Σάββας Παύλου: Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


paylousabbas-iektasitiskyprou-eikona-03


Σάββας Παύλου


Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


Χαι­ρε­τι­σμὸς στοὺς Μάν­τελ­προτ καὶ Στέρ­γιο

03-piΟΣΗ ΕΙΝΑΙ ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου; Εἶ­ναι ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα ἁ­πλὸ καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τὸ ἴ­διο ἁ­πλή. Καὶ ἂν δὲν τὴν ξέ­ρεις ἀ­νοί­γεις τὸ σχε­τι­κὸ ἐγ­χει­ρί­διο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου ἰ­σοῦ­ται μὲ 9267 τε­τρα­γω­νι­κὰ χι­λι­ό­με­τρα. Ὅ­μως αὐ­τὴ ὁ­ρί­ζε­ται ὡς τὸ ἐμ­βα­δὸν ἑ­νὸς χώ­ρου ἐ­πί­πε­δου ποὺ ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν οἱ ἀ­κτο­γραμ­μές του σὲ ὑ­ψό­με­τρο μη­δέν.

       Δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι ἡ Κύ­προς. Βου­νὰ καὶ κοι­λά­δες, ἀ­νυ­ψώ­σεις καὶ κοι­λώ­μα­τα, κοῖ­τες πο­τα­μῶν καὶ λό­φοι, φρέ­α­τα καὶ βρά­χοι δι­α­μορ­φώ­νουν τὸ χῶ­ρο της. Καὶ κά­θε ἀ­νύ­ψω­ση καὶ κοί­λω­μα ἐ­παυ­ξά­νει τὴν εὐ­ρυ­χω­ρί­α. Για­τὶ ἕ­νας λάκ­κος ποὺ σκά­ψα­με σὲ ἕ­να τε­τρα­γω­νι­κὸ μέ­τρο καὶ φτά­σα­με σὲ βά­θος πέν­τε μέ­τρων δί­νει μιὰ νέ­α ἔ­κτα­ση, για­τὶ πρέ­πει νὰ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με καὶ τὰ νέ­α τοι­χώ­μα­τα. Τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­νὸς μέ­τρου αὐ­ξή­θη­κε σὲ 21. Ἀ­κό­μη πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὴν αὔ­ξη­σή της ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ βου­να­λά­κι μὲ τὰ χώ­μα­τα τῆς ἐ­ξό­ρυ­ξης. Ἔ­τσι ἂν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τὰ βου­νά, τοὺς λό­φους, τὰ μι­κρὰ ὑ­ψώ­μα­τα, τὰ κοι­λώ­μα­τα, τὰ βα­θύ­πε­δα καὶ ὑ­ψί­πε­δα, τοὺς λάκ­κους καὶ τὶς σπη­λι­ές, ὁ χῶ­ρος με­γε­θύ­νε­ται συ­νε­χῶς.

       Κι ἂν με­τὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὶς πέ­τρες, τὶς μι­κρο­α­νυ­ψώ­σεις καὶ ρωγ­μὲς κι ὑ­στέ­ρα τὶς ἄλ­λες τὶς ἐ­λά­χι­στες, τὶς σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τες καὶ με­τὰ αὐ­τὲς ποὺ εἶ­ναι ὁ­ρα­τὲς μό­νο μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο, ἡ ἐ­πι­φά­νεια συ­νε­χῶς ἐ­παυ­ξά­νε­ται κι ὅ­ταν φτά­σεις στὴν κλί­μα­κα τοῦ μο­ρί­ου καὶ τοῦ ἀ­τό­μου συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου τεί­νει πρὸς τὸ ἄ­πει­ρο.

       Αὐ­τὸ τὸ ἄ­πει­ρο ποὺ κοί­τα­ζε ἡ μα­τιὰ τοῦ Σο­λω­μοῦ ἀ­νε­βαί­νον­τας γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πτώ­σης στὸν ἱ­στὸ μὲ τὴν κα­το­χι­κὴ ση­μαί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: περ. Τὰ Νεφούρια, ἀρ. 5, Πρωτοχρονιὰ 2001.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Ὁ πιὸ γρή­γο­ρος ἥ­ρω­ας τοῦ κό­σμου


espadamanuel-opiogrigorosiroastoukosmou-eikona-03


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


— Φυ­σι­κά!


Ὁ πιὸ γρή­γο­ρος ἥ­ρω­ας τοῦ κό­σμου


— Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖς πρὶν ἀπὸ τὸν τί­τλο;


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Διαγώνιος ὀρθοῦ χρόνου


Azelis,Agathoklis-DiagoniosOrthouChronou-Eikona-03


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Δι­α­γώ­νιος ὀρ­θοῦ χρό­νου


02-OmikronΙ ΛΗΣΤΕΣ δι­έ­θε­ταν ἀ­κό­μη ἕ­ναν μο­νο­με­ρῆ κώ­δι­κα ἀρ­χῶν. Ὅ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας πα­ρα­βί­α­σε τοὺς ὅ­ρους τῆς συμ­φω­νί­ας πλη­ρω­μῆς δο­σί­μα­τος καὶ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας πέ­σα­νε στὰ χέ­ρια τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ὁ λή­σταρ­χος πῆ­ρε ὅ­μη­ρους τρί­α πα­λι­κά­ρια, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων ἕ­ναν γιὸ τοῦ πα­ρα­βά­τη, μὲ τὴν ἀ­παί­τη­ση νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μπρο­στά του. Ὁ Κό­λας πῆ­ρε τὴν πρω­το­βου­λί­α νὰ μι­λή­σει στοὺς λη­στὲς ζη­τών­τας τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Βρέ­θη­κε κι ἐ­κεῖ­νος αἰχ­μά­λω­τος. Ὁ τσέ­λιγ­κας δὲν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ὁ λή­σταρ­χος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σκο­τώ­σουν τοὺς ὁ­μή­ρους, ρί­χνον­τας στὸν κλῆ­ρο ποι­ὸς θὰ ξε­κά­νει ποι­όν. Ὁ ἕ­νας λη­στής, γνω­στός τοῦ Κό­λα, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὰ κα­θέ­κα­στα. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ τὸν χτυ­ποῦ­σε ξώ­φαλ­τσα κι ἐ­κεῖ­νος ἂς ἔ­κα­νε τὸν πε­θα­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­νε ὅ­λοι. Σ’ αὐ­τὸν τόλ­μη­σε νὰ προ­τεί­νει τέ­τοι­ο πράγ­μα, ποὺ δὲν φο­βή­θη­κε τὸν Κε­μάλ; φώ­να­ξε ὁ Κό­λας ἀρ­πά­ζον­τας τὸ ὁ­πλι­σμέ­νο χέ­ρι. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὰ κορ­μιά τους, ὁ Κό­λας ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μη τὴν ἀ­πό­κο­τη ψυ­χή. Τοὺς ἔ­θα­ψαν ἐ­πι­τό­που στὸ Ἰ­ά­κω­βο Τρι­κά­λων, στὸ μέ­ρος ποὺ ἔ­μει­νε τὸ ὄ­νο­μα «μνῆ­μα τῶν πα­λι­κα­ρι­ῶν». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­κτε­λέ­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ τσέ­λιγ­κας κλη­ρο­νό­μη­σε τὴ μνή­μη τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ του κι ἔ­χα­σε τὸ με­γά­λο βιός του στὴν Κα­το­χή. Ὁ Κό­λας ἄ­φη­σε πί­σω ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὴν καλ­μα­λί­νη, κα­τά­φερ­νε κά­πως νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ νευ­ρι­κοῦ κλο­νι­σμοῦ της ποὺ πα­λιν­δρο­μοῦ­σε. Τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἀ­πὸ κα­θῆ­κον ὁ κου­νιά­δος της ὁ Ντά­σιος. Ἔ­κα­ναν τρί­α παι­διά. Τὸν μι­κρό­τε­ρο γιὸ τὸν ὀ­νό­μα­σαν Κό­λα. Με­τεμ­ψύ­χω­ση τοῦ θεί­ου, χά­θη­κε ἀ­πὸ βό­λι στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε του. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς του, τε­λευ­ταῖ­ος ἀρ­σε­νι­κὸς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­μει­νε ν’ ἀ­φη­γεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλής Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἄννα Γρίβα: Μιὰ εὐτυχία ἁπλῆ


03-Griba,Anna-MiaEytychiaApli-Eikona-01


Ἄν­να Γρί­βα


Μιὰ εὐ­τυ­χί­α ἁ­πλῆ


«Ο ΚΟΣΜΟΣ γέ­μι­σε τρε­λούς. Ἄλ­λοι νο­μί­ζουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους θε­ό­σταλ­τους, ἄλ­λοι τρα­βοῦν πρὸς νό­το νὰ κουρ­σέ­ψουν τὸν κό­σμο καὶ με­ρι­κοὶ ἀ­ναγ­γέλ­λουν τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α. Μιὰ φο­ρά, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­ο­πά­λα­βους ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦν στὴν ὕ­παι­θρο ἦρ­θε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μύ­λο μου καὶ χτυ­ποῦ­σε τὰ φτε­ρά του, φω­νά­ζον­τας ὅ­τι σκο­τώ­νει γί­γαν­τες. Ἐ­γὼ ἔ­μει­να μέ­σα, εἶ­χα σι­τά­ρι νὰ ἀ­λέ­σω. Ἂν ὅ­μως μοῦ ἔ­κα­νε ζη­μιά, θὰ τὸν κυ­νη­γοῦ­σα μὲ τὸ φτυά­ρι. Τὸ σκε­φτό­μουν καὶ γέ­λα­γα.

       »Μὰ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ πιὰ νὰ γε­λά­σω. Τὸ κα­κό της τρέ­λας χτύ­πη­σε καὶ τὸ σπι­τι­κό μου. Ἡ μο­νά­κρι­βη κό­ρη μου, ἡ Χουά­να, ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει πνεύ­μα­τα καὶ νε­κροὺς ποὺ τῆς λέ­νε νὰ κα­τέ­βει στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ νὰ ζή­σει σὰν τὸν Ἅ­γιο Ἀν­τώ­νιο, μέ­σα σὲ τά­φους καὶ πη­γά­δια, πα­λεύ­ον­τας τοὺς πει­ρα­σμούς. Δὲν ξέ­ρω πιὰ τί νὰ σκε­φτῶ. Στὶς μέ­ρες μας, κα­νέ­νας πλέ­ον δὲν ὀ­ρέ­γε­ται μιὰ εὐ­τυ­χί­α ἁ­πλῆ, ὅ­λοι θέ­λουν νὰ γί­νουν ἅ­γιοι, ἥ­ρω­ες καὶ βα­σι­λιά­δες.»


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Ἄν­να Γρί­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὴ Ρώ­μη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἡ τε­λευ­ταί­α μὲ τί­τλο Ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ που­λιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Ποι­ή­μα­τα, με­τα­φρά­σεις καὶ δο­κί­μια δη­μο­σι­εύ­ει σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Σοῦ στέλνω γράμμα νὰ ξέρεις τὴν τύχη μου

Magriplis,Dimitris-SouStelnoGrammaNaKsereisTinTychiMou-Eikona-03

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς


 

Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου

 


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΔΙΠΛΑ στὴν τρύ­πα στὸν τοῖ­χο καὶ κοι­τά­ζω τὸ δρό­μο. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς. Ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι. Ἄλ­λος γιὰ τὰ ξέ­να, ἄλ­λος γιὰ πάν­τα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἁ­πλὰ μέ­χρι νὰ ἡ­συ­χά­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Ἐ­γὼ τὸ ἀρ­νή­θη­κα. Ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θαν νὰ μοῦ ποῦν γιὰ­ ἐκ­κέ­νω­ση.

Ἐ­δῶ θὰ μεί­νω, ἀ­πάν­τη­σα καὶ ζή­τη­σα σφαῖ­ρες. Ἄ­φη­σαν μπό­λι­κες.

       Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, εἶ­παν καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ.

       Τοὺς εἶ­δα ποὺ ἔ­στρι­βαν τὴν γω­νί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ μι­λή­σω σὲ φί­λο. Ἀ­κού­ω φω­νὲς μὰ δὲν ξε­χω­ρί­ζω τί λέ­νε. Νο­μί­ζω μὲ ἀ­πο­κα­λοῦν τρο­μο­κρά­τη. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, μὰ τὸ ὕ­φος τοῦ λό­γου τους δεί­χνει πὼς στὰ χέ­ρια τους θὰ κα­τα­λή­ξω ἀ­κέ­φα­λο σῶ­μα. Δὲν τὸ ρι­σκά­ρω νὰ ἀ­πο­κρι­θῶ. Τοὺς στέλ­νω κά­πο­τε κα­νέ­να βό­λι. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω τὴν θέ­ση τους. Εἶ­ναι παν­τοῦ. Τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μαῦ­ρο ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὅ­πλι­σα μὰ δὲν πρό­λα­βα νὰ ρί­ξω. Εἶ­δα μό­νο σκό­νη καὶ ρι­πὲς στὸν ἀ­έ­ρα. Με­τὰ τὴν γω­νί­α κά­ποι­οι ἀ­λά­λα­ζαν στὸ ρυθ­μὸ τοῦ θα­νά­του. Πά­γω­σα. Λὲς νὰ ἔ­μει­να μό­νος στὴν κό­λα­ση;

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ σὲ σκέ­φτη­κα. Νὰ εἶ­σαι κα­λά; Σᾶς δῶ­σαν τρο­φὴ καὶ νε­ρό; Πῶς σᾶς φέρ­θη­καν; Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, φύ­γα­τε. Ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει νὰ βγαί­νει μὲ δύ­να­μη καὶ τὸ φεγ­γά­ρι στρώ­νει στὴν θά­λασ­σα δρό­μους. Κα­ΐ­κια μὲ ἀ­νοιγ­μέ­να πα­νιὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ πέ­λα­γο. Παι­διὰ χτί­ζου­νε κά­στρα στὴν ἄμ­μο. Ἐ­σὺ μὲ τὸ γα­λά­ζιο σου φό­ρε­μα νὰ περ­πα­τᾶς σὰν δορ­κά­δα καὶ πί­σω σου τρί­α κου­τσού­βε­λα νὰ φω­νά­ζουν: «μα­μά».

       Πά­λι ἄ­να­ψαν φω­τι­ὲς στὸν λό­φο. Καῖ­νε τὰ πάν­τα. Στά­χτες καὶ ἐ­κεί­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­μέ­νου κρέ­α­τος. Δὲν ἔ­χου­νε ἔ­λε­ος. Φο­βᾶ­μαι νὰ δῶ. Ὁ τοῖ­χος ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι γε­μά­τος εἰ­κό­νες. Τὶς ἔ­χω καρ­φώ­σει στὰ πρό­χει­ρα μὰ στέ­κον­ται ὄρ­θι­ες πα­ρὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κά­νουν τὸν νοῦ μου νὰ φεύ­γει…

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι κραυ­γές. Σκυ­λιὰ τοῦ πο­λέ­μου. Κά­ποι­ον θὰ βρή­κα­νε πά­λι. Καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς ἦρ­θαν σὰν ἄγ­γε­λοι. Εἴ­χα­νε λύ­σεις γιὰ ὅ­λα. Στὴν ἀρ­χὴ τοὺς πι­στέ­ψα­με. Δί­ναν πρά­μα­τα καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις. Ποι­ός δὲν τὰ θέ­λει; Τὰ πή­ρα­με. Τὸ σπί­τι ἄλ­λα­ξε, ἡ γει­το­νιά, ἀ­κό­μη καὶ ὁ τρε­λὸς στὴν γω­νί­α ἐν­τύ­θη­κε. Με­τά…

       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­λε­μος. Ὁ ἕ­νας ἐ­ναν­τί­oν τοῦ ἄλ­λου. Πό­νος ἀ­φό­ρη­τος καὶ ὁ κό­σμος συν­νέ­φια­σε. Οἱ γρι­ὲς βά­λα­νε μαῦ­ρα μαν­τή­λια καὶ κου­ρέ­ψα­νε σύν­τρι­χα τὰ παι­διά. Τὰ πρά­μα­τα γί­ναν δε­σμὰ καὶ οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις δα­νει­κά. Τὰ ἤ­θε­λαν πί­σω. Μᾶς κλέ­ψαν τὰ πάν­τα. Δη­μεύ­σα­νε σπί­τια καὶ ὀρ­γώ­σα­νε ξέ­να χω­ρά­φια. Σφά­ξαν τὰ ζῶ­α μας καὶ πῆ­ραν μα­κριὰ τὴν σο­δειά μας. Κλεῖ­σαν σχο­λειὰ καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Πῆ­ραν ἀ­κό­μη καὶ τὰ παι­χνί­δια τῶν παι­δι­ῶν. Μᾶς ἄ­φη­σαν μό­νο, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν, ἐλ­πί­δα. «Ἔ­τσι­ ὅ­πως ἦρ­θαν θὰ φύ­γουν», μο­νο­λο­γού­σα­με. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε αἰ­ώ­νιο. Μό­νο τὸ χα­μό­γε­λό σου. Ἀ­πο­τύ­πω­μα πά­νω στὰ ἀ­στέ­ρια. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Ἦρ­θαν γιὰ μέ­να. Ἀ­κού­ω τὶς μη­χα­νές τους νὰ μουγ­κρί­ζουν καὶ βλέ­πω φι­γοῦ­ρες νὰ κά­νουν πα­ρέ­λα­ση. Με­τρά­ω τὸ χρό­νο, σφίγ­γω τὰ δόν­τια, σέρ­νο­μαι δί­πλα στὴν τρύ­πα. Ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι ὁ δρά­κος. Μὲ κοι­τᾶ καὶ οὐρ­λιά­ζει: «ἐ­κεῖ – ἐ­κεῖ».

       Ἀ­κού­ω το μπὰ­μ καὶ τρα­βι­έ­μαι. Νοι­ώ­θω τὸ κά­ψι­μο πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το. Ξυ­στὰ εὐ­τυ­χῶς. Πιά­νω τὸ αἷ­μα. Ζε­στό. Μὲ τὸ δά­χτυ­λο παίρ­νω τὸ κόκ­κι­νο καὶ τὸ ἀ­φή­νω­ πά­νω στὸ κά­τα­σπρο πά­τω­μα: «θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ μεί­νω ἐ­δῶ».

       Ὁ­μο­βρον­τί­ες. Βάλ­θη­καν νὰ μὲ ξε­κά­νουν. Κα­θάρ­μα­τα λέ­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ρί­χνω. Μὲ ἀ­κοῦς;

       Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ζων­τα­νός. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ ἀ­παν­τά­ω στὶς φλό­γες τους. Τὸ ξέ­ρω πὼς σὲ ἔ­χω πάν­τα κον­τά μου. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μάν­να, τὰ ἀ­δέλ­φια μου, οἱ μνῆ­μες ποὺ ἔ­χου­νε κά­νει γι­ορ­τές, πα­νη­γύ­ρια καὶ λύ­πες. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λε­μά­ω τὸ ἔ­ρε­βος. Πό­σο λί­γοι μοῦ φαί­νον­ται πιά. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος καὶ­ περ­πα­τά­ω στὸ δω­μά­τιο ποὺ χτί­σα­με μὲ ἀ­γά­πη. Εἶ­μαι ἀ­η­τὸς καὶ μπο­ρῶ νὰ πε­τά­ξω. Ἀ­φή­νω τὰ μαλ­λιά μου στὸ κύ­μα ποὺ ἔρ­χε­ται. Κοι­τά­ω τὴν πόρ­τα. Ἀ­κού­ω τὸν θό­ρυ­βο. Σπά­ει καὶ χύ­νον­ται. Τὸ δά­χτυ­λο γί­νε­ται σκαν­δά­λη ποὺ ρί­χνει. Νοι­ώ­θω παν­τοῦ ἕ­να τσού­ξι­μο.

       Μεῖ­ναν ἐ­κεῖ. Νὰ ξέ­ρεις πὼς μέ­σα δὲν μπή­κα­νε. Στὸ λέ­ω για­τί προ­τοῦ ἀρ­χί­σω νὰ πε­τῶ ἀ­πὸ πά­νω τους, εἶ­δα. Δὲν τόλ­μη­σαν. Τὰ μά­ται­α κτή­νη. Κά­ναν στρο­φὴ καὶ χα­θῆ­καν, σκι­ὲς στὸ βά­θος τοῦ δρό­μου. Τώ­ρα πε­τῶ νὰ σᾶς βρῶ. Μὲ λο­γι­σμὸ καὶ ὕ­παρ­ξη ἐ­λεύ­θε­ρη. Πά­νω ἀ­πὸ κάμ­πους καὶ κά­τω ἀ­πὸ ἀ­στέ­ρια. Κρυμ­μέ­νος στὰ πιὸ γλυ­κὰ ὄ­νει­ρά σας. Σὲ βε­βαι­ῶ κα­νεὶ­ς δὲν μᾶς νί­κη­σε που­θε­νά. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μα: «Κομ­πά­νι – Ἀ­θή­να – Βαρ­κε­λώ­νη», ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς. Ὁ φα­σι­σμὸς δὲν ἔ­χει φτε­ρὰ νὰ πε­τά­ξει.

       Στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς σκαρ­φα­λώ­νω στὸ σύν­νε­φο. Γί­νο­μαι ἕ­να μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες. Χέ­ρι μὲ χέ­ρι βου­τᾶ­με καὶ ρέ­ου­με. Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου. Δι­α­λέ­γω τὸ ρό­δο στὴν πόρ­τα σου. Ἐ­κεῖ θὰ εἶ­μαι ὅ­ταν ἀ­νοί­ξει­ καὶ βγοῦν τὰ παι­διά. Ἐ­κεῖ, στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς (Ἀθήνα). Διήγημα. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πά­ντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθή­ματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).

Ἠλίας Κουτσοῦκος: Ὁ ὅλμος μέσα στὸ τσίπουρο

Koutsoukos,Ilias-OOlmosMesaStoTsipouro-Eikona-01

Ἠ­λί­ας Κουτσοῦκος


  Ὁ ὅλ­μος μέ­σα στὸ τσί­που­ρο

 

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaΟΥΣ ΕΧΩ ΦΕΡΕΙ μιὰ ντα­μι­τζά­να τσί­που­ρο ἠ­πει­ρώ­τι­κο καὶ τὰ δυ­ὸ γε­ρόν­τια ἔ­χουν τρε­λα­θεῖ. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, μιὰ βδο­μά­δα τώ­ρα, τοὺς κά­νω κου­δού­νια. Ὁ πα­τέ­ρας μου συν­τα­ξι­οῦ­χος τῆς Βα­σι­λι­κῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς —ὅ­πως ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται γιὰ τὸ «βα­σι­λι­κῆς» σα­ράν­τα χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τάρ­γη­ση τοῦ τί­τλου της— κι ὁ κολ­λη­τός του πιὰ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διὰ μα­ζὶ καὶ χώ­ρια στὸν Ἐμ­φύ­λιο…

       Ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸν Βα­σί­λη στὶς μά­χες τῆς Ἀν­δρί­τσαι­νας, τῆς Δη­μη­τσά­νας, τῶν Πι­ε­ρί­ων. Χρό­νια ἐ­χθροὶ ποὺ δὲν μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ τώ­ρα, στὰ ὀ­γδόν­τα τους, κολ­λη­τοὶ κά­θε μέ­ρα.

       Ὅ­ταν βλέ­πω πὼς ἔ­χουν ξε­πε­ρά­σει τὰ γρά­δα τους, ἀρ­χί­ζω τὸ ψη­στή­ρι. Θέ­λω νὰ δῶ —για­τί εἶ­μαι τυ­χε­ρὸς ποὺ τοὺς βλέ­πω μα­ζὶ— πό­σες ἀ­λή­θει­ες βγά­ζει τὸ τσί­που­ρο, ἀ­λή­θει­ες ποὺ θά ‘­ταν δι­α­τρι­βὴ γιὰ σύγ­χρο­νο ἱ­στο­ρι­κό. Τέ­τοι­α τύ­χη οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ἐ­ρευ­νη­τὴς δὲν ἔ­χει.

       «Ἄν­τε, ἀ­κό­μα ἕ­να γιὰ τὸν ἀ­γώ­να», λέ­ω τοῦ μπάρ­μπα-Βα­σί­λη καὶ τοῦ γε­μί­ζω τὸ πο­τη­ρά­κι του, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου μὲ τὴ θο­λού­ρα τοῦ ἀλ­κο­ο­λι­κοῦ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Ναί, ναί, βά­λ’ του νὰ μᾶς πεῖ τὸ κουμ­μού­νι πό­σους ξε­πά­στρε­ψε μὲ τοὺς συ­να­γω­νι­στές του…»

       «Ἄχ, ρὲ Τζί­μη, ἄχ, ρὲ Τζί­μη», μο­νο­λο­γεῖ ὁ φί­λος του ὁ Βα­σί­λης Κλη­μαν­τή­ρας, ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου, «τὴν γλύ­τω­σες στὶς μά­χες, τὴν γλυ­τώ­σα­με μα­ζί, τί τὰ θὲς τώ­ρα, νά ‘­μα­στε κα­λὰ νὰ πί­νου­με τὸ τσι­που­ρά­κι μας, νά ‘­ναι κα­λὰ ὁ Λι­α­κού­λης σου ποὺ μᾶς τὸ ‘­φε­ρε, νά ‘­ναι κα­λὰ τὸ παι­δί!».

       Σκέ­φτο­μαι πὼς εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ νὰ μά­θω γιὰ τὴ μά­χη στὰ Πι­έ­ρι­α, ὅ­που ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της (Χα­ρί­λα­ος Φλω­ρά­κης) ξε­πά­στρε­ψε μὲ ἕ­ναν ὅλ­μο ὅ­λους τοὺς ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς τῆς πρώ­της μοί­ρας κα­τα­δρο­μῶν, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ καί­ρια χτυ­πή­μα­τα τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴν καρ­διὰ τῆς φη­μι­σμέ­νης μο­νά­δας κρού­σης τοῦ ἐ­θνι­κοῦ στρα­τοῦ.

       Αὐ­τὰ δὲν τὰ βρί­σκεις οὔ­τε στὶς πιὸ ἐν­δε­λε­χεῖς ἔ­ρευ­νες τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν τοῦ Ἐμ­φυ­λί­ου.

       Ὅ­μως ἐ­δῶ ἔ­χω τὸν μα­χη­τὴ τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη καὶ δὲν θ’ ἀ­φή­σω τὴν εὐ­και­ρί­α. Ἔ­χω δι­α­βά­σει πὼς τὸ «χτύ­πη­μα» ἔ­γι­νε τὸν χει­μώ­να τοῦ ‘47, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη μοί­ρα ἔ­παιρ­νε μέ­ρος στὶς ἐκ­κα­θα­ρι­στι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τῶν Πι­ε­ρί­ων καὶ τὸ τάγ­μα τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ώ­τη βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ.

       Βά­ζω κι ἄλ­λο τσί­που­ρο στὰ πο­τη­ρά­κια καὶ λέ­ω δῆ­θεν στὸ ἀ­δι­ά­φο­ρο:

       «Πάν­τως, ἐ­κεῖ­νο τὸ χτύ­πη­μα στὴ μοί­ρα κα­τα­δρο­μῶν ἦ­ταν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ γιὰ του­λά­χι­στον ἕ­ναν χρό­νο, για­τί ὁ ὅλ­μος σκό­τω­σε ὅ­λους τους ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὺς καὶ τὸν δι­οι­κη­τή τους καὶ μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας στρα­τη­γὸς μοῦ ‘­χε πεῖ πὼς ἐ­κεῖ­νος ὁ ὅλ­μος ἦ­ταν ἡ ντρο­πὴ τῶν λο­κα­τζή­δων γιὰ χρό­νια… ἔ­τσι μοῦ ‘­πε…»

       «Ἦ­ταν, Λι­α­κού­λη μου, ἦ­ταν», λέ­ει ὁ μπάρ­μπα-Βα­σί­λης, «ἐ­κεῖ ἤ­μουν, που­λά­κι μου, ἦ­ταν με­γά­λη νί­κη γιὰ μᾶς καὶ ντρο­πὴ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν σκα­το­πό­λε­μο, Λι­α­κού­λη μου… τί κερ­δί­σα­με, φά­γα­με τὴν ψυ­χὴ μας ἐ­γὼ κι ὁ πα­τέ­ρας σου, ἀ­γό­ρι μου, ἄ­σ’ τα, κα­λό μου…»

       Λέ­ω ἀ­πὸ μέ­σα μου: Πῶ, πῶ, τώ­ρα εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ μοῦ πεῖ τὸ πῶς ἔ­γι­νε, ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει πά­ρει ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­μέ­νο ὕ­φος του δη­λα­δὴ πῶς νὰ πι­στέ­ψει ὅ­τι πί­νει τσί­που­ρα μὲ τὸν ἀν­τί­πα­λό του, τὸν πα­ρ’ ὀ­λί­γο φο­νιά του, πῶς τὰ ‘­φε­ρε ἔ­τσι ἡ ζω­ὴ καὶ δὲν ξέ­ρει νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τὸ τώ­ρα της, τὸ χθές της, τὰ γε­γο­νό­τα καὶ τὸ πα­ρά­λο­γό της.

       «Δη­λα­δή», τοῦ λέ­ω, «πῶς ρί­ξα­τε τὸν ὅλ­μο; Τοὺς τὴν εἴ­χα­τε στή­σει, ἔ; Ἅ­μα δὲν μά­θω τὴν ἱ­στο­ρί­α ἀ­πὸ σέ­να ποὺ τὴν ἔ­ζη­σες, ἀ­πὸ ποι­όν θὰ τὴν μά­θω, θει­ο-Βα­σί­λη, ἀ­π’ τοὺς χαρ­το­γι­α­κά­δες τοῦ κα­τε­στη­μέ­νου ποὺ τὴν γρά­φουν ὅ­πως τοὺς βο­λεύ­ει, ἔ;»

       Ἔ­χω χτυ­πή­σει φλέ­βα. Τὸ ξέ­ρω. Οὔ­τε ὁ κα­λύ­τε­ρος ψυ­χί­α­τρος τοῦ κό­σμου δὲν ἔ­χει τέ­τοι­α συ­νε­δρί­α. Δυ­ὸ ἀν­τί­πα­λους, γε­ρον­τά­κια, νὰ πί­νουν τσί­που­ρο καὶ ζα­λι­σμέ­νοι ν’ ἀ­νοί­γουν τὰ σώ­ψυ­χά τους…

       «Ἄχ, Λι­α­κού­λη μου», λέ­ει ὁ μπαρ­μπα-Βα­σί­λης —ποὺ ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στοὺς βάλ­τους τῆς μνή­μης του κι ἔ­χει με­τα­μορ­φω­θεῖ τώ­ρα σὲ κα­πε­τὰν Φώ­τη—, «τοὺς πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με ἀ­π’ τὸ δά­σος δυ­ὸ με­ρό­νυ­χτα κι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­νό­η­τοι εἶ­χαν στρα­το­πε­δέ­ψει σ’ ἕ­να ξέ­φω­το χα­μη­λά μας, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω μας, καὶ ξέ­ρα­με πὼς κά­θε πρω­ὶ στὶς ἑ­φτὰ κά­ναν συγ­κέν­τρω­ση ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν κι εἶ­πε ὁ κα­πε­τὰν Γι­ώ­της στὸν σκο­πευ­τὴ τοῦ ὅλ­μου νὰ ρυθ­μί­σει καὶ νὰ ρί­ξει στὸ κέν­τρο τῆς συγ­κέν­τρω­σης κι αὐ­τός, ἕ­νας συ­να­γω­νι­στὴς ἀ­π’ τὴ Σπάρ­τη, τό ‘­κα­νε.»

       «Πῶς τό ‘­κα­νε, πές μου», τὸν ρω­τά­ω. «Πές μου ἀ­κρι­βῶς πῶς τό ‘­κα­νε.»

       Ὁ κα­πε­τὰν Φώ­της ψά­χνει στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τοὺς με­ζέ­δες, τὸ σκουμ­πρί, τὴ σα­λά­τα, τὸ σύγ­γλι­νο, τὸ ψω­μὶ καὶ δί­πλα τὸ μπο­λά­κι μὲ τὰ πα­γά­κια, παίρ­νει μὲ τὰ δυ­ὸ γρα­νι­τέ­νια δά­χτυ­λά του ἕ­να πα­γά­κι, ἕ­να πα­γά­κι ποὺ με­τα­τρέ­πε­ται μ’ ἕ­ναν με­τα­φυ­σι­κὸ καὶ ταυ­τό­χρο­να πα­ρα­στα­τι­κὸ τρό­πο σὲ βλῆ­μα ὅλ­μου, ἕ­να πα­γά­κι ἕ­τοι­μο νὰ ξε­πα­στρέ­ψει ἕν­τε­κα ἀ­ξι­ω­μα­τι­κούς, ἕν­τε­κα λαμ­πρὰ καὶ γεν­ναῖα παι­διά, ποὺ τὰ ἔ­στει­λαν νὰ ξε­πα­στρέ­ψουν μὲ τὴ σει­ρά τους τοὺς ἀ­με­τα­νό­η­τους συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους, τοὺς ἀ­δελ­φούς τους δη­λα­δή… τὸ κρα­τά­ει μὲ προ­σο­χὴ δί­πλα στὸ πο­τη­ρά­κι του καὶ λέ­ει: «Νά, ἔ­τσι τό ‘­κα­νε, μὲ τὴ δι­α­τα­γὴ “φω­τιὰ τώ­ρα”», καὶ μπλόπ, ρί­χνει τὸ πα­γά­κι στὸ τσί­που­ρό του.

       Ὁ ὅλ­μος προ­σγει­ώ­θη­κε με­μιᾶς στὸ τσί­που­ρο πε­τά­γον­τας πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα στά­λες ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι…


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν De­li­ve­ry Boy (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

 

Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος (Ἀ­θή­να, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1967 ζεῖ μό­νι­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 1977 ἕ­ως τὸ 1985 ὑ­πῆρ­ξε μό­νι­μος συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἱ­δρυ­τι­κὸ στέ­λε­χος τῆς ΕΡΤ3 καὶ δι­ευ­θυν­τής της. Στὰ γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ποι­ή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πα­ραλ­λάξ (1978). Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Βόλ­τες μὲ πι­τζά­μες (ἀ­φη­γή­μα­τα, 1985). Ἄλ­λα: Ὀ­νει­ρι­κὸς τρο­μο­κρά­της (μι­κρὰ πε­ζά, 1987), Κα­λύ­τε­ρα νὰ νι­κοῦ­σαν οἱ κόκ­κι­νοι (δι­η­γή­μα­τα, 1991) κ.ἄ.

Τάκης Σιδέρης: Τὸ ζεϊμπέκικο

 

 

 

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης

 

Τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο

 

 ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΟΥ, ἀ­γό­ρι μου, ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἄν­θρω­πος. Ἕ­νας γνή­σιος καὶ αὐ­θεν­τι­κὸς λα­ϊ­κὸς ἀ­γω­νι­στής, χρό­νια ἀν­τάρ­της στὰ βου­νά, στὶς φυ­λα­κὲς καὶ στὶς ἐ­ξο­ρί­ες, μάρ­τυ­ρας τῶν ἰ­δε­ῶν ποὺ πί­στευ­ε τό­σο ἀ­κρά­δαν­τα. Πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χα ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ νιώ­θω ὑ­πε­ρή­φα­νος γι’ αὐ­τόν. Δὲν θὰ ξε­χά­σω πο­τὲ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα πού μᾶς τὸν φέ­ρα­νε στὸ σπί­τι σὲ κα­κὰ χά­λια κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι ποὺ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ ἔ­σβη­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σο δύ­σκο­λες καὶ τρα­γι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Βέ­βαι­α θὰ πρέ­πει ἐ­πί­σης νὰ σοῦ πῶ, ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ­μέ­ρα ὅ­ταν μᾶς τὸν φέ­ρα­νε, ἀλ­λὰ βρά­δυ, ἄ­γρια με­σά­νυ­χτα, καὶ μά­λι­στα ἔ­ξω ὁ βα­ρυ­χει­μω­νι­ά­τι­κος και­ρὸς ἔ­ρι­χνε τὶς ἀ­στρα­πὲς καὶ τὶς βρον­τές του. Ὅ­πως ἀ­κό­μη, ὅ­τι δὲν ἔ­πε­σε ἁ­πλὰ στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ ὅ­τι οἱ δύο αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ συ­να­γω­νι­στές του, ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ μᾶς, τὸν ἐ­να­πό­θε­σαν ἁ­πα­λὰ καὶ πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πά­νω στὸ στρῶ­μα. Εἶ­σαι τώ­ρα πιὰ με­γά­λο παι­δὶ καὶ θὰ πρέ­πει ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του νὰ μά­θεις ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἔ­γι­ναν τό­τε, στὸ δι­ά­στη­μα δη­λα­δὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ὁ παπ­πούς σου ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Σὰν αὐ­τό­πτης λοι­πὸν μάρ­τυ­ρας αὐ­τῶν ποὺ θὰ σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τώ­ρα, θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι ἕ­να πρω­ι­νό, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­γι­νε ἀ­να­πάν­τε­χα μιὰ πρό­σκαι­ρη δι­α­κο­πὴ τῆς κα­τά­κλι­σής του. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε αὐ­τὴ ἡ δι­α­κο­πή: Ἔ­τυ­χε νὰ εἶ­μαι μό­νος στὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες ποὺ εἶ­χα καὶ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ κα­τά­κοι­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ ζή­τη­σε, ψελ­λί­ζον­τας, ἀ­σθε­νι­κὰ νὰ τοῦ βά­λω ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἀ­πὸ τὸ κα­σε­τό­φω­νο. Δὲν εἶ­χε ξε­κι­νή­σει κα­λὰ-κα­λὰ ἡ ὀρ­γα­νι­κὴ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο ποὺ ἀ­κού­στη­κε ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἄ­νε­τα ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ἑ­νὸς ὑ­γιοῦς ἀν­θρώ­που ποὺ ἀ­να­κλα­δί­ζε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο του. Τὰ εἶ­χα χα­μέ­να, ἀ­να­τρι­χιά­ζω σύγ­κορ­μα καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μη καὶ μό­νο ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ τί ἐ­πα­κο­λού­θη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἐ­κεί­νη κί­νη­ση τῆς ἔ­γερ­σής του. Ποῦ βρῆ­κε τὶς δυ­νά­μεις, τὸ κου­ρά­γιο, αὐ­τὸς ὁ πο­λύ­πα­θος ἄν­θρω­πος στὰ χά­λια ποὺ βρί­σκον­ταν ἔ­τσι μὲ τὸ μου­σι­κὸ κά­λε­σμα τοῦ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κου, νὰ σαλ­τά­ρει ἐ­πά­νω καὶ νὰ στή­σει τὸ χο­ρό. Χό­ρευ­ε σεβ­ντα­λί­δι­κα μὲ τὸν με­ρα­κλω­μέ­νο κα­η­μὸ ἑ­νὸς πρω­τό­γνω­ρου λα­ϊ­κοῦ με­γα­λεί­ου.

       Πό­σο κρά­τη­σε αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τοῦ προσ­δώ­σω τὶς πραγ­μα­τι­κὲς χρο­νι­κές του δι­α­στά­σεις. Τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θη­λω­μέ­νος μὲ κομ­μέ­νη τὴν ἀ­νά­σα πό­τε νὰ δι­ευ­θύ­νει μὲ μα­ε­στρί­α τὶς παλ­λό­με­νες κι­νή­σεις τῶν χε­ρι­ῶν ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν τὸν γύ­ρω χῶ­ρο, πό­τε μὲ τὶς πα­λά­μες του νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τρυ­φε­ρὰ τὸ πλα­κό­στρω­το ἢ νὰ κα­τα­φέρ­νει σ’ αὐ­τὸ βι­α­στι­κὰ καὶ νευ­ρι­κὰ χτυ­πη­μα­τά­κια. Τὸ με­τα­μορ­φω­μέ­νο σῶ­μα πάν­το­τε πρό­θυ­μο καὶ ἄ­ξιο νὰ δί­νει ἀ­ξί­α στὴ μορ­φὴ καὶ στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς χο­ρευ­τι­κῆς του ἔκ­φρα­σης. Ἀ­κό­μη ἄ­κου­γε κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς φο­βε­ρὲς στιγ­μὲς καὶ ἰα­χὲς ἕ­να δη­λα­δὴ ξε­χεί­λι­σμα ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ πά­θους καὶ κε­φιοῦ μα­ζί. Μιὰ ἐκ βα­θέ­ων ἐ­πί­κλη­ση, προ­τρο­πὴ ἢ κραυ­γὴ κά­ποι­ου θρι­αμ­βευ­τι­κοῦ ἐ­πι­φω­νή­μα­τος. Τὸ πρω­ι­νὸ ἐ­κεῖ­νο ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­λει­παν, ἡ μη­τέ­ρα σου μὲ τὴ για­γιά σου καὶ οἱ δυ­ὸ ἀ­δελ­φές σου. Ὅ­ταν ὅ­μως τοὺς τὰ ἔ­λε­γα με­τὰ ποὺ ἤρ­θα­νε, κα­μιά τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ πι­στέ­ψει. Καὶ μά­λι­στα ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, μὲ τὸ δί­κιο τους για­τὶ κι ἐ­γὼ νὰ ἤ­μουν στὴ θέ­ση τους, ἴ­σως τὴν ἴ­δια στά­ση θὰ κρα­τοῦ­σα. Ἄ­σε ὅ­μως δυ­στυ­χῶς ποὺ ἄ­φη­ναν ἐμ­μέ­σως πλὴν σα­φῶς, αἰχ­μὲς καὶ ὑ­πο­νο­ού­με­να γιὰ τὴν ψυ­χι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κή μου κα­τά­στα­ση. Πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα δί­νω καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἐ­ξη­γή­σεις γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τὸ μὲ τὸν παπ­πού σου. Ὅ­σο γιὰ σέ­να, νο­μί­ζω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα σοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ σὲ ἔ­χω προ­βλη­μα­τί­σει, ἂν ὄ­χι νὰ σὲ ἔ­χω πεί­σει. Δὲν τὸν γνώ­ρι­σες τὸν συ­νο­νό­μα­τό σου πρό­γο­νο ποὺ τοῦ μοιά­ζεις ὅ­μως τό­σο πο­λύ, ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὶς φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ ἔ­χουν τὴν ἴ­δια πά­νω-κά­τω, ἡ­λι­κί­α μὲ σέ­να­νε. Πάν­τως τε­λι­κὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου αὐ­το­θαυ­μα­τούρ­γη­σε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς με­γά­λης του πί­στης γιὰ τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὰ ἰ­δα­νι­κὰ ποὺ γι’ αὐ­τὰ μαρ­τύ­ρη­σε θυ­σι­α­ζό­με­νος. Κα­τόρ­θω­σε ἔ­τσι δη­λα­δὴ νὰ βρε­θεῖ σὲ κά­ποι­ες στιγ­μὲς τό­σο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ κόν­τρα μὲ τὸν ἴ­διο τὸν θά­να­το. Μὲ τὸ πά­λε­μα αὐ­τὸ μα­ζί του, ἔ­φε­ρε αὐ­τὸν τὸν θε­α­μα­τι­κὸ θρί­αμ­βο, μιὰ νί­κη ἔ­στω καὶ Πύρ­ρεια στὸ στί­βο -«Μαρ­μα­ρέ­νια Ἁ­λώ­νια», μιᾶς ἄ­νι­σης ἀ­θλη­τι­κῆς ἀ­να­μέ­τρη­σης.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης (Ἀ­θή­να, 1929). Ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Μα­θή­τευ­σε κον­τὰ στοὺς ζω­γρά­φους Φά­νη Γα­λα­νὸ καὶ Γι­ῶρ­γο Σι­κε­λι­ώ­τη καὶ ἔ­κα­νε πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀ­το­μι­κὴ Ἔκ­θε­ση (ποί­η­ση, ἐκδ. Κέ­δρος, 1997) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Ὁ Αὔ­γου­στος στὴν Αἰ­γεί­ρα (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Σο­κό­λης-Κου­λε­δά­κης, 2003). Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ Λέ­ξη, Πλα­νό­διον, Νέ­α Ἑ­στί­α, Ὁ­δὸς Πα­νός, Παν­δώ­ρα κ.ἄ. 

 

Εἰ­κό­να: Σκί­τσο τοῦ Κώ­στα Λα­δό­που­λου.