Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Advertisements

Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη: Ἐ­πί­γνω­ση



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη


Ἐ­πί­γνω­ση


ΑΕΡΑΣ ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος. Τῆς ἀ­να­κά­τευ­ε τὰ μαλ­λιά, τὰ ἔ­χω­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα της, μα­ζὶ μὲ κόκ­κους ἀ­πὸ τὸ χω­μά­τι­νο λο­φά­κι δί­πλα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ ἔ­χα­σκε ἀ­νοι­χτή. Εἶ­χε κό­σμο ἀρ­κε­τό, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κλαι­γαν, κά­ποι­οι δαγ­κώ­νον­ταν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ὅ­μως δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει καὶ ἂς ὑ­πῆρ­χε συγ­γέ­νεια πρώ­του βαθ­μοῦ: εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ πα­ρε­ξη­γή­σεις καὶ κα­βγά­δες ποὺ δὲν τοὺς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν χω­ρὶς ἐκ­πτώ­σεις σὲ ἐ­γω­ι­σμό. Κά­ποι­οι βλα­στη­μοῦ­σαν. Ὁ πα­πὰς κόν­τευ­ε νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἔ­τσι ποὺ τοῦ ἔ­παιρ­νε ὁ ἀ­έ­ρας τὰ ρά­σα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Γιὰ κε­ρὶ ἀ­ναμ­μέ­νο οὔ­τε λό­γος.

       Τό­σο μα­νι­α­σμέ­να φυ­σοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ποὺ ἤ­θε­λε, θαρ­ρεῖς, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λο το νε­κρο­τα­φεῖ­ο, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λους ὅ­σους βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἢ ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τοὺς ποὺ πεν­θοῦ­σαν γνή­σια, ἐ­πει­δὴ τὴν εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει. Πό­σοι ἦ­ταν αὐ­τοὶ ἀ­λή­θεια καὶ μὲ ποι­ά κρι­τή­ρια ἦ­ταν βέ­βαι­ο ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σαν; Μὲ βά­ση τὸν πρό­τε­ρο βί­ο μα­ζί της ἢ μή­πως αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νοι­γό­ταν πλέ­ον σὰν δυ­να­τό­τη­τα μπρο­στά τους; Σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­θῆ­κον ποὺ τοὺς εἶ­χε ὑ­πα­γο­ρεύ­σει νὰ στα­θοῦν δί­πλα της μέ­χρι τέ­λους ἢ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ὅ­λα πιὰ τε­λεί­ω­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι εἶ­χαν ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ;

       Ἡ μι­κρὴ Σο­φί­α, μὲ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τοὺς κόκ­κους χώ­μα­τος στὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ τὰ ἑ­πτά της χρό­νια. Εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της στὸ φέ­ρε­τρο τὴ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ τὸ ἄ­νοι­ξαν, γιὰ νὰ τὸ κλεί­σουν τὴν ἑ­πό­με­νη βι­α­στι­κὰ – λὲς καὶ φο­βή­θη­καν μὴν πά­ρει τὴ σο­ρὸ ὁ ἀ­έ­ρας. Ἤ­ξε­ρε μό­νο ὅ­τι ὅ­λο αὐ­τὸ ἦ­ταν λά­θος. Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ μα­μά της ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νη σὲ κεῖ­νο τὸ κου­τί, ἂν αὐ­τὴ ἡ κέ­ρι­νη γυ­ναί­κα ἐ­κεῖ μέ­σα ἦ­ταν ὄν­τως ἡ μα­μά της. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι κά­που ἀλ­λοῦ, μα­ζί, καὶ νὰ χα­μο­γε­λοῦν ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη καὶ νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται καὶ νὰ γε­μί­ζουν φι­λιὰ τὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως ἔ­κα­ναν πα­λιά.

       Πα­λιὰ ναί, για­τί ἡ μα­μά της μπαι­νό­βγαι­νε στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν χρό­νο. Τό­σο εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ. Πρὶν δυ­ὸ βδο­μά­δες, ὅ­μως, εἶ­χε πά­ει στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ οἱ θεῖ­ες της εἶ­παν ψέ­μα­τα στὴν εἴ­σο­δο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της —εὐ­τυ­χῶς ἦ­ταν ψη­λή— καὶ ὁ φύ­λα­κας, δι­αι­σθα­νό­με­νος ἴ­σως τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πί­σκε­ψης, τῆς ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ μπεῖ κι ἂς μὴν εἶ­χε ξε­γε­λα­στεῖ.

       Στὸν θά­λα­μο μὲ τὸ λι­γο­στὸ φῶς καὶ τὰ μι­σό­κλει­στα πα­ρά­θυ­ρα, εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­πως δὲν τὴν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τέ, πρη­σμέ­νη, μὲ φρι­κτοὺς κύ­κλους κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, ἀ­γέ­λα­στη. Ἡ πρώ­τη της κου­βέν­τα ἦ­ταν μιὰ ἐ­πί­θε­ση: «για­τί ἀρ­γή­σα­τε ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νω τό­ση ὥ­ρα νὰ μὲ δεῖ­τε ὄρ­θια;» Δὲν ἦ­ταν ἡ μά­να της ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Ἡ μά­να της πάν­τα χα­μο­γε­λοῦ­σε καὶ μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα, ἐ­νῶ αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ἀ­πέ­ναν­τί της ἦ­ταν σκυ­θρω­πὴ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νη καὶ τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­νέ­δι­δε μιὰ πα­ρά­ξε­νη δυ­σο­σμί­α. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δι­κό τους, ξε­κούρ­δι­στο, τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο.

       Με­τὰ τὴν κη­δεί­α, προ­σφέρ­θη­κε κα­φές. Τὰ ξα­δέρ­φια τῆς Σο­φί­ας καὶ κά­ποι­α ἄλ­λα παι­διὰ τὴν τρά­βη­ξαν νὰ παί­ξουν. Σὲ λί­γο ὅ­λα εἶ­χαν ξε­χα­στεῖ: τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, τὸ φέ­ρε­τρο, ἡ μα­μά. Ὅ­λα εἶ­χαν πά­ρει τὸ σχῆ­μα τῆς μπά­λας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­παι­ζαν μῆ­λα. Μό­νο νά, ἐ­κεῖ ποὺ γε­λοῦ­σε κα­θὼς ἀ­πέ­φευ­γε τὰ γκέλ, τὴν πλημ­μύ­ρι­σε κά­τι ἀ­πὸ βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τῆς γέ­μι­σε δά­κρυ­α τὰ μά­τια. Σο­βά­ρε­ψε ξαφ­νι­κὰ καὶ ἔ­κα­νε στὴν ἄ­κρη. Τί τρέ­χει, τὴ ρώ­τη­σαν τὰ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­νή­συ­χα. Πέ­θα­νε ἡ μα­μά μου, τοὺς εἶ­πε, καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν ἡ ὀρ­φά­νια ποὺ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Σο­φί­ας.



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μὲ με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ποί­η­σης καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ δο­κί­μιά της σὲ δύ­ο συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, ἕ­ναν γιὰ τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη (Ἀ­θή­να: ἐκδ. Πη­νει­ὸς) καὶ ἕ­ναν γιὰ τὸν John Berger (London: ZED Publications, 2016). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα στὸν ἀ­θη­να­ϊ­κὸ καὶ τὸν ἐ­παρ­χια­κὸ τύ­πο, κα­θὼς καὶ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Γιῶργος Τριλλίδης: Ἡμέρα ανεξαρτησίας


Γιῶργος Τριλλίδης


Ἡ­μέ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας


ΑΡΥΘΥΜΟΣ καὶ κα­τη­φής, ὅ­πως πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειά, παρ­κά­ρει, μπαί­νει ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, πε­τά­ει τὰ κλει­διὰ στὸ τρα­πέ­ζι καὶ βγά­ζει κραυ­γή; «Τζέ­ι­σο­ο­ον»

…….«Εἶ­μαι πά­νω», φω­νά­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

…….Ὁ Χα­ρί­λα­ος βα­ρυγ­κο­μεῖ στὴ σκά­λα. Στὴ δι­α­δρο­μὴ λύ­νει τὴ γρα­βά­τα του. Μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο τοῦ Ἰ­ά­σο­να.

.      «Τί κά­νεις;»

.      «Δι­α­βά­ζω», λέ­ει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τά­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Ἔ­χω κά­ποι­ες ἀ­πο­ρί­ες», λέ­ει δι­στα­κτι­κὰ ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Τί ἀ­πο­ρί­ες;» συν­νε­φιά­ζει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Μπαμ­πά, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α μας ἔ­γι­νε τὰ με­σά­νυ­χτα τῆς 15ης πρὸς τὴ 16η Αὐ­γού­στου», ψελ­λί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «για­τί τὴ γι­ορ­τά­ζου­με τὴν 1η τοῦ Ὀ­κτώ­βρη;»

.      Τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χα­ρί­λα­ου φω­τί­ζε­ται, λὲς καὶ κά­ποι­ος μό­λις τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς παί­ζε­ται τὸ μπέ­ιζ­μπολ.

.       «Τζέ­ι­σον», κρά­ζει μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση ὁ Χα­ρί­λα­ος, «εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κὸς γιὸς τοῦ πα­τέ­ρα σου!» Ἀ­κο­λού­θως, σκύ­βει καὶ φι­λά­ει τὸν Ἰ­ά­σο­να στὴ φύ­τρα.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν ἀν­τι­δρᾶ οὔ­τε στὸ φι­λὶ οὔ­τε στὴ φι­λο­φρό­νη­ση – ἡ ὁ­ποί­α, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι πα­ρα­πει­στι­κή. Ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει ἐ­παί­νους μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἀ­πευ­θύ­νει πα­ρὰ σ’ αὐ­τὸν πρὸς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Οὐ­σι­α­στι­κὰ δὲν εἶ­ναι καν φι­λο­φρό­νη­ση. Εἶ­ναι ξεδι­άν­τρο­πη αὐ­το­κο­λα­κεί­α ποὺ σερ­βί­ρε­ται ὡς γο­νι­κὴ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ὁ Ἰ­ά­σο­νας εἶ­ναι πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ αὐ­τό. Εἶ­ναι, ὡ­στό­σο, ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος ὥ­στε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του δὲν ἀ­παν­τή­θη­κε.

.      «Μπαμ­πά», μουρ­μου­ρί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «δὲν μοῦ εἶ­πες». «Ἰ­ά­σων… Ἰ­ά­σων…» συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος ὁ Χα­ρί­λα­ος ποὺ πλέ­ει πλέ­ον σὲ πε­λά­γη πα­τρι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, «ση­μα­σί­α δὲν ἔ­χουν οἱ ἀ­παν­τή­σεις, ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ ρω­τᾶς τὶς σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις».

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­ε­ρω­τᾶ­ται, ἀ­να­πό­φευ­κτα, ἂν ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του ἦ­ταν σω­στή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν, ἀ­φοῦ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρε. Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μεί­νει μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α καὶ νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὴν πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ὥ­στε νὰ πε­τύ­χει κά­τι πο­λὺ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ δι­α­λεύ­καν­ση τῶν λό­γων ποὺ ἕ­να θη­λυ­κὸ κρύ­βει μῆ­νες.

.      «Νὰ πά­ω τώ­ρα στὸ πάρ­κο νὰ παί­ξω μπά­λα;» «Νὰ πᾶς ὅ­που θές, ἀρ­γο­ναύ­τη μου!» «Τί ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σω;» «Ὅ,τι ὥ­ρα θές, γι­ό­κα μου!»

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἐκ­πλήσ­σε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὁ Χα­ρί­λα­ος δὲν τὸν ἔ­χει με­γα­λώ­σει μὲ λευ­κὲς ἐ­πι­τα­γές. Ἂν μπο­ρῶ νὰ κερ­δί­σω τό­σα πολ­λὰ κά­νον­τας ἁ­πλῶς καὶ μό­νο σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις, σκέ­φτε­ται ὁ Ἰ­ά­σο­νας, στὸ ἑ­ξῆς θὰ κά­νω μό­νο αὐ­τό.

.      «Ἔ­φυ­γα.»

.      Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀ­φοῦ στὴν ἡ­λι­κί­α του εἶ­ναι πάν­τα ντυ­μέ­νος μὲ στο­λὴ ἀ­θλο­παι­δι­ῶν.

.      «Ἀ­έ­ρα στὰ πα­νιά σου, Τζέ­ι­σον», τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι πο­νη­ρὰ ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν πιά­νει τὸ ὑ­πο­νο­ού­με­νο, ἀλ­λὰ ἔ­χει ἤ­δη τὴν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση στὴ δι­ά­θε­σή του. Ἐλ­πί­ζει μό­νο νὰ εἶ­ναι ἡ σω­στή.

.      Μὲ τὸ ποὺ ἀ­κού­ει τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­νει, ὁ Χα­ρί­λα­ος κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα σκα­λιὰ πα­τά­ει στὰ πέν­τε. Προ­σγει­ώ­νε­ται στὴν κου­ζί­να. Ἀ­νοί­γει τὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ βγά­ζει μιὰ μπί­ρα. Ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ πῶ­μα ποὺ φεύ­γει ἀ­π’ τὸν λαι­μό, ἕ­να κλει­δὶ γυ­ρί­ζει στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μπαί­νει μέ­σα ἡ Σό­νια.

.      «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς τί μὲ ρώ­τη­σε πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ὁ γιός μας», ἀ­να­κοι­νώ­νει ἔμ­πλε­ος χα­ρᾶς ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Εἶ­μαι πτῶ­μα», λέ­ει ἡ Σό­νια καὶ ἀ­φή­νει ἕ­ξι πρά­σι­νες σα­κοῦ­λες Marks & Spencer στὸ σα­λό­νι. «Πά­ω νὰ ἀλ­λά­ξω», λέ­ει καὶ ξε­κι­νᾶ νὰ βρεῖ τὰ σκα­λο­πά­τια.

.      «Ἄ­κου τί μοῦ εἶ­πε ὁ-», ἀρ­χί­ζει νὰ λέ­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος, προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴ σκά­λα γιὰ νὰ ἀ­κού­γε­ται κα­λύ­τε­ρα, ἀλ­λὰ ἡ Σό­νια ἐ­πεμ­βαί­νει:

.      «Τὸν εἶ­δα ποὺ ἔ­φευ­γε. Νά σοῦ πῶ… τοῦ εἶ­πες νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι ὅ,τι ὥ­ρα θέ­λει;»

.      «Ναί. Ἄ­κου τώ­ρα τί μοῦ-».

.      «Πε­ρί­με­νε, εἴ­πα­με!» δι­α­τά­ζει ἡ Σό­νια καὶ χώ­νε­ται στὸ μπά­νιο.

.      Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κου­ζί­να μὲ τὴν μπί­ρα στὸ χέ­ρι. Πά­ει πά­νω ἀ­πὸ τὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ στυ­λώ­νει τὸ μπου­κά­λι. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται ἡ αὐ­λὴ καὶ ἡ πι­σί­να, γε­μά­τη ἀ­κό­μα καὶ φω­τι­σμέ­νη. Τό­τε θυ­μᾶ­ται πὼς στέ­κε­ται στὸ μο­να­δι­κὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ δεῖ ἀ­πρό­σκο­πτα τὴν πι­σί­να, ἀ­φοῦ δω­μά­τια, σα­λό­νι, τρα­πε­ζα­ρί­α καὶ χὼλ εἶ­ναι εἴ­τε τυ­φλὰ εἴ­τε τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τές τους βλέ­πουν ἄλ­λ’ ἀντ’ ἄλ­λων. Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἀρ­χί­ζει νὰ ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.



		

	

Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Μιὰ νίκη σὲ διαγωνισμὸ ζωγραφικῆς


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Μιὰ νί­κη σὲ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς


ΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΥ 1964, προ­κει­μέ­νου νὰ ἑ­ορ­τα­σθοῦν τὰ τε­τρα­κό­σια χρό­νια ἀ­πὸ τὴν γέν­νη­ση τοῦ Σαίξ­πηρ, τὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο τῆς Ἀ­θή­νας προ­κή­ρυ­ξε δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς, στὸν ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­σαν νὰ συμ­με­τέ­χουν οἱ μα­θη­τὲς τῆς δευ­τε­ρο­βαθ­μί­ου ἀ­πὸ σύμ­πα­σα τὴν Ἐ­πι­κρά­τεια. Τὰ ἔρ­γα ποὺ θὰ ὑ­πε­βάλ­λον­το, ἐ­λευ­θέ­ρας τε­χνι­κῆς ἀλ­λὰ ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα ἐ­πὶ πε­νήν­τα ἑ­κα­το­στά, θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξαί­σιο δρά­μα Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα τοῦ κο­ρυ­φαί­ου Ἄγ­γλου δρα­μα­τουρ­γοῦ.

          Ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ βρῶ κά­ποι­ο πρω­τό­τυ­πο θέ­μα συμ­με­το­χῆς. Ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ φι­λό­λο­γος, κυ­ρί­α Μα­ρί­α Ἀ­λε­ξο­πού­λου, εἶ­χε κα­τα­στή­σει σα­φὲς ὅ­τι ὁ συ­να­γω­νι­σμὸς θὰ ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα σκλη­ρός, λό­γῳ τοῦ με­γά­λου ἀ­ριθ­μοῦ συμ­με­τε­χόν­των καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, μιᾶς «πλη­ρέ­στε­ρης προ­ε­τοι­μα­σί­ας, θε­ω­ρη­τι­κῆς καὶ τε­χνι­κῆς, τῶν συμ­μα­θη­τῶν μας τῆς πρω­τεύ­ου­σας».

          Μέ­ρες δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὴν πρω­το­τυ­πί­α τοῦ θέ­μα­τος κρυ­βό­ταν τὸ κλει­δὶ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας.

         Με­τὰ ἀ­πὸ δέ­κα ἡ­μέ­ρες, σχε­δόν, δύ­σκο­λων νυ­χτῶν (καὶ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λο­τέ­ρων ἡ­με­ρῶν), πά­νω σε ἕ­να δη­μι­ουρ­γι­κὸ πα­ρο­ξυ­σμό, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ζω­γρα­φί­σω τὴ συμ­μα­θή­τριά μου Κα­ρυ­στι­νά­κη, ποὺ κα­θό­ταν πάν­τα στὸ πρῶ­το θρα­νί­ο καὶ ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη μα­θή­τρια στὴν τά­ξη, ντυ­μέ­νη Ἰ­ου­λι­έ­τα.

         Τὴν ζω­γρά­φι­σα «ὁ­λόρ­θη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη μέ­σ’ στὴ νύ­χτα, ἐ­πά­νω στὸν πύρ­γο της, μὲ φόν­το τὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὸ φου­στά­νι της ποὺ κυ­μά­τι­ζε ἐ­λα­φριὰ στὸ φύ­ση­μα τοῦ ζε­φύ­ρου, μὲ πά­νω της κά­τι τὸ ἐ­ξω­τι­κό».

         Τὸ τρί­μη­νο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, ποὺ με­σο­λά­βη­σε μέ­χρι τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση τῶν ἀ­πο­τε­λε­σμά­των, τὴν ἔ­βλε­πα ποὺ καὶ ποὺ ἀ­πὸ μα­κριά, στὴν πα­ρα­λί­α. Ἤ­θε­λα νὰ κερ­δί­σω πιὸ πο­λὺ γιὰ ἐ­κεί­νη, γιὰ νὰ δεί­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πό­σο ὄ­μορ­φη ἦ­ταν.


         Το ἐρ­γά­κι μου τε­λι­κὰ δὲν προ­κρί­θη­κε.

         Ὅ­μως λί­γο πρὶν τὰ Χρι­στού­γεν­να, μπό­ρε­σα νὰ δῶ στὸ Φι­λο­λο­γι­κὸ Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σό, ὅ­που ἐ­κτέ­θη­καν τὰ δι­α­κρι­θέν­τα ἔρ­γα, τὸν ἑ­αυ­τό μου ντυ­μέ­νο Ρω­μαῖ­ο, στὸ βρα­βευ­μέ­νο ἔρ­γο τῆς συμ­μα­θή­τριάς μου. Στὴ γω­νί­α, κά­τω δε­ξιά, εἶ­χε γρά­ψει «Ἄν­δρος» (τὸ νη­σί της) καὶ δί­πλα ἀ­κρι­βῶς εἶ­χε βά­λει τὴν ὑ­πο­γρα­φή της: Νί­κη Κ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος, 1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


Σύρμου Βάνια: Τερματικὸς σταθμός


Βά­νια Σύρ­μου


Τερ­μα­τι­κὸς σταθ­μός


15.42. ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑ. Τὸ τρέ­νο μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸν Πει­ραι­ὰ φθά­νει σὲ δύ­ο λε­πτά. Ἡ πλατ­φόρ­μα γε­μί­ζει κό­σμο. Στέ­κε­ται κον­τὰ στὴν κί­τρι­νη γραμ­μή. Οἱ μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν της μό­λις ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πε­ρι­μέ­νει τὸ τρέ­νο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Δὲν κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι, εἶ­ναι σί­γου­ρη πὼς θὰ­ ’ρ­θεῖ στὴν ὥ­ρα του. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα χω­ρὶς κα­μιὰ ἐ­ξαί­ρε­ση. Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη στὶς 15.40 βρί­σκε­ται στὸ σταθ­μό. Τὴν ὁ­δη­γοῦν τὰ πό­δια της, χω­ρὶς πάν­τα νὰ τὸ θέ­λει. Μὲ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι καὶ ὤ­μους κυρ­τοὺς κοι­τά­ζει τὸ ὅ­ριο τῆς κί­τρι­νης γραμ­μῆς. Τὸ βά­ρος της γέρ­νει πρὸς τὰ μπρός. Πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου, ν’ ἀ­νοί­ξουν οἱ πόρ­τες καὶ νὰ κρυ­φτεῖ στὸ βα­γό­νι.

         Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.

         Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

          «Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της , δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;». «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω» ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας.

         Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;». «Λοι­πὸν τί;». Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση» τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;». «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…». Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.

         Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Βγαί­νουν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φρὰ στὴν πλά­τη δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι ζευ­γά­ρι. Προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νε­α­ρῶν ποὺ τοὺς κλεί­νουν τὸ δρό­μο χει­ρο­κρο­τών­τας. Ὁ συ­νο­δός της φαί­νε­ται νὰ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ ση­κώ­νον­τας τὰ χέ­ρια ψη­λὰ σὲ στά­ση θριά­μβου.

         «Κα­λά, φί­λε δὲν παί­ζε­σαι! Μὲ τὴ ση­με­ρι­νή σου ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­νέ­βη­κες ἐ­πί­πε­δο στὸ ‘HUMAN CATCH’! Ὁ χρό­νος ποὺ τερ­μά­τι­σες ἦ­ταν κα­τα­πλη­κτι­κός!» Ἀ­κού­ει τὰ ἐν­θου­σι­ώ­δη σχό­λια τῆς πα­ρέ­ας ποὺ τὸν ἐ­πι­βρα­βεύ­ει γιὰ τὸ ὑ­ψη­λὸ σκόρ. Αὐ­τὸ ποὺ κα­τα­φέρ­νει νὰ δεῖ στὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν τους κα­θὼς τὰ κ­ρα­δαί­νουν θριαμ­βευ­τι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­αυ­τός της, ἀ­πα­θα­να­τι­σμέ­νος σὲ μιὰ κλεμ­μέ­νη στιγ­μὴ στὸ βα­γό­νι τοῦ τρέ­νου, μὲ τὸ σύ­νο­λο τῶν κερ­δι­σμέ­νων πόν­των κά­τω δε­ξιά. Μὲ βλέμ­μα ἀ­κί­νη­το τὸν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει. Δὲν τῆς ἀ­παν­τᾶ. Τὸν βλέ­πει νὰ ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους γε­λών­τας μὲ τὴν ἄ­νε­ση τοῦ νι­κη­τῆ.

         Χω­ρὶς νὰ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις, κα­τευ­θύ­νε­ται μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο τοῦ σταθ­μοῦ, ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς στὸ χέ­ρι της κρα­τά­ει ἀ­κό­μη τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι. Δὲν τὸ πε­τᾶ. Τὸ κρα­τᾶ γιὰ νὰ τῆς θυ­μί­ζει τί δὲν πρέ­πει πιὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρίο ντὲ Τζαέιρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­στη­μῶν τῆς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς καὶ τοῦ Ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α.


 

Χρίστος Σιορίκης: Ἔντουαρτ

 

 

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης


Ἔν­του­αρτ


ΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν παί­ξει ἄλ­λο στὸ προ­αύ­λιο. Πιά­νει μιὰ θέ­ση κά­τω ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­στε­γο καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ δι­ά­λειμ­μα· πο­δό­σφαι­ρο μὲ κα­πά­κι ἀ­πὸ μπου­κά­λι. Οἱ δά­σκα­λοι δὲν ἀ­φή­νουν μπά­λες – μό­νο στὴ γυ­μνα­στι­κή· πολ­λὲς φο­ρὲς τοὺς ἔ­χουν πά­ρει τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔ­φε­ραν ἀ­π’ τὸ σπί­τι· θὰ τὸ ἔ­κα­νε καὶ ὁ και­νούρ­γιος δά­σκα­λος; Τὸν ἔ­χουν φέ­ρει γιὰ τὸ παι­δὶ μὲ τὸ πρό­βλη­μα, ὅ­μως εἶ­ναι κα­νο­νι­κὸς δά­σκα­λος. Τοὺς ἔ­κα­νε μά­θη­μα προ­χτές, ποὺ ἔ­λει­πε ἡ κυ­ρί­α τους, καὶ εἶ­πε δυ­ὸ φο­ρὲς ἡ­συ­χί­α καὶ τοὺς ἔ­βα­λε καὶ γιὰ τὸ σπί­τι. Κα­νο­νι­κός· ὅ­μως και­νούρ­γιος, καὶ τὸν πρό­σε­ξε, τοῦ εἶ­πε νὰ δι­α­βά­σει καὶ τοῦ εἶ­πε καὶ μπρά­βο γιὰ τὶς λί­γες λέ­ξεις ποὺ δι­ά­βα­σε μὲ τὸ ζό­ρι — προ­φο­ρι­κὰ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος, τὸ ἔ­δει­ξε.

        Κά­θε­ται ἀ­κό­μα στὸ ὑ­πό­στε­γο, κά­θι­δρος ἀ­πὸ τό­σο τρέ­ξι­μο πρίν. Ἔ­χει πά­ρει χρῶ­μα ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο —τέ­λος τῆς ἄ­νοι­ξης— μὰ δὲ θὰ μαυ­ρί­σει πο­λὺ για­τί εἶ­ναι ξαν­θός, ἀ­πὸ τὴ Ρου­μα­νί­α. Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες στὸ σπί­τι λέ­νε πὼς θὰ φύ­γουν ἀ­π’ τὴν Ἑλ­λά­δα μὲ τὸ ποὺ τε­λει­ώ­σουν τὰ σχο­λεῖ­α, ἡ δι­κή του οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ὁ θεῖ­ος του μὲ τὰ ξα­δέρ­φια του, ὅ­λοι γιὰ τὴν Τσε­χί­α. Σκέ­φτε­ται τὸ ὄ­νο­μα τῆς πό­λης: Πρά­γα. Ἄ­ρα­γε θὰ μεί­νουν ἐ­κεῖ μέ­χρι νὰ γί­νει 18 ποὺ θὰ κά­νει ὅ,τι θέ­λει; Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ ξέ­ρει, ποῦ, μὲ ποι­ούς, καὶ ἄλ­λα. Ση­κώ­νε­ται πρὶν χτυ­πή­σει τὸ κου­δού­νι καὶ περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ αὐ­το­σχέ­δια γή­πε­δα, κλω­τσι­έ­ται μὲ δυ­ὸ παι­διὰ ποὺ τοὺς ἔ­κο­ψε, πά­ει πρὸς τὸν και­νούρ­γιο δά­σκα­λο: Κύ­ρι­ε, ἐ­σεῖς πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε;



Πη­γή: Περιοδικὸ Μικρὸ πεζὸ (τχ. 1, 2014).

Χρί­στος Σι­ο­ρί­κης (Αθήνα). Εἶναι ἐκπαιδευτικὸς, γράφει ποίηση καὶ μετα­φρά­ζει ἀπὸ τὰ ἰσπανικὰ. Ἔχει συμμετάσχει στὴ μετάφραση τῆς ἀνθο­λογίας ἰσπανόφωνου μικροδιηγήματος Mini71cuentos.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός: Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ


ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ προ­σε­κτι­κά. Αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να, μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα. Μ’ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Εὐ­αί­σθη­το θέ­μα, κρέ­μο­μαι ἀ­π’ τὰ χεί­λη τους, εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Κα­λε­σμέ­νοι σὲ τη­λε­ο­πτι­κὴ ἐκ­πομ­πή, συ­ζη­τοῦν γιὰ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν νέ­ων στὶς μέ­ρες μας. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ἴν­τερ­νετ, ἀ­δη­φά­γο σερ­φά­ρι­σμα, παι­χνί­δια τρισ­δι­ά­στα­τα, κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α. Μέ­σα σ’ ὅ­λα, μέ­σα ζων­τα­νά. Δυ­σκο­λεύ­ον­ται ὅ­μως νὰ δρά­σουν μέ­σα στὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Στὸ πά­νελ κι ἕ­νας ἀν­τι­δρα­στι­κός, ἀμ­φι­σβη­τί­ας. Ἕ­νας γο­νιός, μὴ κα­ταρ­τι­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, φαι­νο­με­νι­κή. Μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή του, τοῦ φαί­νε­ται σὰν κά­τι νὰ κρύ­βε­ται. Σὰ νὰ τὴ χά­νει. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Συ­νε­χί­ζει, μὲ τράκ. Βι­ώ­νου­με τὸ εὔ­κο­λο πρῶ­το πλά­νο, αὐ­τὸ ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τοὺς εἰ­κο­νι­κοὺς σκη­νο­θέ­τες τῆς ζω­ῆς, αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­πλα­νοῦν ἠ­θο­ποι­ούς, πά­σης κα­τη­γο­ρί­ας θε­α­τὲς κι ἄλ­λους συν­τε­λε­στές. Χρει­ά­ζε­ται ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σπά­θεια, ἐ­ξάν­τλη­ση ὅ­λων τῶν χρο­νι­κῶν πε­ρι­θω­ρί­ων, γιὰ νὰ γνω­ρί­σεις τὸν συ­νάν­θρω­πο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νεις, νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖς. Νὰ φτά­σεις στὸ με­δού­λι. Τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴ ζω­ή. Ὅ­σα καὶ νὰ φα­νε­ρώ­νεις ἀ­πὸ δαύ­τη, θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρύ­βε­ται κι ἐ­σὺ νὰ προ­σπα­θεῖς μπᾶς καὶ κα­τα­λά­βεις τί κα­πνὸ φου­μά­ρει. Χω­ρὶς νὰ εἶ­σαι πο­τὲ σί­γου­ρος γιὰ τὴν κρί­ση σου, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σπά­θειάς σου. Γιὰ ὅ­λους καὶ ὅ­λα. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κόκ­κι­να μά­γου­λα, πρώ­τη φο­ρὰ στὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ το­πί­ο.

       Κα­λού­τσι­κος. Δι­ά­βα­ζα τὶς προ­άλ­λες σ’ ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­στρο­φυ­σι­κῆς ὅ­τι τὸ φῶς ποὺ βλέ­που­με ἀ­πὸ κά­θε ἀ­στέ­ρι εἶ­ναι πα­ρελ­θόν­τος χρό­νου. Πολ­λὰ βρί­σκον­ται ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς μα­κριά μας. Πα­ρὰ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ φω­τὸς μὲ τὴν ὁ­ποί­α τα­ξι­δεύ­ει ἡ λάμ­ψη τους ἐ­μεῖς τὴν βλέ­που­με τώ­ρα. Ἡ λάμ­ψη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­νει ὅ­τι πράγ­μα­τι ζοῦν. Μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι. Βλέ­που­με, στὸ πα­ρόν, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους ποὺ τα­ξι­δεύ­ει στὸ μέλ­λον, χω­ρὶς νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι σὲ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκον­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ καὶ πι­θα­νὸν νὰ μὴν τὸ μά­θου­με πο­τέ. Εἶ­ναι καὶ τὰ πε­φτα­στέ­ρια. Γι­νό­μα­στε θι­α­σῶ­τες τῆς στιγ­μῆς ποὺ σβή­νουν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζου­με τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του τους.

       Μπέρ­δε­μα. Οἱ εἰ­δι­κοὶ ψυ­χο­λό­γοι μι­λοῦν γιὰ τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ποὺ ἐγ­κλω­βί­ζει τοὺς νέ­ους. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ σύμ­παν­τος μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νουν ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ φαί­νε­ται δὲν εἶ­ναι σὲ πραγ­μα­τι­κὸ χρό­νο, ὅ­τι ἡ δρά­ση στὴν τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ φαι­νο­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται ὁ ἀν­τι­δρα­στι­κός; Συμ­βαί­νει κά­τι ἄλ­λο; Μή­πως δι­α­φεύ­γει, γιὰ κά­ποι­ους λό­γους, μιὰ λαν­θά­νου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

       Μᾶς λέ­νε, δη­λα­δή, ὅ­τι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τοι­κή­σει τώ­ρα σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες καὶ προ­σπα­θή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ με­λε­τή­σει τὸ φῶς τῆς γῆς καὶ τῶν νέ­ων της, θὰ λά­βει μιὰ πλα­σμα­τι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἡ εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α οἱ εἰ­δι­κοὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ζοῦν οἱ νέ­οι σή­με­ρα, θὰ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ εἶ­ναι μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ θὰ τὴ βλέ­πουν στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες δί­χως, ὅ­μως, νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μα­ζὶ καὶ οἱ συ­νέ­πει­ες τῶν πρά­ξε­ων τῶν νέ­ων τοῦ δι­κοῦ μας πλα­νή­τη. Μή­πως οἱ νέ­οι δι­αι­σθά­νον­ται ἢ γνω­ρί­ζουν κά­τι πα­ρα­πά­νω;

       Πῶς νὰ μὴ μπερ­δέ­ψουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ὄ­χι μό­νο τοὺς νέ­ους ἀλ­λὰ ὅ­λους; Ἂς ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα στοὺς εἰ­δι­κούς, ποὺ γνω­ρί­ζουν ἄ­ρι­στα τὴν ψυ­χο­λο­γί­α νέ­ων, ἐ­φή­βων καὶ παι­δι­ῶν. Ἂς συμ­με­ρι­στοῦ­με τὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, θλι­βε­ρή τους δι­α­πί­στω­ση, ὅ­πως τὴν δι­α­τυ­πώ­νουν, τώ­ρα δά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι οἱ νέ­οι βι­ώ­νουν τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς πα­νε­πι­στη­μί­ου σὲ ἄλ­λη ἐκ­πομ­πή. Λέ­ει ὅ­τι ἐ­μεῖς, τὰ τα­πει­νὰ ὄν­τα, ποὺ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μό­νο τὸ τρισ­δι­ά­στα­το σύμ­παν, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­πω­φε­λη­θοῦ­με τῶν πλε­ο­νε­κτη­μά­των τῆς τα­χύ­τη­τας τοῦ φω­τὸς καὶ νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­νά­λο­γα, θὰ πρέ­πει πρῶ­τα ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι νὰ γί­νου­με φῶς. Αὐ­τό, μὲ τὰ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Μπλέ, πρά­σι­νο, Κόκ­κι­νο. Ἀ­γα­πῶ τοὺς ἀ­στρο­φυ­σι­κούς. Τὶς ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Εἶ­ναι σὰν πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ μι­κρὸς ἤ­θε­λα κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ, δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ἐλ­πί­ζω νὰ γνω­ρί­σω κά­ποι­ον ἀ­πὸ κον­τά. Νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὰ τα­ξί­δια τοῦ νοῦ ποὺ μοῦ χα­ρί­ζει. Νὰ τοῦ πῶ πὼς ἐλ­πί­ζω κι ἐ­γὼ σὲ μιὰ φω­τει­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τὴν πε­ρί­με­να πῶς καὶ πῶς κι ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ τὴν προ­σμέ­νω, πί­νον­τας τὸ πρω­ι­νό μου κα­φε­δά­κι, δου­λεύ­ον­τας, πη­γαί­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο, κά­νον­τας βόλ­τες μα­ζί τους στὴ θά­λασ­σα καὶ στὸ βου­νό, βγά­ζον­τας βόλ­τα τὸ σκύ­λο, παί­ζον­τας παι­χνί­δια τε­χνο­λο­γί­ας, σερ­φά­ρον­τας στὸ ἴν­τερ­νετ καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α, δι­α­βά­ζον­τας πα­ρα­μύ­θια, συ­ζη­τών­τας ἄλ­λο­τε γιὰ τὸ σά­κο καὶ τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς ἀ­γο­ρά­σω καὶ τώ­ρα γιὰ τὶς σπου­δές τους, λέ­γον­τάς τους πό­σο πο­λύ τα ἀ­γα­πῶ, τὴν προ­σμέ­νω πνιγ­μέ­νος στὰ φι­λιά τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ θυ­μί­ζουν ὅ­τι δὲ θέ­λουν νὰ χά­σουν τὸ φῶς τους. Εἶ­ναι ἀ­γρί­μια, ἀν­τι­δροῦν. Σὲ ὅ­λα. Γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξη­με­ρω­θοῦν. Γιὰ νὰ μὴ χά­σουν τὸ φῶς τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα τους. Μοῦ θυ­μί­ζουν τὸ δι­κό μου παι­δι­κὸ φῶς. Μοῦ θυ­μί­ζουν τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).