Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας: Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο



Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας


Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο


ΤΑΝ ΑΚΟΜΗ θεοσκότεινα ἔ­ξω. Ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­ξη­μέ­ρω­τα καὶ ἔ­κα­νε ἑ­τοι­μα­σί­ες. Τὴν ἄ­κου­γε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο στὴν κου­ζί­να καὶ τούμ­πα­λιν. Τὸ μι­κρό τους σπί­τι τρεῖς κά­μα­ρες ὅ­λο κι ὅ­λο, δύ­ο ὑ­πνο­δω­μά­τια καὶ ἡ κου­ζί­να. Οἱ πιὸ χα­ρού­με­νες ἀ­να­μνή­σεις του ἀ­πο­κτή­θη­καν σὲ αὐ­τὰ τὰ πε­νῆν­τα τε­τρα­γω­νι­κά.

       Ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα κα­θό­ταν ἀ­κί­νη­τος στὸ κρε­βά­τι νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται γνώ­ρι­μους ἤ­χους. Τὸ τρί­ξι­μο τῆς δί­φυλ­λης ντου­λά­πας ἀ­πὸ ὅ­που ἔ­βγα­ζε τὰ ροῦ­χα γιὰ νὰ τὰ βά­λει στὴ βα­λί­τσα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ξε­χω­ρί­σει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τῶν ντου­λα­πι­ῶν τῆς κου­ζί­νας. Ἄ­κου­γε τὸ νε­ρὸ ποὺ κό­χλα­ζε γιὰ νὰ τοὺς βρά­σει αὐ­γό. Τὸ συν­δύ­α­σε μὲ τὸ χτύ­πη­μα τῶν πιά­των στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κα­τά­λα­βε πὼς τοὺς ἑ­τοί­μα­ζε πρω­ι­νό.

       Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ση­κω­θεῖ. Τὸ μού­δια­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­θε ἦ­ταν ἕ­να μεῖγ­μα ἀ­γω­νί­ας, ἐ­λά­χι­στου φό­βου γιὰ τὸ ἄ­γνω­στο καὶ τῆς χα­ρᾶς γιὰ τὸ και­νού­ριο ποὺ ἔρ­χε­ται, γιὰ τὴν ἔκ­πλη­ξη, ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ἔκ­πλη­ξη για­τί στὴν ἔ­χουν μαρ­τυ­ρή­σει. Αὐ­τὰ ἦ­ταν ποὺ τὸν κρά­τη­σαν ξύ­πνιο ἀ­πό­ψε, δὲν τοῦ κόλ­λα­γε κα­θό­λου ὕ­πνος. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἔ­πλα­θε εἰ­κό­νες γιὰ τὸ νέ­ο σχο­λεῖ­ο. Ἦ­ταν σί­γου­ρα πρω­το­πο­ρια­κὸ ἀ­φοῦ συμ­με­τεῖ­χαν καὶ οἱ γο­νεῖς στὰ μα­θή­μα­τα. Γε­γο­νὸς ποὺ πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ χα­ρά, τοῦ αὔ­ξα­νε λι­γά­κι τὸ ἄγ­χος.

       Ἀ­πὸ τὸν δρό­μο ἀ­κού­στη­καν φω­νές, δι­ό­λου πε­ρί­ερ­γο πα­ρό­λο ποὺ δὲν εἶ­χε φέ­ξει ἀ­κό­μη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια κου­μάν­το στὴν πό­λη τους ἔ­κα­νε ὁ στρα­τός. Αὐ­τοὶ οἱ στριφ­νοί, νευ­ρι­κοὶ ἄν­τρες, μὲ τὶς κα­τά­μαυ­ρες στο­λὲς καὶ τὰ κόκ­κι­να πε­ρι­βρα­χι­ό­νια. Τοὺς εἶ­χε συ­νη­θί­σει, δὲν τὸν τρό­μα­ζαν πιά. Σί­γου­ρα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρο τὸ και­νού­ριο σχο­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ τὴν προ­η­γού­με­νη ἡ μα­μὰ καὶ ὁ μπαμ­πὰς τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γι’ αὐ­τὸ μὲ τό­ση συγ­κί­νη­ση. Εἶ­χε μπεῖ γιὰ τὰ κα­λά τὸ Φθι­νό­πω­ρο κι ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε ν’ ἀρ­χί­σουν τὰ μα­θή­μα­τα. Ὅ­τι θὰ τοὺς με­τέ­φε­ραν μὲ κα­μι­ό­νια δὲν τὸ ἔ­βρι­σκε πε­ρί­ερ­γο. Τὸ μυα­λό του ἦ­ταν στοὺς συμ­μα­θη­τὲς ποὺ θὰ γνώ­ρι­ζε, στὰ νέ­α παι­χνί­δια καὶ τὰ τρα­γού­δια ποὺ θὰ μά­θαι­νε. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε ἀ­πό­λυ­τα σ’ ἕ­να σχο­λεῖ­ο ποὺ ἀ­γα­ποῦν τὰ λου­λού­δια, τό­σο, ποὺ ἂν δὲν φο­ρᾶς ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο στὸ πέ­το δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ εἰ­σέλ­θεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας (Reutlingen  τῆς  Γερ­μα­νί­ας, 1971). Ἀ­πὸ τὸ 1977 ζεῖ στὴν Κο­μο­τη­νή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος τοῦ Τμή­μα­τος Βι­βλι­ο­θη­κο­νο­μί­ας καὶ Συ­στη­μά­των Πλη­ρο­φό­ρη­σης τοῦ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὴν Δη­μο­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Κο­μο­τη­νὴς (1996-98) καὶ ἀ­πὸ τὸ 1998 στὴν Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ταυ­τό­χρο­να σπου­δά­ζει Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Τμῆ­μα Οἰ­κο­νο­μι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ Δ.Π.Θ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τε­ταρ­τη­μό­ρια (ποί­η­ση 2019). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πολ­λὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι;



