Νάνσυ Ἀγγελῆ: στὴ χώρα αὐτή


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


στὴ χώ­ρα αὐ­τή


ΤΗ ΧΩΡΑ ΑΥΤΗ οἱ ἄν­θρω­ποι με­τὰ βί­ας σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Δὲν κα­τα­λαμ­βά­νει αὐ­τὸς τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οὔ­τε καν τὶς βρα­δι­νές. Οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι μα­κρὰν πο­λὺ πε­ρί­πλο­κες γι’ αὐ­τόν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μὲ ρυθ­μὸ ἐ­ξον­τω­τι­κό. Τό­σο γρή­γο­ρα τρέ­χουν οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ποὺ ξε­περ­νοῦν σὲ τα­χύ­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ συρ­μό, τὰ σύν­νε­φα ἢ τὰ ἀ­πο­δη­μη­τι­κὰ που­λιά. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ θυ­ελ­λῶ­δες κου­βά­ρι εὔ­κο­λα ξε­χνᾶ κα­νεὶς τί ἔ­φα­γε χτές, ποι­όν συ­νάν­τη­σε τυ­χαῖ­α προ­χτὲς ἢ τί ψή­φι­σαν οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του στὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γὲς πᾶ­νε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἔ­γι­ναν καὶ εἶ­ναι κά­πως φυ­σι­κὸ νὰ μὴ θυ­μᾶ­ται κα­νείς. Ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α κι αὐ­τοὶ ποὺ δὲ θέ­λουν νὰ θυ­μοῦν­ται, ὅ­μως τὸ γε­γο­νὸς πα­ρα­μέ­νει: Μό­νο ἄ­το­μα τρί­της ἡ­λι­κί­ας καὶ ὅ­σοι ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν πά­σχουν ἀ­π’ τὴ νό­σο τοῦ Ἀλ­τσχά­ι­μερ εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­να­πο­λή­σουν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Ἀ­να­πό­λη­ση ἴ­σον εὐ­χά­ρι­στο δι­ά­λειμ­μα ποὺ γί­νε­ται σπο­ρα­δι­κὰ κι ἀ­πρό­ο­πτα καὶ πα­γώ­νει τὴν ἀ­κα­τά­σχε­τη τα­χύ­τη­τα τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν σκέ­ψε­ων. Ἀλ­λά, ἡ τα­χύ­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὰ πάν­τα. Στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ τὰ τε­χνι­κὰ μέ­σα (ἰ­α­τρι­κά, τε­χνο­λο­γι­κά, με­τα­φο­ρι­κὰ καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς) κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ ἀ­έ­να­η ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ θα­νά­του στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ μα­κρι­νή, λι­γό­τε­ρο ἀ­πει­λη­τι­κή. Οἱ κα­πνοὶ καὶ τὰ σκο­τά­δια τῆς κά­πο­τε τρο­μα­κτι­κῆς του πα­ρου­σί­ας ἔ­χουν ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ λευ­κὰ δω­μά­τια. Στὴ δι­α­κό­σμη­ση βα­σι­λεύ­ει ἄλ­λω­στε ὁ μι­νι­μα­λι­σμός.

        Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οἱ ἄν­θρω­ποι μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κύ­ριοι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ τους ἢ τοῦ πε­πρω­μέ­νου τους, ἔ­χουν ὅ­μως τε­λει­ο­ποι­ή­σει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴν τέ­χνη τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, κι αὐ­τὸ τοὺς ἀρ­κεῖ. Δὲν στα­μα­τοῦν οἱ ἔν­νοι­ες ―ὁ ρυθ­μός τους εἶ­ναι τὸ λι­γό­τε­ρο ἰ­λιγ­γι­ώ­δης― τὰ μα­σὰζ ὅ­μως εἶ­ναι οἰ­κο­νο­μι­κά, ἡ ρε­φλε­ξο­λο­γί­α κερ­δί­ζει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­δα­φος, ὅ­πως καὶ ἡ γι­όγ­κα, ἡ δί­αι­τα Ἄτ­κινς ἢ τό­σες ἄλ­λες πρα­κτι­κές.

        Πα­ρὰ τὴν πλη­θώ­ρα ἀ­ναλ­γη­τι­κῶν παν­τὸς τύ­που καὶ γού­στου, θὰ ἦ­ταν ἄ­δι­κο νὰ πεῖ κα­νεὶς πὼς οἱ ἄν­θρω­ποι στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ δὲν ὑ­πο­φέ­ρουν. Ὑ­πο­φέ­ρουν, ἁ­πλῶς ἔ­χουν μά­θει νὰ ἀ­γνο­οῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα τὸν πό­νο ἢ τὸν φό­βο ἢ μπο­ρεῖ ὁ πό­νος ἢ ὁ φό­βος νὰ ἔ­χουν κα­τὰ κά­ποι­α ἔν­νοι­α με­τα­το­πι­στεῖ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο στρα­τό­πε­δο. Ἢ νὰ ἔ­χουν με­ταμ­φι­ε­στεῖ. Ἢ νὰ ἔ­χουν πέ­σει θύ­μα­τα κά­ποι­ου ἔ­ξυ­πνου δι­α­φη­μι­στι­κοῦ κόλ­που. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ στὴ χώ­ρα αὐ­τή! Ἡ δυ­σκο­λί­α ἐ­ξεύ­ρε­σης συν­τρό­φου, ὁ μα­ρα­θώ­νιος των ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν ἀ­ξι­ώ­σε­ων, οἱ ὑ­πέ­ρογ­κοι φό­ροι, οἱ ἀ­παι­τή­σεις τῶν στε­γα­στι­κῶν δα­νεί­ων, τῆς μη­τρό­τη­τας καὶ τῆς πα­τρό­τη­τας, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν μεί­ω­ση τῶν συν­τά­ξε­ων, τὴν ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν μι­σθῶν, τὰ προ­βλή­μα­τα σε­ξου­α­λι­κῆς φύ­σε­ως καὶ τὴν οἰ­κο­λο­γι­κὴ κα­τα­στρο­φὴ κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ἀρ­κε­τὰ ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους ὥ­στε νὰ μὴν σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Κι ἄλ­λω­στε, ὁ θά­να­τος ἔ­χει πρὸ πολ­λοῦ με­τα­να­στεύ­σει σ’ ἄλ­λους τό­πους, δὲν τὸν βλέ­πει πιὰ κα­νεὶς πα­ρὰ μο­νά­χα στὸ βρα­δι­νὸ δελ­τί­ο εἰ­δή­σε­ων ἢ ἔ­χει με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ συν­δρο­μη­τι­κῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα λοι­πὸν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ρη­το­ρι­κό: Ποι­ὸς σκέ­φτε­ται τὸ θά­να­το τὴ σή­με­ρον ἡ­μέ­ρα; Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, τὴ ζω­ὴ τρέ­μουν ὅ­λοι!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

 http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)



Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret)


Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)

Gallinas (un cuento anarquista)


ΣΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑ στὴν κα­το­χή μου τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να κρεβ­βά­τι καὶ τὰ βι­βλί­α μου, ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Τώ­ρα ἔ­χω στὴν κα­το­χή μου ἐν­νιὰ κό­τες καὶ ἕ­ναν κό­κο­ρα καὶ ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι ἀ­νά­στα­τη.

       Ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α μὲ σκλή­ρυ­νε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­γό­ρα­ζα μιὰ κό­τα τὴν ἔ­δε­να δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἕ­να δέν­τρο γιὰ νὰ τῆς ἐ­πι­βάλ­λω τὴν κα­τοι­κί­α μου, κα­τα­στρέ­φον­τας στὴν εὔ­θραυ­στη μνή­μη της τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὸν πα­λιό της τό­πο δι­α­μο­νῆς. Μπά­λω­σα τὸν φρά­χτη τῆς αὐ­λῆς μου, μὲ σκο­πὸ νὰ γλυ­τώ­σω τὴν ἀ­πό­δρα­ση τῶν που­λε­ρι­κῶν μου καὶ τὴν ἐ­πι­δρο­μὴ τε­τρά­πο­δων καὶ δί­πο­δων ἀ­λε­πού­δων. Ἀ­πο­μο­νώ­θη­κα, ἐ­νί­σχυ­σα τὸ σύ­νο­ρο, σχε­δί­α­σα μιὰ δι­α­βο­λι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὸν πλη­σί­ον καὶ ἐ­μέ­να. Δι­αί­ρε­σα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα σὲ δυ­ὸ κα­τη­γο­ρί­ες: ἐ­γώ, ἀ­φέν­της τῶν κο­τῶν μου καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ μοῦ τὶς πά­ρουν. Προσ­δι­ό­ρι­σα τὸ ἀ­δί­κη­μα. Ὁ κό­σμος γιὰ μέ­να γε­μί­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νους κλέ­φτες καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­ρι­ξα στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πε­ρί­φρα­ξης μιὰ ἐ­χθρι­κὴ μα­τιά.

       Ὁ κό­κο­ράς μου ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ νε­α­ρός. Ὁ κό­κο­ρας τοῦ γεί­το­να πή­δη­ξε τὸ φρά­χτη καὶ βάλ­θη­κε νὰ φλερ­τά­ρει μὲ τὶς κό­τες μου καὶ νὰ κά­νει δύ­σκο­λη τὴ ζω­ὴ τοῦ δι­κοῦ μου κό­κο­ρα. Ἔ­δι­ω­ξα μὲ πε­τρι­ὲς τὸν πα­ρεί­σα­κτο, ἀλ­λὰ οἱ κό­τες πή­δα­γαν τὸν φρά­χτη καὶ ἔ­κα­ναν αὐ­γὰ στὸ σπί­τι τοῦ γεί­το­να. Ἀ­παί­τη­σα τὰ αὐ­γὰ καὶ ὁ γεί­το­νάς μου μὲ μί­ση­σε. Ἀ­πὸ τό­τε, ἔ­βλε­πα τὴ φά­τσα του πά­νω στὸ φρά­χτη, τὴν ἐ­χθρι­κὴ καὶ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιά του, ἴ­δια μὲ τὴν δι­κή μου. Τὰ κο­τό­που­λά του περ­να­γαν τὸν φρά­χτη καὶ κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὸ μου­λι­α­σμέ­νο κα­λαμ­πό­κι ποὺ προ­ό­ρι­ζα γιὰ τὰ δι­κά μου. Τὰ ξέ­να κο­τό­που­λα μοῦ ἔ­μοια­ζαν ἐγ­κλη­μα­τί­ες. Τὰ κα­τα­δί­ω­ξα καὶ τυ­φλω­μέ­νος ἀ­πὸ λύσ­σα σκό­τω­σα ἕ­να. Ὁ γεί­το­νας προ­σέ­δω­σε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α στὴν ἐ­πί­θε­ση. Δὲν θέ­λη­σε νὰ δε­χτεῖ μιὰ χρη­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση. Τρά­βη­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα τὸ πτῶ­μα τοῦ κο­τό­που­λου καὶ ἀν­τὶ νὰ τὸ φά­ει, τὸ ἔ­δει­ξε στοὺς φί­λους του, γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ χω­ριὸ ὁ θρύ­λος τῆς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κῆς μου κτη­νω­δί­ας. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­νι­σχύ­σω τὴν πε­ρί­φρα­ξη, νὰ ἐ­παυ­ξή­σω τὴν ἐ­πα­γρύ­πνη­ση, νὰ ἀ­νε­βά­σω μὲ μιὰ λέ­ξη, τὸν πο­λε­μι­κό μου προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό. Ὁ γεί­το­νας δι­έ­θε­τε ἕ­ναν σκύ­λο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο γιὰ ὅ­λα· ἐ­γὼ σκέ­φτο­μαι νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να πι­στό­λι.

       Ποῦ εἶ­ναι ἡ πα­λιά μου ἡ­συ­χί­α; Εἶ­μαι πο­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α καὶ τὸ μί­σος. Τὸ πνεῦ­μα τοῦ κα­κοῦ μὲ ἔ­χει κα­τα­λά­βει. Πρὶν ἤ­μουν ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τώ­ρα εἶ­μαι ἕ­νας ἰ­δι­ο­κτή­της.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα El libertario.

Gallinas (un cuento anarquista) (periodicoellibertario.blogspot.com)

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


Βενετία Κουτσοῦ: Καπέλο μελὸν στὸ Σηκουάνα


Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ


Κα­πέ­λο με­λὸν στὸν Ση­κουά­να


 ΕΜΜΟΝΗ ΜΟΥ μὲ τὸν Ρίλ­κε ξε­κί­νη­σε ἕ­να τυ­χαῖ­ο πρω­ὶ πρὶν χρό­νια. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ἀ­πὸ πάν­τα, ὁ κό­σμος μου πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ τε­τρά­γω­νο ποὺ σχη­μα­τί­ζουν ἡ ὁ­δὸς Μὸνζ μὲ τὶς λε­ω­φό­ρους Σὲν Ζερ­μαίν, Ρα­σπά­ιγ καὶ Μον­παρ­νάς. Τὸ πάν­τα εἶ­ναι τὸ τώ­ρα. Πάν­τα καὶ τώ­ρα ἀ­νε­βαί­νω τὸ πλα­κό­στρω­τό τῆς Μου­φτὰρ σχε­δὸν πα­τών­τας πά­νω στὰ χτε­σι­νά μου βή­μα­τα. Πά­νω τους μπο­ρῶ νὰ πι­σω­πα­τή­σω μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­κρί­βεια. Στὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς παι­δι­κῆς μου εἰ­κό­νας, εἶ­μαι ἀ­πα­ράλ­λα­χτος μὲ τώ­ρα, ὅ­πως καὶ ἡ εἰ­κό­να τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Φο­ρῶ τὸ ἴ­διο κα­φὲ παλ­τὸ καὶ τὸ ἴ­διο μπε­ρέ. Τὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ κα­ρι­κα­τού­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ση­μαί­νει κά­τι γιὰ κά­ποι­ον, ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη ἄς ποῦ­με, ἢ καὶ τί­πο­τε.

        Ὁ Πι­ὲρ εἶ­ναι ἕ­να μο­νό­χνο­το ἀ­γό­ρι μὲ κα­φὲ παλ­του­δά­κι ποὺ δι­α­βά­ζει δια­ρκῶς τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο· γρά­φει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τοῦ πα­τέ­ρα μου. Θὰ γί­νει μᾶλ­λον κα­θη­γη­τής. Εἶ­μαι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴν εἰ­κό­να μου ἀ­πὸ πάν­τα. Ὅ­λη ἡ δρά­ση τῆς ζω­ῆς μου δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται μὲ αὐ­τὴ τὴν ἴ­δια ὄ­ψη. Πῶς ὅ­μως ἀλ­λά­ζει ἡ ὄ­ψη κά­ποι­ου ὅ­ταν αὐ­τὸ ποὺ κου­βα­λά­ει μέ­σα του πα­ρα­μέ­νει ἀ­ναλ­λοί­ω­το μὲ ἀ­κρί­βεια χη­μι­κῆς ἕ­νω­σης;

        «Ὁ Ρίλ­κε ἦ­ταν ἕ­να σι­ω­πη­λό, σο­βα­ρὸ ἀ­γό­ρι μὲ πλῆ­θος χα­ρί­σμα­τα» γρά­φει στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ βι­βλί­ου μου. Θὰ περ­πα­τή­σω ὡς τοὺς μπου­κι­νί­στες τοῦ Ση­κουά­να γιὰ ν’ ἀ­πο­κτή­σω τὸ ἴ­διο βι­βλί­ο ποὺ συλ­λέ­γω χρό­νια τώ­ρα.

        Πλη­σιά­ζω τὸ πο­τά­μι με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λοὺς μῆ­νες. Ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι βρί­σκε­ται πάν­τα ἐ­κεῖ μὲ κα­θη­συ­χά­ζει τό­σο, ὥ­στε νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ τὸ δῶ ξα­νὰ ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μου. Μπρο­στὰ στοὺς πάγ­κους τῶν βι­βλί­ων στέ­κε­ται ἕ­νας ψη­λὸς ὡ­ραῖ­ος ἄν­τρας μὲ κα­πέ­λο με­λόν. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν τὸ κα­πέ­λο ὀ­μορ­φαί­νει ἐ­κεῖ­νον ἢ τὸ ἀν­τί­στρο­φο, πάν­τως συ­νυ­πάρ­χουν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα, μπο­ρεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ τὸ κα­πέ­λο νὰ πε­τά­ξει ἐ­λεύ­θε­ρο κι ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ χω­ρὶς πρό­βλη­μα. Σί­γου­ρα ἔ­χουν μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη σχέ­ση. Αὐ­τὴ ἡ ἔν­νοι­α συ­ζη­τι­έ­ται πο­λὺ στὸν κύ­κλο μου. Μί­α τρο­με­ρὴ ἀν­τί­φα­ση. Ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ σχέ­ση. Ἴ­σως ἂν δὲν ἤ­μουν τό­σο κολ­λη­μέ­νος στὰ νο­ή­μα­τα τῶν λέ­ξε­ων νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ συμ­βι­βα­στῶ μὲ εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς συν­δυα­σμούς, ποὺ ἐ­πι­νο­οῦν νέ­ες συμ­βά­σεις ζω­ῆς. Ἡ ἐ­πι­νό­η­ση εἶ­ναι ἕ­να τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ τρίκ, μιὰ πα­ρά­φρα­ση τῆς ἀ­λή­θειας. Ἕ­να κα­πέ­λο με­λὸν στὰ νε­ρὰ τοῦ Ση­κουά­να.

        Ὁ πω­λη­τὴς βι­βλί­ων μὲ βλέ­πει ποὺ πα­ρα­τη­ρῶ τὸν πε­λά­τη του. «Εἶ­ναι για­τρός», μοῦ λέ­ει. «Τί θὰ κά­να­με ἀ­λή­θεια χω­ρὶς τοὺς για­τρούς;» ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Δὲν ξέ­ρω ἂν κι ἐ­κεῖ­νος, ὅ­πως ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι πράγ­μα­τι ἂν ἔ­λει­παν οἱ πω­λη­τὲς βι­βλί­ων ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή, ἡ ζω­ὴ θὰ συ­νε­χί­ζον­ταν. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε καὶ οἱ κα­θη­γη­τὲς λο­γο­τε­χνί­ας.

        Τὸ νό­η­μα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι μί­α φαν­τα­σί­ω­ση μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α του­λά­χι­στον θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πρω­τα­γω­νι­στῶ. Ἂν ὄ­χι, τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ βγῶ ἀ­πὸ αὐ­τήν.

        O ἄν­δρας μπρο­στά μου πρω­τα­γω­νι­στεῖ σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ. Αὐ­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὴν τέ­χνη, σί­γου­ρα ἔ­χει ὑ­πάρ­ξει. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ Ση­κουά­να σί­γου­ρα θὰ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ταν σὲ κά­ποι­ον πί­να­κα, ἑ­νὸς ἰμ­πρε­σι­ο­νι­στή. Ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς λο­γο­τε­χνί­ας, στὸν ἴ­διο πί­να­κα, θὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ταν στὰ χρώ­μα­τα τῶν βι­βλί­ων καὶ τοὺς ἰ­ρι­δι­σμοὺς τοῦ πο­τα­μοῦ.

        «Ὁ­ρί­στε τὸ βι­βλί­ο σας. Εἶ­ναι ἡ πιὸ πα­λιὰ ἔκ­δο­ση ποὺ βρῆ­κα.» Τὸ βά­ζω στὴν τσάν­τα. Γράμ­μα­τα σ’ ἕ­ναν νέ­ο ποι­η­τή. Τὸ ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω. Σε­λί­δα 19: Ἂν ἴ­σως ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σας, σᾶς φαί­νε­ται φτω­χή, μὴν τὴν κα­τα­φρο­νή­σε­τε. Κα­τα­φρο­νῆ­στε τὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό σας, ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ποι­η­τὴς καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει κον­τά του τὰ πλού­τη της.

        Θὰ τὸ δι­α­βά­σω στοὺς φοι­τη­τές μου, γνω­ρί­ζον­τας βέ­βαι­α ὅ­τι θὰ μπο­ρέ­σουν νὰ ζή­σουν καὶ χω­ρὶς αὐ­τό. Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου, στὸ στε­νὸ δρο­μά­κι τῆς Ἀμ­πὲ ντὲ λ’ ἐ­πέ. Ἐ­κεῖ θὰ συ­ναν­τή­σω τὸν χα­ρι­σμα­τι­κὸ νε­α­ρὸ Ρίλ­κε, κά­που στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20ου αἰ­ώ­να, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ 2ου ὀ­ρό­φου, γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σω ὅ­τι δὲ θὰ κα­τά­φερ­να πο­τὲ νὰ τὸν ἔ­χω φί­λο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βε­νε­τί­α Κου­τσοῦ: Σπού­δα­σε στὴν Ἑλ­λά­δα Γαλ­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, θε­α­τρο­λο­γί­α στὸ Πα­ρί­σι (πα­νε­πι­στή­μιο Sorbonne ΙΙΙ) καὶ Μό­δα στὴ Λυ­ὼν (πα­νε­πι­στή­μιο Lumiere-Lyon II). Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς σχε­διά­στρια καὶ σύμ­βου­λος μό­δας σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ Γαλ­λί­α. Εἶ­ναι λέ­κτο­ρας στὸ τμῆ­μα δη­μι­ουρ­γι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ & Ἔν­δυ­σης τοῦ Δι­ε­θνοῦς Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἑλ­λά­δας. Ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας PieTa σχε­δί­α­σε δρά­σεις ὅ­που το ἔν­δυ­μα με­τα­τρέ­πε­ται σὲ μέ­σο καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης καὶ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴν ἄυ­λη πο­λι­τι­στι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά: Remaster your shirt-scan your Ego, Wear is Art, Ἐν­δυ­μα­το­γρα­φί­α: ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὸ τα­ξί­δι, Ὁ μύ­θος ἐν­δύ­ε­ται κ.α. Οἱ πα­ρα­πά­νω ἐκ­θέ­σεις ἔ­χουν φι­λο­ξε­νη­θεῖ σὲ μου­σεῖ­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει μι­κρὲς καὶ με­γά­λες ἱ­στο­ρί­ες. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Ἀλέξανδρος Βαλκανᾶς: Σκηνὴ ἀποχωρισμοῦ


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Σκη­νὴ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ


ΟΥ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ ΟΤΙ σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ση­μεῖ­ο γι­νό­ταν ἡ συ­ναλ­λα­γή. Τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια δὲν τὸ ἀ­κούμ­πη­σε, τὸ πέ­τα­ξε, ὄ­χι ἀ­πὸ με­γά­λο ὕ­ψος, πάν­τως τὸ πέ­τα­ξε. Ἔ­κα­νε δέ­κα εἴ­κο­σι βή­μα­τα, στά­θη­κε, γύ­ρι­σε πί­σω νὰ κοι­τά­ξει. Τὸ βι­βλί­ο τοῦ φά­νη­κε σο­κα­ρι­σμέ­νο, ὅ­λο ἕ­να πα­ρά­πο­νο γι’ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Τὸ εἶ­χε σκε­φτεῖ και­ρὸ πρὶν πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­ση, ἔ­πρε­πε νὰ στε­ρη­θεῖ κά­τι πο­λύ­τι­μο, μιὰ προ­σφο­ρὰ στὴ θά­λασ­σα τοῦ κό­σμου. Μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου τὸ ξε­φύλ­λι­σε, τὸ ἐμ­προ­σθό­φυλ­λο καὶ λί­γες ἀ­κό­μα σε­λί­δες. Ἀ­πο­ρί­α. Ἔ­κλει­σε πά­λι. Στὴν τρί­τη σε­λί­δα ἦ­ταν ἡ ἀ­φι­έ­ρω­ση μὲ μπλὲ με­λά­νι ἀ­πὸ τὸ φι­λό­λο­γό του. Τοῦ εὐ­χό­ταν μί­α ζω­ὴ γε­μά­τη πε­ρι­πέ­τει­ες, εἶ­χε ὑ­πο­γρά­ψει μὲ με­γά­λα γράμ­μα­τα: ὁ Δά­σκα­λός σου. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κὸς στα­μά­τη­σε, ἔ­σκυ­ψε, χά­ζευ­ε τὸν τί­τλο. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο του.

        Ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ παγ­κά­κι. Στρι­μώ­χτη­κε δί­πλα στὸ βι­βλί­ο, τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να καὶ τὰ χέ­ρια ἀ­νά­με­σα. Δί­στα­σε μί­α στιγ­μή, τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε πά­νω στὸν γο­φό του. Ἔ­νι­ω­σε τὴ ζε­στα­σιά του νὰ δι­α­περ­νᾶ τὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ, μιὰ δι­ά­χυ­ση στὸ δέρ­μα. Ἀ­πο­πλά­νη­ση. Δὲν ἤ­τα­νε ἀ­γνώ­μων, εἶ­χε γί­νει ἀ­φορ­μὴ ν’ ἀ­νοί­ξει μί­α πόρ­τα στὴ ζω­ή, τοῦ ἔ­δει­ξε ἕ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­κουμ­πᾶ τὰ πράγ­μα­τα: δυ­ὸ δό­σεις γλύ­κας, ἴ­σες δό­σεις πό­νου. Τὸ ἔ­σπρω­ξε μὲ τὴν ἀ­νά­πο­δη τῆς πα­λά­μης σὰν ἀ­πὸ ἔγ­καυ­μα. Ἐ­κεῖ­νο χο­ρο­πή­δη­σε στὸ παγ­κά­κι, λί­γο καὶ θὰ ‘πέ­φτε. Ση­κώ­θη­κε, τά­χυ­νε τὸ βῆ­μα. Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το…, ἄ­κου­γε τσι­ρί­δες, ἤ­θε­λε νὰ κλεί­σει μὲ τὰ χέ­ρια του τ’ αὐ­τιά. «Δὲν τὸ πι­στεύ­ω!» —αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲ γύ­ρι­ζε μὲ τί­πο­τα— «Αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο. Δὲν φαν­τά­ζε­σαι πό­σο και­ρὸ τὸ ψά­χνω!». Ἡ φω­νὴ ἐ­κτό­ξευ­ε βεγ­γα­λι­κά.

     Ἔ­φτα­σε στὸ ἁ­μά­ξι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ χώ­θη­κε μέ­σα. Γυα­λιὰ ἡ­λί­ου κι ἕ­να γκρι­ζο­μάλ­λι­κο κε­φά­λι εἰ­σέ­βα­λαν στὸν μπρο­στι­νὸ κα­θρέ­φτη. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ βά­λει μπρός, δύ­ο κο­ρί­τσια ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κα περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα του. Ἡ με­λα­χρι­νὴ μὲ τὴν μπλὲ τού­φα κρα­τοῦ­σε μί­α με­γά­λη ὑ­φα­σμα­τέ­νια τσάν­τα. Τὸ βι­βλί­ο του ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κυ­μα­τι­στὴ κί­νη­ση τῶν ἐ­φη­βι­κῶν βη­μά­των. Στὴν πά­νω γω­νί­α τὸ με­γά­λο «Ὁ» τοῦ τί­τλου, τὸ μι­σό, τοῦ ἔ­κλει­νε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νάς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Σπούδασε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στήμιο Κρή­της, πα­ράλ­λη­λα έκανε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Θε­α­τρι­κά του ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ στοὺς Δι­α­γω­νι­σμοὺς Θε­α­τρι­κοῦ Ἔρ­γου τῆς Ἕ­νω­σης Σε­να­ρι­ο­γρά­φων Ἑλ­λά­δας («Τὸ Κου­τὶ» Α΄ βρα­βεῖ­ο 2018, «Μιὰ Σχε­δὸν Ἀ­λη­θι­νὴ Ἱ­στο­ρί­α» Ἔ­παι­νος 2017). Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP) Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Καταφύγιο



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 10/11]


Κα­τα­φύ­γιο

(Zufluchtsort)


ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ τὸ νὰ βγαί­νει κα­νεὶς ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Συ­ναν­τᾶ πρό­σω­πα, κα­θέ­να τους στὴ δι­κή του ξε­χω­ρι­στὴ ἐκ­δο­χή, ἑ­πο­μέ­νως μο­να­δι­κά, ἐκ­πλη­κτι­κά. Ὑ­πάρ­χουν πρό­σω­πα ποὺ ἐ­ξορ­γί­ζουν τὸν Πί­ους: Βλέ­πει σὲ αὐ­τὰ τὴν ξε­ρο­κε­φα­λιά, τὴν ἀγ­κύ­λω­ση, τὴ στε­νο­μυα­λιά. Προ­τι­μᾶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πρό­σω­πα παι­δι­ῶν.

       Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη χον­τρὴ γυ­ναί­κα κά­θε­ται στὸ τρὰμ καὶ μα­σου­λί­ζει ἕ­να κο­τσά­νι ἀ­πὸ κε­ρά­σι. Μιὰ ἄλ­λη λέ­ει στὴ δι­πλα­νή της: «Ἔ, ἐ­σεῖς, ναί, ἐ­σᾶς λέ­ω: Θέ­λω νὰ πε­θά­νω!»

       Νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ ἡ πό­λη μοιά­ζει νὰ λάμ­πει ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω, ὅ­μως ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἐν­νιὰ ὁ οὐ­ρα­νὸς εἶ­ναι μα­ραγ­κι­α­σμέ­νος, τὸ φῶς χλο­μό. Ὁ Πί­ους παίρ­νει τὸ τρὰμ καὶ πό­τε-πό­τε ση­μει­ώ­νει στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του: «Τώ­ρα ποὺ ἡ Ρόζ­μα­ρι θέ­λη­σε νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἡ μη­τέ­ρα μου προ­σπα­θεῖ ξα­νά, ὅ­πως πα­λιά, νὰ ὑ­πο­νο­μεύ­σει τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά μου. Μοῦ ἀ­γο­ρά­ζει ροῦ­χα ποὺ δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν. Θέ­λει νὰ ἀλ­λά­ξει τὴ δι­αρ­ρύθ­μι­ση στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μας. Θέ­λει νὰ μὲ βλέ­πει πιὸ συ­χνά.»

       Ἀ­νή­συ­χος ὁ Πί­ους δι­α­πι­στώ­νει ἀλ­λα­γὲς στὸν ἑ­αυ­τό του: Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ξαφ­νι­κὰ πιὸ ἀ­νοι­χτά, μὲς στὸ κε­φά­λι του ἁ­πλώ­νε­ται κά­τι σὰν φα­σα­ρί­α, καὶ τὸ φῶς ἡ­μέ­ρας εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἔν­το­νο γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­χει γί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο πο­λυ­λο­γάς. Τὸ πρό­σω­πό του εἶ­ναι σχε­δὸν δι­ά­φα­νο, ἡ κοι­λιὰ του λι­γό­τε­ρο χον­τρή.

       Ὁ Πί­ους φο­ρά­ει πάν­τα παπ­που­δί­στι­κα ροῦ­χα: γκρὶ παν­τε­λό­νι, ποὺ οἱ τι­ράν­τες τὸ ση­κώ­νουν μέ­χρι πά­νω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιά, γκρὶ σα­κά­κι μὲ γκρὶ μπα­λώ­μα­τα στοὺς ἀγ­κῶ­νες. Ὅ­ταν περ­πα­τά­ει μὲ βῆ­μα χα­λα­ρό, μὲ τὸ δε­ξί του πό­δι σπρώ­χνει κά­θε τό­σο τὰ χα­λί­κια ποὺ βρί­σκει μπρο­στά του στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Με­τὰ τὴν ἀ­πό­πει­ρα αὐ­το­κτο­νί­ας τῆς γυ­ναί­κας του ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ κλά­ψει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη, πρὶν κα­τα­πι­εῖ τὰ ὑ­πνω­τι­κά, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πά­ει τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα στὸ κομ­μω­τή­ριο καὶ νὰ κά­νει περ­μα­νάντ. Κι ἐ­πει­δὴ τῆς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἅ­λα­τα γιὰ τὸ μπά­νιο – γιὰ τοὺς ρευ­μα­τι­σμούς της. Εἶ­χαν κα­βγα­δί­σει ὅ­μως· ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ἀ­νέ­βει στὸ τρὰμ καὶ ἡ Ρόζ­μα­ρι στε­κό­ταν στὸ πε­ζο­δρό­μιο, πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πὶ στὴν πόρ­τα, ἡ ὁ­ποί­α γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει αὐ­τό­μα­τα, καὶ τσί­ρι­ζε, πράγ­μα ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ντρέ­πε­ται τὸν κό­σμο. Τὸ πρό­βλη­μα ἦ­ταν τὰ λε­φτά, πάν­τα τα λε­φτά. Ἐ­κεί­νη χρει­α­ζό­ταν νὰ ἔ­χει λε­φτὰ μὲ οὐ­ρά, ἐ­κεῖ­νος πά­λι ἦ­ταν ὀ­λι­γαρ­κής. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἄρ­χι­σε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο νὰ βρί­ζει, ἀ­φοῦ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­κι­νή­σει ὅ­σο ἡ Ρόζ­μα­ρι πα­τοῦ­σε τὸ κουμ­πί.

       Τὸ τρὰμ εἶ­ναι τὸ κα­τα­φύ­γιο τοῦ Πί­ους. Δὲν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ δου­λέ­ψει, κα­θὼς ἔ­χει κλη­ρο­νο­μή­σει μιὰ μι­κρὴ πε­ρι­ου­σί­α· ἔ­τσι, παίρ­νει κά­θε μέ­ρα τὸ τρὰμ καὶ λεί­πει μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ νὰ ξε­φεύ­γει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Στὸ κρε­βά­τι τῆς ἄρ­ρω­στης, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ Ρόζ­μα­ρι βγά­ζει κλα­ψι­ά­ρι­κους ἤ­χους, ἐ­κεῖ­νος πρέ­πει νὰ τῆς ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς δὲν θὰ κα­τα­φεύ­γει πλέ­ον στὸ τράμ. Τὴν ὑ­πό­σχε­σή του δὲν θὰ τὴν κρα­τή­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει στὴν κα­τή­φεια νὰ γε­μί­σει τὴν καρ­διά του.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basellandschaftliche Zeitung 2.9.1992, ἔ­πει­τα: Die Brieffreundin, Luchterhand 1995, καὶ Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (9.6.1956) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 9/11]


Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας

(Ein ganz gewöhnlicher Waschtag)


Ν ΘΕΛΗΣΩ νὰ ζω­γρα­φί­σω τὸ πορ­τραῖ­το τῆς γυ­ναί­κας γιὰ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μα χρώ­μα­τα· θὰ πρέ­πει νὰ μὴν εἶ­ναι κραυ­γα­λέ­α οὔ­τε καὶ μάτ, μᾶλ­λον φω­τει­νά, ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως θαμ­πά – πά­ει νὰ πεῖ: ἁ­πα­λά. Μὰ δὲν εἶ­μαι ζω­γρά­φος. (Πα­ρα­λί­γο νὰ εἶ­χα γί­νει, ὡ­στό­σο οἱ ἐν­δε­χο­μέ­νως σαρ­κα­στι­κοὶ δά­σκα­λοί μου στὴ σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν, στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χα ἐκ­μυ­στη­ρευ­τεῖ τό­τε μὲ παι­δι­ά­στι­κη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α μου, ἔ­βρι­σκαν πὼς ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου —ση­μει­ω­τέ­ον, «ὁ χα­ρα­κτή­ρας», ὄ­χι τὸ τα­λέν­το!— δὲν ἔ­κα­νε, λέ­ει, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Τὴ συλ­λο­γί­στη­κα πο­λὺ αὐ­τὴ τὴν πα­ρα­τή­ρη­ση, τὴν ὁ­ποί­α μοῦ ἐ­πέ­δω­σαν καὶ γρα­πτῶς, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ μπο­ρέ­σω νὰ βγά­λω ἄ­κρη.) Μιᾶς καὶ ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου δὲν προ­σφέ­ρε­ται, λοι­πόν, γιὰ νὰ φι­λο­τε­χνή­σει ἕ­να πορ­τραῖ­το μὲ χρώ­μα­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ νι­ώ­θω πό­τε-πό­τε τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κά­νω ἕ­να πορ­τραῖ­το, ἀ­πέ­κτη­σα σι­γὰ σι­γὰ τὴ συ­νή­θεια νὰ ζω­γρα­φί­ζω μὲ λέ­ξεις. Δὲν ξέ­ρω καὶ τό­σο πολ­λὲς λέ­ξεις. Δι­α­θέ­τω, βέ­βαι­α, τρί­α λε­ξι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α μου ἔ­κα­ναν δῶ­ρο, κα­θὼς καὶ ἕ­να λε­ξι­κὸ ξέ­νων λέ­ξε­ων, ἐ­πί­σης δῶ­ρο, ὡ­στό­σο δὲν χρη­σι­μο­ποι­ῶ οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ δαῦ­τα γιὰ νὰ γρά­ψω, πο­τέ· ἴ­σα-ἴ­σα ποὺ θὰ μὲ φούρ­κι­ζε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ λέ­ξεις ποὺ δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸ δι­κό μου λε­ξι­λό­γιο. Τώ­ρα ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ μι­λή­σω ἄλ­λο γιὰ μέ­να, μὰ γιὰ τὴ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­νέ­φε­ρα προ­η­γου­μέ­νως.

       Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Κλά­ρα καὶ μέ­νει σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα κα­τοι­κι­ῶν, στὸ ἰ­σό­γει­ο. Δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­να­τή, ὡ­στό­σο φρον­τί­ζει τὸ νοι­κο­κυ­ριό της μὲ προ­κο­πὴ καὶ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Ἔ­χει ἕ­ναν μι­κρὸ γιό, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α κα­θό­ταν μὲς στὸ πάρ­κο του κι ἔ­παι­ζε μὲ ἕ­να κου­τί. Ἡ Κλά­ρα τοῦ ἔ­δει­ξε πῶς βγαί­νει τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε, ἀ­φοῦ ὁ μέ­χρι πρό­τι­νος εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μι­κρὸς ἔ­γι­νε με­μιᾶς γκρι­νιά­ρης καὶ ἅ­πλω­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι τὸ κου­τὶ πρὸς τὸ μέ­ρος της κα­θὼς μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νὰ βγά­ζει, μὰ ὄ­χι καὶ νὰ ξα­να­βά­ζει τὸ κα­πά­κι. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο (τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει δύ­ο δω­μά­τια καὶ ἕ­ναν μα­κρύ, στε­νό, σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο) ὁ σύ­ζυ­γός της, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δι­ο­ρι­σμέ­νος στὴν ὀρ­χή­στρα τοῦ θε­ά­τρου, ἔ­παι­ζε ἕ­να και­νούρ­γιο τρα­γού­δι. Τὰ τρα­γού­δια του, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πάν­το­τε ἐ­ρω­τι­κά, δὲν ἐ­πι­γρά­φον­ται πο­τὲ «Στὴν Κλά­ρα», μὰ γε­νι­κὰ καὶ ἀ­ό­ρι­στα «Σὲ μιὰ ἐ­ρω­μέ­νη», κά­τι ποὺ ὅ­σο νά ’­ναι στε­νο­χω­ρεῖ τὴν Κλά­ρα. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, οὔ­τε τό­τε εἶ­χε κα­λὴ δι­ά­θε­ση, πα­ρὰ τὴν ὄ­μορ­φη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα· ὅ­μως, προ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τὴν αἰ­τί­α τῆς νευ­ρι­κό­τη­τάς της, θέ­λω νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ τώ­ρα δὰ ἀ­νέ­φε­ρα, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ σω­στό: ὁ­λάν­θι­στοι κῆ­ποι, γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­στε­καν στὶς αὐ­λό­πορ­τες καὶ κου­βέν­τια­ζαν, μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ μοί­ρα­ζε φυλ­λά­δες, ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ μό­λις ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, παι­διὰ ποὺ ἔ­σκου­ζαν, καὶ ὑ­πε­ρά­νω ὅ­λων ὁ ἥ­λιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, λὲς καὶ μὲ ἐν­το­λὴ για­τροῦ, ἁ­πλω­νό­ταν προ­σε­κτι­κὰ καὶ ὁ­μοι­ό­μορ­φα, ἄγ­γι­ζε μύ­τες καὶ που­λιὰ καὶ χε­ρού­λια κα­ρο­τσι­ῶν ποὺ τὰ ἔ­σπρω­χναν χα­μο­γε­λών­τας μη­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­δει­χναν πο­λὺ ὄ­μορ­φες. Ἡ Κλά­ρα εἶ­χε μπό­λι­κη μπου­γά­δα· ἔ­ξω κυ­μά­τι­ζαν πε­τσέ­τες μπά­νιου, πε­τσέ­τες προ­σώ­που, πε­τσέ­τες κου­ζί­νας καὶ ὅ,τι ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει σὲ πε­τσέ­τα. Ὁ Γκρέγ­κορ, ὁ μι­κρὸς γιός, ἔ­κλαι­γε καὶ ὁ Μάξ, ὁ σύ­ζυ­γος, τρα­γου­δοῦ­σε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη. Ἡ Κλά­ρα στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὰ με­γά­λα, γα­λα­νὰ μά­τια της (χρώ­μα­τος σκου­ρο­γά­λα­νου, λὲς καὶ τὰ εἶ­χαν γε­μί­σει σκι­ὲς) στὸ σκοι­νὶ τῆς μπου­γά­δας. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­δε ἐ­κεῖ τὴν συν­τά­ρα­ξε: Ἀ­νά­με­σά σε μιὰ πά­να καὶ μιὰ μα­ξι­λα­ρο­θή­κη κρε­μό­ταν μὲ ἀ­πό­λυ­τη φυ­σι­κό­τη­τα ἕ­να χαρ­τὶ πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν γρα­φτεῖ νό­τες, ἕ­να τρα­γού­δι τοῦ ἄν­τρα της μὲ τὸν τί­τλο «Στὴν Κλά­ρα»· ἔ­στα­ζε ἀ­κό­μη καὶ πά­σχι­ζε νὰ στε­γνώ­σει. Αὐ­τὸ ἦ­ταν πράγ­μα­τι κά­τι τὸ ἐκ­πλη­κτι­κό, τρο­μα­χτι­κό, ἐ­ξί­σου ἀ­νε­ξή­γη­το ὅ­πως ἡ ἐ­πι­στο­λὴ ἐ­κεί­νων τῶν δα­σκά­λων μου στὴ σχο­λή. Κι ἀ­πὸ πά­νω ἦ­ταν καὶ κα­λο­καί­ρι, μιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς βρα­δι­ὲς τὶς βυ­θι­σμέ­νες στὰ ὄ­νει­ρα, ποὺ μᾶς κά­νουν ν’ ἀ­να­τρι­χι­ά­ζου­με ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Τὰ φορ­τω­μέ­να δέν­τρα κοι­μοῦν­ταν καὶ τὰ φύλ­λα τους ἔ­τρε­μαν σὰν σφα­λι­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Ἕ­να σμῆ­νος που­λιὰ πε­τά­χτη­κε μπρο­στὰ σ’ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ὁ­δη­γὸς στα­μά­τη­σε, βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ κοί­τα­ξε γύ­ρω της. Μό­λις ἀν­τί­κρι­σε τὴν Κλά­ρα στὸ πα­ρά­θυ­ρο, γέ­λα­σε καὶ ἔ­δει­ξε πρὸς τὴν πα­ρά­ξε­νη παρ­τι­τού­ρα. Ἐ­δῶ πιὰ πρέ­πει μᾶλ­λον νὰ ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἡ ὁ­δη­γὸς ἤ­μουν ἐ­γὼ καὶ ὅ­τι τὸ χαρ­τὶ ποὺ κα­μω­νό­ταν τὸ ἀ­σπρό­ρου­χο, μὲ τὸ τρα­γού­δι «Στὴν Κλά­ρα», στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­χε, ἄλ­λω­στε κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀλ­λό­κο­το. Ἐ­γὼ τὸ εἶ­χα ζω­γρα­φί­σει ἐ­κεῖ γιὰ νὰ ζω­η­ρέ­ψω λι­γά­κι τὴν ἡ­μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς Κλά­ρα – μὲ χρώ­μα­τα ἢ μὲ λέ­ξεις; Οὔ­τε ποὺ θυ­μᾶ­μαι πιά.

       Ἡ Κλά­ρα ἀ­να­στέ­να­ξε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ παρ­τι­τού­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὅ­τι ἡ μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς ἦ­ταν μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας, δί­χως τί­πο­τε τὸ ὀ­νει­ρι­κὸ νὰ τῆς προ­σά­ψει κα­νείς. Ἦ­ταν μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ζεῖ πε­ρι­πέ­τει­ες ἢ πα­ρά­ξε­να πε­ρι­στα­τι­κὰ στὸ σι­νε­μὰ ἢ σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ὅ­μως στοὺς τέσ­σε­ρις τοί­χους της ὁ κό­σμος δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ ἐμ­πνέ­ει τρό­μο· τὸ κα­θε­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι ποὺ νὰ μὴν τρο­μά­ζει κα­νέ­νας, οὔ­τε κὰν τὸ κα­να­ρί­νι.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basler Nachrichten ἐ­πι­φυλ­λί­δα 26.7.1965, στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (6.2.1959) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Πέτρος Φούρναρης: Ὁ βλάσφημος


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


Ὁ βλά­σφη­μος


ΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΕΤΡΑ ὕ­ψους πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­βδο­μήν­τα μπρο­στά του ἔ­μοια­ζε ὀγ­κό­λι­θος, ἀ­κό­μα κι ἂν τὸ φάρ­δος της ἦ­ταν μό­λις μι­σὸ μέ­τρο. Αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ δι­α­στά­σεις τῆς πέ­τρας ποὺ ξε­φόρ­τω­ναν στὴ αὐ­λή του κι αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μπό­ι του.  Με­γά­λα φορ­τη­γὰ δὲν χω­ροῦ­σαν στὰ σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ ἀ­τε­λι­ὲ καὶ τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ πλά­σει κά­τι με­γά­λης κλί­μα­κας ἀ­παι­τοῦ­σε τὴν πα­ρα­μο­νή του στὸ λα­το­μεῖ­ο καὶ τὴν ἐρ­γα­σί­α του στὸ ὕ­παι­θρο. Πράγ­μα σχε­δὸν ἀ­δύ­να­τον. Πρῶ­τον, για­τί ἐ­κεῖ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πέ­τρες στὸ μέ­γε­θος ποὺ τὶς χρει­α­ζό­ταν καὶ δεύ­τε­ρον, για­τί ἀ­κό­μα κι ἂν ὑ­πῆρ­χαν, δὲν θὰ τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­παν, ἀ­φοῦ κα­νεὶς δὲν τὸν συμ­πα­θοῦ­σε στὸ ἐρ­γο­τά­ξιο.

        Ὅ­ταν λοι­πὸν ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι τοῦ Ἰ­ου­λί­ου προ­σγει­ώ­θη­καν μπρός του οἱ δυ­ὸ ὀγ­κό­λι­θοι, σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, ἀν­τὶ νὰ βλα­στη­μή­σει τὰ ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα φουρ­νέ­λα σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε γιὰ αὐ­τὴν τὴν εὔ­νοι­α τῆς τύ­χης. Πρώ­τον για­τὶ οἱ δυ­ὸ βρά­χοι ἀ­κουμ­ποῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο, ἀ­φή­νον­τας με­τα­ξύ τους ἕ­να προ­στα­τευ­τι­κὸ κε­νὸ ποὺ τὸν ἔ­σω­σε ἀ­πὸ τὶς ὑ­πό­λοι­πες κο­τρό­νες ποὺ ἔ­πε­φταν βρο­χὴ γύ­ρω του. Καὶ δεύ­τε­ρον για­τί οἱ πέ­τρες ποὺ μέ­σα τους βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο ἦ­ταν σι­δε­ρό­πε­τρες: δύ­σκο­λες ἀλ­λὰ συ­νά­μα ἀν­θε­κτι­κὲς πέ­τρες ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν τὸ γλυ­πτό του αἰ­ώ­νιο.

        Ἀ­κό­μα κι ἡ κα­κο­τυ­χί­α του νὰ τὸν δαγ­κώ­σει ἡ “οὐ­ρα­νο­κα­τέ­βα­τη” ὄ­χεν­τρα στὸν πα­ρά­με­σο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ δὲν τὸν πτό­η­σε. Ἔ­λυ­σε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸ κορ­δό­νι τοῦ πα­που­τσιοῦ καὶ ἀ­φοῦ πά­τη­σε τὴ μιὰ ἄ­κρη του τὸ τύ­λι­ξε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν καρ­πὸ σφίγ­γον­τας μὲ τὸ δε­ξί. Ὕ­στε­ρα πά­λι, δέ­νον­τας τὴν ἴ­δια ἄ­κρη στὸν βρα­χί­ο­να μιᾶς κου­τσου­πιᾶς καὶ τρα­βών­τας μὲ τὸ πλη­γω­μέ­νο, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸ σφί­ξει ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα.

        Ὁ τσο­πά­νος ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε τὴν σύ­ριγ­γα γιὰ νὰ τρυ­πή­σει τὸ δά­χτυ­λο καὶ νὰ βγεῖ τὸ δη­λη­τή­ριο κα­τα­ρι­ό­ταν ἕ­να πα­ρό­μοι­ο φί­δι ποὺ τοῦ εἶ­χε σκο­τώ­σει δυ­ὸ κα­τσί­κες, ἀλ­λὰ ὁ λι­λι­πού­τειος γλύ­πτης κα­θὼς με­τα­φε­ρό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κά­θε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀρ­νη­τι­κὲς σκέ­ψεις ἔ­κα­νε. Ἀν­τι­θέ­τως, ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς τό­τε ποὺ τὸ μυα­λό του συ­νέ­λα­βε τὴν σύν­θε­ση τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ του σχε­δί­ου. Ἀ­πο­ρών­τας πῶς τὸ μη­χα­νά­κι ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε ἄν­τε­χε τὸ βά­ρος του —λε­πτὸ πρὸς λε­πτὸ γι­νό­ταν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ή του ἀ­σή­κω­το— φαν­τά­στη­κε ὡς γλυ­πτὸ τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἀ­νά­λο­γο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του.

        Στὴν ἐν­τα­τι­κὴ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­μο­νη σκέ­ψη σχη­μά­τι­σε ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη του – ἐν­τε­λῶς πα­ρά­ται­ρο μὲ τὰ χον­δρο­ει­δῆ ἀ­στεῖ­α τῶν για­τρῶν καὶ τοῦ βο­η­θη­τι­κοῦ προ­σω­πι­κοῦ γιὰ τὸ ἀ­νά­στη­μα καὶ τὴν κα­τα­γω­γή του: “Ἀλ­βα­νὸς εἶ­ναι, θὰ ἀν­τέ­ξει!”, “Ἕ­νας Ἀλ­βα­νὸς λι­γό­τε­ρος!”.

        Ποῦ νὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς αὐ­τὸς ἔ­βλε­πε ἤ­δη τὸ ἔρ­γο του τε­λει­ω­μέ­νο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ λα­το­μεῖ­ο. Ἕ­ναν ψη­λὸ καὶ βα­ρὺ γί­γαν­τα ὅ­λο μπρά­τσα ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα ψη­λό­τε­ρα μιὰ ἔ­χιδ­να, δεί­χνον­τας τὴν προ­κλη­τι­κὰ στὸ Θε­ό, σὰν νὰ τοῦ ΄λέ­γε: «Ὅ­σα φί­δια καὶ πέ­τρες νὰ στέλ­νεις, ἐ­γὼ θὰ δη­μι­ουρ­γῶ.»


24-6-2022



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση «καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Ἐλευθερία Τελειώνη: Ἐκεῖνοι ποὺ φανήκανε δυνατοί


Ἐ­λευ­θε­ρί­α Τε­λει­ώ­νη


Ἐ­κεῖ­νοι ποὺ φα­νή­κα­νε δυ­να­τοί


ΜΑ ΕΙΣΑΙ ΜΠΑΛΟΝΑΣ, βλέ­πεις πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τ’ ὄ­νει­ρο, ἴ­διο κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτο κά­θε φο­ρά. Τὰ μπα­λό­νια σὲ ση­κώ­νουν καὶ πε­τᾶς στὸν οὐ­ρα­νό. Κι ὅ­ταν κά­ποι­ο πρω­ὶ στὸν Ἅ­γιο Σάβ­βα σοῦ λέ­νε «οἱ πι­θα­νό­τη­τες εἶ­ναι λί­γες, πρέ­πει νὰ φα­νεῖ­τε δυ­να­τός», ξέ­ρεις πὼς ὅ­που νά ΄ναι τ’ ὄ­νει­ρο θὰ βγεῖ. Καὶ γυ­ρί­ζεις σπί­τι.

        Τ’ ἀ­πού­λη­τα μπα­λό­νια τῆς πε­ρα­σμέ­νης Κυ­ρια­κῆς εἶ­ναι στὶς θέ­σεις τους. Ὁ τυ­ραν­νό­σαυ­ρος Ρὲξ στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα πε­τᾶ πά­νω ἀ­π’ τὸ ξέ­στρω­το κρε­βά­τι, ὁ σπά­ιν­τερ­μαν στὸ σα­λό­νι σκαρ­φα­λώ­νει στὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ τὸ σκυ­λά­κι Δαλ­μα­τί­ας γυ­ρο­φέρ­νει στὸ χώλ, πάν­τα ἀ­νυ­πό­μο­νο γιὰ βόλ­τα. Τὸ πα­πὶ στὴν του­α­λέ­τα, τὸ δελ­φί­νι στὴ μπα­νι­έ­ρα. Ὁ Μί­κυ στὴν ἀ­πο­θή­κη. Στὸ μπαλ­κό­νι δε­μέ­νη μιὰ μη­χα­νὴ κι ὁ κε­ραυ­νὸς Μα­κου­ίν. Τὰ μα­ζεύ­εις ἕ­να-ἕ­να, τὰ δέ­νεις γε­ρὰ μὲ σπάγ­κο κι ἀ­νε­βαί­νεις στὴν τα­ρά­τσα.

        Τσι­γά­ρο γιὰ νὰ ξυ­πνή­σει ἡ μνή­μη, νὰ σοῦ φέ­ρει τὰ δῶ­ρα της. Πρῶ­το-πρῶ­το, τὸ χω­ριό σου. Στὴν κεν­τρι­κὴ πλα­τεί­α, κά­τω ἀ­π’ τὸν με­γά­λο πλά­τα­νο, πι­τσι­ρι­κάς, κλο­τσᾶς τὴ μπά­λα. Τὰ πό­δια σου μπερ­δεύ­ον­ται, πέ­φτεις, μα­τώ­νεις τὰ γό­να­τα. Στὸ σπί­τι ἡ μά­να σὲ ξυ­λο­φορ­τώ­νει λὲς κι ἤ­τα­νε δι­κό σου τὸ φταί­ξι­μο. Μὲ πα­γω­τὸ Σι­κά­γο τὰ ξε­χνᾶς ὅ­λα. Μὲ τὴ γλώσ­σα πα­λεύ­εις νὰ ξε­κολ­λή­σεις τὰ κα­βουρ­ντι­σμέ­να ἀ­μύ­γδα­λα ἀ­π’ τὰ δόν­τια σου.

        Ὕ­στε­ρα στὸ Κάρ­πα­θος, τὸ τζε­νε­ρα­λά­δι­κο. Βάρ­δια στὸ κα­τά­στρω­μα, τέσ­σε­ρις-ὀ­χτώ. Πα­ρέ­α τὰ στι­χά­κια τοῦ Κό­λια σου. Κεῖ­νος τὰ φταί­ει ποὺ μπαρ­κά­ρι­σες. Φυ­σᾶς τὸν κα­πνό σου στὴ νύ­χτα. Ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ὁ Σταυ­ρὸς τοῦ Νό­του φέγ­γει ἀ­δι­ά­φο­ρος, κι ἄς τό ‘χες ὄ­νει­ρο νὰ τὸν δεῖς μὲ τὰ μά­τια σου. Σκλη­ρὸ κι ἀ­δι­ά­φο­ρό το Σύμ­παν. Ξέ­ρεις. Σὰν τοὺς ἀν­θρώ­πους.

         Ἡ ὥ­ρα περ­νᾶ, τὸ τσι­γά­ρο τε­λει­ώ­νει. Τσου­ρού­τι­κο, σὰν τὴ ζω­ὴ κι αὐ­τό. Ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­τρί­δα. Πλα­τεί­α Βά­θης, παρ­κά­ρεις ὅ­πως πάν­τα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τυ­ρο­πι­τά­δι­κο τῆς Σω­κρά­τους. Ἡ Φραν­τσέ­σκα, ἡ μό­νη ποὺ ἀν­τέ­χει τὴν κα­ρα­βί­σια μυ­ρω­διά σου, σοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὸ πρό­σω­πο τὴν ὥ­ρα ποὺ ξα­λα­φρώ­νεις. Τι­νά­ζε­σαι. Τὰ χά­δια πο­νᾶ­νε ὅ­ταν τὰ πλη­ρώ­νεις. Δὲν θὰ ξα­να­πᾶς.

        Πε­τᾶς τὸ τσι­γά­ρο. Ὁ ἀ­έ­ρας φυ­σᾶ, ὁ σπάγ­κος σοῦ τρα­βὰ τὸ χέ­ρι. Εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα. Σὲ λί­γο τα μπα­λό­νια σου θὰ σκορ­πί­σουν στὸν οὐ­ρα­νό. Τὰ παι­διὰ θὰ ση­κώ­σουν τὸ βλέμ­μα, θὰ δεί­ξουν μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Θὰ στέ­κον­ται γιὰ ὥ­ρα καὶ θὰ κοι­τά­ζουν. Θ’ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χον­ται ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ μπα­λό­νια καὶ ποῦ στὸ κα­λὸ πη­γαί­νουν. Κι ἴ­σως, τό­τε, κά­ποι­ος τοὺς πεῖ πὼς πᾶ­νε νὰ βροῦν ἐ­κεί­νους ποὺ φα­νή­κα­νε τε­λι­κὰ δυ­να­τοί.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἐ­λευ­θε­ρί­α Τε­λει­ώ­νη (Ἀ­θή­να, 1983). Σπού­δα­σε Ὀρ­γά­νω­ση καὶ Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ά, Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ εἶ­ναι κά­το­χος MPhil(B) Modern Greek Studies ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Birmingham στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­πι­με­λή­τρια κει­μέ­νων. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὰ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Χρή­στου Οἰ­κο­νό­μου στὸν ΙΑΝΟ. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Νίκη Τρουλλινοῦ: Ὁ γάμος της


Νί­κη Τρουλ­λι­νοῦ


Ὁ γάμος της


Ι ΑΝ Ο ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΣ τοῦ Μονρεάλε ἔ­χει ἕ­ξι χι­λιά­δες τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα ψη­φι­δω­τά, ἐ­σὺ στὸ πε­ρι­στύ­λιο ἀ­νά­σα­νες. Τὸ πε­ρι­στύ­λιο τῆς με­γά­λης αὐ­λῆς, κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἀ­ρα­βι­κὲς ἁ­ψί­δες μὲ τὰ γε­ω­με­τρι­κὰ μο­τί­βα καὶ τὶς σκη­νὲς τῆς Γρα­φῆς χα­ραγ­μέ­νες στὰ κι­ο­νό­κρα­να τῶν ὑ­πό­λευ­κων μαρ­μά­ρι­νων δί­δυ­μων κι­ό­νων, φαν­τά­ζε­σαι τοὺς κρα­τοῦν­τες τοῦ να­οῦ βυ­θι­σμέ­νους στὶς συ­νο­μω­σί­ες· ἀ­πὸ και­ρὸ οἱ αὐ­στη­ρὲς συμ­βου­λὲς καὶ οἱ πι­ε­στι­κὲς πα­ραι­νέ­σεις τοῦ Πά­πα στὴ Ρώ­μη εἶ­ναι λα­λί­στα­τες, και­ρὸς νὰ τὰ μα­ζεύ­ουν οἱ ἄ­πι­στοί τοῦ Ἰσ­λὰμ ἀ­πὸ τὴν Σι­κι­λί­για. Μπρο­στά σου δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες περ­πα­τοῦν, χά­νον­ται στὶς κο­λῶ­νες καὶ φα­νε­ρώ­νον­ται στὶς εἰ­σό­δους τοῦ Να­οῦ, μή­πως καὶ ἐ­σύ, τώ­ρα εἶ­σαι ἕ­τοι­μη νὰ ἀν­τέ­ξεις τό­ση ὀ­μορ­φιά;

        Κι ἂν ἔ­λει­ψες λί­γα ἑ­πτά, τὸ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὸ ὄρ­γα­νο τὰ ἔ­χει ὅ­λα ἀλ­λά­ξει. Ἴ­σως ὁ μα­γευ­τι­κός του ἦ­χος κα­θὼς ὑ­ψώ­νον­ταν πρὸς τὴν ξυ­λό­γλυ­πτη χρω­μα­τι­στὴ ἀ­ρα­βι­κὴ στέ­γη ἢ ἀ­νη­φό­ρι­ζε νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν αὐ­στη­ρὸ Παν­το­κρά­το­ρα τοῦ κεν­τρι­κοῦ ση­κοῦ, ἔ­σπρω­ξε τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες νὰ στα­θοῦν ξαφ­νι­α­σμέ­νοι στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ στη­θοῦν στὸ κεν­τρι­κὸ δι­ά­δρο­μό τοῦ να­οῦ. Μα­ζὶ κι ἐ­σύ. Τώ­ρα, με­ση­μέ­ρι Σαβ­βά­του, μπο­ροῦ­σαν ὅ­λοι ν’ ἀν­τι­κρί­σουν τὰ κά­νι­στρα σὲ δυ­ὸ πα­ράλ­λη­λες γραμ­μές, δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά τοῦ δι­α­δρό­μου, κά­νι­στρα φορ­τω­μέ­να ἡ­λι­ο­τρό­πια, τρι­αν­τά­φυλ­λα, κρί­νους καὶ ζέρ­μπε­ρες. Τοὺς συγ­γε­νεῖς νὰ κα­τα­φθά­νουν φο­ρών­τας τ’ ἀ­κρι­βά τους ροῦ­χα, τὶς κυ­ρί­ες νὰ ἰ­σορ­ρο­ποῦν πά­νω στὶς λου­στρι­νέ­νι­ες γό­βες καὶ τὰ μι­κρὰ νὰ θέ­λουν νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὰ σφι­χτὰ πι­α­σί­μα­τα τῶν χε­ρι­ῶν τοῦ παπ­ποῦ καὶ τῆς για­γιᾶς. Ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὴν ἐν­δε­δειγ­μέ­νη κα­θυ­στέ­ρη­ση τὸ ζεῦ­γος τῶν μελ­λο­νύμ­φων. Τού­λια, μου­σε­λί­νες, οὐ­ρές, πα­ρά­νυμ­φοι, κο­στού­μι καὶ πα­πι­γιόν, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­γω­νί­α, χα­μό­γε­λα, οἱ γνω­στὲς κι­νή­σεις τῆς μα­μᾶς ποὺ αὐ­το­ε­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται στρώ­νον­τας τὸ βέ­λο τῆς νύ­φης καὶ ἡ ἄλ­λη ἰ­σι­ώ­νον­τας τὸ πέ­το τοῦ γαμ­βροῦ, καὶ ἄλ­λα τι­νά, προ­ϊ­όν­τα ὅ­λα τῆς μυ­θο­λο­γί­ας ποὺ κα­λεῖ­ται τε­λε­τὴ γά­μου. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἀ­να­γι­γνώ­σκει μὲ βα­θιὰ κα­θα­ρὴ φω­νὴ στὴν λα­τι­νι­κὴ γλώσ­σα. Προ­σκα­λε­σμέ­νοι, καὶ ἀ­πρό­σκλη­τοι ἐ­σεῖς, οἱ τυ­χαῖ­οι του Να­οῦ ἐ­πι­σκέ­πτες, σὲ ρό­λο ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου. Τὸ ἁρ­μό­νιο πά­λι. Ἡ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια ἑ­νὸς νέ­ου ἀ­γο­ριοῦ, πλη­σι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸ πλά­ι βλέ­πεις πὼς δὲν εἶ­ναι πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νων, χα­ϊ­δεύ­ει τὰ πλῆ­κτρα, ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἄ­ρα­γε τὴν κα­λή του; Ἡ ἀ­κου­στι­κή τοῦ χώ­ρου συν­τε­λεῖ τὸ ὑ­πό­λοι­πό τοῦ θαύ­μα­τος.

        Οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ μπρο­στά σου. Πά­νω κά­τω γύ­ρω στὰ ἑ­ξῆν­τα.  Ἄ­γνω­στες, κα­λο­στε­κού­με­νες, εὐ­πρε­πῶς ἐν­δε­δυ­μέ­νες. Ἀ­κοῦς τ’ ἀγ­γλι­κά τους, δὲν δί­νεις ση­μα­σί­α, μό­νο νά, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῆς τε­λε­τῆς τρα­βᾶ σὲ μά­κρος, ἡ μί­α ἀ­φη­γεῖ­ται στὴν ἄλ­λη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια, πράγ­μα­τα ποὺ ἤ­δη εἶ­δες, κι ἄλ­λα ποὺ δὲν θυ­μᾶ­σαι νὰ πρό­σε­ξες, τό­ση σα­φή­νεια, τέ­τοι­α λε­πτο­με­ρὴ πε­ρι­γρα­φή, τό­ση φλυ­α­ρί­α, Θε­έ μου, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στὰ καὶ στρέ­φε­σαι πρὸς τὸ μέ­ρος τους, λί­γη ἡ­συ­χί­α κα­λές μου κυ­ρί­ες, θέ­λεις νὰ πεῖς ἀ­νά­με­σα στὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, ἢ ἔ­στω ἕ­να ἐ­πι­τι­μη­τι­κὸ βλέμ­μα, τί­πο­τα ἀ­πὸ τὰ δύ­ο δὲν ἔ­λα­βε χώ­ρα, τώ­ρα ἤ­θε­λες νὰ γί­νεις μι­κρή, τό­ση δά, νὰ χα­θεῖς, νὰ λι­ώ­σεις μπρο­στά τους, τώ­ρα ἀν­τί­κρι­ζες δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες, ἡ μιὰ μὲ τὰ σπιν­θη­ρο­βό­λα μά­τια της νὰ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ τε­κται­νό­με­να ἐ­νώ­πιόν σας, ἡ ἄλ­λη, ἡ τυ­φλή, ν’ ἀ­κού­ει προ­σε­κτι­κά. Τυ­φλή. Ἀ­κού­ει προ­σε­κτι­κά, χα­μο­γε­λᾶ μό­νο ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, σο­βα­ρεύ­ε­ται, χα­μό­γε­λο καὶ πά­λι, ἔ­χει ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ λάμ­πει. Καὶ τὸ βλέμ­μα, ναί, τὸ βλέμ­μα, τῆς τυ­φλῆς ποὺ τα­ξι­δεύ­ει σὲ εἰ­κό­νες, καὶ οἱ ἦ­χοι γρά­φουν μέ­σα της τὴν ἱ­στο­ρί­α.

        Κι ἐ­σὺ θὰ χα­θεῖς στὴν ἔ­ξο­δο. Σὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται ἡ πόρ­τα αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια ποὺ δὲν εἶ­χες πρὶν προ­σέ­ξει. Τε­ρά­στια, βα­ριά, μὲ σα­ράν­τα δύ­ο ἐ­λά­σμα­τα νὰ ἱ­στο­ροῦν τὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή, τώ­ρα πά­νω στὸ χαλ­κό, χυ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν Ἰ­τα­λὸ μά­στο­ρα Μπο­νά­νο Πι­ζά­νο. Εἶ­ναι ἐ­δῶ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ χα­ϊ­δέ­ψεις στὸ μέ­ταλ­λο τὶς φι­γοῦ­ρες τοῦ Ἀ­δὰμ καὶ τῆς Εὕ­ας, τὰ ἕ­ξι πρό­βα­τα ποὺ χώ­ρι­σαν καὶ μά­τω­σαν τὸν Ἄ­βελ καὶ τὸν Κά­ιν. Εἶ­ναι ἐ­δῶ ποὺ θέ­λεις νὰ ἐ­πι­στρέ­ψεις στὸ να­ὸ καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ ψά­ξεις, ὄ­χι τὰ πε­ρί­φη­μα ψη­φι­δω­τὰ πιά, μὰ τὶς δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ὅ­μως φεύ­γεις. Δὲν θέ­λεις νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ βρο­χὴ στὰ μά­τια σου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νί­κη (Κου­κου­νά­κη) Τρουλ­λι­νοῦ (Χανιά, 1953). Ἔ­κα­νε νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν στὰ χρό­νια τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 1979 ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο. Ἄ­σκη­σε τὴ μά­χι­μη δι­κη­γο­ρί­α καὶ δί­δα­ξε (ΤΕΙ Ἡ­ρα­κλεί­ου) γιὰ χρό­νια. Πέ­ρα­σε βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὸ θέ­α­τρο, τὴν ποί­η­ση (Ἀν­θο­λο­γί­α Παν/μί­ου Πα­τρῶν). Σή­με­ρα ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸν ἀ­γρο­του­ρι­σμό. Πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των, τὸ 1995, τὸ Ἕ­να μο­λύ­βι στὸ κο­μο­δί­νο. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ συλ­λο­γὲς Μα­ρὰλ ὅ­πως Μα­ρί­α καὶ Καὶ φύ­ση­ξε νο­τιάς… (ἐκ­δό­σεις Ρο­δα­κιό). To 2009 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Κέ­δρο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μ’ ἕ­να κα­φά­σι μπύ­ρες. Τὸ ἔρ­γο της πε­ρι­λαμ­βά­νει ἀ­κό­μη τὸ βι­βλί­ο Crete, No man is an island (κεί­με­να στὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς Π. Μα­σού­ρη).



		

	

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway): Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες



Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 4/6]


Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες

(Hills Like White Elephants)


ΕΥΚΟΙ ΛΟΦΟΙ ἁ­πλώ­νον­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴν κοι­λά­δα τοῦ Ἴμ­προ. Σὲ τού­τη δῶ τὴν πλευ­ρὰ οὔ­τε σκιὰ οὔ­τε δέν­τρα κι ὁ σταθ­μὸς κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὲς γραμ­μές. Κολ­λη­τὰ στὸ πλά­ϊ τοῦ σταθ­μοῦ τὸ κτί­ριο ἔ­ρι­χνε ζε­στὴ τὴ σκιά του, καὶ στὴν ἀ­νοι­χτὴ εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ, γιὰ νὰ μὴ μπαί­νουν μύ­γες, κρε­μό­ταν μιὰ κουρ­τί­να ἀ­πὸ χάν­τρες. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος καὶ τὸ κο­ρί­τσι ποὺ συ­νό­δευ­ε κά­θι­σαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ κτί­ριο, σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι στὴ σκιά. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, καὶ τὸ ἐξ­πρὲς ἀ­πὸ τὴν Βαρ­κε­λώ­νη θὰ ἔ­φτα­νε σὲ σα­ράν­τα λε­πτά. Στα­μα­τοῦ­σε σ’ αὐ­τὴ τὴ δι­α­σταύ­ρω­ση γιὰ δυ­ὸ λε­πτὰ καὶ συ­νέ­χι­ζε γιὰ τὴ Μα­δρί­τη.

— Τί θά­ ‘ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ πι­οῦ­με; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­χε βγά­λει τὸ κα­πέ­λο της καὶ τ’­ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι.

— Μὲ τό­ση ζέ­στη ἂς πι­οῦ­με μπύ­ρα, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Dos cervezas, πα­ράγ­γει­λε πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς κουρ­τί­νας.

— Με­γά­λες; ρώ­τη­σε μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­π’ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ.

— Ναί. Δυ­ὸ με­γά­λες.

        Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φε­ρε δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ δυ­ὸ τσό­χι­να σου­πλά. Τ’ἀκούμπησε στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς κοί­τα­ξε. Τὸ κο­ρί­τσι ἔ­βλε­πε πέ­ρα κα­τὰ τὴ σει­ρὰ τῶν λό­φων. Λευ­κοὶ κά­τω ἀ­π’­τὸν ἥ­λιο, σὲ μιὰν ἀ­γρο­τι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ κα­φε­τιὰ καὶ ξε­ρή.

— Μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, εἶ­πε.

— Δὲν ἔ­χω δεῖ πο­τὲ κα­νέ­ναν, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς πί­νον­τας τὴ μπύ­ρα του.

— Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σες.

— Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μπο­ροῦ­σα. Ἐ­πει­δὴ τὸ λὲς ἐ­σύ, δὲν ἀ­πο­δει­κνύ­ει τί­πο­τα.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὰ μπαμ­ποῦ τῆς κουρ­τί­νας.

— Ἔ­χουν ζω­γρα­φί­σει κά­τι ἐ­κεῖ πά­νω, εἶ­πε. Τί­λέ­ει;

— Anis del Toro. Εἶ­ναι πο­τό.

— Νὰ τὸ δο­κι­μά­ζα­με;

— Ὁ ἄν­τρας φώ­να­ξε «ἄ­κου» πρός τή με­ριά τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπάρ.

— Τέσ­σε­ρα reales.

— Δυ­ὸ Anis del Toro.

— Μὲ νε­ρό;

— Θὲς μὲ νε­ρό;

— Δὲν ξέ­ρω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­ναι κα­λὸ μὲ νε­ρό;

— Μιὰ χα­ρά.

— Τὰ θέ­λε­τε μὲ νε­ρό; ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

— Ναὶ μὲ νε­ρό.

— Ἔ­χει γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι κι ἄ­φη­σε τὸ πο­τή­ρι στὸ τρα­πέ­ζι.

— Ὅ­πως ὅ­λα.

— Ναί, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Τὰ πάν­τα ἔ­χουν γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας. Ἰ­δί­ως τὰ πράγ­μα­τα ποὺ πε­ρί­με­νες τό­σο και­ρό, ὅ­πως τὸ ἀ­ψέν­τι.

— Οὔφ, Πά­ψε.

— Ἐ­σὺ τὸ ξε­κί­νη­σες, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.Ἐ­γὼ δι­α­σκέ­δα­ζα.Περ­νοῦ­σα τὴν ὥ­ρα μου εὐ­χά­ρι­στα.

— Ὡ­ραῖ­α, ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ πε­ρά­σου­με κα­λά.

— Ὡ­ραῖ­α. Εἶ­πα πὼς τὰ βου­νὰ μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Δὲν ἦ­ταν ἔ­ξυ­πνο;

— Αὐ­τὸ ναί.

— Ἤ­θε­λα νὰ δο­κι­μά­σω τοῦ­το τὸ νέ­ο πο­τό. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ποὺ κά­νου­με; Νὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μα­στε τὰ γύ­ρω καὶ νὰ δο­κι­μά­ζου­με νέ­α πο­τά;

— Νο­μί­ζω, ναί.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε ἀ­πέ­ναν­τι κα­τὰ τοὺς λό­φους.

— Ὄ­μορ­φοι λό­φοι, εἶ­πε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Στὸ νοῦ μου εἶ­χα τὴν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ δέρ­μα­τός τους ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα. Νὰ παίρ­να­με ἄλ­λο ἕ­να πο­τό;

— Ἐν­τά­ξει.

        Ὁ ζε­στὸς ἄ­νε­μος φύ­σα­γε τὴν κουρ­τί­να ἀ­πὸ μπαμ­ποῦ ὣς τὸ τρα­πέ­ζι τους.

— Ὡ­ραί­α ἡ μπύ­ρα καὶ δρο­σε­ρή, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Κα­λή, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

— Ζίγ­κ, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἁ­πλῆ ἐ­πέμ­βα­ση, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Οὔ­τε κὰν ἐ­πέμ­βα­ση.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τὸ ἔ­δα­φος στὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ.

— Τὸ ξέ­ρω, Ζίγκ, δὲ θὰ σὲ πεί­ρα­ζε. Ἀ­λή­θεια, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Ἁ­πλά, ἀ­φή­νουν νὰ μπεῖ μέ­σα ἀ­έ­ρας.

        Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα.

— Θὰ ‘ρθῶ μα­ζί σου καὶ θὰ μεί­νω μα­ζί σου ὅ­λη τὴν ὥ­ρα. Ἁ­πλῶς θὰ ἀ­φή­σουν τὸν ἀ­έ­ρα νὰ μπεῖ καὶ με­τὰ ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κά.

— Με­τά, τί θὰ κά­νου­με στὴ συ­νέ­χεια;

— Με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε τέ­λεια. Ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἤ­μα­σταν πρίν.

— Τί σὲ κά­νει νὰ τὸ πι­στεύ­εις;

— Εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς ἐ­νο­χλεῖ. Τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς κά­νει δυ­στυ­χεῖς.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὶς χάν­τρες τοῦ μπαμ­ποῦ, σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ ἔ­πια­σε δυ­ὸ ἀ­π’­τὰ κορ­δό­νια τῆς κουρ­τί­νας.

— Καὶ θαρ­ρεῖς πὼς με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Τὸ ξέ­ρω σί­γου­ρα. Νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι, δὲ χρει­ά­ζε­ται. Ξέ­ρω ἕ­να σω­ρὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ τὴν ἔ­κα­ναν.

— Κι ἐ­γώ, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­λοι τους ἦ­σαν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Λοι­πόν, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, ἂν δὲ θές, δὲν εἶ­σαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ τὴν κά­νεις.Οὔ­τε ἐ­γὼ θὰ σὲ ἀ­νάγ­κα­ζα, ἂν δὲν ἤ­θε­λες. Ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἁ­πλή.

— Καὶ τὸ θὲς πραγ­μα­τι­κά;

— Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με, αὐ­τὸ νο­μί­ζω. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ τὴν κά­νεις ἂν πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸ θέ­λεις.

— Κι ἂν τὴν κά­νω θὰ εἶ­σαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος με­τά, κι ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ὅ­πως πρὶν καὶ θὰ μ’ ἀ­γα­πᾶς;

— Καὶ τώ­ρα σ’­ἀ­γα­πά­ω. Τὸ ξέ­ρεις πὼς σ’ ἀ­γα­πά­ω.

— Τὸ ξέ­ρω, ἀλ­λὰ ἂν τὴν κά­νω, με­τὰ δὲ θὰ τρέ­χει τί­πο­τα ἅ­μα λέ­ω πρά­μα­τα ὅ­πως γιὰ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, καὶ θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει;

— Καὶ τό­τε θὰ σ’ ἀ­γα­πά­ω. Καὶ τώ­ρα, ὅ­μως δὲ μπο­ρῶ νὰ τὸ σκέ­φτο­μαι. Ξέ­ρεις πῶς γί­νο­μαι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­έ­μαι.

— Ἂν τὸ κά­νω, πο­τὲ δὲν θὰ στε­να­χω­ρη­θεῖς;

— Δὲ θὰ στε­να­χω­ρη­θῶ γιὰ κεῖ­νο, για­τί εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Τό­τε θὰ τὴν κά­νω. Ἐ­πει­δὴ δὲ μὲ νοιά­ζει γιὰ μέ­να.

— Τί θὲς νὰ πεῖς; Ἐ­γὼ πάν­τως νοι­ά­ζο­μαι γιὰ σέ­να.

— Ἄ, ναί. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲ νοι­ά­ζο­μαι γιὰ μέ­να. Θὰ τὴν κά­νω, καὶ με­τὰ ὅ­λα κα­λά.

— Ἂν νι­ώ­θεις ἔ­τσι, δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις.

        Τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πά­τη­σε ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ.

        Στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ἀ­πέ­ναν­τι, ὑ­πῆρ­χαν χω­ρά­φια μὲ σι­τη­ρὰ καὶ στὶς ὄ­χθες τοῦ Ἴμ­προ, σ’­ ὅ­λο το μῆ­κος, δέν­τρα. Μα­κριά, πέ­ρα ἀ­π’ τὸ πο­τά­μι, βου­νά. Ἡ σκιὰ ἑ­νὸς σύν­νε­φου με­τα­κι­νή­θη­κε πά­νω ἀ­π’­τὸν σι­τα­γρὸ καὶ τὸ κο­ρί­τσι εἶ­δε τὸ πο­τά­μι ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

— Καὶ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ ἔ­χου­με ὅ­λα τοῦ­τα, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τὰ πάν­τα, καὶ κά­θε μέ­ρα τὸ κά­νου­με πιὸ ἀ­δύ­να­το.

— Τί εἶ­πες;

— Εἶ­πα πῶς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὰ πάν­τα.

— Μπο­ροῦ­με νὰ τά ΄χου­με, τὸ κά­θε τί.

— Ὄ­χι.

— Μπο­ροῦ­με νά­ ‘χου­με ὅ­λο τὸν κό­σμο.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με.

— Μπο­ροῦ­με νὰ πᾶ­με ὁ­που­δή­πο­τε.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Δι­κός μας εἶ­ναι.

— Ὄ­χι, ἀ­δύ­να­τον. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Εἶ­ναι.

— Ὄ­χι. Ἔ­τσι καὶ σοῦ τὸ πά­ρουν, πο­τὲ δὲν τὸ ξα­να­παίρ­νεις πί­σω.

— Ἀλ­λὰ δὲν τὸ πή­ρα­νε ἀ­κό­μα.

— Ἂς πε­ρι­μέ­νου­με καὶ θὰ δοῦ­με.

— Ἔ­λα, γύρ­να πί­σω στὴ σκιά, εἶ­πε αὐ­τός. Δὲν πρέ­πει νά ‘χεις τέ­τοια συ­ναι­σθή­μα­τα.

— Δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Γνω­ρί­ζω.

— Δὲ θέ­λω νὰ κά­νεις τί­πο­τα ποὺ δὲ θέ­λεις ἡ ἴ­δια…

— Οὔ­τε ποὺ δὲν εἶ­ναι κα­λὸ γιὰ μέ­να, εἶ­πε αὐ­τή. Ξέ­ρω. Παίρ­νου­με μιὰ μπύ­ρα ἀ­κό­μα;

— Ἐν­τά­ξει. Ἀλ­λὰ πρέ­πει ν’ ἀν­τι­λη­φθεῖς…

— Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι . Εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Δὲ γί­νε­ται νὰ στα­μα­τή­σου­με αὐ­τὴ τὴν κου­βέν­τα;

        Κά­θι­σαν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τοὺς λό­φους ἀ­πέ­ναν­τι, στὴν ξε­ρὴ πλευ­ρὰ τῆς κοι­λά­δας, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­βλε­πε πό­τε αὐ­τὴν καὶ πό­τε τὸ τρα­πέ­ζι.

— Πρέ­πει νὰ κα­τα­λά­βεις κα­λά, εἶ­πε, πὼς δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις ἂν ἐ­σὺ δὲν θέ­λεις. Εἶ­μαι πέ­ρα γιὰ πέ­ρα πρό­θυ­μος νὰ τὸ ὑ­πο­μεί­νω, ἂν ση­μαί­νει κά­τι γιὰ σέ­να.

— Γιὰ σέ­να δὲ ση­μαί­νει τί­πο­τα; Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ βροῦ­με.

— Καὶ βέ­βαι­α ση­μαί­νει. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σέ­να. Δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Καὶ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Ναί, τὸ ξέ­ρεις πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό. Γιὰ σέ­να δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα νὰ τὸ λές, ἐ­γὼ ὅ­μως ξέ­ρω πο­λὺ κα­λά. Θὲς νὰ μοῦ κά­νεις μιὰ χά­ρη τώ­ρα;

— Γιὰ χά­ρη σου, τὰ πάν­τα.

— Μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ χι­λι­ο­πα­ρα­κα­λῶ, μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ πά­ψεις νὰ μι­λᾶς;

        Αὐ­τὸς δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ κοί­τα­ξε τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὸν τοῖ­χο τοῦ σταθ­μοῦ. Πά­νω τους εἴ­χα­νε ἐ­τι­κέ­τες ἀ­π’­ὅ­λα τά ξε­νο­δο­χεῖ­α ὅ­που εἶ­χαν δι­α­νυ­κτε­ρεύ­σει.

— Ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ κά­νεις… Δε­κά­ρα δὲ δί­νω γι­’­αὐ­τό.

— Θὰ ξε­φω­νί­σω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

        Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε μέ­σα ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες μὲ δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ τά ‘βα­λε πά­νω στὰ νω­πὰ τσό­χι­να σου­πλά.

— Τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά, εἶ­πε.

— Τί λέ­ει; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

— Πὼς τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά.

        Τὸ κο­ρί­τσι τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε μ’ ἕ­να λαμ­πε­ρὸ χα­μό­γε­λο.

— Ὥ­ρα νὰ πά­ω τὶς βα­λί­τσες στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Ἐν­τά­ξει. Με­τὰ γύρ­να, νὰ τε­λει­ώ­σου­με τὴ μπύ­ρα μας.

        Σή­κω­σε τὶς δυ­ὸ βα­ρι­ὲς βα­λί­τσες καὶ κου­βα­λών­τας τις ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρω­ τοῦ σταθ­μοῦ ὣς τὶς ἄλ­λες ρά­γες. Σή­κω­σε τὰ μά­τια πά­νω ἀ­π’ τὶς ρά­γες, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ τραῖ­νο. Γυρ­νών­τας πέ­ρα­σε μέ­σα ἀπ΄ τὸ μπὰρ ὅ­που οἱ τα­ξι­δι­ῶ­τες πε­ρί­με­ναν πί­νον­τας. Ἤ­πι­ε ἕ­να Anis στὴ μπά­ρα καὶ τοὺς πε­ρι­ερ­γά­στη­κε. Λο­γι­κὰ ὅ­λοι τους ἀ­νέ­με­ναν τὴν ἄ­φι­ξη . Πα­ρα­μέ­ρι­σε τὴν κουρ­τί­να καὶ βγῆ­κε. Ἐ­κεί­νη κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Αἰ­σθά­νε­σαι κα­λύ­τε­ρα; τὴν ρώ­τη­σε.

— Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα. Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.



Πη­γή: https://faculty.weber.edu/jyoung/English%202500/Readings%20for%20English%202500/Hills%20Like%20White%20Elephants.pdf

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποι­όν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Πη­γή: ἀ­πό τήν ἱ­στο­σε­λί­δα:

 https://cairoscene.com/ :

https://cairoscene.com/ArticleImages/20cef10b-9662-4e8e-a91d-7b4fef116c62.jpg

 

Εί­κό­να 2: Φω­το­γρα­φί­α τῆς Ni­lot­pal Ka­li­ta δη­μο­σι­ευ­μέ­νη στὸν ἱ­στό­το­πο https://unsplash.com/

Εἰ­κό­να 3: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Δραματοποιήσεις:

 

Hills Like White Elephants

Παίζουν:

Massimiliano Rossi

Melissa Gava

συμμετέχει:

Francesca Viscardi

Σενάριο καὶ σκηνοθεσία:

Melissa Gava

(2012)

https://www.imdb.com/video/vi212379161

ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=11xJxByf9sM

https://www.youtube.com/watch?v=jAjJ4HE6woc

https://www.youtube.com/watch?v=lOmBYDUdkQ4

https://www.youtube.com/watch?v=jFYOIBwhaO0&t=21s