Σῶτος Ντανᾶς: [Εἶμαι στὸν ἕβδομο 7ο καὶ θὰ πηδήσω…]


Σῶτος Ντανᾶς


[Εἶμαι στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω…]

 

ΙΜΑΙ στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω.

Πε­τά­ω σή­με­ρα πε­τά­ω­ω­ω.

Ὅ­λα ἀ­στρά­φτουν!!!

Γυ­ρί­ζουν… ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζουν ὅ­λα.

Ἄγ­γε­λοι στὸν οὐ­ρα­νὸ χο­ρεύ­ουν… τοὺς βλέ­πω!!!

Μου­σι­κὲς οὐ­ρά­νι­ες, φω­νὲς γλυ­κὲς …τὶς ἀ­κού­ω!!!

Ἀγ­κα­λι­ὲς πε­λώ­ρι­ες… μὲ κα­λοῦν!!!

Τὸ μυα­λὸ βου­ΐ­ζει… ἡ καρ­διὰ θὰ σπά­σει.

Τρέλ­λα σοῦ λέ­ω… τρέλ­λα θεί­α!!!

Τρα­γου­δά­ω… χο­ρεύ­ω… ἀ­κρο­βα­τῶ!!!

Γε­ρὴ καὶ ἡ δό­ση ποὺ πῆ­ρα ἀ­π’ αὐ­τή.

Ἔ­στη­σα καὶ τὴν κά­με­ρα στὸ κάγ­κελο, καὶ σελ­φά­ρω…

Κλεί­νω τὰ μά­τια, ὁρ­μά­ω… Καὶ πη­δά­α­α­ω­ω­ω!!!

Μα­τά­κιδες!

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σῶ­τος Ντα­νᾶς. (Καρίτσα, 1950). Σπούδασε ἰταλικὴ φιλολογία. Ζεῖ στὸ Βόλο.


Δημήτρης Καλοκύρης: Vita Brevis


Δημήτρης Καλοκύρης

 


Vita Brevis


Ὄν, off



Πηγή: Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, δι­η­γή­σεις καὶ εἰ­κο­νί­σμα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα 2001).

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το (1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

 

Εἰκόνα: Ars Longa, vita brevis (1900), πίνακας τοῦ Ralph Hedley στὸ South Shields Museum & Art Gallery. Συναφὲς θέμα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (1919) καὶ τὸ παρακάτω τοῦ Armand Rassenfosse:

 

Ἀχιλλέας Κυριακίδης: Credo


Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης


Credo


Ι ΕΤΣΙ —ἀ­φοῦ συ­ναρ­μο­λό­γη­σε μὲς στὸ μυα­λὸ του τὶς μέ­ρες καὶ τὶς νύ­χτες ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ πά­νω του, τὶς βρο­χὲς ποὺ ρά­βδω­σαν ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρὲς τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ κε­λιοῦ του, τὸν ἥ­λιο ποὺ ἄ­φη­νε τὴν Ἀ­βι­νιὸν γύ­ρω στὸ ἀ­πό­γευ­μα κι ἐρ­χό­ταν νὰ τὰ ποῦν γιὰ λί­γο οἱ δυ­ό τους, τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ ποὺ τὴν ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα του κά­θε φο­ρὰ ποὺ πο­νοῦ­σε — , μιὰ νύ­χτα τοῦ 1253, σ’ ἕ­να μο­να­στή­ρι τῆς Προ­βηγ­κί­ας, ὁ μο­να­χὸς Τε­ρέν­τιος ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἐ­πι­τέ­λους, με­τὰ ἀ­πὸ 79 χρό­νια, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν Κύ­ριο, ἔ­γει­ρε πά­νω στὴν πέ­τρι­νη κλί­νη του γιὰ νὰ πε­θά­νει, ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια καί, κα­θὼς ἡ ἀ­να­πνο­ὴ του φύ­ραι­νε, ζή­τη­σε συγ­χώ­ρε­ση.

        Τὸ Φῶς, ὅ­πως πάν­τα, τὸν εἰ­δο­ποί­η­σε ὅ­τι θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε καὶ ἡ Φω­νή. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο καὶ κοί­τα­ξε ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἔ­βλε­πε. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ εἰ­σέλ­θεις στὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, εἶ­πε ἡ Φω­νή, για­τί δὲν μπο­ρεῖς νὰ συγ­χω­ρε­θεῖς. Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ συγ­χω­ρε­θεῖς, για­τί δὲν ἔ­χεις κά­νει στὴ ζω­ή σου οὔ­τε μί­α ἁ­μαρ­τί­α.

        Τὸ πρῶ­το ποὺ σκέ­φτη­κε ὁ Τε­ρέν­τιος ἦ­ταν: Σί­γου­ρα ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι. Τὸ δεύ­τε­ρο: Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἡ Φω­νὴ νὰ μι­λά­ει μὲ σο­φί­σμα­τα; Τὸ τρί­το συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πί­στευ­τη κό­πω­ση: Μή­πως, τε­λι­κά, ὁ Θε­ός μου εἶ­ναι σο­φι­στής; Μή­πως ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ ὁ κό­σμος;

        Ἐν­τά­ξει, ἔ­στω καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή, εἶ­πε ἡ Φω­νή. Καὶ τὸ Φῶς ἔ­σβη­σε.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸ βι­βλίο Μου­σι­κή (μι­κρὰ πε­ζά, ἔκδ. Ὕ­ψι­λον, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ Δέν­τρο, ἀρ. 81, Νο­έμ­βρι­ος ’93-Ἰ­α­νου­ά­ρι­ος ’94.

Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης (Κά­ι­ρο, 1946). Πε­ζο­γρα­φί­α, με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, κι­νη­μα­το­γρά­φος. Σπούδασε οἰκονομικά. Πρῶτο του βιβλίο Διαφάνεια (ἐκδ. Δωδώνη, 1973). Ἔχει γρά­ψει σε­νά­ρια γιὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους, καὶ ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Τὸ 2004 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ισπανικά καὶ τὰ γαλλικά.


Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).



		

	

Νίκος Δασκαλόπουλος: Δὲν πρέπει να περιπλανήθηκε καὶ πολλὴ ὥρα

daskalopoulosnikos-denprepeinaperiplanithikegiapolyora-%ce%b5%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%bd%ce%b1-02


Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος


Δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε καὶ πο­λὺ ὥ­ρα


01-epsilonΙΝΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ, φί­λοι. Ὁ ἕ­νας κά­νει τὰ πάν­τα γιὰ τὴν τέ­χνη του. Ὁ ἄλ­λος σχε­δὸν τί­πο­τα, κι ὅ­μως τοῦ ἔρ­χον­ται ὅ­λα εὔ­κο­λα. Πο­λὺ τα­λέν­το. Στὰ πάν­τα. Ἐκ­δί­δε­ται. Δι­α­βά­ζε­ται. Ἀ­ρέ­σει στὸν κό­σμο. Ἀ­ρέ­σει στοὺς κρι­τι­κούς. Ἀ­ρέ­σει στοὺς ὁ­μό­τε­χνους. Τὸν θέ­λουν ὅ­λοι στὴν πα­ρέ­α. Ὅ­λες θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὅ­λοι θέ­λουν νὰ τὸν πη­δή­ξουν. Ὁ ἄλ­λος τί­πο­τα· κά­τι ἀ­ραι­ὲς δη­μο­σι­εύ­σεις σὲ μι­κρὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ μιὰ αὐ­το­έκ­δο­ση ποὺ πῆ­γε ἄ­πα­τη. Σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πάρ­τυ ποὺ πᾶ­νε καὶ δι­α­βά­ζει ὁ τα­λαν­τοῦ­χος ἀ­πο­σπά­σμα­τα, βγά­ζουν τὰ φι­λα­ρά­κια μιὰ κοι­νὴ φω­το­γρα­φί­α. Γί­νε­ται ἡ πιὸ δι­ά­ση­μη φω­το­γρα­φί­α τοῦ τα­λαν­τού­χου. Εἶ­ναι τὸ μό­νο ντο­κου­μέν­το ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε κι ὁ ἄλ­λος λο­γο­τέ­χνης, για­τὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ξέ­ρει καὶ κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται. Καὶ τί κά­νουν; Πᾶ­νε καὶ τὸν κό­βουν ἀ­πὸ τὴ φω­το­γρα­φί­α. Ἡ φω­το­γρα­φί­α νὰ τὸν στοι­χει­ώ­νει. Νὰ βλέ­πει τὸν φί­λο του παν­τοῦ καὶ νὰ λέ­ει «Μὰ ἤ­μουν ἐ­κεῖ». Ὁ τα­λαν­τοῦ­χος λο­γο­τέ­χνης πα­θαί­νει καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη. Πε­θαί­νει. Οὔ­τε γυ­ναί­κα. Οὔ­τε παι­διά. Κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Τοῦ κά­νουν ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα. Ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τὸν κλαί­ει. Καὶ κα­νεὶς δὲν κα­τά­λα­βε πο­τὲ τί ἔ­γρα­ψε — ἁ­πλῶς τοὺς ἄ­ρε­σε τὸ πρω­το­πο­ρια­κὸ στὺλ τῆς γρα­φῆς. Ὁ ἄλ­λος κλαί­ει γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ δὲν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν καὶ γιὰ τὴ γα­μη­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α ποὺ συ­νε­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν ὅ­λοι, χω­ρὶς ἐ­κεῖ­νον. Τὴν ἱ­στο­ρί­α μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἕ­νας με­τα­φρα­στής. Ὅ­σο τὴν σκε­φτό­μουν πρὶν τὴ γρά­ψω, στὸν ὄ­ρο­φό μου, ἀ­κου­γόν­του­σαν τρο­με­ρά, φρι­κτὰ κλά­μα­τα. Κά­ποι­ος ἔ­σκου­ζε. Δὲν εἶ­χα ξα­να­κού­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Τε­λι­κά, ἦ­ταν ἡ γά­τα μιᾶς για­γιᾶς ἀ­πὸ πά­νω. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, χά­θη­κε μέ­σα στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρὰ γιὰ τὴν για­γιά.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νί­κος Δα­σκα­λό­που­λος (Ἀ­θή­να, 1988). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Σπού­δα­σε Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸ πρό­γραμ­μα Cultural Studies τοῦ Queen Margaret University, στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἐ­ξέ­δι­δε τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Independent Magazine καὶ πλέ­ον συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ μου­σι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sonik. Κεί­με­νά του γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμὸ κα­θὼς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἀ­να­λύ­σεις ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ sites ὅ­πως: LiFO, Αὐγή, Left.gr, Red Notebook, Unfollow. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴν ἱστοσελίδα Ποι­εῖν, καὶ τὰ ἔντυπα Φρέ­αρ, Θρά­κα κ.ἄ.


Ἑλένη Ἀλεξίου: Μετανάστης

aleksioueleni-metanastis-eikona-01


Ἑ­λέ­νης Ἀ­λε­ξί­ου


Μετανάστης


02-deltaΕΚΑΟΚΤΩ ΜΑΪΟΥ πε­ρι­μέ­να­με τὸν Ἀ­δερ­φὸ ἀ­πὸ Αὐ­στρα­λί­α. Δε­κα­ο­κτὼ χρο­νά­κια νὰ τὸν δοῦ­με, νὰ τὸν φι­λή­σου­με στὰ μά­γου­λα. «Κάνε κου­ρά­γιο, ἀ­δερ­φή. Ν’ ἀν­τέ­ξεις, ν’ ἀν­τα­μώ­σου­με.» Ὀ­γδόν­τα πα­τη­μέ­να ἐ­γὼ κι ἄν­τε­χα. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως ὄ­χι.

       Τέ­λος Ἀ­πρί­λη μᾶς πή­ρα­νε τη­λέ­φω­νο τὰ ἀ­νί­ψια. «Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­πα­θε ἐγ­κε­φα­λι­κό. Δυ­ὸ μέ­ρες τοῦ δί­νουν.» Δυ­ὸ μέ­ρες τοῦ ἔ­δω­σαν, δυ­ὸ μέ­ρες πῆ­ρε. Τὸν κή­δε­ψαν στὴν Αὐ­στρα­λί­α, τὸν μοι­ρο­λό­γη­σαν στὸ χω­ριό, τοῦ κά­να­με τρι­ή­με­ρα, ἐν­νι­ά­με­ρα, σα­ράν­τα.

        Σα­ράν­τα μέ­ρες δὲν ἔ­κλα­ψα. Χω­ρὶς νε­κρὸ εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς. Βά­λα­με μιὰ φω­το­γρα­φί­α του δί­πλα στὰ κόλ­λυ­βα, μα­ζεύ­τη­κε τὸ σό­ι, ἦρ­θε καὶ τὸ Λε­νι­ὼ μὲ τὰ ἀ­γο­ρά­κια της, ποὺ εἴ­χα­με και­ρὸ νὰ τὰ δοῦ­με. Ἀρ­χί­σα­με τὰ «Φτού σας! Πῶς με­γα­λώ­σα­τε! Ἐ­σεῖς γί­να­τε ἄν­τρες!» Ἤ­πια­με κα­φέ, ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε, γυ­ρί­σα­με ἥ­συ­χα στὰ σπί­τια μας.

        Σα­ράν­τα μέ­ρες δὲν ἔ­κλα­ψα, μὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τὸ τεσ­σα­ρα­κο­στό, κλεί­στη­κα στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἄρ­χι­σα νὰ σκα­λί­ζω τὶς κοῦ­τες μου. Ἔ­ψα­χνα τὸν Ἀ­δερ­φό, ὅ­πως τὸν θυ­μό­μουν. Μω­ρὸ στὴ σαρ­μα­νί­τσα, μα­θη­τὴ κου­ρε­μέ­νο στὴν ψι­λή, τσο­λιὰ στὰ ἀ­νά­κτο­ρα, ἄν­τρα γε­ρὸ καὶ δου­λε­μέ­νο στὰ χω­ρά­φια νὰ στέ­κει μὲ τὴ βα­λί­τσα του στὸ πλα­τύ­σκα­λο, πρὶν φύ­γει με­τα­νά­στης.

        Τρεῖς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα βρῆ­κα τὸν Θύ­μιο κα­θι­σμέ­νο στὴ βε­ράν­τα τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μου. Κα­λο­καί­ρι 1995. Μπρο­στά μας γε­μά­το τρα­πέ­ζι, γε­μά­τα πο­τή­ρια. Πί­σω ξαν­θὰ στά­χυ­α, σγου­ρὰ σύν­νε­φα, ἤ­ρε­μη θά­λασ­σα. «Γειά σου, Ἀ­δερ­φέ μου!» τὸν χαι­ρέ­τι­σα με­γα­λο­φώ­νως σὰ νὰ τὸν κα­λω­σό­ρι­ζα στὸ σπι­τι­κό μου. Ἀν­τή­χη­σε ἡ φω­νὴ στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Δι­α­πέ­ρα­σε τὰ ἄλ­μπουμ, τὰ βι­βλί­α, τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α, τὶς κορ­νί­ζες μὲ τοὺς μα­κα­ρί­τες συγ­γε­νεῖς καὶ ἔ­σβη­σε σὰν κα­τευ­ό­διο μὲς στὴ σι­ω­πή. Ἔ­γει­ρα πά­νω στὴ φω­το­γρα­φί­α του κι ἔ­κλα­ψα ὣς τὰ χα­ρά­μα­τα μὲ λι­γώ­μα­τα καὶ πα­ρα­μι­λη­τά.

bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Ἀ­λε­ξί­ου (Τρί­κα­λα, 1980). Ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα. Ἔ­χει με­τα­πτυ­χι­α­κὸ τί­τλο σπου­δῶν στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση. Βι­βλία: Τὸ Φλάς (ἐκδ. λο­γεῖ­ον, 2009), Ποι­ή­μα­τα ποὺ γρά­ψα­με μα­ζί (Με­λά­νι, 2015).


Γιάννης Ήλ. Παππᾶς: Ὁ δεκατριάρης

pappasgiannis-odekatriaris-eikona-03


Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς


Ὁ δε­κα­τριά­ρης


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΓΩ, ΚΥΡ’ ΑΣΤΥΝΟΜΕ, γεν­νή­θη­κα τὸ 1959, σὲ ἕ­να πα­ρα­θα­λάσ­σιο χω­ριό, κον­τὰ στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα. Στὰ χω­ριά, ὅ­πως ξέ­ρεις, ὅ­λοι ἔ­χου­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι τους. Ἐ­μέ­να μὲ φώ­να­ζαν ὁ «δε­κα­τριά­ρης». Για­τί; Για­τί κά­πο­τε εἶ­χα πιά­σει ἕ­να δε­κα­τριά­ρι στὸ Προ­πό, μὴ φαν­τα­στεῖς πολ­λὰ λε­φτά,  καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἔ­παι­ζα μπὰς καὶ πιά­σω τὰ πολ­λὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Θὰ πέ­σει ἔ­λε­γα, ποῦ θὰ μοῦ πά­ει. Ἔ­τσι μοῦ βγῆ­κε τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Πολ­λοί, ἀ­πὸ τό­τε, μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν κι­ό­λας. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Πολ­λὲς φο­ρὲς τά ’­παιρ­να στὸ κρα­νί­ο καὶ τσα­κω­νό­μου­να.

         Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά μου ἦ­ταν ψα­ράς. Ἀ­πὸ μι­κρὸς στὴ θά­λασ­σα. Τὴ δου­λειὰ τὴν ἔ­μα­θα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου.

         Δὲν ἤ­θε­λα τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ νὰ εἶ­μαι μέ­σα στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ ψα­ρεύ­ω. Νὰ πε­τᾶ­νε πά­νω μου οἱ γλά­ροι καὶ νὰ μὲ χτυ­πά­ει ἡ ἁρ­μύ­ρα στὸ πρό­σω­πο.

         Τὸ σχο­λεῖ­ο δὲν μ’ ἄ­ρε­σε. Δὲν μὲ χώ­ρα­γε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν μ’ ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ πει­θαρ­χί­α, οἱ φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν δά­σκα­λο.

         Πολ­λὲς φο­ρὲς τό ’­σκα­γα καὶ πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα. Μὲ ἕ­να ἀγ­κί­στρι, νὰ κά­θο­μαι ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες. Τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Ἔ­χω φά­ει πο­λὺ ξύ­λο. Ἤ­θε­λε νὰ σπου­δά­σω, νὰ φύ­γω ἀ­πὸ δῶ. «Ἡ θά­λασ­σα» μοῦ ‘λέ­γε «δὲν ἔ­χει ψω­μί. Κοί­τα νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα καὶ νὰ φύ­γεις, νὰ ρί­ξεις μαύ­ρη πέ­τρα πί­σω σου».  Δὲν τὸν ἄ­κου­σα.

         Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ στρα­τό, σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα. Ἐ­πει­δὴ ἤ­μουν κα­λὸς στὴ δου­λειά μου, ἀ­πό­κτη­σα δι­κό μου κα­ΐ­κι καὶ ψά­ρευα σ’ ὅ­λο τὸ Ἰ­ό­νιο. Ἡ δου­λειὰ πή­γαι­νε κα­λά. Εἶ­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κα­ΐ­κια στὴν πε­ρι­ο­χή.

         Παν­τρεύ­τη­κα καὶ νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κα. Πῆ­ρα κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ κι αὐ­τὴ ἐρ­χό­ταν καὶ βο­η­θοῦ­σε στὸ κα­ΐ­κι. Μα­ζὶ συ­νέ­χεια. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα πο­λύ. Κά­να­με καὶ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λὰ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴν μέ­ρα ποὺ ἕ­νας πού­στης πα­ρα­βί­α­σε τὸ στὸπ καὶ τὴ χτύ­πη­σε. Σκο­τώ­θη­κε στὸν τό­πο. Δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε. Εἶ­χε πά­ει στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα νὰ πά­ρει πά­γο γιὰ τὰ ψά­ρια καὶ τὴν σκό­τω­σε ὁ ἄ­τι­μος.

         Τὸ σὸκ ἦ­ταν με­γά­λο. Ἀ­πὸ τὴν μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη, ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου. Ἔ­πα­θαν τὰ νεῦ­ρα μου. Τὸ κα­τα­λά­βαι­να ὅ­τι κά­τι γι­νό­ταν. Ἔ­βλε­πα ἐ­φιά­λτες. Δαί­μο­νες ἔρ­χον­­ταν στὸν ὕ­πνο μου καὶ στὸ ξύ­πνιο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ  μὲ ξε­κά­νουν. Ὅ­μως ἐ­γὼ εἶ­χα πά­ρει τὰ μέ­τρα μου. Εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὸ εἶ­χα πάν­το­τε μα­ζί μου.

         Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Ἔ­παιρ­να χα­πά­κια. Ἠ­ρε­μι­στι­κά. Ἔ­τσι μοῦ ’­λε­γε ὁ για­τρός. Ἀν­τὶ νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ω, χει­ρο­τέ­ρευ­α. Προ­σπά­θη­σα νὰ συ­νε­χί­σω τὴ δου­λειά.  Εἶ­χα δυ­ὸ στό­μα­τα νὰ θρέ­ψω.

         Εἶ­χαν πε­ρά­σει πε­ρί­που 10 χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­πρε­πε καὶ ‘γὼ νὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Ἄν­τρας ἤ­μου­να. Εἶ­χα ἀ­νάγ­κες. Τὰ παι­διὰ δὲν τὸ κα­τα­λά­βαι­ναν.

         Σ’ ἕ­να κω­λόμ­πα­ρο στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα, γνώ­ρι­σα μιὰ βουλ­γά­ρα. Μπαρ­γού­μαν. Ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα. Ψη­λή, ξαν­θιὰ μὲ κά­τι με­γά­λα βυ­ζιά. Τά ’­παι­ξα. Κά­θε βρά­δυ ἐ­κεῖ. Μέ­χρι ποὺ τὴν πή­δη­ξα. Ἀ­πὸ τό­τε γί­να­με ἀ­χώ­ρι­στοι. Τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κα ὁ μα­λά­κας καὶ τά ’­δω­σα ὅ­λα. Τὴν σπί­τω­σα κι­ό­λας. Μοῦ ’­φα­γε πολ­λὰ φράγ­κα ἡ κα­ρι­ό­λα.

         Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­λὰ μα­ζί μου, μὲ πέ­τα­ξε σὰν τὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ μὲ βλέ­πει. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­μα­θα ὅ­τι τὴν πη­δοῦ­σε ἄλ­λος τώ­ρα.

         Πῆ­γα καὶ τοῦ ’­κα­ψα τὸ μη­χα­νά­κι, τοῦ πού­στη. Νὰ μά­θει. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καὶ τὸ σκυ­λί του. Γαύ­γι­ζε. Τό ΄κά­ψα κι αὐ­τό.

         Πρὶν λί­γες μέ­ρες μὲ κά­λε­σε ὁ εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ μοῦ ’­λε­γε μα­λα­κί­ες. Ὅ­τι εἶ­χα πά­ει, λέ­ει, στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο καὶ εἶ­χα κά­νει ζη­μι­ὲς καὶ κά­τι τέ­τοι­α. Ἐ­γὼ δὲν θυ­μό­μου­να τί­πο­τα γιὰ ζη­μι­ές. Ἁ­πλὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἦ­ταν κον­τὰ στὸ σπί­τι μου καὶ πή­γαι­να κα­μιὰ φο­ρὰ ν’ ἀ­νά­ψω ἕ­να κε­ρὶ στὴν μά­να καὶ στὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ἦ­ταν θαμ­μέ­νοι ἐ­κεῖ.

         Ἀ­πὸ και­ρὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν Μπαρ­μπα-Κώ­στα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ ἤ­θε­λαν τὸ κα­κό μου. Ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. Εἶ­χα φτιά­ξει λί­στα μὲ ὅ­λους τοὺς δαί­μο­νες. Θὰ τοὺς κα­θά­ρι­ζα ὅ­λους, ἕ­ναν ἕ­ναν.

         Ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ βρά­δυ, τοῦ ’­στη­σα καρ­τέ­ρι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ κά­τι φυλ­λω­σι­ές. Δὲν μὲ κα­τά­λα­βε. Κι ὅ­ταν μὲ προ­σπέ­ρα­σε πῆ­γα ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸν χτύ­πη­σα μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σες φο­ρές. Μοῦ εἶ­παν με­τὰ ὅ­τι ἦ­ταν 13.

          Πῆ­γα σπί­τι, πλύ­θη­κα, ἔ­κα­ψα τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ πα­πού­τσια. Πέ­τα­ξα τὸ μα­χαί­ρι.

         Πῆ­γα γιὰ ὕ­πνο.

         Τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή, πε­τά­χτη­κα δί­πλα νὰ παί­ξω ἕ­να προ­πό. Ἐ­κεῖ ἦρ­θαν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ μ’ ἔπια­σαν. Δὲν ξέ­ρω για­τί.

         Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πρό­λα­βα νὰ παί­ξω. Ἴ­σως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ ἔ­πι­α­να τὸ δε­κα­τριά­ρι.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς (Ἄρ­τα, 1962). Με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ἦ­ταν συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἑ­λί­τρο­χος καὶ ἐκ­δό­της καὶ διευ­θυν­τὴς τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­πο­λι­τι­σμός. Πρῶτο του βι­βλί­ο Στὴν ἄκρη τοῦ ὀνεί­ρου (ποί­η­ση, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2008).