Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack): Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες



Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack)


Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες

(Four Years, Four Months)


ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ ξε­νο­πη­δά­ει. Ὄ­χι πο­λύ, ὄ­χι συ­χνά, ἀλ­λὰ ξέ­ρω ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ Ἄν­τι βρί­σκει εὐ­και­ρί­α, τὴν ἁρ­πά­ζει. Τὸ ξέ­ρω – καὶ ξέ­ρει ὅ­τι τὸ ξέ­ρω. Τὸν πι­έ­ζω καὶ λέ­ει ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ χω­ρί­σου­με, ἂν θέ­λω, κι ὅ­τι μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Εἶ­ναι ἡ τα­κτι­κή του γιὰ νὰ φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τα ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ λέ­ει στοὺς δυ­ὸ γιούς μας ὅ­τι ἡ μα­μὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­φυ­γε, ὅ­τι δῆ­θεν ὁ ἴ­διος ἤ­θε­λε νὰ σώ­σει τὸν γά­μο. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι μ’ ἀ­γα­πά­ει κι ὅ­τι πα­ρα­μέ­νω ἡ κα­λύ­τε­ρή του φί­λη —θά ’­μα­στε κολ­λη­τοὶ γιὰ πάν­τα, λέ­ει—, ἀλ­λὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τή­κα­με πο­λὺ νέ­οι: μᾶς εἶ­χε μεί­νει πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη γιὰ τρέ­λες, ὅ­ταν παν­τρευ­τή­κα­με. Ἔ­χω ἕ­να ρο­λο­γά­κι στὸ μυα­λό μου ποὺ γρά­φει «τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες». Τό­σο ἀ­πο­μέ­νει ὥ­σπου ὁ μι­κρός μας γιὸς νὰ κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ καὶ νὰ πά­ω σὲ δι­κη­γό­ρο. Μά­λι­στα, κύ­ρι­ε. Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack) ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὸν Κυ­νη­γὸ τῆς Ἐ­δέμ (The Eden Hunter) καὶ τὸν Ἄλ­λο Ἰ­ω­σήφ (The Other Joseph), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ Σταυ­ρὸς τοῦ Νό­του (The Southern Cross), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Bakeless Fiction Prize τοῦ Bread Loaf’s Writer’s Conference (2008). Δί­δα­ξε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Wallace Stegner. Ὁ Χό­ρακ, ποὺ γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴ Λου­ϊ­ζιά­να, δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλό­ριν­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Κρέας


 

Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Κρέ­ας


ΓΚΑΒΙΑ’ΤΙΝΑ, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ πρῶ­τες λέ­ξεις ποὺ ἔ­μα­θα, οἱ μό­νες ποὺ θυ­μᾶ­μαι. Τώ­ρα νὰ μὲ ρω­τή­σεις πῶς εἶ­ναι, ἂς ποῦ­με, τὸ εὐ­χα­ρι­στῶ στὰ ρώ­σι­κα, θὰ κά­νω καὶ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νὰ σοῦ πῶ σπα­σίμ­πα. Βο­δι­νό, ἀρ­νί, κο­τό­που­λο – σασ­λίκ, στὴ σού­βλα. Τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας ποὺ ἔ­χω φά­ει πο­τέ. Τρί­α χρό­νια ἔ­κα­τσα. Κα­λὰ ἤ­τα­νε, δὲν ἔ­χω πα­ρά­πο­νο. Βα­ρε­τὰ κά­πο­τε μέν, ὁ χει­μώ­νας δὲν τὸ κου­νοῦ­σε. Στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση νὰ δι­αρ­κοῦ­σε ἕ­ξι μῆ­νες, στὴ χει­ρό­τε­ρη ὀ­κτώ. Χει­μώ­νας ὅ­μως, ὄ­χι ἀ­στεῖ­α! Πλὴν τριά­ντα, πλὴν σα­ράν­τα καὶ βά­λε. Στοὺς πλὴν εἴ­κο­σι καὶ στοὺς πλὴν δε­κα­πέν­τε ἔ­λε­γες μπαί­νει ἡ ἄ­νοι­ξη ἢ σερ­γι­α­νά­ει ἀ­κό­μα τὸ φθι­νό­πω­ρο. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ή μας ὅ­μως ἦ­ταν στα­θε­ρή, βρέ­ξει —ποὺ δὲν ἔ­βρε­χε—, χι­ο­νί­σει —ποὺ χι­ό­νι­ζε τοῦ πού­στη—, φυ­σή­σει, ποὺ φύ­σα­γε ἀ­έ­ρας σο­βα­ρός, νὰ σὲ πά­ρει καὶ νὰ σὲ ση­κώ­σει. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ὴ σή­μαι­νε Café Real. Ἦ­ταν τρι­ώ­ρο­φο τὸ μα­γα­ζί, ἀ­πί­στευ­τα κὶτς —παρ­δα­λὲς κουρ­τί­νες, πλα­στι­κὰ λου­λού­δια, τέ­τοι­α— καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ φω­τει­νό. Καὶ κυ­ρί­ως θο­ρυ­βῶ­δες. Ἡ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σῶν. Τὸ ἔ­χουν αὐ­τὸ οἱ ντό­πιοι. Ἀ­κοῦ­νε τὰ πάν­τα καὶ παν­τοῦ στὴ δι­α­πα­σῶν. Πᾶς στὸ μπάρ, φω­νά­ζεις. Μπαί­νεις στὸ τα­ξί, δυ­να­μώ­νει ὁ τα­ξι­τζῆς τὴ μου­σι­κὴ μὲ τὸ ποὺ σὲ βλέ­πει, φω­νά­ζεις – νὰ τὸ χα­μη­λώ­σει. Δὲν κα­τά­λα­βα πο­τὲ για­τί. Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς λί­γες τέ­χνες, ἡ μου­σι­κή, ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν. Τί νὰ ἀ­να­πτύ­ξεις μὲ τέ­τοι­α βα­ρυ­χει­μω­νιά, ἐ­ξάλ­λου; Τὴ μου­σι­κή, μό­νο μὲ ἕ­να δί­χορ­δο ντόμ­πρα δη­λα­δή, καὶ τὴν ποί­η­ση. Γιὰ θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ οὔ­τε λό­γος. Στὸ Café Real λοι­πὸν πη­γαί­να­με κά­θε Πα­ρα­σκευ­ή – ἦ­ταν τὸ πα­νη­γυ­ρι­κὸ κλεί­σι­μο ἄλ­λης μιᾶς δύ­σκο­λης ἑ­βδο­μά­δας. Καὶ κα­θό­μα­σταν πάν­τα στὸν τρί­το ὄ­ρο­φο. Πα­ραγ­γέλ­να­με σασ­λὶκ γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ με­ρί­δες ἦ­ταν τε­ρά­στι­ες, τὰ κομ­μά­τια τῆς σού­βλας με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, ἀλ­λὰ κομ­μέ­να κα­λά: ἄ­φθο­να κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­να κομ­μά­τια ψη­τοῦ κρέ­α­τος ἔ­κα­ναν τὸ κα­λύ­τε­ρο σασ­λὶκ σὲ ὅ­λη τὴν πό­λη, μὴ σοῦ πῶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα! Ζου­με­ρὸ ὅ­σο πρέ­πει, ψη­μέ­νο ὅ­σο πρέ­πει, μὲ λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἁ­λά­τι ἀ­πὸ ὅ,τι θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ ἕ­ναν Με­σο­γεια­κὸ μὲ χο­λη­στε­ρό­λη, πί­ε­ση καὶ τὰ τοια­ῦτα, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σο πραγ­μα­τι­κὰ πρέ­πει. Τρώ­γα­με σὰν νὰ ἤ­μα­σταν αἰ­ώ­νια πει­να­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ μα­σού­σα­με ἀρ­γά. Ἀρ­γά, σὰν νὰ μὴ θέ­λα­με νὰ ἀ­δειά­σουν πο­τὲ οἱ πι­α­τέ­λες μὲ τὸ κρέ­ας. Καὶ με­τά, κα­τὰ τὶς ἐν­τε­κά­μι­σι, ἔ­βγαι­ναν τὰ κο­ρί­τσια. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­νά­μω­νε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, τὰ φῶ­τα μό­νο τό­τε χα­μή­λω­ναν, γιὰ νὰ ἁ­πλώ­σουν στὸν χῶ­ρο πρά­σι­να καὶ κόκ­κι­να φω­το­ρυθ­μι­κὰ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς. Καὶ ἔ­βγαι­ναν. Καὶ χό­ρευ­αν. Ἀ­να­το­λί­τι­κα. Κά­τι μπού­τια, κά­τι στή­θη, ἕ­να λί­κνι­σμα συγ­χρο­νι­σμέ­νο καὶ νω­χε­λι­κὸ καὶ τὰ δά­χτυ­λα νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ­νε θελ­κτι­κὰ ἀ­πὸ τοὺς καρ­πούς… Καὶ ἐ­μεῖς νὰ θαυ­μά­ζου­με καὶ νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­με ἀρ­γὰ ἀ­κό­μα γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα ἀ­πὸ τὶς γεν­ναι­ό­δω­ρες πι­α­τέ­λες. Ναί, στὸ Café Real σέρ­βι­ραν τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας. Νὰ μὴν ξέ­ρεις τί νὰ πρω­το­φᾶς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Ὁ ξε­χω­ρι­στός



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Ὁ ξε­χω­ρι­στός


Ι ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ τῆς πα­ρέ­ας τοῦ κομ­μω­τη­ρί­ου ἦ­ταν ἡ με­σό­κο­πη νέ­γρα λε­σβί­α, ὁ τε­τρα­πλη­γι­κὸς χε­βυ­με­τα­λᾶς, ἡ ἐ­νε­νην­τά­χρο­νη κα­πνί­στρια καὶ ἡ ἀ­ναι­μι­κὴ φοι­τή­τρια μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση. Ἐ­πί­σης ἡ ἴ­δια ἡ κομ­μώ­τρια, ποὺ μᾶλ­λον τά ‘χε μὲ τὴ νέ­γρα : ἀ­φρά­τη, μὲ παι­δι­κὸ προ­σω­πά­κι, γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας καὶ γκρί­ζα μαλ­λιὰ σὲ κο­τσι­δά­κια. Στὸ κομ­μω­τή­ριό της ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρά­ξε­να, ἀ­π’ τὸν πο­λύ­χρω­μο πάγ­κο μὲ τοὺς στρα­βοὺς κα­θρέ­φτες μέ­χρι τὶς ρε­τρὸ κρε­μά­στρες γιὰ τὰ μπου­φὰν καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κη­που­ρι­κῆς γιὰ τὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐ­κεῖ­νος, πα­ρό­λο ποὺ ἔ­με­νε στὴν πα­ρα­δι­πλα­νὴ γει­το­νιά, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ κά­ποι­α ἄ­σκο­πη βόλ­τα του χω­μέ­νο σ’ ἕ­να στε­νό, δι­έ­νυ­ε εὐ­χα­ρί­στως ὅ­λη τὴν πα­ρα­πά­νω ἀ­πό­στα­ση γιὰ νὰ κου­ρεύ­ε­ται ἐ­κεῖ. Τὸν πεί­ρα­ζε ὡ­στό­σο ποὺ τοῦ φέ­ρον­ταν δι­στα­χτι­κά, συγ­κρα­τη­μέ­να, ἂν καὶ εὐ­γε­νι­κὰ καὶ μὲ λε­πτό­τη­τα, σὰ νὰ τοὺς δι­α­τά­ρασ­σε ἀ­π’ τὴ μιὰ τὴ συ­νω­μο­τι­κή τους ἡ­συ­χί­α καὶ σὰ νὰ φο­βοῦν­ταν ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη μὴν τὸν δυ­σα­ρε­στή­σουν γιὰ κά­ποι­ο λό­γο. Ἐ­πέ­με­νε ὅ­μως νὰ πη­γαί­νει καὶ νὰ πα­σχί­ζει νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει, ὥ­σπου ἄρ­χι­σαν νὰ σχη­μα­τί­ζον­ται εἰ­λι­κρι­νῆ χα­μό­γε­λα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα καὶ οἱ κου­βέν­τες νὰ μὴν στα­μα­τοῦν. Ἡ νέ­γρα τώ­ρα θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε μὲ ἄ­νε­ση γιὰ τὴν πα­τρί­δα της, ἡ φοι­τή­τρια μὲ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση θὰ τὸν γλυ­κο­κοί­τα­ζε καὶ ἡ κομ­μώ­τρια θὰ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν ποὺ ἡ θε­ρα­πεί­α γιὰ τὴν τρι­χό­πτω­ση ποὺ τοῦ ‘χε προ­τεί­νει δὲν ἔ­πι­α­νε. Δὲν δι­έ­φε­ρε πιὰ ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους ἐ­κεῖ μέ­σα. Τό­τε ἦ­ταν πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, ἐ­πέ­λε­ξε τε­λι­κὰ ἕ­να ἄλ­λο, ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νο κομ­μω­τή­ριο, πο­λὺ κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ὑ­πέ­θε­σε πὼς θὰ τὸν κού­ρευ­αν ὅ­πως καὶ παν­τοῦ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).



		

	

Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renee Thompson): Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α



Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson)


Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α

(Assets)


ΘΕΛΑ νὰ σοῦ πῶ ἀ­πὸ κον­τὰ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ γυ­ρί­σω σπί­τι», εἶ­πε ἡ Σά­ρα. «Θέ­λω δι­α­ζύ­γιο.» Ἔ­πι­α­σε τὸ πο­τό της κι ἤ­πι­ε μιὰ γου­λιά, ἀλ­λὰ ἡ κί­νη­ση ἦ­ταν ἀ­δέ­ξια, ἀ­μή­χα­νη. Ὁ Μπὲν κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲν τῆς ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Τὸ εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε.

       «Πῆ­γα σὲ δι­κη­γό­ρο», συ­νέ­χι­σε. «Λέ­ει ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι τὸ μι­σὸ ράν­τσο καὶ τὴ μι­σὴ ἐ­πι­χεί­ρη­ση – ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν θὰ τό ’­κα­να πο­τέ, νὰ σοῦ πά­ρω τὴ δου­λειά.»

       «Ὅ­μως τὸ μι­σὸ ράν­τσο; Αὐ­τὸ δὲν ἔ­χεις πρό­βλη­μα νὰ τὸ πά­ρεις, ἔ;»

       «Τὸ ράν­τσο εἶ­ναι καὶ δι­κό μου», εἶ­πε κι ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ πιά­σει τὴν τσάν­τα της. Ση­κώ­θη­κε, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο καί, κα­θὼς βά­δι­ζε πί­σω ἀ­π’ τὸν Μπέν, ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­να­δεύ­τη­κε καὶ ξαφ­νι­κὰ ζε­στά­θη­κε. Ὁ Μπὲν τὴν αἰ­σθάν­θη­κε ποὺ κον­το­στά­θη­κε δι­στα­κτι­κή. Κι ἔ­πει­τα ὁ ἀ­έ­ρας δρό­σι­σε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε φύ­γει, ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­θό­ρυ­βα τὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson) γεν­νή­θη­κε στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὴ Γέ­φυ­ρα στὸ Βα­λεν­τά­ιν (The Bridge at Valentine) καὶ τὸν Κυ­νη­γὸ τοῦ φτε­ροῦ (The Plume Hunter). Σπού­δα­σε Πε­ρι­βαλ­λον­το­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Σα­κρα­μέν­το. Κα­τὰ και­ροὺς ἔ­χει ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τῶν ΗΠΑ, εἴ­τε κον­τὰ σὲ κα­τα­φύ­για ἄ­γριας ζω­ῆς εἴ­τε ἐν­τός των ὁ­ρί­ων τους. Σή­με­ρα ζεῖ στὸ Φόλ­σομ τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder): Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

 



Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder)


Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

(We declare the war over breakfast)


ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ συσ­σω­ρεύ­ε­ται ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρό, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἔ­χω προ­σε­κτι­κὰ το­πο­θε­τή­σει τὸ ἁ­λά­τι δί­πλα στὸν δε­ξί μου ἀγ­κώ­να. Τὸ νὰ τὸ φτά­σεις θὰ σή­μαι­νε μιὰ ἀ­προ­κά­λυ­πτη εἰ­σβο­λὴ στὸν προ­σω­πι­κό μου χῶ­ρο, κι ἔ­τσι, ἀντ’ αὐ­τοῦ, χα­μη­λώ­νεις τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να.

       «Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις τὸ ἁ­λά­τι.»

       Συ­νε­χί­ζω νὰ πρι­ο­νί­ζω τὸ μί­ζε­ρο λευ­κὸ λί­πος τοῦ μπέ­ι­κον ποὺ ἔ­χω στὸ πιά­το μου. Ἔ­χει μεί­νει ἀ­κό­μα λί­γος κρύ­ος κα­φὲς στὴν κα­φε­τι­έ­ρα ποὺ ἀ­γό­ρα­σα πρὶν τρί­α χρό­νια καὶ τὴν ὁ­ποί­α ἀρ­νεῖ­σαι νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις, για­τὶ λὲς ὅ­τι ὁ κα­φὲς ποὺ κά­νει ἔ­χει με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση.

       «Τζέ­ι­σον. Τὸ ἁ­λά­τι.»

       Ἀ­νοι­γο­κλεί­νω τὰ μά­τια μου σὰν νὰ ἔ­χω μό­λις ξυ­πνή­σει καὶ σὲ κοι­τά­ζω μὲ ἔκ­φρα­ση ἤ­πιας ἔκ­πλη­ξης. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να προ­σε­κτι­κὰ σχε­δι­α­σμέ­νο βλέμ­μα ποὺ ζυ­γί­ζει τὸν βαθ­μὸ ἀ­πο­ρί­ας στὸν τό­νο σου καὶ τὸν βαθ­μὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει πλη­γω­θεῖ ὁ ἐ­γω­ι­σμός σου, μα­ζὶ μὲ λί­γη πα­ρα­πά­νω δό­ση ἀ­νο­χῆς. Κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς δυ­ό μας δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ τί ση­μαί­νει.

       «Μμ;» ρω­τά­ω.

       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.» Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἁρ­πά­ζεις τὸ ἁ­λά­τι καὶ τὸ ρί­χνεις θυ­μω­μέ­να πά­νω στὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό. Σὲ πα­ρα­τη­ρῶ ποὺ τὸ κά­νεις μὲ συ­νο­φρυ­ω­μέ­νο μέ­τω­πο, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νω τὰ φρύ­δια μου καὶ φου­σκώ­νω ἐ­λα­φρῶς πρὸς τὰ ἔ­ξω τὰ χεί­λη μου σὲ μιὰ εὔ­θυ­μη ἔκ­φρα­ση. Στὴν μά­χη γιὰ τὸ ποι­ός κερ­δί­ζει τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις μπρο­στὰ στὸ ἀ­ό­ρα­το κοι­νό μας, μό­λις κα­τά­φε­ρα ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ χτύ­πη­μα.

       Τώ­ρα εἶ­ναι ὥ­ρα γιὰ μιὰ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­ση τα­κτι­κῆς, γιὰ νὰ φα­νῶ συγ­κα­τα­βα­τι­κός. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις τὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό σου καὶ τὴν ἐ­λα­στι­κὴ μά­ζα τῆς ὀ­με­λέ­τας, σοῦ τεί­νω συμ­φι­λι­ω­τι­κά το χέ­ρι γιὰ νὰ πά­ρω τὸ πιά­το σου, ἀλ­λὰ μὲ προ­σπερ­νᾶς μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ νε­ρο­χύ­τη.

       Εἶ­μαι φι­λι­κός, ἤ­ρε­μος καὶ σὲ στρα­τη­γι­κὰ προ­νο­μια­κὴ θέ­ση.

       Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα ἐ­πει­σό­δια αὐ­τὴ τὴ βδο­μά­δα. Και­ρο­φυ­λα­κτοῦ­με. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, ὅ­μως, πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο νω­ρὶς ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νη πο­νο­κέ­φα­λο καὶ ‘γὼ κά­νω ὅ­λο τὸν ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πα­θη­τι­κὸ θό­ρυ­βο, ἐ­νῶ βλέ­πω μὲ τὸ ἕ­να μά­τι τὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Jonathan Ross.  Δὲν εἶ­ναι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ω τὸ μουγ­κρη­τὸ ἀ­πὸ τὸ σκου­πι­δι­ά­ρι­κο τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ ὅ­ταν τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ καὶ κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τρέ­χον­τας γιὰ νὰ πε­τά­ξω τὸν πα­ρα­γε­μι­σμέ­νο σά­κο. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σες, βέ­βαι­α, νὰ εἶ­χες τη­ρή­σει τὴν συμ­φω­νί­α γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ εἴ­χα­με κά­νει ἔ­χον­τας πο­νο­κέ­φα­λο, κι ἔ­τσι ἤ­μουν ἐ­γὼ αὐ­τὸς ποὺ ἔ­γι­να ρε­ζί­λι σέρ­νον­τας μὲ τὶς πι­τζά­μες ἔ­ξω τὸν κά­δο.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Θὰ ξα­να­πέ­σω στὸ κρε­βά­τι. Θὰ πι­ῶ μι­σὸ φλυ­τζά­νι τσά­ι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σω νὰ σκορ­πί­σω λί­γη ζά­χα­ρη στὸν πάγ­κο δί­πλα στὸν βρα­στή­ρα καὶ ἀ­φή­σω τὴν ὑ­πό­λοι­πη πά­νω στὸν μι­σο­ά­δει­ο στε­γνω­τή­ρα πιά­των, τὸ φα­κε­λά­κι τοῦ τσα­γιοῦ πα­ρα­τη­μέ­νο στὸ πο­τή­ρι, ἕ­τοι­μο γιὰ τὸ δεῖς ὅ­ταν θὰ κα­τέ­βεις.

       Πρό­κει­ται γιὰ πό­λε­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση. Καὶ ὅ­λα τα μέ­σα δι­και­ο­λο­γοῦν­ται.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα https://thepygmygiant.com/2016/01/31/the-art-of-war/.

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder) ζεῖ, δι­α­βά­ζει καὶ γρά­φει στὸ νό­τιο Λον­δί­νο καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­τι οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Σπύ­ρος Κρό­κος: Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου



Σπύ­ρος Κρό­κος


Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου


ΕΡΝΩ ΤΗΝ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ξύ­λι­νο παγ­κά­κι, δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τη­μέ­νη πλά­στιγ­γα γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς τά­βλες ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸν λει­τουρ­γι­κό του κορ­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῶν και­ρι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τοῦ χρό­νου, ἔ­χουν σα­πί­σει καὶ δι­α­λυ­θεῖ. Οἱ κα­ρό­βι­δες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὸ με­ταλ­λι­κὸ σκε­λε­τὸ μὲ τὰ ξύ­λα τῆς πλά­της καὶ τοῦ κα­θί­σμα­τος ποὺ ἀ­πέ­μει­ναν, ἔ­χουν ρι­λα­ξά­ρει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ συν­δέ­σεις νὰ ξε­θυ­μά­νουν. Ἔ­τσι, ἡ πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὸ σύ­νο­λο τῆς κα­τα­σκευ­ῆς σὲ μιὰ ἄ­ναρ­χη τα­λάν­τω­ση πό­τε δε­ξιὰ καὶ πό­τε ἀ­ρι­στε­ρά, δί­νον­τας, γιὰ ὅ­ποι­ον κά­θε­ται, τὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­κού­σιας συμ­με­το­χῆς του σὲ θε­α­τρι­κὴ φαρ­σο­κω­μω­δί­α. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αί­τε­ρά τα δρο­σε­ρὰ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κα δει­λι­νὰ καὶ τὰ μουν­τὰ χει­με­ρι­νὰ ἀ­πο­με­σή­με­ρα. Τό­τε ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νο στὴ σι­γα­λιὰ τῆς ἐγ­κα­τά­λει­ψης, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νο ἀ­πὸ τὸν τσίγ­κο τοῦ ὑ­πο­στέ­γου, ἐκ­φρά­ζει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του κα­τὰ τρό­πο ἐκ­κω­φαν­τι­κό. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ρη­μαγ­μέ­νου το­πί­ου μὲ σα­γη­νεύ­ει, ἀ­σκών­τας μου πα­ράλ­λη­λα μιὰ ἕλ­ξη μυ­στη­ρια­κή, σχε­δὸν ἱ­ε­ρή. Μιὰ ἱ­ε­ρό­τη­τα ποὺ ἐ­φορ­μεῖ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος καὶ μνή­μης, τό­σο ἐ­πά­νω στὸ πα­ρὸν ποὺ βι­ώ­νε­ται, ὅ­σο καὶ στὸ μέλ­λον ποὺ σχε­δι­ά­ζε­ται καὶ προσ­δο­κᾶ­ται.

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κά­θε­ται πο­τέ. Τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κι­νεῖ­ται. Ὅ­πως τό­τε. Ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κά. Ἐ­πι­θε­ω­ρών­τας τὶς πα­ρο­πλι­σμέ­νες σι­δη­ρο­τρο­χι­ὲς καὶ τοὺς σκα­σμέ­νους στὸν ἥ­λιο στρω­τῆ­ρες, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται ἀ­δι­ά­κο­πα ἀ­πὸ τὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ στὴν ἄλ­λη. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς φρέ­σκιας πίσ­σας ἔ­χει ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τῶν ἀ­γρι­ό­χορ­των ποὺ ἔ­χουν φυ­τρώ­σει πα­ρα­πλεύ­ρως τῶν γραμ­μῶν. Ξα­να­σαί­νει στὸ γε­ρα­σμέ­νο σῶ­μα τῆς γῆς ποὺ πό­τι­σε μὲ ἱ­δρώ­τα, ἀ­γω­νί­ες, ἄγ­χη, ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Οἱ δεῖ­κτες τοῦ με­γά­λου ρο­λο­γιοῦ τῆς ἀ­πο­βά­θρας ἔ­χουν ἀ­πὸ χρό­νια πα­γώ­σει καὶ ἡ δί­γλωσ­ση πι­να­κί­δα τοῦ σταθ­μοῦ δὲν ἔ­χει πλέ­ον δη­λω­τι­κὸ νό­η­μα ἄ­φι­ξης γιὰ κα­νέ­ναν τα­ξι­δι­ώ­τη. Ὁ ὑ­γρὸς δυ­τι­κὸς ἄ­νε­μος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὶς σκου­ρι­α­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὴν κρα­τᾶ­νε δε­μέ­νη στὸ στέ­γα­στρο, σ’ ἕ­να ἄρ­ρυθ­μο μοι­ρο­λό­ι ἀ­να­μνή­σε­ων κι ἀ­να­πό­λη­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο οἱ μνῆ­μες ἀ­πὸ τοὺς συ­ριγ­μοὺς τοῦ τραί­νου κα­θὼς μπαί­νει στὸ σταθ­μό, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες καὶ οἱ ἦ­χοι ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ή: οἱ δο­νή­σεις ἀ­πὸ τὶς τρα­βέρ­σες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὶς ρά­γες ὅ­ταν τὸ σι­δε­ρέ­νιο φί­δι κυ­λά­ει ἐ­πά­νω τους, οἱ κλαγ­γὲς τῆς πέ­δη­σης, ὁ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸς ἦ­χος τῶν φα­να­ρι­ῶν καὶ οἱ μπά­ρες ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὰ γει­το­νι­κὰ πα­σά­για, τὸ λε­φού­σι τῶν ἐ­πι­βα­τῶν μὲ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές τους καὶ ἡ σπου­δή τους γιὰ ἐ­πι­βί­βα­ση καὶ ἀ­πο­βί­βα­ση, τὸ σφύ­ριγ­μα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ὁ στριγ­κὸς ἦ­χος τῶν σι­δη­ρο­τρο­χι­ῶν ἀ­πὸ τοὺς ἑ­λιγ­μοὺς ποὺ ἐ­κτε­λεῖ ὁ κλει­δοῦ­χος.

       Τὸ βλέμ­μα μου ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ δι­κό του κα­θὼς αὐ­τὸ δι­α­τρέ­χει τὰ τρί­α με­γά­λα μπλὲ παν­τζού­ρια —κλει­στὰ πλέ­ον— στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο τοῦ δί­πα­του κτη­ρί­ου. Στιγ­μὲς ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ πα­ρα­κο­λου­θῶ νὰ κα­τε­βαί­νει νο­η­τὰ τὴ βαμ­μέ­νη μὲ κα­φε­τὶ λα­δομ­πο­γιὰ δρύ­ι­νη σκά­λα, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη στὸ ἰ­σό­γει­ο. Τώ­ρα στέ­κε­ται στὴν ξύ­λι­νη, ξε­φλου­δι­σμέ­νη, δί­φυλ­λη πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου, μὲ τὴν το­ξο­ει­δὴ κά­σα καὶ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα. Ἡ ζω­ὴ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν τῶν σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶν κυ­λοῦ­σε πάν­τα δί­πλα στὸ σταθ­μό. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λες δύ­ο κα­τοι­κί­ες, μι­κρό­τε­ρες, ἰ­σό­γει­ες αὐ­τές, στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ. Ἔ­βλε­παν στὸν ἀ­κά­λυ­πτο χῶ­ρο μὲ τοὺς φοί­νι­κες καὶ τὶς λε­μο­νι­ές. Πα­ρα­τη­ρῶ μα­ζί του τὶς ἄ­δει­ες ἀ­πο­βά­θρες κι ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὶς λο­γι­ῶν-λο­γι­ῶν ψυ­χὲς ποὺ τὶς μοι­ρά­στη­καν: φοι­τη­τές, ἐρ­γα­ζό­με­νοι, του­ρί­στες, τα­ξι­δευ­τές, φαν­τά­ροι, μα­θη­τές, τυ­χο­δι­ῶ­κτες. Χι­λιά­δες πρό­σω­πα πό­τι­σαν τὸ χῶ­μα αὐ­τὸ μὲ δά­κρυ­α, εἴ­τε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση τῆς ἀν­τά­μω­σης εἴ­τε ἀ­πὸ τοὺς λυγ­μοὺς τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Ἡ στέρ­φα γῆ δὲ μαρ­τυ­ρᾶ σή­με­ρα τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς ἔν­δο­ξους χρό­νους της. Βι­ώ­νω τὴ βου­βή του θλί­ψη κα­θὼς πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ γε­μά­το φθο­ρὲς ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο κτί­ριο, ποὺ νο­μο­τε­λεια­κὰ θὰ τὸ ὁ­δη­γή­σουν σὲ κα­τάρ­ρευ­ση. Πάν­τα πο­νᾶς ὅ­ταν κά­τι ξε­ρι­ζώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή σου. Μὲ κοι­τά­ζει. Νο­μί­ζω πὼς ἔ­χει βουρ­κώ­σει. Ἴ­σως νὰ βούρ­κω­σα ἐ­γώ… Κα­τα­φέρ­νω νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὸ παγ­κά­κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­μαι γιὰ κάμ­πο­σα δευ­τε­ρό­λε­πτα ὡς κομ­πάρ­σος, σὲ ἄλ­λη μί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­κό­τρο­πα σκη­νο­θε­τη­μέ­νες πα­ρα­στά­σεις του. Βα­δί­ζω πρὸς ἐ­κεῖ­νον προ­σπα­θών­τας νὰ μι­λή­σω κα­θα­ρὰ καὶ στα­θε­ρά, κοι­τών­τας τον στὰ μά­τια.

       «Πα­τέ­ρα μή­πως νὰ πη­γαί­νου­με; Τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ au­to­mo­tri­ce φαί­νε­ται πὼς ἔ­βα­λε κα­θυ­στέ­ρη­ση…». Κά­νω μιὰ προ­σπά­θεια νὰ χα­μο­γε­λά­σω, μά­ται­η…

       «Πᾶ­με ἀ­γό­ρι μου» ἀ­πο­κρί­νε­ται σφίγ­γον­τας τὰ χεί­λη σὲ μιὰ γλυ­κό­πι­κρη ἔκ­φρα­ση.

       Κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ἐ­πι­τα­χύ­νω γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βω. Περ­πα­τῶ πλά­ι του. Ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι καὶ τοῦ σφίγ­γω τὸν ὦ­μο. Ἀν­τα­πο­δί­δει χτυ­πών­τας με στορ­γι­κὰ στὴν πλά­τη. Γυ­ρί­ζω τὸ κε­φά­λι ὠ­θού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ὁρ­μέμ­φυ­τη ἀ­νάγ­κη τῆς στερ­νῆς μα­τιᾶς. Ἀν­τι­κρί­ζω τὸ πε­ρι­φραγ­μέ­νο πί­σω μέ­ρος τοῦ σταθ­μοῦ. Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς ἄ­κου­σα τὸ «κλὶκ» τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς. Κα­ρὲ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς ἀρ­χί­ζουν νὰ ξε­τυ­λί­γον­ται στὸ πα­νὶ τῆς μνή­μης, ρά­θυ­μα κι ἐ­πι­λε­κτι­κά. Κα­τα­νι­κῶ τὴν πρό­κλη­ση καὶ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι. Σὲ μιὰ τυ­χαί­α συ­νάν­τη­ση μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ἔ­μα­θα πὼς πά­ει και­ρὸς ποὺ οἱ φοί­νι­κες ἔ­χουν ξε­ρα­θεῖ. Ἀ­λή­θεια… πό­σο θὰ ἤ­θε­λα νὰ μυ­ρί­σω τὰ ἄν­θη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς δί­φο­ρες λε­μο­νιές…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ διδάσκει στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς, ἐ­νῶ βρί­σκον­ται σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη οἱ με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Οἱ πει­ρα­μα­τι­σμοὶ του ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται πρὸς τὸ πα­ρὸν στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὸ μι­κρὸ-δι­ή­γη­μα.


 

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Μὲ ἕνα παγάκι



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Μὲ ἕ­να πα­γά­κι


       — ΚΙΡΡΩΣΗ.

       — Μὰ εἶ­ναι…

       — Εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ πε­ρί­ερ­γο. Ἡ ἡ­λι­κί­α του δὲν τὸ δι­και­ο­λο­γεῖ. Δυ­στυ­χῶς δὲ δι­α­γνώ­στη­κε ἐγ­καί­ρως.

       — Μοῦ λέ­τε…

       — Η πε­ρί­πτω­ση νὰ τὸν σώ­σου­με εἶ­ναι μι­κρή. Θὰ σᾶς δώ­σω ὁ­δη­γί­ες. Ἐ­ὰν δὲ δοῦ­με βελ­τί­ω­ση, κα­λὸ θὰ εἶ­ναι νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξου­με. Φαί­νε­ται κα­τα­βε­βλη­μέ­νος.

       Ἅρ­πα­ξε τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ κτη­νί­α­τρου καὶ τὸ ἔ­χω­σε στὴν τσάν­τα της. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἀ­νά­λυ­ση, ἔ­νι­ω­θε τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ κα­τε­βαί­νει στὴ ρα­χο­κο­κα­λιά της. Ὁ Μάρ­κος, μὲ ἀ­φη­μέ­νο τὸ κε­φά­λι στὸ πά­τω­μα, τὴν πε­ρί­με­νε.

       Ἔ­ξω εἶ­χε βρέ­ξει. Τώ­ρα περ­πα­τοῦ­σε μὲ ἔν­τα­ση. Κά­θε τό­σο ἀ­πέ­φευ­γε τὶς ὑ­γρὲς πα­γί­δες, ἀ­να­κα­τεύ­ον­τας νευ­ρι­κὰ τὰ μαλ­λιά της. Ὁ Μάρ­κος πιὸ πί­σω ἀγ­κο­μα­χοῦ­σε στὸ ρυθ­μό της. Ποῦ καὶ ποῦ τὸν κοί­τα­ζε. Τὸ τρί­χω­μά του ἦ­ταν γε­μά­το φα­λα­κρὰ μπα­λώ­μα­τα καὶ φυλ­λα­ρά­κια ἀ­πὸ τὶς ἀ­κα­κί­ες.

       Δι­α­σχί­σα­νε τὴ λε­ω­φό­ρο χω­ρὶς νὰ γλι­τώ­σει τὴν πτώ­ση. Φθά­σα­νε σπί­τι κι οἱ δύ­ο ἐ­ξαν­τλη­μέ­νοι. Μπαί­νον­τας ἐκ­σφεν­δό­νι­σε τὰ κλει­διὰ στὸν τοῖ­χο καὶ κλει­δώ­θη­κε στὸ μπά­νιο. Ὁ Μάρ­κος ἀ­πό­μει­νε, μὲ τὸ λου­ρὶ πε­ρα­σμέ­νο στὸ λαι­μό, μπρο­στὰ στὴ μι­σά­νοι­χτη μπαλ­κο­νό­πορ­τα ποὺ ἔ­φερ­νε τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἀ­πό­βρο­χου.

       Ὅ­ταν ἔ­πε­σε τὸ νε­ρὸ πά­νω της, ἄρ­χι­σε νὰ βά­ζει τὶς σκέ­ψεις σὲ σει­ρά. Πῶς τῆς εἶ­χε ἔρ­θει νὰ τὸ ξε­κι­νή­σει αὐ­τό; Δυ­ὸ βδο­μά­δες ὁ­λό­κλη­ρες ποὺ τὸ «Ἀ­φεν­τι­κὸ» εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, αὐ­τὸς ἀ­κό­μη στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα γρυ­λί­ζον­τας πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κα, ἀ­με­τα­κί­νη­τος στὴν ἀ­πό­φα­σή του νὰ πε­ρι­μέ­νει. Τό­τε τὸ ξε­κί­νη­σε. Τοῦ ἔ­δω­σε πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ ἀ­στεῖ­ο. Ἄλ­λω­στε κι αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ πι­εῖ ἕ­να πο­τὸ μὲ πα­ρέ­α.

       Κα­μιὰ φο­ρὰ οἱ σκύ­λοι πα­θαί­νουν χει­ρό­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους.  Για­τί δὲ βρί­σκουν ἕ­ναν κό­σμιο τρό­πο ἐ­πι­βί­ω­σης, ὅ­πως βρί­σκουν οἱ ἄν­θρω­ποι; Πο­λὺ θὰ τό ‘θέ­λε νὰ γρυ­λί­σει, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­κα­νε. Βρῆ­κε τρό­πους. Πολ­λα­πλα­σί­α­σε τὶς ἐ­ξό­δους πα­ρὰ τὶς ἐ­ξά­ψεις τῆς κλι­μα­κτη­ρί­ου. Ἐ­πέν­δυ­σε σὲ ἐ­λι­ξί­ρια κα­τὰ τοῦ γή­ρα­τος. Ἀ­κό­μα καὶ σὲξ μὲ τὸν ἄ­χα­ρο τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου προ­σπά­θη­σε. Βρῆ­κε τρό­πους «νὰ συ­νε­χί­σει τὴ ζω­ή της». Κρά­τη­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον μό­νο τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πο­τό. Οὐ­ί­σκι μὲ ἕ­να πα­γά­κι.

       Ἄς ποῦ­με πὼς ἄ­φη­σε νὰ τὴ συν­δέ­ει μα­ζί του μιὰ συ­νή­θεια. Κι ἕ­νας σκύ­λος, ὁ δι­κός της, αὐ­τὴ τὸν εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἕ­να με­γα­λό­σω­μο κου­τά­βι ἀ­σπρό­μαυ­ρο, μὲ μά­τια πα­ρά­ξε­να, τὸ ἕ­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε πε­λώ­ριος, τό­σο ποὺ στὴ βόλ­τα οἱ δυ­ό τους πα­ρα­βγαί­να­νε. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­νε κου­ρα­σμέ­νοι, ὁ Μάρ­κος (συ­νή­θως εἶ­χε κερ­δί­σει τὸν «ἀ­γώ­να») τὴν πε­ρί­με­νε νὰ πι­εῖ πρώ­τη νε­ρό, γλεί­φον­τάς της τὰ πό­δια.

       Μπο­ρεῖ καὶ οἱ σκύ­λοι, ὅ­πως οἱ γά­τες, νὰ ἐ­πι­λέ­γουν, ἂν τοὺς δο­θεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α. Στὴν πε­ρί­πτω­ση τοῦ Μάρ­κου συ­νέ­βη. Ἡ χα­ρά του, ὅ­ταν ἦρ­θε νὰ μεί­νει στὸ σπί­τι μα­ζί τους ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τη. Τοῦ ζη­τοῦ­σε βόλ­τα καὶ χά­δια. Τὸν  πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­να, ὅ­ταν ἄ­κου­γε τὰ κλει­διά του. Τὰ δι­κά του πό­δια ἔ­γλει­φε πιά. Ὅ­ταν, σπά­νια ἐρ­χό­ταν σὲ ἐ­κεί­νη, τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­λο πί­κρα… «Νὰ πᾶς στὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου».

       Στὸ χω­ρι­σμὸ τοῦ ἀ­πα­γό­ρευ­σε νὰ πά­ρει τὸν Μάρ­κο, πα­ρό­λο ποὺ τὴν πα­ρα­κά­λε­σε. Οἱ ἔ­ρω­τες δὲν κρα­τᾶ­νε πο­λὺ στὶς μέ­ρες μας. Ὁ Μάρ­κος ὅ­μως θὰ μεί­νει γιὰ πάν­τα μα­ζί της. Εἶ­ναι δι­κός της.

       Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο μὲ τὰ νε­ρὰ νὰ στά­ζουν. Δί­πλα στὸν κα­να­πὲ βρῆ­κε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ οὐ­ί­σκι. Γέ­μι­σε ὣς πά­νω ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ Μάρ­κου. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔμ­παι­νε κρύ­ο. Τὰ σύν­νε­φα εἶ­χαν σκο­τει­νιά­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα. Εἶ­χε μεί­νει ὥ­ρα ἐ­κεῖ νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τοὺς ἤ­χους. Σὰ νὰ πε­ρί­με­νε ἀ­κό­μη. Πῆ­γε στὴν κου­ζί­να νὰ φέ­ρει πα­γά­κια.

       «Θέ­λεις νὰ μεί­νεις στὴ θλί­ψη σου, ἔ; Ἔ­χα­σες τὸ Ἀ­φεν­τι­κό σου. Ἂν ἄ­φη­να νὰ σὲ πά­ρει, τώ­ρα θὰ ἤ­σουν ἀ­δέ­σπο­τος.

       …Ἔ­πρε­πε νὰ τὸν ἔ­χεις ξε­χά­σει. Αὐ­τὸς φταί­ει ποὺ σὲ ἄ­φη­σε. Ἔ­τσι γί­νε­ται μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Θὰ πε­θά­νεις καὶ δὲ θὰ τὸ μά­θει.

       Ἔ­ρι­ξε ἕ­να πα­γά­κι στὸ οὐ­ί­σκι τοῦ Μάρ­κου.

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο… Τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Κρα­τών­τας τὸ πο­τή­ρι της, τσούγ­κρι­σε τὸ πι­α­τά­κι του. Στὸν ἦ­χο ποὺ ἀ­κού­στη­κε, γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὴν κοί­τα­ξε μὲ τὸ με­γά­λο του μά­τι.

       Κρα­τοῦ­σε ἕ­να πο­τή­ρι ποὺ ξε­χεί­λι­ζε. Τὸ σῶ­μα της φαι­νό­ταν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νο, τὰ μά­τια της γυ­ά­λι­ζαν. Τὰ χέ­ρια της ἔ­τρε­μαν κά­νον­τας τὸ πο­τή­ρι νὰ βγά­ζει κρυ­στάλ­λι­νους ψυ­χροὺς ἤ­χους.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λά το κε­φά­λι του στὰ πό­δια της, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸ οὐ­ί­σκι ποὺ τοῦ εἶ­χε σερ­βί­ρει. Καὶ κοί­τα­ξε θλιμ­μέ­νος τὸ πα­γά­κι ποὺ ἐ­πέ­πλε­ε.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (1980). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὸ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο. Παρακολούθησε σεμνάρια Δημιουργικῆς γραφῆς στὸ Δῆμο Ἀ­θη­ναίων.