Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο


		
Διαφημίσεις

Ἀντωνία Παχαλίδου: Ὁ Μπαλζὰκ ἔπινε πολὺ καφέ


Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ


ΙΧΕ διαβά­σει πο­λύ. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ βι­βλί­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του. Δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­γο­ρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ —ἱ­κα­νὸς ἀ­ριθ­μὸς τό­μων— ἀ­νῆ­καν στὸν παπ­ποῦ καὶ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­τες ἐκ­δό­σεις. Ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ που­λή­σει σὲ δη­μο­πρα­σί­ες καὶ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ θὰ ἔπι­α­νε κα­λὰ λε­φτά. Ὡ­στό­σο ἀ­πευ­χό­ταν αὐ­τὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, ἀ­φοῦ ἀν­τι­πα­θοῦ­σε ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ ἀ­γό­ρα­ζαν συλ­λε­κτι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὶς ἔ­χουν. Ἰ­δι­ο­κτη­σί­α καὶ στὰ βι­βλί­α; Τί ἤ­ξε­ραν αὐ­τοὶ ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση; Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν’ ἀ­φή­νεις βι­βλί­α ἀ­δι­ά­βα­στα;

       Ἦ­ταν ἐμ­μο­νι­κὸς ὁ Ὀ­ρέ­στης μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα. Δὲν πα­ρά­τα­γε βι­βλί­ο γιὰ κα­νέ­ναν καὶ γιὰ τί­πο­τα. Ἀ­κό­μα καὶ σο­βα­ρὸ ραν­τε­βοῦ νὰ εἶ­χε, πρῶ­τα τέ­λει­ω­νε τὸ δι­ά­βα­σμα κι ἔ­πει­τα. Λὲς καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ γρά­ψει δι­α­τρι­βή. Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἀ­ριθ­μοῦ­σε πε­ρὶ τοὺς πέν­τε χι­λιά­δες τό­μους. Δὲν μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις στὸ σπί­τι του. Σχε­δὸν 80 τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ βι­βλί­α ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ· μέ­χρι τὸ τα­βά­νι σὲ με­ρι­κὰ ρά­φια, στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ, στὰ μπρά­τσα τοῦ κα­να­πέ, στὴν κου­πα­στὴ τοῦ τζα­κιοῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε ποῦ ἔ­χει τὸ κα­θε­τί. Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ δο­κί­μιο. Γάλ­λοι, Ἄγ­γλοι, ἡ Με­γά­λη Ρω­σι­κὴ Σχο­λή.

            Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὸ χαρ­τί. Πα­λιὰ τὰ ξε­σκό­νι­ζε μό­νος του. Τώ­ρα πιὰ τὸ ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Ὅ­ταν τὶς προ­άλ­λες τὸν ρώ­τη­σε ὁ ἀ­νι­ψιός του τί θὰ τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τό­τε ἀ­κρι­βῶς σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φρον­τί­σει ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα και­ρός. Για­τὶ ἅ­μα φύ­γει, ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ κα­τα­λή­ξουν. Στὴ χω­μα­τε­ρὴ ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση σὲ πα­λι­α­τζί­δι­κα. Τοῦ τρι­βέ­λι­ζε τὸν νοῦ αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Ἦ­ταν λὲς καὶ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει εὐ­θα­να­σί­α σὲ δι­κό του ἄν­θρω­πο ἢ στὸν Πάμ­πλο. Κι ὁ Πάμ­πλο; Τί θὰ γι­νό­ταν, ἄ­ρα­γε, ἂν πέ­θαι­νε αὐ­τὸς πρῶ­τος; Οὔ­τε ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται. Θὰ τὸν πέ­τα­γαν στὸν δρό­μο; Θὰ τὸν πή­γαι­ναν στὸν Ὑ­μητ­τό; Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸν τώ­ρα, προ­εῖ­χαν τὰ βι­βλί­α. Μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε καὶ μπο­ρεῖ νὰ κρα­τοῦ­σε με­ρι­κά. Τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Μά­λι­στα ἀ­μέ­σως τώ­ρα θὰ τὰ ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη. Κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ὅ­λα κι ὅ­λα.

            Τὸ ἴ­διο βρά­δυ βγῆ­κε μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Κρα­σο­κα­τά­νυ­ξη καὶ φι­λο­σο­φί­α μέ­χρι ἀρ­γά. Ὁ φι­λό­λο­γος τοῦ πέμ­πτου, κά­τι συν­τα­ξι­οῦ­χοι κα­θη­γη­τὲς καὶ τὸ στοι­χεῖ­ο του: ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης τῆς γει­το­νιᾶς – λά­τρης τῶν Γάλ­λων καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοῦ Μπαλ­ζάκ. Ἡ ση­με­ρι­νὴ κου­βέν­τα στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸν με­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων. Ποι­ός ἦ­ταν γυ­ναι­κάς, ποιός πό­της, ποι­ός bon-viveur. «Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ. Μᾶλ­λον γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξει τὶς ὁ­λο­νυ­κτί­ες, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­φε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα», πρό­σθε­σε ὁ Ὀ­ρέ­στης πρὶν νὰ φύ­γει καὶ ἤ­πι­ε μο­νο­ρού­φι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τή­ρι. Κα­λη­νύ­χτι­σε δί­χως ἡ ἔ­γνοι­α τῶν βι­βλί­ων νὰ τὸν ἔ­χει ἐγ­κα­τα­λεί­ψει.

            Ἦ­ταν πε­ρί­που δύ­ο ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι. Κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα καὶ μό­λις ποὺ πρό­λα­βε νὰ φτά­σει στὸν κα­να­πέ. Ὁ Πάμ­πλο ἔ­ξυ­νε τὴν πόρ­τα καὶ γρύ­λι­ζε μέ­χρι τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν γερ­μέ­νο πά­νω στὴ στοί­βα μὲ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Ὁ γεί­το­νας ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε κοί­τα­ξε τὸν τί­τλο τοῦ πρώ­του βι­βλί­ου: Θά­να­τος στὴ Βε­νε­τί­α.


11/7/2017



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.


 

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α: Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α


Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


ΕΛΕΙ νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔρ­χον­ται σύμ­φω­να μὲ τὰ μέ­τρα του τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του, τὰ κα­λο­δέ­χε­ται. Ἂν εἶ­ναι ἀ­σύμ­φω­να μὲ αὐ­τά, ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ τὰ δι­ορ­θώ­νει στὴ μνή­μη του.

