Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη: Πέ­τρα μνή­μης



Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


Πέ­τρα μνή­μης


ΜΠΟΖΤΖΙΝ, ὁ μο­νό­φθαλ­μος μαῦ­ρος γά­τος, μπαι­νο­βγαί­νει στὴ συ­να­γω­γὴ λὲς καὶ ὁ τό­πος ὅ­λος τοῦ ἀ­νή­κει. Ἐ­πο­πτεύ­ει σὰ δει­νὸς κύ­κλω­πας ὁ τρυ­φε­ρὸς γα­τού­λης ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν καὶ τοῦ συγ­χω­ροῦν πὼς γε­μί­ζει μὲ τρί­χες τὰ ροῦ­χα τους ὅ­ταν τὴν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς σκαρ­φα­λώ­νει καὶ τρί­βε­ται στὶς πο­δι­ές τους. Μιὰ μέ­ρα ὁ Μποζ­τζὶν μὲ στρι­φο­γύ­ρι­ζε καὶ ἀ­πὸ δῶ μ’ εἶ­χε ἀ­πὸ κεῖ μ’ εἶ­χε μέ ’­κα­νε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε τὴν στρι­φο­γυ­ρι­στὴ με­ταλ­λι­κὴ σκά­λα, θρο­νι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­λὶ καὶ κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ. Μό­λις ἔ­κα­να νὰ φύ­γω κα­τέ­βαι­νε καὶ πά­λι μὲ τρι­γύ­ρι­ζε σὰ νὰ μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸν τρό­πο του πρὸς τὰ πί­σω. Κι ἔ­πει­τα ἀ­νέ­βαι­νε πά­λι τὴ σκά­λα καὶ θρο­νι­α­ζό­ταν καὶ μοῦ γούρ­λω­νε τὸ μά­τι του. Παίρ­νω ὅρ­κο πὼς τὸ βλέμ­μα του ἔ­πε­φτε πό­τε σὲ μέ­να πό­τε σ’ ἕ­ναν ἀπ΄ τοὺς τά­φους λὲς κι ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­α­βά­σω τὴν χα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­γρα­φή του. Ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ κα­θα­ρί­ζω τὴν πλά­κα κεί­νου τοῦ τά­φου ἀ­π’ τὰ πε­σμέ­να ξε­ρὰ φύλ­λα ποὺ τὴν εἶ­χαν σκε­πά­σει.

       Προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ μὰ δὲν τὰ κα­τά­φερ­να. Θύ­μω­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου, τό­σο ἀ­δι­όρ­θω­τα ἀ­πει­θάρ­χη­τος, ποὺ σχε­δὸν δυ­ὸ χρό­νια ἀ­φό­του εἶ­χα ξε­κι­νή­σει νὰ μα­θαί­νω ἑ­βρα­ϊ­κὰ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λευ­ό­μουν στὴν ἀ­νά­γνω­ση.

       Κοί­τα­ξα πά­λι τὸν Μποζ­τζίν, «Τί θέ­λεις πιά; Ἔ­χου­με καὶ δου­λει­ές!» Κι ἔ­φυ­γα πρὶν προ­λά­βει νὰ ξα­να­κα­τε­βεῖ ἀ­πὸ τὴ σκά­λα.

       Τὸ ἴ­διο βρά­δυ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο:

       Ἤ­μουν λέ­ει μέ­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι. Ὅ­μως τὸ πη­γά­δι ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­χε κα­θό­λου νε­ρό. Μό­νο στὶς πο­λὺ σκο­τει­νὲς με­ρι­ές του ἔ­βλε­πα κά­τι σὰ σκι­ὲς ποὺ σέρ­νον­ταν ἐ­πά­νω στὰ χτι­στὰ τοι­χώ­μα­τα. Φο­βό­μουν καὶ φώ­να­ζα μὰ δὲν μ’ ἄ­κου­γε κα­νέ­νας. Γο­νά­τι­σα κι ἄρ­χι­σα νὰ προ­σεύ­χο­μαι. Ἔ­νι­ω­σα τό­τε τὶς σκι­ὲς νὰ πλη­σιά­ζουν, νὰ ἕρ­πουν σχε­δὸν δί­πλα μου. Ἔ­πει­τα ὁ νοῦς μου πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ λα­χτά­ρη­σα μὰ ποὺ δὲν εἶ­χα τολ­μή­σει πο­τὲ νὰ ξε­κι­νή­σω στὴ ζω­ή μου, ἀ­π’ τὶς γεύ­σεις ὅ­λων ἐ­κεί­νων ποὺ ἄρ­χι­σα μὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τέ μου νὰ τε­λει­ώ­σω. Γεύ­σεις ποὺ δάγ­κω­ναν μὲ τὴν πί­κρα τους καὶ ἄρ­χι­σα νὰ κλαί­ω. Ὥ­σπου μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ ξε­ρὰ φύλ­λα μὲ σκέ­πα­σαν. Κο­λύμ­πη­σα ἀ­νά­με­σα στὰ φύλ­λα λὲς καὶ βρι­σκό­μου­να σὲ θά­λασ­σα ὥ­σπου ἔ­φτα­σα στὸ χεῖ­λος καὶ ἔ­τσι ἐ­πι­τέ­λους βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ πη­γά­δι.

       Πέ­ρα­σε και­ρὸς μὰ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­παλ­λα­γῶ ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ μοῦ ’­χε ἀ­φή­σει τὸ ὄ­νει­ρο. Πῆ­γα πά­λι στὴ συ­να­γω­γὴ καὶ ξα­να­περ­πά­τη­σα στὴν πί­σω αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν ραβ­βί­νων. Ὁ Μποζ­τζὶν ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στὴν ἄ­κρη ἐ­κεί­νου τοῦ τά­φου ποὺ εἶ­χα κα­θα­ρί­σει ἀ­π’ τὰ φύλ­λα καὶ γουρ­γού­ρι­ζε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Ὁ τά­φος ἦ­ταν ἀ­κό­μη κα­θα­ρός. Ἔ­σκυ­ψα καὶ πῆ­ρα μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μιὰ μι­κρὴ πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα. Τὴν ἀ­κούμ­πη­σα ἐ­πά­νω στὸν τά­φο. Δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α πιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νε­κροῦ. Αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ πέ­τρα ἦ­ταν στ’ ὄ­νο­μά του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐπίσης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶτο της βιβλίο Ἀ­ρα­δὴ­ν (ποίηση, Publibook 2010).

Advertisements

Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf): Μει­ω­μέ­νη βα­ρύ­τη­τα



Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf)


Μει­ω­μέ­νη βα­ρύ­τη­τα

(Gravity reduced)


ΡΩΤΑ τὸ κα­τα­λά­βα­με ἀ­π’ τὰ κέρ­μα­τα. Τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, μιὰ Τρί­τη, πέ­σα­με γιὰ ὕ­πνο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο καί, κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲς στὴ νύ­χτα, ἡ ἕλ­ξη τῆς γῆς χα­λά­ρω­σε. Ξυ­πνή­σα­με ἀ­νά­με­σα σὲ δε­κά­ρες καὶ πεν­τά­ρες ποὺ ἐ­πέ­πλε­αν πά­νω ἀ­π’ τὸ κο­μο­δί­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο εἴ­χα­με ἀ­δειά­σει τὶς τσέ­πες μας, τὰ χτε­σι­νὰ ψι­λὰ αἰ­ω­ρού­με­να στὸν ἀ­έ­ρα σὰν μον­τέ­λο ἡ­λια­κοῦ συ­στή­μα­τος.

       Εἴ­δα­με τὰ παι­διά μας νὰ περ­πα­τοῦν στὸν ἀ­έ­ρα, τὰ πό­δια τους δι­έ­σχι­ζαν τὸ κε­νὸ λί­γα μό­λις ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ πά­τω­μα. Ὅ­ταν ση­κω­θή­κα­με ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, τὸ νι­ώ­σα­με πὼς οἱ φτέρ­νες μας δὲν βυ­θί­στη­καν ἀ­κρι­βῶς στὸ χα­λί. Τέ­λος οἱ πα­τη­μα­σι­ές. Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ μπά­νιου εἴ­δα­με τὰ μαλ­λιά μας νὰ ἀ­νε­μί­ζουν μα­κριὰ ἀπ’ τὰ πρό­σω­πά μας, ἐ­λεύ­θε­ρα καὶ ἀ­τί­θα­σα, ἕ­να καρ­του­νί­στι­κο πορ­τρέ­το ἔκ­πλη­ξης.

       Ἀ­να­κα­λύ­ψα­με νέ­ους τρό­πους νὰ κρα­τᾶ­με τὰ πράγ­μα­τα στὴ γῆ. Σύν­το­μα, τὰ σοῦ­περ-μάρ­κετ ξέ­μει­ναν ἀ­πὸ κολ­λη­τι­κὴ ται­νί­α καὶ αὐ­το­κόλ­λη­τα Velcro, χρή­σι­μα γιὰ νὰ κολ­λή­σει κα­νεὶς μπου­κά­λια καὶ κου­τιὰ πά­νω στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει στὴ θέ­ση τους τὰ μπιμ­πε­λὸ στὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο, τὰ φω­τι­στι­κὰ στὸ τρα­πε­ζά­κι. Προ­σθέ­σα­με πόρ­τες στὰ ρά­φια μας γιὰ νὰ κρα­τή­σουν τὰ βι­βλί­α νὰ μὴν πέ­σουν καὶ κρα­τᾶ­με πάν­τα σπάγ­κο γιὰ νὰ δέ­σου­με ὁ­τι­δή­πο­τε κιν­δυ­νεύ­ει νὰ πλεύ­σει μα­κριά. Κα­νεὶς δὲν φο­ρά­ει πιὰ φοῦ­στες. Προ­σπα­θοῦ­με νὰ προ­σαρ­μο­στοῦ­με.

       Τὸ φαῒ εἶ­ναι ἀ­κό­μα δύ­σκο­λο. Ὁ που­ρὲς πε­ρι­φέ­ρε­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι, τὰ πο­τὰ δὲν μέ­νουν στὸ πο­τή­ρι. Προ­σθέ­του­με πε­ρισ­σό­τε­ρο βού­τυ­ρο στὴ συν­τα­γὴ μὲ τὶς πα­τά­τες στὴν προ­σπά­θειά μας νὰ γί­νει πιὸ βα­ρὺς καὶ γλεί­φου­με τὶς στα­γό­νες νε­ροῦ στὸν ἀ­έ­ρα, ὅ­πως τὰ παι­διὰ κυ­νη­γᾶ­νε νι­φά­δες χι­ο­νιοῦ μὲ τὴν γλώσ­σα τους.

       Σ’ ἕ­ναν κό­σμο χω­ρὶς βα­ρύ­τη­τα δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ κα­τα­κρή­μνι­ση, κι ἔ­τσι μᾶς λεί­πει ἡ βρο­χή. Τὰ σύν­νε­φα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν τὸ νε­ρὸ ποὺ ἔ­χουν συγ­κρα­τή­σει καὶ οἱ στα­γό­νες συσ­σω­ρεύ­ον­ται ὅ­λες μα­ζὶ καὶ στρο­βι­λί­ζον­ται ψη­λὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται κα­ται­γί­δα, κοι­τά­ζου­με πά­νω καὶ εἶ­ναι σὰν νὰ βλέ­που­με τὸν οὐ­ρα­νὸ μέ­σα ἀ­π’ τὸν βυ­θὸ μιᾶς λί­μνης, ὁ ἥ­λιος φαί­νε­ται θαμ­πὸς πί­σω ἀ­π’ τὸ σεν­τό­νι τοῦ νε­ροῦ, μα­κριὰ πά­νω ἀ­π’ τὰ μά­τια μας. Χω­ρὶς τὶς βρο­χο­πτώ­σεις, τὸ γρα­σί­δι ξε­ραί­νε­ται, κι ἔ­τσι κου­ρέ­ψα­με τὸ γκα­ζὸν μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Τὰ κομ­μέ­να ὑ­πο­λείμ­μα­τα γε­μί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα γύ­ρω μας, χοῦ­φτες ἀ­πὸ κομ­φε­τὶ ποὺ δὲν θὰ πέ­σουν κά­τω πο­τέ.

       Κά­θε πρω­ὶ ὅ­ταν ἀ­νοί­γου­με τὶς ντου­λά­πες μας, τὰ μα­νί­κια ἀ­π’ τὰ που­κά­μι­σά μας ἀ­νε­μί­ζουν στὸν ἀ­έ­ρα, προ­σπα­θοῦν νὰ φτά­σουν κά­τι ποὺ δὲν βλέ­που­με. Κα­μιὰ φο­ρά, κα­θὼς δι­α­σχί­ζου­με τὸ χώλ, μᾶς ξαφ­νιά­ζει ἡ θέ­α κά­ποι­ου φου­λα­ριοῦ ποὺ λύ­θη­κε, ἕ­να με­τα­ξω­τὸ φάν­τα­σμα στὸ κε­νὸ ποὺ γλι­στρᾶ ἀ­θό­ρυ­βα μέ­σα στὸ σπί­τι.

       Φω­νά­ζουν τό­σα πράγ­μα­τα στὸν κό­σμο αὐ­τό. Οἱ ἀ­σπι­ρί­νες κρο­τα­λί­ζουν μέ­σα στὸ πλα­στι­κὸ κου­τί τους, τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κου­δου­νί­ζουν πί­σω ἀ­π’ τὰ κλει­στὰ συρ­τά­ρια τῆς κου­ζί­νας.  Κοῦ­κλες ποὺ χτυ­πᾶ­νε τὸ κα­πά­κι τοῦ κου­τιοῦ τους. Ὅ­λα ὅ­σα προ­σπα­θού­σα­με νὰ συγ­κρα­τή­σου­με, ξε­χύ­νον­ται ἐ­λεύ­θε­ρα. Μέ­χρι καὶ τὸ φεγ­γά­ρι πι­σω­γύ­ρι­σε πιὸ μα­κριὰ μέ­σα στὸ φόν­το τοῦ οὐ­ρα­νοῦ.

       Ὅ­ταν ὁ θό­ρυ­βος γί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ δυ­να­τός, περ­πα­τᾶ­με μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεῖ ποὺ βλέ­πει κα­νεὶς τὸν ὠ­κε­α­νὸ ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο, καὶ τὰ ἀ­φτιά μας γε­μί­ζουν ἀπ’ τὴν ἡ­συ­χί­α αὐ­τῆς τῆς ἀ­κτῆς δί­χως κύ­μα­τα. Κα­λύ­πτου­με τὸ πρό­σω­πο μας πί­σω ἀ­πὸ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου καὶ μαν­τή­λια ποὺ κρα­τοῦν τοὺς ἐ­λεύ­θε­ρους κόκ­κους τῆς ἄμ­μου μα­κριὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια μας.

       Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ γῆ θὰ θυ­μη­θεῖ τὸν πα­λιό της ἑ­αυ­τὸ καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τα θὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ. Ζοῦ­με μέ­σα στὸν μό­νι­μο φό­βο μή­πως ἔ­χου­με ξε­χά­σει κά­τι νὰ δέ­σου­με. Φαν­τα­ζό­μα­στε τὸ μα­χαί­ρι κά­ποι­ου σὲφ νὰ γλι­στρᾶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν ξύ­λι­νη θή­κη του καὶ νὰ προ­σγει­ώ­νε­ται μπρο­στὰ στὰ πό­δια κά­ποι­ου παι­διοῦ. Βλέ­που­με τοὺς πι­λό­τους ποὺ μα­θαί­νουν νὰ πε­τοῦν μέ­σα στὸν νέ­ο οὐ­ρα­νὸ κι ἀ­κοῦ­με τὰ οὐρ­λια­χτά τους κα­θὼς τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να κλί­νουν ἀ­πό­το­μα πρὸς τὸ ἔ­δα­φος.

       Ἐλ­πί­ζου­με.

       Κα­νεὶς δὲν μι­λά­ει γι’ αὐ­τό, ἀλ­λὰ με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς πι­στεύ­ου­με πὼς ἡ χα­λά­ρω­ση ἔ­χει μό­λις ἀρ­χί­σει, πὼς ὅ,τι κι ἂν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴν γῆ στα­θε­ρὴ ἔρ­χε­ται ὁ και­ρὸς ποὺ θὰ ἀρ­χί­σει τε­λι­κὰ νὰ χαί­νει. Φαν­τα­ζό­μα­στε τοὺς ἑ­αυ­τούς μας, τὰ παι­διά μας καὶ τὰ σπί­τια μας καὶ τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τέ­ψα­με στὶς αὐ­λές μας, ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χου­με ρι­ζώ­σει στὸ ἔ­δα­φος, νὰ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὴν λά­σπη καὶ νὰ ἀ­νυ­ψώ­νον­ται. Βλέ­που­με στὸ μέλ­λον τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν πό­λε­ων, σει­ρὲς ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ ἀ­πο­σχί­ζον­ται, τὰ κτί­ρια μοιά­ζουν μὲ παι­δι­κὰ δόν­τια ποὺ πέ­φτουν ἀ­π’ τὴν γῆ. Ὅ­ταν ὁ κό­σμος μας δὲν θὰ εἶ­ναι πλέ­ον ἀρ­κε­τὰ στέ­ρε­ος ὥ­στε νὰ μᾶς κρα­τή­σει στὴ θέ­ση μας, θὰ ἐ­κτρο­χι­α­στοῦ­με ὅ­λοι μα­κριὰ σὰν ἕ­να σύμ­παν ποὺ δι­α­στέλ­λε­ται.

       Γιὰ τὴν ὥ­ρα τὰ κα­τα­φέρ­νου­με. Ὅ­ταν τὰ παι­διά μας, μὲ μιὰ χα­ρὰ ποὺ δὲν ἔ­χει συ­ναί­σθη­ση τοῦ κιν­δύ­νου, ἐ­πι­δει­κνύ­ουν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ πε­τοῦν, χα­μο­γε­λᾶ­με συμ­βα­τι­κά.

       Τὴ νύ­χτα, κα­θὼς κλεί­νου­με τὰ μά­τια μας σ’ αὐ­τὴ τὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, σκε­φτό­μα­στε τὰ παι­διὰ ποὺ γεν­νή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν χα­λά­ρω­ση καὶ με­τά, πὼς μπο­ρεῖ νὰ μὴν κα­τα­λά­βουν πο­τὲ τὸ νό­η­μα τοῦ ἴ­διου τους τοῦ βά­ρους.

       Σ’ ὅ­λη τὴν ὑ­φή­λιο οἱ γο­νεῖς δέ­νουν κορ­δέ­λες στοὺς ἀ­στρα­γά­λους τῶν μω­ρῶν ποὺ γεν­νι­οῦν­ται κά­θε βρά­δυ. Τυ­λί­γουν τὴ μιὰ ἄ­κρη γύ­ρω ἀ­π’ τὸ κάγ­κε­λο τῆς κού­νιας ἢ γύ­ρω ἀ­π’ τὸν καρ­πό τους πρὶν πέ­σουν γιὰ ὕ­πνο, κρα­τών­τας τη σφι­χτὰ κον­τά τους. Τὰ παι­διὰ ἀ­νε­μί­ζουν σὰν χαρ­τα­ε­τοὶ κά­τω ἀ­π’ τὰ σκο­τει­νὰ τα­βά­νια τῶν ὑ­πνο­δω­μα­τί­ων. Κοι­μοῦν­ται βα­θιά, ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀ­π’ τὸν πα­ρά­δο­ξο αὐ­τὸ νέ­ο κό­σμο. Τὰ μι­κρά τους σώ­μα­τα θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μα πὼς νὰ πλέ­ουν.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα SmokeLong Quarterly, στὶς 30 Ἰανουαρίου 2017.

Κά­ρα Ὄ­ου­κλιφ (Kara Oakleaf). Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ Monkeybicycle, Ta­ho­ma Li­te­ra­ry Re­view, Nim­rod κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Wa­shington In­de­pen­dent Re­view of Books. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τo­ῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A Program)  τοῦ George Mason U­ni­ver­si­ty καὶ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ φε­στι­βὰλ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Λένω



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Λέ­νω


ΤΑΝ ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ ἐν­νέ­α ἀ­δελ­φὲς ἡ Λέ­νω τῆς Ἀρ­γύ­ρως. Ὁ πα­τέ­ρας της, τσέ­λιγ­κας με­τρη­μέ­νος καὶ νοι­κο­κύ­ρης, μοί­ρα­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α ποὺ ἀ­πέ­με­νε ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­νω­τὲς κα­κο­τυ­χί­ες σὲ προῖ­κες. Στὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πέ­μει­νε μό­νο τὸ δι­πλό­σπι­το. Στὸ ὅ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης πάν­τα, εἶ­δε στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της νὰ φεύ­γει ἡ τουρ­κι­κὴ φρου­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ὀ­ρει­νὸ βλα­χο­χώ­ρι, στὰ τριά­ντα δύ­ο της νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν ἀν­δρι­κὰ ρά­κη ἀ­πὸ τὴ μι­κρα­σι­α­τι­κὴ ἐκ­στρα­τεί­α, στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρα νὰ μι­σο­χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ τὸν πρῶ­το της ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό, σφαγ­μέ­νο ἀ­πὸ λη­στρι­κὸ χέ­ρι, στὰ τρι­άν­τα ­πέν­τε νὰ παν­τρεύ­ε­ται τὸν κου­νιά­δο της, στὰ σα­ράν­τα ἑ­πτά της νὰ τὴν στέλ­νει τὸ κα­θε­στὼς τοῦ Με­τα­ξὰ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ μά­θει ἑλ­λη­νι­κά, στὰ πε­νῆν­τα της νὰ εἰ­σβά­λει γερ­μα­νι­κὸς στρα­τὸς στὸ χω­ριὸ ποὺ δὲν πα­τοῦ­σε ἄν­θρω­πος οὔ­τε ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα, στὰ πε­νῆν­τα ἕ­ξι της νὰ ἐ­κτο­πί­ζε­ται λό­γῳ ἐμ­φυ­λί­ου μα­ζὶ μὲ τοὺς συγ­χω­ρια­νοὺς στὸ Με­τσο­βο, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­να της νὰ χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ φο­νι­κό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­ξι της νὰ χά­νει τὸν μι­κρό της γιό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἑ­πτά της νὰ χά­νει τὸν πρῶ­το της ἐγ­γο­νὸ καὶ στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα δύ­ο τὸν δεύ­τε­ρο, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα πέν­τε της νὰ φεύ­γει ὁ με­γά­λος γιὸς μὲ τὴ νύ­φη της ἐ­σω­τε­ρι­κὸς με­τα­νά­στης στὴν Ἀ­θή­να κι ἐ­κεί­νη νὰ ἀ­να­λαμ­βά­νει τὴ φρον­τί­δα τρι­ῶν μι­κρῶν, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα ἐν­νέ­α της νὰ με­τα­να­στεύ­ει μὲ τὰ τρί­α μι­κρὰ στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Στὰ ὀ­γδόν­τα ἕ­ξι της αὐ­τὰ τὰ κο­ρε­σμέ­να γα­λα­νὰ μά­τια ἔ­κλει­σαν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ τὸ καμ­που­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ γῆ τῶν προ­γό­νων. Τὸ ἴ­χνος της ἔ­γι­νε ἀ­νορ­θό­γρα­φη ἐ­πι­γρα­φὴ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α: «Σή­με­ρα 16 Νο­εμ­βρί­ου 1976 ἀ­πε­βί­ο­σε ἡ μη­τέ­ρα μου Ε.Α.», κι ἂς μὴν ἔ­μα­θε πο­τέ της ἡ ἴ­δια τὴν ἐ­πί­ση­μη γλώσ­σα.


12


Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ: Live your myth in Greece



Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ

Live your myth in Greece

(με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ μὲ τὸ πρό­γραμ­μα google-translate)


AYTO το ω­ραί­ο, πο­λυ­τε­λές, ζε­στό και πλή­ρως εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νο ρε­τι­ρέ βρί­σκε­ται συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννης, στον 7ο ό­ρο­φο με­τα­μον­τέρ­νου κτι­ρί­ου, κον­τά πρό­πο­δες του λό­φου Α­κρό­πο­λης.

       Α­πέ­χει 5 λε­πτά με τα πό­δια α­πό το Με­τρό Α­κρό­πο­λη, το Μου­σεί­ο Α­κρό­πο­λη και την Πλά­κα (πα­λιά πό­λη).

       Το μπαλ­κό­νι δι­α­θέ­τει ε­ξαι­ρε­τι­κή πα­νο­ρα­μι­κή θέ­α Α­κρό­πο­λη, το αρ­χαί­ο θέ­α­τρο Η­ρώ­δει­ο, το λό­φο Λυ­κα­βητ­τός, το λό­φο Φι­λό­παπ­πος και το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος Α­θή­να.

       Έ­χει ευ­ρύ­χω­ρο κα­θι­στι­κό και κου­ζί­να, δύ­ο υ­πνο­δω­μά­τια και δύ­ο μπά­νια.

       Μπο­ρεί να φι­λο­ξε­νή­σει 4 ά­το­μα στα υ­πνο­δω­μά­τια και άλ­λα δύ­ο πεν­τα­θέ­σιοι κα­να­πέ­δες-κρε­βά­τια.

       Έ­χει μέ­γε­θος 132 τ.μ., και μπαλ­κό­νι 35 τ.μ. (γε­μά­το με υ­πέ­ρο­χη ε­πί­πλω­ση, άν­θη, λου­λού­δια, καλ­λω­πι­στι­κά φυ­τά και υ­φά­σμα­τα) ό­που μπο­ρείς να πά­ρε­τε τον πρω­ι­νό κα­φέ, να κά­νει η­λι­ο­θε­ρα­πεί­α, ή να α­πο­λαύ­σε­τε το κρα­σί το βρά­δυ κά­τω α­πό ατ­τι­κό ου­ρα­νό και εκ­πλη­κτι­κή θέ­α φω­τι­σμέ­νης Α­κρό­πο­λη.

       Το δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει δύ­ο υ­πνο­δω­μά­τια, το κυ­ρί­ως υ­πνο­δω­μά­τιο με έ­να king size κρε­βά­τι και δεύ­τε­ρο υ­πνο­δω­μά­τιο με δι­πλό κρε­βά­τι.

       Εί­ναι πλή­ρως ε­πι­πλω­μέ­νο, με ξε­χω­ρι­στά κλι­μα­τι­στι­κά σε κά­θε δω­μά­τιο και σα­λό­νι. Το δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει αυ­τό­νο­μη θέρ­μαν­ση φυ­σι­κού α­έ­ριου, ε­πί­πε­δη τη­λε­ό­ρα­ση home cinema 44 ίν­τσες, γρα­φεί­ο με φο­ρη­τό υ­πο­λο­γι­στή, χρη­μα­το­κι­βώ­τιο, πλυν­τή­ριο πιά­των, πλυν­τή­ριο ρού­χων (χρω­μί­ου), στε­γνω­τή­ριο ρού­χων, σί­δε­ρο και σι­δε­ρώ­στρα, στε­γνω­τή­ρα μαλ­λι­ών, μη­χα­νή κα­φέ Espresso (με κά­ψου­λες), φούρ­νο μι­κρο­κυ­μά­των, κα­φε­τι­έ­ρα φίλ­τρου, το­στι­έ­ρα (αγ­γλι­κού τύ­που) και βρα­στή­ρα.

       Το σα­λό­νι, έ­να μείγ­μα σύγ­χρο­νη κομ­ψό­τη­τα με ι­δι­αί­τε­ρο σχε­δια­σμό, α­πο­τε­λεί­ται α­πό λευ­κά έ­πι­πλα και κα­φέ ξύ­λι­να δά­πε­δα, ε­πι­με­λη­μέ­νη τέ­χνη, αυ­θεν­τι­κοί πί­να­κες ζω­γρα­φι­κής, τζά­κι, vintage χα­λιά και πο­λυ­ε­λαί­ους αι­σθη­τι­κής νέ­ο-Baroque.

       Πα­ρέ­χει ε­πί­σης τα υ­λι­κά για πρω­ι­νό σας: αυ­γά και μπέ­ι­κον, γά­λα και κα­λό γι­α­ούρ­τι, χω­ρι­ά­τι­κο ψω­μί, μαρ­με­λά­δα και σπι­τι­κό κέ­ικ, δι­ά­φο­ρες ποι­κι­λί­ες κα­φέ και τσα­γιού, πολ­λά φρέ­σκα φρού­τα! Συν έ­να μπου­κά­λι κα­λό κρα­σί (ό­λα πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στην τι­μή)!

       Ση­μαν­τι­κό: για λό­γους α­σφα­λεί­ας υ­πάρ­χει πυ­ρο­σβε­στή­ρας και κι­βώ­τιο πρώ­των βο­ή­θει­ες.

       Σχε­τι­κά με τον ι­δι­ο­κτή­τη:

       Ο ι­δι­ο­κτή­της του εν λό­γω ρε­τι­ρέ εί­ναι σχε­διά­ζω μό­δα που εί­ναι πα­θι­α­σμέ­νος με την αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή ι­στο­ρί­α και εί­ναι ο ι­θύ­νων νους ό­σο α­φο­ρά τον ε­σω­τε­ρι­κό σχε­δια­σμό του δι­α­μέ­ρι­σμα. Ο σχε­δια­σμός συν­δυά­ζει σύγ­χρο­νο γρα­νί­τη, δά­πε­δα παρ­κέ, έν­θε­τα πλα­κά­κια αι­σθη­τι­κής art nouveau και vintage ο­ρο­φή. Το α­πο­τέ­λε­σμα εί­ναι έ­νας ζε­στός, α­τμο­σφαι­ρι­κός χώ­ρος που εί­ναι ε­ξί­σου πο­λυ­τε­λής και ά­νε­τος.

       Ο ι­δι­ο­κτή­της θα εί­ναι ευ­τυ­χής να ε­πι­κοι­νω­νή­σω με τους κα­λε­σμέ­νους του για ο­τι­δή­πο­τε θα έ­κα­νε τη δι­α­μο­νή πιο ευ­χά­ρι­στη. Έ­χει λί­στα με ε­ξαι­ρε­τι­κά ε­στι­α­τό­ρια και μπαρ και μπο­ρεί να σας δώ­σω πλη­ρο­φο­ρί­ες για τα­ξί­δια στην υ­πό­λοι­πη Ατ­τι­κή και Ελ­λά­δα. Θα εί­μαι πο­λύ χα­ρού­με­νος αν μπο­ρεί να βο­η­θή­σω σε ο­ποι­εσ­δή­πο­τε ε­ρώ­τη­ση φι­λο­ξε­νου­μέ­νων. Μι­λά ά­πται­στα αγ­γλι­κά και βα­σι­κά γαλ­λι­κά.

       Κα­νό­νες σπι­τιού:

Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται το κά­πνι­σμα (ε­πι­τρέ­πε­ται μό­νο στη βε­ράν­τα).

Α­κα­τάλ­λη­λο για κα­τοι­κί­δια.

Α­πα­γο­ρεύ­ον­ται τα πάρ­τι και οι εκ­δη­λώ­σεις.

Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η χρή­ση ναρ­κω­τι­κών ου­σι­ών.

Τυ­χόν φθο­ρές ή ζη­μι­ές θα α­πο­ζη­μί­ω­ση ά­με­σα.

Πα­ρέ­χον­ται πε­τσέ­τες αλ­λά δεν πρέ­πει να χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται ως ψά­θες μπά­νιου, ή για α­φαί­ρε­ση του μα­κι­γι­άζ.

Σύμ­φω­να με τους νό­μους εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να ση­μει­ω­θεί πλή­ρες ό­νο­μα, ε­θνι­κό­τη­τα και α­ριθ­μός δι­α­βα­τη­ρί­ου του ε­πι­σκέ­πτη κα­τά την ά­φι­ξη.

       Κου­ζί­να:

Α­να­μέ­νου­με α­πό τους κα­λε­σμέ­νους, πριν α­πό την α­να­χώ­ρη­ση, να κα­θα­ρί­σουν τα πιά­τα και α­φή­νω την κου­ζί­να κα­θα­ρή. Σε πε­ρί­πτω­ση που δεν θέ­λω να κα­θα­ρί­σε­τε τα πιά­τα ή δεν έ­χε­τε χρό­νο για να το κά­νεις, μπο­ρεί­τε να α­φή­σε­τε 14 ευ­ρώ σε με­τρη­τά στην κου­ζί­να για υ­πη­ρε­σί­α κα­θα­ρι­σμού.

       Του­α­λέ­τα:

Με κά­θε δι­α­μο­νή, α­νε­ξάρ­τη­τα διά­ρκεια, προ­σφο­ρά 4 ρο­λά χαρ­τιού υ­γεί­ας.

       Κά­δος α­πορ­ριμ­μά­των:

       Οι ε­πι­σκέ­πτες κα­λούν­ται να κα­τά­θε­ση τα α­πορ­ρίμ­μα­τά τα­κτι­κά στον γκρί­ζους κά­δους α­πορ­ριμ­μά­των στο δρό­μο. Πα­ρα­κα­λού­με να α­να­κυ­κλώ­νε­τε. Οι μπλε κά­δοι προ­ο­ρί­ζον­ται για α­να­κύ­κλω­ση υ­λι­κών.

       Δι­ά­φο­ρα:

Σεν­τό­νια και πε­τσέ­τες στο δι­α­μέ­ρι­σμα εί­ναι κα­λύ­τε­ρη ποι­ό­τη­τα και πλέ­νον­ται και σι­δε­ρώ­νον­ται με τους υ­ψη­λό­τε­ρους ευ­ρω­πα­ϊ­κούς κα­νο­νι­σμούς.

       Το δι­α­μέ­ρι­σμα εί­ναι φι­λι­κό προς ο­μο­φυ­λό­φι­λος, φι­λι­κό προς lesbian, seniors τα­ξι­δι­ώ­της και single γυ­ναί­κα.

       Ση­μαν­τι­κό πλε­ο­νέ­κτη­μα: ε­νώ βρί­σκε­ται δί­πλα σε ό­λα τα κύ­ρια α­ξι­ο­θέ­α­τα, ταυ­τό­χρο­να εί­ναι έ­να πο­λύ ή­συ­χο και α­σφα­λές μέ­ρος.

       Υ­πάρ­χει μια δω­ρε­άν ε­φαρ­μο­γή ό­νο­μα TfA που μπο­ρεί­τε να α­γο­ρά­σω ει­σι­τή­ρια για ό­λες δη­μό­σι­ες συγ­κοι­νω­νί­ες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας α­πευ­θεί­ας πι­στω­τι­κή ή χρε­ω­στι­κή κάρ­τα.

       Η πε­ρι­ο­χή πή­ρε το ό­νο­μα α­πό Ι­ω­άν­νη Μα­κρυ­γιά­ννη, Έλ­λη­να στρα­τη­γό του Α­γώ­να Α­νε­ξαρ­τη­σί­ας 1821-1830, λό­γω κα­τοι­κί­ας του στην πε­ρι­ο­χή.

       Α­πέ­ναν­τι α­πό το σπί­τι του χτί­στη­κε έ­να στρα­τι­ω­τι­κό νο­σο­κο­μεί­ο α­πό αρ­χι­τέ­κτο­να Weiler το ο­ποί­ο χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα ως έ­δρα της χω­ρο­φυ­λα­κής ό­που έ­λα­βε χώ­ρα μια δι­ά­ση­μη βί­αι­η α­να­μέ­τρη­ση κα­τά τη διά­ρκεια Δε­κέμ­βριος 1944.

       Στην πε­ρι­ο­χή Μα­κρυ­γιά­ννη βρί­σκε­ται το νέ­ο μου­σεί­ο Α­κρό­πο­λη που εγ­και­νι­ά­στη­κε το 2009 με το ο­ποί­ο οι κά­τοι­κοι συν­δέ­ον­ται με την ι­στο­ρί­α τους – ι­στο­ρί­α 4000 ε­τών – και εί­ναι μάρ­τυ­ρες της συ­νέ­χι­σης του αρ­χαί­ου ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού.

       Σή­με­ρα πολ­λά μι­κρά κα­τα­στή­μα­τα και υ­πη­ρε­σί­ες ε­ξα­κο­λου­θούν να α­κο­λου­θούν τις δι­κές τους πα­ρα­δό­σεις, σε μια γει­το­νιά που ε­ξα­κο­λου­θεί να έ­χει την αί­σθη­ση μιας κοι­νό­τη­τας.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κε­ν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τί νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Σέλφι



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σέλφι


«…I FEEL GOOD…», ἕ­να δυ­να­τὸ οὐρ­λια­χτὸ ποὺ ἔ­κο­ψε τὸν χρό­νο στὰ δυ­ό, κι ὅ­λοι πε­τα­χτή­κα­με ὄρ­θιοι, τὸ χέ­ρι στὸ στῆ­θος πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς. Ὁ Τζαί­ημς Μπρά­ουν ἤ­τα­νε. Ἀ­πὸ ζευ­γά­ρια καὶ πα­ρέ­ες καὶ με­μο­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι γί­να­με ἕ­να ‘ἐ­μεῖς’. Ἐ­μεῖς οἱ ἐκ­δρο­μεῖς, ἐ­μεῖς ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα γιὰ τὴ Γραμ­βού­σα καὶ τὸν Μπά­λο ποὺ ψι­λο­κου­βεν­τι­ά­ζα­με χα­λα­ρω­μέ­νοι πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ ξε­κι­νή­σου­με μέ­χρι πού. Οὔφ, χα­μο­γε­λά­σα­με κα­θη­συ­χα­σμέ­νοι ‘ἐ­μεῖς’, ρί­χνον­τας μιὰ μα­τιὰ ἕ­να γύ­ρω, στοὺς ἄλ­λους πα­θόν­τες. Κο­ρί­τσια κι ἀ­γό­ρια, ζευ­γά­ρια, πα­ρέ­ες, μο­να­χι­κοὶ λι­γό­τε­ρο, μό­λις εἴ­χα­με κο­λυμ­πή­σει ὣς τὸ κα­ρά­βι μας με­τὰ τὶς βόλ­τες στοὺς δυ­ὸ μο­να­δι­κοὺς προ­ο­ρι­σμούς, φω­το­γε­νεῖς σί­γου­ρα, ρη­χὲς λι­μνο­θά­λασ­σες μὲ με­γά­λες κρυμ­μέ­νες κο­τρό­νες βα­θύ­τε­ρα, καὶ λά­βα­με θέ­σεις ὕ­στε­ρα γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή. Ὅ­λο κι ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πλα­ϊ­νὴ σκά­λα ἀ­στρα­φτε­ρὰ μπι­κί­νι , κο­ρι­τσο­μά­νι καὶ ζευ­γά­ρια κά­νον­τας ἀ­κό­μα μιὰ βου­τιὰ καὶ φω­το­γρα­φί­ες καὶ σέλ­φι καὶ πά­λι στὸν βα­τή­ρα, φω­το­γρα­φί­ες καὶ βου­τι­ὲς καὶ σέλ­φι – ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­νον­τας τὴν ὀ­λι­γό­λε­πτη δι­α­ση­μό­τη­τα ποὺ εἶ­χε δι­εκ­δι­κή­σει γιὰ τοὺς ἄ­ση­μους ὁ Ἄν­τυ Γου­ῶρ­χολ.

       Αὔ­γου­στος. Δι­α­κο­πές. Εἴ­χα­νε σχε­διά­σει ἐ­πὶ χάρ­του δι­α­δρο­μὲς καὶ τα­ξί­δια μὲς στὸ τα­ξί­δι, καὶ τὶς πραγ­μα­το­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ λέ­ξη με­τά. Ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὸ πα­λιὸ λι­μά­νι στὰ Χα­νιὰ κι ἀ­πὸ κεῖ δι­α­δρο­μὲς δι­ά­φο­ρες στὴ Χα­λέ­πα, στὸ Ἀ­κρω­τή­ρι γιὰ τοὺς τά­φους τῶν Βε­νι­ζέ­λων ὅ­σο ρό­δι­ζε τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, στὸν Βά­μο, στὴ Φα­λά­σαρ­να, στὸν Ὁ­μα­λό, στὴν Κάν­τα­νο καὶ τώ­ρα νά ποὺ ἡ κρου­α­ζι­έ­ρα τους εἶ­χε λά­βει τέ­λος. Ἡ λι­μνο­θά­λασ­σα τοῦ Μπά­λου μὲ τὰ σμα­ρα­γδέ­νια νε­ρὰ καὶ τὴ λευ­κὴ ἄμ­μο τῆς εἶ­χε κο­στί­σει μιὰ ἄ­γαρ­μπη γλί­στρα στὴ σκά­λα τοῦ πλοί­ου καὶ ἕ­να χτύ­πη­μα στὸ μι­κρὸ δα­χτυ­λά­κι τοῦ πο­διοῦ ποὺ τὴν πο­νοῦ­σε καὶ τὴν ἔ­σφα­ζε ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα. Αὔ­ριο θὰ πή­γαι­ναν στὸ Ἐ­λα­φο­νή­σι, ἄλ­λη πε­ρι­πέ­τεια τοὺς πε­ρί­με­νε κι ἐ­κεῖ, μὲ τὶς ρό­δι­νες λι­μνο­θά­λασ­σες ποὺ σύ­στη­ναν μὲ πά­θος οἱ του­ρι­στι­κοὶ ὁ­δη­γοί. Καὶ τα­βερ­νά­κια, βόλ­τες, ἐκ­δρο­μές, θά­λασ­σες κι ἱ­στο­ρί­ε­ς στὴν πό­λη μέ­χρι τὸ τέ­λος, ποὺ θὰ ἔ­παιρ­ναν τὸ πλοῖ­ο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ γιὰ τὸν Πει­ραι­ά. Χρό­νια τα­ξι­δεύ­ουν μα­ζὶ πα­ρέ­α τὰ τρί­α ζευ­γά­ρια. Ἔ­χουν μά­θει νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν, νὰ χα­μο­γε­λοῦν, νὰ ἀν­τέ­χουν στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­ζον­τας ἀ­στεῖ­α τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες —ὁ ἕ­νας τοῦ ἀλ­λου­νοῦ—ποὺ μὲ τὰ χρό­νια γι­γαν­τώ­νον­ται. Ἡ Λυ­δί­α, ποὺ ἐν­νο­εῖ πάν­το­τε νὰ ἀλ­λά­ζουν θέ­ση δυ­ὸ καὶ τρεῖς φο­ρὲς στὸ τα­βερ­νά­κι, στὴν πα­ρα­λί­α, στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μέ­χρι νὰ πε­τύ­χουν τὴν πιὸ κα­λὴ θέ­α, τὸ πιὸ δρο­σε­ρὸ τρα­πέ­ζι. Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια, ποὺ ἐ­πι­μέ­νει φορ­τι­κὰ νὰ γί­νον­ται δε­κτὲς οἱ προ­τά­σεις της, δὲν θὰ πή­γαι­ναν καὶ στὸ και­νούρ­γιο μου­σεῖ­ο τῆς Ἐ­λεύ­θερ­νας; Δὲν θὰ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἴ­σως καὶ τὴ Μη­λιά; Τῆς εἶ­χαν πεῖ ὅ­τι θὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ ἕ­να μο­να­δι­κὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ μὲ οἰ­κο­λο­γι­κὴ συ­νεί­δη­ση – νὰ φαν­τα­στεῖς ὅ­τι δὲν εἶ­χαν οὔ­τε φῶς οὔ­τε νε­ρό. Ἔ, καὶ εἶ­χαν φτά­σει ἀ­σθμαί­νον­τες, κα­τα­σκο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸν χω­μα­τό­δρο­μο καὶ βρῆ­καν ἁ­πλῶς ἕ­ναν πλή­ρως ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο του­ρι­στι­κὸ οἰ­κι­σμό. Ὁ Λευ­τέ­ρης πά­λι, τῆς Ἰ­φι­γέ­νειας, ἐν­νο­εῖ νὰ κο­λυμ­πή­σει, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως προ­γράμ­μα­τος, σὲ κά­θε πα­ρα­λί­α ποὺ συ­ναν­τοῦν, ἐ­νῶ ὁ Πα­να­γι­ώ­της, ὁ δι­κός της, ἔ­χει ἀλ­λά­ξει κα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς —μὲ συ­νο­πτι­κὲς δι­α­δι­κα­σί­ες— τὸ σχέ­διο πλεύ­σης, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν ἕ­να οὐ­ζά­κι στὴν πρά­σι­νη αὐ­λὴ τοῦ βα­θύ­σκι­ω­του κα­φε­νέ, στὸ Γα­βα­λο­χώ­ρι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἄ­κυ­ρο τὸ μπά­νιο ποὺ ἦ­ταν στὸ πρό­γραμ­μα. Ἀ­δι­έ­ξο­δο. Ἀλ­λά, πε­ρι­έρ­γως, οἱ ἄν­τρες χαί­ρουν μᾶλ­λον ἀ­συ­λί­ας, καὶ οἱ δι­κές τους πα­ρα­ξε­νι­ὲς δὲν κα­τα­με­τροῦν­ται ὡς τέ­τοι­ες, κι ὅ­λο καὶ βγαί­νουν ἀ­λώ­βη­τοι ἀ­πὸ πρω­το­βου­λί­ες ἀ­νή­κου­στες γιὰ κεῖ­νες. Θὰ μπο­ροῦ­σαν, βέ­βαι­α, νὰ συμ­μα­χή­σουν συμ­με­τρι­κά, οἱ γυ­ναῖ­κες με­τα­ξύ τους, χρό­νια φί­λες ἐξ ἄλ­λου καὶ συμ­φοι­τή­τρι­ες πα­λι­ό­τε­ρα, ἀ­πὸ κεῖ­νες ἔ­χει δέ­σει καὶ ἡ φι­λί­α τῶν ἀν­τρῶν τους καὶ κρα­τά­ει γε­ρά, ἀλ­λὰ νὰ ποὺ συ­χνὰ προ­τι­μοῦν συμ­βα­τι­κὰ τὴν ἀ­νί­ε­ρη συμ­μα­χί­α τοῦ ζευ­γα­ριοῦ. Ἀ­πα­ρά­δε­κτο. Καὶ πά­λι ἀ­να­πο­λοῦν τὶς περ­σι­νὲς δι­α­κο­πὲς —σὲ ποιό νη­σί;— καὶ τὶς προ­πέρ­σι­νες, προ­σπα­θοῦν νὰ θυ­μη­θοῦν συ­νε­ται­ρι­κὰ —προ­ϊ­ού­σης τῆς ἡ­λι­κί­ας ἡ μνή­μη τους ὀ­πι­σθο­χω­ρεῖ— χρο­νι­ὲς καὶ το­πω­νύ­μια, πα­λιά τους κα­τορ­θώ­μα­τα, καὶ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ τρα­γού­δια καὶ ἡ­με­ρο­μη­νί­ες, καὶ δί­νουν τό­πο στὴν ὀρ­γὴ καὶ ἀ­νέ­χον­ται τὸν ἄλ­λο, ποὺ ποιός εἶ­ναι στὸ κά­τω-κά­τω, ὁ στε­νός τους φί­λος εἶ­ναι, ἡ κα­λή τους φί­λη ποὺ δο­κι­μά­ζει βέ­βαι­α τὰ ὅ­ριά τους. Ἂν ἦ­ταν οἱ δυ­ό τους μὲ τὸ θε­σμι­κό τους ταί­ρι, θὰ εἶ­χαν σκυ­λο­κα­βγα­δί­σει τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ. Τώ­ρα, μό­νο κα­νέ­νας ἀ­να­στε­ναγ­μὸς καὶ συ­νω­μο­τι­κὰ βλέμ­μα­τα αὐ­το­λύ­πη­σης. Τί νὰ γί­νει, θὰ πε­ρά­σουν οἱ μέ­ρες, θὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θοῦν τὰ προ­γράμ­μα­τά τους, θὰ μποῦν στὸ πλοῖ­ο —στὸν Κύ­δω­να ἢ στὸ Μά­τζικ Λάιφ— καὶ θὰ γυ­ρί­σουν στρι­μωγ­μέ­νοι στὴν κοι­νή τους με­γά­λη σα­κα­ρά­κα μὲ ὑ­περ­δι­πλά­σια τὰ μπαγ­κά­ζια στὸν γυ­ρι­σμό, ἀ­πὸ δῶ­ρα καὶ ἀ­γο­ρές, θὰ πε­ρά­σουν τὶς φω­το­γρα­φί­ες στὸ κομ­πι­οῦ­τερ, μαυ­ρι­σμέ­νοι, δυ­ὸ κι­λὰ βα­ρύ­τε­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ ἀ­παν­τή­σουν χα­μο­γε­λών­τας στὴν ἐ­πί­μα­χη ἐ­ρώ­τη­ση, ναί, ὀ­νει­ρε­μέ­να πέ­ρα­σαν καὶ φέ­τος. Καὶ τοῦ χρό­νου.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἡ συνάντηση

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ἡ συνάντηση


ΑΤΕΒΑΙΝΩ ἀ­π’ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὴν Κα­μά­ρα. Παίρ­νω τὴν Δη­μη­τρί­ου Γού­να­ρη. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα, γε­μά­τη ἄγ­χος μὲ τὶς συ­ναλ­λα­γὲς στὴ δου­λειά, βι­ά­ζο­μαι νὰ φτά­σω μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα στὸ σπί­τι.

        Κό­βω λί­γο τὰ βή­μα­τά μου γιὰ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὶς φω­το­γρα­φί­ες στὴν προ­θή­κη τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ΑΝΑΤΟΛΙΑ.

        Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση πὼς κά­ποι­ος μοῦ κλεί­νει τὸ δρό­μο. Στα­μα­τῶ καὶ τὸν κοι­τά­ζω. Μι­λᾶ ἀγ­γλι­κὰ μὲ ξε­νι­κὴ προ­φο­ρά. Θυ­μί­ζει κά­τι με­τα­ξὺ Γερ­μα­νοῦ καὶ Ὀλ­λαν­δοῦ. Μοῦ ζη­τᾶ λί­γα χρή­μα­τα. Σὰν μιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Ξέ­μει­νε καὶ πρέ­πει νὰ φύ­γει γιὰ τὴν πα­τρί­δα του. Τοῦ λέ­ω πὼς ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­σει νὰ μὴν μεί­νει χω­ρὶς χρή­μα­τα. Χα­μο­γε­λᾶ ντρο­πα­λά. Ψά­χνω τὶς τσέ­πες μου, τοῦ δί­νω τε­λι­κὰ ἑ­κα­τὸ δραχ­μές. Τοῦ εὔ­χο­μαι νὰ φτά­σει γρή­γο­ρα στὴν πα­τρί­δα.

        Μὲ κοι­τᾶ μὲ κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη. Μ’ εὐ­χα­ρι­στεῖ. Κα­θὼς κά­νω νὰ φύ­γω, ρω­τᾶ: «Καὶ πῶς χά­σα­τε τὸ χέ­ρι σας;» Γυ­ρί­ζω καὶ τοῦ χα­μο­γε­λῶ. «Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κα ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα.» Ἡ ἀ­μη­χα­νί­α του με­γα­λώ­νει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. «Δὲν φταί­ω ἐ­γώ», λέ­ει, βά­ζον­τας τὸ χέ­ρι στὴν καρ­διά του. «Καὶ βέ­βαι­α», τοῦ λέ­ω, «ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε γεν­νη­θεῖ τό­τε ἀ­κό­μη, καὶ βέ­βαι­α δὲν σᾶς βα­ραί­νει κα­μί­α εὐ­θύ­νη». Στὸ πρό­σω­πό του, τώ­ρα, ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀ­να­κού­φι­ση. Μοῦ δί­νει τὸ χέ­ρι του. «Εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σᾶς χαι­ρε­τῶ.» Τοῦ σφίγ­γω τὸ χέ­ρι. «Δὲν νο­μί­ζε­τε», τοῦ λέ­ω, «πὼς κά­ποι­οι πρέ­πει νὰ ἔ­χουν εὐ­θύ­νη;».



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Κείμενα μικρῆς πνοῆς (ἐκδ. Κέδρος, 2009).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 
Εἰκόνα: Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου. Στὴν Ἔκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 18 Μαΐου 2013 (φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης).


		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.