Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[2/3]

 

Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής

(Cocu de vocation ou de grâce ou cocu quiétiste)


ΕΜΦΥΤΟΣ κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στὴς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δι­α­θέ­τει ἐκ φύ­σε­ως ὅ,τι τὸ ἐ­πί­κτη­το ἔ­χει ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος (βλ. ἀρ. 35), εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν γνώ­ρι­σε πο­τὲ τὴν ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε καὶ τὶς προ­ει­δο­ποι­ή­σεις, ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­φε­ρε στὸ γά­μο μιὰ κα­θα­ρὴ καὶ ἔν­τι­μη ψυ­χή, τὴ θε­ϊ­κὴ εὐφο­ρία ἐν ὀ­λί­γοις, εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ βρί­σκει στὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ κε­ρα­τώμα­τος ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ τὸ πε­ρί­φη­μο Σύν­ταγ­μα ὑ­πο­σχό­ταν στοὺς Γάλ­λους: τὴν εἰ­ρή­νη, τὴν ἑ­νότη­τα, τὴν ὁ­μό­νοι­α, συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ τὴν ἠ­ρε­μί­α καὶ τὴ γα­λή­νη. Εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη πά­στα κερα­τᾶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 50). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ­στει­εύ­ε­ται ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]


Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.


Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


			

Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[1/3]

 

Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς

(Cocu auxiliaire ou coadjuteur)


ΠΙΚΟΥΡΙΚΟΣ ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς εἶ­ναι αὐτὸς ποὺ ἀ­που­σιά­ζει συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, ἐμ­φα­νίζε­ται μο­νά­χα γιὰ νὰ σκορ­πί­σει τὴ χα­ρά, νὰ προ­σά­ψει στοὺς ἔν­τρο­μους ἐρα­στὲς τῆς γυ­ναί­κας του τὸ ὅ­τι δὲν γε­λοῦν καὶ δὲν πί­νουν· καί, δί­χως νὰ δι­στά­σει, τοὺς προ­κα­λε­ῖ νὰ λη­σμο­νή­σουν τὶς φι­λο­νι­κί­ες τους καὶ νὰ ζή­σουν ὡς κα­λοὶ δη­μο­κρά­τες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ πάν­τα βρί­σκον­ται ὑπὸ τὸ κα­θε­στὼς τῆς κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης. Αὐτὸς λοι­πὸν βο­η­θᾶ τὶς δο­σο­λη­ψί­ες· γι’ αὐ­τὸν τὰ κέ­ρα­τα εἶ­ναι ρο­δο­πέ­τα­λα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, Ἀ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 19). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Ὁ Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ὁ ἴ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ἐ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται ὅ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]

Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.

Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


Κώστας Καναβούρης: Βράδυ τῶν κουρασμένων ἀνθρώπων


Κώ­στας Κα­να­βού­ρης


Βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων


ΕΤΑΡΤΗ, ΜΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, γύ­ρω στὶς 7 τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τί ἀ­πό­γευ­μα δη­λα­δή, πὲς βρά­δυ κα­λύ­τε­ρα. Μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ τοῦ με­τρὸ «Νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο». Δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λά, ὅ­ταν εἶ­ναι νω­ρὶς τὸ βρά­δυ καὶ εἶ­σαι μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὅ­που κι ἂν πά­ει αὐ­τό, καὶ εἶ­ναι βα­θὺς χει­μώ­νας καὶ τὸ μέ­σα κρύ­ο μπερ­δεύ­ε­ται μὲ τὸ ἔ­ξω, τό­τε νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων.  Ὄ­χι τό­σο στὸ με­τρό, ὅ­σο στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Θὲς ὁ φω­τι­σμός, θὲς ποὺ κοι­τά­ζεις ἔ­ξω μιὰ πό­λη κου­ρα­σμέ­νη, θὲς ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο τρυ­πά­ει τὸ πε­ζο­δρό­μιο σὰν βι­τρι­ο­λι­κὸ χι­οῦ­μορ ἐκ­δί­κη­σης, θὲς ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νε­βαί­νουν στὸ ὄ­χη­μα σὰν νὰ τὸ πε­ρί­με­ναν χί­λια χρό­νια ἢ ἀ­πὸ κά­ποι­ον προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να χω­ρὶς ἄ­νοι­ξη, γε­γο­νὸς εἶ­ναι πὼς σὲ μιὰ Τε­τάρ­τη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς 7 τὸ βρά­δυ, στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ γύ­ρω τρι­γύ­ρω χει­μώ­νας, βου­λιά­ζεις μέ­σα στὴν κού­ρα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων.

        Για­τὶ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν πη­γαί­νουν, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­στρέ­φουν. Καὶ δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν, οὔ­τε εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἔ­φυ­γαν. Ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἔ­φυ­γαν. Καὶ δὲν εἶ­ναι σι­ω­πη­λοί. Εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τοι. Μὲ πολ­λὲς ἧτ­τες σω­ρι­α­σμέ­νες μέ­σα στὰ μά­τια τους. Ἀ­νε­λέ­η­τες ἧτ­τες.

        Βρί­σκω ἕ­να κά­θι­σμα ὅ­που μπο­ρῶ νὰ κα­θί­σω, ἕ­τοι­μος βέ­βαι­α νὰ ση­κω­θῶ, ἀ­φοῦ τὰ μέ­τρα γιὰ τὸν κο­ρω­νο­ϊ­ὸ μοιά­ζουν μὲ τὴν πα­ροι­μί­α «Τέ­τοι­α ὥ­ρα, τέ­τοι­α λό­για». Μέ­σα στὸ σα­κί­διο ἔ­χω τὰ «Ἅ­παν­τα» τοῦ Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο (1892-1938). Ὁ μέ­γας Πε­ρου­βια­νὸς ποι­η­τής. Με­γά­λο μέ­ρος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του τὸ πέ­ρα­σε σι­τι­ζό­με­νος ἐ­λά­χι­στα. Πέ­θα­νε, κα­τέρ­ρευ­σε κα­λύ­τε­ρα, στὸ Πα­ρί­σι, λί­γο με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν δη­μο­κρα­τι­κῶν δυ­νά­με­ων στὴν Ἱ­σπα­νί­α.

        Χαί­ρο­μαι για­τὶ θὰ δι­α­βά­σω κά­ποι­α ποι­ή­μα­τά του στὸ Τρί­το Πρό­γραμ­μα. Ἐ­κεῖ πη­γαί­νω. Καὶ πη­γαί­νω μέ­σα στὸν χει­μώ­να τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Τοὺς βλέ­πω κι ἀ­νοί­γω τὰ «Ἅ­παν­τα» στὸ τέ­ταρ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο τοῦ Βα­λι­έ­χο, ποὺ ἔ­χει τί­τλο «Ἱ­σπα­νί­α πα­ρελ­θέ­τω ἀ­π’ ἐ­μοῦ τὸ πο­τή­ριον τοῦ­το» (Σε­πτέμ­βριος-Νο­έμ­βριος 1937).  Ἔ­χω ση­μα­δέ­ψει τὴ σε­λί­δα σ’ ἕ­να ποί­η­μα ποὺ μὲ συγ­κλό­νι­σε κι ἔ­χει τί­τλο «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Καὶ λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο:

        «(…) Κοί­τα­ξα τὸ πτῶ­μα, τὴ σύν­το­μη ὁ­ρα­τή του τά­ξη / καὶ τὴ βρα­δύ­τα­τη φουρ­τού­να τῆς ψυ­χῆς του· / τὸ ’­δα νὰ ἐ­πι­ζεῖ, εἶ­χε τὸ στό­μα / τὴ μι­σο­κομ­μέ­νη ἡ­λι­κί­α δύ­ο στο­μά­των. / Φώ­να­ξαν τὸν ἀ­ριθ­μό του: κομ­μά­τια. / Φώ­να­ξαν τὴν ἀ­γά­πη του: δὲν φε­λοῦ­σε! / Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη!».

        «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Χει­μώ­νας σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς Ἀ­θή­νας, χει­μώ­νας μιᾶς μά­χης μὲ μιὰ στρα­τιὰ ἀ­πὸ κου­ρα­σμέ­να μά­τια. Ἡ ἥτ­τα τῆς μά­χης τοῦ Τε­ρο­νὲλ συ­νε­χί­ζε­ται, κα­θὼς τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο προ­χω­ρά­ει ἀ­πὸ στά­ση σὲ στά­ση. Φεύ­γουν κι ἔρ­χον­ται οἱ πι­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες τῶν ξε­χα­σμέ­νων ἐ­ρώ­των, τῶν ἄ­τυ­χων σω­μά­των, τῶν πα­ραι­τη­μέ­νων ἐ­ρώ­των μέ­σα στὰ ἄ­χρη­στα με­ρο­κά­μα­τα καὶ στὶς ἀ­συμ­πέ­ρα­στες ἀ­σύμ­με­τρες ἧτ­τες.

