Δημήτρης Τούλιος: Βούρκωμα


Τού­λιος Δη­μή­τρης


Βούρ­κω­μα

 

ΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ πα­ρὰ νὰ βρί­σκε­σαι ἐ­κεῖ… δή­λω­νε καὶ τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Προ­πέ­της Σά­ι­λυ. Τὴν ἔ­πα­θε κι αὐ­τὸς ὅ­πως κάμ­πο­σοι ἄλ­λοι ποὺ χά­ζευ­αν, μὲ τὶς ὧ­ρες τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς νύ­χτες, τὸ φεγ­γά­ρι νὰ λάμ­πει ξε­κά­θα­ρα καὶ νὰ προ­κα­λεῖ.

Ἦ­ταν Αὔ­γου­στος, οἱ δι­α­κο­πὲς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ Σά­ι­λυ ἄ­ρα­ζε στὴν πιά­τσα μο­νά­χος. Κά­πνι­ζε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ δεύ­τε­ρο πα­κέ­το του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον πε­λά­τη. Ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὴ θά­λασ­σα καὶ τὸ ζε­στὸ ψω­μί. Τὴν ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ποὺ πέ­ρα­σαν μα­ζὶ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ βρά­δυ. Καὶ ὅ­πως τό­τε, κοι­τοῦ­σε τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ κι ἀ­πό­ψε ἔ­λαμ­πε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ σὰ δυ­νά­στης στὸν οὐ­ρα­νό.

        Τό­τε ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος στὴν πόρ­τα. Ἕ­νας ἀλ­λό­κο­τος τύ­πος μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζος στὸ τα­ξὶ σὰ νὰ ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι.

        Αἰφ­νι­δι­α­σμέ­νος, ἀλ­λὰ πάν­τα ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας ὁ Προ­πέ­της δὲ δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, μὰ πο­λὺ εὐ­γε­νι­κὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πρό­σμε­νο ἐ­πι­σκέ­πτη νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό.

        «Φεγ­γά­ρι πη­γαί­νω.»

        «Ναί, κα­λὰ φί­λε, κα­λὸ τὸ ἀ­στεῖ­ο.»

        «Φεγ­γά­ρι, λέ­με!»

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­ξυ­σε λί­γο το κε­φά­λι του. Μπᾶς κι ἐν­νο­οῦ­σε κα­νέ­να κλὰμπ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲ γνώ­ρι­ζε;

        «Ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τό;» τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει.

        «Πᾶ­με ἀ­πὸ ‘δῶ καὶ θὰ σοῦ πῶ.»

        Ὁ Προ­πέ­της ξε­κί­νη­σε σὰ μα­γε­μέ­νος. Ὁ ἄ­γνω­στος τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μὲ θαυ­μα­στὴ ἀ­κρί­βεια. Ὅ­σο προ­χω­ροῦ­σαν μέ­σα στὴ νύ­χτα τό­σο τὰ κτί­ρια μει­ώ­νον­ταν μὲ θε­α­μα­τι­κὸ τρό­πο σὰν νὰ τὰ κα­τά­πι­νε ἀ­ό­ρα­τος δρά­κος. Οἱ δρό­μοι ἔ­μοια­ζαν καὶ τοῦ ἦ­ταν τε­λεί­ως ἄ­γνω­στοι. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­γι­νε σι­γὰ-σι­γὰ χα­λι­κό­δρο­μος ἐ­νῶ βρά­χια ἐμ­φα­νί­στη­καν ἑ­κα­τέ­ρω­θεν. Χά­θη­κε ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ τα­ξι­τζῆ. Τὸ GPS ἔ­σβη­σε νε­κρὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή. Μέ­σα στὴν ἀ­πό­λυ­τη σκο­τει­νιὰ ἀ­κου­γό­ταν μό­νο ἡ φω­νὴ τοῦ ἐ­πι­βά­τη. Σκλη­ρή, ψυ­χρή, ἀ­πό­λυ­τη. Τα­ξί­δευ­αν σὰ μέ­σα στὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ λί­θου, τὰ πάν­τα πέ­τρι­να γύ­ρω.

        Ὅ­μως ἡ ἀ­νά­σα του στὸ σβέρ­κο τοῦ τα­ξι­τζῆ εἶ­χε κά­τι ἀ­πὸ τὴ μα­μὰ λύ­και­να πρὸς τὰ κου­τά­βια της. Καὶ σὲ λί­γο μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ψύ­χρα εἰ­σέ­βαλ­λε ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του. Εἶ­χαν φτά­σει φεγ­γά­ρι, μά­λι­στα. Τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σαν οἱ λακ­κοῦ­βες. Κα­τέ­βη­καν. Ὁ Σά­ι­λυ δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ζη­τή­σει κό­μι­στρο, πό­σο μᾶλ­λον, ἐ­ξη­γή­σεις. Ἄλ­λω­στε τοῦ ἔ­φτα­νε ποὺ ἀ­νά­σαι­νε καὶ ἡ βα­ρύ­τη­τά του δὲν εἶ­χε με­τα­βλη­θεῖ. Τρί­χες τὰ ὅ­σα γνώ­ρι­ζαν πε­ρὶ ἐλ­λεί­ψε­ως ὀ­ξυ­γό­νου καὶ τὰ ρέ­στα. Ὕ­στε­ρα εἶ­δε κι ἐ­κεί­νη. Βρι­σκό­ταν μέ­σα σὲ ἕ­να κρα­τή­ρα κι ἔ­κα­νε μπά­νιο στὸ γα­λά­ζιο νε­ρό του. Ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ ἔγ­χρω­μο ση­μεῖ­ο τῆς Σε­λή­νης ἂν ἑ­ξαι­ροῦ­σες τὸ βυσ­σι­νὶ τα­ξί. Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Δέ­σμες φω­τὸς ἀ­νά­βλυ­ζαν ἀ­π’ ὅ­λες τὶς τρύ­πες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ κα­θό­τι τύγ­χα­νε καὶ αὐ­τό­φω­το!

        Ἡ Κάλ­λια φά­νη­κε νὰ αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο χα­μο­γε­λοῦ­σε σὰ νὰ ἤ­ξε­ρε τί θὰ συμ­βεῖ. Ὁ Σά­ι­λυ πῆ­γε νὰ βου­τή­ξει στὸ γα­λά­ζιο βοῦρ­κο μὲ τὴν πα­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­νη του. Ἀλ­λὰ τὸ χέ­ρι τοῦ ἐ­πι­βά­τη τὸν ἐμ­πό­δι­σε.

        «Ἐ­σύ, βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ μό­νο γιὰ νὰ μὲ κου­βα­λή­σεις. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι μα­ζί μου τώ­ρα.» τοῦ ἐ­ξη­γή­θη­κε. Καὶ ἀ­φοῦ γδύ­θη­κε, ἔ­πε­σε μέ­σα στὸ γα­λά­ζιο κι ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε μα­ζί της.

        Ὁ Σά­ι­λυ ἔ­νι­ω­σε τό­σο μό­νος ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὴ γῆ. Τοῦ φά­νη­κε ὑ­πέ­ρο­χη ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.

        Ἄς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἐ­πι­βά­της, ποὺ μό­λις τε­λεί­ω­σε μὲ τὸ κο­ρί­τσι, ἐ­πι­βι­βά­στη­κε πά­λι στὸ τα­ξὶ καὶ εἰ­σέ­πρα­ξε ὄ­χι καὶ λί­γα «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πὸ τὸν πλη­γω­μέ­νο πλὴν ὅ­μως ἀ­να­κου­φι­σμέ­νο τα­ξι­τζή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βιβλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).


Διαφημίσεις

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α: Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α


Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


ΕΛΕΙ νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔρ­χον­ται σύμ­φω­να μὲ τὰ μέ­τρα του τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του, τὰ κα­λο­δέ­χε­ται. Ἂν εἶ­ναι ἀ­σύμ­φω­να μὲ αὐ­τά, ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ τὰ δι­ορ­θώ­νει στὴ μνή­μη του.

       Ἔ­χει ὡ­ραί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­λή του. Δὲ θέ­λει μὲ τί­πο­τα νὰ τὴ χα­λά­σει. Μὰ τυ­χαί­νει νὰ συ­ναν­τή­σει μιὰ κο­πέ­λα ποὺ τοῦ ξυ­πνᾶ τὴν πε­ρι­έρ­γεια. Ποι­ά εἶ­ναι; Πῶς ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τό­σο μο­να­δι­κή; Ἂν τὴ χά­σει, ὄ­χι μό­νο δὲ θὰ μά­θει πῶς ἔ­φτα­σε νὰ εἶ­ναι τό­σο γνή­σια, τό­σο ἀ­συμ­βί­βα­στη, μὰ δὲ θὰ μά­θει ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γί­νει αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος. Καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ πα­ρα­κάμ­ψει κα­νεὶς τέ­τοι­α στιγ­μή. Τῆς λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ τὴ γνω­ρί­σει. Τὸ λέ­ει μὲ τό­σο πά­θος ποὺ ἡ κο­πέ­λα δι­αι­σθά­νε­ται ὅ­τι κά­τι σο­βα­ρὸ συμ­βαί­νει. Καὶ γί­νον­ται ζευ­γά­ρι τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, ξε­χνών­τας τὸν κό­σμο.

       Πῶς νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­ταν, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­λή του; Φτιά­χνει στὸ νοῦ του μιὰν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ποὺ δὲ πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ πα­ρὰ λί­γες ὧ­ρες. Χώ­ρι­σε χτὲς τὸ βρά­δυ. Ἕ­νας ἔ­ξυ­πνος ἄν­θρω­πος βρί­σκει πάν­τα μιὰν αἰ­τί­α χω­ρι­σμοῦ. Καὶ τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ συ­νάν­τη­σε τὴ μο­να­δι­κὴ και­νού­ρια κο­πέ­λα. Γιὰ νὰ ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σει αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ δι­ο­λί­σθη­ση χρό­νου, τὴ δι­η­γεῖ­ται στὸν κολ­λη­τό του, καὶ στὴν ἐ­πι­στή­θια φί­λη τῆς χτε­σι­νῆς κα­λῆς του, καὶ στὸν πα­τέ­ρα του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ πάν­τα σὰν σὲ ἔμ­πι­στο φί­λο. Τώ­ρα στέ­κει πά­λι ἀ­κέ­ραι­ος στὴν κρί­ση του, ἄ­μεμ­πτος στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

       Ἂν δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἄ­με­σα τὴν πρὶν κα­λή του, τὸ κα­τα­χω­ρεῖ στὰ ὑ­πέρ του. Πρέ­πει νὰ τῆς δώ­σει χρό­νο νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ. Τῆς ζη­τὰ τὰ κλει­διὰ τῆς φω­λιᾶς τους μὲ κά­ποι­ο πρό­σχη­μα, ἢ φεύ­γει μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι. Δὲν εἶ­ναι βάρ­βα­ρος. Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὰ ὅ­ριά του. Θὰ σε­βα­στεῖ τὸ ὅ­ρια τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του, τοῦ πρὶν και­ροῦ. Αὐ­τὸ δὲ λέ­γε­ται ἐ­ξα­πά­τη­ση. Λέ­γε­ται τρυ­φε­ρὴ κα­τα­νό­η­ση. Τὰ πάν­τα ρεῖ. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μποῦ­με δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ ἴ­διο πο­τά­μι. Αὐ­τὰ τὰ ἤ­ξε­ραν οἱ σο­φοί μας πρό­γο­νοι. Τώ­ρα εἶ­ναι και­νού­ρια ὥ­ρα, και­νού­ριος πο­τα­μός.

       Μὰ ἡ ζω­ὴ μας εἶ­ναι χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι στιγ­μές. Θὰ φα­νεῖ στὸν ὁ­ρί­ζον­τα κά­πο­τε, σὰν ἀ­στρα­πή, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει, μὲ κά­θε νευ­ρώ­να, μὲ κά­θε μό­ριό του, ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σει ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, για­τὶ μό­νο κον­τά της θὰ γνω­ρί­σει τὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ δι­ο­λι­σθή­σει τὸ χρό­νο, νὰ χω­ρί­σει χτές, πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν και­νού­ρια συ­νάν­τη­ση. Ἀ­κα­ρια­ῖα, πεί­θει τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴν πρέ­που­σα ἀλ­λη­λου­χία. Καὶ βγαί­νει πά­λι νι­κη­τής, μὲ ἀ­λώ­βη­τη τὴν κα­λή του ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Εἶ­ναι δρ. Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σορ­βόν­νης. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ 49 βι­βλί­α της: 10 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, 23 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ 16 θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἐ­νή­λι­κες καὶ γιὰ νέ­ους. Πολ­λὰ ἔρ­γα της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ, δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἢ ἐκ­δο­θεῖ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες, κι ἔ­χουν παι­χτεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ στὸ θέ­α­τρο, στὴ χώ­ρα μας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἡ ἴ­δια ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Δι­δά­σκει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ θέ­α­τρο. Δι­ευ­θύ­νει τὸ Θε­α­τρι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Νέ­ας Σμύρ­νης. Συ­χνὰ συμ­με­τέ­χει σὲ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια. Ἀ­πὸ τὸ 1996 ὀρ­γα­νώ­νει στὴν Ἑλ­λά­δα κά­θε δύ­ο χρό­νια δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια θε­α­τρο­λο­γί­ας ὡς πρό­ε­δρος Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­α­τρι­κῆς Ἔ­ρευ­νας στὴν Ἑλ­λά­δα. Εἶ­ναι Πρό­ε­δρος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Forum Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων τοῦ Ι.Τ.Ι. τῆς UNESCO. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πό­τε θὰ φα­νεῖ ἡ Φα­νή (Ἄγ­κυ­ρα, 2010).


Βασίλης Μανουσάκης: Ἐκνευρισμός


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ἐ­κνευ­ρι­σμός


 ΙΣΙΔΩΡΑ ἔ­φτα­σε λα­χα­νι­α­σμέ­νη στὸ σχο­λεῖ­ο ποὺ τὴν πε­ρί­με­ναν οἱ ἄλ­λοι γο­νεῖς. Δί­πλα της ἡ κό­ρη της νὰ παί­ζει σὰν γα­τὶ στὰ πό­δια της. Ὁ Μά­νος τὴν εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ἔρ­χε­ται. Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο βγῆ­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ καὶ κά­θι­σε μό­νος στὸ πε­ζο­δρό­μιο κοι­τών­τας πέ­ρα στὸν δρό­μο. Σὰν νὰ τὴν πε­ρί­με­νε. Τὴν πε­ρί­με­νε.

            Κα­θη­με­ρι­νὰ ροῦ­χα ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, ἁ­πλὰ ντυ­μέ­νη, μὰ πάν­τα προ­σεγ­μέ­νη. Χω­ρὶς κρα­γιὸν ἢ ἄλ­λο βά­ψι­μο, ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα ἔ­δει­χνε συ­νή­θως φυ­σι­κή. Μιὰ φο­ρὰ δὲν τὴν ἔ­χω δεῖ μὲ κρα­γιόν. Θὰ τῆς πή­γαι­νε, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος, ἀλ­λὰ οἱ σκέ­ψεις του πε­ρὶ αἰ­σθη­τι­κῆς δι­α­κό­πη­καν ἀ­πὸ τὴν κο­φτή της κα­λη­μέ­ρα. Κα­λὰ τὸ κα­τά­λα­βα, σκέ­φτη­κε πά­λι ὁ Μά­νος, ποὺ εἶ­χε νι­ώ­σει τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμό της ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Τί ἔ­χεις; Τὴ ρώ­τη­σε στὸ μυα­λό του.

            Τί­πο­τα, ἄ­κου­σε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ λέ­ει. Τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό.

            Τὴν κοί­τα­ξε, ἔ­πει­τα καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι στὰ πό­δια της καὶ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν αὐ­λή. Στὴ συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους γο­νεῖς γιὰ κά­ποι­α βα­ρε­τὰ θέ­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ὁ Μά­νος εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα του ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ει. Για­τί εἶ­σαι ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη; Τί σὲ τρώ­ει; Ρω­τοῦ­σε στὸ μυα­λό του. Ἄλ­λη ὥ­ρα, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ ἐ­κεί­νη, κα­θὼς ἔ­νι­ω­θε τὸ βλέμ­μα του νὰ καί­ει πά­νω της καὶ ἔ­γερ­νε τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος του.

            — Τώ­ρα…

            — Με­τά…

            Καὶ συ­νέ­χι­σαν ἔ­τσι τὸν δι­ά­λο­γό τους δί­χως νὰ ἀ­κού­σουν λέ­ξη ἀ­πὸ ὅ­σα λέ­γον­ταν στὴν αἴ­θου­σα.

            Τε­λεί­ω­σε ἡ συ­νάν­τη­ση, τε­λεί­ω­σε καὶ ὁ βου­βὸς δι­ά­λο­γος.

            Φεύ­γον­τας, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ δί­πλα της κι ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὸν στα­μά­τη­σε. Πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, τοῦ εἶ­πε μὲ ἕ­να ἀ­κό­μα σφί­ξι­μο στὸ μπρά­τσο. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, σὲ πε­ρι­μέ­νω κά­θε φο­ρὰ ὅ­που καὶ νὰ εἶ­σαι, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος καὶ προ­χώ­ρη­σε γρή­γο­ρα μή­πως καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­κού­σει.

            Ἄ­δεια­σε ἡ αὐ­λὴ ἀ­πὸ κό­σμο σι­γὰ-σι­γὰ κι ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε τε­λευ­ταί­α, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ κο­ρι­τσά­κι της νὰ πά­ει του­α­λέ­τα. Ὁ Μά­νος κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι καὶ λι­α­ζό­ταν. Χω­ρὶς λό­γο. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε μέ­σα του για­τί. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ τὴν εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζε. Ἔ­λα νὰ κά­τσεις, τῆς ἔ­γνε­ψε. Μό­λις κά­θι­σε, τὴν κοί­τα­ξε μέ­σα στὰ μά­τια. Πές μου τί ἔ­χεις. Εἶ­μαι ἐ­δῶ γιὰ σέ­να, ἔ­λε­γε τὸ βλέμ­μα.

            Κά­τι θέ­λω, κά­τι δὲν θέ­λω, ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να ὁ­λο­φά­νε­ρα μπερ­δε­μέ­νο χα­μό­γε­λο.

            Μί­λη­σέ μου. Ξέ­ρω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ πᾶς κά­που, τὴν κα­θη­σύ­χα­σε τὸ δι­κό του χα­μό­γε­λο.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι γύ­ρι­σε καὶ τοὺς βρῆ­κε νὰ κοι­τά­ζον­ται βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια.

            «Τί λέ­τε;» Ρώ­τη­σε μὲ τὴ γλυ­κιά της φω­νή. Οὔ­τε αὐ­τὴ μι­λοῦ­σε πο­λύ, ἀλ­λὰ τώ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴ ρω­τή­σει.

            «Θὰ σοῦ τὰ γρά­ψω», τοῦ εἶ­πε ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα καὶ ἡ φω­νή της τὸν ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ τῆς λι­α­κά­δας.

            «Νὰ τὸ κά­νεις ὀ­πωσ­δή­πο­τε», τῆς εἶ­πε λί­γο με­τὰ κα­θὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε φτά­σει στὴν πόρ­τα τοῦ σχο­λεί­ου.

            Γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πό­σχε­σης.

            Εὐ­χα­ρι­στῶ, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος καὶ βγῆ­κε στὸν δρό­μο μὲ τὸ κε­φά­λι γε­μά­το ἥ­λιο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


 

Δημήτρης Βαρβαρήγος: Ἡ άπόλυτη ἔκσταση


Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς 


Ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση


ΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ τῶν ἀ­έ­ρη­δων χα­ζεύ­ει τὶς θεῖ­ες ψυ­χὲς τῶν ἀ­θα­νά­των. Πρώ­τη συγ­κί­νη­ση ποὺ δέ­χε­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Δεύ­τε­ρη, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση, ἡ με­τά­βα­σή της στὸ ἀρ­χαῖ­ο πα­ρελ­θόν. Τρί­τη, ἡ ἕ­νω­ση καὶ ἡ ἀ­φο­μοί­ω­σή της στὸ σή­με­ρα μὲ τὴν καρ­διὰ τοῦ χθές. Καὶ νὰ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ νὰ νι­ώ­σει τὶς αἰ­σθή­σεις σὰν Ἀ­ρε­τές.

        Εἶ­χε δι­α­βά­σει τὴν Ἀν­τι­γό­νη στὸ σχο­λεῖ­ο, εἶ­χε δώ­σει ἐ­ξε­τά­σεις γι’ αὐ­τήν, τὴν εἶ­χε δι­α­λέ­ξει, τὴν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει σὰν ἀ­δελ­φή της, ὅ­πως ἡ Ἰ­σμή­νη. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει τὸ ρό­λο της, τὸ ρό­λο ποὺ θὰ ἔ­παι­ζε ἡ Ἀν­τι­γό­νη μέ­σα της. Τώ­ρα ἐ­δῶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε ἐν­τε­λῶς, ἦ­ταν πλέ­ον ἡ Ἀν­τι­γό­νη, για­τί αἰ­σθάν­θη­κε ξαφ­νι­κὰ νὰ πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Ξε­χεί­λι­σε σὰν πη­γὴ δο­ξα­σμέ­νη τῆς Περ­σε­φό­νης νὰ πο­τί­σει τὰ καρ­πε­ρὰ λι­βά­δια. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ τὸν Κρέ­ον­τα τὸν μι­ση­τὸ πε­θε­ρό της. Ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­κό­μη καὶ τὸ θά­να­το, για­τί κα­νεὶς δὲν θὰ βρι­σκό­ταν νὰ τῆς πεῖ πὼς ἔ­κα­νε πο­τὲ ἀ­νο­μί­α, ἀ­φοῦ ὅ­λα ἀ­πὸ ἀ­γά­πη ἤ­σαν κα­μω­μέ­να. Σὰν τὰ βλέ­φα­ρά της τρε­μό­παι­ξαν στὸ φῶς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πε ξύ­πνια, μὰ μί­α ἁ­πα­λὴ σκιὰ ἀν­θρώ­πι­νη τὴν χά­ι­δε­ψε καὶ σὰν μέ­σα ἀ­π’ τὴ σάρ­κα της νὰ χού­για­ξε στὸ αἷ­μα. Ἕ­να ἀ­πά­νε­μο φτε­ρού­γι­σμα ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­λάρ­γα στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­φή­νον­τάς της μί­α γλύ­κα τό­ση ποὺ ἀν­τά­μω­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Τῆς ἔπι­α­σε ἁ­πα­λά τὸ χέ­ρι ὡς ἄλ­λος Ἰ­ά­σο­νας καὶ τὴν τα­ξί­δε­ψε στῆς καρ­διᾶς του τὴ γῆ. Καὶ τῆς ἄ­ρε­σε καὶ τοῦ ἀ­φέ­θη­κε μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς ἀ­τό­φια, νὰ τὴν ρου­φή­ξει, ὅ­πως οἱ μέ­λισ­σες τὴ γύ­ρη. Καὶ σὰν νύμ­φη γλυ­κό­λα­λη φώ­να­ξε στὴν ἕ­νω­ση γιὰ τὴν καρ­διὰ τῶν ἀν­θρώ­πων, γιὰ τὰ βά­θη τῆς γῆς τοῦ Πλού­τω­να, γιὰ τὰ θη­ρί­α τῆς ἀ­βύσ­σου καὶ γλύ­κα­νε ἡ καρ­διὰ ἀ­π’ τὸ θεῖ­ο βύ­θι­σμα κι ἔ­μοια­ζε εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μέ­σα στὰ ἄν­θι­να πέ­πλα νὰ χύ­νον­ται στὰ κομ­ψὰ στή­θη της. Κι ἀ­να­στέ­να­ξε. Κι ἀ­να­φώ­νη­σε ὡς ἄλ­λη ἱ­έ­ρεια, ὡς ἄλ­λη Περ­σε­φό­νη, ὡς ἄλ­λη Ἀν­τι­γό­νη.

        «Ἑλ­λά­δα μου, πό­σο εἶ­σαι ὄ­μορ­φη!».

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς (Ἀ­θή­να, 1951) Σπούδασε ἠλεκτρονικά, σεναριογραφία, θέατρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ «awarded by the writing school». Γρά­φει σή­ριαλ γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, θέ­α­τρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει συ­νο­λι­κὰ 18 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἐ­νη­λί­κων, 7 παι­δι­κὰ βι­βλί­α καὶ ὀ­κτὼ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει ὡς ἐκ­παι­δευ­τῆς σὲ ἐρ­γα­στή­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τελευταῖο του βιβλίο Carpe diem (2019, Λυκόφως).


http://www.dvarvarigos.gr   http://dimitrisbarbarigos.blogspot.gr/


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κομμένη φωτογραφία


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κομ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α


Ο ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΥΤΑΚΙ μὲ τὶς ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες στὸν μι­σαν­τρὰ τοῦ χω­ριοῦ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε εὐ­και­ρια­κὴ προ­σφυ­γή του, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν εἶ­χαν πιὰ με­τα­δη­μο­τεύ­σει, κα­θὼς ὁ θά­να­τος εἶ­χε ἀ­φή­σει πολ­λὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ γύ­ρω του. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πει­κό­νι­ζαν τὸν ἐ­κλι­πόν­τα θεῖ­ο σὲ νε­α­νι­κὴ (πῶς ἀλ­λι­ῶς) ἡ­λι­κί­α ἢ τὸν πα­τέ­ρα στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, ἐ­λά­χι­στες ἀ­κό­μη συγ­γε­νεῖς ἢ φί­λους. Τοῦ κι­νοῦ­σε πάν­το­τε τὴν πε­ρι­έρ­γεια μιὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­ταί­ρια­στη, γιὰ δύ­ο λό­γους. Ὁ πρῶ­τος για­τί ἀ­πει­κό­νι­ζε τὴ για­γιὰ Λέ­νω, ἀ­συ­νή­θι­στα νέ­α, ντυ­μέ­νη (στὰ μαῦ­ρα βέ­βαι­α) κά­πως πιὸ ἐ­πί­ση­μα, καὶ τὸν πα­τέ­ρα του δί­πλα, μὲ ροῦ­χα τῆς πό­λης καὶ τι­ράν­τες, νέ­ο κι ἀ­γέ­ρω­χο. Ὁ δεύ­τε­ρος για­τί ἦ­ταν κομ­μέ­νη καὶ τῆς ἔ­λει­πε τὸ πά­νω δε­ξὶ μέ­ρος δί­πλα στὸν πα­τέ­ρα. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς στὶς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­θοῦν, χω­ρὶς πάν­τως ρη­τὴ ἀ­πα­γό­ρευ­ση. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ ἀ­πει­κο­νι­ζό­με­νοι εἶ­χαν ἀ­πο­βι­ώ­σει καὶ ὁ κό­σμος καὶ οἱ οἰ­κο­γε­νεια­κοὶ ρό­λοι εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει, πῆ­ρε τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να του, ὅ­σα τέ­λος πάν­των ἤ­ξε­ρε κι ἐ­κεί­νη. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Μ. ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ναυ­τι­κό, τὸ δύ­σκο­λο ἔ­τος 1948 τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου, τὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ τῆς Ἠ­πεί­ρου εἶ­χε ἐκ­κε­νω­θεῖ μὲ κυ­βερ­νη­τι­κὴ ἐν­το­λὴ καὶ οἱ κά­τοι­κοι ἐ­κτο­πί­στη­καν εἴ­τε σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ κω­μό­πο­λη εἴ­τε στὴν πρω­τεύ­ου­σα τοῦ νο­μοῦ. Ὄν­τας ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­στρο­φή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μεί­νει στὴν Ἀ­θή­να κά­νον­τας εὐ­και­ρια­κὲς δου­λει­ές. Τό­τε ἦ­ταν πού, ὅ­πως συ­νη­θι­ζό­ταν, ἰ­δι­ο­ποι­ή­θη­κε ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὸ Πέ­ρα­μα. Στὴν ἴ­δια πε­ρι­ο­χὴ φαί­νε­ται πὼς γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­πο­κε­κομ­μέ­νη τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Τε­λει­ώ­νον­τας ὁ ἐμ­φύ­λιος, μὲ τὸν ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸ τέ­λει­ω­σε καὶ ἡ ὑ­πο­μο­νὴ τῆς Λέ­νως. Μο­λο­νό­τι ζοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ ἄν­τρας της, πῆ­ρε ἡ ἴ­δια τὸν δρό­μο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα. Μὲ τί ἑλ­λη­νι­κά, τί χρή­μα­τα, τί γε­ω­γρα­φι­κὲς γνώ­σεις, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ Πέ­ρα­μα καὶ μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ στὸ χέ­ρι ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμό της. Ἀ­να­φώ­νη­σε, λέ­ει, τὴ φρά­ση «τὸ δι­κό μου τὸ παι­δί», κι ὡς ἐ­κεῖ ξέ­ρου­με. Ὁ Μ. πάν­τως ἐ­πέ­στρε­ψε μα­ζί της στὸ χω­ριό. Δὲν δό­θη­κε πο­τὲ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση, πῶς βρέ­θη­καν στὴν ἴ­δια φω­το­γρα­φί­α μά­να, γιὸς καὶ ἀ­πο­κομ­μέ­νη. Οὔ­τε ἂν ἡ τε­λευ­ταί­α ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πρό­σω­πο μὲ μιὰ ὄ­μορ­φη πο­δη­λά­τισ­σα σὲ ἡ­μι­α­στι­κὸ το­πί­ο, ἄλ­λης φω­το­γρα­φί­ας στὸ ἴ­διο ξύ­λι­νο κου­τί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Ἀντωνία Πασχαλίδου: Ἡ πα­ρα­λί­α



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ἡ πα­ρα­λί­α


Τζί­τζι­κα!
Ὦ τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νε,
ποὺ στῆς γῆς πά­νω τὸ κρε­βά­τι
πε­θαί­νεις με­θυ­σμέ­νος ἀ­πὸ φῶς!
Φεν­τε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα[1]

Ο ΤΑΞΙΔΙ ἐ­πρό­κει­το νὰ κρα­τή­σει πο­λὺ κι ἦ­ταν μό­νο στὴν ἀρ­χή. Δεύ­τε­ρη μέ­ρα στὸ νη­σὶ κι ἔ­νι­ω­θε λὲς καὶ βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Για­τί ἄ­ρα­γε; Νο­μο­τέ­λεια τῆς προ­σαρ­μο­γῆς ἢ ὁ τό­πος ἀ­σκοῦ­σε ἐ­πά­νω της κά­ποι­α ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἕλ­ξη;

       Ἡ ζέ­στη σ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θεις ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη στὸ πα­λά­τι ἡ δρο­σιὰ στὸ κα­φὲ ποὺ πε­ρι­βαλ­λό­ταν ἀ­πὸ δέν­τρα καὶ ὁ χυ­μὸς τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­σαν. Ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ χι­λιά­δες τζι­τζί­κια ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, ὡ­στό­σο δὲν ἔ­παυ­ε νὰ σὲ συ­νο­δεύ­ει σὰν μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση. Ἀ­μέ­τρη­τοι τζί­τζι­κες ὑ­μνοῦ­σαν τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­νῶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἤ­δη σι­ω­πή­σει ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας σὰν μαν­δύ­ας τοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­τρων. Τό­τε θυ­μή­θη­κε ἕ­να ἄλ­λο κα­λο­καί­ρι στὴν Ἀτ­τι­κή. Μὲ τοὺς παι­δι­κοὺς φί­λους ποὺ ἔ­τρε­χαν μὲ τὰ πο­δή­λα­τα προ­σπα­θών­τας νὰ ξε­πε­ρά­σουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο σὲ κά­ποι­ο μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴ θά­λασ­σα. Καὶ τώ­ρα, με­τὰ τὴν ἀ­νά­παυ­λα, στὴ θά­λασ­σα θὰ πή­γαι­νε.

       Ἀ­φοῦ πάρ­κα­ρε καὶ κα­τέ­βη­κε στὴν πα­ρα­λί­α, δι­α­πί­στω­σε μὲ δυ­σα­ρέ­σκεια ὅ­τι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ φυ­σά­ει καὶ τὸ κύ­μα ἦ­ταν μᾶλ­λον ἐ­νο­χλη­τι­κό. Ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­μως νὰ μεί­νει. Τὸ ἀ­ε­ρά­κι ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νο μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη καὶ τὸ τρα­γού­δι τῶν τζι­τζι­κι­ῶν κι ἐ­δῶ κυ­ρί­αρ­χο. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μί­α βιά­ση γιὰ μπά­νιο.

       Ἡ δι­πλα­νὴ πα­ρέ­α δι­α­φω­νοῦ­σε ἔν­το­να ὅ­ταν πῆ­ρε τὸ αὐ­τί της ὅ­τι μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἄλ­λη πα­ρα­λί­α, τῆς Ἀτ­τι­κῆς καὶ προ­φα­νῶς ὁ λό­γος ἦ­ταν κά­ποι­α χρο­νο­λο­γί­α. Ὅ­ταν εἶ­χαν πρω­το­πά­ει ἐ­κεῖ; Ὅ­ταν ἔ­κα­ναν δι­α­κο­πές; Ὅ­ταν συ­νάν­τη­σαν κά­ποι­ον ἢ κά­ποι­α; Σί­γου­ρα ἦ­ταν Ἀ­θη­ναῖ­οι. Γύ­ρι­σε καὶ τοὺς κοί­τα­ξε: τρί­α ὥ­ρι­μα ζευ­γά­ρια – τώ­ρα ἂν ἦ­ταν ἀν­τρό­γυ­να ἢ φί­λοι ἢ ἴ­σως καὶ ἀ­δέλ­φια δὲν μπο­ροῦ­σες εὔ­κο­λα νὰ συμ­πε­ρά­νεις. Οἱ γυ­ναῖ­κες πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ὄ­μορ­φες στὰ νιά­τα τους. Ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε λάμ­ψη. Οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τοὺς ἄν­τρες ἀ­γου­ρο­γε­ρα­σμέ­νοι, ὁ τρί­τος ἀ­κό­μα γο­η­τευ­τι­κός. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ τῆς θύ­μι­ζε κά­ποι­ον ἀ­πὸ τὸ μα­κρι­νὸ πα­ρελ­θόν. Ὅ­λοι τώ­ρα εἶ­χαν τὸν ἀ­έ­ρα πρώ­ην χί­πι­δων, ἀλ­λὰ ὁ γκρι­ζο­μάλ­λης μὲ τὴν κο­τσί­δα καὶ τὸ γα­λά­ζιο μαν­τί­λι φο­ρε­μέ­νο στὸ κε­φά­λι κά­πως ἀ­νορ­θό­δο­ξα τὴν πῆ­γε στὴν πο­δη­λα­τά­δα ἐ­κεί­νου τοῦ κα­λο­και­ριοῦ.

       Ἔ­πι­νε τὸν κα­φέ της κοι­τών­τας τους χω­ρὶς νὰ τὴ βλέ­πουν. Φο­ροῦ­σε ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­πί­θα­να γυα­λιὰ ἡ­λί­ου ποὺ δὲν κα­τα­λά­βαι­νες πρὸς τὰ ποῦ κοι­τοῦ­σε. Καὶ πράγ­μα­τι δὲν τοὺς ἔ­βλε­πε, ὁ νοῦς της ἦ­ταν εἴ­κο­σι τριά­ντα χρό­νια πί­σω. Σορ­τσά­κι, τι­ραν­τά­το μπλου­ζά­κι, σπορ­τέξ. Τὰ με­γά­λα παι­διὰ τὴν κου­βα­λοῦ­σαν στοὺς ὤ­μους τους ἐ­νῶ ταυ­το­χρό­νως ἔ­κα­ναν πο­δή­λα­το προ­σπα­θών­τας νὰ πη­γαί­νουν τὸ ἴ­διο σι­γά, ἰ­σορ­ρο­πών­τας ὅ­πως προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἰ­σορ­ρο­πεῖ καὶ κεί­νη. Ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ δι­α­τα­ρά­χτη­κε ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α κι ἔ­πε­σαν κά­τω ὅ­λοι – εὐ­τυ­χῶς γε­λών­τας. Ἐ­κεῖ­νοι ἦ­ταν δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια, Ἔ­φη καὶ Ἀν­τρέ­ας ἂν θυ­μό­ταν κα­λά. Κι ὁ ἄλ­λος ξά­δελ­φός τους. Τὸν θυ­μό­ταν ἀ­μυ­δρά. Αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ μὴ θέ­λει νὰ φύ­γει ἦ­ταν ὅ­ταν ἡ μί­α γυ­ναί­κα τὸν φώ­να­ξε Ἀν­τρέ­α κα­θὼς τοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τό­τε. Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­γρά­φει τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει ὅ­λοι πρω­ὶ πρω­ὶ ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να, γο­νεῖς, παι­διὰ καὶ ξα­δέλ­φια. Θυ­μή­θη­κε πὼς εἶ­χαν πά­ρει μα­ζί τους καὶ τὸ κο­ρί­τσι τοῦ νοι­κά­ρη τους. Τὴ μι­κρὴ ποὺ πή­γαι­νε στὶς πρῶ­τες τά­ξεις τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, Πρώ­τη, Δευ­τέ­ρα, δὲν θυ­μό­ταν. Πα­ρά­ξε­νο παι­δί. Τοὺς εἶ­χε γί­νει φόρ­τω­μα ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τὸ ἔ­βλε­παν ἐ­κεῖ­νοι.

       «Ὑ­πε­ρο­πτι­κὸ παι­δί», εἶ­πε ὁ Ἀν­τρέ­ας, «ἀ­πὸ κεῖ­να ποὺ δὲν σ’ ἀγ­γί­ζουν, μᾶλ­λον τὰ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τὸ κο­ρί­τσι, ἐν τού­τοις, περ­νοῦ­σε κα­λά, γε­λοῦ­σε. Ἀλ­λὰ με­τὰ κλει­νό­ταν στὸν ἑ­αυ­τό του. Πραγ­μα­τι­κὴ σφίγ­γα».

       Δὲν τὸ πί­στευ­ε. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια… Αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἐ­ξέ­πλη­ξε ἦ­ταν το πῶς τὴ θυ­μό­ταν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­γό­ρι ποὺ θαύ­μα­ζε. Λὲς νὰ ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια;

       Ἄρ­χι­σε νὰ μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά της γε­μά­τη σκέ­ψεις, ὅ­ταν ὁ Ἀν­τρέ­ας τὴν πλη­σί­α­σε καὶ τῆς φά­νη­κε ὅ­τι ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ κά­τι. «Σᾶς ἔ­πε­σαν τὰ γυα­λιά», ψι­θύ­ρι­σε ἐ­κεῖ­νος. Τὸν εὐ­χα­ρί­στη­σε κι ἔ­σκυ­ψε νὰ τὰ ση­κώ­σει ἐ­νῶ ὁ σχε­δὸν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς ἦ­χος τῶν τζι­τζι­κι­ῶν κά­λυ­πτε τὰ πάν­τα.


       Δε­κέμ­βριος 2017

[1]Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ποιήματα, μετάφραση: Κοσμᾶς Πολίτης, Ἐκδόσεις Κοροντζῆ, Δεκέμβρης 2007.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.



		

	

Γιάννης Μυτηλιναῖος: Στιγμή


Γιά­ννης Μυ­τη­λι­ναῖ­ος


Στιγ­μή


ΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ἀ­γό­ρια παί­ζουν στὴν ἀ­λά­να πο­δό­σφαι­ρο. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο εἶ­ναι δώ­δε­κα χρο­νῶν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ μπά­λα ἀ­στο­χεῖ, κυ­λά­ει στὰ πό­δια μιᾶς γυ­ναί­κας. Φο­ρά­ει κον­τὸ μί­νι μὲ μαῦ­ρο, δι­κτυ­ω­τὸ καλ­σὸν καὶ μιὰ ἀ­νοι­χτὴ κόκ­κι­νη μπλού­ζα ποὺ ἀ­φή­νει ἐ­κτε­θει­μέ­νο τὸ μποῦ­στο της. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, πο­λὺ ὄ­μορ­φη στ’ ἀ­λή­θεια. Τ’ ἀ­γό­ρια στα­μα­τοῦν τὸ παι­χνί­δι καὶ τὴν κοι­τά­ζουν. Ἐ­κεί­νη τι­νά­ζει πί­σω τὰ μα­κριά της μαλ­λιὰ καὶ τεν­τώ­νει πρὸς τὰ ἔ­ξω τὸ στῆ­θος της. Ὅ­λα τ’ ἀ­γο­ρί­στι­κα βλέμ­μα­τα ἔ­χουν καρ­φω­θεῖ τώ­ρα πά­νω της. Τῆς ἀ­ρέ­σει.

        Πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­ο κο­λα­κευ­τι­κὸ σχό­λιο ἢ πεί­ραγ­μα, ὅ­μως εἰς μά­την. Τὰ μά­τια ποὺ τὴν κοι­τοῦν εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἀ­πο­νή­ρευ­τα. Τὸ μό­νο ποὺ θέ­λουν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι νὰ κλω­τσή­σει πρὸς τὸ μέ­ρος τους τὴν μπά­λα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Μυ­τι­λη­ναῖ­ος (1980) Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τός της Νο­μι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης.