Μαρία Τσολακούδη: Arte povera


Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη


Arte Povera


ΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ἦ­ταν μπηγ­μέ­νη στὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας κι ἀ­πὸ κά­τω ἦ­ταν στε­ρε­ω­μέ­νο ἕ­να δί­χτυ ψα­ρέ­μα­τος ποὺ ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Πά­νω στὸ δί­χτυ ἦ­ταν καρ­φι­τσω­μέ­να ἕ­να πλῆ­θος ἑ­τε­ρό­κλη­των ἀν­τι­κει­μέ­νων. Στά­θη­κα καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν.

        Ἕ­νας ψη­λὸς με­σό­κο­πος ἄν­τρας βγῆ­κε στὴ βε­ράν­τα. Φο­ροῦ­σε φόρ­μα γυ­μνα­στι­κῆς καὶ παν­τό­φλες.

        — Μπο­ρῶ νὰ βγά­λω φω­το­γρα­φί­ες; τὸν ρώ­τη­σα δεί­χνον­τας τὸ δί­χτυ.

        — Ὅ­ποι­ος περ­νᾶ αὐ­τὸ κά­νει. Ντό­πιοι καὶ του­ρί­στες. Οὔ­τε ποὺ ρω­τᾶ­νε.

        Κα­τέ­βη­κε τὰ λί­γα σκα­λο­πά­τια ποὺ τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στά­θη­κε δί­πλα μου.

        — Αὐ­τό, εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης, εἶ­ναι ἡ καρ­διὰ τοῦ παι­διοῦ μου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Βγαί­νω ἔ­ξω τα τα­κτο­ποι­ῶ, τοὺς ἀλ­λά­ζω θέ­ση ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μπαί­νω στὸ σπί­τι καὶ μι­λῶ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἀλ­λὰ μή­πως ἀ­πάν­τη­σαν πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν;

        Ἔ­φυ­γα βι­α­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ τρα­βή­ξω φω­το­γρα­φί­ες. Ἔ­τσι πα­ρα­θέ­τω ἀ­πὸ μνή­μης. Ὑ­πῆρ­χαν: τὸ δί­χτυ, μιὰ μπά­λα πο­δο­σφαί­ρου, ἕ­να σω­σί­βιο, κου­βα­δά­κι καὶ φτυ­α­ρά­κι, ἕ­να καύ­κα­λο χε­λώ­νας, ση­μαιά­κι τοῦ Ὀ­λυμ­πια­κοῦ, ρό­δα πο­δη­λά­του, εἰ­κο­νί­τσα τῆς Πα­να­γί­ας, κυ­πε­λά­κι πα­γω­τοῦ καί, στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης μιὰ καρ­διὰ ἀ­πὸ γύ­ψο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη (Λῆ­μνος). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο της βιβλίο: Γραμ­μα­τι­κὴ (διηγήματα, ἐκ­δ. Τό­πος, 2009).


Διαφημίσεις

Σωτήρης Δημητρίου: Ντιάλιθ΄ ἴμ, Χριστάκη

 


Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου


Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη


ΠΟ ‘ΝΑ ΠΕΙΣΜΑ τὴν πῆ­ρε.

Δὲν τὸν πο­λυ­έ­νοι­α­ζε, μὰ πέ­σαν νὰ τὸν φᾶ­νε οἱ δι­κοί του.

«Κα­λά, τό ’χα­σες τε­λεί­ως; Νὰ μπά­σου­με σπί­τι μας τὴν Ἀρβα­νί­τω, τὴν τέ­τοι­α, τὴν πάν­τοι­α;»

Ἰ­δί­ως οἱ ἀ­δερ­φές του ἦ­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κές: «Σπί­τι μας δὲν μπαί­νει ἡ πα­λι­ο­σκι­πι­τάρ.»

       Βέ­βαι­α, πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὴ φυ­λε­τι­κή της ἰ­δι­ό­τη­τα τὶς πεί­ρα­ζε πού, ὅ­ταν ἔμ­παι­νε στὸ φοῦρ­νο τους, σὰν κά­τι νὰ ὀ­μόρ­φαι­νε.

        Στὸ φοῦρ­νο λοι­πὸν τὴ γνώ­ρι­σε.

        Γε­ρή, νο­στι­μού­λα — ἔ, θεό­φτω­χη ἦ­ταν μὰ τά ’χε πε­ρα­σμέ­να κι αὐ­τὸς τὰ τριά­ντα πέν­τε.

        Δὲν μπῆ­κε σὲ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ κο­πέ­λα, μπῆ­κε σὲ φι­δο­φω­λιά. Μοῦ­τρα, μι­σό­λο­γα, ξε­θέ­ω­μα στὶς δου­λει­ές, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­κα­νε τὸ πεῖ­σμα ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Βο­λεύ­τη­κε. Τέρ­μα.

        «Καὶ νὰ τ’ ἀ­φή­σεις αὐ­τὰ τὰ μὶρ καὶ τὰ μίρ. Δὲν εἶ­ναι Ἀρ­βα­νι­τιὰ ἐ­δῶ. Μπῆ­κες σὲ σπί­τι ρύ­ζι κα­ρο­λί­να. Τά ’κου­σες; Σὲ κά­να­με ἄν­θρω­πο.»

        Τό­σο πο­λὺ τὴν ἐ­φό­βι­σαν πού, σὰν τῆς ἐρ­χό­ταν ἀ­κά­λε­στη κα­μιὰ λέ­ξη ἀ­π’ τὴν ψυ­χὴ στὰ χεί­λη, προ­λά­βαι­νε καὶ χτύ­πα­γε δυ­να­τὰ μὲ τὴ χού­φτα της τὸ στό­μα.

        Τὴ μά­να της εἶ­χε μο­νά­χα. Βρῆ­καν τρό­πο οἱ ἀ­δερ­φὲς νὰ τὶς ξε­σμί­ξουν.

        «Ἔρ­δε πρά­πε, μά­να» ἔ­λε­γαν καὶ ξε­καρ­δί­ζον­ταν ὅ­ταν τὴν ἔ­βλε­παν.

        Μὲ τὸ σύ­ζυ­γο ἡ ἐ­πα­φὴ ἦ­ταν μο­νά­χα σὰν τὴν πλά­κω­νε μὲ τὸ κε­φά­λι μό­νι­μα πά­νω ἀ­π’ τὸ δι­κό της νὰ τὴν τρυ­πά­ει μὲ τὸ πι­γού­νι του. Ἔ­μει­νε ἔγ­κυ­ος, καὶ ἡ κα­τά­στα­ση ἴ­δια. Τὴν ἔ­παιρ­νε ἀ­π’ τὶς τρεῖς τὸ πρω­ὶ στὸ φοῦρ­νο. Κα­τό­πι στὸ σπί­τι νὰ τοὺς πε­ρε­τεύ­ει ὅ­λους. Τό ‘­ρι­ξε τὸ παι­δί.

