Τά­σος Γου­δέ­λης: Κέρδη τοῦ χρόνου



Τά­σος Γου­δέ­λης


Κέρ­δη τοῦ χρό­νου

 

Ε ΤΟ ΧΡΟΝΟ γι­νό­μα­στε πιὸ ἐ­φευ­ρε­τι­κοὶ στὸν ὑ­παι­νιγ­μό: ἀ­πό­λυ­τα δι­α­κρι­τι­κοὶ ἀ­πέ­ναν­τί σὲ ὅ­σα ἄλ­λο­τε θὰ φρον­τί­ζα­με νὰ μᾶς φο­βί­ζουν. Για­τὶ, στὴ θέ­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­δο­νῆς μπρο­στὰ στὸν κίν­δυ­νο ποὺ κά­πο­τε προ­κα­λού­σα­με, βρί­σκε­ται τώ­ρα ὁ γνω­στός, ἀ­πτό­η­τος τρό­μος: πα­ρά­ξε­να, ὅ­μως, αὐ­τὸς μᾶς κά­νει εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς οἰ­κο­δε­σπό­τες στὸ ἐ­περ­χό­με­νο. Δὲν μᾶς πα­ρα­λύ­ει, ὅ­πως θὰ ἦ­ταν φυ­σι­κό. Ἀν­τί­θε­τα, δι­ευ­κο­λύ­νει τὶς κι­νή­σεις μας. Μπο­ροῦ­με πιὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ μὴν ξυ­πνᾶ­με ἀ­πό­το­μα μπρο­στὰ στὰ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια ποὺ μᾶς πα­ρα­κο­λου­θοῦν. Τη­ροῦ­με τὰ προ­σχή­μα­τα μὲ ὅ­σους, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, ἔ­χουν ἀ­κού­σει τὶς καμ­πά­νες τοῦ με­σο­νυ­χτί­ου. Κυ­κλο­φο­ροῦ­με στὸ γυ­ά­λι­νο πά­τω­μα μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, πα­ρό­τι κά­θε μας λέ­ξη ἐν­νο­εῖ πιὰ αὐ­τὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ σὲ ὅ­λους, μὲ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἀ­δι­ά­κο­πη μου­σι­κή, σὰν ὑ­πό­κρου­ση, βέ­βαι­α, στὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἐ­πι­νο­οῦ­με συ­νε­χῶς νέ­ους τρό­πους ὁ­μι­λί­ας γιὰ ὅ,τι θὰ ἐ­πα­κο­λου­θή­σει. Ὅ­λα μᾶς πεί­θουν πὼς ἔ­χου­με τὸ χά­ρι­σμα νὰ δεί­χνου­με ἤ­ρε­μοι ἀ­πέ­ναν­τι στὶς εἰ­κό­νες ποὺ χά­νον­ται ὁ­ρι­στι­κά, σί­γου­ροι δῆ­θεν ὅ­τι αὐ­τὲς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν. Δι­ορ­θώ­νου­με τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες μὲ τὴν ἄ­νε­τη προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νου ποὺ πι­στεύ­ει στὸ δῶ­ρο μιᾶς με­γά­λης πα­ρά­τα­σης, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θὰ ἔ­πρε­πε μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση γύ­ρω μας. Φρον­τί­ζου­με νὰ ζοῦ­με ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ μέ­σα στὸ τρο­με­ρὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ, τὸ φέρ­νου­με τό­σο κον­τὰ στὰ μά­τια μας ὥ­στε νὰ μοιά­ζει ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νο. Φυ­σι­κά, ἡ ἀ­πό­κρυ­ψη εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ γνω­στοῦ σχε­δί­ου ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­με κα­τὰ γράμ­μα: νὰ ἀ­πο­στρέ­φου­με τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη μὲ χί­λι­ες δι­και­ο­λο­γί­ες. Μὲ τὴν ἔμ­πνευ­ση ἐ­κεί­νου ποὺ δὲν ἔ­χει τί­πο­τα νὰ κερ­δί­σει μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὲς ἀ­πο­στά­σεις ἀ­πὸ ὅ,τι μᾶς πο­λι­ορ­κεῖ, σὰν νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ παι­δι­κὸ πρω­ϊ­νὸ μιᾶς ἀρ­γί­ας ἢ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἑ­νὸς ἀγ­γέ­λου.



Πη­γή: Ἡ πα­ρου­σί­α (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 2010).

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly): Τὸ Σύντομο Χρονικὸ τοῦ Κοριτσιοῦ…


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly)


Τό Σύν­το­μο Χρο­νι­κό τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ,

εἰ­πω­μέ­νο ἀ­πό τήν Ρε­α­λί­στρια

ὡ­στό­σο Αἰ­σι­ό­δο­ξη Ἀ­φρι­κα­νί­δα Χαρ­το­ρί­χτρα

(The Brief Chronicled History of The Girl

as told by the Realist

but yet Optimistic African Fortune-teller)


ΟΡΙΤΣΙ, προ­τοῦ ὁ πα­τέ­ρας σου σέ φυ­τέ­ψει στήν μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας σου, προ­τοῦ ἐγ­γρα­φοῦν τά δι­κά σου χρω­μο­σώ­μα­τα Χ καί ὄ­χι τά ὑ­γι­ῆ σου Υ ἤ­σουν στό νε­ρό, στόν ἀ­έ­ρα, στά στοι­χεῖ­α: ἕ­να τρι­ά­το­μο πού δέν ἀ­νῆ­κε οὔ­τε σέ φυ­λή, οὔ­τε σέ πα­τριά, οὔ­τε σέ κα­μιά νο­μα­δι­κή Kabilah.

        Στήν πρώ­τη σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Σοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α. Τσα­λα­βου­τοῦ­σες στή λά­σπη καί ἔ­παι­ζες μέ τόν Ἀμ­πτου­λάχ καί τόν Ἄμ­πελ. Κο­λυμ­ποῦ­σες στόν πο­τα­μό Μέ­ρεμπ τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἐ­ρυ­θραί­ας κον­τά στήν ἐκ­κλη­σιά σου, ἡ πε­ρι­έρ­γειά σου πάν­τα νά αἰ­ω­ρεῖ­ται ὅ­πως ἡ σπά­νια γα­λα­ζό­φτε­ρη λιμ­πε­λού­λα πρό­θυ­μη νά ἵ­πτα­ται ψη­λά μέ­σα στή βρο­χή. Γνώ­ρι­ζες πώς ἤ­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές σου, τίς θει­ές μέ τά θλι­μέ­να μά­τια, καί ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς σου. Ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­τμη­τη, κά­θε ἴν­τσα τῆς σάρ­κας σου ἀ­κό­μη ὁ­λό­δι­κή σου. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα κι ἕ­να ἀ­πό τ’ ἀ­γό­ρια ἦ­ταν νά σέ νυμ­φευ­θεῖ, ἔ­δει­ξαν ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο ἀ­νά­με­σα στά πό­δια σου. Ἀ­κά­θαρ­τη, εἶ­παν. Ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος στό χω­ριό γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νά κά­νουν – με­τα­στρέ­φον­τάς σε σέ μιάν ἀ­π’ αὐ­τές, τό εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας πού ὁ Ἄμ­πελ καί ὁ Ἀμ­πτου­λάχ ἐγ­κρί­να­νε. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἡ μα­μή τε­μά­χι­σε τήν κλει­το­ρί­δα σου, ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος βγῆ­κε ἔ­ξω, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, πε­ρή­φα­νος. Δέν ἀν­τι­στά­θη­κες για­τί εἶ­χες τό­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νη, τό­σο με­γά­λη ἀ­γά­πη. Σκά­φτη­κες, βα­θού­λω­σες: ἀ­δει­α­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λα πού σ’ ἔ­κα­ναν ἐ­σέ­να. Ἐ­σέ­να.

        Στήν δέ­υ­τε­ρή σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Ἤ­θε­λες νά ἀν­τι­στα­θεῖς σ΄ ὅ,τι κα­θο­ρι­ζό­ταν ὡς ἀ­γνό­τη­τά σου, ἀλ­λά ἡ ὑ­πο­τα­γή ἦ­ταν τό ἀν­τί­τι­μο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης. Ὁ πό­νος σου, χυ­μέ­νος τα­χύ­τε­ρα ἀ­πό τό αἷ­μα σου, γέ­μι­σε τόν πο­τα­μό Τά­να τῆς Κέ­νυ­ας. Ἁ­πλῶς, πέ­θα­νες.

        Σ’ αὐ­τήν τήν με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Θά πε­τά­ξεις τήν κα­λύ­πτρα τῆς κε­φα­λῆς πού σέ ἀ­νάγ­κα­σαν νά φο­ρᾶς στό τζα­μί. Θά ξε­φω­νί­σεις ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου θά σέ σύ­ρει στόν μπαρ­μπέ­ρη τοῦ Μπέ­νι Σου­έφ. Θά τοῦ σπρώ­ξεις τό χέ­ρι ὅ­ταν ἡ λε­πί­δα του γδέρ­νει τά μι­κρά χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου σου. Θά τρέ­ξεις, αἱ­μορ­ρα­γών­τας τόν δι­κό σου πο­τα­μό Νεῖ­λο, κι ὅ­ταν τά δι­στα­κτι­κά / δει­λι­α­σμέ­να σου πό­δια σου δέν μπο­ροῦν νά τρέ­ξουν πα­ρα­πά­νω, θά ἀ­πο­γει­ω­θεῖς μέ τίς φτε­ροῦ­γες σου· χα­μο­γε­λᾶς γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α πού εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­κτη­θεῖ, ὅ­μως κο­ρί­τσι…

        Θά μεί­νεις.

        Θά τά ἐ­πα­να­λά­βεις ὅ­λα σέ μιάν ἄλ­λη με­τεν­σάρ­κω­ση.

        Δέν θά τούς ἀ­φή­σεις νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν ὑ­πέρ-κολ­πι­κό σου τραυ­μα­τι­σμό ὡς σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γνό­τη­τάς σου.

        Δέ θά τούς ἀ­φή­σεις να σέ κα­λύ­ψουν ἤ νά σέ σβή­σουν για­τί δέν εἶ­σαι ἡ φουρ­νιά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

        Δέ θά τούς ἐ­πι­τρέ­ψεις νά ξε-φυλ­λί­σουν τήν παρ­θε­νι­κή ἀ­γά­πη σου γιά Σέ­να.

        Κο­ρί­τσι, θά μεί­νεις για­τί εἶ­ν’ ἀ­πί­στευ­το πῶς o­ἱ κο­λο­βω­μέ­νες ρί­ζες ξε­πε­τοῦν βλα­στά­ρια με­τά πού θά κο­ποῦν.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Afreada, 19.04.2019:

https://afreada.com/2019/04/19/the-brief-chronicled-history-of-the-girl-as-told-by-the-realist-but-yet-optimistic-african-fortuneteller-by-riham-adly/

Ρί­χαμ Ἄν­τλυ (Riham Adly). Πε­ζο­γρα­φί­α της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξύ ἄλ­λων καὶ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Bending Genres, Con­nota­tion Press, Spelk, The Ca­binet of Heed, Vestal Re­view, Volney Road Re­view, Five: 2: One, Bril­liant Flash Fiction, Gin­ger­bread House lit, Wri­ting in a Wo­man’s voi­ce, Anti-He­roine Chick, Danse Ma­ca­bre καὶ @Fe­wer­than500. Πρό­σφα­τα μπῆ­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ Βρα­βεί­ου Με­τά­φρα­σης Arab-Lit. Ἡ Ἄν­τλυ ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της στὴ Γκί­ζα τῆς Αἰ­γύ­πτου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).


Χρῖστος Δάλκος: Τὸ σοὺ μού


Χρῖ­στος Δάλ­κος


Τὸ σοὺ μού


Ὅ,τι περ ἂν Ἕλ­λη­νες βαρ­βά­ρων
πα­ρα­λά­βω­σι, κάλ­λιον τοῦ­το
εἰς τέ­λος ἀ­περ­γά­ζον­ται (ἐ­μέ­να μοῦ λές)

ΥΝΕΒΗ ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ λό­γῳ κο­ρω­νο­ϊ­οῦ, ὁ ἑ­βδο­μην­τά­χρο­νος συν­τα­ξι­οῦ­χος φι­λό­λο­γος Μι­χά­λης Σκα­τζο­πούρ­νης νὰ κά­νῃ τὴν βόλ­τα του στὶς 5 μ.μ. στὴν συ­νοι­κί­α τοῦ Αἰ­γά­λε­ω.

         Ἕ­να κλι­μά­κιο τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας τὸν στα­μά­τη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Τρά­πε­ζα, στὴν Ἱ­ε­ρὰ Ὁ­δό, καὶ τὸν ρώ­τη­σε: «Ἔ­χε­τε SMS;»

            «Τί πά­ει νὰ πῇ αὐ­τό;» ἔ­κα­νε τὸν ἀ­νή­ξε­ρο ὁ φι­λό­λο­γος. Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς τὸν κύτ­τα­ξε μὲ οἶ­κτο: «Ἔ­χε­τε στεί­λει γρα­πτὸ μή­νυ­μα στὴν Ὑ­πη­ρε­σί­α Πο­λι­τι­κῆς Προ­στα­σί­ας ὅ­τι θὰ βγῆ­τε ἔ­ξω; Χρει­ά­ζε­ται, ξέ­ρε­τε, κά­τι τέ­τοι­ο γιὰ ὅ­σους βγαί­νουν, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴ βόλ­τα τους…»

            «Δὲν μπο­ρῶ νὰ στεί­λω αὐ­τὸ τὸ SMS, ξέ­ρε­τε…»

            «Τί, δὲν ἔ­χε­τε κι­νη­τό;» εἶ­πε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός, σί­γου­ρος γιὰ τὴν ἀρ­νη­τι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση.

            «Ὄ­χι, ἔ­χω…»

            «Ἄ, δὲν θὰ ξέ­ρε­τε νὰ τὸ στεί­λε­τε…»

            «Ὄ­χι, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ στεί­λω αὐ­τὸ τὸ SMS ποὺ μοῦ ζη­τᾶ­τε…»

            «Καὶ για­τί πα­ρα­κα­λῶ;»

            Ὁ ἑ­βδο­μην­τά­χρο­νος πέ­ρα­σε στὴν ἀν­τε­πί­θε­ση: «Ξέ­ρε­τε τί πά­ει νὰ πῇ SMS;»

            Ὁ ἀ­στυ­νό­μος χα­μο­γέ­λα­σε εἰ­ρω­νι­κά: «Ἔ βέ­βαι­α καὶ ξέ­ρω… μή­νυ­μα…»

            «Εἴ­δα­τε ποὺ δὲν ξέ­ρε­τε; SMS ση­μαί­νει στὰ ἀγ­γλι­κὰ Short Message Service…»

            «Μά, κα­λά, μά­θη­μα θὰ κά­νου­με τώ­ρα;» τοῦ ᾿ρι­ξε μιὰ λο­ξὴ μα­τιὰ τὸ ὄρ­γα­νο.

            «Ξέ­ρε­τε τί θὰ πῇ Short Message Service;»

            Ὁ ἀ­στυ­νό­μος κά­τε­χε κά­τι κου­τσο­αγ­γλι­κού­λια: «Ὑ­πη­ρε­σί­α Σύν­το­μων Μη­νυ­μά­των…»

            «Εἴ­δα­τε πού ᾿ρχε­στε στὰ λό­για μου; Μπο­ρῶ νὰ στεί­λω γκο­τζάμ Ὑ­πη­ρε­σί­α ὁ­λό­κλη­ρη;»

            «Καὶ τί θὰ γί­νῃ δη­λα­δή;» αἰφ­νι­δι­ά­στη­κε ὁ ἀ­στυ­νό­μος.

            «Ἂν θέ­λε­τε νὰ σᾶς στεί­λω ἕ­να Short Message, του­τέ­στι Σύν­το­μο Μή­νυ­μα, κά­τι μπο­ρεῖ νὰ γί­νῃ. Ἀλ­λὰ ὑ­πη­ρε­σί­α ἐ­γὼ δὲν στέλ­νω, νά ᾿μα­στε ᾿ξη­γη­μέ­νοι…»

            «Ἔ, κα­λά, γρά­ψε SM», συμ­βι­βά­στη­κε τὸ ὄρ­γα­νο, κι ἀ­πὸ μέ­σα του σκε­φτό­ταν: «Ἒ ρὲ ποῦ μπλέ­ξα­με μὲ τὸ γε­ρο-πα­ρα­τα­τι­κό…»

            «Καὶ για­τί πα­ρα­κα­λῶ νὰ γρά­ψω SM καὶ νὰ μὴ γρά­ψω σοὺ μού, σύν­το­μο μή­νυ­μα δη­λα­δή; Ἔ­χε­τε πά­ρει φό­ρα καὶ τὰ λέ­τε ὅ­λα στ᾿ ἀγ­γλι­κά, στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν εἴ­μα­στε;»

            «Γρά­ψε “σοὺ μού”, γρά­ψε “ΣΜ”, γρά­ψε “Σ-Μ”, γρά­ψε “σύν. μήν.”, γρά­ψε καὶ σκέ­το “μήν.” ἅ­μα θές, ἀλ­λὰ πα­ρά­τα με!», ἀ­γα­νά­χτη­σε τὸ ὄρ­γα­νο τῆς τά­ξε­ως.

            «Θὰ γρά­ψω “σοὺ μού”», κα­τέ­λη­ξε ὁ φι­λό­λο­γος, «μοῦ θυ­μί­ζει κι ἕ­να κέν­τρο, ἐ­δῶ λί­γο πιὸ πά­νω, στὴν Ἱ­ε­ρὰ Ὁ­δό, ἐ­πὶ ἑ­πτα­ε­τί­ας, ὅ­που σκο­τώ­σα­νε καὶ τὴ Βα­σί­λω… Τὴν ἔ­χεις ἀ­κου­στὰ τὴ Βα­σί­λω;»

            «Ρὲ δὲν πά᾿ νὰ γρά­ψῃς καὶ σού­ξου – μού­ξου – τού, κου­βέν­τα θ᾿ ἀ­νοί­ξου­με τώ­ρα;»

            Κα­θὼς ὁ Μι­χά­λης Σκα­τζο­πούρ­νης, ἑ­βδο­μην­τά­χρο­νος συν­τα­ξι­οῦ­χος φι­λό­λο­γος, ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, ὁ δι­πλα­νὸς ἀ­στυ­νο­μι­κὸς ρώ­τη­σε τὸν δι­κό μας: «Τί ἔ­γι­νε ρέ, τί σοῦ ᾿λε­γε;»

            «Τί­πο­τα, μω­ρέ, ἕ­νας μα­λα­κο­πί­του­ρας…»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῖ­στος Δάλ­κο­ς (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲ­ς ἱ­στο­ρί­ε­ς (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­α­ς (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007), Γλωσ­σι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λά­θη μας; (Πα­ρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖo του βι­βλίo τὸ ποι­η­τι­κὸ Τὰ Δί­λο­γα (Με­λά­νι, 2020). καὶ τὸ δο­κί­μιο.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας

(Пробив в системата за сигурност)


ΑΝΤΑ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ὴ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῶν ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ων, αὐ­τὲς οἱ πάν­το­τε σφιγ­μέ­νες, μὲ τὰ μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να πί­σω, μι­λι­τα­ρι­στι­κὰ εὐ­γε­νι­κές, ὄ­μορ­φες καὶ αὐ­στη­ρές, ἀ­πο­πνέ­ου­σες σι­γου­ριά, γυ­ναῖ­κες. Ἂν ὑ­πάρ­χει ἀ­μυ­χή, ση­μα­δά­κι, ρυ­τί­δα ἀ­π’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ φα­νεῖ τί κρύ­βουν μέ­σα. Ἂν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση, γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές, ἐ­νῶ τοῦ δί­νει τὸ εἰ­σι­τή­ριο καὶ ρω­τά­ει αὐ­τό­μα­τα «δι­ά­δρο­μο ἢ πα­ρά­θυ­ρο», ξαφ­νι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ κοι­τά­ξει κά­πως βα­θύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο καὶ ἁ­πλῶς νὰ πεῖ – οὔφ, ξε­θε­ώ­θη­κα… Εἶ­ναι σί­γου­ρος, ὅ­τι αὐ­το­μά­τως κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦ­σε τὸν συ­να­γερ­μὸ τοῦ συ­στή­μα­τος ἀ­σφα­λεί­ας· τῆς ἴ­διας τῆς ζω­ῆς.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 30.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)

Краят на Грозното пате (не е за деца)


…ΚΑΙ ΠΗΓΕ στὸ τέ­λος τὸ ἀ­σχη­μό­πα­πο στοὺς ὑ­πό­λοι­πους κύ­κνους, με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ὑ­πέ­στη ἀ­πὸ πά­πι­ες, ἀ­πὸ γα­λο­ποῦ­λες, ἀ­πὸ σκύ­λους, ἀ­π’ τὸ κρύ­ο… Ἐ­πι­τέ­λους, τέ­λος τὰ τρα­βήγ­μα­τα, ὅ­μως… οἱ κύ­κνοι φέρ­θη­καν ψυ­χρὰ καὶ ὑ­πε­ρο­πτι­κά. Ποῦ ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο; Δὲν ἤ­σουν μα­ζί μας ἀ­νὰ τὸν κό­σμο. Ξέ­μει­νες σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­χα­σμέ­νο χω­ριὸ μὲ τὶς ἀ­παί­σι­ες πά­πι­ες καὶ τὶς κό­τες. Ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἔρ­χε­σαι; Ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ τοῦ χω­ριοῦ, χα­χα­χά. Δὲν μοι­ρα­ζό­μα­στε κοι­νὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἔ­χου­με γιὰ τί πράγ­μα νὰ μι­λή­σου­με. Στὸ χω­ριὸ μπο­ρεῖς νὰ εἶ­σαι πρῶ­τος ἀ­νά­με­σα στὶς πά­πι­ες, ὁ ἀ­σχη­μό­τε­ρος ἢ ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος, τὸ ἴ­διο κά­νει. Σὲ ἐ­μᾶς, θὰ στρι­μώ­ξεις τὰ φτε­ρά σου ἐ­κεῖ πί­σω, στὸ τέ­λος, γκέγ­κε;! Δὲν θὰ σὲ ξε­που­που­λι­ά­σου­με, δὲν θὰ σὲ σκο­τώ­σου­με, μά­λι­στα θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψου­με νὰ μεί­νεις. Ὅ­μως, πάν­το­τε θὰ εἶ­σαι τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς, θὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἀ­νά­με­σά μας… θὰ ἔ­λε­γε ὁ δι­κός τους Τόκ­βιλ, στὸ ἔρ­γο του Γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α στὸ κο­πά­δι. (Εἶ­μαι σί­γου­ρος, ὅ­τι οἱ κύ­κνοι, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τὰ πτη­νά, ἀμ­φί­βια καὶ θη­λα­στι­κὰ ὄν­τα, ἔ­χουν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες δι­κές τους φι­λο­σο­φι­κὲς σχο­λές.)

       Ἔ­τσι, τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο δὲν βρῆ­κε ἀ­νά­παυ­ση οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς ξέ­νους, οὔ­τε καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς του.


Δι­δάγ­μα­τα:

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­στύ­χη­μα νὰ γεν­νη­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ πά­πι­ες, ἀρ­κεῖ νὰ βγεῖς ἀ­πὸ αὐ­γὸ κύ­κνου», ὁ­ρί­ζει ρο­μαν­τι­κὰ ὁ Ἀν­τερ­σεν.

       Ἀ­πὸ ὅ,τι αὐ­γὸ θέ­λεις ξε­πε­τά­ξου, φτά­νει μό­νο νὰ βρε­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ ὁ­μοί­ους σου, ἀ­πο­κρί­νε­ται τὸ πο­λύ­πα­θο Ἀ­σχη­μό­πα­πο.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 11-12.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Ἐντμοῦνδο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Μπάρνες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Μπάρ­νες

(Barnes)


ΤΟ ΚΕΛΙ ποὺ πα­ρέ­με­νε ὑ­πὸ κρά­τη­ση, ὁ Μπάρ­νες σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν μιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Γιὰ αὐ­τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ γαν­τζω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια μὲ ἔ­παρ­ση. Ὅ­μως λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ ἕ­να σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο καὶ τὸν ση­μά­δε­ψαν στὰ μά­τια μὲ ἕ­ναν ἐ­κτυ­φλω­τι­κὸ ἀ­να­κλα­στή­ρα καὶ ξε­κί­νη­σε ἡ ἀ­νά­κρι­ση, ὅ­ταν τοῦ ἀ­πήγ­γει­λαν κα­τη­γο­ρί­ες γιὰ τὴν δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου, ἀ­να­λο­γί­στη­κε τὴν με­τρι­ό­τη­τά του, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ση­μαν­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του καὶ τό­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­νι­ω­σε τὸ βά­ρος τῆς ὕ­παρ­ξης, πε­ρή­φα­νο καὶ μη­δα­μι­νὸ καὶ τό­τε ἀ­πο­κρί­θη­κε πὼς ναί, ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δο­λο­φο­νή­σει τὸν πρό­ε­δρο.Ἔ­πει­τα τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν γιὰ τὴν βομ­βι­στι­κὴ ἐ­πί­θε­ση ποὺ προ­κά­λε­σε τὸν θά­να­το 287 στρα­τι­ω­τῶν στὴν Τα­ρα­πα­κὰ καὶ ἡ μο­να­δι­κή του ἀν­τί­δρα­ση ἦ­ταν νὰ γε­λά­σει ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ καὶ νὰ δε­χτεῖ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες. Στὴν συ­νέ­χεια, ὁ­μο­λό­γη­σε δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ὑ­παί­τιος γιὰ τὸ σαμ­πο­τὰζ τοῦ ἀ­ε­ρα­γω­γοῦ ποὺ προ­κά­λε­σε τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Βο­λι­βί­ας, γιὰ τὴν πυρ­κα­γιὰ ποὺ ἀ­φά­νι­σε τὸ 92% τῶν δα­σι­κῶν ἐ­κτά­σε­ων τῆς Κο­τσαμ­πάμ­πα, γιὰ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τεσ­σά­ρων ἀ­ε­ρο­πλά­νων τῆς LAB* ἐν πτή­σει καὶ τέ­λος γιὰ τὸν βια­σμὸ τῆς κό­ρης τοῦ Νο­τι­α­με­ρι­κα­νοῦ πρέ­σβη στὴν Λὰ Πάθ. Τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σαν ὅ­τι θὰ τὸν ἐ­κτε­λοῦ­σαν τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ καὶ ἐ­κεῖ­νος συμ­φώ­νη­σε ὅ­τι ἕ­νας ἄν­θρω­πος σὰν κι αὐ­τὸν δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ ζεῖ.

* Ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α τῆς Βο­λι­βί­ας.


Πη­γή: Desecuentros, Santillana USA Publishing Company, 2004.

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán) γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Premio Juan Rulfo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Premio Nacional de Novela) (Bolivia) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggenheim Fellowship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­mes, El Pais, Time καὶ E­ti­que­ta Ne­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας

(Историята на един жест)


ΤΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ, μοῦ ἔ­τυ­χε κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα νὰ δῶ του­λά­χι­στον ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ζή­τη­σα φω­τιά, δὲν εἶ­χε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τὸ τσι­γά­ρο της, ἐ­νῶ πιὸ πρὶν ρού­φη­ξε βα­θιὰ γιὰ νὰ φουν­τώ­σει ἡ κά­φτρα του. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χα ξε­χά­σει αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ – ρού­φηγ­μα, πλη­σί­α­σμα τῶν προ­σώ­πων, ἄγ­γιγ­μα τῶν δα­κτύ­λων, γρή­γο­ρη ἀν­ταλ­λα­γὴ βλεμ­μά­των… Πα­λιά, ἔ­τσι ἀ­νά­βα­νε τσι­γά­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους καὶ στὶς ται­νί­ες. Οἱ πρῶ­τοι ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, οἱ δεύ­τε­ροι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ συν­θη­μα­τι­κό, ἂν εἶ­ναι κα­τά­σκο­ποι, ἢ γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν, ἂν πά­λι τὸ ἔρ­γο ἦ­ταν γαλ­λι­κό.

       Ὁ χρό­νος γιὰ ν’ ἀ­νά­ψεις ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι γύ­ρω στὰ 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τῶν δύ­ο τσι­γά­ρων δη­μι­ουρ­γεῖ γέ­φυ­ρα, βολ­τα­ϊ­κὸ τό­ξο. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις κά­ποι­ον ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ καὶ νὰ μὴ νι­ώ­σεις κά­τι. Ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι θέ­μα ἀ­πό­στα­σης. Πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια σί­γου­ρα θὰ κα­ψου­ρευ­ό­μουν (τὸ ρῆ­μα εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, ἂν καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο), ὅ­μως τώ­ρα δυ­σκο­λεύ­ο­μαι καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ μα­ζὶ μὲ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο μου τσι­γά­ρο. Γερ­νά­ω.


Υ.Γ.

       Θυ­μή­θη­κα, ὅ­τι στὸν στρα­τὸ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λό­κλη­ρη τε­λε­τή, φτι­αγ­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Πῶς ὁ νέ­ος θὰ ζη­τοῦ­σε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὴν «πα­λι­ο­σει­ρά». Ὁ­ρί­στε, μὲ ποιά πα­ρω­χη­μέ­νη φρά­ση: «Σύν­τρο­φε, πα­λαι­ὲ στρα­τι­ώ­τη, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ πλη­σιά­σω τὴ φλο­γώ­δη εὐ­τυ­χί­α σας, δί­χως νὰ σᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σω.» Ὁ­ποί­α με­γα­λει­ώ­δης τα­πεί­νω­ση.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 53-54.

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Νίκος-Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βαριέται


Νί­κος Γα­βρι­ήλ Πεν­τζί­κης


Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται


ΚΕΦΤΟΥΜAI ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ νὰ κά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται. Πο­λὺ λί­γο τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦν οἱ φρον­τί­δες οἱ βι­ο­τι­κές. Με­τα­το­πί­ζε­ται σι­γα­νὰ καὶ πη­γαί­νει νὰ φά­ει καὶ νὰ πι­εῖ νε­ρό. Ἄλ­λα σὲ κα­μιὰ μέ­ρι­μνα καὶ φρον­τί­δα δὲν ἐ­πι­μέ­νει γιὰ πο­λύ. Πάν­τα αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη ν’ ἀ­φε­θεῖ, νὰ κα­θή­σει, νὰ πέ­σει στὸ στρῶ­μα. Ἄλ­λα ξα­νὰ ἀν­τι­δρᾶ. Δὲν βο­λεύ­ε­ται κα­θι­στός. Ση­κώ­νε­ται. Χα­σο­με­ρᾶ μὲ σχέ­δια ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τα. Ἐ­πι­χει­ρεῖ κά­τι νὰ κά­νει καὶ τὰ πα­ρα­τᾶ ὅ­λα στὴ μέ­ση. Ξέ­χα­σε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ κα­τέ­βει τὴ σκά­λα. Δο­κι­μά­ζει νὰ πά­ει σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ν’ ἀλ­λά­ξει χῶ­ρο. Δὲν θά ‘­ταν τά­χα κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ πα­ρά­θυ­ρου καὶ τὸ κοί­ταγ­μα; Ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Τοῦ ἐν­τυ­πώ­νον­ται οἱ γε­ω­με­τρι­κοὶ ὄγ­κοι τῶν τρι­γύ­ρω σπι­τι­ῶν τῆς συ­νοι­κί­ας. Τὰ πα­ρο­μοιά­ζει μὲ τὰ στε­ρε­ο­με­τρι­κὰ σχή­μα­τα τῆς κρυ­σταλ­λο­γρα­φί­ας. Ἄ­ρα­γε, κά­νει μὲ τὸ νοῦ του τὴ σκέ­ψη, ἕ­νας ποὺ ξέ­ρει αὐ­τὸ τὸ πα­νε­πι­στη­μια­κὸ μά­θη­μα, ξέ­ρει καὶ τὰ μυ­στι­κὰ τῶν σπι­τι­ῶν; Ἐγ­κα­τα­λεί­πει καὶ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ στὴ μέ­ση εὐ­θὺς ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι σκέ­πτε­ται. Πη­δᾶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἰ­δέ­α σὲ ἄλ­λη, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὅ­τι τί­πο­τα δὲν προ­κά­νει νὰ μά­θει ἀ­π’ ὅ­λα ὅ­σα ὑ­πο­πί­πτουν στὶς αἰ­σθή­σεις του. Τί τά­χα ση­μαί­νουν μέ­σα στὴν ψυ­χή του, βα­θύ­τε­ρα, οἱ φω­νὲς τῶν παι­δι­ῶν ποὺ ἀ­κού­γον­ται, καὶ μιὰ ἄλ­λη ἀν­τρι­κὴ καὶ μιὰ τρί­τη ποὺ ἀ­πο­κρί­νε­ται; Μαν­τεύ­ει πε­ρί­που, ἄλ­λα δὲν θέ­λει νὰ βά­λει σὲ κό­πο τὴ φαν­τα­σί­α του. Ἀ­πο­φεύ­γει κά­θε εἰ­κό­να καὶ ἀν­τί­λη­ψη μό­χθου, τῆς ἐ­πί­γειας ἐρ­γα­σί­ας, ποὺ τό­σο φαι­δρὰ τὴν ἐ­ξαγ­γέ­λουν τὰ τρε­ξί­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν.

        Τὸν κου­ρά­ζει ἡ θέ­α ἑ­νὸς κί­τρι­νου λε­ρω­μέ­νου που­κά­μι­σου, ποὺ κα­λύ­πτει ἕ­ν’ ἀ­δύ­να­μο κορ­μὶ δου­λευ­τά­ρη. Τί φρί­κη τὰ ρο­ζι­α­σμέ­να χέ­ρια ποὺ κου­μαν­τέρ­νουν τὴ γού­με­να τοῦ κα­ρα­βιοῦ. Μέ­σα ἀ­πὸ τ’ ἀν­τι­κρι­νὸ πα­ρά­θυ­ρο δι­α­κρί­νει κά­ποι­α γυ­ναι­κεί­α μορ­φή, κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι ἐ­πί­χρυ­σο. Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια καὶ κι­νών­τας τὰ χέ­ρια χτε­νί­ζει τ’ ἀ­νυ­πό­τα­κτα μαλ­λιά. Ἕ­νας δι­α­βα­τά­ρι­κος πό­θος γεν­νι­έ­ται μέ­σα του κι’ ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ στέ­κει νω­θρὸς μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. «Δὲν τὴν φτά­νω ἀ­πλώ­νον­τας τὸ χέ­ρι», συλ­λο­γι­έ­ται. «Πο­λὺ μα­κριὰ βρί­σκον­ται ὅ­λα τὰ πρά­μα­τα, κι’ ὅ­σο πά­ει μα­κραί­νουν ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.» Ψαύ­ει μὲ τὸ χέ­ρι τὸ ροῦ­χο του. «Ποῦ ἔ­χει πά­ει ὁ ἐ­αυ­τός μου;», ρω­τι­έ­ται. Μέ­σα στὴν κά­μα­ρή του παν­τοῦ ἐ­ρεί­πια, κα­τά­λοι­πα ἀ­συν­ταί­ρια­στων ὑ­πο­θέ­σε­ων, σὰ νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει ὁ Ἀτ­τί­λας. Πά­ει καὶ ξα­πλώ­νει σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να. Κοι­τά­ει τὸ τα­βά­νι βά­νον­τας μὲ τὸ νοῦ του οὐ­ρα­νοὺς καὶ θά­λασ­σες. Ἡ θά­λασ­σα τῆς ἐ­πι­φά­νειας τῆς γῆς δέρ­νει ἀ­λύ­πη­τα τὴ στε­ριά, βογ­κών­τας πα­θι­α­σμέ­να. Ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νὸ κομ­μα­τι­ά­ζον­ται σὲ πο­λύ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α τὰ σύν­νε­φα τῆς συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς βρο­χῆς. Φῶς καὶ ἄ­νε­μος με­τα­μορ­φώ­νουν κά­θε ὄ­ψη τοῦ κό­σμου. Κα­θι­σμέ­νος στὴν πο­λυ­θρό­να του νι­ώ­θει νὰ τὸν ἀ­πορ­ρο­φᾶ τὸ σύμ­παν. Ὅ­ταν μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του ζη­τή­σει νὰ δεῖ ποῦ ἀ­κρι­βῶς βρί­σκε­ται, δὲν βρί­σκει πα­ρὰ συν­τρίμ­μια, σκόρ­πια στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Ὅ­λος ὁ ὑ­πό­λοι­πος χῶ­ρος ἄ­δει­ος. Αἰ­θέ­ρας. Κε­νό. Τρο­μά­ζον­τας εἶ­ν’ ἕ­τοι­μος νὰ προ­σευ­χη­θεῖ σὲ μί­αν ἀ­σώ­μα­τη ἰ­σχυ­ρὴ πα­ρου­σί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸ ἄ­πει­ρο. Πα­ρα­κα­λεῖ νά ‘ρ­θει ὁ Ἄγ­γε­λος νὰ τὸν πά­ρει, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σει νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κρυμ­μέ­νος καὶ χα­μέ­νος μέ­σα σ’ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀγ­κα­λιά.

(1946)


Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α΄Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).


 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Lapsus

 


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Lapsus

(Лапсус)


Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ τῶν νε­κρῶν εἶ­ναι στα­θε­ρή, μπερ­δεύ­τη­κε ἡ ἐκ­φω­νή­τρια τῶν εἰ­δή­σε­ων… Καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, τὸ ρη­θὲν εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­λη­θές. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σκε­φτῶ πιὸ στα­θε­ρὴ κα­τά­στα­ση.


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 120.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Spam



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Spam

(Спам)


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ἀ­νοί­γω τὸν φά­κε­λο μὲ τὰ spam καὶ δι­α­βά­ζω ἀρ­γά: ­ξέ­χα­στο κα­λο­καί­ρι στὴ Σι­κε­λί­αστὴν Το­σκά­νη. Σε­μι­νά­ριο Τά­ο. ­να­μνή­σεις ­πὸ τὴ μή­τρα. Are you looking for an affair, ρω­τά­ει κά­ποι­α Sabrine. Ἦρ­θε κι ἔ­δε­σε, κα­θὼς τώ­ρα μό­λις δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι τὸ μέ­ηλ μου κέρ­δι­σε 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο λί­ρες.

       Πε­τά­γο­μαι γιὰ λί­γο στὴν κυ­ρί­ως ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α: Ἀ­να­μέ­νου­με τὴν ἔκ­θε­σή σας. Ἡ ἀ­σφά­λεια τοῦ αὐ­το­κι­νή­του λή­γει. Τε­λευ­ταί­α ὑ­πεν­θύ­μι­ση. Θὰ ἀ­φι­ε­ρώ­σε­τε λί­γο χρό­νο στὸ χει­ρό­γρα­φο ἑ­νὸς ἄ­γνω­στου συγ­γρα­φέ­α;

       Ἄ, ὄ­χι, ἐ­πι­στρέ­φω στὸ spam. Δυ­ὸ κό­σμοι. Στὸν ἕ­να, μὲ προ­σκα­λοῦν στὴ Σι­κε­λί­α, οἱ γυ­ναῖ­κες πε­θαί­νουν γιὰ μέ­να, τὸ μέ­ηλ μου κερ­δί­ζει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Κα­τὰρ θέ­λουν νὰ μοῦ με­τα­φέ­ρουν τὰ χρή­μα­τα κά­ποι­ου… μῆ­τρες… ἄσ­ραμς… τά­ο… Ὁ ἄλ­λος – δου­λειά, ἀ­πλή­ρω­τες ἀ­σφά­λει­ες καὶ χει­ρό­γρα­φα σὲ ἀ­να­μο­νή. Ὑ­πο­πτεύ­ο­μαι πὼς ὅ­ταν πε­θά­νου­με, πη­γαί­νου­με κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ spam. Τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι, πι­θα­νόν, τὸ ἄλ­λο ὄ­νο­μα τοῦ πα­ρα­δεί­σου.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 119.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)