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι;


ΔΕΛΦΟΣ ἠ­ρώ­τη­σε τὸν Ἀβ­βᾶν Σι­σώ­ην, λέ­γων· τί ποι­ή­σω; ὅ­τι ἀ­παν­τῶ εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν καὶ πολ­λά­κις γί­νε­ται ἀ­γά­πη καὶ κρα­τοῦ­σί με· λέ­γει αὐ­τῷ ὁ γέ­ρων· κό­πον ἔ­χει τὸ πρᾶγ­μα· λέ­γει οὖν Ἀ­βρα­ὰμ ὁ μα­θη­τὴς αὐ­τοῦ· ἐ­ὰν γέ­νη­ται ἀ­πάν­τη­σις ἐν Σαβ­βά­τῳ ἢ ἐν Κυ­ρια­κῇ καὶ πί­ῃ ἀ­δελ­φὸς τρί­α πο­τή­ρια, μὴ πολ­λά ἐ­στι; λέ­γει ὁ γέ­ρων· ἐ­ὰν οὐκ ἔ­στι σα­τα­νᾶς, πολ­λὰ οὐκ ἔ­στιν.


Τρί­α πο­τή­ρια, μή­πως εἶ­ναι πολ­λά;

Ἕ­νας ἀ­δερ­φὸς ρώ­τη­σε τὸν Ἀβ­βᾶ Σι­σώ­η, λέ­γον­τάς του: τί νὰ κά­νω; Για­τὶ συ­ναν­τῶ τοὺς ἀ­δερ­φοὺς στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς γί­νε­ται ἀ­γά­πη καὶ μὲ κρα­τοῦ­νε. Τοῦ λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας: ἔ­χει κό­πο τὸ πρᾶγ­μα. Τοῦ λέ­ει λοι­πὸν ὁ Ἀ­βρα­ὰμ ὁ μα­θη­τής του: Κι ἂν γι­νει συ­να­πάν­τη­μα τὸ Σάβ­βα­το ἢ τὴν Κυ­ρια­κὴ καὶ πι­εῖ ὁ ἀ­δερ­φὸς τρί­α πο­τή­ρια, μή­πως εἶ­ναι πολ­λά; Καὶ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει σα­τα­νᾶς, δὲν εἶ­ναι πολ­λά.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 110.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


Στρα­τῆς Τσίρ­κας: Τὰ κάλαντα



Στρα­τῆς Τσίρ­κας


Τὰ κά­λαν­τα


[Ἕ­να πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο δι­ή­γη­μα τοῦ Στρα­τῆ Τσίρ­κα.
Τό­πος: στὸ Κά­ϊ­ρο τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, τρί­α παι­διὰ ποὺ μό­λις ἔ­χουν πεῖ τὰ κά­λαν­τα, πέ­φτουν θύ­μα­τα λη­στεί­ας ἀ­πὸ μιὰ συμ­μο­ρί­α ντα­ή­δων. ΣτΕ]

 Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.

       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.

       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;

       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.

       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!

       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.

       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:

       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;

       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.

       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.

       — Τί λές, μω­ρέ!

       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.

       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.

       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.

       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».

       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.

       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.

       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).

Στρα­τῆς Τσίρ­κας  (23 Ἰ­ου­λί­ου 1911, Κά­ϊ­ρο-27 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1980, Ἀ­θή­να). Ἕλ­λη­νας συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­ξι­ο­λο­γό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς γιὰ τὴν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή του τρι­λο­γί­α Ἀ­κυ­βέρ­νη­τες πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἡ χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη.



		

	

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Καλα-ντέ



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Καλα-ντέ


ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη προ­σο­χή, κα­θὼς συμ­μο­ρί­ες ἀ­νη­λί­κων πε­ρι­φέ­ρον­ται ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι, χτυ­ποῦν κου­δού­νια καί, μὲ τὴν πρό­φα­ση λη­στεί­ας καὶ κα­κο­ποί­η­σης, ἀ­κι­νη­το­ποι­οῦν τοὺς ἐ­νοί­κους καὶ τοὺς ἐ­ξα­ναγ­κά­ζουν νὰ ἀ­κοῦ­νε ὕ­μνους σὲ ἐρ­γο­λά­βους καὶ εὐ­χὲς νὰ μὴν πέ­σει τὸ σπί­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­φω­νί­ζουν. Τὰ παι­διὰ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­δί­στα­κτα καὶ ἱ­κα­νὰ νὰ κα­λαν­τί­ζουν ἀν­θρώ­πους πα­γι­δευ­μέ­νους σὲ ἐ­ρεί­πια κα­τοι­κι­ῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν σει­σμοὶ καὶ ἄλ­λες οἰ­κο­γε­νεια­κὲς δυ­σκο­λί­ες. Χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη προ­σο­χή, κα­θὼς πα­ρὰ τὰ δια­ρκῆ αἰ­τή­μα­τα ἀρ­νεῖ­ται νὰ συλ­λά­βει τὰ μέ­λη αὐ­τῶν τῶν συμ­μο­ρι­ῶν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, ποὺ ἔ­χει μο­λυν­θεῖ ἀ­πὸ ἀ­νυ­πό­στα­τες ἀ­πό­ψεις πε­ρὶ ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, λὲς καὶ τὰ παι­διὰ εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι. Ἔ­νοι­κοι ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴν τύ­χη νὰ ἔ­χουν κου­φα­θεῖ ἀ­κό­μη, ὥ­στε νὰ μὴν ἀ­κοῦ­νε κου­δού­νια ποὺ χτυ­ποῦν, ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νὰ βά­ζουν στὴ δι­α­πα­σῶν τὸν ἦ­χο τη­λε­ο­ρά­σε­ων, ποὺ προ­βάλ­λουν ἑ­ορ­τα­στι­κὲς λη­στεῖ­ες καὶ κα­κο­ποι­ή­σεις, νὰ ἀ­νοί­γουν ὅ­λες τὶς βρύ­σες ὥ­στε μὲ θό­ρυ­βο ἐ­λεύ­θε­ρα νὰ τρέ­χει νε­ρό, ποὺ δὲν χρε­ώ­νε­ται ὅ­σο ἐ­πι­βάλ­λει ἡ ξη­ρα­σί­α, καὶ γε­νι­κό­τε­ρα νὰ θο­ρυ­βοῦν μὲ κά­θε τρό­πο ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν ἡ εὐ­γέ­νεια, ἡ εὐ­γλωτ­τί­α καὶ ἡ εὐ­γο­νι­κή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που τώρα ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Πρόεδρός της. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Εἰκόνα: Κώστας Δαύλιας, Μαρὼ Τριαντα­φύλλου, Καλα­ντι­στές, Ἡρὼ Νικο­πού­λου (Νέα Σμύρ­νη, 24.12.2019).



		

	

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher): Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά



Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher)


Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά

(Candy girls)


ΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ἡ εἴ­σο­δος στοὺς Ἑ­βραί­ους, στοὺς νέ­γρους καὶ στὶς ἀ­συ­νό­δευ­τες γυ­ναῖ­κες με­τὰ τὶς ἕ­ξι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μπο­ρεῖς νὰ πα­ρα­βιά­σεις καὶ τοὺς τρεῖς κα­νό­νες ἂν που­λᾶς πού­ρα Κού­βας καὶ ζα­χα­ρω­τὰ μὲ ἕ­να δί­σκο πε­ρα­σμέ­νο μὲ λου­ριὰ ἀ­πὸ τὸ λαι­μό σου. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βγά­ζου­με κά­να φράγ­κο. Αὐ­τὴ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ Μα­ρί­α. Ἐ­γὼ λεύ­κα­να τὰ πό­δια μου. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α – στὸ κλὰμπ Πε­λαρ­γός οἱ ἄν­δρες σὲ “ἐ­κτι­μοῦν” ἀ­πὸ τὰ πό­δια σου ἢ κρυ­φο­κοι­τά­ζουν τὸ ντε­κολ­τέ σου τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες τους που­δρά­ρουν τὴν μύ­τη τους. Κοι­τοῦν πιὸ ἐ­πί­μο­να, ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες τους μέ­νουν σπί­τι.

