Τάσος Χατζητάτσης: Ὁ Μακέλης


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Ὁ Μα­κέ­λης


 ΜΑΚΕΛΗΣ που­λοῦ­σε σά­μα­λι στὴν ὁ­δὸ Σχο­λεί­ων, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γυ­μνά­σιο. Τὰ βρά­δια μᾶς μά­ζευ­ε στὴν κά­μα­ρη ποὺ εἶ­χε γιὰ ἀ­πο­θή­κη, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες τοῦ Ἀ­η-Γιά­ννη. Πη­γαί­να­με πέν­τε-ἕ­ξι μα­ζὶ καὶ δὲ φο­βό­μα­σταν. Μᾶς μοί­ρα­ζε ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες, φθαρ­μέ­νες στὶς γω­νι­ές, μὲ γυ­ναῖ­κες γυ­μνὲς καὶ μᾶς παί­δευ­ε μὲ τὰ σκλη­ρά του χέ­ρια ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, μέ­χρι ποὺ ἕ­να βρά­δυ ὁ Γι­ῶρ­γος, σπαρ­τα­ρών­τας ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, τοῦ μού­σκε­ψε τὸ χέ­ρι. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­φερ­νε καὶ γυ­ναῖ­κες ζων­τα­νὲς γιὰ τοὺς με­γά­λους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ Σο­φί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πή­γα­νε γιὰ μπά­νιο στὴν Πε­ραί­α. Οὔ­τε ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε, τὴν εἶ­χαν κι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στε­νά, μό­νο πέν­τε λε­πτὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ στὴν Κο­ρομη­λᾶ. Τοὺς χει­μῶ­νες σκο­τεί­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν κρα­τοῦ­σες στὶς γω­νι­ὲς καὶ τὸ χέ­ρι τυ­φλὸς λα­γὸς νὰ τρέ­χει στὶς φτέ­ρες τοῦ κορ­μιοῦ ὣς τὴ γω­νιὰ ποὺ εἶ­χαν βά­λει τὰ συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα στὶς δι­α­δη­λώ­σεις γιὰ τὴν Κύ­προ. Μᾶς εἶ­χαν σχο­λά­σει νω­ρίς, ἐ­μεῖς χα­ρὲς καὶ οἱ τσάν­τες ἀ­ε­ρο­πλά­να. Στὸ σπί­τι τοὺς εἴ­χα­με πε­ρὶ πολ­λοῦ τοὺς Ἐγ­γλέ­ζους, ἦ­ταν καὶ τὸ παλ­τὸ τοῦ πα­τέ­ρα, ἀ­θά­να­το ἐγ­γλέ­ζι­κο ὕ­φα­σμα κά­θε Σε­πτέμ­βρη πιὸ λαμ­πε­ρὸ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη καὶ σὺ ἕ­νας σβῶ­λος ἀ­πὸ ψί­χα ψω­μιοῦ νὰ τὸν μα­λά­ζεις μέ­σα στὰ δά­χτυ­λα, κρυ­φὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἤ­θε­λε ἀ­κό­μα ἕ­ξι χρό­νια γιὰ τὸ 15 τοῖς ἑ­κα­τό, τό­τε θὰ βγαί­να­με γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ φοι­τη­τὲς νὰ μᾶς πά­ρουν, οἱ κα­θη­γη­ταὶ νὰ τοὺς δι­ώ­χνουν, δὲν μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, τρα­βή­ξα­με γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, ὁ­λό­κλη­ρη τά­ξη, καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μᾶς ἀ­πέ­βα­λαν. Ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἤ­θε­λε νὰ ’ρ­θε­ῖ στὸν γυ­μνα­σιά­ρχη, ἄλ­λη φο­ρὰ θὰ μοῦ ἔ­κο­βε τὰ πό­δια ἂν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἐ­λα­σί­τες καὶ τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, μό­νο λί­γοι μεῖναν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ φώ­να­ζαν μὲ τοὺς φοι­τη­τές, οἱ στά­σι­μοι κι οἱ ἄ­τα­κτοι. Ὁ γυ­μνα­σιά­ρχης κλεί­δω­σε τὶς πόρ­τες κι ἡ χο­ρω­δί­α νὰ ψέλ­νει τὴν προ­σευ­χὴ γιὰ νὰ μὴν ἀ­κοῦ­με. Κι ὁ Μα­κέ­λης ἐ­λα­σί­τες τοὺς ἔ­λε­γε, ὅταν τὸν ἔ­πνι­γε ὁ βή­χας, πά­λι ὁ ἐ­λα­σί­της μὲ θυ­μή­θη­κε, ἔ­λε­γε κι ἄρ­χι­ζε τὴν ἴ­δια πάν­τα ἱ­στο­ρί­α φθαρ­μέ­νη στὶς γω­νί­ες ὅ­πως οἱ φω­το­γρα­φί­ες του. Ἔ­φευ­γαν οἱ Γερ­μα­νοί, ἔμ­παι­νε ὁ Μάρ­κος, ἡ πό­λη στὰ χέ­ρια τους, ὁ Μπα­κιρ­τζῆς στὸ Γ’ Σῶ­μα. Τὸν στα­μά­τη­σαν στὴν ἀρ­χὴ τῆς Σχο­λεί­ων, ἦ­ταν δυ­ὸ ἐλα­σί­τες, θέ­λαν νὰ τὸν πά­ρουν μα­ζί. Ἔ­πε­σε κά­τω μὲ σπα­σμούς, ἄ­σπροι ἀ­φροὶ στὸ στό­μα, οἱ ἄλ­λοι φο­βή­θη­καν. Ὁ ἕ­νας πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρό­τσι νὰ τὸν με­τα­φέ­ρουν, ὁ ἄλ­λος τοῦ κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι νὰ μὴν τὸ κτυ­πᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Παι­δί, εἶ­χε χνού­δι γιὰ γέ­νια, σὰν τὸν Ἅ­γιο Ὀ­νού­φριο, ἔ­λε­γε ὁ Μα­κέ­λης, κι ὅ­ταν με­ῖ­ναν μό­νοι, μὲ τὴ λά­μα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ κομ­μά­τια τοῦ σά­μα­λι πά­νω στὴν τά­βλα, τὸν ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο σὰν σφα­χτά­ρι. Τὸν κύ­λη­σε στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, ἐ­κεῖ δε­ξιὰ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων καὶ τὸ ’βα­λε στὰ πό­δια γιὰ τὴ ΧΑΝ, ὅπου εἶ­χαν ἀμ­πα­ρω­θεῖ οἱ δι­κοί του. Ὕ­στε­ρα τὰ πού­λη­σε, τὴν τά­βλα καὶ τὸ στέ­κι, σ’ ἕ­ναν ἐ­λα­φρὺ ἀ­πὸ τὰ Δι­α­βα­τά, καὶ μό­νο τὰ με­ση­μέ­ρια κα­τέ­βαι­νε στὴ Σχο­λεί­ων. Μᾶς μά­ζευ­ε ὅσα λε­φτὰ εἴ­χα­με καὶ μᾶς πή­γαι­νε στὸ ἰ­σό­γει­ό τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Μᾶς ἄ­νοι­γε μιὰ γριὰ ξε­ρα­κια­νή, μᾶς περ­νοῦ­σε στὸ σα­λό­νι κι ἔ­βγαι­νε ἡ ἄλ­λη μὲ τὶς νυ­χτι­κι­ές, κα­θό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Μα­κέ­λη, χά­δια καὶ φι­λιὰ κι αὐ­τὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὰ λε­φτὰ ποὺ μᾶς εἶ­χε μα­ζέ­ψει, δραχ­μὲς γιὰ κου­λού­ρια, τε­τρά­δια ἢ καὶ κλεμ­μέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες τοῦ πα­τέ­ρα, τῆς σή­κω­νε τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ μᾶς ἄ­φη­νε νὰ βλέ­που­με τὰ γυ­μνά της πό­δια καὶ τὸ χέ­ρι του νὰ τρυ­πώ­νει ἀ­νά­με­σα. Κι ὅταν τοῦ μα­ζέ­ψα­με ἕ­να πε­νην­τά­ρι, ἦ­ταν ὁ ἔ­ρα­νος τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ρο­ῦ, τῆς σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς γο­φοὺς καὶ μᾶς ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ἕ­να της τὸ στῆ­θος ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ πε­τά, νὰ φεύ­γει, νὰ φέρ­νει γύ­ρους καὶ μὲ τὸ σφύ­ριγ­μα νὰ ἔρ­χε­ται στὴν πα­λά­μη του λευ­κὸ μὲ τὸ ράμ­φος τῆς θη­λῆς μαῦ­ρο. Φεύ­γον­τας, ὁ Γι­ῶρ­γος, κόκ­κι­νος μέ­χρι τὰ αὐ­τιά, πό­σα θὲς γιὰ ἕ­να βρά­δυ; τὸν ρώ­τη­σε, κι ὁ Μα­κέ­λης: «γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἢ τί­πο­τα», καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὸ τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σαν οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις στὸ ἰ­σό­γει­ο καὶ σι­γὰ-σι­γὰ ξέ­κο­ψαν ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, ὁ Γι­ῶρ­γος πρῶ­τα, ὁ Νί­κος ὕ­στε­ρα κι ὁ Ἄγ­γε­λος, ποὺ ὅλοι τὸν εἴ­χα­με γιὰ ὀρ­φα­νό, πρό­σε­χε τὸν Μα­κέ­λη, μοῦ λέ­ει, τὸν θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τοῦ «Παύ­λου Με­λᾶ». Τό­τε εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νὰ ξε­θαρ­ρεύ­ου­με, πή­γα­με καὶ στὸν Πα­παν­δρέ­ου, μι­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ «Ὀ­λύμ­πιον», ὁ κό­σμος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς τὴ θά­λασ­σα, ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α στὰ στε­νά τῆς Καλα­πο­θά­κη καὶ τῆς Ἡ­ρο­δό­του. Μὲ τὸν Μα­κέ­λη μό­νον τυ­χαῖ­α βρι­σκό­μα­σταν πιά, εἶ­χε αὐ­το­κί­νη­το τώ­ρα, χα­νό­ταν κι οἱ ἄλ­λοι μό­νι­μα δί­πλα, μα­ζί του, ὅλα γι’ αὐ­τοὺς τὰ ξό­δευ­ε, ἔ­λε­γαν. Τοὺς συ­ναν­τή­σα­με μιὰ φο­ρὰ στὴν «Ἀ­στόρια», στὰ μπι­λιά­ρδα, ἔπι­α­σε ὁ βή­χας τὸν Μα­κέ­λη, ὁ ἐ­λα­σί­της, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Γι­ῶρ­γος, ἔ­κα­νε τὸν κου­φό, προ­ο­δευ­τι­κὸς δή­λω­νε τώ­ρα κι οἱ ἄλ­λοι στὴ νε­ο­λαί­α καὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα στὴν Πο­λω­νί­ας μὲ τοὺς ἐκο­φίτες. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θαν χρό­νια ποὺ τοὺς ἀ­πο­φεύ­γα­με κι ἄλ­λα χρό­νια ποὺ γύ­ρι­ζαν τὸ κε­φά­λι μή­πως καὶ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­σου­με καὶ τώ­ρα τε­λευ­ταῖα πά­λι χαι­ρε­τι­ό­μα­στε. Χά­θη­κε καὶ τὸ ὑ­πό­γει­ο τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως, ἔ­γι­νε πο­λυ­κα­τοι­κί­α ὅ­λο ἰ­α­τρεῖ­α, ἄλ­λα­ξαν οἱ πιά­τσες καὶ ἡ Σχο­λεί­ων ἔ­γι­νε πε­ζό­δρο­μος μὲ τρα­πε­ζά­κια, πρά­σι­νο καὶ φοι­νι­κι­ές. Κι ἕ­να βρά­δυ, κα­λο­καί­ρι, τὸ πρό­τει­νε ἡ Ἑ­λέ­νη, ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ σι­νε­μά, κα­θί­σα­με γιὰ ἕ­να πο­τὸ ἐ­κεῖ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων, παι­διὰ πο­λύ­χρω­μα καὶ μου­σι­κές. Ἤ­μα­σταν πα­ρέ­α ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Ἄγ­γε­λος κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας. Εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ δι­α­κο­πές, πή­γαι­ναν σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­α μὲ πι­σί­να, δὲν τὴν μπο­ροῦ­σε τὴν ἄμ­μο ὁ Ἄγ­γε­λος, τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε στὰ πό­δια, στὶς οὖ­λες, ἀ­πὸ δυ­στύ­χη­μα ἔ­λε­γε ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν. Εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει τὴ Σο­φί­α φέ­τος, στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, δὲν τὸν χαι­ρέ­τη­σε. Ὁ ἄν­τρας της μὲ τὴν ΒΜW νὰ κυ­νη­γά­ει του­ρί­στρι­ες κι αὐ­τὴ μὲ τὰ παι­διά, μα­ρα­μέ­νη, γυ­μνό­στη­θη στὸν ἥ­λιο. Μό­νο τὰ μά­τια της μέ­να­νε κι οἱ χα­ρα­κι­ὲς δί­πλα στὸ χα­μό­γε­λο, γυ­μνὲς πα­ρεν­θέ­σεις. Ὁ Γι­ῶρ­γος πα­ράγ­γει­λε ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πο­τὰ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε μα­ζὶ μὲ τὰ ἠ­χεῖ­α τὸ No milk today. Θυ­μό­ταν τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴν πα­ρα­λί­α τῆς Κα­τε­ρί­νης. Τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο βου­λι­αγ­μέ­νο μέ­χρι τὰ ὕ­φα­λα στὴν ἄμ­μο. Σβή­σα­με τὴν γκα­ζό­λαμ­πα. Τὸ σκο­τά­δι πυ­κνό, δὲν ἔ­κρυ­βε τί­πο­τα. Δι­και­ο­σύ­νη γιὰ κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Οἱ γυ­ναῖ­κες μας ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι δὲν χά­νε­ται ἔ­τσι ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Ἔ­φται­γε κι ἡ ἴ­δια, ποὺ ἔ­με­νε γαν­τζω­μέ­νη στὸν ἄν­τρα της, νὰ ἀ­να­λώ­νε­ται στὸ νοι­κο­κυ­ριὸ καὶ στὰ παι­διά. Ἄρ­χι­σε τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ὁ Ἄγ­γε­λος κι ἡ βρα­διὰ τέ­λει­ω­νε ὄ­μορ­φα. Ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι. Μό­νον ὅ­ταν ἦ­ταν νὰ φύ­γου­με κι ὄρ­θιοι πε­ρι­μέ­να­με τὰ ρέ­στα ἀ­πὸ τὸν λο­γα­ρια­σμό, εἶ­πε ὁ Γι­ῶρ­γος γιὰ τὸ χέ­ρι τοῦ Μα­κέ­λη. Πό­σο ἄ­δι­κα τὸ ἔ­φα­γε τὸ ἀ­μού­στα­κο παι­δί, ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν στὴ γω­νιά, ὅ­πως φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων. «Γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἤ τί­πο­τα», τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Ἄγ­γε­λος. «Καὶ βέ­βαι­α τί­πο­τα», πε­ρη­φα­νεύ­τη­κε ὁ Γι­ῶρ­γος καὶ γε­λού­σα­με, ἄ­νε­με­λοι γιὰ τὸ αἷ­μα τοῦ ἐλα­σί­τη, ξέ­νο αἷ­μα, ξε­χα­σμέ­νο κά­τω ἀ­πὸ τὶς πλά­κες τοῦ πε­ζό­δρο­μου· ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι.

