1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: — Γράφε Ράγκο!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: 


— Γρά­φε Ράγ­κο!


[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Ἀνδρέου Ἴσκου]


ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, ὅ­ταν κα­τη­γο­ροῦ­σαν τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη πὼς εἶ­χε κρυ­φὴ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τοὺς Τούρ­κους, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους τὸν κα­τά­τρε­χε ὁ Ράγ­κος, για­τὶ ἀν­τι­φερ­νόν­ταν οἱ δυ­ό τους γιὰ τ’ ἀρ­μα­τω­λί­κι τῶν Ἀ­γρά­φων. Μιὰ μέ­ρα ὁ στε­νὸς φί­λος τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη Στρ. Ἀν­τρέ­ας Ἴ­σκος(1) ση­κώ­νε­ται, παίρ­νει μα­ζί του τέσ­σε­ρες-πέν­τε στρα­τι­ῶ­τες, ποὺ εἶ­χαν πο­λε­μή­σει μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, καὶ πά­ει στὸ κο­νά­κι τοῦ Ράγ­κου νὰ το­νὲ δῇ. Ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὰ λέ­νε. Τὰ πα­λη­κά­ρια, ἡ «οὐ­ρά», μεῖ­ναν ἀ­πό­ξω. Ἄ­ξαφ­να ὁ Ἴ­σκος ἔ­κα­με πὼς θέ­λει ν’ ἀ­νά­ψῃ τὸ τσιμ­ποῦ­κι του καὶ φώ­να­ξε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ μέ­σα. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­βα­νε τὴ φω­τιά, το­νὲ ρω­τά­ει ὁ Στρα­τη­γός, ἀ­δι­ά­φο­ρα τά­χα, μὲ ποι­ὸν ἔ­κα­με ὡς τώ­ρα καὶ ποῦ πο­λέ­μη­σε.

       — Μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, Κα­πε­τά­νε, ἀ­παν­τά­ει ὁ στρα­τι­ώ­της. Ἤ­μ’­να κον­τά τ’ ἀ­π’ τὸν και­ρὸ τ’ Λε­πε­νι­ώ­τη. Που­λε­μή­σα­με πολ­λὲς βου­λὲς ἀν­τά­μα. Νὰ τὰ σ’­μά­δια…

       — Κα­λά, κα­λά, ἄ­ϊν­τε τώ­ρα.

       Ἀ­φοῦ βγῆ­κε ὁ στρα­τι­ώ­της, γυ­ρί­ζει ὁ Ἴ­σκος καὶ λέ­ει τοῦ Ράγ­κου:

       — Γρά­φε, Ράγ­κο!

       Ὕ­στε­ρα ὁ Ἴ­σκος κρά­ζει ἄλ­λο στρα­τι­ώ­τη.

       — Ἄ­μ’ ἐ­σὺ μὲ ποι­ὸν ἔ­χεις κά­μει, ὠ­ρέ, ὡς τα­τώ­ρα στὸν πό­λε­μο;

       — Ἐ­γώ, στρα­τη­γέ μ’; Που­λέ­μ’­σα στὴν Ἄρ­τα, νυ­χτό­η­με­ρα, μὲ τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη, που­λέ­μ’­σα στοὺ Νι­ου­χῶ­ρι στοὺ Κουμ­πό­τ’, που­λέ­μ’­σα…

       — Κα­λά, φεύ­γα! λέ­ει καὶ σ’ αὐ­τὸν ὁ Ἴ­σκος.

       Γυ­ρί­ζει κα­τὰ τὸ Ράγ­κο:

       — Γρά­φε, Ράγ­κο! τοῦ λέ­ει καὶ πά­λι.

       Φω­νά­ζει ἄλ­λο στρα­τι­ώ­τη. Ἀρ­χί­ζει κ’ ἐ­κεῖ­νος τὰ δι­κά του:

       — Που­λέ­μ’­σα στοῦ Κου­ρά­κου τοὺ γι­ου­φύ­ρ’, που­λέ­μ’­σα…

       — Γρά­φε Ράγ­κο!


(1) Ἡ παράδοση ἡ λαϊκὴ λέει πὼς ἤτανε κι’ ἀδέρφια ἀπὸ ἕναν πατέρα (ὁ Καραϊσκάκης νόθος) [Σημ. Γ. Βλ.].


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πα­ρά­δο­ση ἀ­πὸ τὸ Γι­αν­νά­κη Τζα­βέ­λα συν­ταγ­μα­τάρ­χη τοῦ Μη­χα­νι­κοῦ, γυι­ὸ τοῦ Νικ. Τζ. ἀ­δερ­φοῦ τοῦ Κί­τσου.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 235 [Τίτλος: «510.— Γρά­φε, Ράγ­κο.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κωνσταντῖνος Πα­πα­δημη­τρίου (19ος αἰ.), Γε­ώρ­γι­ος Κα­ρα­ϊ­σκά­κης (1829). Ξύ­λο ζωγρα­φι­σμένο, 74Χ19Χ10 ἑκ. (Ἐ­θνι­κὴ Γλυ­πτο­θή­κη, Ἄλ­σος Ἑλ­λη­νι­κοῦ Στρα­τοῦ, Γουδή).


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πεθαίνοντας στὸ Με­σο­λόγ­γι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πεθαίνοντας στὸ Με­σο­λόγ­γι

[τοῦ Χρήστου Καψάλη]


ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΗΣ δη­μο­γέ­ρον­τας Χρῆ­στος Κα­ψά­λης, γέ­ρος καὶ κου­τσός, πρὶν ἀρ­χί­σῃ ἡ Ἔ­ξο­δο, γύ­ρι­σε τοὺς δρό­μους ἀ­κουμ­πῶν­τας στὸ ρα­βδί του καὶ φώ­να­ζε τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα τ’ ἀ­δύ­να­τα, τοὺς γέ­ρους καὶ γρι­ές, τοὺς πλη­γω­μέ­νους, νὰ μποῦ­νε μα­ζί του στὰ Κα­ψα­λαί­ϊ­κα σπί­τια, ὅ­που ἦ­ταν ἡ μπα­ρου­το­πο­θή­κη ποὺ δέ­ναν τὰ φυ­σέ­κια, κι’ ὅ­που τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο πρω­ῒ εἶ­χε ὁ Κα­ψά­λης ἰ­δεῖ τὴ γριὰ γυ­ναῖ­κα του νὰ πε­θαί­νῃ.

       — Μὴν κλαῖς, εἶ­χε πεῖ στὸ γυι­ό του· κα­λύ­τε­ρα νὰ χαί­ρε­σαι ποὺ γλύ­τω­σε ἡ μάν­να σου ἀ­πὸ τὴ σκλα­βιά. Κοί­τα τώ­ρα νὰ σω­θῇς ἐ­σύ, κ’ ἐ­μέ­να μὴ μὲ νοι­ά­ζε­σαι, εἶ­μαι γέ­ρος· καὶ νὰ βγῶ μα­ζί σου, πά­λι δὲ γλυ­τώ­νω· ἢ θὰ σκο­τω­θῶ ἢ θὰ πέ­σω σκλά­βος στὸν ὀ­χτρό.

       Ἀ­φοῦ μπῆ­καν οἱ Τοῦρ­κοι, τὸ ντου­φέ­κι μέ­σ’ τὸ Με­σο­λόγ­γι βά­στα­ξε τρεῖς μέ­ρες, ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι· ὡς ποὺ νὰ τὰ πά­ρουν οἱ Ἀρ­βα­νῖ­τες κ’ οἱ Ἀ­ρα­πά­δες πλη­ρῶ­σαν ἀ­κρι­βά. Στὸ ντου­φε­κί­δι ἀ­νά­με­σα τὸ συγ­κρα­τη­τό, ἄ­κου­γες πό­τε καὶ πό­τε βρόν­τους δυ­να­τούς· ἤ­τα­νε τὰ μπα­ρού­τια ποὺ τοὺς δί­να­νε φω­τιὰ οἱ κλει­σμέ­νοι. Ἕ­νας παπ­πᾶς Σου­λι­ώ­της εἶ­χε κλει­στῆ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­χώ­μα­τα, μὲ ὑ­πό­νο­μο γι­ο­μά­τη, καὶ τι­νά­χτη­κε μο­νά­χος, πρῶ­τος, στὸν ἀ­γέ­ρα.

       Ὁ Κα­ψά­λης ἅ­μα εἶ­δε πὼς ἦρ­θε κ’ ἡ δι­κή του ἀ­ρά­δα, ἔ­λε­γε στὴς γυ­ναῖ­κες νὰ βγαί­νου­νε στὰ πα­ρά­θυ­ρα γιὰ νὰ τὴς δοῦ­νε οἱ Τοῦρ­κοι καὶ νὰ συ­να­χτοῦν πολ­λοί. Τό­τε ἔ­βα­λε φω­τιὰ καὶ κά­η­κε κι’ αὐ­τὸς μ’ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Σπυ­ρο­μί­λιου Ἀ­πο­μνημ. 1926 σ. 142. – Ἀρτ. Μί­χου Ἀ­πο­μνημ. σ. 88 σημ. – Τρι­κού­πη «Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ.» ἔκδ. γ´, 1888, τ. Γ´, σ. 263.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 162 [Τίτλος: «318.— Καί­γε­ται ὁ Κα­ψά­λης.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πεθαίνοντας γιὰ τὸ Μεσολόγγι

[τοῦ Ἰωάννου Παπαδιαμαντόπουλου]


ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΟΥ ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ σκυ­λά­κι κ’ ἡ ἐλ­πί­δα τοῦ λυ­τρω­μοῦ του ἀ­πὸ τὸν κίν­τυ­νο ἦ­ταν ἕ­να ἄ­λο­γο. Στὸ δρό­μο ἔ­τυ­χε μιὰ μέ­ρα στρα­τι­ῶ­τες νὰ μαλ­λώ­νουν ἴ­σα-ἴ­σα γιὰ ἕ­να ἄ­λο­γο, ποι­οὶ νὰ τὸ πρω­το­πά­ρουν καὶ τρο­φή τους νὰ τὸ κά­νου­νε.

       — Πάρ­τε τὸ δι­κό μου ἄ­λο­γο, παι­διά μου, καὶ μὴ μαλ­λώ­νε­τε, εἶ­πε ὁ Ἀρ­χη­γός, κ’ ἔ­δω­σε τ’ ἄ­λο­γο μα­ζὶ μὲ τῆς ζω­ῆς του τὴν ἀ­παν­το­χή.

       Τὴν Πα­ρα­μο­νὴ ὁ χου­σμε­κιά­ρης [ὁ πι­στός του δοῦ­λος], ἐ­κεῖ ποὺ ὅ­λοι ἑ­τοι­μα­ζόν­ταν, ἔ­πια­σε κρυ­φὰ κ’ ἔ­σφα­ξε τὸ σκυ­λά­κι, τὸ μα­γεί­ρε­ψε κ’ ἔ­δω­σε τοῦ ἀ­φέν­τη του νὰ φά­ῃ, κ’ ἔ­φα­γε κι’ αὐ­τός. Ὁ ἀ­φέν­της το­νὲ ρώ­τη­σε τί ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ εὕ­ρη­μα.

       — Τυ­φλο­πόν­τι­κο, ἀ­φέν­τη· τὄ­βρα τυ­χε­ρὰ σὲ μιὰ τρύ­πα, χω­μέ­νο μέ­σ’ τὸ χῶ­μα. Ἔ­τσι θὰ πά­ρῃς λί­γη δύ­να­μη πρὶν ξε­κι­νή­σου­με…

       Ἔ­σκυ­ψε ὁ Γέ­ρος κ’ ἔ­τρω­γε, μὰ κά­λε­σε καὶ τὸ σκυ­λά­κι νὰ τοῦ δώ­σῃ… τὰ ἴ­δια του τὰ κόκ­κα­λα.

       Τὸ σκυ­λά­κι δὲν ἐρ­χό­τα­νε, καὶ τό­τε ὁ ἄ­μοι­ρος ἔ­νοι­ω­σε τὴν ἀ­λή­θεια.

       — Κα­λύ­τε­ρα νὰ πέ­θαι­να τῆς πεί­νας πα­ρὰ νὰ μοῦ σφά­ξῃς τὸ σκυ­λί, εἶ­πε μὲ βα­ρειὰ καρ­διὰ ὁ ἄ­μοι­ρος.

       Μὰ ὁ δοῦ­λος θαρ­ρε­τὰ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε:

       — Αὔ­ριο πε­θαί­νεις κ’ ἡ ἀ­φεν­τειά σου κ’ ἐ­γώ, ἀ­φέν­τη μου, μὰ τὸ σκυ­λά­κι σου θὰ ποῦ­με πὼς μᾶς ἔ­δω­σε ἀν­τι­ψύ­χι ὡς τό­τε [δύ­να­μη] γιὰ νὰ πε­θά­νω­με σὰν ἄν­τρες, ὀρ­θοὶ στὰ πο­δά­ρια μας, κι’ ὄ­χι νὰ πέ­σω­με στὸ δρό­μο ἄ­ψυ­χοι ἀ­πὸ τὴν πεῖ­να.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Μέ­ρι­μνα» 7 Σβρ. 1876.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 161 [Τίτλος: «315.— Τὸ τέ­λος τοῦ Παπ­πα­δι­α­μαν­τό­που­λου.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Καθίστε ἐδῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Καθίστε ἐδῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες

[τοῦ Παπαφλέσσα]


ΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΜΑΝΙΑΚΙ μὲ τρεῖς-τέσ­σε­ρες χι­λιά­δες στρα­τό· μὰ ὅ­λοι βλέ­πα­νε τὸν τό­πο χα­μη­λὸ κ’ εὔ­κο­λο νὰ πα­τη­θῇ ἀ­πὸ τὴν κα­βαλ­λα­ρί­α. Γι’ αὐ­τὸ κι’ ὁ ἀ­νε­ψιός του Ἠ­λί­ας Φλέσ­σας, ὁ φί­λος του Παν. Κε­φά­λας κι’ ἄλ­λοι το­νὲ συ­βου­λεύ­α­νε νὰ πι­ά­σου­νε ψη­λό­τε­ρα, στὸ βου­νὸ ἀ­πά­νου, ὅ­που μά­λι­στα, ἀ­πὸ φό­βο, εἴ­χα­νε κι­ό­λα στα­θῆ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τα­χτους ποὖ­χε συ­νά­ξει. Ἐ­κεῖ θὰ μπο­ρού­σα­νε νὰ κρα­τή­σουν τὸν πό­λε­μο κά­να-δυ­ὸ μέ­ρες ὥς που νὰ φτά­σῃ ἡ βο­ή­θεια ποὺ ἐλ­πί­ζαν.

       — Ἐ­γώ, τοὺς εἶ­πε ὁ Φλέσ­σας, δὲν ἦρ­θα ἐ­δῶ νὰ με­τρή­σω τὸ στρα­τὸ τοῦ Μπρα­ΐ­μη, πό­σος εἶ­ναι, ἀ­πὸ τὰ ψη­λώ­μα­τα· ἦρ­θα νὰ πο­λε­μή­σω. Οὔ­τε τρελ­λά­θη­κε ὁ Μπρα­ΐ­μης νὰ χα­σο­με­ρά­ῃ ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἐλ­πί­ζει νὰ κερ­δή­σῃ νί­κη, μὰ θὰ τρα­βή­ξῃ ἴ­σα κα­τὰ τὴν Τρι­πο­λι­τσά, κ’ ἐ­γὼ τό­τε θὰ μεί­νω νὰ μα­ζεύ­ω ἀ­πὸ πί­σω τὰ καρ­φο­πέ­τα­λά του. Ἂν ὅ­μως τὸν κρα­τή­σω δῶ στὸ Μα­νιά­κι, γλυ­τώ­νω τὸ Μω­ριᾶ, για­τὶ θὰ τὸν κά­μω νὰ πι­σω­γυ­ρί­σῃ ὅ­πως ὁ Δρά­μα­λης, εἰ­τε­μὴ θὰ πλη­ρώ­σῃ ἀ­κρι­βὰ τὸ αἷ­μα μου καὶ θὰ τὸ συλ­λο­γι­στῇ κα­λὰ ὕ­στε­ρα νὰ μπῇ στὴν καρ­διὰ τοῦ Μω­ριᾶ. Κα­θί­στε ἐ­δῶ νὰ πε­θά­νου­με σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες!

       Καὶ κά­θι­σε καὶ πέ­θα­νε σὰν ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας.

       Ὁ Ἰμ­πρα­ΐ­μης καὶ σὲ ξέ­νους καὶ σ’ Ἕλ­λη­νες, καὶ στὸ Θ. Γρί­βα κα­τὰ τὰ 1844, ποὺ εἶ­χε πά­ει στὴν Αἴ­γυ­πτο, εἶ­πε πὼς δέ­κα ἀ­κό­μα σὰν τὸν Παπ­πα­φλέσ­σα ναὔ­ρι­σκε νὰ τοῦ ἀν­τι­στα­θοῦ­νε στὸ Μω­ριᾶ, θὰ γύ­ρι­ζε στὸν τό­πο του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 153 [Τίτλος: «299.— Σὰν ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γιάννης Μόραλης (1916-2009), Παπαφλέσσας, 1943. Ξυλογραφία σὲ χαρ­τί, 43Χ37 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ κομμένο χέρι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ κομμένο χέρι

[τοῦ Νικόλαου Κριεζώτη]


ΟΥΛΙΟ τοῦ 1847, ὁ στρα­τη­γὸς Κρι­ε­ζώ­της, προ­φυ­λα­κι­σμέ­νος στὸ φρού­ριο τῆς Χαλ­κί­δας, ἔ­φυ­γε κρυ­φὰ καὶ σή­κω­σε μπα­ϊ­ρά­κι ἐ­νάν­τια στὴν Κυ­βέρ­νη­ση. (Πρω­θυ­πουρ­γὸς ὁ πα­λιός του φί­λος, ὁ Κω­λέ­της). Μά­ζε­ψε πολ­λοὺς χω­ριά­τες Χαλ­κι­δαί­ους καὶ πα­λιοὺς στρα­τι­ω­τι­κοὺς τρι­γύ­ρω του. Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να πά­λι κί­νη­σε ὁ Γαρδ. Γρί­βας μὲ βα­σι­λι­κὸ στρα­τὸ κι’ ἀ­πάν­τη­σε τοὺς ἀν­τάρ­τες στὸν Κο­πα­νᾶ, θέ­ση λί­γο ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα. Ἕ­να μι­κρὸ πο­λε­μι­κὸ μὲ τὸ Σπῦ­ρο Σκου­ζὲ κυ­βερ­νή­τη χτυ­ποῦ­σε ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα μὲ τὸ κα­νό­νι. Ἀ­πά­νου στὴ μά­χη μιὰ κα­νο­νιὰ πέ­τυ­χε στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τὸν Κρι­ε­ζώ­τη ἄ­σκη­μα ἐ­νῷ βα­στοῦ­σε τὸ σπα­θί. Τοὔ­πε­σε τὸ σπα­θὶ κ’ ἔ­μει­νε τὸ χέ­ρι κρε­μα­σμέ­νο, πα­ρά­λυ­το.

       — Κό­φτε το μ’ ἕ­να μα­χαῖ­ρι! φώ­να­ξε ὁ Κρι­ε­ζώ­της.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρι­γύ­ρω του δὲν τόλ­μη­σε νὰ κά­μῃ τέ­τοι­ο πρᾶ­μα.

       — Κό­φτε το!

       Ἀ­κί­νη­τοι ὅ­λοι, ἄ­λα­λοι ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα τους.

       Σκύ­βει, πιά­νει ὁ ἴ­διος τὸ σπα­θί, τρα­βά­ει μιὰ καὶ τὸ χα­λα­σμέ­νο χέ­ρι ἔ­πε­σε κά­του(1).

       Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἤ­τα­νε κά­ποι­ο ψα­ρο­κά­ϊ­κο κ’ εἶ­χε κα­τρά­μι· εἶ­πε ὁ στρα­τη­γὸς γορ­γὰ καὶ βρά­σαν τὸ κα­τρά­μι. Καὶ τό­τε, νά τί γί­νη­κε: Ὁ ἴ­διος, χω­ρὶς ἡ μα­τιά του νὰ λυ­γί­σῃ, εἶ­πε καὶ φέ­ρα­νε κον­τά του τὸ κα­τρά­μι, σή­κω­σε τὸ κομ­μέ­νο κα­λά­μι τοῦ χε­ριοῦ του κ’ ἔ­χω­σε τὴν πλη­γὴ μέ­σ’ τὸ κα­τρά­μι. Τ’ ὠ­μὸ κρέ­ας τσι­τσί­ρι­ξε, ὅ­μως ἀ­λύ­γι­στη ἔ­μει­νε τοῦ στρα­τη­γοῦ ἡ μα­τιὰ κι’ ἀ­σά­λευ­τη ἡ μορ­φή του.

       Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τοῦ Κρι­ε­ζώ­τη τὸ κί­νη­μα, ποὺ στὴν ἀρ­χὴ φά­νη­κε πο­λὺ σο­βα­ρὸ κι’ ἀ­νη­σύ­χη­σε πο­λὺ τὸ Κρά­τος. Ὁ Κρι­ε­ζώ­της δι­ά­λυ­σε τὰ πα­λη­κά­ρια του καὶ τρά­βη­ξε μὲ λί­γους κα­τὰ τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἐ­κεῖ ἔ­πια­σε κα­ΐ­κι κ’ ἔ­φυ­γε στὴν Τουρ­κιά. Ξω­ρι­σμέ­νος πέ­θα­νε στὴ Σμύρ­νη.


(1) «Ὁ ἀπτόητος πολεμιστὴς ἀνέ­συρεν ἐν τῷ ἅμα τὴν σπά­θην του καὶ ἀ­πέ­σπα­σε τὸ προσβληθὲν μέρος τῆς δεξιᾶς ἀπὸ τοῦ ἐπι­λοί­που σώματος, καὶ κατ’ ἐντο­λήν του ὁ ἐ­πι­ζῶν Ἀγω­νι­στὴς Βασ. Κου­ρου­πί­τσας τῷ προσή­γα­γεν ἄ­σφαλ­τον (κα­τρά­μι) ἐν ᾗ ἐβύ­θι­σε τὴν χεῖ­ρα του ὅ­πως στα­ματή­σῃ τὴν ρο­ὴν τοῦ αἵ­μα­τος». («Λό­γοι ἐπι­κή­δειοι ἐκ­φω­νη­θέν­τες ἐν Σμύρ­νῃ καὶ Χαλ­κίδι κα­τὰ τὴν κη­δεί­αν καὶ ἀνα­κο­μι­δὴν τῶν λει­ψά­νων τοῦ Ν. Κριε­ζώ­τη, 1863» σ. θ´). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἀ­πὸ πολ­λὲς πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 180-181 [Τίτλος: «353.— Τὸ χέ­ρι τοῦ στρα­τη­γοῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος, Νικόλαος Κριεζώτης, Ξυλογραφία (1863).



		

	

Ἀθανασία Μαυρομμάτη: Μανώλης Μπικάκης 1974


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης 1974


ΙΘΑΛΗ ΚΑΥΤΗ μέ­σα ἔ­ξω. «Τώ­ρα κα­τα­λα­βαί­νω». Δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα. Πό­λε­μος. Κρή­τη-Κύ­προς, ἕ­να τσι­γά­ρο δρό­μος. Τὸν Ἰ­ού­λιο ξε­κί­νη­σε. Τώ­ρα εἶν’ Αὔ­γου­στος. «Εἶ­μαι ἐ­δῶ. Θὰ πο­λε­μή­σω.» Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ. Μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀν­τρέ­α, χω­ρὶς λό­για. Μιὰ-δυ­ὸ κου­βέν­τες, τὰ ση­μαν­τι­κά. Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους. Ὁ­πλι­σμὸς βα­ρύς. Ἀ­σή­κω­τος.

        Τὸ κορ­μὶ μα­θη­μέ­νο, ἀ­γρο­τό­παι­δο ἀ­πὸ κού­νια κι ἀ­πὲ κα­τα­δρο­μέ­ας. Ἐκ­παί­δευ­ση σκλη­ρή, σῶ­μα ἀ­τσά­λι. «Ἠ­θι­κὸν ἀκ­μαι­ό­τα­τον.» Ὅ­λα ζε­μα­τᾶ­νε. Μέ­σα κι ἔ­ξω. Κο­χλά­ζει ἡ προ­δο­σί­α. Ἀν­τρέ­α, κοί­τα μπρο­στά. Ἡ Λευ­κω­σί­α πί­σω. Δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα. Ὣς ἐ­δῶ. Μὲ τί δυ­νά­μεις Μα­νώ­λη. Σκᾶ­νε οἱ ρου­κέ­τες δί­πλα, τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να βα­ρᾶ­νε ἀ­πὸ πά­νω, πό­σοι εἴ­μα­στε; Ἐ­σὺ κι ἐ­γώ. Σ’ἕνα δευ­τε­ρό­λε­πτο, ἡ ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη ται­νί­α. «Θὰ ἀν­τέ­ξω. Ὄ­χι δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα.» Τὰ σω­θι­κὰ δύ­να­μη. Ἡ μά­να μὲ τὴ Νί­κη τὸν ση­κώ­νουν νὰ προ­σκυ­νή­σει. Στὴν Ἀ­σὴ-Γω­νιά, στὸν Ἀ­η-Γι­ώρ­γη. Τεσ­σά­ρω χρο­νῶ. Ἕ­να βλῆ­μα σκί­ζει τὴν ἀ­κο­ή. Φω­τιά. Σέρ­νε­ται χά­μω. Στὸ χῶ­μα. Τὸ γνω­ρί­ζει τὸ χῶ­μα καὶ τὸν γνω­ρί­ζει. Κα­λά. Ἀλ­λὰ τοῦ­το εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Ξερ­νά­ει φλό­γα. Ἀν­τρέ­α πού ’­σαι. Μα­νώ­λη… Ὀ­κτὼ βλή­μα­τα καὶ τ’ ὅ­πλο. Σέρ­νε­ται καὶ ὁ­πλί­ζει. «Δὲ μπο­ρῶ θὰ τὸ χά­σω.» Ἡ μά­να τὸν ση­κώ­νει: «Ἔ­λα βα­σι­λά­κι μου, ἔ­λα στὴν Πα­να­γιά.» Τὸ χέ­ρι πά­ει μό­νο του. Δὲν ξέ­ρει τί γί­νε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Ἀ­κού­ει ἐ­κρή­ξεις. Σέρ­νε­ται σὰν τὸ φί­δι, γί­νε­ται ἕ­να μὲ τὸ χῶ­μα, ἀ­κού­ει ὁ­πλί­ζει πῦρ. Τὸ αἷ­μα στὶς φέ­βες κυ­λά­ει καυ­τό. Σέρ­νε­ται, ἀλ­λά­ζει θέ­σεις, ὁ­πλί­ζει πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὧ­ρες, μέ­ρες, χρό­νια. Ὁ και­ρὸς ἀλ­λά­ζει, οἱ αἰ­ῶ­νες ἔ­φυ­γαν, ἀ­ε­τοὶ σε­λα­γί­ζουν στὸν κόρ­φο του, ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­βρο­χθί­σει τὸ κου­φά­ρι του. Φύ­γε. Ποῦ νὰ πά­ω. Εἶ­μαι στὸν πά­το τῆς κό­λα­σης. Δὲν ἔ­χει πιὸ κά­τω. Δὲν ἔ­χει νε­ρό. Ἔ­ρη­μος, ἡ δί­ψα, δι­ψῶ. Ἔ­χει τέσ­σε­ρις μέ­ρες. Τὸ χῶ­μα τὸν δέ­χε­ται. Ἡ Κύ­προς πε­τᾶ. Ἡ Λευ­κω­σί­α εἶ­ναι πί­σω. Ὁ Ἅ­γιος Δο­μέ­τιος. Δὲν ὑ­πο­χώ­ρη­σε. Μπρο­στὰ χά­σκουν τέσ­σε­ρα ἅρ­μα­τα μά­χης. Ἔ­τσι λέ­νε. Αὐ­τὸς δὲν τὰ εἶ­δε. Αὐ­τὸς εἶ­δε τὸν θά­να­το στὰ μά­τια καὶ τὸ χῶ­μα νὰ καμ­πυ­λώ­νει ἡ­δο­νι­κά, νὰ γί­νε­ται γυ­ναί­κα, νὰ τὸν κα­λεῖ μέ­σα του. Οὔ­τε ἐ­κεῖ. Τὸν χαι­δεύ­ει τὸ χῶ­μα, τὸν ξε­λο­γιά­ζει ἡ ἀ­νά­σα του. Πύ­ρι­νη. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. «Μά­να, ποῦ εἶ­ναι τὸ τέρ­μα;» «Δὲν ἔ­χει τέρ­μα, που­λί μου.» Μέ­χρι ἐ­δῶ. «Μα­νώ­λη, ζεῖς;» «Στεῖλ­τε νε­ρὸ» Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς βα­σά­νου, ἕ­νας Ἑλ­λη­νι­σμὸς μὲ τὰ χέ­ρια πί­σω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι. Κι ὅ­μως. Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς κραυ­γῆς στὰ Ἄ­δα­να. Ἀ­πὸ τὸν λάκ­κο τῶν αἰχ­μα­λώ­των ἱ­ε­ρέ­ων. Φω­νή. Ποὺ τρυ­πᾶ τὰ ἔγ­κα­τα. Ὣς πό­τε; Δὲν ἔ­χει τέρ­μα. Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967): Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι(DEA, PARIS IV-SORBONNE). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἁ­λί­μου. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ(ἐκδ. Στα­μού­λη).

Εἰκόνα: Ὁ κα­τα­δρο­μέ­ας Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης (1954-1994). Πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴ ζωή του ἐ­δῶ.



		

	

Τίνα Κάτσαρη: Survivor


Κά­τσα­ρη Τί­να


Survivor


ΧΕΙ ΑΡΧΗΓΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ σ’ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ παι­χνί­δι. Κά­ποι­οι λέ­νε πὼς δὲν σκου­πί­ζει πο­τὲ τὴν κα­λύ­βα. Οὔ­τε κό­βει κλα­διὰ γιὰ τὴ φω­τιά. Οὔ­τε ση­κώ­νει τὰ στρώ­μα­τα γιὰ σκορ­πιούς, φί­δια ἢ πον­τί­κια. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ τὸν στό­χο οὔ­τε κο­λυμ­πᾶ γρή­γο­ρα. Ἤ­πι­ε νε­ρὸ καὶ τὸν ἔ­βγα­λαν ση­κω­τό. Κά­θε­ται μ’ ἕ­ναν συμ­παί­κτη πα­ρά­με­ρα στὴν πα­ρα­λί­α.

            Τί λέ­νε, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Μι­λᾶ πα­ρά­ξε­να. Καὶ στὸν ὕ­πνο μι­λᾶ. Κι ἔ­χει καὶ βι­βλί­α μα­ζί του, κά­τι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Πα­ρό­λη τὴ ζέ­στη κυ­κλο­φο­ρεῖ ντυ­μέ­νος μ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­στεῖ­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ἀ­πὸ μέ­ταλ­λο καὶ δέρ­μα καὶ τὰ νού­με­ρα τῆς τη­λε­θέ­α­σης χτυ­πᾶ­νε κόκ­κι­νο.  Στὰ παι­χνί­δια γνώ­σε­ων κερ­δί­ζει πάν­τα τοὺς ἀν­τι­πά­λους σὲ κά­ποι­ες ρο­μαν­τι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ὅ­πως ὅ­τι μιὰ λι­βε­λού­λα ζεῖ γιὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις ὧ­ρες μό­νο. Ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι πιὸ πι­θα­νὸ νὰ σκο­τω­θεῖ κα­νεὶς ἀ­πὸ ἄ­νοιγ­μα φελ­λοῦ, πα­ρὰ ἀ­πὸ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη ἀ­ρά­χνη. Στὴ θά­λασ­σα δὲν μπαί­νει για­τί κι ὁ Λου­δο­βί­κος ὁ δέ­κα­τος τέ­ταρ­τος τῆς Γαλ­λί­ας ἔ­κα­νε μπά­νιο μό­νο μί­α φο­ρὰ τὸν χρό­νο.

            Δὲν πα­ρα­πο­νι­έ­ται οὔ­τε γιὰ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ βρο­χὴ οὔ­τε γιὰ τὸ κρύ­ο καὶ τὴν ὑ­γρα­σί­α. Ἡ κά­με­ρα τὸν ἔ­χει κα­τα­γρά­ψει νὰ πιά­νει ἕ­να δαυ­λὸ με­τὰ τὰ συμ­βού­λια τοῦ νη­σιοῦ καὶ νὰ τὸν προ­τάσ­σει σὰν ξί­φος μπρο­στὰ στὰ το­τέμ. Τὸ βα­σι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα μὲ τοὺς συμ­παῖ­κτες εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Μᾶλ­λον δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πει­ράγ­μα­τά τους. Ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται καὶ πο­τέ, μὰ πο­τέ, δὲν ἀν­τα­πο­δί­δει. Δὲν εἶ­ναι τό­σο γρή­γο­ρος οὔ­τε καὶ σω­μα­τώ­δης, ἀλ­λὰ κερ­δί­ζει τοὺς πάν­τες στὴν εὐ­γέ­νεια. Ὅ­ταν νι­κοῦν, οἱ ἄλ­λοι βγά­ζουν πο­λε­μι­κὲς κραυ­γές, ὅ­ταν νι­κᾶ αὐ­τὸς δὲν μι­λά­ει. Κά­ποι­οι τὸν λέ­νε ψώ­νιο, ἄλ­λοι μι­λοῦν γιὰ στρα­τη­γι­κή. Κά­ποι­οι λέ­νε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ γρα­φι­κὸς δὲν θ’ ἀν­τέ­ξει μέ­χρι τὸ τέ­λος, θὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­πό­με­νος ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ ἀ­πο­χώ­ρη­ση.

            Ἂν κά­τι τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ κέρ­δι­σε τὸ ἔ­πα­θλο φα­γη­τοῦ. Ἡ αὐ­τοῦ ἐ­ξο­χό­της του τὸ μοί­ρα­σε στοὺς συμ­παῖ­κτες. Ἀ­κρι­βο­δί­και­α, ἔ­τσι κά­νει ἕ­νας ἱπ­πό­της. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε για­τί ἦρ­θε στὸ παι­χνί­δι, εἶ­πε για­τὶ μό­νο ἕ­νας ἱπ­πό­της μπο­ρεῖ νὰ κον­τα­ρο­χτυ­πη­θεῖ μὲ τὴν πεί­να. Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρουν τὰ σχό­λια στὰ κοι­νω­νι­κὰ μέ­σα δι­κτύ­ω­σης, ἕ­νας ἱπ­πό­της δὲν ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μ’ αὐ­τά. Γι’ αὐ­τὸ οὔ­τε τὸ ἔ­πα­θλο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ μό­νος ποὺ τὸν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ συμ­παί­κτης μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα κά­ποι­ες φο­ρὲς στὴν πα­ρα­λί­α.

            Ὁ πα­ρά­ξε­νος ἱπ­πό­της χαι­ρε­τᾶ τὸν ἀν­τί­πα­λο μὲ μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, λέ­γον­τας: «vamos;»  Ὅ­λο ρω­τά­ει ἂν θὰ δι­α­γω­νι­στεῖ καὶ στὴν ἱπ­πα­σί­α, ὅ­λο ὑ­πο­σχέ­σεις εἶ­ναι ἡ πα­ρα­γω­γή.

            Ἀ­πὸ ποῦ τὸν ξε­θά­ψα­νε αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­μο­δί­τη; λέ­νε κά­ποι­οι. Στὴν ὁ­μά­δα τῶν δι­α­σή­μων, κά­ποι­ος ἀ­π’ τὰ πε­ρα­σμέ­να.

            Μιὰ μέ­ρα κα­βα­λᾶ ἕ­ναν κορ­μὸ καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα φω­νά­ζει: ἐ­πί­θε­ση! Αὐ­τὸς ὁ ρο­μαν­τι­κὸς τρε­λὸς ποὺ κα­βα­λᾶ τὸν κορ­μὸ καὶ τὸν φω­νά­ζει Ρο­σι­νάν­τε, θὰ βγεῖ γρή­γο­ρα ἀ­π’ τὸ παι­χνί­δι. Θὰ ξε­χα­στεῖ. Δὲν εἶ­ναι γιὰ ρο­μαν­τι­κοὺς αὐ­τὲς οἱ ἐ­πο­χές, λέ­νε κά­ποι­οι.

            Ὁ Δὸν Κι­χώ­της ὅ­μως, ἕ­νας ἀ­λη­θι­νὸς survivor, δὲν εἶ­ναι πε­ρα­στι­κός.  Γι’ αὐ­τὸν μι­λᾶ­με ἤ­δη τε­τρα­κό­σια χρό­νια.



Τί­να Κά­τσα­ρη (Αθήνα, 1978). Σπούδασε φιλολογία. Εἶναι φοιτήτρια στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευτεί στὴ συλλογική ἔκ­δοση Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2 (ἐκδ. Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!

[τοῦ Λάζαρου Κουντουριώτη]


«ΗΤΟΝ κα­τὰ τὸ 1826, ὅ­τε ἡ Ἑλ­λὰς ἐ­θρή­νει τὴν πτῶ­σιν τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου· ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, ἐ­κτὸς ὀ­λί­γων τι­νῶν φρου­ρί­ων, ἔ­βλε­πε παν­τα­χοῦ πε­ρι­φε­ρο­μέ­νας τὰς φά­λαγ­γας τοῦ Ἰμ­βρα­ΐ­μου, καὶ ἡ εἰς Ὕ­δραν ἀ­πό­βα­σις ἐ­με­λε­τᾶ­το καὶ πα­ρε­σκευ­ά­ζε­το με­τὰ κρό­του. Τό­τε δὲν ἦ­σαν μό­νοι οἱ εὔ­πο­ροι οἱ θέ­λον­τες νὰ σω­θῶ­σι διὰ τῆς φυ­γῆς· ὁ φό­βος δι­ε­δό­θη εἰς τὸν λα­όν, ὠρ­γα­νί­σθη ἐν ἀ­κα­ρεὶ παμ­πλη­θὴς συ­νέ­λευ­σις εἰς τὴν θέ­σιν τὴν λε­γο­μέ­νην Σπι­τά­λια, καὶ ὅ­λοι οἱ παν­τα­χό­θεν συρ­ρέ­ον­τες ἤρ­χον­το μὲ σκο­πὸν νὰ συ­ζη­τή­σω­σιν ὄ­χι πε­ρὶ τοῦ ἂν πρέ­πει νὰ μεί­νω­σιν ἢ φύ­γω­σιν, ἀλ­λὰ πε­ρὶ τοῦ τρό­που καὶ τῶν μέ­σων τῆς φυ­γῆς. Τὴν σκη­νὴν ταύ­την γνω­ρί­ζο­μεν ἐκ μάρ­τυ­ρος αὐ­τό­πτου.

       »Προ­σε­κλή­θη εἰς τὴν συ­νέ­λευ­σιν καὶ ὁ ἀ­οί­δι­μος Λά­ζα­ρος Κουν­του­ρι­ώ­της, καὶ ἐλ­θόν­τα τὸν ὑ­πε­δέ­χθη­σαν με­τὰ τῆς συ­νή­θους εὐ­λα­βεί­ας. Ἐ­δό­θη εἰς αὐ­τὸν πρῶ­τον ὁ λό­γος, ἀλ­λὰ δὲν ἠ­θέ­λη­σε νὰ λα­λή­σῃ, καὶ ἔ­μει­νε σι­ω­πῶν με­χρι­σό­του πολ­λὰ ἐρ­ρέ­θη­σαν, καὶ ἡ φυ­γὴ ἀ­πε­φα­σί­σθη. Τό­τε μό­νον, λα­βὼν τὸν λό­γον,

       — »Κα­τευ­ό­διον, εἶ­πεν, ἀ­δελ­φοί, εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χή­σε­τε εἰς τὴν ξέ­νην γῆν, καὶ κα­λὴν ἀν­τά­μω­σιν εἰς τοῦ­τον ἢ εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον. Ἐ­γώ, ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου, οἱ συγ­γε­νεῖς μου, οἱ πλοί­αρ­χοί μου καὶ αἱ οἰ­κο­γέ­νειαι τῶν πλοιά­ρχων μου δὲν ἔ­χο­μεν σκο­πὸν νὰ με­τα­το­πί­σω­μεν.

       »Οἱ λό­γοι οὗ­τοι ἠ­λέ­κτρι­σαν διὰ μιᾶς τὰ πλή­θη· αἱ φω­ναί:

       — Καὶ ὅ­λοι ἡ­μεῖς δὲν φεύ­γο­μεν· κα­νεὶς δὲν φεύ­γει! ἀν­τή­χη­σαν εἰς τὸν ἀ­έ­ρα.

       »Καὶ τῷ ὄν­τι, κα­νεὶς δὲν ἔ­φυ­γε, καὶ ἡ Ὕ­δρα ἐ­σώ­θη, καὶ ἐ­σώ­θη ὁ­λό­κλη­ρος ἡ Ἑλ­λὰς διὰ τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως ἐ­κεί­νης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Πα­νελ­λή­νιον» 21 Σε­πτ. 1854 (λό­γος Ε. Σί­μου στὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Λαζ. Κουν­του­ρι­ώ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 287 [Τίτλος: «611.— Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Λάζαρος Κου­ντου­ριώ­της (1859). Ἐ­λαι­ο­γρα­φία. Ἑ­θνι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της

[τοῦ Δημητρίου Τσαμαδοῦ]


»ΕΡΙ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟΝ, νο­μί­ζω, τοῦ 1825 πα­ρου­σιά­σθη ἀ­νάγ­κη νὰ ἐκ­κι­νή­σῃ ἀ­μέ­σως ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς στό­λος κα­τὰ τοῦ Ἰμ­πρα­ῒμ πασ­σᾶ. Συ­νῆλ­θον τό­τε ἐν τῷ Μο­να­στη­ρί­ῳ οἱ με­γά­θυ­μοι οἰ­κο­κυ­ραῖ­οι τῆς Ὕ­δρας καὶ ἀ­πε­φά­σι­σαν νὰ συ­νει­σφέ­ρουν καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τάλ­λη­ρά των πρὸς ἐκ­κί­νη­σιν τοῦ στό­λου, τέσ­σα­ρες δὲ χι­λιά­δες ταλ­λή­ρων ἀ­νε­λο­γί­σθη­σαν εἰς τὸν Μῆ­τρο-Μι­χά­λην (τὸν γέ­ρον­τα Τσα­μα­δόν).

       — »Ἀ­δελ­φοί, εἶ­πε τό­τε εἰς τοὺς ἄλ­λους, τάλ­λη­ρα πλέ­ον δὲν μοῦ ἔ­μει­ναν, δι­ό­τι ὅ­σα εἶ­χα τὰ ἐ­δα­πά­νη­σα· ἔ­χω ὅ­μως τὴν ζω­ήν μου ἀ­κό­μη, καὶ ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της.

       »Καὶ ταῦ­τα εἰ­πών, ἐ­κί­νη­σε μὲ τρέ­μον­τας πό­δας ὁ γη­ραι­ὸς οἰ­κο­κύ­ρης τῆς Ὕ­δρας, ὅ­πως θυ­σιά­σῃ διὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σιν τῆς πα­τρί­δος ὅ,τι εἰ­σέ­τι τῷ ἔ­με­νε, τὴν ζω­ήν του αὐ­τήν. Ἡ­μάρ­τη­σάν τι­νες τό­τε ὑ­πο­θέ­σαν­τες ὅ­τι ἐκ φι­λαρ­γυ­ρί­ας ὁ γέ­ρων Τσα­μα­δὸς δὲν ἔ­δω­κε τὰς 4.000 τάλ­λη­ρα, ἀλ­λὰ με­τ’ ὀ­λί­γον ἠ­ναγ­κά­σθη­σαν νὰ ζη­τή­σω­σι συγ­γνώ­μην ἀ­πὸ τὸν νε­κρόν του, τὸν κη­δευ­θέν­τα πε­νέ­στα­τα δι’ ἔλ­λει­ψιν χρη­μά­των, ἐν ᾧ 150 χι­λιά­δες τάλ­λη­ρα ἐ­δα­πά­νη­σε διὰ τῆς πα­τρί­δος του τὴν αὐ­το­νο­μί­αν. Τού­του δὲ ὁ υἱ­ὸς Λά­ζα­ρος ἐλ­θὼν εἰς Ἀ­θή­νας διὰ νὰ ζη­τή­σῃ χρη­μα­τι­κήν τι­να πε­ρί­θαλ­ψιν πα­ρὰ τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως, καὶ μὴ εἰ­σα­κου­σθείς, κα­τέ­βη πε­ζὸς εἰς Πει­ραι­ᾶ, δι­ό­τι καὶ τῆς δραχ­μῆς ἐ­στε­ρεῖ­το δι’ ἀ­γώ­γιον, καὶ με­τα­βὰς εἰς Ὕ­δραν δω­ρε­ὰν διά τι­νος Ὑ­δρα­ϊ­κοῦ πλοι­α­ρί­ου, αὐ­το­χει­ριά­σθη ὁ δύ­σπο­τμος*!(1)»


* δύσποτμος· δύσμοιρος, ἄτυχος.
(1) Μεγάλος θόρυβος γίνηκε τότε στὴν κοι­νω­νία γιὰ τὴν αὐτο­χτο­νία τοῦ Λ. Τσα­μα­δοῦ, 28 Γεν. 1836. Ὁ πα­τέ­ρας του Δημ. Τσα­μα­δὸς πέ­θα­νε 31 8βρ. 1835. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Γ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 61, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 282-283 [Τίτλος: «599.— Τοῦ Μῆ­τρο-Μι­χά­λη τὰ τάλ­λα­ρα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Λουῒ Ντυπρέ (Louis Du­pré, 1789-1837), Ὑ­δραῖ­ος ναυ­τι­κός (1825). Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη.



		

	

Ρίτσαρντ Γκύν (Richard Gwyn): Σπαρτιάτες


Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn)


Σπαρ­τιά­τες

(Spartans)


ΤΗΝ ΠΟΛΗ τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σὲ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἰκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.



Πη­γή: Howitt–Dring Holly, Meaning and Incompleteness, Cardiff University, 2008. Στὸ ἄρ­θρο της μὲ τί­τλο  Making  micro meanings: reading and writing  microfiction στὸ πε­ρι­ο­δι­κό  Short  fiction in theory and practice, τχ. Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2011, συ­νο­ψί­ζει τοὺς βα­σι­κοὺς ἄ­ξο­νες τῆς δι­α­τρι­βῆς της.

Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn) γεν­νή­θη­κε στὸ Pontypool τῆς νό­τιας Οὐ­α­λί­ας τὸ 1956 καὶ με­γά­λω­σε στὸ Crickhowell. Ἀ­φοῦ σπού­δα­σε Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ London School of Economics, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ πτυ­χί­ο του, ὁ Gwyn ἄρ­χι­σε νὰ τα­ξι­δεύ­ει ἐ­κτε­νῶς σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, ζών­τας γιὰ με­γά­λα δι­α­στή­μα­τα στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νος σὲ ἁ­λι­ευ­τι­κὰ σκά­φη καὶ ὡς ἐρ­γά­της γῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­ο­δο πε­ρι­πλα­νή­σε­ων καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἀ­σθέ­νεια, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Οὐ­α­λί­α, ὅ­που οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ τα­ξί­δι ἐ­πι­τά­χυ­ναν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὸ γρά­ψι­μο, ὁδη­γών­τας τον στὴν δη­μο­σί­ευ­ση τρι­ῶν συλ­λο­γῶν ποί­η­σης καὶ πε­ζῶν ποι­η­μά­των.

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Gwyn_(Welsh_writer)

Ἱ­στο­σε­λί­δα: https://richardgwyn.me/ )