Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Spam



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Spam

(Спам)


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ἀ­νοί­γω τὸν φά­κε­λο μὲ τὰ spam καὶ δι­α­βά­ζω ἀρ­γά: ­ξέ­χα­στο κα­λο­καί­ρι στὴ Σι­κε­λί­αστὴν Το­σκά­νη. Σε­μι­νά­ριο Τά­ο. ­να­μνή­σεις ­πὸ τὴ μή­τρα. Are you looking for an affair, ρω­τά­ει κά­ποι­α Sabrine. Ἦρ­θε κι ἔ­δε­σε, κα­θὼς τώ­ρα μό­λις δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι τὸ μέ­ηλ μου κέρ­δι­σε 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο λί­ρες.

       Πε­τά­γο­μαι γιὰ λί­γο στὴν κυ­ρί­ως ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α: Ἀ­να­μέ­νου­με τὴν ἔκ­θε­σή σας. Ἡ ἀ­σφά­λεια τοῦ αὐ­το­κι­νή­του λή­γει. Τε­λευ­ταί­α ὑ­πεν­θύ­μι­ση. Θὰ ἀ­φι­ε­ρώ­σε­τε λί­γο χρό­νο στὸ χει­ρό­γρα­φο ἑ­νὸς ἄ­γνω­στου συγ­γρα­φέ­α;

       Ἄ, ὄ­χι, ἐ­πι­στρέ­φω στὸ spam. Δυ­ὸ κό­σμοι. Στὸν ἕ­να, μὲ προ­σκα­λοῦν στὴ Σι­κε­λί­α, οἱ γυ­ναῖ­κες πε­θαί­νουν γιὰ μέ­να, τὸ μέ­ηλ μου κερ­δί­ζει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Κα­τὰρ θέ­λουν νὰ μοῦ με­τα­φέ­ρουν τὰ χρή­μα­τα κά­ποι­ου… μῆ­τρες… ἄσ­ραμς… τά­ο… Ὁ ἄλ­λος – δου­λειά, ἀ­πλή­ρω­τες ἀ­σφά­λει­ες καὶ χει­ρό­γρα­φα σὲ ἀ­να­μο­νή. Ὑ­πο­πτεύ­ο­μαι πὼς ὅ­ταν πε­θά­νου­με, πη­γαί­νου­με κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ spam. Τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι, πι­θα­νόν, τὸ ἄλ­λο ὄ­νο­μα τοῦ πα­ρα­δεί­σου.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 119.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)


			

Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ: Ἡ ἀπογραφέας



Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας


ΑΠΟΓΡΑΦΕΑΣ περ­νᾶ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι καὶ κα­τα­γρά­φει κε­φά­λια, ἀν­θρώ­πους, ζω­ές, ψυ­χές. Χτυ­πά­ει πόρ­τες καὶ τὶς ἀ­νοί­γουν φο­βι­σμέ­νες γρι­οῦ­λες, θυ­μω­μέ­νοι πε­νην­τά­ρη­δες, κα­κο­ποι­η­μέ­νες σύ­ζυ­γοι, χω­ρι­σμέ­νοι πα­τε­ρά­δες, ἐρ­γέ­νη­δες γυ­ναι­κο­λό­γοι, πι­στοὶ ποὺ θε­ω­ροῦν χρέ­ος τους νὰ τῆς χα­ρί­σουν τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη.

       Πλη­ρώ­νε­ται μὲ τὸ κε­φά­λι. Ὅ­σες πε­ρισ­σό­τε­ρες ψυ­χὲς κα­τα­γρα­φοῦν στὸ ἔν­τυ­πο, τό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα θὰ κερ­δί­σει. Ὁ­δὸς Τα­λι­α­δού­ρου. Τῆς ἀ­νοί­γει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α. Πάν­τα ἔ­χει λί­γη ἀ­μη­χα­νί­α μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους, τοὺς προ­τι­μᾶ ὅ­μως ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νους πε­νην­τά­ρη­δες. Λὲς καὶ στὰ γε­ρά­μα­τα νὰ στα­μα­τά­ει ὁ θυ­μὸς καὶ ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κού­ρα­ση ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χεις ζή­σει, σὰν νὰ ἔ­χεις πα­ρα­δο­θεῖ στὸ τέ­λος μιᾶς μοί­ρας ποὺ δὲν μπό­ρε­σες νὰ ἀλ­λά­ξεις. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη τῆς χα­μο­γε­λά­ει καὶ τὴν βά­ζει στὸ σπι­τι­κό της: ἕ­να χα­μό­σπι­το μὲ 2 δω­μά­τια, μιὰ κου­ζι­νού­λα, ἕ­να μπά­νιο καὶ ἕ­να χώλ. Κά­θον­ται στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα. Τῆς βά­ζει νὰ πι­εῖ νε­ρὸ καὶ τὴν κερ­νᾶ γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι ἄ­νε­τη μὲ κά­τι τέ­τοι­α. Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της καὶ νὰ φύ­γει. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ὅ­μως θέ­λει ἐ­πι­τέ­λους νὰ μι­λή­σει. Δὲν μπαί­νει καὶ κα­νεὶς στὸ σπί­τι της πέ­ρα —ἴ­σως— ἀ­πὸ τὴ γει­τό­νισ­σα.


       — Ὄ­νο­μα;

       — Ὄλ­γα Π.

       — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε, κα Ὄλ­γα;

       — 72

       — Ὄ­νο­μα πα­τρός:

       — Δη­μή­τριος

        — Ὄ­νο­μα μη­τρός: Ἀ­γο­ρί­τσα

        — Ἀ­δέρ­φια ἔ­χε­τε;

       — Πρώ­τη ἦ­ταν ἡ Σο­φί­α, με­τὰ οἱ γο­νεῖς μου ἔ­κα­ναν τὴν Ἑ­λέ­νη. Ὕ­στε­ρα τὸν Παῦ­λο μας, τὸν χά­σα­με στὸ ἀν­τάρ­τι­κο, με­τὰ ἐ­γώ.

       — Λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὸν ἀ­δερ­φό σας… Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ κα­τά­στα­ση; Τὰ δι­κά σας παι­διά;

       — Ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Στὸ ρά­φι ὅ­πως ἔ­λε­γαν τό­τε. Γε­ρον­το­κό­ρη. Τώ­ρα εὐ­τυ­χῶς ἐ­σεῖς οἱ νέ­οι δὲν τὸ λέ­τε. Ἔ­πρε­πε βλέ­πεις, κο­ρί­τσι μου, νὰ φρον­τί­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Παν­τρεύ­τη­καν τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ὁ πα­τέ­ρας μας δὲν εἶ­χε ἄλ­λη προί­κα νὰ μοῦ δώ­σει καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Με­τὰ πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια, ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζω τοὺς γο­νεῖς μου ποὺ με­γά­λω­ναν, τὰ ἀ­δέρ­φια μου ποὺ ἀρ­ρώ­σται­ναν. Δὲν ἔ­κα­ναν παι­διά. Ὁ ἀ­δερ­φός μου, ὅ­πως σου εἶ­πα, σκο­τώ­θη­κε. Τοὺς φρόν­τι­σα ὅ­λους. Πάν­τα τοὺς φρόν­τι­ζα ὅ­λους. Δὲν παν­τρεύ­τη­κα γιὰ νὰ τοὺς φρον­τί­ζω ὅ­λους. Πέ­θα­ναν ὅ­λοι. Δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν. Εἶ­μαι μό­νη μου. Ἔ­μει­να μό­νη μου. Πε­ρι­μέ­νω νὰ φύ­γω μὲ τὴ σει­ρά μου.


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν ξέ­ρει τί νὰ πεῖ, πῶς νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Μὰ θέ­λει τὴν πα­ρη­γο­ριά της; Ὄ­χι. Φεύ­γον­τας, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­σε ἦ­ταν φό­βος καὶ λύ­πη.


Εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά, ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας ποῦ καὶ ποῦ θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸν φό­βο ποὺ σω­μα­το­ποί­η­σε χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει, ἐ­κεῖ­νο τὸ αἴ­σθη­μα ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­ως σή­με­ρα. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας τώ­ρα κοι­μᾶ­ται καὶ ξυ­πνᾶ μό­νη. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό της σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ δὲν μοι­ρά­ζε­ται μὲ κα­νέ­να. Ἀλ­λά­ζει σπί­τια καὶ δὲν ἔ­χει μιὰ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Ἀ­πο­γρά­φε­ται πάν­τα ὡς φι­λο­ξε­νού­με­νη στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν της. Οἱ γο­νεῖς της ζοῦν, εὐ­τυ­χῶς. Εὐ­τυ­χῶς δὲν ἔ­χει κά­ποι­ον νὰ φρον­τί­σει γιὰ τὴν ὥ­ρα. Δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ ἀ­νί­ψια νὰ φρον­τί­σει. Βι­ώ­νει ἕ­να εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ ὅ­μως τὴν κα­τα­τρώ­ει. Ἀ­πὸ πό­τε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α σὲ τυ­ραν­νά­ει; Κι ἔ­τσι ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας, θὰ συ­νε­χί­σει μὲ μα­ται­ώ­σεις, φό­βους καὶ ἀρ­νή­σεις νὰ σκέ­φτε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε καὶ νὰ τὸ συγ­κρί­νει μὲ αὐ­τὸ ποὺ μοι­ραῖ­α ἄ­φη­σε νὰ γί­νει: Μί­α ἐν δυ­νά­μει κυ­ρί­α Ὄλ­γα, ποὺ θὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­πο­γρα­φέ­α γιὰ νὰ δη­λώ­σει τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κή της κα­τά­στα­ση. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν θὰ εἶ­ναι μιὰ «γε­ρον­το­κό­ρη», ἀλ­λὰ μιὰ θλιμ­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴ δου­λειὰ καὶ ὄ­χι στὴ ζωή.



Μα­ριά­να Μπολ­τσῆ. (Καρ­δί­τσα, 1986). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σχο­λι­κὴ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια φι­λό­λο­γος ΕΑΕ. Ἔ­χει πά­ρει μέ­ρος σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ προ­γράμ­μα­τα. Εἶ­ναι κά­το­χος πι­στο­ποί­η­σης Braille. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πρό­γραμ­μα διὰ βί­ου ἐκ­παί­δευ­σης Grundtvig μὲ τί­τλο «Developing Educational Processes using Art». Γνω­ρί­ζει Ἀγ­γλι­κὰ καὶ Ἰ­τα­λι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὸ 2009.


Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα: Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ



Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ


Α ΣΠΙΤΙΑ ἔ­μοια­ζαν σὰν δυ­ὸ στα­γό­νες νε­ρό. Σὰν νὰ εἶ­χε δι­πλώ­σει κά­ποι­ος ἕ­να ἄ­σπρο χαρ­τὶ στὴ μέ­ση καὶ νὰ εἶ­χε κό­ψει μὲ προ­σο­χὴ τὸ σχέ­διό τους. Μὲ ὅ­λες τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Μὲ μυ­τε­ρὸ ψα­λί­δι.

       Εἶ­χαν ἕ­ναν τοῖ­χο κοι­νό, μιὰ λα­σπω­μέ­νη λου­ρί­δα χῶ­μα μπρο­στὰ καὶ μιὰ πιὸ με­γά­λη λου­ρί­δα πί­σω σκε­πα­σμέ­νη μὲ γκρί­ζες πλά­κες. Καὶ στὶς δυὸ πί­σω αὐ­λὲς σέρ­νον­ταν ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να πο­δή­λα­τα, πα­τί­νια, μπά­λες καὶ ἄ­δεια μπὸλ γιὰ τὰ ἀ­δέ­σπο­τά της γει­το­νιᾶς.

       Στὰ κάγ­κε­λα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ τυ­λι­γό­ταν ἕ­να γι­α­σε­μὶ μὲ λί­γα ἄ­σπρα λου­λού­δια. Ἀ­γρι­ό­χορ­τα καὶ τρι­φύλ­λι ἔ­πνι­γαν τὰ παρ­τέ­ρια.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, οἱ θά­μνοι, κου­ρε­μέ­νοι καὶ συμ­με­τρι­κοί, κά­λυ­πταν τὰ κάγ­κε­λα κι ἐμ­πό­δι­ζαν τὸ φῶς νὰ ζε­στά­νει τὰ θα­λασ­σι­νὰ βό­τσα­λα ποὺ σχε­δί­α­ζαν μο­νο­πά­τια μὲ σπεῖ­ρες καὶ κύ­κλους.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ σπί­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νοι­χτά. Οἱ κουρ­τί­νες τρε­μού­λια­ζαν κα­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες καὶ βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ τὴ σκό­νη.

       Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔμ­παι­ναν τὸ φῶς καὶ ἡ ζέ­στη, προ­χω­ροῦ­σαν στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σαν τὸ χὸλ μὲ τὸν ἄ­δει­ο κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι κι ἔ­φτα­ναν στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴ χρω­μα­τι­στὴ πο­διὰ ἔ­κο­βε τὰ κο­λο­κύ­θια σὲ τέ­λει­ους κύ­κλους, τὶς με­λι­τζά­νες καὶ τὶς πι­πε­ρι­ὲς σὲ κα­ρε­δά­κια, τὶς πα­τά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς ντο­μά­τες σὲ φέ­τες. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τα­ψί, τὸ κου­νοῦ­σε δυ­να­τὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ κόκ­κι­νο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ψη­νό­ταν τὸ μπριάμ, ἡ μυ­ρω­διά του μπλε­κό­ταν στὰ μαλ­λιὰ τῆς γυ­ναί­κας, ἀγ­κά­λια­ζε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι καὶ ζά­λι­ζε τὶς μύ­γες ποὺ μα­ζεύ­ον­ταν σὰν μαύ­ρη μπά­λα στὴν τρυ­πη­τὴ κου­τά­λα.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα κλει­στὰ καὶ οἱ βα­ρι­ὲς κουρ­τί­νες σκο­τει­νὲς κι ἀ­κί­νη­τες. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κλει­σού­ρας προ­χω­ροῦ­σε στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σε τὸ χὸλ μὲ τὸν φορ­τω­μέ­νο ροῦ­χα κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὸν σκε­πα­σμέ­νο κα­θρέ­φτη καὶ ἔ­φτα­νε στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὸν κό­τσο καὶ τὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα ἔ­τρι­βε μὲ τὸν χον­τρὸ τρί­φτη τὶς ντο­μά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς πι­πε­ρι­ές. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τη­γά­νι, ἀ­να­κά­τευ­ε ἁ­πα­λὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ μαῦ­ρο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ἔ­βρα­ζε ἡ σάλ­τσα γιὰ τὰ μα­κα­ρό­νια, ἡ μυ­ρω­διά της μαύ­ρι­ζε τὴ χω­ρί­στρα τῆς γυ­ναί­κας, κα­λη­σπέ­ρι­ζε τὴ φω­το­γρα­φία τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ καὶ ξε­σή­κω­νε τὶς ζω­γρα­φι­σμέ­νες στὰ πλα­κά­κια πε­τα­λοῦ­δες.

       Πρώ­τη ἔ­φτα­νε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ ἄ­σπρο μάρ­μα­ρο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ. Δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ χρω­μα­τι­στῆ πε­τσέ­τα πιά­το κι ἔ­φευ­γε.

       Σὲ λί­γο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ σπι­τιοῦ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα πιά­το, δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα, στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ μαῦ­ρο γρα­νί­τη.

       Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι κα­θι­σμέ­νο στὴ μη­χα­νή, κοί­τα­ζε ψη­λά. Χα­μο­γε­λοῦ­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κα­θό­ταν πί­σω του. Κοί­τα­ζε κά­τω. Τὸ πο­τά­μι ποὺ ἄ­φρι­ζε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο μὲ τί­τλο «Κί­τρι­νο σκο­τά­δι» θὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὶς Ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Τὰ σου­τζου­κά­κια



Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Τὰ σου­τζου­κά­κια


ΡΕ ΤΙ ΚΕΡΑΤΟ βερ­νι­κω­μέ­νο αὐ­τὸς ὁ Γι­ωρ­γῆς, τῆς συγ­χω­ρε­μέ­νης τῆς Κασ­σια­νῆς ὁ γιὸς» γύ­ρι­σε στὴ φι­λε­νά­δα ποὺ τὴ βο­η­θοῦ­σε στὴ λά­τρα ἡ Κα­τε­ρί­να, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη συσ­σι­τί­ου στὴν ἐ­νο­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, δω­δε­κά­μι­σι τὸ με­ση­με­ρά­κι μιὰ Δευ­τέ­ρα Σα­ρα­κο­στῆς.

       «Ἄ­κου­σον-ἄ­κου­σον τί μοῦ ξε­φούρ­νι­σε στὰ κα­λὰ τοῦ κα­θου­μέ­νου ὁ ἀ­ναι­δέ­στα­τος… Νε­ρομ­πού­λια ἀ­πὸ σή­με­ρα τέρ­μα. Μπού­χτι­σα τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια. Τὸ κέ­φι μου τρα­βά­ει σου­τζου­κά­κια. Ἢ αὔ­ριο μοῦ τὰ φτειά­χνεις ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ μα­στό­ρευ­ε ἡ μά­να μου, ἢ δὲν ξα­να­πα­τά­ω τὸ πο­δά­ρι μου ἐ­δῶ μέ­σα, τὸ Θε­ὸ μπάρ­μπα νά ‘χεις. Τί μὲ λέ­γεις παι­δά­κι μου, τὸν ἀ­πο­πῆ­ρα. Σα­ρα­κο­στὴ ἔ­χου­με, ποῦ νὰ τὰ βροῦ­με τὰ σου­τζου­κά­κια; Ἐ­δῶ, καὶ τὶς κα­λὲς μέ­ρες ἀ­κό­μα, τὶς γι­ορ­τά­δες νὰ ποῦ­με, μὲ τὰ χί­λια ζό­ρια βγά­ζου­με λί­γες με­ρί­δες ἴ­σα-ἴ­σα νὰ βρί­σκουν ἀν­θρῶ­ποι σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου ἕ­να πιά­το φα­γὶ νὰ λι­γδώ­νει τὸ ἄν­τε­ρό τους. Ἂν τώ­ρα ἡ γκα­στριά σου τρα­βά­ει ἐ­ξά­παν­τος σου­τζου­κά­κια, τί νὰ σὲ πῶ, ξυ­πνὸς δεί­χνεις, σύ­ρε νὰ βρεῖς κα­μιὰ δου­λειά, δὲν σὲ πῆ­ραν δὰ καὶ τὰ χρό­νια καὶ ξε­φορ­τώ­σου μας ποὺ μᾶς γέ­νη­κες τσιμ­πού­ρι μὲ τὶς ἀ­παι­τή­σεις σου. Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω, γκά­ρι­ξε, καρ­φώ­νον­τάς με μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­μα­τά­ρες του, ποὺ πῆ­γα νὰ κα­του­ρη­θῶ ἀπ΄τὴ τρο­μά­ρα μου. Δὲν στὸ κρύ­βω φι­λε­νά­δα, ἀν­τα­ρι­ά­στη­κα. Συ­ζη­τι­έ­ται ἄλ­λω­στε στὴ γει­το­νιά, πὼς με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς κυ­ρὰ-Κασ­σια­νῆς τοῦ ΄χει λι­γου­λά­κι σα­λέ­ψει. Ὅ­λη μέ­ρα λέ­νε, κά­θε­ται κλει­σμέ­νος στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι καὶ βγαί­νει μό­νο ἴ­σα νὰ βρεῖ κά­τι νὰ βά­λει στὸ στό­μα.»

       Ἔ­τσι κου­τσομ­πό­λευ­ε ἡ Κα­τε­ρί­να ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἡ ψυ­χο­πο­νιά­ρα, ποὺ πα­ρὰ τὰ πε­νῆν­τα της χρο­νά­κια καὶ τὴν ἀ­σου­λου­πω­σύ­νη ποὺ τὴν ἔ­δερ­νε, ἔ­τρε­φε ἀ­κό­μα κά­ποι­ες ἀ­μυ­δρὲς ἐλ­πί­δες νὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, ἐν ἀ­νάγ­κῃ καὶ μὲ κά­να συν­τα­ξι­οῦ­χο ἀ­πὸ τοὺς δε­κά­δες ἐ­κεί­νους ποὺ με­λίσ­σι σω­στὸ μα­ζεύ­ον­ταν Κυ­ρια­κὲς καὶ γι­ορ­τά­δες στὸν ἐ­πι­βλη­τι­κὸ να­ὸ πρὸς ἐκ­κλη­σια­σμό, δι­αγ­κω­νι­ζό­με­νοι ἀ­γρί­ως, ποι­ός θὰ σώ­σει πρῶ­τος τὴ μί­ζε­ρη, μπα­κα­λί­στι­κη ψυ­χή του. Ἔ­ρι­χνε τὸ λοι­πὸν αὐ­τὴ τὰ δί­χτυ­α της κα­λὰ μα­τι­σμέ­να καὶ ἀ­νελ­λι­πῶς, ἀλ­λὰ τὰ γέ­ρι­κα ψα­ρά­κια, ἔ­δει­χναν νὰ προ­τι­μοῦν τὰ Ρώ­σι­κα κα­λά­μια μὲ τὸ ψεύ­τι­κο σκου­λή­κι, ἀ­πὸ τὴν σα­πι­σμέ­νη σα­γή­νη της. Ἡ ἐλ­πί­δα ὅ­μως κα­θὼς λέ­νε, πε­θαί­νει τε­λευ­ταί­α καὶ στὴ πε­ρί­πτω­ση της ὅ­σο περ­νοῦ­σε βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸ χε­ρά­κι της, θὰ τὴ δι­α­τη­ροῦ­σε ἐν ἀ­νάγ­κῃ ἀ­κό­μα καὶ τα­ρι­χευ­μέ­νη, στὸ κέν­τρο ἀ­κρι­βῶς τῆς κα­κο­χτι­σμέ­νης πυ­ρα­μί­δας τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο με­ση­μέ­ρι βρῆ­κε τὴν Κα­τε­ρί­να πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς αἴ­θου­σας ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ να­οῦ, νὰ βο­λεύ­ει κά­τι νε­ρό­βρα­στα φα­σό­λια ψα­ρεύ­ον­τάς τα μὲ μιὰ κου­τά­λα ἀ­πὸ τὸν πά­το τοῦ τέν­τζε­ρη, σὲ κά­τι πλα­στι­κοὺς κε­σέ­δες.

       Ἕ­νας-ἕ­νας, μὲ τά­ξη ἀ­πό­λυ­τη, πα­ρή­λαυ­ναν οἱ ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες τῆς συ­νοι­κί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νον­τας νὰ ξε­ρο­γοῦν τὸ κομ­πο­λό­ι τῶν πι­κρῶν τους ἡ­με­ρῶν κα­τὰ τὸ δί­και­ο λό­γο τοῦ Ποι­η­τοῦ μὲ ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση γαι­δου­ρι­νή, δέ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια της εὐ­γνώ­μο­να, —λὲς θεί­α κοι­νω­νί­α—, τὸ κε­σε­δά­κι κα­πα­κω­μέ­νο μιὰ φέ­τα χά­σι­κο ψω­μί.

       Τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ὥ­ρα ἀ­ρί­βα­ρε καὶ ὁ λε­γά­με­νος, κου­νά­με­νος λυ­γά­με­νος. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν τέν­τζε­ρη καὶ φα­νε­ρὰ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ του οἴ­στρου, ἄρ­χι­σε νὰ στριγ­γλί­ζει στὴ κα­κο­μοί­ρα τὴ Κα­τε­ρί­να.

       «Ποῦ ‘ναι μω­ρή τα σου­τζου­κά­κια ποὺ σοῦ γύ­ρε­ψα; Μπέ­σα δὲν ἔ­χεις; Ἀλ­λὰ τί πε­ρι­μέ­νεις ἀ­πὸ μιὰ πα­λι­ομ­πα­κα­τέ­λα σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου; Φεύ­γω, κι οὔ­τε πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πα­τή­σω σὲ τοῦ­το τὸ μπουρ­δέ­λο, ποὺ νὰ πε­θαί­νω τῆς πεί­νας. Στὸ δι­ά­βο­λο καὶ σὺ καὶ τὰ πορ­δο­σπό­ρια σου», συμ­πλή­ρω­σε καὶ τρά­βη­ξε ἔ­ξαλ­λος γιὰ τὴν ἔ­ξο­δο.

       Ἡ Κα­τε­ρί­να πε­τά­χτη­κε στὸ κα­τό­πι του.

       «Γύρ­να πί­σω ἀ­θε­ό­φο­βε» προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν καλ­μά­ρει. «Πά­ρε τὴ με­ρί­δα καὶ θὰ σοῦ βά­λω καὶ λί­γη φέ­τα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

       Στά­θη­κε αὐ­τὸς δί­βου­λος κά­τω ἀ­πὸ τὸ γεῖ­σο καὶ δὲν μι­λοῦ­σε κα­κι­α­σμέ­νος. Ἄ­ξαφ­να τὸν πή­ρα­νε τὰ ζου­μιά.

       «Ἡ μά­να μου ὅ­τι γου­στά­ρι­ζα μοῦ μα­γέ­ρευ­ε καὶ πο­τέ της δὲ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Σου­τζου­κά­κια ἤ­θε­λα, σου­τζου­κά­κια μοῦ ΄κα­μνε. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν πα­ρά­χω­σα, ἔ­χω νὰ φά­ω τῆς προ­κο­πῆς. Τί σοῦ γύ­ρε­ψα μω­ρή; Λί­γα σου­τζου­κά­κια σὰν κι αὐ­τὰ πού μοῦ μα­γεί­ρευ­ε ἡ συγ­χω­ρε­μέ­νη.»

       Τὰ λό­για του, χτύ­πη­σαν τὴ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἴ­σα στὴ καρ­διά.

       Πα­ρα­τη­ρών­τας τον νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­χον­τας δε­χτεῖ ἐν­τέ­λει νὰ πά­ρει τὸ γλί­σχρο γεῦ­μα, ὁρ­κί­στη­κε στὸ στε­φά­νι ποὺ πε­ρί­με­νε, τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α κα­μιά, νὰ τοῦ κά­μει τὸ χα­τί­ρι καὶ νὰ τοῦ πά­ει ἡ ἴ­δια αὐ­το­προ­σώ­πως στὸ μπε­κι­ά­ρι­κό του, τὰ σου­τζου­κά­κια ποὺ τό­σο λα­χτα­ροῦ­σε.

       Κι­νών­τας βι­α­στι­κὴ γιὰ τὸ χα­σά­πη τῆς συ­νοι­κί­ας, δὲν γνώ­ρι­ζε ἡ δό­λια, πό­ση ἡ­δο­νὴ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­βε­ται μέ­σα σὲ μιὰ ντου­ζί­να κα­λο­μα­γει­ρε­μέ­να σου­τζου­κά­κια. Αὐ­τό, θὰ τὸ δι­α­πί­στω­νε λί­α­ν συν­τόμως.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Χρῆστος Σακελλαρίδης: Ἕνα λεμόνι στὸ χέρι


Χρῆστος Σακελλαρίδης


Ἕ­να λε­μό­νι στὸ χέ­ρι


ΚΕΙΝΟ τὸ ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Στά­χια, ἐ­λι­ές, πρό­βα­τα καὶ κα­τσί­κες μὰ πιὸ πο­λὺ τὸ ἁλ­μυ­ρί­κι, ποὺ στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιά του κρύ­βου­με τὰ πα­κέ­τα μὲ τὰ τσι­γά­ρα. Ἔ­τσι ὅ­ποι­ος πη­γαί­νει πρῶ­τος ἔ­χει πάν­τα του­λά­χι­στον ἕ­να.

            Κρυ­βό­μα­στε για­τὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρά­σει ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης καὶ νὰ μᾶς δεῖ νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ τό­τε θὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ τὴ φω­νά­ζου­με ρό­ι­τερ, για­τὶ εἶ­ναι ἡ πιὸ κου­τσομ­πό­λα ἀ­π’ τὶς γρι­ές. Με­τὰ οἱ γο­νεῖς μας δὲ θὰ μᾶς ἀ­φή­νουν ἔ­ξω στὸ σχο­λεῖ­ο τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα καὶ εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι. Δὲν ἔ­χου­με κά­που ἀλ­λοῦ νὰ πᾶ­με. Τὴν κα­λύ­βα ποὺ χτί­σα­με ὅ­λοι μα­ζὶ πέ­ρυ­σι τὴ δι­έ­λυ­σε ὁ Ἀν­τώ­νης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Μι­χά­λη, ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε ποὺ στὴ μέ­ση τοῦ χω­ρα­φιοῦ του φτι­ά­ξα­με αὐ­τὴν τὴν κα­λύ­βα καὶ μα­ζευ­ό­μα­σταν καὶ κα­πνί­ζα­με καὶ πί­να­με καὶ λέ­γα­με βλα­κεῖ­ες.

            Ὅταν παί­ζου­με πό­λε­μο, τὸ ἕ­να στρα­τό­πε­δο εἶ­ναι ἡ κα­λύ­βα καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ σχο­λεῖ­ο. Περ­πα­τᾶ­με δύ­ο μα­ζὶ πάν­τα, κι ὅ­ταν ἤ­μα­σταν μὲ τὸν Νί­κο μιὰ φο­ρὰ βα­θειὰ μέ­σα στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες, κον­τὰ στὸ μι­κρὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ πα­ρεκ­κλή­σι τὸν φί­λη­σα στὸ στό­μα. Ἔτρεμα στὴ σκέ­ψη ὅ­τι κά­ποι­ος θὰ μᾶς δεῖ ἢ ὅ­τι θὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἀλ­λὰ ὁ Νί­κος ἁ­πλὰ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­πε «πᾶ­με νὰ τοὺς νι­κή­σου­με!». Ψά­χνα­με μιὰ ὥ­ρα νὰ τοὺς βροῦ­με, πή­γα­με ἀ­κό­μα καὶ μέ­χρι τὸ πε­σμέ­νο δέν­τρο στὸν ξε­ρο­πό­τα­μο ἀλ­λὰ δὲ βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἔ­χει πλα­τά­νια καὶ πά­ω πό­τε-πό­τε μό­νος μου καὶ γρά­φω, ἢ ἁ­πλὰ κοι­τά­ω τὸν τε­ρά­στιο ἱ­στὸ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ ἀ­ρά­χνες.

            Πρὶν με­ρι­κοὺς μῆ­νες εἶ­χα δεῖ ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νη τὴν Ἀγ­γε­λι­κού­λα, τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα εἶ­ναι γύ­ρω στὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει. Κυ­κλο­φο­ρεῖ γύ­ρω-γύ­ρω στὸ χω­ριὸ μό­νη της κρα­τών­τας πάν­τα στὸ χέ­ρι ἕ­να λε­μό­νι. Ὅταν μὲ βλέ­πει, μὲ ρω­τά­ει πάν­τα τί κά­νω, καὶ τί κά­νουν ἡ μα­μά μου κι ὁ μπαμ­πάς μου, μὲ μιὰ ἀρ­γό­συρ­τη φω­νὴ σὰν μοι­ρο­λό­ϊ. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ ρω­τά­ει πῶς τὰ πά­ω στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ με­τὰ μοῦ λέ­ει τοὺς βαθ­μούς της στὸ γυ­μνά­σιο· ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ μα­θή­τρια. Οἱ γλῶσ­σες τοῦ χω­ριοῦ λέ­νε ὅ­τι ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα τὸ ἔ­πα­θε αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ τὸ κά­να­νε, κι ἔ­τσι ὁ πα­πὰς καὶ ἡ πα­πα­διὰ τὴν κλεί­σα­νε μέ­σα καὶ τὴ δέρ­να­νε. Κά­θε τό­σο ἀ­κού­ω λυγ­μοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της καὶ θέ­λω τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ πά­ω νὰ κοι­νω­νή­σω νὰ φτύ­σω τὸν πα­πά. Εἶ­ναι καὶ κα­κο­μού­τσου­νος καὶ μιὰ φο­ρὰ πῆ­γε νὰ κλω­τσή­σει τὴ γά­τα μου ὁ­πό­τε τοῦ τά’ χω μα­ζε­μέ­να.

            Πρὶν δύ­ο χρό­νια, τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, μὲ εἶ­χε βά­λει νὰ κρα­τά­ω τὸ ἕ­να ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γο γιὰ τὴν πομ­πή, ἐ­πει­δὴ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἤ­θε­λε κι ἐ­μέ­να ὁ παπ­ποῦς μου ἦ­ταν κι αὐ­τὸς πα­πᾶς. Ὁ Μα­νοῦ­σος κρα­τοῦ­σε τὸ ἄλ­λο καὶ ὁ Γι­ῶρ­γος τὴ λαμ­πά­δα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Πε­ρά­σα­με ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ δρο­μά­κια τοῦ χω­ριοῦ καὶ σὲ κά­θε σπί­τι μᾶς ρί­χνα­νε οἱ γρι­ὲς κο­λώ­νια ἢ ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. Με­τὰ ὅ­ταν μα­ζευ­τή­κα­με τὰ παι­διὰ πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λοι μᾶς κο­ροϊ­δεύ­α­νε, για­τὶ εἴ­χα­με φο­ρέ­σει κά­τι ἄ­θλι­ες ἄ­σπρες ρόμ­πες σχε­δὸν σκι­σμέ­νες, καὶ σκυ­λο­βρω­μού­σα­με Μυρ­τώ.

            Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ δέ­χτη­κα, κι ἀ­πὸ τό­τε κά­θε χρό­νο πη­γαί­νω ἐξ ἀρ­χῆς στὸ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ Βαγ­γέ­λη καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀ­λῆ­τες μὲ τὰ μη­χα­νά­κια. Μ’ ἀ­ρέ­σει ὁ Βαγ­γέ­λης, για­τὶ εἶ­ναι ντόμ­προς καὶ σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ καὶ ὁ πιὸ μάγ­κας ἀ­π’­ ὅ­λους, ὅ,τι κι ἂν λέ­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ μέ­να. Ἄ ναί, καὶ για­τὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­φή­νει ὅ,τι τσι­γά­ρα τοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιὰ στὸ ἁλ­μυ­ρί­κι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῆστος Σακελλαρίδης. Ποι­η­τὴς καὶ δά­σκα­λος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο καὶ με­γά­λω­σε στὴν Κρή­τη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queen Mary, Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ UCL καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πι­στο­ποι­η­τι­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση στὸ Bath Spa. Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, τὴν Ἰρ­λαν­δί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ρα­δι­ο­φώ­νου, τὴν κι­νού­με­νη εἰ­κό­να καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ ἤ­χου.



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Ὅταν ἐμφανίστηκε ἐκεῖνος ὁ πόνος στὸ γόνατο


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το


ΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ξαφ­νι­κὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το μιὰ κα­λὴ ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας, ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω πε­ρὶ τοῦ θέ­μα­τος γνω­στοὺς καὶ φί­λους καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο . Τε­λι­κὰ ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι κα­λὴ αἰ­τί­α γιὰ νὰ κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θεῖς καὶ πά­λι, νὰ ἐν­τα­χτεῖς σὲ ὁ­μά­δες, νὰ ἐν­δυ­νά­μω­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ «ἀ­νή­κειν», ὅ­ταν κα­τε­στραμ­μέ­νες ἀρ­θρώ­σεις καὶ ἀρ­θρο­πλα­στι­κὲς καὶ ἐμ­φυ­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι, εἶ­ναι ἔν­νοι­ες ποὺ ἀ­να­τέλ­λουν στὴ ζω­ή σου. Εἶ­χα κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ τό­σους ἄλ­λους θὰ μοι­ρα­ζό­μουν μα­ζί τους ἀ­ξί­ες καὶ στά­σεις καὶ θὰ προ­σορ­μι­ζό­μουν ἀ­σφα­λὴς στὴν θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τους, μὲ τὴ φι­λί­α καὶ τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η τους θὰ πο­ρευ­ό­μουν.

        Προ­τι­μοῦ­σα βέ­βαι­α συ­νειρ­μοὺς ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ «Τὸ γό­να­το τῆς Κλαί­ρης», τοῦ Ρο­μὲρ , ἀ­νά­λα­φρου δη­μι­ουρ­γοῦ τοῦ γαλ­λι­κοῦ νέ­ου κύ­μα­τος καὶ τὴν σχε­τι­κὴ ἔ­ξα­ψη φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς ἀν­τρι­κῆς σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας, συ­νειρ­μοὺς ἐν­θαρ­ρυν­τι­κοὺς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως μᾶλ­λον ἀ­νε­πί­και­ρους γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή μου.

        Ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἐ­πέ­λα­ση γη­ρα­τει­ῶν – πα­ρω­δί­α καὶ σφα­γὴ καὶ ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­ση κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ καὶ με­τα­φο­ρι­κά; Ἄς προ­τι­μή­σω κα­λύ­τε­ρα νὰ μπῶ σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α νὰ με­λε­τή­σω ἄρ­θρα γιὰ τὸ «Γό­να­το τῆς Κλαί­ρης» καὶ τὴν πο­λυ­λο­γί­α ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὸ σι­νε­μὰ ὁ Ἐ­ρὶκ Ρο­μέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τελευταῖο της βιβλίο: Κινητὴ γιορτή (διηγήματα, Νη­σί­δες, 2018).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι

 

ΛΕΓΟΝ πε­ρὶ τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κο­λο­βοῦ, ὅ­τι εἶ­πέ πο­τε τῷ ἀ­δελ­φῷ αὐ­τοῦ τῷ μει­ζο­τέ­ρῳ*· ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­μέ­ρι­μνοί εἰ­σι, μη­δὲν ἐρ­γα­ζό­με­νοι, ἀλ­λ’ ἀ­δι­α­λεί­πτως λα­τρεύ­ον­τες τῷ Θε­ῷ· καὶ ἀ­πο­δυ­σά­με­νος τὸ ἱ­μά­τιον, ἐ­ξῆλ­θεν εἰς τὴν ἔ­ρη­μον· καὶ ποι­ή­σας ἑ­βδο­μά­δα μί­αν, ἀ­νέ­καμ­ψε πρὸς τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ· καὶ ὡς ἔ­κρου­σε τὴν θύ­ραν, ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ* πρὶν ἀ­νοί­ξει, λέ­γων· σύ τίς εἶ; ὁ δὲ εἶ­πεν ἐ­γώ εἰ­μι Ἰ­ω­άν­νης ὁ ἀ­δελ­φός σου· καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἰ­ω­άν­νης γέ­γο­νεν ἄγ­γε­λος, καὶ οὐκ ἔ­τι ἐν ἀν­θρώ­ποις ἐ­στίν· ὁ δὲ πα­ρε­κά­λει, λέ­γων· ἐ­γώ εἰ­μι· καὶ οὐκ ἤ­νοι­ξεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ἀ­φῆ­κεν αὐ­τὸν ἕ­ως πρω­ῒ θλί­βε­σθαι· ὕ­στε­ρον δὲ ἀ­νοί­ξας αὐ­τῷ· λέ­γει· ἄν­θρω­πος εἶ, χρεί­αν ἔ­χεις πά­λιν ἐρ­γά­ζε­σθαι ἵ­να τρα­φῇς· καὶ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­αν, λέ­γων· συγ­χώ­ρη­σόν μοι.


μει­ζο­τέ­ρῳ: μεγαλύτερο (σὲ ἡλικία).
ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ: τὸν ἄκουσε.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου: Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς



Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου


Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς


ΤΑΝ Σάβ­βα­το με­ση­μέ­ρι. Εἶ­χε κά­νει μιὰ βολ­τί­τσα στὴ λα­ϊ­κή, δὲν πῆ­ρε πολ­λά, λί­γες σα­λά­τες μό­νο κι ἕ­ναν ἀ­να­νὰ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν τὸν πεί­ρα­ζε νὰ μα­γει­ρεύ­ει γιὰ ἕ­ναν, ἔ­λε­γε πάν­τα πὼς δὲ θὰ τὸ βά­λει κά­τω· θὰ μα­γεί­ρευ­ε πει­σμα­τι­κὰ μέ­χρι τό­τε ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται ὄρ­θιος. Ἔ­ρι­ξε λί­γο νε­ρά­κι στὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι καὶ ἄ­φη­σε τὸ βλέμ­μα του νὰ χυ­θεῖ στὸ δρό­μο, σὰν σκυ­λὶ ποὺ βγῆ­κε γιὰ σερ­γιά­νι. Τὸν εἶ­χε ἐ­νο­χλή­σει πο­λὺ ἐ­κεί­νη ἡ εὐ­γε­νι­κὴ κί­νη­ση ποὺ ἔ­κα­νε ἡ κο­πέ­λα στὸ τραῖ­νο, νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κα­θί­σει ὁ ἴ­διος. Δὲν ἔ­βγα­ζε κα­λύ­τε­ρα ἕ­να πε­ρί­στρο­φο νὰ τὸν ἐ­κτε­λέ­σει; «Κα­θί­στε» τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να καὶ μει­δί­α­σε μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὕ­φος ποὺ παίρ­νουν τὰ κα­λὰ παι­διὰ ὅ­ταν κά­νουν τὸ σω­στὸ καὶ τὸ πρέ­πον. Μὰ ἦ­ταν πρέ­πον; Στὸν ἴ­διο εἶ­χε μι­λή­σει; Κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά του, ἄλ­λος με­γά­λος ὄρ­θιος κα­νείς. Μιὰ πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τι μπαρ­μπά­δες κα­θι­σμέ­νους δί­πλα τὸν ἄρ­χι­σαν στὴν κα­ζού­ρα. «Ἔ­λα, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λη», εἶ­παν κα­τα­πί­νον­τας τὰ γέ­λια τους λαί­μαρ­γα γιὰ νὰ τοῦ ποῦν κι ἄλ­λα. «Κα­λῶς ἦρ­θες κα­η­μέ­νε!» κα­κά­ρι­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ συ­ζη­τοῦν τὸ συμ­βὰν δυ­να­τὰ ἔ­τσι ποὺ νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι πὼς μιὰ νε­α­ρὴ ση­κώ­θη­κε γιὰ νὰ κα­θί­σει ἐ­τοῦ­τος ἐ­δῶ ποὺ νο­μί­ζει ἀ­κό­μα πὼς εἶ­ναι ἀ­ε­τό­που­λο. Σπρώ­χτη­κε ὣς τὴν πόρ­τα δῆ­θεν ἀ­γέ­ρω­χα, ἂν καὶ μέ­σα του ὁ κε­ραυ­νὸς κα­τά­και­γε τὸν τό­πο. Τό­σο με­γά­λος ἔ­δει­χνε δη­λα­δή; Μέ­χρι προ­χθὲς θὰ κορ­τά­ρι­ζε μιὰ κο­πέ­λα —ἄν­τε, λί­γο σι­τε­μέ­νη— ξέ­ρεις, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ βλέμ­μα­τα ποὺ ἀ­φη­ρη­μέ­να ἀγ­γί­ζον­ται μέ­σα στὸ τραῖ­νο ἢ στὸ ἀ­σαν­σέρ. Θὰ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ δώ­σει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ κά­ποι­ο θη­λυ­κό, θὰ ἔ­πι­νε τὸν κα­φέ του γρα­βα­τω­μέ­νος στὴν πλα­τεί­α. Τό­ση κα­κί­α, οἱ πα­λι­ό­γε­ροι, ἔ­λα κά­θι­σε τοῦ φώ­να­ζαν, μὴν ντρέ­πε­σαι, τώ­ρα εἶ­σαι ἕ­νας ἀ­πὸ μᾶς.

       Εἶ­χε βρεῖ στὴ λα­ϊ­κὴ πι­νέ­λο καὶ κου­πά­κι ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­ουν τὶς βα­φές, ὄ­χι πὼς τὸ ἔ­ψα­ξε, ἔ­πε­σε πά­νω τὸ μά­τι του τυ­χαῖ­α. «Φέ­ρε ἕ­να γιὰ τὴν κυ­ρὰ νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει!» ἔ­γνε­ψε στὸ γύ­φτο ποὺ ἔ­στρω­νε τὴν πρα­μά­τεια ἀ­δι­ά­φο­ρα. Τό ’­χω­σε στὴ σα­κού­λα μὲ τὰ μα­ρού­λια καὶ τώ­ρα τὸ εἶ­χε μπρο­στά του στὸ μπά­νιο ἑ­τοι­μο­πό­λε­μο δι­α­βά­ζον­τας προ­σε­χτι­κὰ τὶς ὁ­δη­γί­ες τῆς βα­φῆς. Προ­σπά­θη­σε νὰ χω­ρί­σει τὶς τοῦ­φες μί­α-μί­α καὶ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ μὲ μιὰ ἐ­βέ­νι­νη γλυ­ψιὰ τοῦ πι­νέ­λου ἔ­φτια­ξε ἕ­ναν μαῦ­ρο δι­ά­δρο­μο στὴν γκρί­ζα κοι­λά­δα τοῦ κε­φα­λιοῦ. Καὶ με­τὰ κι ἄλ­λη, κι ἄλ­λη. Καὶ σὰν πῆ­ρε φό­ρα τὸ πι­νέ­λο, πῆ­γε κι ἦρ­θε πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι, ἀ­στα­μά­τη­τα – σὰν νε­οσ­σὸς ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸ πρῶ­το του πέ­ταγ­μα· χά­ρα­ξε χω­ρί­στρες χαρ­το­γρα­φών­τας ὅ­λη τὴν ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, βού­τη­ξε ὑ­πό­κω­φα μέ­χρι τὰ ἄ­δυ­τα τῆς ἀρ­σε­νι­κῆς καρ­διᾶς ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε γιὰ λί­γη νι­ό­τη ἀ­κό­μα καὶ ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη ἐ­κεί­νη ποὺ πε­ρί­με­νε τὸ θύ­μα μὲ τὰ γκρι­ζα­ρι­σμέ­να μαλ­λιὰ νὰ θρη­νή­σει εὐ­λα­βι­κὰ τὸν ἀν­δρι­σμό του πέ­φτον­τας νο­μο­τε­λεια­κὰ στὸν ἱ­στὸ τοῦ γή­ρα­τος. Κι ἀ­φοῦ ἡ βα­φὴ ἁ­πλώ­θη­κε ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ ὁ νι­πτή­ρας μοι­ραῖ­α πα­σα­λεί­φθη­κε σὰν πε­δί­ο μά­χης, κοί­τα­ξε τὸ εἴ­δω­λό του στὸν κα­θρέ­φτη καὶ τὸ ἠ­θι­κό του ἀ­να­πτε­ρώ­θη­κε γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές. Ναί, ἡ νι­ό­τη μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε φύ­γει, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει καὶ τὸ φθι­νό­πω­ρο πρὶν τὸ χει­μώ­να, ἀ­γα­πη­τοί. Ἔ­μει­νε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τῆς ἀ­να­γρα­φό­με­νης στὸ κου­τὶ ἀ­να­μο­νῆς, νὰ δι­ορ­θώ­νει μὲ τὴ χτέ­να σχο­λα­στι­κὰ τὶς τοῦ­φες στὶς μι­κρὲς χα­ρά­δρες τοῦ κε­φα­λιοῦ ποὺ ὀ­λί­σθαι­ναν στὰ γκρέ­μια τῶν κρο­τά­φων καὶ κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τ’ αὐ­λά­κια στὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­δει­χναν σκαμ­μέ­να ἀ­πὸ ὁρ­μη­τι­κοὺς χεί­μαρ­ρους. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε οἱ ρυ­τί­δες εἶ­ναι γο­η­τεί­α κι ἔ­πει­τα ἔ­παι­ξε ἁ­πα­λὰ τὸ δι­πλο­σά­γο­νο σὰν νὰ δο­κί­μα­ζε χορ­δὴ ἀ­πὸ κον­τραμ­πά­σο.

       Κα­λὸ ἦ­ταν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σκοῦ­ρο καὶ γυ­α­λι­στε­ρό, ἐ­λα­φρῶς με­λι­τζα­νὶ καὶ μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴ γραμ­μὴ ποὺ θύ­μι­ζε κρά­νος στὸ μέ­τω­πο, ἔ­δει­χνε σχε­τι­κὰ φυ­σι­κὸ καὶ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τὸ ἀρ­χι­κὸ ζη­τού­με­νο: ἔ­κο­βε χρό­νια. Χρό­νια ποὺ δὲν τὰ λυ­πή­θη­κε νὰ τὰ θυ­σιά­σει μο­νο­μιᾶς στὸν αἰ­μο­δι­ψῆ βω­μὸ τῆς νι­ό­της, δι­κά του χρό­νια καὶ κα­νε­νὸς ἄλ­λου, στιγ­μὲς καὶ ἀ­να­μνή­σεις ποὺ συ­νέ­θε­ταν τὴ ζω­ή του· δὲν πει­ρά­ζει εἶ­πε δυ­να­τὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὰν νὰ λο­γο­δο­τοῦ­σε, στὸ συρ­τά­ρι ἂς μποῦ­νε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα θὰ τὶς ξε­θά­ψω πά­λι. Σὲ ἕ­να δεύ­τε­ρο γύ­ρο ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη μπο­γιὰ πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ τὸ μου­στά­κι καὶ τὰ φρύ­δια ἐ­ξα­φα­νί­ζον­τας κά­θε γκρί­ζο ἴ­χνος κι ἔ­μει­νε τώ­ρα σί­γου­ρα μιὰ δε­κα­ε­τί­α ξα­να­νι­ω­μέ­νος νὰ ψα­λι­δί­ζει τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴ μύ­τη καὶ τὰ αὐ­τιά, ἕ­τοι­μος νὰ ξα­να­βγεῖ στὸν κό­σμο, τώ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­ε, ἔ­χον­τας νι­κή­σει τὴν ντρο­πὴ καὶ κα­τα­τρο­πώ­σει τὸ γῆ­ρας. Κι ἔ­τσι πε­ρή­φα­νος, μὲ τὴ γρα­βά­τα του σφι­χτο­δε­μέ­νη στὰ ὑ­ψί­πε­δα ἑ­νὸς χα­λα­ρω­μέ­νου λαι­μοῦ ποὺ ἔ­τρε­με χυ­λω­μέ­νος σὲ κά­θε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα, βγῆ­κε τὴ σαβ­βα­τι­ά­τι­κη βόλ­τα, περ­νών­τας ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς τα­βέρ­νες καὶ τὰ κα­φε­νεῖ­α τῆς πλα­τεί­ας μὲ τὸ μαῦ­ρο ση­μά­δι σύ­ρι­ζα στὸ μέ­τω­πο σὰν λα­βω­μα­τιὰ σκλη­ροῦ πο­λέ­μου, περ­πα­τοῦ­σε δί­πλα στὰ τρα­πέ­ζια τῶν μα­γα­ζι­ῶν κορ­δω­μέ­νος κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους ποὺ τι­τί­βι­ζαν πνι­χτὰ χά­χα­να γιὰ νὰ πε­ρά­σουν τὴν ὥ­ρα τους, «ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ φω­το­γρα­φί­α. Κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα ἡ νου­βέ­λα της Ὁ ἄν­θρω­πος σκύ­λος (ἐκ­δ. Πη­γή). Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὴν κό­ρη τους στὰ Χα­νιά.

https://www.pigi.gr/?product=anthrwpos-skylos

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Paul McCartney τὸ 2016.



		

	

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ: Λό­για στὸ κε­νό

 



Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Λό­για στὸ κε­νό


ΟΓΙΑ ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νὸ σὰν κλού­βια αὐ­γὰ πά­νω σὲ τοῖ­χο εἶ­ναι τὰ λό­για ποὺ εἶ­πες μὲ λά­θος λέ­ξεις. Εἶ­ναι οἱ λά­θος λέ­ξεις. Ὅ­ταν μι­λᾶ­με, πιὸ πο­λὺ κι ἀ­π’ ὅ­ταν γρά­φου­με, ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­τό­μα­το δι­ορ­θω­τὴ λέ­ξε­ων, ἕ­ναν δι­ορ­θω­τὴ ποὺ νὰ δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο τὴ στί­ξη, ἀλ­λὰ καὶ τὸν τό­νο —πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς ὁ τό­νος– ἀλ­λὰ καὶ τὴν λέ­ξη. Ὅ­πως ὅ­ταν γρά­φου­με μη­νύ­μα­τα στὸ κι­νη­τό μας τη­λέ­φω­νο καὶ μιὰ συλ­λα­βὴ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη ἀ­πὸ τὴν φρά­ση. Συ­χνά, τὸ κι­νη­τὸ ἐ­πι­μέ­νει, ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ μᾶς ποι­ά εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ χρει­ά­ζε­ται, ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Συ­χνά, μιὰ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χι­κὰ θέ­λα­με νὰ γρά­ψου­με, δὲν ὑ­πάρ­χει στὸ λε­ξι­λό­γιο τοῦ τη­λε­φώ­νου. Τὸ τη­λέ­φω­νο τὴν ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τό­τε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ἀ­πὸ ἄλ­λη. Εἶ­ναι πρα­κτι­κὸ τὸ θέ­μα. Ποῦ πῆ­γε, ὅ­μως, ἡ λέ­ξη ποὺ δὲν γρά­ψα­με, ὅ­μοι­α μὲ τὴν λέ­ξη ποὺ δὲν εἴ­πα­με;

       Πρό­σφα­τα ἄ­κου­σα γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων. Ὅ­πως ὅ­λες οἱ τρά­πε­ζες τοῦ κό­σμου ἔ­χει τὴν ἕ­δρα της στὴν Ἐλ­βε­τί­α, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν εἶ­ναι εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στὴ στὰ μέ­ρη μας. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν τρά­πε­ζα ὅ­που ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ται οἱ λέ­ξεις ποὺ πά­ψα­με νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με. Λέ­ξεις κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α νε­κρές, μό­νο ποὺ ἀν­τὶ νὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται ἄ­σκο­πα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ νὰ στοι­χει­ώ­νουν τὶς φρά­σεις μας, ἀ­να­παύ­ον­ται ἀλ­φα­βη­τι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες σὲ με­ταλ­λι­κὲς θυ­ρί­δες. Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος, κλεί­νον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὸ εἰ­σι­τή­ριο, νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἀ­νὰ πά­σα ὥ­ρα καὶ στιγ­μὴ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων καὶ νὰ πε­ρι­η­γη­θεῖ στὰ γράμ­μα­τα. Βρί­σκεις πραγ­μα­τι­κοὺς θη­σαυ­ρούς. Λέ­ξεις ποὺ ἀ­μυ­δρὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς νὰ βγαί­νουν ἀ­π’ τὸ στό­μα πο­λὺ μα­κρι­νῶν γέ­ρων καὶ γρι­ῶν τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ὅ­πως οἱ λέ­ξεις τους, λέ­ξεις ἐ­πί­ση­μες ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν πε­ρί­ο­πτη θέ­ση σὲ δελ­τί­α εἰ­δή­σε­ων, κι ἄλ­λες λέ­ξεις ποὺ γρά­φον­ταν ἢ λέ­γον­ταν, ἀλ­λὰ ποὺ τώ­ρα κα­νεὶς δὲν γρά­φει, οὔ­τε μι­λά­ει μ’ αὐ­τές. Τὰ λήμ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα, ὅ­πως καὶ οἱ γλῶσ­σες ἢ οἱ τρά­πε­ζες, για­τί ὅ­σο ζοῦ­με ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες νέ­ες λέ­ξεις πε­θαί­νουν. Συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, νὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ λέ­ξεις ποὺ με­τοι­κοῦν «εἰς τό­πον χλο­ε­ρόν», ὅ­πως ἔ­λε­γαν κά­πο­τε, τε­λεί­ως ἀ­θό­ρυ­βα, κι ἔ­τσι δὲν κα­τα­γρά­φον­ται που­θε­νά, πρό­κει­ται πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ψυ­χές, σπά­νια κά­ποι­ος νὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψει κά­που τυ­χαῖ­α σὲ τί­πο­τα κι­τρι­νι­σμέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἀ­ό­ρα­τα, ἄϋ­λα σω­μα­τί­δια σκό­νης. Οἱ λέ­ξεις ποὺ σβή­στη­καν στα­δια­κά, ποὺ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι τῆς λή­θης δί­χως ν’ ἀ­φή­σουν πί­σω τους κα­νέ­να ἴ­χνος, μοιά­ζουν μὲ ἄ­στε­γους ἀ­γύρ­τες, κα­νεὶς δὲν φαί­νε­ται να τὴν νι­ώ­θει τὴν ἀ­που­σί­α τους, ὅ­πως δὲν ἔ­νι­ω­θε κα­νεὶς τὴν πα­ρου­σί­α τους, δὲν ἔ­χουν θυ­ρί­δα, οὔ­τε κὰν πρό­σβα­ση, σὲ κα­μιὰ τρά­πε­ζα σὲ κα­νέ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου.

       Ἔ­τσι, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ συ­ζή­τη­ση στὴν ὁ­ποί­α ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ μι­λοῦν γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων, ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὸ θέ­μα τῶν λέ­ξε­ων. Εἶ­ναι ἕ­να ἀρ­κε­τὰ πο­λύ­πλο­κο θέ­μα. Δὲν εἶ­ναι μό­νο το πα­ρά­δο­ξο τοῦ θα­νά­του τους ποὺ προ­βλη­μα­τί­ζει, ἀλ­λὰ καὶ ἡ γέν­νη­σή τους. Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ κί­νη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου εἶ­ναι, ὅ­πως εἶ­πα, τὸ θέ­μα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νό. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ λέ­ξεις αὐ­τὲς χά­νουν τὴν ψυ­χή τους ἀ­μέ­σως μό­λις βγοῦν ἀ­π’ τὸ στό­μα κά­ποι­ου γιὰ τὸν ἁ­πλὸ λό­γο ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ βγοῦν, οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές, τὰ λό­για αὐ­τά, ἔ­χον­τας χά­σει τὴν μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τά τους, τὸ νό­η­μὰ τους δη­λα­δή, ξε­κι­νοῦν μιὰ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ τὰ ἀν­θρώ­πι­να χεί­λη ὣς τὸ πά­τω­μα. Κα­τα­λή­γουν στὸ ἔ­δα­φος σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὰ σκου­πι­δά­κια. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ καὶ με­τὰ ἡ μοί­ρα τους εἶ­ναι προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Συ­νή­θως σκου­πί­ζον­ται ἢ σφουγ­γα­ρί­ζον­ται, κα­τα­λή­γουν μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο, πρῶ­τα στοὺς κά­δους σκου­πι­δι­ῶν καί, στὴ συ­νέ­χεια, στὶς χω­μα­τε­ρές, μα­ζὶ μὲ τό­σα ἄλ­λα νε­κρὰ —πρώ­ην χρη­στι­κά– ἀν­τι­κεί­με­να, μέ­χρι τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­σύν­θε­σή τους. Σπά­νια, ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ ἕ­να θαῦ­μα. Κά­ποι­ος γλά­ρος ποὺ πε­τᾶ ἀ­νέ­με­λα πά­νω ἀ­π’ τὸν σκου­πι­δό­το­πο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τυ­χαῖ­α κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς καὶ νὰ τὴν πά­ρει μα­ζί του. Ἀ­φοῦ τα­ξι­δέ­ψουν μα­ζὶ μέ­ρες καὶ νύ­χτες, λέ­ξη καὶ που­λί, ὁ ἰ­δι­ό­τυ­πος αὐ­τὸς με­τα­φο­ρέ­ας ἀ­πο­θέ­τει συ­νή­θως τὴ λέ­ξη σὲ μιὰ νέ­α ἀ­κτή, μιᾶς νέ­ας χώ­ρας, ὅ­που τὴν βρί­σκουν τυ­χαῖ­α πρῶ­τοι οἱ ναυ­τι­κοὶ ἢ οἱ ψα­ρά­δες καὶ τὴν παίρ­νουν σπί­τι τους. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ ἄ­γνω­στη αὐ­τὴ λέ­ξη προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴ νέ­α της ζω­ὴ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στὰ νέ­α πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη κι ἔ­θι­μα. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ οἱ γλωσ­σο­λό­γοι ὀ­νο­μά­ζουν «γλωσ­σι­κὸ δά­νει­ο».

       Τέ­λος, κά­τι ἄλ­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τὰ ἄ­χρη­στα λό­για κα­τα­λή­γουν στοὺς σκου­πι­δό­το­πους, εἶ­ναι νὰ βγά­λουν ρί­ζες κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­σύν­θε­σης. Με­τα­τρέ­πον­ται μὲ τὸν και­ρὸ σὲ δέν­τρα. Εἶ­ναι τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν μό­να τους, αὐ­τὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά σου, τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὰ σπέρ­νουν, σὰν τὰ λά­θος λό­για ποὺ προ­φέ­ρεις ἄ­θε­λά σου.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος: Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός

 



Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος


Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός


ΥΜΝΟΚΕΦΑΛΗ τη­λε­περ­σό­να, ποὺ ἐ­λέ­ῳ τῆς ‘σο­φῆς’ ψή­φου ὑ­πο­δύ­ε­ται τὸν βου­λευ­τὴ ρη­ξι­κέ­λευ­θου προ­φίλ, ἀ­γω­νί­ζε­ται με­τὰ πά­θους ἀ­πὸ τη­λε­ο­πτι­κῆς κα­θέ­δρας νὰ μᾶς δι­δά­ξει ποι­ό ἀ­πὸ τὰ τρί­α εἶ­ναι τὸ ὀρ­θό. Οἰ­κτί­ρον­τας μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ὅ­σους τὸ λέ­νε λά­θος καὶ ἐκ­χω­ρών­τας στὴν φά­τσα του βλέμ­μα ἄ­φα­της αὐ­το­ϊ­κα­νο­ποί­η­σης.

       Κα­θεὶς καὶ τὰ φί­δια του, θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ γυ­μνο­κέ­φα­λος μὲ τὰ δι­κά του κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἀλ­λερ­γί­ες μου αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Δὲν πρό­λα­βε νὰ μπεῖ κα­λὰ-κα­λὰ ὁ Μάρ­της καὶ λὲς καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ μιὰ χού­φτα ἄμ­μο σὲ κά­θε μά­τι. Ἔ­κλει­σα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γυ­ρέ­ψω ὀ­φθαλ­μί­α­τρο στὸ δι­α­δί­κτυ­ο.

       «Πᾶς κα­λά:», μὲ ἀ­πο­πῆ­ρε ἡ κό­ρη μου, «ἐ­δῶ ἔ­χου­με δι­κό μας ἄν­θρω­πο κι ἐ­σὺ ψά­χνεις στὰ κου­του­ροῦ;»

       Ὁ δι­κός μας ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἦ­ταν στὸ Μα­ρού­σι κι ἐ­γὼ βα­ρι­ό­μουν νὰ ξε­κου­νη­θῶ ἀ­πὸ τὸ Κέν­τρο. Βρῆ­κα κά­ποι­α μὲ ἐ­πώ­νυ­μο σὲ -ί­δη κι ἔ­κλει­σα ραν­τε­βοῦ.

       Ἡ σε -ί­δη μὲ ἐ­ξέ­τα­σε, ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν ἀλ­λερ­γι­κὴ φύ­ση τῆς τα­λαι­πω­ρί­ας μου καὶ πε­ρί­που μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νὰ μά­θω νὰ ζῶ μὲ τὸ πρό­βλη­μά μου. Δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ κρά­τη­σε ἡ συν­τα­γο­γρά­φη­ση, μό­λις δέ­κα εἶ­χε κρα­τή­σει ἡ ἐ­ξέ­τα­ση. Ἄλ­λο ἕ­να ἐ­πί­τευγ­μά μας αὐ­τό.

       Τε­λει­ώ­νον­τας ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει, ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι, τί δου­λειὰ κά­νω, ποὺ ἦ­ταν τὸ γρα­φεῖ­ο μου, τί ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἔ­χω.

       «Λές», γαρ­γα­λή­θη­κα, «νὰ εἶ­ναι πρό­σφο­ρη γιὰ παι­χνί­δι; Λές;»

       Κά­τι χαρ­μό­συ­νο πῆ­γε νὰ σκιρ­τή­σει μέ­σα μου, ἀλ­λὰ κα­πα­κώ­θη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴ δεύ­τε­ρη σκέ­ψη: «Φυ­λά­ξου, κα­ρα­δο­κεῖ ξε­φτί­λα, ἐ­δῶ τῆς ρί­χνεις κα­μιὰ εἰ­κο­σι­πεν­τα­ριὰ χρό­νια…»

       Ἀ­να­δι­πλώ­θη­κα, «ἡ μὲν σὰρξ πρό­θυ­μη, τὸ δὲ πνεῦ­μα ἀ­σθε­νές….»

       Βγῆ­κα μὲ τὴν συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι. Στὸ πρῶ­το φαρ­μα­κεῖ­ο πῆ­γα μὲ φό­ρα νὰ μπῶ.

       «Μεί­νε­τε στὴν θέ­ση σας!», μὲ πρό­λα­βε προ­τοῦ δρα­σκε­λί­σω τὸ κα­τώ­φλι, κά­τι σὰν τρα­χὺ πα­ράγ­γελ­μα κα­ρα­βα­νὰ ἐ­πι­λο­χί­α, σὲ θη­λυ­κὴ ὅ­μως ἔκ­δο­ση.

       Κοκ­κά­λω­σα.

       Εὐ­ει­δὴς καὶ νέ­α ἡ φαρ­μα­κο­ποι­ὸς ποὺ μὲ ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε. Ἐμ­φά­νι­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­ναν­τί­στοι­χη μὲ τὴν τρα­χύ­τη­τα τοῦ πα­ραγ­γέλ­μα­τος.

       «Πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τε­λει­ώ­σω μὲ τὸν κύ­ριο καὶ με­τὰ θὰ μπεῖ­τε», συ­νέ­χι­σε στὸν ἴ­διο τό­νο.

       Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει μό­νο ἕ­νας μέ­σα στὸ φαρ­μα­κεῖ­ο κά­θε φο­ρά. Πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τὸν κύ­ριο, ὁ­πό­τε δεύ­τε­ρο πα­ράγ­γελ­μα μὲ πε­ρί­με­νε: «Ἀ­πε­λευ­θε­ρῶ­στε τὰ χέ­ρια σας». Κοί­τα­ξα τὰ χέ­ρια μου. Κρά­τα­γα στὸ ἕ­να τὴν τσάν­τα μου, στὸ ἄλ­λο τὴν συν­τα­γή.

       Φορ­τώ­θη­κα τὴν τσάν­τα στὴν πλά­τη καὶ ἔ­βα­λα τὴν συν­τα­γὴ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὑ­πὸ μά­λης.

       Μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ ἀν­τι­ση­πτι­κὸ καὶ ἀ­πο­λύ­μα­να τὰ χέ­ρια μου.

       «Ὁ­ρί­στε», ἄ­κου­σα ἐ­πὶ τέ­λους φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ τὴν φω­νή της. Τῆς ἔ­τει­να τὴν συν­τα­γὴ καὶ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σα πρὸς τὸ μέ­σον τοῦ φαρ­μα­κεί­ου, φο­βού­με­νος ἐν­δε­χό­με­νη πα­ρα­τή­ρη­σή της ποὺ δὲν θὰ μοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ πα­ρα­μεί­νω εὐ­γε­νής.

       Μέ­χρι νὰ βρεῖ τὰ φάρ­μα­κα ἔ­ρι­ξε ἄλ­λα δύ­ο αὐ­στη­ρὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα καὶ κάρ­φω­σε στὴν πόρ­τα ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ μιὰ για­γιά.

       Μοῦ ἔ­δω­σε τὰ φάρ­μα­κα, τῆς ἔ­δω­σα χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα. Τὸ ἔ­πι­α­σε μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ποὺ φο­ροῦ­σε πλα­στι­κὸ γάν­τι.

       Μοῦ γύ­ρι­σε τὰ ρέ­στα, τριά­ντα πέν­τε καὶ τριά­ντα, μὲ τὸ …γυ­μνὸ ἀ­ρι­στε­ρό της χέ­ρι.

       Τὴν κοί­τα­ξα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, «μᾶς δου­λεύ­ει ἄ­γρια, δὲ γί­νε­ται», ἦ­ταν ἡ πρώ­τη σκέ­ψη. Ἡ μή­πως ὁ κορο(ω)νο(α)ϊὸς «δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾶ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι…»

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι καὶ κα­τέ­βα­σα ἀ­πὸ τὴν βι­βλι­ο­θή­κη «ἐ­κεῖ­νον τὸν πε­ρι­ού­σιο Πα­πα­δι­α­μάν­τη».

       Βρῆ­κα τὴ νου­βέ­λα «Βαρ­διά­νος στὰ Σπόρ­κα» κι ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω τὰ πά­θη «τῆς Σκεύ­ως τῆς Σα­βου­ρό­κο­φας». Τὰ πά­θη τῶν μέ­σα καὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λοι­μο­κα­θαρ­τή­ριο τῆς ἐ­πο­χῆς.

       …Ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­το­τε ἐν και­ρῷ πα­νι­κοῦ φό­βου, μέ­γας συ­νω­στι­σμὸς καὶ σπου­δὴ ἀ­λό­γι­στος καὶ τυ­φλὴ φυ­γὴ εἶ­χον ἐ­πέλ­θει […]. Ἀλ­λὰ τὸ πλεῖ­στον κα­κὸν ὀ­φεί­λε­ται ἀ­ναν­τιρ­ρή­τως εἰς τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς δι­οι­κή­σε­ως. Θὰ ἔ­λε­γέ τις ὅ­τι ἡ χώ­ρα αὕ­τη ἠ­λευ­θε­ρώ­θη ἐ­πί­τη­δες διὰ ν’ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι δὲν ἦ­το ἱ­κα­νὴ πρὸς αὐ­το­δι­οί­κη­σιν […]. Οἱ κερ­δο­σκό­ποι ἀ­πέ­θε­τον τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τά των εἰς τὴν ἄ­κραν της ἀ­πω­τά­της ἀ­κτῆς τῆς ἐ­ρη­μο­νή­σου, ἐ­λάμ­βα­νον τὰ λε­πτά των καὶ ἔ­φευ­γον. Ἡ χο­λέ­ρα δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾷ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι. Ἐ­λέ­χθη ὅ­τι οἱ πλεῖ­στοι των ἀν­θρώ­πων, τῶν πα­ρα­στα­θέν­των τό­τε ὡς θυ­μά­των τῆς χο­λέ­ρας, ἀ­πέ­θα­νον πραγ­μα­τι­κῶς ἐκ πεί­νης. Ἴ­σως νὰ μὴν ὑ­πῆρ­ξεν ὅ­λως χο­λέ­ρα. Ἀλ­λ’ ὑ­πῆρ­ξε τύ­φλω­σις καὶ ἀ­θλι­ό­της καὶ συμ­φο­ρὰ ἀ­νή­κου­στος. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­λοι πά­σχον­τες, ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τ’ ἀλ­λή­λων, εἰς ἐ­πί­με­τρον, καὶ κα­θί­στων τὴν δει­νο­πά­θειαν ἀ­πεί­ρως με­γα­λυ­τέ­ραν. Οἱ εὔ­πο­ροι ἐκ τῶν κα­θα­ρι­ζο­μέ­νων ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν πτω­χῶν […]. Οἱ πτω­χοὶ ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν εὐ­πό­ρων […]. Ὅ­λοι ὁ­μοῦ οἱ ὑ­πὸ κά­θαρ­σιν τα­ξι­δι­ῶ­ται ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πο­λί­χνης, καὶ τοὺς κα­τη­γό­ρουν ἐ­πὶ ἀ­συ­νει­δή­τῳ αἰ­σχρο­κερ­δεί­ᾳ καὶ σκλη­ρό­τη­τι […]. Οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λί­χνης ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν τα­ξι­δι­ω­τῶν, καὶ ἐ­μί­σουν αὐ­τούς, δι­ό­τι εἶ­χον ἔλ­θει νὰ τοὺς φέ­ρω­σι τὴν χο­λέ­ραν. Κα­κὴ ὑ­πο­ψία, δυ­σπι­στί­α καὶ ἰ­δι­ο­τέ­λεια χω­ροῦ­σα μέ­χρις ἀ­παν­θρω­πί­ας, ἐ­βα­σί­λευ­ε παν­τα­χοῦ. Ὅ­λα ταῦ­τα ἤ­σαν εἰς τὸ βά­θος καὶ ὁ φό­βος τῆς χο­λέ­ρας ἦ­το εἰς τὴν ἐ­πι­φά­νειαν. Θὰ ἔ­λε­γές τις ὅ­τι ἡ χο­λέ­ρα ἦ­το μό­νον πρό­φα­σις, καὶ ὅ­τι ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­σις τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­το ἡ ἀ­λή­θεια.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἄρις Ἀλεβῖζος (Χά­στε­μη [Λευ­κο­χώ­ρα] Μεσ­ση­νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ δι­κη­γό­ρη­σε ἐ­πὶ 37 χρό­νια στὴν Ἀ­θή­να. Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν γε­ωρ­γί­α. Ἔρ­γα: Δει­νὸς κα­βα­λά­ρης, δι­η­γή­μα­τα, Πλα­νό­διον· Τὸ ἀ­ό­ρα­το ἄ­συ­λο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος· Σφαῖ­ρες στὸ Αἰ­γά­λε­ω, δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λης· Ἕ­νας Αὔ­γου­στος χω­ρὶς ἐ­πί­λο­γο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἂς μὴν ἐ­νο­χλη­θεῖ κα­νείς, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἡ δω­ρε­ὰ τῶν δέν­τρων, δι­η­γή­μα­τα, Εὔ­μα­ρος.