Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi): Τρί­χα



Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi)


Τρί­χα

(Hair)


ΤΑΝ ΞΥΠΝΑΩ, νι­ώ­θω μιὰ τρί­χα μέ­σα στὸ στό­μα μου. Εἶ­ναι ὑ­φα­σμέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα μου, ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια μου. Μα­ζεύ­ε­ται σά­λιο ἔ­τσι ὅ­πως προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ξε­φορ­τω­θῶ πι­πι­λί­ζον­τάς την, νὰ τὴν τσιμ­πή­σω μὲ τὰ δά­χτυ­λά μου, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴ γρα­πώ­σω. Εἶ­ναι δι­κιά μου ἢ δι­κιά της; Δὲν θὰ ξαφ­νι­α­ζό­μουν ἂν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου. Οἱ τρί­χες της μπλέ­κον­ται παν­τοῦ. Πάν­το­τε ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν ψα­λί­δα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά της κα­θι­σμέ­νη στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Μό­λις ἔ­χα­σε τὰ μαλ­λιά της λό­γῳ τῆς θε­ρα­πεί­ας, δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἔρ­θει ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ τὸ νὰ μα­ζέ­ψει μὲ τὴ βούρ­τσα τὶς τρί­χες καὶ νὰ τὶς πε­τά­ξει. Ὑ­πάρ­χει τό­σος πό­νος στὸ νὰ εἶ­σαι μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς μαλ­λιά. Ξύ­ρι­σα κι ἐ­γὼ τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ δεί­ξω τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξή μου· δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο, εἶ­πε.

       Τὰ κα­τά­φε­ρα, ἐ­πι­τέ­λους. Τὴν ἔ­χω ἐ­δῶ, μου­σκε­μέ­νη καὶ κολ­λη­μέ­νη στὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά μου. Δὲν εἶ­ναι δι­κιά της. Πε­τά­ω τὰ σκε­πά­σμα­τα ἀ­πὸ πά­νω μου, ψά­χνον­τας στὰ σεν­τό­νια γιὰ ἐ­κεί­νη, ἀ­κό­μα κι οἱ τρί­χες της ὅ­μως δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα http://adhocfiction.com/2017/04/hair/

Σαν­τί­νο Πρίν­ζι (Santino Prinzi). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴ «Na­tio­nal Flash Fi­ction Day» στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, εἶ­ναι ἀρ­χι­συν­τά­κτης στὸ New Flash Fi­ction Re­view καὶ μέρος τῆς ὁ­μά­δας ποὺ βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἐ­τή­σιο «Flash Fi­ction Li­te­ra­ry Fe­sti­val», λο­γο­τε­χνι­κὸ φε­στι­βὰλ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ flash fiction. Γρά­φει flash fiction, πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Διαφημίσεις

Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ πιάνο


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Τὸ πιά­νο


ΠΟ ΜΙΚΡΗ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παί­ζει πιά­νο. Κα­θό­ταν μὲ τὶς ὧ­ρες στὸ δω­μά­τιό της, κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της, ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μα­ξι­λά­ρι καὶ πά­νω του τὰ λε­πτά της δά­χτυ­λα ἔ­παι­ζαν ὅ­λες τὶς συμ­φω­νί­ες τοῦ κό­σμου. Οἱ νό­τες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν στὸ ἀ­φρο­λὲξ καὶ τὰ δά­χτυ­λά της πλη­γώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­ω­ρη ἐ­ξά­σκη­ση. Ὥ­σπου τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἡ μά­να της γιὰ νὰ φά­ει καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ ξύ­λου ἔ­βγαι­νε τρέ­χον­τας, ἀ­φή­νον­τας τὸ πιά­νο της ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ ὄ­νει­ρά της. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὶς τέ­χνες, μὰ πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λε νὰ φτιά­χνει τοὺς δι­κούς της κό­σμους μὲ τὸ πιά­νο της, τὴ ζω­γρα­φι­κή της, τὰ κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τά της. Σὲ αὐ­τὰ κα­τα­κτοῦ­σε τὸν κό­σμο καὶ φαν­τα­ζό­ταν τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να ξαν­θά της μαλ­λιὰ σὲ μιὰ συ­ναυ­λί­α νὰ πέ­φτουν πλού­σια πά­νω ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο της φό­ρε­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὴν τε­λευ­ταί­α ὑ­πό­κλι­ση τῆς βρα­διᾶς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ πα­ρα­λη­ροῦ­σε γιὰ τὴν ἑρ­μη­νεί­α της.

        Ἡ μά­να της δύ­σκο­λη, μὰ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Κα­θά­ρι­ζε σχο­λεῖα ἀ­πὸ τὴ ριγ­μέ­νη γνώ­ση, τὰ μι­σο­φα­γω­μέ­να γράμ­μα­τα καὶ τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια τοῦ παι­χνι­διοῦ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Μιὰ μέ­ρα τὴν πῆ­ρε μα­ζί. Ὅ­σο ἡ μά­να της κα­θά­ρι­ζε, ἐ­κεί­νη βα­ρι­ό­ταν ποὺ δὲν εἶ­χε μέ­ρος νὰ χτί­σει κό­σμους καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­σκο­πα στὶς αὐ­λὲς καὶ στὶς τά­ξεις στὰ ὑ­πό­γεια. Σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο στὸ βά­θος, ἡ πόρ­τα ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη μὲ λου­κέ­το, κα­θὼς ἔ­λει­πε ἡ κλει­δα­ριά της. Ἀ­μέ­σως, ἡ μι­κρὴ Ζω­ὴ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι κά­ποι­ο ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κὸ φυ­λοῦ­σαν οἱ δά­σκα­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὸ μυα­λό της κάλ­πα­ζε σὰν ἄ­λο­γο ὅ­σο πλη­σί­α­ζε. Μὲ λί­γο φό­βο, μὰ πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν πε­ρι­έρ­γεια ποὺ πάν­τα δι­έ­θε­τε μπό­λι­κη, τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ ἐ­κεί­νη μι­σά­νοι­ξε ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ λου­κέ­το. Ἡ Ζω­ὴ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κε­νὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε καὶ τό­τε τὸ εἶ­δε.

        Κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, κα­τά­μαυ­ρο καὶ σο­βα­ρό, στε­κό­ταν ἀ­γέ­ρω­χο ἕ­να πιά­νο. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιὰ μὲ τὴν οὐ­ρά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι παί­ζει. Μα­γεύ­τη­κε μο­νο­μιᾶς! Γιὰ λί­γες στιγ­μές, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ κοι­νὸ ἀ­πὸ κά­τω, τὰ φῶ­τα καὶ τὴ ζά­λη τῶν δα­χτύ­λων της πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Δὲν κου­νή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­μέ­σως. Σὲ λί­γο, τρά­βη­ξε κι ἄλ­λο τὴν πόρ­τα, μὰ δὲν τῆς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Ψη­λό­λι­γνη, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς στέ­κες, ποὺ λέ­γα­με πα­λιά, δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­φή­σει μιὰ πόρ­τα νὰ τὴ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς εὐ­χῆς της. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη ὅ­σο πή­γαι­νε καὶ χώ­θη­κε στὸ κε­νό. Τὰ χέ­ρια της μά­τω­σαν ἀ­πὸ τὰ γρέ­ζια τῆς πόρ­τας, μὰ ἡ Ζω­ὴ σφί­χτη­κε κι ἄλ­λο καὶ πέ­ρα­σε τε­λι­κά. Πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ τὸ βου­βὸ πιά­νο καὶ ἀ­φοῦ τὸ χά­ϊ­δε­ψε σὲ ὅ­λη του τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­θι­σε στὸ φα­γω­μέ­νο σκα­μνὶ μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ πι­σι­νοῦ τῆς μου­σι­κοῦ τοῦ σχο­λεί­ου. Κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα της. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ πλῆ­κτρα. Πρῶ­τα στὰ με­γά­λα λευ­κὰ καὶ με­τὰ στὰ μι­κρὰ μαῦ­ρα. Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὶς συμ­φω­νί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τό­σο και­ρὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι της. Τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, τὰ πλῆ­κτρα ὑ­πο­κλί­νον­ταν στὴ μα­ε­στρί­α της, ζη­τών­τας ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ χά­δι ἀ­πὸ τὰ ὁ­λό­λευ­κά της χέ­ρια. Κι ἐ­κεί­νη τοὺς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη.

        Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κυ­νη­γη­τό, ὅ­που μιὰ γά­τα μὲ νύ­χια σὰν τὰ δά­χτυ­λα τῆς Ζω­ῆς κυ­νη­γοῦ­σε τὰ μαῦ­ρα πον­τί­κια πά­νω στὸ χι­ό­νι. Γλι­στροῦ­σε ἡ γά­τα στὸν πά­γο, πα­νη­γύ­ρι­ζαν τὰ πον­τί­κια μὲ ἔν­τα­ση. Μιὰ μά­χη ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πά­νω στὸ μουν­τὸ πιά­νο. Φα­νε­ρά τὰ ση­μά­δια της, κα­θὼς τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὰ κομ­μέ­να στὴν πόρ­τα χέ­ρια τῆς Ζω­ῆς ἄρ­χι­σε νὰ κοκ­κι­νί­ζει τὰ λευ­κὰ πλῆ­κτρα. Πάν­τα νι­κοῦ­σαν τὰ πον­τί­κια στὸ τέ­λος. Ἡ γά­τα πέ­θαι­νε μὲ ἕ­να δυ­να­τὸ ντὸ καὶ τὰ πον­τί­κια ἔ­στη­ναν τε­λε­τουρ­γι­κὸ χο­ρὸ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σουν. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἡ πι­α­νί­στρια ἀ­πὸ τὴ σφο­δρὴ μά­χη, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της στὸ ἀ­να­λό­γιο νὰ ξα­πο­στά­σει. Εἶ­χε πά­ρει ζω­ὴ τώ­ρα. Εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους δεῖ ἕ­να πιά­νο ἀ­πὸ κον­τά. Ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει πλέ­ον.

        «Ἄ­τι­μα πον­τί­κια. Κι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σαν;» ἀ­κού­στη­κε ἡ μά­να νὰ λέ­ει. «Νό­μι­ζα πὼς εἶ­χαν σφρα­γί­σει τὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι πῆ­ρε τὴ ζω­ή του πά­νω στὸ πιά­νο» εἶ­πε καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα ἐ­νώ­νον­τας τὰ δύ­ο φύλ­λα.

        Ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἡ κό­ρη της, μὰ τώ­ρα πιὰ ἡ γριὰ κα­θα­ρί­στρια δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται τὶς πέν­θι­μες νό­τες ποὺ τῆς πῆ­ραν τὴ Ζω­ή της.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole): Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη



Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole)


Ἑ­πτὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­να ἀ­ε­ρο­σκά­φη


  1. Ἡ κα Ντά­λα­γου­έϊ εἶ­πε πὼς θὰ τὰ ἀ­γο­ρά­σει ἡ ἴ­δια τὰ λου­λού­δια. Ἕ­να χτύ­πη­μα μὲ στό­χο πι­θα­νο­λο­γού­με­νη τρο­μο­κρα­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἰ­σο­πέ­δω­σε τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο.

  1. Λέ­γε με Ἰ­σμα­ήλ. Ἤ­μουν νέ­ος σὲ ἡ­λι­κί­α στρά­τευ­σης. Κά­η­κα ζων­τα­νὸς τὴ μέ­ρα τοῦ γά­μου μου. Οἱ γο­νεῖς μου εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι.

  1. Ἐ­πι­βλη­τι­κὸς καὶ πα­χου­λός, ὁ Μπὰκ Μά­λιγ­καν ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ κε­φα­λό­σκα­λο κρα­τών­τας ἕ­να κύ­πελ­λο μὲ σα­που­νά­δα. Μιὰ βόμ­βα σφύ­ρι­ξε. Αἷ­μα στοὺς τοί­χους. Πῦρ ἐξ οὐ­ρα­νοῦ.

  1. Εἶ­μαι ἕ­νας ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος. Τὸ ὄ­νο­μά μου ἄ­γνω­στο. Οἱ ἔ­ρω­τές μου μυ­στή­ριο. Μὰ ἕ­να τη­λε­κα­τευ­θυ­νό­με­νο ἱ­πτά­με­νο ὄ­χη­μα ποὺ ἦρ­θε ἀ­πὸ μυ­στι­κὴ το­πο­θε­σί­α μὲ ἐν­τό­πι­σε.

  1. Κά­ποι­ος θὰ πρέ­πει νὰ συ­κο­φάν­τη­σε τὸν Γι­ό­ζεφ Κ., δι­ό­τι χω­ρὶς νὰ ἔ­χει κά­νει τί­πο­τα κα­κό, ἕ­να ὡ­ραῖ­ο πρω­ῒ τὸν σκό­τω­σε ἕ­να μὴ ἐ­παν­δρω­μέ­νο ἀ­ε­ρο­σκά­φος τύ­που Predator.

  1. Τὸν Ὀ­κόν­κου­ο τὸν ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὰ ἐν­νιὰ χω­ριὰ κι ἀ­κό­μα πα­ρα­πέ­ρα. Τὸ πτῶ­μα του βρέ­θη­κε, ἀλ­λὰ ἀ­κέ­φα­λο.

  1. Σή­με­ρα πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα. Τὸ ἐ­πι­χει­ρη­σια­κὸ σχέ­διο τοῦ Πεν­τα­γώ­νου προ­φυ­λάσ­σει τὶς ζω­ὲς τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν ὑ­πη­κό­ων.

Ση­μεί­ω­ση: Κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­πά­νω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Τέ­ζιου Κό­ουλ ἀρ­χί­ζει μὲ τὶς πρῶ­τες λέ­ξεις ἑ­νὸς πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Κα­τὰ σει­ράν: Ἡ κυ­ρί­α Ντά­λα­γου­έ­ϊ (Βιρ­τζί­νια Γούλφ, 1925), Μόμ­πι Ντίκ (Χέρ­μαν Μέλ­βιλ, 1851), Ὀ­δυσ­σέ­ας (Τζέ­ιμς Τζό­ις, 1922), Ὁ ἀ­ό­ρα­τος ἄν­θρω­πος (Ρὰλφ Ἔ­λι­σον, 1952), Ἡ δί­κη (Φραν­τς Κάφ­κα, 1925), Τὰ πάν­τα γί­νον­ται κομ­μά­τια (Τσι­νού­α Ἀ­τσέμ­πε, 1958) καὶ Ὁ ξέ­νος (Ἀλ­μπὲρ Κα­μί, 1942).


Πη­γή: https://thenewinquiry.com/blog/seven-short-stories-about-drones/  

 

Τέ­ζιου Κό­ουλ (Teju Cole) (Κα­λα­μα­ζού, Μί­σιγ­καν, ΗΠΑ, 1975). Συγ­γρα­φέ­ας, φω­το­γρά­φος καὶ ἱ­στο­ρι­κός της Τέ­χνης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Every Day is for the Thief (2007), τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Open City (2012), τὴν συλ­λο­γὴ δο­κι­μί­ω­ν Known and Strange Things (2016), καὶ τὸ φω­το­γρα­φι­κὸ ἄλ­μπουμ Punto d’Ombra (2016).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες [2007] καὶ Ἀ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Διονυσίου, Ἑλένης και ὅλων τῶν διὰ πυρᾶς τελειωθέντων


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Δι­ο­νυ­σί­ου, Ἑ­λέ­νης καὶ ὅ­λων τῶν διὰ πυ­ρᾶς τε­λει­ω­θέν­των


Κι ἂν πιοῦν θο­λὸ νε­ρὸ ξα­να­θυ­μοῦν­ται,

δι­α­βαί­νον­τας λι­βά­δια ἀ­πὸ ἀ­σφο­δεί­λι,

πό­νους πα­λιοὺς ποὺ μέ­σα τους κοι­μοῦν­ται…


ΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ τῆς λήθης ἀ­πό­δω­σε: πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα τῆς κα­τά­ρας ὅ­που γεν­νή­θη­καν καὶ ἔ­ζη­σαν ἀ­νί­δε­οι ὅ­πως οἱ προ­η­γού­με­νοι, ὥ­σπου νὰ λε­η­λα­τη­θεῖ ἐ­πι­τη­δεί­ως τῶν ὀ­στῶν τους καὶ ἡ ἔ­σχα­τη στά­χτη. Πο­τέ, πο­τὲ μὴ θυ­μη­θοῦν κα­νέ­ναν ἀ­π’ ὅ­σους παν­τὶ τρό­πω τοὺς δι­έ­φθει­ραν, τοὺς ἐ­ξα­χρεί­ω­σαν καὶ τοὺς ξε­πού­λη­σαν κά­θε στιγ­μή, ὡς καὶ αὐ­τὴν τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου τους.

        Πρῶ­τα τὴ Δι­και­ο­σύ­νη τῆς Λή­θης. Κι ὕ­στε­ρα τά­ξον αὐ­τοὺς σταῖς χλό­αις, σταῖς δρό­σους, σταῖς παν­τοῖ­ες ἀ­να­ψυ­χαῖς ἐν Τό­πω Ἀ­να­ψύ­ξε­ως πά­λι καὶ πά­λι!

        Νὰ σβή­σει τῆς ἐκ­πύ­ρω­σης τὴν ἀ­γω­νι­ώ­δη ἀ­πο­ρί­α, τὴ φρι­κώ­δη τους τή­ξη στὸ ἀ­κα­ρια­ῖο ἐ­κεῖ: τῆς Λα­κω­νί­ας, τῆς Ἠ­λεί­ας, τῆς Μά­νης, τῆς Εὐ­βοί­ας, ἁ­παν­τα­χοῦ, ὅ­ταν πὼς τε­λει­ω­τι­κά τοὺς πρό­λα­βε κα­τά­λα­βαν μα­ζὶ μ’ ὅ­λη τὴ φλο­γι­σμέ­νη μα­ται­ό­τη­τα τῶν κραυ­γῶν: ἀ­γά­πη μου! τὰ παι­διά μου! οἱ ἄλ­λοι.., ποῦ… μά­να μου! για­τί; ἄν; καὶ ἅ­παν­τα τοῦ πρό­τε­ρον βί­ου κα­θο­λι­κὰ ἐγ­καύ­μα­τα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σει μιὰ Ἀ­νά­ψυ­ξις, δὲ φτά­νει.

        Τὸν ὕ­πνο τῶν ἀ­δί­κων, τὸν κα­τα­ρα­μέ­νο μας ὕ­πνο νὰ στοι­χει­ώ­νουν ὅ­μως!

        Ὥ­σπου οἱ θη­ρι­ω­δῶς ἀ­δι­ά­φο­ροι, οἱ ἀ­με­λεῖς, οἱ ἀ­μνή­μο­νες οἱ δῆ­θεν ἐν ἀ­γνοί­α, οἱ νω­θροί, οἱ ψεῦ­τες, οἱ δει­λοί, οἱ ἀ­γνώ­μο­νες, οἱ παν­τοῖ­οι εὐ­πώ­λη­τοι, πτω­μα­το­φά­γοι ἄ­πλη­στοι, γλεῖ­φτες κά­θε ἀ­χρει­ό­τα­της ἐ­ξου­σί­ας, ἄυ­πνοι στὸν αἰ­ώ­να νὰ λει­ώ­σου­με

στῆς Ἔ­νο­χης

τὴν Πυ­ρω­μέ­νη Φά­κα

27/8/2007



Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἐξόριστες Φωνές  Στοχασμοί καί Ἱστορίες,  Ἐκδ. Ἁρ­μός,­­ 2013.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012.


Ἀθανάσιος Γκράβαλης: Ἡ Βασιλές


Ἀ­θα­νά­σιος Γκρά­βα­λης


Ἡ βα­σι­λές


ΟΥΣΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ στὸ χω­ριό μου ἕ­νας βα­σι­λές. Ἕ­νας βα­σι­λὲς ὅ­μως ἀ­λη­θι­νός, ὄ­χι σὰν αὐ­τοὺς ποὺ φο­ρᾶν στὸ κε­φά­λι τους κο­ρό­νες καὶ βα­στᾶν στὰ χέ­ρια πα­τε­ρί­τσες καὶ ὁ­ρί­ζουν τοὺς λα­οὺς σὰν κο­πά­δια.

        Ζοῦ­σε μιὰ φο­ρὰ στὴν πα­τρί­δα μου ἕ­νας βα­σι­λὲς ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν οὗ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ οὗ­λα τὰ μω­ρά, ποὺ πά­γαι­νε στὸ δρό­μο μο­να­χὸς δί­χως ἀ­κο­λου­θί­ες καὶ τούμ­πα­να. Τοῦ­τος ὁ δι­κός μου «ἡ βα­σι­λὲς» ὅ­ρι­ζε ἕ­να βα­σί­λει­ο με­γά­λο ὅ­σο ἡ σκέ­ψη. Γιὰ σκέ­πα­σμα στὸ θρό­νο του εἶ­χε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ οὐ­ρα­νὸ καὶ γιὰ δύ­να­μή του τῶν ἀν­θρώ­πων τὴν ἀ­γά­πη.

        Ὁ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λης «ἡ βα­σι­λές». Για­τί τὸν βγά­λα­νε αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα δὲν τὸ ξέ­ρω. Ὅ­ποιος τοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὅ­μως ἔ­κα­νε πο­λὺ κα­λά, για­τί τοῦ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λη τοῦ βα­σι­λὲ ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νο­μα τοῦ ταί­ρια­ζε μο­νά­χα.

        Ὅ­λη τὴ ζω­ή του «ἡ βα­σι­λὲς» τὴν πέ­ρα­σε ἀ­πά­νου στὴ θά­λασ­σα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια τῶν γκρέ­μνων ἀ­κρο­γι­α­λι­ῶν ποὺ τὰ δέρ­νει πάν­τα τὸ κύ­μα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια καὶ στὲς γοῦ­βες τὶς γε­μά­τες ἀ­πὸ κα­λό­γνω­μες καὶ στρεί­δια καὶ μύ­δια καὶ κά­θε εἶ­δος θα­λασ­σι­νά.

        Σπί­τι του καὶ χα­ρὰ του μιὰ βάρ­κα.

        Μέ­σα σ’ αὐτὴ ἔ­ζη­σε ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νή­θη­κε σ’ αὐ­τή, ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νη­θή­κα­νε κι οἱ δυ­ό τους μα­ζί. Δὲν ξέ­ρω.

        Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸν βα­σι­λὲ καὶ τὴ βάρ­κα του δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲς νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­σω.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν βαρ­κά­ρης. Βαρ­κά­ρης ποὺ δὲν δού­λευ­ε γιὰ κα­νέ­ναν ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του μο­νά­χα.

        Γύ­ρι­ζε ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴ θά­λασ­σα σέρ­νον­τας μα­ζὶ μὲ τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του καὶ τὴ γέ­ρι­κια πιὰ σὰν αὐ­τὸν κού­νια του. Μὲ τὴ βάρ­κα ἡ βα­σι­λὲς περ­πα­τοῦ­σε ἐ­πά­νω στοὺς για­λοὺς καὶ στὸ μπου­ρί­νι καὶ στὴν πα­γω­νιὰ καὶ  στὴ βρο­χὴ καὶ στὸ λι­ο­πύ­ρι.

        Ἔ­φευ­γε ἀπ’ τὴν ἀρα­ξά του πουρ­νὸ-πουρ­νό. Ἔ­φευ­γε καὶ τρα­βοῦ­σε πό­τε μέ­σα στὶς ἀγ­κά­λες, πό­τε κα­τὰ τὸ πέ­λα­γο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει για­τί, χω­ρὶς νὰ ζητᾶ τί­πο­τα. Ἀλ­λι­ῶς δὲν ἤ­τα­νε βο­λε­τὸ νὰ κά­νει.

        Ὅ­λα τὰ θο­λά­μια κι ὅ­λες οἱ γοῦ­βες οἱ γε­μά­τες ἀ­πὸ μύ­δια καὶ κα­λο­γρι­ὲς ἤ­τα­νε δι­κές του. Ζοῦ­σε ρου­φών­τας τὴν ἁρ­μύ­ρα κι ἀ­π’ τὸν ἀ­γέ­ρα κι ἀπ’ τὸ για­λό.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν λί­γο καμ­πού­ρης. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ἤ­τα­νε ὅ­μως. Ἴ­σως νὰ τὸν ἔ­παιρ­να ἔ­τσι κα­θὼς τὸν ἔ­βλε­πα πάν­τα σκυ­φτό, πό­τε στὸ κου­πί, πό­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνε στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας καὶ πό­τε σὰν τρα­βοῦ­σε τὰ βρά­δια στὴν πο­λι­τεί­α φορ­τω­μέ­νος στὸν ὦ­μο ἕ­ναν τρο­βά.

        Πα­πού­τσια στὰ πό­δια του οὔ­τε σὰν πέ­θα­νε δὲν τὸν βά­λα­νε. Στὸ κε­φά­λι φο­ροῦ­σε ἕ­να του­νουζ­λί­δι­κο* φέ­σι ξαλ­λή­θω­ρο ἀπ’ τὰ χρό­νια. Τὰ μά­τια του ἤ­τα­νε τρι­γυ­ρι­σμέ­να πάν­τα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­λι­κο κύ­κλο ἀ­πὸ αἷ­μα κι ἡ μύ­τη του ἤ­τα­νε με­γά­λη, ἴ­σα­με γρο­θιά.

        Ἡ βα­σι­λὲς νε­ρὸ δὲν ἔ­πι­νε πο­τές. Τρα­βοῦ­σε μό­νο μὲ τὴν τσό­τρα κρα­σί, ποὺ τό ’παιρ­νε κά­θε βράδυ δί­νον­τας γιὰ πλη­ρω­μὴ κο­ρο­χύ­λια καὶ καβούρια καὶ χά­βα­ρα*.

        Ὁ Μα­νώ­λης ἡ βα­σι­λὲς πέ­θα­νε ὅ­πως πε­θαί­νουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως πε­θαί­νει κά­θε ζων­τα­νό.

        Ἅ­πλω­σε μιὰ νύ­χτα κά­τω ἀ­π’ τὴν ἀ­στρο­φεγ­γιὰ τοῦ χει­μω­νι­ά­τι­κου οὐ­ρα­νοῦ τὰ πο­δά­ρια του, τέν­τω­σε τὰ χέ­ρια του μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­νοι­χτὲς πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο, ἔσφι­ξε τὰ μά­τια του καὶ κο­κά­λια­σε μὲ μιὰ σπι­θα­μὴ ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα.

        Ἡ βάρ­κα του τὸν κου­νοῦ­σε ἔ­τσι ὅ­λη τὴ νύ­χτα, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως τὸν κου­νοῦ­σε πάν­τα ἔ­τσι καὶ ζων­τα­νό.

        Τὸ πρω­ὶ τὸν βρή­κα­νε κά­τι μω­ρὰ ποὺ πῆ­ραν σβάρ­να τὶς ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γιὰ νὰ μα­ζέ­ψουν κο­ρο­χύ­λια.

        Ὁ θά­να­τος τοῦ βασιλέ μα­θεύ­τη­κε γρή­γο­ρα στὰ τρι­γύ­ρω ντά­μια*. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μιὰ καὶ ποὺ πέ­θα­νε ἐ­κε­ῖ πέ­ρα κον­τά, πα­ρά­τη­σε τ’ ἀ­λέ­τρι του ἐ­πά­νω στὴν αὐ­λα­κιά, κα­τέ­βη­κε κα­τὰ τὸ για­λό, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νη κα­τὰ τὴ στε­ριὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸν πε­θα­μέ­νον μ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὴν τσό­τρα* ποὺ κοί­τουν­ταν ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ ρού­φη­ξε λί­γο κρα­σί, ἔ­σκυ­ψε καὶ κα­τὰ τὸν τρο­βά, πῆ­ρε τὰ κο­ρο­χύ­λια ποὺ ἦ­ταν μέ­σα, τά ’βα­λε στὸ ζου­νά­ρι του, τρά­βη­ξε πά­λι τὸ σχοι­νὶ τῆς βάρ­κας καὶ πή­δη­σε στὴ στε­ριά.

        Ἡ βάρ­κα μὲ τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λέ της ἔ­μει­νε ἔ­τσι μο­να­χὴ καὶ ξα­κο­λού­θη­σε νὰ χο­ρεύ­ει ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Τὸν βα­σι­λὲ τὸν θά­ψα­νε κα­τὰ τὸ βρά­δυ.

        Στὸ σού­ρου­πο οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ποὺ δὲν ἔ­κα­νε νὰ χα­σο­με­ρή­σουν τὴ μέ­ρα τὸ ζευ­γά­ρι* των, κα­τε­βή­κα­νε μ’ ἕ­να φτιά­ρι κι ἕ­ναν κα­σμά. Κα­τέ­βη­κε μα­ζί τους κι ὁ γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ μὲ τὸ πε­τρα­χή­λι στὴν ἀ­μα­σκά­λη καὶ μ’ ἕ­να μι­κρὸ σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι. Θυ­μια­τὸ δὲν φέ­ρα­νε.

        Ὕστερα, σὰν ἦρ­τε ἡ ὥ­ρα νὰ θυ­μιά­σουν, βά­λα­νε δυ­ὸ κάρ­βου­να ἀ­πά­νω σὲ μιὰ κε­ρα­μί­δα κι ἕ­να κου­κού­τσι λι­βά­νι ποὺ τὸ βρῆ­κε στὴν τσέ­πη τοῦ γε­λε­κιοῦ του ὁ γού­με­νος.

        Δὲν φέ­ρα­νε οὔ­τε λά­δι οὔ­τε νε­ρό. Ἀν­τὶς νε­ρὸ ἕ­νας πα­ρα­γιὸς πῆ­ρε μὲ τὸ φτιά­ρι λί­γη θά­λασ­σα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξε στὰ μοῦ­τρα τοῦ πε­θα­μέ­νου.

        Τὰ γράμ­μα­τα ὁ γού­με­νος τά ‘­ψα­λε ἀ­πὸ στε­ριά, ἐ­νῶ ὁ νε­κρὸς κοί­τον­ταν ἀ­κό­μα μέ­σα στὴ βάρ­κα ποὺ χό­ρευ­ε ἀ­π’ τὰ κύ­μα­τα. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα, κον­τὰ στὴν ἀμ­μου­διά, δυ­ὸ ἄλ­λοι πα­ρα­γιοὶ σκά­βα­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ἕ­να λάκ­κο.

        Σὰν τέ­λει­ω­σαν τὰ γράμ­μα­τα, τρα­βή­ξα­νε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σχοι­νὶ κα­τὰ τὴ στε­ριά, κι ἕ­νας φορ­τώ­θη­κε τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λὲ στὸν ὦ­μο. Αἱ πα­λά­μες του ἦ­ταν τεν­τω­μέ­νες πάν­τα πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τοῦ βά­λα­νε κι ἕ­να κε­ρα­μί­δι ποὺ βρή­κα­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸ στό­μα, τὸν κα­τέ­βα­σαν στὸ λάκ­κο του καὶ τὸν σκέ­πα­σαν μὲ χα­λί­κια τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς.

        Σὰν φύ­γα­νε ὅ­λοι, ὁ ἴ­διος ὁ πα­ρα­γιὸς ποὺ πρω­το­κα­τέ­βη­κε ἐ­πή­δη­ξε πά­λι στὴ βάρ­κα, ἤ­πι­ε ὅ­σο κρα­σὶ εἶ­χε μεί­νει στὴν τσό­τρα καὶ τὴν πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε καὶ τὸ τσου­βά­λι ποὺ εἶ­χε σκε­πά­σει πε­θα­μέ­νο τὸν βα­σι­λιά, πή­δη­ξε στὴ στε­ριὰ καὶ τρά­βη­ξε κα­τὰ τὸν ἀ­νή­φο­ρο.

        Κι ἡ βάρ­κα χο­ρο­πη­δοῦ­σε ἀ­κό­μα τώ­ρα πιὸ ἀ­λα­φριὰ ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὸ βα­σι­λὲ πέ­θα­νε κι ἡ βάρ­κα του, ποὺ ἦ­ταν γέ­ρι­κη σὰν κι αὐ­τόν, κι εἶ­χε μεί­νει ἔ­ρη­μη στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ σὰν τὸν στε­ρή­θη­κε.

        Ἦρ­ταν οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καὶ τὴν κομ­μα­τι­ά­σα­νε μὲ τοὺς μπαλ­τά­δες γιὰ τὸ κα­ζά­νι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ ξύ­λα μὲ τὸν ἀ­ραμ­πά, ἕ­να μα­δέ­ρι μὲ κά­τι γι­ω­μέ­νες* καρ­φά­ρες ἔ­πε­σε κα­τὰ γῆς. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ κάρ­φω­σε ὄρ­θιο μέ­σα στὰ χα­λί­κια, στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἴ­χα­νε χώ­σει τὸν Μα­νώ­λη τὸν βα­σι­λέ­α. Τ’ ἀ­φή­σα­νε ἐ­κεῖ πέ­ρα ἔ­τσι, καὶ κα­νέ­να χέ­ρι δὲν τό ‘­βγα­λε, ὣς ποὺ τὸ ἕ­λι­ω­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ κύ­μα καὶ ἡ βρο­χή.

        Ὕ­στε­ρα τὸν τά­φο τοῦ βα­σι­λέ­α δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεί­ξει πλειὰ κα­νέ­νας.


Γλωσσάρι:

του­νουζ­λί­δι­κος· ἀπὸ τὸ Τούνεζι (Τυνησία).

χάβαρο· εἶδος ἀχιβάδας.

ντάμι· πρόχειρο ἀγροτικὸ κατάλυμμα.

τσότρα· ξύλινο δοχεῖο.

ζευ­γά­ρι· ζευγάρι βοδιῶν γιὰ τὸ ὄργωμα.

γιωμένος· σκουριασμένος.


Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). [Ση­μεί­ω­ση τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας: Στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό του ση­μεί­ω­μα «Λί­γα λό­για» ποὺ προ­έ­τα­ξε ὁ Γκρά­βα­λης στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ 1930 με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων γρά­φει: «Βι­βλί­ο εἶ­πα πὼς δὲν φα­ντά­ζου­μαι πὼς γρά­φω. Ὅ,τι θαμ­πὸ ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὰ πε­ρα­σμέ­να μιᾶς ζω­ῆς ποὺ ἀ­γα­πῶ, ἀ­γω­νί­ζου­μαι νὰ τὸ κρα­τή­σω ἀ­πά­νω στὸ χαρ­τὶ γιὰ νὰ μὴν χα­θεῖ ὁ­λό­τε­λα. Κι οὔ­τε αὐ­τὸ ἀ­κό­μα δὲν κά­νω κα­λὰ-κα­λά. Παίρ­νω μο­νά­χα κά­τι ἀλ­λι­ώ­τι­κους ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε κά­πο­τε ἀ­νά­με­σά μας καὶ ποὺ σή­με­ρα δὲν ζοῦ­νε πλειὰ τέ­τοι­οι, κά­τι ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν μοιά­ζουν οὔ­τε ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἀλ­λον οὔ­τε μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, ποὺ πό­τε ἔ­χουν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε κά­τι τὸ λει­ψό.»]

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.



		

	

Σοφία Γιάγκα: Ἡ ζακέτα τοῦ μπαμπᾶ

Σο­φί­α Γιά­γκα


Ἡ ζα­κέ­τα τοῦ μπαμ­πᾶ


ΖΑΚΕΤΑ τοῦ μπαμπᾶ κρέ­με­ται στὴ ντου­λά­πα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό μου, στὸ ἐ­ξο­χι­κό μας στὴ θά­λασ­σα. Εἶ­ναι κα­φὲ καὶ ἔ­χει τρί­α στρογ­γυ­λὰ κουμ­πιά, ποὺ γυ­α­λί­ζουν ἀ­πὸ τὴ χρή­ση. Ὑ­πῆρ­χε καὶ τέ­ταρ­το κουμ­πί, στὸ ὕ­ψος τῆς μέ­σης, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ κό­πη­κε, τὸ χά­σα­με καὶ δὲν ἀ­σχο­λη­θή­κα­με νὰ τὸ ἀν­τι­κα­τα­στή­σου­με. Ἔ­τσι καὶ ἀλ­λιῶς πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­κλει­νε. Ἀ­πὸ μαλ­λὶ με­ρι­νό, τοῦ τὴν εἶ­χα φέ­ρει δῶ­ρο, ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α, κά­ποι­α Χρι­στού­γεν­να. Εἶ­χα βα­ρε­θεῖ νὰ ψω­νί­ζω πυ­τζά­μες.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου τό­τε, ἐρ­γα­ζό­ταν, δὲν εἶ­χε πά­ρει ἀ­κό­μα σύν­τα­ξη, καὶ ἔ­τσι ἡ ζα­κέ­τα ζων­τά­νευ­ε μό­νο τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο. Τὴ φο­ροῦ­σε καὶ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μές. Περ­πα­τού­σα­με στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ βου­νοῦ καὶ μά­ζευ­α κυ­κλά­μι­να ἤ κρι­νά­κια, ἀ­νά­λο­γα τὴν ἐ­πο­χή. Οι τσέ­πες της ἦ­ταν πάν­τα γε­μά­τες μὲ θυ­μά­ρι ἤ μα­τζου­ρά­να.

        Προ­σω­πι­κὰ προ­τι­μοῦ­σα τὸ θυ­μά­ρι ὅ­πως καὶ τὰ πο­λύ­χρω­μα, στρογ­γυ­λὰ κού­μα­ρα, ποὺ τὰ ἔ­κα­να καρ­φί­τσα. Ὅ­πως προ­τι­μοῦ­σα καὶ τὶς ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα, ἀλ­λὰ εἶ­χε, ἔ­λε­γε, καὶ τὸ βου­νὸ τὴν ὀ­μορ­φιά του. Εἶ­χε τὴν ἠ­ρε­μί­α ποὺ τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε, τὴ μο­να­ξιὰ ποὺ τὸν χα­λά­ρω­νε, καὶ ἔ­τσι, ἡ μη­τέ­ρα μου καὶ ἐ­γὼ τὸν ἀ­κο­λου­θού­σα­με.

        Τὴν φο­ροῦ­σε ὅ­ταν κα­θό­ταν στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, στὴ γω­νί­α στὸ τζά­κι, γιὰ νὰ ἐ­νη­με­ρω­θεῖ γιὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες κυ­κλο­φο­ρί­ες τῶν βι­βλί­ων.

        Ὅ­ταν κα­τέ­βαι­νε νὰ τα­ξι­νο­μή­σει τὰ πα­λιά του τὰ βι­βλί­α στὴν ἀ­πο­θή­κη.

        Ἀλ­λὰ καὶ ὅ­ταν μα­στό­ρευ­ε στὸ σπι­τά­κι τοῦ κή­που, πί­σω ἀ­πὸ τὴν πα­χου­λὴ λε­μο­νιά.

        Καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ ζη­μιά, μιὰ Κυ­ρια­κὴ πρω­ί. Τὰ σχοι­νιὰ τῆς ξύ­λι­νης κού­νιας μου, εἶ­χαν χα­λα­ρώ­σει καὶ πα­ρό­λο ποὺ δὲν τὴν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα πιά, ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χο νὰ κά­θε­σαι καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νεις τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τῶν λου­λου­δι­ῶν καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρά το δι­α­κρι­τι­κὸ ἄ­ρω­μα τῶν λε­μο­ναν­θῶν.

        Ὁ μπαμ­πὰς εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ καρ­φώ­νει καὶ νὰ σφίγ­γει τὶς βί­δες στὴ βά­ση τοῦ ξύ­λου ὅ­ταν τὸν φώ­να­ξε ἡ μη­τέ­ρα μου. Τὸν ζη­τοῦ­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἄ­φη­σε τὴν πέν­σα καὶ τὸ σφυ­ρὶ καὶ μπῆ­κε τρέ­χον­τας στὸ σπί­τι. Τὸ τη­λε­φώ­νη­μα τέ­λει­ω­σε.

        — Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κρέ­με­ται στὴ ζα­κέ­τα σου; τὸν ρώ­τη­σα. Γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε.

        Ὁ ἀγ­κώ­νας τοῦ δε­ξιοῦ του χε­ριοῦ εἶ­χε μιὰ τρύ­πα. Τὸ μαλ­λὶ ποὺ εἶ­χε τρα­βη­χτεῖ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ βά­ση τῆς λε­μο­νιᾶς. Κόν­τευ­ε νὰ ξη­λω­θεῖ τὸ μι­σὸ μα­νί­κι.

        Ἡ ζα­κέ­τα ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε, χά­ρη στὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τῆς για­γιᾶς. Κα­θα­ρί­στη­κε, δι­πλώ­θη­κε καὶ φυ­λά­χτη­κε σὲ ἕ­να συρ­τά­ρι.

        Δὲν τὴ φό­ρε­σε πο­τὲ ξα­νά.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα χρό­νια κρέ­με­ται στὴ ντου­λά­πα μου, μέ­σα στὸ νά­ϋ­λον τοῦ κα­θα­ρι­στη­ρί­ου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σο­φί­α Γιά­γκα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης καὶ Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λέ­γιο, Β.Α. καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δές, Μ.Α. History στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Birmingham. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ κε­ρα­μι­κὰ καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς.


Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας



Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας

(The Story of an Hour)


ΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ὅ­τι ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε καρ­δια­κὸ πρό­βλη­μα, δό­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χὴ στὸ πῶς θὰ τῆς ἀ­να­κοί­νω­ναν τὴν εἴ­δη­ση τοῦ θα­νά­του τοῦ συ­ζύ­γου της μὲ τὸν πλέ­ον ἀ­νώ­δυ­νο τρό­πο.

       Αὐ­τὴ ποὺ τῆς τὸ εἶ­πε μὲ μι­σό­λο­γα ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της ἡ Ζό­ζε­φιν· κα­λυμ­μέ­να ὑ­πο­νο­ού­με­να ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ, κον­τά της, ὁ φί­λος τοῦ συ­ζύ­γου της ὁ Ρί­τσαρ­ντς. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος, μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ νὰ εἶ­ναι πρῶ­το στὸν κα­τά­λο­γο τῶν «σκο­τω­μέ­νων». Χρει­ά­στη­κε μό­νο τὸν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἀ­λή­θεια μ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λε­γρά­φη­μα καὶ ἔ­σπευ­σε ὡς προ­σε­κτι­κὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς φί­λος νὰ με­τα­φέ­ρει τὸ θλι­βε­ρὸ μή­νυ­μα.

       Ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ δὲν ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες κά­νουν, πα­ρα­λύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦν τὴ ση­μα­σί­α της. Ἔ­κλα­ψε ἀ­μέ­σως καὶ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἔ­ξαλ­λη στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Ὅ­ταν ἡ θύ­ελ­λα τῆς θλί­ψης κα­τα­λά­για­σε ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της μό­νη. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς.

       Ἐ­κεῖ, ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο βρι­σκό­ταν μιὰ ἄ­νε­τη, εὐ­ρύ­χω­ρη πο­λυ­θρό­να μὲς στὴν ὁ­ποί­α βού­λια­ξε, συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση ποὺ στοί­χει­ω­νε τὸ σῶ­μα της καὶ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴν ψυ­χή της.

       Στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλα­τεί­α μπρο­στὰ στὸ σπί­τι της ἔ­βλε­πε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων ποὺ τρε­μό­παι­ζαν γε­μά­τες ἀ­πὸ τὴν και­νούρ­για ζω­ὴ ποὺ ἔ­φερ­νε ἡ ἄ­νοι­ξη. Ὁ ἀ­έ­ρας μο­σχο­βο­λοῦ­σε βρο­χή. Κά­τω στὸν δρό­μο ἕ­νας γυ­ρο­λό­γος δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν πρα­μά­τεια του. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­μυ­δρὰ οἱ νό­τες ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ ποὺ κά­ποι­ος τρα­γου­δοῦ­σε μα­κριὰ κι ἀ­μέ­τρη­τα σπουρ­γί­τια τι­τί­βι­ζαν στὶς μαρ­κί­ζες.

       Ἔ­βλε­πες κομ­μά­τια γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­χαν σω­ρευ­τεῖ τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο πρὸς τὴ δύ­ση ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Κά­θι­σε μὲ τὸ κε­φά­λι της ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι τῆς κα­ρέ­κλας, σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἀ­νέ­βη­κε ἕ­νας κόμ­πος στὸν λαι­μὸ καὶ τὴν τά­ρα­ξε, ὅ­πως τὰ παι­διὰ ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν κλά­ψει γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦν συ­νε­χί­ζουν νὰ κλαῖ­νε μ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ στὰ ὄ­νει­ρά τους.

       Ἦ­ταν νέ­α, μὲ φω­τει­νό, ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ γραμ­μὲς μαρ­τυ­ροῦ­σαν αὐ­το­συγ­κρά­τη­ση καὶ ἴ­σως κά­ποι­α δύ­να­μη. Ἀλ­λὰ τώ­ρα δι­έ­κρι­νες τὴ μουν­τὴ ἐ­πί­μο­νη μα­τιά της, ἐ­νῶ τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νο μα­κριὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ κομ­μά­τια τοῦ γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Δὲν ἔ­δει­χνε στο­χα­σμό, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὰν νὰ αἰ­ω­ρεῖ­το μέ­σα του κά­ποι­α εὐ­φυ­ὴς σκέ­ψη.

       Ἐρ­χό­ταν κά­τι κι αὐ­τὴ τὸ πε­ρί­με­νε ἔν­τρο­μη. Τί νὰ ἦ­ταν; Δὲν ἤ­ξε­ρε· ἦ­ταν τό­σο δυσ­δι­ά­κρι­το καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­το­νο­μά­σει. Ἀλ­λὰ τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ τὴν προ­σεγ­γί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὰ χρώ­μα­τα ποὺ γέ­μι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα.

       Τώ­ρα τὸ στῆ­θος της ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ κά­τι ποὺ πλη­σί­α­ζε γιὰ νὰ τὴν κυ­ρι­εύ­σει κι αὐ­τὴ ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὸ ἀν­τι­κρού­σει μὲ τὴ θέ­λη­σή της – τὸ ἴ­διο ἀ­νί­σχυ­ρη μὲ τὰ δυ­ὸ λευ­κὰ λε­πτά της χέ­ρια.

       Ὅ­ταν τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ μό­λις ἀ­νοιγ­μέ­να χεί­λη της μιὰ μι­κρὴ λέ­ξη εἰ­πω­μέ­νη ψι­θυ­ρι­στά. Ἀ­κού­στη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­νῶ ἀ­νά­σαι­νε: «ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη!» Τὸ κε­νὸ βλέμ­μα καὶ ἡ ὄ­ψη τοῦ τρό­μου ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ἀ­πὸ τὰ μά­τια της, ἐ­νῶ αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν ἔν­το­να καὶ λαμ­πε­ρά. Οἱ παλ­μοί της χτυ­ποῦ­σαν γρή­γο­ρα καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ ἔρ­ρε­ε ζέ­σται­νε καὶ χα­λά­ρω­νε κά­θε σπι­θα­μὴ τοῦ σώ­μα­τός της.

       Δὲν στα­μά­τη­σε γιὰ νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἐ­ὰν ἡ χα­ρὰ ποὺ τὴν κυ­ρί­ευ­ε ἦ­ταν ἢ ὄ­χι τε­ρα­τώ­δης. Μιὰ σα­φὴς καὶ ἀ­νώ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξει αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α ὡς ρη­χή.

       Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κλαι­γε ξα­νὰ ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­πε τὰ εὐ­γε­νι­κά, τρυ­φε­ρὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να στὸ σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ· τὸ πρό­σω­πο ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πο­τὲ κοι­τά­ξει δί­χως ἀ­γά­πη ἀ­κί­νη­το καὶ γκρί­ζο καὶ νε­κρό. Ἀλ­λὰ πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πι­κρὴ στιγ­μὴ εἶ­δε τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ τῶν ἐ­τῶν ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ θὰ ἀ­νῆ­καν σ’ αὐ­τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Καὶ ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ τὰ κα­λω­σο­ρί­σει.

       Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ ζεῖ γι’ αὐ­τὴν κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἑ­πό­με­νων ἐ­τῶν· θὰ ζοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἰ­σχυ­ρὴ θέ­λη­ση ἱ­κα­νὴ νὰ κάμ­ψει τὴ δι­κή της μὲ τυ­φλὴ ἐ­πι­μο­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴ θέ­λη­σή τους στὸν σύν­τρο­φό τους. Ἡ πρό­θε­σή της αὐ­τή, εὐ­γε­νὴς ἢ ἀ­πάν­θρω­πη, ἔ­κα­νε τὴν πρά­ξη νὰ μοιά­ζει ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ κα­θὼς τὴ σκε­φτό­ταν αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη στιγ­μὴ τῆς φώ­τι­σης.

       Κι ὅ­μως τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει – κά­ποι­ες φο­ρές. Καὶ ἄλ­λες πά­λι ὄ­χι. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε! Τί ἀ­ξί­α θὰ εἶ­χε ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὸ τὸ ἄ­λυ­το μυ­στή­ριο, ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε αἴφ­νης ὡς τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη πα­ρόρ­μη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       «Ἐ­λεύ­θε­ρη! Ψυ­χὴ καὶ σῶ­μα ἐ­λεύ­θε­ρα!» συ­νέ­χι­ζε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Ἡ Ζό­ζε­φιν ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στὰ στὴν κλει­στὴ πόρ­τα μὲ τὰ χεί­λη της στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ μπεῖ. « Λου­ίζ, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα! Σὲ ἱ­κε­τεύ­ω· ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα – θὰ ἀρ­ρω­στή­σεις. Τί κά­νεις, Λου­ίζ; Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα.»

       «Φύ­γε. Δὲν θ’ ἀρ­ρω­στή­σω». Ὄ­χι· ἔ­πι­νε τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­λι­ξή­ριο τῆς ζω­ῆς μέ­σα ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ φαν­τα­σί­α της ὀρ­γί­α­ζε, ἐ­νῶ ἡ σκέ­ψη τῆς ἔ­τρε­χε στὶς μέ­ρες ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες μέ­ρες, καὶ κα­λο­και­ρι­νὲς μέ­ρες, καὶ ὅ­λες οἱ μέ­ρες ποὺ θὰ ἦ­ταν δι­κές της. Μα­κά­ρι ἡ ζω­ὴ νὰ δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Μό­λις χτὲς ἦ­ταν ποὺ σκε­φτό­ταν μὲ ρί­γος γιὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς.

       Ἐν τέ­λει ση­κώ­θη­κε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα στὴ φορ­τι­κὴ ἀ­δελ­φή της. Δι­έ­κρι­νες κά­τι σὰν θρι­αμ­βευ­τι­κὸ πυ­ρε­τὸ στὰ μά­τια της ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα σὰν θε­ὰ τῆς Νί­κης. Ἅρ­πα­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, καὶ μα­ζὶ κα­τέ­βη­καν τὶς σκά­λες. Ὁ Ρί­τσαρ­ντς τὶς πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο.

       Κά­ποι­ος ἄ­νοι­γε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα μὲ τὸ κλει­δὶ τοῦ σύρ­τη. Ἦ­ταν ὁ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ αὐ­τὸς ποὺ μπῆ­κε, λι­γά­κι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι, κρα­τών­τας ἀ­τά­ρα­χα τὸν τα­ξι­δι­ω­τι­κό του σά­κο καὶ τὴν ὀμ­πρέ­λα. Ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ τοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος καὶ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε γι’ αὐ­τό. Ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὴ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ κραυ­γὴ τῆς Ζό­ζε­φιν· μπρο­στὰ στὴ γρή­γο­ρη κί­νη­ση τοῦ Ρί­τσαρ­ντς νὰ τὸν κρύ­ψει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Ὁ Ρί­τσαρ­ντς ὅ­μως ἄρ­γη­σε.

       Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ για­τροὶ εἶ­παν πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν καρ­διά της – ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ ποὺ σκο­τώ­νει.


(1894)


Πηγή: Ἀ­­πὸ τὴν ἱ­­στο­­σε­­λί­­δα τῆς Δι­­ε­θνοῦς Ἑ­­ται­­ρεί­­ας Κέ­ιτ Σο­­πέν: https://www.ka­te­cho­pin.org/the-story-of-an-hour/#online Ἡ Κέ­ιτ Σο­πὲν ἔ­γρα­ψε τὸ πε­ζὸ «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας», τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἴσως ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φέ­ως, στὶς 19 Ἀ­πρι­λί­ου 1894. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Vogue (στὸ ἴ­διο ἔν­τυ­πο ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ καὶ σή­με­ρα) στὶς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1894, μὲ τί­τλο «Τὸ Ὄ­νει­ρο τῆς μιᾶς ὥ­ρας». Ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ St. Louis Life στὶς 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1895 μὲ δύο ἀλ­λα­γές. Τὴν τε­λευ­ταία αὐ­τὴ ἔκ­δο­ση ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρού­σα πη­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση.

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ka­the­ri­ne O’ Fla­her­ty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Εἰκόνα: Περι­μέ­νοντας πλάι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔργο τοῦ Δανοῦ ζωγράφου
Carl Ho­lsøe (1863-1935).

Φω­το­γρα­φία τῆς σε­λί­δας τῆς πρώ­της δη­μοσί­ευ­σης τοῦ ἔργου στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue.