Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace): Ἀ­νη­συ­χί­α



Ρὸν Γουάλλας (Ron Wallace)


­νη­συ­χί­α

(Worry)


ΚΕΙΝΗ ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γι’ ἀν­θρώ­πους, ἐ­τοῦ­τος γιὰ πράγ­μα­τα. Καὶ γιὰ ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε με­τα­ξύ τους, αὐ­τὸ τὰ λέ­ει ὅ­λα.

       «Τί σκέ­φτε­σαι ποὺ ἡ κό­ρη μας ξε­νο­κοι­μᾶ­ται;», εἶ­πε κεί­νη. «Τὰ σκα­λιὰ στὴ βε­ράν­τα σα­πί­ζου­νε», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄλ­λος. «Θὰ πέ­σει κα­νέ­νας μέ­σα.»

       Ξα­πλώ­να­νε μα­ζὶ στὸ κρε­βά­τι καὶ μι­λοῦ­σαν. Μα­ζὶ ξα­πλώ­να­νε καὶ μι­λοῦ­σαν, γιὰ εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια. Πρῶ­τα-πρῶ­τα, ἂν θὰ κά­να­νε παι­διὰ —ἐ­κεί­νη τό ’­θε­λε (ἂν καὶ ὑ­πῆρ­χε τὸ σύν­δρο­μο Ντά­ουν, ἡ λευ­χαι­μί­α, ἡ μι­κρο­κε­φα­λί­α, οἱ μα­γου­λά­δες), τοῦ­τος πά­λι ὄ­χι (ἡ ἐ­πέν­δυ­ση στρά­βω­νε, ἡ στέ­γη γρή­γο­ρα θ’ ἄ­νοι­γε)— κι ἔ­πει­τα, σὰν γεν­νή­θη­κε ἡ κό­ρη τους, παι­δά­κι γε­ρό, πα­ρὰ κά­τι τρι­ά­μι­σι κι­λὰ («δὲν κα­λο­τρώ­ει»· «ὁ φοῦρ­νος γκρε­μί­ζε­ται»), κυ­ρί­ως γιὰ θέ­μα­τα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ («οἱ φί­λοι της εἶ­ν’ ἀ­λι­τή­ριοι, τὸ δω­μά­τιό της χά­λια»· «τὰ φρέ­να σφυ­ρᾶ­νε, ὁ βρα­στή­ρας σκου­ριά­ζει»).

       Ἡ ἀ­νη­συ­χί­α με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σά τους σὰν κα­νέ­νας γιός, μὲ τὰ μι­κρο­πεί­σμα­τά του κι ἔ­πει­τα μὲ πιὸ πι­ε­στι­κὲς ἀ­παι­τή­σεις. Τὸν χα­ϊ­δεύ­α­νε καὶ τὸν κα­νά­κευ­αν· τοῦ βά­ζα­νε θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι· τό­νε στέλ­ναν στὸ νη­πι­α­γω­γεῖ­ο, σὲ ἰ­δι­ω­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο, σὲ κολ­λέ­γιο. Ἐ­πει­δὴ σὲ ὅ­λα σχε­δὸν ἀ­πο­τύ­χαι­νε καὶ γυρ­νοῦ­σε πάν­τα σπί­τι, τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν. Ἤ­τα­νε, τέ­λος πάν­των, ὁ γιός τους.

       «Δι­α­βά­ζω, και­ρὸ τώ­ρα, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της: παίρ­νει ναρ­κω­τι­κά. Κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ.» «Δὲ νο­μί­ζω πὼς μπο­ρῶ νὰ τὸ φτιά­ξω μο­να­χός μου. Ποῦ θὰ βροῦ­με μα­ραγ­κό;»

       Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ κό­ρη τους παν­τρεύ­τη­κε τ’ ἀ­γό­ρι της ἀ­πὸ τὸ Λύ­κει­ο, ἔ­κα­νε οἰ­κο­γέ­νεια κι ἄ­νοι­ξε μα­γα­ζὶ ὑ­γι­ει­νῆς δι­α­τρο­φῆς σὲ μιὰ μα­κρι­νὴ κω­μό­πο­λη. Μό­λο ποὺ ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὰ μι­κρά­τα της, ὅ­πως κι ὁ κα­θέ­νας —πό­σο κα­λοὶ ἦ­ταν οἱ γο­νεῖς της καὶ πό­σο ἀ­νη­συ­χού­σα­νε γιὰ κεί­νην, πό­σο θὰ γερ­νού­σα­νε καὶ θὰ γί­νον­ταν πιὸ ἀ­νήμ­πο­ροι— σπά­νια τη­λε­φω­νοῦ­σε ἢ ἐρ­χό­τα­νε γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη: εἶ­χε τὶς δι­κές της ἀ­νη­συ­χί­ες.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τοῦ συγγραφέα:

https://dept.english.wisc.edu/wallace/?page_id=63

 

Ρὸν Γουά­λλας (Ron Wallace). Συγ­γρα­φέ­ας πο­λυ­ά­ριθ­μων βι­βλί­ων ποί­η­σης. Τε­λευ­ταῖ­ο του: Μό­νον γιὰ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χρό­νο(For a Limited Time Only, 2008). Συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ προ­γράμ­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς, κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλι­κῶν καὶ κα­θη­γη­τὴς Ποί­η­σης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Wisconsin-Madison.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis): Σι­ω­πή, Ἀ­κι­νη­σί­α



Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis)


Σι­ω­πή, ­κι­νη­σί­α

(Silence, Stilness)


ΕΝ ΛΕΩ πο­τὲ κα­κο­ποί­η­ση. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, κα­τα­φεύ­γω σὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πε­ρί­πα­τος, λέ­ω. Ἔ­ζη­σα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια, ἀλ­λὰ ἡ ἔκ­φρα­ση δὲν ση­μαί­νει τί­πο­τα γιὰ κα­νέ­ναν. Δύ­σκο­λα: τὰ τρα­χιὰ χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ἦ­χος ποὺ ἔ­βγα­ζαν κα­θὼς σέρ­νον­ταν στὶς κου­βέρ­τες ψα­χου­λεύ­ον­τας τὸ κου­βα­ρι­α­σμέ­νο μου σῶ­μα, χέ­ρια γε­μά­τα στα­τι­κό­τη­τα καὶ πρό­θε­ση. Ἢ τὸ τσού­ξι­μο ἀ­πὸ ἕ­να σκλη­ρό, ἀ­ξύ­ρι­στο κρό­τα­φο: γέ­νια, ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς συ­γ­γνώ­μης.