       Στὸ δω­μά­τιό μας, τὰ πα­πού­τσια καὶ οἱ δί­σκοι εἶ­ναι πε­τα­μέ­να ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ· ξα­πλώ­νου­με ἀ­νά­πο­δα σὲ ἕ­να μο­νὸ κρε­βά­τι. «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;», ρω­τά­ει ἡ Μύ­ριαμ τρί­βον­τας στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ οἱ πο­λὺ σφι­χτὲς γό­βες ἔ­χουν ἀ­φή­σει τὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νά τους ση­μά­δια.

       Τὴν Τρί­τη ἦ­ταν ἡ τρί­τη μας φο­ρὰ στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν θὰ ἀ­να­φερ­θῶ σὲ γνω­στὰ ὀ­νό­μα­τα. Τοὺς ξέ­ρεις ὡς γί­γαν­τες τῆς με­γά­λης ὀ­θό­νης. Ἀρ­γό­τε­ρα θὰ λάμ­ψουν στὴν μαυ­ρό­α­σπρη τη­λε­ό­ρα­ση, μι­κροὶ ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μό­νο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βλέ­που­με τὰ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὰ σμό­κιν καὶ τὰ μπορ­σα­λί­νο. Μυ­ρί­ζου­με τὴν ἀ­να­πνο­ὴ τους – τὴν γλυ­κά­δα τῆς σαμ­πά­νιας, τὴν ἁ­ψά­δα τοῦ τζίν. Νι­ώ­θου­με τὰ κορ­μιά τους ποὺ σφίγ­γον­ται καὶ χα­λα­ρώ­νουν πρὶν ἀρ­χί­σουν τὰ κου­τσομ­πο­λιὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τρα­πέ­ζια γε­μά­τα στα­χτο­δο­χεῖ­α. Δὲν τοὺς ξέ­ρεις ὅ­πως τοὺς ξέ­ρου­με ἐ­μεῖς.

       Θὰ ποῦν γιὰ τὶς φοῦ­στες μας σὲ σχῆ­μα καμ­πά­νας, γιὰ τὸ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα μας ποὺ στὰ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἔ­χει κο­ρι­τσί­στι­κη γεύ­ση – ὄ­χι Ἑ­βραι­ο­πού­λας, οὔ­τε ἔγ­χρω­μου κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ ψι­θυ­ρί­σουν γιὰ τὸ πῶς τὰ δά­χτυ­λά μου βρί­σκουν αὐ­τὰ τῆς Μύ­ριαμ, πῶς κρα­τι­ό­μα­στε χέ­ρι-χέ­ρι καὶ κα­τὰ τὴν διά­ρκεια καὶ με­τά. Θὰ γε­λά­σουν.

       Ὅ­ταν μέ­νου­με μό­νες, λέ­με ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη δι­ά­φο­ρα ψέ­μα­τα:

             Ἀ­κό­μη λί­γο.

             Τὰ χρή­μα­τα βο­η­θᾶ­νε.

             Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά.

       Λέ­με κι ἀ­λή­θει­ες ποὺ κά­νουν ρί­μα μὲ τὸ σὲ ἀ­γα­πῶ.

       «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;» καὶ μὲ φι­λᾶ παν­τοῦ, βγά­ζει τὸ καλ­τσόν μου καὶ τὸ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σει σὲ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ δι­χτυ­ω­τὰ καλ­τσὸν στὸ ἄ­δει­ο πά­τω­μα.

       «Ὄ­χι, πιά», ψεύ­δο­μαι.

       Τό­τε ἡ ἡ Μύ­ριαμ τρί­βει τὰ πο­νε­μέ­να ση­μεῖ­α, ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀγ­γί­ξει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Bath Flash Fiction Award (28.02.2019) [Νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ Bath Flash Fiction Award February 2019]:

https://bathflashfictionaward.com/2019/02/christina-dalcher-february-2019-first-prize/

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher) εἶ­ναι γλωσ­σο­λό­γος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ ἐ­θι­σμέ­νη στὶς ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο μέ­ρος τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου Νό­του. Εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ φοι­τή­τρια τοῦ προ­γράμ­μα­τος MFA: Read Every Word by Stephen King (ἐ­πι­νο­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια). Μπο­ρεῖς νὰ βρεῖς δου­λειά της —με­ρι­κὲς φο­ρὲς βρα­βευ­μέ­νη— στὸ Molotov Coctail, στὸ Whiskey Paper, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New South Journal, καὶ ἀλ­λοῦ. Ἂν γυ­ρεύ­εις τὴν Χρι­στί­να μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ: @CVDalcher, www.chri­stina­dalcker.com , ἢ νὰ κρύ­βε­ται στὴν ντου­λά­πα δι­α­βά­ζον­τας ξα­νὰ ἕ­να κου­ρε­λι­α­σμέ­νο ἀν­τί­­τυ­πο τοῦ The shining. Ἐ­πί­σης ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο VOX.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καρο­φί­λιο.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἡ πληγωμένη πάπια