(Προ­δί­δει ἡ γρα­φή, Ἄγ­γε­λε, ὅ­πως ἡ Σο­φί­α σὲ κεί­νη τὴν ἐκ­δρο­μή. Ἐ­σὺ ὅ­μως ξέ­ρεις, κά­θε μέ­ρα περ­νᾶς ἀ­πὸ τὴ Σχο­λείων, οὔ­τε φαρ­δαί­νει οὔ­τε πε­ζό­δρο­μος ἔ­γι­νε. Μὴ φο­βᾶ­σαι λοι­πόν, ἄ­σε με νὰ φτιά­χνω ἱ­στο­ρί­ες.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πεζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997).

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Σπού­δα­σε Ὀ­δον­τι­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Χάρ­τηςἘν­τευ­κτή­ριοΠα­ρα­φυά­δα καὶ Ὑ­πό­στε­γο. Τὸ 1998 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου πε­ζο­γρά­φου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω).


 

Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).



		

	

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης: Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το



Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης


Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το


ΑΠΑΛΟ ΚΑΙ ΑΘΟΡΥΒΟ, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα τὶς κι­νή­σεις τοῦ κον­δυ­λο­φό­ρου καὶ στέ­γνω­νε γρή­γο­ρα τὶς ἔγ­χρω­μες στα­γό­νες τῆς με­λά­νης, κα­θρε­φτί­ζον­τας πά­νω του τὰ ση­μά­δια της. Ἡ ἁ­φὴ τῶν μα­θη­τι­κῶν μου ἀ­να­μνή­σε­ων. Δι­ευ­κό­λυ­νε τὴν ἀ­νά­γνω­ση καὶ φρόν­τι­ζε τὴν εὐ­τα­ξί­α τῆς σε­λί­δας, ἀ­φή­νον­τας ὅ­μως στὰ πα­τή­μα­τα κά­ποι­α δυσ­δι­ά­κρι­τα ἴ­χνη τῶν γρα­φο­μέ­νων.

     Ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα τῆς γρα­φῆς, ἕ­νας συμ­μα­θη­τὴς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου, στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη τοῦ Γυ­μνα­σί­ου στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, ἔ­στη­σε μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἀν­τι­γρα­φι­κὴ κομ­πί­να ποὺ ἄ­φη­σε ἐ­πο­χή. Ὁ εὐ­φάν­τα­στος μα­θη­τής, Βά­νιας τ’ ὄ­νο­μά του τὸ μι­κρό, πρό­δρο­μος τῶν ση­με­ρι­νῶν χά­κερ, γιὸς γνω­στοῦ για­τροῦ τῆς πό­λης, τρο­φο­δο­τοῦ­σε τοὺς συμ­μα­θη­τές του μὲ δι­α­φη­μι­στι­κὰ δῶ­ρα ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες στὸν πα­τέ­ρα του. Ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ «δῶ­ρα» ἦ­ταν καὶ κά­ποι­ες ὄ­μορ­φες δι­α­φη­μι­στι­κὲς κάρ­τες δι­πλῆς ὄ­ψης. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ πρό­βαλ­λαν ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες μὲ τὶς θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ φαρ­μά­κου καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη εἶ­χαν τὴν ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς κα­νο­νι­κοῦ στυ­πό­χαρ­του. Τὶς χρη­στι­κὲς ἐ­κεῖ­νες κάρ­τες πρό­σφε­ρε καὶ στοὺς κα­θη­γη­τές, ἀλ­λὰ σ’ αὐ­τοὺς μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη φει­δώ. Στὸν αὐ­στη­ρὸ μά­λι­στα μα­θη­μα­τι­κὸ τὸν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ἄθ­θο, ἐ­πει­δὴ ἔ­τρω­γε τὸ σίγ­μα ἀ­πὸ τοὺς ἄσ­σους ποὺ φι­λο­δω­ροῦ­σε στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα τοὺς μα­θη­τές, ἔ­δι­νε ἀ­πὸ μί­α μό­νο κάρ­τα στυ­πό­χαρ­του κά­θε φο­ρὰ καὶ μά­λι­στα ζη­τοῦ­σε νὰ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει τὴν προ­η­γού­με­νη γιὰ νὰ τοῦ τὴν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει μὲ και­νούρ­για. Ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ στυ­πό­χαρ­των πέ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ ὑ­πο­κλέ­ψει τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων στὸ μά­θη­μα τῆς Ἄλ­γε­βρας. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε: Ὁ Ἄθ­θος ἔ­γρα­φε ἀ­μέ­ρι­μνος, μὲ πέ­να καὶ με­λά­νι, στὴν αἴ­θου­σα τῶν κα­θη­γη­τῶν τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων. Στέ­γνω­νε βι­α­στι­κὰ τὶς ἀ­ρά­δες, περ­νών­τας ἀ­πὸ πά­νω τους τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ χαρ­τί, χω­ρὶς νὰ δί­νει ση­μα­σί­α, ἂν σ’ αὐ­τὸ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἕ­να μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων του. Ἡ «ὑ­πο­κλο­πὴ» ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ τῶν στυ­πό­χαρ­των καὶ μὲ τὴ χρή­ση κα­θρέ­φτη. Ὁ μα­θη­τὴς ἀν­τέ­γρα­ψε τὶς λύ­σεις τῶν ἀ­σκή­σε­ων ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ καὶ τὶς μοί­ρα­σε σὲ ὅ­λους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τοὺς συμ­μα­θη­τές του. Ὅ­λοι, ἀ­κό­μη καὶ ὁ πα­νύ­ψη­λος «ὑ­πο­δε­κά­με­τρος» ποὺ δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ μα­θη­μα­τι­κά, ἔ­γρα­ψαν σχε­δὸν ἄ­ρι­στα. Προ­κλή­θη­κε σκάν­δα­λο καὶ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ τὸ δι­α­γώ­νι­σμα λό­γῳ τῆς κα­θο­λι­κῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ δὲν προ­έ­κυ­ψε δό­λος ἀ­πὸ που­θε­νά, δὲν δό­θη­κε συ­νέ­χεια. Ὁ Ἄθ­θος ὅ­μως δὲν τό­ ‘βα­λε κά­τω, βαθ­μο­λό­γη­σε μὲ βά­ση τὰ ὀρ­θο­γρα­φι­κὰ λά­θη, τὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα καὶ τὶς μουν­τζοῦ­ρες. Δυ­ὸ-τρεῖς πῆ­ραν πά­λι ἄθ­θο κι ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἦ­ταν ὁ γιὸς τοῦ για­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν κα­κο­γρά­φος καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ἔ­φυ­γε γιὰ σπου­δὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι συγ­κε­χυ­μέ­νες. Λέ­νε ὅ­τι ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ ἀ­κτι­νο­λό­γου στὸ Λὸς Ἀν­τζε­λὲς ἢ ὅ­τι ἔ­γι­νε χρη­μα­τι­στὴς στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1939). Ἐ­ρευ­νη­τὴς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων δρα­στη­ρι­ο­τή­των, δι­α­τη­ρεῖ ση­μαν­τι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ στὴν ἔ­ρευ­να πολ­λῶν ἐρ­γα­σι­ῶν στὸ χῶ­ρο τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς φι­λο­λο­γί­ας. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Πρωτοχρονιά στὴν Πάρνηθα


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Πρω­το­χρο­νιὰ στὴν Πάρ­νη­θα


ΙΝΑΙ ΝΥΧΤΑ. Ἕ­νας ἄ­γριος, μα­νι­α­σμέ­νος βο­ριὰς λυσ­σο­μα­νά­ει. Πα­ρα­μο­νὴ πρω­το­χρο­νιᾶς. Ἀ­πο­λο­γι­σμὸς ἑ­νὸς ὁ­λό­κλη­ρου χρό­νου καὶ ἐλ­πί­δες γιὰ τὸν ἑ­πό­με­νο.

          Εἶ­μαι σκο­πὸς σ’ ἕ­να φυ­λά­κιο στρα­τι­ω­τι­κὸ στὴν Πάρ­νη­θα. Ἔ­χω νὰ πά­ρω γράμ­μα ἀ­π’ τοὺς δι­κούς μου κον­τὰ δύ­ο μῆ­νες. Δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα γιὰ τὸν κό­σμο. Κρυ­ώ­νω. Φο­βᾶ­μαι. Πει­νά­ω. Τὸ τσι­γά­ρο ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται κι ἂν ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε. Δὲν ξέ­ρω τί ὥ­ρα εἶ­ναι. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει. Κι ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ μὴν προ­χω­ρά­ει. Τὸ νῆ­μα τῆς ὕ­φαν­σής του ἔ­χει τε­λει­ώ­σει πρὸ πολ­λοῦ, χω­ρὶς ν’ ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ. Ἡ σμί­λη τοῦ τορ­νευ­τὴ χά­θη­κε. Ὁ χρό­νος ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἕ­νας ὀγ­κό­λι­θος ἀ­κα­τέρ­γα­στος, ὁ­λό­κλη­ρος, ἀ­τό­φιος, ἐ­κεῖ κον­τά μου στὶς νό­τι­ες ὑ­πόρει­ες τῆς Πάρ­νη­θας, κον­τὰ στὸ φυ­λά­κιο Καύ­κα­σό μου καὶ κε­λί μου.

          Ὅ­λα μοῦ ἔ­δι­ναν μιὰ ἄλ­λη ὄ­ψη, το­νί­ζον­τας τὴν ἄ­χα­ρη τού­τη πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς. Τὰ οὐρ­λι­ά­σμα­τα τῶν τσα­κα­λι­ῶν καὶ οἱ ὑ­στε­ρι­κὲς κραυ­γὲς τῶν ὄ­μορ­φων στὸ φτέ­ρω­μα πα­γω­νι­ῶν, ἐ­πι­δεί­νω­ναν τὴν ὅλη κα­τά­στα­ση. Κι ἐ­γὼ μὲ τ’ ὅ­πλο γε­μά­το στὰ χέ­ρια. Οἱ τά­φοι τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­ταν πο­λὺ μα­κριά, ἀλ­λὰ νω­πὰ ἀ­κό­μα τὰ χώ­μα­τα ποὺ τοὺς σκέ­πα­ζαν. Γι’ αὐ­τὸ μιὰ ἠ­χὼ ἔ­φερ­νε στ’ αὐ­τιά μου μό­νο τὴ λέ­ξη φρί­κη…

          Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ πού ἀ­κου­γό­ταν ἀ­πὸ λί­γα λε­πτὰ πρίν, φώ­να­ζε τὸ ξε­χα­σμέ­νο πραγ­μα­τι­κό μου ὄ­νο­μα. Τώ­ρα τὸ ἀ­κού­ω κα­θα­ρά. Δη­μή­τρη… Δη­μή­τρη… Μιὰ γλυ­κεί­α φω­νὴ μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἔ­χει κα­νείς, ὅ­ταν ἔ­χει χά­σει τὸν ἄν­θρω­πό του καὶ ψά­χνει νὰ τὸν βρεῖ. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν πο­λὺ κον­τά μου, για­τί κα­θὼς ὁ ἀ­έ­ρας ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἔ­παιρ­νε τὴ φω­νή της σὰν ἕ­να φίλ­τρο καὶ τὴν ἔ­φερ­νε κα­θα­ρή, γλυ­κεί­α, καρ­τε­ρι­κὴ στ’ αὐ­τιά μου. Ἡ γνώ­ρι­μη κι ἀ­γα­πη­μέ­νη μου φω­νὴ ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­π’ τὰ πρῶ­τα ἔ­λα­τα. Στὸ δρό­μο ποὺ ἐρ­χό­ταν γιὰ τὸ φυ­λά­κιό μου.

          Ἀ­κούμ­πη­σα ὄρ­θιο τὸ ὅ­πλο μου, ἀ­να­σή­κω­σα λί­γο τὸ κρά­νος βγά­ζον­τας ἔ­ξω τὸ κε­φά­λι γιὰ ν’ ἀ­φουγ­κρα­στῶ κα­λύ­τε­ρα. Τώ­ρα πιὰ ἤ­μουν σί­γου­ρος σὲ ποι­ὰ ἀνῆ­κε ἡ φω­νή, ποὺ φώ­να­ζε τ’ ὄ­νο­μά μου. Ἴ­δια ἡ φω­νή της. Ἱ­κε­τευ­τι­κή, γλυ­κεί­α, πο­νε­μέ­νη, ὅ­πως τό­τε πού μὲ φώ­να­ζε τὴν ὥ­ρα πού χω­ρί­σα­με. Χω­ρὶς ἐ­γὼ νὰ γυ­ρί­σω πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε. Πλη­σί­α­σε ἀ­κό­μα. Ἡ σι­λου­έ­τα τῆς ἴ­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α κα­μιά. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη. Ἤ­μουν πιὰ σί­γου­ρος. Τὸ το­πί­ο κι ἡ νύ­χτα μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ζαν λί­γο τὴν ὄ­ψη της, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Ἤ­ξε­ρε, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι πλη­σιά­ζει σὲ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη πε­ρι­ο­χή, ὅ­τι, ἂν ἦ­ταν κά­ποι­ος ἄλ­λος στὸ φυ­λά­κιο, θὰ κιν­δύ­νευ­ε ἄ­με­σα ἡ ζω­ή της; Οὔ­τε τὰ «στὸπ» τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου δρό­μου, οὔ­τε τ’ ἄ­λε­πάλ­λη­λα δι­κά μου «ἂλτ» τὴν ἐμ­πό­δι­σαν νὰ πλη­σιά­σει.

