Λεία Χατζοπούλου-Καραβία: Ἑτεροχρονισμένη συνάντηση στὴ Μερζιφούντα


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α


Ἑ­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη συ­νάν­τη­ση στὴ Μερ­ζι­φούν­τα


ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ στὴν Τρα­πε­ζούν­τα ἀ­να­ζή­τη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου, μὰ δὲν τὸν βρῆ­κα. Εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει ὀ­χτὼ χρο­νῶν, κι ἡ μά­να του ἡ Χα­ρί­κλεια τὸν εἶ­χε χα­ϊ­δε­μέ­νο, λα­λα­χέ­α, για­τί ἔ­θνη­σκαν τὰ μω­ρά της καὶ μό­νο αὐ­τὸς τῆς ἔ­ζη­σε. Τὸν εἶ­χε ἴ­σως στυ­λώ­σει ὁ Ἅ­ε Στυ­λια­νός, ποὺ τοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά του. Τὸν φώ­να­ζε τρυ­φε­ρὰ «Ρί­ζα μ’, στε­ρέ­α μ’», κι ἅ­μα πο­νοῦ­σε κά­που τοῦ ἔ­λε­γε «Τὸ κα­κό σ’ νὰ παί­ρω», για­τὶ κάλ­λιο εἶ­χε νὰ πο­νά­ει ἐ­κεί­νη. Γιὰ τὸ παι­δί, ἡ Χα­ρί­κλεια ἦ­ταν ἁ­γί­α. Καὶ δὲν ἔ­κα­νε μὲ τὴ δεύ­τε­ρη γα­ρὴ τοῦ χή­ρου Πα­να­γι­ώ­τη. Μὰ κι αὐ­τὴ δὲν ἀ­γά­πη­σε τὸ ἀ­τί­θα­σο παι­δί.

        Ἡ Τρα­πε­ζούν­τα εἶ­ναι πιὰ με­γα­λού­πο­λη. Τὸ ξυ­λουρ­γεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μου, ποὺ πο­τὲ δὲ γνώ­ρι­σα, δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ρω­τῶ ποῦ νὰ κοι­τά­ξω γιὰ τὸ Στέ­λιο. «Κοί­τα στὴ Μερ­ζι­φούν­τα», λέ­νε οἱ γε­ρον­τά­δες. «Ἐ­κεῖ τὸν ἔ­στει­λαν σώ­κλει­στο σὲ σκο­λεῖ­ον, νὰ συ­χά­σει κι αὐ­τός, καὶ τὸ ζευ­γά­ρι.»

        Τὸ τα­ξί­δι στὴ Μερ­ζι­φούν­τα μῆ­τ’ εὔ­κο­λο εἶ­ναι μῆ­τε κον­τι­νό. Φτά­νω στὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο εἶ­ναι δι­ώ­ρο­φο, μὰ δὲν ἔ­χει πόρ­τες οὔ­τε πα­ρά­θυ­ρα. Τὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­μως εἶ­ναι φρε­σκο­βαμ­μέ­νο καὶ δὲν τοῦ λεί­πει τί­πο­τα, ἄ­ρα δὲν ἀ­νη­συ­χῶ γιὰ τὰ σώ­κλει­στα παι­διά.

        Βλέ­πω ἕ­να ἀ­γό­ρι, λι­γνὸ σὰν ἐ­μέ­να, λί­γο πιὸ μι­κρο­κα­μω­μέ­νο, μέ­χρι δέ­κα-ἕν­τε­κα χρο­νῶν. Μὲ κοι­τᾶ πα­ρα­ξε­νε­μέ­νο.

        — Ἐ­σὺ τί γυ­ρεύ­εις σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη; ρω­τᾶ.

        — Ἐ­σέ­να σὲ πει­ρά­ζω;

        — Δὲ μὲ πει­ρά­ζεις, μὰ τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; Ἐ­μεῖς μα­θά­νου­με καὶ ἀγ­γλι­κά.

        — Παί­ζε­τε καὶ πο­δό­σφαι­ρο, λέ­ω ἔ­χον­τας φω­το­γρα­φί­α του, μει­ρά­κιον ἀ­κό­μη, μὲ με­γά­λο Π στὴν ἀ­θλη­τι­κὴ φα­νέ­λα.

        — Φοῦτ­μπολ. Καὶ τρα­γω­δοῦ­με. Ἄ­κου τὸν ὕ­μνο μας:

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!…»

        — Τὸ ξέ­ρω κι ἐ­γώ, τοῦ λέ­ω καὶ τοῦ τὸ τρα­γου­δῶ ὁ­λό­ι­δια μ’ ἐ­κεῖ­νον.

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!

        Anatolia for ever, Anatolia for ay!»

        — Ποι­ός σοῦ τὸ ἐ­μά­θι­σεν; ρω­τᾶ καὶ μὲ κοι­τά­ζει μὲ πε­ρι­έρ­γεια.

        — Ὁ πα­τέ­ρας μου. Ἦ­ταν στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­ταν εἶ­χε πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα.

        Στρέ­φει καὶ κοι­τᾶ τὸ κτί­ριο. Με­τὰ γυρ­νᾶ σὲ μέ­να καὶ γε­λᾶ.

        — Εἶ­σαι λί­γο πα­λα­λέσ­σα! Δὲν ἔ­χει πα­ρα­θυ­ρό­πορ­τας καὶ τώ­ρα; Ἀ­πὸ ποῦ ἔ­πε­σες ἐ­σὺ ἀφ­κά, ἄ­μον οὐ­ρα­νο­πούλ­λιν;

        — Ἦρ­θα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­παν­τῶ. Μὰ ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό.

        — Καὶ πῶς ἐν΄ τ’­ ὄ­νε­μάν σου;

        — Χα­ρί­κλεια. Μὰ μὲ φω­νά­ζουν Λεί­α.

        — Κι ἐ­μέ­να τῆς μάν­νας μου τὸ ὄ­νε­μαν…

        Τὸν κό­φτω βι­α­στι­κά, μὲ τα­ρα­χή.

        — Μοῦ δί­νεις μιά–δυ­ὸ πέ­τρες, πα­ρα­κα­λῶ σε;

        Σκύ­βει, πιά­νει καὶ μοῦ δί­νει τρεῖς. Τὶς παίρ­νω καὶ φεύ­γω.

        Πί­σω μου ἐ­ρη­μιά. Δὲν ἀ­κού­γε­ται πα­ρὰ ἀ­νά­σα ἀ­πὸ ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ἔκα­νε Δι­δα­κτο­ρι­κὸ Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας στὴ Σορ­βόν­νη (1992). Ἐ­ξέ­δω­σε 80 βι­βλί­α: ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο (τρία κρα­τι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ θε­α­τρι­κά ἔργα). Δί­δα­ξε γλῶσ­σες, ἔ­κα­νε με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ ἱ­σπα­νι­κά, γερ­μα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κά. Τὸ 2003 πῆ­ρε βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης. Εἶ­ναι ἠ­θο­ποι­ὸς (βρα­βεῖ­α, Φε­στι­βὰλ Ἰ­θά­κης 1977, 1978). Πρό­ε­δρος Δι­ε­θνοῦς Φό­ρουμ Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων, ΙΤΙ, 2000-2006.


Διαφημίσεις

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Τὸ τάμα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ τά­μα


ΧΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ τὰ κα­λά τους. Παίρ­νεις γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πό­δια σου ἢ τὴ μη­χα­νή σου καὶ τὸ κό­βεις γιὰ τὰ μέ­ρη ποὺ σερ­γι­ά­νι­ζες μι­κρὸς μὲ τὸ πο­δή­λα­τό σου. Φτά­νεις ἂς ποῦ­με στὸ Γα­λά­τσι, πά­νω στὰ Τουρ­κο­βού­νια. Καὶ δὲν γνω­ρί­ζεις τί­πο­τα καὶ κα­νέ­ναν. Ὅ­λα πε­θα­μέ­να. Στρί­βεις στὴν Ὕ­δρας, δε­ξιὰ στὴ Σύ­ρου καὶ φτά­νεις στὴ Μέσ­σης. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χα­σες τὸν χαρ­τα­ε­τό σου τὸ ’75. Κι ἀ­κό­μα τὸν ψά­χνεις. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­σαι καὶ γκα­ζώ­νεις γιὰ τὸ Ἄλ­σος. Κον­το­στέ­κε­σαι στὴν 28ης Ὀ­κτω­βρί­ου. Σφαῖ­ρες χο­ρεύ­ουν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτεις κά­τω. Τρεῖς σπα­σμέ­νοι σταυ­ροί, ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ εἰ­κο­νο­στά­σι. Καὶ θυ­μᾶ­σαι αὐ­τὰ ποὺ ἄ­κου­γες μι­κρὸς γιὰ τὸ Τά­μα, λέ­ει, τοῦ Ἔ­θνους, γιὰ τὸ χρέ­ος τὸ πα­λιό, γιὰ ἀ­γω­νι­στές, γιὰ σω­τῆ­ρες καὶ τέ­τοι­α. Καὶ θυ­μᾶ­σαι καὶ κεῖ­νο τὸν συγ­χω­ρια­νὸ τοῦ πα­τέ­ρα σου ποὺ στὰ χρό­νια της Χούν­τας κά­θε τρεῖς καὶ λί­γο ζη­τοῦ­σε συν­δρο­μὴ γιὰ τὸν Να­ὸ καὶ τὸ νέ­ο Παρ­θε­νώ­να. Καὶ τό­τε σκέ­φτε­σαι τὸ ἄλ­λο τά­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἡ για­γιὰ τοῦ Νι­κό­λα. Καὶ τὰ κό­κα­λα ποὺ ξέ­θα­ψε ἡ μπουλ­ντό­ζα τό­τε ποὺ φτι­ά­χνα­νε τὸν δρό­μο. Ἀρ­χὲς τοῦ ’80. Κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κες, ἄ­ρα­γε ξα­να­πε­θαί­νει ἕ­νας νε­κρός; Κι ὁ δά­σκα­λος ποὺ εἶ­πε στὴν τά­ξη «ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὁ τό­πος μας, παι­διά μου· γι’ αὐ­τὸ ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α πρέ­πει νὰ γί­νει ἡ ἐ­θνι­κή μας ἐ­πι­στή­μη». Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁρ­κί­στη­κες νὰ γί­νεις ἀρ­χαι­ο­λό­γος. Μὰ τὴν ὑ­πό­σχε­ση δὲν τὴν τή­ρη­σες κι ἔ­γι­νες γρα­φιὰς-σκα­πα­νέ­ας, νὰ σκά­βεις μὲ λέ­ξεις τὶς μνῆ­μες, πόν­το-πόν­το, μὴν κα­τα­στρέ­ψεις τὶς σι­ω­πές. Νὰ στοι­χει­ώ­σει ἐ­πι­τέ­λους καὶ τὸ πέν­θος. Κι ἡ για­γιὰ ἡ Μι­κρα­σι­ά­τισ­σα τὸ εἶ­χε, λέ­ει, τά­μα κά­θε μέ­ρα νὰ σέρ­νει τὰ πο­δά­ρια της ἀ­π’ τοὺς Ἀμ­πε­λό­κη­πους ἴ­σα­με τὰ Τουρ­κο­βού­νια ν’ ἀ­νά­ψει κε­ρὶ στὸν Νι­κο­λό της ποὺ οἱ Να­ζὶ του­φέ­κι­σαν κεῖ­νο τὸ χά­ρα­μα τοῦ σα­ράν­τα τέσ­σε­ρα. Καὶ σκύ­βεις τὸ κε­φά­λι στὸ σπα­σμέ­νο μάρ­μα­ρο κι ἀ­κοῦς τὴ δε­κα­ε­ξά­χρο­νη φω­νή του. Ἐ­γὼ πά­λε­ψα γιὰ ν’ ἀλ­λά­ξω τὸν κό­σμο. Ἐ­σὺ τώ­ρα φρόν­τι­σε νὰ μὴν κα­τα­στρα­φεῖ. Καὶ ξέ­ρεις κα­λὰ πὼς πρέ­πει νὰ κρα­τή­σεις τὸ τά­μα. Νὰ μὴν κλεί­νεις τὰ μά­τια. Νὰ μὴ λὲς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό σου. Νὰ μὴν ξε­χνᾶς. Ὅ­σο ζεῖς-τὸ-τά­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Λένω



Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Λέ­νω


ΤΑΝ ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­πὸ ἐν­νέ­α ἀ­δελ­φὲς ἡ Λέ­νω τῆς Ἀρ­γύ­ρως. Ὁ πα­τέ­ρας της, τσέ­λιγ­κας με­τρη­μέ­νος καὶ νοι­κο­κύ­ρης, μοί­ρα­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α ποὺ ἀ­πέ­με­νε ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­νω­τὲς κα­κο­τυ­χί­ες σὲ προῖ­κες. Στὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πέ­μει­νε μό­νο τὸ δι­πλό­σπι­το. Στὸ ὅ­ριο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης πάν­τα, εἶ­δε στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της νὰ φεύ­γει ἡ τουρ­κι­κὴ φρου­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ὀ­ρει­νὸ βλα­χο­χώ­ρι, στὰ τριά­ντα δύ­ο της νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν ἀν­δρι­κὰ ρά­κη ἀ­πὸ τὴ μι­κρα­σι­α­τι­κὴ ἐκ­στρα­τεί­α, στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρα νὰ μι­σο­χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ τὸν πρῶ­το της ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό, σφαγ­μέ­νο ἀ­πὸ λη­στρι­κὸ χέ­ρι, στὰ τρι­άν­τα ­πέν­τε νὰ παν­τρεύ­ε­ται τὸν κου­νιά­δο της, στὰ σα­ράν­τα ἑ­πτά της νὰ τὴν στέλ­νει τὸ κα­θε­στὼς τοῦ Με­τα­ξὰ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ μά­θει ἑλ­λη­νι­κά, στὰ πε­νῆν­τα της νὰ εἰ­σβά­λει γερ­μα­νι­κὸς στρα­τὸς στὸ χω­ριὸ ποὺ δὲν πα­τοῦ­σε ἄν­θρω­πος οὔ­τε ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα, στὰ πε­νῆν­τα ἕ­ξι της νὰ ἐ­κτο­πί­ζε­ται λό­γῳ ἐμ­φυ­λί­ου μα­ζὶ μὲ τοὺς συγ­χω­ρια­νοὺς στὸ Με­τσο­βο, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­να της νὰ χη­ρεύ­ει ἀ­πὸ φο­νι­κό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἕ­ξι της νὰ χά­νει τὸν μι­κρό της γιό, στὰ ἑ­ξῆν­τα ἑ­πτά της νὰ χά­νει τὸν πρῶ­το της ἐγ­γο­νὸ καὶ στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα δύ­ο τὸν δεύ­τε­ρο, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα πέν­τε της νὰ φεύ­γει ὁ με­γά­λος γιὸς μὲ τὴ νύ­φη της ἐ­σω­τε­ρι­κὸς με­τα­νά­στης στὴν Ἀ­θή­να κι ἐ­κεί­νη νὰ ἀ­να­λαμ­βά­νει τὴ φρον­τί­δα τρι­ῶν μι­κρῶν, στὰ ἑ­βδο­μῆν­τα ἐν­νέ­α της νὰ με­τα­να­στεύ­ει μὲ τὰ τρί­α μι­κρὰ στὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Στὰ ὀ­γδόν­τα ἕ­ξι της αὐ­τὰ τὰ κο­ρε­σμέ­να γα­λα­νὰ μά­τια ἔ­κλει­σαν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ τὸ καμ­που­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ γῆ τῶν προ­γό­νων. Τὸ ἴ­χνος της ἔ­γι­νε ἀ­νορ­θό­γρα­φη ἐ­πι­γρα­φὴ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α: «Σή­με­ρα 16 Νο­εμ­βρί­ου 1976 ἀ­πε­βί­ο­σε ἡ μη­τέ­ρα μου Ε.Α.», κι ἂς μὴν ἔ­μα­θε πο­τέ της ἡ ἴ­δια τὴν ἐ­πί­ση­μη γλώσ­σα.


12


Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἡ συνάντηση

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ἡ συνάντηση


ΑΤΕΒΑΙΝΩ ἀ­π’ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὴν Κα­μά­ρα. Παίρ­νω τὴν Δη­μη­τρί­ου Γού­να­ρη. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα, γε­μά­τη ἄγ­χος μὲ τὶς συ­ναλ­λα­γὲς στὴ δου­λειά, βι­ά­ζο­μαι νὰ φτά­σω μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα στὸ σπί­τι.

        Κό­βω λί­γο τὰ βή­μα­τά μου γιὰ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὶς φω­το­γρα­φί­ες στὴν προ­θή­κη τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ΑΝΑΤΟΛΙΑ.

        Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση πὼς κά­ποι­ος μοῦ κλεί­νει τὸ δρό­μο. Στα­μα­τῶ καὶ τὸν κοι­τά­ζω. Μι­λᾶ ἀγ­γλι­κὰ μὲ ξε­νι­κὴ προ­φο­ρά. Θυ­μί­ζει κά­τι με­τα­ξὺ Γερ­μα­νοῦ καὶ Ὀλ­λαν­δοῦ. Μοῦ ζη­τᾶ λί­γα χρή­μα­τα. Σὰν μιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Ξέ­μει­νε καὶ πρέ­πει νὰ φύ­γει γιὰ τὴν πα­τρί­δα του. Τοῦ λέ­ω πὼς ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­σει νὰ μὴν μεί­νει χω­ρὶς χρή­μα­τα. Χα­μο­γε­λᾶ ντρο­πα­λά. Ψά­χνω τὶς τσέ­πες μου, τοῦ δί­νω τε­λι­κὰ ἑ­κα­τὸ δραχ­μές. Τοῦ εὔ­χο­μαι νὰ φτά­σει γρή­γο­ρα στὴν πα­τρί­δα.

        Μὲ κοι­τᾶ μὲ κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη. Μ’ εὐ­χα­ρι­στεῖ. Κα­θὼς κά­νω νὰ φύ­γω, ρω­τᾶ: «Καὶ πῶς χά­σα­τε τὸ χέ­ρι σας;» Γυ­ρί­ζω καὶ τοῦ χα­μο­γε­λῶ. «Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κα ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα.» Ἡ ἀ­μη­χα­νί­α του με­γα­λώ­νει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. «Δὲν φταί­ω ἐ­γώ», λέ­ει, βά­ζον­τας τὸ χέ­ρι στὴν καρ­διά του. «Καὶ βέ­βαι­α», τοῦ λέ­ω, «ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε γεν­νη­θεῖ τό­τε ἀ­κό­μη, καὶ βέ­βαι­α δὲν σᾶς βα­ραί­νει κα­μί­α εὐ­θύ­νη». Στὸ πρό­σω­πό του, τώ­ρα, ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀ­να­κού­φι­ση. Μοῦ δί­νει τὸ χέ­ρι του. «Εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σᾶς χαι­ρε­τῶ.» Τοῦ σφίγ­γω τὸ χέ­ρι. «Δὲν νο­μί­ζε­τε», τοῦ λέ­ω, «πὼς κά­ποι­οι πρέ­πει νὰ ἔ­χουν εὐ­θύ­νη;».



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Κείμενα μικρῆς πνοῆς (ἐκδ. Κέδρος, 2009).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 
Εἰκόνα: Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου. Στὴν Ἔκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 18 Μαΐου 2013 (φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης).


		

	

Ἀνδρέας Σεραφείμ: Πιγκουίκουλα


Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ


Πιγ­κου­ί­κου­λα

 

ΑΡΙΑ ἡ ἀτμόσφαιρα. Τέρ­μα τ’ ἀ­στεῖ­α, τὰ πει­ράγ­μα­τα, τὰ γέ­λια τους. Ἀ­πρό­σμε­νη σο­βα­ρό­τη­τα. Ξαφ­νι­κὴ βου­βα­μά­ρα. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο δι­α­βαί­νει ἀγ­κο­μα­χών­τας μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­φι­λο­νι­κού­με­νους λα­λέ­δες, μὲ τὶς κα­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­πλω­μα­τι­κῆς πιγ­κου­ί­κου­λας. Βλα­σταί­νει, ἄ­κου­σαν, αὐ­τὴ μό­νο εἰς τὴν Κύ­προν καὶ τὴν νό­τιον Τουρ­κί­αν, αὐ­τὴν ποὺ κά­πο­τε τὴ λέ­γαν Κι­λι­κί­αν, Λυ­κί­αν καὶ Πι­σι­δί­αν, σή­με­ρα ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Ὄ­μορ­φη θω­ριά. Γι­ο­μά­τη ἀν­θο­βο­λι­ές. Μυ­ρω­μέ­να μαν­τά­τα στὴν ὄ­σφρη­ση. Μα­λά­μα­τα σκέ­τα στὴν ἁ­φή. Ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ξε­γε­λά­ει. Μᾶλ­λον ξέ­ρουν. Σί­γου­ρα. Καὶ μό­νο τὴ μνή­μη νὰ χα­ρα­κώ­σει μπο­ρεῖ πιά. Μό­νο τὶς συ­νει­δή­σεις νὰ αὐ­λα­κώ­σει καὶ νὰ σκου­πί­σει τὶς χα­μο­γε­λι­ὲς ἀ­πὸ τὰ πρό­σω­πα. Κεν­τρί­ζει καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­νε­λέ­η­τα τὸ συ­ναί­σθη­μα εὐ­θύ­νης καὶ τῶν δε­κα­ε­φτὰ χρό­νων. Ἀγ­γί­ζει μὲ δέ­ος τὴ νε­α­νι­κὴ καρ­διά, λα­βώ­νει, κτυ­πᾶ δυ­να­τὰ καὶ συν­θέ­με­λα τὸν ἔκ­πλη­κτο, τὸν θο­ρυ­βη­μέ­νο νε­α­νι­κὸ νοῦ. Ἄλ­λο νὰ τ’ ἀ­κοῦς. Ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, προ­βλη­μα­τι­σμός, ὀρ­γή, ἀ­γα­νά­κτη­ση. Σκιά­ζουν τὸ βλέμ­μα, συν­νε­φιά­ζουν τὴν ὄ­ψη. Δι­και­ώ­μα­τα. Καὶ μιὰ μα­τω­μέ­νη ἁ­φή, ψυ­χι­κὴ καὶ σω­μα­τι­κή. Τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πιγ­κου­ί­κου­λα μου­λω­χτή. Γερ­μέ­νη ἐ­κεῖ, ἀ­νά­με­σα στὶς πλα­τυ­φυλ­λι­ὲς καὶ τὰ ἁ­γι­ο­κλή­μα­τα. Στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Θά­να­τος καὶ ζω­ή, λές, μα­ζί. Ἕ­τοι­μη νὰ σὲ δαγ­κά­σει. Καὶ νὰ σοῦ κό­ψει κομ­μά­τι. Ὅ­πως καὶ τό­τε. Σαράντα τρία χρό­νια πρίν. Ποὺ μᾶς ἔ­κο­ψε τὴ μι­σή. Καὶ μεί­να­με μο­νά­χοι. Ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι. Μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι. Τέ­λος πάν­τως. Ψη­λα­φοῦν κι’ ἀ­γναν­τεύ­ουν, ὀ­νει­ρο­πό­λα καὶ φαν­τα­στι­κά, αὐ­τὰ πού ‘­χαν καὶ δὲν ἔ­ζη­σαν, αὐ­τὰ ποὺ μὲ πά­θος λά­τρε­ψαν στὰ λό­για καὶ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, τὰ να­νου­ρί­σμα­τα καί τα ξορ­κί­σμα­τα. Ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να καὶ αὐ­τὰ ἀ­πὸ τὸν πό­θο καὶ τὸ καρ­τέ­ρι καὶ τὸ ἀ­γνάν­τε­μα καὶ τὴ μα­τιὰ ἐ­κεί­νη ποὺ δὲν ἔ­σβη­σε καὶ δὲν ξε­φτί­ζει. Αὐ­τὰ ποὺ ἀ­πὸ λά­θη, μί­ση, πά­θη, κι’ ἐ­γω­ι­σμοὺς δὲν κρα­τή­σα­με. Καὶ πα­ρα­δώ­σα­με. Για­τί; Δὲν ρώ­τη­σαν. Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­ξε­ραν. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ραν. Δὲν μί­λη­σαν. Τί νὰ ποῦν; Σώ­πα­σαν. Μιὰ βου­βὴ σι­ω­πὴ ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Μί­α σφιγ­μέ­νη γρο­θιά. Καὶ ἕ­να κρά­τη­μα. Μὴν πέ­σεις τώ­ρα. Κρά­τα. Ἕ­να χε­λι­δό­νι αὐ­θόρ­μη­τα, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σου­φρω­μέ­να φρύ­δια, τὰ μου­σκε­μέ­να μα­το­τσί­νο­ρα, πέ­τα­ξε μή­νυ­μα μέ­σῳ τῆς ἐκ­προ­σώ­που. Ἐ­μεῖς, βλα­στα­ρού­δια ἀ­πέ­τα­γα ἀ­κό­μα, σή­με­ρα, 16 τοῦ Μάρ­τη τοῦ 2000, καὶ κά­θε μέ­ρα πρὶν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τά, αὐ­τὴ ζη­τοῦ­με. Στὸν ὕ­πνο καὶ τὸ ξύ­πνιο μας αὐ­τὴ ψά­χου­με. Αὐ­τὴ γυ­ρεύ­ου­με. Αὐ­τὴν καρ­τε­ροῦ­με. Στη­μέ­νοι στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Κλεί­σα­με τὴ μι­κρὴ ζω­ὴ μας σ’ ἕ­να φά­κε­λο, σ’ ἕ­να μή­νυ­μα, σὲ μί­α φω­το­γρα­φί­α. Πιγ­κου­ί­κου­λα. Ἅ­γιος Ἰ­λα­ρί­ω­νας. Κύ­προς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ. Ἔκανε Κλα­σι­κές Σπου­δές καὶ Φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στήμιο Κύ­πρου (2008), με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ University of Texas at Austin (ΜΑ 2010) καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ University College London (PhD 2013). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ βι­βλί­α σὲ δι­ε­θνεῖς ἐκ­δο­τι­κοὺς οἴ­κους, Attic Oratory and Performance (Routledge 2017) καὶ Τhe Theatre of Justice (Brill 2017). Ἔ­χει, ἐ­πί­σης, ἐκ­δώ­σει ἀρ­κε­τὰ ἄρ­θρα σὲ δι­ε­θνῆ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἀντώνης Παπαβασιλείου: Τὸ ξυπνητήρι


Ἀν­τώ­νης N. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου


Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι


ΗΣ ΕΙΧΑΝ ΠΛΗΓΙΑΣΕΙ τὰ δά­κτυ­λα. Τὸ νε­ρό, πα­γω­μέ­νο, ἔ­κα­με χω­ρά­φι στὰ χέ­ρια της. Ξη­μέ­ρω­νε Πρω­το­χρο­νιά, ἑ­τοί­μα­σε τὰ φύλ­λα τῆς πί­τας. Ἀ­λευ­ρω­μέ­νος ὁ κλώστης, τὴν κοίταγε μὲ ὑ­πο­μο­νή. Πι­στός.

         Με­τά, κα­λαμ­πό­κι στὶς κό­τες, ξύ­λα γιὰ τὴ φω­τιά. Ν’ ἀλ­λά­ξει μπο­τί­λια στὸ γκά­ζι.

         Θυ­μή­θη­κε, ἀ­νά­βον­τας τὸ φυ­τί­λι τῆς Πα­να­γιᾶς, τὴν ἀ­δελ­φή της. Χα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ ‘47. Μνήσθη­τι Κύ­ρι­ε. Κά­τω ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι νὰ χα­θοῦν οἱ κα­κί­ες μας.

         Τὰ τσίγ­κια στὸ κα­τώ­γι πά­λι στά­ζαν. Ποι­ὸς νὰ τ’ ἀλ­λά­ξει; Ἔ­σφι­ξε τὴν μαν­τή­λα κι ἄρ­χι­σε νὰ φου­καλ­νάει. Τὸ δα­δὶ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ «Ἑλ­λη­νι­κὸ Βορ­ρᾶ». Εἶ­χε τὴ σει­ρά της, τὰ ἤ­θε­λε ὅ­λα στὴν ἀ­ρά­δα.

         Στὴν κά­μα­ρα κοι­μό­ταν ὁ ἐγ­γο­νός. Τὴν εἶ­χε βά­λει νὰ κλει­δώ­σει τὸ ρο­λό­ι μέ­σα στὰ σα­ΐσμα­τα, στὴν με­σάν­τρα. «Τ’ ἄ­τι­μο τὸ ξυ­πνη­τή­ρι» ἔ­λε­γε γε­λα­στός.

         Νὰ μπό­ρα­γε ἔ­τσι νὰ κλεί­δω­νε τὸν χρό­νο, νὰ τὸν κου­κού­λω­νε γιὰ τὰ κα­λά, νὰ τὸν σώ­παι­νε.



Πη­γή: Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, φ. 709, 30-12-2016.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­δια­ίας Ἐ­φη­με­ρί­δας Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδο­νίας καὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο ΤΥΡΒΗ.


Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα: Ὁ Νίκας



Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα


Ὁ Νί­κας


Α ΔΥΟ ΤΟΥ παι­διὰ ἀν­τάρ­τες. Ἦρ­θε ἡ Ὀ­ρει­νὴ Τα­ξι­αρ­χία, τοὺς ἔ­μα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ τῆς Λα­μί­ας, κί­νη­σαν νὰ πᾶ­νε στὸν Κίσ­σα­βο, ἔ­γι­νε μά­χη στὸν Μαυ­ρό­καμ­πο τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ, σκο­τώ­θη­καν καὶ τὰ δυ­ό.

       Πῆ­γε καὶ βρῆ­κε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ ἕ­ναν συγ­χω­ρια­νό του χω­ρο­φύ­λα­κα καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σε. Ζή­τη­σε νὰ πά­ρει βε­βαί­ω­ση ὅ­τι τὰ παι­διὰ σκο­τώ­θη­καν. Ὁ ἀ­στυ­νό­μος στὸ χω­ριὸ τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε μὲ ἐ­ξο­ρί­α, ποὺ εἶ­χε γιοὺς ἀν­τάρ­τες. Πε­θα­μέ­νοι δὲν με­τροῦ­σαν πιὰ καὶ θὰ ἡ­σύ­χα­ζε ἀ­πὸ τὴ φο­βέ­ρα …



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ζω­ή Κα­τσι­αμ­πού­ρα (Πα­λα­μᾶς Καρ­δί­τσας). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση, σὲ δι­ά­φο­ρες θέ­σεις. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ, ἀ­πό τίς Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, τά μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της Ἱ­στο­ρί­ες τῆς Μα­νιᾶς (2013) καὶ Μα­θαί­νε­ται η ζω­ή; (2015). Δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­νά της σέ ἱ­στό­το­πους καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.