        Στὸ πί­σω μου κά­θι­σμα μιὰ γυ­ναί­κα κου­βεν­τιά­ζει μὲ τὴν ἀ­πέ­ναν­τι. Μα­σοῦν τὶς λέ­ξεις κρο­τα­λί­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­νύ­παρ­κτο ζό­φο. Ἐ­κτί­ουν ποι­νὴ καὶ δὲν τὸ ξέ­ρουν. Τί γιὰ τὰ ἐμ­βό­λια λέ­νε ποὺ εἶ­ναι κα­τά­ρα καὶ ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «μας». Τί γιὰ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν κολ­λά­ει, τί ὅ­τι θέ­λουν νὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­σουν (ποι­οὶ ἄ­ρα­γε;) τὴ λει­τουρ­γί­α. Τί γιὰ τοὺς «ξέ­νους» ποὺ θὰ μᾶς κα­τα­κτή­σουν καὶ γιὰ τοὺς «Εὐ­ρω­παί­ους» ποὺ μᾶς μι­σοῦν…

        Κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια μου τὸν Βα­λι­έ­χο. Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε ἡ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νὲλ καὶ ἡ­  Ἔ­ξο­δος τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου καὶ ἡ σφα­γὴ τῶν Ψα­ρῶν καὶ τῆς Χί­ου καὶ ἡ μά­χη τοῦ Μα­τζι­κὲρτ καὶ ὁ Σι­κε­λι­κὸς Ἑ­σπε­ρι­νὸς καὶ ἡ θυ­σί­α τοῦ Τζορ­ντά­νο Μπροῦ­νο; Γιὰ νὰ χα­θεῖ ἡ μά­χη μέ­σα σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­ποι­ο βρά­δυ, κά­που στὸν κό­σμο, κά­ποι­α χει­μω­νι­ά­τι­κη Τε­τάρ­τη;

        Ξα­να­νοί­γω τὸν Βα­λι­έ­χο προ­σε­κτι­κὰ σὰν νὰ δι­α­βά­ζω πα­ρά­νο­μη προ­κή­ρυ­ξη: «Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη». Για­τὶ νε­κρὸς εἶ­ναι ὁ θά­να­τός μας.

        Κα­τε­βαί­νω ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ναί: Θὰ δι­α­βά­σω Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο. Ναί: Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­ναν ὅ­λα. Για­τί, ναί: Εἶ­ναι βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Καὶ ὅ­πως κα­τε­βαί­νω ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι δί­πλα μου μιὰ κί­νη­ση. Μα­ζί μου «κα­τέ­βη­κε» κι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐ­ξαί­σιος ποι­η­τὴς Σάν­τρο Πέ­να, ποὺ εἶ­δε φα­σι­σμοὺς καὶ φα­σι­σμοὺς νὰ τοῦ παίρ­νουν τὴ ζω­ή. Καὶ μοῦ λέ­ει: «Εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι κου­ρα­σμέ­νοι μό­νο· ἀλ­λὰ ὄ­χι εὐ­τε­λεῖς.» Κι ἔ­φυ­γε. Πῆ­γα κι ἐ­γώ.



Πη­γή: ἔφ. Ἡ Αὐ­γή, 16-01-2022.

https://www.avgi.gr/tehnes/405536_brady-ton-koyrasmenon-anthropon?amp

Kώστας Kαναβούρης (Kαβάλα 1955). Eἶναι πτυχιούχος Πολιτικῶν Eπι­στη­μῶν. Ἀπό τὸ 1992 εἶναι μέλος τῆς EΣHEA. Δούλεψε στὶς ἐφημερίδες Pι­ζο­σπάστης, Nέα, Mεσημβρινή, Ἔθνος, Ἐπενδυτής καὶ σὲ πολλοὺς ρα­διο­φω­νικοὺς σταθμούς. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1995 εἶχε τὴν ἐκπομπὴ βιβλίου Bιβλιοθέαση στὸ τηλεοπτικὸ κανάλι Seven. Συνεργάζεται μὲ τὴν Kυ­ρια­κάτικη Aὐγ καὶ τὸ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ NET 105,8. Ἔχουν εκδοθεῖ ὀκτώ συλ­λογές του μὲ ποιήματα, ἕνα βιβλίο μὲ δημοσιογραφικὰ κείμενα, μία συλλογὴ ἀφηγημάτων, καὶ μία νουβέλα. Πρῶτο του βιβλίο Ἡ δια­χω­ρι­στι­κὴ γραμμὴ τοῦ τοπίου (ποίηση, Ηριδανός, 1983)



		

	

Φρίξος Μακρῆς: Στὸ Βαρδάρη


Φρί­ξος Μα­κρῆς


Στὸ βαρ­δά­ρι


ΤΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑ σχο­λεῖ­ο, ὁ γέ­ρος μου μὲ κρά­τα­γε στὸ μα­γα­ζί, ἀ­γο­ρὰ Βαρ­δά­ρι. Εἶ­χε κο­το­που­λά­δι­κο στὴν ὁ­δὸ Εἰ­ρή­νης. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κα­τε­δά­φι­ση μπῆ­κε στὸ Κα­πά­νι, γιὰ νὰ βγεῖ στὴν ἴ­δια ὁ­δὸ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια, πά­λι «λό­γῳ κα­τε­δα­φί­σε­ως». Τὰ χρό­νια μὲς στὴν σκε­πα­στὴ ἀ­γο­ρὰ ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω τὸν κό­σμο, μα­ζὶ μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος καὶ πάν­τα μὲ τὶς ὁ­δη­γί­ες τοῦ γέ­ρου, ποὺ ἦ­ταν ζό­ρι­κος ἀλ­λὰ τό ’­παι­ζε καὶ φι­λό­σο­φος.

        Ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χὴ ἔ­βρι­θε ἀ­πὸ σκυ­λά­δι­κα. Ὁ ὑ­πό­κο­σμος πα­ρή­λαυ­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ Κα­πά­νι σταμ­πα­ρι­σμέ­νος ἀ­π’ τὸ ἔμ­πει­ρο μά­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ μοῦ τὴ δι­η­γό­ταν σὰν πα­ρα­βο­λὲς δι­αν­θι­σμέ­νες μὲ ἠ­θι­κὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ πα­ροι­μί­ες. Πόρ­νες, σω­μα­τέμ­πο­ροι, πρε­ζά­κη­δες, ἀ­πα­τε­ῶ­νες καὶ μα­χαι­ρο­βγάλ­τες ἦ­ταν ρου­τί­να στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ἄ­κα­κοι γρα­φι­κοὶ τύ­ποι, ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ καὶ πι­ά­νον­ταν κο­ρό­ι­δα ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­τή­δει­ους.



Πη­γή: περ. Τὸ Τρὰμ, τχ .13-14 (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Ἰ­ού­νιος 1990).

Φρί­ξος Μα­κρῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1958). Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ἱ­στο­ρί­α–Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ Κέν­τρο Ἱ­στο­ρί­ας Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ προϊστάμενος τῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης. Στὰ γράμ­μα­τα πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὰ μι­κρὰ πε­ζὰ τὸ 1990 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Τράμ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ Παράδειγμα καὶ τὸ Φιλότιμο



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ Παράδειγμα καὶ τὸ Φιλότιμο

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια καὶ τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΕΡΙΟΔΕΥΩΝ ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον κα­τέ­λυ­σε καὶ εἰς τὴν Κα­ρύ­ται­να ἐν ἐ­πο­χῇ Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ὅ­τε οἱ Ἕλ­λη­νες ἄ­νευ με­γά­λης ἀ­νάγ­κης οὐ­δέ­πο­τε κα­τέ­λυ­ον τὰς τεσ­σα­ρα­κο­στάς, ἑ­πο­μέ­νως ἔ­τρω­γε κρέ­ας ὡς ἀ­σθε­νοῦς κρά­σε­ως καὶ ὁ­δοι­πό­ρος μό­νος ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ οἱ πα­ρ’ αὐ­τῷ ὑ­πα­σπι­σταὶ καὶ ἰα­τροὶ ὄν­τες δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νοι ὡς Ἐλ­βε­τοί. Ὁ ξε­νί­ζων τὸν Κυ­βερ­νή­την Κο­λο­κο­τρώ­νης δι­έ­τα­ξε καὶ ἔ­βρα­σαν ὄρ­νι­θας, ἐ­μα­γεί­ρευ­σε μι­κρὸν ἐ­ρί­φιον εἰς φα­γη­τὰ κα­ρυ­κευ­μέ­να, καὶ ὡς ἐ­πί­με­τρον ἔ­ψη­σαν πα­χύ­τα­τον ἀ­μνόν. Ἰ­δὼν ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴν σπα­τά­λην αὐ­τὴν τῶν φα­γη­τῶν εἶ­πε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νην.

       — Πά­ρα πο­λὺ κοι­λι­ό­δου­λον μὲ ἐκ­θέ­τεις εἰς τοὺς πα­τρι­ώ­τας σου, Στρα­τη­γέ, ἀ­φοῦ ἠ­ξεύ­ρεις ὅ­τι δι’ ἐ­μὲ καὶ τοὺς συν­τρό­φους μου δυ­ὸ ὄρ­νι­θες βρα­στὲς καὶ μί­α ψη­τὴ ἤρ­κουν καὶ ἐ­πε­ρίσ­σευ­αν, ἡ­τοί­μα­σες τρο­φὴν διὰ εἴ­κο­σιν ἄ­το­μα.

       — Νὰ σοῦ εἰ­πῶ ὑ­πε­ρε­ξο­χώ­τα­τε, ἀ­πε­κρί­θη ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, εἰς τοῦ πλιὸ πτω­χοῦ φί­λου μου ἂν πά­γω, θὰ σφά­ξῃ ἕ­να ἀρ­νί, διὰ νὰ μὲ φι­λεύ­σῃ καὶ ἂς εἶ­μαι καὶ μο­να­χός μου, καὶ νὰ ἔλ­θῃ μιὰ φο­ρὰ στὸ σπί­τι μου ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ νὰ μὴ σφά­ξω δυ­ὸ ἀρ­νιά, ὄ­χι θὰ μὲ πε­ρά­σουν διὰ γύ­φτον.

       — Αὐ­ταὶ εἶ­ναι αἱ ἀ­νό­η­τοι ψω­ρο­ϋ­πε­ρή­φα­νοι ἰ­δέ­αι, αἱ ὁ­ποῖ­αι δὲν θὰ σᾶς ἀ­φή­σουν ν’ ἀ­να­λά­βε­τε εὔ­κο­λα, τῷ ἀν­τι­πα­ρε­τή­ρη­σεν ὁ Κυ­βερ­νή­της, καὶ σεῖς οἱ δι­α­κρι­νό­με­νοι ὡς ὁ­δη­γοὶ τῶν ἄλ­λων ὀ­φεί­λε­τε τὰ ὁ­ποῖ­α βλέ­πε­τε εἰς ἐ­μὲ πα­ρα­δείγ­μα­τα τῶν κα­λῶν πρά­ξε­ων, νὰ τὰ δει­κνύ­ε­τε καὶ εἰς τοὺς μι­κρούς.

       — Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὰ καὶ ἅ­για ὅ­σα λέ­γεις, μὰ ἀ­γά­λια-ἀ­γά­λια ὁ ἄν­θρω­πος τὸ ζα­κό­νι του (ἐ­λάτ­τω­μα) ἀ­πήν­τη­σε τε­λευ­ταῖ­ος ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης πρὸς τὸν Κυ­βερ­νή­την.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 49.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Δημήτρης Λεβέντης: Ὁ ἔνδοξος μεγάλος θυμός

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Ὁ ἔν­δο­ξος με­γά­λος θυ­μός


ΑΙ ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ πα­ρο­μοί­ως θὰ πρά­ξω» σκέ­φτη­κε μὲ αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἔ­παρ­ση ὁ κύ­ριος Τά­κης, κα­τε­βά­ζον­τας τὸ ἀ­κου­στι­κό τοῦ τη­λε­φώ­νου, καὶ ὁ θυ­μός του τό­νω­σε τὸν παλ­μὸ στὴν ἤ­δη τσι­τω­μέ­νη φλε­βί­τσα ποὺ ρω­μα­λέ­α ἔ­παλ­λε καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἰ­αμ­βι­κά, κά­τω ἀ­πὸ τὸν γκρί­ζο του κρό­τα­φο. Θρα­σύ­τα­τα καὶ πα­ρα­βα­τι­κὰ στα­λαγ­μέ­νη, ἡ ἀ­δρε­να­λί­νη δι­α­χε­ό­ταν στὸ ἀ­φρόν­τι­στο καὶ κα­κο­πα­θη­μέ­νο κυ­κλο­φο­ρι­κό του, καὶ ὠ­θοῦ­σε στὰ ἄ­κρα τὶς σκέ­ψεις του, ἔ­τσι ποὺ τὸν συ­νέ­παιρ­ναν πα­ρά­φο­ρα, σὰν νά ’­τα­νε ἐμ­πει­ρί­ες ἐ­φη­βι­κές· πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, τὸν συν­τρό­φευ­αν μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ θὰ τολ­μού­σα­με νὰ ὀ­νο­μά­σου­με συ­ζυ­γι­κό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ἦ­ταν σχέ­ση ποὺ εἶ­χε ἀ­να­πτυ­χθεῖ στα­δια­κά, στέ­ρε­α καὶ ἐν τέ­λει ἐ­πι­ζή­μια μέ­σα στὴ μα­κρό­χρο­νη μο­να­ξιά του, μα­ζὶ μὲ τὰ τό­σα ἄλ­λα χού­για του.

        Ἤ­τα­νε μό­νος καὶ μο­να­χι­κός, στριμ­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὄ­χι μί­ζε­ρος ὁ κύ­ριος Τά­κης. Δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ Τσι­ρί­γο, πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὶς σπου­δές του. Ἡ Βέ­τα ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ χη­ρεί­α της, ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια, εἶ­χε με­τοι­κί­σει στὸ ἰ­σό­γει­ο μιᾶς δι­ώ­ρο­φης ἡ­μι­πο­λυ­τε­λοῦς κα­τοι­κί­ας στὴν ὁ­δὸ Σκαν­δεί­ας στὸν Ἄ­λι­μο, ὅ­που ἐ­πί­σης δι­έ­με­ναν οἱ δύ­ο της κό­ρες (μί­α σὲ κά­θε ὄ­ρο­φο) μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἄν­τρες τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πέ­με­ναν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα τὸ βά­σα­νο τῆς πε­ρι­ποι­η­τι­κῆς καὶ ἄ­στορ­γης τρι­α­δι­κῆς μη­τρι­αρ­χί­ας, κι αὐ­τὸ για­τὶ μὲ τὸν και­ρὸ εἶ­χαν κα­τα­στεῖ ὁ μὲν ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πει­θή­νιος (σχε­δὸν χαλ­βάς), ὁ δὲ ἄλ­λος ψευ­δο­λό­γος καὶ μπερ­μπάν­της. Στὸ νη­σὶ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει (μᾶλ­λον μὲ μι­σὴ καρ­διὰ) ὁ μι­κρὸς ἀ­δερ­φὸς ὁ Βα­σί­λης (μι­κρός… τριά­ντα ὀ­χτὼ χρό­νων πλέ­ον), δι­α­χει­ρι­στὴς τῆς ὅ­λης καὶ κα­θό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­της οἰ­κο­γε­νεια­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας (τοῦ με­ρι­δί­ου τοῦ κυ­ρί­ου Τά­κη συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου), ἄ­τυ­πα μὲν καὶ σι­ω­πη­ρά, μὰ κοι­νῇ συ­ναι­νέ­σει καὶ ἀ­γόγ­γυ­στα. Μὰ καὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια αὐ­τὴ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­λά­χι­στα εἶ­χε, λί­γο για­τὶ τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε ἡ ἄ­ξε­στη προ­φο­ρὰ καὶ ἡ θο­ρυ­βο­ποι­ὸς πο­λυ­λο­γί­α τῆς ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας ἀ­νι­ψιᾶς του (ἀ­πὸ τὰ μέ­ρη τῆς Καρ­δί­τσας σὰν δα­σκα­λί­τσα πρω­το­ῆρ­θε στὸ νη­σί), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἐ­κνευ­ρι­στι­κὴ ἀ­δρά­νεια τὴν ὁ­ποί­α ἔ­δει­χνε τὸ ζευ­γά­ρι στὴ σα­ρω­τι­κὴ κα­τα­στρο­φο­μα­νί­α ποὺ ὀ­νό­μα­ζαν παι­χνί­δι τὰ παι­δά­κια τους (δύ­ο θη­λυ­κοὶ τραμ­ποῦ­κοι ἤ­τα­νε, ὄ­χι παι­δά­κια), καὶ εἶ­χε σὰν πε­δί­ο ἄ­σκη­σης τὸ ἴ­διο του τὸ σπί­τι, τὸ μὲ ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐρ­γο­νο­μί­α φρον­τι­σμέ­νο, κα­τὰ τὶς ἀρ­χι­κὰ σπά­νι­ες καὶ πλέ­ον μη­δε­νι­κὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις τους. Τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ πά­ρε-δῶ­σε, λοι­πόν, εἶ­χαν πε­ρι­ο­ρι­στεῖ σὲ κά­ποι­ες πα­σχα­λι­νὲς συ­να­θροί­σεις, στὶς ἀ­πρό­βλε­πτες μὰ εὐ­τυ­χῶς πάν­τα σύν­το­μες ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ Βα­σί­λη καὶ στὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο δε­κά­λε­πτο τη­λε­φώ­νη­μα τῆς Βέ­τας κά­θε Σάβ­βα­το στὶς ἐν­νι­ά­μι­σι τὸ πρω­ί, ἀ­νελ­λι­πῶς.

        Νὰ για­τί ἡ τη­λε­φω­νι­κὴ κλή­ση ποὺ λί­γο πρὶν δέ­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, Πέμ­πτη με­ση­μέ­ρι στὶς τέσ­σε­ρις, καὶ ἐ­νερ­γο­ποί­η­σε τὸν εὐ­φάν­τα­στο θυ­μό του, ἤ­τα­νε ἔ­κτα­κτη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ σκο­πιὰ ἰ­δω­μέ­νη, ἀ­να­με­νό­με­νη.

        «… δὲν ντρέ­πε­σαι στὴν ἡ­λι­κί­α σου… αὐ­τὴ τὰ λε­φτά σου θέ­λει νὰ φά­ει… ἴ­σως καὶ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς φυ­λά­ξει… ἔ­χει καὶ παι­δί… σι­γά, ἀ­πὸ σέ­να τί νὰ ζή­λε­ψε…; τί θὰ λέ­ει ὁ κό­σμος…; τὸν Βα­σί­λη δὲν τὸν σκέ­φτε­σαι…; μᾶς ἐκ­θέ­τεις ὅ­λους… εἶ­σαι καὶ προ­ϊ­στά­με­νος, τρο­μά­ρα σου… σύ­νελ­θε…». Τέ­τοι­α καὶ ἄλ­λα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰ­πώ­θη­καν ἀ­πὸ τὴ Βέ­τα σὲ ἕ­ναν φι­λιπ­πι­κό, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ὁ­ποί­ου ἄ­κου­σε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ ἀ­κου­στι­κὸ πά­νω στὸ πα­ρα­κεί­με­νο μπου­φε­δά­κι, ἐ­νο­χλη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πρέ­πεια ποὺ ἀ­νέ­δι­δαν ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ χροι­ὰ τῆς φω­νῆς. Κα­τό­πιν ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη.

        Καὶ τί νὰ πεῖ; Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ του ἔ­βλε­πε, ἔ­κρι­νε τὰ γε­γο­νό­τα καὶ ἔ­πρατ­τε ἀ­να­λό­γως. Ἂς ἔ­βρα­ζαν στὸ ζου­μί τους καὶ ἡ Βέ­τα καὶ ὁ Βα­σί­λης καὶ ὅ­ποι­ος ἄλ­λος κε­ρα­τὰς ἤ­θε­λε. Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὸν ἑ­αυ­τὸ του τὰ εἶ­χε τώ­ρα δὰ κα­λά. Πο­λὺ κα­λὰ μά­λι­στα. Κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ πο­τέ! Κι ἄ­φη­σε ἀ­χα­λί­νω­τη τὴ φαν­τα­σί­α του μὲ τόλ­μη νὰ συμ­πλη­ρώ­νει τὰ ἤ­δη τολ­μη­ρὰ συμ­βε­βη­κό­τα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν.

        Για­τί ἤ­τα­νε δε­κα­τρεῖς μέ­ρες, γλυ­κὰ με­τρη­μέ­νες, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης, ἀ­να­θαρ­ρεύ­ον­τας μπρο­στὰ στὸ ἴ­σως καὶ αὐ­θόρ­μη­το, μὰ σί­γου­ρα ἀ­πα­στρά­πτον χα­μό­γε­λο ποὺ ἀ­νέ­τει­λε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θη­ρι­ῶ­δες καὶ φω­τα­γω­γη­μέ­νο ψυ­γεῖ­ο τῶν τυ­ρι­ῶν τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ στὸ πρό­σω­πο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης καὶ καλ­λί­γραμ­μης Βουλ­γά­ρας, ποὺ τοῦ ἔ­κο­βε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὴν ἕ­βδο­μη ἀ­πὸ τὶς δέ­κα φέ­τες τῆς βρα­στῆς γα­λο­πού­λας ποὺ τῆς εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, τῆς πρό­τει­νε με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου, καὶ παίρ­νον­τας ὅ­λα τὰ ρί­σκα μιᾶς πι­θα­νό­τα­της ἀ­πόρ­ρι­ψης καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σης, νὰ βγοῦ­νε γιὰ δεῖ­πνο, κι ἐ­κεί­νη δέ­χτη­κε, χα­ρί­ζον­τάς του ἕ­να ἀ­κό­μη χα­μό­γε­λο, σὺν ἕ­να μι­κρὸ γε­λά­κι, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­τός του με­του­σι­ώ­θη­καν σὲ ἀ­πρό­σμε­νο σὸκ στιγ­μια­ίας εὐ­δαι­μο­νί­ας.

        Ἔ­κτο­τε βγῆ­καν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις φο­ρές. Πή­γαι­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του συ­νή­θως σὲ κά­ποι­ο ἑ­στι­α­τό­ριο (ἄλ­λο κά­θε φο­ρά) καὶ τρώ­γα­νε ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ κα­θό­λου κα­λὰ συγ­κα­λυμ­μέ­να ἐ­πι­κρι­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῆς ὑ­πό­λοι­πης πε­λα­τεί­ας. Πί­να­νε ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο κρα­σί. Τὴ σέρ­βι­ρε καὶ τὴν πε­ρι­ποι­ό­τα­νε ὅ­πως ἁρ­μό­ζει σὲ ἕ­ναν εὐ­γε­νὴ ποὺ συ­νο­δεύ­ει μιὰ κυ­ρί­α. Μί­λα­γαν λί­γο καὶ γε­λού­σα­νε πο­λύ. Εἶ­χε χι­οῦ­μορ κο­φτε­ρὸ καὶ πρω­τό­τυ­πο ὁ κύ­ριος Τά­κης. Κι ὅ­ταν τὸ ἀ­στεῖ­ο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ πε­τυ­χη­μέ­να, ἐ­κεί­νη γέ­λα­γε πο­λύ, τοῦ ’­πια­νε καὶ τοῦ ’­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι, μὰ αὐ­τὸ δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Στὸ γυ­ρι­σμὸ τὴν πή­γαι­νε ὣς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της, κι ἐ­κεῖ, πρὶν χω­ρί­σουν, τοῦ ἔ­δι­νε ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸ μά­γου­λο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε «ἀν­τί­ο», προ­φέ­ρον­τάς το μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἔ­βρι­σκε ἀ­κα­τα­μά­χη­το καὶ ἀ­φρο­δι­σια­κό.

        Αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Μὰ ἡ φαν­τα­σί­α του τὸ συμ­πλή­ρω­νε μὲ δρά­σεις καὶ πρά­ξεις θαρ­ρε­τές, νε­α­νί­ζου­σες καὶ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες, ποὺ ὅ­μως σκόν­τα­φταν, ἀ­κό­μα καὶ σὲ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τῆς φαν­τα­σί­ας του, στὴν ἐ­γω­πα­θῆ καὶ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὴ σκλη­ρό­τη­τα τῶν συγ­γε­νῶν καὶ στὴν ἀ­πα­ξι­ω­τι­κὴ πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴν το­πι­κὴ κοι­νό­τη­τα, καὶ τό­τε κα­τά­στρω­νε σχέ­δια πο­λε­μι­κὰ καὶ τὸν κα­τα­κυ­ρί­ευ­ε ὁ με­γά­λος ἔν­δο­ξος θυ­μός, μὲ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες του νὰ βρον­τοῦν καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ προ­σώ­που του νὰ γί­νε­ται, περ­νών­τας στα­δια­κὰ ἀ­πὸ πλῆ­θος ἀ­πο­χρώ­σε­ων τοῦ ἐ­ρυ­θροῦ, τε­λι­κὰ με­λι­τζα­νί.

        Τό ’­πα­θε ποὺ λέ­τε τὸ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα τὸ ξα­νά­πα­θε χει­ρό­τε­ρα, καὶ κα­τέ­λη­ξε ὁ κύ­ριος Τά­κης ἀ­νήμ­πο­ρος στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, μὲ χα­κὶ ζα­κέ­τα στοὺς ὤ­μους, μπὲζ-κα­ρὸ κου­βερ­τού­λα στὰ πό­δια καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, ἀ­κί­νη­το κι ἀ­κό­μη θυ­μω­μέ­νο. Λε­φτὰ δὲν λυ­πή­θη­καν οἱ συγ­γε­νεῖς. Τοῦ προσ­λά­βα­νε μιὰ Πο­λω­νέ­ζα νό­στι­μη (τυ­χαί­α νό­στι­μη ἤ, ἄ­ρα­γε, ἀ­πὸ τύ­ψεις;) νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται ὁ­λη­με­ρίς. Σὰν μω­ρὸ τὸν εἶ­χε.

        Οἱ συν­το­πί­τες του ὅ­λο συμ­πά­θεια στα­μα­τοῦν τὸν Βα­σί­λη στὸ δρό­μο καὶ ρω­τοῦν: «Τί κά­νει ὁ κύ­ριος Τά­κης;». Κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­παν­τᾶ: «Τί νὰ κά­νει;».

        Ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­πι­βι­ώ­νει καρ­τε­ρι­κὰ καὶ ἄ­χρο­να, καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­σύ­στο­λα μὲ τὰ μά­τια του ἀ­νοι­χτὰ ἢ κλει­στά (τὸ ἴ­διο κά­νει). Καὶ τὸ βρά­δυ βρά­δυ, αὐ­τὸ μᾶλ­λον στ’ ἀ­λή­θεια τοῦ συμ­βαί­νει, μὰ δὲν εἶ­ναι καὶ ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος… ἡ κο­πε­λιὰ τοῦ φτιά­χνει τὴ μπὲζ-κα­ρὸ κου­βέρ­τα, τὸν φι­λά­ει στὰ χεί­λη ἀ­κουμπών­τας τα ἀ­νε­παί­σθη­τα καὶ τρυ­φε­ρά, καὶ τοῦ ψι­θυ­ρί­ζει: «ἀν­τί­ο».



Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­τη­ς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Δι­ή­γη­μα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).


 

Σπῦρος Κρόκος: Chop Chop Square


Σπῦ­ρος Κρό­κος


Chop Chop Square


 ΠΡΩΪΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Φρε­σκο­πλυ­μέ­να σεν­τό­νια ἔ­χουν ἀρ­χί­σει ἤ­δη ν’ ἁ­πλώ­νον­ται πά­νω στὶς πλά­κες της. Ἡ θέ­α τῶν λευ­κῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν ποὺ πε­τοῦν στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­να­κα­λεῖ στὴ μνή­μη του τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος. Στὸ νοῦ του ἔρ­χον­ται κι ἐ­κεῖ­νοι οἱ στί­χοι ποὺ εἶ­χε βρεῖ γραμ­μέ­νους χρό­νια πρίν, σ’ ἕ­να ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο κομ­μά­τι χαρ­τί, πε­τα­μέ­νο στὴ ρί­ζα μιᾶς γέ­ρι­κης χουρ­μα­διᾶς: «Στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες τοῦ Προ­φή­τη πει­να­σμέ­να γε­ρά­κια κα­ρα­δο­κοῦν, κομ­μα­τι­ά­ζον­τας τὶς νό­τες ποὺ ξε­γλι­στροῦν ἀ­μέ­ρι­μνα στὴ σι­ω­πὴ τῆς ἄμ­μου. Ὁρ­μοῦν ἐ­πά­νω στὶς ἄ­ψυ­χες σκι­ὲς τῆς ὀ­θό­νης καὶ στὶς φι­γοῦ­ρες τῆς σκη­νῆς, ὅ­ταν αὐ­τὲς δὲν ὑ­πο­κλί­νον­ται φι­λών­τας εὐ­λα­βι­κά τοὺς ὤ­μους τῶν το­πο­τη­ρη­τῶν του.»

        Βα­δί­ζει πρῶ­τος στὴ σει­ρά, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, ἔ­χον­τας τὰ χέ­ρια δε­μέ­να πι­σθάγ­κω­να. Πα­ρὰ τὸ βά­λιουμ, νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του κο­φτὴ καὶ τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ γρή­γο­ρα καὶ ἄρ­ρυθ­μα. Ἀ­πρό­σκλη­τες θύ­μη­σες τοῦ τρα­γου­δοῦν καὶ τὸν τα­ξι­δεύ­ουν σὲ εἰ­κό­νες τοῦ χθές, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­έ­ρα καὶ φῶς μέ­σα ἀ­πὸ λα­βύ­ριν­θους θο­λοὺς καὶ οἰ­κεί­ους. Γνώ­ρι­μες κραυ­γὲς συ­νο­δεύ­ουν τὴ δι­α­δρο­μή του πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Ὅ­μως σὲ αὐ­τὲς δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει πιὰ τὴ χροι­ὰ τῆς δι­κῆς του φω­νῆς μὲ τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες στὴν πλα­τεί­α, τὰ γι­ορ­τι­νὰ πρω­ϊ­νά τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, τὸ πο­δό­σφαι­ρο καὶ τὸ κυ­νη­γη­τὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­κέ­φα­λα σώ­μα­τα. Τοῦ εἶ­χαν πεῖ τό­τε, πὼς αὐ­τὰ ἦ­ταν σκιά­χτρα ποὺ κρα­τοῦ­σαν μα­κριά τὰ στοι­χειὰ τῆς ἐ­ρή­μου. Ἡ στέρ­φα γῆ ἐ­ξά­γνι­ζε τὸ παι­χνί­δι τους ἀ­πὸ τὸ μό­λε­μα καὶ τὸ προ­στά­τευ­ε, ἔ­τσι ὅ­πως ἄ­τμι­ζε ρου­φών­τας ἀ­χόρ­τα­γα τὸ ζε­στὸ αἷ­μα ποὺ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο.

        Γο­να­τί­ζει πά­νω στὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι μὲ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὴ γε­νέ­τει­ρα τοῦ Προ­φή­τη. Ἕ­να θρη­νη­τι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ δι­εκ­δι­κεῖ δι­έ­ξο­δο. Μὰ τε­λι­κὰ μέ­νει βου­βό. Ἀ­νεί­πω­το. Μαῦ­ρο πα­νὶ τυ­λί­γει τὰ μά­τια του κα­θὼς αἰ­σθά­νε­ται τὸν δή­μιο νὰ στέ­κει δί­πλα του. Ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει κι ἡ δου­λειὰ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ πρὶν τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη τοῦ με­ση­με­ριοῦ. Δὲν ἔ­χει πρό­θε­ση νὰ δυ­σκο­λέ­ψει τὸ ἔρ­γο τοῦ ὑ­παλ­λή­λου. Ἀ­κού­ει τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κα­τα­δί­κης καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ψι­θυ­ρι­στὰ τοὺς στί­χους ἀ­πὸ τὸ Κο­ρά­νι. Παύ­ση. Ξέ­ρει τί πρέ­πει νὰ κά­νει ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἔ­πει­τα. Γέρ­νει τὸ σῶ­μα του ἐ­λα­φριὰ μπρο­στά. Αἰ­σθά­νε­ται τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει ἁ­πα­λὰ τὸν λαι­μὸ κι ὕ­στε­ρα νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Τὸ σπα­θὶ κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη. Δι­α­χω­ρι­σμός — δη­λα­δὴ κα­ρα­τό­μη­ση. Ἡ λύ­τρω­ση στὴν Chop Chop Square μό­λις ἦρ­θε. Τὸ πλῆ­θος κραυ­γά­ζει. Κά­ποι­ος του­ρί­στας φώ­να­ξε γκόλ.

        Τρί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ κρα­νί­ο του δί­χως αἰ­σθή­σεις, βού­λη­ση, προσ­δο­κί­ες καὶ μνή­μη πιά, κα­τρα­κυ­λᾶ στὸ πυ­ρω­μέ­νο τσι­μέν­το τῆς πλα­τεί­ας. Σὲ αὐ­τὸν τὸν χρό­νο ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ σκορ­πί­σει ἡ ψυ­χὴ καὶ νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ τὴ σκό­νη ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους τὰ κα­ρα­βά­νια τῶν νο­μά­δων τῆς ἐ­ρή­μου, αὐ­το­μό­λη­σαν μα­ζί της καὶ οἱ ἦ­χοι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια μου­σι­κές, οἱ εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κλει­σμέ­να θε­ά­μα­τα, ἡ γλυ­κιὰ γεύ­ση τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἱ­δρώ­τα καὶ τῶν ἀγ­γιγ­μά­των τῆς σάρ­κας, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁρ­μύ­ρας ποὺ ὁ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὸς ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἕ­ναν ὠ­κε­α­νὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τί­κρι­σε πο­τέ, μὰ κά­θε βρά­δι ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν πὼς πα­τοῦ­σε τὴν ἀν­τί­πε­ρα στε­ριά του.

        «Σκα­τά!» μούγ­κρι­σε ὁ πα­χύ­σαρ­κος ἄν­τρας κοι­τά­ζον­τας τὸ ρο­λό­ϊ του, δε­κα­τρεῖς χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἅρ­πα­ξε τὸ τη­λε­κον­τρὸλ ποὺ ἦ­ταν χω­μέ­νο στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πὲ καὶ τί­να­ξε στὸ πά­τω­μα τὰ τρίμ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ πα­τα­τά­κια ποὺ εἶ­χαν στα­θεῖ στὴν κοι­λιά, στὰ μπού­τια καὶ στὸ λευ­κό του σώ­βρα­κο. Ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, κά­τι ποὺ δὲν τὸ κα­τά­φε­ρε οὔ­τε τὴ δεύ­τε­ρη οὔ­τε τὴν τρί­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σε. Τοῦ πῆ­ρε κάμ­πο­ση ὥ­ρα νὰ χω­ρέ­σει στὴ φρε­σκο­πλυ­μέ­νη στο­λὴ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­νε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουμ­πὶ τοῦ που­κα­μί­σου μὲ τὸ κεν­τη­μέ­νο γε­ρά­κι στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι, κον­το­στά­θη­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοί­τα­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὸν βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­πει­τα τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὴ νο­η­τὴ εὐ­θεία ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ 13η πτέ­ρυ­γα τῶν Πο­λι­τεια­κῶν Φυ­λα­κῶν, τὴν Death Row. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­πλα­νὲς γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μές. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι του στὸ στέρ­νο καὶ σχη­μά­τι­σε φευ­γα­λέ­α τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς εἰ­σό­δου σή­κω­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τί­τλο: «Πρω­τό­κολ­λο Chapman —Ἐ­φαρ­μο­γὴ καὶ Δι­α­χεί­ρι­ση Ἐ­κτε­λέ­σε­ων.» Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη ποὺ ἔ­κα­νε πρὶν κλεί­σει πί­σω του τὴν πόρ­τα καὶ χα­θεῖ, ἦ­ταν ὅ­τι ἂν τὰ πράγ­μα­τα συ­νε­χί­σουν νὰ πη­γαί­νουν κα­λὰ στὴ δου­λειά, ἴ­σως μπο­ρέ­σει νὰ πε­ρά­σει ἕ­να μέ­ρος ἀ­πὸ τὴν κα­λο­και­ρι­νή του ἄ­δεια τα­ξι­δεύ­ον­τας κά­που στὴ Με­σό­γει­ο. Ἰ­τα­λί­α, Ἱ­σπα­νί­α, Γαλ­λί­α, Ἑλ­λά­δα ἴ­σως. Τὰ χεί­λη του συ­σπά­στη­καν σ’ ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο προ­σμο­νῆς καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­σης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες. Ἐν­δει­κτι­κὲς ἀ­να­φο­ρές: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου», «Southern Point», «Chop Chop Squa­re» στὸν ἱστο­χῶ­ρο Ἱ­­στο­­ρί­­ες Μπον­­ζά­ι – Ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μ­ικροῦ. «Θραύ­σμα­τα & Ἀνα­μνή­σεις» στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Eye­lands· «Ὁ Κό­σμος τῆς Λί­μνης» στὸν ἱστό­το­πο Li­te­ra­tu­re.  Τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» καὶ «Τε­λευ­ταῖ­ο Δρο­μο­λό­γιο» ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέα (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) καὶ Ἱ­στο­ρίες στὶς Ρά­γες (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) ἀ­ντί­στοι­χα. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


 

Ἀργύρης Ἑφταλιώτης: Κρυφὴ ἀγάπη


Ἀρ­γύ­ρης Ἑ­φτα­λι­ώ­της


Κρυφὴ ἀγάπη


ΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, για­τρέ, πὼς κά­πο­τε στὴν ἀρ­ρώ­στι’ ἀ­πά­νω ὁ ἄρ­ρω­στος πα­ρα­λα­λεῖ, καὶ πα­ρα­λα­λών­τας λέ­ει καὶ τὴν ἀ­λή­θεια;

        — Νὰ σοῦ πῶ: Σ’ αὐ­τὸ τὸ χω­ριὸ —λέ­ω τοῦ φί­λου μου— συ­χνό­τε­ρα τὴν ἀ­κοῦς τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στους καὶ τρελ­λούς, πα­ρ’ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ποὺ εἶ­ναι κα­λά. Καὶ νὰ δεῖς τί μοῦ συ­νέ­βη­κε σὲ μιὰ κό­ρη, στὴν πί­σω τὴν ἐ­νο­ριά, εἶ­ναι τώ­ρα κάμ­πο­σος και­ρός.

        Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη ἕ­ξι μέ­ρες. Εἶ­χε μιὰ βρα­διὰ πολ­λὴ θέρ­μη, καὶ τρέ­ξα­νε νὰ μὲ φέ­ρουν. Ἄλ­λος δὲν πα­ρα­στε­κό­ταν πα­ρὰ ἡ μά­να της, γυ­ναί­κα ἥ­συ­χη καὶ λι­γά­κι στε­νο­κέ­φα­λη. Ἔ­κλαι­γε ἡ κα­κό­μοι­ρη καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σω τὴν κό­ρη της. Ἔ­κα­μα ὅ,τι μπό­ρε­σα, ἔ­μει­να καὶ λί­γη ὥ­ρα στὸ σπί­τι νὰ δῶ τὶ δρό­μο θὰ πά­ρει ὁ πυ­ρε­τός. Ἀ­νέ­βη­κα νὰ τὴν ξα­να­δῶ. Ἤ­τα­νε χει­ρό­τε­ρα. Βύ­θος καὶ πα­ρα­λα­λη­τό. Ἀ­πὸ τὰ λό­για της φαί­νουν­ταν πὼς ἔ­βλε­πε λου­λού­δια κι  ἀγ­κά­θια. Ἄγ­γι­ζ’ ἕ­να λου­λού­δι, καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἄ­ξαφ­να τὴν ἀγ­κύ­λω­νε καὶ τ’ ἀγ­κά­θι, κι ἔ­βλε­πες τὸν πό­νο στὸ πρό­σω­πό της. Παι­χνί­δι τῆς φαν­τα­σί­ας της, εἶ­πα μέ­σα μου. Μὰ σ’ ἕ­ν’ ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ποὺ μά­ζευ­ε ὁ πλα­νε­μέ­νος νοῦς της, γύ­ρι­σε κα­θὼς πάν­τα τὸ πρό­σω­πό της κα­τὰ τὴν ἄλ­λη με­ριά, καί, —«μ’ ἀ­γα­πά­ει δὲ μ’ ἀ­γα­πά­ει» μουρ­μού­ρι­ζε χα­μη­λὰ κι ἀ­συ­νάρ­τη­τα, σα­λεύ­ον­τας τὰ δά­χτυ­λά της σὰ νά’ κο­βε τοῦ λου­λου­διοῦ της τὰ πέ­τα­λα.

        Λέ­ω τῆς μά­νας, πᾶ­με κά­τω γιὰ λί­γη ὥ­ρα πά­λι. Πή­γα­με κά­τω, καὶ κά­θι­σε ἡ μά­να κον­τὰ στὸ μαγ­κά­λι νὰ μοῦ ψή­σει κα­φέ. Καὶ ψή­νον­τας τὸν κα­φὲ ἔ­λε­γε καὶ ξα­να­έ­λε­γε γιὰ τὴν κό­ρη της, τί ἄγ­γε­λος ἦ­ταν, τί χρυ­σό κο­ρί­τσι, τί νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο· κι ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια.

        — Μὰ γιὰ πές μου, τὴ ρω­τῶ τό­τες, νὰ μὴν εἶ­χε τί­πο­τις ἀ­γά­πες ἡ κό­ρη σου;

        — Θε­ὸς νὰ φυ­λά­ξει, για­τρέ μου! Δὲν ξέ­ρεις τὶ ἀ­θῶ­ο ποὺ εἶ­ναι τ’ ἀ­κρι­βό μου τὸ Λε­νι­ώ, ὁ Θε­ός νὰ μοῦ τή­νε γλυ­τώ­σει!

        Ἡ μά­να θάρ­ρε­ψε πὼς κο­ρί­τσι γιὰ ν’ ἀ­γα­πή­σει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ξε­τσι­πω­μέ­νο.

        Ἔ­τσι τὴν ἔ­μα­θε τὴν ἀ­γά­πη στὸ σκο­λει­ό της.

        — Γιὰ συλ­λο­γί­σου, τῆς κά­νω, μὴν τύ­χει κι ἔ­χει κα­νέ­να κρυ­φὸ κα­η­μὸ τὸ κο­ρί­τσι, καὶ τὴ γι­α­τρέ­ψου­με εὐ­κο­λώ­τε­ρα.

        — Ἄρ­ρω­στη κα­θώς εἶ­ναι, για­τρέ μου, κάλ­λιο τό ‘χω νὰ τή­νε θά­ψω, πα­ρὰ νὰ τὸ ντρο­πιά­σει τὸ τι­μη­μέ­νο μας τ’ ὄ­νο­μα.

        Εἶ­δα πὼς τὰ λό­για μου ἤ­τα­νε χα­μέ­να, ἤ­πια τὸν κα­φέ, ξα­να­κοί­τα­ξα τὴν ἄρ­ρω­στη, δι­ό­ρι­σα γι­α­τρι­κὸ γιὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­φυ­γα.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες πέ­θα­νε ἡ μι­κρή. Δὲ λέ­ω πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἀρ­ρώ­στια, μὰ τὰ νεῦ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν ἕ­να χά­λι ποὺ λί­γη χα­ρά, λί­γο ἀ­ναγ­κά­λι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σει.

        Πῆ­γα στὸ λεί­ψα­νο, για­τὶ τὸ πό­νε­σα τὸ κα­κό­μοι­ρο. Ρά­γι­ζε ἡ καρ­διά μου νὰ βλέ­πω τὴ μά­να του νὰ ξε­σκί­ζε­ται ἀ­πά­νω στὸ κα­τα­στό­λι­στο ἐ­κεῖ­νο κορ­μί, ποὺ ἄλ­λο τῆς ζω­ῆς δὲν τοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἥ­συ­χο.

        Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ριοῦ ποὺ μᾶς προ­σκα­λεῖ τὸ στερ­νὸ τὸ φι­λί. Μό­λις χω­ρί­σα­νε τὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη μά­να ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρα­μέ­νο πρό­σω­πο, καὶ σι­μώ­νει ἕ­να παι­δί, ὣς δε­κο­χτὼ χρο­νῶ νὰ δώ­σει κι αὐ­τὸς τὸ στερ­νό του φί­λη­μα. Ἦ­ταν τῆς γει­το­νιᾶς, γνώ­ρι­ζε τὸ σπί­τι τους, θαρ­ρῶ καὶ στὸ σκο­λει­ὸ μα­ζὶ πή­γαι­ναν. Κα­θό­λου λοι­πὸν πα­ρά­ξε­νο ποὺ σί­μω­νε κι αὐ­τὸς μὲ βρεμ­μέ­να μά­τια! Σή­κω­σαν τὸ λεί­ψα­νο, τό’ θα­ψαν, ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος, ἔ­κα­μα νὰ φύ­γω καὶ γώ. Μὰ ἀν­τὶς νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη τὴ θύ­ρα, ξε­κί­νη­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ πορ­τὶ τοῦ ἀ­πά­νω δρό­μου, γιὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­γο­ρά. Ἔ­κα­μα λοι­πὸν γύ­ρω πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σιά. Ἐ­κεῖ, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Βῆ­μα, σὲ μιὰ κό­χη μο­να­χι­κή, ποι­ό­να νὰ δῶ, πα­ρὰ τὸ ἴ­διο τὸ παι­δὶ ποὺ φί­λη­σε τὸ λεί­ψα­νο τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­κλαι­γε τὰ πύ­ρι­νά του ὁ δύ­στυ­χος. Συλ­λο­γί­στη­κα μιὰ στιγ­μὴ νὰ τοῦ μι­λή­σω καὶ νὰ τοῦ πῶ τὸ τί ἔ­λε­γε ἡ Λε­νι­ώ του ἀ­πά­νω στὸν πυ­ρε­τό της. Μὰ δὲ βά­στα­ξε ἡ καρ­διά μου. Εἶ­πα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ γεν­νή­θη­κε κρυ­φή, κρυ­φὴ πρέ­πει καὶ νὰ πο­θά­νει.



Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Νη­σι­ώ­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες, Εἰ­δι­κή ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα, Ἀ­θή­να, 2009, Α’ ἔ­κ­δο­­ση 1896.

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της (Μόλυβος Μυτι­λή­νης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλ­λί­ας 1923). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλίο: Νη­σιώ­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες (1894, δι­η­γή­μα­τα).


Γιώτα Ἀναγνώστου: Κάθε μέρα Χριστούγεννα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να

 

ΡΩΤΑ ΣΕ ΕΘΙΣΑΜΕ στὸ κάλ­πι­κο. Τὸ βρε­φι­κό σου γά­λα ἀ­γε­λά­δας. Σὲ σκό­νη. Ὕ­στε­ρα σοῦ δεί­ξα­με πὼς νὰ μὴν κά­νεις φί­λους καὶ νὰ με­τρᾶς ἕ­να-ἕ­να τὰ δι­κά σου πλα­στι­κὰ παι­χνί­δια. Με­τὰ σὲ πή­γα­με σχο­λει­ὸ νὰ μά­θεις. Τί; Ἱ­στο­ρί­α. Σί­γου­ρα. Γε­ω­γρα­φί­α. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Γλώσ­σα. Ο.Κ. Μα­θη­μα­τι­κά. Πρω­τί­στως. Σὲ μυ­ή­σα­με στὸν ἔ­ρω­τα-ὀ­θό­νη. Μὲ μιὰ με­ζού­ρα. Νὰ με­τρᾶς τὶς ἴν­τσες, τὰ pixel, τὶς γραμ­μώ­σεις τῆς κοι­λιᾶς, δι­α­στά­σεις στή­θους, πε­ρι­φέ­ρειας, τὸ μῆ­κος τῆς βλε­φα­ρί­δας σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τῶν χει­λι­ῶν τὸ πά­χος. Κα­τό­πιν σοῦ στα­λά­ξα­με σι­γὰ-σι­γὰ πὼς δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σπα­θεῖς γιὰ τί­πο­τα κι οὔ­τε τὸν δι­πλα­νὸ νὰ νοι­ώ­θεις. Θὰ σὲ βο­λέ­ψουν –ἔ­τα­ξαν οἱ φί­λοι οἱ κομ­μα­τι­κοὶ  —σὲ μί­α θέ­ση. Ἄς πᾶ­νε νὰ κουμ­που­ρια­στοῦν οἱ ἄλ­λοι. Μέ­χρι τό­τε «ἅρ­πα­ξε γιὰ νὰ φᾶς καὶ κλέ­ψε νὰ­’ ­χεις». Καὶ ποῦ­ ’­σαι; ἔ­σο ἕ­τοι­μος – ἂν πα­ρα­στεῖ ἀ­νάγ­κη – νὰ πά­ρεις ὅ­πλο, νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖς μιὰ χού­φτα χῶ­μα καὶ ἕ­να ὀρ(ι)ο­θε­τι­κὸ πα­λού­κι. Ἂν δι­α­κρι­θεῖς θὰ ἔ­χεις ἔ­πα­θλο χι­λιά­δες like στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης κι ἕ­να κου­πό­νι προ­τε­ραι­ό­τη­τας γιὰ σύν­τα­ξη τι­μη­τι­κή.

        Τί φταῖς κι ἐ­σύ; Ἐ­σύ, Χρι­στὸς γεν­νή­θη­κες, ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λοι σου συμ­μα­θη­τὲς καὶ συμ­μα­θή­τρι­ες. Κά­θε μέ­ρα Χρι­στὸς γεν­νι­έ­σαι. Πό­τε μὲ ρόζ, πό­τε μὲ γα­λά­ζια καὶ πό­τε μὲ πο­λύ­χρω­μα. Πό­τε σὲ μαι­ευ­τή­ρια, πό­τε στὸν δρό­μο καὶ πό­τε σὲ ἀν­τί­σκη­να καὶ σὲ προ­σφυ­γι­κοὺς κα­ταυ­λι­σμούς. Δὲν φταῖς ἐ­σύ. Βλέ­πεις ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τὰ Χρι­στού­γεν­να μό­νο μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο – νὰ ξε­στο­κά­ρου­με – καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο νὰ ἐκ­παι­δεύ­ου­με σταυ­ρω­τῆ­δες.

         Κρί­μα θὰ μπο­ρού­σα­με κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να νὰ ’­χου­με.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Τί θὰ τὶς κά­νεις 390 φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων;



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Τί θὰ τὶς κά­νεις 390 φω­το­γρα­φί­ες

χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων;

(What are you going to do with 390

photographs of Christmas trees?)


ΕΝ ΞΕΡΩ. Ἔ­μοια­ζε ὅ­μως νά ’­ναι ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω τὴν πρώ­τη ἑ­βδο­μά­δα τοῦ Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τοῦ 1964, κι ἔ­πει­σα ἄλ­λους δύ­ο νά ’ρ­θουν μα­ζί μου. Ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο θέ­λει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α του, κι ἔ­τσι θὰ γί­νει.

       Θε­ω­ρῶ πὼς δὲν εἴ­χα­με συ­νέλ­θει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὸ σὸκ τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ προ­έ­δρου Κέ­νεν­τι. Ἴ­σως αὐ­τὸ ἔ­χει κά­ποι­α σχέ­ση μ’ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς φω­το­γρα­φί­ες τῶν χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων.

       Τὰ Χρι­στού­γεν­να τοῦ 1963 εἶ­χαν φρι­χτὴ ὄ­ψη, φω­τα­γω­γη­μέ­νη ἀ­π’ ὅ­λες τὶς ση­μαῖ­ες στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ κυ­μά­τι­ζαν με­σί­στι­ες ὅ­λον τὸν Δε­κέμ­βριο κι ἔ­φτια­χναν μιὰ σή­ραγ­γα πέν­θους.

       Ζοῦ­σα μό­νος μου σ’ ἕ­να πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ φρόν­τι­ζα ἕ­να με­γά­λο κλου­βὶ μὲ που­λιὰ γιὰ λο­γα­ρια­σμὸ κά­ποι­ων ἄλ­λων ποὺ ἦ­ταν στὸ Με­ξι­κό. Τά­ϊ­ζα τὰ που­λιὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ τοὺς ἄλ­λα­ζα τὸ νε­ρό, ἐ­νῶ εἶ­χα καὶ μιὰ μι­κρὴ ἠ­λε­κτρι­κὴ σκού­πα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­ζω τὸ κλου­βὶ ὅ­πο­τε χρει­α­ζό­ταν.

       Ἀ­νή­με­ρα τὰ Χρι­στού­γεν­να κά­θι­σα μό­νος μου νὰ φά­ω. Ἔ­φα­γα κάμ­πο­σα χὸτ ντὸγκ καὶ φα­σό­λια καὶ ἤ­πια ἕ­να μπου­κά­λι ρού­μι μὲ Coca-Cola. Ἦ­ταν μο­να­χι­κὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να αὐ­τὰ καὶ ἡ δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου Κέ­νεν­τι ἦ­ταν θαρ­ρεῖς ἕ­να ἀ­κό­μη ἀ­π’ τὰ που­λιὰ ποὺ ἔ­πρε­πε κα­θη­με­ρι­νὰ νὰ τα­ΐ­ζω.

       Τὰ λέ­ω αὐ­τὰ μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ θέ­σω, ἂς ποῦ­με, τὸ ψυ­χο­λο­γι­κὸ πλαί­σιο ποὺ θὰ χω­ρέ­σει 390 φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων. Δὲν ξε­κι­νά­ει κα­νεὶς νὰ κά­νει κά­τι τέ­τοι­ο ἂν δὲν δι­α­θέ­τει ἰ­σχυ­ρὸ κί­νη­τρο.

       Ἕ­να βρά­δυ, ἀρ­γὰ ἦ­ταν, γυρ­νοῦ­σα μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὸ Νὸμπ Χίλ. Εἴ­χα­με ἀ­ρά­ξει καὶ πί­να­με τὸν ἕ­ναν κα­φὲ με­τὰ τὸν ἄλ­λον ὥ­σπου τὰ νεῦ­ρα μας γί­ναν τσα­τά­λια.

       Ἔ­φυ­γα γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα καὶ κα­τη­φό­ρι­σα σ’ ἕ­ναν ἥ­συ­χο, σκο­τει­νὸ δρό­μο ποὺ ἔ­βγα­ζε στὸ σπί­τι μου, καὶ εἶ­δα ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο πα­ρα­τη­μέ­νο δί­πλα σ’ ἕ­ναν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νό.

       Τὸ δέν­τρο γυ­μνό, χω­ρὶς τὰ στο­λί­δια του, ἦ­ταν πε­σμέ­νο ἐ­κεῖ, θλι­βε­ρό, σὰν νε­κρὸς στρα­τι­ώ­της ποὺ ἔ­πε­σε στὴ μά­χη. Τὴν πε­ρα­σμέ­νη ἑ­βδο­μά­δα ἦ­ταν κά­τι σὰν ἥ­ρω­ας.

       Ἔ­πει­τα εἶ­δα ἕ­να ἀ­κό­μη χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, μ’ ἕ­να ἁ­μά­ξι παρ­κα­ρι­σμέ­νο κα­τα­πά­νω του. Κά­ποι­ος εἶ­χε ἀ­φή­σει τὸ δέν­τρο στὴ μέ­ση του δρό­μου καὶ τὸ ἁ­μά­ξι τὸ εἶ­χε κα­βα­λή­σει. Ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὸ δέν­τρο, ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τὸ προ­σέ­ξουν τὰ παι­διὰ καὶ νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σουν. Κά­τι λί­γα κλα­διὰ ξε­πρό­βαλ­λαν μέ­σα ἀ­π’ τὸν προ­φυ­λα­κτή­ρα.

       Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο οἱ ἄν­θρω­ποι ξε­φορ­τώ­νον­ται τὰ δέν­τρα τους βγά­ζον­τάς τα στοὺς δρό­μους ἢ το­πο­θε­τών­τας τα στὸν ἀ­κά­λυ­πτο ἢ ὁ­που­δή­πο­τε μπο­ροῦν, προ­κει­μέ­νου νὰ τὰ ξε­φορ­τω­θοῦν. Ταξι­διῶ­τες ποὺ ξε­μα­κραί­νουν ἀπ’ τὰ Χρι­στού­γεν­να.

       Τὰ θλι­βε­ρὰ αὐ­τὰ καὶ πα­ρα­τη­μέ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα δὲν ἄ­φη­ναν μὲ τί­πο­τα τὴ συ­νεί­δη­σή μου νὰ ἡ­συ­χά­σει. Εἶ­χαν δώ­σει ὅ,τι εἶ­χαν γιὰ χά­ρη τῶν δο­λο­φο­νη­μέ­νων αὐ­τῶν Χρι­στου­γέν­νων καὶ βρέ­θη­καν τώ­ρα πε­τα­μέ­να σὰν ζη­τιά­νοι στὸν δρό­μο.

       Εἶ­δα δε­κά­δες τέ­τοι­α δέν­τρα περ­πα­τών­τας πρὸς τὸ σπί­τι στὸ ἔμ­πα τοῦ νέ­ου ἔ­τους. Ὁ­ρι­σμέ­νοι πα­ρα­τᾶ­νε ἁ­πλῶς τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους. Ἕ­νας φί­λος μου λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς ἱ­στο­ρί­α: ἦ­ταν 26 Δε­κεμ­βρί­ου, περ­πα­τοῦ­σε στὸν δρό­μο κι ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του, ἄ­κου­σε τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ ἀ­έ­ρα στ’ αὐ­τί του καὶ μιὰ πόρ­τα ἀ­πό­το­μα νὰ κλεί­νει. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἔ­χει σκο­τώ­σει.

       Ἄλ­λοι πά­λι εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τοὺς πο­λὺ ἱ­κα­νοὶ στὸ νὰ πα­ρα­τᾶ­νε τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα τους. Τὸ βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο σχε­δὸν εἶ­δα τοὺς πάν­τες νὰ βγά­ζουν ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, χω­ρὶς ἀ­κρι­βῶς νὰ τοὺς δῶ. Ἦ­ταν ἀ­ό­ρα­τοι σὰν τὸν Σκάρ­λετ Πίμ­περ­νελ. Μπο­ροῦ­σα σχε­δὸν ν’ ἀ­κού­σω τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ ἔ­βγα­ζαν.

       Σὲ κά­θε γω­νί­α ἔ­βρι­σκα μὲς στὴ μέ­ση του δρό­μου κι ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο, κι ἐ­κεῖ γύ­ρω δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χή. Πάν­τα θὰ βρε­θοῦν κά­ποι­οι νὰ κά­νουν κά­τι πά­ρα πο­λὺ κα­λά, ὅ,τι κι ἂν εἶ­ναι αὐ­τό.

       Μό­λις γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι, πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο ἕ­ναν φί­λο μου πού ’­ναι φω­το­γρά­φος καὶ ἀ­νοι­χτὸς στὰ πα­ρά­ξε­να ἐ­νερ­γεια­κὰ πε­δί­α τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν γύ­ρω στὴ μί­α με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Τὸν ξύ­πνη­σα κι ἡ φω­νὴ του ἦ­ταν φυ­γὰς πού ’χει ἔρ­θει ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο.

       «Ποιός εἶ­ναι;», εἶ­πε.

       «Τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα», εἶ­πα.

       «Τί πράγ­μα;»

       «Τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα.»

       «Ρί­τσαρντ, ἐ­σὺ εἶ­σαι;», ρώ­τη­σε.

       «Ναί.»

       «Τί πράγ­μα τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα;»

       «Τὰ Χρι­στού­γεν­να εἶ­ναι σκέ­τη βι­τρί­να», εἶ­πα. «Τί λὲς νὰ τρα­βή­ξου­με ἑ­κα­τον­τά­δες φω­το­γρα­φί­ες μὲ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα πα­ρα­τη­μέ­να στοὺς δρό­μους; Θὰ φα­νε­ρώ­σου­με τὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη τῶν Χρι­στου­γέν­νων δεί­χνον­τας πῶς οἱ ἄν­θρω­ποι πα­ρα­τᾶ­νε τὰ δέν­τρα τους.»

       «Μπο­ρῶ νὰ τὸ κά­νω ὅ­πως κά­νω τὸ κα­θε­τί», εἶ­πε. «Θὰ ξε­κι­νή­σω αὔ­ριο στὸ με­ση­με­ρια­νὸ δι­ά­λειμ­μά μου.»

       «Θέ­λω νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­σεις σὰν νά ’­ναι νε­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες», εἶ­πα. «Νὰ μὴν τὰ ἀγ­γί­ξεις οὔ­τε νὰ τὰ στή­σεις γιὰ νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει ἡ πό­ζα. Φω­το­γρά­φι­σέ τα ἁ­πλῶς, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως εἶ­ναι με­τὰ τὴν πτώ­ση τους.»

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ φί­λος μου φω­το­γρά­φι­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ δι­ά­λειμ­μά του. Δού­λευ­ε στὰ Macy’s ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ κι ἀ­νη­φό­ρι­σε στὶς πλα­γι­ὲς τοῦ Νὸμπ Χὶλ καὶ στὴν Τσά­ι­να­τά­ουν καὶ τρά­βη­ξε ἐ­κεῖ φω­το­γρα­φί­ες μὲ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα.

       1, 2, 3, 4, 5, 9, 11, 14, 21, 28, 37, 52, 66.

       Τοῦ τη­λε­φώ­νη­σα τὸ ἴ­διο βρά­δυ.

       «Πῶς πῆ­γε;»

       «Θαυ­μά­σια», εἶ­πε.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τρά­βη­ξε κι ἄλ­λες φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων στὸ με­ση­με­ρια­νὸ δι­ά­λειμ­μά του.

       72, 85, 117, 128, 137.

       Τοῦ ξα­να­τη­λε­φώ­νη­σα κι ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ.

       «Πῶς πῆ­γε;»

       «Κα­λύ­τε­ρα δὲν γί­νε­ται», εἶ­πε. «Ἔ­χω 150 πε­ρί­που φω­το­γρα­φί­ες.»

       «Συ­νέ­χι­σε ἔ­τσι», εἶ­πα. Εἶ­χα δου­λειά, μόν­τα­ρα ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο νὰ πᾶ­με κι ἀλ­λοῦ νὰ φω­το­γρα­φί­σου­με χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα.

       Πί­στευ­α πὼς ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα τῆς προ­σφο­ρᾶς πα­ρα­τη­μέ­νων χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο θὰ μᾶς ἦ­ταν ἀ­ναγ­καῖ­ο.

       Ὁ ὁ­δη­γός μας τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν ἀ­νω­νυ­μί­α του. Φο­βᾶ­ται ὅ­τι θὰ χά­σει τὴ δου­λειά του καὶ θὰ δε­χτεῖ πι­έ­σεις οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἂν βγεῖ πα­ρα­έ­ξω ὅ­τι συ­νερ­γα­στή­κα­με τὴ μέ­ρα ἐ­κεί­νη.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ βά­λα­με μπρο­στὰ κι ὀρ­γώ­σα­με το Σὰν Φραν­σί­σκο τρα­βών­τας παν­τοῦ φω­το­γρα­φί­ες πα­ρα­τη­μέ­νων χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων. Ἐ­κτε­λέ­σα­με τὸ σχέ­διο μὲ τὴ θέρ­μη μιᾶς τριά­δας ἐ­πα­να­στα­τῶν.

       142, 159, 168, 175, 183.

       Γυρ­νού­σα­με μὲ τ’ ἁ­μά­ξι καὶ ἐν­το­πί­ζα­με χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα νὰ στέ­κον­ται γιὰ πα­ρά­δειγ­μα στὴν αὐ­λὴ ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου σπι­τιοῦ στὸ Πα­σί­φικ Χά­ιτς ἢ στὸ πλά­ι κά­ποι­ου ἰ­τα­λι­κοῦ μπα­κά­λι­κου στὸ Νὸρθ Μπίτς. Στα­μα­τού­σα­με ἀ­πό­το­μα καὶ πη­δού­σα­με ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἁ­μά­ξι καὶ ὁρ­μού­σα­με μὲ μα­νί­α στὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο καὶ ἀρ­χί­ζα­με νὰ τὸ φω­το­γρα­φί­ζου­με ἀ­π’ ὅ­λες τὶς γω­νί­ες λή­ψης.

       Οἱ ἁ­πλοὶ ἄν­θρω­ποι τοῦ Σὰν Φραν­σί­σκο θὰ μᾶς πέ­ρα­σαν γιὰ τε­λεί­ως πα­ρά­φρο­νες: ἐκ­κεν­τρι­κούς. Ἀ­πο­τε­λού­σα­με ἀ­τρα­ξιόν, μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης.

       199, 215, 227, 233, 245.

       Πε­τύ­χα­με τὸν ποι­η­τὴ Λό­ρενς Φερ­λιν­γκέ­τι νά ’­χει βγά­λει βόλ­τα τὸν σκύ­λο του στὸ Πο­τρέ­ρο Χίλ. Μᾶς εἶ­δε νὰ πε­τα­γό­μα­στε μ’ ἕ­να σάλ­το ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ ν’ ἀρ­χί­ζου­με με­μιᾶς νὰ φω­το­γρα­φί­ζου­με ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο ποὺ ἦ­ταν πε­σμέ­νο στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       277, 278, 279, 280, 281.

       Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα, εἶ­πε: «Φω­το­γρα­φί­ζε­τε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα;»

       «Πε­ρί­που», εἴ­πα­με κά­νον­τας ὅ­λοι μας τὴν ἴ­δια πα­ρα­νο­ϊ­κὴ σκέ­ψη: Ξέ­ρει ἄ­ρα­γε τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κά­νου­με; Θέ­λα­με νὰ τὸ κρα­τή­σου­με ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κό. Τὸ πι­στεύ­α­με ὅ­τι εἴ­μα­στε σὲ κα­λὸ δρό­μο καὶ μιὰ κά­ποι­α ἐ­χε­μύ­θεια ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­τη ἕ­ως ὅ­του φτά­σου­με ἐ­κεῖ ποὺ θέ­λα­με.

       Κά­πως ἔ­τσι πέ­ρα­σε ἡ μέ­ρα καὶ ἡ σού­μα μας ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κων δέν­τρων ξε­πέ­ρα­σε ἀ­θό­ρυ­βα τὸ φράγ­μα τῶν 300.

       «Τί λές; Ἀρ­κε­τὲς δὲν εἶ­ναι τώ­ρα;», εἶ­πε ὁ Μπόμπ.

       «Ὄ­χι, λί­γες ἀ­κό­μη κι εἴ­μα­στε ἐν­τά­ξει.», εἶ­πα.

       317, 332, 345, 356, 370.

       «Τώ­ρα;», εἶ­πε ὁ Μπόμπ.

       Εἴ­χα­με ἀ­φή­σει πί­σω μας τὸ Σὰν Φραν­σί­σκο πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ ἤ­μα­στε στὸ Τέ­λεγ­κραφ Χίλ, σκαρ­φα­λω­μέ­νοι σὲ μιὰ σκά­λα γιὰ νὰ ἑ­λι­χθοῦ­με ὣς τὸν ἀ­κά­λυ­πτο, ὅ­που κά­ποι­ος εἶ­χε σφη­νώ­σει ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο σ’ ἕ­να συρ­μα­τό­πλεγ­μα. Τὸ δέν­τρο ἔ­βγα­ζε τὴν ἴ­δια ἁ­γνό­τη­τα μὲ τὸν Ἅ­γιο Σε­βα­στια­νό, μὲ τὰ βέ­λη του, μὲ τὰ ὅ­λα του.

       «Ὄ­χι, λί­γες μο­νά­χα ἀ­κό­μη», εἶ­πα.

       386, 387, 388, 389, 390.

       «Τώ­ρα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀρ­κε­τές», εἶ­πε ὁ Μπόμπ.

       «Ἔ­τσι νο­μί­ζω», εἶ­πα.

       Εἴ­χα­με ὅ­λοι μας με­γά­λη χα­ρά. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη ἑ­βδο­μά­δα τοῦ 1964. Πα­ρά­ξε­νοι και­ροὶ στὴν Ἀ­με­ρι­κή.



Πη­γή: Richard Brautigan, The TokyoMon­tana Ex­press, Λον­δί­νο, Pi­cador (Pan Books), 1982 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Targ Editions, 1979].

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).