Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων



Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων


Στὸν Θ.Β.

ΔΕΡΜΑ. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο σὲ ἔ­κτα­ση ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Αἰ­σθη­τή­ριο ὄρ­γα­νο.

       Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς. Σκέ­ψου!

       Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πλη­σί­α­ζες τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς σοῦ στρώ­να­νε χα­λὶ νὰ μὲ πα­τή­σεις. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἐ­πι­τρο­πὴ ὑ­πο­δο­χῆς εἶ­χα γιὰ τὸ πλη­σί­α­σμά σου.

       Ἀ­π’ τὰ δι­κά σου τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, πές μου, πό­σα; πό­σα ἐ­μέ­να καρ­τε­ροῦ­σαν; πό­σα στὰ μά­γου­λα; πό­σα στὰ χεί­λη; πό­σα στὰ μπρά­τσα; πό­σα στὰ δά­χτυ­λα; πό­σα στὴν κοι­λιά; πό­σα στὴ ρά­χη; στὰ γό­να­τα πό­σα;

       Κά­τσε νὰ τοὺς με­τρή­σεις τοὺς ὑ­πο­δο­χεῖς σου ἕ­ναν-ἕ­ναν. Μό­νος σου κάνε τὴν ἀ­πο­γρα­φή σου.

       Ἐ­γὼ τοὺς ἔ­χω με­τρη­μέ­νους τοὺς δι­κούς μου. Ἕ­ναν-ἕ­ναν. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος. Γιὰ σκέ­ψου! Μό­νο ἐ­σέ­να ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τί­πο­τα ἄλ­λο. Ποι­ό κρύ­ο; Ποι­ά ζέ­στη; Ποιόν ἥ­λιο; Ποι­ά βρο­χή; Τί­πο­τα. Ἀ­πό­λυ­τη ὑ­πο­τέ­λεια.

       Ἔ­πρε­πε ν’ ἀν­τι­δρά­σω. Σι­γὰ μὴν ἄ­φη­να τὸ δέρ­μα νὰ μὲ κου­μαν­τά­ρει. Καὶ τὸ ‘λυ­σα τὸ πρό­βλη­μα. Τὸ ‘γδα­ρα πόν­το-πόν­το. Ξε­το­μα­ρι­ά­στη­κα. Ὕ­στε­ρα τό ‘βα­λα σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ τό ‘δε­σα μὲ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα. Τὸ πέ­τα­ξα στὸ βά­θος τῆς σο­φί­τας, ἐ­κεῖ πού ‘χω στοι­βά­ξει ὅ­λη τὴ σα­βού­ρα, ἀ­πο­κρι­ά­τι­κες στο­λές, κά­τι φι­γοῦ­ρες κα­ραγ­κι­ό­ζη καὶ παρ­τι­τοῦ­ρες ἀ­πὸ μου­σι­κὲς ποὺ δὲν ἀ­κού­ω πιά.

       Τώ­ρα δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Ἀ­φά­νι­σα τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριους ὑ­πο­δο­χεῖς. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος.

       Δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Οὔ­τε κὰν τὰ δά­κρυ­α ποὺ κυ­λοῦν ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἕ­να γιὰ τὸν κα­θέ­να τους κι ὅ­λα μα­ζὶ γιὰ σέ­να.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες. Βρί­σκον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ. Πα­ρά­γουν τὸ ὑ­γρὸ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ βλε­φα­ρί­δες κα­λύ­πτουν κά­θε τό­σο τὰ μά­τια. Τὸ ὑ­γρὸ κυ­λᾶ σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­λή­να. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δεῖ τὸ ἄ­νοιγ­μά του (μιὰ πο­λὺ μι­κρὴ τρυ­πί­τσα) ἀρ­κεῖ νὰ τρα­βή­ξει, ἁ­πα­λά, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες λοι­πόν.

       Τοὺς ἀ­φαι­ρεῖς καὶ γλι­τώ­νεις κι ἀ­π’ τὰ δά­κρυ­α.

       Κι ἂν δὲν πε­τύ­χει τὸ πο­λὺ-πο­λὺ νὰ βγά­λω καὶ τὰ μά­τια μου. Ἔ­χω ἀ­κό­μα χῶ­ρο στὴ σο­φί­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


			

Κώστογλου Νιόβη: Ἐπίπεδο ρολόι


Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου


Ἐ­πί­πε­δο: Ρο­λό­ϊ


ΟΥ ΑΡΕΣΕΙ νὰ κοι­τά­ζεις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς νὰ δι­α­θλᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ νὰ χρω­μα­τί­ζει τὸ δω­μά­τιο μὲ τὸ θα­λασ­σί τῆς κουρ­τί­νας. Ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, σοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νεις με­γά­λες βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το καὶ νὰ νι­ώ­θεις τὸν ἄ­νε­μο νὰ σοῦ παίρ­νει τὰ μαλ­λιά. Βέ­βαι­α, ζεῖς πά­νω σε ἕ­να ρο­λό­ι καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σέ­χεις δια­ρκῶς γιὰ νὰ μὴν σὲ φτά­σουν οἱ δεῖ­κτες του καὶ σοῦ κό­ψουν τὸ κε­φά­λι.

        Θυ­μᾶ­σαι μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε κι ἀ­νέ­μι­ζε τὸ μα­κρὺ φου­λά­ρι της ἀ­πὸ τὸ ξε­σκέ­πα­στο αὐ­το­κί­νη­το. Ὅ­ταν τὴν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, δὲν τὸν εἶ­δε. Κι αὐ­τός, τύ­λι­ξε στὴ ρό­δα τὸ φου­λά­ρι καὶ τὴν ἔ­πνι­ξε. Με­τά, ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ εὐ­φυ­ὴς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας ποὺ ἔ­χτι­σε στὴν πό­λη του πο­λύ­χρω­μα κτί­ρια γιὰ νὰ τὰ θαυ­μά­ζει στὸν πε­ρί­πα­τό του. Αὐ­τόν, μό­λις τὸν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, ἔ­φε­ρε μπρο­στά του ἕ­να τρὰμ καὶ τὸν πά­τη­σε.

        Ἴ­σως πιὸ τυ­χε­ρὸς νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ κω­μι­κὸς μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­οῦ­μορ ποὺ μιὰ μέ­ρα τοῦ εἶ­παν ἕ­να τό­σο προ­σβλη­τι­κὸ ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὴν ἀ­δερ­φή του κι ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε τὸν βρῆ­κε ὁ δεί­κτης, ἔ­σπρω­ξε τὴν κα­ρέ­κλα καὶ με­τὰ τὸν γδοῦ­πο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ κε­φά­λι του στὸ πά­τω­μα, τοῦ κό­πη­κε τὸ γέ­λιο γιὰ πάν­τα. Κι ἄς μὴν εἶ­χε κὰν ἀ­δερ­φή.

        Ἐ­σὺ ἔ­χεις σί­γου­ρα τὸ μυ­στι­κό σου. Τρέ­χεις πά­νω στὸ ἐ­πί­πε­δο ρο­λόϊ κι ὅ­ταν φτά­νει κον­τά σου ὁ δεί­κτης, μὲ μι­σὸ ἅλ­μα, χω­ρί­ζεις τὸ σῶ­μα σου στὰ δύ­ο γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα καὶ νὰ τὴ γλι­τώ­σεις. Ὅ­μως, κά­θε φο­ρά, ὁ ὕ­που­λος λε­πτο­δεί­κτης σοῦ κό­βει μιὰ φλού­δα καὶ σὲ λι­γο­στεύ­ει.

        Θὰ ἦ­ταν πιὸ πρα­κτι­κὸ ἂν εἶ­χες βρεῖ τρό­πο νὰ φτιά­χνεις ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα σου ὅ­πο­τε περ­νοῦν ἀ­πὸ κον­τά σου οἱ δεῖ­κτες. Τό­τε, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ ἀ­φή­νεις πί­σω καὶ νὰ κρύ­βε­σαι σὲ μιὰ γω­νιὰ γιὰ νὰ δεῖς τί θὰ τὸ κά­νουν. Ἴ­σως νὰ πε­τοῦ­σαν τὸ πο­δή­λα­το στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ φρόν­τι­ζαν νὰ κα­τα­πι­εῖς μιὰ με­γά­λη πο­σό­τη­τα ἀ­πὸ μι­κρὰ ψά­ρια γιὰ νὰ πνι­γεῖς ἢ νὰ ἔ­ρι­χναν τὸ τα­βά­νι στὸ κε­φά­λι σου, ἐ­νῶ χα­ζεύ­εις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς ποὺ μπαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἴ­σως καὶ νὰ γε­λοῦ­σαν «τὶκ-τὰκ-τὶκ-τάκ».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου (Ἀ­θή­να, 1983). Σπού­δα­σε Δι­α­φή­μι­ση καὶ Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να, ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δι­α­φή­μι­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔντυ­πα καὶ ἠ­λεκτρο­νικὰ περι­οδι­κά. Ἔχει συμμετάσχει στὴ συλλογικὴ ἔκδοση διη­γημάτων Δώ­μα­τα μὲ θέα (Παρά­ξε­νες Μέρες, 2020).

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (3/3) 



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[3/3]

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΤΑ ΓΙΑΝΝΙΝΑ, τὸν και­ρὸ τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, νει­ὸς ἀ­κό­μα, χό­ρευ­ε μιὰ φο­ρὰ μ’ ἄλ­λα πα­λη­κά­ρια. Ἐ­νῷ ἔ­σερ­νε μπρο­στι­νὸς τὸν Τσά­μι­κο, κ’ ἔ­κα­νε πολ­λὲς γῦ­ρες στὸν τό­πο, κα­θὼς λέ­νε, πέ­ρα­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς, γυι­ὸς τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα. Ἡ φου­στα­νέλ­λα τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη ση­κώ­θη­κε τὸν ἀ­νή­φο­ρο καὶ φα­νή­κα­νε τὰ πλι­ά­τσι­κα (1)… Ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς πει­ρά­χτη­κε. Πῆ­γε στὸν πα­τέ­ρα του καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Κρά­ζει τό­τε ὁ Ἀ­λή­πασ­σας τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ θυ­μω­μέ­νος τοῦ λέ­ει:

       — Τί ἔ­κα­μες, ὠ­ρὲ Πα­λι­ό­γυ­φτο, στὸ γυι­ὸ τὸ δι­κό μου;

       — Τί­πο­τα, Πασ­σᾶ μ’, τοῦ λέ­ει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Δὲν τὄ­θε­λα· χό­ρευ­α κ’ ἔ­κα­μα ἔ­τσ’ μιὰ φου­ρά… [κ’ ἔ­φε­ρε μιὰ γύ­ρα]. Τό­τε πέρ­να­γε ὁ γυι­ός σου ὁ Μου­χτὰρ πασ­σᾶς καὶ θύ­μω­σε. Τί φταί­ω ‘­γὼ ὁ μαῦ­ρος;…

       Ὁ Ἀ­λή­πασ­σας ἔ­σκα­σε τὰ γέ­λια.

       — Πῶς τὄ­κα­μες, ὠ­ρὲ μπί­ρο μ’; Κά­με το πά­λε, ὠ­ρέ!

       — Ἔ­τσ’, Πασ­σᾶ μ’…

       — Κά­με το ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, ὠ­ρὲ Γι­ῶρ­γο!… Μπρά­βο, ὠ­ρὲ Γιῶρ­γο!… Ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.


(1) πλι­ά­τσι­κα: λάφυρα· ἐδῶ: γεννητικὰ ὄργανα.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση προ­φο­ρι­κὴ Ε­αγγ. Σκί­πη Συν/ρχη τῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 231 [Τίτλος: «499.— Ὁ χο­ρός του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

♣ ♣ ♣

Χορὸς κλέφτικος. Βρυσερὰ Ἀργυροκάστρου. 1984.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μουτζώματα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μουτζώματα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ οὐ μό­νον πνευ­μα­τώ­δης ἀλ­λὰ καὶ σφό­δρα ἀ­στεῖ­ος ἦ­το.

       Ἐ­πι­σκε­ψά­με­νος τὸ 1828 πλοί­αρ­χον πο­λε­μι­κοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ πλοί­ου ἤ­κου­σε αὐ­τὸν ὡς δι­ελ­θόν­τα μα­κρὸν καὶ τε­ρά­στιον βί­ον. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­θε­ώ­ρη­σε ταῦ­τα μὴ συμ­βι­βα­ζό­με­να μὲ τὴν ἡ­λι­κί­αν του, φαι­νό­με­νον ἴ­σως νε­ω­τέ­ρου ἀ­φ’ ὅ,τι ἦ­τον καὶ διὰ τοῦ­το τὸν ἠ­ρώ­τη­σε πό­σων ἐ­τῶν ἦ­το. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐν­νο­ή­σας τὴν ἰ­δέ­αν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ἐ­ξαίφ­νης ἀν­τὶ νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ πρω­ρέ­ως ἐ­κτε­λοῦν­τος, ὡς Ἕλ­λη­νος, τὰ κα­θή­κον­τα δι­ερ­μη­νέ­ως ἔ­σπευ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σῃ ἀ­μέ­σως διὰ συν­θή­μα­τος, δεί­ξας τὴν πα­λά­μην του μὲ ἀ­νοι­κτοὺς δα­κτύ­λους ἐν­νε­ά­κις (δηλ. ἐ­μού­τζω­σεν ἐν­νε­ά­κις) κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος Κο­λο­κο­τρώ­νη, ὅ­περ προὐ­κά­λε­σε τὸν γέ­λω­τα τῶν πα­ρόν­των Ἑλ­λή­νων, τό­τε ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, ἐ­ρω­τη­θεὶς καὶ οὗ­τος πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας του ἔ­δει­ξε καὶ αὐ­τὸς κα­τὰ πρό­σω­πον τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νου ἀμ­φο­τέ­ρας τὰς πα­λά­μας του πεν­τά­κις (δηλ. δι­πλὴν μού­τζαν), προ­σθεὶς καὶ ἅ­παξ διὰ τῆς μιᾶς χει­ρός (ἁ­πλῆν μού­τζαν) καὶ ἀ­κό­μη τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ἀ­πέ­ναν­τι τῶν δύ­ο ὀ­φθαλ­μῶν τοῦ ἐ­ρω­τή­σαν­τος (μι­κρὰν ἀλ­λὰ προ­σβλη­τι­κω­τέ­ραν μούν­τζαν) καὶ τε­λευ­ταῖ­ον τὸν πῆ­χυν τῆς χει­ρὸς ἀ­νωρ­θω­μέ­νον (συ­νή­θως ὡς ρυ­πα­ρᾶς ἰ­δέ­ας σχῆ­μα). Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­μέ­τρη­σεν ἀ­κρι­βῶς ἀ­νὰ δέ­κα ἔ­τη ἑ­κά­στην τὰς δι­πλᾶς μούν­τζας, πέν­τε τὴν ἁ­πλῆν καὶ δύ­ο τοὺς δυ­ὸ δα­κτύ­λους ὃ ἐ­στὶ 57 ἔ­τη ἀλ­λὰ τὸν ἀ­νωρ­θω­μέ­νον πῆ­χυν δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ ποῖ­ον χρό­νον νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σῃ καὶ ἐ­ζή­τη­σε πε­ρὶ τού­του ἐ­ξη­γή­σεις. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τοῦ εἶ­πεν ὅ­τι ση­μαί­νει ἥ­μι­συν, τό­τε οἱ πα­ρευ­ρε­θέν­τες Ἕλ­λη­νες ἐ­δό­θη­σαν εἰς ἄ­κρα­τον γέ­λω­τα, τοῦ­το ἔ­φε­ρεν εἰς πε­ρι­έρ­γειαν τὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸν νὰ ζη­τή­σῃ ἀ­πὸ τὸν Πρω­ρέ­α, με­τὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­ξη­γή­σεις καὶ ὁ Πρω­ρεὺς τῷ ἐ­ξή­γη­σε τί ση­μαί­νει εἰς τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­θι­μα ἡ κα­τὰ τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­νοι­χτὴ πα­λά­μη, οἱ δύ­ο δά­κτυ­λοι καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ον ρυ­πα­ρὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ση­μεῖ­ον, προ­σθεὶς ὅ­τι προ­έ­βη εἰς τοῦ­το ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης δι­ό­τι ἠ­δύ­να­το νὰ ἀ­παν­τή­σῃ διὰ τοῦ δι­ερ­μη­νέ­ως πε­ρὶ τῆς ἡ­λι­κί­ας καὶ νὰ μὴ προ­κα­λέ­σῃ δ’ ἑ­νὸς ἀ­τό­που ἕ­τε­ρον ἄ­το­πον. Ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ἐ­νε­θου­σιά­σθη διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη ἀ­πάν­τη­σιν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη καὶ ὅ­ταν εἶ­δεν αὐ­τὸν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὴν πλα­τεῖ­αν τῷ εἶ­πε τὰς ὀ­λί­γας λέ­ξεις ἃς μα­θὼν ἀ­πὸ τὸν δι­ερ­μη­νέ­α ἀ­πε­στή­θι­σε:

       — Σὲ συγ­χαί­ρω, Στρα­τη­γέ, διὰ τὴν πνευ­μα­τώ­δη κα­τάλ­λη­λον πρὸς ἐ­μὲ ἀ­πάν­τη­σίν σου.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 58.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Pierre Peytier (1793-1864), Ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νη­ς μὲ τὴ συ­νο­δεί­α του (1828).

Ρόμπερτ Μανς (Robert Mans): Μαθήματα πιάνου


Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans)


Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἐλ­πί­δας, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ Μά­ϊκ στὸ πιά­νο. Ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε σμό­κιν, ὅ­πως ταί­ρια­ζε στὴ θέ­ση του, καὶ τοὺς ἔ­παι­ζε δι­κές του πει­ραγ­μέ­νες με­λω­δί­ες ἢ τζὰζ δι­α­σκευ­ὲς γνω­στῶν τρα­γου­δι­ῶν.

        Τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Ρέ­ϊ καὶ τῆς Κά­θριν ἔ­βλε­πε τὰ πλῆ­κτρα καὶ τὰ χέ­ρια τοῦ πι­α­νί­στα καὶ ὁ Ρέϊ χά­ζευ­ε τὸ πιά­νο ὅ­λο το βρά­δυ. Ὡ­ραῖ­ο το φα­γη­τό, ὡ­ραῖ­ο καὶ τὸ κρα­σί, ὡ­ραί­α καὶ ἡ Κά­θριν. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ σχε­δὸν κα­τα­γώ­γιο μὲ τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα καὶ τὰ μουγ­κρη­τὰ τῶν ξέμ­παρ­κων μέ­θυ­σων. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του τό­τε. Λί­γο μό­νο ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη πί­στα τοῦ πιά­νου, ποὺ κα­τὰ σύμ­πτω­ση εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο ποὺ τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια του προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν μα­ζὶ μὲ τὴν Πι­λάρ.

        Τε­λεί­ω­σε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ κρα­σὶ καὶ ὁ Ρέϊ ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο. Ἡ Κά­θριν ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­να πο­τη­ρά­κι. Περ­νοῦ­σε κα­λὰ μα­ζί του. Ση­κώ­νον­τας δει­λά το χέ­ρι, ὅ­πως ὅ­ρι­ζαν πιὰ οἱ κα­λοί του τρό­ποι, γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο καὶ τὸ μαῦ­ρο πα­πι­γιόν, ὁ Ρέϊ τὸν ἐν­τό­πι­σε κον­τὰ στὸ δι­α­κρι­τι­κὸ καὶ προ­σεγ­μέ­νο μπὰρ νὰ παίρ­νει μιὰ ἄλ­λη πα­ραγ­γε­λί­α. Μό­λις ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ μὲ τὸν δί­σκο, ὁ Ρέϊ δι­ά­βα­σε στὴν κά­νου­λα La Rubia. Κόλ­λη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­κεῖ σε βαθ­μὸ ποὺ ἀ­νη­σύ­χη­σε τὴν Κά­θριν ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει τί εἶ­χε πά­θει καὶ ἂν εἶ­χε δεῖ κά­τι ποὺ τὸν τρό­μα­ξε. Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέϊ. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἡ ἴ­δια μπί­ρα. Σὰν κά­του­ρο ἦ­ταν τό­τε. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν μπί­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα; Καὶ δί­χως νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα του ἀ­πὸ τὸ μπάρ, πα­ρήγ­γει­λε ἐ­σπευ­σμέ­να στὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­κό­μα γιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καὶ μιὰ ξαν­θιὰ Rubia γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Γεύ­τη­κε τὴν κά­θε της γου­λιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν φα­νε­ρὰ πιὰ ἀ­νή­συ­χος. Ἡ Πι­λὰρ ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χο­ρεύ­ει στὴν πί­στα. Τὰ γλυ­κό­λο­γα ποὺ πῆ­γε κά­πο­τε νὰ ξε­στο­μί­σει ἔρ­χον­ταν στὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ τὰ ξέ­πλε­νε μὲ τὴν μπί­ρα καὶ τὸ σα­κά­κι του τὸν ἔ­σκα­γε. Ση­κώ­θη­κε στὴ μι­σὴ μπί­ρα νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα. Ἡ Κά­θριν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ μί­λη­σε. Ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα νὰ ἀ­φή­νει χῶ­ρο στὸν ἄλ­λο καὶ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε αὐ­τὸ σ’ ἐ­κεί­νη.

        Οἱ του­α­λέ­τες κι αὐ­τὲς στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, δι­πλα­νὲς πόρ­τες καὶ ἡ δι­κή του κα­τει­λημ­μέ­νη ἀ­πὸ ἄλ­λον. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πε­ρί­με­νε στὸν προ­θά­λα­μο. Βυ­θι­σμέ­νος στὴ μου­σι­κὴ τοῦ πιά­νου ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­τι­νὴ πί­στα, ἄ­κου­σε τὴν πόρ­τα νὰ ἀ­νοί­γει καὶ τὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ στὸν νι­πτή­ρα. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα νὰ μπεῖ μέ­σα, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἡ ἀν­τρι­κὴ ποὺ ἄ­νοι­ξε, ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ τύ­πος θὰ χέ­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα τό­ση ὥ­ρα, σκέ­φτη­κε. Ἀ­κό­μα πα­ρα­συρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ πι­α­νί­στα, κοί­τα­ξε ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὴ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ κα­θρέ­φτης φω­το­γρά­φι­ζε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λε­πτὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να σὲ κό­τσο γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βα­φτεῖ, καὶ μαύ­ρη στε­νὴ φού­στα. Ὁ Ρέϊ κοκ­κά­λω­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης τὸν ξε­γε­λοῦ­σε. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­ζέ το μπορ­ντὸ κρα­γιόν της. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τή. Τὸ κλὶκ στὴν πόρ­τα τῆς ἀν­τρι­κῆς του­α­λέ­τας τοῦ τά­ρα­ξε τὶς ἀ­να­μνή­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ἔ­χε­ζε βγῆ­κε καὶ ἔ­ζω­νε τὸ που­κά­μι­σο μέ­σα στὸ κου­στού­μι του. Ὁ Ρέ­ϊ μπῆ­κε μέ­σα στὴ βρο­με­ρὴ του­α­λέ­τα καὶ κρα­τών­τας τὴ μύ­τη καὶ τὴ ζω­ή του σὲ ἀ­να­μο­νή, κα­τού­ρη­σε τὴ μι­σὴ μπί­ρα καὶ τὸ μι­σὸ μπου­κά­λι κρα­σί. Δὲν γί­νε­ται, σκε­φτό­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα. Τρα­βών­τας τὸ κα­ζα­νά­κι, ἄ­κου­σε «Mi amor» μέ­σα στὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε πιὰ τε­λει­ώ­σει καὶ φύ­γει.

        Γύ­ρι­σε στὸ τρα­πέ­ζι σὰν νὰ εἶ­χε μό­λις δεῖ φάν­τα­σμα. Ἡ Κά­θριν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ κρα­σί της καὶ δὲν εἶ­δε τὰ ξαν­θά του δά­κρυ­α νὰ χά­νον­ται μέ­σα στὴν μπί­ρα, κα­θὼς ἐ­πί­τη­δες τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ μά­γου­λά του, γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ δῆ­θεν. Δὲν τῆς εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γιὰ τὴν Πι­λάρ, γιὰ τὸ ταν­γκό, γιὰ τὰ «Mi amor» ποὺ κά­θε βρά­δυ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ τῆς πεῖ καὶ δὲν τῆς ἔ­λε­γε τε­λι­κά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀ­φή­σει σύ­ξυ­λο στὴν πί­στα καὶ χα­θεῖ γιὰ πάν­τα.

        Ὁ Μά­ϊκ χά­ι­δευ­ε τὰ πλῆ­κτρα μὲ τὰ τζὰζ χέ­ρια του καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε με­λω­δί­ες γνω­στῶν ρὸκ συγ­κρο­τη­μά­των ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὰ χω­νέ­ψουν οἱ θα­μῶ­νες τῆς ἀ­νώ­τε­ρης τά­ξης. «Without you, I’m nothing» ἔ­λε­γε τὸ πιά­νο καὶ ὁ Ρέ­ϊ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἐ­κεί­νη στὴν του­α­λέ­τα ἢ στὴν μπί­ρα ἢ στὴν πί­στα ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.



 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hel­lenic A­me­ri­can U­niver­sity στὴν Ἀ­θή­να.


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ ἀργεντινοῦ ζωγράφου Fabian Perez (1967).



