Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)



Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)


Μη­τέ­ρα

(Mother)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ΑΚΟΥΓΑ ρα­δι­ό­φω­νο στὰ μα­κρὰ κύ­μα­τα τῶν ΑΜ. Ἒ­κεῖ, λοι­πόν, ἄ­κου­σα ἕ­να τρα­γού­δι: «Πῶς λα­χτα­ρῶ νὰ δῶ τὴ μά­να μου στὴν πόρ­τα.» Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε! Σκέ­φτη­κα ἀ­μέ­σως, πό­σο νι­ώ­θω αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Πο­λὺ συ­χνὰ ἔ­χω λα­χτα­ρή­σει νὰ δῶ τὴ μη­τέ­ρα μου στὸ κα­τώ­φλι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τάς μου. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς συ­νή­θι­ζε νὰ στέ­κῃ σὲ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια καὶ νὰ μὲ κοι­τά­ζῃ. Ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι στε­κό­ταν μιὰ μέ­ρα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά μας, ἔ­χον­τας τὸ σκο­τά­δι τοῦ δι­α­δρό­μου ἀ­πὸ πί­σω της. Ἦ­ταν Πρω­το­χρο­νιά. Μοῦ εἶ­πε λυ­πη­μέ­να, Ἂν ἐ­πι­στρέ­φῃς στὸ σπί­τι στὶς 4 π.μ. στὰ δε­κα­ε­φτά σου, τί ὥ­ρα θὰ γυρ­νᾷς στὰ εἴ­κο­σί σου; Μὲ ρώ­τη­σε δί­χως νὰ κά­νῃ χι­οῦ­μορ, δί­χως κα­κί­α. Εἶ­χε μό­λις ξε­κι­νή­σει τὴν ἐ­να­γώ­νια προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ θα­νά­του της. Δὲν θἆ­ταν ἐ­δῶ ὅ­ταν θά ’­κλει­να τὰ εἴ­κο­σί μου, σκε­φτό­ταν. Κι ἔ­τσι, εὔ­λο­γα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν.

       Μιὰν ἄλ­λη φο­ρὰ ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Εἶ­χα μό­λις δη­μο­σι­εύ­σει ἕ­να πο­λι­τι­κὸ μα­νι­φέ­στο ἐ­πι­τι­θέ­με­νη στὴ θέ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Μοῦ εἶ­πε, Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, κοι­μή­σου ἠ­λί­θια, ἐ­σὺ κι οἱ κομ­μου­νι­στι­κές σου ἰ­δέ­ες. Τοὺς εἴ­δα­με ἤ­δη, κι ο μπαμ­πὰς κι ἐ­γώ, στὰ 1905. Τά ’­χα­με κα­τα­λά­βει ὅ­λα.

       Στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας μοῦ εἶ­πε, Πο­τὲ δὲν τε­λει­ώ­νεις τὸ φα­γη­τό σου. Ὅ­λο τρι­γυρ­νᾷς ἄ­σκο­πα. Τί θὰ γί­νῃ μὲ σέ­να τε­λι­κά;

       Κι ὕ­στε­ρα πέ­θα­νε.

       Φυ­σι­κὰ, σ’ ὅ­λη μου τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ὴ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ τὴ δῶ, ὄ­χι μό­νο στὰ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τους ἄλ­λους τό­πους – στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α μὲ τὶς θεῖ­ες μου, στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ κοι­τά­ζῃ τὸν δρό­μο ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, στὸν κῆ­πο τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μας ἀ­νά­με­σα στὰ ζί­νια καὶ τοὺς κα­τι­φέ­δες, στὸ σα­λό­νι μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου.

       Κα­θόν­του­σαν στὶς δερ­μά­τι­νες, ἀ­να­παυ­τι­κές τους πο­λυ­θρό­νες. Ἄ­κου­γαν Μό­τσαρτ. Κοι­τι­όν­του­σαν ἔκ­πλη­κτοι. Τοὺς φαι­νό­ταν σὰν νά ’­χαν μό­λις κα­τέ­βει ἀ­π’ τὸ πλοῖ­ο. Σὰν νά ’­χαν μό­λις μά­θει τὶς πρῶ­τες τους ἀγ­γλι­κὲς λέ­ξεις. Τοὺς φαι­νό­ταν λὲς κι εἶ­χε μό­λις πα­ρα­δώ­σει τὸ ἀ­λάν­θα­στο δι­α­γώ­νι­σμά του στὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ κα­θη­γη­τὴ τῆς ἀ­να­το­μί­ας. Λὲς κι εἶ­χε μό­λις βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν κου­ζί­να της.

       Πό­σο θά ’­θε­λα νὰ τὴν ἔ­βλε­πα στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ μας.

       Στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­να λε­πτό. Ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πλά­ι του. Εἶ­χαν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γραμ­μό­φω­νο. Ἄ­κου­γαν Μπάχ. Τοῦ ’­πε, Μί­λα μου λί­γο. Δὲν μι­λᾶ­με πιὰ τό­σο.

       Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τὸ βλέ­πεις; Εἶ­δα κον­τὰ τριά­ντα ἄ­το­μα σή­με­ρα. Ὅ­λοι τους ἄρ­ρω­στοι, ὅ­λοι τους μπλὰ μπλὰ μπλά. Ἄ­κου τὴ μου­σι­κή, τῆς εἶ­πε. Θυ­μᾶ­μαι κά­πο­τε ἔ­πια­νες ἀ­πί­θα­νους τό­νους. Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, ξα­νᾶ­πε.

       Κι’ ἔ­πει­τα, αὐ­τὴ πέ­θα­νε.

 


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Read a Short, 25.06.2008.

(http://readashort.blogspot.com/2008/06/mother-by-grace-paley.html)

 

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley) (1922-2007) ἦ­ταν συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com


			

Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Τὰ σου­τζου­κά­κια



Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Τὰ σου­τζου­κά­κια


ΡΕ ΤΙ ΚΕΡΑΤΟ βερ­νι­κω­μέ­νο αὐ­τὸς ὁ Γι­ωρ­γῆς, τῆς συγ­χω­ρε­μέ­νης τῆς Κασ­σια­νῆς ὁ γιὸς» γύ­ρι­σε στὴ φι­λε­νά­δα ποὺ τὴ βο­η­θοῦ­σε στὴ λά­τρα ἡ Κα­τε­ρί­να, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη συσ­σι­τί­ου στὴν ἐ­νο­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, δω­δε­κά­μι­σι τὸ με­ση­με­ρά­κι μιὰ Δευ­τέ­ρα Σα­ρα­κο­στῆς.

       «Ἄ­κου­σον-ἄ­κου­σον τί μοῦ ξε­φούρ­νι­σε στὰ κα­λὰ τοῦ κα­θου­μέ­νου ὁ ἀ­ναι­δέ­στα­τος… Νε­ρομ­πού­λια ἀ­πὸ σή­με­ρα τέρ­μα. Μπού­χτι­σα τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια. Τὸ κέ­φι μου τρα­βά­ει σου­τζου­κά­κια. Ἢ αὔ­ριο μοῦ τὰ φτειά­χνεις ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ μα­στό­ρευ­ε ἡ μά­να μου, ἢ δὲν ξα­να­πα­τά­ω τὸ πο­δά­ρι μου ἐ­δῶ μέ­σα, τὸ Θε­ὸ μπάρ­μπα νά ‘χεις. Τί μὲ λέ­γεις παι­δά­κι μου, τὸν ἀ­πο­πῆ­ρα. Σα­ρα­κο­στὴ ἔ­χου­με, ποῦ νὰ τὰ βροῦ­με τὰ σου­τζου­κά­κια; Ἐ­δῶ, καὶ τὶς κα­λὲς μέ­ρες ἀ­κό­μα, τὶς γι­ορ­τά­δες νὰ ποῦ­με, μὲ τὰ χί­λια ζό­ρια βγά­ζου­με λί­γες με­ρί­δες ἴ­σα-ἴ­σα νὰ βρί­σκουν ἀν­θρῶ­ποι σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου ἕ­να πιά­το φα­γὶ νὰ λι­γδώ­νει τὸ ἄν­τε­ρό τους. Ἂν τώ­ρα ἡ γκα­στριά σου τρα­βά­ει ἐ­ξά­παν­τος σου­τζου­κά­κια, τί νὰ σὲ πῶ, ξυ­πνὸς δεί­χνεις, σύ­ρε νὰ βρεῖς κα­μιὰ δου­λειά, δὲν σὲ πῆ­ραν δὰ καὶ τὰ χρό­νια καὶ ξε­φορ­τώ­σου μας ποὺ μᾶς γέ­νη­κες τσιμ­πού­ρι μὲ τὶς ἀ­παι­τή­σεις σου. Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω, γκά­ρι­ξε, καρ­φώ­νον­τάς με μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­μα­τά­ρες του, ποὺ πῆ­γα νὰ κα­του­ρη­θῶ ἀπ΄τὴ τρο­μά­ρα μου. Δὲν στὸ κρύ­βω φι­λε­νά­δα, ἀν­τα­ρι­ά­στη­κα. Συ­ζη­τι­έ­ται ἄλ­λω­στε στὴ γει­το­νιά, πὼς με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς κυ­ρὰ-Κασ­σια­νῆς τοῦ ΄χει λι­γου­λά­κι σα­λέ­ψει. Ὅ­λη μέ­ρα λέ­νε, κά­θε­ται κλει­σμέ­νος στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι καὶ βγαί­νει μό­νο ἴ­σα νὰ βρεῖ κά­τι νὰ βά­λει στὸ στό­μα.»

       Ἔ­τσι κου­τσομ­πό­λευ­ε ἡ Κα­τε­ρί­να ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἡ ψυ­χο­πο­νιά­ρα, ποὺ πα­ρὰ τὰ πε­νῆν­τα της χρο­νά­κια καὶ τὴν ἀ­σου­λου­πω­σύ­νη ποὺ τὴν ἔ­δερ­νε, ἔ­τρε­φε ἀ­κό­μα κά­ποι­ες ἀ­μυ­δρὲς ἐλ­πί­δες νὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, ἐν ἀ­νάγ­κῃ καὶ μὲ κά­να συν­τα­ξι­οῦ­χο ἀ­πὸ τοὺς δε­κά­δες ἐ­κεί­νους ποὺ με­λίσ­σι σω­στὸ μα­ζεύ­ον­ταν Κυ­ρια­κὲς καὶ γι­ορ­τά­δες στὸν ἐ­πι­βλη­τι­κὸ να­ὸ πρὸς ἐκ­κλη­σια­σμό, δι­αγ­κω­νι­ζό­με­νοι ἀ­γρί­ως, ποι­ός θὰ σώ­σει πρῶ­τος τὴ μί­ζε­ρη, μπα­κα­λί­στι­κη ψυ­χή του. Ἔ­ρι­χνε τὸ λοι­πὸν αὐ­τὴ τὰ δί­χτυ­α της κα­λὰ μα­τι­σμέ­να καὶ ἀ­νελ­λι­πῶς, ἀλ­λὰ τὰ γέ­ρι­κα ψα­ρά­κια, ἔ­δει­χναν νὰ προ­τι­μοῦν τὰ Ρώ­σι­κα κα­λά­μια μὲ τὸ ψεύ­τι­κο σκου­λή­κι, ἀ­πὸ τὴν σα­πι­σμέ­νη σα­γή­νη της. Ἡ ἐλ­πί­δα ὅ­μως κα­θὼς λέ­νε, πε­θαί­νει τε­λευ­ταί­α καὶ στὴ πε­ρί­πτω­ση της ὅ­σο περ­νοῦ­σε βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸ χε­ρά­κι της, θὰ τὴ δι­α­τη­ροῦ­σε ἐν ἀ­νάγ­κῃ ἀ­κό­μα καὶ τα­ρι­χευ­μέ­νη, στὸ κέν­τρο ἀ­κρι­βῶς τῆς κα­κο­χτι­σμέ­νης πυ­ρα­μί­δας τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο με­ση­μέ­ρι βρῆ­κε τὴν Κα­τε­ρί­να πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς αἴ­θου­σας ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ να­οῦ, νὰ βο­λεύ­ει κά­τι νε­ρό­βρα­στα φα­σό­λια ψα­ρεύ­ον­τάς τα μὲ μιὰ κου­τά­λα ἀ­πὸ τὸν πά­το τοῦ τέν­τζε­ρη, σὲ κά­τι πλα­στι­κοὺς κε­σέ­δες.

       Ἕ­νας-ἕ­νας, μὲ τά­ξη ἀ­πό­λυ­τη, πα­ρή­λαυ­ναν οἱ ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες τῆς συ­νοι­κί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νον­τας νὰ ξε­ρο­γοῦν τὸ κομ­πο­λό­ι τῶν πι­κρῶν τους ἡ­με­ρῶν κα­τὰ τὸ δί­και­ο λό­γο τοῦ Ποι­η­τοῦ μὲ ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση γαι­δου­ρι­νή, δέ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια της εὐ­γνώ­μο­να, —λὲς θεί­α κοι­νω­νί­α—, τὸ κε­σε­δά­κι κα­πα­κω­μέ­νο μιὰ φέ­τα χά­σι­κο ψω­μί.

       Τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ὥ­ρα ἀ­ρί­βα­ρε καὶ ὁ λε­γά­με­νος, κου­νά­με­νος λυ­γά­με­νος. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν τέν­τζε­ρη καὶ φα­νε­ρὰ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ του οἴ­στρου, ἄρ­χι­σε νὰ στριγ­γλί­ζει στὴ κα­κο­μοί­ρα τὴ Κα­τε­ρί­να.

       «Ποῦ ‘ναι μω­ρή τα σου­τζου­κά­κια ποὺ σοῦ γύ­ρε­ψα; Μπέ­σα δὲν ἔ­χεις; Ἀλ­λὰ τί πε­ρι­μέ­νεις ἀ­πὸ μιὰ πα­λι­ομ­πα­κα­τέ­λα σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου; Φεύ­γω, κι οὔ­τε πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πα­τή­σω σὲ τοῦ­το τὸ μπουρ­δέ­λο, ποὺ νὰ πε­θαί­νω τῆς πεί­νας. Στὸ δι­ά­βο­λο καὶ σὺ καὶ τὰ πορ­δο­σπό­ρια σου», συμ­πλή­ρω­σε καὶ τρά­βη­ξε ἔ­ξαλ­λος γιὰ τὴν ἔ­ξο­δο.

       Ἡ Κα­τε­ρί­να πε­τά­χτη­κε στὸ κα­τό­πι του.

       «Γύρ­να πί­σω ἀ­θε­ό­φο­βε» προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν καλ­μά­ρει. «Πά­ρε τὴ με­ρί­δα καὶ θὰ σοῦ βά­λω καὶ λί­γη φέ­τα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

       Στά­θη­κε αὐ­τὸς δί­βου­λος κά­τω ἀ­πὸ τὸ γεῖ­σο καὶ δὲν μι­λοῦ­σε κα­κι­α­σμέ­νος. Ἄ­ξαφ­να τὸν πή­ρα­νε τὰ ζου­μιά.

       «Ἡ μά­να μου ὅ­τι γου­στά­ρι­ζα μοῦ μα­γέ­ρευ­ε καὶ πο­τέ της δὲ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Σου­τζου­κά­κια ἤ­θε­λα, σου­τζου­κά­κια μοῦ ΄κα­μνε. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν πα­ρά­χω­σα, ἔ­χω νὰ φά­ω τῆς προ­κο­πῆς. Τί σοῦ γύ­ρε­ψα μω­ρή; Λί­γα σου­τζου­κά­κια σὰν κι αὐ­τὰ πού μοῦ μα­γεί­ρευ­ε ἡ συγ­χω­ρε­μέ­νη.»

       Τὰ λό­για του, χτύ­πη­σαν τὴ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἴ­σα στὴ καρ­διά.

       Πα­ρα­τη­ρών­τας τον νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­χον­τας δε­χτεῖ ἐν­τέ­λει νὰ πά­ρει τὸ γλί­σχρο γεῦ­μα, ὁρ­κί­στη­κε στὸ στε­φά­νι ποὺ πε­ρί­με­νε, τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α κα­μιά, νὰ τοῦ κά­μει τὸ χα­τί­ρι καὶ νὰ τοῦ πά­ει ἡ ἴ­δια αὐ­το­προ­σώ­πως στὸ μπε­κι­ά­ρι­κό του, τὰ σου­τζου­κά­κια ποὺ τό­σο λα­χτα­ροῦ­σε.

       Κι­νών­τας βι­α­στι­κὴ γιὰ τὸ χα­σά­πη τῆς συ­νοι­κί­ας, δὲν γνώ­ρι­ζε ἡ δό­λια, πό­ση ἡ­δο­νὴ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­βε­ται μέ­σα σὲ μιὰ ντου­ζί­να κα­λο­μα­γει­ρε­μέ­να σου­τζου­κά­κια. Αὐ­τό, θὰ τὸ δι­α­πί­στω­νε λί­α­ν συν­τόμως.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.


Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα (Virgilio Piñera): Ἀ­ϋ­πνί­α



Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα (Virgilio Piñera)


Ἀ­ϋ­πνί­α

(En el insomnio)


ΑΝΤΡΑΣ ξα­πλώ­νει νω­ρίς. Δὲν τοῦ κολ­λά­ει ὕ­πνος. Στρι­φο­γυρ­νᾶ στὸ κρε­βά­τι, εἶ­ναι λο­γι­κό. Εἶ­ναι χω­μέ­νος στὰ σκε­πά­σμα­τα καὶ τὰ ἀ­να­κα­τώ­νει. Ἀ­νά­βει τσι­γά­ρο. Δια­βά­ζει λι­γά­κι. Σβή­νει ξα­νὰ τὸ φῶς. Ὅ­μως δὲν τὸν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος. Στὶς τρεῖς τα χα­ρά­μα­τα ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος. Ξυ­πνᾶ τὸν φί­λο του ποὺ μέ­νει δί­πλα καὶ τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται ὅ­τι δὲν τὸν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος. Ζη­τᾶ τὴ συμ­βου­λή του. Ὁ φί­λος τὸν συμ­βου­λεύ­ει νὰ κά­νει μιὰ μι­κρὴ βόλ­τα, οὕ­τως ὥ­στε νὰ κου­ρα­στεῖ καὶ λί­γο. Νὰ πι­εῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ ἕ­να φλι­τζά­νι τί­λιο καὶ νὰ σβή­σει τὸ φῶς. Τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τά. Δὲν κα­τορ­θώ­νει νὰ κοι­μη­θεῖ. Ση­κώ­νε­ται πά­λι στὸ πό­δι. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται στὸν για­τρό. Ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­τα, ὁ για­τρὸς μι­λᾶ πο­λύ, ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ. Στὶς ἕ­ξι τὸ πρω­ὶ γε­μί­ζει ἕ­να πε­ρί­στρο­φο καὶ τι­νά­ζει τὰ μυα­λά του στὸν ἀ­έ­ρα. Ὁ ἄν­τρας εἶ­ναι νε­κρὸς μὰ δὲν ἔ­χει κα­τα­φέ­ρει ν’ ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ. Ἡ ἀϋ­πνί­α εἶ­ναι πράγ­μα ἐ­πί­μο­νο πο­λύ.


1946

Δραματοποίηση

(Σκηνοθεσία Jetsael Villegas):



Πη­γή: Virgilio Pinera, Cuentos frios, Με­ξι­κό, Lectorum, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση:Virgilio Pinera, Cuentos frios, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Losada, 1956].

Βιρ­χί­λιο Πι­νι­έ­ρα (Virgilio Piñera) (1912, Κάρ­δε­νας – 1979, Ἀ­βά­να). Κου­βα­νὸς θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε γνω­στὸς χά­ρη στὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ ἔρ­γο τοῦ ἀλ­λὰ καὶ στὴ μπο­έ­μι­κη ζω­ή του. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950 γνω­ρί­στη­κε στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ϊ­ρες μὲ τὸν Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες καὶ εἶ­δε τὴ δου­λειά του νὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη στὸ ξα­κου­στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sur.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Μοναχικὸς καφές



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Μοναχικὸς καφές


ΠΙΝΕ τὸν κα­φέ του σ’ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι ἔ­ξω, μό­νος, ὄ­χι ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ για­τὶ εἶ­χε ξε­μεί­νει χω­ρὶς κα­νέ­ναν σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη. Δού­λευ­ε σὲ μιὰ ἐρ­γα­σί­α ὅ­που δὲ γι­νό­ταν ν’ ἀ­να­πτύ­ξει σχέ­σεις μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους καί, με­τά, κου­ρα­σμέ­νος, ἔ­με­νε σπί­τι. Ἀλ­λὰ κά­ποι­ες φο­ρὲς πή­γαι­νε γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, μό­νος. Τὸν πλη­σί­α­σε μιὰ ὄ­μορ­φη νέ­α κο­πέ­λα ποὺ ζη­τοῦ­σε οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νί­σχυ­ση γιὰ κά­ποι­α ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων σὲ ἀ­νάγ­κη, τυ­φλοὺς ἢ κω­φούς, δὲν κα­τά­λα­βε. Φο­ροῦ­σε φού­στα λί­γο πά­νω ἀ­π’ τὸ γό­να­το, μπό­τες, εἶ­χε πλού­σια κα­στα­νό­ξαν­θα μαλ­λιὰ σὲ ζω­η­ρὲς μποῦ­κλες καὶ ζε­στὸ χα­μό­γε­λο.  Τοῦ εἶ­πε, σκύ­βον­τας εὐ­γε­νι­κὰ πά­νω του, ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­δι­νε πέν­τε εὐ­ρὼ καὶ νὰ ἔ­παιρ­νε ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, ποὺ φαι­νό­ταν, ὡ­στό­σο, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ κρα­τοῦ­σε, ὀ­λι­γο­σέ­λι­δο καὶ μὲ ἀ­δι­ά­φο­ρη ὕ­λη. Τὸ ξε­φύλ­λι­σε γιὰ λί­γο καὶ τῆς τό ‘δω­σε πί­σω ἔ­χον­τας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἐν­τύ­πω­σή του. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ δὲν ἤ­θε­λε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό. Ἕ­να εὐ­ρὼ ἁ­πλὰ γιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Πε­ρί­με­νε πὼς ἡ κο­πέ­λα θὰ ἐ­πέ­με­νε γιὰ τὰ πέν­τε ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­νε κά­τι τέ­τοι­ο. Ἔ­βγα­λε ἕ­να μπλο­κά­κι καὶ τοῦ ‘πε πὼς θὰ τοῦ ‘δί­νε μιὰ ἀ­πό­δει­ξη γιὰ τὸ ἕ­να. Τοῦ ‘δω­σε πράγ­μα­τι κά­τι σὰν ἀ­πό­δει­ξη. Τὴν κρά­τη­σε. Εἶ­χε γρά­ψει κά­τι πά­νω. Τὸ τη­λέ­φω­νό της! Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ζε­στά, λυ­γί­ζον­τας μά­λι­στα λί­γο καὶ τὰ γό­να­τα, καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Σί­γου­ρα δὲν ἔ­μοια­ζε κα­θό­λου μὲ ὅ­σες τρι­γύ­ρι­ζαν κά­νον­τας αὐ­τὴ τὴ δου­λειά. Δὲν τὴν εἶ­δε κὰν νὰ στα­μα­τά­ει σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο τρα­πέ­ζι, λὲς καὶ δὲν τὴν ἐν­δι­έ­φε­ρε πιὰ αὐ­τό. Χά­θη­κε ἁ­πλὰ στὸ βά­θος. Τό­τε, τὴν ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του, καὶ μό­νος μὲ τὸν κα­φέ του, συ­νέ­χι­σε νὰ φαν­τα­σι­ώ­νε­ται ἄλ­λα πράγ­μα­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).



