Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.


			

Ρένα Σαμαρᾶ-Μάινα: Φωτογραφίες γάμου


Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ-Μά­ϊ­να


Φω­το­γρα­φί­ες γά­μου


 ΠΡΩΤΟΣ ΜΟΥ ΑΝΤΡΑΣ ἦ­ταν ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸ χει­μώ­να φο­ροῦ­σε πάν­τα τρα­γιά­σκα καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ψά­θι­νο παναμά. Ἔ­χει τύ­πο, ἔ­λε­γαν οἱ φί­λες μου. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε πο­τὲ ἀ­σκε­πής, τὸ κε­φά­λι τὸ εἶ­χε πάν­τα κα­λυμ­μέ­νο, ὄ­χι γιὰ τὸ στύλ, ὅ­πως πί­στευ­αν οἱ φί­λες μου, μὰ μὴν καὶ φα­νεῖ ὁ τρι­χο­φά­γος. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε δι­α­φη­μί­σεις γιὰ σαμ­που­ὰν καὶ τζὲλ μαλ­λι­ῶν, ἔ­βα­ζε πάν­τα τὰ κλά­μα­τα. Κι ὕ­στε­ρα ἔ­βγα­ζε τὶς σχο­λι­κὲς φω­το­γρα­φί­ες καὶ χά­ζευ­ε μὲ τὶς ὧ­ρες τὰ μπου­κλά­κια του, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­τί­θα­σα μέ­σα στὰ μά­τια του. Ἡ πε­θε­ρά μου ἀ­κό­μα καὶ στὰ σα­ράν­τα του τὸν φώ­να­ζε σγου­ρο­μάλ­λη μου κι ἐ­γὼ με­τὰ βί­ας κρα­τοῦ­σα τὰ γέ­λια. Ἦ­ταν τό­σο ἀ­στεῖ­ος χω­μέ­νος στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ἐ­κεί­νη νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ ἀ­νύ­παρ­κτα μαλ­λιά. Ὅ­ταν πέ­θα­νε φύ­λα­ξα τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα τῶν ἀ­νύ­παρ­κτων μαλ­λι­ῶν του. Τὴν ἔ­βγα­λα με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­χρη­στί­ας ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι – ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἄρ­χι­σα τὶς χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες.

        Ὁ δεύ­τε­ρος ἄν­τρας μου μαλ­λιὰ εἶ­χε μπό­λι­κα. Ἀ­πὸ μυα­λὰ ἔ­πα­σχε. Ἀ­κα­τοί­κη­το τὸ ὄ­μορ­φο ξαν­θὸ κε­φά­λι του. Ὅ­ταν τὸν πρω­το­εῖ­δα —λί­γο με­τὰ ποὺ ἀ­νάρ­ρω­σα— εἶ­πα πὼς ἡ ζω­ή μοῦ χρω­στᾶ μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α. Τὸν παν­τρεύ­τη­κα μὲ δό­ξα καὶ τι­μή. Μὰ ἡ δι­κή του ἡ τι­μὴ ἦ­ταν ἄ­τι­μη. Τὶς νύ­χτες βο­λό­δερ­νε σὲ χαρ­το­παι­χτι­κὲς λέ­σχες καὶ τὶς μέ­ρες ση­μά­δευ­ε τρά­που­λες. Ἡ ζω­ή μου ἔ­γι­νε κό­λα­ση. Ἦρ­θαν μέ­ρες ποὺ δὲν εἴ­χα­με δραχ­μὴ οὔ­τε γιὰ ψω­μί. Κόν­τε­ψα νὰ ξε­που­λή­σω καὶ τὸν κῶ­λο μου γιὰ νὰ τὸν ξε­χρε­ώ­σω. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ξα­νά­βγα­λα ἀ­ραί­ω­ναν καὶ πά­λι. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν με­γά­λη μπά­ζα ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, τὸν φί­λη­σα σταυ­ρω­τά, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα στὸ κα­κὸ κι ἄλ­λα­ξα μέ­σα στὴ νύ­χτα τὴν κλει­δα­ριά. Τὸ μό­νο πού μοῦ ἔ­μει­νε ἀ­πὸ κεῖ­νον ἦ­ταν μιὰ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα.

        Ὁ τρί­τος μου ἄν­τρας εἶ­ναι γκέ­ι. Τὸ ξέ­ρω πὼς μὲ πῆ­ρε μό­νο γιὰ ξε­κάρ­φω­μα. Κα­θη­γη­τὴς στὸ σχο­λεῖ­ο, φι­λό­λο­γος, μὴ δί­νει δι­και­ώ­μα­τα. Κι ἡ δό­λια ἡ μά­να του, νὰ γλι­τώ­σει ἀ­πὸ τὰ σχό­λια τῶν φαρ­μα­κό­γλωσ­σων τῶν φι­λε­νά­δων της. Τί­μιος ὅ­μως, μοῦ ξη­γή­θη­κε σπα­θὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Στὸ σπί­τι ὅ­λα δου­λεύ­ουν ρο­λό­ι. Νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη, χα­μό­γε­λα, κα­τα­νό­η­ση κι ἀ­πο­δο­χή. Σὲξ δὲν κά­νου­με, ἀλ­λὰ σι­γὰ τὸ πρό­βλη­μα. Στὴν ἐμ­μη­νό­παυ­ση ἀρ­κοῦν τὰ χά­δια, τὰ φι­λιὰ καὶ δυ­ὸ κα­λὲς κου­βέν­τες. Τὰ κρύ­α χει­μω­νι­ά­τι­κα βρά­δια μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα μου καὶ παί­ζου­με ξε­ρὴ μὲ τὴ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα. Δὲν εἶ­ναι τε­λι­κὰ ἄ­πια­στη ἡ εὐ­τυ­χί­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ–Μά­ϊ­να. (Κο­μο­τη­νή, 1969). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, ἐρ­γά­ζε­ται γιὰ εἴκοσι ἑπτὰ χρό­νια στὴν φρον­τι­στη­ρια­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Τὰ τελευταῖα πέν­τε χρό­νια διοργάνωσε καὶ συντονίζει τὴν Λέ­σχη Φι­λα­να­γνω­σί­ας Κο­μο­τη­νῆς. Κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες.


 

Τζάνετ Φρέιμ (Janet Frame): Τὰ πουλιὰ ἄρχισαν τὸ τραγούδι


Τζά­νετ Φρέ­ιμ (Janet Frame)


Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι

(The birds began to sing)


Α ΠΟΥΛΙΑ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ὑ­πῆρ­χαν τέσ­σε­ρα ἐ­κεῖ καὶ κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ ἦ­ταν κό­τσυ­φες. Καὶ ‘γὼ τοὺς εἶ­πα, τί τρα­γου­δᾶ­τε μέ­ρα καὶ νύ­χτα, κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο καὶ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ βρο­χὴ καὶ μὲς στὸν ἄ­νε­μο ποὺ κά­νει τὶς κορ­φὲς τῶν δέν­τρων ἀ­ση­μι­ές;

        Τρα­γου­δᾶ­με, εἶ­παν. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ μό­λις ἀρ­χί­σα­με καὶ ἔ­χου­με πο­λὺ ἀ­κό­μα νὰ τρα­γου­δή­σου­με καὶ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ στα­μα­τή­σου­με, πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σου­με καὶ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸ τρα­γού­δι.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἔ­βα­λα τὸ παλ­τό μου καὶ περ­πά­τη­σα στὴ βρο­χὴ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ λό­φο. Περ­πά­τη­σα μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­λη γε­μά­τα κόκ­κι­νο νε­ρό, κα­τέ­βη­κα χαν­τά­κια γε­μά­τα συμ­φο­ρί­καρ­πους κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κα πά­λι μέ­σα ἀ­πὸ χαν­τά­κια ὅ­που φύ­τρω­ναν ἀ­γρι­ό­χορ­τα κι ἀμ­μό­φι­λα καὶ πέ­ρα­σα ρυά­κια ποὺ δί­πλα τους φύ­τρω­νε λι­νά­ρι, χορ­τά­ρι καὶ μα­νού­κα.

        Εἶ­δα ἕ­να πεῦ­κο στὴν κορ­φὴ ἑ­νὸς λό­φου.

        Εἶ­δα ἕ­ναν κο­ρυ­δαλ­λὸ νὰ βου­τά­ει μὲς στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται.

        Εἶ­δα ὅ­τι χι­ό­νι­ζε κά­που πέ­ρα ἀ­π’ τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μουν ἐ­γώ.

        Στά­θη­κα πά­νω σ’ ἕ­να λό­φο καὶ κοί­τα­ξα γιὰ ὥ­ρα πολ­λή.

        Δὲν τρα­γου­δοῦ­σα. Προ­σπά­θη­σα νὰ τρα­γου­δή­σω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ κά­ποι­ο τρα­γού­δι.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πί­σω στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­που ἔ­με­να καὶ κά­θη­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς πόρ­τας κι ἀ­φουγ­κρά­στη­κα. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κα μὲ τὸ κε­φά­λι καὶ τὰ μά­τια μου, μὲ τὸ μυα­λὸ καὶ μὲ τὰ χέ­ρια μου.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἦ­ταν κό­τσυ­φες ποὺ κά­θον­ταν πά­νω στὸ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λο καὶ πη­δοῦ­σαν πά­νω στὶς μη­λι­ές.

        Ἦ­ταν τέσ­σε­ρεις καὶ εἴ­κο­σι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τρα­γου­δοῦ­σαν.

        Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι, εἶ­πα. Πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Εἶ­μαι ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο ὃν καὶ δι­α­βά­ζω βι­βλί­α, ἀ­κού­ω μου­σι­κὴ καὶ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω τυ­πο­γρα­φη­μέ­νες εἰ­κό­νες. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω λέ­ξεις σὲ ζω­η­ρὸ ἀν­τάν­τε ρυθ­μὸ νὰ τρα­γου­δι­οῦν­ται, νὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται στὴ σκη­νή, νὰ γρά­φον­ται. Ἔ­τσι εἶ­πα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τρα­γου­διοῦ, πεῖ­τέ το μου καὶ θὰ τὸ γρά­ψω ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κοῦ­τε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου παιγ­μέ­νο ἀ­π’ τοὺς κα­λύ­τε­ρους μου­σι­κούς, θὰ νι­ώ­θε­τε τό­σο ὡ­ραῖ­α ἀ­κού­γον­τάς το, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Στα­μά­τη­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ἔ­ξω ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε. Ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ τὸ τρα­γού­δι εἶ­χε σι­ω­πή­σει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα https://timehasflewn.tumblr.com/ || Janet Frame The Birds Began to Sing ἀπὸ τὸ Janet Frame, Sto­ries and Poems (2004). Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς The Lagoon and Other Stories (1951), καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς The Pocket Mirror (1967):

https://timehasflewn.tumblr.com/post/20487219689/the-birds-began-to-sing-a-short-story-by-janet

 

Janet Frame (Τζά­νετ Φρέ­ιμ): Ἡ Nene Janet Paterson Clutha (28 Αὐ­γού­στου 1924 – 29 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2004) εἶ­ναι Νε­ο­ζη­λαν­δὴ συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὴ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τζά­νετ Φρέ­ιμ. Ἔ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, νε­α­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ μιὰ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή της κα­ρι­έ­ρα, ἡ Φρέ­ιμ ἔ­γι­νε γνω­στὴ καὶ λό­γω τῆς τρα­γι­κῆς προ­σω­πι­κῆς της ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ χρό­νια ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, γλί­τω­σε ὡς ἐκ θαύ­μα­τος τὴ λο­βο­το­μή, λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴ χει­ρουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των κέρ­δι­σε ἀ­πρό­σμε­νά το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τὰ τὴ βρά­βευ­σή της, ἡ ἐ­πέμ­βα­ση ἀ­κυ­ρώ­θη­κε. Ἡ Τζά­νετ Φρέ­ιμ, ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της, ἕν­τε­κα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρεις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἕ­να βι­βλί­ο νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α της σὲ τρεῖς τό­μους. Πέ­θα­νε στὸ Ντού­νεν­τιν τῆς Φλό­ριν­τας στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2004, σὲ ἡ­λι­κί­α 79 ἐ­τῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες

(Нови безпокойства)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τοῦ τη­λε­φώ­νου, πραγ­μα­τι­κὰ πρό­σφε­ρε πολ­λὰ στὸν κό­σμο. Καὶ κυ­ρί­ως, μιὰ ἀ­πὸ τὶς βα­σι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες: για­τί δὲν μοῦ τη­λε­φω­νεῖ κα­νείς;

      Πρίν, αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν ἐ­τί­θε­το.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 29.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης Πα­τί­λης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ρωγ­μὴ στὸ σύ­στη­μα ἀ­σφα­λεί­ας

(Пробив в системата за сигурност)