          Ἡ ἕλ­ξη καὶ ἡ ἀ­πώ­θη­ση ταυ­τί­στη­καν σὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα ἀ­ξε­χώ­ρι­στα με­τα­ξύ τους. Τὰ δέν­τρα τρι­γύ­ρω εὐθυ­γραμ­μίστη­καν κά­νον­τας δε­ξιὰ ἀ­ρι­στε­ρὰ ἐ­πί­ση­μο ἄ­γη­μα, στὴν ἀ­νε­πί­ση­μη ἀ­πο­ψι­νὴ πα­ρου­σί­α της. Ἡ μη­χα­νὴ πα­ρα­γω­γῆς ἠ­λε­κτρι­κοῦ ρεύ­μα­τος στα­μά­τη­σε, φορ­τώ­νον­τας, τὶς λυ­χνί­ες της μὲ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀμ­πέρ, ἐ­ναρ­μο­νι­ζό­με­νη κι αὐ­τὴ στὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς. Πα­ρα­βι­ά­ζον­τας τὸν ἀ­έ­να­ο ρυθ­μό της…

          Γα­λή­νια πό­δια, τρε­μά­με­να, αἰχ­μά­λω­τα, κα­τέ­βη­καν τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκο­πιᾶς, κι ἀλ­λά, πάν­λευ­κα ἔ­κα­ναν τὰ δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­α βή­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος μου.

          Κα­τα­λά­βα­με… Δὲν ἤ­μουν ἐ­γὼ γι’ αὐ­τὴν οὔ­τε αὐ­τὴ γιὰ μέ­να. Τ’ ὄ­νο­μά μου ταί­ρια­ζε ἁ­πλὰ μ’ ἐ­κεῖ­νο τοῦ συ­νό­δου της.

          Κι ἐ­γὼ ὁ ἀ­νό­η­τος πί­στε­ψα, πώς μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Διηγήματα, Πλέθρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


 

Σταυρούλα Τσούπρου: Ἐκτὸς διαδρομῆς


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς


Στὴν Ἡρὼ Νικοπούλου

μὲ ἀφορμὴ τὸ ὁμότιτλο ζωγραφικὸ της ἔργο

 

ΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Σή­με­ρα θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν συ­νη­θι­σμέ­νη κα­θη­με­ρι­νὴ πο­ρεί­α του σὲ μί­α ἀ­κρο­βα­σί­α ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς. Σή­με­ρα θὰ ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη του ἀ­το­μι­κὴ προ­σπά­θεια, χω­ρὶς κοι­νό, ἤ, μᾶλ­λον, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ὡς μό­νο καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ θε­α­τή· θε­α­τὴ καὶ θε­ώ­με­νο συ­νά­μα.

         Ὅ­λα ἦ­ταν κα­νο­νι­σμέ­να. Τὸ εἰ­δι­κὸ σκοι­νὶ εἶ­χε τεν­τω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ δύ­ο με­γα­θή­ρια ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν προ­η­γου­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, τὸ εἶ­χε στε­ρε­ώ­σει στὶς φτι­αγ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ὑ­πο­δο­χές, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ τό­σες φο­ρὲς νὰ γί­νε­ται στὴ δου­λειά του, στὸ τσίρ­κο, ἀ­πὸ τοὺς τε­χνι­κούς. Ἂν πε­τύ­χαι­νε ἐ­τού­τη ἡ ἀ­πό­πει­ρα, θὰ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια δι­α­δι­κα­σί­α, με­θο­δι­κὰ καὶ μὲ ὑ­πο­μο­νή, καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα ψη­λὰ κτή­ρια τῆς πό­λης. Ἦ­ταν τό­σα πολ­λά. Ἔ­φτα­ναν γιὰ μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή. Γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν δι­κή του ζω­ή, του­λά­χι­στον.

         Πλύ­θη­κε, ἔ­φα­γε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πρω­ι­νὸ καὶ ἔ­κα­νε τὴν του­α­λέ­τα του σχο­λα­στι­κά, χω­ρὶς ἄγ­χος. Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ σει­ρά. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­χαν παρ­θεῖ.

         Ξε­κρέ­μα­σε τὴν φο­ρε­σιά του καὶ τὴν χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει δὲν χόρ­ται­νε νὰ τὴν κοι­τά­ζει. Τὸ στε­νὸ ἐ­λα­στι­κὸ πο­δη­λα­τι­κὸ παν­τε­λο­νά­κι ἦ­ταν τὸ κα­τάλ­λη­λο μαῦ­ρο φόν­το γιὰ τὴν ἀ­ρα­δω­τὴ ἄ­σπρο-μαῦ­ρο καὶ φω­σφο­ρι­ζὲ πορ­το­κα­λὶ μπλού­ζα του μὲ τὰ ἀ­σορ­τὶ ἀ­θλη­τι­κὰ πο­δη­λα­τι­κὰ πα­πού­τσια. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πα­ρο­μοιά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­γρι­ο­μέ­λισ­σα (ὄ­χι μὲ σφή­κα) ποὺ θὰ πε­τοῦ­σε μὲ τὸν δι­κό της τρό­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τσι­μέν­το στὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νό, ἐ­λεύ­θε­ρη πιὰ ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὶς σκι­ὲς τῶν κτι­ρί­ων.

         Ντύ­θη­κε καὶ ἄ­λει­ψε τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ γυ­μνὰ ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του μὲ ἕ­να κα­λὸ ἀν­τη­λια­κό. Ἔ­στω καὶ τὰ ἐ­λα­φρᾶς μορ­φῆς ἐγ­καύ­μα­τα δὲν θὰ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν πα­ρά­ση­μο.

         Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος. Ἔ­ξω εἶ­χε ξη­με­ρώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­τό του καὶ ἀ­νέ­βη­κε μὲ τὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα στὴν τα­ρά­τσα. Αὐ­τὴν τὴν φο­ρά, λοι­πόν, θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τῆς δου­λειᾶς του ὄ­χι γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, οὔ­τε γιὰ τὸν συ­χνὰ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νο ἴ­λιγ­γο τοῦ κιν­δύ­νου, ἀλ­λὰ ὡς δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ δού­λευ­ε γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Τί πιὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­πὸ αὐ­τό;

         Βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς ἀ­νά­κλη­σης λει­τουρ­γοῦ­σε σω­στά. Εἶ­χε συν­δέ­σει τὸν δι­α­κό­πτη ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὴν πα­λιν­δρο­μι­κὴ κί­νη­ση τοῦ πο­δη­λά­του του μὲ τὸ φρέ­νο καὶ τὸ τι­μό­νι. Ἂν κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀν­τὶ νὰ γεί­ρει θὰ γύ­ρι­ζε κα­τευ­θεί­αν πί­σω.

         Ἕ­νας μό­νον ἦ­ταν ὁ φό­βος του. Ἕ­νας, ἀλ­λὰ φαρ­μα­κε­ρός. Ἂν μπλο­κά­ρι­ζε ὁ μη­χα­νι­σμός, θὰ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ κτή­ρια ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά, πά­λι καὶ πά­λι, ἱ­πτά­με­νος πο­δη­λά­της αἰχ­μά­λω­τος τῆς δί­ψας του γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὥ­σπου κά­ποι­ος νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­πεγ­κλω­βί­σει ἀ­π’ τὸ κε­νό.

         Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τό­σο πο­λὺ τὸν εἶ­χε τυ­ραν­νή­σει αὐ­τὸς ὁ φό­βος ὅ­λον τὸν και­ρὸ κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του, ὥ­στε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­ξοι­κει­ώ­νε­ται μὲ τὴν ἰ­δέ­α. Κα­λύ­τε­ρα νὰ πα­λιν­δρο­μεῖ στοὺς αἰ­θέ­ρες πα­ρὰ στοὺς δρό­μους καὶ στὰ πε­ζο­δρό­μια, στὰ δω­μά­τια καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες, ἐ­κεῖ κά­τω χα­μη­λά, στὴν σκιὰ τῶν τσι­μέν­των. Θὰ τὸν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν κά­ποι­α στιγ­μή, θὰ τὸν ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, ζων­τα­νὸ ἢ νε­κρό. Μέ­χρι τό­τε, θὰ εἶ­χε προ­λά­βει νὰ εἰ­σπνεύ­σει ἀρ­κε­τὴ ξε­νοια­σιά, ἀρ­κε­τὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ ὅ­λα, ἀρ­κε­τὴ ἠ­ρε­μί­α τοῦ μυα­λοῦ καὶ τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν του ὀρ­γά­νων. Μέ­σω τῆς δου­λειᾶς του στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ τὸ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τοῦ ἄ­ρε­σε πάν­το­τε τό­σο πο­λὺ ἡ πο­δη­λα­σί­α στὰ ψη­λά. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἀν­τί­ο.

         Πεν­τὰλ καὶ φύ­γα­με…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Πίνακας τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου ἀπὸ τὴν ζωγραφικὴ ἐνότητα Ἡ ἄλλη πόλη.

Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Χειραφεσία


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου


Χει­ρα­φε­σί­α


 Κ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ εἶ­νε ὑ­πὲρ τῆς χει­ρα­φε­σί­ας. Ἔ­γρα­ψε τρι­αν­τα­εν­νέ­α ἄρ­θρα διὰ τὸν σκο­πόν, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἐ­νώ­πιον πυ­κνοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου, ἔ­δω­κε σα­ράν­τα πέν­τε δι­α­λέ­ξεις.

Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἢ καλ­λί­τε­ρα τὸ προ­ϊ­ὸν ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν διὰ γλώσ­σης καὶ γρα­φί­δας ἀ­γώ­νων, ἦ­το ἡ ἀ­πο­θέ­ω­σις τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου. Αἱ γυ­ναῖ­κες, τῶν ὁ­ποί­ων τό­σῳ ἀ­φι­λο­κερ­δῶς ὁ κ. Δη­μό­που­λος ὑ­πε­στή­ρι­ζε τὰ δί­και­α, τὸν ἀ­πε­κά­λουν πλέ­ον ὁ Δη­μό­που­λός μας.

          Εἰς μί­αν ἑ­σπε­ρί­δα τοῦ συλ­λό­γου «Νέ­αι ἰδέ­αι», ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­γλύστρη­σεν εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τὸν θέ­μα του.

          Γέ­ρων κα­θη­γη­τὴς ἔλε­γεν ὅτι εἶ­χε δί­και­ον ὁ Θου­κυ­δί­δης νὰ θε­ω­ρῇ ὡς τὴν καλ­λί­στην τῶν γυ­ναι­κῶν ἐκείνην, πε­ρὶ τῆς ὁ­ποί­ας δὲν γί­νε­ται λό­γος.

          Ἄ, τό­τε ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἄ­να­ψε καὶ κε­ραυ­νοὶ ἐ­ξῆλ­θον ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

          — Ὁ Πε­ρι­κλῆς τὰ εἶ­πεν αὐ­τά; Δὲν ξεύ­ρω ἂν τὰ εἶπε —δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­κτὸς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός μου— ὅ­μως ἂν τὰ εἶ­πε, ἦ­το μέ­γας ὑ­πο­κρι­τής, καὶ μέ­γας ψεύ­στης· καὶ δὲν ἐ­ψεύδε­το, οὐ­δὲ ὑ­πε­κρί­νε­το, κυ­ρί­αι καὶ κύ­ριοι (ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­νόμι­σεν ὅτι ὁ­μι­λεῖ διὰ τεσ­σα­ρα­κο­στὴν ἕ­κτην φο­ρὰν ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος), διὰ τοὺς συγ­χρό­νους. Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­γνώρι­ζον ὅ­τι ἡ γυ­νὴ ἦ­το ὁ Ἥ­φαι­στος, ὁ ὁ­ποῖος ἐ­λάξευ­ε τοὺς κε­ραυ­νούς του.

          Ὅλοι ἐ­γνώ­ρι­ζον τὴν Ἀ­σπα­σί­αν, τὴν με­γά­λην ἐ­κεί­νην γυ­ναί­κα, τὴν ἐκτὸς τοῦ γυ­ναι­κω­νί­του γυ­ναῖ­κα, πρὸς τὴν ὁ­ποί­αν αὐ­τὸς ἦ­το ἄ­φω­σι­ω­μέ­νος καὶ εὐ­γνώ­μων, δι­ό­τι δὲν ἦ­το Ὀμ­φά­λη καὶ δὲν τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ ὑ­φαί­νῃ.

          Ὁ Πε­ρι­κλῆς, κύ­ριοι, ὁ­μι­λῶν οὕ­τω πε­ρι­ύ­βρι­ζε δη­μο­σί­ᾳ τὴν Ἀ­σπα­σί­αν.

          Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νης με­γά­λης γυ­ναι­κὸς καὶ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νου γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, ἂς κρά­ξω­μεν: «Κά­τω ὁ Πε­ρι­κλῆς καὶ ζή­τω ἡ Ἀ­σπα­σί­α».

          — Μὰ εὑ­ρί­σκε­ται βα­θειὰ στὴ γῆ ὁ Πε­ρι­κλῆς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πά­γῃ πα­ρα­κά­τω.

          Ἡ αἴ­θου­σα με­τε­βλή­θη εἰς παν­δαι­μό­νιον, καὶ μί­α μι­κρὰ ἰα­τρός, ἄ­σχη­μη καὶ στε­γνή, ἐνηγ­κα­λί­σθη τὸν κ. Δη­μό­που­λον καὶ τὸν κα­τε­φί­λη­σεν ἐκ μέ­ρους τοῦ ὡ­ραί­ου φύ­λου.

       Κα­τό­πιν προ­έ­τει­νε νὰ γεί­νουν ἔ­ρα­νοι καὶ νὰ στη­θῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον ἐχει­ρο­κρότη­σε καὶ μί­α χει­ρα­φε­τη­μέ­νη, ἡ ὁ­ποί­α δι­ε­ζεύ­χθη τὸν σύ­ζυ­γόν της ὡς πο­λὺ ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κόν, πα­ρε­κά­λε­σε τὸν κ. Δη­μόπου­λον νὰ δη­μο­σί­ευ­σῃ τὰς δι­α­λέ­ξεις του ἢ νὰ τῆς δώ­σῃ τὰ χει­ρό­γρα­φά του, νὰ τὰ με­τα­φρά­σῃ εἰς τὸ Ἀγ­γλι­κὸν ὡς ἀν­τα­πο­κρί­τρια τῆς πε­ρι­φή­μου ἐ­φη­με­ρί­δος «Ὀρ­νι­θὼν χω­ρὶς ἀ­λέ­κτο­ρα».

          Ὁ κα­θη­γη­τής, ἄν­θρω­πος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων ἰ­δε­ῶν, ἀ­νά­ξιος νὰ κα­τα­νο­ή­σῃ τὸ νέ­ον πνεῦ­μα, νὰ πλα­σθῇ μὲ τὸ νέ­ον δόγ­μα, νὰ ζυ­μω­θῇ ὑ­πὲρ αὐτοῦ, προ­έ­βαι­νεν ἀ­κρά­τη­τος εἰς τὸ ὀ­λι­σθη­ρὸν ἔ­δα­φος.

          Προ­σβλέ­πων τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὴν ἀσχη­μίαν τῆς νε­α­ρᾶς ἰ­ατροῦ προ­τεί­νει:

          — Τὸ χει­ρά­φε­τον ὡ­ραῖ­ον φύ­λον νὰ παύ­σῃ φέ­ρον τὸν τί­τλον τοῦ­τον τῆς δου­λο­κρα­τί­ας.

          Ἡ ἰα­τρὸς ἐξε­μά­νη καὶ εἶ­πε μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸν ὕ­φος:

          — Ἁ­πλοῦς θνη­τὸς δὲν δύ­να­ται ν’ ἀ­να­τρέ­ψῃ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νῶν­ται ὡ­ρα­ῖαι.

          Ὁ φο­βε­ρὸς κα­θη­γη­τής, βλέ­πων πο­νή­ρως τὴν κόμ­μω­σιν μιᾶς χει­ρα­φέ­του, μὲ τοὺς τε­χνη­τοὺς κυ­μα­τι­σμούς, προ­τεί­νει:

          —Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὴν αὔ­ραν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας των, νὰ ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ δει­κνύ­ουν ἐ­λευ­θέ­ρως τὴν φα­λά­κραν των καὶ νὰ μὴ τὴν κρύ­πτουν δου­λο­πρε­πῶς κ.τ.λ.

          Ὁ κα­θη­γη­τὴς θὰ κα­τε­δι­κά­ζε­το εἰς θά­να­τον ἂν ἦ­το δι­κα­στή­ριον ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

Τὸ φῶς ἑ­νὸς κη­ρί­ου φω­τί­ζει τὸ χρυ­σό­μαλ­λο κε­φα­λά­κι τῆς Ἄν­νης Δη­μο­πού­λου. Ἀ­κού­ε­ται ἡ ἤ­ρε­μος ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ μικροῦ της, τὸ ὁ­ποῖ­ον κοι­μᾶ­ται σὰν ἀγ­γε­λού­δι στὴν κού­νια του. Κἄπο­τε βή­χει καὶ φαί­νε­ται ἀ­νή­συ­χον.

          Ἡ Ἄν­να πλέ­κει πε­ρι­ώ­μιον καὶ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἀνοι­κτόν ἐ­πὶ τῆς τρα­πέ­ζης μι­κρο­σκο­πι­κὸν ὡρο­λό­γιόν της, διὰ νὰ δώ­σῃ τὸ ἰ­α­τρι­κὸν τοῦ μι­κροῦ, τὸ ὁποῖ­ον τα­ράσ­σε­ται ἀ­πὸ πνι­γη­ρὸν βή­χα, ἢ καὶ διὰ νὰ μέ­τρη­σῃ τὰς ὥ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ συ­ζύ­γου της.

          Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­κτα· ἔ­ξαφ­να ἀ­κού­ον­ται βή­μα­τα· εἶ­ναι ὁ κ. Δη­μο­που­λος.

Πε­τᾷ τὸν πῖ­λον του, γλυ­κο­φι­λεῖ τὴν Ἄν­ναν καὶ παίρ­νει τὸ κη­ρί­ον καὶ πλη­σιά­ζει εἰς τὸ λί­κνον.

          Τί ὡ­ραῖ­ο τὸ παι­δά­κι του! Ζα­ρώ­νει τὰ φρυ­δά­κια του μὲ τὸ φῶς, μὰ δὲν ξυ­πνᾷ.

          — Σή­με­ρα ἔ­βη­ξε πά­λιν πο­λύ.

          — Ἔ­βη­ξεν πά­λιν!!!

          — Ναί.

          — Μή­πως τὸ ἐμ­πι­στεύ­θη­κες στὰ χέ­ρια τῆς νταν­τᾶς;

          — Ἐ­γώ;

          — Ναί, βέ­βαι­α, σὲ εἶ­δα τὸ πρωῒ στὰ ἐμ­πο­ρι­κά.

          Ὁ κύ­ριος Φι­λά­ρε­τος Δη­μόπου­λος, μὲ τὸ ὕ­φος τῶν 45 δι­α­λέ­ξε­ών του, ἐξά­πτε­ται, βη­μα­τί­ζει πυ­ρε­τω­δῶς μὲ κίν­δυνον νὰ ἐ­ξυ­πνή­σῃ τὸ παι­δά­κι του καὶ λέ­γει:

          — Κυ­ρί­α, μιὰ μά­να ποὺ ἔ­χει παι­διά, δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κού­νια τοῦ παι­διοῦ της. Τὰ ξέ­να χέ­ρια δὲν ‘μ­πο­ροῦν βέ­βαι­α νὰ τὰ πε­ρι­ποι­η­θοῦν καὶ ἡ ξέ­νη καρ­διὰ δὲν ‘μ­πο­ρεῖ νὰ τὸ πο­νέ­σῃ. Τὴν ξεύ­ρω ἐ­γὼ τὴν Μαρ­γα­ρί­τα. Κα­λὸ κο­ρί­τσι, ἀλ­λὰ καρ­διὰ πο­λὺ τρυ­φε­ρή…

          — Μά, Φι­λά­ρε­τε, ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη· καὶ πε­τά­χθη­κα μιὰ στιγ­μού­λα. Δὲν ἤ­μουν στὰ ἐμ­πο­ρι­κά. Ἄ… οὔ­τε μι­σὴ ὥ­ρα… σὲ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι.

          — Μὰ αὐ­τὴ ἡ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­φε­ρε αὐτὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

          Τὸ ἀγ­γε­λού­δι πα­θαί­νει νέ­αν κρί­σιν βη­χός, ὁ κ. Δη­μό­που­λος νέ­αν κρί­σιν λύσ­σης, ἡ κ. Δη­μο­πού­λου νέ­αν κρί­σιν ἀ­πελ­πι­σί­ας.

          — Θα μα­ζέ­ψω ὅ­λους τοὺς ἰα­τροὺς τῆς πρω­τευ­ού­σης.

          — Μὰ, Φι­λά­ρε­τε, μὴ γί­νε­σαι παι­δί. Ὁ ἰα­τρὸς ἦλ­θε καὶ μὲ κα­θη­σύ­χα­σε. Τοῦ δί­δω τὰ ἰ­α­τρι­κὰ τα­κτι­κά. Θὰ τοῦ τὰ δώ­σω ὣς τὸ πρωῒ καὶ θὰ τοῦ πέ­ρα­σῃ ὁ βή­χας. Πή­γαι­νε σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ ἡ­συ­χά­σῃς. Δὲν φθά­νει ποὺ κο­πιά­ζεις στὸ γρα­φε­ῖ­ον τό­σῳ πο­λύ. Συ­χώ­ρε­σέ με ἂν νο­μί­ζῃς πὼς ἔ­σφα­λα, μὰ ἡ­σύ­χα­σε. Σὲ τὸ θερ­μο­πα­ρα­κα­λῶ.

          Τοῦ ἐ­φι­λοῦ­σε τὸ χέ­ρι. Ὁ κ. Δη­μόπου­λος κα­θη­συ­χά­ζει καὶ ἠ­ρε­μό­τε­ρος τώ­ρα, λέ­γει:

          — Ἄν­να μου, σὲ συγ­χω­ρῶ. Μὰ σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ ἐν­νο­ή­σῃς κα­λὰ ὅ­τι τὸ παι­δὶ ἀρ­ρω­στᾷ σὲ ξέ­να χέ­ρια.

Ἡ μι­κρὰ ἰα­τρὸς ἐ­σύ­να­ξε τὸ πο­σὸν τὸ ἀ­παι­τού­με­νον διὰ τὸν ἀν­δριά­ντα τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Ὁ κ. Δη­μόπου­λος εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος διὰ τὸ μάρ­μα­ρον, ἀλ­λά… θὰ ἐ­προ­τι­μοῦ­σε νὰ τοῦ τὸν ἀ­νή­γει­ρον δι’ ἄλ­λας ἐκ­δου­λεύσεις. Ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ —Τῷ Ἄτλαν­τι τῆς χει­ρα­φε­σί­ας, αἱ χει­ρά­φε­τοι— τὸν τα­ράτ­τει. Φο­βεῖ­ται μή­πως ἡ Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α μὲ χι­λί­ας προ­φυ­λά­ξεις ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἀνέγνω­σε τὰ ἄρ­θρα του, ἀν­τι­με­τω­πι­σθῇ μὲ τὸν ἀν­δριά­ντα.

          Τὸν τρο­μά­ζει, ὅ­πως βλέ­πε­τε, ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­τά­ρατ­τε τὸν πρό­γο­νόν του, τὸ δια­τὶ κεῖ­ται!

Πη­γή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Νεφέλη, 1993).


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­­λης «Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ». Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).


Σοφία Νικολαΐδου: Τσαμπουκάς


Σοφία Νικολαΐδου

 

Τσαμ­που­κὰς

 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ στάθηκε γιὰ τὴ Χα­ρὰ μοι­ραῖ­ος ἄν­τρας. Εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει κι ἄλ­λο­νε πρω­τύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­γά­πη χλια­ρή. Ἀ­πεί­ρα­χτη ἡ καρ­δού­λα της κοι­μό­ταν στὰ σκο­τει­νά της σπλά­χνα ἡ­συ­χα­σμέ­νη. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της μπῆ­κε μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω στὴ ζω­ή της. Ζή­σα­νε ἕ­ξι χρό­νια σφο­δροῦ ἔ­ρω­τα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­παν νὰ μεί­νου­νε μα­ζί, νὰ δοῦν πῶς μοιά­ζει. Βρή­κα­νε σπί­τι. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­θα­ρί­ζει ἡ Χα­ρὰ μὲ ζέ­ση. Νοι­κο­κυ­ρὰ μα­νια­κή, πρώ­τη φο­ρὰ ξε­δί­πλω­νε τὴν πα­στρι­κιά της χά­ρη. Στὸ πα­τρι­κὸ ὣς τὰ τριά­ντα της ἔμ­παι­νε κι ἔ­βγαι­νε σὰν ξέ­νη, δί­χως πο­τέ της νὰ τι­νά­ξει ξε­σκο­νό­πα­νο, νὰ πλύ­νει ἕ­να βρα­κί, νε­ρὸ νὰ βρά­σει. Πή­ρα­νε καὶ τὰ ἔ­πι­πλα. Κρε­βά­τι κι ἕ­ναν κα­να­πέ. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀρ­χί­σα­νε οἱ φί­λες της νὰ τὴν κεν­τοῦν μὲ σπόν­τες. Ξώ­πε­τσα στὴν ἀρ­χή, ὕ­στε­ρα χώ­να­νε στὸ κρέ­ας τὰ βε­λό­νια τους. Τὸν εἴ­δα­με τὸν Πα­να­γι­ώ­τη χθὲς μὲ κεί­νη τὴ μι­κρὴ ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μὰ τί ἔ­χεις πά­θει; Χά­ζε­ψες; Δὲ βλέ­πεις; Δὲν πί­στευ­ε κου­βέν­τα. Σχε­δί­α­ζε Χρι­στού­γεν­να κον­τά του. Δέν­τρο μὲ μπά­λες, φῶ­τα καὶ δω­ρά­κια, κά­λαν­τα στὸ σὶ-ντί, γα­λο­πού­λα μὲ κά­στα­να στὸ φοῦρ­νο. Βρά­δυ Νο­έμ­βρη, ἔ­τσι, δί­χως λό­γο, τὸ πιὸ πο­λὺ νὰ κά­νου­νε κου­βέν­τα, τὸν ρώ­τη­σε. Μα­σού­λα­γε φι­στί­κια ἀ­μί­λη­τος. Χέ­ρι στὴ φον­τα­νι­έ­ρα ἁ­πλω­μέ­νο, μοῦ­τρο σκυ­φτό, θαρ­ροῦ­σε θὰ πε­ρά­σει. Ἔ­γνε­φε ναὶ σὲ ὅ­λα. Τὸν ἄ­φη­σε, δὲ γί­νον­ταν ἀλ­λι­ῶς. Ἔλ­πι­ζε ὅ­μως καὶ πε­ρί­με­νε. Μά­θαι­νε πὼς αὐ­τὸς ἔ­κα­νε τὴ ζω­ή του. Φυ­ραί­να­νε τὰ ζου­με­ρὰ ψα­χνού­δια της μέ­ρα τὴ μέ­ρα, κύρ­τω­σε τὸ ψη­λὸ κορ­μί. Τώ­ρα περ­πά­τα­γε λο­ξὰ σὰν νὰ τὴν πλα­τσου­κώ­να­νε στὸν τοῖ­χο. Κλεί­στη­κε μέ­σα.

        Ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴ βρῆ­καν οἱ δι­κοί της στὸ κο­ρι­τσί­στι­κο κρε­βά­τι της, ξε­σα­λω­μέ­νη. Μπρού­μυ­τα, τὸ σῶ­μα φα­σκι­ω­μέ­νο στὰ σκε­πά­σμα­τα, ἔ­σπα­ζε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ σβερ­κά­κι της κι ὕ­στε­ρα στὸ στρῶ­μα τυ­ραν­νοῦ­σε τὸ μοῦ­τρο μὲ μα­νί­α. Ἄ­φρι­ζαν οἱ κραυ­γές της στὰ σεν­τό­νια, τὶς πλά­κω­νε ἐ­κεί­νη ἄ­λα­λη. Τὴν πή­ρα­νε μὲ τὸ κα­λό. Μὲ χά­δια ὅ­λο κι ἥ­συ­χες κου­βέν­τες, νὰ πα­ρα­χώ­σου­νε τὰ πά­θη της. Μό­νο ποῦ. Και­ρὸ δὲν ἄ­κου­γε κα­λὰ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­πρε­πε δυ­ὸ φο­ρὲς νὰ ποῦν τὸ ἴ­διο πρά­μα. Λὲς κι ἤ­τα­νε σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο.

        Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, κά­πνι­ζε στὴν κου­ζί­να ἀ­φη­ρη­μέ­νη. Κα­πνὸς πο­λύς, ἀ­νά­σα λι­γο­στὴ μὲς στὰ πνε­μό­νια της. Κού­φιο κορ­μί, αὐ­το­κόλ­λη­το, ξε­θυ­μα­σμέ­νη κόλ­λα. Στὸ δι­ά­ο­λο, ἔ­κα­νε μιά. Κι ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο στὴν πα­λά­μη της. Τσί­ρι­ξε τὸ κα­μέ­νο κρέ­ας. Στὸν τοῖ­χο τὸ βα­ροῦ­σε νὰ σω­πά­σει. Εἶ­χε και­ρὸ ν’ ἀ­κού­σει τὴ φω­νή της. Βρόν­τη­σε ἡ πόρ­τα πί­σω της. Βγῆ­κε ἔ­ξω, τσαμ­που­κα­λε­μέ­νη. Νὰ πά­ει στὰ ρου­χά­δι­κα τῆς γει­το­νιᾶς, νὰ ψω­νι­στεῖ. Βα­στοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λόλο­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999),  Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).