        Τό­τε εἶ­ναι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ραν τί ἔ­λε­γαν: «Ἐ­πί­τη­δες, ἡ πα­λιοβρό­μα, ποιός ξέ­ρει τί ἔ­κα­νε!» καὶ «Ὅ­ταν σ’ τὰ λέ­γα­με ἐ­μεῖς!»

        Ποῦ νὰ ξε­σπά­σει κι αὐ­τός, σή­κω­σε χέ­ρι καὶ τὸ κα­θι­έ­ρω­σε. Τὸ ψω­μὶ ἅρ­πα­ζε, τὸ κορ­μί της τὸ πλή­ρω­νε.

        Ξα­νάμεινε ἔγ­κυ­ος καὶ πα­ρα­κά­λα­γε νυ­χτο­ή­με­ρα τὸ Θε­ὸ νὰ γεν­νή­σει κα­λὰ γιὰ νὰ τοὺς ἡ­με­ρέ­ψει.

        Κα­θά­ρι­σε κι ἕ­να χῶ­ρο στὴν καρ­διά της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ μέ­σα, ὅ­σο μπο­ροῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ φούρ­νους κι ἀ­δερ­φές. Κα­θά­ρι­σε τὸ χῶ­ρο κι ἔ­βα­λε καὶ τὴν Πα­να­γί­α μέ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σει. Δὲ γνώ­ρι­ζε ἄλ­λον τρό­πο οὔ­τε εἶ­χε ἄλ­λον ἄν­θρω­πο.

        Ἡ μά­να της ἐρ­χό­ταν ἀ­ραι­ά, κα­θό­ταν σι­ω­πη­λὴ κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα.

        Κά­πο­τε πῆ­γε νὰ τῆς μι­λή­σει, καὶ τὴν ἔ­κο­ψε.

        «Βου­βά­σου, ἔ­χεις ἄν­τρα, χόρ­τα­σες ψω­μί.»

        Γέν­νη­σε, μὰ οὔ­τε ἡ καρ­διά της οὔ­τε ἡ Πα­να­γί­α νί­κη­σαν τὸ φοῦρ­νο καὶ τὸ τσα­λα­πά­τη­μα.

        Γέν­νη­σε ἄρ­ρω­στο παι­δί. Μογ­γο­λι­κό.

        Τό­τε ἔ­γι­νε ἡ ἐ­χθρό­τη­τα. Οὔ­τε κου­βέν­τα πιά, καὶ τὴν πιὸ ἄ­χρω­μη!

        Μο­νά­χα τὴν κοί­τα­ζαν, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, για­τὶ ἔ­νι­ω­θε τὸ κορ­μί της νὰ φο­βᾶ­ται καὶ νά ’ναι σὲ ἄ­μυ­να.

        Ἔ­φτα­νε ἡ νύ­χτα νὰ πλα­γιά­σουν, κι ἔ­τρε­με σὰν πλά­για­ζε καὶ κεῖ­νος. Δὲν τῆς εἶ­πε λέ­ξη γιὰ τὸ παι­δί, καὶ νό­μι­ζε πὼς θὰ τὴν κό­ψει χί­λια κομ­μά­τια. Κά­θε βρά­δυ αὐ­τὸ πε­ρί­με­νε. Ἐν­τέ­λει, τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι του. Τοὺς ἔ­δω­σαν, σ’ αὐ­τὴ καὶ τὸ παι­δί, μιὰ κά­μα­ρη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἐρ­χό­ταν καὶ τὴ βά­τευ­ε γρή­γο­ρα.

        Ἂν δὲν εἶ­χε κεῖ­νο τὸ ἄρ­ρω­στο πλά­σμα, θὰ τρε­λαι­νό­ταν, θὰ σκο­τω­νό­ταν. Λὲς καὶ τό ’νι­ω­θε τὸ νή­πιο, τὴν ἔσφιγ­γε μὲ δύ­να­μη ἄν­τρα, ἀ­πὸ τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀγ­κά­λια­σμα βρῆ­κε πα­ρη­γο­ριά. Ἀ­χώ­ρι­στοι.

        Ὁ τρό­μος ὅ­μως, μέ­σα της. Ὅ­ταν, σπά­νια, ἦ­ταν μο­νά­χοι στὸ σπί­τι, πή­γαι­νε νὰ τοῦ τρα­γου­δή­σει στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, κι ὅ­λο καὶ χω­νό­ταν κά­να μου­σού­δι ἀ­π’ τὴν πόρ­τα καὶ τὴ σού­φλι­ζε μὲ τὰ μά­τια.

        Εἶ­δε κι ἀ­πό­ει­δε, τά ‘­θα­ψε ὅ­λα μέ­σα της: τὰ μι­κρά της χρό­νια, τὴν ἀ­γά­πη, τὶς φι­λε­νά­δες. Ἔ­θα­ψε τὶς τρε­χά­λες, τὰ πε­ζού­λια, τὶς μυ­γδα­λι­ές. Ἔ­θα­ψε βλέμ­μα­τα πο­νε­μέ­να, γε­λού­με­να· βλέμ­μα­τα, βλέμ­μα­τα καὶ χεί­λη. Ἔ­θα­ψε τὴ γλώσ­σα.

        Ἔ­μει­νε μο­νά­χα ἕ­να ἀ­γρί­μι ἀ­λα­φι­α­σμέ­νο πού ‘­θε­λε τὸ γιό της.

        Με­γά­λω­νε καὶ δὲν ἔ­κα­νε βῆ­μα ἀ­πὸ κον­τά της. Τὸν ἔ­βγα­ζε ἔ­ξω σε κρυ­φούς, σκο­τει­νοὺς δρό­μους, μὰ τοὺς μυ­ρί­ζον­ταν τὰ παι­διὰ κι ἔρ­χον­ταν κομ­πα­νί­α ἀ­πὸ πί­σω, μὲ πέ­τρες καὶ κο­ρο­ϊ­δί­ες.

        Ὁ Χρι­στά­κης ἦ­ταν ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ κά­τω ἀ­φύ­σι­κα χον­τρός. Τὸν βά­φτι­σαν «φο­ρά­δα», κι ἐ­πει­δὴ τραύ­λι­ζε πο­λὺ ψι­λά, νύ­χτα μέ­ρα ἄ­κου­γε ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες παι­δι­κὲς φω­νές, κα­μιὰ φο­ρὰ κι ἀ­πὸ με­γά­λους: «φο­ρά­δα, φο­ρά­δα».

        Ἔ­βγα­λε κι αὐ­τό, σὰν με­γά­λω­σε, ζάν­τζες καὶ πα­ρά­ξε­να φερ­σί­μα­τα. Ἔ­βλε­πε κο­ρι­τσά­κια καὶ κα­τέ­βα­ζε τὰ παν­τε­λό­νια του. Ἀ­κό­μα καὶ σ’ αὐ­τὴν τὸ ἀγ­κά­λια­σμά του ἄλ­λα­ξε. Στρι­φογύ­ρι­ζε, πι­ε­στά, τὰ ὄρ­γα­νά του στὸ κορ­μί της.

        Πά­λευ­ε, πά­λευ­ε.

      Θυ­μό­ταν πάν­τα ποὺ οἱ για­τροὶ εἶ­παν, σὰν γεν­νή­θη­κε, πὼς θὰ πε­θά­νει σὲ κά­ποι­α «με­τε­φη­βεί­α». Τὴν πε­ρί­με­νε, πό­τε σὰν τὴν πιὸ με­γά­λη ἀ­πει­λὴ ποὺ θὰ τὴν ἀ­φα­νί­σει καὶ πό­τε μὲ προ­σμο­νὴ γιὰ νὰ γλι­τώ­σει πιὸ πο­λὺ αὐ­τό.

        Πράγ­μα­τι ἀρ­ρώ­στη­σε, κι ὅ­λος ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος, ἡ «φο­ρά­δα», τα­χύ­τα­τα ἔ­μει­νε σὰν τσά­κι­νο.

        Πέ­θα­νε. Μέ­χρι νὰ τὸ πᾶν στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα.

        Μό­νο στὸ μυα­λό της ἐρ­χό­ταν συ­νε­χῶς πώς, σὰν γέν­νη­σε τὸ ἄρ­ρω­στο, χά­ρη­κε ἀ­πὸ μιὰ με­ριὰ γι’ αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­πού­στη ποὺ τῆς χά­λα­σε τὴ ζω­ή. Θυ­μό­ταν ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ ζη­τοῦ­σε νὰ πε­θά­νει καὶ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα συ­νε­χῶς πὼς δὲν τοῦ τρα­γού­δη­σε πο­τὲ στὴ γλώσ­σα τους, δὲ γι­ό­μι­σε λι­γά­κι τὴν ψυ­χή του μ’ αὐ­τὰ ποὺ μπο­ροῦ­σαν, ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν, νὰ τὴ γι­ο­μί­σουν.

        Στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ξέ­σπα­σε.

        Ἔ­πε­σε στὸν τά­φο κι ἀ­λά­λα­ζε στ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα, λό­για ἀ­γά­πης, ἀ­να­θέ­μα­τα, να­νου­ρί­σμα­τα.


        Ντιά­λι­θ’ ­ἴμ, Χρι­στά­κη μου, ντι­ά­λι­θ’ ­ἲμ

        λοῦ­λε ἒ στου­πίς, ὀρ­φα­νό μου, λοῦ­λε

        οὒ ἒ ζέ­ζα μὲ τοὺς πα­λι­αν­θρώ­πους.

        Ἄχ! χού­να ἴ­με, μοῦ σπό­βε σπίρ­τιν τῆς μαύ­ρης.


        Κύ­μα­τα κόκ­κι­να πά­φλα­ζαν στὰ σω­θι­κά της οἱ λέ­ξεις κι ἀ­νέ­βαι­ναν στὸ λαι­μὸ νὰ τὴν πνί­ξουν.

        Λι­βά­δια, μαρ­γα­ρί­τες, νύ­χτες καὶ μα­τά­κια, ὄ­νει­ρα τῆς νι­ό­της, θαμ­ποὶ χει­μῶ­νες, πό­νοι πε­ρα­σμέ­νοι, χα­μέ­νοι ἥ­λιοι, μα­νού­σια καὶ πρω­το­βρό­χια, τρυ­φε­ρά, λὲς γιὰ πα­ρη­γο­ριά, τῆς ἄ­λε­θαν τὰ σπλά­χνα, οἱ εἰ­κό­νες, οἱ λέ­ξεις.

        Μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο τοῦ πό­νου, πρώ­τη της φο­ρὰ ἔ­νι­ω­θε, με­τὰ ἀ­πὸ νε­κρά, ἐ­ξευ­τε­λι­σμέ­να χρό­νια, πὼς ζοῦ­σε.

        Ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἀ­νά­σα κι ἄρ­χι­ζε. Ἔ­λε­γε, ἔ­λε­γε. Πο­τά­μι. Λύ­θη­κε τὸ κορ­μί της. Χτύ­πα­γε πα­λα­μά­κια, πό­τε μ’ ἄ­φα­το θυ­μὸ καὶ πό­τε μὲ τρε­λὴ χα­ρά.


        Ζού­μουρ, πε­ρι­στέ­ρι μου, λοῦ­λε ἒ στου­πὶς

        οὒ ἒ ζέ­ζα, ποὺ δὲ σὲ χόρ­τα­σα φι­λί.

        Ἔ­μει­να ἐ­σκρέ­τα μὲς στοὺς λύ­κους.

        Ντι­ά­λι­θ’ ἴμ, προ­στά­τη μου, μ’ ἄ­φη­σες μο­νά­χη.


        Ἔ­παιρ­νε χώ­μα­τα καὶ πέ­τρες ἀ­π’ τὸν τά­φο καὶ τὰ πέ­τα­γε στὶς ἀ­δερ­φές, στὸν κό­σμο, στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­λε­γε καὶ τὶς ἄλ­λες μέ­ρες.

        Τῆς ἔ­φυ­γε τε­λεί­ως ὁ φό­βος καὶ τὴν κα­τέ­κλυ­σαν ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Βρῆ­καν τρό­πο καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σὲ ἵ­δρυ­μα.



Πηγή: Ντι­ά­λιθ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (διηγήματα, ἐκδ. Ὕψιλον, 1987).

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993), Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011) κ.ἄ.


 

Ἀντωνία Παχαλίδου: Ὁ Μπαλζὰκ ἔπινε πολὺ καφέ


Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ


ΙΧΕ διαβά­σει πο­λύ. Σχε­δὸν ὅ­λα τὰ βι­βλί­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του. Δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­γο­ρα­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ —ἱ­κα­νὸς ἀ­ριθ­μὸς τό­μων— ἀ­νῆ­καν στὸν παπ­ποῦ καὶ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­τες ἐκ­δό­σεις. Ἤ­ξε­ρε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ που­λή­σει σὲ δη­μο­πρα­σί­ες καὶ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ αὐ­τὰ θὰ ἔπι­α­νε κα­λὰ λε­φτά. Ὡ­στό­σο ἀ­πευ­χό­ταν αὐ­τὴ τὴν προ­ο­πτι­κή, ἀ­φοῦ ἀν­τι­πα­θοῦ­σε ὅ­λους ἐ­κεί­νους ποὺ ἀ­γό­ρα­ζαν συλ­λε­κτι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὶς ἔ­χουν. Ἰ­δι­ο­κτη­σί­α καὶ στὰ βι­βλί­α; Τί ἤ­ξε­ραν αὐ­τοὶ ἀ­πὸ ἀ­νά­γνω­ση; Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ν’ ἀ­φή­νεις βι­βλί­α ἀ­δι­ά­βα­στα;

       Ἦ­ταν ἐμ­μο­νι­κὸς ὁ Ὀ­ρέ­στης μὲ τὸ δι­ά­βα­σμα. Δὲν πα­ρά­τα­γε βι­βλί­ο γιὰ κα­νέ­ναν καὶ γιὰ τί­πο­τα. Ἀ­κό­μα καὶ σο­βα­ρὸ ραν­τε­βοῦ νὰ εἶ­χε, πρῶ­τα τέ­λει­ω­νε τὸ δι­ά­βα­σμα κι ἔ­πει­τα. Λὲς καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ γρά­ψει δι­α­τρι­βή. Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἀ­ριθ­μοῦ­σε πε­ρὶ τοὺς πέν­τε χι­λιά­δες τό­μους. Δὲν μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­να­πνεύ­σεις στὸ σπί­τι του. Σχε­δὸν 80 τε­τρα­γω­νι­κὰ καὶ βι­βλί­α ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ· μέ­χρι τὸ τα­βά­νι σὲ με­ρι­κὰ ρά­φια, στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ, στὰ μπρά­τσα τοῦ κα­να­πέ, στὴν κου­πα­στὴ τοῦ τζα­κιοῦ. Κι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε ποῦ ἔ­χει τὸ κα­θε­τί. Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ δο­κί­μιο. Γάλ­λοι, Ἄγ­γλοι, ἡ Με­γά­λη Ρω­σι­κὴ Σχο­λή.

            Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μυ­ρί­ζει τὸ χαρ­τί. Πα­λιὰ τὰ ξε­σκό­νι­ζε μό­νος του. Τώ­ρα πιὰ τὸ ἔ­κα­νε ἡ γυ­ναί­κα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ. Ὅ­ταν τὶς προ­άλ­λες τὸν ρώ­τη­σε ὁ ἀ­νι­ψιός του τί θὰ τὰ κά­νει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ βι­βλί­α, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τό­τε ἀ­κρι­βῶς σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φρον­τί­σει ὅ­σο ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα και­ρός. Για­τὶ ἅ­μα φύ­γει, ποι­ός ξέ­ρει ποῦ θὰ κα­τα­λή­ξουν. Στὴ χω­μα­τε­ρὴ ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση σὲ πα­λι­α­τζί­δι­κα. Τοῦ τρι­βέ­λι­ζε τὸν νοῦ αὐ­τὴ ἡ ὑ­πό­θε­ση. Ἦ­ταν λὲς καὶ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει εὐ­θα­να­σί­α σὲ δι­κό του ἄν­θρω­πο ἢ στὸν Πάμ­πλο. Κι ὁ Πάμ­πλο; Τί θὰ γι­νό­ταν, ἄ­ρα­γε, ἂν πέ­θαι­νε αὐ­τὸς πρῶ­τος; Οὔ­τε ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τὸ σκέ­φτε­ται. Θὰ τὸν πέ­τα­γαν στὸν δρό­μο; Θὰ τὸν πή­γαι­ναν στὸν Ὑ­μητ­τό; Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸν τώ­ρα, προ­εῖ­χαν τὰ βι­βλί­α. Μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε καὶ μπο­ρεῖ νὰ κρα­τοῦ­σε με­ρι­κά. Τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Μά­λι­στα ἀ­μέ­σως τώ­ρα θὰ τὰ ἔ­βα­ζε στὴν ἄ­κρη. Κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ὅ­λα κι ὅ­λα.

            Τὸ ἴ­διο βρά­δυ βγῆ­κε μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Κρα­σο­κα­τά­νυ­ξη καὶ φι­λο­σο­φί­α μέ­χρι ἀρ­γά. Ὁ φι­λό­λο­γος τοῦ πέμ­πτου, κά­τι συν­τα­ξι­οῦ­χοι κα­θη­γη­τὲς καὶ τὸ στοι­χεῖ­ο του: ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης τῆς γει­το­νιᾶς – λά­τρης τῶν Γάλ­λων καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως τοῦ Μπαλ­ζάκ. Ἡ ση­με­ρι­νὴ κου­βέν­τα στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ποι­ὸν με­γά­λων συγ­γρα­φέ­ων. Ποι­ός ἦ­ταν γυ­ναι­κάς, ποιός πό­της, ποι­ός bon-viveur. «Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Μπαλ­ζὰκ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φέ. Μᾶλ­λον γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξει τὶς ὁ­λο­νυ­κτί­ες, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­φε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα», πρό­σθε­σε ὁ Ὀ­ρέ­στης πρὶν νὰ φύ­γει καὶ ἤ­πι­ε μο­νο­ρού­φι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τή­ρι. Κα­λη­νύ­χτι­σε δί­χως ἡ ἔ­γνοι­α τῶν βι­βλί­ων νὰ τὸν ἔ­χει ἐγ­κα­τα­λεί­ψει.

            Ἦ­ταν πε­ρί­που δύ­ο ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε σπί­τι. Κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα καὶ μό­λις ποὺ πρό­λα­βε νὰ φτά­σει στὸν κα­να­πέ. Ὁ Πάμ­πλο ἔ­ξυ­νε τὴν πόρ­τα καὶ γρύ­λι­ζε μέ­χρι τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν γερ­μέ­νο πά­νω στὴ στοί­βα μὲ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να. Ὁ γεί­το­νας ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε κοί­τα­ξε τὸν τί­τλο τοῦ πρώ­του βι­βλί­ου: Θά­να­τος στὴ Βε­νε­τί­α.


11/7/2017



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.


 

Κίμων Θεοδώρου: Δοκιμὲς αὐτοκτονίας


Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου


Δο­κι­μὲς αὐ­το­κτο­νί­ας

 

ΕΛΕΙΣ νὰ πηδήξουμε;

«Ἔ­χω νὰ δῶ τὴ νέ­α σε­ζὸν μιᾶς σει­ρᾶς, βγῆ­κε τὸ πρῶ­το ἐ­πει­σό­διο. Με­τὰ τὸ σκε­φτό­μα­στε.»

        «Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, ὑ­πάρ­χουν κα­λύ­τε­ρα μέ­ρη γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α.»

        «Σί­γου­ρα, θέ­λει ψά­ξι­μο. Τὸ μέ­ρος ποὺ θὰ σαλ­τά­ρου­με θὰ γί­νει ἀ­τρα­ξιόν.»

        Ὁ Δ. τὸ πρό­τει­νε πη­γαῖα κα­θὼς στα­θή­κα­με στὴν ἀ­πό­κρη­μνη πλα­γιά, ἕ­να χλια­ρὸ με­ση­μέ­ρι, βόλ­τα Κυ­ρια­κῆς. Μιὰ στιγ­μὴ ἀλ­λό­κο­της τα­ρα­χῆς ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­λο­γό­μυ­γα. Βρά­χια καὶ ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος καὶ ἕ­να κα­ρά­βι πα­ρα­πέ­ρα. Εἶ­ναι σὰν πρό­τα­ση γά­μου, σκέ­φτη­κα, μὲ πί­στη στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, ἄ­δο­λη. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τε­λει­ώ­νει ἔ­τσι. Θέ­λω ἀ­κό­μη με­ρι­κὰ ἐ­πει­σό­δια μὲ τὸν Δ. πα­ρό­τι μοῦ προ­κα­λεῖ ἀμ­φι­θυ­μί­α, νὰ τοῦ χώ­σω μιὰ μπου­νιὰ ἢ ἕ­να φι­λὶ στὸ δο­ξα­πα­τρί, ἴ­σως ἔ­τσι νι­ώ­θω μὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ τρα­γω­δί­α μου. Ὁ γκρε­μὸς ἀ­πὸ κά­τω, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι κα­λοῦ-κα­κοῦ γιὰ νὰ μὴν κά­νει τὸ βῆ­μα μπρο­στά. Ἔ­χει γρά­ψει ποι­ή­μα­τα ὁ Δ., μὲ ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς ποι­η­τὲς ποὺ αὐ­το­κτό­νη­σαν τὰ μυα­λά του θὰ εἶ­ναι τίγ­κα στὴ μυ­θο­λο­γί­α. Τὸν ξέ­ρω λί­γο, μὰ εἶ­ναι σὰν χρό­νια.

        «Θὰ ἔρ­θω νὰ δοῦ­με τὴ σει­ρὰ μα­ζί», στέλ­νει μή­νυ­μα τὴν ἑ­πο­μέ­νη. «Σπά­νια βλέ­πω σει­ρές, ἔ­τσι τὸ εἶ­πα ἐ­πει­δή μοῦ φά­νη­κε ὡ­ραῖ­ο», ἀ­πο­κρί­νο­μαι, τὰπ-τὰπ δά­χτυ­λα στὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἁ­φῆς. «Λέ­με ψε­μα­τά­κια, βλέ­πω.» «Δε­κτό.» «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πέ­σου­με.» «Κά­τσε, ἔ­χου­με νὰ χα­ροῦ­με λί­γη κα­τα­στρο­φὴ ἀ­κό­μη.» «Δὲν εἶ­σαι πο­λὺ κα­λὰ κι ἐ­σύ.» «Ἂν πέ­σω πάν­τως θὰ εἶ­ναι μό­νο μα­ζί σου.» «Τὸ κα­νο­νί­ζου­με, λί­γος συγ­χρο­νι­σμὸς χρει­ά­ζε­ται.»

        Ἡ φαν­τα­σί­ω­ση τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας μὲ ἐ­ξι­τά­ρει σαρ­κα­στι­κά. Ἤ­θε­λα νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μιὰ φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α —ὅ­πως ὅ­λοι οἱ φυ­σι­ο­λο­γι­κοὶ ἔ­φη­βοι— καὶ μιὰ φο­ρὰ στὰ δι­πλά­σια χρό­νια, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μὲ τὴ Σ. Πλέ­ον, νο­μί­ζω, ὄ­χι πιά. Γιὰ τοῦ χρό­νου, ποι­ός ξέ­ρει. Πιά­νω τὸ κι­νη­τὸ ξα­νά, γρά­φω:

        «Πάν­τως, μὴ δι­α­νο­η­θεῖς χω­ρὶς ἐ­μέ­να. Θέ­λει ἑ­τοι­μα­σί­ες, τί θὰ φο­ρᾶ­με καὶ τέ­τοι­α, θὰ πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὰ μα­γα­ζιά. Θέ­λει τό­ση ὀρ­γά­νω­ση ποὺ κου­ρά­στη­κα στὴ σκέ­ψη. Εὐ­κο­λό­τε­ρα δι­ορ­γα­νώ­νεις πο­λι­τι­κὴ δι­α­δή­λω­ση»,

         λέ­ει «Σκέ­ψου, ὅ­μως, με­τὰ ξε­κού­ρα­ση. Ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω».

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με. Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ μι­ση­θοῦ­με.»

        «Αὐ­τὰ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα εἶ­ναι γιὰ τὶς μά­ζες.»

        «Ἀ­νέ­κα­θεν ἤ­μουν τῆς μα­ζι­κῆς κουλ­τού­ρας. Ἄ­κου­γα Justin Timbe­rlake κρυ­φὰ σὲ μιὰ πα­ρέ­α ποὺ τὴν ἔ­βρι­σκε μὲ πὰνκ.»

        «Τί μα­λα­κί­ες τσαμ­που­νᾶς;»

        «Δὲν θὰ προ­λά­βου­με νὰ ρί­ξου­με ὅ­λες τὶς πέ­τρες τοῦ κό­σμου μὲ φα­κούς.»

        Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μυ­στι­κὴ δύ­να­μη τοῦ Δ: πη­γαί­νει τὰ βρά­δια σὲ πλα­γι­ές, ρί­χνει τὸ φα­κό του στὰ βρά­χια καὶ —γκντοὺπ— ὡς διὰ μα­γεί­ας κα­τρα­κυ­λᾶ μιὰ πέ­τρα λί­γο με­τὰ τὴν αἰφ­νί­δια φω­το­ει­σβο­λή.

        «Ἔ­λα, μω­ρέ», ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι ὅ­ταν τὸ ἐ­πι­ση­μαί­νει, «κά­ποι­ο ζω­ά­κι τα­ρά­ζεις καὶ κου­νι­έ­ται καὶ νά, ντό­μι­νο πέ­φτει ἡ κο­τρώ­να».

        «Ὄ­χι, μι­λά­ω μὲ τὸ βου­νό», λέ­ει.

        «Τό­τε, ἀ­ξί­ζει νὰ δώ­σεις μιὰ εὐ­και­ρί­α πι­στεύ­ω.»

        Πα­ρα­πο­νι­έ­ται ὅ­τι ἔ­χει νὰ τρέ­ξει σὲ δου­λει­ές. Δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ σχε­διά­σει ἄλ­λο αὐ­το­κτο­νί­α μὲ μη­νύ­μα­τα σή­με­ρα. Δὲν τρέ­χει Δευ­τέ­ρες σὲ δου­λει­ὲς ὁ κό­σμος ποὺ θέ­λει νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει, δι­α­μαρ­τύ­ρο­μαι. Ἀ­παι­τεῖ­ται πρῶ­τα μιὰ πα­ραί­τη­ση. Κά­ποι­ος εἶ­χε πεῖ πὼς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα —ὅ­πως ἕ­να ἀ­πο­νε­νο­η­μέ­νο δι­ά­βη­μα— ἢ τὰ κά­νεις ἢ τὰ συ­ζη­τᾶς. Ἂν τὰ συ­ζη­τᾶς δὲν τὰ κά­νεις πο­τέ. Καὶ ἐ­μεῖς λέ­με, ἐν­τά­ξει, μπο­ρεῖ νὰ δι­α­ψεύ­σου­με τὰ προ­γνω­στι­κά. Ἀλ­λὰ ἔ­χου­με νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με πί­τσα ἀ­πό­ψε. Θε­έ μου, πό­ση πί­τσα ξό­δε­ψες γιὰ νὰ μᾶς κρα­τή­σεις στὴ ζω­ή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κί­μων Θε­ο­δώ­ρου (Κα­βά­λα, 1981). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σπου­δὲς στὴ Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμό. Τα­ξί­δε­ψε σὲ τριά­ντα χῶ­ρες. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Με­ρι­κοὶ τὸ λέ­νε ἀ­γά­πη (Φαρ­φου­λᾶς, 2014) καὶ Ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἡτ­τη­μέ­νων ποὺ πον­τά­ρουν στὸ σω­στὸ ἄ­γριο ἄ­λο­γο τὴ λά­θος στιγ­μὴ πρὶν ἀ­πὸ τὰ με­σά­νυ­χτα (Φαρφουλᾶς, 2016). Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους Πε­ρὶ τυ­φλό­τη­τας καὶ ἄλ­λων δει­νῶν (Πα­τά­κης, 2011) καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Χάρης Ψαρρᾶς: Ὁ σκύλος καὶ ἡ γάτα



Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς


Ὁ σκύ­λος καὶ ἡ γά­τα


ΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ φο­ρὰ ποὺ εἴ­χα­με μι­λή­σει πά­ει και­ρός. Πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο σή­με­ρα. Μοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν σκύ­λο του ποὺ πέ­θα­νε. Τὸν εἶ­χε κά­ποι­α χρό­νια. Τὸν σκό­τω­σε αὐ­το­κί­νη­το προ­χθές. Εἶ­πα νὰ τὸν πα­ρη­γο­ρή­σω. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ θέ­λει συμ­βου­λές. Νὰ πά­ρει ἄλ­λο σκύ­λο ἢ νὰ μὴν πά­ρει; Μὲς στὸν χει­μώ­να; Ἀρ­γό­τε­ρα; Ἀ­φό­του κλεί­σει χρό­νος; Τί ρά­τσα καὶ τί χρῶ­μα; Νὰ μοιά­ζει στὸν πα­λιό; Ὅ­ση ὥ­ρα κου­βεν­τι­ά­ζα­με, ἡ γά­τα μου, ἡ Μέρ­λιν, χου­ζού­ρευ­ε. Στὸ χα­λί. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σα, ση­κώ­θη­κε με­μιᾶς. Μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Πῆ­γα νὰ βρά­σω γά­λα. Μιὰ κού­πα ζε­στή, πρὶν πέ­σω γιὰ ὕ­πνο. Ἄ­να­ψα τὸ γκα­ζά­κι. Ἐ­κεί­νη κου­λου­ρι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνί. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὸν θά­να­το τοῦ σκύ­λου τοῦ Νι­κό­λα», τὴν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει. Δὲν τα­ρά­χτη­κα. Τὴν εἶ­χα ἱ­κα­νὴ γιὰ πα­νουρ­γί­ες. Ἦ­ταν φο­ρέ­ας σκο­τει­νῶν δυ­νά­με­ων. Μι­λᾶ τὴ γλώσ­σα μας κο­φτά. Μι­λᾶ λὲς κι εἶ­ναι σὰν κι ἐ­μᾶς. Τὴν πλη­σί­α­σα. Τὴν ἄ­κου­σα νὰ γουρ­γου­ρί­ζει. «Ἐ­γώ, με­τὰ τὸν θά­να­τό σου, δὲν θὰ πά­ρω ἄλ­λο γα­τί», τῆς εἶ­πα, «σοῦ τὸ ὑ­πό­σχο­μαι». Σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ θὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε. Δὲν ἔ­δει­ξε νὰ χαί­ρε­ται. Οὔ­τε νὰ δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Τὴν πῆ­ρα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μη­θή­κα­με ἀγ­κα­λιά, ὅ­πως κά­νου­με κι ἄλ­λες φο­ρὲς τὶς κρύ­ες νύ­χτες. Περ­νοῦ­σαν οἱ ὧ­ρες. Μᾶς κα­τά­πι­νε τὸ σκο­τά­δι. Ξάφ­νου εἶ­δα τὰ μά­τια της νὰ γυ­α­λί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στε­γο, μὲς στὴ βρο­χή. «Ἐ­σὺ θὰ πε­θά­νεις πρώ­τη», τὴν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει μέσ’ ἀ­π’ τὰ δόν­τια της, «ἐ­σύ». Πε­τά­χτη­κα ἱ­δρω­μέ­νη. Ἀ­να­κά­θη­σα. Ἡ ὥ­ρα δύ­ο καὶ μι­σή. Στὸν δρό­μο ἕ­να σκυ­λὶ γά­βγι­ζε πει­σμω­μέ­νο. Ζη­τοῦ­σε ἐ­ξή­γη­ση γιὰ κά­ποι­ο ἀ­πρό­σμε­νο κα­κό. Καὶ λέ­ω τό­τε, τί κα­λὰ ποὺ θά ‘ταν ὁ Νι­κό­λας κι ἐ­γὼ νὰ μὴν εἴ­χα­με χω­ρί­σει. Νὰ μὴν εἴ­χα­με ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὴ μο­να­ξιά μας σὲ τε­τρά­πο­δα τέ­ρα­τα. Μι­λοῦν τὴ γλώσ­σα μας φαρ­σί, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χουν ἀν­θρω­πιὰ οὔ­τε γιὰ δεῖγ­μα.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς (Ἀ­θή­να, 1982). Ὁ Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν καὶ Ὀξ­φόρ­δης. Ἔ­λα­βε δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τοῦ Δι­καί­ου ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου. Εἶ­ναι λέ­κτο­ρας καὶ fellow Νο­μι­κῆς τοῦ Κο­λε­γί­ου St Catharine’s στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Καίμ­πρι­τζ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία ποι­η­μά­των Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004), Τὰ ὄν­τως ὄν­τα (Κέ­δρος, 2012) κ.ἄ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρου­μα­νι­κὰ καὶ σλο­βε­νι­κά. Ἔ­χει, κα­τὰ και­ρούς, δη­μο­σι­εύ­σει δο­κί­μια, με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ἀ­φη­γή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Gloria in Excelsis (Κέ­δρος, 2017).



		

	

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης: Δωμάτιο 111



Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης


Δω­μά­τιο 111


ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ τῆς πτέ­ρυ­γας μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­σε, ὅ­τι θὰ με­τα­φερ­θῶ. Ρω­τών­τας «για­τί;» ἀ­πάν­τη­σε «ἔ­χου­με δύ­ο εὐ­ά­λω­τους σὲ μι­κρό­βια κι εἶ­στε ὁ μό­νος μὲ νό­ση­μα μὴ με­τα­δι­δό­με­νο».

       Σὲ λί­γο μὲ πῆ­γαν στὸ δω­μά­τιο 111. Το­πο­θε­τή­θη­κα ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκο­μέ­νους. Μὲ λευ­χαι­μί­α. Δε­ξιά, πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἕ­νας με­σή­λι­κας. Ἔ­δι­νε δια­ρκῶς ὁ­δη­γί­ες στὴ σύ­ζυ­γο, ποὺ πλάν­τα­ζε βου­βά, γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση ἑ­νὸς πα­νω­ση­κώ­μα­τος, στὸ Το­λό, καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια. «Πρό­σε­ξε», τό­νι­ζε, «μὴν ἔ­χει ὁ ἀ­δερ­φός μου τί­πο­τε ἀ­παι­τή­σεις στὸ σπί­τι, θὰ κα­τέ­βω καὶ θὰ τὸν πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος!» Πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα κα­τέ­λη­ξε.

       Ἀ­ρι­στε­ρά μου ἕ­νας ἄν­τρας, γύ­ρω στὰ 50. Σὲ λή­θαρ­γο, λές. Μὲ ὄ­ψη ἄ­σπρη σὰν γλειμ­μέ­νο κό­κα­λο. Τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἡ μί­α, γε­ρα­σμέ­νη πρό­ω­ρα. Μα­ζὶ μιὰ ἔ­φη­βη. Θυ­γα­τέ­ρα της ἀ­πὸ γά­μο μὲ τὸν ἀ­σθε­νῆ. Τώ­ρα σὲ δι­ά­στα­ση. Ἡ δεύ­τε­ρη, ξαν­θιὰ Οὐ­κρα­νή. Συ­ζοῦ­σε μὲ τὸν δι­πλα­νό.

       Ὅ­ταν ὁ ἐν λό­γῳ ξυ­πνοῦ­σε καὶ ἦ­ταν πα­ροῦ­σα ἡ πρώ­ην, τὸν πα­ρό­τρυ­νε, μὲ σβη­σμέ­νη φω­νή, «πᾶ­με σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, στὴν Τῆ­νο, νὰ βο­η­θή­σει ἡ Πα­να­γί­α!». Ἔ­βα­ζε φι­τι­λι­ὲς γιὰ τὴν και­νούρ­για, «δὲν ἦρ­θε σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ προ­χθές, εἶ­δες; Ἐ­νῶ ἐ­γὼ μέ­ρα νύ­χτα ἐ­δῶ μὲ τὸ κο­ρί­τσι μας». Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ ξαν­θιά, «ἔ­χει τὸ μα­γα­ζὶ στὴν πα­ρα­λια­κή, μω­ρὴ μα­λά­κω, πῶς νά ‘ρθεῖ;»

       Ὅ­σες νύ­χτες πα­ρέ­μει­νε ζων­τα­νός, κα­τὰ τὶς 4 τὸ πρω­ΐ, τη­λε­φω­νοῦ­σε σὲ κά­ποι­ον. Ρω­τοῦ­σε, ἂν τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι στὴ γύ­ρα. Παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση μὴ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ οὔρ­λια­ζε, «Σή­κω­σέ τες νὰ πᾶ­νε στὰ τρα­πέ­ζια, γα­μῶ τὸν ἀν­τί­θε­ό μου, νὰ κά­νουν κον­σο­μα­σιόν. Θὰ τὶς ξε­σκί­σω ἅ­μα γυ­ρί­σω. Κι ἐ­σέ­να, μα­λά­κα».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ κα­τέ­λη­ξε κι ἐ­κεῖ­νος ἡ πρώ­ην ἀ­νέ­βα­σε ὀ­κτά­βες. Ρί­χτη­κε στὴ γκό­με­να. «Μά­ζε­ψέ τα. Τὸ παι­δί μου ἔ­χει νό­μι­μο δι­καί­ω­μα στὸ μα­γα­ζί. Ἢ χά­σου ἢ μέ­νεις καὶ σ’ ἔ­χω που­τά­να μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες νὰ μοῦ τὰ φέρ­νεις, κα­ρι­ό­λα.»

       Κοί­τα­ξα ἔ­ξω τὸν οὐ­ρα­νό. Πα­νω­ση­κώ­μα­τα, κω­λόμ­πα­ρα, με­τα­δι­δό­με­να καὶ μὴ νο­σή­μα­τα. Ζω­ή…



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης (Δε­σφί­να Φω­κί­δας, 1951). Ποί­η­ση, Δο­κί­μιο-Κρι­τι­κή. Τε­χνι­κὸς μη­χα­νο­λο­γι­κῆς συν­τή­ρη­σης στὴ χη­μι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α (Ἀ­λου­μί­νιον τῆς Ἑλ­λά­δος). Ποι­ή­μα­τά του, δο­κι­μια­κὰ κεί­με­να καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ή­μα­τά του με­τα­φρά­στη­καν στὰ ἀλ­βα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα. Βι­βλί­α του: Πτω­χὸν με­τάλ­λευ­μα (ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἐμ­βό­λι­μον, Ἄ­σπρα Σπί­τια, 1990), Ἀ­μει­ψι­σπο­ρά (ἔκ­δο­ση τῆς Δη­μό­σιας Κεν­τρι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Λε­βα­δεί­ας, 1996), Δί­στο­μο 10 Ἰ­ου­νί­ου 1944 – τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2010· Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Χρο­νι­κοῦ-Μαρ­τυ­ρί­ας), Πι­­στο­­ποι­­η­τι­­κὰ θνη­­τό­τη­­τας. Ποι­ήμα­τα 1970-2010 (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2014) κ.ἄ.

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Ἡ Βασίλω



Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Ἡ Βα­σί­λω


 ΒΑΣΙΛΩ Μ. γεν­νη­θη­κε στὴ Λάκ­κα Σου­λί­ου, στὸ χω­ριὸ Δερ­βί­ζαι­να ἐν ἔ­τει 189… Στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της παν­τρεύ­τη­κε τὸν Γι­ώρ­γη Γ. κι ἔ­κα­ναν ἕ­ξι παι­διά, ἔ­ζη­σαν τὰ τέσ­σε­ρα. Σκλη­ρὴ γυ­ναί­κα μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες στιγ­μὲς γλυ­κύ­τη­τας καὶ προ­σή­νειας.  Πα­νέ­ξυ­πνη, δι­α­ό­λου κάλ­τσα.  Ἡ φτώ­χεια τοὺς ἔ­δερ­νε, ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους, στὴν ἄ­γο­νη γῆ ποὺ τοὺς δό­θη­κε. Ἕ­να κη­πά­κι μὲ τὰ ζαρ­ζα­βα­τι­κά τους, δυ­ὸ κα­τσί­κες καὶ πέν­τε πρό­βα­τα ἦ­ταν τὸ ἔ­χει τους. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν πρα­μα­τευ­τής, γυ­ρο­λό­γος, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ χω­ριὰ τῆς πε­ρι­ο­χῆς που­λών­τας τὴν πρα­μά­τεια του. Βα­σί­λισ­σα τὴν εἶ­χε τὴ Βα­σί­λω, ὅ,τι φτω­χι­κὸ ἀ­πο­κτοῦ­σε, στὰ χέ­ρια της τὸ ἀ­πό­θε­τε. Ἡ Βα­σί­λω δὲν σκο­τι­ζό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ριοῦ, ψό­φα­γε νὰ λι­ά­ζε­ται στὴν αὐ­λή της μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔπι­α­νε τὸ τρα­γού­δι.

        Μα­νου­σά­κια, μα­νου­σά­κια, μό­σχος καὶ γα­ρυ­φαλ­λά­κια.

        Τὰ παι­διά της τὰ ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά της νω­ρίς, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ ἄν­δρα της δὲν εἶ­χε νὰ τὰ θρέ­ψει. Τὰ ἔ­στει­λε στὴν Ἀ­θή­να στὴν ἀ­δελ­φή της, ποὺ εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ κα­τέ­βει γιὰ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα καὶ νὰ τὴν υἱ­ο­θε­τή­σει ἕ­να πλού­σιο ζευ­γά­ρι ἄ­τε­κνων με­γα­λο­α­στῶν. Κρά­τη­σε κον­τά της μό­νον τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Κί­τσο. Τὸν πάν­τρε­ψε μὲ προ­ξε­νιὸ μὲ τὴν Ἄν­να, κό­ρη ἐρ­γά­τη, ποὺ μό­λις εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α. Μὲ τὸ ζευ­γά­ρι συγ­κα­τοι­κοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια στέ­γη. Ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ἐγ­γό­νια καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι φτά­νουν καὶ πε­ρισ­σεύ­ουν, ἐ­φάρ­μο­σε μί­α δρα­στι­κὴ καὶ πρω­τό­τυ­πη μέ­θο­δο ἀν­τι­σύλ­λη­ψης: μπού­κα­ρε στὴν κά­μα­ρα τοῦ ζευ­γα­ριοῦ κά­θε ποὺ μυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι ἐ­πί­κει­ται συ­νου­σί­α καὶ τοὺς ἔ­κο­βε τὴ φό­ρα: «Δύ­ο ἔ­χε­τε, φτά­νουν! Δὲν χρει­ά­ζε­στε ἄλ­λα. Πῶς θὰ τὰ θρέ­ψε­τε, μπρέ;»

        Στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τέ­βη­κε στὴν Ἀ­θή­να νὰ θά­ψει τὸ στερ­νο­πού­λι της τὸν Νά­σο ποὺ ἔ­φυ­γε στὰ σα­ράν­τα ἑ­φτά του. Τὴ νύ­φη της τὴ Μα­ρί­α, ποὺ ἔ­κλαι­γε καὶ χτυ­πι­ό­ταν στὴν κη­δεί­α, τὴν ἀ­πο­πῆ­ρε: «Τί κά­νεις ἔ­τσι, γυ­ναί­κα; Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς καὶ οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους!»

        Ἡ Βα­σί­λω ἀ­πε­βί­ω­σε στὰ ἐ­νε­νῆν­τα ἑ­φτά της ἐν Ἀ­θή­ναις. Αἰ­τί­α ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἔκ­θε­ση στὸν ἥ­λιο, τὸν ὁ­ποῖ­ον λά­τρευ­ε ὅ­πως εἴ­πα­με, γε­γο­νὸς ποὺ τῆς προ­κά­λε­σε ντου­βρουν­τζά*, κα­τὰ τὰ κοι­νῶς λε­γό­με­να.  Στὸν για­τρὸ ποὺ ἦρ­θε νὰ τὴν ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἑ­τοι­μο­θά­να­τη, ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι «τί ἦρ­θες νὰ κά­νεις κι ἐ­σύ; Ἐ­γὼ τώ­ρα φεύ­γω. Ἄν­τε γειὰ καὶ κα­λὴ ἀν­τά­μω­ση.»

        Ἔ­τσι πέ­θα­νε, ἥ­συ­χη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­ζη­σε.


ντου­βρουν­τζάς· ἐγκεφαλικό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπούδασε Φιλολογία καὶ πῆρε με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτικῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ πα­νελ­λή­νιους δι­α­γω­νι­σμοὺς καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Μαν­δρα­γό­ρας, Πα­ρέμ­βα­ση, Κο­ράλ­λι, Δέ­κα­τα, Ὀ­ρο­πέ­διο, Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2014 λει­τουρ­γεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα τὸ δι­κό της ἐρ­γα­στή­ρι Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὸ Κέν­τρο Δί­α Βί­ου Μά­θη­σης (ΙΝΕΔΙΒΙΜ).