μως αὐ­τὸς ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν nada y pues nada y nada y pues nada. Nada ­ἡμῶν, τὸ ἐν nada, nada τὸ ὄ­νο­μά Σου nada ἡ Βα­σι­λεί­α Σου nada τὸ θέ­λη­μά Σου nada ὡς ἐν nada καὶ ἐ­πὶ nada. Δὸς ἡ­μῖν τὸ nada τὸ ἐ­πι­ού­σιον καὶ nada ἡ­μῖν τὰ nada ἡ­μῶν ὡς καὶ ἡμεῖς nada τὰ nada ἡ­μῶν καὶ μὴ nada ἡ­μᾶς εἰς nada ἀλ­λὰ ρῦσαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ nada· pues nada. Χαῖ­ρε nada κε­χα­ρι­τω­μέ­νο, nada με­τά Σου. Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ μπάρ, μπρο­στὰ ἀ­πὸ μιὰ ἀ­στρα­φτε­ρὴ κι ἀ­χνι­στὴ μη­χα­νὴ τοῦ κα­φέ.

          «Τί θὰ πά­ρε­τε;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Nada.»

          «Otro loco mas» εἶ­πε ὁ μπάρ­μαν καὶ στρά­φη­κε ἀλ­λοῦ.

          «Ἕ­να πο­τη­ρά­κι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν σέρ­βι­ρε.

          «Τὸ φῶς λάμ­πει δυ­να­τὰ κι εὐ­χά­ρι­στα, ἀλ­λὰ τὸ μπὰρ θέ­λει γυ­ά­λι­σμα» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν κοί­τα­ξε ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα γιὰ συ­ζή­τη­ση.

          «Θέ­λεις μιὰ copita ἀ­κό­μη;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ βγῆ­κε. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ μπὰρ καὶ οἱ bodegas. Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο κα­φὲ ἦ­ταν κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό. Τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ σκε­φτεῖ πα­ρα­πά­νω, θὰ πή­γαι­νε σπί­τι, στὸ δω­μά­τιό του. Θὰ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι του καὶ τε­λι­κά, μὲ τὸ φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας, θὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Ἴ­σως ἐν τέ­λει, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ εἶ­ναι μό­νο ἀ­ϋ­πνί­α. Συμ­βαί­νει σὲ πολ­λούς.



Ση­μει­ώ­σεις:

Hombre: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ λέ­ξη «Hombre» ση­μαί­νει «ἄν­θρω­πος» καὶ «ἄν­δρας». Ἐ­δῶ, ὡς κλη­τι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, ση­μαί­νει «φί­λε».

Bodegas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. «Bodega» στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ εἶ­ναι τὸ οἰ­νο­ποι­εῖ­ο, τὸ κε­λά­ρι ἢ τὸ μπὰρ ὅ­που κα­τα­να­λώ­νε­ται κρα­σί. Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α της ση­μα­σί­α.

Nada y pues nada: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ φρά­ση «pues nada» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὸν κα­θη­με­ρι­νὸ λό­γο γιὰ νὰ δη­λώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α ἢ γιὰ νὰ ση­μά­νει τὸ τέ­λος μιᾶς συ­ζή­τη­σης. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ὡς «αὐ­τὰ λοι­πόν». Ἡ φρά­ση «nada y pues nada» θὰ ἀ­πο­δι­δό­ταν ὡς «τί­πο­τα καὶ λοι­πὸν τί­πο­τα». Ὅ­πως γί­νε­ται εὔ­κο­λα ἀν­τι­λη­πτό, σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὁ σερ­βι­τό­ρος ἀ­παγ­γέλ­λει τὴν Κυ­ρια­κὴ Προ­σευ­χὴ καὶ τὸ Χαῖ­ρε, Μα­ρί­α ἀν­τι­κα­θι­στών­τας ὁ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις τῶν προ­σευ­χῶν μὲ τὴ λέ­ξη «nada».

Otro loco mas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ση­μαί­νει «ἄλ­λος ἕ­νας τρε­λός».

Copita: ἱ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Μι­κρὸ πο­τή­ρι κρα­σιοῦ.

[Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν ὅ­ρων στὶς ση­μει­ώ­σεις ἔ­γι­νε μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λου καὶ τῆς Οὔρ­σου­λας Φω­σκό­λου. Ὁ με­τα­φρα­στὴς ἐκ­φρά­ζει τὶς εὐ­χα­ρι­στί­ες του.]

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: http://www.mrbauld.com/hemclean.html

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (Ernest Hemingway, 1899 – 1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καὶ συ­νε­χί­ζει νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὶς ΗΠΑ, ὅ­σο καὶ στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καὶ ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὰ ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιὰ ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος», ποὺ πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1926, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀρ­τι­ό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός: Ὁ Γιά­ννης Πα­λα­βὸς γεν­νή­θη­κε στὸ Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης τὸ 1980. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Intro Books, 2007), Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν (μὲ τὸ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο, Τό­πος, 2009) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, τὸ σε­νά­ριο τοῦ κό­μικ Τὸ Πτῶ­μα (Jemma Press, 2011), ποὺ σχε­δί­α­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου.

Χαρὰ Μπουργάνη: Ἡ τελευταία μέρα


Mpourgani,Chara-ITeleytaiaMera-Eikona-03


Χα­ρὰ Μπουρ­γά­νη


Ἡ τε­λευ­ταί­α μέ­ρα


H-Itta-SomataΤΑΝ ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ «αὐ­τι­στι­κοῦ» ἔ­ρω­τα. Ὅ­λα ἔ­γι­ναν μη­χα­νι­κὰ μὲ σκο­πὸ ὁ κα­θέ­νας νὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ σὰν μο­νά­δα, δὲν ἑ­νώ­θη­καν ψυ­χι­κά, ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ ἕ­να κα­νο­νι­κὸ ζευ­γά­ρι. Τε­λεί­ω­σαν σὲ ἄλ­λους χρό­νους καὶ ἔ­κα­ναν ντοὺς χω­ρι­στά. Στὸ τέ­λος κοι­μή­θη­καν ἀγ­κα­λιά. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἴ­σως καὶ ἡ μό­νη πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­νάγ­κη τους.

       Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α του μέ­ρα. Προ­η­γου­μέ­νως εἶ­χε πά­ει βόλ­τα μὲ τὸν μι­κρό, πῆ­ραν τά­πας γιὰ τὸ δρό­μο, ἔ­τρε­ξαν στὸ πάρ­κο Μα­ρί­α Λου­ί­ζα, εἶ­δαν τὸ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὸ μου­σεῖ­ο τῆς Σε­βί­λης καὶ ἔ­φα­γαν πα­γω­τό. Καὶ με­τὰ γύ­ρι­σαν στὸ σπί­τι τῆς πρώ­ην του, τῆς Γκλό­ρια. Ὁ Πέ­δρο ἕ­σφι­ξε στὴν ἀγ­κα­λιὰ του τὸν Ἀν­χε­λί­το καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε μὲ ἕ­να ζε­στὸ φι­λί. Στε­νο­χω­ρι­ό­ταν κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἀ­πο­χω­ρι­ζό­ταν. Πῶς νὰ ἐ­ξη­γή­σει σὲ ἕ­να παι­δὶ τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι πο­λύ­πλο­κη, ὅ­ταν χω­ρί­ζεις μὲ τὴν μα­μά; Οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις κα­τα­κερ­μα­τί­ζον­ται καὶ ἐ­σὺ γί­νε­σαι λά­στι­χο γιὰ νὰ εἶ­σαι ἐν­τά­ξει μὲ ὅ­λους: τὸν Ἀν­χε­λί­το ποὺ σὲ ρω­τά­ει για­τί φεύ­γεις, τὴ Γκλό­ρια ποὺ θέ­λει νὰ τρέ­χεις ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ ἐ­κεί­νη, τὴ μά­να σου ποὺ σὲ φι­λο­ξε­νεῖ για­τί ἐ­σὺ ξε­πλη­ρώ­νεις τὸ δά­νει­ο γιὰ τὸ νέ­ο σου σπί­τι. Τοῦ εἶ­χε λεί­ψει μιὰ κα­νο­νι­κὴ σχέ­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ νὰ εἶ­ναι δί­πλα του με­τὰ ἀ­πὸ 10 μέ­ρες ἀ­που­σί­ας τὸ μή­να. Ποι­ὰ δεί­χνει κα­τα­νό­η­ση γιὰ τὰ πέ­ρα δῶθε ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ πό­λεις ἀ­κό­μα κι ἂν ἐ­σὺ πᾶς νὰ δεῖς τὸ παι­δί σου; Ἦ­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ θὰ ἐ­πέ­στρε­φε στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Ἕν­τε­κα ὧ­ρες δρό­μος. Καὶ με­τὰ μον­τὰζ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ γιὰ τὸ ντο­κυ­μαν­τὲρ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει καὶ γυ­ρί­σμα­τα μὲ πα­λα­βοὺς μου­σι­κούς, μέ­χρι νὰ ξα­να­φύ­γει πά­λι γιὰ δέ­κα μέ­ρες. Πό­σο ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε κά­θε φο­ρὰ νὰ φτά­σει στὴ Σε­βί­λη γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν Ἀν­χε­λί­το του.

       Ἡ ὥ­ρα εἶ­χε πά­ει ὀ­κτὼ καὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μέ­ρα. Βα­σί­λευ­ε ἡ ἐ­α­ρι­νὴ ἰ­ση­με­ρί­α καὶ τὰ παι­διὰ ἔ­παι­ζαν στὶς ὄ­χθες τοῦ Γου­α­δαλ­κι­βίρ. Τί ἀ­φό­ρη­τη ὑ­γρα­σί­α! Εἶ­χε μου­σκέ­ψει στὸν ἱ­δρώ­τα. Ἀ­γό­ρα­σε μιὰ μπύ­ρα, τὴ μο­να­δι­κὴ ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε στὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὰ ἔ­ξο­δα ποὺ εἶ­χε: με­τα­κι­νή­σεις μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, χρή­μα­τα στὴ Γκλό­ρια, δά­νει­ο… Ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος στὶς σκέ­ψεις του ἔ­φτα­σε περ­πα­τών­τας στὴν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο. Στα­μά­τη­σε στὸ φα­νά­ρι ποὺ ἔ­δει­χνε κόκ­κι­νο. Καὶ τό­τε τὴν πρό­σε­ξε.


Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α της μέ­ρα. Εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ὀχτὼ τὸ πρω­ί. Πῆ­ρε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ Γρα­νά­δα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ δυόμισι ὧ­ρες θαύ­μα­ζε τὰ δω­μά­τια τοῦ ἀ­να­κτό­ρου τῆς Ἀ­λάμ­πρα. Ἡ Ἄλ Ἀν­τα­λοὺς τῆς μου­σουλ­μα­νι­κῆς δυ­να­στεί­ας τῶν Νασ­ρι­δῶν ἁ­πλω­νό­ταν στὰ πό­δια της μὲ τὸν ἐν­τυ­πω­σια­κό της πο­λι­τι­σμό: ἀ­ρα­βουρ­γή­μα­τα καὶ γε­ω­με­τρι­κὰ σχέ­δια σκα­λι­σμέ­να στοὺς τοί­χους καὶ τὴν ὀ­ρο­φή, εὐ­ω­δια­στοὶ κῆ­ποι, χτι­στὰ λου­τρά, ὅ­λα βγαλ­μέ­να ἀ­πὸ τὶς Χί­λι­ες καὶ μιὰ Νύ­χτες.

       Ἡ πό­λη ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σε κά­τω ἀ­πὸ τὸν καυ­τὸ ἥ­λιο. Σὲ μιὰ ἰ­σπα­νι­κὴ τα­βέρ­να κά­θι­σε κι ἔ­φα­γε πα­τά­τες καὶ ἐν­τό­σθια χοί­ρου μὲ γέ­μι­ση μπα­χα­ρι­κῶν καὶ ἤ­πι­ε κόκ­κι­νο κρα­σί. Με­θυ­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ μέ­ρους, προ­σπά­θη­σε νὰ ξε­χά­σει τὴ στε­νο­χώ­ρια της γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη συν­τρο­φιᾶς. Στὰ σα­ράν­τα πλέ­ον, δὲν εἶ­χε μὲ ποι­ὸν νὰ μοι­ρα­στεῖ τὴ χα­ρά της. Οἱ φί­λοι ποὺ τῆς εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει ἦ­ταν οἰ­κο­γε­νειά­ρχες καὶ δυ­ὸ φί­λες της, μό­νες κι ἐ­κεῖ­νες, γκρί­νια­ζαν γιὰ τὰ λε­φτά. Δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­τα­μι­εύ­εις, ὅ­ταν οἱ μι­σθοὶ εἶ­ναι τῆς πεί­νας. Γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει στὴν Ἀ­θή­να. Τὴν πε­ρί­με­νε ἡ ρου­τί­να. Ὀ­κτά­ω­ρο μπρο­στά σε ἕ­ναν ὑ­πο­λο­γι­στή, μο­να­ξιὰ στὸ σπί­τι, εἰ­δή­σεις γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κρί­ση καὶ τη­λε­φω­νι­κὲς συ­ζη­τή­σεις μὲ τὴ μη­τέ­ρα της ποὺ ἀ­νη­συ­χοῦ­σε πό­τε θὰ παν­τρευ­τεῖ. Ὣς ἐ­δῶ. Αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι ἤ­θε­λε νὰ τὸ χα­ρεῖ.

       Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς φο­ροῦ­σε ἕ­να λι­νὸ φλο­ράλ φό­ρε­μα καὶ μιὰ κόκ­κι­νη ἐ­σάρ­πα γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους. Κα­τευ­θύν­θη­κε στὸ φα­νά­ρι καὶ ἔ­νι­ω­σε χα­μέ­νη. Ποι­ά κα­τεύ­θυν­ση ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει; Δί­πλα της ἦ­ταν ἕ­νας κοκ­κι­νο­μά­λης, ἀ­δύ­να­τος ἄν­τρας μὲ μαῦ­ρα γυα­λιὰ μυ­ω­πί­ας. Ἕ­νας γο­η­τευ­τι­κὸς δι­α­νο­ού­με­νος ποὺ τὴν κοί­τα­ζε. «Πῶς μπο­ρῶ νὰ πάω στὴν Πλά­θα ντ’ ­Ἐ­σπά­νια;» τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε στὸ ἄ­κου­σμα τῆς ξε­νι­κῆς προ­φο­ρᾶς καὶ τῆς ζή­τη­σε τὸ χάρ­τη. Τῆς φά­νη­κε πὼς τὸν κοί­τα­ζε ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, σὰ νὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κερ­δί­σει χρό­νο. «Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μα­κρυ­ὰ» τὸν ἄ­κου­σε στὸ τέ­λος νὰ λέ­ει. «Πη­γαί­νω στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ ἔ­χω gps, θέ­λε­τε νὰ σᾶς πε­τά­ξω;».


Ἔ­φα­γαν μα­ζὶ πρω­ι­νό. Ὀ­με­λέ­τα μὲ αὐ­γά, ντο­μά­τα, τυ­ρὶ καὶ κρεμ­μύ­δι. Μα­γεί­ρε­ψε ἐ­κεῖ­νος. «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, δὲν θὰ μυ­ρί­ζεις» τῆς εἶ­πε ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ βγά­ζει τὸ κρεμ­μύ­δι ἀ­πὸ τὴν ὀ­με­λέ­τα. «Εἶ­ναι φρέ­σκο». Ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὴν ψυ­χρό­τη­τά της στὸ σέξ, νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι θέ­λει χρό­νο γιὰ νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ. Μὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τε. Ὁ Πέ­δρο πρό­σε­ξε τὴ με­λαγ­χο­λί­α της καὶ θυ­μή­θη­κε τὰ πό­δια της ποὺ κρύ­βον­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ δι­κά του ὅ­λο το βρά­δυ. Ση­κώ­θη­κε καὶ τὴν ἀγ­κά­λια­σε. «Δὲν θέ­λω νὰ φύ­γω» τοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Δὲν μὲ ξέ­ρεις» τῆς ἀ­πάν­τη­σε πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος. «Θὰ σοῦ πῶ κά­τι ποὺ σκέ­φτο­μαι ὅ­ταν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶ τὸν γιό μου. Ὅ­τι μοι­ρα­στή­κα­με ὄ­μορ­φα πράγ­μα­τα μα­ζὶ καὶ θὰ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­σο λεί­πω, τὸ χα­μό­γε­λό του».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Μπουρ­γά­νη. Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α & ΜΜΕ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ στὸ ELLE γιὰ 8 χρό­νια καὶ δου­λειὰ της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ Κ, Βη­μαγ­κα­ζί­νο, Big Fish, Ἱ­στο­ρί­α, Ἀν­τί κ.ἀ. Ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται πιὸ ἐ­νερ­γὰ μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς.

Ἴταλο Καλβίνο (Italo Calvino): Ἡ περιπέτεια ἑνὸς κακοποιοῦ (L’avventura di un bandito)

Calvino,Italo-IPeripeteiaEnosKakopoiou-Eikona-04


Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο (Italo Calvino)


πε­ρι­πέ­τεια ἑ­νὸς κα­κο­ποι­οῦ

(L’avventura di un bandito)

 

02-TaphΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΣΕ ἦ­ταν νὰ μὴν πια­στεῖ ἀ­μέ­σως. Ὁ Τζὶμ χώ­θη­κε στὸ κού­φω­μα μιᾶς πόρ­τας καὶ πε­ρί­με­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ φά­νη­κε ὅ­τι οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ σκό­πευ­αν νὰ συ­νε­χί­σουν νὰ τρέ­χουν ἴ­σια μπρο­στά τους, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε τὰ βή­μα­τά τους νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω, νὰ στρί­βουν σ’ ἕ­να στε­νό. Πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως ἔ­ξω μὲ ἀ­νά­λα­φρες, με­γά­λες δρα­σκε­λι­ές.

          — Ἀ­κί­νη­τος ἢ πυ­ρο­βο­λοῦ­με, Τζίμ!

          «Μπρά­βο ρὲ πα­λι­κα­ρά­κια, πυ­ρο­βο­λῆ­στε!» ψι­θύ­ρι­σε ὁ Τζίμ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν κι­ό­λας ἐ­κτὸς πε­δί­ου βο­λῆς, μὲ τὰ πό­δια του νὰ φτε­ρου­γί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὰ πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια, στὸ λα­βύ­ριν­θο τῶν στε­νῶν σο­κα­κι­ῶν τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Στὴν πα­λιὰ βρύ­ση πή­δη­ξε τὸ κάγ­κε­λο τῆς σκά­λας καὶ βρέ­θη­κε σὲ μιὰ στο­ὰ ποὺ γι­γάν­τω­νε τὸ θό­ρυ­βο τῶν βη­μά­των του.

          Ὅ­λα τὰ γνω­στὰ μέ­ρη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­κλει­στοῦν: δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ει οὔ­τε στὴ Λό­λα, οὔ­τε στὴ Νίλ­ντε, οὔ­τε στὴ Ρε­νέ. Τοῦ­τοι, σὲ λί­γο, θὰ ἔ­φτα­ναν παν­τοῦ, θὰ χτύ­πα­γαν ὅ­λες τὶς πόρ­τες. Ἦ­ταν μιὰ γλυ­κιὰ νύ­χτα, μὲ σύν­νε­φα τό­σο φω­τει­νὰ πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες καὶ τὶς κα­μά­ρες ποὺ ἔ­λε­γες πὼς ἦ­ταν μέ­ρα.

          Μό­λις ξε­γλί­στρη­σε στοὺς με­γά­λους δρό­μους τῆς νέ­ας πό­λης, ὁ Μά­ριο Ἀλ­μπα­νέ­ζι, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος Τζὶμ Μπο­λε­ρό, στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο νὰ τρέ­χει καὶ ἔ­σπρω­ξε πί­σω ἀ­πὸ τὰ αὐ­τιὰ του τὰ μαλ­λιὰ ποὺ τοῦ εἶ­χαν πέ­σει μπρο­στὰ στοὺς κρο­τά­φους. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα. Μὲ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, πέ­ρα­σε στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ δρό­μου, ἔ­φτα­σε στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τῆς Ἀρ­μάν­τα, ἀ­νέ­βη­κε τὶς σκά­λες. Τέ­τοι­α ὥ­ρα, σί­γου­ρα, δὲ θὰ εἶ­χε κα­νέ­να στὸ σπί­τι καὶ θὰ κοι­μό­ταν. Ὁ Τζὶμ χτύ­πη­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα της.

          — Ποι­ὸς εἶ­ναι; ἀ­κού­στη­κε ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ λί­γο μιὰ θυ­μω­μέ­νη ἀν­τρι­κὴ φω­νή. Τέ­τοι­α ὥ­ρα ὁ κό­σμος κοι­μᾶ­ται… Ἦ­ταν ὁ Λι­λίν.

          — Ἄ­νοι­ξε μιὰ στιγ­μὴ Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Τζίμ, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς μὲ σι­γα­νὴ ἀλ­λὰ σί­γου­ρη φω­νή.

          Ἡ Ἀρ­μάν­τα στρι­φο­γύ­ρι­σε στὸ κρε­βά­τι της:

          — Ἔ­λα, Τζίμ, κοῦ­κλε μου, ἀ­νοί­γω ἀ­μέ­σως, ρὲ εἶ­ναι ὁ Τζίμ. Ψά­χνει κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι της γιὰ τὸ κουμ­πὶ πού ἀ­νοί­γει αὐ­τό­μα­τα τὴν πόρ­τα, τὸ πα­τά­ει.

           Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει ὑ­πά­κου­η. Ὁ Τζὶμ προ­χω­ρεῖ στὸ δι­ά­δρο­μο, μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες καὶ μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο. Τὸ σῶ­μα τῆς Ἀρ­μάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ σεν­τό­νια μοιά­ζει νὰ πιά­νει ὁ­λό­κλη­ρό τὸ κρε­βά­τι. Στὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ ἄ­βα­φτο πρό­σω­πο, κά­τω ἀ­πὸ τὴ μαύ­ρη φράν­τζα, δεί­χνει τὶς σα­κοῦ­λες καὶ τὶς ρυ­τί­δες του. Λί­γο πιὸ πέ­ρα, σὰν νὰ ἦ­ταν χω­μέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα σὲ μιὰ πτυ­χὴ τῆς κου­βέρ­τας, ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ὁ σύ­ζυ­γος τῆς Λι­λίν, μὲ τὴ μι­κρο­κα­μω­μέ­νη χλω­μή του φά­τσα, ἕ­τοι­μος νὰ πα­ρα­δο­θεῖ πά­λι στὸν ὕ­πνο ποὺ τοῦ δι­α­κό­ψα­νε.

          Ὁ Λι­λὶν πρέ­πει νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ φύ­γει καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πε­λά­της· γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μπεῖ στὸ κρε­βά­τι καὶ νὰ βρεῖ δι­έ­ξο­δο στὸν ὕ­πνο, τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ τοῦ γε­μί­ζει τὶς τεμ­πέ­λι­κες μέ­ρες του. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ξέ­ρει ἢ νὰ θέ­λει νὰ κά­νει ὁ Λι­λίν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­χει νὰ κα­πνί­ζει καὶ εἶ­ναι ἥ­συ­χος. Ἡ Ἀρ­μάν­τα δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ῖ ὅ­τι ὁ Λι­λὶν τῆς κο­στί­ζει τί­πο­τα σπου­δαῖα πράγ­μα­τα, χώ­ρια ἀ­πὸ τὰ κου­τιὰ τὸν κα­πνὸ ποὺ κα­πνί­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ. Βγαί­νει τὸ πρω­ὶ μὲ τὸ κου­τί του, πά­ει στὸν πα­που­τσή, στὸν πα­λια­τζή, στὸν κα­πνο­δο­χο­κα­θα­ρι­στή, τυ­λί­γει τὸ ἕ­να τσι­γα­ρό­χαρ­το με­τὰ τὸ ἄλ­λο, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ σκα­μνά­κια ποὺ ἔ­χουν ὅ­λα τὰ μα­γα­ζιά, μὲ τὰ με­γά­λα σὰν τοῦ κλέ­φτη χέ­ρια του ἀ­κουμ­πι­σμέ­να πά­νω στὰ γό­να­τά του, μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ψό­φιο βλέμ­μα του, ἀ­κού­γον­τας πάν­τα ὅλο τὸν κό­σμο σὰν νά ‘­ταν χα­φι­ές, χω­ρὶς νὰ συμ­με­τέ­χει σχε­δὸν πο­τὲ σὲ κα­μιὰ συ­ζή­τη­ση, πα­ρὰ μό­νο μὲ κά­ποι­ες σύν­το­μες φρά­σεις κι ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­να­πάν­τε­χα στρα­βο­μου­τσού­νι­κα κί­τρι­να χα­μό­γε­λά του. Τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μα­γα­ζὶ κλεί­σει, πά­ει στὸ κα­πη­λει­ὸ κι ἀ­δειά­ζει ἕ­να λί­τρο, κα­πνί­ζει ὅσα τσι­γά­ρα τοῦ ἀ­πο­μέ­νουν, μέ­χρι νὰ κα­τε­βά­σουν κι ἐ­κεῖ τὰ ρο­λά. Βγαί­νει· ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κό­μα κό­βει βόλ­τες στὸ δρό­μο μὲ τὸ ἐ­φαρ­μο­στὸ φό­ρε­μα καὶ τὰ πρη­σμέ­να πό­δια της μέ­σα στὰ στε­νὰ γο­βά­κια. Ὁ Λι­λὶν ἐμ­φα­νί­ζε­ται, τῆς σφυ­ρί­ζει σι­γά, ψι­θυ­ρί­ζει κά­ποι­α φρά­ση γιὰ νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι ἀρ­γά, νὰ πά­ει γιὰ ὕ­πνο. Ἐ­κεί­νη, χω­ρὶς νὰ τὸν κοι­τά­ξει, πά­νω στὸ σκα­λὶ τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου σὰν πά­νω σὲ σκη­νὴ θε­ά­τρου, τὸ στῆ­θος συμ­πι­ε­σμέ­νο στὸ σου­τι­έν, τὸ γέ­ρι­κο σῶ­μα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρι­τσί­στι­κο φο­ρε­μα­τά­κι, μὲ τὸ νευ­ρι­κὸ πή­γαι­νε ἔ­λα τῆς τσάν­τας στὸ χέ­ρι, τοὺς κύ­κλους τῶν τα­κου­νι­ῶν πά­νω στὸ λι­θό­στρω­το, τὸ ξαφ­νι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα κά­ποι­ου τρα­γου­διοῦ, τοῦ ἀπαν­τᾶ ὄ­χι, πὼς ἔ­χει ἀ­κό­μα κό­σμο στὸ γύ­ρο, πὼς αὐ­τὸς μπο­ρεῖ καὶ νὰ φύ­γει, νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὸ σπί­τι. Ἔ­τσι ἐ­ρω­το­τρο­πο­ῦν κά­θε βρά­δυ.

          — Λοι­πόν, Τζίμ; ρω­τά­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          Αὐ­τὸς ἔ­χει κι­ό­λας βρεῖ τὰ τσι­γά­ρα πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο καὶ ἀ­νά­βει ἕ­να.

          — Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σω ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα. Ἤ­δη βγά­ζει τὸ σα­κά­κι, λύ­νει τὴ γρα­βά­τα.

          — Ἐν­τά­ξει Τζίμ, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­σύ, Λι­λίν, πή­γαι­νε στὸ ντι­βά­νι, ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε, φύ­γε, ἄσε νὰ ξα­πλώ­σει ὁ Τζίμ.

          Ὁ Λι­λὶν μέ­νει γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος σὰν πέ­τρα, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νε­ται βγά­ζον­τας ἕ­να πα­ρά­πο­νο χω­ρὶς λέ­ξεις, ἀ­φή­νει τὸ κρε­βά­τι, παίρ­νει τὸ μα­ξι­λά­ρι του, μιὰ κου­βέρ­τα, τὸν κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, τὸ τα­σά­κι. — Ἄν­τε, Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἄν­τε. Προ­χω­ρεῖ σκυ­φτὸς μὲ ὅ­λα τὰ συμ­πράγ­κα­λά του πρὸς τὸν κα­να­πὲ τοῦ δι­α­δρό­μου.

          Ὁ Τζὶμ ξεν­τύ­νε­ται κα­πνί­ζον­τας, δι­πλώ­νει κα­λά τὸ παν­τε­λό­νι του, τα­κτο­ποι­εῖ τὸ σα­κά­κι σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, φέρ­νει στὸ κο­μο­δί­νο τὰ τσι­γά­ρα, τὰ σπίρ­τα, ἕ­να τα­σά­κι, μπαί­νει στὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἀρ­μάν­τα σβή­νει τὸ φῶς τοῦ ἀμ­πα­ζοὺρ καὶ ἀ­να­στε­νά­ζει. Ὁ Τζὶμ κα­πνί­ζει. Ὁ Λι­λὶν κοι­μᾶ­ται στὸ δι­ά­δρο­μο. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀλ­λά­ζει στά­ση. Ὁ Τζὶμ σβή­νει τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι. Κά­ποι­ος κτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα.

          Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι του ὁ Τζὶμ ἀγ­γί­ζει ἤ­δη τὸ πι­στό­λι στὴν τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ, μὲ τὸ ἄλ­λο κρα­τᾶ τὴν Ἀρ­μάν­τα ἀ­πὸ τὸν ἀγ­κώ­να, νὰ εἶ­ναι προ­σε­κτι­κή. Τὸ χέ­ρι τῆς Ἀρ­μάν­τα εἶ­ναι χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό· μέ­νουν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, ἀ­κί­νη­τοι.

          — Λι­λίν, ρώ­τα ποι­ός εἶ­ναι, λέ­ει σι­γὰ ἡ Ἀρ­μάν­τα. Ὁ Λι­λίν, ἀ­πὸ τὸ δι­ά­δρο­μο, ξε­φυ­σᾶ.

          — Ποι­ὸς εἶ­ναι; λέ­ει ἄ­γαρ­μπα.

          — Ἔ­λα, Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Ἄν­τζε­λο.

          — Ποι­ὸς Ἄν­τζε­λο; κά­νει ἐ­κεί­νη.

          — Ὁ Ἄν­τζε­λο ὁ ἀ­στυ­νό­μος, Ἀρ­μάν­τα. Περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ σκέ­φτη­κα νὰ ἀ­νέ­βω… Μπο­ρεῖς νὰ ἀ­νοί­ξεις μιὰ στιγ­μή;

          Ὁ Τζὶμ ἔ­χει ἤ­δη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τοὺς κά­νει νό­η­μα νὰ σω­πά­σουν. Ἀ­νοί­γει μιὰ πόρ­τα, κοι­τά­ζει στὸν καμ­πι­νέ, παίρ­νει τὴν κα­ρέ­κλα μὲ τὰ ροῦ­χα του καὶ τὴν πά­ει ἐ­κεῖ.

          — Κα­νέ­νας δὲ μὲ ἔ­χει δεῖ. Ξεμ­πέρ­δευ­ε μὲ δαῦ­τον, γρή­γο­ρα, λέ­ει σι­γὰ καὶ κλεί­νε­ται στὸν καμ­πι­νέ.

          — Ἔ­λα Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἔ­λα πά­λι στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λίν. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ξα­πλω­μέ­νη δι­ευ­θύ­νει τὶς με­τα­κι­νή­σεις.

          — Λοι­πόν, Ἀρ­μάν­τα, θὰ μὲ κά­νεις νὰ πε­ρι­μέ­νω ἀ­κό­μα πο­λύ; λέ­ει ὁ ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

          Μὲ ὅ­λο τὸ πά­σο του, ὁ Λι­λὶν ση­κώ­νει κου­βέρ­τα, μα­ξι­λά­ρι, κα­πνό, σπίρ­τα, τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τα­σά­κι, γυ­ρί­ζει στὸ κρε­βά­τι, μπαί­νει μέ­σα καὶ τρα­βά­ει τὸ σεν­τό­νι ὣς τὰ μά­τια του. Ἡ Ἀρ­μάν­τα πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ καὶ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα.

          Μπαί­νει ὁ Σόν­του, μὲ τὸ τσα­λα­κω­μέ­νο ὕ­φος τοῦ γέ­ρου ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ποὺ φο­ρά­ει πο­λι­τι­κά, τὰ γκρί­ζα μου­στά­κια του κα­λύ­πτουν τὸ χον­τρό του πρό­σω­πο.

          — Τρι­γυ­ρί­ζεις ὣς ἀρ­γά, ἀ­στυ­νό­με, λέ­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          — Νά, ἔ­κα­να μιὰ βολ­τί­τσα, λέ­ει ὁ Σόν­του, καὶ σκέ­φτη­κα νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη.

          — Τί ἤ­θε­λες;

          Ὁ Σόν­του ὀρ­θὸς στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ σκού­πι­ζε μὲ τὸ μαν­τί­λι του τὸ ἱ­δρω­μέ­νο πρό­σω­πο.

          — Τί­πο­τα, ἔ­τσι, μιὰ μι­κρὴ ἐ­πί­σκε­ψη. Κα­νέ­να νέ­ο;

          — Τί νέ­ο;

          — Μή­πως εἶ­δες κα­τὰ τύ­χη τὸν Ἀλ­μπα­νέ­ζι;

          — Τὸν Τζίμ; Τί σκά­ρω­σε πά­λι;

          — Τί­πο­τα. Κά­τι θέ­λα­με νὰ τοῦ ζη­τή­σου­με. Τὸν εἶ­δες;

          — Πρὶν τρεῖς μέ­ρες.

          — Ὄ­χι. Τώ­ρα.

          — Εἶ­ναι δυ­ὸ ὧ­ρες ποὺ κοι­μᾶ­μαι, ἀ­στυ­νό­με. Ἄλ­λα για­τί ἔρ­χε­σαι σὲ μέ­να; Πή­γαι­νε στὶς δι­κές του: τὴ Ρό­ζυ, τὴ Νίλ­ντε, τὴ Λό­λα…

          — Δὲν βγαί­νει τί­πο­τα· ὅ­ταν σκα­ρώ­νει κά­τι τὶς ἀ­πο­φεύ­γει.

          — Ἀ­πὸ ἐ­δῶ, πάν­τως, δὲν πέ­ρα­σε. Ἴ­σως ἄλ­λη φο­ρά, ἀ­στυ­νό­με.

          — Ἔ­τσι ρώ­τη­σα, Ἀρ­μάν­τα· δὲ βα­ρι­έ­σαι, χαί­ρο­μαι λοι­πὸν ποὺ σὲ εἶ­δα.

          — Κα­λη­νύ­χτα ἀ­στυ­νό­με.

          — Ἄν­τε κα­λη­νύ­χτα.

          Ὁ Σόν­του γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει ἀλ­λὰ δὲν ἔ­φευ­γε.

          — Σκε­φτό­μου­να, τώ­ρα πιὰ κον­τεύ­ει νὰ ξη­με­ρώ­σει καὶ δὲ θὰ κά­νω ἄλ­λους γύ­ρους. Καὶ δὲ μοῦ κά­νει καρ­διὰ νὰ γυ­ρί­σω σ’ ἐκε­ῖνο τὸ ράν­τσο. Ἀ­φοῦ εἶ­μαι ἐ­δῶ, σκε­φτό­μου­να νὰ μεί­νω. Τί λὲς Ἀρ­μάν­τα;

          — Ἀ­στυ­νό­με, εἶ­σαι πάν­τα τό­σο κα­λός, ἀλ­λά, γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τέ­τοι­α ὥ­ρα ἔ­χω πά­ψει νὰ δέ­χο­μαι. Πῶς νὰ τὸ κά­νου­με, ἀ­στυ­νό­με, ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει καὶ τὸ δι­κό του ὡ­ρά­ριο.

          — Ἀρ­μάν­τα, ἕ­να φί­λο σὰν κι ἔ­με­να… Ὁ Σόν­του ἔ­βγα­ζε κι­ό­λας τὸ σα­κά­κι του, τὸ που­λό­βερ.

          — Εἶ­σαι ἐν­τά­ξει τύ­πος· ἂν βρι­σκό­μα­σταν, ὅ­μως, αὔ­ριο βρά­δυ;

          Ὁ Σόν­του συ­νέ­χι­σε νὰ γδύ­νε­ται: — Κα­τα­λα­βαί­νεις Ἀρ­μάν­τα, εἶ­ναι μό­νο μέ­χρι νὰ ξη­με­ρώ­σει. Λοι­πόν, κά­νε πιὸ ἐ­κεῖ.

          — Αὐ­τὸ ση­μαί­νει πὼς ὁ Λι­λὶν θὰ πά­ει στὸ ντι­βά­νι· ἄν­τε, Λι­λίν, ἄν­τε κοῦ­κλε μου, πή­γαι­νε ἀ­πὸ κεῖ.

          Ὁ Λι­λὶν ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση τῶν χε­ρι­ῶν του στὸν ἀ­έ­ρα, ὑ­στέ­ρα ἔ­ψα­ξε τὸν κα­πνὸ στὸ τρα­πε­ζά­κι, ση­κώ­θη­κε μουρ­μου­ρί­ζον­τας, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι σχε­δὸν χω­ρὶς ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὴν κου­βέρ­τα, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, «Ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε μου», βγῆ­κε σέρ­νον­τας τὴν κου­βέρ­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ὁ Σόν­του στρι­φο­γύ­ρι­ζε ἤ­δη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια.

          Στὸν καμ­πι­νὲ ὁ Τζὶμ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ τὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ πρα­σι­νί­ζει. Εἶ­χε ξε­χά­σει τὰ τσι­γά­ρα στὸ κο­μο­δί­νο, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δρά­μα. Καὶ τώ­ρα ὁ ἄλ­λος εἶ­χε μπεῖ στὸ κρε­βά­τι κι αὐ­τὸς ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει κλει­σμέ­νος ἐκε­ῖ μέ­σα μέ­χρι τὸ πρω­ί, ἀ­νά­με­σα στὸν μπιν­τὲ κι ἐ­κεῖ­να τὰ κου­τιὰ τάλκ, χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Εἶ­χε ντυ­θεῖ χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο, εἶ­χε χτε­νι­στεῖ στὴν τρί­χα κοι­τά­ζον­τας τὰ μοῦ­τρα του στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ νι­πτή­ρα, πα­ρα­με­ρί­ζον­τας ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ κολ­λύ­ρια, τὰ φάρ­μα­κα, τὰ ἐν­το­μο­κτό­να ποὺ γαρ­νί­ρι­ζαν τὴν κον­σό­λα. Δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς ἐ­τι­κέ­τες στὸ φῶς τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, ἔ­κλε­ψε ἕ­να κου­τὶ κα­ρα­μέ­λες καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ψα­χου­λεύ­ει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Δὲν εἶ­χε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει πολ­λὰ πράγ­μα­τα: ρο­ῦ­χα μού­λια­ζαν μέ­σα στὸ νι­πτή­ρα κι ἄλ­λα ἦ­ταν ἁ­πλω­μέ­να. Βάλ­θη­κε νὰ δο­κι­μά­ζει τὶς βρύ­σες τοῦ μπιν­τέ· τὸ νε­ρὸ πε­τά­χτη­κε κά­νον­τας θό­ρυ­βο. Κι ἂν ὁ Σόν­του ἄ­κου­γε; Στὸ δι­ά­ο­λο ὁ Σόν­του καὶ ἡ φυ­λα­κή! Ὁ Τζὶμ βα­ρι­ό­τα­νε, γύ­ρι­σε στὸ νι­πτή­ρα, ἀ­ρω­μά­τι­σε τὸ σα­κά­κι του μὲ κο­λό­νια, ἔ­βα­λε μπρι­γι­αν­τί­νη. Βέ­βαι­α, ἂν δὲν τὸν ἔπια­ναν σή­με­ρα σί­γου­ρα θὰ τὸν ἔπι­α­ναν αὔ­ριο, ἀλ­λὰ θὰ γλί­τω­νε του­λά­χι­στον τὸ αὐ­τό­φω­ρο, καὶ ἂν ὅλα πή­γαι­ναν κα­λά, θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως. Νὰ πε­ρι­μέ­νει ἐκε­ῖ, ἀ­κό­μα δύ­ο καὶ τρεῖς ὧ­ρες χω­ρὶς τσι­γά­ρα, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ σκα­μνί… ποι­ός θε­ὸς θὰ τό ‘­θε­λε; Ἦ­ταν σί­γου­ρο: θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἄ­νοι­ξε ἕ­να ντου­λά­πι: ἔ­τρι­ξε. Στὸ δι­ά­ο­λο καὶ τὸ ντου­λά­πι καὶ ὅλα τὰ ἄλ­λα. Τὰ ρο­ῦ­χα τῆς Ἀρ­μάν­τα ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­να στὴ σει­ρά. Ὁ Τζὶμ ἔ­βα­λε τὸ πι­στό­λι του στὴν τσέ­πη μιᾶς γού­νας. «Θὰ πε­ρά­σω με­τὰ νὰ τὸ πά­ρω —σκέ­φτη­κε— ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ τὴ φορέ­σει μέ­χρι νά ‘ρ­θει ὁ χει­μώ­νας». Τρά­βη­ξε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη, ἦ­ταν ἄ­σπρο ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη. «Κα­λύ­τε­ρα, δὲ θὰ τὸ φά­ει ὁ σκό­ρος», ἀ­στει­εύ­τη­κε. Ἔ­πλυ­νε πά­λι τὰ χέ­ρια του, κι ἐ­πει­δὴ σι­χαι­νό­τα­νε τὶς πε­τσέ­τες τῆς Ἀρ­μάν­τα, σκου­πί­στη­κε σ’ ἕ­να παλ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ ντου­λά­πι.

          Ὁ Σόν­του, στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, ἄ­κου­σε ἕ­να θό­ρυ­βο. Ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Τί εἶ­ναι; Ἐ­κεί­νη γύ­ρι­σε πλευ­ρό, πέ­ρα­σε τὸ χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό της χέ­ρι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του: — Τί­πο­τα… Ποι­ός θέ­λεις νὰ εἶ­ναι… Ὁ Σόν­του δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ση­κω­θεῖ, ἐ­πει­δὴ ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε ν’ ἀ­κού­ει κά­ποι­ους θο­ρύ­βους ἀ­πὸ μέ­σα, ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει παι­γνι­δι­ά­ρι­κα: — Τί εἶ­ναι, ἔ;…ἔ, τί εἶ­ναι;

          Ὁ Τζὶμ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. — Ἄν­τε ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις τὸ βλά­κα, ἄν­τε πιά­σε με.

          Ὁ Σόν­του ἅ­πλω­σε ἀ­μέ­σως τὸ χέ­ρι του στὸ πι­στό­λι ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ σα­κά­κι, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Ποι­ὸς εἶ­ναι;

          — Ὁ Τζὶμ Μπο­λε­ρό.

          — Ψη­λὰ τὰ χέ­ρια.

          — Εἶ­μαι ἄ­ο­πλος, ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις βλα­κεῖ­ες. Πα­ρα­δί­νο­μαι.

          Στε­κό­ταν τώ­ρα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, μὲ τὸ σα­κά­κι ριγ­μέ­νο στοὺς ὤ­μους καὶ τὰ χέ­ρια ψη­λά.

          —Ὤ, Τζίμ, ἔ­κα­νε ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          — Σὲ με­ρι­κὲς μέ­ρες θὰ πε­ρά­σω πά­λι νὰ σὲ βρῶ, Ἄν­τα, εἶ­πε ὁ Τζίμ.

          Ὁ Σόν­του εἶ­χε ση­κω­θεῖ γκρι­νι­ά­ζον­τας καὶ ἔ­βα­ζε τὸ παν­τε­λό­νι του. — Κα­τα­ρα­μέ­νη ὑ­πη­ρε­σί­α… Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις πο­τὲ ἥ­συ­χος…

          Ὁ Τζὶμ πῆ­ρε τὰ τσι­γά­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἄ­να­ψε, ἔ­βα­λε τὸ πα­κέ­το στὴν τσέ­πη.

          — Δώ­σ’ μου ἕ­να τσι­γά­ρο, Τζίμ, εἶ­πε ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ χα­λα­ρό της στῆ­θος.

          Ὁ Τζὶμ τῆς ἔ­βα­λε ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, τὸ ἄ­να­ψε, βο­ή­θη­σε τὸ Σόν­του νὰ βά­λει τὸ σα­κά­κι του.

          — Πᾶ­με ἀ­στυ­νό­με.

          — Τί νὰ γί­νει; Θὰ βρε­θοῦ­με ἄλ­λη φο­ρὰ Ἀρ­μάν­τα, ἔ­κα­νε ὁ Σόν­του.

          — Γειά σου, Ἄν­τζε­λο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

          — Γειά σου, Ἀρ­μάν­τα, εἶ­πε πά­λι ὁ Σόν­του.

          — Γειά σου, Τζίμ.

          Ἔ­φυ­γαν. Στὸ δι­ά­δρο­μο ὁ Λι­λὶν κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νου ντι­βα­νι­ο­ῦ. Οὔ­τε ποὺ κου­νή­θη­κε.

          Ἡ Ἀρ­μάν­τα κά­πνι­ζε κα­θι­σμέ­νη στὸ με­γά­λο κρε­βά­τι· ὕ­στε­ρα ἔ­σβη­σε τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ για­τί τώ­ρα πιὰ ἕ­να γκρί­ζο φῶς ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο.

          — Λι­λίν, φώ­να­ξε. Ἔ­λα Λι­λίν, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λὶν κο­ῦ­κλε μου, ἔ­λα.

          Ὁ Λι­λὶν ἤ­δη μά­ζευ­ε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ τα­σά­κι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δύ­σκο­λοι ἔ­ρω­τες (ἐκδ. Ἀστέρι, 1982).

Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο (Italo Calvino) (Σαν­τιά­γο, Κού­βα, 1923-Σι­έ­να, Ἰ­τα­λί­α 1985). Ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Ἰ­τα­λί­α. Τὸ 1943 ἐν­τάσ­σε­ται στοὺς παρ­τι­ζά­νους τῆς ἰ­τα­λι­κῆς αν­τί­στα­σης. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὴν LUnita, καὶ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Botteghe Os­cu­re. Στὸν Γαλ­λι­κὸ Μάη τοῦ 1968 γνω­ρί­ζει κι ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν Ρεη­μὸν Κε­νώ, καὶ ἔρ­χε­ται σὲ ἐ­πα­φή μὲ τοὺς Ρολὰν Μπάρτ καὶ Κλώντ Λε­βὶ-Στρώς. Τὸ 1981 κερ­δί­ζει τὸ γαλ­λι­κὸ πα­ρά­ση­μο τῆς Λε­γε­ώ­νας τῆς Τι­μῆς. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ὁ δι­χα­σμέ­νος ὑ­πο­κό­μης (1952), ἄλ­λα βι­βλί­α του: Δύ­σκο­λοι ἔ­ρω­τες (1970), Ἀ­ό­ρα­τες πό­λεις (1972), κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ἀν­ταῖ­ος Χρυ­σο­στο­μί­δης (Κά­ι­ρο, 1952-Ἀ­θή­να, 2015). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Με­τέ­φρα­σε ἔρ­γα τῶν: Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο, Ἀν­τό­νιο Ταμ­πού­κι, Κούρ­τσιο Μα­λα­πάρ­τε, Ἀλ­μπέρ­το Μο­ρά­βια, Ντά­ριο Φό, Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα, Ντί­νο Μπου­τζά­τι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2006 ἔ­ως τὸ 2013 ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη τῆς σει­ρᾶς ντο­κι­μαν­τὲρ «Οἱ κε­ραῖ­ες τῆς ἐ­πο­χῆς μας», στὴν ΕΡΤ. Δί­δα­ξε με­τά­φρα­ση σὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ τμή­μα­τα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης Λο­γο­τε­χνί­ας (ΕΚΕΜΕΛ). Τὸ 2003 βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Ξέ­νης Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης.