1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Σημεῖον τῆς ἀγάπης του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Σημεῖον τῆς ἀγάπης του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΗΣΟΝ Ζά­κυν­θον, ὅ­ταν ἀ­πέ­θα­νεν ἡ γυ­ναῖ­κα του, εἰς τὸ μνη­μό­συ­νόν της ἐ­πῆ­ρε εἰς τὸ κε­φά­λι του τὸν δί­σκον μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του ἕ­ως εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν, ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρ.» σ. 280 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188-189 [Τἰτλος: «379.— Ἀ­π’ ἀ­γά­πη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Adam Frie­del von Frie­dels­burg (πε­ρί­που 1780 – ;), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης. Ἀρ­χη­γὸς τῶν στρα­τευμά­των τοῦ Μω­ριᾶ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­­νη μὲ τὸ χέρι (1832).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): Χορεύοντας στὶς λέξεις


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Χο­ρεύ­ον­τας στὶς λέ­ξεις

(Dancing on the words)


Α ΠΑΩ τρεῖς μέρες στοὺς γο­νεῖς μου», τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἡ Κά­θριν. «Λέ­ω τὸ ἄλ­λο σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο.»

        Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­φη­ρη­μέ­νος, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να μᾶλ­λον ἤ­δη σκε­φτό­ταν τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος. Μᾶλ­λον θὰ δι­όρ­θω­νε γρα­πτά, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­παί­τη­ση σὲ αὐ­τὸ τὸ κω­λο­πα­νε­πι­στή­μιο ποὺ δί­δα­σκε. Ἐ­κεί­νη στὴν ἐ­ξο­χὴ κι αὐ­τὸς στὴν ἐ­νο­χή. Ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ ζεῖς. Γά­μα το, σκέ­φτη­κε καὶ τὴ ρώ­τη­σε ἂν εἶ­χε ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἂν ἤ­θε­λε νὰ κά­νουν κά­τι πρὶν τὸ τα­ξί­δι της καὶ τέ­λος ἂν ὄν­τως θὰ ἄ­νοι­γαν ἐ­κεῖ­νο τὸ κρα­σὶ ποὺ τοὺς ἔ­φε­ραν τὰ Χρι­στού­γεν­να οἱ γεί­το­νες γιὰ νὰ δοῦν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πει­σό­διο τῆς σει­ρᾶς ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει. Στὰ δύ­ο πρῶ­τα, ἡ Κά­θριν εἶ­πε ὄ­χι, στὰ ἄλ­λα δύ­ο ναί. Ἰ­σο­πα­λί­α 0-0. Σὰν τὸν γά­μο του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε πὼς ἡ Πι­λὰρ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πή­γαι­νε καὶ τῆς μι­λοῦ­σε στὸ προ­σκέ­φα­λό της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δε μή­πως στῆς Ντο­λό­ρες;

        Τί νό­η­μα ἔ­χει, σκέ­φτη­κε. Νὰ τί θὰ κά­νω. Θὰ πε­ρά­σω ὅ­λο τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο κον­τά της. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα.

        Ἔ­φτα­σε, λοι­πόν, ἡ ὥ­ρα καὶ ἡ Κά­θριν ἔ­φυ­γε τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ πρωΐ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα τὸν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Θὰ ξέ­χα­σε κά­τι, σκέ­φτη­κε ὁ Ρέ­ι. Καὶ τὸ σή­κω­σε κά­πως βα­ρι­ε­στη­μέ­να. «Ἔ­λα.» «Ἐ­γώ…» «Ξέ­χα­σες κά­τι; Γυρ­νᾶς;» «Ὄ­χι, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ.» «Ἄ, τί;» «Στὴν εἴ­σο­δο κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλει­διά σου ἔ­χει κά­τι.» «Ἄ, τί;» «Ἕ­να γράμ­μα» «Ἄ, τί…» «Ὄ­χι, ἀ­πὸ μέ­να. Δὲν σὲ χω­ρί­ζω, ἠ­λί­θι­ε» «Ἀ, τί!» «Ἀ­πὸ τὴν Πι­λάρ…» «Ἄ­α…»

        Στὸ Πὶ εἶ­χε ἤ­δη πά­ει στὰ κλει­διά του καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ γράμ­μα στὰ χέ­ρια του. «Πό­τε; Πῶς;» «Ἦρ­θε πρὶν και­ρό. Πρὶν χρό­νια. Δέν…» «Για­τί;» «Δὲν ξέ­ρω. Δι­ά­βα­σέ το. Σοῦ ἀ­νή­κει. Γειά.» «Γειά.»

 

        Μὶ κε­ρί­δο,

        Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ εἰ­σα­γω­γές, ὁ­πό­τε θὰ σοῦ πῶ ἀ­πευ­θεί­ας μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τό­τε ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Στῆς Ντο­λό­ρες. Θυ­μᾶ­σαι; Πῶς νὰ μὴ θυ­μᾶ­σαι; Κά­θε βρά­δυ σὲ πε­ρί­με­να. Κά­θε βρά­δυ σοῦ ἔ­κο­βα τὸ “σ’ ἀ­γα­πῶ” στὰ χεί­λη μὲ μιὰ κο­φτὴ κί­νη­ση στὸ ταν­γκό μας γιὰ νὰ μὴν τὸ πεῖς. Ἐ­γὼ ὅ­μως σοῦ τὸ ἔ­λε­γα. Θυ­μᾶ­σαι τὸ γλί­στρη­μα τοῦ πο­διοῦ πρὸς τὰ πί­σω; Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρες πο­τὲ νὰ κά­νεις χω­ρὶς νὰ χά­σεις λί­γο τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α σου; Ἐ­γὼ, ἐ­πί­τη­δες τὸ ἔ­κα­να. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ φτά­σω μέ­χρι κά­τω γιὰ νὰ σοῦ πῶ πό­σο ἀ­γω­νι­ῶ νὰ ἔρ­θεις καὶ πό­σο πε­τά­ω μέ­σα μου στὸ ἀ­δέ­ξιο κρά­τη­μά σου.

        Κι ὅ­ταν κά­η­κε τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, κά­η­καν μα­ζὶ καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ εἶ­χα νὰ ἔρ­χε­σαι καὶ νὰ χο­ρεύ­ου­με καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψου­με μα­ζί. Ἐ­κεῖ μέ­σα καὶ ἀλ­λοῦ. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι μα­ζί σου, Ρέ­ι. Μό­νο μα­ζί σου. Πῶς ξέ­ρω τὸ ὄ­νο­μά σου; Σί­γου­ρα θὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Σκέ­ψου. Θὰ τὸ βρεῖς.

        Ἔ­μα­θα ὅ­τι παν­τρεύ­τη­κες. Ἔ­μα­θα ὅ­τι πᾶς στὸ Ἐ­σπε­ράν­τζα. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ σκέ­φτε­σαι. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια σου τὴν ὥ­ρα ποὺ κα­τέ­βα­ζες τὴ Ρούμ­πια μπί­ρα. Ἐ­μέ­να σκε­φτό­σουν, Ρέ­ι; Τὸ ταν­γκό; Τὸν Μά­ικ ποὺ φλυ­α­ροῦ­σε στὸ πιά­νο; Τί εἶ­δες στὴν του­α­λέ­τα, Ρέ­ι; Φάν­τα­σμα; Δὲν εἶ­μαι φάν­τα­σμα. Εἶ­μαι ἡ Πι­λάρ. Ἐ­σὺ πάν­τα ἤ­ξε­ρες τὸ ὄ­νο­μά μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρες ἦ­ταν ἡ ζωή μου. Οὔ­τε τώ­ρα τὴν ξέ­ρεις. Οὔ­τε ἔ­μα­θες ἂν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ, ἂν ἔ­κα­να παι­δί, ἂν ἤ­μουν μὲ κά­ποι­ον, ἂν χό­ρε­ψα ξα­νά. Ὅ­μως, ἐ­γώ, Ρέ­ι, ἔ­ζη­σα νὰ ξέ­ρεις. Ὄ­χι μα­ζί σου. Ἔ­ζη­σα. Μ’ ἐ­μέ­να. Ἀ­γά­πη­σα ἐ­μέ­να κι ἕ­ναν ζω­γρά­φο. Φαμ­πιὰν τὸν λέ­γα­νε. Σί­γου­ρα θὰ ἔ­χεις ἕ­ναν πί­να­κά του στὸ σα­λό­νι σου. Ὅ­λοι στὸ Μαν­χά­ταν ἔ­χε­τε. Σᾶς που­λά­ει φαν­τα­σί­ω­ση. Ὅ­πως μοῦ πού­λη­σε κι ἐ­μέ­να. Χό­ρευ­α κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Σὲ σκε­φτό­μουν κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ἔ­φυ­γα κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ποι­ὰ Πι­λὰρ σὲ κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, ἀ­λή­θεια; Ἡ ξαν­θιὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­τι; Ἢ ἡ ἄλ­λη στὸ μπὰρ ποὺ φαί­νε­ται μό­νο ἡ πλά­τη της; Ἢ αὐ­τὴ στὸ κρε­βά­τι; Ὅ­λες ἐ­γώ. Ὅ­λοι ἐ­σύ.

        Σὲ ἤ­θε­λα, Ρέ­ι. Ὅ­μως, πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι κα­λὰ ἐ­γώ. Θὰ μὲ ἔ­κα­νες κα­λά, Ρέ­ι; Δὲν ξέ­ρω πιά. Εἶ­πα, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νὰ σοῦ γρά­ψω τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω. Κά­τι στὸν τρό­πο ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σες, μὲ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ χο­ρέ­ψω πιὸ πα­θι­α­σμέ­να, Ρέ­ι. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε ποὺ ἐ­σὺ δὲν τὰ κα­τά­φερ­νες. Οὔ­τε μ’ ἔ­νοια­ξε ποὺ γι­όρ­τα­σες τὴν ἐ­πέ­τει­ό σου στὸ μα­γα­ζί μας. Κι ἄς ἦ­ταν ἄλ­λο. Κι ἄς ἤ­μουν ἄλ­λη. Κι ἄς ἤ­σουν ἄλ­λος πιά.

        Ἀ­κό­μα μὲ κά­νεις νὰ χο­ρεύ­ω. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ πε­θά­νω ἐ­γώ. Θὰ πέ­σω ὅ­ταν τὰ κό­κα­λά μου δὲν μὲ κρα­τᾶ­νε πιὰ στὸ γλί­στρη­μα πού σοῦ λέ­ω “σ’ ἀ­γα­πῶ”. Φαν­τά­ζε­σαι; Κι ἐ­σὺ θὰ ἔρ­χε­σαι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ μὲ δεῖς. Θὰ ἔρ­θεις, Ρέ­ι; Θὰ εἶ­σαι τό­τε μα­ζί μου;

        Ἐ­γὼ θὰ εἶ­μαι, Ρέ­ι.

        Τὲ κι­έ­ρο, μὶ ἀ­μόρ!

        Πι­λάρ, λὰ ρούμ­πια.


        Τὰ μά­τια τοῦ Ρέ­ι ὑ­ψώ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα καὶ κοί­τα­ξαν τὸν πί­να­κα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Πάν­τα τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τὸς ὁ πί­να­κας. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε θαλ­πω­ρή. Ἔ­νι­ω­θε ἥ­συ­χος κοι­τά­ζον­τας τὴν ξαν­θιὰ κο­πέ­λα ποὺ κά­τι πε­ρί­με­νε. Πε­ρί­με­νε μα­ζί της.

        Δί­πλω­σε ἤ­ρε­μα τὸ γράμ­μα, τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν καὶ πῆ­γε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει.



Πη­γή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


Γιῶργος Δουατζῆς: Τὸ ποδήλατo


Γιῶργος Δουατζῆς


Τὸ πο­δή­λα­το


ΙΧΑ ΗΔΗ ΠΕΡΑΣΕΙ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια μου καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ κά­νω βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το τῆς ἐ­φη­βεί­ας μου. Μὲ συμ­βού­λευ­αν νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να και­νούρ­γιο, ἀλ­λὰ τὸ πο­δή­λα­τό μου προ­έ­λευ­σης Πο­λω­νί­ας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι μο­να­δι­κό, νυ­κτό­βιο, προ­κλη­τι­κό. Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του εἶ­ναι στὸ χρῶ­μα. Σκε­λε­τὸς καὶ ἀ­κτί­νες στὶς ρό­δες ἔ­χουν ἕ­να ἔν­το­νο φω­σφο­ρί­ζον πρα­σι­νο­κί­τρι­νο χρῶ­μα ποὺ ὅ­ταν τὸ βλέ­πεις μέ­σα στὴ νύ­χτα τρε­λαί­νε­σαι. Καὶ αὐ­τό, δι­ό­τι τὸ ξάφ­νια­σμα τῶν πε­ρα­στι­κῶν στὴν ὄ­ψη του εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως δι­και­ο­λο­γη­μέ­νο. Σκέ­ψου νὰ δεῖς ξαφ­νι­κὰ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι δύ­ο φω­τει­νοὺς κύ­κλους νὰ κυ­λοῦν στὸ δρό­μο καὶ ἕ­ναν σκε­λε­τὸ πο­δη­λά­του νὰ βρί­σκε­ται λὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὶς ἀ­κτί­νες ἀ­πὸ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ἡ ὀ­μορ­φιά. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πές μου, θὰ ἄ­φη­νες πο­τὲ τὸ ἐ­φη­βι­κό σου πο­δή­λα­το; Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι μὲ στοι­χει­ώ­δη συν­τή­ρη­ση, οὔ­τε αὐ­τὸ μὲ ἄ­φη­σε πο­τέ. Ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι τὶς βόλ­τες ποὺ σοῦ εἶ­πα πὼς συ­νε­χί­ζω νὰ κά­νω τὶς νύ­χτες, μοῦ τὶς κα­τα­στρέ­φουν συ­χνὰ κά­τι ἀ­νό­η­τοι ποὺ ρί­χνουν πά­νω μου τὸ φῶς τῶν αὐ­το­κι­νή­των τους καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζουν ἔ­τσι ὅ­λη τὴν μα­γεί­α. Δι­ό­τι μὲ τὸ φῶς τὸ ἐ­ξαί­σιο πο­δή­λα­τό μου με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ πο­δή­λα­το. Ἐ­νῶ στὸ σκο­τά­δι…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Πάγκος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πάγ­κος


ΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ ἕ­ναν σχε­δὸν κου­φὸ συ­νο­μή­λι­κό της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ βά­ζει μου­σι­κή, ὅ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη μου­σι­κὴ μπο­ρεῖ πρὶν ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα. Τώ­ρα ἔ­βα­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, βγά­ζει τὰ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ τῆς χα­μο­γε­λά­ει ἀ­μή­χα­να, τὴν κερ­νά­ει ἕ­να πο­τό, πῶς τῆς φά­νη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, δὲν ἦ­ταν κα­λό; Ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅτι ἦ­ταν φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τώ­ρα ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, τὸ ἔ­χει ξε­χά­σει ἤ­δη, ἔ­χει κου­ρα­στεῖ ν’ ἀ­κού­ει κομ­μά­τια ποὺ τρι­γυρ­νᾶ­νε γύ­ρω ἀπὸ τὸ πτῶ­μα τῆς μου­σι­κῆς. Ἂν ἦ­ταν 1977, καὶ οἱ δύ­ο θὰ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ πᾶ­νε σπί­τι του ἢ σπί­τι της, νὰ πι­οῦ­νε κά­τι, νὰ συ­ζη­τή­σουν ἀπὸ πέν­τε μέ­χρι εἴ­κο­σι λε­πτά, νὰ πά­ει στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ ἄλ­λα­ξει τὸ ρυθ­μό, αὐ­τὸς νὰ κα­πνί­ζει, νὰ γυ­ρί­σει καὶ νὰ κα­θί­σει κά­πως πιὸ κον­τά του, ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ λέ­ει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ κά­ποι­ον πα­λιό, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μαλ­λιά, νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος του, νὰ τὸν κοι­τά­ξει στὰ μά­τια, νὰ σκύ­ψει καὶ νὰ τὴν φι­λή­σει. Ἂν ἦ­ταν 1969, ὅλα αὐτὰ θὰ γι­νόν­του­σαν μέ­σα σὲ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἂν ἦ­ταν 1979, λί­γο πιὸ σύν­το­μα, ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι χω­ρὶς πο­τό, συ­ζή­τη­ση, τσι­γά­ρο, ἐ­πί­σκε­ψη στὸ μπά­νιο, ἐ­πι­στρο­φὴ δί­πλα του στὸν κα­να­πέ, μι­κρὴ συ­ζή­τη­ση, χά­ϊ­δε­μα μαλ­λι­ῶν, στρο­φὴ πρὸς τὸ μέ­ρος του, βύ­θι­σμα στὰ μά­τια του, φι­λί. Θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι, θὰ φι­λι­όν­του­σαν λί­γο, θὰ γδύ­νον­ταν ξε­χω­ρι­στὰ κι ὑ­στέ­ρα θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συν­το­νισθοῦν, θὰ δο­κί­μα­ζαν δύο ἢ τρεῖς στά­σεις, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις. Θὰ τε­λεί­ω­ναν μα­ζὶ ἢ χω­ρι­στά, θὰ ἔ­με­ναν τρί­α λε­πτὰ ἀγ­κα­λι­α­σμένοι, ἀ­μί­λη­τοι. Θὰ τὴν ρώ­τα­γε ἂν θέ­λει νε­ρό, θὰ ἔ­λε­γε ναί, θὰ πή­γαι­νε νὰ τῆς φέ­ρει, θὰ ἄ­να­βε τσι­γά­ρο πε­ρι­μέ­νον­τάς τον, θὰ ἐ­πέ­στρε­φε, θὰ ἔ­πι­ναν ὁ κα­θέ­νας τρεῖς, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις γου­λι­ὲς νε­ρό, θὰ τὴν χά­ι­δευ­ε λί­γο, λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε, θὰ τὸ ἔ­κα­ναν δεύ­τε­ρη φο­ρά, θὰ ἄ­να­βαν τσι­γά­ρο, θὰ ἔ­πι­ναν τὸ ὑ­πό­λοι­πο νε­ρό, αὐ­τὸς θὰ ἔ­σβη­νε κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ φῶς. Θὰ κοι­μόν­του­σαν λί­γο ἄ­βο­λα πα­ρα­κο­λου­θών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ὕ­πνο τοῦ ἄλ­λου, θὰ ξύ­πνα­γαν κι ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ πι­εῖ κα­φὲ για­τὶ ἔ­χει μιὰ δου­λειὰ στὶς δέ­κα καὶ μι­σή. Κι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά, θὰ ντύ­νον­ταν βι­α­στι­κά, θὰ κα­τέ­βαι­ναν στὸ δρό­μο, θὰ περ­πα­τοῦ­σαν λί­γο μα­ζὶ κι ὕ­στε­ρα θὰ χώ­ρι­ζαν.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα καὶ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κό­μα ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, ἂν ἦ­ταν 1985, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν ἄ­ναγ­κα­σθοῦν νὰ ποῦν τὸ πρω­ὶ ὅ­τι ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, θὰ εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ἢ θὰ εἶ­χαν πέ­σει ἀ­ναί­σθη­τοι ἀ­πὸ τὸ πο­τὸ ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κοι­μη­θοῦν μα­ζί, θὰ εἶ­χαν βα­ρε­θεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἄγ­γιγ­μα. Ἂν ἦ­ταν 1956, θὰ εἶ­χαν παν­τρευ­τεῖ, ἂν ἦ­ταν 1965, θὰ εἶ­χαν πά­ει σι­νε­μά, θὰ πέρ­να­γε τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο της, θὰ τὴν ἔ­σφιγ­γε λί­γο, θὰ τῆς χά­ϊ­δευ­ε τὸ λαι­μό, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να φι­λί, θὰ τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πω­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια, θὰ δε­χό­ταν νὰ τὴν φι­λή­σει πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας, τὸ 1969 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τή, μέ­χρι τὸ 1973 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τὴ κι ἀ­πὸ τ­ὸ 1975 καὶ με­τὰ δὲν θὰ πή­γαι­ναν κα­θό­λου σι­νε­μά, θὰ ἔ­κα­ναν μιὰ σο­βα­ρὴ συ­ζή­τη­ση. Θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κό­σμου, γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ ἦ­ταν ἔ­τσι ὅ­πως σοῦ λέ­ω, τὸ δι­ά­βα­σα. Μέ­χρι τὸ 1979 θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, στὸ βαθ­μὸ πού, στὸ μέ­τρο πού, σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ ἀν­τί­θε­ση, τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Τὸ πρω­ὶ θὰ εἶ­χαν μιὰ δου­λειά.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νὰ πά­ει σπί­τι της, θὰ τὸν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο, μή­πως εἶ­χε δου­λειά; Τί δου­λειὰ νὰ ἔ­χει, τρε­λά­θη­κες ποὺ ἔ­χω δου­λειά, θὰ τὴν συ­νό­δευ­ε μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο φι­λί, θὰ τὴν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο στὸ ἴ­διο μέ­ρος. Θὰ ἔμ­παι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα βγά­ζον­τας τὰ πα­πού­τσια της, θὰ ξά­πλω­νε μὲ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι, θὰ κά­πνι­ζε μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κούγον­τας τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἠ­θο­ποι­ού τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου νὰ δι­α­βά­ζει κά­τω ἀπὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι τὴν Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰ­ζαμ­πώ, θὰ ἔ­ψα­χνε στὴ φω­νὴ κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἰ­δι­κὰ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἔ­βρι­σκε, θὰ κοι­μό­ταν μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰζαμ­πώ γρά­φτη­κε ἐ­πει­δὴ κά­ποι­α στιγ­μὴ βγῆ­κε μὲ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ θὰ τὸν ἔ­βλε­πε πά­λι αὔ­ριο. Στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας θὰ ξύ­πνα­γε ἀπὸ κά­ποι­ο κορ­νά­ρι­σμα, θὰ ἄ­νοι­γε τὰ μά­τια κι ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ τὰ φῶ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἀ­πὸ τὸ δρό­μο θὰ τα­ξί­δευ­αν φευ­γα­λέ­α στὸ τα­βά­νι. Θὰ εἶ­χε ξε­χά­σει ἀ­νοι­χτὸ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι μιὰ φω­νὴ θὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἀρ­χαῖ­ες μου­σι­κές, φυ­λαγ­μέ­νες στὶς κα­τα­κόμ­βες τῆς κρα­τι­κῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας. Θὰ ση­κω­νό­ταν χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο καὶ θὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι, θὰ ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἄ­να­σα, θὰ μύ­ρι­ζε τὴν Ἀ­θή­να, θὰ σκε­φτό­ταν δι­ά­φο­ρα σα­χλὰ πράγ­μα­τα, θὰ ἔ­λε­γε μέ­σα της ἕ­ναν ἀ­νό­η­το μο­νό­λο­γο, θὰ γύ­ρι­ζε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­ψει τὴν ἐλα­φρὰ ξε­λι­γω­μέ­νη φω­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι. Ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ εἶ­χε ἀ­νέ­βει μα­ζί της χω­ρὶς νὰ τὴν ρω­τή­σει κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­ναν ὅ­πως-ὅ­πως θὰ γύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, θὰ προ­λά­βαι­νε καὶ θὰ γύ­ρι­ζε πρώ­τη ἀπὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ εἶ­χαν γυ­ρι­σμέ­νες τὶς πλά­τες καὶ μό­νο τὸ πρω­ὶ θὰ γύ­ρι­ζαν πέν­τε λε­πτὰ πρὶν ση­κω­θοῦν, θὰ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ με­τὰ θὰ τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια κα­τά­φε­ραν νὰ γυ­ρί­ζουν πο­λὺ ἄ­νε­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄν­θρω­πο­τη­τας, οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες σχέ­σεις, ὁ σε­βα­σμὸς τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἢ ἰ­σό­τη­τας τῶν δύ­ο φύ­λων, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λα τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ βρον­το­φώ­να­ζαν οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς ἀ­να­λύ­σεις, τὸ ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ δι­α­δη­λω­τὲς στοὺς δρό­μους, τὸ πρό­τει­ναν τὰ τρα­γού­δια, τὸ ἔ­βλε­παν στὶς ται­νί­ες, τὸ ἔ­γρα­φαν στὰ βι­βλί­α, νὰ τοῦ γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, νὰ τῆς γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, τὸ πρωῒ νὰ ἔ­χε­τε μιὰ δου­λειά.

        Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια ὅ­λοι βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ νὰ ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, στὶς δέ­κα καὶ μι­σή ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκον­ται κά­που. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δο­κι­μά­σεις ὅ,τι βρεῖς μπρο­στά σου, εἶ­σαι ἔ­λευ­θε­ρη νὰ δε­χτεῖς ὅ­λες τὶς δο­κι­μα­σί­ες νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ξαφ­νι­κὲς εὐ­λο­γί­ες πού ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, σταλ­μέ­νες ἀπὸ τὴν τυ­χαί­α πλο­κή, κλη­ρο­δο­τη­μέ­νες ἀπὸ τὸ τί­πο­τα. Με­λα­χρι­νή, συμ­πα­θη­τι­κή, ξέ­ρει νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ κά­ποι­ον χω­ρὶς νὰ τὸν γου­στά­ρει, τὸ ἔ­χει μά­θει πο­λὺ κα­λὰ καὶ τὸ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ, ἂς ἐ­πι­μέ­νουν τὰ δι­α­φη­μι­στι­κά. Ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, πί­νει μιὰ γου­λιά, ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι καὶ τώ­ρα μέ­νει στὴ σι­ω­πή, πί­νει μιὰ γου­λιά, αἰ­σθά­νε­ται μιὰ κά­ποι­α συμ­πά­θεια γι’ αὐ­τὸν τὸν σχε­δὸν κου­φὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πα­λεύ­ει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψει λί­γη μου­σι­κὴ μέ­σα στὸ χά­ος, εἴ­κο­σι χρό­νια, με­τά. Δὲν θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ μα­ζί του, θὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει ἀπὸ μα­κριά.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπὲστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντί καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωσης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


Εἰκόνα: Ἀφίσα τοῦ Θεμιστοκλῆ Οὐρανοπολίτη.



		

	

Εἰρήνη Ρηνιώτη: Συζυγία


Εἰ­ρή­νη Ρη­νι­ώ­τη


Συζυγία

 

ΝΑ ΒΡΑΔΥ ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ τῆς πλώ­ρης τὸν χτυ­ποῦ­σε ἀ­λύ­πη­τα,  τὴ συ­νάν­τη­σε με­σο­πέ­λα­γα. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀμ­φί­βιο πλά­σμα, μιὰ ὑ­δρό­βιο γυ­ναί­κα βυ­θοῦ. Δὲν λο­γά­ρια­σε τὸν πλω­τὸ χα­ρα­κτή­ρα της καὶ τὴν ἔ­βγα­λε στὴ στε­ριὰ γιὰ νὰ φέ­ρει στὸν κό­σμο τοὺς γιούς του. Τὰ μά­τια τῶν ἀν­τρῶν πέ­σα­νε πά­νω της. Ἡ ζή­λεια μαῦ­ρο φί­δι ποὺ τὸν ἔ­ζω­σε, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα πῆ­ρε ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὴν ἔ­κο­ψε στὰ δύ­ο. Πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα τὸ ψα­ρί­σιο σῶ­μα της, αὐ­τὸ ποὺ ὄρ­γω­σε μυ­ριά­δες φο­ρὲς γιὰ νὰ ἐ­κτο­νώ­σει τὴν ἔ­ξα­ψή του, καὶ κρά­τη­σε μο­νά­χα τὸ στῆ­θος της γιὰ νὰ βυ­ζαί­νει τὴ συμ­φο­ρά.

        Ἂν πε­ρά­σεις ἀ­π’ τὰ μέ­ρη τους, θὰ δεῖς τὴ γυ­ναί­κα καρ­φω­μέ­νη στὸ κά­δρο τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, νὰ ψά­χνει τὸ πέ­λα­γο στὸν πνιγ­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­τα δρό­μο.

        Τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρό­τσι δὲν φαί­νε­ται. Μό­νο στὸ βλέμ­μα της βρυ­χᾶ­ται ἡ τρι­κυ­μί­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Ρη­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1964). Σπού­δα­σε στὴ Σχο­λὴ Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­κτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου, καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ  Μ.Π.Σ. «Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ» τοῦ ἰ­δί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν καὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Κέν­τρου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου ὡς ἠ­θο­ποι­ός. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἡ συλ­λο­γὴ τῆς Μιὰ βόλ­τα μό­νο (2016), τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο «Αἰ­κα­τε­ρί­νης Στα­θο­πού­λου» τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν τὸ 2017. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες.

Κα­τη­γο­ρί­ες: Ρη­νι­ώ­τη Εἰ­ρή­νη, Ἑλ­λη­νι­κά, Αἰσθήματα-Πάθη, Έρωτας, Σώ­μα, Ταυτότητες, Φύλα, Φανταστικό, Συμβολισμός, Περιγραφή.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἔ­ρω­τας καὶ Ἐ­πα­νά­στα­ση



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἔ­ρω­τας καὶ Ἐ­πα­νά­στα­ση

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΝΩΙ Ο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ μὲ τὰ ἡ­ρω­ϊ­κὰ στρα­τέ­μα­τά του πο­λε­μοῦ­σε στὸν Πει­ραι­ᾶ (Μάρτ. τοῦ 1827) ἔ­μα­θε πὼς ἡ Συ­νέ­λευ­ση στὴν Τροι­ζῆ­να ἔρ­ρι­ξε τὴν Κυ­βέρ­νη­ση (Δι­οι­κη­τι­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ) μὲ τὸν ἔ­ξο­χον Ἀν­τρέ­α Ζα­ΐ­μη κε­φα­λή της, καὶ σύ­στη­σε βι­α­στι­κὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τρί­α μο­νά­χα μέ­λη, Νη­σι­ώ­τη, Μω­ρα­ΐ­τη καὶ Ρου­με­λι­ώ­τη, μέ­λη ὄ­χι ση­μαν­τι­κά, ἀ­πὸ φτό­νο στὸ Ζα­ΐ­μη, γιὰ νὰ δε­χτῇ τὸν Κυ­βερ­νή­τη, ποὺ θἀρ­χό­ταν, ὄ­χι κυ­βέρ­νη­ση ἰ­σχυ­ρὴ καὶ σο­βα­ρή, μὰ κυ­βέρ­νη­ση ὑ­πη­ρε­σια­κή. Τὸ μέ­λος ὅ­μως τὸ Ρου­με­λι­ώ­τι­κο δὲν ἄ­ρε­σε κα­θό­λου στὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη καὶ στοὺς Ρου­με­λι­ῶ­τες του. Αὐ­τοὶ εἴ­χα­νε συ­στή­σει τὸ Γ. Μαυ­ρο­μά­τη, ἄ­ξιον καὶ σο­βα­ρό, κ’ ἡ Συ­νέ­λευ­ση δι­ώ­ρι­σε ἕ­ναν ποὺ ἡ γυ­ναῖ­κα του εἶ­χε ἀ­γα­πη­τι­κὸ – καὶ ποι­όν; τὸν Ἀν­τρέ­α Με­τα­ξᾶ. Τὸ σκάν­τα­λο ἔ­βρα­ζε κι’ ὁ ἄ­τυ­χος ὁ σύ­ζυ­γος, ἄν­θρω­πος μα­λα­κὸς καὶ τί­μιος κα­τὰ τ’ ἄλ­λα, ἤ­τα­νε στιγ­μα­τι­σμέ­νος. Ὅ­μως ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης, δυ­να­τὸς πο­λὺ μέ­σα στὴ Συ­νέ­λευ­ση, ἀν­τὶ νὰ τρέ­χῃ ἀ­πὸ πί­σω στὸ Μπρα­ΐ­μη, ἀν­τὶ νὰ σε­βα­στῇ τοῦ Κα­ρα­ϊ­σκά­κη τὴν ἐ­πι­θυ­μιὰ (εἴ­χα­νε γρά­ψει, αὐ­τὸς κ’ οἱ συν­τρό­φοι του, ἕ­να γράμ­μα στὴ Συ­νέ­λευ­ση πο­λὺ αὐ­στη­ρὸ ἐ­νάν­τια στὸν ἀ­νά­ξιο Ρου­με­λι­ώ­τη μὲ τὸ ση­μα­δε­μέ­νο μέ­τω­πο), ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἐ­πί­με­νε πο­λὺ γιὰ χά­ρη τοῦ φί­λου του τοῦ Με­τα­ξᾶ, καὶ δι­ω­ρί­στη­κε τῆς ἀ­γα­πη­τι­κῆς του ὁ ἄν­τρας.

       Ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, μ’ ὅ­λες τὴς φο­βέ­ρες ποὖ­χε στεί­λει στὴ Συ­νέ­λευ­ση, ἔρ­ρι­ξε τώ­ρα τὸ θυ­μό του μο­νά­χα στὸ ση­μα­δε­μέ­νο.

       — Ἂς τε­λει­ώ­νου­με ἐ­δῶ τὴ δου­λειά μας, εἶ­πε, καὶ τό­τε νὰ ἰ­δῶ ποῦ θὰ μ’ πά­ῃ οὑ κε­ρα­τᾶς, καὶ στοὺ μ<νὶ> τῆς π’­τά­νας τ’ νὰ κρυ­φτῇ, θὰ βά­λω τὸν π<οῦτσο> τ’ Με­τα­ξᾶ νὰ τὸν ξε­τρυ­πώ­σ’.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 250-251 [Τίτλος: «550.— Θὰ τὸν πά­ῃ κυ­νη­γῶν­τας.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Καλαρ­ρυτιώ­της (1ο τέ­τα­ρτο 19ου αἰ.-μετὰ τὸ 1842), Κα­ρα­ϊ­σκά­κης (1828-1830). Χαλ­κο­γρα­φία σὲ χαρ­­τί, 25,5Χ18,3 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πι­να­κο­θή­κη).



		

	

Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου: Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ



Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου


Και­νούρ­γιο μα­γι­ώ


ΑΝΩ ΣΤΗ ΜΗΧΑΝΗ τὸ σκέ­φτη­κε, ὅ­πως φυ­σοῦ­σε τὸ ἀ­ε­ρά­κι ἀ­νά­μει­κτο μὲ τὴν αἰ­θά­λη καὶ τὴν κα­πνιὰ τῶν αὐ­το­κι­νή­των. Ἀ­πὸ τὸ πί­σω κά­θι­σμα τὸν ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὰ κό­κα­λά του μὲ τὰ δά­χτυ­λα, δά­χτυ­λα λε­πτὰ ποὺ σφίγ­γαν τὸ λευ­κὸ νά­ι­λον μπλου­ζά­κι. Αὐ­τὸς μύ­ρι­ζε σὰν ἀν­θι­σμέ­νη θά­λασ­σα. Ἡ πα­ρα­λί­α χα­ϊ­δευ­ό­ταν στὰ πό­δια της, κι ἂς ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­σφάλ­του. Ἡ μη­χα­νὴ μὲ ἑ­λιγ­μοὺς πέρ­να­γε ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Ὑ­πέ­ρο­χη ὥ­ρα γιὰ μπά­νιο, σκέ­φτη­κε.

       Ἡ πα­ρα­λί­α ἔ­στελ­νε μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια. Τὸ φεγ­γά­ρι θω­πευ­τι­κὰ κρε­μά­στη­κε σὲ σπάγ­κους, ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ φυ­τὸ μὲ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ κε­φά­λι.

       Ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τῆς εἶ­χε γί­νει. Τὸ λα­χτά­ρη­σε ὅ­σο τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἡ μέ­ρα πα­ρα­δι­νό­ταν στὴ μα­γεί­α τῆς προ­σμο­νῆς. Αὐ­τὸς μπῆ­κε στὴ ζω­ή της σὰν παι­χνι­δι­ά­ρι­κο ἀ­πό­γευ­μα ποὺ μύ­ρι­ζε ἀ­φρό­λου­τρο. Δὲ μι­λοῦ­σε πο­λύ. Ἔ­βγαι­νε συ­χνὰ μὲ ἀν­τρο­πα­ρέ­ες – τρα­νὴ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἀν­τρι­κῆς ὑ­πε­ρο­χῆς του.

Μι­λοῦ­σε κο­φτὰ χω­ρὶς πολ­λὲς ἐ­ξη­γή­σεις. Κά­πο­τε ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρω­τή­σει: Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; Τὸ ἤ­θε­λε ὅ­σο τί­πο­τα στὸν κό­σμο. Τὸ σκε­φτό­ταν συ­νέ­χεια πά­νω στὴ μη­χα­νή. Δη­λα­δὴ τό­τε τῆς ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ἡ θά­λασ­σα πά­φλα­ζε κι­ό­λας στὰ πό­δια της. Ἡ ἄ­σφαλ­τος ἔ­και­γε μὲ κύ­μα­τα πυ­ρε­τοῦ. Ἡ μη­χα­νὴ πέρ­να­γε μὲ ἑ­λιγ­μοὺς ἀ­νά­με­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Στα­μά­τη­σε. Κα­τέ­βα, εἶ­πε αὐ­τός. Εἴ­χα­νε φτά­σει κι­ό­λας. Δὲν τὸ εἶ­χε κα­τα­λά­βει. Κα­τέ­βη­κε στὸν πο­λυ­σύ­χνα­στο δρό­μο. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὰ μά­τια μέ­χρι ποὺ χά­θη­κε.

       Ὁ Τζώρ­τζης ἦ­ταν τὸ ἀ­γό­ρι ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει σὲ μιὰ κα­φε­τέ­ρια. Φυ­σι­κὸ ἦ­ταν, μιὰ καὶ ὁ δρό­μος τῆς ἦ­ταν γνω­στὸς μὲ τὸ ὄ­νο­μα «ὁ δρό­μος μὲ τὶς κα­φε­τέ­ρι­ες». Εἶ­χαν κι ἕ­να σιν­τρι­βά­νι μπρο­στά. Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἀλ­λι­ῶς. Αὐ­τὴ χά­ζευ­ε τὸ σιν­τρι­βά­νι ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ἢ νό­μι­σε πὼς τὴν κοί­τα­ζε. Τὰ νε­ρὰ εἶ­χαν μιὰ μου­σι­κὴ ποὺ θύ­μι­ζε κά­τι πο­λὺ κα­θα­ρὸ καὶ σχε­δὸν δια­ρκές. Τῆς ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

Τὸ εἴ­δω­λό της στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ἔ­γνε­φε μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Βι­α­στι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ σω­στὴ ἐ­πι­λο­γὴ εἶ­χε ψω­νί­σει τὸ ἴ­διο πρω­ὶ ἕ­να και­νούρ­γιο μα­γιό.

       Ἔ­βλε­πε κι­ό­λας τὸν ἑ­αυ­τό της γορ­γό­να νὰ κο­λυμ­πᾶ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α τῆς Ἀτ­τι­κῆς, στὴ με­θυ­στι­κὴ αὔ­ρα τῆς θά­λασ­σας. Μα­ζὶ μὲ τὸν Τζώρ­τζη βέ­βαι­α —δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της χω­ρὶς αὐ­τόν— τὸ ἀ­γαλ­μα­τέ­νιο σῶ­μα μὲ τὶς ἀ­να­λο­γί­ες ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν τὰ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα χρό­νια του, ψη­μέ­να στὸν ἥ­λιο τῆς οἰ­κο­δο­μῆς καὶ μὲ κεῖ­νο τὸ ἄ­ρω­μα τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ τὴ συ­νέ­παιρ­νε. Ἔ­ρι­ξε ἄλ­λη μιὰ μα­τιὰ στὸν κα­θρέ­φτη. Τὸ σῶ­μα της δι­α­γρα­φό­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα γυ­ναι­κεῖ­ο μὲ τὶς τρυ­φε­ρὲς καμ­πύ­λες μέ­σα στὸ κο­ράλ­λι μα­γιό.

       Πῆ­ρε τα­ξὶ γιὰ νὰ φτά­σει πιὸ γρή­γο­ρα. Ἦ­ταν πο­λὺ ζε­στὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὅ­λα καί­γον­ταν. Ἀ­πο­χαυ­νω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι κι­νοῦν­ταν στοὺς δρό­μους σὰν ρομ­πότ. Αὐ­τὴ εἶ­χε μιὰ πα­ρά­ξε­νη χα­ρά. Σὰν παι­δά­κι ποὺ τοῦ χά­ρι­ζαν κά­ποι­ο σπά­νιο παι­χνί­δι. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ μι­κρὴ σκά­λα. Τῆς ἄ­νοι­ξε ὁ Τζὼρτζης, γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Τῆς ἦρ­θε ἔν­το­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς μπο­γιᾶς. Πε­ρι­πλα­νή­θη­κε λί­γο μέ­σα στὰ χρώ­μα­τα καὶ στὰ πι­νέ­λα, σα­στι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ με­λα­χρι­νὴ ὀ­μορ­φιά του. Τὰ χέ­ρια του ἦ­ταν γε­μά­τα μπο­γι­ές. Τὶς πο­λυ­θρό­νες σκέ­πα­ζαν κά­τι τριμ­μέ­να σεν­τό­νια μὲ ἁ­πα­λὰ ἐμ­πρι­μέ, σβη­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χρό­νο.

       — Πε­ρί­με­νε λί­γο. Τε­λει­ώ­νω.

       Ἀ­πὸ τὸ κου­ζι­νά­κι πρό­βα­λε ὁ Ἀν­τρέ­ας. Τὸν εἶ­χε γνω­ρί­σει μιὰ φο­ρὰ στὴν κα­φε­τέ­ρια.

       — Μὲ βο­η­θά­ει στὸ βά­ψι­μο, εἶ­πε ὁ Τζώρ­τζης καὶ πῆ­γε νὰ πλύ­νει τὰ χέ­ρια.

       Ὁ Ἀν­τρέ­ας κά­θι­σε στὸ φθαρ­μέ­νο κα­να­πὲ μὲ τὸ σῶ­μα ἐ­λα­φρὰ λο­γι­σμέ­νο πρὸς τὰ μπρός. Μὲ τὰ μι­κρὰ δι­α­πε­ρα­στι­κά του μά­τια τὴν πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν.

       — Θὰ πᾶ­με γιὰ μπά­νιο; τόλ­μη­σε νὰ ρω­τή­σει συγ­κρα­τη­μέ­να.

       Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α φούν­τω­σε μέ­σα της ἕ­να εἶ­δος πυ­ρε­τοῦ.

       — Ἔ­χω ἁ­μά­ξι, πε­τά­χτη­κε ὁ Ἀν­τρέ­ας καὶ με­τὰ ἀ­πό­το­μα σώ­πα­σε.

       Ὁ Τζώρ­τζης δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο τῆς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ κεῖ­νο τὸ ὑ­πέ­ρο­χο χα­μό­γε­λο. Ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια στὸ κορ­μί της καὶ τὴν ψα­χού­λε­ψε. Τὰ δά­χτυ­λά του ἔ­παι­ξαν μὲ τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ μπι­κί­νι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­κό. Τὴν τρά­βη­ξε ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, τὴν ἔ­συ­ρε σχε­δόν.

       Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε χα­μη­λό­φω­να.

       — Ἔ­λα, ὁ Ἀν­τρέ­ας εἶ­ναι φί­λος.

       Μπῆ­καν στὸ δω­μά­τιο. Στὴν πόρ­τα πρό­βα­λε ἡ λι­γνὴ φι­γού­ρα τοῦ Ἀν­τρέ­α. Τὰ βλέμ­μα­τά τους δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν. Εἶ­δε στὰ μά­τια του μιὰ μι­κρὴ λάμ­ψη. Κά­τι τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τὴν ἐ­ρέ­θι­ζε. Σὲ δευ­τε­ρό­λε­πτα τὸ μι­κρὸ κε­φά­λι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νή του ὑ­πό­κω­φη ἀ­πὸ τὸ χόλ. Κα­θη­συ­χα­στι­κή. Εἶ­χε ὅ­μως τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς τοὺς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, κι αὐ­τὸ τῆς προ­κά­λε­σε βα­θιὰ ἀ­να­στά­τω­ση.

       Ὁ Τζώρ­τζης τὴν ἔ­ρι­ξε στὸ κρε­βά­τι. Ἀγ­κο­μά­χη­σε μέ­σα της γιὰ λί­γο. Με­τὰ ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Αὐ­τὴ μά­ζε­ψε τὸ μα­γιὸ ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὸ τύ­λι­ξε στορ­γι­κὰ σὰν κά­τι ζων­τα­νό.



Πη­γή: Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2008).

Τί­τσα Δι­α­μαν­το­πού­λου (Κύ­προς). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α, δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τα καὶ ποι­η­τι­κὲς πρό­ζες. Τὸ Λε­ρω­μέ­νο φου­στά­νι εἶ­ναι ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των.



		

	

Πηγὴ Κούτση: Τὰ τέσσερα κομμάτια


Πη­γὴ Κού­τση


Τὰ τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια


ΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΩ ΠΙΑ» μοῦ εἶ­πε καὶ πέ­τα­ξε τὸ πο­τή­ρι κά­τω στὸ πά­τω­μα. Δὲν κου­νή­θη­κα ἀ­πὸ τὴ θέ­ση μου ἀ­δυ­να­τών­τας νὰ κα­τα­λά­βω ἂν ἀ­νέ­πνε­α ἢ ὄ­χι. Τὰ μά­τια μου χα­μή­λω­σαν στὸ πά­τω­μα ὅ­που ἔ­βλε­πα τὰ γυα­λιὰ σκορ­πι­σμέ­να. Εἶ­χαν σπά­σει σὲ τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια, ὅ­σες καὶ οἱ λέ­ξεις ποὺ εἶ­πε ἡ θυ­μω­μέ­νη πλη­γή της.

        Πό­σο πα­ρά­ξε­νο, κά­θε κομ­μά­τι τοῦ γυα­λιοῦ εἶ­χε σπά­σει στὸ μέ­γε­θος τῆς λέ­ξης πού μοῦ εἶ­πε.  Καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο, τὸ κομ­μά­τι τοῦ «ἀ­γα­πῶ», εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ φτά­σει μπρο­στά μου σὰν νὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει,  λέ­γον­τάς μου ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἀλ­λι­ῶς.  Συ­νέ­χι­ζε νὰ μι­λά­ει, νὰ μὲ κα­τη­γο­ρεῖ, νὰ κι­νεῖ τὰ χε­ριὰ νευ­ρι­κά, νὰ μοῦ ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ποὺ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­σω.

        Εἶ­χε στα­μα­τή­σει ὁ χρό­νος. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε κολ­λή­σει πά­νω στὸ «ἀ­γα­πῶ» ἐ­νῶ τὸ «δέν» καὶ τὸ «σέ» ἀ­πελ­πί­ζον­ταν μό­να τους πα­ρα­πέ­ρα. Τὸ «πιά» στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὴ δί­νη τοῦ χρό­νου ὁ­λο­μό­να­χο καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ γί­νει «πάν­τα», ὅ­πως πα­λιά, καὶ νὰ τη­ρή­σει τὴν ὑ­πό­σχε­ση μιᾶς ἀ­γά­πης ποὺ  δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ.

        Ἡ πόρ­τα ἔ­κλει­σε καὶ αὐ­τὴ μὲ θυ­μό. Ὁ βρόν­τος τα­ρα­κού­νη­σε λί­γο τὸ πά­τω­μα καὶ ἡ μι­κρὴ δί­νη ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­τα­τό­πι­σε λί­γο πιὸ κον­τὰ πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ με­γά­λο κομ­μά­τι.  Τὸ «σέ» γλί­στρη­σε ἀ­νέλ­πι­στα δί­πλα του καὶ μοῦ ἔ­δω­σε τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ἐλ­πί­δας ποὺ ἤ­θε­λα αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.

        «Σὲ ἀ­γα­πῶ πάν­τα.» Ἔ­βα­λα τὰ κομ­μά­τια τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο καὶ δὲν ἀν­τι­στά­θη­κα στὴν ἀ­γά­πη ποὺ ἀ­κό­μα γιὰ αὐ­τὴ ἔ­νι­ω­θα. Τὰ μά­ζε­ψα μὲ τὰ χέ­ρια μου, προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψω μή­πως κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της. Γέ­λα­σα μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Μό­νο αὐ­τὸ κα­τά­φε­ρα νὰ κά­νω ὥ­στε νὰ κι­νή­σω πά­λι τὸν χρό­νο. Καὶ ἐ­κεῖ, στὴν κο­φτε­ρὴ ἄ­κρη τοῦ «ἀ­γα­πῶ» ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ ἀ­λα­ζο­νεί­α τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τοῦ κρα­γιόν της.

        Καὶ ἡ καρ­διά μου ἔ­γι­νε τέσ­σε­ρα κομ­μά­τια…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.



		

	

Κίμων Καλαμάρας: Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς



Κίμων Καλαμάρας


Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων

πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς


ΕΚΙΝΗΣΑΝ τοὺς μα­κρεῖς πε­ρι­πά­τους ἕ­να καυ­τὸ κα­λο­και­ρι­νὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τρεῖς μὲ τέσ­σε­ρις ὧ­ρες ἀρ­χι­κὰ καὶ με­τὰ τὴν δεύ­τε­ρη συ­νάν­τη­ση, ἔ­φτα­σαν νὰ πε­ρι­φέ­ρον­ται στο­χα­στι­κά, γιὰ πέν­τε, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ ἑ­φτὰ ὧ­ρες. Δι­έ­σχι­ζαν τὴν Ἀ­θή­να μέ­σα ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ές της, πη­γαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ Χα­λάν­δρι στὸ Πα­να­θη­να­ϊ­κὸ Στά­διο, καὶ ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μό, μέ­χρι τὸ Μο­σχά­το στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Κη­φι­σοῦ· ἀ­πὸ τὸν Πει­ραι­ᾶ ὣς στὴν Βού­λα· ἀ­πὸ τὰ Ἄ­νω Πα­τή­σια μέ­χρι τὴν Ὁ­μό­νοι­α, καὶ ἀ­πὸ κεῖ, στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Πλά­τω­νος. Θαύ­μα­σαν τὰ μον­τερ­νι­στι­κὰ τῆς Δρο­σο­πού­λου, τῆς Νά­ξου, τὴν κα­τα­πρά­σι­νη Σε­φέ­ρη, τὴν νω­χε­λι­κό­τη­τα τῆς Πα­ρί­τση· τὸν ἀ­νοι­χτὸ καὶ πλα­τὺ ὁ­ρί­ζον­τα σὲ κά­ποι­ους δρό­μους τῆς Βού­λας καὶ τῆς Γλυ­φά­δας, πού, θύ­μι­ζαν γει­το­νι­ὲς ἄλ­λης χώ­ρας. Ἡ κά­θε συ­νοι­κί­α μπο­ροῦ­σε σχε­δὸν νὰ δι­α­βα­στεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­νά­λυ­ση κοι­νω­νι­κῆς γε­ω­γρα­φί­ας, ἱ­στο­ρί­ας, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ πο­λε­ο­δο­μι­κοῦ σχε­δια­σμοῦ. Ἡ Νέ­α Χαλ­κη­δό­να μὲ τὶς μο­νο­κα­τοι­κί­ες της καὶ τὶς ἔν­το­νες ἀ­να­φο­ρὲς στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἡ Κη­φι­σιὰ μὲ τὰ ἀρ­χον­τι­κά της, ἡ ἄ­νω Κυ­ψέ­λη μὲ τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ τὶς ἀ­να­πάν­τε­χες ὁ­ρι­ζόν­τι­ες ὀ­πτι­κές της· ὁ Ταῦ­ρος μὲ τὸ βι­ο­μη­χα­νι­κὸ σκη­νι­κό, νὰ δι­α­σχί­ζει ὅ­λο το το­πί­ο μέ­χρι τὸ λι­μά­νι, κι ἡ Καλ­λι­θέ­α, μὲ τὰ ἀ­σφυ­κτι­κά της δι­ώ­ρο­φα, τὰ στε­νὰ πε­ζο­δό­μια μὲ τὶς νε­ρα­τζι­ές, καὶ τὴν ἀ­πρό­σμε­νη ἐκ­βο­λή της στὴν θά­λασ­σα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ποι­κι­λί­α τῶν σπι­τι­ῶν, ἀ­πὸ γω­νιὰ σὲ γω­νιά, ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη, ποὺ τοὺς δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς ἴ­σως πε­ρι­πλα­νῶν­ται γιὰ μέ­ρες. Καὶ τὸ πέ­ρα­σμα, ἀ­πὸ τὴν μιὰ πε­ρι­ο­χὴ στὴν ἄλ­λη, ὅ­πως ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ στὴν Ἑλ­λη­νο­ρώ­σων γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­μοια­ζε μὲ τα­ξί­δι στὸν χρό­νο.

       Ὁ χρό­νος ποὺ πέρ­να­γε περ­πα­τών­τας, ἄ­φη­νε στὶς ψυ­χὲς τοὺς ἕ­να ἐ­λα­φρὺ αἴ­σθη­μα πο­λυ­τε­λοῦς ἀ­νά­παυ­λας, καὶ στὸ σῶ­μα τους, μιὰ βρα­δυ­φλε­γῆ εὐ­χα­ρί­στη­ση, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ σά­ου­να. Τὰ θέ­μα­τα τῶν συ­ζη­τή­σε­ων ἦ­ταν ποι­κί­λα καὶ αὐ­τά: ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις, με­τα­κι­νοῦν­ταν μὲ εὐ­κο­λί­α στὰ ἐ­σω­τε­ρι­κά, φι­λο­σο­φι­κὰ ἀ­να­πάν­τη­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα, χω­ρὶς κα­μί­α δι­ά­θε­ση νὰ τὰ ἐ­πι­λύ­σουν, καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, πέρ­να­γαν προ­σε­κτι­κὰ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά, στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­πο­τυ­χί­ες, ἄλ­λο­τε ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές, ἄλ­λο­τε ἐ­ρω­τι­κές.

       Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ προ­σω­πι­κὰ δρά­μα­τα, μέ­σα στὸν με­γά­λο πε­ρί­πα­το, φω­τί­ζον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Δι­α­χέ­αν κά­τι ἀ­πὸ τὴν πι­κρί­α τους, σκορ­ποῦ­σαν κά­τι ἀ­πὸ τὴν γύ­ρη τους, στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το τῆς πό­λης. Καὶ ἡ πό­λη θώ­πευ­ε αὐ­τὲς τὶς μι­κρὲς γιὰ ἐ­κεί­νη τρα­γω­δί­ες, καὶ ἔ­πει­τα τὶς δι­έ­χε­ε στὰ σπλά­χνα της ἀ­να­νε­ω­μέ­νες· ἀ­πο­κα­θηρ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ δά­κρυ καὶ τὸν πό­νο, μὲ ὅ­λη τους τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ δό­ξα. Ἔ­τσι τὸ περ­πά­τη­μα στὴν πό­λη ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε μὲ κά­ποι­ο ἀ­νε­ξή­γη­το μη­χα­νι­σμό, θε­τι­κὰ στοὺς δύ­ο πε­ρι­πα­τη­τές μας καὶ οἱ καρ­ποὶ μιᾶς πρώ­ι­μης φι­λί­ας ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­να­φύ­ον­ται. Μιᾶς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀν­δρι­κῆς φι­λί­ας.

       Τὸ ἅ­δραγ­μα τῶν πρώ­των φαι­νο­με­νι­κὰ ὥ­ρι­μων αὐ­τῶν καρ­πῶν, ἦρ­θε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου, Σε­πτέμ­βριο, ὅ­που στὴν Ἀτ­τι­κή, δὲν δι­α­φέ­ρει καὶ τό­σο ἀ­πὸ τὸ θέ­ρος. Ξε­κί­νη­σε δει­λά, μὲ ἀ­μοι­βαῖ­ες ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις πε­ρὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα καὶ τὴν συ­νή­θεια ποὺ ἔ­χουν οἱ ποι­η­τὲς νὰ ἐ­ξυ­μνοῦν τὴν ὀ­μορ­φιά του, δί­χως ἡ σάρ­κα, νὰ ἔ­χει κο­ρέ­σει τὴν δί­ψα της. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἄ­κομ­ψες ἀ­πορ­ρί­ψεις, ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα. Καὶ ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­τα μὲ τοὺς ποι­η­τές, τὶς συ­χνὰ δον­κι­χω­τι­κὲς αὐ­τὲς φι­γοῦ­ρες, ἡ προ­ο­πτι­κὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τος, δεί­χνει νὰ ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν πραγ­μά­τω­ση ἑ­νὸς ἀ­νέλ­πι­στου καὶ ἀ­λη­θι­νὰ τρελ­λοὺ ἔ­ρω­τα. Για­τί τὸ φῶς του εἶ­ναι τέ­τοι­ο, ποὺ θαμ­πώ­νει τὴν κα­θε­αυ­τὴ πρά­ξη. Καὶ μό­νο ποὺ ζεῖς, σοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τό, χω­ρὶς νὰ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς κα­τά­λη­ξη τοῦ πά­θους. Καὶ ὅ­σο γιὰ τὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ δη­μι­ούρ­γη­μα, μή­πως δὲν στέ­κει κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α ὡς τὸ νό­θο παι­δί, κά­θε με­γά­λου καὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα;

       Συ­νέ­χι­ζαν τοὺς ἀρ­γό­συρ­τους πε­ρι­πά­τους συ­ζη­τών­τας γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ καί, στα­δια­κά, ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­χω­ρί­ζουν τὶς ἀ­πό­ψεις τους, σὰν δυ­ὸ κλα­διὰ ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ὁ ἕ­νας θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε ἀ­κρά­δαν­τα, πὼς τὸ φῶς καὶ ἡ ἰ­δέ­α, ἡ σύλ­λη­ψη ἑ­νὸς ἀ­κό­μη ποι­ή­μα­τος γιὰ Ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι ἀρ­κε­τά· πὼς ἕ­να χα­ϊ­κού, εἶ­ναι τὸ ὕ­ψι­στο ἐ­πί­πε­δο εὐ­τυ­χί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἕ­νας με­γά­λος ἔ­ρω­τας μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­νε­βά­σει. Ὁ ἄλ­λος θὰ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὴν πραγ­μα­τι­κή του λα­τρεί­α γιὰ τὸν ἐ­πί­γει­ο ἔ­ρω­τα, τὸ ἄγ­γιγ­μα, τὰ φι­λιά· τὶς ἀ­προ­σμέ­τρη­τες σαρ­κι­κὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Τὴν ζω­ὴ δί­πλα στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ τρι­βὴ τῶν πραγ­μά­των. Καὶ πώς, ἀ­κό­μη κι ἐ­κεῖ, συ­νή­θως ἐ­κεῖ, καρ­πο­φο­ρεῖ τὸ ὡ­ραῖ­ο καὶ ὑ­ψη­λό· πὼς ἐ­κεῖ ἀν­θί­ζει, ἕ­νας κῆ­πος μὲ πραγ­μα­τι­κὰ λου­λού­δια.

       Μὲ λί­γα λό­για, εἶ­χαν καὶ οἱ δυ­ό, μιὰ βα­θιὰ πί­στη στὰ θαύ­μα­τα.

       Ὅ­ταν τε­λι­κὰ κου­ρά­στη­καν, κά­θι­σαν σὲ ἕ­να τα­βερ­νεῖ­ο, πα­ρήγ­γει­λαν χω­ρι­ά­τι­κη, δυ­ὸ με­ρί­δες μπι­φτέ­κια, πα­τά­τες τη­γα­νη­τές, τυ­ρὶ σα­γα­νά­κι καὶ μπύ­ρες. Βού­τη­ξαν μα­νι­α­σμέ­νοι τὸ ψω­μὶ στὴν σα­λά­τα καί, ὅ­ταν αὐ­τὴ ἄ­δεια­σε, πα­ρήγ­γει­λαν κι ἄλ­λη. Ἔ­φα­γαν κά­πως ἀρ­γὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα, τσιμ­πο­λο­γών­τας, σχε­δὸν ἀ­μί­λη­τοι ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο στὸ ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν, νὰ ἔ­χει πε­ρι­έλ­θει, ἡ ἀρ­χι­κή τους συ­ζή­τη­ση. Ὁ χρό­νος πά­γω­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς μπου­κι­ές, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς πα­πά­ρες, καί οἱ πε­ρι­παι­χτι­κὲς ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου πό­τε ἔ­λαμ­παν, πό­τε κρύ­βον­ταν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν ζε­λα­τί­να. Τὸ γκαρ­σό­νι πρό­τει­νε νὰ κα­τε­βά­σει τὴν τέν­τα. Ἔ­γνε­ψαν κα­τα­φα­τι­κὰ καί, κα­θὼς ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τύ­λι­γε σὰν σά­βα­νο τὶς σκέ­ψεις τους, ἄ­κου­γαν σι­ω­πη­λοί το ἀρ­γό­συρ­το στρίγ­κλι­σμα τῆς μα­νι­βέ­λας.


[06 .07. 2021]


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τὴς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ­δε­ο­δρό­μιοἘν­τευ­κτή­ριοΔέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΝέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.