Καλλιόπη Ἐξάρχου: Μαγειρική


Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου

 

Μα­γει­ρι­κή

 

ΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΛΑ γύ­ρω σου ση­μαί­νουν ὑ­πο­χώ­ρη­ση, μπαί­νεις μὲ μι­σὴ καρ­διὰ στὴν κου­ζί­να καὶ μα­γει­ρεύ­εις γε­μι­στὰ κο­λο­κυ­θά­κια αὐ­γο­λέ­μο­νο. Αἴφ­νης ἡ μυ­ρω­διά τους γί­νε­ται ἀρ­τη­ρί­α ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἐ­πο­χὴ τὴν πο­τι­σμέ­νη θω­πεῖ­ες ἀ­πὸ τὴ μα­γει­ρι­κή τῆς μά­νας. Λὲς καὶ τὸ κά­νει ἐ­πί­τη­δες, τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα δι­α­λέ­γει ἕ­να τρα­γού­δι ἀ­σορ­τὶ καὶ μπερ­δεύ­ε­ται τὸ μέ­σα σου. Ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­κά­θε­κτη στὸ στό­μα ἡ γεύ­ση τοῦ κά­πο­τε, βά­ζεις τὰ δυ­να­τά σου νὰ χα­μο­γε­λά­σεις πά­νω ἀ­πὸ τὴν κα­τσα­ρό­λα, μή­πως καὶ πε­τύ­χει ἡ συν­τα­γὴ τῆς νο­σταλ­γί­ας.

        Τῆς ἄ­ρε­σε πο­λύ τῆς μά­νας μου ἡ μα­γει­ρι­κή. Τὴν ἐ­κτε­λοῦ­σε χω­ρὶς συν­τα­γὲς καὶ δό­σεις. Τὸ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το, ἐ­ξάλ­λου, δὲν με­τρι­έ­ται σὲ γραμ­μά­ρια. Τοῦ φτά­νει μό­νο νὰ σαλ­πί­ζει τὸ αἷ­μα, γιὰ νὰ γί­νε­ται ἡ ἀ­νά­λη­ψη τῶν δα­χτύ­λων. Φαν­τα­στεῖ­τε δέ­κα δά­χτυ­λα ὅ­λο ἔ­παρ­ση —τὸ κα­θέ­να νὰ κι­νεῖ­ται γιὰ λο­γα­ρια­σμό του— νὰ ἐ­ξο­ρί­ζουν ξη­ρα­σί­ες καὶ στε­ρη­τι­κά, νὰ ἐ­ξο­ρύσ­σουν ὑ­γρὰ ρί­γη, νὰ γδέρ­νουν ἀ­πὸ πά­νω τους τὴν κρού­στα, νὰ ἁρ­πά­ζουν τὸ με­δού­λι καὶ νὰ τὸ στραγ­γα­λί­ζουν μέ­χρι στα­γό­νας. Ἀ­κο­λού­θη­σα τὴν τα­κτι­κή της μέ­χρι κε­ραί­ας, ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν κου­ζί­να. Τοῦ γρα­φέ­α. Ἔ­πρε­πε πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ τὴ Φω­νή μου. Γιὰ τὴν ἀ­λη­θεί­α τοῦ πράγ­μα­τος.

        Τό­τε ἄρ­χι­σε τὸ μαρ­τύ­ριο τῶν λέ­ξε­ων καὶ τὸ δι­κό μου. Για­τί αὐ­τὴ καὶ ὄ­χι τὴν ἄλ­λη; Για­τί μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά; Ἡ πρω­το­κα­θε­δρί­α τους ἦ­ταν τὸ με­γά­λο πρό­βλη­μα. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Δι­εκ­δι­κοῦ­σαν καὶ ἄλ­λα προ­νό­μια. Τὴ μου­σι­κό­τη­τά τους νὰ ἀ­κού­σω. Μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­τι δο­νοῦν­ται, σὰν βροῦν κα­τάλ­λη­λο τὸν τό­πο. Ἐκ­πλη­κτι­κὸ πῶς. Μοῦ ὑ­πό­σχον­ταν κά­θε μί­α γιὰ λο­γα­ρια­σμὸ της εὐ­γο­νί­α καὶ εὐ­καρ­πί­α.

        Στὸ χέ­ρι μου ἦ­ταν νὰ πά­ρω τὴν ἀ­πό­φα­ση. Τὴ δύ­σκο­λη ἀ­πό­φα­ση, ποὺ θὰ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι ἤγ­γι­κεν ὁ χρό­νος νὰ βά­λω τε­λεί­α. Οὔ­τε λό­γος, βέ­βαι­α, γιὰ τὸ τα­ξί­δι τὸ χα­ῶ­δες, τὸ ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το στὴ συ­νάν­τη­σή τους μὲ τὸν Ἄλ­λον ποὺ χτυ­πά­ει σὰν καμ­πά­να τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης. Καὶ πῶς νὰ μὴν τὸ εὐ­τε­λί­σεις, με­τα­θέ­τον­τας τὰ ὅ­ρια της πέ­ραν ἀ­πὸ ἐ­σέ­να, ὥ­σπου νὰ κερ­δί­σεις τὸ «ἀ­γα­πᾶ­τε ἀλ­λή­λους».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου Ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Θε­α­τρο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Γαλ­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Α.Π.Θ. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α καὶ Θε­ω­ρί­α τοῦ Θε­ά­τρου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει βι­βλί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος, λο­γο­τε­χνί­ας καὶ με­τα­φρά­σεις. Πρό­σφα­τα βι­βλί­α της Ὀ­νο­μά­ζο­μαι… Γυ­ναί­κα (θέ­α­τρο, University Studio Press, 2005), Τό­σο ἤ­θε­λε τὸ στῆ­θος (ποί­η­ση, Σο­κό­λη, 2020), Ἡ κυ­ρί­α Χ (δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λη, 2018). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς (ποί­η­ση) τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δί­ο­δος, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐκ­δί­δε­ται στὴ Δρά­μα.


Κώστας Καναβούρης: Βράδυ τῶν κουρασμένων ἀνθρώπων


Κώ­στας Κα­να­βού­ρης


Βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων


ΕΤΑΡΤΗ, ΜΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, γύ­ρω στὶς 7 τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τί ἀ­πό­γευ­μα δη­λα­δή, πὲς βρά­δυ κα­λύ­τε­ρα. Μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ τοῦ με­τρὸ «Νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο». Δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λά, ὅ­ταν εἶ­ναι νω­ρὶς τὸ βρά­δυ καὶ εἶ­σαι μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὅ­που κι ἂν πά­ει αὐ­τό, καὶ εἶ­ναι βα­θὺς χει­μώ­νας καὶ τὸ μέ­σα κρύ­ο μπερ­δεύ­ε­ται μὲ τὸ ἔ­ξω, τό­τε νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων.  Ὄ­χι τό­σο στὸ με­τρό, ὅ­σο στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Θὲς ὁ φω­τι­σμός, θὲς ποὺ κοι­τά­ζεις ἔ­ξω μιὰ πό­λη κου­ρα­σμέ­νη, θὲς ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο τρυ­πά­ει τὸ πε­ζο­δρό­μιο σὰν βι­τρι­ο­λι­κὸ χι­οῦ­μορ ἐκ­δί­κη­σης, θὲς ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νε­βαί­νουν στὸ ὄ­χη­μα σὰν νὰ τὸ πε­ρί­με­ναν χί­λια χρό­νια ἢ ἀ­πὸ κά­ποι­ον προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να χω­ρὶς ἄ­νοι­ξη, γε­γο­νὸς εἶ­ναι πὼς σὲ μιὰ Τε­τάρ­τη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς 7 τὸ βρά­δυ, στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ γύ­ρω τρι­γύ­ρω χει­μώ­νας, βου­λιά­ζεις μέ­σα στὴν κού­ρα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων.

        Για­τὶ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν πη­γαί­νουν, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­στρέ­φουν. Καὶ δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν, οὔ­τε εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἔ­φυ­γαν. Ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἔ­φυ­γαν. Καὶ δὲν εἶ­ναι σι­ω­πη­λοί. Εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τοι. Μὲ πολ­λὲς ἧτ­τες σω­ρι­α­σμέ­νες μέ­σα στὰ μά­τια τους. Ἀ­νε­λέ­η­τες ἧτ­τες.

        Βρί­σκω ἕ­να κά­θι­σμα ὅ­που μπο­ρῶ νὰ κα­θί­σω, ἕ­τοι­μος βέ­βαι­α νὰ ση­κω­θῶ, ἀ­φοῦ τὰ μέ­τρα γιὰ τὸν κο­ρω­νο­ϊ­ὸ μοιά­ζουν μὲ τὴν πα­ροι­μί­α «Τέ­τοι­α ὥ­ρα, τέ­τοι­α λό­για». Μέ­σα στὸ σα­κί­διο ἔ­χω τὰ «Ἅ­παν­τα» τοῦ Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο (1892-1938). Ὁ μέ­γας Πε­ρου­βια­νὸς ποι­η­τής. Με­γά­λο μέ­ρος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του τὸ πέ­ρα­σε σι­τι­ζό­με­νος ἐ­λά­χι­στα. Πέ­θα­νε, κα­τέρ­ρευ­σε κα­λύ­τε­ρα, στὸ Πα­ρί­σι, λί­γο με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν δη­μο­κρα­τι­κῶν δυ­νά­με­ων στὴν Ἱ­σπα­νί­α.

        Χαί­ρο­μαι για­τὶ θὰ δι­α­βά­σω κά­ποι­α ποι­ή­μα­τά του στὸ Τρί­το Πρό­γραμ­μα. Ἐ­κεῖ πη­γαί­νω. Καὶ πη­γαί­νω μέ­σα στὸν χει­μώ­να τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Τοὺς βλέ­πω κι ἀ­νοί­γω τὰ «Ἅ­παν­τα» στὸ τέ­ταρ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο τοῦ Βα­λι­έ­χο, ποὺ ἔ­χει τί­τλο «Ἱ­σπα­νί­α πα­ρελ­θέ­τω ἀ­π’ ἐ­μοῦ τὸ πο­τή­ριον τοῦ­το» (Σε­πτέμ­βριος-Νο­έμ­βριος 1937).  Ἔ­χω ση­μα­δέ­ψει τὴ σε­λί­δα σ’ ἕ­να ποί­η­μα ποὺ μὲ συγ­κλό­νι­σε κι ἔ­χει τί­τλο «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Καὶ λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο:

        «(…) Κοί­τα­ξα τὸ πτῶ­μα, τὴ σύν­το­μη ὁ­ρα­τή του τά­ξη / καὶ τὴ βρα­δύ­τα­τη φουρ­τού­να τῆς ψυ­χῆς του· / τὸ ’­δα νὰ ἐ­πι­ζεῖ, εἶ­χε τὸ στό­μα / τὴ μι­σο­κομ­μέ­νη ἡ­λι­κί­α δύ­ο στο­μά­των. / Φώ­να­ξαν τὸν ἀ­ριθ­μό του: κομ­μά­τια. / Φώ­να­ξαν τὴν ἀ­γά­πη του: δὲν φε­λοῦ­σε! / Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη!».

        «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Χει­μώ­νας σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς Ἀ­θή­νας, χει­μώ­νας μιᾶς μά­χης μὲ μιὰ στρα­τιὰ ἀ­πὸ κου­ρα­σμέ­να μά­τια. Ἡ ἥτ­τα τῆς μά­χης τοῦ Τε­ρο­νὲλ συ­νε­χί­ζε­ται, κα­θὼς τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο προ­χω­ρά­ει ἀ­πὸ στά­ση σὲ στά­ση. Φεύ­γουν κι ἔρ­χον­ται οἱ πι­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες τῶν ξε­χα­σμέ­νων ἐ­ρώ­των, τῶν ἄ­τυ­χων σω­μά­των, τῶν πα­ραι­τη­μέ­νων ἐ­ρώ­των μέ­σα στὰ ἄ­χρη­στα με­ρο­κά­μα­τα καὶ στὶς ἀ­συμ­πέ­ρα­στες ἀ­σύμ­με­τρες ἧτ­τες.

        Στὸ πί­σω μου κά­θι­σμα μιὰ γυ­ναί­κα κου­βεν­τιά­ζει μὲ τὴν ἀ­πέ­ναν­τι. Μα­σοῦν τὶς λέ­ξεις κρο­τα­λί­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­νύ­παρ­κτο ζό­φο. Ἐ­κτί­ουν ποι­νὴ καὶ δὲν τὸ ξέ­ρουν. Τί γιὰ τὰ ἐμ­βό­λια λέ­νε ποὺ εἶ­ναι κα­τά­ρα καὶ ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «μας». Τί γιὰ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν κολ­λά­ει, τί ὅ­τι θέ­λουν νὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­σουν (ποι­οὶ ἄ­ρα­γε;) τὴ λει­τουρ­γί­α. Τί γιὰ τοὺς «ξέ­νους» ποὺ θὰ μᾶς κα­τα­κτή­σουν καὶ γιὰ τοὺς «Εὐ­ρω­παί­ους» ποὺ μᾶς μι­σοῦν…

        Κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια μου τὸν Βα­λι­έ­χο. Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε ἡ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νὲλ καὶ ἡ­  Ἔ­ξο­δος τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου καὶ ἡ σφα­γὴ τῶν Ψα­ρῶν καὶ τῆς Χί­ου καὶ ἡ μά­χη τοῦ Μα­τζι­κὲρτ καὶ ὁ Σι­κε­λι­κὸς Ἑ­σπε­ρι­νὸς καὶ ἡ θυ­σί­α τοῦ Τζορ­ντά­νο Μπροῦ­νο; Γιὰ νὰ χα­θεῖ ἡ μά­χη μέ­σα σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­ποι­ο βρά­δυ, κά­που στὸν κό­σμο, κά­ποι­α χει­μω­νι­ά­τι­κη Τε­τάρ­τη;

        Ξα­να­νοί­γω τὸν Βα­λι­έ­χο προ­σε­κτι­κὰ σὰν νὰ δι­α­βά­ζω πα­ρά­νο­μη προ­κή­ρυ­ξη: «Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη». Για­τὶ νε­κρὸς εἶ­ναι ὁ θά­να­τός μας.

        Κα­τε­βαί­νω ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ναί: Θὰ δι­α­βά­σω Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο. Ναί: Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­ναν ὅ­λα. Για­τί, ναί: Εἶ­ναι βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Καὶ ὅ­πως κα­τε­βαί­νω ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι δί­πλα μου μιὰ κί­νη­ση. Μα­ζί μου «κα­τέ­βη­κε» κι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐ­ξαί­σιος ποι­η­τὴς Σάν­τρο Πέ­να, ποὺ εἶ­δε φα­σι­σμοὺς καὶ φα­σι­σμοὺς νὰ τοῦ παίρ­νουν τὴ ζω­ή. Καὶ μοῦ λέ­ει: «Εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι κου­ρα­σμέ­νοι μό­νο· ἀλ­λὰ ὄ­χι εὐ­τε­λεῖς.» Κι ἔ­φυ­γε. Πῆ­γα κι ἐ­γώ.



Πη­γή: ἔφ. Ἡ Αὐ­γή, 16-01-2022.

https://www.avgi.gr/tehnes/405536_brady-ton-koyrasmenon-anthropon?amp

Kώστας Kαναβούρης (Kαβάλα 1955). Eἶναι πτυχιούχος Πολιτικῶν Eπι­στη­μῶν. Ἀπό τὸ 1992 εἶναι μέλος τῆς EΣHEA. Δούλεψε στὶς ἐφημερίδες Pι­ζο­σπάστης, Nέα, Mεσημβρινή, Ἔθνος, Ἐπενδυτής καὶ σὲ πολλοὺς ρα­διο­φω­νικοὺς σταθμούς. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1995 εἶχε τὴν ἐκπομπὴ βιβλίου Bιβλιοθέαση στὸ τηλεοπτικὸ κανάλι Seven. Συνεργάζεται μὲ τὴν Kυ­ρια­κάτικη Aὐγ καὶ τὸ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ NET 105,8. Ἔχουν εκδοθεῖ ὀκτώ συλ­λογές του μὲ ποιήματα, ἕνα βιβλίο μὲ δημοσιογραφικὰ κείμενα, μία συλλογὴ ἀφηγημάτων, καὶ μία νουβέλα. Πρῶτο του βιβλίο Ἡ δια­χω­ρι­στι­κὴ γραμμὴ τοῦ τοπίου (ποίηση, Ηριδανός, 1983)


Νατάσα Κεσμέτη: Γειτονικὲς πλὴν ἄγνωστες σφραγίδες


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Γει­το­νι­κές πλήν ἄ­γνω­στες Σφρα­γί­δες


ΟΛΥ ΗΣΥΧΟΣ ἄν­θρω­πος. Τήν πρώ­τη φο­ρά πού μᾶς μί­λη­σε ἦ­ταν ὅ­ταν ἦρ­θε καί μᾶς ζή­τη­σε νά κά­νου­με κά­τι μέ τή Σίλ­κυ πού ἐ­νο­χλοῦ­σε τά βρά­δια τήν γυ­ναί­κα του. Ἡ Σίλ­κυ ἦ­ταν ὁ σκύ­λος μας πού γαύ­γι­ζε στίς σκι­ές, στά πε­τού­με­να καί ἔ­τρε­χε πά­νω-κά­τω στήν αὐ­λή. Ἡ κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους ἔ­βλε­πε στόν ἀ­κά­λυ­πτο. Τήν πυ­ρό­ξαν­θη Σίλ­κυ τήν ἄ­κου­γαν, ἰ­δί­ως τά κα­λο­και­ρι­νά βρά­δια, ὅ­ταν ἔ­στρω­ναν νά κοι­μη­θοῦν στό μπαλ­κό­νι τους. Ἀ­κό­μα τό­τε, δη­λα­δή μέ­σα στά 1980, οἱ λη­στεῖ­ες καί οἱ μα­φί­ες δέν εἶ­χαν κα­τα­τρο­μά­ξει τόν κό­σμο.

        Ἦ­ταν πο­λύ ἥ­συ­χος ἄν­θρω­πος. Μό­νον ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κου­γό­ταν, ἀλ­λά ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς της πλη­ρο­φο­ροῦ­σε λά­θος. Οὔ­τε σκλη­ρή, οὔ­τε κα­κό­τρο­πη ἦ­ταν. Εἶ­χε ὑ­πεύ­θυ­νη θέ­ση κά­που καί μᾶλ­λον γύ­ρι­ζε σπί­τι της ξε­θε­ω­μέ­νη. Φαί­νε­ται πώς καί οἱ δύ­ο ἀ­γα­ποῦ­σαν τήν ἡ­συ­χί­α, ἀλ­λά, ὡς συ­νή­θως, τά χα­ρί­σμα­τα δέν φαί­νον­ται, καί κυ­ρί­ως αὐ­τά πού ἀ­νή­κουν στούς «ἁ­πλούς καί κα­θη­με­ρι­νούς ἀν­θρώ­πους». Φα­νε­ρώ­νουν τί­πο­τα αὐ­τές οἱ ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­νες λέ­ξεις; Ὅ­πως καί ἡ ἄλ­λη: συ­νη­θι­σμέ­νοι, δη­λώ­νουν μάλ­λον τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν πα­ρα­τη­ρη­τῶν καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τους. Δη­λα­δή τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πό μᾶς. Τό ἀ­κρι­βέ­στε­ρο θά ἦ­ταν: ὅ­λων μας.

        Ὅ­ταν πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ­νος, νέ­ος ἀ­κό­μα, ἔ­γι­νε γνω­στός ὁ θη­σαυ­ρός του καί σέ μᾶς, τούς γεί­το­νες. Τό μα­κρο­χρό­νιο με­ρά­κι του, τό μέ­γε­θος τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καί τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος του, ἀλ­λά καί ὁ ἴ­διος ὁ θη­σαυ­ρός: μιά τε­ρά­στια συλ­λο­γή ἀ­πό κά­θε λο­γῆς χει­ρο­ποί­η­τη­τες σφρα­γί­δες ξυ­λό­γλυ­πτες ἤ σκα­λι­σμέ­νες σέ ἄλ­λα ὑ­λι­κά. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λες ἀλ­λά καί σέ μέ­γε­θος δα­χτυ­λή­θρας. Παμ­πά­λαι­ες, μαυ­ρι­σμέ­νες, χτυ­πη­μέ­νες, ἴ­σως καί μι­σο­κα­μέ­νες πού ὅ­μως ἔ­βρι­σκε τρό­πους νά τίς ἀ­πο­κα­θι­στᾶ καί νά τίς συν­τη­ρεῖ. Δι­α­βά­σα­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι:


Το Σάβ­βα­το 25 Ο­κτω­βρί­ου 2014 έ­φυ­γε ξαφ­νι­κά α­πό τη ζω­ή το ε­κλε­κτό μέ­λος του Σω­μα­τεί­ου των Φί­λων του Νο­μι­σμα­τι­κού Μου­σεί­ου, ο συλ­λέ­κτης Φρί­ξος Πι.

            Ὁ Φρί­ξος Πι. ή­ταν μέ­λος μας α­πό το 2002, άν­θρω­πος καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος, λά­τρης της ι­στο­ρί­ας και της πα­ρά­δο­σης, φα­να­τι­κός συλ­λέ­κτης πα­λαι­ών αν­τι­κει­μέ­νων κα­θη­με­ρι­νής χρή­σης (σφρα­γί­δες άρ­του, κλει­διά, νο­μί­σμα­τα κ. ά.) και ά­ρι­στος γνώ­στης της ι­στο­ρι­κής τους α­ξί­ας, μι­λού­σε πάν­τα γι’ αυ­τά με α­γά­πη και πε­ρη­φά­νια.

            Ή­ταν άν­θρω­πος ευ­γε­νι­κός, δρα­στή­ριος , δη­μι­ουρ­γι­κός και α­κού­ρα­στος, παν­τα­χού πα­ρών στις εκ­δη­λώ­σεις του Σω­μα­τεί­ου, στις εκ­δρο­μές, στις δι­α­λέ­ξεις, στους αρ­χαι­ο­λο­γι­κούς πε­ρι­πά­τους με τον κα­λό το λό­γο για ό­λους και για ό­λα και πάν­τα με το χα­μό­γε­λο στο κα­λω­συ­νά­το πρό­σω­πό του.

            Εί­ναι μια με­γά­λη α­πώ­λεια για μας. Πραγ­μα­τι­κά θα μας λεί­ψει το α­μεί­ω­το εν­δι­α­φέ­ρον του για τις δι­α­χρο­νι­κές α­ξί­ες της ζω­ής, η αρ­χαι­ο­γνω­σί­α του, ο εν­θου­σια­σμός του και η α­γά­πη του για την πα­ρά­δο­ση, την ι­στο­ρί­α του τό­που μας, τα αρ­χαί­α μνη­μεί­α και τέ­χνερ­γα.

