Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross): Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα



Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross)


Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα

(The sand and the sea)


ΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΠΙΤΙ ἀ­π’ τὴν πα­ρα­λί­α, ἡ μη­τέ­ρα μου παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κί­νη­το στὸ χα­λι­κό­στρω­το πάρ­κινγκ ἑ­νὸς πα­γω­τα­τζί­δι­κου. Ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φει κρα­τών­τας τρί­α χω­νά­κια χρώ­μα­τος χαν­ζα­πλὰστ μὲ πα­γω­τὸ μέν­τα-σο­κο­λά­τα, ἡ ἀ­δελ­φή μου κρέ­με­ται ἡ μι­σὴ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της γιὰ νὰ κρυ­φαρ­πά­ξει τὴ λι­χου­διά της. Ἀ­πο­δέ­χο­μαι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χω­νά­κια, ἀλ­λὰ δὲν εὐ­χα­ρι­στῶ τὴ μη­τέ­ρα μου, καὶ δὲν ἀ­παι­τεῖ νὰ τὸ κά­νω. Τρῶ­με τὸ πα­γω­τὸ στὸ αὐ­το­κί­νη­το, μὲ τὸ δέρ­μα μου νὰ τσού­ζει ἐ­κεῖ ὅ­που δε­κά­δες πλο­κά­μια με­δου­σῶν χά­ι­δε­ψαν τὰ ἄ­κρα μου κα­θὼς κο­λυμ­ποῦ­σα πί­σω στὴν ἀ­κτή, μιὰ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μοῦ φά­νη­κε πά­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρο. Τὸ ρεῦ­μα μὲ πα­ρέ­συ­ρε πά­νω στὸ μι­κρὸ πρά­σι­νο σὰν ἀ­ρα­κὰ φου­σκω­τὸ ποὺ κέρ­δι­σα σὲ ἕ­ναν παι­δι­κὸ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ πα­ρα­τή­σω τὸ ἔ­πα­θλό μου γιὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὴ δύ­να­μη τοῦ ρεύ­μα­τος. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στὰ ἀ­νοι­χτά. Δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ δὲν μὲ πρό­σε­χε. Οὔ­τε λέ­ει ὅ­τι ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μά­θει κο­λύμ­πι. Λέ­ει, «Κα­λὴ ἀ­να­λο­γί­α σο­κο­λά­τας-μέν­τας ἔ­χει».


*


Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸ σοῦ­περ μάρ­κετ, τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς αἰ­ω­ροῦν­ται σὰν γλά­ροι κα­θὼς τὴ βο­η­θᾶ­με νὰ ξε­φορ­τώ­σει τὶς βα­ρι­ὲς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ ψώνια της σὰν τα­ξι­δι­ώ­της ποὺ γυρ­νών­τας δεί­χνει τὰ ἐν­θύ­μιά του. «Αὐ­τὰ ἦ­ταν σὲ προ­σφο­ρά.» «Αὐ­τὸ δὲν τό ‘χω ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ ἡ τα­μί­ας εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι μούρ­λια.» Ὅ­ταν ἀ­δειά­ζει τὰ πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ τὰ σο­κο­λα­τά­κια στὸ ἀ­ση­μέ­νιο μπόλ, ἡ ἀ­δελ­φή μου τὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της, ὅ­πως τὰ κο­χύ­λια στὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ ποὺ φέρ­νει σπί­τι κά­θε φο­ρὰ ποὺ πᾶ­με πα­ρα­λί­α. Τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς κοι­τά­ζουν ἐ­πί­μο­να τὸ μπόλ. Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου λέ­ει «Πάρ­τε», πα­ρα­κο­λου­θῶ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα κα­θὼς βου­τᾶ­νε.


*


«Τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια ἦ­ταν ἀ­παί­σια. Δὲν φαν­τά­ζε­σαι πό­σο ἀ­παί­σια», λέ­ει ἡ μη­τέ­ρα μου. Ἂν καὶ ξέ­ρω ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα μου πὼς ἡ μη­τέ­ρα μου ἔ­χει τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια καὶ ὅ­τι οἱ γο­νεῖς της εἶ­ναι ἀ­κό­μα παν­τρε­μέ­νοι καὶ ζοῦ­νε στὸ ἴ­διο σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σε, πάν­τα φαν­τά­ζο­μαι μό­νο τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ τὴ μη­τέ­ρα της, κα­νέ­ναν ἄλ­λον. Ζοῦ­νε δί­πλα στὴ θά­λασ­σα σὲ ἕ­να σπί­τι φτιαγ­μέ­νο ἀ­πὸ ζα­χα­ρω­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ φά­ει. Ἡ μη­τέ­ρα της προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι τὸ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει μί­α μό­νο μέν­τα ἢ ἕ­να ζε­λε­δά­κι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τὸ σπί­τι νὰ κα­ταρ­ρεύ­σει, καὶ πὼς ἂν τὸ σπί­τι πέ­σει, θὰ τὶς ρη­μά­ξει ἡ θά­λασ­σα.


*


Τὸ πρω­ϊ­νὸ ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στ’ ἀ­νοι­χτά, μιὰ γυ­ναί­κα σέρ­νει ἕ­να συρ­μά­τι­νο κλου­βὶ μὲ κα­βού­ρια ἀ­π’ τὸν ὠ­κε­α­νό, λί­γα λε­πτὰ ἀ­φοῦ ξε­βρα­στῶ στὴν ἀ­κτή. Τὰ κα­βού­ρια δὲν κι­νοῦν­ται μέ­σα στὸ συρ­μά­τι­νο κου­τὶ πί­σω της, σὰν νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­να ποὺ πι­ά­στη­καν, ἢ ἤ­δη νε­κρά, ἂν καὶ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι. Πάν­τα ἡ μη­τέ­ρα μου τὰ ρί­χνει στὸ βρα­στὸ νε­ρὸ ζων­τα­νά.


*


Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια, ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει τὴ γα­λά­ζια καρ­τού­λα ἀ­πάν­τη­σης, λέ­γον­τας πὼς δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ πα­ρευ­ρε­θεῖ στὸν γά­μο μου. Συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ ἕ­να βα­ρὺ δέ­μα, σὰν ἐ­κεῖ­να ποὺ μοῦ ἔ­στελ­νε ὅ­ταν ἤ­μουν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, πα­ρό­λο ποὺ τῆς εἶ­χα ἐ­ξη­γή­σει πολ­λὲς φο­ρὲς πὼς ἡ ἀ­πό­στα­ση με­τα­ξὺ τοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου καὶ τῆς ἑ­στί­ας ἦ­ταν κον­τὰ δυ­ὸ χι­λι­ό­με­τρα, καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κου­βα­λή­σω ἐ­κεῖ­να τὰ δέ­μα­τα μὲ τὰ πό­δια. Ἀν­τὶ γιὰ τὸν μπα­κλα­βὰ καὶ τὰ τσίγ­κι­να κου­τιὰ μὲ τὰ κρι­τσί­νια σο­κο­λά­τας τῶν δε­μά­των τοῦ πα­νε­πι­στή­μιου, αὐ­τὸ πε­ρι­έ­χει ἕ­να σὲτ ἀ­πὸ σα­λα­τι­έ­ρες ζω­γρα­φι­σμέ­νες μὲ κα­φὲ καὶ μπλὲ ναυ­τί­λους.


*


Περ­νῶ τὴ νύ­χτα σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α στὸ Μπό­λι­βαρ μὲ μιὰ φί­λη καὶ δυ­ὸ ἀ­γό­ρια ποὺ γνω­ρί­σα­με στὴ λε­ω­φό­ρο Γκάλ­βε­στον Στράντ. Ὅ­ταν μπαί­νω ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα τὸ πρω­ΐ, μὲ τὴν ἄμ­μο νὰ κολ­λά­ει στὰ πό­δια μου, ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι στὴν κου­ζί­να, ἀλ­λὰ δὲν μὲ κοι­τά­ζει, δὲν ρω­τά­ει ποὺ ἤ­μου­να. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια λέ­ει στὸν ἄν­τρα μου, τὴ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ τὸν γνω­ρί­ζει, «Ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νε­ξάρ­τη­το παι­δί. Δὲν μὲ χρει­ά­στη­κε πο­τέ.»


*


Ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ κα­βού­ρια στα­μα­τά­ει καὶ κοι­τά­ζει ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ μη­τέ­ρα μου μὲ τὸ τζὶν σορ­τσά­κι της καὶ τὸ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο κόκ­κι­νο κον­το­μά­νι­κο. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν δι­α­θέ­τει μα­γιό. Ἡ γυ­ναί­κα λέ­ει «Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι πα­ρα­λί­α γιὰ παι­διὰ μὲ μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ δὲν ξέ­ρει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Νὰ πᾶς τα κο­ρί­τσια κά­τω στὶς πα­ρα­λί­ες ποὺ ἔ­χουν ναυ­α­γο­σῶ­στες». Μέ­σα ἀ­π’ τὸ μπλὲ πα­ρε­ὸ τῆς γυ­ναί­κας φαί­νε­ται ἡ ἁ­πα­λό­τη­τα τοῦ στή­θους καὶ τῆς κοι­λιᾶς καὶ τῶν μη­ρῶν της.


*


Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ μη­τέ­ρα μου γυ­μνή. Αὐ­τό μου φαί­νε­ται πε­ρί­ερ­γο τώ­ρα ποὺ εἶ­μαι μη­τέ­ρα. Τὸ παι­δί μου μὲ βλέ­πει γυ­μνὴ συ­νέ­χεια. Βουρ­τσί­ζει τὰ δόν­τια της στὴν του­α­λέ­τα μου. Μὲ ἱ­κε­τεύ­ει νὰ κά­νου­με μπά­νιο μα­ζί. Τὰ χέ­ρια της σκαρ­φα­λώ­νουν κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­νί­κια μου γιὰ νὰ τρί­ψουν τὰ δι­κά μου, λὲς καὶ μὲ ἀρ­κε­τὴ προ­σπά­θεια, ἕ­να τζί­νι θὰ ἀ­να­δυ­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες των δα­χτύ­λων μου.


*


Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ τα­ξι­δέ­ψω πί­σω στὸ χρό­νο καὶ νὰ με­γα­λώ­σω τὴ μη­τέ­ρα μου, θὰ εἶ­χαν ἐ­ξε­λι­χθεῖ ὅ­λα ἀλ­λι­ῶς; Ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­κα­λιά­σει καὶ τῆς εἶ­χε βουρ­τσί­σει τρυ­φε­ρὰ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τῆς εἶ­χε πεῖ «Θὰ κο­λυμ­ποῦ­σα ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ γιὰ σέ­να», ἴ­σως νὰ μὴν μοῦ ἔ­λε­γε τώ­ρα «Πο­τὲ δὲν θὰ κα­τα­λά­βεις πό­σο σ’ ἀ­γα­πῶ».


*


Ὅ­ταν ἀ­να­δύ­ο­μαι ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ΐ, μέ­νω ξα­πλω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο σὰν ξε­βρα­σμέ­νη φά­λαι­να. Ὅ­ταν κοι­τῶ πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἄ­σπρα σπορ­τὲξ καὶ τὶς χνου­δω­τὲς κον­τὲς ρο­δα­κι­νὶ κάλ­τσες τῆς μη­τέ­ρας μου, βλέ­πω πὼς εἶ­ναι φο­βι­σμέ­νη. Αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει, εἶ­ναι «Θὰ σοῦ ρί­ξω θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ γιὰ νὰ φύ­γει λί­γο ἀ­π’ τὸ τσού­ξι­μο». Δα­νεί­ζε­ται τὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς μου καὶ τρέ­χει πέ­ρα-δῶ­θε ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­μέ­να καὶ τὴ θά­λασ­σα. Σὰν παι­δὶ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο νὰ γε­μί­σει μιὰ τά­φρο γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­ναν πύρ­γο στὴν ἄμ­μο, μό­νο γιὰ νὰ δεῖ μὲ κά­θε νέ­α ἐ­πι­στρο­φὴ πὼς ἡ ὄ­ρε­ξη τῆς ἀμ­μου­διᾶς εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο φαν­τα­ζό­ταν.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα SmokeLong Quarterly, 1 Ὀ­κτω­βρί­ου 2018

 http://www.smokelong.com/the-sand-and-the-sea/

Μι­σὲλ Ρὸς (Michelle Ross). Συγ­γρα­φέ­ας τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των There’s So Much They Haven’t Told You (2017), ποὺ τῆς χά­ρι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο μι­κρῆς φόρ­μας Moon City Press. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν πρό­σφα­τα δη­μο­σι­ευ­θεῖ ἢ πρό­κει­ται σύν­το­μα νὰ δη­μο­σι­ευ­θοῦν στὰ SmokeLong Quar­ter­ly, Colo­rado Re­view, Craft Li­te­ra­ry, Nash­ville Re­view, E­le­ctric Li­te­ra­ture’s Re­com­mended Rea­ding, Ta­ho­ma Li­te­rary Re­view.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι γιὰ με­γά­λους (The Boy Who Swallowed a Whale, Nikos Roussos, 2015). Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.

 

Διαφημίσεις

Μάρκος Σελλῆς: Ἀκόμα ζωντανὸς


Μάρ­κος Σελ­λῆς


Ἀ­κό­μα ζων­τα­νὸς


ΕΡΠΑΤΑΜΕ στὸν κεν­τρι­κὸ πε­ζό­δρο­μο, σκο­τά­δι. Κά­νει κρύ­ο καὶ ὅ­λοι βι­ά­ζον­ται. Ἕ­νας πρε­ζά­κιας ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­να ζευ­γά­ρι καὶ ζη­τά­ει λε­φτά. Αὐ­τοὶ συ­νε­χί­ζουν τὴν κου­βέν­τα τους καὶ ἀ­δι­α­φο­ροῦν ἐ­πι­δει­κτι­κά. Ἀρ­χί­ζει καὶ πλη­σιά­ζει τὴ πα­ρέ­α μας. Τὸν προ­σπερ­νοῦν οἱ πρῶ­τοι. Ἐ­γὼ στα­μα­τά­ω, τὸν κοι­τά­ω στὰ μά­τια καὶ τοῦ λέ­ω ὅ­τι δὲν ἔ­χω φράγ­κο. Αὐ­τὸς στα­μα­τά­ει σα­στι­σμέ­νος. Μὲ κοι­τᾶ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα καὶ με­τὰ γυρ­νά­ει πρὸς τὰ πά­νω φω­νά­ζον­τας «Ὁ­ρί­στε ρέ! Δὲν πέ­θα­να ἀ­κό­μα, μοῦ μι­λᾶ­νε ρέ!»

 



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Μάρ­κος Σελ­λῆς (1978). Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κὸς Η/Ὑ στὸ ΕΜΠ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὰ τε­χνο­οι­κο­νο­μι­κά. Ἐρ­γά­στη­κε στὶς τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ες γιὰ σχε­δὸν μιὰ δε­κα­ε­τί­α.


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ξύπνημα

 



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ξύπνημα


ΦΤΑΜΙΣΙ τὸ πρω­ί. Οἱ δυ­να­τὲς φω­νὲς τοῦ Γρη­γο­ρά­κη, ἀ­συ­νάρ­τη­τες, πε­τι­οῦν­ται δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τραυ­μα­τί­ζον­τας τὴ λευ­κὴ καὶ γα­λα­νὴ ὀ­θό­νη τῆς σι­ω­πῆς, βί­αι­α ξε­γεν­νών­τας τὴ μέ­ρα. Κά­θε μέ­ρα στὶς ἐ­φτά­μι­σι. Κά­ποι­οι γυρ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο πλευ­ρὸ καὶ ἄλ­λοι κλεί­νουν τὸ ξυ­πνη­τή­ρι καὶ ση­κώ­νον­ται νὰ ἑ­τοι­μά­σουν πρω­ι­νό. Περ­νά­ει ὁ Γρη­γο­ρά­κης μὲ τὴ μη­τέ­ρα του νὰ στα­θεῖ στὸ σταυ­ρο­δρό­μι νὰ πά­ρει τὸ σχο­λι­κό, καὶ εἶ­ναι ὁ τρό­πος του αὐ­τὸς νὰ κου­βεν­τιά­ζει μα­ζί της περ­πα­τών­τας ἀρ­γά, τὰ χέ­ρια πί­σω κι οἱ δύo. Θὰ ξα­να­κου­στεῖ ἡ μι­κρὴ πομ­πὴ ὀ­χτὼ ὧ­ρες με­τά, στὴν καρ­διὰ τοῦ με­ση­με­ριοῦ, ὅ­ταν τὸ Σχο­λι­κὸ Εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς θὰ τὸν ἔ­χει φέ­ρει πί­σω, κι ἡ μη­τέ­ρα του θὰ ἔρ­θει νὰ τὸν πά­ρει γιὰ τὸ σπί­τι. Ψη­λός, βα­ρύς, μὲ φα­λά­κρα, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καὶ χα­ρού­με­νος ποὺ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Γιάννης Μυτηλιναῖος: Στιγμή


Γιά­ννης Μυ­τη­λι­ναῖ­ος


Στιγ­μή


ΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ἀ­γό­ρια παί­ζουν στὴν ἀ­λά­να πο­δό­σφαι­ρο. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο εἶ­ναι δώ­δε­κα χρο­νῶν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ μπά­λα ἀ­στο­χεῖ, κυ­λά­ει στὰ πό­δια μιᾶς γυ­ναί­κας. Φο­ρά­ει κον­τὸ μί­νι μὲ μαῦ­ρο, δι­κτυ­ω­τὸ καλ­σὸν καὶ μιὰ ἀ­νοι­χτὴ κόκ­κι­νη μπλού­ζα ποὺ ἀ­φή­νει ἐ­κτε­θει­μέ­νο τὸ μποῦ­στο της. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, πο­λὺ ὄ­μορ­φη στ’ ἀ­λή­θεια. Τ’ ἀ­γό­ρια στα­μα­τοῦν τὸ παι­χνί­δι καὶ τὴν κοι­τά­ζουν. Ἐ­κεί­νη τι­νά­ζει πί­σω τὰ μα­κριά της μαλ­λιὰ καὶ τεν­τώ­νει πρὸς τὰ ἔ­ξω τὸ στῆ­θος της. Ὅ­λα τ’ ἀ­γο­ρί­στι­κα βλέμ­μα­τα ἔ­χουν καρ­φω­θεῖ τώ­ρα πά­νω της. Τῆς ἀ­ρέ­σει.

        Πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­ο κο­λα­κευ­τι­κὸ σχό­λιο ἢ πεί­ραγ­μα, ὅ­μως εἰς μά­την. Τὰ μά­τια ποὺ τὴν κοι­τοῦν εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἀ­πο­νή­ρευ­τα. Τὸ μό­νο ποὺ θέ­λουν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι νὰ κλω­τσή­σει πρὸς τὸ μέ­ρος τους τὴν μπά­λα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Μυ­τι­λη­ναῖ­ος (1980) Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τός της Νο­μι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης.


Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi): Τρί­χα



Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi)


Τρί­χα

(Hair)


ΤΑΝ ΞΥΠΝΑΩ, νι­ώ­θω μιὰ τρί­χα μέ­σα στὸ στό­μα μου. Εἶ­ναι ὑ­φα­σμέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα μου, ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια μου. Μα­ζεύ­ε­ται σά­λιο ἔ­τσι ὅ­πως προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ξε­φορ­τω­θῶ πι­πι­λί­ζον­τάς την, νὰ τὴν τσιμ­πή­σω μὲ τὰ δά­χτυ­λά μου, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴ γρα­πώ­σω. Εἶ­ναι δι­κιά μου ἢ δι­κιά της; Δὲν θὰ ξαφ­νι­α­ζό­μουν ἂν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου. Οἱ τρί­χες της μπλέ­κον­ται παν­τοῦ. Πάν­το­τε ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν ψα­λί­δα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά της κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Μό­λις ἔ­χα­σε τὰ μαλ­λιά της λό­γῳ τῆς θε­ρα­πεί­ας, δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἔρ­θει ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ τὸ νὰ μα­ζέ­ψει μὲ τὴ βούρ­τσα τὶς τρί­χες καὶ νὰ τὶς πε­τά­ξει. Ὑ­πάρ­χει τό­σος πό­νος στὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς μαλ­λιά. Ξύ­ρι­σα κι ἐ­γὼ τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ δεί­ξω τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή μου· δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο, εἶ­πε.

       Τὰ κα­τά­φε­ρα, ἐ­πι­τέ­λους. Τὴν ἔ­χω ἐ­δῶ, μου­σκε­μέ­νη καὶ κολ­λη­μέ­νη στὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Δὲν εἶ­ναι δι­κιά της. Πε­τά­ω τὰ σκε­πά­σμα­τα ἀ­πὸ πά­νω μου, ψά­χνον­τας στὰ σεν­τό­νια γιὰ ἐ­κεί­νη, ἀ­κό­μα κι οἱ τρί­χες της ὅ­μως δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα http://adhocfiction.com/2017/04/hair/

Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴ «Na­tio­nal Flash Fi­ction Day» στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης στὸ New Flash Fi­ction Re­view καὶ μέρος τῆς ὁ­μά­δας ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιο «Flash Fi­ction Li­te­ra­ry Fe­sti­val», λο­γο­τε­χνι­κὸ φε­στι­βὰλ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ flash fiction. Γρά­φει flash fiction, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἀθανάσιος Γκράβαλης: Ἡ Βασιλές


Ἀ­θα­νά­σιος Γκρά­βα­λης


Ἡ βα­σι­λές


ΟΥΣΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ στὸ χω­ριό μου ἕ­νας βα­σι­λές. Ἕ­νας βα­σι­λὲς ὅ­μως ἀ­λη­θι­νός, ὄ­χι σὰν αὐ­τοὺς ποὺ φο­ρᾶν στὸ κε­φά­λι τους κο­ρό­νες καὶ βα­στᾶν στὰ χέ­ρια πα­τε­ρί­τσες καὶ ὁ­ρί­ζουν τοὺς λα­οὺς σὰν κο­πά­δια.

        Ζοῦ­σε μιὰ φο­ρὰ στὴν πα­τρί­δα μου ἕ­νας βα­σι­λὲς ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν οὗ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ οὗ­λα τὰ μω­ρά, ποὺ πά­γαι­νε στὸ δρό­μο μο­να­χὸς δί­χως ἀ­κο­λου­θί­ες καὶ τούμ­πα­να. Τοῦ­τος ὁ δι­κός μου «ἡ βα­σι­λὲς» ὅ­ρι­ζε ἕ­να βα­σί­λει­ο με­γά­λο ὅ­σο ἡ σκέ­ψη. Γιὰ σκέ­πα­σμα στὸ θρό­νο του εἶ­χε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ οὐ­ρα­νὸ καὶ γιὰ δύ­να­μή του τῶν ἀν­θρώ­πων τὴν ἀ­γά­πη.

        Ὁ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λης «ἡ βα­σι­λές». Για­τί τὸν βγά­λα­νε αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα δὲν τὸ ξέ­ρω. Ὅ­ποιος τοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὅ­μως ἔ­κα­νε πο­λὺ κα­λά, για­τί τοῦ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λη τοῦ βα­σι­λὲ ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νο­μα τοῦ ταί­ρια­ζε μο­νά­χα.

        Ὅ­λη τὴ ζω­ή του «ἡ βα­σι­λὲς» τὴν πέ­ρα­σε ἀ­πά­νου στὴ θά­λασ­σα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια τῶν γκρέ­μνων ἀ­κρο­γι­α­λι­ῶν ποὺ τὰ δέρ­νει πάν­τα τὸ κύ­μα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια καὶ στὲς γοῦ­βες τὶς γε­μά­τες ἀ­πὸ κα­λό­γνω­μες καὶ στρεί­δια καὶ μύ­δια καὶ κά­θε εἶ­δος θα­λασ­σι­νά.

        Σπί­τι του καὶ χα­ρὰ του μιὰ βάρ­κα.

        Μέ­σα σ’ αὐτὴ ἔ­ζη­σε ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νή­θη­κε σ’ αὐ­τή, ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νη­θή­κα­νε κι οἱ δυ­ό τους μα­ζί. Δὲν ξέ­ρω.

        Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸν βα­σι­λὲ καὶ τὴ βάρ­κα του δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲς νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­σω.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν βαρ­κά­ρης. Βαρ­κά­ρης ποὺ δὲν δού­λευ­ε γιὰ κα­νέ­ναν ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του μο­νά­χα.

        Γύ­ρι­ζε ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴ θά­λασ­σα σέρ­νον­τας μα­ζὶ μὲ τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του καὶ τὴ γέ­ρι­κια πιὰ σὰν αὐ­τὸν κού­νια του. Μὲ τὴ βάρ­κα ἡ βα­σι­λὲς περ­πα­τοῦ­σε ἐ­πά­νω στοὺς για­λοὺς καὶ στὸ μπου­ρί­νι καὶ στὴν πα­γω­νιὰ καὶ  στὴ βρο­χὴ καὶ στὸ λι­ο­πύ­ρι.

        Ἔ­φευ­γε ἀπ’ τὴν ἀρα­ξά του πουρ­νὸ-πουρ­νό. Ἔ­φευ­γε καὶ τρα­βοῦ­σε πό­τε μέ­σα στὶς ἀγ­κά­λες, πό­τε κα­τὰ τὸ πέ­λα­γο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει για­τί, χω­ρὶς νὰ ζητᾶ τί­πο­τα. Ἀλ­λι­ῶς δὲν ἤ­τα­νε βο­λε­τὸ νὰ κά­νει.

        Ὅ­λα τὰ θο­λά­μια κι ὅ­λες οἱ γοῦ­βες οἱ γε­μά­τες ἀ­πὸ μύ­δια καὶ κα­λο­γρι­ὲς ἤ­τα­νε δι­κές του. Ζοῦ­σε ρου­φών­τας τὴν ἁρ­μύ­ρα κι ἀ­π’ τὸν ἀ­γέ­ρα κι ἀπ’ τὸ για­λό.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν λί­γο καμ­πού­ρης. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ἤ­τα­νε ὅ­μως. Ἴ­σως νὰ τὸν ἔ­παιρ­να ἔ­τσι κα­θὼς τὸν ἔ­βλε­πα πάν­τα σκυ­φτό, πό­τε στὸ κου­πί, πό­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνε στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας καὶ πό­τε σὰν τρα­βοῦ­σε τὰ βρά­δια στὴν πο­λι­τεί­α φορ­τω­μέ­νος στὸν ὦ­μο ἕ­ναν τρο­βά.

        Πα­πού­τσια στὰ πό­δια του οὔ­τε σὰν πέ­θα­νε δὲν τὸν βά­λα­νε. Στὸ κε­φά­λι φο­ροῦ­σε ἕ­να του­νουζ­λί­δι­κο* φέ­σι ξαλ­λή­θω­ρο ἀπ’ τὰ χρό­νια. Τὰ μά­τια του ἤ­τα­νε τρι­γυ­ρι­σμέ­να πάν­τα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­λι­κο κύ­κλο ἀ­πὸ αἷ­μα κι ἡ μύ­τη του ἤ­τα­νε με­γά­λη, ἴ­σα­με γρο­θιά.

        Ἡ βα­σι­λὲς νε­ρὸ δὲν ἔ­πι­νε πο­τές. Τρα­βοῦ­σε μό­νο μὲ τὴν τσό­τρα κρα­σί, ποὺ τό ’παιρ­νε κά­θε βράδυ δί­νον­τας γιὰ πλη­ρω­μὴ κο­ρο­χύ­λια καὶ καβούρια καὶ χά­βα­ρα*.

        Ὁ Μα­νώ­λης ἡ βα­σι­λὲς πέ­θα­νε ὅ­πως πε­θαί­νουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως πε­θαί­νει κά­θε ζων­τα­νό.

        Ἅ­πλω­σε μιὰ νύ­χτα κά­τω ἀ­π’ τὴν ἀ­στρο­φεγ­γιὰ τοῦ χει­μω­νι­ά­τι­κου οὐ­ρα­νοῦ τὰ πο­δά­ρια του, τέν­τω­σε τὰ χέ­ρια του μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­νοι­χτὲς πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο, ἔσφι­ξε τὰ μά­τια του καὶ κο­κά­λια­σε μὲ μιὰ σπι­θα­μὴ ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα.

        Ἡ βάρ­κα του τὸν κου­νοῦ­σε ἔ­τσι ὅ­λη τὴ νύ­χτα, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως τὸν κου­νοῦ­σε πάν­τα ἔ­τσι καὶ ζων­τα­νό.

        Τὸ πρω­ὶ τὸν βρή­κα­νε κά­τι μω­ρὰ ποὺ πῆ­ραν σβάρ­να τὶς ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γιὰ νὰ μα­ζέ­ψουν κο­ρο­χύ­λια.

        Ὁ θά­να­τος τοῦ βασιλέ μα­θεύ­τη­κε γρή­γο­ρα στὰ τρι­γύ­ρω ντά­μια*. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μιὰ καὶ ποὺ πέ­θα­νε ἐ­κε­ῖ πέ­ρα κον­τά, πα­ρά­τη­σε τ’ ἀ­λέ­τρι του ἐ­πά­νω στὴν αὐ­λα­κιά, κα­τέ­βη­κε κα­τὰ τὸ για­λό, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νη κα­τὰ τὴ στε­ριὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸν πε­θα­μέ­νον μ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὴν τσό­τρα* ποὺ κοί­τουν­ταν ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ ρού­φη­ξε λί­γο κρα­σί, ἔ­σκυ­ψε καὶ κα­τὰ τὸν τρο­βά, πῆ­ρε τὰ κο­ρο­χύ­λια ποὺ ἦ­ταν μέ­σα, τά ’βα­λε στὸ ζου­νά­ρι του, τρά­βη­ξε πά­λι τὸ σχοι­νὶ τῆς βάρ­κας καὶ πή­δη­σε στὴ στε­ριά.

        Ἡ βάρ­κα μὲ τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λέ της ἔ­μει­νε ἔ­τσι μο­να­χὴ καὶ ξα­κο­λού­θη­σε νὰ χο­ρεύ­ει ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Τὸν βα­σι­λὲ τὸν θά­ψα­νε κα­τὰ τὸ βρά­δυ.

        Στὸ σού­ρου­πο οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ποὺ δὲν ἔ­κα­νε νὰ χα­σο­με­ρή­σουν τὴ μέ­ρα τὸ ζευ­γά­ρι* των, κα­τε­βή­κα­νε μ’ ἕ­να φτιά­ρι κι ἕ­ναν κα­σμά. Κα­τέ­βη­κε μα­ζί τους κι ὁ γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ μὲ τὸ πε­τρα­χή­λι στὴν ἀ­μα­σκά­λη καὶ μ’ ἕ­να μι­κρὸ σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι. Θυ­μια­τὸ δὲν φέ­ρα­νε.

        Ὕστερα, σὰν ἦρ­τε ἡ ὥ­ρα νὰ θυ­μιά­σουν, βά­λα­νε δυ­ὸ κάρ­βου­να ἀ­πά­νω σὲ μιὰ κε­ρα­μί­δα κι ἕ­να κου­κού­τσι λι­βά­νι ποὺ τὸ βρῆ­κε στὴν τσέ­πη τοῦ γε­λε­κιοῦ του ὁ γού­με­νος.

        Δὲν φέ­ρα­νε οὔ­τε λά­δι οὔ­τε νε­ρό. Ἀν­τὶς νε­ρὸ ἕ­νας πα­ρα­γιὸς πῆ­ρε μὲ τὸ φτιά­ρι λί­γη θά­λασ­σα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξε στὰ μοῦ­τρα τοῦ πε­θα­μέ­νου.

        Τὰ γράμ­μα­τα ὁ γού­με­νος τά ‘­ψα­λε ἀ­πὸ στε­ριά, ἐ­νῶ ὁ νε­κρὸς κοί­τον­ταν ἀ­κό­μα μέ­σα στὴ βάρ­κα ποὺ χό­ρευ­ε ἀ­π’ τὰ κύ­μα­τα. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα, κον­τὰ στὴν ἀμ­μου­διά, δυ­ὸ ἄλ­λοι πα­ρα­γιοὶ σκά­βα­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ἕ­να λάκ­κο.

        Σὰν τέ­λει­ω­σαν τὰ γράμ­μα­τα, τρα­βή­ξα­νε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σχοι­νὶ κα­τὰ τὴ στε­ριά, κι ἕ­νας φορ­τώ­θη­κε τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λὲ στὸν ὦ­μο. Αἱ πα­λά­μες του ἦ­ταν τεν­τω­μέ­νες πάν­τα πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τοῦ βά­λα­νε κι ἕ­να κε­ρα­μί­δι ποὺ βρή­κα­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸ στό­μα, τὸν κα­τέ­βα­σαν στὸ λάκ­κο του καὶ τὸν σκέ­πα­σαν μὲ χα­λί­κια τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς.

        Σὰν φύ­γα­νε ὅ­λοι, ὁ ἴ­διος ὁ πα­ρα­γιὸς ποὺ πρω­το­κα­τέ­βη­κε ἐ­πή­δη­ξε πά­λι στὴ βάρ­κα, ἤ­πι­ε ὅ­σο κρα­σὶ εἶ­χε μεί­νει στὴν τσό­τρα καὶ τὴν πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε καὶ τὸ τσου­βά­λι ποὺ εἶ­χε σκε­πά­σει πε­θα­μέ­νο τὸν βα­σι­λιά, πή­δη­ξε στὴ στε­ριὰ καὶ τρά­βη­ξε κα­τὰ τὸν ἀ­νή­φο­ρο.

        Κι ἡ βάρ­κα χο­ρο­πη­δοῦ­σε ἀ­κό­μα τώ­ρα πιὸ ἀ­λα­φριὰ ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὸ βα­σι­λὲ πέ­θα­νε κι ἡ βάρ­κα του, ποὺ ἦ­ταν γέ­ρι­κη σὰν κι αὐ­τόν, κι εἶ­χε μεί­νει ἔ­ρη­μη στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ σὰν τὸν στε­ρή­θη­κε.

        Ἦρ­ταν οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καὶ τὴν κομ­μα­τι­ά­σα­νε μὲ τοὺς μπαλ­τά­δες γιὰ τὸ κα­ζά­νι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ ξύ­λα μὲ τὸν ἀ­ραμ­πά, ἕ­να μα­δέ­ρι μὲ κά­τι γι­ω­μέ­νες* καρ­φά­ρες ἔ­πε­σε κα­τὰ γῆς. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ κάρ­φω­σε ὄρ­θιο μέ­σα στὰ χα­λί­κια, στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἴ­χα­νε χώ­σει τὸν Μα­νώ­λη τὸν βα­σι­λέ­α. Τ’ ἀ­φή­σα­νε ἐ­κεῖ πέ­ρα ἔ­τσι, καὶ κα­νέ­να χέ­ρι δὲν τό ‘­βγα­λε, ὣς ποὺ τὸ ἕ­λι­ω­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ κύ­μα καὶ ἡ βρο­χή.

        Ὕ­στε­ρα τὸν τά­φο τοῦ βα­σι­λέ­α δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεί­ξει πλειὰ κα­νέ­νας.


Γλωσσάρι:

του­νουζ­λί­δι­κος· ἀπὸ τὸ Τούνεζι (Τυνησία).

χάβαρο· εἶδος ἀχιβάδας.

ντάμι· πρόχειρο ἀγροτικὸ κατάλυμμα.

τσότρα· ξύλινο δοχεῖο.

ζευ­γά­ρι· ζευγάρι βοδιῶν γιὰ τὸ ὄργωμα.

γιωμένος· σκουριασμένος.


Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). [Ση­μεί­ω­ση τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας: Στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό του ση­μεί­ω­μα «Λί­γα λό­για» ποὺ προ­έ­τα­ξε ὁ Γκρά­βα­λης στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ 1930 με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων γρά­φει: «Βι­βλί­ο εἶ­πα πὼς δὲν φα­ντά­ζου­μαι πὼς γρά­φω. Ὅ,τι θαμ­πὸ ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὰ πε­ρα­σμέ­να μιᾶς ζω­ῆς ποὺ ἀ­γα­πῶ, ἀ­γω­νί­ζου­μαι νὰ τὸ κρα­τή­σω ἀ­πά­νω στὸ χαρ­τὶ γιὰ νὰ μὴν χα­θεῖ ὁ­λό­τε­λα. Κι οὔ­τε αὐ­τὸ ἀ­κό­μα δὲν κά­νω κα­λὰ-κα­λά. Παίρ­νω μο­νά­χα κά­τι ἀλ­λι­ώ­τι­κους ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε κά­πο­τε ἀ­νά­με­σά μας καὶ ποὺ σή­με­ρα δὲν ζοῦ­νε πλειὰ τέ­τοι­οι, κά­τι ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν μοιά­ζουν οὔ­τε ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἀλ­λον οὔ­τε μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, ποὺ πό­τε ἔ­χουν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε κά­τι τὸ λει­ψό.»]

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.



		

	

Γιάννης Φαρσάρης: Μαῦρο μανταρίνι


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Μαῦ­ρο μαν­τα­ρί­νι


ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πο­γεί­ου ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος. Τὸ με­λα­ψό του πρό­σω­πο φό­βι­σε τὴ γει­τό­νισ­σα τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κο­νιοῦ, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ μαν­τα­λώ­σει τὴν συ­ρό­με­νη ἀ­λου­μι­νό­πορ­τα. Ἡ μέ­ρα φώ­να­ζε δυ­να­τὰ πὼς θὰ τὸ πά­ει γιὰ βρο­χὴ κι ἔ­ρι­ξε μιὰ κο­φτὴ βρι­σιὰ σὲ γλώσ­σα ἀ­κα­τά­λη­πτη. Δί­πλω­σε πρό­χει­ρα τὸ πά­πλω­μα πά­νω στὸ ζα­ρω­μέ­νο στρῶ­μα καὶ ἔ­φτια­ξε ἕ­να κου­τα­λά­το νε­σκα­φὲ μὲ νε­ρὸ τῆς βρύ­σης. Καὶ τέσ­σε­ρις κου­τα­λι­ὲς ζά­χα­ρη.

Οἱ συγ­κά­τοι­κοί του εἶ­χαν φύ­γει ἀ­πὸ νω­ρὶς γιὰ δου­λειά, νὰ προ­λά­βουν στὴν πρω­ϊ­νὴ κί­νη­ση τῶν φα­να­ρι­ῶν νὰ κα­θα­ρί­σουν πολ­λὰ τζά­μια. Ἔ­με­ναν πέν­τε νο­μα­τα­ῖοι σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ ὑ­πό­γεια τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ πλή­ρω­ναν σα­ραν­τα­πέν­τε εὐ­ρὼ ἕ­κα­στος, μα­ζὶ μὲ τὰ κοι­νό­χρη­στα. Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα, ἀλ­λὰ εἶ­χε πολ­λὲς κα­τσα­ρί­δες κι ἐ­κεῖ­νος σι­χαι­νό­ταν. Μὲ τὰ πον­τί­κια πά­λι δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν ὅ­τι οἱ δου­λει­ὲς στὴν οἰ­κο­δο­μὴ δὲν πή­γαι­ναν κα­λὰ καὶ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος. Οὔ­τε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κι ἔ­νι­ω­θε μό­νος, ἀλ­λὰ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε πο­τὲ στὴν Ἑλ­λά­δα, ἐ­νῶ δου­λειὰ ἔ­βρι­σκε πάν­τα.

        Εἶ­χε κά­νει ὅ­λες τὶς σκλη­ρὲς ἀγ­γα­ρεῖ­ες στὴν οἰ­κο­δο­μὴ καὶ στὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε, ὅ­μως τζά­μια αὐ­το­κι­νή­των δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Δὲν ἄν­τε­χε τὰ βλέμ­μα­τα τῆς ἀ­πα­ξί­ω­σης ἀ­πὸ τό­σους πολ­λοὺς σὲ κά­θε ἄ­ναμ­μα, κι ἄς ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ δου­λειὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ περ­πα­τοῦ­σε νω­θρὰ στὸ δρό­μο μὲ τὸν κου­βὰ καὶ τὸ κον­τά­ρι ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ τὸ μπου­κα­λά­κι τοῦ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κοῦ στὴν κω­λό­τσε­πη.

        Μέ­σα στὴν πρώ­τη ὥ­ρα, πα­ρὰ τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα, εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει μυ­ριά­δες ἀρ­νή­σεις καὶ μό­λις τρί­α κέρ­μα­τα, κι ἄς εἶ­χε κα­θα­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα παρ­μπρίζ. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τὸν φι­λο­δώ­ρη­σαν μὲ πε­ρι­παι­κτι­κὰ μει­διά­μα­τα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὸν ἄ­φη­σαν νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴ σκό­νη. Δε­χό­ταν στω­ϊ­κὰ τὴ μοί­ρα του για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το, ὅ­σο μι­κρὸ κι ἂν ἦ­ταν, ὅ­σο κρύ­ο κι ἂν ἔ­κα­νε.

        Τὸ πρῶ­το χα­μό­γε­λο ποὺ συ­νάν­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀ­νῆ­κε σ’ ἕ­να κόκ­κι­νο σα­ρά­βα­λο μί­νι. Ὁ ὁ­δη­γός του, ὅ­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια, κου­νι­ό­ταν στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς καὶ τοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ος μὲ τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὰ σγου­ρὸ μού­σι του. Μό­λις ἄ­να­ψε τὸ πρά­σι­νο τοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι μὲ συμ­πά­θεια, φω­νά­ζον­τας: «Δὲν ἔ­χω λε­φτὰ φι­λα­ρά­κο, πά­ρε ἕ­να μαν­τα­ρί­νι.»

        Ἔ­μει­νε γιὰ με­ρι­κὰ δεύ­τε­ρα ἀ­κί­νη­τος ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὸν κου­βὰ ἀ­νά­πο­δα καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸ φα­νά­ρι. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸ καρ­πὸ μὲ τὰ βρώ­μι­κα νύ­χια του καὶ ἡ σκέ­ψη του τα­ξί­δε­ψε πί­σω στὴν πα­τρί­δα, στὸν κῆ­πο μὲ τὶς μαν­τα­ρι­νι­ὲς ποὺ με­γά­λω­σε. Κά­θε σκε­λί­δα ποὺ ἔ­βα­ζε στὸ στό­μα τὸν γέ­μι­ζε γλυ­κὰ καὶ τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­νυ­πό­μο­νο. Κα­τα­πί­νον­τας τὴν τε­λευ­ταί­α μπου­κιὰ ση­κώ­θη­κε σί­γου­ρος. Θὰ γύ­ρι­ζε πί­σω, κα­θὼς δὲν εἶ­χε τί­πο­τα πιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ξε­νι­τιά. Περ­πά­τη­σε ἀρ­γὰ τὸ δρό­μο γιὰ τὸ ὑ­πό­γει­ο. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἦ­ταν χα­ρού­με­νος. Ἤλ­πι­ζε μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γει­τό­νισ­σα στὸ χω­ριὸ νὰ μὴν εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­λει­πε μό­νο.



Πη­γὴ: Πρώ­τη δημοσίευση στὸ περ. Μι­κρό Πεζό (ἐκδ. Χα­ρα­μά­δα, τχ.  1, 2014).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρη­ς (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OpenBook καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fra­ctal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Open­book, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ

 www.open-sesame.me