       Στὸν δι­ά­δρο­μο τοῦ γυ­μνα­σί­ου μας, ὁ Τσάντ* ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ λέ­ει, θὰ βγά­λεις τὶς μπό­τες σου καὶ θὰ βά­λεις τὶς δι­κές μου. Δὲν μοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ ἀρ­νη­θῶ. Οἱ ἄν­τρες μι­λοῦν μὲ εὐ­φρά­δεια τὴ γλώσ­σα τῆς Δι­α­τα­γῆς. Οἱ δι­κές του ζυ­γί­ζουν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ καὶ εἶ­ναι δυ­ὸ νού­με­ρα με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς δι­κές μου, ἀλ­λὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μα­κριὰ φερ­μου­ὰρ καὶ ἀγ­κρά­φες καὶ φο­ρών­τας τες νι­ώ­θει κα­νεὶς πὼς ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μά­χη. Πά­ει τό­σος και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος μοῦ μί­λη­σε ποὺ δὲν ἀ­κού­ω τί μοῦ λέ­ει με­τά, τὸ πο­τά­μι τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ρέ­ει ἀ­π’ τὰ ἀ­φτιά μου σκε­πά­ζει τὰ λό­για του.

       Πό­τε εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ πεῖς σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι μιὰ φο­ρὰ ὁ πα­τέ­ρας σου μα­γεί­ρε­ψε τὸ κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χες γιὰ κα­τοι­κί­διο καὶ στὸ ἔ­δω­σε νὰ τὸ φᾶς; Ὅ­τι τὸ βρά­δυ πα­ρα­τη­ροῦ­σες τὴν ἁ­πα­λὴ γραμ­μὴ τῆς ρα­χο­κο­κα­λιᾶς τοῦ κου­νε­λιοῦ σου, τὸ δά­χτυ­λό σου γλι­στροῦ­σε κα­τὰ μῆ­κος κά­θε σπόν­δυ­λου, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἄ­δει­ο κλου­βί, στι­φά­δο.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει πὼς εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ ἔ­χω μεί­νει ἐμ­βρό­νη­τη ἀ­π’ τὴν ἔκ­πλη­ξη πῶς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γιὰ μέ­να, γιὰ ἕ­να τό­σο ἀ­νό­η­το κο­ρί­τσι, ἕ­να ἀ­σή­μαν­το κο­ρί­τσι, ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε νὰ τὸ βου­λώ­σει, ποὺ μοιά­ζει τό­σο χον­τρό, τό­σο χον­τρό, καὶ τί μ’ αὐ­τό; Θὰ βά­λεις τὰ κλά­μα­τα τώ­ρα; Ἐμ­πρός, λοι­πόν, κλά­ψε, νὰ δοῦ­με τί θὰ κα­τα­φέ­ρεις. Νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­σαι τό­σο χά­λια; Ἔ! Κοί­τα με ὅ­ταν σοῦ μι­λά­ω. Ξέ­ρεις πό­σο τυ­χε­ρὴ εἶ­σαι;

       Στὰ δε­κα­έ­ξι μου γνω­ρί­ζω πράγ­μα­τα: πῶς νὰ παίρ­νω τὸ με­τρὸ στὸ Πα­ρί­σι. Τὴν δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν Βου­δι­σμὸ καὶ τὸν Ντα­ο­ϊ­σμό, τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ αὐ­τὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν φύ­λων. Χά­ρα­ξε μὲ μιὰ λε­πί­δα X-ACTO τὴν ρα­χια­ία πλευ­ρὰ μιᾶς σκου­λη­καν­τέ­ρας, ξε­φλού­δι­σέ την καὶ θὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις πὼς δὲν ἔ­χει καρ­διά. Τὰ τσι­γά­ρα κα­πνί­ζον­ται κα­λύ­τε­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα αὐ­το­κι­νή­των. Ὁ τύ­πος μὲ τὸ Chevy Cavalier θὰ μοῦ δι­ο­χε­τεύ­σει τὰ ξύ­δια ποὺ πί­νω βα­θιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους πί­σω ἀ­π’ τὸ σπί­τι μου. Τὸ Sam Goody εἶ­ναι τὸ πιὸ εὔ­κο­λο μα­γα­ζὶ γιὰ κλέ­ψι­μο. Ξέ­ρω ποῦ που­λᾶ­νε χόρ­το, κό­κα, σκό­νη, με­σκα­λί­νη, μα­νι­τά­ρια, LSD καὶ ἡ­ρω­ΐ­νη. Μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω καὶ νὰ γρά­ψω στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω νὰ ξε­χω­ρί­ζω ἀ­νά­με­σα στὴ κα­λὴ καὶ κα­κὴ ἀ­γά­πη καὶ δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ μὲ πλη­γώ­σει καὶ ποι­ός ὄ­χι. Με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι μοῦ φαί­νον­ται ἀ­βλα­βεῖς.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κλαί­ει ἐ­νῶ μὲ ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ ὅ­πλο καὶ ‘γὼ κοι­τά­ζω τὰ δά­κρυ­α ποὺ γλι­στροῦν ἀπ΄τὸ μά­γου­λό του στὸ χέ­ρι του, αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει τὴ σκαν­δά­λη. Τὸ σχέ­διό του εἶ­ναι νὰ μὲ σκο­τώ­σει, με­τὰ νὰ σκο­τώ­σει τὴ μη­τέ­ρα μου, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι τὸν ἀ­πα­τά, καὶ θέ­λω νὰ πῶ κά­τι ποὺ νὰ τὸν πεί­σει γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος ποὺ θὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θὰ μὲ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει, κι ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α πι­θα­νό­τη­τα νὰ σω­θῶ, ἡ σι­ω­πή, ἡ ἀ­κι­νη­σί­α, εἶ­ναι τὰ μό­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σουν. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πό­ση ὥ­ρα εἴ­μα­στε στὴ κου­ζί­να, ἡ κάν­νη στο­χεύ­ει τὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν ἀ­κού­ω νὰ ρο­χα­λί­ζει, βγαί­νω ἔ­ξω στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν μου, σω­ρι­ά­ζο­μαι σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ψη­λά: ὁ κα­τα­γά­λα­νος οὐ­ρα­νός, σύν­νε­φα βγαλ­μέ­να λὲς ἀ­πὸ καρ­τούν, ἕ­νας καρ­δι­νά­λιος κε­λα­η­δά­ει μὲ στα­κά­το ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση —ἡ ἀ­δι­α­νό­η­τη τε­λει­ό­τη­τα ἔ­ξω, ὅ­ταν τὸ μέ­σα εἶ­ναι τό­σο ἀ­πό­λυ­τα σά­πιο— ποὺ μὲ κά­νει ν’ ἀ­να­τρι­χιά­ζω ὣς τὸ κόκ­κα­λο.

