Σωτήρης Παστάκας: Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


 ΘΟΔΩΡΟΣ ἦταν ὄ­μορ­φο παι­δί, προι­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ φύ­ση κι εἶ­χε εὐ­γε­νι­κοὺς τρό­πους, μιὰ ἔμ­φυ­τη εὐ­γέ­νεια ποὺ προ­έρ­χε­ται πάν­τα καὶ μό­νο ἀ­πὸ κα­λὰ παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ σω­στὴ ἀ­να­τρο­φή. Κα­τέ­φτα­σε στὸ Δαφ­νὶ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἅ­λω ἐ­πα­να­στά­τη καὶ μπο­ὲμ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­φοῦ γρή­γο­ρα μά­θα­με πὼς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ σὲ κά­ποι­α πό­λη τῆς Θεσ­σα­λί­ας, γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς βή­τα στὸ νε­ο­σύ­στα­το Ἐ­θνι­κὸ Σύ­στη­μα Ὑ­γεί­ας. Ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ ρό­λου τοῦ Κλι­νι­κάρ­χη, ποὺ τοῦ εἶ­χαν προ­ε­τοι­μά­σει οἱ γο­νεῖς του ὡς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες με­γά­λης Ψυ­χι­α­τρι­κῆς Κλι­νι­κῆς, φάν­τα­ζε στὰ μά­τια μας ὡς ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας τοῦ Θοδωρῆ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή, θὰ μοῦ πεῖ­τε, καὶ θὰ συμ­φω­νή­σω μα­ζί σας, «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» καὶ ὁ Θό­δω­ρος δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ ἔ­κα­νε τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ χει­ρο­νο­μί­α του ἀ­πὸ μι­μη­τι­σμὸ καὶ μό­νο.

        Ἀ­πὸ «μι­μη­τι­σμὸ» μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη γε­νιὰ Ἑλ­λή­νων τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, ὅ­πως κι ἐ­γώ, ἐ­πι­στρέ­ψα­με νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σου­με τὴν «πα­τρί­δα» πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ γε­νι­κὸ σύν­θη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς νὰ δώ­σου­με ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις στὴν ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τῆς Ἑλ­λά­δας, με­τὰ τὴ χούν­τα τῶν συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν. Ἡ δι­κή μου ἑρ­μη­νεί­α ἦ­ταν πὼς μᾶς κα­θό­ρι­σε, πέ­ρα ἀ­πὸ κομ­μα­τι­κὲς ἐ­πι­τα­γές, ὁ Θί­α­σος τοῦ Θό­δω­ρου Ἀγ­γε­λό­που­λου: μᾶς ἔπι­α­σε κά­τι σὰν φαρ­μα­κε­ρὴ νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸν τό­πο μας, ἀρ­χέ­γο­νες μνῆ­μες ξύ­πνη­σε αὐ­τὸ τὸ φίλμ, τὸ μό­νο ἑλ­λη­νι­κὸ φὶλμ ποὺ εἶ­χαν παί­ξει τό­τε οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι τῆς Εὐ­ρώ­πης σὲ πρώ­τη προ­βο­λή, κι ὄ­χι οἱ κα­κο­α­ε­ρι­σμέ­νες γε­μά­τες κα­πνὸ σά­λες τῶν σι­νε­κλάμπ.

        Ὁ Θό­δω­ρος, ἐ­κεί­νη τὴν «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» ἐ­πο­χή, δὲν ἔ­νι­ω­θε μό­νος. Εἶ­χε πα­ρέ­α τὸν Ἄ­ρη, ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ θέ­ση του καὶ τὴν κα­ρι­έ­ρα σὲ χρη­μα­τι­στη­ρια­κὸ κο­λοσ­σὸ μὲ ἕ­δρα τὴ Γε­νεύ­η γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ γί­νει ψυ­χί­α­τρος. Με­τὰ τὸ πτυ­χί­ο του μὲ ἄ­ρι­στα στὴν Ἰ­α­τρι­κή, ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς συμ­βου­λὲς τοῦ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου πε­θε­ροῦ του καὶ δι­έ­πρε­ψε στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά. Στὰ σα­ράν­τα του χρό­νια, ὡς ἐ­πα­κό­λου­θό τῆς κρί­σης συ­νει­δή­σε­ως ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα: ἐ­πι­χει­ρή­σεις, γυ­ναί­κα, ἕ­ναν γιὸ καὶ τὶς ἐλ­βε­τί­ες, ξέ­θα­ψε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι του τὸ πτυ­χί­ο τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ ἦρ­θε ὡς ἁ­πλὸς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος στὸ Δαφ­νί. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Θό­δω­ρο καὶ τὸν Ἄ­ρη, ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὸ Δαφ­νὶ καὶ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ στε­λε­χώ­σουν μο­νά­δες τοῦ ΕΣΥ κα­θ’ ἅ­πα­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Μέ­σα σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὲς ζυ­μώ­σεις κι ἀ­να­ζη­τή­σεις, δὲν πή­ρα­με ἀ­μέ­σως χαμ­πά­ρι τὴν ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­α τοῦ Θοδωρῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­βά­σου­με σὲ κά­ποι­α ἐ­φη­με­ρί­α τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ εἰ­σα­γω­γῆς ποὺ ἔ­γρα­φε γιὰ νὰ ὑ­πο­ψι­α­στοῦ­με πὼς κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ μα­ζί του. Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ για­τί ἦ­ταν με­γά­λο μά­θη­μα γιὰ μέ­να, ὡς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος τό­τε, πὼς μπο­ροῦ­με νὰ κάνουμε δι­ά­γνω­ση γιὰ κά­ποι­ον ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γρά­φει: τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ τοῦ Θοδωρῆ ἦ­ταν γε­μά­τα μου­τζοῦ­ρες, λου­λου­δά­κια, ἀ­στρά­κια καὶ ἀ­να­δεί­κνυ­αν τὴ χά­λα­ση τῶν εἱρ­μῶν καὶ τῶν σκέ­ψε­ών του. Τὸν ἀγ­κα­λι­ά­σα­με ἐ­κεῖ στὸ ἐ­φη­με­ρεῖ­ο καὶ τε­λι­κὰ κά­ποι­ος συ­νά­δελ­φος τὸν ἔ­πει­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ἀ­γω­γή. Ἦ­ταν εἴ­πα­με ἡ ἐ­πο­χὴ ἐ­πα­να­στα­τι­κή, ὅ­λοι οἱ συ­νά­δελ­φοι ἤ­μα­σταν μιὰ ἀγ­κα­λιά.

        Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ Θοδωρῆ ­σὲ κά­ποι­α φθη­νὴ παν­σιὸν στὴν Πλά­κα, ὅ­που δι­έ­με­νε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­νί­κα­νος ὅ­πως ἦ­ταν νὰ κρα­τή­σει σπί­τι ἀ­πὸ μό­νος του, τὸ θε­ω­ρή­σα­με φυ­σι­κὸ ἐ­πα­κό­λου­θο μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης γε­νιᾶς. Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α του σή­μα­νε τὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σά σὲ μιὰ πα­λιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν και­νούρ­για τῶν γιά­πις καὶ τῆς ἐ­κρη­κτι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νό­δου. Ἔ­τρε­χαν πλέ­ον τὰ πρῶ­τα προ­γράμ­μα­τα τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης στὸ Δαφ­νί. Ὅ­σοι τὰ εἶ­χαν πά­ρει δὲν μι­λοῦ­σαν στοὺς ὑ­πό­λοι­πους καὶ τούμ­πα­λιν. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­ες ἀ­πὸ γι­ορ­τὴ καὶ τό­πο συ­νάν­τη­σης ὅ­λων κα­τάν­τη­σαν ἁ­πλὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ποὺ ἔ­βγα­ζε ὁ κα­θέ­νας μό­νος του, σὲ πλή­ρη ἐ­ρή­μω­ση. Τὰ φράγ­κα ἦ­ταν πολ­λὰ κι ὁ Θοδωρῆς μιὰ φευ­γα­λέ­α θύ­μη­ση: ἄλ­λος ἕ­νας ἰ­δε­ο­λό­γος ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ὑ­περ­βεῖ τὴν ἐ­πο­χή του καὶ πέ­θα­νε μα­ζί της.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας: (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα καὶ τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη]


Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, τα­ξει­δεύ­ον­τας μὲ τὸ πα­πό­ρι κά­πο­τε, δι­η­γή­θη­κε στὴ σάλ­λα αὐ­τὸ τ’ ἀ­νέκ­δο­το. (Ὁ Ὄ­θω­νας εἶ­χε φύ­γει πιὰ ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα).

       «Ὅ­ταν ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὴ Βα­σί­λισ­σα καὶ τὴν ἄλ­λη συ­νο­διά, ἔ­κα­ναν τὴν πρώ­τη πε­ρι­ο­δεί­α τους στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο, φτά­νον­τας στ’ Ἀ­νά­πλι μὲ κά­λε­σε καὶ μοῦ εἶ­πε ὁ Βα­σι­λέ­ας:

       — »Πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φθῶ­μεν καὶ τὰς Μυ­κή­νας, κύ­ρι­ε Κο­λο­κο­τρώ­νη. Σεῖς ποὺ γνω­ρί­ζε­τε τὸν τό­πον, πα­ρα­κα­λῶ νὰ φρον­τί­σε­τε. Αὔ­ριον θὰ γί­νῃ ἡ ἐκ­δρο­μή. Γνω­ρί­ζε­τε τὸ μέ­ρος;

       — »Μυ­κή­νας, εἴ­πα­τε, Με­γα­λει­ό­τα­τε… μά­λι­στα, θὰ φρον­τί­σω!

       »Κα­τέ­βη­κα στὸ πα­ζά­ρι κ’ ἔ­φερ­να γύ­ρα ρω­τῶν­τας ὅ­σους Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἀ­παν­τοῦ­σα νὰ μοῦ ποῦν ποῦ βρί­σκον­ται αὐ­ταὶ αἱ “Μυ­κῆ­ναι”. Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ μὲ φω­τί­σῃ.

       — »Πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κοῦ­με αὐ­τὸ τ’ ὄ­νο­μα! Τί τό­πος εἶ­ν’ αὐ­τός;

       »Ἀ­πελ­πι­σμέ­νος κι­νά­ω νύ­χτα γιὰ τὸ πει­ὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Στὸ δρό­μο ἀ­πάν­τη­σα κά­τι τσο­πά­νη­δες.

       — »Ἐ­λᾶ­τε ‘­δῶ, μω­ρὲ παι­διά: Πέ­στε μου, σὲ ποι­ὸ μέ­ρος ἐ­δῶ τρι­γύ­ρω συ­νη­θᾶ­νε οἱ Λόρ­δοι καὶ πη­γαί­νου­νε νὰ δοῦν τί­πο­τε πα­λιὰ χα­λά­σμα­τα;

       — »Ἐ­γὼ ξέ­ρω! λέ­ει ἕ­νας τσο­πά­νης, στὸ Χαρ­βά­τι τὸ χω­ριό, κον­τὰ στὰ Φί­χτια, πᾶ­νε συ­χνὰ οἱ Λόρ­δοι μὲ βι­βλί­α κι’ ὅ­λο ψά­χνουν κά­τι πα­λι­ό­πε­τρες ποὺ βρί­σκον­ται ἀ­πό­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριό.

       »Τό­τε θυ­μή­θη­κα κ’ ἐ­γὼ πὼς ἤ­ξε­ρα τὸ μέ­ρος, εἶ­χα μά­λι­στα κά­νει ἕ­να γε­ρὸν πό­λε­μο μὲ τοὺς Τούρ­κους ἐ­κεῖ.

       »Κι­νή­σα­με τὸ πρωΐ, κ’ ἐ­γὼ μπρο­στὰ μὲ τ’ ἄ­λο­γο κα­μα­ρω­τὸς ἔ­φε­ρα τὴ βα­σι­λι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α στὸ Χαρ­βά­τι, σή­κω­σα τὸ χέ­ρι ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κ’ ἔ­δει­ξα τὴς πα­λι­ό­πε­τρες.

       — »Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες! εἶ­πα.

       »Οἱ συ­νά­δελ­φοί μου ἔ­μει­ναν μὲ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα, πα­ρά­ξε­νοι γιὰ τὴ σο­φί­α μου. Ἀλ­λὰ καὶ ὁ Βα­σι­λέ­ας εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε ὄ­χι λί­γο.

       — »Ὁ κύ­ριος Κο­λο­κο­τρώ­νης εἶ­ναι ἐξ ὅ­λων μας ὁ λο­γι­ώ­τε­ρος καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρον κά­το­χος ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κῶν γνώ­σε­ων…»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Χ. Π. Κο­ρύλ­λου ἰα­τροῦ «Πε­ζο­πο­ρί­α ἀ­πὸ Πα­τρῶν εἰς Σπάρ­την κλπ.», 1889, σ. 4.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 301 [Τίτλος: «641.— Σο­φὸς ἀρ­χαι­ο­λό­γος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πύλη τῶν λε­όν­των στὶς Μυ­κῆ­νες. Ἀπὸ τὴν ἔκ­δοση Schweiger Ler­chen­feld, A­mand, (Frei­herr von). Grie­chen­land in Wort und Bild, Eine Schil­de­rung des hel­leni­schen Koni­grei­ches, Λειψία, Hein­rich Schmidt & Carl Gün­ther, 1887 / Ket­twig, Phai­don, 1992.


Χρῆστος Βακαλόπουλος: Ψιλὴ ἄμμος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Ψι­λὴ ἄμ­μος


Ο ΞΗΜΕΡΩΜΑ φτά­νουν στὸν πα­ρά­δει­σο, στὸ προ­στα­τευ­μέ­νο βα­σί­λει­ο τῆς ἄμ­μου. Ἔ­χουν ἀρ­κε­τὲς ὧ­ρες μέ­χρι νὰ κα­τα­φθά­σουν οἱ κυ­νη­γοὶ τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τά, τὰ ἀ­στρα­φτε­ρὰ ἀν­τί­σκη­να. Με­λα­χρι­νή, πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, ἔ­χει με­ρι­κὲς ὧ­ρες πα­ρέ­α μὲ τὰ κο­πά­δια ποὺ βολ­τά­ρουν ἀ­μέ­ρι­μνα. Σὲ λί­γο θὰ σφα­για­σθοῦν καὶ θὰ σερ­βι­ρι­σθο­ῦν μὲ ὡρα­ῖ­α μα­κα­ρό­νια.

       Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα. Πρὶν εἰ­σβά­λει μα­ζι­κὰ ὁ ξαν­θὸς κό­σμος ὑ­πῆρ­χε πολ­λὴ ὥ­ρα, ἀ­πί­στευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ἡ μέ­ρα ἔ­μοια­ζε ἀ­τε­λεί­ω­τη για­τί βά­ραι­ναν πά­νω της οἱ αἰ­ῶ­νες, αὐτοὶ οἱ μυ­στή­ριοι αἰ­ῶ­νες ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ πλημ­μύ­ρι­σαν τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρόν, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα ποὺ ἔ­φε­ρε σὲ τοῦ­τα ἐ­δῶ τὰ μέ­ρη ὁ ξαν­θὸς κό­σμος. Κά­πο­τε ὑ­πῆρ­χε ἐ­λά­χι­στο πα­ρόν, ὅ­σο ἀ­κρι­βῶς χρει­α­ζό­ταν ὥ­στε νὰ μὴν ξε­χνι­έ­ται ἡ μέ­ρα, νὰ μὴ λυ­γί­ζει κά­τω ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῶν αἰ­ώ­νων. Τό­τε ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρόν, ἦ­ταν ντρο­πα­λό, ἄ­κου­γε τοὺς με­γα­λυ­τέ­ρους του, πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του, δὲν ἔ­βγα­ζε γλώσ­σα, δὲν κρα­τοῦ­σε κα­κί­α, ἔ­λε­γε τὸν πό­νο του. Τό­τε ἦ­ταν τρυ­φε­ρὸ τὸ πα­ρὸν για­τί εἶ­χε κα­εῖ ἡ γού­να του ἀπὸ τὸν ἔ­ρω­τα. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ εἶ­ναι εὐγε­νι­κό, νὰ στέ­κε­ται στὴν ἄ­κρη καὶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ μὴν προ­δί­δει ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ βά­σα­νά του, νὰ μὴ δι­εκ­δι­κεῖ ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ μὴν χτυ­πά­ει τὸ πο­δα­ρά­κι του στὸ πά­τω­μα, νὰ μὴ μου­τρώ­νει, νὰ μὴν κα­κο­λο­γεῖ, νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει. Ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρὸν ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­στε­κε ἀ­μή­χα­νο, ἔ­τσι ὅ­πως περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το, ἔ­τσι ὅ­πως προ­σευ­χό­ταν κά­θε τό­σο στὸν ἄ­γνω­στο Θε­ό του. Τὸ με­γά­λω­ναν ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν οἱ αἰ­ῶ­νες, κα­μιὰ φο­ρὰ τοῦ ἔ­δι­ναν ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά τους, τοὺς ἔ­λε­γε κα­νέ­να εὐ­χα­ρι­στῶ, αἰ­σθα­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὴ εὐ­γνω­μο­σύ­νη, δὲν τοὺς γύ­ρι­ζε ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη. Ζοῦ­σε μα­ζί τους στὴν ἴ­δια γει­το­νιά, πή­γαι­νε στὸ ἴ­διο σχο­λεῖ­ο, ψώ­νι­ζε ἀ­πό τὰ ἴ­δια μα­γα­ζιά, σύ­χνα­ζε στὰ ἴ­δια στέ­κια, ἐ­ρω­τευ­ό­ταν τὶς ἴ­δι­ες γυ­ναῖ­κες, εἶ­χε κα­εῖ μά­λι­στα ἡ γού­να του ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα. Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἡ γού­να τοῦ πα­ρόν­τος κά­η­κε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα καὶ οἱ αἰ­ῶ­νες ἀνη­σύ­χη­σαν σο­βα­ρά, μέ­χρι τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο τὸ πα­ρὸν κι αὐτὸ τὸ ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὴ γει­το­νιά, τὸ ἔ­λε­γαν στὰ μα­γα­ζιά, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὰ σχο­λεῖ­α.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, πο­λι­τι­κὲς ἔ­πι­στη­μες, ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα μέ­χρι νὰ κα­τα­λη­φθεῖ ἀ­πὸ τὰ ἀ­σκέ­ρια τῶν δι­α­κο­πῶν ἡ πα­ρα­λί­α, κά­τι θυ­μᾶ­ται ἀ­πὸ τὴν ἐπο­χὴ ποὺ τὸ πα­ρὸν με­γά­λω­νε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε ὁ ξαν­θὸς κό­σμος καὶ τὸ ξε­σή­κω­σε, τοῦ σφύ­ρι­ξε στὸ αὐτί, τὸ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη, τὸ ἔ­πει­σε ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο αὐ­τό, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τὸ προ­ε­τοί­μα­ζαν, τὸ ἐμ­πό­δι­ζαν, δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τρα­βή­ξει τὸ δρό­μο του, τὸ στε­νο­χω­ροῦ­σαν, τοῦ ἔ­στη­ναν πα­γί­δες, τὸ εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­θλια γει­το­νιά, τὸ κρα­τοῦ­σαν αἰχ­μά­λω­το, τοῦ πέ­τα­γαν ψί­χου­λα ἐ­νῶ ἦ­ταν ὅ­λα δι­κά του, ἔ­πρε­πε νὰ τὰ δι­εκ­δι­κή­σει, νὰ ση­κω­θεῖ νὰ τὰ πά­ρει. Ἔ­πρε­πε νὰ σπά­σει τὰ δε­σμά, ν’ ἀ­γο­ρά­σει μη­χα­νή­μα­τα, νὰ μα­σου­λά­ει κά­τι ὅ­λη μέ­ρα, νὰ ντύ­νε­ται στὰ κα­λύ­τε­ρα μα­γα­ζιά, νὰ δι­εκ­δι­κεῖ τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ φω­νά­ζει παν­τοῦ τὸ δί­κιο του, νὰ συν­δι­κα­λί­ζε­ται, νὰ κα­τα­στρέ­φει ὅ,τι ἔ­βρι­σκε μπρο­στά του, νὰ χαί­ρε­ται, ν’ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, νὰ ἔ­χει ἄγ­χος, νὰ μὴν ἔ­χει κα­θό­λου χρό­νο, οὔ­τε γιὰ δεῖγ­μα. Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1965 τὸ πα­ρὸν στά­θη­κε στὰ πό­δια του κι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ πάν­τα, σι­γὰ σι­γὰ τὰ κα­τά­φε­ρε κι ἔ­τσι ἔ­χα­σε τε­λεί­ως τὸ χρό­νο του, ἀ­γό­ρα­σε μη­χα­νή­μα­τα, ἤ­πι­ε τὰ πιὸ ἀκρι­βὰ πο­τά, γκρί­νια­ξε, γά­μη­σε, ἔ­δει­ρε, τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα μὲ τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ἀπὸ τὸν Αὔγου­στο τοῦ 1965 καὶ με­τὰ τὸ πα­ρὸν προ­ό­δευ­σε ση­μαν­τι­κά, κά­λυ­ψε τὰ πάν­τα καὶ δὲν ἄ­φη­σε τί­πο­τα ὄρ­θιο, ἀνέ­τρε­ψε τὰ πάν­τα, ἄλ­λα­ξε γνώ­μη τρι­αν­τα­o­χτὼ χι­λιά­δες φο­ρές, ἔ­κα­νε τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σή του γιὰ νὰ ἔ­χει ἀ­να­μνή­σεις στὴ συν­τή­ρη­σή του, ἐγ­κα­θίδρυ­σε παν­τοῦ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α, ἔ­φα­γε χι­λιά­δες μπρι­ζό­λες, σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, κα­τέ­λα­βε τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς ἐ­νη­μέ­ρω­σης καὶ δὲν τὰ ἄ­φη­σε νὰ πά­ρουν ἀνά­σα, τὰ ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ λει­τουρ­γοῦν ἀ­στα­μά­τη­τα καὶ νὰ πλη­ρο­φο­ροῦν τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα ὅ­τι οἱ αἰ­ῶ­νες ὑ­πῆρ­ξαν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας της. Ἔτσι συ­νέ­βαι­νε πάν­τα, ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ μᾶς τὸ ἔ­κρυ­βαν, ὁ ξαν­θὸς κό­σμος μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε, οἱ ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τὰ μᾶς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν συ­νε­χῶς, οἱ αἰ­ῶ­νες βά­ραι­ναν ἐ­πι­κίν­δυ­να πά­νω μας καὶ δὲν μᾶς ἄ­φη­ναν ν’ ἀ­πο­λαύσου­με, ὅ­λα ἦ­ταν βα­ρε­τὰ καὶ ὑ­πῆρ­χε ἀ­πίστευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔ­λε­γαν, θυ­μόν­του­σαν πα­λι­ὲς ἀ­νύ­παρ­κτες ἱ­στο­ρί­ες, πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας τους. Μᾶς εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει στὴ φαν­τα­σί­α μας, νο­μί­ζα­με ὅ­τι οἱ γει­το­νι­ές μας εἶ­χαν τὸ ἀ­να­φαί­ρε­το δι­καί­ω­μα νὰ δι­αρ­κέ­σουν χί­λια χρό­νια. Οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ται μὲ φου­σκω­τὰ σὲ λί­γη ὥ­ρα τὰ ξαν­θὰ μαυ­ρισμέ­να κορ­μιά, ὁ στρα­τὸς τοῦ πα­ρόν­τος, ὁ ἐ­ξο­λο­θρευ­τὴς τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων ποὺ νο­μί­σα­με ὅ­τι μᾶς με­γά­λω­σαν ὅ­πως-ὅ­πως. Κά­πο­τε τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸ κι ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά­λα­βε τὸ λά­θος του, στά­θη­κε στὸ ὕ­ψος του καὶ κυ­ρί­ευ­σε τὴν οἰκου­μέ­νη.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, συ­νο­μή­λι­κη τοῦ πα­ρόν­τος. Σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, γνώ­ρι­σε τὸν Γιά­ννη στὴ Βε­νε­τί­α, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ζή­σουν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­λύ­τε­ρα στὸ πα­ρόν, μὲ λί­γα λο­γι­κὰ σχέ­δια γιὰ τὸ μέλ­λον. Ἡ Ἔρση ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, παν­τρεύ­τη­κε ἕ­ναν δη­μο­σι­ο­γρά­φο. Ἡ Βά­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, ἡ Μί­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, δη­μι­ουρ­γοῦν τὸ πα­ρόν τους καὶ δὲν ἔ­χουν κα­θό­λου χρό­νο, κυ­νη­γᾶ­νε τὸ πα­ρὸν καὶ σκέ­φτον­ται τί θὰ γί­νει με­τά, ἕ­να τε­ρά­στιο με­τὰ τοὺς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ ζή­σουν στὸ πα­ρὸν ὅ­πως ἔ­χουν ἀ­πο­φα­σί­σει μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες, μὲ τὶς ρα­κέ­τες τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ὑ­πάρ­χει συ­νε­χῶς ἕ­να με­τὰ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἀ­πο­σύρ­θη­καν οἱ τα­πει­νοὶ αἰ­ῶ­νες, προ­βάλ­λει ἀόρι­στο καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό, δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος γιὰ τί­πο­τα, ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀ­δη­φά­γο με­τά, στέ­κε­ται ἀ­δυ­σώ­πη­το, ἀ­γέ­ρω­χο, ἀ­πει­λη­τι­κό. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ τὸ μέλ­λον, ἐ­κεῖ­νο ἀ­πο­τε­λοῦ­σε προ­ϊ­ὸν τῆς φαν­τα­σί­ας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας ἐ­ξί­σου μὲ τοὺς αἰ­ῶ­νες, βά­ραι­νε μὲ τὴν ἴ­δια τα­πει­νό­τη­τα στὸν αἰώ­να τὸν ἅ­παν­τα, συγ­χω­νευ­ό­ταν κά­θε τό­σο μὲ τὸ πα­ρελ­θόν, ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νο κι ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ μέ­ση. Πρό­κει­ται γιὰ τὸ με­τά, αὐτὸ τὸ με­τὰ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ τὸ μο­να­δι­κὸ ὑ­παρ­κτὸ πα­ρόν, τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ με­τὰ ποὺ κά­νει τὸν Γιά­ννη ἀ­νύ­παρ­κτο, τὴν Ἔρση ἀ­νύ­παρκτη, τὴ Βά­να ἀ­νύ­παρ­κτη, τὴ Μί­να ἀνύ­παρ­κτη, τὶς πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες ἐν­τε­λῶς ἀνυ­πόλη­πτες, τὸν ξαν­θὸ κό­σμο νευ­ρι­κό, μὲ ἄγ­χος, χω­ρὶς κα­θό­λου χρό­νο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν τρυ­φε­ρό, εὐ­αί­σθη­το, ἀπρο­στάτευ­το, μπο­ροῦ­σες νὰ τοῦ δώ­σεις μιὰ καὶ νὰ τὸ λι­ώ­σεις σὰν ζω­ΰ­φιο καὶ τώ­ρα στέ­κει πά­νο­πλο, θω­ρα­κι­σμέ­νο, ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο, μπου­κω­μέ­νο ἀπὸ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, σι­δη­ρο­δέ­σμιο στὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς με­τὰ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο τοῦ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον ν’ ἁ­παλ­λα­γεῖ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἔ­κα­νε πέ­ρα τοὺς τα­πει­νοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα, μπο­ρεῖ νὰ ξα­πλώ­σει στὴν ἄμ­μο, σὲ λί­γο θὰ κα­τα­φθά­σουν τὰ φου­σκω­τά, θὰ κα­τέ­βουν σὲ πλή­ρη ἐ­ξάρ­τυ­ση καὶ θὰ ἐ­φαρμό­σουν τὸ πρό­γραμ­μα, θὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ δι­α­σκε­δά­σουν σω­στά, νὰ μὴν χά­σουν πο­λύ­τι­μο χρό­νο. Θὰ τοὺς δεῖ νὰ ἔρ­χον­ται θρι­αμ­βευ­τὲς ἀπὸ τὴ θά­λασ­σα, θὰ πλη­σιά­σουν σχη­μα­τί­ζον­τας ἕ­να τε­ρά­στιο με­τά, τί θὰ φᾶ­νε με­τά, θὰ σφά­ξου­νε κα­νέ­να ζῶ­ο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν ἄ­μη­χα­νο, ἀ­προ­στά­τευ­το, τρυ­φε­ρὸ καὶ τώ­ρα ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί πρό­κει­ται νὰ τοῦ συμ­βεῖ, τώ­ρα ποὺ ἔ­στει­λε στὸν ἀγύ­ρι­στο τοὺς αἰ­ῶ­νες.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Παραμύθι


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πα­ρα­μύ­θι


ΑΛΙΑ ΥΠΗΡΧΑΝ τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο· ἡ Κυ­ψέ­λη, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ. Τώ­ρα βγαί­νουν καὶ λέ­νε ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, ὅ­μως λέ­νε ψέ­μα­τα κι αὐ­τὸ φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Αὐ­τοὶ τὰ ἔ­χουν μπερ­δέ­ψει ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἦ­ταν νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη ὅ­πως συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴν Ἔρση. Ἂν ἤ­σου­να ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Ἑλ­λά­δα, κιν­δύ­νευ­ες νὰ σὲ κά­νουν μὶς Ὑ­φή­λιο καὶ νὰ σὲ παν­τρέ­ψουν μ’ ἕ­να χον­τρὸ μὲ πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ἦ­ταν πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ἐ­κεῖ σὲ ἔ­βλε­παν κά­θε μέ­ρα στὸ δρό­μο, δὲν σὲ ψή­φι­ζαν βαμ­μέ­νη, μὲ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ πί­σω, οὔ­τε σὲ γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, σὲ εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Σὲ ἔ­βλε­παν γε­λα­στή, βι­α­στι­κή, τσα­κω­μέ­νη μὲ τὴ μά­να σου, ἱδρω­μέ­νη, σκο­νι­σμέ­νη. Ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ότε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ὑ­πῆρ­χε μιὰ μό­νι­μη ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ψή­φι­ζε ὅ­λο τὸ χρό­νο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ποὺ κά­τι τοὺς ἔ­πι­α­νε καὶ τὶς ἔ­βγα­ζαν ὅ­λες πρῶ­τες, κά­τι πά­θαι­νε ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ νο­μί­ζουν ὅ­λοι ὅ­τι ἔ­χουν φω­το­γέ­νεια καὶ μά­λι­στα νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἐκ­πέμ­πουν λάμ­ψεις. Ἔ­τσι, τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ἡ Ἔρση ἦ­ταν λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, ἀλ­λὰ με­τὰ τῆς περ­νοῦ­σε για­τί εἶ­χε μα­γει­ρί­τσα καὶ δὲν σκε­φτό­ταν πιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ξε­χνοῦ­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της κα­θὼς τὶς φί­λα­γε ὅ­λες σταυ­ρω­τὰ μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα.

        Ἦ­ταν πά­ρα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἤ­θε­λαν νὰ γί­νουν κά­τι στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο ἐ­νῶ με­ρι­κοὶ κα­τά­λα­βαν τὸ κόλ­πο κι ἄρ­χι­σαν νὰ λέ­νε ὅ­τι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­ξί­ζουν γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­ξί­ζουν μό­νο γιὰ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ὁ πλα­νή­της Γῆ ἔ­κα­νε προ­πα­γάν­δα στὴν Ἑλ­λά­δα, τῆς ἔ­βα­ζε συ­νε­χῶς τὴν ἰ­δέ­α ὅτι αὐ­τὸς εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ μὲ τὴ σει­ρά της ἡ Ἑλ­λά­δα πί­ε­ζε τὴν Κυ­ψέ­λη νὰ τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ πρω­τεῖ­α. Ὅ­μως ἡ Κυ­ψέ­λη δὲν εἶ­χε κα­νὲναν νὰ πι­έ­σει κι ἔ­τσι, μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἡ Κυ­ψέ­λη ὑπο­χρέ­ω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ ἡ Ἔρση ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ εἶ­ναι ἡ ὡραι­ότερη χω­ρὶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ φω­το­γέ­νεια. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅμως ποὺ ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­γι­ναν φω­το­γρα­φί­ες καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ πῆ­ρε τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τη­λε­ό­ρα­ση ἡ Κυ­ψέ­λη ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πὸ προ­σώ­που γῆς καὶ ἡ Ἔρση πῆ­γε νὰ μεί­νει στὰ βό­ρεια προ­ά­στια καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­γό­ρα­σαν σπί­τι μὲ τὸν ἄν­τρα της τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο στὴ Σαν­το­ρί­νη καὶ μαύ­ρι­ζαν.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­λύ­θη­κε ἐ­πει­δὴ ὁ πλα­νή­της Γῆ ἀ­πέ­δει­ξε στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑλι­κὸ ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τὰ βά­θος στρογ­γυ­λός. Ἦρ­θαν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­λε­γαν στὴν ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­τι ἀπο­κα­λύ­φθη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἀ­λή­θεια, ζοῦ­με ὅ­λοι σ’ ἕ­να παγ­κό­σμιο χω­ριό. Τί νὰ κά­νει ἡ ἐ­πι­τρο­πή; Κα­θὼς δὲν συ­νε­δρί­α­ζε πο­τὲ ἐ­πει­δὴ τὰ μέ­λη της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­να νὰ ζοῦν ἄλ­λος ἐ­δῶ κι ἄλ­λος ἐ­κεῖ καὶ νὰ συ­ναν­τι­οῦν­ται μό­νο στὴν Ἀ­νά­στα­ση ὅ­που ἔ­χα­ναν τ’ αὐ­γὰ καὶ τὰ πα­σχά­λια, στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πὲς πὲς πές, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ λά­θος της ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δι­α­λύ­θη­κε. Σι­γὰ-σι­γὰ ἔ­γι­ναν ὅ­λοι παγ­κό­σμιοι χω­ριά­τες. Τοὺς εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ τὸ πρό­βλη­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­μέ­σως με­τὰ για­τί ἄρ­χι­σαν νὰ γυρ­νᾶ­νε σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ ὅ­λοι νό­μι­ζαν ὅ­τι ἄ­κου­γαν μό­νο ψέ­μα­τα. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο, ὅ­μως τώ­ρα ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ ποὺ ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό του, φαι­νό­ταν στὰ μά­τια του ὅ­τι ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. Ἦ­ταν υπο­χρε­ω­μέ­νο νὰ λέ­ει συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα για­τὶ ἂν ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια ἔ­στω καὶ μί­α στιγ­μή, ἂν λύ­γι­ζε καὶ πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν ἀ­λή­θεια, τό­τε ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φω­το­γρα­φί­α, θὰ ἦ­ταν μί­α γυ­ναί­κα κι ἄν­τε βρὲς τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη γυ­ναί­κα μέ­σα στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριό, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ δι­α­λύ­θη­κε ἡ ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δὲν μα­ζευ­ό­ταν πιὰ οὔ­τε στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἔ­βα­λαν νε­ρὸ στὸ κρα­σί τους κι ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα συ­νε­χῶς στὸν ἑ­αυ­τό τους ὅ­τι ἡ ὡραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν ἦ­ταν γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ φω­το­γραφί­α. Ἔ­τσι ἡ ἀ­λή­θεια ὁ­δή­γη­σε στὸ ψέ­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ροῦν στὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τα­ξί­δευ­αν ὅ­λοι μα­κριὰ ὥ­στε νὰ κά­νουν μό­νοι τους Πά­σχα, νὰ μὴν τοὺς πά­ρει κα­νέ­να μά­τι καὶ κα­τα­λά­βει ὅ­τι εἶ­χαν με­γά­λο ἄγ­χος στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ τώ­ρα ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια τοὺς εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑ­λι­κὸ στὴ λα­τρεί­α τοῦ ψέ­μα­τος.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ κά­πο­τε τὰ μά­ζε­ψε. Γυ­ρί­ζουν σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες, ψά­χνουν τὴν Ἀ­νά­στα­ση σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα. Λέ­νε πολ­λὰ ψέ­μα­τα, φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Ὅ­σοι δὲν τὰ κα­τά­φε­ραν νὰ γί­νουν φω­το­γρα­φί­ες με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἄν­θρω­πους ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν, πε­ρα­σμέ­νων καὶ μελ­λον­τι­κῶν. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα ἀό­ρα­τα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιὰ ποὺ τοὺς ὑ­πο­δέ­χον­ται ἀ­να­κα­τε­μέ­νους μὲ τοὺς παγ­κό­σμιους χω­ριά­τες, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πα­ρη­γο­ρή­σουν. Ὑ­πῆρ­χε ἡ ὡ­ραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα καὶ τώ­ρα προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει φω­το­γρα­φί­α στὴ Σαν­το­ρί­νη, εἶ­ναι κα­τά­μαυ­ρη. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σκο­λο καὶ ἀ­πὸ τὸ νὰ γυρ­νᾶς σὰν τὴν ἄ­δι­κη κα­τά­ρα, ἀπὸ τὸ νὰ ἔ­χεις ἄγ­χος. Ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη, σὲ ἤ­ξε­ραν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ ἀ­να­κα­τω­τά, σὲ ἀ­γα­ποῦ­σαν ἐπει­δὴ ἤ­σου­να ἀ­δύ­να­μη, σὲ γού­στα­ραν χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Τώ­ρα αὐτὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον για­τί ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τά­φε­ρε νὰ γί­νει ἕ­νας χά­ρη στὴ φω­το­γέ­νεια. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο, μί­α συ­νοι­κί­α, μί­α χώ­ρα κι ἕ­νας πλα­νή­της. Πή­γαι­ναν στὴν Ἀ­νά­στα­ση, εἶ­χαν ὅ­λοι φω­το­γέ­νεια, ἔ­βγα­ζαν κά­τι λάμ­ψεις, φί­λα­γαν σταυ­ρω­τὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ἄ­λη­θεια καὶ τὰ ψέ­μα­τα ἀ­πέ­κτη­σαν φω­το­γέ­νεια σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004).

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Πάγκος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πάγ­κος


ΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ ἕ­ναν σχε­δὸν κου­φὸ συ­νο­μή­λι­κό της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ βά­ζει μου­σι­κή, ὅ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη μου­σι­κὴ μπο­ρεῖ πρὶν ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα. Τώ­ρα ἔ­βα­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, βγά­ζει τὰ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ τῆς χα­μο­γε­λά­ει ἀ­μή­χα­να, τὴν κερ­νά­ει ἕ­να πο­τό, πῶς τῆς φά­νη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, δὲν ἦ­ταν κα­λό; Ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅτι ἦ­ταν φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τώ­ρα ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, τὸ ἔ­χει ξε­χά­σει ἤ­δη, ἔ­χει κου­ρα­στεῖ ν’ ἀ­κού­ει κομ­μά­τια ποὺ τρι­γυρ­νᾶ­νε γύ­ρω ἀπὸ τὸ πτῶ­μα τῆς μου­σι­κῆς. Ἂν ἦ­ταν 1977, καὶ οἱ δύ­ο θὰ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ πᾶ­νε σπί­τι του ἢ σπί­τι της, νὰ πι­οῦ­νε κά­τι, νὰ συ­ζη­τή­σουν ἀπὸ πέν­τε μέ­χρι εἴ­κο­σι λε­πτά, νὰ πά­ει στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ ἄλ­λα­ξει τὸ ρυθ­μό, αὐ­τὸς νὰ κα­πνί­ζει, νὰ γυ­ρί­σει καὶ νὰ κα­θί­σει κά­πως πιὸ κον­τά του, ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ λέ­ει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ κά­ποι­ον πα­λιό, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μαλ­λιά, νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος του, νὰ τὸν κοι­τά­ξει στὰ μά­τια, νὰ σκύ­ψει καὶ νὰ τὴν φι­λή­σει. Ἂν ἦ­ταν 1969, ὅλα αὐτὰ θὰ γι­νόν­του­σαν μέ­σα σὲ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἂν ἦ­ταν 1979, λί­γο πιὸ σύν­το­μα, ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι χω­ρὶς πο­τό, συ­ζή­τη­ση, τσι­γά­ρο, ἐ­πί­σκε­ψη στὸ μπά­νιο, ἐ­πι­στρο­φὴ δί­πλα του στὸν κα­να­πέ, μι­κρὴ συ­ζή­τη­ση, χά­ϊ­δε­μα μαλ­λι­ῶν, στρο­φὴ πρὸς τὸ μέ­ρος του, βύ­θι­σμα στὰ μά­τια του, φι­λί. Θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι, θὰ φι­λι­όν­του­σαν λί­γο, θὰ γδύ­νον­ταν ξε­χω­ρι­στὰ κι ὑ­στέ­ρα θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συν­το­νισθοῦν, θὰ δο­κί­μα­ζαν δύο ἢ τρεῖς στά­σεις, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις. Θὰ τε­λεί­ω­ναν μα­ζὶ ἢ χω­ρι­στά, θὰ ἔ­με­ναν τρί­α λε­πτὰ ἀγ­κα­λι­α­σμένοι, ἀ­μί­λη­τοι. Θὰ τὴν ρώ­τα­γε ἂν θέ­λει νε­ρό, θὰ ἔ­λε­γε ναί, θὰ πή­γαι­νε νὰ τῆς φέ­ρει, θὰ ἄ­να­βε τσι­γά­ρο πε­ρι­μέ­νον­τάς τον, θὰ ἐ­πέ­στρε­φε, θὰ ἔ­πι­ναν ὁ κα­θέ­νας τρεῖς, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις γου­λι­ὲς νε­ρό, θὰ τὴν χά­ι­δευ­ε λί­γο, λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε, θὰ τὸ ἔ­κα­ναν δεύ­τε­ρη φο­ρά, θὰ ἄ­να­βαν τσι­γά­ρο, θὰ ἔ­πι­ναν τὸ ὑ­πό­λοι­πο νε­ρό, αὐ­τὸς θὰ ἔ­σβη­νε κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ φῶς. Θὰ κοι­μόν­του­σαν λί­γο ἄ­βο­λα πα­ρα­κο­λου­θών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ὕ­πνο τοῦ ἄλ­λου, θὰ ξύ­πνα­γαν κι ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ πι­εῖ κα­φὲ για­τὶ ἔ­χει μιὰ δου­λειὰ στὶς δέ­κα καὶ μι­σή. Κι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά, θὰ ντύ­νον­ταν βι­α­στι­κά, θὰ κα­τέ­βαι­ναν στὸ δρό­μο, θὰ περ­πα­τοῦ­σαν λί­γο μα­ζὶ κι ὕ­στε­ρα θὰ χώ­ρι­ζαν.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα καὶ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κό­μα ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, ἂν ἦ­ταν 1985, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν ἄ­ναγ­κα­σθοῦν νὰ ποῦν τὸ πρω­ὶ ὅ­τι ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, θὰ εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ἢ θὰ εἶ­χαν πέ­σει ἀ­ναί­σθη­τοι ἀ­πὸ τὸ πο­τὸ ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κοι­μη­θοῦν μα­ζί, θὰ εἶ­χαν βα­ρε­θεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἄγ­γιγ­μα. Ἂν ἦ­ταν 1956, θὰ εἶ­χαν παν­τρευ­τεῖ, ἂν ἦ­ταν 1965, θὰ εἶ­χαν πά­ει σι­νε­μά, θὰ πέρ­να­γε τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο της, θὰ τὴν ἔ­σφιγ­γε λί­γο, θὰ τῆς χά­ϊ­δευ­ε τὸ λαι­μό, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να φι­λί, θὰ τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πω­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια, θὰ δε­χό­ταν νὰ τὴν φι­λή­σει πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας, τὸ 1969 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τή, μέ­χρι τὸ 1973 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τὴ κι ἀ­πὸ τ­ὸ 1975 καὶ με­τὰ δὲν θὰ πή­γαι­ναν κα­θό­λου σι­νε­μά, θὰ ἔ­κα­ναν μιὰ σο­βα­ρὴ συ­ζή­τη­ση. Θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κό­σμου, γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ ἦ­ταν ἔ­τσι ὅ­πως σοῦ λέ­ω, τὸ δι­ά­βα­σα. Μέ­χρι τὸ 1979 θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, στὸ βαθ­μὸ πού, στὸ μέ­τρο πού, σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ ἀν­τί­θε­ση, τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Τὸ πρω­ὶ θὰ εἶ­χαν μιὰ δου­λειά.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νὰ πά­ει σπί­τι της, θὰ τὸν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο, μή­πως εἶ­χε δου­λειά; Τί δου­λειὰ νὰ ἔ­χει, τρε­λά­θη­κες ποὺ ἔ­χω δου­λειά, θὰ τὴν συ­νό­δευ­ε μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο φι­λί, θὰ τὴν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο στὸ ἴ­διο μέ­ρος. Θὰ ἔμ­παι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα βγά­ζον­τας τὰ πα­πού­τσια της, θὰ ξά­πλω­νε μὲ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι, θὰ κά­πνι­ζε μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κούγον­τας τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἠ­θο­ποι­ού τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου νὰ δι­α­βά­ζει κά­τω ἀπὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι τὴν Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰ­ζαμ­πώ, θὰ ἔ­ψα­χνε στὴ φω­νὴ κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἰ­δι­κὰ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἔ­βρι­σκε, θὰ κοι­μό­ταν μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰζαμ­πώ γρά­φτη­κε ἐ­πει­δὴ κά­ποι­α στιγ­μὴ βγῆ­κε μὲ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ θὰ τὸν ἔ­βλε­πε πά­λι αὔ­ριο. Στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας θὰ ξύ­πνα­γε ἀπὸ κά­ποι­ο κορ­νά­ρι­σμα, θὰ ἄ­νοι­γε τὰ μά­τια κι ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ τὰ φῶ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἀ­πὸ τὸ δρό­μο θὰ τα­ξί­δευ­αν φευ­γα­λέ­α στὸ τα­βά­νι. Θὰ εἶ­χε ξε­χά­σει ἀ­νοι­χτὸ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι μιὰ φω­νὴ θὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἀρ­χαῖ­ες μου­σι­κές, φυ­λαγ­μέ­νες στὶς κα­τα­κόμ­βες τῆς κρα­τι­κῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας. Θὰ ση­κω­νό­ταν χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο καὶ θὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι, θὰ ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἄ­να­σα, θὰ μύ­ρι­ζε τὴν Ἀ­θή­να, θὰ σκε­φτό­ταν δι­ά­φο­ρα σα­χλὰ πράγ­μα­τα, θὰ ἔ­λε­γε μέ­σα της ἕ­ναν ἀ­νό­η­το μο­νό­λο­γο, θὰ γύ­ρι­ζε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­ψει τὴν ἐλα­φρὰ ξε­λι­γω­μέ­νη φω­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι. Ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ εἶ­χε ἀ­νέ­βει μα­ζί της χω­ρὶς νὰ τὴν ρω­τή­σει κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­ναν ὅ­πως-ὅ­πως θὰ γύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, θὰ προ­λά­βαι­νε καὶ θὰ γύ­ρι­ζε πρώ­τη ἀπὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ εἶ­χαν γυ­ρι­σμέ­νες τὶς πλά­τες καὶ μό­νο τὸ πρω­ὶ θὰ γύ­ρι­ζαν πέν­τε λε­πτὰ πρὶν ση­κω­θοῦν, θὰ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ με­τὰ θὰ τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια κα­τά­φε­ραν νὰ γυ­ρί­ζουν πο­λὺ ἄ­νε­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄν­θρω­πο­τη­τας, οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες σχέ­σεις, ὁ σε­βα­σμὸς τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἢ ἰ­σό­τη­τας τῶν δύ­ο φύ­λων, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λα τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ βρον­το­φώ­να­ζαν οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς ἀ­να­λύ­σεις, τὸ ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ δι­α­δη­λω­τὲς στοὺς δρό­μους, τὸ πρό­τει­ναν τὰ τρα­γού­δια, τὸ ἔ­βλε­παν στὶς ται­νί­ες, τὸ ἔ­γρα­φαν στὰ βι­βλί­α, νὰ τοῦ γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, νὰ τῆς γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, τὸ πρωῒ νὰ ἔ­χε­τε μιὰ δου­λειά.

        Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια ὅ­λοι βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ νὰ ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, στὶς δέ­κα καὶ μι­σή ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκον­ται κά­που. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δο­κι­μά­σεις ὅ,τι βρεῖς μπρο­στά σου, εἶ­σαι ἔ­λευ­θε­ρη νὰ δε­χτεῖς ὅ­λες τὶς δο­κι­μα­σί­ες νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ξαφ­νι­κὲς εὐ­λο­γί­ες πού ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, σταλ­μέ­νες ἀπὸ τὴν τυ­χαί­α πλο­κή, κλη­ρο­δο­τη­μέ­νες ἀπὸ τὸ τί­πο­τα. Με­λα­χρι­νή, συμ­πα­θη­τι­κή, ξέ­ρει νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ κά­ποι­ον χω­ρὶς νὰ τὸν γου­στά­ρει, τὸ ἔ­χει μά­θει πο­λὺ κα­λὰ καὶ τὸ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ, ἂς ἐ­πι­μέ­νουν τὰ δι­α­φη­μι­στι­κά. Ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, πί­νει μιὰ γου­λιά, ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι καὶ τώ­ρα μέ­νει στὴ σι­ω­πή, πί­νει μιὰ γου­λιά, αἰ­σθά­νε­ται μιὰ κά­ποι­α συμ­πά­θεια γι’ αὐ­τὸν τὸν σχε­δὸν κου­φὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πα­λεύ­ει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψει λί­γη μου­σι­κὴ μέ­σα στὸ χά­ος, εἴ­κο­σι χρό­νια, με­τά. Δὲν θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ μα­ζί του, θὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει ἀπὸ μα­κριά.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπὲστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντί καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωσης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


Εἰκόνα: Ἀφίσα τοῦ Θεμιστοκλῆ Οὐρανοπολίτη.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΠΕ μί­αν φο­ρὰν εἰς τὸν Κυ­βερ­νή­την:

     — »Μοῦ χά­λα­σες τὴν Ἑλ­λά­δα.

     — »Για­τί; τοῦ ἀ­πε­κρί­θη ἐ­κεῖ­νος.

     — »Για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ κά­μῃς 5 φράγ­κι­κο καὶ 15 νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς τούρ­κι­κο, με­τὰ 20 χρό­νους νὰ τὸ κά­μῃς 10 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 10 τούρ­κι­κο,καὶ πά­λιν με­τὰ 20 ἔ­τη νὰ τὸ κά­μῃς 15 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 5 τούρ­κι­κο, ὥ­στε με­τὰ 20 ἄλ­λους τό­σους χρό­νους νὰ γί­νῃ ὅ­λο φράγ­κι­κο.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 288 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 211 [Τίτλος: «455.— Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη: Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση



Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη


Ἀ­γνο­ού­με­νος σὲ ἰ­σό­βια πτώ­ση


Μνή­μη δι­α­με­λι­σμέ­νων θυ­μά­των τῆς 11.09.2001

ΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ εἶ­χε γί­νει ὁ­λό­κλη­ρος ἕ­να μά­τι. Ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε κά­θε καυ­τὸ με­ση­μέ­ρι τὴν ἐ­σπλα­νά­δα στὸ τέ­λος τῆς Συγ­γροῦ καὶ τρά­βα­γε ἀ­ρι­στε­ρὰ στὶς κο­σμο­βρι­θεῖς πα­ρα­λί­ες γιὰ νὰ ἀν­τι­κρί­σει τὸ ἕ­να ἀ­κέ­ραι­ο ζων­τα­νὸ γυ­μνω­μέ­νο κορ­μί. Μο­να­δι­κὴ χα­ρὰ καὶ πα­ρη­γο­ριά του. Αὐ­τὸ κι ἕ­να χρό­νιο πά­θος συλ­λο­γῆς ἀ­πο­κομ­μά­των ἐ­φη­με­ρί­δων, ψη­φί­δες σπου­δαί­ων συμ­βάν­των, σὲ μιὰ μο­νό­χορ­δη ἀ­πό­λυ­τα τα­κτο­ποι­η­μέ­νη ζω­ή. Δὲν τὸν λέ­γα­νε ἄ­δι­κα στὸ σχο­λειὸ «Ὁ Γιά­ννης ὁ Πάζλ», ἔ­τσι ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἐν ρι­πῇ ὀ­φθαλ­μοῦ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο καὶ πα­ρά­δο­ξο χάρ­τι­νο αἴ­νιγ­μα ποὺ τοῦ φέρ­να­νε πει­σμω­μέ­νοι οἱ φευ­γά­τοι συμ­παῖ­κτες του, στὸν σύλ­λο­γο ποὺ φτι­ά­ξα­νε ἐ­πὶ τού­του στὴν Καλ­λι­θέ­α. Ἀλ­λὰ τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη δι­πλὴ δί­ψα τοῦ εἶ­χε γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ στὸν πα­ρά­δρο­μό του συγ­κρο­τή­μα­τος Νιά­ρχου τὸ μά­τι του σά­ρω­νε στα­νι­κὰ καὶ μὲ πό­θο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη το σκά­μα μὲ τὰ λεί­ψα­να τῶν ὀ­γδόν­τα ἀ­πο­τυμ­πα­νι­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Βα­θειὰ δι­χα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀρ­χαι­ο­λό­γους ποὺ τοὺς φθο­νοῦ­σε σκυμ­μέ­νους πά­νω ἀ­πὸ τὰ βα­σα­νι­σμέ­να πρώ­ην κορ­μιὰ καὶ στὴν ἀ­βυσ­σα­λέ­α φαν­τα­σί­ω­σή του νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­π’ αὐ­τά. Μό­νο ποὺ σή­με­ρα δὲν ἔ­τρε­χε στὶς πα­ρα­λί­ες. Στὸ ἐρ­γέ­νι­κο αὐ­στη­ρὰ τα­κτο­ποι­η­μέ­νο δω­μά­τιο, ποὺ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πάν­τα κα­λο­στρω­μέ­νο κρε­βά­τι δέ­σπο­ζε ἡ φω­το­γρα­φί­α τῆς δε­κα­πεν­τά­χρο­νης Ντη­πί­κα Ρα­βι­σα­ντράν, κα­θό­ταν στὴν ὀ­θό­νη του ὧ­ρες κα­θη­λω­μέ­νος μπρο­στὰ στὰ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­σύλ­λη­πτα δε­δο­μέ­να: τὰ 300 ὁ­λό­κλη­ρα σώ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ 2.800 κορ­μιά, τὰ 1.600 ταυ­το­ποι­η­μέ­να καὶ τὰ 1.100 τὰ ἀ­γνο­ού­με­να, τὰ 20.000 με­γά­λα ἀν­θρώ­πι­να τεύ­χη καὶ τὰ ἕ­τοι­μα γιὰ τὸν δο­κι­μα­στι­κὸ σω­λή­να 6.000 μι­κρά, τὰ 200 κομ­μά­τια ἑ­νὸς καὶ μό­νου προ­σώ­που καὶ τὰ 10.000 ἀ­ταύ­τι­στα ποὺ κα­τε­ψυγ­μέ­να πε­ρι­μέ­νουν τὶς μελ­λον­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις· καὶ τοῦ­τα ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτον­ταν ὣς χθὲς ἀ­κό­μη στὰ φρε­ά­τια καὶ τὶς γει­το­νι­κὲς τα­ρά­τσες· κι ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις μιὰ μέ­ρα κι ἐ­σὺ σκα­λί­ζον­τας στὸ παρ­τέ­ρι σου τὶς γλά­στρες… Πί­σω του ἔ­χα­σκε ὅ­πως πάν­τα ἀ­νοι­χτό το πα­ρά­θυ­ρο, καὶ ἡ πόρ­τα, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ κό­σμου, κλει­δω­μέ­νη κι ἀ­νύ­παρ­κτη.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἑ­λέ­νη Σα­μι­ω­τά­κη (Ρέ­θυ­μνο, 1990). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο χο­ρὸ στὴ Δη­μο­τι­κὴ Σχο­λὴ Χοροῦ Κα­λα­μά­τας. Ἀ­πὸ τὸ 2011 ζεῖ στὸ Παγ­κρά­τι, πα­ρα­δί­δον­τας μα­θή­μα­τα χο­ροῦ, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ τὸ γρά­ψι­μο.



		

	

Γιάννης Παγώνης: Στὴ ζώνη τοῦ λυκόφωτος

Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Στὴ ζώ­νη τοῦ Λυ­κό­φω­τος


 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ εἶ­χε χά­σει κά­θε κέ­φι γιὰ τὴν Τέ­χνη του, και­ρὸ πρὶν ἐν­σκή­ψει ἡ παν­δη­μί­α. Ἁ­πλὰ ὁ κο­ρο­νο­ϊ­ὸς ἔ­θε­τε τὰ καρ­φιὰ στὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τοῦ ποὺ κά­πο­τε θε­ω­ροῦ­σε λο­γο­τε­χνι­κό του σῶ­μα, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ κά­θε ἐλ­πί­δα ἔ­στω καὶ μιᾶς με­ρι­κῆς ἀ­νά­τα­ξης.

        Βρά­δυα­ζε 25η Μαρ­τί­ου καὶ κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κλει­σού­ρα, δή­λω­σε στὴ συμ­βί­α ὅτι θὰ ἔ­βγαι­νε γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το.

«Νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις βε­βαί­ω­ση», τοῦ ἐ­πέ­στη­σε τὴν προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νη καὶ βάλ­θη­κε μὲ πα­νὶ καὶ ντε­τὸλ νὰ ἀ­πο­λυ­μαί­νει ὅ­σες ἐ­πι­φά­νει­ες μπο­ροῦ­σε νὰ φτά­σει τὸ χέ­ρι της.

        Βγῆ­κε στὴν πα­γω­νιὰ καὶ κι­νή­θη­κε ἄ­κε­φα πρὸς τὴν πα­λιά του γει­το­νιά, ὅ­που ἔ­στε­κε τὸ σκέ­λε­θρο τῆς πα­τρι­κῆς ἑ­στί­ας.

        Ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς χα­ψω­μέ­νος στὰ ρη­μα­δό­σπι­τα ρευ­ό­ταν μπα­κα­λιά­ρο καὶ χου­ζού­ρια­ζε μπρὸς στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ψυ­χὴ ζῶ­σα στοὺς δρό­μους. Μό­νο γά­τες κι αὐ­τὲς μα­ραγ­κι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν τό­ση ἐ­ρη­μί­α, γύ­ρευ­αν στὰ σκου­πί­δια τρο­φή.

         Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν τό­σο πυ­κνὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν κό­ψεις, μὲ τὸ κου­ζι­νο­μά­χαι­ρο.

         Ἔ­κλει­σε τ΄αὐ­τιά, νὰ μὴν γρι­κά­ει τὸν ἦ­χο τῆς σι­ω­πῆς.

         Μὲ τὰ πολ­λὰ ἀ­πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­τρι­κό. Πρὸς με­γά­λη του ἔκ­πλη­ξη εἶ­δε φῶ­τα. Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε.

         «Μπᾶς κι ἔ­χουν τὸ σπί­τι ξε­νι­κοί», λο­γί­στη­κε καὶ ἔ­σπρω­ξε θυ­μω­μέ­νος τὴν ἐ­ξώ­θυ­ρα.

         Χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα καὶ στά­θη­κε στὸ κα­τώ­φλι, ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νος τοὺς ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ κα­τέ­κλυ­ζαν ἀ­νυ­πό­φο­ροι τοὺς ἀ­κου­στι­κούς του πό­ρους.

          Ἄ­νοι­ξε ὁ πα­τέ­ρας.

         «Πα­τέ­ρα» τραύ­λι­σε στὸν πε­θα­μέ­νο γι­ο­μά­τος τρό­μο, μὰ κά­τι μέ­σα του δυ­να­τό, τὸν ὤ­θη­σε νὰ κα­τα­λα­γιά­σει τὴν φρι­κί­α­ση καὶ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὸ γε­γο­νός, ὡς κά­τι τὸ ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κό.

         Ὁ πα­τέ­ρας πα­ρα­μέ­ρι­σε, ἀ­φή­νον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει.

       Ἡ μά­να ἔ­πλε­κε στὴ κα­ρέ­κλα της ὅ­πως τό­τε ποὺ ἦ­ταν στὸν κό­σμο. Μό­λις τὸν ἔ­νοι­ω­σε, ἀ­πα­ρά­τη­σε τὸ ἐρ­γό­χει­ρο, τὸν ἔ­κο­ψε, καὶ ρώ­τη­σε ὅ­λο ἔ­γνοι­α:

         «Τί ἔ­χεις Γρη­γο­ρά­κη; Χλω­μι­σμέ­νος δεί­χνεις! Συμ­βαί­νει κά­τι;»

         «Ρὲ μά­να», γκρί­νια­ξε τό­τε ἐ­κεῖ­νος. «Χα­μὸς γί­νε­ται ὄ­ξω. Δὲν ἔ­χε­τε ἐ­δῶ μέ­σα πά­ρει χαμ­πά­ρι τί­πο­τα;»

         «Τὰ ἴ­δια μᾶς ἔ­σου­ρε καὶ ὁ Νι­κή­τας ἐ­χτὲς τ΄ἀ­πο­με­σή­με­ρο ποὺ ἐ­φά­νη­κε, ἀλ­λὰ δὲν νοι­ώ­σα­με τί πά­λευ­ε νὰ μᾶς εἰ­πεῖ;»

         «Ποιός Νι­κή­τας ρὲ μά­να;» τόλ­μη­σε νὰ ἀν­τι­μι­λή­σει.

          Ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε αὐ­τὴ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­να:

         «Ἅ­μα δὲν θὲς παρ­τί­δες μὲ τ΄ἀ­δέρ­φι σου, χα­λά­λι. Ἀ­πα­ρά­τη­σέ τον κι αὐ­τόν. Μπο­ρεῖς τὸ λοι­πὸν ἐ­σὺ ποὺ κα­τέ­χεις τὸ πράγ­μα κα­λύ­τε­ρα, νὰ μᾶς δώ­κεις νὰ κα­τα­λά­βου­με τί συμ­βαί­νει;»

          Ὁ πα­τέ­ρας πλη­σιά­σε καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ το κε­φά­λι στὰ λό­για τῆς κυ­ρᾶς του, κρε­μά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του καρ­τε­ρών­τας ἐ­ξη­γή­σεις.

* * *

Ὁ πα­ρα­λο­ϊ­σμέ­νος γιὸς βρέ­θη­κε ἄ­ξαφ­να στὸ σπί­τι του.

        Δι­η­γή­θη­κε στὴ γυ­ναί­κα τὰ κα­θέ­κα­στα.

        «Ἂχ ἄν­τρα μου», εἶ­πε ἐ­κεί­νη:

       «Στοὺς χα­λε­πο­και­ρούς, πάν­τα ἐ­πι­στρέ­φου­με στὰ παι­δι­κά­τα μας. Ἡ φαν­τα­σιά σου εἶ­ναι ποὺ σὲ παι­χνι­διά­ζει», καὶ σι­μώ­νον­τας ἔ­βα­λε τὸ χε­ρά­κι της ποὺ ἀ­κό­μα μύ­ρι­ζε ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κό, ἀ­πά­νω στὸ μέ­τω­πό του.

        «Καῖς κα­κο­μοί­ρη. Μπᾶς κόλ­λη­σες τὸν ἰ­ό; Ξά­πλω­σε γρή­γο­ρα καὶ σοῦ φέρ­νω ἀν­τι­πυ­ρε­τι­κό. Χά­ζε­ψε λί­γο ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­πό­ψε ἔ­χει “Πα­πα­φλέσ­σα”… Ἄ! μὴν λη­σμο­νή­σω! Ἀ­να­κοί­νω­σαν στὶς εἰ­δή­σεις ὅ­τι ὅ­λα θά ‘χουν τε­λει­ώ­σει μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης!»

        Τὸν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος μπρο­στὰ στὴν αὐ­γά­ζου­ζα ὀ­θό­νη, μὲ τὸ νοῦ στὰ λό­για τῆς μά­νας.

        Ποι­όν ἀ­δελ­φὸ Νι­κή­τα ὑ­πο­νο­οῦ­σε ἄ­ρα­γε ἡ γριά; Αὐ­τός ἀπ΄ὅ­σο κά­τε­χε, ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι.

* * *

Ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὰ σκουν­τή­μα­τα τοῦ πα­πᾶ-Φώ­τη.

        «Σή­κω κα­πε­τά­νιο! Ἔ­γει­ρες καὶ εἶ­πα νὰ σ΄ἀ­φή­σω νὰ τὸν πά­ρεις κομ­μά­τι, πού ΄σαι ἄ­γρυ­πνος τό­σες ἡ­μέ­ρες. Πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω καὶ ὁ Τι­σα­με­νὸς γιὰ τὴ γρα­φή.»

       «Πα­ρά­ξε­να ὀ­νεί­ρα­τα εἶ­δα γέ­ρον­τα! Ταγ­κα­λά­κια ἀπ΄τὰ μελ­λού­με­να…. Τί νὰ σοῦ λέ­γω! Ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα! Ἀλ­λὰ νό­η­μα δὲν βγαί­νει!.. Κα­λύ­τε­ρον νὰ τ΄ἀ­φή­κω πί­σω, ὅτι πε­ρι­μέ­νει ὁ Μπρα­γί­μης νὰ μᾶς κα­τα­πι­εῖ ὁ­λά­κε­ρους!

        »Πὲ τοῦ Μι­χά­λη νὰ ὁ­ρί­σει…»

        Ὁ γραμ­μα­τι­κὸς μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζι­κα στὴ τέν­τα καὶ φα­νέ­ρω­σε τὰ τσιμ­πρά­κα­λα τῆς γρα­φῆς.

        «Γρά­φε Τι­σα­με­νὲ καὶ τα­χιὰ στ΄ ἀ­δέλ­φι μου τὸν Νι­κή­τα μὲ τα­τά­ρη.»

Νι­κή­τα,

       Ἔ­λα­βα τὴν ἐ­πι­στο­λήν σου καὶ εἰς ἀ­πάν­τη­σίν σου λέ­γω ὅ­τι δὲν εἶ­μαι σὰν καί σὲ καὶ σὰν τὸν κουμ­πά­ρο σου τὸν Κε­φά­λα, ὅ­που τρέ­χε­τε ἀ­πὸ ρά­χη σὲ ρά­χη στοὺς Ἁ­η­λιά­δες.

        Ἐ­γὼ ἅ­παξ ὠρ­κί­σθην νὰ χύ­σω τὸ αἷ­μα μου εἰς τὴν ἀ­νάγ­κην τῆς πα­τρί­δoς, καὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα. Εὔ­χο­μαι δὲ εἰς τὸν Θε­ὸν πρώ­τη μπά­λα τοῦ Ἰμ­βρα­ὴμ νὰ μὲ πά­ρει εἰς τὸ κε­φά­λι, δι­ό­τι σᾶς γρά­φω νὰ τα­χύ­νε­τε τὸν ἐρ­χο­μόν σας καὶ σεῖς μοῦ γρά­φε­τε κo­υ­ρo­υ­φέ­ξα­λα.

        Νι­κή­τα, πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­στο­λή μου εἶ­ναι αὕ­τη. Βά­στα την νὰ τὴν δι­α­βά­ζεις κα­μί­α φο­ρᾶ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι καὶ νὰ κλαῖς.

        Πα­πα­φλέσ­σας

Ρο­δο­χρω­μα­τι­σμέ­νη ἀ­νοι­γό­ταν ἡ πύ­λη τοῦ πρω­ϊ­οῦ, ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μα­νιά­κι. Κι ὁ Μά­ης εἶ­χε εἴ­κο­σι.

        Ὁ Δε­σπό­της βγῆ­κε στὸ ξά­γναν­το καὶ τη­ροῦ­σε γιὰ ὥ­ρα, τὶς ἀ­μέ­τρη­τες φω­τι­ὲς τῶν στρα­βα­ρα­πά­δων ποὺ ἀ­γά­λι-ἀ­γά­λι ξε­θώ­ρια­ζαν κά­του στὸν κάμ­πο.

        «Μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης» μο­νο­λό­γη­σε με­λαγ­χο­λι­κά, «μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης, θά ΄χουν τε­λει­ώ­σει ὅ­λα…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της

[τοῦ Δημητρίου Τσαμαδοῦ]


»ΕΡΙ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟΝ, νο­μί­ζω, τοῦ 1825 πα­ρου­σιά­σθη ἀ­νάγ­κη νὰ ἐκ­κι­νή­σῃ ἀ­μέ­σως ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς στό­λος κα­τὰ τοῦ Ἰμ­πρα­ῒμ πασ­σᾶ. Συ­νῆλ­θον τό­τε ἐν τῷ Μο­να­στη­ρί­ῳ οἱ με­γά­θυ­μοι οἰ­κο­κυ­ραῖ­οι τῆς Ὕ­δρας καὶ ἀ­πε­φά­σι­σαν νὰ συ­νει­σφέ­ρουν καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τάλ­λη­ρά των πρὸς ἐκ­κί­νη­σιν τοῦ στό­λου, τέσ­σα­ρες δὲ χι­λιά­δες ταλ­λή­ρων ἀ­νε­λο­γί­σθη­σαν εἰς τὸν Μῆ­τρο-Μι­χά­λην (τὸν γέ­ρον­τα Τσα­μα­δόν).

       — »Ἀ­δελ­φοί, εἶ­πε τό­τε εἰς τοὺς ἄλ­λους, τάλ­λη­ρα πλέ­ον δὲν μοῦ ἔ­μει­ναν, δι­ό­τι ὅ­σα εἶ­χα τὰ ἐ­δα­πά­νη­σα· ἔ­χω ὅ­μως τὴν ζω­ήν μου ἀ­κό­μη, καὶ ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της.

       »Καὶ ταῦ­τα εἰ­πών, ἐ­κί­νη­σε μὲ τρέ­μον­τας πό­δας ὁ γη­ραι­ὸς οἰ­κο­κύ­ρης τῆς Ὕ­δρας, ὅ­πως θυ­σιά­σῃ διὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σιν τῆς πα­τρί­δος ὅ,τι εἰ­σέ­τι τῷ ἔ­με­νε, τὴν ζω­ήν του αὐ­τήν. Ἡ­μάρ­τη­σάν τι­νες τό­τε ὑ­πο­θέ­σαν­τες ὅ­τι ἐκ φι­λαρ­γυ­ρί­ας ὁ γέ­ρων Τσα­μα­δὸς δὲν ἔ­δω­κε τὰς 4.000 τάλ­λη­ρα, ἀλ­λὰ με­τ’ ὀ­λί­γον ἠ­ναγ­κά­σθη­σαν νὰ ζη­τή­σω­σι συγ­γνώ­μην ἀ­πὸ τὸν νε­κρόν του, τὸν κη­δευ­θέν­τα πε­νέ­στα­τα δι’ ἔλ­λει­ψιν χρη­μά­των, ἐν ᾧ 150 χι­λιά­δες τάλ­λη­ρα ἐ­δα­πά­νη­σε διὰ τῆς πα­τρί­δος του τὴν αὐ­το­νο­μί­αν. Τού­του δὲ ὁ υἱ­ὸς Λά­ζα­ρος ἐλ­θὼν εἰς Ἀ­θή­νας διὰ νὰ ζη­τή­σῃ χρη­μα­τι­κήν τι­να πε­ρί­θαλ­ψιν πα­ρὰ τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως, καὶ μὴ εἰ­σα­κου­σθείς, κα­τέ­βη πε­ζὸς εἰς Πει­ραι­ᾶ, δι­ό­τι καὶ τῆς δραχ­μῆς ἐ­στε­ρεῖ­το δι’ ἀ­γώ­γιον, καὶ με­τα­βὰς εἰς Ὕ­δραν δω­ρε­ὰν διά τι­νος Ὑ­δρα­ϊ­κοῦ πλοι­α­ρί­ου, αὐ­το­χει­ριά­σθη ὁ δύ­σπο­τμος*!(1)»


* δύσποτμος· δύσμοιρος, ἄτυχος.
(1) Μεγάλος θόρυβος γίνηκε τότε στὴν κοι­νω­νία γιὰ τὴν αὐτο­χτο­νία τοῦ Λ. Τσα­μα­δοῦ, 28 Γεν. 1836. Ὁ πα­τέ­ρας του Δημ. Τσα­μα­δὸς πέ­θα­νε 31 8βρ. 1835. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Γ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 61, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 282-283 [Τίτλος: «599.— Τοῦ Μῆ­τρο-Μι­χά­λη τὰ τάλ­λα­ρα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Λουῒ Ντυπρέ (Louis Du­pré, 1789-1837), Ὑ­δραῖ­ος ναυ­τι­κός (1825). Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη.



		

	

Ρίτσαρντ Γκύν (Richard Gwyn): Σπαρτιάτες


Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn)


Σπαρ­τιά­τες

(Spartans)


ΤΗΝ ΠΟΛΗ τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σὲ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἰκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.



Πη­γή: Howitt–Dring Holly, Meaning and Incompleteness, Cardiff University, 2008. Στὸ ἄρ­θρο της μὲ τί­τλο  Making  micro meanings: reading and writing  microfiction στὸ πε­ρι­ο­δι­κό  Short  fiction in theory and practice, τχ. Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2011, συ­νο­ψί­ζει τοὺς βα­σι­κοὺς ἄ­ξο­νες τῆς δι­α­τρι­βῆς της.

Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn) γεν­νή­θη­κε στὸ Pontypool τῆς νό­τιας Οὐ­α­λί­ας τὸ 1956 καὶ με­γά­λω­σε στὸ Crickhowell. Ἀ­φοῦ σπού­δα­σε Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ London School of Economics, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ πτυ­χί­ο του, ὁ Gwyn ἄρ­χι­σε νὰ τα­ξι­δεύ­ει ἐ­κτε­νῶς σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, ζών­τας γιὰ με­γά­λα δι­α­στή­μα­τα στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νος σὲ ἁ­λι­ευ­τι­κὰ σκά­φη καὶ ὡς ἐρ­γά­της γῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­ο­δο πε­ρι­πλα­νή­σε­ων καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἀ­σθέ­νεια, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Οὐ­α­λί­α, ὅ­που οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ τα­ξί­δι ἐ­πι­τά­χυ­ναν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὸ γρά­ψι­μο, ὁδη­γών­τας τον στὴν δη­μο­σί­ευ­ση τρι­ῶν συλ­λο­γῶν ποί­η­σης καὶ πε­ζῶν ποι­η­μά­των.

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Gwyn_(Welsh_writer)

Ἱ­στο­σε­λί­δα: https://richardgwyn.me/ )