Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα


ΝΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ παν­τρε­μέ­νη γυ­ναί­κα καὶ μὴ μπο­ρών­τας νὰ τὴ δε­λε­ά­σει, ἔ­πια­σε ἕ­να μά­γο καὶ τοῦ εἶ­πε: «Κά­νε την νὰ μὲ ἀ­γα­πή­σει ἢ κά­νε κά­τι γιὰ νὰ τὴ δι­ώ­ξει ὁ ἄν­τρας της.» Καὶ ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τὴν ἀ­μοι­βή, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὶς μα­γι­κές του μαγ­γα­νεῖ­ες καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται φο­ρά­δα. Ὅ­ταν ἦρ­θε λοι­πὸν ὁ ἄν­τρας της ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ τὴν εἶ­δε, ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ποὺ στὸ κρε­βά­τι του ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη μιὰ φο­ρά­δα. Κλαί­ει καὶ ὀ­δύ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος· μι­λά­ει στὸ ζῶ­ο καὶ ἀ­πάν­τη­ση δὲν παίρ­νει. Πα­ρα­κα­λεῖ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ· τοὺς φέρ­νει μέ­σα, τοὺς τὴ δεί­χνει καὶ λύ­ση δὲν βρί­σκει. Ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες οὔ­τε χόρ­το ἔ­φα­γε ὡς φο­ρά­δα, οὔ­τε ψω­μὶ ὡς ἄν­θρω­πος, στε­ρη­μέ­νη κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο τρο­φές. Τε­λι­κά, γιὰ νὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ φα­νεῖ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου, ἦρ­θε λο­γι­σμὸς στὸν ἄν­τρα της νὰ τὴν πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο· καὶ ἀ­φοῦ τῆς ἔ­βα­λε κα­πί­στρι σὰν ἄ­λο­γο, τὴν πῆ­γε στὴν ἔ­ρη­μο. Κα­θὼς λοι­πὸν πλη­σί­α­ζαν, στά­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοὶ κον­τὰ στὸ κελ­λὶ τοῦ Μα­κα­ρί­ου, ἐ­πι­τι­μών­τας τὸν ἄν­τρα της καὶ λέ­γον­τας: «Τί τὴν ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά­δα;» Καὶ τοὺς λέ­ει: «Γιὰ νὰ ἐ­λε­η­θεῖ». Τοῦ λέ­νε: «Καὶ τί ἔ­χει;» Τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα του καὶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἄ­λο­γο, καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι τρεῖς μέ­ρες ποὺ δὲν ἔ­χει φά­ει τί­πο­τα. Τὸ ἀ­να­φέ­ρουν στὸν Ἅ­γιο ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ προ­σευ­χό­ταν· δι­ό­τι τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ προ­σευ­χό­ταν γι’ αὐ­τήν. Ἀ­πο­κρί­νε­ται λοι­πὸν στοὺς ἀ­δελ­φοὺς ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος καὶ τοὺς λέ­ει: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε ἄ­λο­γα, ποὺ ἔ­χε­τε μά­τια ἀ­λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε, πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῶν ἀ­πα­τη­μέ­νων.» Καὶ ἀ­φοῦ εὐ­λό­γη­σε νε­ρὸ καὶ τὴν πε­ρι­έ­λου­σε κα­θὼς ἦ­ταν γυ­μνή, εὐ­χή­θη­κε· καὶ ἀ­μέ­σως τὴν ἔ­κα­νε νὰ φα­νεῖ σὲ ὅ­λους γυ­ναί­κα. Κι ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σε τρο­φή, τὴν ἔ­κα­με νὰ φά­ει, καὶ τὴν ἀ­πέ­λυ­σε μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἐ­νῶ αὐ­τὴ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Κύ­ριο. Καὶ τὴ συμ­βού­λευ­σε λέ­γον­τας: «Νὰ μὴ λεί­ψεις πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε νὰ ἀ­πό­σχεις ἀ­πὸ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α· δι­ό­τι αὐ­τὰ σοῦ συ­νέ­βη­σαν, ἐ­πει­δὴ γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες δὲν προ­σῆλ­θες στὰ μυ­στή­ρια.»



Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1980, σς 54-55.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Χαρ­τί, ψα­λί­δι



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Χαρ­τί, ψα­λί­δι

(Paper, Scissors) 


ΚΕΦΤΟΤΑΝ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε ἂν εἶ­χε κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Γιὰ μιὰν ἐ­λά­χι­στη στιγ­μὴ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του ἡ εἰ­κό­να τοῦ σπι­τιοῦ του, γε­μά­το ἀ­πὸ προ­σεγ­μέ­νους, κομ­ψευ­ό­με­νους, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες καὶ ἀ­πάν­θρω­πα εὐ­γε­νεῖς ἀν­θρώ­πους. Τὰ που­κά­μι­σά τους θὰ ἦ­ταν γα­μι­στε­ρά, καὶ ἡ γρα­βά­τα ἑ­νὸς ἐξ αὐ­τῶν θά ’­ταν ἀ­νε­κτὴ πλὴν ἐ­λα­φρῶς ἐκ­κεν­τρι­κή, – ἂς ποῦ­με, ἐ­λα­χί­στως που­ὰ μὲ δι­ά­σπαρ­τα, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα ἔν­το­να κόκ­κι­να σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τὴ τοῦ ἔ­φε­ρε ἀ­να­γού­λα. Ἔ­στρε­ψε γιὰ ἀ­κό­μα μί­α φο­ρὰ τὸ βλέμ­μα του στὸ ση­μεί­ω­μα ποὺ ἀ­να­γρά­φον­ταν τὰ λύ­τρα. Γά­μα τα. Τὸ πο­σὸ ποὺ ζη­τοῦ­σαν ἦ­ταν ἀ­σύλ­λη­πτο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸ ση­μεί­ω­μα, πλά­ι στὸ μα­ξι­λά­ρι του, ἤ­λεγ­ξε καὶ πά­λι τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ του ἐ­πι­με­λῶς. Δὲ βρῆ­κε τί­πο­τα, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σκό­νη καὶ μιὰ μα­κριὰ λευ­κὴ κλω­στὴ ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ρα­φές. Κι ἔ­πει­τα ξα­να­δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι τη­λε­φω­νοῦ­σε στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα – ἕ­να εὐ­γε­νι­κό, πλού­σιο, ἤ­πιο καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἄ­το­μο, ὁ πλου­σι­ό­τε­ρος ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­ζε. Μὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὴν τὸ πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ὑ­ψη­λό. Θὰ πλάν­τα­ζε στὸ κλά­μα σκε­πτό­με­νη τὴν κα­ϋ­μέ­νη Λώ­ρα κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α θὰ τὴν ἀ­νέ­κρι­νε. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, δὲ θὰ λο­γι­ζό­ταν ὕ­πο­πτη: ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μῆ­νες, βρι­σκό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ νὰ γεν­νή­σει τὸν δεύ­τε­ρο γιό της, ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κό, δυ­να­τὸ κοκ­κι­νο­μάλ­λη, ποὺ εἶ­χε τὰ στρα­βὰ αὐ­τιὰ καὶ τὴ μι­κρὴ σὰν κουμ­πὶ μύ­τη τοῦ νέ­ου της συ­ζύ­γου. Θυ­μή­θη­κε τὸ ἀ­χόρ­τα­γο συ­ναί­σθη­μα ποὺ βί­ω­σε ὅ­ταν εἶ­δε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη τους πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, τὸ πρω­τό­γο­νο πά­θος νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του στὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στο πρό­σω­πό της. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε κοκ­κι­νο­μάλ­λα οὔ­τε εἶ­χε στρα­βὰ αὐ­τιά· χρει­ά­στη­καν κά­να δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὰ φρύ­δια τῆς Βε­ρό­νι­κας ἔ­μοια­ζαν μὲ τὰ δι­κά του. Ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα ἕ­νε­κα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ βρῆ­κε τὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὰ λύ­τρα.  «Κρα­τᾶ­με τὴ γυ­ναί­κα σου», ἔ­λε­γε. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν δι­α­στη­μι­κό. Πρὶν τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­θα­βε τὴν μη­τέ­ρα του, ἑ­κα­τὸ σχε­δὸν ἄ­το­μα τὸν ἄγ­γι­ξαν, τὸν ἀγ­κά­λια­σαν, τὸν ἀ­κούμ­πη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του. Κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ Λώ­ρα κοι­μό­ταν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό, ὡς συ­νή­θως. Ἕ­να ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ἁ­πα­λὸ φῶς ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὶς κα­φὲ κουρ­τί­νες ἔ­κα­νε τὸ πρη­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο πρό­σω­πό της νὰ μοιά­ζει βα­θυ­κόκ­κι­νο. Ἑ­κα­τὸ πε­ρί­που ἄ­το­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο πλῆ­θος, γε­μά­το μὲ τσέ­πες. Δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὸ πο­σό αὐ­τό. Τρά­βη­ξε τὸ ψα­λι­δά­κι γιὰ τὰ νύ­χια ἀ­πὸ τὴ δερ­μά­τι­νή του θή­κη, ἔ­κο­ψε τὸ ση­μεί­ω­μα σὲ με­γά­λα ἀ­κα­νό­νι­στα κομ­μά­τια καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε πά­νω στὴν γκρι­ζω­πὴ στε­γνὴ γλώσ­σα τῆς Λώ­ρας. Ἔ­λα, σκέ­φτη­κε, ρού­φα τα μέ­σα. Ἄν­τε, ρού­φα τα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Ἡ Λινὸρ Γκοράλικ (Li­nor Go­ra­lik / Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Πρῶτο του βιβλίο: Τὰ Καναρίνια (ποίηση, Σμίλη, 2019). Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


 

Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones): Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες



Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones)


Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες

(Small Mercies)


ΤΑΝ ΠΑΙΖΕΙΣ Μονόπολη μὲ τοὺς ἀ­δελ­φούς σου, νὰ τοὺς ἀ­φή­νεις νὰ σὲ νι­κᾶ­νε, λέ­ει. Στὰ ἀ­γό­ρια δὲν ἀ­ρέ­σει νὰ χά­νουν, εἰ­δι­κὰ ἀ­πὸ τὰ κο­ρί­τσια. Βά­ζει στὸ πρό­σω­πό της μιὰ πού­δρα, λὲς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ κα­ταρ­ρεύ­σουν ἂν δὲν τὰ πι­έ­σει στὴ θέ­ση τους. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἔ­ξω σε κά­ποι­ο χο­ρό, μπαί­νω κρυ­φὰ στὸ δω­μά­τιό της καὶ κά­νω πὼς εἶ­μαι ἐ­κεί­νη, ὄ­μορ­φη, ἐ­πι­δέ­ξια στὸ μα­κι­γι­άζ. Ὅ­ταν ἕ­να ἀ­γό­ρι σοῦ ζη­τᾶ ραν­τε­βοῦ, νὰ λὲς πάν­τα ναί. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α ἂν δὲν εἶ­ναι τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο, τὸ πιὸ ἔ­ξυ­πνο ἢ τὸ πιὸ εὐ­χά­ρι­στο. Χρει­ά­ζε­ται πο­λὺ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ σοῦ ζη­τή­σει ραν­τε­βοῦ ἕ­να ἀ­γό­ρι, γιὰ αὐ­τὸ νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων, καὶ νὰ λὲς πάν­τα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Παίρ­νω τὸ κρα­γιόν της καὶ σου­φρώ­νω τὰ χεί­λια μου κα­θὼς ἀ­λεί­φω τὸ βα­θὺ κόκ­κι­νο λί­πος πά­νω στὰ πο­λὺ λε­πτὰ χεί­λια μου, σὲ ἕ­να πρό­σω­πο πο­λὺ γε­μά­το ὅ­που τα μά­τια εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­νύ­παρ­χτα. Δὲν πρό­κει­ται νὰ τῆς μοιά­σω πο­τέ, ἀλ­λὰ κά­νω ὅ­,τι μοῦ λέ­νε. Κι ἔ­τσι ἔ­κα­να. Ἔ­λε­γα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Σὲ ὅ­λα τα ἀ­γό­ρια. Τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ κον­τά, αὐ­τὰ ποὺ μυ­ρί­ζουν σὰν ὑ­πό­νο­μοι κι αὐ­τὰ ποὺ τὸ ἐ­πεῖ­γον τῆς κα­τά­στα­σής τους εἶ­ναι χαρ­το­γρα­φη­μέ­νο μὲ ἐ­ξαν­θή­μα­τα στὰ κόκ­κι­να πρό­σω­πά τους. Ὅ­ταν τὰ ἀ­δέλ­φια σου ξυ­πνοῦν τὸ πρω­ΐ, νὰ τρα­βᾶς τὶς κουρ­τί­νες, νὰ τοὺς στρώ­νεις τὰ κρε­βά­τια, νὰ εἶ­σαι χρή­σι­μη. Τὸ ἄι-λά­ι­νερ κά­νει πάν­τα τα μά­τια μου νὰ φαί­νον­ται. Ὄ­χι σὰν τὰ δι­κά της μά­τια – τὰ δι­κά μου οὔ­τε βι­ο­λε­τὶ εἶ­ναι, οὔ­τε ἐν­τυ­πω­σια­κά, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον φαί­νον­ται. Ἡ μά­να μου μὲ ἔ­κα­νε εὔ­κο­λη – ἂν καὶ πο­τὲ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λη μὲ μέ­να. Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς δὲν εἶ­χε πο­τὲ αὐ­τὴν τὴν πρό­θε­ση, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κά­τι ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὑ­πά­κου­η. Ἔ­τσι ἔ­λε­γα ναί ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ὥ­σπου τε­λι­κὰ τὴν πά­τη­σα, τε­λι­κὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τί εἶ­χα γί­νει. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὴν κρέ­μα δέρ­μα­τος γιὰ νὰ σβή­σω τὸ πρό­σω­πο ποὺ εἶ­χα βά­ψει. Ὕ­στε­ρα ἔ­λε­γα ὄ­χι. Ἔ­λε­γα ὄ­χι συ­νε­χῶς. Ἀλ­λὰ τὰ ἀ­γό­ρια μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ μέ­να, ὅ­τι μὲ τὰ ὄ­χι μου ἐν­νο­οῦ­σα ναί, καὶ τε­λι­κὰ ἔ­παιρ­ναν αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λαν. Αὐ­τὸ μὲ πλή­γω­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο, κι ἔ­τσι ξα­νά­γι­να τὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει ἡ μά­να μου, – τὸ κο­ρί­τσι τοῦ ναί, τὸ πρό­ω­ρα γε­ρα­σμέ­νο κο­ρί­τσι, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τό­σο ὄ­μορ­φο ὅ­σο ἡ μά­να του, ἀλ­λὰ ποὺ τὸ ἐ­πέ­λε­γαν για­τί οἱ ζη­τιά­νοι δὲν ἔ­χουν ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Τώ­ρα πα­ρα­πο­νι­έ­ται ποὺ δὲν τῆς ἔ­κα­να ἐγ­γό­νια. Μὰ σοῦ ἔ­κα­να, Ἀ­γα­πη­τὴ Μη­τέ­ρα. Τό­σα μι­σο­σχη­μα­τι­σμέ­να κο­ρί­τσια ποὺ οὔ­τε ἐ­γὼ οὔ­τε ἐ­σὺ κα­τα­φέ­ρα­με νὰ κρα­τή­σου­με ἢ νὰ δι­α­πλάσ­σου­με. Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες, Μη­τέ­ρα. Νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Lost Balloon (13.06.2018):

https://lost-balloon.com/2018/06/13/small-mercies-by-karen-jones/

Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Γλα­σκώ­βη. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες ὅ­πως: Disco­vering a Co­met and more micro fiction, The Wonder­ful World of Wor­ders, An Earth­less Mel­ting Pot, City Smells, 10 Red, HISSAC 10th Anni­­ver­sary, Bath Short Story Antho­logy, Ellipses: One, bath Flash Fiction Festival One. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­πι­λε­χτεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ι καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς μι­κρῆς φόρ­μας ὅ­πως Mslexia, Flash 500, Writers Bureau, The new Writer, HISSAC καὶ Words with jam. H συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των The UpsideDown Je­sus and other stories εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μη ἀ­πὸ τὸ Amazon.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.



		

	

Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renee Thompson): Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α



Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson)


Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α

(Assets)


ΘΕΛΑ νὰ σοῦ πῶ ἀ­πὸ κον­τὰ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ γυ­ρί­σω σπί­τι», εἶ­πε ἡ Σά­ρα. «Θέ­λω δι­α­ζύ­γιο.» Ἔ­πι­α­σε τὸ πο­τό της κι ἤ­πι­ε μιὰ γου­λιά, ἀλ­λὰ ἡ κί­νη­ση ἦ­ταν ἀ­δέ­ξια, ἀ­μή­χα­νη. Ὁ Μπὲν κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲν τῆς ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Τὸ εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε.

       «Πῆ­γα σὲ δι­κη­γό­ρο», συ­νέ­χι­σε. «Λέ­ει ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι τὸ μι­σὸ ράν­τσο καὶ τὴ μι­σὴ ἐ­πι­χεί­ρη­ση – ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν θὰ τό ’­κα­να πο­τέ, νὰ σοῦ πά­ρω τὴ δου­λειά.»

       «Ὅ­μως τὸ μι­σὸ ράν­τσο; Αὐ­τὸ δὲν ἔ­χεις πρό­βλη­μα νὰ τὸ πά­ρεις, ἔ;»

       «Τὸ ράν­τσο εἶ­ναι καὶ δι­κό μου», εἶ­πε κι ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ πιά­σει τὴν τσάν­τα της. Ση­κώ­θη­κε, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο καί, κα­θὼς βά­δι­ζε πί­σω ἀ­π’ τὸν Μπέν, ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­να­δεύ­τη­κε καὶ ξαφ­νι­κὰ ζε­στά­θη­κε. Ὁ Μπὲν τὴν αἰ­σθάν­θη­κε ποὺ κον­το­στά­θη­κε δι­στα­κτι­κή. Κι ἔ­πει­τα ὁ ἀ­έ­ρας δρό­σι­σε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε φύ­γει, ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­θό­ρυ­βα τὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson) γεν­νή­θη­κε στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὴ Γέ­φυ­ρα στὸ Βα­λεν­τά­ιν (The Bridge at Valentine) καὶ τὸν Κυ­νη­γὸ τοῦ φτε­ροῦ (The Plume Hunter). Σπού­δα­σε Πε­ρι­βαλ­λον­το­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Σα­κρα­μέν­το. Κα­τὰ και­ροὺς ἔ­χει ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τῶν ΗΠΑ, εἴ­τε κον­τὰ σὲ κα­τα­φύ­για ἄ­γριας ζω­ῆς εἴ­τε ἐν­τός των ὁ­ρί­ων τους. Σή­με­ρα ζεῖ στὸ Φόλ­σομ τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου: Vice versa



Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου


Vice versa

 

ΚΑΝΑΝ ἔ­ρω­τα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ Λί­μα τοῦ Πε­ροῦ. Ἦ­ταν τὸ πρῶ­το τους τα­ξί­δι. Μοι­ρά­ζον­ταν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἕ­να μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι ἀλ­λὰ καὶ τὴν φι­λο­σο­φί­α τοῦ ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Καὶ μιὰ καὶ γνω­ρί­στη­καν λί­γο πρὶν τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς ἀ­πο­φά­σι­σαν τὸ πρῶ­το τους τα­ξί­δι νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Στὸ Νό­τιο Ἠ­μι­σφαί­ριο. Ἐ­κεῖ ποὺ τὰ ἀ­στέ­ρια τοῦ οὐ­ρά­νιου θό­λου εἶ­ναι ἀν­τί­στρο­φα. Ὅ­πως καὶ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἄλ­λω­στε στὴ σχέ­ση τους. Ἀν­τί­στρο­φα, του­λά­χι­στον, γιὰ τὴ συμ­βα­τι­κὴ λο­γι­κή. Ἐ­κεί­νη 39, ἐ­κεῖ­νος 31. Ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὸ Νό­το, ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ τὸ Βορ­ρᾶ. Ἐ­κεί­νη δη­μό­σια ὑ­πάλ­λη­λος, ἐ­κεῖ­νος τρα­γου­δι­στής. Συ­ναν­τή­θη­καν σὲ ἕ­να θέ­α­τρο. Ἐ­κεῖ ἀν­τάλ­λα­ξαν ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρα­τε­τα­μέ­νο καὶ βα­θὺ βλέμ­μα. Τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρε ποι­ός ἦ­ταν. Τῆς τὸ εἶ­πε ἡ φί­λη της ποὺ τὴ συ­νό­δευ­ε. Κι ἀ­πὸ τό­τε ἡ φω­νή του ἕν­τυ­σε τὶς ἀ­νέ­ρα­στες νύ­χτες τῆς ἰ­δα­νι­κῆς σχέ­σης τους. Ἀ­νέ­ρα­στες για­τί δὲν ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ­νος. Ἰ­δα­νι­κὴ για­τί δὲν ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ­νος καὶ ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως καὶ ὅ­που τὰ ἤ­θε­λε ἐ­κεί­νη. Για­τὶ ἡ σχέ­ση τους ξε­κί­νη­σε καὶ τε­λεί­ω­σε σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρα­τε­τα­μέ­νο καὶ βα­θὺ βλέμ­μα ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τὰ κε­νὰ καὶ τὶς λα­χτά­ρες της.



Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­σμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ὰ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρὰ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Δυσλειτουργία



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Δυσ­λει­τουρ­γί­α


K. ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Z. ἕ­να δῶ­ρο ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­ποι­ου προ­σώ­που ἐ­πι­θυ­μεῖ διὰ τῆς τέ­χνης τῆς μα­γεί­ας.

       Μό­λις τοῦ ἔ­δω­σε τὸ ρα­βδὶ ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ ἔ­δι­νε στὸν Ζ. τὴν ἐν λό­γῳ μα­γι­κὴ δύ­να­μη, ὁ Ζ. ἄγ­γι­ξε ἀ­μέ­σως μὲ αὐ­τὸ τὸν ὦ­μο τῆς Κ.

       Ἡ Κ. τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὸ δῶ­ρο δὲν λει­τουρ­γεῖ.


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἡ μεταστραφεῖσα πόρνη



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἡ μεταστραφεῖσα πόρνη


ΥΟ ΤΙΝΕΣ τῶν γε­ρόν­των ἀ­πήρ­χον­το ἀ­πὸ Αἰ­γῶν εἰς Ταρ­σὸν τῆς Κι­λι­κί­ας καὶ ἐλ­θόν­τες εἰς παν­δο­χεῖ­ον κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­αν Θε­οῦ, ἐ­φ’ ᾧ ἀ­να­πα­ῆ­ναι αὐ­τούς (ἦν γὰρ καύ­σων), εὗ­ρον ἐ­κεῖ τρεῖς νε­ω­τέ­ρους ἀ­περ­χο­μέ­νους εἰς Αἴ­γας, ἔ­χον­τας με­θ’ ἑ­αυ­τῶν μί­αν πόρ­νην. Οἱ οὖν γέ­ρον­τες ἐ­κά­θι­σαν κα­τ’ ἰ­δί­αν. Λα­βὼν δὲ ὁ εἷς γέ­ρων ἐκ τοῦ πη­ρί­ου αὐ­τοῦ τὸ ἅ­γιον Εὐ­αγ­γέ­λιον, ἀ­νε­γί­νω­σκεν. Ἡ δὲ πόρ­νη ἡ οὖ­σα με­τὰ τῶν νε­ω­τέ­ρων, ὡς εἶ­δε τὸν γέ­ρον­τα ἀ­να­γι­νώ­σκον­τα, κα­τα­λεί­ψα­σα τοὺς νε­ω­τέ­ρους, ἐλ­θοῦ­σα ἐ­κά­θι­σεν πλη­σί­ον τοῦ γέ­ρον­τος. Ὁ δὲ γέ­ρων ἀ­πο­τι­να­ξά­με­νος αὐ­τῇ λέ­γει.

       «Πο­λὺ φαί­νει, ὦ ἀ­θλί­α, ἀ­ναι­δής· οὐκ ᾐ­δέ­σθης πλη­σί­ον ἡ­μῶν ἐλ­θεῖν καὶ κα­θί­σαι;»

       Ἡ δὲ ἀ­πε­κρί­θη λέ­γου­σα.

       «Μή, πά­τερ, μὴ βδε­λύ­ξῃ με. Εἰ γὰρ καὶ πε­πλη­ρω­μέ­νη ὑ­πάρ­χω πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλ­λ’ οὖν οὐκ ἀ­πώ­σα­το τὴν προ­σελ­θοῦ­σαν αὐ­τῷ πόρ­νην ὁ Δε­σπό­της τῶν ἁ­πάν­των ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ὸς ἡ­μῶν.»

       Ὁ δὲ γέ­ρων ἀ­πε­κρί­θη αὐ­τῇ.

       «Ἀλ­λ’ ἡ πόρ­νη ἐ­κεί­νη οὐ­κέ­τι ἔ­μει­νε πόρ­νη.»

       Ἡ δὲ λέ­γει αὐ­τῷ.

       «Ἐλ­πί­ζω εἰς τὸν Υἱ­ὸν τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὅ­τι ἀ­πὸ τῆς σή­με­ρον οὐ­δὲ ἐ­γὼ με­νῶ ἐν τῇ ἁ­μαρ­τί­ᾳ ταύ­τῃ.»

       Καὶ κα­τα­λι­ποῦ­σα τοὺς νε­ω­τέ­ρους καὶ τὰ αὑ­τῆς πάν­τα, ἠ­κο­λού­θη­σε τοῖς γέ­ρου­σιν, καὶ ἔ­βα­λον αὐ­τὴν εἰς μο­να­στή­ριον, πλη­σί­ον Αἰ­γῶν, τὸ λε­γό­με­νον τοῦ Νακ­κι­βᾶ. Ταύ­την κἀ­γὼ ἑ­ώ­ρα­κα γραῦν, πολ­λῇ συ­νέ­σει δι­ά­γου­σαν, καὶ πα­ρ’ αὐ­τὴν ἀ­κή­κο­α ταῦ­τα.


Γιὰ μιὰ πόρ­νη ποὺ με­τα­στρά­φη­κε

Δυ­ὸ γέ­ρον­τες φεύ­γα­νε ἀ­π’ τὶς Αἰ­γὲς γιὰ τὴν Ταρ­σὸ τῆς Κι­λι­κί­ας καὶ φθά­σα­νε σ’ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο κα­τὰ τὴν οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Θε­οῦ, γιὰ νὰ ἀ­να­παυ­θοῦ­νε, για­τὶ εἶ­χε καύ­σω­να, καὶ βρῆ­καν ἐ­κεῖ τρεῖς νε­α­ροὺς ποὺ εἶ­χαν μα­ζί τους μιὰ πόρ­νη. Οἱ γέ­ρον­τες λοι­πὸν κά­θι­σαν κά­που ἀ­πό­με­ρα. Κι ὁ ἕ­νας γέ­ρον­τας ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸν σάκ­κο του τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο καὶ δι­ά­βα­ζε. Καὶ ἡ πόρ­νη ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τοὺς νε­α­ροὺς μό­λις τὸν εἶ­δε νὰ δι­α­βά­ζει, ἄ­φη­σε τοὺς νε­α­ροὺς κι ἦρ­θε καὶ κά­θι­σε δί­πλα στὸν γέ­ρον­τα. Κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά του καὶ τῆς λέ­ει:

       «Ἄ­θλια, μοῦ φαί­νε­σαι πο­λὺ ἀ­ναι­δής. Δὲν ντρά­πη­κες νὰ ‘ρθεῖς καὶ νὰ κα­θί­σεις κον­τά μας;»

       Κι αὐ­τὴ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ τοῦ λέ­ει:

       «Μή, πά­τερ, μὴ μὲ ἀ­πο­παίρ­νεις. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­μαι βου­τηγ­μέ­νη ὅ­λη μὲς στὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­δι­ω­ξε τὴν πόρ­νη ποὺ πῆ­γε κον­τά του ὁ Δε­σπό­της τῶν ὅ­λων ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ός μας.»

       Κι ὁ γέ­ρον­τας τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε:

       «Ναί, ἀλ­λὰ ἡ πόρ­νη ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­μει­νε πιὰ πόρ­νη.»

       Καὶ τοῦ λέ­ει ἐ­κεί­νη:

       «Ἐλ­πί­ζω στὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος, ὅ­τι ἀ­πὸ σή­με­ρα οὔ­τε ἐ­γὼ θὰ μεί­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν ἁ­μαρ­τί­α.»

       Κι ἄ­φη­σε τοὺς νε­α­ροὺς καὶ τὰ δι­κά της ὅ­λα, ἀ­κο­λού­θη­σε τοὺς γέ­ρον­τες καὶ τὴν ἔ­βα­λαν σ’ ἕ­να μο­να­στή­ρι, κον­τὰ στὶς Αἰ­γές, ποὺ τὸ λέ­γα­νε Νακ­κι­βᾶ. Αὐ­τὴν κι ἐ­γὼ τὴν εἶ­δα γριά, νὰ ζεῖ μὲ με­γά­λη σύ­νε­ση καὶ ἀ­π’ αὐ­τὴν τὰ ἄ­κου­σα αὐ­τά. [Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 60-63.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]