Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.


			

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες

(Нови безпокойства)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τοῦ τη­λε­φώ­νου, πραγ­μα­τι­κὰ πρό­σφε­ρε πολ­λὰ στὸν κό­σμο. Καὶ κυ­ρί­ως, μιὰ ἀ­πὸ τὶς βα­σι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες: για­τί δὲν μοῦ τη­λε­φω­νεῖ κα­νείς;

      Πρίν, αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν ἐ­τί­θε­το.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 29.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης Πα­τί­λης.)


Ἀντώνης Γιαννακός: Ἀριθμητήριο


Ἀν­τώ­νη Γι­α­ν­να­κός


Ἀ­ριθ­μη­τή­ριο


 ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ἤ­τα­νε λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τρι­ῶν χρο­νῶν. Εἶ­χε πε­ρά­σει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἐ­κεί­νης τῆς ἄ­νοι­ξης σκαρ­φα­λω­μέ­νη πά­νω στὸ ντι­βά­νι νὰ βλέ­πει ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δώ­μα­τος τὰ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ περ­νοῦν κά­τω στὸ δρό­μο. Ἔ­φευ­γαν οἱ γο­νεῖς της νὰ δου­λέ­ψουν βάρ­δια στὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ οἱ βάρ­δι­ες ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γες, τύ­χαι­νε νὰ λεί­πουν καὶ οἱ δύ­ο μα­ζὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἄλ­λες φο­ρὲς τοὺς κρά­τα­γαν γιὰ δι­πλή, πρω­ὶ – βρά­δυ.

        Ὅ­ταν ἡ γερ­μα­νί­δα ἀ­πὸ τὸν κά­τω ὄ­ρο­φο γύ­ρι­ζε νω­ρίς, εἶ­χε κλει­δὶ καὶ ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω στὸ δῶ­μα ποὺ ἔ­με­ναν. Τὴν ἔ­παιρ­νε στὸ σπί­τι της μέ­χρι νὰ ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σουν. Ὅ­μως κά­θε ξη­μέ­ρω­μα ἐ­κεί­νης τῆς Ἄ­νοι­ξης ἡ Βαγ­γε­λί­τσα ἔ­πι­νε τὸ γά­λα της καὶ κα­θό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ βλέ­πει τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τῆς εἶ­χε δώ­σει ὁ πα­τέ­ρας της ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ μὲ γραμ­μὲς καὶ ἕ­να μο­λύ­βι καὶ τῆς ἔ­λε­γε κά­θε φορ­τη­γὸ ἢ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ περ­νά­ει νὰ βά­ζει μιὰ γραμ­μὴ στὸ χαρ­τί. Ὅ­ταν με­τὰ τὸ τέ­λος τῆς βάρ­διας ἔ­φτα­νε σπί­τι, μέ­χρι νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ φα­γη­τὸ ἡ μά­να της, κα­θό­τα­νε στὸ ντι­βά­νι καὶ με­τρού­σα­νε πό­σα φορ­τη­γὰ καὶ λε­ω­φο­ρεῖ­α εἴ­χα­νε πε­ρά­σει.

        Πάν­τα το με­ση­μέ­ρι ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σε εἶ­χε κά­τι στὰ χέ­ρια του γιὰ τὴν μο­νά­κρι­βή του κό­ρη. Μιὰ κα­ρα­μέ­λα, μιὰ σο­κο­λά­τα, μπι­σκό­τα, κά­τι σὰν ἀν­τα­μοι­βή, σὰν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση καὶ ἐ­ξι­λέ­ω­ση γιὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ τὴν ἀ­φή­νουν μό­νη της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεί­νη πε­ρή­φα­νη ἔ­πε­φτε στὴν ἀγ­κα­λιά του, κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του καὶ τοῦ ἔ­δει­χνε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ πέ­ρα­σαν. Ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ καὶ τὴν λι­χου­διά της.

        Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὸ κα­λο­καί­ρι μὲ τὴν ἄ­δεια ποὺ θὰ ἔ­παιρ­νε ἡ μά­να της, θὰ τὴν κα­τέ­βα­ζε στὸ χω­ριὸ στὶς γι­α­γιά­δες. Ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ἡ δου­λειὰ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει πιὰ μα­ζί τους στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κα­νε και­ρὸ νὰ τὴν δεῖ. Μό­νο ἐ­κεί­νη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔρ­θει στὸ Ντί­σελ­ντορφ κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ τοὺς παπ­ποῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ μπεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ στε­ρη­μέ­νο τὸ δι­α­βα­τή­ριο ἀ­πὸ τὴν χούν­τα.

        Κα­θὼς ἔ­βλε­πε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς γιὰ τὰ φορ­τη­γά, κά­ποι­α στιγ­μή, ὅ­ταν θὰ γί­νει κο­πέ­λα, θὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ τὴν δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, πὼς ἔ­μα­θε ἐ­κεῖ­νος νὰ με­τρά­ει. Τό­τε ποὺ λί­γο πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ ὅ­τι ἐ­κεί­νη τώ­ρα, πή­γαι­νε στὸ πλά­τω­μα ψη­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. Ἔ­κα­νε πὼς ἔ­παι­ζε βό­λους ἀλ­λὰ τὸν εἴ­χα­νε βά­λει τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­δέρ­φια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν δη­μο­σιά. Κά­θε φορ­τη­γὸ ποὺ πέρ­να­γε ἔ­βα­ζε μιὰ με­γά­λη πέ­τρα στὴ σει­ρά. Ἂν ἦ­ταν κούρ­σα ἔ­βα­ζε μιὰ μι­κρή. Καὶ ἀ­νά­λο­γα τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἤ­τα­νε οἱ πέ­τρες σὲ ἄλ­λη σει­ρά. Πά­νω ἦ­ταν ὁ δρό­μος γιὰ τὰ Σέρ­βια, κά­τω ὁ δρό­μος γιὰ τὴν Ἐ­λασ­σό­να. Σὰν ἔ­πε­φτε τὸ φῶς κα­τέ­βαι­ναν δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες ἀ­πὸ τὸ λη­μέ­ρι με­τροῦ­σαν τὶς πέ­τρες καὶ βλέ­πα­νε πό­σα φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ πε­ρά­σα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀντώ­νης Γιαν­νακός. Ἔχει ἐκδώσει Σκαλίζοντας ἀνα­μνή­σεις (διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014) καὶ δύο ποιητικές συλλογές. Τελευταῖο του βιβλίο εἶναι Τέσσερις βολικοί θάνα­τοι (μυ­θιστόρημα, Κέδρος, 2016).


Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὀρεινοὶ καὶ Πεδινοὶ 1863


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὀ­ρει­νοὶ καὶ Πε­δι­νοὶ

1863


ΑΛΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΕ ὅ­λα. Τώ­ρα τὴν ἐ­νο­χλοῦν οἱ βου­τι­ές. Τὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά, ποὺ τι­νά­ζον­ται καὶ κα­τα­βρέ­χουν τὰ πάν­τα, μό­λις κα­τα­κά­τσουν τρι­γύ­ρω σχη­μα­τί­ζουν ἀ­μέ­σως μι­κρά, βρώ­μι­κα ρυά­κια· τὴν αὐ­λα­κώ­νουν σὰν ξε­βαμ­μέ­νο ρί­λεμ, τὸ βρί­σκει προ­σβλη­τι­κὸ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­αι­σθη­τι­κὸ ὅ­λο αὐ­τό. Καύ­σω­νας μέ­σα Ἰ­ου­λί­ου καὶ ξα­να­τυ­λί­χτη­κε ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὴν ψη­λὴ ἀ­ση­μέ­νια μπέρ­τα νὰ μὴν τὴν βλέ­που­με. Κα­νεὶς νὰ μὴν τὴν δεῖ μέ­χρι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει.

        Χρό­νια καὶ χρό­νια ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­πο­φά­σι­στη κι ἀ­συμ­φι­λί­ω­τη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖς πὼς χώ­ρε­σε, ἄ­λε­σε καὶ μό­νια­σε στὸ τε­τρά­γω­νο τό­τε χω­νευ­τή­ρι της τὶς πα­λι­ὲς συν­ταγ­μα­τι­κὲς δι­α­μά­χες τους. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, συ­νε­χῶς ἄλ­λα­ζε, σχή­μα­τα, ὀ­νό­μα­τα, ἐ­ρα­στές, προ­στά­τες, Κλε­άν­θης, Σά­ουμ­περτ, Ὄ­θω­νας, Λέ­ο Φὸν Κλέν­τσε. Πά­νω ποὺ κά­τι κα­τά­φερ­νε, κά­πως σου­λου­πω­νό­ταν κι ἄρ­χι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὴν συ­νη­θί­ζουν καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­ποῦν, αὐ­τὴ ἀ­προσ­δό­κη­τά τα χά­λα­γε ὅ­λα, κλει­νό­ταν πά­λι στ’ ἀγ­κά­θια της. Πάν­τα, κά­τι συ­νέ­βαι­νε ξαφ­νι­κά.

        Εἴ­πα­με, τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, κι ἄς ἔλ­πι­ζαν ὅ­λοι πὼς με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χρό­νια καὶ βά­λε ἐ­πι­τέ­λους θὰ κα­τα­στά­λα­ζε κά­που· ὅ­μως ὄ­χι, αὐ­τὴ κα­μώ­νε­ται σὰν γυ­ναί­κα με­ταιχ­μια­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ποὺ πε­τὰ ξέ­φρε­να τὸ ἕ­να ροῦ­χο με­τὰ τὸ ἄλ­λο μὲ κρυ­φὴ ἐλ­πί­δα καὶ θυ­μό. Κα­τὰ και­ροὺς ἐ­ξα­κον­τί­ζει μπά­ζα, μαρ­μά­ρι­να κιγ­κλι­δώ­μα­τα, τσι­μεν­τέ­νι­ες Μοῦ­σες, γυ­ά­λι­νους δρο­μεῖς, κο­λο­νά­κια, ξη­λω­μέ­να παγ­κά­κια, γραμ­μὲς τοῦ τράμ, πα­λιὰ συν­τρι­βά­νια, δεν­τρί­λια καὶ ζαρ­τι­νι­έ­ρες ψη­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα· τὰ κοι­τᾶ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση ἀρ­γὴ πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς πό­λης ἀ­φή­νον­τας κα­τά­πλη­κτούς τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ποὺ μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο κα­τα­πί­νουν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρὰ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι. Γιὰ λί­γο εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη, δο­κι­μά­ζει πά­λι καὶ πά­λι, μέ­χρι ποὺ φτά­νει ξα­νὰ στὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ μοι­ραί­α κα­τα­λή­γει στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἐκ­δο­χή.

        Αὐ­τὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­πο­μέ­νη…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση στην εφ. Αυγή, Αναγνώσεις, (05.07. 2020)

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, ἱσπανιά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr

Κωνσταντία Σωτηρίου: « Ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς παίρνουν τὶς γάτες μας!»


Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου


«Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!»


ΕΙΔΗΣΗ εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε στὰ ψι­λὰ τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε με­γά­λη ση­μα­σί­α γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τά της. Δύ­ο Κυ­πρια­κὰ εἴ­δη γα­τι­ῶν, ἔ­λε­γε, κα­θα­ρό­αι­μα καὶ αὐ­τό­χθο­να, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν μά­λι­στα ὀ­νό­μα­τα ποὺ συν­δύ­α­ζαν τὸν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, κιν­δύ­νευ­αν μὲ ἀ­φα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ἡ ρά­τσα «Ἀ­φρο­δί­τη» καὶ ἡ ρά­τσα «Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη», ρά­τσες γα­τι­ῶν ἑλ­λη­νι­κῶν τῆς Κύ­πρου μας, μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πὸ Τούρ­κους ποὺ τὶς ἔ­κλε­βαν καὶ τὶς με­τέ­φε­ραν στὰ κα­τε­χό­με­να, ὅ­που τὶς δι­α­σταύ­ρω­ναν μὲ τουρ­κι­κές, μω­α­με­θα­νὲς γά­τες. Στό­χος ἔ­λε­γε τὸ δη­μο­σί­ευ­μα ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν μιὰ τρί­τη, και­νούρ­για ρά­τσα, ποὺ θὰ τὴν κα­το­χύ­ρω­ναν ὡς κυ­πρια­κὴ γιὰ νὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν ἀρ­γό­τε­ρα ἐμ­πο­ρι­κά. Τὸ θέ­μα ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴ Βου­λὴ ὅ­που ἕ­νας Οἰ­κο­λό­γος Βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται νὰ ἔ­φε­ρε τὸ θέ­μα στὴν Ὁ­λο­μέ­λεια φω­νά­ζον­τας ἐμ­φαν­τι­κά: «Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!». Ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐμ­πλά­κη­καν οἱ μυ­στι­κές μας ὑ­πη­ρε­σί­ες, δι­α­φά­νη­κε πὼς τέ­τοι­ο θέ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Μιὰ ὁ­μά­δα γυ­ναι­κῶν ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἦρ­θε λέ­ει σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση γιὰ κα­θα­ρό­αι­μες γά­τες στὴ Λε­με­σὸ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξε μὲ πά­θος πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κα­τα­χω­ρη­θοῦν οἱ δύ­ο ἀρ­χαῖ­ες γά­τες ἀ­πὸ τὸ κρά­τος νο­μι­κά, γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α προ­έ­λευ­σης. Στό­χος τους ἦ­ταν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν οἱ ἴ­δι­ες τὶς γά­τες ἐμ­πο­ρι­κά. Σκά­ρω­σαν τό­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τοὺς Τούρ­κους ποὺ ἀ­πή­γα­γαν τὶς γά­τες καὶ τὶς ἀλ­λοί­ω­ναν. Καὶ ἔ­βα­λαν στὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά μας ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Συν­τα­γὴ δο­κι­μα­σμέ­νη νὰ τα­ρά­ξει τὰ νε­ρά. Ἄ­σχε­τα ἂν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δύ­ο ἴ­δι­ες γά­τες μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, σερ­γι­α­νί­ζουν κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­ψη­φών­τας τὸ ὁ­δό­φραγ­μα. «Gel kucuk kedim», ἔ­λα ἐ­δῶ μι­κρό μου γα­τί, ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νύ­χτες ὁ Τοῦρ­κος σκο­πὸς κα­θὼς φω­νά­ζει γιὰ φαῒ τὴν «Βε­νούς»* καὶ τὴν «Οὒμ Χα­ράμ»*.


Σ.τ.Συγγραφέως: Βέ­νους λέ­νε οἱ Τουρ­κο­κύ­πριοι τὴν Ἀ­φρο­δί­τη. Οὒμ Χα­ρὰμ εἶ­ναι συγ­γε­νὴς τοῦ προ­φή­τη Μω­ά­μεθ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει ση­μαν­τι­κὸ τέ­με­νος στὴ Λάρ­να­κα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου γεν­νή­θη­κε στὴν  Λευ­κω­σί­α. Ἡ νου­βέ­λα της Ἡ Ἀ­ϊ­σὲ πά­ει δι­α­κο­πὲς βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ «Athens Prize for Literature» καὶ ἦ­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ δεύ­τε­ρή της νου­βέ­λα μὲ τί­τλο Φω­νὲς ἀ­πὸ χῶ­μα ἦ­ταν ἐ­πί­σης στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ τρί­τη νου­βέ­λα της Πι­κρί­α χώ­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2019. Οἱ τρεῖς νου­βέ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ πῶς οἱ γυ­ναῖ­κες τῆς Κύ­πρου δι­η­γοῦν­ται τὸν πό­λε­μο. Ἔ­χει γρά­ψει θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες σκη­νὲς ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν Θε­α­τρι­κὸ Ὀρ­γα­νι­σμὸ Κύ­πρου. Τὸ δι­ή­γη­μα της «Ἔ­θι­μα Θα­νά­του» κέρ­δι­σε τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τῆς Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας γιὰ τὸ 2019.


Χαρὰ Νικολακοπούλου: Τυχερή


Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Τυχερή


ΗΝ ΩΡΑ ποὺ ἔ­πε­σε ἡ εἴ­δη­ση στὴν Κα­λα­μά­τα πὼς ἔ­χα­νε φέ­ρει τὸ κε­φά­λι τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ποὺ πρω­το­στα­τοῦ­σε στὸ ἀν­τάρ­τι­κό του Τα­ΰ­γε­του μὲ τὸ κω­δι­κὸ ὄ­νο­μα Μπουν­τού­ρης, ἡ μά­να του βρι­σκό­ταν στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Πό­τη τοῦ Μπα­κέ­α καὶ ψώ­νι­ζε κου­βα­ρί­στρες. Δε­κα­ε­φτά­χρο­νο παι­δὶ ὁ Πό­της, εἶ­χε μό­λις ἀ­να­λά­βει τὸ μα­γα­ζὶ με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ πνευ­μο­νί­α καὶ εἶ­χε πε­λα­γώ­σει.

        Ἔ­κα­νε ψω­φό­κρυ­ο καὶ πα­γω­νιά, χει­μώ­νας τοῦ ‘49. Ὅ­ταν μπαί­νει στὸ μα­γα­ζί του ὁ Χα­ρί­λα­ος Νι­κο­λό­που­λος, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος καὶ Χα­ρί­λης, φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο που­λό­βερ πλε­κτό, αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται κα­λὰ ὁ Πό­της για­τί ἦ­ταν σπά­νια πο­λυ­τέ­λεια ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρό.

        — Ρὲ Πό­τη, λέ­νε πὼς φέ­ρα­νε τὸ κε­φά­λι ἐ­κεί­νου τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ξά­δελ­φός σου δὲν ἤ­τα­νε, ρέ;

        — Πά­ψε ρέ, τοῦ γνέ­φει ἀ­πε­γνω­σμέ­να ὁ Πό­της, εἶ­ναι ἡ μά­να του ἐ­δῶ!

        Εὐ­τυ­χῶς ἡ γριὰ βα­ρι­ά­κου­γε καὶ δὲν πῆ­ρε χαμ­πά­ρι.

        — Ποῦ τὸ ξέ­ρεις; τὸν κον­το­ζυ­γώ­νει συν­θη­μα­τι­κά.

        — Τὸ γρά­φου­νε τὰ Νέ­α!*

        Ὁ Πό­της πιά­νει νὰ προ­σεύ­χε­ται πά­ρε την Πα­να­γί­α μου τὴ θεί­α μου ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἃς γί­νει ὅ,τι θέ­λει. Ὕ­στε­ρα τρέ­χει στὸ δι­πλα­νὸ κα­φε­νε­δά­κι νὰ δεῖ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα.

        Ἀ­φοῦ ψώ­νι­σε τὰ λι­γο­στὰ ψώ­νια της ἡ γριά, τρα­βά­ει κα­τὰ τὸ πο­τά­μι, νὰ πά­ρει τὸ φορ­τη­γό, ποὺ ἐ­κτε­λοῦ­σε χρέ­η συγ­κοι­νω­νί­ας τό­τε. Κα­τε­βαί­νει στὴ Να­βα­ρί­νου κον­τὰ στὸ σπί­τι της, ἀ­κρι­βῶς στὴ στά­ση ποὺ ἔ­χουν ἀ­ναρ­τή­σει τὸ κε­φά­λι τοῦ παι­διοῦ μα­ζὶ μὲ ἑ­νὸς ἀλ­λου­νοῦ ποὺ τὸ ὄ­νο­μά του τε­λεί­ω­νε σὲ –έ­ας. Κό­σμος πο­λὺς εἶ­ναι μα­ζε­μέ­νος καὶ χα­ζεύ­ει μὲ μιὰ ἄ­γρια χα­ρὰ τὰ ἄ­θλια κου­φά­ρια. Ἡ γυ­ναί­κα σκέ­φτε­ται νὰ τρα­βή­ξει κα­τὰ κεῖ, για­τί ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τὸ σού­σου­ρο; Ἀλ­λὰ μιὰ σου­βλιὰ στὴ μέ­ση καὶ τὰ πό­δια της ποὺ δὲν τὴ βα­στᾶ­νε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση τῆς ἀλ­λά­ζουν γνώ­μη. Σέρ­νον­τας τρυ­πώ­νει στὸ φτω­χι­κό της. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ μιὰ ἀλ­λό­κο­τη ἡ­συ­χί­α τὴ ζώ­νει. Τὸν ἄν­τρα καὶ τὸν με­γά­λο γιὸ τοὺς εἶ­χε χα­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἡ μο­να­χο­κό­ρη παν­τρε­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­νά­βει τὸ μαγ­κά­λι, γιὰ προ­σφά­ι λί­γη μπομ­πό­τα κι ἐ­λι­ές, ἕ­να κρεμ­μυ­δά­κι. Κά­νει τὸν σταυ­ρό της, ἀ­νά­βει τὸ καν­τή­λι καὶ γέρ­νει ἀ­πο­στα­μέ­νη στὴ χι­λι­ο­τριμ­μέ­νη μπα­τα­νί­α. Ἐ­κεῖ ἔ­σβη­σε σὰν φω­τί­τσα στὸν ἄ­νε­μο, μπου­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­θυ­μιά­σεις. Χω­ρὶς πο­τὲ νά.


*Ἀ­νε­ξάρ­τη­τος ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Κα­λα­μῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτ. Μα­κε­δο­νί­ας. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς κει­με­νο­γρά­φος σὲ δι­α­φη­μι­στι­κὲς ἑ­ται­ρί­ες. Ἀ­πὸ τὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α της Πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες καὶ γλωσ­σι­κὲς ἀ­κρο­βα­σί­ες στὸ  πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της  Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Γυ­μνά­σιο (ἐκδ. Σι­δέ­ρη).


 

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)



Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)


Μη­τέ­ρα

(Mother)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ΑΚΟΥΓΑ ρα­δι­ό­φω­νο στὰ μα­κρὰ κύ­μα­τα τῶν ΑΜ. Ἒ­κεῖ, λοι­πόν, ἄ­κου­σα ἕ­να τρα­γού­δι: «Πῶς λα­χτα­ρῶ νὰ δῶ τὴ μά­να μου στὴν πόρ­τα.» Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε! Σκέ­φτη­κα ἀ­μέ­σως, πό­σο νι­ώ­θω αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Πο­λὺ συ­χνὰ ἔ­χω λα­χτα­ρή­σει νὰ δῶ τὴ μη­τέ­ρα μου στὸ κα­τώ­φλι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τάς μου. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς συ­νή­θι­ζε νὰ στέ­κῃ σὲ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια καὶ νὰ μὲ κοι­τά­ζῃ. Ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι στε­κό­ταν μιὰ μέ­ρα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά μας, ἔ­χον­τας τὸ σκο­τά­δι τοῦ δι­α­δρό­μου ἀ­πὸ πί­σω της. Ἦ­ταν Πρω­το­χρο­νιά. Μοῦ εἶ­πε λυ­πη­μέ­να, Ἂν ἐ­πι­στρέ­φῃς στὸ σπί­τι στὶς 4 π.μ. στὰ δε­κα­ε­φτά σου, τί ὥ­ρα θὰ γυρ­νᾷς στὰ εἴ­κο­σί σου; Μὲ ρώ­τη­σε δί­χως νὰ κά­νῃ χι­οῦ­μορ, δί­χως κα­κί­α. Εἶ­χε μό­λις ξε­κι­νή­σει τὴν ἐ­να­γώ­νια προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ θα­νά­του της. Δὲν θἆ­ταν ἐ­δῶ ὅ­ταν θά ’­κλει­να τὰ εἴ­κο­σί μου, σκε­φτό­ταν. Κι ἔ­τσι, εὔ­λο­γα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν.

       Μιὰν ἄλ­λη φο­ρὰ ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Εἶ­χα μό­λις δη­μο­σι­εύ­σει ἕ­να πο­λι­τι­κὸ μα­νι­φέ­στο ἐ­πι­τι­θέ­με­νη στὴ θέ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Μοῦ εἶ­πε, Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, κοι­μή­σου ἠ­λί­θια, ἐ­σὺ κι οἱ κομ­μου­νι­στι­κές σου ἰ­δέ­ες. Τοὺς εἴ­δα­με ἤ­δη, κι ο μπαμ­πὰς κι ἐ­γώ, στὰ 1905. Τά ’­χα­με κα­τα­λά­βει ὅ­λα.

       Στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας μοῦ εἶ­πε, Πο­τὲ δὲν τε­λει­ώ­νεις τὸ φα­γη­τό σου. Ὅ­λο τρι­γυρ­νᾷς ἄ­σκο­πα. Τί θὰ γί­νῃ μὲ σέ­να τε­λι­κά;

       Κι ὕ­στε­ρα πέ­θα­νε.

       Φυ­σι­κὰ, σ’ ὅ­λη μου τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ὴ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ τὴ δῶ, ὄ­χι μό­νο στὰ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τους ἄλ­λους τό­πους – στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α μὲ τὶς θεῖ­ες μου, στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ κοι­τά­ζῃ τὸν δρό­μο ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, στὸν κῆ­πο τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μας ἀ­νά­με­σα στὰ ζί­νια καὶ τοὺς κα­τι­φέ­δες, στὸ σα­λό­νι μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου.

       Κα­θόν­του­σαν στὶς δερ­μά­τι­νες, ἀ­να­παυ­τι­κές τους πο­λυ­θρό­νες. Ἄ­κου­γαν Μό­τσαρτ. Κοι­τι­όν­του­σαν ἔκ­πλη­κτοι. Τοὺς φαι­νό­ταν σὰν νά ’­χαν μό­λις κα­τέ­βει ἀ­π’ τὸ πλοῖ­ο. Σὰν νά ’­χαν μό­λις μά­θει τὶς πρῶ­τες τους ἀγ­γλι­κὲς λέ­ξεις. Τοὺς φαι­νό­ταν λὲς κι εἶ­χε μό­λις πα­ρα­δώ­σει τὸ ἀ­λάν­θα­στο δι­α­γώ­νι­σμά του στὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ κα­θη­γη­τὴ τῆς ἀ­να­το­μί­ας. Λὲς κι εἶ­χε μό­λις βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν κου­ζί­να της.

       Πό­σο θά ’­θε­λα νὰ τὴν ἔ­βλε­πα στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ μας.

       Στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­να λε­πτό. Ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πλά­ι του. Εἶ­χαν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γραμ­μό­φω­νο. Ἄ­κου­γαν Μπάχ. Τοῦ ’­πε, Μί­λα μου λί­γο. Δὲν μι­λᾶ­με πιὰ τό­σο.

       Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τὸ βλέ­πεις; Εἶ­δα κον­τὰ τριά­ντα ἄ­το­μα σή­με­ρα. Ὅ­λοι τους ἄρ­ρω­στοι, ὅ­λοι τους μπλὰ μπλὰ μπλά. Ἄ­κου τὴ μου­σι­κή, τῆς εἶ­πε. Θυ­μᾶ­μαι κά­πο­τε ἔ­πια­νες ἀ­πί­θα­νους τό­νους. Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, ξα­νᾶ­πε.

       Κι’ ἔ­πει­τα, αὐ­τὴ πέ­θα­νε.

 


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Read a Short, 25.06.2008.

(http://readashort.blogspot.com/2008/06/mother-by-grace-paley.html)

 

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley) (1922-2007) ἦ­ταν συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com



		

	

Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Τὰ σου­τζου­κά­κια



Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Τὰ σου­τζου­κά­κια


ΡΕ ΤΙ ΚΕΡΑΤΟ βερ­νι­κω­μέ­νο αὐ­τὸς ὁ Γι­ωρ­γῆς, τῆς συγ­χω­ρε­μέ­νης τῆς Κασ­σια­νῆς ὁ γιὸς» γύ­ρι­σε στὴ φι­λε­νά­δα ποὺ τὴ βο­η­θοῦ­σε στὴ λά­τρα ἡ Κα­τε­ρί­να, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη συσ­σι­τί­ου στὴν ἐ­νο­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, δω­δε­κά­μι­σι τὸ με­ση­με­ρά­κι μιὰ Δευ­τέ­ρα Σα­ρα­κο­στῆς.

       «Ἄ­κου­σον-ἄ­κου­σον τί μοῦ ξε­φούρ­νι­σε στὰ κα­λὰ τοῦ κα­θου­μέ­νου ὁ ἀ­ναι­δέ­στα­τος… Νε­ρομ­πού­λια ἀ­πὸ σή­με­ρα τέρ­μα. Μπού­χτι­σα τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια. Τὸ κέ­φι μου τρα­βά­ει σου­τζου­κά­κια. Ἢ αὔ­ριο μοῦ τὰ φτειά­χνεις ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ μα­στό­ρευ­ε ἡ μά­να μου, ἢ δὲν ξα­να­πα­τά­ω τὸ πο­δά­ρι μου ἐ­δῶ μέ­σα, τὸ Θε­ὸ μπάρ­μπα νά ‘χεις. Τί μὲ λέ­γεις παι­δά­κι μου, τὸν ἀ­πο­πῆ­ρα. Σα­ρα­κο­στὴ ἔ­χου­με, ποῦ νὰ τὰ βροῦ­με τὰ σου­τζου­κά­κια; Ἐ­δῶ, καὶ τὶς κα­λὲς μέ­ρες ἀ­κό­μα, τὶς γι­ορ­τά­δες νὰ ποῦ­με, μὲ τὰ χί­λια ζό­ρια βγά­ζου­με λί­γες με­ρί­δες ἴ­σα-ἴ­σα νὰ βρί­σκουν ἀν­θρῶ­ποι σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου ἕ­να πιά­το φα­γὶ νὰ λι­γδώ­νει τὸ ἄν­τε­ρό τους. Ἂν τώ­ρα ἡ γκα­στριά σου τρα­βά­ει ἐ­ξά­παν­τος σου­τζου­κά­κια, τί νὰ σὲ πῶ, ξυ­πνὸς δεί­χνεις, σύ­ρε νὰ βρεῖς κα­μιὰ δου­λειά, δὲν σὲ πῆ­ραν δὰ καὶ τὰ χρό­νια καὶ ξε­φορ­τώ­σου μας ποὺ μᾶς γέ­νη­κες τσιμ­πού­ρι μὲ τὶς ἀ­παι­τή­σεις σου. Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω, γκά­ρι­ξε, καρ­φώ­νον­τάς με μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­μα­τά­ρες του, ποὺ πῆ­γα νὰ κα­του­ρη­θῶ ἀπ΄τὴ τρο­μά­ρα μου. Δὲν στὸ κρύ­βω φι­λε­νά­δα, ἀν­τα­ρι­ά­στη­κα. Συ­ζη­τι­έ­ται ἄλ­λω­στε στὴ γει­το­νιά, πὼς με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς κυ­ρὰ-Κασ­σια­νῆς τοῦ ΄χει λι­γου­λά­κι σα­λέ­ψει. Ὅ­λη μέ­ρα λέ­νε, κά­θε­ται κλει­σμέ­νος στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι καὶ βγαί­νει μό­νο ἴ­σα νὰ βρεῖ κά­τι νὰ βά­λει στὸ στό­μα.»

       Ἔ­τσι κου­τσομ­πό­λευ­ε ἡ Κα­τε­ρί­να ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἡ ψυ­χο­πο­νιά­ρα, ποὺ πα­ρὰ τὰ πε­νῆν­τα της χρο­νά­κια καὶ τὴν ἀ­σου­λου­πω­σύ­νη ποὺ τὴν ἔ­δερ­νε, ἔ­τρε­φε ἀ­κό­μα κά­ποι­ες ἀ­μυ­δρὲς ἐλ­πί­δες νὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, ἐν ἀ­νάγ­κῃ καὶ μὲ κά­να συν­τα­ξι­οῦ­χο ἀ­πὸ τοὺς δε­κά­δες ἐ­κεί­νους ποὺ με­λίσ­σι σω­στὸ μα­ζεύ­ον­ταν Κυ­ρια­κὲς καὶ γι­ορ­τά­δες στὸν ἐ­πι­βλη­τι­κὸ να­ὸ πρὸς ἐκ­κλη­σια­σμό, δι­αγ­κω­νι­ζό­με­νοι ἀ­γρί­ως, ποι­ός θὰ σώ­σει πρῶ­τος τὴ μί­ζε­ρη, μπα­κα­λί­στι­κη ψυ­χή του. Ἔ­ρι­χνε τὸ λοι­πὸν αὐ­τὴ τὰ δί­χτυ­α της κα­λὰ μα­τι­σμέ­να καὶ ἀ­νελ­λι­πῶς, ἀλ­λὰ τὰ γέ­ρι­κα ψα­ρά­κια, ἔ­δει­χναν νὰ προ­τι­μοῦν τὰ Ρώ­σι­κα κα­λά­μια μὲ τὸ ψεύ­τι­κο σκου­λή­κι, ἀ­πὸ τὴν σα­πι­σμέ­νη σα­γή­νη της. Ἡ ἐλ­πί­δα ὅ­μως κα­θὼς λέ­νε, πε­θαί­νει τε­λευ­ταί­α καὶ στὴ πε­ρί­πτω­ση της ὅ­σο περ­νοῦ­σε βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸ χε­ρά­κι της, θὰ τὴ δι­α­τη­ροῦ­σε ἐν ἀ­νάγ­κῃ ἀ­κό­μα καὶ τα­ρι­χευ­μέ­νη, στὸ κέν­τρο ἀ­κρι­βῶς τῆς κα­κο­χτι­σμέ­νης πυ­ρα­μί­δας τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο με­ση­μέ­ρι βρῆ­κε τὴν Κα­τε­ρί­να πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς αἴ­θου­σας ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ να­οῦ, νὰ βο­λεύ­ει κά­τι νε­ρό­βρα­στα φα­σό­λια ψα­ρεύ­ον­τάς τα μὲ μιὰ κου­τά­λα ἀ­πὸ τὸν πά­το τοῦ τέν­τζε­ρη, σὲ κά­τι πλα­στι­κοὺς κε­σέ­δες.

       Ἕ­νας-ἕ­νας, μὲ τά­ξη ἀ­πό­λυ­τη, πα­ρή­λαυ­ναν οἱ ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες τῆς συ­νοι­κί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νον­τας νὰ ξε­ρο­γοῦν τὸ κομ­πο­λό­ι τῶν πι­κρῶν τους ἡ­με­ρῶν κα­τὰ τὸ δί­και­ο λό­γο τοῦ Ποι­η­τοῦ μὲ ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση γαι­δου­ρι­νή, δέ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια της εὐ­γνώ­μο­να, —λὲς θεί­α κοι­νω­νί­α—, τὸ κε­σε­δά­κι κα­πα­κω­μέ­νο μιὰ φέ­τα χά­σι­κο ψω­μί.

       Τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ὥ­ρα ἀ­ρί­βα­ρε καὶ ὁ λε­γά­με­νος, κου­νά­με­νος λυ­γά­με­νος. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν τέν­τζε­ρη καὶ φα­νε­ρὰ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ του οἴ­στρου, ἄρ­χι­σε νὰ στριγ­γλί­ζει στὴ κα­κο­μοί­ρα τὴ Κα­τε­ρί­να.

       «Ποῦ ‘ναι μω­ρή τα σου­τζου­κά­κια ποὺ σοῦ γύ­ρε­ψα; Μπέ­σα δὲν ἔ­χεις; Ἀλ­λὰ τί πε­ρι­μέ­νεις ἀ­πὸ μιὰ πα­λι­ομ­πα­κα­τέ­λα σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου; Φεύ­γω, κι οὔ­τε πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πα­τή­σω σὲ τοῦ­το τὸ μπουρ­δέ­λο, ποὺ νὰ πε­θαί­νω τῆς πεί­νας. Στὸ δι­ά­βο­λο καὶ σὺ καὶ τὰ πορ­δο­σπό­ρια σου», συμ­πλή­ρω­σε καὶ τρά­βη­ξε ἔ­ξαλ­λος γιὰ τὴν ἔ­ξο­δο.

       Ἡ Κα­τε­ρί­να πε­τά­χτη­κε στὸ κα­τό­πι του.

       «Γύρ­να πί­σω ἀ­θε­ό­φο­βε» προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν καλ­μά­ρει. «Πά­ρε τὴ με­ρί­δα καὶ θὰ σοῦ βά­λω καὶ λί­γη φέ­τα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

       Στά­θη­κε αὐ­τὸς δί­βου­λος κά­τω ἀ­πὸ τὸ γεῖ­σο καὶ δὲν μι­λοῦ­σε κα­κι­α­σμέ­νος. Ἄ­ξαφ­να τὸν πή­ρα­νε τὰ ζου­μιά.

       «Ἡ μά­να μου ὅ­τι γου­στά­ρι­ζα μοῦ μα­γέ­ρευ­ε καὶ πο­τέ της δὲ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Σου­τζου­κά­κια ἤ­θε­λα, σου­τζου­κά­κια μοῦ ΄κα­μνε. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν πα­ρά­χω­σα, ἔ­χω νὰ φά­ω τῆς προ­κο­πῆς. Τί σοῦ γύ­ρε­ψα μω­ρή; Λί­γα σου­τζου­κά­κια σὰν κι αὐ­τὰ πού μοῦ μα­γεί­ρευ­ε ἡ συγ­χω­ρε­μέ­νη.»

       Τὰ λό­για του, χτύ­πη­σαν τὴ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἴ­σα στὴ καρ­διά.

       Πα­ρα­τη­ρών­τας τον νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­χον­τας δε­χτεῖ ἐν­τέ­λει νὰ πά­ρει τὸ γλί­σχρο γεῦ­μα, ὁρ­κί­στη­κε στὸ στε­φά­νι ποὺ πε­ρί­με­νε, τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α κα­μιά, νὰ τοῦ κά­μει τὸ χα­τί­ρι καὶ νὰ τοῦ πά­ει ἡ ἴ­δια αὐ­το­προ­σώ­πως στὸ μπε­κι­ά­ρι­κό του, τὰ σου­τζου­κά­κια ποὺ τό­σο λα­χτα­ροῦ­σε.

       Κι­νών­τας βι­α­στι­κὴ γιὰ τὸ χα­σά­πη τῆς συ­νοι­κί­ας, δὲν γνώ­ρι­ζε ἡ δό­λια, πό­ση ἡ­δο­νὴ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­βε­ται μέ­σα σὲ μιὰ ντου­ζί­να κα­λο­μα­γει­ρε­μέ­να σου­τζου­κά­κια. Αὐ­τό, θὰ τὸ δι­α­πί­στω­νε λί­α­ν συν­τόμως.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου: Πα­πού­τσια μὲ Ρί­ζες



Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου


Πα­πού­τσια μὲ Ρί­ζες


Ὕ­στε­ρα σκύ­βου­με τὰ μά­τια, κοι­τᾶ­με τὰ πα­πού­τσια μας, κοι­τᾶ­με τὸ χῶ­μα. Δὲν ἔ­πε­σε τί­πο­τα.
Γιά­ννης Ρί­τσος, Ἡ­με­ρο­λό­για Ἐ­ξο­ρί­ας Ι.

ΙΧΑ ΜΕΙΝΕΙ πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν φό­βο νὰ ἐκ­βιά­ζει γνω­ρι­μί­ες. Εἶ­χαν γί­νει ὅ­λοι μιὰ πα­ρέ­α. Ὁ κα­θέ­νας κλα­ψού­ρι­ζε γιὰ τὰ δι­κά του. Ἂν τοὺς ἄ­κου­γε κά­ποι­ος, ἦ­ταν φα­νε­ρό, πὼς κα­νεὶς δὲν ἀ­παν­τοῦ­σε σὲ κα­νέ­να πα­ρὰ μό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του. Ἤ­θε­λαν νὰ ποῦν, ὄ­χι ν’ ἀ­κού­σουν. Ποι­ός δὲν φο­βᾶ­ται στὸ δά­σος μὲ ὁ­μί­χλη; Ποι­ός δὲν φο­βᾶ­ται μὲ βα­ρί­δια στὰ πό­δια στὴν ἔ­ρη­μο χω­ρὶς νε­ρό; Ἀ­τέ­λει­ω­το περ­πά­τη­μα. Με­τὰ τὴν πρώ­τη μέ­ρα ἔ­πα­ψα νὰ με­τρά­ω τὸ χρό­νο. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χα τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἐ­πι­λο­γῆς νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω. Σὰν νὰ κο­λυμ­πᾶς μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ πα­τᾶς. Ἂν προ­χω­ρή­σεις, εἶ­σαι με­σο­πέ­λα­γα. Εἶ­σαι τοῦ πε­λά­γου πιὰ καὶ ὄ­χι τῆς ἀ­κτῆς. Πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ κο­λυμ­πᾶς.

       Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­πὸ γέ­νια, κολ­λη­μέ­να μαλ­λιὰ καὶ πα­πού­τσια ποὺ εἶ­χαν χά­σει τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους περ­πα­τοῦ­σαν πη­γαί­νον­τας τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα πί­σω. Μά­τια ποὺ προ­χω­ροῦ­σαν πρὶν τὰ πό­δια καὶ ἔ­ρι­χναν τὸ ἀγ­κί­στρι τῆς ἐλ­πί­δας στὴ μα­κρι­νὴ θέ­α κά­ποι­ων φώ­των. Με­τὰ μα­ζεύ­ον­ταν στὴν σκο­τει­νὴ κό­χη τους καὶ ἡ ὁ­ρα­τό­τη­τα πε­ρι­ο­ρί­ζον­ταν πά­λι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Εἶ­χα μεί­νει πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α τῆς νι­ό­της ὅ­μως δὲν μ’ ἄ­φη­νε νὰ φα­νε­ρώ­νο­μαι. Κα­νέ­νας δὲν μὲ εἶ­χε προ­σέ­ξει σ’ αὐ­τὴ τὴν πο­ρεί­α ἐλ­πί­δας. Σὲ κα­νέ­να, ἴ­σως, δὲν θὰ ἔ­λει­πα πί­σω. Ὅ­ταν μὲ δάγ­κω­νε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ στῆ­θος καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα, ἔ­χω­να τὸ χέ­ρι μου στὴ τσάν­τα ποὺ φο­ροῦ­σα χια­στὶ στὸ στῆ­θος καὶ ἔ­πι­α­να τὴ μαν­τή­λα τῆς μά­νας μου. Τὴν ἔ­βγα­ζα, τὴ μύ­ρι­ζα τὴν ἔ­βα­ζα πί­σω στὴ θέ­ση της. Μύ­ρι­ζε σπί­τι, ζω­ή, ἀ­γά­πη, κά­τι δι­κό μου. Αἰ­σθα­νό­μουν πά­λι ἄν­θρω­πος, θυ­μό­μουν ποι­ός εἶ­μαι καὶ συ­νέ­χι­ζα.

       Εἶ­χα μεί­νει πιὸ πί­σω ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Ἄ­κου­γα τὶς ἱ­στο­ρί­ες τους ἀ­πὸ μα­κριὰ ὅ­ταν ξε­κου­ρα­ζό­μα­σταν, ἀ­να­γνώ­σμα­τα γιὰ τὸν ὕ­πνο. Ἔ­τσι τοὺς εἶ­χα γνω­ρί­σει ἕ­ναν-ἕ­ναν ἀ­πὸ μα­κριά. Ἤ­θε­λα νὰ φτά­σουν πρῶ­τοι. Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τί θὰ κά­νουν ἢ μᾶλ­λον τί θὰ ἀ­πο­γί­νουν. Κρυμ­μέ­νος, βλέ­πω τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να πα­πού­τσια τους πα­ρα­τη­μέ­να νὰ ξε­κου­ρά­ζον­ται στὸ ἀ­φρά­το χῶ­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ἀ­να­ση­κω­μέ­να, μι­σὰ στὴ γῆ μι­σὰ στὸν ἀ­έ­ρα, ἕ­τοι­μα νὰ τὸ σκά­σουν. Τὰ ἴ­δια ἔ­χουν ξα­να­κά­νει πα­ρέ­α ἔ­ξω ἀ­πὸ τζα­μιά, ἀλ­λὰ πάν­τα οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες ἐ­πέ­στρε­φαν νὰ τὰ φο­ρέ­σουν. Ἔ­χουν χο­ρέ­ψει δί­πλα-δί­πλα σε μπα­ϊ­ρά­μια* καὶ γά­μους, ἔ­χουν στα­θεῖ ἀ­πέ­ναν­τι καὶ ἔ­χουν φλερ­τά­ρει, ἔ­χουν γί­νει τὸ ἀ­πο­κούμ­πι δυ­ὸ χα­μη­λω­μέ­νων μα­τι­ῶν καὶ δύ­ο κόκ­κι­νων μά­γου­λων. Τώ­ρα, τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο, στρα­τι­ω­τά­κια χω­ρὶς μιὰ δι­α­τα­γὴ γιὰ περ­πά­τη­μα, χο­ρό, τρέ­ξι­μο, παι­χνί­δι, φλέρτ, ἔ­στω πά­τη­μα, νὰ ζή­σουν πά­λι. Ὁ πό­νος εἶ­ναι ζω­ή· ἀλ­λὰ ὄ­χι αὐ­τὴ ἡ ἀ­πρα­ξί­α.

       Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ θάμ­πος τῶν μα­τι­ῶν μου, ξε­χω­ρί­ζω τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ τοῦ Ζα­μὶ ποὺ ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­ναν τὸ γή­πε­δο σὲ 20 δεύ­τε­ρα, τὰ πα­που­τσά­κια τῆς Ἀ­μέ­να καὶ δί­πλα τῆς κού­κλας της, τὰ γαμ­πρι­ά­τι­κα τοῦ Σά­ϊντ ποὺ δὲν πρό­λα­βαν νὰ ἀν­τα­μώ­σουν τὶς γό­βες μὲ τὶς ἀ­ση­μὶ πέρ­λες τῆς Χά­για, τὶς μπό­τες τῆς Νούν­τα ποὺ εἶ­χαν τὴν τύ­χη, νό­μι­ζαν, νὰ φύ­γουν μα­ζί της τα­ξί­δι, τὶς σα­γι­ο­νά­ρες τοῦ Ρί­φατ ποὺ ξε­κί­νη­σαν γιὰ κο­λύμ­πι καὶ δὲν δρο­σί­στη­καν πο­τέ.

       Τὰ δι­κά μου μο­κα­σί­νια ὑ­πο­μέ­νουν ἀ­κό­μη τὰ πλη­γω­μέ­να πό­δια μου, αὐ­τὰ τὰ ἴ­δια μο­κα­σί­νια ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πό­γευ­μα φτε­ρὰ στὸ πλη­σί­α­σμα μὲ τὰ λευ­κὰ σαν­δά­λια τῆς Μα­λά­λα καὶ τὴ Γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας. Μὰ πρὶν ἀ­πο­γει­ω­θοῦν, βά­ρυ­ναν ἀ­πὸ τὸ μο­λυ­σμέ­νο μὲ ἀ­πει­λὲς ἀ­έ­ρα καὶ προ­σγει­ώ­θη­καν στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ μου δί­πλα στὴν ἀ­κί­νη­τη μά­να μου πε­σμέ­νη μέ­σα σὲ ἕ­να κου­κού­λι ἀ­πὸ μαῦ­ρο κα­πνό. Τὸ μό­νο ποὺ πρό­λα­βα ἦ­ταν νὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρώ­σω ἀ­πὸ τὴ μαν­τή­λα της. Τὰ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια της ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποὺ θυ­μό­μουν ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ δι­κά μου στὸ γυ­μνὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου· τὰ μά­τια της ἄ­δεια χω­ρὶς ἕ­να κα­νέ­να μή­νυ­μα γιὰ μέ­να.

       Ἀ­κουμ­πά­ω τὰ τρύ­πια πα­πού­τσια μου στὸ νω­πὸ χῶ­μα. Κρυ­ώ­νω μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ὑ­γρὴ κουρ­τί­να τῆς ὁ­μί­χλης ποὺ πί­σω της χά­θη­καν οἱ ἄλ­λοι. Μὲ προ­στα­τεύ­ει ἀ­πὸ τὰ λό­για, τοὺς ἤ­χους, τὶς σι­ω­πές, τὶς σκέ­ψεις, τὴν ἐλ­πί­δα. Σὰ νὰ βου­βά­θη­καν ὅ­λοι μό­λις τὴν πέ­ρα­σαν. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ἔ­κα­ναν τὸ κα­θῆ­κον τους. Μα­σά­λια* γιὰ νὰ περ­νά­ει ἡ ὥ­ρα. Τώ­ρα δὲν πει­ρά­ζει νὰ ἔρ­θει μιὰ βρο­χὴ νὰ τὶς πα­ρα­χώ­σει στὴ λά­σπη ἑ­νὸς ξέ­νου χω­ρα­φιοῦ. Μὰ ἂν τὸ χῶ­μα εἶ­ναι δε­κτι­κὸ μπο­ρεῖ νὰ τὶς καρ­πί­σει καὶ νὰ βγά­λουν ρί­ζες καὶ κλα­διὰ καὶ τὰ πα­λιὰ νὰ μπλέ­ξουν μὲ τὰ νέ­α· ἂν τὸ χῶ­μα εἶ­ναι δε­κτι­κό. Για­τί θὰ χρεια­στοῦν και­νούρ­γι­ες ἱ­στο­ρί­ες. Μ΄ αὐ­τὴ τὴ σκέ­ψη περ­νά­ω καὶ ἐ­γὼ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κουρ­τί­να.


* μπαϊράμι: μεγάλη μουσουλμανικὴ γιορτή.
* μασάλια: κουτσομπολιά.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θη­νᾶ Χα­ρα­λαμ­πί­δου. Εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια Ἀγ­γλι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Λο­γο­τε­χνί­ας σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Προ­γράμ­μα­τος Με­τα­πτυ­χια­κῶν Σπου­δῶν, Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴν Ἐκ­παί­δευ­ση τῆς Παι­δα­γω­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΑΠΘ. Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Μὲ τοὺς μα­θη­τές της γρά­φουν ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά.

Εἰκόνα: ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα:

https://www.koutipandoras.gr/article/skies-antiparathesis-sti-mnimi-toy-olokaytomatos



		

	

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.