Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων



Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar)


Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων

(Continuidad de los parques)


ΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ νὰ δι­α­βά­ζει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει για­τὶ με­σο­λά­βη­σαν ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις καὶ τὸ ξα­νά­πια­σε στὸ τρέ­νο, γυρ­νών­τας στὸ κτῆ­μα του· ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν τρα­βή­ξει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πλο­κή, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν προ­σώ­πων. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἕ­να γράμ­μα στὸν πλη­ρε­ξού­σιό του καὶ συ­ζή­τη­σε μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη γιὰ τὸ μί­σθω­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ξα­νά­πια­σε τὸ δι­ά­βα­σμα στὴν ἠ­ρε­μί­α τοῦ ἀ­να­γνω­στή­ριου, ἀ­π’ ὅ­που ἡ θέ­α ἁ­πλω­νό­ταν στὸ πάρ­κο μὲ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Χω­μέ­νος στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, μὲ τὶς πλά­τες γυ­ρι­σμέ­νες πρὸς τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα κά­ποι­ων ἐν­δε­χό­με­νων πε­ρι­σπα­σμῶν, χά­ι­δευ­ε ποῦ καὶ ποῦ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο καὶ στρώ­θη­κε νὰ δι­α­βά­ζει τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α. Ἡ μνή­μη του εἶ­χε συγ­κρα­τή­σει χω­ρὶς κό­πο τὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν κεν­τρι­κῶν ἡ­ρώ­ων· σχε­δὸν ἀ­μέ­σως πα­ρα­σύρ­θη­κε μὲς στὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε μὲ πα­ρά­λο­γη σχε­δὸν ἡ­δο­νὴ τὸ ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν λί­γο-λί­γο, ἀ­ρά­δα τὴν ἀ­ρά­δα, ἀ­π’ ὅ,τι τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε, καὶ πὼς αἰ­σθα­νό­ταν πό­τε-πό­τε τὸ κε­φά­λι του ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὸ βε­λοῦ­δο τῆς ψη­λῆς ρά­χης, καὶ ὅ­τι τὰ τσι­γά­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸ χέ­ρι του, καὶ πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, τὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ δει­λι­νοῦ χό­ρευ­ε κά­τω ἀ­πὸ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Λέ­ξη μὲ λέ­ξη, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πο­τα­πὴ τε­λι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἡ­ρώ­ων, ἐ­νῶ ἀ­φη­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὶς εἰ­κό­νες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν καὶ ἀ­πο­κτοῦ­σαν χρῶ­μα καὶ κί­νη­ση, πα­ραυ­ρέ­θη­κε αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς τε­λι­κῆς συ­νάν­τη­σης στὴν κα­λύ­βα τοῦ δά­σους. Πρώ­τη μπῆ­κε ἡ γυ­ναί­κα, φο­βι­σμέ­νη· τώ­ρα ἦρ­θε ὁ ἐ­ρα­στὴς μὲ τὸ πρό­σω­πο γρα­τζου­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τί­ναγ­μα ἑ­νὸς κλα­διοῦ. Τοῦ φι­λοῦ­σε ὑ­πέ­ρο­χα τὶς γρα­τζου­νι­ὲς γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αἷ­μα, ἐ­νῶ αὐ­τὸς τρα­βι­ό­ταν ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὰ χά­δια, δὲν εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴν τε­λε­τουρ­γί­α ἑ­νὸς πά­θους κρυ­φοῦ ποὺ τὸ συγ­κά­λυ­πταν ἕ­νας σω­ρὸς φύλ­λα ξε­ρὰ καὶ μυ­στι­κὰ μο­νο­πά­τια. Τὸ στι­λέ­το ἔ­γι­νε χλια­ρὸ ἀ­κουμ­πών­τας στὸ στῆ­θος του, καὶ ἀ­πὸ κά­τω χτυ­ποῦ­σε ἡ ζα­ρω­μέ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ἕ­νας λα­χα­νια­στὸς δι­ά­λο­γος ξε­τυ­λι­γό­ταν μέ­σα στὶς σε­λί­δες σὰν ἕ­να πο­τά­μι ἀ­πὸ ἑρ­πε­τά, καὶ εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ὅ­λα εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Ὣς καὶ αὐ­τὰ τὰ χά­δια ποὺ τύ­λι­γαν τὸ σῶ­μα τοῦ ἐ­ρα­στῆ σὰν γιὰ νὰ τὸν συγ­κρα­τή­σουν καὶ νὰ τὸν με­τα­πεί­σουν, σχε­δί­α­ζαν φρι­κτὰ τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἑ­νὸς ἄλ­λου σώ­μα­τος, ποὺ ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ἐ­ξον­τω­θεῖ. Δὲν εἶ­χαν πα­ρα­λεί­ψει τί­πο­τα: ἄλ­λο­θι, συμ­πτώ­σεις, πι­θα­νὰ λά­θη. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸ κά­θε λε­πτὸ εἶ­χε τὴ σκο­πι­μό­τη­τά του, ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Τὴν ἄ­γρια καὶ ἀ­μεί­λι­κτη σκη­νὴ ποὺ τῆς ἔ­κα­νε, μό­λις ποὺ δι­έ­κο­πτε πό­τε-πό­τε ἕ­να χέ­ρι νὰ χα­ϊ­δέ­ψει ἕ­να μά­γου­λο. Ἄρ­χι­σε νὰ νυ­χτώ­νει.

       Χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, δε­μέ­νοι σφι­χτὰ στὸ ἔρ­γο ποὺ εἶ­χαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν, χω­ρί­στη­καν στὴν πόρ­τα τῆς κα­λύ­βας. Ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ τρα­βοῦ­σε κα­τὰ τὸ βο­ριά. Ἐ­κεῖ­νος, στὸ ἀν­τί­θε­το μο­νο­πά­τι, γύ­ρι­σε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὴν δεῖ νὰ φεύ­γει, μὲ τὰ μαλ­λιά της λυ­τά. Μὲ τὴ σει­ρά του ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει κι αὐ­τός, κα­τα­φεύ­γον­τας στὰ δέν­τρα καὶ τοὺς φρά­χτες, ὥ­σπου ξε­χώ­ρι­σε μὲς στὴ μα­βιὰ ὁ­μί­χλη τῆς χα­ραυ­γῆς τὴν ἀ­λέ­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ σπί­τι. Τὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γα­βγί­σουν, καὶ δὲν γά­βγι­σαν. Τὴν ὥ­ρα αὐ­τὴ ὁ ἐ­πι­στά­της δὲν ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἀ­νέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ μπῆ­κε. Μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ αἷ­μα ποὺ βού­ι­ζε στ’ αὐ­τιά του τοῦ ἐρ­χόν­ταν ἀ­κό­μα τὰ λό­για τῆς γυ­ναί­κας: πρῶ­τα μιὰ γα­λά­ζια αἴ­θου­σα, ὕ­στε­ρα ἕ­νας δι­ά­δρο­μος, με­τὰ μιὰ σκά­λα μὲ χα­λί. Στὸ πά­νω πά­τω­μα, δυ­ὸ πόρ­τες. Στὸ πρῶ­το δω­μά­τιο κα­νείς, στὸ δεύ­τε­ρο κα­νείς. Ἡ πόρ­τα τοῦ μι­κροῦ σα­λο­νιοῦ, καὶ ὑ­στέ­ρα, μὲ τὸ στι­λέ­το στὸ χέ­ρι, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, ἡ ψη­λὴ ρά­χης μιᾶς πρά­σι­νης, βε­λού­δι­νης πο­λυ­θρό­νας, τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄν­τρα ποὺ κά­θε­ται στὴν πο­λυ­θρό­να δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.



Πηγή: περ. Χάρτης, ἀρ. 10, Φεβρουάριος 1984. Τὸ πρω­τότυπο πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Fi­nal del ju­e­go (Τέ­λος τοῦ παι­χνι­διοῦ), 1956 (ἐκδ. Su­da­me­ri­ca­na).

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar) (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το(1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Δραματοποίηση:

Ἀχιλ­λέας Κυριακίδης (1999)

Ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=0zL9tb0y16g

https://www.youtube.com/watch?v=G_tFWxA7-ho

https://www.youtube.com/watch?v=GUDspbzxplE

https://www.youtube.com/watch?v=xGKqGyIeE9w

https://www.youtube.com/watch?v=2J0aA_XOvAE

https://www.youtube.com/watch?v=HrJNiwu-Ajs

Τὸ ἰσπανικὸ πρωτότυπο:

Διαβάζει ὁ Χούλιο Κορτάσαρ:

Julio Cortázar

Continuidad de los parques

Había empezado a leer la novela unos días antes. La abandonó por negocios urgentes, volvió a abrirla cuando regresaba en tren a la finca; se dejaba interesar lentamente por la trama, por el dibujo de los personajes. Esa tarde, después de escribir una carta a su apoderado y discutir con el mayordomo una cuestión de aparcerías, volvió al libro en la tranquilidad del estudio que miraba hacia el parque de los robles. Arrellanado en su sillón favorito, de espaldas a la puerta que lo hubiera molestado como una irritante posibilidad de intrusiones, dejó que su mano izquierda acariciara una y otra vez el terciopelo verde y se puso a leer los últimos capítulos. Su memoria retenía sin esfuerzo los nombres y las imágenes de los protagonistas; la ilusión novelesca lo ganó casi en seguida. Gozaba del placer casi perverso de irse desgajando línea a línea de lo que lo rodeaba, y sentir a la vez que su cabeza descansaba cómodamente en el terciopelo del alto respaldo, que los cigarrillos seguían al alcance de la mano, que más allá de los ventanales danzaba el aire del atardecer bajo los robles. Palabra a palabra, absorbido por la sórdida disyuntiva de los héroes, dejándose ir hacia las imágenes que se concertaban y adquirían color y movimiento, fue testigo del último encuentro en la cabaña del monte. Primero entraba la mujer, recelosa; ahora llegaba el amante, lastimada la cara por el chicotazo de una rama. Admirablemente restañaba ella la sangre con sus besos, pero él rechazaba las caricias, no había venido para repetir las ceremonias de una pasión secreta, protegida por un mundo de hojas secas y senderos furtivos. El puñal se entibiaba contra su pecho, y debajo latía la libertad agazapada. Un diálogo anhelante corría por las páginas como un arroyo de serpientes, y se sentía que todo estaba decidido desde siempre. Hasta esas caricias que enredaban el cuerpo del amante como queriendo retenerlo y disuadirlo, dibujaban abominablemente la figura de otro cuerpo que era necesario destruir. Nada había sido olvidado: coartadas, azares, posibles errores. A partir de esa hora cada instante tenía su empleo minuciosamente atribuido. El doble repaso despiadado se interrumpía apenas para que una mano acariciara una mejilla. Empezaba a anochecer.

            Sin mirarse ya, atados rígidamente a la tarea que los esperaba, se separaron en la puerta de la cabaña. Ella debía seguir por la senda que iba al norte. Desde la senda opuesta él se volvió un instante para verla correr con el pelo suelto. Corrió a su vez, parapetándose en los árboles y los setos, hasta distinguir en la bruma malva del crepúsculo la alameda que llevaba a la casa. Los perros no debían ladrar, y no ladraron. El mayordomo no estaría a esa hora, y no estaba. Subió los tres peldaños del porche y entró. Desde la sangre galopando en sus oídos le llegaban las palabras de la mujer: primero una sala azul, después una galería, una escalera alfombrada. En lo alto, dos puertas. Nadie en la primera habitación, nadie en la segunda. La puerta del salón, y entonces el puñal en la mano, la luz de los ventanales, el alto respaldo de un sillón de terciopelo verde, la cabeza del hombre en el sillón leyendo una novela.

Ἀνάλυση τοῦ κειμένου στὰ ἰσπανικὰ

ἀπὸ τὸν Fernando Chelle:

 

https://letralia.com/lecturas/2016/04/30/lectura-comentada-de-continuidad-de-los-parques-de-julio-cortazar/

 

Advertisements

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ ἄντρας ποὺ δάκρυζε


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Ὁ ἄν­τρας ποὺ δά­κρυ­ζε

 

ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ για­τὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν κα­θὼς ἀ­κού­στη­κε ἡ «Δι­ε­θνής» ἀ­πὸ μιὰ μο­να­χι­κὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα. Πλη­σί­α­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του  – πὼς εἶ­χε χα­θεῖ σὰν νὰ κοί­τα­ζε πο­τά­μι βου­ε­ρὸ καὶ ἀ­γρι­ε­μέ­νο κι ἕ­να κλα­δὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται σὲ βρά­χια σὰν νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρεις πὼς τέ­τοι­ες βου­λή­σεις τὶς βά­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ ἄ­ψυ­χα ἐλ­πί­ζον­τας. Στὰ μά­γου­λά του εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ ἕ­να ἐ­ρύ­θη­μα ἁ­πα­λὸ σὰν κο­ρι­τσί­στι­κο κοκ­κί­νι­σμα, ὅ­ταν ἡ μι­κρού­λα συ­ναν­τᾶ αὐ­τὸν ποὺ νο­μί­ζει πὼς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ὁ ἄν­τρας τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρει —ὤ, τῆς νι­ό­της ἀ­θώ­α καὶ ἀ­νέ­στια ἄ­γνοι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη— πὼς δὲν ἔ­χει φτά­σει κὰν στὸν πρῶ­το σταθ­μό. Ἴ­σως νὰ ντρά­πη­κε αὐ­τὸς τώ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δαν τό­σο εὐ­ά­λω­το, τό­σο κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο καὶ πλη­γω­μέ­νο τό­σο… Κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια καὶ μὲ τὴν ἄ­κρια τοῦ πα­λιοῦ πα­που­τσιοῦ του ἔ­ξυ­σε ἀ­μή­χα­νος τὸ σκλη­ρό, τὸ πα­τι­κω­μέ­νο ἄ­νυ­δρο χῶ­μα τοῦ πάρ­κου.

        Τὸν παν­τρεύ­τη­κε με­τά. Πο­λὺ γρή­γο­ρα τὸν παν­τρεύ­τη­κε, για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει στιγ­μὴ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­κα­τέρ­γα­στη δύ­να­μη ὅ­λο αἴ­τη­μα καὶ θό­ρυ­βο. Τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λᾶ, τὴν τα­ξί­δευ­ε σὲ ἕ­να πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ ‘θε­λε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἂν δὲν εἶ­χε ζή­σει τὸ δι­κό της ποὺ δὲν τὸ ἄλ­λα­ζε. Τοῦ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε. Τὰ βρά­δια τὸν ἄ­φη­νε νὰ ἀ­κού­ει μου­σι­κὴ μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κά­που κά­που, ὅ­ταν κά­ποι­ο τρα­γού­δι ἄγ­γι­ζε τὸν πό­νο του, ὅ­ταν νό­τες ἐ­πι­κὲς τά­ρα­ζαν τὴν γα­λή­νη τοῦ ἔ­ρω­τά τους —καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοῦ πρό­τει­νε νὰ βά­λει ἕ­να τέ­τοι­ο τρα­γού­δι νὰ τὸ ἀ­κού­σουν μα­ζί, δῆ­θεν ποὺ τό ‘χε ἐ­πι­θυ­μή­σει— τό­τε χαι­ρό­ταν τὸ μι­κρὸ ἀ­τί­θα­σο δά­κρυ ποὺ κοκ­κί­νι­ζε τὰ μά­τια του καὶ κα­μιὰ φο­ρά —τί εὐ­λο­γί­α— ἔ­πε­φτε στοὺς ὤ­μους του, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ μὴν τὸν δεῖ νὰ κλαί­ει καὶ τὸν κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σει 60 χρό­νων ἄν­θρω­πο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ἀ­νή­συ­χα Πό­δια


ΧΡΗΣΤΟΣ δὲν χό­ρευ­ε πο­τὲ αὐ­το­βού­λως. Δυ­ὸ μέ­τρα μπό­ι ἔ­νι­ω­θε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἄ­βο­λα νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Στὰ τέσ­σε­ρα χρό­νια τοῦ δε­σμοῦ, εἶ­χα δο­κι­μά­σει κά­θε εἴ­δους τερ­τί­πι γιὰ νὰ τὸν δε­λε­ά­σω, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Στὰ πάρ­τυ μό­νο κι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα εἶ­χε κα­τα­να­λώ­σει ἀ­ξι­ό­λο­γη πο­σό­τη­τα ἀλ­κο­όλ, δε­χό­ταν νὰ τὸν πα­ρα­σύ­ρω ὣς τὴν πί­στα. Ἐ­κεῖ δι­ά­λε­γε ἕ­να μέ­ρος ἡ­μι­σκό­τει­νο, μοῦ πα­ρέ­δι­δε τὰ χέ­ρια του νε­κρὰ καὶ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὰ ὁ­δη­γῶ σὰν μα­ρι­ο­νε­τί­στας.

       Τὰ βρά­δια ποὺ ἔ­με­νε σὲ μέ­να, ὁ ὕ­πνος συ­νή­θως τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν πρῶ­τος. Δὲν περ­να­γαν κάμ­πο­σα λε­πτὰ κι οἱ πα­τοῦ­σες του ζων­τά­νευ­αν. Τὴ μιά, κι­νοῦν­ταν ἀ­ρι­στε­ρά, τὴν ἄλ­λη δε­ξιά, τὴ μιὰ μα­ζί, τὴν ἄλ­λη ἀ­συγ­χρό­νι­στα. Πά­σχει ἀ­πὸ τὸ σύν­δρο­μο ἀ­νή­συ­χων πο­δι­ῶν μοῦ ἐ­ξή­γη­σε, μὰ ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγά­ζει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πὼς στὸν ὕ­πνο του μὲ κά­ποι­α ἄλ­λη­νε, πιὸ πει­στι­κή, χο­ρεύ­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ

 



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΤΟΣ φι­λο­λο­γί­ας, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δό­σεις τῆς γε­νι­κῆς γλωσ­σο­λο­γί­ας, ἕ­να μά­θη­μα ὄ­α­ση ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ δαγ­κω­τὸ ποὺ ἔ­ρι­ξα ἔ­πει­τα στὴ γλωσ­σο­λο­γί­α, δι­δα­χτή­κα­με τὴν ἀρ­χὴ αὐ­θαι­ρε­σί­ας τοῦ γλωσ­σι­κοῦ ση­μεί­ου τοῦ Φερ­ντι­νὰντ ντὲ Σωσ­σύρ. Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τή, ἡ σχέ­ση με­τα­ξὺ ση­μαί­νον­τος καὶ ση­μαι­νο­μέ­νου, με­τα­ξὺ δη­λα­δὴ τῆς ἠ­χη­τι­κῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μιᾶς λέ­ξης καὶ τῆς ἔν­νοι­άς της, δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ αὐ­θαι­ρε­σί­α. Μ’ ἄλ­λα λό­για, ἡ ἔν­νοι­α μῆ­λο δὲν σχε­τί­ζε­ται αἰ­τια­κὰ μὲ τὴν ἀ­κου­στι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μου-ι-λοῦ-ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­νὰ γλῶσ­σες. Ἡ γνώ­ση αὐ­τὴ θὰ μὲ εἶ­χε γλι­τώ­σει ἀ­πὸ ἕ­να τραυ­μα­τι­κὸ ἐ­πει­σό­διο, ἂν εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὶς γνω­στι­κές μου ἀ­πο­θῆ­κες κάμ­πο­σα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Καὶ νά για­τὶ.

       Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ ’95, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ Ἰ­τα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ταν κά­θε κα­λο­καί­ρι στὴ γει­το­νιά, ἦρ­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ὁ Στέ­φα­νο, ἕ­να μαυ­ρο­τσού­κα­λο μὲ μά­τια κα­τα­γά­λα­να ποὺ δὲν σκάμ­πα­ζε γρὺ ἑλ­λη­νι­κά. Στὸ παι­χνί­δι, ὅ­μως, συ­νεν­νο­ού­μα­σταν ἄ­ψο­γα, ἔ­δι­ναν κι ἔ­παιρ­ναν τὰ νο­ή­μα­τα κι ἡ παν­το­μί­μα. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ παί­ζα­με κρυ­φτό, μό­λις ξε­κί­νη­σε τὸ πέν­τε-δέ­κα-δε­κα­πέν­τε, ὁ Στέ­φα­νο κι ἐ­γὼ τρέ­ξα­με πρὸς τὴν ἴ­δια με­ριὰ καὶ κρυ­φτή­κα­με πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να μη­χα­νά­κι πού ’­ταν πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να τρο­χό­σπι­το. Κα­θό­τι ἡ κρυ­ψώ­να ἦ­ταν ὀ­λί­γον τι στε­νό­χω­ρη, τὰ γο­να­τι­σμέ­να σώ­μα­τά μας εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ἐ­λα­φρῶς νὰ ἐ­φά­πτον­ται. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς θε­ρι­νῆς νυ­κτός, ἀ­κου­γό­ταν μο­νά­χα τὸ χτυ­πο­κάρ­δι μας κι ὁ γκι­ό­νης, μέ­χρι ποὺ ὁ Στέ­φα­νο γέρ­νει στὸ αὐ­τί μου καὶ μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει λό­για ἀ­προσ­δό­κη­τα. Εὐ­θύς, τοῦ ρί­χνω ἕ­να σκαμ­πί­λι λυσ­σα­σμέ­νο, ἐ­γὼ ποὺ δὲν εἶ­χα ση­κώ­σει χέ­ρι σ’ ἄν­θρω­πο, ἐ­ξὸν τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου κι αὐ­τὸ πά­νω σὲ ἄ­μυ­να. Ὁ Στέ­φα­νο ἔμ­πη­ξε τὰ κλά­μα­τα κι ἐ­γὼ ἔ­τρε­ξα νὰ κλει­δαμ­πα­ρω­θῶ στὸ σπί­τι.

       Ἔ­κα­να τέσ­σε­ρις ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες νὰ βγῶ στὴ γει­το­νιά. Οἱ φί­λες καὶ γει­τό­νισ­σες περ­να­γαν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου καὶ μὲ φώ­να­ζαν. Σή­κω­να λί­γο το σκοῦ­ρο, ἔ­λε­γα εἶ­μαι ἄρ­ρω­στη καὶ τὸ ξα­νά­ρι­χνα. Τί ἔ­πα­θες καὶ χα­στού­κι­σες τὸν Στέ­φα­νο; πρό­λα­βαν νὰ μοῦ ποῦν μιὰ μέ­ρα. Νὰ σᾶς πεῖ αὐ­τός! ἀ­πάν­τη­σα. Αὐ­τὸς λέ­ει δὲν ξέ­ρει, εἶ­πε ἡ Ἀν­τριά­να, ἡ ξα­δέρ­φη του ποὺ γνώ­ρι­ζε κα­λὰ καὶ τὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες, καὶ μοῦ ἀ­νέ­βα­σε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

       Τὴν πέμ­πτη μέ­ρα ἐγ­κλει­σμοῦ μὲ ἐ­πι­σκέ­φτη­κε ὁ Μα­ο­ρί­τσιο, ὁ θεῖ­ος τοῦ Στέ­φα­νο. Ντὲν εἶ­ναι σω­στὰ πρά­μα­τα νὰ μα­λώ­νε­τε πρέ­πει νὰ παί­ζε­τε, τί ἔ­γι­νε, φά μου πεῖς;. Μὴ ἔ­χον­τας ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή, ἄρ­χι­σα νὰ δι­η­γοῦ­μαι τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Στὸ ἐ­πί­μα­χο ση­μεῖ­ο κόμ­πια­σα μιά, κόμ­πια­σα δυ­ό, τὴν τρί­τη τὸ ξε­στό­μι­σα. Πού­τσα, μοῦ εἶ­πε, πού­τσα! Ὁ Μα­ο­ρί­τσιο ξέ­σπα­σε στὰ γέ­λια κι ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ζα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη. Κι ὅ­σο ἐ­κεῖ­νος κα­κά­ρι­ζε δι­πλω­μέ­νος στὰ δύ­ο, τό­σο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κρα­τή­σω τὶς πα­λά­μες μου νὰ μὴν ξα­να­χει­ρο­δι­κή­σουν. Μό­λις ἴ­σι­ω­σε, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε πὼς πού­τσα ση­μαί­νει βρώ­μα στὰ ἰ­τα­λι­κά, φὰ βρώ­μα­γε τὸ μη­κα­νά­κι!

       Ντρο­πι­α­σμέ­νη πού ’­χα ξε­ση­κώ­σει ἑλ­λη­νο­ϊ­τα­λι­κὴ δι­α­μά­χη στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να, ζή­τη­σα σκού­ζι ἀ­πὸ τὸν Στέ­φα­νο καὶ τὸν πῆ­ρα νὰ παί­ξου­με εἰ­ρή­νη ἢ πό­λε­μο γιὰ νὰ ξορ­κί­σω τὸ κα­κό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Ὄλγα Φουντέα: Ὁ μόνος λογικὸς τρόπος νὰ ἐξελιχθοῦν τὰ πράγματα


Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α


Ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα


Ο ΧΕΡΙ ΣΟΥ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ. Σὲ λί­γο θὰ ξυ­πνή­σεις καὶ θὰ θέ­λεις νὰ φύ­γεις. Ὄ­χι μα­ζί μου. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ πε­ρι­μέ­νω νὰ μὲ ἀ­κουμ­πή­σει τυ­χαῖα το γό­να­τό σου, νὰ πέ­σει μιὰ τρί­χα σου γιὰ σε­λι­δο­δεί­κτης. Εἶ­ναι κι ἄλ­λες ὡ­ραῖ­ες ἀλ­λὰ ἐ­σὺ εἶ­σαι ὡ­ραι­ό­τε­ρη καὶ τὸ ξέ­ρεις. Τὸ βλέ­πεις στὰ μά­τια τῶν συμ­μα­θη­τῶν, στὰ μά­τια τῶν κα­θη­γη­τῶν. Δυ­νη­τι­κὰ εἶ­σαι στά­χτη. Ἀ­κό­μα, ὅ­μως, σάρ­κα. Σάρ­κα ποὺ πλήτ­τει καὶ προ­σποι­εῖ­ται τὴν νε­κρὴ σὲ ἕ­να φθη­νὸ κα­να­πέ, ἐ­νῶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι μα­λώ­νουν γιὰ τὸ ποι­ός θὰ σὲ πά­ει σπί­τι. Ὄ­χι ἐ­γώ. Ἐ­γὼ εἶ­μαι κα­λὸς στὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Νὰ σοῦ δεί­ξω πῶς λύ­νε­ται μιὰ ἐ­ξί­σω­ση, νὰ σὲ βο­η­θή­σω νὰ τε­λει­ώ­σεις μιὰ ἔκ­θε­ση. Δὲν προ­σπα­θεῖς, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σεις. Μὰ ἐ­κεί­νη ἡ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε ἔ­τσι —ξυ­στά— καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε. Σὲ ρώ­τη­σε τυ­πι­κὰ ὁ κα­θη­γη­τὴς γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει τοὺς μέ­τριους βαθ­μούς σου, γιὰ τὸν Ρω­μαῖ­ο καὶ τὴν Ἰ­ου­λι­έτ­τα, κι ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τρα­γω­δί­α ἀλ­λὰ ὁ μό­νος λο­γι­κὸς τρό­πος νὰ ἐ­ξε­λι­χτοῦν τὰ πράγ­μα­τα ὅ­ταν δύ­ο ἄν­θρω­ποι ἀ­γα­πι­οῦν­ται. Κι ἐ­γὼ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι θέ­λω νὰ πά­ρεις δη­λη­τή­ριο ἢ νὰ πε­θά­νεις γιὰ ἐ­μέ­να, μό­νο νὰ μεί­νεις κοι­μι­σμέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως σὲ βλέ­πω στὸν κα­να­πέ, καὶ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα σου, νὰ μὴν κλεί­σω μά­τι, ἐ­σὺ νὰ γε­μί­ζεις τὶς αἰ­σθή­σεις μου κι ἐ­γὼ νὰ μὴν ἐ­νο­χλῶ τὶς δι­κές σου, νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖς πιὰ οὔ­τε γιὰ ἐ­μέ­να οὔ­τε γιὰ τοὺς ἄλ­λους.



Ὄλ­γα Αἰ­κα­τε­ρί­νη Φουν­τέ­α (Ἀ­θή­να, 1978). Σπού­δα­σε Χρη­μα­τι­στη­ρια­κὰ καὶ Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α στὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸν Κώστα Κατσουλάρη. Δι­η­γή­μα­τα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν Book Press καὶ στὸ Πλα­νό­διονἹστορίες Μπονζάι.


 

Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου: Τὸ κομπολόι


Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου


Τὸ Κομ­πο­λό­ι

 

Τ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Μ’ ΑΡΕΣΕΙΣ, ΚΟΡΙΝΑ, εἶ­πε ὁ Μά­νος, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο κομ­πο­λό­ι του κα­θὼς κου­λου­ρι­ά­ζον­ταν γύ­ρω ἀ­π’­τὸ δε­ξί του δεί­κτη. Τὸ κρά­τη­σε κά­θε­το καὶ ἄ­φη­σε τὶς χάν­τρες νὰ γλι­στρή­σουν καὶ νὰ πέ­σουν ἡ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη σὰν ἀ­να­στα­τω­μέ­να βό­τσα­λα στὴν πα­ρα­λί­α. Δὲν μὲ κοί­τα­ξε καὶ δὲν σή­κω­σε τὴ φω­νή του ἀρ­κε­τὰ γιὰ νὰ κα­λύ­ψει τὸ βρυ­χηθ­μὸ ποὺ ἔ­κα­νε μιὰ μη­χα­νή, ὅ­ταν πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­π’ ­τὴν κα­φε­τέ­ρια ποὺ κα­θό­μα­σταν καὶ ἔ­κα­νε τὰ νο­τι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα νὰ βου­ί­ζουν. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του. Τὸ εἶ­πε σὰν παι­δί­α­τρος ποὺ ὑ­πό­σχε­ται σ’­ ἕ­να παι­δὶ ὅ­τι ἡ ἔ­νε­ση δὲν θὰ πο­νέ­σει. Τὸν κοί­τα­ξα μέ­σα ἀ­πὸ μι­σό­κλει­στα μά­τια, ἕ­τοι­μη νὰ ρω­τή­σω, «Ἀλ­λά;» Πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀλ­λά, σκέ­φτη­κα, ὅ­ταν ἡ σερ­βι­τό­ρα μᾶς ἔ­φε­ρε τὸν καυ­τό του cappuccino καὶ ἕ­να κομ­μά­τι κέ­ικ σο­κο­λά­τα γιὰ μέ­να. Τὰ γε­λα­στά της μά­τια ἔ­μει­ναν λί­γο πα­ρα­πά­νω στὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πρό­σω­πο τοῦ Μά­νου, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α. Χά­ζευ­ε τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­φέ του, σὰν νὰ δι­ά­βα­ζε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς του στὰ σχέ­δια τοῦ ἀ­φροῦ. Ἡ σερ­βι­τό­ρα ἔ­κα­νε γρή­γο­ρη με­τα­βο­λὴ καὶ ἄ­φη­σε τὴν μα­κριά της ἀ­λο­γο­ου­ρὰ νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ σὰ φο­ρά­δα ποὺ χτυ­πά­ει τὶς ἐ­νο­χλη­τι­κὲς μύ­γες μα­κριά.

            Τὸ κέ­ικ φαι­νό­ταν σκέ­τη ἀμ­βρο­σί­α καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ρω μιὰ μπου­κιά. Ἡ βε­λού­δι­νη σο­κο­λα­τέ­νια κρέ­μα στὴ μέ­ση ἔλι­ω­νε στὴ γλώσ­σα, μου­δι­ά­ζον­τας τὶς αἰ­σθή­σεις μου.

         «Δεν μπο­ροῦ­με νὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι», εἶ­πε ὁ Μά­νος. Τὸ μαῦ­ρο σκοι­νὶ ἀ­π’­ τὸ κομ­πο­λό­ι του ἔ­πνι­γε τὸν ἀν­τί­χει­ρά του καὶ ἡ κα­κὴ κυ­κλο­φο­ρί­α αἵ­μα­τος τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ ρα­πα­νά­κι.

         «Πώς ἔ­τσι;» εἶ­πα σκου­πί­ζον­τας τὴ σο­κο­λά­τα ἀ­π’ ­τὰ χεί­λη μου μὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ ἀ­π’ ­τὴ πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν εἶ­δα τὸ πρω­ΐ. Εἶ­χε σκυ­φτό τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­πέ­φευ­γε νὰ μὲ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια. Εἶ­χε βρεῖ ἄλ­λη. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἕ­να νέ­ο ἄ­το­μο στὴ ζω­ή του. Πῶς καὶ δὲν τὸ πῆ­ρα χαμ­πά­ρι; Ὑ­πῆρ­χαν ση­μά­δια παν­τοῦ. Ἐρ­χό­ταν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νος στὰ ραν­τε­βού μας καὶ ἔ­φευ­γε νω­ρίς, φαι­νό­ταν κου­ρα­σμέ­νος καὶ σπά­νια κά­να­με ἔ­ρω­τα. Νό­μι­ζα ὅ­τι περ­νοῦ­σε ἁ­πλῶς κά­ποι­α ἄ­σχη­μη φά­ση στὴ δου­λειά.

         «Ποι­ά εἶ­ναι;» Πά­τη­σα τὸ κέ­ικ μὲ τὸ πι­ρού­νι μου καὶ τὸ ἔ­κα­να σὰν ἕ­να στρῶ­μα σά­πιου κι­μά.

         «Κα­μί­α», εἶ­πε. «Δεν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη».

         «Τό­τε τί δὲν πά­ει κα­λὰ μὲ ἐ­μᾶς;» Δάγ­κω­σα τὸ νύ­χι τοῦ ἀν­τί­χει­ρά μου.

         «Πραγ­μα­τι­κά μ’ ­ἀ­ρέ­σεις… ἀλ­λά…»

         «Τὸ ξα­νά­πες αὐ­τό», εἶ­πα.

         «Ἀλ­λά… δὲν μπο­ροῦ­με νὰ εἴ­μα­στε μα­ζί». Τὰ μά­τια του ἦ­ταν κολ­λη­μέ­να στὸ ἀ­πεί­ρα­χτο πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς κού­πας του.

         «Για­τί; Για­τί ὄ­χι;» Ἕ­νας κρωγ­μὸς ξέ­φυ­γε ἀ­π’­ τὸ λαι­μό μου, κα­λύ­πτον­τας τὸ θό­ρυ­βο ἀ­π’ ­τὰ πο­τή­ρια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κα­θὼς καὶ τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῶν πε­λα­τῶν. Ἡ ἀ­ρι­στε­ρή μου πα­λά­μη πέ­τα­ξε ὣς τὸ στό­μα μου.

         «Φταί­ω ἐ­γώ;» εἶ­πα, δεί­χνον­τας τὸ στῆ­θος μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­ζε νὰ πο­νά­ει κα­θὼς ἡ καρ­διά μου κάλ­πα­ζε πρὸς τὸ στε­γνό μου στό­μα.

         «Ὄχι, ὄ­χι. Δὲν φταῖς ἐ­σύ.» Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ σή­με­ρα μὲ κοί­τα­ξε στὰ μά­τια, τὰ δι­κά του γε­μά­τα κα­λο­σύ­νη καὶ συμ­πό­νια, σὰν νὰ πα­ρη­γο­ροῦ­σε ἕ­να μελ­λο­θά­να­το. «Ἔχεις ὅ,τι θὰ ζή­τα­γε ἕ­νας ἄν­τρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα. Ἀλ­λὰ …»

         «Εἶ­σαι ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος;» Τόλ­μη­σα νὰ ψι­θυ­ρί­σω.

         «Ὄ­χι βέ­βαι­α». Τὰ φρύ­δια του σμί­ξαν. «Ἐσὺ μὲ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα.»

          «Ναί, φυ­σι­κά», εἶ­πα.

          «Μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­μεί­νου­με φί­λοι», εἶ­πε.

          «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, σί­γου­ρα». Συμ­φώ­νη­σα, γνω­ρί­ζον­τας πο­λὺ κα­λὰ ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αὐ­τό. Ἄ­φη­σε ἕ­να δε­κά­ευ­ρο στὸ τρα­πέ­ζι, ση­κώ­θη­κε, τρά­βη­ξε τὸ παν­τε­λό­νι του ψη­λὰ ἀ­π’­ τὴ μέ­ση, πῆ­ρε τὸ μπου­φὰν του ἀ­π’ ­τὴν πλά­τη τῆς κα­ρέ­κλας καὶ ἔ­φυ­γε μὲ ἕ­να σκέ­το, «Θὰ τὰ ποῦ­με».

          Τὸ κομ­πο­λό­ι του ἦ­ταν ἀ­κό­μα στὸ τρα­πέ­ζι, μι­σο­κρυμ­μέ­νο κά­τω ἀ­π’­ τὸ πι­α­τά­κι τοῦ κα­φέ του. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὶς χάν­τρες. Ἂν ἦ­ταν μο­νὸς ἀ­ριθ­μός, σκέ­φτη­κα, ἦ­ταν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λος, ἂν ἦ­ταν δι­πλός, ἔ­φται­γα ἐ­γώ. Δε­κα­ε­πτὰ χάν­τρες. Τό­ ’­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ἤ­μουν ἐ­γώ! Ἔ­στρι­ψα τὸ κομ­πο­λό­ι γύ­ρω ἀ­π’ ­τὸ δε­ξί μου χέ­ρι, τὸ ἄ­φη­σα νὰ κρε­μα­στεῖ σὰ φθι­νο­πω­ρι­νὸ στα­φύ­λι, ἄ­κου­γα τὶς χάν­τρες ποὺ κρο­τά­λι­ζαν κα­θὼς ἔ­πε­φταν ἡ μιὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη, χά­ζευ­α πῶς λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γυ­ναι­κεῖ­ο πε­ρι­δέ­ραι­ο.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­να Σώ­ζου-Κύρ­κου. Σπούδασε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει πά­ρει τὸ ΜΑ in Creative Writing Lancaster University. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ δι­α­δι­κτυ­α­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λό­για στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ἀγγλικά.



		

	

Γιάννης Πατσὼνης: Τὸ δέντρο


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Τὸ δέν­τρο


ΥΧΝΑ ΠΕΡΝΟΥΣΑ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τι­σμέ­νες πόρ­τες μὰ δὲν ἔμ­παι­να μέ­σα. Ἕ­να βρά­δυ, ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κα ὥ­ρα πολ­λὴ στὸ λι­μά­νι καὶ τὶς σκο­τει­νὲς στο­ές, στὰ λα­δά­δι­κα, ἀ­νέ­βη­κα τὶς σκά­λες ἑ­νὸς δι­ώ­ρο­φου.

Στὸ σα­λο­νά­κι πε­ρί­με­νε ἕ­νας μό­νο. Ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­τα­νε τρα­γού­δια. Πά­νω στὴ σόμ­πα, σὲ μιὰ τσα­γι­έ­ρα, ἔ­βρα­ζε νε­ρό. Θά ’χα­νε ρί­ξει καὶ μέν­τα, μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα. Ἠ­ρέ­μη­σα.

        «Ἀ­γα­μί­ες φι­λά­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­βγα­λε κά­τι φω­το­γρα­φί­ες ἀ­π’ τὸ σα­κά­κι του «Δα­νέ­ζι­κες» εἶ­πε «… νὰ τὶς βλέ­πεις καὶ νὰ σοῦ γί­νε­ται ἀν­τί­σκη­νο». Κά­θη­σε δί­πλα καὶ μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε τὶς φά­σεις. Ἐ­πέ­με­νε σὲ μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ ποὺ τοῦ εἶ­χε μά­θει μιὰ Βρα­ζι­λιά­να «κα­θό­τι ναυ­τι­κός». «Τώ­ρα ξε­πέ­σα­με ἐ­δῶ… μὰ τί νὰ κά­νεις…» δι­και­ο­λο­γή­θη­κε.

        «Πο­λὺ τρὰκ ἔ­χεις, πό­σω χρο­νῶ εἶ­σαι;»

        «Δέ­κα ὀ­κτώ» ἀ­πάν­τη­σα.

        «Ποι­ός ἔ­χει σει­ρά; ἂς πε­ρά­σει στὸ δω­μά­τιο» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κον­τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ βά­θος.

        «Αὐ­τὴ εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σα.

        «Αὐ­τή; αὐ­τή ’ναι ἡ τσα­τσά!» Καὶ ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νὴ του «Μπέμ­πα! τὸ παι­δὶ ἀ­π’ ἐ­δῶ σ’ ἀ­γά­πη­σε».

        «Ἐ­γώ ‘­μαι τῆς ‘­πε­ρε­σί­ας γλύ­κα μου» εἶ­πε αὐ­τὴ σπρώ­χνον­τας μὲ τὴ μα­σιὰ ἕ­να κομ­μά­τι βαμ­βά­κι. «Μέ­σα εἶ­ναι ὁ με­νε­ξές.»

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ βγῆ­κε ἡ κο­πέ­λα: ρὸζ δι­ά­φα­νη ρόμ­πα, μαῦ­ρα ἐ­σώ­ρου­χα. Πά­τρα τὴ λέ­γα­νε.

        «Ἀ­λὸ παῖ­δες» εἶ­πε ἀ­νά­βον­τας τσι­γά­ρο «πῶς πᾶ­με ἀ­πὸ ὁρ­μές;».

        Προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ κου­ζι­νά­κι.

        «Τώ­ρα πά­ει νὰ τὸ πλύ­νει. Ξέ­ρεις τί χω­ρά­ει ὁ πά­τος τους; Ἀ­κό­μα καὶ τὸ φί­δι τῆς ἐ­ρή­μου».

        «Ἔ­λα ποιός ἔ­χει σει­ρά;» ρώ­τη­σε πά­λι ἡ τσατσά.

        Ὁ ἄλ­λος πέ­ρα­σε στὸ δω­μά­τιο κι ἔ­τσι ἔ­μει­να μό­νος.

        Κοί­τα­ζα στοὺς τοί­χους τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἐ­ξώ­φυλ­λα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ    – γυ­ναῖ­κες μὲ μα­γιό, γυ­μνό­στη­θες.

        Ἦρ­θε μιὰ πα­ρέ­α – με­θυ­σμέ­νοι φαι­νό­τα­νε. Ἕ­νας τους τά ‘­βαλε μὲ τὴ τσα­τσὰ για­τί δὲν τοὺς ἔ­φτια­χνε κα­φέ. «Καὶ τί ‘­ναι ‘δὼ κα­φε­τέ­ρια;» φώ­να­ξε ἐ­κεί­νη. Κι ἐ­πει­δὴ ρω­τών­τας εἶ­χε ἀ­πευ­θυν­θεῖ καὶ σὲ μέ­να καὶ εἶ­πα «ὄ­χι», ὁ ἄλ­λος θύ­μω­σε «βρὲ γυ­α­λαμ­πού­κα! βρὲ ἄ­ει τρά­βα στὸ σπί­τι σου. Ἄ­σε τὰ λε­φτὰ στὸ κο­μο­δί­νο, παίξ­την σὰ τρόμ­πας ποὺ εἶ­σαι καὶ πὲς πὼς πή­δη­ξες καὶ σύ». Γέ­λα­σαν οἱ ἄλ­λοι. Γέ­λα­σε κι ἡ τσατσὰ «ἀ­γα­θο­μού­νης φαί­νε­ται» εἶ­πε δεί­χνον­τάς με, κι ἂς εἶ­χα πά­ρει τὸ μέ­ρος της.

        Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να τὶς σκά­λες μὲ προ­σπέ­ρα­σε ὁ ναυ­τι­κός. Μό­λις βγῆ­κε ἔ­ξω ἔ­φτυ­σε. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ξα­να­φτύ­σε.

        Τρά­βη­ξα πρὸς τὸν Πα­λιὸ Σταθ­μό. Ἐ­κεῖ στὰ χα­λά­σμα­τα, στὰ γε­φυ­ρά­κια, πε­ρί­με­ναν —πα­ρο­πλι­σμέ­νες— αὐ­τὲς ποὺ πή­γαι­ναν στὰ ὄρ­θια. Σ’ ἕ­να για­πὶ δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἔ­τρω­γαν σπό­ρια. Κα­θό­τα­νε πά­νω σὲ τσι­μεν­τέ­νι­ες σκά­λες. Μπρο­στά τους ἕ­νας τε­νε­κὲς ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­πνό. Μέ­σα ἔ­και­γαν ξύ­λα, κομ­μά­τια ἀ­πὸ πε­τα­μέ­να ἔ­πι­πλα. Κά­τι νε­α­ροὶ τὶς πει­ρά­ζα­νε «τί μάρ­κα σπό­ρια τρῶ­τε, κο­ρί­τσια;» «Μπα­τι­ρό­σπο­ρα, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με μιὰ τρύ­πια δε­κά­ρα».

        Πιὸ πέ­ρα, σκι­ές. Κά­ναν πα­ζά­ρια, «Πρῶ­τα λε­φτά. Πρῶ­τα τὰ λε­φτά…» ἄ­κου­σα μιὰ νὰ φω­νά­ζει καὶ με­τὰ τσι­ρί­δες «ποὺ ἀ­γι­ά­τρευ­τη πλη­γὴ νὰ σέ ‘­βρει». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νε­α­ρῶν γε­λοῦ­σε: «ὅρ­μα του!» φω­νά­ζα­νε «ὅρ­μα του!».

        Πέ­ρα­σε και­ρός. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­μα­θη­τές μου πή­γαι­ναν σὲ γυ­ναῖ­κες. Μιὰ μέ­ρα ρώ­τη­σα ἕ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τούς.

        «… Τί, κα­λά… τὴν πρε­σά­ρεις ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὴν δου­λεύ­εις ὡς συ­νή­θως…».

        Ἡ Μπέμ­πα

        Ἡ Σύλ­βια

        Ἡ Γω­γώ….

        Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι τὰ σκα­λιά. Μό­λις ἔ­φτα­σε ἡ σει­ρά μου, πέ­ρα­σα στὸ δω­μά­τιο. Ἦρ­θε ἡ τσατσά, πλή­ρω­σα. Ξεν­τύ­θη­κα. Ἔ­πλυ­να τὰ χέ­ρια μου για­τί ἦ­ταν ἱ­δρω­μέ­να. Μπῆ­κε ἡ Πά­τρα. «Γειά» εἶ­πε. Ἔ­σχι­σε τὸ προ­φυ­λα­κτι­κό, ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἔ­γει­ρα δί­πλα της, ἔ­κα­να νὰ τῆς πιά­σω τὸ στῆ­θος.

        Μ’ ἔ­σπρω­ξε «ἄ­στα αὐ­τά» εἶ­πε «ἐ­γώ ‘μαι μό­νο γιὰ τὴν πρά­ξη». Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι της μπρο­στά μου «τέ­λει­ω­νε, ἔ­λα…» ἔ­λε­γε, μὰ ἐ­γὼ γύ­ρευ­α τὰ χεί­λη, τὸ στῆ­θος της. «Ἄ­κου ἐ­δῶ» εἶ­πε «δὲν παί­ζω τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη, ἔ­τσι;». Κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ πό­δια της «Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ βλέ­πεις αὐ­τό; Ἔ­λα…» συ­νέ­χι­σε «τε­λεί­ω­νε». Μὰ ἐ­γὼ ἔ­με­να πα­γω­μέ­νος. Βγῆ­κε ἔ­ξω κι ἐ­γὼ κύ­λη­σα δί­πλα. Ὁ κα­θρέ­φτης με­γέ­θυ­νε τὴ γύ­μνια μου.

        «Βρὲ ἄ­ει χά­σου! Δρό­μο! Χα­βα­λὲ τοῦ κε­ρα­τᾶ.»

        Ἔ­φυ­γα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βω, βρέ­θη­κα στὰ πευ­κά­κια. Ἐ­κεῖ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μὲς μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­κα­νε κρύ­ο ἢ ἐ­γὼ ἔ­τρε­μα; Ἀ­κούμ­πη­σα σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δέν­τρο μου εἶ­πα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης­
(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Σκεῦ­ος με­τα­νοί­ας : Ὁ συ­ναρ­πα­στι­κὸς βί­ος τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θάγ­γε­λου (Ἐν πλῷ, 2017).