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σχεδία


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σχε­δί­α


ΛΕΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ γιὰ μέ­ρες μὲ τὴν ἴ­ω­ση, ἄϋ­πνος καὶ βα­ρύς, βάλ­θη­κε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ γιὰ ἐρ­γα­σι­ο­θε­ρα­πεί­α τὸ χά­ος τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω στοὺς ἥ­ρω­ες τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας καὶ ξα­στέ­ρω­σε ὁ νοῦς του καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὴ θο­λού­ρα του νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σει. Τὸν εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει ἀ­τε­λεί­ω­τα ἐ­κεῖ­να τὰ δι­ά­φα­να κα­λο­καί­ρια, σὲ πε­ρι­πέ­τει­ες καὶ σκαν­τα­λι­ές. Ὁ Τὸμ  Σώ­γι­ερ, ἡ Μπέ­κι καὶ ὁ Χὸκ Φίν, κυ­ρί­ως αὐ­τός, στὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας, σκλη­ρὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο καὶ χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες, ὄρ­θιος νὰ λά­μνει στὴ σχε­δί­α μὲ τὸν νέ­γρο-Τζὶμ, δρα­πε­τεύ­ον­τας πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α, μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ποὺ τὸν πλη­γώ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­νι­κό, ἔκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­α­ς (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κι­νη­τὴ γι­ορ­τή (δι­η­γή­μα­τα, Νη­σί­δες, 2018).


Νάνσυ Ἀγγελῆ: Μεγάλη ἰδέα


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Με­γά­λη ἰ­δέ­α


Ο ΧΕΡΙ ΤΗΣ ξε­πρό­βαλ­λε μέ­σα ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν χτυ­πή­σει ἡ ἀ­φύ­πνι­ση. Πά­τη­σε τὸ κουμ­πὶ ἀ­κύ­ρω­σης. Ἦ­ταν ξύ­πνια. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι οἱ 8.30 εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ ὥ­ρα γιὰ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι —ἐν­νιὰ πα­ρὰ τέ­ταρ­το τὸ πο­λὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὄρ­θια— πα­ρὰ τὸ ὅ­τι δὲν τὴν πε­ρί­με­νε κα­νέ­νας καὶ τί­πο­τα. Ἂν ἐ­πέ­τρε­πε, ὡ­στό­σο, στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ πα­ρα­κοι­μη­θεῖ οἱ τύ­ψεις θὰ τὴν χτυ­ποῦ­σαν ἀ­λύ­πη­τα γιὰ ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ἡ­μέ­ρας. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι τὸ πρω­ι­νὸ θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­νεμ­πό­δι­στο χω­ρὶς νὰ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴν βο­ή­θειά της, χω­ρὶς κὰν νὰ τὴν κοι­τά­ξει, μὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ν’ ἀ­δρά­ξει τὴ μέ­ρα ἢ του­λά­χι­στον αὐ­τὸ προ­σποι­οῦν­ταν. Τὶς φο­ρὲς ποὺ ἔ­νι­ω­θε πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἀ­π’ τὴν μα­ται­ό­τη­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς αὐ­τῆς προ­σπά­θειας καὶ δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν τὴν κοί­τα­ζε κα­νείς, φο­ροῦ­σε βα­ρι­ε­στη­μέ­να τὶς παν­τό­φλες, κούμ­πω­νε τὴ ρόμ­πα καὶ ἔ­σερ­νε τὰ βή­μα­τά της ὣς τὴν κου­ζί­να, ὅ­που οἱ πρω­ι­νὲς ἀ­χτί­δες φω­τὸς ποὺ τρύ­πω­ναν ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὴν ἔ­κα­ναν νὰ ξε­χνᾶ γιὰ λί­γο τὸ κε­νὸ ποὺ φώ­λια­ζε μέ­σα της καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε ἀ­χνά. Ἄλ­λες φο­ρὲς ξυ­πνοῦ­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα αἰ­σι­ό­δο­ξη καὶ τά­χα φου­ρι­ό­ζα ἀπ΄ τὴ χα­ρὰ ἔ­σπευ­δε στὴν κου­ζί­να, ἄ­νοι­γε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες εὐ­γνω­μο­σύ­νης καὶ ἔ­φτια­χνε τὸν κα­φὲ κά­νον­τας τὸ κου­τα­λά­κι ν’ ἀν­τη­χεῖ χα­ρού­με­να. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει πο­τὲ ὅ­τι οἱ χα­ρού­με­νοι καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι θο­ρυ­βώ­δεις, ἐ­νῶ ὅ­σοι εἶ­ναι θλιμ­μέ­νοι ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ φο­βοῦν­ται πάν­τα μή­πως ἐ­νο­χλή­σουν μὲ τὶς κι­νή­σεις τους, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­σι­ω­ποῦν, μὴ καὶ τρα­βή­ξουν τὴν προ­σο­χή;

        Ὅ­πως καὶ νὰ ’χει, καὶ πα­ρὰ τὶς ἀ­χτί­δες φω­τός, τὰ πρω­ϊ­νὰ περ­νοῦ­σαν συ­νή­θως ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Κά­θον­ταν στὸ αὐ­το­σχέ­διο γρα­φεῖ­ο καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ μέ­ηλ της. Στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν με­τα­ξύ τοῦ πρώ­του καὶ τοῦ δεύ­τε­ρου κλὶκ τοῦ πον­τι­κιοῦ, ὅ­ταν εἶ­χε πιὰ πα­τή­σει «ἄ­νοιγ­μα», ἡ καρ­διά της πάν­τα φτε­ρού­γι­ζε ἀ­κα­τά­στα­τα γε­μά­τη προσ­δο­κί­α, κι ὕ­στε­ρα, τοὺς γορ­γοὺς χτύ­πους δι­α­δέ­χον­ταν χτύ­ποι βα­ριοί, ἄ­με­ση συ­νέ­πεια τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ποὺ τὴν κα­τέ­κλυ­ζε στὴ θέ­α τῆς ἔν­δει­ξης «Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα». Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἦ­ταν αὐ­τὴ ἡ προσ­δο­κί­α, ἡ τυ­φλὴ σχε­δὸν ἐλ­πί­δα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ταν μῆ­νες τώ­ρα, χρό­νος σχε­δόν, μά­ται­α. Χω­ρὶς τὴν προσ­δο­κί­α, δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε ἴ­σως ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Μὰ τὸ ’χε βί­τσιο ἀ­πὸ πάν­τα νὰ πι­στεύ­ει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺ στὸν ἑ­αυ­τό της. Εἶ­χε ἀ­πὸ μι­κρὴ αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κά­πο­τε θὰ ἔ­κα­νε κά­τι με­γά­λο, κά­τι σπου­δαῖ­ο, κά­τι ἀ­ξι­ό­λο­γο γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια. Τώ­ρα τό ‘βλεπε ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­κρά­δαν­τη πί­στη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ τῆς χά­ρι­σε χρό­νια σε­βα­σμοῦ ἀ­πὸ φί­λους, γνω­στοὺς καὶ συμ­μα­θη­τὲς στὰ νε­α­νι­κά της χρό­νια, δὲν ἦ­ταν πιὰ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω πα­ρὰ ἡ σα­νί­δα σω­τη­ρί­ας μιᾶς αἰ­θε­ρο­βά­μονος καὶ κα­λο­μα­θη­μέ­νης ἄ­νερ­γης. Δὲν εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ δου­λειά, ἁ­πλῶς δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ νὰ τὴν θε­ω­ρεῖ τό­σο ἀ­να­πό­φευ­κτα ἀ­πα­ραί­τη­τη γι’ αὐ­τήν, ὥ­στε νὰ κά­νει τ’ ἀ­δύ­να­τα δυ­να­τὰ γιὰ μιὰ πρόσ­λη­ψη. Ἔ­νι­ω­θε, βα­θιὰ μέ­σα της, κά­πως ὑ­πε­ρά­νω, κι αὐ­τό, ναὶ τώ­ρα τό ‘βλέ­πε, τὴν ἔ­κα­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸν κό­σμο μὲ ἀ­πο­στρο­φὴ ἢ πα­ρά­πο­νο, ἀλ­λὰ ὄ­χι νὰ συμ­με­τέ­χει ἐ­νερ­γὰ σ’ αὐ­τόν. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση τοῦ νὰ τὴν χρει­ά­ζε­ται πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­πελ­πι­σμέ­να, ὥ­στε νὰ πα­λέ­ψει, νὰ κυ­λι­στεῖ γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­κτή­σει, μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, θέ­ση ἐρ­γα­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βγά­ζει τὰ πρὸς τὸ ζεῖν. Ἔ­τσι, ἂν καὶ οἱ ἐκ­δό­τες καὶ οἱ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες τῆς ἔ­κλει­ναν τὴν πόρ­τα, ἐ­κεί­νη εἶ­χε τὴν πο­λυ­τέ­λεια νὰ ἐ­πι­μέ­νει νὰ θέ­λει νὰ κά «μό­νο αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κά», τὸ ὁ­ποῖ­ο στή­ρι­ζε φυ­σι­κὰ πά­νω στοὺς πυ­λῶ­νες αὐ­τῆς τῆς ἔμ­φυ­της ὑ­ψη­λῆς ἰ­δέ­ας γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Βέ­βαι­α, τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἡ ἀ­ναλ­γη­σί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων αὐ­τῶν μη­νῶν χω­ρὶς «κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα» ἀ­πάν­τη­σης στὰ χι­λιά­δες βι­ο­γρα­φι­κὰ ποὺ εἶ­χε στεί­λει, τὴν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἀρ­κε­τὰ τσα­κι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη πε­ρη­φά­νιας. Πα­ραλ­λή­λι­ζε τὴν εἰ­κό­να της μ’ αὐ­τὴν κά­ποι­ου ποὺ ἐ­νῶ πα­σχί­ζει νὰ ἰ­σι­ώ­σει τὸ πα­πι­γιόν του ὅ­ταν βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὸν κό­σμο, ἡ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νη του ὄ­ψη καὶ τὸ φθαρ­μέ­νο του σα­κά­κι, μαρ­τυ­ροῦν, ἐν­τού­τοις, ἄ­θε­λά τους μὰ εὔ­γλωτ­τα, τὸν ξε­πε­σμὸ καὶ τὴν πλα­στὴ εὐ­πρέ­πεια, ὅ­ταν ἀ­παν­τοῦ­σε χα­μο­γε­λα­στὰ «εἶ­μαι με­τα­φρά­στρια» στὴν καί­ρια καὶ ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως κου­ρα­στι­κὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση «τί δου­λειὰ κά­νε­τε;». Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σει «λο­γί­στρια» ἢ «δα­σκά­λα» ἢ «φουρ­νά­ρισ­σα» ἢ «νο­σο­κό­μα», ὁ­τι­δή­πο­τε, δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α, ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­δι­νε τὴν ἀ­πάν­τη­ση στὸ σω­στὸ χρό­νο καὶ μὲ φυ­σι­κό­τη­τα, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, χω­ρὶς ν’ ἀ­φή­σει νὰ με­σο­λα­βή­σουν δευ­τε­ρό­λε­πτα, ἀ­πο­σι­ω­πη­τι­κὰ ἢ με­τέ­ω­ρες μα­τι­ές, δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις ἢ ὑ­πο­ψί­ες. Για­τὶ ὁ κό­σμος ἤ­ξε­ρε. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πά­ει κα­λὰ μ’ ἐ­κεί­νη, κι ἴ­σως νὰ πί­στευ­αν ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­χρη­στη ἢ ἀ­κό­μη τεμ­πέ­λα. Κι ἐ­κεί­νη ντρέ­πον­ταν, μὰ πῶς νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σει καὶ πῶς νὰ τὴν πι­στέ­ψουν, ὅ­τι ἐ­νῶ αὐ­τὴ προ­σπα­θοῦ­σε ἦ­ταν οἱ ἄλ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ τῆς ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κι ἐ­κεί­νη, ὤ ἐ­κεί­νη, ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρή­φα­νη γιὰ νὰ ξα­να­χτυ­πή­σει. Ἔ­τσι, ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρὸς καὶ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ τὴν ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες, τὶς ἐκ­δο­τι­κές της ἀ­σχο­λί­ες, ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἴ­σως τε­λι­κά, πα­ρὰ τὰ με­γά­λα ὄ­νει­ρα, ἕ­να πλά­σμα δί­χως ἔρ­γο, τὴν ἔ­ζω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ σφι­χτά. Τό­τε πα­ρά­παι­ε ἐ­πι­κίν­δυ­να με­τα­ξὺ αὐ­το­σε­βα­σμοῦ καὶ αὐ­το­μα­στί­γω­σης καὶ ἔ­φτα­νε στὸ ση­μεῖ­ο νὰ ζη­λεύ­ει φρι­χτὰ κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πο­τὲ πρὶν δὲν εἶ­χε νι­ώ­σει πα­ρὰ μο­νά­χα ἀ­δι­α­φο­ρί­α: τὸν ἀν­θρώ­πι­νο μό­χθο κι αὐ­τὸν ποὺ γυ­ρί­ζει τὰ βρά­δια σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­κρι­βῶς στὶς 8.40, σύμ­φω­να μὲ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό τῶν τε­λευ­ταί­ων μη­νῶν. Ἡ ἀ­νερ­γί­α, εἶ­χε κι αὐ­τὴ τὸ δι­κό της ὡ­ρά­ριο, τὴ δι­κή της ρου­τί­να. Ὁ ἐ­λεύ­θε­ρος χρό­νος τῆς πε­ρίσ­σευ­ε τό­σο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζει νὰ γί­νον­ται ὅ­λα μέ­σα σὲ προ­κα­θο­ρι­σμέ­να χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα, ἀλ­λι­ῶς ἡ βα­ρε­μά­ρα θὰ τὴν κα­τά­πι­νε ἀ­νε­πι­στρε­πτί. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ι­νὸ δὲν δι­έ­φε­ρε ἀ­π’ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να. Κα­μιὰ προ­αί­σθη­ση, κα­μιὰ ἀ­πει­λή, κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν δι­α­τά­ρασ­σε τὴ γα­λή­νη τοῦ ἄ­δει­ου σπι­τιοῦ. Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα. Ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της δὲν μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Κά­τι με­τα­ξὺ καρ­τε­ρι­κό­τη­τας, ἀ­να­κού­φι­σης καὶ ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ταυ­τό­χρο­να. Ἔ­βα­λε ἀ­θό­ρυ­βα τὸ κε­φά­λι της νὰ φω­λιά­σει μέ­σα στὰ μπρά­τσα της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διη­γη­μά­των Μιὰ μέρα ἀ­πό­λυτης ἡ­συ­χίας (Πα­ρά­ξε­νες Μέρες, 2015).

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος: Η Μίνα



Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἡ Μί­να


ΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ δε­κα­ε­τί­α τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ἡ Μί­να δὲν εἶ­χε χρό­νο, οὔ­τε νὰ γνω­ρί­σει σχο­λεῖ­ο οὔ­τε νὰ βι­ώ­σει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν.

     Παι­δού­λα ἀ­κό­μη, πρὶν τὴ Μι­κρα­σί­α, ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ τὴν δώ­σουν γιὰ δου­λά­κι σὲ μιὰ μι­κρο­α­στι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Πει­ραι­ᾶ, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ συ­νή­θει­ο γιὰ τὶς πο­λυ­με­λεῖς φτω­χὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν νη­σι­ῶν μὲ πολ­λὲς θυ­γα­τέ­ρες.

     Τὴν ἔ­φε­ρε μὲ ἕ­να κα­ΐ­κι ὁ με­γά­λος καὶ μο­να­δι­κὸς ἀ­δελ­φός της ἀ­πὸ τὶς Σπέ­τσες, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ τὴν πα­ρά­δω­σε στὴν Πει­ραι­ώ­τι­κη οἰ­κο­γέ­νεια.

     Μό­λις τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­κεῖ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, ξέ­νη ἀ­νά­με­σα σὲ ξέ­νους, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει σπα­ρα­κτι­κά, ποῦ εἶ­σαι μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν στα­μά­τη­σε τὸ κλά­μα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα. Στὴν ἀρ­χή, τὴν ἔ­πι­α­σαν μὲ τὸ κα­λό, τῆς εἶ­παν θὰ περ­νά­ει κα­λύ­τε­ρα ἐ­δῶ ἀ­πὸ τὸ νη­σί της, θὰ τρώ­ει κα­νο­νι­κά, θὰ ντύ­νε­ται κι ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­νε, θὰ τῆς ἔ­βρι­σκαν ἕ­να κα­λὸ παλ­λη­κά­ρι νὰ παν­τρευ­τεῖ. Με­τὰ τὴν φο­βέ­ρι­σαν, τῆς εἶ­παν θὰ τὴν πε­τά­ξουν στὸ δρό­μο μό­νη κι ἔ­ρη­μη, λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θ’ ἄρ­χι­ζαν νὰ τὴν ξυ­λο­φορ­τώ­νουν. Τί­πο­τε αὐ­τή. Νὰ κλαί­ει ὑ­στε­ρι­κά. Εἶ­δαν κι ἀ­πο­εῖ­δαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­στει­λαν μή­νυ­μα στὶς Σπέ­τσες, νὰ ἔλ­θουν νὰ τὴν πά­ρουν πί­σω.

     Στα­μά­τη­σε νὰ κλαί­ει μό­νο ὅ­ταν ξα­να­εῖ­δε τὸν ἀ­δελ­φό της, ἕ­να μή­να με­τά, νὰ χτυ­πά­ει τὸ ρό­πτρο τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ νὰ τὴν παίρ­νει μα­ζὶ μὲ τὸ μπο­γα­λά­κι της. Πί­σω στὶς Σπέ­τσες!

     Ἔ­γι­νε ἡ Μι­κρα­σί­α, με­τα­νά­στευ­σε ὁ ἀ­δελ­φὸς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, νὰ τὰ φέ­ρει βόλ­τα ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, νὰ προι­κι­στοῦν οἱ πέν­τε ἀ­δελ­φὲς ποὺ τοῦ ἔ­λα­χαν καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, νὰ βρεῖ γαμ­προὺς νὰ τὶς παν­τρέ­ψει.

     Βρῆ­κε καὶ γιὰ τὴ Μί­να τὸν Μι­χά­λη. Λυ­γε­ρό­κορ­μο πα­λι­κά­ρι, νη­σι­ώ­της, ἀ­πὸ τὴ Σύ­μη, ναυ­τι­κὸς στὰ βα­πό­ρια, παν­τρεύ­τη­καν καὶ με­τα­κό­μι­σαν σὲ μιὰ κά­μα­ρα στὸν Πει­ραι­ά. Σὲ λί­γες μέ­ρες ὁ Μι­χά­λης μπαρ­κά­ρει, ἀ­φή­νον­τας ἔγ­κυ­ο τὴ Μί­να.

     Λί­γο πρίν, λί­γο με­τὰ τὴ γέν­να, τῆς ἦλ­θε μή­νυ­μα, ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ Μι­χά­λης στὸ βα­πό­ρι καὶ πέ­θα­νε, τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Πό­σα βρά­δια εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζί; Τέσ­σε­ρα; Πέν­τε; Οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει κα­λὰ-κα­λά. Γεν­νι­έ­ται τὸ παι­δί, κο­ρί­τσι, καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες πε­θαί­νει κι αὐ­τό. Χω­ρὶς ὄ­νο­μα.

     Ἔ­κτο­τε ἡ Μί­να πα­ρα­δέ­χτη­κε τὸ ἀ­με­τά­κλη­το τῶν γε­γο­νό­των. Μιὰ ζω­ὴ πέν­θος. Του­λά­χι­στον, ἀ­φοῦ παν­τρεύ­τη­καν ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἀ­δελ­φὲς κι ἔ­κα­ναν με­γά­λες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὑ­πῆρ­χε πάν­τα ὁ ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­μει­νε γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο ἐ­ξαι­τί­ας της, γιὰ νὰ τὴν φρον­τί­ζει, νὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει καὶ νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σει ἕ­να σπί­τι γιὰ νὰ μέ­νουν.

     Ἐ­κεῖ ξα­να­βρῆ­κε ἀρ­γό­τε­ρα τὴ φω­νή της. Μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ τρα­γου­δά­ει μό­νη μὲ τὴ γάρ­γα­ρη φω­νὴ της τὸν «Κα­πε­τὰν-Ἀν­τρέ­α Ζέ­πο» καὶ τὴν «Μπρα­τσέ­ρα», κα­θα­ρί­ζον­τας ὅ­λη τὴν ὥ­ρα καὶ με­τὰ μα­νί­ας τὸ σπι­τι­κὸ καὶ τὰ μου­τζού­ρι­κα ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ. Τὶς ὧ­ρες τῆς σχό­λης, κα­θι­σμέ­νη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Πει­ραι­ώ­τι­κου σπι­τιοῦ, στὴ σκιὰ τῆς πε­λώ­ριας λε­μο­νιᾶς ποὺ κά­λυ­πτε μέ­χρι καὶ τὰ κε­ρα­μί­δια, ἔ­βα­ζε νὰ τὶς δι­α­βά­ζουν τὶς κοι­νω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις ἀ­πὸ τὸ νη­σί της σὲ το­πι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ λά­βαι­νε ἀ­νελ­λι­πῶς, νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες συμ­πα­τρι­ω­τῶν καὶ συ­νοι­κι­ῶν τοῦ τό­που της, νὰ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες τῶν πη­γα­δι­ῶν τοῦ νη­σιοῦ ποὺ πα­ρα­φυ­λᾶ­νε νὰ ξε­λο­γιά­σουν τοὺς ἄν­τρες, ὅ­ταν ξε­μέ­νουν ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ τὰ βρά­δια, νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ἄ­στρα καὶ τοὺς και­ρούς, νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει τοὺς μῆ­νες καὶ τὰ δί­σε­κτα χρό­νια, νὰ ἱ­στο­ρεῖ τὸν Τά­σο καὶ τὴν Πα­γώ­να σὲ κεν­τή­μα­τα καὶ σὲ κουρ­τι­νά­κια πα­ρα­θύ­ρων.

     Μὲ τὸν και­ρό, ἡ Μί­να ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἄν­τρα-συ­ζύ­γου καὶ τὸν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸν ἄν­τρα-ἀ­δελ­φό, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζή­σα­νε μα­ζὶ μέ­χρι θα­νά­του. Εὐ­νου­χι­σμέ­νοι καὶ οἱ δύ­ο, γκρι­νι­ά­ζον­τας συ­νε­χῶς με­τα­ξύ τους γιὰ τὸ πα­ρα­μι­κρό, ὡς σύ­ζυ­γοι σὲ χω­ρι­στὰ κρε­βά­τια. Ἐ­κεί­νη στὴν κα­μα­ρού­λα της, δί­πλα στὴν κου­ζί­να, μιὰ πα­ραγ­κού­λα στὴν αὐ­λὴ κι ἐ­κεῖ­νος στὸ δω­μά­τιό του. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια, γιὰ νοί­κια­σμα, γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ πρό­σθε­το εἰ­σό­δη­μα στὶς πε­νι­χρὲς ἀ­πο­λα­βὲς τοῦ μα­ου­νι­έ­ρη ἀ­δελ­φοῦ, καὶ κα­νέ­νας νοι­κά­ρης νὰ μὴν στε­ρι­ώ­νει. Μιὰ ζω­ὴ ὅ­μως μα­ζί, σχε­δὸν ἕ­νας αἰ­ώ­νας, μέ­χρι καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.


(Πει­ραι­ᾶς, 1985)


Πη­γή: Σπε­τσι­ώ­τι­κη Ἠ­χώ, πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Ἕ­νω­σης Σπε­τσι­ω­τῶν, τχ. 139, Ἰ­αν.-Μάρτ. 2017, σελ. 15.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.



		

	

Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi): Ἡ Ἀγάπη σὲ κάνει καινούργιο


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi)


Ἡ Ἀ­γά­πη σὲ κά­νει και­νούρ­γιο

(Love is always an innovation)


ΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ μέ­ρος μὲ κα­κὴ θέ­α. Θὰ χώ­ρι­ζαν, αὐ­τὸ εἶ­χαν πεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ τε­λευ­ταί­α τους συ­νεύ­ρε­ση. Θὰ ἦ­ταν ἄ­γρια, ὅ­σο πιὸ ἄ­γρια γι­νό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ εἶ­χε φτά­σει νω­ρί­τε­ρα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ μυα­λό της. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει τὸ τη­λέ­φω­νό της ἀ­νοι­χτὸ γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ τὰ παι­διά της κι ὁ Πί­τερ τῆς ἔ­στελ­ναν συ­νέ­χεια μη­νύ­μα­τα. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο φί­λο ποὺ πέ­θαι­νε. Χα­χά­νι­ζε, κα­θὼς ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἄ­φη­σαν ἥ­συ­χη, οἱ μό­νοι ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ λέ­ει. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός, ἦ­ταν κα­θ’ ὁ­δόν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἐ­ξά­σκη­ση, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­κτι­μά­ει τὴ βι­αι­ό­τη­τα στὸ κρε­βά­τι. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­πι­δει­ξί­ας. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πής. Τί δι­α­φο­ρὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ στὴ ζω­ή της! Μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα νὰ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξουν καὶ νὰ ἀ­να­δι­ορ­γα­νω­θοῦν γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της, τὸ και­νού­ριο αὐ­τὸ ἄ­το­μο.

        Μέ­χρι αὐ­τὸν ἐ­δῶ, εἶ­χε πά­ει μὲ πέν­τε ἢ ἕ­ξι ἄν­τρες καὶ εἶ­χε τὰ μά­τια της κλει­στὰ στὴ διά­ρκεια. Νευ­ρι­κὴ καὶ ἀρ­κε­τὰ ἀγ­χω­μέ­νη, ὥ­στε νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νη­συ­χί­α της, εἶ­χε τρέ­ξει μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν. Πί­στευ­ε πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ντρε­πό­ταν. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τὸ τραῦ­μα. Ἔ­κα­νε τὴν κα­λὴ γιὰ τὸ δι­κό της κα­λό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νεις τοὺς ἄλ­λους νὰ σὲ μι­σοῦν.

        Ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει. Τὴ ρω­τοῦ­σε τί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, τῆς ἐ­ξη­γοῦ­σε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει. «Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου νὰ βά­λω τὰ δά­χτυ­λά μου, σκύ­ψε, ἄ­νοι­ξε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δεῖ­ξε μου. Πρέ­πει νὰ δῶ.» Τὴν ἔ­κα­νε κι ἐ­κεί­νη νὰ μι­λά­ει. Τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὶς λέ­ξεις τώ­ρα. Βλέ­πεις, οἱ δυ­ό τους ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο.

        Ἕ­νας χον­τρός, τρι­χω­τὸς καὶ πο­λυ­ά­σχο­λος ἄν­τρας, ἕ­να γου­ρού­νι, ἕ­νας πω­λη­τής, ἕ­νας ψεύ­της καὶ ἀ­λα­ζό­νας, μὲ μιὰ φω­νὴ πιὸ φαλ­λι­κὴ ἀ­πὸ τὴν ψω­λή του. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε μὲ τὸν κύ­ριο Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸ κα­τέ­φε­ρ­ε ἕ­να πλῆγ­μα σὲ ὅ,τι γνώ­ρι­ζε. Τὴν ἔ­κα­νε τό­σο ἀ­βὰν-γκὰρντ ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοῦ κό­ψει τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ δόν­τια, νὰ τὸ με­τα­φέ­ρει μα­κριὰ καὶ νὰ ἀ­ναγ­κά­σει ὅ­ποι­ον ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ φο­ρά­ει.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, κοι­τών­τας ἔ­ξω μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­κουμ­πι­σμέ­νες στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­νῶ ἀ­ε­ρο­πλά­να δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ κό­σμος κι­νοῦν­ταν πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα της, τὰ πέ­τα­ξε κά­τω καὶ βά­δι­σε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ πα­πού­τσια της, γυ­μνὴ μέ­σα σὲ ἕ­να κου­τί, νι­ώ­θον­τας πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρη ἔ­τσι.

        Εἴ­μα­στε ἀ­νώ­μα­λοι στὴ φαν­τα­σί­α μας κι ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός της, ὅ­πως λέ­νε. Τό­τε, ξέ­ρεις πὼς δὲν ἔ­χεις τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου. Ὁ Ἔ­ρω­τας τὴν ἔ­σπρω­χνε πα­ρα­πέ­ρα καὶ τὸ σὲξ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­πο­φά­σι­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἀ­η­δί­α ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νες δί­δυ­μες: ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι βί­αι­η καὶ μι­ση­τή. Ἔ­γρα­φε λί­στες μὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες γιὰ νὰ θυ­μί­σει στὸν ἑ­αυ­τὸ της ποι­ό εἶ­δος μι­ση­τῆς εἶ­χε στὸ μυα­λό της. Ἀ­κό­μα δὲν κα­τα­νο­οῦ­σε ἀ­πὸ ποῦ πή­γα­ζε ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γὴ ἢ ποι­όν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ρω­τή­σει γι’ αὐ­τό.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Στὰ εἴ­κο­σι τῆς εἶ­χε πεῖ κά­ποι­ος πὼς δὲν θὰ κα­τα­νο­οῦ­σε τὸ πά­θος προ­τοῦ φτά­σει στὰ σα­ράν­τα ἢ δὲν θὰ τὸ ἄν­τε­χε πρὶν τὰ σα­ράν­τα πέν­τε της. Ἀ­κό­μα καὶ τό­τε, δὲν θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά: τί προ­ει­δο­ποί­η­ση! Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­μως, δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­να σῶ­μα. Ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς ὅ­ποι­ον σὲ κά­νει τό­σο πα­ρά­λο­γο.

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἡ λα­γνεί­α της ἦ­ταν πο­λὺ με­τρι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ κά­τι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἀ­π’ ὅ­σο σκό­πευ­ε, τὸν φι­λοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Τὴν εἶ­χε γδύ­σει ὡς τὸ με­δού­λι της. Λέ­νε πὼς πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς νὰ βα­σί­ζε­σαι σὲ ἄλ­λους. Κι ἂν εἶ­ναι τό­σο κα­λοὶ γιὰ σέ­να ποὺ ξε­χνᾶς ὅ­λα τὰ ἄλ­λα;

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σκέ­φτη­κε νὰ μπεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ τὸν ξαφ­νιά­σει ὅ­ταν θὰ ἐρ­χό­ταν. Θὰ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ σα­στι­σμέ­νος καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πῶς θὰ ἦ­ταν χω­ρὶς ἐ­κεί­νη, πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε εὐ­τυ­χί­α. Ἴ­σως κα­θό­ταν. Μπο­ρεῖ νὰ συλ­λο­γι­ό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν τρο­μά­ξει. Ἤ­θε­λε νὰ κα­πνί­σει, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα δὲν ἄ­νοι­γαν. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε, για­τὶ εἶ­χε κα­ταρ­ρεύ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὴν εἶ­χαν κλεί­σει σὲ κλι­νι­κὴ ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο μυα­λό. Ἴ­σως νὰ νό­μι­ζε πὼς ἄν­θρω­ποι σὰν ἐ­κεί­νη, θὰ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σύν­το­μα, ὅ­πως λέ­νε, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν. Εἶ­χαν κά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ κά­νουν μα­ζί. Ἀ­κό­μα τὸν ἤ­θε­λε, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ κά­νει πά­λι, ἀλ­λὰ εἶ­χε οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε μιὰ φι­λε­νά­δα νὰ μοι­ρά­ζε­ται τὸ κρουα­σάν του, ὄ­χι μιὰ τρε­λά­ρα νὰ ψά­χνει ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ τὴ βρεῖ.

        Ἦ­ταν στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ πε­ρί­με­νε νὰ δεῖ τὶς γκρί­ζες του σό­λες. Σύν­το­μα, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴ φυ­λὴ τῶν Ἀ­γά­μη­των. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λά­ει, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὸν κά­νει νὰ βα­ρι­έ­ται. Οἱ τρε­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­ώ­χνουν τοὺς ἄλ­λους. Φο­βό­ταν νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σει, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο φο­βό­ταν τὸν θά­να­το. Τὸ πά­θος ἔ­κα­νε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ὴ ἀ­δύ­να­τη καὶ κλό­νι­ζε τὸ ση­μεῖ­ο μη­δὲν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εὐ­τυ­χῶς.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὰ παι­διά της, τὸ κα­θῆ­κον της ἦ­ταν νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἄρ­ρω­στο σύ­ζυ­γό της. Μα­ζί του ἦ­ταν σὰν νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ κά­νεις ἔ­ρω­τα μὲ τὴ μά­να σου. Ἠ­θι­κὴ ἦ­ταν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πεις αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πᾶς γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις κά­ποι­ον ποὺ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τώ­ρα, εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς ὁ ἄ­σχη­μος ἄν­τρας ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πῶς συμ­βα­δί­ζουν, ὅ­μως, αὐ­τὲς οἱ ἰ­δέ­ες;

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μά­θει. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τό, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ μα­νί­α νὰ ξε­χά­σει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ κεί­νη.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου τὶς ὧ­ρες, τὰ λε­πτά, τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ ἐ­κεῖ­νος γί­νει φάν­τα­σμα κι ἐ­κεί­νη ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της. Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε πε­ρι­μέ­νει ὁ­τι­δή­πο­τε, πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­γά­πη.



Πη­γή: Hanif Kureishi, What Happened? Faber & Faber (2019).


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi) (Κέντ, Ἀγ­γλί­α, 1954). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Κὶν­γκς Κό­λε­τζ τοῦ Λον­δί­νου. Γρά­φει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, σε­νά­ρια καὶ δο­κί­μια. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Whitbread γιὰ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο συγ­γρα­φέ­α τὸ 1990 γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Βού­δας τῶν Προ­α­στί­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ θέ­α­τρο, ἐ­νῶ τὰ σε­νά­ριά του ἔ­χουν γί­νει ται­νί­ες ἀ­πὸ σκη­νο­θέ­τες ὅ­πως ὁ Στί­βεν Φρί­αρς. Κα­τέ­χει τὸν τι­μη­τι­κὸ τί­τλο τοῦ Ἱπ­πό­τη τῶν Τε­χνῶν καὶ τῶν Γραμ­μά­των.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κη­ς (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson): Χαστούκι



Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson)


Χα­στού­κι

(Slam)


ΚΟΡΗ ΤΗΣ ἐ­πέ­στρε­φε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ πο­λὺ και­ρό. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ μά­θαι­νε ξα­νὰ νἆ­ναι Μα­μά. Ἔ­πει­τα, θὰ μά­θαι­νε πό­τε μπο­ρεῖ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζῃ, καὶ πό­τε νὰ συγ­κρα­τεῖ­ται.

     Δε­κα­πέν­τε χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, ἡ κό­ρη της ἦ­ταν ἕ­να πρό­ω­ρα γεν­νη­μέ­νο βρέ­φος μὲς σὲ μιὰ θερ­μο­κοι­τί­δα καὶ ζύ­γι­ζε ἀ­κρι­βῶς ἕ­να κι­λό. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἡ μη­τέ­ρα της ὁ­δη­γοῦ­σε ὣς τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὶς 04:00 π.μ. ἁ­πλὰ καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὴ δῇ ν’ ἀ­να­πνέ­ῃ. Τῆς σκά­ρω­νε να­νου­ρί­σμα­τα, ὥ­σπου κοι­μό­ταν πλά­ι στὶς ὀ­θό­νες. Ἔ­πλε­κε μάλ­λι­να ―μυ­τε­ρὰ στὴν κο­ρυ­φὴ σὰν ξω­τι­κοῦ― σκου­φά­κια, ποὺ ἔ­φτα­ναν τὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς μή­λου, ὡ­στό­σο ἕ­να πρω­ῒ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λει­πε, μιὰ νο­ση­λεύ­τρια ἀ­π’ τὴν κλι­νι­κὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων ἀ­σθε­νῶν ποὺ ἀ­να­πλή­ρω­νε κά­ποι­ον στὴ ΜΕΘ τῶν νε­ο­γέν­νη­των, το­πο­θέ­τη­σε τὴ λά­θος ται­νί­α στό πρό­σω­πο τοῦ βρέ­φους προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψῃ τὸν τρο­φο­δο­τι­κὸ σω­λή­να. Ὅ­ταν αὐ­τὴ ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­φαι­ρε­θῇ, τὸ ἀ­νώ­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ βρε­φι­κοῦ δέρ­μα­τος σκί­στη­κε, δη­μι­ουρ­γῶν­τας ἕ­να κά­πα­λο, κι’ ἀρ­γό­τε­ρα μιὰν οὐ­λὴ στὸ ζυ­γω­μα­τι­κὸ τοῦ νε­ο­γνοῦ, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε κα­τα­λή­γον­τας νὰ μοιά­ζῃ μὲ ἕ­να ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­ση­μέ­νιο ψά­ρι.

     Ὅ­ταν ἦ­ταν νή­πιο, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­πρε­πε νὰ στα­μα­τή­σῃ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῇ σα­πού­νι γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ ἐκ­ζέ­μα­τος τοῦ κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ τὴν ἄ­λει­φε μὲ τὴν ὑ­δα­ρῆ κρέ­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἀ­φροὺς μὲς στὴ λε­κά­νη. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ βλά­βη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­ξε­νή­σῃ ὁ ἀ­φρι­κα­νι­κὸς ἥ­λιος, ἱ­κε­τεύ­ον­τας τὸ νε­α­ρὸ πλέ­ον κο­ρί­τσι νὰ φο­ρᾷ κα­πέ­λο, ἀν­τη­λια­κὴ προ­στα­σί­α, προ­ει­δο­ποι­ῶν­τας την πα­ράλ­λη­λα γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση φα­κί­δων καὶ τὸν καρ­κί­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πλέ­ον ἡ κό­ρη της ἐρ­χό­ταν σπί­τι τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ὡς ἐ­πι­σκέ­πτρια, θὰ ρω­τοῦ­σε μὲ τὴ σει­ρά της τὴ μη­τέ­ρα της γιὰ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς κρέ­μες γιὰ τὰ σπυ­ρά­κια, καὶ γιὰ προ­ϊ­όν­τα ἐ­νυ­δά­τω­σης. Θὰ ψώ­νι­ζαν πα­ρέα. Ἡ μη­τέ­ρα της θὰ τῆς ἀ­γό­ρα­ζε κι ἀ­ρώ­μα­τα, λέ­γον­τάς της, Γιὰ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι κά­θε φο­ρὰ ποὺ θὰ τὸ μυ­ρί­ζῃς.

     Τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πέ­κτη­σε πλέ­ον νέ­α ση­μά­δια σὰν στοι­χι­σμέ­νους με­νε­ξε­δέ­νιους γυ­μνο­σά­λια­γκες, ποὺ ἕρ­πον­ται στὸ μπρά­τσο της, ἀ­δύ­να­τον νὰ κα­τα­φέ­ρῃ κα­νεὶς νὰ τ’ ἀγ­γί­ξῃ. Ἀ­φό­του ἔ­κο­ψε τὶς φλέ­βες της, ὁ δερ­μα­το­λό­γος της τῆς πρό­τει­νε νὰ κά­νουν πλα­στι­κὰ ράμ­μα­τα, ὡ­στό­σο οἱ πιὸ βα­θι­ὲς ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς το­μὲς πα­ρα­λί­γο νὰ φτά­σουν στὴν ἁρ­τη­ρί­α. Ἡ μη­τέ­ρα τρί­βει ἔ­λαι­ο ἀ­πὸ κυ­νό­ρο­δο στὸ δέρ­μα τοῦ παι­διοῦ της, προ­σπα­θῶν­τας νὰ κα­τα­πρα­ΰ­νῃ τὸν χη­λο­ει­δῆ ἱ­στό, ἐν­θυ­μού­με­νη τὶς πα­λι­ές της ἀ­νη­συ­χί­ες, ποὺ εἶ­χαν πιὰ πε­τά­ξει μα­κριὰ σὰν φου­σκά­λες σὲ πο­τή­ρι ἀ­να­ψυ­κτι­κοῦ, ἀ­νά­λα­φρες σὰν κον­φε­τὶ ἀ­πὸ ρυ­ζό­χαρ­το.

     Ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὸν πα­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ της, τὸ δέρ­μα της ἦ­ταν κα­θα­ρό. Δὲν εἶ­χε στίγ­μα­τα ἀ­ϋ­πνί­ας, οὔ­τε με­λα­νι­ὲς ἀ­π’ τὶς ἀ­να­κρί­σεις στὶς ἕν­τε­κα, τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴ μί­α, στὶς δύ­ο. Μό­νον οἱ ἀρ­γοὶ χτύ­ποι τοῦ ρο­λο­γιοῦ ἦ­ταν μάρ­τυ­ρες στὸν φό­βο της.

     Τώ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λὲς ὧ­ρες τὴν κό­ρη της νὰ στρι­φο­γυρ­νᾷ στὸν ὕ­πνο της. Ἀ­κού­ει τὶς σοῦ­στες τοῦ κρε­βα­τιοῦ νὰ τρί­ζουν, κά­θε ποὺ τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­νε­ται γιὰ νὰ πά­ῃ στὴν του­α­λέ­τα. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α ἀ­να­ρω­τι­έ­ται γιὰ τὰ φο­ρέ­μα­τα τοῦ ἐ­τή­σιου χο­ροῦ τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σης, γιὰ τὰ νυ­φι­κά. Τὸ κο­ρί­τσι σχε­διά­ζει μὲ ξυ­λομ­πο­γι­ὲς στὸ τε­τρά­διό της, δαν­τε­λέ­νια μα­νί­κια ἢ τού­λια, μα­κρι­ὲς φοῦ­στες ποὺ νὰ κα­λύ­πτουν τὰ ση­μά­δια ἀ­π’ τὰ χα­ρα­κω­μέ­να κα­λά­μια καὶ τοὺς μη­ρούς της.

     Ἡ μη­τέ­ρα βρί­σκει τὶς ζω­γρα­φι­ὲς ὅ­ταν τὸ κο­ρί­τσι λεί­πει στὸ σχο­λεῖ­ο, τσα­λα­κω­μέ­νες στὰ σκου­πί­δια της. Τὶς παίρ­νει καὶ κα­θὼς τὶς σι­δε­ρώ­νει, ὁ ἀ­έ­ρας πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­π’ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ζε­στοῦ χαρ­τιοῦ.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly, 15.03.2008:

http://www.smokelong.com/slam/

 

Ἡ Λὶσλ Τζόμ­πσον (Liesl Jobson) εἶ­ναι Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νι­κὴ συγ­γρα­φέ­ας καὶ μου­σι­κός. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λή­τρια τῆς στή­λης τῆς ποί­η­σης στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Mad Hatters Review. Κα­τὰ τὴν ἴ­δια, ζεῖ μέ­σα σ’ ἕ­να κλου­βὶ πα­πα­γά­λου, γιὰ πρω­ι­νὸ κα­τα­να­λώ­νει μο­λύ­βια, γρά­φει μ’ ἕ­να φτε­ρὸ βου­τηγ­μέ­νο σὲ παν­τζα­ρό­ζου­μο. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὰ Exquisite Corpse, Pindeldyboz, Gator Springs Gazette, Opium καὶ Lamination Colony.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com