Ἱωάννα Γαλανάκη: ὅ,τι κι ἄν ἔπαθες


Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


ὅ,τι κιν ἔ­πα­θες


ΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ βα­ρὺ ἕ­να αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο. Προ­σκυ­νή­σα­με, ἤ­πια­με ἁ­γί­α­σμα ἀ­πὸ τὴν πη­γή. Κά­θι­σα ἔ­πει­τα πα­ρά­με­ρα σὲ μιὰ δρο­σιὰ κι ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ τρα­βᾶ φω­το­γρα­φί­ες. Φω­το­γρά­φι­σε τὴν δε­ξα­με­νὴ μὲ τὰ μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια, τὸ τέμ­πλο τοῦ να­οῦ, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν Πα­τρια­ρχῶν κι ἄλ­λων ἐ­πι­φα­νῶν, τὸν με­γά­λο πλά­τα­νο, τὰ παγ­κά­κια μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Zeytinburnu», τὶς στρω­μέ­νες στὴν μπρο­στι­νὴ αὐ­λὴ τα­φό­πλα­κες μὲ λα­ξευ­μέ­να πά­νω τους ἕ­να-ἕ­να ὅ­λα τὰ σύ­νερ­γα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος τῶν νε­κρῶν ποὺ κά­πο­τε προ­στά­τευ­αν, τὸ φτε­ρω­τὸ ἄ­γαλ­μα ποὺ στό­λι­ζε τὸν τά­φο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ εἶ­χε ἄ­δι­κα χα­θεῖ, τὰ δυ­ὸ πα­πα­γα­λά­κια στὰ κρε­μα­σμέ­να κλου­βιὰ στὸν τοῖ­χο δί­πλα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να τοῦ μο­να­στη­ριοῦ.

        Πά­νω ποὺ νό­μι­σα πὼς ἡ μα­νί­α της ἐ­κεί­νη ποὺ ὧ­ρες-ὧ­ρες μὲ πε­ρί­ζω­νε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ κι ἀ­πὸ τὴν πνι­γε­ρὴ ὑ­γρα­σί­α τῆς πο­λί­τι­κης ζέ­στης εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους χορ­τά­σει, τὴν εἶ­δα νὰ γυρ­νά­ει πρὸς τὰ πί­σω. Λὲς καὶ θυ­μή­θη­κε ἀ­πό­το­μα πὼς κά­που εἶ­χε ξε­χά­σει κά­τι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­τι­μο. Ἴ­σως τὸ κι­νη­τό της. Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἕ­να σχοι­νὶ πε­ρα­σμέ­νο σὲ με­ταλ­λι­κὸ κρί­κο ἔ­φρα­ζε ἐμ­πο­δί­ζον­τας τὴν δι­έ­λευ­ση τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν πρὸς μιὰ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα. Ἀ­πὸ μα­κριὰ τὴν εἶ­δα νὰ ἀ­φαι­ρεῖ τὴν θη­λιὰ τοῦ σχοι­νιοῦ ἀ­πὸ τὸν κρί­κο. Ὁ φύ­λα­κας τῆς φώ­να­ξε αὐ­στη­ρὰ «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ κεῖ καὶ πά­νω». «Και για­τί;» ἀν­τέ­τει­νε ἐ­κεί­νη ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη. «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται! Ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ν’ τὰ κε­λιά!»

        Δι­ά­βα­σα τὸ θυ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια της ποὺ ἔ­σμι­ξαν ἀ­στρα­πια­ῖα τὶς ρη­χὲς ρυ­τί­δες τους, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα της ποὺ βί­αι­α συγ­κρά­τη­σε τὰ λό­για ποὺ τό­σο ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­κτο­ξεύ­σει. Προ­σποι­ή­θη­κε τὴν ἀ­δι­ά­φο­ρη. Κι ὅ­ταν λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ φύ­λα­κας ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε σὲ μιὰ κου­βέν­τα του μὲ τὸν πα­πὰ ἐ­κεί­νη ἐκ­δι­κη­τι­κὰ τοῦ ξε­γλί­στρη­σε. Κι ἀ­νέ­βη­κε τὴν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη σκά­λα.

        Εἶ­χε ξε­κρε­μά­σει τὸ λου­ρὶ τῆς Nikon ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της καὶ εἶ­χε σκύ­ψει πά­νω σὲ κά­τι γλά­στρες μὲ τρι­αν­τά­φυλ­λα νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­σει ἀ­πὸ κον­τά. Τὸ λου­ρὶ πι­ά­στη­κε στὰ ἀγ­κά­θια μιᾶς τρι­αν­τα­φυλ­λιᾶς, καὶ μό­λις πῆ­γε νὰ ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἡ μη­χα­νὴ τρα­βή­χτη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια της καὶ ἔ­πε­σε στὶς πλά­κες κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκά­λα. Χω­ρί­στη­κε στὰ δυ­ό, τὸ ἕ­να κομ­μά­τι ἔ­κα­νε γκὲλ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε μὲς στὸν κου­βὰ μὲ τὸ νε­ρὸ ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει γιὰ τὸ πό­τι­σμα. Τὸ μπλοὺμ ἀ­πὸ τὸ βά­πτι­σμα τῆς μη­χα­νῆς ἀ­κού­στη­κε δυ­να­τά, τρέ­ξα­με ὅ­λοι καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

        Τὸ βρά­δυ μοῦ ’­πε παν­τε­λῶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νη: «καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς τό ’­ξε­ρα, τὸ ’­ξε­ρα πὼς δὲν θά ’­χε τί­πο­τα νὰ δεῖς ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω… Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴ σκά­λα τὸ ἔ­νοι­ω­σα σὰ νὰ τυ­λί­γε­ται τρι­γύ­ρω ἀ­π’ τὸ λαι­μό μου κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ πά­σῃ θυ­σίᾳ.» Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γιὰ ὅ­λες τὶς χα­μέ­νες πιὰ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ, γιὰ τὴν κα­τε­στραμ­μέ­νη μη­χα­νή, γιὰ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ὑ­πο­στεῖ σι­ω­πη­λά, γιὰ ὅ­σα θλι­βε­ρὰ τῆς εἶ­χαν συμ­βεῖ ὣς τώ­ρα στὴ ζω­ή της ποὺ ὅ­που κι ἂν τα­ξί­δευ­ε τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Καὶ δὲν τῆς ἄ­φη­ναν χα­ρά.

        Γιὰ νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σω σκέ­φτη­κα νὰ τῆς πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χα ἠ­χο­γρα­φή­σει ἀ­πὸ ἕ­να γη­ραι­ὸ Πο­λί­τη στὸ προ­η­γού­με­νο τα­ξί­δι μου στὴν Ἴ­σταν­μπουλ:

        «Πο­λύ πα­λιά, στὸν τό­πο ποὺ τώ­ρα λέ­νε Μπα­λου­κλὶ βρέ­θη­κε λέ­νε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε χά­σει τὴν ὅ­ρα­σή του. Ξέ­πλυ­νε τὰ μά­τια του στὸ νε­ρὸ τῆς πη­γῆς καὶ λί­γο με­τὰ γι­α­τρεύ­τη­κε. Αὐ­τὸ τὸ ἄ­κου­σε ὁ βα­σι­λιὰς Ἰ­ου­στι­νια­νὸς καὶ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν θαῦ­μα ἐ­νῶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἂν καὶ μι­λοῦ­σαν μὲ εὐ­λά­βεια θε­ω­ροῦ­σαν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α ἕ­ναν ἀ­κό­μη πα­λιὸ θρύ­λο. Ἔ­τσι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ τό­που ὁ βα­σι­λιὰς ὅ,τι ὑ­λι­κὰ πε­ρίσ­σε­ψαν ἀ­πὸ τὸ χτί­σι­μο τῆς Ἁ­γιὰ Σο­φιᾶς δι­έ­τα­ξε νὰ τὰ με­τα­φέ­ρουν ὅ­λα ἐ­κεῖ, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­ρε­ὰ τεί­χη τῆς Πό­λης, στὸ κα­τά­φυ­το ἐ­κεῖ­νο μέ­ρος μὲ τὶς πη­γές, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια, τὰ συμ­με­τρι­κὰ πλα­τά­νια, τὰ ἄν­θη καὶ τὸν κα­λὸ ἀ­έ­ρα ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς ἀν­θρώ­πους τό­σο πο­λὺ νὰ ξε­χνοῦν τὶς φρον­τί­δες τους ὥ­σπου στὸ τέ­λος θε­ρα­πεύ­ον­ταν ἀ­π’ τὸ κά­θε τί ποὺ τοὺς βα­σά­νι­ζε. Κά­πο­τε ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­ου­στι­νια­νὸς ἔ­φτια­ξε ἐκ­κλη­σί­α καὶ κα­θώς μοῦ ’­λε­γε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν βέ­βαι­α ὁ βα­σι­λιὰς πε­ρή­φα­νος γιὰ τὴν Ἁ­γιὰ Σο­φιὰ μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὸν τὸν μι­κρὸ να­ὸ τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς. Ἐ­κεῖ λέ­ει ἔ­νοι­ω­θε ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νος ἀ­π’ τὶς ἔ­γνοι­ες του, ἐ­κεῖ ἔ­νοι­ω­θε σὰν νὰ ἦ­ταν πά­λι παι­δὶ καὶ ὄ­χι ὁ βα­σι­λιάς. Τὰ βα­σί­λεια ἄλ­λω­στε στὰ παι­διὰ ἀ­νή­κουν, κα­τέ­λη­ξε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της. Κι ἦ­ταν ἀ­κλό­νη­τος στὴν πε­ποί­θη­σή του πὼς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν Πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χουν καὶ πολ­λὲς ἀ­λή­θει­ες γι’ αὐ­τὸ κι ἀ­ξί­ζει νὰ θυ­μό­μα­στε τὸ κά­θε της κομ­μά­τι.»


Κι ἀ­φοῦ τῆς τέ­λει­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς εἶ­πα: Νὰ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα ποὺ δὲν ἄ­φη­σες ἐ­κεῖ­νο τὸ σχοι­νὶ νὰ σὲ στα­μα­τή­σει. Ἄ­ξι­ζε ὅ,τι κι ἂν ἔ­πα­θες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐ­πί­σης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Ἀ­ρα­δή­ν (ποί­η­ση, Publibook 2010).

Νάνσυ Ἀγγελῆ: στὴ χώρα αὐτή


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


στὴ χώ­ρα αὐ­τή


ΤΗ ΧΩΡΑ ΑΥΤΗ οἱ ἄν­θρω­ποι με­τὰ βί­ας σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Δὲν κα­τα­λαμ­βά­νει αὐ­τὸς τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οὔ­τε καν τὶς βρα­δι­νές. Οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι μα­κρὰν πο­λὺ πε­ρί­πλο­κες γι’ αὐ­τόν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μὲ ρυθ­μὸ ἐ­ξον­τω­τι­κό. Τό­σο γρή­γο­ρα τρέ­χουν οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ποὺ ξε­περ­νοῦν σὲ τα­χύ­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ συρ­μό, τὰ σύν­νε­φα ἢ τὰ ἀ­πο­δη­μη­τι­κὰ που­λιά. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ θυ­ελ­λῶ­δες κου­βά­ρι εὔ­κο­λα ξε­χνᾶ κα­νεὶς τί ἔ­φα­γε χτές, ποι­όν συ­νάν­τη­σε τυ­χαῖ­α προ­χτὲς ἢ τί ψή­φι­σαν οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του στὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γὲς πᾶ­νε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἔ­γι­ναν καὶ εἶ­ναι κά­πως φυ­σι­κὸ νὰ μὴ θυ­μᾶ­ται κα­νείς. Ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α κι αὐ­τοὶ ποὺ δὲ θέ­λουν νὰ θυ­μοῦν­ται, ὅ­μως τὸ γε­γο­νὸς πα­ρα­μέ­νει: Μό­νο ἄ­το­μα τρί­της ἡ­λι­κί­ας καὶ ὅ­σοι ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν πά­σχουν ἀ­π’ τὴ νό­σο τοῦ Ἀλ­τσχά­ι­μερ εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­να­πο­λή­σουν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Ἀ­να­πό­λη­ση ἴ­σον εὐ­χά­ρι­στο δι­ά­λειμ­μα ποὺ γί­νε­ται σπο­ρα­δι­κὰ κι ἀ­πρό­ο­πτα καὶ πα­γώ­νει τὴν ἀ­κα­τά­σχε­τη τα­χύ­τη­τα τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν σκέ­ψε­ων. Ἀλ­λά, ἡ τα­χύ­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὰ πάν­τα. Στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ τὰ τε­χνι­κὰ μέ­σα (ἰ­α­τρι­κά, τε­χνο­λο­γι­κά, με­τα­φο­ρι­κὰ καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς) κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ ἀ­έ­να­η ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ θα­νά­του στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ μα­κρι­νή, λι­γό­τε­ρο ἀ­πει­λη­τι­κή. Οἱ κα­πνοὶ καὶ τὰ σκο­τά­δια τῆς κά­πο­τε τρο­μα­κτι­κῆς του πα­ρου­σί­ας ἔ­χουν ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ λευ­κὰ δω­μά­τια. Στὴ δι­α­κό­σμη­ση βα­σι­λεύ­ει ἄλ­λω­στε ὁ μι­νι­μα­λι­σμός.

        Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οἱ ἄν­θρω­ποι μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κύ­ριοι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ τους ἢ τοῦ πε­πρω­μέ­νου τους, ἔ­χουν ὅ­μως τε­λει­ο­ποι­ή­σει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴν τέ­χνη τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, κι αὐ­τὸ τοὺς ἀρ­κεῖ. Δὲν στα­μα­τοῦν οἱ ἔν­νοι­ες ―ὁ ρυθ­μός τους εἶ­ναι τὸ λι­γό­τε­ρο ἰ­λιγ­γι­ώ­δης― τὰ μα­σὰζ ὅ­μως εἶ­ναι οἰ­κο­νο­μι­κά, ἡ ρε­φλε­ξο­λο­γί­α κερ­δί­ζει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­δα­φος, ὅ­πως καὶ ἡ γι­όγ­κα, ἡ δί­αι­τα Ἄτ­κινς ἢ τό­σες ἄλ­λες πρα­κτι­κές.

        Πα­ρὰ τὴν πλη­θώ­ρα ἀ­ναλ­γη­τι­κῶν παν­τὸς τύ­που καὶ γού­στου, θὰ ἦ­ταν ἄ­δι­κο νὰ πεῖ κα­νεὶς πὼς οἱ ἄν­θρω­ποι στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ δὲν ὑ­πο­φέ­ρουν. Ὑ­πο­φέ­ρουν, ἁ­πλῶς ἔ­χουν μά­θει νὰ ἀ­γνο­οῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα τὸν πό­νο ἢ τὸν φό­βο ἢ μπο­ρεῖ ὁ πό­νος ἢ ὁ φό­βος νὰ ἔ­χουν κα­τὰ κά­ποι­α ἔν­νοι­α με­τα­το­πι­στεῖ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο στρα­τό­πε­δο. Ἢ νὰ ἔ­χουν με­ταμ­φι­ε­στεῖ. Ἢ νὰ ἔ­χουν πέ­σει θύ­μα­τα κά­ποι­ου ἔ­ξυ­πνου δι­α­φη­μι­στι­κοῦ κόλ­που. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ στὴ χώ­ρα αὐ­τή! Ἡ δυ­σκο­λί­α ἐ­ξεύ­ρε­σης συν­τρό­φου, ὁ μα­ρα­θώ­νιος των ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν ἀ­ξι­ώ­σε­ων, οἱ ὑ­πέ­ρογ­κοι φό­ροι, οἱ ἀ­παι­τή­σεις τῶν στε­γα­στι­κῶν δα­νεί­ων, τῆς μη­τρό­τη­τας καὶ τῆς πα­τρό­τη­τας, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν μεί­ω­ση τῶν συν­τά­ξε­ων, τὴν ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν μι­σθῶν, τὰ προ­βλή­μα­τα σε­ξου­α­λι­κῆς φύ­σε­ως καὶ τὴν οἰ­κο­λο­γι­κὴ κα­τα­στρο­φὴ κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ἀρ­κε­τὰ ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους ὥ­στε νὰ μὴν σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Κι ἄλ­λω­στε, ὁ θά­να­τος ἔ­χει πρὸ πολ­λοῦ με­τα­να­στεύ­σει σ’ ἄλ­λους τό­πους, δὲν τὸν βλέ­πει πιὰ κα­νεὶς πα­ρὰ μο­νά­χα στὸ βρα­δι­νὸ δελ­τί­ο εἰ­δή­σε­ων ἢ ἔ­χει με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ συν­δρο­μη­τι­κῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα λοι­πὸν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ρη­το­ρι­κό: Ποι­ὸς σκέ­φτε­ται τὸ θά­να­το τὴ σή­με­ρον ἡ­μέ­ρα; Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, τὴ ζω­ὴ τρέ­μουν ὅ­λοι!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

 http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)



Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret)


Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)

Gallinas (un cuento anarquista)


ΣΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑ στὴν κα­το­χή μου τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να κρεβ­βά­τι καὶ τὰ βι­βλί­α μου, ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Τώ­ρα ἔ­χω στὴν κα­το­χή μου ἐν­νιὰ κό­τες καὶ ἕ­ναν κό­κο­ρα καὶ ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι ἀ­νά­στα­τη.

       Ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α μὲ σκλή­ρυ­νε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­γό­ρα­ζα μιὰ κό­τα τὴν ἔ­δε­να δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἕ­να δέν­τρο γιὰ νὰ τῆς ἐ­πι­βάλ­λω τὴν κα­τοι­κί­α μου, κα­τα­στρέ­φον­τας στὴν εὔ­θραυ­στη μνή­μη της τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὸν πα­λιό της τό­πο δι­α­μο­νῆς. Μπά­λω­σα τὸν φρά­χτη τῆς αὐ­λῆς μου, μὲ σκο­πὸ νὰ γλυ­τώ­σω τὴν ἀ­πό­δρα­ση τῶν που­λε­ρι­κῶν μου καὶ τὴν ἐ­πι­δρο­μὴ τε­τρά­πο­δων καὶ δί­πο­δων ἀ­λε­πού­δων. Ἀ­πο­μο­νώ­θη­κα, ἐ­νί­σχυ­σα τὸ σύ­νο­ρο, σχε­δί­α­σα μιὰ δι­α­βο­λι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὸν πλη­σί­ον καὶ ἐ­μέ­να. Δι­αί­ρε­σα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα σὲ δυ­ὸ κα­τη­γο­ρί­ες: ἐ­γώ, ἀ­φέν­της τῶν κο­τῶν μου καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ μοῦ τὶς πά­ρουν. Προσ­δι­ό­ρι­σα τὸ ἀ­δί­κη­μα. Ὁ κό­σμος γιὰ μέ­να γε­μί­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νους κλέ­φτες καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­ρι­ξα στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πε­ρί­φρα­ξης μιὰ ἐ­χθρι­κὴ μα­τιά.

       Ὁ κό­κο­ράς μου ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ νε­α­ρός. Ὁ κό­κο­ρας τοῦ γεί­το­να πή­δη­ξε τὸ φρά­χτη καὶ βάλ­θη­κε νὰ φλερ­τά­ρει μὲ τὶς κό­τες μου καὶ νὰ κά­νει δύ­σκο­λη τὴ ζω­ὴ τοῦ δι­κοῦ μου κό­κο­ρα. Ἔ­δι­ω­ξα μὲ πε­τρι­ὲς τὸν πα­ρεί­σα­κτο, ἀλ­λὰ οἱ κό­τες πή­δα­γαν τὸν φρά­χτη καὶ ἔ­κα­ναν αὐ­γὰ στὸ σπί­τι τοῦ γεί­το­να. Ἀ­παί­τη­σα τὰ αὐ­γὰ καὶ ὁ γεί­το­νάς μου μὲ μί­ση­σε. Ἀ­πὸ τό­τε, ἔ­βλε­πα τὴ φά­τσα του πά­νω στὸ φρά­χτη, τὴν ἐ­χθρι­κὴ καὶ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιά του, ἴ­δια μὲ τὴν δι­κή μου. Τὰ κο­τό­που­λά του περ­να­γαν τὸν φρά­χτη καὶ κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὸ μου­λι­α­σμέ­νο κα­λαμ­πό­κι ποὺ προ­ό­ρι­ζα γιὰ τὰ δι­κά μου. Τὰ ξέ­να κο­τό­που­λα μοῦ ἔ­μοια­ζαν ἐγ­κλη­μα­τί­ες. Τὰ κα­τα­δί­ω­ξα καὶ τυ­φλω­μέ­νος ἀ­πὸ λύσ­σα σκό­τω­σα ἕ­να. Ὁ γεί­το­νας προ­σέ­δω­σε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α στὴν ἐ­πί­θε­ση. Δὲν θέ­λη­σε νὰ δε­χτεῖ μιὰ χρη­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση. Τρά­βη­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα τὸ πτῶ­μα τοῦ κο­τό­που­λου καὶ ἀν­τὶ νὰ τὸ φά­ει, τὸ ἔ­δει­ξε στοὺς φί­λους του, γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ χω­ριὸ ὁ θρύ­λος τῆς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κῆς μου κτη­νω­δί­ας. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­νι­σχύ­σω τὴν πε­ρί­φρα­ξη, νὰ ἐ­παυ­ξή­σω τὴν ἐ­πα­γρύ­πνη­ση, νὰ ἀ­νε­βά­σω μὲ μιὰ λέ­ξη, τὸν πο­λε­μι­κό μου προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό. Ὁ γεί­το­νας δι­έ­θε­τε ἕ­ναν σκύ­λο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο γιὰ ὅ­λα· ἐ­γὼ σκέ­φτο­μαι νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να πι­στό­λι.

       Ποῦ εἶ­ναι ἡ πα­λιά μου ἡ­συ­χί­α; Εἶ­μαι πο­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α καὶ τὸ μί­σος. Τὸ πνεῦ­μα τοῦ κα­κοῦ μὲ ἔ­χει κα­τα­λά­βει. Πρὶν ἤ­μουν ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τώ­ρα εἶ­μαι ἕ­νας ἰ­δι­ο­κτή­της.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα El libertario.

Gallinas (un cuento anarquista) (periodicoellibertario.blogspot.com)

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου»



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 7/11]


Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου»

(Die «überhäufte Bürokraft»)


ΕΝ ΗΤΑΝ ΣΤΟΡΓΙΚΟΣ ὁ χει­μώ­νας ἐ­τοῦ­τος ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ χι­ό­νι, ποὺ δὲν τὸ ἔ­ρι­χνε πά­νω ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ἐ­κεί­νη νὰ κοι­μη­θεῖ ἀ­νε­νό­χλη­τη ἀ­πὸ κά­τω. Οὔ­τε τὴ γυ­ναί­κα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται λό­γος ἐ­δῶ τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Στὴν ἐ­πι­στο­λὴ τῆς πα­ραί­τη­σής της εἶ­χε γρά­ψει: «Εἶ­μαι μιὰ ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου.» Εἶ­χε πάν­το­τε ἕ­να τρέ­μου­λο μέ­σα της: ἀ­πὸ φό­βο ἢ ἀ­πὸ τρό­μο. Τὴν βα­σά­νι­ζαν εἰ­κα­σί­ες. Ὅ­πο­τε πή­γαι­νε πο­λὺ γρή­γο­ρα ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι στὸ κρε­βά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο σω­ρι­α­ζό­ταν, ἔ­βλε­πε ὅ­τι ἡ λάμ­πα τῆς ὀ­ρο­φῆς κου­νι­ό­ταν πέ­ρα-δῶ­θε ἀ­πὸ τὸ ρευ­μα­τά­κι, καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­θε ὄ­χι μό­νο ἔκ­πλη­ξη μὰ καὶ φό­βο. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς σω­ρι­α­ζό­ταν στὸ κρε­βά­τι για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ἄλ­λο νὰ στέ­κε­ται ἢ νὰ κά­θε­ται: Στέ­ρευ­αν ξαφ­νι­κὰ οἱ δυ­νά­μεις της. Ἐ­πει­δὴ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἄ­βο­λες κα­ρέ­κλες, προ­τι­μοῦ­σε νὰ ξα­πλώ­νει ὅ­ταν δι­ά­βα­ζε κα­νέ­να βι­βλί­ο. Ὅ­πο­τε ἄ­κου­γε μου­σι­κὴ ξά­πλω­νε στὸ δε­ξὶ πλευ­ρό, καὶ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι πί­ε­ζε τὸ μα­ξι­λά­ρι πά­νω στὸ δε­ξί της μά­γου­λο, ἐ­νῶ τὸ δε­ξὶ μπρά­τσο γύ­ρευ­ε νὰ πε­ρι­βά­λει τὸ σῶ­μα της, πα­ρα­ῆ­ταν ὡ­στό­σο κον­τό· τὸ χέ­ρι με­τὰ βί­ας ἄγ­γι­ζε τὴν ὠ­μο­πλά­τη. Ἐ­κεί­νη ἔ­με­νε ξα­πλω­μέ­νη, μὲ κλει­στὰ μά­τια καὶ κου­λου­ρι­α­σμέ­να πό­δια. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἔ­γρα­φε πολ­λὲς αἰ­τή­σεις, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἐκ­θεί­α­ζε τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές της: «Εἶ­μαι δυ­να­μι­κὴ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ μα­ζί. Ὅ­πο­τε δὲν κοι­μᾶ­μαι (πράγ­μα ποὺ ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρὸ δὲν μπο­ρῶ πλέ­ον νὰ κά­νω), μέ­νω μὲ τὶς ὧ­ρες συγ­κεν­τρω­μέ­νη, καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται στὸ με­τα­ξὺ οὔ­τε νὰ μὲ τα­ΐ­ζει οὔ­τε νὰ μὲ πο­τί­ζει κα­νείς· τὰ βρά­δια ψά­χνω μό­νη μου τὴ λεί­α μου, ἀ­φή­νω δη­λα­δὴ πί­σω τὴν πό­λη καὶ πε­ρι­δι­α­βαί­νω τὴν κοι­λά­δα: Οὔ­τε που­λιὰ οὔ­τε πον­τί­κια μοῦ τὴ γλι­τώ­νουν τό­τε.»

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο: μιὰ ἀ­να­και­νι­σμέ­νη σο­φί­τα μὲ δύ­ο μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­να­κλι­νό­με­να πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­νῆ­κε σὲ κά­ποι­α μου­σι­κό, ἡ ὁ­ποί­α βρι­σκό­ταν σὲ πε­ρι­ο­δεί­α. Οἱ τοῖ­χοι ἔ­μοια­ζαν φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ χι­ό­νι. Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» ἔ­με­νε πρὶν σὲ μιὰ παν­σιόν, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ κρε­μά­σει κα­νεὶς πί­να­κες στοὺς τοί­χους πα­ρὰ μό­νο μὲ τὶς εἰ­δι­κὲς πι­νέ­ζες τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης. Κά­θε ἐ­πι­σκέ­πτης ἔ­πρε­πε νὰ δη­λώ­νε­ται καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μό­νο ἕ­ως τὶς δέ­κα τὸ βρά­δυ. Στὴν αἴ­θου­σα τη­λε­ό­ρα­σης ἡ τι­βὶ ἔ­κλει­νε αὐ­στη­ρὰ στὶς ἕν­τε­κα. Ὅ­σοι φι­λο­ξε­νοῦν­ταν σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­τά­λυ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα ἦ­ταν οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο γιὰ νε­α­ρὰ κο­ρί­τσια καὶ πα­ρέ­μει­νε ἔ­κτο­τε σύμ­βο­λο τῆς πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ζω­ῆς, ἦ­ταν κα­τὰ κύ­ριο λό­γο πρώ­ην ἀ­σθε­νεῖς τῆς ψυ­χι­α­τρι­κῆς κλι­νι­κῆς. Ὅ­σοι τύ­χαι­νε πό­τε-πό­τε νὰ χά­σουν τὸν δρό­μο τους καὶ νὰ βρε­θοῦν ἐ­κεῖ ὡς πε­λά­τες τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου πα­ρα­λάμ­βα­ναν ἀ­πὸ μί­α με­γά­λη πε­τσέ­τα μπά­νιου, ἐ­νῶ οἱ οἰ­κό­τρο­φοι ἀ­πὸ μί­α μι­κρή. Τὶς Κυ­ρια­κὲς ἦ­ταν κλει­στὴ ἡ κου­ζί­να· οἱ οἰ­κό­τρο­φοι κά­θον­ταν στὰ δω­μά­τιά τους, κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὰ σάν­του­ίτς τους καὶ κοι­τοῦ­σαν κά­ποι­ον τοῖ­χο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Μιὰ φο­ρά, τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο, εἶ­δε πε­σμέ­νο στὸν δρό­μο τὸν ἴ­σκιο ἑ­νὸς δέν­τρου καὶ σκέ­φτη­κε πὼς ἦ­ταν τά­χα ἡ ἴ­δια πε­σμέ­νη ἐ­κεῖ κά­τω.

       Κα­τὰ τὴ γνώ­μη της δὲν εἶ­χε κα­νέ­να δι­καί­ω­μα νὰ ζεῖ σ’ αὐ­τὸ τὸ με­γά­λο δι­α­μέ­ρι­σμα, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­που νά ’­ναι θὰ ἐ­πέ­στρε­φε ἡ μου­σι­κός. Πα­τοῦ­σε στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν της καὶ πό­τε-πό­τε συ­νέ­κρι­νε τὴν ὥ­ρα στὸ ρο­λό­ι της μὲ ἐ­κεί­νη τῆς τη­λε­φω­νι­κῆς ἀ­ναγ­γε­λί­ας ὥ­ρας. Συλ­λο­γι­ζό­ταν σχε­τι­κὰ μὲ τὴ μου­σι­κό: «Αὐ­τὴ εἶ­ναι δυ­να­τή. Εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ εἶ­σαι κα­λὴ ὅ­ταν εἶ­σαι δυ­να­τή.»

       Τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων ὑ­ψώ­θη­κε στὸν χλο­μὸ οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῆς πό­λης μιὰ ρὸζ-βι­ο­λε­τιὰ στι­βά­δα ἀ­πὸ σύν­νε­φα, σὰν βου­νὸ ἀ­πὸ βαμ­βά­κι. Ἡ «ὑ­περ­φορ­τω­μέ­νη ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου» δὲν γι­όρ­τα­ζε. Ὁ φό­βος της μὴν τυ­χὸν μεί­νει ἀ­πέν­τα­ρη τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ ψω­νί­σει δῶ­ρα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Ὅ­μως ἔ­μοια­ζε μὲ γυ­ναί­κα ποὺ τὴν ἀ­γά­πη τὴν εἶ­χε γνω­ρί­σει ἢ τὴν προσ­δο­κοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση σὲ αὐ­τὴ τὴ μορ­φή: Der letzte Frühlingstag, Luchterhand 1997, καὶ στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004. Μὲ ἐ­λά­χι­στες δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις καὶ μὲ τὸν τί­τλο Kündigung εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ κει­μέ­νου στὴ συλ­λο­γὴ Das verschwundene Haus, Luchterhand 1988.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (27.4.1987) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Quod me nutrit…

Ν


Σπ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Quod me nutrit…


«—ΟΤΑΝ ὁ για­τρὸς ὁ Θε­ο­δώ­ρου πέ­θα­νε, ζή­τη­σε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸ περ­βό­λι. Δὲν ἤ­θε­λε στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Ἐ­δῶ καὶ καμ­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια ἀ­φό­του βγῆ­κε στὴ σύν­τα­ξη, ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό, ὥ­σπου τὸν χτύ­πη­σε ὁ καρ­κί­νος καὶ τό­νε θέ­ρι­σε μέ­σα σὲ δυ­ὸ μῆ­νες. Πρὶν κλεί­σει τὰ μά­τια, εἶ­πε νὰ τό­νε θά­ψου­νε στὸν κάμ­πο. Ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ, στὸ περ­βό­λι ποὺ οἱ γο­νεῖς του —Θιὸς σχω­ρέ­σ’ τους— πα­λεύ­α­νε ὁ­λη­με­ρὶς μὲ τὸ τσα­πὶ καὶ τὴ μά­του­κα γιὰ νὰ τό­νε σπου­δά­σου­νε, νὰ γί­νει ἄν­θρω­πος. Ζή­τη­σε νὰ τοῦ γρά­ψου­νε στὴν πλά­κα: “Ἐ­κεῖ­νο μ’ ἔ­θρε­ψε, ἐ­κεῖ­νο ἂς μὲ φά­ει”.»



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Ἡ γει­τό­νισ­σα



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 5/11]


Ἡ γει­τό­νισ­σα

(Die Nachbarin)


ΕΡΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ γιὰ τὴ γει­τό­νισ­σά μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς βά­ζει στὴ μύ­τη τὸν δεί­κτη της, μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ὁ­ποί­ου χώ­νει ὅ­λη μέ­ρα καρ­μπὸν ἀ­νά­με­σά σε κί­τρι­να καὶ ρὸζ δι­πλό­τυ­πα, καὶ σκα­λί­ζει τὰ ρου­θού­νια της, ποὺ με­τὰ μέ­νουν μαῦ­ρα. Ἡ γει­τό­νισ­σά μου δου­λεύ­ει ὀ­χτὼ ὧ­ρες τὴν ἡ­μέ­ρα μέ­σα σὲ τέσ­σε­ρις τοί­χους ἀ­πὸ μπε­τόν· συ­χνὰ λα­σκά­ρει ἡ πρό­κα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α κρέ­με­ται τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο μὲ τὶς πο­λύ­χρω­μες ἀ­πό­ψεις το­πί­ων· τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τό­τε πέ­φτει στὸ πά­τω­μα καὶ ἡ γει­τό­νισ­σά μου καρ­φώ­νει ξα­νὰ τὴν πρό­κα καὶ κρε­μά­ει προ­σε­χτι­κά το ἡ­με­ρο­λό­γιο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς κλεί­νε­ται στὴν του­α­λέ­τα γιὰ νὰ πε­ρι­ερ­γα­στεῖ τὸ πρό­σω­πό της· τὰ μά­τια, τὰ ὁ­ποῖ­α κο­λυμ­ποῦν σὰν ψά­ρια πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς τῶν γυ­α­λι­ῶν, γυρ­νᾶ­νε ἔ­πει­τα ἀ­νά­σκε­λα.

       Πα­ρα­τη­ρῶ τὴ γει­τό­νισ­σά μου ἐ­δῶ καὶ 313 ἡ­μέ­ρες, ἐ­πι­τη­ρῶ τὶς σκέ­ψεις της καὶ ἀ­κο­λου­θῶ τὰ βή­μα­τά της, μιᾶς καὶ θέ­λω νὰ γρά­ψω ἕ­να ρα­δι­ο­φω­νι­κὸ θε­α­τρι­κὸ γιὰ αὐ­τήν. Κρα­τά­ω ση­μει­ώ­σεις. Ζεῖ μό­νη μὲ τὴ χε­λώ­να της, τὴν ὁ­ποί­α ὅ­μως δὲν ἐ­πι­θυ­μῶ νὰ συμ­πε­ρι­λά­βω στὸ ἔρ­γο· θὰ μπο­ροῦ­σα, βέ­βαι­α, νὰ βά­λω κά­ποι­ον νὰ κά­νει ἕ­να σχό­λιο γιὰ τὸ ἀ­νό­ρε­χτο ζῶ­ο, νὰ τὸν πα­ρου­σιά­σω, ἂς ποῦ­με, νὰ δι­α­πι­στώ­νει πὼς ὁ λαι­μὸς τῆς γει­τό­νισ­σας μοιά­ζει μὲ τὸν λαι­μὸ τῆς χε­λώ­νας. Μο­λο­νό­τι ἡ γει­τό­νισ­σά μου βά­φει τὰ μαλ­λιά της στὸ κόκ­κι­νό του γε­ρα­νιοῦ, ξέ­ρω ὅ­τι σύν­το­μα θὰ συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς γέ­ρους· θὰ συρ­θεῖ τό­τε ὣς τὸ πο­τά­μι, θὰ μπεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς βάρ­κες ποὺ κλυ­δω­νί­ζον­ται καὶ θὰ ἀ­φή­σει τὸ ρεῦ­μα νὰ τὴν ξε­πλύ­νει μα­κριά, καὶ τό­τε ἐ­μέ­να, ποὺ ὅ­που νά ’­ναι δὲν θὰ ξέ­ρω πιὰ ἂν ἐ­γὼ εἶ­μαι αὐ­τὴ ἢ ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἐ­γώ, νὰ μὴ μὲ ψά­ξει κα­νείς.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Windgeschichten, Luchterhand 1980.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (12.08.1987) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Τὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ γυα­λιὰ ὁ­ρά­σε­ως



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 2/11]


Τὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ γυα­λιὰ ὁ­ρά­σε­ως

(Das Brillenmuseum)


Α ΠΩΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ἔ­τσι ἡ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κὴ αὐ­τῆς τῆς πό­λης· ὅ­λο καὶ τὴ χτί­ζου­νε. Ἡ κλι­νι­κὴ προ­σελ­κύ­ει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ κοι­νοῦ μὲ ἀ­φί­σες: «Ἐ­λᾶ­τε σὲ μᾶς! Γί­νε­τε ἀ­σθε­νής! 1000 ψυ­χί­α­τροι σᾶς πε­ρι­μέ­νουν!». Ἤ­θε­λα μιὰ φο­ρὰ νὰ γρά­ψω ἕ­να δι­ή­γη­μα γιὰ αὐ­τὴ τὴν κλι­νι­κή. Ἤ­θε­λα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τὴν πρό­τα­ση: «Ἡ ἀ­σθε­νὴς πέ­τα­ξε στὸν για­τρό της ἕ­να πα­χὺ κομ­μά­τι ὄ­νει­ρο.» Οἱ για­τροί, ὅ­μως, δὲν θὰ τὴν ἐ­κτι­μοῦ­σαν τὴν πα­ρο­μοί­ω­σή τους μὲ λαί­μαρ­γα ζῶ­α, μὲ ἐκ­θρο­νι­σμέ­νους λέ­ον­τες ποὺ ὄ­χι ἁ­πλῶς δὲν δι­και­οῦν­ται τὴ με­ρί­δα τοῦ λέ­ον­τος, μὰ πρέ­πει ἀν­τι­θέ­τως καὶ νὰ χαί­ρον­ται μὲ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ μπου­κιὰ ὄ­νει­ρο ποὺ θὰ τοὺς πε­τά­ξουν οἱ ἀ­σθε­νεῖς. Ἂν δὲν τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ οἱ ἀ­σθε­νεῖς, οἱ ψυ­χί­α­τροι θὰ κα­τέ­λη­γαν νὰ πει­νά­σουν, ψυ­χῇ τε καὶ πνεύ­μα­τι. Οἱ ψυ­χί­α­τροι μα­δᾶ­νε τὰ δέρ­μα­τα τῶν ἀ­σθε­νῶν, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, κι ἔ­πει­τα τὰ κα­τα­βρο­χθί­ζουν. Ἤ­θε­λα νὰ γρά­ψω γιὰ μιὰ ἀ­σθε­νῆ, ἡ ὁ­ποί­α κρα­τᾶ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῶν δερ­μά­των της· ἐ­πι­τρέ­πει βέ­βαι­α στοὺς για­τροὺς νὰ μυ­ρί­σουν καὶ νὰ γλεί­ψουν τὰ δέρ­μα­τά της, σπά­νια ὅ­μως τοὺς δί­νει τὴν ἄ­δεια νὰ φᾶ­νε καὶ λι­γά­κι. Συ­χνὰ οἱ για­τροὶ ἀ­φή­νουν κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νεῖς νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σει ἔ­χον­τας μο­νά­χα ἕ­να δέρ­μα πλέ­ον· τὸν κη­ρύσ­σουν ὑ­γι­ῆ, μὰ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα ὁ ἀ­σθε­νὴς ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κλι­νι­κή. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μπο­ροῦν νὰ γι­α­τρέ­ψουν κα­νέ­ναν γιὰ πάν­τα· τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ δὲν θὰ τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦ­σα στὸ κεί­με­νό μου. Οἱ για­τροὶ δο­κι­μά­ζουν χά­πια στοὺς ἀ­σθε­νεῖς τους· κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ φάρ­μα­κα προ­κα­λοῦν ἀ­νη­συ­χί­α, με­ρι­κὴ τυ­φλό­τη­τα, ἀ­δυ­να­μί­α συγ­γρα­φῆς. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς πλέ­κουν τὸ κομ­μέ­νο νῆ­μα τῆς ὑ­πο­μο­νῆς τους ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Ὅ­ταν τὸ νῆ­μα κον­τύ­νει πά­ρα πο­λύ, ὅ­ταν δὲν φτά­νει πιὰ νὰ τοὺς συγ­κρα­τή­σει, τό­τε μέ­νουν γιὰ πάν­τα στὴν κλι­νι­κή, σὰν πα­λιὰ καὶ μπα­γι­ά­τι­κη βο­ρὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α κα­νέ­νας ψυ­χί­α­τρος πλέ­ον δὲν δεί­χνει ἐν­δι­α­φέ­ρον.

       Οἱ ψυ­χί­α­τροι ἔ­χου­νε μα­νί­α μὲ τὰ βι­ώ­μα­τα τῶν ἀ­σθε­νῶν τους. Ἕ­νας ἀ­σθε­νὴς χρει­ά­ζε­ται, πι­στεύ­ω, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χῶ­ρο ἀ­πὸ ἕ­ναν μὴ ἀ­σθε­νῆ γιὰ νὰ «πε­ρι­η­γη­θεῖ τὴν ψυ­χή του», ὅ­πως θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τὸ δι­α­τυ­πώ­σει μὲ ἕ­ναν κά­ποι­ο στόμ­φο. Στὴν πε­ρί­πτω­ση, πά­λι, ἑ­νὸς «μὴ ἀ­σθε­νοῦς» ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς ψυ­χῆς συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ οἱ ἄρ­ρω­στοι κα­τα­πί­νουν αὐ­τὰ τὰ και­νούρ­για χά­πια, ἡ αὔ­ξη­ση τῆς ἐ­πι­φά­νειας τῆς ψυ­χῆς καὶ τὰ βι­ώ­μα­τα ἐ­κλεί­πουν τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές· ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς ψυ­χῆς φυ­ραί­νει, καὶ τὰ χά­πια πνί­γουν τὴ φαν­τα­σί­α.

       Οἱ ψυ­χί­α­τροι δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται μό­νο γιὰ βι­ώ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ἀ­τυ­χή­μα­τα. Εἶ­ναι ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ποὺ κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους ὅ­ταν ἔ­χει συμ­βεῖ κά­ποι­ο ἀ­τύ­χη­μα: Στή­νουν προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ τρί­γω­να, μαρ­κά­ρουν, ἀ­να­κρί­νουν τοὺς μάρ­τυ­ρες, ση­μει­ώ­νουν. Πε­ρισ­σό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦν νὰ κά­νουν· δὲν εἶ­ναι στὴν ἁρ­μο­δι­ό­τη­τά τους νὰ γι­α­τρεύ­ουν τραυ­μα­τί­ες ἢ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρουν νε­κροὺς στὴ ζω­ή.

       Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ προ­σποι­η­θεῖ πὼς δὲν συμ­βαί­νει τί­πο­τε. Ἡ νε­α­ρὴ ἀ­σθε­νὴς Ὄλ­γκα ἔ­χει ἐ­ξα­σκη­θεῖ σ’ αὐ­τό. Μιὰ νύ­χτα, ὅ­μως, βλέ­πει ὄ­νει­ρο: Στὸ δω­μά­τιό της στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ πα­τρι­κοῦ, στὰ σα­νί­δια κά­τω ἀ­πὸ τὴν πλού­σια δι­α­κο­σμη­μέ­νη μπα­ρὸκ ὀ­ρο­φὴ ὑ­πάρ­χουν κι­βώ­τια γε­μά­τα τε­τρά­δια καὶ βι­βλί­α. Στὸ τζά­κι βρί­σκον­ται με­ρι­κὰ πά­κα χαρ­τί, στὶς γω­νί­ες ὑ­πάρ­χουν καρ­τε­λο­θῆ­κες, στὸ τρα­πέ­ζι στοι­βαγ­μέ­να σκόρ­πια χαρ­τιά. Ἡ Ὄλ­γκα ξε­κα­θα­ρί­ζει, τα­κτο­ποι­εῖ, γρά­φει καὶ τη­λε­φω­νεῖ. Ἔ­χει φτιά­ξει ἕ­να μου­σεῖ­ο ποὺ δὲν τὸ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται πο­τὲ κα­νείς· εἶ­ναι ἕ­να μι­κρὸ μου­σεῖ­ο γιὰ σκε­λε­τοὺς γυ­α­λι­ῶν ὁ­ρά­σε­ως στὸ ἰ­σό­γει­ο. Πι­στεύ­ει στὸν ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο αὐ­τῶν τῶν σκε­λε­τῶν καὶ τῶν φα­κῶν τους, ποὺ ἐ­ξευ­γε­νί­ζουν, ξε­κου­τι­αίνουν, ὀ­μορ­φαί­νουν ἢ ρη­μά­ζουν τὰ πρό­σω­πα. Ὅ­ταν ἕ­να ἄ­το­μο πρέ­πει νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει τὴ χω­ρὶς γυα­λιὰ ὕ­παρ­ξή του ἔ­ναν­τι μιᾶς ὕ­παρ­ξης μὲ γυα­λιά, μπο­ρεῖ τό­τε νὰ δι­έλ­θει σο­βα­ρὴ κρί­ση ταυ­τό­τη­τας. Στὶς γυ­ναῖ­κες δὲν ἀ­ρέ­σει νὰ τὶς φω­το­γρα­φί­ζουν μὲ γυα­λιά, οἱ γραμ­μα­τεῖς ὅ­μως φο­ροῦν συ­χνὰ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τὰ με­γά­λα τους γυα­λιὰ μὲ τὸν κο­κά­λι­νο σκε­λε­τό. Τί θὰ ἦ­ταν ὁ Σοῦμ­περτ χω­ρὶς τὰ γυα­λιά του; Ἡ Ὄλ­γκα κα­τά­φε­ρε μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι γυα­λιὰ νὰ δώ­σει ἄλ­λη, ἀ­προσ­δό­κη­τη ὄ­ψη στὸ πρό­σω­πο τοῦ Προύστ.

       Συμ­πα­θη­τι­κὰ εἶ­ναι καὶ τὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κα γυα­λιὰ τῶν ἀ­σφα­λι­στι­κῶν τα­μεί­ων· τὰ πρό­σω­πα φαί­νον­ται ἀ­μή­χα­να ἔ­τσι. Καὶ πό­σα δὲν ὀ­φεί­λει, ἄλ­λω­στε, στὰ βαλ­λι­στι­κὰ γυα­λιά του ὁ σκο­πευ­τής.

       Καὶ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου καὶ τὰ γυα­λιὰ γιὰ τὸ χι­ό­νι εἶ­ναι χρή­σι­μα. Ἂς πά­ρου­με τὸ δι­ή­γη­μα «Τὰ μα­το­γυά­λια» τοῦ Ἔν­τγκαρ Ἄλ­λαν Πό­ε: Ἕ­νας νέ­ος ἄν­τρας χω­ρὶς γυα­λιά, μὲ ἀ­δύ­να­μη ὅ­ρα­ση, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα τὴν ὁ­ποί­α περ­νά­ει γιὰ νε­α­ρὴ κο­πέ­λα. Ἢ μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με ἂν ὁ Ἒλ Γκρέ­κο θὰ εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἂν εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει δι­ο­πτρο­φό­ρος. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς Ὄλ­γκα, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι στραμ­μέ­νο προ­παν­τὸς σὲ ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζευ­γά­ρι γυα­λιά, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη· σκα­ρώ­νει ἀ­μέ­τρη­τα σχέ­δια, κυ­κλώ­νει πο­λὺ ἁ­πα­λὰ τὰ μά­τια τοῦ ἀ­πό­μα­κρου πα­τέ­ρα της σὲ μιὰ με­γά­λη φω­το­γρα­φί­α, τοῦ σχε­διά­ζει γυα­λιὰ καὶ τὰ σβή­νει ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μὲ μιὰ μα­λα­κὴ γό­μα. Σκι­τσά­ρει ὀ­βάλ, στρογ­γυ­λά, γε­μά­τα γω­νί­ες γυα­λιά, γυα­λιὰ μὲ λε­πτοὺς καὶ χον­τροὺς σκε­λε­τούς. Ἐλ­πί­ζει βα­θιὰ ὅ­τι θὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ κά­νει τὸ πρό­σω­πο τοῦ πα­τέ­ρα νὰ μοιά­ζει πιὸ ἀν­θρώ­πι­νο. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο σχε­διά­ζει, ὅ­σο πιὸ ἀ­πε­γνω­σμέ­να πα­σχί­ζει, τό­σο πιὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὴ γί­νε­ται ἡ ἔκ­φρα­ση τῶν πα­τρι­κῶν μα­τι­ῶν – ἤ, μᾶλ­λον, ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ προ­σώ­που. Τὰ μά­τια σπι­θο­βο­λοῦν, εἶ­ναι καρ­φω­μέ­να πά­νω της, τρε­μο­παί­ζουν, λὲς καὶ τὰ τυ­φλώ­νει τὸ φῶς τοῦ λαμ­πα­τὲρ ποὺ φω­τί­ζει τὴ φω­το­γρα­φί­α.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μι­σὸ χρό­νο πα­ρα­μο­νῆς στὴν κλι­νι­κὴ ἡ Ὄλ­γκα ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι. Ὁ ψυ­χί­α­τρός της δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε στὸν πα­τέ­ρα της. Κα­λὰ-κα­λὰ δὲν ἔ­χει προ­λά­βει ἀ­κό­μη νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται πά­λι μὲ τὸ θέ­μα «γυα­λιά», ἔ­τσι πού, κι ὅ­ταν ἀ­κό­μα δι­α­σχί­ζει τὴ με­γά­λη πλα­τεί­α κά­τω, ταυ­τό­χρο­να βρί­σκε­ται πά­νω, στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό της, στὸ γρα­φεῖ­ο τῶν ὀ­νεί­ρων της, καὶ στέ­κε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της κα­θὼς κά­θε­ται σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς πλα­στι­κὲς κα­ρέ­κλες, ἀ­πο­μί­μη­ση ἂρ νου­βό, μπρο­στά σε ἕ­να κα­φέ, πί­νει μιὰ κό­κα κό­λα καὶ κα­πνί­ζει. Ὅ­ταν ἔ­χει κα­λὸ και­ρό, ὁ κό­σμος, κυ­ρί­ως του­ρί­στες, κά­θε­ται ἔ­ξω, κά­τω ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ ποὺ ἀ­πο­ποι­εῖ­ται τοὺς πύρ­γους τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ να­οῦ. Ἡ Ὄλ­γκα βλέ­πει τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ σκα­λί­ζει μὲ τὸ ἀ­πο­τσί­γα­ρό της λευ­κοὺς σταυ­ροὺς στὸ τρι­γω­νι­κὸ τα­σά­κι. Μοιά­ζει μὲ θα­μώ­να τοῦ κα­φὲ ποὺ ἐ­κτί­θε­ται σὲ κοι­νὴ θέ­α, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ὅ­μως ἀ­πὸ κα­τα­ναγ­κα­σμούς, λὲς καὶ κά­θε­ται σὲ ψη­λὴ σκά­λα. Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἐ­δῶ οἱ τέσ­σε­ρεις γω­νί­ες μέ­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κά­θε­ται μο­νί­μως ὁ πα­τέ­ρας-θε­ός. Ἡ Ὄλ­γκα γρά­φει ἕ­να γράμ­μα ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ στεί­λει στὸν πα­τέ­ρα της: «Μιᾶς καὶ μοῦ ἦ­ταν πάν­το­τε πιὸ εὔ­κο­λο νὰ γρά­φω πα­ρὰ νὰ μι­λά­ω, θέ­λω νὰ πα­ρα­μεί­νω πι­στὴ στὶς συ­νή­θει­ές μου. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, νὰ μὴν ἀλ­λά­ξου­με τοὺς ρό­λους, ἀ­φοῦ δὲν εἴ­μα­στε κα­θό­λου ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι νὰ μι­λᾶ­με με­τα­ξύ μας. Μι­λή­σα­με καὶ πο­τὲ με­τα­ξύ μας ἐ­μεῖς;» Γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σω τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ τῆς Ὄλ­γκα θὰ πρέ­πει ἴ­σως νὰ ἀ­να­φέ­ρω ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­τι δὲν δι­α­βά­ζει πο­τὲ τὰ βι­βλί­α ποὺ πρέ­πει νὰ ἔ­χει δι­α­βά­σει κα­νεὶς καὶ δὲν πη­γαί­νει πο­τὲ νὰ δεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τὶς ται­νί­ες γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες μι­λᾶ­νε ὅ­λοι ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια. Δὲν ξέ­ρει ποι­ά ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που ται­ριά­ζει σὲ ποι­ά πε­ρί­στα­ση. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι στὴν πό­λη μας οἱ ὁ­ποῖ­οι δι­α­πράτ­τουν ἐγ­κλή­μα­τα κι­νού­με­νοι ἀ­πὸ τὴν ἀ­σύ­νει­δη ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ φυ­λα­κι­στοῦν ἀ­πὸ τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ξέ­ρει ὅ­μως ὅ­τι οἱ ἐκ­κλη­σί­ες καὶ τὰ πο­λι­τι­κὰ κόμ­μα­τα ἐ­πι­δι­ώ­κουν νὰ προ­σελ­κύ­σουν πι­στούς. Ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ ὁ στρα­τός. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νε­α­ροί, ὀρ­δὲς ὀρ­φα­νῶν ἀ­πὸ πα­τέ­ρα, ὀρ­γώ­νουν τοὺς δρό­μους τῆς πό­λης, σπᾶ­νε βι­τρί­νες, λε­η­λα­τοῦν καὶ βά­ζουν φω­τι­ές. Παι­διά, νέ­ες γυ­ναῖ­κες καὶ νέ­οι ἄν­τρες δὲν κολ­λοῦν ἀ­φί­σες στοὺς τοί­χους γιὰ νὰ προ­σελ­κύ­σουν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Γρά­φουν στοὺς τοί­χους τῆς πό­λης προ­τά­σεις ὅ­πως: «Θέ­λου­με νὰ ζή­σου­με! Καὶ τὸ μπε­τὸν μα­ραί­νε­ται!» Κά­ποι­ος νέ­ος ἔ­χει γρά­ψει μὲ χρω­μα­τι­στὸ σπρέ­ι, ἄ­λι­κο, τὴ λέ­ξη «Προ­σο­χή!» στὸν τοῖ­χο τοῦ πα­τρι­κοῦ της Ὄλ­γκα. Τὶς Κυ­ρια­κὲς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται ἀ­στοὶ τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης γιὰ νὰ πε­ρι­ερ­γα­στοῦν τὶς ζη­μι­ές. Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­οι πε­ρί­πα­τοι αὐ­τοί, ἀν­τι­κα­θι­στοῦν μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Das Brillenmuseum, Luchterhand 1982.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (1980) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Νίκη Τρουλλινοῦ: Ὁ γάμος της


Νί­κη Τρουλ­λι­νοῦ


Ὁ γάμος της


Ι ΑΝ Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ τοῦ Μονρεάλε ἔ­χει ἕ­ξι χι­λιά­δες τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα ψη­φι­δω­τά, ἐ­σὺ στὸ πε­ρι­στύ­λιο ἀ­νά­σα­νες. Τὸ πε­ρι­στύ­λιο τῆς με­γά­λης αὐ­λῆς, κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἀ­ρα­βι­κὲς ἁ­ψί­δες μὲ τὰ γε­ω­με­τρι­κὰ μο­τί­βα καὶ τὶς σκη­νὲς τῆς Γρα­φῆς χα­ραγ­μέ­νες στὰ κι­ο­νό­κρα­να τῶν ὑ­πό­λευ­κων μαρ­μά­ρι­νων δί­δυ­μων κι­ό­νων, φαν­τά­ζε­σαι τοὺς κρα­τοῦν­τες τοῦ να­οῦ βυ­θι­σμέ­νους στὶς συ­νο­μω­σί­ες· ἀ­πὸ και­ρὸ οἱ αὐ­στη­ρὲς συμ­βου­λὲς καὶ οἱ πι­ε­στι­κὲς πα­ραι­νέ­σεις τοῦ Πά­πα στὴ Ρώ­μη εἶ­ναι λα­λί­στα­τες, και­ρὸς νὰ τὰ μα­ζεύ­ουν οἱ ἄ­πι­στοί τοῦ Ἰσ­λὰμ ἀ­πὸ τὴν Σι­κι­λί­για. Μπρο­στά σου δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες περ­πα­τοῦν, χά­νον­ται στὶς κο­λῶ­νες καὶ φα­νε­ρώ­νον­ται στὶς εἰ­σό­δους τοῦ Να­οῦ, μή­πως καὶ ἐ­σύ, τώ­ρα εἶ­σαι ἕ­τοι­μη νὰ ἀν­τέ­ξεις τό­ση ὀ­μορ­φιά;

        Κι ἂν ἔ­λει­ψες λί­γα ἑ­πτά, τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ ὄρ­γα­νο τὰ ἔ­χει ὅ­λα ἀλ­λά­ξει. Ἴ­σως ὁ μα­γευ­τι­κός του ἦ­χος κα­θὼς ὑ­ψώ­νον­ταν πρὸς τὴν ξυ­λό­γλυ­πτη χρω­μα­τι­στὴ ἀ­ρα­βι­κὴ στέ­γη ἢ ἀ­νη­φό­ρι­ζε νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν αὐ­στη­ρὸ Παν­το­κρά­το­ρα τοῦ κεν­τρι­κοῦ ση­κοῦ, ἔ­σπρω­ξε τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες νὰ στα­θοῦν ξαφ­νι­α­σμέ­νοι στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ στη­θοῦν στὸ κεν­τρι­κὸ δι­ά­δρο­μό τοῦ να­οῦ. Μα­ζὶ κι ἐ­σύ. Τώ­ρα, με­ση­μέ­ρι Σαβ­βά­του, μπο­ροῦ­σαν ὅ­λοι ν’ ἀν­τι­κρί­σουν τὰ κά­νι­στρα σὲ δυ­ὸ πα­ράλ­λη­λες γραμ­μές, δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ δι­α­δρό­μου, κά­νι­στρα φορ­τω­μέ­να ἡ­λι­ο­τρό­πια, τρι­αν­τά­φυλ­λα, κρί­νους καὶ ζέρ­μπε­ρες. Τοὺς συγ­γε­νεῖς νὰ κα­τα­φθά­νουν φο­ρών­τας τ’ ἀ­κρι­βά τους ροῦ­χα, τὶς κυ­ρί­ες νὰ ἰ­σορ­ρο­ποῦν πά­νω στὶς λου­στρι­νέ­νι­ες γό­βες καὶ τὰ μι­κρὰ νὰ θέ­λουν νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὰ σφι­χτὰ πι­α­σί­μα­τα τῶν χε­ρι­ῶν τοῦ παπ­ποῦ καὶ τῆς για­γιᾶς. Ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὴν ἐν­δε­δειγ­μέ­νη κα­θυ­στέ­ρη­ση τὸ ζεῦ­γος τῶν μελ­λο­νύμ­φων. Τού­λια, μου­σε­λί­νες, οὐ­ρές, πα­ρά­νυμ­φοι, κο­στού­μι καὶ πα­πι­γιόν, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­γω­νί­α, χα­μό­γε­λα, οἱ γνω­στὲς κι­νή­σεις τῆς μα­μᾶς ποὺ αὐ­το­ε­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται στρώ­νον­τας τὸ βέ­λο τῆς νύ­φης καὶ ἡ ἄλ­λη ἰ­σι­ώ­νον­τας τὸ πέ­το τοῦ γαμ­βροῦ, καὶ ἄλ­λα τι­νά, προ­ϊ­όν­τα ὅ­λα τῆς μυ­θο­λο­γί­ας ποὺ κα­λεῖ­ται τε­λε­τὴ γά­μου. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­να­γι­γνώ­σκει μὲ βα­θιὰ κα­θα­ρὴ φω­νὴ στὴν λα­τι­νι­κὴ γλώσ­σα. Προ­σκα­λε­σμέ­νοι, καὶ ἀ­πρό­σκλη­τοι ἐ­σεῖς, οἱ τυ­χαῖ­οι του Να­οῦ ἐ­πι­σκέ­πτες, σὲ ρό­λο ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου. Τὸ ἁρ­μό­νιο πά­λι. Ἡ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια ἑ­νὸς νέ­ου ἀ­γο­ριοῦ, πλη­σι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸ πλά­ι βλέ­πεις πὼς δὲν εἶ­ναι πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νων, χα­ϊ­δεύ­ει τὰ πλῆ­κτρα, ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἄ­ρα­γε τὴν κα­λή του; Ἡ ἀ­κου­στι­κή τοῦ χώ­ρου συν­τε­λεῖ τὸ ὑ­πό­λοι­πό τοῦ θαύ­μα­τος.

        Οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ μπρο­στά σου. Πά­νω κά­τω γύ­ρω στὰ ἑ­ξῆν­τα.  Ἄ­γνω­στες, κα­λο­στε­κού­με­νες, εὐ­πρε­πῶς ἐν­δε­δυ­μέ­νες. Ἀ­κοῦς τ’ ἀγ­γλι­κά τους, δὲν δί­νεις ση­μα­σί­α, μό­νο νά, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς τε­λε­τῆς τρα­βᾶ σὲ μά­κρος, ἡ μί­α ἀ­φη­γεῖ­ται στὴν ἄλ­λη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια, πράγ­μα­τα ποὺ ἤ­δη εἶ­δες, κι ἄλ­λα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­σαι νὰ πρό­σε­ξες, τό­ση σα­φή­νεια, τέ­τοι­α λε­πτο­με­ρὴ πε­ρι­γρα­φή, τό­ση φλυ­α­ρί­α, Θε­έ μου, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στὰ καὶ στρέ­φε­σαι πρὸς τὸ μέ­ρος τους, λί­γη ἡ­συ­χί­α κα­λές μου κυ­ρί­ες, θέ­λεις νὰ πεῖς ἀ­νά­με­σα στὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, ἢ ἔ­στω ἕ­να ἐ­πι­τι­μη­τι­κὸ βλέμ­μα, τί­πο­τα ἀ­πὸ τὰ δύ­ο δὲν ἔ­λα­βε χώ­ρα, τώ­ρα ἤ­θε­λες νὰ γί­νεις μι­κρή, τό­ση δά, νὰ χα­θεῖς, νὰ λι­ώ­σεις μπρο­στά τους, τώ­ρα ἀν­τί­κρι­ζες δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες, ἡ μιὰ μὲ τὰ σπιν­θη­ρο­βό­λα μά­τια της νὰ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ τε­κται­νό­με­να ἐ­νώ­πιόν σας, ἡ ἄλ­λη, ἡ τυ­φλή, ν’ ἀ­κού­ει προ­σε­κτι­κά. Τυ­φλή. Ἀ­κού­ει προ­σε­κτι­κά, χα­μο­γε­λᾶ μό­νο ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, σο­βα­ρεύ­ε­ται, χα­μό­γε­λο καὶ πά­λι, ἔ­χει ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ λάμ­πει. Καὶ τὸ βλέμ­μα, ναί, τὸ βλέμ­μα, τῆς τυ­φλῆς ποὺ τα­ξι­δεύ­ει σὲ εἰ­κό­νες, καὶ οἱ ἦ­χοι γρά­φουν μέ­σα της τὴν ἱ­στο­ρί­α.

        Κι ἐ­σὺ θὰ χα­θεῖς στὴν ἔ­ξο­δο. Σὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται ἡ πόρ­τα αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια ποὺ δὲν εἶ­χες πρὶν προ­σέ­ξει. Τε­ρά­στια, βα­ριά, μὲ σα­ράν­τα δύ­ο ἐ­λά­σμα­τα νὰ ἱ­στο­ροῦν τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή, τώ­ρα πά­νω στὸ χαλ­κό, χυ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν Ἰ­τα­λὸ μά­στο­ρα Μπο­νά­νο Πι­ζά­νο. Εἶ­ναι ἐ­δῶ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ χα­ϊ­δέ­ψεις στὸ μέ­ταλ­λο τὶς φι­γοῦ­ρες τοῦ Ἀ­δὰμ καὶ τῆς Εὕ­ας, τὰ ἕ­ξι πρό­βα­τα ποὺ χώ­ρι­σαν καὶ μά­τω­σαν τὸν Ἄ­βελ καὶ τὸν Κά­ιν. Εἶ­ναι ἐ­δῶ ποὺ θέ­λεις νὰ ἐ­πι­στρέ­ψεις στὸ να­ὸ καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ ψά­ξεις, ὄ­χι τὰ πε­ρί­φη­μα ψη­φι­δω­τὰ πιά, μὰ τὶς δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ὅ­μως φεύ­γεις. Δὲν θέ­λεις νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ βρο­χὴ στὰ μά­τια σου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νί­κη (Κου­κου­νά­κη) Τρουλ­λι­νοῦ (Χανιά, 1953). Ἔ­κα­νε νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν στὰ χρό­νια τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 1979 ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο. Ἄ­σκη­σε τὴ μά­χι­μη δι­κη­γο­ρί­α καὶ δί­δα­ξε (ΤΕΙ Ἡ­ρα­κλεί­ου) γιὰ χρό­νια. Πέ­ρα­σε βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ θέ­α­τρο, τὴν ποί­η­ση (Ἀν­θο­λο­γί­α Παν/μί­ου Πα­τρῶν). Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸν ἀ­γρο­του­ρι­σμό. Πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, τὸ 1995, τὸ Ἕ­να μο­λύ­βι στὸ κο­μο­δί­νο. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ συλ­λο­γὲς Μα­ρὰλ ὅ­πως Μα­ρί­α καὶ Καὶ φύ­ση­ξε νο­τιάς… (ἐκ­δό­σεις Ρο­δα­κιό). To 2009 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κέ­δρο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μ’ ἕ­να κα­φά­σι μπύ­ρες. Τὸ ἔρ­γο της πε­ρι­λαμ­βά­νει ἀ­κό­μη τὸ βι­βλί­ο Crete, No man is an island (κεί­με­να στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς Π. Μα­σού­ρη).



		

	

Κατερίνα Αγυιώτη: Τὸ βραβεῖο


Κα­τε­ρί­να Ἀ­γυι­ώ­τη


Τὸ βρα­βεῖ­ο


ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, κά­θο­μαι σὲ μί­αν ἄ­κρη τῆς Τρα­φάλ­γκαρ Σκου­έ­αρ, τρώ­γον­τας τὸ με­ση­με­ρια­νὸ ποὺ ἔ­φε­ρα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Σκέ­φτο­μαι τὶς δύ­σκο­λες ὑ­πο­θέ­σεις τῆς προ­σω­πι­κῆς μου ζω­ῆς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ παίρ­νει τὸ μά­τι μου μιὰ ἐ­πί­ση­μη πομ­πὴ νὰ εἰ­σέρ­χε­ται μὲ συγ­χρο­νι­σμέ­νο βη­μα­τι­σμὸ στὴν πλα­τεί­α.

        Σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ κά­τι σο­βα­ρό, τὰ κο­στού­μια τους εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­ση­μα, τὸ ὕ­φος τους ἐ­πί­σης. Δι­α­σχί­ζουν τὴν πλα­τεί­α κα­τευ­θυ­νό­με­νοι πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δη­λα­δὴ τί πρὸς τὸ μέ­ρος μου, κα­θὼς συ­νε­χί­ζουν νὰ προ­χω­ροῦν κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι ἔρ­χον­ται εὐ­θεί­α κα­τα­πά­νω μου. Κο­κα­λώ­νω μὲ τὴν μπου­κιὰ στὸ στό­μα.

        Στα­μα­τοῦν ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά μου. Γυ­ρί­ζουν ὁ ἕ­νας πρὸς τὸν ἄλ­λον καί, κλί­νον­τας τὰ κε­φά­λια τους, συ­νεν­νο­οῦν­ται μ’ ἕ­να μι­κρὸ σού­σου­ρο. Βγά­ζουν κά­τι ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κου­τί. Εἶ­ναι ἕ­να χρυ­σὸ με­τάλ­λιο.

        Στρέφονται προς τα μένα, και μὲ βα­σι­λι­κὴ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα στὰ εὐ­γε­νι­κά τους πρό­σω­πα, μὲ βρα­βεύ­ουν. Μοῦ περ­νοῦν στὸ λαι­μὸ τὸ με­τάλ­λιο. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σω κά­τω τὸ τά­περ καὶ τὸ πι­ρού­νι μου, δι­ό­τι μοῦ προ­τεί­νουν τὸ χέ­ρι γιὰ χει­ρα­ψί­α.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, ἀλ­λά… για­τί;,  ρω­τά­ω (στὰ ἀγ­γλι­κά).

        — Ξέ­ρε­τε ἐ­σεῖς, μοῦ ἀ­παν­τοῦν (ἐ­πί­σης στὰ ἀγ­γλι­κά). Καὶ ἀ­πο­χω­ροῦν κα­τό­πιν ἐ­λα­φριᾶς ὑ­πό­κλι­σης, στοι­χι­σμέ­νοι ὅ­πως ἦρ­θαν.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ξέ­ρω. Ὅ­πως ξέ­ρεις κι ἐ­σύ. Ὅ­πως ξέ­ρει, δη­λα­δή, γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του κά­θε ἄν­θρω­πος. Ἁ­πλά, δὲν πε­ρι­μέ­νου­με νὰ πά­ρου­με καὶ κά­να βρα­βεῖ­ο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Κα­τε­ρί­να Ἀ­γυι­ώ­τη (Βό­λος 1976).  Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α καὶ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ., κι ἐκ­παι­δεύ­τη­κε στὴ Συ­στη­μι­κὴ Θε­ρα­πεί­α. Πρό­σφα­τα ξε­κί­νη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χι­κὴ Ὑ­γεί­α. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ κεί­με­να, μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τά της σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά, ὅ­πως ἐ­πί­σης σὲ συλ­λο­γι­κὰ projects καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες.  Οἱ ποι­η­τι­κές της συλ­λο­γέ­ς Φρου­ρὸς (2016) και Ο Τα­μί­ας τοῦ Θε­οῦ (2019) κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Φαρ­φου­λᾶς. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον της ἔ­χει στρα­φεί στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἀ­πὸ τὸ 2014 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Λον­δί­νο.


 

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway): Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες



Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 4/6]


Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες

(Hills Like White Elephants)


ΕΥΚΟΙ ΛΟΦΟΙ ἁ­πλώ­νον­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴν κοι­λά­δα τοῦ Ἴμ­προ. Σὲ τού­τη δῶ τὴν πλευ­ρὰ οὔ­τε σκιὰ οὔ­τε δέν­τρα κι ὁ σταθ­μὸς κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὲς γραμ­μές. Κολ­λη­τὰ στὸ πλά­ϊ τοῦ σταθ­μοῦ τὸ κτί­ριο ἔ­ρι­χνε ζε­στὴ τὴ σκιά του, καὶ στὴν ἀ­νοι­χτὴ εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ, γιὰ νὰ μὴ μπαί­νουν μύ­γες, κρε­μό­ταν μιὰ κουρ­τί­να ἀ­πὸ χάν­τρες. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος καὶ τὸ κο­ρί­τσι ποὺ συ­νό­δευ­ε κά­θι­σαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ κτί­ριο, σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι στὴ σκιά. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, καὶ τὸ ἐξ­πρὲς ἀ­πὸ τὴν Βαρ­κε­λώ­νη θὰ ἔ­φτα­νε σὲ σα­ράν­τα λε­πτά. Στα­μα­τοῦ­σε σ’ αὐ­τὴ τὴ δι­α­σταύ­ρω­ση γιὰ δυ­ὸ λε­πτὰ καὶ συ­νέ­χι­ζε γιὰ τὴ Μα­δρί­τη.

— Τί θά­ ‘ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ πι­οῦ­με; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­χε βγά­λει τὸ κα­πέ­λο της καὶ τ’­ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι.

— Μὲ τό­ση ζέ­στη ἂς πι­οῦ­με μπύ­ρα, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Dos cervezas, πα­ράγ­γει­λε πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς κουρ­τί­νας.

— Με­γά­λες; ρώ­τη­σε μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­π’ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ.

— Ναί. Δυ­ὸ με­γά­λες.

        Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φε­ρε δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ δυ­ὸ τσό­χι­να σου­πλά. Τ’ἀκούμπησε στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς κοί­τα­ξε. Τὸ κο­ρί­τσι ἔ­βλε­πε πέ­ρα κα­τὰ τὴ σει­ρὰ τῶν λό­φων. Λευ­κοὶ κά­τω ἀ­π’­τὸν ἥ­λιο, σὲ μιὰν ἀ­γρο­τι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ κα­φε­τιὰ καὶ ξε­ρή.

— Μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, εἶ­πε.

— Δὲν ἔ­χω δεῖ πο­τὲ κα­νέ­ναν, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς πί­νον­τας τὴ μπύ­ρα του.

— Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σες.

— Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μπο­ροῦ­σα. Ἐ­πει­δὴ τὸ λὲς ἐ­σύ, δὲν ἀ­πο­δει­κνύ­ει τί­πο­τα.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὰ μπαμ­ποῦ τῆς κουρ­τί­νας.

— Ἔ­χουν ζω­γρα­φί­σει κά­τι ἐ­κεῖ πά­νω, εἶ­πε. Τί­λέ­ει;

— Anis del Toro. Εἶ­ναι πο­τό.

— Νὰ τὸ δο­κι­μά­ζα­με;

— Ὁ ἄν­τρας φώ­να­ξε «ἄ­κου» πρός τή με­ριά τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπάρ.

— Τέσ­σε­ρα reales.

— Δυ­ὸ Anis del Toro.

— Μὲ νε­ρό;

— Θὲς μὲ νε­ρό;

— Δὲν ξέ­ρω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­ναι κα­λὸ μὲ νε­ρό;

— Μιὰ χα­ρά.

— Τὰ θέ­λε­τε μὲ νε­ρό; ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

— Ναὶ μὲ νε­ρό.

— Ἔ­χει γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι κι ἄ­φη­σε τὸ πο­τή­ρι στὸ τρα­πέ­ζι.

— Ὅ­πως ὅ­λα.

— Ναί, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Τὰ πάν­τα ἔ­χουν γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας. Ἰ­δί­ως τὰ πράγ­μα­τα ποὺ πε­ρί­με­νες τό­σο και­ρό, ὅ­πως τὸ ἀ­ψέν­τι.

— Οὔφ, Πά­ψε.

— Ἐ­σὺ τὸ ξε­κί­νη­σες, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.Ἐ­γὼ δι­α­σκέ­δα­ζα.Περ­νοῦ­σα τὴν ὥ­ρα μου εὐ­χά­ρι­στα.

— Ὡ­ραῖ­α, ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ πε­ρά­σου­με κα­λά.

— Ὡ­ραῖ­α. Εἶ­πα πὼς τὰ βου­νὰ μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Δὲν ἦ­ταν ἔ­ξυ­πνο;

— Αὐ­τὸ ναί.

— Ἤ­θε­λα νὰ δο­κι­μά­σω τοῦ­το τὸ νέ­ο πο­τό. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ποὺ κά­νου­με; Νὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μα­στε τὰ γύ­ρω καὶ νὰ δο­κι­μά­ζου­με νέ­α πο­τά;

— Νο­μί­ζω, ναί.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε ἀ­πέ­ναν­τι κα­τὰ τοὺς λό­φους.

— Ὄ­μορ­φοι λό­φοι, εἶ­πε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Στὸ νοῦ μου εἶ­χα τὴν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ δέρ­μα­τός τους ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα. Νὰ παίρ­να­με ἄλ­λο ἕ­να πο­τό;

— Ἐν­τά­ξει.

        Ὁ ζε­στὸς ἄ­νε­μος φύ­σα­γε τὴν κουρ­τί­να ἀ­πὸ μπαμ­ποῦ ὣς τὸ τρα­πέ­ζι τους.

— Ὡ­ραί­α ἡ μπύ­ρα καὶ δρο­σε­ρή, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Κα­λή, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

— Ζίγ­κ, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἁ­πλῆ ἐ­πέμ­βα­ση, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Οὔ­τε κὰν ἐ­πέμ­βα­ση.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τὸ ἔ­δα­φος στὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ.

— Τὸ ξέ­ρω, Ζίγκ, δὲ θὰ σὲ πεί­ρα­ζε. Ἀ­λή­θεια, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Ἁ­πλά, ἀ­φή­νουν νὰ μπεῖ μέ­σα ἀ­έ­ρας.

        Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα.

— Θὰ ‘ρθῶ μα­ζί σου καὶ θὰ μεί­νω μα­ζί σου ὅ­λη τὴν ὥ­ρα. Ἁ­πλῶς θὰ ἀ­φή­σουν τὸν ἀ­έ­ρα νὰ μπεῖ καὶ με­τὰ ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κά.

— Με­τά, τί θὰ κά­νου­με στὴ συ­νέ­χεια;

— Με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε τέ­λεια. Ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἤ­μα­σταν πρίν.

— Τί σὲ κά­νει νὰ τὸ πι­στεύ­εις;

— Εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς ἐ­νο­χλεῖ. Τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς κά­νει δυ­στυ­χεῖς.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὶς χάν­τρες τοῦ μπαμ­ποῦ, σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ ἔ­πια­σε δυ­ὸ ἀ­π’­τὰ κορ­δό­νια τῆς κουρ­τί­νας.

— Καὶ θαρ­ρεῖς πὼς με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Τὸ ξέ­ρω σί­γου­ρα. Νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι, δὲ χρει­ά­ζε­ται. Ξέ­ρω ἕ­να σω­ρὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ τὴν ἔ­κα­ναν.

— Κι ἐ­γώ, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­λοι τους ἦ­σαν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Λοι­πόν, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, ἂν δὲ θές, δὲν εἶ­σαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ τὴν κά­νεις.Οὔ­τε ἐ­γὼ θὰ σὲ ἀ­νάγ­κα­ζα, ἂν δὲν ἤ­θε­λες. Ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἁ­πλή.

— Καὶ τὸ θὲς πραγ­μα­τι­κά;

— Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με, αὐ­τὸ νο­μί­ζω. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ τὴν κά­νεις ἂν πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸ θέ­λεις.

— Κι ἂν τὴν κά­νω θὰ εἶ­σαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος με­τά, κι ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ὅ­πως πρὶν καὶ θὰ μ’ ἀ­γα­πᾶς;

— Καὶ τώ­ρα σ’­ἀ­γα­πά­ω. Τὸ ξέ­ρεις πὼς σ’ ἀ­γα­πά­ω.

— Τὸ ξέ­ρω, ἀλ­λὰ ἂν τὴν κά­νω, με­τὰ δὲ θὰ τρέ­χει τί­πο­τα ἅ­μα λέ­ω πρά­μα­τα ὅ­πως γιὰ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, καὶ θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει;

— Καὶ τό­τε θὰ σ’ ἀ­γα­πά­ω. Καὶ τώ­ρα, ὅ­μως δὲ μπο­ρῶ νὰ τὸ σκέ­φτο­μαι. Ξέ­ρεις πῶς γί­νο­μαι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­έ­μαι.

— Ἂν τὸ κά­νω, πο­τὲ δὲν θὰ στε­να­χω­ρη­θεῖς;

— Δὲ θὰ στε­να­χω­ρη­θῶ γιὰ κεῖ­νο, για­τί εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Τό­τε θὰ τὴν κά­νω. Ἐ­πει­δὴ δὲ μὲ νοιά­ζει γιὰ μέ­να.

— Τί θὲς νὰ πεῖς; Ἐ­γὼ πάν­τως νοι­ά­ζο­μαι γιὰ σέ­να.

— Ἄ, ναί. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲ νοι­ά­ζο­μαι γιὰ μέ­να. Θὰ τὴν κά­νω, καὶ με­τὰ ὅ­λα κα­λά.

— Ἂν νι­ώ­θεις ἔ­τσι, δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις.

        Τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πά­τη­σε ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ.

        Στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ἀ­πέ­ναν­τι, ὑ­πῆρ­χαν χω­ρά­φια μὲ σι­τη­ρὰ καὶ στὶς ὄ­χθες τοῦ Ἴμ­προ, σ’­ ὅ­λο το μῆ­κος, δέν­τρα. Μα­κριά, πέ­ρα ἀ­π’ τὸ πο­τά­μι, βου­νά. Ἡ σκιὰ ἑ­νὸς σύν­νε­φου με­τα­κι­νή­θη­κε πά­νω ἀ­π’­τὸν σι­τα­γρὸ καὶ τὸ κο­ρί­τσι εἶ­δε τὸ πο­τά­μι ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

— Καὶ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ ἔ­χου­με ὅ­λα τοῦ­τα, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τὰ πάν­τα, καὶ κά­θε μέ­ρα τὸ κά­νου­με πιὸ ἀ­δύ­να­το.

— Τί εἶ­πες;

— Εἶ­πα πῶς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὰ πάν­τα.

— Μπο­ροῦ­με νὰ τά ΄χου­με, τὸ κά­θε τί.

— Ὄ­χι.

— Μπο­ροῦ­με νά­ ‘χου­με ὅ­λο τὸν κό­σμο.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με.

— Μπο­ροῦ­με νὰ πᾶ­με ὁ­που­δή­πο­τε.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Δι­κός μας εἶ­ναι.

— Ὄ­χι, ἀ­δύ­να­τον. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Εἶ­ναι.

— Ὄ­χι. Ἔ­τσι καὶ σοῦ τὸ πά­ρουν, πο­τὲ δὲν τὸ ξα­να­παίρ­νεις πί­σω.

— Ἀλ­λὰ δὲν τὸ πή­ρα­νε ἀ­κό­μα.

— Ἂς πε­ρι­μέ­νου­με καὶ θὰ δοῦ­με.

— Ἔ­λα, γύρ­να πί­σω στὴ σκιά, εἶ­πε αὐ­τός. Δὲν πρέ­πει νά ‘χεις τέ­τοια συ­ναι­σθή­μα­τα.

— Δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Γνω­ρί­ζω.

— Δὲ θέ­λω νὰ κά­νεις τί­πο­τα ποὺ δὲ θέ­λεις ἡ ἴ­δια…

— Οὔ­τε ποὺ δὲν εἶ­ναι κα­λὸ γιὰ μέ­να, εἶ­πε αὐ­τή. Ξέ­ρω. Παίρ­νου­με μιὰ μπύ­ρα ἀ­κό­μα;

— Ἐν­τά­ξει. Ἀλ­λὰ πρέ­πει ν’ ἀν­τι­λη­φθεῖς…

— Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι . Εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Δὲ γί­νε­ται νὰ στα­μα­τή­σου­με αὐ­τὴ τὴν κου­βέν­τα;

        Κά­θι­σαν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τοὺς λό­φους ἀ­πέ­ναν­τι, στὴν ξε­ρὴ πλευ­ρὰ τῆς κοι­λά­δας, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­βλε­πε πό­τε αὐ­τὴν καὶ πό­τε τὸ τρα­πέ­ζι.

— Πρέ­πει νὰ κα­τα­λά­βεις κα­λά, εἶ­πε, πὼς δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις ἂν ἐ­σὺ δὲν θέ­λεις. Εἶ­μαι πέ­ρα γιὰ πέ­ρα πρό­θυ­μος νὰ τὸ ὑ­πο­μεί­νω, ἂν ση­μαί­νει κά­τι γιὰ σέ­να.

— Γιὰ σέ­να δὲ ση­μαί­νει τί­πο­τα; Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ βροῦ­με.

— Καὶ βέ­βαι­α ση­μαί­νει. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σέ­να. Δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Καὶ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Ναί, τὸ ξέ­ρεις πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό. Γιὰ σέ­να δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα νὰ τὸ λές, ἐ­γὼ ὅ­μως ξέ­ρω πο­λὺ κα­λά. Θὲς νὰ μοῦ κά­νεις μιὰ χά­ρη τώ­ρα;

— Γιὰ χά­ρη σου, τὰ πάν­τα.

— Μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ χι­λι­ο­πα­ρα­κα­λῶ, μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ πά­ψεις νὰ μι­λᾶς;

        Αὐ­τὸς δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ κοί­τα­ξε τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὸν τοῖ­χο τοῦ σταθ­μοῦ. Πά­νω τους εἴ­χα­νε ἐ­τι­κέ­τες ἀ­π’­ὅ­λα τά ξε­νο­δο­χεῖ­α ὅ­που εἶ­χαν δι­α­νυ­κτε­ρεύ­σει.

— Ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ κά­νεις… Δε­κά­ρα δὲ δί­νω γι­’­αὐ­τό.

— Θὰ ξε­φω­νί­σω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

        Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε μέ­σα ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες μὲ δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ τά ‘βα­λε πά­νω στὰ νω­πὰ τσό­χι­να σου­πλά.

— Τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά, εἶ­πε.

— Τί λέ­ει; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

— Πὼς τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά.

        Τὸ κο­ρί­τσι τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε μ’ ἕ­να λαμ­πε­ρὸ χα­μό­γε­λο.

— Ὥ­ρα νὰ πά­ω τὶς βα­λί­τσες στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Ἐν­τά­ξει. Με­τὰ γύρ­να, νὰ τε­λει­ώ­σου­με τὴ μπύ­ρα μας.

        Σή­κω­σε τὶς δυ­ὸ βα­ρι­ὲς βα­λί­τσες καὶ κου­βα­λών­τας τις ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρω­ τοῦ σταθ­μοῦ ὣς τὶς ἄλ­λες ρά­γες. Σή­κω­σε τὰ μά­τια πά­νω ἀ­π’ τὶς ρά­γες, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ τραῖ­νο. Γυρ­νών­τας πέ­ρα­σε μέ­σα ἀπ΄ τὸ μπὰρ ὅ­που οἱ τα­ξι­δι­ῶ­τες πε­ρί­με­ναν πί­νον­τας. Ἤ­πι­ε ἕ­να Anis στὴ μπά­ρα καὶ τοὺς πε­ρι­ερ­γά­στη­κε. Λο­γι­κὰ ὅ­λοι τους ἀ­νέ­με­ναν τὴν ἄ­φι­ξη . Πα­ρα­μέ­ρι­σε τὴν κουρ­τί­να καὶ βγῆ­κε. Ἐ­κεί­νη κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Αἰ­σθά­νε­σαι κα­λύ­τε­ρα; τὴν ρώ­τη­σε.

— Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα. Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.



Πη­γή: https://faculty.weber.edu/jyoung/English%202500/Readings%20for%20English%202500/Hills%20Like%20White%20Elephants.pdf

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποι­όν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Πη­γή: ἀ­πό τήν ἱ­στο­σε­λί­δα:

 https://cairoscene.com/ :

https://cairoscene.com/ArticleImages/20cef10b-9662-4e8e-a91d-7b4fef116c62.jpg

 

Εί­κό­να 2: Φω­το­γρα­φί­α τῆς Ni­lot­pal Ka­li­ta δη­μο­σι­ευ­μέ­νη στὸν ἱ­στό­το­πο https://unsplash.com/

Εἰ­κό­να 3: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Δραματοποιήσεις:

 

Hills Like White Elephants

Παίζουν:

Massimiliano Rossi

Melissa Gava

συμμετέχει:

Francesca Viscardi

Σενάριο καὶ σκηνοθεσία:

Melissa Gava

(2012)

https://www.imdb.com/video/vi212379161

ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=11xJxByf9sM

https://www.youtube.com/watch?v=jAjJ4HE6woc

https://www.youtube.com/watch?v=lOmBYDUdkQ4

https://www.youtube.com/watch?v=jFYOIBwhaO0&t=21s