Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi): Τρί­χα



Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi)


Τρί­χα

(Hair)


ΤΑΝ ΞΥΠΝΑΩ, νι­ώ­θω μιὰ τρί­χα μέ­σα στὸ στό­μα μου. Εἶ­ναι ὑ­φα­σμέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα μου, ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια μου. Μα­ζεύ­ε­ται σά­λιο ἔ­τσι ὅ­πως προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ξε­φορ­τω­θῶ πι­πι­λί­ζον­τάς την, νὰ τὴν τσιμ­πή­σω μὲ τὰ δά­χτυ­λά μου, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴ γρα­πώ­σω. Εἶ­ναι δι­κιά μου ἢ δι­κιά της; Δὲν θὰ ξαφ­νι­α­ζό­μουν ἂν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου. Οἱ τρί­χες της μπλέ­κον­ται παν­τοῦ. Πάν­το­τε ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν ψα­λί­δα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά της κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Μό­λις ἔ­χα­σε τὰ μαλ­λιά της λό­γῳ τῆς θε­ρα­πεί­ας, δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἔρ­θει ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ τὸ νὰ μα­ζέ­ψει μὲ τὴ βούρ­τσα τὶς τρί­χες καὶ νὰ τὶς πε­τά­ξει. Ὑ­πάρ­χει τό­σος πό­νος στὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς μαλ­λιά. Ξύ­ρι­σα κι ἐ­γὼ τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ δεί­ξω τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή μου· δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο, εἶ­πε.

       Τὰ κα­τά­φε­ρα, ἐ­πι­τέ­λους. Τὴν ἔ­χω ἐ­δῶ, μου­σκε­μέ­νη καὶ κολ­λη­μέ­νη στὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Δὲν εἶ­ναι δι­κιά της. Πε­τά­ω τὰ σκε­πά­σμα­τα ἀ­πὸ πά­νω μου, ψά­χνον­τας στὰ σεν­τό­νια γιὰ ἐ­κεί­νη, ἀ­κό­μα κι οἱ τρί­χες της ὅ­μως δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα http://adhocfiction.com/2017/04/hair/

Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴ «Na­tio­nal Flash Fi­ction Day» στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης στὸ New Flash Fi­ction Re­view καὶ μέρος τῆς ὁ­μά­δας ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιο «Flash Fi­ction Li­te­ra­ry Fe­sti­val», λο­γο­τε­χνι­κὸ φε­στι­βὰλ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ flash fiction. Γρά­φει flash fiction, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Διαφημίσεις

Ἀθανάσιος Γκράβαλης: Ἡ Βασιλές


Ἀ­θα­νά­σιος Γκρά­βα­λης


Ἡ βα­σι­λές


ΟΥΣΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ στὸ χω­ριό μου ἕ­νας βα­σι­λές. Ἕ­νας βα­σι­λὲς ὅ­μως ἀ­λη­θι­νός, ὄ­χι σὰν αὐ­τοὺς ποὺ φο­ρᾶν στὸ κε­φά­λι τους κο­ρό­νες καὶ βα­στᾶν στὰ χέ­ρια πα­τε­ρί­τσες καὶ ὁ­ρί­ζουν τοὺς λα­οὺς σὰν κο­πά­δια.

        Ζοῦ­σε μιὰ φο­ρὰ στὴν πα­τρί­δα μου ἕ­νας βα­σι­λὲς ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν οὗ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ οὗ­λα τὰ μω­ρά, ποὺ πά­γαι­νε στὸ δρό­μο μο­να­χὸς δί­χως ἀ­κο­λου­θί­ες καὶ τούμ­πα­να. Τοῦ­τος ὁ δι­κός μου «ἡ βα­σι­λὲς» ὅ­ρι­ζε ἕ­να βα­σί­λει­ο με­γά­λο ὅ­σο ἡ σκέ­ψη. Γιὰ σκέ­πα­σμα στὸ θρό­νο του εἶ­χε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ οὐ­ρα­νὸ καὶ γιὰ δύ­να­μή του τῶν ἀν­θρώ­πων τὴν ἀ­γά­πη.

        Ὁ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λης «ἡ βα­σι­λές». Για­τί τὸν βγά­λα­νε αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα δὲν τὸ ξέ­ρω. Ὅ­ποιος τοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὅ­μως ἔ­κα­νε πο­λὺ κα­λά, για­τί τοῦ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λη τοῦ βα­σι­λὲ ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νο­μα τοῦ ταί­ρια­ζε μο­νά­χα.

        Ὅ­λη τὴ ζω­ή του «ἡ βα­σι­λὲς» τὴν πέ­ρα­σε ἀ­πά­νου στὴ θά­λασ­σα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια τῶν γκρέ­μνων ἀ­κρο­γι­α­λι­ῶν ποὺ τὰ δέρ­νει πάν­τα τὸ κύ­μα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια καὶ στὲς γοῦ­βες τὶς γε­μά­τες ἀ­πὸ κα­λό­γνω­μες καὶ στρεί­δια καὶ μύ­δια καὶ κά­θε εἶ­δος θα­λασ­σι­νά.

        Σπί­τι του καὶ χα­ρὰ του μιὰ βάρ­κα.

        Μέ­σα σ’ αὐτὴ ἔ­ζη­σε ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νή­θη­κε σ’ αὐ­τή, ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νη­θή­κα­νε κι οἱ δυ­ό τους μα­ζί. Δὲν ξέ­ρω.

        Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸν βα­σι­λὲ καὶ τὴ βάρ­κα του δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲς νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­σω.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν βαρ­κά­ρης. Βαρ­κά­ρης ποὺ δὲν δού­λευ­ε γιὰ κα­νέ­ναν ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του μο­νά­χα.

        Γύ­ρι­ζε ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴ θά­λασ­σα σέρ­νον­τας μα­ζὶ μὲ τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του καὶ τὴ γέ­ρι­κια πιὰ σὰν αὐ­τὸν κού­νια του. Μὲ τὴ βάρ­κα ἡ βα­σι­λὲς περ­πα­τοῦ­σε ἐ­πά­νω στοὺς για­λοὺς καὶ στὸ μπου­ρί­νι καὶ στὴν πα­γω­νιὰ καὶ  στὴ βρο­χὴ καὶ στὸ λι­ο­πύ­ρι.

        Ἔ­φευ­γε ἀπ’ τὴν ἀρα­ξά του πουρ­νὸ-πουρ­νό. Ἔ­φευ­γε καὶ τρα­βοῦ­σε πό­τε μέ­σα στὶς ἀγ­κά­λες, πό­τε κα­τὰ τὸ πέ­λα­γο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει για­τί, χω­ρὶς νὰ ζητᾶ τί­πο­τα. Ἀλ­λι­ῶς δὲν ἤ­τα­νε βο­λε­τὸ νὰ κά­νει.

        Ὅ­λα τὰ θο­λά­μια κι ὅ­λες οἱ γοῦ­βες οἱ γε­μά­τες ἀ­πὸ μύ­δια καὶ κα­λο­γρι­ὲς ἤ­τα­νε δι­κές του. Ζοῦ­σε ρου­φών­τας τὴν ἁρ­μύ­ρα κι ἀ­π’ τὸν ἀ­γέ­ρα κι ἀπ’ τὸ για­λό.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν λί­γο καμ­πού­ρης. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ἤ­τα­νε ὅ­μως. Ἴ­σως νὰ τὸν ἔ­παιρ­να ἔ­τσι κα­θὼς τὸν ἔ­βλε­πα πάν­τα σκυ­φτό, πό­τε στὸ κου­πί, πό­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνε στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας καὶ πό­τε σὰν τρα­βοῦ­σε τὰ βρά­δια στὴν πο­λι­τεί­α φορ­τω­μέ­νος στὸν ὦ­μο ἕ­ναν τρο­βά.

        Πα­πού­τσια στὰ πό­δια του οὔ­τε σὰν πέ­θα­νε δὲν τὸν βά­λα­νε. Στὸ κε­φά­λι φο­ροῦ­σε ἕ­να του­νουζ­λί­δι­κο* φέ­σι ξαλ­λή­θω­ρο ἀπ’ τὰ χρό­νια. Τὰ μά­τια του ἤ­τα­νε τρι­γυ­ρι­σμέ­να πάν­τα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­λι­κο κύ­κλο ἀ­πὸ αἷ­μα κι ἡ μύ­τη του ἤ­τα­νε με­γά­λη, ἴ­σα­με γρο­θιά.

        Ἡ βα­σι­λὲς νε­ρὸ δὲν ἔ­πι­νε πο­τές. Τρα­βοῦ­σε μό­νο μὲ τὴν τσό­τρα κρα­σί, ποὺ τό ’παιρ­νε κά­θε βράδυ δί­νον­τας γιὰ πλη­ρω­μὴ κο­ρο­χύ­λια καὶ καβούρια καὶ χά­βα­ρα*.

        Ὁ Μα­νώ­λης ἡ βα­σι­λὲς πέ­θα­νε ὅ­πως πε­θαί­νουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως πε­θαί­νει κά­θε ζων­τα­νό.

        Ἅ­πλω­σε μιὰ νύ­χτα κά­τω ἀ­π’ τὴν ἀ­στρο­φεγ­γιὰ τοῦ χει­μω­νι­ά­τι­κου οὐ­ρα­νοῦ τὰ πο­δά­ρια του, τέν­τω­σε τὰ χέ­ρια του μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­νοι­χτὲς πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο, ἔσφι­ξε τὰ μά­τια του καὶ κο­κά­λια­σε μὲ μιὰ σπι­θα­μὴ ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα.

        Ἡ βάρ­κα του τὸν κου­νοῦ­σε ἔ­τσι ὅ­λη τὴ νύ­χτα, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως τὸν κου­νοῦ­σε πάν­τα ἔ­τσι καὶ ζων­τα­νό.

        Τὸ πρω­ὶ τὸν βρή­κα­νε κά­τι μω­ρὰ ποὺ πῆ­ραν σβάρ­να τὶς ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γιὰ νὰ μα­ζέ­ψουν κο­ρο­χύ­λια.

        Ὁ θά­να­τος τοῦ βασιλέ μα­θεύ­τη­κε γρή­γο­ρα στὰ τρι­γύ­ρω ντά­μια*. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μιὰ καὶ ποὺ πέ­θα­νε ἐ­κε­ῖ πέ­ρα κον­τά, πα­ρά­τη­σε τ’ ἀ­λέ­τρι του ἐ­πά­νω στὴν αὐ­λα­κιά, κα­τέ­βη­κε κα­τὰ τὸ για­λό, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νη κα­τὰ τὴ στε­ριὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸν πε­θα­μέ­νον μ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὴν τσό­τρα* ποὺ κοί­τουν­ταν ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ ρού­φη­ξε λί­γο κρα­σί, ἔ­σκυ­ψε καὶ κα­τὰ τὸν τρο­βά, πῆ­ρε τὰ κο­ρο­χύ­λια ποὺ ἦ­ταν μέ­σα, τά ’βα­λε στὸ ζου­νά­ρι του, τρά­βη­ξε πά­λι τὸ σχοι­νὶ τῆς βάρ­κας καὶ πή­δη­σε στὴ στε­ριά.

        Ἡ βάρ­κα μὲ τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λέ της ἔ­μει­νε ἔ­τσι μο­να­χὴ καὶ ξα­κο­λού­θη­σε νὰ χο­ρεύ­ει ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Τὸν βα­σι­λὲ τὸν θά­ψα­νε κα­τὰ τὸ βρά­δυ.

        Στὸ σού­ρου­πο οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ποὺ δὲν ἔ­κα­νε νὰ χα­σο­με­ρή­σουν τὴ μέ­ρα τὸ ζευ­γά­ρι* των, κα­τε­βή­κα­νε μ’ ἕ­να φτιά­ρι κι ἕ­ναν κα­σμά. Κα­τέ­βη­κε μα­ζί τους κι ὁ γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ μὲ τὸ πε­τρα­χή­λι στὴν ἀ­μα­σκά­λη καὶ μ’ ἕ­να μι­κρὸ σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι. Θυ­μια­τὸ δὲν φέ­ρα­νε.

        Ὕστερα, σὰν ἦρ­τε ἡ ὥ­ρα νὰ θυ­μιά­σουν, βά­λα­νε δυ­ὸ κάρ­βου­να ἀ­πά­νω σὲ μιὰ κε­ρα­μί­δα κι ἕ­να κου­κού­τσι λι­βά­νι ποὺ τὸ βρῆ­κε στὴν τσέ­πη τοῦ γε­λε­κιοῦ του ὁ γού­με­νος.

        Δὲν φέ­ρα­νε οὔ­τε λά­δι οὔ­τε νε­ρό. Ἀν­τὶς νε­ρὸ ἕ­νας πα­ρα­γιὸς πῆ­ρε μὲ τὸ φτιά­ρι λί­γη θά­λασ­σα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξε στὰ μοῦ­τρα τοῦ πε­θα­μέ­νου.

        Τὰ γράμ­μα­τα ὁ γού­με­νος τά ‘­ψα­λε ἀ­πὸ στε­ριά, ἐ­νῶ ὁ νε­κρὸς κοί­τον­ταν ἀ­κό­μα μέ­σα στὴ βάρ­κα ποὺ χό­ρευ­ε ἀ­π’ τὰ κύ­μα­τα. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα, κον­τὰ στὴν ἀμ­μου­διά, δυ­ὸ ἄλ­λοι πα­ρα­γιοὶ σκά­βα­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ἕ­να λάκ­κο.

        Σὰν τέ­λει­ω­σαν τὰ γράμ­μα­τα, τρα­βή­ξα­νε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σχοι­νὶ κα­τὰ τὴ στε­ριά, κι ἕ­νας φορ­τώ­θη­κε τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λὲ στὸν ὦ­μο. Αἱ πα­λά­μες του ἦ­ταν τεν­τω­μέ­νες πάν­τα πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τοῦ βά­λα­νε κι ἕ­να κε­ρα­μί­δι ποὺ βρή­κα­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸ στό­μα, τὸν κα­τέ­βα­σαν στὸ λάκ­κο του καὶ τὸν σκέ­πα­σαν μὲ χα­λί­κια τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς.

        Σὰν φύ­γα­νε ὅ­λοι, ὁ ἴ­διος ὁ πα­ρα­γιὸς ποὺ πρω­το­κα­τέ­βη­κε ἐ­πή­δη­ξε πά­λι στὴ βάρ­κα, ἤ­πι­ε ὅ­σο κρα­σὶ εἶ­χε μεί­νει στὴν τσό­τρα καὶ τὴν πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε καὶ τὸ τσου­βά­λι ποὺ εἶ­χε σκε­πά­σει πε­θα­μέ­νο τὸν βα­σι­λιά, πή­δη­ξε στὴ στε­ριὰ καὶ τρά­βη­ξε κα­τὰ τὸν ἀ­νή­φο­ρο.

        Κι ἡ βάρ­κα χο­ρο­πη­δοῦ­σε ἀ­κό­μα τώ­ρα πιὸ ἀ­λα­φριὰ ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὸ βα­σι­λὲ πέ­θα­νε κι ἡ βάρ­κα του, ποὺ ἦ­ταν γέ­ρι­κη σὰν κι αὐ­τόν, κι εἶ­χε μεί­νει ἔ­ρη­μη στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ σὰν τὸν στε­ρή­θη­κε.

        Ἦρ­ταν οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καὶ τὴν κομ­μα­τι­ά­σα­νε μὲ τοὺς μπαλ­τά­δες γιὰ τὸ κα­ζά­νι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ ξύ­λα μὲ τὸν ἀ­ραμ­πά, ἕ­να μα­δέ­ρι μὲ κά­τι γι­ω­μέ­νες* καρ­φά­ρες ἔ­πε­σε κα­τὰ γῆς. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ κάρ­φω­σε ὄρ­θιο μέ­σα στὰ χα­λί­κια, στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἴ­χα­νε χώ­σει τὸν Μα­νώ­λη τὸν βα­σι­λέ­α. Τ’ ἀ­φή­σα­νε ἐ­κεῖ πέ­ρα ἔ­τσι, καὶ κα­νέ­να χέ­ρι δὲν τό ‘­βγα­λε, ὣς ποὺ τὸ ἕ­λι­ω­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ κύ­μα καὶ ἡ βρο­χή.

        Ὕ­στε­ρα τὸν τά­φο τοῦ βα­σι­λέ­α δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεί­ξει πλειὰ κα­νέ­νας.


Γλωσσάρι:

του­νουζ­λί­δι­κος· ἀπὸ τὸ Τούνεζι (Τυνησία).

χάβαρο· εἶδος ἀχιβάδας.

ντάμι· πρόχειρο ἀγροτικὸ κατάλυμμα.

τσότρα· ξύλινο δοχεῖο.

ζευ­γά­ρι· ζευγάρι βοδιῶν γιὰ τὸ ὄργωμα.

γιωμένος· σκουριασμένος.


Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). [Ση­μεί­ω­ση τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας: Στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό του ση­μεί­ω­μα «Λί­γα λό­για» ποὺ προ­έ­τα­ξε ὁ Γκρά­βα­λης στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ 1930 με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων γρά­φει: «Βι­βλί­ο εἶ­πα πὼς δὲν φα­ντά­ζου­μαι πὼς γρά­φω. Ὅ,τι θαμ­πὸ ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὰ πε­ρα­σμέ­να μιᾶς ζω­ῆς ποὺ ἀ­γα­πῶ, ἀ­γω­νί­ζου­μαι νὰ τὸ κρα­τή­σω ἀ­πά­νω στὸ χαρ­τὶ γιὰ νὰ μὴν χα­θεῖ ὁ­λό­τε­λα. Κι οὔ­τε αὐ­τὸ ἀ­κό­μα δὲν κά­νω κα­λὰ-κα­λά. Παίρ­νω μο­νά­χα κά­τι ἀλ­λι­ώ­τι­κους ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε κά­πο­τε ἀ­νά­με­σά μας καὶ ποὺ σή­με­ρα δὲν ζοῦ­νε πλειὰ τέ­τοι­οι, κά­τι ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν μοιά­ζουν οὔ­τε ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἀλ­λον οὔ­τε μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, ποὺ πό­τε ἔ­χουν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε κά­τι τὸ λει­ψό.»]

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.


Γιάννης Φαρσάρης: Μαῦρο μανταρίνι


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Μαῦ­ρο μαν­τα­ρί­νι


ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πο­γεί­ου ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος. Τὸ με­λα­ψό του πρό­σω­πο φό­βι­σε τὴ γει­τό­νισ­σα τοῦ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κο­νιοῦ, ποὺ ἔ­τρε­ξε νὰ μαν­τα­λώ­σει τὴν συ­ρό­με­νη ἀ­λου­μι­νό­πορ­τα. Ἡ μέ­ρα φώ­να­ζε δυ­να­τὰ πὼς θὰ τὸ πά­ει γιὰ βρο­χὴ κι ἔ­ρι­ξε μιὰ κο­φτὴ βρι­σιὰ σὲ γλώσ­σα ἀ­κα­τά­λη­πτη. Δί­πλω­σε πρό­χει­ρα τὸ πά­πλω­μα πά­νω στὸ ζα­ρω­μέ­νο στρῶ­μα καὶ ἔ­φτια­ξε ἕ­να κου­τα­λά­το νε­σκα­φὲ μὲ νε­ρὸ τῆς βρύ­σης. Καὶ τέσ­σε­ρις κου­τα­λι­ὲς ζά­χα­ρη.

Οἱ συγ­κά­τοι­κοί του εἶ­χαν φύ­γει ἀ­πὸ νω­ρὶς γιὰ δου­λειά, νὰ προ­λά­βουν στὴν πρω­ϊ­νὴ κί­νη­ση τῶν φα­να­ρι­ῶν νὰ κα­θα­ρί­σουν πολ­λὰ τζά­μια. Ἔ­με­ναν πέν­τε νο­μα­τα­ῖοι σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ ὑ­πό­γεια τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ πλή­ρω­ναν σα­ραν­τα­πέν­τε εὐ­ρὼ ἕ­κα­στος, μα­ζὶ μὲ τὰ κοι­νό­χρη­στα. Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα, ἀλ­λὰ εἶ­χε πολ­λὲς κα­τσα­ρί­δες κι ἐ­κεῖ­νος σι­χαι­νό­ταν. Μὲ τὰ πον­τί­κια πά­λι δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν ὅ­τι οἱ δου­λει­ὲς στὴν οἰ­κο­δο­μὴ δὲν πή­γαι­ναν κα­λὰ καὶ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος. Οὔ­τε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κι ἔ­νι­ω­θε μό­νος, ἀλ­λὰ γυ­ναί­κα δὲν εἶ­χε πο­τὲ στὴν Ἑλ­λά­δα, ἐ­νῶ δου­λειὰ ἔ­βρι­σκε πάν­τα.

        Εἶ­χε κά­νει ὅ­λες τὶς σκλη­ρὲς ἀγ­γα­ρεῖ­ες στὴν οἰ­κο­δο­μὴ καὶ στὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε, ὅ­μως τζά­μια αὐ­το­κι­νή­των δὲν ἤ­θε­λε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Δὲν ἄν­τε­χε τὰ βλέμ­μα­τα τῆς ἀ­πα­ξί­ω­σης ἀ­πὸ τό­σους πολ­λοὺς σὲ κά­θε ἄ­ναμ­μα, κι ἄς ἦ­ταν ἡ μο­να­δι­κὴ δου­λειὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ πέν­τε λε­πτὰ περ­πα­τοῦ­σε νω­θρὰ στὸ δρό­μο μὲ τὸν κου­βὰ καὶ τὸ κον­τά­ρι ἀ­νὰ χεί­ρας καὶ τὸ μπου­κα­λά­κι τοῦ ἀ­πορ­ρυ­παν­τι­κοῦ στὴν κω­λό­τσε­πη.

        Μέ­σα στὴν πρώ­τη ὥ­ρα, πα­ρὰ τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα, εἶ­χε εἰ­σπρά­ξει μυ­ριά­δες ἀρ­νή­σεις καὶ μό­λις τρί­α κέρ­μα­τα, κι ἄς εἶ­χε κα­θα­ρί­σει πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα παρ­μπρίζ. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι τὸν φι­λο­δώ­ρη­σαν μὲ πε­ρι­παι­κτι­κὰ μει­διά­μα­τα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὸν ἄ­φη­σαν νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴ σκό­νη. Δε­χό­ταν στω­ϊ­κὰ τὴ μοί­ρα του για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το, ὅ­σο μι­κρὸ κι ἂν ἦ­ταν, ὅ­σο κρύ­ο κι ἂν ἔ­κα­νε.

        Τὸ πρῶ­το χα­μό­γε­λο ποὺ συ­νάν­τη­σε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα, ἀ­νῆ­κε σ’ ἕ­να κόκ­κι­νο σα­ρά­βα­λο μί­νι. Ὁ ὁ­δη­γός του, ὅ­ση ὥ­ρα ἐ­κεῖ­νος κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια, κου­νι­ό­ταν στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς καὶ τοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ος μὲ τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὰ σγου­ρὸ μού­σι του. Μό­λις ἄ­να­ψε τὸ πρά­σι­νο τοῦ ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι μὲ συμ­πά­θεια, φω­νά­ζον­τας: «Δὲν ἔ­χω λε­φτὰ φι­λα­ρά­κο, πά­ρε ἕ­να μαν­τα­ρί­νι.»

        Ἔ­μει­νε γιὰ με­ρι­κὰ δεύ­τε­ρα ἀ­κί­νη­τος ἀ­πὸ ἔκ­πλη­ξη κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε τὸν κου­βὰ ἀ­νά­πο­δα καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸ φα­νά­ρι. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸν χρυ­σὸ καρ­πὸ μὲ τὰ βρώ­μι­κα νύ­χια του καὶ ἡ σκέ­ψη του τα­ξί­δε­ψε πί­σω στὴν πα­τρί­δα, στὸν κῆ­πο μὲ τὶς μαν­τα­ρι­νι­ὲς ποὺ με­γά­λω­σε. Κά­θε σκε­λί­δα ποὺ ἔ­βα­ζε στὸ στό­μα τὸν γέ­μι­ζε γλυ­κὰ καὶ τὸν ἔ­κα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­νυ­πό­μο­νο. Κα­τα­πί­νον­τας τὴν τε­λευ­ταί­α μπου­κιὰ ση­κώ­θη­κε σί­γου­ρος. Θὰ γύ­ρι­ζε πί­σω, κα­θὼς δὲν εἶ­χε τί­πο­τα πιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ξε­νι­τιά. Περ­πά­τη­σε ἀρ­γὰ τὸ δρό­μο γιὰ τὸ ὑ­πό­γει­ο. Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ κι ἦ­ταν χα­ρού­με­νος. Ἤλ­πι­ζε μό­νο ἐ­κεί­νη ἡ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γει­τό­νισ­σα στὸ χω­ριὸ νὰ μὴν εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἔ­λει­πε μό­νο.



Πη­γὴ: Πρώ­τη δημοσίευση στὸ περ. Μι­κρό Πεζό (ἐκδ. Χα­ρα­μά­δα, τχ.  1, 2014).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρη­ς (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OpenBook καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fra­ctal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Open­book, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ

 www.open-sesame.me



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Ὁ Θανάσης



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Ὁ Θα­νά­σης

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ὁ κου­ρέ­ας, ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν βού­τα­γε τὰ ψα­λί­δια του στὴν αἰ­θα­νό­λη, κα­θό­ταν τώ­ρα σι­ω­πη­λὸς ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν Λύ­πη μέ τήν κον­τή της φού­στα νὰ περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του. Ἔ­πει­τα, γύ­ρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου καὶ μὲ σί­γου­ρες κι­νή­σεις, μοῦ ἀ­φαι­ροῦ­σε τὶς φα­βο­ρί­τες.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­π’ τὸ Ἀ­γρί­νιο, ἴ­σως μά­λι­στα, νὰ εἴ­χα­με καὶ τί­πο­τε κοι­νοὺς προ­γό­νους – λή­σταρ­χους μὲ γε­νειά­δες ἀ­πὸ κα­πνό­φυλ­λα καὶ χαῖ­τες σκο­τει­νὰ ἐ­λα­το­δά­ση. Μοῦ μι­λοῦ­σε συ­χνὰ γιὰ τὸ χω­ριό του καὶ πῶς ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να τὸ ’68. Ἔ­ρι­χνα κι ἐ­γὼ μιὰ μα­τιά στίς κι­τρι­νι­σμέ­νες του φω­το­γρα­φί­ες κι ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­ρὰ, δί­χως χά­ρη το­πί­α ἔ­βλε­πα χω­ρι­α­τό­παι­δα ν’ ἀ­φή­νουν τὰ σπί­τια τους, γιά ν’ ἀ­να­ζη­τή­σουν μιὰ εὐ­και­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να.

       Ποῦ καὶ ποῦ ὁ Θα­νά­σης στα­μα­τοῦ­σε τὴν μη­χα­νὴ του γιὰ νὰ πι­εῖ μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ ἤ γιὰ νὰ πε­τά­ξει τὶς στά­χτες τοῦ τσι­γά­ρου του, κι ἦ­ταν τό­τε, ποὺ ἔ­λε­γε γιὰ τὸν με­γά­λο του γιὸ ποὺ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος κι ἂς ἤ­ξε­ρε γλῶσ­σες κι ἂς εἶ­χε πτυ­χί­α. Τὰ μά­τια μου ἔ­πε­φταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὶς τρί­χες γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ φαν­τα­ζό­μουν τὸν ἑ­αυ­τὸ μου, τ’ ἀ­δέλ­φια μου, τὰ παι­διά τοῦ Θα­νά­ση σὰν ἕ­ναν ἄ­μορ­φο σω­ρὸ ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὰ σκου­πί­δια ὅ­λων ἐ­κεί­νων που ἔ­λε­γαν πὼς κυ­βερ­νοῦν. Καὶ σὰν νὰ κα­τα­λά­βαι­να τό­τε τὸν Θα­νά­ση καὶ μπο­ρεῖ, μά­λι­στα, νὰ μὲ κα­τα­λά­βαι­νε κι ἐ­κεῖ­νος.

       Ὅ­ταν τὸ κού­ρε­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, μοῦ ’­δι­νε τὸ σα­κά­κι μου, ἔ­βα­ζε τὰ χρή­μα­τα στὸ τα­μεῖ­ο κι ἔ­κα­νε θέ­ση στὸν ἑ­πό­με­νο πε­λά­τη, νὰ κου­βεν­τιά­σουν μα­ζὶ γιὰ πο­δό­σφαι­ρο, γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ δὲν ἄλ­λα­ζε πο­ρεί­α. Αὐ­τὰ μέ­χρι νὰ τοὺς δι­α­κό­ψει ἡ Λύ­πη, ποὺ περ­νοῦ­σε κά­θε τό­σο μὲ τὴν κον­τή της φού­στα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ποιήματα, ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2019).

Πη­γὴ Κού­τση: Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;

 



Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;


ΟΝ ΕΙΔΕ νὰ κά­θε­ται στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θέ­ση ποὺ τὸν ἔ­βρι­σκε πάν­τα… Κά­θε πρω­ΐ. Σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ὁ ἥ­λιος ἔ­κα­νε τὸ πιὸ ὄ­μορ­φό του παι­χνί­δι. Ἔ­στελ­νε μιὰ ἡ­λι­α­χτί­δα του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρι­σκό­ταν τὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­νέ­μο­ρφο οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸ πι­α­τά­κι ποὺ κα­θό­ταν ὁ κα­φές της. Τῆς τὸ ἔ­δει­χνε κά­θε φο­ρὰ καὶ τῆς ἔ­σκα­γε ἕ­να φι­λὶ στὸ πρό­σω­πό της.

       Σή­με­ρα ἦ­ταν πο­λὺ θλιμ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει τοὺς κα­φέ­δες τους. Κοι­τοῦ­σε ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα του εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πό­κο­σμο. Πῆ­γε κον­τά του, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὸ σ’ ἀ­γα­πῶ της, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε. Θὰ μοῦ πεῖ σὲ λί­γο τί ἔ­χει. Τὸν χά­ι­δε­ψε στὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δι­κό της στὸν ὦ­μο του, ὅ­πως τοῦ ἄ­ρε­σε. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι μα­ζί του ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα καὶ ἔ­νι­ω­θε πὼς ὁ κό­σμος της ὅ­λος ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­φέ.

       Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ κλά­μα­τα. Οἱ λυγ­μοί του ἀ­κού­στη­καν μέ­χρι κά­τω καὶ ἡ σερ­βι­τό­ρα ἀ­νέ­βη­κε τρέ­χον­τας πά­νω νὰ δεῖ ἂν εἶ­χε γί­νει κά­τι. «Τὴν ἔ­νι­ω­σα» τῆς εἶ­πε. «Ἦρ­θε καὶ σή­με­ρα. Πο­τὲ δὲ λεί­πει. Πάν­τα ξέ­ρει ποῦ νὰ μὲ βρεῖ.»

       Πλή­ρω­σε τοὺς κα­φέ­δες μὲ χέ­ρια ποὺ ἔ­δει­χναν συν­τρι­βή. Φύ­λα­ξε τὸ βι­βλί­ο ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴν ψυ­χή του… Κά­θε πρω­ὶ τὸ ἔ­φερ­νε καὶ τῆς δι­ά­βα­ζε τοὺς στί­χους του, για­τὶ ἔ­τσι πί­στευ­ε ὅ­τι τὸν ἀ­κού­ει. Καὶ αὔ­ριο ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Θὰ πα­ράγ­γελ­νε τοὺς κα­φέ­δες τους. Καὶ ἂς εἶ­χε χα­θεῖ ἐ­κεί­νη γιὰ πάν­τα…



Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χο­λο­γί­α.


 

Χρῆστος Χαρτοματσίδης: Ἡ κόκκινη Ferrari


Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δης


Ἡ κόκ­κι­νη Ferrari


ΠΑΝΤΑ θὰ κυ­νη­γοῦ­σε τὴν κόκ­κι­νη Ferrari… Τὸ καμ­πρι­ο­λὲ εἶ­χε στα­μα­τή­σει δί­πλα του, στὰ φα­νά­ρια. Πρό­σε­ξε πρῶ­τα τὸ κο­ρί­τσι στὸ τι­μό­νι. Ξαν­θιὰ βέ­βαι­α, πὼς ἀλ­λι­ῶς, μὲ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου σὰν στέ­κα στὰ μαλ­λιά. Τὴν κοί­τα­ζε ἀ­χόρ­τα­γα. Τὸ κον­τὸ φό­ρε­μα ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὰ μαυ­ρι­σμέ­να της πό­δια.

        Ἡ κο­πε­λιὰ μί­λα­γε στὸ κι­νη­τὸ καὶ γε­λοῦ­σε. Εἶ­χε ἀ­έ­ρι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ἔ­νι­ω­σε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε πρά­σι­νο. Τὸ κο­ρί­τσι χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πά­τη­σε τὸ γκά­ζι. Ξύ­πνη­σε τὸ ἀ­γρί­μι. Βρυ­χή­θη­κε ὁ κι­νη­τή­ρας. Βι­ά­στη­κε κι αὐ­τὸς νὰ γκα­ζώ­σει. Σα­νί­δω­σε τὸ πεν­τάλ. Ἄλ­λα­ζε ἀγ­χω­μέ­νος τὶς τα­χύ­τη­τες. Νό­μι­ζε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει. Τοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς γιὰ κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα τρέ­χα­νε μα­ζί, ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λον… Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴν ξε­μεί­νει, ἔ­βλε­πε τὸ κόκ­κι­νο αὐ­το­κί­νη­το νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Τοῦ κόρ­να­ρε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Σὲ λί­γο… εἶ­χε χα­θεῖ…

        «Σί­γου­ρα θὰ πά­ει στὴν πα­ρα­λί­α.»

        Τὴν φαν­τά­στη­κε νὰ βγά­ζει μὲ χά­ρη τὸ λευ­κό της φό­ρε­μα γιὰ νὰ μεί­νει μὲ τὸ μα­γιό. Σὰν νὰ γδυ­νό­ταν μπρο­στά του κι ὄ­χι γιὰ τὴν θά­λασ­σα. Θὰ πή­γαι­νε νὰ τὴν βρεῖ! Νὰ τὴν προ­λά­βει! Οὔ­τε ποὺ πρό­σε­ξε τὰ σή­μα­τα ποὺ κά­να­νε οἱ ἀ­πέ­ναν­τι ὁ­δη­γοί. Καὶ τὸν τρο­χο­νό­μο τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τὸν εἶ­δε:

        «Ἔ­τρε­χες μὲ 150!»

        Δὲν τὸ πί­στευ­ε πὼς ἡ σα­κα­ρά­κα του μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει τέ­τοι­α τα­χύ­τη­τα. Ἀ­φοῦ τραν­τα­ζό­τα­νε ὁ­λό­κλη­ρη, ἕ­τοι­μη νὰ δι­α­λυ­θεῖ.

        «Πά­νε στὴ συ­νά­δελ­φο γιὰ τὴν κλή­ση!» τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ἡ ἀ­στυ­νο­μι­κί­να ἦ­ταν μὲ τὴν πλά­τη. Κά­τι ἔ­γρα­φε… Γι’ αὐ­τὸ ξαφ­νι­ά­στη­κε ὅ­ταν ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρό­σω­πό της. Σχε­δὸν ἴ­δια μὲ αὐ­τὴν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο καμ­πρι­ο­λέ! Τὰ ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, λι­γά­κι πιὸ ἁ­δρά, πιὸ γή­ι­να. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ξαν­θά, μό­νο ποὺ μα­ζε­μέ­να σὲ ἀ­λο­γο­ου­ρά! Ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ κον­τά τα βαμ­μέ­να βλέ­φα­ρα, τὰ γα­λα­νὰ μά­τια. Ἔ­νι­ω­σε τὸ ἄ­ρω­μά της… Τοῦ ἦρ­θε ζα­λά­δα.

        «Εἶ­στε κα­λά, κύ­ρι­ε;»

        «Ὄ­χι καὶ πο­λύ.» ψέλ­λι­σε σὰν φλῶ­ρος. «Θὰ φταί­ει… ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ σᾶς βλέ­πω ζων­τα­νά… κι ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρο!»

        Ἐν­τά­ξει, βλα­κεί­α ἦ­ταν, μὰ κά­τι ἔ­πρε­πε νὰ πεῖ.

        «Μή­πως νὰ σᾶς κά­νου­με ἀλ­κο­τέ­στ;» μού­τρω­σε ἡ ἄλ­λη.

        «Εἶ­στε τό­σο ἐν­τυ­πω­σια­κή!» συ­νέ­χι­σε μὲ θρά­σος. «Θὰ σᾶς πή­γαι­νε νὰ ὁ­δη­γού­σα­τε μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari!»

        «Σκέ­φτε­στε νὰ μοῦ προ­τεί­νε­τε μί­α Ferrari;»

        Τὸ βλέμ­μα της γλί­στρη­σε πρὸς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του. Του­λά­χι­στον νὰ τὸ εἶ­χε πλύ­νει.

        «Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα!»

        Τὸν κοί­τα­ξε εἰ­ρω­νι­κά:

        «Προ­σπα­θεῖ­τε νὰ μὲ κα­λο­πι­ά­σε­τε γιὰ τὴν κλή­ση;»

        Μᾶλ­λον τὸν θε­ω­ροῦ­σε ἐ­λε­ει­νό.

        «Δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ κλή­ση!»

        «Θὰ ἔ­πρε­πε! Ἔ­χε­τε τά­ση γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νες συμ­πε­ρι­φο­ρές!»

        Ἐ­πι­τέ­λους χα­μο­γέ­λα­σε. Κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά.

        Ἔ­κα­νε πὼς δι­στά­ζει, σὰν νὰ μά­ζευ­ε τὸ θάρ­ρος νὰ τῆς προ­τεί­νει:

        «Θέ­λεις νὰ βγοῦ­με μα­ζί;»

        Ἀ­συ­νεί­δη­τα εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν ἑ­νι­κό. Ἐ­κεί­νη στα­μά­τη­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ χαρ­τιά. Ἴ­σως ὑ­πῆρ­χε ἐλ­πί­δα:

        «Δὲν βγαί­νω μὲ πα­ρα­βά­τες!»

       «Θὰ συμ­μορ­φω­θῶ! Τὸ ὑ­πό­σχο­μαι!» με­τὰ συ­νέ­χι­σε μὲ πά­θος: «Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω… στὴν πα­ρα­λί­α!»

        «Τὴν κλή­ση δὲν τὴν γλι­τώ­νε­τε!»

        «Θὰ εἶ­μαι ἐ­κεῖ! Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω!»

        Ἐν­τε­λῶς τυ­πι­κά τοῦ πα­ρέ­δω­σε τὸ χαρ­τί. Πῆ­γε κά­τι νὰ πεῖ, μὰ τὴν δι­έ­κο­ψε:

        «Πές μου ὅ­τι θὰ ἔρ­θεις!»

        «Ἴ­σως…» χα­μο­γέ­λα­σε: «Μὲ μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari…».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δη­ς (Σό­φια, 1954) Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­ευ­θυν­τὴς Μι­κρο­βι­ο­λο­γί­α­ς στὸ Γε­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κο­μο­τη­νής. Γνω­ρί­ζει βουλ­γα­ρι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κά. Τὸ 1980 δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ 2ο Βρα­βεῖ­ο στὸν Παν­βουλ­γα­ρι­κὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ 1990 ἀ­πέ­σπα­σε τὸ 2ο βρα­βεῖ­ο στὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου “Χ.Γ. Δά­νωφ” καὶ τοῦ Δή­μου Φι­λιπ­πού­πο­λης γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κι­θα­ρί­στας σὲ τα­βέρ­να. Τὸ 2003 τὸ ΔΗΠΕΘΕ Κο­μο­τη­νῆς πα­ρου­σί­α­σε τά δύ­ο του μο­νό­πρα­κτα Τό ἀ­σαν­σὲρ καὶ Ἡ ἔ­ξο­δος με­τὰ τὶς 6μμ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Τὸ 2008 τὸ Κρα­τι­κὸ Θέ­α­τρο τῆς πό­λης Σι­λί­στρα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας πα­ρου­σί­α­σε τὸ θε­α­τρι­κό του ἔρ­γο Οἱ ἐ­φιά­λτες τοῦ δή­μιου Σαν­σόν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή: Ὁ ξέ­νος (1986) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Λί­λια, (θε­α­τρι­κό, Μαν­δρα­γό­ρας, 2016). Τὸ δι­ή­γη­µ­α Ὁ Σοῦ­περ G ἀ­πὸ τὴν Καλ­κάν­τζα ἐ­ξε­δό­θη στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ µ­ἐ τί­τλο Ἱ­ε­ρὸ παι­δί.



		

	

Νίκος Τακόλας: Ἡ Μαναμάνα


Νί­κος Τα­κό­λας


Ἡ Μα­να­μά­να


Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑ ἦ­ταν Ἀ­γλα­ΐα. Ὅ­ταν τὴ γνώ­ρι­σα μι­κρός, εἶ­χε πε­ρά­σει τὰ 70 καὶ ἔ­ζη­σε μέ­χρι κον­τὰ τὰ 100. Ἡ ἄ­φθαρ­τη θε­ό­τη­τα τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ δι­καί­ου τὴν ἀν­τά­μει­ψε γιὰ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ποὺ πρό­σφε­ρε στὸν κό­σμο, κα­τα­χω­ρών­τας την στὴν ἀ­νε­ξί­τη­λη συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη. Πα­νύ­ψη­λη, κα­λο­στε­κού­με­νη ὀ­στε­ϊ­κή, μορ­φὴ Ὁ­σί­ας, μὲ κά­τι πα­πού­τσια πε­ρί­ερ­γα μὲ χον­τρὸ τε­τρά­γω­νο τα­κού­νι, ἀ­συ­νή­θι­στο στὴν ἐ­πο­χή της. Ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νη, εἶ­χε καὶ ἄν­τρα καὶ γιό. Μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ κό­σμου. Ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­να τὰ ὀρ­φα­νὰ καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­να τῶν πο­λέ­μων. Ἀ­νὰ λί­γες ὧ­ρες, μοῦ μο­λο­γοῦ­σαν, ἔ­βγαι­νε καὶ μοί­ρα­ζε συσ­σί­τιο στὰ ἀ­προ­στά­τευ­τα ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά της. Καὶ τὰ παι­διὰ τὴν ἔ­βα­ζαν στὴ μέ­ση μὲ τεν­τω­μέ­να χέ­ρια, στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο καὶ τὴν προ­σμο­νὴ στὰ μά­τια. Ἐ­μέ­να Μά­να, Μά­να. Ἐ­μέ­να. Καὶ κεί­νη ξε­χώ­ρι­ζε τὰ πο­νη­ρὰ χε­ρά­κια ποὺ ἁ­πλώ­νον­ταν γιὰ νὰ πά­ρουν καὶ δεύ­τε­ρη με­ρί­δα καὶ τὰ χτυ­ποῦ­σε μὲ ἕ­να μι­κρὸ ξυ­λά­κι, σὰ μπαγ­κέ­τα μα­έ­στρου. «Θὰ φᾶς πολ­λὲς ἂν ἐ­πι­μέ­νεις, ἐ­ξυ­πνά­κια», ἔ­λε­γε τά­χα­μου αὐ­στη­ρά. Ἔ­πρε­πε τὸ φαῒ νὰ φτά­σει γιὰ ὅ­λα. Μαν­τή­λα κα­φέ, μὲ κρόσ­σια, βαλ­κα­νι­κὴ ἀ­νά­μι­κτη φο­ρε­σιὰ στο­λὴ ὁ­λό­κλη­ρη πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο γι­λέ­κι, φό­ρε­μα κα­φὲ μὲ μπορ­ντοῦ­ρες κί­τρι­νες, κα­θα­ρὲς καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­νες, τὰ μαλ­λιὰ δυ­ὸ κο­τσί­δες κο­ρι­τσί­στι­κες στὸ στῆ­θος της, μέ­χρι τὴ μέ­ση σχε­δόν. Τὸ στό­μα της ὀ­πι­σθο­χω­ροῦ­σε σὲ κά­θε χα­μό­γε­λό της, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς κά­τι­σχνους, ἀ­φή­νον­τας μιὰ τρύ­πα μι­κρὴ στρόγ­γυ­λη, χω­ρὶς πολ­λὰ δόν­τια. Τὰ μά­τια της ἀ­νοι­χτο­γά­λα­ζα, λί­γο θο­λά, μὰ κα­λο­συ­νά­τα καὶ στὸ ἡ­φαι­στεια­κὸ βλέμ­μα της ὧ­ρες-ὧ­ρες μα­ζευ­ό­ταν ὅ­λη ἡ γλύ­κα της, ποὺ ἰ­σο­πέ­δω­νε κά­θε ἐμ­πό­διο. Τὸ κο­πά­δι τῶν ὀρ­φα­νῶν καὶ πει­να­σμέ­νων παι­δι­ῶν με­γά­λω­νε συ­νε­χῶς. Λί­γο οἱ θά­να­τοι γο­νι­ῶν ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες καὶ κα­κου­χί­ες, λί­γο ἡ ἀ­νέ­χεια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ πλη­ρω­μέ­νες υἱ­ο­θε­σί­ες μὰ καὶ σὲ ἐγ­κα­τά­λει­ψη παι­δι­ῶν, τὰ ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­α καὶ τὰ οἰ­κο­τρο­φεῖ­α γέ­μι­ζαν καὶ πε­ρίσ­σευ­αν ὀρ­φα­νά, ἐ­νῶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χαν καὶ τὰ πα­ρα­πε­τα­μέ­να ἀ­π’ τὴ γέν­να τους παι­διὰ ποὺ ξέ­με­ναν στὸ δρό­μο. Ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ μέ­ρα ἀρ­κε­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ κα­τέ­λη­γαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι της. Μά­να, Μά­να πει­νᾶ­με καὶ ἔ­κλαι­γαν νὰ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά. Καὶ ἡ για­γιὰ Ἀ­γλα­ΐ­α στὴν ἀρ­χὴ τὰ ἔ­παιρ­νε μὲ τὸ ἄ­γριο, γιὰ νὰ σκλη­ρύ­νουν καὶ νὰ μά­θουν νὰ μὴν κλαῖ­νε καὶ με­τὰ κλει­νό­ταν μέ­σα κά­νον­τας πυ­ρε­τω­δῶς ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἀ­πὸ ψω­μὶ μὲ ζά­χα­ρη καὶ λά­δι ἢ ζά­χα­ρη καὶ νε­ρό, μέ­χρι ψω­μὶ μὲ ἐ­λι­ὲς ἢ τυ­ρί, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν κί­τρι­να τυ­ριὰ ἀ­πὸ ξέ­νες βο­ή­θει­ες, ἀ­με­ρι­κά­νι­κες προ­παν­τός. Πάν­τα βά­στα­γε ἕ­να κι­ού­πι μὲ ἐ­λι­ές, πι­κρῆς ποι­κι­λί­ας ἐ­κεῖ στὰ ὀ­ρει­νά, μὰ ποι­ός νοι­α­ζό­ταν καὶ στὶς γι­ορ­τὲς κα­νό­νι­ζε καὶ γιὰ κα­μιὰ κον­σέρ­βα χοι­ρι­νό. Καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε γιὰ τὰ προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να καὶ ἡ κα­τσα­ρό­λα, μὲ ὄ­σπρια ἢ δη­μη­τρια­κά. Τὸ ρύ­ζι καὶ τὰ κρι­θα­ρά­κια στὴ χού­φτα, τὰ ζου­με­ρὰ σὲ κε­σε­δά­κια. Ἡ γει­το­νιὰ ἐ­νο­χλού­νταν, ἰ­δί­ως ἀ­π’ τὴν ἰα­χὴ «Μά­να, Μά­να» καὶ τῆς ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση, ἰ­δί­ως γιὰ τὶς φω­νές τους. Τὴ θε­ω­ροῦ­σαν τρε­λὴ κι ἀλ­λό­κο­τη, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲν πλη­σί­α­ζε πο­τὲ στὶς πα­ρέ­ες τους. Εἶ­χε τὴ δι­κή της ἀ­πο­στο­λή. Κι ὅ­σο τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν τό­σο καὶ ὅ­λοι ξέ­χνα­γαν τὸ ὄ­νο­μά της —Ἀ­γλα­ΐα— καὶ υἱ­ο­θε­τοῦ­σαν τὸ ὄ­νο­μα ποὺ τῆς ἔ­δω­σαν τὰ παι­διὰ «Μά­να, Μά­να». Κι αὐ­τὸ σι­γὰ σι­γὰ ἐ­ξε­λί­χτη­κε καὶ ἔ­μει­νε στὴν το­πι­κὴ μνή­μη μο­νο­λε­κτι­κό, «Μα­να­μά­να».

        Στὴν κη­δεί­α της οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες ἦ­ταν λί­γοι, τὸ ἴ­διο καὶ οἱ συγ­γε­νεῖς ποὺ τὴν ἀ­πο­μό­νω­σαν γιὰ τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες της. Μὰ ὑ­πῆρ­χαν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ἀ­γό­ρια καὶ κο­ρί­τσια, παι­διὰ τοῦ πο­λέ­μου, τῆς φτώ­χειας καὶ τῶν ἐμ­φυ­λί­ων, πά­νω κά­τω 30 χρο­νῶν, μὲ πρη­σμέ­να μά­τια ποὺ ἔ­κλαι­γαν βου­βὰ καὶ χώ­ρια, ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα. Αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νί­κος Τα­κό­λας (Λά­ρι­σα) καὶ με­γά­λω­σε στὰ Γρε­βε­νά. Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κός. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τὸ κρυμ­μέ­νο ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τοῦ Ζο­ζὲφ Ἰ­νεμ­πρά­ο (δι­η­γή­μα­τα, Ἕ­νε­κεν, 2011), τε­λευ­ταῖ­ο του Τὸ κά­στρο τῆς νι­φά­δας (Νη­σί­δες, 2016) Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ κρι­τι­κὴ καὶ τὸ πο­λι­τι­κὸ δο­κί­μιο.