Σαλβαδόρ Ἐλισόντο (Salvador Elizondo): Ἡ πεταλούδα


Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizondo)


Ἡ πε­τα­λού­δα


ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ εἶ­ναι ἕ­να στιγ­μια­ῖο ζῶ­ο ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι. Τὰ ἐν λό­γῳ ἀν­τι­κεί­με­να κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται, συ­νή­θως, ἀ­πὸ λε­πτό­τα­τες σκλῆ­θρες μπαμ­ποὺ ποὺ σχη­μα­τί­ζουν τὸ σῶ­μα καὶ τὶς νευ­ρώ­σεις τῶν φτε­ρῶν. Αὐ­τὲς κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ πο­λὺ λε­πτὸ ρι­ζό­χαρ­το ἢ ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο με­τά­ξι καὶ δι­α­κο­σμοῦν­ται μέ­σῳ μιᾶς σχε­δὸν ἄ­γνω­στης καὶ μυ­στι­κῆς ζω­γρα­φι­κῆς τε­χνι­κῆς, τῆς ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νης Φὲν Χού­α, ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ ἁ­πλώ­νεις μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα πο­λύ­χρω­μες σκο­νοῦ­λες πά­νω σε μιὰ συλ­λη­πτή­ρια ἢ πα­γι­δευ­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια, σχη­μα­τί­ζον­τας τοι­ου­το­τρό­πως τὰ ἀλ­λό­κο­τα σχέ­δια ποὺ βλέ­που­με στὰ φτε­ρά τους. Στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σώ­μα­τός τους ἔ­χουν ἕ­να κομ­μα­τά­κι ρι­ζό­χαρ­το μὲ τὸ ἰ­δε­ό­γραμ­μα τῆς πε­τα­λού­δας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει μα­γι­κὲς δυ­νά­μεις. Οἱ κα­τα­σκευα­στὲς πε­τα­λού­δων δι­α­βε­βαι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ φυ­λα­κτὸ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πε­τοῦν. Ὅ­σοι ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα, οἱ γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι —λο­γο­κρι­τὲς καὶ συ­νο­δι­κοί— κα­θὼς ἐ­πί­σης ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς στρα­τη­γούς μας ποὺ μὲ συ­χνό­τη­τα συμ­βου­λεύ­ον­ται τὸν οἰ­ω­νὸ τὸν ἀ­πο­κα­λού­με­νο τῆς πε­τα­λού­δας ἢ Ποὺ χού, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θουν τὴν κα­τά­λη­ξη τῶν ἐκ­στρα­τει­ῶν ποὺ θὰ δι­ε­ξα­γά­γουν, λέ­νε ὅ­τι οἱ πε­τα­λοῦ­δες ἐ­φευ­ρέ­θη­καν, ὅ­πως ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὑ­πάρ­χουν στὴν Κί­να, ἀ­πὸ τὸν Κί­τρι­νο Αὐ­το­κρά­το­ρα ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε κα­τὰ τὴ μυ­θι­κὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ Φοί­νι­κα καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ον ὀ­φεί­λον­ται ἐ­πί­σης ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς γρα­φῆς, τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τοῦ κό­σμου.


Πηγή: «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἐκδ. Joaquín Mortiz, 1969)

Ὁ Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizodo) (Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1932-2006) ἦ­ταν με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸς κρι­τι­κός. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Farabeuf o la crónica de un instante, καὶ οἱ συλ­λο­γὲς (μι­κρὸ)δι­η­γη­μά­τω­ν El retrato de Zoe y otras mentiras (ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ «Ἡ πε­τα­λού­δα») και Narda o el verano. Ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να κο­σμο­πο­λί­τι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὕ­φος μὲ ἐ­πιρ­ρο­ὲς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Τζό­ις ἢ ὁ Πά­ουντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τής Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἱ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ξυρίσματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ξυ­ρί­σμα­τα

[τοῦ Πανουργιᾶ καὶ τοῦ Ἰωάννου Δυοβουνιώτη]


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­κα φο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:

       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.

       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.

       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…

       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;

       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;

       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..

       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;

       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;

       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.

       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.

       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.

       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,

       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.

       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…

       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…

       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.

       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 335 [Τίτλος: «171.— Ξυρίσματα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ συγχώριο του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ συγχώριο του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟΤΕ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε τὴν ἀ­νάγ­κη του. Νό­μι­σε πὼς δὲ θὰ τὸ θυ­μη­θῇ ὁ Στρα­τη­γός, καὶ φο­ροῦ­σε τὸν ὁ­λό­χρυ­σο ντου­λα­μᾶ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τοῦ Στρα­τη­γοῦ, ποὺ τὸν εἶ­χε σκο­τώ­σει πρὶν ἀ­πὸ τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να βαλ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὸ φό­ρε­μα, κι’ ἀ­να­στέ­να­ξε ἥ­συ­χα, ἐ­νῷ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔ­δι­νε τὸ λό­γο του στὸ φο­νιᾶ νὰ κά­μῃ τὸ ζή­τη­μά του. Ἔ­τυ­χε ὅ­μως ὁ Γέ­ρος νἆ­ναι στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ τὸν κρά­τη­σε νὰ φᾶ­νε. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐρ­χό­τα­νε στὸ σπί­τι του τὸν κα­λο­δε­χό­τα­νε καὶ το­νὲ δει­πνοῦ­σε.

       Ἡ μάν­να ὅ­μως τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη δὲ βα­στοῦ­σε βλέ­πον­τας τὸ φό­ρε­μα τοῦ παι­διοῦ της, κ’ εἶ­πε στὸ Στρα­τη­γὸ μὲ πό­νο βα­θύ:

       — Παι­δί μου, καὶ στὸ τρα­πέ­ζι μας θὰ το­νὲ βά­νῃς τὸ φο­νιᾶ τοῦ παι­διοῦ μου;

       — Σώ­πα, μάν­να! εἶ­πε ὁ Στρα­τη­γός. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μνη­μό­συ­νο ποὺ κά­νου­με τοῦ σκο­τω­μέ­νου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Κ. Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκον. λόγος ἐπι­τάφ. εἰς Θ. Κολο­κοτρ. σ. 25.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 204 [Τίτλος: «428.— Με­γα­λό­καρ­δος.»].

Εἰκόνα: Ἀναμνηστικὴ πλά­κα γιὰ τὴν προ­δο­σία τῶν Κολο­κο­τρω­ναί­ων στὸν λη­νὸ τῆς Δη­μη­τσά­νας τὴν 1η Φε­βρου­α­ρί­ου 1806. Γιὰ τὸν Γιάν­νη Κο­λο­κο­τρώ­νη (Ζορμπᾶ) βλ. καὶ ἐδῶ.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (3/3) 



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[3/3]

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, τὸν και­ρὸ τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, νει­ὸς ἀ­κό­μα, χό­ρευ­ε μιὰ φο­ρὰ μ’ ἄλ­λα πα­λη­κά­ρια. Ἐ­νῷ ἔ­σερ­νε μπρο­στι­νὸς τὸν Τσά­μι­κο, κ’ ἔ­κα­νε πολ­λὲς γῦ­ρες στὸν τό­πο, κα­θὼς λέ­νε, πέ­ρα­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς, γυι­ὸς τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα. Ἡ φου­στα­νέλ­λα τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη ση­κώ­θη­κε τὸν ἀ­νή­φο­ρο καὶ φα­νή­κα­νε τὰ πλι­ά­τσι­κα (1)… Ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς πει­ρά­χτη­κε. Πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα του καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Κρά­ζει τό­τε ὁ Ἀ­λή­πασ­σας τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ θυ­μω­μέ­νος τοῦ λέ­ει:

       — Τί ἔ­κα­μες, ὠ­ρὲ Πα­λι­ό­γυ­φτο, στὸ γυι­ὸ τὸ δι­κό μου;

       — Τί­πο­τα, Πασ­σᾶ μ’, τοῦ λέ­ει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Δὲν τὄ­θε­λα· χό­ρευ­α κ’ ἔ­κα­μα ἔ­τσ’ μιὰ φου­ρά… [κ’ ἔ­φε­ρε μιὰ γύ­ρα]. Τό­τε πέρ­να­γε ὁ γυι­ός σου ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς καὶ θύ­μω­σε. Τί φταί­ω ‘­γὼ ὁ μαῦ­ρος;…

       Ὁ Ἀ­λή­πασ­σας ἔ­σκα­σε τὰ γέ­λια.

       — Πῶς τὄ­κα­μες, ὠ­ρὲ μπί­ρο μ’; Κά­με το πά­λε, ὠ­ρέ!

       — Ἔ­τσ’, Πασ­σᾶ μ’…

       — Κά­με το ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὠ­ρὲ Γι­ῶρ­γο!… Μπρά­βο, ὠ­ρὲ Γιῶρ­γο!… Ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.


(1) πλι­ά­τσι­κα: λάφυρα· ἐδῶ: γεννητικὰ ὄργανα.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση προ­φο­ρι­κὴ Ε­αγγ. Σκί­πη Συν/ρχη τῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 231 [Τίτλος: «499.— Ὁ χο­ρός του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

♣ ♣ ♣

Χορὸς κλέφτικος. Βρυσερὰ Ἀργυροκάστρου. 1984.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (2/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[2/3]

[τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη]


»ΠΡΟΕΔΡΟΣ τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ν­νης κα­τὰ τὸν δο­θέν­τα τὴν 3 Φε­βρ. 1845 χο­ρόν, ἰ­δὼν ὅ­τι ἐ­κλή­θη πρὸ αὐ­τοῦ(1) ὁ τῆς Γε­ρου­σί­ας πρό­ε­δρος Γ. Κουν­του­ρι­ώ­της, ἀ­πῆλ­θεν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα. Τοῦ­το ἐ­ξέ­πλη­ξε τοὺς ξέ­νους καὶ ἐ­λύ­πη­σε σφό­δρα τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸν Κω­λέ­την, πα­ρώρ­γι­σε δὲ με­γά­λως τοὺς Βα­σι­λεῖς, καὶ ἰ­δί­ως τὴν Βα­σί­λισ­σαν, ἥ­τις οὐ­δέ­πο­τε συ­νε­χώ­ρη­σε τὸν Δε­λη­γιά­ννην διὰ τὴν πρᾶ­ξιν ταύ­την, ἣν ἐ­θε­ώ­ρη­σε προ­σβο­λὴν ἀ­πευ­θυν­θεῖ­σαν ἀ­μέ­σως εἰς τὸ πρό­σω­πόν της. Τὴν ἐ­παύ­ριον τοῦ χο­ροῦ ἐν τῇ συ­νε­δριά­σει τῆς Βου­λῆς ὑ­πε­κι­νή­θη τὸ ζή­τη­μα αὐ­τὸ ἀ­πὸ μέ­ρους τῆς ὑ­πουρ­γι­κῆς φά­λαγ­γος, προ­τι­θε­μέ­νης ν’ ἀ­πο­δο­κι­μά­σῃ τὴν δι­α­γω­γὴν ταύ­την τοῦ Προ­έ­δρου της, κα­θ’ ὅ­σον ἡ ὑ­πουρ­γι­κὴ φά­λαγξ ἐν τῇ Βου­λῇ πε­ρι­εῖ­χε πᾶ­σαν σχε­δὸν τὴν ὕ­λην τοῦ Αὐ­το­χθο­νι­κοῦ κόμ­μα­τος(2). Ἐ­πει­δὴ δὲ οἱ συγ­κρο­τοῦν­τες τὸ κόμ­μα αὐ­τὸ ἦ­σαν ἐκ τῶν ἐ­παρ­χι­ῶν, ὅ­που δὲν εἶ­χον εἰ­σα­χθῆ δι­ό­λου οἱ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοὶ τρό­ποι, ἐν οἷς καὶ οἱ ἐκ τού­των χο­ροί, κα­τὰ τὴν 10 9βρίου 1844 ὁ χο­ρὸς εὑ­ρέ­θη ἄ­νευ χο­ρευ­τῶν, ἀ­φοῦ οἱ τὸ τῶν νε­η­λύ­δων ἀ­πο­τε­λοῦν­τες κόμ­μα καὶ ἰ­δί­ως οἱ Φα­να­ρι­ῶ­ται, καί­τοι κλη­θέν­τες δὲν με­τέ­βη­σαν εἰς αὐ­τὸν τὸν χο­ρόν, πα­ρήγ­γει­λαν μά­λι­στα ἐμ­μέ­σως τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ, ὅ­τι ὕ­στε­ρον ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­αν τὴν ὁ­ποί­αν δί­δει εἰς τὸ Αὐ­το­χθο­νι­κὸν κόμ­μα, “ἂς δι­α­σκε­δά­σῃ εἰς τὰς ἑ­ορ­τάς της μὲ τὴν λε­ρω­μέ­νην φου­στα­νέλ­λαν, χο­ρεύ­ου­σα τὸ μαῦ­ρο γε­με­νὶ καὶ τὸν τσά­μι­κον“. Ἐκ τού­του ἐ­ρε­θι­σθέν­τες οἱ εἰς τὸ κρα­τοῦν κόμ­μα ἀ­νή­κον­τες, ἐ­κά­λε­σαν ἀ­μέ­σως χο­ρο­δι­δά­σκα­λον καὶ πάν­τες οἱ νε­ώ­τε­ροι τῶν 40 ἐ­τῶν ἐ­γυ­μνά­σθη­σαν με­τὰ τῶν συ­ζύ­γων των εἰς τὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸν χο­ρόν, οἱ δὲ πρε­σβύ­τε­ροι ἐ­γύ­μνα­σαν τὰς κό­ρας των, καὶ οὕ­τως ἐν τῷ χο­ρῷ τῆς 1 Ἰ­αν. 1845 εὑ­ρέ­θη­σαν Αὐ­τό­χθο­νες χο­ρευ­ταὶ ἀρ­κε­τοί. Τὴν δὲ 3 Φε­βρ. ἐ­κλή­θη­σαν καὶ οἱ νε­ή­λυ­δες, ἀλ­λὰ συμ­βά­σης τὴν ἑ­σπέ­ραν ἐ­κεί­νην τῆς πρὸς τὴν Βα­σί­λισ­σαν πε­ρι­φρο­νή­σε­ως τοῦ Δε­λη­γιά­ννη, οἱ νε­ή­λυ­δες ἐ­χλεύ­α­ζον τὴν Ἀ­μα­λί­αν δι’ ὅ,τι ἔ­πα­θεν ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συ­νε­ταί­ρους της, ὑ­πο­θαλ­πού­σης καὶ πα­ρὰ τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ τὴν κα­τὰ τῶν Αὐ­το­χθό­νων ἀ­πο­στρο­φὴν καὶ τῆς Πλού­σκωβ με­γά­λης Κυ­ρί­ας τῆς Τι­μῆς, ἥ­τις εἶ­χε πολ­λὴν ἀ­δυ­να­μί­αν εἰς τὴν πρὸ τῆς Γ´ 7βρίου πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζου­σαν τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα Φα­να­ρι­ω­τι­κὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τί­αν. Διὰ τὸν λό­γον λοι­πὸν τοῦ­τον ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῆς Βου­λῆς ἐ­σκό­πει νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σῃ τὴν Βα­σί­λισ­σαν. Τοῦ­το ἰ­δὼν ὁ Δε­λη­γιά­ννης ἐ­φο­βή­θη, καὶ ἀν­τὶ ἀ­πο­λο­γού­με­νος νὰ εἰ­πῇ τὸ ἐκ τοῦ Συν­τάγ­μα­τος χο­ρη­γού­με­νον αὐ­τῷ ἰ­σχυ­ρὸν δι­και­ο­λό­γη­μα, ὑ­πεί­κων εἰς τὰς ἐ­σφαλ­μέ­νας συμ­βου­λὰς ἐ­δι­και­ο­λο­γή­θη ὅ­τι ἔ­φυ­γε πι­ε­σθεὶς ἀ­πὸ σω­μα­τι­κὴν ἀ­νάγ­κην, ὅ­περ καὶ τὴν ἀ­ξί­αν τοῦ κι­νή­μα­τός του ἐκ­μη­δέ­νι­σε καὶ πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς κα­τέ­στη ἀ­πε­χθής.»


       (1) Κα­τὰ τὴν νέ­α ἀ­να­κτο­ρι­κὴ ἐ­θι­μο­τα­ξί­α ποὺ εἰ­σή­χθη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Ὄ­θω­να με­τὰ τὴν συν­ταγ­μα­τι­κὴ με­τα­βο­λὴ τοῦ 1843, κα­τὰ τοὺς ἐ­πί­ση­μους χο­ροὺς ἡ Βα­σί­λισ­σα, με­τὰ τὸν ἀρ­χαι­ό­τε­ρο Δι­πλω­μά­τη καὶ τὸν Πρω­θυ­πουρ­γὸ ἔ­πρε­πε νὰ χο­ρέ­ψει τὴν Πο­λω­νέ­ζα μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Γε­ρου­σί­ας καὶ τέ­ταρ­τον μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Βου­λῆς. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς τὴν λε­πτο­μέ­ρεια αὐ­τὴ εἶ­χε λη­σμο­νή­σει ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ννης, καὶ ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­γά­λο πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­πλω­μα­τι­κὸ ζή­τη­μα. Ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το τὸ σχό­λιο τῆς ἐφ. Ἐλ­πίς, τὴν ἑ­πο­μέ­νην 04.02.45: «Ὁ Κ. Δε­λη­γιά­ννης ἐ­δύ­να­το νὰ φρο­νῇ ὁ­τι ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς πρέ­πει νὰ προ­τι­μᾶ­ται τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Γε­ρου­σί­ας, ἀλ­λ’ ἔ­πρε­πε να ἐν­θυ­μη­θῇ ὅ­τι ἡ Βα­σί­λισ­σα εἶ­ναι εἰς τὸ σπῆ­τι της, καὶ δύ­να­ται νὰ ζη­τή­σῃ συ­νά­ο­ρον [συγ­χο­ρευ­τὴ] ὁ­ποῖ­ον θέ­λῃ…» [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]

       (2) Τὸ Κόμ­μα τῶν Αὐ­το­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Φου­στα­νέλ­λας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν πο­λι­τι­κῶν καὶ στρα­τι­ω­τι­κῶν τῶν πε­ρι­ο­χῶν ποὺ εἶ­χαν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ, βρι­σκό­ταν σὲ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα μὲ τὸ Κόμ­μα τῶν Ἑ­τε­ρο­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Ρεν­τιγ­κό­τας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τοὺς νε­ή­λυ­δες στρα­τι­ω­τι­κούς, λο­γί­ους καὶ Φα­να­ρι­ῶ­τες ποὺ εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει κα­τὰ τὴν Ἒ­πα­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὶς ἀ­λύ­τρω­τες πε­ρι­ο­χές. [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκδ. ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 78-79 [Τίτλος: «153.—Κα­πε­τὰν δελ­λὰ παν­τι­έ­ρας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἀπὸ τὰ 1833 ὡς τὰ 1843 ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Βασίλισσα πρῶτοι ἀνοῖγαν τὸ χορό, χορεύοντας τὴν Πολωνέζα, ἐκεῖνος μὲ τὴς Κυράδες τῶν ξένων διπλωματῶν κ’ ἡ Βασίλισσα μὲ τοὺς πρεσβευτάδες. Ὕστερα ἐρχόταν ἡ σειρὰ τῶν Ἑλ­λή­νων ὑπουργῶν κι’ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Βασιλέας ἀν­τὶ νὰ χορέψῃ τὴς ὑπουργῖνες (ποὺ δὲν ξέρανε τὸ συχνότερο εὐρωπαϊκοὺς χο­ροὺς) προτιμοῦσε τὴς Φαναριώτισσες καὶ Φαναριωτοποῦλες.

[ὅπ. π. σελ. 76]

Πολωνέζα

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (1/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[1/3]

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια]


ΦΟΥ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ με­τά­φε­ρε τὴν κα­θέ­δρα του ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γι­να στὸ Ναύ­πλιο, οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν ξέ­νων πο­λε­μι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να στὸ λι­μά­νι, ζη­τῆ­σαν ἄ­δεια καὶ στή­σα­νε μιὰ με­γά­λη μπα­ρά­κα ξύ­λι­νη ἀ­πά­νου στὴν τά­πια τοῦ ὁ­πλο­στα­σί­ου γιὰ νὰ προ­σφέ­ρου­νε στὸν Κυ­βερ­νή­τη καὶ τῆς πό­λης τοὺς προ­κρί­τους χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της ὅ­μως, φι­λό­τι­μος, εἶ­πε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δώ­σῃ αὐ­τὸς πρῶ­τος κ’ οἱ πο­λῖ­τες τοῦ Ναυ­πλί­ου χο­ρὸ στοὺς ξέ­νους.

       Τἄ­κα­με ὅ­λα ἕ­τοι­μα ὁ Κυ­βερ­νή­της, καὶ τό­τε κά­λε­σε τοὺς προ­κρί­τους τῆς πό­λης καὶ τοὺς ἄλ­λους ἐ­πί­ση­μους καὶ τοὺς εἶ­πε:

       — Ἀ­ναγ­κά­σθη­κα ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους νὰ δώ­σω Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ χο­ρό, ἂν καὶ το­νὲ θαρ­ρῶ γιὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κά μας ἤ­θη ἀ­ταί­ρια­στο· θ’ ἀ­κού­σε­τε ὅ­μως καὶ θὰ φυ­λά­ξε­τε πι­στὰ τὴς ὁ­δη­γί­ες ποὺ θὰ σᾶς δώ­σω: Στὴς 9 μ.μ. θἀρ­θοῦν οἱ ξέ­νοι στὸ χο­ρό, ὅ­που θὰ εἴ­σα­στε σεῖς συ­ναγ­μέ­νοι· με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα θὰ μπῇ ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ θὰ μεί­νῃ δυ­ὸ ὧ­ρες σω­στές, ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀ­φοῦ φύ­γῃ ὁ Κυ­βερ­νή­της θὰ πά­ρε­τε τὴς οἰ­κο­γέ­νει­ές σας καὶ θὰ φύ­γε­τε καὶ σεῖς. Μὲ κα­τα­λά­βα­τε;

       Τὸ πρω­ῒ μα­θαί­νει ὁ Κυ­βερ­νή­της πὼς οἱ Ἕλ­λη­νες κα­λε­σμέ­νοι του μὲ τὴς κυ­ρά­δες καὶ τὴς κυ­ρά­τσες τους εἴ­χα­νε μεί­νει ὡς τὴν αὐ­γὴ γιὰ τὸ χα­τί­ρι τῶν θη­λυ­κῶν τους, ποὺ θέ­λα­νε κι’ αὐ­τὰ νὰ κά­νουν τὸ χα­τί­ρι τῶν ξέ­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ μά­λι­στα τῶν πει­ὸ ἄ­ξι­ων στὰ χο­ρο­πη­δή­μα­τα. Αὐ­τὸ λύ­πη­σε πο­λὺ τὸν Κυ­βερ­νή­τη.

       Σὲ λί­γες μέ­ρες ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­πὸ τοὺς προ­κρί­τους ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Κυ­βερ­νή­τη ἄ­δεια νὰ δώ­σου­νε κι’ αὐ­τοὶ χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­πε:

       — Ἂν ἤ­ξε­ρα πὼς οἱ οἰ­κο­γε­νειά­ρχες τοῦ Ναυ­πλί­ου ἔ­χου­νε λι­γώ­τε­ρο μυα­λὸ ἀ­πὸ τὰ πα­λι­ο­κό­ρι­τσα, οὔ­τε ἐ­γὼ χο­ρὸ δὲν ἔ­δι­να, ὅ­μως τώ­ρα δὲ σᾶς δί­νω τὴν ἄ­δεια.

       Ἔ­δω­σαν ὅ­μως οἱ Ναύ­αρ­χοι τῶν Προ­στα­τί­δων Δυ­νά­με­ων χο­ρό, καὶ πῆ­γε ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴς δυ­ό του ὧ­ρες, μὰ ὁ χο­ρὸς κρά­τη­σε πά­λι ὡς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, καὶ κάμ­πο­σα σκάν­τα­λα καὶ πα­ρα­τρά­γου­δα γε­νή­κα­νε μὲ τὴς Ἀ­να­πλι­ώ­τισ­σες καὶ τὴς Ἀ­να­πλι­ω­το­ποῦ­λες.

       Εἶ­δε ὁ Κυ­βερ­νή­της τέ­λος πὼς οἱ Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἦ­ταν ἀ­δι­όρ­θω­τοι καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς Ναυά­ρχους νὰ χα­λά­σουν τὴ μπα­ρά­κα για­τὶ τά­χα ἤ­θε­λε νὰ δι­ορ­θώ­σῃ τὸν προ­μα­χῶ­να [ντά­πια].

       Ἔ­τσι ὁ χο­ρὸς δὲν τρι­πλώ­θη­κε.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 31-32 [Τίτλος: «58.—Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τσάκας ὁ Ἀχάλαγος!

[τοῦ Θανάση Τσάκα]


ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ σκο­τώ­θη­κε, κι’ ὁ Τσά­κας ὁ δεν­τρό­κορ­μος δὲν εἶ­χε πειὰ καρ­διὰ γιὰ πό­λε­μο. Ὁ Ἥ­ρω­ας, ποὺ φρόν­τι­ζε τὰ πα­λη­κά­ρια του κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του, δὲ ζοῦ­σε πειὰ νὰ το­νὲ θυ­μη­θῇ. Τε­λεί­ω­σε ὁ ἀ­γῶ­νας μὲ τοὺς Τούρ­κους, κι’ ὁ Τσά­κας, ποὺ πε­νῆν­τα χρό­νια Τούρ­κους σκό­τω­νε, ἀ­π’ ὅ­λους λη­σμο­νή­θη­κε. Δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς Ἀ­γω­νι­στὲς ποὺ φω­νά­ζα­νε τὰ δί­κια τους καὶ τὰ γυ­ρεύ­α­νε μὲ τὸ σπα­θί τους ἀ­πὸ τὸ Κου­βέρ­νο. Ἔ­τσι κα­νέ­νας δὲν τὸν εἶ­δε οὔ­τε στ’ Ἀ­νά­πλι, οὔ­τε στὴν Ἀ­θή­να ν’ ἀ­νε­βαί­νῃ σκά­λες, νὰ φι­λῇ πο­δι­ές, πε­ρί­θαλ­ψες ἀ­ρι­στεῖ­α νὰ γυ­ρεύ­ῃ. Ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε στ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του βου­νὰ τῆς Δυ­τι­κῆς Ἑλ­λά­δας, οἰ­κο­νό­μη­σε λί­γα πα­λι­ό­γι­δα, κι’ ἀ­πὸ Κλέ­φτης, ἄ­γριος κι’ ἀ­φί­λι­ω­τος τοῦ Τούρ­κου ὀ­χτρός, γί­νη­κε ἥ­με­ρος τσο­πά­νης, ἄ­βλα­βος Πο­λύ­φη­μος, καὶ μο­να­χὰ τὸ πα­ρά­ψη­λο τ’ ἀ­νά­στη­μά του καὶ ἡ ἀν­τρει­ω­μέ­νη του κορ­μο­στα­σιὰ θὰ μαρ­τυ­ροῦ­σαν πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Τσά­κας ὁ ξα­κου­στός. Πε­ρή­φα­νος, πα­ρά­πο­νο πο­τέ του δὲν ξε­στό­μη­σε· ἔ­βα­λε τὴ γι­α­τα­γά­να στὸ θη­κά­ρι, ἔ­πη­ξε στά­νη, κ’ ἔ­πλε­ξε κα­λύ­βι, καὶ στε­φα­νώ­θη­κε μιὰ βλά­χα δρο­σε­ρὴ σὰν τοῦ Ἄ­σπρου τὰ νε­ρά.

       Κά­να­νε κά­πο­τε ὁ Ὄ­θω­νας καὶ ἡ Ἀ­μα­λί­α τὴν πε­ρι­ο­δεί­α τους κα­τὰ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να, κι’ ὁ Γαρ­δι­κι­ώ­της Γρί­βας, ὁ ὑ­πα­σπι­στής, εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ Βα­σι­λέα:

       — Σὲ λί­γο ἐ­δῶ ποὺ πᾶ­με, θὰ σμί­ξου­με τὴ στά­νη τοῦ πε­ρί­φη­μου τοῦ Τσά­κα.

       — Ποῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ Τσά­κας;

       Ὁ Γρί­βας τὸν ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τὸν ἀ­λη­σμό­νη­το, ποὺ πο­λε­μοῦ­σε κι’ αὐ­τὸς μα­ζὶ μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ ζω­γρά­φι­σε στοὺς Βα­σι­λιά­δες τὸ τί ἦ­ταν ὁ Τσά­κας.

       — Μὰ ἀ­κοῦ­τε, εἶ­πε, τὸ πει­ὸ πα­ρά­ξε­νο· γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν ὁ Τσά­κας, δὲν ἔ­χει πο­λὺν και­ρὸ ποὺ στε­φα­νώ­θη­κε τρί­τη φο­ρά…

       Οἱ Βα­σι­λιά­δες πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­νε καὶ στεῖ­λαν καὶ κα­λέ­σα­νε τὸν Τσά­κα. Τό­τε εἴ­δα­νε μπρο­στά τους ἕ­να γί­γαν­τα ἀ­σπρο­μάλ­λη, μὲ λογ­κω­μέ­να στή­θια, φρύ­δια καὶ μαλ­λιά, σὰν παμ­πά­λαι­ο μο­νο­δέν­τρι ποὺ τὸ τρέ­φει ἡ μο­να­ξιὰ κ’ ἡ ἀ­νε­μο­ζά­λη.

       — Δια­τί δὲν ἐ­ζη­τή­σα­τε ἀ­μοι­βὴν διὰ τὰς ὑ­πη­ρε­σί­ας σας; ρώ­τη­σε ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὰ δα­σκά­λι­κά του λό­για.

       Ὁ Τσά­κας ἀ­πο­κρί­θη­κε δυ­να­τό­φω­να:

       — Χα­ρὰ στὰ γου­νι­κὰ ποὺ καρ­τε­ρᾶ­νε νὰ δώ­σου­νε ψου­μὶ στὰ παι­διά τ’ς ἅ­μα σκά­σουν ἀ­π’ τὰ κλά­ϊ­μα­τα! [ἀ­λοί­μο­νο στὴν πα­τρί­δα ποὺ τό­σο ἀρ­γὰ συλ­λο­γί­στη­κε νὰ βο­η­θή­σῃ ἕ­ναν Ἀ­γω­νι­στή].

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας ξαφ­νί­στη­κε μὲ τὴν ἀ­πό­κρι­ση τού­τη τὴν πα­ρα­στα­τι­κή· τοὔ­δω­σε τὸ Σταυ­ρὸ τοῦ Σω­τῆ­ρα, μὰ πῆ­ρε καὶ ση­μεί­ω­ση νὰ τοῦ δώ­σῃ «πε­ρί­θαλ­ψη».

       Ἡ Βα­σί­λισ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ με­τα­ξὺ κύ­τα­ζε μιὰ τρι­αν­τά­ρα βλά­χα, με­γα­λό­σω­μη πλα­τώ­να [εἶδος ζαρκάδι] ποὺ στε­κό­ταν κι’ ἄ­κου­γε.

       — Εἶ­σαι κό­ρη τοῦ κα­πε­τά­νου; ρώ­τη­σε, κά­νον­τας πὼς δὲν ξέ­ρει.

       Ὁ Τσά­κας δὲν ἔ­δω­σε και­ρὸ τῆς γυ­ναί­κας ν’ ἀ­παν­τή­σῃ.

       — Ὁ Θε­γὸς δὲ μ’ χά­ρ’­σε πι­διὰ μὲ κα­μιὰ ἀ­π’ τὴς τρεῖς γ’­ναῖ­κες ποὺ πῆ­ρα· ἡ στερ­νή, ἡ τρί­τ’ εἶ­ν’ αὐ­τεί­νη ὅ­π’ βλέ­π’ς, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα!

       — Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α καὶ τὴν ἀ­δί­κη­σες νὰ τὴν πά­ρῃς γυ­ναῖ­κα σου, τό­σο προ­χω­ρη­μέ­νος στὰ χρό­νια, εἶ­πε ἡ Βα­σί­λισ­σα πο­νη­ρά.

       — Νὰ σ’ πῶ, Κυ­ρὰ Βα­σί­λισ­σα, εἶ­πε ὁ Τσά­κας· ἂν ἔ­ν’ [εἶ­ναι] νὰ χα­λά­ῃς τ’ Σα­ρα­κου­στή, τό­τε νὰ φᾷς ἀρ­νὶ ἢ π’­λα­κί­δα· μὰ ἂν ἔ­ν’ νὰ φᾷς πα­λι­ό­γι­δα, φά­ει κα­λύ­τε­ρα ξε­ρὸ τοὺ ψου­μά­κι σ’ νἄ­χῃς δι­ά­φου­ρου καὶ τὴν ψυ­χή σ’!

       Σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­κρι­ση ἔ­μει­νε ἡ Βα­σί­λισ­σα μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα.

       Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­παυ­ε νὰ ρω­τά­ῃ ὅ­σους γνώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ κα­τα­τό­πια ἐ­κεῖ­να:

       — Ζῇ ὁ γε­ρο-Τσά­κας ποὺ παν­τρεύ­τη­κε γέ­ρος ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν;

Ἴ­σως ἀ­κό­μα ζῇ καὶ βα­σι­λεύ­ει.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 175-176 [Τίτλος: «346.— Ἀ­θά­να­τα γε­ρά­μα­τα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος. Πηγή: Εὐρυτάνας Ἰχνηλάτης

https://eyrytixn.blogspot.com/2013/03/blog-post_24.html

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μουτζώματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μουτζώματα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ οὐ μό­νον πνευ­μα­τώ­δης ἀλ­λὰ καὶ σφό­δρα ἀ­στεῖ­ος ἦ­το.

       Ἐ­πι­σκε­ψά­με­νος τὸ 1828 πλοί­αρ­χον πο­λε­μι­κοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ πλοί­ου ἤ­κου­σε αὐ­τὸν ὡς δι­ελ­θόν­τα μα­κρὸν καὶ τε­ρά­στιον βί­ον. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­θε­ώ­ρη­σε ταῦ­τα μὴ συμ­βι­βα­ζό­με­να μὲ τὴν ἡ­λι­κί­αν του, φαι­νό­με­νον ἴ­σως νε­ω­τέ­ρου ἀ­φ’ ὅ,τι ἦ­τον καὶ διὰ τοῦ­το τὸν ἠ­ρώ­τη­σε πό­σων ἐ­τῶν ἦ­το. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐν­νο­ή­σας τὴν ἰ­δέ­αν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ἐ­ξαίφ­νης ἀν­τὶ νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ πρω­ρέ­ως ἐ­κτε­λοῦν­τος, ὡς Ἕλ­λη­νος, τὰ κα­θή­κον­τα δι­ερ­μη­νέ­ως ἔ­σπευ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σῃ ἀ­μέ­σως διὰ συν­θή­μα­τος, δεί­ξας τὴν πα­λά­μην του μὲ ἀ­νοι­κτοὺς δα­κτύ­λους ἐν­νε­ά­κις (δηλ. ἐ­μού­τζω­σεν ἐν­νε­ά­κις) κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος Κο­λο­κο­τρώ­νη, ὅ­περ προὐ­κά­λε­σε τὸν γέ­λω­τα τῶν πα­ρόν­των Ἑλ­λή­νων, τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, ἐ­ρω­τη­θεὶς καὶ οὗ­τος πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας του ἔ­δει­ξε καὶ αὐ­τὸς κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νου ἀμ­φο­τέ­ρας τὰς πα­λά­μας του πεν­τά­κις (δηλ. δι­πλὴν μού­τζαν), προ­σθεὶς καὶ ἅ­παξ διὰ τῆς μιᾶς χει­ρός (ἁ­πλῆν μού­τζαν) καὶ ἀ­κό­μη τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ἀ­πέ­ναν­τι τῶν δύ­ο ὀ­φθαλ­μῶν τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος (μι­κρὰν ἀλ­λὰ προ­σβλη­τι­κω­τέ­ραν μούν­τζαν) καὶ τε­λευ­ταῖ­ον τὸν πῆ­χυν τῆς χει­ρὸς ἀ­νωρ­θω­μέ­νον (συ­νή­θως ὡς ρυ­πα­ρᾶς ἰ­δέ­ας σχῆ­μα). Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­μέ­τρη­σεν ἀ­κρι­βῶς ἀ­νὰ δέ­κα ἔ­τη ἑ­κά­στην τὰς δι­πλᾶς μούν­τζας, πέν­τε τὴν ἁ­πλῆν καὶ δύ­ο τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ὃ ἐ­στὶ 57 ἔ­τη ἀλ­λὰ τὸν ἀ­νωρ­θω­μέ­νον πῆ­χυν δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ ποῖ­ον χρό­νον νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σῃ καὶ ἐ­ζή­τη­σε πε­ρὶ τού­του ἐ­ξη­γή­σεις. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τοῦ εἶ­πεν ὅ­τι ση­μαί­νει ἥ­μι­συν, τό­τε οἱ πα­ρευ­ρε­θέν­τες Ἕλ­λη­νες ἐ­δό­θη­σαν εἰς ἄ­κρα­τον γέ­λω­τα, τοῦ­το ἔ­φε­ρεν εἰς πε­ρι­έρ­γειαν τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸν νὰ ζη­τή­σῃ ἀ­πὸ τὸν Πρω­ρέ­α, με­τὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­ξη­γή­σεις καὶ ὁ Πρω­ρεὺς τῷ ἐ­ξή­γη­σε τί ση­μαί­νει εἰς τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­θι­μα ἡ κα­τὰ τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­νοι­χτὴ πα­λά­μη, οἱ δύ­ο δά­κτυ­λοι καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ον ρυ­πα­ρὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ση­μεῖ­ον, προ­σθεὶς ὅ­τι προ­έ­βη εἰς τοῦ­το ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης δι­ό­τι ἠ­δύ­να­το νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ δι­ερ­μη­νέ­ως πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας καὶ νὰ μὴ προ­κα­λέ­σῃ δ’ ἑ­νὸς ἀ­τό­που ἕ­τε­ρον ἄ­το­πον. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­νε­θου­σιά­σθη διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη ἀ­πάν­τη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ὅ­ταν εἶ­δεν αὐ­τὸν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὴν πλα­τεῖ­αν τῷ εἶ­πε τὰς ὀ­λί­γας λέ­ξεις ἃς μα­θὼν ἀ­πὸ τὸν δι­ερ­μη­νέ­α ἀ­πε­στή­θι­σε:

       — Σὲ συγ­χαί­ρω, Στρα­τη­γέ, διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη κα­τάλ­λη­λον πρὸς ἐ­μὲ ἀ­πάν­τη­σίν σου.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 58.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Pierre Peytier (1793-1864), Ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νη­ς μὲ τὴ συ­νο­δεί­α του (1828).