Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς: Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


Romeo and Juliet balcony in Verona, Italy


Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς


Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


ΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ τῶν ἡ­δο­νι­στι­κῶν μον­τέ­λων, ἔ­χει γε­νι­κὰ δει­χθεῖ, στὴ σχε­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­τι ἡ πα­ρα­δο­χὴ γραμ­μι­κό­τη­τας γιὰ τὴ σχέ­ση τῶν με­τα­βλη­τῶν δὲν εἶ­ναι βι­ώ­σι­μη. Συ­νή­θως ἔ­χει προ­τα­θεῖ ὅ­τι οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις με­γα­λύ­τε­ρων ὁ­μά­δων (π.χ. φα­τρί­ες) ἢ πα­λαι­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων (π.χ. ἀ­νά­κτο­ρα) τεί­νουν νὰ ἐ­νέ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση ἀ­πὸ αὐ­τὲς μι­κρό­τε­ρων ὁ­μά­δων ἢ νε­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων. Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη αὐ­τὸ τὸ πρό­βλη­μα, οἱ Daddy καὶ Love (1968) χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ἕ­να μον­τέ­λο-ἐ­κτι­μη­τὴ δι­α­κύ­μαν­σης στα­θε­ρῆς με­τα­βλη­τό­τη­τας γιὰ τὶς πι­θα­νὲς πα­ραλ­λα­γές. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἡ ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὴ γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση τῶν σχε­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Ἡ ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν πα­ραλ­λα­γῶν τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη τὴ με­λέ­τη τῆς ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ γε­νι­κῶς. Ἡ ἔ­ρευ­να τῶν δυ­ὸ με­λε­τη­τῶν ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ σχε­τι­κὴ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν προ­βο­λή, κα­θὼς καὶ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς ἀ­ξί­ας συ­ναλ­λα­γῆς τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου ἑ­νὸς μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης (π.χ. κισ­σός). Ἐξ ἄλ­λου, ἡ λο­γι­κὴ γραμ­μι­κὴ ἡ­δο­νι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση τῆς ἀ­ξί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅ­τι οἱ ἐ­λα­στι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πρά­σι­νων στοι­χεί­ων εἶ­ναι στα­θε­ρὲς καὶ δὲν θὰ πα­ρα­τη­ρη­θοῦν ἀ­πρό­ο­πτα (π.χ. πτώ­ση). Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει προ­η­γού­με­νη γνώ­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴ γε­νι­κευ­μέ­νη λει­τουρ­γι­κὴ μορ­φὴ τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου τοῦ μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξί­ας, μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει νὰ ἀμ­φι­σβη­τη­θεῖ ἡ ἐγ­κυ­ρό­τη­τα ἑ­νὸς τυ­χὸν δεύ­τε­ρου στοι­χεί­ου (π.χ. σχοι­νί). Ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἔ­χει θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀ­κι­νή­του ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν πα­ραλ­λα­γῶν. Ὁ σκο­πὸς τῆς με­λέ­της τῶν Daddy καὶ Love εἶ­ναι νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὴν ἔμ­με­ση ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ κα­τὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του στὴ μεί­ω­ση τῶν δυ­σμε­νῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῶν ἐ­πι­δρά­σε­ων καὶ ἐ­ὰν κά­τι τέ­τοι­ο ὄν­τως πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στὶς τρέ­χου­σες πρά­ξεις τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Γιὰ νὰ δι­α­κρί­νου­με ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐκ­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­δο­χὴ ὅ­τι ἕ­να ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ἄ­νοιγ­μα θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μπαλ­κό­νι μό­νο ἂν εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ του­λά­χι­στον σὲ δύ­ο πλευ­ρὲς καὶ ἔ­χει ὕ­ψος ἀ­πὸ τὸ δά­πε­δο μέ­χρι τὴν ὀ­ρο­φή. Στὴν ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση, κα­τὰ τὴν με­λέ­τη τῶν δυ­ὸ ἐ­πι­στη­μό­νων, τρεῖς τύ­ποι μπαλ­κο­νι­ῶν (ὑ­ψη­λὸ ἢ χα­μη­λό, στρογ­γυ­λὸ ἢ γω­νι­ῶ­δες, μὲ κάγ­κε­λα ἢ ὄ­χι) καὶ τρεῖς τύ­ποι δρά­μα­τος (τρα­γι­κό, κω­μι­κό, σα­τι­ρι­κὸ) θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἐν­νέ­α πι­θα­νοὺς συν­δυα­σμοὺς ἀ­νὰ πε­ρί­πτω­ση. Ἡ ὡ­ραί­α δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­λέ­της ἔ­χει γί­νει στὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Verona Press.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ρα­µ­πα­τζῆς. Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς Κα­θη­γη­τὴς Βυ­ζαν­τι­νῆς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, µε­γά­λω­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀ­πὸ τὸ 1998 ἕ­ως τὸ 2012 ἐρ­γά­σθη­κε ὡς Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρο Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­σο­φί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­µ­ί­ας Ἀ­θη­νῶν. Τὸ 2010 ἐ­κλέ­χθη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν ὅ­που καὶ δι­ο­ρί­σθη­κε τὸ 2012. Τὰ ἐ­ρευ­νη­τι­κά του ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἑ­στι­ά­ζον­ται στὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ φι­λο­σο­φί­α, τὶς ἀρ­χαῖ­ες πη­γές της καὶ τὶς νε­ω­τε­ρι­κὲς προσ­λή­ψεις της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ νου­βέ­λα Μπρο­στὰ στὸ Δι­οι­κη­τή­ριο (Σμί­λη, 2018), ἔ­χει με­τα­φρά­σει Ὄρ­σον Οὐ­ὲλς (Mr Arcadin, Αἰ­γό­κε­ρως) καὶ Γκὺ ντὲ Μω­πα­σᾶν (Λό­για τοῦ Ἔ­ρω­τα, Ρο­ές), ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει με­λέ­τες γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (Λα­ϊ­κι­σμὸς καὶ Κι­νη­μα­το­γρά­φος, Ρο­ές, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: Τὸ μπαλκόνι τῆς Ἰουλιέτας, στὴ Βερόνα τῆς Ἰταλίας.


			

Βά­νια Σύρ­μου: Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το



Βά­νια Σύρ­μου


Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το


«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ἔ­βγα­λε ἥ­λιο! Ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ πο­νοῦν τὰ κόκ­κα­λά μου μὲ τό­ση βρο­χή! Μὲ τρα­βά­ει κι ἐ­κεί­νη ἡ το­μή, θυ­μᾶ­σαι, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση στὸ γό­να­το. Δὲ βα­ρι­έ­σαι, ἀ­φοῦ μπο­ροῦ­με καὶ κά­νου­με ἀ­κό­μα πο­δή­λα­το, κα­λὰ εἴ­μα­στε. Βάλ­σα­μο ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος!…Τέ­τοι­α ἐ­πο­χὴ ἦ­ταν ποὺ σὲ πρω­το­γνώ­ρι­σα, σ’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ το παγ­κά­κι. Θυ­μᾶ­σαι;… Προ­σπα­θοῦ­σες νὰ τι­νά­ξεις τὴ λά­σπη ἀ­π’ τὰ ροῦ­χα σου με­τὰ τὴ γλί­στρα μὲ τὸ πο­δή­λα­το στὸ βρεγ­μέ­νο χῶ­μα. Στα­μά­τη­σα καὶ κοι­τών­τας σε, γέ­λα­σα μὲ τὴ μά­ται­η προ­σπά­θειά σου. Ποῦ βρί­σκεις τὸ ἀ­στεῖ­ο; γύ­ρι­σες καὶ μοῦ ‘πες. Φο­ροῦ­σες ἐ­κεί­νη τὴν κόκ­κι­νη μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα ποὺ σ’ ἔ­κα­νε νὰ ξε­χω­ρί­ζεις. Σὲ βο­ή­θη­σα νὰ ξα­να­βά­λεις τὴν ἁ­λυ­σί­δα τοῦ πο­δη­λά­του σου καὶ φύ­γα­με μα­ζὶ συ­νε­χί­ζον­τας τὴν πο­δη­λα­τά­δα στὸ πάρ­κο. Κα­τά­λα­βα ἀ­μέ­σως πὼς σοῦ ἄ­ρε­σα ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γε­λοῦ­σες μ’ ὅ­σα ἔ­λε­γα. Τὰ μά­γου­λά σου κοκ­κί­νι­ζαν στὸ κρύ­ο κι ἐ­γὼ μὲ κό­πο κρα­τοῦ­σα τὰ μά­τια μου στὴν εὐ­θεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς. Προ­τι­μοῦ­σες τὶς χει­μω­νι­ά­τι­κες βόλ­τες. Ἀ­πο­λάμ­βα­νες τὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα πού σοῦ ‘κό­βε τὴν ἀ­νά­σα στὴν ἀ­νη­φό­ρα. Θυ­μᾶ­σαι;… Δὲν φο­ροῦ­σα τό­τε γάν­τια καὶ τὰ χέ­ρια μου εἶ­χαν ξυ­λιά­σει στὸ τι­μό­νι. Ἔ­βα­ζα πό­τε τὸ ἕ­να πό­τε τ’ ἄλ­λο στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν γιὰ νὰ μὴν κα­τα­λά­βεις πὼς κρύ­ω­να. Πάν­τα μὲ μά­λω­νες ποὺ ξε­χνοῦ­σα τὰ γάν­τια μου. Κοί­τα, τώ­ρα τὰ ἔ­χω μα­ζί μου. Πῶς κα­τά­φερ­νες νά ’­χεῖς πάν­τα τὸ νοῦ σου σὲ ὅ­λα; Τὸ σκου­φὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, τὸ κο­λα­τσιὸ τοῦ Νι­κό­λα, τὸ κα­σκὸλ τῆς Νέ­λης. Ἔ­χω και­ρὸ νὰ δῶ τὰ παι­διά. Τη­λέ­φω­νο μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα καὶ ἄν. Δὲν θέ­λω νὰ τοὺς ἐ­νο­χλῶ. Ἔ­χουν κι αὐ­τὰ τὶς δου­λει­ές τους. Ἄ, ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ. Οἱ συ­νά­δελ­φοι μοῦ κά­ναν δῶ­ρο δερ­μα­τό­δε­το ση­μει­ω­μα­τά­ριο γιὰ νὰ γρά­ψω, λέ­νε, τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου ὡς δά­σκα­λος, τώ­ρα ποὺ βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Πα­λαι­ᾶς κο­πῆς! μὲ εἶ­παν οἱ νε­ό­τε­ροι. Κά­τι θὰ ξέ­ρουν. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, δὲν ξέ­ρω πῶς θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα μου χω­ρὶς τὴν τά­ξη… Ξέ­ρω ὅ­μως πῶς εἶ­ναι χω­ρὶς ἐ­σέ­να… Δὲν χά­νω τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸ πάρ­κο. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες δι­α­δρο­μὲς ποὺ κά­να­με πάν­τα. Θυ­μᾶ­μαι!… Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι ἀ­κό­μα ψη­λά. Προ­λα­βαί­νου­με ἀ­κό­μα μιὰ βόλ­τα.»

       Ὅ­ση ὥ­ρα τὸν ἄ­κου­γα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ παγ­κά­κι νὰ μο­νο­λο­γεῖ κρα­τών­τας μιὰ φω­το­γρα­φί­α, πα­ρα­τη­ροῦ­σα πὼς κα­θὼς μι­λοῦ­σε, τὴν ψη­λα­φοῦ­σε ἀρ­γὰ μὲ τὸ δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κε, ἔ­βα­λε προ­σε­κτι­κὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του καὶ τὴν πί­ε­σε πά­νω του σφι­χτά, σὰν νά ‘θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ πὼς τὴν εἶ­χε μα­ζί του. Φό­ρε­σε τὰ γάν­τια του κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ πο­δή­λα­το. Μὲ ἀρ­γὲς πε­τα­λι­ὲς τὸν εἶ­δα νὰ χά­νε­ται στὸ βά­θος τῆς ἀ­λέ­ας.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζα­νέ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­α­ρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».


Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Τὰ σου­τζου­κά­κια



Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Τὰ σου­τζου­κά­κια


ΡΕ ΤΙ ΚΕΡΑΤΟ βερ­νι­κω­μέ­νο αὐ­τὸς ὁ Γι­ωρ­γῆς, τῆς συγ­χω­ρε­μέ­νης τῆς Κασ­σια­νῆς ὁ γιὸς» γύ­ρι­σε στὴ φι­λε­νά­δα ποὺ τὴ βο­η­θοῦ­σε στὴ λά­τρα ἡ Κα­τε­ρί­να, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη συσ­σι­τί­ου στὴν ἐ­νο­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, δω­δε­κά­μι­σι τὸ με­ση­με­ρά­κι μιὰ Δευ­τέ­ρα Σα­ρα­κο­στῆς.

       «Ἄ­κου­σον-ἄ­κου­σον τί μοῦ ξε­φούρ­νι­σε στὰ κα­λὰ τοῦ κα­θου­μέ­νου ὁ ἀ­ναι­δέ­στα­τος… Νε­ρομ­πού­λια ἀ­πὸ σή­με­ρα τέρ­μα. Μπού­χτι­σα τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια. Τὸ κέ­φι μου τρα­βά­ει σου­τζου­κά­κια. Ἢ αὔ­ριο μοῦ τὰ φτειά­χνεις ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ μα­στό­ρευ­ε ἡ μά­να μου, ἢ δὲν ξα­να­πα­τά­ω τὸ πο­δά­ρι μου ἐ­δῶ μέ­σα, τὸ Θε­ὸ μπάρ­μπα νά ‘χεις. Τί μὲ λέ­γεις παι­δά­κι μου, τὸν ἀ­πο­πῆ­ρα. Σα­ρα­κο­στὴ ἔ­χου­με, ποῦ νὰ τὰ βροῦ­με τὰ σου­τζου­κά­κια; Ἐ­δῶ, καὶ τὶς κα­λὲς μέ­ρες ἀ­κό­μα, τὶς γι­ορ­τά­δες νὰ ποῦ­με, μὲ τὰ χί­λια ζό­ρια βγά­ζου­με λί­γες με­ρί­δες ἴ­σα-ἴ­σα νὰ βρί­σκουν ἀν­θρῶ­ποι σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου ἕ­να πιά­το φα­γὶ νὰ λι­γδώ­νει τὸ ἄν­τε­ρό τους. Ἂν τώ­ρα ἡ γκα­στριά σου τρα­βά­ει ἐ­ξά­παν­τος σου­τζου­κά­κια, τί νὰ σὲ πῶ, ξυ­πνὸς δεί­χνεις, σύ­ρε νὰ βρεῖς κα­μιὰ δου­λειά, δὲν σὲ πῆ­ραν δὰ καὶ τὰ χρό­νια καὶ ξε­φορ­τώ­σου μας ποὺ μᾶς γέ­νη­κες τσιμ­πού­ρι μὲ τὶς ἀ­παι­τή­σεις σου. Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω, γκά­ρι­ξε, καρ­φώ­νον­τάς με μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­μα­τά­ρες του, ποὺ πῆ­γα νὰ κα­του­ρη­θῶ ἀπ΄τὴ τρο­μά­ρα μου. Δὲν στὸ κρύ­βω φι­λε­νά­δα, ἀν­τα­ρι­ά­στη­κα. Συ­ζη­τι­έ­ται ἄλ­λω­στε στὴ γει­το­νιά, πὼς με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς κυ­ρὰ-Κασ­σια­νῆς τοῦ ΄χει λι­γου­λά­κι σα­λέ­ψει. Ὅ­λη μέ­ρα λέ­νε, κά­θε­ται κλει­σμέ­νος στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι καὶ βγαί­νει μό­νο ἴ­σα νὰ βρεῖ κά­τι νὰ βά­λει στὸ στό­μα.»

       Ἔ­τσι κου­τσομ­πό­λευ­ε ἡ Κα­τε­ρί­να ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἡ ψυ­χο­πο­νιά­ρα, ποὺ πα­ρὰ τὰ πε­νῆν­τα της χρο­νά­κια καὶ τὴν ἀ­σου­λου­πω­σύ­νη ποὺ τὴν ἔ­δερ­νε, ἔ­τρε­φε ἀ­κό­μα κά­ποι­ες ἀ­μυ­δρὲς ἐλ­πί­δες νὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, ἐν ἀ­νάγ­κῃ καὶ μὲ κά­να συν­τα­ξι­οῦ­χο ἀ­πὸ τοὺς δε­κά­δες ἐ­κεί­νους ποὺ με­λίσ­σι σω­στὸ μα­ζεύ­ον­ταν Κυ­ρια­κὲς καὶ γι­ορ­τά­δες στὸν ἐ­πι­βλη­τι­κὸ να­ὸ πρὸς ἐκ­κλη­σια­σμό, δι­αγ­κω­νι­ζό­με­νοι ἀ­γρί­ως, ποι­ός θὰ σώ­σει πρῶ­τος τὴ μί­ζε­ρη, μπα­κα­λί­στι­κη ψυ­χή του. Ἔ­ρι­χνε τὸ λοι­πὸν αὐ­τὴ τὰ δί­χτυ­α της κα­λὰ μα­τι­σμέ­να καὶ ἀ­νελ­λι­πῶς, ἀλ­λὰ τὰ γέ­ρι­κα ψα­ρά­κια, ἔ­δει­χναν νὰ προ­τι­μοῦν τὰ Ρώ­σι­κα κα­λά­μια μὲ τὸ ψεύ­τι­κο σκου­λή­κι, ἀ­πὸ τὴν σα­πι­σμέ­νη σα­γή­νη της. Ἡ ἐλ­πί­δα ὅ­μως κα­θὼς λέ­νε, πε­θαί­νει τε­λευ­ταί­α καὶ στὴ πε­ρί­πτω­ση της ὅ­σο περ­νοῦ­σε βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸ χε­ρά­κι της, θὰ τὴ δι­α­τη­ροῦ­σε ἐν ἀ­νάγ­κῃ ἀ­κό­μα καὶ τα­ρι­χευ­μέ­νη, στὸ κέν­τρο ἀ­κρι­βῶς τῆς κα­κο­χτι­σμέ­νης πυ­ρα­μί­δας τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο με­ση­μέ­ρι βρῆ­κε τὴν Κα­τε­ρί­να πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς αἴ­θου­σας ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ να­οῦ, νὰ βο­λεύ­ει κά­τι νε­ρό­βρα­στα φα­σό­λια ψα­ρεύ­ον­τάς τα μὲ μιὰ κου­τά­λα ἀ­πὸ τὸν πά­το τοῦ τέν­τζε­ρη, σὲ κά­τι πλα­στι­κοὺς κε­σέ­δες.

       Ἕ­νας-ἕ­νας, μὲ τά­ξη ἀ­πό­λυ­τη, πα­ρή­λαυ­ναν οἱ ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες τῆς συ­νοι­κί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νον­τας νὰ ξε­ρο­γοῦν τὸ κομ­πο­λό­ι τῶν πι­κρῶν τους ἡ­με­ρῶν κα­τὰ τὸ δί­και­ο λό­γο τοῦ Ποι­η­τοῦ μὲ ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση γαι­δου­ρι­νή, δέ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια της εὐ­γνώ­μο­να, —λὲς θεί­α κοι­νω­νί­α—, τὸ κε­σε­δά­κι κα­πα­κω­μέ­νο μιὰ φέ­τα χά­σι­κο ψω­μί.

       Τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ὥ­ρα ἀ­ρί­βα­ρε καὶ ὁ λε­γά­με­νος, κου­νά­με­νος λυ­γά­με­νος. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν τέν­τζε­ρη καὶ φα­νε­ρὰ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ του οἴ­στρου, ἄρ­χι­σε νὰ στριγ­γλί­ζει στὴ κα­κο­μοί­ρα τὴ Κα­τε­ρί­να.

       «Ποῦ ‘ναι μω­ρή τα σου­τζου­κά­κια ποὺ σοῦ γύ­ρε­ψα; Μπέ­σα δὲν ἔ­χεις; Ἀλ­λὰ τί πε­ρι­μέ­νεις ἀ­πὸ μιὰ πα­λι­ομ­πα­κα­τέ­λα σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου; Φεύ­γω, κι οὔ­τε πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πα­τή­σω σὲ τοῦ­το τὸ μπουρ­δέ­λο, ποὺ νὰ πε­θαί­νω τῆς πεί­νας. Στὸ δι­ά­βο­λο καὶ σὺ καὶ τὰ πορ­δο­σπό­ρια σου», συμ­πλή­ρω­σε καὶ τρά­βη­ξε ἔ­ξαλ­λος γιὰ τὴν ἔ­ξο­δο.

       Ἡ Κα­τε­ρί­να πε­τά­χτη­κε στὸ κα­τό­πι του.

       «Γύρ­να πί­σω ἀ­θε­ό­φο­βε» προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν καλ­μά­ρει. «Πά­ρε τὴ με­ρί­δα καὶ θὰ σοῦ βά­λω καὶ λί­γη φέ­τα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

       Στά­θη­κε αὐ­τὸς δί­βου­λος κά­τω ἀ­πὸ τὸ γεῖ­σο καὶ δὲν μι­λοῦ­σε κα­κι­α­σμέ­νος. Ἄ­ξαφ­να τὸν πή­ρα­νε τὰ ζου­μιά.

       «Ἡ μά­να μου ὅ­τι γου­στά­ρι­ζα μοῦ μα­γέ­ρευ­ε καὶ πο­τέ της δὲ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Σου­τζου­κά­κια ἤ­θε­λα, σου­τζου­κά­κια μοῦ ΄κα­μνε. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν πα­ρά­χω­σα, ἔ­χω νὰ φά­ω τῆς προ­κο­πῆς. Τί σοῦ γύ­ρε­ψα μω­ρή; Λί­γα σου­τζου­κά­κια σὰν κι αὐ­τὰ πού μοῦ μα­γεί­ρευ­ε ἡ συγ­χω­ρε­μέ­νη.»

       Τὰ λό­για του, χτύ­πη­σαν τὴ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἴ­σα στὴ καρ­διά.

       Πα­ρα­τη­ρών­τας τον νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­χον­τας δε­χτεῖ ἐν­τέ­λει νὰ πά­ρει τὸ γλί­σχρο γεῦ­μα, ὁρ­κί­στη­κε στὸ στε­φά­νι ποὺ πε­ρί­με­νε, τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α κα­μιά, νὰ τοῦ κά­μει τὸ χα­τί­ρι καὶ νὰ τοῦ πά­ει ἡ ἴ­δια αὐ­το­προ­σώ­πως στὸ μπε­κι­ά­ρι­κό του, τὰ σου­τζου­κά­κια ποὺ τό­σο λα­χτα­ροῦ­σε.

       Κι­νών­τας βι­α­στι­κὴ γιὰ τὸ χα­σά­πη τῆς συ­νοι­κί­ας, δὲν γνώ­ρι­ζε ἡ δό­λια, πό­ση ἡ­δο­νὴ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­βε­ται μέ­σα σὲ μιὰ ντου­ζί­να κα­λο­μα­γει­ρε­μέ­να σου­τζου­κά­κια. Αὐ­τό, θὰ τὸ δι­α­πί­στω­νε λί­α­ν συν­τόμως.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss): Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή



Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss)


Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή

(Domestic Appliance)


Α ΠΡΟΑΣΤΙΑ, σὲ μιὰ προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α, σὲ μιὰ κου­ζί­να μὲ γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο, μέ­σα σ’ ἕ­να ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι ζοῦ­σε μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της πῶς βρέ­θη­κε νὰ ζεῖ μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της ἄλ­λη ζω­ή, ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι μέ­σα σ’ αὐ­τό. Ξύ­πνη­σε μιὰ μέ­ρα ξα­πλω­μέ­νη πά­νω σε μιὰ ρά­βδο βού­τυ­ρο· τὸ βού­τυ­ρο εἶ­χε μα­λα­κώ­σει ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­να­παυ­ό­ταν τὸ σῶ­μα της, θη­λυ­κὲς ἐ­σο­χὲς εἶ­χαν σχη­μα­τι­στεῖ, στὸ σχῆ­μα τῶν γο­φῶν καὶ τῆς μέ­σης. Τὰ πό­δια τῆς γυ­ναί­κας ἔ­φτα­ναν ἴ­σα­με τὴν ἄ­κρη σχε­δὸν τῆς ρά­βδου. Ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος μὲ δι­α­στά­σεις ἑ­φτὰ κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Γιὰ ψυ­γεῖ­ο, ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο. Φρέ­σκα φροῦ­τα καὶ λα­χα­νι­κά, πε­ρι­στρε­φό­με­να μπου­κά­λια λευ­κὸ κρα­σὶ καὶ ἑ­ξά­δες μπί­ρες, κου­τά­κι μὲ κι­νέ­ζι­κο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ βρά­δυ, μο­σχα­ρί­σιο κρέ­ας σὲ μα­ρι­νά­δα, μιὰ ἀ­νοιγ­μέ­νη μα­γει­ρι­κὴ σό­δα. Σπά­νια συ­νέ­βαι­νε νὰ λή­ξει κά­τι.

       Μό­λις τὸ ψυ­γεῖ­ο ἄ­νοι­γε, ἡ γυ­ναί­κα κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ γά­λα, ἔ­σκυ­βε καὶ χω­νό­ταν σὲ μιὰ χάρ­τι­νη αὐ­γο­θή­κη ἢ περ­πα­τοῦ­σε δι­στα­κτι­κὰ πρὸς τὸ βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες. Λί­γες πί­κλες, κόκ­κοι πι­πέ­ρι καὶ λε­πτὲς φέ­τες κρεμ­μυ­διοῦ κο­λυμ­ποῦ­σαν στὴν ἅλ­μη, χο­ρεύ­ον­τας ὑ­πὸ τοὺς ἤ­χους μιᾶς μου­σι­κῆς τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κού­σει. Κοι­τοῦ­σε μέ­σα στὸ βά­ζο ὧ­ρες πολ­λές. Τὸ φῶς μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν μουν­τὸ καὶ γκρί­ζο, δὲν ἦ­ταν πίσ­σα σκο­τά­δι. Ὅ­σο γιὰ τὴν τρο­φή της, πό­τε-πό­τε τσιμ­πo­λο­γοῦ­σε λί­γο τυ­ρί, σὰν τὰ πον­τί­κια. Κά­ποι­ες ἄλ­λες φο­ρές, ἄ­νοι­γε ἕ­να γι­α­ούρ­τι στὴν ἄ­κρη καὶ ρου­φοῦ­σε λι­χού­δι­κα τὴν κρέ­μα φρά­ου­λα. Ἀ­πέ­φευ­γε γε­νι­κῶς τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα, τὸ ταμ­πά­σκο, τὴ σάλ­τσα χό­ι­σιν καὶ τὴν κά­πα­ρη, ποὺ ἦ­ταν τρα­γα­νι­στή, μό­λις τὴν ἄ­νοι­γες. Τρο­φὲς ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δύ­σκο­λα θὰ τὶς ἔ­τρω­γε κα­νεὶς σκέ­τες.

       Ἡ γυ­ναί­κα κρύ­ω­νε συ­νέ­χεια.

       Κα­θη­με­ρι­νά, λε­πτὰ δά­χτυ­λα μὲ γυ­α­λι­στε­ρὰ νύ­χια το­πο­θε­τοῦ­σαν στὸ ψυ­γεῖ­ο τσάν­τες ποὺ πε­ρι­εῖ­χαν κο­λα­τσιὸ καὶ πά­νω τους ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Ἔι­μος» μὲ μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο, ἐ­νί­ο­τε καὶ μὲ κη­ρομ­πο­γιά, μὲ τὸ τρα­χὺ ἀ­πο­τύ­πω­μα τὸ ὁ­ποῖο ἀ­φή­νουν τὰ παι­διά. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο κοι­τοῦ­σε πάν­το­τε μέ­σα στὶς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Συ­νή­θως ἦ­ταν κά­ποι­ο σάν­του­ιτς, συ­χνὰ ἦ­ταν σάν­του­ιτς μὲ τό­νο, κα­μιὰ φο­ρὰ ἦ­ταν ψω­μὶ μὲ φι­στι­κο­βού­τυ­ρο καὶ μαρ­με­λά­δα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­βρι­σκε φο­βε­ρὰ ἑλ­κυ­στι­κό. Ἐ­νί­ο­τε ἔ­βρι­σκε ἀ­πο­μει­νά­ρια γεύ­μα­τος μέ­σα σὲ πλα­στι­κὰ τά­περ. Τυ­ρά­κια μέ­σα σὲ κόκ­κι­νο γυ­α­λι­στε­ρὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα, πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ πα­τα­τά­κια, σο­κο­λά­τες. Καὶ ὅ­λες τὶς φο­ρές, ἕ­να ση­μεί­ω­μα σὲ δι­πλω­μέ­νο χαρ­τά­κι. Σὲ σε­λί­δες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἦ­ταν προ­χει­ρο­γραμ­μέ­νο, μὲ τὸν ἴ­διο χον­τρὸ μαρ­κα­δό­ρο ποὺ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ καὶ γιὰ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό της τσάν­τας, κά­τι σὰν σύν­το­μο ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα.

       Σ’ ἀ­γα­πῶ! Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι!, Εἶ­σαι ὁ κα­λύ­τε­ρος!, Κύ­κλω­σε τὸ σω­στό: Μὲ ἀ­γα­πᾶς; Ναὶ / Ὄ­χι. Θύ­μι­ζαν ὅ­λα γυ­μνά­σιο, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν δι­πλω­μέ­να σὲ μι­κρὰ χάρ­τι­να μπα­λά­κια, μὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὰ ἔ­κα­νε νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­ξι­α­γά­πη­τα. Τὸ σκλη­ρὸ μα­νι­κιοὺρ στὰ νύ­χια ἔ­κρυ­βε κα­τὰ βά­θος μιὰ γλυ­κιὰ καρ­δού­λα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς νὰ ἔ­μοια­ζε ὁ Ἔι­μος. Πέ­ρα­σαν μῆ­νες καὶ ξε­θάρ­ρε­ψε πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὸν Ἔι­μος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται. Ἡ γυ­ναί­κα του, κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να, ἦ­ταν σπα­νι­ό­τε­ρα τρι­γύ­ρω. Ἐν μέ­σῳ βά­λε-βγά­λε μι­σο­φα­γω­μέ­νης πί­τσας καὶ ἀλ­λαν­τι­κῶν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἐ­ρω­τεύ­τη­κε. Μαῦ­ρα κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους καὶ στὰ χέ­ρια τοῦ Ἔι­μος. Πρά­σι­να μά­τια σὰν φέ­τες μο­σχο­λέ­μο­νο στὸ πρό­σω­πό του. Πυ­κνὰ φρύ­δια, τὸ ἕ­να πάν­τα ση­κω­μέ­νο. Ἦ­ταν πάν­τα μὲ τὸ χα­μό­γε­λο ὅ­ταν ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα γού­στα­ρε ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ δὲν ἤ­θε­λε πο­λὺ γιὰ νὰ χα­ρεῖ.

       Κά­ποι­ο πρω­ι­νὸ ἐ­πά­νω στὴν ὀ­νει­ρο­πό­λη­ση, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο δὲν πή­δη­ξε γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ μό­λις ὁ Ἔι­μος ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου. Ἔ­πι­α­σε ἀ­φη­ρη­μέ­νος τὴν κέ­τσαπ καὶ ξαφ­νι­ά­στη­κε βλέ­πον­τας την. Τό­τε ἔ­σκυ­ψε καὶ εἶ­δε τὸ σῶ­μα τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α στη­ρι­ζό­ταν σ’ ἕ­να μπου­κά­λι σάλ­τσα σρι­ρά­τσα, συλ­λέ­γον­τας στα­γό­νες μὲ τὰ δά­χτυ­λά της καὶ γλεί­φον­τας τες, σου­φρώ­νον­τας τὰ λι­λι­πού­τεια χεί­λη της ἀ­πὸ τὸ κά­ψι­μο.

       «Γειά σου», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Πά­ρα πο­λὺ δυ­να­τά, γι’ αὐ­τὸ ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω, γρή­γο­ρα ὅ­μως ξα­να­στά­θη­κε στὰ πό­δια-ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες της.

       «Γειά», ἔ­κα­νε τὰ μαλ­λιά της πέ­ρα καὶ φά­νη­κε τὸ πρό­σω­πό της.

       «Τί κά­νεις ἐ­δῶ μέ­σα;», ρώ­τη­σε ὁ Ἔι­μος.

       «Μὲ προ­σέ­λα­βε τὸ ὑ­γει­ο­νο­μι­κό. Ἔ­χουν ἀρ­χί­σει καὶ χα­λᾶ­νε δι­ά­φο­ρα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γι­α­ούρ­τι μὲ μύρ­τι­λο ἔ­χει λή­ξει ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ μῆ­νες;»

       «Τὸ ξέ­ρω, ναί», εἶ­πε. Συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος. Ἔ­πι­α­σε τὸ γι­α­ούρ­τι καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε στὰ σκου­πί­δια ποὺ ἦ­ταν πί­σω του. «Πά­ει αὐ­τό. Τί ἄλ­λο;»

       «Αὐ­τὴ ἡ σάλ­τσα μή­λου. Δὲν ἔ­χει λή­ξει ἀ­κό­μη, ἔ­χει ὅ­μως πιά­σει μού­χλα πά­νω-πά­νω», εἶ­πε, δεί­χνον­τας τὸ βά­ζο. Τὸ ἔ­πι­α­σε, τὸ ἔ­ρι­ξε πί­σω του.

       «Ὡ­ραῖ­α, τί ἄλ­λο ἔ­χου­με;» Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ τοῦ δώ­σει ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο κρέ­ας τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Ἔι­μος ἦρ­θε πί­σω του.

       «Κλεῖ­σε τὴν πόρ­τα», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Προ­σπα­θῶ ν’­ἀ­πο­φα­σί­σω τί θὰ φά­ω», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Ἔι­μος, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα στὸ ρά­φι.

       «Τὸ ψυ­γεῖ­ο βγά­ζει κρύ­ο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Ἔ­χει ἤ­δη πολ­λὴ ψύ­χρα ἐ­δῶ ἔ­ξω», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο μει­δί­α­σε καί, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἔι­μος, ἕ­να χλω­μὸ χέ­ρι ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν πόρ­τα καὶ τὴν ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη. Ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­μει­νε στὸ ρά­φι, πα­ρέ­α μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο ἠ­λε­κτρι­κὸ βου­η­τὸ τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ τὸ μουν­τό, γκρί­ζο ψύ­χος.

       Ὁ Ἔι­μος ἄρ­χι­σε ν’­ἀ­φή­νει μι­κρο­πραγ­μα­τά­κια γιὰ τὴ γυ­ναί­κα, τρό­φι­μα χω­ρὶς πολ­λὰ ὑ­γρὰ – το­στά­κια, μπι­σκό­τα γε­μι­στά, δη­μη­τρια­κὰ σὲ σχῆ­μα δα­χτυ­λι­διοῦ, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φτια­ξε ἕ­να βρα­χι­ό­λι. Μα­σου­λοῦ­σε τὸ σού­ρου­πο, ὥ­σπου ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα τῶν νυ­χτε­ρι­νῶν ἐ­πι­σκέ­ψε­ων τοῦ Ἔι­μος. Με­τα­με­σο­νύ­χτι­ες λι­γοῦ­ρες, ἔ­τσι τὸ ἔ­λε­γε, καὶ φώ­να­ζε δι­και­ο­λο­γί­ες στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ ἦ­ταν στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε φω­νά­ζον­τας ὅ­τι θὰ χον­τρύ­νει… καὶ ποι­ός θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ τό­τε;

       Ἦ­ταν ἐν γνώ­σει τους. Ἦ­ταν, ὅ­μως, ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο. Δι­ό­λου πρα­κτι­κό. Δὲν εἶ­χε λο­γι­κὴ τὸ νὰ ἔ­χει σχέ­ση ἕ­νας ἄν­τρας πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νος μὲ μιὰ ἐ­νή­λι­κη τῆς ὁ­ποί­ας οἱ δι­α­στά­σεις ἦ­ταν 7 κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη μὲ τὰ ψί­χου­λα στὰ ρά­φια τοῦ ψυ­γεί­ου φώ­να­ξε τὸν Ἔι­μος νὰ ἔρ­θει. Ποι­ός πε­ρι­μέ­νεις νὰ τὰ κα­θα­ρί­σει αὐ­τά;! Τό­σος θυ­μὸς γιὰ ἕ­να πταῖ­σμα. Ἔ­πα­ψε νὰ παίρ­νει μα­ζί του τὶς τσάν­τες μὲ τὸ κο­λα­τσιὸ στὴ δου­λειά. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε νὰ τοῦ ἀ­φή­νει ση­μει­ώ­μα­τα στὶς τσάν­τες τοῦ κο­λα­τσιοῦ. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς νὰ τοῦ ἑ­τοι­μά­ζει κο­λα­τσιό.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, τὸ ψυ­γεῖ­ο τὸ ἄ­νοι­γε μό­νο ἡ γυ­ναί­κα. Ὁ Ἔι­μος ἔ­λει­ψε γιὰ μιὰ μέ­ρα, γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὕ­στε­ρα γιὰ ἕ­ναν μή­να.

       Θλιμ­μέ­νη ὅ­πως ἦ­ταν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­πι­νε μπί­ρα ἤ­δη σερ­βι­ρι­σμέ­νη καὶ  ξε­θυ­μα­σμέ­νο κα­φέ, ποὺ τὰ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει ἐ­κεῖ ἡ γυ­ναί­κα. Τὸ μα­ρού­λι μα­ραι­νό­ταν, ἔ­πει­τα γι­νό­ταν κολ­λῶ­δες, ἔ­πει­τα μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ὑ­γρὴ μαυ­ρί­λα στὸ βά­θος τοῦ ψυ­γεί­ου· τὸ δι­ά­φα­νο πλα­στι­κὸ κου­τὶ τε­ρά­στιο γιὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πει­ρά­μα­τα. Ἔ­τρω­γε ἀ­να­πο­φλοί­ω­το ρύ­ζι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πε­τρώ­σει, ἀ­πὸ σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο φα­γη­τὸ σὲ πα­κέ­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κι οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες τὸ ἔ­τρω­γαν. Μοι­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ τα ἄ­θλια ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι – ἀ­π’ αὐ­τὰ πού σου δί­νουν πά­γο καὶ φιλ­τρα­ρι­σμέ­νο νε­ρό, ἐ­φό­σον τὸ ζη­τή­σεις.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο, κοί­τα­ξε μέ­σα, ἔ­κλει­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο, χω­ρὶς νὰ πά­ρει τί­πο­τα. Ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε στὴν πα­γω­νιὰ τοῦ ψυ­γεί­ου μὲ κα­τα­κόκ­κι­να μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­πι­ε τὸ ζου­μὶ ἀ­πὸ τὸ δί­χως πί­κλες βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες· τὸ ἔ­βα­λε πί­σω στὴ θέ­ση του. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­τρι­ψε τὸ συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ τὰ φροῦ­τα. Ἡ γυ­ναί­κα πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα.

       Δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν πα­ρου­σί­α τῆς γυ­ναί­κας στὸ ψυ­γεῖ­ο, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε πλέ­ον καὶ πολ­λὰ μέ­ρη γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ. Μιὰ μέ­ρα, ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­νοι­χτή. Λι­γά­κι μό­νο. Τὸ ψύ­χος ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα σή­κω­σε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα στὰ ξύ­λι­να πα­τώ­μα­τα, ἔ­ξω καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ψυ­γεῖ­ο. Τὸ φῶς σὰν σκό­νη ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν ἥ­λιο, ἦ­ταν ὅ­μως ἑλ­κυ­στι­κό. Σκέ­φτη­κε νὰ πη­δή­ξει. Σκέ­φτη­κε νὰ γί­νει κα­πνός. Τό­τε, ὅ­μως, ἡ γυ­ναί­κα πρό­σε­ξε τὸ λά­θος της, ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα, πι­ά­νον­τας σχε­δὸν τὰ μαλ­λιὰ τῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς γυ­ναί­κας. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω καὶ γιὰ μέ­ρες δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε κα­νείς.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­ρι­ξε μί­α στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κά­λι μπί­ρα ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Μὲ τὴν πλά­τη κόν­τρα στὸ γυα­λί, γυα­λὶ κρὺo καὶ μὲ στα­γο­νί­δια, ἔ­νι­ω­σε πί­ε­ση στὰ μά­τια, οἱ φλέ­βες στὸν λαι­μό της πε­τά­χτη­καν ἔ­ξω. Στὴν ἐ­τι­κέ­τα, ἕ­νας δρά­κος κα­θό­ταν σὲ μιὰ κού­νια. Ἐ­πι­κίν­δυ­νος, με­λαγ­χο­λι­κὸς ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Τὸν συ­ναι­σθα­νό­ταν. Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μί­α στὸ μπου­κά­λι κι αὐ­τὸ ἔ­πε­σε μ’ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κρό­το. Ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ βγά­λει τὸ κα­πά­κι. Ἦ­ταν πε­ρι­στρε­φό­με­νο. Μὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί της γυρ­νοῦ­σε γύ­ρω-γύ­ρω. Καὶ τό­τε: μιὰ στα­γό­να μπί­ρα. Γκλούπ, γκλούπ, γκλοὺπ βγῆ­κε τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρό. Ἡ γυ­ναί­κα γλί­στρη­σε στὸ ἀ­πο­κά­τω ρά­φι. Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα της γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μη νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτεῖ· ὁ κα­τα­κλυ­σμὸς μπί­ρας τὴν ἔ­πνι­ξε. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ ὅ,τι τὸ μι­κρό της σῶ­μα ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βά­λει φρέ­νο. Πά­λευ­ε καὶ ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­κό­μη. Πνι­γό­ταν. Ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κι ὕ­στε­ρα σω­ρι­ά­στη­κε κά­τω. Τὸ ρά­φι στὴν πλά­τη της ἦ­ταν κρύ­ο.

       Ὁ Ἔι­μος ἐ­πέ­στρε­ψε. Δὲν θὰ ξα­να­γί­νει, συμ­βαί­νουν αὐ­τά, ὅ­πως εἶ­πε στοὺς φί­λους του. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε σὲξ μὲ τὴ μέλ­λου­σα πρώ­ην του, ὁ Ἔι­μος σύρ­θη­κε καὶ ἄ­φη­σε πί­σω το ρο­χα­λη­τό της καὶ τὸ κου­λου­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Εἶ­χε σχε­δὸν ξη­με­ρώ­σει κι ἕ­να ἁ­πα­λὸ φῶς ἔμ­παι­νε λί­γο-λί­γο μέ­σα ἀ­πὸ βρό­μι­κα πα­ρά­θυ­ρα. Πῆ­γε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ μη­χα­νὴ γιὰ πά­γο ἔ­βγα­λε τὰ ὁ­μοι­ό­μορ­φα πα­γά­κια της. Δα­χτυ­λι­ὲς λέ­ρω­σαν τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι.

       Τὴ βρῆ­κε μέ­σα, τὸ λι­λι­πού­τει­ο στό­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μπρά­τσα της δυ­ὸ εὔ­θραυ­στες μα­κρό­στε­νες μά­ζες. Τὸ ἀλ­κο­ὸλ κολ­λοῦ­σε καὶ σκέ­πα­ζε τὸ κορ­μί της καὶ τὰ πα­ρα­δι­πλα­νὰ ρά­φια. Τσίμ­πη­σε τὸ μι­κρὸ κορ­μί της μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του καὶ το­πο­θέ­τη­σε μ’ αὐ­τὰ τὸ κε­φά­λι της στὴν ἄ­κρη τοῦ δεί­χτη του. Μὲ τὸ ποὺ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν νε­ρο­χύ­τη, εἶ­δε στὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι τὴ θαμ­πὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση ἀ­πὸ τὶς ξαν­θι­ές της μποῦ­κλες. Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­κού­σει τὸ ρο­χα­λη­τὸ τῆς ὄ­χι-γυ­ναί­κας του ἀ­πὸ τὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­στα­ση ἀ­κου­γό­ταν ἀρ­κε­τὰ πνι­χτό, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πάν­τως ἦ­ταν θο­ρυ­βῶ­δες. Πί­ε­σε τὸ στῆ­θος τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. Πί­ε­σε. Φύ­ση­ξε λί­γο ἄ­ε­ρα μέ­σα στὸ στό­μα της, ὅ­πως θὰ φυ­σοῦ­σε μιὰ βλε­φα­ρί­δα στὸ δά­χτυ­λό του γιὰ νὰ φύ­γει. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Οἱ βλε­φα­ρί­δες της τρε­μό­παι­ξαν. Τὰ χεί­λη της συ­σπά­στη­καν. Ἔ­βη­ξε. Κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρὸ ξε­πή­δη­σε σὰν πί­δα­κας ἀ­πὸ μέ­σα της, ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ γε­μί­σει μιὰ δα­χτυ­λή­θρα. Ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της καὶ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὰ μα­κριά, ἄ­γρια, κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ στοὺς ὤ­μους κι ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε πά­λι τὸ κε­φά­λι. Ὁ Ἔι­μος τὴν το­πο­θέ­τη­σε σὲ μιὰ πιά­στρα κου­ζί­νας, τῆς εἶ­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἕ­να λε­πτό.

       Πῆ­ρε ἕ­να πα­νὶ κου­ζί­νας γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα. Σκού­πι­σε καὶ τὸν πάγ­κο. Ἐ­ξέ­τα­σε ἐ­πι­στα­μέ­νως καὶ τὸ φουρ­νά­κι καὶ τὰ μι­κρο­κύ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε μι­κρο­σκο­πι­κὲς γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ. Ἄ­ρα­γε ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νέ­κα­θεν γυ­ναῖ­κες στὶς γω­νί­ες καὶ στὶς ρωγ­μὲς τοῦ κό­σμου καὶ κα­τεύ­θυ­ναν τὴ ζω­ή; Ἦ­ταν σκό­πι­μο νὰ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­φα­νεῖς; Μὰ αὐ­τὸς τὴν εἶ­χε προ­σέ­ξει. Ἄ­ρα­γε αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε καὶ σὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους; Μὲ μιὰ πε­τσέ­τα γιὰ τὰ πιά­τα καὶ μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ σφουγ­γά­ρι ἔ­φτια­ξε ἕ­να κρε­βά­τι γιὰ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα μέ­σα σ’ ἕ­να πλα­στι­κὸ δο­χεῖ­ο ἀ­πο­θή­κευ­σης. Κα­θά­ρι­σε ἀ­πὸ τὶς δα­χτυ­λι­ὲς τὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι στὴν κου­ζί­να μὲ τὸν γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο στὴν προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α στὰ προ­ά­στια.



Πη­γή: Ἰ­στο­σε­λί­δα Bartleby Snopes

http://www.bartlebysnopes.com/stories/domestic-appliance.html?fbclid=IwAR2w49ilS7ouhLgx4yTEMXqVhDZ6LP3sYwPaiI-q9NKaUfaQUsQCW7FHuOI

Τζέ­νι­φερ Φλὶς (Jennifer Fliss) γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δο­κί­μιο καὶ ἔ­χει γιὰ βά­ση της τὸ Σιά­τλ. Δου­λειά της ἔ­χει πα­ρου­σια­στεῖ στὰ PANKThe RumpusThe Citron ReviewNecessary FictionMonkeybicycle καὶ ἀλ­λοῦ. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴ βρεῖ στὸ Twitter, στὸ @JFlissCreative ἀλ­λὰ καὶ στὸν προ­σω­πι­κό της ἱ­στό­το­πο:

 www.jenniferflisscreative.com.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Χρῆστος Σακελλαρίδης: Ἕνα λεμόνι στὸ χέρι


Χρῆστος Σακελλαρίδης


Ἕ­να λε­μό­νι στὸ χέ­ρι


ΚΕΙΝΟ τὸ ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Στά­χια, ἐ­λι­ές, πρό­βα­τα καὶ κα­τσί­κες μὰ πιὸ πο­λὺ τὸ ἁλ­μυ­ρί­κι, ποὺ στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιά του κρύ­βου­με τὰ πα­κέ­τα μὲ τὰ τσι­γά­ρα. Ἔ­τσι ὅ­ποι­ος πη­γαί­νει πρῶ­τος ἔ­χει πάν­τα του­λά­χι­στον ἕ­να.

            Κρυ­βό­μα­στε για­τὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρά­σει ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης καὶ νὰ μᾶς δεῖ νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ τό­τε θὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ τὴ φω­νά­ζου­με ρό­ι­τερ, για­τὶ εἶ­ναι ἡ πιὸ κου­τσομ­πό­λα ἀ­π’ τὶς γρι­ές. Με­τὰ οἱ γο­νεῖς μας δὲ θὰ μᾶς ἀ­φή­νουν ἔ­ξω στὸ σχο­λεῖ­ο τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα καὶ εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι. Δὲν ἔ­χου­με κά­που ἀλ­λοῦ νὰ πᾶ­με. Τὴν κα­λύ­βα ποὺ χτί­σα­με ὅ­λοι μα­ζὶ πέ­ρυ­σι τὴ δι­έ­λυ­σε ὁ Ἀν­τώ­νης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Μι­χά­λη, ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε ποὺ στὴ μέ­ση τοῦ χω­ρα­φιοῦ του φτι­ά­ξα­με αὐ­τὴν τὴν κα­λύ­βα καὶ μα­ζευ­ό­μα­σταν καὶ κα­πνί­ζα­με καὶ πί­να­με καὶ λέ­γα­με βλα­κεῖ­ες.

            Ὅταν παί­ζου­με πό­λε­μο, τὸ ἕ­να στρα­τό­πε­δο εἶ­ναι ἡ κα­λύ­βα καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ σχο­λεῖ­ο. Περ­πα­τᾶ­με δύ­ο μα­ζὶ πάν­τα, κι ὅ­ταν ἤ­μα­σταν μὲ τὸν Νί­κο μιὰ φο­ρὰ βα­θειὰ μέ­σα στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες, κον­τὰ στὸ μι­κρὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ πα­ρεκ­κλή­σι τὸν φί­λη­σα στὸ στό­μα. Ἔτρεμα στὴ σκέ­ψη ὅ­τι κά­ποι­ος θὰ μᾶς δεῖ ἢ ὅ­τι θὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἀλ­λὰ ὁ Νί­κος ἁ­πλὰ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­πε «πᾶ­με νὰ τοὺς νι­κή­σου­με!». Ψά­χνα­με μιὰ ὥ­ρα νὰ τοὺς βροῦ­με, πή­γα­με ἀ­κό­μα καὶ μέ­χρι τὸ πε­σμέ­νο δέν­τρο στὸν ξε­ρο­πό­τα­μο ἀλ­λὰ δὲ βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἔ­χει πλα­τά­νια καὶ πά­ω πό­τε-πό­τε μό­νος μου καὶ γρά­φω, ἢ ἁ­πλὰ κοι­τά­ω τὸν τε­ρά­στιο ἱ­στὸ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ ἀ­ρά­χνες.

            Πρὶν με­ρι­κοὺς μῆ­νες εἶ­χα δεῖ ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νη τὴν Ἀγ­γε­λι­κού­λα, τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα εἶ­ναι γύ­ρω στὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει. Κυ­κλο­φο­ρεῖ γύ­ρω-γύ­ρω στὸ χω­ριὸ μό­νη της κρα­τών­τας πάν­τα στὸ χέ­ρι ἕ­να λε­μό­νι. Ὅταν μὲ βλέ­πει, μὲ ρω­τά­ει πάν­τα τί κά­νω, καὶ τί κά­νουν ἡ μα­μά μου κι ὁ μπαμ­πάς μου, μὲ μιὰ ἀρ­γό­συρ­τη φω­νὴ σὰν μοι­ρο­λό­ϊ. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ ρω­τά­ει πῶς τὰ πά­ω στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ με­τὰ μοῦ λέ­ει τοὺς βαθ­μούς της στὸ γυ­μνά­σιο· ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ μα­θή­τρια. Οἱ γλῶσ­σες τοῦ χω­ριοῦ λέ­νε ὅ­τι ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα τὸ ἔ­πα­θε αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ τὸ κά­να­νε, κι ἔ­τσι ὁ πα­πὰς καὶ ἡ πα­πα­διὰ τὴν κλεί­σα­νε μέ­σα καὶ τὴ δέρ­να­νε. Κά­θε τό­σο ἀ­κού­ω λυγ­μοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της καὶ θέ­λω τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ πά­ω νὰ κοι­νω­νή­σω νὰ φτύ­σω τὸν πα­πά. Εἶ­ναι καὶ κα­κο­μού­τσου­νος καὶ μιὰ φο­ρὰ πῆ­γε νὰ κλω­τσή­σει τὴ γά­τα μου ὁ­πό­τε τοῦ τά’ χω μα­ζε­μέ­να.

            Πρὶν δύ­ο χρό­νια, τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, μὲ εἶ­χε βά­λει νὰ κρα­τά­ω τὸ ἕ­να ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γο γιὰ τὴν πομ­πή, ἐ­πει­δὴ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἤ­θε­λε κι ἐ­μέ­να ὁ παπ­ποῦς μου ἦ­ταν κι αὐ­τὸς πα­πᾶς. Ὁ Μα­νοῦ­σος κρα­τοῦ­σε τὸ ἄλ­λο καὶ ὁ Γι­ῶρ­γος τὴ λαμ­πά­δα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Πε­ρά­σα­με ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ δρο­μά­κια τοῦ χω­ριοῦ καὶ σὲ κά­θε σπί­τι μᾶς ρί­χνα­νε οἱ γρι­ὲς κο­λώ­νια ἢ ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. Με­τὰ ὅ­ταν μα­ζευ­τή­κα­με τὰ παι­διὰ πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λοι μᾶς κο­ροϊ­δεύ­α­νε, για­τὶ εἴ­χα­με φο­ρέ­σει κά­τι ἄ­θλι­ες ἄ­σπρες ρόμ­πες σχε­δὸν σκι­σμέ­νες, καὶ σκυ­λο­βρω­μού­σα­με Μυρ­τώ.

            Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ δέ­χτη­κα, κι ἀ­πὸ τό­τε κά­θε χρό­νο πη­γαί­νω ἐξ ἀρ­χῆς στὸ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ Βαγ­γέ­λη καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀ­λῆ­τες μὲ τὰ μη­χα­νά­κια. Μ’ ἀ­ρέ­σει ὁ Βαγ­γέ­λης, για­τὶ εἶ­ναι ντόμ­προς καὶ σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ καὶ ὁ πιὸ μάγ­κας ἀ­π’­ ὅ­λους, ὅ,τι κι ἂν λέ­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ μέ­να. Ἄ ναί, καὶ για­τὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­φή­νει ὅ,τι τσι­γά­ρα τοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιὰ στὸ ἁλ­μυ­ρί­κι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῆστος Σακελλαρίδης. Ποι­η­τὴς καὶ δά­σκα­λος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο καὶ με­γά­λω­σε στὴν Κρή­τη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queen Mary, Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ UCL καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πι­στο­ποι­η­τι­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση στὸ Bath Spa. Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, τὴν Ἰρ­λαν­δί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ρα­δι­ο­φώ­νου, τὴν κι­νού­με­νη εἰ­κό­να καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ ἤ­χου.



		

	

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Μοναχικὸς καφές



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Μοναχικὸς καφές


ΠΙΝΕ τὸν κα­φέ του σ’ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι ἔ­ξω, μό­νος, ὄ­χι ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ για­τὶ εἶ­χε ξε­μεί­νει χω­ρὶς κα­νέ­ναν σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη. Δού­λευ­ε σὲ μιὰ ἐρ­γα­σί­α ὅ­που δὲ γι­νό­ταν ν’ ἀ­να­πτύ­ξει σχέ­σεις μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους καί, με­τά, κου­ρα­σμέ­νος, ἔ­με­νε σπί­τι. Ἀλ­λὰ κά­ποι­ες φο­ρὲς πή­γαι­νε γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, μό­νος. Τὸν πλη­σί­α­σε μιὰ ὄ­μορ­φη νέ­α κο­πέ­λα ποὺ ζη­τοῦ­σε οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νί­σχυ­ση γιὰ κά­ποι­α ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων σὲ ἀ­νάγ­κη, τυ­φλοὺς ἢ κω­φούς, δὲν κα­τά­λα­βε. Φο­ροῦ­σε φού­στα λί­γο πά­νω ἀ­π’ τὸ γό­να­το, μπό­τες, εἶ­χε πλού­σια κα­στα­νό­ξαν­θα μαλ­λιὰ σὲ ζω­η­ρὲς μποῦ­κλες καὶ ζε­στὸ χα­μό­γε­λο.  Τοῦ εἶ­πε, σκύ­βον­τας εὐ­γε­νι­κὰ πά­νω του, ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­δι­νε πέν­τε εὐ­ρὼ καὶ νὰ ἔ­παιρ­νε ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, ποὺ φαι­νό­ταν, ὡ­στό­σο, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ κρα­τοῦ­σε, ὀ­λι­γο­σέ­λι­δο καὶ μὲ ἀ­δι­ά­φο­ρη ὕ­λη. Τὸ ξε­φύλ­λι­σε γιὰ λί­γο καὶ τῆς τό ‘δω­σε πί­σω ἔ­χον­τας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἐν­τύ­πω­σή του. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ δὲν ἤ­θε­λε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό. Ἕ­να εὐ­ρὼ ἁ­πλὰ γιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Πε­ρί­με­νε πὼς ἡ κο­πέ­λα θὰ ἐ­πέ­με­νε γιὰ τὰ πέν­τε ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­νε κά­τι τέ­τοι­ο. Ἔ­βγα­λε ἕ­να μπλο­κά­κι καὶ τοῦ ‘πε πὼς θὰ τοῦ ‘δί­νε μιὰ ἀ­πό­δει­ξη γιὰ τὸ ἕ­να. Τοῦ ‘δω­σε πράγ­μα­τι κά­τι σὰν ἀ­πό­δει­ξη. Τὴν κρά­τη­σε. Εἶ­χε γρά­ψει κά­τι πά­νω. Τὸ τη­λέ­φω­νό της! Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ζε­στά, λυ­γί­ζον­τας μά­λι­στα λί­γο καὶ τὰ γό­να­τα, καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Σί­γου­ρα δὲν ἔ­μοια­ζε κα­θό­λου μὲ ὅ­σες τρι­γύ­ρι­ζαν κά­νον­τας αὐ­τὴ τὴ δου­λειά. Δὲν τὴν εἶ­δε κὰν νὰ στα­μα­τά­ει σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο τρα­πέ­ζι, λὲς καὶ δὲν τὴν ἐν­δι­έ­φε­ρε πιὰ αὐ­τό. Χά­θη­κε ἁ­πλὰ στὸ βά­θος. Τό­τε, τὴν ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του, καὶ μό­νος μὲ τὸν κα­φέ του, συ­νέ­χι­σε νὰ φαν­τα­σι­ώ­νε­ται ἄλ­λα πράγ­μα­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).



		

	

Μαρία Γκέκη: Προορισμένη


Μα­ρί­α Γκέ­κη


Προ­ο­ρι­σμέ­νη


ΗΔΕΙΑ. Οἱ σει­ρὲς τῶν μαρ­γα­ρι­τα­ριῶν, ἐ­πι­στρέ­φουν σ’ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι δικά της, σὰν βα­ριὰ κουρ­τί­να σκε­πά­ζουν τὸ λε­πτό της σῶ­μα. Ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, βυ­θί­ζει τὸ βλέμ­μα της στὸ ἔν­το­νο φῶς ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τὸ «Pacific» εἶ­ναι δι­κό της. Εἶ­ναι δι­κοί της δύ­ο πρω­θυ­πουρ­γοὶ τῆς χώ­ρας, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο ὑ­πουρ­γι­κὸ συμ­βού­λιο, τέσ­σε­ρις πρέ­σβεις καὶ τρεῖς πρυ­τά­νεις. Δι­κα­στές, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι καὶ ἀ­στυ­νό­μοι. Για­τροί, πο­δο­σφαι­ρι­στὲς καὶ καλ­λι­τέ­χνες. Ναῦ­τες κι ἐρ­γά­τες κα­θα­ρι­ό­τη­τας. Ἀ­στρο­λό­γοι, κη­που­ροί, φύ­λα­κες καὶ φορ­τη­γα­τζῆ­δες. Δι­κός της ὁ ἱ­δρώ­τας, τὸ σπέρ­μα, τὸ αἷ­μα τους. Δε­μέ­να στὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια της, τὰ συν­τρίμ­μια τῶν ἀν­τρῶν ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρου­διὰ τῆς σή­ψης. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­χει ἐκ­πλη­ρώ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό της. Τὸ ἴ­διο κι ὁ καρ­κί­νος. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μα κι ἀ­φή­νει τὴν τε­λευ­ταί­α της πνο­ή. Ὁ για­τρός, μὲ τὸ νυ­στέ­ρι στὸ χέ­ρι, ὁρ­κί­ζε­ται ὅ­τι τὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του της ὁ δαί­μο­νας συ­νου­σι­ά­στη­κε σὲ πτή­ση μὲ τὴν ἀγ­γε­λι­κή της ὄ­ψη. Ἀ­φαι­ρεῖ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Χω­ρὶς μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τε­λει­ο­ποι­εῖ τὶς κραυ­γές της κι ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ κά­θε εἰ­σβο­λὴ ἀ­γο­ρά­ζον­τας μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ μα­στρο­πός της, ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific», δέ­νει σὲ κορ­δό­νια καὶ προ­στα­τεύ­ει τὸν θη­σαυ­ρὸ στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη ἔ­παυ­λή του. Αὐ­τὴ ἡ ἔ­παυ­λη, ἰ­δα­νι­κὴ κρύ­πτη, ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρό του. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ μο­να­ξιὰ της τὸν τρε­λαί­νει. Θε­ω­ρεῖ τὸν συν­τη­ρη­τὴ τῶν λί­θων εἰ­σβο­λέ­α. Σκο­τώ­νουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Θά­να­τοι. Οἱ ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ με­σί­τες ἀ­κι­νή­των πε­θαί­νουν φαρ­μα­κω­μέ­νοι ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη το­ξι­κὴ οὐ­σί­α. Μει­ο­ψή­φη­σαν στὸν πλει­στη­ρια­σμὸ γιὰ τὴν παρ­θε­νιὰ τῆς μι­κρῆς πόρ­νης, ὑ­πῆρ­ξαν ὅ­μως ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ προ­μη­θευ­τὲς μαρ­γα­ρι­τα­ρι­ῶν. Συ­χνὰ τοὺς ἔ­βρι­σκες στὸ «Pacific». Τὰ βογ­γη­τά τους ἀν­τη­χοῦ­σαν στὸν κῆ­πο του ὅ­πως κι οἱ κραυ­γές της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη, ἀ­νοι­χτὴ κι ἀ­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νη, τοὺς προ­σέ­φε­ρε, στὸ τέ­λος, τὰ πε­ρι­ποι­η­μέ­να χέ­ρια της. Δρο­σε­ρά, ἁ­πα­λὰ σὰν ἄν­θη. Ὅ­λοι τὰ φι­λοῦ­σαν μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        «Drosera». Ἐ­νε­νήν­τα ἑ­πτὰ νὲ­ες ποι­κι­λί­ες τοῦ σαρ­κο­βό­ρου αὐ­τοῦ φυ­τοῦ, τρέ­φον­ται μὲ τὸ σπέρ­μα τους, στὸ φυ­τώ­ριο τοῦ οἴ­κου ἀ­νο­χῆς, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη. Ἀ­κτι­νω­τά, ἀν­θί­ζουν ἀγ­κά­θια. Στὴν ἄ­κρη τους φαρ­μα­κε­ρὰ λευ­κὰ σφαι­ρί­δια ἑλ­κυ­στι­κὰ σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Τὸ δη­λη­τή­ριό τους ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μὲ κρέ­μα πε­ρι­ποί­η­σης, ἁ­πλώ­νε­ται στὰ χέ­ρια τῆς μι­κρῆς πόρ­νης. Ἡ πε­ρι­ποί­η­ση αὐ­τῶν τῶν φυ­τῶν τῆς δί­νει φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Πλει­στη­ρια­σμός. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη παί­ζει κου­τσὸ στὸν κῆ­πο, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ «Pacific» προ­σφέ­ρει οὖ­ζο σ’ ἕ­ναν ἀ­κό­μη με­σί­τη ἀ­κι­νή­των στὴ λι­α­κά­δα. Ἡ φού­στα της ἀ­να­πη­δᾶ μα­ζί της, ἐ­λα­φριὰ σὰν πού­που­λο, ἀ­πο­κα­λύ­πτει καὶ κρύ­βει θέ­α ἑλ­κυ­στι­κό­τε­ρη ἀ­πὸ αὐ­τὴ τοῦ το­πί­ου. Ὁ με­σί­της τὴν κοι­τά­ζει ἐκ­στα­τι­κός, «εἶ­ναι ἕ­νας ἄγ­γε­λος», ὁ­μο­λο­γεῖ καὶ τοῦ τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τὴν πο­θεῖ δι­α­κα­ῶς, προ­σθέ­τει στὸ πο­σὸ τῆς προ­σφο­ρᾶς του, τὴν νε­ό­κτι­στη ἔ­παυ­λη καὶ πλει­ο­δο­τεῖ ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων με­σι­τῶν. Οἱ καρ­ποὶ καὶ οἱ ἀ­στρά­γα­λοι τῆς μι­κρῆς πόρ­νης δέ­νον­ται μὲ λου­ριὰ στὸ κρε­βά­τι τοῦ δω­μα­τί­ου ποὺ δι­α­θέ­τει θέ­α στὸν κῆ­πο. Ὁ με­σί­της ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς κραυ­γές της καὶ χύ­νει τὸ πρῶ­το σπέρ­μα στὸ στό­μα της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη φτύ­νει τὸ σπέρ­μα μα­ζὶ μὲ τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῶν παι­δι­κῶν δον­τι­ῶν της στὸ φυ­τώ­ριο. Τὸ χῶ­μα τὰ κα­τα­πί­νει μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Τούρ­τα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ζε­σταί­νε­ται. Στὴν κου­ζί­να ση­κώ­νει τὸ φό­ρε­μά της καὶ βου­λιά­ζει τὸ κω­λα­ρά­κι της σὲ λε­κά­νες γε­μά­τες νε­ρὸ γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα τὴ δι­ώ­χνει χα­χα­νί­ζον­τας. Στὰ γε­νέ­θλια τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ «Pacific», ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἀ­νε­βαί­νει στὸ τρα­πέ­ζι, βυ­θί­ζει τὰ γυ­μνά της ὀ­πί­σθια στὴν κα­μέ­νη μὲ φλό­γι­στρο, πα­γω­μέ­νη μα­ρέγ­κα τῆς τούρ­τας ποὺ εἶ­ναι στο­λι­σμέ­νη μὲ μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της ἀ­πα­θα­να­τί­ζει τὴ σκη­νὴ καὶ που­λᾶ τὶς φω­το­γρα­φί­ες στοὺς ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὺς κα­λε­σμέ­νους. Μὲ τὰ κέρ­δη σκέ­φτε­ται ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἔ­παυ­λη στὰ προ­ά­στια. Ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἐ­νο­χλη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν κα­τα­στρο­φὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας της, δί­νει στὴ μι­κρὴ πόρ­νη μιὰ ξυ­λιὰ στὰ πι­σι­νά. Ἡ πα­λά­μη της καί­γε­ται. Οἱ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοὶ κα­λε­σμέ­νοι, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι με­σί­τες, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς τούρ­τας μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Αὐ­τό­νο­μη. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη κά­νει τὰ πρῶ­τα της βή­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ λε­κά­νες κι ἀ­πο­φά­για. Οἱ ἄλ­λες πόρ­νες τῆς δί­νουν τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ γά­λα της, μαυ­ρι­σμέ­νη ἡ θη­λή του ἀ­πὸ μύ­γες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη τὸ ρου­φά­ει, στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μέ­ρος, στὸ φυ­τώ­ριο. Τὰ φυ­τὰ τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ται. Ἐκ­κρί­νουν τὴ δε­λε­α­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τῆς σή­ψης. Οἱ μύ­γες πε­τα­ρί­ζουν γύ­ρω, εὐ­τυ­χι­σμέ­νες κολ­λοῦν στὰ σαρ­κο­βό­ρα ἄν­θη. Οἱ μύ­γες σύν­το­μα στρογ­γυ­λεύ­ουν, ἀ­σπρί­ζουν σὰν στα­γό­νες γά­λα, σὰν μαρ­γα­ρι­τά­ρια. Ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ φα­γη­τὸ μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Ἀ­γνώ­στου πα­τρός. Στὸν δρό­μο ἡ μι­κρὴ πόρ­νη βυ­ζαί­νει τὸ δά­χτυ­λο τοῦ για­τροῦ λαί­μαρ­γα. Ἐ­κεῖ­νος τὴν πα­ρα­δί­δει στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ φη­μι­σμέ­νου οἴ­κου ἀ­νο­χῆς «Pacific», ἔ­ναν­τι ἁ­δρῆς ἀ­μοι­βῆς, βέ­βαι­ος ὅ­τι με­γα­λώ­νον­τας θὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει στὸ ἔ­πα­κρο τὸ τα­λέν­το της. Τὸ μπορ­ντέ­λο στε­γά­ζε­ται σὲ βί­λα μὲ πι­σί­να. Στὸν τε­ρά­στιο κῆ­πο ὑ­πάρ­χει φυ­τώ­ριο σπά­νι­ων σαρ­κο­βό­ρων φυ­τῶν. Ὁ για­τρὸς ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ τὸ ἐκ­παι­δευ­τή­ριο μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.

        Προ­ο­ρι­σμέ­νη. «Ἀγ­γε­λι­κὴ στὴν ὄ­ψη καὶ δαί­μο­νας, για­τρέ, γεν­νή­θη­κε μὲ τὰ πό­δια μπρο­στά, τὰ σή­κω­σε, σφι­κτὰ κρα­τοῦ­σε ἀ­νά­με­σά τους, τοῦ δί­δυ­μου ἀ­δελ­φοῦ της τὰ συν­τρίμ­μια. Τὸν εἶ­χε τυ­λί­ξει μὲ τὸν λῶ­ρο της σὰν τὸν κισ­σό, τὸν ρου­φοῦ­σε κι οὔ­τε τὴν πεί­ρα­ζε ἡ σα­πί­λα, γεν­νή­θη­κε προ­ο­ρι­σμέ­νη πόρ­νη. Δὲς τὰ λακ­κά­κια στὶς λα­γό­νες, δὲς τὶς φτέρ­νες της. Ὄ­χι, μὴν τὴν κοι­τᾶς, ἄν­τρας κι ἐ­σύ, δὲν θὰ δεῖς πα­ρὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Μο­νά­χα ἐ­γώ, ἡ μά­να της ξέ­ρω τί θη­ρί­ο γέν­νη­σα. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἅρ­πα­ξε ἀ­μέ­σως τὴ θη­λή μου, κάρ­φω­σε τὰ ρο­δα­λά της οὖ­λα, νὰ τὴν κό­ψει. Καὶ τὰ μά­τια της μαῦ­ρα, τὰ κάρ­φω­σε στὰ μά­τια μου ποὺ θρη­νοῦ­σαν τὸν γι­ό­κα μου. Θή­λα­σε γά­λα, δά­κρυ­α, αἷ­μα κι ἀ­πό­το­μα ἄ­φη­σε τὴ ζου­λιγ­μέ­νη θη­λὴ νὰ πι­τσι­λά­ει μι­κρὲς λευ­κὲς στα­γό­νες. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη ἔ­κλε­ψε τὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια μου», λέ­ει ἡ μά­να της, τὴν πε­τά­ει ἀ­νά­σκε­λη στὸ κρε­βά­τι, τῆς δί­νει τὶς κα­τά­ρες της. Ἡ μι­κρὴ πόρ­νη να­νου­ρί­ζε­ται καὶ κοι­μᾶ­ται. Ἡ γα­λά­ζια κού­νια λι­κνί­ζε­ται. Ἡ μη­τέ­ρα ξα­πλώ­νει μέ­σα της καὶ πε­θαί­νει. Ὁ νε­κρὸς ποὺ δὲν γεν­νή­θη­κε, τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­νη.

        Ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα στέ­κε­ται στ’ ἄ­δεια πα­πού­τσια της μὲ φα­νε­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση.



Πη­γή: Ἀ­σύν­δε­τα νε­ρά (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2016).

Μα­ρί­α Γκέ­κη (Πει­ραι­άς, 1961). Σπού­­δα­σε παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς νη­πι­α­γω­γός. Ἀ­σκή­θη­κε στὴν δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ μὲ δά­σκα­λο τὸν Γι­ῶρ­γο Πα­να­γι­ω­τί­δη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους και σὲ ἱ­στό­το­πους.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου


ΑΡΘΕΝΟΝ πά­λιν ἔ­γνων ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις σακ­κο­φο­ροῦ­σαν ἐ­πὶ ἑ­ξα­ε­τί­αν καὶ ἐγ­κε­κλει­σμέ­νην, μη­δε­νὸς τῶν εἰς ἡ­δο­νὴν συν­τει­νόν­των λαμ­βά­νου­σαν· ἥ­τις ἐς ὕ­στε­ρον ἐγ­κα­τα­λει­φθεῖ­σα ὑ­περ­βο­λῇ ὑ­πε­ρη­φα­νί­ας πε­ρι­έ­πε­σε πτώ­σει. Καὶ ἀ­νοί­ξα­σα τὴν θυ­ρί­δα εἰ­σε­δέ­ξα­το τὸν ὑ­πη­ρε­τού­με­νον καὶ αὐ­τῷ συ­νε­φή­ρη ἐν τῷ μὴ κα­τὰ θε­ϊ­κὴν πρό­θε­σιν καὶ ἀ­γά­πην θε­οῦ ἐ­σχη­κέ­ναι τὴν ἄ­σκη­σιν, ἀλ­λὰ κα­τὰ σκη­νὴν ἀν­θρω­πί­νην, ὅ ἐ­στι κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Τῶν γὰρ λο­γι­σμῶν αυ­τῆς ἀ­πα­σχο­λη­θέν­των εἰς τὸ κα­τα­γι­νώ­σκειν τῶν ἄλ­λων, οὐκ ἦν ὁ φύ­λαξ τῆς σω­φρο­σύ­νης.


Γιὰ μιὰ παρ­θέ­να ποὺ ξέ­πε­σε

Ἐ­πί­σης γνώ­ρι­σα μιὰ παρ­θέ­να ποὺ φο­ροῦ­σε σάκ­κο κι ἦ­ταν κλει­σμέ­νη στὸ κελ­λί της γιὰ ἕ­ξι χρό­νια, καὶ τί­πο­τα δὲν ἐ­λάμ­βα­νε ποὺ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἡ­δο­νή. Αὐ­τὴ λοι­πὸν ἀ­φέ­θη­κε σὲ ὑ­περ­βο­λὴ ὑ­πε­ρη­φά­νιας καὶ πε­ρι­έ­πε­σε σὲ πτώ­ση. Κι ἄ­νοι­ξε τὴ θυ­ρί­δα καὶ δέ­χτη­κε αὐ­τὸν ποὺ τὴν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον καὶ συ­νευ­ρέ­θη­κε, για­τὶ δὲν ἔ­κα­νε τὴν ἄ­σκη­ση σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ κι ἀ­πὸ ἀ­γά­πη Θε­οῦ, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ φα­νεῖ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, πρᾶγ­μα ποὺ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Κι ἀ­φοῦ οἱ λο­γι­σμοί της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νοι στὸ νὰ κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς ἄλ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ὁ φύ­λα­κας τῆς σω­φρο­σύ­νης. [Μτφ.: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 162-163.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow): Γαλανή



Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow)


Γα­λα­νή

(Blue)


ΟΥ ΛΕΕΙ πὼς ὀ­νο­μά­ζε­ται Γα­λα­νή, ὅ­πως τὸ χρῶ­μα, καί, μο­λο­νό­τι πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σες κα­νέ­ναν ποὺ νὰ τοῦ ἔ­δω­σαν χρῶ­μα γιὰ ὄ­νο­μα, δὲν ἀ­πο­ρεῖς, δι­ό­τι στὸ χα­μό­γε­λό της βλέ­πεις ὄν­τως κά­τι τὸ βα­θυ­γά­λα­νο, τὸ με­λαγ­χο­λι­κό.

       «Πᾶ­με γιὰ μπό­ου­λινγκ», λέ­ει. «Ξέ­ρω ἕ­να μέ­ρος ποὺ ἔ­χει δι­ά­δρο­μο μὲ κάγ­κε­λα καὶ ἡ μπά­λα δὲν μπο­ρεῖ νὰ βγεῖ.»

       Ἀ­μέ­σως σκέ­φτε­σαι: «Μὰ κα­λά, αὐ­τὰ τὰ κάγ­κε­λα δὲν εἶ­ναι γιὰ παι­διά;». Ἀλ­λὰ τό­τε συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι, κάγ­κε­λα-ξε­κάγ­κε­λα, ὅ­ταν κά­ποι­ος εἶ­ναι τό­σο ἀ­μή­χα­νος ὅ­σο ἐ­σὺ τώ­ρα, κα­λύ­τε­ρα νὰ γνέ­ψει κα­τα­φα­τι­κὰ καὶ νὰ πεῖ κι εὐ­χα­ρι­στῶ.

       Στὸν δρό­μο γιὰ τὴν αἴ­θου­σα μπό­ου­λινγκ, λέ­ει: «Ὁ γιός μου τρε­λαί­νε­ται γιὰ μπό­ου­λινγκ.»

       Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ νὰ τὴ ρω­τή­σεις για­τί πά­ει γιὰ μπό­ου­λινγκ μ’ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο καὶ χω­ρὶς τὸν γιό της. Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ νὰ τὴ ρω­τή­σεις ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ. Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πό­σο θὰ μπλέ­ξει σὲ λί­γο ἡ κα­τά­στα­ση.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ὁ Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow) γεν­νή­θη­κε στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­τλάν­τα. Ἔ­γρα­ψε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἕ­να λαμ­πρὸ μυ­θι­στό­ρη­μα στὰ σκα­ριὰ (A Bril­liant No­vel in the Works). Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μά του «Γα­λα­νή» («Blue») πε­ρι­ε­λή­φθη στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος τῆς δι­α­δι­κτυα­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Narrative.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.