Δημήτρης Μαγριπλῆς: Καθιστική διαμαρτυρία


Δη­μή­τρης Μα­γρι­πλῆς


Κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α


ΟΝ ΧΡΗΣΤΟ τὸν ἔζωσαν τὰ φί­δια.

Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε, ἔ­βλε­πε ἀρ­κε­τοὺς νὰ τρι­γυ­ρί­ζουν στὴ γει­το­νιά. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ζοῦ­σε μιὰ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι του. Ἄ­σπροι, μαῦ­ροι, κί­τρι­νοι. Ἀ­κό­μη καὶ ἕ­ναν κόκ­κι­νο εἶ­δε, ἢ τοῦ φά­νη­κε, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ φω­τα­γω­γοῦ, ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο, πρό­λα­βε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κού­ρε­μα ἑ­νὸς Μο­ϊ­κα­νοῦ. Ἀ­νη­σύ­χη­σε. Αὐ­τὸς δι­καί­ω­μα δὲν ἔ­δω­σε πο­τέ. Πάν­τα εὐ­γε­νι­κὸς μὲ ὅ­λους. Καὶ τὸ μυρ­μήγ­κι πρό­σε­χε μὴν τὸ πα­τή­σει. Πό­σο μᾶλ­λον τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἁ­πλὰ δὲν ἤ­θε­λε πολ­λὰ πολ­λά. Οὔ­τε μὲ τὸν ἄλ­λο, οὔ­τε μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι, δὲν ἐ­νο­χλοῦ­σε, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἐ­νο­χλεῖ­το ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἄλ­λω­στε, γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ἦ­ταν ἀ­νύ­παρ­κτος.

        Φο­ρο­λο­γι­κὰ ἄ­ερ­γος, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ προ­στα­τευ­ό­με­νο μέ­λος τῆς γυ­ναί­κας του, τῆς Καλ­λι­ό­πης, κοι­νωνι­κὸ του­ρι­σμὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, ἁ­μά­ξι εἰ­κο­σα­ε­τί­ας καὶ φί­λος τοῦ κι­νή­μα­τος. Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­πάγ­γελ­μα, ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­ό­ρι­στα, καὶ λό­γω εὐ­φρά­δειας με­τέ­τρε­πε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α σὲ δι­ά­λο­γο κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς. Ζοῦ­σε στὸν δι­κό του ρυθ­μό. Κρυμ­μέ­νος τὰ πρω­ι­νά. Σὲ πλή­ρη δι­έ­γερ­ση τὰ ἀ­πογεύ­ματα καὶ τὴ νύ­χτα. Στὸ συσ­σί­τιο τῆς ἐ­νο­ρί­ας πῆ­γε ἅ­παξ. Τοῦ τὴν ἔ­σπα­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μὲ τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α του. Ποῦ μέ­νεις; Τί κά­νεις; Πῶς ζεῖς; Ἄ­κου ἐ­ρω­τή­μα­τα. Καὶ ὅ­λα γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κῆς. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ δή­μου. Ἐ­κεῖ οἱ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι δὲν ρω­τοῦ­σαν, γέ­μι­ζαν τὴ γα­βά­θα καὶ ἔ­βα­ζαν καὶ ἐ­πι­πλέ­ον. Γέ­μι­ζε κρυ­φὰ ἕ­να δο­χεῖ­ο ποὺ πάν­τα εἶ­χε στὴ σα­κου­λί­τσα του. Ἔ­τσι, γύ­ρι­ζε πάν­τα μὲ ζε­στὸ φα­γά­κι σπί­τι, καὶ μά­λι­στα φρόν­τι­ζε τὸ μπο­λά­κι νὰ εἶ­ναι ἐ­πώ­νυ­μο.

        Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν ἑ­στι­α­το­ρί­ων γνώ­ρι­σε κό­σμο καὶ κό­σμο. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν τσα­κώ­θη­κε. Ἄ­φη­νε τοὺς ἄλ­λους νὰ ψά­ξουν πρῶ­τοι. Τη­ροῦ­σε τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα καὶ σε­βό­ταν τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α. Ἤ­ξε­ρε λ.χ. ὅ­τι ὁ κά­δος στὴν πα­ρα­κά­τω γω­νί­α ἀ­νή­κει στὸν Τρώ­γλη. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἔ­βρι­σκε αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε. Εἶ­χε καὶ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τσί­σας, ἐ­πει­δὴ κα­του­ρή­θη­κε ὅ­ταν ὁ Τρώ­γλης τὸν ἔ­φτυ­σε, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει τὸν κά­δο του. Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σε και­ρός, καὶ ὁ Τσί­σας εἶ­χε πιὰ συ­νη­θί­σει τὸ φτύ­σι­μο τοῦ Τρώ­γλη. Δὲν φο­βό­ταν πιὰ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη καὶ φυ­σι­κὰ δὲν κα­του­ρι­ό­ταν. Τὸ πα­ρα­τσού­κλι ὅ­μως τοῦ ἔ­μει­νε.

        Κά­δο δι­κό του δὲν εἶ­χε. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἄλ­λω­στε. Ὅ­σο κι ἂν κρυ­βό­ταν, οἱ ἄ­στε­γοι, στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, καὶ κα­τό­πιν ἀ­πὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἔ­μα­θαν ὅ­τι καὶ σπί­τι εἶ­χε καὶ σὲ κα­λὴ γει­το­νιὰ ἦ­ταν. Ἔ­τσι κά­ποι­οι με­τα­κό­μι­σαν κον­τά του. Αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐ­νό­χλη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι τὴ δου­λειά τους, καὶ αὐ­τὸς τὸν χα­βά του. Φό­ρα­γε χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι τὸ τριμμέ­νο παλ­τὸ καὶ ἔ­βγαι­νε γιὰ βόλ­τα στὸν κό­σμο του.

        — Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει γιὰ δου­λειά, ἔ­λε­γε ἡ Καλ­λι­ό­πη, καὶ ἡ κό­ρη του κοι­μό­ταν ἥ­συ­χη.

        Μέ­χρι ποὺ ἡ χώ­ρα μπῆ­κε ἐ­πί­ση­μα στὸ ΔΝΤ. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ με­τά, ὁ Τσί­σας ἀ­γό­ρα­ζε μέ­χρι καὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἔ­γι­νε εἰ­δι­κὸς οἰ­κο­νο­μο­λό­γος καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει μέ­χρι καὶ προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς χώ­ρας.

        — Πᾶμε γιὰ χρε­ο­κο­πί­α, ἀ­να­κοί­νω­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ στὴν Καλ­λι­ό­πη. Φεύ­γω, εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του.

        Ὅ­λοι τὰ ἔ­χα­σαν. Καὶ πρῶ­τα καὶ κα­λύ­τε­ρα ὁ Τρώ­γλης. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ μά­λι­στα δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε, για­τὶ τοῦ κό­πη­κε καὶ τὸ σά­λιο ἔ­τσι ποὺ τὸν εἶ­δε. Ὁ Τσί­σας ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νος τὸν ἀ­γνό­η­σε, μὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει αὐ­τό, καὶ βι­α­στι­κὰ στα­μά­τη­σε τα­ξί.

        Στὴν τρά­πε­ζα ἔ­σπα­σε τὶς κα­τα­θέ­σεις σὲ μι­κρό­τε­ρα πο­σά, καὶ μέ­ρος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ λί­ρες χρυ­σές. Βγῆ­κε καὶ χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τοῦ Ἀ­ρί­στου, τοῦ το­κο­γλύ­φου.

        — Το κε­φά­λαι­ό μου, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ὁ Ἀ­ρί­στος ἤ­ξε­ρε τί κου­μά­σι ἦ­ταν καὶ πό­σο ἀ­δί­στα­κτος.

        — Ἐ­δῶ εἶ­ναι, τοῦ εἶ­πε, σὰν νὰ τὸν πε­ρί­με­νε και­ρό.

        Ἡ­σύ­χα­σε μό­νο ὅ­ταν ὁ Τσί­σας ἔ­φυ­γε.

        — Γλί­τω­σα τὴ ζω­ή μου, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

        Στὸ κτη­μα­το­με­σι­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γο­ρά. Οἰ­κό­πε­δο στὸ Φά­λη­ρο καὶ μα­γα­ζὶ στὴ γει­το­νιά του. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­δο τοῦ Τρώ­γλη. Ἠ­ρέ­μη­σε. Ὅ­λα κα­λά. Ψά­χτη­κε. Εἶ­χε ἐ­πά­νω του ὑ­πό­λοι­πο εἴ­κο­σι χι­λιά­ρι­κα.

        Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ φά­ω ἐ­γὼ πα­ρὰ αὐ­τοί – ἐν­νο­ών­τας τὸ κρά­τος καὶ τὰ χά­λια του. Με­τά, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, πῆ­ρε τὴν Καλ­λι­ό­πη τη­λέ­φω­νο.

        — Ἐν­τά­ξει, τῆς ἀ­να­κοί­νω­σε.

        Αὐ­τὴ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ της.

        Και­νούρ­γι­ες οἰ­κο­σκευ­ές, και­νούρ­για ντου­λά­πια, και­νούρ­για ἔ­πι­πλα.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἀ­μέ­σως, τὰ χρή­μα­τα βλέ­πεις.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, τὸ ἁ­μά­ξι ­τῆς ἑ­ται­ρί­ας χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι.

        Ἀ­νέ­βη­καν στὸν τρί­το ἀ­πὸ τὶς σκά­λες, για­τὶ τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἦ­ταν μι­κρό, πα­ρέ­δω­σαν, το­πο­θέ­τη­σαν καὶ ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γαν βρί­ζον­τας καὶ μὲ τὶς τσέ­πες χω­ρὶς φι­λο­δώ­ρη­μα.

        Πλέ­ον ἦ­ταν ἥ­συ­χος. Εἶ­χε γλι­τώ­σει τὰ πο­λύ­τι­μά του. Τώ­ρα ἂς χρε­ο­κο­πή­σου­με, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν κα­να­πέ. Καὶ τό­τε, κά­τι εἶ­δε πά­λι στὸν δρό­μο.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­νή­συ­χος. Πά­λι αὐ­τοί, οἱ γνω­στοὶ ἄ­γνω­στοι. Ὅ­λη ἡ Ὁ­μό­νοι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α του. Δι­α­δή­λω­ση ἀ­στέ­γων καὶ κου­ρε­λή­δων.

        Σύν­το­μα οἱ σει­ρῆ­νες ἔ­δει­ξαν ὅ­τι καὶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἐ­νο­χλη­θεῖ. Κοί­τα­ζε ἀ­πο­ρη­μέ­νος τὸ πλῆ­θος νὰ ἀ­πω­θεῖ­ται, χω­ρὶς πολ­λὲς φα­σα­ρί­ες, ἀ­πὸ τὶς δυ­νά­μεις τῆς τά­ξης. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας προ­χώ­ρη­σε μπρο­στὰ καὶ κά­τι εἶ­πε μὲ τὸν Τρώ­γλη. Αὐ­τὸ ὁ Χρῆ­στος τὸ εἶ­δε κα­θα­ρά· ἔ­πει­τα τὰ ὄρ­γα­να ἔ­φυ­γαν καὶ οἱ φί­λοι του κά­θι­σαν ἥ­συ­χα σὲ σει­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ παρ­κά­κι. Σὰν κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δω­σε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πεί­να­σε. Ἔ­βα­λε τὸ παλ­τὸ καὶ βγῆ­κε γιὰ δου­λειά. Πέ­ρα­σε τὸν δρό­μο καί, μὲ χα­μό­γε­λο, πά­τη­σε στὸ χορ­τά­ρι. Κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε. Οὔ­τε καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψαν τί­πο­τα. Ἄ­νοι­γαν δι­ά­δρο­μο, καὶ αὐ­τὸς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του.

        — Πᾶμε γιὰ φα­ΐ; τόλ­μη­σε νὰ πεῖ στὸν Τρώ­γλη.

        — Ἐ­δῶ ἔ­χω, τοῦ εἶ­πε αὐ­τός.

        Τὰ ἔ­χα­σε – ὥ­στε ἤ­ξε­ρε και ­νὰ μι­λᾶ ὁ Τρώ­γλης;

        — Τί; τὸν ρώ­τη­σε.

        — Ἐσέ­να, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, καὶ ὁ δι­ά­δρο­μος ἔ­κλει­σε γύ­ρω του βου­βὰ καὶ ἀ­πό­το­μα.

        Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξε, μό­νο τὸ παλ­τὸ καὶ κά­τι κορ­δό­νια ὑ­πῆρ­χαν. Ὁ Τρώ­γλης σκου­πί­στη­κε καί, γυρ­νών­τας στοὺς ἄλ­λους, ἀ­να­φώ­νη­σε:

        — Πά­λι τὰ ἔ­κα­νε, ὁ ἄ­χρη­στος.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὰ κα­να­πε­δά­κια τῆς ἀ­νερ­γί­ας (ἐκδ. Κρι­τι­κή, 2016).

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).


		
Advertisements

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Υλισμός

 


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Ὑ­λι­σμός


ΚΛΑΙΓΑΝ καὶ οἱ δύ­ο γιὰ ὥ­ρα, ὁ ἕ­νας στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου. Ἡ τρά­πε­ζα μό­λις τοὺς εἶ­χε κα­τά­σχει τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι ποὺ χρό­νια ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν, ποὺ τὸ ἔ­φτια­ξαν μὲ με­ρά­κι, τὸ σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά τους. Ἔ­κλαι­γαν κι ἀγ­κά­λια­ζαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο σφι­χτά. Τό­σο σφι­χτὰ ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χαν ἀγ­κα­λια­στεῖ τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν, ὅ­ταν ἦ­ταν μα­ζί, τὰ χρό­νια ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν καὶ με­γά­λω­ναν τὰ παι­διά τους.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


Γιῶργος Τριλλίδης: Ἡμέρα ανεξαρτησίας


Γιῶργος Τριλλίδης


Ἡ­μέ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας


ΑΡΥΘΥΜΟΣ καὶ κα­τη­φής, ὅ­πως πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειά, παρ­κά­ρει, μπαί­νει ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, πε­τά­ει τὰ κλει­διὰ στὸ τρα­πέ­ζι καὶ βγά­ζει κραυ­γή; «Τζέ­ι­σο­ο­ον»

…….«Εἶ­μαι πά­νω», φω­νά­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

…….Ὁ Χα­ρί­λα­ος βα­ρυγ­κο­μεῖ στὴ σκά­λα. Στὴ δι­α­δρο­μὴ λύ­νει τὴ γρα­βά­τα του. Μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο τοῦ Ἰ­ά­σο­να.

.      «Τί κά­νεις;»

.      «Δι­α­βά­ζω», λέ­ει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τά­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Ἔ­χω κά­ποι­ες ἀ­πο­ρί­ες», λέ­ει δι­στα­κτι­κὰ ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Τί ἀ­πο­ρί­ες;» συν­νε­φιά­ζει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Μπαμ­πά, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α μας ἔ­γι­νε τὰ με­σά­νυ­χτα τῆς 15ης πρὸς τὴ 16η Αὐ­γού­στου», ψελ­λί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «για­τί τὴ γι­ορ­τά­ζου­με τὴν 1η τοῦ Ὀ­κτώ­βρη;»

.      Τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χα­ρί­λα­ου φω­τί­ζε­ται, λὲς καὶ κά­ποι­ος μό­λις τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς παί­ζε­ται τὸ μπέ­ιζ­μπολ.

.       «Τζέ­ι­σον», κρά­ζει μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση ὁ Χα­ρί­λα­ος, «εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κὸς γιὸς τοῦ πα­τέ­ρα σου!» Ἀ­κο­λού­θως, σκύ­βει καὶ φι­λά­ει τὸν Ἰ­ά­σο­να στὴ φύ­τρα.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν ἀν­τι­δρᾶ οὔ­τε στὸ φι­λὶ οὔ­τε στὴ φι­λο­φρό­νη­ση – ἡ ὁ­ποί­α, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι πα­ρα­πει­στι­κή. Ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει ἐ­παί­νους μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἀ­πευ­θύ­νει πα­ρὰ σ’ αὐ­τὸν πρὸς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Οὐ­σι­α­στι­κὰ δὲν εἶ­ναι καν φι­λο­φρό­νη­ση. Εἶ­ναι ξεδι­άν­τρο­πη αὐ­το­κο­λα­κεί­α ποὺ σερ­βί­ρε­ται ὡς γο­νι­κὴ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ὁ Ἰ­ά­σο­νας εἶ­ναι πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ αὐ­τό. Εἶ­ναι, ὡ­στό­σο, ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος ὥ­στε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του δὲν ἀ­παν­τή­θη­κε.

.      «Μπαμ­πά», μουρ­μου­ρί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «δὲν μοῦ εἶ­πες». «Ἰ­ά­σων… Ἰ­ά­σων…» συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος ὁ Χα­ρί­λα­ος ποὺ πλέ­ει πλέ­ον σὲ πε­λά­γη πα­τρι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, «ση­μα­σί­α δὲν ἔ­χουν οἱ ἀ­παν­τή­σεις, ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ ρω­τᾶς τὶς σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις».

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­ε­ρω­τᾶ­ται, ἀ­να­πό­φευ­κτα, ἂν ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του ἦ­ταν σω­στή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν, ἀ­φοῦ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρε. Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μεί­νει μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α καὶ νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὴν πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ὥ­στε νὰ πε­τύ­χει κά­τι πο­λὺ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ δι­α­λεύ­καν­ση τῶν λό­γων ποὺ ἕ­να θη­λυ­κὸ κρύ­βει μῆ­νες.

.      «Νὰ πά­ω τώ­ρα στὸ πάρ­κο νὰ παί­ξω μπά­λα;» «Νὰ πᾶς ὅ­που θές, ἀρ­γο­ναύ­τη μου!» «Τί ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σω;» «Ὅ,τι ὥ­ρα θές, γι­ό­κα μου!»

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἐκ­πλήσ­σε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὁ Χα­ρί­λα­ος δὲν τὸν ἔ­χει με­γα­λώ­σει μὲ λευ­κὲς ἐ­πι­τα­γές. Ἂν μπο­ρῶ νὰ κερ­δί­σω τό­σα πολ­λὰ κά­νον­τας ἁ­πλῶς καὶ μό­νο σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις, σκέ­φτε­ται ὁ Ἰ­ά­σο­νας, στὸ ἑ­ξῆς θὰ κά­νω μό­νο αὐ­τό.

.      «Ἔ­φυ­γα.»

.      Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀ­φοῦ στὴν ἡ­λι­κί­α του εἶ­ναι πάν­τα ντυ­μέ­νος μὲ στο­λὴ ἀ­θλο­παι­δι­ῶν.

.      «Ἀ­έ­ρα στὰ πα­νιά σου, Τζέ­ι­σον», τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι πο­νη­ρὰ ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν πιά­νει τὸ ὑ­πο­νο­ού­με­νο, ἀλ­λὰ ἔ­χει ἤ­δη τὴν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση στὴ δι­ά­θε­σή του. Ἐλ­πί­ζει μό­νο νὰ εἶ­ναι ἡ σω­στή.

.      Μὲ τὸ ποὺ ἀ­κού­ει τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­νει, ὁ Χα­ρί­λα­ος κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα σκα­λιὰ πα­τά­ει στὰ πέν­τε. Προ­σγει­ώ­νε­ται στὴν κου­ζί­να. Ἀ­νοί­γει τὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ βγά­ζει μιὰ μπί­ρα. Ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ πῶ­μα ποὺ φεύ­γει ἀ­π’ τὸν λαι­μό, ἕ­να κλει­δὶ γυ­ρί­ζει στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μπαί­νει μέ­σα ἡ Σό­νια.

.      «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς τί μὲ ρώ­τη­σε πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ὁ γιός μας», ἀ­να­κοι­νώ­νει ἔμ­πλε­ος χα­ρᾶς ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Εἶ­μαι πτῶ­μα», λέ­ει ἡ Σό­νια καὶ ἀ­φή­νει ἕ­ξι πρά­σι­νες σα­κοῦ­λες Marks & Spencer στὸ σα­λό­νι. «Πά­ω νὰ ἀλ­λά­ξω», λέ­ει καὶ ξε­κι­νᾶ νὰ βρεῖ τὰ σκα­λο­πά­τια.

.      «Ἄ­κου τί μοῦ εἶ­πε ὁ-», ἀρ­χί­ζει νὰ λέ­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος, προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴ σκά­λα γιὰ νὰ ἀ­κού­γε­ται κα­λύ­τε­ρα, ἀλ­λὰ ἡ Σό­νια ἐ­πεμ­βαί­νει:

.      «Τὸν εἶ­δα ποὺ ἔ­φευ­γε. Νά σοῦ πῶ… τοῦ εἶ­πες νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι ὅ,τι ὥ­ρα θέ­λει;»

.      «Ναί. Ἄ­κου τώ­ρα τί μοῦ-».

.      «Πε­ρί­με­νε, εἴ­πα­με!» δι­α­τά­ζει ἡ Σό­νια καὶ χώ­νε­ται στὸ μπά­νιο.

.      Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κου­ζί­να μὲ τὴν μπί­ρα στὸ χέ­ρι. Πά­ει πά­νω ἀ­πὸ τὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ στυ­λώ­νει τὸ μπου­κά­λι. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται ἡ αὐ­λὴ καὶ ἡ πι­σί­να, γε­μά­τη ἀ­κό­μα καὶ φω­τι­σμέ­νη. Τό­τε θυ­μᾶ­ται πὼς στέ­κε­ται στὸ μο­να­δι­κὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ δεῖ ἀ­πρό­σκο­πτα τὴν πι­σί­να, ἀ­φοῦ δω­μά­τια, σα­λό­νι, τρα­πε­ζα­ρί­α καὶ χὼλ εἶ­ναι εἴ­τε τυ­φλὰ εἴ­τε τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τές τους βλέ­πουν ἄλ­λ’ ἀντ’ ἄλ­λων. Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἀρ­χί­ζει νὰ ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.



		

	

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham): Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος



Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham)


Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος

(The missing link)


ΚΕΙΝΟΣ ἦ­ταν Κρὸ-Μα­νιόν, ἐ­κεί­νη Νε­άν­τερ­ταλ. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­κνο­ποι­ή­σουν.

Ἕ­νας μα­κρι­νὸς συγ­γε­νὴς —ὄρ­θιος, ἔ­ξυ­πνος καὶ μο­χθη­ρός— εἰ­σέ­βα­λε στὴ σπη­λιά τους, τὸν σκό­τω­σε, τὴν βί­α­σε, ἅρ­πα­ξε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὴν ἄ­φη­σε συν­τε­τριμ­μέ­νη, πάμ­πτω­χη καὶ ἔγ­κυ­ο.

       Οἱ ἀν­θρω­πο­λό­γοι ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται ποι­ός νὰ ἦ­ταν.

       Ἀ­γνό­η­σέ τον.

       Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ θά ΄θε­λες νὰ ξέ­ρεις.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἐ­πει­σό­διο



Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


­πει­σό­διο


Ο ΣΠΙΤΙ ἦ­ταν ἀ­νά­με­σα στὸ καρ­βου­νά­δι­κο καὶ τὴ γω­νί­α τῆς στε­νῆς γέ­φυ­ρας πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεί­μαρ­ρο ποὺ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τοὺς βο­ρι­νοὺς λό­φους τῆς πό­λης. Σπί­τι ξύ­λι­νο, σὲ κα­λὴ κα­τά­στα­ση, δί­πα­το, ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς Τουρ­κί­ας. Σφα­λι­σμέ­να τὰ παν­τζού­ρια. Ἕ­να πεῦ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἕ­να λι­γνὸ πλα­τά­νι, ποὺ ἔ­βγαι­νε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, ρί­χναν τὸν ἴ­σκιο τους πά­νω στὰ κε­ρα­μί­δια, κα­θὼς τὸ φεγ­γά­ρι, σχε­δὸν γε­μά­το, φώ­τι­ζε ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη, κα­πνα­πο­θῆ­κες.

       Μιὰ πα­λιὰ Μερ­σεν­τὲς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸ δρό­μο τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου. Κα­τέ­βη­καν τρεῖς. Στά­θη­καν γιὰ λί­γο στὴ γω­νιὰ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, με­τὰ ὁ ἕ­νας πῆ­γε καὶ στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νό­η­μα τῶν ἄλ­λων πέ­ρα­σε ἀ­πὸ ἕ­να δι­πλα­νὸ τοῖ­χο καὶ πῆ­γε πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι κα­τά­κλει­στο φάν­τα­ζε ἔ­ρη­μο. Ὁ ἄλ­λος ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα, στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τῆς κα­πνα­πο­θή­κης πά­νω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ ἔ­μει­νε κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ πά­ει γιὰ τὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α πέ­ρα­σαν ἄν­θρω­ποι, αὐ­τὸς γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη του κι ἔ­κα­νε πὼς κά­τι ψά­χνει στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ ἄλ­λος τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα πὼς ὁ πρῶ­τος εἶ­χε τὴ θέ­ση του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τό­τε μὲ ἀρ­γὰ βή­μα­τα προ­χώ­ρη­σε, στὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε πε­ρί­στρο­φο. Τὸ φεγ­γά­ρι στὸν οὐ­ρα­νὸ λι­ω­μέ­νος ἀ­σβέ­στης. Χτύ­πη­σε τὸ ἐ­πι­θύ­ριο χε­ρά­κι τῆς πόρ­τας καὶ ἔ­κα­νε λί­γο πί­σω, κα­μιὰ κί­νη­ση μέ­σα στὸ σπί­τι, χτύ­πη­σε μὲ κλο­τσιὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν πόρ­τα, ψυ­χή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε λί­γο καὶ ξα­να­χτύ­πη­σε πά­λι μὲ κλο­τσιά, πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ γκρε­μι­στεῖ, ὅ­ταν φά­νη­κε στὸ βά­θος, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς πόρ­τας, ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ φῶς, ἀλ­λὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ αὐ­τὸς ποὺ στε­κό­ταν στὴ γω­νιὰ τοῦ κα­πνο­μά­γα­ζου φώ­να­ξε: «Πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα.» Κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ χα­μη­λὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ σπι­τιοῦ πή­δη­ξε μ’ ὁρ­μὴ στὰ νε­ρὰ καὶ τὰ σκου­πί­δια. Ἀ­μέ­σως αὐ­τὸς ποὺ φώ­να­ξε πι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα τῆς γέ­φυ­ρας κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει στὸ ρέ­μα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἤ­δη ἔ­τρε­χε γρή­γο­ρα πα­τών­τας σὲ μέ­ρη ποὺ θὰ ‘­πρε­πε νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἦ­ταν στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ, περ­νών­τας ἕ­να τοι­χά­κι, μπῆ­κε στὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ χτυ­ποῦ­σε θέ­λον­τας νὰ πα­ρα­βιά­σει τὴν πόρ­τα, μό­λις ἄ­κου­σε πὼς κά­ποι­ος πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα, ἔ­τρε­ξε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς γέ­φυ­ρας, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δεῖ τί γί­νε­ται, φω­νά­ζον­τας: «Στα­μα­τῆστε τον.» Στὸ ἄ­σπρο φῶς φαι­νό­ταν κα­θα­ρὰ ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­τρε­χε μὲς στὸ ρέ­μα, «Γα­μη­μέ­νε, θὰ πε­θά­νεις», φώ­να­ξε καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τρέ­χει. Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα φά­νη­καν τώ­ρα οἱ δι­κοί του, αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα πέ­ρα­σε στὸ δι­πλα­νὸ δρο­μά­κι, μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­τι ρο­δι­ές, τρέ­χον­τας νὰ τὸν προ­λά­βει σὲ μιὰν ἄλ­λη γέ­φυ­ρα λί­γο πιὸ κά­τω, δί­πλα στὸν πα­λιὸ κα­μέ­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο Πα­τέ. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἔ­τρε­χε μὲ δύ­να­μη, πί­σω του ἄ­κου­γε τοὺς ἄλ­λους κι ἕ­ναν ἀ­κό­μη πυ­ρο­βο­λι­σμό, ἔ­πρε­πε κά­που νὰ χω­θεῖ, ἔ­τρε­χε κι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει μιὰν ἀ­πό­φα­ση, τὰ πό­δια του γυ­μνὰ δὲ θὰ τὸν βο­η­θοῦ­σαν γιὰ πο­λὺ ἀ­κό­μη, μέ­σα σὲ σκου­πί­δια καὶ χα­λί­κια καὶ τε­νε­κέ­δες, ὅ­μως δὲν εἶ­χε πολ­λὲς ἐ­πι­λο­γές, ἢ θ’ ἀ­νέ­βαι­νε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα ἀ­πὸ κά­τι πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια στὸν κῆ­πο τῆς τα­βέρ­νας τοῦ Ἀν­θή­λα­ου, στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ, ἢ πα­ρα­κά­τω, ἀλ­λὰ μα­κριά, κον­τὰ στὰ μπορ­ντέ­λα. Τοῦ ἔ­με­νε ἡ πρώ­τη ἔ­ξο­δος. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἔ­κο­ψε δρό­μο μέ­σ’ ἀ­πὸ τὶς ρο­δι­ές, ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα τὴν ὥ­ρα ποὺ αὐ­τὸς βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς σκά­λας, μα­κριὰ ἔρ­χον­ταν τρέ­χον­τας μέ­σα στὸ ρέ­μα οἱ ἄλ­λοι, πυ­ρο­βό­λη­σε, αὐ­τὸς ποὺ ἦ­ταν στὴ σκά­λα χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ κά­τι δέν­τρα τοῦ κή­που. Ὁ ἄλ­λος ποὺ πυ­ρο­βό­λη­σε ἔ­τρε­ξε στὴν τα­βέρ­να, μπῆ­κε μέ­σα καὶ πέ­ρα­σε στὴν πί­σω πλευ­ρά, ἄ­νοι­ξε τὴν τζα­μω­τὴ πόρ­τα τοῦ βά­θους καὶ βγῆ­κε στὸν κῆ­πο. Ὁ τα­βερ­νιά­ρης καὶ κά­να-δυ­ὸ πε­λά­τες πά­γω­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Χί­τη. Τὸν βρῆ­κε πε­σμέ­νο στὴ μέ­ση της μι­κρῆς αὐ­λῆς. Τὴν αὐ­λὴ τὴν κλεῖ­ναν δυ­ὸ τοῖ­χοι ἀ­πὸ κα­πνα­πο­θῆ­κες καὶ τὸ ρέ­μα μὲ τὶς ρο­δι­ές. Πλη­σί­α­σε, ἄ­κου­σε ἕ­να μουγ­κρη­τό, μὲ δύ­να­μη τοῦ ‘­δω­σε μιὰ κλο­τσιὰ στὸ κε­φά­λι, ὁ πε­σμέ­νος φο­ροῦ­σε πα­λιὸ μπα­λω­μέ­νο που­κά­μι­σο, χα­κὶ παν­τε­λό­νι ποὺ τὸ ‘­χε δε­μέ­νο στὴ μέ­ση του μὲ σκοι­νί, κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Τὰ χέ­ρια του, οἱ πα­λά­μες, σὰν πλα­τα­νό­φυλ­λα. Στὸ πε­ζού­λι ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τῆς σκά­λας φά­νη­καν τὰ κε­φά­λια τῶν ἄλ­λων ποὺ βγαῖναν ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, λα­χα­νι­α­σμέ­νοι, τοὺς ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ καὶ ἄ­δεια­σε τὶς ὑ­πό­λοι­πες σφαῖ­ρες στὸ κε­φά­λι τοῦ πε­σμέ­νου.

       Ἔ­κα­νε ἕ­να-δυ­ὸ βή­μα­τα πί­σω, σή­κω­σε τὸ δε­ξί του πό­δι καὶ σκού­πι­σε τὸ πα­πού­τσι του στὴ γάμ­πα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ του πο­διοῦ. Ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ τὸν πά­ρουν. Γύ­ρι­σε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λει­α (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2001).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.



		

	

Δημήτρης Χριστόπουλος: Kolynos


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Kolynos


ΡΙΝ ΑΠΟ ἕ­ναν χρό­νο πέ­θα­νε ὁ θεῖ­ος μου. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του, ἄ­κου­γε τὸ Hallelujah τοῦ Leonard Cohen. Ἀ­πὸ τό­τε κόλ­λη­σα κι ἐ­γὼ γιὰ τὰ κα­λὰ μὲ τὸν Κα­να­δὸ τρα­γου­δο­ποι­ό. «Ἔ­χου­με τὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α» ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φεν­τιά μου θὰ φύ­γει πρώ­τη. Ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνά το μνῆ­μα του γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κὸς συγ­γε­νής του.

          «Νὰ φρον­τί­ζεις γιὰ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τά σου» μοῦ ἔ­λε­γε. «Πο­τὲ μὴν φεύ­γεις ἀ­πὸ τὸ σπί­τι δί­χως κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, καί, προ­πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἔ­χεις πλύ­νει τὸ στό­μα σου ἐ­πι­με­λῶς μὲ τὴν κα­τάλ­λη­λη ὀ­δον­τό­βουρ­τσα καὶ μὲ ὀ­δον­τι­κὸ νῆ­μα. Στὸ τέ­λος νὰ κά­νεις καὶ πλύ­σεις μὲ ἁ­λα­τό­νε­ρο γιὰ νὰ σφίγ­γουν τὰ οὖ­λα.»

          Στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ τοῦ ἔ­βα­λα τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Στὴ μαρ­μά­ρι­νη θή­κη κά­τω ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρὸ βρί­σκε­ται μιὰ Kolynos, τὴν ὁ­ποί­α κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τι­κα­θι­στῶ μὲ μιὰ και­νούρ­για.

          Ὁ θεῖ­ος μου, παι­δὶ τῆς Κα­το­χῆς, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ πε­θά­νει λό­γῳ ἀ­βι­τα­μί­νω­σης. Στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε του ἔ­χα­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του δόν­τι.



Πηγή: ἐφημερίδα Molonoti, 29-04-2017.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Σπουδάζει «Δημιουργική Γραφή» στὸ Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, (δ)έ­κα­τα, Book­press, στὶς ἱ­στο­­σε­λί­­δες Fractal καὶ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κό ἱ­στό­το­πο «Ἠ­λε­κτρο­νι­κή Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κών Θε­μά­των».



		

	

Ντίνος Χριστιανόπουλος: Βίοι παράλληλοι


Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος


Βί­οι πα­ράλ­λη­λοι


ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΑΘΗΝΑ τοῦ 1860 με­σου­ρα­νοῦ­σε ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ρί­ζος Ραγ­κα­βῆς. Ἀ­ρι­στο­κρά­της Φα­να­ρι­ώ­της, ὑ­πῆρ­ξε εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια κα­θη­γη­τὴς τῆς ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, δι­ε­τέ­λε­σε πρε­σβευ­τὴς καὶ ὑ­πουρ­γὸς τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν, ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε τὴν Ἑλ­λά­δα στὸ συ­νέ­δριο τοῦ Βε­ρο­λί­νου καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα δι­έ­πρε­ψε ὡς δι­ά­ση­μος λο­γο­τέ­χνης.

            Ὡς ποι­η­τής, εἶ­χε κά­τι ἀ­π’ τὴν ἀ­βρό­τη­τα τῶν στι­χουρ­γῶν τοῦ Φα­να­ριοῦ. Στὰ πρῶ­τα του ποι­ή­μα­τα ἦ­ταν ζε­στὴ ἀ­κό­μα ἡ ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ λα­ϊ­κὰ θέ­μα­τα καὶ τὴν κοι­νὴ λα­λιά. Συ­νέ­θε­τε μά­λι­στα καὶ στί­χους γιὰ τρα­γου­δά­κια τοῦ συρ­μοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα προ­σαρ­μό­στη­κε στὶς ἀ­παι­τή­σεις τῶν και­ρῶν καὶ τῆς βαβαρο­κρα­τί­ας, τὸ γύ­ρι­σε στὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα καὶ τὰ ἀρ­χαῖ­α θέ­μα­τα κι ἔ­γι­νε ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ρο­μαν­τι­σμοῦ.

            Πιὸ ρα­φι­νά­το πνεῦ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν ἐ­πο­χή του. Πε­ρι­ζή­τη­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να σα­λό­νια, μι­λών­τας μὲ ἄ­νε­ση τέσ­σε­ρις γλῶσ­σες, δι­έ­πρε­πε ὄ­χι μό­νο σὲ ὑ­πο­κλί­σεις καὶ χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἀ­νεκ­δο­το­λο­γί­α. Εἶ­χε πολ­λὰ νὰ δι­η­γη­θεῖ γιὰ τὶς σχέ­σεις του μὲ τὸν Μπί­σμαρκ ἢ γιὰ τὴ γνω­ρι­μί­α του μὲ τὸν Οὐ­ί­τμαν ὅ­ταν ἔ­κα­νε πρε­σβευ­τὴς στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον. Σὲ κάμ­πο­σα σα­λό­νια τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λοὶ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν ποιός ἦ­ταν πρω­θυ­πουρ­γὸς στὴν Ἑλ­λά­δα, ἤ­ξε­ραν ὅ­μως πὼς ἡ Ἑλ­λὰς εἶ­χε ἕ­ναν λο­γο­τέ­χνη πρώ­του με­γέ­θους, τὸν Ραγ­κα­βῆ. Τὰ ἔρ­γα του με­τα­φρά­ζον­ταν δια­ρκῶς στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ γερ­μα­νι­κά, καὶ κά­θε ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη σχε­δὸν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου σ’ αὐ­τόν.

            Κά­θε ἔκ­δο­ση βι­βλί­ου του ἀ­πο­τε­λοῦ­σε παγ­κό­σμιο γε­γο­νός. Στὴν ἀρ­χὴ τύ­πω­νε στὴν Ἀ­θή­να, μι­κρά, κομ­ψὰ βι­βλί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Κο­ρο­μη­λά». Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δι­ε­θνὴ αἴ­γλη, τύ­πω­νε μό­νο στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ τὴ Λι­ψί­α, «ἐκ τῆς τυ­πο­γρα­φί­ας Α. Δρου­γου­λί­νου». Οἱ ἐκ­δό­σεις αὐ­τὲς εἶ­χαν συ­νή­θως μέ­γα τέ­ταρ­το σχῆ­μα, μὲ χρυ­σὰ αὐ­το­κρα­το­ρι­κὰ κα­πά­κια καὶ ρά­χη πλου­μι­στή. Βέ­βαι­α, κό­στι­ζαν πε­ρι­ου­σί­ες. Καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­λὸ σπί­τι στὴν Ἀ­θή­να, στὴν Πό­λη, στὴ Σμύρ­νη, στὸ Βου­κου­ρέ­στι, ποὺ νὰ μὴν προ­μη­θεύ­ον­ταν ἀ­μέ­σως κά­θε νέ­ο του ἔρ­γο. Καὶ δός του οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες συ­νεν­τεύ­ξεις καὶ ἄρ­θρα ἐγ­κω­μι­α­στι­κὰ καὶ κρι­τι­κὲς μὲ πη­χιαίους τί­τλους.

            Ὁ Ραγ­κα­βῆς δι­έ­πρε­ψε ἀ­κό­μη καὶ ὡς θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι «Τοῦ Κου­τρού­λη ὁ γά­μος», ποὺ ὁ τί­τλος του ἔ­γι­νε πα­ροι­μί­α. Ἔ­γρα­ψε πολ­λὲς δε­κα­τρι­σύλ­λα­βες τρα­γω­δί­ες καὶ κω­μω­δί­ες, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ Βυ­ζάν­τιο, κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τὰ εἰ­δύλ­λια καὶ κω­μει­δύλ­λια μὲ θέ­μα­τα τῆς ἐ­πο­χῆς του, ποὺ δεί­χνουν ὅ­τι τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ στὴν ἠ­θο­γρα­φί­α. Κά­θε πρε­μι­έ­ρα ἔρ­γου του τὴν τι­μοῦ­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τους ὁ βα­σι­λεὺς Γε­ώρ­γιος ὁ Α’, ἡ αὐ­λή, ἡ κυ­βέρ­νη­ση καὶ τὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ σῶ­μα. Ὁ βα­σι­λεύς, μά­λι­στα, ποὺ εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­δυ­να­μί­α στοὺς ρο­μαν­τι­κούς, τοῦ ἀ­πέ­νει­με τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν με­γα­λό­σταυ­ρο. Λέ­νε ὅ­τι τὰ πα­ρά­ση­μα τοῦ Ραγ­κα­βῆ ξε­περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια του.

            Στὰ τέ­λη τῆς ζω­ῆς του συ­νέ­γρα­ψε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν λί­γο με­τὰ τὸν θά­να­τό του. Ἐ­κεῖ ἀ­να­φέ­ρει λε­πτο­με­ρῶς σὲ πό­σες χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες πα­ρα­βρέ­θη­κε, πό­σα χει­ρο­φι­λή­μα­τα ἔ­δω­σε, σὲ πό­σα λευ­κώ­μα­τα ἐ­κλε­κτῶν νε­α­νί­δων ἔ­γρα­ψε στί­χους του, πῶς ἦ­ταν τὰ ἁ­μά­ξια τῆς ἐ­πο­χῆς του, μὲ πό­σες δι­α­ση­μό­τη­τες συ­νέ­φα­γε κτλ. κτλ. Τέ­λος, φρόν­τι­σε νὰ τυ­πώ­σει καὶ τὰ φι­λο­λο­γι­κὰ ἅ­παν­τά του σὲ εἴ­κο­σι ὡ­ραί­ους τό­μους. Σ’ αὐ­τὰ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὰ ποι­η­τι­κά του ἔρ­γα, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα του «Ὁ αὐ­θέν­της τοῦ Μω­ρέ­ως», δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ζὰ καὶ με­λέ­τες, τὰ θε­α­τρι­κά, μιὰ γραμ­μα­το­λο­γί­α, δι­ά­φο­ρες με­τα­φρά­σεις ἔρ­γων ἐκ τῆς παγ­κο­σμί­ου φι­λο­λο­γί­ας, καί, τέ­λος, τὰ «ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά» του. Εἶ­ναι ὁ μό­νος λο­γο­τέ­χνης ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε νὰ τυ­πώ­σει τὰ τό­σο τε­ρά­στια ἅ­παν­τά του, ποὺ ξε­περ­νοῦν κα­τὰ πο­λύ τά ἅ­παν­τα τοῦ Πα­λα­μᾶ.

            Πέ­θα­νε τὸ 1892 πλή­ρης δό­ξης καὶ τι­μῶν, ἐν­νιὰ χρό­νια πρὶν θε­σπι­στεῖ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ.


            Τὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ στὴν Ἀ­θή­να ζοῦ­σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο γε­ρόν­τιο ποὺ τὸ ἔ­λε­γαν Μα­κρυ­γιά­ννη. Ἦ­ταν πα­λιὸς Ρου­με­λι­ώ­της ὁ­πλαρ­χη­γός, ποὺ ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ κα­φε­τζὴς στὸ Λι­δο­ρί­κι καὶ κα­τά­φε­ρε νε­ώ­τα­τος νὰ γί­νει στρα­τη­γός. Πο­λέ­μη­σε λε­βέν­τι­κα καὶ γεν­ναί­α στὴν Ἄρ­τα, στὸ Να­βα­ρί­νο, στοὺς Μύ­λους καὶ ὑ­πε­ρά­σπι­σε τὴν Ἀ­θή­να σὲ ὅ­λες της τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νὰ γί­νει τὸ κορ­μὶ του κέν­τη­μα ἀ­π’ τὶς πλη­γές, καὶ χώ­ρια οἱ δια­ρκεῖς προ­στρι­βές του μὲ τοὺς ἑ­κά­στο­τε ἰ­σχυ­ρούς τῆς ἡ­μέ­ρας, τὸν Ἀν­δροῦ­τσο, τὸν Γκού­ρα, τὸν Γεν­ναῖ­ο Κο­λο­κο­τρώ­νη, τὸν Κα­πο­δί­στρια καὶ ἄλ­λους. Μὲ τὴν ἀ­ξί­α του καὶ μὲ τὴν ἐν­τι­μό­τη­τά του κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­κλε­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς πλη­ρε­ξού­σιος στὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­θνο­συ­νε­λεύ­σεις, ὅ­που ἀ­γω­νί­ζον­ταν μὲ πεῖ­σμα ἐ­ναν­τί­ον κά­θε ἀ­δι­κί­ας. Πρὶν ἀ­κό­μα ἡ Ἀ­θή­να γί­νει πρω­τεύ­ου­σα τῆς Ἑλ­λά­δος, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα σ’ αὐ­τήν, ὑ­πῆρ­ξε μά­λι­στα καὶ ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς πρώ­τους της δη­μο­τι­κοὺς συμ­βού­λους. Κον­τὰ στὶς στῆ­λες τοῦ Ὀ­λυμ­πί­ου Διός, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι σή­με­ρα πρὸς τι­μήν του ἡ συ­νοι­κί­α Μα­κρυ­γιά­ννη, ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να χω­ρα­φά­κι μὲ μιὰ σπη­λιά, ἔ­χτι­σε ἕ­να σπί­τι γιὰ τὰ δώ­δε­κα παι­διά του καὶ με­τέ­τρε­ψε τὴ σπη­λιὰ σὲ πα­ρεκ­κλή­σι. Ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴν τρύ­πα ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ τὰ βά­ζει μὲ τοὺς δυ­να­τούς: τὸν Ὄ­θω­να, τὸν Ἀρ­μαν­σμπεργχ, τὸν Χρι­στί­δη, τὸν Καλ­λέρ­γη καὶ ἁ­πα­ξά­παν­τες τοὺς πρω­θυ­πουρ­γούς. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πνί­ξει τὴν ὀρ­γή του γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, τὴν ἐ­ξο­λό­θρευ­ση τῶν πα­λι­ῶν ἀ­γω­νι­στῶν, τὸ πλι­α­τσι­κο­λό­γη­μα τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν κω­λυ­σι­έρ­γειά τους νὰ δώ­σουν σύν­ταγ­μα στὸ λα­ό. Τὸ σύν­ταγ­μα ἦ­ταν τὸ μό­νι­μο με­ρά­κι του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πο­τόλ­μη­σε τὸ κί­νη­μα τῆς Τρί­της Σε­πτεμ­βρί­ου 1843, ποὺ ἦ­ταν ἔρ­γο κα­θα­ρὰ δι­κό του. Αὐ­τὸ ὁ Ὄ­θων δὲν τοῦ τὸ συγ­χώ­ρη­σε πο­τέ. Ἄρ­χι­σαν οἱ κα­τα­τρεγ­μοὶ ἀ­π’ τὸ πα­λά­τι, τὶς κυ­βερ­νή­σεις, τοὺς ἴ­διους τοὺς πα­λιούς του συ­νερ­γά­τες· ἡ μιὰ δο­λο­φο­νι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐ­ναν­τί­ον του δι­α­δέ­χον­ταν τὴν ἄλ­λη, οἱ ἀ­να­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πα­νω­τές, οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ κα­τ’ οἶ­κον, τὸ σύρ­σι­μο στὶς φυ­λα­κές, τὰ βα­σα­νι­στή­ρια. Στὸ τέ­λος κα­τα­δι­κά­στη­κε κι αὐ­τός σε θά­να­το γιὰ συ­νω­μο­σί­α κα­τὰ τῆς ζω­ῆς τοῦ Ὄ­θω­να καὶ γλί­τω­σε τὸ κε­φά­λι του μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας, χά­ρη στὴν ἐ­πέμ­βα­ση δι­α­φό­ρων προ­σω­πι­κο­τή­των.

            Οἱ πολ­λὲς πλη­γὲς ποὺ εἶ­χε στὸ κορ­μὶ του τὸν εἶ­χαν με­τα­βά­λει σ’ ἕ­να ἰ­δι­ό­τρο­πο καὶ στριμ­μέ­νο μορ­μο­λύ­κει­ο, γε­ρα­σμέ­νο πρὶν τὴν ὥ­ρα του· τί­πο­τα δὲ θύ­μι­ζε τὸν ὡ­ραῖ­ο λε­βέν­τη τοῦ 1821, ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με ἀ­πὸ τὴ γνω­στὴ γκρα­βού­ρα. Αὐ­τὸ λοι­πὸν τὸ χού­φτα­λο ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε με­ρά­κι νὰ γρά­ψει τὰ ὅ­σα ἔ­ζη­σε. Ἤ­ξε­ρε ἀ­π’ τὰ νιά­τα του πέν­τε κολ­λυ­βο­γράμ­μα­τα, ἔ­μα­θε κι ἄλ­λα πέν­τε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­γό­νι του, καὶ μιὰ καὶ δυ­ὸ ἄρ­χι­σε νὰ δο­κι­μά­ζει στὸ χαρ­τὶ τὰ ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τά του. Ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε ὅ­λο τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να, κα­τα­πά­στη­κε καὶ μὲ τὴ βαβαρο­κρα­τί­α. Τί­πο­τα δὲν ἀ­να­φέ­ρει ποὺ νὰ μὴν τὸ ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ κον­τά. Μᾶς χά­ρι­σε τριά­ντα χρό­νια νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ζω­ῆς, ὄ­χι ὅ­πως τὰ ξέ­ρου­με ἀ­π’ τὰ ἐγ­χει­ρί­δια ἱ­στο­ρί­ας, τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τοὺς πλη­ρω­μέ­νους κα­λα­μα­ρά­δες, ἀλ­λὰ ὅ­πως τὰ εἶ­δε ἕ­νας ντόμ­προς καὶ ἀ­χά­λα­στος λα­ϊ­κὸς ἄν­θρω­πος. Βέ­βαι­α, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ’­ρι­χνε στὸ χαρ­τὶ ὅ­πως τοῦ ‘ρχον­ταν, σὰ νὰ μι­λοῦ­σε — δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, μά­λι­στα, πρῶ­τα νὰ τά ’­λε­γε φω­να­χτὰ καὶ με­τὰ νὰ τά ‘γρα­φε. Εἶ­ναι μυ­στή­ριο ποῦ βρῆ­κε ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς τό­ση ὑ­πο­μο­νὴ γιὰ νὰ γρά­ψει πεν­τα­κό­σι­ες σε­λί­δες, καὶ πῶς κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ θυ­μη­θεῖ ὅ­λα μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγ­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ­λό­κλη­ρες στι­χο­μυ­θί­ες. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­ναν αὐ­τά, ξό­δε­ψε ὅ,τι εἶ­χε καὶ δὲν εἶ­χε γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει ἕ­ναν λα­ϊ­κὸ ζω­γρά­φο νὰ τοῦ «ἱ­στο­ρή­σει» τὸ 21, ὅ­πως αὐ­τὸς τὸ εἶ­δε καὶ τὸ ἔ­ζη­σε, κι ὄ­χι ὅ­πως τὸ εἶ­χαν μο­λέ­ψει οἱ δι­ά­φο­ροι ξέ­νοι καὶ ξε­νο­μα­θη­μέ­νοι.

            Δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν ἐκ­θρό­νι­ση τοῦ Ὄ­θω­να πέ­θα­νε κι αὐ­τὸς ἀ­π’ τὶς πα­λι­ὲς πλη­γὲς καὶ τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση. Κοι­μή­θη­κε τα­πει­νὰ τὸν ὕ­πνο του δι­καί­ου, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε σὲ ὑ­περ­πο­λυ­τε­λὴ ἔκ­δο­ση ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» τοῦ Ραγ­κα­βῆ.


            Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σαν ἑ­κα­τὸ χρό­νια καί. Ἡ Ἑλ­λά­δα δο­κί­μα­σε πολ­λὲς βα­βα­ρο­κρα­τί­ες, ὁ ρο­μαν­τι­σμὸς ἔ­πε­σε σὰ χάρ­τι­νος πύρ­γος. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ἐ­κτο­πί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Πα­λα­μᾶ, ὁ Πα­λα­μᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­π’ τὸν Κα­βά­φη. Ὁ Ραγ­κα­βῆς ξε­χά­στη­κε ὁ­λό­τε­λα. Τὰ ποι­ή­μα­τά του θε­ω­ρή­θη­καν ἀν­τί­γρα­φα τῶν Γάλ­λων ρο­μαν­τι­κῶν, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του κρί­θη­κε σὰν ἀ­πο­μί­μη­ση τοῦ «Ἰ­βα­νό­η» τοῦ Οὐῶλ­τερ Σκότ, ἡ γραμ­μα­το­λο­γί­α του εἶ­ναι ἀ­φό­ρη­τη, τὰ θε­α­τρι­κά του δὲ δι­α­βά­ζον­ται, τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γή­μα­τά του ἀ­πο­δεί­χτη­καν φτη­νὰ μα­ζέ­μα­τα ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ. Τὸ ὄ­νο­μά του θὰ τὸ βρεῖ­τε βέ­βαι­α σὲ με­ρι­κὲς σχο­λα­στι­κὲς γραμ­μα­το­λο­γί­ες, ὁ «Δι­ο­νύ­σου πλοῦς» ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα σὲ με­ρι­κὲς πα­λι­ὲς ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ οἱ εἴ­κο­σι τό­μοι τῶν ἅ­πάν­των του κο­σμοῦν ἀ­ζή­τη­τοι με­ρι­κὲς δη­μό­σι­ες βι­βλι­ο­θῆ­κες. Ἔ­πε­σε ὁ κο­λοσ­σὸς τῆς πα­λιᾶς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς σχο­λῆς τί­πο­τα δὲν ἔ­μει­νε ἀ­π’ τὸ πέ­ρα­σμά του.

            Κι ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης; τὸ μορ­μο­λύ­κει­ο τῆς βα­βα­ρο­κρα­τί­ας; Αὐ­τὸς βέ­βαι­α δὲν λα­χτα­ροῦ­σε φι­λο­λο­γι­κὲς δό­ξες, ἁ­πλῶς ἤ­θε­λε νὰ μᾶς ἀ­φή­σει γραμ­μέ­νη τὴν ἱ­στο­ρί­α του, νὰ μά­θου­με ἀ­πὸ πρῶ­το χέ­ρι τί τέ­ρα­τα κυ­βέρ­νη­σαν καὶ χαν­τά­κω­σαν τὴν Ἑλ­λά­δα. Γιὰ πολ­λὰ χρό­νια τὰ χει­ρό­γρα­φά του εἶ­χαν χα­θεῖ, μέ­χρι ποὺ τ’ ἀ­να­κά­λυ­ψε ὁ Βλα­χο­γιά­ννης σ’ ἕ­να μπα­κά­λι­κο, ποὺ τὰ εἶ­χαν γιὰ νὰ τυ­λί­γουν ἀν­τσοῦ­γες. Τὰ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ δι­ά­βα­σε καὶ μὲ χί­λια βά­σα­να κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ τυ­πώ­σει τὸ 1907. Ὅ­λοι ἔ­μει­ναν κα­τά­πλη­κτοι ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή τους ἀ­ξί­α, τὴ ζου­με­ρὴ λα­ϊ­κὴ γλώσ­σα, τὴν πα­ρα­στα­τι­κὴ ἀ­φή­γη­ση, τοὺς ὁ­λο­ζών­τα­νους δι­α­λό­γους, τοὺς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κοὺς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, τὴ λα­ϊ­κὴ θυ­μο­σο­φί­α. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν μᾶς ἔ­δω­σε τό­σο δρα­μα­τι­κὰ τὶς δύ­ο ἐ­πο­χὲς 1821 – βα­βα­ρο­κρα­τί­α καὶ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ζω­γρά­φι­σε πιὸ πα­ρα­στα­τι­κὰ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὰ πά­θη τοῦ λα­οῦ μας. Σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα τοῦ Μα­κρυ­γιά­ννη ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­χτοῦν καὶ τοὺς πιὸ δύ­σκο­λους γραμ­μα­το­λό­γους, νὰ τυ­πώ­νον­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά, νὰ με­τα­φρά­ζον­ται ἔ­ξω καὶ νὰ θε­ω­ροῦν­ται ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς ἰ­σά­ξια μὲ τὰ πε­ζο­γρα­φή­μα­τα τοῦ Πα­πα­δι­α­μάν­τη. Σή­με­ρα ὁ κα­φε­τζὴς ἀ­πὸ τὸ Λι­δο­ρί­κι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους λο­γο­τέ­χνες μας, κι ἂς μὴν ἀ­ξι­ώ­θη­κε πο­τὲ στὴ ζω­ή του οὔ­τε τοὺς με­γα­λό­σταυ­ρους τοῦ Γε­ωρ­γί­ου, οὔ­τε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ Μπί­σμαρκ, οὔ­τε κὰν μιὰ συ­νεν­τευ­ξού­λα στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς ἐ­πο­χῆς του.



Πη­γή: Ἡ κά­τω βόλ­τα (Δι­α­γώ­νιος, 1991, δι­η­γή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ).

Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1931). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο, με­τά­φρα­ση, κρι­τι­κή. Σπού­δα­σε κλα­σι­κή φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἴ­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κό οἶ­κο «Δι­α­γώ­νιος» καὶ τὸ ὁ­μό­νυ­μο πε­ρι­ο­δι­κό. Πρῶ­το του βι­βλί­ο εἷ­ναι ἡ Ἐ­πο­χή τῶν ἰ­σχνών ἀ­γε­λά­δων (ποί­η­ση, Κο­χί­ας, 1950). Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Με­γά­λο Βρα­βεῖ­ο Γραμ­μά­των γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του, ἀρ­νή­θη­κε ὅ­μως νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει πα­ρα­πέμ­πον­τας γιὰ τοὺς λό­γους σὲ σχε­τι­κὸ κεί­με­νό του Ε­ναν­τί­ον τοῦ 1979.