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἡ πλη­γω­μέ­νη πά­πια


ΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τὸ Τα­χυ­δρο­μι­κὸ Τα­μι­ευ­τή­ριο προ­κή­ρυσ­σε δι­α­γω­νι­σμὸ γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη ἔκ­θε­ση μὲ θέ­μα τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση καὶ ἔ­δι­νε δῶ­ρο στὸν νι­κη­τὴ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κουμ­πα­ρά. Ὁ μα­θη­τὴς δε­χό­ταν τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ἐ­νώ­πιον τῶν συμ­μα­θη­τῶν με­τὰ τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χὴ καὶ πα­ρα­λάμ­βα­νε τὸ ἔ­πα­θλο. Ἡ φτώ­χεια με­γά­λη, δυ­σκο­λεύ­ον­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς Χούν­τας γιὰ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ πα­ροι­μί­ες ὅ­πως «φα­σού­λι τὸ φα­σού­λι γε­μί­ζει τὸ σα­κού­λι», «μά­ζευ­ε κι ἂς εἶ­ν’ καὶ ρῶ­γες», ποὺ ἦ­ταν εὐ­ρύ­τα­τα δι­α­δε­δο­μέ­νες, ἔ­τρε­φαν τὶς ἀ­δη­φά­γες τρά­πε­ζες μὲ τὸ ὑ­στέ­ρη­μα τῶν τα­πει­νῶν. Μὲ ἀ­πί­στευ­τες στε­ρή­σεις ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πο­τα­μί­ευ­ε τὸ ἐ­λά­χι­στο γιὰ νὰ φτιά­ξει ἕ­να μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­λαύ­σει για­τὶ τὸν πρό­λα­βε ἡ ἀρ­ρώ­στια.

       Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ «τυ­χε­ρὰ» παι­διὰ ἤ­μουν κι ἐ­γώ. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς ἔκ­θε­σης εἶ­χα πα­πα­γα­λί­σει δυ­ὸ-τρί­α σχε­τι­κὰ θέ­μα­τα ἀ­πὸ ἐκ­θε­σι­ο­λό­για, τὰ συν­δύ­α­σα, ἔ­βα­λα καὶ δι­κά μου καὶ νί­κη­σα. Ἔ­τσι βρέ­θη­κα στὸ δρό­μο τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης. Ὁ με­ταλ­λι­κὸς κουμ­πα­ρὰς δὲν μὲ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε. Γιὰ νὰ τὸν ἀ­νοί­ξεις ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἐ­ξάλ­λου,  δὲν μά­ζευ­α τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τὰ κα­τα­θέ­σω. Σκε­φτό­μουν νὰ ἀ­γο­ρά­σω παι­χνί­δια ἢ δερ­μά­τι­νη μπά­λα. Μοῦ χά­ρι­σε λοι­πὸν ὁ πα­τέ­ρας μιὰ πλα­στι­κὴ πά­πια, ἡ ὁ­ποί­α στὴ μέ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ κορ­μοῦ της εἶ­χε μιὰ σχι­σμὴ —κά­πως με­γά­λη, γιὰ νὰ χω­ρᾶ τὰ εἰ­κο­σά­ρι­κα— καὶ ἐ­κεῖ ἔ­ρι­χνα ὅ­σα τά­λι­ρα ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα ἀ­πὸ τοὺς παπ­ποῦ­δες καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ πά­πια βά­ρυ­νε, πράγ­μα ποὺ σή­μαι­νε ὅ­τι κυ­ο­φο­ροῦ­σε μέ­σα της ἄ­φθο­νο ὑ­λι­κὸ παι­δι­κῶν ὀ­νεί­ρων.

       Ἐν τῷ με­τα­ξύ τὰ σχέ­διά μου εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Μὲ κέρ­δι­σε ἕ­να ρομ­πότ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια, ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κὰ πο­λύ­χρω­μα λαμ­πά­κια καὶ ἔ­βγα­ζε μιὰ βα­θιὰ με­ταλ­λι­κὴ φω­νή, σὰν ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν. Ἔ­χα­σα τὸ μυα­λό μου. Ξέ­χα­σα τὴ μπά­λα καὶ μιὰ μπουλ­ντό­ζα μὲ ἀ­να­τρε­πό­με­νο κου­βὰ ποὺ εἶ­χα βά­λει στὸ μά­τι. Κα­θό­μουν μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να καὶ τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Κά­πως ἔ­τσι πρέ­πει νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν κι ὁ πα­τέ­ρας τὸ μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, ὅ­ταν τὸν ἔ­βρι­σκα βυ­θι­σμέ­νο στὶς σκέ­ψεις ἀλ­λὰ μὲ πρό­σω­πο χα­ρού­με­νο.