       Ὁ Τσὰντ καὶ ‘γὼ κά­νου­με σὲξ ὑ­πὸ τὸ φῶς μιὰ κόκ­κι­νης λάμ­πας, ἕ­νας ρα­γι­σμέ­νος κα­θρέ­φτης πλά­ι στὸ κρε­βά­τι, καὶ γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γω τὸ βλέμ­μα τοῦ Τσὰντ κοι­τά­ζω τὸ εἴ­δω­λό μου, σί­γου­ρη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο, κά­ποι­ο ἄλ­λο πλά­σμα εἶ­ναι πά­νω στὴν πλά­τη της, τὸ βαμ­μέ­νο της στό­μα δὲν φαί­νε­ται στὸ κόκ­κι­νο φῶς, ἕ­να σι­ω­πη­λὸ τέ­ρας δί­χως στό­μα.

       Με­τὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο, ὁ πα­τέ­ρας μου στέ­κε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ φω­νά­ζει εἶ­ναι σπί­τι μου, σπί­τι μου, σπί­τι μου, ἡ ἠ­χώ του εἶ­ναι ἀ­παί­σια, κι ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, κα­τα­φεύ­γει κι αὐ­τός σε κλι­σέ: κλω­τσά­ει, οὐρ­λιά­ζει, ἀ­κού­ρα­στος. Γιὰ σχε­δὸν ἕ­να χρό­νο, ὁ χτύ­πος τοῦ σφυγ­μοῦ μου μὲ ξυ­πνᾶ τὴ νύ­χτα, σὲ ἐ­πι­φυ­λα­κὴ σὰν κου­νέ­λι, σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τά του στὴν πόρ­τα, τὸ γρα­τζού­νι­σμα καὶ τὸ κου­δού­νι­σμα τῶν κλει­δι­ῶν ποὺ δὲν ἐ­φαρ­μό­ζουν πιὰ στὴν κλει­δα­ριά.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ παί­ξει ἕ­να παι­χνί­δι καὶ ‘γὼ τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι πῶς νὰ συγ­κα­τα­νεύ­ω, νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸν ἄλ­λον, κι ἔ­τσι λέ­ω ναί ὅ­ταν κα­τε­βά­ζει τὴν κυ­λό­τα μου, ναί ὅ­ταν μo­ῦ δέ­νει τὰ μά­τια. Τὰ χέ­ρια του εἶ­ναι λι­πό­σαρ­κα καὶ κρύ­α, σκλη­ρὰ στὶς ἀρ­θρώ­σεις, ἀλ­λὰ μα­λα­κὰ κα­θὼς μὲ κα­τε­βά­ζει στὰ μα­ξι­λά­ρια. Ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα τὸ πρῶ­το πράγ­μα καὶ λέ­ει μάν­τε­ψε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ναί. Δὲν λέ­ω ὄ­χι, δὲν οὐρ­λιά­ζω, δὲν σφίγ­γω κὰν τοὺς μη­ρούς μου. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸν ἀ­φή­νω νὰ βά­λει μέ­σα μου τὸ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο με­τὰ τὸ ἄλ­λο —ἕ­ναν μαρ­κα­δό­ρο, τὸ με­ταλ­λι­κὸ πη­νί­ο ἑ­νὸς λαμ­πτή­ρα, τὸν δρο­σε­ρὸ λαι­μὸ ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρα— καὶ γε­λά­ω.

       Ὅ­ταν, στὰ εἴ­κο­σί μου, μα­θαί­νω πὼς ὁ πα­τέ­ρας μου δο­λο­φό­νη­σε τὴ φι­λε­νά­δα του, τὴν δε­κα­πεν­τά­χρο­νη κό­ρη της, κι ὕ­στε­ρα σκο­τώ­θη­κε, τὰ χά­νω, τὸ μυα­λό μου ἐ­λα­φρὺ σὰ φύλ­λο. Ὁ κό­σμος λέ­ει, εἶ­σαι τυ­χε­ρὴ ποὺ δὲν ἤ­σουν ἐ­σύ, κι αὐ­τὸ ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σω, ὅ­σες φο­ρὲς κι ἂν ἔ­χω κά­νει πρό­βα τὰ λό­για, εἶ­ναι ὅ­τι, μὲ τό­σους πολ­λοὺς τρό­πους, ἤ­μουν ἐ­γώ.


*Τὸ ὄ­νο­μα ἔ­χει ἀλ­λα­χτεῖ [ΣτΣ].


Πηγή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἱππόκαμπος

(https://www.hippocampusmagazine.com/2015/10/silence-stillness-by-lisa-nikolidakis/)

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis). Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα τῆς Lisa Niko­li­dakis βρα­βεύ­τη­καν μὲ τὸ «Orlando Prize» τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος A Room Of Her Own’s (Φθι­νό­πω­ρο, 2014) καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Los Angeles Review. Τὸ δο­κί­μιό της «Candy» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ The Briar Cliff Review τὸ 2015. Ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος, ζεῖ στὶς Με­σο­δυ­τι­κὲς Πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α. ὅ­που δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνι­κὴ γρα­φή.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος: Δη­μό­σιο



Ἀν­τώ­νης Πά­σχος


Δη­μό­σιο


ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ἔ­χει εἰ­κο­σι­κά­τι ἀν­θρώ­πους οὐ­ρὰ καὶ μιὰ τα­μί­α. Ἔρ­χε­ται ἡ σει­ρὰ ἑ­νὸς γέ­ρου, «πε­ρι­μέ­νε­τε». Ση­κώ­νει κι­νη­τὸ ἡ μαν­τάμ, «κα­λέ, ναί, ἔ­χω χρό­νο, πές».

       Πί­σω της, ἄλ­λοι τρεῖς κου­βεν­τιά­ζουν.

