Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Τὸ βλαμ­μέ­νο



Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Τὸ βλαμ­μέ­νο

(Stupid)


ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ τῆς Βαλ­τι­μό­ρης, ἡ πρέ­ζα ἔ­δι­νε κι ἔ­παιρ­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2000. Τό­τε ποὺ με­γά­λω­νε κι ὁ Ρού­φους, ὁ δω­δε­κά­χρο­νος Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νὸς μὲ τὴν ἀ­φά­να στὸ κε­φά­λι. Ντί­σκο τὸν φώ­να­ζαν οἱ φί­λοι του, πα­ρα­τσού­κλι ποὺ τοῦ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἀ­δερ­φὸς του ὁ Μά­ϊκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τάς τον γιὰ τὸ μαλ­λὶ ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ κου­ρέ­ψει, ἀλ­λὰ καὶ πι­κά­ρον­τάς τον γιὰ τὴ χὶπ-χὸπ ποὺ ἄ­κου­γε ὁ ἴ­διος. Γε­νι­κῶς, τὸν πεί­ρα­ζε τὸν μι­κρὸ ἀ­δερ­φό. Τοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸ που­λί του, τοῦ ‘τρι­βε στὴ μού­ρη τὰ κο­ρί­τσια ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ δω­μά­τιό του, τὸν ἔ­στελ­νε νὰ τοῦ πά­ρει τσι­γά­ρα. Μά, ὁ Ντί­σκο γού­στα­ρε τὸν Μά­ϊκ. Τὸ πεί­ραγ­μα τὸ ἔ­βλε­πε σὰν ἕ­να εἶ­δος ἀ­γά­πης ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε κι­ό­λας. «Πή­γαι­νε, βλαμ­μέ­νο», ἦ­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του φρά­ση, ὅ­ταν τὸν ἄ­φη­νε τὸ πρω­ῒ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. «Καὶ μὴν τὸ σκά­σεις. Θὰ σὲ σκο­τώ­σω.» Ὁ ἴ­διος ἔ­φευ­γε γιὰ τὸ σι­δε­ρά­δι­κο τοῦ Τζί­μι καὶ με­τὰ στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ γιὰ νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ λύ­κει­ο καὶ νὰ πά­ει κο­λέ­γιο νὰ γί­νει μη­χα­νι­κός. Ὁ Ντί­σκο τὸν πε­ρί­με­νε τὸ βρά­δυ, κά­νον­τας πὼς κοι­μᾶ­ται μέ­σα στὰ σκε­πά­σμα­τα μέ­χρι νὰ τὸν κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας. Τό­τε μό­νο κοι­μό­ταν.

       Τὸ νὰ λεί­πει παι­δὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρού­φους ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο. Καὶ ὅ­ταν λέ­με νὰ λεί­πει, ἐν­νο­οῦ­με μέ­ρες ἢ καὶ βδο­μά­δες. Οἱ κα­θη­γη­τὲς ἔ­κρυ­βαν τὸ ἀ­νή­συ­χο βλέμ­μα πί­σω ἀ­πὸ βι­βλί­α, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐρ­χό­ταν στὴν τά­ξη νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι ὁ Μάρ­κους, ἡ Τζόν­τι, ἡ Κέν­τρα ἢ ὁ Μπὲρντ (ὅ­λοι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ ὄ­νο­μά του), δὲν θὰ ξα­ναρ­χό­ταν σχο­λεῖ­ο. Βα­σι­κά, δὲν θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­παν που­θε­νά, ἀ­φοῦ ἡ πρέ­ζα τοὺς εἶ­χε πά­ρει κον­τά της. Ἢ τὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο. Ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Καὶ τό­τε τοὺς ἔ­βα­ζαν νὰ κα­θί­σουν ἕ­να θρα­νί­ο μπρο­στά, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ ἀ­νά­με­σά τους. Τὸ ἔ­κα­ναν ὑ­πά­κου­α, μὰ τὸ κε­νὸ μέ­σα τους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να θρα­νί­ο ἀ­πό­στα­ση. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ντί­σκο κά­θε βρά­δυ πε­ρί­με­νε τὸν Μά­ϊκ νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Φο­βό­ταν. Ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ὅ­τι κρα­τοῦ­σε τὸν Μά­ϊκ ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­κλαι­γε στὸν δρό­μο. Ξυ­πνοῦ­σε ἱ­δρω­μέ­νος κι ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιό του καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα. Μιὰ φο­ρὰ μά­λι­στα τὸν εἶ­χε πιά­σει μὲ τὴν τό­τε κο­πέ­λα του νὰ κά­νουν σέξ. «Φύ­γε, βλαμ­μέ­νο», τοῦ εἶ­χε πε­τά­ξει ἕ­να πα­πού­τσι στὰ μοῦ­τρα ὁ Μά­ικ, οὐρ­λι­ά­ζον­τας.

       Πρό­σφα­τα, ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὕ­πνο του. Ὁ Μά­ϊκ τὸν φώ­να­ζε «βλαμ­μέ­νο», μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν γυρ­νοῦ­σε. Τό­τε τὸν ἅρ­πα­ζε καὶ γυρ­νών­τας τον στὸ πλά­ι, αἷ­μα ἔ­τρε­χε στὴ δε­ξιὰ με­ριά του ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα ἀ­πὸ σφαί­ρα. Τυ­χαῖ­α εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­νά­με­σα σὲ πυ­ρὰ ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ πρε­ζεμ­πό­ρων στὸν δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ρού­φους ξυ­πνοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τρο­μαγ­μέ­νος τε­λευ­ταῖ­α. Πή­γαι­νε τρέ­χον­τας, ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι μα­ζί του. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­νο­χλοῦν­ταν καὶ τοῦ ἔ­κα­νε χῶ­ρο. Ὁ Ρού­φους ἀ­πο­ροῦ­σε ποὺ δὲν τὸν ἔ­λε­γε πιὰ «βλαμ­μέ­νο», ἀλ­λὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κι­ό­λας τὴ στιγ­μὴ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε μὴν τὴ χα­λά­σει.

       Καὶ στὸ κο­λέ­γιο ποὺ σπού­δα­ζε μη­χα­νι­κὸς τε­λι­κὰ ὁ Μά­ϊκ, ὁ Ρού­φους ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του στὴν ἑ­στί­α καὶ ξά­πλω­νε μα­ζί του, ἐλ­πί­ζον­τας νὰ ἀ­κού­σει νὰ τὸν λέ­ει «βλαμ­μέ­νο» μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρᾶ. Ὁ Μά­ϊκ, ὅ­μως, δὲν τοῦ ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Μό­νο κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε νὰ πά­ρει με­τρη­τὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι του, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­φά­να τοῦ Ντί­σκο νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ πί­σω καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε, «Ἄ, ρὲ βλαμ­μέ­νο. Για­τί;»


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Ὅταν ἐμφανίστηκε ἐκεῖνος ὁ πόνος στὸ γόνατο


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το


ΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ξαφ­νι­κὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το μιὰ κα­λὴ ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας, ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω πε­ρὶ τοῦ θέ­μα­τος γνω­στοὺς καὶ φί­λους καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο . Τε­λι­κὰ ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι κα­λὴ αἰ­τί­α γιὰ νὰ κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θεῖς καὶ πά­λι, νὰ ἐν­τα­χτεῖς σὲ ὁ­μά­δες, νὰ ἐν­δυ­νά­μω­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ «ἀ­νή­κειν», ὅ­ταν κα­τε­στραμ­μέ­νες ἀρ­θρώ­σεις καὶ ἀρ­θρο­πλα­στι­κὲς καὶ ἐμ­φυ­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι, εἶ­ναι ἔν­νοι­ες ποὺ ἀ­να­τέλ­λουν στὴ ζω­ή σου. Εἶ­χα κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ τό­σους ἄλ­λους θὰ μοι­ρα­ζό­μουν μα­ζί τους ἀ­ξί­ες καὶ στά­σεις καὶ θὰ προ­σορ­μι­ζό­μουν ἀ­σφα­λὴς στὴν θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τους, μὲ τὴ φι­λί­α καὶ τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η τους θὰ πο­ρευ­ό­μουν.

        Προ­τι­μοῦ­σα βέ­βαι­α συ­νειρ­μοὺς ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ «Τὸ γό­να­το τῆς Κλαί­ρης», τοῦ Ρο­μὲρ , ἀ­νά­λα­φρου δη­μι­ουρ­γοῦ τοῦ γαλ­λι­κοῦ νέ­ου κύ­μα­τος καὶ τὴν σχε­τι­κὴ ἔ­ξα­ψη φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς ἀν­τρι­κῆς σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας, συ­νειρ­μοὺς ἐν­θαρ­ρυν­τι­κοὺς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως μᾶλ­λον ἀ­νε­πί­και­ρους γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή μου.

        Ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἐ­πέ­λα­ση γη­ρα­τει­ῶν – πα­ρω­δί­α καὶ σφα­γὴ καὶ ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­ση κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ καὶ με­τα­φο­ρι­κά; Ἄς προ­τι­μή­σω κα­λύ­τε­ρα νὰ μπῶ σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α νὰ με­λε­τή­σω ἄρ­θρα γιὰ τὸ «Γό­να­το τῆς Κλαί­ρης» καὶ τὴν πο­λυ­λο­γί­α ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὸ σι­νε­μὰ ὁ Ἐ­ρὶκ Ρο­μέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τελευταῖο της βιβλίο: Κινητὴ γιορτή (διηγήματα, Νη­σί­δες, 2018).


Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου: Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς



Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου


Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς


ΤΑΝ Σάβ­βα­το με­ση­μέ­ρι. Εἶ­χε κά­νει μιὰ βολ­τί­τσα στὴ λα­ϊ­κή, δὲν πῆ­ρε πολ­λά, λί­γες σα­λά­τες μό­νο κι ἕ­ναν ἀ­να­νὰ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν τὸν πεί­ρα­ζε νὰ μα­γει­ρεύ­ει γιὰ ἕ­ναν, ἔ­λε­γε πάν­τα πὼς δὲ θὰ τὸ βά­λει κά­τω· θὰ μα­γεί­ρευ­ε πει­σμα­τι­κὰ μέ­χρι τό­τε ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται ὄρ­θιος. Ἔ­ρι­ξε λί­γο νε­ρά­κι στὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι καὶ ἄ­φη­σε τὸ βλέμ­μα του νὰ χυ­θεῖ στὸ δρό­μο, σὰν σκυ­λὶ ποὺ βγῆ­κε γιὰ σερ­γιά­νι. Τὸν εἶ­χε ἐ­νο­χλή­σει πο­λὺ ἐ­κεί­νη ἡ εὐ­γε­νι­κὴ κί­νη­ση ποὺ ἔ­κα­νε ἡ κο­πέ­λα στὸ τραῖ­νο, νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κα­θί­σει ὁ ἴ­διος. Δὲν ἔ­βγα­ζε κα­λύ­τε­ρα ἕ­να πε­ρί­στρο­φο νὰ τὸν ἐ­κτε­λέ­σει; «Κα­θί­στε» τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να καὶ μει­δί­α­σε μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὕ­φος ποὺ παίρ­νουν τὰ κα­λὰ παι­διὰ ὅ­ταν κά­νουν τὸ σω­στὸ καὶ τὸ πρέ­πον. Μὰ ἦ­ταν πρέ­πον; Στὸν ἴ­διο εἶ­χε μι­λή­σει; Κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά του, ἄλ­λος με­γά­λος ὄρ­θιος κα­νείς. Μιὰ πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τι μπαρ­μπά­δες κα­θι­σμέ­νους δί­πλα τὸν ἄρ­χι­σαν στὴν κα­ζού­ρα. «Ἔ­λα, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λη», εἶ­παν κα­τα­πί­νον­τας τὰ γέ­λια τους λαί­μαρ­γα γιὰ νὰ τοῦ ποῦν κι ἄλ­λα. «Κα­λῶς ἦρ­θες κα­η­μέ­νε!» κα­κά­ρι­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ συ­ζη­τοῦν τὸ συμ­βὰν δυ­να­τὰ ἔ­τσι ποὺ νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι πὼς μιὰ νε­α­ρὴ ση­κώ­θη­κε γιὰ νὰ κα­θί­σει ἐ­τοῦ­τος ἐ­δῶ ποὺ νο­μί­ζει ἀ­κό­μα πὼς εἶ­ναι ἀ­ε­τό­που­λο. Σπρώ­χτη­κε ὣς τὴν πόρ­τα δῆ­θεν ἀ­γέ­ρω­χα, ἂν καὶ μέ­σα του ὁ κε­ραυ­νὸς κα­τά­και­γε τὸν τό­πο. Τό­σο με­γά­λος ἔ­δει­χνε δη­λα­δή; Μέ­χρι προ­χθὲς θὰ κορ­τά­ρι­ζε μιὰ κο­πέ­λα —ἄν­τε, λί­γο σι­τε­μέ­νη— ξέ­ρεις, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ βλέμ­μα­τα ποὺ ἀ­φη­ρη­μέ­να ἀγ­γί­ζον­ται μέ­σα στὸ τραῖ­νο ἢ στὸ ἀ­σαν­σέρ. Θὰ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ δώ­σει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ κά­ποι­ο θη­λυ­κό, θὰ ἔ­πι­νε τὸν κα­φέ του γρα­βα­τω­μέ­νος στὴν πλα­τεί­α. Τό­ση κα­κί­α, οἱ πα­λι­ό­γε­ροι, ἔ­λα κά­θι­σε τοῦ φώ­να­ζαν, μὴν ντρέ­πε­σαι, τώ­ρα εἶ­σαι ἕ­νας ἀ­πὸ μᾶς.

       Εἶ­χε βρεῖ στὴ λα­ϊ­κὴ πι­νέ­λο καὶ κου­πά­κι ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­ουν τὶς βα­φές, ὄ­χι πὼς τὸ ἔ­ψα­ξε, ἔ­πε­σε πά­νω τὸ μά­τι του τυ­χαῖ­α. «Φέ­ρε ἕ­να γιὰ τὴν κυ­ρὰ νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει!» ἔ­γνε­ψε στὸ γύ­φτο ποὺ ἔ­στρω­νε τὴν πρα­μά­τεια ἀ­δι­ά­φο­ρα. Τό ’­χω­σε στὴ σα­κού­λα μὲ τὰ μα­ρού­λια καὶ τώ­ρα τὸ εἶ­χε μπρο­στά του στὸ μπά­νιο ἑ­τοι­μο­πό­λε­μο δι­α­βά­ζον­τας προ­σε­χτι­κὰ τὶς ὁ­δη­γί­ες τῆς βα­φῆς. Προ­σπά­θη­σε νὰ χω­ρί­σει τὶς τοῦ­φες μί­α-μί­α καὶ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ μὲ μιὰ ἐ­βέ­νι­νη γλυ­ψιὰ τοῦ πι­νέ­λου ἔ­φτια­ξε ἕ­ναν μαῦ­ρο δι­ά­δρο­μο στὴν γκρί­ζα κοι­λά­δα τοῦ κε­φα­λιοῦ. Καὶ με­τὰ κι ἄλ­λη, κι ἄλ­λη. Καὶ σὰν πῆ­ρε φό­ρα τὸ πι­νέ­λο, πῆ­γε κι ἦρ­θε πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι, ἀ­στα­μά­τη­τα – σὰν νε­οσ­σὸς ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸ πρῶ­το του πέ­ταγ­μα· χά­ρα­ξε χω­ρί­στρες χαρ­το­γρα­φών­τας ὅ­λη τὴν ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, βού­τη­ξε ὑ­πό­κω­φα μέ­χρι τὰ ἄ­δυ­τα τῆς ἀρ­σε­νι­κῆς καρ­διᾶς ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε γιὰ λί­γη νι­ό­τη ἀ­κό­μα καὶ ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη ἐ­κεί­νη ποὺ πε­ρί­με­νε τὸ θύ­μα μὲ τὰ γκρι­ζα­ρι­σμέ­να μαλ­λιὰ νὰ θρη­νή­σει εὐ­λα­βι­κὰ τὸν ἀν­δρι­σμό του πέ­φτον­τας νο­μο­τε­λεια­κὰ στὸν ἱ­στὸ τοῦ γή­ρα­τος. Κι ἀ­φοῦ ἡ βα­φὴ ἁ­πλώ­θη­κε ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ ὁ νι­πτή­ρας μοι­ραῖ­α πα­σα­λεί­φθη­κε σὰν πε­δί­ο μά­χης, κοί­τα­ξε τὸ εἴ­δω­λό του στὸν κα­θρέ­φτη καὶ τὸ ἠ­θι­κό του ἀ­να­πτε­ρώ­θη­κε γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές. Ναί, ἡ νι­ό­τη μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε φύ­γει, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει καὶ τὸ φθι­νό­πω­ρο πρὶν τὸ χει­μώ­να, ἀ­γα­πη­τοί. Ἔ­μει­νε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τῆς ἀ­να­γρα­φό­με­νης στὸ κου­τὶ ἀ­να­μο­νῆς, νὰ δι­ορ­θώ­νει μὲ τὴ χτέ­να σχο­λα­στι­κὰ τὶς τοῦ­φες στὶς μι­κρὲς χα­ρά­δρες τοῦ κε­φα­λιοῦ ποὺ ὀ­λί­σθαι­ναν στὰ γκρέ­μια τῶν κρο­τά­φων καὶ κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τ’ αὐ­λά­κια στὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­δει­χναν σκαμ­μέ­να ἀ­πὸ ὁρ­μη­τι­κοὺς χεί­μαρ­ρους. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε οἱ ρυ­τί­δες εἶ­ναι γο­η­τεί­α κι ἔ­πει­τα ἔ­παι­ξε ἁ­πα­λὰ τὸ δι­πλο­σά­γο­νο σὰν νὰ δο­κί­μα­ζε χορ­δὴ ἀ­πὸ κον­τραμ­πά­σο.

       Κα­λὸ ἦ­ταν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σκοῦ­ρο καὶ γυ­α­λι­στε­ρό, ἐ­λα­φρῶς με­λι­τζα­νὶ καὶ μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴ γραμ­μὴ ποὺ θύ­μι­ζε κρά­νος στὸ μέ­τω­πο, ἔ­δει­χνε σχε­τι­κὰ φυ­σι­κὸ καὶ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τὸ ἀρ­χι­κὸ ζη­τού­με­νο: ἔ­κο­βε χρό­νια. Χρό­νια ποὺ δὲν τὰ λυ­πή­θη­κε νὰ τὰ θυ­σιά­σει μο­νο­μιᾶς στὸν αἰ­μο­δι­ψῆ βω­μὸ τῆς νι­ό­της, δι­κά του χρό­νια καὶ κα­νε­νὸς ἄλ­λου, στιγ­μὲς καὶ ἀ­να­μνή­σεις ποὺ συ­νέ­θε­ταν τὴ ζω­ή του· δὲν πει­ρά­ζει εἶ­πε δυ­να­τὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὰν νὰ λο­γο­δο­τοῦ­σε, στὸ συρ­τά­ρι ἂς μποῦ­νε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα θὰ τὶς ξε­θά­ψω πά­λι. Σὲ ἕ­να δεύ­τε­ρο γύ­ρο ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη μπο­γιὰ πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ τὸ μου­στά­κι καὶ τὰ φρύ­δια ἐ­ξα­φα­νί­ζον­τας κά­θε γκρί­ζο ἴ­χνος κι ἔ­μει­νε τώ­ρα σί­γου­ρα μιὰ δε­κα­ε­τί­α ξα­να­νι­ω­μέ­νος νὰ ψα­λι­δί­ζει τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴ μύ­τη καὶ τὰ αὐ­τιά, ἕ­τοι­μος νὰ ξα­να­βγεῖ στὸν κό­σμο, τώ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­ε, ἔ­χον­τας νι­κή­σει τὴν ντρο­πὴ καὶ κα­τα­τρο­πώ­σει τὸ γῆ­ρας. Κι ἔ­τσι πε­ρή­φα­νος, μὲ τὴ γρα­βά­τα του σφι­χτο­δε­μέ­νη στὰ ὑ­ψί­πε­δα ἑ­νὸς χα­λα­ρω­μέ­νου λαι­μοῦ ποὺ ἔ­τρε­με χυ­λω­μέ­νος σὲ κά­θε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα, βγῆ­κε τὴ σαβ­βα­τι­ά­τι­κη βόλ­τα, περ­νών­τας ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς τα­βέρ­νες καὶ τὰ κα­φε­νεῖ­α τῆς πλα­τεί­ας μὲ τὸ μαῦ­ρο ση­μά­δι σύ­ρι­ζα στὸ μέ­τω­πο σὰν λα­βω­μα­τιὰ σκλη­ροῦ πο­λέ­μου, περ­πα­τοῦ­σε δί­πλα στὰ τρα­πέ­ζια τῶν μα­γα­ζι­ῶν κορ­δω­μέ­νος κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους ποὺ τι­τί­βι­ζαν πνι­χτὰ χά­χα­να γιὰ νὰ πε­ρά­σουν τὴν ὥ­ρα τους, «ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ φω­το­γρα­φί­α. Κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα ἡ νου­βέ­λα της Ὁ ἄν­θρω­πος σκύ­λος (ἐκ­δ. Πη­γή). Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὴν κό­ρη τους στὰ Χα­νιά.

https://www.pigi.gr/?product=anthrwpos-skylos

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Paul McCartney τὸ 2016.



		

	

Ἀλέξανδρος Ζάκκας: Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια



Ἀλέξανδρος Ζάκκας


Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια


Ε ΤΑ ΠΕΝΙΧΡΑ οἰ­κο­νο­μι­κὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πάρ­ξει κα­λύ­τε­ρο δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων γιὰ τὴ Μά­ρα. Τῆς εἶ­χαν ξε­κα­θα­ρί­σει οἱ γο­νεῖς της πὼς δὲ θὰ τῆς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βά­ψει τὰ νύ­χια της προ­τοῦ κλεί­σει τὰ δε­κα­πέν­τε. Καὶ ἡ ὥ­ρα αὐ­τὴ εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους φτά­σει. Ἦ­ταν ἡ μό­νη στὴν τά­ξη της ποὺ δὲν τὴν ἄ­φη­ναν οἱ δι­κοί της, καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Θὰ τὰ ἔ­βα­φε μαῦ­ρα κι ἂς μὴ συμ­φω­νοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας της. «Δὲ θὰ μοῦ γί­νεις ἐ­μέ­να σα­τα­νί­στρια, φρι­κιό. Βά­ψ’ τα ρόζ, μπλέ, τό­σα χρώ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν. Ἀλ­λὰ μαῦ­ρα πο­τέ!»

       Δὲν εἶ­χε κα­μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση στὸ συ­γκερι­μέ­νο χρῶ­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὸ ὅ­μως δὲ σή­μαι­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ κά­νει καὶ τὸ χα­τί­ρι. Ἡ Σό­νια, ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια τῆς μά­νας της, μά­ται­α προ­σπά­θη­σε νὰ τὴ με­τα­πεί­σει. Μιὰ κλαί­γον­τας, μιὰ φω­νά­ζον­τας καὶ ἀ­πει­λών­τας τὴν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει. «Θὰ θυ­μώ­σει πο­λὺ ὁ πα­τέ­ρας σου μό­λις τὰ δεῖ, καὶ τὸ ξέ­ρεις!»

       «Δὲ μὲ νοιά­ζει» τῆς τὸ ξέ­κο­ψε μιὰ καὶ κα­λὴ ἡ μι­κρή. «Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δῶ­ρο μου καὶ δὲ θὰ μοῦ τὸ βγά­λουν ξι­νό…»

       Μὲ ὅ­λα τα σύ­νερ­γα ἁ­πλω­μέ­να στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­θι­στι­κοῦ ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια φρόν­τι­ζε σι­ω­πη­λὰ τὰ δά­χτυ­λα τῆς Μά­ρας, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι της σκρο­λά­ρι­ζε πά­νω-κά­τω στὴν ὀ­θό­νη τοῦ κι­νη­τοῦ της. Βι­α­ζό­ταν νὰ στεί­λει φω­το­γρα­φί­α τὰ νύ­χια της στὴν ὁ­μά­δα στὸ viber κι ἐ­πι­τέ­λους νὰ γί­νει καὶ κεί­νη ἰ­σό­τι­μο μέ­λος της. Ποῦ καὶ ποῦ ἔ­κα­νε καὶ κα­μιὰ τσι­χλό­φου­σκα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὁ πα­τέ­ρας της. Ἔ­γνε­ψε βα­ρι­ε­στη­μέ­να στὴ Σό­νια καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ φτιά­ξει κα­φέ. «Δὲν ἦρ­θε ἀ­κό­μα ἡ μά­να σου;» ρώ­τη­σε τὴ μι­κρή.

       «Θὰ κά­τσει ὑ­πε­ρω­ρί­α, μπαμ­πά. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο μοῦ ἔ­στει­λε SMS.» Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲ θ’ ἀρ­γή­σει καὶ νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νου­με νὰ κό­ψου­με τὴν τούρ­τα μου.»

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τε­λεί­ω­σε καὶ τὸ βά­ψι­μο τῶν νυ­χι­ῶν. Ἡ μι­κρὴ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νη κοι­τοῦ­σε καὶ ξα­να­κοι­τοῦ­σε τὰ χέ­ρια της. Φο­ρών­τας μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α τα κομ­μέ­να γάν­τια της, θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο στι­λά­κι. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε κι ἕ­να κρι­κά­κι στὴ μύ­τη, ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει πο­λὺ ἀ­κό­μα. Ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια, πάν­το­τε σι­ω­πη­λή, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της ρί­χνον­τας κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὸν πα­τέ­ρα. Μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸν κα­φὲ στὸ χέ­ρι του, τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε σβη­στὰ καὶ ἔ­σπευ­σε νὰ κλεί­σει τὸ φερ­μου­ὰρ τῆς τσάν­τας της. Ἐ­κεῖ­νος ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ θρο­νι­ά­στη­κε στὸν γω­νια­κὸ κα­να­πὲ ἁρ­πά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό του. Ἡ Μά­ρα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του καὶ τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὰ νύ­χια της.

       «Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ρέ; Δὲν σοῦ εἶ­πα ὄ­χι μαῦ­ρα;»

       «Μά, μπαμ­πά, ἕ­να χρῶ­μα εἶ­ναι κι αὐ­τό. Τί σὲ πει­ρά­ζει τό­σο;»

       «Ἴ­δια ἡ μά­να σου εἶ­σαι! Κι ἐ­κει­νῆς ἄλ­λα τῆς λέ­ω κι ἄλ­λα κά­νει… Ἀλ­λὰ ξέ­ρω τί θέ­λε­τε καὶ οἱ δύ­ο. Νὰ σᾶς ἀ­φή­σω ἀ­μα­νά­τι καὶ νὰ φύ­γω…»

       «Καὶ νὰ πᾶς μα­ζί της; Λὲς νὰ μὴν ἔ­χω κα­τα­λά­βει;» ἔ­ρι­ξε τὴ βόμ­βα της ἡ μι­κρὴ δεί­χνον­τας μὲ τὸ βλέμ­μα τὴν ἐμ­βρόν­τη­τη Σό­νια.

       Τὸ ξαφ­νι­κὸ χα­στού­κι τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της…

       Ἀ­πὸ τό­τε τὰ νύ­χια της εἶ­ναι πάν­το­τε μαῦ­ρα, κα­θὼς καὶ ἡ ψυ­χὴ τοῦ πα­τέ­ρα της πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι.



Ζάκ­κας Ἀ­λέ­ξαν­δρος (1969) ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος σὲ ἑ­ται­ρεί­α κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Ἔ­χει γρά­ψει 2 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­νέκ­δο­τα ὣς τώ­ρα. Τοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ ποί­η­ση, ἐ­κτι­μᾶ τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν κα­λὴ συν­τρο­φιά.



		

	

Τασούλα Τσιλιμένη: Μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες


Τα­σού­λα Τσι­λι­μέ­νη


Μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες


ΗΝ ΕΙΔΑ στὴν Rosener Manzstraat. Ἦ­ταν γύ­ρω στὶς 4:30. Ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὴ Βό­ρεια θά­λασ­σα τῆς ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χε τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Κά­που-κά­που τὰ ἔ­βγα­ζε γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Εἶ­χε μό­λις ἀ­φή­σει τὴ σκέ­ψη της στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ει ἀ­κό­μη νο­μί­ζει τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πει τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.

       Δὲν θὰ τὴν εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἐ­ὰν ὁ ἥ­λιος δὲν βρί­σκον­ταν στὸ τέ­ταρ­το τοῦ μι­σοῦ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ γέρ­νον­τας στὸ Nieuwe Maas. Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε χά­σει ὕ­ψος, ἴ­σως νὰ εἶ­χε καὶ δυ­ὸ τρί­α κι­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί γύ­ρευ­ε σὲ μιὰ χώ­ρα ποὺ βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πὸ τέσσερα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας, αὐ­τὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μάρ­τη.

       Σκέ­φτη­κα πό­σος και­ρὸς εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χα δεῖ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ ἦ­ταν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νο τὸν Σε­πτέμ­βρη στὰ Κά­στρα; Τὸ μυα­λό μου ξε­στρά­τι­σε στὶς δι­κές του δι­α­δρο­μές. Γνω­ρί­ζον­τας τὸ ἄ­χρο­νο τοῦ χρό­νου καὶ τὸ μη­δὲν τῆς ἀ­πό­στα­σης, ἔ­πια­σε τὴν κλω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

       Πρέ­πει νὰ ἤ­μουν γύ­ρω στὰ τέσ­σε­ρα ἢ πέν­τε ὅ­ταν τὴν συ­νάν­τη­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Ἡ μά­να μου, λέ­ει, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πό­γευ­μα κα­λο­και­ριοῦ κι ἐ­γὼ πε­ρί­με­να τὸν πα­γω­τα­τζή. Μὰ αὐ­τὸς ἀρ­γοῦ­σε κι ἔ­τσι ἔ­τρε­ξα στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο νὰ ἐ­λέγ­ξω τὸν δρό­μο στὸ βά­θος, μή­πως καὶ τὸν δῶ. Κι ἀ­φοῦ δὲν φαί­νον­ταν ἑ­τοι­μά­στη­κα νὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση μου. Καὶ τό­τε τὴν εἶ­δα!

       Ψη­λὴ κι ἀ­δύ­να­τη! Δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ μέ­να! Μαρ­μά­ρω­σα. Ἄ­φω­νη τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποὺ ἦρ­θε καὶ πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ. Στὴν ἀρ­χὴ σκέ­φτη­κα τὸν Με­ση­με­ρά, ἡ μό­νι­μη ἀ­πει­λὴ τῆς μά­νας μου γιὰ νὰ μέ­νω ἥ­συ­χη τὰ με­ση­μέ­ρια, καὶ ἔ­χα­σα κά­θε στα­γό­να σά­λιου. Ὅ­μως κόν­τευ­ε ἐπτὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τὴν κοι­τοῦ­σα ποὺ στέ­κον­ταν ἀ­κί­νη­τη. Ἔ­φε­ρα τὸ χέ­ρι μου στὸ στό­μα. Ὅ­ταν φο­βό­μουν ἔ­βρι­σκα ἀ­κό­μη κα­τα­φύ­γιο στὸν ἀν­τί­χει­ρα. Τὴν εἶ­δα νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο, κι αὐ­τὸ μὲ ἀ­να­στά­τω­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί μοῦ θύ­μη­σε ἐ­κεί­νη τὴν φί­λη τῆς για­γιᾶς ποὺ ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ καὶ ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε ἀ­φοῦ τσιμ­ποῦ­σε καὶ ξα­να­τσιμ­ποῦ­σε τὰ μά­γου­λά μου τό­σο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­βα­ζα τὰ κλά­μα­τα, με­τὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κλαί­ει κι αὐ­τὴ καὶ νὰ κά­νει ὅ­τι ἔ­κα­να ἐ­γώ. Αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξα­γρί­ω­νε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καὶ ὁ μο­να­δι­κὸς τρό­πος νὰ γλι­τώ­σω ἦ­ταν νὰ μεί­νω ἀ­κί­νη­τη καὶ ἀ­μί­λη­τη. Ἔ­τσι κι αὐ­τὴ τό­τε. Ἔ­βα­λε τὸ δά­χτυ­λο στὸ στό­μα της καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη κι ἀ­μί­λη­τη, ὅ­πως ἐ­γώ. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε καρ­φω­θεῖ πά­νω της καὶ σχε­δὸν στα­μά­τη­σα νὰ ἀ­να­πνέ­ω. Στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ριοῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν χτύ­πο τῆς καρ­διᾶς μου. Κι ὅ­ταν ἄ­κου­σα καὶ τὸν δι­κό της ἔ­δω­σα μιὰ καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἔ­τρε­ξα στὴν  μά­να μου ποὺ μὲ ρω­τοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τί εἶ­χα κι ἔ­κλαι­γα ἔ­τσι. Δὲν μί­λη­σα σὲ κα­νέ­ναν για­υτή. Στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ φό­βο. Με­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πα ὅ­τι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ ἔ­μοια­ζε. Ἔ­τσι συ­νή­θι­σα τὴ σι­ω­πη­λή της πα­ρου­σί­α καὶ τὰ παι­χνί­δια μί­μη­σης. Στὴν ἐ­φη­βεί­α μου, τὶς νύ­χτες ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο καὶ δι­έ­σχι­ζα ὁ­λο­μό­να­χη τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­κού­γον­τας τὰ πα­πού­τσια μου νὰ σέρ­νουν τὸν φό­βο μου στὶς πλά­κες, ἔ­νι­ω­θα ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὴν πα­ρου­σί­α της. Τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ἔρ­χε­ται κυ­ρί­ως ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἄρ­χι­ζε νὰ γε­μί­ζει. Ὅ­σο πιὸ φω­τει­νὸ ἦ­ταν τό­σο αὐ­τὴ μά­κραι­νε κι ἔ­δει­χνε νὰ μὲ περ­νά­ει δυ­ὸ κε­φά­λια. Πα­ρέ­με­νε πάν­τα ἀ­δύ­να­τη μὲ πό­δια ποὺ θύ­μι­ζαν ξυ­λο­πό­δα­ρο πα­νη­γυ­ριοῦ. Μὲ τὰ χρό­νια καὶ στὴ σκέ­ψη τοῦ πρώ­του μου φό­βου γε­λοῦ­σα, ὅ­πως ἔ­κα­ναν οἱ φί­λες μου ποὺ ἔ­παι­ζαν μα­ζί της, ἄλ­λο­τε τρέ­χον­τας πρὸς αὐ­τὴ γιὰ νὰ τὴν πιά­σουν —κά­ποι­ες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ τὴν πα­τή­σουν— κι ἄλ­λο­τε νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἀρ­γό­τε­ρα, κυ­νη­γών­τας τὴ ζω­ή μου, ἄρ­χι­σα νὰ τὴν ἀ­φή­νω πί­σω.

       Τε­λι­κὰ νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ποὺ κα­τέ­βαι­να ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα, με­θυ­σμέ­νη σχε­δόν, τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ ’85. Περ­πα­τοῦ­σε ἀγ­κα­λιὰ μὲ κά­ποι­ον κι ὅ­λο ἔ­γερ­νε πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ γε­λοῦ­σε, μὲ τρό­πο ποὺ φα­νέ­ρω­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη γυ­ναί­κα.

       4:32, στὴν Rosener Manzstraat. Ἔ­βγα­λα τὰ χέ­ρια μου ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χα μό­λις κρε­μά­σει τὴ σκέ­ψη μου στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ω ἀ­κό­μη νο­μί­ζω τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο μοῦ φαί­νε­ται αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.



Τασούλα Τσιλιμένη (Καλλιπεύκη). Σπούδασε παιδαγωγικά καὶ ἔκανε διδακτορικό στὴν παιδικὴ λογοτεχνία στὸ Τμῆμα Προσχολικῆς Ἐκ­παί­δευσης τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσα­λίας, στὸ οποῖο σήμερα εἶναι Καθηγήτρια. Ἔχει ίδρύσει καὶ εἶναι διευθύντρια τοῦ  ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ γιὰ θέματα παιδικῆς λογοτεχνίας ΚΕΙ­ΜΕ­ΝΑ(www.keimena.ece.uth.gr). Ἔχουν ἐκδοθεῖ πάνω από σαράντα βι­βλί­α της γιὰ παιδιὰ καὶ ἐκπαιδευτικούς.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лин­о́р Го­ра́­лик): Βα­θυκκόκινο



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Βα­θυ­κόκ­κι­νο

(Oxblood)

 

ΕΓΡΑΨΕ ὅ­τι τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο μά­θη­μα ποὺ πῆ­ρε τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συ­νέ­βη δέ­κα πε­ρί­που μέ­ρες πρὶν τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν. Βο­η­θοῦ­σε τὴ για­γιά του, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε ἕ­να σάν­του­ιτς μὲ γα­λο­πού­λα, καὶ κό­πη­κε στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς του πα­λά­μης μὲ τὴν κο­φτε­ρὴ λε­πί­δα τοῦ μα­χαι­ριοῦ. Μά­τω­σε λί­γο. Ἡ για­γιὰ ἔ­σπευ­σε στὸ δω­μά­τιό της καὶ ἀ­πὸ τὴ στε­νά­χω­ρη, γλυ­κιὰ ὀ­σμὴ ποὺ ἔ­φτα­σε στὰ ρου­θού­νια του κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὸ ντου­λα­πά­κι μὲ τὰ φάρ­μα­κα. Μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κή, ἀ­πί­θα­να ὄ­μορ­φη βα­θυ­κόκ­κι­νη οὐ­λὴ ἔ­χαι­νε ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρό του δα­χτυ­λά­κι. Ἡ για­γιὰ το­πο­θέ­τη­σε τὸ πο­ρῶ­δες ἑ­νὸς τσι­ρό­του πά­νω στὴν οὐ­λή, καὶ αὐ­τὸ ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­πορ­ρό­φη­σε τὸ αἷ­μα μὲ τὸ μα­λα­κὸ βε­λού­δι­νο ὑ­λι­κό του. Κόλ­λη­σε τὰ ἐ­πι­θέ­μα­τα καί στὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς πα­λά­μης του καὶ τοῦ ‘πε νὰ σφί­ξει δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς τὴ γρο­θιά του, ὥ­στε νὰ ἁ­πλω­θεῖ κα­λὰ ἡ κόλ­λα τους. Κι αὐ­τὸς τὸ ἔ­κα­νε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω, μ’ ἕ­να σάν­του­ιτς γα­λο­πού­λας στὸ τραυ­μα­τι­σμέ­νο χέ­ρι του καὶ μ’ ἕ­να κι­νη­τὸ στὸ ἄλ­λο, τὸ κα­λό του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φω­το­γρα­φί­σει τὴν πλη­γὴ καὶ νὰ τὴ στεί­λει στὴν Τζά­νε­ϊ. Τὸ σάν­του­ιτς δυ­σκό­λε­ψε τὸ ὅ­λο ἐγ­χεί­ρη­μα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα κά­ποι­α στιγ­μὴ νὰ ρί­ξει κά­τω τὸ τσι­ρό­το του. Ἕ­νας ἁ­πα­λὸς ἦ­χος ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς αὐ­τὸ ἔ­πε­φτε στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια τῶν νε­κρῶν φθι­νο­πω­ρι­νῶν φύλ­λων. Ὅ­ταν τὸ ἀ­νέ­βα­σμα τῆς φω­το­γρα­φί­ας ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, κοί­τα­ξε κά­τω καὶ ἀν­τί­κρι­σε του­λά­χι­στον δέ­κα μυρ­μήγ­κια ποὺ δρα­σκε­λοῦ­σαν, τρα­βοῦ­σαν, μύ­ρι­ζαν καὶ ἔ­τρω­γαν τὸ κα­φὲ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ βαμ­βα­κε­ροῦ πο­ρώ­δους ὑ­λι­κοῦ στὸ κέν­τρο τοῦ ἐ­πι­θέ­μα­τος. «Δυ­ὸ λε­πτά», ἔ­γρα­φε στὴν ἔκ­θε­σή του, «πι­στέψ­τε τὸ ἢ ὄ­χι, δά­σκα­λε· δυ­ὸ λε­πτὰ μο­νά­χα τοὺς παίρ­νει ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα».



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.