Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὁ ὅλμος μέσα στὸ τσίπουρο

Koutsoukos,Ilias-OOlmosMesaStoTsipouro-Eikona-01

Ἠ­λί­ας Κουτσοῦκος


  Ὁ ὅλ­μος μέ­σα στὸ τσί­που­ρο

 

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟΥΣ ΕΧΩ ΦΕΡΕΙ μιὰ ντα­μι­τζά­να τσί­που­ρο ἠ­πει­ρώ­τι­κο καὶ τὰ δυ­ὸ γε­ρόν­τια ἔ­χουν τρε­λα­θεῖ. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, μιὰ βδο­μά­δα τώ­ρα, τοὺς κά­νω κου­δού­νια. Ὁ πα­τέ­ρας μου συν­τα­ξι­οῦ­χος τῆς Βα­σι­λι­κῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς —ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται γιὰ τὸ «βα­σι­λι­κῆς» σα­ράν­τα χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τάρ­γη­ση τοῦ τί­τλου της— κι ὁ κολ­λη­τός του πιὰ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διὰ μα­ζὶ καὶ χώ­ρια στὸν Ἐμ­φύ­λιο…

       Ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν Βα­σί­λη στὶς μά­χες τῆς Ἀν­δρί­τσαι­νας, τῆς Δη­μη­τσά­νας, τῶν Πι­ε­ρί­ων. Χρό­νια ἐ­χθροὶ ποὺ δὲν μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ τώ­ρα, στὰ ὀ­γδόν­τα τους, κολ­λη­τοὶ κά­θε μέ­ρα.

       Ὅ­ταν βλέ­πω πὼς ἔ­χουν ξε­πε­ρά­σει τὰ γρά­δα τους, ἀρ­χί­ζω τὸ ψη­στή­ρι. Θέ­λω νὰ δῶ —για­τί εἶ­μαι τυ­χε­ρὸς ποὺ τοὺς βλέ­πω μα­ζὶ— πό­σες ἀ­λή­θει­ες βγά­ζει τὸ τσί­που­ρο, ἀ­λή­θει­ες ποὺ θά ‘­ταν δι­α­τρι­βὴ γιὰ σύγ­χρο­νο ἱ­στο­ρι­κό. Τέ­τοι­α τύ­χη οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ἐ­ρευ­νη­τὴς δὲν ἔ­χει.

       «Ἄν­τε, ἀ­κό­μα ἕ­να γιὰ τὸν ἀ­γώ­να», λέ­ω τοῦ μπάρ­μπα-Βα­σί­λη καὶ τοῦ γε­μί­ζω τὸ πο­τη­ρά­κι του, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὴ θο­λού­ρα τοῦ ἀλ­κο­ο­λι­κοῦ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Ναί, ναί, βά­λ’ του νὰ μᾶς πεῖ τὸ κουμ­μού­νι πό­σους ξε­πά­στρε­ψε μὲ τοὺς συ­να­γω­νι­στές του…»

       «Ἄχ, ρὲ Τζί­μη, ἄχ, ρὲ Τζί­μη», μο­νο­λο­γεῖ ὁ φί­λος του ὁ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου, «τὴν γλύ­τω­σες στὶς μά­χες, τὴν γλυ­τώ­σα­με μα­ζί, τί τὰ θὲς τώ­ρα, νά ‘­μα­στε κα­λὰ νὰ πί­νου­με τὸ τσι­που­ρά­κι μας, νά ‘­ναι κα­λὰ ὁ Λι­α­κού­λης σου ποὺ μᾶς τὸ ‘­φε­ρε, νά ‘­ναι κα­λὰ τὸ παι­δί!».

       Σκέ­φτο­μαι πὼς εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ νὰ μά­θω γιὰ τὴ μά­χη στὰ Πι­έ­ρι­α, ὅ­που ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της (Χα­ρί­λα­ος Φλω­ρά­κης) ξε­πά­στρε­ψε μὲ ἕ­ναν ὅλ­μο ὅ­λους τοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς τῆς πρώ­της μοί­ρας κα­τα­δρο­μῶν, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ καί­ρια χτυ­πή­μα­τα τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴν καρ­διὰ τῆς φη­μι­σμέ­νης μο­νά­δας κρού­σης τοῦ ἐ­θνι­κοῦ στρα­τοῦ.

       Αὐ­τὰ δὲν τὰ βρί­σκεις οὔ­τε στὶς πιὸ ἐν­δε­λε­χεῖς ἔ­ρευ­νες τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου.

       Ὅ­μως ἐ­δῶ ἔ­χω τὸν μα­χη­τὴ τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη καὶ δὲν θ’ ἀ­φή­σω τὴν εὐ­και­ρί­α. Ἔ­χω δι­α­βά­σει πὼς τὸ «χτύ­πη­μα» ἔ­γι­νε τὸν χει­μώ­να τοῦ ‘47, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη μοί­ρα ἔ­παιρ­νε μέ­ρος στὶς ἐκ­κα­θα­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τῶν Πι­ε­ρί­ων καὶ τὸ τάγ­μα τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ.

       Βά­ζω κι ἄλ­λο τσί­που­ρο στὰ πο­τη­ρά­κια καὶ λέ­ω δῆ­θεν στὸ ἀ­δι­ά­φο­ρο:

       «Πάν­τως, ἐ­κεῖ­νο τὸ χτύ­πη­μα στὴ μοί­ρα κα­τα­δρο­μῶν ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ γιὰ του­λά­χι­στον ἕ­ναν χρό­νο, για­τί ὁ ὅλ­μος σκό­τω­σε ὅ­λους τους ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς καὶ τὸν δι­οι­κη­τή τους καὶ μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας στρα­τη­γὸς μοῦ ‘­χε πεῖ πὼς ἐ­κεῖ­νος ὁ ὅλ­μος ἦ­ταν ἡ ντρο­πὴ τῶν λο­κα­τζή­δων γιὰ χρό­νια… ἔ­τσι μοῦ ‘­πε…»

       «Ἦ­ταν, Λι­α­κού­λη μου, ἦ­ταν», λέ­ει ὁ μπάρ­μπα-Βα­σί­λης, «ἐ­κεῖ ἤ­μουν, που­λά­κι μου, ἦ­ταν με­γά­λη νί­κη γιὰ μᾶς καὶ ντρο­πὴ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν σκα­το­πό­λε­μο, Λι­α­κού­λη μου… τί κερ­δί­σα­με, φά­γα­με τὴν ψυ­χὴ μας ἐ­γὼ κι ὁ πα­τέ­ρας σου, ἀ­γό­ρι μου, ἄ­σ’ τα, κα­λό μου…»

       Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου: Πῶ, πῶ, τώ­ρα εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ μοῦ πεῖ τὸ πῶς ἔ­γι­νε, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει πά­ρει ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μέ­νο ὕ­φος του δη­λα­δὴ πῶς νὰ πι­στέ­ψει ὅ­τι πί­νει τσί­που­ρα μὲ τὸν ἀν­τί­πα­λό του, τὸν πα­ρ’ ὀ­λί­γο φο­νιά του, πῶς τὰ ‘­φε­ρε ἔ­τσι ἡ ζω­ὴ καὶ δὲν ξέ­ρει νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὸ τώ­ρα της, τὸ χθές της, τὰ γε­γο­νό­τα καὶ τὸ πα­ρά­λο­γό της.

       «Δη­λα­δή», τοῦ λέ­ω, «πῶς ρί­ξα­τε τὸν ὅλ­μο; Τοὺς τὴν εἴ­χα­τε στή­σει, ἔ; Ἅ­μα δὲν μά­θω τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ σέ­να ποὺ τὴν ἔ­ζη­σες, ἀ­πὸ ποι­όν θὰ τὴν μά­θω, θει­ο-Βα­σί­λη, ἀ­π’ τοὺς χαρ­το­γι­α­κά­δες τοῦ κα­τε­στη­μέ­νου ποὺ τὴν γρά­φουν ὅ­πως τοὺς βο­λεύ­ει, ἔ;»

       Ἔ­χω χτυ­πή­σει φλέ­βα. Τὸ ξέ­ρω. Οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ψυ­χί­α­τρος τοῦ κό­σμου δὲν ἔ­χει τέ­τοι­α συ­νε­δρί­α. Δυ­ὸ ἀν­τί­πα­λους, γε­ρον­τά­κια, νὰ πί­νουν τσί­που­ρο καὶ ζα­λι­σμέ­νοι ν’ ἀ­νοί­γουν τὰ σώ­ψυ­χά τους…

       «Ἄχ, Λι­α­κού­λη μου», λέ­ει ὁ μπαρ­μπα-Βα­σί­λης —ποὺ ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στοὺς βάλ­τους τῆς μνή­μης του κι ἔ­χει με­τα­μορ­φω­θεῖ τώ­ρα σὲ κα­πε­τὰν Φώ­τη—, «τοὺς πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με ἀ­π’ τὸ δά­σος δυ­ὸ με­ρό­νυ­χτα κι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­νό­η­τοι εἶ­χαν στρα­το­πε­δέ­ψει σ’ ἕ­να ξέ­φω­το χα­μη­λά μας, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω μας, καὶ ξέ­ρα­με πὼς κά­θε πρω­ὶ στὶς ἑ­φτὰ κά­ναν συγ­κέν­τρω­ση ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν κι εἶ­πε ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της στὸν σκο­πευ­τὴ τοῦ ὅλ­μου νὰ ρυθ­μί­σει καὶ νὰ ρί­ξει στὸ κέν­τρο τῆς συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­τός, ἕ­νας συ­να­γω­νι­στὴς ἀ­π’ τὴ Σπάρ­τη, τό ‘­κα­νε.»

       «Πῶς τό ‘­κα­νε, πές μου», τὸν ρω­τά­ω. «Πές μου ἀ­κρι­βῶς πῶς τό ‘­κα­νε.»

       Ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της ψά­χνει στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τοὺς με­ζέ­δες, τὸ σκουμ­πρί, τὴ σα­λά­τα, τὸ σύγ­γλι­νο, τὸ ψω­μὶ καὶ δί­πλα τὸ μπο­λά­κι μὲ τὰ πα­γά­κια, παίρ­νει μὲ τὰ δυ­ὸ γρα­νι­τέ­νια δά­χτυ­λά του ἕ­να πα­γά­κι, ἕ­να πα­γά­κι ποὺ με­τα­τρέ­πε­ται μ’ ἕ­ναν με­τα­φυ­σι­κὸ καὶ ταυ­τό­χρο­να πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο σὲ βλῆ­μα ὅλ­μου, ἕ­να πα­γά­κι ἕ­τοι­μο νὰ ξε­πα­στρέ­ψει ἕν­τε­κα ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς, ἕν­τε­κα λαμ­πρὰ καὶ γεν­ναῖα παι­διά, ποὺ τὰ ἔ­στει­λαν νὰ ξε­πα­στρέ­ψουν μὲ τὴ σει­ρά τους τοὺς ἀ­με­τα­νό­η­τους συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους, τοὺς ἀ­δελ­φούς τους δη­λα­δή… τὸ κρα­τά­ει μὲ προ­σο­χὴ δί­πλα στὸ πο­τη­ρά­κι του καὶ λέ­ει: «Νά, ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, μὲ τὴ δι­α­τα­γὴ “φω­τιὰ τώ­ρα”», καὶ μπλόπ, ρί­χνει τὸ πα­γά­κι στὸ τσί­που­ρό του.

       Ὁ ὅλ­μος προ­σγει­ώ­θη­κε με­μιᾶς στὸ τσί­που­ρο πε­τά­γον­τας πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα στά­λες ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι…


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

 

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

Διαφημίσεις

Τάκης Σιδέρης: Τὸ ζεϊμπέκικο

 

 

 

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης

 

Τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο

 

 ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΟΥ, ἀ­γό­ρι μου, ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἄν­θρω­πος. Ἕ­νας γνή­σιος καὶ αὐ­θεν­τι­κὸς λα­ϊ­κὸς ἀ­γω­νι­στής, χρό­νια ἀν­τάρ­της στὰ βου­νά, στὶς φυ­λα­κὲς καὶ στὶς ἐ­ξο­ρί­ες, μάρ­τυ­ρας τῶν ἰ­δε­ῶν ποὺ πί­στευ­ε τό­σο ἀ­κρά­δαν­τα. Πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χα ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ νιώ­θω ὑ­πε­ρή­φα­νος γι’ αὐ­τόν. Δὲν θὰ ξε­χά­σω πο­τὲ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα πού μᾶς τὸν φέ­ρα­νε στὸ σπί­τι σὲ κα­κὰ χά­λια κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι ποὺ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ ἔ­σβη­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σο δύ­σκο­λες καὶ τρα­γι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Βέ­βαι­α θὰ πρέ­πει ἐ­πί­σης νὰ σοῦ πῶ, ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ­μέ­ρα ὅ­ταν μᾶς τὸν φέ­ρα­νε, ἀλ­λὰ βρά­δυ, ἄ­γρια με­σά­νυ­χτα, καὶ μά­λι­στα ἔ­ξω ὁ βα­ρυ­χει­μω­νι­ά­τι­κος και­ρὸς ἔ­ρι­χνε τὶς ἀ­στρα­πὲς καὶ τὶς βρον­τές του. Ὅ­πως ἀ­κό­μη, ὅ­τι δὲν ἔ­πε­σε ἁ­πλὰ στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ ὅ­τι οἱ δύο αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ συ­να­γω­νι­στές του, ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ μᾶς, τὸν ἐ­να­πό­θε­σαν ἁ­πα­λὰ καὶ πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πά­νω στὸ στρῶ­μα. Εἶ­σαι τώ­ρα πιὰ με­γά­λο παι­δὶ καὶ θὰ πρέ­πει ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του νὰ μά­θεις ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἔ­γι­ναν τό­τε, στὸ δι­ά­στη­μα δη­λα­δὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ὁ παπ­πούς σου ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Σὰν αὐ­τό­πτης λοι­πὸν μάρ­τυ­ρας αὐ­τῶν ποὺ θὰ σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τώ­ρα, θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι ἕ­να πρω­ι­νό, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­γι­νε ἀ­να­πάν­τε­χα μιὰ πρό­σκαι­ρη δι­α­κο­πὴ τῆς κα­τά­κλι­σής του. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε αὐ­τὴ ἡ δι­α­κο­πή: Ἔ­τυ­χε νὰ εἶ­μαι μό­νος στὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες ποὺ εἶ­χα καὶ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ κα­τά­κοι­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ ζή­τη­σε, ψελ­λί­ζον­τας, ἀ­σθε­νι­κὰ νὰ τοῦ βά­λω ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἀ­πὸ τὸ κα­σε­τό­φω­νο. Δὲν εἶ­χε ξε­κι­νή­σει κα­λὰ-κα­λὰ ἡ ὀρ­γα­νι­κὴ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο ποὺ ἀ­κού­στη­κε ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἄ­νε­τα ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ἑ­νὸς ὑ­γιοῦς ἀν­θρώ­που ποὺ ἀ­να­κλα­δί­ζε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο του. Τὰ εἶ­χα χα­μέ­να, ἀ­να­τρι­χιά­ζω σύγ­κορ­μα καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μη καὶ μό­νο ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ τί ἐ­πα­κο­λού­θη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἐ­κεί­νη κί­νη­ση τῆς ἔ­γερ­σής του. Ποῦ βρῆ­κε τὶς δυ­νά­μεις, τὸ κου­ρά­γιο, αὐ­τὸς ὁ πο­λύ­πα­θος ἄν­θρω­πος στὰ χά­λια ποὺ βρί­σκον­ταν ἔ­τσι μὲ τὸ μου­σι­κὸ κά­λε­σμα τοῦ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κου, νὰ σαλ­τά­ρει ἐ­πά­νω καὶ νὰ στή­σει τὸ χο­ρό. Χό­ρευ­ε σεβ­ντα­λί­δι­κα μὲ τὸν με­ρα­κλω­μέ­νο κα­η­μὸ ἑ­νὸς πρω­τό­γνω­ρου λα­ϊ­κοῦ με­γα­λεί­ου.

       Πό­σο κρά­τη­σε αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τοῦ προσ­δώ­σω τὶς πραγ­μα­τι­κὲς χρο­νι­κές του δι­α­στά­σεις. Τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θη­λω­μέ­νος μὲ κομ­μέ­νη τὴν ἀ­νά­σα πό­τε νὰ δι­ευ­θύ­νει μὲ μα­ε­στρί­α τὶς παλ­λό­με­νες κι­νή­σεις τῶν χε­ρι­ῶν ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν τὸν γύ­ρω χῶ­ρο, πό­τε μὲ τὶς πα­λά­μες του νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τρυ­φε­ρὰ τὸ πλα­κό­στρω­το ἢ νὰ κα­τα­φέρ­νει σ’ αὐ­τὸ βι­α­στι­κὰ καὶ νευ­ρι­κὰ χτυ­πη­μα­τά­κια. Τὸ με­τα­μορ­φω­μέ­νο σῶ­μα πάν­το­τε πρό­θυ­μο καὶ ἄ­ξιο νὰ δί­νει ἀ­ξί­α στὴ μορ­φὴ καὶ στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς χο­ρευ­τι­κῆς του ἔκ­φρα­σης. Ἀ­κό­μη ἄ­κου­γε κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς φο­βε­ρὲς στιγ­μὲς καὶ ἰα­χὲς ἕ­να δη­λα­δὴ ξε­χεί­λι­σμα ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ πά­θους καὶ κε­φιοῦ μα­ζί. Μιὰ ἐκ βα­θέ­ων ἐ­πί­κλη­ση, προ­τρο­πὴ ἢ κραυ­γὴ κά­ποι­ου θρι­αμ­βευ­τι­κοῦ ἐ­πι­φω­νή­μα­τος. Τὸ πρω­ι­νὸ ἐ­κεῖ­νο ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­λει­παν, ἡ μη­τέ­ρα σου μὲ τὴ για­γιά σου καὶ οἱ δυ­ὸ ἀ­δελ­φές σου. Ὅ­ταν ὅ­μως τοὺς τὰ ἔ­λε­γα με­τὰ ποὺ ἤρ­θα­νε, κα­μιά τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ πι­στέ­ψει. Καὶ μά­λι­στα ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, μὲ τὸ δί­κιο τους για­τὶ κι ἐ­γὼ νὰ ἤ­μουν στὴ θέ­ση τους, ἴ­σως τὴν ἴ­δια στά­ση θὰ κρα­τοῦ­σα. Ἄ­σε ὅ­μως δυ­στυ­χῶς ποὺ ἄ­φη­ναν ἐμ­μέ­σως πλὴν σα­φῶς, αἰχ­μὲς καὶ ὑ­πο­νο­ού­με­να γιὰ τὴν ψυ­χι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κή μου κα­τά­στα­ση. Πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα δί­νω καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἐ­ξη­γή­σεις γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τὸ μὲ τὸν παπ­πού σου. Ὅ­σο γιὰ σέ­να, νο­μί­ζω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα σοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ σὲ ἔ­χω προ­βλη­μα­τί­σει, ἂν ὄ­χι νὰ σὲ ἔ­χω πεί­σει. Δὲν τὸν γνώ­ρι­σες τὸν συ­νο­νό­μα­τό σου πρό­γο­νο ποὺ τοῦ μοιά­ζεις ὅ­μως τό­σο πο­λύ, ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὶς φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ ἔ­χουν τὴν ἴ­δια πά­νω-κά­τω, ἡ­λι­κί­α μὲ σέ­να­νε. Πάν­τως τε­λι­κὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου αὐ­το­θαυ­μα­τούρ­γη­σε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς με­γά­λης του πί­στης γιὰ τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὰ ἰ­δα­νι­κὰ ποὺ γι’ αὐ­τὰ μαρ­τύ­ρη­σε θυ­σι­α­ζό­με­νος. Κα­τόρ­θω­σε ἔ­τσι δη­λα­δὴ νὰ βρε­θεῖ σὲ κά­ποι­ες στιγ­μὲς τό­σο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ κόν­τρα μὲ τὸν ἴ­διο τὸν θά­να­το. Μὲ τὸ πά­λε­μα αὐ­τὸ μα­ζί του, ἔ­φε­ρε αὐ­τὸν τὸν θε­α­μα­τι­κὸ θρί­αμ­βο, μιὰ νί­κη ἔ­στω καὶ Πύρ­ρεια στὸ στί­βο -«Μαρ­μα­ρέ­νια Ἁ­λώ­νια», μιᾶς ἄ­νι­σης ἀ­θλη­τι­κῆς ἀ­να­μέ­τρη­σης.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης (Ἀ­θή­να, 1929). Ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Μα­θή­τευ­σε κον­τὰ στοὺς ζω­γρά­φους Φά­νη Γα­λα­νὸ καὶ Γι­ῶρ­γο Σι­κε­λι­ώ­τη καὶ ἔ­κα­νε πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀ­το­μι­κὴ Ἔκ­θε­ση (ποί­η­ση, ἐκδ. Κέ­δρος, 1997) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Ὁ Αὔ­γου­στος στὴν Αἰ­γεί­ρα (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Σο­κό­λης-Κου­λε­δά­κης, 2003). Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ Λέ­ξη, Πλα­νό­διον, Νέ­α Ἑ­στί­α, Ὁ­δὸς Πα­νός, Παν­δώ­ρα κ.ἄ. 

 

Εἰ­κό­να: Σκί­τσο τοῦ Κώ­στα Λα­δό­που­λου.

 

Τάκης Κουφόπουλος: Ἐπέτειος

 

 

Τάκης Κουφόπουλος

 

Ἐπέτειος

 

ΥΠΝΗΣΑ πρω­ὶ πρω­ὶ ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ δυ­να­τὲς ντου­φε­κιές. Ἔ­πει­τα οἱ καμ­πά­νες, ὅ­λες μα­ζί, ἄρ­χι­σαν νὰ χτυ­ποῦν συ­νεν­νο­η­μέ­να.

       Τὸ πράγ­μα μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νο, για­τί, ὅ­πως εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ, ὁ πό­λε­μος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει πρὶν ἀ­πὸ πολ­λὰ χρό­νια καὶ ἡ εὐ­και­ρί­α ἐ­νὸς ἄλ­λου και­νού­ριου δὲ φαι­νό­ταν κον­τά.

       Ἄ­νοι­ξα τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­σκυ­ψα πρὸς τὸ δρό­μο. Ἄν­θρω­ποι πολ­λοὶ καὶ δι­ά­φο­ροι πή­γαι­ναν κι ἔρ­χον­ταν βι­α­στι­κά, ἄλ­λοι σὲ σει­ρὲς αὐ­στη­ρὰ πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νοι, ἄλ­λοι σὲ ὁ­μά­δες τῆς ἴ­διας νο­σταλ­γί­ας ἢ τοῦ ἴ­διου γού­στου ἢ τῆς ἴ­διας ὑ­πό­λη­ψης, ὅ­λοι κρα­δαί­νον­τας τὰ ὑ­ψω­μέ­να τους χέ­ρια ἢ δι­ά­φο­ρα πα­νιὰ πο­λύ­χρω­μα, τρα­γου­δών­τας ἐ­θνι­κὰ ἄ­σμα­τα καὶ ζη­τω­κραυ­γά­ζον­τας ἀ­πε­γνω­σμέ­να. Κά­ποι­ος μὲ εἶ­δε καὶ μοῦ ἔ­γνε­ψε μὲ τὸ κον­τά­ρι του. Γύ­ρι­σα κι ἐ­γώ, πῆ­ρα ἀ­π’ τὴν κρε­μά­στρα τὴν τρα­γιά­σκα μου καὶ τοῦ τὴν κού­νη­σα. Στὸ δι­πλα­νὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἡ νοι­κο­κυ­ρά μου σφά­δα­ζε κι αὐ­τή, μι­σὴ μέ­σα μι­σὴ ἔ­ξω.

       Τῆς εἶ­πα κα­λη­μέ­ρα σας, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ μὲ πλη­ρο­φο­ρή­σε­τε… Τό­τε γύ­ρι­σε κα­τ’ ἀ­πά­νω μου τὸ χεί­μαρ­ρο τῶν ζη­τω­κραυ­γῶν της, μὲ ἀ­πο­κά­λε­σε ἥ­ρω­α καὶ δο­ξα­σμέ­νο καὶ εἶ­πε πὼς ἔρ­χε­ται στὴ στιγ­μὴ νὰ μὲ ἑ­τοι­μά­σει, για­τὶ ὅ­που νά ‘­ταν ἔ­φθα­νε ἡ συ­νο­δεί­α ποὺ θὰ μὲ πα­ρα­λά­βαι­νε.

       Ἔ­τρε­ξα καὶ γύ­ρι­σα, ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρὰ, τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα. Τὰ ρα­δι­ό­φω­να ὅ­λων τῶν δω­μα­τί­ων ὠ­ρύ­ον­ταν δι­α­φη­μί­ζον­τας τὸ πε­ρι­στα­τι­κό.

      Ἦ­ταν ἡ ἐ­πέ­τει­ος τῆς με­γά­λης μέ­ρας. Μιᾶς μέ­ρας, ποὺ ἐ­γὼ κά­πο­τε εἶ­χα ἐ­κμε­ταλ­λευ­θεῖ θαυ­μά­σια. Τώ­ρα τὴν ἐ­κμε­ταλ­λεύ­ον­ται οἱ ἄλ­λοι, μὲ τὸ δι­κό τους τρό­πο.

      Ἡ πόρ­τα μου χτύ­πη­σε δυ­να­τά. Σκέ­φτη­κα πὼς λο­γι­κό­τε­ρο ἦ­ταν ν’ ἀ­νοί­ξω.

      Ὅ­λος ὁ δι­ά­δρο­μος εἶ­χε γε­μί­σει ἀν­θρώ­πους. Κυ­ρι­α­κά­τι­κους. Μὲ κα­θα­ρὰ κο­λά­ρα καὶ ξυ­ρι­σμέ­να μά­γου­λα. Μὲ χα­μό­γε­λα δι­ά­φο­ρα, ὅ­λων τῶν τύ­πων καὶ τῶν ἐ­κτά­σε­ων καὶ κα­πέ­λα δι­ά­φο­ρα, ὅ­λων τῶν με­γε­θῶν καὶ τῶν σχη­μά­των. Ἀ­π’ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη χαρ­το­σα­κού­λα τῆς μιᾶς ὀ­κᾶς μέ­χρι ἐ­κεῖ­να τῶν τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γῶν καὶ τῶν πι­ε­ρό­των. – Με­τα­ξὺ αὐ­τῶν, πρέ­πει νὰ νο­η­θοῦν, μπε­ρέ­δες, πη­λή­κια, τρι­καν­τὸ καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα.

       Μό­λις μὲ εἶ­δαν, ὁ πρῶ­τος ἀ­πο­κα­λύ­φτη­κε, οἱ ἄλ­λοι ζή­λε­ψαν κι ἔ­κα­ναν τὸ ἴ­διο, καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ φώ­να­ξαν τρεῖς φο­ρὲς «ζή­τω». Πρὶν προ­φτά­σω νὰ δι­και­ο­λο­γη­θῶ, ὁ Σύλ­λο­γος Πα­λαι­ῶν Πο­λε­μι­στῶν ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἕ­να χαρ­τί, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι μὲ τὰ χέ­ρια ἕ­τοι­μα πε­ρί­με­ναν τὰ ση­μεῖ­α τῆς στί­ξε­ως, γιὰ νὰ χει­ρο­κρο­τή­σουν.

       Σὰν τέ­λει­ω­σε αὐ­τός, ἄρ­χι­σε ὁ Σύλ­λο­γος Ἐρ­γο­λά­βων Κη­δει­ῶν, ὁ Σύλ­λο­γος Συν­τη­ρή­σε­ως Μνη­μεί­ων καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί. Ἔ­πει­τα, ἐ­κεῖ­νος ποὺ κρά­τα­γε τὴ βα­λί­τσα τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ μοῦ προ­σέ­φε­ρε τὴ με­γά­λη στο­λὴ μὲ τὰ πα­ρά­ση­μα. Εἶ­πα, σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, ὅ­μως προ­τι­μῶ τὸ σπόρ μου τὸ σα­κά­κι. Εἶ­παν, ὄ­χι ἀ­δύ­να­τον καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ τὴ φο­ροῦν.

       Σὲ λί­γη ὥ­ρα πα­ρου­σι­ά­στη­κα, ντυ­μέ­νος ταυ­ρο­μά­χος, θαυ­μά­σια. Ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ ψη­λό μου μαῦ­ρο κο­λά­ρο, ἡ μα­κριά μου –ἐ­πί­σης μαύ­ρη– μπέρ­τα, ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ ζω­η­ρὴ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ κό­κα­λα καὶ τὸ καμ­πύ­λο μου σπα­θί, τὸ τί­μιό μου σπα­θί, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πὸ τό­τε κα­τα­τε­θει­μέ­νο σὲ λα­ϊ­κὸ προ­σκύ­νη­μα.

      Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­τοι­μα —κά­ποι­ος ξε­σκό­νι­σε τὸ κρα­νί­ο μὲ τὸ μαν­τί­λι καὶ δι­όρ­θω­σε τὸν πῆ­χυ τοῦ δε­ξιοῦ χε­ριοῦ— καὶ μὲ ξε­κί­νη­σαν. Πρω­το­στα­τοῦν­τος τοῦ κλή­ρου.

       Σ’ ὅ­λο τὸ μῆ­κος τοῦ δρό­μου, πα­ρα­τε­ταγ­μέ­νος ὁ λα­ός, ἐ­τού­της ἢ ἐ­κεί­νης τῆς χώ­ρας, μᾶς ἔ­ραι­νε μὲ ἄν­θη καὶ δά­κρυ­ζε συγ­κι­νη­μέ­νος. Κά­θε κυ­κλο­φο­ρί­α εἶ­χε στα­μα­τή­σει, οἱ καμ­πά­νες χτυ­ποῦ­σαν δυ­να­τό­τε­ρα, ἡ μου­σι­κὴ παι­ά­νι­ζε τὸν ἐ­πι­τά­φιο καὶ γε­νι­κῶς ὅ­λοι ἔ­κα­ναν τὸ κα­θῆ­κον τους ἐ­πι­τυ­χη­μέ­να. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κά­ποι­ος ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα κι ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δύο βή­μα­τα ἀ­κό­μη καὶ θὰ μὲ ἀ­κουμ­ποῦ­σε. Ὅ­μως ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α πρό­φτα­σε καὶ τὸν συ­νέ­λα­βε. Τοῦ ἔ­κα­ναν σω­μα­τι­κὴ ἔ­ρευ­να. Μὲς στὴν κοι­λιὰ του βρή­κα­νε βλή­μα­τα ἀ­πὸ ὀ­βί­δα πυ­ρο­βο­λι­κοῦ. Τὸν ἔ­στει­λαν ἀ­μέ­σως στὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο.

       Ἐ­πι­τέ­λους ἡ συ­νο­δεί­α στα­μά­τη­σε. Τρεῖς τέσ­σε­ρις μὲ πῆ­ραν στὰ χέ­ρια καὶ μὲ με­τά­φε­ραν κον­τὰ στὸ ἄ­γαλ­μα. Ἕ­νας κύ­ριος ποὺ εἶ­χε τὸ γε­νι­κὸ πρό­σταγ­μα πλη­σί­α­σε, μί­λη­σε λί­γο σ’ αὐ­τό, ἔ­πει­τα μοῦ πῆ­ρε τὸ χέ­ρι, μοῦ τὸ κού­νη­σε καὶ πέ­ρα­σε στὸ λαι­μό μου τοὺς 15 νε­κροὺς στρα­τι­ῶ­τες τῆς Δι­μοι­ρί­ας μου. Πε­ρί­με­να φυ­σι­κά, ὅ­τι ἡ κα­τα­δί­κη θὰ ἦ­ταν εἰς θά­να­τον. Ὅ­μως τὰ πλή­θη γύ­ρω χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν. Ἔ­κα­να μί­α βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση – οἱ 15 νε­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες πή­γα­νε κι ἤρ­θα­νε, μ’ ἕ­να χτύ­πο, πά­νω στὸ στῆ­θος μου. Τοὺς τα­χτο­ποί­η­σα μὲ τὸ χέ­ρι ποὺ μοῦ κού­νη­σαν.

       Ἡ χο­ρω­δί­α ἄρ­χι­σε νὰ ψέλ­νει πο­λε­μι­κὰ θού­ρια κι ὅ­λα τὰ μά­τια ἔ­γει­ραν δα­κρυ­σμέ­να. Τό­τε κά­ποι­ος μὲ πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πῶ κι ἐ­γὼ με­ρι­κὰ λό­για στὸ ἄ­γαλ­μα.

       Τὸ πράγ­μα βέ­βαι­α ἔ­παιρ­νε δι­α­στά­σεις. Ὄ­χι πὼς ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ συ­νη­γο­ρή­σω, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ τὰ δά­κρυ­α, γιὰ μί­α πε­ρα­σμέ­νη χρο­νο­λο­γί­α ποὺ εἶ­χε γί­νει μάρ­μα­ρο, μοῦ ἦ­ταν ἀ­κα­τα­νό­η­τα. Εἶ­πα, κύ­ριοι μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀλ­λὰ κά­ποι­ο λά­θος ἔ­γι­νε. Ἐ­γὼ μό­λις πρὶν ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ γεν­νή­θη­κα. Τὰ δά­χτυ­λά μου εἶ­ναι νω­πά, ἡ μνή­μη μου ἄ­δεια. Λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ ἄ­γαλ­μα δὲν τὸ γνω­ρί­ζω καὶ δὲν τὸ δέ­χο­μαι. Ὄ­χι, λέ­νε, σοῦ μοιά­ζει. Ἐ­γὼ εἶ­πα, ἀ­δύ­να­τον, αὐ­τοὶ ἐ­πέ­με­ναν κι ἔ­τσι ση­κώ­θη­κε με­τα­ξύ μας ἕ­νας κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

       Ψί­θυ­ροι ἄρ­χι­σαν νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν, στὴν ἀρ­χὴ σι­γα­νοί, ἔ­πει­τα δυ­να­τό­τε­ροι κι ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα συμ­μα­ζεύ­ον­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­να, για­τί ἡ τε­λε­τὴ φαι­νό­ταν πὼς ἀ­πο­τύ­χαι­νε. Κι ὅ­μως εἶ­χε γί­νει τό­ση προ­ε­τοι­μα­σί­α καὶ τό­σα ἔ­ξο­δα. Ἔ­πει­τα ἦ­ταν καὶ οἱ ἐ­πί­ση­μοι, ντυ­μέ­νοι στὰ μαῦ­ρα, ποὺ ἀ­νυ­πο­μο­νού­σα­νε νὰ φο­ρέ­σουν πά­λι τὸ ψη­λὸ κα­πέ­λο καὶ τὸ πε­ρή­φα­νο ἐ­θνι­κὸ χα­μό­γε­λο καὶ νὰ κι­νή­σουν γιὰ τὸ με­γά­λο προ­ο­ρι­σμό. Ἕ­να ἀ­νοι­χτὸ βι­βλί­ο, πε­ρί­με­νε τὴν ὑ­πο­γρα­φή τους. Ἡ πέ­να ἦ­ταν βου­τηγ­μέ­νη, ὁ γραμ­μα­τέ­ας εἶ­χε σα­λι­ώ­σει τὸ δά­χτυ­λο, ἡ μου­σι­κὴ εἶ­χε πά­ρει τὸ λά. Τί θὰ γί­νον­ταν ὅ­λα τοῦ­τα; Καὶ πῶς θὰ ἐ­δι­και­ο­λο­γεῖ­το ἡ ἀρ­γί­α τῶν Δη­μο­σί­ων Ὑ­πη­ρε­σι­ῶν;

       Ἴ­σως αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νὰ μὲ συγ­κί­νη­σε καὶ δέ­χτη­κα. Κι ἴ­σως ἔ­τσι νὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα, για­τὶ μοῦ δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ πῶ, μιὰ καὶ κα­λή, τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ρο­λο­γιοῦ. Δη­λα­δὴ πῶς κά­πο­τε ἐ­φευ­ρέ­θη­κε γιὰ λό­γους δι­α­κο­σμη­τι­κούς, πῶς ἔ­γι­νε ἡ πα­ρα­νό­η­ση καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν γιὰ τὴ μέ­τρη­ση τοῦ χρό­νου —τοῦ δι­κοῦ μας— καὶ πῶς τώ­ρα ὅ­λα τα­χτο­ποι­ή­θη­καν, κα­τα­λά­βα­με τὸ σφάλ­μα μας, βά­λα­με τὰ ρο­λό­για στὶς τσέ­πες κι ἀ­φή­σα­με τ’ ἀ­στεῖ­α τὰ δρα­μα­τι­κὰ γιὰ τὸ πρὶν καὶ γιὰ τὸ ὕ­στε­ρα.

       Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς μ’ ἄ­κου­σαν μὲ προ­σο­χή. Ὅ­μως, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σα, ἐ­ζή­τη­σαν νὰ τοὺς δι­η­γη­θῶ καὶ πῶς ἔ­γι­νε τὸ πο­λε­μι­κὸ κα­τόρ­θω­μα. Ἔ­σκου­πι­σα τὸν ἱ­δρώ­τα μου καὶ εἶ­πα πὼς προ­τι­μῶ τὸ τά­βλι. Ὄ­χι, εἶ­παν, τὸ κα­τόρ­θω­μα. Τό­τε πα­ρά­γει­λα κα­φέ­δες γιὰ ὅ­λους, ἀ­νά­ψα­με τσι­γά­ρο, κά­τσα­με σταυ­ρο­πό­δι κα­τά­χα­μα, κι ἄρ­χι­σα πά­λι ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ρο­λο­γιοῦ, γιὰ ὅ­σους ἦ­ταν ἀ­πόν­τες καὶ γιὰ ὅ­σους δὲν τὴν κα­τά­λα­βαν.

       Ὅ­μως, ὅ­σο σι­γὰ σι­γὰ μπαί­ναν στὸ πνεῦ­μα τού­της τῆς ἔ­ξο­χης ἀ­να­σκό­πη­σης κι ὅ­σο πρό­σε­χαν κι ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες, τό­σο κι ἄρ­χι­ζαν νὰ ἐ­ρε­θί­ζον­ται. Πρῶ­τος ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ἕ­νας συν­τα­ξι­οῦ­χος, ἔ­πει­τα ἕ­νας πα­πάς. Κι ἀ­μέ­σως ὅ­λοι μα­ζὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ξέ­σπα­σαν σὲ βρι­σι­ὲς καὶ σ’ ἀ­να­θέ­μα­τα. Με­ρι­κοὶ ρω­τοῦ­σαν ἔ­ξαλ­λοι, πὼς θὰ κοι­μη­θοῦν ἀ­πό­ψε ἢ αὔ­ριο, χω­ρὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, ἄλ­λοι δι­α­μαρ­τύ­ρον­ταν ποὺ δὲ χρη­σι­μο­ποι­ῶ σω­στὰ τὴν κλα­σι­κὴ σύν­τα­ξη κι ἄλ­λοι ὁρ­κί­ζον­ταν, μὲ τὸ δε­ξί τους χέ­ρι τεν­τω­μέ­νο, πά­νω σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης τους. Πιὸ δυ­να­τά, φώ­να­ζε κεῖ­νος πού ‘­χε τὸ γε­νι­κὸ πρό­σταγ­μα. Για­τὶ τὸ ‘­βλε­πε σί­γου­ρο πὼς ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος. Γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα μὲ κα­τέ­βα­σαν ἀ­πὸ τὸν ἄμ­βω­να. Ἕ­νας ἄλ­λος —χει­ρο­δύ­να­μος— πῆ­ρε τὸ λό­γο.

       — Αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος, κύ­ριοι, ἔ­λε­γε, εἶ­ναι ἔν­δο­ξος. Κα­νεὶς δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­θυ­μή­σει με­γα­λύ­τε­ρη κτλ. ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ο πα­ρελ­θόν. –Ἔ­γώ, φυ­σι­κά, δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κα γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη καὶ ζή­τη­σα ἐ­πι­σή­μως νὰ δι­α­γρα­φεῖ, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι εἶ­χαν ἀν­τί­θε­τη γνώ­μη. — Ἦ­ταν, συ­νέ­χι­σε, μιὰ νύ­χτα γε­μά­τη τρό­μο καὶ γε­μά­τη θά­να­το, ὅ­ταν μιὰ χού­φτα ἄν­θρω­ποι ὅρ­μη­σαν…

       Ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τὸν δι­όρ­θω­να στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἔ­φερ­νε ἀν­τίρ­ρη­ση. Ὅ­μως κά­πο­τε κα­τά­λα­βε ξαφ­νι­κά, πὼς ἦ­ταν πιὰ πο­λὺ μα­κριά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ταν στὰ ἑ­βδο­μα­δια­ῖα φυλ­λά­δια. Γύ­ρι­σε τό­τε καὶ μὲ κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νος. Εἶ­πε, μὰ δὲν ἔ­γι­ναν ἔ­τσι. Εἶ­πα, τί θὰ πεῖ ἔ­γι­ναν, τώ­ρα γί­νον­ται.

       — Τώ­ρα γί­νον­ται; εἶ­πε μὲ μιὰ φω­νὴ πε­ρί­ερ­γη.

       — Τώ­ρα γί­νον­ται; ρώ­τη­σε ἕ­νας ἄλ­λος πιὸ πέ­ρα.

       Μιὰ γε­νι­κὴ κα­τά­πλη­ξη ἁ­πλώ­θη­κε μέ­χρι μα­κριά, τὸ συρ­μα­τό­πλεγ­μα. Ὅ­λοι γυ­ρί­σα­νε στοὺς δι­πλα­νούς τους, κοι­τά­χτη­καν, πῆ­γαν κά­τι νὰ ποῦν, δὲν τὸ εἶ­παν, βά­λαν τὰ κομ­πο­λό­για στὶς τσέ­πες καὶ στρά­φη­καν πρὸς ἐ­μέ­να. Τὰ λά­βα­ρα βγῆ­καν ἀ­πὸ τὶς θῆ­κες κι ἀ­κουμ­πί­στη­καν κα­τά­χα­μα, αὐ­τὸς ποὺ πού­λα­γε τὸ χαρ­το­πό­λε­μο στα­μά­τη­σε νὰ ξε­χω­ρί­ζει τὰ φράγ­κα ἀ­πὸ τὰ δί­φραγ­κα, τὸ ἀ­πό­σπα­σμα εἶ­πε ἀ­κό­μη μιὰ βρι­σιὰ κι οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ λύ­σαν τὰ χέ­ρια ἀ­πὸ μπρὸς καὶ τά ‘­δε­σαν ἀ­πὸ πί­σω.

       Ἤ­τα­νε μιὰ στιγ­μὴ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς με­τέ­ω­ρες, ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ θε­ω­ροῦ­με ἀ­πο­φα­σι­στι­κές, ἔ­τσι γιὰ νὰ ‘­χου­με κά­ποι­α ἱ­στο­ρι­κὴ ποι­κι­λί­α. Δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­νας λό­γος, ἕ­να σύν­θη­μα κι ἡ σω­τη­ρί­α ἢ ὁ χα­μός, παίρ­να­νε πά­λι τὸ σω­στό τους δρό­μο – γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα.

       Βέ­βαι­α, εἶ­χα καὶ ἔ­χω πάν­το­τε γνώ­ση τῶν χρο­νι­κῶν πλαι­σί­ων, ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀν­τι­στα­θῶ μπρο­στὰ σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­τα­πλη­κτι­κὴ σα­γή­νη τῆς πι­θα­νό­τη­τας.

       Ση­κώ­θη­κα ὄρ­θιος, ἅ­πλω­σα τὶς πα­λά­μες, μά­ζε­ψα τὴν καρ­διά, τὴν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη τῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­βα­λα μα­ζὶ καὶ τὴ δι­κή μου καὶ ξα­να­μί­λη­σα:

       — Ἀ­γα­πη­τοί μου φί­λοι, ἂς γί­νου­με σπλα­χνι­κοί. Ἂς μεί­νου­με γιὰ λί­γο χω­ρὶς ὑ­πό­λη­ψη. Τὰ χέ­ρια σας εἶ­ναι ἀ­τρο­φι­κὰ ἀ­πὸ λει­ψὴ με­τα­χεί­ρι­ση, τὰ πρό­σω­πά σας μαῦ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφυ­ξία. Ἐ­γώ, φυ­σι­κά, δὲν εἶ­μαι ὀρ­θο­πε­δι­κός, οὔ­τε ἔ­χω ὑ­πό­ψη μου νὰ λύ­σω μὲ τὸ στα­νιό, τὰ ὡ­ραῖ­α σας σφι­χτὰ κο­λά­ρα. Ὅ­μως ἂς γρά­ψου­με λί­γη ὥ­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο. Σ’ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­θώ­ριο ποὺ πο­τὲ δὲ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε, για­τί ἔ­χε­τε πά­ρει μιὰ κα­λὴ ἐκ­παί­δευ­ση καὶ για­τὶ εἴ­σα­στε τα­χτι­κοί. Ἐ­γὼ ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴν ξα­να­μι­λή­σω ἀ­πό­ψε γιὰ ἡ­με­ρο­λό­για. Ὅ­μως κι ἐ­σεῖς, ἀ­φῆ­στε με νὰ ὀρ­γα­νώ­σω ἐ­δῶ τὰ πράγ­μα­τα, ὅ­πως πρέ­πει. Λοι­πὸν λέ­γο­μαι, τού­τη τὴ στιγ­μὴ ἔ­τσι, ταυ­ρο­μά­χος μέ­γας τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ἢ χα­σά­πης ἢ πα­νο­ραμιτ­ζὴς – τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι νὰ συμ­φω­νή­σου­με. Ὁ κύ­ριος ἀ­πὸ δῶ θὰ γυ­ρί­ζει τὸ χε­ρού­λι καὶ θὰ δι­η­γι­έ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κά. «Πῶς ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος… ἢ τὸ Ὑ­πο­βρύ­χιον Πα­πα­νι­κο­λής… ἢ ὁ Ἀ­τρό­μη­τος Κα­τσαν­τώ­νης.» Βέ­βαι­α, ἐ­πει­δὴ τὸ πράγ­μα εἶ­ναι πρό­χει­ρο, δὲν πρέ­πει νὰ ἔ­χε­τε ὑ­περ­βο­λι­κὲς ἀ­ξι­ώ­σεις. Πάν­τως, δέ­χο­μαι ποὺ καὶ ποὺ νὰ πα­ρεμ­βαί­νω, κά­νον­τας τὴν ὑ­πό­θε­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο συγ­κι­νη­τι­κή.

       Φυ­σι­κά, ὅ­λοι τους φά­νη­καν λο­γι­κοί. Για­τί ἤ­ξε­ραν κα­λὰ τὴ στιγ­μὴ καὶ τὴν ἀ­ξί­α της, μο­νά­χα ἀ­γνο­οῦ­σαν τὴ μέ­θο­δο. Τοῦ­το τὸ εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἄλ­λω­στε ἐ­πέ­μει­να.

       Ἔ­τσι μπο­ρέ­σα­με καὶ φτι­ά­ξα­με πράγ­μα­τι μιὰ πα­ρά­στα­ση ὑ­πέ­ρο­χη. Χω­ρὶς ἰα­χὲς καὶ πε­πρω­μέ­να. Χω­ρὶς ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Ἀ­φή­νον­τας τὸ χρό­νο σὲ μιὰν ἀ­κμή.

       Στὸ τέ­λος, δι­πλώ­σα­με τὰ λά­βα­ρα, χαι­ρε­τι­στή­κα­με ἐγ­κάρ­δια —χω­ρὶς νὰ λη­σμο­νή­σου­με καὶ τὴν ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ— καὶ δώ­σα­με ραν­τε­βού, γιὰ τὸν ἄλ­λο χρό­νο.

 

 

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Δ΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1989. Ἀ­πὸ τὴ συλλογὴ δι­η­γη­μάτων Μι­κρὲς σύγ­χρο­νες ἱ­στο­ρί­ες (Ἀ­θή­να, 1959).

 

Τά­κης Κου­φό­που­λος (Ἀθήνα, 1927). Πεζογράφος. Σπούδασε Πολιτικὸς Μηχανικὸς στὸ Πολυτεχνεῖο. Βιβλία του: Μικρὲς σύγχρονες ἱστορίες (1959), Ἡ ὁδός (1962), Ἐκδοχές (1973), κ.ἄ. Βλέ­πε πε­ρις­σό­τε­ρα στὸ http://www.takiskoufopoulos.net/

 

Κώστας Βάρναλης: Τὸ κελάηδημα τῆς τσίχλας

 

 

Κώ­στας Βάρ­να­λης

 

Τὸ κε­λά­η­δη­μα τῆς τσί­χλας

 

ΣΙΧΛΑ τὴν πα­ρα­νο­μά­ζα­νε στὸ χω­ριὸ τὴν Ἀν­νού­λα. Κι’ ἔ­ζη­σε καὶ πέ­θα­νε Τσί­χλα.

Εἴ­τα­νε μιᾶς μπου­κιᾶς ἀν­θρω­πά­κι. Ἀ­δύ­να­τη, μὲ ψι­λὰ κα­νιά, δί­χως βά­ρος, πε­τού­με­νη. Δὲν περ­πα­τοῦ­σε – πή­δα­γε κι’ ἔ­τρε­χε.

       Ἀλ­λὰ γιὰ ποι­ό χω­ριὸ μι­λᾶ­με;

      Γιὰ ἕ­ν’ ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ βου­νί­σια, ποὺ σκαρ­φα­λώ­νου­νε στὴν πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ κ’ εἶ­ναι ὅ­λα τὰ ἴ­δια. Ὄ­μορ­φα, μὰ φτω­χὰ καὶ μί­ζε­ρα κι’ ἀ­φη­μέ­να στὴν τύ­χη τους κι ἀ­πὸ Θε­οὺς κι ἀν­θρώ­πους.

      Μιὰ ρε­μα­τιὰ στὴν κα­τη­φο­ριὰ μὲ τὶς κόκ­κι­νες ρο­δο­δάφ­νες καὶ μιὰ γι­δό­στρα­τα, ποὺ φέρ­νει μὲς ἀ­πὸ τὸ δά­σος τῶν πέφ­κων στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ. Τό­σο ἀ­πό­με­ρο, ξε­χα­σμέ­νο χω­ριό, ποὺ σχε­δὸν εἶ­χε κι ἀ­φτὸ ξε­χά­σει τ’ ὄ­νο­μά του.

      Δὲν τοῦ χρει­α­ζό­τα­νε, λὲς καὶ τοῦ πε­φτε βά­ρος.

      Ἀλ­λ’ ὅ­σο τοὺς λεί­που­νε τῶν μι­κρῶν ἀ­φτῶν χω­ρι­ῶν, πο­λι­τι­σμός, φρον­τί­δα καὶ χορ­τα­σιά, τό­σο τοὺς πε­ρισ­σέ­β’ ἡ ψυ­χή, ψυ­χὴ τοῦ λα­οῦ!

      Εἴ­μα­στε στὸν τε­λε­φταῖ­ο χρό­νο τῆς κα­το­χῆς.

      Τὸ χω­ριό, ποὺ λέ­με, βρι­σκό­τα­νε στὰ σύ­νο­ρα τῶν δύ­ο Ἑλ­λά­δων: τῆς λέ­φτε­ρης καὶ τῆς συ­νερ­γα­ζό­με­νης. Ἀλ­λὰ πρὸς τὰ ἐ­δῶ.

      Ἕ­να γερ­μα­νι­κὸ φυ­λά­κιο προ­σπα­θοῦ­σε μὲ τοὺς να­ζῆ­δες τοὺς δι­κούς του καὶ τοὺς τσο­λιά­δες τοὺς «δι­κούς μας» νὰ μπο­δί­ζει τὴ λε­φτε­ριὰ νὰ κα­τέ­βει ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ πρὸς τὰ κά­τω – στὸν κάμ­πο. Για­τὶ κεῖ ψη­λὰ στὴν κορ­φὴ τοῦ βου­νοῦ εἴ­χα­νε φω­λιά­σ’ οἱ ἀ­γω­νι­στὲς τοῦ Ἔ­θνους κι ἑ­τοι­μά­ζα­νε «κα­λὰ Χρι­στού­γεν­να» γιὰ τοὺς ἐ­χθρούς.

      Μὲ τὴν ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κὴν ἐ­πι­τρο­πὴ τοῦ χω­ριοῦ εἴ­χα­νε συ­χνὴν ἐ­πα­φή. Ἀλ­λὰ πῶς; Μέ­σον τῆς τσί­χλας. Εἴ­τα­νε κό­ρη μιᾶς φτω­χειᾶς χη­ρε­βά­με­νης τοῦ χω­ριοῦ, ποὺ ὁ ἄν­τρας της σκο­τώ­θη­κε στὴν Ἀλ­βα­νί­α. Ὀ­χτὼ μὲ δέ­κα χρο­νῶν ἡ τσί­χλα. Μὰ γε­μά­τη φω­νή, ξυ­πνά­δα καὶ μῖ­σος ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἐ­χθρῶν. Καὶ σβέλ­τη καὶ μπα­σμέ­νη στὴ ζω­ὴ —σὰν ὥ­ρι­μο πλά­σμα— κι ἀ­δεί­λια­στη.

      Κα­λὸς και­ρὸς στὰ τέ­λη τοῦ Δε­κέμ­βρη. Ἥ­λιος καὶ στέ­γνη – μὰ καὶ κρύ­ο τσου­χτε­ρό.

      Ἡ Τσί­χλα, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα παι­διά (τὰ σκο­λειὰ κλει­σμέ­να!) βγαί­ναν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ σ’ ἕ­να πλά­τω­μα πρὸς τὸ ρέ­μα καὶ παί­ζα­νε μπρο­στὰ στὰ μά­τια τῶν Γερ­μα­νῶν καὶ τῶν τσο­λιά­δων.

      Παί­ζα­νε τό­πι.

      Ἡ Τσί­χλα, πά­νου στὸ φούν­τω­μα τοῦ παι­χνι­διοῦ, τί­να­ζε τὸ τό­πι ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πι­ό­τε­ρο, νὰ τὸ φτά­σει.

      Τὸ τό­πι κυ­λοῦ­σε κά­του στὴ ρε­μα­τιὰ κι ἡ Τσί­χλα κυ­λοῦ­σε κι ἀ­φτή.

      Ὄ­χι πο­λὺ ψη­λά, μέ­σα στὸ δά­σος τὴν πε­ρι­μέ­να­νε κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, κά­θε μέ­ρα δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες. Τοὺς ἔ­δι­νε τὸ μή­νυ­μα γραμ­μέ­νο ἢ στο­μα­τι­κὰ τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς καὶ ξα­να­γυρ­νοῦ­σε πί­σω λα­χα­νι­α­σμέ­νη (γιὰ νὰ μὴν ἀρ­γή­σει) μὲ τὸ τό­πι στὰ χέ­ρια!

      Ἀλ­λ’ ἀ­φτὸ τὸ τα­χτι­κὸ χά­σι­μο τῆς Τσί­χλας μέ­σα στὸ δά­σος πο­νή­ρε­ψε τοὺς «ἐ­χθροὺς» ξέ­νους καὶ δι­κούς.

      «Πρέ­πει νὰ ἰ­δοῦ­με τὶ τρέ­χει, μὲ τρό­πο – για­τὶ τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι πο­λὺ πο­νη­ρό…».

      Ἀλ­λὰ δὲν χρει­ά­στη­κε τρό­πος. Ὁ πρό­ε­δρος τοῦ χω­ριοῦ, δε­ξὶ χέ­ρι τῶν Να­ζή­δων, ἔ­κα­νε τὴν τε­λε­φταί­α του ὑ­πη­ρε­σί­α «πρὸς τὴν Πα­τρί­δα». Τοὺς πλη­ρο­φό­ρη­σε τὶ συμ­βαί­νει.

      Ὅ­ταν τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ Τσί­χλα ξα­νά­κα­νε τὸ «παι­χνί­δι» της, τρέ­ξα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ τό­πι Να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοί», στα­μα­τή­σα­νε τὸ τό­πι, στα­μα­τή­σα­νε κι ἀ­φτή­νε καὶ τὴν ψά­ξα­νε.

      Βρή­κα­νε χω­μέ­νο μέ­σα στὰ μαλ­λιά της ἕ­να χαρ­τά­κι.

      «Ἔ­λα δῶ, που­λά­κι μου, τὴ ρώ­τη­σε ὁ πρό­ε­δρος. Ποι­ός σοῦ τό δω­σε τοῦ­το;»

      «Μό­νη μου τό γρα­ψα.»

      «Καὶ τί ξέ­ρεις ἐ­σὺ ἀ­πὸ τέ­τοι­α πρά­μα­τα;»

      «Ὅ­λοι μας ξέ­ρου­με.»

      «Καὶ τί ἄλ­λο “παι­χνί­δι” ξέ­ρεις;»

      «Ὅ­λα. Καὶ νὰ τρέ­χω. Καὶ νὰ πη­δῶ. Καὶ νὰ τρα­γου­δῶ. Νὰ σκαρ­φα­λώ­νω στὰ δέν­τρα, νὰ καρ­πο­λο­γῶ καὶ νὰ πιά­νω που­λά­κια στὶς φω­λι­ές τους.»

      «Γιὰ σκαρ­φά­λω­σε σ’ ἀ­φτή­νε τὴν ἐ­λιὰ νὰ σὲ ἰ­δοῦ­με;»

      Ἡ Τσί­χλα βρέ­θη­κε σ’ ἕ­να λε­πτὸ πά­νω στὸ δέν­τρο.

      «Ξέ­ρεις, εἶ­πες, νὰ τρα­γου­δᾶς. Γιὰ πές μας κα­νέ­να “σκο­πὸ” ν’ ἀ­κού­σου­με; Ὅ,τι σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

      Κ’ ἡ Τσί­χλα μὲ λα­γα­ρὴ παι­δι­ά­στι­κη φω­νὴ κε­λά­η­δη­σε.

 

      «Μά­βρ’ εἶ­ν’ ἡ νύ­χτα στὰ βου­νά…» (Ἀ­φτὸ τὸ τρα­γού­δι εἴ­τα­νε τό­τες τὸ πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νο τρα­γού­δι τῶν σκλα­βω­μέ­νων Ἑλ­λή­νων.)

 

      Μπαμ!, μπάμ!, μπάμ!…

      Οἱ Γερ­μα­να­ρά­δες κι οἱ τσο­λιά­δες τὴ βά­λα­νε στὸ ση­μά­δι καὶ τὴ σκο­τώ­σα­νε σὰν που­λί. Καὶ τὸ που­λὶ σω­ρι­ά­στη­κε χά­μου, μιᾶς φού­χτας σῶ­μα κι ἀ­πέ­ραν­τη ψυ­χή. Ἡ ψυ­χὴ ὅ­λης τῆς Ἑλ­λά­δας.

      Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ καμ­πά­νες δι­α­λα­λού­σα­νε τὴ γέν­νη­ση τοῦ «Σω­τῆ­ρος», πέ­σα­νε ξαφ­νι­κὰ στὸ χω­ριὸ οἱ ἀν­τάρ­τες – καὶ να­ζῆ­δες καὶ «δι­κοὶ» κι ὁ πρό­ε­δρος πλη­ρώ­σαν μὲ τὴ ζω­ή τους τὸ ἄ­ναν­τρό τους ἔγ­κλη­μα.

      Κι ὕ­στε­ρα;

      Ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ ἕ­να χρό­νο ἡ «ἐ­λευ­θε­ρί­α» εἶ­χε κυ­νη­γη­θεῖ στε­ριᾶς καὶ πε­λά­ου ἀ­π’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἀλ­λὰ κά­θε Χρι­στού­γεν­να, με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα, οἱ χα­ρού­με­νοι ἀν­τί­λα­λοι τῆς καμ­πά­νας δὲν μπο­ρ­οῦ­νε νὰ πνί­ξου­νε τὸ θλι­βε­ρὸ κε­λά­­δη­μα τῆς Τσί­χλας καὶ τὸ κλά­μα τῆς Πα­τρί­δας…

 

 

Πηγή: Γιὰ τὴν Χι­λι­ά­κρι­βη τὴ Λευ­τε­ριά, Δι­η­γή­μα­τα τῆς Ἀν­τί­στα­σης, Πο­λι­τι­στι­κές καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­δό­σεις, Ἀθήνα, 1961.

 

Κώ­στας Βάρ­να­λης (Πύρ­γος Βουλ­γα­ρί­ας, 1884-Ἀθή­να, 1974). Ποί­ηση, πε­ζο­γραφί­α, θέ­α­τρο, δοκί­μιο, κρι­τική, μετά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀθή­να. Στρα­τευμέ­νος ἰδε­ολό­γος τῆς ἀρι­στερᾶς γνώρι­σε πολ­λὲς διώξεις γιὰ τὶς ἰδέ­ες καὶ τὸ ἔργο του. Πρῶτο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λογὴ ποι­ημά­των Κηρῆθρες (1905). Τὸ 1975, ἕνα χρό­νο μετὰ τὸν θά­νατό του κυ­κλοφό­ρη­σε ἡ ποι­η­τική του συλ­λογὴ Ὀργὴ Λα­οῦ γραμ­μέ­νη κατὰ τὴ διάρ­κεια τῆς δι­κτα­τορί­ας τῶν συ­νταγ­μα­ταρ­χῶν.

 

Tomás Borrás: Ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἥρωα

 

 

Τομὰς Μποράς (Tomás Borrás)

 

Ἡ ἀ­πο­στο­λὴ τοῦ ἥ­ρω­α

(La misión del héroe)

 

ΗΡΩΑΣ εἶ­χε νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ὁ­πλι­σμέ­νος καὶ μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὴν πόρ­τα ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ φύ­γει γιὰ νὰ σώ­σει τὸ λαό του. Ἡ σύ­ζυ­γος τὸν ἱ­κέ­τευ­ε νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς.

         «Μπο­ρεῖ νὰ σοῦ στοι­χί­σουν τὴ ζω­ή. Συμ­φι­λι­ώ­σου μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἀ­γά­πη» τοῦ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε σκυφτὴ κλαί­γον­τας.

        Ὁ ἥ­ρω­ας γιὰ νὰ ἐ­κτε­λέ­σει τὸ κα­θῆ­κον του, τρά­βη­ξε τὸ σπα­θὶ καὶ σκό­τω­σε τὴ σύ­ζυ­γο, ἐμ­πό­διο, λο­γι­κή, ἀδυναμί­α.

        Ὅ­ταν γύ­ρι­σε στὸ σπί­τι του, με­τὰ τὴ νί­κη, ὁ ἥ­ρω­ας δι­έ­τα­ξε νὰ ἀ­νά­ψουν φω­τιὰ καὶ ἔ­κα­ψε τὸ δε­ξί χέ­ρι του μέ­χρι ποὺ ἔ­γι­νε κάρ­βου­νο.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α D­os V­e­c­es C­u­e­n­to. A­n­t­o­l­o­g­ía D­e M­i­c­r­o­r­r­e­l­a­t­os (ἐπ. Jo­s­e­l­u­ís G­o­n­z­á­l­ez, E­d­i­c­i­o­n­es I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­a­l­es U­n­i­v­e­r­s­i­t­a­r­i­as, M­a­d­r­id, 1998).

 

Tomás Borrás (Μα­δρί­τη, 1891-1976). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἰ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ Ε­ΚΕ­ΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στὲς Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Δή­μη­τρα Λαμ­πρί­δου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μά­ρα, Μα­ρί­α-Ἑ­λέ­νη Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.