Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Πάρκο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Πάρ­κο


ΑΝΗΦΟΡΑ σὲ ἐ­ξάν­τλη­σε, μό­λις ἔ­φτα­σες, κι ἔ­χεις στα­θεῖ σὲ μί­αν ἄ­κρη νὰ ξα­πο­στά­σεις. Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι στὸ ψη­λό­τε­ρό του ση­μεῖ­ο καὶ σὲ τυ­φλώ­νει κα­θὼς ψά­χνεις τοὺς δι­κούς σου σὰν παι­δὶ μι­κρὸ πού ’­χει χά­σει τὸν δρό­μο του – κι ἔ­χεις πα­τή­σει τὰ τριά­ντα. Δρο­σί­ζεις τὸ μέ­τω­πό σου μὲ λί­γο ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ποὺ κου­βα­λᾶς στὴν πλά­τη καὶ συ­νε­χί­ζεις. Φτά­νεις στὴν οὐ­ρὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ σερ­βι­ρι­στεῖ καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν βλέ­πεις ὁ­λο­ζών­τα­νο νὰ στέ­κε­ται μπρο­στά σου καὶ μει­λί­χιος νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴ σει­ρά του. Ἔ­χει πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια. — Θὰ προ­χω­ρή­σε­τε ἐ­πι­τέ­λους; Τί θὰ γί­νει; — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀ­φαι­ρέ­θη­κα. Λί­γο πιὸ πέ­ρα κά­τι ἄλ­λα γε­ρον­τά­κια μό­λις πῆ­ραν τὸ κρα­σί τους καὶ τὸ πᾶ­νε στὰ παι­διά τους, στὰ ἐγ­γό­νια καὶ στοὺς φί­λους. Ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βα­τρα­χο­πέ­δι­λα περ­νᾶ ἀ­πὸ μπρο­στά σου. «Μὴν τὰ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι», λέ­ει, «ἄ­κου­σα στὶς εἰ­δή­σεις πὼς θ’ ἀ­νέ­βει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ τὶς ἑ­πό­με­νες ὧ­ρες». «Λέ­τε νὰ βυ­θι­στοῦ­με;», τῆς ἀ­παν­τᾶς χα­μο­γε­λών­τας, καὶ συ­νε­χί­ζεις τὴ βόλ­τα σου ἀ­νά­με­σα στὶς λεῦ­κες καὶ στὶς πα­ρέ­ες πού ’­χουν στρώ­σει τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα στὸ χῶ­μα, καὶ σκέ­φτε­σαι τὸν χρό­νο – πῶς κυ­λᾶ, τὴ ζω­γρα­φιὰ ποὺ ὅ­λο ἀλ­λά­ζει χρώ­μα­τα, τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ κον­τά, τὶς γι­ορ­τὲς ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ γι­ορ­τές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Χρῖστος Δάλκος: Ζήτω ὁ ἥλιος



Χρῖστος Δάλκος


Ζήτω ὁ ἥλιος


ΕΡΝΑΩ συ­χνά, εἴ­τε μέ τό αὐ­το­κί­νη­το, εἴ­τε μέ τά πό­δια, ἀ­πό τή γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα. Τί ἐ­στί Καρ­πού­ζας; Καρ­πού­ζας ἐ­στί ἕ­νας πα­λιός μου συμ­μα­θη­τής ἀπ᾿ τό Δη­μο­τι­κό. Τόν ἔ­βλε­πα συ­χνά πα­λι­ό­τε­ρα ἀλ­λά δέν τοῦ ἔ­δι­να γνω­ρι­μί­α, κα­τά πᾶ­σαν πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τός δέν θά μέ θυ­μό­ταν, ἴ­σως κι ἐ­γώ δέν θά τόν θυ­μό­μουν ἄν δέν τόν εἶ­χα συν­δέ­σει μέ μιάν ἀ­νά­μνη­ση.

       Εἴ­μα­στε στήν Πέμ­πτη τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, στίς ἀ­παρ­χές τῆς ἄ­νοι­ξης, κι οἱ δά­σκα­λοι μᾶς λέ­νε πώς αὔ­ριο, ἄν κά­νῃ κα­λό και­ρό, θά πᾶ­με ἐκ­δρο­μή. Ἡ μέ­ρα περ­νά­ει μέ­σα σέ μιά γλυ­κειά προ­σμο­νή πώς αὔ­ριο, λέ­ει, θά εἶ­ναι χα­ρά θε­οῦ.

       Καί τί πι­κρή ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, τό πρω­ί τῆς ἄλ­λης μέ­ρας, πού μπλά­βα σύν­νε­φα ἔ­χουν σκε­πά­σει τόν οὐ­ρα­νό καί τόν ἥ­λιο, κι ἐ­μεῖς σκόρ­πιοι πε­ρί­λυ­ποι στό προ­αύ­λιο, νά κυτ­τᾶ­με πά­νω ψη­λά, πα­ρα­κα­λῶν­τας ἀ­πό μέ­σα μας νά σκά­σῃ μύ­τη ὁ ἥ­λιος, νά δι­ώ­ξῃ ὡς διά μα­γεί­ας τά σύν­νε­φα, ἐ­κεῖ, πέν­τε λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, ἔ­χου­με ἀ­κό­μα λί­γο και­ρό, ὅ­λα μπο­ροῦν νά συμ­βοῦν!

       Καί νά πού δυ­ό λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, μιά χλο­μή ἡ­λι­α­χτί­δα, φορ­τω­μέ­νη ὅ­λες τίς παι­δι­κές ἐλ­πί­δες, ξε­πρό­βα­λε γιά λί­γο μέ­σα ἀπ᾿ τά βα­ριά σύν­νε­φα. Τά μα­θη­τού­δια στή­σα­νε πα­νη­γύ­ρι τρε­λό κι ἀρ­χί­σα­νε νά κραυ­γά­ζου­νε τήν γνώ­ρι­μη ἰα­χή: Ἐ-κδρο-μή! Ἐ-κδρο-μή!

       Μά ἐ­γώ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐ­τά θυ­μᾶ­μαι μό­νο τόν Καρ­πού­ζα: Χο­ρο­πη­δοῦ­σε σάν τρε­λός, μέ μιά ἄ­φα­τη χα­ρά στό πρό­σω­πό του καί λές κι ἡ εἰ­κό­να του, μέ φόν­το τήν ἀ­ναι­μι­κή ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κι­νη­τεῖ γιά χρό­νια στό μυα­λό μου, τά πό­δια του λυ­γι­σμέ­να κι αἰ­ω­ρού­με­να στόν ἀ­έ­ρα, τά χέ­ρια του ὑ­ψω­μέ­να θρι­αμ­βι­κά, τό γέ­λιο του, γέ­λιο παι­διοῦ πιό λαμ­πε­ρό κι ἀ­πό τόν ἥ­λιο, τήν ὥ­ρα πού κραύ­γα­ζε: «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Δέν πή­γα­με βέ­βαι­α ἐκ­δρο­μή αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα, πή­γα­με τήν ἑ­πό­με­νη πού ᾿χε ξα­στε­ριά, ὅ­μως δέν ἦ­ταν τό ἴ­διο, ἔ­λει­πε ἐ­κεί­νη ἡ γλύ­κα τῆς προ­σμο­νῆς καί ἡ πί­κρα τῆς δι­ά­ψευ­σης.

       Ἔ­κτο­τε, πάν­τως, κά­θε φο­ρά πού πέρ­να­γα, ἀ­κό­μα καί με­γά­λος, ἀ­πό τήν γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα, ἔ­λε­γα ἀ­πό μέ­σα μου: «Γειά σου ρέ Καρ­πού­ζα, Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Ὥ­σπου μιά μέ­ρα, πρίν δυ­ό χρό­νια, εἶ­δα στήν κο­λώ­να τῆς γει­το­νιᾶς του ἕ­να κη­δει­ό­ση­μο πού γνω­στο­ποι­οῦ­σε τόν θά­να­το τοῦ προ­σφι­λοῦς πα­τέ­ρα, θεί­ου καί ἀ­δελ­φοῦ Γιά­ννη Καρ­πού­ζα. Ἀμ­φι­βάλ­λω ἄν κά­ποι­ος ἀπ᾿ τούς συμ­μα­θη­τές μου τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ θυ­μό­ταν —ἤ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει— ἐ­κεί­νη τήν σκη­νή τοῦ «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!», καί δέν ξέ­ρω ἄν τήν θυ­μό­ταν στήν κα­το­πι­νή του ζω­ή κι ὁ ἴ­διος ὁ Καρ­πού­ζας.

       Αὐ­τό ὅ­μως πού μπο­ρῶ νά πῶ μέ σχε­δόν ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πώς σί­γου­ρα δέν θά τή θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).



		

	

Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Βρέ, παιδί


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Βρέ, παι­δί


ΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΗΡΑΝ τὸ δί­πλω­μα ὁ­δή­γη­σης, κι ὅ­ταν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἄλ­λου­ς στὸ χω­ριό, μοῦ ’­λε­γε νὰ γρά­φω σ’ ἕ­να χαρ­τά­κι τί χρει­α­ζό­ταν νὰ τοῦ φέ­ρου­με. Μιὰ φο­ρά, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κα­λο­καί­ρι, μὲς στὰ πολ­λά, ἦ­ταν κι ἕ­να ἀ­πο­σμη­τι­κό, καὶ τοῦ τὸ πῆ­ρα σὲ σπρέ­ι καὶ πο­λὺ μον­τέρ­νο, νὰ γε­λά­σει. Μέ­ρες με­τά, στό­μω­σε χω­ρὶς λό­γο – τὸν βρῆ­κα μὲ μιὰ βε­λό­να νὰ πα­λεύ­ει νὰ ξε­βου­λώ­σει τὴν τρυ­πί­τσα. Δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ μοῦ ’­πε: «Βρέ, παι­δί, ὅ­ταν ξα­να­κα­τέ­βε­τε, πά­ρε μου ἕ­να ἄλ­λο.» Με­τὰ τὸ ξέ­χα­σα, ἔ­φυ­γαν κι οἱ ἄλ­λοι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το γιὰ τὴν Ἀ­θή­να —ἐ­γὼ εἶ­χα πεῖ ὅ­τι θὰ κά­τσω μέ­χρι τὸν Σε­πτέμ­βρη– καὶ μεί­να­με στὸ σπί­τι οἱ δυ­ό μας. Πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα, ξε­νυ­χτοῦ­σα κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ τὰ παι­διά, ξυ­πνοῦ­σα ἀρ­γὰ καὶ κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ νὰ φᾶ­με. Τὸν εἶ­χε πιά­σει ἔ­γνοι­α γιὰ τὴ σχο­λὴ —δε­ν εί­χα πεῖ ὅ­τι σκε­φτό­μουν ν’ ἀλ­λά­ξω τμῆ­μα— μοῦ ’­χε δώ­σει καὶ κεῖ­νο τὸ βι­βλί­ο λα­ο­γρα­φί­ας πιὸ πα­λιὰ —φω­το­τυ­πί­ες τό ’­χε, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα στὸ δέ­σι­μο— κι ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­μα­σταν μὲ ρω­τοῦ­σε ποῦ καὶ ποῦ κά­τι σχε­τι­κό, νὰ δεῖ ἂν τὸ δι­ά­βα­ζα. Δὲν τὸ δι­ά­βα­ζα. Ὅ­πως καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο ὅλο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τὸ μυα­λό μου τό ’­νι­ω­θα πρη­σμέ­νο ἀ­πὸ ἀγ­χω­μέ­νες σκέ­ψεις, δὲν μπο­ροῦ­σε κά­τι νὰ μπεῖ – οὔ­τε νὰ βγεῖ. Μι­λοῦ­σα μό­νο ὅ­σο χρει­α­ζό­ταν, ἀ­νοι­γό­κλει­να ντου­λά­πια, ἔ­πλε­να τὰ πιά­τα, ξά­πλω­να κολ­λη­τὰ στὸν δρο­σε­ρὸ τοῖ­χο – αὐ­τὴ ἡ η­συ­χί­α κι ἡ ἐ­πα­να­λη­πτι­κό­τη­τα μὲ ἀ­να­κού­φι­ζε. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­χα μεί­νει. Κά­τι μέ­ρες πρὶν φύ­γω, μι­λοῦ­σε μὲ τὴ μα­μὰ στὸ τη­λέ­φω­νο, μᾶλ­λον τὸν ρώ­τη­σε πῶς τὰ πᾶ­με καὶ τὸν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει «Σὰν ξέ­νοι εἴ­μα­στε στὸ σπί­τι». Τραν­τά­χτη­κα. Με­τά, σκέ­φτη­κα ὁ­ρι­στι­κὰ «Εἶ­μαι ψυ­χρή».

        Τὸν χει­μώ­να, στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, πά­λι μούγ­γα. Κα­θό­μουν στὸ δι­πλα­νὸ κρε­βά­τι καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σα πα­ρά­ται­ρα. Κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια πά­νω κά­τω —πῶς καὶ δὲν ἔ­βρι­σκαν στὸ πά­τω­μα;—  καὶ σκε­φτό­μουν πὼς αὐ­τὸς μπρο­στά μου δὲν τοῦ μοιά­ζει.

        Με­τὰ πέ­θα­νε, καὶ πέ­ρα­σε και­ρός· καὶ δὲν ἔ­χω γί­νει ἀ­κό­μα αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι νὰ γί­νω. Κι ὅ­πο­τε τὸ σκέ­φτο­μαι, θυ­μᾶ­μαι τὸ χα­λα­σμέ­νο ἀ­πο­σμη­τι­κὸ ποὺ δὲν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται πιά, καὶ τὸ ἀ­δι­ά­βα­στο βι­βλί­ο, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ κι αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.


Στά­θης Κου­τσού­νης: Κεράσια



Στά­θης Κου­τσού­νης


Κε­ρά­σια


— ΠΑΜΕ γιὰ κε­ρά­σια;

       Ἡ πρό­τα­ση ἔ­γι­νε στὸ μο­να­δι­κὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ προ­γράμ­μα­τος. Ἦ­ταν τέσ­σε­ρις πε­ρί­που καὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα θὰ σχο­λά­γα­με. Ὁ Δι­α­μαν­τῆς τὸ πρό­τει­νε. Ὄ­χι σὲ ὅ­λους, ἀλ­λὰ σὲ μέ­να, τὴν Ντί­να καὶ τὸν Γιάν­νη. Δὲν ξέ­ρω ἂν μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε ἢ ἁ­πλῶς ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σει πά­νω μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ὁ Δι­α­μαν­τὴς ἦ­ταν ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρος καὶ πο­λὺ πιὸ ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος ἀ­πὸ μᾶς. Εἶ­χε χά­σει χρο­νιὰ καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν τά­ξη. Πη­γαί­να­με στὴ Δευ­τέ­ρα Δη­μο­τι­κοῦ.

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν ἐν­θου­σι­ώ­δης.

       — Ναίι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι, ξε­φω­νί­σα­με ὅ­λοι με­μιᾶς, χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦ­με.

       Στὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος εἶ­χα τό­σο πο­λὺ ξε­ση­κω­θεῖ ποὺ δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θό­λου τὴ δα­σκά­λα, μιὰ χον­τρὴ καὶ στριμ­μέ­νη, μὲ κό­τσο στὸ κε­φά­λι της σὰν πε­ρι­κε­φα­λαί­α. Μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ Ντί­να, ἤ­θε­λα νὰ εἴ­μα­στε συ­νέ­χεια μα­ζί, ἀλ­λὰ τὴ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε κι ὁ Δι­α­μαν­τῆς. Τὸν ἀν­τι­πα­θοῦ­σα αὐ­τόν, μὲ νεύ­ρια­ζε ποὺ τὸν γυ­ρό­φερ­ναν ἀ­προ­κά­λυ­πτα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­μα­θή­τρι­ές μας. Ἡ Ντί­να ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο καὶ πρό­σχα­ρο κο­ρί­τσι, μὲ ἀ­νοι­χτὴ στα­ρέ­νια ἐ­πι­δερ­μί­δα, σαρ­κώ­δη χεί­λη καὶ βα­θιὰ γα­λα­ζω­πὰ μά­τια. Ὅ­ταν τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­να­στα­τω­νό­μουν, κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­να για­τί. Στὸ δρό­μο μ’ ἔ­πι­α­σε κι ἕ­νας ἄλ­λος φό­βος. Μιὰ κε­ρα­σιὰ εἴ­χα­με ὅ­λη κι ὅ­λη, στὴν Πά­νω Ρού­γα, κον­τὰ στὸ σπί­τι τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν θε­ό­ρα­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­ρα­γε ν’ ἀ­νε­βῶ; Καὶ τί ντρο­πή, μπρο­στὰ στὴν Ντί­να, ἂν δὲν τὰ κα­τά­φερ­να…

       Περ­πα­τού­σα­με καὶ πει­ρα­ζό­μα­στε.

       — Ν’ ἀ­νε­βά­σου­με τὴν Ντί­να στὴν κε­ρα­σιά, νὰ μᾶς ρί­χνει κε­ρά­σια νὰ τρῶ­με, εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Γιά­ννης.

       — Ναί, κα­λά…, ἀ­πάν­τη­σε γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

       Μό­λις φτά­σα­με, ὁ Δι­α­μαν­τῆς σκαρ­φά­λω­σε σὰν αἴ­λου­ρος στὸ δέν­τρο κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴν κο­ρυ­φή. Τὸν κοι­τού­σα­με ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ ζή­λεια. Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἀ­πό­πει­ρες τὰ κα­τά­φε­ρε κι ὁ Γιά­ννης.

       Ἐ­γὼ οὔ­τε κὰν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σα. Ντρε­πό­μουν ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δεί­χνω ἄ­νε­τος. Κοι­τοῦ­σα στὰ κλε­φτὰ τὴν Ντί­να – εὐ­τυ­χῶς δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κα­νέ­να σχό­λιο. Θαύ­μα­ζα τὴν ὡ­ραί­α πλι­σὲ φού­στα καὶ τὶς καλ­λί­γραμ­μες γάμ­πες της. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πά­νω τρώ­γα­νε καὶ ποῦ καὶ ποῦ, μα­ζὶ μὲ τὰ κου­κού­τσια ποὺ φτύ­να­νε, πε­τοῦ­σαν καὶ κα­νέ­να κε­ρά­σι. Τὰ μά­ζευ­α καὶ τὰ πρό­σφε­ρα εὐ­γε­νι­κὰ σὲ κεί­νη. Χαι­ρό­ταν καὶ τὰ μα­σου­λοῦ­σε λαί­μαρ­γα. Τὰ χεί­λη της κοκ­κί­νι­ζαν ἀ­πὸ τὰ ζου­μιά, λὲς κι εἶ­χε βά­λει κρα­γιόν.

       — Ἄν­τε, φά­ε κι ἐ­σύ, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Ἐ­μέ­να, τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν νὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στή­σω, νὰ κερ­δί­σω τὴ συμ­πά­θειά της.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­κοῦ­με μιὰ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πὸ ψη­λά.

       — Ντί­να!

Βλέ­που­με τό­τε τὸν Δι­α­μαν­τῆ νὰ κρα­δαί­νει τὴ χού­φτα του γε­μά­τη μὲ κε­ρά­σια.

       — Νά, πιά­σ’ τα, τῆς λέ­ει, κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια του τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν.

       Τὰ κε­ρά­σια πῆ­ραν τὴν κα­τι­ού­σα. Γυ­ά­λι­ζαν στὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν κόκ­κι­να μι­κρὰ μπα­λό­νια ποὺ χτυ­ποῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ ἁ­πλώ­νον­ταν, δι­α­γρά­φον­τας ἄ­τα­κτες τρο­χι­ές. Καὶ τὰ χέ­ρια νὰ ση­κώ­να­με ἕ­να-δυ­ὸ τὸ πο­λὺ ὁ κα­θέ­νας θὰ πι­ά­να­με, κι αὐ­τὰ ἦ­ταν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι. Τό­τε ἡ Ντί­να ἐν­στι­κτω­δῶς, γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα κε­ρά­σια, ση­κώ­νει ἀ­πό­το­μα τὴ φού­στα της, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη λε­κά­νη.

       Γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου βλέ­πω τὰ πό­δια της ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ πά­νω, ποὺ πο­τὲ δὲν τὰ εἶ­χα ξα­να­δεῖ, δυ­ὸ χυ­τοὺς κα­τά­λευ­κους χει­μάρ­ρους, κι ἐ­κεῖ ποὺ σμί­γα­νε, ἀ­νά­με­σά σε μιὰ χλό­η ξαν­θή, ἕ­να με­γά­λο μα­κρου­λὸ κε­ρά­σι ρόζ, σκα­σμέ­νο μπρο­στὰ ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἡ ἀ­νά­σα μου κό­πη­κε. Ζα­λί­στη­κα κι ἔ­χα­σα τὴ μι­λιά μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἀ­κρι­βῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­ερ­γο κε­ρά­σι ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια της. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ καὶ τὰ μέ­λη μου μού­δια­ζαν.

       Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νη, χα­μο­γε­λών­τας πλα­τιά, ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, πᾶ­ρε, καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὴ φού­στα της, γε­μά­τη κε­ρά­σια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Κά­τια Στα­μα­τιά­δου: Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά



Κά­τια Στα­μα­τιά­δου


Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά


ΓΚΑΛΙΑ μὲ τὴν κού­κλα της στὴ με­γά­λη κα­ρέ­κλα κοί­τα­γε μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ με­γά­λη καὶ μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή. Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη, «ἡ νό­να», ὅ­πως τὴν φώ­να­ζαν, ψη­λὴ καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, μέ­σα στὴ μα­κριὰ μαύ­ρη του­α­λέ­τα της, χει­ρο­νο­μοῦ­σε νευ­ρι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­τοι­μα, γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου της γιοῦ, τοῦ μπάρ­μπα-Γιά­ννη.

       Στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη τῆς με­γά­λης ξύ­λι­νης ντου­λά­πας καὶ τὰ ἔ­βα­λε μὲ τὴν κό­ρη της, τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή, ποὺ δὲν τῆς εἶ­χε κουμ­πώ­σει κα­λὰ τὸ φό­ρε­μα. Πα­ρά­ξε­νες γυ­ναῖ­κες καὶ οἱ δύ­ο στὰ μά­τια της.

       Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη εἶ­χε μεί­νει πο­λὺ νέ­α χή­ρα. Κλεί­στη­κε στὸ σπί­τι της, στὴ Σά­μη τῆς Κε­φα­λο­νιᾶς καὶ με­γά­λω­σε μό­νη τα παι­διά της. Ὁ γιός της ὁ Γιά­ννης ἦ­ταν ἡ ἀ­δυ­να­μί­α της, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα τὸ κέ­φι του. Ἦ­ταν γυ­ναι­κὰς ἔ­λε­γαν, τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ με­γά­λη ζω­ὴ καὶ τὸ χαρ­τά­κι. Ἔ­τσι χά­θη­κε καὶ ἡ πε­ρι­ου­σί­α τῆς για­γιᾶς τῆς μι­κρῆς, τῆς Κά­τε.

       Ἡ Κά­τε πῆ­γε σχο­λεῖ­ο στὶς κα­λό­γρι­ες, στὴ Ρου­μα­νί­α, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πα­ρά­πο­νό της καὶ ὄ­χι μό­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ παν­τρευ­τεῖ ἕ­ναν ἄν­τρα εἴ­κο­σι χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό της, μὲ πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς δι­κούς της.

       Ἡ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ τῆς νό­νας της ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ τῆς πέ­σει ἡ κού­κλα.

       — Φέ­ρε μου παι­δί μου, ἔ­λε­γε στὴ για­γιά της, τὰ φα­σα­μέν μου. Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα.

       Αὐ­τὰ τὰ γυ­α­λά­κια πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σα­νε μὲ τὸ μα­κρὺ χε­ρά­κι τους, μοιά­ζα­νε μὲ κιά­λια. Ξε­κί­νη­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι, πρῶ­τα ἡ νό­να, πί­σω ἡ για­γιὰ καὶ πα­ρα­πί­σω ἡ μι­κρή, σὰν μιὰ πομ­πή.

       Σὲ λί­γο ἔ­φτα­σε ὁ μπάρ­μπα-Γιά­ννης. Πο­λὺ κομ­ψὰ ντυ­μέ­νος, ἡ γρα­βά­τα του πάν­τα τὸ ἴ­διο χρῶ­μα μὲ τὸ μαν­τη­λά­κι στὴ μι­κρὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του. Μό­λις τὴν ἔ­βλε­πε, ἔ­βγα­ζε τὸ κα­πέ­λο του καὶ τὴ χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ μιὰ μι­κρὴ ὑ­πό­κλι­ση. Ξε­καρ­δί­ζον­ταν στὰ γέ­λια, τὴν ἔ­βα­ζε στὰ γό­να­τά του καὶ τῆς γέ­μι­ζε τὰ χε­ρά­κια της, μὲ ὄ­μορ­φες, πο­λύ­χρω­μες καὶ γευ­στι­κὲς κα­ρα­μέ­λες, ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σαν. Με­τὰ τῆς ἔ­κλει­νε πο­νη­ρὰ τὸ μά­τι.

       Ἤ­ξε­ραν καὶ οἱ δύ­ο ὅ­τι ἡ νό­να εἶ­χε κλει­στο­φο­βί­α καὶ ὁ μπάρ­μπα-Γιάν­νης τῆς εἶ­χε πεῖ νὰ πη­γαί­νει ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­τα­νε καὶ νὰ τῆς κλεί­νει τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη φο­βι­σμέ­νη, πρῶ­τα τῆς φώ­να­ζε, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν κα­λό­πια­νε. «Ἄ­νοι­ξε κα­λὸ παι­δά­κι καὶ ἐ­γὼ θὰ σοῦ δώ­σω κα­ρα­μέ­λα.» Ἡ μι­κρὴ τὴν ἄ­νοι­γε γρή­γο­ρα καὶ μό­λις ἔ­παιρ­νε τὴν κα­ρα­μέ­λα, τσοὺκ τὴν ξα­νά­κλει­νε. Μέ­χρι νὰ τὴν κα­τα­λά­βουν καὶ νὰ τὴν μα­λώ­σουν, προ­λά­βαι­νε καὶ μά­ζευ­ε ἀρ­κε­τὲς κα­ρα­μέ­λες. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μυ­στι­κό τους μὲ τὸν μπάρ­μπα-Γιάν­νη καὶ ἐ­κεῖ­νος σὰν ἐ­πι­βρά­βευ­ση, τῆς ἔ­δι­νε μιὰ με­γά­λη σο­κο­λά­τα.

       Τώ­ρα θὰ πή­γαι­νε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴ μα­μά του καὶ ἡ μι­κρὴ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ γε­λοῦ­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πράγ­μα­τι, μό­λις κά­θι­σε κον­τά της ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει μπᾶς καὶ τὸν ἀ­κού­σει. Μά­ται­α. Τό­τε ἦρ­θε ἡ για­γιὰ ἡ μι­κρὴ κρα­τών­τας τὸ ἄ­δει­ο ρό­λο ἀ­πὸ τὸ χαρ­τὶ τῆς του­α­λέ­τας. Ἡ νό­να τὸ ἔ­βα­λε στὸ αὐ­τί, μὲ μιὰ με­γα­λό­πρε­πη κί­νη­ση ποὺ ἅρ­μο­ζε στὴ θέ­ση της καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε μό­λις ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του.

       Τί πλά­κα τε­λι­κὰ ποὺ εἶ­χαν οἱ με­γά­λοι!



Κά­τια (Δρού­στα) Στα­μα­τιά­δου γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε στὴ Σχο­λὴ Δο­ξιά­δη Δι­α­κό­σμη­ση Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν Χώ­ρων, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­φοί­τη­σε τὸ 1976. Στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε πά­νω στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της γιὰ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Κα­τό­πιν ξε­κί­νη­σε νὰ δου­λεύ­ει σὲ ξε­νό­γλωσ­σα ἑλ­λη­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη δι­α­φή­μι­σης καὶ δη­μο­σί­ων σχέ­σε­ων. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἔ­γρα­φε θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως δὲν δη­μο­σί­ευ­σε πο­τέ. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ὁ­μά­δες δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι μέ­λος ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κῶν θε­α­τρι­κῶν ὁ­μά­δων. Ἔ­κτο­τε, κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους (Κρυ­στα­λί­α Πα­τού­λη, Ἀ­δέ­σπο­τα. 45 Ἀ­φη­γή­σεις γιὰ τὴν παι­δι­κὴ καὶ τὴν ἐ­φη­βι­κὴ ἡ­λι­κί­α, Τα­ξι­δευ­τής, Ἀ­θή­να 2019), ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει μέ­ρος σὲ ἀρ­κε­τὲς ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὲς πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου.



		

	

Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης: Βραδιάζει



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης


Βρα­διά­ζει


Κα­θέ­νας εἶ­ναι μό­νος στὴν καρ­διὰ τῆς γῆς
δι­α­πε­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου
κι ἔ­χει κι­ό­λας βρα­διά­σει.
S. Quasimodo

ΑΝΘΡΩΠΟΣ προ­χω­ρᾶ στὴν πα­ρα­λί­α, κά­θε τό­σο ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ δρό­μο, με­τὰ ξα­νὰ τὸ βλέμ­μα γυ­ρί­ζει στὴ θά­λασ­σα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται ἀ­κί­νη­τη, καὶ ἔ­τσι ὅ­πως τὸν τυ­λί­γει τὸ φῶς τῆς μέ­ρας ποὺ φεύ­γει, στὸ μυα­λό του ἔρ­χον­ται μι­σὲς κου­βέν­τες, εἰ­κό­νες τρυ­φε­ρές, ἐ­ρω­τι­κές, ἕ­νας ὦ­μος, μιὰ μέ­ση, ἕ­να στῆ­θος, ἕ­νας γλου­τός, γυ­ναι­κεῖ­α βλέμ­μα­τα ποὺ τρα­βά­ει ὅ­πως βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ἕ­να ἐ­νε­νήν­τα κα­λο­φτι­αγ­μέ­νος, ἡ ἀμ­μου­διὰ ποὺ βου­ΐ­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­σχέ­σεις. Πέ­ρα­σε τὸ Κα­λο­καί­ρι ἄ­δεια­σαν οἱ ἀμ­μου­δι­ές, χά­θη­καν εὐ­και­ρί­ες κι ἐ­κεῖ­νος νοι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ νὰ τὸν πο­θή­σουν.

       Ἡ μα­τιὰ του πιά­νει μιὰ λυ­γε­ρὴ σι­λου­έ­τα ποὺ πλη­σιά­ζει, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α του. Ἡ γυ­ναί­κα στα­μα­τά­ει, χαι­ρε­τά­ει, ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι στὸ μπρά­τσο του, ἡ εὐ­και­ρί­α του, τὴν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πα­λιά, ἴ­σως νὰ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα με­τα­ξύ τους, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, ὅ­σο πιὸ ἐ­πί­ση­μα γί­νε­ται, «θέ­λω νὰ σὲ παν­τρευ­τῶ». Ἡ γυ­ναί­κα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι μι­λά­ει σο­βα­ρά, τοῦ λέ­ει, «δί­πλα εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου, ἔ­χεις παι­διὰ κι ἐγ­γό­νια καὶ τέ­λος πάν­των τί τοὺς θέ­λεις τοὺς γά­μους, πα­τη­μέ­να τὰ ὀ­γδόν­τα».

       Ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, περ­νά­ει δι­α­δρό­μους, σκά­λες, ὑ­πό­γεια, ψά­χνει κομ­μά­τια ζω­ῆς ποὺ τοῦ δι­α­φεύ­γουν, ἡ μα­τιά του ξα­να­γυρ­νά­ει στὴν θά­λασ­σα, βάρ­κες πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, γλι­στροῦν ἥ­συ­χα πά­νω στὸ νε­ρὸ κι ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἐ­πι­μέ­νει, δὲν ἔ­χει με­τα­κι­νη­θεῖ βῆ­μα, ἂς εἶ­ναι γιὰ λί­γο ὅ­σο κρα­τά­ει ἡ μπου­νά­τσα.



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­κα­ρί­α. Εἶ­ναι ψυ­χί­α­τρος καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.