       Ση­κω­θή­κα­με νω­ρὶς ἕ­να πρω­ί, νὰ πᾶ­με μὲ τὴ μη­τέ­ρα στὸ πα­νη­γύ­ρι μιᾶς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ποὺ γι­όρ­τα­ζε τὴν Πα­να­γί­α. Ὑ­πῆρ­χε καὶ μιὰ θαυ­μα­τουρ­γὴ ἀ­χει­ρο­ποί­η­τος εἰ­κό­να. Τὸ ΚΤΕΛ δρο­μο­λό­γη­σε ἐ­πι­πλέ­ον λε­ω­φο­ρεῖ­α γιὰ νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν κό­σμο. Στὸ πα­νη­γύ­ρι πλή­θη εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει. Οἱ πα­ράγ­κες μὲ εἴ­δη προι­κός, χαλ­βά­δες καὶ παι­δι­κὰ παι­χνί­δια δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ στὸ δρό­μο γιὰ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ οἱ φω­νὲς τῶν πω­λη­τῶν ἔ­κα­ναν ἀ­κό­μα πιὸ ἑ­ορ­τα­στι­κὴ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Πί­ε­ση στὴν πί­ε­ση κα­τά­φε­ρα τὴ μη­τέ­ρα νὰ μοῦ πά­ρει ἕ­να μαῦ­ρο πλα­στι­κὸ φι­δά­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­τοῦ­σα στὴν ἀ­δερ­φή μου γιὰ νὰ τὴν τρο­μά­ζω.

       Ἐ­πι­στρέ­φον­τας τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­λη ἡ χα­ρὰ τῆς γι­ορ­τῆς πνί­γη­κε στὰ θλιμ­μέ­να μά­τια τῆς μη­τέ­ρας καὶ στὸ κλά­μα τῆς ἀ­δερ­φῆς. Στὸ σπί­τι μπῆ­καν κλέ­φτες. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κα­τω­σού­ρα δὲν πῆ­ραν καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Δὲν εἴ­χα­με. Ἕ­να πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο Filipps γιὰ μα­κρὰ καὶ με­σαῖ­α, με­ρι­κὰ χει­ρο­ποί­η­τα κεν­τή­μα­τα τῆς μη­τέ­ρας καὶ ἕ­να σὲτ ἀ­νο­ξεί­δω­τα μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, δῶ­ρο γά­μου, ποὺ κρα­τού­σα­με γιὰ κα­μιὰ ἐ­πί­ση­μη ἡ­μέ­ρα, ἂν τρα­πε­ζώ­να­με δη­λα­δὴ κα­νέ­να ση­μαν­τι­κὸ πρό­σω­πο, κά­τι ποὺ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ τό­σα χρό­νια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἔ­πι­α­ναν ἁ­πλῶς χῶ­ρο στὸ συρ­τά­ρι. Ξαφ­νι­κὰ μαῦ­ρα φί­δια μὲ ἔ­ζω­σαν, ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σα πὼς ἡ πά­πια μὲ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες μου εἶ­χε πα­ρα­βια­στεῖ, τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό της εἶ­χε κά­νει φτε­ρὰ καὶ μα­ζί του ἡ μπά­λα, ἡ μπουλ­ντό­ζα καὶ τὸ ρομ­πότ. Ἡ πά­πια κεί­τον­ταν μπρο­στά μου σκι­σμέ­νη καὶ τσα­λα­κω­μέ­νη. Βούρ­κω­σα τό­τε, ἔ­πε­σα στὸ κρε­βά­τι σὰν ἄ­δει­ο σα­κὶ καὶ ἔ­μει­να νὰ κοι­τῶ τὸ τα­βά­νι.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει. Πῶς νὰ τὸ πεῖ στὸν πα­τέ­ρα γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρή­σει; Καὶ πῶς νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει ἐ­μᾶς ποὺ τὰ εἴ­χα­με χα­μέ­να; Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ τρί­ξι­μο τῆς σι­δε­ρέ­νιας ἐ­ξώ­πορ­τας, ση­μά­δι ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε. Βγῆ­κε ἡ μη­τέ­ρα νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει καὶ ἀ­πὸ πί­σω της ἐ­μεῖς, μα­ζε­μέ­να σὰν νὰ μᾶς εἶ­χαν δεί­ρει. Σύν­το­μα ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὴν κα­τά­στα­ση καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος, ὁ πα­τέ­ρας πα­ρέ­μει­νε ψύ­χραι­μος. Τὴν χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ στὴν πλά­τη καὶ μπή­κα­με μέ­σα. Συ­ζή­τη­σαν λί­γο πα­ρά­με­ρα κι ἔ­πει­τα χά­ι­δε­ψε ἐ­μᾶς στὸ κε­φά­λι καὶ κα­θί­σα­με νὰ φᾶ­με τὸν χαλ­βὰ Φαρ­σά­λων ποὺ εἴ­χα­με φέ­ρει ἀ­π’ τὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Ἕ­ναν μή­να με­τά, τὸν κλέ­φτη τὸν ἔπια­σαν. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς. Εἶ­χε μπεῖ καὶ σὲ ἄλ­λα σπί­τια. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὰ κεν­τή­μα­τα καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἐ­πέ­στρε­ψαν στὴ θέ­ση τους. Μό­νο τα χρή­μα­τα δὲν ἐ­πε­στρά­φη­σαν πο­τέ. Τὸ γει­το­νό­που­λο τὰ εἶ­χε ξο­δέ­ψει. Ἐ­πέν­δυ­σε, ὅ­πως φά­νη­κε, σὲ ἕ­να πο­λὺ κα­λὸ πο­δή­λα­το μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ καὶ τὸ θαυ­μά­ζα­με ὅ­λοι.

