Σπύ­ρος Κρόκος: Ἀριάδνη



Σπύ­ρος Κρόκος


Ἀ­ριά­δνη


Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ἕ­να πα­γω­μέ­νο βρά­δι, σερ­γι­α­νών­τας, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἕ­να λυ­τρω­τι­κὸ με­θύ­σι μὲ φί­λους. Κά­πνι­ζε ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο ἀ­π’ ὅ­που ἀ­κού­γον­ταν τὸ Three O’ Clock in the Morning τοῦ Ντέξ­τερ Γκόρ­ντον. Ἕ­νας μάλ­λι­νος πλε­κτὸς σκοῦ­φος, χω­μέ­νος μέ­χρι τ’ αὐ­τιά, ἔ­κρυ­βε μέ­ρος τοῦ προ­σώ­που της. Ἦ­ταν σέ­ξι μ’ ἑλ­κυ­στι­κὸ σῶ­μα, ἂν κι ὄ­χι ἰ­δι­αί­τε­ρα ὄ­μορ­φη. Τί­να­ζε τὶς στά­χτες σὲ μιὰ γλά­στρα-τε­νε­κέ, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α σά­πι­ζε ἕ­να πα­χύ­φυ­το. Τ’ ἀν­θι­σμέ­να νυ­χτο­λού­λου­δα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ ἀλ­σύλ­λιο ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ναν λε­πτὰ ἀ­ρώ­μα­τα λε­μο­νιοῦ, βα­νί­λιας καὶ με­λιοῦ, ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­ον­ταν μὲ τὴν ὑ­γρα­σί­α τῆς νύ­χτας.

       «Ἔ­λα, ἔ­χει βρα­διὰ ἀ­νά­γνω­σης» μὲ πα­ρό­τρυ­νε γέρ­νον­τας ἐ­λα­φρὰ τὸ κε­φά­λι πρὸς τὸ κα­τώ­φλι. Αἰφ­νι­δι­ά­στη­κα. Τῆς χα­μο­γέ­λα­σα ἐν­στι­κτω­δῶς. Ἀν­τα­πέ­δω­σε, κα­θὼς μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε. Κα­τέ­βη­κα τὰ σκα­λιὰ κι ἔ­σπρω­ξα τὴν τζα­μέ­νια πόρ­τα. Ὁ χῶ­ρος ἔ­φερ­νε σὲ αὐ­το­σχέ­διο μπάρ. Κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ ἄ­το­μα ἔ­πι­ναν καὶ κά­πνι­ζαν, μό­νοι ἢ σὲ πα­ρέ­ες. Μύ­ρι­ζε μπά­φο κι ἀλ­κο­όλ. Μιὰ γυ­ναί­κα σ’ ἕ­να μι­κρὸ ξύ­λι­νο βά­θρο κρα­τοῦ­σε στὰ χέ­ρια της με­ρι­κὲς σκι­σμέ­νες σε­λί­δες βι­βλί­ου καὶ δι­ά­βα­ζε δυ­να­τά. Γύ­ρω της εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ κά­ποι­οι ποὺ τὴν ἄ­κου­γαν, γε­λών­τας καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας. Τὸ βι­βλίο ἦ­ταν πε­τα­μέ­νο δί­πλα της. Πλη­σί­α­σα καὶ τὸ σή­κω­σα. Οἱ Ση­μει­ώ­σεις ἑ­νὸς Πορ­νό­γε­ρου, τοῦ Μπου­κόφ­σκι. Ἔ­νι­ω­σα στὸ χέ­ρι μου τὸ ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νο στρι­φο­γύ­ρι­σμα τῆς κυ­λιν­δρι­κῆς ἐ­πι­φά­νειας μπου­κα­λιοῦ. Κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη. Μό­λις γύ­ρι­σα μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ζή­τη­σε κά­νον­τάς μου νό­η­μα, τὸ βι­βλί­ο. Τὸ ἀν­ταλ­λά­ξα­με μὲ τὴν μπύ­ρα, χέ­ρι μὲ χέ­ρι. Τὴν κοι­τοῦ­σα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται μέ­σα στὴν τσι­γα­ρί­λα πρὸς μιὰ αὐ­το­σχέ­δια βι­βλι­ο­θή­κη στὸ βά­θος. Ἐ­πέ­στρε­ψε χω­ρὶς τὸ βι­βλί­ο, ἕ­να μὲ δύ­ο λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα. Μ’ ἐ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸ μπρά­τσο.

       «Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν εἶ­σαι πο­λὺ ξε­νέ­ρω­τος» μου εἶ­πε. Ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο πεί­ραγ­μα, νο­μί­ζω, ἂν καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­α ἔν­δει­ξη στὴν ἔκ­φρα­ση καὶ στὸ ὕ­φος της ποὺ νὰ ἐ­πι­βε­βαί­ω­νε ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα κά­τι τέ­τοι­ο.

       Σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς πα­ρέ­ες μὲ σύ­στη­σε ὡς Θη­σέ­α. Εἶ­πε πὼς εἶ­μαι φί­λος της καὶ πὼς ἦρ­θα γιὰ νὰ τὴ “μα­ζέ­ψω”.

       Βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὸ μπὰρ εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ φυ­σά­ει καὶ νὰ ψι­χα­λί­ζει. Περ­πα­τή­σα­με με­ρι­κὰ τε­τρά­γω­να πί­νον­τας ἐ­ναλ­λὰξ μπύ­ρα ἀ­πὸ τὸ μπου­κά­λι. Δὲν κα­τά­λα­βα πό­τε πέ­ρα­σα τὸ χέ­ρι μου γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση της καὶ πά­νω στοὺς γο­φούς της. Ἀ­νε­βή­κα­με στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της.

       «Οὐ­ί­σκι;» ρώ­τη­σε.

       «Ναί­».

       «Πά­γο;»

       «Ὄ­χι».

       Δὲν ἔ­βα­λε οὔ­τε ἐ­κεί­νη. Τρά­βη­ξε τὸν σκοῦ­φο ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τὸ γυ­μνό, ξυ­ρι­σμέ­νο κρα­νί­ο της. Τὰ μαλ­λιὰ της εἶ­χαν πέ­σει. Τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­μή­χα­να.

       «Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ σκέ­φτε­σαι.» Τὸ βλέμ­μα της ὁ­δή­γη­σε τὸ δι­κό μου στὸ στῆ­θος της.

       Πα­ρέ­μει­να ἀ­μή­χα­νος, χω­ρὶς νὰ μπο­ρῶ νὰ πῶ κά­τι.

       «Θὲς νὰ δεῖς;»

       Ἔ­γνε­ψα κα­τα­φα­τι­κά. Ἔ­βγα­λε τὴν μπλού­ζα καὶ τὸ φα­νε­λά­κι. Φά­νη­καν δύ­ο ἐ­κτε­νεῖς δι­α­γώ­νι­ες οὐ­λές, μί­α σὲ κά­θε στῆ­θος. Ἄγ­γι­ξα δι­στα­κτι­κά. Τὰ δά­χτυ­λά μου ἀν­τέ­δρα­σαν στὴν τρα­χύ­τη­τα τῆς οὐ­λῆς. Ἀρ­γὰ καὶ τρυ­φε­ρά, πί­ε­σε τὶς πα­λά­μες μου πά­νω της, πλέ­κον­τας τὰ δά­χτυ­λά της ἀ­νά­με­σα στὰ δι­κά μου. Ἡ αἴ­σθη­ση τῆς τρα­χύ­τη­τας ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ, μέ­χρι ποὺ ἐ­ξα­λεί­φθη­κε. Φι­λη­θή­κα­με.

       Κά­να­με ἔ­ρω­τα ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι… Τὸ πρω­ί, μό­λις ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ἦ­ταν ἀ­πὸ πά­νω μου καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε.

       «Κα­λη­μέ­ρα. Εἶ­μαι ἡ Ἀ­ριά­δνη» εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας. Ρώ­τη­σα ἂν θὰ τὴν ξα­να­έ­βλε­πα.

       «Ἴ­σως», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε. «Ξέ­ρεις ποὺ συ­χνά­ζω.»

       Δυ­ὸ βρά­δια ἀρ­γό­τε­ρα κα­τη­φό­ρι­σα πρὸς τὸ αὐ­το­σχέ­διο μπάρ. Ἔ­μοια­ζε ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο. Ἡ τζα­μα­ρί­α του ἦ­ταν βαμ­μέ­νη μ’ ἕ­να ἄ­σπρο χρῶ­μα ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἀ­δι­α­φα­νῆ. Κά­ποι­α δι­α­λυ­μέ­να βα­ρέ­λια ποὺ ἔ­παι­ζαν τὸ ρό­λο τρα­πε­ζι­ῶν καὶ πάγ­κων, ἦ­ταν πα­ρα­τη­μέ­να πά­νω στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Τὸ βά­θρο ἀ­νά­γνω­σης κι αὐ­τὸ πε­τα­μέ­νο μπρο­στὰ στὴν εἴ­σο­δο. Μαῦ­ρες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ξέ­χει­λες ἀ­πὸ ἄ­δεια μπου­κά­λια, στοι­βά­ζον­ταν δί­πλα στοὺς μπλὲ καὶ πρά­σι­νους κά­δους ἀ­πορ­ριμ­μά­των. Ἀ­πὸ ἕ­να πε­ρί­πτε­ρο λί­γο πα­ρα­κά­τω ἔ­μα­θα πὼς ὁ χῶ­ρος λει­τουρ­γεῖ σὰν πε­ρι­στα­σια­κὸ στέ­κι, κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα νοι­κι­ά­ζε­ται καὶ γί­νον­ται δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ρώ­τη­σα δὲ φά­νη­κε νὰ ἤ­ξε­ρε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Ἐ­πέ­στρε­ψα γιὰ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο τσι­γά­ρο. Βο­λεύ­τη­κα δί­πλα στὴ γλά­στρα-τε­νε­κέ. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἀ­χνὸ φῶς τῆς φλό­γας τοῦ ἀ­να­πτή­ρα δι­έ­κρι­να στὴ βά­ση τῆς γλά­στρας κά­τι ποὺ μοῦ φά­νη­κε γνώ­ρι­μο. Τὸ πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου. Ἀ­συ­ναί­σθη­τα γύ­ρι­σα στὴν πρώ­τη σε­λί­δα. Βα­σι­κά, στὴ σε­λί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δι εἶ­χε συγ­κυ­ρια­κὰ βρε­θεῖ πρώ­τη. Στὸ ἐ­πά­νω της πε­ρι­θώ­ριο ὑ­πῆρ­χε γραμ­μέ­νο κά­τι: «Τε­λι­κὰ εἶ­σαι τυ­χε­ρός! Ἢ πει­σμα­τά­ρης κι αἰ­σι­ό­δο­ξος… Τὸ ἴ­διο μοῦ κά­νει. Σί­γου­ρα πάν­τως τζέν­τλε­μαν. Τὴ δι­εύ­θυν­ση γιὰ νὰ μοῦ ἐ­πι­στρέ­ψεις ὅ,τι ἀ­πέ­μει­νε ἀ­πὸ τὶς ση­μει­ώ­σεις τοῦ πορ­νό­γε­ρου, τὴ θυ­μᾶ­σαι φαν­τά­ζο­μια.» Ἔ­σβη­σα τὸ τσι­γά­ρο στὴ γλά­στρα-τε­νε­κέ. Ξε­κί­νη­σα, ἔ­χον­τας στὸ μυα­λό μου κα­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ νὰ πά­ρω τὸν τε­νε­κέ, νὰ τὸν κα­θα­ρί­σω καὶ νὰ τοῦ χα­ρί­σω γιὰ συν­τρο­φιὰ μιὰ ἀ­λο­κά­σια. Ὡς ἰ­δα­νι­κὸ φόν­το τῆς θέ­σης ποὺ θὰ ἔμ­παι­νε σκε­φτό­μουν τὸν λό­φο τοῦ Φι­λο­πάπ­που, ἔ­τσι ὅ­πως αὐ­τὸς φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι της.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπύ­ρος Κρό­κος (1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Συμ­με­τέ­χει ἐ­πί­σης στὸν πρῶ­το ἐ­τή­σιο κύ­κλο τῆς Σχο­λῆς Πυ­ρο­δό­τη­σης Θε­α­τρι­κῆς Γρα­φῆς τῶν Βαγ­γέ­λη Χα­τζη­γι­αν­νί­δη καὶ Θα­νά­ση Τρι­α­ρί­δη, τοῦ Θε­ά­τρου Πο­ρεί­α. Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες. Σχε­τι­κὲς ἀ­να­φο­ρές:Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου, Southern Point, Chop Chop Square, Ἀ­ριά­δνη στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι — Ἡ Αἰ­σθη­τι­κή του Μι­κροῦ· Θραύ­σμα­τα & Ἀ­να­μνή­σεις στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Eyelands· Ὁ Κό­σμος τῆς Λί­μνης στὸν ἱ­στό­το­πο­ Literature. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κὸ καὶ Τε­λευ­ταῖ­ο Δρο­μο­λό­γιο ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των «Δώ­μα­τα μὲ Θέ­α» (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) καὶ «Ἱ­στο­ρί­ες στὶς Ρά­γες» (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) ἀν­τί­στοι­χα. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Τζου­λιά­ννα Δα­βά­κη: Ἐπίλογος



Τζου­λιά­ννα Δα­βά­κη


Ἐ­πί­λο­γος


Οἱ με­γά­λες πρά­σι­νες χο­ρεύ­τρι­ες / Ντεγ­κὰ σὲ κάρ­τα
ΟΠΙΣΘΕΝ ΚΑΡΤΑΣ
(σφρα­γί­δα γαλ­λι­κοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου μὲ ἡ­με­ρο­μη­νί­α 08-01-2006)

Dear C.

 

It ΄s been a good time, here in Paris. I wish you could have been here, with me. There were some interesting exhibitions of Art. I am at a fri­ends΄­apar­t­ment now. Αlone. Soon I will be back in the States. When I return, I ΄ll try to change my ticket on the extra days for the weekend so we can have more time together. I have a plan on how to do it. I am waiting to see you but I am also very impatient about this. Being in Paris I have had a lot to reflect on,-to think about. My past, my future but I love you.

 

Love,

J.


* * *


ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ (Χω­ρὶς κάρ­τα, 29-01-2006)

J.,

Δύ­ο πρά­σι­νες χο­ρεύ­τρι­ες τοῦ Ντεγ­κὰ ἄρ­γη­σαν εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες καὶ νύ­χτες. Καὶ μά­λι­στα, χω­ρὶς τύ­ψεις. Ρου­φά­ω τὸ τε­λευ­ταῖ­ο τσι­γά­ρο τοῦ με­ρό­νυ­χτου. Μό­νο τὸ ψυ­γεῖ­ο σπά­ει τὴ σι­ω­πή. Τ’ ὄ­νο­μά της στὰ αὐ­τιά μου σὰ συ­νοι­κια­κὸ κου­τσομ­πο­λιό. Τυ­χαί­α ἐ­πι­λο­γὴ ἡ κάρ­τα σου ἢ γιὰ νὰ μοῦ θυ­μί­σεις ὅ­τι ἡ πρώ­ην γυ­ναί­κα σου ἦ­ταν πρί­μα μπα­λα­ρί­να; Ἢ τὸ χει­ρό­τε­ρο: τὸ ἔ­πρα­ξες ἀ­σύ­νει­δα ἐ­πει­δὴ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν οἱ μπα­λα­ρί­νες νὰ ἀ­σκοῦν πά­νω σου ἀ­κα­τα­μά­χη­τη ἕλ­ξη; Καὶ τὸ τη­λέ­φω­νο τό­σες μέ­ρες νε­κρό. Ὁ χρό­νος μας ἐ­πα­νῆλ­θε στὸ μη­δὲν κα­θὼς ἤ­ξε­ρα μό­νο πὼς μπο­ρεῖ νὰ πᾶς Χρι­στού­γεν­να στὸ Πα­ρί­σι κι ὄ­χι ἐ­δῶ, μὲ μέ­να. Προ­σκε­κλη­μέ­νος Γάλ­λων φί­λων ποὺ ἐ­γὼ δὲν ἔ­τυ­χε νὰ συ­ναν­τή­σω πο­τέ. Ἐξ ἀ­κο­ῆς μό­νο. Δὲν τοὺς συμ­πά­θη­σα. Δὲν εἶ­χα τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α ὅ­μως ὅ­τι τε­λι­κὰ πῆ­γες. Πέ­ρα­σαν οἱ γι­ορ­τὲς κι ἐ­γὼ ἀ­γνο­οῦ­σα ποῦ ἤ­σουν, μὲ ποι­ὸν ἤ­σουν, τί ἔ­κα­νες, τί εὐ­χή­θη­κες, τί δῶ­ρο πῆ­ρες. Οὔ­τε μιὰ εὐ­χὴ γιὰ κα­λὸ νέ­ο ἔ­τος. Ἐ­σεῖς στέλ­νε­τε καὶ κάρ­τες. Σκέ­φτη­κες τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὸ μέλ­λον, μοῦ γρά­φεις. Ἐ­γὼ πο εἶ­μαι τὸ πα­ρόν σου —ὑ­πο­τί­θε­ται— ποῦ βρί­σκο­μαι; Καὶ μὲ ποι­ά σει­ρά; Θὰ ΄θε­λα νὰ τὴ μά­θω τὴ σει­ρά. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο και­ρὸ εἶ­ναι γε­λοῖ­ο ἀλ­λὰ θέ­λω νὰ μά­θω σὲ ποι­ὰ σει­ρὰ στέ­κο­μαι καὶ σὲ πε­ρι­μέ­νω. Κι ἐ­σύ; Σὲ ἢ σὰν τα­ξι­δά­κι ἀ­να­ψυ­χῆς; Κα­λο­καί­ρι στὴν Ἑλ­λά­δα;

       Συ­γνώ­μη. Αὐ­τὸ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ τὸ γρά­ψω.

       Ἂν ἤ­σουν ἐ­δῶ, δὲν ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πῶ. Λά­θος μου. Σὲ ἀ­δι­κεῖ. Κι ἐ­γὼ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲ θέ­λω νὰ σ΄ἀ­δι­κή­σω.

       Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­σαι ἐ­δῶ. Ἔ­λα ὅ­πως εἶ­χες προ­γραμ­μα­τί­σει ἀλ­λὰ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­δῶ μυ­ρί­ζουν βα­ρυ­χει­μω­νιά. Κι οἱ δυ­ὸ πρά­σι­νες χο­ρεύ­τρι­ες τοῦ Ντεγ­κὰ ὁ­δή­γη­σαν τὴ σκέ­ψη μου σὲ ἕ­να ἐν­θύ­μιο ἐ­πι­λό­γου.

 

Ἀ­γά­πη,

Κ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τζου­λιά­ννα Δα­βά­κη. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, εἶ­ναι δι­κη­γό­ρος καὶ φοι­τή­τρια στὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ τοῦ ΕΑΠ- Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύ­ο ἄρ­θρα στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα μὲ τί­τλο «Συ­νε­πι­μέ­λεια τέ­κνων: Μιὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­νάγ­κη» καὶ «Τὸ τεκ­μή­ριο ἀ­θω­ό­τη­τας: Στοι­χεῖ­ο πο­λι­τι­σμοῦ καὶ ἐγ­γύ­η­ση γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ τὴ ζω­ή μας». Ἐ­πί­σης τὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ πέν­θος» ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ fractal



		

	

Τε­ὸ Ρόμ­βος: Τὸ κόκ­κι­νo τῆς φω­τιᾶς



Τε­ὸ Ρόμ­βος


Τὸ κόκ­κι­νo τῆς φω­τιᾶς


ΠΑΓΩΝΙΑ ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΕΡΗ σὲ κά­θε γω­νιὰ τοῦ τρέ­νου. Οἱ ἀ­νά­σες μου ξε­πη­δᾶ­νε καὶ ὑ­λο­ποι­οῦν­ται σὰν πρά­μα ζων­τα­νὸ καὶ μ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­νε κα­θὼς προ­χω­ρῶ στὸ δι­ά­δρο­μο. Βρῶ­μα καὶ μι­ζέ­ρια παν­τοῦ. Στρα­τι­ῶ­τες χα­κί, κου­ρε­μέ­νοι πο­λί­τες, φοι­τη­τές, Πο­μά­κοι, Τοῦρ­κοι τῆς Θρά­κης, Ἕλ­λη­νες. Ἐ­κεῖ ἔ­ξω, τὰ με­λα­νιὰ νε­ρὰ τοῦ Νέ­στου ποὺ κυ­λᾶ­νε δί­πλα μας, ξε­μαλ­λι­α­σμέ­να δά­ση σὲ τουρ­λω­τὰ βου­νὰ καὶ μο­να­ξι­ά­ρη­δες ἀρ­γυ­ρο­πε­λε­κά­νοι ποὺ φτε­ρου­γί­ζου­νε μα­ζί μας. Πα­ρα­νέ­στιον, Σταυ­ρού­πο­λις, Κυ­ψέ­λη, Ἴ­α­σμος, Σώ­στης. Φω­νὲς καὶ βλα­στή­μι­ες. Νυ­χτώ­νει σ’ ἕ­ναν ἐ­πί­πε­δο τό­πο. Μουν­τὰ χρώ­μα­τα, σπάρ­τα καὶ λά­σπη. Ὁ πο­μά­κος δί­πλα μου ξα­πλω­μέ­νος μ’ ἀ­νοι­χτὰ τὰ πό­δια σφίγ­γει καὶ τρί­βει ἡ­δο­νι­κὰ τ’ ἀρ­χί­δια του ἐ­νῶ μουρ­μου­ρά­ει λαγ­γε­μέ­να καὶ λι­γω­μέ­να λό­για. Τὰ φῶ­τα τῆς Κο­μο­τη­νῆς λαμ­πα­δι­ά­ζου­νε στὸ βρω­μι­σμέ­νο τζά­μι τῆς δεύ­τε­ρης θέ­σης. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει στὸ σταθ­μό…


*********


Μὲ πε­ρί­με­νε σκο­τει­νὴ καὶ ξε­πα­γι­α­σμέ­νη. Ἀγ­κα­λι­α­στή­κα­με καὶ με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα χω­ρί­σα­με καὶ κοι­τα­χτή­κα­με στὰ μά­τια. Δε­κα­τρεῖς ὧ­ρες τα­ξί­δι. Τὴ βρῆ­κα λί­γο ὠ­χρὴ καὶ ἀ­δυ­να­τι­σμέ­νη. Περ­πα­τή­σα­με στὴν πα­γω­νιά, στὸ θαμ­πὸ φῶς τοῦ δρό­μου, ἐ­νῶ πέ­ρα ἀ­κου­γό­τα­νε τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ τρέ­νου ποὺ ξε­μά­κραι­νε. Πε­ρι­πλα­νη­θή­κα­με γιὰ λί­γο στοὺς λι­θό­στρω­τους δρό­μους τῆς πα­λιᾶς τούρ­κι­κης συ­νοι­κί­ας. Τζα­μιά, μι­να­ρέ­δες, μι­κρο­μά­γα­ζα. Κι ἔ­νι­ω­σα ἐ­πι­τέ­λους κα­λά…


*********


Κά­τσα­με σ’ ἕ­να κα­φε­νὲ μ’ ὅ­λες τὶς φά­τσες τῶν ἀρ­σε­νι­κῶν γυ­ρι­σμέ­νες πά­νω μας καὶ πα­ραγ­γεί­λα­με κά­τι ζε­στό. Εἶ­χα πα­ρα­τη­ρή­σει κά­τι πε­ρί­ερ­γο στὸ βά­δι­σμά της κα­θὼς καὶ κά­ποι­ες μι­κρὲς συ­σπά­σεις στὸ πρό­σω­πό της ποὺ μὲ βά­λα­νε σὲ σκέ­ψεις, γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴ ρώ­τη­σα. Ἐ­κεί­νη κοκ­κί­νι­σε καὶ θέ­λη­σε ν’ ἀλ­λά­ξει κου­βέν­τα. Ἐ­πέ­με­να καὶ τὴν πί­ε­σα νὰ μοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ ὅ­τι θὰ μι­λού­σα­με ἀρ­γό­τε­ρα. Γε­λά­σα­με μὲ τὸ γκαρ­σό­νι ποὺ μπερ­δεύ­τη­κε κι ἔ­χυ­σε τὸ κρα­σὶ τοῦ Ἰσ­λὰμ ποὺ μᾶς ἔ­φερ­νε καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ζε­στα­μέ­νος κι ἐ­ρε­θι­σμέ­νος θέ­λη­σα νὰ πᾶ­με στὸ δω­μά­τιό της. Ξαφ­νι­κὰ ἔ­γι­νε πο­λὺ ἀ­μή­χα­νη, σὰν νὰ μὴν ἤ­ξε­ρε πιὰ νὰ μι­λά­ει καὶ στρι­φο­γύ­ρι­ζε τὰ δά­χτυ­λά της, ἐ­νῶ στε­κό­ταν ὄρ­θια καὶ μὲ κοι­τοῦ­σε, κά­ποι­α στιγ­μή, ἐ­πι­τέ­λους, τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε, μοῦ εἶ­πε ὅ­μως ὅ­τι θὰ κοι­μό­μα­σταν σὲ χω­ρι­στὰ κρε­βά­τια.

       Ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη σκο­τει­νὴ τρύ­πα ποὺ μᾶς ρούφη­ξε καὶ μᾶς στρι­φο­γύ­ρι­σε σὲ τοῦ­νελ ἐ­ρω­τι­κῆς ἔ­ξα­ψης καὶ πα­ρά­κρου­σης. Μα­κριὰ ἀ­κου­γό­τα­νε τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ τρέ­νου.

       Κα­τὰ τὸ πρω­ΐ, γυ­ρι­σμέ­νη μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι, μοῦ πρό­σφε­ρε τὰ ὀ­πί­σθιά της. Ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τη σὲ κά­θε κου­βέν­τα μου γιὰ με­τω­πι­κὴ δι­είσ­δυ­ση, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ νὰ τῆς χα­ρί­σω τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της, πα­λιά, κου­δού­νι­σμα τῆς γλώσ­σας μου πά­νω στὸ σή­μαν­τρο τῆς ἡ­δο­νῆς της. Μὲ κα­νέ­να τρό­πο δὲ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὴ δῶ καὶ νὰ τὴν ἀγ­γί­ξω στὸ μου­νάκι της. Αἰ­σθάν­θη­κα ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὁ­δη­γη­μέ­νος καὶ ἀ­πὸ τὸ ἔν­στι­κτο τὸ γε­νε­σι­ουρ­γὸ πα­σά­λει­ψα τὴν ψω­λή μου μὲ βα­ζε­λί­νη ποὺ μοῦ ἔ­δω­σε ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο —κά­τι μι­κρὸ ποὺ μ’ ἔ­κα­νε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὰ χά­σω— καὶ γλί­στρη­σα μέ­σα της, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη εἶ­χε τεν­τω­θεῖ στὰ γό­να­τα καὶ ἔ­σκου­ζε, βέ­λα­ζε, γαύ­γι­ζε, ἔ­κρω­ζε, νι­α­ού­ρι­ζε, μουγ­κά­νι­ζε, μέ­χρι ποὺ τῆς χά­ρι­σα τὸν ὕ­στα­το ρόγ­χο θα­νά­του.

       Με­τά, μα­ρα­μέ­νοι κι οἱ δυ­ό μας, ἀ­πο­κοι­μη­θή­κα­με. Τὸ πρω­ϊ­νό, ὁ ἥ­λιος ἐ­πι­τέ­θη­κε πρῶ­τα σ’ ἐ­μέ­να. Κοί­τα­ξα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μι­σο­κα­τε­βα­σμέ­νο στό­ρι καὶ εἶ­δα μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη χει­μω­νι­ά­τι­κη μέ­ρα νὰ μὲ χαι­ρε­τά­ει. Γύ­ρι­σα δί­πλα στὴν κο­πέ­λα καὶ χά­ζε­ψα τὸ τρυ­φε­ρὸ κοι­μι­σμέ­νο πρό­σω­πό της. Τρά­βη­ξα λί­γο τὴν κου­βέρ­τα καὶ κοί­τα­ξα τὰ βα­ριά της στή­θια, τὸ ρο­δα­λὸ δέρ­μα καὶ τὶς ἀ­κα­νό­νι­στες κοκ­κι­νί­λες ποὺ τῆς εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει ἡ σκλη­ρὴ κου­βέρ­τα στὰ πλευ­ρὰ καὶ στὴν κοι­λιά της. Τρά­βη­ξα λί­γο ἀ­κό­μα τὴν κου­βέρ­τα, ἐ­νῶ ἀ­να­ση­κώ­θη­κα καὶ θαύ­μα­σα τὰ δυ­να­τὰ πό­δια της καὶ τὴν τού­φα τὶς τρί­χες ποὺ ξε­πε­τά­γον­ταν ἀ­γρι­ε­μέ­νες καὶ κεῖ πά­γω­σα…

       Τὰ χεί­λη τοῦ κόλ­που της ἦ­ταν κοκ­κι­νι­σμέ­να, φου­σκω­μέ­να καὶ ραμ­μέ­να, ναί, ραμ­μέ­να. Ἔ­σκυ­ψα πιὸ κον­τά, μέ­χρι ποὺ μύ­ρι­σα τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὰ κολ­πι­κὰ ὑ­γρά, ζευ­γα­ρω­μέ­να μὲ τὴν ἀμ­μω­νί­α τοῦ κά­του­ρου καὶ κοί­τα­ξα ξα­νά, πιὸ προ­σε­κτι­κά. Μιὰ λε­πτὴ πε­το­νιὰ ἔ­πια­νε καὶ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρὲς στὰ χεί­λη τοῦ κόλ­που, σφι­χτὰ ραμ­μέ­νη ἀ­πὸ κά­ποι­ον ποὺ ἤ­ξε­ρε τί ἔ­κα­νε, χω­ρὶς ν’ ἀ­φή­νει κα­μιὰ σχι­σμὴ ἐ­λεύ­θε­ρη. Μοῦ ἦρ­θε ἐ­με­τός. Ἡ τά­ση γιὰ ἐ­με­τό μοῦ προ­κά­λε­σε ἀ­κα­τά­σχε­το βή­χα κι ὁ θό­ρυ­βος ποὺ ἔ­κα­να ξύ­πνη­σε τὴν κο­πέ­λα ποὺ μὲ κοί­τα­ξε, μό­νο γιὰ μιὰ στιγ­μή, κι ἀ­μέ­σως πε­τά­χτη­κε πά­νω κι ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει πρὶν σω­ρια­στεῖ στὸ πά­τω­μα. Ἔ­πε­σα πά­νω της καὶ τὴν κρά­τη­σα σφι­χτὰ στὴν ἀγ­κα­λιά μου γιὰ ὥ­ρα.

       Μα­κριὰ ἀ­κού­στη­κε τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ τρέ­νου ποὺ ἔμ­παι­νε στὸ σταθ­μό.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ἀσσασίνοι τοῦ Βορρᾶ Δροσουλίτες τοῦ Νότου (ἐκδ. Γόρδιος, Ἀθήνα, 1993· Α’ἔκδοση: Στὸ Βορρᾶ καὶ στὸ Νότο, ἐκδ. Στύγα, 1991).

Τε­ὸ Ρόμ­βος (Ἀ­θή­να, Κου­κά­κι, 1945). Ἔ­ζη­σε κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, τὶς Ἠ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὸ Κογ­κὸ καὶ μό­νι­μα στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴ Γερ­μα­νί­α. Σπού­δα­σε κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἐ­πί­σης σύ­στη­σε τὸ ἀ­ναρ­χι­κὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Octopus Press, ποὺ ἦ­ταν ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης γιὰ πε­ρι­θω­ρια­κούς, καλ­λι­τέ­χνες, ποι­η­τές, συγ­γρα­φεῖς ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν σὲ πλῆ­θος πο­λι­τι­κῶν συ­ζη­τή­σε­ων. Βι­βλί­α του: Τρί­α φεγ­γά­ρια στὴν πλα­τεί­αΚεί­με­νο Πά­θοςΓε­ώρ­γιος Νέ­γρος: Ὁ Τί­γρης τοῦ Αἰ­γαί­ου κ.ἄ.



		

	

Ζωὴ Κωνσταντίνου: Γκόγιο Χασιγκούτσι – Γυναίκα στὸ μπάνιο


Ζω­ὴ Κων­σταν­τί­νου


Γκό­γιο Χα­σιγ­κού­τσι – Γυ­ναί­κα στὸ μπά­νιο


ΗΡΑ ΜΙΑ ΓΚΕΪΣΑ καὶ τὴν ἀ­φι­σο­κόλ­λη­σα, για­τὶ σὲ σκέ­φτο­μαι καὶ ἤ­θε­λα κά­τι γυ­μνό, πρό­στυ­χο καὶ λε­πτε­πί­λε­πτο νὰ σὲ θυ­μί­ζει. Δυ­ὸ μέ­ρες με­τὰ τὰ γε­νέ­θλια σου, βλέ­πω τὴν ἁ­πα­λή της πλά­τη ποὺ σπά­ει ὅ­ταν μοῦ ρί­χνει μιὰ  κλε­φτὴ μα­τιά, καὶ μοῦ ‘ρχε­ται τὸ λο­ξὸ βλέμ­μα πού ‘χεις με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὅ­ταν μι­λᾶ­με.

        Ὄ­χι, ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι γκέ­ϊ­σα. Τώ­ρα σὲ βλέ­πω στὸν δι­ά­δρο­μο, τὴν ὥ­ρα ποὺ γυ­ρί­ζω στὸ γρα­φεῖ­ο. Στα­μα­τῶ καὶ κοι­τά­ζω πρὸς τὰ πί­σω. Πε­ρί­με­να πὼς εἶ­χες μπεῖ στὴν αἴ­θου­σα καὶ σὲ βλέ­πω ἀ­πέ­ξω, νὰ γέρ­νεις πλά­για μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι στὸ χε­ρού­λι, νὰ σταυ­ρώ­νεις τὰ πό­δια καὶ νὰ μὲ κοι­τᾶς. Κά­τι εἶ­πες καὶ τὸ ξέ­χα­σα.

        Ἔ­χω τὴν ἴ­δια γκέ­ϊ­σα δυ­ὸ φο­ρές. Ἡ πρώ­τη εἶ­ναι σὲ τε­τρά­διο. Ἔ­ψα­χνα ἀ­φί­σα καὶ νό­μι­ζα ὅ­τι τὴν βρῆ­κα πιὸ φτη­νή. Τώ­ρα ἔ­χω δύ­ο στὸ σπί­τι. Μί­α γιὰ νὰ γρά­φω καὶ μί­α γιὰ νὰ κοι­τῶ. Βλέ­πω τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ τε­τρα­δί­ου καὶ μοῦ ἦρ­θε τό­τε πού μοῦ ‘λε­γες πὼς θὰ εἶ­χε πλά­κα νὰ γι­νό­σουν Γι­α­πω­νέ­ζος. Νὰ μά­θαι­νες καλ­λι­γρα­φί­α καὶ γι­α­πω­νέ­ζι­κα. Με­τὰ βέ­βαι­α πρό­σθε­σες, πὼς αὐ­τὸ δὲν θὰ γι­νό­τα­νε πο­τέ. Πὼς ὅ,τι καὶ νὰ ἔ­κα­νες δὲν θὰ ἔ­φτα­νε νὰ γί­νεις Γι­α­πω­νέ­ζος. Ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πὼς ἤ­θε­λα νὰ μά­θω Κο­ρε­ά­τι­κα καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψω μα­ζί σου στὴν Τα­ϊ­βάν. Νὰ σὲ δῶ στοὺς δρό­μους μὲ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου ποὺ σὲ ἔ­χω δεῖ νὰ φο­ρᾶς μό­νο στὸ ἁ­μά­ξι.

        Ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα μι­λά­γα­με δυ­ὸ ὧ­ρες κι ἐ­σὺ ὅ­πως πάν­τα ἔ­φυ­γες νω­ρίς. Ὅ­σο μί­λα­γες, μὲ χτύ­πα­γε τὸ κλι­μα­τι­στι­κὸ για­τί κα­θό­μουν στὸ κα­τώ­φλι, καὶ τὸ κε­φά­λι μου βά­ραι­νε σὰν νὰ εἶ­χα πυ­ρε­τό. Τό­τε θυ­μή­θη­κα πὼς ἤ­μουν ἄρ­ρω­στη καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δου­λέ­ψω ἄλ­λο. Γύ­ρι­σα σπί­τι γε­μά­τη ἀ­πὸ σέ­να καὶ ἄ­δεια πά­λι. Μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ ἠ­ρε­μή­σει μό­νο ὁ σπὸρ fm.  Ἔ­ψα­χνα τὶς ἐκ­πομ­πὲς ποὺ ἀ­κοῦν οἱ τα­ξι­τζῆ­δες, ὅ­ταν γύρ­να­γα σπί­τι τρεῖς- τέσ­σε­ρις ἡ ὥ­ρα τὸ πρω­ὶ καὶ πέ­τυ­χα σ ’­ἐ­πα­νά­λη­ψη Led Zeppelin καὶ Janice Joplin. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνα ἀλ­λά μοῦ ‘κα­νε. Δυ­νά­μω­σα τὸ ἠ­χεῖ­ο κι ἄ­να­ψα τὸ πρῶ­το μου τσι­γά­ρο. Κα­τά­λα­βα πὼς γιὰ λί­γες ὧ­ρες γι­νό­μου­να κα­λά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ζω­ὴ Κων­σταν­τί­νου. Σπού­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου καὶ ζεῖ κι ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Πα­να­μᾶ. Δη­μο­σι­εύ­ει ποί­η­ση στὸ ἱ­στο­λό­γιο Los Innuendos,  ποί­η­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν ἐ­πί­σης δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἀγ­γλό­φω­να πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως τὸ Ink, Sweat & Tears, the Litro Magazine and the Selkie.


Εικόνα: https://en.wikipedia.org/wiki/Goy%C5%8D_Hashiguchi

 

Βασίλης Καραβίτης: Γεροντικὸς ἔρωτας: Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας



Βασίλης Καραβίτης


Γε­ρον­τι­κὸς ἔ­ρω­τας:

Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας


ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ τε­ρά­στιο μω­ρὸ καὶ μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες στὴ γέν­να. Ἡ μά­να του κιν­δύ­νε­ψε ἀ­παί­σια στὴν ἐπι­χεί­ρη­ση το­κε­τός, ἔ­τσι ποὺ ὁ πα­τέ­ρας του τὰ χρει­ά­στη­κε γιὰ κα­λά. Ἀ­π’ τὴ δεύ­τε­ρη ὅ­μως μέ­ρα τὰ ξέ­χα­σε ὅ­λα καὶ κα­μά­ρω­νε σὰν γύ­φτι­κο σκε­πάρ­νι γιὰ τὸν παί­δα­ρο ποὺ ἔ­φε­ρε στὸν κό­σμο (ἀ­κό­μα δι­η­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ γιοῦ του, ποὺ βρέ­φος βυ­ζα­νι­ά­ρι­κο ζη­τοῦ­σε —τά­χα— ἐ­πί­μο­να καὶ εἰδι­κὰ πε­πό­νι στὸ τρα­πέ­ζι). Με­τὰ τοὺς γνω­στοὺς ἐν­θου­σια­σμοὺς ἐγ­κα­τέλει­ψε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση τὸν Παῦ­λο στὶς φρον­τί­δες τῆς σκλη­ρο­τρά­χη­λης μά­νας του. Τὸ παι­δὶ πέ­ρα­σε ὁ­μα­λὰ ὅ­λες τὶς παι­δι­κὲς ἀρ­ρώ­στι­ες, ἐπέζη­σε στὴν Κα­το­χὴ καὶ μπῆ­κε στὴν ἐφη­βεία χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Ἔ­γι­νε ἕ­νας πα­νύ­ψη­λος, πα­χὺς κι ἀ­δέ­ξιος νε­α­ρὸς καὶ φα­νε­ρὰ μο­νό­χνο­τος τύ­πος. Ὑπάκουος καὶ ὑ­πο­κρι­τὴς στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὸ φό­βο τῆς δε­σπο­τι­κῆς μη­τέ­ρας του, ἔ­μα­θε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ ξε­σπά­ει στοὺς ἄλ­λους: μι­κρὸς ἀκό­μα, στοὺς βο­λι­κοὺς κι ἀ­δύ­να­τους συμ­μα­θη­τές του· καὶ ὅ­ταν με­γά­λω­σε καὶ βγῆ­κε στὴν πιά­τσα, στοὺς τα­λαί­πω­ρους ὑ­παλ­λή­λους του. Για­τί, πα­ρὰ τὰ κου­σούρια του, κα­τόρ­θω­σε νὰ πε­τύ­χει ἐπαγ­γελ­μα­τι­κὰ (μιὰ ἀ­κό­μη ἀ­πό­δει­ξη πὼς τί­πο­τα δὲν ἐμ­πο­δί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο νὰ κά­νει λε­φτά). Στὴν πε­ρί­πτω­σή του, αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­τυ­χία σί­γου­ρα εἶ­ναι ἀ­τύ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, ἀφοῦ μὴν ἔ­χον­τας τώ­ρα νὰ ἀναλω­θεῖ σὲ κά­ποι­ο εἶ­δος βι­ο­πά­λης, πρέ­πει ν’ ἀν­τέ­χει κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν ἄ­θλιο ἑ­αυ­τό του: κά­τι σὰν ἀν­θρω­πό­μορ­φο χρυ­σό­ψα­ρο μέ­σα στὴ γυά­λα τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς εὐ­μά­ρειας. Μ’ ὅ­λες τὶς πε­ρίσ­σι­ες ἀνέσεις του ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς ἴ­δι­ες καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες προ­σαρ­μο­γῆς στὸν γύ­ρω του ἐ­χθρικὸ κό­σμο (χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑπό­ψη τὴν ὕ­που­λη αἴ­σθη­ση τοῦ δια­βρωτι­κοῦ χρό­νου καὶ τῆς πα­ρο­δι­κό­τη­τας τῆς ὕ­παρ­ξής μας στὴ ζω­ή). Ἀ­πὸ φύ­ση μα­ζο­χι­στής, ἔ­βρι­σκε πάν­το­τε ἡ­δο­νὴ στὶς ἀ­νι­κα­νο­ποίη­τες γυ­ναῖ­κες, αὐ­τὲς ποὺ φάν­τα­ζαν μ’ ἔν­το­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα – συ­νή­θως ἕ­να δι­ά­φα­νο προ­πέ­τα­σμα τῆς ἀ­ξε­πέ­ρα­στης, στὶς πιὸ πολ­λές, μο­να­ξιᾶς τους. Γνώ­ρι­σε ἔ­τσι πρό­ω­ρα κάμ­πο­σες ἐ­ρω­τι­κὲς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις μὲ τὰ συ­να­κό­λου­θα ψυ­χι­κὰ τραύ­μα­τα, ποὺ ἡ χρό­νια ἀ­νώ­ρι­μη ψυ­χο­σύν­θε­σή του δὲν θέ­λη­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ, οὔ­τε μπό­ρε­σε φυ­σι­κὰ νὰ ξε­πε­ρά­σει. Κά­πο­τε παν­τρεύ­τη­κε μιὰ ξε­βγαλ­μέ­νη μὲ ἐκ­δη­λω­μέ­να δύ­στρο­πο χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ συμ­φω­νοῦ­σε, φαί­νε­ται, ἀό­ρι­στα μέ­σα του μὲ τὸ ἀν­δρι­κὸ ἀρ­χέ­τυ­πο τῆς μά­νας του. Ἴ­σως πά­λι ν’ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε στὰ τυ­φλὰ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας ποὺ χα­ρί­ζει σὲ τέ­τοι­ους τύ­πους τὸ νό­μι­μο πλαί­σιο τοῦ ζευ­γα­ρώ­μα­τος. Ξέχα­σε ὅ­μως τὴ δι­α­φά­νεια τοῦ ἀν­τι­φα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα του καὶ πό­σο εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ κι ἡ πιὸ ἠ­λί­θια σύ­ζυ­γος νὰ δι­α­κρί­νει τὶς εὐά­λω­τες πλευ­ρὲς τοῦ συμ­βί­ου της, μιὰ καὶ τὸν ἔ­χει κά­θε μέ­ρα στὸ χέ­ρι. Ἀπὸ ὑ­ποταγ­μέ­νος γιὸς ἔ­γι­νε ὑ­πο­ταγ­μέ­νος σύ­ζυ­γος κι αὐ­τὴ ἡ με­τά­θε­ση συν­τε­λέ­σθη­κε ἀ­νε­παί­σθ­η­τα καὶ σὰν μοι­ραί­α ψυ­χο­λο­γι­κὴ πο­ρεί­α τῆς σφρα­γι­σμέ­νης, μι­σε­ρῆς φύ­σης του. Ζών­τας τώ­ρα μό­νι­μα τὴν ἀ­να­σφά­λεια σὰν φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­ση, βι­ά­ζε­ται νὰ γυ­ρί­σει νω­ρὶς στὸ σπί­τι, πρέ­πει νὰ ξέ­ρει ποὺ βρί­σκε­ται κά­θε στιγ­μὴ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ δὲν ἀ­νέ­χε­ται νὰ μέ­νει μό­νη μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της. Θέ­λει νὰ νι­ώ­θει πὼς τῆς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος, για­τὶ ἕ­να τέ­τοι­ο συ­ναί­σθη­μα τοῦ καλ­λι­ερ­γεῖ μιὰ ὑ­πο­δό­ρεια αἴ­σθη­ση προ­ο­ρι­σμοῦ ποὺ τὸν ἡ­συ­χά­ζει. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι πὼς ἡ ἄλ­λη, σί­γου­ρη γιὰ τὴν ἄρ­ρω­στη ἐ­ξάρ­τη­σή του, δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται ἀ­νοι­χτὰ πὼς ἡ τό­ση ἀγά­πη καὶ φρον­τί­δα του τὴ σκο­τώ­νει. Σὲ λί­γο, πι­στεύ­ει ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, θὰ ξε­σπά­σουν ἀ­π’ τὴν τέ­τοι­α κα­τα­πί­ε­ση οἱ γνω­στές, γε­λοῖ­ες τά­σεις ἀν­ταρ­σίας ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτουν μέ­σα τους, γύ­ρω στὴν κλι­μα­κτή­ριο, οἱ βο­λε­μέ­νες ἔγ­γα­μες. Καὶ τό­τε θ’ ἀρ­χί­σει ἕ­να ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ σή­ριαλ μ’ ἐ­λε­ει­νὸ θύ­μα καὶ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν κω­μι­κο­τρα­γι­κὰ πα­νι­κό­βλη­το φί­λο μας. Μιὰ ἐ­ξέ­λι­ξη ποὺ οὔ­τε θέ­λω νὰ τὴ σκέ­φτο­μαι.

       Ὅ­μως ἀ­φέ­θη­κα στὰ προ­βλή­μα­τα τοῦ Παύ­λου, λὲς κι εἶ­ναι ὁ μό­νος ποὺ βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­π’ τοὺς πα­λιούς μας φί­λους. Ἴ­σως ὅ­μως καὶ νὰ προ­βά­λω πά­νω του προ­σω­πι­κά μου πλέγ­μα­τα ἢ ἐ­νο­χὲς καὶ συγ­γε­νι­κὲς κα­τα­στά­σεις ἄλ­λων φί­λων, ποὺ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πι­στεύ­ω πὼς δὲν μὲ ἀ­φο­ροῦν κα­θό­λου. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει τὸ πράγ­μα, τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι πὼς πι­ά­σα­με ὅ­λοι τὰ σα­ράν­τα πέν­τε (ἐ­δῶ κά­τι κλέ­βω) κι ὅ­λο τὸ μι­κρὸ κε­φά­λαι­ο τῶν ἐ­πα­φῶν μας μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες μοιά­ζει κι­ό­λας μα­κρι­νὸ κι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο. Μπαί­νου­με τώ­ρα κα­νο­νι­κὰ στὴ θέ­ση τοῦ ἀ­μέτο­χου θε­α­τῆ στὸ ἐρω­τικὸ παι­χνί­δι τῶν ἄλ­λων μ’ ὅ­λες τὶς κρύ­ες φο­βί­ες τοῦ με­σή­λι­κα. Ψυ­χο­λο­γι­κὰ ἀ­νέ­τοι­μοι στὸ γύ­ρι­σμα τῆς ζω­ῆς καὶ μὲ τὸ φάν­τα­σμα τῆς γε­ρον­τι­κῆς κα­τά­πτω­σης μπρο­στά μας. Ἔ­λε­γα πὼς μό­νο ἐγὼ αἰ­σθά­νο­μαι ἔ­τσι κι ἄρ­χι­σα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴν ξε­κάρ­φω­τη σὲ πολ­λὲς πλευ­ρὲς εὐ­αι­σθη­σία μου. Ὅ­μως βλέ­πω πα­ρό­μοι­ες τά­σεις καὶ σ’ ἄλ­λους γνω­στούς, μὲ στέ­ρε­ο —ὣς τὰ τώ­ρα— μυα­λό. Συ­χνὰ μὲ στρι­μώ­χνουν τὰ με­ση­μέ­ρια στὰ οὐ­ζά­δι­κα κι ἐ­κεῖ ζῶ τὰ πιὸ θλι­βε­ρὰ δι­α­λείμ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στὴ δου­λειὰ καὶ τὸν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ὕ­πνο. Βρι­σκό­μα­στε μα­ζὶ γιὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θοῦ­με —τά­χα— ἀ­πὸ πι­ε­στι­κά, τρε­χού­με­να προ­βλή­μα­τα. Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ἴ­σως κι ἀ­π’ τὴν ἐπί­δρα­ση τοῦ πο­τοῦ, τὸ ναρ­κω­μέ­νο μας θυ­μι­κὸ γυ­ρί­ζει μό­νι­μα σὲ πα­λι­ὲς γκο­με­νο­δου­λει­ές. Ἰ­δί­ως ὅ­ταν βρί­σκον­ται στὸ μα­γα­ζὶ τί­πο­τα ὀ­ρε­κτι­κὰ μα­νούλια μὲ τ’ ἀ­γό­ρια τους.

       Ἱδρώνω τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σω τὴ λο­γόρ­ροι­ά τους γύ­ρω ἀ­πὸ μπα­γι­ά­τι­κες ἐρω­τι­κές ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τὶς ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀνα­κα­τω­τὰ σ’ ὅ­λες τὶς ὁ­μα­λὲς καὶ δι­ά­στρο­φες ἐκ­δο­χές τους. «Δὲν τὸ κό­βε­τε τώ­ρα», τοὺς μα­λώ­νω. «Ἐν­τά­ξει, κύ­ριοι, ὡ­ραῖ­ο πράγ­μα ὁ ἔ­ρω­τας. Φτά­νει νὰ εἶ­ναι στὴν ὥ­ρα του. Ἀλ­λι­ῶς μοιά­ζει μὲ ξα­να­ζε­στα­μέ­νο τσά­ι.» Κου­βέν­τες ἄ­σχε­τες, ποὺ κα­νέ­νας δὲν δεί­χνει ν’ ἀ­κού­ει, ἐνῶ ταυ­τό­χρο­να πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ συμ­με­τέ­χει κα­νο­νι­κὰ στὶς ἄρ­ρω­στες ἀ­να­δρο­μές τους. Φεύ­γου­με ζα­λι­σμέ­νοι καὶ ἀλ­λό­κο­τα ἄ­δει­οι μὲ ὑ­πο­σχέσεις δι­ά­φο­ρες νὰ μὴ χα­θοῦ­με πά­λι.

       Τί μᾶς μέ­νει, λοι­πόν, ἐ­δῶ ποὺ φτά­σα­με, μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας σχε­δὸν μου­δι­α­σμέ­νες καὶ βα­θιὰ ἀνήσυ­χοι γιὰ ὅ­σα κρυ­φὰ ρη­μά­ζουν τὸν μέ­σα μας κό­σμο; Ὁ Κο­σμᾶς πι­στεύ­ει πὼς σὲ κά­θε ἄν­τρα ἐ­πι­ζε­ῖ μέ­χρι θα­νά­του ἕ­να ἀ­νε­ξάν­τλη­το ὑπό­λειμ­μα ἐρω­τι­κῆς φύ­σης ποὺ ἀ­δι­άκο­πα ἀν­τι­δρᾶ στὸ σκο­τει­νὸ μέλ­λον τῆς φθο­ρᾶς του. Ἂν εἶ­ναι ἔ­τσι τὸ φύ­λο μας, ὑπάρ­χει ἀ­κό­μη ἐλ­πί­δα σ’ ἕ­ναν τε­λευ­ταῖ­ο γε­ρον­τι­κὸ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἀν­θε­κτι­κὸς στὸ μο­χθη­ρό μας πε­ρι­βάλ­λον θὰ κρα­τή­σει ἀνοι­χτὴ τὴν ὑπό­σχε­ση τῆς σπά­νιας ἐ­πα- φῆς ποὺ ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ δι­ά­θε­ση χα­ρί­ζει. Κά­τι τέ­τοι­ο χρει­α­ζό­μα­στε γιὰ νὰ ἀν­τέξου­με τὰ πι­κρὰ χρό­νια ποὺ μᾶς πε­ρι­μέ­νουν. Κι ὄ­χι νὰ πα­ρι­στά­νου­με τώ­ρα τὸ σκλη­ρὸ πε­πό­νι στὴν κα­κό­τυ­χη γυ­ναί­κα μας, ποὺ κά­πο­τε τρο­μαγ­μέ­νη ἤ κου­ρα­σμέ­νη ἀπ’ τὸ ἐρω­τι­κὸ παι­χνί­δι ἀφέ­θη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε σὲ κά­ποι­ον δει­λὸ κι ἀ­νεκ­δή­λω­το ξε­μω­ρα­μέ­νο, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­πὸ μᾶς.



Πηγή: Ὀκνηρίας ἐγκώμιον ἤ γιατί μᾶς κλαῖνε κι οἱ ρέγγες (Στιγμή, 1985).

Βασίλης Καραβίτης (Νέα Ορεστιάδα, 1934-2016). Μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ καὶ ἀνδρώθηκε στὴν Αθήνα τῆς δεκαετίας τοῦ ’50, ὅπου σπούδασε νομικὰ καὶ δικη­γοροῦσε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια. Ἐξέδωσε ἐννέα ποιητικὲς συλλογές, δύο πεζο­γρα­φή­μα­τα και εἶχε μεταφράσει ξένη μεταπολεμικὴ ποίηση (Χέρμπετ, Μιλότς, Ρουζέ­βιτς, Σιμπόρσκα, κ.ἄ.). Ὑπῆρξε ἀπὸ τὰ ἱδρυτικά μέλη τῆς Ἑταιρείας Συγγραφέων καὶ τακτικὸς συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ Διαγώνιος στὴ Θεσσαλονίκη. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ παιχνίδι τῆς ἐπαφῆς (ποιήματα, Διαγώνιος, 1973).



		

	

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt): Πυγολαμπίδες

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Πυγολαμπίδες


ΙΑ ΦΩΤΙΣΜΟ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μό­νο πυ­γο­λαμ­πί­δες. Ἔ­χω εἰ­δι­κευ­μέ­νους ὑ­πη­ρέ­τες ποὺ τὶς μα­ζεύ­ουν, μό­λις νυ­χτώ­σει, καὶ στρῶ­νουν μ’ αὐ­τὲς τοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μου.

            Φῶς ἁ­πα­λό, ἐ­λα­φρὰ πρα­σι­νω­πό, λί­γο τρε­μου­λια­στό, ποὺ μπο­ρῶ στὴ λάμ­ψη του νὰ ξα­να­δι­α­βά­σω —μαν­τεύ­ον­τάς τα— τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να μου βι­βλί­α καὶ νὰ σφί­ξω στὴν ἀγ­κα­λιά μου αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν θὰ γί­νει δι­κή μου πο­τέ.



Πηγή: Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μτφ. Ἐ. Χ. Γονατᾶς (ἐκδ. Στιγμή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορμανδία, Γαλλία, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλλία, 2006). Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος καὶ ἐκδότης-τυπογράφος. Ἀπὸ τὸ 1963 ἐγκα­τα­στάθηκε στὸ Stigny (διαμέρισμα Yonne) τῆς Βουργουνδίας. Δημο­σίευσε πεζὰ ποιήματα, μικρὲς ἱστορίες, διηγήματα, μύθους καὶ ἀφηγήσεις φα­νταστικῶν ταξιδιῶν. Ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Ἑλλάδα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ. Πέθανε στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 2006, σὲ ηλικία 89 ἐτῶν, στὸ Stigny.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.

Εἰκόνα: Pierre Bettencourt (1917-2006) La Source de Dante, ἀκρυλικό, σχι­στό­λι­θος, 122 Χ 157 Χ 6,5 ἑκ.



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 9/11]


Μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας

(Ein ganz gewöhnlicher Waschtag)


Ν ΘΕΛΗΣΩ νὰ ζω­γρα­φί­σω τὸ πορ­τραῖ­το τῆς γυ­ναί­κας γιὰ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μα χρώ­μα­τα· θὰ πρέ­πει νὰ μὴν εἶ­ναι κραυ­γα­λέ­α οὔ­τε καὶ μάτ, μᾶλ­λον φω­τει­νά, ταυ­τό­χρο­να ὅ­μως θαμ­πά – πά­ει νὰ πεῖ: ἁ­πα­λά. Μὰ δὲν εἶ­μαι ζω­γρά­φος. (Πα­ρα­λί­γο νὰ εἶ­χα γί­νει, ὡ­στό­σο οἱ ἐν­δε­χο­μέ­νως σαρ­κα­στι­κοὶ δά­σκα­λοί μου στὴ σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν, στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χα ἐκ­μυ­στη­ρευ­τεῖ τό­τε μὲ παι­δι­ά­στι­κη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α μου, ἔ­βρι­σκαν πὼς ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου —ση­μει­ω­τέ­ον, «ὁ χα­ρα­κτή­ρας», ὄ­χι τὸ τα­λέν­το!— δὲν ἔ­κα­νε, λέ­ει, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Τὴ συλ­λο­γί­στη­κα πο­λὺ αὐ­τὴ τὴν πα­ρα­τή­ρη­ση, τὴν ὁ­ποί­α μοῦ ἐ­πέ­δω­σαν καὶ γρα­πτῶς, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ μπο­ρέ­σω νὰ βγά­λω ἄ­κρη.) Μιᾶς καὶ ὁ χα­ρα­κτή­ρας μου δὲν προ­σφέ­ρε­ται, λοι­πόν, γιὰ νὰ φι­λο­τε­χνή­σει ἕ­να πορ­τραῖ­το μὲ χρώ­μα­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ νι­ώ­θω πό­τε-πό­τε τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κά­νω ἕ­να πορ­τραῖ­το, ἀ­πέ­κτη­σα σι­γὰ σι­γὰ τὴ συ­νή­θεια νὰ ζω­γρα­φί­ζω μὲ λέ­ξεις. Δὲν ξέ­ρω καὶ τό­σο πολ­λὲς λέ­ξεις. Δι­α­θέ­τω, βέ­βαι­α, τρί­α λε­ξι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α μου ἔ­κα­ναν δῶ­ρο, κα­θὼς καὶ ἕ­να λε­ξι­κὸ ξέ­νων λέ­ξε­ων, ἐ­πί­σης δῶ­ρο, ὡ­στό­σο δὲν χρη­σι­μο­ποι­ῶ οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ δαῦ­τα γιὰ νὰ γρά­ψω, πο­τέ· ἴ­σα-ἴ­σα ποὺ θὰ μὲ φούρ­κι­ζε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ λέ­ξεις ποὺ δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὸ δι­κό μου λε­ξι­λό­γιο. Τώ­ρα ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ μι­λή­σω ἄλ­λο γιὰ μέ­να, μὰ γιὰ τὴ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­νέ­φε­ρα προ­η­γου­μέ­νως.

       Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Κλά­ρα καὶ μέ­νει σὲ ἕ­να συγ­κρό­τη­μα κα­τοι­κι­ῶν, στὸ ἰ­σό­γει­ο. Δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­να­τή, ὡ­στό­σο φρον­τί­ζει τὸ νοι­κο­κυ­ριό της μὲ προ­κο­πὴ καὶ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Ἔ­χει ἕ­ναν μι­κρὸ γιό, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὴν ὁ­ποί­α μι­λά­ει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α κα­θό­ταν μὲς στὸ πάρ­κο του κι ἔ­παι­ζε μὲ ἕ­να κου­τί. Ἡ Κλά­ρα τοῦ ἔ­δει­ξε πῶς βγαί­νει τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ κου­τὶ ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σε, ἀ­φοῦ ὁ μέ­χρι πρό­τι­νος εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μι­κρὸς ἔ­γι­νε με­μιᾶς γκρι­νιά­ρης καὶ ἅ­πλω­νε κά­θε λί­γο καὶ λι­γά­κι τὸ κου­τὶ πρὸς τὸ μέ­ρος της κα­θὼς μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νὰ βγά­ζει, μὰ ὄ­χι καὶ νὰ ξα­να­βά­ζει τὸ κα­πά­κι. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο (τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­θέ­τει δύ­ο δω­μά­τια καὶ ἕ­ναν μα­κρύ, στε­νό, σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο) ὁ σύ­ζυ­γός της, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δι­ο­ρι­σμέ­νος στὴν ὀρ­χή­στρα τοῦ θε­ά­τρου, ἔ­παι­ζε ἕ­να και­νούρ­γιο τρα­γού­δι. Τὰ τρα­γού­δια του, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πάν­το­τε ἐ­ρω­τι­κά, δὲν ἐ­πι­γρά­φον­ται πο­τὲ «Στὴν Κλά­ρα», μὰ γε­νι­κὰ καὶ ἀ­ό­ρι­στα «Σὲ μιὰ ἐ­ρω­μέ­νη», κά­τι ποὺ ὅ­σο νά ’­ναι στε­νο­χω­ρεῖ τὴν Κλά­ρα. Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, οὔ­τε τό­τε εἶ­χε κα­λὴ δι­ά­θε­ση, πα­ρὰ τὴν ὄ­μορ­φη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα· ὅ­μως, προ­τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τὴν αἰ­τί­α τῆς νευ­ρι­κό­τη­τάς της, θέ­λω νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ τώ­ρα δὰ ἀ­νέ­φε­ρα, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ σω­στό: ὁ­λάν­θι­στοι κῆ­ποι, γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­στε­καν στὶς αὐ­λό­πορ­τες καὶ κου­βέν­τια­ζαν, μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ μοί­ρα­ζε φυλ­λά­δες, ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ μό­λις ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὸ ψά­ρε­μα, παι­διὰ ποὺ ἔ­σκου­ζαν, καὶ ὑ­πε­ρά­νω ὅ­λων ὁ ἥ­λιος, ὁ ὁ­ποῖ­ος, λὲς καὶ μὲ ἐν­το­λὴ για­τροῦ, ἁ­πλω­νό­ταν προ­σε­κτι­κὰ καὶ ὁ­μοι­ό­μορ­φα, ἄγ­γι­ζε μύ­τες καὶ που­λιὰ καὶ χε­ρού­λια κα­ρο­τσι­ῶν ποὺ τὰ ἔ­σπρω­χναν χα­μο­γε­λών­τας μη­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­δει­χναν πο­λὺ ὄ­μορ­φες. Ἡ Κλά­ρα εἶ­χε μπό­λι­κη μπου­γά­δα· ἔ­ξω κυ­μά­τι­ζαν πε­τσέ­τες μπά­νιου, πε­τσέ­τες προ­σώ­που, πε­τσέ­τες κου­ζί­νας καὶ ὅ,τι ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει σὲ πε­τσέ­τα. Ὁ Γκρέγ­κορ, ὁ μι­κρὸς γιός, ἔ­κλαι­γε καὶ ὁ Μάξ, ὁ σύ­ζυ­γος, τρα­γου­δοῦ­σε μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη. Ἡ Κλά­ρα στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ εἶ­χε στυ­λώ­σει τὰ με­γά­λα, γα­λα­νὰ μά­τια της (χρώ­μα­τος σκου­ρο­γά­λα­νου, λὲς καὶ τὰ εἶ­χαν γε­μί­σει σκι­ὲς) στὸ σκοι­νὶ τῆς μπου­γά­δας. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­δε ἐ­κεῖ τὴν συν­τά­ρα­ξε: Ἀ­νά­με­σά σε μιὰ πά­να καὶ μιὰ μα­ξι­λα­ρο­θή­κη κρε­μό­ταν μὲ ἀ­πό­λυ­τη φυ­σι­κό­τη­τα ἕ­να χαρ­τὶ πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν γρα­φτεῖ νό­τες, ἕ­να τρα­γού­δι τοῦ ἄν­τρα της μὲ τὸν τί­τλο «Στὴν Κλά­ρα»· ἔ­στα­ζε ἀ­κό­μη καὶ πά­σχι­ζε νὰ στε­γνώ­σει. Αὐ­τὸ ἦ­ταν πράγ­μα­τι κά­τι τὸ ἐκ­πλη­κτι­κό, τρο­μα­χτι­κό, ἐ­ξί­σου ἀ­νε­ξή­γη­το ὅ­πως ἡ ἐ­πι­στο­λὴ ἐ­κεί­νων τῶν δα­σκά­λων μου στὴ σχο­λή. Κι ἀ­πὸ πά­νω ἦ­ταν καὶ κα­λο­καί­ρι, μιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς βρα­δι­ὲς τὶς βυ­θι­σμέ­νες στὰ ὄ­νει­ρα, ποὺ μᾶς κά­νουν ν’ ἀ­να­τρι­χι­ά­ζου­με ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Τὰ φορ­τω­μέ­να δέν­τρα κοι­μοῦν­ταν καὶ τὰ φύλ­λα τους ἔ­τρε­μαν σὰν σφα­λι­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Ἕ­να σμῆ­νος που­λιὰ πε­τά­χτη­κε μπρο­στὰ σ’ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ὁ­δη­γὸς στα­μά­τη­σε, βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ κοί­τα­ξε γύ­ρω της. Μό­λις ἀν­τί­κρι­σε τὴν Κλά­ρα στὸ πα­ρά­θυ­ρο, γέ­λα­σε καὶ ἔ­δει­ξε πρὸς τὴν πα­ρά­ξε­νη παρ­τι­τού­ρα. Ἐ­δῶ πιὰ πρέ­πει μᾶλ­λον νὰ ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἡ ὁ­δη­γὸς ἤ­μουν ἐ­γὼ καὶ ὅ­τι τὸ χαρ­τὶ ποὺ κα­μω­νό­ταν τὸ ἀ­σπρό­ρου­χο, μὲ τὸ τρα­γού­δι «Στὴν Κλά­ρα», στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­χε, ἄλ­λω­στε κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀλ­λό­κο­το. Ἐ­γὼ τὸ εἶ­χα ζω­γρα­φί­σει ἐ­κεῖ γιὰ νὰ ζω­η­ρέ­ψω λι­γά­κι τὴν ἡ­μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς Κλά­ρα – μὲ χρώ­μα­τα ἢ μὲ λέ­ξεις; Οὔ­τε ποὺ θυ­μᾶ­μαι πιά.

       Ἡ Κλά­ρα ἀ­να­στέ­να­ξε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση ὅ­ταν ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἡ παρ­τι­τού­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ ὅ­τι ἡ μέ­ρα μπου­γά­δας τῆς ἦ­ταν μιὰ ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μπου­γά­δας, δί­χως τί­πο­τε τὸ ὀ­νει­ρι­κὸ νὰ τῆς προ­σά­ψει κα­νείς. Ἦ­ταν μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ζεῖ πε­ρι­πέ­τει­ες ἢ πα­ρά­ξε­να πε­ρι­στα­τι­κὰ στὸ σι­νε­μὰ ἢ σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ὅ­μως στοὺς τέσ­σε­ρις τοί­χους της ὁ κό­σμος δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ ἐμ­πνέ­ει τρό­μο· τὸ κα­θε­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι ποὺ νὰ μὴν τρο­μά­ζει κα­νέ­νας, οὔ­τε κὰν τὸ κα­να­ρί­νι.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Basler Nachrichten ἐ­πι­φυλ­λί­δα 26.7.1965, στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (6.2.1959) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.



		

	

Π. ‘Ενιγουεϊ: The (wo)man who disappeared


Π. Ένιγουεϊ


The (wo)man who disappeared


ΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ τὴν ἔ­ψη­νε κα­θημε­ρι­νὰ (μὲ γλυκό­λο­γα, λου­λού­δια, ποι­ή­μα­τα, ἀ­κρι­βὰ ἑ­στι­α­τό­ρι­α, τὰ ξέ­ρε­τε..) Καὶ ὅ­ταν τοῦ ἔ­κα­τσε, τὴν ἑ­πο­μένη, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Δι­καίως.

 



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (1976, φι­λο­λο­γι­κὸ ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ἀ­λέ­ξη Πα­πα­δι­α­μάν­τη). Πε­ζο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἕ­νε­κε­ν μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Για­τί νὰ μὴ δι­α­βά­ζου­με τοὺς κλα­σι­κούς» (Φε­βρ. ’14). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Ἡ πραγματική κυρία Μίνα


Χρῖ­στος Δάλ­κος


Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να


«ΩΡΑΙΑ ΜΠΟΥΤΑΚΙΑ, ἔ­τσι;» εἶ­πε ὁ Ζα­ρού­χλας, ἐ­κεῖ γύ­ρω στὸ ᾿67, ἤ­μα­στε δὲ θά ᾿μα­στε δε­κά­ξι χρο­νῶ, κι ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα μὲ τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο τὰ ἔ­συ­ρε πρὸς τὰ κά­τω, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ἐ­κτί­μη­σης τοῦ ὡ­ραί­ου.

            Εἴ­χα­με βγῆ ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ δευ­τέ­ρου ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του καὶ περ­νά­γα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του, ποὺ ἡ πόρ­τα της ἤ­τα­νε ἀ­νοι­χτὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δῇς τὴν κυ­ρί­α Μί­να κα­θι­σμέ­νη στὴν ἕ­δρα. Ἡ φού­στα τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας ἦ­ταν τρα­βηγ­μέ­νη λί­γο πρὸς τὰ πά­νω καὶ ἄ­φη­νε νὰ φαί­νων­ται τὰ πό­δια της μέ­χρι τὴν μέ­ση πε­ρί­που τῶν μη­ρῶν. Τό­τε ὁ Ζα­ρού­χλας μὲ κύτ­τα­ξε μὲ λί­γο πο­νη­ρό, λί­γο θαυ­μα­στι­κὸ ὕ­φος, ἕ­νω­σε τὰ τρί­α δά­χτυ­λα καὶ τὰ κί­νη­σε πρὸς τὰ κά­τω λέ­γον­τας: «Ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» Μπο­ρεῖ νὰ πρό­σθε­σε κι­ό­λας: «Μὴ μοῦ πῇς!», ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά.

            Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι εἶ­ναι πὼς ἡ κυ­ρί­α Μί­να, στὸ ἄν­θος τῆς νι­ό­της της, κά­που εἰ­κο­σι­δύ­ο χρο­νῶ, φο­ροῦ­σε μαῦ­ρες νά­υ­λον κάλ­τσες καὶ μαῦ­ρα λου­στρι­νέ­νια γο­βά­κια, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τοῦ μα­κρι­νοῦ ᾿67, ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας γύ­ρι­σε καὶ μοῦ ᾿πε πὼς «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» καὶ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­πε κι­ό­λας «Μὴ μοῦ πῇς!», μ᾿ ἕ­να πο­νη­ρὸ ἐ­φη­βι­κὸ χα­μό­γε­λο.

            Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἡ κυ­ρί­α Μί­να γύ­ρι­σε τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο της χρό­νων καὶ μᾶς κύτ­τα­ξε, ἐ­κεῖ, στὴν πόρ­τα τῆς αἴ­θου­σας τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ Ἰν­στι­τού­του, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας κα­τέ­βα­ζε τὴν ἀ­νά­σκε­λη χού­φτα του μὲ τὰ τρί­α δά­χτυ­λα ἑ­νω­μέ­να, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ, καὶ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε, για­τὶ τὰ γα­λα­νά της μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νων μᾶς χα­μο­γέ­λα­σαν εὔ­θυ­μα, καὶ λί­γο αὐ­τά­ρε­σκα, κι ἐ­γὼ ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι κα­τα­κόκ­κι­νος. Ὁ Ζα­ρού­χλας δὲν ξέ­ρω τί ἔ­κα­νε, για­τὶ τὸ μό­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ ᾿κεῖ κι ἔ­πει­τα εἶ­ναι τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας νὰ μοῦ χα­μο­γε­λοῦν ὅ­λο εὐ­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση, ἐ­κεί­νη τὴν μα­κρι­νὴ βρα­διὰ τοῦ ᾿67.


Αὐ­τὰ τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τὰ ξα­να­συ­νάν­τη­σα με­τὰ ἀ­πὸ πε­νῆν­τα πε­ρί­που χρό­νια, στὸν προ­θά­λα­μο ἑ­νὸς ἰ­α­τρεί­ου καὶ τὰ ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως: ἦ­ταν τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας. Ὅ­μως ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α Μί­να. Κά­τω ἀ­πὸ τὰ γα­λα­νά της μά­τια σά­λευ­αν οἱ δί­πλες ἑ­νὸς πλα­δα­ροῦ προ­γου­λιοῦ, καὶ στὰ κον­τό­χον­τρα γε­ρα­σμέ­να της πό­δια ἕ­νας θύ­σα­νος ἀ­πὸ γα­λα­ζό­μαυ­ρες σπα­σμέ­νες φλέ­βες χυ­μοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τῶν μη­ρῶν καὶ τὰ γό­να­τα, μέ­χρι κά­τω, τὰ πρη­σμέ­να της δά­χτυ­λα.

            Δὲν φά­νη­κε νὰ μὲ ἀ­να­γνώ­ρι­σε, οὔ­τε κι ἐ­γὼ θέ­λη­σα νὰ δώ­σω γνω­ρι­μί­α. Ἐξ ἄλ­λου αὐ­τὴ ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να, ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ ὁ Ζα­ρού­χλας καὶ εἶ­χε πεῖ «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;», ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα, τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).



		

	

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Τὸ καπέλο



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 4/11]


Τὸ κα­πέ­λο

(Der Hut)


ΟΥ ΚΑΣΠΑΡ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ὅ­ταν ἡ ὁ­μί­χλη ἔ­κρυ­βε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων καὶ ὁ ἄ­νε­μος ἔ­κλει­νε τῶν λου­λου­δι­ῶν τὸ στό­μα, ἔ­τσι ποὺ τε­λι­κὰ ἀ­πέ­με­ναν πε­τα­μέ­να στὴ γῆ σὰν νε­κρὰ που­λιά, τοῦ ἄ­ρε­σε ὅ­μως καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω τὸ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὸ φῶς κα­θὼς δι­α­χε­ό­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν καμ­πα­να­ρι­ῶν, τὰ λι­κνι­στι­κὰ κύ­μα­τα τοῦ πο­τα­μοῦ ὅ­πως ἕ­σφιγ­γαν πά­νω τους τὶς κοι­λι­ὲς τῶν πλοί­ων, τὸ δι­α­πε­ρα­στι­κὸ τρα­γού­δι­σμα τῶν που­λι­ῶν. Ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί, ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοῦ τὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἡ ἀ­νά­μνη­ση, κα­θό­ταν σὲ ἕ­να δω­μά­τιο καὶ ἔ­τρω­γε, καὶ ἡ μη­τέ­ρα του, στὸ κε­φά­λι τῆς ὁ­ποί­ας δέ­σπο­ζε ἕ­να με­γά­λο κα­πέ­λο, τὸν πλη­σί­α­ζε κά­θε τό­σο γιὰ νὰ δεῖ ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε τὸ φα­γη­τό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ὅ­ταν σκο­τεί­νια­ζε, ὅ­ταν στα­μα­τοῦ­σε τὸ τὶκ-τὰκ τοῦ ρο­λο­γιοῦ καὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς ἀ­πει­λοῦ­σε νὰ γκρε­μι­στεῖ καὶ νὰ πέ­σει μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, λευ­κὰ λου­λού­δια περ­νοῦ­σαν γορ­γὰ μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια του.

       Κά­πο­τε, ὅ­ταν ὁ Κά­σπαρ δὲν ἦ­ταν παι­δὶ πιά, μπῆ­κε μιὰ νυ­χτε­ρί­δα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φτε­ρο­κο­πών­τας. Τὰ μά­τια της ἦ­ταν τρυ­φε­ρὰ καὶ λαμ­πε­ρά, ἡ φω­νή της ἔ­μοια­ζε μὲ μου­σι­κὴ παιγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν σα­τα­νᾶ, εἶ­χε κί­τρι­να δόν­τια, οἱ κι­νή­σεις της ἦ­ταν ἐ­ξω­τι­κές, χο­ρευ­τι­κές, τὸ χα­μό­γε­λό της κα­θα­ρὸ σὰν τὸν πρω­ϊ­νὸ οὐ­ρα­νό. Εἶ­πε: «Κα­λη­σπέ­ρα» καὶ ρώ­τη­σε ἂν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­θί­σει. Ἔ­φα­γε ἄ­σπρο ψω­μί, ἤ­πι­ε γά­λα καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ χι­ο­νο­νι­φά­δες στρο­βι­λί­ζον­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα ὅ­λο μά­τια καὶ τὰ δέν­τρα πρό­βα­λαν μέ­σα ἀ­πὸ τὴ γῆ σὰν χέ­ρια θαμ­μέ­νων. Τὸ πα­ρά­θυ­ρο πα­ρέ­με­νε ἀ­νοι­χτό, δι­ό­τι ὁ Κά­σπαρ φο­βό­ταν δια­ρκῶς μὴν τυ­χὸν καὶ πά­θει ἀ­σφυ­ξί­α. Τὴν ἐ­πί­σκε­ψη αὐ­τὴ τὴν ἔ­βλε­πε τώ­ρα μὲ ἀ­νη­συ­χί­α, κα­θὼς μέ­χρι τό­τε δὲν τοῦ εἶ­χε τύ­χει πο­τὲ ξα­νὰ πα­ρό­μοι­ος ἐ­πι­σκέ­πτης. (Τὶς πε­ρι­στα­σια­κὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ εἰ­σπρά­κτο­ρα δὲν τὶς λο­γά­ρια­ζε στὰ σο­βα­ρά.) Ρώ­τη­σε: «Ποι­ὰ εἶ­σαι;», πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι προ­σπά­θη­σε νὰ κα­τα­πι­έ­σει τὴν ἔμ­φυ­τη ρο­πή του πρὸς τὴν εὐ­γέ­νεια, ἡ ὁ­ποί­α θὰ τοῦ εἶ­χε ὑ­πα­γο­ρεύ­σει νὰ ἀ­πευ­θυν­θεῖ στὴ νυ­χτε­ρί­δα στὸν πλη­θυν­τι­κό. Πι­θα­νὸν νὰ ἤ­θε­λε ἔ­τσι νὰ ἀ­πο­μα­γεύ­σει τὸ πα­ρά­ξε­νο, τὸ ἀ­πί­στευ­το, καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τε­λι­κὰ δὲν δι­έ­κο­ψε τὴν ἐρ­γα­σί­α του, πα­ρὰ συ­νέ­χι­σε νὰ πλά­θει γυ­ναι­κεί­α ἀ­γαλ­μα­τί­δια ἀ­πὸ πη­λό, τὰ ὁ­ποῖ­α στὴ συ­νέ­χεια που­λοῦ­σε. Ἡ μη­τέ­ρα του κα­θό­ταν κον­τὰ στὴ σόμ­πα, ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­χε δι­α­βά­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Τὸ κα­πέ­λο της εἶ­χε ἔν­το­νο κόκ­κι­νο χρῶ­μα καὶ τὸ βλέμ­μα της, ποὺ πρό­βα­λε κά­τω ἀ­πὸ τὸ γεῖ­σο του, ἦ­ταν γε­μά­το αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, πρέ­πει νὰ τῆς ἄ­ρε­σε πο­λὺ νὰ φαν­τά­ζε­ται πὼς τό­σο ἡ ἴ­δια ὅ­σο κι ὁ γιός της βρί­σκον­ταν ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α του. Ἡ νυ­χτε­ρί­δα ξε­ρό­βη­ξε γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸν λαι­μό της, ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ πέ­τα­ξε με­ρι­κὲς ἀ­ε­ρο­λο­γί­ες, καὶ τό­τε τὸ ἀ­γαλ­μα­τί­διο ποὺ μό­λις εἶ­χε πλά­σει ὁ Κά­σπαρ μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα καὶ με­ρά­κι με­γά­λω­σε, ἀ­πέ­κτη­σε κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ καὶ γα­λα­νὰ μά­τια, χα­μο­γε­λα­στὸ στό­μα, χα­ρι­τω­μέ­να χε­ρά­κια καὶ πο­δα­ρά­κια ποὺ κι­νοῦν­ταν. Καὶ κα­θὼς ἦ­ταν, ἴ­σως, ντρο­πα­λό, τὸ τυ­λί­ξα­νε σὲ ἕ­να λευ­κὸ φό­ρε­μα ἀ­πὸ δαν­τέ­λα, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε γλι­στρή­σει ἁ­πα­λά, σὰν σύν­νε­φο χι­ο­νιοῦ, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ Κά­σπαρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὰ εἶ­χε χα­μέ­να, τραύ­λι­σε: «Τί ὄ­μορ­φη ποὺ εἶ­σαι» καὶ πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ θαῦ­μα ἀ­πὸ ὅ­λες του τὶς πλευ­ρές, σὰν νὰ ἀμ­φέ­βα­λε γιὰ τὴν τε­λει­ό­τη­τά του. Ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος στη­ρι­ζό­ταν ἀ­κό­μη πό­τε στὸ ἕ­να πό­δι καὶ πό­τε στὸ ἄλ­λο, χω­ρὶς νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴν παι­δι­ά­στι­κη συ­νή­θεια, ἡ μη­τέ­ρα ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ γω­νιά της, ὅ­που κα­θό­ταν μέ­χρι τό­τε σὰν μα­νι­τά­ρι μέ­σα σὲ θε­ο­σκό­τει­νο δά­σος, ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα της, στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε κα­τα­κα­θί­σει σκό­νη, καὶ ἐ­ξέ­φρα­σε τὴν ἄ­πο­ψη πὼς αὐ­τὸ τὸ ἀ­γαλ­μα­τί­διο τοῦ εἶ­χε πράγ­μα­τι πε­τύ­χει τοῦ γιοῦ της καὶ πὼς μᾶλ­λον θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ που­λή­σει ἀ­κρι­βά. Τὸ ὄ­μορ­φο κο­ρί­τσι χα­μο­γέ­λα­σε ὅ­ταν ὁ Κά­σπαρ εἶ­πε: «Ναί, μα­μά», κα­θὼς τῆς φά­νη­κε πὼς δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ποὺ εἶ­πε αὐ­τὰ τὰ λό­για, μιᾶς καὶ ἡ γλώσ­σα του δὲν κου­νι­ό­ταν μὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πά­νω στὰ χεί­λη του. Θυ­μή­θη­κε ὅ­τι μέ­χρι τώ­ρα εἶ­χε φι­λή­σει γυ­ναῖ­κες ὅ­πως χα­ϊ­δεύ­ει κα­νεὶς πα­ρά­ξε­να ζῶ­α γιὰ νὰ τὰ κα­θη­συ­χά­σει, ἢ μᾶλ­λον γιὰ νὰ κα­θη­συ­χά­σει τὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό. Κι ἐ­νῶ ἀ­κό­μα τοῦ περ­νοῦ­σαν δι­ά­φο­ρες, δι­ό­λου δυ­σά­ρε­στες σκέ­ψεις ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, τὸ κα­πέ­λο τῆς μη­τέ­ρας ἄρ­χι­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ σα­λεύ­ει, ἔ­γει­ρε σὰν χι­ο­νάν­θρω­πος ποὺ τὸν χα­ϊ­δεύ­ει ὁ ἥ­λιος, ἔ­χα­σε τὴ σκλη­ρά­δα του, σχη­μα­τί­στη­καν στα­γό­νες ποὺ ἔ­πε­φταν στὸ ἔ­δα­φος, κι ὅ­μως δὲν ἕ­λι­ω­σε, ὅ­πως πε­ρί­με­νε ὁ Κά­σπαρ, ἀν­τί­θε­τα ὑ­ψώ­θη­κε, πέ­τα­ξε ὅ­λο με­γα­λο­πρέ­πεια ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ψη­λά, βα­θιὰ μὲς στὸν λευ­κό, στρο­βι­λι­ζό­με­νο οὐ­ρα­νό, ὅ­που κον­το­στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­μώ­θη­κε πὼς εἶ­ναι ἄ­λι­κο φεγ­γά­ρι κι ἔ­πει­τα χά­θη­κε.

       Ἡ νυ­χτε­ρί­δα φτε­ρού­γι­σε ἀ­θό­ρυ­βα μα­κριά, καὶ ὁ Κά­σπαρ, σα­στι­σμέ­νος, με­θυ­σμέ­νος ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α κι ἔκ­πλη­ξη, πῆ­ρε τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Ἔ­ξω, τὰ δά­ση κά­θον­ταν πε­σμέ­να στὰ γό­να­τα σὰν πα­χι­ὲς λευ­κὲς ἀρ­κοῦ­δες, ὁ οὐ­ρα­νὸς βρον­τοῦ­σε μὲ μα­νί­α τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο στε­κό­ταν κα­τά­πλη­κτη σὲ μιὰ γω­νιὰ ἡ μη­τέ­ρα καὶ μουρ­μού­ρι­ζε μὲ εὐ­μέ­νεια καὶ ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­α μα­ζί: «Γι­έ μου, γι­έ μου, τί ἀλ­λό­κο­τα πράγ­μα­τα εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ συμ­βαί­νουν· θὰ μᾶς βγοῦν, ἄ­ρα­γε, σὲ κα­λό;»

       Χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη μη­τέ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α πο­τὲ δὲν μπό­ρε­σε νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν ἀ­πώ­λεια τοῦ κα­πέ­λου της, εἶ­χε πιὰ πε­θά­νει, καὶ ὁ Κά­σπαρ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὴ γυ­ναί­κα του γιὰ μιὰ πιὸ φω­τει­νὴ χώ­ρα, μιὰ χώ­ρα ὅ­που οἱ κα­ται­γί­δες βρον­τοῦ­σαν τὰ τύμ­πα­νά τους χα­ρού­με­να πά­νω ἀ­πὸ τὰ χον­τρὰ δέν­τρα, ὅ­που ἡ ὁ­μί­χλη ἦ­ταν χρυ­σὴ καὶ οἱ ἄ­νε­μοι ψι­θύ­ρι­ζαν ἐ­ρω­τό­λο­γα, ὅ­που τα λου­λού­δια χό­ρευ­αν μὲ ἄ­καμ­πτα φο­ρε­μα­τά­κια ἀ­πὸ με­τά­ξι καὶ τὰ που­λιὰ κε­λα­η­δοῦ­σαν ὅ­λη μέ­ρα, τό­τε πιὰ τύ­χαι­νε κά­που κά­που, στὴ μέ­ση μιᾶς συ­ζή­τη­σης, νὰ ση­κώ­νει ξαφ­νι­κὰ ὁ σύ­ζυ­γος τὸ βλέμ­μα του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ κά­νει τὴν ἑ­ξῆς ἐ­πί­κλη­ση: «Μά τὸ κα­πέ­λο τῆς μη­τέ­ρας μου», ὅ­πως ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι συ­νη­θί­ζουν νὰ λέ­νε: «Μά τὸν Θε­ό». Ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸν τῆς ὁ­μι­λί­ας, μό­νο ἡ γυ­ναί­κα του τοῦ ἔ­κλει­νε τὸ μά­τι, σὰν νὰ ἤ­ξε­ρε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους – μὰ γιὰ τὴ νυ­χτε­ρί­δα δὲν ἤ­ξε­ρε, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα της.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση, μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Judith Januar: Basler Nachrichten, 9.6.1963, καὶ στὴ συ­νέ­χεια: Beim Hute meiner Mutter, Nagel & Kimche 2004.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γία, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (Φεβρουάριος 1991) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.