Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου: Τὸ μέ­τρη­μα



Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου

Τὸ μέ­τρη­μα


ΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ τῆς μέ­ρας τὰ φύλ­λα τῆς λεύ­κας πέ­φτουν. Τὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἔ­τσι κα­θὼς ἀ­πο­σπῶν­ται ἀ­πὸ τὸ κλα­δὶ καὶ μὲ ἁ­πα­λὲς χο­ρευ­τι­κὲς κι­νή­σεις, δι­α­γρά­φον­τας ἀρ­γοὺς αἰ­σθη­σια­κοὺς κύ­κλους, προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ ἔ­δα­φος. Ὥ­ρα τώ­ρα. Μέ­χρι ποὺ ἔρ­χε­ται τὸ σκο­τά­δι. Τό­τε ἀρ­χί­ζει νὰ με­τρά­ει. «Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α… τριά­ντα-ἑ­φτά, τριά­ντα-ὀ­χτώ…». «Δε­κα­τρί­α» τὴν δι­α­κό­πτει ὁ Κυ­ριά­κος, αἰφ­νι­δι­ά­ζον­τάς την γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ καὶ κεί­νη πι­ά­νον­τας τὸ νῆ­μα ἀ­πὸ τὸ και­νούρ­γιο ση­μεῖ­ο ἐκ­κί­νη­σης συ­νε­χί­ζει: «Δε­κα­τέσ­σε­ρα, δε­κα­πέν­τε…». «Κα­λη­σπέ­ρα Με­ρο­πά­κι» τῆς λέ­ει καὶ ἐ­νῶ περ­νά­ει τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νι­κούς της ὤ­μους, τρα­βών­τας την ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ πά­νω, τῆς σκά­ει ἕ­να φι­λὶ στὸ μά­γου­λο. «Εἴ­κο­σι ἑ­φτά, εἴ­κο­σι ὀ­χτώ…». « Κα­τά­λα­βα» μο­νο­λο­γεῖ ὁ Κυ­ριά­κος, « λευ­κὴ νύ­χτα θὰ πε­ρά­σου­με πά­λι ἀ­πό­ψε». Τὴν συμ­πα­θεῖ. Ἔ­τσι κα­θὼς κουρ­νιά­ζει συρ­ρι­κνω­μέ­νη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια, μὲ τὰ ἀ­σθε­νι­κά της χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να στὸ στῆ­θος καὶ τὰ γό­να­τα λυ­γι­σμέ­να πρὸς τὴν κοι­λιά. «Δε­κα­εν­νιὰ Με­ρό­πη» τῆς φω­νά­ζει ἐ­νῶ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν θά­λα­μο, δε­κα­εν­νιά». Ἔ­χει συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ, ἀ­πὸ ποι­ό βρα­χυ­κύ­κλω­μα ὁρ­μώ­με­νη τὸ κά­νει αὐ­τό. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους στὴν κλι­νι­κὴ δη­λα­δή. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἕ­να ἄγ­χος αὐ­τὸ τὸ ἀ­στα­μά­τη­το καὶ ἀ­δι­και­ο­λό­γη­το μέ­τρη­μα. Δού­λευ­ε καὶ τὴν ἄ­κου­γε, μί­α ἐ­πί­μο­νη ὑ­πό­κρου­ση ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς χτύ­πους τῆς καρ­διᾶς του νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νον­ται, τοῦ ἐ­πι­βαλ­λό­ταν μὲ τὸν τρό­πο της, τὸν τρέ­λαι­νε. Κά­πο­τε τῆς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς μὰ τὸ με­τά­νι­ω­σε, εὐ­θὺς μό­λις εἶ­δε τὰ μά­τια της νὰ ὑ­γραί­νον­ται, ἐ­νῶ συ­νέ­χι­ζε, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη σὰν τὸν πον­τι­κὸ στὴ φά­κα, νὰ με­τρᾶ. «Ἑ­ξήν­τα- ἕ­ξι, ἑ­ξήν­τα- ἑ­φτά…». Οἱ συ­νά­δελ­φοι τὸν ἐ­πέ­πλητ­ταν. «Ἄ­σε την ρὲ σὺ τὴν κα­κο­μοί­ρα, τά ’χει χα­μέ­να, δὲν τὸ βλέ­πεις; Τὴν πα­ρη­γο­ρεῖ.» Κά­ποι­οι γε­λοῦ­σαν κρυ­φὰ μὲ τὴν ἐμ­μο­νή του ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σαν νὰ τὸ σχο­λιά­σουν φα­νε­ρά. Τὴν ἴ­δια δὲ φαι­νό­ταν νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε μὲ σι­σύ­φεια ἐ­πι­μο­νή, μέ­χρι ποὺ τὴν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος καὶ ἡ­σύ­χα­ζαν καὶ οἱ δύ­ο. Κι ἕ­να βρά­δυ ψη­νό­ταν στὸν πυ­ρε­τό. Τῆς ἀλ­λά­ζει τὰ σεν­τό­νια, τῆς βά­ζει κομ­πρέ­σες στὸ μέ­τω­πο νὰ δρο­σι­στεῖ. «Μέ­τρα μου λί­γο» τοῦ λέ­ει, κι αὐ­τὸς ἀρ­χί­ζει: «ἕ­να, δύ­ο, τρί­α,… , εἴ­κο­σι ἕ­να, εἴ­κο­σι δύ­ο…». « Πέν­τε… Κυ­ριά­κο». «Τί πέν­τε;» τὴ ρω­τά­ει. «Πέν­τε μῆ­νες κλεί­νω σή­με­ρα ἐ­δῶ» τοῦ ἀ­παν­τά­ει ἡ Με­ρό­πη καὶ γυ­ρί­ζει πλευ­ρὸ νὰ κοι­μη­θεῖ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὄλ­γα Ἰ­ορ­δα­νί­δου. Σπούδασε ἰατρικὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται χρό­νια μὲ τὸ γράψιμο. Στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πεζὸ «Τὸ μπάσκετ».



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός: Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ


ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ προ­σε­κτι­κά. Αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να, μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα. Μ’ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Εὐ­αί­σθη­το θέ­μα, κρέ­μο­μαι ἀ­π’ τὰ χεί­λη τους, εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Κα­λε­σμέ­νοι σὲ τη­λε­ο­πτι­κὴ ἐκ­πομ­πή, συ­ζη­τοῦν γιὰ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν νέ­ων στὶς μέ­ρες μας. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ἴν­τερ­νετ, ἀ­δη­φά­γο σερ­φά­ρι­σμα, παι­χνί­δια τρισ­δι­ά­στα­τα, κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α. Μέ­σα σ’ ὅ­λα, μέ­σα ζων­τα­νά. Δυ­σκο­λεύ­ον­ται ὅ­μως νὰ δρά­σουν μέ­σα στὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Στὸ πά­νελ κι ἕ­νας ἀν­τι­δρα­στι­κός, ἀμ­φι­σβη­τί­ας. Ἕ­νας γο­νιός, μὴ κα­ταρ­τι­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, φαι­νο­με­νι­κή. Μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή του, τοῦ φαί­νε­ται σὰν κά­τι νὰ κρύ­βε­ται. Σὰ νὰ τὴ χά­νει. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Συ­νε­χί­ζει, μὲ τράκ. Βι­ώ­νου­με τὸ εὔ­κο­λο πρῶ­το πλά­νο, αὐ­τὸ ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τοὺς εἰ­κο­νι­κοὺς σκη­νο­θέ­τες τῆς ζω­ῆς, αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­πλα­νοῦν ἠ­θο­ποι­ούς, πά­σης κα­τη­γο­ρί­ας θε­α­τὲς κι ἄλ­λους συν­τε­λε­στές. Χρει­ά­ζε­ται ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σπά­θεια, ἐ­ξάν­τλη­ση ὅ­λων τῶν χρο­νι­κῶν πε­ρι­θω­ρί­ων, γιὰ νὰ γνω­ρί­σεις τὸν συ­νάν­θρω­πο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νεις, νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖς. Νὰ φτά­σεις στὸ με­δού­λι. Τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴ ζω­ή. Ὅ­σα καὶ νὰ φα­νε­ρώ­νεις ἀ­πὸ δαύ­τη, θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρύ­βε­ται κι ἐ­σὺ νὰ προ­σπα­θεῖς μπᾶς καὶ κα­τα­λά­βεις τί κα­πνὸ φου­μά­ρει. Χω­ρὶς νὰ εἶ­σαι πο­τὲ σί­γου­ρος γιὰ τὴν κρί­ση σου, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σπά­θειάς σου. Γιὰ ὅ­λους καὶ ὅ­λα. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κόκ­κι­να μά­γου­λα, πρώ­τη φο­ρὰ στὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ το­πί­ο.

       Κα­λού­τσι­κος. Δι­ά­βα­ζα τὶς προ­άλ­λες σ’ ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­στρο­φυ­σι­κῆς ὅ­τι τὸ φῶς ποὺ βλέ­που­με ἀ­πὸ κά­θε ἀ­στέ­ρι εἶ­ναι πα­ρελ­θόν­τος χρό­νου. Πολ­λὰ βρί­σκον­ται ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς μα­κριά μας. Πα­ρὰ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ φω­τὸς μὲ τὴν ὁ­ποί­α τα­ξι­δεύ­ει ἡ λάμ­ψη τους ἐ­μεῖς τὴν βλέ­που­με τώ­ρα. Ἡ λάμ­ψη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­νει ὅ­τι πράγ­μα­τι ζοῦν. Μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι. Βλέ­που­με, στὸ πα­ρόν, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους ποὺ τα­ξι­δεύ­ει στὸ μέλ­λον, χω­ρὶς νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι σὲ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκον­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ καὶ πι­θα­νὸν νὰ μὴν τὸ μά­θου­με πο­τέ. Εἶ­ναι καὶ τὰ πε­φτα­στέ­ρια. Γι­νό­μα­στε θι­α­σῶ­τες τῆς στιγ­μῆς ποὺ σβή­νουν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζου­με τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του τους.

       Μπέρ­δε­μα. Οἱ εἰ­δι­κοὶ ψυ­χο­λό­γοι μι­λοῦν γιὰ τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ποὺ ἐγ­κλω­βί­ζει τοὺς νέ­ους. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ σύμ­παν­τος μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νουν ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ φαί­νε­ται δὲν εἶ­ναι σὲ πραγ­μα­τι­κὸ χρό­νο, ὅ­τι ἡ δρά­ση στὴν τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ φαι­νο­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται ὁ ἀν­τι­δρα­στι­κός; Συμ­βαί­νει κά­τι ἄλ­λο; Μή­πως δι­α­φεύ­γει, γιὰ κά­ποι­ους λό­γους, μιὰ λαν­θά­νου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

       Μᾶς λέ­νε, δη­λα­δή, ὅ­τι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τοι­κή­σει τώ­ρα σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες καὶ προ­σπα­θή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ με­λε­τή­σει τὸ φῶς τῆς γῆς καὶ τῶν νέ­ων της, θὰ λά­βει μιὰ πλα­σμα­τι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἡ εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α οἱ εἰ­δι­κοὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ζοῦν οἱ νέ­οι σή­με­ρα, θὰ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ εἶ­ναι μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ θὰ τὴ βλέ­πουν στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες δί­χως, ὅ­μως, νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μα­ζὶ καὶ οἱ συ­νέ­πει­ες τῶν πρά­ξε­ων τῶν νέ­ων τοῦ δι­κοῦ μας πλα­νή­τη. Μή­πως οἱ νέ­οι δι­αι­σθά­νον­ται ἢ γνω­ρί­ζουν κά­τι πα­ρα­πά­νω;

       Πῶς νὰ μὴ μπερ­δέ­ψουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ὄ­χι μό­νο τοὺς νέ­ους ἀλ­λὰ ὅ­λους; Ἂς ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα στοὺς εἰ­δι­κούς, ποὺ γνω­ρί­ζουν ἄ­ρι­στα τὴν ψυ­χο­λο­γί­α νέ­ων, ἐ­φή­βων καὶ παι­δι­ῶν. Ἂς συμ­με­ρι­στοῦ­με τὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, θλι­βε­ρή τους δι­α­πί­στω­ση, ὅ­πως τὴν δι­α­τυ­πώ­νουν, τώ­ρα δά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι οἱ νέ­οι βι­ώ­νουν τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς πα­νε­πι­στη­μί­ου σὲ ἄλ­λη ἐκ­πομ­πή. Λέ­ει ὅ­τι ἐ­μεῖς, τὰ τα­πει­νὰ ὄν­τα, ποὺ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μό­νο τὸ τρισ­δι­ά­στα­το σύμ­παν, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­πω­φε­λη­θοῦ­με τῶν πλε­ο­νε­κτη­μά­των τῆς τα­χύ­τη­τας τοῦ φω­τὸς καὶ νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­νά­λο­γα, θὰ πρέ­πει πρῶ­τα ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι νὰ γί­νου­με φῶς. Αὐ­τό, μὲ τὰ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Μπλέ, πρά­σι­νο, Κόκ­κι­νο. Ἀ­γα­πῶ τοὺς ἀ­στρο­φυ­σι­κούς. Τὶς ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Εἶ­ναι σὰν πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ μι­κρὸς ἤ­θε­λα κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ, δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ἐλ­πί­ζω νὰ γνω­ρί­σω κά­ποι­ον ἀ­πὸ κον­τά. Νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὰ τα­ξί­δια τοῦ νοῦ ποὺ μοῦ χα­ρί­ζει. Νὰ τοῦ πῶ πὼς ἐλ­πί­ζω κι ἐ­γὼ σὲ μιὰ φω­τει­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τὴν πε­ρί­με­να πῶς καὶ πῶς κι ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ τὴν προ­σμέ­νω, πί­νον­τας τὸ πρω­ι­νό μου κα­φε­δά­κι, δου­λεύ­ον­τας, πη­γαί­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο, κά­νον­τας βόλ­τες μα­ζί τους στὴ θά­λασ­σα καὶ στὸ βου­νό, βγά­ζον­τας βόλ­τα τὸ σκύ­λο, παί­ζον­τας παι­χνί­δια τε­χνο­λο­γί­ας, σερ­φά­ρον­τας στὸ ἴν­τερ­νετ καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α, δι­α­βά­ζον­τας πα­ρα­μύ­θια, συ­ζη­τών­τας ἄλ­λο­τε γιὰ τὸ σά­κο καὶ τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς ἀ­γο­ρά­σω καὶ τώ­ρα γιὰ τὶς σπου­δές τους, λέ­γον­τάς τους πό­σο πο­λύ τα ἀ­γα­πῶ, τὴν προ­σμέ­νω πνιγ­μέ­νος στὰ φι­λιά τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ θυ­μί­ζουν ὅ­τι δὲ θέ­λουν νὰ χά­σουν τὸ φῶς τους. Εἶ­ναι ἀ­γρί­μια, ἀν­τι­δροῦν. Σὲ ὅ­λα. Γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξη­με­ρω­θοῦν. Γιὰ νὰ μὴ χά­σουν τὸ φῶς τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα τους. Μοῦ θυ­μί­ζουν τὸ δι­κό μου παι­δι­κὸ φῶς. Μοῦ θυ­μί­ζουν τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).



		

	

Λίλη Μιχαηλίδου: Γυάλινος δίσκος


Λί­λη Μι­χα­ηλί­δου


Γυ­ά­λι­νος δί­σκος


[…Τὸ ἄγγιγμα ἑ­νὸς πο­λύ­τι­μου βι­βλί­ου ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε γιὰ τὸν Μέντελ

ὅ,­τι γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο ἡ συ­νεύ­ρε­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα…]


Στέ­φαν Τσβά­ιχ

Ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης Μέν­τελ


ΑΘΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ἀπὸ τὸν πάγ­κο, ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Ὑ­πο­λο­γί­ζω τὸ ὕ­ψος του, ἕ­να καὶ ἑ­βδο­μήν­τα πέν­τε, ἴ­σως καὶ ὀ­γδόν­τα, λε­πτός, κα­στα­νὰ μαλ­λιὰ ἕ­ως τοὺς ὤ­μους· κά­ποι­ες στιγ­μὲς τοῦ­φες ξε­φεύ­γουν καὶ πέ­φτουν στὸ πρό­σω­πό του, τὶς παίρ­νει ἁ­πα­λὰ καὶ τὶς στε­ρε­ώ­νει πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἀ­φτιά. Τὰ μά­τια του ἔ­χουν τὴν σπιρ­τά­δα τῆς νι­ό­της καὶ ἐκ­πέμ­πουν τὴ σι­γου­ριὰ πὼς κα­τέ­χουν αὐ­τὸ ποὺ κοι­τά­ζουν. Οἱ κι­νή­σεις του γρή­γο­ρες, σβέλ­τες σὰν θε­ρι­στῆ· τὰ δά­χτυ­λά του μὲ μα­ε­στρί­α χα­ϊ­δεύ­ουν τὰ πλῆ­κτρα τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ, ὅ­πως θὰ χά­ι­δευ­αν ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να δί­νει πλη­ρο­φο­ρί­ες στοὺς πε­λά­τες γιὰ τὸ ποῦ θὰ βροῦν, ποι­ὸ βι­βλί­ο.

        Ἀ­παν­τᾶ σὲ ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ βι­βλί­α, γιὰ συγ­γρα­φεῖς, γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, γιὰ συγ­γράμ­μα­τα, ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, ὁ­δη­γούς, λε­ξι­κά· ση­κώ­νε­ται πά­ει στὰ ρά­φια, προ­σθέ­τει νέ­α βι­βλί­α, με­τα­κι­νεῖ τὰ πα­λιά. Τὸ ὅ­λο πα­ρου­σι­α­στι­κό του μοιά­ζει μὲ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς ἄλ­λου βι­βλί­ου ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις στὰ ρά­φια, οὔ­τε εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο γιὰ δι­ά­βα­σμα.

        Ἀ­πὸ μι­κρὸς μπαι­νό­βγαι­νε σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ γεύ­ση τῶν βι­βλί­ων. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει, βρῆ­κε ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ζη­τοῦ­σε. Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἔ­γνοι­α του, προ­σέ­δι­δε στὰ βι­βλί­α μιὰ δι­κή τους, ξε­χω­ρι­στὴ ζω­ή. Τὶς ὧ­ρες ἐρ­γα­σί­ας δὲν ἦ­ταν μό­νος, ἔ­νι­ω­θε ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω του· οἱ πε­λά­τες δὲν στα­μα­τοῦ­σαν νὰ μπαι­νο­βγαί­νουν, νὰ ψά­χνουν, νὰ ρω­τοῦν, νὰ δι­α­βά­ζουν, νὰ ἀ­γο­ρά­ζουν, νὰ πα­ραγ­γέλ­νουν, νὰ συ­ζη­τοῦν, νὰ ἀ­να­λύ­ουν, νὰ ἀ­πορ­ρο­φοῦν καὶ νὰ χορ­ταί­νουν μὲ νέ­ες καὶ πα­λι­ὲς ἐκ­δό­σεις, ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζαν. Τὰ βι­βλί­α, ἔ­λε­γε, συν­δέ­ουν τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, τοὺς βο­η­θοῦν νὰ ξε­περ­νοῦν τὴ γεύ­ση τοῦ ἐ­φή­με­ρου καὶ τῆς λή­θης.

        Κά­θο­μαι στὸ κα­φὲ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Εἶ­ναι γε­μά­το κό­σμο ποὺ ρου­φά­ει κι ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸν κα­φὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­τι τὰ βι­βλία. Παίρ­νω ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ φυλ­λο­με­τρῶ, μὰ τὰ μά­τια μου εἶ­ναι στραμ­μέ­να πά­νω του. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, μὲ κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ μὲ νό­η­μα· συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά του. Ὁ κό­σμος πε­ρι­μέ­νει οὐ­ρὰ στὸ τα­μεῖ­ο, ὄ­χι γιὰ πο­λύ, για­τί ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­ται γρή­γο­ρα. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ νε­α­ρή, μὲ μα­κριὰ ἴ­σια μαλ­λιά, τζίν, πα­πού­τσια πά­νι­να, τα­γά­ρι σταυ­ρω­τὸ στὸν ὦ­μο της.

        Τὰ μά­τια του πέ­φτουν πά­νω της, αὐ­τὴ κοκ­κι­νί­ζει, δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ σει­ρά της, αὐ­τὸς βι­ά­ζε­ται νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τοὺς πε­λά­τες μπρο­στά της, τὸ βλέ­πω στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ δά­χτυ­λά του στὸ τα­μεῖ­ο. Φτά­νει ἡ σει­ρά της, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δὲν θέ­λει νὰ τε­λει­ώ­σει, τὸ βλέμ­μα του τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, τὰ μά­γου­λά της κοκ­κι­νί­ζουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μα­ζὶ μὲ τὰ βι­βλί­α, τῆς βά­ζει στὴν τσάν­τα κι ἕ­να χαρ­τά­κι, ἴ­σως τὸ τη­λέ­φω­νό του, σκέ­φτο­μαι.

        Ἡ νε­α­ρή τὰ παίρ­νει καὶ κά­θε­ται στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Βγά­ζει ἕ­να-ἕ­να τὰ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ φυλ­λο­με­τρᾶ, τὰ ξα­να­βά­ζει στὴν τσάν­τα. Στὸ χέ­ρι της εἶ­ναι τώ­ρα τὸ χαρ­τά­κι τοῦ βι­βλι­ο­πώ­λη. Μὲ γρή­γο­ρη κί­νη­ση βά­ζω τὰ γυα­λιά μου, τὸ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι σω­στό, μὰ κά­τι μὲ σπρώ­χνει νὰ κοι­τά­ξω τὸ ση­μεί­ω­μα, «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη» γρά­φει, ἡ καρ­διά μου σκιρ­τά­ει λὲς καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο γιὰ μέ­να. Μὲ συγ­κί­νη­σε, πρῶ­τα ἡ χει­ρο­νο­μί­α μὲ τὸ χαρ­τὶ καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη». Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη νέ­οι ρο­μαν­τι­κοὶ στὶς μέ­ρες μας; Σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χουν, νὰ ποὺ τὸ βλέ­πω μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια.

        Ἡ κο­πέ­λα δι­πλώ­νει τὸ χαρ­τά­κι καὶ τὸ βά­ζει στὸ τα­γά­ρι της. Ση­κώ­νει τὰ μά­τια νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Δὲν ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Τὸν ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα της. Τὸν εἶ­δε στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ μιὰ κο­πέ­λα κα­τε­βά­ζον­τας βι­βλί­α ἀ­πὸ τὰ ψη­λὰ ρά­φια. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκά­λα, τὴν παίρ­νει πα­ρά­με­ρα, τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ τῆς δί­νει στὰ πε­τα­χτὰ ἕ­να φι­λί. Ἡ νε­α­ρὴ δί­πλα μου πα­γώ­νει. Στὰ μά­τια της ἄ­να­ψε μιὰ ἔκ­πλη­ξη ἀ­νά­μει­κτη μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ξα­να­βγά­ζει τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, τὸ τσα­κί­ζει στὴ χού­φτα της, ση­κώ­νε­ται καὶ τὸ πε­τά­ει πά­νω στὸν πάγ­κο, δί­πλα στὴν τα­μεια­κὴ μη­χα­νή. Ὥ­σπου νὰ ψά­ξω νὰ δῶ ποῦ ἦ­ταν ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, ἡ κο­πέ­λα εἶ­χε ἤ­δη βγεῖ στὸ δρό­μο.

        Ἔ­νι­ω­σα κά­τι νὰ σπά­ει μὲ πά­τα­γο, σὰν ἕ­νας γυ­ά­λι­νος δί­σκος μὲ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου, νὰ πέ­φτει στὸ μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα καὶ τὰ κομ­μά­τια τους νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται σὲ ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ κα­φέ…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λη Μι­χα­η­λί­δου (Λευ­κω­σί­α). Ποί­η­ση. Πε­ζο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ πό­λη δὲν θέ­λει συ­στά­σεις (Με­λά­νι, ἀ­φη­γή­μα­τα, 2011). Ποι­ή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Τρισεύγενη Γιαννακοπούλου: Φρέαρ τῆς λήθης


Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου


Φρέ­αρ τῆς λή­θης

 

ΥΠΝΑΕΙ στὸ ζε­στὸ κρε­βά­τι. Ἡ μάν­να ση­κώ­νε­ται νὰ τοῦ φτιά­ξει κα­φέ, φο­ρά­ει τὴ ζε­στὴ μάλ­λι­νη ρόμ­πα της. Τὸ ζω­η­ρὸ κόκ­κι­νο χρῶ­μα της φω­τί­ζει γιὰ λί­γο τὸ δω­μά­τιο. Δί­νει στὸν πα­τέ­ρα τὰ ρου­χα­λά­κια της νὰ τὴν ἀλ­λά­ξει στὸ κρε­βά­τι, ἐ­κεί­νη κρυ­ώ­νει, κλαί­ει σι­γά, δὲν ξέ­ρει πῶς νὰ τὸ πεῖ, δὲ μι­λά­ει ἀ­κό­μα.

       «Βάλ­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ πά­πλω­μα νὰ ζε­στα­θοῦν πρὶν τῆς τὰ φο­ρέ­σεις», λέ­ει ἡ μά­να γε­λών­τας. Ἐ­κεῖ­νος πε­ρι­μέ­νον­τας τὸν κα­φέ του, χου­ζου­ρεύ­ει στὰ ζε­στὰ καὶ τῆς σι­γο­τρα­γου­δά­ει κρα­τών­τας την ἀγ­κα­λιά.

       Ξυ­πνά­ει στὸ ζε­στό της κρε­βά­τι μὲ τὸ τρα­γού­δι του στ’ αὐ­τιά της. Ση­κώ­νε­ται φο­ρά­ει τὴν ζε­στὴ μάλ­λι­νη ρόμ­πα της. Φτιά­χνει κα­φέ.

       Ψά­χνει στὸ Δι­α­δί­κτυ­ο. Βρί­σκει τὸ τρα­γού­δι. Πα­τά­ει τὸ ψη­φια­κὸ Play. Τὰ ξε­χα­σμέ­να λό­για ἀ­κού­γον­ται μὲ τὴ συ­νο­δεί­α μιᾶς ὀρ­χή­στρας πε­θα­μέ­νης ἀ­πὸ χρό­νια.

       Με­τὰ τοὺς κερ­νά­ει κα­φὲ προ­σπα­θών­τας νὰ τοὺς κρα­τή­σει γιὰ λί­γο στὴν εὔ­θραυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῆς μνή­μης πρὶν βυ­θι­στοῦν στὸ ἀ­πύθ­με­νο φρέ­αρ τῆς λή­θης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τρι­σεύ­γε­νη Γι­αν­να­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1950)  Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Οἰ­κο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Πο­λι­τι­κῶν Μη­χα­νι­κῶν τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ἔ­χει γρά­ψει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα καὶ βι­βλίο μὲ τί­τλο: Συ­στή­μα­τα, Οἰ­κο­συ­στή­μα­τα καὶ Βι­ω­σι­μό­τη­τα. Φαι­νό­με­να Θερ­μο­δυ­να­μι­κῆς καὶ Αὐ­το­ορ­γά­νω­σης στὸ Σύγ­χρο­νο Κό­σμο (2008). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Φωτεινὴ Τέντη: Ὁ Βάθρακας



Φωτεινὴ Τέντη


Ὁ Βά­θρα­κας


Η ΜΠΑΛΑ προ­σγει­ώ­θη­κε πά­νω στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες. Ὁ πε­ρι­πτε­ρὰς φω­νά­ζει ἔ­ξαλ­λος. Μα­ζὶ μὲ τὴν «Ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ» καὶ τὰ «Νέ­α», τὸ πε­ζο­δρό­μιο γε­μί­ζει μὲ κου­τά­κια κα­ρα­μέ­λες, τσί­χλες καὶ γλει­φι­τζού­ρια σὲ σχῆ­μα κό­κο­ρα. «Ἦ­ταν γκόλ», φω­νά­ζω στὸ Θα­νά­ση καὶ με­τὰ πλα­κω­νό­μα­στε στὸ ξύ­λο. «Πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ τοῦ­βλο», ὁ Θα­νά­σης ἴ­σα ποὺ ἀ­κού­γε­ται, τοῦ σφίγ­γω τὸ σα­γό­νι. Μὲ κλω­τσά­ει στὸ κα­λά­μι, λύ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου, πέ­φτου­με κά­τω καὶ κυ­λι­ό­μα­στε στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἡ Χαλ­κί­δος καί­ει, εἶ­ναι κα­τα­κα­λό­και­ρο, ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν κα­τα­λα­βαί­νου­με. Μᾶς χω­ρί­ζουν οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, «Ρὲ σεῖς, πρέ­πει νὰ πά­ρου­με τὴν μπά­λα, θὰ τὸν σκο­τώ­σει ὁ πα­τέ­ρας του τὸ Σω­τή­ρη, ἂν τὴν χά­σει». Κοι­τα­ζό­μα­στε, κοι­τα­ζό­μα­στε καὶ μὲ τὸ Θα­νά­ση, ποι­ός θὰ πά­ει στὸ πε­ρί­πτε­ρο; «Εἶ­ναι ἡ σει­ρά σου» λέ­ει ὁ Σω­τή­ρης. Τὸ σκέ­φτο­μαι καὶ λέ­ω «Ἐν­τά­ξει, πᾶ­με». Τὸ πε­ρί­πτε­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τὸ ἔ­χει ὁ «Βά­θρα­κας», ἔ­τσι τὸν ξέ­ρα­με, για­τὶ τὸ σου­λού­πι του ἦ­ταν σὰν βα­τρά­χου καὶ τὸ κα­νο­νι­κό του ὄ­νο­μα τὸ εἴ­χα­με ξε­χά­σει. Στη­νό­μα­στε ὅ­λοι μα­ζὶ μπρο­στά του, ἐ­γὼ στὴ μέ­ση καὶ οἱ ἄλ­λοι ἕ­ξι πί­σω καὶ γύ­ρω μου, σὰν σω­μα­το­φύ­λα­κες ἕ­να πράγ­μα. Ὁ Βά­θρα­κας κρα­τά­ει τὴν μπά­λα καὶ πε­ρι­μέ­νει. Κα­τε­βά­ζω μέ­χρι τὰ γό­να­τα τὸ σορ­τσά­κι τῆς Μάν­τσε­στερ ποὺ φο­ρά­ω. Μα­ζὶ καὶ τὸ σώ­βρα­κο. Οἱ ἄλ­λοι μὲ κα­λύ­πτουν νὰ μὴν φαί­νο­μαι στὴ Χαλ­κί­δος. Ὁ Βά­θρα­κας καρ­φώ­νει τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ βλέμ­μα του, τὰ μά­τια του πε­τά­γον­ται σὰν τοῦ βα­τρά­χου, μπο­ρεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ τοῦ κόλ­λη­σαν τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Στὸ λε­πτὸ ἀ­πά­νω, ση­κώ­νω τὸ σορ­τσά­κι κι ἐ­κεῖ­νος μοῦ πε­τά­ει τὴν μπά­λα. Τὴν ἁρ­πά­ζου­με μα­ζὶ καὶ μιὰ χού­φτα κα­ρα­μέ­λες καὶ τρέ­χου­με στὸ αὐ­το­σχέ­διο τέρ­μα ποὺ ἔ­χου­με φτιά­ξει μὲς στὴ μέ­ση του δρό­μου. Πρέ­πει νὰ προ­πο­νη­θοῦ­με για­τὶ αὔ­ριο ἔ­χου­με μὰτς μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς πά­νω γει­το­νιᾶς.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Φωτεινὴ Τέντη. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ δι­α­δι­κτυα­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ καὶ Fractal, ὅ­πως καὶ στὶς ἱ­στο­σε­λί­δες Bookpress, Eyelands καὶ 25η ὥ­ρα. Δι­ή­γη­μά της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἔν­τυ­πη συλ­λο­γὴ τῶν δι­α­κρι­θέν­των τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ δι­η­γή­μα­τος ποὺ δι­ορ­γά­νω­σαν τὸ 2015 οἱ ἐκ­δό­σεις «Μω­ρα­ΐ­τη» καὶ «Ἐν­τύ­ποις».



		

	

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας: Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή



Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή


ΜΙΑ ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΥΦΟΡΙΑ ἀ­πὸ λί­γο ἥ­λιο καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α μέ­σα στὸ γρα­φεῖ­ο —τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα λε­φτά μου πᾶ­νε στὶς θερ­μά­στρες— ἐ­νῶ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται νυ­χθη­με­ρὸν τὰ χάρ­τι­να κρεβ­βά­τια στὶς μπρο­στι­νὲς φάτ­νες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κῶν.

       Ποι­ός Κύ­ριος τῆς Βη­θλε­ὲμ θὰ ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ λυ­πᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου;

       Ἡ συ­σκευ­ὴ τοῦ κλι­μα­τι­σμοῦ ξυ­πνά­ει μὲς στὸ γρα­φεῖ­ο τὰ τζι­τζί­κια. Ποῦ­θε κρύ­βον­ταν τό­σους μῆ­νες;

       Ἂν ἀ­νέ­βει κι ἄλ­λο ἡ τε­χνη­τὴ θερ­μο­κρα­σί­α, θὰ πέ­σω ἔ­ξω οἰ­κο­νο­μι­κῶς. Φο­βᾶ­μαι μά­λι­στα μή­πως ἀρ­χί­σουν νὰ γδύ­νον­ται καὶ οἱ φι­γοῦ­ρες τῶν κά­δρων. Πρέ­πει νὰ κα­τε­βά­σω ἀ­μέ­σως καὶ νὰ κρύ­ψω τὶς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες. Τί θὰ γί­νει ὅ­μως μὲ τὶς ὑ­δα­το­γρα­φί­ες τοῦ τοί­χου; Θὰ τὰ­ κά­νουν ὅ­λα μού­σκε­μα.

      Κα­λύ­τε­ρα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη μέ­σα στὸ με­σο­χεί­μω­νο. Δὲν πρό­κε­ιται νὰ βγά­λω οὔ­τε τὴ robe de chambre, οὔ­τε τὸ σκω­τσέ­ζι­κο κα­σκόλ μου.

       Ὑ­π’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες, ἂς μὲ λυ­πη­θεῖ του­λά­χι­στον ὁ Κύ­ριος κι ἂς ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ τὰ βά­ζω πιὰ μὲ τὸν οἰ­κο­λο­γι­κό μου ἑ­αυ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α:Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά (Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014), Διάλογοι μὲ τὸν Ἀρχίλοχο (Περισπωμένη, 2016). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).