Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack): Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες



Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack)


Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες

(Four Years, Four Months)


ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ ξε­νο­πη­δά­ει. Ὄ­χι πο­λύ, ὄ­χι συ­χνά, ἀλ­λὰ ξέ­ρω ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ Ἄν­τι βρί­σκει εὐ­και­ρί­α, τὴν ἁρ­πά­ζει. Τὸ ξέ­ρω – καὶ ξέ­ρει ὅ­τι τὸ ξέ­ρω. Τὸν πι­έ­ζω καὶ λέ­ει ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ χω­ρί­σου­με, ἂν θέ­λω, κι ὅ­τι μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Εἶ­ναι ἡ τα­κτι­κή του γιὰ νὰ φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τα ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ λέ­ει στοὺς δυ­ὸ γιούς μας ὅ­τι ἡ μα­μὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­φυ­γε, ὅ­τι δῆ­θεν ὁ ἴ­διος ἤ­θε­λε νὰ σώ­σει τὸν γά­μο. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι μ’ ἀ­γα­πά­ει κι ὅ­τι πα­ρα­μέ­νω ἡ κα­λύ­τε­ρή του φί­λη —θά ’­μα­στε κολ­λη­τοὶ γιὰ πάν­τα, λέ­ει—, ἀλ­λὰ νοι­κο­κυ­ρευ­τή­κα­με πο­λὺ νέ­οι: μᾶς εἶ­χε μεί­νει πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη γιὰ τρέ­λες, ὅ­ταν παν­τρευ­τή­κα­με. Ἔ­χω ἕ­να ρο­λο­γά­κι στὸ μυα­λό μου ποὺ γρά­φει «τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες». Τό­σο ἀ­πο­μέ­νει ὥ­σπου ὁ μι­κρός μας γιὸς νὰ κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ καὶ νὰ πά­ω σὲ δι­κη­γό­ρο. Μά­λι­στα, κύ­ρι­ε. Τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Σκὶπ Χό­ρακ (Skip Horack) ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὸν Κυ­νη­γὸ τῆς Ἐ­δέμ (The Eden Hunter) καὶ τὸν Ἄλ­λο Ἰ­ω­σήφ (The Other Joseph), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ Σταυ­ρὸς τοῦ Νό­του (The Southern Cross), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Bakeless Fiction Prize τοῦ Bread Loaf’s Writer’s Conference (2008). Δί­δα­ξε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Wallace Stegner. Ὁ Χό­ρακ, ποὺ γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴ Λου­ϊ­ζιά­να, δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλό­ριν­τα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis): Σι­ω­πή, Ἀ­κι­νη­σί­α



Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis)


Σι­ω­πή, ­κι­νη­σί­α

(Silence, Stilness)


ΕΝ ΛΕΩ πο­τὲ κα­κο­ποί­η­ση. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, κα­τα­φεύ­γω σὲ κλι­σέ. Δὲν ἦ­ταν πε­ρί­πα­τος, λέ­ω. Ἔ­ζη­σα δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια, ἀλ­λὰ ἡ ἔκ­φρα­ση δὲν ση­μαί­νει τί­πο­τα γιὰ κα­νέ­ναν. Δύ­σκο­λα: τὰ τρα­χιὰ χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ἦ­χος ποὺ ἔ­βγα­ζαν κα­θὼς σέρ­νον­ταν στὶς κου­βέρ­τες ψα­χου­λεύ­ον­τας τὸ κου­βα­ρι­α­σμέ­νο μου σῶ­μα, χέ­ρια γε­μά­τα στα­τι­κό­τη­τα καὶ πρό­θε­ση. Ἢ τὸ τσού­ξι­μο ἀ­πὸ ἕ­να σκλη­ρό, ἀ­ξύ­ρι­στο κρό­τα­φο: γέ­νια, ἡ ἔκ­φρα­ση τῆς συ­γ­γνώ­μης.

       Στὸν δι­ά­δρο­μο τοῦ γυ­μνα­σί­ου μας, ὁ Τσάντ* ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου καὶ λέ­ει, θὰ βγά­λεις τὶς μπό­τες σου καὶ θὰ βά­λεις τὶς δι­κές μου. Δὲν μοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι μπο­ρῶ νὰ ἀρ­νη­θῶ. Οἱ ἄν­τρες μι­λοῦν μὲ εὐ­φρά­δεια τὴ γλώσ­σα τῆς Δι­α­τα­γῆς. Οἱ δι­κές του ζυ­γί­ζουν σχε­δὸν τέσ­σε­ρα κι­λὰ καὶ εἶ­ναι δυ­ὸ νού­με­ρα με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς δι­κές μου, ἀλ­λὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μα­κριὰ φερ­μου­ὰρ καὶ ἀγ­κρά­φες καὶ φο­ρών­τας τες νι­ώ­θει κα­νεὶς πὼς ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μά­χη. Πά­ει τό­σος και­ρὸς ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος μοῦ μί­λη­σε ποὺ δὲν ἀ­κού­ω τί μοῦ λέ­ει με­τά, τὸ πο­τά­μι τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ρέ­ει ἀ­π’ τὰ ἀ­φτιά μου σκε­πά­ζει τὰ λό­για του.

       Πό­τε εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ πεῖς σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι μιὰ φο­ρὰ ὁ πα­τέ­ρας σου μα­γεί­ρε­ψε τὸ κου­νέ­λι ποὺ εἶ­χες γιὰ κα­τοι­κί­διο καὶ στὸ ἔ­δω­σε νὰ τὸ φᾶς; Ὅ­τι τὸ βρά­δυ πα­ρα­τη­ροῦ­σες τὴν ἁ­πα­λὴ γραμ­μὴ τῆς ρα­χο­κο­κα­λιᾶς τοῦ κου­νε­λιοῦ σου, τὸ δά­χτυ­λό σου γλι­στροῦ­σε κα­τὰ μῆ­κος κά­θε σπόν­δυ­λου, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἄ­δει­ο κλου­βί, στι­φά­δο.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει πὼς εἶ­ναι ποι­η­τὴς καὶ ἔ­χω μεί­νει ἐμ­βρό­νη­τη ἀ­π’ τὴν ἔκ­πλη­ξη πῶς μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γιὰ μέ­να, γιὰ ἕ­να τό­σο ἀ­νό­η­το κο­ρί­τσι, ἕ­να ἀ­σή­μαν­το κο­ρί­τσι, ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε νὰ τὸ βου­λώ­σει, ποὺ μοιά­ζει τό­σο χον­τρό, τό­σο χον­τρό, καὶ τί μ’ αὐ­τό; Θὰ βά­λεις τὰ κλά­μα­τα τώ­ρα; Ἐμ­πρός, λοι­πόν, κλά­ψε, νὰ δοῦ­με τί θὰ κα­τα­φέ­ρεις. Νο­μί­ζεις ὅ­τι εἶ­σαι τό­σο χά­λια; Ἔ! Κοί­τα με ὅ­ταν σοῦ μι­λά­ω. Ξέ­ρεις πό­σο τυ­χε­ρὴ εἶ­σαι;

       Στὰ δε­κα­έ­ξι μου γνω­ρί­ζω πράγ­μα­τα: πῶς νὰ παίρ­νω τὸ με­τρὸ στὸ Πα­ρί­σι. Τὴν δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν Βου­δι­σμὸ καὶ τὸν Ντα­ο­ϊ­σμό, τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ αὐ­τὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας τῶν φύ­λων. Χά­ρα­ξε μὲ μιὰ λε­πί­δα X-ACTO τὴν ρα­χια­ία πλευ­ρὰ μιᾶς σκου­λη­καν­τέ­ρας, ξε­φλού­δι­σέ την καὶ θὰ ἀ­να­κα­λύ­ψεις πὼς δὲν ἔ­χει καρ­διά. Τὰ τσι­γά­ρα κα­πνί­ζον­ται κα­λύ­τε­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα αὐ­το­κι­νή­των. Ὁ τύ­πος μὲ τὸ Chevy Cavalier θὰ μοῦ δι­ο­χε­τεύ­σει τὰ ξύ­δια ποὺ πί­νω βα­θιὰ στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους πί­σω ἀ­π’ τὸ σπί­τι μου. Τὸ Sam Goody εἶ­ναι τὸ πιὸ εὔ­κο­λο μα­γα­ζὶ γιὰ κλέ­ψι­μο. Ξέ­ρω ποῦ που­λᾶ­νε χόρ­το, κό­κα, σκό­νη, με­σκα­λί­νη, μα­νι­τά­ρια, LSD καὶ ἡ­ρω­ΐ­νη. Μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω καὶ νὰ γρά­ψω στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρω νὰ ξε­χω­ρί­ζω ἀ­νά­με­σα στὴ κα­λὴ καὶ κα­κὴ ἀ­γά­πη καὶ δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ μὲ πλη­γώ­σει καὶ ποι­ός ὄ­χι. Με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι μοῦ φαί­νον­ται ἀ­βλα­βεῖς.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου κλαί­ει ἐ­νῶ μὲ ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ ὅ­πλο καὶ ‘γὼ κοι­τά­ζω τὰ δά­κρυ­α ποὺ γλι­στροῦν ἀπ΄τὸ μά­γου­λό του στὸ χέ­ρι του, αὐ­τὸ ποὺ ἀγ­κα­λιά­ζει τὴ σκαν­δά­λη. Τὸ σχέ­διό του εἶ­ναι νὰ μὲ σκο­τώ­σει, με­τὰ νὰ σκο­τώ­σει τὴ μη­τέ­ρα μου, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ρος ὅ­τι τὸν ἀ­πα­τά, καὶ θέ­λω νὰ πῶ κά­τι ποὺ νὰ τὸν πεί­σει γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το, ἀλ­λὰ ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος ποὺ θὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ θὰ μὲ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει, κι ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α πι­θα­νό­τη­τα νὰ σω­θῶ, ἡ σι­ω­πή, ἡ ἀ­κι­νη­σί­α, εἶ­ναι τὰ μό­να ποὺ μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σουν. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πό­ση ὥ­ρα εἴ­μα­στε στὴ κου­ζί­να, ἡ κάν­νη στο­χεύ­ει τὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος πέ­φτει στὸ κρε­βά­τι. Μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν ἀ­κού­ω νὰ ρο­χα­λί­ζει, βγαί­νω ἔ­ξω στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν μου, σω­ρι­ά­ζο­μαι σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ κα­ρέ­κλα. Ψη­λά: ὁ κα­τα­γά­λα­νος οὐ­ρα­νός, σύν­νε­φα βγαλ­μέ­να λὲς ἀ­πὸ καρ­τούν, ἕ­νας καρ­δι­νά­λιος κε­λα­η­δά­ει μὲ στα­κά­το ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἡ ἀν­τί­θε­ση —ἡ ἀ­δι­α­νό­η­τη τε­λει­ό­τη­τα ἔ­ξω, ὅ­ταν τὸ μέ­σα εἶ­ναι τό­σο ἀ­πό­λυ­τα σά­πιο— ποὺ μὲ κά­νει ν’ ἀ­να­τρι­χιά­ζω ὣς τὸ κόκ­κα­λο.

       Ὁ Τσὰντ καὶ ‘γὼ κά­νου­με σὲξ ὑ­πὸ τὸ φῶς μιὰ κόκ­κι­νης λάμ­πας, ἕ­νας ρα­γι­σμέ­νος κα­θρέ­φτης πλά­ι στὸ κρε­βά­τι, καὶ γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γω τὸ βλέμ­μα τοῦ Τσὰντ κοι­τά­ζω τὸ εἴ­δω­λό μου, σί­γου­ρη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο, κά­ποι­ο ἄλ­λο πλά­σμα εἶ­ναι πά­νω στὴν πλά­τη της, τὸ βαμ­μέ­νο της στό­μα δὲν φαί­νε­ται στὸ κόκ­κι­νο φῶς, ἕ­να σι­ω­πη­λὸ τέ­ρας δί­χως στό­μα.

       Με­τὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο, ὁ πα­τέ­ρας μου στέ­κε­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ φω­νά­ζει εἶ­ναι σπί­τι μου, σπί­τι μου, σπί­τι μου, ἡ ἠ­χώ του εἶ­ναι ἀ­παί­σια, κι ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, κα­τα­φεύ­γει κι αὐ­τός σε κλι­σέ: κλω­τσά­ει, οὐρ­λιά­ζει, ἀ­κού­ρα­στος. Γιὰ σχε­δὸν ἕ­να χρό­νο, ὁ χτύ­πος τοῦ σφυγ­μοῦ μου μὲ ξυ­πνᾶ τὴ νύ­χτα, σὲ ἐ­πι­φυ­λα­κὴ σὰν κου­νέ­λι, σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­κού­ω τὰ βή­μα­τά του στὴν πόρ­τα, τὸ γρα­τζού­νι­σμα καὶ τὸ κου­δού­νι­σμα τῶν κλει­δι­ῶν ποὺ δὲν ἐ­φαρ­μό­ζουν πιὰ στὴν κλει­δα­ριά.

       Ὁ Τσὰντ λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ παί­ξει ἕ­να παι­χνί­δι καὶ ‘γὼ τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι πῶς νὰ συγ­κα­τα­νεύ­ω, νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸν ἄλ­λον, κι ἔ­τσι λέ­ω ναί ὅ­ταν κα­τε­βά­ζει τὴν κυ­λό­τα μου, ναί ὅ­ταν μo­ῦ δέ­νει τὰ μά­τια. Τὰ χέ­ρια του εἶ­ναι λι­πό­σαρ­κα καὶ κρύ­α, σκλη­ρὰ στὶς ἀρ­θρώ­σεις, ἀλ­λὰ μα­λα­κὰ κα­θὼς μὲ κα­τε­βά­ζει στὰ μα­ξι­λά­ρια. Ὅ­ταν γλι­στρά­ει μέ­σα τὸ πρῶ­το πράγ­μα καὶ λέ­ει μάν­τε­ψε, δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ναί. Δὲν λέ­ω ὄ­χι, δὲν οὐρ­λιά­ζω, δὲν σφίγ­γω κὰν τοὺς μη­ρούς μου. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸν ἀ­φή­νω νὰ βά­λει μέ­σα μου τὸ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο με­τὰ τὸ ἄλ­λο —ἕ­ναν μαρ­κα­δό­ρο, τὸ με­ταλ­λι­κὸ πη­νί­ο ἑ­νὸς λαμ­πτή­ρα, τὸν δρο­σε­ρὸ λαι­μὸ ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κά­λι μπύ­ρα— καὶ γε­λά­ω.

       Ὅ­ταν, στὰ εἴ­κο­σί μου, μα­θαί­νω πὼς ὁ πα­τέ­ρας μου δο­λο­φό­νη­σε τὴ φι­λε­νά­δα του, τὴν δε­κα­πεν­τά­χρο­νη κό­ρη της, κι ὕ­στε­ρα σκο­τώ­θη­κε, τὰ χά­νω, τὸ μυα­λό μου ἐ­λα­φρὺ σὰ φύλ­λο. Ὁ κό­σμος λέ­ει, εἶ­σαι τυ­χε­ρὴ ποὺ δὲν ἤ­σουν ἐ­σύ, κι αὐ­τὸ ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σω, ὅ­σες φο­ρὲς κι ἂν ἔ­χω κά­νει πρό­βα τὰ λό­για, εἶ­ναι ὅ­τι, μὲ τό­σους πολ­λοὺς τρό­πους, ἤ­μουν ἐ­γώ.


*Τὸ ὄ­νο­μα ἔ­χει ἀλ­λα­χτεῖ [ΣτΣ].


Πηγή: Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ἱππόκαμπος

(https://www.hippocampusmagazine.com/2015/10/silence-stillness-by-lisa-nikolidakis/)

Λί­ζα Νι­κο­λι­δά­κη (Lisa Nikolidakis). Τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα τῆς Lisa Niko­li­dakis βρα­βεύ­τη­καν μὲ τὸ «Orlando Prize» τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος A Room Of Her Own’s (Φθι­νό­πω­ρο, 2014) καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Los Angeles Review. Τὸ δο­κί­μιό της «Candy» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ The Briar Cliff Review τὸ 2015. Ἐ­πὶ τοῦ πα­ρόν­τος, ζεῖ στὶς Με­σο­δυ­τι­κὲς Πο­λι­τεῖ­ες των Η.Π.Α. ὅ­που δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνι­κὴ γρα­φή.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Βαβύλας ὁ παιγνιότος



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Βαβύλας ὁ παιγνιότος


ΙΜΟΣ ΤΙΣ ἦν ἐν Ταρ­σῷ τῆς Κι­λι­κί­ας, ὀ­νό­μα­τι Βα­βύ­λας. Οὗ­τος εἶ­χε δύ­ο φί­λας (ὄ­νο­μα τῇ μιᾷ Κο­μι­τῶ καὶ ὄ­νο­μα τῇ ἄλ­λῃ Νι­κῶ­σα), ζῶν ἀ­σώ­τως καὶ πράτ­των ὅ­σα­περ ἄ­ξια τοῖς συ­νερ­γοῦ­σι δαί­μο­σιν. Ἐν μιᾷ οὖν εἰ­σῆλ­θεν εἰς τὴν ἐκ­κλη­σί­αν καὶ κα­τ’ οἰ­κο­νο­μί­αν Θε­οῦ ἠ­νε­γι­νώ­σκε­το τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιον, ἐν ᾧ ὑ­πῆρ­χεν ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἡ λέ­γου­σα· «με­τα­νο­εῖ­τε· ἤγ­γι­κε γὰρ ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»· καὶ κα­τα­νυ­γεὶς εἰς τοῦ­το, ἤρ­ξα­το με­τὰ δα­κρύ­ων τα­λα­νί­ζειν ἑ­αυ­τὸν ἐ­πὶ τοῖς πε­πραγ­μέ­νοις αὐ­τῷ, καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἐ­ξελ­θὼν ἀ­πὸ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας καὶ κα­λέ­σας τὰς δύ­ο φί­λας αὐ­τοῦ, λέ­γει αὐ­ταῖς.

       «Οἴ­δα­τε πῶς ἔ­ζη­σα με­θ’ ὑ­μῶν ἐν ἀ­σω­τί­ᾳ καὶ ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε προ­ε­τί­μη­σα μί­αν τῆς ἄλ­λης. Καὶ νῦν ἰ­δοὺ ἔ­χε­τε πάν­τα ὅ­σα ἐ­κτη­σά­μην ὑ­μῖν· λά­βε­τε δὲ καὶ τὰ ἐ­μὰ πάν­τα καὶ με­ρί­σα­σθε· ἐ­γὼ γὰρ ἀ­πὸ τῆς σή­με­ρον ὑ­πά­γω, ἀ­πο­τάσ­σο­μαι καὶ γί­νο­μαι μο­να­χός.»

       Αἱ δὲ ὡς ἐξ ἑ­νὸς στό­μα­τος ἀ­πε­κρί­θη­σαν αὐ­τῷ, λέ­γου­σαι με­τὰ δα­κρύ­ων.

       «Εἰς μὲν τὴν ἁ­μαρ­τί­αν καὶ εἰς τὴν τῆς ψυ­χῆς ἡ­μῶν ἀ­πώ­λειαν ἐ­κοι­νω­νή­σα­μέν σοι καὶ ἄρ­τι ὅ­τε θέ­λεις ποι­ῆ­σαι τοῦ­το τὸ θε­ά­ρε­στον ἔρ­γον, ἀ­φί­εις ἡ­μᾶς καὶ μό­νος ποι­εῖς; Ὄν­τως οὐκ ἐ­ᾷς, ἀλ­λὰ καὶ εἰς τὸ κα­λὸν κοι­νω­νοῦ­μέν σοι.»

       Καὶ ὁ μὲν μῖ­μος εὐ­θὺς ἑ­αυ­τὸν ἀ­πέ­κλει­σεν εἰς ἕ­να τῶν τει­χῶν τοῦ πύρ­γου τῆς πό­λε­ως· ἐ­κεῖ­ναι δὲ πω­λή­σα­σαι τὰ ἑ­αυ­τῶν, δε­δώ­κα­σι πτω­χοῖς, καὶ λα­βοῦ­σαι καὶ αὐ­ταὶ τὸ ἀ­σκη­τι­κὸν σχῆ­μα, ποι­ή­σα­σαι κελ­λί­ον ἑ­αυ­ταῖς πλη­σί­ον τοῦ πύρ­γου, ἑ­αυ­τὰς ἀ­πέ­κλει­σαν.

       Τού­τῳ κἀ­γὼ συ­νέ­τυ­χον καὶ ὠ­φε­λή­θην. Ἔ­στιν γὰρ ὁ ἀ­νὴρ πά­νυ συμ­πα­θὴς καὶ ἐ­λε­ή­μων καὶ τα­πει­νό­φρων. Γέ­γρα­φα δὲ καὶ τοῦ­το εἰς ὠ­φέ­λειαν τῶν ἐν­τυγ­χα­νόν­των.


Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς Βα­βύ­λας

Ὑπῆρχε κά­ποι­ος ἠ­θο­ποι­ὸς στὴν Ταρ­σὸ τῆς Κι­λι­κί­ας ποὺ τὸν ἔ­λε­γαν Βα­βύ­λα. Αὐ­τὸς εἶ­χε δυ­ὸ φί­λες (τὸ ὄ­νο­μα τῆς μιᾶς Κο­μι­τὼ καὶ τὸ ὄ­νο­μα τῆς ἄλ­λης Νι­κώ­σα), ζών­τας ἄ­σω­τα μα­ζί τους καὶ κά­νον­τας ὅ­σα ται­ριά­ζουν στοὺς συ­νερ­γά­τες του δαί­μο­νες. Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, μπῆ­κε στὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ταν θεί­ᾳ οἰ­κο­νο­μί­ᾳ δι­α­βα­ζό­ταν τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὑ­πῆρ­χε τὸ χω­ρί­ο ποὺ ἔ­λε­γε: «με­τα­νο­εῖ­τε· για­τὶ φτά­νει ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»· καὶ συγ­κι­νη­μέ­νος βα­θειὰ ἀ­π’ αὐ­τό, ἄρ­χι­σε κλαί­γον­τας νὰ τὰ βά­ζει μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὰ πε­πραγ­μέ­να του, κι ἀ­μέ­σως βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ κα­λών­τας τὶς δυ­ό του φί­λες τοὺς λέ­ει:

       «Γνω­ρί­ζε­τε σὲ τί ἀ­σω­τί­α ἔ­ζη­σα μα­ζί μας καὶ ὅ­τι πο­τὲ δὲν προ­τί­μη­σα τὴν μιά σας ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη. Καὶ τώ­ρα ἰ­δοὺ ἔ­χε­τε ὅ­λα ὅ­σα ὀ­φεί­λε­τε σὲ μέ­να· πά­ρε­τε ἐ­πι­πλέ­ον καὶ ὅ­λα τὰ δι­κά μου καὶ μοι­ρα­στεῖ­τε τα· ἐ­πει­δὴ ἐ­γὼ ἀ­πὸ σή­με­ρα φεύ­γω, ἀ­παρ­νοῦ­μαι τὸν κό­σμο καὶ γί­νο­μαι μο­να­χός.»

       Κι αὐ­τὲς μὲ ἕ­να στό­μα τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­σαν, λέ­γον­τας μὲ δά­κρυ­α:

       «Στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν ἀ­πώ­λεια τῆς ψυ­χῆς μας ἤ­μα­σταν μα­ζί σου, καὶ τώ­ρα ποὺ θέ­λεις νὰ κά­νεις τοῦ­το τὸ θε­ά­ρε­στο ἔρ­γο, μᾶς πα­ρα­τᾶς καὶ τὸ κά­νεις μό­νος σου; Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μᾶς ἀ­φή­νεις, ἀλ­λὰ καὶ στὸ κα­λὸ εἴ­μα­στε μα­ζί σου.»

       Καὶ ὁ μὲν ἠ­θο­ποι­ὸς ἀ­μέ­σως ἔ­κλει­σε τὸν ἑ­αυ­τό του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ τεί­χη τοῦ πύρ­γου τῆς πό­λης· κι ἐ­κεῖ­νες, ἀ­φοῦ πώ­λη­σαν τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὰ ἔ­δω­σαν στοὺς φτω­χούς, πῆ­ραν τὸ μο­να­χι­κὸ σχῆ­μα, ἔ­φτια­ξαν κελ­λὶ γιὰ λο­γα­ρια­σμό τους κον­τὰ στὸν πύρ­γο καὶ κλεί­στη­καν μέ­σα.

       Μ’ αὐ­τὸν συ­ναν­τή­θη­κα καὶ ἐ­γὼ καὶ ὠ­φε­λή­θη­κα. Για­τ’ εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος πο­λὺ ἀ­ξι­α­γά­πη­τος καὶ ἐ­λε­η­τι­κὸς καὶ τα­πει­νός. Ἔ­γρα­ψα δὲ καὶ τὸ πα­ρὸν γιὰ νὰ ὠ­φε­λη­θοῦν ὅ­σοι τὸ δι­α­βά­ζουν.

        [Μετάφραση: Γ.Π.]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 62-65.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρί τι­νος ἀ­να­ξί­ου Ἱ­ε­ρέ­ως



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρί τι­νος ἀ­να­ξί­ου Ἱ­ε­ρέ­ως

διήγησις πά­νυ ὠ­φέ­λι­μος καὶ θαυ­μά­σιος


(Ἀν­τε­γρά­φη ἐκ χει­ρο­γρά­φου Χαρτ. Κώδικος 229 ιζ’ αἰῶνος τῆς Ἰ. Μ. Διονυσίου
ὑ­πὸ τοῦ μοναχοῦ Μα­κα­ρί­ου Πα­πα­κυ­ρίλ­λου, Νέ­α Σκή­τη Ἁγ. Ὄ­ρους)

Ν ΤΟΙΣ ΧΡΟΝΟΙΣ οἷς περ ἐ­μαρ­τύ­ρη­σεν ὁ ἅ­γιος με­γα­λο­μάρ­τυς Μερ­κού­ριος ἦν τις ἱ­ε­ρεὺς ἐν τῇ αὐ­τῇ χώ­ρᾳ μέ­θυ­σος πά­νυ· ἀ­εὶ ἐν τοῖς κα­πη­λεί­οις με­τὰ τῶν οἰ­νο­πο­τῶν δι­έ­τρι­βεν. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡ­με­ρῶν, ἄρ­χων τις τῆς αὐ­τῆς χώ­ρας ἔ­στει­λε τὴν ἑ­αυ­τοῦ δού­λην πρὸς τὸν οἶ­κον τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως καὶ ηὗ­ρε τὴν ἑ­αυ­τοῦ πρε­σβυ­τέ­ραν καὶ λέ­γει αὐ­τῇ, ποῦ ἐ­στιν ὁ ἱ­ε­ρεύς; ἡ δὲ λέ­γει· οὐκ οἶ­δας ὅ­τι ἐν τοῖς κα­πη­λεί­οις ἐ­στίν; ἡ δὲ δού­λη τοῦ ἄρ­χον­τος εἶ­πεν. Ὁ αὐ­θέν­της μου μὲ ἔ­στει­λεν ὅ­τι αὔ­ριον ἔ­χει λει­τουρ­γί­αν εἰς μνη­μό­συ­νον τῶν γο­νέ­ων αὑ­τοῦ. Ταῦ­τα εἰ­ποῦ­σα ἀ­πῆλ­θεν. Ἡ δὲ πρε­σβυ­τέ­ρα ἔ­χου­σα καὶ αὐ­τὴ δού­λην εἶ­πε πρὸς αὐ­τήν· ἐ­γὼ μὲν ἀ­πέρ­χο­μαι εἰς τὸν οἶ­κον τῆς μη­τρός μου ὅ­πως κοι­μη­θῶ ἐ­κεῖ, καὶ ὅ­ταν ἔλ­θῃ ὁ αὐ­θέν­της σου ὁ ἱ­ε­ρεύς, ἀ­νά­παυ­σον αὐ­τὸν ἐν τῇ κλί­νῃ κα­λῶς δι­ό­τι μέλ­λει αὔ­ριον λει­τουρ­γῆ­σαι. Ὡς δ’ ἑ­σπέ­ρα ἐ­γέ­νε­το, ἦλ­θεν ὁ ἱ­ε­ρεὺς με­θυ­σμέ­νος πο­λὺ καὶ ἀ­νέ­πε­σεν εἰς τὴν κλί­νην αὑ­τοῦ. Ἡ δὲ δού­λη αὐ­τοῦ ἐ­πει­δὴ εἰ­σῆλ­θεν ὁ δι­ά­βο­λος ἔ­σω αὑ­τῆς ἔ­πε­σε πλη­σί­ον τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως. Ἔ­ξυ­πνος δὲ γε­νό­με­νος ὁ ἱ­ε­ρεύς, συ­νε­γέ­νε­το με­τ’ αὐ­τῆς νο­μί­σας ὅ­τι ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα αὐ­τοῦ ἐ­στί. Πρω­ΐ­ας δὲ γε­νο­μέ­νης, ἐλ­θοῦ­σα ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα ηὗ­ρεν αὐ­τὸν ὑ­πνοῦν­τα ἐν τῇ κλί­νῃ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ. Ἀ­νά­στα ψάλ­λε τὴν ἀ­κο­λου­θί­αν σου, δι­ό­τι ὁ δεῖ­να ἄρ­χων ἔ­χει λει­τουρ­γί­αν τῶν γο­νέ­ων αὐ­τοῦ. Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς στρέ­ψας εἰς τὸ ἕ­τε­ρον μέ­ρος ἀ­φύ­πνω­σε. Καὶ πά­λιν ἐλ­θοῦ­σα ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα λέ­γει· οὐκ εἶ­πα σοι, ἀ­νά­στα, δι­ό­τι μέλ­λεις σή­με­ρον λει­τουρ­γῆ­σαι; Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς μει­διά­σας λέ­γει αὐ­τῇ. Τί λέ­γεις τα­λαί­πω­ρε; οὐκ οἶ­δας τί ἐ­ποι­ή­σα­μεν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἀλ­λὰ λέ­γεις λει­τουρ­γῆ­σαι ἔ­χω; Ἡ δὲ πρε­σβυ­τέ­ρα εἶ­πε· τί ἐ­ποι­ή­σα­μεν; ἐ­γὼ γὰρ ἐν τῷ οἴ­κῳ τοῦ πα­τρός μου ἐ­κοι­μή­θην. Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει· ἐ­γὼ τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἔ­πε­σον με­τὰ γυ­ναι­κός, καὶ τίς ἦν ὁ θη­ρεύ­σας ἡ­μᾶς; Τό­τε ἠ­ρώ­τη­σαν τὴν δού­λην. Ἡ δὲ εἶ­πεν· ὁ Σα­τα­νᾶς ἐ­πεί­ρα­ξέ με καὶ ἔ­πε­σα πλη­σί­ον αὐ­τοῦ, καὶ αὐ­τὸς ἔ­πε­σε με­τ’ ἐ­μοῦ.

       Τό­τε ἔ­κλαυ­σαν καὶ ἐ­λυ­πή­θη­σαν οὐκ ὀ­λί­γον· εἶ­τα λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεύς. Σι­ω­πή­σα­τε μή­πως καὶ εἰς τὰς ἀ­κο­ὰς τῶν κρα­τούν­των εἰ­σέλ­θῃ, καὶ οὐ με­τρί­ως κο­λά­σου­σιν ἡ­μᾶς· ὁ γὰρ Θε­ὸς εὔ­σπλαγ­χνος ἐ­στὶ καὶ πο­λυ­έ­λε­ος, καὶ δι’ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως ἐ­ξι­λε­ώ­σας ἔ­χω αὐ­τόν. Ὅ­μως ἔ­ψαλ­λεν ὀ­λί­γην ἀ­κο­λου­θί­αν αὐ­τοῦ, καὶ ἐν­τρα­πεὶς τὸν ἄρ­χον­τα ἐ­πο­ρεύ­θη λει­τουρ­γῆ­σαι.

       Με­τὰ δὲ τὴν προ­σκο­μι­δήν, ὅ­ταν εἶ­πε τὴν εὐ­χήν, «ὁ Θε­ὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν ὁ τὸν οὐ­ρά­νιον ἄρ­τον κ.λπ.» ἦλ­θεν ὁ ἄγ­γε­λος ἵ­να τε­λει­ώ­σῃ τὰ ἅ­για δῶ­ρα, καὶ ἰ­δὼν τὸν ἱ­ε­ρέ­α, λέ­γει πρὸς αὐ­τόν· ὦ ἀ­φω­ρι­σμέ­νε τοῦ Θε­οῦ, πῶς ἐ­τόλ­μη­σες εἰ­σελ­θεῖν λει­τουρ­γῆ­σαι τὰ θεῖ­α μυ­στή­ρια; οὐκ οἶ­δας ὅ­τι βέ­βη­λος καὶ ἀ­κά­θαρ­τος εἶ διὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­αν, ἣν ἔ­πρα­ξας ἐν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ; ἡ­μεῖς ἀ­σώ­μα­τοι καὶ ἄ­ϋ­λοι ὄν­τες, εὐ­λα­βού­με­θα ἰ­δεῖν τὸ ἅ­γιον πρό­σω­πον τῆς μα­κα­ρί­ας Θε­ό­τη­τος, ἀλ­λὰ ταῖς πτέ­ρυ­ξιν ἡ­μῶν πε­ρι­κα­λύ­πτον­τες τὰ πρό­σω­πα, πα­ρι­στά­με­θα με­τὰ φό­βου καὶ φο­βε­ροῦ τρό­μου, καὶ σὺ κα­τα­φρο­νῶν ἐ­τόλ­μη­σας ἐ­πι­χει­ρῆ­σαι τὰ ἅ­για τῶν ἁ­γί­ων καὶ ἐ­πὶ στό­μα­τος φα­γεῖν μέλ­λεις; Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς ἀν­τεῖ­πεν εἰς τὸν ἄγ­γε­λον. Ἐ­πει­δὴ οὕ­τω μὲ ἀ­φώ­ρι­σας, ἔ­σο καὶ σὺ ἀ­φω­ρι­σμέ­νος. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! εὐ­θὺς ἀ­πε­πτε­ρώ­θη ὁ ἄγ­γε­λος καὶ ἔ­μει­νεν ὡς ἄν­θρω­πος ἐν τῇ ἐκ­κλη­σί­ᾳ· ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς οὐκ εἰ­δὼς τοῦ­το, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν θεί­αν λει­τουρ­γί­αν ἦλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κον τοῦ ἄρ­χον­τος, καὶ ἀ­ρι­στή­σας* τῇ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ ἀ­πῆλ­θεν εἰς τὸν οἶ­κον αὐ­τοῦ. Με­τὰ δὲ ἡ­μέ­ρας τι­νὰς ἀ­πέ­θα­νεν ἄν­θρω­πός τις ἐν τῇ χώ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ, καὶ ἐ­κά­λε­σαν τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ἐ­πὶ τὸ ψάλ­λειν τὸ λεί­ψα­νον, δι­ό­τι ἦ­σαν καὶ ἄλ­λοι ἱ­ε­ρεῖς εἰς ἐ­κεί­νην τὴν χώ­ραν δι­ό­τι ἦν ἡ με­γί­στη. Ἐ­κά­λε­σαν καὶ αὐ­τὸν τὸν ἱ­ε­ρέ­α· καὶ εἰ­πόν­των τῶν ἱ­ε­ρέ­ων τὴν εὐ­χήν, ἦλ­θε καὶ οὗ­τος ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἵ­να εἴ­πῃ τὴν εὐ­χήν. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ὅ­ταν εἶ­πε, «ὅ­τι σὺ εἶ ἡ ἀ­νά­στα­σις, ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­νά­παυ­σις», εὐ­θὺς ὁ νε­κρὸς ἀ­νε­κά­θι­σε, καὶ εἶ­πε πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· ὅ­τι ἂν καὶ νε­κροὺς ἀ­να­στή­σῃς, ἀλ­λ’ οὐκ εἶ ἄ­ξιος τοῦ φο­ρέ­σαι ἐ­πι­τρα­χή­λιον, ἢ λει­τουρ­γῆ­σαι ἢ ποι­ῆ­σαι ἱ­ε­ρα­τι­κόν τι. Καὶ ταῦ­τα εἰ­πὼν ὁ νε­κρὸς πά­λιν κα­τέ­πε­σεν· οἱ δὲ λα­οὶ καὶ οἱ λοι­ποὶ ἱ­ε­ρεῖς ἰ­δόν­τες τὸ πα­ρά­δο­ξον τοῦ­το θαῦ­μα ἐ­ξέ­στη­σαν* ἅ­παν­τες. Εἶ­τα λέ­γου­σι πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· τί ἐ­στὶ τοῦ­το τὸ ἐ­ξαί­σιον καὶ μέ­γα θαῦ­μα; Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­ξω­μο­λο­γή­σα­το ἐ­νώ­πιον πάν­των τὸ ἑ­αυ­τοῦ ἁ­μάρ­τη­μα. Τό­τε λέ­γου­σιν οἱ λοι­ποὶ ἱ­ε­ρεῖς· ἀ­πὸ τοῦ νῦν οὐ συμ­φο­ροῦ­μεν σοι, καὶ ὡς θέ­λεις μό­νος ποί­η­σον. Καὶ ἀ­πῆλ­θε λυ­πού­με­νος ἐν τῷ οἴ­κῳ αὐ­τοῦ, καὶ ἀ­πήγ­γει­λε τὰ γε­νό­με­να. Τό­τε λέ­γει πρὸς τὴν πρε­σβυ­τέ­ραν αὑ­τοῦ· τί ποι­ή­σω ἄρ­τι; ἑ­τέ­ραν ἐ­πι­στή­μην οὐ γι­νώ­σκω, πῶς ἔ­χω θρέ­ψαι ὑ­μᾶς; ἀλ­λ’ οὖν ἀ­πέλ­θω­μεν ἐν ἑ­τέ­ρῳ τό­πῳ, ἔν­θα οὐ­δεὶς γι­γνώ­σκει ἡ­μᾶς, καὶ ἐ­κεῖ­σε­αι δι­α­βι­ώ­σο­μεν τὸ ἐ­πί­λοι­πον τῆς ζω­ῆς ἡ­μῶν.

       Ἀ­να­στάν­τες δὲ ἀ­πῆλ­θον ἐν ἑ­τέ­ρᾳ πό­λει, ὅ­που οὐ­δεὶς ἐ­γί­γνω­σκεν αὐ­τούς, καὶ ἐ­λει­τούρ­γει ἐ­κεῖ­σε. Καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! κα­θὼς ἦν ὅ­τε ἀ­φώ­ρι­σε τοῦ­τον ὁ ἄγ­γε­λος οὕ­τως ἦν, πλὴν τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ἐ­γέ­νε­το μέ­λαν. Ἀ­πο­θα­νού­σης δὲ τῆς πρε­σβυ­τέ­ρας καὶ τῶν τέ­κνων αὐ­τοῦ, μό­νος ἔ­ζη ἐν τρι­α­κο­σί­οις καὶ ἑ­βδο­μή­κον­τα χρό­νοις. Ὅ­μως ὑ­πῆρ­χεν ἐν ἐ­κεί­νῳ τῷ και­ρῷ Μη­τρο­πο­λί­της ἀ­ξι­ό­λο­γος καὶ δί­και­ος πά­νυ. Ἦλ­θεν ἡ ἑ­ορ­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μερ­κου­ρί­ου καί τις ἄρ­χων τῆς πό­λε­ως ἐ­κεί­νης ἑ­ώρ­τα­ζε τὴν τού­του ἑ­ορ­τὴν καὶ προ­σε­κά­λε­σεν ὁ ἄρ­χων τὸν ἀρ­χι­ε­ρέ­α, εὑ­ρέ­θη δὲ καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­κεῖ· εἰς δὲ τὴν τρά­πε­ζαν ἤρ­χι­σεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς καὶ ἐ­δι­η­γεῖ­το τὸ συ­να­ξά­ριον τοῦ ἁ­γί­ου καὶ πλα­τύ­τε­ρον ἔ­λε­γε τοῖς εὑ­ρι­σκο­μέ­νοις ἐν τῇ τρα­πέ­ζῃ, ὁ­πό­τε ὑ­πο­λα­βὼν* ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἔ­φη. Σὺ μὲν δέ­σπο­τά μου ἅ­γι­ε, ἐκ τοῦ ἁ­γί­ου Συ­να­ξα­ρί­ου ἐ­πί­στα­σαι τοὺς τοῦ ἁ­γί­ου ἄ­θλους, ἐ­γὼ δὲ ἀ­κρι­βῶς ἐ­πί­στα­μαι αὐ­τοὺς καὶ δι­ό­τι ἤ­μην ἐ­κεῖ­σε πα­ρὼν καὶ ἔ­βλε­πον κα­λῶς τὸν Μάρ­τυ­ρα ἀ­γω­νι­ζό­με­νον καὶ ἀ­θλοῦν­τα καὶ ὡς ὅ­τι γεί­των μου ἦν, καὶ πολ­λά­κις συ­νε­στιά­θην αὐ­τῷ πρό­τε­ρον. Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἀ­τε­νί­σας πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α ἔ­φη· Σὺ οὔ­πω τεσ­σα­ρα­κον­τού­της ὢν πῶς τὸν ἅ­γιον οἶ­δας; Ἀ­φ’ ὅ­του ἐ­μαρ­τύ­ρη­σεν ὁ ἅ­γιος Μερ­κού­ριος μέ­χρι τοῦ νῦν ὑ­πο­λο­γί­ζον­ται ἔ­τη 370, καὶ σὺ οὔ­πω ἦ­ γε­γεν­νη­μέ­νος καὶ ταῦ­τα οἶ­δας; Τοῦ δὲ με­θ’ ὅρ­κου εἰ­πόν­τος ὅ­τι ἀ­λη­θῶς λέ­γει καὶ οὐ ψεύ­δε­ται. Ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἔ­γνω ὅ­τι ἦν τι πρὸς αὐ­τόν*· καὶ λα­βὼν αὐ­τὸν κα­τ’ ἰ­δί­αν λέ­γει αὐ­τῷ. Εἰ­πέ μοι πάν­τα τὰ κα­τὰ σὲ ἐν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει κα­θα­ρᾷ. Τό­τε ὁ ἱ­ε­ρεὺς ἐ­ξεῖ­πε πάν­τα ὅ­σα ἐ­ποί­η­σε, καὶ πῶς ἐ­ξέ­πε­σε με­τὰ τῆς δού­λης αὐ­τοῦ, καὶ πῶς με­τὰ ἀγ­γέ­λου ἀ­φο­ρι­σθέν­τες, ἀ­συν­δι­αλ­λά­γη­τοι ἔ­μει­ναν. Τό­τε ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς εἶ­πεν αὐ­τῷ· γί­νω­σκε ὅ­τι ὑ­πὸ τοῦ ἀγ­γέ­λου εἶ δε­δε­μέ­νος, καὶ μέ­χρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνή­σκεις εἰς ἀ­πε­ράν­τους αἰ­ῶ­νας, ἀλ­λ’ ἄ­πελ­θε εἰς τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν ἐ­κεί­νην ἔν­θα τὸν δε­σμὸν ἐ­ποι­ή­σα­τε δι­ό­τι ἔ­τι καὶ νῦν ὁ ἄγ­γε­λος ἐ­κεῖ ἐ­στίν, ἐ­πει­δὴ ὁ εἷς τὸν ἕ­τε­ρον ἔ­δη­σεν. Ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς ἀ­πε­κρί­θη· οὐ δύ­να­μαι, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ δέ­σπο­τά μου, τοῦ­το ποι­ῆ­σαι, δι­ό­τι τὸ δι­ά­στη­μα τῆς ὁ­δοῦ ἀ­πέ­χει πο­λύ, καὶ ἔ­ξο­δον οὐκ ἔ­χω, ἀλ­λ’ οὐ­δὲ ἵπ­πος μοι ἐ­στὶ πρὸς ἱπ­πα­σί­αν.

       Τό­τε λέ­γει ὁ Ἀρ­χι­ε­ρεὺς πρὸς αὐ­τόν· «ἐ­ὰν μὴ πο­ρευ­θῇς ἐ­κεῖ­σε, οὔ­τε σὺ τε­λευ­τᾷς, οὔ­τε ὁ ἄγ­γε­λος πτε­ροῦ­ται ὅ­πως ἀ­νέλ­θῃ εἰς οὐ­ρα­νούς.» Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς πά­λιν οἰ­κτεί­ρας αὐ­τὸν ἀ­πο­κρί­νε­ται. «Ἐ­πει­δὴ λέ­γεις ὅ­τι οὐκ ἰ­σχύ­εις, ποι­ή­σω ἔ­λε­ος πρὸς σέ, καὶ πο­ρευ­θῶ­μεν ὁ­μοῦ καὶ δώ­σω σοι ἵπ­πον καὶ τὸ ἔ­ξο­δον ἐ­γὼ ποι­ή­σω.» Καὶ εὐ­θὺς εἴ­χον­το τῆς ὁ­δοῦ*, καὶ ἀ­πῆλ­θον ἕ­ως τῆς χώ­ρας τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως· ἡ δὲ ἦν ἠ­ρη­μω­μέ­νη καὶ οὐ­δέ­να ηὗ­ραν, οὔ­τε οἰ­κί­αν οὔ­τε ἄλ­λο τι. Ὁ οὖν ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἠ­ρώ­τη­σεν, αὕ­τη σου ἐ­στὶν ἡ χώ­ρα; καὶ ὁ ἱ­ε­ρεὺς αὐ­τὴ ἐ­στίν, ἀλ­λ’ ἠ­ρη­μώ­θη, Δέ­σπο­τά μου ἅ­γι­ε· καὶ ὁ ἀρ­χι­ε­ρεύς, οὐ γι­νώ­σκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α; καὶ ἀ­τε­νί­σας ὁ ἱ­ε­ρεὺς εἶ­δε δέν­δρα ὡς ἀ­πὸ δι­α­στή­μα­τος τῆς πο­τὲ χώ­ρας αὐ­τοῦ καὶ εἶ­πεν· ὡς εἰ­κά­ζω, ἐ­κεῖ ὅ­που φαί­νον­ται τὰ δέν­δρα ἐ­στὶν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α.» καὶ πο­ρευ­θέν­τες ἐ­κεῖ, ηὗ­ραν τὸν να­ὸν κε­χα­λα­σμέ­νον, πλὴν ὀ­λί­γον μέ­ρος ἐκ τοῦ ἁ­γί­ου βή­μα­τος ἵ­στα­το, καὶ ἀ­φ’ οὗ ἐ­κεῖ­σε ἐ­πέ­ζευ­σαν ἐκ τῶν ἵπ­πων, λέ­γει ὁ ἀρ­χι­ε­ρεύς· «ἄ­πελ­θε εἰς τὸ βῆ­μα» καὶ εἰ­σελ­θὼν ὁ ἱ­ε­ρεὺς ηὗ­ρε τὸν ἄγ­γε­λον ἱ­στά­με­νον ἐ­κεῖ­σε· καὶ λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­τι ζῇς πτω­χὲ ἱ­ε­ρεῦ; ὁ δὲ ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει· ναὶ ἔ­τι ζῶ· ἀλ­λὰ καὶ σὺ ἔ­τι αὐ­τοῦ ἵ­στα­σαι; καὶ λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος· κα­λῶς ἦλ­θες ἵ­να συγ­χω­ρη­θῶ­μεν συ­ναλ­λή­λως. Λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεὺς εὐ­λό­γη­σον ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε τοῦ Θε­οῦ, συγ­χώ­ρη­σόν μοι. Ὁ δὲ ἄγ­γε­λος εἶ­πε· συγ­χώ­ρη­σον ἐ­μοὶ σὺ πρῶ­τον, καὶ τό­τε κἀ­γὼ σοί, δι­ό­τι ἐ­ὰν συγ­χω­ρή­σω σοι πρῶ­τον, ἔ­χεις ἀ­να­λῦ­σαι* αὐ­τῇ τῇ ὥ­ρᾳ, καὶ ἐ­γὼ μέ­νω εἰς τὸν δε­σμόν. Τό­τε λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεύς· ἐ­ὰν καὶ ἐ­γὼ συγ­χω­ρή­σω σοι, ἔ­χεις πτε­ρω­θῆ­ναι καὶ ἀ­νελ­θεῖν εἰς τοὺς οὐ­ρα­νούς, καὶ ἐ­γὼ μέ­νω εἰς τὸν δε­σμόν. Τό­τε λέ­γει ὁ ἄγ­γε­λος· ὀ­μνύ­ω εἰς τὸν θρό­νον τοῦ Θε­οῦ τὸν ἀ­σά­λευ­τον, ὅ­τι οὐ μὴ ἀ­φή­σω σε ἐν τῷ δε­σμῷ. Ὁ δὲ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ταῦ­τα δι­ή­κου­εν ἔ­ξω­θι. Ὅ­θεν λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεὺς πρὸς τὸν ἄγ­γε­λον «ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἂς εἶ­σαι συγ­χω­ρη­μέ­νος πα­ρ’ ἐ­μοῦ τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ». Καὶ εὐ­θὺς ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! ἐ­πτε­ρώ­θη ὁ ἄγ­γε­λος καὶ ἔ­πτη εἰς τὸ ὕ­ψος, καὶ εἶ­πε πρὸς τὸν ἱ­ε­ρέ­α· ἂς εἶ­σαι συγ­χω­ρη­μέ­νος καὶ σὺ ὦ πρε­σβύ­τε­ρε· καὶ πρὶν τε­τε­λει­ῶ­σθαι τοῦ ἀγ­γέ­λου τὴν φω­νὴν εὑ­ρέ­θη­σαν τὰ ὀ­στέ­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως σω­ρη­δὸν ἐν τῷ τό­πῳ οὗ εἰ­στή­κει. Ὅ­θεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς εἶ­πε πρὸς τὸν ἄγ­γε­λον· ὦ ἅ­γι­ε ἄγ­γε­λε, δέ­ο­μαί σου πλή­ρω­σόν μοι μί­αν αἴ­τη­σιν καὶ ψάλ­λε τι­νὰ ἀγ­γε­λι­κὸν ὕ­μνον ἵ­να ἀ­κού­σω κἀ­γώ. Ὁ δὲ ἄγ­γε­λος εἶ­πε· τοῦ­το οὐκ ἔ­στι δυ­να­τόν· ἐν ᾗ ὥ­ρᾳ ἀ­κού­σης τῆς ἀγ­γε­λι­κῆς φω­νῆς, ἀ­να­λῦ­σαι ἔ­χεις τῶν τῇ­δε· οὐκ ἔ­ξε­στι γὰρ σάρ­κα θνη­τὴν ἀ­κοῦ­σαι ἀγ­γέ­λου φω­νὴν καὶ ζῆ­σαι· πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐ­ποί­η­σας καὶ εἰς ἐ­μὲ καὶ εἰς τὸν ἱ­ε­ρέ­α με­γά­λην ἀ­γα­θω­σύ­νην μέ­νε ὀ­λί­γον ἵ­να ἀ­νέλ­θω ἕ­ως τρί­τον τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, καὶ ψάλ­λω ἐ­κεῖ­σε καὶ ἀ­κού­σας μό­λις δυ­νή­σει βα­στά­σαι. Ὅ­θεν ἀ­νελ­θὼν ἕ­ως τρί­τον οὐ­ρα­νοῦ ἔ­ψαλ­λε τὸ ἀλ­λη­λού­ϊ­α· ἐκ δὲ τῆς γλυ­κεί­ας με­λῳ­δί­ας ἔ­πε­σεν ὁ ἀρ­χι­ε­ρεὺς ἐ­πὶ τῆς γῆς ὡ­σεὶ νε­κρός, ἕ­ως τρεῖς ὥ­ρας καὶ μό­λις καὶ χα­λε­πῶς συ­νελ­θὼν εἰς ἑ­αυ­τὸν ἀ­νέ­στη. Εἶ­τα τῷ Θε­ῷ εὐ­χα­ρι­στή­σας ὑ­πέ­στρε­ψεν εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν αὐ­τοῦ, καὶ ἔ­γρα­ψε τὴν δι­ή­γη­σιν ταύ­την τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως εἰς πολ­λῶν ὠ­φέ­λειαν, ἵ­να ἀ­κού­ον­τες καὶ ἡ­μεῖς οἱ ρά­θυ­μοι δι­ορ­θώ­με­θα, καὶ προ­σε­κτι­κοὶ καὶ σπου­δαῖ­οι γι­νώ­με­θα, κα­θα­ροί τε λο­γι­σμῶν αἰ­σχρῶν καὶ ἐ­πι­θυ­μι­ῶν ἀ­πρε­πῶν. Ὅ­τε τὴν ἱ­ε­ρω­σύ­νην ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν ὀ­φεί­λο­μεν εἶ­ναι ἀ­μέ­το­χοι λα­γνεί­ας καὶ ἀ­σελ­γεί­ας, δι­ό­τι ὁ ἔ­χων ἐ­πι­θυ­μί­αν εἰς πορ­νεί­αν καὶ εἰς σαρ­κι­κὰ καὶ εἰς ἄλ­λα πά­θη, πο­λυ­φα­γί­αν τε καὶ πο­λυ­πο­σί­αν, μέ­θην καὶ φι­λαρ­γυ­ρί­αν, μνη­σι­κα­κί­αν, κε­νο­δο­ξί­αν, ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, ἀ­νά­ξιος κα­θί­στα­ται τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης καὶ κα­τα­φρο­νη­τὴς καὶ ὑ­βρι­στὴς τῶν Ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων· διὰ τοῦ­το προ­ο­φεί­λο­μεν ἀ­μί­αν­τοι ὑ­πάρ­χειν, ὅ­τε μέλ­λο­μεν πα­ρί­στα­σθαι τῇ ἁ­γί­ᾳ Τρα­πέ­ζῃ καὶ ὅ­τε τὴν φρι­κτὴν ἱ­ε­ρουρ­γί­αν ἐ­πι­τε­λοῦ­μεν. Πολ­λοὶ τι­νὲς κα­τα­φρο­νη­τι­κῶς ταύ­την ἐ­πι­τε­λοῦ­σι, καὶ οὔ­τε ἐ­ξο­μο­λό­γη­σιν ποι­οῦ­σιν, οὔ­τε τὴν συ­νή­θη ἀ­κο­λου­θί­αν ψάλ­λου­σιν, ὣς μὴ μέλ­λον­τες δῆ­θεν ἀ­πο­θα­νεῖν, οἱ κα­τ’ ἐ­μὲ τά­λα­νες, ἀ­μνη­μο­νοῦν­τες τὴν φο­βε­ρὰν τοῦ Κυ­ρί­ου ρη­τὴν ἐν­το­λήν, ὁ γνοὺς τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ μὴ ποι­ή­σας, πολ­λὰ δα­ρή­σε­ται· ἤ­γουν ὅ­ποι­ος ἠ­ξεύ­ρει τὸ θέ­λη­μά μου καὶ δὲν τὸ κά­μνει, ἐ­κεῖ­νος με­γά­λως θὰ κο­λα­σθῇ. Τὸ λοι­πὸν ἀ­δελ­φοί μου ἰ­δοὺ ἐ­μά­θα­μεν, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο τι εἰς τὴν γῆν με­γα­λύ­τε­ρον τῆς ἱ­ε­ρω­σύ­νης, οὔ­τε βα­σι­λεί­α, οὔ­τε ἄλ­λο τί­πο­τε, καὶ ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­νά­ξιος τῆς θεί­ας μυ­στα­γω­γί­ας καὶ δὲν παύ­σῃ, ἐ­κεῖ­νον ἐ­ὰν τὸν εὕ­ρῃ ὁ θά­να­τος ἀ­με­τα­νό­η­τον κο­λά­ζε­ται με­τὰ τοῦ Ἰ­ού­δα τοῦ Ἰ­σκα­ρι­ώ­του, εἰς ἐ­κεί­νην τὴν κό­λα­σιν ὅ­που ἄλ­λη χει­ρο­τέ­ρα δὲν εἶ­ναι. Τοί­νυν καὶ ἡ­μεῖς οἱ ἀ­να­γι­νώ­σκον­τες καὶ ἀ­κού­ον­τες ταῦ­τα, ἐκ­βι­α­σώ­με­θα ἑ­αυ­τοὺς ἀ­πὸ πά­σης ἁ­μαρ­τί­ας, καὶ ποι­ή­σω­μεν τὸ θέ­λη­μα τοῦ φι­λαν­θρώ­που Θε­οῦ, ὅ­πως ἀ­ξι­ω­θῶ­μεν τῆς ἐκ δε­ξι­ῶν αὐ­τοῦ πα­ρα­στά­σε­ως εἰς τὴν δευ­τέ­ραν αὐ­τοῦ Πα­ρου­σί­αν, καὶ κλη­ρο­νό­μοι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν γε­νώ­με­θα με­τὰ τῶν δι­καί­ων· ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ τῷ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν, ᾧ ἡ δό­ξα καὶ τὸ κρά­τος καὶ ἡ προ­σκύ­νη­σις, σὺν τῷ ἀ­νάρ­χῳ αὐ­τοῦ Πα­τρί, καὶ τῷ Πα­να­γί­ῳ καὶ ἀ­γα­θῷ καὶ ζω­ο­ποι­ῷ αὐ­τοῦ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.


ἀ­ρι­στή­σας: ἀφοῦ προγευμάτισε.
ἐ­ξέ­στη­σαν: ἔμειναν ἔκθαμβοι.
ὑ­πο­λα­βών: ἀφοῦ ἔλαβε τὸ λόγο.
ἦν τι πρὸς αὐ­τόν: κάτι συνέβαινε μ’ αὐτόν.
εἴ­χον­το τῆς ὁ­δοῦ: πῆραν τὸ δρόμο.
ἔ­χεις ἀ­να­λῦ­σαι: μπορεῖ νὰ διαλυθεῖς.


Πη­γή: περ. Ἁ­γι­ο­ρεί­τι­κη Βι­βλι­ο­θή­κη, ἀρ. 197-198, Βό­λος, Ἰ­α­νουά­ριος – Φε­βρουά­ριος 1953, σς 34-36 καὶ ἀρ. 199-200, Βό­λος, Μάρ­τιος Ἀ­πρί­λιος 1953, σς 83-85 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Τσικνοπέμπτη



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Τσι­κνο­πέμ­πτη


ΤΡΑΓΩΔΙΑ προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ­λο­κλη­ρώ­να­με τὸ τρί­το ἐ­πει­σό­διο: «Ὁ δό­λος, τὸ εἶ­ναι καὶ φαί­νε­σθαι, ἡ γνώ­ση καὶ ἡ ἄ­γνοι­α» ἦ­ταν τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς ἑ­νό­τη­τας.

       Στὸ χῶ­ρο τοῦ σχο­λεί­ου ἔ­τρε­χαν γε­γο­νό­τα καὶ ἀ­να­μέ­νον­ταν ἐ­ξε­λί­ξεις.

       «Τοὺς ἔ­πια­σε χθές, ὁ ἄν­τρας της σὲ ραν­τε­βου­δά­κι» εἶ­πε ἕ­να πρω­ὶ ὁ Μίλ­τος.

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ καὶ τὴν Ἀγ­γλι­κοῦ. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως δὲν ἄ­νοι­ξε μύ­τη. Δὲν ἔ­μα­θα πο­τὲ ποὺ κα­τέ­λη­ξε ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀλ­λὰ ὅ­λα ἔ­δει­χναν νὰ κυ­λοῦν φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Τί­πο­τε δὲν τα­ρα­κού­νη­σε τὴν τελ­μα­τώ­δη ἀ­κι­νη­σί­α τοῦ σχο­λι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος.

       «Ἡ γέν­νη­ση τοῦ δρά­μα­τος, ὁ Δι­θύ­ραμ­βος καὶ οἱ γι­ορ­τὲς τοῦ Δι­ο­νύ­σου ἐ­πα­νά­λη­ψη γιὰ τέ­στ τὴν ἄλ­λη Τε­τάρ­τη», ἀ­να­κοί­νω­σα στὴν τρί­τη Γυ­μνα­σί­ου πα­ρα­μο­νὲς Τσι­κνο­πέμ­πτης, ἀ­πο­βλέ­πον­τας μὲ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη νὰ ἀ­φο­μοι­ω­θοῦν κά­ποι­ες βα­σι­κὲς γνώ­σεις πρὶν χα­θοῦν στὴ λή­θη τοῦ χρό­νου.

       Τὸ βρά­δυ τῆς Τσι­κνο­πέμ­πτης τὸ κέ­φι στὴν τα­βέρ­να εἶ­χε κο­ρυ­φω­θεῖ. Κρα­σί, χο­ρὸς καὶ μιὰ κα­λὴ μι­κρὴ ὀρ­χή­στρα ὁ­δή­γη­σαν σὲ ἔ­ξα­ψη καὶ ἔκ­στα­ση τοὺς φαι­νο­με­νι­κὰ ἄ­καμ­πτους στὴ σχο­λι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα συ­να­δέλ­φους. Κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα ὅ­λοι ἦ­ταν στὴν πί­στα. Τὰ ζευ­γά­ρια ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν. «Κα­νεὶς δὲν ἦ­ταν κα­νε­νὸς» σὲ κεῖ­νο τὸ μπου­λού­κι τῶν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νων προ­σώ­πων τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς ἄγ­γι­ζε τὴν ἱ­ε­ρὴ μα­νί­α. Τρεῖς φο­ρὲς ἕ­να χέ­ρι μοῦ χά­ι­δε­ψε τὸ σβέρ­κο καὶ πέ­ρα­σε τρυ­φε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου. Δὲν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου, ἀλ­λὰ τῆς δι­ευ­θύν­τριας.

       Χα­ρά­μα­τα φύ­γα­με πα­ρα­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴν τα­βέρ­να τοῦ χω­ριοῦ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με κα­νο­νί­σει νὰ πᾶ­με τὰ παι­διὰ ἐκ­δρο­μή. Ὅ­λοι ἀ­πο­φεύ­γα­με με­τα­ξὺ μας νὰ κοι­τα­ζό­μα­στε γιὰ πο­λὺ στὰ μά­τια, σὰν νὰ ὑ­πῆρ­χε μυ­στι­κὴ συμ­φω­νί­α. Τὸ ὕ­φος μας, στὴ μί­νι συ­νε­δρί­α­ση ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κρα­τή­σει τὰ προ­σχή­μα­τα. Ἕ­να «ὤ­πα», ποὺ πέ­τα­ξε ὁ γυ­μνα­στής, μᾶς ἔ­κα­νε νὰ ξε­σπά­σου­με σὲ ἕ­να σύν­το­μο γέ­λιο.

       Τὴ Δευ­τέ­ρα κου­βεν­τι­ά­ζον­τας τὸ θέ­μα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς πί­στης στὴν «Ἑ­λέ­νη», προ­σπά­θη­σα νὰ ἐμ­βα­θύ­νουν οἱ μα­θη­τὲς στὴν ἔν­νοι­α τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τῆς πε­ρι­πέ­τειας. Δὲν ἔ­δει­ξαν νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ δύ­ο.

       Στὸ τέ­λος τῆς ἑ­βδο­μά­δας ὁ Μίλ­τος μὲ πλη­σί­α­σε στὸ τρί­το δι­ά­λειμ­μα καὶ ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κὰ στὸ αὐ­τί μου: «Ἔ­χου­με δι­α­ζύ­γιο.»

       Ἔκ­πλη­κτος σή­κω­σα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­να καὶ κοί­τα­ξα τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ ποὺ κα­θό­ταν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς αἴ­θου­σας. «Ὄ­χι αὐ­τός», μουρ­μού­ρι­σε πά­λι ὁ Μίλ­τος. «Ὁ Κώ­στας».

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν Κώ­στα ποὺ δί­δα­σκε τὸ μά­θη­μα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ὁ Κώ­στας ἦ­ταν κον­τὰ στὰ πε­νῆν­τα πέν­τε. Εἴ­κο­σι χρό­νια παν­τρε­μέ­νος, μὲ τρί­α παι­διά.

       «Κρί­μα, εἶ­πα. Πο­λὺ κρί­μα. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ ὑ­παί­τιος;» ρώ­τη­σα μὲ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Μίλ­τος ὕ­ψω­σε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ βλέμ­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε μὲ νό­η­μα τὴ δι­ευ­θύν­τρια, ἡ ὁ­ποί­α μὲ γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη φω­το­τυ­ποῦ­σε ἔγ­γρα­φα στὸ μο­να­δι­κὸ φω­το­τυ­πι­κὸ τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ μας σχο­λεί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν πα­λιὸ καὶ κα­θὼς λει­τουρ­γοῦ­σε βογ­κοῦ­σε καὶ βρυ­χό­ταν. Ὁ ἦ­χος του ἔ­μοια­ζε μὲ ἠ­χὼ ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε ἀ­πὸ βα­θιὰ δαι­δα­λώ­δη σπη­λιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).



		

	

Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Κρέας


 

Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Κρέ­ας


ΓΚΑΒΙΑ’ΤΙΝΑ, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ πρῶ­τες λέ­ξεις ποὺ ἔ­μα­θα, οἱ μό­νες ποὺ θυ­μᾶ­μαι. Τώ­ρα νὰ μὲ ρω­τή­σεις πῶς εἶ­ναι, ἂς ποῦ­με, τὸ εὐ­χα­ρι­στῶ στὰ ρώ­σι­κα, θὰ κά­νω καὶ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νὰ σοῦ πῶ σπα­σίμ­πα. Βο­δι­νό, ἀρ­νί, κο­τό­που­λο – σασ­λίκ, στὴ σού­βλα. Τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας ποὺ ἔ­χω φά­ει πο­τέ. Τρί­α χρό­νια ἔ­κα­τσα. Κα­λὰ ἤ­τα­νε, δὲν ἔ­χω πα­ρά­πο­νο. Βα­ρε­τὰ κά­πο­τε μέν, ὁ χει­μώ­νας δὲν τὸ κου­νοῦ­σε. Στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση νὰ δι­αρ­κοῦ­σε ἕ­ξι μῆ­νες, στὴ χει­ρό­τε­ρη ὀ­κτώ. Χει­μώ­νας ὅ­μως, ὄ­χι ἀ­στεῖ­α! Πλὴν τριά­ντα, πλὴν σα­ράν­τα καὶ βά­λε. Στοὺς πλὴν εἴ­κο­σι καὶ στοὺς πλὴν δε­κα­πέν­τε ἔ­λε­γες μπαί­νει ἡ ἄ­νοι­ξη ἢ σερ­γι­α­νά­ει ἀ­κό­μα τὸ φθι­νό­πω­ρο. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ή μας ὅ­μως ἦ­ταν στα­θε­ρή, βρέ­ξει —ποὺ δὲν ἔ­βρε­χε—, χι­ο­νί­σει —ποὺ χι­ό­νι­ζε τοῦ πού­στη—, φυ­σή­σει, ποὺ φύ­σα­γε ἀ­έ­ρας σο­βα­ρός, νὰ σὲ πά­ρει καὶ νὰ σὲ ση­κώ­σει. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ὴ σή­μαι­νε Café Real. Ἦ­ταν τρι­ώ­ρο­φο τὸ μα­γα­ζί, ἀ­πί­στευ­τα κὶτς —παρ­δα­λὲς κουρ­τί­νες, πλα­στι­κὰ λου­λού­δια, τέ­τοι­α— καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ φω­τει­νό. Καὶ κυ­ρί­ως θο­ρυ­βῶ­δες. Ἡ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σῶν. Τὸ ἔ­χουν αὐ­τὸ οἱ ντό­πιοι. Ἀ­κοῦ­νε τὰ πάν­τα καὶ παν­τοῦ στὴ δι­α­πα­σῶν. Πᾶς στὸ μπάρ, φω­νά­ζεις. Μπαί­νεις στὸ τα­ξί, δυ­να­μώ­νει ὁ τα­ξι­τζῆς τὴ μου­σι­κὴ μὲ τὸ ποὺ σὲ βλέ­πει, φω­νά­ζεις – νὰ τὸ χα­μη­λώ­σει. Δὲν κα­τά­λα­βα πο­τὲ για­τί. Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς λί­γες τέ­χνες, ἡ μου­σι­κή, ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν. Τί νὰ ἀ­να­πτύ­ξεις μὲ τέ­τοι­α βα­ρυ­χει­μω­νιά, ἐ­ξάλ­λου; Τὴ μου­σι­κή, μό­νο μὲ ἕ­να δί­χορ­δο ντόμ­πρα δη­λα­δή, καὶ τὴν ποί­η­ση. Γιὰ θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ οὔ­τε λό­γος. Στὸ Café Real λοι­πὸν πη­γαί­να­με κά­θε Πα­ρα­σκευ­ή – ἦ­ταν τὸ πα­νη­γυ­ρι­κὸ κλεί­σι­μο ἄλ­λης μιᾶς δύ­σκο­λης ἑ­βδο­μά­δας. Καὶ κα­θό­μα­σταν πάν­τα στὸν τρί­το ὄ­ρο­φο. Πα­ραγ­γέλ­να­με σασ­λὶκ γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ με­ρί­δες ἦ­ταν τε­ρά­στι­ες, τὰ κομ­μά­τια τῆς σού­βλας με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, ἀλ­λὰ κομ­μέ­να κα­λά: ἄ­φθο­να κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­να κομ­μά­τια ψη­τοῦ κρέ­α­τος ἔ­κα­ναν τὸ κα­λύ­τε­ρο σασ­λὶκ σὲ ὅ­λη τὴν πό­λη, μὴ σοῦ πῶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα! Ζου­με­ρὸ ὅ­σο πρέ­πει, ψη­μέ­νο ὅ­σο πρέ­πει, μὲ λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἁ­λά­τι ἀ­πὸ ὅ,τι θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ ἕ­ναν Με­σο­γεια­κὸ μὲ χο­λη­στε­ρό­λη, πί­ε­ση καὶ τὰ τοια­ῦτα, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σο πραγ­μα­τι­κὰ πρέ­πει. Τρώ­γα­με σὰν νὰ ἤ­μα­σταν αἰ­ώ­νια πει­να­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ μα­σού­σα­με ἀρ­γά. Ἀρ­γά, σὰν νὰ μὴ θέ­λα­με νὰ ἀ­δειά­σουν πο­τὲ οἱ πι­α­τέ­λες μὲ τὸ κρέ­ας. Καὶ με­τά, κα­τὰ τὶς ἐν­τε­κά­μι­σι, ἔ­βγαι­ναν τὰ κο­ρί­τσια. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­νά­μω­νε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, τὰ φῶ­τα μό­νο τό­τε χα­μή­λω­ναν, γιὰ νὰ ἁ­πλώ­σουν στὸν χῶ­ρο πρά­σι­να καὶ κόκ­κι­να φω­το­ρυθ­μι­κὰ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς. Καὶ ἔ­βγαι­ναν. Καὶ χό­ρευ­αν. Ἀ­να­το­λί­τι­κα. Κά­τι μπού­τια, κά­τι στή­θη, ἕ­να λί­κνι­σμα συγ­χρο­νι­σμέ­νο καὶ νω­χε­λι­κὸ καὶ τὰ δά­χτυ­λα νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ­νε θελ­κτι­κὰ ἀ­πὸ τοὺς καρ­πούς… Καὶ ἐ­μεῖς νὰ θαυ­μά­ζου­με καὶ νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­με ἀρ­γὰ ἀ­κό­μα γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα ἀ­πὸ τὶς γεν­ναι­ό­δω­ρες πι­α­τέ­λες. Ναί, στὸ Café Real σέρ­βι­ραν τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας. Νὰ μὴν ξέ­ρεις τί νὰ πρω­το­φᾶς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα


ΝΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ παν­τρε­μέ­νη γυ­ναί­κα καὶ μὴ μπο­ρών­τας νὰ τὴ δε­λε­ά­σει, ἔ­πια­σε ἕ­να μά­γο καὶ τοῦ εἶ­πε: «Κά­νε την νὰ μὲ ἀ­γα­πή­σει ἢ κά­νε κά­τι γιὰ νὰ τὴ δι­ώ­ξει ὁ ἄν­τρας της.» Καὶ ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τὴν ἀ­μοι­βή, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὶς μα­γι­κές του μαγ­γα­νεῖ­ες καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται φο­ρά­δα. Ὅ­ταν ἦρ­θε λοι­πὸν ὁ ἄν­τρας της ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ τὴν εἶ­δε, ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ποὺ στὸ κρε­βά­τι του ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη μιὰ φο­ρά­δα. Κλαί­ει καὶ ὀ­δύ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος· μι­λά­ει στὸ ζῶ­ο καὶ ἀ­πάν­τη­ση δὲν παίρ­νει. Πα­ρα­κα­λεῖ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ· τοὺς φέρ­νει μέ­σα, τοὺς τὴ δεί­χνει καὶ λύ­ση δὲν βρί­σκει. Ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες οὔ­τε χόρ­το ἔ­φα­γε ὡς φο­ρά­δα, οὔ­τε ψω­μὶ ὡς ἄν­θρω­πος, στε­ρη­μέ­νη κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο τρο­φές. Τε­λι­κά, γιὰ νὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ φα­νεῖ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου, ἦρ­θε λο­γι­σμὸς στὸν ἄν­τρα της νὰ τὴν πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο· καὶ ἀ­φοῦ τῆς ἔ­βα­λε κα­πί­στρι σὰν ἄ­λο­γο, τὴν πῆ­γε στὴν ἔ­ρη­μο. Κα­θὼς λοι­πὸν πλη­σί­α­ζαν, στά­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοὶ κον­τὰ στὸ κελ­λὶ τοῦ Μα­κα­ρί­ου, ἐ­πι­τι­μών­τας τὸν ἄν­τρα της καὶ λέ­γον­τας: «Τί τὴν ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά­δα;» Καὶ τοὺς λέ­ει: «Γιὰ νὰ ἐ­λε­η­θεῖ». Τοῦ λέ­νε: «Καὶ τί ἔ­χει;» Τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα του καὶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἄ­λο­γο, καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι τρεῖς μέ­ρες ποὺ δὲν ἔ­χει φά­ει τί­πο­τα. Τὸ ἀ­να­φέ­ρουν στὸν Ἅ­γιο ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ προ­σευ­χό­ταν· δι­ό­τι τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ προ­σευ­χό­ταν γι’ αὐ­τήν. Ἀ­πο­κρί­νε­ται λοι­πὸν στοὺς ἀ­δελ­φοὺς ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος καὶ τοὺς λέ­ει: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε ἄ­λο­γα, ποὺ ἔ­χε­τε μά­τια ἀ­λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε, πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῶν ἀ­πα­τη­μέ­νων.» Καὶ ἀ­φοῦ εὐ­λό­γη­σε νε­ρὸ καὶ τὴν πε­ρι­έ­λου­σε κα­θὼς ἦ­ταν γυ­μνή, εὐ­χή­θη­κε· καὶ ἀ­μέ­σως τὴν ἔ­κα­νε νὰ φα­νεῖ σὲ ὅ­λους γυ­ναί­κα. Κι ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σε τρο­φή, τὴν ἔ­κα­με νὰ φά­ει, καὶ τὴν ἀ­πέ­λυ­σε μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἐ­νῶ αὐ­τὴ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Κύ­ριο. Καὶ τὴ συμ­βού­λευ­σε λέ­γον­τας: «Νὰ μὴ λεί­ψεις πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε νὰ ἀ­πό­σχεις ἀ­πὸ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α· δι­ό­τι αὐ­τὰ σοῦ συ­νέ­βη­σαν, ἐ­πει­δὴ γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες δὲν προ­σῆλ­θες στὰ μυ­στή­ρια.»



Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1980, σς 54-55.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]