Μαρία Γκέκη: Προορισμένη


Μα­ρί­α Γκέ­κη


Προ­ο­ρι­σμέ­νη


ΗΔΕΙΑ. Οἱ σει­ρὲς τῶν μαρ­γα­ρι­τα­ριῶν, ἐ­πι­στρέ­φουν σ’ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι δικά της, σὰν βα­ριὰ κουρ­τί­να σκε­πά­ζουν τὸ λε­πτό της σῶ­μα. Ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, βυ­θί­ζει τὸ βλέμ­μα της στὸ ἔν­το­νο φῶς ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τὸ «Pacific» εἶ­ναι δι­κό της. Εἶ­ναι δι­κοί της δύ­ο πρω­θυ­πουρ­γοὶ τῆς χώ­ρας, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο ὑ­πουρ­γι­κὸ συμ­βού­λιο, τέσ­σε­ρις πρέ­σβεις καὶ τρεῖς πρυ­τά­νεις. Δι­κα­στές, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ ἀ­στυ­νό­μοι. Για­τροί, πο­δο­σφαι­ρι­στὲς καὶ καλ­λι­τέ­χνες. Ναῦ­τες κι ἐρ­γά­τες κα­θα­ρι­ό­τη­τας. Ἀ­στρο­λό­γοι, κη­που­ροί, φύ­λα­κες καὶ φορ­τη­γα­τζῆ­δες. Δι­κός της ὁ ἱ­δρώ­τας, τὸ σπέρ­μα, τὸ αἷ­μα τους. Δε­μέ­να στὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια της, τὰ συν­τρίμ­μια τῶν ἀν­τρῶν ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρου­διὰ τῆς σή­ψης. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­χει ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό της. Τὸ ἴ­διο κι ὁ καρ­κί­νος. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα κι ἀ­φή­νει τὴν τε­λευ­ταί­α της πνο­ή. Ὁ για­τρός, μὲ τὸ νυ­στέ­ρι στὸ χέ­ρι, ὁρ­κί­ζε­ται ὅ­τι τὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του της ὁ δαί­μο­νας συ­νου­σι­ά­στη­κε σὲ πτή­ση μὲ τὴν ἀγ­γε­λι­κή της ὄ­ψη. Ἀ­φαι­ρεῖ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Χω­ρὶς μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς κραυ­γές της κι ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ κά­θε εἰ­σβο­λὴ ἀ­γο­ρά­ζον­τας μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ μα­στρο­πός της, ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific», δέ­νει σὲ κορ­δό­νια καὶ προ­στα­τεύ­ει τὸν θη­σαυ­ρὸ στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη ἔ­παυ­λή του. Αὐ­τὴ ἡ ἔ­παυ­λη, ἰ­δα­νι­κὴ κρύ­πτη, ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ μο­να­ξιὰ της τὸν τρε­λαί­νει. Θε­ω­ρεῖ τὸν συν­τη­ρη­τὴ τῶν λί­θων εἰ­σβο­λέ­α. Σκο­τώ­νουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Θά­να­τοι. Οἱ ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ με­σί­τες ἀ­κι­νή­των πε­θαί­νουν φαρ­μα­κω­μέ­νοι ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη το­ξι­κὴ οὐ­σί­α. Μει­ο­ψή­φη­σαν στὸν πλει­στη­ρια­σμὸ γιὰ τὴν παρ­θε­νιὰ τῆς μι­κρῆς πόρ­νης, ὑ­πῆρ­ξαν ὅ­μως ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ προ­μη­θευ­τὲς μαρ­γα­ρι­τα­ρι­ῶν. Συ­χνὰ τοὺς ἔ­βρι­σκες στὸ «Pacific». Τὰ βογ­γη­τά τους ἀν­τη­χοῦ­σαν στὸν κῆ­πο του ὅ­πως κι οἱ κραυ­γές της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη, ἀ­νοι­χτὴ κι ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη, τοὺς προ­σέ­φε­ρε, στὸ τέ­λος, τὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­να χέ­ρια της. Δρο­σε­ρά, ἁ­πα­λὰ σὰν ἄν­θη. Ὅ­λοι τὰ φι­λοῦ­σαν μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        «Drosera». Ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ νὲ­ες ποι­κι­λί­ες τοῦ σαρ­κο­βό­ρου αὐ­τοῦ φυ­τοῦ, τρέ­φον­ται μὲ τὸ σπέρ­μα τους, στὸ φυ­τώ­ριο τοῦ οἴ­κου ἀ­νο­χῆς, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη. Ἀ­κτι­νω­τά, ἀν­θί­ζουν ἀγ­κά­θια. Στὴν ἄ­κρη τους φαρ­μα­κε­ρὰ λευ­κὰ σφαι­ρί­δια ἑλ­κυ­στι­κὰ σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Τὸ δη­λη­τή­ριό τους ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μὲ κρέ­μα πε­ρι­ποί­η­σης, ἁ­πλώ­νε­ται στὰ χέ­ρια τῆς μι­κρῆς πόρ­νης. Ἡ πε­ρι­ποί­η­ση αὐ­τῶν τῶν φυ­τῶν τῆς δί­νει φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Πλει­στη­ρια­σμός. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη παί­ζει κου­τσὸ στὸν κῆ­πο, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific» προ­σφέ­ρει οὖ­ζο σ’ ἕ­ναν ἀ­κό­μη με­σί­τη ἀ­κι­νή­των στὴ λι­α­κά­δα. Ἡ φού­στα της ἀ­να­πη­δᾶ μα­ζί της, ἐ­λα­φριὰ σὰν πού­που­λο, ἀ­πο­κα­λύ­πτει καὶ κρύ­βει θέ­α ἑλ­κυ­στι­κό­τε­ρη ἀ­πὸ αὐ­τὴ τοῦ το­πί­ου. Ὁ με­σί­της τὴν κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κός, «εἶ­ναι ἕ­νας ἄγ­γε­λος», ὁ­μο­λο­γεῖ καὶ τοῦ τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τὴν πο­θεῖ δι­α­κα­ῶς, προ­σθέ­τει στὸ πο­σὸ τῆς προ­σφο­ρᾶς του, τὴν νε­ό­κτι­στη ἔ­παυ­λη καὶ πλει­ο­δο­τεῖ ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων με­σι­τῶν. Οἱ καρ­ποὶ καὶ οἱ ἀ­στρά­γα­λοι τῆς μι­κρῆς πόρ­νης δέ­νον­ται μὲ λου­ριὰ στὸ κρε­βά­τι τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ δι­α­θέ­τει θέ­α στὸν κῆ­πο. Ὁ με­σί­της ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς κραυ­γές της καὶ χύ­νει τὸ πρῶ­το σπέρ­μα στὸ στό­μα της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη φτύ­νει τὸ σπέρ­μα μα­ζὶ μὲ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῶν παι­δι­κῶν δον­τι­ῶν της στὸ φυ­τώ­ριο. Τὸ χῶ­μα τὰ κα­τα­πί­νει μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Τούρ­τα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ζε­σταί­νε­ται. Στὴν κου­ζί­να ση­κώ­νει τὸ φό­ρε­μά της καὶ βου­λιά­ζει τὸ κω­λα­ρά­κι της σὲ λε­κά­νες γε­μά­τες νε­ρὸ γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα τὴ δι­ώ­χνει χα­χα­νί­ζον­τας. Στὰ γε­νέ­θλια τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ «Pacific», ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἀ­νε­βαί­νει στὸ τρα­πέ­ζι, βυ­θί­ζει τὰ γυ­μνά της ὀ­πί­σθια στὴν κα­μέ­νη μὲ φλό­γι­στρο, πα­γω­μέ­νη μα­ρέγ­κα τῆς τούρ­τας ποὺ εἶ­ναι στο­λι­σμέ­νη μὲ μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της ἀ­πα­θα­να­τί­ζει τὴ σκη­νὴ καὶ που­λᾶ τὶς φω­το­γρα­φί­ες στοὺς ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὺς κα­λε­σμέ­νους. Μὲ τὰ κέρ­δη σκέ­φτε­ται ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἔ­παυ­λη στὰ προ­ά­στια. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἐ­νο­χλη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας της, δί­νει στὴ μι­κρὴ πόρ­νη μιὰ ξυ­λιὰ στὰ πι­σι­νά. Ἡ πα­λά­μη της καί­γε­ται. Οἱ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ κα­λε­σμέ­νοι, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι με­σί­τες, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς τούρ­τας μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Αὐ­τό­νο­μη. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη κά­νει τὰ πρῶ­τα της βή­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ λε­κά­νες κι ἀ­πο­φά­για. Οἱ ἄλ­λες πόρ­νες τῆς δί­νουν τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ γά­λα της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἡ θη­λή του ἀ­πὸ μύ­γες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τὸ ρου­φά­ει, στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μέ­ρος, στὸ φυ­τώ­ριο. Τὰ φυ­τὰ τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ται. Ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τῆς σή­ψης. Οἱ μύ­γες πε­τα­ρί­ζουν γύ­ρω, εὐ­τυ­χι­σμέ­νες κολ­λοῦν στὰ σαρ­κο­βό­ρα ἄν­θη. Οἱ μύ­γες σύν­το­μα στρογ­γυ­λεύ­ουν, ἀ­σπρί­ζουν σὰν στα­γό­νες γά­λα, σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ φα­γη­τὸ μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Ἀ­γνώ­στου πα­τρός. Στὸν δρό­μο ἡ μι­κρὴ πόρ­νη βυ­ζαί­νει τὸ δά­χτυ­λο τοῦ για­τροῦ λαί­μαρ­γα. Ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­δί­δει στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ φη­μι­σμέ­νου οἴ­κου ἀ­νο­χῆς «Pacific», ἔ­ναν­τι ἁ­δρῆς ἀ­μοι­βῆς, βέ­βαι­ος ὅ­τι με­γα­λώ­νον­τας θὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει στὸ ἔ­πα­κρο τὸ τα­λέν­το της. Τὸ μπορ­ντέ­λο στε­γά­ζε­ται σὲ βί­λα μὲ πι­σί­να. Στὸν τε­ρά­στιο κῆ­πο ὑ­πάρ­χει φυ­τώ­ριο σπά­νι­ων σαρ­κο­βό­ρων φυ­τῶν. Ὁ για­τρὸς ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ ἐκ­παι­δευ­τή­ριο μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Προ­ο­ρι­σμέ­νη. «Ἀγ­γε­λι­κὴ στὴν ὄ­ψη καὶ δαί­μο­νας, για­τρέ, γεν­νή­θη­κε μὲ τὰ πό­δια μπρο­στά, τὰ σή­κω­σε, σφι­κτὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­νά­με­σά τους, τοῦ δί­δυ­μου ἀ­δελ­φοῦ της τὰ συν­τρίμ­μια. Τὸν εἶ­χε τυ­λί­ξει μὲ τὸν λῶ­ρο της σὰν τὸν κισ­σό, τὸν ρου­φοῦ­σε κι οὔ­τε τὴν πεί­ρα­ζε ἡ σα­πί­λα, γεν­νή­θη­κε προ­ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη. Δὲς τὰ λακ­κά­κια στὶς λα­γό­νες, δὲς τὶς φτέρ­νες της. Ὄ­χι, μὴν τὴν κοι­τᾶς, ἄν­τρας κι ἐ­σύ, δὲν θὰ δεῖς πα­ρὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Μο­νά­χα ἐ­γώ, ἡ μά­να της ξέ­ρω τί θη­ρί­ο γέν­νη­σα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἅρ­πα­ξε ἀ­μέ­σως τὴ θη­λή μου, κάρ­φω­σε τὰ ρο­δα­λά της οὖ­λα, νὰ τὴν κό­ψει. Καὶ τὰ μά­τια της μαῦ­ρα, τὰ κάρ­φω­σε στὰ μά­τια μου ποὺ θρη­νοῦ­σαν τὸν γι­ό­κα μου. Θή­λα­σε γά­λα, δά­κρυ­α, αἷ­μα κι ἀ­πό­το­μα ἄ­φη­σε τὴ ζου­λιγ­μέ­νη θη­λὴ νὰ πι­τσι­λά­ει μι­κρὲς λευ­κὲς στα­γό­νες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­κλε­ψε τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια μου», λέ­ει ἡ μά­να της, τὴν πε­τά­ει ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, τῆς δί­νει τὶς κα­τά­ρες της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη να­νου­ρί­ζε­ται καὶ κοι­μᾶ­ται. Ἡ γα­λά­ζια κού­νια λι­κνί­ζε­ται. Ἡ μη­τέ­ρα ξα­πλώ­νει μέ­σα της καὶ πε­θαί­νει. Ὁ νε­κρὸς ποὺ δὲν γεν­νή­θη­κε, τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη.

        Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα στέ­κε­ται στ’ ἄ­δεια πα­πού­τσια της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.



Πη­γή: Ἀ­σύν­δε­τα νε­ρά (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2016).

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Πει­ραι­άς, 1961). Σπού­­δα­σε παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς νη­πι­α­γω­γός. Ἀ­σκή­θη­κε στὴν δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ μὲ δά­σκα­λο τὸν Γι­ῶρ­γο Πα­να­γι­ω­τί­δη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους και σὲ ἱ­στό­το­πους.


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


Καίτη Βασιλάκου: Ψυχή στὴν ἔρημο


Καί­τη Βα­σι­λά­κου


Ψυ­χὴ στὴν ­ρη­μο


 ΨΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΣΚΗΤΗ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸν δρό­μο της. Πέ­ρα­σαν ἔ­τσι πολ­λὲς μέ­ρες καὶ ἡ ψυ­χὴ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη καὶ χω­ρὶς ἄλ­λα κου­ρά­για φώ­να­ξε δυ­να­τὰ μέ­σα στὴν καυ­τὴ ἐ­ρη­μιά:

— Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Ἂν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός, ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση, ἄς μὲ ἀ­κού­σουν. Ζη­τῶ βο­ή­θεια!

          Πε­ρί­με­νε λί­γη ὥ­ρα μέ­σα στὴ σι­ω­πή, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σε.

        — Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς μὲ ἀ­κοῦ­τε, φώ­να­ξε ξα­νά. Εἶ­μαι μιὰ ψυ­χὴ χω­ρὶς σῶ­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ πρέ­πει οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ­τε καὶ νὰ μὲ βο­η­θή­σε­τε.

              Πε­ρί­με­νε πά­λι λί­γο, ἀλ­λὰ ἡ ἔ­ρη­μος ἔ­με­νε βου­βή.

        — Θὰ πε­θά­νω χω­ρὶς βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Τί­πο­τα, σι­γή. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ κα­τά­λα­βε πὼς ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ­λο­μό­να­χη.

        — Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Μουρ­μού­ρι­σε. Πέ­θα­να ἤ­δη μιὰ φο­ρά. Τώ­ρα ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι.

        Καὶ πέ­θα­νε.

        Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις τῆς Φύ­σης συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους.

        — Γιὰ δές! εἶ­πε μί­α. Ἐ­κεί­νη ἡ ψυ­χὴ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο εἶ­χε με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Νό­μι­ζε πὼς θὰ ζοῦ­σε αἰ­ώ­νια.

        — Πράγ­μα­τι, εἶ­πε μιὰ ἄλ­λη. Αὐ­τὲς οἱ ἀν­θρώ­πι­νες ψυ­χὲς εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τες.

        — Τέ­λος πάν­των, εἶ­πε μιὰ τρί­τη. Ἄς φρον­τί­σου­με τώ­ρα τὸ σῶ­μα της, τὸ μό­νο ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­ώ­νιο.

        Πῆ­γαν κον­τά του καὶ τὸ βο­ή­θη­σαν νὰ ἀ­πο­δο­μη­θεῖ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ὁ Τέταρτος Κλῶνος (Αἴολος, Ἀθήνα, 2011).

Καίτη Βασιλάκου (Χανιά). Σπούδασε ἀρχαιολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἐργάστη­κε ὡς φιλόλογος στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Ὁ πειρασμὸς τοῦ ἐρημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ (Ἰωλκός, 2010). Ἂλλα βιβλία της: Σιμόν (θεατρικό· Μαν­δρα­γό­­ρας, 2014), Τὸ ἐπίμονο φαι­νό­μενο (πε­ζο­γρα­φία· Ἀ­πό­πει­ρα, 2016).


Βαγγέλης Δημητριάδης: Ἀνακύκλωση


Βαγγέλης Δημητριάδης


Ἀνακύκλωση


ΤΑΝ σὲ ὅ­λα του προ­νο­η­τι­κός. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε τυ­πώ­σει κρυ­φὰ τὸ κα­λύ­τε­ρό του βι­βλί­ο. Μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το μὲ πλαί­σιο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν πο­λυ­ση­μί­α τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ μέ­σα στὰ ὄ­νει­ρα. Ἤ­θε­λε νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὴν κη­δεί­α του. Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι θὰ ἔ­παιρ­ναν ἕ­να ἀν­τί­τυ­πο ὁ κα­θέ­νας, σὰν ἀ­νά­μνη­ση, ἀν­τί­δω­ρο πές, ἀ­πὸ τὸ νε­ω­κό­ρο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­χε προ­βλέ­ψει καὶ τὰ τυ­πι­κά. Στὴ σε­λί­δα τρί­α εἶ­χε προ­σθέ­σει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, Λό­γῳ ἀ­δυ­να­μί­ας πα­ρα­κα­λῶ γρά­ψε­τε τὸ ὄ­νο­μά σας καὶ βά­λε­τε τὴν ἡ­με­ρο­μη­νία δι­α­νο­μῆς τοῦ βι­βλί­ου. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς προσ­δο­κί­ες, τὰ πράγ­μα­τα ἦρ­θαν ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἰ­ὸς τοῦ θα­νά­του δὲν ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ τὸν συ­νο­δέ­ψουν στὴν τε­λευ­ταί­α του κα­τοι­κί­α φί­λοι, πι­στοὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ τό­που του. Ὁ πα­πάς, ὁ ψάλ­της καὶ ἑ­φτὰ ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα κλη­ρο­νό­μους του βρέ­θη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο στὴν ἐ­ξό­δια ἀ­κο­λου­θί­α. Οἱ συγ­γε­νεῖς μά­λι­στα πα­ρου­σι­ά­στη­καν με­τὰ φό­βου. Ὄ­χι φό­βου Θε­οῦ… Φο­ροῦ­σαν γάν­τια, μά­σκες, γυα­λιά. Εὐ­τυ­χῶς, ὅ­λα μαῦ­ρα γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Τὰ μέ­τρα μὲ τὰ προ­σχή­μα­τα… Φυ­σι­κά, οἱ βο­η­θη­τι­κοὶ ὑ­πάλ­λη­λοι τοῦ γρα­φεί­ου κη­δει­ῶν γιὰ τὰ γνω­στὰ πε­ραι­τέ­ρω ἦ­ταν πα­ρόν­τες. Κι αὐ­τοὶ δι­α­κρι­τι­κοί, μὲ τὰ μαῦ­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, ὁ νε­ω­κό­ρος κοί­τα­ζε τὰ κλει­στὰ κι­βώ­τια μὲ τὰ βι­βλί­α κι ἔ­τρι­βε τὸ πη­γού­νι του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ποιά κα­τη­γο­ρί­α με­τα­κί­νη­σης ἀ­πὸ τὸ 1 μέ­χρι τὸ 6 νὰ ἐ­πι­λέ­ξει στὸ κι­νη­τό του, γιὰ νὰ τὰ με­τα­φέ­ρει αὔ­ριο στὸ χῶ­ρο τῆς ἀ­να­κύ­κλω­σης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лин­о́р Го­ра́­лик): Βα­θυκκόκινο



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Βα­θυ­κόκ­κι­νο

(Oxblood)

 

ΕΓΡΑΨΕ ὅ­τι τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο μά­θη­μα ποὺ πῆ­ρε τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συ­νέ­βη δέ­κα πε­ρί­που μέ­ρες πρὶν τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν. Βο­η­θοῦ­σε τὴ για­γιά του, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε ἕ­να σάν­του­ιτς μὲ γα­λο­πού­λα, καὶ κό­πη­κε στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς του πα­λά­μης μὲ τὴν κο­φτε­ρὴ λε­πί­δα τοῦ μα­χαι­ριοῦ. Μά­τω­σε λί­γο. Ἡ για­γιὰ ἔ­σπευ­σε στὸ δω­μά­τιό της καὶ ἀ­πὸ τὴ στε­νά­χω­ρη, γλυ­κιὰ ὀ­σμὴ ποὺ ἔ­φτα­σε στὰ ρου­θού­νια του κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὸ ντου­λα­πά­κι μὲ τὰ φάρ­μα­κα. Μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κή, ἀ­πί­θα­να ὄ­μορ­φη βα­θυ­κόκ­κι­νη οὐ­λὴ ἔ­χαι­νε ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρό του δα­χτυ­λά­κι. Ἡ για­γιὰ το­πο­θέ­τη­σε τὸ πο­ρῶ­δες ἑ­νὸς τσι­ρό­του πά­νω στὴν οὐ­λή, καὶ αὐ­τὸ ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­πορ­ρό­φη­σε τὸ αἷ­μα μὲ τὸ μα­λα­κὸ βε­λού­δι­νο ὑ­λι­κό του. Κόλ­λη­σε τὰ ἐ­πι­θέ­μα­τα καί στὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς πα­λά­μης του καὶ τοῦ ‘πε νὰ σφί­ξει δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς τὴ γρο­θιά του, ὥ­στε νὰ ἁ­πλω­θεῖ κα­λὰ ἡ κόλ­λα τους. Κι αὐ­τὸς τὸ ἔ­κα­νε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω, μ’ ἕ­να σάν­του­ιτς γα­λο­πού­λας στὸ τραυ­μα­τι­σμέ­νο χέ­ρι του καὶ μ’ ἕ­να κι­νη­τὸ στὸ ἄλ­λο, τὸ κα­λό του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φω­το­γρα­φί­σει τὴν πλη­γὴ καὶ νὰ τὴ στεί­λει στὴν Τζά­νε­ϊ. Τὸ σάν­του­ιτς δυ­σκό­λε­ψε τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ ρί­ξει κά­τω τὸ τσι­ρό­το του. Ἕ­νας ἁ­πα­λὸς ἦ­χος ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς αὐ­τὸ ἔ­πε­φτε στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια τῶν νε­κρῶν φθι­νο­πω­ρι­νῶν φύλ­λων. Ὅ­ταν τὸ ἀ­νέ­βα­σμα τῆς φω­το­γρα­φί­ας ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, κοί­τα­ξε κά­τω καὶ ἀν­τί­κρι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα μυρ­μήγ­κια ποὺ δρα­σκε­λοῦ­σαν, τρα­βοῦ­σαν, μύ­ρι­ζαν καὶ ἔ­τρω­γαν τὸ κα­φὲ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ βαμ­βα­κε­ροῦ πο­ρώ­δους ὑ­λι­κοῦ στὸ κέν­τρο τοῦ ἐ­πι­θέ­μα­τος. «Δυ­ὸ λε­πτά», ἔ­γρα­φε στὴν ἔκ­θε­σή του, «πι­στέψ­τε τὸ ἢ ὄ­χι, δά­σκα­λε· δυ­ὸ λε­πτὰ μο­νά­χα τοὺς παίρ­νει ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα».



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.

 

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς: Παραλαβή



Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς


Πα­ρα­λα­βή


ΙΚΡΑΣΙΑΤΙΣΣΑ ἀ­πὸ τὴν Πό­λη ἡ για­γιά μου, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς καὶ πι­κρα­μέ­νη, εἶ­χε γαν­τζω­θεῖ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται ἐ­πι­βί­ω­ση. Ἀρ­χὲς ἄ­νοι­ας καὶ στὰ μπου­κα­λά­κια φαρ­μά­κων ἔ­βα­ζε ὁ­λό­κλη­ρο κα­τε­βα­τὸ μὲ ὁ­δη­γί­ες χρή­σης. Νε­ό­τε­ρη καρ­φί­τσω­νε σὲ μπλοῦ­ζες «νὰ ρα­φτεῖ ἕ­να κουμ­πί» ἢ στὰ κουρ­τι­νά­κια τῆς κου­ζί­νας «τυ­ρὶ φέ­τα βα­ρε­λί­σια». Εἴ­κο­σι χρό­νια πρὶν εἶ­χε καρ­φι­τσώ­σει ἕ­να χαρ­τά­κι στὸ γι­λέ­κο τοῦ παπ­ποῦ «νὰ μὴν τὸν ἐμ­πι­στεύ­ε­σαι» καὶ λέ­νε πὼς αὐ­τὸς δὲν τὸ εἶ­δε, μά­τω­σε καὶ δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ σπί­τι. Σὲ δυ­ὸ ἄγ­γε­λους ποὺ τὴν ἐ­πι­σκέ­φτη­καν, πρό­λα­βε καὶ ἔ­πι­α­σε στὰ φτε­ρὰ δυ­ὸ χαρ­τά­κια «ἄ­χρη­στοι καὶ ἀ­χρεί­α­στοι» ἀ­γνο­ών­τας τὸ χαρ­τά­κι «πρὸς πα­ρα­λα­βή» ποὺ κρε­μό­ταν στὴ νυ­χτι­κιά της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).

Εἰκόνα: Ψυχὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ­ται στὸν οὐ­ρα­νό· ἔρ­γο (1878) τοῦ Γάλ­λου Ζω­γρά­φου Wil­liam-A­dol­phe Bou­gue­reau (1825-1905).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Μαρ­τύ­ριον τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Ἀρ­γυ­ροῦ τοῦ Ἀ­πα­νο­μή­του



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Μαρ­τύ­ριον τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος

Ἀρ­γυ­ροῦ τοῦ Ἀ­πα­νο­μή­του,

Ἀ­θλή­σαν­τος ἐν Θεσ­σα­λο­νί­κῃ, ἐν ἔ­τει 1806. Ἀ­πὸ Χρι­στοῦ.

Οὗ τὴν μνή­μην ἑ­ορ­τά­ζο­μεν τῇ 11 Μα­ΐ­ου.

Με­τα­γρα­φεὶς πα­ρὰ Νι­κη­φό­ρου Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου τοῦ Χί­ου


ΥΤΟΣ ὁ Νέ­ος τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­θλη­τής, ἦ­τον ἀ­πὸ τὴν Ἀ­πα­νο­μήν· τὴν γε­νε­άν του καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν γο­νέ­ων του ἀ­γνο­οῦ­μεν· δι­έ­τρι­βε δὲ εἰς τὴν Θεσ­σα­λο­νί­κην, καὶ ἦ­τον κάλ­φας ἑ­νὸς ῥα­μα­τᾶ. Ἦ­τον ὅ­μως εἷς χα­ρι­τω­μέ­νος νέ­ος κα­θὼς μᾶς τὸν ἱ­στό­ρη­σαν ἀ­ξι­ό­πι­στοι ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Θεσ­σα­λο­νί­κην, οἵ­τι­νες τὸν ἐ­γνώ­ρι­σαν· καὶ τοῦ­το εἶ­ναι ἔ­ξω πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, ἐ­πει­δὴ δια­τὶ ἦ­τον χα­ρι­τω­μέ­νος, διὰ τοῦ­το καὶ ὁ Θε­ὸς τὸν ἠ­ξί­ω­σε τῆς μαρ­τυ­ρι­κῆς χά­ρι­τος. Τὴν δὲ αἰ­τί­αν τῆς ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ Μαρ­τυ­ρί­ας του, καὶ τὸν τρό­πον μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον ἠ­ξι­ώ­θη τοῦ μα­κα­ρί­ου τέ­λους, θέ­λο­μεν πα­ρα­στή­σει μὲ συν­το­μί­αν, κα­θὼς διὰ γραμ­μά­των μᾶς ἐ­πλη­ρο­φό­ρη­σαν ἄν­θρω­ποι, ὡς εἶ­πον, ἀ­ξι­ό­πι­στοι.

       Εἷς Χρι­στια­νός, λέ­γου­σιν ἀ­πὸ τὸν Σο­χόν, εὑ­ρί­σκε­το εἰς τὴν φυ­λα­κὴν τοῦ Πα­σᾶ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, διὰ κᾄ­ποι­όν του ἔγ­κλη­μα, καὶ μὴ ἔ­χων νὰ πλη­ρώ­σῃ τὴν πο­σό­τη­τα τῶν χρη­μά­των ὁ­ποῦ τοῦ ἐ­ζή­τει ὁ Πα­σᾶς, τὸν ἐ­φο­βέ­ρι­σεν ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸν κρε­μά­σῃ, καὶ αὐ­τὸς ὁ ἄ­φρων φο­βη­θεὶς τὸν θά­να­τον, (ὢ τῆς ἐ­κεί­νου ἀ­θλι­ό­τη­τος!) εἶ­πε πῶς τουρ­κεύ­ει. Λοι­πὸν μὲ αὐ­τὴν τὴν ὑ­πό­σχε­σιν τὸν εὔ­γα­λαν ἀ­πὸ τὴν φυ­λα­κήν, καὶ ὕ­στε­ρον ἀ­πὸ τὴν ἄρ­νη­σιν τῆς θει­ο­τά­της καὶ ἁ­γι­ω­τά­της μας Πί­στε­ως, καὶ τὴν ὁ­μο­λο­γί­αν (φεῦ τῷ ἀ­θλί­ῳ!) τῆς τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν ἀν­τι­χρί­στου πλά­νης, τὸν ἔ­φε­ρον εἰς ἕ­να κα­φε­νέ, εἰς τό­πον λε­γό­με­νον Τα­χτά­κα­λα, διὰ νὰ τὸν σου­νε­τεύ­σουν.

       Λοι­πὸν ὁ παν­τὸς ἀρ­γύ­ρου καὶ χρυ­σοῦ, καὶ παν­τὸς λί­θου τι­μί­ου πο­λύ, μᾶλ­λον δὲ ἀ­συγ­κρί­τως τι­μι­ώ­τε­ρος οὗ­τος Ἀρ­γυ­ρός, ταῦ­τα βλέ­πων, ζή­λῳ θεί­ῳ πυρ­πο­λη­θεὶς τὴν ψυ­χὴν καὶ τὴν καρ­δί­αν, καὶ ὅ­λος ἔν­θους καὶ θε­ό­λη­πτος γε­νό­με­νος, ἀ­ποῤ­ῥί­ψας πάν­τα φό­βον, καὶ τῆς γλυ­κυ­τά­της του ζω­ῆς κα­τα­φρο­νή­σας, ἐ­πή­δη­σε με­τὰ με­γά­λης καὶ θαυ­μα­στῆς ἀν­δρεί­ας καὶ γεν­ναι­ό­τη­τος μέ­σα εἰς τὸν κα­φε­νέ, ὁ­ποῦ ἦ­τον ὁ ἐ­λε­ει­νὸς ἀρ­νη­σί­χρι­στος, τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ πλῆ­θος ἀ­γρι­ω­τά­των γι­αν­νι­τζά­ρων, ἐ­πή­δη­σε λέ­γω εἰς τὸ μέ­σον των, καὶ στὰς ἔμ­προ­σθεν τοῦ ἀρ­νη­τοῦ, λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν μὲ παῤ­ῥη­σί­αν πολ­λήν, καὶ με­γά­λην ἐ­λευ­θε­ρο­στο­μί­αν, τί κα­κὸν ἔ­κα­μες, ἀ­δελ­φέ, νὰ ἀρ­νη­θῇς τὸν Χρι­στόν, τὸν Ποι­η­τήν μας, τὸν Σω­τῆ­ρά μας; τί μέ­γα κα­κὸν ἔ­κα­μες τα­λαί­πω­ρε εἰς τὴν ψυ­χήν σου, νὰ τὴν πα­ρα­δώ­σῃς εἰς τὴν κό­λα­σιν, ὁ­ποῦ εἶ­ναι αἰ­ώ­νιος καὶ ἀ­τε­λεύ­τη­τος θά­να­τος, διὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γῃς τοῦ­τον τὸν πρό­σκαι­ρον θά­να­τον; ἔ­λα ἔ­λα ἀ­δελ­φὲ εἰς αἴ­σθη­σιν, ἔ­λα εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν σου, με­τα­νό­η­σαι, ὁ­μο­λό­γη­σαι πά­λιν τὸν Χρι­στόν· ἀλ­λὰ θὰ σὲ θα­να­τώ­σουν; ἀ­πό­θα­νε, χύ­σαι τὸ αἷ­μά σου διὰ τὸν Χρι­στόν, χρέ­ος ἔ­χο­μεν ὅ­λοι, νὰ ἀ­πο­θά­νω­μεν διὰ τὴν ἀ­γά­πην του, ὅ­ταν κά­μνῃ χρεί­αν, διὰ τὶ ἀ­πέ­θα­νε καὶ ἐ­κεῖ­νος διὰ τὴν ἐ­δι­κήν μας ἀ­γά­πην.

       Εὖ­γε τοῦ θεί­ου σου ζή­λου, ἐ­ρα­στὰ τοῦ Χρι­στοῦ θερ­μό­τα­τε, ἀρ­γυ­ρώ­νυ­με Μάρ­τυς, καὶ τὴν ψυ­χὴν ἀ­δα­μάν­τι­νε, εὖ­γε τῆς ἀν­δρεί­ας σου, εὖ­γε τῆς ἀ­κα­τα­πλή­κτου καὶ θαυ­μα­στῆς παῤ­ῥη­σί­ας σου· αὐ­τὰ μό­να τὰ ἱ­ε­ρὰ καὶ σω­τή­ρια λό­για, ἐ­πρό­φθα­σε νὰ εἰ­πῇ, Χρι­στια­νοὶ ἀ­δελ­φοί, ὁ Μα­κά­ριος Ἀρ­γυ­ρός. Ἔ­πει­τα τί ἀ­κο­λου­θεῖ; ἠ­κο­λού­θη­σεν ἐ­κεῖ­νο ὁ­ποῦ κα­θ’ εἷς δύ­να­ται νὰ συμ­πε­ρά­νῃ· εὐ­θὺς ἔ­πε­σεν ἐ­πά­νω του ὅ­λον ἐ­κεῖ­νο τὸ πλῆ­θος τῶν φο­βε­ρῶν γι­αν­νι­τζά­ρων, καὶ τό­σους δαρ­μοὺς τοῦ ἔ­δω­καν, ὁ­ποῦ σχε­δὸν ἦ­τον ὑ­πὲρ ἀ­ριθ­μόν. Ἁρ­μό­διον εἶ­ναι νὰ εἰ­πῶ­μεν καὶ πε­ρὶ τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου τού­του νε­α­νί­ου, ἐ­κεῖ­νο ὁ­ποῦ εἶ­πε προ­φη­τι­κῶς ὁ Δα­βίδ, πε­ρὶ τοῦ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Χρι­στοῦ· ἤ­γουν, συ­νή­χθη­σαν ἐ­π’ ἐ­μὲ μά­στι­γες καὶ οὐκ ἔ­γνων. Καὶ ἐξ ἅ­παν­τος ἤ­θε­λον τὸν θα­να­τώ­σει τὴν αὐ­τὴν στιγ­μήν, μὲ τοὺς πολ­λοὺς καὶ ἀ­παν­θρώ­πους δαρ­μούς, ἐ­ὰν δὲν ἤ­θε­λε τοὺς ἔλ­θει λο­γι­σμός, νὰ τὸν με­τα­στρέ­ψουν ἀ­πὸ τὴν ἐ­δι­κήν μας εὐ­σέ­βειαν, εἰς τὴν ἐ­δι­κήν των μια­ρὰν ἀ­σέ­βειαν· ἡ ἐλ­πὶς ὅ­μως αὕ­τη, δη­λα­δὴ μή­πως δυ­νη­θοῦν νὰ τὸν τουρ­κεύ­σουν, συ­νέ­στει­λε τὰς χεῖ­ράς των ἀ­πὸ τὸν δαρ­μόν, καὶ ἐ­στά­θη­σαν πολ­λοὶ τρι­γύ­ρου του μὲ γυ­μνὰς μα­χαί­ρας καὶ πι­στό­λια εἰς τὰς χεῖ­ρας, λέ­γον­τες πρὸς αὐ­τόν, ἢ εἰ­πὲ πὼς τουρ­κεύ­εις, ἢ τού­την τὴν ὥ­ραν σὲ θα­να­τό­νο­μεν. Καὶ ταῦ­τα μὲν ἐ­κεῖ­νοι, ὁ δὲ τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­θλη­τὴς ὡ­σὰν βέ­λη νη­πί­ων τὰς πλη­γὰς αὐ­τῶν λο­γι­ζό­με­νος, καὶ τὸν θά­να­τον παν­τε­λῶς μὴ δει­λιά­σας, ἐ­φώ­να­ξεν, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός, καὶ τὴν Πί­στιν του δὲν τὴν ἀρ­νεῖ­ται, ὅ,τι καὶ ἂν τοῦ κά­μουν, καὶ μά­λι­στα ἔ­λε­γεν ὅ­τι τὸ ἔ­χει εἰς δό­ξαν του καὶ τι­μήν, καὶ πο­λὺ τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἀ­πο­θά­νῃ διὰ τὴν πί­στιν καὶ τὴν ἀ­γά­πην τοῦ Χρι­στοῦ.

       Λοι­πὸν σύ­ρον­τές τον μὲ πολ­λὴν μα­νί­αν καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τα, τὸν ἐ­πῆ­γαν εἰς τὸν Κρι­τήν, καὶ πα­ρα­στή­σαν­τες τὸ τόλ­μη­μά του τὸν ἔ­δει­ραν καὶ ἐ­κεῖ ἀ­σπλά­χνως καὶ ἀ­νη­λε­ῶς, στε­νο­χω­ροῦν­τές τον μὲ κά­θε βί­αν νὰ ἀρ­νη­θῇ τὴν ἐ­δι­κήν του πί­στιν, καὶ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σῃ τὴν ἐ­κεί­νων θρη­σκεί­αν. Ἀλ­λὰ βλέ­πον­τες καὶ οὕ­τω τὸ στε­ρε­ὸν καὶ ἀ­με­τά­θε­τον τῆς γνώ­μης του, ἔ­παυ­σαν τοὺς δαρ­μούς, καὶ ἤρ­χι­σαν μὲ κο­λα­κεί­ας καὶ τα­ξί­μα­τα με­γά­λα, μή­πως δυ­νη­θοῦν νὰ τὸν ἀ­πα­τή­σουν καὶ νὰ με­τα­βά­λουν τὴν γνώ­μην του, καὶ μὴ δυ­νη­θέν­τες οὐ­δὲ μὲ τοῦ­τον τὸν τρό­πον, τὸν ἐῤ­ῥι­ψαν κα­θὼς ἦ­τον ὅ­λος κα­τα­πλη­γω­με­νος εἰς τὴν φυ­λα­κήν, ἕ­ως δευ­τέ­ραν ἐ­ξέ­τα­σιν. Με­τὰ δύ­ω ἡ­μέ­ρας πά­λιν τὸν εὔ­γα­λαν καὶ τὸν ἐ­δο­κί­μα­σαν· καὶ εὑ­ρόν­τες αὐ­τὸν πολ­λὰ στε­ρε­ὸν καὶ ἀ­με­τά­τρε­πτον, ἐ­ζή­τη­σαν οἱ γι­αν­νι­τζά­ροι ἀ­πὸ τὸν Κρι­τὴν νὰ κρε­μα­σθῇ. Ὁ Κα­τὴς ὅ­μως δὲν τὸ ἔ­κρι­νεν εὔ­λο­γον νὰ δώ­σῃ ἰ­λά­μι, λέ­γων, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ ἔγ­κλη­μά του διὰ θά­να­τον· ἐ­πει­δὴ λέ­γει, ἔ­τζι τὸ ἀ­παι­τεῖ κά­θε πί­στις, νὰ ἦ­ναι ζη­λω­ταὶ καὶ θερ­μοὶ ὑ­πέρ­μα­χοι αὐ­τῆς ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι ὁ­ποῦ τὴν πι­στεύ­ου­σι, καὶ τοι­οῦ­τον ζῆ­λον, τοια­ύτην ἀ­γά­πην πρέ­πει νὰ δει­κνύ­ῃ κά­θε ἄν­θρω­πος διὰ τὴν πί­στιν του, κα­θὼς ἔ­δει­ξε οὗ­τος. Λοι­πὸν ἐ­ὰν ἀ­λη­θῶς εἶ­σθε καὶ ἐ­σεῖς ζη­λω­ταὶ θερ­μοὶ τῆς πί­στε­ώς σας, μὴ ζη­τῆ­τε νὰ θα­να­τω­θῇ χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἔ­νο­χος θα­νά­του, καὶ ζη­μι­ω­θοῦ­μεν τὴν ψυ­χήν του, ἀλ­λὰ πα­σχή­σε­τε ὅ­σον ἦ­ναι δυ­να­τόν, νὰ τὸν φέ­ρη­τε εἰς τὴν πί­στιν μας, διὰ νὰ τὸν κερ­δή­σω­μεν.

       Ταῦ­τα μὲν εἶ­πεν ὁ Κα­τής, ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως ἐ­τα­ρά­χθη­σαν, καὶ ὡς θη­ρί­α ἐ­ξη­γρι­ώ­θη­σαν κα­τ’ αὐ­τοῦ, λέ­γον­τες, τί λέ­γεις; τὸν ἐ­χθρὸν τῆς πί­στε­ώς μας δι­και­ό­νεις; εἶ­ναι κα­λόν, τὸ κρί­νεις εὔ­λο­γον νὰ ἐ­παι­νῇ τὴν ἐ­δι­κήν του πί­στιν, καὶ νὰ ὑ­βρί­ζῃ καὶ νὰ βλα­σφη­μῇ ἐμ­πρός μας τὴν πί­στιν μας; δὲν τὸ κρί­νεις ἄ­ξιον θα­νά­του; Ταῦ­τα ἀ­κού­σας ἐ­κεῖ­νος, ἐ­στά­θη καὶ ἐ­συλ­λο­γί­σθη ὀ­λί­γον, ἔ­πει­τα λέ­γει, λοι­πὸν ἐ­πει­δὴ ἐ­βλα­σφή­μη­σε τὴν πί­στιν μας, ἔ­νο­χος εἶ­ναι, καὶ ἰ­δοὺ σᾶς δί­δω καὶ ἐ­γὼ ἰ­λά­μι διὰ νὰ κρε­μα­σθῇ. Τού­των οὕ­τως γε­νο­μέ­νων, πα­ρα­λα­βόν­τες αὐ­τὸν οἱ θη­ρι­ώ­δεις γι­αν­νι­τζά­ροι, τὸν ἔ­φε­ραν καὶ τὸν ἐ­κρέ­μα­σαν εἰς τό­πον λε­γό­με­νον Καμ­πά­νι· καὶ οὕ­τως ὁ καλ­λί­νι­κος τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­θλη­τὴς Ἀρ­γυ­ρός, ἔ­λα­βε τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου τὸν ἀ­κή­ρα­τον στέ­φα­νον, εἰς τοὺς 1806 χρό­νους ἀ­πὸ Χρι­στοῦ, εἰς τὰς 11 τοῦ Μα­ΐ­ου, ἡ­μέ­ρᾳ Πα­ρα­σκευ­ῇ, ἕ­ως 18 χρό­νων ἡ­λι­κί­ας· καὶ νῦν συ­να­γάλ­λε­ται με­τὰ τῶν λοι­πῶν τοῦ Χρι­στοῦ ἐν­δό­ξων Μαρ­τύ­ρων, ὡ­σὰν ὁ­ποῦ ἔ­δει­ξε τὴν ἀ­παι­του­μέ­νην πα­ρὰ Θε­οῦ δι­πλῆν ἀ­γά­πην, πρὸς τὸν Θε­ὸν λέ­γω, καὶ πρὸς τὸν πλη­σί­ον· πρὸς μὲν τὸν πλη­σί­ον, ἐ­πει­δὴ διὰ τὴν ἀ­γά­πην καὶ τὴν σω­τη­ρί­αν ἐ­κεί­νου τοῦ ἀ­θλί­ου ἀρ­νη­σι­χρί­στου (ἀγ­κα­λὰ καὶ ἐ­κεῖ­νος δὲν με­τε­νό­η­σεν ὁ δεί­λαι­ος) ἔ­βα­λε τὴν ζω­ήν του εἰς προ­φα­νῆ κίν­δυ­νον· πρὸς δὲ τὸν Θε­ὸν ἔ­δει­ξε τὴν τε­λει­ο­τά­την καὶ ἀ­σύγ­κρι­τον ἀ­γά­πην, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­θα­νεν ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ· «μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δεὶς ἔ­χει, ἵ­να τὶς θῇ τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ, ὑ­πὲρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ». Πα­ρό­μοι­ον ἐ­στά­θη καὶ τὸ Μαρ­τύ­ριον τοῦ­το τοῦ καλ­λι­νί­κου Ἀρ­γυ­ροῦ, μὲ τὸ πρὸ αὐ­τοῦ γε­γο­νὸς ἐν τῇ αὐ­τῇ Πό­λει (ἤ­τοι εἰς τοὺς 1777) τοῦ φι­λο­χρί­στου Χρι­στο­δού­λου· ὅ­τι καὶ ἐ­κεῖ­νος διὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψῃ ἄλ­λον ἀρ­νη­σί­χρι­στον ἐκ πλά­νης ὁ­δοῦ αὐ­τοῦ, ἠ­γω­νί­σθη καὶ τὸν στέ­φα­νον τῆς Ἀ­θλή­σε­ως ἔ­λα­βε.

       Πολ­λοὶ πα­ρε­τή­ρη­σαν, λέ­γου­σι, καὶ δὲν εἶ­δον εἰς τὸ νε­κρὸν σῶ­μα τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου Ἀρ­γυ­ροῦ, κᾀ­νὲν ση­μεῖ­ον ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ὁ­ποῦ φαί­νον­ται εἰς ἄλ­λους κρε­μα­σμέ­νους, ἀλ­λὰ ἐ­φαί­νε­το ὡ­σὰν ζων­τα­νὸν κοι­μώ­με­νον· ἐ­θαύ­μα­σαν δὲ καὶ εἰς τοῦ­το καὶ πα­ρά­δο­ξον λέ­γου­σι τοὺς ἐ­φά­νη, πῶς πα­ρευ­θὺς τὴν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν, τὸ ἐ­ξε­κρέ­μα­σαν, καὶ δὲν τὸ ἄ­φη­σαν ἐ­κεῖ κρε­μά­με­νον τὰς τρεῖς ἡ­μέ­ρας κα­τὰ τὴν συ­νή­θειαν τῶν κα­τα­δί­κων· ποί­α ὅ­μως ἐ­στά­θη ἡ αἰ­τί­α, ἀ­γνο­εῖ­ται. Τό­σα ἐ­μά­θα­μεν, καὶ τό­σα ἐ­γρά­ψα­μεν πε­ρὶ τῆς Ἀ­θλή­σε­ως τοῦ ἀ­οι­δί­μου Ἀ­θλη­τοῦ Ἀρ­γυ­ροῦ, εἰς δό­ξαν Χρι­στοῦ, τοῦ τὴν ἀν­θρω­πί­νην ἀ­σθέ­νειαν ἐ­νι­σχύ­ον­τος· αὐ­τῷ γὰρ πρέ­πει πᾶ­σα δό­ξα σὺν τῷ ἀ­νάρ­χῳ αὐ­τοῦ Πα­τρί, καὶ τῷ Πα­να­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.



Πη­γή: Νέ­ον Λει­μω­νά­ριον, πε­ρι­έ­χον μαρ­τύ­ρια πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α καὶ βί­ους Ὁ­σί­ων συλ­λε­χθέν­τα πα­ρὰ τοῦ Μα­κα­ρί­ου Νο­τα­ρᾶ, ἐν Ἀ­θή­ναις, 1873, σς 174-177 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]