       Ἕ­νας πα­πὰς ξε­φυ­σά­ει. Ἕ­νας τρι­αν­τά­ρης κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι. Εἶ­μαι τε­λευ­ταῖ­ος.

       Ἡ πόρ­τα βρον­τά­ει. Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος κρα­τά­ει πι­στό­λι.

       Τὰ γέ­λια κό­βον­ται, τὸ κι­νη­τὸ πέ­φτει.

       «Ὅ­λοι στὰ τα­μεῖ­α!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δι­στά­ζουν, ἔ­πει­τα τὰ τέσ­σε­ρα τα­μεῖ­α γε­μί­ζουν ὑ­πάλ­λη­λους ποὺ τρέ­μουν. Μυ­ρί­ζω κά­του­ρο.

       «Ἐμ­πρός, τεμ­πε­λό­σκυ­λα!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος. «Ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­στε τους!»

       Οἱ πε­λά­τες σπεύ­δουν δει­λὰ-δει­λὰ στὰ τα­μεῖ­α. Ὁ γέ­ρος φεύ­γει, ὁ πα­πὰς φεύ­γει, ὁ τρι­αν­τά­ρης φεύ­γει. Χέ­ρια-χαρ­τιὰ βου­ί­ζουν. Δέ­κα λε­πτὰ με­τά, τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο ἀ­δειά­ζει. Ἀ­κού­ω σει­ρή­να.

       Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος τι­νά­ζε­ται. Κοι­τά­ει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά. Μοῦ πε­τά­ει τὸ πι­στό­λι κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται.

       Τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι.

       Ὅ­λοι κοι­τοῦν.

       Μο­νο­λο­γῶ: «εἶ­ναι ψεύ­τι­κο…»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος. Με­γά­λω­σε στὶς Σέρ­ρες καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες ὅ­πως ἡ Θρά­κα καὶ ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο «Με­τὰ Βί­ας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Bell.

 

Μάρ­κος Σελ­λῆς: Τυ­φλο­πόν­τι­κες



Μάρ­κος Σελ­λῆς


Τυ­φλο­πόν­τι­κες


ΚΩΜΟΠΟΛΗ Coober Pedy βρί­σκε­ται στὴ μέ­ση του που­θε­νά. Οἱ κά­τοι­κοι ζοῦν σὲ ὑ­πό­γεια σὰν τυ­φλο­πόν­τι­κες, γιὰ νὰ ἀν­τέ­χουν τὸ καυ­τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τὶς πα­γω­μέ­νες νύ­χτες τῆς ἐ­ρή­μου. Ὁ μό­νος λό­γος ποὺ ὑ­πάρ­χει αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι για­τὶ κά­πο­τε βρέ­θη­καν γυ­α­λι­στε­ρὲς πέ­τρες ἐ­κεῖ, τὰ ὀ­πά­λια.

       Στὸ ποῦλ­μαν εἶ­μαι μό­νο ἐ­γὼ καὶ κάμ­πο­σοι Ἀ­βο­ρί­γι­νες μὲ τὰ πι­τσι­ρί­κια τους.

       Ἔ­φτα­σα πρὶν ξη­με­ρώ­σει. Ὅ­λα εἶ­ναι κλει­στά, τὸ χό­στελ μου ἐ­πί­σης. Μό­νο ἕ­να βεν­ζι­νά­δι­κο ἔ­χει φῶς. Μπαί­νω καὶ πε­ρι­μέ­νω νὰ βγεῖ ὁ ἥ­λιος.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη γιὰ πολ­λὲς κου­βέν­τες. Πα­ρα­πέ­ρα βρί­σκω κά­ποι­α βι­βλί­α καὶ ξε­φυλ­λί­ζω τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἑ­νὸς ἐ­ξε­ρευ­νη­τῆ, τοῦ πρώ­του Εὐ­ρω­παί­ου ποὺ ἔ­φτα­σε ἐ­δῶ. Μο­νο­λο­γεῖ τί τυ­χε­ροὶ ποὺ εἶ­ναι οἱ Ἀ­βο­ρί­γι­νες τώ­ρα ποὺ θὰ ἀ­να­τεί­λει τὸ φῶς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ.

       Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος σχο­λά­ει στὶς 7 καὶ προ­σφέ­ρε­ται νὰ μὲ πά­ει μὲ τὸ ἁ­μά­ξι στὸ χό­στελ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σὲ λί­γο βρί­σκο­μαι ἐ­πι­τέ­λους μπρο­στὰ στὴν εἴ­σο­δο. Εἶ­ναι ὅ­μως κλει­στὰ  – γρά­φει ὅ­τι ἀ­νοί­γει 8. Εἶ­ναι Κυ­ρια­κὴ καὶ ἴ­σως ἀρ­γή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Δὲν ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ πιὸ ἥ­συ­χο μέ­ρος ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἐ­δῶ. Δὲν ἀ­κού­ω οὔ­τε κὰν τὰ φλύ­α­ρα πρω­ι­νὰ που­λιὰ – μᾶλ­λον ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­χει πολ­λὰ δέν­τρα γιὰ νὰ φω­λιά­σουν. Μό­νο κά­που κά­που ἕ­να κο­ρά­κι στριγ­γλί­ζει – ὅ­λα μοιά­ζουν μὲ σκη­νὴ ἀ­πὸ φτη­νὸ γου­έ­στερν. Ὁ δρό­μος ἔ­ρη­μος, κα­νέ­να ἁ­μά­ξι δὲν περ­νά­ει γιὰ ὥ­ρα. Οὔ­τε τρι­ζό­νια δὲν ἀ­κού­γον­ται. Ἀ­κό­μα κι ὁ ἀ­έ­ρας λὲς καὶ φυ­σά­ει δι­α­κρι­τι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει τὴ σι­ω­πή.