       Μὲ τὰ χα­μέ­να λε­φτὰ στα­μά­τη­σε καὶ ἡ σχέ­ση μου μὲ τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση. Δὲν ἀ­γό­ρα­σα ἄλ­λο κουμ­πα­ρὰ κι οὔ­τε οἱ τρά­πε­ζες εἶ­δαν πο­τὲ χρή­μα­τά μου. Ἄλ­λω­στε μιὰ ζω­ὴ οἱ οἰ­κο­νο­μί­ες μου ἦ­ταν πε­νι­χρές. Καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τῆς χώ­ρας ὅ­μως δὲν ἐ­ξε­λί­χτη­κε κα­λύ­τε­ρα. Ὅ­πως τε­λι­κὰ ἀ­πο­δεί­χτη­κε, ἦ­ταν πάν­τα εὐ­ά­λω­τη στοὺς κλέ­φτες σὰν τὴν πλα­στι­κὴ πά­πια μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πέ­τρου τοῦ Τε­λώ­νου



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πέ­τρου τοῦ Τε­λώ­νου


Κα­λεῖ σε, Πέ­τρε, Χρι­στὸς ἐκ τε­λω­νί­ου
Πρὸς ἀ­ρε­τὴν πρίν, νῦν δὲ πρὸς τρυ­φὴν πό­λου.

