Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef): Τὸ ραν­τε­βού μου μὲ μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ



Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef)


Τὸ ραν­τε­βού μου μὲ μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ

(My Date with Neanderthal Woman)


ΕΝ ΗΞΕΡΑ ἂν ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πά­ω λου­λού­δια, δὲν ση­μαί­νουν κά­τι γιὰ κά­ποι­ον μὲ στοι­χει­ώ­δη πνευ­μα­τι­κὴ καλ­λι­έρ­γεια. Πάν­τως μιὰ ὠ­μὴ μο­σχα­ρί­σια μπρι­ζό­λα ἴ­σως νὰ φαι­νό­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ὑ­παι­νι­χτι­κὴ καὶ μά­λι­στα κά­που εἶ­χα δι­α­βά­σει ὅ­τι οἱ Νε­άν­τερ­ταλ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­σαν χορ­το­φά­γοι. Τε­λι­κὰ ἐ­πέ­λε­ξα τὴ μέ­ση ὁ­δό: ἕ­να κου­τὶ σο­κο­λα­τά­κια.

       Ἔ­φτα­σα ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος βυ­θι­ζό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὴ γραμ­μὴ τῶν δέν­δρων. Ἡ Γκλέ­να ζοῦ­σε σὲ μιὰ σπη­λιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους κι εἶ­χα ἀ­κού­σει ὅ­τι σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ μᾶς, ποὺ μᾶς δυ­να­στεύ­ουν τὰ Ρό­λεξ καὶ τὰ κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, ἐ­κεί­νη εἶ­χε μιὰ πιὸ φυ­σι­κὴ αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου. Πάν­τως δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ ὅ­ταν χτυ­πών­τας στὴν εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς πό­νε­σα τὸ χέ­ρι μου. Δο­κί­μα­σα ξα­νά, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὸ πό­δι. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξα τὸ ὄ­νο­μά της το­νί­ζον­τας ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὸ λα­ρυγ­γι­κὸ γκ, ὅ­πως εἶ­χα ἀ­κού­σει νὰ τὸ προ­φέ­ρουν στὸ Οἰ­κου­με­νι­κὸ Πρα­κτο­ρεῖ­ο Γνω­ρι­μι­ῶν. Ἐμ­φα­νί­στη­κε λὲς καὶ φύ­τρω­σε ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά μου. Καὶ νά την ποὺ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ, εὐ­ρύ­στερ­νη καὶ στρα­βο­κά­να, ὄ­χι ψη­λό­τε­ρη ἀ­πὸ μιὰ στοί­βα κού­τσου­ρα. Τὰ κα­στα­νὰ μαλ­λιά της, ὅ­μοι­α μὲ γού­να, ἦ­ταν δι­ά­στι­κτα ἀ­πὸ τὸν ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε ἕ­να ἀ­νέκ­φρα­στο χα­μό­γε­λο κα­θὼς τῆς πρό­σφε­ρα τὴ σο­κο­λά­τα.

       Ἅρ­πα­ξε τὸ κου­τὶ ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου καὶ σκί­ζον­τάς το ἔ­βγα­ζε ἤ­χους εὐ­χα­ρί­στη­σης. Μπου­κώ­θη­κε με­ρι­κὰ γλυ­κὰ μα­ζὶ μὲ τὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα καὶ μά­ση­σε γε­ρά. Τὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο μοῦ εἶ­χε πεῖ νὰ μὴ χά­σω τὸ χρό­νο μου λέ­γον­τας πολ­λὰ λό­για, ἔ­τσι ἔ­δει­ξα ἐ­κεί­νην καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ εἶ­πα: «Γκλέ­να, Ρόμ­περτ».

       Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα ἔ­δει­ξε τὴ σο­κο­λά­τα κι ἔ­τρι­ψε τὴν κοι­λιά της. Τό­σο πρω­τό­γο­νη ἀν­τί­δρα­ση! Εἰ­λι­κρι­νὰ εἶ­χα κου­ρα­στεῖ μὲ τὶς μον­τέρ­νες γυ­ναῖ­κες καὶ τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια τους. Μοῦ πρό­σφε­ρε ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα σο­κο­λα­τά­κια καὶ συγ­κι­νή­θη­κα. Ἁ­γνὴ ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα, ἂν καὶ φαι­νό­ταν δυ­σα­ρε­στη­μέ­νη ποὺ δὲν ἔ­φα­γα καὶ τὰ πε­ρι­τυ­λίγ­μα­τα. Ὅ­ταν ἀρ­χί­νη­σε νὰ κα­τα­βρο­χθί­ζει καὶ τὸ κου­τί, κού­νη­σα τὸ κε­φά­λι μου χα­μο­γε­λών­τας. Κα­μώ­θη­κα πὼς ἔ­τρω­γα κι ἔ­δει­ξα πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δά­σος. Θὰ τὴν ἔ­βγα­ζα ἔ­ξω νὰ τῆς κά­νω τὸ τρα­πέ­ζι. Οἱ Νε­άν­τερ­ταλ, θυ­μή­θη­κα, ἦ­ταν συ­χνὰ στὰ ὅ­ρια τῆς λι­μο­κτο­νί­ας. Ὅ­πως καὶ νὰ ΄χεῖ, φαί­νε­ται πὼς κα­τά­λα­βε καὶ μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε ὑ­πά­κου­α κα­θὼς τὴν ἔ­φε­ρα στὸ «Σπα­ράγ­γι», ἕ­να μι­κρὸ ἑ­στι­α­τό­ριο γιὰ χορ­το­φά­γους, ὄ­χι πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὸ δά­σος, μὲ πα­ρα­δο­σια­κὰ πιά­τα ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πε­ρι­ο­χὲς τῆς Γαλ­λί­ας.

       Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τὸ μέ­ρος ἀ­παι­τοῦ­σε συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο ντυ­σί­μα­τος. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὸ λι­γο­στὸ πε­ρί­ζω­μα ποὺ φο­ροῦ­σε ἡ Γκλέ­να μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὑ­περ­βο­λι­κὰ ντυ­μέ­νος. Πάν­τως τὸ τα­χτο­ποι­ή­σα­με μὲ ἕ­να δα­νει­κὸ σα­κά­κι, καὶ ἡ Γκλέ­να δι­ά­λε­ξε νὰ τὸ φο­ρέ­σει μὲ τρό­πο ἀ­σύμ­με­τρο, ἀλ­λὰ γο­η­τευ­τι­κό.