       Ἔ­χει ὡ­ραί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­λή του. Δὲ θέ­λει μὲ τί­πο­τα νὰ τὴ χα­λά­σει. Μὰ τυ­χαί­νει νὰ συ­ναν­τή­σει μιὰ κο­πέ­λα ποὺ τοῦ ξυ­πνᾶ τὴν πε­ρι­έρ­γεια. Ποι­ά εἶ­ναι; Πῶς ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τό­σο μο­να­δι­κή; Ἂν τὴ χά­σει, ὄ­χι μό­νο δὲ θὰ μά­θει πῶς ἔ­φτα­σε νὰ εἶ­ναι τό­σο γνή­σια, τό­σο ἀ­συμ­βί­βα­στη, μὰ δὲ θὰ μά­θει ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γί­νει αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος. Καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ πα­ρα­κάμ­ψει κα­νεὶς τέ­τοι­α στιγ­μή. Τῆς λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ τὴ γνω­ρί­σει. Τὸ λέ­ει μὲ τό­σο πά­θος ποὺ ἡ κο­πέ­λα δι­αι­σθά­νε­ται ὅ­τι κά­τι σο­βα­ρὸ συμ­βαί­νει. Καὶ γί­νον­ται ζευ­γά­ρι τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, ξε­χνών­τας τὸν κό­σμο.

       Πῶς νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­ταν, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­λή του; Φτιά­χνει στὸ νοῦ του μιὰν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ποὺ δὲ πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ πα­ρὰ λί­γες ὧ­ρες. Χώ­ρι­σε χτὲς τὸ βρά­δυ. Ἕ­νας ἔ­ξυ­πνος ἄν­θρω­πος βρί­σκει πάν­τα μιὰν αἰ­τί­α χω­ρι­σμοῦ. Καὶ τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ συ­νάν­τη­σε τὴ μο­να­δι­κὴ και­νού­ρια κο­πέ­λα. Γιὰ νὰ ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σει αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ δι­ο­λί­σθη­ση χρό­νου, τὴ δι­η­γεῖ­ται στὸν κολ­λη­τό του, καὶ στὴν ἐ­πι­στή­θια φί­λη τῆς χτε­σι­νῆς κα­λῆς του, καὶ στὸν πα­τέ­ρα του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ πάν­τα σὰν σὲ ἔμ­πι­στο φί­λο. Τώ­ρα στέ­κει πά­λι ἀ­κέ­ραι­ος στὴν κρί­ση του, ἄ­μεμ­πτος στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

       Ἂν δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἄ­με­σα τὴν πρὶν κα­λή του, τὸ κα­τα­χω­ρεῖ στὰ ὑ­πέρ του. Πρέ­πει νὰ τῆς δώ­σει χρό­νο νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ. Τῆς ζη­τὰ τὰ κλει­διὰ τῆς φω­λιᾶς τους μὲ κά­ποι­ο πρό­σχη­μα, ἢ φεύ­γει μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι. Δὲν εἶ­ναι βάρ­βα­ρος. Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὰ ὅ­ριά του. Θὰ σε­βα­στεῖ τὸ ὅ­ρια τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του, τοῦ πρὶν και­ροῦ. Αὐ­τὸ δὲ λέ­γε­ται ἐ­ξα­πά­τη­ση. Λέ­γε­ται τρυ­φε­ρὴ κα­τα­νό­η­ση. Τὰ πάν­τα ρεῖ. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μποῦ­με δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ ἴ­διο πο­τά­μι. Αὐ­τὰ τὰ ἤ­ξε­ραν οἱ σο­φοί μας πρό­γο­νοι. Τώ­ρα εἶ­ναι και­νού­ρια ὥ­ρα, και­νού­ριος πο­τα­μός.

       Μὰ ἡ ζω­ὴ μας εἶ­ναι χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι στιγ­μές. Θὰ φα­νεῖ στὸν ὁ­ρί­ζον­τα κά­πο­τε, σὰν ἀ­στρα­πή, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει, μὲ κά­θε νευ­ρώ­να, μὲ κά­θε μό­ριό του, ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σει ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, για­τὶ μό­νο κον­τά της θὰ γνω­ρί­σει τὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ δι­ο­λι­σθή­σει τὸ χρό­νο, νὰ χω­ρί­σει χτές, πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν και­νού­ρια συ­νάν­τη­ση. Ἀ­κα­ρια­ῖα, πεί­θει τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴν πρέ­που­σα ἀλ­λη­λου­χία. Καὶ βγαί­νει πά­λι νι­κη­τής, μὲ ἀ­λώ­βη­τη τὴν κα­λή του ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Εἶ­ναι δρ. Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σορ­βόν­νης. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ 49 βι­βλί­α της: 10 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, 23 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ 16 θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἐ­νή­λι­κες καὶ γιὰ νέ­ους. Πολ­λὰ ἔρ­γα της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ, δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἢ ἐκ­δο­θεῖ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες, κι ἔ­χουν παι­χτεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ στὸ θέ­α­τρο, στὴ χώ­ρα μας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἡ ἴ­δια ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Δι­δά­σκει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ θέ­α­τρο. Δι­ευ­θύ­νει τὸ Θε­α­τρι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Νέ­ας Σμύρ­νης. Συ­χνὰ συμ­με­τέ­χει σὲ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια. Ἀ­πὸ τὸ 1996 ὀρ­γα­νώ­νει στὴν Ἑλ­λά­δα κά­θε δύ­ο χρό­νια δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια θε­α­τρο­λο­γί­ας ὡς πρό­ε­δρος Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­α­τρι­κῆς Ἔ­ρευ­νας στὴν Ἑλ­λά­δα. Εἶ­ναι Πρό­ε­δρος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Forum Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων τοῦ Ι.Τ.Ι. τῆς UNESCO. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πό­τε θὰ φα­νεῖ ἡ Φα­νή (Ἄγ­κυ­ρα, 2010).



		

	

Βασίλης Μανουσάκης: Ἐκνευρισμός


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ἐ­κνευ­ρι­σμός


 ΙΣΙΔΩΡΑ ἔ­φτα­σε λα­χα­νι­α­σμέ­νη στὸ σχο­λεῖ­ο ποὺ τὴν πε­ρί­με­ναν οἱ ἄλ­λοι γο­νεῖς. Δί­πλα της ἡ κό­ρη της νὰ παί­ζει σὰν γα­τὶ στὰ πό­δια της. Ὁ Μά­νος τὴν εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ἔρ­χε­ται. Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο βγῆ­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ καὶ κά­θι­σε μό­νος στὸ πε­ζο­δρό­μιο κοι­τών­τας πέ­ρα στὸν δρό­μο. Σὰν νὰ τὴν πε­ρί­με­νε. Τὴν πε­ρί­με­νε.

            Κα­θη­με­ρι­νὰ ροῦ­χα ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, ἁ­πλὰ ντυ­μέ­νη, μὰ πάν­τα προ­σεγ­μέ­νη. Χω­ρὶς κρα­γιὸν ἢ ἄλ­λο βά­ψι­μο, ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα ἔ­δει­χνε συ­νή­θως φυ­σι­κή. Μιὰ φο­ρὰ δὲν τὴν ἔ­χω δεῖ μὲ κρα­γιόν. Θὰ τῆς πή­γαι­νε, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος, ἀλ­λὰ οἱ σκέ­ψεις του πε­ρὶ αἰ­σθη­τι­κῆς δι­α­κό­πη­καν ἀ­πὸ τὴν κο­φτή της κα­λη­μέ­ρα. Κα­λὰ τὸ κα­τά­λα­βα, σκέ­φτη­κε πά­λι ὁ Μά­νος, ποὺ εἶ­χε νι­ώ­σει τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμό της ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Τί ἔ­χεις; Τὴ ρώ­τη­σε στὸ μυα­λό του.

            Τί­πο­τα, ἄ­κου­σε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ λέ­ει. Τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό.

            Τὴν κοί­τα­ξε, ἔ­πει­τα καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι στὰ πό­δια της καὶ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν αὐ­λή. Στὴ συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους γο­νεῖς γιὰ κά­ποι­α βα­ρε­τὰ θέ­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ὁ Μά­νος εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα του ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ει. Για­τί εἶ­σαι ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη; Τί σὲ τρώ­ει; Ρω­τοῦ­σε στὸ μυα­λό του. Ἄλ­λη ὥ­ρα, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ ἐ­κεί­νη, κα­θὼς ἔ­νι­ω­θε τὸ βλέμ­μα του νὰ καί­ει πά­νω της καὶ ἔ­γερ­νε τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος του.

            — Τώ­ρα…

            — Με­τά…

            Καὶ συ­νέ­χι­σαν ἔ­τσι τὸν δι­ά­λο­γό τους δί­χως νὰ ἀ­κού­σουν λέ­ξη ἀ­πὸ ὅ­σα λέ­γον­ταν στὴν αἴ­θου­σα.

            Τε­λεί­ω­σε ἡ συ­νάν­τη­ση, τε­λεί­ω­σε καὶ ὁ βου­βὸς δι­ά­λο­γος.

            Φεύ­γον­τας, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ δί­πλα της κι ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὸν στα­μά­τη­σε. Πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, τοῦ εἶ­πε μὲ ἕ­να ἀ­κό­μα σφί­ξι­μο στὸ μπρά­τσο. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, σὲ πε­ρι­μέ­νω κά­θε φο­ρὰ ὅ­που καὶ νὰ εἶ­σαι, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος καὶ προ­χώ­ρη­σε γρή­γο­ρα μή­πως καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­κού­σει.

            Ἄ­δεια­σε ἡ αὐ­λὴ ἀ­πὸ κό­σμο σι­γὰ-σι­γὰ κι ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε τε­λευ­ταί­α, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ κο­ρι­τσά­κι της νὰ πά­ει του­α­λέ­τα. Ὁ Μά­νος κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι καὶ λι­α­ζό­ταν. Χω­ρὶς λό­γο. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε μέ­σα του για­τί. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ τὴν εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζε. Ἔ­λα νὰ κά­τσεις, τῆς ἔ­γνε­ψε. Μό­λις κά­θι­σε, τὴν κοί­τα­ξε μέ­σα στὰ μά­τια. Πές μου τί ἔ­χεις. Εἶ­μαι ἐ­δῶ γιὰ σέ­να, ἔ­λε­γε τὸ βλέμ­μα.

            Κά­τι θέ­λω, κά­τι δὲν θέ­λω, ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να ὁ­λο­φά­νε­ρα μπερ­δε­μέ­νο χα­μό­γε­λο.

            Μί­λη­σέ μου. Ξέ­ρω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ πᾶς κά­που, τὴν κα­θη­σύ­χα­σε τὸ δι­κό του χα­μό­γε­λο.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι γύ­ρι­σε καὶ τοὺς βρῆ­κε νὰ κοι­τά­ζον­ται βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια.

            «Τί λέ­τε;» Ρώ­τη­σε μὲ τὴ γλυ­κιά της φω­νή. Οὔ­τε αὐ­τὴ μι­λοῦ­σε πο­λύ, ἀλ­λὰ τώ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴ ρω­τή­σει.

            «Θὰ σοῦ τὰ γρά­ψω», τοῦ εἶ­πε ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα καὶ ἡ φω­νή της τὸν ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ τῆς λι­α­κά­δας.

            «Νὰ τὸ κά­νεις ὀ­πωσ­δή­πο­τε», τῆς εἶ­πε λί­γο με­τὰ κα­θὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε φτά­σει στὴν πόρ­τα τοῦ σχο­λεί­ου.

            Γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πό­σχε­σης.

            Εὐ­χα­ρι­στῶ, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος καὶ βγῆ­κε στὸν δρό­μο μὲ τὸ κε­φά­λι γε­μά­το ἥ­λιο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


 

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἄ, ρὲ μάνα



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἄ ρέ, μά­να


ΙΧΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ μό­νο δύ­ο ὧ­ρες. Τὸ με­ση­μέ­ρι ζή­τη­σα ν’ ἀλ­λά­ξουν οἱ σκο­πι­ὲς γιὰ νὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α στὸ δι­πλα­νὸ χω­ριό. Μοῦ φαι­νό­ταν μιὰ πρά­ξη ἀν­θρώ­πι­νη. Στὸ στρα­τό­πε­δο ἦρ­θε ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας στὶς 11 τὸ βρά­δυ. Μα­ζευ­τή­κα­με καὶ ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς εὐ­χὲς καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιο, εἴ­πα­με τὸ «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη». Ἄ­χα­ρη Ἀ­νά­στα­ση.

       Μὲ εἶ­χαν ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν πύ­λη. Ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πέ­στρε­ψα κα­τευ­θεί­αν στὴ σκο­πιὰ στὶς δύ­ο τὸ πρωΐ. Εἶ­χα κοι­νω­νή­σει καὶ δὲν ἔ­νι­ω­θα κού­ρα­ση. Ἤ­μουν χα­ρού­με­νος. Μέ­σα μου συν­τε­λοῦν­ταν μιὰ ἀ­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ δρά­μα τῶν προ­η­γού­με­νων ἡ­με­ρῶν. Σι­γο­έ­ψαλ­λα τὸ «Ἀ­να­στά­σε­ως ἡ­μέ­ρα λαμ­πρυν­θῶ­μεν λα­οί, Πά­σχα Κυ­ρί­ου, Πά­σχα». Δά­κρυ­ζα. Σκε­φτό­μουν τὸ σπί­τι καὶ τοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ σὲ λί­γο θὰ ἔ­ψη­ναν τὸ ἀρ­νὶ στὸ χω­ριό. Ἄ­δεια μοῦ εἶ­χαν δώ­σει τὴ Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα. Ἐ­πέ­στρε­ψα τὴ Με­γά­λη Πέμ­πτη. Οἱ «κα­λὲς» μέ­ρες δί­νον­ταν σὲ ὅ­σους εἶ­χαν μέ­σον. Οἱ ἄλ­λοι… στὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λη τὴ Μ. Ἑ­βδο­μά­δα τὸ στρα­τό­πε­δο ἦ­ταν σὲ ἀ­να­βρα­σμό. Τὸ Πά­σχα θὰ τὸ γι­όρ­τα­ζε μα­ζί μας ὁ στρα­τη­γὸς μὲ τὴ γυ­ναί­κα του. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­ψα ἀ­πὸ τὴν ἄ­δεια ὣς καὶ τὸ Μ. Σάβ­βα­το ὅ­λοι κοι­μό­μα­σταν ἐ­λά­χι­στα. Γυ­α­λί­ζα­με ἅρ­μα­τα μά­χης καὶ τζὶπ στὸν ὄρ­χο, σκου­πί­ζα­με, ἀ­πο­ψι­λώ­να­με ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα τὸ στρα­τό­πε­δο, μὲ τὰ χέ­ρια, ἀ­φοῦ τὰ σκα­πτι­κὰ δὲν ἔ­φτα­ναν γιὰ ὅ­λους, ἀ­σβε­στώ­να­με τοί­χους. Με­τέ­φε­ρα ἕ­να τρέ­ι­λερ γε­μά­το χόρ­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ δέ­σω στὸν κο­τσα­δό­ρο τοῦ τζίπ. Δὲν εἶ­χα βο­ή­θεια. Τὸ τρέ­ι­λερ κύ­λη­σε καὶ μοῦ ἔ­πι­α­σε τὸ χέ­ρι. Πά­λευ­α νὰ τὸ βγά­λω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα. Τὸ χέ­ρι ἄρ­χι­σε νὰ πρή­ζε­ται. Περ­νοῦ­σε τυ­χαῖα ἕ­νας ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς καὶ μὲ εἶ­δε. Ἔ­σπρω­ξε τὸ τρέ­ι­λερ κι ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σα τὸ χέ­ρι. «Πά­γο» μοῦ εἶ­πε. «Μὴν πᾶς στὸ για­τρὸ για­τὶ θὰ σὲ τι­μω­ρή­σουν. Θὰ ποῦν ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νες ἐ­πί­τη­δες γιὰ ἀ­ναρ­ρω­τι­κή.»

       Τὸν ἄ­κου­σα. Ἔ­βα­ζα πά­γο καὶ τὸ ἔ­κρυ­βα στὴν τσέ­πη. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν ἔ­σπα­σε. Μὲ πο­νοῦ­σε πο­λὺ ὅ­μως.

       Τὴν Κυ­ρια­κὴ τὸ πρω­ῒ δὲν μὲ ἄ­φη­σαν νὰ πά­ω στὸ προ­σκλη­τή­ριο. «Μεῖ­νε στὴ σκο­πιά» μοῦ εἶ­πε ὁ ἔ­φε­δρος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ποὺ ἦ­ταν ὑ­πη­ρε­σί­α στὸ φυ­λά­κιο τῆς πύ­λης. «Θὰ ἔρ­χον­ται ἐ­πί­ση­μοι καὶ εἶ­σαι ἀ­πὸ τοὺς λί­γους μὲ σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή.» «Ἄ ρέ, μά­να», σκέ­φτη­κα. «Τί μοῦ ἔ­κα­νες;» Θυ­μή­θη­κα μὲ τί σχο­λα­στι­κό­τη­τα σι­δέ­ρω­νε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να ροῦ­χα μου. «Ποι­ός ξέ­ρει πό­τε θὰ ξα­ναρ­θεῖς» ἔ­λε­γε. Κόν­τευ­ε δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ ἀ­κό­μη δὲν μὲ εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κα. Ἤ­μουν νη­στι­κός. Ὁ ἔ­φε­δρος μὲ ἄ­φη­σε μό­νο δέ­κα λε­πτὰ νὰ ξε­μου­διά­σω καὶ νὰ φά­ω κά­τι, για­τὶ ὁ ἀν­τι­κα­τα­στά­της μου ἦ­ταν γιὰ κλά­μα­τα. Ἡ στο­λὴ τοῦ ἐρ­χό­ταν μι­κρὴ καὶ εἶ­χε παν­τοῦ τσα­λά­κες. Ἀ­νέ­λα­βα πά­λι. Ζα­λι­ζό­μουν, ἀλ­λὰ σὲ ποι­όν νὰ τὸ πῶ. Τὰ μά­τια μου βούρ­κω­ναν. Κα­τὰ τὴ μί­α ἔ­γι­νε πα­νι­κός. Κα­τέ­βη­κε ὁ δι­οι­κη­τὴς καὶ οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ στὴν πύ­λη. Ἐρ­χό­ταν ὁ στρα­τη­γός. Με­τὰ τὰ «πα­ρου­σιά­στε», τὰ «στρα­τι­ώ­της τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων κλπ.» γιὰ τὴν ὑ­πο­τι­θέ­με­νη γνω­ρι­μί­α, πῆ­ρα πά­λι τὴ θέ­ση μου στὴ σκο­πιά. Μὲ φώ­να­ξε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ὅ­μως ὁ ἔ­φε­δρος. Μᾶς εἶ­χαν στή­σει ὅ­λους τοῦ φυ­λα­κί­ου τὸν ἕ­ναν δί­πλα στὸν ἄλ­λον σὰν γιὰ ἐ­κτέ­λε­ση. Μᾶς ἔ­δω­σαν ἀ­πὸ ἕ­να αὐ­γό. Τὸ μυα­λό μου κοι­μό­ταν. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πολ­λά. Μό­νο τὴ φω­νὴ τοῦ στρα­τη­γοῦ νὰ μὲ ρω­τά­ει ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι καὶ «Δέ­κα μέ­ρες ἄ­δεια στὸν Καρ­δι­τσι­ώ­τη». Τσουγ­κρί­σα­με καὶ τοῦ ἔ­σπα­σα τὸ αὐ­γό. Μᾶλ­λον ἡ ἔκ­φρα­σή μου ἔ­δει­χνε ὅ­τι δὲν τὸ πί­στευ­α καὶ γι’ αὐ­τὸ πιὸ δυ­να­τὰ καὶ ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ὁ στρα­τη­γὸς εἶ­πε στὸν δι­οι­κη­τή: «Φεύ­γει τώ­ρα!». «Ἄ ρέ, μά­να» ἦ­ταν τὸ μό­νο ποὺ σκέ­φτη­κα.

       Μὲ ὠ­το­στόπ, λε­ω­φο­ρεῖ­α καὶ τραῖ­να στὶς δύ­ο τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι κι ἔ­βα­λα τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc): Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή



Ἀ­μάν­τα Λεν­τούκ (Amanda Leduc)


Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή

(Good Friday)


ΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ἡ Τάμ­μυ ἔ­ρι­ξε τὸ αὐ­το­κί­νη­τό της στὴν λί­μνη, τὴν ἑ­βδο­μά­δα ποὺ ὁ ἄν­δρας της —σύν­το­μα ὁ πρώ­ην ἄν­δρας της— ἔ­λει­πε μα­κριά. Δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἐ­πί­τη­δες, ἂν καὶ τε­λι­κὰ ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δη­μι­ούρ­γη­σε αὐ­τὴν τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀν­τι­θέ­τως ἡ Τάμ­μυ ἔ­στρι­ψε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἕ­να κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χε πη­δή­ξει ξαφ­νι­κὰ πά­νω στὸ δρό­μο. Ὁ γιός της, ὁ Τάν­νερ, κα­θό­ταν στὸ μπρο­στι­νὸ κά­θι­σμα κι ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ποὺ τὸ εἶ­δε.

       «Μὴ τὸ χτυ­πή­σεις!», εἶ­χε φω­νά­ξει. Πράγ­μα ποὺ ἔ­κα­νε τὴν Τάμ­μυ νὰ στρί­ψει ἀ­πό­το­μα, κι ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἔ­ξω βα­ρὺς ἀ­πρι­λι­ά­τι­κος χι­ο­νιᾶς, τὸ ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτὸ στρῶ­μα πά­γου, ἐ­ξε­τρά­πη τῆς πο­ρεί­ας του, δι­έ­σχι­σε τὸ προ­στα­τευ­τι­κὸ κιγ­κλί­δω­μα κι ἔ­πε­σε στὴ λί­μνη.

       Τὰ θυ­μᾶ­ται ὅ­λα. To κύ­μα φό­βου ποὺ τῆς ἄ­φη­σε μιὰ με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση στὸ στό­μα, κα­θὼς αἰ­σθάν­θη­κε τὰ χέ­ρια της νὰ γλι­στρᾶ­νε, νὰ χά­νουν τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ τι­μο­νιοῦ· τὸ τρί­ξι­μο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἁ­μά­ξι κα­θὼς ἐκ­σφεν­δο­νι­ζό­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὰ βρά­χια κι ἔ­πε­φτε στὸ νε­ρό· τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ θό­ρυ­βο ἀ­πὸ τὶς στριγ­κλι­ὲς τῶν παι­δι­ῶν, ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι στα­μά­τη­σε μὲ ἕ­να τράν­ταγ­μα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κλά­σμα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου ψυ­χι­κῆς ἠ­ρε­μί­ας ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ὅ­λοι ἦ­ταν κα­λά, κι ὕ­στε­ρα ὁ με­γά­λος πα­νι­κὸς ποὺ τοὺς βρῆ­κε ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους κι ὅρ­μη­σε νὰ τοὺς κα­τα­βρο­χθί­σει. Τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ παν­τοῦ. Τὸ νε­ρό, ἡ ζο­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὰ πα­γω­μέ­να φύ­κια, ἡ αἰφ­νί­δια, ἁ­ψιὰ δυ­σο­σμί­α ἑ­νὸς πι­θα­νοῦ θα­νά­του.

       Ἡ Τάμ­μυ ψα­χού­λε­ψε τὴν ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας της, τὴν ξε­κούμ­πω­σε κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸν Τάν­νερ, ποὺ ἦ­ταν κά­τω­χρος ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Οὔρ­λια­ζε ἀ­κό­μα. Ὥ­σπου νὰ βά­λει τὰ χέ­ρια της γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη του τὸ νε­ρὸ ἦ­ταν ἤ­δη πά­νω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά του. Τὸ μι­σὸ ἁ­μά­ξι —τὸ μπρο­στι­νό του μέ­ρος— εἶ­χε ἤ­δη βυ­θι­στεῖ .

       «Τάν­νερ», εἶ­πε. Αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει. «Τάν­νερ!». Κι ἄλ­λα οὐρ­λια­χτά. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τὸν χα­στού­κι­σε δυ­να­τά. Στα­μά­τη­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἕ­να λε­πτὸ νῆ­μα σά­λιου κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. «Θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις», εἶ­πε. Ἀρ­γά. Προ­σε­χτι­κά. «Θὰ ἀ­νοί­ξω τὴν πόρ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του – τὸ νε­ρὸ θὰ μπεῖ μέ­σα, καὶ θὰ πρέ­πει νὰ κο­λυμ­πή­σεις.»

       Ὁ Τάν­νερ κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν σὰν γυ­ά­λι­να – δὲν φαι­νό­ταν σί­γου­ρος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἴ­σως καὶ νὰ μὴν θυ­μό­ταν οὔ­τε πὼς τὸν λέ­νε. «Δὲν ξέ­ρω κο­λύμ­πι», ψι­θύ­ρι­σε.

       Κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν τὸν ἄ­κου­γε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μᾶ­ται εἶ­ναι σί­γου­ρη γιὰ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα του. Δὲν ἄ­νοι­γε, τό­τε ἔ­πι­α­σε τὸ χε­ρού­λι ποὺ ἀ­νε­βά­ζει τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ τὸν ἄγ­γι­ξε στὸν ὦ­μο. «Κλώ­τσα μό­νο», εἶ­πε. «Κλώ­τσα, καὶ σπρῶ­ξε.»

       Τὸ πα­ρά­θυ­ρο δὲν ἄ­νοι­γε. Τό­τε τὸ θυ­μή­θη­κε – κά­τι γιὰ τὴν πί­ε­ση, τὴν φυ­σι­κή, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ καὶ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ πί­ε­ση στὸ ἁ­μά­ξι θὰ πρε­πε νὰ εἶ­ναι οἱ ἴ­δι­ες. Ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα καὶ γύ­ρι­σε στὸ μω­ρὸ ποὺ δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ κλαί­ει. Ἡ Ὤν­τρεϋ κα­θό­ταν γερ­μέ­νη στὴ θέ­ση της μὲ τὴν βα­ρύ­τη­τα νὰ τὴν τρα­βᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Κα­θὼς ἔ­γερ­νε τὸ ἁ­μά­ξι τὸ σῶ­μα της κλυ­δω­νι­ζό­ταν μπρο­στὰ καὶ ἡ ζώ­νη εἶ­χε χω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρὰ καὶ τὴν ἔ­κο­βε. Εἶ­χε μιὰ πλη­γὴ στὸ μέ­τω­πο.

       «Ὅ­λα κα­λά», εἶ­πε ἡ Τάμ­μυ μη­χα­νι­κά. «Ὅ­λα κα­λά. Ὅ­λα κα­λά.» Τὰ δά­χτυ­λά της ἔ­τρε­μαν κι ἔ­ψα­χναν. Κι ἄλ­λο νε­ρὸ τώ­ρα, πα­γω­μέ­νο. Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ δὲν ξε­κούμ­πω­νε. Τὸ νε­ρὸ συ­νέ­χι­ζε νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὁ Τάν­νερ εἶ­χε ἀρ­χί­σει πά­λι νὰ κλαί­ει μὲ πυ­κνὰ ἀ­να­φι­λη­τά.

       «Στα­μά­τα!», τοῦ φώ­να­ξε. Οἱ λέ­ξεις ἔ­βγαι­ναν ἀρ­γὲς καὶ πνι­χτὲς ἀ­πὸ τὸ στό­μα της. Δὲν εἶ­χαν ἀρ­κε­τὸ ἀ­έ­ρα. Τὰ πάν­τα ἦ­ταν μου­σκε­μέ­να. Τὰ πάν­τα.

       Ἡ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας τοῦ μω­ροῦ ἐ­πι­τέ­λους ξε­κούμ­πω­σε κι ἡ Ὤν­τρεϋ ἔ­πε­σε μὲ ἕ­να πα­φλα­σμὸ στὸ νε­ρὸ ποὺ γέ­μι­ζε τὸ ἁ­μά­ξι. Ξα­νὰ κλά­μα­τα. Τὰ χέ­ρια τῆς Τάμ­μυ ἔ­τρε­μαν πο­λὺ τώ­ρα. Κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι τοῦ μω­ροῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε καὶ τὰ δύ­ο. Τὰ παι­διά της κι ἕ­να πα­γω­μέ­νο, ὑ­γρὸ τά­φο.

       «Ἕ­να λε­πτό», εἶ­πε μὲ δυ­σκο­λί­α. Τὰ δόν­τια της χτυ­ποῦ­σαν. Ἦ­ταν τό­σο κρύ­α. «Ἕ­να…λε­πτό.» Ἔ­σπρω­ξε τὸ χέ­ρι της μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ βρῆ­κε τὸ χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας. Τώ­ρα ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νο ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἁ­μά­ξι καὶ βού­λι­α­ζε γρή­γο­ρα. Ὁ θύ­λα­κας ἀ­έ­ρα εἶ­χε συρ­ρι­κνω­θεῖ στὶς ἕ­ξι ἴν­τσες. Πέν­τε. Στρι­μώ­χθη­καν πά­νω-πά­νω, ἐ­κεῖ ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­έ­ρας… Τέσ­σε­ρεις ἴν­τσες.

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ Τάν­νερ σκε­πά­στη­κε πρῶ­το ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ὕ­στε­ρα τὸ δι­κό της, ὕ­στε­ρα τοῦ μω­ροῦ. Ἡ Τάμ­μυ χί­μη­ξε μπρο­στὰ καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὸ χε­ρού­λι τῆς πί­σω πόρ­τας. Δὲν κι­νή­θη­κε. Τὸ ξα­να­τρά­βη­ξε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε τρί­ζον­τας. Ἔ­σπρω­ξε. Ἦ­ταν σὰν νὰ γεν­νοῦ­σε μὲ τὰ χέ­ρια της.

       Ὕ­στε­ρα ἔ­σπρω­ξε τὸν Τάν­νερ μπρο­στά, στὸ νε­ρό. Κλώ­τσα, πα­ρα­κα­λοῦ­σε μέ­σα της. Κλώ­τση­σε. Ἀ­νέ­βη­κε.

       Προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὴν Ὤν­τρεϋ γαν­τζω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο της, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πο­λό­γι­σε κα­λά. Ὅ­πως κι­νι­ό­ταν χτύ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της πά­νω στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ τῆς ἔ­φυ­γε τὸ μω­ρό. Μαῦ­ρα στίγ­μα­τα χό­ρευ­αν μπρὸς σ­τὰ μά­τια της. Ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­πνεύ­σει καὶ κα­τά­πι­ε νε­ρό.

       Τὸ μω­ρὸ ἔ­πλε­ε πί­σω της σὰν κού­κλα. Ἡ Τάμ­μυ τρά­βη­ξε τὸ κο­ρι­τσά­κι κον­τά της, τὸ φί­λη­σε καὶ τὸ ἔ­σπρω­ξε πά­λι. Ἡ κό­ρη της ἀ­να­δύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια.


Ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος δὲν πι­στεύ­ει αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες οὔ­τε καὶ ἡ ἴ­δια τὴν πι­στεύ­ει Πῶς γί­νε­ται νὰ θυ­μᾶ­ται κά­ποιος ποὺ πνί­γε­ται τό­σες λε­πτο­μέ­ρει­ες; Ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να δε­κα­ο­χτά­μη­νο μω­ρὸ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λά­σπη λὲς καὶ εἶ­ναι προ­ω­θη­τι­κὴ μη­χα­νή; Που­θε­νά.

       Ἀν­τι­θέ­τως ὁ δη­μό­σιος κα­τή­γο­ρος ἑ­στιά­ζει τὴν προ­σο­χή του στὸ δι­α­λυ­μέ­νο γά­μο καὶ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ Ἔν­του­αρντ δί­νει μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ὅ­λο φέρ­νουν τὴν κου­βέν­τα στὶς συ­ναν­τή­σεις τοῦ συλ­λό­γου τῶν Ἀ­νω­νύ­μων Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν καὶ τὴν ἐ­πι­λό­χεια κα­τά­θλι­ψη ποὺ ἔ­πλη­ξε τὴν Τάμ­μυ πρὶν ἀ­πὸ ὀ­χτὼ χρό­νια, ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε ὁ Τάν­νερ. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν λέ­ξεις ὅ­πως «ἀ­νι­σόρ­ρο­πη « καὶ «σα­λε­μέ­νη». Ἀ­να­φέ­ρουν κι ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­νι­σόρ­ρο­πων καὶ σα­λε­μέ­νων μη­τέ­ρων. (Στὶς μέ­ρες μας εὔ­κο­λα πι­στεύ­ει κα­νεὶς ὅ­τι μιὰ μη­τέ­ρα μπο­ρεῖ νὰ θέ­λει νὰ σκο­τώ­σει τὰ παι­διά της ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς δι­α­ζυ­γί­ου. Πι­στεύ­ει κα­νεὶς πιὸ δύ­σκο­λα σὲ πα­γω­μέ­νους δρό­μους καὶ στὴν κα­κὴ τύ­χη. Σή­με­ρα τὴν τύ­χη μας τὴν φτι­ά­χνου­με μό­νοι μας. Ἔ­χου­με πα­ρα­βιά­σει τὰ φυ­σι­κὰ ὅ­ρια.) Φαί­νον­ται τό­σο σί­γου­ροι ποὺ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ἡ Τάμ­μυ τοὺς πι­στεύ­ει. Δὲν ἦ­ταν θυ­μω­μέ­νη; Δὲν ἔ­κλαι­γε συ­νε­χῶς ἀ­κρι­βῶς πρὶν τὸ κου­νέ­λι δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­ται. Ἴ­σως καὶ νὰ ἔ­κλαι­γε. Ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α τώ­ρα πιά.


       Αὐ­τὸ ποὺ δὲν τοὺς λέ­ει —ποὺ δὲν θὰ τοὺς τὸ πεῖ πο­τὲ καὶ ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ μά­θουν τὰ παι­διὰ— εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε νὰ τὴν βρεῖ μέ­σα στὸ ἁ­μά­ξι. Ἦ­ταν βα­θυ­πρά­σι­νος, σκε­πα­σμέ­νος μὲ βρύ­α, κι ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Πο­σει­δώ­να ἢ τὸν Νί­κερ, κά­τοι­κο τοῦ Βορ­ρᾶ – ἀ­κό­μη πιὸ πα­γε­ρὸς ἐ­κεῖ­νος. Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ αἰ­ω­ροῦν­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, κλω­τσών­τας πρὸς τὸ φῶς, πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της, ἀ­να­δευ­ό­με­νος στὰ κυ­μα­τά­κια τῆς λί­μνης κι ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια Του γιὰ νὰ τὴν ἀγ­γί­ξει.

       Τί σοῦ λέ­ει ὁ Θε­ὸς ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μπρο­στά σου; Οὔ­τε αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται, του­λά­χι­στον ξε­κά­θα­ρα. Ξέ­ρει μό­νο πὼς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν Του ἦ­ταν σὰν γι­γαν­τια­ῖα θα­λάσ­σια φύ­κη. Γλι­στε­ρὰ κι αἰ­νιγ­μα­τι­κά. Εἶ­ναι σκο­τει­νός, μι­λά­ει μό­νο γιὰ θυ­σί­ες καὶ αἷ­μα. Ἂν ἀ­γα­πά­ει, ἡ ἀ­γά­πη του εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρη καὶ σκλη­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο γνώ­ρι­σε ὣς τώ­ρα.

       Τε­λι­κὰ ὅ­μως Τὸν ἄ­φη­σε, ὅρ­μη­σε πά­νω καὶ βγῆ­κε στὴν ἐ­πι­φά­νεια, ὅ­που βρῆ­κε τὰ παι­διά της νὰ πλέ­ουν μὲ τὰ κε­φά­λια πρὸς τὰ κά­τω, μέ­σα στὸ νε­ρό. Τὰ τρά­βη­ξε κον­τά της καὶ φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρα μέ­σα στὰ πνευ­μό­νια τους, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Ἔ­πει­τα ἔ­κλα­ψαν, ἐ­κεῖ, ὅ­λοι μα­ζὶ .

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ Ἔν­του­αρντ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι του καὶ πῆ­ρε τὰ παι­διά.


«Ἂν γυ­ρί­σεις πί­σω», ἴ­σως νὰ τῆς εἶ­χε πεῖ Ἐ­κεῖ­νος, τὴν στιγ­μὴ ποὺ ὅ­λα ἦ­ταν πρά­σι­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, «θὰ σοῦ πά­ρουν τὰ παι­διά». Καὶ τῆς τὰ πῆ­ραν. Τώ­ρα δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ τὰ δεῖ, πράγ­μα κα­θό­λου πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἀ­δελ­φὴ τοῦ Ἔν­του­αρντ περ­νά­ει κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ τῆς λέ­ει τὰ νέ­α τους. –  Ἡ ἱ­στο­ρί­α τους ἔ­γι­νε γνω­στή, τοὺς ἔ­δει­ξαν σὲ ἕ­να ἑ­βδο­μα­δια­ῖο σό­ου στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ Ὤν­τρεϋ μι­λά­ει πιά. Ὁ Τάν­νερ ἄρ­χι­σε πά­λι τὰ μπά­νια. Δὲ ρω­τοῦν πο­τὲ γιὰ κεί­νη.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Του­λά­χι­στον εἶ­ναι ὅ­λοι τους ζων­τα­νοί.

       Τὸ λέ­ει αὐ­τὸ κά­θε μέ­ρα – τὸ πρω­ΐ, στὸ δι­κα­στή­ριο, τὰ βρά­δια ποὺ μέ­νει μό­νη. Εἶ­ναι ζων­τα­νοὶ κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ και­ρὸ θὰ θυ­μοῦν­ται τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μό­νο καὶ μό­νο σὰν τὴν τε­λευ­ταί­α βόλ­τα ποὺ ἔ­κα­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να τους. Θὰ θυ­μοῦν­ται νὰ φτά­νουν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὰ νε­ο­γέν­νη­τα. Τὸ νε­ρὸ θὰ μέ­νει πί­σω τους, ὅ­πως ἕ­νας ἐ­φιά­λτης ποὺ πέ­ρα­σε πιά. Ἡ ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­να δῶ­ρο γιὰ αὐ­τούς.

       Κι ὁ Θε­ός; Ὁ Θε­ὸς κρυμ­μέ­νος ἐ­κεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν λί­μνη, θὰ πε­ρι­μέ­νει κά­ποιον ἄλ­λον γιὰ νὰ Τὸν ἀ­να­κα­λύ­ψει. Εἶ­ναι ὑ­πο­μο­νε­τι­κός. Γε­μά­τος κα­λο­σύ­νη. Κρα­τᾶ σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια του τὶς αἰ­νιγ­μα­τι­κὲς καὶ τρο­με­ρές του ἐ­πι­λο­γές. Ξέ­ρει ἀ­πὸ θλί­ψη. Βα­στᾶ τὴν Τάμ­μυ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ποὺ κοι­μᾶ­ται ἐ­νῶ οἱ ἔ­νορ­κοι τὴν κα­τη­γο­ροῦν.

       Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ὅ­πως κι ὁ θά­να­τος, εἶ­ναι πρά­σι­νη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τῆς συγγραφέως:

http://www.amandaleduc.com/site/?p=748

Ἀ­μάν­τα Λεν­τοὺκ (Amanda Leduc). Γεν­νή­θη­κε στὸν Κα­να­δὰ κι ἔ­χει ζή­σει στὴν Ἀγ­γλί­α, στὴν Βρε­τα­νι­κὴ Κο­λομ­βία, στὸ Ὀν­τά­ριο καὶ στὴν Σκω­τί­α. Ἔρ­γα της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸν Κα­να­δά, στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὴν Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α κι ἔ­χουν μπεῖ στὴν Μι­κρὴ λί­στα δι­α­φό­ρων λο­γο­τε­χνι­κῶν δι­α­γω­νι­σμῶν: StoryQuarterly Fi­ction Pri­ze (2015), CBC Ca­na­da Wri­tes Short Sto­ry Com­pe­ti­tion (2014) (με­γά­λη λί­στα), PRISM Inter­natio­nal Short Fi­ction Con­test (2012, 2008), TNQ Ed­na Stae­bler Per­so­nal Es­say Con­test (2012). UK Dai­ly Mail First No­vel A­ward (20089), CBC Li­te­ra­ry A­wards (2006). Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Miracles of ordinary Men δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὴν 1 Μαΐ­ου 2013 στὸ Το­ρόν­το ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο ECW Press. Εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Big Truths στὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φον­ται δο­κί­μια καὶ ἐκ­δί­δε­ται δι­α­δι­κτυα­κὰ μα­ζὶ μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Little Fiction. Ἐ­πί­σης εἶ­ναι συ­νι­δρύ­τρια τοῦ Bare it for Books (Μὴ κερ­δο­σκο­πι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κί­νη­ση ποὺ τὸ 2014 ἔ­φτια­ξε ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που γνω­στοὶ συγ­γρα­φεῖς πό­ζα­ραν σχε­δὸν γυ­μνοὶ γιὰ νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τὴν ὀρ­γά­νω­ση PEN Canada. Ἡ ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τὴ σκο­πὸ ἔ­χει νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ζοῦν σὲ δι­κτα­το­ρι­κὰ κα­θε­στῶ­τα νὰ ἐκ­φρά­ζουν ἐ­λεύ­θε­ρα τὶς ἀ­πό­ψεις τους καὶ γε­νι­κό­τε­ρα ὑ­πο­στη­ρί­ζει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἔκ­φρα­σης καὶ τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης σκέ­ψης.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Ἄ­ναρ­χος ποι­μὴν κα­τα­βέ­βη­κεν, ἐ­ρου­ρέμ



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ἄ­ναρ­χος ποι­μὴν κα­τα­βέ­βη­κεν, ἐ­ρου­ρέμ


ΑΘΕ ἔμ­πα τοῦ Σε­πτέμ­βρη, στὰ Τρι­πό­τα­μα Ψω­φί­δος, χω­ριὸ κον­τὰ στὰ χω­ριὰ τῶν γο­νι­ῶν μου, καὶ σταυ­ρο­δρό­μι τρι­ῶν πο­τα­μῶν, ὅ­πως τὸ ὄ­νο­μά του μαρ­τυ­ρεῖ, τοῦ Ἐ­ρύ­μαν­θου, τοῦ Ἀ­ρο­ά­νιου καὶ τοῦ Σει­ραί­ου, ἀ­νά­με­σα στὰ Λάμ­πεια ὅ­ρη καὶ τὸ Ἀ­φρο­δί­σιο, γι­νό­ταν με­γά­λη ἐμ­πο­ρο­ζω­ο­πα­νή­γυ­ρη, κι ἀ­κό­μα γί­νε­ται δη­λα­δὴ χω­ρὶς ὅ­μως πιὰ νὰ ἀ­γο­ρα­πω­λοῦ­νε ζῶ­α. Πρα­μα­τευ­τά­δες ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ γύ­ρω μέ­ρη μα­ζεύ­ον­ται καὶ γε­μί­ζουν μὲ πάγ­κους τοὺς δρό­μους ὣς τὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας. Γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α, στή­νον­ται πρό­χει­ρες πί­στες γιὰ τὰ κλα­ρί­να κι ἕ­να σω­ρὸ τρα­πέ­ζια γιὰ τὴ βρα­δι­νὴ ἐ­πι­δρο­μὴ στὴ γί­δα καὶ τὴ γουρ­νο­πού­λα.

       Στὸ πα­νη­γύ­ρι πη­γαί­να­με συ­νή­θως με­ση­μέ­ρι καὶ κα­θό­μα­στε ὣς τὸ βρά­δυ. Κι ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα μου καὶ ἡ θεί­α κοι­τά­ζαν τοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ κου­ζι­νι­κά, ἐ­γὼ προ­πο­ρευ­ό­μουν καὶ χά­ζευ­α γιὰ ὧ­ρες τὰ τσο­κά­νια. Τὰ ἔ­πι­α­να ἕ­να-ἕ­να καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σω τὸν ἰ­δι­αί­τε­ρο με­ταλ­λι­κό τους ἦ­χο. Λέ­νε πὼς τὰ πιὸ με­γά­λα τα κρε­μοῦ­σαν στὰ πιὸ ἄ­τα­κτα ζῶ­α γιὰ νὰ ἐμ­πο­δί­ζουν τὶς σκαν­τα­λι­ές τους.

       Μιὰ χρο­νιά, θὰ γι­νό­μουν λυ­κει­ο­κό­ρι­τσο θαρ­ρῶ, ὅ­πως κα­τη­φό­ρι­ζα πρὸς τὴν πλα­τεί­α, πλά­ι μου χα­μη­λώ­νει τα­χύ­τη­τα ἕ­να πα­πά­κι. Ἐ­πο­χού­με­νος ἕ­νας κα­τά­ξαν­θος νε­α­ρὸς ὀ­νό­μα­τι Γιά­ννης, ὅ­πως αὐ­το­βού­λως μοῦ συ­στή­θη­κε, μὲ μά­γου­λα ρο­δα­λά, βου­νί­σια, τὰ εἴ­κο­σι θὰ τά ’­χε πα­τη­μέ­να καὶ ἤ­δη, κα­θὼς φαι­νό­ταν, κα­ζα­νό­βας. Νὰ μαρ­σά­ρει καὶ μὲ προ­φο­ρὰ βα­ριά, νὰ μὲ ρω­τά­ει πῶς σὲ λέ­νε, ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι, πῶς περ­νᾶς καὶ ὅ­λα τὰ σχε­τι­κά. Ἐ­γὼ σὰν χέ­λι τοῦ ξε­γλί­στρη­σα καὶ χά­θη­κα στὸ πλῆ­θος, ἔ­χον­τας γευ­τεῖ γιὰ πρώ­τη μου φο­ρὰ αὐ­τὸ ποὺ συ­νη­θί­ζα­νε νὰ λέ­νε νυ­φο­πά­ζα­ρο.

       Πέ­ρα­σαν πέν­τε-ἕ­ξι χρό­νια μέ­χρι νὰ ξα­να­πά­ω στὸ χω­ριό. Ὁ Γιά­ννης φό­ρα­γε ρά­σα καὶ κρα­τοῦ­σε σὲ κά­θε χέ­ρι κι ἀ­πὸ ἕ­να κου­τσού­βε­λο. Ἦ­ταν πιὰ πα­τέ­ρας καὶ ποι­μήν. Ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψή του, μά­λι­στα, χτί­στη­κε ἡ πρώ­τη ἐκ­κλη­σί­α μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ νὰ κοι­τά­ζει στὴ δύ­ση κι ὄ­χι στὴν ἀ­να­το­λή, πράγ­μα πρω­το­φα­νὲς κι ἀ­νό­σιο. Οἱ χω­ρια­νοὶ τὸν ἔ­βρι­ζαν γιὰ ἄ­θε­ο, ἔ­λε­γαν πὼς θὰ κα­εῖ στὴν κό­λα­ση γιὰ τὸ ἀ­νό­μη­μά του καὶ στὴ δι­α­βο­λε­μέ­νη ἐκ­κλη­σί­α δὲν πα­τοῦ­σαν.

       Κι ἐ­γὼ ἔ­βλε­πα τὸν πα­τέ­ρα Ἰ­ω­άν­νη μό­νο του νὰ ψάλ­λει τὴ λει­τουρ­γί­α κά­θε Κυ­ρια­κή, καὶ σκε­φτό­μουν πῶς οὔ­τε ρά­σο, οὔ­τε τσο­κά­νι φτά­νει νὰ βά­λει χα­λι­νά­ρι σ’ ἄ­ναρ­χη ψυ­χή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.