Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος

 

ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ τε­λεί­ω­νε τὸ δε­ξί του χέ­ρι. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν βι­δω­μέ­νο τὸ δρε­πά­νι. Κά­θε μέ­ρα, κα­θι­σμέ­νος στὸ βα­θὺ θρό­νο, κα­λοῦ­σε τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν νὰ γο­να­τί­σου­νε μπρο­στά του. Τό­τε ση­κω­νό­ταν καὶ τοὺς θέ­ρι­ζε, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν μά­θει νὰ ὑ­πο­κλί­νον­ται σω­στά. Κά­θε πρω­ὶ τοὺς θέ­ρι­ζε καὶ κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι ὑ­πέ­γρα­φε μὲ τὸ χρυ­σό του στυ­λο­γρά­φο ἐ­πι­στο­λὲς κι ἐ­πι­τα­γές. Ἤ­τα­νε ἕ­νας φο­βε­ρὸς ἀρ­χάγ­γε­λος. Μο­νά­χα στὸ θε­ὸ ἔ­βγα­ζε τὸ πη­λί­κιο καὶ μὲ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση δι­ά­πλα­τα τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα νὰ πε­ρά­σει. Ὅ­ταν μά­λι­στα ἤ­θε­λε ἰ­δι­αί­τε­ρα νὰ τὸν ὑ­πο­χρε­ώ­σει, τοῦ χά­ρι­ζε ται­νί­ες πορ­νο­γρα­φι­κές, ὅ­που πα­ρὰ φύ­σιν ἀ­σελ­γοῦ­σε σὲ βά­ρος τῶν μι­κρῶν ἡ­ρώ­ων τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν, μὲ προ­τί­μη­ση τὸ Δα­βὶδ Κό­περ­φιλντ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Οἱ κα­τα­κόμ­βες (πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, 1975).

Λί­α Με­γά­λου–Σε­φε­ριά­δη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Ποι­ή­τρια, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ διή­γη­μά της στὸ πε­ριο­δικὸ Ἐπο­χές τὸ 1966. Πρῶτο της βιβλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέ­ντρο (ποί­η­ση, Ἑρμῆς, 1972). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­έ­ξι βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ξέ­νες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ καὶ ἡ ἴ­δια μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τὸ 2001 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ἰ­πεκ­τσὶ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Σὰν τὸ με­τά­ξι (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1996).


			

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Χρῖστος Δάλκος: Ζήτω ὁ ἥλιος



Χρῖστος Δάλκος


Ζήτω ὁ ἥλιος


ΕΡΝΑΩ συ­χνά, εἴ­τε μέ τό αὐ­το­κί­νη­το, εἴ­τε μέ τά πό­δια, ἀ­πό τή γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα. Τί ἐ­στί Καρ­πού­ζας; Καρ­πού­ζας ἐ­στί ἕ­νας πα­λιός μου συμ­μα­θη­τής ἀπ᾿ τό Δη­μο­τι­κό. Τόν ἔ­βλε­πα συ­χνά πα­λι­ό­τε­ρα ἀλ­λά δέν τοῦ ἔ­δι­να γνω­ρι­μί­α, κα­τά πᾶ­σαν πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τός δέν θά μέ θυ­μό­ταν, ἴ­σως κι ἐ­γώ δέν θά τόν θυ­μό­μουν ἄν δέν τόν εἶ­χα συν­δέ­σει μέ μιάν ἀ­νά­μνη­ση.

       Εἴ­μα­στε στήν Πέμ­πτη τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, στίς ἀ­παρ­χές τῆς ἄ­νοι­ξης, κι οἱ δά­σκα­λοι μᾶς λέ­νε πώς αὔ­ριο, ἄν κά­νῃ κα­λό και­ρό, θά πᾶ­με ἐκ­δρο­μή. Ἡ μέ­ρα περ­νά­ει μέ­σα σέ μιά γλυ­κειά προ­σμο­νή πώς αὔ­ριο, λέ­ει, θά εἶ­ναι χα­ρά θε­οῦ.

       Καί τί πι­κρή ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, τό πρω­ί τῆς ἄλ­λης μέ­ρας, πού μπλά­βα σύν­νε­φα ἔ­χουν σκε­πά­σει τόν οὐ­ρα­νό καί τόν ἥ­λιο, κι ἐ­μεῖς σκόρ­πιοι πε­ρί­λυ­ποι στό προ­αύ­λιο, νά κυτ­τᾶ­με πά­νω ψη­λά, πα­ρα­κα­λῶν­τας ἀ­πό μέ­σα μας νά σκά­σῃ μύ­τη ὁ ἥ­λιος, νά δι­ώ­ξῃ ὡς διά μα­γεί­ας τά σύν­νε­φα, ἐ­κεῖ, πέν­τε λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, ἔ­χου­με ἀ­κό­μα λί­γο και­ρό, ὅ­λα μπο­ροῦν νά συμ­βοῦν!

       Καί νά πού δυ­ό λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, μιά χλο­μή ἡ­λι­α­χτί­δα, φορ­τω­μέ­νη ὅ­λες τίς παι­δι­κές ἐλ­πί­δες, ξε­πρό­βα­λε γιά λί­γο μέ­σα ἀπ᾿ τά βα­ριά σύν­νε­φα. Τά μα­θη­τού­δια στή­σα­νε πα­νη­γύ­ρι τρε­λό κι ἀρ­χί­σα­νε νά κραυ­γά­ζου­νε τήν γνώ­ρι­μη ἰα­χή: Ἐ-κδρο-μή! Ἐ-κδρο-μή!

       Μά ἐ­γώ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐ­τά θυ­μᾶ­μαι μό­νο τόν Καρ­πού­ζα: Χο­ρο­πη­δοῦ­σε σάν τρε­λός, μέ μιά ἄ­φα­τη χα­ρά στό πρό­σω­πό του καί λές κι ἡ εἰ­κό­να του, μέ φόν­το τήν ἀ­ναι­μι­κή ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κι­νη­τεῖ γιά χρό­νια στό μυα­λό μου, τά πό­δια του λυ­γι­σμέ­να κι αἰ­ω­ρού­με­να στόν ἀ­έ­ρα, τά χέ­ρια του ὑ­ψω­μέ­να θρι­αμ­βι­κά, τό γέ­λιο του, γέ­λιο παι­διοῦ πιό λαμ­πε­ρό κι ἀ­πό τόν ἥ­λιο, τήν ὥ­ρα πού κραύ­γα­ζε: «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Δέν πή­γα­με βέ­βαι­α ἐκ­δρο­μή αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα, πή­γα­με τήν ἑ­πό­με­νη πού ᾿χε ξα­στε­ριά, ὅ­μως δέν ἦ­ταν τό ἴ­διο, ἔ­λει­πε ἐ­κεί­νη ἡ γλύ­κα τῆς προ­σμο­νῆς καί ἡ πί­κρα τῆς δι­ά­ψευ­σης.

       Ἔ­κτο­τε, πάν­τως, κά­θε φο­ρά πού πέρ­να­γα, ἀ­κό­μα καί με­γά­λος, ἀ­πό τήν γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα, ἔ­λε­γα ἀ­πό μέ­σα μου: «Γειά σου ρέ Καρ­πού­ζα, Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Ὥ­σπου μιά μέ­ρα, πρίν δυ­ό χρό­νια, εἶ­δα στήν κο­λώ­να τῆς γει­το­νιᾶς του ἕ­να κη­δει­ό­ση­μο πού γνω­στο­ποι­οῦ­σε τόν θά­να­το τοῦ προ­σφι­λοῦς πα­τέ­ρα, θεί­ου καί ἀ­δελ­φοῦ Γιά­ννη Καρ­πού­ζα. Ἀμ­φι­βάλ­λω ἄν κά­ποι­ος ἀπ᾿ τούς συμ­μα­θη­τές μου τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ θυ­μό­ταν —ἤ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει— ἐ­κεί­νη τήν σκη­νή τοῦ «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!», καί δέν ξέ­ρω ἄν τήν θυ­μό­ταν στήν κα­το­πι­νή του ζω­ή κι ὁ ἴ­διος ὁ Καρ­πού­ζας.

       Αὐ­τό ὅ­μως πού μπο­ρῶ νά πῶ μέ σχε­δόν ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πώς σί­γου­ρα δέν θά τή θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).



		

	

Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης: Εσπερινό



Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης


Ἑ­σπε­ρι­νό


ΣΩΤΗΡΗΣ τριά­ντα τεσ­σά­ρων, φορ­τη­γα­τζῆς χρό­νια ἄ­νερ­γος. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της σα­ράν­τα πέν­τε, φύ­λα­κας ἀ­να­σφά­λι­στος σὲ μιὰ μάν­τρα. Εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ δυ­ὸ τὴν πρώ­τη μὲ δε­κα­εν­νιά, δευ­τέ­ρα τώ­ρα ἀρ­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, θὰ τό ’­βγα­ζαν, ἔ­λε­γαν, ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὸ Γυ­μνά­σιο.

       Ὁ κα­βγὰς ἔ­γι­νε γιὰ τὸ ἀ­που­σι­ο­λό­γιο. Δε­κα­εν­νιὰ μὲ δε­κα­εν­νιά, ἁρ­πά­χτη­καν ποι­ός θὰ τὸ πά­ρει, ση­κώ­νει ὁ Σω­τή­ρης μιὰ κα­ρέ­κλα νὰ τὴ φέ­ρει στὸ κε­φά­λι τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη, τὴν κο­πα­νά­ει μὲ τὴ γρο­θιά του αὐ­τός, πά­ει τὸ δα­χτυ­λά­κι του τὸ δε­ξί.

       Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ βά­λα­νε νάρ­θη­κα, ἀ­πο­σπα­στι­κὸ κά­ταγ­μα. Ἐ­νη­με­ρώ­νει γυ­ρί­ζον­τας ὅ­τι δὲν θὰ πά­ει τὸ πρω­ῒ στὴ δου­λειὰ λό­γῳ ἀ­τυ­χή­μα­τος, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ξα­νάρ­θεις, τοῦ ἀ­παν­τᾶ­νε.

       Στὸν Σύλ­λο­γο τὴν ἑ­πό­με­νη, μᾶς εἴ­πα­νε ὅ­τι ἤ­τα­νε λά­θος τους καὶ δὲν θὰ τὸ ξα­να­κά­νουν. Δώ­σα­νε καὶ τὰ χέ­ρια μπρο­στά μας, ὁ Πα­να­γι­ώ­της τὸ ἀ­ρι­στε­ρό. Τοὺς ρί­ξα­με τρι­ή­με­ρη ἀ­πο­βο­λή.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης (Κο­μο­τη­νή, 1967). Εἶ­ναι φι­λό­λο­γος, ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν παι­χτεῖ στὸ θέ­α­τρο. Βι­βλί­α του: Χοι­ρι­νὸ μὲ λά­χα­νο, (Κέ­δρος, 2004), Τὸ χαρ­τό­κου­το (Πα­τά­κης, 2015), Τυ­χε­ρό (Πα­τά­κης, 2017), κ.ἄ.



		

	

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis): Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση



Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση

(A Strange Impulse)


ΟΙΤΑΞΑ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου κά­τω στὸν δρό­μο. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε κι οἱ μα­γα­ζά­το­ρες εἶ­χαν βγεῖ ἔ­ξω νὰ ζε­στα­θοῦν καὶ νὰ χα­ζέ­ψουν τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Ὅ­μως για­τί ἄ­ρα­γε οἱ μα­γα­ζά­το­ρες κα­λύ­πτα­νε τ’ αὐ­τιά τους; Καὶ για­τί ἔ­τρε­χαν οἱ ἄν­θρω­ποι στὸν δρό­μο λὲς καὶ τοὺς κυ­νη­γοῦ­σε κά­ποι­ο τρο­με­ρὸ φάν­τα­σμα; Σύν­το­μα τὰ πάν­τα ξα­νά­γι­ναν κα­νο­νι­κά: τὸ συμ­βὰν δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ πα­ρα­φρο­σύ­νης κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπό­ρε­σαν ν’ ἀν­τέ­ξουν τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­π’ τὶς ζω­ές τους καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σαν σὲ κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση.



Πη­γή: Lydia Davis, The Collected Stories of Lydia Davis, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2009 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Lydia Davis, Varieties of Disturbance, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2007].

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (1947, Νορ­θάμ­πτον Μα­σα­χου­σέ­της). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρά­στρια ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γνω­στὴ κυ­ρί­ως γιὰ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τά της. Ἡ ἴ­δια θε­ω­ρεῖ κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ὕ­φους τῆς τὴ συ­νάν­τη­σή της μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ρά­σελ Ἔν­τσον.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη


ΟΡΑ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

       — Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

       — Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

       — Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

       — Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

       — Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σα… μιὰ ζω­ή… καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Τελώνια



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τε­λώ­νια


Ὁ Ἀν­τρέ­ας Ἀ­δελ­φου­λᾶ­κος (1941-2016), ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γιὸς τοῦ κα­πε­τὰν-Νί­κου Ἀ­δελ­φου­λά­κου τοῦ Κα­ρα­πέ­τση, ἦ­ταν ναυ­τι­κὸς (μη­χα­νι­κὸς μὲ ἄ­ρι­στες γνώ­σεις ναυ­σι­πλο­ΐ­ας) ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἕ­να βρά­δυ, στὶς 13 Μαρ­τί­ου 1991, ἀ­φη­γή­θη­κε στὴν πα­ρέ­α μας, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ 6-7 Πυ­θα­γο­ρί­τες —ἤ­μα­στε μα­ζε­μέ­νοι σὲ μιὰ τα­βέρ­να στὴ γει­το­νιά του, τὴν Καλ­λί­πο­λη τοῦ Πει­ραι­ὰ— τὴν πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­α, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ὅ­πως τὰ λέ­ει. Δὲν εἶ­χα μα­ζί μου μα­γνη­τό­φω­νο, ἀλ­λὰ μό­λις γύ­ρι­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὴν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λη, ὅ­που ἔ­με­να ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γιὰ κά­ποι­ες συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὲς σπου­δές, κά­θι­σα καὶ ἔ­γρα­ψα τὴ μι­κρὴ πα­ρά­ξε­νη ἱ­στο­ρί­α. Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι ὅ­σοι τὴν ἀ­κού­σα­με νι­ώ­σα­με ἀ­μη­χα­νί­α, ἴ­σως καὶ δυ­σπι­στί­α. Τὴν πα­ρα­θέ­τω σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό­δο­ση στὴ μνή­μη του κα­θὼς καὶ στὴ μνή­μη τῶν πρό­ω­ρα χα­μέ­νων ἀ­δερ­φῶν του Γιά­ννη καὶ Σταύ­ρου.
Β. Δημ.

ΑΞΙΔΕΥΑΝ μὲ τὸ «Κων­σταν­τῖ­νος». Εἴ­χα­νε κα­βα­τζά­ρει τὸν Κα­βο-Πά­πα καὶ περ­νοῦ­σαν τὸν Τσι­κνιὰ ἀ­φή­νον­τας πί­σω τὴ ρα­χο­κο­κα­λιὰ τῆς Ἰ­κα­ρί­ας νὰ μι­κραί­νει καὶ νὰ θο­λώ­νει σὰ σύν­νε­φο ἀ­π’ τοὺς ἀ­γέ­ρη­δες ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τὰ βου­νά της μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα.

       Εἶ­χε μπό­λι­κη λοι­πὸν θα­λασ­σί­τσα ἀλ­λὰ συ­νη­θι­σμέ­να πρά­μα­τα γιὰ τὸ μι­κρὸ φορ­τη­γό, ποὺ μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα ἐ­κτε­λοῦ­σε με­τα­φο­ρὲς ἐμ­πο­ρευ­μά­των ἀ­πὸ τὴ Σά­μο στὸν Πει­ραι­ὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα.

       Κα­πε­τά­νιος στὸ «Κων­σταν­τῖ­νος» ἦ­ταν ὁ συ­χω­ρε­μέ­νος Ἄγ­γε­λος Μάρ­κου. Πλή­ρω­μα, τὸ Κολ­λη­μέ­νο, ὁ Μα­νό­λης ἡ Κα­βα­λί­να, ὁ Μα­νό­λης ὁ Κου­τσλί­της καὶ δυ­ὸ τρεῖς ἄλ­λοι, ὅ­λοι πα­λι­κα­ρό­που­λα ἀ­πὸ τὸ Τη­γά­νι τῆς Σά­μου. Ὁ Ἀν­τρέ­ας ὁ Κα­ρα­πέ­τσης, μου­τζού­ρης μέ­χρι χτὲς στὸ μη­χα­νο­στά­σιο τῆς Μπουν­τού­ραι­νας, μιᾶς χα­μη­λο­κώ­λας ἀ­νε­μό­τρα­τας τοῦ χω­ριοῦ, ἤ­τα­νε πρω­τόμ­παρ­κος μη­χα­νι­κός. Ἐ­ρω­τευ­μέ­νος στὸ φοὺλ μὲ μιὰ μι­κρὴ τῆς γει­το­νιᾶς του, μπαι­νό­βγαι­νε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο, ἀ­νέ­βαι­νε στὸ χει­ρι­στή­ριο, κου­βέν­τια­ζε μὲ τὸ πλή­ρω­μα, ἦ­ταν ὅ­λο νεῦ­ρα καὶ τσα­τί­λα. Μὰ ὅ­πως καὶ νά ’­χε τὸ πρά­μα, τί νὰ κά­μεις ἅ­μα τα­ξι­δεύ­εις φορ­τω­μέ­νος μέ­χρι τὰ μπού­νια λά­δι καὶ χα­μά­δα καὶ ἀρ­με­νί­ζεις βί­α ἑ­φτὰ μί­λια τὴν ὥ­ρα δευ­τε­ρό­πρι­μα τὸν Τσι­κνιά…

       Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ποὺ ἦ­ταν νὰ γί­νει ὅ,τι ἔ­γι­νε, ὁ Ἀν­τρέ­ας μί­λα­γε μὲ τὸν κα­πε­τά­νιο βα­ρι­ε­στι­σμέ­να. Τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἡ μι­κρὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση τοῦ κα­ρα­βιοῦ ἀ­πὸ τὴ λο­ξὴ πο­ρεί­α ποὺ χά­ρα­ζαν, γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν τὴ ρε­μα­τί­σια θά­λασ­σα. Βέ­βαι­α δὲν εἶ­χε κα­νέ­να σο­βα­ρὸ λό­γο ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Στὸν Πει­ραι­ὰ πή­γαι­ναν, δὲν γύ­ρι­ζαν στὸ νη­σί. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χαν ἕ­να σω­ρὸ σκο­τοῦ­ρες μπρο­στά τους.

       Ἀ­μή­χα­νος μπῆ­κε στὴν καμ­πί­να τῆς γέ­φυ­ρας, ἄ­νοι­ξε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ πα­σπά­τευ­ε τὰ κουμ­πιά του. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ ἔ­βγαι­νε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο πα­ρά­σι­το. Ὁ μη­χα­νι­κὸς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς γυρ­νών­τας στὸν κα­πε­τά­νιο. «Πά­λι κα­νέ­νας σκα­τομ­πά­σταρ­δος θά ’­βα­λε τὸ χέ­ρι του.» Κι ὕ­στε­ρα, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ λι­α­ζό­ταν τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ στὴν πλω­ριὰ κου­βέρ­τα πά­νω σε κά­τι ντα­νι­α­σμέ­νους μου­σα­μά­δες, φώ­να­ξε μὲ τὴν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα του: «Ρὲ πού­στη­δες, ρὲ κω­λο­γα­μη­μέ­νοι, ποιός ἦρ­θε καὶ πα­σπά­τε­ψε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ τοῦ ’­βγα­λε τὰ μά­τια;»

       Τὸ πλή­ρω­μα δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Χω­ρια­νοὶ ὅ­λοι, ξέ­ρα­νε τὸν Κα­ρα­πέ­τση σὰν κάλ­πι­κη μο­νέ­δα, γε­λού­σα­νε.

       Στὸ με­τα­ξὺ ὁ κα­πε­τά­νιος εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­μα­ρί­νι του καὶ κοί­τα­ζε τὴν κε­ραί­α τοῦ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νου. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξε τὸ μη­χα­νι­κό. «Ἀν­τρέ­α, κοί­τα τὴν κε­ραία. Τε­λώ­νια. Ἄν­τε, φέ­ρε γρή­γο­ρα ἕ­ναν τε­νε­κέ.»

       Ὁ μη­χα­νι­κὸς γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν κε­ραί­α πρὶν κά­νει αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ’­λέ­γε ὁ κα­πε­τά­νιος. Πά­νω σ’ ὅ­λο το μῆ­κος της εἶ­χε κα­θί­σει ἕ­να πρά­μα, σὰν κόλ­λα, σὰ μύ­ξα. Ἔ­μοια­ζε μὲ δε­μά­τι ἀ­πὸ ξό­βερ­γες. Πρώ­τη φο­ρὰ τοῦ τύ­χαι­νε, ἀλ­λὰ εἶ­χε ξα­να­κού­σει γιὰ τε­λώ­νια. Μό­νο ποὺ δὲν τὰ πί­στευ­ε, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ νέ­οι της ἡ­λι­κί­ας του.

       Κα­τέ­βη­κε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Πί­στευ­ε καὶ δὲν πί­στευ­ε αὐ­τὰ ποὺ γί­νον­ταν στὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ στὴν κε­ραί­α του.

       Σὲ λί­γο ἀ­νέ­βη­κε στὸ κα­τά­στρω­μα μὲ ἕ­ναν ἄ­δει­ο λα­δο­τε­νε­κὲ στὰ χέ­ρια καὶ βρέ­θη­κε μπρο­στά σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο θέ­α­μα, ποὺ τε­λι­κὰ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ βά­λει τὰ γέ­λια. Ὁ κα­πε­τά­νιος, μαλ­λια­ρὸς καὶ χον­τρός, εἶ­χε κα­τε­βά­σει τὰ βρα­κιά του καὶ χτυ­ποῦ­σε τὸν κῶ­λο του μὲ τὶς πα­λά­μες του. Σὲ κά­θε χτύ­πη­μα τὰ ξίγ­κια καὶ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­παυ­τά του κου­νι­οῦν­ταν πά­νω-κά­τω καὶ μπρὸς-πί­σω σὰν τὸ καμ­πα­νά­κι τῆς πλώ­ρης. Πιὸ πέ­ρα ὅ­λα τὰ μέ­λη τοῦ πλη­ρώ­μα­τος μι­μοῦν­ταν στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὶς κι­νή­σεις του.

       Ὁ κα­πε­τά­νιος ἔ­δει­ξε νὰ πει­ρά­χτη­κε ἀ­πὸ τὰ χά­χα­να τοῦ μη­χα­νι­κοῦ.

       «Σκά­σε καὶ χτύ­πα τὸν τε­νε­κέ», τοῦ ’­βα­λε τὶς φω­νές. Τί νὰ κά­νει, χτύ­πα­γε ὁ Ἀν­τρέ­ας τὸ τούμ­πα­νο, χτυ­ποῦ­σαν οἱ λοι­ποὶ τοὺς κώ­λους τους, ὅ­λοι συγ­χρο­νι­σμέ­νοι στὸ ρυθ­μὸ τοῦ κα­πε­τὰν-Ἄγ­γε­λου, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ βλέ­πουν τὴν πα­ρά­ξε­νη μά­ζα νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κέν­τρο τῆς κε­ραί­ας, σὰν σμά­ρι ἀ­πὸ με­λίσ­σια καὶ νὰ φεύ­γει στὸν οὐ­ρα­νό.

       «Μπρά­βο παι­διά», λέ­ει ὁ κα­πε­τά­νιος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ κοι­τοῦ­σε μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. «Τά ’­δες, βρὲ βλά­κα; Εἶ­σαι καὶ με­γα­λύ­τε­ρος…», ἀ­πο­σώ­νει στὸ μη­χα­νι­κὸ σο­βα­ρὰ-σο­βα­ρά, τρα­βά­ει τὰ βρα­κιά του καὶ μπαί­νει στὴν καμ­πί­να του σὰ νὰ μὴ συ­νέ­βη­κε τί­πο­τα…



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ περ. Τὸ Τηγάνι, ἀρ. 25 (Σεπτέμ­βριος-Δεκέμ­βριος 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Ἀπὸ δεξιά: Δημήτρης Βασιλειάδης, Ἀνδρέας Ἀδελφουλᾶκος, Τοῦρκος ὑπήκοος καὶ Νίκος Μανιάτης στὸ Κουσάντασι τὸ 1968.