ΥΤΟΣ ἦ­το κα­τὰ τοὺς χρό­νους τοῦ βα­σι­λέ­ως Ἰ­ου­στι­νια­νοῦ ἐν ἔ­τει φλ´ [530], Πα­τρί­κιος ὢν κα­τὰ τὴν ἀ­ξί­αν, καὶ τῆς Ἀ­φρι­κῆς ὅ­λης τὴν δι­οί­κη­σιν ἔ­χων· ἐ­πει­δὴ δὲ ἦ­το πολ­λὰ ἄ­σπλαγ­χνος καὶ ἀ­νε­λε­ή­μων, ἔ­λα­βεν ἐ­πω­νυ­μί­αν καὶ ὠ­νο­μά­ζε­το πα­ρὰ πάν­των φει­δω­λὸς ἤ­τοι ἀ­κρι­βός. Μί­αν δὲ φο­ρὰν πτω­χός τις ὑ­πῆ­γεν εἰς αὐ­τόν, χά­ριν δο­κι­μῆς, καὶ ἐ­ζή­τει φορ­τι­κῶς ἐ­λε­η­μο­σύ­νην· ὁ δὲ Πέ­τρος θυ­μω­θείς, ἥρ­πα­σεν ἓν ἀ­πὸ τὰ ζε­στὰ ψω­μί­α τὰ ὁ­ποῖ­α τό­τε ἔ­τυ­χε νὰ φέ­ρῃ ὁ δοῦ­λός του ἀ­πὸ τὸν φοῦρ­νον, καὶ ἔρ­ρι­ψεν αὐ­τὸ ὡς πέ­τραν κα­τ’ ἐ­πά­νω τοῦ πτω­χοῦ· ὁ δὲ πτω­χὸς ἁρ­πά­σας τὸ ψω­μί­ον, ἔ­φυ­γε. Δὲν ἐ­πέ­ρα­σαν δύ­ω ἡ­μέ­ραι, καὶ ὁ Πέ­τρος πί­πτει εἰς βα­ρεῖ­αν ἀ­σθέ­νειαν, καὶ ἐν τῇ ἀ­σθε­νεί­ᾳ βλέ­πει τὸν ἑ­αυ­τόν του ὅ­τι ἐ­ζη­τεῖ­το νὰ δώ­σῃ ἀ­πο­λο­γί­αν διὰ τὰ ὅ­σα ἔ­πρα­ξεν. Ἔ­πει­τα τοῦ ἐ­φαί­νε­το, ὅ­τι ἐ­κεῖ ἦ­το καὶ μί­α ζυ­γα­ρί­α, εἰς μὲν τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸν μέ­ρος τῆς ὁ­ποί­ας ἔ­βλε­πεν ὅ­τι ἐ­συ­νά­ζον­το μαῦ­ροί τι­νες, καὶ ἔ­βαλ­λον τὰς κα­κάς του πρά­ξεις, εἰς δὲ τὸ δε­ξιὸν ἔ­βλε­πεν ἄν­δρας τι­νας λευ­κο­φό­ρους καὶ θαυ­μα­στοὺς κα­τὰ τὸ πρό­σω­πον, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν εὕ­ρι­σκον ἄλ­λο τι κα­λὸν νὰ βά­λω­σι, διὰ νὰ γί­νῃ ἰ­σο­βα­ρὲς μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸν μέ­ρος, εἰ­μὴ μό­νον ἐ­κεῖ­νο τὸ ψω­μί­ον τὸ ὁ­ποῖ­ον κα­τὰ τοῦ πέ­νη­τος ἔρ­ρι­ψε. Ταῦ­τα ἰ­δὼν ὁ Πέ­τρος, ἦλ­θεν εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν του, καὶ εὐ­θὺς ἅ­μα ἐ­ση­κώ­θη ἀ­πὸ τὴν ἀ­σθέ­νειαν, ἐ­μοί­ρα­σεν εἰς τοὺς πτω­χούς, ὄ­χι μό­νον ὅ­λα του τὰ ὑ­πάρ­χον­τα, ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τὰ τὰ ἴ­δια ἐν­δύ­μα­τα ὅ­σα ἐ­φό­ρει ἔ­δω­κεν εἰς ἕ­να πτω­χόν. Ἐ­πει­δὴ δὲ εἶ­δεν εἰς τὸ ὄ­νει­ρόν του τὸν Χρι­στὸν ὅ­τι ἐ­φό­ρει τὰ ἐν­δύ­μα­τα ἐ­κεῖ­να, διὰ τοῦ­το ὁ ἀ­οί­δι­μος ἐ­πώ­λη­σε καὶ τὸν ἴ­διον ἑ­αυ­τόν του, καὶ τὴν τι­μὴν ἔ­δω­κεν εἰς τοὺς πέ­νη­τας.

       Ἐ­πω­λή­θη δὲ εἰς ἕ­να αὐ­θέν­την χρυ­σο­χό­ον κα­τὰ τὴν τέ­χνην· ἐ­πει­δὴ δὲ ὕ­στε­ρον ἔ­βλε­πεν ὁ μα­κά­ριος, ὅ­τι ἔ­μελ­λε νὰ γνω­ρι­σθῇ ποῖ­ος εἶ­ναι, διὰ τοῦ­το θέ­λων νὰ φύ­γῃ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κί­αν τοῦ αὐ­θέν­του του, εἶ­πεν εἰς τὸν θυ­ρω­ρὸν κω­φὸν ὄν­τα καὶ βω­βόν· «Ἐν ὀ­νό­μα­τι Χρι­στοῦ ἄ­κου­σόν μου, καὶ ἄ­νοι­ξον τὴν θύ­ραν.» Καὶ ὢ τοῦ θαύ­μα­τος! εὐ­θὺς ὁ πρὶν κω­φὸς καὶ βω­βὸς ἐ­λά­λει καὶ ἤ­κου­εν· ὅ­θεν ἐ­ξελ­θὼν ἔ­ξω ἔ­φυ­γε καὶ ὑ­πῆ­γεν εἰς τὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα· ἐ­κεῖ­θεν δὲ ἀ­να­χω­ρή­σας, ὑ­πῆ­γεν εἰς τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν, ὅ­που καὶ ἀ­νε­παύ­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ, καὶ ἐ­νε­τα­φιά­σθη εἰς τὴν το­πο­θε­σί­αν τὴν κα­λου­μέ­νην τοῦ Βο­ὸς ἐν τῷ ἰ­δί­ῳ οἴ­κῳ.



Πη­γή: Συ­να­ξα­ρι­στὴς Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐ­πε­ξερ­γα­σθεὶς ὑ­πὸ Θ. Νι­κο­λα­ΐ­δου Φι­λα­δελ­φέ­ως, τό­μος πρῶ­τος, Ἀ­θή­νη­σι, 1868, σελ. 396.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]