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω βή­μα­τα, βγαί­νει ἕ­νας ἀ­ξύ­ρι­στος μὲ ξυ­νι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μοῦ κά­νει νό­η­μα ὅ­τι δὲ μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει. Πά­ει πιὸ πέ­ρα καὶ φτύ­νει μὲ θό­ρυ­βο. Βή­χει ἔν­το­να τε­λει­ώ­νον­τας μὲ ἕ­ναν δυ­να­τὸ λα­ρυγ­γι­σμό, κρα­τών­τας ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα σὰν τὸ κο­ρά­κι ποὺ κρά­ζει. Φτύ­νει ξα­νά. Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται βα­ρὺς σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Μὲ ρω­τᾶ «ἔ­φτα­σες μὲ τὸ πρω­ι­νὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο;» Ναί, τοῦ ἀ­παν­τά­ω. Κλεί­νει τὰ μά­τια καὶ κά­θε­ται ἔ­τσι λί­γο. Βγά­ζει ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα καὶ τὸ κρα­τά­ει. Ὅ­μως ὁ βή­χας τὸν τραν­τά­ζει πά­λι καὶ ση­κώ­νε­ται νὰ φτύ­σει. Τοῦ λέ­ω ὅ­τι ἔ­κο­ψα τὸ τσι­γά­ρο πρὶν δέ­κα χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι τὸ τσι­γά­ρο μοῦ κά­νει ἀ­πό­το­μα, εἶ­ναι γρί­πη. Κοι­τά­ει τὸ πα­κέ­το καὶ λέ­ει «πὼ πὼ δὲ γί­νε­ται νὰ κα­πνί­σω ἔ­τσι» καὶ ξα­ναμ­παί­νει μέ­σα. Με­τὰ πά­λι ἡ­συ­χί­α ἁ­πλώ­νε­ται κι ἐ­γὼ πε­ρι­μέ­νω νὰ ἀ­νοί­ξει ἡ πόρ­τα κοι­τά­ζον­τας τρι­γύ­ρω μὲ ὑ­πο­μο­νή. Εἶ­ναι τό­σο πα­ρά­ξε­να ὅ­λα. Ἀ­δύ­να­τον νὰ τσαν­τι­στῶ  —πα­ρό­λη τὴν κού­ρα­ση— μό­νο ρου­φά­ω τὸν ἀλ­λό­κο­το πε­ρί­γυ­ρο ἥ­συ­χα σὰν σφουγ­γά­ρι στὸ βυ­θό.

       Με­τὰ ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ ἡ πόρ­τα τρί­ζει κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται ξα­νὰ μὲ μιὰ πιὸ γα­λή­νια ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο. Μὲ κοι­τᾶ καὶ ἀ­να­κοι­νώ­νει ὅ­τι τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Ἤ­ρε­μα κά­νει ἕ­να τσι­γά­ρο.

       Μὲ βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες. Με­τά μοῦ δί­νει νὰ ὑ­πο­γρά­ψω τὸ τσὲκ ἲν χω­ρὶς νὰ πεῖ κου­βέν­τα. Σπρώ­χνει μπρο­στά μου ἕ­ναν χάρ­τη τοῦ ὀ­ρυ­χεί­ου-χό­στελ καὶ βα­ρι­ε­στη­μέ­να ζω­γρα­φί­ζει τὴ δι­α­δρο­μὴ γιὰ τὸ δω­μά­τιό μου. Μὲ κοι­τά­ει νὰ δεῖ ἂν κα­τά­λα­βα. Γνέ­φω ναί καὶ ξε­κι­νά­ω, παίρ­νον­τας μα­ζὶ κα­θα­ρὴ κου­βέρ­τα καὶ σεν­τό­νια. Κα­τε­βαί­νω σκα­λιὰ μέ­σα στὴν σκαμ­μέ­νη πέ­τρα. Στρο­φὴ κι ἄλ­λα σκα­λιά. Πό­σο βα­θιὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε; Ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­ω πί­σω. Εὐ­τυ­χῶς ὑ­πάρ­χει κα­λὸς φω­τι­σμός. Κά­θε τό­σο περ­νά­ω ἕ­να σκαμ­μέ­νο ἄ­νοιγ­μα μὲ ἄ­δεια κρε­βά­τια. Ἐ­γὼ εἶ­μαι στὸ νού­με­ρο 12. Δὲν βλέ­πω κα­νέ­ναν ἄλ­λο κι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι ἔ­ρη­μο τὸ χό­στελ. Ἀ­φή­νω τὰ πράγ­μα­τα στὸ κρε­βά­τι. Ρί­χνω μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω – κα­νείς…

       Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­ω θό­ρυ­βο καὶ στή­νω αὐ­τί: βή­χας μὲ φλέ­μα. Ἄ­ρα­γε κα­τέ­βη­κε ὁ ξε­νο­δό­χος; Βγαί­νω στὸν δι­ά­δρο­μο καὶ βλέ­πω στὸ βά­θος ἕ­ναν τύ­πο νὰ περ­πα­τᾶ ἀρ­γὰ πρὸς τὶς σκά­λες. Πλη­σιά­ζω. Βλέ­πω μιὰ τού­φα ἄ­σπρο μαλ­λὶ νὰ πε­ρισ­σεύ­ει ἀ­πὸ τὸν στρα­βο­βαλ­μέ­νο σκοῦ­φο του. Πα­ρα­πα­τά­ει καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος. Κά­νω λί­γο θό­ρυ­βο νὰ μὴν τὸν τρο­μά­ξω ἀλ­λὰ δὲ δί­νει ση­μα­σί­α. Τὸν προ­φταί­νω. «Εί­ναι πολ­λὲς οἱ γα­μω­σκά­λες» μουρ­μου­ρί­ζει μὲ ἕ­να λα­χα­νι­α­σμέ­νο καὶ ξε­δον­τι­α­σμέ­νο χα­μό­γε­λο. «Κα­λη­μέ­ρα» τοῦ λέ­ω, «ναί, εἶ­ναι πολ­λές…». Τὸν ἀ­κο­λου­θῶ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο.

       Κα­θί­σα­με στὴν κου­ζί­να, βά­ζω νε­ρὸ νὰ βρά­σει γιὰ κα­φέ. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ πὼς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α πρὶν 30 χρό­νια. Δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ γράμ­μα­τα, οὔ­τε ἄν­τε­ξε στὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο, κι ἔ­τσι ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἁ­πλό: πῆ­γε κά­που ὅ­που κά­νεις ὅ­τι σοῦ λέ­νε – εὔ­κο­λο πρά­μα ὁ στρα­τός! Εἴκοσι χρό­νια ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στρα­τι­ώ­της! Γε­λᾶ ξα­να­δεί­χνον­τας τὰ λει­ψὰ δόν­τια του. Βγαί­νει ἔ­ξω κα­πνί­ζον­τας τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο, παίρ­νει βα­θι­ὲς τζοῦ­ρες βή­χον­τας μὲ βρα­χνά­δα. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν κα­τα­λα­βαί­νει για­τί τώ­ρα πιὰ οἱ του­α­λέ­τες δὲν εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στὰ —στὴν ἐ­πο­χὴ του ὑ­πῆρ­χαν γυ­ναι­κεῖ­ες κι ἀν­τρι­κὲς— καὶ ὅ­τι τὸ πρω­ὶ εἶ­δε στὸ μπά­νιο τὰ βυ­ζιὰ μιᾶς κο­πέ­λας καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ πά­θει ἔμ­φραγ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­νοί­γει ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο κι ἀ­κού­ει ἱπ­πό­δρο­μο.

       «Τι δι­ά­βο­λο ὅ­λοι οἱ κα­τε­στραμ­μέ­νοι ἐ­δῶ ἔρ­χον­ται;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κα καὶ ἀ­συ­ναί­σθη­τα κοι­τά­χτη­κα στὸν κα­θρέ­φτη ἰ­σι­ώ­νον­τας τὸ μαλ­λί μου.

       Ἤ­πια γρή­γο­ρα τὸν πι­κρὸ δυ­να­τὸ κα­φὲ καὶ βγῆ­κα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω αὐ­τὴ τὴν πα­ρά­ξε­νη πό­λη μὲ τοὺς ἀ­ξύ­ρι­στους τυ­φλο­πόν­τι­κες ποὺ βή­χουν, φτύ­νουν καὶ μα­ζεύ­ουν ἰ­ρι­δί­ζου­σες πέ­τρες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μάρ­κος Σελ­λῆς (1978). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κὸς Η/Ὑ στὸ ΕΜΠ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὰ τε­χνο­οι­κο­νο­μι­κά. Ἐρ­γά­στη­κε στὶς τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες γιὰ σχε­δὸν μιὰ δε­κα­ε­τί­α.

Εἰκόνα: Φωτογραφία ἀπὸ διαμέ­ρι­σμα (τώ­ρα τουρι­στι­κὸ κατά­λυμ­μα) ἀπὸ τὴν ὑπό­γεια πό­λη Coo­ber Pe­dy τῆς Αὐ­στρα­λίας.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Τσικνοπέμπτη



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Τσι­κνο­πέμ­πτη


ΤΡΑΓΩΔΙΑ προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ­λο­κλη­ρώ­να­με τὸ τρί­το ἐ­πει­σό­διο: «Ὁ δό­λος, τὸ εἶ­ναι καὶ φαί­νε­σθαι, ἡ γνώ­ση καὶ ἡ ἄ­γνοι­α» ἦ­ταν τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς ἑ­νό­τη­τας.

       Στὸ χῶ­ρο τοῦ σχο­λεί­ου ἔ­τρε­χαν γε­γο­νό­τα καὶ ἀ­να­μέ­νον­ταν ἐ­ξε­λί­ξεις.

       «Τοὺς ἔ­πια­σε χθές, ὁ ἄν­τρας της σὲ ραν­τε­βου­δά­κι» εἶ­πε ἕ­να πρω­ὶ ὁ Μίλ­τος.

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ καὶ τὴν Ἀγ­γλι­κοῦ. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως δὲν ἄ­νοι­ξε μύ­τη. Δὲν ἔ­μα­θα πο­τὲ ποὺ κα­τέ­λη­ξε ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀλ­λὰ ὅ­λα ἔ­δει­χναν νὰ κυ­λοῦν φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Τί­πο­τε δὲν τα­ρα­κού­νη­σε τὴν τελ­μα­τώ­δη ἀ­κι­νη­σί­α τοῦ σχο­λι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος.

       «Ἡ γέν­νη­ση τοῦ δρά­μα­τος, ὁ Δι­θύ­ραμ­βος καὶ οἱ γι­ορ­τὲς τοῦ Δι­ο­νύ­σου ἐ­πα­νά­λη­ψη γιὰ τέ­στ τὴν ἄλ­λη Τε­τάρ­τη», ἀ­να­κοί­νω­σα στὴν τρί­τη Γυ­μνα­σί­ου πα­ρα­μο­νὲς Τσι­κνο­πέμ­πτης, ἀ­πο­βλέ­πον­τας μὲ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη νὰ ἀ­φο­μοι­ω­θοῦν κά­ποι­ες βα­σι­κὲς γνώ­σεις πρὶν χα­θοῦν στὴ λή­θη τοῦ χρό­νου.

       Τὸ βρά­δυ τῆς Τσι­κνο­πέμ­πτης τὸ κέ­φι στὴν τα­βέρ­να εἶ­χε κο­ρυ­φω­θεῖ. Κρα­σί, χο­ρὸς καὶ μιὰ κα­λὴ μι­κρὴ ὀρ­χή­στρα ὁ­δή­γη­σαν σὲ ἔ­ξα­ψη καὶ ἔκ­στα­ση τοὺς φαι­νο­με­νι­κὰ ἄ­καμ­πτους στὴ σχο­λι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα συ­να­δέλ­φους. Κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα ὅ­λοι ἦ­ταν στὴν πί­στα. Τὰ ζευ­γά­ρια ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν. «Κα­νεὶς δὲν ἦ­ταν κα­νε­νὸς» σὲ κεῖ­νο τὸ μπου­λού­κι τῶν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νων προ­σώ­πων τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς ἄγ­γι­ζε τὴν ἱ­ε­ρὴ μα­νί­α. Τρεῖς φο­ρὲς ἕ­να χέ­ρι μοῦ χά­ι­δε­ψε τὸ σβέρ­κο καὶ πέ­ρα­σε τρυ­φε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου. Δὲν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου, ἀλ­λὰ τῆς δι­ευ­θύν­τριας.

       Χα­ρά­μα­τα φύ­γα­με πα­ρα­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴν τα­βέρ­να τοῦ χω­ριοῦ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με κα­νο­νί­σει νὰ πᾶ­με τὰ παι­διὰ ἐκ­δρο­μή. Ὅ­λοι ἀ­πο­φεύ­γα­με με­τα­ξὺ μας νὰ κοι­τα­ζό­μα­στε γιὰ πο­λὺ στὰ μά­τια, σὰν νὰ ὑ­πῆρ­χε μυ­στι­κὴ συμ­φω­νί­α. Τὸ ὕ­φος μας, στὴ μί­νι συ­νε­δρί­α­ση ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κρα­τή­σει τὰ προ­σχή­μα­τα. Ἕ­να «ὤ­πα», ποὺ πέ­τα­ξε ὁ γυ­μνα­στής, μᾶς ἔ­κα­νε νὰ ξε­σπά­σου­με σὲ ἕ­να σύν­το­μο γέ­λιο.

       Τὴ Δευ­τέ­ρα κου­βεν­τι­ά­ζον­τας τὸ θέ­μα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς πί­στης στὴν «Ἑ­λέ­νη», προ­σπά­θη­σα νὰ ἐμ­βα­θύ­νουν οἱ μα­θη­τὲς στὴν ἔν­νοι­α τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τῆς πε­ρι­πέ­τειας. Δὲν ἔ­δει­ξαν νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ δύ­ο.

       Στὸ τέ­λος τῆς ἑ­βδο­μά­δας ὁ Μίλ­τος μὲ πλη­σί­α­σε στὸ τρί­το δι­ά­λειμ­μα καὶ ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κὰ στὸ αὐ­τί μου: «Ἔ­χου­με δι­α­ζύ­γιο.»

       Ἔκ­πλη­κτος σή­κω­σα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­να καὶ κοί­τα­ξα τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ ποὺ κα­θό­ταν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς αἴ­θου­σας. «Ὄ­χι αὐ­τός», μουρ­μού­ρι­σε πά­λι ὁ Μίλ­τος. «Ὁ Κώ­στας».

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν Κώ­στα ποὺ δί­δα­σκε τὸ μά­θη­μα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ὁ Κώ­στας ἦ­ταν κον­τὰ στὰ πε­νῆν­τα πέν­τε. Εἴ­κο­σι χρό­νια παν­τρε­μέ­νος, μὲ τρί­α παι­διά.

       «Κρί­μα, εἶ­πα. Πο­λὺ κρί­μα. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ ὑ­παί­τιος;» ρώ­τη­σα μὲ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Μίλ­τος ὕ­ψω­σε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ βλέμ­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε μὲ νό­η­μα τὴ δι­ευ­θύν­τρια, ἡ ὁ­ποί­α μὲ γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη φω­το­τυ­ποῦ­σε ἔγ­γρα­φα στὸ μο­να­δι­κὸ φω­το­τυ­πι­κὸ τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ μας σχο­λεί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν πα­λιὸ καὶ κα­θὼς λει­τουρ­γοῦ­σε βογ­κοῦ­σε καὶ βρυ­χό­ταν. Ὁ ἦ­χος του ἔ­μοια­ζε μὲ ἠ­χὼ ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε ἀ­πὸ βα­θιὰ δαι­δα­λώ­δη σπη­λιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).



		

	

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Ὁ ξε­χω­ρι­στός



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Ὁ ξε­χω­ρι­στός


Ι ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ τῆς πα­ρέ­ας τοῦ κομ­μω­τη­ρί­ου ἦ­ταν ἡ με­σό­κο­πη νέ­γρα λε­σβί­α, ὁ τε­τρα­πλη­γι­κὸς χε­βυ­με­τα­λᾶς, ἡ ἐ­νε­νην­τά­χρο­νη κα­πνί­στρια καὶ ἡ ἀ­ναι­μι­κὴ φοι­τή­τρια μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση. Ἐ­πί­σης ἡ ἴ­δια ἡ κομ­μώ­τρια, ποὺ μᾶλ­λον τά ‘χε μὲ τὴ νέ­γρα : ἀ­φρά­τη, μὲ παι­δι­κὸ προ­σω­πά­κι, γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας καὶ γκρί­ζα μαλ­λιὰ σὲ κο­τσι­δά­κια. Στὸ κομ­μω­τή­ριό της ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρά­ξε­να, ἀ­π’ τὸν πο­λύ­χρω­μο πάγ­κο μὲ τοὺς στρα­βοὺς κα­θρέ­φτες μέ­χρι τὶς ρε­τρὸ κρε­μά­στρες γιὰ τὰ μπου­φὰν καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κη­που­ρι­κῆς γιὰ τὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐ­κεῖ­νος, πα­ρό­λο ποὺ ἔ­με­νε στὴν πα­ρα­δι­πλα­νὴ γει­το­νιά, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ κά­ποι­α ἄ­σκο­πη βόλ­τα του χω­μέ­νο σ’ ἕ­να στε­νό, δι­έ­νυ­ε εὐ­χα­ρί­στως ὅ­λη τὴν πα­ρα­πά­νω ἀ­πό­στα­ση γιὰ νὰ κου­ρεύ­ε­ται ἐ­κεῖ. Τὸν πεί­ρα­ζε ὡ­στό­σο ποὺ τοῦ φέ­ρον­ταν δι­στα­χτι­κά, συγ­κρα­τη­μέ­να, ἂν καὶ εὐ­γε­νι­κὰ καὶ μὲ λε­πτό­τη­τα, σὰ νὰ τοὺς δι­α­τά­ρασ­σε ἀ­π’ τὴ μιὰ τὴ συ­νω­μο­τι­κή τους ἡ­συ­χί­α καὶ σὰ νὰ φο­βοῦν­ταν ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη μὴν τὸν δυ­σα­ρε­στή­σουν γιὰ κά­ποι­ο λό­γο. Ἐ­πέ­με­νε ὅ­μως νὰ πη­γαί­νει καὶ νὰ πα­σχί­ζει νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει, ὥ­σπου ἄρ­χι­σαν νὰ σχη­μα­τί­ζον­ται εἰ­λι­κρι­νῆ χα­μό­γε­λα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα καὶ οἱ κου­βέν­τες νὰ μὴν στα­μα­τοῦν. Ἡ νέ­γρα τώ­ρα θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε μὲ ἄ­νε­ση γιὰ τὴν πα­τρί­δα της, ἡ φοι­τή­τρια μὲ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση θὰ τὸν γλυ­κο­κοί­τα­ζε καὶ ἡ κομ­μώ­τρια θὰ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν ποὺ ἡ θε­ρα­πεί­α γιὰ τὴν τρι­χό­πτω­ση ποὺ τοῦ ‘χε προ­τεί­νει δὲν ἔ­πι­α­νε. Δὲν δι­έ­φε­ρε πιὰ ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους ἐ­κεῖ μέ­σα. Τό­τε ἦ­ταν πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, ἐ­πέ­λε­ξε τε­λι­κὰ ἕ­να ἄλ­λο, ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νο κομ­μω­τή­ριο, πο­λὺ κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ὑ­πέ­θε­σε πὼς θὰ τὸν κού­ρευ­αν ὅ­πως καὶ παν­τοῦ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).



		

	

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Διώχνω



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Δι­ώ­χνω


ΤΑΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ στὴ σει­ρὰ γέν­νη­σης με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι κο­ρί­τσια. Κα­κο­ρί­ζι­κο πράγ­μα τὰ κο­ρί­τσια στὴν ἐ­πο­χή της, εἰ­δι­κὰ γιὰ οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὅ­πως ἡ δι­κή της. Τὶς ὀ­νό­μα­ζαν «βά­σα­να» καί, χα­ϊ­δευ­τι­κά, «βα­σα­νά­κια» γιὰ τὴ νέ­α φτώ­χεια ποὺ ἔ­σερ­ναν μα­ζί τους καὶ τὴν στοί­βα­ζαν πά­νω στὴν πα­λιά.

       Ὕ­στε­ρα κι ἀ­πὸ τὸ τέ­ταρ­το κο­ρί­τσι, οἱ γο­νεῖς ἀ­πελ­πί­στη­καν κι ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ στεί­λουν ἕ­να μή­νυ­μα στὴ μοί­ρα ἢ στὸ Θε­ό, δὲν ἤ­ξε­ραν ἀ­κρι­βῶς ποῦ νὰ ἀ­πο­ταν­θοῦν. Ἔ­τσι τὴν πέμ­πτη κό­ρη τους τὴν βά­φτι­σαν «Ἀ­γο­ρί­τσα», με­τέ­πει­τα «Ἀ­γό­ρω», μή­πως ξε­γε­λα­στεῖ τὸ πνεῦ­μα τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν κι ἔρ­θει κον­τά. Τὴν ἕ­κτη, τὴν εἶ­παν ἀ­μέ­σως «Στα­μά­τα», σὰν πα­ρά­κλη­ση ἢ καὶ σὰν προ­στα­γὴ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη κο­ρι­τσί­στι­κη μοί­ρα. Αὐ­τή, ἕ­βδο­μη στὴ σει­ρά, ἀ­φοῦ εἶ­χαν χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα κι εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα κο­ρι­τσί­στι­κα ὀ­νό­μα­τα, τὴν βά­φτι­σαν «Δι­ώ­χνω», μή­πως δι­ώ­ξουν μιὰ γιὰ πάν­τα το ἐ­πί­μο­νο πνεῦ­μα τῶν θη­λυ­κῶν. Ὡ­στό­σο, πα­ρ’ ὅ­λα τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­πελ­πι­σί­ας ποὺ μη­χα­νεύ­τη­καν, τὸ θέ­μα λύ­θη­κε ὁ­ρι­στι­κὰ μό­νο ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να πά­νω στὴ γέν­να μα­ζὶ μὲ τ’ ὄ­γδο­ο κο­ρί­τσι. Ἡ Δι­ώ­χνω ἀ­πό­μει­νε τε­λευ­ταί­α. Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς αὐ­τὴ εἶ­χε δι­ώ­ξει ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, ὄ­χι μό­νο τὶς ἀ­γέν­νη­τες ἀ­δερ­φές της, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μά­να της τὴν ἴ­δια.

       Ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ νὰ ἔρ­θει ἡ σει­ρά της νὰ παν­τρευ­τεῖ. Τὰ βρά­δια μὲ ἐ­πι­δέ­ξια χέ­ρια ἔ­φτια­χνε τὴν προί­κα της, κου­βέρ­τες, πε­τσέ­τες, σεν­τό­νια, μα­ξι­λά­ρια, τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα. Ὅ­λη νύ­χτα κεν­τοῦ­σε, ἕ­ρα­βε, ἔ­πλε­κε μὲ βε­λό­νες, βε­λο­νά­κι, σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν.

       «Εἶ­μαι μι­σὸς ἄν­θρω­πος», εἶ­πε αὐ­τός, «Δὲν μὲ πει­ρά­ζει», εἶ­πε αὐ­τή, ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε συν­τρο­φιά. Κι ἔ­γι­νε ὁ γά­μος. Τὰ βρά­δια ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ἐ­φιά­λτες. Μιὰ με­γά­λη μη­χα­νὴ τοῦ μα­σοῦ­σε τὰ χέ­ρια, ὕ­στε­ρα τὰ πό­δια, με­τὰ τὸ κορ­μί, ἄ­φη­νε μό­νο το κε­φά­λι. Αὐ­τὴ κοι­μό­ταν δί­πλα του καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα μὲ ἐ­πι­δέ­ξι­ες κι­νή­σεις συ­ναρ­μο­λο­γοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ κομ­μά­τια του. Σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν. Τὸ ξη­μέ­ρω­μα τὸν ἔ­βρι­σκε ὁ­λό­κλη­ρο πά­λι. Ἔ­λει­πε μό­νο τὸ δε­ξί του χέ­ρι, αὐ­τὸ ποὺ γιὰ πάν­τα εἶ­χε χα­θεῖ στὸ μη­χα­νι­κὸ ζυ­μω­τή­ριο, ὅ­ταν δού­λευ­ε στὸ φοῦρ­νο. Τό­τε ξυ­πνοῦ­σε καὶ κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι. Χτυ­ποῦ­σε τὰ πό­δια στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα καὶ τῆς φώ­να­ζε: «Κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια!» Με­τὰ ἔ­λε­γε «Νὰ πλύ­νω τὰ δόν­τια μου», με­τὰ «Νὰ ξυ­ρι­στῶ», «Ἄ­να­ψέ μου τσι­γά­ρο!», «Βά­λε μου νε­ρό!», «Τί κοι­τᾶς ὅ­λο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;», «Ὅ­λο στὸν κα­θρέ­φτη εἶ­σαι, πε­ρι­μέ­νεις κα­νέ­ναν;». Κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σε ἡ ζω­ή.

       Ἕ­να βρά­δυ, δὲν ἔ­πι­α­σε τὶς βε­λό­νες καὶ τὶς κλω­στές της. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὸν ἀ­φή­σει κομ­μά­τια. Γύ­ρι­σε πλευ­ρὸ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χα ἡ Δι­ώ­χνω. Ἡ Δι­ώ­χνω ἐ­νο­χές, πα­λι­ὲς καὶ νέ­ες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια φι­λό­λο­γος καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος φι­λο­λό­γων στὴν δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.