ΑΝΤΑ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἔ­χουν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ὴ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῶν ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ων, αὐ­τὲς οἱ πάν­το­τε σφιγ­μέ­νες, μὲ τὰ μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να πί­σω, μι­λι­τα­ρι­στι­κὰ εὐ­γε­νι­κές, ὄ­μορ­φες καὶ αὐ­στη­ρές, ἀ­πο­πνέ­ου­σες σι­γου­ριά, γυ­ναῖ­κες. Ἂν ὑ­πάρ­χει ἀ­μυ­χή, ση­μα­δά­κι, ρυ­τί­δα ἀ­π’ ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ φα­νεῖ τί κρύ­βουν μέ­σα. Ἂν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση, γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές, ἐ­νῶ τοῦ δί­νει τὸ εἰ­σι­τή­ριο καὶ ρω­τά­ει αὐ­τό­μα­τα «δι­ά­δρο­μο ἢ πα­ρά­θυ­ρο», ξαφ­νι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ κοι­τά­ξει κά­πως βα­θύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο καὶ ἁ­πλῶς νὰ πεῖ – οὔφ, ξε­θε­ώ­θη­κα… Εἶ­ναι σί­γου­ρος, ὅ­τι αὐ­το­μά­τως κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦ­σε τὸν συ­να­γερ­μὸ τοῦ συ­στή­μα­τος ἀ­σφα­λεί­ας· τῆς ἴ­διας τῆς ζω­ῆς.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 30.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó): Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος



Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó)


Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος

(Sant Valentí)


ΑΝΤΡΑΣ ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μου­σεῖ­ο καὶ κά­θε­ται σὲ ἕ­να παγ­κά­κι στὴν πλα­τεί­α ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Στὸ μου­σεῖ­ο, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε ἕ­να σχέ­διο τοῦ Μα­νό­λο Οὐγ­κέ, γνώ­ρι­σε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ βλέμ­μα κα­θα­ρό, βα­θὺ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς καὶ σκέ­φτη­κε πὼς αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἐ­ρω­τευ­τεῖ. Ἐ­πί­σης σκέ­φτη­κε πὼς δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει σ’ ἐ­κεί­νη. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ὁ τρό­πος ποὺ μι­λά­ει. Ὅ­ση ὥ­ρα μί­λη­σαν στὸ μου­σεῖ­ο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τὸ προ­φα­νές, οὔ­τε ἀ­πήγ­γει­λε κά­ποι­α δογ­μα­τι­κὴ θε­ω­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν, τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­πὸ μα­κριά, μέ­χρι ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ μπαί­νει σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τώ­ρα πε­ρι­μέ­νει.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ εἶ­χε ἕ­να προ­αί­σθη­μα: δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ βρεῖ τὴ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του. Ἀ­πὸ μω­ρὸ κοί­τα­ζε μὲ πό­θο τὰ πό­δια τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ μὲ τὰ ἄ­σπρα καλ­τσά­κια καὶ κά­τι μέ­σα του τοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ δρό­μος θὰ ἦ­ταν δύ­σβα­τος. Κυ­ρί­ως ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε μιὰ ξε­κά­θα­ρη ἰ­δέ­α γιὰ τὸ πῶς ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του, οὔ­τε ἂν (ὄν­τως) ὑ­πῆρ­χε. Δὲν εἶ­χε προ­τι­μή­σεις. Δὲν τὴ φαν­τα­ζό­ταν οὔ­τε ψη­λὴ οὔ­τε κον­τή, οὔ­τε ξαν­θιὰ οὔ­τε με­λα­χρι­νή. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ χα­ζή, ὅ­πως θέ­λουν ὁ­ρι­σμέ­νοι. Ὅ­ταν ἦ­ταν πέν­τε χρο­νῶν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν κό­ρη αὐ­τῶν ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ἀ­γό­ρα­ζε τὰ μο­λύ­βια, τὶς γό­μες, τὶς πέ­νες, τὶς γρα­φί­δες, τὸ με­λά­νι καὶ τὰ σπι­ρὰλ τε­τρά­δια. Προ­φα­νῶς, δὲν τῆς εἶ­πε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας κρυ­φὸς ἔ­ρω­τας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνά­ει τὶς νύ­χτες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του· ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ὅ­ταν σκέ­φτε­ται τὴ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, σκέ­φτε­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­μως, αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο τὸ πού­λη­σαν, ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ δὲν ἔ­μα­θε πο­τὲ ξα­νὰ νέ­α τους. Τὴ νο­σταλ­γοῦ­σε. Σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε νέ­α της, ἀ­π’ ὅ­σο ὅ­ταν τὴν εἶ­χε μπρο­στά του καὶ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τῆς κά­νει ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ξα­νὰ μέ­χρι τὰ ὀ­χτώ του. Τό­τε τὸ ἀ­γνο­οῦ­σε, ἀλ­λὰ θὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἐ­ρω­τευ­ό­ταν. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ φί­λη τῆς με­γα­λύ­τε­ρης ἀ­δελ­φῆς του, ποὺ συ­χνὰ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τους γιὰ παι­χνί­δι. Αἰ­σθα­νό­ταν ἔ­νο­χος ποὺ εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ: τοῦ φαι­νό­ταν προ­δο­σί­α πρὸς τὸ κο­ρί­τσι τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου. Ἡ φί­λη τῆς ἀ­δελ­φῆς του πρέ­πει νὰ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ δώ­δε­κα κι ἐ­κεῖ­νος, ἕ­να ἀ­γό­ρι ὀ­χτὼ χρο­νῶν, δὲν εἶ­χε κα­μί­α πι­θα­νό­τη­τα. Ἴ­σως ὅ­ταν με­γά­λω­νε καὶ ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ τώ­ρα ἔ­μοια­ζε μὲ ἄ­βυσ­σο μει­ω­νό­ταν… Ὕ­στε­ρα τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας μὲ ἑ­κα­τὸ τὴν ὥ­ρα, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. Τώ­ρα εἶ­ναι ἤ­δη δε­κα­εν­νιά. Εἶ­ναι ἐ­νή­λι­κας ἐ­δῶ καὶ ἕ­να χρό­νο. Ἕ­να χρό­νο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γί­νει εἴ­κο­σι. Εἴ­κο­σι! Πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ ὅ­τι θὰ τὰ ἔ­φτα­νε, αὐ­τός, ποὺ με­τα­ξὺ δώ­δε­κα καὶ δε­κα­τεσ­σά­ρων εἶ­χε μιὰ μυ­στι­κι­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ πέ­θαι­νε πρὶν τὰ εἴ­κο­σι: σὲ δυ­στύ­χη­μα μὲ αὐ­το­κί­νη­το ἢ μὲ μη­χα­νὴ ἢ του­λά­χι­στον θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­ρί­α του εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Δὲν θὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ πο­τὲ ξα­νά; Ἐ­δῶ καὶ δέ­κα χρό­νια δὲν ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ κι ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­πο­λεῖ τὶς νύ­χτες ἀ­γρύ­πνιας ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του. Ἴ­σως ἡ ἐ­νη­λι­κί­ω­ση νὰ ση­μαί­νει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό. Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, συλ­λο­γί­ζε­ται, ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δεῖγ­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι για­τί ἀ­να­πο­λεῖ κά­τι ποὺ σύμ­φω­να μὲ τὴ λο­γι­κὴ εἶ­ναι τό­σο ζο­φε­ρό. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ αἰ­σθά­νε­ται ἄ­δει­ος; Για­τί δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ Μάρ­τα, ἐ­κεί­νη τὴν κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μά­θη­μα σχε­δί­ου; Δὲν τῆς λεί­πουν οἱ ἀ­ρε­τές. Ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἐ­λατ­τώ­μα­τα ποὺ τὰ συγ­χω­ρεῖ κα­νείς. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα: στὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα συγ­χω­ροῦν­ται. Αὐ­τὸ σκέ­φτη­κε ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­α­κό­ψει μα­ζί της. Ἀλ­λὰ για­τί νὰ συγ­χω­ρή­σει τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα καὶ ὄ­χι ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης; Ἂν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­γα­πή­σει κά­ποι­α, ἂν ἀ­γά­πη ση­μαί­νει πράγ­μα­τι αὐ­τὸ ποὺ φαν­τά­ζε­ται, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν ἀ­σή­μαν­τα ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν. Εἶ­ναι ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κή. Εἶ­ναι ὅ­μως καὶ θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ Νέ­ους εἶ­ναι θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Νέ­ους ἔ­χει τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­νη­θι­σμέ­νη· οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ δὲν ἔ­χει σκε­φτεῖ κά­τι πρω­τό­τυ­πο. Αὐ­τὸ τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι (λό­γῳ ἀ­να­σφά­λειας) γί­νε­ται ἐ­πι­θε­τι­κή. Μὲ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­χνά­ζουν στὶς ντι­σκο­τὲκ καὶ ποὺ μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα καὶ μὲ τὴ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σὼν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες. Τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα τὴ δη­μι­ουρ­γοῦν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας καυ­στι­κὲς φρά­σεις, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νες, πάν­τα ἕ­τοι­μες νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν ὅ­που νά ’­ναι. Καὶ ἡ Τέ­σα; Ἡ Τέ­σα εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνη, εὐ­φυ­ής, δι­α­σκε­δα­στι­κή. Καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο, ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ στὴν ἄλ­λη, καὶ ξέ­ρουν, χω­ρὶς νὰ ποῦν λέ­ξη, ἀ­πὸ τὴ λάμ­ψη στὰ μά­τια, τί σκέ­φτον­ται, ποι­όν κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Στὸ κρε­βά­τι, ἐ­πί­σης, ται­ριά­ζουν κα­τα­πλη­κτι­κά. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­μως, εἶ­ναι ἕ­να κα­κο­μα­θη­μέ­νο κο­ρί­τσι ποὺ κα­τε­βά­ζει μοῦ­τρα ὅ­ταν δὲν τῆς κά­νεις τὸ χα­τί­ρι. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι τεμ­πέ­λα καὶ περ­νά­ει τὴ μέ­ρα της ξα­πλω­μέ­νη στὸν κα­να­πέ, κα­πνί­ζον­τας νω­χε­λι­κὰ ἕ­να τσι­γά­ρο ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ. Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πὸ τὴν Ἄ­να ποὺ συ­νε­χῶς κά­τι κά­νει. Εἶ­ναι ἕ­να δυ­να­μὸ πού σοῦ με­τα­δί­δει τὸ κέ­φι της γιὰ ζω­ή. Ἀλ­λὰ ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐ­λάτ­τω­μα τῆς Ἄ­να; Ὅ­τι εἶ­ναι κτη­τι­κὴ ὅ­πως κα­μιὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­χει γνω­ρί­σει, ὅ­τι τοὺς μῆ­νες ποὺ ἔ­βγαι­ναν τοῦ ἔ­κα­νε ἔ­λεγ­χο μέ­ρα-νύ­χτα καὶ ὅ­τι πάν­τα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο ὅ­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ἐ­κεί­νη. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπά­θη­σε. Τὴν ἐ­κτι­μά­ει, τοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀλ­λὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει, νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει… Καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ψά­χνει ἄ­πια­στα ἰ­δα­νι­κά. Δὲν εἶ­ναι τό­σο ἠ­λί­θιος ὥ­στε νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ βρεῖ κά­ποι­α χω­ρὶς ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἂν ἀ­γα­πᾶς ἀ­λη­θι­νά, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα μέ­νουν φυ­λαγ­μέ­να σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ δὲν βγαί­νουν ὅ­λη τὴν ὥ­ρα στὴν ἐ­πι­φά­νεια. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Ὅ­πως προ­σπά­θη­σε νὰ ἀ­γα­πή­σει τὴν Τέ­σα, τὴ Νέ­ους καὶ τὴ Μάρ­τα. Θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Ἐ­πει­δὴ θὰ ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπα­θεῖ, δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει. Για­τί δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σὰν ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται; Ἡ Σέ­φα (μιὰ ἄλ­λη κο­πέ­λα ἄ­ξια νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἔ­ρω­τα ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἔ­χει μιὰ στα­λιὰ μυα­λὸ) τοῦ λέ­ει πὼς σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ παι­δι­κὸ τραῦ­μα. Πὼς δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ ἔ­δει­ξε ἀρ­κε­τὴ ἀ­γά­πη οὔ­τε ἡ μη­τέ­ρα του οὔ­τε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­πως εἶ­ναι. Ἄλ­λη πρω­τό­τυ­πη ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τῆς Κού­κι, ἡ ὁ­ποί­α τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα, πρὶν τὸ τε­λι­κὸ ἀν­τί­ο, τοῦ εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συμ­βαί­νει εἶ­ναι ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­γα­πή­σει κα­μί­α ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πά­ει μό­νο τὸν ἑ­αυ­τό του. Για­τί εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­γω­ι­στὴς ποὺ δὲν ἀ­ξί­ζει τὴν ἀ­γά­πη τῶν γυ­ναι­κῶν ποὺ τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Ἄ, τί φο­βε­ρὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἂν βέ­βαι­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό! Καὶ ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λο: πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Για­τί ἄ­ρα­γε ὅ­λες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­ο ἀ­χα­λί­νω­το πά­θος; Για­τί ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νος νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, κα­τ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές;

       Ἐ­νῶ σκέ­φτε­ται ὅ­λα αὐ­τά, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βλέ­πει πὼς ἡ κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μου­σεῖ­ο βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ στρί­βει στὴ γω­νί­α. Ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­νε­ται μ’ ἕ­να σάλ­το. Τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ. Στα­δια­κὰ μι­κραί­νει τὴν ἀ­πό­στα­ση. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν κοι­τά­ζει, κα­θὼς ἐ­κεί­νη περ­πα­τά­ει μπρο­στά του, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρό τοῦ ἀ­ρέ­σει καί, ἀ­π’ ὅ,τι πα­ρα­τή­ρη­σε στὸ μου­σεῖ­ο, μᾶλ­λον κι ἐ­κεί­νης πρέ­πει νὰ τῆς ἀ­ρέ­σει. Κι ἂν αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια; Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ πί­σω της, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς. Θὰ ἀρ­κοῦ­σε ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο της γιὰ νὰ γυ­ρί­σει.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Τὸ Για­τί γιὰ Κα­θε­τὶ (με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου, ἔκδ. Μιχ. Σι­δέ­ρης, Ἀ­θή­να, 2016).

Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitanta-sis contes. Τὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου ἔ­χει Μά­στερ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔρ­γα τῶν Λόρ­κα, Βι­τά­λε, Πα­λό­μας, Φραμ­πέ­τι, Νε­ου­μαν.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας

(Историята на един жест)


ΤΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ, μοῦ ἔ­τυ­χε κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα νὰ δῶ του­λά­χι­στον ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ζή­τη­σα φω­τιά, δὲν εἶ­χε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τὸ τσι­γά­ρο της, ἐ­νῶ πιὸ πρὶν ρού­φη­ξε βα­θιὰ γιὰ νὰ φουν­τώ­σει ἡ κά­φτρα του. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χα ξε­χά­σει αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ – ρού­φηγ­μα, πλη­σί­α­σμα τῶν προ­σώ­πων, ἄγ­γιγ­μα τῶν δα­κτύ­λων, γρή­γο­ρη ἀν­ταλ­λα­γὴ βλεμ­μά­των… Πα­λιά, ἔ­τσι ἀ­νά­βα­νε τσι­γά­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους καὶ στὶς ται­νί­ες. Οἱ πρῶ­τοι ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, οἱ δεύ­τε­ροι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ συν­θη­μα­τι­κό, ἂν εἶ­ναι κα­τά­σκο­ποι, ἢ γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν, ἂν πά­λι τὸ ἔρ­γο ἦ­ταν γαλ­λι­κό.

       Ὁ χρό­νος γιὰ ν’ ἀ­νά­ψεις ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι γύ­ρω στὰ 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τῶν δύ­ο τσι­γά­ρων δη­μι­ουρ­γεῖ γέ­φυ­ρα, βολ­τα­ϊ­κὸ τό­ξο. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις κά­ποι­ον ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ καὶ νὰ μὴ νι­ώ­σεις κά­τι. Ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι θέ­μα ἀ­πό­στα­σης. Πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια σί­γου­ρα θὰ κα­ψου­ρευ­ό­μουν (τὸ ρῆ­μα εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, ἂν καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο), ὅ­μως τώ­ρα δυ­σκο­λεύ­ο­μαι καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ μα­ζὶ μὲ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο μου τσι­γά­ρο. Γερ­νά­ω.


Υ.Γ.

       Θυ­μή­θη­κα, ὅ­τι στὸν στρα­τὸ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λό­κλη­ρη τε­λε­τή, φτι­αγ­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Πῶς ὁ νέ­ος θὰ ζη­τοῦ­σε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὴν «πα­λι­ο­σει­ρά». Ὁ­ρί­στε, μὲ ποιά πα­ρω­χη­μέ­νη φρά­ση: «Σύν­τρο­φε, πα­λαι­ὲ στρα­τι­ώ­τη, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ πλη­σιά­σω τὴ φλο­γώ­δη εὐ­τυ­χί­α σας, δί­χως νὰ σᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σω.» Ὁ­ποί­α με­γα­λει­ώ­δης τα­πεί­νω­ση.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 53-54.

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Νίκος-Γαβριὴλ Πεντζίκης: Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ βαριέται


Νί­κος Γα­βρι­ήλ Πεν­τζί­κης


Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται


ΚΕΦΤΟΥΜAI ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ νὰ κά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ βα­ρι­έ­ται. Πο­λὺ λί­γο τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦν οἱ φρον­τί­δες οἱ βι­ο­τι­κές. Με­τα­το­πί­ζε­ται σι­γα­νὰ καὶ πη­γαί­νει νὰ φά­ει καὶ νὰ πι­εῖ νε­ρό. Ἄλ­λα σὲ κα­μιὰ μέ­ρι­μνα καὶ φρον­τί­δα δὲν ἐ­πι­μέ­νει γιὰ πο­λύ. Πάν­τα αἰ­σθά­νε­ται τὴν ἀ­νάγ­κη ν’ ἀ­φε­θεῖ, νὰ κα­θή­σει, νὰ πέ­σει στὸ στρῶ­μα. Ἄλ­λα ξα­νὰ ἀν­τι­δρᾶ. Δὲν βο­λεύ­ε­ται κα­θι­στός. Ση­κώ­νε­ται. Χα­σο­με­ρᾶ μὲ σχέ­δια ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τα. Ἐ­πι­χει­ρεῖ κά­τι νὰ κά­νει καὶ τὰ πα­ρα­τᾶ ὅ­λα στὴ μέ­ση. Ξέ­χα­σε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ κα­τέ­βει τὴ σκά­λα. Δο­κι­μά­ζει νὰ πά­ει σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ν’ ἀλ­λά­ξει χῶ­ρο. Δὲν θά ‘­ταν τά­χα κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ πα­ρά­θυ­ρου καὶ τὸ κοί­ταγ­μα; Ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Τοῦ ἐν­τυ­πώ­νον­ται οἱ γε­ω­με­τρι­κοὶ ὄγ­κοι τῶν τρι­γύ­ρω σπι­τι­ῶν τῆς συ­νοι­κί­ας. Τὰ πα­ρο­μοιά­ζει μὲ τὰ στε­ρε­ο­με­τρι­κὰ σχή­μα­τα τῆς κρυ­σταλ­λο­γρα­φί­ας. Ἄ­ρα­γε, κά­νει μὲ τὸ νοῦ του τὴ σκέ­ψη, ἕ­νας ποὺ ξέ­ρει αὐ­τὸ τὸ πα­νε­πι­στη­μια­κὸ μά­θη­μα, ξέ­ρει καὶ τὰ μυ­στι­κὰ τῶν σπι­τι­ῶν; Ἐγ­κα­τα­λεί­πει καὶ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ στὴ μέ­ση εὐ­θὺς ποὺ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι σκέ­πτε­ται. Πη­δᾶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἰ­δέ­α σὲ ἄλ­λη, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὅ­τι τί­πο­τα δὲν προ­κά­νει νὰ μά­θει ἀ­π’ ὅ­λα ὅ­σα ὑ­πο­πί­πτουν στὶς αἰ­σθή­σεις του. Τί τά­χα ση­μαί­νουν μέ­σα στὴν ψυ­χή του, βα­θύ­τε­ρα, οἱ φω­νὲς τῶν παι­δι­ῶν ποὺ ἀ­κού­γον­ται, καὶ μιὰ ἄλ­λη ἀν­τρι­κὴ καὶ μιὰ τρί­τη ποὺ ἀ­πο­κρί­νε­ται; Μαν­τεύ­ει πε­ρί­που, ἄλ­λα δὲν θέ­λει νὰ βά­λει σὲ κό­πο τὴ φαν­τα­σί­α του. Ἀ­πο­φεύ­γει κά­θε εἰ­κό­να καὶ ἀν­τί­λη­ψη μό­χθου, τῆς ἐ­πί­γειας ἐρ­γα­σί­ας, ποὺ τό­σο φαι­δρὰ τὴν ἐ­ξαγ­γέ­λουν τὰ τρε­ξί­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν.

        Τὸν κου­ρά­ζει ἡ θέ­α ἑ­νὸς κί­τρι­νου λε­ρω­μέ­νου που­κά­μι­σου, ποὺ κα­λύ­πτει ἕ­ν’ ἀ­δύ­να­μο κορ­μὶ δου­λευ­τά­ρη. Τί φρί­κη τὰ ρο­ζι­α­σμέ­να χέ­ρια ποὺ κου­μαν­τέρ­νουν τὴ γού­με­να τοῦ κα­ρα­βιοῦ. Μέ­σα ἀ­πὸ τ’ ἀν­τι­κρι­νὸ πα­ρά­θυ­ρο δι­α­κρί­νει κά­ποι­α γυ­ναι­κεί­α μορ­φή, κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι ἐ­πί­χρυ­σο. Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια καὶ κι­νών­τας τὰ χέ­ρια χτε­νί­ζει τ’ ἀ­νυ­πό­τα­κτα μαλ­λιά. Ἕ­νας δι­α­βα­τά­ρι­κος πό­θος γεν­νι­έ­ται μέ­σα του κι’ ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο. Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ στέ­κει νω­θρὸς μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. «Δὲν τὴν φτά­νω ἀ­πλώ­νον­τας τὸ χέ­ρι», συλ­λο­γι­έ­ται. «Πο­λὺ μα­κριὰ βρί­σκον­ται ὅ­λα τὰ πρά­μα­τα, κι’ ὅ­σο πά­ει μα­κραί­νουν ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.» Ψαύ­ει μὲ τὸ χέ­ρι τὸ ροῦ­χο του. «Ποῦ ἔ­χει πά­ει ὁ ἐ­αυ­τός μου;», ρω­τι­έ­ται. Μέ­σα στὴν κά­μα­ρή του παν­τοῦ ἐ­ρεί­πια, κα­τά­λοι­πα ἀ­συν­ταί­ρια­στων ὑ­πο­θέ­σε­ων, σὰ νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει ὁ Ἀτ­τί­λας. Πά­ει καὶ ξα­πλώ­νει σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να. Κοι­τά­ει τὸ τα­βά­νι βά­νον­τας μὲ τὸ νοῦ του οὐ­ρα­νοὺς καὶ θά­λασ­σες. Ἡ θά­λασ­σα τῆς ἐ­πι­φά­νειας τῆς γῆς δέρ­νει ἀ­λύ­πη­τα τὴ στε­ριά, βογ­κών­τας πα­θι­α­σμέ­να. Ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νὸ κομ­μα­τι­ά­ζον­ται σὲ πο­λύ­μορ­φη ἱ­στο­ρί­α τὰ σύν­νε­φα τῆς συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς βρο­χῆς. Φῶς καὶ ἄ­νε­μος με­τα­μορ­φώ­νουν κά­θε ὄ­ψη τοῦ κό­σμου. Κα­θι­σμέ­νος στὴν πο­λυ­θρό­να του νι­ώ­θει νὰ τὸν ἀ­πορ­ρο­φᾶ τὸ σύμ­παν. Ὅ­ταν μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του ζη­τή­σει νὰ δεῖ ποῦ ἀ­κρι­βῶς βρί­σκε­ται, δὲν βρί­σκει πα­ρὰ συν­τρίμ­μια, σκόρ­πια στὰ τέσ­σε­ρα πέ­ρα­τα σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Ὅ­λος ὁ ὑ­πό­λοι­πος χῶ­ρος ἄ­δει­ος. Αἰ­θέ­ρας. Κε­νό. Τρο­μά­ζον­τας εἶ­ν’ ἕ­τοι­μος νὰ προ­σευ­χη­θεῖ σὲ μί­αν ἀ­σώ­μα­τη ἰ­σχυ­ρὴ πα­ρου­σί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸ ἄ­πει­ρο. Πα­ρα­κα­λεῖ νά ‘ρ­θει ὁ Ἄγ­γε­λος νὰ τὸν πά­ρει, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σει νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κρυμ­μέ­νος καὶ χα­μέ­νος μέ­σα σ’ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀγ­κα­λιά.

(1946)


Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademiques (1951), τὸ Α΄Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πι­στὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).


 

Κίμων Καλαμάρας: Una famiglia


Κί­μων Κα­λα­μά­ρας


Una Famiglia


 ΓΙΑΓΙΑ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ τυ­ρό­πι­τα, σπα­να­κό­πι­τα καὶ ψω­μί. Μό­λις ἔ­σβη­σε τὸ τη­γά­νι μὲ τὰ κε­φτε­δά­κια καὶ τὴν κόκ­κι­νη σάλ­τσα, ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει τὶς πα­τά­τες. Ὁ παπ­ποὺς θὰ γύρ­να­γε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο, λί­γο με­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, βα­δί­ζον­τας ἀρ­γὰ-ἀρ­γά, μὲ τὸ μπα­στου­νά­κι νὰ στη­ρί­ζει τὸ ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο βῆ­μα του, ἀ­φή­νον­τας σα­κοῦ­λες γε­μά­τες γα­ρι­δά­κια καὶ σο­κο­λά­τες στὸ τρα­πέ­ζι. Τὰ ἐγ­γό­νια, ὅ­λα πρῶ­το-ξά­δερ­φα, μέ­χρι δώ­δε­κα χρο­νῶν, εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὴν πέρ­γκο­λα. Εἶ­χε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη, κον­τὰ στοὺς 40, καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δὲν φό­ρα­γαν οὔ­τε πα­πού­τσια οὔ­τε σαν­δά­λια. Κά­ποι­οι εἶ­χαν πε­τά­ξει καὶ τὶς μπλοῦ­ζες. Τὸ πά­τω­μα, στὸ χρῶ­μα τοῦ τσι­μέν­του, ἂν δὲν τὸ κα­τά­βρε­χες ποὺ καὶ πού, ἔ­και­γε σὰν τη­γά­νι.

        Τὰ κάγ­κε­λα ποὺ στή­ρι­ζαν τὴν πέρ­γκο­λα χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν συ­χνὰ γιὰ παι­χνί­δι. Πι­α­νό­σουν σὲ ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ μὲ τὰ δυ­ό σου χέ­ρια, ἔ­τει­νες τὸ σῶ­μα σου γύ­ρω του, μέ­χρι νὰ ἐ­ξαν­τλη­θεῖ ἡ κι­νη­τι­κή σου ἐ­νέρ­γεια. Μι­κροὶ ἀ­κρο­βά­τες, ἐ­πί­δο­ξοι ὀ­λυμ­πι­ο­νί­κες… Ἄλ­λες φο­ρὲς τὰ πιὸ με­γά­λα ἀ­πὸ τὰ ἀ­γό­ρια, θὰ ἔπια­ναν ἕ­να που­λί, ἕ­να τζι­τζί­κι, κά­ποι­ο σκα­θά­ρι.

        Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ὁ παπ­πούς, τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἤ­δη μα­ζευ­τεῖ, κά­τω ἀ­πὸ τὴν πέρ­γκο­λα, γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη σι­ω­πή. Μὲ τὸ ποὺ πλη­σί­α­σε, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, καὶ ξαφ­νι­κά, ἀ­κού­στη­κε κά­τι νὰ βομ­βί­ζει: Μιὰ χρυ­σό­μυ­γα προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πε­τά­ξει, καὶ τὰ πρά­σι­να φτε­ρὰ της γυ­ά­λι­ζαν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν δαν­τέ­λα ποὺ ἔ­πλε­καν τὰ ἄ­γου­ρα στα­φύ­λια μὲ τὰ φύλ­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς. Τὰ φτε­ρὰ της μπλέ­κον­ταν σὲ μιὰ λε­πτὴ πρά­σι­νη κλω­στή, μπερ­δεύ­ον­ταν στὸ σῶ­μα της. Τὸ πό­δι της ἦ­ταν δε­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν κλω­στὴ καὶ ἡ κλω­στὴ ἦ­ταν δε­μέ­νη στὸ κάγ­κε­λο. Ξαφ­νι­κά, σὰν ἀ­ε­ρι­ω­θού­με­νο ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ ἕ­ναν ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἑ­λιγ­μό, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Προ­σπά­θη­σε νὰ πε­τά­ξει ψη­λὰ ἀλ­λὰ ἡ κλω­στὴ τὴν τρά­βα­γε κά­τω, κά­νον­τας κύ­κλους στὰ τυ­φλά, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­νά της. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­μοια­ζε μὲ μᾶς: σὰ νὰ ἔ­κα­νε ἠ­θε­λη­μέ­να κά­ποι­α πε­ρί­τε­χνα ἀ­κρο­βα­τι­κά, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ ται­ριά­ξει, νὰ γί­νει μέ­λος τῆς δι­ευ­ρυ­μέ­νης αὐ­τῆς ἀν­θρώ­πι­νης οἰ­κο­γέ­νειας.

        Ἀ­φοῦ κα­τά­λα­βε τὴν αἰ­τί­α τῶν δει­νῶν της, τὸ ἔν­στι­κτό της συ­νέ­τει­νε σὲ μιὰ ἡ­ρω­ι­κὴ ἔ­ξο­δο. Ἕ­να ὑ­πό­κω­φο βου­η­τὸ τα­λάν­τευ­σε τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Τὰ φτε­ρὰ της λαμ­πύ­ρι­σαν κα­θὼς χτύ­πη­σαν τὸν ἀ­έ­ρα ρυθ­μι­κά. Ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος καὶ μὲ πρω­τό­γνω­ρη δύ­να­μη πέ­τα­ξε μὲ ὅ­λη της τὴν ψυ­χὴ μπρο­στά. Τό­τε, τὸ δε­μέ­νο της πο­δα­ρά­κι ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ αἰ­ω­ρή­θη­κε στὸν ἀ­έ­ρα. Τὸ ρά­διο ἔ­παι­ζε κά­ποι­ο βαλ­σά­κι. Ἔ­πει­τα πέ­τα­ξε μα­κριά.

        Τὸ παι­χνί­δι εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Ἡ για­γιὰ εἶ­χε στρώ­σει τρα­πέ­ζι. Ὁ παπ­ποὺς μά­ζε­ψε τὰ ἐγ­γό­νια γύ­ρω του. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γαν, τὰ χώ­ρι­σε σὲ ὁ­μά­δες καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ παί­ζουν ξε­ρή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τῆς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἰ­δε­ο­δρό­μιο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, Δέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Νέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).



		

	

Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ καράβι


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου


Τὸ  κα­ρά­βι


ΛΟΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Εἶ­χε καὶ πα­νιά, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρο τὸ χρῶ­μα τους. Λο­γι­κὸ θὰ ἦ­ταν νὰ εἶ­ναι ἄ­σπρα. Ὡ­στό­σο πό­τε ἄ­κου­γε νὰ τὰ πε­ρι­γρά­φουν κόκ­κι­να, πό­τε μπλέ… Ὅ­λο ψοῦ ψοῦ ψοῦ πί­σω ἀ­πὸ τὶς πλά­τες τῶν ἄλ­λων. Ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ γυ­ναῖ­κες. Αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε κυ­ρί­ως τὰ κα­λο­καί­ρια. Ὕ­στε­ρα ἠ­ρε­μοῦ­σαν ὅ­λοι. Ξα­νάρ­χι­ζαν τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­σχο­λί­ες τους. Κι ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὰ μα­θή­μα­τα, τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα βέ­βαι­α, μιᾶς κι ἀ­πὸ χρό­νια εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὴ δου­λειά. Κα­νεὶς δὲν μι­λοῦ­σε γιὰ κεί­νη ἢ ὅ­ταν μι­λοῦ­σαν ἔ­λε­γαν γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν: τί ὄ­μορ­φη ποὺ ἦ­ταν, τί δυ­να­τό­τη­τες εἶ­χε, τί ἔ­φτια­χνε μὲ τὰ χέ­ρια της! Μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­μο­νώ­θη­κε σὲ κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο στὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο. Ἔ­βλε­πε στὸν κῆ­πο. Δὲν εἶ­χε ὅ­μως ἐ­πα­φὴ μὲ κα­νέ­ναν — ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ ἄν­τρα της, τῆς ἀ­δελ­φῆς της καὶ φυ­σι­κὰ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὴ φρόν­τι­ζε.

        Τὸ παι­δὶ δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τὴ δεῖ. Ἔ­τσι ἔ­μα­θε νὰ ζεῖ χω­ρὶς μη­τέ­ρα. Μό­νο μὲ τὴ σκιὰ ποὺ τὴν ἔ­βλε­πε κά­θε τό­σο πί­σω ἀ­πὸ τὶς κουρ­τί­νες. Μά­να θε­ω­ροῦ­σε κά­τι ὑ­πο­κα­τά­στα­τα-θεῖ­ες. Σι­ω­πή.

        Κι ὅ­ταν ἄ­νοι­γε ὁ και­ρός, ἄρ­χι­ζαν πά­λι οἱ κου­βέν­τες γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Ὁ πα­τέ­ρας τὸ πε­ρι­έ­γρα­φε το­νί­ζον­τας κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια: τὸ σκα­ρὶ τὰ ξάρ­τια τὴν πλώ­ρη τὰ σκοι­νιά. Σὰν πα­λιὸς ναυ­τι­κὸς ποὺ εἶ­χε ξεμ­παρ­κά­ρει καὶ λα­χτα­ροῦ­σε τὴ ζω­ὴ στὸ πλοῖ­ο. Οἱ θεῖ­ες κα­τα­πι­ά­νον­ταν μὲ κεν­τή­μα­τα γιὰ τὰ ἔ­πι­πλα, τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα, δαν­τέ­λες γιὰ τὶς μα­ξι­λα­ρο­θῆ­κες καὶ παν­τοῦ φυ­σι­κὰ ὑ­πῆρ­χε τὸ κα­ρά­βι ἢ ἔ­στω μιὰ ἰ­δέ­α του: ἕ­να πα­νί, μιὰ ἄγ­κυ­ρα.

        Ὅ­σο πλη­σί­α­ζε τὸ κα­λο­καί­ρι οἱ κου­βέν­τες θέ­ρι­ευ­αν. Τό­σο ποὺ πί­στευ­ε πὼς ὅ­που νά ‘ναι θὰ φα­νεῖ κά­ποι­ο πλοῖ­ο στὸ μι­κρὸ λι­μά­νι. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α δὲν συ­νέ­βαι­νε πο­τέ. Ὅ­λο τὸν και­ρὸ ποὺ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­τρω­γαν τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο τους, ξέ­χνα­γαν ἐν­τε­λῶς τὴ γυ­ναί­κα. Μη­τέ­ρα-φάν­τα­σμα. Ὁ μι­κρὸς κυ­ρι­ευ­ό­ταν ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια. Ἤ­θε­λε νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ τρυ­πώ­σει στὸ ἀ­να­το­λι­κο­με­σημ­βρι­νὸ δω­μά­τιο. Τῆς ἔ­κα­νε μᾶλ­λον κα­λὸ ὁ ἥ­λιος. Γι’ αὐ­τὸ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­πὸ τὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κή­που ἔ­βλε­πε τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ἀ­νοι­χτὸ μὲ τὶς κουρ­τί­νες μα­ζε­μέ­νες. Τὴ μη­τέ­ρα που­θε­νά.

        Ἔ­τσι πέ­ρα­σε πο­λὺς και­ρὸς μέ­χρι τὴν ἀ­να­στά­τω­ση καὶ τὴν ὑ­πό­κω­φη ἔν­τα­ση ἐ­κεῖ­νο τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ἔ­φτα­σε ὁ για­τρός, ὕ­στε­ρα ἔμ­παι­ναν ἔ­βγαι­ναν. Ὁ πα­τέ­ρας θλιμ­μέ­νος, οἱ θεῖ­ες σταυ­ρο­κο­πι­οῦν­ταν κι ἀγ­κά­λια­ζαν τὸν μι­κρό. Τοῦ χά­ι­δευ­αν τὰ μαλ­λιά, τὸ κε­φά­λι. Μέ­χρι πού… ναί, πρό­λα­βε νὰ δεῖ. Κα­τέ­βη­καν δυ­ὸ ἄν­τρες μὲ κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ σῶ­μα τυ­λιγ­μέ­νο σὲ σεν­τό­νι. Δὲν ἔ­βλε­πε οὔ­τε χέ­ρια, οὔ­τε πό­δια, τί­πο­τα, μό­νο τὸ σχῆ­μα ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος.

        Ἔ­κλα­ψαν ὅ­λοι… ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τόν.

        Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ τρέ­ξει στὸ δω­μά­τιό της. Ἡ λευ­κὴ κουρ­τί­να κυ­μά­τι­ζε κι ἔμ­παι­νε φῶς ποὺ σὲ τύ­φλω­νε. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι ὅ­μως, ἐ­πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κα­ρά­βι μὲ μπλὲ καὶ κόκ­κι­να πα­νιὰ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ σπίρ­τα. Οὔ­τε με­γά­λο οὔ­τε μι­κρό. Ὄ­μορ­φο. Ἀ­τα­ξί­δευ­το.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.