Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев): Τὸ σπουργίτι



Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев)


Τὸ σπουργίτι

(Воробей)


ΠΕΣΤΡΕΦΑ ἀ­πὸ τὸ κυ­νή­γι βα­δί­ζον­τας στὴν ἀ­λέ­α τοῦ κή­που. Ὁ σκύ­λος ἔ­τρε­χε μπρο­στά μου. Ξαφ­νι­κά, ἔ­κο­ψε τὸν βη­μα­τι­σμό του καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, σὰν νὰ ὀ­σφραι­νό­ταν μπρο­στά του κά­ποι­ο θή­ρα­μα. Κοί­τα­ξα κα­τὰ μῆ­κος τῆς ἀ­λέ­ας καὶ εἶ­δα ἕ­να νε­α­ρὸ σπουρ­γί­τι μ’ ἕ­να κί­τρι­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ράμ­φος καὶ χνού­δι στὸ κε­φά­λι του. Εἶ­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴ φω­λιά του (ὁ ἀ­έ­ρας κλυ­δώ­νι­ζε δυ­να­τὰ τὶς ση­μύ­δες στὴν ἀ­λέ­α) καὶ κα­θό­ταν ἀ­κί­νη­το, τεν­τώ­νον­τας ἀ­βο­ή­θη­τα τὰ νε­ο­γέν­νη­τα φτε­ρά του. Ὁ σκύ­λος μου τὸ πλη­σί­α­σε ἀρ­γά, ὅ­ταν ξαφ­νι­κά, ὁρ­μών­τας ἀ­πὸ ἕ­να κον­τι­νὸ δέν­τρο, ἕ­να ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο, μαυ­ρό­στη­θο σπουρ­γί­τι ἔ­πε­σε σὰν πέ­τρα μπρο­στὰ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴ μου­σού­δα του – καὶ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νο, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο, μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σμέ­νη καὶ ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη κραυ­γή, ἀ­να­πή­δη­σε δύ­ο πε­ρί­που φο­ρὲς μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ δόν­τια τοῦ ἀ­νοι­χτοῦ στό­μα­τος τοῦ σκύ­λου. Ὅρ­μη­σε νὰ τὸ σώ­σει, κά­λυ­ψε μὲ τὸ σῶ­μα του τὸ γέν­νη­μά του… Ὅ­μως ὅ­λο το μι­κρό του σῶ­μα ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴ φρί­κη, ἡ φω­νού­λα του εἶ­χε γί­νει τρα­χιὰ καὶ βρα­χνι­α­σμέ­νη, ἔ­σβη­νε ἀ­πὸ τὸν φό­βο, θυ­σί­α­ζε τὸν ἑ­αυ­τό του! Πό­σο τε­ρά­στιος θὰ τοῦ φαι­νό­ταν ὁ σκύ­λος, σὰν τέ­ρας! Κι ὅ­μως, δὲν ἀρ­κέ­στη­κε στὸ ψη­λό, ἀ­σφα­λὲς κλα­δί του… Μιὰ δύ­να­μη, ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ θέ­λη­σή του, τὸ ἔ­σπρω­ξε ἀ­πὸ κεῖ. Ὁ Τρε­ζόρ μου στα­μά­τη­σε, ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σε. Εἶ­ναι φα­νε­ρὸ πὼς ἀ­να­γνώ­ρι­σε αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη. Ἔ­σπευ­σα νὰ τρα­βή­ξω στὴν ἄ­κρη τὸν σα­στι­σμέ­νο σκύ­λο καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα γε­μά­τος σε­βα­σμό. Ναί, μὴ γε­λᾶ­τε. Ἔ­νι­ω­σα σε­βα­σμὸ γι’ αὐ­τὸ τὸ μι­κρό, ἡ­ρω­ϊ­κὸ που­λί, γιὰ τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς ἀ­γά­πης του. Ἡ ἀ­γά­πη, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν θά­να­το ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν φό­βο τοῦ θα­νά­του. Μό­νο μ’ αὐ­τήν, μό­νο μὲ τὴν ἀ­γά­πη ἀν­τέ­χει κα­νεὶς στὴ ζω­ὴ καὶ προ­χω­ρᾶ.


Ἀ­πρί­λιος, 1878.

Δραματοποίηση (01.09.2016):


Πηγή: ἀπο τὴν ἱστοσελίδα:

https://rvb.ru/turgenev/01text/vol_10/02senilia/0222.htm

Ἰβὰν Σε­ργιέ­γκε­βιτς Τουργκένιεφ (И­ван Сер­ге­евич Тур­ге­нев) (Ὀριὸλ Ρω­σί­ας 09.11.1818 – Μπου­ζι­βὰλ κον­τὰ στὸ Π­ρίσι, 1883.) Ρῶ­σος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέας. Γνω­στό­τε­ρα ἔργα του: Μού­μου (1854), Πρώ­τη ἀ­γάπη (1860), Πατέρες καὶ γιοί (1862), Ὁ καπνός (1867), Ἀνοιξιάτικα νερά  (1872).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

Διαφημίσεις

Νίκος Τακόλας: Ἡ Μαναμάνα


Νί­κος Τα­κό­λας


Ἡ Μα­να­μά­να


Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑ ἦ­ταν Ἀ­γλα­ΐα. Ὅ­ταν τὴ γνώ­ρι­σα μι­κρός, εἶ­χε πε­ρά­σει τὰ 70 καὶ ἔ­ζη­σε μέ­χρι κον­τὰ τὰ 100. Ἡ ἄ­φθαρ­τη θε­ό­τη­τα τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ δι­καί­ου τὴν ἀν­τά­μει­ψε γιὰ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ποὺ πρό­σφε­ρε στὸν κό­σμο, κα­τα­χω­ρών­τας την στὴν ἀ­νε­ξί­τη­λη συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη. Πα­νύ­ψη­λη, κα­λο­στε­κού­με­νη ὀ­στε­ϊ­κή, μορ­φὴ Ὁ­σί­ας, μὲ κά­τι πα­πού­τσια πε­ρί­ερ­γα μὲ χον­τρὸ τε­τρά­γω­νο τα­κού­νι, ἀ­συ­νή­θι­στο στὴν ἐ­πο­χή της. Ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νη, εἶ­χε καὶ ἄν­τρα καὶ γιό. Μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ κό­σμου. Ἰ­δί­ως ἐ­κεῖ­να τὰ ὀρ­φα­νὰ καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­να τῶν πο­λέ­μων. Ἀ­νὰ λί­γες ὧ­ρες, μοῦ μο­λο­γοῦ­σαν, ἔ­βγαι­νε καὶ μοί­ρα­ζε συσ­σί­τιο στὰ ἀ­προ­στά­τευ­τα ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά της. Καὶ τὰ παι­διὰ τὴν ἔ­βα­ζαν στὴ μέ­ση μὲ τεν­τω­μέ­να χέ­ρια, στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο καὶ τὴν προ­σμο­νὴ στὰ μά­τια. Ἐ­μέ­να Μά­να, Μά­να. Ἐ­μέ­να. Καὶ κεί­νη ξε­χώ­ρι­ζε τὰ πο­νη­ρὰ χε­ρά­κια ποὺ ἁ­πλώ­νον­ταν γιὰ νὰ πά­ρουν καὶ δεύ­τε­ρη με­ρί­δα καὶ τὰ χτυ­ποῦ­σε μὲ ἕ­να μι­κρὸ ξυ­λά­κι, σὰ μπαγ­κέ­τα μα­έ­στρου. «Θὰ φᾶς πολ­λὲς ἂν ἐ­πι­μέ­νεις, ἐ­ξυ­πνά­κια», ἔ­λε­γε τά­χα­μου αὐ­στη­ρά. Ἔ­πρε­πε τὸ φαῒ νὰ φτά­σει γιὰ ὅ­λα. Μαν­τή­λα κα­φέ, μὲ κρόσ­σια, βαλ­κα­νι­κὴ ἀ­νά­μι­κτη φο­ρε­σιὰ στο­λὴ ὁ­λό­κλη­ρη πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο γι­λέ­κι, φό­ρε­μα κα­φὲ μὲ μπορ­ντοῦ­ρες κί­τρι­νες, κα­θα­ρὲς καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­νες, τὰ μαλ­λιὰ δυ­ὸ κο­τσί­δες κο­ρι­τσί­στι­κες στὸ στῆ­θος της, μέ­χρι τὴ μέ­ση σχε­δόν. Τὸ στό­μα της ὀ­πι­σθο­χω­ροῦ­σε σὲ κά­θε χα­μό­γε­λό της, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς κά­τι­σχνους, ἀ­φή­νον­τας μιὰ τρύ­πα μι­κρὴ στρόγ­γυ­λη, χω­ρὶς πολ­λὰ δόν­τια. Τὰ μά­τια της ἀ­νοι­χτο­γά­λα­ζα, λί­γο θο­λά, μὰ κα­λο­συ­νά­τα καὶ στὸ ἡ­φαι­στεια­κὸ βλέμ­μα της ὧ­ρες-ὧ­ρες μα­ζευ­ό­ταν ὅ­λη ἡ γλύ­κα της, ποὺ ἰ­σο­πέ­δω­νε κά­θε ἐμ­πό­διο. Τὸ κο­πά­δι τῶν ὀρ­φα­νῶν καὶ πει­να­σμέ­νων παι­δι­ῶν με­γά­λω­νε συ­νε­χῶς. Λί­γο οἱ θά­να­τοι γο­νι­ῶν ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στι­ες καὶ κα­κου­χί­ες, λί­γο ἡ ἀ­νέ­χεια ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ πλη­ρω­μέ­νες υἱ­ο­θε­σί­ες μὰ καὶ σὲ ἐγ­κα­τά­λει­ψη παι­δι­ῶν, τὰ ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­α καὶ τὰ οἰ­κο­τρο­φεῖ­α γέ­μι­ζαν καὶ πε­ρίσ­σευ­αν ὀρ­φα­νά, ἐ­νῶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χαν καὶ τὰ πα­ρα­πε­τα­μέ­να ἀ­π’ τὴ γέν­να τους παι­διὰ ποὺ ξέ­με­ναν στὸ δρό­μο. Ἀ­πὸ μέ­ρα σὲ μέ­ρα ἀρ­κε­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ κα­τέ­λη­γαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι της. Μά­να, Μά­να πει­νᾶ­με καὶ ἔ­κλαι­γαν νὰ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά. Καὶ ἡ για­γιὰ Ἀ­γλα­ΐ­α στὴν ἀρ­χὴ τὰ ἔ­παιρ­νε μὲ τὸ ἄ­γριο, γιὰ νὰ σκλη­ρύ­νουν καὶ νὰ μά­θουν νὰ μὴν κλαῖ­νε καὶ με­τὰ κλει­νό­ταν μέ­σα κά­νον­τας πυ­ρε­τω­δῶς ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἀ­πὸ ψω­μὶ μὲ ζά­χα­ρη καὶ λά­δι ἢ ζά­χα­ρη καὶ νε­ρό, μέ­χρι ψω­μὶ μὲ ἐ­λι­ὲς ἢ τυ­ρί, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν κί­τρι­να τυ­ριὰ ἀ­πὸ ξέ­νες βο­ή­θει­ες, ἀ­με­ρι­κά­νι­κες προ­παν­τός. Πάν­τα βά­στα­γε ἕ­να κι­ού­πι μὲ ἐ­λι­ές, πι­κρῆς ποι­κι­λί­ας ἐ­κεῖ στὰ ὀ­ρει­νά, μὰ ποι­ός νοι­α­ζό­ταν καὶ στὶς γι­ορ­τὲς κα­νό­νι­ζε καὶ γιὰ κα­μιὰ κον­σέρ­βα χοι­ρι­νό. Καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε γιὰ τὰ προ­γραμ­μα­τι­σμέ­να καὶ ἡ κα­τσα­ρό­λα, μὲ ὄ­σπρια ἢ δη­μη­τρια­κά. Τὸ ρύ­ζι καὶ τὰ κρι­θα­ρά­κια στὴ χού­φτα, τὰ ζου­με­ρὰ σὲ κε­σε­δά­κια. Ἡ γει­το­νιὰ ἐ­νο­χλού­νταν, ἰ­δί­ως ἀ­π’ τὴν ἰα­χὴ «Μά­να, Μά­να» καὶ τῆς ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση, ἰ­δί­ως γιὰ τὶς φω­νές τους. Τὴ θε­ω­ροῦ­σαν τρε­λὴ κι ἀλ­λό­κο­τη, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲν πλη­σί­α­ζε πο­τὲ στὶς πα­ρέ­ες τους. Εἶ­χε τὴ δι­κή της ἀ­πο­στο­λή. Κι ὅ­σο τὰ χρό­νια περ­νοῦ­σαν τό­σο καὶ ὅ­λοι ξέ­χνα­γαν τὸ ὄ­νο­μά της —Ἀ­γλα­ΐα— καὶ υἱ­ο­θε­τοῦ­σαν τὸ ὄ­νο­μα ποὺ τῆς ἔ­δω­σαν τὰ παι­διὰ «Μά­να, Μά­να». Κι αὐ­τὸ σι­γὰ σι­γὰ ἐ­ξε­λί­χτη­κε καὶ ἔ­μει­νε στὴν το­πι­κὴ μνή­μη μο­νο­λε­κτι­κό, «Μα­να­μά­να».

        Στὴν κη­δεί­α της οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες ἦ­ταν λί­γοι, τὸ ἴ­διο καὶ οἱ συγ­γε­νεῖς ποὺ τὴν ἀ­πο­μό­νω­σαν γιὰ τὶς ἰ­δι­ο­τρο­πί­ες της. Μὰ ὑ­πῆρ­χαν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ ἀ­γό­ρια καὶ κο­ρί­τσια, παι­διὰ τοῦ πο­λέ­μου, τῆς φτώ­χειας καὶ τῶν ἐμ­φυ­λί­ων, πά­νω κά­τω 30 χρο­νῶν, μὲ πρη­σμέ­να μά­τια ποὺ ἔ­κλαι­γαν βου­βὰ καὶ χώ­ρια, ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα. Αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἄ­ξι­ζε…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νί­κος Τα­κό­λας (Λά­ρι­σα) καὶ με­γά­λω­σε στὰ Γρε­βε­νά. Σπού­δα­σε Ἠ­λε­κτρο­λό­γος Μη­χα­νι­κός. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τὸ κρυμ­μέ­νο ἀ­ρι­στούρ­γη­μα τοῦ Ζο­ζὲφ Ἰ­νεμ­πρά­ο (δι­η­γή­μα­τα, Ἕ­νε­κεν, 2011), τε­λευ­ταῖ­ο του Τὸ κά­στρο τῆς νι­φά­δας (Νη­σί­δες, 2016) Ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ κρι­τι­κὴ καὶ τὸ πο­λι­τι­κὸ δο­κί­μιο.


Σάββας Παύλου: Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


paylousabbas-iektasitiskyprou-eikona-03


Σάββας Παύλου


Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


Χαι­ρε­τι­σμὸς στοὺς Μάν­τελ­προτ καὶ Στέρ­γιο

03-piΟΣΗ ΕΙΝΑΙ ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου; Εἶ­ναι ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα ἁ­πλὸ καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τὸ ἴ­διο ἁ­πλή. Καὶ ἂν δὲν τὴν ξέ­ρεις ἀ­νοί­γεις τὸ σχε­τι­κὸ ἐγ­χει­ρί­διο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου ἰ­σοῦ­ται μὲ 9267 τε­τρα­γω­νι­κὰ χι­λι­ό­με­τρα. Ὅ­μως αὐ­τὴ ὁ­ρί­ζε­ται ὡς τὸ ἐμ­βα­δὸν ἑ­νὸς χώ­ρου ἐ­πί­πε­δου ποὺ ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν οἱ ἀ­κτο­γραμ­μές του σὲ ὑ­ψό­με­τρο μη­δέν.

       Δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι ἡ Κύ­προς. Βου­νὰ καὶ κοι­λά­δες, ἀ­νυ­ψώ­σεις καὶ κοι­λώ­μα­τα, κοῖ­τες πο­τα­μῶν καὶ λό­φοι, φρέ­α­τα καὶ βρά­χοι δι­α­μορ­φώ­νουν τὸ χῶ­ρο της. Καὶ κά­θε ἀ­νύ­ψω­ση καὶ κοί­λω­μα ἐ­παυ­ξά­νει τὴν εὐ­ρυ­χω­ρί­α. Για­τὶ ἕ­νας λάκ­κος ποὺ σκά­ψα­με σὲ ἕ­να τε­τρα­γω­νι­κὸ μέ­τρο καὶ φτά­σα­με σὲ βά­θος πέν­τε μέ­τρων δί­νει μιὰ νέ­α ἔ­κτα­ση, για­τὶ πρέ­πει νὰ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με καὶ τὰ νέ­α τοι­χώ­μα­τα. Τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­νὸς μέ­τρου αὐ­ξή­θη­κε σὲ 21. Ἀ­κό­μη πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὴν αὔ­ξη­σή της ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ βου­να­λά­κι μὲ τὰ χώ­μα­τα τῆς ἐ­ξό­ρυ­ξης. Ἔ­τσι ἂν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τὰ βου­νά, τοὺς λό­φους, τὰ μι­κρὰ ὑ­ψώ­μα­τα, τὰ κοι­λώ­μα­τα, τὰ βα­θύ­πε­δα καὶ ὑ­ψί­πε­δα, τοὺς λάκ­κους καὶ τὶς σπη­λι­ές, ὁ χῶ­ρος με­γε­θύ­νε­ται συ­νε­χῶς.

       Κι ἂν με­τὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὶς πέ­τρες, τὶς μι­κρο­α­νυ­ψώ­σεις καὶ ρωγ­μὲς κι ὑ­στέ­ρα τὶς ἄλ­λες τὶς ἐ­λά­χι­στες, τὶς σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τες καὶ με­τὰ αὐ­τὲς ποὺ εἶ­ναι ὁ­ρα­τὲς μό­νο μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο, ἡ ἐ­πι­φά­νεια συ­νε­χῶς ἐ­παυ­ξά­νε­ται κι ὅ­ταν φτά­σεις στὴν κλί­μα­κα τοῦ μο­ρί­ου καὶ τοῦ ἀ­τό­μου συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου τεί­νει πρὸς τὸ ἄ­πει­ρο.

       Αὐ­τὸ τὸ ἄ­πει­ρο ποὺ κοί­τα­ζε ἡ μα­τιὰ τοῦ Σο­λω­μοῦ ἀ­νε­βαί­νον­τας γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πτώ­σης στὸν ἱ­στὸ μὲ τὴν κα­το­χι­κὴ ση­μαί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: περ. Τὰ Νεφούρια, ἀρ. 5, Πρωτοχρονιὰ 2001.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Ὁ πιὸ γρή­γο­ρος ἥ­ρω­ας τοῦ κό­σμου


espadamanuel-opiogrigorosiroastoukosmou-eikona-03


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


— Φυ­σι­κά!


Ὁ πιὸ γρή­γο­ρος ἥ­ρω­ας τοῦ κό­σμου


— Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖς πρὶν ἀπὸ τὸν τί­τλο;


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Διαγώνιος ὀρθοῦ χρόνου


Azelis,Agathoklis-DiagoniosOrthouChronou-Eikona-03


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Δι­α­γώ­νιος ὀρ­θοῦ χρό­νου


02-OmikronΙ ΛΗΣΤΕΣ δι­έ­θε­ταν ἀ­κό­μη ἕ­ναν μο­νο­με­ρῆ κώ­δι­κα ἀρ­χῶν. Ὅ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας πα­ρα­βί­α­σε τοὺς ὅ­ρους τῆς συμ­φω­νί­ας πλη­ρω­μῆς δο­σί­μα­τος καὶ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας πέ­σα­νε στὰ χέ­ρια τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ὁ λή­σταρ­χος πῆ­ρε ὅ­μη­ρους τρί­α πα­λι­κά­ρια, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων ἕ­ναν γιὸ τοῦ πα­ρα­βά­τη, μὲ τὴν ἀ­παί­τη­ση νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μπρο­στά του. Ὁ Κό­λας πῆ­ρε τὴν πρω­το­βου­λί­α νὰ μι­λή­σει στοὺς λη­στὲς ζη­τών­τας τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Βρέ­θη­κε κι ἐ­κεῖ­νος αἰχ­μά­λω­τος. Ὁ τσέ­λιγ­κας δὲν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ὁ λή­σταρ­χος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σκο­τώ­σουν τοὺς ὁ­μή­ρους, ρί­χνον­τας στὸν κλῆ­ρο ποι­ὸς θὰ ξε­κά­νει ποι­όν. Ὁ ἕ­νας λη­στής, γνω­στός τοῦ Κό­λα, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὰ κα­θέ­κα­στα. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ τὸν χτυ­ποῦ­σε ξώ­φαλ­τσα κι ἐ­κεῖ­νος ἂς ἔ­κα­νε τὸν πε­θα­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­νε ὅ­λοι. Σ’ αὐ­τὸν τόλ­μη­σε νὰ προ­τεί­νει τέ­τοι­ο πράγ­μα, ποὺ δὲν φο­βή­θη­κε τὸν Κε­μάλ; φώ­να­ξε ὁ Κό­λας ἀρ­πά­ζον­τας τὸ ὁ­πλι­σμέ­νο χέ­ρι. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὰ κορ­μιά τους, ὁ Κό­λας ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μη τὴν ἀ­πό­κο­τη ψυ­χή. Τοὺς ἔ­θα­ψαν ἐ­πι­τό­που στὸ Ἰ­ά­κω­βο Τρι­κά­λων, στὸ μέ­ρος ποὺ ἔ­μει­νε τὸ ὄ­νο­μα «μνῆ­μα τῶν πα­λι­κα­ρι­ῶν». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­κτε­λέ­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ τσέ­λιγ­κας κλη­ρο­νό­μη­σε τὴ μνή­μη τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ του κι ἔ­χα­σε τὸ με­γά­λο βιός του στὴν Κα­το­χή. Ὁ Κό­λας ἄ­φη­σε πί­σω ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὴν καλ­μα­λί­νη, κα­τά­φερ­νε κά­πως νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ νευ­ρι­κοῦ κλο­νι­σμοῦ της ποὺ πα­λιν­δρο­μοῦ­σε. Τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἀ­πὸ κα­θῆ­κον ὁ κου­νιά­δος της ὁ Ντά­σιος. Ἔ­κα­ναν τρί­α παι­διά. Τὸν μι­κρό­τε­ρο γιὸ τὸν ὀ­νό­μα­σαν Κό­λα. Με­τεμ­ψύ­χω­ση τοῦ θεί­ου, χά­θη­κε ἀ­πὸ βό­λι στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε του. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς του, τε­λευ­ταῖ­ος ἀρ­σε­νι­κὸς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­μει­νε ν’ ἀ­φη­γεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλής Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἄννα Γρίβα: Μιὰ εὐτυχία ἁπλῆ


03-Griba,Anna-MiaEytychiaApli-Eikona-01


Ἄν­να Γρί­βα


Μιὰ εὐ­τυ­χί­α ἁ­πλῆ


«Ο ΚΟΣΜΟΣ γέ­μι­σε τρε­λούς. Ἄλ­λοι νο­μί­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους θε­ό­σταλ­τους, ἄλ­λοι τρα­βοῦν πρὸς νό­το νὰ κουρ­σέ­ψουν τὸν κό­σμο καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­ναγ­γέλ­λουν τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α. Μιὰ φο­ρά, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­ο­πά­λα­βους ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦν στὴν ὕ­παι­θρο ἦρ­θε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μύ­λο μου καὶ χτυ­ποῦ­σε τὰ φτε­ρά του, φω­νά­ζον­τας ὅ­τι σκο­τώ­νει γί­γαν­τες. Ἐ­γὼ ἔ­μει­να μέ­σα, εἶ­χα σι­τά­ρι νὰ ἀ­λέ­σω. Ἂν ὅ­μως μοῦ ἔ­κα­νε ζη­μιά, θὰ τὸν κυ­νη­γοῦ­σα μὲ τὸ φτυά­ρι. Τὸ σκε­φτό­μουν καὶ γέ­λα­γα.

       »Μὰ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ πιὰ νὰ γε­λά­σω. Τὸ κα­κό της τρέ­λας χτύ­πη­σε καὶ τὸ σπι­τι­κό μου. Ἡ μο­νά­κρι­βη κό­ρη μου, ἡ Χουά­να, ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει πνεύ­μα­τα καὶ νε­κροὺς ποὺ τῆς λέ­νε νὰ κα­τέ­βει στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ νὰ ζή­σει σὰν τὸν Ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο, μέ­σα σὲ τά­φους καὶ πη­γά­δια, πα­λεύ­ον­τας τοὺς πει­ρα­σμούς. Δὲν ξέ­ρω πιὰ τί νὰ σκε­φτῶ. Στὶς μέ­ρες μας, κα­νέ­νας πλέ­ον δὲν ὀ­ρέ­γε­ται μιὰ εὐ­τυ­χί­α ἁ­πλῆ, ὅ­λοι θέ­λουν νὰ γί­νουν ἅ­γιοι, ἥ­ρω­ες καὶ βα­σι­λιά­δες.»


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Ἄν­να Γρί­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὴ Ρώ­μη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἡ τε­λευ­ταί­α μὲ τί­τλο Ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ που­λιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Ποι­ή­μα­τα, με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μια δη­μο­σι­εύ­ει σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Σοῦ στέλνω γράμμα νὰ ξέρεις τὴν τύχη μου

Magriplis,Dimitris-SouStelnoGrammaNaKsereisTinTychiMou-Eikona-03

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς


 

Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου

 


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΔΙΠΛΑ στὴν τρύ­πα στὸν τοῖ­χο καὶ κοι­τά­ζω τὸ δρό­μο. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς. Ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι. Ἄλ­λος γιὰ τὰ ξέ­να, ἄλ­λος γιὰ πάν­τα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἁ­πλὰ μέ­χρι νὰ ἡ­συ­χά­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Ἐ­γὼ τὸ ἀρ­νή­θη­κα. Ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θαν νὰ μοῦ ποῦν γιὰ­ ἐκ­κέ­νω­ση.

Ἐ­δῶ θὰ μεί­νω, ἀ­πάν­τη­σα καὶ ζή­τη­σα σφαῖ­ρες. Ἄ­φη­σαν μπό­λι­κες.

       Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, εἶ­παν καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ.

       Τοὺς εἶ­δα ποὺ ἔ­στρι­βαν τὴν γω­νί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ μι­λή­σω σὲ φί­λο. Ἀ­κού­ω φω­νὲς μὰ δὲν ξε­χω­ρί­ζω τί λέ­νε. Νο­μί­ζω μὲ ἀ­πο­κα­λοῦν τρο­μο­κρά­τη. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, μὰ τὸ ὕ­φος τοῦ λό­γου τους δεί­χνει πὼς στὰ χέ­ρια τους θὰ κα­τα­λή­ξω ἀ­κέ­φα­λο σῶ­μα. Δὲν τὸ ρι­σκά­ρω νὰ ἀ­πο­κρι­θῶ. Τοὺς στέλ­νω κά­πο­τε κα­νέ­να βό­λι. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω τὴν θέ­ση τους. Εἶ­ναι παν­τοῦ. Τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μαῦ­ρο ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὅ­πλι­σα μὰ δὲν πρό­λα­βα νὰ ρί­ξω. Εἶ­δα μό­νο σκό­νη καὶ ρι­πὲς στὸν ἀ­έ­ρα. Με­τὰ τὴν γω­νί­α κά­ποι­οι ἀ­λά­λα­ζαν στὸ ρυθ­μὸ τοῦ θα­νά­του. Πά­γω­σα. Λὲς νὰ ἔ­μει­να μό­νος στὴν κό­λα­ση;

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ σὲ σκέ­φτη­κα. Νὰ εἶ­σαι κα­λά; Σᾶς δῶ­σαν τρο­φὴ καὶ νε­ρό; Πῶς σᾶς φέρ­θη­καν; Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, φύ­γα­τε. Ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει νὰ βγαί­νει μὲ δύ­να­μη καὶ τὸ φεγ­γά­ρι στρώ­νει στὴν θά­λασ­σα δρό­μους. Κα­ΐ­κια μὲ ἀ­νοιγ­μέ­να πα­νιὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ πέ­λα­γο. Παι­διὰ χτί­ζου­νε κά­στρα στὴν ἄμ­μο. Ἐ­σὺ μὲ τὸ γα­λά­ζιο σου φό­ρε­μα νὰ περ­πα­τᾶς σὰν δορ­κά­δα καὶ πί­σω σου τρί­α κου­τσού­βε­λα νὰ φω­νά­ζουν: «μα­μά».

       Πά­λι ἄ­να­ψαν φω­τι­ὲς στὸν λό­φο. Καῖ­νε τὰ πάν­τα. Στά­χτες καὶ ἐ­κεί­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­μέ­νου κρέ­α­τος. Δὲν ἔ­χου­νε ἔ­λε­ος. Φο­βᾶ­μαι νὰ δῶ. Ὁ τοῖ­χος ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι γε­μά­τος εἰ­κό­νες. Τὶς ἔ­χω καρ­φώ­σει στὰ πρό­χει­ρα μὰ στέ­κον­ται ὄρ­θι­ες πα­ρὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κά­νουν τὸν νοῦ μου νὰ φεύ­γει…

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι κραυ­γές. Σκυ­λιὰ τοῦ πο­λέ­μου. Κά­ποι­ον θὰ βρή­κα­νε πά­λι. Καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς ἦρ­θαν σὰν ἄγ­γε­λοι. Εἴ­χα­νε λύ­σεις γιὰ ὅ­λα. Στὴν ἀρ­χὴ τοὺς πι­στέ­ψα­με. Δί­ναν πρά­μα­τα καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις. Ποι­ός δὲν τὰ θέ­λει; Τὰ πή­ρα­με. Τὸ σπί­τι ἄλ­λα­ξε, ἡ γει­το­νιά, ἀ­κό­μη καὶ ὁ τρε­λὸς στὴν γω­νί­α ἐν­τύ­θη­κε. Με­τά…

       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­λε­μος. Ὁ ἕ­νας ἐ­ναν­τί­oν τοῦ ἄλ­λου. Πό­νος ἀ­φό­ρη­τος καὶ ὁ κό­σμος συν­νέ­φια­σε. Οἱ γρι­ὲς βά­λα­νε μαῦ­ρα μαν­τή­λια καὶ κου­ρέ­ψα­νε σύν­τρι­χα τὰ παι­διά. Τὰ πρά­μα­τα γί­ναν δε­σμὰ καὶ οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις δα­νει­κά. Τὰ ἤ­θε­λαν πί­σω. Μᾶς κλέ­ψαν τὰ πάν­τα. Δη­μεύ­σα­νε σπί­τια καὶ ὀρ­γώ­σα­νε ξέ­να χω­ρά­φια. Σφά­ξαν τὰ ζῶ­α μας καὶ πῆ­ραν μα­κριὰ τὴν σο­δειά μας. Κλεῖ­σαν σχο­λειὰ καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Πῆ­ραν ἀ­κό­μη καὶ τὰ παι­χνί­δια τῶν παι­δι­ῶν. Μᾶς ἄ­φη­σαν μό­νο, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν, ἐλ­πί­δα. «Ἔ­τσι­ ὅ­πως ἦρ­θαν θὰ φύ­γουν», μο­νο­λο­γού­σα­με. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε αἰ­ώ­νιο. Μό­νο τὸ χα­μό­γε­λό σου. Ἀ­πο­τύ­πω­μα πά­νω στὰ ἀ­στέ­ρια. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Ἦρ­θαν γιὰ μέ­να. Ἀ­κού­ω τὶς μη­χα­νές τους νὰ μουγ­κρί­ζουν καὶ βλέ­πω φι­γοῦ­ρες νὰ κά­νουν πα­ρέ­λα­ση. Με­τρά­ω τὸ χρό­νο, σφίγ­γω τὰ δόν­τια, σέρ­νο­μαι δί­πλα στὴν τρύ­πα. Ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι ὁ δρά­κος. Μὲ κοι­τᾶ καὶ οὐρ­λιά­ζει: «ἐ­κεῖ – ἐ­κεῖ».

       Ἀ­κού­ω το μπὰ­μ καὶ τρα­βι­έ­μαι. Νοι­ώ­θω τὸ κά­ψι­μο πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το. Ξυ­στὰ εὐ­τυ­χῶς. Πιά­νω τὸ αἷ­μα. Ζε­στό. Μὲ τὸ δά­χτυ­λο παίρ­νω τὸ κόκ­κι­νο καὶ τὸ ἀ­φή­νω­ πά­νω στὸ κά­τα­σπρο πά­τω­μα: «θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ μεί­νω ἐ­δῶ».

       Ὁ­μο­βρον­τί­ες. Βάλ­θη­καν νὰ μὲ ξε­κά­νουν. Κα­θάρ­μα­τα λέ­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ρί­χνω. Μὲ ἀ­κοῦς;

       Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ζων­τα­νός. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ ἀ­παν­τά­ω στὶς φλό­γες τους. Τὸ ξέ­ρω πὼς σὲ ἔ­χω πάν­τα κον­τά μου. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μάν­να, τὰ ἀ­δέλ­φια μου, οἱ μνῆ­μες ποὺ ἔ­χου­νε κά­νει γι­ορ­τές, πα­νη­γύ­ρια καὶ λύ­πες. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λε­μά­ω τὸ ἔ­ρε­βος. Πό­σο λί­γοι μοῦ φαί­νον­ται πιά. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος καὶ­ περ­πα­τά­ω στὸ δω­μά­τιο ποὺ χτί­σα­με μὲ ἀ­γά­πη. Εἶ­μαι ἀ­η­τὸς καὶ μπο­ρῶ νὰ πε­τά­ξω. Ἀ­φή­νω τὰ μαλ­λιά μου στὸ κύ­μα ποὺ ἔρ­χε­ται. Κοι­τά­ω τὴν πόρ­τα. Ἀ­κού­ω τὸν θό­ρυ­βο. Σπά­ει καὶ χύ­νον­ται. Τὸ δά­χτυ­λο γί­νε­ται σκαν­δά­λη ποὺ ρί­χνει. Νοι­ώ­θω παν­τοῦ ἕ­να τσού­ξι­μο.

       Μεῖ­ναν ἐ­κεῖ. Νὰ ξέ­ρεις πὼς μέ­σα δὲν μπή­κα­νε. Στὸ λέ­ω για­τί προ­τοῦ ἀρ­χί­σω νὰ πε­τῶ ἀ­πὸ πά­νω τους, εἶ­δα. Δὲν τόλ­μη­σαν. Τὰ μά­ται­α κτή­νη. Κά­ναν στρο­φὴ καὶ χα­θῆ­καν, σκι­ὲς στὸ βά­θος τοῦ δρό­μου. Τώ­ρα πε­τῶ νὰ σᾶς βρῶ. Μὲ λο­γι­σμὸ καὶ ὕ­παρ­ξη ἐ­λεύ­θε­ρη. Πά­νω ἀ­πὸ κάμ­πους καὶ κά­τω ἀ­πὸ ἀ­στέ­ρια. Κρυμ­μέ­νος στὰ πιὸ γλυ­κὰ ὄ­νει­ρά σας. Σὲ βε­βαι­ῶ κα­νεὶ­ς δὲν μᾶς νί­κη­σε που­θε­νά. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μα: «Κομ­πά­νι – Ἀ­θή­να – Βαρ­κε­λώ­νη», ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς. Ὁ φα­σι­σμὸς δὲν ἔ­χει φτε­ρὰ νὰ πε­τά­ξει.

       Στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς σκαρ­φα­λώ­νω στὸ σύν­νε­φο. Γί­νο­μαι ἕ­να μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες. Χέ­ρι μὲ χέ­ρι βου­τᾶ­με καὶ ρέ­ου­με. Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου. Δι­α­λέ­γω τὸ ρό­δο στὴν πόρ­τα σου. Ἐ­κεῖ θὰ εἶ­μαι ὅ­ταν ἀ­νοί­ξει­ καὶ βγοῦν τὰ παι­διά. Ἐ­κεῖ, στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς (Ἀθήνα). Διήγημα. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πά­ντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθή­ματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).