            Την πλού­σια συλ­λο­γή του σφρα­γί­δων άρ­του μπο­ρεί κα­νείς να θαυ­μά­σει στο Μου­σεί­ο Άρ­του των Α­λευ­ρό­μυ­λων Λού­λη στο Κε­ρα­τσί­νι. Τα μέ­λη του Δι­οι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου εκ­φρά­ζουν ει­λι­κρι­νή συλ­λυ­πη­τή­ρια στην οι­κο­γέ­νειά του


Εἶ­χε φρον­τί­σει λοι­πόν νά χα­ρί­σει τίς Εὐ­χα­ρι­στια­κές Σφρα­γί­δες του, πού δέν ἦ­ταν τό μό­νο του με­ρά­κι. Ὁ συλ­λε­κτι­κός του ἐν­θου­σια­σμός ἐ­πε­κτει­νό­ταν καί σέ πολ­λά ἄλ­λα πράγ­μα­τα μέ­σα σέ θαυ­μά­σι­ες βι­τρί­νες, τό­σο πού τό σπί­τι τους ἦ­ταν ἕ­να μι­κρό, ἀ­φα­νές, μου­σεῖ­ο. Τί­πο­τα ὡ­στό­σο δέν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­σο τίς σφρα­γί­δες. Θά μπο­ροῦ­σε νά ἰ­σχύ­σει γι’ αὐ­τόν ὁ λό­γος τοῦ Ἄγ­γλου ζω­γρά­φου Eliot Hodgkin πώς τόν ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­κεῖ­να πού κα­νείς δέ γυ­ρί­ζει νά δεῖ δυ­ό φο­ρές. Ἀλ­λά μά­θα­με πώς ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δώ­σει κά­πο­τε μιάν ἄλ­λη ἐ­ξή­γη­ση: ἡ μά­να του τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν πυρ­κα­γιά τῆς Σμύρ­νης καί, ἀ­νά­με­σα στά ἐ­λά­χι­στα πού πρό­λα­βε νά πά­ρει ἀ­πό τό σπί­τι τους, ἦ­σαν δυ­ό πα­νάρ­χαι­ες ὅ­σο καί ἀ­συ­νή­θι­στες ξυ­λό­γλυ­πτες σφρα­γί­δες. Οὔ­τε εἰ­κό­νες, οὔ­τε χρυ­σα­φι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε τί­πο­τα ἄλ­λο, ἐ­κτός ἀ­πό τό ἐγ­χά­ρα­κτο πά­νω τους Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός Νι­κᾷ. Ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν πώς αὐ­τές τούς ἔ­σω­σαν κι ἀ­πό τίς φλό­γες κι ἀ­πό τή σφα­γή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.


Είκόνα: Ἔργο τοῦ ζωγράφου Γεωργίου Μανουσάκη (Ηράκλειο Κρήτης 1914 – Αθήνα 2003).

Σταυρούλα Τσούπρου: Οἱ φιγοῦρες τοῦ Minotaure


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Οἱ φι­γοῦ­ρες τοῦ Minotaure


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΩΝΙΑΚΗ βι­τρί­να, Ρή­νου καὶ Γορ­γο­πο­τά­μου, τί­πο­τε δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἀλ­λά­ξει. Ὁ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμός του πα­ρέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ὁ ἴ­διος ποὺ ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια. Κα­θρε­φτι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, τὶς ἀν­τι­κολ­λη­τι­κὲς κα­τσα­ρό­λες τε­λευ­ταί­ας τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὰ ἀ­ε­ρο­δυ­να­μι­κοῦ σχή­μα­τος πο­λυ­τη­γά­νια κοι­τά­ζον­τας τὸν, μο­νί­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, σκυ­θρω­πὸ ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἴ­σως καὶ μὲ σι­χα­σιά. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πάλ­λη­λος, συ­νη­θι­σμέ­νη νὰ τὸν βλέ­πει κά­θε πρω­ῒ αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα, δέ­κα λε­πτὰ με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα, καρ­φω­μέ­νον στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο, δὲν ἔ­δι­νε πλέ­ον κα­μί­α ση­μα­σί­α· ἄλ­λος ἕ­νας σφυ­ριγ­μέ­νος, ποὺ κά­νει τὴν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὴ πε­ραν­τζά­δα του. Ἂν καί, μάλ­λον, ἡ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ ντυ­μέ­νη στὸ καν­τί­νι δε­σποι­νι­δού­λα δὲν θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό­σο ἤ­πια τὴν ἐν λό­γῳ ἐμ­μο­νι­κὴ πα­ρου­σί­α.

        Στὴν δεύ­τε­ρη, Χα­λε­πᾶ καὶ Ταύ­ρου, δὲν μπό­ρε­σε νὰ κοι­τά­ξει μὲ τὴν ἄ­νε­σή της. Τὸ γνω­στὸ συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­τυ­χη­σα­σῶν καὶ ἀ­τυ­χη­σάν­των ἀλ­λο­δα­πῶν πτυ­χι­ού­χων τῆς προ­σφά­τως ἐ­πα­νευ­ρι­σκο­μέ­νης ἐν πο­λέ­μω πα­τρί­δας, κα­θά­ρι­ζε πυ­ρε­τω­δῶς τὰ τζά­μια τοῦ δεύ­τε­ρου μα­γα­ζιοῦ τῆς ἡ­μέ­ρας· θὰ  ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ ἀ­κό­μη μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το γιὰ τρί­α ἄ­το­μα. Με­σο­λα­βοῦ­σαν, ὅ­μως, δύ­ο οἰ­κο­δο­μι­κὰ τε­τρά­γω­να χω­ρὶς μα­γα­ζιὰ καὶ τό­σο πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Προ­σπά­θη­σε νὰ ἀρ­κε­στεῖ σὲ ἕ­να μο­νό­φυλ­λο στε­νὸ τζά­μι ποὺ μό­λις εἶ­χε στε­γνώ­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τί­κρι­σε αὔ­ξη­σε ἀν­τὶ νὰ μει­ώ­σει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της: τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ἀ­φτὶ της εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μί­α μυ­τε­ρὴ ἄ­νω ἀ­πό­λη­ξη, καὶ μά­λι­στα τρι­χω­τή. Πλη­σι­ά­ζον­τας καὶ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νη ἐ­ναλ­λάξ, ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, δι­α­πί­στω­σε ἐν τέ­λει ὅ­τι τὸ εἴ­δω­λό της δε­χό­ταν ποι­κί­λες πα­ρεμ­βά­σεις ἀ­πὸ τὰ χνου­δω­τὰ ζω­ό­μορ­φα κου­κλά­κια τῆς WWF, ποὺ βρί­σκον­ταν πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στὸ πά­νω ρά­φι τοῦ παι­χνι­δά­δι­κου. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο της κα­θη­συ­χα­σμέ­νη, με­τρί­ως.

        Τὸ κα­τά­στη­μα μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χε τὶς κα­λύ­τε­ρες σχε­τι­κὲς προ­δι­α­γρα­φές. Τὰ ψη­λὰ καὶ φαρ­διὰ τζά­μια του κα­θρέ­φτι­ζαν μὲ ἀ­κρί­βεια, ἀ­πὸ πολ­λὲς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς θέ­σεις, τὸ εἴ­δω­λό του, χά­ρη στὸ, οὐ­σι­α­στι­κά, ἄ­δει­ο ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἐ­φό­σον οἱ ἐ­πι­δει­κνυ­ό­με­νες πρὸς πώ­λη­σιν πόρ­τες, ἀ­φ’ ἑ­νός, βρί­σκον­ταν βα­θύ­τε­ρα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ μα­γα­ζιοῦ καί, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­δα­νι­κὸ σκοῦ­ρο φόν­το. Ἐ­κεῖ καὶ τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀν­τε­λή­φθη τὶς ἄλ­λες φι­γοῦ­ρες.

        Δη­λα­δή, ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ὅ­ποι­ες καὶ ὅ­ποι­οι περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς γω­νια­κὲς βι­τρί­νες καὶ κοι­τοῦ­σαν ἔ­στω καὶ ἀ­συ­νεί­δη­τα, γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου, μέ­σα στὸ τζά­μι, ἀ­πο­κτοῦ­σαν (στὰ μά­τια της μό­νον, ἄ­ρα­γε;) κε­φά­λι καὶ οὐ­ρὰ μι­νώ­ταυ­ρου ἢ ρι­νό­κε­ρου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἀλ­λό­κο­το, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, γιὰ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Ἢ μή­πως δὲν ἦ­ταν, τε­λι­κά, τό­σο ἀλ­λό­κο­το;

        Δι­ό­τι καὶ ἡ ἴ­δια δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι, κοι­τών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του μέ­σα στὸ τζά­μι τοῦ κα­τα­στή­μα­τος μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας, ἔ­βλε­πε μὲν τὸ κο­στού­μι (του) καὶ τὶς γό­βες (της) ἀλ­λὰ στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἔ­βλε­πε τὸ ρύγ­χος ἑ­νὸς ζώ­ου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ὀ­σμι­στεῖ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἴ­δω­λό του, σκουν­τών­τας μὲ τὸ κού­τε­λο στὸν πρό­χει­ρο κα­θρέ­φτη. Τὸ ζω­ό­μορ­φο κε­φά­λι ἦ­ταν δι­κό της, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α πε­ρὶ τού­του, για­τί κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βλε­πε τὸ εἴ­δω­λο νὰ πιά­νει μὲ τὸ χέ­ρι του τὸ ρύγ­χος, τὰ ἀ­φτιά, τὰ μά­γου­λα, αἰ­σθα­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι, τὸ δι­κό της χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ ἢ δε­ξί, μὲ τὰ δα­χτυ­λί­δια του καὶ τοὺς ξε­πα­γι­α­σμέ­νους κόμ­πους, νὰ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὴ μύ­τη-ρύγ­χος, πά­νω στὰ ἀ­φτιά, πά­νω στὰ μά­γου­λα. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε με­γά­λη, πο­λὺ με­γά­λη τα­ρα­χή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού, συ­χνά, ἀ­κο­λου­θοῦν­ταν ἀ­πὸ λι­πο­θυ­μί­α. Ἀλ­λὰ ἐ­τού­τη τὴ φο­ρὰ δὲν λι­πο­θύ­μη­σε, ἴ­σως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του (ὅ­πο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε, ὅ­ταν ἔ­πει­τα συ­νερ­χό­ταν ὅ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ εἶ­ναι ὅ­πως καὶ πρίν).

        Ἄρ­χι­σε τό­τε, σι­γὰ-σι­γά, νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς συ­ναι­σθή­μα­τος, ἢ καὶ αἰ­σθή­μα­τος, ἀ­πο­λύ­τρω­σης· ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ. Μῆ­νες καὶ χρό­νια κοι­τα­ζό­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς κα­θρέ­φτες καὶ ψευ­δο­κα­θρέ­φτες, φο­βού­με­νη καί, ταυ­τό­χρο­να, προ­σμέ­νον­τας μί­α με­τα­μόρ­φω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­μόρ­φω­ση, ὁ­τι­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ πρό­σω­πό του, τὸ ὁ­ποῖ­ο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, κα­τέ­λη­γε νὰ μὴν ται­ριά­ζει πιὰ μὲ ὅ­σα σκε­φτό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν τὸ πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἡ λο­γι­κὴ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε ὅ­λα ὅ­σα λυσ­σο­μα­νοῦ­σαν, κά­πο­τε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, μέ­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἢ στὴν ψυ­χή της, ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται. Καὶ ὄ­χι μό­νον στὴν δι­κή του ψυ­χή–εγ­κε­φα­λο, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λων. Ὅ­λες οἱ ψυ­χές–εγ­κέ­φα­λοι, πί­στευ­ε, εἶ­χαν ψε­γά­δια στὴν κα­τα­σκευ­ή τους, λί­γα, πολ­λὰ ἢ πά­ρα πολ­λά. Κα­μιὰ – κα­νέ­νας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἐ­ξαί­ρε­ση. Καὶ τώ­ρα ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης εἶ­χε ξε­κι­νή­σει.

        Ἔ­κα­νε ἕ­ναν κύ­κλο στὸ τε­τρά­γω­νο τοῦ προι­κι­σμέ­νου κα­τα­στή­μα­τος καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴν κεν­τρι­κὴ βι­τρί­να. Τώ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ δι­κό της ζω­ο­πρό­σω­πο εἴ­δω­λο ἔ­βλε­πε τὴν φα­νε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κτή­νω­ση πά­νω σὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πι­νους κορ­μούς, εἴ­τε κοί­τα­ζε τὸ ἀν­τι­κα­θρέ­φτι­σμά τους εἴ­τε τοὺς ἴ­διους. Εἶ­χε γί­νει καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο βῆ­μα. Ἄ­ρα­γε τὰ πράγ­μα­τα θὰ πή­γαι­ναν μέ­χρι τέ­λους ὅ­πως τὰ εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ φαν­τα­στεῖ; Ὅ­πως τὰ εἶ­χαν φαν­τα­στεῖ ὅ­λες οἱ ὅ­μοι­ες καὶ ὅ­λοι οἱ ὅ­μοι­οί τους; Ἐ­κεῖ­νες καὶ ἐ­κεῖ­νοι τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκέ­ψη ἁ­πλω­νό­ταν ἔ­ξω καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ χθές, ἔ­ξω καὶ με­τὰ τὸ αὔ­ριο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης: Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα



Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης


Τρί­α κομ­μά­τια γιὰ κι­θά­ρα


          Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο


ΚΑΠΝΙΖΕΙ τὸ τσι­γά­ρο του σκυ­φτὸς κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­ρα­μέ­να κλή­μα­τα. Πο­λὺς κό­σμος μπαι­νο­βγαί­νει γιὰ νὰ ξε­σκά­σει ἀ­π’ τὴ φορ­τι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ κα­πνιὰ ξε­γλι­στρών­τας ὕ­που­λα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να. Κά­νω νὰ τὸν φω­νά­ξω, ἀλ­λὰ τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ δι­στά­ζω. Ἔ­χει σκο­τει­νιά­σει τὸ πρό­σω­πό του. Βλέ­πεις, ἕ­ξι σχε­δὸν χρό­νια εἶ­ναι ρι­ζω­μέ­νος ἐ­δῶ. Τὰ δά­χτυ­λά του μοι­ραῖ­α συ­ναν­τοῦν τὴν καύ­τρα τοῦ τσι­γά­ρου —ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νος σὲ πε­ρι­συλ­λο­γὴ— κι ἐν­στι­κτω­δῶς τὸ πε­τά­ει κά­τω. Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται δέ­κα μέ­τρα, ψαύ­ει τοὺς κρο­τά­φους του καὶ γυρ­νᾶ πί­σω συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος.

       Ὅ­λο λέ­με ὅ­τι δὲν θὰ τὸν ξα­να­δοῦ­με, μὰ κά­θε Πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­βρα­δο ἀ­κοῦ­με τὸν θλι­βε­ρὸ γογ­γυ­σμὸ τῆς κι­θά­ρας του.


* * *


            Στίγ­μα­τα


«ΣΤΑ ΜΙΚΡΑ ση­μά­δια πά­νω στὸ ξύ­λο βλέ­πεις τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ὀρ­γά­νου», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἕ­νας γέ­ρος κι­θα­ρί­στας πρὶν κα­τε­βά­σει μιὰ γεν­ναί­α γου­λιὰ κρα­σί. Ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ δὲν ἔ­δε­σε μὲ τρι­πλὸ κόμ­πο τὶς τρεῖς πρῶ­τες χορ­δές. Ἡ λε­πτό­τε­ρη ἀ­πρό­σμε­να λύ­θη­κε κι ἐκ­δι­κη­τι­κὰ ἔ­πε­σε σὰν μα­στί­γιο πά­νω στὸ ἄ­μοι­ρο κα­πά­κι. Του­λά­χι­στον τώ­ρα δὲν ἔ­χει μό­νο ἡ ψυ­χὴ του χα­ρα­κι­ές…


* * *


            Λύ­τρω­ση


ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ προ­σπερ­νοῦ­σε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τοῦ La Catedral ἀ­πὸ φό­βο μή­πως ἀ­πο­δώ­σει λά­θος τὴν ἔν­νοι­α saudade. Ἴ­σως ἔ­τρε­με στὴ σκέ­ψη τῆς βί­ω­σης μιᾶς τό­σο με­γά­λης ἀ­πώ­λειας. Με­λε­τοῦ­σε πάν­τα ἐ­πι­στα­μέ­να τὸ «Allegro solemne» δί­νον­τας βά­ση σὲ κά­θε νό­τα ξε­χω­ρι­στά. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­θε ἕ­να αἴ­σθη­μα ψυ­χι­κῆς λύ­τρω­σης ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὴν κα­τά­νυ­ξη μὲ τὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ κομ­μα­τιοῦ καὶ ἡ κι­θά­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ θή­κη της.

       Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἀρ­γὰ μὲ συν­τρο­φιὰ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς με­λω­δί­ες τοῦ Barrios. Φαι­νό­ταν ὅ­τι ὅ­λα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ ἁρ­μο­νι­κὴ τρο­χιὰ μέ­χρι ποὺ τὸ τη­λέ­φω­νο δι­έ­κο­ψε πρὸς στιγ­μὴν τὴ γα­λή­νη. Βούρ­κω­σε με­μιᾶς κι ἔ­μει­νε ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὰ χέ­ρια του δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­παν τε­λι­κά. Μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα ἀ­να­κού­φι­σης γέ­μι­σε τὸ στῆ­θος του.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χος ποὺ δὲν θὰ ἔ­με­νε ὁ­λο­μό­να­χος ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἀ­δι­κί­α καὶ τὸ μί­σος αὐ­τοῦ του κό­σμου…


* * *


Agustín Barrios, La Catedral. Παίζει κιθάρα ὁ John Williams.
Μέρη: 0:00 preludio saudade 2:15 andante religioso 4:01 allegro solemne


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Πα­λα­βρά­κης (Τρί­κα­λα τὸ 1992). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ὡς μου­σι­κός. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Τάσος Χατζητάτσης: Τὸ περιστέρι


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Τὸ πε­ρι­στέ­ρι


ΤΑΝ Η ΠΟΛΗ λει­τουρ­γοῦ­σε ἀ­κό­μα, χω­ρὶς ἀν­τι­πα­ρο­χὲς καὶ κα­νο­νι­σμοὺς πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, σὲ αὐ­λὲς καὶ σὲ τα­ρά­τσες, ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἀ­σχο­λί­α τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἡ ἐ­ξη­μέ­ρω­σή τους εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α συ­νή­θεια καὶ ἡ συμ­βί­ω­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους πάν­τα ἐρα­σμία.

        Πε­ρι­στε­ρι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χαν στὴν πό­λη καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πολ­λὰ με­τα­πο­λε­μι­κὰ κου­μά­σια εἶ­χαν τὴν προ­έ­λευ­σή τους ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῆς πεί­νας στὴν κα­το­χή. Τὰ παι­διά, βρί­σκον­τας ἕ­τοι­μα τὰ κα­τα­λύ­μα­τα, ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν τὶς κα­το­χι­κὲς χῆ­νες κι ὄρ­νι­θες μὲ πε­ρι­στέ­ρια. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­να­σχό­λη­ση ἐ­πί­πο­νη καὶ ἐ­ξαν­τλη­τι­κή, ξε­λά­φρω­νες ὅ­μως ἀ­πὸ δι­α­βά­σμα­τα κι ἀν­τι­γρα­φὲς καί τὸ, κυ­ρι­ό­τε­ρο, συγ­κέν­τρω­νες πά­νω σου ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα. Κου­νοῦ­σες τὸ σκιά­χτρο, μαῦ­ρο κου­ρέ­λι δε­μέ­νο στὸ ξύ­λο τῆς τα­βα­νό­σκου­πας καὶ ση­κώ­νον­ταν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ὅ­σο πιὸ τρε­λὰ ἀνέ­μι­ζες τὴ μαύ­ρη ση­μαί­α τό­σο πιὸ πολ­λοὺς κύ­κλους κά­ναν αὐ­τὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τα­ρά­τσα. Ὥ­σπου νὰ νι­ώ­θεις τὸ λα­χά­νια­σμα, νὰ βγά­λεις ἔ­ξω τὸ πε­τα­στά­ρι, μα­δη­μέ­νο, χω­ρὶς φτε­ρά, νὰ τὸ κρα­τᾶς ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, κι αὐ­τὰ στὴ στιγ­μὴ νὰ κουρ­νιά­ζουν ὑ­πά­κου­α γύ­ρω σου. Ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ νὰ σχο­λιά­ζει, νὰ θαυ­μά­ζει, καὶ τὰ μά­τια τῶν κο­ρι­τσι­ῶν καρ­φω­μέ­να στὰ πε­ρι­στέ­ρια σου. Τό ’­σκα­να ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ γυρ­νοῦ­σα ὅ­λα τὰ κου­μά­σια τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ψά­χνον­τας γιὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἔ­χα­να καὶ ξα­να­έ­χα­να τὰ σχο­λι­κά μου βι­βλί­α, στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Ξε­νο­φών­τα, γιὰ νὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μῶ δραχ­μές, νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ὅ,τι ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το μοῦ προ­σέ­φε­ραν σὰν λα­ρι­σι­νὸ μπρο­στά­ρη. Ἤθελα νὰ μὲ θε­ω­ροῦν δι­κό τους, νὰ μ’ ἀ­φή­νουν νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, πῶς γύ­μνα­ζαν, πῶς σή­κω­ναν τὰ σμή­νη τους. Ὑ­πῆρ­χαν θαυ­μα­στοὶ πε­ρι­στε­ρά­δες, στὴν Εὐ­καρ­πί­α, στὴν Τούμ­πα, στὴν Πυ­λαί­α. Εἶ­χαν πε­ρι­στέ­ρια ἱ­κα­νὰ ὄ­χι μό­νο γιὰ βόλ­τες ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τα­ξί­δια ὁ­λό­κλη­ρα μέ­χρι τὴ Λά­ρι­σα ἢ τὴν Κρή­τη. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ ὅλους ὅμως θαύ­μα­ζα τὸν συμ­μα­θη­τή μου τὸν Ρώσ­ση. Ἦ­ταν κι ὁ Ρώσ­σης πε­ρι­στε­ρᾶς, κι ἂς μὴν ξε­χώ­ρι­ζε ἕ­ναν μπρο­στά­ρη ἀπὸ μιὰ κο­πά­να. Οὔ­τε κου­μά­σι εἶ­χε, κα­θό­ταν σ’ ἕ­να ὑ­πόγει­ο στὴν Ἰσαύρων. Ἀσχο­λι­ό­ταν μό­νο μὲ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι, τὸ δι­κό του. Τὸ ἀγα­ποῦ­σε πα­ρά­φο­ρα καὶ τό ’­βγα­ζε γυ­μνὸ στὸν ἀ­έ­ρα νὰ ἀ­να­πνέ­ει ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι ἄ­πτε­ρο, κα­θη­λω­μέ­νο ἀλ­λὰ ἑφτά­ψυ­χο. Σὲ κά­θε δι­ά­λειμ­μα μα­ζευ­ό­μα­σταν ὅ­λοι στὰ πί­σω θρα­νί­α, ὄρ­θιοι, γιὰ νὰ δοῦ­με τὸν Ρώσ­ση νὰ ἐλευ­θε­ρώ­νει τὸ πε­ρι­στέ­ρι του καὶ νὰ τὸ πνί­γει στὰ χά­δια, μέ­χρι νὰ μεί­νει ἄ­ψυ­χο στὶς ζε­στές του πα­λά­μες. Στὸ ἑ­πό­με­νο δι­ά­λειμ­μα, ὁ­λο­ζών­τα­νο πά­λι τὸ πε­ρι­στέ­ρι, νὰ ξε­προ­βάλ­λει ὀρ­θό, μέ­σα ἀ­πό τὴν τρύ­πια τσέ­πη τοῦ Ρώσ­ση, ἕ­τοι­μο γιὰ τὴ νέ­α πα­ρά­στα­ση. Τὸ ξέ­ρα­με ὅ­λοι ἢ τὸ ὑ­πο­πτευ­ό­μα­σταν, ὅ­τι τὸ πε­ρι­στέ­ρι δὲν ξε­ψυ­χοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ χά­δια ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ δι­κό μας βλέμ­μα, τὸ ὁ­ποῖο ἔ­με­νε αἰχ­μάλω­τὸ πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ράμ­φος καὶ στὴν ἄ­σπρη στα­γό­να ποὺ ἔ­βγαι­νε μα­ζὶ μὲ τὴν ψυ­χή του. Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ρώσ­σης ἀ­πο­ζη­τοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὰ ἀρ­σε­νι­κό μας γυ­μνά­σιο, στὶς μει­κτὲς γι­ορ­τές μας. Στὶς πρῶ­τες γι­ορ­τὲς μὲ κο­πέ­λες, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νος τὸ εὐ­γε­νι­κό του πα­ρου­σια­στικό, εὔ­κο­λα ἀπο­μό­νω­νε τὰ κο­ρί­τσια σὲ μι­σό­φω­τα μπαλ­κό­νια καὶ στὰ πί­σω δω­μά­τια. Γρή­γο­ρα αὐ­τὰ ἐ­πέ­στρε­φαν στὶς πα­ρέ­ες τους καὶ τα­ραγ­μέ­να ἢ μὲ γέ­λια νευ­ρι­κά, ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νισμέ­να, ψι­θύ­ρι­ζαν στὶς φι­λε­νά­δες τους ὅ­σα πα­ρά­ξε­να εἶ­χαν ἀν­τι­κρίσει. Μέ­να­με ὅ­λοι κα­τά­πλη­κτοι μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια τοῦ Ρώσ­ση νὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στὶς κο­πέ­λες. Πρὶν προ­φτά­σουν αὐ­τὲς νὰ συ­νέλ­θουν ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξή τους, τὸ πε­ρι­στέ­ρι ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε κι­ό­λας στὰ χέ­ρια του. Καὶ τί δὲν τοῦ σέρ­να­με τοῦ Ρώσ­ση πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ὅ­λοι ὅ­μως ἀ­πο­ζη­τούσαμε τὴν πα­ρέ­α του. Ἄλ­λοι γιὰ νὰ τὸν συ­νο­δεύ­ου­με στὰ σπί­τια μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ὅ­που σύ­χνα­ζε· ἄλ­λοι γιὰ νὰ δο­κι­μά­ζου­με τὴν ἁ­μαρ­τω­λὴ γεύ­ση τῶν τσι­γά­ρων ποὺ ἔ­στρι­βε· κι ἄλ­λοι γιὰ νὰ ἀ­πο­κο­μί­ζου­με κέρ­δη ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια τοῦ θρά­σους του. Ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε συ­νερ­γή­σει καὶ γιὰ νὰ ἀγ­κα­λιά­σω πρώ­τη φο­ρὰ τὴν Ἕλ­λη. Ἤ­μα­σταν στὸν ἀ­πο­κρι­ά­τι­κο χο­ρὸ τῶν τε­λει­ό­φοι­των, ὅ­ταν ἡ Ἕλ­λη μὲ λυγ­μοὺς ἔ­πε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ μοῦ ἀ­πο­κάλυ­ψε ὅ­τι ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν γυ­μνὸς κά­τω ἀπὸ τοὺς μαιά­νδρους τοῦ ἀρ­χαί­ου χι­τώ­να. Τῆς ζή­τη­σε νὰ χο­ρέ­ψουν καὶ κα­θὼς στρο­βι­λί­ζον­ταν, ἔ­νιω­σε στὸ χέ­ρι της τὸ πε­ρι­στέ­ρι, ὀρ­θὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Ἡ ἀ­γα­νά­κτη­ση ποὺ ἔ­δει­ξα γιὰ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Ρώσ­ση, ἐξογ­κω­μένη κι ἀ­πὸ τὸν πο­λύ­μη­νο πό­θο μου γιὰ τὴν Ἕλ­λη, ἔ­φε­ραν σὰν ἀπο­τέλε­σμα τὴ συ­νέ­νω­σή μας ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Μιὰ συ­νέ­νω­ση ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε σὰν προ­ϋ­πό­θε­ση ὄ­χι μό­νο τοὺς αἰ­ώ­νιους ὅρ­κους ἄλ­λα καὶ τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀπο­μό­νω­σή μου ἀπὸ τὸν Ρώσ­ση. Μά­θαι­να, βέ­βαι­α, νέ­α του ἀ­πὸ πα­λιοὺς συμ­μα­θη­τὲς καὶ φί­λους, πάν­τα ὅ­μως μὲ τὰ χα­μό­γε­λα τῆς ἄ­μυ­νάς μας γιὰ ὅ­σα ἀ­σε­βῆ σκά­ρω­νε. Σύ­χνα­ζε τώ­ρα στὶς σκο­τει­νὲς αἴ­θου­σες τῶν κι­νη­μα­το­γρά­φων, ποὺ τό­τε καὶ πολ­λὲς ἦ­ταν καὶ πάν­τα γε­μά­τες. Προ­τι­μοῦ­σε τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­κὲς προ­βο­λές. Κα­λυμ­μέ­νος πί­σω ἀπὸ πα­ρά­ται­ρα πα­νω­φό­ρια κι ἀδι­ά­βρο­χα, ἀπο­κα­λυ­πτόταν σὲ μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες κι ἀ­συ­νό­δευ­τες κο­πέ­λες. Πολ­λὲς φο­ρὲς γι­νόν­του­σαν φα­σα­ρί­ες, κι ὅ­πο­τε δὲν τὸν πρό­φται­ναν τὰ πό­δια του τὸν τρα­βοῦ­σαν καὶ στὴν ἀσφάλεια. Ὄ­χι ὅ­μως στὸ σπου­δα­στι­κό της, ὅ­πως συ­χνὰ τό­τε συ­νέ­βαι­νε. Ξα­να­συ­ναντη­θή­κα­με μὲ τὸν Ρώσ­ση στὴν τε­λευ­ταί­α συγ­κέν­τρω­ση τῆς κί­νη­σης γιὰ τὸν ἀ­φο­πλι­σμό. Στὴν ἀρ­χὴ τῆς νέ­ας πα­ρα­λί­ας, μιὰ ἐ­ξέ­δρα γυ­μνή, τὸ σῆ­μα τοῦ Ρά­σελ, ὁ ὁ­μι­λη­τὴς καὶ μεῖς ἀ­πὸ κά­τω. Ὁ Ρώσ­σης κρα­τοῦ­σε πε­ρή­φα­να ἕ­να πα­νὸ μὲ τὸ γνω­στὸ πε­ρι­στέ­ρι καὶ τὸ κλα­δά­κι τῆς ἐ­λιᾶς στὸ ράμ­φος. Τὸν πλη­σί­α­σα, τε­λεί­ω­νε κι ἡ ἱ­στο­ρί­α μου μὲ τὴν Ἕλ­λη καὶ τὸν σκαν­δά­λι­ζα. «Ἀ­φῆ­στε ὅ­λα τὰ πε­ρι­στέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, ὅ­λα τὰ που­λιὰ νὰ κε­λα­ϊ­δᾶ­νε.» Γέ­λα­σε κι ἀ­να­γε­λού­σα­με, προ­κα­λών­τας τὴν ἀ­γα­νά­κτη­ση τῶν συγ­κεν­τρω­μέ­νων καὶ τοῦ με­σό­κο­που ὁ­μι­λη­τῆ. Ὕ­στε­ρα δι­α­λυ­θή­κα­με, ἄλ­λος ἐ­δῶ, ἄλ­λος ἀλ­λοῦ. Ἔ­μει­νε μό­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο πρω­ϊ­νὸ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ τὰ ξε­κάρ­φω­τα γέ­λια μας. Σκόρ­πι­σαν οἱ πα­ρέ­ες, οἱ με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες βόλ­τες, τὰ πά­θη γιὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὶς κο­πέ­λες. Γά­μοι, δου­λει­ές, γέν­νες. Ὁ κα­θέ­νας καὶ τὸ κλα­δά­κι του, ὁ κα­θέ­νας κι ἡ ψυ­χή του. Αὐ­το­κί­νη­τα, σπί­τια, συ­ναλ­λα­γὲς κι ἡ μνή­μη νὰ τὰ ἀ­λέ­θει ὅ­λα, ἄ­μυ­να ἡ μνή­μη· ἄ­μυ­να, φρόκα­λα καὶ σκου­πί­δια. Μό­νον τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε πα­λιοὶ συμ­μα­θη­τές, τώ­ρα με­σό­κο­πα, ποὺ ἀ­κού­γε­ται πιὰ ξε­κά­θα­ρα ὁ βα­ρύ­γδου­πος ἦ­χος τῆς καρ­μα­νι­ό­λας, ὅ­λοι ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε γιὰ τὸν Ρώσ­ση.

        Τί κά­νει; Ζεῖ; Ποῦ βρί­σκε­ται αὐτὴ ἡ ψυ­χή;

        Στέ­κει ἀ­κό­μα ὀρ­θὸ τὸ πε­ρι­στέ­ρι;

        Ξε­ψυ­χᾶ πάν­τα γιὰ ὅ­σα ἀ­νί­ε­ρα ἐ­μεῖς δὲν τολ­μή­σα­με;


(Δὲν θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ τόλ­μη­μα, ἂν πῶ ὅ­τι κι αὐτὴ ἡ σε­λί­δα, λευ­κὸ μὲ μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, σὰν πε­ρι­στέ­ρι, ἀδη­μο­νεῖ νὰ ξε­ψυ­χή­σει ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα σου, ἀ­να­γνώ­στη.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πε­ζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτη­ρί­ου, 1997).

Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Ἐρ­γά­στη­κε γιὰ χρό­νια ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς συ­νερ­γά­τες τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ «Ἐν­τευ­κτήριον». Τὸ 1998 βρα­βεύ­τη­κε γιὰ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοὶ ὡς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος πε­ζο­γρά­φος καὶ τὸ 2004 γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Σὰ σπα­σμέ­να φτε­ρὰ καὶ οἱ δύ­ο δι­α­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Δι­α­βά­ζω».



		

	

Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἄνοιξη


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Ἄ­νοι­ξη


ΤΕΣ ΕΒΡΕΧΕ. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη βρο­χὴ ποὺ σκορ­πᾶ στὰ νε­ρὰ τὴ χρυ­σὴ γύ­ρη τῶν δέν­τρων. Σή­με­ρα ὅ­μως εἶ­ναι ἠλι­α­κά­δα.

        Ἡ Ἑ­λέ­νη ἄ­νοι­ξε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ κρα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα φυ­λα­κω­μέ­νη μέ­σα στὴν κά­μα­ρη τὴ νύ­χτα. Μὲ ὁρ­μή, πλα­ταί­νον­τας τὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­σπρω­ξε κι’ ἄ­νοι­ξαν κα­τὰ ἔ­ξω τὰ πρά­σι­να πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα. Μπῆ­κε ὁ ἥ­λιος φέρ­νον­τας τὴ δρο­σιὰ τῆς χλό­ης ἀν­τά­μα μὲ τὴν εὐ­ω­διά τῶν ἀν­θῶν τοῦ κή­που.

        Κυ­ρια­κὴ καὶ σχό­λη. Ἡ Ἑ­λέ­νη σκέ­φτε­ται ὅ­τι θά ’­θε­λε πο­λὺ νὰ ’­βγαι­νε. Τὸ πο­λὺ φῶς ξύ­πνη­σε μέ­σα της μιὰν ἀ­νη­συ­χί­α πρό­σχα­ρη. Τὴν ἔ­κα­με νὰ θέ­λει νὰ κι­νη­θεῖ γρή­γο­ρα, νά περ­πα­τή­σει. Ἡ ἐ­πι­θυ­μία της ἦ­ταν νὰ ξε­μα­κρύ­νει στὴν ἐξο­χὴ περ­πα­τών­τας μο­νά­χη. Θὰ προ­χω­ροῦ­σε χω­ρὶς κα­θό­λου νὰ στα­μα­τᾶ, χω­ρὶς νὰ λο­γα­ριά­ζει μὲ τὸ νοῦ της ὅ­τι θὰ ἔ­πε­στρε­φε. Ἐν­τε­λῶς ξέ­γνοια­στη θὰ χόρ­ται­νε μὲ ὅ­σα τὰ μά­τια της θὰ ἀπο­θη­σαύ­ρι­ζαν προ­σέ­χον­τας τὴν πιὸ πα­ρα­μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Κα­λύ­τε­ρα θά ’­ταν νὰ πή­γαι­νε μὲ βάρ­κα. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἄ­ναγ­κη μιᾶς προ­σπά­θειας ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κορ­μιοῦ της. Τὰ δά­χτυ­λα καὶ ἡ πα­λά­μη νὰ σφί­ξουν, μὲ ὅ­ση δύ­να­μη ἔ­χει, τὰ κου­πιά. Ἡ κό­πω­ση θὰ χα­λά­ρω­νε τὴν ἐξάρτη­ση τῶν μα­τι­ῶν ἀπὸ τὸ σῶ­μα. Τὸ βλέμ­μα της θὰ μά­κραι­νε, ἐλεύθε­ρα, στὸ κυα­νὸ καὶ γα­λα­νὸ σμί­ξι­μο τοῦ οὐ­ρα­νοῦ μὲ τὴ θά­λασ­σα, πέ­ρα ἀ­πὸ κά­θε στε­ριά. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει πα­ρό­μοι­α φυ­γή. Φο­βή­θη­κε ὅ­τι ἡ αἴ­γλη ἀπὸ τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς τὴν εἶ­χε κά­νει νὰ φαν­τα­στεῖ πολ­λὰ πού, ξα­νὰ πά­λι σή­με­ρα, ὅ­πως τό­σες φο­ρές, δὲν θά ’­φτα­ναν σὲ πέ­ρας. Δύ­σκο­λα τὴν ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βγαί­νει μό­νη της. Δὲν ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νη μὲ τὴν ἐξο­χή. Τὴν ἤ­ξε­ρε μο­νά­χα ἀπ’ ὅ­σα τῆς ἐ­πέτρε­πε νὰ βλέ­πει γρήγο­ρα τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ ζή­σει τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ τῆς κά­μα­ρής της με­γά­λω­νε. Πάν­τα οἱ ἔ­ξο­δές της γι­νόν­του­σαν μὲ συν­τρο­φιὰ γνω­ρί­μων, φί­λων καὶ συγ­γε­νῶν. Οἱ ἐκ­δρο­μὲς αὐ­τές, δε­σμεύ­ον­τας μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τῶν ἄλ­λων τὴ φαν­τα­σί­α της καὶ τὸ νοῦ, τῆς ἔ­κο­βαν κά­θε βα­θύ­τε­ρη δι­ά­θε­ση χα­ρᾶς. Προ­τι­μοῦ­σε κα­λύ­τε­ρα, ἐκτὸς ὅ­ταν τὴν ἀνάγ­κα­ζαν, νὰ μέ­νει στὸ δω­μά­τιό της μ’ ἕ­να βι­βλί­ο. Τὸ φῶς ὅ­μως τῆ­ς Ἄ­νοι­ξης δὲν τῆς ἐπέ­τρε­πε νὰ κλει­στεῖ. Θά ’­βγαι­νε μό­νη ἔ­στω καὶ μό­νο γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πε­ρί­πα­το στὴ γει­το­νιά. Δὲν θὰ ὑ­πά­κου­ε στὴ μη­τέ­ρα της πα­ρ’ ὅ­λο ὅ­τι τὴν ἀ­γάπα­γε πο­λύ. Δὲν εἶ­χε κα­μιὰ δι­ά­θε­ση νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ βγεῖ μα­ζί της ἐ­πι­σκέ­ψεις. Πέ­ρα­σε ἀπό το νοῦ τῆς ὅ­λη ἡ σκη­νὴ τοῦ μα­λώ­μα­τος ποὺ θὰ εἶ­χε μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ κά­θε τρό­πο νὰ τὴν ἐμ­πο­δί­σει νὰ βγεῖ. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ ἐκεί­νη τό­τε θ’ αὐ­θα­δία­ζε, νευ­ρι­ά­ζον­τας μὲ τὴν γε­μά­τη βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­μο­νὴ τῆς μη­τέ­ρας της νὰ μι­λᾶ καὶ νὰ συμ­βου­λεύ­ει, χω­ρὶς νὰ ἐν­δι­α­φέρε­ται κα­θό­λου γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια σκε­φτό­ταν. Ἀρά­δια­ζε συμ­βου­λὲς πρα­κτι­κῆς ση­μα­σί­ας, ποὺ τὴν ἀνάγ­κα­ζαν ν’ ἀπαν­τᾶ ἀ­πό­το­μα, σὰ νὰ τῆς ἔ­φευ­γε τὸ ἔ­δα­φος κά­τω ἀπὸ τὰ πό­δια.Ὅ­ταν ἀρ­γὰ θὰ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ συγ­κρα­τη­θεῖ ἀ­παν­τώντας στὴ μά­να της, ἐκείνη ἤ­δη θὰ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη, τα­ραγ­μέ­νη, μὲ ἀλ­λαγ­μέ­νο τὸ χρῶ­μα στὸ πρό­σω­πο. Μέ­σα της ἡ Ἑ­λέ­νη κα­τά­λα­βε νὰ τὴν δαγ­κώ­νει μιὰ κρυ­φὴ ἀ­πελ­πίσια. Θ’ ἀναγ­κα­ζόταν, λοι­πόν, νὰ χά­σει τὴ μά­να της καὶ νὰ μεί­νει ἐν­τε­λῶς μο­νά­χη κι’ ἔ­ρη­μη. Ἔ­γει­ρε τὸ πρό­σω­πό της στὸ προ­σκέ­φα­λο, τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ κλά­ψει, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νὰ μὴ χά­σει ἐν­τε­λῶς τὴ δύ­να­μή της.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­πο­τόμα σὲ λί­γο, στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη καὶ κοι­τά­χτη­κε. Τὸ σῶ­μα της ἀ­δύ­να­το καὶ ψη­λό, ὅ­πως τὰ νε­α­ρὰ δέν­τρα προ­τοῦ τὰ βγά­λουν ἀ­π’ τὰ φυ­τώ­ρια, χω­ρὶς πολ­λὰ κλα­διὰ καὶ φύλ­λω­μα, σχε­δὸν μό­νο μιὰ εὐ­θεία σὲ ὕ­ψος. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἡ ἴ­δια ἦ­ταν κά­τι και­νού­ριο, ἕ­να φυν­τά­νι ξέ­χω­ρο. Τὴν γέ­μι­σε ὑ­πε­ρη­φά­νεια καὶ δύ­να­μη ἡ αἴ­σθη­ση ἐ­κεί­νη. Δὲν ἔ­πρε­πε σὰ χα­ζὴ νὰ στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Τὸ ὅ­τι εἶ­χε ἄλ­λη βού­λη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να της δὲν σή­μαι­νε ὅ­τι εἶ­χε πά­ψει νὰ τὴν ἀ­γα­πᾶ. Δὲν κι­νι­ό­ταν ἐ­γω­ι­στι­κὰ ἐ­πει­δὴ ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴν ἀ­το­μι­κο­τη­τά της. Ἦ­ταν σὰ νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὸν κα­θρέ­φτη τὴν κί­νη­ση τῶν ἀ­νι­όν­των βλαστι­κῶν χυ­μῶν στὰ δέν­τρα. Ἡ ἁ­πλότη­τα τοῦ ντυ­σί­μα­τός της συν­τε­λοῦ­σε ἀρ­κε­τὰ στὸ σχη­μα­τι­σμὸ τῆς φαν­τα­στι­κῆς εἰ­κό­νας. Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λὺ τρυ­φε­ρά τὸ κα­θη­με­ρι­νό της φό­ρε­μα. Μιὰ μάλ­λι­νη μπλὲ πλε­χτὴ μπλού­ζα τῆς ἔσφιγ­γε τὸ κορ­μὶ κι’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μά­κρος τοῦ μπρά­τσου ἴ­σα­με τὸν καρ­πὸ τοῦ χε­ριοῦ, ὅ­που τέ­λει­ω­νε μ’ ἕ­ν’ ἄ­σπρο κουμ­πί. Γύ­ρω στὸ λαι­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ καμ­πύ­λο πη­γού­νι, ἕ­να για­καδά­κι μὲ μιὰ γρα­βά­τα φι­όγ­κο, ἀπὸ μαῦ­ρο πε­τσί. Τὸ μπό­ι κα­τέ­βαι­νε στε­νό. Οἱ κάλ­τσες στὸ χρῶ­μα τοῦ ξύ­λου τῆς κα­ρυ­διᾶς, λί­γο πιὸ γκρί­ζο, ντύ­ναν τ’ ἀ­δύ­να­τα, λε­πτά, ψη­λὰ πό­δια. Κα­τά­λα­βε πό­σο πο­λὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἑαυ­τό της. Μὲ μιᾶς ὅ­λα ἠρέμη­σαν μέ­σα της. Δὲν θὰ θύ­μω­νε κα­θό­λου πα­ρὰ θὰ φι­λοῦ­σε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­ταν θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ τῆς ψάλ­λει τὰ συ­νη­θι­σμέ­να. Στὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου τοῦ σπι­τιοῦ της, κα­θι­σμέ­νο κα­τα­γῆς, ζη­τι­ά­νευ­ε ἕ­να παι­δὶ σα­κά­τι­κο. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νοῦ­σε κον­τά του, ἡ Ἑ­λέ­νη τρό­μα­ζε· πολ­λὴ ὥ­ρα με­τὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ βλέ­πει μὲ τὸ νοῦ της τὰ πα­ρα­μορ­φω­μέ­να γό­να­τα καὶ τὶς κο­κα­λι­ά­ρι­κες κνῆ­μες τοῦ φτω­χοῦ παι­διοῦ. Προ­σπερ­νοῦ­σε γρή­γο­ρα χω­ρὶς νὰ τολ­μᾶ νὰ δώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι της τὴν ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως τὴ στιγ­μὴ ποὺ κοι­τα­ζό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη καὶ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ νοῦ της τὸ ζη­τι­α­νά­κι, κα­τά­λα­βε ὅ­τι σχε­δὸν πιὰ τὴν τρό­μα­ζε ἡ εἰ­κό­να του. Ἦ­ταν πα­νέ­τοι­μη νὰ τὸ πλη­σιά­σει μὲ πραγ­μα­τι­κὴ συμ­πά­θεια. Πό­σον ἥ­λιο στ’ ἄ­λη­θεια χω­ροῦ­σε ἡ κά­μα­ρή της; Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀέρα τῆς φού­σκω­νε τὸ στῆ­θος. Ὁλό­κλη­ρο τὸ σῶ­μα της δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ ντυ­μέ­νη λα­χτά­ρα. Πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὰ πρά­σι­να φύλ­λα τοῦ κή­που, στὸν με­λέ­νιο ἥ­λιο τῆς ἡμέ­ρας, παι­χνί­δι­ζε μιὰ πε­τα­λού­δα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἡ Ἑ­λέ­νη τὴν εἶ­δε στὸν καθρέ­φτη καὶ χα­μο­γέ­λα­σε χα­ρού­με­να. Στὴν μπλού­ζα εἶ­χε ἕ­να χον­τρομ­πούμ­που­ρα καρ­φί­τσα. Φτη­νὸ πρα­μα­τά­κι ποὺ τό ’­χε ἀ­γο­ρά­σει μό­νη της. Τὸ ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ χρυ­σὸ κό­σμη­μα μὲ τὰ δι­α­μαν­τά­κια ποὺ τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει, τὴ φτη­νὴ ἐ­κείνη ἀ­πο­μί­μη­ση ἐν­τό­μου ποὺ τὸ πέ­τα­μα τῆς πε­τα­λού­δας τῆς εἶ­χε θυ­μί­σει. Ἀ­νέ­βα­σε τὸ χέ­ρι της στὴ μπλού­ζα καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χα­ϊ­δεύ­ει στορ­γι­κά τὸ φτη­νὸ κο­λε­ό­πτε­ρο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὁ­λό­κλη­ρη δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να πα­ρα­μι­κρὸ ἔν­το­μο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ βο­σκή­σει σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀν­θι­σμὲ­νη πλά­ση. Πῆ­γε ξα­νὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ δέν­τρα καὶ ὁ ἥ­λιος δὲν θὰ τὴν ἄ­φη­ναν νὰ κου­ρα­στεῖ ποὺ θὰ ‘βγαι­νε μό­νη.

Μά­ι­ος 1935



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αὐ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).



		

	

Βελισσαρία Μπαφατάκη: Τὸ κουφάλογο


Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη


Τὸ κου­φά­λο­γο


Ν ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ὅτι ἡ ὑ­γεί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α, τό­τε δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ λά­βε­τε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πα­νά­γου. Τοῦ Πα­νά­γου ποὺ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ στὸ νη­σί, ὅ­που δια­βεῖ καὶ ὅ­που στα­θεῖ κου­φά­λο­γο τὸν ἀ­νε­βά­ζουν, κου­φά­λο­γο τὸν κα­τε­βά­ζουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου στὴν πα­ρέ­α του, δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Ἀ­παγ­κί­στρω­σε δι­α­κρι­τι­κά τὸ κα­λα­μά­κι τοῦ κα­φὲ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μπρο­στι­νὰ δόν­τια γιὰ νὰ μὴν πνι­γεῖ καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πο­τή­ρι πά­νω στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο τρα­πέ­ζι μὲ ἐ­πι­δει­κτι­κὴ ἀ­πά­θεια. Οἱ λε­βέν­τες τρι­γύ­ρω χα­χά­νι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­πάν­τη­σης ὡς μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη κου­φα­μά­ρας. Τί θρά­σος! Δὲν μί­λη­σε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

        Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια του, βλέ­πε­τε, δὲν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια νὰ ζη­τή­σει ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θές. Κα­νέ­να δι­ά­λο­γο δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νοί­ξει. Ὡ­στό­σο, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ θέ­μα πά­νω του καὶ θὰ δι­ε­ρευ­νοῦ­σε τὸ ζή­τη­μα προ­σω­πι­κὰ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας μέ­ρα μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔ­φτα­νε σπί­τι καὶ θὰ ἔ­με­νε μό­νος. Ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε! Πλη­σί­α­σε τὸν κα­θρέ­φτη καὶ σή­κω­σε τὰ μα­κριά του μαλ­λιά. Τὰ αὐ­τιά του ἦ­ταν ὅ­πως πάν­τα στὴν θέ­ση τους. Πε­ρή­φα­να καὶ ρόζ. Τὰ ἔ­τρι­ψε κι­ό­λας γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἄ­κου­γε καὶ τοὺς λε­πτοὺς τρυ­φε­ροὺς ἤχους­ ποὺ πα­ρή­γα­γαν τὰ δά­χτυ­λά του ὅ­σο χά­ϊ­δευ­ε τοὺς λο­βούς. Προ­τοῦ θυ­μώ­σει καὶ ἀρ­χί­σει νὰ βγά­ζει κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ­το αὐ­τιά του, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα πε­ραι­τέ­ρω. Ὄ­χι μό­νος αὐ­τὴ τὴν φο­ρά.

        Τη­λε­φώ­νη­σε τὸ δί­χως ἄλ­λο στὸν κύ­ριο Πε­ρι­στε­ρά­κη, γνω­στὸ ὠ­το­ρι­νο­λα­ρυγ­γο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ ἔ­κλει­σε ραν­τε­βού. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση πῆ­γε πε­ρί­φη­μα. Ὁ για­τρὸς εἶ­χε και­ρὸ νὰ δεῖ πε­ρί­πτω­ση σὰν τὴν δι­κή του. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις του στὸ ἀ­κου­ό­γραμ­μα καὶ σὲ ὅ­λες τὶς μι­κρὲς δο­κι­μα­σί­ες συν­το­νι­σμοῦ καὶ ἰ­σορ­ρο­πί­ας ποὺ τὸν ὑ­πέ­βαλ­λε, μαρ­τυ­ροῦ­σαν πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἐ­ξό­χως ὑ­γι­ῆ μὲ ἀ­κου­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα λύ­κου. Ἡ γνω­μά­τευ­ση ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρη. «Μά, ἐ­σεῖς ἀ­κοῦ­τε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να» εἶ­πε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί σᾶς ἔ­φε­ρε μέ­χρι ἐ­δῶ.»

        «Ὁ κό­σμος, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη. Νά, λέ­νε ὅ­τι δὲν ἀ­κού­ω.» Ποι­ός κό­σμος, δη­λα­δή; Οἱ φί­λοι του, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἀλ­λὰ δί­στα­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν λέ­ξη. Κλω­τσοῦ­σε τὸ μυα­λό του.

        Ὁ κύ­ριος Πε­ρι­στε­ρά­κης μέ­σα στὰ πολ­λὰ μπαμ­πά­λι­σε κά­τι πε­ρὶ το­ξι­κό­τη­τας καὶ χά­ρα­ξε ὁ­ρι­ζον­τί­ως τὸν ἀ­έ­ρα μὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α λε­πί­δα γιὰ νὰ το­νί­σει τὴν ἀ­νάγ­κη ὁ­ρι­στι­κῆς λύ­σης τέ­τοι­ων ἄ­σκο­πων δε­σμῶν.

        Ὁ Πα­νά­γος κον­το­στά­θη­κε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἄ­κου­σε κα­λά. Μιὰ χα­ρὰ ἄ­κου­σε. Ἡ καρ­διὰ του κλώ­τση­σε. Τὰ λό­για τοῦ Πε­ρι­στε­ρά­κη ἦρ­θαν καὶ ἔ­κα­τσαν σὰν πέ­τρα στὸ στῆ­θος του. Νὰ ξε­κό­ψει ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του; Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ πρό­τει­νε ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ τρέ­λα. Κα­θα­ρὴ τρέ­λα. Αὐ­τὸς ὁ για­τρὸς μᾶλ­λον δὲν στέ­κει κα­λὰ στὰ λο­γι­κά του. Δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο. Κά­λυ­ψε πει­σμα­τι­κά τὰ αὐ­τιά του καὶ ἔ­συ­ρε τὴν κα­ρέ­κλα του πρὸς τὰ πί­σω, ὡς ἔν­δει­ξη πα­ρα­βί­α­σης τῶν ὁ­ρί­ων ἀ­νο­χῆς ἢ καὶ ἀν­το­χῆς. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα ἄ­κου­γε. Ἢ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει.

        Ζή­τη­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­ναν κα­θρέ­φτη καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ αὐ­τὸς τί θὰ κά­νει. Ὁ για­τρὸς προ­σπά­θη­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή του καὶ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­τά­ρα­χος, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κι­ό­λας πιά­σει τὰ μαλ­λιά του ψη­λὰ σὲ μιὰ σφι­χτὴ πε­ρή­φα­νη ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μπά­νιο ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε τὸ δά­χτυ­λο τοῦ κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη. Πρὶν κλεί­σει τὴν πόρ­τα πί­σω του, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ ὕ­φος λο­ξό.

        Τὴν εἶ­χε πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή του. Μὲ μιὰ κί­νη­ση καὶ γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­δεί­ξει πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε στὴν γνω­μά­τευ­σή του, ὁ Πα­νά­γος ξε­κόλ­λη­σε μὲ μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κί­νη­ση τὰ ἄ­κρως λει­τουρ­γι­κὰ αὐ­τιά του, θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν ξέ­να καὶ ψεύ­τι­κα καὶ τὰ ἄ­φη­σε μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ ἔκ­πλη­κτου κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη ποὺ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο χλι­μιν­τρί­ζον­τας. Κλώ­τση­σε καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο.

        Ξε­χύ­θη­κε κου­φὸς καὶ μα­κά­ριος σὲ δά­ση, δρυ­μοὺς καὶ σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ ἄ­γνω­στα σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ γιὰ νὰ τὸν δοῦν ὅ­λοι. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­και­ώ­σει τὸν κό­σμο, τὸν δι­κό του κό­σμο ποὺ τὸν ἔ­λε­γε κου­φά­λο­γο, καὶ ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ πί­στευ­αν. Ἄ­λο­γο μέ­σα στὰ ἄ­λο­γα, τὰ πα­ρά­λο­γα. Γιὰ νὰ μὴν μεί­νει μό­νος.

        Καὶ ἐ­σύ, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη, ὁ­λό­κλη­ρος για­τρὸς μὲ πτυ­χί­ο, ἔ­μει­νες μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι ὑ­γι­ῆ αὐ­τιὰ νὰ κεί­τον­ται στὸ γρα­φεῖ­ο σου. Μά, ποῦ πᾶς καὶ ἐ­σὺ νὰ βρεῖς λο­γι­κὴ στὸ ἄ­λο­γο τὸ πα­ρά­λο­γο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.



		

	

Φρίξος Μακρῆς: Στὸ Βαρδάρη


Φρί­ξος Μα­κρῆς


Στὸ βαρ­δά­ρι


ΤΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑ σχο­λεῖ­ο, ὁ γέ­ρος μου μὲ κρά­τα­γε στὸ μα­γα­ζί, ἀ­γο­ρὰ Βαρ­δά­ρι. Εἶ­χε κο­το­που­λά­δι­κο στὴν ὁ­δὸ Εἰ­ρή­νης. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κα­τε­δά­φι­ση μπῆ­κε στὸ Κα­πά­νι, γιὰ νὰ βγεῖ στὴν ἴ­δια ὁ­δὸ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια, πά­λι «λό­γῳ κα­τε­δα­φί­σε­ως». Τὰ χρό­νια μὲς στὴν σκε­πα­στὴ ἀ­γο­ρὰ ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω τὸν κό­σμο, μα­ζὶ μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος καὶ πάν­τα μὲ τὶς ὁ­δη­γί­ες τοῦ γέ­ρου, ποὺ ἦ­ταν ζό­ρι­κος ἀλ­λὰ τό ’­παι­ζε καὶ φι­λό­σο­φος.

        Ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χὴ ἔ­βρι­θε ἀ­πὸ σκυ­λά­δι­κα. Ὁ ὑ­πό­κο­σμος πα­ρή­λαυ­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ Κα­πά­νι σταμ­πα­ρι­σμέ­νος ἀ­π’ τὸ ἔμ­πει­ρο μά­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ μοῦ τὴ δι­η­γό­ταν σὰν πα­ρα­βο­λὲς δι­αν­θι­σμέ­νες μὲ ἠ­θι­κὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ πα­ροι­μί­ες. Πόρ­νες, σω­μα­τέμ­πο­ροι, πρε­ζά­κη­δες, ἀ­πα­τε­ῶ­νες καὶ μα­χαι­ρο­βγάλ­τες ἦ­ταν ρου­τί­να στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ἄ­κα­κοι γρα­φι­κοὶ τύ­ποι, ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ καὶ πι­ά­νον­ταν κο­ρό­ι­δα ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­τή­δει­ους.



Πη­γή: περ. Τὸ Τρὰμ, τχ .13-14 (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Ἰ­ού­νιος 1990).

Φρί­ξος Μα­κρῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1958). Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ἱ­στο­ρί­α–Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ Κέν­τρο Ἱ­στο­ρί­ας Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ προϊστάμενος τῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης. Στὰ γράμ­μα­τα πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὰ μι­κρὰ πε­ζὰ τὸ 1990 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Τράμ.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ


ΡΑΦΩ ἀπ’ τὶς τρεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι κι εἶ­ναι κι­ό­λας νύ­χτα. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὧ­ρες γύ­ρι­ζε στὸ μυα­λό μου μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ, τό­τε ποὺ ἤ­μου­να κά­που δέ­κα χρό­νων. Ἡ πρω­ϊ­νὴ δο­ξο­λο­γί­α στὴν κα­τα­στό­λι­στη ἐκ­κλη­σί­α κι ὕ­στε­ρα τὰ ποι­ή­μα­τα, ποὺ λέ­γα­με στὸ σχο­λεῖ­ο, τὰ σκὲτς ποὺ παί­ζα­με ντυ­μέ­νοι μὲ τὶς φου­στα­νέ­λες τῶν πα­πού­δων μας, ζω­σμέ­νοι τὰ ἴ­δια τους τ’ ἄρ­μα­τα. Ἔπειτα τὸ βρά­δυ-βρά­δυ ἔ­βγα­ζα θυ­μᾶ­μαι τὰ γι­ορ­τι­νὰ κι ἔ­φευ­γα γιὰ τὴ γῆ τὴ δι­κή μου, ποὺ ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δυ­ὸ ρα­χο­κο­κα­λι­ὲς βου­νῶν. Ἐ­κεῖ αἰ­ω­ροῦν­ται οἱ φω­το­γρα­φί­ες τῶν νε­κρῶν πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους. Ἡ γῆ μου μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μέ­σα της ὅ­λα τὰ χα­λά­σμα­τα καὶ τὰ μυ­στι­κά της.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, ὅ­τι γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πά­σχι­ζα νὰ μὴ χα­θοῦν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ δι­η­γή­σεις τῶν πα­λι­ῶν. Ἀ­πὸ κεῖ ἄν­τλη­σα κι ἐκε­ῖ ἀ­νή­κουν αὐτὲς οἱ σε­λί­δες. Για­τί ἡ τε­λευ­ταί­α γε­νιά, ποὺ ἔ­ζη­σε σχε­δὸν σὰν κι αὐτούς, ἦ­ταν ἡ δι­κή μου γε­νιά. Πε­ρι­μά­ζε­ψα ὅλες τὶς μνῆ­μες ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση καὶ σε­βα­σμό. Ὁ τό­πος αὐ­τὸς ποὺ γιὰ πολ­λοὺς εἶ­ναι ἕ­να στίγ­μα στὸ χάρ­τη, γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας μυ­θι­κὸς τό­πος ἀ­κό­μα ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τος. Πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ τό­τε ἕ­να ἁρ­μο­νι­κὸ σύ­νο­λο ξε­δι­πλώ­νε­ται σὰ γι­γάν­τια τοι­χο­γρα­φί­α μπρός μου. Μὲ τὰ στε­νὰ δρο­μά­κια καὶ τὰ με­γά­λα πέ­τρι­να σπί­τια ποὺ τ’ ἀ­γα­πά­ω βα­θειά, μό­λις βρε­θῶ ἀν­τι­μέ­τω­πος, μιὰ σμί­κρυν­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας μου­διά­ζει ἀ­κό­μα καὶ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια. Αὐτὸ τὸ το­πί­ο τῆς ὑ­πο­βο­λῆς σὲ πεί­θει τε­λι­κά, ὅ­τι κά­ποι­οι πιὸ με­γά­λοι πέ­ρα­σαν ἀ­π’ αὐτὰ τὰ μέ­ρη. Ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ρή­φα­νοι ἄν­θρω­ποι ποὺ πῆ­ραν μέ­ρος στοὺς χρό­νιους πο­λέ­μους ἐ­νάν­τια στοὺς πο­λυ­ώ­νυ­μους καὶ πο­λύ­χρω­μους κα­τα­χτη­τὲς κι ἔ­τσι δὲ νι­ώ­θαν κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξου­σί­α στὰ γυ­μνὰ βου­νὰ τοῦ τό­που μας. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν καὶ κα­τοι­κοῦν αὐτὸν τὸν τό­πο, ζοῦ­σαν κα­μιὰ ἑ­ξην­τα­ριὰ χρό­νια κι ὕ­στε­ρα πέ­θαι­ναν ἀ­φή­νον­τας γιὰ μνή­μη τὰ κου­σού­ρια τους.

        Στὸν τό­πο μου δὲ θὰ βρεῖ κα­νεὶς φυ­σι­κὲς καλ­λο­νές, πη­γὲς ἢ ἄλ­λα ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα, ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να ὅ­λα εἶ­ναι μνῆ­μες. Ὁ ἀ­στρο­κέν­τη­τος οὐρα­νὸς μὲ τ’ ἄ­ναρ­χο φῶς, ποὺ κοί­τα­ζα νύ­χτες ἀ­τέ­λει­ω­τες καὶ γι­νό­μου­να ἕ­να μ’ αὐτόν, φω­τί­ζον­τάς μου τὸ σπί­τι μὲ τὶς πορ­το­κα­λι­ές, τὴν κα­τακαί­νου­ρια σεν­τού­κα γιὰ τ’ ἀ­λεύ­ρι, τὶς μαρ­γα­ρί­τες τοῦ ἐ­πι­τά­φιου, τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ ἀ­πό­σκια στ’ ἁ­λώ­νια, τὸ ξεφάν­τω­μα τῶν παι­δι­ῶν στὸν τρύ­γο, τὸ φύ­λαγ­μα στ’ ἀμ­πέ­λια, τὸν κά­θα­ρο τοῦ φθι­νό­πω­ρου. Τί­πο­τα δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω: Ὅ­λα εἶ­ναι συσ­σω­ρευ­μέ­να μέ­σα μου. Ὅ­λα αὐτὰ τὰ βί­ω­σα, τὰ πα­ρα­τή­ρη­σα, θαρ­ρεῖς, χι­λιά­δες χρό­νια σὰν τοὺς πα­ποῦ­δες μου, ποὺ χω­ρὶς νά ’­χουν πά­ει, σχο­λεῖ­ο οὔ­τε μιὰ μέ­ρα, ἤ­ξε­ραν τὰ κρυ­φὰ ση­μά­δια τῶν και­ρῶν καὶ μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους ὅ­λα τ’ ἄ­στρα τῆς νύ­χτας. Πὼς με­τὰ τὴ βα­ρυ­χει­μω­νιὰ θὰ ’ρ­χό­ταν ξα­νὰ ἡ ἄ­νοι­ξη βά­ζον­τας τα­φό­πε­τρα στὸν προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να. Πὼς τὸ πο­τά­μι δὲ γυ­ρί­ζει πο­τὲ πρὸς τὰ πί­σω.

         Ὕστερα θυ­μᾶ­μαι τὸ ἄ­ναμ­μα τῆς φω­τιᾶς, τὸ γλυ­κὸ φαῒ καὶ τὸ πλά­για­σμα στὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας. Φέρ­νω συ­χνὰ στὸ νοῦ μου τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο κα­λύ­βι μὲ τὶς θε­ό­ρα­τες πέ­τρες, χτι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν πα­πο­ῦ μου. Ἐ­κεῖ ἔ­με­να τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες τοῦ χρό­νου. Ἐ­κεῖ­νο, τὸ φορ­τω­μέ­νο ἀ­πὸ πο­λύ­τι­μες μνῆ­μες κα­λύ­βι, δὲν ὑπάρ­χει πιά. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ τὶς ἴ­δι­ες ἐ­κεῖ­νες πέ­τρες, χτί­σα­με ἕ­να και­νού­ριο.

        Πρω­τό­γρα­φα γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ μό­λις γυ­μνα­σι­ό­παι­δο κι ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν μὲ τὴν τόλ­μη μου. Μὰ ἐ­γὼ δὲν κα­τα­λά­βαι­να καὶ δι­ά­βα­ζα συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν παι­δι­κὴ ἔκ­θε­σή μου γιὰ τὴν πα­λιὰ πλα­τεί­α ποὺ κα­τα­στρέ­ψα­νε οἱ σπουδαγ­μέ­νοι μη­χα­νι­κοί, τὸ πυρ­γά­κι, τὰ μο­να­στη­ρια­κὰ με­τό­χια, τὸ πα­λιὸ λι­ο­τρί­βι, ποὺ χά­θη­καν στὴ συ­νέ­χεια ὅ­λα.

        Ἡ με­γά­λη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρά­δο­ση μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­νει ὅ­λους δυ­νά­στες τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς. Ἔτσι κά­πο­τε, σκά­βον­τας στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, βρῆ­κα κό­κα­λα μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Ἔντρομη ἡ μά­να μου μοῦ ’­πε τὸ βρά­δυ πὼς ἦ­ταν ἀ­βά­φτι­στα παι­διά, καὶ δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ θα­φτοῦν μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

        Οὔ­τε μιὰ σπι­θα­μὴ γῆς, οὔ­τε ἕ­να δέν­τρο, οὔ­τε μιὰ ἔ­ρη­μη πέ­τρα δὲν ἔ­μει­νε ποὺ νὰ μὴν τρα­γού­δη­σα. Γι’ αὐτὴ τὴ χα­μέ­νη Ἀτλαν­τίδα, γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο ποὺ μὲ γέν­νη­σε καὶ μὲ με­γά­λω­σε. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἔρ­χον­ται ἀ­βία­στα, ἡδο­νι­κά, μπου­κώ­νουν τὰ χεί­λια, ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται τὰ δά­χτυ­λα καὶ γρά­φουν, γρά­φουν, γρά­φουν.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Πλέ­θρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.