Δημήτρης Χριστόπουλος: Τὸ γενεαλογικὸ μου δέντρο


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο


Α ΚΕΡΑΣΙΑ ἀ­πὸ μι­κρὴ τὰ φο­ϐ­ό­μου­να. Στὸ χω­ριὸ δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη κε­ρα­σιὰ ἀπ᾿ τὴ δι­κιά μας. Μιὰ ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιὰ ποὺ ἔ­κα­νε κά­τι με­γά­λα σὰ χει­ρο­ϐο­μϐ­ί­δες πε­τρο­κέ­ρα­σα. Τὸ θέ­ρος ἅ­πλω­νε βα­ρὺ τὸν ἴ­σκιο της στὴν αὐ­λὴ καὶ μᾶς ἔ­σω­ζε ἀπ᾿ τὰ λι­ο­πύ­ρια. Στὶς χον­τρές της κλά­ρες δέ­να­με σκοι­νιὰ κι αἰ­ω­ρού­μα­σταν ὁ­λη­με­ρὶς μὲ τ᾿ ἀ­δέλ­φια μου. Ἀπ᾿ τὰ χλω­ρά της κλω­νά­ρια φτι­ά­χνα­με σπα­θιά. Τοὺς γει­τό­νους ἀπ᾿ τὸ δι­κό μας δέν­τρο τοὺς φι­λεύ­α­με κι οἱ γυ­ναῖ­κες ἑ­τοί­μα­ζαν κε­ρα­σό­πι­τα. Καὶ τὸ ψυ­χο­σά­ϐ­ϐ­α­το τῆς Πεν­τη­κο­στῆς μ᾿ αὐ­τὰ γλυ­καί­να­νε τὸν κό­σμο γιὰ ὅ­σους πέ­θα­ναν νέ­οι, ἄ­κλαυ­τοι καὶ μό­νοι στὰ βου­νὰ καὶ στὶς θά­λασ­σες.

        Ἡ θειά μου ἡ Ἀ­σή­μω μὲ τὴ μαύ­ρη τὴ μπο­λί­δα, κα­θι­σμέ­νη στὸ κα­τώ­φλι τοῦ σπι­τιοῦ της, τ᾿ ἄ­λε­θε μιὰ χα­ρὰ στὸ ἄ­δει­ο ἀ­πὸ δόν­τια στό­μα της καὶ δυ­ὸ-δυ­ὸ μοῦ τὰ κρέ­μα­γε σκου­λα­ρί­κια στ᾿ αὐ­τιά, χτυ­πών­τας πα­λα­μά­κια μὲ ρυθ­μό:

 

Ἀ­νέ­ϐ­η­κα στὴν κε­ρα­σιά,

Μα­ρί- Μα­ρί­α, Μα­ρι­γώ,

νὰ κό­ψω ἕ­να κε­ρά­σι

–  βά­ι τζιγ­κι­τζέ­λα, βά­ι τζιγ­κι­τζό.

T᾿ ἀν­τρό­γυ­νο ποὺ γί­νη­κε,

νὰ ζή­σει, νὰ γε­ρά­σει.

Νὰ κά­νει δώ­δε­κα παι­διά,

δώ­δε­κα πα­λι­κά­ρια.

Νὰ κά­νει κι ἕ­να ϑ­η­λυ­κὸ

νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι.


        Πέντ᾿-ἕ­ξι θά ᾿μου­να τό­τε. Κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ ἥ­λιος ἔ­ψη­νε τὴν πέ­τρα. Ψή­θη­κα κι ἐ­γὼ στὸν πυ­ρε­τό. Κά­που-κά­που ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ μα­κριὰ τοῦ γκι­ό­νη τὸ λά­λη­μα. Ἔ­φθα­νε βλέ­πεις ὁ και­ρὸς τοῦ θε­ρι­σμοῦ. Τὸ κά­μα δυ­νά­μω­νε, δυ­νά­μω­νε κι ἐ­μέ­να ὁ κοι­λό­πο­νος, ὥ­σπου ἡ κοι­λιά μου ἔ­γι­νε τούμ­πα­νο. Μό­νο μὲ κε­ρά­σια ξε­γε­λά­γα­με τό­τε τὴν πεί­να μας. Τὴ νύ­χτα μὲ κρά­τη­σε κον­τά της ἡ κα­ψε­ρή, ταμ­που­ρω­μέ­νη στὸν κα­ταρ­ρά­κτη τῆς κα­λύ­ϐ­ας της νὰ λέ­ει ὅ­λη τὴν ὥ­ρα πα­ρα­μύ­θια γιὰ χά­ρη μου, μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα στὰ χέ­ρια της. «Ἡ­σύ­χα­σε, που­λά­κι μου.» Μιὰ νε­κρι­κὴ σι­ω­πὴ ποὺ ἔ­λι­ω­νε τὰ σω­θι­κὰ ἁ­πλώ­θη­κε τρι­γύ­ρω. «Κοι­μή­σου, Μα­ρι­γού­λα μου…»

        Ξάφ­νου οἱ σκι­ὲς με­γά­λω­σαν κι ἕ­νας ὁ­λά­κε­ρος στρα­τὸς ἀ­πὸ ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σι­ὲς πα­ρέ­λα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά μου. Γι­γαν­τό­δεν­τρα ποὺ ἀπ᾿ τὰ κλα­διά τους κρέ­μον­ταν, ἀν­τὶ γιὰ ἄ­λι­κες μπα­λί­τσες, σκιά­χτρα ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες καὶ μω­ρά. Χο­ρο­στά­σι ἀ­πὸ κε­ρά­σια σκέ­πα­σε τὸν τό­πο, πλημ­μύ­ρι­σε τὶς ροῦ­γες, τὶς μάν­τρες, ἔ­πνι­ξε τοὺς ἀν­θρώ­πους στὰ σπί­τια τους. Σὲ λί­γο ὅ­λα θὰ τὰ τύ­λι­γαν οἱ φλό­γες.

        Κι εἶ­δα δε­κά­δες κορ­μιὰ νὰ σέρ­νουν τὸν πύ­ρι­νο χο­ρὸ μὲς στὸ λά­λα­ρο τοῦ θέ­ρους. Κι εἶ­δα τοὺς γο­νιούς μου νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται ἄ­ψυ­χοι στὸ ἀ­ψη­λό­τε­ρο κλα­ρὶ τῆς κε­ρα­σιᾶς. Κι εἶ­δα τ᾿ ἀ­δέλ­φια μου λογ­χι­σμέ­να στὸ ξύ­λι­νο κορ­μί της. Κι εἶ­δα τὶς μυ­λό­πε­τρες ν᾿ ἀ­λέ­θουν σὰν πί­του­ρο τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα. Κι εἶ­δα τὸ αἷ­μα νὰ κο­χλά­ζει σὰ νε­ρὸ ἀπ᾿ τὴ χούρ­χου­λη τοῦ μύ­λου. Κι εἶ­δα τὸν παπ­πού­λη μὲ τὰ ρά­σα δέν­τρο κα­ρϐ­ου­νι­α­σμέ­νο στὸν στρό­γυ­ρα τοῦ ἁ­λω­νιοῦ.

        Ἀ­θέ­ρι­στα ἀ­πο­μεί­να­νε κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι τὰ χω­ρά­φια κι ἀ­τρύ­γη­τα τ᾿ ἀμ­πέ­λια τὸ Σε­πτέ­μϐ­ρη. Κι ὁ ἥ­λιος, τὸ ἄλ­λο πρω­ι­νὸ ποὺ ξε­μυ­τί­σα­με ἀ­πὸ τὴν κα­τα­πα­κτή, δὲν ἔ­λε­γε νὰ ξη­με­ρώ­σει. «Πα­τέ­ρα! Μά­να! Μα­γδα­λη­νή! Σω­τή­ρη!» φώ­να­ζα. Κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­κρί­θη­κε, κα­νείς. Μαν­τα­λω­μέ­νες οἱ ψυ­χὲς μὲς στὴν καυ­τὴ ἀν­τη­λιά. Καὶ τὰ πρό­σω­πα δί­χως πρό­σω­πο. Μό­νο τὸ κόμ­μι, τὸ ἀ­ση­μέ­νιο δά­κρυ τῆς ἀ­γρι­ο­κε­ρα­σιᾶς, δὲν ἔ­πα­ψε νὰ κυ­λᾶ ἄ­φθο­νο κά­θε σού­ρου­πο ἀ­πὸ τὶς πλη­γές της καὶ νὰ τὸ συ­νά­ζουν ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ οἱ γυ­ναῖ­κες γιὰ νὰ φτιά­ξουν κα­ταπλά­σμα­τα καὶ βάλ­σα­μα γιὰ τὶς δι­κές τους πλη­γές.

        Δε­κα­ε­τί­ες κύ­λη­σαν ἀ­πὸ τό­τε. Κι ἐ­γὼ κα­τα­δι­κά­στη­κα νὰ ζῶ πε­θα­μέ­νη ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­πο­θα­μέ­νους, με­τρών­τας μὲ τὰ δέν­τρα τὰ χρό­νια μου. 6, 12, 18, 81… Τὰ δέν­τρα μὲ τοὺς κρε­μα­σμέ­νους, τὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο. Ὅ­σο θυ­μᾶ­μαι δὲν πε­θαί­νω. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι βά­σα­νο με­γά­λο. Μό­νο ἡ σκιὰ τῆς κε­ρα­σιᾶς κα­τοι­κεῖ τὶς ἄ­δει­ες κά­μα­ρες τοῦ νοῦ μου. Οἱ δυ­ό μας ἀ­πο­μεί­να­με μο­νά­χα· αὐ­τὴ κι ἐ­γώ. Πο­τὲ δὲν ξα­νά­ϐ­α­λα κε­ρά­σια στὸ στό­μα μου, ἂν καὶ τό­τε —τ᾿ ὁ­μο­λο­γῶ— αὐ­τὰ μοῦ σῶ­σαν τὴ ζω­ή. Οὔ­τε σκου­λα­ρί­κια κρέ­μα­σα οὔ­τε παι­διὰ ἔ­κα­μα, γιὰ νὰ κλεί­σουν τά­χα­τες τὰ δι­κά μου τραύ­μα­τα. Σταυ­ρὸ φί­λη­σα στὸ γε­νε­α­λο­γι­κό μου δέν­τρο.

        Νὰ κά­μει κι ἕ­να ϑ­η­λυ­κὸ νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι, μὲ τα­χτά­ρι­ζε κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ἡ θειά μου ἡ Ἀ­σή­μω.

        Νὰ μὴ χα­θεῖ τὸ σό­ι… τὸ σό­ι… τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι τὸ σό­ι…

        Τὸ ἴ­διο πάν­τα ψέ­μα.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.


			

Νατάσα Κεσμέτη: Γειτονικὲς πλὴν ἄγνωστες σφραγίδες


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Γει­το­νι­κές πλήν ἄ­γνω­στες Σφρα­γί­δες


ΟΛΥ ΗΣΥΧΟΣ ἄν­θρω­πος. Τήν πρώ­τη φο­ρά πού μᾶς μί­λη­σε ἦ­ταν ὅ­ταν ἦρ­θε καί μᾶς ζή­τη­σε νά κά­νου­με κά­τι μέ τή Σίλ­κυ πού ἐ­νο­χλοῦ­σε τά βρά­δια τήν γυ­ναί­κα του. Ἡ Σίλ­κυ ἦ­ταν ὁ σκύ­λος μας πού γαύ­γι­ζε στίς σκι­ές, στά πε­τού­με­να καί ἔ­τρε­χε πά­νω-κά­τω στήν αὐ­λή. Ἡ κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους ἔ­βλε­πε στόν ἀ­κά­λυ­πτο. Τήν πυ­ρό­ξαν­θη Σίλ­κυ τήν ἄ­κου­γαν, ἰ­δί­ως τά κα­λο­και­ρι­νά βρά­δια, ὅ­ταν ἔ­στρω­ναν νά κοι­μη­θοῦν στό μπαλ­κό­νι τους. Ἀ­κό­μα τό­τε, δη­λα­δή μέ­σα στά 1980, οἱ λη­στεῖ­ες καί οἱ μα­φί­ες δέν εἶ­χαν κα­τα­τρο­μά­ξει τόν κό­σμο.

        Ἦ­ταν πο­λύ ἥ­συ­χος ἄν­θρω­πος. Μό­νον ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κου­γό­ταν, ἀλ­λά ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς της πλη­ρο­φο­ροῦ­σε λά­θος. Οὔ­τε σκλη­ρή, οὔ­τε κα­κό­τρο­πη ἦ­ταν. Εἶ­χε ὑ­πεύ­θυ­νη θέ­ση κά­που καί μᾶλ­λον γύ­ρι­ζε σπί­τι της ξε­θε­ω­μέ­νη. Φαί­νε­ται πώς καί οἱ δύ­ο ἀ­γα­ποῦ­σαν τήν ἡ­συ­χί­α, ἀλ­λά, ὡς συ­νή­θως, τά χα­ρί­σμα­τα δέν φαί­νον­ται, καί κυ­ρί­ως αὐ­τά πού ἀ­νή­κουν στούς «ἁ­πλούς καί κα­θη­με­ρι­νούς ἀν­θρώ­πους». Φα­νε­ρώ­νουν τί­πο­τα αὐ­τές οἱ ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­νες λέ­ξεις; Ὅ­πως καί ἡ ἄλ­λη: συ­νη­θι­σμέ­νοι, δη­λώ­νουν μάλ­λον τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν πα­ρα­τη­ρη­τῶν καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τους. Δη­λα­δή τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πό μᾶς. Τό ἀ­κρι­βέ­στε­ρο θά ἦ­ταν: ὅ­λων μας.

        Ὅ­ταν πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ­νος, νέ­ος ἀ­κό­μα, ἔ­γι­νε γνω­στός ὁ θη­σαυ­ρός του καί σέ μᾶς, τούς γεί­το­νες. Τό μα­κρο­χρό­νιο με­ρά­κι του, τό μέ­γε­θος τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καί τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος του, ἀλ­λά καί ὁ ἴ­διος ὁ θη­σαυ­ρός: μιά τε­ρά­στια συλ­λο­γή ἀ­πό κά­θε λο­γῆς χει­ρο­ποί­η­τη­τες σφρα­γί­δες ξυ­λό­γλυ­πτες ἤ σκα­λι­σμέ­νες σέ ἄλ­λα ὑ­λι­κά. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λες ἀλ­λά καί σέ μέ­γε­θος δα­χτυ­λή­θρας. Παμ­πά­λαι­ες, μαυ­ρι­σμέ­νες, χτυ­πη­μέ­νες, ἴ­σως καί μι­σο­κα­μέ­νες πού ὅ­μως ἔ­βρι­σκε τρό­πους νά τίς ἀ­πο­κα­θι­στᾶ καί νά τίς συν­τη­ρεῖ. Δι­α­βά­σα­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι:


Το Σάβ­βα­το 25 Ο­κτω­βρί­ου 2014 έ­φυ­γε ξαφ­νι­κά α­πό τη ζω­ή το ε­κλε­κτό μέ­λος του Σω­μα­τεί­ου των Φί­λων του Νο­μι­σμα­τι­κού Μου­σεί­ου, ο συλ­λέ­κτης Φρί­ξος Πι.

            Ὁ Φρί­ξος Πι. ή­ταν μέ­λος μας α­πό το 2002, άν­θρω­πος καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος, λά­τρης της ι­στο­ρί­ας και της πα­ρά­δο­σης, φα­να­τι­κός συλ­λέ­κτης πα­λαι­ών αν­τι­κει­μέ­νων κα­θη­με­ρι­νής χρή­σης (σφρα­γί­δες άρ­του, κλει­διά, νο­μί­σμα­τα κ. ά.) και ά­ρι­στος γνώ­στης της ι­στο­ρι­κής τους α­ξί­ας, μι­λού­σε πάν­τα γι’ αυ­τά με α­γά­πη και πε­ρη­φά­νια.

            Ή­ταν άν­θρω­πος ευ­γε­νι­κός, δρα­στή­ριος , δη­μι­ουρ­γι­κός και α­κού­ρα­στος, παν­τα­χού πα­ρών στις εκ­δη­λώ­σεις του Σω­μα­τεί­ου, στις εκ­δρο­μές, στις δι­α­λέ­ξεις, στους αρ­χαι­ο­λο­γι­κούς πε­ρι­πά­τους με τον κα­λό το λό­γο για ό­λους και για ό­λα και πάν­τα με το χα­μό­γε­λο στο κα­λω­συ­νά­το πρό­σω­πό του.

            Εί­ναι μια με­γά­λη α­πώ­λεια για μας. Πραγ­μα­τι­κά θα μας λεί­ψει το α­μεί­ω­το εν­δι­α­φέ­ρον του για τις δι­α­χρο­νι­κές α­ξί­ες της ζω­ής, η αρ­χαι­ο­γνω­σί­α του, ο εν­θου­σια­σμός του και η α­γά­πη του για την πα­ρά­δο­ση, την ι­στο­ρί­α του τό­που μας, τα αρ­χαί­α μνη­μεί­α και τέ­χνερ­γα.

            Την πλού­σια συλ­λο­γή του σφρα­γί­δων άρ­του μπο­ρεί κα­νείς να θαυ­μά­σει στο Μου­σεί­ο Άρ­του των Α­λευ­ρό­μυ­λων Λού­λη στο Κε­ρα­τσί­νι. Τα μέ­λη του Δι­οι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου εκ­φρά­ζουν ει­λι­κρι­νή συλ­λυ­πη­τή­ρια στην οι­κο­γέ­νειά του


Εἶ­χε φρον­τί­σει λοι­πόν νά χα­ρί­σει τίς Εὐ­χα­ρι­στια­κές Σφρα­γί­δες του, πού δέν ἦ­ταν τό μό­νο του με­ρά­κι. Ὁ συλ­λε­κτι­κός του ἐν­θου­σια­σμός ἐ­πε­κτει­νό­ταν καί σέ πολ­λά ἄλ­λα πράγ­μα­τα μέ­σα σέ θαυ­μά­σι­ες βι­τρί­νες, τό­σο πού τό σπί­τι τους ἦ­ταν ἕ­να μι­κρό, ἀ­φα­νές, μου­σεῖ­ο. Τί­πο­τα ὡ­στό­σο δέν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­σο τίς σφρα­γί­δες. Θά μπο­ροῦ­σε νά ἰ­σχύ­σει γι’ αὐ­τόν ὁ λό­γος τοῦ Ἄγ­γλου ζω­γρά­φου Eliot Hodgkin πώς τόν ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­κεῖ­να πού κα­νείς δέ γυ­ρί­ζει νά δεῖ δυ­ό φο­ρές. Ἀλ­λά μά­θα­με πώς ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δώ­σει κά­πο­τε μιάν ἄλ­λη ἐ­ξή­γη­ση: ἡ μά­να του τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν πυρ­κα­γιά τῆς Σμύρ­νης καί, ἀ­νά­με­σα στά ἐ­λά­χι­στα πού πρό­λα­βε νά πά­ρει ἀ­πό τό σπί­τι τους, ἦ­σαν δυ­ό πα­νάρ­χαι­ες ὅ­σο καί ἀ­συ­νή­θι­στες ξυ­λό­γλυ­πτες σφρα­γί­δες. Οὔ­τε εἰ­κό­νες, οὔ­τε χρυ­σα­φι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε τί­πο­τα ἄλ­λο, ἐ­κτός ἀ­πό τό ἐγ­χά­ρα­κτο πά­νω τους Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός Νι­κᾷ. Ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν πώς αὐ­τές τούς ἔ­σω­σαν κι ἀ­πό τίς φλό­γες κι ἀ­πό τή σφα­γή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.


Είκόνα: Ἔργο τοῦ ζωγράφου Γεωργίου Μανουσάκη (Ηράκλειο Κρήτης 1914 – Αθήνα 2003).

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὁ χαλασμός τ’ Ἀνάλατου


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὁ χαλασμός τ’ Ἀ­νά­λα­του

[τῆς Μάχης τοῦ Ἀνάλατου]


ΤΑΝ ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΝ τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ στρα­τέ­μα­τα [25 τοῦ Ἀ­πρι­λιοῦ 1827] ἀ­πὸ τοὺς Τρεῖς Πύρ­γους [Πα­λιὸ Φά­λη­ρο], ἡ κα­βαλ­λα­ρί­α ἡ Τούρ­κι­κη ἤ­τα­νε κρυμ­μέ­νη μέ­σ’ τὴν Καλ­λιρ­ρό­η [τὸν Ἰ­λισ­σό]. Οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πὸ τὴν Ἀ­κρό­πο­λη τὴ βλέ­πα­νε, καὶ κά­να­νε ση­μά­δια στοὺς δι­κούς τους δεί­χνον­τας τὸ ρέ­μα, μὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν κα­τα­λα­βαί­να­νε καὶ προ­χω­ροῦ­σαν, οἱ ἄ­μοι­ροι. Ἔ­τσι οἱ Ντε­λῆ­δες τοὺς ἀ­φή­σα­νε νὰ ζυ­γώ­σουν πρῶ­τα, κ’ ὕ­στε­ρα τοὺς κό­ψα­νε τὸ δρό­μο. Πε­ζοί, μὲ τὰ κον­τὰ σπα­θιά, πά­λες καὶ γι­α­τα­γά­νια, νὰ νι­κή­σουν τοὺς Ντε­λῆ­δες ἤ­τα­νε πρᾶ­μα ἀ­δύ­να­το. Πάν­τα ὁ πε­ζὸς ὁ ἄ­τα­χτος τρέ­μει τὸν κα­βαλ­λά­ρη. Ἔ­τσι γλή­γο­ρα ἡ μά­χη γύ­ρι­σε κι’ ἔ­γι­νε σφα­γή.

       Ὁ Ἰγ­γλέ­σης μὲ τὸ Τα­χτι­κὸ σκο­τώ­θη­κε τὴ στιγ­μὴ ποὺ φώ­να­ζε φό­κο! [πῦρ] στὸν πυ­ρο­βο­λη­τὴ μὲ τὸ μι­κρὸ κα­νό­νι.

       Ὁ Δ. Καλ­λέρ­γης μὲ τοὺς Κρη­τι­κοὺς φο­ροῦ­σε ἄ­σπρο βρα­κὶ καὶ σερ­βέτ­τα στὸ κε­φά­λι· γνω­ρί­στη­κε ἀρ­χη­γὸς τῶν Κρη­τι­κῶν καὶ δὲν πει­ρά­χτη­κε. Οἱ Ἀρ­βα­νῖ­τες ποὺ τὸν πι­ά­σα­νε (εἶ­χε σπά­σει τὸ πο­δά­ρι του) δὲ θέ­λα­νε νὰ σκο­τω­θῇ, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ πά­ρουν ξα­γο­ρά· τὸν πῆ­γαν ὅ­μως μπρὸς στὸν Κι­ου­τα­χῆ, κι’ αὐ­τὸς ποὖ­χε ὁρ­κι­στῆ νὰ μὴ χα­ρί­σῃ ζω­ὴ κα­νε­νὸς Ἕλ­λη­να ποὔ­θε­λε πιά­σει (ἔ­κα­με τὸν ὅρ­κο γιὰ τὴν ἀ­πι­στιὰ ποὺ οἱ Ἕλ­λη­νες κά­μα­νε πρω­τύ­τε­ρα στὴν Τούρ­κι­κη φρου­ρὰ τοῦ Ἁ­ϊ-Σπυ­ρί­δω­να, στὸν Πει­ραι­ᾶ), τρά­βη­ξε κ’ ἔ­κο­ψε τ’ ἀ­φτὶ τοῦ Καλ­λέρ­γη τ’ ἀ­ρι­στε­ρό, ἔ­τσι γιὰ νὰ μα­τώ­σῃ τὸ μα­χαῖ­ρι του καὶ τὸν ὅρ­κο του νὰ μὴν πά­τή­σῃ.

       Ὁ Σου­λι­ώ­της Λάμ­προ-Βέ­ϊ­κος γνω­ρί­στη­κε νε­κρὸς ἀ­π’ τὰ τσου­ρά­πια ποὺ φο­ροῦ­σε.

       Τὸ Ἀρ­χον­τό­που­λο, τὸ Γιά­ννη Νο­τα­ρᾶ, τὸν εἶ­χαν πιά­σει Γκέ­κη­δες καὶ τὸν πη­γαί­να­νε στὸν Πασ­σᾶ. Ὅ­μως στὸ δρό­μο τοὺς ρι­χτῆ­καν ἄλ­λοι Ἀρ­βα­νῖ­τες καὶ τὸν ἁρ­πά­ξαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους, θέ­λον­τας νὰ πά­ρουν αὐ­τοὶ τὴν ξα­γο­ρά. Ὕ­στε­ρα το­νὲ βά­λα­νε στὴ μέ­ση καὶ κι­νή­σα­νε, κ’ ἐ­νῷ τρα­βοῦ­σαν, καὶ προ­σέ­χα­νε τὸ σκλά­βο, ρω­τῶν­τας τό­νε γιὰ τὴν ξα­γο­ρά, ἕ­νας Γκέ­κας ζύ­γω­σε ἥ­συ­χα καὶ τοὔρ­ρι­ξε, καὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸν τό­πο.

       Ὁ Γι­ωρ­γά­κης Δρά­κος σκο­τώ­θη­κε μο­νά­χος του.

       Στοὺς Τρεῖς Πύρ­γους, ὅ­που φτά­σα­νε ξε­ψυ­χι­σμέ­νοι ὅ­σοι γλυ­τῶ­σαν, ἐ­κεῖ ὁ Σω­τή­ρης Στρά­τος κι’ ὁ Νι­κό­λας Ζέρ­βας δεί­ξα­νε ξε­χω­ρι­στὴ πα­λη­κα­ριά· μα­ζέ­ψα­νε τοὺς φευ­γα­λά­δες, τοὺς κά­μα­νε καρ­διά, κι’ ἀν­τι­στα­θή­κα­νε στοὺς φο­βε­ροὺς Ντε­λῆ­δες, ποὺ καὶ στὴ θά­λασ­σα προ­χω­ρού­σα­νε μὲ τ’ ἄ­λο­γα καὶ σφά­ζα­νε.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ δι­ή­γη­ση πα­λιοῦ Ἀ­θη­ναί­ου.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 167-168 [Τίτλος: «328.— Στιγ­μὲς ἀ­π’ τὴν πι­κρὴ τὴν ὥ­ρα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἀλέξαν­δρος Ἠ­σαΐας, Ἡ Μάχη τοῦ Ἀ­να­λά­του τὸ 1827 στὴν Ἀθήνα. Χρω­μο­λι­θο­γραφία, (Βε­νε­τία, 1839).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πεθαίνοντας στὸ Με­σο­λόγ­γι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πεθαίνοντας στὸ Με­σο­λόγ­γι

[τοῦ Χρήστου Καψάλη]


ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΗΣ δη­μο­γέ­ρον­τας Χρῆ­στος Κα­ψά­λης, γέ­ρος καὶ κου­τσός, πρὶν ἀρ­χί­σῃ ἡ Ἔ­ξο­δο, γύ­ρι­σε τοὺς δρό­μους ἀ­κουμ­πῶν­τας στὸ ρα­βδί του καὶ φώ­να­ζε τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα τ’ ἀ­δύ­να­τα, τοὺς γέ­ρους καὶ γρι­ές, τοὺς πλη­γω­μέ­νους, νὰ μποῦ­νε μα­ζί του στὰ Κα­ψα­λαί­ϊ­κα σπί­τια, ὅ­που ἦ­ταν ἡ μπα­ρου­το­πο­θή­κη ποὺ δέ­ναν τὰ φυ­σέ­κια, κι’ ὅ­που τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο πρω­ῒ εἶ­χε ὁ Κα­ψά­λης ἰ­δεῖ τὴ γριὰ γυ­ναῖ­κα του νὰ πε­θαί­νῃ.

       — Μὴν κλαῖς, εἶ­χε πεῖ στὸ γυι­ό του· κα­λύ­τε­ρα νὰ χαί­ρε­σαι ποὺ γλύ­τω­σε ἡ μάν­να σου ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιά. Κοί­τα τώ­ρα νὰ σω­θῇς ἐ­σύ, κ’ ἐ­μέ­να μὴ μὲ νοι­ά­ζε­σαι, εἶ­μαι γέ­ρος· καὶ νὰ βγῶ μα­ζί σου, πά­λι δὲ γλυ­τώ­νω· ἢ θὰ σκο­τω­θῶ ἢ θὰ πέ­σω σκλά­βος στὸν ὀ­χτρό.

       Ἀ­φοῦ μπῆ­καν οἱ Τοῦρ­κοι, τὸ ντου­φέ­κι μέ­σ’ τὸ Με­σο­λόγ­γι βά­στα­ξε τρεῖς μέ­ρες, ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι· ὡς ποὺ νὰ τὰ πά­ρουν οἱ Ἀρ­βα­νῖ­τες κ’ οἱ Ἀ­ρα­πά­δες πλη­ρῶ­σαν ἀ­κρι­βά. Στὸ ντου­φε­κί­δι ἀ­νά­με­σα τὸ συγ­κρα­τη­τό, ἄ­κου­γες πό­τε καὶ πό­τε βρόν­τους δυ­να­τούς· ἤ­τα­νε τὰ μπα­ρού­τια ποὺ τοὺς δί­να­νε φω­τιὰ οἱ κλει­σμέ­νοι. Ἕ­νας παπ­πᾶς Σου­λι­ώ­της εἶ­χε κλει­στῆ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­χώ­μα­τα, μὲ ὑ­πό­νο­μο γι­ο­μά­τη, καὶ τι­νά­χτη­κε μο­νά­χος, πρῶ­τος, στὸν ἀ­γέ­ρα.

       Ὁ Κα­ψά­λης ἅ­μα εἶ­δε πὼς ἦρ­θε κ’ ἡ δι­κή του ἀ­ρά­δα, ἔ­λε­γε στὴς γυ­ναῖ­κες νὰ βγαί­νου­νε στὰ πα­ρά­θυ­ρα γιὰ νὰ τὴς δοῦ­νε οἱ Τοῦρ­κοι καὶ νὰ συ­να­χτοῦν πολ­λοί. Τό­τε ἔ­βα­λε φω­τιὰ καὶ κά­η­κε κι’ αὐ­τὸς μ’ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Σπυ­ρο­μί­λιου Ἀ­πο­μνημ. 1926 σ. 142. – Ἀρτ. Μί­χου Ἀ­πο­μνημ. σ. 88 σημ. – Τρι­κού­πη «Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ.» ἔκδ. γ´, 1888, τ. Γ´, σ. 263.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 162 [Τίτλος: «318.— Καί­γε­ται ὁ Κα­ψά­λης.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.




		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι

[τοῦ Ἰωάννου Παπαδιαμαντόπουλου]


ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΟΥ ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ σκυ­λά­κι κ’ ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ λυ­τρω­μοῦ του ἀ­πὸ τὸν κίν­τυ­νο ἦ­ταν ἕ­να ἄ­λο­γο. Στὸ δρό­μο ἔ­τυ­χε μιὰ μέ­ρα στρα­τι­ῶ­τες νὰ μαλ­λώ­νουν ἴ­σα-ἴ­σα γιὰ ἕ­να ἄ­λο­γο, ποι­οὶ νὰ τὸ πρω­το­πά­ρουν καὶ τρο­φή τους νὰ τὸ κά­νου­νε.

       — Πάρ­τε τὸ δι­κό μου ἄ­λο­γο, παι­διά μου, καὶ μὴ μαλ­λώ­νε­τε, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χη­γός, κ’ ἔ­δω­σε τ’ ἄ­λο­γο μα­ζὶ μὲ τῆς ζω­ῆς του τὴν ἀ­παν­το­χή.

       Τὴν Πα­ρα­μο­νὴ ὁ χου­σμε­κιά­ρης [ὁ πι­στός του δοῦ­λος], ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λοι ἑ­τοι­μα­ζόν­ταν, ἔ­πια­σε κρυ­φὰ κ’ ἔ­σφα­ξε τὸ σκυ­λά­κι, τὸ μα­γεί­ρε­ψε κ’ ἔ­δω­σε τοῦ ἀ­φέν­τη του νὰ φά­ῃ, κ’ ἔ­φα­γε κι’ αὐ­τός. Ὁ ἀ­φέν­της το­νὲ ρώ­τη­σε τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ εὕ­ρη­μα.

       — Τυ­φλο­πόν­τι­κο, ἀ­φέν­τη· τὄ­βρα τυ­χε­ρὰ σὲ μιὰ τρύ­πα, χω­μέ­νο μέ­σ’ τὸ χῶ­μα. Ἔ­τσι θὰ πά­ρῃς λί­γη δύ­να­μη πρὶν ξε­κι­νή­σου­με…

       Ἔ­σκυ­ψε ὁ Γέ­ρος κ’ ἔ­τρω­γε, μὰ κά­λε­σε καὶ τὸ σκυ­λά­κι νὰ τοῦ δώ­σῃ… τὰ ἴ­δια του τὰ κόκ­κα­λα.

       Τὸ σκυ­λά­κι δὲν ἐρ­χό­τα­νε, καὶ τό­τε ὁ ἄ­μοι­ρος ἔ­νοι­ω­σε τὴν ἀ­λή­θεια.

       — Κα­λύ­τε­ρα νὰ πέ­θαι­να τῆς πεί­νας πα­ρὰ νὰ μοῦ σφά­ξῃς τὸ σκυ­λί, εἶ­πε μὲ βα­ρειὰ καρ­διὰ ὁ ἄ­μοι­ρος.

       Μὰ ὁ δοῦ­λος θαρ­ρε­τὰ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε:

       — Αὔ­ριο πε­θαί­νεις κ’ ἡ ἀ­φεν­τειά σου κ’ ἐ­γώ, ἀ­φέν­τη μου, μὰ τὸ σκυ­λά­κι σου θὰ ποῦ­με πὼς μᾶς ἔ­δω­σε ἀν­τι­ψύ­χι ὡς τό­τε [δύ­να­μη] γιὰ νὰ πε­θά­νω­με σὰν ἄν­τρες, ὀρ­θοὶ στὰ πο­δά­ρια μας, κι’ ὄ­χι νὰ πέ­σω­με στὸ δρό­μο ἄ­ψυ­χοι ἀ­πὸ τὴν πεῖ­να.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Μέ­ρι­μνα» 7 Σβρ. 1876.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 161 [Τίτλος: «315.— Τὸ τέ­λος τοῦ Παπ­πα­δι­α­μαν­τό­που­λου.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: 1821: Ἡ μάχη μὲ τὰ κουνούπια



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ μάχη μὲ τὰ κουνούπια

[τοῦ Βάσου Μαυροβουνιώτη]


ΤΟΝ ΙΔΙΟ αὐ­τὸν και­ρὸ καὶ στὴν ἴ­δια μά­χη ἕ­νας Ἄγ­γλος λο­γι­ώ­τα­τος δα­σκά­λευ­ε τὸ Βάσ­σο γιὰ τὴς Θερ­μο­πύ­λες καὶ τοὺς Τρα­κό­σιους τοῦ Λε­ω­νί­δα, ποὺ κρα­τή­σα­νε τό­σες ἐ­χτρῶν μυ­ριά­δες.

       Ἄ­κου­γε ὁ Βάσ­σος καὶ σώ­παι­νε σκουν­τού­φλης καὶ ξα­γρυ­πνι­σμέ­νος.

       — Τί συλ­λο­γᾶ­σαι, στρα­τη­γέ;

       — Ἐ­γὼ θα­μαί­νου­μαι πὼς βα­στά­ξαν τὰ κου­νού­πια… Ἀλ­λοῦ δὲν ἀ­πάν­τη­σα χει­ρό­τε­ρα! Κ’ ἐ­σὺ μοῦ λὲς ἐ­χτρούς, δά­σκα­λε…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 157 [Τίτλος: «307.— Βάσ­σος ὁ Δυ­να­τός.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ


ΡΑΦΩ ἀπ’ τὶς τρεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι κι εἶ­ναι κι­ό­λας νύ­χτα. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὧ­ρες γύ­ρι­ζε στὸ μυα­λό μου μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ, τό­τε ποὺ ἤ­μου­να κά­που δέ­κα χρό­νων. Ἡ πρω­ϊ­νὴ δο­ξο­λο­γί­α στὴν κα­τα­στό­λι­στη ἐκ­κλη­σί­α κι ὕ­στε­ρα τὰ ποι­ή­μα­τα, ποὺ λέ­γα­με στὸ σχο­λεῖ­ο, τὰ σκὲτς ποὺ παί­ζα­με ντυ­μέ­νοι μὲ τὶς φου­στα­νέ­λες τῶν πα­πού­δων μας, ζω­σμέ­νοι τὰ ἴ­δια τους τ’ ἄρ­μα­τα. Ἔπειτα τὸ βρά­δυ-βρά­δυ ἔ­βγα­ζα θυ­μᾶ­μαι τὰ γι­ορ­τι­νὰ κι ἔ­φευ­γα γιὰ τὴ γῆ τὴ δι­κή μου, ποὺ ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δυ­ὸ ρα­χο­κο­κα­λι­ὲς βου­νῶν. Ἐ­κεῖ αἰ­ω­ροῦν­ται οἱ φω­το­γρα­φί­ες τῶν νε­κρῶν πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους. Ἡ γῆ μου μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μέ­σα της ὅ­λα τὰ χα­λά­σμα­τα καὶ τὰ μυ­στι­κά της.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, ὅ­τι γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πά­σχι­ζα νὰ μὴ χα­θοῦν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ δι­η­γή­σεις τῶν πα­λι­ῶν. Ἀ­πὸ κεῖ ἄν­τλη­σα κι ἐκε­ῖ ἀ­νή­κουν αὐτὲς οἱ σε­λί­δες. Για­τί ἡ τε­λευ­ταί­α γε­νιά, ποὺ ἔ­ζη­σε σχε­δὸν σὰν κι αὐτούς, ἦ­ταν ἡ δι­κή μου γε­νιά. Πε­ρι­μά­ζε­ψα ὅλες τὶς μνῆ­μες ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση καὶ σε­βα­σμό. Ὁ τό­πος αὐ­τὸς ποὺ γιὰ πολ­λοὺς εἶ­ναι ἕ­να στίγ­μα στὸ χάρ­τη, γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας μυ­θι­κὸς τό­πος ἀ­κό­μα ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τος. Πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ τό­τε ἕ­να ἁρ­μο­νι­κὸ σύ­νο­λο ξε­δι­πλώ­νε­ται σὰ γι­γάν­τια τοι­χο­γρα­φί­α μπρός μου. Μὲ τὰ στε­νὰ δρο­μά­κια καὶ τὰ με­γά­λα πέ­τρι­να σπί­τια ποὺ τ’ ἀ­γα­πά­ω βα­θειά, μό­λις βρε­θῶ ἀν­τι­μέ­τω­πος, μιὰ σμί­κρυν­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας μου­διά­ζει ἀ­κό­μα καὶ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια. Αὐτὸ τὸ το­πί­ο τῆς ὑ­πο­βο­λῆς σὲ πεί­θει τε­λι­κά, ὅ­τι κά­ποι­οι πιὸ με­γά­λοι πέ­ρα­σαν ἀ­π’ αὐτὰ τὰ μέ­ρη. Ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ρή­φα­νοι ἄν­θρω­ποι ποὺ πῆ­ραν μέ­ρος στοὺς χρό­νιους πο­λέ­μους ἐ­νάν­τια στοὺς πο­λυ­ώ­νυ­μους καὶ πο­λύ­χρω­μους κα­τα­χτη­τὲς κι ἔ­τσι δὲ νι­ώ­θαν κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξου­σί­α στὰ γυ­μνὰ βου­νὰ τοῦ τό­που μας. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν καὶ κα­τοι­κοῦν αὐτὸν τὸν τό­πο, ζοῦ­σαν κα­μιὰ ἑ­ξην­τα­ριὰ χρό­νια κι ὕ­στε­ρα πέ­θαι­ναν ἀ­φή­νον­τας γιὰ μνή­μη τὰ κου­σού­ρια τους.

        Στὸν τό­πο μου δὲ θὰ βρεῖ κα­νεὶς φυ­σι­κὲς καλ­λο­νές, πη­γὲς ἢ ἄλ­λα ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα, ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να ὅ­λα εἶ­ναι μνῆ­μες. Ὁ ἀ­στρο­κέν­τη­τος οὐρα­νὸς μὲ τ’ ἄ­ναρ­χο φῶς, ποὺ κοί­τα­ζα νύ­χτες ἀ­τέ­λει­ω­τες καὶ γι­νό­μου­να ἕ­να μ’ αὐτόν, φω­τί­ζον­τάς μου τὸ σπί­τι μὲ τὶς πορ­το­κα­λι­ές, τὴν κα­τακαί­νου­ρια σεν­τού­κα γιὰ τ’ ἀ­λεύ­ρι, τὶς μαρ­γα­ρί­τες τοῦ ἐ­πι­τά­φιου, τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ ἀ­πό­σκια στ’ ἁ­λώ­νια, τὸ ξεφάν­τω­μα τῶν παι­δι­ῶν στὸν τρύ­γο, τὸ φύ­λαγ­μα στ’ ἀμ­πέ­λια, τὸν κά­θα­ρο τοῦ φθι­νό­πω­ρου. Τί­πο­τα δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω: Ὅ­λα εἶ­ναι συσ­σω­ρευ­μέ­να μέ­σα μου. Ὅ­λα αὐτὰ τὰ βί­ω­σα, τὰ πα­ρα­τή­ρη­σα, θαρ­ρεῖς, χι­λιά­δες χρό­νια σὰν τοὺς πα­ποῦ­δες μου, ποὺ χω­ρὶς νά ’­χουν πά­ει, σχο­λεῖ­ο οὔ­τε μιὰ μέ­ρα, ἤ­ξε­ραν τὰ κρυ­φὰ ση­μά­δια τῶν και­ρῶν καὶ μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους ὅ­λα τ’ ἄ­στρα τῆς νύ­χτας. Πὼς με­τὰ τὴ βα­ρυ­χει­μω­νιὰ θὰ ’ρ­χό­ταν ξα­νὰ ἡ ἄ­νοι­ξη βά­ζον­τας τα­φό­πε­τρα στὸν προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να. Πὼς τὸ πο­τά­μι δὲ γυ­ρί­ζει πο­τὲ πρὸς τὰ πί­σω.

         Ὕστερα θυ­μᾶ­μαι τὸ ἄ­ναμ­μα τῆς φω­τιᾶς, τὸ γλυ­κὸ φαῒ καὶ τὸ πλά­για­σμα στὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας. Φέρ­νω συ­χνὰ στὸ νοῦ μου τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο κα­λύ­βι μὲ τὶς θε­ό­ρα­τες πέ­τρες, χτι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν πα­πο­ῦ μου. Ἐ­κεῖ ἔ­με­να τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες τοῦ χρό­νου. Ἐ­κεῖ­νο, τὸ φορ­τω­μέ­νο ἀ­πὸ πο­λύ­τι­μες μνῆ­μες κα­λύ­βι, δὲν ὑπάρ­χει πιά. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ τὶς ἴ­δι­ες ἐ­κεῖ­νες πέ­τρες, χτί­σα­με ἕ­να και­νού­ριο.

        Πρω­τό­γρα­φα γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ μό­λις γυ­μνα­σι­ό­παι­δο κι ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν μὲ τὴν τόλ­μη μου. Μὰ ἐ­γὼ δὲν κα­τα­λά­βαι­να καὶ δι­ά­βα­ζα συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν παι­δι­κὴ ἔκ­θε­σή μου γιὰ τὴν πα­λιὰ πλα­τεί­α ποὺ κα­τα­στρέ­ψα­νε οἱ σπουδαγ­μέ­νοι μη­χα­νι­κοί, τὸ πυρ­γά­κι, τὰ μο­να­στη­ρια­κὰ με­τό­χια, τὸ πα­λιὸ λι­ο­τρί­βι, ποὺ χά­θη­καν στὴ συ­νέ­χεια ὅ­λα.

        Ἡ με­γά­λη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρά­δο­ση μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­νει ὅ­λους δυ­νά­στες τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς. Ἔτσι κά­πο­τε, σκά­βον­τας στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, βρῆ­κα κό­κα­λα μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Ἔντρομη ἡ μά­να μου μοῦ ’­πε τὸ βρά­δυ πὼς ἦ­ταν ἀ­βά­φτι­στα παι­διά, καὶ δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ θα­φτοῦν μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

        Οὔ­τε μιὰ σπι­θα­μὴ γῆς, οὔ­τε ἕ­να δέν­τρο, οὔ­τε μιὰ ἔ­ρη­μη πέ­τρα δὲν ἔ­μει­νε ποὺ νὰ μὴν τρα­γού­δη­σα. Γι’ αὐτὴ τὴ χα­μέ­νη Ἀτλαν­τίδα, γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο ποὺ μὲ γέν­νη­σε καὶ μὲ με­γά­λω­σε. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἔρ­χον­ται ἀ­βία­στα, ἡδο­νι­κά, μπου­κώ­νουν τὰ χεί­λια, ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται τὰ δά­χτυ­λα καὶ γρά­φουν, γρά­φουν, γρά­φουν.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Πλέ­θρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ Μιὰ ἐπίσκεψη ἀπὸ τὸ παρελθόν


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν

 

Ο ΠΑΡΕΛΘΟΝ μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα τὶς προ­άλ­λες. Ἦρ­θε ἀ­πρό­ο­πτα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζει, κι ἐ­γὼ ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ πῶ πὼς ἑ­τοι­μα­ζό­μουν νὰ βγῶ. Μὲ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο σκε­πτι­κό, κι ὕ­στε­ρα μοῦ πρό­τει­νε νὰ βγοῦ­με πα­ρέ­α. Ἐ­γὼ δέ­χτη­κα, κυ­ρί­ως ἀ­πὸ φι­λο­πο­νιά, για­τί ξέ­ρω πό­σο μό­νο του νι­ώ­θει τὸ πα­ρελ­θόν. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι φί­λοι του ἔ­χουν πε­θά­νει καὶ πο­λὺ λί­γοι ἀ­π’ ὅ­σους ζοῦν ἀ­κό­μα, τὸ θυ­μοῦν­ται κα­μιὰ φο­ρά. Ἀλ­λά, κι αὐ­τοὶ μὲ τὴ σει­ρὰ τους εἶ­ναι τό­σο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι ὥ­στε κα­νεὶς δὲν δί­νει πιὰ ση­μα­σί­α σ’ αὐ­τὰ ποὺ λέ­νε. Ὅ­ταν πε­θά­νουν κι αὐ­τοὶ οἱ λι­γο­στοὶ ποὺ τοῦ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει, τὸ πα­ρελ­θὸν θὰ πε­θά­νει μα­ζί τους. Βέ­βαι­α, νέ­α πα­ρελ­θόν­τα γεν­νι­οῦν­ται, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ὅ­λα κα­τα­δι­κα­σμέ­να στὴν ἴ­δια μοί­ρα. Ὅ­πως καὶ νὰ τὸ δεῖ κα­νείς, ἕ­να πα­ρελ­θὸν ὑ­πο­φέ­ρει πάν­τα ἀ­πὸ μο­να­ξιά. Ὅ­σο πιὸ μα­κρι­νὸ εἶ­ναι μά­λι­στα, τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο. Αὐ­τὸ τὸ πα­ρελ­θὸν γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο σᾶς μι­λῶ, μοῦ τὸ σύ­στη­σε ἡ για­γιά μου. Ἡ μα­μὰ ἐ­πί­σης τὸ γνώ­ρι­σε, ἀλ­λὰ ὄ­χι τό­σο κα­λά. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἡ για­γιὰ πέ­θα­νε, πᾶ­νε λί­γα χρό­νια τώ­ρα, τὸ πα­ρελ­θὸν ἔρ­χε­ται καὶ μὲ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται κα­μιὰ φο­ρὰ για­τὶ ξέ­ρει πό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ μοῦ δι­η­γι­ό­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη μου για­γιά. Ἔ­τσι, παίρ­νει τὸ θάρ­ρος καὶ μοῦ χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα κα­μιὰ φο­ρὰ ὅ­ταν νι­ώ­θει ἀ­πελ­πι­στι­κὰ μό­νο ἢ πο­λὺ θλιμ­μέ­νο. Τὸ πα­ρελ­θὸν ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴν φι­λο­ξε­νί­α τῶν νέ­ων, γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χε­ται σ’ ἐ­μέ­να καὶ δὲν πά­ει στῆς μα­μᾶς. Ἡ μα­μὰ δὲν θέ­λει νὰ θυ­μᾶ­ται. Τὸ γνω­ρί­ζει λέ­ει τὸ πα­ρελ­θόν, ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς γε­νιᾶς της πα­λεύ­α­νε πάν­τα γιὰ ἕ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον. Τό­σο πο­λὺ πα­λέ­ψα­νε γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ὅ­ταν τε­λι­κὰ ἦρ­θε, ξε­χά­σα­νε ὅ­λα τ’ ἄλ­λα. Ὅ­ταν κά­νου­με αὐ­τὲς τὶς κου­βέν­τες θυ­μώ­νει λί­γο, ἐ­πι­σφρα­γί­ζει τὴν θέ­ση της μὲ μιὰ μομ­φή, λέ­γον­τας πάν­τα τὴ φρά­ση «γιὰ σᾶς τὰ κά­να­με ὅ­λα, γιὰ νὰ ζή­σε­τε ἐ­σεῖς κα­λύ­τε­ρα». Τὴν κα­τα­λα­βαί­νω τὴ μα­μά, εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι χω­ρὶς πα­ρελ­θὸν δὲν ὑ­πάρ­χουν ρί­ζες, δὲν ὑ­πάρ­χει μέλ­λον.  Γι’ αὐ­τὸ δέ­χο­μαι πάν­τα τὶς ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ κα­η­μέ­νου τοῦ πα­ρελ­θόν­τος τῆς γε­νιᾶς τῆς για­γιᾶς, κι ἄς γί­νε­ται πλη­κτι­κὸ καὶ φορ­τι­κὸ κα­μιὰ φο­ρά. Ὅ­πως ὅ­λοι ὅ­σοι νι­ώ­θουν πα­ρα­με­λη­μέ­νοι ἢ πα­ραγ­κω­νι­σμέ­νοι, ἀ­ρέ­σκε­ται νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὰ μα­κρι­νὰ κα­τορ­θώ­μα­τά του. Συ­νη­θί­ζει νὰ λέ­ει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε τὸν ροῦ τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀλ­λὰ πα­ρα­δέ­χε­ται μὲ πί­κρα ὅ­τι ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θή­σει, ὅ,­τι καὶ νὰ κά­νει, τὸ πα­ρὸν θὰ κλέ­βει πάν­τα τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις. Πῶς γί­νε­ται, μὲ ρω­τᾶ καὶ μιὰ ἀ­δύ­να­μη σπί­θα θυ­μοῦ ἀ­στρά­φτει στὰ θο­λά του μά­τια, νὰ εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν, ὅ­που κι ἂν γυ­ρί­σει κα­νεὶς νὰ κοι­τά­ξει, κι ὅ­μως κα­νεὶς νὰ μὴν τὸ βλέ­πει; Στοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν πάν­τα τὰ ἴ­δια λά­θη, τοῦ ἀ­παν­τῶ. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ξε­χνοῦν κι εὔ­κο­λα. Χει­ρό­τε­ρα κι ἀ­πὸ χρυ­σό­ψα­ρα, μοῦ λέ­ει ἐ­κεῖ­νο. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ χει­ρό­τε­ρο, συμ­πλη­ρώ­νει κου­νών­τας δι­δα­κτι­κὰ μπρο­στὰ στὴ μύ­τη μου τὸ ζα­ρω­μέ­νο του δά­χτυ­λο: ἡ λή­θη. Ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς συλ­λο­γι­κῆς μνή­μης.

Κα­τη­φο­ρί­σα­με ἀρ­γὰ μέ­χρι τὴν κεν­τρι­κὴ πλα­τεί­α. Ἐ­κεῖ ποὺ κά­πο­τε ἦ­ταν χω­μά­τι­νη ἀ­λά­να σή­με­ρα ὑ­πάρ­χει μό­νο ἡ σκό­νη τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Τὸ πα­ρελ­θὸν θυ­μᾶ­ται τὴν πέ­τρι­νη βρύ­ση, τὶς στά­μνες, τοὺς γυ­μνοὺς ἀ­στρα­γά­λους… Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θαν τα­ραγ­μέ­νοι και­ροί. Ἡ πλα­τεί­α με­τα­τρά­πη­κε σὲ πε­δί­ο μά­χης. Τὸ πα­ρελ­θὸν θυ­μᾶ­ται. Σή­με­ρα στὴ μέ­ση τῆς πλα­τεί­ας δε­σπό­ζει τὸ μπρού­τζι­νο ἄ­γαλ­μα κά­ποι­ου ἀ­γω­νι­στῆ. Μὴ μὲ ρω­τή­σε­τε ποι­ός ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι, δὲν ξέ­ρω νὰ σᾶς πῶ, ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ εἶ­ναι ἄλ­λω­στε μι­σο­σβη­σμέ­νη καὶ τὸ πα­ρελ­θὸν δι­ψά­ει. Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω, καὶ σ’ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ δὲν ἀ­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια γιὰ πα­ρα­νο­ή­σεις, εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ ἄ­γαλ­μα ἔ­χει ἀ­νοί­ξει ἕ­να ἐκ­πλη­κτι­κὸ «cafe» ποὺ σερ­βί­ρει οἰ­κο­λο­γι­κὰ ρο­φή­μα­τα ἀ­π’ ὅ­λο τὸν κό­σμο καὶ εὐ­φάν­τα­στα κρύ­α σνάκς.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο (Σμί­λη, 2018).

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ Παράδειγμα καὶ τὸ Φιλότιμο



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ Παράδειγμα καὶ τὸ Φιλότιμο

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια καὶ τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΕΡΙΟΔΕΥΩΝ ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴν Πε­λο­πόν­νη­σον κα­τέ­λυ­σε καὶ εἰς τὴν Κα­ρύ­ται­να ἐν ἐ­πο­χῇ Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ὅ­τε οἱ Ἕλ­λη­νες ἄ­νευ με­γά­λης ἀ­νάγ­κης οὐ­δέ­πο­τε κα­τέ­λυ­ον τὰς τεσ­σα­ρα­κο­στάς, ἑ­πο­μέ­νως ἔ­τρω­γε κρέ­ας ὡς ἀ­σθε­νοῦς κρά­σε­ως καὶ ὁ­δοι­πό­ρος μό­νος ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ οἱ πα­ρ’ αὐ­τῷ ὑ­πα­σπι­σταὶ καὶ ἰα­τροὶ ὄν­τες δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νοι ὡς Ἐλ­βε­τοί. Ὁ ξε­νί­ζων τὸν Κυ­βερ­νή­την Κο­λο­κο­τρώ­νης δι­έ­τα­ξε καὶ ἔ­βρα­σαν ὄρ­νι­θας, ἐ­μα­γεί­ρευ­σε μι­κρὸν ἐ­ρί­φιον εἰς φα­γη­τὰ κα­ρυ­κευ­μέ­να, καὶ ὡς ἐ­πί­με­τρον ἔ­ψη­σαν πα­χύ­τα­τον ἀ­μνόν. Ἰ­δὼν ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴν σπα­τά­λην αὐ­τὴν τῶν φα­γη­τῶν εἶ­πε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νην.

       — Πά­ρα πο­λὺ κοι­λι­ό­δου­λον μὲ ἐκ­θέ­τεις εἰς τοὺς πα­τρι­ώ­τας σου, Στρα­τη­γέ, ἀ­φοῦ ἠ­ξεύ­ρεις ὅ­τι δι’ ἐ­μὲ καὶ τοὺς συν­τρό­φους μου δυ­ὸ ὄρ­νι­θες βρα­στὲς καὶ μί­α ψη­τὴ ἤρ­κουν καὶ ἐ­πε­ρίσ­σευ­αν, ἡ­τοί­μα­σες τρο­φὴν διὰ εἴ­κο­σιν ἄ­το­μα.

       — Νὰ σοῦ εἰ­πῶ ὑ­πε­ρε­ξο­χώ­τα­τε, ἀ­πε­κρί­θη ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, εἰς τοῦ πλιὸ πτω­χοῦ φί­λου μου ἂν πά­γω, θὰ σφά­ξῃ ἕ­να ἀρ­νί, διὰ νὰ μὲ φι­λεύ­σῃ καὶ ἂς εἶ­μαι καὶ μο­να­χός μου, καὶ νὰ ἔλ­θῃ μιὰ φο­ρὰ στὸ σπί­τι μου ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ νὰ μὴ σφά­ξω δυ­ὸ ἀρ­νιά, ὄ­χι θὰ μὲ πε­ρά­σουν διὰ γύ­φτον.

       — Αὐ­ταὶ εἶ­ναι αἱ ἀ­νό­η­τοι ψω­ρο­ϋ­πε­ρή­φα­νοι ἰ­δέ­αι, αἱ ὁ­ποῖ­αι δὲν θὰ σᾶς ἀ­φή­σουν ν’ ἀ­να­λά­βε­τε εὔ­κο­λα, τῷ ἀν­τι­πα­ρε­τή­ρη­σεν ὁ Κυ­βερ­νή­της, καὶ σεῖς οἱ δι­α­κρι­νό­με­νοι ὡς ὁ­δη­γοὶ τῶν ἄλ­λων ὀ­φεί­λε­τε τὰ ὁ­ποῖ­α βλέ­πε­τε εἰς ἐ­μὲ πα­ρα­δείγ­μα­τα τῶν κα­λῶν πρά­ξε­ων, νὰ τὰ δει­κνύ­ε­τε καὶ εἰς τοὺς μι­κρούς.

       — Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὰ καὶ ἅ­για ὅ­σα λέ­γεις, μὰ ἀ­γά­λια-ἀ­γά­λια ὁ ἄν­θρω­πος τὸ ζα­κό­νι του (ἐ­λάτ­τω­μα) ἀ­πήν­τη­σε τε­λευ­ταῖ­ος ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης πρὸς τὸν Κυ­βερ­νή­την.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 49.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Καθίστε ἐδῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Καθίστε ἐδῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες

[τοῦ Παπαφλέσσα]


ΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ μὲ τρεῖς-τέσ­σε­ρες χι­λιά­δες στρα­τό· μὰ ὅ­λοι βλέ­πα­νε τὸν τό­πο χα­μη­λὸ κ’ εὔ­κο­λο νὰ πα­τη­θῇ ἀ­πὸ τὴν κα­βαλ­λα­ρί­α. Γι’ αὐ­τὸ κι’ ὁ ἀ­νε­ψιός του Ἠ­λί­ας Φλέσ­σας, ὁ φί­λος του Παν. Κε­φά­λας κι’ ἄλ­λοι το­νὲ συ­βου­λεύ­α­νε νὰ πι­ά­σου­νε ψη­λό­τε­ρα, στὸ βου­νὸ ἀ­πά­νου, ὅ­που μά­λι­στα, ἀ­πὸ φό­βο, εἴ­χα­νε κι­ό­λα στα­θῆ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τα­χτους ποὖ­χε συ­νά­ξει. Ἐ­κεῖ θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ κρα­τή­σουν τὸν πό­λε­μο κά­να-δυ­ὸ μέ­ρες ὥς που νὰ φτά­σῃ ἡ βο­ή­θεια ποὺ ἐλ­πί­ζαν.

       — Ἐ­γώ, τοὺς εἶ­πε ὁ Φλέσ­σας, δὲν ἦρ­θα ἐ­δῶ νὰ με­τρή­σω τὸ στρα­τὸ τοῦ Μπρα­ΐ­μη, πό­σος εἶ­ναι, ἀ­πὸ τὰ ψη­λώ­μα­τα· ἦρ­θα νὰ πο­λε­μή­σω. Οὔ­τε τρελ­λά­θη­κε ὁ Μπρα­ΐ­μης νὰ χα­σο­με­ρά­ῃ ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἐλ­πί­ζει νὰ κερ­δή­σῃ νί­κη, μὰ θὰ τρα­βή­ξῃ ἴ­σα κα­τὰ τὴν Τρι­πο­λι­τσά, κ’ ἐ­γὼ τό­τε θὰ μεί­νω νὰ μα­ζεύ­ω ἀ­πὸ πί­σω τὰ καρ­φο­πέ­τα­λά του. Ἂν ὅ­μως τὸν κρα­τή­σω δῶ στὸ Μα­νιά­κι, γλυ­τώ­νω τὸ Μω­ριᾶ, για­τὶ θὰ τὸν κά­μω νὰ πι­σω­γυ­ρί­σῃ ὅ­πως ὁ Δρά­μα­λης, εἰ­τε­μὴ θὰ πλη­ρώ­σῃ ἀ­κρι­βὰ τὸ αἷ­μα μου καὶ θὰ τὸ συλ­λο­γι­στῇ κα­λὰ ὕ­στε­ρα νὰ μπῇ στὴν καρ­διὰ τοῦ Μω­ριᾶ. Κα­θί­στε ἐ­δῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες!

       Καὶ κά­θι­σε καὶ πέ­θα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας.

       Ὁ Ἰμ­πρα­ΐ­μης καὶ σὲ ξέ­νους καὶ σ’ Ἕλ­λη­νες, καὶ στὸ Θ. Γρί­βα κα­τὰ τὰ 1844, ποὺ εἶ­χε πά­ει στὴν Αἴ­γυ­πτο, εἶ­πε πὼς δέ­κα ἀ­κό­μα σὰν τὸν Παπ­πα­φλέσ­σα ναὔ­ρι­σκε νὰ τοῦ ἀν­τι­στα­θοῦ­νε στὸ Μω­ριᾶ, θὰ γύ­ρι­ζε στὸν τό­πο του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 153 [Τίτλος: «299.— Σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γιάννης Μόραλης (1916-2009), Παπαφλέσσας, 1943. Ξυλογραφία σὲ χαρ­τί, 43Χ37 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).