1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (2/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[2/3]

[τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη]


»ΠΡΟΕΔΡΟΣ τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ν­νης κα­τὰ τὸν δο­θέν­τα τὴν 3 Φε­βρ. 1845 χο­ρόν, ἰ­δὼν ὅ­τι ἐ­κλή­θη πρὸ αὐ­τοῦ(1) ὁ τῆς Γε­ρου­σί­ας πρό­ε­δρος Γ. Κουν­του­ρι­ώ­της, ἀ­πῆλ­θεν ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα. Τοῦ­το ἐ­ξέ­πλη­ξε τοὺς ξέ­νους καὶ ἐ­λύ­πη­σε σφό­δρα τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸν Κω­λέ­την, πα­ρώρ­γι­σε δὲ με­γά­λως τοὺς Βα­σι­λεῖς, καὶ ἰ­δί­ως τὴν Βα­σί­λισ­σαν, ἥ­τις οὐ­δέ­πο­τε συ­νε­χώ­ρη­σε τὸν Δε­λη­γιά­ννην διὰ τὴν πρᾶ­ξιν ταύ­την, ἣν ἐ­θε­ώ­ρη­σε προ­σβο­λὴν ἀ­πευ­θυν­θεῖ­σαν ἀ­μέ­σως εἰς τὸ πρό­σω­πόν της. Τὴν ἐ­παύ­ριον τοῦ χο­ροῦ ἐν τῇ συ­νε­δριά­σει τῆς Βου­λῆς ὑ­πε­κι­νή­θη τὸ ζή­τη­μα αὐ­τὸ ἀ­πὸ μέ­ρους τῆς ὑ­πουρ­γι­κῆς φά­λαγ­γος, προ­τι­θε­μέ­νης ν’ ἀ­πο­δο­κι­μά­σῃ τὴν δι­α­γω­γὴν ταύ­την τοῦ Προ­έ­δρου της, κα­θ’ ὅ­σον ἡ ὑ­πουρ­γι­κὴ φά­λαγξ ἐν τῇ Βου­λῇ πε­ρι­εῖ­χε πᾶ­σαν σχε­δὸν τὴν ὕ­λην τοῦ Αὐ­το­χθο­νι­κοῦ κόμ­μα­τος(2). Ἐ­πει­δὴ δὲ οἱ συγ­κρο­τοῦν­τες τὸ κόμ­μα αὐ­τὸ ἦ­σαν ἐκ τῶν ἐ­παρ­χι­ῶν, ὅ­που δὲν εἶ­χον εἰ­σα­χθῆ δι­ό­λου οἱ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοὶ τρό­ποι, ἐν οἷς καὶ οἱ ἐκ τού­των χο­ροί, κα­τὰ τὴν 10 9βρίου 1844 ὁ χο­ρὸς εὑ­ρέ­θη ἄ­νευ χο­ρευ­τῶν, ἀ­φοῦ οἱ τὸ τῶν νε­η­λύ­δων ἀ­πο­τε­λοῦν­τες κόμ­μα καὶ ἰ­δί­ως οἱ Φα­να­ρι­ῶ­ται, καί­τοι κλη­θέν­τες δὲν με­τέ­βη­σαν εἰς αὐ­τὸν τὸν χο­ρόν, πα­ρήγ­γει­λαν μά­λι­στα ἐμ­μέ­σως τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ, ὅ­τι ὕ­στε­ρον ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­αν τὴν ὁ­ποί­αν δί­δει εἰς τὸ Αὐ­το­χθο­νι­κὸν κόμ­μα, “ἂς δι­α­σκε­δά­σῃ εἰς τὰς ἑ­ορ­τάς της μὲ τὴν λε­ρω­μέ­νην φου­στα­νέλ­λαν, χο­ρεύ­ου­σα τὸ μαῦ­ρο γε­με­νὶ καὶ τὸν τσά­μι­κον“. Ἐκ τού­του ἐ­ρε­θι­σθέν­τες οἱ εἰς τὸ κρα­τοῦν κόμ­μα ἀ­νή­κον­τες, ἐ­κά­λε­σαν ἀ­μέ­σως χο­ρο­δι­δά­σκα­λον καὶ πάν­τες οἱ νε­ώ­τε­ροι τῶν 40 ἐ­τῶν ἐ­γυ­μνά­σθη­σαν με­τὰ τῶν συ­ζύ­γων των εἰς τὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸν χο­ρόν, οἱ δὲ πρε­σβύ­τε­ροι ἐ­γύ­μνα­σαν τὰς κό­ρας των, καὶ οὕ­τως ἐν τῷ χο­ρῷ τῆς 1 Ἰ­αν. 1845 εὑ­ρέ­θη­σαν Αὐ­τό­χθο­νες χο­ρευ­ταὶ ἀρ­κε­τοί. Τὴν δὲ 3 Φε­βρ. ἐ­κλή­θη­σαν καὶ οἱ νε­ή­λυ­δες, ἀλ­λὰ συμ­βά­σης τὴν ἑ­σπέ­ραν ἐ­κεί­νην τῆς πρὸς τὴν Βα­σί­λισ­σαν πε­ρι­φρο­νή­σε­ως τοῦ Δε­λη­γιά­ννη, οἱ νε­ή­λυ­δες ἐ­χλεύ­α­ζον τὴν Ἀ­μα­λί­αν δι’ ὅ,τι ἔ­πα­θεν ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συ­νε­ταί­ρους της, ὑ­πο­θαλ­πού­σης καὶ πα­ρὰ τῇ Βα­σι­λίσ­σῃ τὴν κα­τὰ τῶν Αὐ­το­χθό­νων ἀ­πο­στρο­φὴν καὶ τῆς Πλού­σκωβ με­γά­λης Κυ­ρί­ας τῆς Τι­μῆς, ἥ­τις εἶ­χε πολ­λὴν ἀ­δυ­να­μί­αν εἰς τὴν πρὸ τῆς Γ´ 7βρίου πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζου­σαν τὰ Ἀ­νά­κτο­ρα Φα­να­ρι­ω­τι­κὴν ἀ­ρι­στο­κρα­τί­αν. Διὰ τὸν λό­γον λοι­πὸν τοῦ­τον ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῆς Βου­λῆς ἐ­σκό­πει νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σῃ τὴν Βα­σί­λισ­σαν. Τοῦ­το ἰ­δὼν ὁ Δε­λη­γιά­ννης ἐ­φο­βή­θη, καὶ ἀν­τὶ ἀ­πο­λο­γού­με­νος νὰ εἰ­πῇ τὸ ἐκ τοῦ Συν­τάγ­μα­τος χο­ρη­γού­με­νον αὐ­τῷ ἰ­σχυ­ρὸν δι­και­ο­λό­γη­μα, ὑ­πεί­κων εἰς τὰς ἐ­σφαλ­μέ­νας συμ­βου­λὰς ἐ­δι­και­ο­λο­γή­θη ὅ­τι ἔ­φυ­γε πι­ε­σθεὶς ἀ­πὸ σω­μα­τι­κὴν ἀ­νάγ­κην, ὅ­περ καὶ τὴν ἀ­ξί­αν τοῦ κι­νή­μα­τός του ἐκ­μη­δέ­νι­σε καὶ πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς κα­τέ­στη ἀ­πε­χθής.»


       (1) Κα­τὰ τὴν νέ­α ἀ­να­κτο­ρι­κὴ ἐ­θι­μο­τα­ξί­α ποὺ εἰ­σή­χθη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Ὄ­θω­να με­τὰ τὴν συν­ταγ­μα­τι­κὴ με­τα­βο­λὴ τοῦ 1843, κα­τὰ τοὺς ἐ­πί­ση­μους χο­ροὺς ἡ Βα­σί­λισ­σα, με­τὰ τὸν ἀρ­χαι­ό­τε­ρο Δι­πλω­μά­τη καὶ τὸν Πρω­θυ­πουρ­γὸ ἔ­πρε­πε νὰ χο­ρέ­ψει τὴν Πο­λω­νέ­ζα μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Γε­ρου­σί­ας καὶ τέ­ταρ­τον μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τῆς Βου­λῆς. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς τὴν λε­πτο­μέ­ρεια αὐ­τὴ εἶ­χε λη­σμο­νή­σει ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς Κα­νέλ­λος Δε­λη­γιά­ννης, καὶ ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­γά­λο πο­λι­τι­κὸ καὶ δι­πλω­μα­τι­κὸ ζή­τη­μα. Ἀ­ξι­ο­μνη­μό­νευ­το τὸ σχό­λιο τῆς ἐφ. Ἐλ­πίς, τὴν ἑ­πο­μέ­νην 04.02.45: «Ὁ Κ. Δε­λη­γιά­ννης ἐ­δύ­να­το νὰ φρο­νῇ ὁ­τι ὁ Πρό­ε­δρος τῆς Βου­λῆς πρέ­πει νὰ προ­τι­μᾶ­ται τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Γε­ρου­σί­ας, ἀλ­λ’ ἔ­πρε­πε να ἐν­θυ­μη­θῇ ὅ­τι ἡ Βα­σί­λισ­σα εἶ­ναι εἰς τὸ σπῆ­τι της, καὶ δύ­να­ται νὰ ζη­τή­σῃ συ­νά­ο­ρον [συγ­χο­ρευ­τὴ] ὁ­ποῖ­ον θέ­λῃ…» [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]

       (2) Τὸ Κόμ­μα τῶν Αὐ­το­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Φου­στα­νέλ­λας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν πο­λι­τι­κῶν καὶ στρα­τι­ω­τι­κῶν τῶν πε­ρι­ο­χῶν ποὺ εἶ­χαν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ, βρι­σκό­ταν σὲ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα μὲ τὸ Κόμ­μα τῶν Ἑ­τε­ρο­χθό­νων, ἢ Κόμ­μα τῆς Ρεν­τιγ­κό­τας, ποὺ ἐ­ξέ­φρα­ζε τοὺς νε­ή­λυ­δες στρα­τι­ω­τι­κούς, λο­γί­ους καὶ Φα­να­ρι­ῶ­τες ποὺ εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει κα­τὰ τὴν Ἒ­πα­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὶς ἀ­λύ­τρω­τες πε­ρι­ο­χές. [Σημ. τοῦ Ἐ­πι­με­λη­τῆ Γ.Π.]



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκδ. ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 78-79 [Τίτλος: «153.—Κα­πε­τὰν δελ­λὰ παν­τι­έ­ρας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἀπὸ τὰ 1833 ὡς τὰ 1843 ὁ Βασιλέας καὶ ἡ Βασίλισσα πρῶτοι ἀνοῖγαν τὸ χορό, χορεύοντας τὴν Πολωνέζα, ἐκεῖνος μὲ τὴς Κυράδες τῶν ξένων διπλωματῶν κ’ ἡ Βασίλισσα μὲ τοὺς πρεσβευτάδες. Ὕστερα ἐρχόταν ἡ σειρὰ τῶν Ἑλ­λή­νων ὑπουργῶν κι’ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων μὲ τὴ διαφορὰ πὼς ὁ Βασιλέας ἀν­τὶ νὰ χορέψῃ τὴς ὑπουργῖνες (ποὺ δὲν ξέρανε τὸ συχνότερο εὐρωπαϊκοὺς χο­ροὺς) προτιμοῦσε τὴς Φαναριώτισσες καὶ Φαναριωτοποῦλες.

[ὅπ. π. σελ. 76]

Πολωνέζα

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (1/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[1/3]

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια]


ΦΟΥ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ με­τά­φε­ρε τὴν κα­θέ­δρα του ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γι­να στὸ Ναύ­πλιο, οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν ξέ­νων πο­λε­μι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να στὸ λι­μά­νι, ζη­τῆ­σαν ἄ­δεια καὶ στή­σα­νε μιὰ με­γά­λη μπα­ρά­κα ξύ­λι­νη ἀ­πά­νου στὴν τά­πια τοῦ ὁ­πλο­στα­σί­ου γιὰ νὰ προ­σφέ­ρου­νε στὸν Κυ­βερ­νή­τη καὶ τῆς πό­λης τοὺς προ­κρί­τους χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της ὅ­μως, φι­λό­τι­μος, εἶ­πε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δώ­σῃ αὐ­τὸς πρῶ­τος κ’ οἱ πο­λῖ­τες τοῦ Ναυ­πλί­ου χο­ρὸ στοὺς ξέ­νους.

       Τἄ­κα­με ὅ­λα ἕ­τοι­μα ὁ Κυ­βερ­νή­της, καὶ τό­τε κά­λε­σε τοὺς προ­κρί­τους τῆς πό­λης καὶ τοὺς ἄλ­λους ἐ­πί­ση­μους καὶ τοὺς εἶ­πε:

       — Ἀ­ναγ­κά­σθη­κα ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους νὰ δώ­σω Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ χο­ρό, ἂν καὶ το­νὲ θαρ­ρῶ γιὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κά μας ἤ­θη ἀ­ταί­ρια­στο· θ’ ἀ­κού­σε­τε ὅ­μως καὶ θὰ φυ­λά­ξε­τε πι­στὰ τὴς ὁ­δη­γί­ες ποὺ θὰ σᾶς δώ­σω: Στὴς 9 μ.μ. θἀρ­θοῦν οἱ ξέ­νοι στὸ χο­ρό, ὅ­που θὰ εἴ­σα­στε σεῖς συ­ναγ­μέ­νοι· με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα θὰ μπῇ ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ θὰ μεί­νῃ δυ­ὸ ὧ­ρες σω­στές, ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀ­φοῦ φύ­γῃ ὁ Κυ­βερ­νή­της θὰ πά­ρε­τε τὴς οἰ­κο­γέ­νει­ές σας καὶ θὰ φύ­γε­τε καὶ σεῖς. Μὲ κα­τα­λά­βα­τε;

       Τὸ πρω­ῒ μα­θαί­νει ὁ Κυ­βερ­νή­της πὼς οἱ Ἕλ­λη­νες κα­λε­σμέ­νοι του μὲ τὴς κυ­ρά­δες καὶ τὴς κυ­ρά­τσες τους εἴ­χα­νε μεί­νει ὡς τὴν αὐ­γὴ γιὰ τὸ χα­τί­ρι τῶν θη­λυ­κῶν τους, ποὺ θέ­λα­νε κι’ αὐ­τὰ νὰ κά­νουν τὸ χα­τί­ρι τῶν ξέ­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ μά­λι­στα τῶν πει­ὸ ἄ­ξι­ων στὰ χο­ρο­πη­δή­μα­τα. Αὐ­τὸ λύ­πη­σε πο­λὺ τὸν Κυ­βερ­νή­τη.

       Σὲ λί­γες μέ­ρες ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­πὸ τοὺς προ­κρί­τους ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Κυ­βερ­νή­τη ἄ­δεια νὰ δώ­σου­νε κι’ αὐ­τοὶ χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­πε:

       — Ἂν ἤ­ξε­ρα πὼς οἱ οἰ­κο­γε­νειά­ρχες τοῦ Ναυ­πλί­ου ἔ­χου­νε λι­γώ­τε­ρο μυα­λὸ ἀ­πὸ τὰ πα­λι­ο­κό­ρι­τσα, οὔ­τε ἐ­γὼ χο­ρὸ δὲν ἔ­δι­να, ὅ­μως τώ­ρα δὲ σᾶς δί­νω τὴν ἄ­δεια.

       Ἔ­δω­σαν ὅ­μως οἱ Ναύ­αρ­χοι τῶν Προ­στα­τί­δων Δυ­νά­με­ων χο­ρό, καὶ πῆ­γε ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴς δυ­ό του ὧ­ρες, μὰ ὁ χο­ρὸς κρά­τη­σε πά­λι ὡς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, καὶ κάμ­πο­σα σκάν­τα­λα καὶ πα­ρα­τρά­γου­δα γε­νή­κα­νε μὲ τὴς Ἀ­να­πλι­ώ­τισ­σες καὶ τὴς Ἀ­να­πλι­ω­το­ποῦ­λες.

       Εἶ­δε ὁ Κυ­βερ­νή­της τέ­λος πὼς οἱ Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἦ­ταν ἀ­δι­όρ­θω­τοι καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς Ναυά­ρχους νὰ χα­λά­σουν τὴ μπα­ρά­κα για­τὶ τά­χα ἤ­θε­λε νὰ δι­ορ­θώ­σῃ τὸν προ­μα­χῶ­να [ντά­πια].

       Ἔ­τσι ὁ χο­ρὸς δὲν τρι­πλώ­θη­κε.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 31-32 [Τίτλος: «58.—Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Δανέζοι στὸ Με­σο­λόγ­γι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Δανέζοι στὸ Μεσολόγγι

[τοῦ Wilhelm Sponneck καὶ τοῦ Νάση Νίκα]


ΤΑΝ ὁ Βα­σι­λέ­ας Γε­ώρ­γιος, κα­τὰ τὰ 1863, τα­ξεί­δευ­ε πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Με­σο­λόγ­γι, το­νὲ συ­νώ­δευ­ε ὁ σύ­βου­λός του Σπόν­νεκ, ὁ πει­ὸ ἀ­νί­κα­νος ἀ­π’ ὅ­σους ἤρ­θα­νε μὲ πο­λι­τι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ξέ­νοι καὶ πο­λὺ φι­λάρ­γυ­ρος(1). Ὁ Σπόν­νεκ κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γος τὰ χω­μα­τέ­νια ἀ­πο­μει­νά­ρια τῶν προ­χω­μά­των, ποὺ ὁ Τοῦρ­κος κι’ ὁ Ἀ­ρά­πης ἀ­νά­ξιοι εἴ­χα­νε στα­θῆ νὰ τὰ πά­ρουν. Γυ­ρί­ζει τό­τε καὶ λέ­ει στὸν κύ­κλο ποὺ τὸν ἄ­κου­γε:

       — Ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­δύ­να­το πρό­χω­μα μὲ 400 Δα­νέ­ζους τὸ παίρ­νω ἐ­γὼ σὲ μιὰ καὶ μό­νη ἔ­φο­δο.

       Κά­ποι­ος Σου­λι­ώ­της τό­τε ἐ­κεῖ, ὁ γέ­ρο-Νί­κας [ἴ­σως ὁ Νά­ση-Νί­κας] ρώ­τη­σε κ’ ἔ­μα­θε τί λέ­ει ὁ ξέ­νος, κ’ εἶ­πε:

       — Τὸ παίρ­νει, λέ­ει, μὲ τε­τρα­κό­σους Δα­νέ­ζους; Μπο­ρεῖ, μὰ πρέ­πει κ’ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ θὰ εἶ­ναι μέ­σα νὰ εἶ­ναι Δα­νέ­ζοι σὰν αὐ­τόν.


(1) Κάποτε φιλο­νι­κοῦσε μιὰ βδο­μά­δα μὲ τὸν Αὐ­λάρ­χη Σκαρ­λά­το Σοῦ­τσο γιὰ 67 δρ. νομι­σμα­τικὴ δια­φο­ρὰ τῆς μι­σθο­δο­σί­ας του. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 184 [Τίτλος: «361.— Τ’ ἄ­παρ­το παίρ­νε­ται.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Wil­helm Carl Ep­pin­gen Spon­neck (1815-1888), φωτογραφία τοῦ Georg Emil Hansen (1833-1891). Δεκαετία τοῦ 1860.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Do not disturb


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Do not disturb


ΤΕΚΕΤΑΙ κα­τα­με­σῆς στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­ναμ­μέ­νη, μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο, τυ­λιγ­μέ­νη στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της πρά­σι­νη πε­τσέ­τα. Πο­τὲ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὶς πε­τσέ­τες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων, τὸ θε­ω­ρεῖ βρω­μιά. Ἀρ­χί­ζει νὰ τι­νά­ζει τὰ βρεγ­μέ­να της μαλ­λιά, νι­ώ­θον­τας ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ βρο­χὴ τρι­γύ­ρω.

       Ἦρ­θε σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο γιὰ νὰ πε­θά­νει, ὅ­μως ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ὧ­ρες ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­να­πό­φευ­κτα ψι­λο­πράγ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε ὑ­πο­ψια­στεῖ, ὅ­τι καὶ ὁ θά­να­τος χρει­ά­ζε­ται χρό­νο. Ὁ ἄν­τρας στὴ ρε­σε­ψιόν, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­δει­χνε ἐ­λα­φρῶς προ­βλη­μα­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ρώ­τη­σή της, γιὰ τὸ ἂν ἔ­χουν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο. Μή­πως, πράγ­μα­τι, γί­νε­ται ὑ­περ­βο­λι­κὰ ξε­κά­θα­ρο; Ποι­ά εἶ­ναι τὰ στα­τι­στι­κά των αὐ­το­κτο­νι­ῶν σὲ τού­τη τὴ σο­βα­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα; Ἄ­ρα­γε οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦν νὰ ρι­χτοῦ­νε ἀ­πὸ πο­λυ­τε­λῆ ξε­νο­δο­χεῖ­α, ἢ μιᾶς καὶ τὸ ἀ­πο­φά­σι­σαν τοὺς εἶ­ναι πιὰ τὸ ἴ­διο;

       Προ­τι­μῶ στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω ἐ­λα­φρὰ φο­βί­α ἀ­πὸ τὸ χα­μη­λὸ ὕ­ψος, ἔ­ε­ε, τὸ ἀν­τί­θε­τό της ὑ­ψο­φο­βί­ας, ἡ ὁ­ποί­α, ἐν­νο­εῖ­ται, εἶ­ναι πιὸ δι­α­δε­δο­μέ­νη, κ.ο.κ. Τὸν δι­α­πέ­ρα­σε μὲ τὸ πιὸ ἀ­πο­θαρ­ρυν­τι­κό της χα­μό­γε­λο (μι­σών­τας τὸ ἴ­διο, ἐ­κεῖ­νο, δευ­τε­ρό­λε­πτο). Θε­έ μου, για­τί πρέ­πει νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται μπρο­στά σε κά­ποι­ον ἄ­γνω­στο, καὶ μά­λι­στα ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μή.

       Ὁ ἄν­τρας ἀ­πέ­ναν­τι συγ­κα­τά­νε­ψε, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τοὺς τύ­πους πα­ρὰ ἀ­πὸ κα­τα­νό­η­ση, δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι ξέ­ρει ἀ­κρι­βῶς τί εἶ­ναι ἡ φο­βί­α, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ πέ­φτει καὶ κα­νέ­νας λό­γος. Εἶ­χαν ἐ­λεύ­θε­ρο δω­μά­τιο στὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, ἔ­γρα­ψε τὰ στοι­χεῖ­α της, πρό­τει­νε τὴ βο­ή­θειά του γιὰ τὴ βα­λί­τσα, αὐ­τὴ ἀρ­νή­θη­κε, τὴ ρώ­τη­σε ἂν χρει­ά­ζε­ται ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ. Τῆς κά­λε­σε τὸ ἀ­σαν­σὲρ καὶ κρά­τη­σε τὴν πόρ­τα. Εἶ­ναι σί­γου­ρη, ὅ­τι στιγ­μια­ία γλί­στρη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­πά­νω στὸ κορ­μί της, ὁ κα­θρέ­φτης στὸν θά­λα­μο τὸ ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε, ὅ­μως, τώ­ρα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κρί­νει ἂν αὐ­τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐ­κνεύ­ρι­ζε, τὴν κο­λά­κευ­ε, ἢ ἂν πλέ­ον τῆς ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­δι­ά­φο­ρο. Καὶ ἕ­ως πό­τε, στὸ κά­τω-κά­τω τῆς γρα­φῆς, θὰ ἀ­να­λύ­ει κά­θε ἀ­νο­η­σί­α. Πα­τά­ει τὸ κουμ­πὶ γιὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο, στη­ρί­ζε­ται στὸ τοί­χω­μα καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ κα­θα­ρὰ (ἐ­νῶ δῆ­θεν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴ σκέ­φτε­ται γιὰ τί­πο­τα), ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιὸν θὰ γι­νό­ταν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄν­θρω­πος τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­δε, καὶ δὲν θυ­μᾶ­ται τί­πο­τα ἀ­π’ αὐ­τόν, μά­τια, πρό­σω­πο, ἡ­λι­κί­α, τὸ κε­φά­λι του, τί­πο­τα, τί­πο­τα… Ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιόν, ἀ­πρό­σω­πος ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἄν­τρες τῶν ξε­νο­δο­χεί­ων. Καὶ μή­πως ἐ­κεῖ­νος νὰ θυ­μό­ταν κά­τι ἀ­π’ αὐ­τὴν (ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν πι­σι­νό της); Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἐ­τοῦ­το θὰ ἦ­ταν ση­μαν­τι­κό­τε­ρο, του­λά­χι­στον γιὰ τοὺς μπά­τσους οἱ ὁ­ποῖ­οι θὰ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νά­κρι­ση ἀρ­γό­τε­ρα. Φαι­νό­ταν ἀ­να­στα­τω­μέ­νη, τρο­μαγ­μέ­νη ἢ κυ­νη­γη­μέ­νη, ποι­ές ἀ­κρι­βῶς κου­βέν­τες ἀν­τάλ­λα­ξαν. Θυ­μή­σου, ἐ­πει­δὴ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔ­κα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρη προ­σπά­θεια νὰ πε­τά­ξει κά­ποι­α φαν­τα­χτε­ρὴ πρό­τα­ση, μὲ δι­πλὸ νό­η­μα, ἡ ὁ­ποί­α νά…

       Πο­τὲ δὲν ἔ­μα­θε νὰ φτιά­χνει τὸ ἐ­πι­μύ­θιο. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί λέ­γε­ται στὸ τέ­λος. Ὅ­πως τό­τε, ποὺ κοι­μή­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μὲ ἄν­τρα. Συ­νέ­βη με­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο ἑ­ξά­μη­νο στὸ κο­λέ­γιο, σὲ κά­ποι­ο χω­ρά­φι πί­σω ἀ­πὸ τὰ γή­πε­δα. Ἦ­ταν ἄ­βο­λο, ἀγ­χω­τι­κό, κοι­τοῦ­σε τρι­γύ­ρω, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­τι τὸ ἀ­φυ­πνι­στι­κό. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν ὅ­λα (οὔ­τε ὁ πό­νος τό­σο με­γά­λος, οὔ­τε ἡ ἀ­πό­λαυ­ση), ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι πρέ­πει ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ πεῖ κά­τι, μὰ οὔ­τε ποὺ ἤ­ξε­ρε τί. Καὶ ξε­φούρ­νι­σε τὸ πιὸ χα­ζὸ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε: Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἀ­μέ­σως με­τά­νοι­ω­σε ποὺ τὸ ξε­στό­μι­σε, ὅ­μως ἦ­ταν ἀρ­γά. Τὸ ἀ­γό­ρι με­τὰ βί­ας συγ­κρά­τη­σε τὸ γέ­λιο του γιὰ νὰ μὴν τὴν θί­ξει. Ἀρ­γό­τε­ρα, προ­φα­νῶς, τὸ ἀ­φη­γή­θη­κε σὲ ὅ­λους στὴν πα­ρέ­α καὶ αὐ­τὴ ἄ­κου­γε τὴν ἀ­τά­κα της νὰ ρί­χνε­ται, δῆ­θεν ἀ­πρό­σε­κτα, στὴ συ­ζή­τη­ση. Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, χά­ρη­κα ἰ­δι­αί­τε­ρα. Μὰ σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος…, συμ­πλή­ρω­νε κά­ποι­ος καὶ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε ἔ­κρη­ξη ἀ­πὸ γέ­λια. Μιὰ φο­ρά, ἕ­ναν χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρέ­α ὅ­που κα­νεὶς δὲν τὴ γνώ­ρι­ζε, χρει­ά­στη­κε νὰ ὑ­πο­μεί­νει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α ποὺ κα­τάν­τη­σε νὰ γί­νει τοῦ εἴ­δους «ἕ­νας φί­λος, ἔ­λε­γε ὅ­τι…». Τί πράγ­μα­τα θυ­μᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος στὰ τε­λευ­ταῖ­α λε­πτά.

       Τε­λευ­ταῖ­ο μπά­νιο, εἶ­πε, ἐ­νῶ τί­να­ζε τὸ βρεγ­μέ­νο κε­φά­λι της. Τε­λευ­ταῖ­ο σε­σου­άρ. Τε­λευ­ταί­α κρέ­μα κα­τὰ τῆς… Τὰ κα­τέ­γρα­ψε ὅ­λα αὐ­το­μα­τι­κά, ὅ­μως τώ­ρα στα­μα­τᾶ, τὸ αὐ­τό­μα­το ἔ­πα­θε ἐμ­πλο­κή. Ἡ κρέ­μα μέ­νει στὴ χού­φτα της. Συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς ὅ­λες οἱ κι­νή­σεις της προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ κά­ποι­ο μελ­λον­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σὲ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο πλέ­ον δὲν τῆς ἀ­νή­κει. Οἱ πό­ροι τοῦ δέρ­μα­τός της, δὲν θὰ ἔ­χουν χρό­νο νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σουν κα­λὰ αὐ­τὴ τὴν κρέ­μα, τὸ ἐκ­χύ­λι­σμα ἀ­μυ­γδά­λου καὶ τὸ ἀ­πό­σταγ­μα τῆς ἀ­λό­ης δὲν θὰ κα­τορ­θώ­σουν νὰ ξε­δι­πλώ­σουν τὶς δυ­να­τό­τη­τές τους, τὰ μαλ­λιά της, θὰ ξα­να­γί­νουν βρεγ­μέ­να καὶ μπλεγ­μέ­να ἀπ’ τὸ αἷ­μα. Ἀ­να­τρί­χια­σε μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη καὶ ἀ­πα­γό­ρευ­σε στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ σκέ­πτε­ται πῶς θὰ μοιά­ζει με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τό. Τὸ με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

       Ὡ­στό­σο,  ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴν κρέ­μα σ’ ὁ­λό­κλη­ρό το σῶ­μα της. Τοῦ ἄ­ξι­ζε, τὴν εἶ­χε ὑ­πη­ρε­τή­σει κα­λά, ἔ­κρυ­βε ἐ­πι­δέ­ξια στὶς πτυ­χὲς τοῦ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ 40 χρό­νια του. Τὸ ἄ­λοι­φε ἀρ­γά, μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, σὰν γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἡ κρέ­μα εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρό το ἄλ­λο­θι, γιὰ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα, νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Κρέ­μα πά­νω στὸν ἀ­ρι­στε­ρὸ ὦ­μο, ἀν­τί­ο ἀ­ρι­στε­ρὲ ὦ­με… Κρέ­μα στὸ δέρ­μα κά­τω ἀπ’ τὸν λαι­μό, ἀν­τί­ο λαι­μέ… Πά­νω στὰ στή­θη, θὰ λεί­ψε­τε του­λά­χι­στον σὲ με­ρι­κοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀν­τί­ο, ἀν­τί­ο…

       Σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χει μιὰ τε­λε­τουρ­γί­α καὶ ἡ τε­λε­τουρ­γί­α γα­λη­νεύ­ει, βά­ζει τὰ πράγ­μα­τα στὴ θέ­ση τους. Μοιά­ζει μὲ ἐ­πά­λει­ψη μύ­ρου, στὴν ὁ­ποί­α ὁ νε­κρὸς μό­νος του ἁ­πλώ­νει τὸ μύ­ρο ἐ­πά­νω στὸ σῶ­μα του.

       Τὰ πράγ­μα­τα θὰ μπο­ροῦ­σαν καὶ νὰ μοιά­ζουν φαι­δρά. Μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει μὲ τὸν πιὸ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο τρό­πο, πη­δών­τας ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­π’ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, καὶ ἤ­δη μιὰ ὥ­ρα καὶ κά­τι, κά­νει ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ χα­ζὰ καὶ μά­ται­α γυ­ναι­κεῖ­α πράγ­μα­τα. Μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια κρέ­μα γιὰ τὶς ρυ­τί­δες κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, με­τὰ θὰ θέ­σει μή­πως σὲ λει­τουρ­γί­α καὶ τὸν ἀ­πο­τρι­χω­τὴ (γιὰ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὸν πῆ­ρε μα­ζί της), με­τά… Τί τῆς ἦρ­θε στὸ μυα­λό, ποῦ νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος; Θὰ βγεῖ νὰ πά­ει κά­που; Ἀ­κρι­βέ­στε­ρα, ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα θὰ βγεῖ ἢ ἄ­ρα­γε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;

       Θυ­μή­θη­κε, πῶς πρὶν ἀ­πὸ και­ρὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἐ­κεί­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘40 γιὰ τὸν ἀ­σκού­με­νο φω­το­γρά­φο σὲ μιὰ νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν τυ­χαί­α φω­το­γρα­φί­α του μὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς ξε­νο­δο­χεί­ου. Τό­τε, ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μη καὶ ποί­η­μα γιὰ τὸ πῶς ἡ γυ­ναί­κα «πα­ρέ­με­νε ζων­τα­νὴ ἀ­νά­με­σα στὸν ἔ­να­το καὶ στὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο» καὶ πάν­το­τε θὰ ἔ­με­νε ἐ­κεῖ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται, πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τῶν δύ­ο ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν στὴν κα­φε­τέ­ρια τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. «Οἱ λεκ­κέ­δες ἀ­πὸ τὸν κα­φὲ στὸ πε­ζο­δρό­μιο, εἶ­ναι ἀ­κό­μα μέ­σα στὴν κού­πα», ἔ­τσι τε­λεί­ω­νε τὸ ποί­η­μα. [1]

       Ἀ­νε­βά­ζει τὴν κομ­ψὴ βα­λί­τσα στὸ κρε­βά­τι, τὴν ἀ­νοί­γει καὶ βγά­ζει προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να πρά­σι­νο φό­ρε­μα ρε­τρὸ μὲ χα­μη­λὴ τά­λια, τὸ ἁ­πλώ­νει ἐ­πά­νω στὸ σεν­τό­νι. Μιὰ φο­ρά, τῆς εἶ­παν ὅ­τι μὲ αὐ­τὸ μοιά­ζει στὴν Τα­μά­ρα ντὲ Λέμ­πι­τσκα. Τρε­λαι­νό­ταν γιὰ τὸ πρά­σι­νο.


Ἃς κρα­τή­σου­με τὸ κά­δρο, στὸ ὁ­ποῖ­ο αὐ­τὴ πά­τη­σε μὲ τὰ δυ­ὸ πό­δια στὸ περ­βά­ζι, κά­πως ἀ­νή­συ­χα, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, ἀ­πὸ κά­τω ἀρ­χί­ζουν ἄν­θρω­ποι νὰ συ­στρέ­φον­ται, νὰ συγ­κεν­τρώ­νον­ται, νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν καὶ νὰ κοι­τά­ζουν πρὸς τὰ πά­νω. Ἀ­κό­μα ἀ­πο­ροῦν ἂν γυ­ρί­ζε­ται ται­νί­α, ἢ ἂν ἡ αὐ­το­κτο­νί­α θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια. Ὁ πρώ­ι­μος Σε­πτέμ­βρης, ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει ποι­κι­λό­χρω­μα τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων. Ἀ­πὸ κά­τω, πο­τὲ δὲν πα­ρα­τη­ρεῖς. Σὲ λί­γο κά­ποι­ος θὰ τη­λε­φω­νή­σει στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πυ­ρο­σβε­στι­κὴ ἢ στὶς «Πρῶ­τες βο­ή­θει­ες». Ποι­ά ὑ­πη­ρε­σί­α εἶ­ναι ἁρ­μό­δια γιὰ τὶς αὐ­το­κτο­νί­ες σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη; Δὲν τὸ φαν­τά­στη­κε ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι… Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦν. Νὰ προ­σποι­η­θεῖ, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι σκαρ­φά­λω­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει κά­ποι­ον λεκ­κὲ ποὺ δὲν φαι­νό­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­σα με­ριά. Κου­τα­μά­ρες, ποι­ὸς κα­θα­ρί­ζει τὰ πα­ρά­θυ­ρα στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου ὅ­που μέ­νει…

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ποὺ βου­ί­ζει ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, βγά­ζει ξαφ­νι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στους καὶ ἀ­νά­στα­τους θο­ρύ­βους, ἀ­κού­γον­ται οὐρ­λια­χτά, ἡ τρο­μαγ­μέ­νη φω­νὴ τοῦ ὁ­μι­λη­τή, κά­τι φρι­κτὸ θὰ πρέ­πει νὰ συ­νέ­βη, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται μό­νο ἕ­να μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, ἀλ­λο­παρ­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους, ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο συν­τρί­βε­ται πά­νω… δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν… Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει στὴν ἴ­δια πό­λη. Κα­τε­βαί­νει ἀ­π’ τὸ περ­βά­ζι (πρὸς τὴ με­ριὰ τοῦ δω­μα­τί­ου). Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ  δι­α­δρό­μου φαί­νε­ται ὁ κα­πνὸς ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται στὰ δυ­τι­κά, ἀ­πὸ τοὺς πύρ­γους τοῦ Κέν­τρου Ἐμ­πο­ρί­ου, σὲ λί­γο ἀ­κού­γε­ται τὸ ἔ­ξαλ­λο οὐρ­λια­χτὸ τῶν ἀ­σθε­νο­φό­ρων, πυ­ρο­σβε­στι­κῶν, πε­ρι­πο­λι­κῶν, δὲν εἶ­ναι γιὰ ‘κεί­νη… Ἐ­πι­στρέ­φει στὸ δω­μά­τιο.

       Δύ­ο μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ κά­θε­ται μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, πλέ­ον στὸ σπί­τι της, ξα­να­βλέ­πει τὰ ἴ­δια κά­δρα καὶ με­τρά­ει αὐ­τοὺς ποὺ πη­δοῦν ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν φλε­γό­με­νων πύρ­γων. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πε­ρι­στρε­φό­με­να κορ­μιά. Ἡ αἴ­σθη­ση εἶ­ναι σχε­δὸν φυ­σι­κή, θαρ­ρεῖς καὶ κά­θε φο­ρᾶ πη­δοῦν μὲ τὸ δι­κό της σῶ­μα, ἡ τρι­βὴ τοῦ ἀ­έ­ρα, τὸ τί­ναγ­μα τῶν ἄ­κρων…

       Ἔ­τσι ἀρ­χί­ζει ἡ δεύ­τε­ρη ζω­ὴ τῆς Μ.Κ. Κα­τὰ μιὰ ἔν­νοι­α, γεν­νι­έ­ται μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ μα­ζι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α. Καὶ πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο με­τά, θὰ ζή­σει ἐμ­φα­νῶς κα­νο­νι­κά, αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να πο­τὲ δὲν τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Πο­τὲ δὲν πρό­κει­ται νὰ κα­τα­νο­ή­σει τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ ση­μά­δι – κά­ποι­ες ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πων ποὺ πη­δοῦν ξαφ­νι­κὰ ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα, γιὰ νὰ στα­μα­τή­σουν τὸ με­μο­νω­μέ­νο δι­κό της, ἤ­δη ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο, πή­δη­μα.

       Θὰ αὐ­το­κτο­νή­σει (ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἑ­νὸς ἄλ­λου ξε­νο­δο­χεί­ου) πε­ρί­που δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­τά­ρα­χη, στὰ μέ­σα του Ἰ­ου­λί­ου. Σὲ μέ­ρα, ὅ­που τί­πο­τα τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο δὲν θὰ ἔ­χει συμ­βεῖ.



Πη­γή: Георги Господинов, И всичко стана луна, Жанет 45, Σό­φια, 2013, σ. 77-83. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ στὸν τό­μο 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γὶa τo Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐ­πιμ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου & Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη), ἔκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να , 2017.

[1] Πρό­κει­ται γιὰ τὴν πε­ρί­φη­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi (φω­το­γρά­φου, τό­τε, τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Buffalo Courier Express) μὲ τί­τλο «Suicide» (γνω­στὴ καὶ ὡς «The Ge­nes­se Ho­tel Sui­ci­de» ἢ «The Des­pon­dant Di­vor­cee») τρα­βηγ­μέ­νη στὶς 7 Μα­ΐ­ου 1942, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἡ πτώ­ση τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­χρο­νης Mary Miller, ἀ­πὸ τὸν ὄ­γδο­ο ὄ­ρο­φο τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ξε­νο­δο­χεί­ου. Ὁ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ, μὲ τὴ γνω­στή του παι­γνι­ώ­δη δι­ά­θε­ση, ἀ­πο­δί­δει —μυ­θο­πλα­στι­κά— στὴν ἡ­ρω­ί­δα του, τὴ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐν λό­γω φω­το­γρα­φί­α (πα­ρα­θέ­τον­τας, μά­λι­στα, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νους στί­χους) ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ὑ­παρ­κτὸ ποί­η­μα ποὺ ἀ­νή­κει στὸν ἴ­διο, δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὴν ποι­η­τι­κή του συλ­λο­γὴ Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин) τὸ 2003, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο «Suicide. Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Russel Sorgi, 1942» («Sui­cide. Фо­то­графия на Rus­sel Sor­gi, 1942»). Ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, σὲ συ­νερ­γα­σί­α τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ μὲ τὸν Mark Robinson, ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ A Balkan Exchange, Eight poets from Bulgaria and Britain, (ed. W. N. Herbert), ἐκδ. Arc Publications, Τον­τμόρ­ντεν 2007.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ σχ­ετι­κὸ κεί­με­νο τοῦ με­τα­φρα­στῆ).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες

(Нови безпокойства)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τοῦ τη­λε­φώ­νου, πραγ­μα­τι­κὰ πρό­σφε­ρε πολ­λὰ στὸν κό­σμο. Καὶ κυ­ρί­ως, μιὰ ἀ­πὸ τὶς βα­σι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες: για­τί δὲν μοῦ τη­λε­φω­νεῖ κα­νείς;

      Πρίν, αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν ἐ­τί­θε­το.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 29.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης Πα­τί­λης.)



		

	

Ἀντώνης Γιαννακός: Ἀριθμητήριο


Ἀν­τώ­νη Γι­α­ν­να­κός


Ἀ­ριθ­μη­τή­ριο


 ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ἤ­τα­νε λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τρι­ῶν χρο­νῶν. Εἶ­χε πε­ρά­σει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἐ­κεί­νης τῆς ἄ­νοι­ξης σκαρ­φα­λω­μέ­νη πά­νω στὸ ντι­βά­νι νὰ βλέ­πει ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δώ­μα­τος τὰ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ περ­νοῦν κά­τω στὸ δρό­μο. Ἔ­φευ­γαν οἱ γο­νεῖς της νὰ δου­λέ­ψουν βάρ­δια στὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ οἱ βάρ­δι­ες ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γες, τύ­χαι­νε νὰ λεί­πουν καὶ οἱ δύ­ο μα­ζὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἄλ­λες φο­ρὲς τοὺς κρά­τα­γαν γιὰ δι­πλή, πρω­ὶ – βρά­δυ.

        Ὅ­ταν ἡ γερ­μα­νί­δα ἀ­πὸ τὸν κά­τω ὄ­ρο­φο γύ­ρι­ζε νω­ρίς, εἶ­χε κλει­δὶ καὶ ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω στὸ δῶ­μα ποὺ ἔ­με­ναν. Τὴν ἔ­παιρ­νε στὸ σπί­τι της μέ­χρι νὰ ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σουν. Ὅ­μως κά­θε ξη­μέ­ρω­μα ἐ­κεί­νης τῆς Ἄ­νοι­ξης ἡ Βαγ­γε­λί­τσα ἔ­πι­νε τὸ γά­λα της καὶ κα­θό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ βλέ­πει τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τῆς εἶ­χε δώ­σει ὁ πα­τέ­ρας της ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ μὲ γραμ­μὲς καὶ ἕ­να μο­λύ­βι καὶ τῆς ἔ­λε­γε κά­θε φορ­τη­γὸ ἢ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ περ­νά­ει νὰ βά­ζει μιὰ γραμ­μὴ στὸ χαρ­τί. Ὅ­ταν με­τὰ τὸ τέ­λος τῆς βάρ­διας ἔ­φτα­νε σπί­τι, μέ­χρι νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ φα­γη­τὸ ἡ μά­να της, κα­θό­τα­νε στὸ ντι­βά­νι καὶ με­τρού­σα­νε πό­σα φορ­τη­γὰ καὶ λε­ω­φο­ρεῖ­α εἴ­χα­νε πε­ρά­σει.

        Πάν­τα το με­ση­μέ­ρι ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σε εἶ­χε κά­τι στὰ χέ­ρια του γιὰ τὴν μο­νά­κρι­βή του κό­ρη. Μιὰ κα­ρα­μέ­λα, μιὰ σο­κο­λά­τα, μπι­σκό­τα, κά­τι σὰν ἀν­τα­μοι­βή, σὰν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση καὶ ἐ­ξι­λέ­ω­ση γιὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ τὴν ἀ­φή­νουν μό­νη της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεί­νη πε­ρή­φα­νη ἔ­πε­φτε στὴν ἀγ­κα­λιά του, κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του καὶ τοῦ ἔ­δει­χνε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ πέ­ρα­σαν. Ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ καὶ τὴν λι­χου­διά της.

        Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὸ κα­λο­καί­ρι μὲ τὴν ἄ­δεια ποὺ θὰ ἔ­παιρ­νε ἡ μά­να της, θὰ τὴν κα­τέ­βα­ζε στὸ χω­ριὸ στὶς γι­α­γιά­δες. Ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ἡ δου­λειὰ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει πιὰ μα­ζί τους στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κα­νε και­ρὸ νὰ τὴν δεῖ. Μό­νο ἐ­κεί­νη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔρ­θει στὸ Ντί­σελ­ντορφ κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ τοὺς παπ­ποῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ μπεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ στε­ρη­μέ­νο τὸ δι­α­βα­τή­ριο ἀ­πὸ τὴν χούν­τα.

        Κα­θὼς ἔ­βλε­πε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς γιὰ τὰ φορ­τη­γά, κά­ποι­α στιγ­μή, ὅ­ταν θὰ γί­νει κο­πέ­λα, θὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ τὴν δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, πὼς ἔ­μα­θε ἐ­κεῖ­νος νὰ με­τρά­ει. Τό­τε ποὺ λί­γο πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ ὅ­τι ἐ­κεί­νη τώ­ρα, πή­γαι­νε στὸ πλά­τω­μα ψη­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. Ἔ­κα­νε πὼς ἔ­παι­ζε βό­λους ἀλ­λὰ τὸν εἴ­χα­νε βά­λει τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­δέρ­φια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν δη­μο­σιά. Κά­θε φορ­τη­γὸ ποὺ πέρ­να­γε ἔ­βα­ζε μιὰ με­γά­λη πέ­τρα στὴ σει­ρά. Ἂν ἦ­ταν κούρ­σα ἔ­βα­ζε μιὰ μι­κρή. Καὶ ἀ­νά­λο­γα τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἤ­τα­νε οἱ πέ­τρες σὲ ἄλ­λη σει­ρά. Πά­νω ἦ­ταν ὁ δρό­μος γιὰ τὰ Σέρ­βια, κά­τω ὁ δρό­μος γιὰ τὴν Ἐ­λασ­σό­να. Σὰν ἔ­πε­φτε τὸ φῶς κα­τέ­βαι­ναν δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες ἀ­πὸ τὸ λη­μέ­ρι με­τροῦ­σαν τὶς πέ­τρες καὶ βλέ­πα­νε πό­σα φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ πε­ρά­σα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀντώ­νης Γιαν­νακός. Ἔχει ἐκδώσει Σκαλίζοντας ἀνα­μνή­σεις (διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014) καὶ δύο ποιητικές συλλογές. Τελευταῖο του βιβλίο εἶναι Τέσσερις βολικοί θάνα­τοι (μυ­θιστόρημα, Κέδρος, 2016).


Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὀρεινοὶ καὶ Πεδινοὶ 1863


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὀ­ρει­νοὶ καὶ Πε­δι­νοὶ

1863


ΑΛΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΕ ὅ­λα. Τώ­ρα τὴν ἐ­νο­χλοῦν οἱ βου­τι­ές. Τὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά, ποὺ τι­νά­ζον­ται καὶ κα­τα­βρέ­χουν τὰ πάν­τα, μό­λις κα­τα­κά­τσουν τρι­γύ­ρω σχη­μα­τί­ζουν ἀ­μέ­σως μι­κρά, βρώ­μι­κα ρυά­κια· τὴν αὐ­λα­κώ­νουν σὰν ξε­βαμ­μέ­νο ρί­λεμ, τὸ βρί­σκει προ­σβλη­τι­κὸ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­αι­σθη­τι­κὸ ὅ­λο αὐ­τό. Καύ­σω­νας μέ­σα Ἰ­ου­λί­ου καὶ ξα­να­τυ­λί­χτη­κε ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὴν ψη­λὴ ἀ­ση­μέ­νια μπέρ­τα νὰ μὴν τὴν βλέ­που­με. Κα­νεὶς νὰ μὴν τὴν δεῖ μέ­χρι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει.

        Χρό­νια καὶ χρό­νια ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­πο­φά­σι­στη κι ἀ­συμ­φι­λί­ω­τη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖς πὼς χώ­ρε­σε, ἄ­λε­σε καὶ μό­νια­σε στὸ τε­τρά­γω­νο τό­τε χω­νευ­τή­ρι της τὶς πα­λι­ὲς συν­ταγ­μα­τι­κὲς δι­α­μά­χες τους. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, συ­νε­χῶς ἄλ­λα­ζε, σχή­μα­τα, ὀ­νό­μα­τα, ἐ­ρα­στές, προ­στά­τες, Κλε­άν­θης, Σά­ουμ­περτ, Ὄ­θω­νας, Λέ­ο Φὸν Κλέν­τσε. Πά­νω ποὺ κά­τι κα­τά­φερ­νε, κά­πως σου­λου­πω­νό­ταν κι ἄρ­χι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὴν συ­νη­θί­ζουν καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­ποῦν, αὐ­τὴ ἀ­προσ­δό­κη­τα τὰ χά­λα­γε ὅ­λα, κλει­νό­ταν πά­λι στ’ ἀγ­κά­θια της. Πάν­τα, κά­τι συ­νέ­βαι­νε ξαφ­νι­κά.

        Εἴ­πα­με, τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, κι ἄς ἔλ­πι­ζαν ὅ­λοι πὼς με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χρό­νια καὶ βά­λε ἐ­πι­τέ­λους θὰ κα­τα­στά­λα­ζε κά­που· ὅ­μως ὄ­χι, αὐ­τὴ κα­μώ­νε­ται σὰν γυ­ναί­κα με­ταιχ­μια­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ποὺ πε­τᾶ ξέ­φρε­να τὸ ἕ­να ροῦ­χο με­τὰ τὸ ἄλ­λο μὲ κρυ­φὴ ἐλ­πί­δα καὶ θυ­μό. Κα­τὰ και­ροὺς ἐ­ξα­κον­τί­ζει μπά­ζα, μαρ­μά­ρι­να κιγ­κλι­δώ­μα­τα, τσι­μεν­τέ­νι­ες Μοῦ­σες, γυ­ά­λι­νους δρο­μεῖς, κο­λο­νά­κια, ξη­λω­μέ­να παγ­κά­κια, γραμ­μὲς τοῦ τράμ, πα­λιὰ συν­τρι­βά­νια, δεν­τρί­λια καὶ ζαρ­τι­νι­έ­ρες ψη­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα· τὰ κοι­τᾶ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση ἀρ­γὴ πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς πό­λης ἀ­φή­νον­τας κα­τά­πλη­κτους τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ποὺ μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο κα­τα­πί­νουν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρὰ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι. Γιὰ λί­γο εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη, δο­κι­μά­ζει πά­λι καὶ πά­λι, μέ­χρι ποὺ φτά­νει ξα­νὰ στὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ μοι­ραί­α κα­τα­λή­γει στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἐκ­δο­χή.

        Αὐ­τὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­πο­μέ­νη…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση στην εφ. Αυγή, Αναγνώσεις, (05.07. 2020)

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, ἱσπανιά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr

Κωνσταντία Σωτηρίου: « Ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς παίρνουν τὶς γάτες μας!»


Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου


«Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!»


ΕΙΔΗΣΗ εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε στὰ ψι­λὰ τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε με­γά­λη ση­μα­σί­α γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τά της. Δύ­ο Κυ­πρια­κὰ εἴ­δη γα­τι­ῶν, ἔ­λε­γε, κα­θα­ρό­αι­μα καὶ αὐ­τό­χθο­να, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν μά­λι­στα ὀ­νό­μα­τα ποὺ συν­δύ­α­ζαν τὸν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, κιν­δύ­νευ­αν μὲ ἀ­φα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ἡ ρά­τσα «Ἀ­φρο­δί­τη» καὶ ἡ ρά­τσα «Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη», ρά­τσες γα­τι­ῶν ἑλ­λη­νι­κῶν τῆς Κύ­πρου μας, μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πὸ Τούρ­κους ποὺ τὶς ἔ­κλε­βαν καὶ τὶς με­τέ­φε­ραν στὰ κα­τε­χό­με­να, ὅ­που τὶς δι­α­σταύ­ρω­ναν μὲ τουρ­κι­κές, μω­α­με­θα­νὲς γά­τες. Στό­χος ἔ­λε­γε τὸ δη­μο­σί­ευ­μα ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν μιὰ τρί­τη, και­νούρ­για ρά­τσα, ποὺ θὰ τὴν κα­το­χύ­ρω­ναν ὡς κυ­πρια­κὴ γιὰ νὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν ἀρ­γό­τε­ρα ἐμ­πο­ρι­κά. Τὸ θέ­μα ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴ Βου­λὴ ὅ­που ἕ­νας Οἰ­κο­λό­γος Βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται νὰ ἔ­φε­ρε τὸ θέ­μα στὴν Ὁ­λο­μέ­λεια φω­νά­ζον­τας ἐμ­φαν­τι­κά: «Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!». Ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐμ­πλά­κη­καν οἱ μυ­στι­κές μας ὑ­πη­ρε­σί­ες, δι­α­φά­νη­κε πὼς τέ­τοι­ο θέ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Μιὰ ὁ­μά­δα γυ­ναι­κῶν ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἦρ­θε λέ­ει σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση γιὰ κα­θα­ρό­αι­μες γά­τες στὴ Λε­με­σὸ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξε μὲ πά­θος πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κα­τα­χω­ρη­θοῦν οἱ δύ­ο ἀρ­χαῖ­ες γά­τες ἀ­πὸ τὸ κρά­τος νο­μι­κά, γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α προ­έ­λευ­σης. Στό­χος τους ἦ­ταν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν οἱ ἴ­δι­ες τὶς γά­τες ἐμ­πο­ρι­κά. Σκά­ρω­σαν τό­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τοὺς Τούρ­κους ποὺ ἀ­πή­γα­γαν τὶς γά­τες καὶ τὶς ἀλ­λοί­ω­ναν. Καὶ ἔ­βα­λαν στὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά μας ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Συν­τα­γὴ δο­κι­μα­σμέ­νη νὰ τα­ρά­ξει τὰ νε­ρά. Ἄ­σχε­τα ἂν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δύ­ο ἴ­δι­ες γά­τες μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, σερ­γι­α­νί­ζουν κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­ψη­φών­τας τὸ ὁ­δό­φραγ­μα. «Gel kucuk kedim», ἔ­λα ἐ­δῶ μι­κρό μου γα­τί, ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νύ­χτες ὁ Τοῦρ­κος σκο­πὸς κα­θὼς φω­νά­ζει γιὰ φαῒ τὴν «Βε­νούς»* καὶ τὴν «Οὒμ Χα­ράμ»*.


Σ.τ.Συγγραφέως: Βέ­νους λέ­νε οἱ Τουρ­κο­κύ­πριοι τὴν Ἀ­φρο­δί­τη. Οὒμ Χα­ρὰμ εἶ­ναι συγ­γε­νὴς τοῦ προ­φή­τη Μω­ά­μεθ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει ση­μαν­τι­κὸ τέ­με­νος στὴ Λάρ­να­κα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου γεν­νή­θη­κε στὴν  Λευ­κω­σί­α. Ἡ νου­βέ­λα της Ἡ Ἀ­ϊ­σὲ πά­ει δι­α­κο­πὲς βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ «Athens Prize for Literature» καὶ ἦ­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ δεύ­τε­ρή της νου­βέ­λα μὲ τί­τλο Φω­νὲς ἀ­πὸ χῶ­μα ἦ­ταν ἐ­πί­σης στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ τρί­τη νου­βέ­λα της Πι­κρί­α χώ­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2019. Οἱ τρεῖς νου­βέ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ πῶς οἱ γυ­ναῖ­κες τῆς Κύ­πρου δι­η­γοῦν­ται τὸν πό­λε­μο. Ἔ­χει γρά­ψει θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες σκη­νὲς ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν Θε­α­τρι­κὸ Ὀρ­γα­νι­σμὸ Κύ­πρου. Τὸ δι­ή­γη­μα της «Ἔ­θι­μα Θα­νά­του» κέρ­δι­σε τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τῆς Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας γιὰ τὸ 2019.