Θεοδόσης Κοντάκης: Θεσσαλονίκη


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Θεσ­σα­λο­νί­κη


ΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΪ, δε­μέ­να ὅ­λα τὰ κα­ρά­βια στὸ λι­μά­νι. Κα­τα­χνιὰ ἔ­χει σκε­πά­σει τὴν ἀ­πο­βά­θρα, τὸ νε­ρό, τὰ φῶ­τα ποὺ ἀ­κό­μα μέ­νουν ἀ­ναμ­μέ­να. Ἕ­νας κόμ­πος σὰν νὰ μὲ δέ­νει ἀ­π’ τὸ στῆ­θος καὶ νὰ φτά­νει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κόλ­που, ποὺ εἶ­ναι τώ­ρα ἀ­ό­ρα­τη.

       Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ φυ­σι­κή μου πα­τρί­δα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ και­ρό, του­λά­χι­στον στὰ ὥ­ρι­μα χρό­νια μου. Κι ὅ­μως, οἱ λι­γο­στοὶ γνω­στοί μου ντό­πιοι ποὺ ἀ­κό­μα ζοῦν, κά­νουν φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ μὲ πεί­σουν πὼς εἶ­ναι μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, χα­ρού­με­νη πό­λη. Μὰ ποι­ά εἶ­ναι λοι­πὸν ἡ πό­λη ποὺ κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­π’ τὴν προ­κυ­μαί­α; Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ μό­λις δι­α­κρί­νον­ται θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νες σὲ κά­θε τό­πο, ξέ­νο γιὰ μέ­να.

        Ἄρ­χι­σα ν’ ἀ­νε­βαί­νω, ἀ­συ­ναί­σθη­τα σχε­δόν, κά­θε­τα πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α: μᾶλ­λον ἔ­νι­ω­θα πὼς ἀ­πὸ δῶ θά ’­βλε­πα κα­λύ­τε­ρα – τί ὅ­μως; Ἀ­πὸ δῶ δι­α­κρί­νε­ται, μὲς στὴ θο­λού­ρα, ὁ τροῦ­λος τοῦ να­οῦ τοῦ Πο­λι­ού­χου. Καὶ νά: ἡ ὁ­μί­χλη σι­γὰ-σι­γὰ δι­α­λύ­ε­ται – τὸ σκη­νι­κὸ ἀλ­λά­ζει, λὲς κι ἔ­χω μπεῖ σὲ ὄ­νει­ρο: μι­κρὰ σπι­τά­κια πῆ­ραν τὴ θέ­ση τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, οἱ δρό­μοι χω­μά­τι­νοι καὶ στε­νοί. Τὴ θέ­ση τῆς βο­ῆς τῶν μη­χα­νο­κί­νη­των πῆ­ρε μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ἰα­χή, πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων μα­ζί, ποὺ ἀ­κού­γε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­θα­ρά, πιὸ δυ­να­τὰ καὶ μὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἐν­θου­σια­σμό. Σὰν μυρ­μήγ­κια δι­α­κρί­νω τὸ πλῆ­θος ποὺ μα­ζεύ­ε­ται γιὰ κά­τι ποὺ μοιά­ζει ση­μαν­τι­κό. Ἄ­γνω­στες μου­σι­κὲς καὶ συν­θή­μα­τα φτά­νουν στ’ αὐ­τιά.

        Καὶ ἰ­δού! Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, ὑ­πο­θέ­τω ἀ­πὸ ὅ­σο ἀ­νέ­τρε­ξα ἀρ­γό­τε­ρα πὼς εἶ­ναι ὁ Βα­σί­λει­ος, αὐ­τὸς ποὺ με­τέ­πει­τα ἀ­πο­κλή­θη­κε «Βουλ­γα­ρο­κτό­νος», ὅ­μως ἀ­κό­μα δὲν ἦ­ταν· μό­νο πού, ἀ­πὸ δῶ ἀ­κρι­βῶς ξε­κι­νά­ει, καὶ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐ­πι­χεί­ρη­ση τῆς ζω­ῆς του: μιὰ κου­κί­δα κι αὐ­τός, στὸ βά­θος τοῦ χρό­νου, λάμ­πει ὅ­μως ἀ­π’ τὸ χρυ­σὸ τῆς πα­ρου­σί­ας του, τῆς συ­νο­δεί­ας του, κα­βά­λα στὸ —πε­ρή­φα­νο ὑ­πο­θέ­τω— ἄ­λο­γό του. Μπρο­στὰ με­γα­λό­πρε­πος ὁ σταυ­ρός, ἡ εἰ­κό­να: μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρί­νω τὸ κόκ­κι­νο ἄ­λο­γο καὶ τὸν σε­πτὸ ἀ­να­βά­τη, ζω­γρα­φι­σμέ­νος μὲ χρώ­μα­τα φρέ­σκα καὶ λαμ­πρὰ – μό­νο ἔρ­χε­ται στὰ ρου­θού­νια μου ἀ­νε­παί­σθη­το ἄ­ρω­μα.

        Κα­θὼς προ­βάλ­λει δει­λὰ ὁ ἥ­λιος, φρι­χτὰ τὰ ξί­φη λάμ­πουν στὰ μά­τια, θά ’­λε­γα τυ­φλώ­νουν τὸ πλῆ­θος – κι αὐ­τὸ θὰ γι­νό­ταν σύν­το­μα. Καὶ πιὸ με­τὰ πά­λι, ἄλ­λα ξί­φη θὰ γύ­ρι­ζαν πί­σω στὰ κορ­μιὰ τῶν ἀ­πο­γό­νων. Μὰ γιὰ τὸ κα­θε­τὶ ἔρ­χε­ται ἡ κα­τάλ­λη­λη ἡ ὥ­ρα, κι ἕ­νας Θε­ὸς ξέ­ρει για­τί γύ­ρι­σα τό­σο πίσω. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνα: κα­νέ­να θαῦ­μα ἐ­δῶ, μό­νο ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει.

        Κι ὁ κόμ­πος συ­νε­χί­ζει ἀ­πὸ αἰ­ώ­να σὲ αἰ­ώ­να. Μοῦ ’ρ­θε ἀ­να­πό­φευ­κτα στὸ νοῦ ὁ βα­σι­λιὰς Ἀ­λέ­ξαν­δρος· θὰ ἦ­ταν ὅ­μως γε­λοῖ­ο νὰ συ­νε­χί­σω μ’ ἕ­να τέ­τοι­ο νῆ­μα: εἶ­ναι τό­σο τὸ χῶ­μα ποὺ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ βρί­σκε­ται, πό­σο βα­θιά – οὔ­τε ὁ ὀ­μι­χλώ­δης ἐ­κεῖ­νος τό­πος τῆς Ἀ­σί­ας, οὔ­τε ἡ ἅ­μα­ξα κι ὁ πε­ρι­βό­η­τος κόμ­πος της, οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ βα­σι­λιάς. Κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω κρα­τή­σει πο­τὲ ξί­φος κι ἔ­χω μό­λις ἀ­να­φέ­ρει πό­σο θὰ ἀ­πε­χθα­νό­μουν καὶ τὴν ἰ­δέ­α ἀ­κό­μα. Μό­νο ὅ­πλο τὰ λό­για, φτά­νει νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ – –

        Ὅ­μως τὸ πα­ρελ­θὸν μ’ ἀ­κο­λου­θεῖ κα­θὼς κα­τε­βαί­νω τὰ σο­κά­κια ποὺ γέ­μι­ζαν κά­πο­τε ἀ­πὸ πρό­σφυ­γες, Ἑ­βραί­ους κι ἄλ­λους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους μὲ τὰ μι­κρο­μά­γα­ζά τους. Αὐ­τὰ ὅ­μως, καὶ πά­λι, δὲν εἶ­ναι δι­κά μου τὰ λό­για, κι ὅ­μως δὲν τὰ εἶ­δα σὲ βι­βλί­α σι­ω­πη­λά, μό­νο ἀ­κό­μα τὰ νι­ώ­θω νὰ φτά­νουν στ’ αὐ­τιά μου: μιὰ ἁ­πα­λὴ φω­νὴ γυ­ναι­κεί­α, ὅ­μως ἀρ­χαί­α· σὰ νὰ μι­λά­ει ἡ ἴ­δια ἡ πό­λη.

        Καὶ στὸ πιὸ κα­τα­φρο­νε­μέ­νο στε­νό, μπρο­στὰ στὸ πιὸ τα­πει­νὸ σπί­τι, τὴν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται. Μὲ κοί­τα­ξε σὰν δι­κό της ἄν­θρω­πο. Μοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς ἦ­ταν τυ­λιγ­μέ­νη μὲ κα­πνούς, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἐ­λά­χι­στα θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ προ­σώ­που της: μό­νο τὰ χρό­νια ποὺ τὴ βά­ραι­ναν μοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ μνή­μη, τοὺς αἰ­ῶ­νες θά ’­λε­γα, κι ὅ­μως μᾶς χώ­ρι­ζαν μό­νο δυ­ὸ γε­νι­ές. Πρέ­πει νὰ ἔ­ζη­σε πο­λὺ λί­γα χρό­νια ἀ­κό­μα, ἡ για­γιά μου, με­τὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ συ­νο­μι­λί­α μας. Τὰ λό­για της νὰ ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τά, ἢ τὰ ἔ­χω μι­σομ­περ­δέ­ψει μὲ φρά­σεις ἀ­πὸ βι­βλί­α ποὺ ἔ­φτα­σαν ἀρ­γό­τε­ρα ὣς ἐ­μέ­να;

        Πάν­τως, οἱ ἀ­πο­κρί­σεις της δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­έ­φε­ραν ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ θὰ ἔ­δι­ναν οἱ συν­το­πί­τες της, ἀρ­χαῖ­οι σο­φοὶ τῆς Ἰ­ω­νί­ας: «τί εἶ­ναι τὸ πιὸ γλυ­κὸ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο;», «ἡ ἐλ­πί­δα», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε· «καὶ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο;» – σὰν ἕ­να σύν­νε­φο σκο­τει­νὸ νὰ πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια της, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μό­νο: «νὰ μπο­ρεῖς», εἶ­πε, «νὰ ὑ­πο­μέ­νεις ὅ­ταν ἡ τύ­χη σου ἀλ­λά­ζει πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο»· καί, δὲν ξέ­ρω για­τί ἡ ἐ­φη­βι­κή μου πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­νει μὲ κεῖ­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «τί μέ­νει, λοι­πόν, ἀ­πὸ μᾶς ἀ­φοῦ πε­θά­νου­με;» Ἔ­μει­νε σκε­πτι­κὴ γιὰ λί­γο, μὲ κοί­τα­ξε καὶ κά­τι μοῦ ’­πε, μὰ τὸ μυα­λό μου τό­τε ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ κρα­τή­σει κεῖ­να τὰ λό­για.

        Κι ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ, εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα, μή­πως μπο­ρέ­σω νὰ τὰ θυ­μη­θῶ ξα­νά.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.


Εἰκόνα: Βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη (1997). Ἔργο τοῦ Θανάση Μπακογιώργου.

 

Advertisements

Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της: Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές



Πά­νος Ἰ. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κοὶ πορ­δι­στές


ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΗ μέ­ρα δυ­ὸ φί­λοι κο­ρό­ι­δευ­αν, ἔ­βρι­ζαν, χα­χά­νι­ζαν, περ­πα­τοῦ­σαν καὶ πέρ­δον­ταν. Δη­λα­δὴ ἀ­πε­ρι­φρά­στως, ἀλ­λέ­ως πώς, οὕ­τως εἰ­πεῖν κλά­να­νε γεν­ναῖ­α. Τὸ εἴ­χα­νε ξε­φτι­λί­σει τε­λεί­ως. Σὰν τὰ μι­κρὰ παι­διὰ συ­να­γω­νί­ζον­ταν ποι­ός θὰ κά­νει τὸν δυ­να­τό­τε­ρο καὶ πιὸ μα­κρό­συρ­το θό­ρυ­βο μὲ τὸ τε­λι­κὸ τμῆ­μα τοῦ ἐν­τέ­ρου του. Προ­σπα­θοῦ­σαν μά­λι­στα νὰ ἀ­πο­δώ­σουν μου­σι­κὲς ἀ­πο­χρώ­σεις στὴν προ­σπά­θειά τους. Ἀ­πο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι ποὺ τὰ εὕ­ρι­σκαν τό­σα ἀ­έ­ρια. Τί ἔ­φα­γαν; Μὲ τό­σο σφί­ξι­μο θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­χαν χε­στεῖ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή.

       Ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τώ­ρα, κα­τα­με­σή­με­ρο στὰ Ἑ­ξάρ­χεια, ἀρ­γί­α, βρον­τοῦ­σαν οἱ ἔ­ρη­μοι δρό­μοι ποὺ περ­νοῦ­σαν καὶ οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­λα­λο τῶν ἀ­ε­ρί­ων τους ἐ­νῶ αὐ­τοὶ πα­ρέ­λαυ­ναν γε­λών­τας σὰν νὰ τοὺς ἔ­βγαι­νε στρα­βὰ ἡ κο­ρό­να.

       Ἀλ­λό­κο­τη ἡ ἀν­τί­δρα­σή τους, κά­τι σὰν ψυ­χο­σω­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση στὸ κα­θε­στώς. Χέ­ρια πό­δια δε­μέ­να, στό­μα κλει­στό, μό­νον ὁ κῶ­λος τους ἔ­με­νε ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς 21ης Ἀ­πρι­λί­ου.

       Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει αὐ­τὴ τὴν πλά­κα μὲ τὰ ἐμ­βα­τή­ρια καὶ τὰ κλα­ρί­να ποὺ ἄ­κου­γαν ἀ­πὸ τὸ πρω­ΐ, θυ­μή­θη­καν καὶ τὸ ἀ­νέκ­δο­το τοῦ στρα­τι­ώ­τη πορ­δι­στῆ-σαλ­πιγ­κτῆ ποὺ ἔ­παι­ζε τὸ σι­ω­πη­τή­ριο καὶ βάλ­θη­καν νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν.

       Μό­νο ποὺ δὲν τοὺς προ­έ­κυ­ψε ὅ­πως τὸ σχε­δί­α­ζαν. Κά­τι μὲ τὴ φα­σα­ρί­α, κά­τι μὲ τὰ χά­χα­να, κά­τι μὲ τὰ μι­σό­λο­γα, ἕ­να ὄρ­γα­νο τοῦ νό­μου καὶ τῆς τά­ξε­ως ποὺ τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το σα­φῶς γιὰ ἀν­τι­φρο­νοῦν­τες, τοὺς ὁ­δή­γη­σε στὸ τμῆ­μα γιὰ ἐ­ξη­γή­σεις καὶ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς.

       Τοὺς κρά­τη­σαν κά­να-δυ­ὸ ὡ­ρί­τσες νὰ πε­ρι­μέ­νου­νε καὶ με­τὰ ὁ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ὑ­πη­ρε­σί­ας —τί νὰ γρά­ψει ἡ­μέ­ρα πού ‘τα­νε 21η Ἀ­πρι­λί­ου, πῶς  νὰ τὸ γρά­ψει, θὰ γε­λά­γα­νε αὔ­ριο μα­ζί του οἱ συ­νά­δελ­φοι ὅ­τι μαν­τρώ­σα­νε δυὸ κλα­νι­ά­ρη­δες στὰ Ἑ­ξάρ­χεια— τοὺς ἔ­κα­νε τὶς δέ­ου­σες συ­στά­σεις καὶ τοὺς  ἄ­φη­σε.

       Αὐ­τοὶ κα­τά­λα­βαν κα­λὰ πλέ­ον ὅ­τι οὔ­τε ὁ κῶ­λος τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸ κα­θε­στὼς ποὺ εἶ­χε μά­τια ἀ­φτιὰ καὶ μύ­τη παν­τοῦ. Καὶ κού­φι­ες νὰ τὶς κά­να­νε τὸ κα­θε­στὼς θὰ τὶς μυ­ρι­ζό­τα­νε.



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἡμί­κλα­στων κολ­λῶν, [Ἀ­θή­να, Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση] 2015.

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.


Δημήτρης Μαγριπλῆς: Καθιστική διαμαρτυρία


Δη­μή­τρης Μα­γρι­πλῆς


Κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α


ΟΝ ΧΡΗΣΤΟ τὸν ἔζωσαν τὰ φί­δια.

Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ γύ­ρι­σε, ἔ­βλε­πε ἀρ­κε­τοὺς νὰ τρι­γυ­ρί­ζουν στὴ γει­το­νιά. Στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ζοῦ­σε μιὰ πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι του. Ἄ­σπροι, μαῦ­ροι, κί­τρι­νοι. Ἀ­κό­μη καὶ ἕ­ναν κόκ­κι­νο εἶ­δε, ἢ τοῦ φά­νη­κε, ἀ­φοῦ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ φω­τα­γω­γοῦ, ποὺ ἔ­βλε­πε στὸν ἀ­κά­λυ­πτο, πρό­λα­βε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ κού­ρε­μα ἑ­νὸς Μο­ϊ­κα­νοῦ. Ἀ­νη­σύ­χη­σε. Αὐ­τὸς δι­καί­ω­μα δὲν ἔ­δω­σε πο­τέ. Πάν­τα εὐ­γε­νι­κὸς μὲ ὅ­λους. Καὶ τὸ μυρ­μήγ­κι πρό­σε­χε μὴν τὸ πα­τή­σει. Πό­σο μᾶλ­λον τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του. Ἁ­πλὰ δὲν ἤ­θε­λε πολ­λὰ πολ­λά. Οὔ­τε μὲ τὸν ἄλ­λο, οὔ­τε μὲ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι, δὲν ἐ­νο­χλοῦ­σε, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἐ­νο­χλεῖ­το ἀ­πὸ τί­πο­τα. Ἄλ­λω­στε, γιὰ τοὺς πολ­λοὺς ἦ­ταν ἀ­νύ­παρ­κτος.

        Φο­ρο­λο­γι­κὰ ἄ­ερ­γος, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ προ­στα­τευ­ό­με­νο μέ­λος τῆς γυ­ναί­κας του, τῆς Καλ­λι­ό­πης, κοι­νωνι­κὸ του­ρι­σμὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, ἁ­μά­ξι εἰ­κο­σα­ε­τί­ας καὶ φί­λος τοῦ κι­νή­μα­τος. Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἐ­πάγ­γελ­μα, ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­ό­ρι­στα, καὶ λό­γω εὐ­φρά­δειας με­τέ­τρε­πε τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α σὲ δι­ά­λο­γο κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς. Ζοῦ­σε στὸν δι­κό του ρυθ­μό. Κρυμ­μέ­νος τὰ πρω­ι­νά. Σὲ πλή­ρη δι­έ­γερ­ση τὰ ἀ­πογεύ­ματα καὶ τὴ νύ­χτα. Στὸ συσ­σί­τιο τῆς ἐ­νο­ρί­ας πῆ­γε ἅ­παξ. Τοῦ τὴν ἔ­σπα­σε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας μὲ τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α του. Ποῦ μέ­νεις; Τί κά­νεις; Πῶς ζεῖς; Ἄ­κου ἐ­ρω­τή­μα­τα. Καὶ ὅ­λα γιὰ ἕ­να πιά­το φα­κῆς. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ γεύ­μα­τα τοῦ δή­μου. Ἐ­κεῖ οἱ δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι δὲν ρω­τοῦ­σαν, γέ­μι­ζαν τὴ γα­βά­θα καὶ ἔ­βα­ζαν καὶ ἐ­πι­πλέ­ον. Γέ­μι­ζε κρυ­φὰ ἕ­να δο­χεῖ­ο ποὺ πάν­τα εἶ­χε στὴ σα­κου­λί­τσα του. Ἔ­τσι, γύ­ρι­ζε πάν­τα μὲ ζε­στὸ φα­γά­κι σπί­τι, καὶ μά­λι­στα φρόν­τι­ζε τὸ μπο­λά­κι νὰ εἶ­ναι ἐ­πώ­νυ­μο.

        Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοὺς κά­δους τῶν ἑ­στι­α­το­ρί­ων γνώ­ρι­σε κό­σμο καὶ κό­σμο. Πο­τὲ ὅ­μως δὲν τσα­κώ­θη­κε. Ἄ­φη­νε τοὺς ἄλ­λους νὰ ψά­ξουν πρῶ­τοι. Τη­ροῦ­σε τὴν προ­τε­ραι­ό­τη­τα καὶ σε­βό­ταν τὴν κυ­ρι­αρ­χί­α. Ἤ­ξε­ρε λ.χ. ὅ­τι ὁ κά­δος στὴν πα­ρα­κά­τω γω­νί­α ἀ­νή­κει στὸν Τρώ­γλη. Πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος τοῦ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἔ­βρι­σκε αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε. Εἶ­χε καὶ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τσί­σας, ἐ­πει­δὴ κα­του­ρή­θη­κε ὅ­ταν ὁ Τρώ­γλης τὸν ἔ­φτυ­σε, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει τὸν κά­δο του. Ἀ­πὸ τό­τε πέ­ρα­σε και­ρός, καὶ ὁ Τσί­σας εἶ­χε πιὰ συ­νη­θί­σει τὸ φτύ­σι­μο τοῦ Τρώ­γλη. Δὲν φο­βό­ταν πιὰ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη καὶ φυ­σι­κὰ δὲν κα­του­ρι­ό­ταν. Τὸ πα­ρα­τσού­κλι ὅ­μως τοῦ ἔ­μει­νε.

        Κά­δο δι­κό του δὲν εἶ­χε. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἄλ­λω­στε. Ὅ­σο κι ἂν κρυ­βό­ταν, οἱ ἄ­στε­γοι, στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, καὶ κα­τό­πιν ἀ­πὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἔ­μα­θαν ὅ­τι καὶ σπί­τι εἶ­χε καὶ σὲ κα­λὴ γει­το­νιὰ ἦ­ταν. Ἔ­τσι κά­ποι­οι με­τα­κό­μι­σαν κον­τά του. Αὐ­τὸ δὲν τὸν ἐ­νό­χλη­σε. Ἐ­κεῖ­νοι τὴ δου­λειά τους, καὶ αὐ­τὸς τὸν χα­βά του. Φό­ρα­γε χει­μώ­να κα­λο­καί­ρι τὸ τριμμέ­νο παλ­τὸ καὶ ἔ­βγαι­νε γιὰ βόλ­τα στὸν κό­σμο του.

        — Ὁ μπαμ­πὰς πά­ει γιὰ δου­λειά, ἔ­λε­γε ἡ Καλ­λι­ό­πη, καὶ ἡ κό­ρη του κοι­μό­ταν ἥ­συ­χη.

        Μέ­χρι ποὺ ἡ χώ­ρα μπῆ­κε ἐ­πί­ση­μα στὸ ΔΝΤ. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη καὶ με­τά, ὁ Τσί­σας ἀ­γό­ρα­ζε μέ­χρι καὶ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἔ­γι­νε εἰ­δι­κὸς οἰ­κο­νο­μο­λό­γος καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει μέ­χρι καὶ προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς χώ­ρας.

        — Πᾶμε γιὰ χρε­ο­κο­πί­α, ἀ­να­κοί­νω­σε ἕ­να πρω­ι­νὸ στὴν Καλ­λι­ό­πη. Φεύ­γω, εἶ­πε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του.

        Ὅ­λοι τὰ ἔ­χα­σαν. Καὶ πρῶ­τα καὶ κα­λύ­τε­ρα ὁ Τρώ­γλης. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ μά­λι­στα δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε, για­τὶ τοῦ κό­πη­κε καὶ τὸ σά­λιο ἔ­τσι ποὺ τὸν εἶ­δε. Ὁ Τσί­σας ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νος τὸν ἀ­γνό­η­σε, μὲ ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει αὐ­τό, καὶ βι­α­στι­κὰ στα­μά­τη­σε τα­ξί.

        Στὴν τρά­πε­ζα ἔ­σπα­σε τὶς κα­τα­θέ­σεις σὲ μι­κρό­τε­ρα πο­σά, καὶ μέ­ρος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ λί­ρες χρυ­σές. Βγῆ­κε καὶ χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τοῦ Ἀ­ρί­στου, τοῦ το­κο­γλύ­φου.

        — Το κε­φά­λαι­ό μου, τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ὁ Ἀ­ρί­στος ἤ­ξε­ρε τί κου­μά­σι ἦ­ταν καὶ πό­σο ἀ­δί­στα­κτος.

        — Ἐ­δῶ εἶ­ναι, τοῦ εἶ­πε, σὰν νὰ τὸν πε­ρί­με­νε και­ρό.

        Ἡ­σύ­χα­σε μό­νο ὅ­ταν ὁ Τσί­σας ἔ­φυ­γε.

        — Γλί­τω­σα τὴ ζω­ή μου, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

        Στὸ κτη­μα­το­με­σι­τι­κὸ γρα­φεῖ­ο ἔ­κα­νε τὴν ἀ­γο­ρά. Οἰ­κό­πε­δο στὸ Φά­λη­ρο καὶ μα­γα­ζὶ στὴ γει­το­νιά του. Ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὸν κά­δο τοῦ Τρώ­γλη. Ἠ­ρέ­μη­σε. Ὅ­λα κα­λά. Ψά­χτη­κε. Εἶ­χε ἐ­πά­νω του ὑ­πό­λοι­πο εἴ­κο­σι χι­λιά­ρι­κα.

        Κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ φά­ω ἐ­γὼ πα­ρὰ αὐ­τοί – ἐν­νο­ών­τας τὸ κρά­τος καὶ τὰ χά­λια του. Με­τά, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος, πῆ­ρε τὴν Καλ­λι­ό­πη τη­λέ­φω­νο.

        — Ἐν­τά­ξει, τῆς ἀ­να­κοί­νω­σε.

        Αὐ­τὴ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ της.

        Και­νούρ­γι­ες οἰ­κο­σκευ­ές, και­νούρ­για ντου­λά­πια, και­νούρ­για ἔ­πι­πλα.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν ἀ­μέ­σως, τὰ χρή­μα­τα βλέ­πεις.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη κι­ό­λας μέ­ρα, τὸ ἁ­μά­ξι ­τῆς ἑ­ται­ρί­ας χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι.

        Ἀ­νέ­βη­καν στὸν τρί­το ἀ­πὸ τὶς σκά­λες, για­τὶ τὸ ἀ­σαν­σὲρ ἦ­ταν μι­κρό, πα­ρέ­δω­σαν, το­πο­θέ­τη­σαν καὶ ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γαν βρί­ζον­τας καὶ μὲ τὶς τσέ­πες χω­ρὶς φι­λο­δώ­ρη­μα.

        Πλέ­ον ἦ­ταν ἥ­συ­χος. Εἶ­χε γλι­τώ­σει τὰ πο­λύ­τι­μά του. Τώ­ρα ἂς χρε­ο­κο­πή­σου­με, σκέ­φτη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν κα­να­πέ. Καὶ τό­τε, κά­τι εἶ­δε πά­λι στὸν δρό­μο.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­νή­συ­χος. Πά­λι αὐ­τοί, οἱ γνω­στοὶ ἄ­γνω­στοι. Ὅ­λη ἡ Ὁ­μό­νοι­α κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α του. Δι­α­δή­λω­ση ἀ­στέ­γων καὶ κου­ρε­λή­δων.

        Σύν­το­μα οἱ σει­ρῆ­νες ἔ­δει­ξαν ὅ­τι καὶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἐ­νο­χλη­θεῖ. Κοί­τα­ζε ἀ­πο­ρη­μέ­νος τὸ πλῆ­θος νὰ ἀ­πω­θεῖ­ται, χω­ρὶς πολ­λὲς φα­σα­ρί­ες, ἀ­πὸ τὶς δυ­νά­μεις τῆς τά­ξης. Ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας προ­χώ­ρη­σε μπρο­στὰ καὶ κά­τι εἶ­πε μὲ τὸν Τρώ­γλη. Αὐ­τὸ ὁ Χρῆ­στος τὸ εἶ­δε κα­θα­ρά· ἔ­πει­τα τὰ ὄρ­γα­να ἔ­φυ­γαν καὶ οἱ φί­λοι του κά­θι­σαν ἥ­συ­χα σὲ σει­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ παρ­κά­κι. Σὰν κα­θι­στι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δω­σε καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α.

        Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πεί­να­σε. Ἔ­βα­λε τὸ παλ­τὸ καὶ βγῆ­κε γιὰ δου­λειά. Πέ­ρα­σε τὸν δρό­μο καί, μὲ χα­μό­γε­λο, πά­τη­σε στὸ χορ­τά­ρι. Κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­φτυ­σε. Οὔ­τε καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψαν τί­πο­τα. Ἄ­νοι­γαν δι­ά­δρο­μο, καὶ αὐ­τὸς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του.

        — Πᾶμε γιὰ φα­ΐ; τόλ­μη­σε νὰ πεῖ στὸν Τρώ­γλη.

        — Ἐ­δῶ ἔ­χω, τοῦ εἶ­πε αὐ­τός.

        Τὰ ἔ­χα­σε – ὥ­στε ἤ­ξε­ρε και ­νὰ μι­λᾶ ὁ Τρώ­γλης;

        — Τί; τὸν ρώ­τη­σε.

        — Ἐσέ­να, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τός, καὶ ὁ δι­ά­δρο­μος ἔ­κλει­σε γύ­ρω του βου­βὰ καὶ ἀ­πό­το­μα.

        Ὅ­ταν ξα­νά­νοι­ξε, μό­νο τὸ παλ­τὸ καὶ κά­τι κορ­δό­νια ὑ­πῆρ­χαν. Ὁ Τρώ­γλης σκου­πί­στη­κε καί, γυρ­νών­τας στοὺς ἄλ­λους, ἀ­να­φώ­νη­σε:

        — Πά­λι τὰ ἔ­κα­νε, ὁ ἄ­χρη­στος.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Τὰ κα­να­πε­δά­κια τῆς ἀ­νερ­γί­ας (ἐκδ. Κρι­τι­κή, 2016).

Δ.Γ. Μαγριπλῆς (Ἀθήνα). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πάντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθήματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).



		

	

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Υλισμός

 


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Ὑ­λι­σμός


ΚΛΑΙΓΑΝ καὶ οἱ δύ­ο γιὰ ὥ­ρα, ὁ ἕ­νας στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου. Ἡ τρά­πε­ζα μό­λις τοὺς εἶ­χε κα­τά­σχει τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι ποὺ χρό­νια ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν, ποὺ τὸ ἔ­φτια­ξαν μὲ με­ρά­κι, τὸ σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά τους. Ἔ­κλαι­γαν κι ἀγ­κά­λια­ζαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο σφι­χτά. Τό­σο σφι­χτὰ ποὺ πο­τὲ δὲν εἶ­χαν ἀγ­κα­λια­στεῖ τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σαν, ὅ­ταν ἦ­ταν μα­ζί, τὰ χρό­νια ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν καὶ με­γά­λω­ναν τὰ παι­διά τους.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Γιῶργος Τριλλίδης: Ἡμέρα ανεξαρτησίας


Γιῶργος Τριλλίδης


Ἡ­μέ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας


ΑΡΥΘΥΜΟΣ καὶ κα­τη­φής, ὅ­πως πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειά, παρ­κά­ρει, μπαί­νει ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, πε­τά­ει τὰ κλει­διὰ στὸ τρα­πέ­ζι καὶ βγά­ζει κραυ­γή; «Τζέ­ι­σο­ο­ον»

…….«Εἶ­μαι πά­νω», φω­νά­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

…….Ὁ Χα­ρί­λα­ος βα­ρυγ­κο­μεῖ στὴ σκά­λα. Στὴ δι­α­δρο­μὴ λύ­νει τὴ γρα­βά­τα του. Μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο τοῦ Ἰ­ά­σο­να.

.      «Τί κά­νεις;»

.      «Δι­α­βά­ζω», λέ­ει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τά­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Ἔ­χω κά­ποι­ες ἀ­πο­ρί­ες», λέ­ει δι­στα­κτι­κὰ ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Τί ἀ­πο­ρί­ες;» συν­νε­φιά­ζει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Μπαμ­πά, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α μας ἔ­γι­νε τὰ με­σά­νυ­χτα τῆς 15ης πρὸς τὴ 16η Αὐ­γού­στου», ψελ­λί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «για­τί τὴ γι­ορ­τά­ζου­με τὴν 1η τοῦ Ὀ­κτώ­βρη;»

.      Τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χα­ρί­λα­ου φω­τί­ζε­ται, λὲς καὶ κά­ποι­ος μό­λις τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς παί­ζε­ται τὸ μπέ­ιζ­μπολ.

.       «Τζέ­ι­σον», κρά­ζει μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση ὁ Χα­ρί­λα­ος, «εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κὸς γιὸς τοῦ πα­τέ­ρα σου!» Ἀ­κο­λού­θως, σκύ­βει καὶ φι­λά­ει τὸν Ἰ­ά­σο­να στὴ φύ­τρα.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν ἀν­τι­δρᾶ οὔ­τε στὸ φι­λὶ οὔ­τε στὴ φι­λο­φρό­νη­ση – ἡ ὁ­ποί­α, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι πα­ρα­πει­στι­κή. Ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει ἐ­παί­νους μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἀ­πευ­θύ­νει πα­ρὰ σ’ αὐ­τὸν πρὸς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Οὐ­σι­α­στι­κὰ δὲν εἶ­ναι καν φι­λο­φρό­νη­ση. Εἶ­ναι ξεδι­άν­τρο­πη αὐ­το­κο­λα­κεί­α ποὺ σερ­βί­ρε­ται ὡς γο­νι­κὴ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ὁ Ἰ­ά­σο­νας εἶ­ναι πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ αὐ­τό. Εἶ­ναι, ὡ­στό­σο, ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος ὥ­στε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του δὲν ἀ­παν­τή­θη­κε.

.      «Μπαμ­πά», μουρ­μου­ρί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «δὲν μοῦ εἶ­πες». «Ἰ­ά­σων… Ἰ­ά­σων…» συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος ὁ Χα­ρί­λα­ος ποὺ πλέ­ει πλέ­ον σὲ πε­λά­γη πα­τρι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, «ση­μα­σί­α δὲν ἔ­χουν οἱ ἀ­παν­τή­σεις, ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ ρω­τᾶς τὶς σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις».

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­ε­ρω­τᾶ­ται, ἀ­να­πό­φευ­κτα, ἂν ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του ἦ­ταν σω­στή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν, ἀ­φοῦ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρε. Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μεί­νει μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α καὶ νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὴν πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ὥ­στε νὰ πε­τύ­χει κά­τι πο­λὺ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ δι­α­λεύ­καν­ση τῶν λό­γων ποὺ ἕ­να θη­λυ­κὸ κρύ­βει μῆ­νες.

.      «Νὰ πά­ω τώ­ρα στὸ πάρ­κο νὰ παί­ξω μπά­λα;» «Νὰ πᾶς ὅ­που θές, ἀρ­γο­ναύ­τη μου!» «Τί ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σω;» «Ὅ,τι ὥ­ρα θές, γι­ό­κα μου!»

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἐκ­πλήσ­σε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὁ Χα­ρί­λα­ος δὲν τὸν ἔ­χει με­γα­λώ­σει μὲ λευ­κὲς ἐ­πι­τα­γές. Ἂν μπο­ρῶ νὰ κερ­δί­σω τό­σα πολ­λὰ κά­νον­τας ἁ­πλῶς καὶ μό­νο σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις, σκέ­φτε­ται ὁ Ἰ­ά­σο­νας, στὸ ἑ­ξῆς θὰ κά­νω μό­νο αὐ­τό.

.      «Ἔ­φυ­γα.»

.      Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀ­φοῦ στὴν ἡ­λι­κί­α του εἶ­ναι πάν­τα ντυ­μέ­νος μὲ στο­λὴ ἀ­θλο­παι­δι­ῶν.

.      «Ἀ­έ­ρα στὰ πα­νιά σου, Τζέ­ι­σον», τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι πο­νη­ρὰ ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν πιά­νει τὸ ὑ­πο­νο­ού­με­νο, ἀλ­λὰ ἔ­χει ἤ­δη τὴν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση στὴ δι­ά­θε­σή του. Ἐλ­πί­ζει μό­νο νὰ εἶ­ναι ἡ σω­στή.

.      Μὲ τὸ ποὺ ἀ­κού­ει τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­νει, ὁ Χα­ρί­λα­ος κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα σκα­λιὰ πα­τά­ει στὰ πέν­τε. Προ­σγει­ώ­νε­ται στὴν κου­ζί­να. Ἀ­νοί­γει τὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ βγά­ζει μιὰ μπί­ρα. Ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ πῶ­μα ποὺ φεύ­γει ἀ­π’ τὸν λαι­μό, ἕ­να κλει­δὶ γυ­ρί­ζει στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μπαί­νει μέ­σα ἡ Σό­νια.

.      «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς τί μὲ ρώ­τη­σε πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ὁ γιός μας», ἀ­να­κοι­νώ­νει ἔμ­πλε­ος χα­ρᾶς ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Εἶ­μαι πτῶ­μα», λέ­ει ἡ Σό­νια καὶ ἀ­φή­νει ἕ­ξι πρά­σι­νες σα­κοῦ­λες Marks & Spencer στὸ σα­λό­νι. «Πά­ω νὰ ἀλ­λά­ξω», λέ­ει καὶ ξε­κι­νᾶ νὰ βρεῖ τὰ σκα­λο­πά­τια.

.      «Ἄ­κου τί μοῦ εἶ­πε ὁ-», ἀρ­χί­ζει νὰ λέ­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος, προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴ σκά­λα γιὰ νὰ ἀ­κού­γε­ται κα­λύ­τε­ρα, ἀλ­λὰ ἡ Σό­νια ἐ­πεμ­βαί­νει:

.      «Τὸν εἶ­δα ποὺ ἔ­φευ­γε. Νά σοῦ πῶ… τοῦ εἶ­πες νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι ὅ,τι ὥ­ρα θέ­λει;»

.      «Ναί. Ἄ­κου τώ­ρα τί μοῦ-».

.      «Πε­ρί­με­νε, εἴ­πα­με!» δι­α­τά­ζει ἡ Σό­νια καὶ χώ­νε­ται στὸ μπά­νιο.

.      Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κου­ζί­να μὲ τὴν μπί­ρα στὸ χέ­ρι. Πά­ει πά­νω ἀ­πὸ τὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ στυ­λώ­νει τὸ μπου­κά­λι. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται ἡ αὐ­λὴ καὶ ἡ πι­σί­να, γε­μά­τη ἀ­κό­μα καὶ φω­τι­σμέ­νη. Τό­τε θυ­μᾶ­ται πὼς στέ­κε­ται στὸ μο­να­δι­κὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ δεῖ ἀ­πρό­σκο­πτα τὴν πι­σί­να, ἀ­φοῦ δω­μά­τια, σα­λό­νι, τρα­πε­ζα­ρί­α καὶ χὼλ εἶ­ναι εἴ­τε τυ­φλὰ εἴ­τε τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τές τους βλέ­πουν ἄλ­λ’ ἀντ’ ἄλ­λων. Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἀρ­χί­ζει νὰ ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.



		

	

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham): Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος



Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham)


Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος

(The missing link)


ΚΕΙΝΟΣ ἦ­ταν Κρὸ-Μα­νιόν, ἐ­κεί­νη Νε­άν­τερ­ταλ. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­κνο­ποι­ή­σουν.

Ἕ­νας μα­κρι­νὸς συγ­γε­νὴς —ὄρ­θιος, ἔ­ξυ­πνος καὶ μο­χθη­ρός— εἰ­σέ­βα­λε στὴ σπη­λιά τους, τὸν σκό­τω­σε, τὴν βί­α­σε, ἅρ­πα­ξε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὴν ἄ­φη­σε συν­τε­τριμ­μέ­νη, πάμ­πτω­χη καὶ ἔγ­κυ­ο.

       Οἱ ἀν­θρω­πο­λό­γοι ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται ποι­ός νὰ ἦ­ταν.

       Ἀ­γνό­η­σέ τον.

       Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ θά ΄θε­λες νὰ ξέ­ρεις.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἐ­πει­σό­διο



Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


­πει­σό­διο


Ο ΣΠΙΤΙ ἦ­ταν ἀ­νά­με­σα στὸ καρ­βου­νά­δι­κο καὶ τὴ γω­νί­α τῆς στε­νῆς γέ­φυ­ρας πά­νω ἀ­πὸ τὸ χεί­μαρ­ρο ποὺ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τοὺς βο­ρι­νοὺς λό­φους τῆς πό­λης. Σπί­τι ξύ­λι­νο, σὲ κα­λὴ κα­τά­στα­ση, δί­πα­το, ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ τῆς Τουρ­κί­ας. Σφα­λι­σμέ­να τὰ παν­τζού­ρια. Ἕ­να πεῦ­κο πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἕ­να λι­γνὸ πλα­τά­νι, ποὺ ἔ­βγαι­νε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, ρί­χναν τὸν ἴ­σκιο τους πά­νω στὰ κε­ρα­μί­δια, κα­θὼς τὸ φεγ­γά­ρι, σχε­δὸν γε­μά­το, φώ­τι­ζε ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, στὴν ἄλ­λη ὄ­χθη, κα­πνα­πο­θῆ­κες.

       Μιὰ πα­λιὰ Μερ­σεν­τὲς ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸ δρό­μο τοῦ Ἁ­γί­ου Παύ­λου. Κα­τέ­βη­καν τρεῖς. Στά­θη­καν γιὰ λί­γο στὴ γω­νιὰ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, με­τὰ ὁ ἕ­νας πῆ­γε καὶ στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νό­η­μα τῶν ἄλ­λων πέ­ρα­σε ἀ­πὸ ἕ­να δι­πλα­νὸ τοῖ­χο καὶ πῆ­γε πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τὸ σπί­τι κα­τά­κλει­στο φάν­τα­ζε ἔ­ρη­μο. Ὁ ἄλ­λος ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα, στά­θη­κε στὴ γω­νιὰ τῆς κα­πνα­πο­θή­κης πά­νω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ ἔ­μει­νε κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ πά­ει γιὰ τὸν Προ­φή­τη Ἠ­λί­α πέ­ρα­σαν ἄν­θρω­ποι, αὐ­τὸς γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη του κι ἔ­κα­νε πὼς κά­τι ψά­χνει στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ ἄλ­λος τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα πὼς ὁ πρῶ­τος εἶ­χε τὴ θέ­ση του πί­σω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τό­τε μὲ ἀρ­γὰ βή­μα­τα προ­χώ­ρη­σε, στὸ χέ­ρι κρα­τοῦ­σε πε­ρί­στρο­φο. Τὸ φεγ­γά­ρι στὸν οὐ­ρα­νὸ λι­ω­μέ­νος ἀ­σβέ­στης. Χτύ­πη­σε τὸ ἐ­πι­θύ­ριο χε­ρά­κι τῆς πόρ­τας καὶ ἔ­κα­νε λί­γο πί­σω, κα­μιὰ κί­νη­ση μέ­σα στὸ σπί­τι, χτύ­πη­σε μὲ κλο­τσιὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν πόρ­τα, ψυ­χή, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε λί­γο καὶ ξα­να­χτύ­πη­σε πά­λι μὲ κλο­τσιά, πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ γκρε­μι­στεῖ, ὅ­ταν φά­νη­κε στὸ βά­θος, ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς πόρ­τας, ἕ­να ἀ­μυ­δρὸ φῶς, ἀλ­λὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ αὐ­τὸς ποὺ στε­κό­ταν στὴ γω­νιὰ τοῦ κα­πνο­μά­γα­ζου φώ­να­ξε: «Πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα.» Κά­ποι­ος ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ χα­μη­λὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ σπι­τιοῦ πή­δη­ξε μ’ ὁρ­μὴ στὰ νε­ρὰ καὶ τὰ σκου­πί­δια. Ἀ­μέ­σως αὐ­τὸς ποὺ φώ­να­ξε πι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα τῆς γέ­φυ­ρας κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει στὸ ρέ­μα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἤ­δη ἔ­τρε­χε γρή­γο­ρα πα­τών­τας σὲ μέ­ρη ποὺ θὰ ‘­πρε­πε νὰ γνω­ρί­ζει κα­λά. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἦ­ταν στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ, περ­νών­τας ἕ­να τοι­χά­κι, μπῆ­κε στὸ ρέ­μα. Αὐ­τὸς ποὺ χτυ­ποῦ­σε θέ­λον­τας νὰ πα­ρα­βιά­σει τὴν πόρ­τα, μό­λις ἄ­κου­σε πὼς κά­ποι­ος πή­δη­ξε στὸ ρέ­μα, ἔ­τρε­ξε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς γέ­φυ­ρας, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δεῖ τί γί­νε­ται, φω­νά­ζον­τας: «Στα­μα­τῆστε τον.» Στὸ ἄ­σπρο φῶς φαι­νό­ταν κα­θα­ρὰ ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­τρε­χε μὲς στὸ ρέ­μα, «Γα­μη­μέ­νε, θὰ πε­θά­νεις», φώ­να­ξε καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τρέ­χει. Κά­τω ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα φά­νη­καν τώ­ρα οἱ δι­κοί του, αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴ γέ­φυ­ρα πέ­ρα­σε στὸ δι­πλα­νὸ δρο­μά­κι, μέ­σ’ ἀ­πὸ κά­τι ρο­δι­ές, τρέ­χον­τας νὰ τὸν προ­λά­βει σὲ μιὰν ἄλ­λη γέ­φυ­ρα λί­γο πιὸ κά­τω, δί­πλα στὸν πα­λιὸ κα­μέ­νο κι­νη­μα­το­γρά­φο Πα­τέ. Ὁ κυ­νη­γη­μέ­νος ἔ­τρε­χε μὲ δύ­να­μη, πί­σω του ἄ­κου­γε τοὺς ἄλ­λους κι ἕ­ναν ἀ­κό­μη πυ­ρο­βο­λι­σμό, ἔ­πρε­πε κά­που νὰ χω­θεῖ, ἔ­τρε­χε κι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει μιὰν ἀ­πό­φα­ση, τὰ πό­δια του γυ­μνὰ δὲ θὰ τὸν βο­η­θοῦ­σαν γιὰ πο­λὺ ἀ­κό­μη, μέ­σα σὲ σκου­πί­δια καὶ χα­λί­κια καὶ τε­νε­κέ­δες, ὅ­μως δὲν εἶ­χε πολ­λὲς ἐ­πι­λο­γές, ἢ θ’ ἀ­νέ­βαι­νε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα ἀ­πὸ κά­τι πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια στὸν κῆ­πο τῆς τα­βέρ­νας τοῦ Ἀν­θή­λα­ου, στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Πα­τέ, ἢ πα­ρα­κά­τω, ἀλ­λὰ μα­κριά, κον­τὰ στὰ μπορ­ντέ­λα. Τοῦ ἔ­με­νε ἡ πρώ­τη ἔ­ξο­δος. Ὁ ἄλ­λος, ποὺ ἔ­κο­ψε δρό­μο μέ­σ’ ἀ­πὸ τὶς ρο­δι­ές, ἔ­φτα­σε στὴ γέ­φυ­ρα τὴν ὥ­ρα ποὺ αὐ­τὸς βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς σκά­λας, μα­κριὰ ἔρ­χον­ταν τρέ­χον­τας μέ­σα στὸ ρέ­μα οἱ ἄλ­λοι, πυ­ρο­βό­λη­σε, αὐ­τὸς ποὺ ἦ­ταν στὴ σκά­λα χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ κά­τι δέν­τρα τοῦ κή­που. Ὁ ἄλ­λος ποὺ πυ­ρο­βό­λη­σε ἔ­τρε­ξε στὴν τα­βέρ­να, μπῆ­κε μέ­σα καὶ πέ­ρα­σε στὴν πί­σω πλευ­ρά, ἄ­νοι­ξε τὴν τζα­μω­τὴ πόρ­τα τοῦ βά­θους καὶ βγῆ­κε στὸν κῆ­πο. Ὁ τα­βερ­νιά­ρης καὶ κά­να-δυ­ὸ πε­λά­τες πά­γω­σαν μὲ τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ Χί­τη. Τὸν βρῆ­κε πε­σμέ­νο στὴ μέ­ση της μι­κρῆς αὐ­λῆς. Τὴν αὐ­λὴ τὴν κλεῖ­ναν δυ­ὸ τοῖ­χοι ἀ­πὸ κα­πνα­πο­θῆ­κες καὶ τὸ ρέ­μα μὲ τὶς ρο­δι­ές. Πλη­σί­α­σε, ἄ­κου­σε ἕ­να μουγ­κρη­τό, μὲ δύ­να­μη τοῦ ‘­δω­σε μιὰ κλο­τσιὰ στὸ κε­φά­λι, ὁ πε­σμέ­νος φο­ροῦ­σε πα­λιὸ μπα­λω­μέ­νο που­κά­μι­σο, χα­κὶ παν­τε­λό­νι ποὺ τὸ ‘­χε δε­μέ­νο στὴ μέ­ση του μὲ σκοι­νί, κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Τὰ χέ­ρια του, οἱ πα­λά­μες, σὰν πλα­τα­νό­φυλ­λα. Στὸ πε­ζού­λι ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ τῆς σκά­λας φά­νη­καν τὰ κε­φά­λια τῶν ἄλ­λων ποὺ βγαῖναν ἀ­πὸ τὸ ρέ­μα, λα­χα­νι­α­σμέ­νοι, τοὺς ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ καὶ ἄ­δεια­σε τὶς ὑ­πό­λοι­πες σφαῖ­ρες στὸ κε­φά­λι τοῦ πε­σμέ­νου.

       Ἔ­κα­νε ἕ­να-δυ­ὸ βή­μα­τα πί­σω, σή­κω­σε τὸ δε­ξί του πό­δι καὶ σκού­πι­σε τὸ πα­πού­τσι του στὴ γάμ­πα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ του πο­διοῦ. Ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ τὸν πά­ρουν. Γύ­ρι­σε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λει­α (ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2001).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.