1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854

[τῶν Γεωργίου Γλαράκη καὶ Νικολάου Φλογαΐτη]


Ο ΧΙΩΤΗΣ λο­γι­ώ­τα­τος, πα­λιὸς Ἀ­γω­νι­στὴς καὶ συ­χνὰ ὑ­πουρ­γὸς Γ. Γλα­ρά­κης κα­τά­φε­ρε τέ­λος ν’ ἀ­πο­χτή­σῃ σπί­τι στὴν ὁ­δὸ Μου­σῶν.

       Ὁ σύ­γαμ­πρός του Νικ. Φλο­γα­ΐ­της, ἄλ­λος με­γα­λο­ϊ­δε­ά­της λο­γι­ώ­τα­τος καὶ πα­λιὸς δι­κα­στι­κός, τὸν πεί­ρα­ζε:

       — Σπί­τι ἀ­γο­ρά­ζεις στὴν Ἀ­θή­να, τοῦ ἔ­λε­γε, ποὺ σὲ λί­γον και­ρὸ κοῦκ­κοι θὰ λα­λή­σουν στὰ κε­ρα­μί­δια του;

       — Για­τί;

       — Για­τὶ ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ Βα­σι­λεί­ου θὰ με­τα­φερ­θῇ στὴν Πό­λη!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Α. Κλε­ο­μέ­νους «Δι­ά­λε­ξις πε­ρὶ τῶν πρώ­των τῆς Ἑλ­λά­δος Βα­σι­λέ­ων» 1904 σ. 43.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 110 [Τίτλος: «126.—Με­γά­λη Ἰ­δέ­α – 1854.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


			

Σπῦρος Κρόκος: Chop Chop Square


Σπῦ­ρος Κρό­κος


Chop Chop Square


 ΠΡΩΪΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Φρε­σκο­πλυ­μέ­να σεν­τό­νια ἔ­χουν ἀρ­χί­σει ἤ­δη ν’ ἁ­πλώ­νον­ται πά­νω στὶς πλά­κες της. Ἡ θέ­α τῶν λευ­κῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν ποὺ πε­τοῦν στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­να­κα­λεῖ στὴ μνή­μη του τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος. Στὸ νοῦ του ἔρ­χον­ται κι ἐ­κεῖ­νοι οἱ στί­χοι ποὺ εἶ­χε βρεῖ γραμ­μέ­νους χρό­νια πρίν, σ’ ἕ­να ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο κομ­μά­τι χαρ­τί, πε­τα­μέ­νο στὴ ρί­ζα μιᾶς γέ­ρι­κης χουρ­μα­διᾶς: «Στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες τοῦ Προ­φή­τη πει­να­σμέ­να γε­ρά­κια κα­ρα­δο­κοῦν, κομ­μα­τι­ά­ζον­τας τὶς νό­τες ποὺ ξε­γλι­στροῦν ἀ­μέ­ρι­μνα στὴ σι­ω­πὴ τῆς ἄμ­μου. Ὁρ­μοῦν ἐ­πά­νω στὶς ἄ­ψυ­χες σκι­ὲς τῆς ὀ­θό­νης καὶ στὶς φι­γοῦ­ρες τῆς σκη­νῆς, ὅ­ταν αὐ­τὲς δὲν ὑ­πο­κλί­νον­ται φι­λών­τας εὐ­λα­βι­κά τοὺς ὤ­μους τῶν το­πο­τη­ρη­τῶν του.»

        Βα­δί­ζει πρῶ­τος στὴ σει­ρά, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, ἔ­χον­τας τὰ χέ­ρια δε­μέ­να πι­σθάγ­κω­να. Πα­ρὰ τὸ βά­λιουμ, νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του κο­φτὴ καὶ τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ γρή­γο­ρα καὶ ἄρ­ρυθ­μα. Ἀ­πρό­σκλη­τες θύ­μη­σες τοῦ τρα­γου­δοῦν καὶ τὸν τα­ξι­δεύ­ουν σὲ εἰ­κό­νες τοῦ χθές, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­έ­ρα καὶ φῶς μέ­σα ἀ­πὸ λα­βύ­ριν­θους θο­λοὺς καὶ οἰ­κεί­ους. Γνώ­ρι­μες κραυ­γὲς συ­νο­δεύ­ουν τὴ δι­α­δρο­μή του πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Ὅ­μως σὲ αὐ­τὲς δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει πιὰ τὴ χροι­ὰ τῆς δι­κῆς του φω­νῆς μὲ τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες στὴν πλα­τεί­α, τὰ γι­ορ­τι­νὰ πρω­ϊ­νά τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, τὸ πο­δό­σφαι­ρο καὶ τὸ κυ­νη­γη­τὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­κέ­φα­λα σώ­μα­τα. Τοῦ εἶ­χαν πεῖ τό­τε, πὼς αὐ­τὰ ἦ­ταν σκιά­χτρα ποὺ κρα­τοῦ­σαν μα­κριά τὰ στοι­χειὰ τῆς ἐ­ρή­μου. Ἡ στέρ­φα γῆ ἐ­ξά­γνι­ζε τὸ παι­χνί­δι τους ἀ­πὸ τὸ μό­λε­μα καὶ τὸ προ­στά­τευ­ε, ἔ­τσι ὅ­πως ἄ­τμι­ζε ρου­φών­τας ἀ­χόρ­τα­γα τὸ ζε­στὸ αἷ­μα ποὺ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο.

        Γο­να­τί­ζει πά­νω στὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι μὲ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὴ γε­νέ­τει­ρα τοῦ Προ­φή­τη. Ἕ­να θρη­νη­τι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ δι­εκ­δι­κεῖ δι­έ­ξο­δο. Μὰ τε­λι­κὰ μέ­νει βου­βό. Ἀ­νεί­πω­το. Μαῦ­ρο πα­νὶ τυ­λί­γει τὰ μά­τια του κα­θὼς αἰ­σθά­νε­ται τὸν δή­μιο νὰ στέ­κει δί­πλα του. Ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει κι ἡ δου­λειὰ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ πρὶν τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη τοῦ με­ση­με­ριοῦ. Δὲν ἔ­χει πρό­θε­ση νὰ δυ­σκο­λέ­ψει τὸ ἔρ­γο τοῦ ὑ­παλ­λή­λου. Ἀ­κού­ει τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κα­τα­δί­κης καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ψι­θυ­ρι­στὰ τοὺς στί­χους ἀ­πὸ τὸ Κο­ρά­νι. Παύ­ση. Ξέ­ρει τί πρέ­πει νὰ κά­νει ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἔ­πει­τα. Γέρ­νει τὸ σῶ­μα του ἐ­λα­φριὰ μπρο­στά. Αἰ­σθά­νε­ται τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει ἁ­πα­λὰ τὸν λαι­μὸ κι ὕ­στε­ρα νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Τὸ σπα­θὶ κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη. Δι­α­χω­ρι­σμός — δη­λα­δὴ κα­ρα­τό­μη­ση. Ἡ λύ­τρω­ση στὴν Chop Chop Square μό­λις ἦρ­θε. Τὸ πλῆ­θος κραυ­γά­ζει. Κά­ποι­ος του­ρί­στας φώ­να­ξε γκόλ.

        Τρί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ κρα­νί­ο του δί­χως αἰ­σθή­σεις, βού­λη­ση, προσ­δο­κί­ες καὶ μνή­μη πιά, κα­τρα­κυ­λᾶ στὸ πυ­ρω­μέ­νο τσι­μέν­το τῆς πλα­τεί­ας. Σὲ αὐ­τὸν τὸν χρό­νο ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ σκορ­πί­σει ἡ ψυ­χὴ καὶ νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ τὴ σκό­νη ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους τὰ κα­ρα­βά­νια τῶν νο­μά­δων τῆς ἐ­ρή­μου, αὐ­το­μό­λη­σαν μα­ζί της καὶ οἱ ἦ­χοι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια μου­σι­κές, οἱ εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κλει­σμέ­να θε­ά­μα­τα, ἡ γλυ­κιὰ γεύ­ση τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἱ­δρώ­τα καὶ τῶν ἀγ­γιγ­μά­των τῆς σάρ­κας, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁρ­μύ­ρας ποὺ ὁ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὸς ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἕ­ναν ὠ­κε­α­νὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τί­κρι­σε πο­τέ, μὰ κά­θε βρά­δι ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν πὼς πα­τοῦ­σε τὴν ἀν­τί­πε­ρα στε­ριά του.

        «Σκα­τά!» μούγ­κρι­σε ὁ πα­χύ­σαρ­κος ἄν­τρας κοι­τά­ζον­τας τὸ ρο­λό­ϊ του, δε­κα­τρεῖς χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἅρ­πα­ξε τὸ τη­λε­κον­τρὸλ ποὺ ἦ­ταν χω­μέ­νο στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πὲ καὶ τί­να­ξε στὸ πά­τω­μα τὰ τρίμ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ πα­τα­τά­κια ποὺ εἶ­χαν στα­θεῖ στὴν κοι­λιά, στὰ μπού­τια καὶ στὸ λευ­κό του σώ­βρα­κο. Ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, κά­τι ποὺ δὲν τὸ κα­τά­φε­ρε οὔ­τε τὴ δεύ­τε­ρη οὔ­τε τὴν τρί­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σε. Τοῦ πῆ­ρε κάμ­πο­ση ὥ­ρα νὰ χω­ρέ­σει στὴ φρε­σκο­πλυ­μέ­νη στο­λὴ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­νε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουμ­πὶ τοῦ που­κα­μί­σου μὲ τὸ κεν­τη­μέ­νο γε­ρά­κι στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι, κον­το­στά­θη­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοί­τα­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὸν βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­πει­τα τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὴ νο­η­τὴ εὐ­θεία ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ 13η πτέ­ρυ­γα τῶν Πο­λι­τεια­κῶν Φυ­λα­κῶν, τὴν Death Row. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­πλα­νὲς γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μές. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι του στὸ στέρ­νο καὶ σχη­μά­τι­σε φευ­γα­λέ­α τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς εἰ­σό­δου σή­κω­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τί­τλο: «Πρω­τό­κολ­λο Chapman —Ἐ­φαρ­μο­γὴ καὶ Δι­α­χεί­ρι­ση Ἐ­κτε­λέ­σε­ων.» Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη ποὺ ἔ­κα­νε πρὶν κλεί­σει πί­σω του τὴν πόρ­τα καὶ χα­θεῖ, ἦ­ταν ὅ­τι ἂν τὰ πράγ­μα­τα συ­νε­χί­σουν νὰ πη­γαί­νουν κα­λὰ στὴ δου­λειά, ἴ­σως μπο­ρέ­σει νὰ πε­ρά­σει ἕ­να μέ­ρος ἀ­πὸ τὴν κα­λο­και­ρι­νή του ἄ­δεια τα­ξι­δεύ­ον­τας κά­που στὴ Με­σό­γει­ο. Ἰ­τα­λί­α, Ἱ­σπα­νί­α, Γαλ­λί­α, Ἑλ­λά­δα ἴ­σως. Τὰ χεί­λη του συ­σπά­στη­καν σ’ ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο προ­σμο­νῆς καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­σης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες. Ἐν­δει­κτι­κὲς ἀ­να­φο­ρές: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου», «Southern Point», «Chop Chop Squa­re» στὸν ἱστο­χῶ­ρο Ἱ­­στο­­ρί­­ες Μπον­­ζά­ι – Ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μ­ικροῦ. «Θραύ­σμα­τα & Ἀνα­μνή­σεις» στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Eye­lands· «Ὁ Κό­σμος τῆς Λί­μνης» στὸν ἱστό­το­πο Li­te­ra­tu­re.  Τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» καὶ «Τε­λευ­ταῖ­ο Δρο­μο­λό­γιο» ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέα (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) καὶ Ἱ­στο­ρίες στὶς Ρά­γες (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) ἀ­ντί­στοι­χα. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


 

Μανουὲλ Βιθέντ (Manuel Vicent): Σκέτος καφές


Μα­νου­ὲλ Βι­θέντ (Manuel Vicent)


Κα­φὲς σκέ­τος

[Café solo]


ΕΡΩ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ὅ­τι τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ πε­θά­νω δὲν θὰ μοῦ λεί­ψουν τὰ σπου­δαῖ­α γε­γο­νό­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χω ζή­σει, ἀλ­λὰ τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ κα­φὲ μὲ φρυ­γα­νι­σμέ­νο ψω­μὶ καὶ ὁ­ρι­σμέ­νες μι­κρὲς αἰ­σθή­σεις, ὅ­πως, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ ἁ­πλώ­νω τὸ πό­δι μου πρὸς τὴ δρο­σε­ρὴ με­ριὰ τοῦ σεν­το­νιοῦ τὰ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα ξη­με­ρώ­μα­τα, τὴν ὥ­ρα ποὺ κε­λα­η­δά­ει τὸ κο­τσύ­φι στὸν κῆ­πο. Ἂν βα­ρι­έ­μαι κά­πως νὰ πε­θά­νω, εἶ­ναι για­τὶ δὲν θὰ μπο­ρῶ πλέ­ον νὰ πη­γαί­νω τὰ πρω­ϊ­νὰ νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ἐ­φη­με­ρί­δα οὔ­τε νὰ χα­ζεύ­ω στὸ δρό­μο, στὴ στά­ση τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, τὰ δρο­σε­ρὰ πρό­σω­πα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ ἔ­χουν ἀ­κό­μα ὅ­λο τὸν ἔ­ρω­τα μπρο­στά τους. Ὁ ἀ­γώ­νας μου γιὰ τὴν ὕ­παρ­ξη συ­νί­στα­ται στὸ νὰ εἶ­ναι, τὴν ὥ­ρα τοῦ πρω­ι­νοῦ, πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ ἀπ’ ὅ­τι οἱ κα­τα­στρο­φὲς ποὺ δι­α­βά­ζω στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλά­ϊ στὸ φρυ­γα­νι­σμέ­νο ψω­μὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης πο­λὺ εὐ­χά­ρι­στο νὰ τη­λε­φω­νεῖς σὲ κά­ποι­ον φί­λο κα­τὰ τὸ με­ση­με­ρά­κι, γιὰ νὰ σοῦ δι­η­γη­θεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α κου­τσομ­πο­λιά. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, εἶ­ναι ἡ Κρι­τι­κὴ τοῦ κα­θα­ροῦ λό­γου τοῦ Κὰντ καί, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ κου­βεν­το­λό­ι. Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι οἱ κου­βεν­τοῦ­λες στὸ πα­ρε­ά­κι θὰ εἶ­ναι τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα ποὺ θὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς κα­τὰ τρό­πο πο­λὺ πιὸ ἀ­νε­ξί­τη­λο ἀ­πὸ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φι­λο­σο­φί­α, καὶ μα­ζί τους θὰ συ­νυ­πάρ­χει ἡ γλυ­κύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ πε­ρι­πά­του, με­ρι­κὰ ἡ­λι­ο­βα­σι­λέ­μα­τα, τὰ βρα­δι­νὰ δι­α­βά­σμα­τα στὸ κρε­βά­τι πα­ρέ­α μὲ τὸ στορ­γι­κὸ φῶς τοῦ πορ­τα­τὶφ στὸ κο­μο­δί­νο. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κά­νει τοὺς πιὸ σο­φοὺς ἑ­τοι­μο­θά­να­τους νὰ κλαῖ­νε. Χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α, τὰ δά­κρυ­ά τους δὲν ὀ­φεί­λον­ται στὶς νί­κες ποὺ πέ­τυ­χαν οὔ­τε στὶς με­γά­λες τρα­γω­δί­ες ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν, ἀλ­λὰ στὶς ἁ­πλὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ βί­ω­σαν, στὸν κα­λό­καρ­δο κό­σμο ποὺ γνώ­ρι­σαν, στὰ φα­γη­τὰ ποὺ γεύ­τη­καν χα­λα­ρά, πα­ρέ­α μὲ φί­λους. Τί εἶ­ναι ὁ θά­να­τος; Ἴ­σως τε­λι­κὰ ὁ θά­να­τος συ­νί­στα­ται στὸ νὰ μὴν φᾶς πιὰ ἕ­να κρι­τσα­νι­στὸ κρουα­σὰν μα­ζὶ μὲ τὸν κα­φὲ τὰ πρω­ι­νὰ δί­πλα στὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο καὶ νὰ μὴν μά­θεις πο­τὲ ξα­νὰ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῶν κυ­ρι­α­κά­τι­κων ἀ­γώ­νων πο­δο­σφαί­ρου. Στὸ τέ­λος ὅ­λων των θρη­σκει­ῶν καὶ τῶν φι­λο­σο­φι­ῶν, ἐν μέ­σῳ τό­σων θε­ῶν, ἡ­ρώ­ων καὶ ὀ­νεί­ρων φαί­νε­ται πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να σύ­νο­λο ἀ­πὸ κου­βεν­τοῦ­λες καὶ μιὰ πλο­κὴ ἀ­πὸ ἀ­ρώ­μα­τα, μιὰ μι­κρὴ συ­νή­θεια τὰ πιὸ στέ­ρε­α θε­μέ­λια τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­χνὸ ποὺ βγά­ζουν κά­ποι­ες κοῦ­πες μπρο­στὰ στὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ­ρι­σμέ­νοι ὑ­πήρ­ξα­με εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.


Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 5 Μαρ­τί­ου 2012.

Ὁ Μα­νου­ὲλ Βι­θὲντ (Manuel Vicent) γεν­νή­θη­κε στὴ Μπι­γι­αμ­πι­έ­χα τοῦ Κα­στε­γιὸν τὸ 1936. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἰ­σπα­νοὺς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους τῆς τε­λευ­ταί­ας 50ετίας, συ­νερ­γά­ζε­ται ἀ­νελ­λι­πῶς ἀ­πὸ τὸ 1981 μὲ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El País.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Λη­τὼ Πα­λαι­ο­λό­γου-Σο­φοῦ. Σπου­δά­ζει Νο­μι­κὰ στὴν Κο­μο­τη­νὴ καὶ σχέ­διο μό­δας στὴν Ἀ­θή­να.

Γιώτα Ἀναγνώστου: Κάθε μέρα Χριστούγεννα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να

 

ΡΩΤΑ ΣΕ ΕΘΙΣΑΜΕ στὸ κάλ­πι­κο. Τὸ βρε­φι­κό σου γά­λα ἀ­γε­λά­δας. Σὲ σκό­νη. Ὕ­στε­ρα σοῦ δεί­ξα­με πὼς νὰ μὴν κά­νεις φί­λους καὶ νὰ με­τρᾶς ἕ­να-ἕ­να τὰ δι­κά σου πλα­στι­κὰ παι­χνί­δια. Με­τὰ σὲ πή­γα­με σχο­λει­ὸ νὰ μά­θεις. Τί; Ἱ­στο­ρί­α. Σί­γου­ρα. Γε­ω­γρα­φί­α. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Γλώσ­σα. Ο.Κ. Μα­θη­μα­τι­κά. Πρω­τί­στως. Σὲ μυ­ή­σα­με στὸν ἔ­ρω­τα-ὀ­θό­νη. Μὲ μιὰ με­ζού­ρα. Νὰ με­τρᾶς τὶς ἴν­τσες, τὰ pixel, τὶς γραμ­μώ­σεις τῆς κοι­λιᾶς, δι­α­στά­σεις στή­θους, πε­ρι­φέ­ρειας, τὸ μῆ­κος τῆς βλε­φα­ρί­δας σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τῶν χει­λι­ῶν τὸ πά­χος. Κα­τό­πιν σοῦ στα­λά­ξα­με σι­γὰ-σι­γὰ πὼς δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σπα­θεῖς γιὰ τί­πο­τα κι οὔ­τε τὸν δι­πλα­νὸ νὰ νοι­ώ­θεις. Θὰ σὲ βο­λέ­ψουν –ἔ­τα­ξαν οἱ φί­λοι οἱ κομ­μα­τι­κοὶ  —σὲ μί­α θέ­ση. Ἄς πᾶ­νε νὰ κουμ­που­ρια­στοῦν οἱ ἄλ­λοι. Μέ­χρι τό­τε «ἅρ­πα­ξε γιὰ νὰ φᾶς καὶ κλέ­ψε νὰ­’ ­χεις». Καὶ ποῦ­ ’­σαι; ἔ­σο ἕ­τοι­μος – ἂν πα­ρα­στεῖ ἀ­νάγ­κη – νὰ πά­ρεις ὅ­πλο, νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖς μιὰ χού­φτα χῶ­μα καὶ ἕ­να ὀρ(ι)ο­θε­τι­κὸ πα­λού­κι. Ἂν δι­α­κρι­θεῖς θὰ ἔ­χεις ἔ­πα­θλο χι­λιά­δες like στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης κι ἕ­να κου­πό­νι προ­τε­ραι­ό­τη­τας γιὰ σύν­τα­ξη τι­μη­τι­κή.

        Τί φταῖς κι ἐ­σύ; Ἐ­σύ, Χρι­στὸς γεν­νή­θη­κες, ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λοι σου συμ­μα­θη­τὲς καὶ συμ­μα­θή­τρι­ες. Κά­θε μέ­ρα Χρι­στὸς γεν­νι­έ­σαι. Πό­τε μὲ ρόζ, πό­τε μὲ γα­λά­ζια καὶ πό­τε μὲ πο­λύ­χρω­μα. Πό­τε σὲ μαι­ευ­τή­ρια, πό­τε στὸν δρό­μο καὶ πό­τε σὲ ἀν­τί­σκη­να καὶ σὲ προ­σφυ­γι­κοὺς κα­ταυ­λι­σμούς. Δὲν φταῖς ἐ­σύ. Βλέ­πεις ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τὰ Χρι­στού­γεν­να μό­νο μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο – νὰ ξε­στο­κά­ρου­με – καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο νὰ ἐκ­παι­δεύ­ου­με σταυ­ρω­τῆ­δες.

         Κρί­μα θὰ μπο­ρού­σα­με κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να νὰ ’­χου­με.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Ράσελ Ἔντσον (Russell Edson): Ὥρα φαγητοῦ

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson)


Ὥ­ρα φα­γη­τοῦ

(Dinner time)


ΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΣ σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι πε­ρί­με­νε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ σερ­βί­ρει φα­γη­τό. Τὴν ἄ­κου­σε νὰ χτυ­πᾶ μιὰ κα­τσα­ρό­λα ποὺ τὴν εἶ­χε κά­ψει. Μι­σοῦ­σε τὸν ἦ­χο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ κα­τσα­ρό­λα ὅ­ταν τὴ χτυ­ποῦ­σαν, για­τὶ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὸν πό­νο της μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ θέ­λει νὰ κα­τα­φέ­ρει κι ἄλ­λα τέ­τοι­α χτυ­πή­μα­τα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ χτυ­πᾶ τὸ ἴ­διο του τὸ πρό­σω­πο, κι οἱ ἀρ­θρώ­σεις τῶν δα­χτύ­λων του κοκ­κί­νι­σαν. Πῶς μι­σοῦ­σε τὶς κόκ­κι­νες ἀρ­θρώ­σεις, ἐ­κεῖ­νο τὸ χτυ­πη­τὸ χρῶ­μα, πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τά­ρε­σκο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν πλη­γή.

            Ἄ­κου­σε νὰ πέ­φτει ὁ­λό­κλη­ρό το γεῦ­μα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τῆς γυ­ναί­κας του στὸ πά­τω­μα τῆς κου­ζί­νας κι ἐ­κεί­νη νὰ ἀ­να­θε­μα­τί­ζει. Για­τὶ κα­θὼς τὸ ἔ­φερ­νε πρὸς τὰ μέ­σα, τῆς εἶ­χε κά­ψει τὸν ἀν­τί­χει­ρα. Ἄ­κου­σε τὰ πι­ρού­νια καὶ τὰ κου­τά­λια, τὶς κοῦ­πες καὶ τὰ πιά­τα νὰ κλαῖ­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ προ­σγει­ώ­νον­ταν στὸ πά­τω­μα τῆς κου­ζί­νας. Πῶς μι­σοῦ­σε τὸ γεῦ­μα ἐ­κεῖ­νο πού, μό­λις ἔ­χει ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀρ­χί­ζει καὶ σὲ καί­ει θα­νά­σι­μα, καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, στριγ­γλί­ζει καὶ σκού­ζει τὴ στιγ­μὴ ποὺ προ­σγει­ώ­νε­ται στὸ πά­τω­μα, ὅ­που οὕ­τως ἢ ἄλ­λως ἀ­νή­κει.

            Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μιὰ γρο­θιὰ στὸ πρό­σω­πό του κι ἔ­πε­σε στὸ πά­τω­μα.

            Μό­λις συ­νῆλ­θε, ἦ­ταν πο­λὺ θυ­μω­μέ­νος, κι ἔ­τσι ἔ­δω­σε ἄλ­λη μιὰ γρο­θιὰ στὸ πρό­σω­πό του καὶ ζα­λί­στη­κε. Ἡ ζα­λά­δα τὸν θύ­μω­σε κι ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νὰ κο­πα­νᾶ τὸ κε­φά­λι του στὸν τοῖ­χο, λέ­γον­τας τώ­ρα θὰ δεῖς τί πά­ει νὰ πεῖ στ’ ἀ­λή­θεια ζα­λά­δα ἀ­φοῦ θὲς νὰ ζα­λι­στεῖς. Σω­ρι­ά­στη­κε στὸ πά­τω­μα.

            Ἄ, τὰ πό­δια δὲν βα­στᾶ­νε, ἔ; … Ἄρ­χι­σε νὰ δί­νει γρο­θι­ὲς στὰ πό­δια του. Εἶ­χε δώ­σει ἕ­να κα­λὸ μά­θη­μα στὸ κε­φά­λι του καὶ τώ­ρα θὰ ἔ­δι­νε ἕ­να μά­θη­μα στὰ πό­δια του.

            Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἄ­κου­σε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ θρυμ­μα­τί­ζει τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα πι­α­τι­κὰ καὶ τὰ πι­α­τι­κὰ νὰ σκού­ζουν καὶ νὰ τσι­ρί­ζουν.

            Κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ τοί­χου. Ἄ, ὥ­στε μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις, ἔ; Κι ἔ­τσι ἔ­κα­νε τὸν κα­θρέ­φτη κομ­μά­τια μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­σπα­σε. Ἄ, μᾶλ­λον δὲν θέ­λεις νὰ εἶ­σαι κα­ρέ­κλα ἄλ­λο πιά· πα­ρα­εῖ­σαι κα­λὴ γιὰ νὰ κά­θον­ται πά­νω σου, ἔ; Ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ τὰ κομ­μά­τια τῆς κα­ρέ­κλας.

            Ἄ­κου­σε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ χτυ­πᾶ τὴν ἑ­στί­α τοῦ μα­γει­ρέ­μα­τος μὲ ἕ­να σφυ­ρί. Φώ­να­ξε «πό­τε θὰ φᾶ­με;», ἐ­νῶ στρί­μω­χνε ἕ­να κε­ρὶ μέ­σα στὸ στό­μα του.

            Ὅ­ταν θὰ εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἕ­τοι­μη, οὔρ­λια­ξε ἐ­κεί­νη.

            Θὲς νὰ ἔρ­θω νὰ στὶς βρέ­ξω; Οὔρ­λια­ξε ἐ­κεῖ­νος.

            Γιὰ κό­πια­σε καὶ θὰ φᾶς κλο­τσιὰ ποὺ θὰ σοῦ πε­τα­χτοῦν τὰ μά­τια ἔ­ξω.

            Θὰ σοῦ ξε­ρι­ζώ­σω τὰ αὐ­τιά.

            Θὰ σοῦ ρί­ξω σφα­λιά­ρα στὰ μοῦ­τρα.

            Θὰ σὲ κλο­τσή­σω ἀ­κρι­βῶς στὸ δι­ά­φραγ­μα.

            Θὰ σὲ δι­πλώ­σω στὰ δύ­ο.

            Ὁ γέ­ρος ἔ­φα­γε τε­λι­κά το ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ό του χέ­ρια. Ἡ γριὰ εἶ­πε, πα­λι­ο­η­λί­θι­ε, για­τί δὲν τὸ μα­γεί­ρε­ψες πρῶ­τα; Σὰν ζῶ­ον κά­νεις – Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι πρέ­πει νὰ κα­τευ­νά­ζω τὴν κου­ζί­να κά­θε βρά­δυ, εἰ­δάλ­λως θὰ μὲ μα­γει­ρέ­ψει καὶ θὰ μὲ προ­σφέ­ρει στὰ πον­τί­κια μέ­σα στὸ κα­λύ­τε­ρο σερ­βί­τσιο μου. Καὶ ξέ­ρεις τί λι­γο­φά­γα ποὺ εἶ­ναι· ὕ­στε­ρα θὰ πλα­κώ­σουν οἱ μύ­γες, καὶ πῶς μι­σῶ τὶς μύ­γες μέ­σα στὴν κου­ζί­να μου.

            Ὁ γέ­ρος κα­τά­πι­ε ἕ­να κου­τά­λι. Ὡ­ραῖ­α, εἶ­πε ἡ γριά, τώ­ρα εἴ­μα­στε μεῖ­ον ἕ­να κου­τά­λι.

            Ὁ γέ­ρος, μὴν μπο­ρών­τας νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸν θυ­μό του, ἔ­κα­νε τὸν ἑ­αυ­τό του μιὰ χα­ψιά.

            Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἡ γριά, τώ­ρα τὸ πα­ρά­κα­νες.



Πη­γή: Robert Shapard / James Thomas (ἐ­πιμ.), Sudden Fiction: American ShortShort Stories, Σὸλτ Λέ­ικ Σί­τι, Peregrine Smith Books (Gibbs Smith, Publisher), 1986 [ἀ­να­τύ­πω­ση ἀ­πό το: Russell Edson, The Very Thing That Happens, New Directions, 1964 = πρώ­τη ἔκ­δο­ση.].

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson) (1935, Κο­νέ­κτι­κατ – 2014, Κο­νέ­κτι­κατ). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἐ­ξέ­δω­σε ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν, κα­θὼς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Τὰ σχέ­δια στὰ βι­βλί­α του τὰ ἔ­φτια­χνε ὁ ἴ­διος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ κει­μέ­νων Ὅ­ταν τὸ τα­βά­νι κλαί­ει (Αἰ­γό­κε­ρως, 1985) σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Πέτρος Ζερβός: Περιμένοντας στὸ ATM


Πέ­τρος Ζερ­βός


Πε­ρι­μέ­νον­τας στὸ ΑΤΜ


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΑ ΣΤΟ ATM, λί­γο πρὶν τὰ με­σά­νυ­χτα, εἶ­δα κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀν­θρώ­πους νὰ πε­ρι­μέ­νουν στὴν οὐ­ρὰ κι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ στη­θῶ κι ἐ­γώ.

        Εἶ­χε τό­ση ζέ­στη ποὺ ὁ κορ­μὸς τοῦ φοί­νι­κα δί­πλα μου ἔ­μοια­ζε νὰ τρέ­χει θαμ­πὸ ρε­τσί­νι ὅ­πο­τε πέ­φταν πά­νω του τὰ φῶ­τα κα­νε­νὸς ἁ­μα­ξιοῦ. Ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν κι ἔ­κα­νε πά­λι ἡ­συ­χί­α σχε­δὸν μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­κού­σω τὸ στυ­φὸ τρί­ψι­μο με­τα­ξὺ πα­τοῦ­σας καὶ σα­γι­ο­νά­ρας, κα­θὼς οἱ ἄν­θρω­ποι με­τα­τό­πι­ζαν τὸ βά­ρος τους ἀ­π’ τὸ ἕ­να πό­δι στὸ ἄλ­λο.

        «Πε­ρι­μέ­νε­τε πολ­λὴ ὥ­ρα;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μπρο­στά μου τὸν ἄν­τρα μπρο­στά της. Ἦ­ταν κι οἱ δυ­ό τους γύ­ρω στὰ πε­νῆν­τα μὲ πε­νῆν­τα πέν­τε. Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε κον­τὰ κα­στα­νὰ μαλ­λιά, ἀ­σα­φῶς ἀ­ε­τί­σια μύ­τη, λε­πτὰ ζυ­γω­μα­τι­κὰ καὶ μαύ­ρους κύ­κλους κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Φο­ροῦ­σε μιὰ ψι­λο­τσα­λα­κω­μέ­νη λευ­κὴ φού­στα κι ἕ­να τυρ­κου­ὰζ μπλου­ζά­κι.

        «Πε­ρί­που εἴ­κο­σι λε­πτά,» ξε­φύ­ση­ξε ὁ ἄν­τρας μπρο­στά της, γυ­ρί­ζον­τας νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Ἦ­ταν φα­λα­κρός, μὲ ὄ­ξι­να μπλὲ μά­τια, βα­ρὺ σα­γό­νι κι ἕ­να ἀ­ραι­ὸ γκρί­ζο μού­σι, πε­ρί­που δέ­κα ἡ­με­ρῶν. Φο­ροῦ­σε ἕ­να ξε­βαμ­μέ­νο λα­χα­νὶ που­κά­μι­σο καὶ μιὰ μπὲζ βερ­μού­δα. Ὅ­λο σφα­λι­ά­ρι­ζε τὶς γάμ­πες του γιὰ νὰ δι­ώ­ξει τὰ κου­νού­πια.

        «Μὰ δὲν εἶ­ναι φο­βε­ρὴ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα τὸν ἄν­τρα μπρο­στά της, βά­ζον­τας τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι στὴ μέ­ση της καὶ πε­τών­τας τὸ γο­φό της ἐ­λα­φρὰ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

        «Τί νὰ κά­νου­με;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε, ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους του.

        «Ἄχ, αὐ­τοὶ οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι… Τό­σο ἄ­καρ­δοι!» ἀ­να­φώ­νη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

        «Ἐ­γὼ πά­λι θά ’­λε­γα πὼς εὐ­θύ­νε­ται κυ­ρί­ως ἡ δι­κή μας κυ­βέρ­νη­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, γυ­ρί­ζον­τας νὰ τὴν κοι­τά­ξει.

        «Μὰ πῶς μπο­ρεῖ­τε νὰ λέ­τε κά­τι τέ­τοι­ο;»

        «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ ’­χω ἄ­πο­ψη;»

        «Ὄ­χι, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ ση­μαί­νει πὼς ἡ ἄ­πο­ψή σας εἶ­ναι καὶ σω­στή.»

        «Καὶ τί λοι­πόν; Θὲς νὰ χρε­ο­κο­πή­σου­με; Αὐ­τὸ θές;»

        «Μὰ εἴ­μα­στε ἤ­δη χρε­ο­κο­πη­μέ­νοι!» δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ἡ γυ­ναί­κα. «Κοί­τα γύ­ρω σου.»

        «Ὅ­λο αὐ­τό», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, δεί­χνον­τας μὲ μιὰ κυ­μα­τι­στὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ του γύ­ρω-γύ­ρω καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ ἕ­να του φρύ­δι, «θά ’­πρε­πε νά ’­χε φρον­τί­σει ἡ δι­κή μας κυ­βέρ­νη­ση νὰ τὸ ἀ­πο­τρέ­ψει.»

        «Μὰ τί λὲς τώ­ρα; Θὲς νὰ πέ­σει κι ἄλ­λο ὁ μι­σθός σου; Αὐ­τὸ θές;» τὸν ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

        «Βα­σι­κά, εἶ­μαι συν­τα­ξι­οῦ­χος», τῆς ἀ­πάν­τη­σε.

        «Ἄ… Κι ἐ­γώ… Τί ἔ­χεις νὰ πεῖς λοι­πὸν γιά…»

        «Ποῦ δού­λευ­ες;» τὴ δι­έ­κο­ψε.

        «Στὴν Ὀ­λυμ­πια­κή. Ἤ­μουν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δός.»

        «Κι ἐ­γὼ δού­λευ­α στὴν Ὀ­λυμ­πια­κή. Πι­λό­τος», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, ξα­να­ση­κώ­νον­τας τὸ ἕ­να του φρύ­δι.

        «Ναί, ἔ; Κοί­τα νὰ δεῖς σύμ­πτω­ση…» Ἡ γύ­ναι­κα γύ­ρι­σε πρὸς στιγ­μὴν νὰ μὲ κοι­τά­ξει. Ἔ­κα­να μι­σὸ βῆ­μα πί­σω. «Λοι­πόν… Νο­μί­ζω πὼς δὲ θά ‘θε­λες νὰ πέ­σει κι ἄλ­λο ἡ σύν­τα­ξή σου, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σε, βά­ζον­τας τὸν δεί­κτη της στὸ μά­γου­λό της.

        «Ὄ­χι, βέ­βαι­α, καὶ φαν­τά­ζο­μαι οὔ­τε κι ἐ­σύ», τῆς ἀ­πάν­τη­σε χα­μο­γε­λών­τας της.

        «Ξέ­ρεις,» εἶ­πε, κα­θα­ρί­ζον­τας τὸ λαι­μό της, «σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μὲς θά ’­πρε­πε νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τὸ δι­χα­σμό. Δὲ βο­η­θά­ει.»

        «Τὸ ξέ­ρω. Ἐ­ξ’ ἄλ­λου τὸ λέ­νε συ­νέ­χεια καὶ στὶς εἰ­δή­σεις τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες», τῆς ἀ­πάν­τη­σε, χα­μο­γε­λών­τας εἰ­ρω­νι­κά.

        «Οὔφ! Στα­μά­τα πιά!» τοῦ νι­α­ού­ρι­σε. «Δὲ χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ παί­ζεις σκλη­ρὸς συ­νέ­χεια.»

        «Λοι­πόν, θὲς νὰ πᾶ­με γιὰ ἕ­να πο­τό;» τὴ ρώ­τη­σε.

        «Τί; Τώ­ρα;»

        «Ναί, για­τί ὄ­χι;»

        Κοί­τα­ξε γύ­ρω της καὶ μᾶλ­λον τῆς φά­νη­κε πὼς κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πε­ρί­με­ναν στὸ ATM δὲν εἶ­χε προ­σέ­ξει τὴ συ­ζή­τη­σή τους. «Πο­λὺ θὰ τὸ ’­θε­λα, ἀλ­λά…»

        «Ἀλ­λὰ τί;»

        «Εἶ­μαι παν­τρε­μέ­νη.»

        «Κι ἐ­γώ.»

        Ἡ γυ­ναί­κα γύ­ρι­σε νὰ μὲ ξα­να­κοι­τά­ξει. Ἔ­κα­να ἕ­να βῆ­μα πί­σω. «Ἐν­τά­ξει, πᾶ­με», εἶ­πε στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­φυ­γαν ἀ­π’ τὴν οὐ­ρὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ περ­πα­τᾶ­νε πλά­ι-πλά­ι. Ἕ­να ἁ­μά­ξι ἔ­στρι­ψε καὶ τὰ φῶ­τα του ἔ­πε­σαν πρὸς στιγ­μὴν στὶς πλά­τες τους, στοὺς πι­σι­νούς τους, στὶς γάμ­πες τους, στὶς σα­γι­ο­νά­ρες τους. Ἔ­μοια­ζαν νὰ κι­νοῦν­ται ἀρ­γά, σὰ νά ’­ναι κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρό. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ φύ­γω κι ἐ­γώ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὁ Πέ­τρος Ζερ­βὸς εἶ­ναι κά­το­χος MA, MFA καὶ PhD ποὺ τοῦ ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ Indiana University Bloomington τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν. Ἔ­χει δι­δά­ξει ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ κα­θὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἀ­με­ρι­κά­νι­κη λο­γο­τε­χνί­α στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λέ­γιο Ἑλ­λά­δας – Deree College.



		

	

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι


Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Σημεῖον τῆς ἀγάπης του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Σημεῖον τῆς ἀγάπης του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΗΣΟΝ Ζά­κυν­θον, ὅ­ταν ἀ­πέ­θα­νεν ἡ γυ­ναῖ­κα του, εἰς τὸ μνη­μό­συ­νόν της ἐ­πῆ­ρε εἰς τὸ κε­φά­λι του τὸν δί­σκον μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του ἕ­ως εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν, ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρ.» σ. 280 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188-189 [Τἰτλος: «379.— Ἀ­π’ ἀ­γά­πη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Adam Frie­del von Frie­dels­burg (πε­ρί­που 1780 – ;), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης. Ἀρ­χη­γὸς τῶν στρα­τευμά­των τοῦ Μω­ριᾶ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­­νη μὲ τὸ χέρι (1832).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Σωτήρης Παστάκας: Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


 ΘΟΔΩΡΟΣ ἦταν ὄ­μορ­φο παι­δί, προι­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ φύ­ση κι εἶ­χε εὐ­γε­νι­κοὺς τρό­πους, μιὰ ἔμ­φυ­τη εὐ­γέ­νεια ποὺ προ­έρ­χε­ται πάν­τα καὶ μό­νο ἀ­πὸ κα­λὰ παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ σω­στὴ ἀ­να­τρο­φή. Κα­τέ­φτα­σε στὸ Δαφ­νὶ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἅ­λω ἐ­πα­να­στά­τη καὶ μπο­ὲμ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­φοῦ γρή­γο­ρα μά­θα­με πὼς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ σὲ κά­ποι­α πό­λη τῆς Θεσ­σα­λί­ας, γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς βή­τα στὸ νε­ο­σύ­στα­το Ἐ­θνι­κὸ Σύ­στη­μα Ὑ­γεί­ας. Ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ ρό­λου τοῦ Κλι­νι­κάρ­χη, ποὺ τοῦ εἶ­χαν προ­ε­τοι­μά­σει οἱ γο­νεῖς του ὡς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες με­γά­λης Ψυ­χι­α­τρι­κῆς Κλι­νι­κῆς, φάν­τα­ζε στὰ μά­τια μας ὡς ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας τοῦ Θοδωρῆ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή, θὰ μοῦ πεῖ­τε, καὶ θὰ συμ­φω­νή­σω μα­ζί σας, «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» καὶ ὁ Θό­δω­ρος δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ ἔ­κα­νε τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ χει­ρο­νο­μί­α του ἀ­πὸ μι­μη­τι­σμὸ καὶ μό­νο.

        Ἀ­πὸ «μι­μη­τι­σμὸ» μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη γε­νιὰ Ἑλ­λή­νων τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, ὅ­πως κι ἐ­γώ, ἐ­πι­στρέ­ψα­με νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σου­με τὴν «πα­τρί­δα» πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ γε­νι­κὸ σύν­θη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς νὰ δώ­σου­με ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις στὴν ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τῆς Ἑλ­λά­δας, με­τὰ τὴ χούν­τα τῶν συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν. Ἡ δι­κή μου ἑρ­μη­νεί­α ἦ­ταν πὼς μᾶς κα­θό­ρι­σε, πέ­ρα ἀ­πὸ κομ­μα­τι­κὲς ἐ­πι­τα­γές, ὁ Θί­α­σος τοῦ Θό­δω­ρου Ἀγ­γε­λό­που­λου: μᾶς ἔπι­α­σε κά­τι σὰν φαρ­μα­κε­ρὴ νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸν τό­πο μας, ἀρ­χέ­γο­νες μνῆ­μες ξύ­πνη­σε αὐ­τὸ τὸ φίλμ, τὸ μό­νο ἑλ­λη­νι­κὸ φὶλμ ποὺ εἶ­χαν παί­ξει τό­τε οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι τῆς Εὐ­ρώ­πης σὲ πρώ­τη προ­βο­λή, κι ὄ­χι οἱ κα­κο­α­ε­ρι­σμέ­νες γε­μά­τες κα­πνὸ σά­λες τῶν σι­νε­κλάμπ.

        Ὁ Θό­δω­ρος, ἐ­κεί­νη τὴν «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» ἐ­πο­χή, δὲν ἔ­νι­ω­θε μό­νος. Εἶ­χε πα­ρέ­α τὸν Ἄ­ρη, ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ θέ­ση του καὶ τὴν κα­ρι­έ­ρα σὲ χρη­μα­τι­στη­ρια­κὸ κο­λοσ­σὸ μὲ ἕ­δρα τὴ Γε­νεύ­η γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ γί­νει ψυ­χί­α­τρος. Με­τὰ τὸ πτυ­χί­ο του μὲ ἄ­ρι­στα στὴν Ἰ­α­τρι­κή, ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς συμ­βου­λὲς τοῦ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου πε­θε­ροῦ του καὶ δι­έ­πρε­ψε στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά. Στὰ σα­ράν­τα του χρό­νια, ὡς ἐ­πα­κό­λου­θό τῆς κρί­σης συ­νει­δή­σε­ως ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα: ἐ­πι­χει­ρή­σεις, γυ­ναί­κα, ἕ­ναν γιὸ καὶ τὶς ἐλ­βε­τί­ες, ξέ­θα­ψε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι του τὸ πτυ­χί­ο τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ ἦρ­θε ὡς ἁ­πλὸς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος στὸ Δαφ­νί. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Θό­δω­ρο καὶ τὸν Ἄ­ρη, ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὸ Δαφ­νὶ καὶ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ στε­λε­χώ­σουν μο­νά­δες τοῦ ΕΣΥ κα­θ’ ἅ­πα­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Μέ­σα σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὲς ζυ­μώ­σεις κι ἀ­να­ζη­τή­σεις, δὲν πή­ρα­με ἀ­μέ­σως χαμ­πά­ρι τὴν ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­α τοῦ Θοδωρῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­βά­σου­με σὲ κά­ποι­α ἐ­φη­με­ρί­α τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ εἰ­σα­γω­γῆς ποὺ ἔ­γρα­φε γιὰ νὰ ὑ­πο­ψι­α­στοῦ­με πὼς κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ μα­ζί του. Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ για­τί ἦ­ταν με­γά­λο μά­θη­μα γιὰ μέ­να, ὡς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος τό­τε, πὼς μπο­ροῦ­με νὰ κάνουμε δι­ά­γνω­ση γιὰ κά­ποι­ον ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γρά­φει: τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ τοῦ Θοδωρῆ ἦ­ταν γε­μά­τα μου­τζοῦ­ρες, λου­λου­δά­κια, ἀ­στρά­κια καὶ ἀ­να­δεί­κνυ­αν τὴ χά­λα­ση τῶν εἱρ­μῶν καὶ τῶν σκέ­ψε­ών του. Τὸν ἀγ­κα­λι­ά­σα­με ἐ­κεῖ στὸ ἐ­φη­με­ρεῖ­ο καὶ τε­λι­κὰ κά­ποι­ος συ­νά­δελ­φος τὸν ἔ­πει­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ἀ­γω­γή. Ἦ­ταν εἴ­πα­με ἡ ἐ­πο­χὴ ἐ­πα­να­στα­τι­κή, ὅ­λοι οἱ συ­νά­δελ­φοι ἤ­μα­σταν μιὰ ἀγ­κα­λιά.

        Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ Θοδωρῆ ­σὲ κά­ποι­α φθη­νὴ παν­σιὸν στὴν Πλά­κα, ὅ­που δι­έ­με­νε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­νί­κα­νος ὅ­πως ἦ­ταν νὰ κρα­τή­σει σπί­τι ἀ­πὸ μό­νος του, τὸ θε­ω­ρή­σα­με φυ­σι­κὸ ἐ­πα­κό­λου­θο μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης γε­νιᾶς. Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α του σή­μα­νε τὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σά σὲ μιὰ πα­λιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν και­νούρ­για τῶν γιά­πις καὶ τῆς ἐ­κρη­κτι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νό­δου. Ἔ­τρε­χαν πλέ­ον τὰ πρῶ­τα προ­γράμ­μα­τα τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης στὸ Δαφ­νί. Ὅ­σοι τὰ εἶ­χαν πά­ρει δὲν μι­λοῦ­σαν στοὺς ὑ­πό­λοι­πους καὶ τούμ­πα­λιν. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­ες ἀ­πὸ γι­ορ­τὴ καὶ τό­πο συ­νάν­τη­σης ὅ­λων κα­τάν­τη­σαν ἁ­πλὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ποὺ ἔ­βγα­ζε ὁ κα­θέ­νας μό­νος του, σὲ πλή­ρη ἐ­ρή­μω­ση. Τὰ φράγ­κα ἦ­ταν πολ­λὰ κι ὁ Θοδωρῆς μιὰ φευ­γα­λέ­α θύ­μη­ση: ἄλ­λος ἕ­νας ἰ­δε­ο­λό­γος ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ὑ­περ­βεῖ τὴν ἐ­πο­χή του καὶ πέ­θα­νε μα­ζί της.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας: (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Γιῶργος Δουατζῆς: Τὸ ποδήλατo


Γιῶργος Δουατζῆς


Τὸ πο­δή­λα­το


ΙΧΑ ΗΔΗ ΠΕΡΑΣΕΙ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια μου καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ κά­νω βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το τῆς ἐ­φη­βεί­ας μου. Μὲ συμ­βού­λευ­αν νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να και­νούρ­γιο, ἀλ­λὰ τὸ πο­δή­λα­τό μου προ­έ­λευ­σης Πο­λω­νί­ας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι μο­να­δι­κό, νυ­κτό­βιο, προ­κλη­τι­κό. Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του εἶ­ναι στὸ χρῶ­μα. Σκε­λε­τὸς καὶ ἀ­κτί­νες στὶς ρό­δες ἔ­χουν ἕ­να ἔν­το­νο φω­σφο­ρί­ζον πρα­σι­νο­κί­τρι­νο χρῶ­μα ποὺ ὅ­ταν τὸ βλέ­πεις μέ­σα στὴ νύ­χτα τρε­λαί­νε­σαι. Καὶ αὐ­τό, δι­ό­τι τὸ ξάφ­νια­σμα τῶν πε­ρα­στι­κῶν στὴν ὄ­ψη του εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως δι­και­ο­λο­γη­μέ­νο. Σκέ­ψου νὰ δεῖς ξαφ­νι­κὰ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι δύ­ο φω­τει­νοὺς κύ­κλους νὰ κυ­λοῦν στὸ δρό­μο καὶ ἕ­ναν σκε­λε­τὸ πο­δη­λά­του νὰ βρί­σκε­ται λὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὶς ἀ­κτί­νες ἀ­πὸ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ἡ ὀ­μορ­φιά. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πές μου, θὰ ἄ­φη­νες πο­τὲ τὸ ἐ­φη­βι­κό σου πο­δή­λα­το; Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι μὲ στοι­χει­ώ­δη συν­τή­ρη­ση, οὔ­τε αὐ­τὸ μὲ ἄ­φη­σε πο­τέ. Ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι τὶς βόλ­τες ποὺ σοῦ εἶ­πα πὼς συ­νε­χί­ζω νὰ κά­νω τὶς νύ­χτες, μοῦ τὶς κα­τα­στρέ­φουν συ­χνὰ κά­τι ἀ­νό­η­τοι ποὺ ρί­χνουν πά­νω μου τὸ φῶς τῶν αὐ­το­κι­νή­των τους καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζουν ἔ­τσι ὅ­λη τὴν μα­γεί­α. Δι­ό­τι μὲ τὸ φῶς τὸ ἐ­ξαί­σιο πο­δή­λα­τό μου με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ πο­δή­λα­το. Ἐ­νῶ στὸ σκο­τά­δι…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr