Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


			

Σπύρος Ν. Παππᾶς: Κουνέλι στιφάδο


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Κου­νέ­λι Στι­φά­δο


ΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟΝ και­ρό, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ μὲ γνω­ρί­σει ἐ­πι­τέ­λους στὴ μη­τέ­ρα της. Ἴ­σως ἔ­τσι θὰ ἡ­σύ­χα­ζε. Καὶ ἐ­κεί­νη, καὶ ἡ μη­τέ­ρα της. Στὸ τρα­πέ­ζι ὑ­πῆρ­χε σερ­βι­ρι­σμέ­νο κου­νέ­λι στι­φά­δο. Στὸ πιά­το μου, ἀ­νά­με­σα στὸ κρέ­ας καὶ τὰ κρεμ­μύ­δια, δι­έ­κρι­να τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ μά­τι τοῦ κου­νε­λιοῦ. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ κοι­τοῦ­σε δι­ε­ρευ­νη­τι­κά. Ἄν­τε τώ­ρα νὰ ἐ­ξη­γεῖς ὅ­τι δὲν τρῶς κου­νέ­λι, καὶ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­νε­λά­κι πού σοῦ εἴ­χα­νε χα­ρί­σει γιὰ κα­τοι­κί­διο, ὅ­ταν πα­ρα­με­γά­λω­σε, τὸ δώ­σα­νε στὸν θεῖ­ο Δη­μή­τρη γιὰ νὰ τὸ ξε­πα­στρέ­ψει. Καὶ ὅ­τι τὴν ἴ­δια μέ­ρα, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, μο­σχο­βο­λοῦ­σε τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ κρεμ­μύ­δι, τὰ δαφ­νό­φυλ­λα καὶ τὴ ντο­μά­τα, ποὺ μα­γεί­ρευ­αν τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο στι­φά­δο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἔ­τρω­γες. Ἔ­πι­α­σα μιὰ γεν­ναί­α πι­ρου­νιὰ καὶ τὴν ἔ­βα­λα γρή­γο­ρα στὸ στό­μα μου, ἀ­φοῦ πα­ρα­μέ­ρι­σα τὸ μά­τι. Ὡς γνω­στόν, ὁ ἔ­ρω­τας περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ στο­μά­χι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι

[τοῦ Γιώργου Τσόγκα]


ΣΟ ΜΙΣΟΥΣΕ τοὺς Τούρ­κους, τό­σο τὴς Τουρ­κά­λες τὴς εἶ­χε στὴν καρ­διά του. Κά­πο­τε ἅρ­πα­ξε μιὰν ὄ­μορ­φη Τουρ­κο­πού­λα καὶ δὲν ἐν­νο­οῦ­σε πειὰ νὰ χω­ρι­στῇ ἀ­π’ αὐ­τή. Τό­τε ἡ κυ­ρὰ Τσόγ­και­να πῆ­γε στὸ Δε­σπό­τη καὶ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε.

       — Ὠ­ρέ, ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναῖ­κα μου, εἶ­πε ὁ πα­λιὸς ὁ Κλέ­φτης, μὰ παι­διὰ δὲ μοῦ κά­νει, καὶ πῆ­ρα του­τη­δῶ νὰ μοῦ κά­νῃ κα­νέ­να…

       Ὁ Δε­σπό­της, τί νὰ κά­μῃ; Συ­φω­νή­θη­κε νὰ βα­φτι­στῇ μο­να­χὰ τὸ χα­νου­μά­κι, καὶ ἂς πά­ῃ στὴν εὐ­κή. Πῆ­ρε ὁ Δε­σπό­της κα­μιὰ δι­α­κο­σα­ριὰ ρουμ­πι­έ­δες (σὰν πολ­λοὶ φαί­νον­ται), κι’ ὁ γέ­ρο-Τσόγ­κας ἔ­ζη­σε μὲ τὸ χα­ρέ­μι του.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Voutier, Lettres sur la Grèce, Paris, 1826 σ. 60.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 142-143 [Τίτλος: «274.— Τοῦ Τσόγ­κα τὸ χα­ρέ­μι.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Ρία Φελεκίδου: Ἡ κυρία καὶ ὁ κύριος Φσσστ


Ρί­α Φε­λε­κί­δου


Ἡ κυ­ρί­α καὶ ὁ κύ­ριος Φσσστ


ΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ἄ­γνω­στη στοὺς χάρ­τες ποὺ οἱ κά­τοι­κοί της, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι, ἀ­γα­ποῦν πά­ρα πο­λὺ τὰ μπα­λό­νια. Πο­τὲ δὲ βγαί­νουν βόλ­τα χω­ρὶς μπα­λό­νι. Τὰ κου­βα­λοῦν σὰν νά ’ναι ἱ­πτά­με­να σκυ­λά­κια. Στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λα τὰ παι­διά, ἔ­χουν του­λά­χι­στον ἕ­να, δε­μέ­νο στὸ θρα­νί­ο τους. Οἱ με­γά­λοι τὰ παίρ­νουν στὴ δου­λειά τους. Καὶ παν­τοῦ, σὲ γρα­φεῖ­α, κα­τα­στή­μα­τα, ἰ­α­τρεῖ­α καὶ ἐρ­γο­στά­σια ὑ­πάρ­χει ἡ Σά­λα τῶν Μπα­λο­νι­ῶν, γιὰ νὰ τὰ βά­ζουν ἐ­κεῖ οἱ ἐρ­γα­ζό­με­νοι μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σουν τὸ ὡ­ρά­ριό τους.

       Σὲ ὅ­λη τὴν πο­λι­τεί­α ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἕ­να κο­ρί­τσι καὶ ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ δὲν εἶ­χαν οὔ­τε ἕ­να μπα­λό­νι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­πια­ναν μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους αὐ­τὸ ἔ­σκα­γε καὶ ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να ἀρ­γὸ φσστ, μέ­χρι ποὺ ἔ­με­νε ἕ­να μι­κρὸ πλα­στι­κὸ κομ­μά­τι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ ἀ­έ­ρα.

       Κα­νέ­νας δὲ θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά τους για­τί ὅ­λοι ὅ­σοι τοὺς ἤ­ξε­ραν τοὺς φώ­να­ζαν ἁ­πλῶς …Φσσστ!

       Τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­γό­ρι δὲ γνω­ρί­ζον­ταν για­τί ἔ­με­ναν στὰ δυ­ὸ ἀν­τί­θε­τα ἄ­κρα τῆς πό­λης.

       Μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ κο­ρι­τσιοῦ φυ­σοῦ­σε δυ­τι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­γο­ριοῦ ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ ἔ­τσι ἡ Φσσστ καὶ ὁ Φσσστ συ­ναν­τή­θη­καν στὴ μέ­ση ἑ­νὸς δρό­μου.

       Κοι­τά­χτη­καν καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἀ­γα­πι­όν­ταν ἀ­πὸ πάν­τα. Ἄρ­χι­σαν νὰ ζοῦν μα­ζὶ καὶ δὲ χω­ρί­στη­καν πο­τέ. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα δὲν ξα­νάσκα­σε μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους.

       Συ­χνὰ πυ­κνὰ οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λι­τεί­ας μὲ τὰ μπα­λό­νια ἔ­βλε­παν τὸν κύ­ριο καὶ τὴν κυ­ρί­α Φσσστ νὰ βγά­ζουν βόλ­τα τὰ μπα­λό­νια τους.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρί­α Φε­λε­κί­δου (Κα­τε­ρί­νη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κή, Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἔν­τα­ξη τῶν προ­σφυ­γό­που­λων στὴν τυ­πι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς μέ­λος τῆς ἁρ­μό­διας Ὁ­μά­δας Συν­το­νι­σμοῦ τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας ἐ­νῶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α καὶ δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐν­νιὰ παι­δι­κὰ βι­βλί­α, τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α νου­βέ­λα. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ σὲ παι­διὰ καὶ ἐ­νή­λι­κες.


Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Τὸ φιλὶ τοῦ συγγραφέα


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α

 

ΙΧΕ ΧΡΟΝΙΑ νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, τέσ­σε­ρα, πέν­τε, ἴ­σως καὶ πα­ρα­πά­νω. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­γρα­ψε ἀ­κό­μα δύ­ο βι­βλί­α ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν πρό­λα­βε νὰ δι­α­βά­σει. Ὅ­πως καὶ δὲν πρό­λα­βε νὰ πά­ει νὰ τὸν δεῖ. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ μι­λή­σα­νε, τῆς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ βγεῖ.

        Τί νὰ πρω­το­κά­νει καὶ τί νὰ πρω­το­δι­α­βά­σει; Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει, ἄ­καρ­πες προ­σπά­θει­ες ποὺ τὴν ἐ­ξου­θέ­νω­ναν ἠ­θι­κὰ καὶ σω­μα­τι­κά. Τῆς τὰ εἶ­χε στεί­λει ὅ­μως καὶ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση καὶ μὲ τὸ δι­κό του σῆ­μα κα­τα­τε­θέν, ἕ­να σχέ­διο μὲ μο­λύ­βι. Ὅ­πως εἶ­χε κά­νει ὅ­ταν τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ βι­βλι­ο­πω­λί­ο γιὰ νὰ τοῦ ζη­τή­σει συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὸ μι­κρὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε τὰ δο­κί­μιά της. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν σύ­νο­δό της, τὸν ζύ­γι­σε, τῆς ἔ­γρα­ψε μιὰ ἀ­συ­νή­θι­στη ἀ­φι­έ­ρω­ση στὸ βι­βλί­ο ποὺ μό­λις εἶ­χε πα­ρου­σιά­σει, μὲ τὴν ἀ­γά­πη μου, σχε­δί­α­σε ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ μιὰ γυ­ναί­κα μ’­ἕ­να ἀ­γε­φύ­ρω­το χά­σμα ἀ­νά­με­σά τους καὶ μιὰ κραυ­γὴ ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του, Je t’aime, καὶ τοῦ ἔ­κα­νε ἕ­να σχό­λιο ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­λι­τι­κὰ ὀρ­θό, αὐ­τὸς εἶ­σαι ἐ­σύ. Καὶ μά­λι­στα στὸν ἑ­νι­κό, προ­σβλη­τι­κὸ γιὰ Γάλ­λους. Ἀ­κρι­βῶς στὸ στό­χο. Εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τοῦ συ­νο­δοῦ της νὰ ξαφ­νι­ά­ξε­ται, νὰ σκο­τει­νιά­ζει γιὰ μιὰ στιγ­μη· εἰ­σέ­σπρα­ξε ὅ­μως τὴν ἐ­νό­ρα­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ χα­μο­γέ­λα­σε εὐ­γε­νι­κά.

       Δέ­χτη­κε τὴν συν­τέν­τευ­ξη καὶ τῆς ἔ­δω­σε τὸ νού­με­ρό του μο­λο­νό­τι ὅ­ταν δυ­ὸ μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα βρέ­θη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του δὲν θυ­μό­ταν πιὰ γιὰ πιὸ λό­γο τὴν εἶ­χε κα­λέ­σει. Τῆς εἶ­πε ὅ­τι ἔ­μοια­ζε σὰν φοι­τή­τρια κι ὄ­χι σὰν κα­θη­γή­τρια. Κά­θη­σε λα­χα­νι­σμέ­νη ἀ­κό­μα, πέν­τε πα­τώ­μα­τα χω­ρὶς ἀν­σα­σέρ, στὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ὸ κι­βώ­τια ποὺ χρη­σί­μευ­αν γιὰ κα­ρέ­κλες, στὸ πιὸ μι­κρὸ στούν­τιο ποὺ εἶ­δε στὴ ζω­ή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ροῦ­χα, ἀν­τι­κεί­με­να, ἢ βι­βλί­α. Chambre de bonne, λέ­νε οἱ Γάλ­λοι, για­τί ὄ­χι ὅ­μως de bohème; Ἡ μπο­έ­μι­κη ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε. Ἦ­ταν ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τὴν αἰφ­νι­δί­α­ζε. Ἐ­κεί­νη δὲν θὰ ἔ­κα­νε πο­τὲ τέ­τοι­ες θυ­σί­ες. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψει.

       Τῆς ἔ­δω­σε τὴν συν­τέν­τευ­ξη μὲ ὅ­λους τοὺς τύ­πους καὶ τὴν κά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό, φα­κὲς τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πιά­το, ποὺ σέρ­βι­ρε στὸ τρί­το κι­βώ­τιο ποὺ χρη­σί­μευ­ε γιὰ τρα­πέ­ζι. Ἔ­κα­νε μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ πε­ρί­λη­ψη τῆς ζω­ῆς του: ἔ­βγαι­νε σπά­νια, ὄ­χι ἐ­πει­δὴ δὲν τοῦ ἄ­ρε­ζε, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ γρά­φει. Δὲν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος γιὰ σύν­τρο­φο, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἴ­σως, ἀ­νά­με­σά σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α… Τὸν φαν­τά­στη­κε νὰ περ­πα­τά­ει ὧ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ κι­βώ­τια, στὸ χῶ­ρο ποὺ ξαφ­νι­κὰ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ κε­λὶ μο­να­χοῦ μο­λο­νό­τι τὴν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὴν μέ­ση πά­νω στὴν ξύ­λι­νη σκά­λα ποὺ ἀ­νέ­βη­κε μα­ζί της γιὰ νὰ τῆς δεί­ξει τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά του (φαι­νό­ταν καὶ ἀ­πὸ κά­τω), ἕ­να στρῶ­μα ποὺ κά­λυ­πτε ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ ἡ­μι­ώ­ρο­φου. Φι­λο­γύ­νης. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πε. Τῆς ἔ­φε­ρε ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα, ἄ­σε με νὰ σὲ φι­λή­σω, δὲν θέ­λεις νὰ ἔ­χεις ὑ­λι­κὸ γιὰ νὰ γρά­ψεις; Τοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γρά­ψει. Δὲν ἦ­ταν τὸ ὑ­λι­κὸ ποὺ τῆς ἔ­λει­πε. Τί τῆς ἔ­λει­πε; Τοῦ δι­η­γή­θη­κε μιὰ ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς της ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γρά­ψει, ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πεῖ σὲ κα­νέ­να. Φά­νη­κε συγ­κι­νη­μέ­νος. Τῆς βρῆ­κε καὶ τὸν τί­τλο. Τῆς ἄ­ρε­σε. Θὰ τὸν κρα­τοῦ­σε. Θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε τὸ βι­βλί­ο.

       Ἡ ἐ­πι­μο­νή του δὲν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Στὰ βι­βλί­α του εἶ­χε δι­α­κρί­νει μιὰ σε­μνό­τη­τα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε ἐ­πά­νω του. Πῶς πά­ει τὸ γρά­ψι­μο; τὴν ρω­τοῦ­σε. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α ἀ­φι­λο­κερ­δές. Ἔ­γρα­φε πάν­τα κά­τι ψι­λο­κρι­τι­κὲς βι­βλί­ων. Ἔ­τσι τοῦ ἔ­με­ναν ἐλ­πί­δες. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ ἐ­πί­δο­ξο βι­βλί­ο της βέ­βαι­α, ἔ­γι­νε τὸ συ­νω­μο­τι­κὸ μο­τί­βο στὶς σπά­νι­ες συ­ναν­τή­σεις τους ἀ­νά­με­σα στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Πα­ρί­σι. Στὸ ὑ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμά του στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, τὴν κυ­νή­γη­σε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πὶνγκ-πὸνγκ (εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο χῶ­ρο στὴν Ἀ­θή­να). Ἦ­ταν καὶ πε­ρί­ο­δος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ βι­βλί­α. Δὲν τὴν ἐ­νό­χλη­σε. Ὑ­πῆρ­χαν κά­τι ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες με­τα­ξύ τους καὶ ἄς μὴν ἔ­γρα­φε ἐ­κεί­νη. Ἐ­κτί­μη­ση, στορ­γή, ὑ­πε­ρά­νω πο­λι­τι­κῆς. Ἄ­σε τὶς φί­λες της τὶς φε­μι­νί­στρι­ες νὰ ὠ­ρύ­ον­ται. Δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι τὶς προ­δι­δε. Καὶ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λη γιὰ τὸ τρί­το κύ­μα. Ἕ­να φι­λὶ γιὰ ἕ­να βι­βλί­ο. Αὐ­τὰ συ­νέ­βαι­ναν βέ­βαι­α στὰ πα­ρα­μύ­θια.

       Δι­ά­βα­σε τοὺς ἐ­πι­κή­δει­ους στὸν τύ­πο καὶ ἔ­τσι θυ­μή­θη­κε τὸ φι­λὶ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­γρα­φε ἀ­κό­μα δο­κί­μια καὶ κρι­τι­κὲς γιὰ τὸ ἴ­διο πε­ρι­ο­δι­κό. Τὰ βι­βλί­α τῶν ἄλ­λων τὴν πα­ρη­γο­ροῦ­σαν. Τὴν θώ­πευ­αν. Κά­που κά­που προ­σπα­θοῦ­σε ἀ­κό­μα. Κοί­τα­ξε τὰ βι­βλί­α του. Θυ­μή­θη­κε τὸν τί­τλο ποὺ τῆς χά­ρι­σε. Ἕ­νας τί­τλος ποὺ ζη­τοῦ­σε συγ­γρα­φέ­α. Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σε νὰ τὴ φι­λή­σει; Ἴ­σως εἶ­χε δί­κιο. Ἴ­σως νὰ τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν ἀρ­γά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


Διώνη Ἰωάννου: Βασιλική


Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου


Βα­σι­λι­κή


ΙΧΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ τῆς μη­τέ­ρας του. Βέ­βαι­α, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει καὶ τὸ ἴ­διο τέ­λος. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν ἄ­γριος, ἄ­ξε­στος καὶ σκλη­ρός, καὶ τῆς συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ βι­αι­ό­τη­τα. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ αὐ­τόν, ἀ­φοῦ θε­ω­ροῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τὸ του πρά­ο, ἤ­ρε­μο κι εὐ­γε­νι­κό.

        Εἶ­χε καὶ τὴν ὀ­μορ­φιὰ μιᾶς συμ­φοι­τή­τριάς του, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἦ­ταν τσιμ­πη­μέ­νος τὰ πρῶ­τα χρό­νια τῶν σπου­δῶν του. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν καὶ ὀ­μορ­φό­τε­ρη, ἔ­τσι «ξαν­θιὰ σὰν τὸ κου­κλά­κι», ὅ­πως ἔ­λε­γε καὶ τὸ τρα­γού­δι. Πάν­τως, ὡς πρὸς τὸ χα­ρα­κτή­ρα, ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρη. Οὔ­τε τὸν ἐ­γω­ϊ­σμὸ τῆς Μί­νας —ἔ­τσι ἔ­λε­γαν τὴν ὄ­μορ­φη συμ­φοι­τή­τριά του— οὔ­τε τὴ σκλη­ρό­τη­τά της εἶ­χε. Ἕ­να γε­λα­στό, γλυ­κὸ κο­ρί­τσι, μὲ τρυ­φε­ροὺς τρό­πους καὶ ἀρ­κε­τὸ χι­οῦ­μορ ὅ­πο­τε χρει­α­ζό­ταν.

        Ἁ­πλῶς κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ μι­λά­ει χω­ρὶς νὰ τὸν δι­α­κό­πτει. Τὸν στα­μα­τοῦ­σε, συ­νή­θως σκουν­τών­τας τον ἀ­πό­το­μα, ἢ  μὲ ἕ­να ἐ­κνευ­ρι­στι­κὸ χα­μό­γε­λο στὸ γλυ­κὸ πρό­σω­πό της, γιὰ νὰ ρω­τή­σει κά­τι ἄ­σχε­το ἢ νὰ προ­σθέ­σει κά­ποι­ο δι­κό της σχό­λιο, ἔ­τσι αὐ­θόρ­μη­τα. Ἦ­ταν ὕ­στε­ρα καὶ ἡ  ἰ­σχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη της, τὸ ἔν­το­νο πεῖ­σμα της καὶ τὸ ὅ­τι τὸ τρα­βοῦ­σε μέ­χρι τὸ τέ­λος ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει κά­τι. Ἔ­τσι, ὅ­πως τό­τε. Πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια.

        Πα­ρα­μο­νὲς Πρω­το­χρο­νιᾶς, κι εἶ­χαν τσα­κω­θεῖ ἄ­σχη­μα. Ὁ κα­βγὰς ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ μί­α ἁ­πλὴ δι­α­φω­νί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι. Ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ προ­σκα­λέ­σει με­ρι­κοὺς συγ­γε­νεῖς της. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀν­τί­θε­τος. Προ­τι­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σουν ἤ­ρε­μα, ἥ­συ­χα, μο­νά­χοι τους ὅ­πως πάν­τα. Ἐ­κεί­νη, ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πα­ρα­ξε­νι­ές του, τὴν ἀ­κα­τα­στα­σί­α του, καὶ τὴν ἀν­τι­κοι­νω­νι­κό­τη­τά του. Ἔ­νι­ω­θε ὅ­τι δὲν τὴν κα­τα­λά­βαι­νε, ὅ­τι δὲν ἔμ­παι­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση της.

         Πα­ρέ­μει­ναν γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα τσα­κω­μέ­νοι κι ἀ­μί­λη­τοι. Ὥ­σπου, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ τὴν κα­λο­πιά­σει, τῆς σερ­βί­ρι­σε ὁ ἴ­διος τὸν κα­φέ της, μα­ζὶ μὲ κέ­ϊκ φτι­αγ­μέ­νο μὲ κομ­μά­τια λευ­κῆς σο­κο­λά­τας. Τὸ εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει αὐ­τός, για­τὶ ἤ­ξε­ρε πὼς τῆς ἄ­ρε­σε, ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ νὰ γλυ­κά­νει τὸν θυ­μό της.

        Κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τί της. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν κα­να­πὲ μὲ τὰ βε­λού­δι­να, κα­πι­το­νὲ κα­λύμ­μα­τα καὶ τὰ πό­δια ἀ­πὸ μα­σὶφ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς. Τοῦ φά­νη­κε κά­πως πα­ρά­ξε­νη. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη κι ἀ­νήμ­πο­ρη. Δὲν ἦ­ταν μό­νο ἀ­πὸ τὸ θυ­μό, σκέ­φτη­κε.

        «Πῆ­ρα ὅ­λα τὰ χά­πια», μουρ­μού­ρι­σε, κι ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει. Κα­λύ­τε­ρα, ἔ­λε­γε ἀ­πὸ μέ­σα του, ἀ­φοῦ τὰ ξερ­νά­ει μπο­ρεῖ καὶ νὰ γλι­τώ­σει.

        Δὲ γλί­τω­σε. Ὅ­πως καὶ ἡ μά­να του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­γριο ξυ­λο­δαρ­μό, ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε με­θυ­σμέ­νος, κοι­μή­θη­κε στὴν ἀ­πο­θή­κη τοῦ σπι­τιοῦ, ἀ­φοῦ κα­τά­πι­ε κά­ποι­ες ἐ­πι­κίν­δυ­νες οὐ­σί­ες. Πο­τὲ του δὲν ἔ­μα­θε μὲ ἀ­κρί­βεια. Δὲν τοῦ τὰ μαρ­τύ­ρη­σαν ὅ­λα λε­πτο­με­ρῶς, για­τί ἦ­ταν μι­κρός. Ὅ­ταν με­γά­λω­σε, δὲ θέ­λη­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πλη­γω­θεῖ ἢ νὰ ὑ­πο­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Τώ­ρα, κά­θε­ται μό­νος, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Τὸ δι­κό του πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι καὶ ἐ­τού­τη τὴ χρο­νιὰ στο­λι­σμέ­νο καὶ γε­μά­το μὲ φα­γη­τὰ καὶ γλυ­κά. Ἔ­χει βά­λει καὶ τὸ σερ­βί­τσιο τῆς κα­θε­μιᾶς. Δί­πλα του τῆς μη­τέ­ρας του κι ἀ­πέ­ναν­τί του ἐ­κεί­νης.

        Θὰ ρου­φά­ει ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ-τὸ κρα­σά­κι του, θὰ μα­σά­ει δυ­ὸ τρεῖς μπου­κι­ὲς ἀ­πὸ τὰ ἐ­κλε­κτὰ ἐ­δέ­σμα­τα καὶ θὰ μι­λά­ει στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες. Θὰ κά­νει λό­γο γιὰ τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ἢ γε­γο­νό­τα τῆς χρο­νιᾶς ποὺ πέ­ρα­σε. Ἕ­νας ἀ­πο­λο­γι­σμός, ἐ­τή­σιος. Τί­πο­τα δὲν πρό­κει­ται νὰ τοὺς κρύ­ψει. Ἀ­φοῦ τε­λει­ώ­σει μὲ τὰ σχε­τι­κά τῆς δου­λειᾶς, θὰ τοὺς ἀ­πο­κα­λύ­ψει ἀ­κό­μη καὶ τὶς πιὸ κρυ­φές του σκέ­ψεις ἢ ἐ­πι­θυ­μί­ες. Για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει νὰ τὰ λέ­νε ὅ­λα, νὰ ἔ­χουν με­τα­ξύ τους ἐμ­πι­στο­σύ­νη, νὰ τὴν ἐμ­πνέ­ουν, καὶ κυ­ρί­ως νὰ τὴν ἐκ­φρά­ζουν.

        — Πῶς τὸ εἶ­πε, ρὲ Βα­σι­λι­κή, ὁ Σε­φέ­ρης, ὅ­τι ὅ­λα τὰ δει­νά μας, τὶς συ­φο­ρές μας, τὶς χρω­στᾶ­με στὴ στέ­ρη­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νης;


        Δὲ θὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σουν ἢ νὰ προ­σθέ­σουν κά­τι σχε­τι­κό, ἢ ἀ­κό­μη καὶ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἄ­πο­ψη. Μό­νο κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ εὐ­χη­θεῖ «κα­λὴ χρο­νιά, Βα­σι­λι­κή», πά­λι χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση. Ἀ­φοῦ οἱ ἴ­σκιοι δὲ μι­λοῦν… Ὕ­στε­ρα, ὑ­πάρ­χει καὶ ἡ πι­θα­νό­τη­τα νὰ μπερ­δευ­τοῦν, ἔ­τσι ποὺ φέ­ρουν καὶ οἱ δυ­ό τους τὸ ὄ­νο­μα Βα­σι­λι­κή…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ώ­νη Ἰ­ω­άν­νου (1973). Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴ Φι­λο­σο­φι­κή του ΕΚΠΑ καὶ τοῦ ΑΠΘ. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ Παν. Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση ὡς φι­λό­λο­γος. Ἐ­πι­στη­μο­νι­κές της ἐρ­γα­σί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων, ἐ­νῶ λο­γο­τε­χνι­κά της κεί­με­να σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Riamond Staprans (Ρίγα, Λιθουανία, 1926).


Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να: Prosciutto Crudo



Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να


Prosciutto Crudo

 

ΚΥΡΙΑ Λ. ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ καὶ νὰ αἰ­σθά­νε­ται σὰν κα­τσα­ρί­δα ὅ­ταν ἔπι­α­σε δου­λειὰ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Λου­τρο­θε­ρα­πευ­τη­ρί­ου. Ἡ κυ­ρί­α Λ., πρώ­ην πρι­μαν­τό­να, ἔ­χα­σε τὴ φω­νή της δί­χως ὁ για­τρὸς νὰ ἀ­πο­δελ­τι­ώ­σει τὴν ἀ­σθέ­νειά της ἢ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἀ­γω­γή. Ἔ­τσι ὁ ἐρ­γο­δό­της της γλύ­τω­σε τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση, αὐ­τὴ ἔ­μει­νε μουγ­κὴ καὶ τὸ ἐ­νοί­κιό της ἀ­πλή­ρω­το. Πῶς νὰ τὸ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ τὴν πε­τοῦ­σαν σὰ στη­μέ­νη λε­μο­νό­κου­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Στὸ ὑ­πό­γει­ο ἡ ὑ­γρα­σί­α δι­είσ­δυ­σε ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους τοῦ δέρ­μα­τος στὰ κύτ­τα­ρά της καὶ τὰ μού­λια­σε. Ἕ­να κολ­λῶ­δες ὑ­γρὸ ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­τσα­ρί­δες κύ­λη­σε στὸ αἷ­μα της. Μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ σα­πί­λας κόλ­λη­σε στὴ σάρ­κα της. Τὸ ἄ­φω­το σκο­τά­δι δι­έ­τα­ξε καὶ ἐ­πα­να­δι­έ­τα­ξε τὰ ρα­βδί­α καὶ τὰ κο­νί­α τοῦ ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ της. Μέ­χρι νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ. Συ­νάν­τη­σε καὶ ἄλ­λες ἐρ­γα­ζό­με­νες ἐ­κεῖ ποὺ θύ­μι­ζαν κα­τσα­ρί­δες, καὶ τῆς κόλ­λη­σαν πα­ρα­τσού­κλι, ἡ μουγ­κή. Ἐρ­γα­ζό­με­νες ἀ­πε­χθεῖς γιὰ τὶς ὑ­πέρ­γει­ες αὐ­τά­ρε­σκες ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, εἶ­χαν ὅ­μως ἕ­να προ­νό­μιο. Κολ­λη­μέ­νες ὅ­πως ἦ­ταν τρι­γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μα­γει­ρεῖ­α εἶ­χαν πρό­σβα­ση στὸ τυ­ρί, στὸ γι­α­ούρ­τι, στὸ κρέ­ας, στὰ ψά­ρια καὶ σὲ ἄλ­λα τρό­φι­μα ποὺ ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ταν στὰ ντου­λά­πια καὶ στὰ ψυ­γεῖ­α. Τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­αλ­λεί­μα­τος ἔ­τρω­γαν μπα­νά­νες, μῆ­λα καὶ ψη­τὸ κο­τό­που­λο μὲ πα­τά­τες.

       Ἡ κυ­ρί­α Λ. πού εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στοὺς κα­τσα­ρι­δό­μορ­φους ἀν­θρώ­πους ὀ­σμί­στη­κε τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Γκ.. Τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρό του καὶ τὸν εἶ­δε ὄρ­θιο μὲ τὰ μπρο­στι­νὰ πο­δα­ρά­κια κολ­λη­μέ­να στὸ περ­βά­ζι. Γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια ἡ κυ­ρί­α Λ. πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ Γκ. ἀ­πὸ τὸ φεγ­γί­τη τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός της ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γί­νε­ται ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὸς ἡ­μέ­ρω­σε. Ἡ κυ­ρία Λ. πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό. Αὐ­τὸς ἀ­να­θάρ­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ γε­μά­το οἰ­κει­ό­τη­τα βλέμ­μα καὶ μὲ ἕ­να σάλ­το βρέ­θη­κε στὸ περ­βά­ζι, στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ σπι­τιοῦ, στὸ δρό­μο, στὸ ἡ­μι­ϋ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα. Αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σε τυ­ρὶ ροκ­φόρ, prosciuto crudo καὶ λά­δι. Αὐ­τὸς ἔ­πε­σε λαί­μαρ­γα στὸ δί­σκο καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸν ἔ­γλει­ψε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί του καὶ κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τὴν κυ­ρί­α Λ. πού, νά, πά­τη­σε ἕ­να πλῆ­κτρο καὶ οἱ νό­τες τοῦ Tango Poema ξε­χύ­νον­ται στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Ὁ Γκ. κόλ­λη­σε τὰ μπρο­στι­νὰ δε­ξιὰ πο­δα­ρά­κια στὸ δε­ξὶ χέ­ρι της, τὰ με­σαῖ­α ἀ­ρι­στε­ρὰ πο­δα­ρά­κια στὴ μέ­ση της καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Χό­ρε­ψαν ὥ­σπου ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι ἔ­πε­σαν στὸ πά­τω­μα, κυ­λί­στη­καν, πά­λε­ψαν, ἔ­σμι­ξαν λυσ­σα­λέ­α τὰ στε­ρε­ά, τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ μυ­ρω­δι­κά τους καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν. Ὅ­ταν ὁ Γκ. ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του ἐ­νε­ὸς κοί­τα­ξε τὶς φλέ­βες του στὶς ἀν­τρι­κὲς πα­λά­μες, ἕ­να-ἕ­να τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τῆς κα­θε­μιᾶς. Κοί­τα­ξε τοὺς καρ­πούς, τοὺς ὤ­μους, τὸ στῆ­θος, τὸ φύ­λο, τὰ πέλ­μα­τά του. Ἔπι­α­σε τὰ μαλ­λιά του, ἔπι­α­σε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βλέμ­μα του στρά­φη­κε στὴ ρι­κνο­πρό­σω­πη μουγ­κὴ στὰ σα­νί­δια. Εἶ­δε βα­θιὲς ρυ­τί­δες νὰ αὐ­λα­κώ­νουν γε­ρα­σμέ­να μά­τια, τὸ κρε­μα­σμέ­νο σα­γό­νι, τὰ κρε­μα­σμέ­να καὶ δι­πλω­μέ­να κρέ­α­τα τοῦ γυ­μνοῦ κορ­μιοῦ της. Ση­κώ­θη­κε καὶ μὲ ἀρ­γά,  ἀ­θό­ρυ­βα, ἀ­νά­πο­δα σὰν πη­δη­χτὰ βή­μα­τα, ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα, κρύ­βον­τας τὰ ἀ­χα­μνά του μὲ τὰ χέ­ρια,  ἄ­νοι­ξε καὶ δὲ γύ­ρι­σε οὔ­τε γιὰ νὰ κλεί­σει. Κα­νο­νι­κά. Αὐ­τὴ τὸν εἶ­δε νὰ σβή­νει μιὰ γκρί­ζα χα­ραυ­γὴ ὥ­σπου βα­σί­λε­ψε καὶ τὸ δι­κό της βλέμ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­νε­ζί­να Μά­νου (Δῆ­μος Πέλ­λας). Σπού­δα­σε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­, Παι­δα­γω­γι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Θέ­α­τρο στὴν Ἀ­θή­να, στὸ Λον­δί­νο, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Πρά­γα. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ ὑ­παλ­λη­λι­κὲς θέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸ Στρα­τὴ Χα­βια­ρᾶ στὸ Κέν­τρο Ἑλ­λη­νι­κῶν σπου­δῶν τοῦ Χάρ­βαρντ. Τὸ διήγημά της «Ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ» διακρίθηκε στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Ἱστορίες ἐγκλεισμοῦ τῆς σχό­λης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Βαγγέλης Παπαδιόχος: Εἶναι δικὴ σου


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Εἶ­ναι δι­κή σου


 ΒΡΟΧΗ ΕΠΕΦΤΕ ἀ­στα­μά­τη­τα κά­νον­τας τὶς λακ­κοῦ­βες τοῦ δρό­μου νὰ ξε­χει­λί­ζουν. Ἡ Μι­μό­ζα κα­θό­ταν σὲ μιὰ στά­ση λε­ω­φο­ρεί­ου μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ ρε­τι­ρὲ τῆς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ας.

        «Εἶ­ναι ὥ­ρα», μουρ­μού­ρι­σε. «Ἐν­τά­ξει, χώ­ρι­σε πρό­σφα­τα καὶ τοῦ ἔρ­χε­ται δύ­σκο­λο. Ἂν ὅ­μως δεί­ξω πὼς θέ­λω νὰ πᾶ­με πα­ρα­κά­τω… Ναί, μό­λις στα­μα­τή­σει ἡ βρο­χὴ θὰ πά­ω», συμ­πλή­ρω­σε κι ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

        Ἄ­νοι­ξε τὴν κόκ­κι­νη ὀμ­πρέ­λα ποὺ τῆς εἶ­χε δώ­σει προ­χθὲς στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Μιὰ ξαφ­νι­κὴ μπό­ρα εἶ­χε ξε­σπά­σει καὶ τό­τε κα­θὼς ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ φύ­γουν.

       «Πά­ρ’ την, βρέ­χει πο­λύ», τῆς εἶ­πε.

       «Κι ἐ­σύ;»

       «Ἔ­χω τὴν κου­κού­λα. Πά­ρ’ την, εἶ­ναι δι­κή σου!» ἐ­πέ­μει­νε χα­μο­γε­λα­στός.

       Ὅρ­μη­σε τό­τε πά­νω του καὶ τὸν φί­λη­σε σὰν νὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν ἔ­βλε­πε. Μό­λις ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν στα­μά­τη­σε ἕ­να τα­ξὶ καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε τὸ ἁ­μά­ξι του. Ὅ­ταν εἶ­δε ποὺ μέ­νει ἤ­θε­λε πιὰ νὰ μά­θει τὰ πάν­τα γιὰ αὐ­τόν.

       «Συγ­γνώ­μη, ἔ­χε­τε φω­τιά;» μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ δι­έ­κο­ψε τὶς ἀ­να­πο­λή­σεις της.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ δί­πλα της κι ἔ­βγα­λε τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη της. Κα­θὼς τῆς τὸν ἔ­δι­νε πα­ρα­τή­ρη­σε συ­νο­φρυ­ω­μέ­νη τὸ πρό­σω­πό της.

       «Μι­μό­ζα! Ἐ­σὺ εἶ­σαι;» μουρ­μού­ρι­σε ἡ ἄλ­λη.

       Ἔ­πει­τα, τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­σαν ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ ἡ Μι­μό­ζα τὴν μι­μή­θη­κε.

       «Χρι­στί­να!» ἀ­να­φώ­νη­σε.

       Πλη­σί­α­σαν ταυ­τό­χρο­να ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη καὶ φι­λή­θη­καν σταυ­ρω­τά.

       «Πό­σα χρό­νια ἔ­χω νὰ σὲ δῶ;» τὴ ρώ­τη­σε ἡ Χρι­στί­να.

       «Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ reunion νο­μί­ζω. Μιὰ χα­ρὰ φαί­νε­σαι!»

      «Ἔ­χω πά­ρει με­ρι­κὰ κι­λά­κια… Τρι­αν­τα­πεν­τα­ρί­σα­με κι­ό­λας… Ἐ­σέ­να βέ­βαι­α, ἂν δὲν σὲ ἤ­ξε­ρα, θὰ σὲ ἔ­κα­να τὸ πο­λὺ γιὰ εἴ­κο­σι ἑ­πτά! Πῶς κι ἀ­πὸ ‘δῶ; Μὴ μοῦ πεῖς ὅ­τι μέ­νεις κά­που τρι­γύ­ρω;»

       «Ὄ­χι, ἔ­χω μιὰ δου­λειὰ ἐ­δῶ κον­τὰ καί…»

       Ἡ Χρι­στί­να σχη­μά­τι­σε ἕ­να πο­νη­ρὸ χα­μό­γε­λο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ ἁ­πα­λὴ τσιμ­πιὰ στὸ μπρά­τσο.

       «Μι­μο­ζά­κι, αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τὸ θυ­μᾶ­μαι! Πι­στεύ­ω θὰ εἶ­ναι κα­λὴ αὐ­τὴ ἡ… δου­λειά».

       Ξέ­σπα­σαν καὶ οἱ δύ­ο σὲ αὐ­θόρ­μη­τα χα­χα­νη­τά.

       «Ἐν­τά­ξει, κα­λὴ εἶ­ναι! Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­δῶ;»

       «Ἐ­δῶ μέ­νω!», ἀ­πο­κρί­θη­κε δεί­χνον­τάς της ἀ­πέ­ναν­τι.

       Ἡ Μι­μό­ζα γύ­ρι­σε πρὸς τὰ ‘κεῖ ξε­ρο­κα­τα­πί­νον­τας.

       «Παν­τρε­μέ­νη μὲ παι­δὶ πλέ­ον!» συ­νέ­χι­σε ἡ Χρι­στί­να βγά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό της.

       Στὴν ὀ­θό­νη πό­ζα­ρε χα­μο­γε­λα­στὸς ἐ­κεῖ­νος κι ἕ­να ἀ­γο­ρά­κι ποὺ τοῦ ἔ­μοια­ζε.

       «Λοι­πόν, γιὰ πὲς κι ἐ­σὺ γιὰ τὴ… δου­λειά σου».

       Ἡ Μι­μό­ζα χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα της σὲ μιὰ λακ­κού­βα ἀ­νά­με­σά τους, ὅ­που κα­θρε­φτι­ζό­ταν τὸ πρό­σω­πο τῆς Χρι­στί­νας. Κα­θὼς βυ­θο­με­τροῦ­σε τὴν μι­κρο­σκο­πι­κὴ βρώ­μι­κη λι­μνού­λα τὴν θυ­μή­θη­κε τό­τε, στὴν Πέμ­πτη δη­μο­τι­κοῦ, ποὺ τῆς εἶ­χε χα­ρί­σει τὴ γό­μα της.

       «Πά­ρ’ τὴν Μι­μό­ζα, εἶ­ναι δι­κή σου! Ἐ­γὼ δὲν πι­στεύ­ω πὼς οἱ Ἀλ­βα­νοὶ εἶ­ναι κλέ­φτες. Ἂν θέ­λεις, μπο­ροῦ­με νὰ γί­νου­με φί­λες!»

       Θὰ πί­στευ­ε τὸ ἴ­διο ἂν μά­θαι­νε πὼς λί­γο πρὶν τὶς Πα­νελ­λή­νι­ες εἶ­χα πά­ει μὲ τὸν Πέ­τρο, ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τό­τε.

       «Μι­μό­ζα, εἶ­σαι κα­λά;» τὴ ρώ­τη­σε.

       «Σύ… συγ­γνώ­μη, πρέ­πει… πρέ­πει νὰ φύ­γω τώ­ρα», τραύ­λι­σε.

       «Ὀ­κέ­ι, χά­ρη­κα ποὺ σὲ εἶ­δα. Θὰ περ­πα­τοῦ­σα μα­ζί σου, ἔ­χω πέν­τε λε­πτὰ μέ­χρι ν’ ἀ­νοί­ξω τὸ μα­γα­ζί, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ τὴν ὀμ­πρέ­λα μου. Νά, μιὰ κόκ­κι­νη σὰν τὴ δι­κή σου εἶ­ναι!»

       Ἡ Μι­μό­ζα ἄ­φη­σε τὴν ὀμ­πρέ­λα στὸ κά­θι­σμα.

       «Εἶ­ναι δι­κή σου!» ψέλ­λι­σε καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε τσα­λα­πα­τών­τας στὴ βρο­χή.



Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986) Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Λα­θρε­πι­βά­τες (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, 2018) καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἐκδ. Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019).


Μαρία Κοτρούτσου: Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης


Μα­ρί­α Κο­τρού­τσου


Φύλλο ὁδηγιῶν χρήσης:

Ἐραστής χωρὶς δεσμεύσεις, πληροφορίες γιὰ τὸ χρήστη


ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ:

Στὴν συν­θή­κη πε­ρι­έ­χε­ται ἄ­το­μο τοῦ εὐ­ρύ­τε­ρου κοι­νω­νι­κοῦ κύ­κλου, αὐ­στη­ρά.  Οἱ κα­λυ­πτό­με­νες προ­δι­α­γρα­φὲς εἶ­ναι συμ­βα­τι­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου. Νέ­α ἐ­νι­σχυ­μέ­νη σύν­θε­ση βρα­δεί­ας ἀ­πο­δέ­σμευ­σης.


ΧΡΗΣΗ:

Ἁ­πλή, σύν­το­μη καὶ σπο­ρα­δι­κὴ χρή­ση ὥ­στε νὰ μὴν ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἡ με­τα­βό­λι­ση τῆς οὐ­σί­ας. Ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πλή­ρω­μα σε­ξου­α­λι­κῆς ζω­ῆς, δὲν ὑ­πο­κα­θι­στᾶ μί­α ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη καὶ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη σχέ­ση.


ΠΙΘΑΝΕΣ ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ:

Σὲ πε­ρί­πτω­ση κα­τά­στα­σης φρι­κτῆς ἀ­νη­συ­χί­ας, ἀϋ­πνί­ας καὶ ἀ­νώ­φε­λης ἀ­να­ζή­τη­σης ἀ­παν­τή­σε­ων, πα­ρα­κα­λῶ ξε­πλύ­νε­τε μὲ ἄ­φθο­νο ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νῆ­στε μὲ τὸ Κέν­τρο Δη­λη­τη­ρι­ά­σε­ων. Κά­να­τε ὑ­περ­κα­τα­νά­λω­ση τῆς ἐν­δει­κτι­κῆς προσ­λαμ­βα­νό­με­νης πο­σό­τη­τας πρόσ­λη­ψης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κοτρούτσου Μαρία (Πήλιο, 1993). Σπού­δα­σε Μη­χανι­κὸς Πλη­ροφο­ρικῆς στὸ Πανε­πι­στή­μιο Ἰωαν­νί­νων. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ τώ­ρα ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὸν Βό­λο. Δου­λεύει σὲ μπὰρ στὸ κέντρο τῆς πό­λης, ἐνῶ παράλ­λη­λα διδά­σκει ἀγ­γλι­κά σὲ κέν­τρο ξέ­νων γλως­σῶν. Δη­μο­σιε­ύει γιὰ πρώ­τη φορά.


Μαρία Χατζηκυριακίδου: Ἄν


Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου


Ἂν

 

 ΤΑΡΑΤΣΑ ΛΟΥΖΕΤΑΙ ἀ­πὸ τὴν παν­σέ­λη­νο. Ἡ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νη κα­ρέ­κλα της εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν φω­τι­σμέ­νη Ἀ­κρό­πο­λη. Ἀ­κουμ­πᾶ πί­σω καὶ κλεί­νει τὰ μά­τια ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴν αὐ­γου­στι­ά­τι­κη ἡ­συ­χί­α τῆς πό­λης. Κά­θε χρό­νο τὸ κά­νει αὐ­τό. Σὲ κά­θε αὐ­γου­στι­ά­τι­κη παν­σέ­λη­νο ἀ­νε­βαί­νει στὴν τα­ρά­τσα μὲ τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἀγ­κα­λιὰ καὶ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὸ φεγ­γά­ρι. Με­τρᾶ τὸ χρό­νο της μὲ τὰ αὐ­γου­στι­ά­τι­κα φεγ­γά­ρια ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη φό­ρα. Τὸ μυα­λὸ της τα­ξι­δεύ­ει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. Τὴν ἀ­θέ­α­τη. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χει στεί­λει τὰ πιὸ κρυ­φὰ ὄ­νει­ρα καὶ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες της. Ὅ­πως τό­τε, πρὶν ἀ­πὸ ἐβδομήντα χρό­νια ποὺ τὸ κοί­τα­ξε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ χα­μο­γε­λών­τας κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς δὲν θὰ ἀ­φή­σει κα­νέ­να φεγ­γά­ρι χα­μέ­νο. Τό­τε ποὺ ἡ ἀ­θα­να­σί­α ἦ­ταν ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη. Τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος μέ­νει στὴν πί­σω με­ριὰ τοῦ φεγ­γα­ριοῦ. «Τὸ φεγ­γά­ρι μᾶς κρα­τᾶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νους μὲ τὸ ἀ­νεκ­πλή­ρω­το» ἔ­γρα­ψε κι ἔ­κλει­σε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της.



Πηγὴ: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­σμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ὰ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρὰ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).