Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της: Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές



Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές


ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΗ μέ­ρα δυ­ὸ φί­λοι κο­ρό­ι­δευ­αν, ἔ­βρι­ζαν, χα­χά­νι­ζαν, περ­πα­τοῦ­σαν καὶ πέρ­δον­ταν. Δη­λα­δὴ ἀ­πε­ρι­φρά­στως, ἀλ­λέ­ως πώς, οὕ­τως εἰ­πεῖν κλά­να­νε γεν­ναῖ­α. Τὸ εἴ­χα­νε ξε­φτι­λί­σει τε­λεί­ως. Σὰν τὰ μι­κρὰ παι­διὰ συ­να­γω­νί­ζον­ταν ποι­ός θὰ κά­νει τὸν δυ­να­τό­τε­ρο καὶ πιὸ μα­κρό­συρ­το θό­ρυ­βο μὲ τὸ τε­λι­κὸ τμῆ­μα τοῦ ἐν­τέ­ρου του. Προ­σπα­θοῦ­σαν μά­λι­στα νὰ ἀ­πο­δώ­σουν μου­σι­κὲς ἀ­πο­χρώ­σεις στὴν προ­σπά­θειά τους. Ἀ­πο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι ποὺ τὰ εὕ­ρι­σκαν τό­σα ἀ­έ­ρια. Τί ἔ­φα­γαν; Μὲ τό­σο σφί­ξι­μο θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν χε­στεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή.

       Ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τώ­ρα, κα­τα­με­σή­με­ρο στὰ Ἑ­ξάρ­χεια, ἀρ­γί­α, βρον­τοῦ­σαν οἱ ἔ­ρη­μοι δρό­μοι ποὺ περ­νοῦ­σαν καὶ οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­λα­λο τῶν ἀ­ε­ρί­ων τους ἐ­νῶ αὐ­τοὶ πα­ρέ­λαυ­ναν γε­λών­τας σὰν νὰ τοὺς ἔ­βγαι­νε στρα­βὰ ἡ κο­ρό­να.

       Ἀλ­λό­κο­τη ἡ ἀν­τί­δρα­σή τους, κά­τι σὰν ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση στὸ κα­θε­στώς. Χέ­ρια πό­δια δε­μέ­να, στό­μα κλει­στό, μό­νον ὁ κῶ­λος τους ἔ­με­νε ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς 21ης Ἀ­πρι­λί­ου.

       Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει αὐ­τὴ τὴν πλά­κα μὲ τὰ ἐμ­βα­τή­ρια καὶ τὰ κλα­ρί­να ποὺ ἄ­κου­γαν ἀ­πὸ τὸ πρω­ΐ, θυ­μή­θη­καν καὶ τὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ στρα­τι­ώ­τη πορ­δι­στῆ-σαλ­πιγ­κτῆ ποὺ ἔ­παι­ζε τὸ σι­ω­πη­τή­ριο καὶ βάλ­θη­καν νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν.

       Μό­νο ποὺ δὲν τοὺς προ­έ­κυ­ψε ὅ­πως τὸ σχε­δί­α­ζαν. Κά­τι μὲ τὴ φα­σα­ρί­α, κά­τι μὲ τὰ χά­χα­να, κά­τι μὲ τὰ μι­σό­λο­γα, ἕ­να ὄρ­γα­νο τοῦ νό­μου καὶ τῆς τά­ξε­ως ποὺ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το σα­φῶς γιὰ ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες, τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὸ τμῆ­μα γιὰ ἐ­ξη­γή­σεις καὶ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς.

       Τοὺς κρά­τη­σαν κά­να-δυ­ὸ ὡ­ρί­τσες νὰ πε­ρι­μέ­νου­νε καὶ με­τὰ ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ὑ­πη­ρε­σί­ας —τί νὰ γρά­ψει ἡ­μέ­ρα πού ‘τα­νε 21η Ἀ­πρι­λί­ου, πῶς  νὰ τὸ γρά­ψει, θὰ γε­λά­γα­νε αὔ­ριο μα­ζί του οἱ συ­νά­δελ­φοι ὅ­τι μαν­τρώ­σα­νε δυὸ κλα­νι­ά­ρη­δες στὰ Ἑ­ξάρ­χεια— τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δέ­ου­σες συ­στά­σεις καὶ τοὺς  ἄ­φη­σε.

       Αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν κα­λὰ πλέ­ον ὅ­τι οὔ­τε ὁ κῶ­λος τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸ κα­θε­στὼς ποὺ εἶ­χε μά­τια ἀ­φτιὰ καὶ μύ­τη παν­τοῦ. Καὶ κού­φι­ες νὰ τὶς κά­να­νε τὸ κα­θε­στὼς θὰ τὶς μυ­ρι­ζό­τα­νε.



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἡμί­κλα­στων κολ­λῶν, [Ἀ­θή­να, Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση] 2015.

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.


		
Advertisements

Χρῖστος Δάλκος: Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας



Χρῖστος Δάλκος


Ἡ «Κασσιανή» τῆς ψαλτόλυσσας


ΗΝ ΛΕΞΗ «ψαλ­τό­λυσ­σα» τήν ἄ­κου­σα ἐ­σχά­τως, ἀλ­λά τό εἶ­δος τό γνω­ρί­ζω ἀ­πό πα­λιά. Δι­ό­τι «ψαλ­τό­λυσ­σα» δέν εἶ­ναι μό­νο ἡ λύσ­σα πού ἔ­χουν ὡ­ρι­σμέ­νοι μο­να­χο­φά­η­δες ψαλ­τᾶ­δες νά τά ψάλ­λῃ ὅ­λα ἡ ἀ­φεν­το­μου­τσου­νά­ρα τους, ἀλ­λά εἶ­ναι καί τό εἶ­δος αὐ­τῶν πού θά μπο­ρού­σα­με νά τούς ποῦ­με «τῆς προ­σκολ­λή­σε­ως». Στήν ἀρ­χή ζυ­γώ­νουν στό ψαλ­τή­ρι σε­μνά καί δι­στα­κτι­κά, καί ἐ­κτε­λοῦν χρέ­η ἰ­σο­κρά­τη. Ἅ­μα ὁ ψάλ­της δι­α­πι­στώ­σῃ ὅ­τι δέν εἶ­ναι πα­ρά­φω­νοι μπο­ρεῖ ἐν­δε­χο­μέ­νως τήν τρί­τη μέ τέ­ταρ­τη φο­ρά νά τούς ρί­ξῃ ἕ­να βλέμ­μα συμ­πα­θεί­ας, νά τούς εὐ­χη­θῇ ἕ­να καί τοῦ χρό­νου ἤ νά τούς εἰ­δο­ποι­ή­σῃ γιά μιά ἔ­κτα­κτη πε­ρί­πτω­ση.

         Ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα κά­θε­ται μα­ζε­μέ­νη σάν τό σκυλ­λί —πρός τό ὁ­ποῖ­ο ἡ σχέ­ση τῆς «(ψαλ­το)λύσ­σας» δέν πρέ­πει νά εἶ­ναι τυ­χαί­α— καί πε­ρι­μέ­νει ζη­τι­α­νεύ­ον­τας μέ τό βλέμ­μα ἕ­να ἐ­λά­χι­στο ψί­χου­λο, μπο­ρεῖ καί κόκ­κα­λο, ἀ­πό τήν πλού­σια ψαλ­τι­κή τρά­πε­ζα. Ἕ­να λα­χτα­ρι­στό κόκ­κα­λο εἶ­ναι βε­βαί­ως ὁ Ἀ­πό­στο­λος. Ἀλ­λά ἡ ψαλ­τό­λυσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κή καί νά πε­ρι­μέ­νῃ πό­τε θά πα­ρου­σια­στῇ ἡ κα­τάλ­λη­λη εὐ­και­ρί­α, ἡ ἀ­που­σί­α π.χ. τοῦ «κα­θι­ε­ρω­μέ­νου» καί «πα­λι­ό­τε­ρου» δι­εκ­δι­κη­τῆ, ἕ­να κρυ­ο­λό­γη­μα τοῦ ἀν­τα­γω­νι­στῆ, κ.λπ. κ.λπ.

         Ἕ­να ἄλ­λο λα­χτα­ρι­στό ἔ­δε­σμα πρός τό ὁ­ποῖ­ο προ­σβλέ­πουν ὅ­λες οἱ ἁ­παν­τα­χοῦ ψαλ­τό­λυσ­σες εἶ­ναι τό «Ἄ­σπι­λε, ἀ­μό­λυν­τε, ἄ­φθο­ρε, ἄ­χραν­τε…» στούς Χαι­ρε­τι­σμούς, εἴ­τε, ἔ­στω, τό «Καὶ δὸς ἡ­μῖν Δέ­σπο­τα…» πού θε­ω­ρεῖ­ται —καί εἶ­ναι— πα­ρα­κα­τια­νό, κα­θό­τι συν­το­μώ­τε­ρο ἀ­πό τό «Ἄ­σπι­λε…», ἀλ­λά, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, στήν ἀ­να­βρο­χιά κα­λό εἶν᾿ καί τό χα­λά­ζι πού λέ­ει κι ὁ λα­ός.

         Ἔ­πει­τα ὑ­πάρ­χει καί ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῶν ψαλ­μῶν, τό­σο στούς Χαι­ρε­τι­σμούς ὅ­σο καί τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα, πού γιά κά­θε ψαλ­τό­λυσ­σα εἶ­ναι ἕ­να λα­χτα­ρι­στού­τσι­κο κομ­μα­τά­κι· θά πῇ βέ­βαι­α κά­ποι­ος πώς ἄλ­λο ἀ­νά­γνω­ση κι ἄλ­λο ψαλ­τι­κή, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει κι ἐ­κεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α γιά λί­γο ψάλ­σι­μο, φερ᾿ εἰ­πεῖν στό «Ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου εὐ­λό­γη­σον πά­τερ!», πού ὅ­λες οἱ ψαλ­τό­λυσ­σες τό ταρ­να­ρί­ζουν δε­όν­τως, ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, σέ χα­λά­ει νά δι­α­βά­ζῃς μ᾿ ἕ­να κά­ποι­ο μουρ­μου­ρι­στό ψαλ­τά­δι­κο ἦ­θος ἐ­κεῖ­νο τό «Οἱ φί­λοι μου καὶ οἱ πλη­σί­ον μου ἀ­πὸ μα­κρό­θεν ἤγ­γι­σαν καὶ ἔ­στη­σαν καὶ οἱ λα­λοῦν­τές μοι κα­κὰ μα­ται­ό­τη­τας καὶ δο­λι­ό­τη­τας ὅ­λην τὴν ἡ­μέ­ραν ἐ­με­λέ­τη­σαν»; Σέ χα­λά­ει; Δέ σέ χα­λά­ει.

         Ὑ­πάρ­χουν μά­λι­στα καί ψαλ­τό­λυσ­σες τῆς μα­κρο­χρο­νί­ου προ­σκολ­λή­σε­ως πού πραγ­μα­το­ποί­η­σαν τό ὄ­νει­ρό τους καί με­τα­τέ­θη­καν ἀ­πό τήν πε­ρι­φέ­ρεια στό κέν­τρο τοῦ ψαλ­τη­ρί­ου, ἔ­γι­ναν δη­λα­δή ἱ­ε­ρο­ψάλ­τες ἀ­ρι­στε­ροί, ἀ­κό­μα καί δε­ξιοί σέ σπά­νι­ες, πλήν ὑ­παρ­κτές, πε­ρι­πτώ­σεις. Ἄ! τί ἀ­πό­λαυ­ση νά κα­θα­ρί­ζῃς συ­νε­χῶς τή φω­νή σου μ᾿ ἕ­να ὀ­λί­γον ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νο βη­χα­λά­κι, νά φυ­σᾷς τή δι­α­πα­σῶν προ­κει­μέ­νου νά πιά­σῃς τόν τό­νο, νά περ­νᾷς μέ ἄ­νε­ση ἀ­πό τόν πρῶ­το στόν πλά­γιο τοῦ τε­τάρ­του καί τἀ­νά­πα­λιν! Τί ἀ­γαλ­λί­α­ση νά στρα­βο­κυτ­τᾷς ἕ­ναν χαν­τα­κω­μέ­νο ἰ­σο­κρά­τη κά­νον­τάς του νο­ή­μα­τα νά πιά­σῃ τόν κά­τω Δή, ἤ τρί­βον­τας με­τα­ξύ τους τόν δεί­κτη καί τόν ἀν­τί­χει­ρα, πού Κύ­ριος οἶ­δε τί ἀ­κρι­βῶς ση­μαί­νει! Καί τί ἄ­φα­τη ἡ­δο­νή ὅ­ταν βρε­θῇς στήν θέ­ση νά ἐ­πι­λέ­γῃς ἐ­σύ μέ ἕ­να γεν­ναι­ό­δω­ρο νεῦ­μα τήν τυ­χε­ρή, με­τα­ξύ πολ­λῶν κα­ρα­δο­κου­σῶν ψαλ­το­λυσ­σῶν, ψαλ­τό­λυσ­σα πού θά δι­α­βά­σῃ τό «Ἄ­σπι­λε…»!


Μιά τέ­τοι­α ψαλ­τό­λυσ­σα ἦ­ταν καί ὁ Κώ­στας Κ., ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τώρ­θω­σε νά πε­ρά­σῃ, ἀ­πό τήν θέ­ση τοῦ ἁ­πλοῦ ἰ­σο­κρά­τη καί εὐ­και­ρια­κοῦ ἀ­να­γνώ­στη τοῦ Ἀ­πο­στό­λου, στήν θέ­ση τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ψάλ­τη τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Να­οῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Ὁ να­ός ἦ­ταν σχε­τι­κά μι­κρός, οἱ ἀ­πο­λα­βές πε­νι­χρές, μό­λις καί με­τά βί­ας ἀ­νε­βά­ζον­τας σέ ἕ­να στοι­χει­ω­δῶς ἀ­ξι­ο­πρε­πές ἐ­πί­πε­δο τό ἐ­πί­σης πε­νι­χρό εἰ­σό­δη­μα τοῦ τα­πει­νοῦ ἐμ­πο­ρο­ϋ­παλ­λή­λου, ἀλ­λά ἦ­ταν κά­τι, καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο καί ἀ­νε­κτί­μη­της ἀ­ξί­ας: ἦ­ταν πλέ­ον ψάλ­της, ἀ­πό­λυ­τος κυ­ρί­αρ­χος τοῦ ἀ­να­λο­γί­ου, ἔ­στω καί τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.

         Αὐ­τό ὅ­μως τό «ἀ­ρι­στε­ροῦ» ἄρ­χι­σε, μέ τό πέ­ρα­σμα τῶν χρό­νων, νά ἐ­ξε­λίσ­σε­ται σέ ἀγ­κά­θι πού τρι­βέ­λι­ζε τόν Κώ­στα Κ., κα­θώς ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι πα­ρέ­με­νε «στά­σι­μος» ἐ­πί σει­ράν ἐ­τῶν. Κά­θε φο­ρά πού ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη ἀν­τι­κα­τα­στά­σε­ως δε­ξιοῦ ψάλ­του —καί τό πρᾶγ­μα εἶ­χε συμ­βῆ πά­νω ἀ­πό δύ­ο φο­ρές— ὁ Κώ­στας Κ. πε­ρί­με­νε ἐ­να­γω­νί­ως νά ὑ­πάρ­ξῃ κρού­ση ἀ­πό τόν ἐ­φη­μέ­ριο τοῦ να­οῦ, ἕ­ναν θε­ρι­α­κω­μέ­νο λε­βεν­τό­παπ­πα, τόν παπ­πα-Νι­κή­τα. Πε­ρί­με­νε αὐ­τό τό «νεῦ­μα» εὐ­α­ρε­σκεί­ας, αὐ­τήν τήν πε­ρι­πό­θη­τη χει­ρο­νο­μί­α ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως, ὅ­πως ὁ σκύλ­λος τό κόκ­κα­λο, πλήν ἡ χει­ρο­νο­μί­α δέν ἐρ­χό­ταν, ἡ ὑ­πό­θε­ση τῆς «ἀ­να­βάθ­μι­σής» του χρό­νι­ζε ἐ­πι­κίν­δυ­να, κι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά σκέ­πτε­ται σο­βα­ρά τό ἐν­δε­χό­με­νο νά πε­ρα­τώ­σῃ τήν ψαλ­τι­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α ἀ­ρι­στε­ρός. Καί νά πού γιά κα­λή του τύ­χη ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δε­ξιός ψάλ­της —-ἕ­νας Γε­ώρ­γιος Μπο­νά­νος ἀ­πό τό που­θε­νά— λο­γό­φε­ρε μέ τόν παπ­πα-Νι­κή­τα τήν Κυ­ρια­κή τῶν Βα­ΐ­ων, γιά τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του ὑ­πο­θέ­τει, καί νά πού πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μο­να­δι­κή εὐ­και­ρί­α νά ἀ­να­βαθ­μι­στῇ ἐ­πί τέ­λους, ἄς εἶ­ναι καί μέ μι­κρό­τε­ρη ἀ­μοι­βή ἀ­πό τοῦ Μπο­νά­νου, αὐ­τόν τό δε­ξιό ἀ­να­λό­γιο τοῦ ᾿χει σκλα­βώ­σει τήν ψυ­χή, καί βέ­βαι­α μέ τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα καί τόν Νυμ­φί­ο νά ἔρ­χε­ται —τί νά ἔρ­χε­ται, νά εἶ­ναι ἤ­δη φτα­σμέ­νος καί νά ἀ­νοί­γῃ τήν θύ­ρα τοῦ νυμ­φῶ­νος— ἡ μό­νη ἐν­δε­δειγ­μέ­νη λύ­ση εἶ­ναι ὁ προ­βι­βα­σμός τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σέ δε­ξιό!

         Ὅ­λο τό βρά­δυ τῆς Κυ­ρια­κῆς τῶν Βα­ΐ­ων πρός τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα δέν κοι­μή­θη­κε· ἄ­κου­γε τό τη­λέ­φω­νο νά χτυ­πᾷ, ἔ­βλε­πε τόν παπ­πα-Νι­κή­τα νά τόν ὑ­πο­δέ­χε­ται στό δω­μα­τιά­κι δί­πλα στό ἱ­ε­ρό, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιά νά κα­θο­ρί­σουν τό ὕ­ψος τῆς ἀ­μοι­βῆς του —ἐν­νο­εῖ­ται πώς θά τό πα­λέ­ψῃ γιά λε­λο­γι­σμέ­νο ὕ­ψος, ἀλ­λά δέν πρό­κει­ται νά φθά­σῃ καί στά ἄ­κρα—, ἴ­σως καί νά μή χρει­ά­ζε­ται, ὅ­λοι τό ξέ­ρουν πώς τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα ὁ ρό­λος τοῦ ψάλ­του εἶ­ναι ἀ­πό κομ­βι­κός ἕ­ως ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τος.

         Κι ὅ­μως, δέν ἦ­ταν ἔ­τσι. Ὁ τρα­γό­παπ­πας εἶ­χε συ­νεν­νο­η­θῆ μ᾿ ἕ­ναν ἀ­νη­ψιό του, ἕ­να ἀ­νί­δε­ο, ἀ­μού­στα­κο παι­δά­ριο, καί τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται ὅ­λη ἡ λο­γο­μα­χί­α μέ τόν ἄλ­λο τόν ἄ­σχε­το, τόν Μπο­νά­νο, μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν προ­σχη­μα­τι­κή, τόν ἀ­νη­ψιό του ἤ­θε­λε νά βο­λέ­ψῃ ὁ τα­βλαμ­πᾶς κι ἔ­κα­νε τά­χα­μου πώς δέν βγαί­νει πέ­ρα καί πρέ­πει νά προ­βῇ σέ πε­ρι­κο­πή μι­σθοῦ. Ὥ­ρα εἶ­ναι νά τόν πά­ρῃ κι αὐ­τόν ἡ μπάλ­λα καί ἀ­πό ᾿κεῖ πού ὀ­νει­ρεύ­ε­ται δε­ξιά με­γα­λεῖ­α νά κα­τα­βα­ρα­θρω­θῇ σέ ἀ­κό­μα βα­θύ­τε­ρα ἀ­ρι­στε­ρά τάρ­τα­ρα!

         Καί­τοι, λοι­πόν, φαρ­μα­κώ­θη­κε, δέν ἔ­βγα­λε τσι­μου­διά, στό­μα θε­ό­κλει­στο. Πάν­τως αὐ­τό τό παι­δά­ριο τό μί­ση­σε. Καί ντρέ­πε­ται νά τό πῇ πώς με­γα­λο­βδο­μα­δι­ά­τι­κα —ἄν καί, ἐ­δῶ πού τά λέ­με, καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη μέ­ρα τοῦ χρό­νου εἶ­ναι τό ἴ­διο— τόν κα­τα­ρά­στη­κε αὐ­τόν τόν ἀ­νη­ψιό, μα­ζί μέ ὅ­λα τά σπυ­ριά του, νά ἀρ­ρω­στή­σῃ, νά βου­βα­θῇ, νά βγά­λῃ τό κα­κό σπυ­ρί, ναί, τέ­τοι­ες ἀ­κρό­τη­τες, στίς ὁ­ποῖ­ες ἤ­θε­λε ὁ ἀ­θε­ό­φο­βος νά ἀ­να­κα­τέ­ψῃ ὄ­χι τόν σα­τα­νᾶ ἀλ­λά τόν ἴ­διο τόν Θε­ό, σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς «βρέ­χει ἐ­πὶ δι­καί­ους καὶ ἀ­δί­κους», σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε πώς ὁ Θε­ός «ἀ­γά­πη ἐ­στίν», καί δέν εἶ­χε τί­πο­τα νά κά­νῃ μέ τίς δι­κές του μω­ρο­φι­λο­δο­ξί­ες καί τά μι­κρο­μί­ση, αὐ­τήν τήν κα­τα­ρα­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, αὐ­τό τό παν­το­δύ­να­μο πά­θος, δυ­να­στι­κώ­τε­ρο κι ἀπ᾿ τήν ψω­μό­λυσ­σα!

         Τόν ἄ­κου­σε τόν ἀ­νη­ψιό, ὀ­νό­μα­τι Μι­χά­λη, τό βρά­δυ τῆς Με­γά­λης Δευ­τέ­ρας: ὡ­ραί­α φω­νή, δέ λέ­ει, ἀλ­λά ἄ­πει­ρος βρέ παι­δί μου, καί τόν «Νυμ­φῶ­νά σου» τό ᾿πια­σε λί­γο χα­μη­λά, ὁ Κώ­στας ἔ­κα­νε ἕ­ναν μορ­φα­σμό, «ἄχ, βρέ Μι­χά­λη!», δέν προ­λά­βα­νε νά γνω­ρι­στοῦν καί τόν ἔ­λε­γε «Μι­χά­λη», φι­λι­κά ὑ­πο­τί­θε­ται, ἀλ­λά μέ αὐ­τό τό «ἄχ, βρέ» μπρο­στά πού ση­μαί­νει «κά­τσε βρέ παι­δά­ριο ἑ­φτά-ὀ­χτώ χρό­νια στό ἀ­ρι­στε­ρό ἀ­να­λό­γιο νά λι­ώ­σῃς κἀ­να δυ­ό ρά­σα κι ἔ­πει­τα δι­εκ­δί­κη­σε τή θέ­ση τοῦ δε­ξιοῦ πού κα­νο­νι­κά ἀ­νή­κει σέ πιό πε­πει­ρα­μέ­νους ἀ­πό σέ­να!». Καί μήν νο­μι­σθῇ πώς μέ τό «πε­πει­ρα­μέ­νους» ἐν­νο­εῖ τόν ἑ­αυ­τό του, αὐ­τός, ἔ­τσι κι ἔμ­παι­νε δε­ξιός κά­ποι­ος ἰ­σά­ξιός του πού νά ᾿χε φά­ει τήν ψαλ­τι­κή μέ τό κου­τά­λι, δέν θά ᾿χε ἀν­τίρ­ρη­ση, τόν ἐ­νο­χλεῖ πού δέν ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ κα­τά πα­ρά­δο­σιν ἰ­σχύ­ου­σα τά­ξις, ἕ­να εἶ­δος ἀ­τύ­που πλήν ὑ­παρ­κτῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας.

         Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού εἶ­χαν φθά­σει τά πράγ­μα­τα, δέν κιν­δύ­νευ­ε πλέ­ον μό­νο ἡ ἄ­τυ­πος ἀλ­λά καί ἡ τυ­πι­κή τά­ξις. Ἐ­ξη­γεῖ­ται τί θέ­λει νά πῇ: Αὔ­ριο εἶ­ναι Με­γά­λη Τρί­τη, κι ὅ­λοι οἱ ψαλ­τᾶ­δες ξέ­ρουν τί ση­μαί­νει αὐ­τό. Τό με­γα­λύ­τε­ρο ψαλ­τά­δι­κο «σου­ξέ», ἄν μπο­ρῇ νά μι­λή­σῃ κα­νείς μέ τέ­τοι­ους ἀ­γο­ραί­ους ὅ­ρους, τό τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς, πού δι­και­οῦ­σαι νά τό «ταρ­να­ρί­σῃς» μέ­χρι καί εἰ­κο­σι­πέν­τε λε­πτά καί κα­νείς νά μή σοῦ πῇ τί­πο­τα, ἀ­νή­κει «μέ τόν νό­μο» πού λέ­νε στόν ἀ­ρι­στε­ρό ψάλ­τη. Τίς προ­η­γού­με­νες χρο­νι­ές ὁ Κώ­στας Κ., κα­τά τίς ἐ­πι­τα­γές ἑ­νός πνεύ­μα­τος κα­κῶς ἐν­νο­ου­μέ­νης, τώ­ρα πού τό σκέ­φτε­ται, τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, εἶ­χε ἐκ­χω­ρή­σει τό λα­χτα­ρι­στό κομ­μά­τι στόν δε­ξιό, κι εἶ­χε ἀρ­κε­σθῆ στόν ρό­λο τοῦ κομ­πάρ­σου, φθά­νον­τας μά­λι­στα στό ση­μεῖ­ο νά με­τα­κο­μί­σῃ στό ἀ­πέ­ναν­τι ψαλ­τή­ρι, ἐν εἴ­δει θλι­βε­ρῆς καί δι­α­κο­σμη­τι­κῆς δευ­τε­ρο­κλα­σά­της γλά­στρας, πε­ρι­ω­ρι­σμέ­νης σέ βο­η­θη­τι­κό ρό­λο.

         Τώ­ρα ὅ­μως δέν θά τό ἄ­φη­νε νά πε­ρά­σῃ στό ντού­κου, καί, βέ­βαι­α, τέρ­μα ἡ με­τα­κό­μι­ση στό δε­ξί ψαλ­τή­ρι. Δέν τό δι­και­οῦν­ταν; Ὅ­λοι οἱ νό­μοι καί τά δι­α­τάγ­μα­τα ἦ­ταν μα­ζί του. Θά ᾿λε­γε τήν «Κασ­σια­νή» ὁ κό­σμος νά χά­λα­γε. Κι ἅ­μα τοῦ κου­νι­ό­ταν τό ἀ­πέ­ναν­τι τσου­τσέ­κι, θά τοῦ ᾿τρι­βε στή μού­ρη τό ἰ­σχῦ­ον τυ­πι­κό, πού κά­τι ξέ­ρα­νε ὅ­σοι τό ὥ­ρι­σαν ἔ­τσι, τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ἤ­θε­λαν νά δι­δά­ξουν, καί νά πού ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πο­δο­πα­τεῖ­ται παν­τοῦ, ἀ­κό­μα καί στό θέ­μα τῆς «Κασ­σια­νῆς» πού εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κιά του!

         Δέν θά πῇ ὅ­μως τί­πο­τα· για­τί νά πῇ κά­τι γιά κά­τι πού δι­και­ω­μα­τι­κά τοῦ ἀ­νή­κει; Θά πε­ρι­μέ­νῃ σε­μνά καί τα­πει­νά νά ἔρ­θῃ ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ρί­ου, καί τό­τε σε­μνά καί τα­πει­νά θά ξε­κι­νή­σῃ μέ τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι», ὁ ἄλ­λος, ὁ ἀ­πέ­ναν­τι, θά πῇ ἀ­ναγ­κα­στι­κά τό «Καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων ἀ­μήν», ὁ­πό­τε με­τά τό τρο­πά­ριο εἶ­ναι ὁ­λό­δι­κό του, νά τό ταρ­να­ρί­σῃ ὅ­σο καί ὅ­πως θέ­λει, ἀπ᾿ ἔ­ξω τό ᾿χει μά­θει, ἕ­να σω­ρό χει­μῶ­νες καί ἄ­νοι­ξες τήν προ­βέρ­νει σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νῶς τήν ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­ναῖ­κα.

Καί νά πού ἡ με­γά­λη ὥ­ρα ἦρ­θε. Χω­ρίς νά δι­στά­σῃ κα­θό­λου, ἔ­βα­λε μπρός τό «Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ…». Ἦ­ταν κά­που ἐ­κεῖ στό «-ῷ­ῷ­ῷ» τοῦ «Υἱ­ῷ» πού ἡ θε­ό­ρα­τη φι­γού­ρα —ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε— τοῦ παπ­πα–Νι­κή­τα ἔ­κα­νε τήν ἐμ­φά­νι­σή της στήν ὡ­ραί­α πύ­λη:

         — Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; τοῦ φώ­να­ξε ὀρ­γι­σμέ­να, καί τό χρι­στε­πώ­νυ­μο πλή­ρω­μα πά­γω­σε.

         Δέν μπό­ρε­σε νά πῇ τί­πο­τα, ἔ­νι­ω­σε μό­νο ἕ­ναν κόμ­πο νά τοῦ κά­θε­ται στόν λαι­μό, κι ὁ δε­ξιός ἀ­νέ­λα­βε τό «ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι».

        — Τσα­κί­σου πή­γαι­νε στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι! πα­ράγ­γει­λε ὁ ἄ­τεγ­κτος παπ­πᾶς, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­πο­συ­ρό­με­νος στά ἐν­δό­τε­ρα τοῦ ἱ­ε­ροῦ, σφύ­ρι­ξε μέσ᾿ ἀπ᾿ τά δόν­τια του: «Βρέ ποῦ τόν βρή­κα­με ἐ­τοῦ­τον!»

        Ἡ προ­σβο­λή ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη· οἱ γυ­ναι­κοῦ­λες τῶν πρώ­των στα­σι­δι­ῶν δαγ­κώ­νον­ταν καί πρό­λα­βε μέ τήν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ του νά συλ­λά­βῃ σκόρ­πια σαρ­κα­στι­κά χα­μό­γε­λα ἀ­πό τά ἀν­τρι­κά στα­σί­δια. Κα­τά­πι­ε κά­τι χον­τρά δά­κρυ­α πού κα­τέ­βαι­ναν στό λαι­μό του κι ἀ­πό­μει­νε στό ἀ­ρι­στε­ρό ψαλ­τή­ρι σά στή­λη ἅ­λα­τος· καί νά ᾿θε­λε νά κου­νη­θῇ —πού δέν ἤ­θε­λε— εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἄν μπο­ροῦ­σε, τά πό­δια του εἶ­χαν μου­διά­σει, τό κορ­μί του εἶ­χε πα­ρα­λύ­σει, μό­λις καί με­τά βί­ας κα­τώρ­θω­νε σάν σέ ἀ­χλύ, ἀ­πό πο­λύ μα­κριά, νά ἀ­κού­σῃ τήν κραυ­γή τῆς ἄ­κρας γυ­ναι­κεί­ας τα­πεί­νω­σης νά φτά­νῃ θο­λή στ᾿ αὐ­τιά του: «Κύ­ρι­ε ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή, τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα … μῦ­ρά σοι πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει. Οἴ­μοι λέ­γου­σα…». Τό πή­γαι­νε κα­λά ὁ ἄ­τι­μος, θά τό ᾿χε κά­νει κι αὐ­τός μπό­λι­κες πρό­βες. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τόν ἔ­βλε­πε, κά­τω ἀ­πό τό ἀ­σπρο­κί­τρι­νο λαμ­πι­ό­νι τῆς σκο­τει­νῆς ἐκ­κλη­σί­ας, μέ τά σπυ­ριά του νά λαμ­πυ­ρί­ζουν λές στό ἠ­λε­κτρι­κό φῶς, ἕ­να ἀ­βυσ­σα­λέ­ο μῖ­σος τόν πλημ­μύ­ρι­σε καί μιά σκο­τει­νή βρα­χνή φω­νή ἀ­να­δύ­θη­κε μέ­σα ἀ­πό τή μαυ­ρί­λα πού ᾿χε κα­τα­κλύ­σει τήν αἱ­μάσ­σου­σα ψυ­χή του: — Κόλ­πος νά σοῦ ᾿ρθῃ σπυ­ριά­ρη!

        Εἶ­χε φτά­σει στό «Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων…». Καί, ξαφ­νι­κά, πά­νω ἐ­κεῖ στό «δέ­ε­ε-» τοῦ «δέ­ξαι μου…», ἕ­να ἀ­πί­στευ­το κοκ­κο­ρά­κι, σάν ἡ χορ­δή νά εἶ­χε σπά­σει, κα­τέ­φθα­σε ἀ­πό τό ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο ἀ­να­λό­γιο τοῦ δε­ξιοῦ ψαλ­τη­ρί­ου καί τά συν­τρίμ­μια της σκορ­πί­στη­καν στά μή­κη καί τά πλά­τη τοῦ να­οῦ, ἀ­πό τά χά­η τοῦ ἐ­ρε­βώ­δους τρού­λου μέ­χρι τά μυ­στι­κά σκο­τά­δια τῆς κόγ­χης τοῦ ἱ­ε­ροῦ. Τά μει­δι­ά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν κα­τεύ­θυν­ση καί μο­χθη­ρά δόν­τια ἄρ­χι­σαν νά κά­νουν τήν ἐμ­φά­νι­σή τους πί­σω ἀ­πό σαρ­κά­ζον­τα χεί­λη. Τό κοκ­κο­ρά­κι πά­σκι­σε γιά ἕ­να μι­κρό δι­ά­στη­μα νά ἁρ­πα­χτῇ ἀ­πό τάς «πη­γάς», καί τέ­λος, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μέ μύ­ριους κό­πους στό «δα­κρύ­ων», ἀ­να­λύ­θη­κε σέ μιά ἀ­συ­νάρ­τη­τη πα­ρα­χορ­δί­α κρωγ­μῶν πού σκόν­τα­φταν πά­νω στά καν­τή­λια, τά μα­νουά­λια, ἀ­κό­μα ἀ­κό­μα καί πά­νω στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ πού τόν κύτ­τα­ζε λυ­πη­μέ­νος – ἔ­τσι τοῦ φά­νη­κε.

         Καί τό­τε τήν εἶ­δε· ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στά στόν Σω­τῆ­ρα, τά μαλ­λιά της λυ­μέ­να μπρός στά πό­δια του, οἱ μου­σκε­μέ­νες της μποῦ­κλες μπλεγ­μέ­νες στά δά­χτυ­λά του, κι ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, κι ἦ­ταν τό­σο γο­ε­ρό αὐ­τό τό κλά­μα τῆς ἄ­κρας τα­πεί­νω­σης, πού ἔ­νι­ω­σε νά με­τα­δί­δε­ται στό δι­κό του λαι­μό, στά ρου­θού­νια του, στό τρέ­μου­λο τῶν χει­λι­ῶν του πού πιά δέν τά ὥ­ρι­ζε.

         Μέ μου­δι­α­σμέ­να πό­δια, σάν αὐ­τό­μα­το, σύρ­θη­κε σκυ­φτός ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό στό δε­ξιό ψαλ­τή­ρι, στά­θη­κε δί­πλα στόν δε­ξιό, φί­λη­σε τά σπυ­ρά­κια του μέ δα­κρυ­σμέ­να μά­τια, κι ἀ­νέ­λα­βε νά συ­νε­χί­σῃ ἀ­πό ᾿κεῖ πού ᾿χε στα­μα­τή­σει τό ξέ­πνο­ο κοκ­κο­ρά­κι.

         Τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Φα­νου­ρί­ου, γυ­ναῖ­κες καί ἄν­τρες, εἶ­χαν νά τό λέ­νε και­ρό πώς δέν εἶ­χαν ξα­να­κού­σει τέ­τοι­α Κασ­σια­νή στή ζω­ή τους. Τέ­τοι­α Κασ­σια­νή ἀ­πό μιά συν­τε­τριμ­μέ­νη ψαλ­τό­λυσ­σα, τέ­τοι­α ρα­γι­σμέ­νη φω­νή πού, μέ­σα σέ ἀ­συγ­κρά­τη­τους λυγ­μούς με­τα­νοί­ας, εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τό τρο­πά­ριο ὅ­πως πο­τέ ἄλ­λο­τε δέν ξα­να­κού­στη­κε σέ ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α: «Μή με τὸν σὸν δοῦ­λον πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος…»


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016).


♥ ♥ ♥

Ἐ­δῶ μπο­ρεῖ­τε ν’ ἀ­κού­σε­τε τὸ «τρο­πά­ριο τῆς Κασ­σια­νῆς» ἀ­πὸ χο­ρὸ Βα­το­πε­δι­νῶν πα­τέ­ρων μὲ βά­ση τὸ χει­ρό­γρα­φο τοῦ Σί­μω­νος Κα­ρᾶ:

(1/2)

καὶ (2/2)

καὶ ἐ­δῶ νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ­τε σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θρυ­λού­με­νο ἱ­στο­ρι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό:

http://www.saint.gr/5/texts.aspx

♥ ♥ ♥

Τὸ κεί­με­νο τοῦ ὕ­μνου καὶ με­τα­γρα­φή του στὰ νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

Κύ­ρι­ε, ἡ ἐν πολ­λαῖς ἁ­μαρ­τί­αις πε­ρι­πε­σοῦ­σα γυ­νή,

τὴν σὴν αἰ­σθο­μέ­νη θε­ό­τη­τα, μυ­ρο­φό­ρου ἀ­να­λα­βοῦ­σα τά­ξιν,

ὀ­δυ­ρο­μέ­νη, μύ­ρα σοι, πρὸ τοῦ ἐν­τα­φια­σμοῦ κο­μί­ζει.

Οἴ­μοι! λέ­γου­σα, ὅ­τι νύξ μοι ὑ­πάρ­χει, οἶ­στρος ἀ­κο­λα­σί­ας,

ζο­φώ­δης τε καὶ ἀ­σέ­λη­νος ἔ­ρως τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Δέ­ξαι μου τὰς πη­γὰς τῶν δα­κρύ­ων,

ὁ νε­φέ­λαις δι­ε­ξά­γων τῆς θα­λάσ­σης τὸ ὕ­δωρ·

κάμ­φθη­τί μοι πρὸς τοὺς στε­ναγ­μοὺς τῆς καρ­δί­ας,

ὁ κλί­νας τοὺς οὐ­ρα­νοὺς τῇ ἀ­φά­τῳ σου κε­νώ­σει.

Κα­τα­φι­λή­σω τοὺς ἀ­χράν­τους σου πό­δας,

ἀ­πο­σμή­ξω τού­τους δὲ πά­λιν τοῖς τῆς κε­φα­λῆς μου βο­στρύ­χοις·

ὧν ἐν τῷ πα­ρα­δεί­σῳ Εὔ­α τὸ δει­λι­νόν,

κρό­τον τοῖς ὠ­σὶν ἠ­χη­θεῖ­σα, τῷ φό­βῳ ἐ­κρύ­βη.

Ἁ­μαρ­τι­ῶν μου τὰ πλή­θη καὶ κρι­μά­των σου ἀ­βύσ­σους

τίς ἐ­ξι­χνιά­σει, ψυ­χο­σῶ­στα Σω­τήρ μου;

Μή με τὴν σὴν δού­λην πα­ρί­δῃς, ὁ ἀ­μέ­τρη­τον ἔ­χων τὸ ἔ­λε­ος.

 

Με­τα­γρα­φὴ ἀπὸ τὸν Φώ­τη Κόν­το­γλου:

 

Κύριε, ἡ γυναίκα ποὺ ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες,

σὰν ἔνοιωσε τὴ θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα

καὶ σὲ ἄλειψε μὲ μυρουδικὰ πρὶν ἀπὸ τὸν ἐνταφιασμό σου

κι ἔλεγε ὀδυρόμενη: Ἀλλοίμονο σὲ μένα, γιατὶ μέσα μου εἶναι νύχτα κατασκότεινη

καὶ δίχως φεγγάρι, ἡ μανία τῆς ἀσωτείας κι ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας.

Δέξου ἀπὸ μένα τὶς πηγὲς τῶν δακρύων,

ἐσὺ ποὺ μεταλλάζεις μὲ τὰ σύννεφα τὸ νερὸ τῆς θάλασσας.

Λύγισε στ’ ἀναστενάγματα τῆς καρδιᾶς μου,

ἐσὺ ποὺ ἔγειρες τὸν οὐρανὸ καὶ κατέβηκες στὴ γῆς.

Θὰ καταφιλήσω τὰ ἄχραντα ποδάρια σου,

καὶ θὰ τὰ σφουγγίσω πάλι μὲ τὰ πλοκάμια τῆς κεφαλῆς μου·

αὐτὰ τὰ ποδάρια, ποὺ σὰν ἡ Εὕα κατὰ τὸ δειλινό,

τ’ ἄκουσε νὰ περπατᾶνε, ἀπὸ τὸ φόβο της κρύφτηκε.

Τῶν ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ τῶν κριμάτων σου τὴν ἄβυσσο,

ποιός μπορεῖ νὰ τὰ ἐξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;

Μὴν καταφρονέσης τὴ δούλη σου, ἐσὺ ποὺ ἔχεις τ’ ἀμέτρητο ἔλεος.


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


ΥΤΕ ΝΑΙ, οὔ­τε ὄ­χι ἔ­λε­γαν τό­τε τὰ κο­ρί­τσια στὸν πα­τέ­ρα τους, ἔ­σκυ­βαν τὸ κε­φά­λι. Τὴν Κυ­ρια­κή, ποὺ κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, ἡ Ρή­να πά­ει νύ­φη στὸν Τα­ΰ­γε­το, δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος. Θά ’ρ­θει νὰ τὴν πά­ρει ὁ γαμ­πρὸς μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὸ σπί­τι του, τὸ δί­πα­το, νὰ στε­φα­νώ­σουν.

       Τὴ στό­λι­σαν, τὴν τρα­γού­δη­σαν, τὴν ἔν­τυ­σαν τὸ νυ­φι­κό, τὸ βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ τὸ γαμ­πρό, ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα.

       Τὸν εἶ­δε νὰ δέ­νει στὴν αὐ­λή τους τὸ ἄ­λο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε ἡ καρ­διὰ ἀ­πὸ τα­ρα­χή. Ὄ­μορ­φος, νιός, ἀ­σί­κης!

       Τῆς φό­ρε­σε τὴν κάλ­τσα τὴ με­τα­ξω­τή, τὸ γο­βά­κι τὸ ἄ­σπρο. Μά­τι δὲ σή­κω­σε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Εἶ­χε πά­νω-κά­τω τὰ χρό­νια της, στὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἔ­τρε­μαν, εἶ­δε τὴν τα­ρα­χή του.

       Τὴν ἔ­βα­λε πί­σω στὸ ἄ­λο­γο. Αὐ­τὲς οἱ πλά­τες οἱ γε­ρές, τοῦ­το τὸ σγου­ρὸ κε­φά­λι ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ μπρὸς τὸ ρι­ζι­κό της. Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος μὲ τὸ ἄ­λο­γο, ὁ ἀ­χὸς μο­νά­χα τοῦ βου­νοῦ μέ­σα στὰ πεῦ­κα, τὰ πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου, καὶ ἡ καρ­διά της ποὺ ἔ­δω­σε μιὰ καὶ ἄν­θι­σε ἀ­πὸ κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.

       Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο κρά­τη­σε γιὰ τὴ Ρή­να ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἄ­χα­ρη ζω­ή της. Ὁ γαμ­πρὸς τὴν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι του τὸ δί­πα­το μὲ τὰ βι­ο­λιά. Εἶ­χε τρι­πλᾶ τὰ χρό­νια της. Μὲ τὸν μπρα­ζέ­ρη*, ποὺ ἔ­στει­λε μὲ τὸ ἄ­λο­γο νὰ τὴν πο­δέ­σει τὸ γο­βά­κι, ἔ­κο­ψε τὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Τὸ εἶ­δε στὰ μά­γου­λά του τὸ ζε­μά­τι­σμα, τὴ συν­νε­φιὰ ποὺ σκέ­πα­σε τὴ δι­κιά της ὄ­ψη.


* μπραζέρης· ἐγκάρδιος φίλος, ἀδελφοποιτός. (Γιὰ τὸ σχετικὸ ἔθιμο δεῖτε ἐδῶ καὶ ἐδῶ).



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998, 1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἰ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Πέ­τρα ρι­ζι­μιά



Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Πέ­τρα ρι­ζι­μιά


ΑΖΕΥΑΜΕ σπα­ράγ­για κι ἀ­πὸ χω­ρά­φι σὲ χω­ρά­φι βρε­θή­κα­με στὸ ξά­γναν­το κά­τω ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Πέ­τρο. Μοῦ ’­δει­ξε κά­τι σκόρ­πι­ες πέ­τρες. Ἦ­ταν κα­λύ­βι πέ­τρι­νο πα­λιά, ξε­ρο­λι­θιά. Πέ­θα­νε ἐ­δῶ φυ­μα­τι­κός, εἰ­κο­σι­δυ­ὸ χρο­νῶ παλ­λη­κα­ρά­κι, τοῦ Κώ­στα Νί­κου ὁ ἀ­δερ­φός. Τὰ σπί­τια μας μιὰ πόρ­τα.

       Τοὺς φυ­μα­τι­κοὺς δὲν τοὺς κρα­τοῦ­σαν τό­τε στὰ χω­ριά. Ἕ­να με­ση­με­ρά­κι, λεί­πα­νε ὅ­λοι, ἄ­φη­σε τὸ σπί­τι στὸ χω­ριὸ γιὰ νὰ πε­θά­νει ἐ­δῶ στὴν ἐ­ρη­μιά. Πῆ­ρε ἀρ­γὰ τὴν κα­τη­φό­ρα· λί­γο πιὸ κά­τω στα­μά­τη­σε. Ἔ­ρι­ξε πί­σω μιὰ μα­τιὰ σὰ νὰ χαι­ρέ­τα­γε τὸ σπί­τι του μὲ τὴν αὐ­λή, ὅ,τι χα­ρὰ εἶ­χε ζή­σει, κι ἔ­τσι ὅ­πως μά­ζε­ψε τὸ βλέμ­μα του νὰ φύ­γει, μὲ εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­γα μαρ­μα­ρω­μέ­νη στὴν πο­ριά. Σή­κω­σε σι­ω­πη­λὸς τὸ χέ­ρι, μὲ χαι­ρέ­τη­σε. Σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε «ἔ­χε γειά». Δε­κά­ξι θά ’μουν; Δε­κα­ε­φτά; Μ’ ἔ­πι­α­σε, ὅ­πως ἔ­φευ­γε, τὸ κλά­μα.

       Ἡ μά­να του κά­θε πρω­ῒ τοῦ πή­γαι­νε φρέ­σκο νε­ρὸ καὶ ζυ­μω­τὴ κου­λού­ρα, ὅ,τι ἄλ­λο τῆς βρι­σκό­ταν. Τὰ ἀ­κούμ­πα­γε σὲ τού­τη δῶ τὴ ρι­ζι­μιὰ τὴν πέ­τρα. Τὰ λέ­γαν μὲ τὰ μά­τια. Ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να. Σκά­λος, χα­ρά­κι, βο­τα­νί­σμα­τα, ἡ μέ­ρα τὴν πε­ρί­με­νε· ἔ­φευ­γε ἡ μαυ­ρο­μά­να του φαρ­μά­κι.

       Ἕ­να πρω­ῒ βρῆ­κε τὴ βί­κα τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ ζεμ­πί­λι τὸ ψω­μὶ πά­νω στὴν πέ­τρα ἀ­πεί­ρα­χτα. Τὸν ἔ­πλυ­νε, τὸν ἄλ­λα­ξε, τὸν στό­λι­σε ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα στὸ τρί­πλι­νο σεν­τό­νι. Τοῦ εἶ­πε ὅ­σα ἤ­ξε­ρε, γα­ζί, τὰ μοι­ρο­λό­για· τοῦ ’­πλε­ξε κι ἄλ­λα γιὰ τὰ νιά­τα του καὶ γιὰ τὴν ἐ­ρη­μιά του. Ὅ­ταν πιὰ χόρ­τα­σε τὰ δά­κρυ­α, τὰ τρα­γού­δια, βά­ρε­σε λυ­πη­τε­ρὰ τ΄ Ἅ­η-Πέ­τρου τὴν καμ­πά­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998,1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἱ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός

(Poliziotto buono)


ΙΑ ἀ­πὸ τὶς πιὸ πα­λι­ὲς ἀ­να­κρι­τι­κὲς με­θό­δους —σί­γου­ρα ἡ πιὸ γνω­στή—, εἶ­ναι ἡ μέ­θο­δος τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὶς ἀ­να­κρί­σεις ὑ­πό­πτων ἢ στοὺς ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κοὺς μάρ­τυ­ρες. Μὲ λί­γα λό­για σὲ ἄ­το­μα ἐ­λά­χι­στα δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ συ­νερ­γα­στοῦν μὲ τοὺς ἀ­να­κρι­τές. Οἱ ρό­λοι, ἐν­νο­εῖ­ται, ἀ­πο­φα­σί­ζον­ται πρὶν νὰ ξε­κι­νή­σει ἡ δι­α­δι­κα­σί­α.

       Τὸ σχέ­διο πά­νω-κά­τω εἶ­ναι τὸ ἀ­κό­λου­θο.

       Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κὸς συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ ἐ­πι­θε­τι­κὸ τρό­πο, λε­κτι­κὰ βί­αι­ο, ἀ­πει­λη­τι­κὸ καὶ πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἐ­χθρό­τη­τας, φό­βου καὶ ἀ­νάγ­κης προ­στα­σί­ας. Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, ἀν­τι­θέ­τως, συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ τρό­πο φι­λι­κό, εὐ­γε­νι­κό, ὅ­λος κα­τα­νό­η­ση, σχε­δὸν συμ­πο­νε­τι­κό· προ­στα­τεύ­ει τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀ­να­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν αὐ­θά­δεια καὶ τὶς λε­κτι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ κα­κοῦ καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ (ἢ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι δη­μι­ουρ­γεῖ) συμ­πά­θεια. Ἡ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τῆς με­θό­δου εἶ­ναι ὅ­τι, ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­κτε­θεῖ στὴν κα­τα­χρη­στι­κὴ καὶ πα­ρα­βα­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι τώ­ρα δι­α­θέ­σι­μος νὰ συ­νερ­γα­στεῖ ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς αἰ­σθή­μα­τος εὐ­γνω­μο­σύ­νης πρὸς ἐ­κεῖ­νον —τὸν κα­λὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ— ποὺ στα­μά­τη­σε αὐ­τὴν τὴν κα­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά.

       Εἶ­ναι μιὰ πα­λιὰ μέ­θο­δος ποὺ ἐν τού­τοις, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὴν ὅ­ποι­α ἠ­θι­κή, καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, δι­κα­στι­κὴ νο­μι­μό­τη­τα, λει­τουρ­γεῖ πάν­τα. Ἢ μᾶλ­λον, σχε­δὸν πάν­τα, ὅ­πως δεί­χνει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ μοῦ δι­η­γεῖ­ται ἕ­νας πα­λιός μου φί­λος, Ἀ­στυ­νο­μι­κὸς Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τής.


       Ὁ Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴς Κα­ροῦ­ζο καὶ ὁ ἀν­θυ­πα­στυ­νό­μος Μι­νάρ­ντι δου­λεύ­ουν στὴ Δί­ω­ξη Ναρ­κω­τι­κῶν σὲ ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τοῦ βορ­ρά. Ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κό τους πῆ­γε ἕ­να νε­α­ρὸ ποὺ βρέ­θη­κε νὰ ἔ­χει πά­νω του δυ­ὸ φα­κε­λά­κια κο­καΐ­νης, προ­φα­νῶς γιὰ προ­σω­πι­κὴ χρή­ση. Ὁ Μι­νάρ­ντι κι ὁ Κα­ροῦ­ζο ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ τὸν ἀ­να­κρί­νουν γιὰ νὰ δο­κι­μά­σουν νὰ βροῦν τὸν δι­α­κι­νη­τή. Ὅ­πως συ­νή­θως ὁ Μι­νάρ­ντι, ἕ­νας τύ­πος ἀ­δύ­να­τος μὲ λε­πτὸ πρό­σω­πο κι ἔκ­φρα­ση ἐ­λά­χι­στα κα­θη­συ­χα­στι­κή, θὰ κά­νει τὸν κα­κό. Ὁ Κα­ροῦ­ζο, ἕ­νας σω­μα­τώ­δης τύ­πος ἑ­κα­τὸ κι­λῶν, σχε­δὸν χω­ρὶς λαι­μό, ποὺ στὸν ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο του δι­δά­σκει τζοῦν­το σὲ παι­διά, θὰ κά­νει ἀν­τι­θέ­τως, τὸν κα­λό.

       Ξε­κι­νᾶ ὁ Μι­νάρ­ντι —ὁ κα­κός— βα­στών­τας τὰ δυ­ὸ φα­κε­λά­κια μὲ τὸ ναρ­κω­τι­κό.

       — Ποι­ός σοῦ τὰ ἔ­δω­σε αὐ­τά; – τοῦ οὐρ­λιά­ζει κα­τά­μου­τρα.

       — Κά­ποι­ος ποὺ τὸν βρῆ­κα στὴν πλα­τεί­α, μοῦ τὸν εἴ­χα­νε δεί­ξει ἄλ­λοι. Τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ποῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­γο­ρά­σω πράγ­μα.

       — Πῶς λέ­γε­ται αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος;

       — Δὲν ξέ­ρω, δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ. Μοῦ τὸν εἶ­χαν δεί­ξει ἄλ­λοι, τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ἂν ἤ­ξε­ρε κα­νέ­ναν…

       Ὁ Μι­νάρ­ντι βά­ζει τὰ δά­χτυ­λά του πά­νω στὸ πη­γού­νι του καὶ τοῦ ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πό­το­μα.

       — Κοί­τα με στὰ μά­τια, μα­λά­κα. Μὴ μᾶς μᾶς δου­λεύ­εις, για­τὶ θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις ποὺ γεν­νή­θη­κες. Ποιός κα­ρι­ό­λης σοῦ ἔ­δω­σε τὰ ναρ­κω­τι­κά; τοῦ λέ­ει, κοι­τών­τας τον κα­τά­μα­τα, ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὁ νε­α­ρός, ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα του, ἔ­τσι ποὺ ὁ Μι­νάρ­ντι ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, χω­ρὶς νὰ δυ­σκο­λεύ­ε­ται, νὰ τὸν ἀ­φή­σει.

       — Τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ ποὺ κά­νε­τε: τὸ παι­χνι­δά­κι τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Ξέ­ρω πῶς δου­λεύ­ει, τὸ ἔ­χω δεῖ σὲ πολ­λὲς ται­νί­ες. Εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο, πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸν γνω­ρί­ζω αὐ­τὸν ποὺ τὸ ἀ­γό­ρα­σα.

       Ἡ σκη­νὴ πα­γώ­νει γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Δὲ λέ­ει κα­νεὶς τί­πο­τα. Οἱ δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ κοι­τα­χτοῦν με­τα­ξύ τους, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ γε­λά­γα­νε καὶ δὲν ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν. Ἡ ἰ­δέ­α γιὰ νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο εἶ­ναι τοῦ Κα­ροῦ­ζο.

       — Μπρά­βο, λοι­πὸν ξέ­ρεις τὰ πάν­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πῶς ἐρ­γα­ζό­μα­στε ἐ­μεῖς οἱ μπά­τσοι. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη σου, λοι­πόν, ὁ συ­νά­δελ­φός μου εἶ­ναι ὁ κα­κὸς κι ἐ­γὼ ὁ κα­λός. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – ὁ νε­α­ρὸς κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι του συμ­φω­νών­τας, λί­γο ἀ­μή­χα­νος. Ὁ Κα­ροῦ­ζο τὸν πλη­σιά­ζει, κά­θε­ται μπρο­στά του κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ τε­ρά­στιο χέ­ρι του στὴν πλά­τη του. Ἡ χει­ρο­νο­μί­α δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου κα­θη­συ­χα­στι­κή.

       — Ὡ­στό­σο, κά­νεις λά­θος. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ κα­λός, ὁ κα­κὸς εἶ­μαι ἐ­γώ.


       — Καὶ με­τὰ τί κά­να­τε; – ρω­τά­ω τὸν Κα­ροῦ­ζο.

       Τε­λει­ώ­νει τὸν κα­φέ του, κου­νά­ει τοὺς τε­ρά­στιους ὤ­μους του, μι­σο­κλεί­νει τὰ γα­λα­νὰ κι εὐ­γε­νι­κά του μά­τια.

       — Τὸν ἀ­φή­σα­με νὰ φύ­γει, δό­κτο­ρα, ἐν­νο­εῖ­ται. Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, εἶ­χε νι­κή­σει αὐ­τός.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σία



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σί­α

(Quarto potere)


ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ, στὴν ἴ­δια τά­ξη μὲ μέ­να, πή­γαι­νε κά­ποι­ος ποὺ τὸν λέ­γαν Καν­νά­τα. Στὰ δε­κα­τρί­α του ἔ­παι­ζε πό­λο, ζύ­γι­ζε κι­ό­λας ἑ­ξήν­τα κι­λά, καὶ ἦ­ταν μο­χθη­ρός. Χτυ­ποῦ­σε σὰν με­γά­λος —μπου­νι­ές, κλω­τσι­ές, κου­του­λι­ές— χω­ρὶς ἠ­θι­κὲς ἀ­να­στο­λές, ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα στοὺς νε­α­ροὺς αὐ­τῆς τῆς ἡ­λι­κί­ας. Κα­νείς, σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχο­λεῖ­ο, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τσα­κω­θεῖ μα­ζί του.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ ἤ­μα­στε στὸ γυ­μνα­στή­ριο καὶ πε­ρι­μέ­να­με τὸν κα­θη­γη­τὴ φυ­σι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ βά­λει μὲ κά­ποι­ον ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει στὴν τά­ξη μας μό­λις αὐ­τὴ τὴν χρο­νιά: τὸν λέ­γαν Γκαμ­πρι­έ­λε, ἦ­ταν στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος —ἔ­μοια­ζε λί­γο μὲ τὸν Τσάρ­λι Μπρά­ουν—, φο­ροῦ­σε γυα­λιά, ἦ­ταν κα­λὸς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ πάν­τα κοι­τοῦ­σε τὴ δου­λειά του.

       Ὁ Καν­νά­τα τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους, τὸν ἔ­ρι­ξε μπρού­μυ­τα καὶ τὸν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε.

       — Τώ­ρα θὰ σὲ πη­δή­ξω, πα­λιο-ἀ­δελ­φή – εἶ­πε, κι ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κε πά­νω του, ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρι­στά­νει μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ σύμ­πρα­ξη γε­μά­τη βα­ρι­ὲς ἀ­να­πνο­ὲς καὶ γρυ­λί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη σκη­νή.

       — Ἐν­τά­ξει, Καν­νά­τα, στα­μά­τα – εἶ­πα, τρα­βών­τας τον ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Δὲν φαι­νό­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν δι­α­κο­πή.

       — Κι ἄλ­λη πα­λιο-ἀ­δερ­φή, ἐ­δῶ – εἶ­πε.

       Ση­κώ­θη­κε, μοῦ ἅρ­πα­ξε τὸ αὐ­τὶ καὶ μοῦ τὸ ἔ­στρι­ψε, κά­νον­τάς με νὰ πε­θά­νω ἀπ΄ τὸν πό­νο.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ κα­θη­γη­τὴς —Θὰ τὰ ποῦ­με με­τά, σκα­το­φά­τσα—, μουρ­μού­ρι­σε λί­γο πρὶν ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με.


       Στὸ τέ­λος τῆς ὥ­ρας τῆς σω­μα­τι­κῆς ἀ­γω­γῆς, κα­θὼς ἀ­νε­βαί­να­με στὴν τά­ξη, μὲ πλη­σί­α­σε ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε.

       — Σ΄ εὐ­χα­ρι­στῶ, εἶ­πε, ἀλ­λὰ τώ­ρα θά ΄χεις πρό­βλη­μα. Ὕ­στε­ρα, πρό­σθε­σε μὲ σο­βα­ρὸ ὕ­φος: — Πᾶ­με στὴν βι­βλι­ο­θή­κη. Θὰ χρει­α­στοῦ­με ἕ­να ὅ­πλο.

       Ὅ­πλο στὴν βι­βλι­ο­θή­κη; Σκέ­φτη­κα ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ —ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να πολ­λὲς φο­ρὲς στὰ χρό­νια ποὺ θὰ ἐρ­χόν­του­σαν— ἀ­να­ρω­τή­θη­κα γιὰ ποιό λό­γο δὲν εἶ­χα κοι­τά­ξει τὴ δου­λειά μου.

       Στὴν βι­βλι­ο­θή­κη ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε κι­νοῦν­ταν μὲ τὴν ἄ­νε­ση ἀν­θρώ­που ποὺ γνω­ρί­ζει τέ­λεια τὰ κα­τα­τό­πια, κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν στοί­βα τῶν πα­λι­ῶν ἡ­με­ρή­σι­ων ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ πῆ­ρε μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς χω­ρὶς ὁ μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἐ­πι­στά­της νὰ τοῦ δώ­σει κα­μιὰ ση­μα­σί­α. Με­τὰ πε­ρά­σα­με στὸ ἀ­να­γνω­στή­ριο ποὺ ἦ­ταν ἄ­δει­ο, ὅ­πως σχε­δὸν κά­θε φο­ρά. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε ἅ­πλω­σε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα πά­νω σε ἕ­να τρα­πέ­ζι καὶ τὴν τύ­λι­ξε μὲ σχο­λα­στι­κὴ ἀ­κρί­βεια μέ­χρι νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ σω­λή­να πού, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα ἐ­πι­μέ­λεια, δί­πλω­σε στὰ δύ­ο. Ὅ­ταν μοῦ τὴν πρό­σφε­ρε, κα­λών­τας με νὰ δο­κι­μά­σω τὴν ἀν­θε­κτι­κό­τη­τά της, κα­τά­λα­βα ὅ­τι εἶ­χε γί­νει ἕ­να μπα­στού­νι, σκλη­ρὸ σὰν ξύ­λο καὶ εὔ­καμ­πτο σὰν γκλόμπ. Πραγ­μα­τι­κά, ἕ­να ὅ­πλο.

       — Ὁ μα­λά­κας θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω, ἀ­κρι­βῶς με­τὰ τὴν σκά­λα τῆς κυ­ρί­ας εἰ­σό­δου. Πάν­τα ἐ­κεῖ πε­ρι­μέ­νει, τὸν ἔ­χω δεῖ κι ἄλ­λες φο­ρὲς ποὺ ἔ­χει χτυ­πή­σει κά­ποι­ον. Δὲν θὰ δώ­σει ση­μα­σί­α σὲ μέ­να. Ἄ­σε τον νὰ σὲ πιά­σει, με­τὰ εἶ­ναι δι­κή μου δου­λειά.

       Εἶ­χε μιὰ ἔκ­φρα­ση ὥ­ρι­μου καὶ ἤ­ρε­μου ἄν­δρα, τὴν ἔκ­φρα­ση ἑ­νὸς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μιὰ δου­λειὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­ναι τέ­λεια ἐκ­παι­δευ­μέ­νος. Ἐ­γὼ φο­βό­μουν μέ­χρι θα­νά­του.

       Ὅ­πως εἶ­χε προ­βλέ­ψει ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, στὸ σχό­λα­σμα ὁ Καν­νά­τα μὲ πε­ρί­με­νε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα τῆς εἰ­σό­δου κι ἦρ­θε πρὸς ἐ­μέ­να μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἀ­λι­γά­το­ρα.

       Μό­λις μὲ εἶ­χε πιά­σει ἀπ΄ τὸ μπου­φὰν κι ἴ­σως ἔ­λε­γε κά­τι προ­τοῦ ἀρ­χί­σει νὰ μοῦ τὶς βρέ­χει, ὅ­ταν ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, μὲ μιὰ στιγ­μια­ία κί­νη­ση ἀ­πρό­βλε­πτης τα­χύ­τη­τας, τὸν χτύ­πη­σε μὲ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα-μπα­στού­νι στὸ κέν­τρο τοῦ προ­σώ­που. Ὁ Καν­νά­τα μὲ ἄ­φη­σε, ἀλ­λὰ πρὶν μπο­ρέ­σει νὰ δι­α­λέ­ξει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄ­μυ­να ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε πά­λι, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές, κο­φτά, λὲς κι ἦ­ταν ἀ­πὸ και­ρὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­κρι­βῶς γιὰ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ καὶ γιὰ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­στα­ση. Ὁ Καν­νά­τα ἄρ­χι­σε νὰ αἱ­μορ­ρα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν μύ­τη κι ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα, στη­ρί­χτη­κε στὸν τοῖ­χο γιὰ νὰ μὴν σω­ρια­στεῖ στὸ χῶ­μα. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε ξα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι. Μὲ λι­γό­τε­ρη δύ­να­μη, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Γιὰ νὰ κλεί­σει ἐ­κεῖ ἡ ὑ­πό­θε­ση.