       Θε­έ μου, μι­σῶ τὰ εἰ­σα­γω­γι­κὰ ἑ­νὸς πρώ­του ραν­τε­βοὺ κι ἤ­μουν πο­λὺ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὺ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν κα­μιὰ ση­μα­σί­α γιὰ τὴν Γκλέ­να. Μὲ ἄ­νε­τη οἰ­κει­ό­τη­τα, λὲς καὶ μὲ ἤ­ξε­ρε χρό­νια, ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της καὶ μά­ζε­ψε μὲ τὶς φοῦ­χτες της τὸν μι­σὸ πολ­τὸ φα­κή.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸ φα­γη­τό της εἶ­ναι ἐ­ρω­τι­κή. Βε­βαί­ως μοῦ πρό­σφε­ρε λί­γο καὶ τῆς ἔ­δει­ξα πὼς νὰ τὸν ἁ­πλώ­νει στὴν πί­τα. Ἀλ­λὰ φαί­νε­ται πὼς φο­βᾶ­ται τὰ μα­χαί­ρια καὶ λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὴ χα­ραγ­μα­τιὰ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Πάν­τως εἴ­χα­με ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο γεῦ­μα, τῆς ἄ­ρε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ πιά­το μὲ τὰ ὠ­μὰ λα­χα­νι­κά.

       Με­τὰ τὸ δεῖ­πνο γυ­ρί­σα­με πί­σω μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ τὸ μο­νο­πά­τι τοῦ δά­σους. Ται­νί­ες καὶ μπα­ρά­κια τὰ ἄ­φη­σα γιὰ ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ βλέ­που­με. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὴν ὑ­πο­βάλ­λω σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­ρε­θί­σμα­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς τὴν ἔ­κα­νε νὰ συ­σπᾶ­ται λί­γο. Ἀλ­λὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ μο­νο­πα­τιοῦ εἶ­χε βγεῖ τὸ φεγ­γά­ρι, φω­τί­ζον­τας τὸ κον­τὸ καὶ δυ­να­τὸ κορ­μὶ τῆς Γκλέ­να μὲ ἕ­ναν τρό­πο ἀλ­λό­κο­τα ὄ­μορ­φο. Ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι μου γιὰ νὰ πιά­σω τὸ δι­κό της τρα­βή­χτη­κε πί­σω – δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κουλ­τοῦ­ρες ἔ­χουν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τυ­πι­κό, μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ τύ­πος στὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο. Μπῆ­κα λοι­πὸν στὸν κό­πο νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σω ὅ­τι εἶ­χα τί­μι­ες προ­θέ­σεις. Μπο­ρεῖ νὰ μὴν κα­τά­λα­βε τὰ λό­για μου, ἀλ­λὰ νο­μί­ζω ἔ­πι­α­σε τὸ νό­η­μα. Τέ­λος πάν­των ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ὅ­ριο στὸ τί μπο­ρεῖ νὰ πε­τύ­χει κα­νεὶς χει­ρο­νο­μών­τας.

       Στα­μα­τή­σα­με στὴ εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς της. Τὸ κε­νὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια της μὲ τρά­βη­ξε μέ­σα. Τὸ ἄ­ρω­μα της ἦ­ταν γή­ι­νο, ἐ­λα­φρῶς ἀ­φρο­δι­σια­κό. Με­τὰ ἦρ­θε κά­τι σὰν φι­λὶ κι ἀ­κο­λού­θη­σε ἕ­νας ἐ­ναγ­κα­λι­σμὸς ποὺ μοῦ ρά­γι­σε τὰ πα­ΐ­δια – ὁ χει­ρο­πρά­κτης λέ­ει ὅ­τι θε­ρα­πεύ­ε­ται εὔ­κο­λα. Ἀ­μέ­σως με­τὰ ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὴ σπη­λιά της. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι μὲ πιά­νει νο­σταλ­γί­α. Τί γυ­ναί­κα! Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς ζη­τή­σω νὰ βγοῦ­με αὐ­τὸ τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ τὴν εἰ­δο­ποι­ή­σω μὲ τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἴ­σως ἁ­πλὰ πε­ρά­σω νὰ τὴν δῶ στὴν σπη­λιά της —καὶ κα­λὰ ὅ­λως τυ­χαί­ως— κρα­τών­τας ἕ­να μά­τσο μπρό­κο­λα.

       Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, τὶς ξέ­ρω τὶς δυ­σκο­λί­ες. Με­ρι­κὰ ζευ­γά­ρια εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­να δε­κα­ε­τί­ες, ἐ­μεῖς χι­λι­ε­τί­ες. Σὲ μέ­να ἀ­ρέ­σει ἡ ρὸκ μου­σι­κὴ καὶ σὲ κεί­νη ἡ μου­σι­κὴ τῶν βρά­χων. Εἶ­μαι ἕ­νας σύγ­χρο­νος τύ­πος κι ἐ­κεί­νη μιὰ Νε­άν­τερ­ταλ, ὅ­μως πι­στεύ­ω ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ λύ­σου­με τὶς δι­α­φο­ρές μας, ἂν προ­σπα­θή­σου­με.



Πη­γή: https://www.gvsd.org/cms/lib02/PA01001045/Centricity/Domain/673/My%20Date%20with%20Neanderthal%20Woman_David%20Galef.pdf

Ντέ­ι­βιντ Γκά­λεφ (David Galef) (Μπρόνξ, 1959). Συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κός, ποι­η­τής, με­τα­φρα­στὴς καὶ δοκιμιογράφος. Στὰ βι­βλί­α του συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Flesh (1995) καὶ How to Cope with Suburban Stress (2006) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των My Date with Neanderthal Woman (2011). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Ἀγ­γλι­κῶν καὶ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ προ­γράμ­μα­τος δη­μι­ουρ­γι­κοῦ γρα­ψί­μα­τος στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Montclair.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο. ­

Διαφημίσεις

Εὐθύμιος Λέντζας: Στὸν Ἅι Θανάση



Εὐ­θύ­μιος Λέν­τζας


Στὸν Ἅι Θα­νά­ση

 

ΕΡΠΑΤΟΥΣΑΜΕ ἀρ­γὰ στὴ φι­δί­σια πλα­γιά. Μιὰ συ­στά­δα ἀ­πὸ κι­τρι­νο­κόκ­κι­να σύν­νε­φα τα­ξί­δευ­αν πρὸς τὸ Ἰ­ό­νιο. Πί­σω ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῆς Πίν­δου, ὁ ἥ­λιος ἑ­τοι­μα­ζό­ταν γιὰ τὸν κα­θη­με­ρι­νό του θά­να­το. Τὸ βου­νὸ ἔμ­παι­νε στὶς μύ­τες μας· χῶ­μα καὶ πεῦ­κο στὸ στό­μα. Γε­λού­σα­με… Δυ­ὸ τσο­πα­νό­σκυ­λα ἀ­λυ­χτοῦ­σαν στὶς ρά­χες.

        Μὲ βῆ­μα συγ­χρο­νι­σμέ­νο βα­δί­ζα­με σὰν σὲ πα­ρέ­λα­ση.

        Σὲ ἕ­να μπαλ­κό­νι, μιὰ γυ­ναί­κα τί­να­ζε τὶς κου­βέρ­τες στὰ κάγ­κε­λα. Πιὸ δί­πλα, μιὰ γριὰ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη, πό­τι­ζε τὰ λου­λού­δια στὶς γλά­στρες.

        Ψη­λά­φι­σα τὸ σου­γιὰ στὴν ἀ­ρι­στε­ρή μου τσέ­πη. Ἀ­πὸ ἕ­να σπί­τι ἀ­κού­στη­κε μου­σι­κή· ἡ Μ. κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ τὸ δε­ξί μου χέ­ρι – οἱ φλέ­βες χτυ­ποῦ­σαν στὸ στῆ­θος μου.

        Πί­σω ἀ­π’ τοὺς θά­μνους, δυ­ὸ γά­τες μᾶς κοι­τοῦ­σαν μὲ πε­ρι­έρ­γεια ἀν­θρώ­πων ποὺ βλέ­πουν ἄν­θρω­πο γιὰ πρώ­τη τους­ φο­ρά.

        Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σπί­τι πρὶν τὸν λό­φο· ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἅι Θα­νά­ση, τὰ παν­τζού­ρια ἀ­νοι­γο­κλεί­να­νε ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα· πάν­τα μὲ τὸν ἴ­διο ρυθ­μό, λὲς καὶ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρα­το χέ­ρι τὰ ὁ­δη­γοῦ­σε.

        Ἡ Μ. ἄ­νοι­ξε τὴ μαύ­ρη καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ μπῆ­κε πρώ­τη. Λί­γα κε­ριά, ἔ­και­γαν ἀ­κό­μα στὸ μα­νουά­λι. Ἡ Μ. μοῦ ζή­τη­σε τὸν ἀ­να­πτή­ρα. Πῆ­ρε ἕ­να κε­ρὶ ἀ­πὸ τὸ σο­ρὸ στὸν πάγ­κο, τὸ ἄ­να­ψε καὶ τὰ κόκ­κι­να χεί­λη της φω­τί­στη­καν.

        Ἡ ξύ­λι­νη πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο πό­μο­λο κρε­μό­ταν τραυ­μα­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τῶν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στων ἀν­θρώ­πων.

        Σκο­τά­δι καὶ ὑ­γρα­σί­α σκέ­πα­ζαν τρυ­φε­ρὰ τὶς παμ­πά­λαι­ες ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες εἰ­κό­νες τῶν Ἁ­γί­ων. Μιὰ πε­λώ­ρια μὼβ κουρ­τί­να κά­λυ­πτε τὰ σκο­νι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­π’ τὸ τα­βά­νι κρέ­μον­ταν ἕ­νας τε­ρά­στιος πο­λυ­έ­λαι­ος. Τὸ πά­τω­μα ἦ­ταν ἀ­πὸ γε­μά­το τσι­μέν­το.

        Πι­στεύ­εις στὸ θε­ό; Μὲ ρώ­τη­σε ἡ Μ., ὅ­πως θὰ ρω­τοῦ­σε ἕ­να μι­κρὸ παι­δί: «τί εἶ­ναι θε­ὸς μα­μά;»

        Πι­στεύ­ω σὲ ἐ­σέ­να, τῆς ἀ­πάν­τη­σα μὲ τὴν ἴ­δια φυ­σι­κό­τη­τα.

        Τὴν ἅρ­πα­ξα ἀ­πὸ τὴ μέ­ση κι ἔ­ρι­ξα τὴ γλώσ­σα μου μὲ λύσ­σα στὸ στό­μα της.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α πι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σὰν νε­ό­νυμ­φοι. Ὁ ἥ­λιος εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά.

        Ἀ­πὸ τὸν πά­νω δρό­μο φά­νη­κε ὁ πα­πάς· μαῦ­ρος σὰν τὸ θά­να­το. Κρα­τοῦ­σε μιὰ χάρ­τι­νη σα­κού­λα στὸ χέ­ρι. Ἄ­κλη­ρος· πᾶ­νε πέν­τε χρό­νια ποὺ ἔ­χα­σε τὴν πα­πα­διὰ του ἀ­π’ τὴν κα­κιὰ ἀρ­ρώ­στια. Πά­λευ­ε νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­π’ τὸ Θε­ὸ καὶ τὸ κρα­σί. Ἔ­με­νε σ’ ἕ­να μι­κρὸ δω­μά­τιο πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρό: μὲ μιὰ κου­ζι­νού­λα καὶ μιὰ του­α­λέ­τα ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ποὺ ἔ­ζε­χνε ἀ­π’ τὸ σκα­τὸ καὶ τὸ κά­του­ρο.

        Στα­μά­τη­σε μπρο­στά μας. Ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος μιὰ σκιά. Ἡ Μ. ἔ­πι­α­σε τὸ ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τα­χτή­κα­με. Κα­νεὶς δὲ μί­λη­σε. Ἡ σι­ω­πὴ μπῆ­κε μέ­σα μου σὰν βε­λό­να.

        Γυ­ρί­σα­με σπί­τι.

        Ἡ Μ. στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ χά­ζευ­ε τὴ νύ­χτα ποὺ ἔ­φτα­νε. Ἔ­βα­λα τὸ σου­γιὰ στὸ συρ­τά­ρι.

        Τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα, ἔ­κα­τσε ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸν κα­να­πέ. Στὰ χέ­ρια της κρα­τοῦ­σε τὶς «Μέ­ρες» τοῦ Σε­φέ­ρη.

        Κόλ­λη­σα πά­νω στὸ σῶ­μα της.Ὅ­λη τὴ νύ­χτα δι­ώ­χνα­με τὸν ὕ­πνο ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Δυ­ὸ λευ­κοὶ καρ­χα­ρί­ες κο­λυμ­πού­σα­με κά­τω ἀ­π’ τὴ μάλ­λι­νη θά­λασ­σα… Λί­γο φεγ­γά­ρι τρύ­πω­σε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κά­να­με χῶ­ρο νὰ βο­λευ­τεῖ.

        Τὰ παι­διὰ παί­ζα­νε ἀ­κό­μα στὸν δρό­μο. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­καν φω­νές: «Φω­τιά! Φω­τιά! Ὁ Ἅι Θα­νά­σης ἅρ­πα­ξε φω­τιά!».

          Τὰ κλα­ρί­να σί­γη­σαν στὴ πλα­τεί­α.

        Ἡ ἐκ­κλη­σί­α ἔ­γι­νε μιὰ πύ­ρι­νη μπά­λα. Ἡ νύ­χτα κοκ­κί­νι­σε πά­νω ἀ­π’ τὰ πεῦ­κα· οἱ τσίγ­κι­νες στέ­γες ἔ­λαμ­παν σὰν πα­σχα­λι­ά­τι­κα αὐ­γά.

        Ἡ φω­τιά, βρῆ­κε τὸν πα­πὰ Ἀ­νέ­στη με­θυ­σμέ­νο στὸ ἱ­ε­ρό, ἀγ­κα­λιὰ μὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Τὸ κοκ­κι­νέ­λι ἔ­στα­ζε στὸ τρα­πέ­ζι· λι­ω­μέ­νο κε­ρὶ στὸ σῶ­μα του.

        Ἡ Μ. ἔ­παι­ζε μὲ τὸ σου­γιὰ στὸ στῆ­θος μου.

        Ξη­μέ­ρω­νε στὴ Βά­λια Κάλ­ντα…


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εὐ­θύ­μιος Λέν­τζας (Λά­ρι­σα, 1986). Πε­ζὰ καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ: στὸ Ποι­εῖν, στὴν Bibliotheque, στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ Φρέ­αρ, στὸ Φτε­ρὰ Χή­νας καὶ στὸ Ἐ­ξι­τή­ριον-Ψη­φια­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­νοι­κτοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Ἡ πρώ­τη του ποιητικὴ συλ­λο­γὴ Κόκ­κι­νο σπί­τι (Ἐ­ξι­τή­ριον, 2018).


Βασίλης Μανουσάκης: Ὄχι τυχαῖα


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ὄ­χι τυ­χαῖ­α


Η ΒΡΗΚΕ νὰ κά­θε­ται στὶς 28 τοῦ λει­ψοῦ μή­να στὸ κα­φὲ ποὺ τὴ φαν­τα­ζό­ταν πάν­τα. Δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ ζη­τά­ει κά­τι. Ἀ­τά­ρα­χη. Κοι­τοῦ­σε τὸ κι­νη­τό της καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ ἕ­να τη­λέ­φω­νο. Δὲν τὸν πρό­σε­ξε.

        Κά­θι­σε στὸν ἀ­πέ­ναν­τι πάγ­κο καὶ πα­ρήγ­γει­λε τὸν κα­φέ του. Ἡ σερ­βι­τό­ρα τὸν προ­σπέ­ρα­σε μὲ τὸν κα­φέ της. «Ἄ­σε, τὸν πά­ω ἐ­γώ», τῆς εἶ­πε πι­ά­νον­τάς της ἐ­λα­φρά τὸ μπρά­τσο. «Μά…», τὸν εἶ­δε ὅ­μως νὰ ἐ­πι­μέ­νει μὲ τὸ βλέμ­μα καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σε.

        «Τὸν κα­φέ σου», τῆς εἶ­πε. «Εὐ­χα­ρι­στῶ», δί­χως νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

        «Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔρ­χε­σαι ἐ­δῶ… Μᾶλ­λον τὸ ἤ­ξε­ρα, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πε­ρί­με­να», τῆς εἶ­πε ἀ­κα­τά­λη­πτα.

       Ἐ­κεί­νη, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὶς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ες του, σή­κω­σε αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὸ κε­φά­λι. Τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὰ μά­τια καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ κα­θί­σει. «Ὄ­χι ἀ­πέ­ναν­τι. Ἐ­δῶ. Δί­πλα.»

        Ὁ ἥ­λιος κρύ­φτη­κε μέ­σα στὰ σύν­νε­φα καὶ σκο­τεί­νια­σε γιὰ δύ­ο ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὲς πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους. Τὴ μί­α κοι­τά­χτη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἄλ­λη φι­λή­θη­καν. Τὴν τρί­τη στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι εἶ­χαν ἑ­νω­θεῖ ἤ­δη.

        «Σὲ πε­ρί­με­να», τοῦ εἶ­πε. «Τὸ ἤ­ξε­ρα…»

        «Κι ἐ­γώ», τὴν ἔ­κο­ψε. «Δὲν θὰ φύ­γω». Καὶ ἔ­σκυ­ψε καὶ τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να ἀ­κό­μα φι­λὶ στὸ ἑ­πό­με­νο σύν­νε­φο.

       Στὴ ζω­ὴ του εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Στὴ ζω­ὴ της εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­κού­ει. Ἦ­ταν ἡ ἀ­κο­ή τους ποὺ τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τά, μιὰ καὶ βα­θιὰ μέ­σα στοὺς φώ­να­ζαν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἐ­αυ­τοί τους. Οὔρ­λια­ζαν οἱ λύ­κοι μέ­σα τους καὶ ἔ­ψα­χναν τὴ σε­λή­νη τους.

        Ἄλ­λη μιὰ στιγ­μὴ μα­ζὶ καὶ χω­ρί­στη­καν ἀ­μί­λη­τοι. Ὁ κα­θέ­νας ἄλ­λο δρό­μο. Μὰ οἱ μέ­ρες τους πλέ­ον ἦ­ταν πλεγ­μέ­νες μα­ζί. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ δί­νει τὴ θέ­ση τους στὴ σε­λή­νη ποὺ θὰ τοὺς ἕ­νω­νε πιά. Ὄ­χι τυ­χαῖα.

        «Θὰ σὲ βρῶ», εἶ­παν ταυ­τό­χρο­να. Καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α τους γρά­φε­ται.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


Πη­γὴ Κού­τση: Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;

 



Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νάν­τη­ση;


ΟΝ ΕΙΔΕ νὰ κά­θε­ται στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη θέ­ση ποὺ τὸν ἔ­βρι­σκε πάν­τα… Κά­θε πρω­ΐ. Σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ὁ ἥ­λιος ἔ­κα­νε τὸ πιὸ ὄ­μορ­φό του παι­χνί­δι. Ἔ­στελ­νε μιὰ ἡ­λι­α­χτί­δα του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρι­σκό­ταν τὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­νέ­μο­ρφο οὐ­ρά­νιο τό­ξο στὸ πι­α­τά­κι ποὺ κα­θό­ταν ὁ κα­φές της. Τῆς τὸ ἔ­δει­χνε κά­θε φο­ρὰ καὶ τῆς ἔ­σκα­γε ἕ­να φι­λὶ στὸ πρό­σω­πό της.

       Σή­με­ρα ἦ­ταν πο­λὺ θλιμ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει τοὺς κα­φέ­δες τους. Κοι­τοῦ­σε ἔ­ξω, ἀλ­λὰ τὸ βλέμ­μα του εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πό­κο­σμο. Πῆ­γε κον­τά του, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὸ σ’ ἀ­γα­πῶ της, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε. Θὰ μοῦ πεῖ σὲ λί­γο τί ἔ­χει. Τὸν χά­ι­δε­ψε στὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δι­κό της στὸν ὦ­μο του, ὅ­πως τοῦ ἄ­ρε­σε. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι μα­ζί του ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα καὶ ἔ­νι­ω­θε πὼς ὁ κό­σμος της ὅ­λος ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­φέ.

       Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ κλά­μα­τα. Οἱ λυγ­μοί του ἀ­κού­στη­καν μέ­χρι κά­τω καὶ ἡ σερ­βι­τό­ρα ἀ­νέ­βη­κε τρέ­χον­τας πά­νω νὰ δεῖ ἂν εἶ­χε γί­νει κά­τι. «Τὴν ἔ­νι­ω­σα» τῆς εἶ­πε. «Ἦρ­θε καὶ σή­με­ρα. Πο­τὲ δὲ λεί­πει. Πάν­τα ξέ­ρει ποῦ νὰ μὲ βρεῖ.»

       Πλή­ρω­σε τοὺς κα­φέ­δες μὲ χέ­ρια ποὺ ἔ­δει­χναν συν­τρι­βή. Φύ­λα­ξε τὸ βι­βλί­ο ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴν ψυ­χή του… Κά­θε πρω­ὶ τὸ ἔ­φερ­νε καὶ τῆς δι­ά­βα­ζε τοὺς στί­χους του, για­τὶ ἔ­τσι πί­στευ­ε ὅ­τι τὸν ἀ­κού­ει. Καὶ αὔ­ριο ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Θὰ πα­ράγ­γελ­νε τοὺς κα­φέ­δες τους. Καὶ ἂς εἶ­χε χα­θεῖ ἐ­κεί­νη γιὰ πάν­τα…



Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ψυ­χο­λο­γί­α.


 

Χρῆστος Χαρτοματσίδης: Ἡ κόκκινη Ferrari


Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δης


Ἡ κόκ­κι­νη Ferrari


ΠΑΝΤΑ θὰ κυ­νη­γοῦ­σε τὴν κόκ­κι­νη Ferrari… Τὸ καμ­πρι­ο­λὲ εἶ­χε στα­μα­τή­σει δί­πλα του, στὰ φα­νά­ρια. Πρό­σε­ξε πρῶ­τα τὸ κο­ρί­τσι στὸ τι­μό­νι. Ξαν­θιὰ βέ­βαι­α, πὼς ἀλ­λι­ῶς, μὲ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου σὰν στέ­κα στὰ μαλ­λιά. Τὴν κοί­τα­ζε ἀ­χόρ­τα­γα. Τὸ κον­τὸ φό­ρε­μα ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὰ μαυ­ρι­σμέ­να της πό­δια.

        Ἡ κο­πε­λιὰ μί­λα­γε στὸ κι­νη­τὸ καὶ γε­λοῦ­σε. Εἶ­χε ἀ­έ­ρι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Ἔ­νι­ω­σε νὰ τοῦ κό­βε­ται ἡ ἀ­νά­σα. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε πρά­σι­νο. Τὸ κο­ρί­τσι χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πά­τη­σε τὸ γκά­ζι. Ξύ­πνη­σε τὸ ἀ­γρί­μι. Βρυ­χή­θη­κε ὁ κι­νη­τή­ρας. Βι­ά­στη­κε κι αὐ­τὸς νὰ γκα­ζώ­σει. Σα­νί­δω­σε τὸ πεν­τάλ. Ἄλ­λα­ζε ἀγ­χω­μέ­νος τὶς τα­χύ­τη­τες. Νό­μι­ζε πὼς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει. Τοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς γιὰ κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα τρέ­χα­νε μα­ζί, ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λον… Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὴν ξε­μεί­νει, ἔ­βλε­πε τὸ κόκ­κι­νο αὐ­το­κί­νη­το νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Τοῦ κόρ­να­ρε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Σὲ λί­γο… εἶ­χε χα­θεῖ…

        «Σί­γου­ρα θὰ πά­ει στὴν πα­ρα­λί­α.»

        Τὴν φαν­τά­στη­κε νὰ βγά­ζει μὲ χά­ρη τὸ λευ­κό της φό­ρε­μα γιὰ νὰ μεί­νει μὲ τὸ μα­γιό. Σὰν νὰ γδυ­νό­ταν μπρο­στά του κι ὄ­χι γιὰ τὴν θά­λασ­σα. Θὰ πή­γαι­νε νὰ τὴν βρεῖ! Νὰ τὴν προ­λά­βει! Οὔ­τε ποὺ πρό­σε­ξε τὰ σή­μα­τα ποὺ κά­να­νε οἱ ἀ­πέ­ναν­τι ὁ­δη­γοί. Καὶ τὸν τρο­χο­νό­μο τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τὸν εἶ­δε:

        «Ἔ­τρε­χες μὲ 150!»

        Δὲν τὸ πί­στευ­ε πὼς ἡ σα­κα­ρά­κα του μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει τέ­τοι­α τα­χύ­τη­τα. Ἀ­φοῦ τραν­τα­ζό­τα­νε ὁ­λό­κλη­ρη, ἕ­τοι­μη νὰ δι­α­λυ­θεῖ.

        «Πά­νε στὴ συ­νά­δελ­φο γιὰ τὴν κλή­ση!» τοῦ εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

        Ἡ ἀ­στυ­νο­μι­κί­να ἦ­ταν μὲ τὴν πλά­τη. Κά­τι ἔ­γρα­φε… Γι’ αὐ­τὸ ξαφ­νι­ά­στη­κε ὅ­ταν ἀν­τί­κρι­σε τὸ πρό­σω­πό της. Σχε­δὸν ἴ­δια μὲ αὐ­τὴν ἀ­πὸ τὸ κόκ­κι­νο καμ­πρι­ο­λέ! Τὰ ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, λι­γά­κι πιὸ ἁ­δρά, πιὸ γή­ι­να. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ξαν­θά, μό­νο ποὺ μα­ζε­μέ­να σὲ ἀ­λο­γο­ου­ρά! Ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ κον­τά τα βαμ­μέ­να βλέ­φα­ρα, τὰ γα­λα­νὰ μά­τια. Ἔ­νι­ω­σε τὸ ἄ­ρω­μά της… Τοῦ ἦρ­θε ζα­λά­δα.

        «Εἶ­στε κα­λά, κύ­ρι­ε;»

        «Ὄ­χι καὶ πο­λύ.» ψέλ­λι­σε σὰν φλῶ­ρος. «Θὰ φταί­ει… ποὺ πρώ­τη φο­ρὰ σᾶς βλέ­πω ζων­τα­νά… κι ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρο!»

        Ἐν­τά­ξει, βλα­κεί­α ἦ­ταν, μὰ κά­τι ἔ­πρε­πε νὰ πεῖ.

        «Μή­πως νὰ σᾶς κά­νου­με ἀλ­κο­τέ­στ;» μού­τρω­σε ἡ ἄλ­λη.

        «Εἶ­στε τό­σο ἐν­τυ­πω­σια­κή!» συ­νέ­χι­σε μὲ θρά­σος. «Θὰ σᾶς πή­γαι­νε νὰ ὁ­δη­γού­σα­τε μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari!»

        «Σκέ­φτε­στε νὰ μοῦ προ­τεί­νε­τε μί­α Ferrari;»

        Τὸ βλέμ­μα της γλί­στρη­σε πρὸς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του. Του­λά­χι­στον νὰ τὸ εἶ­χε πλύ­νει.

        «Μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα!»

        Τὸν κοί­τα­ξε εἰ­ρω­νι­κά:

        «Προ­σπα­θεῖ­τε νὰ μὲ κα­λο­πι­ά­σε­τε γιὰ τὴν κλή­ση;»

        Μᾶλ­λον τὸν θε­ω­ροῦ­σε ἐ­λε­ει­νό.

        «Δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ κλή­ση!»

        «Θὰ ἔ­πρε­πε! Ἔ­χε­τε τά­ση γιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νες συμ­πε­ρι­φο­ρές!»

        Ἐ­πι­τέ­λους χα­μο­γέ­λα­σε. Κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά.

        Ἔ­κα­νε πὼς δι­στά­ζει, σὰν νὰ μά­ζευ­ε τὸ θάρ­ρος νὰ τῆς προ­τεί­νει:

        «Θέ­λεις νὰ βγοῦ­με μα­ζί;»

        Ἀ­συ­νεί­δη­τα εἶ­χε πε­ρά­σει στὸν ἑ­νι­κό. Ἐ­κεί­νη στα­μά­τη­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ χαρ­τιά. Ἴ­σως ὑ­πῆρ­χε ἐλ­πί­δα:

        «Δὲν βγαί­νω μὲ πα­ρα­βά­τες!»

       «Θὰ συμ­μορ­φω­θῶ! Τὸ ὑ­πό­σχο­μαι!» με­τὰ συ­νέ­χι­σε μὲ πά­θος: «Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω… στὴν πα­ρα­λί­α!»

        «Τὴν κλή­ση δὲν τὴν γλι­τώ­νε­τε!»

        «Θὰ εἶ­μαι ἐ­κεῖ! Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω!»

        Ἐν­τε­λῶς τυ­πι­κά τοῦ πα­ρέ­δω­σε τὸ χαρ­τί. Πῆ­γε κά­τι νὰ πεῖ, μὰ τὴν δι­έ­κο­ψε:

        «Πές μου ὅ­τι θὰ ἔρ­θεις!»

        «Ἴ­σως…» χα­μο­γέ­λα­σε: «Μὲ μιὰ κόκ­κι­νη Ferrari…».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῆ­στος Χαρ­το­μα­τσί­δη­ς (Σό­φια, 1954) Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­ευ­θυν­τὴς Μι­κρο­βι­ο­λο­γί­α­ς στὸ Γε­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κο­μο­τη­νής. Γνω­ρί­ζει βουλ­γα­ρι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κά. Τὸ 1980 δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ 2ο Βρα­βεῖ­ο στὸν Παν­βουλ­γα­ρι­κὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ 1990 ἀ­πέ­σπα­σε τὸ 2ο βρα­βεῖ­ο στὸ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου “Χ.Γ. Δά­νωφ” καὶ τοῦ Δή­μου Φι­λιπ­πού­πο­λης γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κι­θα­ρί­στας σὲ τα­βέρ­να. Τὸ 2003 τὸ ΔΗΠΕΘΕ Κο­μο­τη­νῆς πα­ρου­σί­α­σε τά δύ­ο του μο­νό­πρα­κτα Τό ἀ­σαν­σὲρ καὶ Ἡ ἔ­ξο­δος με­τὰ τὶς 6μμ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Τὸ 2008 τὸ Κρα­τι­κὸ Θέ­α­τρο τῆς πό­λης Σι­λί­στρα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας πα­ρου­σί­α­σε τὸ θε­α­τρι­κό του ἔρ­γο Οἱ ἐ­φιά­λτες τοῦ δή­μιου Σαν­σόν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή: Ὁ ξέ­νος (1986) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Λί­λια, (θε­α­τρι­κό, Μαν­δρα­γό­ρας, 2016). Τὸ δι­ή­γη­µ­α Ὁ Σοῦ­περ G ἀ­πὸ τὴν Καλ­κάν­τζα ἐ­ξε­δό­θη στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ µ­ἐ τί­τλο Ἱ­ε­ρὸ παι­δί.



		

	

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή


ΡΙΞΕ ἕ­να ἀ­κό­μη κρόσ­σι ἀ­ση­μέ­νιας βρο­χῆς στὸ κλα­ρί, ζου­λών­τας νευ­ρι­κὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μα­τσά­κι στὴν ἱ­δρω­μέ­νη της πα­λά­μη. Ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τὶς βά­λει προ­σε­κτι­κὰ μί­α-μί­α. Μὰ βρο­χὴ καὶ χι­ό­νι μα­ζὶ δὲν πᾶ­νε, ψι­θύ­ρι­σε ὁ μι­κρὸς λο­ξο­κοι­τών­τας γιὰ ἐ­νι­σχύ­σεις τὴν ἀ­δελ­φή του. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἔ­γνε­ψε ἀ­ό­ρι­στα, εἶ­χε κου­ρα­στεῖ, ὅ­τι καὶ νὰ ἔ­λε­γε τὸ ἀ­γό­ρι ἡ μη­τρι­κὴ δι­α­τα­γὴ ἦ­ταν ρη­τή, ἀ­φοῦ ὑ­πῆρ­χε ἡ βρο­χὴ στὴν κού­τα μὲ τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα, θὰ τὴν ἔ­βα­ζαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ μου­χλι­α­σμέ­νου κου­τιοῦ ἁ­πλώ­θη­κε σὰν ἀ­να­στε­ναγ­μὸς σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ δω­μά­τιο.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια συ­νέ­χι­ζε ἀ­νό­ρε­χτα νὰ στο­λί­ζει τὸ δέν­τρο μό­νη της. Ἔ­σκυ­ψε, ἀ­κούμ­πη­σε προ­σε­κτι­κὰ πλά­ι στὴ φάτ­νη τὰ δύ­ο πλα­στι­κὰ προ­βα­τά­κια ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­πὸ μι­κρή, νὰ χου­χου­λιά­ζουν τὸ βρέ­φος. Κά­θε τό­σο τὴν ἔ­πνι­γε ὁ λευ­κὸς κα­πνὸς Γκω­λου­άζ, ποὺ ξε­φυ­σοῦ­σε μὲ μα­νί­α ἡ μά­να της ἐ­νάν­τια σὲ ἀ­ό­ρα­το ἐ­χθρό, στρι­φο­γυρ­νών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ παι­χνί­δια, τά­χα νὰ τὰ ἰ­σι­ώ­σει. Ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι ἔ­τσι, ψέλ­λι­σε ὁ μι­κρός, τρε­μο­παί­ζον­τας τὰ δα­κρυ­σμέ­να ἀ­π’ τὸν κα­πνὸ μά­τια του, μπο­ροῦ­με νὰ τὸν κρα­τή­σου­με γιὰ σύν­νε­φο, ἔ; Ἡ Μ. προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν πέ­σει ἡ στά­χτη στὸ χα­λί, ἔ­σπα­σε τε­λι­κὰ τὴν πιὸ με­γά­λη, τὴν πιὸ ὄ­μορ­φη μπά­λα. Κλώ­τση­σε τὸ ἀ­ση­μὶ κου­φά­ρι. Ἄι­ι, τὸ καλ­τσὸν κοκ­κί­νι­σε. Ἡ ὀρ­γὴ τῆς κι­τρί­νι­σε τὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τή, κλει­δω­μέ­νη στὸ σπί­τι μὲ τὰ παι­διά, κι αὐ­τὸς ἀλ­λοῦ. Ποι­ός ξέ­ρει ποῦ καὶ μὲ ποι­ά.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια σκόρ­πι­ζε τώ­ρα βι­α­στι­κὰ τ’ ἀ­ση­μέ­νια κρόσ­σια ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς μπά­λες. Ἡ βρο­χὴ στὸ δω­μά­τιο δυ­νά­μω­σε ρα­γδαῖ­α, ση­κώ­θη­κε ξαφ­νι­κὸς ἀ­έ­ρας, κου­δού­νι­σαν τὰ κρε­μα­σμέ­να τρί­γω­να, ρί­γη­σαν τά­ραν­δοι κι ἐ­λά­φια, τὰ κλα­διὰ ἀ­να­δεύ­τη­καν ξη­λώ­θη­κε τὸ μπαμ­πα­κέ­νιο χι­ό­νι.

       Πά­ω γιὰ τσι­γά­ρα, φώ­να­ξε μέ­σ’ στὴν κο­σμο­χα­λα­σιὰ ἡ Μ. καὶ κο­πά­νι­σε πί­σω της τὴν πόρ­τα.

       Εἶ­δες τε­λι­κὰ πό­σο κα­λὴ εἶ­ναι ἡ βρο­χὴ εἶ­πε ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια καὶ ἕ­σφι­ξε τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὸ εἶ­χε ἤ­δη στρώ­σει, στὸ βά­θος ἡ λε­ω­φό­ρος ἔ­λαμ­πε κά­τα­σπρη.


 


Πηγή: ἐφ. Αὐγή, ἔν­θε­το «Ἀ­να­γνώ­σεις», Κυ­ρι­ακή, 23 Δε­κεμ­βρί­ου 2018.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσσερεις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποι­ή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr



		

	

Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας



Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας

(The Story of an Hour)


ΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ὅ­τι ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε καρ­δια­κὸ πρό­βλη­μα, δό­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χὴ στὸ πῶς θὰ τῆς ἀ­να­κοί­νω­ναν τὴν εἴ­δη­ση τοῦ θα­νά­του τοῦ συ­ζύ­γου της μὲ τὸν πλέ­ον ἀ­νώ­δυ­νο τρό­πο.

       Αὐ­τὴ ποὺ τῆς τὸ εἶ­πε μὲ μι­σό­λο­γα ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της ἡ Ζό­ζε­φιν· κα­λυμ­μέ­να ὑ­πο­νο­ού­με­να ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ, κον­τά της, ὁ φί­λος τοῦ συ­ζύ­γου της ὁ Ρί­τσαρ­ντς. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος, μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ νὰ εἶ­ναι πρῶ­το στὸν κα­τά­λο­γο τῶν «σκο­τω­μέ­νων». Χρει­ά­στη­κε μό­νο τὸν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἀ­λή­θεια μ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λε­γρά­φη­μα καὶ ἔ­σπευ­σε ὡς προ­σε­κτι­κὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς φί­λος νὰ με­τα­φέ­ρει τὸ θλι­βε­ρὸ μή­νυ­μα.

       Ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ δὲν ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες κά­νουν, πα­ρα­λύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦν τὴ ση­μα­σί­α της. Ἔ­κλα­ψε ἀ­μέ­σως καὶ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἔ­ξαλ­λη στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Ὅ­ταν ἡ θύ­ελ­λα τῆς θλί­ψης κα­τα­λά­για­σε ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της μό­νη. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς.

       Ἐ­κεῖ, ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο βρι­σκό­ταν μιὰ ἄ­νε­τη, εὐ­ρύ­χω­ρη πο­λυ­θρό­να μὲς στὴν ὁ­ποί­α βού­λια­ξε, συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση ποὺ στοί­χει­ω­νε τὸ σῶ­μα της καὶ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴν ψυ­χή της.

       Στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλα­τεί­α μπρο­στὰ στὸ σπί­τι της ἔ­βλε­πε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων ποὺ τρε­μό­παι­ζαν γε­μά­τες ἀ­πὸ τὴν και­νούρ­για ζω­ὴ ποὺ ἔ­φερ­νε ἡ ἄ­νοι­ξη. Ὁ ἀ­έ­ρας μο­σχο­βο­λοῦ­σε βρο­χή. Κά­τω στὸν δρό­μο ἕ­νας γυ­ρο­λό­γος δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν πρα­μά­τεια του. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­μυ­δρὰ οἱ νό­τες ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ ποὺ κά­ποι­ος τρα­γου­δοῦ­σε μα­κριὰ κι ἀ­μέ­τρη­τα σπουρ­γί­τια τι­τί­βι­ζαν στὶς μαρ­κί­ζες.

       Ἔ­βλε­πες κομ­μά­τια γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­χαν σω­ρευ­τεῖ τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο πρὸς τὴ δύ­ση ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Κά­θι­σε μὲ τὸ κε­φά­λι της ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι τῆς κα­ρέ­κλας, σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἀ­νέ­βη­κε ἕ­νας κόμ­πος στὸν λαι­μὸ καὶ τὴν τά­ρα­ξε, ὅ­πως τὰ παι­διὰ ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν κλά­ψει γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦν συ­νε­χί­ζουν νὰ κλαῖ­νε μ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ στὰ ὄ­νει­ρά τους.

       Ἦ­ταν νέ­α, μὲ φω­τει­νό, ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ γραμ­μὲς μαρ­τυ­ροῦ­σαν αὐ­το­συγ­κρά­τη­ση καὶ ἴ­σως κά­ποι­α δύ­να­μη. Ἀλ­λὰ τώ­ρα δι­έ­κρι­νες τὴ μουν­τὴ ἐ­πί­μο­νη μα­τιά της, ἐ­νῶ τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νο μα­κριὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ κομ­μά­τια τοῦ γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Δὲν ἔ­δει­χνε στο­χα­σμό, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὰν νὰ αἰ­ω­ρεῖ­το μέ­σα του κά­ποι­α εὐ­φυ­ὴς σκέ­ψη.

       Ἐρ­χό­ταν κά­τι κι αὐ­τὴ τὸ πε­ρί­με­νε ἔν­τρο­μη. Τί νὰ ἦ­ταν; Δὲν ἤ­ξε­ρε· ἦ­ταν τό­σο δυσ­δι­ά­κρι­το καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­το­νο­μά­σει. Ἀλ­λὰ τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ τὴν προ­σεγ­γί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὰ χρώ­μα­τα ποὺ γέ­μι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα.

       Τώ­ρα τὸ στῆ­θος της ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ κά­τι ποὺ πλη­σί­α­ζε γιὰ νὰ τὴν κυ­ρι­εύ­σει κι αὐ­τὴ ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὸ ἀν­τι­κρού­σει μὲ τὴ θέ­λη­σή της – τὸ ἴ­διο ἀ­νί­σχυ­ρη μὲ τὰ δυ­ὸ λευ­κὰ λε­πτά της χέ­ρια.

       Ὅ­ταν τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ μό­λις ἀ­νοιγ­μέ­να χεί­λη της μιὰ μι­κρὴ λέ­ξη εἰ­πω­μέ­νη ψι­θυ­ρι­στά. Ἀ­κού­στη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­νῶ ἀ­νά­σαι­νε: «ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη!» Τὸ κε­νὸ βλέμ­μα καὶ ἡ ὄ­ψη τοῦ τρό­μου ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ἀ­πὸ τὰ μά­τια της, ἐ­νῶ αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν ἔν­το­να καὶ λαμ­πε­ρά. Οἱ παλ­μοί της χτυ­ποῦ­σαν γρή­γο­ρα καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ ἔρ­ρε­ε ζέ­σται­νε καὶ χα­λά­ρω­νε κά­θε σπι­θα­μὴ τοῦ σώ­μα­τός της.

       Δὲν στα­μά­τη­σε γιὰ νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἐ­ὰν ἡ χα­ρὰ ποὺ τὴν κυ­ρί­ευ­ε ἦ­ταν ἢ ὄ­χι τε­ρα­τώ­δης. Μιὰ σα­φὴς καὶ ἀ­νώ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξει αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α ὡς ρη­χή.

       Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κλαι­γε ξα­νὰ ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­πε τὰ εὐ­γε­νι­κά, τρυ­φε­ρὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να στὸ σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ· τὸ πρό­σω­πο ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πο­τὲ κοι­τά­ξει δί­χως ἀ­γά­πη ἀ­κί­νη­το καὶ γκρί­ζο καὶ νε­κρό. Ἀλ­λὰ πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πι­κρὴ στιγ­μὴ εἶ­δε τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ τῶν ἐ­τῶν ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ θὰ ἀ­νῆ­καν σ’ αὐ­τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Καὶ ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ τὰ κα­λω­σο­ρί­σει.

       Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ ζεῖ γι’ αὐ­τὴν κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἑ­πό­με­νων ἐ­τῶν· θὰ ζοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἰ­σχυ­ρὴ θέ­λη­ση ἱ­κα­νὴ νὰ κάμ­ψει τὴ δι­κή της μὲ τυ­φλὴ ἐ­πι­μο­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴ θέ­λη­σή τους στὸν σύν­τρο­φό τους. Ἡ πρό­θε­σή της αὐ­τή, εὐ­γε­νὴς ἢ ἀ­πάν­θρω­πη, ἔ­κα­νε τὴν πρά­ξη νὰ μοιά­ζει ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ κα­θὼς τὴ σκε­φτό­ταν αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη στιγ­μὴ τῆς φώ­τι­σης.

       Κι ὅ­μως τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει – κά­ποι­ες φο­ρές. Καὶ ἄλ­λες πά­λι ὄ­χι. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε! Τί ἀ­ξί­α θὰ εἶ­χε ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὸ τὸ ἄ­λυ­το μυ­στή­ριο, ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε αἴφ­νης ὡς τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη πα­ρόρ­μη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       «Ἐ­λεύ­θε­ρη! Ψυ­χὴ καὶ σῶ­μα ἐ­λεύ­θε­ρα!» συ­νέ­χι­ζε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Ἡ Ζό­ζε­φιν ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στὰ στὴν κλει­στὴ πόρ­τα μὲ τὰ χεί­λη της στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ μπεῖ. « Λου­ίζ, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα! Σὲ ἱ­κε­τεύ­ω· ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα – θὰ ἀρ­ρω­στή­σεις. Τί κά­νεις, Λου­ίζ; Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα.»

       «Φύ­γε. Δὲν θ’ ἀρ­ρω­στή­σω». Ὄ­χι· ἔ­πι­νε τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­λι­ξή­ριο τῆς ζω­ῆς μέ­σα ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ φαν­τα­σί­α της ὀρ­γί­α­ζε, ἐ­νῶ ἡ σκέ­ψη τῆς ἔ­τρε­χε στὶς μέ­ρες ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες μέ­ρες, καὶ κα­λο­και­ρι­νὲς μέ­ρες, καὶ ὅ­λες οἱ μέ­ρες ποὺ θὰ ἦ­ταν δι­κές της. Μα­κά­ρι ἡ ζω­ὴ νὰ δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Μό­λις χτὲς ἦ­ταν ποὺ σκε­φτό­ταν μὲ ρί­γος γιὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς.

       Ἐν τέ­λει ση­κώ­θη­κε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα στὴ φορ­τι­κὴ ἀ­δελ­φή της. Δι­έ­κρι­νες κά­τι σὰν θρι­αμ­βευ­τι­κὸ πυ­ρε­τὸ στὰ μά­τια της ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα σὰν θε­ὰ τῆς Νί­κης. Ἅρ­πα­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, καὶ μα­ζὶ κα­τέ­βη­καν τὶς σκά­λες. Ὁ Ρί­τσαρ­ντς τὶς πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο.

       Κά­ποι­ος ἄ­νοι­γε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα μὲ τὸ κλει­δὶ τοῦ σύρ­τη. Ἦ­ταν ὁ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ αὐ­τὸς ποὺ μπῆ­κε, λι­γά­κι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι, κρα­τών­τας ἀ­τά­ρα­χα τὸν τα­ξι­δι­ω­τι­κό του σά­κο καὶ τὴν ὀμ­πρέ­λα. Ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ τοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος καὶ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε γι’ αὐ­τό. Ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὴ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ κραυ­γὴ τῆς Ζό­ζε­φιν· μπρο­στὰ στὴ γρή­γο­ρη κί­νη­ση τοῦ Ρί­τσαρ­ντς νὰ τὸν κρύ­ψει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Ὁ Ρί­τσαρ­ντς ὅ­μως ἄρ­γη­σε.

       Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ για­τροὶ εἶ­παν πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν καρ­διά της – ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ ποὺ σκο­τώ­νει.


(1894)


Πηγή: Ἀ­­πὸ τὴν ἱ­­στο­­σε­­λί­­δα τῆς Δι­­ε­θνοῦς Ἑ­­ται­­ρεί­­ας Κέ­ιτ Σο­­πέν: https://www.ka­te­cho­pin.org/the-story-of-an-hour/#online Ἡ Κέ­ιτ Σο­πὲν ἔ­γρα­ψε τὸ πε­ζὸ «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας», τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἴσως ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φέ­ως, στὶς 19 Ἀ­πρι­λί­ου 1894. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Vogue (στὸ ἴ­διο ἔν­τυ­πο ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ καὶ σή­με­ρα) στὶς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1894, μὲ τί­τλο «Τὸ Ὄ­νει­ρο τῆς μιᾶς ὥ­ρας». Ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ St. Louis Life στὶς 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1895 μὲ δύο ἀλ­λα­γές. Τὴν τε­λευ­ταία αὐ­τὴ ἔκ­δο­ση ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρού­σα πη­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση.

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ka­the­ri­ne O’ Fla­her­ty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Εἰκόνα: Περι­μέ­νοντας πλάι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔργο τοῦ Δανοῦ ζωγράφου
Carl Ho­lsøe (1863-1935).

Φω­το­γρα­φία τῆς σε­λί­δας τῆς πρώ­της δη­μοσί­ευ­σης τοῦ ἔργου στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue.