1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὰ Δικαστήρια τῶν Βαυαρῶν



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὰ Δικαστήρια τῶν Βαυαρῶν

[τῆς Βαυαροκρατίας]


Ν ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΔΩΝ κυ­βερ­νη­τι­κῶν μέ­τρων ὅ­περ εἰ­σή­γα­γεν ἡ Βαυ­α­ρο­κρα­τία ἦ­το καὶ ἡ ἑ­τε­ρο­δι­κί­α τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν. Ἐν τῷ στρα­το­δι­κεί­ῳ ἦ­τον ἀ­νάγ­κη νὰ ὑ­πάρ­χῃ δι­κα­στής τις, ὅ­στις νὰ γνω­ρί­ζῃ Γερ­μα­νι­κὰ διὰ νὰ προ­σφέ­ρη­ται ὡς δι­ερ­μη­νεὺς τῶν ὅ­σων κα­τα­θέ­του­σιν οἱ μάρ­τυ­ρες, κα­τη­γο­ρού­με­νος καὶ δι­κη­γό­ροι εἰς πα­ρα­κα­θή­με­νον συ­νά­δελ­φόν του Γερ­μα­νὸν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸν μὴ γι­γνώ­σκον­τα Ἑλ­λη­νι­κά, ἕ­τε­ρος δι­κα­στὴς ὤ­φει­λε νὰ γνω­ρί­ζῃ Γαλ­λι­κὰ διὰ νὰ ἐ­κτε­λέ­σῃ τ’ ἀ­νω­τέ­ρω κα­θή­κον­τα εἰς συ­νά­δελ­φον γνω­ρί­ζον­τα μό­νον τὴν γλῶσ­σαν αὐ­τὴν λαμ­βα­νό­με­νον ἐκ τῶν φι­λελ­λή­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ συ­νά­μα νὰ δι­ερ­μη­νεύ­ῃ εἰς τοὺς συ­να­δέλ­φους του Ἕλ­λη­νας καὶ Γερ­μα­νοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς, οἵ­τι­νες δὲν ἐ­γνώ­ρι­ζον τὰ Γαλ­λι­κά, ἐ­πει­δὴ εἰς τὴν γλῶσ­σαν αὐ­τὴν ἐ­γέ­νε­το ἡ ἀ­νά­πτυ­ξις τῆς κα­τη­γο­ρί­ας ὑ­πὸ Ἐ­πι­τρ. τοῦ Βα­σι­λέ­ως Γάλ­λου ἔ­χον­τος πα­ρ’ ἑ­αυ­τῷ κα­τὰ τὴν συ­νε­δρί­α­σιν ἀν­τει­ση­γη­τὴν Ἕλ­λη­να ὅ­στις δι­ηρ­μή­νευ­εν αὐ­τῷ τὴν κα­τά­θε­σιν τῶν μαρ­τύ­ρων. Τοια­ύτη δι­α­δι­κα­σί­α τρί­χρους, ὁ­ποί­α εἰς οὐ­δὲν συ­νέ­βη πο­τὲ Κρά­τος, ἐ­γέ­νε­το ἐν τοῖς Ἑλλ. Στρατ. Δι­κα­στη­ρί­οις τὸν ΙΘ´ αἰ­ῶ­να εἰ­σα­χθεῖ­σα ἕ­νε­κα ἰ­δι­ο­τε­λεί­ας ἀ­πὸ τοὺς πε­παι­δευ­μέ­νους Γερ­μα­νούς, ἐλ­θόν­τας νὰ εἰ­σα­γά­γω­σιν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴν δι­οί­κη­σιν.

       Τοια­ύτης οὔ­σης τῆς δι­α­δι­κα­σί­ας ταύ­της συ­νέ­βη­σαν μύ­ρια ἀ­στεῖ­α. Ὁ δι­κη­γό­ρος κα­τὰ τοῦ κα­τη­γο­ρου­μέ­νου λα­βὼν τὸν λό­γον ν’ ἀ­ναι­ρέ­σῃ τὸν Ἐ­πίτρ. τοῦ Βα­σι­λέ­ως ἤρ­ξα­το ἀ­πὸ τῆς δη­μώ­δους πα­ροι­μί­ας «ἀ­πὸ τὴν πό­λιν ἔρ­χο­μαι καὶ στὴν κορ­φὴ κἂν ἔ­λα». Ὁ Γάλ­λος ἐ­πί­τρο­πος τοῦ Βα­σι­λέ­ως μὴ ἐν­νο­ῶν τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ νο­μί­σας ὅ­τι εἶ­πεν ὁ δι­κη­γό­ρος ὅ­τι «μᾶς ἦλ­θε καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν πό­λιν ὅ­που ἐ­πώ­λει κα­νέλ­λα» ἀ­να­στὰς ἐ­φώ­νη­σε:

       — Jamais marchand de canella, ὃ ἐ­στὶ «πο­τὲ δὲν ἤ­μην εἰς Κων­σταν­τι­νού­πο­λιν, πο­τὲ δὲν δι­ε­τέ­λε­σα ἔμ­πο­ρος τῆς κα­νέλ­λας».



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 142-143.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Κα­τα­ρα­μέ­νοι θη­σαυ­ροί

[τῆς Ἀσήμως Γκούρα]


ΤΟ ΕΡΕΧΘΕΙΟ κα­τοι­κοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Γκού­ρα, φρου­ράρ­χου τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ποὺ εἶ­χε πειὰ σκο­τω­θῆ. Ἡ γεν­ναί­α Ἀ­σή­μω, κό­ρη τοῦ Ἀ­να­γνώ­στη Λι­δο­ρί­κη, βά­στα­ξε μὲ καρ­διὰ τὸ θά­να­το τοῦ ἀν­τρός της καὶ τὴ σε­βόν­ταν ὅ­λοι οἱ πο­λι­ορ­κη­μέ­νοι γιὰ τὸν ἄν­τρα της καὶ τὴ δι­κή της γεν­ναι­ο­ψυ­χιά.

       Στὴ βο­ρει­νὴ πρό­στα­ση (τὸ Παν­δρό­σει­ο) ζοῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, για­τὶ τὸ μέ­ρος ἤ­τα­νε φυ­λαγ­μέ­νο, θο­λό­χτι­στο, κ’ ἦ­ταν ἀ­κό­μα καὶ ριγ­μέ­νο χῶ­μα ἀ­πά­νου στὴ θο­λω­τὴ σκε­πὴ γιὰ πει­ὸ ἀ­σφά­λεια.

       Οἱ Τοῦρ­κοι μὲ τὸ κα­νό­νι ποὔ­χα­νε στη­μέ­νο στὴν Ἁ­γιὰ Μα­ρί­να χτυ­πού­σα­νε μὲ πεῖ­σμα τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο· ἴ­σως ξέ­ρα­νε πὼς στὸ ὑ­πό­γει­ο ἤ­τα­νε μπα­ροῦ­τι. Ἀ­φοῦ προ­ξε­νή­σα­νε κάμ­πο­ση ζη­μιά, κα­τὰ τὴς 12 τοῦ Γε­να­ριοῦ 1827, τὸ χτί­ριο κλο­νι­σμέ­νο σά­λε­ψε, ὥ­ρα δυ­ὸ ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα, ἐ­νῷ κοι­μῶν­ταν ὅ­λοι, κ’ ἔ­πε­σε τὸ πει­ὸ με­γά­λο μέ­ρος τῆς σκε­πῆς, φορ­τω­μέ­νης ἀ­πὸ χῶ­μα· τὰ μάρ­μα­ρα γλι­στρή­σα­νε κα­τὰ τὴν ἄ­κρη, μὰ τὸ χῶ­μα πλά­κω­σε ἕν­τε­κα ψυ­χές, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά. Κά­να-δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες προ­φτά­σαν καὶ πη­δῆ­σαν ὄ­ξω· καὶ βγά­λα­νε καὶ δυ­ὸ παι­διὰ οἱ πρῶ­τοι ποὺ προ­φτά­σα­νε βο­ή­θεια. Ἡ Γκού­ραι­να κ’ οἱ ἄλ­λοι πή­γα­νε χα­μέ­νοι, ὅ­μως θὰ γλυ­τῶ­ναν, ἂν κοι­τά­ζα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε χω­ρὶς ἄρ­γη­τα. Ἀ­φοῦ τ’ ἄλ­λο πρω­ῒ βρέ­θη­κε τῆς Γκού­ραι­νας ζε­στὸ ἀ­κό­μα τὸ κορ­μί…

       Για­τί ὅ­μως δὲ βι­α­στή­κα­νε νὰ τοὺς ξε­θά­ψου­νε; Τὸ σπί­τι ἤ­τα­νε γε­μᾶ­το ἀ­πὸ τοὺς θη­σαυ­ροὺς τοῦ Γκού­ρα κι’ ὅ­λα του τὰ πρά­μα­τα. Ὁ Γιά­ννης ὁ Μα­μού­ρης, συγ­γε­νής του κι’ ἀν­τι­φρού­ραρ­χος τῆς Ἀ­κρό­πο­λης, ἔ­ζω­σε ἀ­μέ­σως μὲ τοὺς ἄ­τα­χτούς του τὸ Ἐ­ρέ­χθει­ο καὶ δὲν ἄ­φη­σε κα­νέ­να νὰ μπῇ, ἀ­π’ τῆς κλε­ψιᾶς τὸ φό­βο. Καὶ μο­νά­χα τὸ πρω­ῒ ἔ­γι­νε τὸ ξε­σκά­ψι­μο. Μὰ ἦ­ταν ἀρ­γὰ πειά(1).


(1) Δίκη μεγάλη ἀργό­τερα ἀ­κολού­θη­σε τῶν κλη­ρονό­μων τοῦ Γκού­ρα ἐνάν­τια στὸ Μα­μού­ρη. (Γιάν­νη Βλα­χο­γιάν­νη «Προ­πύ­λαια» τόμ. Α´ σ. 85). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Βλα­χο­γιά­ννη «Ἀ­θη­να­ϊ­κὸν Ἀρ­χεῖ­ον» Α´ σ. 171.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 166 [Τίτλος: «326.— Θά­να­τος τῆς Γκού­ραι­νας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Nicolas-Louis-Fran­çois Gos­se (1787-1878), The Bat­tle of the Acro­po­lis, 1827. Πιθα­νό­τατα εἰκο­νί­­ζε­ται ἡ Ἀσή­μω Λιδω­ρί­κη-Γκού­ρα, σύζυ­γος τοῦ φρού­ραρχου τῆς Ἀκρό­πολης Ἰωάν­νου Γκούρα.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ κα­τα­φρο­νῶν τοὺς νε­ή­λυ­δας, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρον δὲ τοὺς με­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να ἐλ­θόν­τας εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, τοὺς ἐ­μυ­κτή­ρι­ζεν ὁ­σά­κις τῷ ἐ­δί­δε­το εὐ­και­ρί­α. Ἐν συ­να­να­στρο­φῇ τοῦ πρέ­σβε­ως τῆς Ρωσ­σί­ας Ἕλ­λη­νος Κα­τα­κά­ζη, γε­νο­μέ­νου λό­γου πε­ρὶ τῶν κα­τὰ τὸν Ἀ­γῶ­να με­γά­λων ἔρ­γων τῶν Ἑλ­λή­νων καὶ τοῦ κα­τορ­θώ­μα­τος νὰ σώ­σω­σιν ἐ­πὶ τέ­λους τὴν πα­τρί­δα των, εἷς τῶν νε­η­λύ­δων μὴ ἀ­νε­χό­με­νος τὴν τοια­ύτην ἀ­πο­θέ­ω­σιν τῆς γε­νε­ᾶς τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν, ἔ­σχε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­αν νὰ εἰ­πῇ:

       — Ἂς ἔ­χῃ ἡ Ἑλ­λὰς χά­ριν εἰς τὰς Τρεῖς Δυ­νά­μεις, αἱ ὁ­ποῖ­αι τὴν ἔ­σω­σαν, καὶ ὄ­χι εἰς τοὺς ἀ­γῶ­νας τῶν Ἑλ­λή­νων!

      Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἀ­γα­να­κτή­σας διὰ τὴν τοια­ύτην προ­πέ­τειαν τοῦ μό­λις ἐλ­θόν­τος εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ κα­τα­λα­βόν­τος μά­λι­στα ἐν τῇ δι­οι­κή­σει τῆς Πα­τρί­δος θέ­σιν σπου­δαι­ο­τά­την, τῷ ἀ­πήν­τη­σε:

       — Νὰ ἔ­χουν ὄ­χι οἱ τρεῖς μο­νά­χα, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τε, ἀλ­λὰ οὗ­λες ᾑ Δυ­νά­μεις, καὶ ἡ Τουρ­κί­α μα­ζί, χά­ριν εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα, ὁ­ποὺ ἄ­νοι­ξε ἐ­τού­την τὴν γω­νί­αν (τὸ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θὲν τμῆ­μα τῆς Ἑλ­λά­δος) καὶ ἔ­τρε­ξαν καὶ ἐ­τρού­πω­σαν ὅ­λοι οἱ κα­τερ­γα­ραῖ­οι καὶ ἀ­φή­κα­νε τοὺς τό­πους των ἡ­σύ­χους.

       Τὴν ἀ­πάν­τη­σιν ταύ­την τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη ἐ­πε­δο­κί­μα­σεν ἕ­τε­ρος ἐ­πί­ση­μος τοῦ Ἀ­γῶ­νος ἀ­νὴρ ὁ Ζα­ΐ­μης, ὅ­στις εἶ­πε πρὸς τοὺς πω­λοῦν­τα ἐ­κεῖ σο­φί­αν νε­ή­λυ­δας:

       — Ἀ­κού­ε­τε, σο­φο­λο­γι­ώ­τα­τοι, τί λέ­ει ὁ Στρα­τη­γός;



Δεῖτε καὶ ἐδῶ τὸ “Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 223-224 [Τίτλος: «487.— Μά­θη­μα ποὺ ταί­ρια­ζε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Θε­όδω­ρος Κολο­κο­τρώ­νης (1861).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Θυσίες καὶ Ἀ­πο­ζη­μι­­ώ­σεις: τὸ ἀνεφάρμοστον ψήφισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Θυσίες καὶ Ἀ­πο­ζη­μι­­ώ­σεις:

τὸ ἀνεφάρμοστον ψήφισμα

[τοῦ Κωνσταντίνου Ζωγράφου]

 

ΕΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ τῆς Συ­νε­λεύ­σε­ως τῆς 3ης 7βρίου ἀ­νε­πτύ­χθη ἅ­μιλ­λα πε­ρὶ τῆς ὑ­πο­στη­ρί­ξε­ως τῶν δι­και­ω­μά­των τῶν ἐν τῷ ἀ­γῶ­νι θυ­σι­α­σάν­των προ­σω­πι­κῶς καὶ ὑ­λι­κῶς, ἐ­ζή­τη­σαν λοι­πὸν νὰ συν­τα­χθῇ πε­ρὶ τού­του ψή­φι­σμα. Πάν­τες οἱ νο­ή­μο­νες ὅ­τι μί­α τοια­ύτη ἀ­παί­τη­σις ἀ­φε­ώ­ρα τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­σιν τῶν Ἑλ­λή­νων ἁ­πάν­των, δι­ό­τι τίς δὲν ἐ­θυ­σί­α­σε κα­τὰ τὸν ἀ­γῶ­να καὶ τού­του ὑ­πάρ­χον­τος τίς ὁ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σων ἅ­παν­τας τοὺς Ἕλ­λη­νας; Ἐν τού­τοις ἔ­πρε­πε νὰ γί­νῃ κά­τι τι διὰ νὰ ἡ­συ­χά­σῃ ὁ ἐν τῇ Συ­νε­λεύ­σει ἀ­να­πτυσ­σό­με­νος πε­ρὶ τού­του θό­ρυ­βος, ὃν ὑ­πο­στή­ρι­ζον οἱ στρα­τι­ω­τι­κοὶ φρο­νοῦν­τες ὅ­τι θὰ πε­ρι­έλ­θῃ ἡ πε­ρὶ τῆς ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σε­ως αὐ­τῆς δι­α­χεί­ρι­σις εἰς αὐ­τοὺς ὅ­πως τὸ 1834 καὶ 1836, διὰ τῶν πε­ρι­φή­μων ἐ­κεί­νων ἐ­πι­τρο­πῶν ἐ­πὶ τῶν ἐκ­δου­λεύ­σε­ων τῶν στρα­τι­ω­τι­κῶν, ἐν αἷς ἐ­γέ­νον­το το­σαῦ­ται ἀ­δι­κί­αι διὰ τὴν ἰ­δι­ο­τέ­λειαν καὶ φα­τρια­σμὸν τῶν συγ­κρο­τη­σάν­των αὐ­τὰς στρα­τι­ω­τι­κῶν, ὥ­στε αἱ ἀ­δι­κί­αι αὗ­ται ἐ­γέν­νη­σαν καὶ ἀν­ταρ­σί­ας καὶ ἐ­πί­δο­σιν εἰς τὴν λη­στεί­αν τῶν ἀ­δι­κη­θέν­των. Ἔ­πρε­πε λοι­πόν, ὡς εἴ­ρη­ται ἀ­νω­τέ­ρω, νὰ γί­νῃ κά­τι τι καὶ τοῦ­το ἐ­ξε­τέ­λε­σεν ὁ Ζω­γρά­φος συν­τά­ξας τὸ ψή­φι­σμα «τὸ τῶν πα­θόν­των καὶ τα­φέν­των» χλευ­α­στι­κῶς κλη­θέν. Μό­λις ἀ­νε­γνώ­σθη καὶ ὁ­μό­φω­νος ἡ Συ­νέ­λευ­σις τὸ ἐ­πε­κύ­ρω­σεν, ὁ συν­τά­κτης αὐ­τοῦ ὑ­πο­γε­λῶν εἶ­πε πρὸς τὸν εἰ­πόν­τα αὐ­τῷ Πε­τζά­λην ὅ­τι:

       — Τὸ ψή­φι­σμα αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­νε­φάρ­μο­στον.

       — Τοῦ­το ἐ­σκό­πουν καὶ ἐ­γὼ διὰ νὰ μὴν ἐ­φαρ­μο­σθῇ πο­τέ.

       Τοῦ­το ἀ­πέ­δει­ξε καὶ ἡ συγ­κρό­τη­σις πρὸς ἐ­κτέ­λε­σιν τοῦ ψη­φί­σμα­τος αὐ­τοῦ τῶν ἐ­πι­τρο­πῶν τοῦ 1845 ὑ­πὸ τοῦ Κω­λέτ­του, τὸ 1849 ὑ­πὸ τοῦ Στά­ι­κου, τὸ 1860 ὑ­πὸ τοῦ Μπό­τζα­ρη καὶ τὸ 1861 ὑ­πὸ τοῦ ἰ­δί­ου, δι’ ὧν πε­ρι­ε­ποι­ή­θη ἡ φι­λο­τι­μί­α τῶν ἐ­πι­ζών­των ἀ­γω­νι­στῶν δι­ο­ρι­ζο­μέ­νων ὡς μέ­λη τῶν ἐ­πι­τρο­πῶν αὐ­τῶν, οὐ­χ’ ἧτ­τον ὑ­πέ­στη καὶ τὸ Δη­μό­σιον εἰς ἐ­νοί­κια καὶ ὑ­παλ­λή­λους τῶν Ἐ­πι­τρο­πῶν αὐ­τῶν ὄ­χι ὀ­λί­γην δα­πά­νην, ὡς καὶ οἱ ἀ­παι­τη­ταὶ ἀ­μοι­βῶν διὰ τῶν δα­πα­νη­θέν­των εἰς χαρ­τό­ση­μα χρη­σι­μεύ­σαν­τα πρὸς πι­στο­ποί­η­σιν τῶν θυ­σι­ῶν των.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ.143-144.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἐπανά­στασις τῆς 3ης Σε­πτεμ­βρίου σὲ ἐ­πι­στο­λι­κὸ δελ­τά­ριο τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ.



		

	

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος: Ἐ­θνι­κὴ ἑ­ορ­τή



Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (συντάκτης)


Ἐ­θνι­κὴ ἑ­ορ­τή


ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Ποὺ φύ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι.

— Τοὺς Τούρ­κους ποι­ός τοὺς ἔ­δι­ω­ξε;

— Ξέ­ρω ‘γώ, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι.

— Οἱ Ἕλ­λη­νες τί κά­να­νε;

— Ἦ­ταν κι αὐ­τοὶ στὸ κόλ­πο.

— Ξέ­ρεις μιὰ μά­χη, νὰ μᾶς πεῖς;

— Αὐ­τὴ στὸ Μα­ρα­θώ­να.

— Αὐτὸ τὸ λὲς μὲ σι­γου­ριά;

— Φί­λε, πά­ω γιὰ ΑΣΟΕΕ, δὲν ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ αὐ­τά.


* * *


ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Τὸ ΟΧΙ πρὸς τοὺς Γερ­μα­νούς.

— Καὶ ποι­ός εἶ­πε τὸ ΟΧΙ;

— Ὁ Λε­ω­νί­δας στὰ στε­νά… ὄ­χι, ὄ­χι, ἕ­νας Με­τα­ξᾶς.

— Κι οἱ Γερ­μα­νοὶ ποι­όν εἴ­χα­νε γι’ ἀρ­χη­γό τους τό­τε;

— Ξέ­ρω κι ἐ­γώ, ἕ­ναν μουρ­λὸ πού ‘χε ἕ­να μου­στά­κι.

— Τὸν Χί­τλερ μή­πως ἐν­νο­εῖς;

— Ναί, ναί, ἐ­κεῖ­νον τὸ μουρ­λό, πού ‘χε κι ἕ­να λυ­κό­σκυ­λο.


* * *


ΞΕΡΕΙΣ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη;

— Ἦταν ἕ­νας στρα­τη­γός.

— Ποῦ πο­λέ­μη­σε αὐ­τός;

— Τώ­ρα… ἦ­ταν στὸν ἐμ­φύ­λιο, βό­ρει­οι καὶ νό­τιοι.

— Μὲ ποι­ούς ἤ­τα­νε αὐ­τός;

— Μᾶλ­λον μὲ τοὺς νό­τιους, ἀ­π’ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο.


* * *


ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ νὰ μᾶς πεῖς τρεῖς ἥ­ρω­ες τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης;

— Πα­πα­φλέσ­σας, ὁ Πα­πα­μι­χα­ήλ, ἡ Μαν­τὼ ἡ Μαυ­ρο­γέ­νους, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἡ Κα­ρέ­ζη καὶ ὁ Πρέ­κας ποὺ κρυ­βό­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να ὀ­χυ­ρό.

— Ξέ­ρεις πό­τε ζή­σα­νε;

— Τὸ ’60, τὸ ’70, κά­που ἐ­κεῖ.


* * *


ΤΙ ‘ΤΑΝΕ ἡ Φι­λι­κὴ Ἐ­ται­ρί­α;

— Ξέ­ρω ‘γώ, κα­μιὰ ΜΚΟ;

— Ἐ­γώ ἐ­σέ­να­νε ρω­τῶ.

— Γιὰ τοὺς πρό­σφυ­γες, ΜΚΟ.

— Μή­πως ξέ­ρεις τοὺς ἱ­δρυ­τές της;

— Ὄχι, αὐ­τὰ δὲν τὰ μπο­ρῶ, εἶ­μαι καὶ ἀ­πὸ τὴ Λέ­σβο, αἷ­μα φτύ­σα­με ἐ­κεῖ, μα­ζευ­τῆ­καν ὅ­λοι οἱ γύ­φτοι, κι ἅ­μα ἀ­κού­ω ΜΚΟ, στὸ λε­πτὸ μοῦ τὴ βα­ρᾶ.


* * *


ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Δὲν τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά.

— Ἔ, δο­κί­μα­σε στὴν τύ­χη.

— Ξέ­ρω ‘γώ, ὁ Πα­λα­μᾶς;

— Ἀ­παν­τᾶς ἢ μὲ ρω­τᾶς;

— Ἐν­τά­ξει κλεί­νω, Πα­λα­μᾶς. Λά­θος;

— Λά­θος, εἶ­ναι ὁ Σο­λω­μός.

— Δὲν τὸν ἤ­ξε­ρα αὐ­τόν.


* * *


— ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Ὁ Δι­ο­νύ­σιος Σο­λω­μός.

— Ἄτσα, μὲ τὴν πρώ­τη ὁ παί­κτης!

— Τά ‘χα μὲ ζα­κυν­θι­νιὰ καὶ μοῦ τά ‘μα­θε αὐ­τά.

— Τά ‘χε­τε ἀ­κό­μα οἱ δυ­ό σας;

— Μπά, χω­ρί­σα­με και­ρό.

— Σοῦ ‘μεῖ­νε ὁ Σο­λω­μός.


* * *


— ΠΩΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ὁ Ἐ­θνι­κὸς Ὕ­μνος;

— ΘΡΥΛΕ ΤΩΝ ΓΗ­ΠΕ­ΔΩΝ Ο­ΛΥ­ΜΠΙ­Α­ΚΕ ΔΑΦΝΟ­ΣΤΕ­ΦΑ­ΝΩ­ΜΕ­ΝΕ ΜΕ­ΓΑ­ΛΕ ΚΑΙ ΤΡΑ­ΝΕ…

— Γαῦρος;

— Ὣς τὸ κόκ­κα­λο, γιὰ τὴ χώ­ρα δὲν μὲ νοιά­ζει, γιὰ τὸν Ὀ­λυμ­πια­κὸ πε­θαί­νω, κι ἀ­π’ τὸν Πρό­ε­δρο μα­κριά, νὰ μὴ λέ­νε τί­πο­τα.


[Σημείωση Τ. Σ.: Ἀ­πο­σπά­σμα­τα συ­νεν­τεύ­ξε­ων ποὺ πῆ­ραν ἀ­πὸ ἐ­φή­βους στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, με­τα­πτυ­χια­κοὶ φοι­τη­τὲς τοῦ Τμή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΕΚΠΑ.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δημοσίευσε τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Κουκούλα Ἀραχνοΰφαντη (Πλανόδιον, 2011).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ψῆ­φο στὶς γυ­ναῖ­κες!


ΤΑ 1844 στὴς βου­λευ­τι­κὲς ἐ­κλο­γὲς τῆς Βό­νι­τσας, δυ­ὸ Γρι­βο­ποῦ­λες ὄ­μορ­φες, κό­ρη κι’ ἀ­νι­ψιά, βγή­κα­νε στὸ δρό­μο κον­τὰ στὴν ἐκ­κλη­σιά, ὅ­που ἡ ψη­φο­φο­ρί­α, καὶ φω­νά­ζα­νε:

       — Ἕ­ναν ψῆ­φο γιὰ τὸ Θο­δω­ρά­κη!(1)

       Ἡ δι­α­γω­γὴ αὐ­τὴ τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­θά­μα­στη κα­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ τὰ γρά­φει, καὶ βέ­βαι­α κα­τὰ τὰ ἤ­θη τοῦ και­ροῦ. Ἡ ἀρ­χὴ ὅ­μως, φαί­νε­ται, ἤ­τα­νε πο­λὺ πρώ­ϊ­μη, γι’ αὐ­τὸ κ’ ἡ γυ­ναί­κεια ψῆ­φος ἀρ­γεῖ στὸν τό­πο αὐ­τόν, ὅ­που κά­θε λο­γῆς πρό­ο­δος ἔ­στη­σε τὸ λη­μέ­ρι της.


(1) Στὰ 1841, στὴς δη­μαι­ρε­σίες τοῦ δή­­μου Εἰ­δυλ­λίας, κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ Βι­λιώ­τισ­σες πή­ρα­νε ψη­φο­δέλ­τια καὶ ψη­φί­σα­νε γιὰ ὄ­νο­μα τῶν ἀν­τρῶν τους ποὺ λεῖ­παν ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. («Αἰ­ὼν» 2 Φλεβ. 1841). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Ἀ­να­μόρ­φω­σις» 28 Ἰ­ουν. 1844.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 74-75 [Τίτλος: «150—Ψῆ­φο στὴς γυ­ναῖ­κες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἐκεῖνοι θὰ καταλάβουν!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἐκεῖνοι θὰ καταλάβουν!

[τοῦ Κανέλλου Δεληγιάννη]


ΟΝ ΣΤΡΑΤΗΓΟΝ Κα­νέλ­λον Δε­λη­γιά­ννην, κα­τὰ τὴν ἔ­λευ­σιν εἰς τὴν ἀρ­χὴν ἀν­δρός, τὸν ὁ­ποῖ­ον οὐ­δό­λως ἐ­ξε­τί­μα, ἠ­ρώ­τη­σαν τὴν γνώ­μην του πε­ρὶ τοῦ νέ­ου ὑ­πουρ­γεί­ου. Ἐν τῇ αἰ­θού­σῃ τοῦ στρα­τη­γοῦ πα­ρῆν καί τις εἰ­σαγ­γε­λεὺς δι­α­κρι­νό­με­νος ἐ­πὶ ὑ­περ­βο­λῇ ζή­λου. Ὁ στρα­τη­γὸς εἶ­πε πρὸς τοὺς ἐ­ρω­τῶν­τας:

       «Ἂς ἀ­φή­σω­μεν, παι­διά, τὰ πο­λι­τι­κὰ καὶ νὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ ἕ­να μῦ­θον.

       »Ἕ­νας Σουλ­τά­νος, ἰ­δών πο­τε εἰς μί­αν τῶν πυ­λῶν τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἕ­να ἄν­θρω­πον ἀ­νί­κα­νον, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ ἤ­ρε­σεν, τὸν ἐ­κά­λε­σε καὶ τὸν ἔ­κα­με βε­ζύ­ρην. Κα­τὰ τὰς ἡ­μέ­ρας ἐ­κεί­νας ἡ­σθέ­νη­σεν ἐ­πι­κιν­δύ­νως ὁ πα­τὴρ τοῦ Χα­σάν, τοῦ νέ­ου με­γά­λου βε­ζύ­ρου, καὶ φθά­σας εἰς τὰ ἔ­σχα­τα ἐ­ζή­τη­σε νὰ ἴ­δῃ τὸν υἱ­όν του. Ὅ­ταν ὁ Χα­σὰν ἦλ­θεν, ἀ­φοῦ ηὐ­χή­θη καὶ ἐ­φί­λη­σε τὸν υἱ­όν του, εἶ­πε πρὸς αὐ­τόν: “Παι­δί μου, τώ­ρα ποὺ θὰ ‘­πά­γω εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον, ἂν μ’ ἐ­ρω­τή­σουν οἱ μου­σουλ­μά­νοι πῶς ‘­πά­ει τὸ Δο­βλέ­τι*, τί νὰ τοὺς ‘­πῶ;”. — Πέ τους, πα­τέ­ρα, ἀ­πε­κρί­θη ὁ εἰ­λι­κρι­νὴς Χα­σάν, πὼς ὁ Χα­σά­νης ἔ­γει­νε Βε­ζύ­ρης καὶ ἐ­κεῖ­νοι θὰ κα­τα­λά­βουν».


δοβλέτι καὶ ντοβλέτι: τὸ κράτος.


Πη­γή: Ἐ. Σχινᾶς, «­Ἱστο­ρι­κὰ ἀ­νέ­κδο­τα», περ. Παρ­θε­νών, 31 Δε­κεμ­βρί­ου 1878, σελ. 127.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κανέλ­λος Δε­λη­γιάν­νης. Ἔρ­γο ἄ­γνω­στου ζω­γρά­φου.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἐλευθερία μὲ μικρὴ ἀξία!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη καὶ τοῦ Γεωργίου Τερτσέτη]

[θυμᾶται ὁ Γεώργιος Τερτσέτης:]

«ΟΘΩΜΑΝΟΣ Πε­λο­πον­νή­σιος ἦλ­θεν ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτον εἰς τὰς Ἀ­θή­νας, κα­τὰ τὸ 1836. Ἔ­φε­ρε καὶ ἕ­να ἄ­τι δῶ­ρον τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη, ἀ­πὸ τοὺς Σε­χνε­τζιμ­πέ­η­δες [γρ. Σε­χνε­τζί­πη­δες]. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­φι­λο­ξέ­νη­σε τὸν Τοῦρ­κον συν­το­πί­την του. Εἰς τὸ γεῦ­μα ἤ­κου­σα νὰ τοῦ λέ­γῃ:

      »— Νὰ εὕ­ρῃς ἀ­ρά­δα καὶ νὰ εἰ­πῇς εἰς τὸν Ἰμ­βρα­ῒμ πασ­σᾶ νὰ ἔ­χῃ χά­ριν πὼς ἐ­γὼ καὶ ἄλ­λοι στρα­τι­ω­τι­κοὶ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου ἤ­με­θα φυ­λα­κι­σμέ­νοι, εἰ­τε­μὴ σπι­θα­μὴ γῆς δὲν ἐ­κέρ­δι­ζε εἰς τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον.

       »Μὲ τό­σην πε­ποί­θη­σιν ὡ­μι­λοῦ­σεν, ὁ­ποὺ ἴ­σως καὶ ἔ­λε­γεν ἀ­λή­θειαν, καὶ ἀ­νά­θε­μα ταὶς δι­χό­νοι­αις. Ἦλ­θε καὶ ἔ­πνε­ε τὰ λοί­σθια ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α ὅ­ταν ὁ Ἰμ­βρα­ΐ­μης ἁ­λώ­νι­ζε τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον καὶ ἔ­πε­φτε τὸ Με­σο­λόγ­γι πο­λε­μού­με­νον ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο στρα­τάρ­χας. Ἡ ναυ­μα­χί­α τοῦ Ναυ­α­ρί­νου καὶ ἡ ἐκ­στρα­τεί­α τοῦ Μαι­ζὼν ἔ­σω­σαν τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν· ἀλ­λὰ πό­σον ἐ­κα­τέ­βη ἡ ἀ­ξί­α της!»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 282 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 219 [Τίτλος: «478.— Νὰ ἔ­χῃ χά­ρη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ζὰν-Σὰρλ Λανγκ­λουά (Jean-Charles Lang­lois, 1789-1870), Συνο­μι­λία τοῦ στρα­τη­γοῦ Μαι­ζῶ­νος μὲ τὸν Ἰ­μπρα­ὴμ Πα­σᾶ στὸ Να­υαρί­νο (1828) (λε­πτο­μέ­ρεια), κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς γαλ­λι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸν Μω­ριᾶ (1828-1833). Λά­δι σὲ καμ­βά, 197Χ267 ἑκ. (Συλ­λο­γὴ τοῦ πύρ­γου τῶν Βερ­σαλ­λι­ῶν).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χριστὸς vs Πατρίδα: 0-1


«Γ. ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ…… Καὶ ἄλ­λο πα­ρά­δειγ­μα, κύ­ριοι, θε­ο­σε­βεί­ας κα­τὰ τὸ ἔ­τος 1822. Ἕ­νας γεν­ναῖ­ος στρα­τι­ώ­της Πε­λο­πον­νή­σιος, γνω­στὸς διὰ τὰ πο­λε­μι­κά του ἔρ­γα εἰς ταῖς συμ­πλο­καῖς μὲ τοὺς ἐ­χθρούς, ἐ­πῆ­γε νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῇ εἰς ἕ­να πνευ­μα­τι­κόν, νὰ λά­βῃ τὴν ἁ­γί­αν Με­τά­δο­σιν. Ὁ πνευ­μα­τι­κός, ἀ­φοῦ ἤ­κου­σε ὅ­λην του τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σιν, τοῦ εἶ­πε:

       — Παι­δί μου, δὲν ἠμ­πο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω ἄ­δειαν Κοι­νω­νί­ας, ἐ­σκό­τω­σες ἄν­θρω­πον.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της τὸ ἔ­βα­ψεν, ἐ­πῆ­γε κ’ ἐ­πα­ρε­πο­νέ­θη εἰς τὸν Δε­σπό­την τῆς Με­θώ­νης· ὁ Δε­σπό­της τοῦ εἶ­πε:

       — Ἔ­λα τὴν Κυ­ρια­κὴν εἰς τὴν λει­τουρ­γί­αν.

       Ἐ­πῆ­γε τὴν ὥ­ραν τῆς Κοι­νω­νί­ας, ὁ Δε­σπό­της ὀρ­θὸς εἰς τὴν με­γά­λην θύ­ραν τοῦ ἱ­ε­ροῦ μὲ τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον λέ­γει τοῦ στρα­τι­ώ­του:

       — Λά­βε τὸ δι­σκο­πό­τη­ρον, κοι­νω­νή­σου μό­νος σου· τὰ χέ­ρια σου εἶ­ναι πλέ­ον ἄ­ξια ἀ­πὸ τὰ δι­κά μου νὰ σὲ κοι­νω­νή­σουν. Ἡ­μεῖς διὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­αν τῆς πα­τρί­δος καὶ δό­ξαν θε­οῦ πο­λε­μοῦ­μεν μὲ δε­ή­σεις, ἐ­σεῖς μὲ τὰ στή­θη σας εἰς τοὺς κιν­δύ­νους.<»>



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἐ­πί­ση­μος Ἐ­φη­με­ρὶς τῆς Συ­νε­λεύ­σε­ως» τόμ. Ϛ, 1864, σ. 656, συ­νε­δρ. 5 Ὀ­κτ. 1864. – «Γε­νι­κὴ Ἐ­φημ. τῆς Ἑλ­λά­δος» 2 Νβρ. 1856 (ὑ­πὸ Γ. Τερ­τσέ­τη). – Γ. Τερ­τσέ­τη λό­γος τῆς 25 Μαρτ. 1869 σ. 17.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 11-12 [τίτλος: «16.—Ἡ μετάληψη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη: Τοῦ Λαζάρου



Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη


Τοῦ Λα­ζά­ρου


ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ὑ­πῆρ­ξε γιὰ μέ­να τὸ με­γά­λο αἴ­νιγ­μα. Τὸν πρω­το­γνώ­ρι­σα ἐ­κεῖ γύ­ρω στὰ ὀ­κτώ μου ὅ­ταν προ­σφυ­γά­κι κα­τέ­φευ­γα στὶς γει­το­νι­ές του. Ἔμ­παι­να λα­θραῖ­α στὸ σπί­τι του τὶς Κυ­ρια­κὲς με­τὰ τὸ κα­τη­χη­τι­κὸ καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὸν προ­σεγ­γί­σω μὲ τὶς σι­ω­πὲς καὶ τὶς τη­λε­πα­θη­τι­κὲς προ­σευ­χές μου. Ἄλ­λο­τε στε­κό­μουν σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, μὲ κολ­λη­μέ­νο τὸ ἕ­να μά­γου­λο στὶς πέ­τρι­νες κο­λό­νες τοῦ να­οῦ, εἰ­σπνέ­ον­τας τὴν ὑ­γρα­σί­α τῆς πί­στης καὶ τοῦ φό­βου, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὸ ἡ­μί­φως τῶν κε­ρι­ῶν καὶ τὴ νε­κρι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μο­σχο­λί­βα­νου. Προ­τι­μοῦ­σα τὸ μι­κρὸ αὐ­το­σχέ­διο κρη­σφύ­γε­τό μου, ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις γυ­ναι­κῶν καὶ ἀν­δρῶν ὅ­που ἄν­θρω­ποι ἀ­μί­λη­τοι καὶ σκυ­θρω­ποὶ συμ­με­τεῖ­χαν στὴν ἀ­κο­λου­θί­α ἄλ­λο­τε κα­θή­με­νοι ἢ ὄρ­θιοι, γο­νυ­πε­τεῖς ἢ σκυ­φτοί, κά­νον­τας τὸ σταυ­ρὸ τοὺς ρυθ­μι­κὰ καὶ συν­το­νι­σμέ­να ἢ ψι­θυ­ρί­ζον­τας φο­βε­ρές, μυ­στι­κὲς προ­σευ­χές. Ἀ­πὸ τὴν κρύ­πτη μου μπο­ροῦ­σα νὰ προ­σποι­η­θῶ πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χα ὡς σῶ­μα κι ἔ­τσι ἀ­πε­ρί­σπα­στη καὶ συγ­κεν­τρω­μέ­νη μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὴν εἰ­κό­να του, ἴ­σως πε­τύ­χαι­να τὴν ὀ­πτι­κὴ ἐ­πα­φὴ καὶ τὴν προ­σο­χή του, γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ἐ­πι­τέ­λους τί ἐν­νο­οῦ­σε μὲ κεῖ­νο τὸ «εἶ­δα φό­βους, εἶ­δα πό­νους, εἶ­δα βά­σα­να καὶ τρό­μους, δῶ­στε μου λί­γο νε­ρά­κι νὰ ξε­πλύ­νω τὸ φαρ­μά­κι». Τό­τε ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τάς μου ἐν­δε­χο­μέ­νως ὁ φί­λος τοῦ Χρι­στοῦ τὸ μυ­στι­κό του, νὰ κα­τά­φερ­να νὰ ξε­πλύ­νω τὸ δι­κό μου τὸ φαρ­μά­κι.


* * *


       Κα­τε­βαί­νω μὲ συγ­κί­νη­ση τὴ μι­κρὴ σκά­λα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ να­οῦ μὲ τὶς λάρ­να­κες. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ πὼς τὸ νε­ρὸ ποὺ ρέ­ει ὡς ἁ­γί­α­σμα εἶ­ναι ἕ­να δῶ­ρο κα­θαρ­τι­κό. Καὶ τό­τε νί­πτω τὰ χέ­ρια καὶ τὸ πρό­σω­πο.

       Εἶ­ναι ὄ­μορ­φη ἡ ζω­ὴ Λά­ζα­ρε, γι’ αὐ­τὸ ἀ­να­στή­θη­κες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη (Ἀμ­μό­χω­στος, 1967). Εἶ­ναι κά­το­χος Πτυ­χί­ου Παι­δα­γω­γι­κῶν καὶ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Τί­τλου στὴν Ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ Ἡ­γε­σί­α καὶ Πο­λι­τι­κή. Ἔ­χει ἐ­πί­σης με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς σὲ θέ­μα­τα δι­α­χεί­ρι­σης κρί­σε­ων καὶ δι­α­με­σο­λά­βη­σης. Εί­ναι δι­ευ­θύν­τρια σχο­λεί­ων Δη­μο­τι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης, πρό­ε­δρος τῆς Πο­λι­τι­στι­κῆς Ἕ­νω­σης Λάρ­να­κας καὶ ἀ­ρι­στίν­δην μέ­λος τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Πο­λι­τι­σμοῦ γιὰ παι­διὰ καὶ νέ­ους. Δι­ε­τέ­λε­σε ἀν­τι­πρό­ε­δρος τῆς Ἕ­νω­σης Λο­γο­τε­χνῶν Κύ­πρου. Δη­μο­σί­ευ­σε πέν­τε βι­βλί­α ποί­η­σης καὶ ἕ­να μὲ δι­η­γή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο της ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Οἱ πι­κρο­δάφ­νες θέ­λουν κού­ρε­μα (Βακ­χι­κόν, 2020).

Εἰ­κό­να: Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Λα­ζά­ρου. Κρύ­πτη στὸ να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Λα­ζά­ρου, στὴ Λάρ­να­κα τῆς Κύ­πρου. Φω­το­γρα­φί­α: Γιά­ννης Πα­τί­λης, 30 Ἰ­ου­λί­ου 2011.