       — Ἂν ξα­να­κά­νεις τὸ μα­λά­κα, θὰ σὲ σκο­τώ­σω – τοῦ εἶ­πε στὸ τέ­λος, χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς του, μὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι ποὺ ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι κι εἶ­χαν δεῖ τὴ σκη­νή.

       Δὲν φαι­νό­ταν νὰ εἶ­ναι μιὰ φρά­ση ποὺ τὴν εἶ­πε ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὴν πεῖ.

       Ἔ­βα­λε ξα­νὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ σα­κί­διο, ἤ­ρε­μα, καὶ φύ­γα­με μα­ζί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Εἰλικρινά

 



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Εἰ­λι­κρι­νά

(Sinceramente)


ΤΕΣ ΒΡΑΔΥ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι καὶ κα­μιὰ ση­μαν­τι­κὴ εἴ­δη­ση: σύμ­φω­να μὲ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοὶ ὅ­λοι ὀ­νει­ρεύ­ον­ται, κά­θε νύ­χτα. Μὰ δὲν θυ­μοῦν­ται ὅ­λοι τὶς νυ­χτε­ρι­νές τους ἐμ­πει­ρί­ες, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι, ἀ­κρι­βῶς, ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ δὲν τὶς θυ­μοῦν­ται. Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας, ὡ­στό­σο, τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά. Τό­σο κα­λὰ ποὺ σχε­δόν μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ μπερ­δεύ­ω μὲ τὴ μνή­μη ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος ποὺ ἔ­χει συμ­βεῖ πραγ­μα­τι­κά.

       Βρι­σκό­μουν σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, σὲ μιὰ πλα­τεί­α ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τη κό­σμο. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στὸ βά­θος, σὰν ἀ­πὸ συγ­κέν­τρω­ση ἀν­θρώ­πων ποὺ μι­λᾶ­νε ὅ­λοι μα­ζί. Ἤ­μουν πα­ρέ­α μὲ ἕ­να κο­ρί­τσι δέ­κα χρο­νῶν πε­ρί­που. Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φη, συμ­πα­θη­τι­κή, ἐγ­κάρ­δια ἂν καὶ μὲ ὕ­φος λί­γο δα­σκα­λί­στι­κο. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ἤ­ξε­ρα —ὅ­πως συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, στὰ ὄ­νει­ρα, χω­ρὶς νὰ στὸ ἔ­χει πεῖ κα­νείς— ὅ­τι ἦ­ταν φί­λη μου, καὶ βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ση­μαν­τι­κὰ πράγ­μα­τα. — Τώ­ρα ἂς ἀ­φαι­ρέ­σου­με τὸν ἦ­χο, – εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μή. Με­τὰ ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση, λὲς καὶ τύ­λι­γε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ γιὰ νὰ τὸ κά­νει μιὰ μι­κρὴ σφαί­ρα, κι ἀ­μέ­σως τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στα­μά­τη­σε.

       Συ­νέ­χι­σαν ὅ­λοι νὰ μι­λᾶ­νε καὶ νὰ χει­ρο­νο­μοῦν, μό­νο ποὺ ἡ σκη­νὴ ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν τώ­ρα σὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       — Πα­ρα­τή­ρη­σε τὶς ἐκ­φρά­σεις αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων κα­θὼς μι­λοῦν με­τα­ξύ τους, – εἶ­πε ἡ φί­λη μου.

       — Για­τί;

       — Για­τί οἱ λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται συ­χνὰ γιὰ νὰ κρύ­ψουν αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­μα­στε πα­ρὰ γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν. Νὰ λὲς ψέ­μα­τα μὲ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο. Ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις θὰ σοῦ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ μά­θεις νὰ δι­α­βά­ζεις τὰ πρό­σω­πα πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις.

       Μά, εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, εἶ­πα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸ σκέ­φτη­κα μό­νο, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­χε κι­ό­λας στρα­φεῖ πρὸς μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ νε­α­ροὺς ποὺ στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι κον­τὰ σ΄ ἕ­να φω­τι­στι­κὸ δρό­μου. Μοῦ ΄κα­νε νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι, σὰν νὰ μοῦ ‘λέ­γε νὰ τοὺς προ­σέ­ξω κι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἀν­τι­λή­φθη­κα ὅ­τι ἐ­κεῖ­νοι δὲν μᾶς ἔ­βλε­παν. Ἤ­μα­σταν ἀ­ό­ρα­τοι, μπο­ρού­σα­με νὰ τοὺς κοι­τᾶ­με —νὰ τοὺς με­λε­τᾶ­με— ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τὰ καὶ σύν­το­μα κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἡ συν­τρό­φισ­σά μου εἶ­χε δί­κιο. Ἂν δὲν πα­ρα­συρ­θεῖς ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις, ἂν μπο­ρεῖς —καὶ τὸ θέ­λεις— νὰ δώ­σεις ση­μα­σί­α στὴ λε­πτο­μέ­ρεια, κα­τα­λα­βαί­νεις τὴν ἀ­λή­θεια ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται στὰ πρό­σω­πα. Χα­ρά, θυ­μός, λύ­πη, ἔκ­πλη­ξη, ἀ­η­δί­α, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­να­σφά­λεια, σά­στι­σμα, ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, φό­βος, ἐν­θου­σια­σμὸς σὲ τό­σες ἀ­πο­χρώ­σεις ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὶς πε­ρι­γρά­ψεις.

       Με­τα­κι­νη­θή­κα­με ἀ­πὸ κεῖ καὶ μέ ‘κα­νε νὰ προ­σέ­ξω μιὰ κο­πέ­λα ποὺ μι­λοῦ­σε μὲ ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­χθρι­κό, γε­μά­το δυ­σα­ρέ­σκεια καὶ θυ­μό.

       — Τί δι­α­βά­ζεις στὸ πρό­σω­πο ἐ­κεί­νης τῆς κο­πέ­λας;

       — Θυ­μό. Με­γά­λη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα καὶ θυ­μό.

       — Καὶ ξέ­ρεις τί λέ­ει;

       — Φαν­τά­ζο­μαι τὸν προ­σβά­λει.

       — Νο­μί­ζεις; – Κρο­τά­λι­σε τὰ δά­χτυ­λά της κι ὁ ἦ­χος ἐ­πέ­στρε­ψε.

       — Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με. – Αὐ­τὸ ἔ­λε­γε ἡ κο­πέ­λα.

       — Λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια κα­τὰ τὴν γνώ­μη σου; – μὲ ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

       — Ὄ­χι, νο­μί­ζω πὼς ὄ­χι.

       — Πράγ­μα­τι, δὲν λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια. Θέ­λει πο­λὺ νὰ πεῖ δυ­σά­ρε­στα πράγ­μα­τα, κι ὅ­μως τὰ λό­για της εἶ­ναι: «Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με.» Τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα, πρέ­πει νὰ φυ­λά­γε­σαι ἀ­πὸ αὐ­τά, εἴ­τε ὅ­ταν μι­λοῦν οἱ ἄλ­λοι εἴ­τε ὅ­ταν μι­λᾶ­με ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι.

       — Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω.

       — Ὅ­ταν σου λέ­ει κά­ποι­ος ὅ­τι εἰ­λι­κρι­νά, τί­μια, ἀ­λη­θι­νὰ θέ­λει ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νει ἢ νὰ πεῖ κά­τι, τό­τε νὰ εἶ­σαι πο­λὺ προ­σε­χτι­κὸς για­τὶ εἶ­ναι πο­λὺ σα­φὴς ἔν­δει­ξη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εἰ­λι­κρι­νής, τί­μιος ἢ ἀ­λη­θι­νὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­χει δη­λώ­σει ὅ­τι εἶ­ναι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να ἐ­πίρ­ρη­μα. Τὰ χει­ρό­τε­ρα ψέ­μα­τα κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα. Καὶ ξέ­ρεις ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα τα ἐ­πιρ­ρή­μα­τα;

       — Ποι­ό;

       — Τὸ ἀ­πο­λύ­τως. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πίρ­ρη­μα ποὺ κρύ­βει τὰ χει­ρό­τε­ρα ἀ­δι­κή­μα­τα. Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις.

       Μὰ εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, σκέ­φτη­κα πά­λι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς τὸ πῶ καὶ θὰ ἤ­θε­λα ἐ­πί­σης νὰ τὴν ρω­τή­σω κι ἄλ­λα πράγ­μα­τα —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα πῶς τὴν λέ­γα­νε, καὶ πὼς γι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει τό­σα πολ­λά, πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να κο­ρι­τσά­κι— μὰ ξαφ­νι­κά, ὅ­πως συμ­βαί­νει, τὸ ὄ­νει­ρο τε­λεί­ω­σε κι ἐ­γὼ ξύ­πνη­σα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι