1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της

[τοῦ Δημητρίου Τσαμαδοῦ]


»ΕΡΙ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟΝ, νο­μί­ζω, τοῦ 1825 πα­ρου­σιά­σθη ἀ­νάγ­κη νὰ ἐκ­κι­νή­σῃ ἀ­μέ­σως ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς στό­λος κα­τὰ τοῦ Ἰμ­πρα­ῒμ πασ­σᾶ. Συ­νῆλ­θον τό­τε ἐν τῷ Μο­να­στη­ρί­ῳ οἱ με­γά­θυ­μοι οἰ­κο­κυ­ραῖ­οι τῆς Ὕ­δρας καὶ ἀ­πε­φά­σι­σαν νὰ συ­νει­σφέ­ρουν καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α τάλ­λη­ρά των πρὸς ἐκ­κί­νη­σιν τοῦ στό­λου, τέσ­σα­ρες δὲ χι­λιά­δες ταλ­λή­ρων ἀ­νε­λο­γί­σθη­σαν εἰς τὸν Μῆ­τρο-Μι­χά­λην (τὸν γέ­ρον­τα Τσα­μα­δόν).

       — »Ἀ­δελ­φοί, εἶ­πε τό­τε εἰς τοὺς ἄλ­λους, τάλ­λη­ρα πλέ­ον δὲν μοῦ ἔ­μει­ναν, δι­ό­τι ὅ­σα εἶ­χα τὰ ἐ­δα­πά­νη­σα· ἔ­χω ὅ­μως τὴν ζω­ήν μου ἀ­κό­μη, καὶ ἰ­δοὺ ἐ­πι­βαί­νω τοῦ πλοί­ου μου ὡς ναύ­της.

       »Καὶ ταῦ­τα εἰ­πών, ἐ­κί­νη­σε μὲ τρέ­μον­τας πό­δας ὁ γη­ραι­ὸς οἰ­κο­κύ­ρης τῆς Ὕ­δρας, ὅ­πως θυ­σιά­σῃ διὰ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σιν τῆς πα­τρί­δος ὅ,τι εἰ­σέ­τι τῷ ἔ­με­νε, τὴν ζω­ήν του αὐ­τήν. Ἡ­μάρ­τη­σάν τι­νες τό­τε ὑ­πο­θέ­σαν­τες ὅ­τι ἐκ φι­λαρ­γυ­ρί­ας ὁ γέ­ρων Τσα­μα­δὸς δὲν ἔ­δω­κε τὰς 4.000 τάλ­λη­ρα, ἀλ­λὰ με­τ’ ὀ­λί­γον ἠ­ναγ­κά­σθη­σαν νὰ ζη­τή­σω­σι συγ­γνώ­μην ἀ­πὸ τὸν νε­κρόν του, τὸν κη­δευ­θέν­τα πε­νέ­στα­τα δι’ ἔλ­λει­ψιν χρη­μά­των, ἐν ᾧ 150 χι­λιά­δες τάλ­λη­ρα ἐ­δα­πά­νη­σε διὰ τῆς πα­τρί­δος του τὴν αὐ­το­νο­μί­αν. Τού­του δὲ ὁ υἱ­ὸς Λά­ζα­ρος ἐλ­θὼν εἰς Ἀ­θή­νας διὰ νὰ ζη­τή­σῃ χρη­μα­τι­κήν τι­να πε­ρί­θαλ­ψιν πα­ρὰ τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως, καὶ μὴ εἰ­σα­κου­σθείς, κα­τέ­βη πε­ζὸς εἰς Πει­ραι­ᾶ, δι­ό­τι καὶ τῆς δραχ­μῆς ἐ­στε­ρεῖ­το δι’ ἀ­γώ­γιον, καὶ με­τα­βὰς εἰς Ὕ­δραν δω­ρε­ὰν διά τι­νος Ὑ­δρα­ϊ­κοῦ πλοι­α­ρί­ου, αὐ­το­χει­ριά­σθη ὁ δύ­σπο­τμος*!(1)»


* δύσποτμος· δύσμοιρος, ἄτυχος.
(1) Μεγάλος θόρυβος γίνηκε τότε στὴν κοι­νω­νία γιὰ τὴν αὐτο­χτο­νία τοῦ Λ. Τσα­μα­δοῦ, 28 Γεν. 1836. Ὁ πα­τέ­ρας του Δημ. Τσα­μα­δὸς πέ­θα­νε 31 8βρ. 1835. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Πρα­κτι­κὰ Βου­λῆς Περ. Γ´, Σύν. Γ´, τόμ. α´ σ. 61, συ­νε­δρ. 29 Νο­ε­βρ. 1855.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 282-283 [Τίτλος: «599.— Τοῦ Μῆ­τρο-Μι­χά­λη τὰ τάλ­λα­ρα.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Λουῒ Ντυπρέ (Louis Du­pré, 1789-1837), Ὑ­δραῖ­ος ναυ­τι­κός (1825). Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη.


			

Ρίτσαρντ Γκύν (Richard Gwyn): Σπαρτιάτες


Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn)


Σπαρ­τιά­τες

(Spartans)


ΤΗΝ ΠΟΛΗ τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σὲ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἰκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.



Πη­γή: Howitt–Dring Holly, Meaning and Incompleteness, Cardiff University, 2008. Στὸ ἄρ­θρο της μὲ τί­τλο  Making  micro meanings: reading and writing  microfiction στὸ πε­ρι­ο­δι­κό  Short  fiction in theory and practice, τχ. Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2011, συ­νο­ψί­ζει τοὺς βα­σι­κοὺς ἄ­ξο­νες τῆς δι­α­τρι­βῆς της.

Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn) γεν­νή­θη­κε στὸ Pontypool τῆς νό­τιας Οὐ­α­λί­ας τὸ 1956 καὶ με­γά­λω­σε στὸ Crickhowell. Ἀ­φοῦ σπού­δα­σε Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ London School of Economics, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ πτυ­χί­ο του, ὁ Gwyn ἄρ­χι­σε νὰ τα­ξι­δεύ­ει ἐ­κτε­νῶς σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, ζών­τας γιὰ με­γά­λα δι­α­στή­μα­τα στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νος σὲ ἁ­λι­ευ­τι­κὰ σκά­φη καὶ ὡς ἐρ­γά­της γῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­ο­δο πε­ρι­πλα­νή­σε­ων καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἀ­σθέ­νεια, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Οὐ­α­λί­α, ὅ­που οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ τα­ξί­δι ἐ­πι­τά­χυ­ναν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὸ γρά­ψι­μο, ὁδη­γών­τας τον στὴν δη­μο­σί­ευ­ση τρι­ῶν συλ­λο­γῶν ποί­η­σης καὶ πε­ζῶν ποι­η­μά­των.

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Gwyn_(Welsh_writer)

Ἱ­στο­σε­λί­δα: https://richardgwyn.me/ )


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὁ τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὁ τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης

[τοῦ Γεωργίου Πολίτη]


ΕΛΗ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1826, ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς στό­λος βρέ­θη­κε ξαφ­νι­κὰ μέ­σ’ τὸ στε­νὸ τῆς Μυ­τι­λή­νης, μ’ ἐ­νάν­τιον ἄ­νε­μο, κυ­κλω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Τούρ­κι­κο στό­λο, καὶ κιν­τύ­νευ­ε. Ὁ Μι­α­ού­λης σή­μα­νε τὴ ρι­τι­ρά­τα [ὑ­πο­χώ­ρη­ση] μὲ γι­ο­μᾶ­τα τὰ πα­νιά. Ὁ Ὑ­δραῖ­ος ὅ­μως Γ. Πο­λί­της μὲ τὸ μπουρ­λό­το του οὔ­τε πα­νιὰ ἄ­νοι­ξε, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σῃ ἔ­δει­ξε σκο­πό, μὰ οὔ­τε καὶ τὸ Ναύ­αρ­χό του θέ­λη­σε ν’ ἀ­κού­σῃ, ποὺ τοὔ­στει­λε βάρ­κες νὰ το­νὲ ρυ­μουλ­κιά­ρουν. Στά­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος καὶ προ­κα­λοῦ­σε τὸν ἐ­χτρό. Κ’ ἐ­κεῖ­νος βλέ­πον­τας ἕ­να μο­νά­χο πα­λι­ο­κά­ρα­βο νὰ τοῦ ἀν­τι­στέ­κε­ται, μά­νι­σε, δαι­μο­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­βα­λε στὴ μέ­ση τὸν Πο­λί­τη, καὶ γιὰ καμ­πό­σην ὥ­ρα κα­νο­νί­ζον­τας δὲ μπό­ρε­σε μή­τε νὰ το­νὲ κά­ψῃ, μή­τε νὰ το­νὲ βου­λιά­ξῃ. Τό­τε ἔ­στει­λε εἴ­κο­σι βάρ­κες νὰ τοῦ κά­μου­νε ρε­σάλ­το [ἔ­φο­δο]. Πη­δά­ει τό­τε κι’ ὁ Πο­λί­της στὴ δι­κή του βάρ­κα, ποὖ­χε ἕ­να κα­νό­νι, καὶ πέ­φτει τυ­φλὰ μέ­σα στὴς τούρ­κι­κες κι’ ἀρ­χί­ζει μὲ ψι­λὴ καὶ μὲ χον­τρὴ φω­τιὰ ἕ­ναν πό­λε­μο τρελ­λὸ καὶ τὴς κά­νει ὅ­λες νὰ σκορ­πή­σουν. Κι’ ὕ­στε­ρα ἀ­νε­βαί­νει πά­λι στὸ κα­ρά­βι, ἁ­πλώ­νει ὅ­λα τὰ πα­νιά, κι’ ὀρ­θὸς στὴν πρύ­μη, φο­βε­ρί­ζον­τας μὲ τὴ μα­χαί­ρα καὶ μὲ τὴ φω­νά­ρα του, περ­νά­ει ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὰ Τούρ­κι­κα, ποὺ τὸν κοι­τά­ζουν κι’ ἀ­πο­ροῦν ἐκ­στα­τι­κά(1).


(1) Ἀργότερα, ἀρχὲς τοῦ 1827, ὅταν ὁ μοίραρ­χος Ἄγ­γλος Ἅ­μιλ­των μὲ τὸ «Κά­μπριαν» μπῆ­κε ξα­φνικὰ στῆς Ὕδρας τὸ λιμάνι νὰ πά­ρῃ ἐκδί­κηση γιὰ κάτι πει­ρα­τεῖες καρα­βιῶν τῆς Ὕδρας, ἕτοιμος νὰ μπο­μπαρ­δίσῃ καὶ τὴ χώ­ρα, κ’ ἔκανε τὸ λι­μάνι ν’ ἀδειά­σῃ ἀπὸ κάθε ζω­ντανὴ ψυ­χή, μονά­χος ὁ Πο­λί­της εἶχε μείνει στὰ μουρά­για κοι­τά­ζοντας προ­κλη­τικὰ τοὺς Ἄγ­γλους. Ρί­ξαν αὐ­τοὶ τότε μὲ του­φέ­κια καὶ σκο­τώ­θηκε, μα­ζὶ μὲ λί­γους ἄλ­λους ἀπ’ τὴς σφαῖ­ρες ποὺ πέ­σα­νε μέ­σα στὴ χώ­ρα. (Σπη­λι­ά­δου Ἀπο­μνημ. Γ´ σ. 188). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Σπ. Τρι­κού­πη Ἱ­στο­ρί­α, ἔκδ. γ´, Δ´, σ. 32 κ. ἀ.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 286 [Τίτλος: «609.— Τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.

[τοῦ Γιώργη Ἀνεμογιάννη]


ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤὉΛΟΣ λί­γες μέ­ρες πρω­τύ­τε­ρα, μα­ζὶ μὲ ρου­με­λι­ώ­τι­κα στρα­τέ­μα­τα στελ­μέ­να ἀ­πὸ στε­ριᾶς, εἶ­χε δο­κι­μά­σει νὰ κυ­ρι­έ­ψῃ τὸν Ἔ­πα­χτο [Ναύ­πα­χτο] καὶ τὸ Κα­στέλ­λι τὸ ρου­με­λι­ώ­τι­κο [Ἀν­τίρ­ριο], μὰ τί­πο­τε δὲν κα­τά­φε­ρε. Τό­τε, χω­ρὶς δύ­να­μη στε­ρια­νή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ χτυ­πή­σῃ μό­νος τὰ τούρ­κι­κα κα­ρά­βια ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να κά­του ἀ­πὸ τὸ Κά­στρο τοῦ Ἐ­πά­χτου, κά­στρο ἀρ­μα­τω­μέ­νο μὲ βα­ριὰ κα­νό­νια. Μὲ μέ­σα πρό­χει­ρα ἀρ­μα­τώ­σα­νε, πρώ­τη φο­ρά, μπουρ­λό­το, μὰ ὅ­ταν ζη­τῆ­σαν ἀ­νά­με­σα στὰ πλη­ρώ­μα­τα τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ θὰ κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ μπουρ­λό­το, κα­νέ­νας ἀ­π’ τοὺς ὀ­χτα­κό­σιους ναῦ­τες τοῦ στό­λου, οὔ­τε Σπε­τσι­ώ­της οὔ­τε Ὑ­δραῖ­ος οὔ­τε Ψα­ρια­νός, δὲν πα­ρου­σι­ά­στη­κε πα­ρὰ ἕ­να ναυ­τά­κι Πα­ξι­νός, τ’ ὄ­νο­μά του Γι­ώρ­γης.

       Οἱ κα­πε­τά­νιοι τοῦ στό­λου ποὺ τὸν εἶ­δαν ἔ­τσι ντρο­πα­λὸ καὶ τό­σο νει­ό, το­νὲ ρω­τῆ­σαν τί ζη­τά­ει πλη­ρω­μή του.

       Ὁ Γι­ώρ­γης εἶ­πε μὲ χα­μό­γε­λο καὶ πρό­σχα­ρη τὴν ὄ­ψη:

       — Τώ­ρα δὲ θέ­λω τί­πο­τε, μὰ ἂν δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς καὶ πε­τύ­χω, τό­τε θὰ σᾶς πά­ρω ἀ­πὸ δέ­κα τάλ­λα­ρα νὰ κά­μω ἕ­να χά­ρι­σμα τῆς ἀρ­ρε­βω­νι­α­στι­κῆς μου.

       Κά­θι­σε στὸ τι­μό­νι ὁ Πα­ξι­νὸς μο­νά­χος, κι’ ἀ­πὸ πί­σω ἔ­σερ­νε τὴ βάρ­κα μὲ γε­ρὰ πα­λη­κά­ρια στὰ κου­πιὰ γιὰ νὰ τὸν πά­ρουν, ἀ­φοῦ θἄ­βα­νε τὴ φω­τιά.

       Τὸ μπουρ­λό­το ἔ­φτα­σε κον­τὰ στὸ κά­στρο· τὰ Τούρ­κι­κα κα­ρά­βια καὶ τοῦ κά­στρου τὰ κα­νό­νια ἀρ­χί­σα­νε νὰ τὸ χτυ­ποῦν. Τό­τε τῆς βάρ­κας ὁ κα­πε­τά­νιος, ὁ Σπε­τσι­ώ­της Μυρ­για­λῆς, βι­ά­στη­κε κ’ ἔ­βα­λε τὴ φω­τιὰ στὸ μπουρ­λό­το ἀ­φί­νον­τας μέ­σα καὶ τὸν Πα­ξι­νό. Ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ἀ­πὸ φό­βο τά­χα ἢ ἀ­πὸ βι­α­σύ­νη ἄ­και­ρη; Ἄ­να­ψε ἀ­μέ­σως τὸ μπουρ­λό­το, κι’ ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα φω­νά­ζα­νε τοῦ Πα­ξι­νοῦ νὰ πέ­σῃ στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ γλυ­τώ­σῃ, μὰ αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε. Ἡ πλώ­ρη τοῦ μπουρ­λό­του και­γό­ταν ὅ­λη, τὰ τούρ­κι­κα κα­νό­νια ξερ­νού­σα­νε τὴς μπά­λες γύ­ρω του, κι’ αὐ­τὸς δὲν ἔ­φευ­γε. Μὰ τὸ μπουρ­λό­το του γύ­ρι­σε ἀν­τί­πλω­ρα στὸν ἄ­νε­μο, κ’ οἱ φλό­γες τό­τε σκε­πά­σαν ὅ­λο τὸ κα­τά­στρω­μα καὶ το­νὲ δι­ῶ­ξαν ἀ­πὸ ‘­κεῖ. Τοῦ κά­κου πιὰ πά­λαι­βε μὲ τὰ στοι­χειά, τὸν ἄ­νε­μο καὶ τὴ φω­τιά· ὁ Πα­ξι­νὸς καὶ πά­λι δὲν ἤ­θε­λε μή­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ νὰ νι­κη­θῇ.

       Κρε­μά­στη­κε ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴν πρύ­μη μ’ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ τὄ­φτεια­σε πα­λάγ­κο, πρό­χει­ρα, κ’ ἐ­κεῖ­θε κυ­βερ­νοῦ­σε τὸ φλο­γι­σμέ­νο του σκα­φί­δι, μὰ σὲ λί­γο οἱ φλό­γες το­νὲ δι­ῶ­ξαν κι’ ἀ­πὸ τὸ πα­λάγ­κο του. Ὁ Πα­ξι­νὸς ἔ­πε­σε τό­τε στὸ νε­ρὸ καὶ κο­λυμ­πῶν­τας πο­λε­μοῦ­σε ἀ­κό­μα νὰ κυ­βερ­νή­σῃ κα­τὰ τὸ σκο­πό του, ὥ­σπου τούρ­κι­κες βάρ­κες τὸν κυ­κλῶ­σαν καὶ τὸν πή­ρα­νε, μὰ σύ­ρα­νε καὶ τὸ μπουρ­λό­το μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὰ κα­ρά­βια τους.

       Οἱ Ἕλ­λη­νες κα­πε­τά­νιοι ἀρ­γά, ὅ­μως καὶ τοῦ κά­κου δο­κι­μά­σα­νε νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ὴ τοῦ Πα­ξι­νοῦ μὲ σκλά­βους καὶ μὲ χρή­μα­τα ποὺ δί­ναν.

       Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φοῦ το­νὲ σου­βλί­σαν καὶ τὸν ψῆ­σαν, ὕ­στε­ρα κρε­μα­σμέ­νον ἀ­πὸ τοὺς προ­μα­χῶ­νες το­νὲ δεί­χνα­νε γιὰ καύ­χη­μά τους τὸν ἀ­φάν­τα­στο τὸν ἥ­ρω­α, τὸ Γι­ώρ­γη Πα­ξι­νό.

       Γι­ώρ­γης Ἀ­νε­μο­γιά­ννης ἤ­τα­νε τ’ ὄ­νο­μά του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ι. Φι­λή­μο­νος Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλλ. Ἐ­πα­να­στ. Γ´, σ. 336.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 272-273 [Τίτλος: «581.— Ἡ πα­λη­κα­ριὰ γεν­νι­έ­ται καὶ στοὺς Πα­ξούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τὸ ἄγαλμα τοῦ Γιώρ­γου Ἀνε­μογιάν­νη στὴν εἴ­σο­δο τοῦ λι­μα­νιοῦ τῆς Ναυ­πά­κτου. Ἔρ­γο (1966) τοῦ γλύ­πτη Νικό­λα (Νι­κό­λα­ου Παυ­λό­που­λου, 1909-1990).



		

	

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ: Κα­ρο­τό­σου­πα



Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ


Κα­ρο­τό­σου­πα


ΟΒΕΙΣ τὸ κρεμ­μύ­δι. Σὲ ἁ­δρὰ κομ­μά­τια, χον­τρά. Νὰ πι­ά­νον­ται στὸ χέ­ρι, νὰ με­τρᾶ­νε με­τὰ στὸ στό­μα. Ἡ προ­αι­ώ­νια αἴ­σθη­ση τῆς ἁ­φῆς καὶ τῆς γεύ­σης. Δέ­κα κο­πὲς κά­νεις, δὲν χρει­ά­ζον­ται πα­ρα­πά­νω. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ χει­ρί­ζε­σαι κα­λὰ τὸ μα­χαί­ρι ἐ­σύ. Μα­θαί­νε­ται μὲ τὸν και­ρὸ καὶ αὐ­τό. Κα­θα­ρί­ζεις προ­σε­κτι­κὰ τὰ κα­ρό­τα καὶ τὰ κό­βεις. Σὲ μι­κρό­τε­ρα κομ­μά­τια ἀ­πὸ ὅ,τι τὸ κρεμ­μύ­δι. Ἀ­νά­βεις τὴ φω­τιά, βά­ζεις ἐ­λαι­ό­λα­δο καὶ τσι­γα­ρί­ζεις τὸ κρεμ­μύ­δι. Νὰ ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα. Νὰ με­λώ­σει, λέ­νε. Κα­τα­πῶς ἡ ζω­ή. Ναί, μὴ σοῦ φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νο. Ξε­κι­νά­ει ἀ­ψι­δε­ρή, κα­τα­λή­γει γλυ­κιὰ ὅ­σο ἀ­φή­νει τὴν ἀ­σπρι­δε­ρή της μορ­φὴ νὰ φύ­γει, νὰ χα­θεῖ. Για­τὶ —ἴ­σως τὸ ξέ­ρεις— τὸ ἄ­σπρο, ἡ ἀ­θώ­α λευ­κό­τη­τα εἶ­ναι τὸ χρῶ­μα τοῦ πέν­θους. Πλα­κώ­νει βα­ρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο. Ἐλ­πί­δα; Ὄ­χι. Θά­να­τος. Συν­τρι­βή. Ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα στὸ κε­νὸ καὶ στὸν χρό­νο. Ἡ μί­α καὶ μό­νη. Ἡ δυ­να­τὴ ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα. Ἡ δογ­μα­τι­κή. Ἡ στραγ­γα­λι­στι­κή. Μό­νο ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λου­με νὰ ἀλ­λά­ζου­με τὰ νο­ή­μα­τα, νὰ φτι­ά­χνου­με ἐλ­πί­δες στὸν δι­κό μας καμ­βὰ καὶ νὰ βλέ­που­με ὅ,τι δὲν μπο­ροῦ­με γύ­ρω μας. Μιὰ ἄλ­λη νε­φε­λο­κοκ­κυ­γί­α. Νε­φε­λο­βα­σί­α στὸν κό­σμο ἑ­νὸς ἐ­πί­πλα­στου ὀ­νεί­ρου. Ποὺ δὲν κά­νει κα­κό. Λυ­τρώ­νει πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ φε­νά­κη. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι τέ­τοι­α. Λευ­κὲς ζω­ὲς δὲν ὑ­πάρ­χουν. Βε­βαι­ό­τη­τα.

       Ποῦ εἴ­χα­με μεί­νει; Ναί, τσι­γα­ρί­ζεις τὸ κρεμ­μύ­δι μέ­χρι νὰ μυ­ρί­σει τὸ τη­γά­νι σου. Παίρ­νεις λί­γο, τὸ δο­κι­μά­ζεις. Πάν­τα μα­γεύ­ει μί­α δο­κι­μὴ ἀ­πὸ τὸ τη­γά­νι, ἕ­να βού­τηγ­μα στὸ κε­νὸ ποὺ ἔ­χει πά­το. Ἀ­φαι­ρεῖς τὸ κρεμ­μύ­δι καὶ βά­ζεις τὸ κα­ρό­το. Νὰ πά­ρει τὴ γεύ­ση, λί­γο ἀ­πὸ τὰ σάκ­χα­ρα τοῦ κρεμ­μυ­διοῦ στὸ καυ­τὸ λά­δι. Ἔ­τσι τὸ ἔ­κα­νε ἡ μά­να μου καὶ με­θο­κο­ποῦ­σε ἀ­ρώ­μα­τα ὅ­λη ἡ γει­το­νιά. Νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­σαι, νὰ μα­θαί­νεις. Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε. Τὰ ὑ­λι­κὰ δὲν θὰ σὲ προ­δώ­σουν. Ἡ τε­χνι­κή σου θὰ φτιά­ξει μὲ τὸν και­ρό. Καὶ δὲν εἶ­ναι μι­κρὸ πράγ­μα. Ὅ,τι ὑ­πάρ­χει στὸ τη­γά­νι εἶ­ναι μιὰ με­λω­δί­α ζω­ῆς. Ἔ­τσι νὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Νὰ τὴν ἀ­κοῦς. Νὰ τῆς μι­λᾶς. Νο­στι­μεύ­ει. Πα­τᾶς μί­α σκε­λί­δα σκόρ­δο μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν κό­βεις ἐ­δῶ. Ὅ­λα θέ­λουν τὸν τρό­πο τους. Πα­τᾶς καὶ βγαί­νουν ὅ­λα τὰ ἀ­ρώ­μα­τα καὶ ὅ­λες οἱ γεύ­σεις. Κρα­σὶ λευ­κὸ καὶ λε­μο­νο­χυ­μός. Ὀ­ξύ­τη­τα ἀ­πὸ δά­κρυ. Εἶ­δες ποὺ τὰ πέν­θη ται­ριά­ζουν; Ἡ κα­τσα­ρό­λα εἶ­ναι μιὰ ζω­ή, τε­λι­κά, ἔ; Παίρ­νεις ἕ­να γε­ρὸ μα­χαί­ρι. Με­γά­λο στὴ θω­ριά του. Πλα­τὺ στὴ λε­πί­δα του. Ἀρ­χί­ζεις νὰ κο­νι­ορ­το­ποι­εῖς τὸ βρα­σμέ­νο κα­ρό­το. Ἔ­τσι τό ‘κά­ναν πα­λιά. Και­γόν­του­σαν, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­νι­ω­θαν πό­νο. Μα­θαί­νεις νὰ ζεῖς μὲ αὐ­τόν. Ὅ­λα μα­θαί­νον­ται. Ξα­να­φτιά­χνεις μέ­σα σου ὅ,τι χα­λά­ει τὴ σάρ­κα. Πολ­τός, ζε­μα­τι­στὸ νε­ρό, κρέ­μα γά­λα­κτος. Δι­κή μου ἐ­πι­νό­η­ση. Ζεῖς, μα­θαί­νεις. Ἡ μά­να δὲν τό ‘κα­νε ἔ­τσι. Ἁ­λά­τι, πι­πέ­ρι. Πάν­τα. Μιὰ ζω­ὴ νὰ εἶ­ναι ἁλ­μυ­ρή, ὅ­πως τὸ ἁ­λά­τι, καὶ γλυ­κιά, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ζά­χα­ρη. Αὐ­τὸ νὰ ζη­τᾶς.

       Μα­χαί­ρι. Τρα­βᾶς πί­σω το κρε­βα­τά­κι σου, νὰ μὴν ἀ­κουμ­πά­ει τὸν τοῖ­χο. Με­τα­κι­νεῖς κά­ποι­α μάρ­μα­ρα καὶ μπαί­νεις κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Μὲ ἕ­να μα­χαί­ρι. Ἔ­χεις μα­ζί σου καὶ ἕ­να ἐ­λι­ό­ψω­μο. Λί­γα κα­ρό­τα. Γιὰ τὶς πολ­λὲς ἡ­μέ­ρες. Νο­μί­ζεις, ἐλ­πί­ζεις ὅ­τι θὰ ‘ρθοῦν. Σὲ στοι­χει­ώ­νει ἡ κρύ­πτη. Τὸ σκο­τά­δι πη­χτό, ὅ­πως ἡ σού­πα στὸ πιά­το σου. Γι’ αὐ­τὸ ἡ κρέ­μα γά­λα­κτος. Νὰ βα­ραί­νει τὸ ὑ­λι­κό, νὰ συμ­πυ­κνώ­νε­ται, νὰ σοῦ δί­νει ὅ,τι ἔ­ζη­σες. Καὶ δὲν φεύ­γει. Οὔ­τε ὁ χρό­νος τὸ δι­ώ­χνει οὔ­τε ἡ συ­νεί­δη­σή σου. Τὸ μαῦ­ρο στὸ λευ­κό. Καὶ τὸ ἀ­νά­πο­δο. Ἐ­κεῖ πάν­τα κα­τα­λή­γεις. Κά­ποι­ος σὲ βρί­σκει. Ἀ­κοῦς βή­μα­τα. Ἕ­νας; Μᾶλ­λον ἕ­νας. Φω­νά­ζει, βρί­ζει στὴ γλώσ­σα του, δὲν ἀ­παν­τᾶς. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μιο, κά­νει νὰ κα­τέ­βει καὶ σβή­νει γιὰ πάν­τα το φῶς. Καὶ δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο, ξέ­ρεις. Δὲν μπαί­νει ὅ­που νά ‘ναι ἡ αἰχ­μή. Ἐ­δῶ νὰ μπεῖ; Ἐ­κεῖ; Δὲν ξέ­ρεις. Καὶ με­τὰ ἕ­νας ἀ­κό­μα. Μό­νος του. Καὶ τὸ τέ­λος. Τὸ ἴ­διο, ξα­νά.

       Τὸ μα­χαί­ρι εἶ­ναι δι­κό σου. Στὸ ἔ­δω­σαν, τὸ κρά­τη­σες γιὰ μιὰ στιγ­μή, τὸ ζύ­γι­σες στὸ μπό­ϊ σου καὶ τό ‘κα­νες ὁ­λο­δι­κό σου. Βί­ω­μα. Ἦ­ταν ὁ μό­νος τρό­πος νὰ φτιά­ξεις τὴν κα­ρο­τό­σου­πα. Νὰ ξε­γυ­μνώ­σεις ὅ,τι πρέ­πει ἀ­πὸ τὴ σάρ­κα καὶ νὰ φτιά­ξεις ὅ,τι φτιά­χνει τὴν ζω­ή. Ὀ­ξύ­μω­ρο; Σκο­τώ­νεις, γιὰ νὰ δώ­σεις ζω­ή; Λαν­θα­σμέ­νη μᾶλ­λον εἶ­ναι ἡ στί­ξη ἐ­δῶ, ἔ­τσι; Ρω­τᾶς γιὰ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα; Τό­σα ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ —καὶ ἕ­να ἀ­κό­μα αὐ­τὸ— γιὰ νὰ δεῖς ξα­νὰ ὅ,τι εἶ­δες καὶ νὰ μά­θεις ὅ,τι ἤ­δη ξέ­ρεις; Τὸ εἶ­δα κά­πο­τε καὶ σὲ ἕ­να δέν­τρο. Ὁ θά­να­τος ἔ­δι­νε ζω­ή. Σπουρ­γί­τι καὶ κο­ρά­κι. Μοί­ρα­σε ἐ­σὺ τοὺς ρό­λους. Φε­νά­κη. Ψευ­δαί­σθη­ση. Κά­τι προ­αι­ώ­νιο τὸ ἔ­χει κά­νει ἤ­δη. Με­τά­νι­ω­σες ἢ ὄ­χι, ὅ,τι σοῦ δό­θη­κε δὲν ἀλ­λά­ζει. Τὸ κρά­τη­σες, εἶ­ναι δι­κό σου. Ἰ­δέ­α. Με­γά­λη, ὑ­ψη­λή. Ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι καὶ πάν­τα θὰ εἶ­ναι γιὰ ἐ­κεῖ­να τὰ μπλὲ γράμ­μα­τα στὸν ἄ­σπρο τοῖ­χο. Ὅ­σα χρό­νια καὶ νὰ πε­ρά­σουν…

       Ἡ σού­πα σερ­βί­ρε­ται ζε­στή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ση­μεί­ω­ση τοῦ συγ­γρα­φέα: Τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸν ἥ­ρω­α ἀ­γω­νι­στῆ τῆς ΕΟΚΑ Στέ­φα­νο Χα­τζη­μι­τσῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἔ­φυ­γε» στὶς 11 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου γιὰ τὸ «τα­ξί­δι». Δὲν ζή­τη­σε ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα καὶ (πα­ρα)θε­σμι­κὰ βο­λέ­μα­τα. Οἱ δι­η­γή­σεις του μὲ ἔ­χουν δι­δά­ξει πολ­λά. Ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ ἀν­θρώ­πι­να.

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ. Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρον Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ Λα­τι­νι­κῆς Γραμ­μα­τεί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Κλα­σι­κῶν Σπου­δῶν καὶ Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου, κά­το­χος με­τα­πτυ­χια­κοῦ τί­τλου ἀ­πὸ τὸ Uni­ver­si­ty of Te­xas at Au­stin καὶ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου ἀ­πὸ τὸ Uni­ver­si­ty Col­le­ge Lon­don. Ἔ­χει κα­τα­λά­βει, στὴν πα­νε­πι­στη­μια­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α, δι­ά­φο­ρες ἐ­ρευ­νη­τι­κὲς καὶ δι­δα­κτι­κὲς θέ­σεις σὲ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μέ­χρι στιγ­μῆς 4 μο­νο­γρα­φί­ες, ἔ­χει συ­νε­πι­με­λη­θεῖ 5 συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους καὶ ἔ­χει κα­τα­θέ­σει πο­λυ­ά­ριθ­μα ἄρ­θρα σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τό­μους, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς του γιὰ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ ρη­το­ρι­κή, τὴν ἐ­πι­τε­λε­στι­κό­τη­τα, τὴν ἀρ­χαί­α θρη­σκεί­α, τὴν πρόσ­λη­ψη τῶν ρη­το­ρι­κῶν κει­μέ­νων στὸν με­τα­κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο κό­σμο, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ γιὰ δι­ά­φο­ρες θε­ω­ρη­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις (π.χ. γλωσ­σο­λο­γι­κὲς θε­ω­ρί­ες, χι­οῦ­μορ, θε­ω­ρί­ες φύ­λου καὶ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας).

Εἰκόνα: Πάφος. Ἡ στήλη πρὸς τι­μὴ τῶν μα­θη­τῶν τῶν πε­σόν­των στὸν Ἀ­γώ­να τῶν Ἑλ­λή­νων τοῦ νη­σιοῦ ἐ­ναντί­ον τῶν Ἄγ­γλων ἀ­ποι­κιο­κρα­τῶν. Στὸ ἀ­νά­γλυ­φο εἰ­κονί­ζεται ὁ νε­α­ρὸς σπου­δα­στὴς νὰ λα­βώ­νει τὸ με­γά­λο Λιον­τά­ρι τῆς Βρε­τα­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.



		

	

Κλαίτη Σωτηριάδου: Mπουρλότο

 

 

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου


Μπουρ­λό­το


ΚΟΤΑΔΙ πίσ­σα. Φυ­σά­ει ἐ­λα­φριὰ ὁ Γραῖ­γος, φου­σκώ­νει τὸ φλό­κο, βου­βὰ βου­τᾶ­νε τὰ κου­πιά, τὸ σφί­ξι­μο ἀ­λα­φραί­νει τῆς καρ­διᾶς. Εἶ­ναι πέν­τε οἱ κα­πε­τα­ναῖ­οι σὲ τοῦ­το τὸ σκα­ρὶ μα­ζὶ μὲ τὸν παπ­πού­λη μου τὸν κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­να, Νι­κό­λας Σα­μο­θρά­κης στὰ χαρ­τιά, τῆς μά­νας μου προ­πάπ­πος. Μέ­ρες τὸ ἑ­τοι­μά­ζα­νε, μαυ­ρον­τυ­μέ­νοι ἀ­π’ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἔ­χουν ἀ­λεί­ψει φοῦ­μο σὲ πρό­σω­πα καὶ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­σπρί­ζει τί­πο­τα πέ­ρα ἀ­π’ τὸ ἄ­γριο μά­τι, μὲς στὴ νύ­χτα. Οἱ πρό­κρι­τοι ἔ­δω­σαν τὰ γρό­σια γιὰ τὸ πα­λιὸ κα­ΐ­κι, τὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ τὴ με­τα­τρο­πή. Δού­λευ­αν μέ­ρα νύ­χτα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξουν τὶς τρύ­πες στὴν κου­βέρ­τα. Ἐ­κεῖ μέ­σα στή­σα­νε βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι, βά­λα­νε μί­νες ἀ­π’ τὴν πλώ­ρη ὣς τὴν πρύ­μνη, φί­σκα κι αὐ­τὲς μπα­ρού­τι. Πα­νιὰ καὶ ἄρ­μενα μού­σκευ­αν ὧ­ρες σὲ πίσ­σα καὶ νά­φθα. Ἕ­τοι­μοι καὶ οἱ κό­ρα­κες μὲ πισ­σω­μέ­να τὰ σκοι­νιὰ ν’ ἀγ­κι­στρω­θοῦν πά­νω στὴ ναυ­αρ­χί­δα ποὺ πάμ­φω­τη λι­κνί­ζε­ται ἀ­ρό­δο λὲς καὶ χο­ρεύ­ει στὸ τούρ­κι­κο μπα­ϊ­ρά­μι. Μ’ ἕ­να σκοι­νὶ δε­μέ­νη ἀ­κο­λου­θεῖ τῆς δι­α­φυ­γῆς ἡ βάρ­κα. Τὸ σχέ­διο πάν­τα ἴ­διο: ἀ­θό­ρυ­βα νὰ πλη­σιά­σουν, «μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ σταυ­ροῦ» στὰ χεί­λη, ν’ ἀγ­κι­στρώ­σουν κα­λά τὸ ἄρ­με­νο στὸ πλά­ι ὅ­που φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ν’ ἀ­νά­ψει μὲ τὸ τσακ­μά­κι του ὁ κα­πε­τὰν-Χε­λί­δο­νας τὰ μποῦρ­λα, γρή­γο­ρα νὰ πε­ρά­σουν στὸ ρυ­μοῦλ­κο, νὰ λύ­σουν τὸ σκοι­νί, νὰ φύ­γουν πρὶν ἀ­π’ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­σφα­λεῖς, νὰ δοῦν τὸν Τοῦρ­κο νὰ τι­νά­ζε­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲς στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, νὰ κά­νουν τὸ σταυ­ρό τους. Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος!

        Ἐ­γὼ κα­ΐ­κι δὲν ἔ­χω, βα­ρέ­λια μὲ μπα­ρού­τι δὲν μπο­ρῶ νὰ βρῶ, ὅ­μως βα­ρὺς καὶ σκο­τει­νὸς εἶ­ναι ὁ ἴ­σκιος ὅ­πως τοῦ Τούρ­κου στὰ πα­λιὰ τὰ χρό­νια. Πά­λι ἀ­σέ­λη­νη ἡ νύ­χτα κι ἔ­χουν κι αὐ­τοὶ εἰ­κο­σι­μί­α Ἀ­πρι­λί­ου ἐ­πέ­τει­ο-γι­ορ­τή. Οἱ σύν­τρο­φοι μοῦ ἔ­μα­θαν τὰ κόλ­πα κι ἀ­πό­ψε μ’ ἕ­να μπου­κά­λι πε­τρέ­λαι­ο, λά­δι, να­φθα­λί­νη, ἕ­να στου­πὶ βρεγ­μέ­νο στὴ βεν­ζί­νη, μ’ ἕ­να ἀ­ναμ­μέ­νο σπίρ­το ἐ­ξε­γεί­ρο­μαι, ἀ­πὸ μα­κριὰ θὰ δῶ τὴν φω­τα­ψί­α, θὰ ζων­τα­νέ­ψει τὸ 21 τοῦ παπ­πού­λη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Κάρ­λος Φου­έν­τες, Μά­ριο Βάρ­γκας Λι­ό­σα, Ἰ­ζαμ­πὲλ Ἀ­λιέν­τε κι ἄλ­λους Ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς κα­θὼς καὶ τὴν Σύλ­βια Πλὰθ καὶ πολ­λοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ποι­η­τές. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ ΕΚΕΒΙ. Πρό­σφα­τα ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μπον­ζά­ι (2010) καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἀν­τί­δω­ρα (2011).


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Κωνσταντίνου Βολα­νά­κη, Ἡ πρώ­τη πετυ­χη­μέ­νη πυρ­πό­λη­ση τῆς τουρ­κι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Πα­πα­νι­κο­λῆ 27 Μαΐ­ου τοῦ 1821.


		

	

Γιά­ννης Πα­τί­λης: Post(Mortem)Modern Hellas 2021



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Post(Mortem)Modern Hellas 2021

(Εἰ­κὼν με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή)


διὸ καὶ φι­λο­σο­φώ­τε­ρον καὶ σπου­δαι­ό­τε­ρον ποί­η­σις ἱ­στο­ρί­ας ἐ­στίν· ἡ μὲν γὰρ ποί­η­σις


|| εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἀ­κό­μη || ἀλ­λά ὅ­πως τοῦ συμ­βαί­νει συ­νή­θως δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ τί ἀ­κρι­βῶς || συ­νή­θως δὲν κοι­μᾶ­ται κα­λά || συ­χνὰ μου­σκεύ­ει τὴ φα­νέ­λα του πά­λι κα­λά || πάν­τως ἀ­πὸ τὸν ἐ­φιά­λτη ἡ συ­χνου­ρί­α τὸν σώ­ζει || πά­λι ἔ­βλε­πε πὼς κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στὴν Ἑρ­μοῦ δί­χως μά­σκα || Ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται καὶ τὶς κα­λές του στιγ­μές || Στὸν ὕ­πνο του ἔρ­χε­ται ἡ νε­α­ρὰ φι­λε­νά­δα του || Εἶ­ναι μι­κρο­κα­μω­μέ­νη καὶ δρο­σε­ρὴ μὲ κα­λω­συ­νά­το χα­μό­γε­λο || τὰ κόκ­κι­να κα­τσα­ρά της μαλ­λιὰ κι οὐ­ρά­νιο πορ­πά­τη­μα || κά­θε δε­κα­πέν­τε κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὸν βορ­ρᾶ || Χτὲς εἶ­δε στὸν ὕ­πνο της τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη! || Τὴν κρα­τοῦ­σε τρυ­φε­ρὰ ‘πὸ τὸ χέ­ρι || Ἕ­να ἥ­συ­χο ρεῦ­μα ζε­στὸ τὸ κορ­μί της γε­μί­ζει || Ὅ­πως τὸ κρά­τη­μα ‘πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα της ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί || Τί βλέ­πει στὸ θε­ό σου αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι || Φτά­νει ὅ­μως μιὰ πι­να­κί­δα στὸ δρό­μο Πρὸς Κο­ρώ­νης Μο­νὴ Ἱ­ε­ρὰ γιὰ μιὰ τέ­τοι­α ἐ­πί­σκε­ψη; || Γιὰ ἕ­ναν ἅ­γιο ποὺ ἄ­κου­γε πρώ­τη φο­ρά; || Τὸν εἶ­χε ὅ­μως; || Ἢ μή­πως τὸν ἤ­ξευ­ρε δί­χως; || Αὐ­τὸς τὸ μό­νο ποὺ θυ­μό­ταν ἦ­ταν οἱ δι­α­βε­βαι­ώ­σεις τοῦ «μαρ­ξι­στῆ» ἱ­στο­ρι­κοῦ || οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες συ­χνὸ φαι­νό­με­νο ἐ­πο­χῆς ποὺ δέ­χον­ται θά­να­το μαρ­τυ­ρι­κὸ γιὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κή τους τὴν πί­στη || εἶ­ναι συγ­χρό­νως κι οἱ πρῶ­τοι οἱ ἥ­ρω­ες οἱ ἐ­θνι­κοὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ μας τοῦ Νέ­ου || δέ­χου θε­άν­θρω­πε Λό­γε οὓς προ­σά­γει σου γέ­νος αἰχ­μά­λω­τον || Ἂν εἶ­χε ὅ­μως δι­α­βά­σει τὸ «Πό­θος Μαρ­τυ­ρί­ου» στὰ Ἱ­στο­ρι­κά-τεῦ­χος-εἴ­κο­σι-τρί­α θὰ τά ‘λε­γε; || δέν θὰ τά ‘λε­γε… || ὁ πρίν-πρίν Ἕλ­λη­νας, ὁ πρίν ὥ­ρι­μος Γάλ­λος, ὁ νῦν «Ἕλ­λη­νας» || ὁ-ἐν­τὸς-εἰ­σα­γω­γι­κῶν || ὁ ἰ­δε­ο­λο­γη­μα­τί­ας αὐ­τός || ὁ πε­ριτ­τὸς νο­σταλ­γός… || Ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ συ­χνου­ρί­α κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει δι­α­φεύ­γουν στα­γό­νες κα­τὰ τὸ σχῆ­μα λι­τό­τη­τος || τὴν ἄ­τι­μη τὴν δι­α­κε­κομ­μέ­νη τὴν οὔ­ρη­ση || τὴν δυ­σού­ρη­ση || Ποῦ κα­τήν­τη­σε (ὁ πρὶν ὠ­μο­γέ­ρων) || Τώ­ρα πλη­ρώ­νει τὴ μα­νί­α του μὲ τὴν ἀ-συ­νέ­χεια || τὸ σπα­σμέ­νο || τὸ τά­χα ἀν­θε­κτι­κό || τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα π’ ἐ­γί­ναν ἀ­γνώ­στου πα­τρὸς ἀ­πο­κόμ­μα­τα || Συ­ναν­τή­θη­καν πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ πυρ­πο­λη­τῆ τοῦ Κα­νά­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ ἑ­ξή­κον­τα πέν­τε || κι ὁρ­κι­στῆ­καν πὼς δὲν θά ‘φη­ναν πο­τὲ τὴν Κυ­ψέ­λη || Ὅ­μως αὐ­τὸς τὴν κο­πά­νη­σε || μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον τῆς Γαλ­βά­νη τὸν ἅ­γιο || τοῦ πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει ἡ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ τὴν ταυ­τό­τη­τα || τοῦ φτά­νει πιὰ ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς i­di­ot-προ­σω­πί­ας || τοῦ ἡ συ­ζή­τη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πλέ­ων ἡ ἄ­γο­νη || τοῦ τώ­ρα πιὰ φύ­λα­γέ μας Χρι­στέ μας ὅ­ταν γα­μι­ώ­μα­στε || (ἀλ­λὰ γα­μι­ώ­μα­στε πιά;) || me too ναί! || κι ἐ­μέ­να μὲ πή­δη­ξε ὁ Κου­λὸς στὸ ὄ­γδο­ο μὲ τὸ τρί­ση­μον || πά­ρε τώ­ρα καὶ Ἀν­τε­το­κοῦν­μπο νά ‘χεις τε­τρά­ση­μο || κι ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο γιὰ ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ προ­σφυ­γά­κια || πού εἰ­πε στὴ Γκι­ώ­να ἡ Λι­ά­κου­ρα ἀ­πὸ τὴν κορ­φή της || Καὶ τὸ γι­ορ­τά­σα­νε πο­λὺ στὸ Συγ­κρό­τη­μα || Δι­κέ μου || ἀ­τῶν εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα τους ὁ­πού ‘ναι τὸ λο­γά­ριν || ἐ­σέ­να καὶ στὸ Μαν­χά­ταν θὰ σ’ ἀ­κο­λου­θά­ει ἡ Πα­τη­σί­ων || μὲ τὶς μαῦ­ρες τὶς τσοῦ­πρες στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ τοὺς ἀν­τι­φά || Ἀλ­λὰ τώ­ρα πές μου || τί ἠ­ταν αὐ­τὸς ὁ παπ­πού­λης ὁ ὡς ἀ­μνὸς σου­βλι­σθεὶς ὑ­πὲρ τῶν λο­γι­κῶν του προ­βά­των || ὁ λα­τρε­μέ­νος τῶν Κλε­φτῶν αὐ­τὸς ὁ νο­μο­τα­γής || τῶν ἀ­προ­σκύ­νη­των ποὺ τρί­ψα­νε τὴ μού­ρη τῆς Χον­τρα­χεί­λως || κι ἀ­ρα­δια­στὰ τρα­γου­δού­σα­νε τοῦ Φα­να­ριοῦ τὸν ἐ­πί­σκο­πο || τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη; || Γί­νε­ται ἥ­ρω­ας ἐ­θνι­κὸς πρὶν τὸ Ἔ­θνος; γιὰ πές μου || Ἔ­τσι τὴν πά­τη­σε κι ὁ «μαρ­ξι­στὴς» ποὺ λέ­γα­με πα­ρα­πά­νω || πού ‘θε­λε νὰ κά­μει Ἱ­στο­ρί­α μὲ κε­φα­λαῖ­ο Ἰ­ῶ­τα ὁ δύ­στυ­χος καὶ πά­λι στὴ Ζω­ο­λο­γί­α κα­τέ­λη­ξε || τὴν ἄλ­λη τὴ μα­σκα­ρε­μέ­νη τοῦ δι­α­φο­ρι­κοῦ ρα­τσι­σμοῦ τοῦ τρό­μου τῆς δι­α­φο­ρᾶς τοῦ Ἀλ­λὰχ-ἴλ-Ἀλ­λά τοῦ βλέ­πε καὶ Μπα­λιμ­πάρ || ἂς μά­θαι­ν’ ἀ­π’ τὸν κὺρ-Φλῶ­ρο ἀ­κού­ον­τα φι­λο­σο­φι­κῶς – ποι­ά;… || α ὐ ­τ ὰ π ο ὺ  ε ἶ ­χ ε ν  ἰ ­δ ε ῖ  μ ὲ  τ ὰ  μ ά ­τ ι α  τ ο υ ! || γιὰ κεί­νη τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σι τὰ τό­σον πα­ρηλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ στό­μα εἰς στό­μα || π’ ἐ­σκέ­πτε­το ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ μέ­νῃ προ­ϊ­όν τι ἢ ἐμ­πό­ρευ­μα ἀ­νό­θευ­τον εἰς τὴν ἀ­γο­ράν || ἀ­δύ­να­τον καὶ πε­ρὶ τοῦ ἐ­λα­χί­στου συμ­βάν­τος νὰ γνω­σθῇ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἡ ἀ­λή­θεια || καὶ τοῦ­το κυ­ρί­ως: || ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν ἀ­λη­θῆ ἄλ­λα εἰ­μὴ ὅ­σα… —ἀ­κοῦς!— δ έ ν  σ υ ν έ ­β η ­σ α ν ! || Πε­ρὶ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­κρι­βῶς καὶ ἡ ποί­η­σις! || τὸ Συρ­τά­κι στὸ Ζά­λογ­γο || τὸ κρυ­φὸ τὸ σχο­λει­ὸ στῆς μαύ­ρης ἀ­νάγ­κης τὰ ἑ­σπε­ρι­νὰ Βά­θης Πλα­τεί­α || τὸ λά­βα­ρο τὴν εἰ­κο­στὴ πέμ­πτη τοῦ Μάρ­τη || (καὶ ὄ­χι τὴν εἰ­κο­στὴ τε­τάρ­τη πε­ρι­κα­λῶ) || τ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα σὲ Χα­σιὰ καὶ Ἀ­σπρό­πυρ­γο ὅ­που μά­ζευ­ε τὶς δό­σεις τοῦ πλα­νό­διου πε­θα­μέ­νου πα­τέ­ρα || συ­νε­λόν­τι­εἰ­πεῖν τοῦ Ρω­μιοῦ ὁ ἀ­νύ­στα­κτος ζῆ­λος || Ἂς ἄ­κου­γε ἐ­πι­τέ­λους τὸν φι­λο­ζὸφ ποὺ ρή­μα­ζε τὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α στὰ Πα­ρί­σια || πού εἰ­χε ψύ­χω­ση μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τὴν ἄν­θρώ­πι­νη || μὲ τὰ πρό­σω­πα τὰ σὰν τὸν Κα­νέλ­λο σα­θρά || Αὐ­τὸς πιὰ κι ἂν ἦ­ταν στὴ Ζω­ο­λο­γί­α ἐξ­πέρ || Ἀ­φοῦ τὸ ψέμ­μα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος || κά­νε τώ­ρα ἐ­σὺ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ ψέμ­μα || μή­πως κι ἦ­ταν λι­γό­τε­ρα τοῦ Θο­δω­ρά­κη τὰ ψέμ­μα­τα; || Ἐ­γὼ τὸ μό­νο ποὺ τοῦ πι­στεύ­ω εἶ­ναι τοῦ­το στὴ Ζά­κυ­θο || στὸ μνη­μό­συ­νο τῆς γυ­ναί­κας του || ὅ­ταν πῆ­ρε τὴν τά­βλα μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὸ κε­φά­λι || καὶ τὰ πῆ­γε ἀ­τός του ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴν ἐκ­κλη­σιά || ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του || λέ­ει κι ὁ πο­πο­λά­ρος ὁ τρὶς βα­πτι­σθείς || καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ με­τά || μὲ τὴν ἀ­στε­φά­νω­τη τὴν κα­λό­γρια καὶ τὸν πῆ­δο στὰ 63 ποὺ τοῦ χά­ρι­σε τὸν Πά­νο τὸν Δεύ­τε­ρο || τὸν ἁ­γνὸ πα­τρι­ώ­τη || τέ­τοι­ες ἀ­λή­θει­ες || φρέ­σκες τοῦ 1879 ἀ­ναλ­λοί­ω­τες: || Ὅ­θεν || πρὸς τῇ δι­οι­κή­σει, κιν­δυ­νεύ­ει καί τὸ πο­λί­τευ­μα || οἱ δὲ πο­λῖ­ται γέ­νον­ται σ ο ­σ ι ­α ­λ ι ­σ τ α ὶ νέ­ου εἴ­δους || ἀ­ξι­οῦν­τες δι­καί­ω­μα πρὸς ἐρ­γα­σί­αν οὐ­χί || ἀλ­λὰ πρὸς θέ­σεις δη­μο­σί­ας || πρὸς μι­σθούς || καὶ πρὸς ἁρ­πα­γάς || Καὶ τού­του ἕ­νε­κα || ἡ πο­λι­τεί­α με­τε­βλή­θη εἰς χρη­μα­τι­στή­ριον εὐ­ρύ || ὡς ἐ­πὶ τῶν λαυ­ρε­ω­τι­κῶν ἡ ὁ­δὸς τοῦ Αἰ­ό­λου || Πα­σί­γνω­στα πράγ­μα­τα κύ­ρι­ε Ση­μί­τη || κυ­ρὰ Να­τα­λί­α τὸ γέ­νος Δρα­γού­μη || Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἡ Με­γά­λη Μέ­ρα ξη­μέ­ρω­νε || Ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη βο­ή­θα μας φω­νά­ξα­νε ὅ­λα τὰ κό­λια μα­ζί || Στὴν ἐ­ξέ­δρα πι­ά­σα­νε θέ­ση ὅ­πως πάν­τα ὁ Πού­τιν ὁ Κά­ρο­λος || κι ὁ Μα­κρὸν ὁ μα­κρὰν Μι­κρο­μέ­γαλ­λος || Οἱ Προ­στά­τι­δες ὅ­λες προ­στά­τη μου || Θά ‘ναι κι ἡ Γιά­ννα ἐ­κεῖ μὲ Κυ­ριά­κο μὲ Βε­ρέ­μη τὸν ἄ­νε­το || καὶ τὰ Ρα­φὰλ ἀ­πὸ πά­νω ἀρ­χάγ­γε­λοι ν’ ἁ­πλώ­νουν φτε­ροῦ­γες || Μπρο­στὰ θὰ κυ­λά­ει τῶν σι­δε­ρέ­νι­ων ἁρ­μά­των τὸ σύ­βρον­το || Ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το σή­ριαλ ἡ Πα­τρὶς ἡ και­νούρ­για θὰ κυ­λά­ει ἀ­τσα­λά­κω­τη σὲ συ­νέ­χει­ες πάν­τα || συν­τριμ­μέ­νη κι αἱ­μάσ­σου­σα σοῦ φαι­νό­ταν ὡς χθές || δι­α­κε­κομ­μέ­νη συ­νου­σί­α || τὸ βρά­δυ ἀλ­γει­νὴ δυ­σου­ρί­α || ἀλ­λὰ ἔ­πα­σχες || ἀ­πὸ πα­τρι­δου­ρί­αν ἑλ­λα­δι­κὴν ἀ­κα­τά­σχε­τον || κι ἐ­σὺ κα­κο­μοί­ρη μου || καὶ δὲν τό ‘ξε­ρες ||



Ἀν­τι­δε­ον­το­λο­γι­κὴ δι­α­σα­φή­νι­σις: Στὴ σύν­τα­ξη τοῦ πα­ρόν­τος ἂς-τὸ-ποῦ­με-ποι­ή­μα­τος συ­νει­σέ­φε­ραν μὲ τοὺς γρα­πτοὺς λο­γι­σμοὺς/πα­ρα­λο­γι­σμούς τους οἱ ἑ­ξῆς κα­τὰ σει­ρὰν ἐμ­φα­νί­σε­ως, τοὺς ὁ­ποί­ους καὶ εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ τὴν θέ­σιν αὐ­τήν: Στα­γει­ρί­της, Νί­κος Σβο­ρῶ­νος, Φί­λιπ­πος Ἠ­λιοῦ, Γι­ῶρ­γος Βε­λου­δῆς, Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος, Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Λιά­κος, Μπερ­γα­δῆς, Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἄ­κης Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δι­α­μάν­της, Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Γε­ώρ­γιος Τερ­τσέ­της, Νι­κό­λα­ος Δρα­γού­μης, Πε­ρι­κλῆς Γι­αν­νό­που­λος.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ κοι­νὸν τῶν ὡ­ραί­ων τε­χνῶν, ἀρ.11, Μάρ­τιος 2021 [ἐ­δῶ βελ­τι­ω­μένο].

Εἰ­κό­να: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, PostModern Hellas 2021. Ψη­φια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α φω­το­γρα­φί­ας τυ­πω­μέ­νη σὲ μου­σα­μᾶ, 21Χ18ἑκ. Συμ­με­το­χὴ στὴν Ἐ­πε­τεια­κὴ Ἔκ­θε­ση «1821, Ὀ­πτι­κὴ μιᾶς Ἐ­πα­νά­στα­σης» τῆς Ψη­φια­κῆς Πλατ­φόρ­μας Τέ­χνης «gr collectors».

Εἰ­κό­να λή­ξε­ως ἑ­ο­ρτα­σμῶν: Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαία στὸ πάρ­κο Φλοί­σβου Πα­λαι­οῦ Φα­λή­ρου στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2020. Φω­το­γρα­φία: Γιάν­νης Πα­τί­λης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς

[τοῦ Νικηταρᾶ]


ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του Νι­κό­λα καὶ τὰ πα­λη­κά­ρια τους πε­ρά­σαν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Δο­λια­νά, Μά­η τοῦ 1821, καὶ τρα­βού­σα­νε γιὰ τὸ Ἄρ­γος. Ὁ Νι­κό­λας εἶ­χε ζη­τή­σει ἀ­πὸ τοὺς χω­ριά­τες ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί, μὰ δὲν τοῦ τὸ δώ­σα­νε, καὶ θύ­μω­σε πο­λύ.

       Ἐ­κεῖ ποὺ πη­γαί­να­νε τὸ δρό­μο τους, φτά­νουν ἀ­πὸ πί­σω κά­τι Δο­λι­α­νῖ­τες τρέ­χον­τας καὶ φω­νά­ζου­νε νὰ γύ­ρουν πί­σω.

       — Μιὰ κο­λώ­να Τοῦρ­κοι ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὰ Δο­λια­νά!

       — Πᾶ­με τὸ δρό­μο μας, εἶ­πε ὁ Νι­κό­λας, κι’ ἂς μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­π’ αὐ­τοὺς οἱ Τοῦρ­κοι οὔ­τε ρου­θοῦ­νι!

       — Ἐ­γὼ γιὰ Περ­σιά­νους [Τούρ­κους] πά­ω στ’ Ἀ­νά­πλι γυ­ρεύ­ον­τας, κ’ ἐ­δῶ ποὺ τοὺς ηὗ­ρα θὰ τοὺς ἀ­φή­σω; Ὄ­χι, δὲν τὸ κά­νω! εἶ­πε ὁ Νι­κη­τα­ρᾶς.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, 1858, σ. 74.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 139 [Τίτλος: «265.— Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Νι­κη­­ταρᾶς. Λι­θο­γρα­φία σὲ χαρ­τί, 29Χ22,7 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ ζήλεια του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ ζήλεια του

[τοῦ Κωνσταντίνου Κανάρη]


ΖΗΛΕΥΕ ἐ­κεί­νους ποὺ λέ­γαν πὼς σκο­τώ­σα­νε Τούρ­κους μὲ τὰ χέ­ρια τους.

       — Καὶ τὰ μπουρ­λό­τα, λί­γο πρᾶ­μα εἶ­ναι;

       — Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο πρᾶ­μα. Τί εἶ­ναι νὰ πᾷς νὰ βά­λῃς φω­τιὰ σ’ ἕ­να κα­ρά­βι; Θέ­λω νὰ πια­στῶ χέ­ρια μὲ χέ­ρια μ’ ἕ­ναν Τοῦρ­κο καὶ νὰ τοῦ πά­ρω τὴ ζωή, μὲ τὸ σπα­θί μου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Vou­tier, Let­tres sur la Grèce, Paris, 1826, σ. 130.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 279-280 [Τίτλος: «593.— Ἡ εἰ­κό­να του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πυρ­πό­ληση τῆς του­ρκι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Κα­νά­ρη. Πί­να­κας τοῦ Νι­κη­φό­ρου Λύ­τρα (π. 1866-1870). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 143Χ109 ἑκ. Πι­να­κο­θή­κη Ἀ­βέ­ρωφ, Μέ­τσο­βο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος

[τοῦ Γιάννου Κλίμακα]


ΤΑ 1820, ἀ­φοῦ ἄρ­χι­σε ὁ πό­λε­μος τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα μὲ τὸ Σουλ­τά­νο, ἔ­φτα­σε στὴν Ἀτ­τι­κὴ καὶ γύ­ρω κά­ποι­ος Τοῦρ­κος Μπαμ­πάμ­πα­σης μὲ προ­στα­γὴ βα­σι­λι­κὴ νὰ συ­νά­ξῃ Τούρ­κους καὶ Χρι­στια­νοὺς Ἀρ­μα­τω­λοὺς ἐ­νάν­τια στὸν Ἀ­λή­πασ­σα. Ἔ­μα­θε γιὰ τὸ Βάσ­σο τὸ Μαυ­ρο­βου­νι­ώ­τη, ποὺ Κλέ­φτης ζοῦ­σε στὰ βου­νά, καὶ το­νὲ ρώ­για­σε [μί­σθω­σε].

       Ὁ Βάσ­σος, ἀ­φοῦ φτά­σα­νε στὸν Κι­θαι­ρῶ­να, ἀ­πο­φά­σι­σε καὶ σκό­τω­σε τοὺς Τούρ­κους. Ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θἄ­ξε­ρε τὸ τί γε­νῆ­καν.

       Ὅ­μως ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὴ ρά­χη ἕ­να τσο­πα­νό­που­λο, ἐ­νῷ ἔ­βο­σκε τὰ γί­δια του, εἶ­δε τὴ σκη­νὴ κι’ ἀ­να­τα­ρά­χτη­κε. Κι’ ἀν­τὶ νὰ φο­βη­θῆ, ἔ­τρε­ξε ἀ­προ­σκά­λε­στο, χα­ρὰ γι­ο­μᾶ­το γιὰ τὸ φο­νι­κὸ τῶν Τούρ­κων, καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ Βάσ­σο μὲ κα­μά­ρι.

       — Τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; τὸ ρώ­τη­σε ὁ Βάσ­σος ἄ­γριος, ἀ­νή­συ­χος μὴ μαρ­τυ­ρή­σῃ τὸ κα­κὸ ποὺ γί­νη­κε.

       — Θέ­λω νὰ σκο­τώ­νω κ’ ἐ­γὼ Τούρ­κους! Πᾶ­ρε με κον­τά σου, Κα­πε­τά­νε! εἶ­πε ἀ­θῷ­α τὸ παι­δί.

       Κι’ ἄ­φη­σε τὰ γί­δια, καὶ πῆ­γε Κλέ­φτης ὁ μι­κρὸς γι­δά­ρης. Ἦ­ταν ὁ Γιάν­νος Κλί­μα­κας, κα­τό­πι κα­πε­τά­νος ὀ­νο­μα­στὸς γιὰ τὴν πα­λη­κα­ριά του.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Ντρέ­μι­τσα τῶν Σα­λώ­νων, τὸ ἴ­διο τὸ χω­ριὸ ποὺ ἔ­βγα­λε τὸν Πα­νου­ριᾶ, τὸ Γκού­ρα, τὸ Ρού­κη κι’ ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 135. [Τίτλος: «253.— Τὸ βο­σκό­που­λο.].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἰωάννης Κλίμακας (Θήβα, ;-1877). Φωτογραφία: Πέτρος Μω­ρα­ΐ­της.