		

	

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Τὸ βλαμ­μέ­νο



Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Τὸ βλαμ­μέ­νο

(Stupid)


ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ τῆς Βαλ­τι­μό­ρης, ἡ πρέ­ζα ἔ­δι­νε κι ἔ­παιρ­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2000. Τό­τε ποὺ με­γά­λω­νε κι ὁ Ρού­φους, ὁ δω­δε­κά­χρο­νος Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νὸς μὲ τὴν ἀ­φά­να στὸ κε­φά­λι. Ντί­σκο τὸν φώ­να­ζαν οἱ φί­λοι του, πα­ρα­τσού­κλι ποὺ τοῦ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἀ­δερ­φὸς του ὁ Μά­ϊκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τάς τον γιὰ τὸ μαλ­λὶ ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ κου­ρέ­ψει, ἀλ­λὰ καὶ πι­κά­ρον­τάς τον γιὰ τὴ χὶπ-χὸπ ποὺ ἄ­κου­γε ὁ ἴ­διος. Γε­νι­κῶς, τὸν πεί­ρα­ζε τὸν μι­κρὸ ἀ­δερ­φό. Τοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸ που­λί του, τοῦ ‘τρι­βε στὴ μού­ρη τὰ κο­ρί­τσια ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ δω­μά­τιό του, τὸν ἔ­στελ­νε νὰ τοῦ πά­ρει τσι­γά­ρα. Μά, ὁ Ντί­σκο γού­στα­ρε τὸν Μά­ϊκ. Τὸ πεί­ραγ­μα τὸ ἔ­βλε­πε σὰν ἕ­να εἶ­δος ἀ­γά­πης ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε κι­ό­λας. «Πή­γαι­νε, βλαμ­μέ­νο», ἦ­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του φρά­ση, ὅ­ταν τὸν ἄ­φη­νε τὸ πρω­ῒ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. «Καὶ μὴν τὸ σκά­σεις. Θὰ σὲ σκο­τώ­σω.» Ὁ ἴ­διος ἔ­φευ­γε γιὰ τὸ σι­δε­ρά­δι­κο τοῦ Τζί­μι καὶ με­τὰ στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ γιὰ νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ λύ­κει­ο καὶ νὰ πά­ει κο­λέ­γιο νὰ γί­νει μη­χα­νι­κός. Ὁ Ντί­σκο τὸν πε­ρί­με­νε τὸ βρά­δυ, κά­νον­τας πὼς κοι­μᾶ­ται μέ­σα στὰ σκε­πά­σμα­τα μέ­χρι νὰ τὸν κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας. Τό­τε μό­νο κοι­μό­ταν.

       Τὸ νὰ λεί­πει παι­δὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρού­φους ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο. Καὶ ὅ­ταν λέ­με νὰ λεί­πει, ἐν­νο­οῦ­με μέ­ρες ἢ καὶ βδο­μά­δες. Οἱ κα­θη­γη­τὲς ἔ­κρυ­βαν τὸ ἀ­νή­συ­χο βλέμ­μα πί­σω ἀ­πὸ βι­βλί­α, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐρ­χό­ταν στὴν τά­ξη νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι ὁ Μάρ­κους, ἡ Τζόν­τι, ἡ Κέν­τρα ἢ ὁ Μπὲρντ (ὅ­λοι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ ὄ­νο­μά του), δὲν θὰ ξα­ναρ­χό­ταν σχο­λεῖ­ο. Βα­σι­κά, δὲν θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­παν που­θε­νά, ἀ­φοῦ ἡ πρέ­ζα τοὺς εἶ­χε πά­ρει κον­τά της. Ἢ τὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο. Ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Καὶ τό­τε τοὺς ἔ­βα­ζαν νὰ κα­θί­σουν ἕ­να θρα­νί­ο μπρο­στά, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ ἀ­νά­με­σά τους. Τὸ ἔ­κα­ναν ὑ­πά­κου­α, μὰ τὸ κε­νὸ μέ­σα τους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να θρα­νί­ο ἀ­πό­στα­ση. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ντί­σκο κά­θε βρά­δυ πε­ρί­με­νε τὸν Μά­ϊκ νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Φο­βό­ταν. Ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ὅ­τι κρα­τοῦ­σε τὸν Μά­ϊκ ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­κλαι­γε στὸν δρό­μο. Ξυ­πνοῦ­σε ἱ­δρω­μέ­νος κι ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιό του καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα. Μιὰ φο­ρὰ μά­λι­στα τὸν εἶ­χε πιά­σει μὲ τὴν τό­τε κο­πέ­λα του νὰ κά­νουν σέξ. «Φύ­γε, βλαμ­μέ­νο», τοῦ εἶ­χε πε­τά­ξει ἕ­να πα­πού­τσι στὰ μοῦ­τρα ὁ Μά­ικ, οὐρ­λι­ά­ζον­τας.

       Πρό­σφα­τα, ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὕ­πνο του. Ὁ Μά­ϊκ τὸν φώ­να­ζε «βλαμ­μέ­νο», μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν γυρ­νοῦ­σε. Τό­τε τὸν ἅρ­πα­ζε καὶ γυρ­νών­τας τον στὸ πλά­ι, αἷ­μα ἔ­τρε­χε στὴ δε­ξιὰ με­ριά του ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα ἀ­πὸ σφαί­ρα. Τυ­χαῖ­α εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­νά­με­σα σὲ πυ­ρὰ ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ πρε­ζεμ­πό­ρων στὸν δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ρού­φους ξυ­πνοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τρο­μαγ­μέ­νος τε­λευ­ταῖ­α. Πή­γαι­νε τρέ­χον­τας, ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι μα­ζί του. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­νο­χλοῦν­ταν καὶ τοῦ ἔ­κα­νε χῶ­ρο. Ὁ Ρού­φους ἀ­πο­ροῦ­σε ποὺ δὲν τὸν ἔ­λε­γε πιὰ «βλαμ­μέ­νο», ἀλ­λὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κι­ό­λας τὴ στιγ­μὴ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε μὴν τὴ χα­λά­σει.

       Καὶ στὸ κο­λέ­γιο ποὺ σπού­δα­ζε μη­χα­νι­κὸς τε­λι­κὰ ὁ Μά­ϊκ, ὁ Ρού­φους ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του στὴν ἑ­στί­α καὶ ξά­πλω­νε μα­ζί του, ἐλ­πί­ζον­τας νὰ ἀ­κού­σει νὰ τὸν λέ­ει «βλαμ­μέ­νο» μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρᾶ. Ὁ Μά­ϊκ, ὅ­μως, δὲν τοῦ ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Μό­νο κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε νὰ πά­ρει με­τρη­τὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι του, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­φά­να τοῦ Ντί­σκο νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ πί­σω καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε, «Ἄ, ρὲ βλαμ­μέ­νο. Για­τί;»


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow): Γαλανή



Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow)


Γα­λα­νή

(Blue)


ΟΥ ΛΕΕΙ πὼς ὀ­νο­μά­ζε­ται Γα­λα­νή, ὅ­πως τὸ χρῶ­μα, καί, μο­λο­νό­τι πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σες κα­νέ­ναν ποὺ νὰ τοῦ ἔ­δω­σαν χρῶ­μα γιὰ ὄ­νο­μα, δὲν ἀ­πο­ρεῖς, δι­ό­τι στὸ χα­μό­γε­λό της βλέ­πεις ὄν­τως κά­τι τὸ βα­θυ­γά­λα­νο, τὸ με­λαγ­χο­λι­κό.

       «Πᾶ­με γιὰ μπό­ου­λινγκ», λέ­ει. «Ξέ­ρω ἕ­να μέ­ρος ποὺ ἔ­χει δι­ά­δρο­μο μὲ κάγ­κε­λα καὶ ἡ μπά­λα δὲν μπο­ρεῖ νὰ βγεῖ.»

       Ἀ­μέ­σως σκέ­φτε­σαι: «Μὰ κα­λά, αὐ­τὰ τὰ κάγ­κε­λα δὲν εἶ­ναι γιὰ παι­διά;». Ἀλ­λὰ τό­τε συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι, κάγ­κε­λα-ξε­κάγ­κε­λα, ὅ­ταν κά­ποι­ος εἶ­ναι τό­σο ἀ­μή­χα­νος ὅ­σο ἐ­σὺ τώ­ρα, κα­λύ­τε­ρα νὰ γνέ­ψει κα­τα­φα­τι­κὰ καὶ νὰ πεῖ κι εὐ­χα­ρι­στῶ.

       Στὸν δρό­μο γιὰ τὴν αἴ­θου­σα μπό­ου­λινγκ, λέ­ει: «Ὁ γιός μου τρε­λαί­νε­ται γιὰ μπό­ου­λινγκ.»

       Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ νὰ τὴ ρω­τή­σεις για­τί πά­ει γιὰ μπό­ου­λινγκ μ’ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο καὶ χω­ρὶς τὸν γιό της. Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ νὰ τὴ ρω­τή­σεις ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ. Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πό­σο θὰ μπλέ­ξει σὲ λί­γο ἡ κα­τά­στα­ση.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ὁ Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow) γεν­νή­θη­κε στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­τλάν­τα. Ἔ­γρα­ψε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἕ­να λαμ­πρὸ μυ­θι­στό­ρη­μα στὰ σκα­ριὰ (A Bril­liant No­vel in the Works). Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μά του «Γα­λα­νή» («Blue») πε­ρι­ε­λή­φθη στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος τῆς δι­α­δι­κτυα­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Narrative.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Ἀλέξανδρος Ζάκκας: Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια



Ἀλέξανδρος Ζάκκας


Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια


Ε ΤΑ ΠΕΝΙΧΡΑ οἰ­κο­νο­μι­κὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πάρ­ξει κα­λύ­τε­ρο δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων γιὰ τὴ Μά­ρα. Τῆς εἶ­χαν ξε­κα­θα­ρί­σει οἱ γο­νεῖς της πὼς δὲ θὰ τῆς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βά­ψει τὰ νύ­χια της προ­τοῦ κλεί­σει τὰ δε­κα­πέν­τε. Καὶ ἡ ὥ­ρα αὐ­τὴ εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους φτά­σει. Ἦ­ταν ἡ μό­νη στὴν τά­ξη της ποὺ δὲν τὴν ἄ­φη­ναν οἱ δι­κοί της, καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Θὰ τὰ ἔ­βα­φε μαῦ­ρα κι ἂς μὴ συμ­φω­νοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας της. «Δὲ θὰ μοῦ γί­νεις ἐ­μέ­να σα­τα­νί­στρια, φρι­κιό. Βά­ψ’ τα ρόζ, μπλέ, τό­σα χρώ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν. Ἀλ­λὰ μαῦ­ρα πο­τέ!»

       Δὲν εἶ­χε κα­μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση στὸ συ­γκερι­μέ­νο χρῶ­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὸ ὅ­μως δὲ σή­μαι­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ κά­νει καὶ τὸ χα­τί­ρι. Ἡ Σό­νια, ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια τῆς μά­νας της, μά­ται­α προ­σπά­θη­σε νὰ τὴ με­τα­πεί­σει. Μιὰ κλαί­γον­τας, μιὰ φω­νά­ζον­τας καὶ ἀ­πει­λών­τας τὴν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει. «Θὰ θυ­μώ­σει πο­λὺ ὁ πα­τέ­ρας σου μό­λις τὰ δεῖ, καὶ τὸ ξέ­ρεις!»

       «Δὲ μὲ νοιά­ζει» τῆς τὸ ξέ­κο­ψε μιὰ καὶ κα­λὴ ἡ μι­κρή. «Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δῶ­ρο μου καὶ δὲ θὰ μοῦ τὸ βγά­λουν ξι­νό…»

       Μὲ ὅ­λα τα σύ­νερ­γα ἁ­πλω­μέ­να στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­θι­στι­κοῦ ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια φρόν­τι­ζε σι­ω­πη­λὰ τὰ δά­χτυ­λα τῆς Μά­ρας, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι της σκρο­λά­ρι­ζε πά­νω-κά­τω στὴν ὀ­θό­νη τοῦ κι­νη­τοῦ της. Βι­α­ζό­ταν νὰ στεί­λει φω­το­γρα­φί­α τὰ νύ­χια της στὴν ὁ­μά­δα στὸ viber κι ἐ­πι­τέ­λους νὰ γί­νει καὶ κεί­νη ἰ­σό­τι­μο μέ­λος της. Ποῦ καὶ ποῦ ἔ­κα­νε καὶ κα­μιὰ τσι­χλό­φου­σκα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὁ πα­τέ­ρας της. Ἔ­γνε­ψε βα­ρι­ε­στη­μέ­να στὴ Σό­νια καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ φτιά­ξει κα­φέ. «Δὲν ἦρ­θε ἀ­κό­μα ἡ μά­να σου;» ρώ­τη­σε τὴ μι­κρή.

       «Θὰ κά­τσει ὑ­πε­ρω­ρί­α, μπαμ­πά. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο μοῦ ἔ­στει­λε SMS.» Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲ θ’ ἀρ­γή­σει καὶ νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νου­με νὰ κό­ψου­με τὴν τούρ­τα μου.»

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τε­λεί­ω­σε καὶ τὸ βά­ψι­μο τῶν νυ­χι­ῶν. Ἡ μι­κρὴ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νη κοι­τοῦ­σε καὶ ξα­να­κοι­τοῦ­σε τὰ χέ­ρια της. Φο­ρών­τας μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α τα κομ­μέ­να γάν­τια της, θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο στι­λά­κι. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε κι ἕ­να κρι­κά­κι στὴ μύ­τη, ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει πο­λὺ ἀ­κό­μα. Ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια, πάν­το­τε σι­ω­πη­λή, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της ρί­χνον­τας κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὸν πα­τέ­ρα. Μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸν κα­φὲ στὸ χέ­ρι του, τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε σβη­στὰ καὶ ἔ­σπευ­σε νὰ κλεί­σει τὸ φερ­μου­ὰρ τῆς τσάν­τας της. Ἐ­κεῖ­νος ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ θρο­νι­ά­στη­κε στὸν γω­νια­κὸ κα­να­πὲ ἁρ­πά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό του. Ἡ Μά­ρα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του καὶ τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὰ νύ­χια της.

       «Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ρέ; Δὲν σοῦ εἶ­πα ὄ­χι μαῦ­ρα;»

       «Μά, μπαμ­πά, ἕ­να χρῶ­μα εἶ­ναι κι αὐ­τό. Τί σὲ πει­ρά­ζει τό­σο;»

       «Ἴ­δια ἡ μά­να σου εἶ­σαι! Κι ἐ­κει­νῆς ἄλ­λα τῆς λέ­ω κι ἄλ­λα κά­νει… Ἀλ­λὰ ξέ­ρω τί θέ­λε­τε καὶ οἱ δύ­ο. Νὰ σᾶς ἀ­φή­σω ἀ­μα­νά­τι καὶ νὰ φύ­γω…»

       «Καὶ νὰ πᾶς μα­ζί της; Λὲς νὰ μὴν ἔ­χω κα­τα­λά­βει;» ἔ­ρι­ξε τὴ βόμ­βα της ἡ μι­κρὴ δεί­χνον­τας μὲ τὸ βλέμ­μα τὴν ἐμ­βρόν­τη­τη Σό­νια.

       Τὸ ξαφ­νι­κὸ χα­στού­κι τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της…

       Ἀ­πὸ τό­τε τὰ νύ­χια της εἶ­ναι πάν­το­τε μαῦ­ρα, κα­θὼς καὶ ἡ ψυ­χὴ τοῦ πα­τέ­ρα της πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι.



Ζάκ­κας Ἀ­λέ­ξαν­δρος (1969) ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος σὲ ἑ­ται­ρεί­α κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Ἔ­χει γρά­ψει 2 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­νέκ­δο­τα ὣς τώ­ρα. Τοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ ποί­η­ση, ἐ­κτι­μᾶ τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν κα­λὴ συν­τρο­φιά.



		

	

Τασούλα Τσιλιμένη: Μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες


Τα­σού­λα Τσι­λι­μέ­νη


Μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες


ΗΝ ΕΙΔΑ στὴν Rosener Manzstraat. Ἦ­ταν γύ­ρω στὶς 4:30. Ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὴ Βό­ρεια θά­λασ­σα τῆς ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χε τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Κά­που-κά­που τὰ ἔ­βγα­ζε γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Εἶ­χε μό­λις ἀ­φή­σει τὴ σκέ­ψη της στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ει ἀ­κό­μη νο­μί­ζει τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πει τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.

       Δὲν θὰ τὴν εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἐ­ὰν ὁ ἥ­λιος δὲν βρί­σκον­ταν στὸ τέ­ταρ­το τοῦ μι­σοῦ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ γέρ­νον­τας στὸ Nieuwe Maas. Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε χά­σει ὕ­ψος, ἴ­σως νὰ εἶ­χε καὶ δυ­ὸ τρί­α κι­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί γύ­ρευ­ε σὲ μιὰ χώ­ρα ποὺ βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πὸ τέσσερα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας, αὐ­τὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μάρ­τη.

       Σκέ­φτη­κα πό­σος και­ρὸς εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χα δεῖ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ ἦ­ταν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νο τὸν Σε­πτέμ­βρη στὰ Κά­στρα; Τὸ μυα­λό μου ξε­στρά­τι­σε στὶς δι­κές του δι­α­δρο­μές. Γνω­ρί­ζον­τας τὸ ἄ­χρο­νο τοῦ χρό­νου καὶ τὸ μη­δὲν τῆς ἀ­πό­στα­σης, ἔ­πια­σε τὴν κλω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

       Πρέ­πει νὰ ἤ­μουν γύ­ρω στὰ τέσ­σε­ρα ἢ πέν­τε ὅ­ταν τὴν συ­νάν­τη­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Ἡ μά­να μου, λέ­ει, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πό­γευ­μα κα­λο­και­ριοῦ κι ἐ­γὼ πε­ρί­με­να τὸν πα­γω­τα­τζή. Μὰ αὐ­τὸς ἀρ­γοῦ­σε κι ἔ­τσι ἔ­τρε­ξα στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο νὰ ἐ­λέγ­ξω τὸν δρό­μο στὸ βά­θος, μή­πως καὶ τὸν δῶ. Κι ἀ­φοῦ δὲν φαί­νον­ταν ἑ­τοι­μά­στη­κα νὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση μου. Καὶ τό­τε τὴν εἶ­δα!

       Ψη­λὴ κι ἀ­δύ­να­τη! Δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ μέ­να! Μαρ­μά­ρω­σα. Ἄ­φω­νη τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποὺ ἦρ­θε καὶ πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ. Στὴν ἀρ­χὴ σκέ­φτη­κα τὸν Με­ση­με­ρά, ἡ μό­νι­μη ἀ­πει­λὴ τῆς μά­νας μου γιὰ νὰ μέ­νω ἥ­συ­χη τὰ με­ση­μέ­ρια, καὶ ἔ­χα­σα κά­θε στα­γό­να σά­λιου. Ὅ­μως κόν­τευ­ε ἐπτὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τὴν κοι­τοῦ­σα ποὺ στέ­κον­ταν ἀ­κί­νη­τη. Ἔ­φε­ρα τὸ χέ­ρι μου στὸ στό­μα. Ὅ­ταν φο­βό­μουν ἔ­βρι­σκα ἀ­κό­μη κα­τα­φύ­γιο στὸν ἀν­τί­χει­ρα. Τὴν εἶ­δα νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο, κι αὐ­τὸ μὲ ἀ­να­στά­τω­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί μοῦ θύ­μη­σε ἐ­κεί­νη τὴν φί­λη τῆς για­γιᾶς ποὺ ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ καὶ ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε ἀ­φοῦ τσιμ­ποῦ­σε καὶ ξα­να­τσιμ­ποῦ­σε τὰ μά­γου­λά μου τό­σο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­βα­ζα τὰ κλά­μα­τα, με­τὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κλαί­ει κι αὐ­τὴ καὶ νὰ κά­νει ὅ­τι ἔ­κα­να ἐ­γώ. Αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξα­γρί­ω­νε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καὶ ὁ μο­να­δι­κὸς τρό­πος νὰ γλι­τώ­σω ἦ­ταν νὰ μεί­νω ἀ­κί­νη­τη καὶ ἀ­μί­λη­τη. Ἔ­τσι κι αὐ­τὴ τό­τε. Ἔ­βα­λε τὸ δά­χτυ­λο στὸ στό­μα της καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη κι ἀ­μί­λη­τη, ὅ­πως ἐ­γώ. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε καρ­φω­θεῖ πά­νω της καὶ σχε­δὸν στα­μά­τη­σα νὰ ἀ­να­πνέ­ω. Στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ριοῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν χτύ­πο τῆς καρ­διᾶς μου. Κι ὅ­ταν ἄ­κου­σα καὶ τὸν δι­κό της ἔ­δω­σα μιὰ καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἔ­τρε­ξα στὴν  μά­να μου ποὺ μὲ ρω­τοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τί εἶ­χα κι ἔ­κλαι­γα ἔ­τσι. Δὲν μί­λη­σα σὲ κα­νέ­ναν για­υτή. Στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ φό­βο. Με­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πα ὅ­τι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ ἔ­μοια­ζε. Ἔ­τσι συ­νή­θι­σα τὴ σι­ω­πη­λή της πα­ρου­σί­α καὶ τὰ παι­χνί­δια μί­μη­σης. Στὴν ἐ­φη­βεί­α μου, τὶς νύ­χτες ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο καὶ δι­έ­σχι­ζα ὁ­λο­μό­να­χη τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­κού­γον­τας τὰ πα­πού­τσια μου νὰ σέρ­νουν τὸν φό­βο μου στὶς πλά­κες, ἔ­νι­ω­θα ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὴν πα­ρου­σί­α της. Τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ἔρ­χε­ται κυ­ρί­ως ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἄρ­χι­ζε νὰ γε­μί­ζει. Ὅ­σο πιὸ φω­τει­νὸ ἦ­ταν τό­σο αὐ­τὴ μά­κραι­νε κι ἔ­δει­χνε νὰ μὲ περ­νά­ει δυ­ὸ κε­φά­λια. Πα­ρέ­με­νε πάν­τα ἀ­δύ­να­τη μὲ πό­δια ποὺ θύ­μι­ζαν ξυ­λο­πό­δα­ρο πα­νη­γυ­ριοῦ. Μὲ τὰ χρό­νια καὶ στὴ σκέ­ψη τοῦ πρώ­του μου φό­βου γε­λοῦ­σα, ὅ­πως ἔ­κα­ναν οἱ φί­λες μου ποὺ ἔ­παι­ζαν μα­ζί της, ἄλ­λο­τε τρέ­χον­τας πρὸς αὐ­τὴ γιὰ νὰ τὴν πιά­σουν —κά­ποι­ες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ τὴν πα­τή­σουν— κι ἄλ­λο­τε νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἀρ­γό­τε­ρα, κυ­νη­γών­τας τὴ ζω­ή μου, ἄρ­χι­σα νὰ τὴν ἀ­φή­νω πί­σω.

       Τε­λι­κὰ νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ποὺ κα­τέ­βαι­να ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα, με­θυ­σμέ­νη σχε­δόν, τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ ’85. Περ­πα­τοῦ­σε ἀγ­κα­λιὰ μὲ κά­ποι­ον κι ὅ­λο ἔ­γερ­νε πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ γε­λοῦ­σε, μὲ τρό­πο ποὺ φα­νέ­ρω­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη γυ­ναί­κα.

       4:32, στὴν Rosener Manzstraat. Ἔ­βγα­λα τὰ χέ­ρια μου ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χα μό­λις κρε­μά­σει τὴ σκέ­ψη μου στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ω ἀ­κό­μη νο­μί­ζω τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο μοῦ φαί­νε­ται αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.



Τασούλα Τσιλιμένη (Καλλιπεύκη). Σπούδασε παιδαγωγικά καὶ ἔκανε διδακτορικό στὴν παιδικὴ λογοτεχνία στὸ Τμῆμα Προσχολικῆς Ἐκ­παί­δευσης τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσα­λίας, στὸ οποῖο σήμερα εἶναι Καθηγήτρια. Ἔχει ίδρύσει καὶ εἶναι διευθύντρια τοῦ  ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ γιὰ θέματα παιδικῆς λογοτεχνίας ΚΕΙ­ΜΕ­ΝΑ(www.keimena.ece.uth.gr). Ἔχουν ἐκδοθεῖ πάνω από σαράντα βι­βλί­α της γιὰ παιδιὰ καὶ ἐκπαιδευτικούς.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος: Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός

 



Ἀ­ρις Ἀ­λε­βῖ­ζος


Κορονοϊός, κορωνοϊὸς ἢ κοροναϊός


ΥΜΝΟΚΕΦΑΛΗ τη­λε­περ­σό­να, ποὺ ἐ­λέ­ῳ τῆς ‘σο­φῆς’ ψή­φου ὑ­πο­δύ­ε­ται τὸν βου­λευ­τὴ ρη­ξι­κέ­λευ­θου προ­φίλ, ἀ­γω­νί­ζε­ται με­τὰ πά­θους ἀ­πὸ τη­λε­ο­πτι­κῆς κα­θέ­δρας νὰ μᾶς δι­δά­ξει ποι­ό ἀ­πὸ τὰ τρί­α εἶ­ναι τὸ ὀρ­θό. Οἰ­κτί­ρον­τας μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ὅ­σους τὸ λέ­νε λά­θος καὶ ἐκ­χω­ρών­τας στὴν φά­τσα του βλέμ­μα ἄ­φα­της αὐ­το­ϊ­κα­νο­ποί­η­σης.

       Κα­θεὶς καὶ τὰ φί­δια του, θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ γυ­μνο­κέ­φα­λος μὲ τὰ δι­κά του κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἀλ­λερ­γί­ες μου αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χή. Δὲν πρό­λα­βε νὰ μπεῖ κα­λὰ-κα­λὰ ὁ Μάρ­της καὶ λὲς καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ μιὰ χού­φτα ἄμ­μο σὲ κά­θε μά­τι. Ἔ­κλει­σα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γυ­ρέ­ψω ὀ­φθαλ­μί­α­τρο στὸ δι­α­δί­κτυ­ο.

       «Πᾶς κα­λά:», μὲ ἀ­πο­πῆ­ρε ἡ κό­ρη μου, «ἐ­δῶ ἔ­χου­με δι­κό μας ἄν­θρω­πο κι ἐ­σὺ ψά­χνεις στὰ κου­του­ροῦ;»

       Ὁ δι­κός μας ἄν­θρω­πος ὅ­μως ἦ­ταν στὸ Μα­ρού­σι κι ἐ­γὼ βα­ρι­ό­μουν νὰ ξε­κου­νη­θῶ ἀ­πὸ τὸ Κέν­τρο. Βρῆ­κα κά­ποι­α μὲ ἐ­πώ­νυ­μο σὲ -ί­δη κι ἔ­κλει­σα ραν­τε­βοῦ.

       Ἡ σε -ί­δη μὲ ἐ­ξέ­τα­σε, ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν ἀλ­λερ­γι­κὴ φύ­ση τῆς τα­λαι­πω­ρί­ας μου καὶ πε­ρί­που μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νὰ μά­θω νὰ ζῶ μὲ τὸ πρό­βλη­μά μου. Δε­κα­πέν­τε λε­πτὰ κρά­τη­σε ἡ συν­τα­γο­γρά­φη­ση, μό­λις δέ­κα εἶ­χε κρα­τή­σει ἡ ἐ­ξέ­τα­ση. Ἄλ­λο ἕ­να ἐ­πί­τευγ­μά μας αὐ­τό.

       Τε­λει­ώ­νον­τας ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει, ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι, τί δου­λειὰ κά­νω, ποὺ ἦ­ταν τὸ γρα­φεῖ­ο μου, τί ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἔ­χω.

       «Λές», γαρ­γα­λή­θη­κα, «νὰ εἶ­ναι πρό­σφο­ρη γιὰ παι­χνί­δι; Λές;»

       Κά­τι χαρ­μό­συ­νο πῆ­γε νὰ σκιρ­τή­σει μέ­σα μου, ἀλ­λὰ κα­πα­κώ­θη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴ δεύ­τε­ρη σκέ­ψη: «Φυ­λά­ξου, κα­ρα­δο­κεῖ ξε­φτί­λα, ἐ­δῶ τῆς ρί­χνεις κα­μιὰ εἰ­κο­σι­πεν­τα­ριὰ χρό­νια…»

       Ἀ­να­δι­πλώ­θη­κα, «ἡ μὲν σὰρξ πρό­θυ­μη, τὸ δὲ πνεῦ­μα ἀ­σθε­νές….»

       Βγῆ­κα μὲ τὴν συν­τα­γὴ στὸ χέ­ρι. Στὸ πρῶ­το φαρ­μα­κεῖ­ο πῆ­γα μὲ φό­ρα νὰ μπῶ.

       «Μεί­νε­τε στὴν θέ­ση σας!», μὲ πρό­λα­βε προ­τοῦ δρα­σκε­λί­σω τὸ κα­τώ­φλι, κά­τι σὰν τρα­χὺ πα­ράγ­γελ­μα κα­ρα­βα­νὰ ἐ­πι­λο­χί­α, σὲ θη­λυ­κὴ ὅ­μως ἔκ­δο­ση.

       Κοκ­κά­λω­σα.

       Εὐ­ει­δὴς καὶ νέ­α ἡ φαρ­μα­κο­ποι­ὸς ποὺ μὲ ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε. Ἐμ­φά­νι­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­ναν­τί­στοι­χη μὲ τὴν τρα­χύ­τη­τα τοῦ πα­ραγ­γέλ­μα­τος.

       «Πε­ρι­μέ­νε­τε νὰ τε­λει­ώ­σω μὲ τὸν κύ­ριο καὶ με­τὰ θὰ μπεῖ­τε», συ­νέ­χι­σε στὸν ἴ­διο τό­νο.

       Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει μό­νο ἕ­νας μέ­σα στὸ φαρ­μα­κεῖ­ο κά­θε φο­ρά. Πε­ρί­με­να ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τὸν κύ­ριο, ὁ­πό­τε δεύ­τε­ρο πα­ράγ­γελ­μα μὲ πε­ρί­με­νε: «Ἀ­πε­λευ­θε­ρῶ­στε τὰ χέ­ρια σας». Κοί­τα­ξα τὰ χέ­ρια μου. Κρά­τα­γα στὸ ἕ­να τὴν τσάν­τα μου, στὸ ἄλ­λο τὴν συν­τα­γή.

       Φορ­τώ­θη­κα τὴν τσάν­τα στὴν πλά­τη καὶ ἔ­βα­λα τὴν συν­τα­γὴ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ὑ­πὸ μά­λης.

       Μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ ἀν­τι­ση­πτι­κὸ καὶ ἀ­πο­λύ­μα­να τὰ χέ­ρια μου.

       «Ὁ­ρί­στε», ἄ­κου­σα ἐ­πὶ τέ­λους φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ τὴν φω­νή της. Τῆς ἔ­τει­να τὴν συν­τα­γὴ καὶ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σα πρὸς τὸ μέ­σον τοῦ φαρ­μα­κεί­ου, φο­βού­με­νος ἐν­δε­χό­με­νη πα­ρα­τή­ρη­σή της ποὺ δὲν θὰ μοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ πα­ρα­μεί­νω εὐ­γε­νής.

       Μέ­χρι νὰ βρεῖ τὰ φάρ­μα­κα ἔ­ρι­ξε ἄλ­λα δύ­ο αὐ­στη­ρὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα καὶ κάρ­φω­σε στὴν πόρ­τα ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ μιὰ για­γιά.

       Μοῦ ἔ­δω­σε τὰ φάρ­μα­κα, τῆς ἔ­δω­σα χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα. Τὸ ἔ­πι­α­σε μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ποὺ φο­ροῦ­σε πλα­στι­κὸ γάν­τι.

       Μοῦ γύ­ρι­σε τὰ ρέ­στα, τριά­ντα πέν­τε καὶ τριά­ντα, μὲ τὸ …γυ­μνὸ ἀ­ρι­στε­ρό της χέ­ρι.

       Τὴν κοί­τα­ξα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, «μᾶς δου­λεύ­ει ἄ­γρια, δὲ γί­νε­ται», ἦ­ταν ἡ πρώ­τη σκέ­ψη. Ἡ μή­πως ὁ κορο(ω)νο(α)ϊὸς «δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾶ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι…»

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι καὶ κα­τέ­βα­σα ἀ­πὸ τὴν βι­βλι­ο­θή­κη «ἐ­κεῖ­νον τὸν πε­ρι­ού­σιο Πα­πα­δι­α­μάν­τη».

       Βρῆ­κα τὴ νου­βέ­λα «Βαρ­διά­νος στὰ Σπόρ­κα» κι ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω τὰ πά­θη «τῆς Σκεύ­ως τῆς Σα­βου­ρό­κο­φας». Τὰ πά­θη τῶν μέ­σα καὶ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λοι­μο­κα­θαρ­τή­ριο τῆς ἐ­πο­χῆς.

       …Ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­το­τε ἐν και­ρῷ πα­νι­κοῦ φό­βου, μέ­γας συ­νω­στι­σμὸς καὶ σπου­δὴ ἀ­λό­γι­στος καὶ τυ­φλὴ φυ­γὴ εἶ­χον ἐ­πέλ­θει […]. Ἀλ­λὰ τὸ πλεῖ­στον κα­κὸν ὀ­φεί­λε­ται ἀ­ναν­τιρ­ρή­τως εἰς τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς δι­οι­κή­σε­ως. Θὰ ἔ­λε­γέ τις ὅ­τι ἡ χώ­ρα αὕ­τη ἠ­λευ­θε­ρώ­θη ἐ­πί­τη­δες διὰ ν’ ἀ­πο­δει­χθεῖ ὅ­τι δὲν ἦ­το ἱ­κα­νὴ πρὸς αὐ­το­δι­οί­κη­σιν […]. Οἱ κερ­δο­σκό­ποι ἀ­πέ­θε­τον τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τά των εἰς τὴν ἄ­κραν της ἀ­πω­τά­της ἀ­κτῆς τῆς ἐ­ρη­μο­νή­σου, ἐ­λάμ­βα­νον τὰ λε­πτά των καὶ ἔ­φευ­γον. Ἡ χο­λέ­ρα δυ­να­τὸν νὰ κολ­λᾷ εἰς κά­θε πράγ­μα, ἀλ­λ’ εἰς τὰ χρή­μα­τα ὄ­χι. Ἐ­λέ­χθη ὅ­τι οἱ πλεῖ­στοι των ἀν­θρώ­πων, τῶν πα­ρα­στα­θέν­των τό­τε ὡς θυ­μά­των τῆς χο­λέ­ρας, ἀ­πέ­θα­νον πραγ­μα­τι­κῶς ἐκ πεί­νης. Ἴ­σως νὰ μὴν ὑ­πῆρ­ξεν ὅ­λως χο­λέ­ρα. Ἀλ­λ’ ὑ­πῆρ­ξε τύ­φλω­σις καὶ ἀ­θλι­ό­της καὶ συμ­φο­ρὰ ἀ­νή­κου­στος. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­λοι πά­σχον­τες, ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τ’ ἀλ­λή­λων, εἰς ἐ­πί­με­τρον, καὶ κα­θί­στων τὴν δει­νο­πά­θειαν ἀ­πεί­ρως με­γα­λυ­τέ­ραν. Οἱ εὔ­πο­ροι ἐκ τῶν κα­θα­ρι­ζο­μέ­νων ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν πτω­χῶν […]. Οἱ πτω­χοὶ ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν εὐ­πό­ρων […]. Ὅ­λοι ὁ­μοῦ οἱ ὑ­πὸ κά­θαρ­σιν τα­ξι­δι­ῶ­ται ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πο­λί­χνης, καὶ τοὺς κα­τη­γό­ρουν ἐ­πὶ ἀ­συ­νει­δή­τῳ αἰ­σχρο­κερ­δεί­ᾳ καὶ σκλη­ρό­τη­τι […]. Οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λί­χνης ἐ­σκλη­ρύ­νον­το κα­τὰ τῶν τα­ξι­δι­ω­τῶν, καὶ ἐ­μί­σουν αὐ­τούς, δι­ό­τι εἶ­χον ἔλ­θει νὰ τοὺς φέ­ρω­σι τὴν χο­λέ­ραν. Κα­κὴ ὑ­πο­ψία, δυ­σπι­στί­α καὶ ἰ­δι­ο­τέ­λεια χω­ροῦ­σα μέ­χρις ἀ­παν­θρω­πί­ας, ἐ­βα­σί­λευ­ε παν­τα­χοῦ. Ὅ­λα ταῦ­τα ἤ­σαν εἰς τὸ βά­θος καὶ ὁ φό­βος τῆς χο­λέ­ρας ἦ­το εἰς τὴν ἐ­πι­φά­νειαν. Θὰ ἔ­λε­γές τις ὅ­τι ἡ χο­λέ­ρα ἦ­το μό­νον πρό­φα­σις, καὶ ὅ­τι ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­σις τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­το ἡ ἀ­λή­θεια.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἄρις Ἀλεβῖζος (Χά­στε­μη [Λευ­κο­χώ­ρα] Μεσ­ση­νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ δι­κη­γό­ρη­σε ἐ­πὶ 37 χρό­νια στὴν Ἀ­θή­να. Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν γε­ωρ­γί­α. Ἔρ­γα: Δει­νὸς κα­βα­λά­ρης, δι­η­γή­μα­τα, Πλα­νό­διον· Τὸ ἀ­ό­ρα­το ἄ­συ­λο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος· Σφαῖ­ρες στὸ Αἰ­γά­λε­ω, δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λης· Ἕ­νας Αὔ­γου­στος χω­ρὶς ἐ­πί­λο­γο, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἂς μὴν ἐ­νο­χλη­θεῖ κα­νείς, μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο· Ἡ δω­ρε­ὰ τῶν δέν­τρων, δι­η­γή­μα­τα, Εὔ­μα­ρος.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς: Παραλαβή



Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς


Πα­ρα­λα­βή


ΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ ἀ­πὸ τὴν Πό­λη ἡ για­γιά μου, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς καὶ πι­κρα­μέ­νη, εἶ­χε γαν­τζω­θεῖ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται ἐ­πι­βί­ω­ση. Ἀρ­χὲς ἄ­νοι­ας καὶ στὰ μπου­κα­λά­κια φαρ­μά­κων ἔ­βα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο κα­τε­βα­τὸ μὲ ὁ­δη­γί­ες χρή­σης. Νε­ό­τε­ρη καρ­φί­τσω­νε σὲ μπλοῦ­ζες «νὰ ρα­φτεῖ ἕ­να κουμ­πί» ἢ στὰ κουρ­τι­νά­κια τῆς κου­ζί­νας «τυ­ρὶ φέ­τα βα­ρε­λί­σια». Εἴ­κο­σι χρό­νια πρὶν εἶ­χε καρ­φι­τσώ­σει ἕ­να χαρ­τά­κι στὸ γι­λέ­κο τοῦ παπ­ποῦ «νὰ μὴν τὸν ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι» καὶ λέ­νε πὼς αὐ­τὸς δὲν τὸ εἶ­δε, μά­τω­σε καὶ δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ σπί­τι. Σὲ δυ­ὸ ἄγ­γε­λους ποὺ τὴν ἐ­πι­σκέ­φτη­καν, πρό­λα­βε καὶ ἔ­πι­α­σε στὰ φτε­ρὰ δυ­ὸ χαρ­τά­κια «ἄ­χρη­στοι καὶ ἀ­χρεί­α­στοι» ἀ­γνο­ών­τας τὸ χαρ­τά­κι «πρὸς πα­ρα­λα­βή» ποὺ κρε­μό­ταν στὴ νυ­χτι­κιά της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).

Εἰκόνα: Ψυχὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ­ται στὸν οὐ­ρα­νό· ἔρ­γο (1878) τοῦ Γάλ­λου Ζω­γρά­φου Wil­liam-A­dol­phe Bou­gue­reau (1825-1905).