Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[2/3]

 

Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής

(Cocu de vocation ou de grâce ou cocu quiétiste)


ΕΜΦΥΤΟΣ κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στὴς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δι­α­θέ­τει ἐκ φύ­σε­ως ὅ,τι τὸ ἐ­πί­κτη­το ἔ­χει ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος (βλ. ἀρ. 35), εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν γνώ­ρι­σε πο­τὲ τὴν ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε καὶ τὶς προ­ει­δο­ποι­ή­σεις, ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­φε­ρε στὸ γά­μο μιὰ κα­θα­ρὴ καὶ ἔν­τι­μη ψυ­χή, τὴ θε­ϊ­κὴ εὐφο­ρία ἐν ὀ­λί­γοις, εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ βρί­σκει στὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ κε­ρα­τώμα­τος ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ τὸ πε­ρί­φη­μο Σύν­ταγ­μα ὑ­πο­σχό­ταν στοὺς Γάλ­λους: τὴν εἰ­ρή­νη, τὴν ἑ­νότη­τα, τὴν ὁ­μό­νοι­α, συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ τὴν ἠ­ρε­μί­α καὶ τὴ γα­λή­νη. Εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη πά­στα κερα­τᾶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 50). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ­στει­εύ­ε­ται ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]


Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.


Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


			

Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[1/3]

 

Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς

(Cocu auxiliaire ou coadjuteur)


ΠΙΚΟΥΡΙΚΟΣ ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς εἶ­ναι αὐτὸς ποὺ ἀ­που­σιά­ζει συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, ἐμ­φα­νίζε­ται μο­νά­χα γιὰ νὰ σκορ­πί­σει τὴ χα­ρά, νὰ προ­σά­ψει στοὺς ἔν­τρο­μους ἐρα­στὲς τῆς γυ­ναί­κας του τὸ ὅ­τι δὲν γε­λοῦν καὶ δὲν πί­νουν· καί, δί­χως νὰ δι­στά­σει, τοὺς προ­κα­λε­ῖ νὰ λη­σμο­νή­σουν τὶς φι­λο­νι­κί­ες τους καὶ νὰ ζή­σουν ὡς κα­λοὶ δη­μο­κρά­τες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ πάν­τα βρί­σκον­ται ὑπὸ τὸ κα­θε­στὼς τῆς κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης. Αὐτὸς λοι­πὸν βο­η­θᾶ τὶς δο­σο­λη­ψί­ες· γι’ αὐ­τὸν τὰ κέ­ρα­τα εἶ­ναι ρο­δο­πέ­τα­λα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, Ἀ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 19). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Ὁ Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ὁ ἴ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ἐ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται ὅ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]

Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.

Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μοιρολογώντας τὸν ζωντανό



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Μοιρολογώντας τὸν Ζωντανό

[τοῦ Δημήτρη Μακρῆ]


ΝΟΙΩΣΕ τὸ θά­να­τό του, Αὔ­γου­στο τοῦ 1841. Ντύ­θη­κε τ’ ἄρ­μα­τά του, κί­νη­σε ἀ­πὸ τὸ Με­σο­λόγ­γι καὶ πῆ­γε στὸ χω­ριὸ ποὔ­με­νε μὲ τὴ γυ­ναῖ­κα του. Ἐ­κεῖ ἔ­πε­σε στὸ στρῶ­μα, μὰ δὲν ξα­να­ση­κώ­θη­κε. Μιὰ μέ­ρα ἔ­βα­λε τὴ γυ­ναῖ­κα νὰ κα­θί­σῃ στὸ πλευ­ρό του καὶ τῆς εἶ­πε:

       — Χλιμ­μέ­νη γριά! Ἔρ­χε­ται ὁ Τά­τα­ρης [τα­χυ­δρό­μος = ὁ Χά­ρος] νὰ πά­ρῃ τὴν ψυ­χή μου. Μοι­ρο­λό­γα τὸν ἥ­ρω­ά σου!

       Ἡ γριὰ δὲν ἤ­θε­λε, μὰ τί νὰ κά­μῃ; Ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ τρα­γου­δῇ τὸ Κλέ­φτι­κο τρα­γοῦ­δι ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε.

       Αὐ­τὸς στὰ μά­τια τὴν κυ­τοῦ­σε, ἄ­κου­γε τὸ τρα­γοῦ­δι τὸ πα­λιὸ κ’ ἔ­βλε­πε μὲ τὸ νοῦ τὰ πε­ρα­σμέ­να του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Με­σο­λογ­γιοῦ(1).


(1) Εἶχε στεφανωθῆ μ’ ἀγά­πη τὴ γυ­ναῖ­κα του στὸ Με­σο­λόγ­γι. «Ὁ ἥ­ρω­άς μου» συνεί­θι­ζε νὰ λέῃ αὐ­τή, ἀντὶς ὁ ἄ­ντρας μου. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Αἰ­ὼν» 10 7βρ. 1841. – Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 177 [Τίτλος: «348.— Μα­κρῆς ὁ Ζυ­γι­ώ­της.»].




		

	

Τάσος Χατζητάτσης: Τὸ περιστέρι


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Τὸ πε­ρι­στέ­ρι


ΤΑΝ Η ΠΟΛΗ λει­τουρ­γοῦ­σε ἀ­κό­μα, χω­ρὶς ἀν­τι­πα­ρο­χὲς καὶ κα­νο­νι­σμοὺς πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, σὲ αὐ­λὲς καὶ σὲ τα­ρά­τσες, ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἀ­σχο­λί­α τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἡ ἐ­ξη­μέ­ρω­σή τους εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α συ­νή­θεια καὶ ἡ συμ­βί­ω­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους πάν­τα ἐρα­σμία.

        Πε­ρι­στε­ρι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χαν στὴν πό­λη καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πολ­λὰ με­τα­πο­λε­μι­κὰ κου­μά­σια εἶ­χαν τὴν προ­έ­λευ­σή τους ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῆς πεί­νας στὴν κα­το­χή. Τὰ παι­διά, βρί­σκον­τας ἕ­τοι­μα τὰ κα­τα­λύ­μα­τα, ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν τὶς κα­το­χι­κὲς χῆ­νες κι ὄρ­νι­θες μὲ πε­ρι­στέ­ρια. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­να­σχό­λη­ση ἐ­πί­πο­νη καὶ ἐ­ξαν­τλη­τι­κή, ξε­λά­φρω­νες ὅ­μως ἀ­πὸ δι­α­βά­σμα­τα κι ἀν­τι­γρα­φὲς καί τὸ, κυ­ρι­ό­τε­ρο, συγ­κέν­τρω­νες πά­νω σου ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα. Κου­νοῦ­σες τὸ σκιά­χτρο, μαῦ­ρο κου­ρέ­λι δε­μέ­νο στὸ ξύ­λο τῆς τα­βα­νό­σκου­πας καὶ ση­κώ­νον­ταν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ὅ­σο πιὸ τρε­λὰ ἀνέ­μι­ζες τὴ μαύ­ρη ση­μαί­α τό­σο πιὸ πολ­λοὺς κύ­κλους κά­ναν αὐ­τὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τα­ρά­τσα. Ὥ­σπου νὰ νι­ώ­θεις τὸ λα­χά­νια­σμα, νὰ βγά­λεις ἔ­ξω τὸ πε­τα­στά­ρι, μα­δη­μέ­νο, χω­ρὶς φτε­ρά, νὰ τὸ κρα­τᾶς ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, κι αὐ­τὰ στὴ στιγ­μὴ νὰ κουρ­νιά­ζουν ὑ­πά­κου­α γύ­ρω σου. Ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ νὰ σχο­λιά­ζει, νὰ θαυ­μά­ζει, καὶ τὰ μά­τια τῶν κο­ρι­τσι­ῶν καρ­φω­μέ­να στὰ πε­ρι­στέ­ρια σου. Τό ’­σκα­να ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ γυρ­νοῦ­σα ὅ­λα τὰ κου­μά­σια τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ψά­χνον­τας γιὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἔ­χα­να καὶ ξα­να­έ­χα­να τὰ σχο­λι­κά μου βι­βλί­α, στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Ξε­νο­φών­τα, γιὰ νὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μῶ δραχ­μές, νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ὅ,τι ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το μοῦ προ­σέ­φε­ραν σὰν λα­ρι­σι­νὸ μπρο­στά­ρη. Ἤθελα νὰ μὲ θε­ω­ροῦν δι­κό τους, νὰ μ’ ἀ­φή­νουν νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, πῶς γύ­μνα­ζαν, πῶς σή­κω­ναν τὰ σμή­νη τους. Ὑ­πῆρ­χαν θαυ­μα­στοὶ πε­ρι­στε­ρά­δες, στὴν Εὐ­καρ­πί­α, στὴν Τούμ­πα, στὴν Πυ­λαί­α. Εἶ­χαν πε­ρι­στέ­ρια ἱ­κα­νὰ ὄ­χι μό­νο γιὰ βόλ­τες ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τα­ξί­δια ὁ­λό­κλη­ρα μέ­χρι τὴ Λά­ρι­σα ἢ τὴν Κρή­τη. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ ὅλους ὅμως θαύ­μα­ζα τὸν συμ­μα­θη­τή μου τὸν Ρώσ­ση. Ἦ­ταν κι ὁ Ρώσ­σης πε­ρι­στε­ρᾶς, κι ἂς μὴν ξε­χώ­ρι­ζε ἕ­ναν μπρο­στά­ρη ἀπὸ μιὰ κο­πά­να. Οὔ­τε κου­μά­σι εἶ­χε, κα­θό­ταν σ’ ἕ­να ὑ­πόγει­ο στὴν Ἰσαύρων. Ἀσχο­λι­ό­ταν μό­νο μὲ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι, τὸ δι­κό του. Τὸ ἀγα­ποῦ­σε πα­ρά­φο­ρα καὶ τό ’­βγα­ζε γυ­μνὸ στὸν ἀ­έ­ρα νὰ ἀ­να­πνέ­ει ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι ἄ­πτε­ρο, κα­θη­λω­μέ­νο ἀλ­λὰ ἑφτά­ψυ­χο. Σὲ κά­θε δι­ά­λειμ­μα μα­ζευ­ό­μα­σταν ὅ­λοι στὰ πί­σω θρα­νί­α, ὄρ­θιοι, γιὰ νὰ δοῦ­με τὸν Ρώσ­ση νὰ ἐλευ­θε­ρώ­νει τὸ πε­ρι­στέ­ρι του καὶ νὰ τὸ πνί­γει στὰ χά­δια, μέ­χρι νὰ μεί­νει ἄ­ψυ­χο στὶς ζε­στές του πα­λά­μες. Στὸ ἑ­πό­με­νο δι­ά­λειμ­μα, ὁ­λο­ζών­τα­νο πά­λι τὸ πε­ρι­στέ­ρι, νὰ ξε­προ­βάλ­λει ὀρ­θό, μέ­σα ἀ­πό τὴν τρύ­πια τσέ­πη τοῦ Ρώσ­ση, ἕ­τοι­μο γιὰ τὴ νέ­α πα­ρά­στα­ση. Τὸ ξέ­ρα­με ὅ­λοι ἢ τὸ ὑ­πο­πτευ­ό­μα­σταν, ὅ­τι τὸ πε­ρι­στέ­ρι δὲν ξε­ψυ­χοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ χά­δια ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ δι­κό μας βλέμ­μα, τὸ ὁ­ποῖο ἔ­με­νε αἰχ­μάλω­τὸ πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ράμ­φος καὶ στὴν ἄ­σπρη στα­γό­να ποὺ ἔ­βγαι­νε μα­ζὶ μὲ τὴν ψυ­χή του. Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ρώσ­σης ἀ­πο­ζη­τοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὰ ἀρ­σε­νι­κό μας γυ­μνά­σιο, στὶς μει­κτὲς γι­ορ­τές μας. Στὶς πρῶ­τες γι­ορ­τὲς μὲ κο­πέ­λες, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νος τὸ εὐ­γε­νι­κό του πα­ρου­σια­στικό, εὔ­κο­λα ἀπο­μό­νω­νε τὰ κο­ρί­τσια σὲ μι­σό­φω­τα μπαλ­κό­νια καὶ στὰ πί­σω δω­μά­τια. Γρή­γο­ρα αὐ­τὰ ἐ­πέ­στρε­φαν στὶς πα­ρέ­ες τους καὶ τα­ραγ­μέ­να ἢ μὲ γέ­λια νευ­ρι­κά, ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νισμέ­να, ψι­θύ­ρι­ζαν στὶς φι­λε­νά­δες τους ὅ­σα πα­ρά­ξε­να εἶ­χαν ἀν­τι­κρίσει. Μέ­να­με ὅ­λοι κα­τά­πλη­κτοι μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια τοῦ Ρώσ­ση νὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στὶς κο­πέ­λες. Πρὶν προ­φτά­σουν αὐ­τὲς νὰ συ­νέλ­θουν ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξή τους, τὸ πε­ρι­στέ­ρι ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε κι­ό­λας στὰ χέ­ρια του. Καὶ τί δὲν τοῦ σέρ­να­με τοῦ Ρώσ­ση πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ὅ­λοι ὅ­μως ἀ­πο­ζη­τούσαμε τὴν πα­ρέ­α του. Ἄλ­λοι γιὰ νὰ τὸν συ­νο­δεύ­ου­με στὰ σπί­τια μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ὅ­που σύ­χνα­ζε· ἄλ­λοι γιὰ νὰ δο­κι­μά­ζου­με τὴν ἁ­μαρ­τω­λὴ γεύ­ση τῶν τσι­γά­ρων ποὺ ἔ­στρι­βε· κι ἄλ­λοι γιὰ νὰ ἀ­πο­κο­μί­ζου­με κέρ­δη ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια τοῦ θρά­σους του. Ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε συ­νερ­γή­σει καὶ γιὰ νὰ ἀγ­κα­λιά­σω πρώ­τη φο­ρὰ τὴν Ἕλ­λη. Ἤ­μα­σταν στὸν ἀ­πο­κρι­ά­τι­κο χο­ρὸ τῶν τε­λει­ό­φοι­των, ὅ­ταν ἡ Ἕλ­λη μὲ λυγ­μοὺς ἔ­πε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ μοῦ ἀ­πο­κάλυ­ψε ὅ­τι ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν γυ­μνὸς κά­τω ἀπὸ τοὺς μαιά­νδρους τοῦ ἀρ­χαί­ου χι­τώ­να. Τῆς ζή­τη­σε νὰ χο­ρέ­ψουν καὶ κα­θὼς στρο­βι­λί­ζον­ταν, ἔ­νιω­σε στὸ χέ­ρι της τὸ πε­ρι­στέ­ρι, ὀρ­θὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Ἡ ἀ­γα­νά­κτη­ση ποὺ ἔ­δει­ξα γιὰ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Ρώσ­ση, ἐξογ­κω­μένη κι ἀ­πὸ τὸν πο­λύ­μη­νο πό­θο μου γιὰ τὴν Ἕλ­λη, ἔ­φε­ραν σὰν ἀπο­τέλε­σμα τὴ συ­νέ­νω­σή μας ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Μιὰ συ­νέ­νω­ση ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε σὰν προ­ϋ­πό­θε­ση ὄ­χι μό­νο τοὺς αἰ­ώ­νιους ὅρ­κους ἄλ­λα καὶ τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀπο­μό­νω­σή μου ἀπὸ τὸν Ρώσ­ση. Μά­θαι­να, βέ­βαι­α, νέ­α του ἀ­πὸ πα­λιοὺς συμ­μα­θη­τὲς καὶ φί­λους, πάν­τα ὅ­μως μὲ τὰ χα­μό­γε­λα τῆς ἄ­μυ­νάς μας γιὰ ὅ­σα ἀ­σε­βῆ σκά­ρω­νε. Σύ­χνα­ζε τώ­ρα στὶς σκο­τει­νὲς αἴ­θου­σες τῶν κι­νη­μα­το­γρά­φων, ποὺ τό­τε καὶ πολ­λὲς ἦ­ταν καὶ πάν­τα γε­μά­τες. Προ­τι­μοῦ­σε τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­κὲς προ­βο­λές. Κα­λυμ­μέ­νος πί­σω ἀπὸ πα­ρά­ται­ρα πα­νω­φό­ρια κι ἀδι­ά­βρο­χα, ἀπο­κα­λυ­πτόταν σὲ μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες κι ἀ­συ­νό­δευ­τες κο­πέ­λες. Πολ­λὲς φο­ρὲς γι­νόν­του­σαν φα­σα­ρί­ες, κι ὅ­πο­τε δὲν τὸν πρό­φται­ναν τὰ πό­δια του τὸν τρα­βοῦ­σαν καὶ στὴν ἀσφάλεια. Ὄ­χι ὅ­μως στὸ σπου­δα­στι­κό της, ὅ­πως συ­χνὰ τό­τε συ­νέ­βαι­νε. Ξα­να­συ­ναντη­θή­κα­με μὲ τὸν Ρώσ­ση στὴν τε­λευ­ταί­α συγ­κέν­τρω­ση τῆς κί­νη­σης γιὰ τὸν ἀ­φο­πλι­σμό. Στὴν ἀρ­χὴ τῆς νέ­ας πα­ρα­λί­ας, μιὰ ἐ­ξέ­δρα γυ­μνή, τὸ σῆ­μα τοῦ Ρά­σελ, ὁ ὁ­μι­λη­τὴς καὶ μεῖς ἀ­πὸ κά­τω. Ὁ Ρώσ­σης κρα­τοῦ­σε πε­ρή­φα­να ἕ­να πα­νὸ μὲ τὸ γνω­στὸ πε­ρι­στέ­ρι καὶ τὸ κλα­δά­κι τῆς ἐ­λιᾶς στὸ ράμ­φος. Τὸν πλη­σί­α­σα, τε­λεί­ω­νε κι ἡ ἱ­στο­ρί­α μου μὲ τὴν Ἕλ­λη καὶ τὸν σκαν­δά­λι­ζα. «Ἀ­φῆ­στε ὅ­λα τὰ πε­ρι­στέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, ὅ­λα τὰ που­λιὰ νὰ κε­λα­ϊ­δᾶ­νε.» Γέ­λα­σε κι ἀ­να­γε­λού­σα­με, προ­κα­λών­τας τὴν ἀ­γα­νά­κτη­ση τῶν συγ­κεν­τρω­μέ­νων καὶ τοῦ με­σό­κο­που ὁ­μι­λη­τῆ. Ὕ­στε­ρα δι­α­λυ­θή­κα­με, ἄλ­λος ἐ­δῶ, ἄλ­λος ἀλ­λοῦ. Ἔ­μει­νε μό­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο πρω­ϊ­νὸ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ τὰ ξε­κάρ­φω­τα γέ­λια μας. Σκόρ­πι­σαν οἱ πα­ρέ­ες, οἱ με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες βόλ­τες, τὰ πά­θη γιὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὶς κο­πέ­λες. Γά­μοι, δου­λει­ές, γέν­νες. Ὁ κα­θέ­νας καὶ τὸ κλα­δά­κι του, ὁ κα­θέ­νας κι ἡ ψυ­χή του. Αὐ­το­κί­νη­τα, σπί­τια, συ­ναλ­λα­γὲς κι ἡ μνή­μη νὰ τὰ ἀ­λέ­θει ὅ­λα, ἄ­μυ­να ἡ μνή­μη· ἄ­μυ­να, φρόκα­λα καὶ σκου­πί­δια. Μό­νον τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε πα­λιοὶ συμ­μα­θη­τές, τώ­ρα με­σό­κο­πα, ποὺ ἀ­κού­γε­ται πιὰ ξε­κά­θα­ρα ὁ βα­ρύ­γδου­πος ἦ­χος τῆς καρ­μα­νι­ό­λας, ὅ­λοι ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε γιὰ τὸν Ρώσ­ση.

        Τί κά­νει; Ζεῖ; Ποῦ βρί­σκε­ται αὐτὴ ἡ ψυ­χή;

        Στέ­κει ἀ­κό­μα ὀρ­θὸ τὸ πε­ρι­στέ­ρι;

        Ξε­ψυ­χᾶ πάν­τα γιὰ ὅ­σα ἀ­νί­ε­ρα ἐ­μεῖς δὲν τολ­μή­σα­με;


(Δὲν θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ τόλ­μη­μα, ἂν πῶ ὅ­τι κι αὐτὴ ἡ σε­λί­δα, λευ­κὸ μὲ μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, σὰν πε­ρι­στέ­ρι, ἀδη­μο­νεῖ νὰ ξε­ψυ­χή­σει ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα σου, ἀ­να­γνώ­στη.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πε­ζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτη­ρί­ου, 1997).

Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Ἐρ­γά­στη­κε γιὰ χρό­νια ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς συ­νερ­γά­τες τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ «Ἐν­τευ­κτήριον». Τὸ 1998 βρα­βεύ­τη­κε γιὰ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοὶ ὡς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος πε­ζο­γρά­φος καὶ τὸ 2004 γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Σὰ σπα­σμέ­να φτε­ρὰ καὶ οἱ δύ­ο δι­α­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Δι­α­βά­ζω».



		

	

Δημήτρης Λεβέντης: Ὁ ἔνδοξος μεγάλος θυμός

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Ὁ ἔν­δο­ξος με­γά­λος θυ­μός


ΑΙ ΑΥΡΙΟ ΠΑΛΙ πα­ρο­μοί­ως θὰ πρά­ξω» σκέ­φτη­κε μὲ αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κὴ ἔ­παρ­ση ὁ κύ­ριος Τά­κης, κα­τε­βά­ζον­τας τὸ ἀ­κου­στι­κό τοῦ τη­λε­φώ­νου, καὶ ὁ θυ­μός του τό­νω­σε τὸν παλ­μὸ στὴν ἤ­δη τσι­τω­μέ­νη φλε­βί­τσα ποὺ ρω­μα­λέ­α ἔ­παλ­λε καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἰ­αμ­βι­κά, κά­τω ἀ­πὸ τὸν γκρί­ζο του κρό­τα­φο. Θρα­σύ­τα­τα καὶ πα­ρα­βα­τι­κὰ στα­λαγ­μέ­νη, ἡ ἀ­δρε­να­λί­νη δι­α­χε­ό­ταν στὸ ἀ­φρόν­τι­στο καὶ κα­κο­πα­θη­μέ­νο κυ­κλο­φο­ρι­κό του, καὶ ὠ­θοῦ­σε στὰ ἄ­κρα τὶς σκέ­ψεις του, ἔ­τσι ποὺ τὸν συ­νέ­παιρ­ναν πα­ρά­φο­ρα, σὰν νά ’­τα­νε ἐμ­πει­ρί­ες ἐ­φη­βι­κές· πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, τὸν συν­τρό­φευ­αν μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ θὰ τολ­μού­σα­με νὰ ὀ­νο­μά­σου­με συ­ζυ­γι­κό, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι ἦ­ταν σχέ­ση ποὺ εἶ­χε ἀ­να­πτυ­χθεῖ στα­δια­κά, στέ­ρε­α καὶ ἐν τέ­λει ἐ­πι­ζή­μια μέ­σα στὴ μα­κρό­χρο­νη μο­να­ξιά του, μα­ζὶ μὲ τὰ τό­σα ἄλ­λα χού­για του.

        Ἤ­τα­νε μό­νος καὶ μο­να­χι­κός, στριμ­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὄ­χι μί­ζε­ρος ὁ κύ­ριος Τά­κης. Δὲν εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ Τσι­ρί­γο, πα­ρὰ μό­νο γιὰ τὶς σπου­δές του. Ἡ Βέ­τα ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ χη­ρεί­α της, ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια, εἶ­χε με­τοι­κί­σει στὸ ἰ­σό­γει­ο μιᾶς δι­ώ­ρο­φης ἡ­μι­πο­λυ­τε­λοῦς κα­τοι­κί­ας στὴν ὁ­δὸ Σκαν­δεί­ας στὸν Ἄ­λι­μο, ὅ­που ἐ­πί­σης δι­έ­με­ναν οἱ δύ­ο της κό­ρες (μί­α σὲ κά­θε ὄ­ρο­φο) μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἄν­τρες τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πέ­με­ναν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα τὸ βά­σα­νο τῆς πε­ρι­ποι­η­τι­κῆς καὶ ἄ­στορ­γης τρι­α­δι­κῆς μη­τρι­αρ­χί­ας, κι αὐ­τὸ για­τὶ μὲ τὸν και­ρὸ εἶ­χαν κα­τα­στεῖ ὁ μὲν ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πει­θή­νιος (σχε­δὸν χαλ­βάς), ὁ δὲ ἄλ­λος ψευ­δο­λό­γος καὶ μπερ­μπάν­της. Στὸ νη­σὶ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει (μᾶλ­λον μὲ μι­σὴ καρ­διὰ) ὁ μι­κρὸς ἀ­δερ­φὸς ὁ Βα­σί­λης (μι­κρός… τριά­ντα ὀ­χτὼ χρό­νων πλέ­ον), δι­α­χει­ρι­στὴς τῆς ὅ­λης καὶ κα­θό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­της οἰ­κο­γε­νεια­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας (τοῦ με­ρι­δί­ου τοῦ κυ­ρί­ου Τά­κη συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου), ἄ­τυ­πα μὲν καὶ σι­ω­πη­ρά, μὰ κοι­νῇ συ­ναι­νέ­σει καὶ ἀ­γόγ­γυ­στα. Μὰ καὶ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια αὐ­τὴ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­λά­χι­στα εἶ­χε, λί­γο για­τὶ τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε ἡ ἄ­ξε­στη προ­φο­ρὰ καὶ ἡ θο­ρυ­βο­ποι­ὸς πο­λυ­λο­γί­α τῆς ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας ἀ­νι­ψιᾶς του (ἀ­πὸ τὰ μέ­ρη τῆς Καρ­δί­τσας σὰν δα­σκα­λί­τσα πρω­το­ῆρ­θε στὸ νη­σί), καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἐ­κνευ­ρι­στι­κὴ ἀ­δρά­νεια τὴν ὁ­ποί­α ἔ­δει­χνε τὸ ζευ­γά­ρι στὴ σα­ρω­τι­κὴ κα­τα­στρο­φο­μα­νί­α ποὺ ὀ­νό­μα­ζαν παι­χνί­δι τὰ παι­δά­κια τους (δύ­ο θη­λυ­κοὶ τραμ­ποῦ­κοι ἤ­τα­νε, ὄ­χι παι­δά­κια), καὶ εἶ­χε σὰν πε­δί­ο ἄ­σκη­σης τὸ ἴ­διο του τὸ σπί­τι, τὸ μὲ ἐ­πι­μέ­λεια καὶ ἐρ­γο­νο­μί­α φρον­τι­σμέ­νο, κα­τὰ τὶς ἀρ­χι­κὰ σπά­νι­ες καὶ πλέ­ον μη­δε­νι­κὲς ἐ­πι­σκέ­ψεις τους. Τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ πά­ρε-δῶ­σε, λοι­πόν, εἶ­χαν πε­ρι­ο­ρι­στεῖ σὲ κά­ποι­ες πα­σχα­λι­νὲς συ­να­θροί­σεις, στὶς ἀ­πρό­βλε­πτες μὰ εὐ­τυ­χῶς πάν­τα σύν­το­μες ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ Βα­σί­λη καὶ στὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο δε­κά­λε­πτο τη­λε­φώ­νη­μα τῆς Βέ­τας κά­θε Σάβ­βα­το στὶς ἐν­νι­ά­μι­σι τὸ πρω­ί, ἀ­νελ­λι­πῶς.

        Νὰ για­τί ἡ τη­λε­φω­νι­κὴ κλή­ση ποὺ λί­γο πρὶν δέ­χτη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, Πέμ­πτη με­ση­μέ­ρι στὶς τέσ­σε­ρις, καὶ ἐ­νερ­γο­ποί­η­σε τὸν εὐ­φάν­τα­στο θυ­μό του, ἤ­τα­νε ἔ­κτα­κτη καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ἀ­πὸ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ σκο­πιὰ ἰ­δω­μέ­νη, ἀ­να­με­νό­με­νη.

        «… δὲν ντρέ­πε­σαι στὴν ἡ­λι­κί­α σου… αὐ­τὴ τὰ λε­φτά σου θέ­λει νὰ φά­ει… ἴ­σως καὶ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση, ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς φυ­λά­ξει… ἔ­χει καὶ παι­δί… σι­γά, ἀ­πὸ σέ­να τί νὰ ζή­λε­ψε…; τί θὰ λέ­ει ὁ κό­σμος…; τὸν Βα­σί­λη δὲν τὸν σκέ­φτε­σαι…; μᾶς ἐκ­θέ­τεις ὅ­λους… εἶ­σαι καὶ προ­ϊ­στά­με­νος, τρο­μά­ρα σου… σύ­νελ­θε…». Τέ­τοι­α καὶ ἄλ­λα πα­ρεμ­φε­ρῆ εἰ­πώ­θη­καν ἀ­πὸ τὴ Βέ­τα σὲ ἕ­ναν φι­λιπ­πι­κό, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ὁ­ποί­ου ἄ­κου­σε ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ ἀ­κου­στι­κὸ πά­νω στὸ πα­ρα­κεί­με­νο μπου­φε­δά­κι, ἐ­νο­χλη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πρέ­πεια ποὺ ἀ­νέ­δι­δαν ἡ ἔν­τα­ση καὶ ἡ χροι­ὰ τῆς φω­νῆς. Κα­τό­πιν ἔ­κλει­σε τὸ τη­λέ­φω­νο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη.

        Καὶ τί νὰ πεῖ; Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ του ἔ­βλε­πε, ἔ­κρι­νε τὰ γε­γο­νό­τα καὶ ἔ­πρατ­τε ἀ­να­λό­γως. Ἂς ἔ­βρα­ζαν στὸ ζου­μί τους καὶ ἡ Βέ­τα καὶ ὁ Βα­σί­λης καὶ ὅ­ποι­ος ἄλ­λος κε­ρα­τὰς ἤ­θε­λε. Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὸν ἑ­αυ­τὸ του τὰ εἶ­χε τώ­ρα δὰ κα­λά. Πο­λὺ κα­λὰ μά­λι­στα. Κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ πο­τέ! Κι ἄ­φη­σε ἀ­χα­λί­νω­τη τὴ φαν­τα­σί­α του μὲ τόλ­μη νὰ συμ­πλη­ρώ­νει τὰ ἤ­δη τολ­μη­ρὰ συμ­βε­βη­κό­τα τῶν τε­λευ­ταί­ων δε­κα­τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν.

        Για­τί ἤ­τα­νε δε­κα­τρεῖς μέ­ρες, γλυ­κὰ με­τρη­μέ­νες, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης, ἀ­να­θαρ­ρεύ­ον­τας μπρο­στὰ στὸ ἴ­σως καὶ αὐ­θόρ­μη­το, μὰ σί­γου­ρα ἀ­πα­στρά­πτον χα­μό­γε­λο ποὺ ἀ­νέ­τει­λε πί­σω ἀ­πὸ τὸ θη­ρι­ῶ­δες καὶ φω­τα­γω­γη­μέ­νο ψυ­γεῖ­ο τῶν τυ­ρι­ῶν τοῦ σοῦ­περ μάρ­κετ στὸ πρό­σω­πο τῆς χα­ρι­τω­μέ­νης καὶ καλ­λί­γραμ­μης Βουλ­γά­ρας, ποὺ τοῦ ἔ­κο­βε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὴν ἕ­βδο­μη ἀ­πὸ τὶς δέ­κα φέ­τες τῆς βρα­στῆς γα­λο­πού­λας ποὺ τῆς εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει, τῆς πρό­τει­νε με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου, καὶ παίρ­νον­τας ὅ­λα τὰ ρί­σκα μιᾶς πι­θα­νό­τα­της ἀ­πόρ­ρι­ψης καὶ γε­λοι­ο­ποί­η­σης, νὰ βγοῦ­νε γιὰ δεῖ­πνο, κι ἐ­κεί­νη δέ­χτη­κε, χα­ρί­ζον­τάς του ἕ­να ἀ­κό­μη χα­μό­γε­λο, σὺν ἕ­να μι­κρὸ γε­λά­κι, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐν­τός του με­του­σι­ώ­θη­καν σὲ ἀ­πρό­σμε­νο σὸκ στιγ­μια­ίας εὐ­δαι­μο­νί­ας.

        Ἔ­κτο­τε βγῆ­καν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις φο­ρές. Πή­γαι­ναν μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του συ­νή­θως σὲ κά­ποι­ο ἑ­στι­α­τό­ριο (ἄλ­λο κά­θε φο­ρά) καὶ τρώ­γα­νε ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ κα­θό­λου κα­λὰ συγ­κα­λυμ­μέ­να ἐ­πι­κρι­τι­κὰ βλέμ­μα­τα τῆς ὑ­πό­λοι­πης πε­λα­τεί­ας. Πί­να­νε ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο κρα­σί. Τὴ σέρ­βι­ρε καὶ τὴν πε­ρι­ποι­ό­τα­νε ὅ­πως ἁρ­μό­ζει σὲ ἕ­ναν εὐ­γε­νὴ ποὺ συ­νο­δεύ­ει μιὰ κυ­ρί­α. Μί­λα­γαν λί­γο καὶ γε­λού­σα­νε πο­λύ. Εἶ­χε χι­οῦ­μορ κο­φτε­ρὸ καὶ πρω­τό­τυ­πο ὁ κύ­ριος Τά­κης. Κι ὅ­ταν τὸ ἀ­στεῖ­ο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ πε­τυ­χη­μέ­να, ἐ­κεί­νη γέ­λα­γε πο­λύ, τοῦ ’­πια­νε καὶ τοῦ ’­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι, μὰ αὐ­τὸ δὲν δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Στὸ γυ­ρι­σμὸ τὴν πή­γαι­νε ὣς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της, κι ἐ­κεῖ, πρὶν χω­ρί­σουν, τοῦ ἔ­δι­νε ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸ μά­γου­λο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε «ἀν­τί­ο», προ­φέ­ρον­τάς το μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ κύ­ριος Τά­κης ἔ­βρι­σκε ἀ­κα­τα­μά­χη­το καὶ ἀ­φρο­δι­σια­κό.

        Αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Μὰ ἡ φαν­τα­σί­α του τὸ συμ­πλή­ρω­νε μὲ δρά­σεις καὶ πρά­ξεις θαρ­ρε­τές, νε­α­νί­ζου­σες καὶ ἐ­λευ­θε­ρι­ά­ζου­σες, ποὺ ὅ­μως σκόν­τα­φταν, ἀ­κό­μα καὶ σὲ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τῆς φαν­τα­σί­ας του, στὴν ἐ­γω­πα­θῆ καὶ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὴ σκλη­ρό­τη­τα τῶν συγ­γε­νῶν καὶ στὴν ἀ­πα­ξι­ω­τι­κὴ πε­ρι­θω­ρι­ο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴν το­πι­κὴ κοι­νό­τη­τα, καὶ τό­τε κα­τά­στρω­νε σχέ­δια πο­λε­μι­κὰ καὶ τὸν κα­τα­κυ­ρί­ευ­ε ὁ με­γά­λος ἔν­δο­ξος θυ­μός, μὲ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες του νὰ βρον­τοῦν καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ προ­σώ­που του νὰ γί­νε­ται, περ­νών­τας στα­δια­κὰ ἀ­πὸ πλῆ­θος ἀ­πο­χρώ­σε­ων τοῦ ἐ­ρυ­θροῦ, τε­λι­κὰ με­λι­τζα­νί.

        Τό ’­πα­θε ποὺ λέ­τε τὸ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα τὸ ξα­νά­πα­θε χει­ρό­τε­ρα, καὶ κα­τέ­λη­ξε ὁ κύ­ριος Τά­κης ἀ­νήμ­πο­ρος στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, μὲ χα­κὶ ζα­κέ­τα στοὺς ὤ­μους, μπὲζ-κα­ρὸ κου­βερ­τού­λα στὰ πό­δια καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, ἀ­κί­νη­το κι ἀ­κό­μη θυ­μω­μέ­νο. Λε­φτὰ δὲν λυ­πή­θη­καν οἱ συγ­γε­νεῖς. Τοῦ προσ­λά­βα­νε μιὰ Πο­λω­νέ­ζα νό­στι­μη (τυ­χαί­α νό­στι­μη ἤ, ἄ­ρα­γε, ἀ­πὸ τύ­ψεις;) νὰ τὸν πε­ρι­ποι­εῖ­ται ὁ­λη­με­ρίς. Σὰν μω­ρὸ τὸν εἶ­χε.

        Οἱ συν­το­πί­τες του ὅ­λο συμ­πά­θεια στα­μα­τοῦν τὸν Βα­σί­λη στὸ δρό­μο καὶ ρω­τοῦν: «Τί κά­νει ὁ κύ­ριος Τά­κης;». Κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­παν­τᾶ: «Τί νὰ κά­νει;».

        Ὁ κύ­ριος Τά­κης ἐ­πι­βι­ώ­νει καρ­τε­ρι­κὰ καὶ ἄ­χρο­να, καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἀ­σύ­στο­λα μὲ τὰ μά­τια του ἀ­νοι­χτὰ ἢ κλει­στά (τὸ ἴ­διο κά­νει). Καὶ τὸ βρά­δυ βρά­δυ, αὐ­τὸ μᾶλ­λον στ’ ἀ­λή­θεια τοῦ συμ­βαί­νει, μὰ δὲν εἶ­ναι καὶ ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος… ἡ κο­πε­λιὰ τοῦ φτιά­χνει τὴ μπὲζ-κα­ρὸ κου­βέρ­τα, τὸν φι­λά­ει στὰ χεί­λη ἀ­κουμπών­τας τα ἀ­νε­παί­σθη­τα καὶ τρυ­φε­ρά, καὶ τοῦ ψι­θυ­ρί­ζει: «ἀν­τί­ο».



Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­τη­ς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Δι­ή­γη­μα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).


 

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ ταράτσα


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Ἡ Τα­ρά­τσα


 ΦΙΛΗ ΜΟΥ ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ ἦ­ταν μα­χη­τι­κὴ καὶ ἐγ­κε­φα­λι­κὴ λε­σβί­α. Εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν φαν­τα­στῶ πά­νω σ’ ἕ­να ἅρ­μα στὸ gay pride μὲ τὴν προ­το­μὴ τῆς Σαπ­φῶς στὰ χέ­ρια. Τὸ λό­γο της τὸν δι­έ­κρι­νε μιὰ ἔν­το­νη ἀ­γά­πη γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες, γιὰ τὴν Γυ­ναί­κα, μὲ ἕ­να γά­μα κε­φα­λαῖ­ο καὶ καλ­λι­γρα­φι­κό. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη, δι­α­νο­η­τι­κή, αἰ­σθη­σια­κὴ καὶ ἐκ βα­θέ­ων μὲ συγ­κι­νοῦ­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα, για­τὶ δὲν τὴν εἶ­χα συ­ναν­τή­σει πο­τὲ σὲ ἄν­τρα, μο­λο­νό­τι ἡ ἐ­ρω­τι­κή μου ζω­ὴ ὑ­πῆρ­ξε ποι­κί­λη καὶ δυ­να­τή. Ἄρ­χι­σα μά­λι­στα νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν οἱ ἄν­τρες καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σουν ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς πλα­νῆ­τες, ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὸν Ἄ­ρη, ὅ­πως λέ­ει ὁ Τζὸν Γκρέ­ι.

        Ὅ­ταν ἕ­νας ὑ­ψη­λὰ ἱ­στά­με­νος κύ­ριος ρώ­τη­σε τὴν Ἀγ­γε­λι­κὴ τί ἔ­κα­νε στὰ γε­νέ­θλιά της, ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ὁ­λο­νύ­χτιο ἔ­ρω­τα σὲ μιὰ τα­ρά­τσα. Γέ­λα­σα βέ­βαι­α για­τὶ φαν­τά­στη­κα τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ κυ­ρί­ου.

        Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ εἶ­χε φά­ει ξύ­λο κι ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο ἀ­στεῖ­ο καὶ προ­τί­μη­σα ν’ ἀ­φή­σω τὴν φαν­τα­σί­α μου ἥ­συ­χη (δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ω κι ἐ­γὼ στὴν πα­ρέ­λα­ση μὲ προ­το­μὲς καὶ πορ­τραί­τα).

        Ὅ­ταν ὅ­μως μοῦ δι­η­γή­θη­κε πὼς τῆς ἔ­κα­νε ἔ­ξω­ση ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της, δὲν μπό­ρε­σα νὰ συγ­κρα­τη­θῶ μο­λο­νό­τι εἶ­δα τὴ σκιὰ στὸ πρό­σω­πο τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς πού μοῦ εἶ­πε προ­στα­κτι­κά, μὴ γε­λᾶς.  Πῶς νὰ μὴν γε­λά­σω ὅ­μως; Πῶς νὰ μὴν ἀ­φή­σω τὴν φαν­τα­σί­α μου νὰ ὀρ­γιά­σει; (Ἄλ­λω­στε δὲν ἀ­νη­συ­χοῦ­σα γι’ αὐ­τήν, ἦ­ταν ἀ­μα­ζό­να.)

        Ὁ μό­νος χῶ­ρος ποὺ ἡ  Ἀγ­γε­λι­κὴ μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ γιὰ τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο ποὺ σκη­νο­θε­τοῦ­σε, Τὰ Μαῦ­ρα Πρό­βα­τα, ἦ­ταν ἡ τα­ρά­τσα τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας ὅ­που ἔ­με­νε. Ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της ἀ­νέ­βη­κε κα­τὰ κα­κὴ τύ­χη ν’ ἁ­πλώ­σει ροῦ­χα καὶ βρῆ­κε τὸν θί­α­σο ἁ­πλω­μέ­νο, ὅ­λο γυ­ναῖ­κες, με­ρι­κὲς ἡ­μί­γυ­μνες, ἐ­πὶ σκη­νῆς (Ἡ  Ἀγ­γε­λι­κὴ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα τῆς πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς πρά­ξης στὸ θέ­α­τρο.) Πῶς νὰ μὴν κο­κα­λώ­σει ἡ γυ­ναί­κα μπρο­στὰ στὸ ἀ­νί­ε­ρο θέ­α­μα, πὼς νὰ μὴ φαν­τα­στεῖ τί Γό­μορ­ρα γί­νον­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὴν σκε­πή της; Ἐ­φευ­ρε­τι­κὴ ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α βρῆ­κε τὴν λύ­ση: ἔ­δι­ω­ξε τὴν  Ἀγ­γε­λι­κὴ καὶ ἔ­φε­ρε τὸν πα­πὰ νὰ κά­νει ἁ­για­σμὸ στὴν τα­ρά­τσα, στοὺς κοι­νοὺς χώ­ρους, καὶ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς λε­σβί­ας. Ὁ χῶ­ρος ἐ­ξα­γνί­στη­κε καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ θε­οῦ κό­πα­σε. Πῶς νὰ μὴ φαν­τα­στῶ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν πα­πὰ μὲ τὸν βα­σι­λι­κὸ στὰ χέ­ρια νὰ ἐ­ξορ­κί­ζει τὰ  δαι­μό­νια τὶς ἀ­μα­ζό­νες;

              Ἄ­σε με νὰ γε­λά­σω, τῆς εἶ­πα, πρέ­πει νὰ μά­θου­με νὰ γε­λᾶ­με. Τὸ εἶ­πε καὶ ὁ Ζα­ρα­τού­στρα ἂν καὶ δὲν εἶ­χε τὴν τύ­χη ν’ ἀ­νέ­βει σὲ τα­ρά­τσα, μό­νο σὲ βου­νό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Βρο­χὴ στοὺς χει­μῶ­νες τοῦ Μί­σιγ­καν


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán)

 

Βρο­χὴ στοὺς χει­μῶ­νες τοῦ Μί­σιγ­καν

(Lluvia en los inviernos de Michigan)


 ΛΕΡΟΪ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι του στὶς ἕ­ξι τὸ πρω­ῒ τοῦ Σαβ­βά­του, ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια καὶ μπῆ­κε στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸν θό­ρυ­βο. Στὸ δω­μά­τιό του, ἡ γυ­ναί­κα του κοι­μό­ταν βα­θιά· στὸ πλά­ι της, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τάς την, δι­έ­κρι­νε ἕ­ναν ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ὄγ­κο. Πε­ρί­με­νε κρα­τών­τας τὴν ἀ­να­πνο­ὴ καί, μό­λις τὸ φῶς τῆς μέ­ρας ἄρ­χι­σε νὰ τὸν βο­η­θᾶ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ὁ ὄγ­κος ποὺ ἀγ­κά­λια­ζε τὴν γυ­ναί­κα του ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­δρας. Πλή­ρης δι­σταγ­μῶν, ἔ­πε­σε στὸ κρεβ­βά­τι δί­πλα τους, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γει ἀ­πό­το­μες κι­νή­σεις ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ τοὺς ξυ­πνή­σουν. Κοι­μή­θη­κε ἄ­βο­λα, κουρ­νι­α­σμέ­νος στὰ σεν­τό­νια, ἀ­κί­νη­τος. Ξύ­πνη­σε στὴ μί­α τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὁ ἄν­δρας δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ καὶ αὐ­τὴ πα­ρέ­με­νε κοι­μι­σμέ­νη. Τί θὰ ἔ­κα­νε; Σκέ­φτη­κε ὅ­τι, μό­λις ξύ­πνα­γε, θὰ τὴν ἐ­πέ­πλητ­τε γιὰ τὴ δι­α­γω­γή της, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι οὔ­τε αὐ­τὸς ἦ­ταν ἐν­τά­ξει, ὅ­τι εἶ­χε ὁρ­κι­στεῖ νὰ γυ­ρί­σει στὶς δώ­δε­κα καὶ τὸ ἔ­κα­νε ἕ­ξι ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ὅ­τι ἂν αὐ­τὸς ἄρ­χι­ζε μὲ τὶς ἐ­πι­πλή­ξεις θὰ ἔ­κα­νε καὶ αὐ­τὴ τὸ ἴ­διο, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ τοὺς ἐ­νέ­πλε­κε σὲ μιὰ πυ­ρε­τώ­δη, ἐ­κρη­κτι­κὴ δι­α­φω­νί­α ποὺ θὰ τοῦ δι­α­τά­ρα­ζε τὴν συ­νή­θη ἠ­ρε­μί­α τοῦ ὑ­πό­λοι­πού του Σαβ­βά­του καί, ἴ­σως καὶ τῆς Κυ­ρια­κῆς.

        Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μὴν πεῖ τί­πο­τα. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κά­νει ἕ­να ντοὺς μὲ νε­ρὸ τό­σο κρύ­ο ὅ­σο ἡ βρο­χὴ στοὺς χει­μῶ­νες τοῦ Μί­σιγ­καν.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των De­sen­cuen­tros (ἐκδ. Pá­gi­nas de E­spu­ma, 2018).

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mesEl PaisTi­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βάσω. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Ἀργύρης Ἑφταλιώτης: Κρυφὴ ἀγάπη


Ἀρ­γύ­ρης Ἑ­φτα­λι­ώ­της


Κρυφὴ ἀγάπη


ΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, για­τρέ, πὼς κά­πο­τε στὴν ἀρ­ρώ­στι’ ἀ­πά­νω ὁ ἄρ­ρω­στος πα­ρα­λα­λεῖ, καὶ πα­ρα­λα­λών­τας λέ­ει καὶ τὴν ἀ­λή­θεια;

        — Νὰ σοῦ πῶ: Σ’ αὐ­τὸ τὸ χω­ριὸ —λέ­ω τοῦ φί­λου μου— συ­χνό­τε­ρα τὴν ἀ­κοῦς τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στους καὶ τρελ­λούς, πα­ρ’ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ποὺ εἶ­ναι κα­λά. Καὶ νὰ δεῖς τί μοῦ συ­νέ­βη­κε σὲ μιὰ κό­ρη, στὴν πί­σω τὴν ἐ­νο­ριά, εἶ­ναι τώ­ρα κάμ­πο­σος και­ρός.

        Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη ἕ­ξι μέ­ρες. Εἶ­χε μιὰ βρα­διὰ πολ­λὴ θέρ­μη, καὶ τρέ­ξα­νε νὰ μὲ φέ­ρουν. Ἄλ­λος δὲν πα­ρα­στε­κό­ταν πα­ρὰ ἡ μά­να της, γυ­ναί­κα ἥ­συ­χη καὶ λι­γά­κι στε­νο­κέ­φα­λη. Ἔ­κλαι­γε ἡ κα­κό­μοι­ρη καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σω τὴν κό­ρη της. Ἔ­κα­μα ὅ,τι μπό­ρε­σα, ἔ­μει­να καὶ λί­γη ὥ­ρα στὸ σπί­τι νὰ δῶ τὶ δρό­μο θὰ πά­ρει ὁ πυ­ρε­τός. Ἀ­νέ­βη­κα νὰ τὴν ξα­να­δῶ. Ἤ­τα­νε χει­ρό­τε­ρα. Βύ­θος καὶ πα­ρα­λα­λη­τό. Ἀ­πὸ τὰ λό­για της φαί­νουν­ταν πὼς ἔ­βλε­πε λου­λού­δια κι  ἀγ­κά­θια. Ἄγ­γι­ζ’ ἕ­να λου­λού­δι, καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἄ­ξαφ­να τὴν ἀγ­κύ­λω­νε καὶ τ’ ἀγ­κά­θι, κι ἔ­βλε­πες τὸν πό­νο στὸ πρό­σω­πό της. Παι­χνί­δι τῆς φαν­τα­σί­ας της, εἶ­πα μέ­σα μου. Μὰ σ’ ἕ­ν’ ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ποὺ μά­ζευ­ε ὁ πλα­νε­μέ­νος νοῦς της, γύ­ρι­σε κα­θὼς πάν­τα τὸ πρό­σω­πό της κα­τὰ τὴν ἄλ­λη με­ριά, καί, —«μ’ ἀ­γα­πά­ει δὲ μ’ ἀ­γα­πά­ει» μουρ­μού­ρι­ζε χα­μη­λὰ κι ἀ­συ­νάρ­τη­τα, σα­λεύ­ον­τας τὰ δά­χτυ­λά της σὰ νά’ κο­βε τοῦ λου­λου­διοῦ της τὰ πέ­τα­λα.

        Λέ­ω τῆς μά­νας, πᾶ­με κά­τω γιὰ λί­γη ὥ­ρα πά­λι. Πή­γα­με κά­τω, καὶ κά­θι­σε ἡ μά­να κον­τὰ στὸ μαγ­κά­λι νὰ μοῦ ψή­σει κα­φέ. Καὶ ψή­νον­τας τὸν κα­φὲ ἔ­λε­γε καὶ ξα­να­έ­λε­γε γιὰ τὴν κό­ρη της, τί ἄγ­γε­λος ἦ­ταν, τί χρυ­σό κο­ρί­τσι, τί νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο· κι ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια.

        — Μὰ γιὰ πές μου, τὴ ρω­τῶ τό­τες, νὰ μὴν εἶ­χε τί­πο­τις ἀ­γά­πες ἡ κό­ρη σου;

        — Θε­ὸς νὰ φυ­λά­ξει, για­τρέ μου! Δὲν ξέ­ρεις τὶ ἀ­θῶ­ο ποὺ εἶ­ναι τ’ ἀ­κρι­βό μου τὸ Λε­νι­ώ, ὁ Θε­ός νὰ μοῦ τή­νε γλυ­τώ­σει!

        Ἡ μά­να θάρ­ρε­ψε πὼς κο­ρί­τσι γιὰ ν’ ἀ­γα­πή­σει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ξε­τσι­πω­μέ­νο.

        Ἔ­τσι τὴν ἔ­μα­θε τὴν ἀ­γά­πη στὸ σκο­λει­ό της.

        — Γιὰ συλ­λο­γί­σου, τῆς κά­νω, μὴν τύ­χει κι ἔ­χει κα­νέ­να κρυ­φὸ κα­η­μὸ τὸ κο­ρί­τσι, καὶ τὴ γι­α­τρέ­ψου­με εὐ­κο­λώ­τε­ρα.

        — Ἄρ­ρω­στη κα­θώς εἶ­ναι, για­τρέ μου, κάλ­λιο τό ‘χω νὰ τή­νε θά­ψω, πα­ρὰ νὰ τὸ ντρο­πιά­σει τὸ τι­μη­μέ­νο μας τ’ ὄ­νο­μα.

        Εἶ­δα πὼς τὰ λό­για μου ἤ­τα­νε χα­μέ­να, ἤ­πια τὸν κα­φέ, ξα­να­κοί­τα­ξα τὴν ἄρ­ρω­στη, δι­ό­ρι­σα γι­α­τρι­κὸ γιὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­φυ­γα.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες πέ­θα­νε ἡ μι­κρή. Δὲ λέ­ω πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἀρ­ρώ­στια, μὰ τὰ νεῦ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν ἕ­να χά­λι ποὺ λί­γη χα­ρά, λί­γο ἀ­ναγ­κά­λι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σει.

        Πῆ­γα στὸ λεί­ψα­νο, για­τὶ τὸ πό­νε­σα τὸ κα­κό­μοι­ρο. Ρά­γι­ζε ἡ καρ­διά μου νὰ βλέ­πω τὴ μά­να του νὰ ξε­σκί­ζε­ται ἀ­πά­νω στὸ κα­τα­στό­λι­στο ἐ­κεῖ­νο κορ­μί, ποὺ ἄλ­λο τῆς ζω­ῆς δὲν τοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἥ­συ­χο.

        Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ριοῦ ποὺ μᾶς προ­σκα­λεῖ τὸ στερ­νὸ τὸ φι­λί. Μό­λις χω­ρί­σα­νε τὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη μά­να ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρα­μέ­νο πρό­σω­πο, καὶ σι­μώ­νει ἕ­να παι­δί, ὣς δε­κο­χτὼ χρο­νῶ νὰ δώ­σει κι αὐ­τὸς τὸ στερ­νό του φί­λη­μα. Ἦ­ταν τῆς γει­το­νιᾶς, γνώ­ρι­ζε τὸ σπί­τι τους, θαρ­ρῶ καὶ στὸ σκο­λει­ὸ μα­ζὶ πή­γαι­ναν. Κα­θό­λου λοι­πὸν πα­ρά­ξε­νο ποὺ σί­μω­νε κι αὐ­τὸς μὲ βρεμ­μέ­να μά­τια! Σή­κω­σαν τὸ λεί­ψα­νο, τό’ θα­ψαν, ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος, ἔ­κα­μα νὰ φύ­γω καὶ γώ. Μὰ ἀν­τὶς νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη τὴ θύ­ρα, ξε­κί­νη­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ πορ­τὶ τοῦ ἀ­πά­νω δρό­μου, γιὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­γο­ρά. Ἔ­κα­μα λοι­πὸν γύ­ρω πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σιά. Ἐ­κεῖ, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Βῆ­μα, σὲ μιὰ κό­χη μο­να­χι­κή, ποι­ό­να νὰ δῶ, πα­ρὰ τὸ ἴ­διο τὸ παι­δὶ ποὺ φί­λη­σε τὸ λεί­ψα­νο τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­κλαι­γε τὰ πύ­ρι­νά του ὁ δύ­στυ­χος. Συλ­λο­γί­στη­κα μιὰ στιγ­μὴ νὰ τοῦ μι­λή­σω καὶ νὰ τοῦ πῶ τὸ τί ἔ­λε­γε ἡ Λε­νι­ώ του ἀ­πά­νω στὸν πυ­ρε­τό της. Μὰ δὲ βά­στα­ξε ἡ καρ­διά μου. Εἶ­πα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ γεν­νή­θη­κε κρυ­φή, κρυ­φὴ πρέ­πει καὶ νὰ πο­θά­νει.



Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Νη­σι­ώ­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες, Εἰ­δι­κή ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα, Ἀ­θή­να, 2009, Α’ ἔ­κ­δο­­ση 1896.

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της (Μόλυβος Μυτι­λή­νης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλ­λί­ας 1923). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλίο: Νη­σιώ­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες (1894, δι­η­γή­μα­τα).


Πέτρος Ζερβός: Περιμένοντας στὸ ATM


Πέ­τρος Ζερ­βός


Πε­ρι­μέ­νον­τας στὸ ΑΤΜ


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΑ ΣΤΟ ATM, λί­γο πρὶν τὰ με­σά­νυ­χτα, εἶ­δα κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀν­θρώ­πους νὰ πε­ρι­μέ­νουν στὴν οὐ­ρὰ κι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ στη­θῶ κι ἐ­γώ.

        Εἶ­χε τό­ση ζέ­στη ποὺ ὁ κορ­μὸς τοῦ φοί­νι­κα δί­πλα μου ἔ­μοια­ζε νὰ τρέ­χει θαμ­πὸ ρε­τσί­νι ὅ­πο­τε πέ­φταν πά­νω του τὰ φῶ­τα κα­νε­νὸς ἁ­μα­ξιοῦ. Ὅ­ταν τὸ ἁ­μά­ξι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν κι ἔ­κα­νε πά­λι ἡ­συ­χί­α σχε­δὸν μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­κού­σω τὸ στυ­φὸ τρί­ψι­μο με­τα­ξὺ πα­τοῦ­σας καὶ σα­γι­ο­νά­ρας, κα­θὼς οἱ ἄν­θρω­ποι με­τα­τό­πι­ζαν τὸ βά­ρος τους ἀ­π’ τὸ ἕ­να πό­δι στὸ ἄλ­λο.

        «Πε­ρι­μέ­νε­τε πολ­λὴ ὥ­ρα;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μπρο­στά μου τὸν ἄν­τρα μπρο­στά της. Ἦ­ταν κι οἱ δυ­ό τους γύ­ρω στὰ πε­νῆν­τα μὲ πε­νῆν­τα πέν­τε. Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε κον­τὰ κα­στα­νὰ μαλ­λιά, ἀ­σα­φῶς ἀ­ε­τί­σια μύ­τη, λε­πτὰ ζυ­γω­μα­τι­κὰ καὶ μαύ­ρους κύ­κλους κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Φο­ροῦ­σε μιὰ ψι­λο­τσα­λα­κω­μέ­νη λευ­κὴ φού­στα κι ἕ­να τυρ­κου­ὰζ μπλου­ζά­κι.

        «Πε­ρί­που εἴ­κο­σι λε­πτά,» ξε­φύ­ση­ξε ὁ ἄν­τρας μπρο­στά της, γυ­ρί­ζον­τας νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Ἦ­ταν φα­λα­κρός, μὲ ὄ­ξι­να μπλὲ μά­τια, βα­ρὺ σα­γό­νι κι ἕ­να ἀ­ραι­ὸ γκρί­ζο μού­σι, πε­ρί­που δέ­κα ἡ­με­ρῶν. Φο­ροῦ­σε ἕ­να ξε­βαμ­μέ­νο λα­χα­νὶ που­κά­μι­σο καὶ μιὰ μπὲζ βερ­μού­δα. Ὅ­λο σφα­λι­ά­ρι­ζε τὶς γάμ­πες του γιὰ νὰ δι­ώ­ξει τὰ κου­νού­πια.

        «Μὰ δὲν εἶ­ναι φο­βε­ρὴ αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα τὸν ἄν­τρα μπρο­στά της, βά­ζον­τας τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι στὴ μέ­ση της καὶ πε­τών­τας τὸ γο­φό της ἐ­λα­φρὰ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

        «Τί νὰ κά­νου­με;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε, ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους του.

        «Ἄχ, αὐ­τοὶ οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι… Τό­σο ἄ­καρ­δοι!» ἀ­να­φώ­νη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

        «Ἐ­γὼ πά­λι θά ’­λε­γα πὼς εὐ­θύ­νε­ται κυ­ρί­ως ἡ δι­κή μας κυ­βέρ­νη­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, γυ­ρί­ζον­τας νὰ τὴν κοι­τά­ξει.

        «Μὰ πῶς μπο­ρεῖ­τε νὰ λέ­τε κά­τι τέ­τοι­ο;»

        «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ ’­χω ἄ­πο­ψη;»

        «Ὄ­χι, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ ση­μαί­νει πὼς ἡ ἄ­πο­ψή σας εἶ­ναι καὶ σω­στή.»

        «Καὶ τί λοι­πόν; Θὲς νὰ χρε­ο­κο­πή­σου­με; Αὐ­τὸ θές;»

        «Μὰ εἴ­μα­στε ἤ­δη χρε­ο­κο­πη­μέ­νοι!» δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ἡ γυ­ναί­κα. «Κοί­τα γύ­ρω σου.»

        «Ὅ­λο αὐ­τό», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, δεί­χνον­τας μὲ μιὰ κυ­μα­τι­στὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ του γύ­ρω-γύ­ρω καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ ἕ­να του φρύ­δι, «θά ’­πρε­πε νά ’­χε φρον­τί­σει ἡ δι­κή μας κυ­βέρ­νη­ση νὰ τὸ ἀ­πο­τρέ­ψει.»

        «Μὰ τί λὲς τώ­ρα; Θὲς νὰ πέ­σει κι ἄλ­λο ὁ μι­σθός σου; Αὐ­τὸ θές;» τὸν ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

        «Βα­σι­κά, εἶ­μαι συν­τα­ξι­οῦ­χος», τῆς ἀ­πάν­τη­σε.

        «Ἄ… Κι ἐ­γώ… Τί ἔ­χεις νὰ πεῖς λοι­πὸν γιά…»

        «Ποῦ δού­λευ­ες;» τὴ δι­έ­κο­ψε.

        «Στὴν Ὀ­λυμ­πια­κή. Ἤ­μουν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δός.»

        «Κι ἐ­γὼ δού­λευ­α στὴν Ὀ­λυμ­πια­κή. Πι­λό­τος», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος, ξα­να­ση­κώ­νον­τας τὸ ἕ­να του φρύ­δι.

        «Ναί, ἔ; Κοί­τα νὰ δεῖς σύμ­πτω­ση…» Ἡ γύ­ναι­κα γύ­ρι­σε πρὸς στιγ­μὴν νὰ μὲ κοι­τά­ξει. Ἔ­κα­να μι­σὸ βῆ­μα πί­σω. «Λοι­πόν… Νο­μί­ζω πὼς δὲ θά ‘θε­λες νὰ πέ­σει κι ἄλ­λο ἡ σύν­τα­ξή σου, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σε, βά­ζον­τας τὸν δεί­κτη της στὸ μά­γου­λό της.

        «Ὄ­χι, βέ­βαι­α, καὶ φαν­τά­ζο­μαι οὔ­τε κι ἐ­σύ», τῆς ἀ­πάν­τη­σε χα­μο­γε­λών­τας της.

        «Ξέ­ρεις,» εἶ­πε, κα­θα­ρί­ζον­τας τὸ λαι­μό της, «σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μὲς θά ’­πρε­πε νὰ ἀ­πο­φεύ­γου­με τὸ δι­χα­σμό. Δὲ βο­η­θά­ει.»

        «Τὸ ξέ­ρω. Ἐ­ξ’ ἄλ­λου τὸ λέ­νε συ­νέ­χεια καὶ στὶς εἰ­δή­σεις τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες», τῆς ἀ­πάν­τη­σε, χα­μο­γε­λών­τας εἰ­ρω­νι­κά.

        «Οὔφ! Στα­μά­τα πιά!» τοῦ νι­α­ού­ρι­σε. «Δὲ χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ παί­ζεις σκλη­ρὸς συ­νέ­χεια.»

        «Λοι­πόν, θὲς νὰ πᾶ­με γιὰ ἕ­να πο­τό;» τὴ ρώ­τη­σε.

        «Τί; Τώ­ρα;»

        «Ναί, για­τί ὄ­χι;»

        Κοί­τα­ξε γύ­ρω της καὶ μᾶλ­λον τῆς φά­νη­κε πὼς κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πε­ρί­με­ναν στὸ ATM δὲν εἶ­χε προ­σέ­ξει τὴ συ­ζή­τη­σή τους. «Πο­λὺ θὰ τὸ ’­θε­λα, ἀλ­λά…»

        «Ἀλ­λὰ τί;»

        «Εἶ­μαι παν­τρε­μέ­νη.»

        «Κι ἐ­γώ.»

        Ἡ γυ­ναί­κα γύ­ρι­σε νὰ μὲ ξα­να­κοι­τά­ξει. Ἔ­κα­να ἕ­να βῆ­μα πί­σω. «Ἐν­τά­ξει, πᾶ­με», εἶ­πε στὸν ἄν­τρα.

        Ἔ­φυ­γαν ἀ­π’ τὴν οὐ­ρὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ περ­πα­τᾶ­νε πλά­ι-πλά­ι. Ἕ­να ἁ­μά­ξι ἔ­στρι­ψε καὶ τὰ φῶ­τα του ἔ­πε­σαν πρὸς στιγ­μὴν στὶς πλά­τες τους, στοὺς πι­σι­νούς τους, στὶς γάμ­πες τους, στὶς σα­γι­ο­νά­ρες τους. Ἔ­μοια­ζαν νὰ κι­νοῦν­ται ἀρ­γά, σὰ νά ’­ναι κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρό. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ φύ­γω κι ἐ­γώ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ὁ Πέ­τρος Ζερ­βὸς εἶ­ναι κά­το­χος MA, MFA καὶ PhD ποὺ τοῦ ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ Indiana University Bloomington τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν. Ἔ­χει δι­δά­ξει ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ κα­θὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἀ­με­ρι­κά­νι­κη λο­γο­τε­χνί­α στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λέ­γιο Ἑλ­λά­δας – Deree College.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Σημεῖον τῆς ἀγάπης του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Σημεῖον τῆς ἀγάπης του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΗΣΟΝ Ζά­κυν­θον, ὅ­ταν ἀ­πέ­θα­νεν ἡ γυ­ναῖ­κα του, εἰς τὸ μνη­μό­συ­νόν της ἐ­πῆ­ρε εἰς τὸ κε­φά­λι του τὸν δί­σκον μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του ἕ­ως εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν, ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρ.» σ. 280 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188-189 [Τἰτλος: «379.— Ἀ­π’ ἀ­γά­πη.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Adam Frie­del von Frie­dels­burg (πε­ρί­που 1780 – ;), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης. Ἀρ­χη­γὸς τῶν στρα­τευμά­των τοῦ Μω­ριᾶ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­­νη μὲ τὸ χέρι (1832).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.