Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Μιὰ νίκη σὲ διαγωνισμὸ ζωγραφικῆς


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Μιὰ νί­κη σὲ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς


ΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΥ 1964, προ­κει­μέ­νου νὰ ἑ­ορ­τα­σθοῦν τὰ τε­τρα­κό­σια χρό­νια ἀ­πὸ τὴν γέν­νη­ση τοῦ Σαίξ­πηρ, τὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο τῆς Ἀ­θή­νας προ­κή­ρυ­ξε δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς, στὸν ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­σαν νὰ συμ­με­τέ­χουν οἱ μα­θη­τὲς τῆς δευ­τε­ρο­βαθ­μί­ου ἀ­πὸ σύμ­πα­σα τὴν Ἐ­πι­κρά­τεια. Τὰ ἔρ­γα ποὺ θὰ ὑ­πε­βάλ­λον­το, ἐ­λευ­θέ­ρας τε­χνι­κῆς ἀλ­λὰ ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα ἐ­πὶ πε­νήν­τα ἑ­κα­το­στά, θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξαί­σιο δρά­μα Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα τοῦ κο­ρυ­φαί­ου Ἄγ­γλου δρα­μα­τουρ­γοῦ.

          Ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ βρῶ κά­ποι­ο πρω­τό­τυ­πο θέ­μα συμ­με­το­χῆς. Ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ φι­λό­λο­γος, κυ­ρί­α Μα­ρί­α Ἀ­λε­ξο­πού­λου, εἶ­χε κα­τα­στή­σει σα­φὲς ὅ­τι ὁ συ­να­γω­νι­σμὸς θὰ ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα σκλη­ρός, λό­γῳ τοῦ με­γά­λου ἀ­ριθ­μοῦ συμ­με­τε­χόν­των καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, μιᾶς «πλη­ρέ­στε­ρης προ­ε­τοι­μα­σί­ας, θε­ω­ρη­τι­κῆς καὶ τε­χνι­κῆς, τῶν συμ­μα­θη­τῶν μας τῆς πρω­τεύ­ου­σας».

          Μέ­ρες δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὴν πρω­το­τυ­πί­α τοῦ θέ­μα­τος κρυ­βό­ταν τὸ κλει­δὶ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας.

         Με­τὰ ἀ­πὸ δέ­κα ἡ­μέ­ρες, σχε­δόν, δύ­σκο­λων νυ­χτῶν (καὶ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λο­τέ­ρων ἡ­με­ρῶν), πά­νω σε ἕ­να δη­μι­ουρ­γι­κὸ πα­ρο­ξυ­σμό, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ζω­γρα­φί­σω τὴ συμ­μα­θή­τριά μου Κα­ρυ­στι­νά­κη, ποὺ κα­θό­ταν πάν­τα στὸ πρῶ­το θρα­νί­ο καὶ ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη μα­θή­τρια στὴν τά­ξη, ντυ­μέ­νη Ἰ­ου­λι­έ­τα.

         Τὴν ζω­γρά­φι­σα «ὁ­λόρ­θη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη μέ­σ’ στὴ νύ­χτα, ἐ­πά­νω στὸν πύρ­γο της, μὲ φόν­το τὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὸ φου­στά­νι της ποὺ κυ­μά­τι­ζε ἐ­λα­φριὰ στὸ φύ­ση­μα τοῦ ζε­φύ­ρου, μὲ πά­νω της κά­τι τὸ ἐ­ξω­τι­κό».

         Τὸ τρί­μη­νο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, ποὺ με­σο­λά­βη­σε μέ­χρι τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση τῶν ἀ­πο­τε­λε­σμά­των, τὴν ἔ­βλε­πα ποὺ καὶ ποὺ ἀ­πὸ μα­κριά, στὴν πα­ρα­λί­α. Ἤ­θε­λα νὰ κερ­δί­σω πιὸ πο­λὺ γιὰ ἐ­κεί­νη, γιὰ νὰ δεί­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πό­σο ὄ­μορ­φη ἦ­ταν.


         Το ἐρ­γά­κι μου τε­λι­κὰ δὲν προ­κρί­θη­κε.

         Ὅ­μως λί­γο πρὶν τὰ Χρι­στού­γεν­να, μπό­ρε­σα νὰ δῶ στὸ Φι­λο­λο­γι­κὸ Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σό, ὅ­που ἐ­κτέ­θη­καν τὰ δι­α­κρι­θέν­τα ἔρ­γα, τὸν ἑ­αυ­τό μου ντυ­μέ­νο Ρω­μαῖ­ο, στὸ βρα­βευ­μέ­νο ἔρ­γο τῆς συμ­μα­θή­τριάς μου. Στὴ γω­νί­α, κά­τω δε­ξιά, εἶ­χε γρά­ψει «Ἄν­δρος» (τὸ νη­σί της) καὶ δί­πλα ἀ­κρι­βῶς εἶ­χε βά­λει τὴν ὑ­πο­γρα­φή της: Νί­κη Κ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος, 1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


Advertisements

Σύρμου Βάνια: Τερματικὸς σταθμός


Βά­νια Σύρ­μου


Τερ­μα­τι­κὸς σταθ­μός


15.42. ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑ. Τὸ τρέ­νο μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸν Πει­ραι­ὰ φθά­νει σὲ δύ­ο λε­πτά. Ἡ πλατ­φόρ­μα γε­μί­ζει κό­σμο. Στέ­κε­ται κον­τὰ στὴν κί­τρι­νη γραμ­μή. Οἱ μύ­τες τῶν πα­που­τσι­ῶν της μό­λις ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πε­ρι­μέ­νει τὸ τρέ­νο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Δὲν κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι, εἶ­ναι σί­γου­ρη πὼς θὰ­ ’ρ­θεῖ στὴν ὥ­ρα του. Τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα χω­ρὶς κα­μιὰ ἐ­ξαί­ρε­ση. Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη στὶς 15.40 βρί­σκε­ται στὸ σταθ­μό. Τὴν ὁ­δη­γοῦν τὰ πό­δια της, χω­ρὶς πάν­τα νὰ τὸ θέ­λει. Μὲ σκυμ­μέ­νο κε­φά­λι καὶ ὤ­μους κυρ­τοὺς κοι­τά­ζει τὸ ὅ­ριο τῆς κί­τρι­νης γραμ­μῆς. Τὸ βά­ρος της γέρ­νει πρὸς τὰ μπρός. Πε­ρι­μέ­νει νὰ ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου, ν’ ἀ­νοί­ξουν οἱ πόρ­τες καὶ νὰ κρυ­φτεῖ στὸ βα­γό­νι.

         Τὸ τρέ­νο φθά­νει στὴν ὥ­ρα του. Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Κά­θε­ται κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὴν προ­τι­μᾶ αὐ­τὴ τὴ θέ­ση. Μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­λα­φρὰ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ βα­γο­νιοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνᾶ τὸ στι­βαγ­μέ­νο πλῆ­θος ποὺ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὶς χει­ρο­λα­βές, πα­ρα­δο­μέ­νο στὴν κού­ρα­ση τοῦ ἀ­πο­με­σή­με­ρου. Στὸ πρό­σω­πό της δι­α­κρί­νεις μιὰ σύ­σπα­ση πό­νου. Τὸ βλέμ­μα της ἄ­δει­ο πλα­νι­έ­ται ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ βα­γό­νι. Ὁ ἕ­νας σταθ­μὸς δι­α­δέ­χε­ται τὸν ἄλ­λο χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει. Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, τὰ δέν­τρα, τὰ κα­τα­στή­μα­τα, οἱ δρό­μοι τρέ­χουν μπρο­στά της χω­ρὶς νὰ τὰ βλέ­πει. Κλεί­νει τὰ μά­τια σφι­χτὰ καὶ προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­δειά­σει τὴ σκέ­ψη της προ­ση­λώ­νον­τας τὴν προ­σο­χή της στὸν ἦ­χο τοῦ τρέ­νου.

         Ὅ­ταν τὰ ξα­να­νοί­γει, τὸ βλέμ­μα της συ­ναν­τᾶ τὸ χα­μό­γε­λο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ στέ­κε­ται στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­κρη τοῦ βα­γο­νιοῦ. Κοι­τά­ζει ἀ­μέ­σως ἀλ­λοῦ προ­σπα­θών­τας νὰ τὸν ἀ­πο­φύ­γει. Βυ­θί­ζε­ται ξα­νὰ σὲ σκέ­ψεις χα­ζεύ­ον­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

          «Συγ­γνώ­μη, γνω­ρι­ζό­μα­στε;» Μιὰ φω­νὴ στα­θε­ρὴ καὶ θερ­μὴ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τ’ ­ἀ­ρι­στε­ρά της. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια ξαφ­νι­α­σμέ­νη. Ὁ νε­α­ρὸς ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θε­ται τώ­ρα δί­πλα της , δι­α­τρέ­χει μὲ τὸ βλέμ­μα του τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει: «Γνω­ρι­ζό­μα­στε;». «Σ’ ἐ­μέ­να μι­λᾶ­τε;» τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἐ­νο­χλη­μέ­νη. «Ναί, σᾶς κοι­τά­ζω ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ σᾶς ξέ­ρω». Βρί­σκει τὸ κλι­σέ του συμ­πα­θη­τι­κό, για­τὶ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο φι­λι­κὸ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό της ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­μου­διά­ζει. Τὰ φρύ­δια της βρί­σκουν ξα­νὰ τὴν ἤ­ρε­μη θέ­ση τους. Δι­α­τη­ρεῖ τὴ σο­βα­ρό­τη­τά της. «Δὲ νο­μί­ζω» ἀ­παν­τᾶ κο­φτὰ καὶ κοι­τά­ζει μπρο­στά. Μιὰ κυ­ρία στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κά­θι­σμα πα­ρα­κο­λου­θεῖ ἀ­δι­ά­κρι­τα τὴ σκη­νή. Περ­νοῦν ἕ­να- δυ­ὸ λε­πτὰ ἀ­μη­χα­νί­ας.

         Και­ρὸ εἶ­χαν νὰ τὴν κοι­τά­ξουν ἔ­τσι στὰ μά­τια.Τό ‘χει σχε­δὸν ξε­χά­σει. Πρέ­πει νά ‘ναι κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ χρό­νια νε­ό­τε­ρός της. Ἔ­χει τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῆς νε­ό­τη­τας. Θάρ­ρος, θρά­σος ἢ καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. «Λοι­πόν;». «Λοι­πὸν τί;». Φτιά­χνει ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὰ ἀ­τη­μέ­λη­τα μαλ­λιά της. «Φαί­νε­στε λυ­πη­μέ­νη». «Ναί, μιὰ δυ­σά­ρε­στη εἴ­δη­ση» τοῦ ἀ­παν­τὰ μὲ μιὰ ἀ­πρό­σμε­να γιὰ ἐ­κεί­νη ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση. «Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ σᾶς ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα». Ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα του καὶ τῆς προ­σφέ­ρει ἕ­να λου­λού­δι στὸ σχῆ­μα τῆς κα­μέ­λιας, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο γκο­φρὲ χαρ­τί. «Τὰ φτιά­χνω ὁ ἴ­διος». Δεύ­τε­ρη ἔκ­πλη­ξη. Μοιά­ζει μὲ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γι­κὸ κόλ­πο. Τολ­μᾶ νὰ τὸν κοι­τά­ξει κα­τά­μα­τα. Βλέμ­μα ἤ­ρε­μο στὸ χρῶ­μα τοῦ με­λιοῦ. «Πο­λὺ ὄ­μορ­φο! Εὐ­χα­ρι­στῶ» τοῦ χα­μο­γε­λά. Δὲν ξέ­ρει για­τί, ἀλ­λὰ θέ­λει νὰ τολ­μή­σει. «Ὡ­ραῖ­ο χα­μό­γε­λο! Πρέ­πει νὰ χα­μο­γε­λᾶ­τε συ­χνό­τε­ρα». Κι ἄλ­λο κλι­σέ. Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι φάρ­σα ἀρ­χί­ζει νὰ τὸ δι­α­σκε­δά­ζει. «Ποῦ κα­τε­βαί­νε­τε;». «Καλ­λι­θέ­α». «Μὰ μό­λις πε­ρά­σα­με τὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο». Κά­νει νὰ ση­κω­θεῖ πα­νι­κό­βλη­τη μα­ζεύ­ον­τας τὴ τσάν­τα της. Τὴν στα­μα­τᾶ πι­ά­νον­τάς της τὸ χέ­ρι. «Τί θὰ ‘λε­γες γιὰ ἕ­να κα­φὲ στὸν Πει­ραι­ά; Πλη­σι­ά­ζου­με…». Ξαφ­νι­ά­ζε­ται. Ρί­χνει μιὰ ἀ­μή­χα­νη μα­τιὰ γύ­ρω της, μή­πως τοὺς κοι­τά­ζουν. Εὐ­τυ­χῶς τὸ βα­γό­νι ἔ­χει μι­σο­α­δειά­σει. Ξα­να­κά­θε­ται. Κοι­τά­ζει τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι ποὺ κρα­τά­ει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι της. Ἡ μο­να­ξιά της τὴν πε­ρι­μέ­νει σπί­τι εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα. Ἄς πε­ρι­μέ­νει λί­γο ἀ­κό­μα. Στὸ κά­τω-κά­τω δὲ σοῦ χα­ρί­ζουν κά­θε μέ­ρα… χάρ­τι­να λου­λού­δια. «Ναί, για­τί ὄ­χι;» Ἐ­ξάλ­λου, ἔ­χουν ἤ­δη φτά­σει στὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μό.

         Οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν. Βγαί­νουν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φρὰ στὴν πλά­τη δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι ζευ­γά­ρι. Προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο αἰφ­νι­δι­ά­ζε­ται ἀ­πὸ μιὰ πα­ρέ­α τεσ­σά­ρων νε­α­ρῶν ποὺ τοὺς κλεί­νουν τὸ δρό­μο χει­ρο­κρο­τών­τας. Ὁ συ­νο­δός της φαί­νε­ται νὰ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ ση­κώ­νον­τας τὰ χέ­ρια ψη­λὰ σὲ στά­ση θριά­μβου.

         «Κα­λά, φί­λε δὲν παί­ζε­σαι! Μὲ τὴ ση­με­ρι­νή σου ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­νέ­βη­κες ἐ­πί­πε­δο στὸ ‘HUMAN CATCH’! Ὁ χρό­νος ποὺ τερ­μά­τι­σες ἦ­ταν κα­τα­πλη­κτι­κός!» Ἀ­κού­ει τὰ ἐν­θου­σι­ώ­δη σχό­λια τῆς πα­ρέ­ας ποὺ τὸν ἐ­πι­βρα­βεύ­ει γιὰ τὸ ὑ­ψη­λὸ σκόρ. Αὐ­τὸ ποὺ κα­τα­φέρ­νει νὰ δεῖ στὶς ὀ­θό­νες τῶν κι­νη­τῶν τους κα­θὼς τὰ κ­ρα­δαί­νουν θριαμ­βευ­τι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­αυ­τός της, ἀ­πα­θα­να­τι­σμέ­νος σὲ μιὰ κλεμ­μέ­νη στιγ­μὴ στὸ βα­γό­νι τοῦ τρέ­νου, μὲ τὸ σύ­νο­λο τῶν κερ­δι­σμέ­νων πόν­των κά­τω δε­ξιά. Μὲ βλέμ­μα ἀ­κί­νη­το τὸν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει. Δὲν τῆς ἀ­παν­τᾶ. Τὸν βλέ­πει νὰ ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους γε­λών­τας μὲ τὴν ἄ­νε­ση τοῦ νι­κη­τῆ.

         Χω­ρὶς νὰ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις, κα­τευ­θύ­νε­ται μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο τοῦ σταθ­μοῦ, ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς στὸ χέ­ρι της κρα­τά­ει ἀ­κό­μη τὸ χάρ­τι­νο λου­λού­δι. Δὲν τὸ πε­τᾶ. Τὸ κρα­τᾶ γιὰ νὰ τῆς θυ­μί­ζει τί δὲν πρέ­πει πιὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρίο ντὲ Τζαέιρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» τοῦ τμή­μα­τος Ἐ­πι­στη­μῶν τῆς Προ­σχο­λι­κῆς Ἀ­γω­γῆς καὶ τοῦ Ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ Σχε­δια­σμοῦ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Αἰ­γαί­ου. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α.


 

Ἀλεξάνδρα Σάνδη: Τὰ γενέθλια


Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη


Τὰ γε­νέ­θλια


ΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ τὰ γε­νέ­θλιά του. Ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ στὸ γρα­φεῖ­ο δὲν ἔ­χει ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Δὲ δου­λεύ­ει. Δὲν προ­λα­βαί­νει, ἔ­χει τό­σες εὐ­χὲς νὰ ἀ­παν­τή­σει. Στὸ φέ­ισ­μπουκ, στὸ μέ­ιλ, στὸ κι­νη­τό. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ‘χει πά­ρει ἄ­δεια σή­με­ρα ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναί­κα του δὲν τὸν ἄ­φη­σε. Ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο τα­ξί­δι. Οἱ εὐ­χὲς κα­τα­φθά­νουν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὁ ἦ­χος εἰ­δο­ποί­η­σης εἶ­ναι χα­μη­λω­μέ­νος ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὸς γιὰ νὰ τὸν δι­ε­γεί­ρει. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἀ­κού­ει τοῦ γαρ­γα­λᾶ τὸ στο­μά­χι. Γι’ αὐ­τὸν δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὸ πράγ­μα νὰ ἀ­παν­τᾶ σὲ εὐ­χές. Εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­κτι­κός. Νὰ μὴν ἀ­δι­κή­σει κα­νέ­ναν, νὰ μὴ φα­νεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο ἐγ­κάρ­διος, νὰ μὴ δώ­σει δι­και­ώ­μα­τα. Σὲ αὐ­τοὺς ποὺ γρά­φουν τὸ ὄ­νο­μά του στὴν εὐ­χή, γρα­φεῖ κι αὐ­τὸς τὸ δι­κό τους. Ὑ­πο­λο­γί­ζει πά­νω κά­τω τὶς λέ­ξεις καὶ ἀ­παν­τᾶ μὲ ἀν­τί­στοι­χο νού­με­ρο. Ἂν ἡ εὐ­χὴ πε­ρι­λαμ­βά­νει χα­ρι­τω­μέ­να εἰ­κο­νί­δια, καὶ μό­νο τό­τε, προ­σθέ­τει κι αὐ­τός, πάν­τα κά­τι κα­λαί­σθη­το. Με­τρᾶ τὰ θαυ­μα­στι­κὰ καὶ ἀν­τα­πο­δί­δει μὲ ἀ­κρί­βεια. Σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὰ κα­τα­φέρ­νει μιὰ χα­ρά. Ἔ­χει πιὰ χτί­σει μέ­θο­δο. Ἐ­νί­ο­τε χαί­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ μέ­θο­δό του πα­ρὰ μὲ τὸν κό­σμο ποὺ τοῦ εὔ­χε­ται. Συ­χνὰ πυ­κνὰ τσε­κά­ρει τὸ ἰν­μπόξ. Ξέ­ρει πὼς ἂν ἐ­κεί­νη τοῦ στεί­λει θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα τῆς γυ­ναί­κας του. Ἔ­τσι ἐλ­πί­ζει του­λά­χι­στον. Κά­νει συ­νε­χῶς ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα μή­πως αὐ­τὸ φταί­ει καὶ δὲ φτά­νει τὸ μή­νυ­μα. Κά­θε ἀ­να­νέ­ω­ση καὶ μιὰ νέ­α ἐλ­πί­δα ποὺ σύν­το­μα δι­α­λύ­ε­ται σὲ ἄ­πει­ρα σω­μα­τί­δια σκό­νης μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρω­ί, συ­νε­χί­ζει νὰ ἐλ­πί­ζει.

         Ἡ γυ­ναί­κα του καρ­δι­ο­χτυ­πᾶ μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κοι­τά­ει καὶ ξα­να­κοι­τᾶ τὸν τοῖ­χο του. Ξέ­ρει ὅ­τι ἂν ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νι­στεῖ θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά. Φο­βᾶ­ται ὅ­μως τὴν πρό­κλη­ση, αὐ­τὴ ποὺ δὲ θὰ ἀ­φή­σει πε­ρι­θώ­ρια γιὰ τυ­φλὰ ση­μεῖ­α καὶ σι­ω­πές. Κά­νει συ­χνὰ ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα. Σφίγ­γε­ται, φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι βλέ­πει τὴ φω­το­γρα­φί­α της, αὐ­τὴ μὲ τὸ κόκ­κι­νο μπι­κί­νι καὶ τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα πό­δια. Πό­σο ἀ­ψε­γά­δια­στα εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ πό­δια. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­με­νε μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη νὰ τὰ χα­ζεύ­ει. Ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ χαί­ρε­ται πο­λὺ ποὺ ὑ­πάρ­χουν τό­σο τέ­λεια πό­δια. Χαί­ρε­ται νὰ τὰ βλέ­πει. Σή­με­ρα ὅ­μως τρέ­μει. Τρέ­μει καὶ μό­νο στὴν ἰ­δέ­α τους. Ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν φα­νεῖ. Εἶ­ναι πρω­ί. Συ­νε­χί­ζει νὰ τρέ­μει.

         Εἶ­ναι με­ση­μέ­ρι. Ἐ­κεί­νη τρέ­μει ἡ­μί­γυ­μνη πά­νω σε ἕ­να κρε­βά­τι. Τρέ­μει καὶ βογ­γά­ει. Τὸ σῶ­μα της εἶ­ναι ὑ­γρὸ καὶ γυ­α­λί­ζει ἔν­το­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς. Κλεί­νει τὰ μά­τια. Τὸ φῶς φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Τὰ μα­κριά της πό­δια δι­πλώ­νουν πρὸς τὸ στῆ­θος της. Τὸ σῶ­μα της μοιά­ζει νὰ βρί­σκε­ται σὲ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἔκ­στα­ση σὰν νὰ δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Ξάφ­νου ἡ ἀ­νά­σα της γί­νε­ται γρή­γο­ρη, τό­σο γρή­γο­ρη. Δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θεῖ σὲ ἕ­να πη­γαῖ­ο οὐρ­λια­χτό.

         Εἶ­ναι με­σά­νυ­χτα. Ἐ­κεῖ­νος κλεί­νει τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ μοι­ρα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ὁ δι­χα­σμὸς του γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὸς ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα. Κα­τα­λα­βαί­νει. Τὸν πλη­σιά­ζει. Ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται. Συ­ζη­τοῦν γιὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους προ­ο­ρι­σμούς.

         Ἐ­κεί­νη μᾶλ­λον κοι­μᾶ­ται. Τὰ πό­δια της, ἀ­νή­συ­χα προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦν ἀ­πὸ τὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι. Μοιά­ζει νὰ ζε­σταί­νε­ται. Δί­πλα της, τὸ νε­ο­γέν­νη­το κοι­μᾶ­ται βα­θιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ τὴν Ἰ­α­τρι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὴ Σχό­λη τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ



		

	

Λίλη Μιχαηλίδου: Γυάλινος δίσκος


Λί­λη Μι­χα­ηλί­δου


Γυ­ά­λι­νος δί­σκος


[…Τὸ ἄγγιγμα ἑ­νὸς πο­λύ­τι­μου βι­βλί­ου ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε γιὰ τὸν Μέντελ

ὅ,­τι γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο ἡ συ­νεύ­ρε­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα…]


Στέ­φαν Τσβά­ιχ

Ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης Μέν­τελ


ΑΘΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ἀπὸ τὸν πάγ­κο, ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Ὑ­πο­λο­γί­ζω τὸ ὕ­ψος του, ἕ­να καὶ ἑ­βδο­μήν­τα πέν­τε, ἴ­σως καὶ ὀ­γδόν­τα, λε­πτός, κα­στα­νὰ μαλ­λιὰ ἕ­ως τοὺς ὤ­μους· κά­ποι­ες στιγ­μὲς τοῦ­φες ξε­φεύ­γουν καὶ πέ­φτουν στὸ πρό­σω­πό του, τὶς παίρ­νει ἁ­πα­λὰ καὶ τὶς στε­ρε­ώ­νει πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἀ­φτιά. Τὰ μά­τια του ἔ­χουν τὴν σπιρ­τά­δα τῆς νι­ό­της καὶ ἐκ­πέμ­πουν τὴ σι­γου­ριὰ πὼς κα­τέ­χουν αὐ­τὸ ποὺ κοι­τά­ζουν. Οἱ κι­νή­σεις του γρή­γο­ρες, σβέλ­τες σὰν θε­ρι­στῆ· τὰ δά­χτυ­λά του μὲ μα­ε­στρί­α χα­ϊ­δεύ­ουν τὰ πλῆ­κτρα τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ, ὅ­πως θὰ χά­ι­δευ­αν ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να δί­νει πλη­ρο­φο­ρί­ες στοὺς πε­λά­τες γιὰ τὸ ποῦ θὰ βροῦν, ποι­ὸ βι­βλί­ο.

        Ἀ­παν­τᾶ σὲ ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ βι­βλί­α, γιὰ συγ­γρα­φεῖς, γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, γιὰ συγ­γράμ­μα­τα, ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, ὁ­δη­γούς, λε­ξι­κά· ση­κώ­νε­ται πά­ει στὰ ρά­φια, προ­σθέ­τει νέ­α βι­βλί­α, με­τα­κι­νεῖ τὰ πα­λιά. Τὸ ὅ­λο πα­ρου­σι­α­στι­κό του μοιά­ζει μὲ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς ἄλ­λου βι­βλί­ου ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις στὰ ρά­φια, οὔ­τε εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο γιὰ δι­ά­βα­σμα.

        Ἀ­πὸ μι­κρὸς μπαι­νό­βγαι­νε σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ γεύ­ση τῶν βι­βλί­ων. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει, βρῆ­κε ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ζη­τοῦ­σε. Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἔ­γνοι­α του, προ­σέ­δι­δε στὰ βι­βλί­α μιὰ δι­κή τους, ξε­χω­ρι­στὴ ζω­ή. Τὶς ὧ­ρες ἐρ­γα­σί­ας δὲν ἦ­ταν μό­νος, ἔ­νι­ω­θε ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω του· οἱ πε­λά­τες δὲν στα­μα­τοῦ­σαν νὰ μπαι­νο­βγαί­νουν, νὰ ψά­χνουν, νὰ ρω­τοῦν, νὰ δι­α­βά­ζουν, νὰ ἀ­γο­ρά­ζουν, νὰ πα­ραγ­γέλ­νουν, νὰ συ­ζη­τοῦν, νὰ ἀ­να­λύ­ουν, νὰ ἀ­πορ­ρο­φοῦν καὶ νὰ χορ­ταί­νουν μὲ νέ­ες καὶ πα­λι­ὲς ἐκ­δό­σεις, ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζαν. Τὰ βι­βλί­α, ἔ­λε­γε, συν­δέ­ουν τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, τοὺς βο­η­θοῦν νὰ ξε­περ­νοῦν τὴ γεύ­ση τοῦ ἐ­φή­με­ρου καὶ τῆς λή­θης.

        Κά­θο­μαι στὸ κα­φὲ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Εἶ­ναι γε­μά­το κό­σμο ποὺ ρου­φά­ει κι ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸν κα­φὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­τι τὰ βι­βλία. Παίρ­νω ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ φυλ­λο­με­τρῶ, μὰ τὰ μά­τια μου εἶ­ναι στραμ­μέ­να πά­νω του. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, μὲ κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ μὲ νό­η­μα· συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά του. Ὁ κό­σμος πε­ρι­μέ­νει οὐ­ρὰ στὸ τα­μεῖ­ο, ὄ­χι γιὰ πο­λύ, για­τί ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­ται γρή­γο­ρα. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ νε­α­ρή, μὲ μα­κριὰ ἴ­σια μαλ­λιά, τζίν, πα­πού­τσια πά­νι­να, τα­γά­ρι σταυ­ρω­τὸ στὸν ὦ­μο της.

        Τὰ μά­τια του πέ­φτουν πά­νω της, αὐ­τὴ κοκ­κι­νί­ζει, δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ σει­ρά της, αὐ­τὸς βι­ά­ζε­ται νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τοὺς πε­λά­τες μπρο­στά της, τὸ βλέ­πω στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ δά­χτυ­λά του στὸ τα­μεῖ­ο. Φτά­νει ἡ σει­ρά της, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δὲν θέ­λει νὰ τε­λει­ώ­σει, τὸ βλέμ­μα του τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, τὰ μά­γου­λά της κοκ­κι­νί­ζουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μα­ζὶ μὲ τὰ βι­βλί­α, τῆς βά­ζει στὴν τσάν­τα κι ἕ­να χαρ­τά­κι, ἴ­σως τὸ τη­λέ­φω­νό του, σκέ­φτο­μαι.

        Ἡ νε­α­ρή τὰ παίρ­νει καὶ κά­θε­ται στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Βγά­ζει ἕ­να-ἕ­να τὰ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ φυλ­λο­με­τρᾶ, τὰ ξα­να­βά­ζει στὴν τσάν­τα. Στὸ χέ­ρι της εἶ­ναι τώ­ρα τὸ χαρ­τά­κι τοῦ βι­βλι­ο­πώ­λη. Μὲ γρή­γο­ρη κί­νη­ση βά­ζω τὰ γυα­λιά μου, τὸ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι σω­στό, μὰ κά­τι μὲ σπρώ­χνει νὰ κοι­τά­ξω τὸ ση­μεί­ω­μα, «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη» γρά­φει, ἡ καρ­διά μου σκιρ­τά­ει λὲς καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο γιὰ μέ­να. Μὲ συγ­κί­νη­σε, πρῶ­τα ἡ χει­ρο­νο­μί­α μὲ τὸ χαρ­τὶ καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη». Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη νέ­οι ρο­μαν­τι­κοὶ στὶς μέ­ρες μας; Σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χουν, νὰ ποὺ τὸ βλέ­πω μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια.

        Ἡ κο­πέ­λα δι­πλώ­νει τὸ χαρ­τά­κι καὶ τὸ βά­ζει στὸ τα­γά­ρι της. Ση­κώ­νει τὰ μά­τια νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Δὲν ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Τὸν ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα της. Τὸν εἶ­δε στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ μιὰ κο­πέ­λα κα­τε­βά­ζον­τας βι­βλί­α ἀ­πὸ τὰ ψη­λὰ ρά­φια. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκά­λα, τὴν παίρ­νει πα­ρά­με­ρα, τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ τῆς δί­νει στὰ πε­τα­χτὰ ἕ­να φι­λί. Ἡ νε­α­ρὴ δί­πλα μου πα­γώ­νει. Στὰ μά­τια της ἄ­να­ψε μιὰ ἔκ­πλη­ξη ἀ­νά­μει­κτη μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ξα­να­βγά­ζει τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, τὸ τσα­κί­ζει στὴ χού­φτα της, ση­κώ­νε­ται καὶ τὸ πε­τά­ει πά­νω στὸν πάγ­κο, δί­πλα στὴν τα­μεια­κὴ μη­χα­νή. Ὥ­σπου νὰ ψά­ξω νὰ δῶ ποῦ ἦ­ταν ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, ἡ κο­πέ­λα εἶ­χε ἤ­δη βγεῖ στὸ δρό­μο.

        Ἔ­νι­ω­σα κά­τι νὰ σπά­ει μὲ πά­τα­γο, σὰν ἕ­νας γυ­ά­λι­νος δί­σκος μὲ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου, νὰ πέ­φτει στὸ μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα καὶ τὰ κομ­μά­τια τους νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται σὲ ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ κα­φέ…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λη Μι­χα­η­λί­δου (Λευ­κω­σί­α). Ποί­η­ση. Πε­ζο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ πό­λη δὲν θέ­λει συ­στά­σεις (Με­λά­νι, ἀ­φη­γή­μα­τα, 2011). Ποι­ή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Νάγια Κουτρουμάνη: Ἡ κρουαζιέρα


Νά­για Κου­τρου­μά­νη


Ἡ κρουαζιέρα


 ΗΛΙΟΣ ΕΔΥΕ καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες κοι­τά­ζον­τας τὸν ἴ­διο οὐ­ρα­νό. Τὰ σύν­νε­φα δὲν κου­νι­όν­του­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν μεί­νει κολ­λη­μέ­να στὸ τα­βά­νι, ἄλ­λα στρογ­γυ­λά, ἄλ­λα τε­τρά­γω­να, ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­κλει­ναν οἱ ἑ­ται­ρεῖ­ες καὶ κο­πά­δια κου­στου­μι­ῶν κα­τέ­βαι­ναν τὴν ὄ­χθη, σὰν μιὰ πο­λι­τι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση πιγ­κου­ί­νων. Μπλὲ καὶ γκρὶ κου­στού­μια μὲ πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες γύ­ρω ἀ­πὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νους λαι­μοὺς ποὺ λα­χτα­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­πιοῦν δρο­σε­ρὲς γου­λι­ὲς μπύ­ρας ἀ­πὸ τὰ πὰμπ τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Εἶ­χε κρύ­ο ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα καὶ οἱ ἀ­νά­σες τους ἔ­βγαι­ναν σὰν ξε­φυ­σή­μα­τα μι­κρῶν δρά­κων, ἑ­νώ­νον­ταν κά­που κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι τους καὶ πέ­φτα­νε βα­ρι­ὲς πά­νω στὸν πά­γο ποὺ εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ στὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα τῆς ὄ­χθης.

          Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­νῶ ἔ­πλε­ε ἀ­νά­σκε­λα πά­νω στὸ νε­ρό, τὸ ἕ­να χέ­ρι της μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο καὶ χο­ρευ­τι­κὸ σὰ φτε­ρού­γα κύ­κνου, τὸ ἄλ­λο πι­α­σμέ­νο μέ­σα στὴ χον­τρή, μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα, φυ­λα­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ βρεγ­μέ­νο μαλ­λί, ἄ­βου­λο νὰ προ­βά­λει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀν­τί­στα­ση. Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα ξε­κά­θα­ρα, για­τί τὰ μά­τια της ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτα στὸ φῶς καὶ στὴν κί­νη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τά­με­ση. Ἀλ­λὰ πα­ρ’ ὅ­λες τὶς εἰ­κό­νες καὶ τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κά­νει τὶς δου­λει­ὲς τῆς Κυ­ρια­κῆς. Δὲν εἶ­χε βά­λει μπου­γά­δα, δὲν εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ντου­λά­πια τῆς κου­ζί­νας, δὲν εἶ­χε τι­νά­ξει τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ, δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας οὔ­τε εἶ­χε σφουγ­γα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε μα­γει­ρέ­ψει. Δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὶς πα­τά­τες, δὲν τὶς εἶ­χε βά­λει προ­σε­κτι­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μπού­τι τοῦ ἀρ­νιοῦ, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­χε ρί­ξει ἁ­λά­τι οὔ­τε ρί­γα­νη οὔ­τε εἶ­χε στύ­ψει λε­μό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ λί­πος καὶ τὸ λά­δι. Ὁ φοῦρ­νος ἦ­ταν σβη­στός. Καὶ τό­σο κρύ­ος ὅ­σο τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

          Τὸ πο­τά­μι τὴν με­τέ­φε­ρε ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ δε­ξιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι του­ρι­στῶν ποὺ κοί­τα­ζαν τὰ νε­ρά, τὴν εἶ­δε. Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε μιὰ κραυ­γὴ καὶ ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὰ κου­στού­μια, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄλ­λοι χω­ρίς, ἔ­στρε­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους κα­τα­πά­νω της. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μὴν τῆς εἶ­χε φύ­γει τὸ μέ­ι­καπ ποὺ κά­λυ­πτε τὴ χλω­μή της ὄ­ψη καὶ τῆς ἔ­δι­νε λί­γο χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα.

          Τὸ πλῆ­θος ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει καὶ νὰ τὴν δεί­χνει μὲ ἀ­πρέ­πεια. Τῆς θύ­μι­σε πῶς οὔρ­λια­ζε κι ἐ­κεῖ­νος τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν γαύ­γι­σμα λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου, ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε ρά­ψει τὴν τρύ­πα στὴν κάλ­τσα του. Εἶ­χε δί­κιο νὰ ἐ­κνευ­ρι­στεῖ. Τῆς τὸ εἶ­χε πεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη, μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της, τὸ ξέ­χα­σε. Τοῦ ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, για­τί κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τὴ φω­νή του, ὅ­τι τὸ λα­ρύγ­γι του εἶ­χε στε­γνώ­σει. Τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε πά­νω της. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, μὲ τὴ θερ­μο­κρα­σί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Ἄρ­χι­σε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ ντου­λά­πια πί­σω της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε, θὰ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ, θὰ ἔ­βλε­πε τη­λε­ό­ρα­ση καὶ θὰ ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν ὅ­πως ἔ­κα­νε τό­σες φο­ρές. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν τῆς πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, ὅ­τι θὰ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι ποὺ φύ­λα­γε τὰ μα­χαί­ρια, θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ πιὸ κο­φτε­ρό, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸ θε­ω­ρεῖ δι­κό της, τὸ μα­χαί­ρι ποὺ παίρ­νει μα­ζί της ἀ­κό­μη καὶ στὶς δι­α­κο­πὲς καὶ θὰ τὴν ἔ­σκι­ζε παν­τοῦ, μὲ τέ­τοι­α ἀ­κρί­βεια, ποὺ τῆς θύ­μι­σε τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­κα­νε στὸ χοι­ρι­νὸ μπού­τι γιὰ νὰ βά­λει μέ­σα το ἀ­ρω­μα­τι­κό της βού­τυ­ρο μὲ δεν­τρο­λί­βα­νο καὶ θυ­μά­ρι.

          Αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­δι­κη­μέ­νη, για­τὶ τὸν φρόν­τι­ζε τρί­α χρό­νια τώ­ρα μὲ ὅ­λη της τὴν ἀ­γά­πη. Τὸν φι­λοῦ­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ραί­ω­ναν τὰ μαλ­λιά του, τοῦ ἔ­φτια­χνε τὸν για­κά, τὸν χά­ι­δευ­ε ὅ­πο­τε κα­θό­ταν δί­πλα της. Συ­νή­θως ἐ­κεῖ πά­νω στὸν κα­να­πέ, βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

          Καὶ τώ­ρα, νὰ ποὺ πλέ­ει πά­νω στὸ κρύ­ο νε­ρό, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν κρου­α­ζι­έ­ρα ποὺ τῆς εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ. Ἐ­νο­χλεῖ­ται ποὺ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα ποὺ πο­τὲ δὲν φο­ρά­ει ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ καὶ ποὺ ἕ­να σω­ρὸ ἄ­γνω­στοι τὴ δεί­χνουν καὶ φω­νά­ζουν. Κά­νει τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει. Κα­μώ­νε­ται πὼς δὲν τοὺς βλέ­πει καὶ κοι­τά­ζει τὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να καὶ ἀ­κού­νη­τα. Κα­θὼς ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ βά­φει ρὸζ καὶ βι­ο­λε­τιά, τῆς φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­λα ἡ­συ­χά­ζουν. Ὅ­τι ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι ὁ πα­φλα­σμὸς πά­νω στὸ σῶ­μα της. Ἕ­νας ρυθ­μὸς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὸς καὶ σί­γου­ρος, ποὺ τὴν ἀ­να­κου­φί­ζει, κα­θὼς σι­γὰ-σι­γὰ τὸ πο­τά­μι τὴ σπρώ­χνει πρὸς τὴν ξη­ρά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νά­για Κου­τρου­μά­νη
 (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον καὶ τὸ Books Journal καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Πλανόδιον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ‘14 καὶ Hotel Χά­ο­ς, ( Πα­τά­κη).



		

	

Ἀναστασία Ἀμανατίδου: Ἐκεῖνος μπορεῖ

 

  Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου

Ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ


ΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΝ πλη­γώ­σει μὲ μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη μα­νί­α. Ὄ­χι, δὲν τῆς φτά­νει λί­γο αἱ­μα­τά­κι, μιὰ γρα­τσου­νιὰ ποὺ θὰ κλεί­σει σὲ δυ­ό-τρεῖς μέ­ρες, ὄ­χι, μὲ τί­πο­τα δὲ θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Θέ­λει νὰ τὸν σπά­σει, νὰ τὸν δεῖ ρη­μαγ­μέ­νο νὰ σέρ­νε­ται στὸ laminate πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Τὴν ἐ­ξορ­γί­ζει ποὺ τὴν κοι­τᾶ μ’ αὐ­τὰ τὰ μά­τια. Δὲν θέ­λει ἄλ­λο νὰ τὴν ἀ­κουμ­πᾶ μ΄ αὐ­τὰ τὰ χέ­ρια, ὅ­λο ἔν­νοι­α, μ’ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά. Φω­νά­ζει πὼς τὸν βα­ρέ­θη­κε ἡ ψυ­χή της, πὼς σκέ­φτε­ται τὸν πρώ­ην της (κι ἄς μὴν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια), πὼς εἶ­ναι κα­κὸς ἐ­ρα­στής. Ἐ­σὺ φταῖς ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ σ’ ἀ­γα­πῶ, τοῦ λέ­ει. Μὰ τὸν ζη­λεύ­ει φρι­κτά, για­τί ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ, καὶ γί­νε­ται ἔ­ξαλ­λη. Οὐρ­λιά­ζει πὼς τὸν σι­χαί­νε­ται, πὼς θὰ χα­ρεῖ πά­ρα πο­λὺ ἂν τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ, πὼς προ­τι­μᾶ νὰ πε­θά­νει μό­νη πα­ρὰ νὰ γε­ρά­σει μα­ζί του.

           Ὅ­ταν ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα, οὔ­τε ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὰ χα­λά­σμα­τα. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μιὰ φρι­κτὴ σκέ­ψη τὴν ἔ­κα­νε νὰ στρα­βο­πα­τή­σει: ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει τὴν ἀ­πώ­λεια.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου (Κα­στο­ριά, 1987). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Δι­δά­σκει στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἀρ. 2 (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να, 2013).



		

	

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος: Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων



Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος


Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων


ΟΣΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Ἔ­χω ἀ­πα­σχο­λη­θεῖ σὲ πολ­λὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ἕ­να σω­ρό, ὅ­μως ἀ­πεί­ρως ἀ­νευ­θυ­νό­τε­ρα, κα­νέ­να δὲν ἀ­παι­τοῦ­σε ὅ­σα ἀ­παι­τεῖ τοῦ­το ἐ­δῶ. Εὐ­λυ­γι­σί­α. Φαν­τά­ζε­στε κα­θα­ρι­στὴ ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι σὲ θέ­ση, μὲ κρύ­ο ἢ λι­ο­πύ­ρι, νὰ χο­ρο­πη­δά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα καὶ στὶς λοι­πὲς μαρ­μά­ρι­νες κα­τα­σκευ­ές; Μυι­κὴ δύ­να­μη. Πο­τὲ λί­γδα καὶ βρό­μα δὲ βγῆ­καν ἀ­πὸ ἕ­να πει­σμα­τά­ρι­κο μάρ­μα­ρο μο­νά­χα μὲ κου­βεν­τού­λα. Ὑ­πο­μο­νή. Τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὅ­που ἐρ­γά­ζο­μαι δι­α­θέ­τει δαι­δα­λώ­δη μνη­μεῖ­α, πε­ρί­τε­χνα στο­λι­σμέ­να, καὶ τὸ κα­θέ­να θέ­λει τὴ λε­πτο­δου­λειά του. Ἐ­δῶ ἕ­νας μη­τρο­πο­λί­της μὲ τὴ μί­τρα του, πα­ρα­κα­λῶ πα­ρα­κα­λῶ, κι ἐ­κεῖ ἕ­νας πα­ρα­ση­μο­φο­ρε­μέ­νος στρα­τη­γὸς μὲ τὸ σει­ρά­διό του, γιὰ νὰ μὴ μι­λή­σω πε­ρὶ ἐ­πι­φα­νῶν πο­λι­τι­κῶν. Ἂν τύ­χει κα­μιὰ κό­ρη; Ἐ­κεῖ σᾶς θέ­λω. Ἡ με­γα­λο­πρέ­πεια στὸν τά­φο! Οὔ­τε τῆς Κλυ­ται­μνή­στρας. Αὐ­τὴ στὸ κά­τω κά­τω τὸ ἔ­λε­γε. «Δὲν εἶ­μαι κό­ρη, βρὲ παι­διά.» Ἐξ οὗ καὶ ὁ τε­ρά­στιος θο­λω­τός.

       Τὸ πιὸ λι­τὸ μνῆ­μα ἀ­π’ ὅ­σα κα­θα­ρί­ζω εἶ­ναι τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­λε μέ­σον γιὰ νὰ γί­νω κα­θα­ρι­στὴς τά­φων. Εἶ­ναι μη­τέ­ρα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας καὶ πε­θε­ρὰ τοῦ Ἰ­ά­κω­βου, τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στη­σα ἄ­θε­λά μου κε­ρα­σφό­ρο. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὴ γνω­ρι­μί­α μου μὲ τὴν κό­ρη τους, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη βρῆ­κε στὸ πρό­σω­πό μου τὸν κα­τάλ­λη­λο ἄν­θρω­πο, ὥ­στε νὰ συν­τη­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­πι­βλέ­πει τὰ πα­ρα­χω­μέ­να πα­ρελ­θόν­τα τους. Δέ­χτη­κα χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, για­τὶ ἤ­μουν ἄ­νερ­γος. Τὸ μπὰρ στὸν Πει­ραι­ά, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­μουν ὡς πορ­τι­έ­ρης, εἶ­χε κλεί­σει τὸ ἴ­διο κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της του ἔ­φυ­γε ἔ­ξαφ­να γιὰ τὴ Βρα­ζι­λί­α. Ὅ­λοι τὸν νο­μί­ζα­με γιὰ ἕ­ναν μι­κρὸ το­κο­γλύ­φο, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε κά­ποι­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νε­πί­ση­μους πε­λά­τες τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξύ­πνη­σε μέ­σα του ὁ πα­λαι­ὸς ναυ­τι­κός, καὶ ἔ­φυ­γε νὰ δεῖ τὰ βα­πό­ρια μὲ ἄλ­λο μά­τι. Ἀ­στάθ­μη­τοι πα­ρά­γον­τες.

       Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κὸς τά­φος τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης εἶ­ναι ἕ­να κου­τὶ μι­σο­χω­μέ­νο στὴ γῆ, σὰν ἀ­πο­θή­κη πυ­ρο­μα­χι­κῶν, καὶ μέ­σα του ἔ­χει τέσ­σε­ρις θῆ­κες. Ὅ­λα ἄ­σπρα. Ἡ ἁ­γνό­τη­τα στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Ἔ­ξω ἀ­πὸ με­ρι­κὰ κι­λὰ κό­κα­λα εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Ἔ­χει χρό­νια νὰ θά­ψουν κά­ποι­ον, ἀλ­λὰ ὁ φόρ­τος ἐρ­γα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­τος. Τὸν τά­φο τὸν κλη­ρο­νό­μη­σε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἀ­πὸ μιὰ θεί­α της, ποὺ δὲν ἄ­φη­σε παι­διά, νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος, νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ πε­ρι­βάλ­λον. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ζων­τα­νὴ μέ­νει στὸ Βο­τα­νι­κό, ἀλ­λὰ πε­θα­μέ­νη τί καὶ τί δὲ θὰ ἔ­χει στὸ πλά­ι της!

       Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς προ­σαρ­μο­στι­κό­τη­τάς μου, συ­νή­θι­σα γρή­γο­ρα στὴν και­νούρ­για μου δου­λειὰ καὶ τὴν ἐ­ξα­σκῶ εὐ­συ­νεί­δη­τα. Ἔ­μα­θα νὰ μὴν ἀ­να­τρι­χιά­ζω μὲ τὶς ὀ­ρέ­ξεις τῶν θλιμ­μέ­νων συγ­γε­νῶν, καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὴ δου­λειά μου. Ἔ­τσι, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, δύ­ο χρό­νια με­τά, εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες μου, καὶ πα­ρὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς κό­ρης της καὶ τὴ φυ­γὴ τοῦ γαμ­προῦ της στὴ Λῆ­μνο, μοῦ δεί­χνει τὴν ἴ­δια ἐμ­πι­στο­σύ­νη.

       Πα­λαι­ό­τε­ρα, ἔ­τσι ὅ­πως ξε­βρό­μι­ζα τὰ ἄ­χρω­μα μάρ­μα­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ γί­νει τῆς κα­κο­μοί­ρας στὴν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, κα­θὼς θὰ μᾶς ξερ­νᾶ­νε τὰ σκου­λή­κια καὶ τὰ μα­μού­νια. Γι’ αὐ­τό, μα­κά­ρι­ζα τοὺς πνιγ­μέ­νους, τοὺς κα­μέ­νους καὶ τοὺς πον­τι­κο­φα­γω­μέ­νους. Μὲ τὰ χρό­νια μοῦ γεν­νή­θη­κε ἡ πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ ἀ­νά­στα­ση θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ σ’ ἕ­να στά­διο, μὲ­ς ἀ­πὸ τὶς νό­τες καὶ τοὺς στί­χους μιᾶς συ­ναυ­λί­ας, κα­θὼς στὸ γρα­σί­δι θὰ καί­γον­ται χει­ρό­γρα­φα γιὰ προ­δο­μέ­νες ἀ­γά­πες.

       Τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ μνῆ­μα τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης θὰ ὑ­πο­δε­χτεῖ τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς μὲ κε­νό. Ἢ ὄ­χι; «Ἐ­ρι­έτ­τα, ἐ­σὺ εἶ­σαι;»

       Πέ­ρα­σαν ἕ­ξι μῆ­νες ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, χω­ρὶς νὰ μά­θου­με νέ­α της. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, ἀ­φοῦ δή­λω­σε τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς γει­το­νιᾶς της, ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος, πρὶν ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Λῆ­μνο, τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὰ ἔ­βα­λε μα­ζί της. Τῆς εἶ­πε πὼς τό­σα χρό­νια κα­μω­νό­ταν ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πά­ει ἐ­πει­δὴ τὴ γέ­μι­ζε δῶ­ρα κι ἐ­πει­δὴ τὴν ἄ­φη­νε νὰ κομ­πο­δέ­νει τὴ μι­κρὴ σύν­τα­ξή της. Με­τὰ τὴν ἔ­βρι­σε, για­τί ἀμ­φό­τε­ροι τὸ θε­ω­ροῦ­σαν βρι­σιά, ὅ­τι εἶ­ναι τσά­τσα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἐμ­βέ­λειας.

       «Ἄ­κου τσά­τσα!» εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἔ­ξαλ­λη, ὅ­ταν μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καὶ πρό­σθε­σε: «Ὁ πα­λι­άν­θρω­πος! Μὲ σύγ­χυ­σε τό­σο πο­λύ, Ἀλ­κί­νο­ε, ποὺ νό­μι­ζα ὅ­τι θὰ μοῦ ’ρ­θει ἐγ­κε­φα­λι­κό. Εὐ­τυ­χῶς, ποὺ ξε­κουμ­πί­στη­κε!»

       «Ἐ­σεῖς τί τοῦ εἴ­πα­τε;» τὴ ρώ­τη­σα χω­ρὶς νὰ μὲ νοιά­ζει.

       «Ὅ­τι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἄ­κου­σα στὸ μπά­νιο νὰ μι­λά­ει μὲ τὸ σα­πού­νι, ἀ­πὸ τό­τε κα­τά­λα­βα πό­σο λα­πὰς ἦ­ταν.»

       Τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ἀ­να­κοι­νώ­σει στὴ γυ­ναί­κα του ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χει πλέ­ον νὰ τὸν ἀ­πα­τᾶ, ὅ­τι φεύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ὅ­τι θὰ γυ­ρί­σει μό­νο σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἴ­διος ἠ­ρε­μή­σει. Ἦ­ταν ὅ,τι ἡ­ρω­ι­κό­τε­ρο εἶ­χε πρά­ξει ἕ­ως τό­τε ὁ κα­χε­κτι­κὸς σα­ραν­τά­ρης. Ὡ­στό­σο, ἡ πα­θη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἠτ­το­πά­θεια τοῦ ταί­ρια­ζαν κα­λύ­τε­ρα, κα­νεὶς δὲν πε­ρί­με­νε πα­ρό­μοι­α ἐ­νέρ­γεια ἀ­πὸ μέ­ρους του. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ χρό­νος ποὺ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἔ­χει ἐ­ρα­στή, ὥ­στε θε­ω­ρού­σα­με πὼς τὸ ἔ­χει πα­ρα­δε­χτεῖ. Ἔ­φυ­γε γκα­ζώ­νον­τας μὲ νεῦ­ρο τὸ χι­λιά­ρι θα­λασ­σὶ αὐ­το­κί­νη­τό του, λὲς καὶ βι­α­ζό­ταν νὰ προ­λά­βει τὰ βεν­ζι­νά­δι­κα ἀ­νοι­χτά.

       Πέν­τε μέ­ρες με­τά, γύ­ρι­σε, ἀλ­λὰ βέ­βαι­α δὲ βρῆ­κε τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ σπί­τι. Μά­λω­σε πά­λι μὲ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη καὶ κα­τό­πιν ἦρ­θε σ’ ἐ­μέ­να. Μοῦ χτυ­ποῦ­σε γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὸ κου­δού­νι. Ἡ μού­ρη του ἦ­ταν κλα­μέ­νη, ἀλ­λὰ δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα δι­ό­λου. Ἔ­τσι ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν. Μοῦ ζή­τη­σε κα­φέ. Τοῦ ἔ­φτια­ξα. Μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ ξε­χά­σω τὶς θυ­ελ­λώ­δεις συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἤ­ρε­μα μοῦ ζή­τη­σε νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σω τί συμ­βαί­νει.

       «Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε τὸ βρά­δυ τοῦ τσα­κω­μοῦ σας», εἶ­πα στὸν Ἰ­ά­κω­βο, δη­λώ­νον­τας ἄ­γνοι­α γιὰ τὸ ποῦ βρί­σκε­ται ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα. «Πέν­τε μέ­ρες ἔ­χω νὰ μά­θω νέ­α της.» Δὲ μὲ πί­στε­ψε. Ἀ­γρί­ε­ψε καὶ φώ­να­ξε ὅ­τι κά­που τὴν κρύ­βω.

       «Κα­λό μου παι­δί, ἡ­σύ­χα­σε», τοῦ εἶ­πα, ἂν καὶ μὲ περ­νοῦ­σε δέ­κα χρό­νια. «Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα δὲν εἶ­ναι ἐ­δῶ», τὸν δι­α­βε­βαί­ω­σα γα­λή­νια.

       «Καὶ ποῦ εἶ­ναι;»

       Θέ­λη­σα ν’ ἀ­στει­ευ­τῶ: «Σὲ θυ­ρί­δα, στὴν τρά­πε­ζα Πί­στε­ως. Νὰ ψά­ξω γιὰ τὸ κλει­δί.» Ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λος. Δὲν ἦ­ταν φαί­νε­ται ὥ­ρα γι’ ἀ­στεῖ­α. Οὔρ­λια­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε κω­λό­παι­δα, ὅ­τι θέ­λου­με νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σου­με, κι ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες στὴν ἤ­δη κλα­μέ­νη μού­ρη του κλαί­γον­τας μὲ λυγ­μούς. Κόν­τευ­αν με­σά­νυ­χτα, ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω. Μὲ πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι της μιὰ φοι­τή­τρια τῆς Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν. Γιὰ νὰ τὸν κα­θη­συ­χά­σω, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὸ βί­τσιο του μὲ τοὺς ὅρ­κους. Τό­σο ὁ ἴ­διος ὅ­σο καὶ ἡ Ἐ­ριέτ­τα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ση­μα­δια­κὰ λό­για, δού­λευ­αν πο­λὺ τοὺς ὅρ­κους.

       «Στὴ ζω­ὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας», εἶ­πα σο­βα­ρός. «Δὲν ξέ­ρω ποῦ εἶ­ναι.» Πράγ­μα­τι, ὁ Ἰ­ά­κω­βος κα­τα­πρα­ΰν­θη­κε. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε. Ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­φυ­γε, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ νὰ πά­ει στὸν ἐ­ρα­στή της! Τὰ μά­τια του ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ, τοῦ ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα.

       Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι ἡ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας, ὅ­σο νὰ πεῖς, μὲ εἶ­χε ἀ­να­στα­τώ­σει. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἐ­κεί­νης τῆς μέ­ρας, με­τὰ τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κα­λα­μα­ρά­κια μὲ ρύ­ζι, λό­γω σα­ρα­κο­στῆς, ποὺ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, καὶ τὸ γλυ­κὸ κρα­σὶ ποὺ ἤ­πια­με, εἶ­πα στὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ὅ­τι ἡ σχέ­ση μας μὲ κού­ρα­σε καὶ ὅ­τι θὰ στα­μα­τοῦ­σα ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι εἶ­μαι ἀν­τί­θε­τος στὰ ἐ­ρω­τι­κὰ τρί­γω­να. Ἦ­ταν κο­ρυ­φαί­α μέ­ρα γιὰ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, κι ἐ­πει­δὴ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ βί­ω­νε σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νὰ τέ­τοι­ας φύ­σης πε­ρι­στα­τι­κά, βρέ­θη­κε σὲ ἀ­χα­λι­να­γώ­γη­τη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σύγ­κρου­ση. Ἀ­να­με­νό­με­να. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη δὲν κα­τά­λα­βε τὴ δι­ά­θε­ση τῆς κό­ρης της. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γε, πῆ­γε στὴν ἀ­δελ­φή τους στὰ Σε­πό­λια. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἂν καὶ συγ­κα­τοι­κοῦ­σε μὲ τὸ ζευ­γά­ρι, δὲν ἀ­να­μει­γνυ­ό­ταν στοὺς τσα­κω­μούς του. Δὲ θὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ θὰ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε πό­σο κω­μι­κός, συ­χνά, εἶ­ναι ὁ θε­σμὸς τοῦ γά­μου. Ἕ­να πα­ρά­πο­νο μό­νο εἶ­χε: πὼς ὀ­κτὼ χρό­νια τώ­ρα δὲν τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει ἕ­να ἐγ­γο­νά­κι.

       Ἀ­κό­μη ἀ­πο­ρῶ, για­τί στὴν ἀρ­χὴ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ ἔ­κρυ­ψε τὸ γά­μο της. Εἶ­χα κοι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἄλ­λες παν­τρε­μέ­νες, καὶ αὐ­τὸ τὸ λέ­ω μο­νά­χα ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, καὶ δὲ θὰ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σε μί­α πα­ρα­πά­νω. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ και­ρό, ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α πρώ­ην ἄν­τρας της, ὅ­τι μέ­νουν μα­ζὶ μέ­χρι νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ δι­α­ζύ­γιό τους καὶ ὅ­τι μέ­χρι τό­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, για­τὶ τά­χα ὁ Ἰ­ά­κω­βος πά­σχει ἀ­πὸ καρ­κί­νο τῶν πνευ­μό­νων. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὰ ψέ­μα­τα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας μοῦ ἔ­κα­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρο κέ­φι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, καὶ ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τὸ σπα­ραγ­μὸ τοῦ ἀ­τυ­χοῦς ζεύ­γους.

       Οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες ἀ­νῆ­καν στὰ ἰ­σχυ­ρὰ ὅ­πλα τοῦ Ἰ­ά­κω­βου γιὰ τὴν εὐ­ά­λω­τη ψυ­χὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας. Σὲ κά­ποι­ον τσα­κω­μό τους καὶ πρὶν τὸν ἀ­ναγ­καῖ­ο ὀ­λι­γό­ω­ρο χω­ρι­σμὸ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, τὴν ἔ­πει­σε ὅ­τι σὲ ἕ­ξι μῆ­νες θὰ πε­θά­νει καὶ τῆς ζή­τη­σε νὰ μὴ φύ­γει μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της, ἀλ­λὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ κά­νει πρῶ­τα σ’ ἐ­κεῖ­νον τὰ σα­ράν­τα καὶ ὕ­στε­ρα ἂς πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Γιὰ νὰ τὴν πεί­σει, τῆς ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ πό­σο τὴ βο­ή­θη­σε στὴ ζω­ή της, κα­θὼς καὶ τὸν ὅρ­κο αἰ­ώ­νιας συμ­βί­ω­σης ποὺ κά­πο­τε τοῦ εἶ­χε δώ­σει. Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συ­νό­δευ­σε μὲ μουρ­μου­ρη­τὸ καὶ πα­ρα­κά­λια.

       Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­ά­κω­βος δὲν ἐρ­χό­ταν νὰ μὲ βρεῖ στὴ δου­λειά μου καὶ νὰ μοῦ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα πῆ­ρε θάρ­ρος. Τὴ βό­λευ­ε τὸ δι­πλὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη στὸν Ἰ­ά­κω­βο ὅ­τι δὲν τὴν πι­στεύ­ει τὴν ἀρ­ρώ­στια του, δὲν πι­στεύ­ει ὅ­τι θ’ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ τῆς κο­πα­νά­ει ὅ­τι τὴ βο­ή­θη­σε πο­λὺ στὴ ζω­ή της, θὰ ἔ­με­νε κον­τά του φέρ­νον­τας κι ἐ­μέ­να στὸ σπί­τι, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἦ­ταν τε­ρά­στιο. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος συμ­φώ­νη­σε. Κάλ­λιο πέν­τε καὶ στὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ τὴ συμ­φω­νί­α τους, μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω τί μὲ θέ­λουν. Εἶ­χα ἀρ­κε­τὲς μέ­ρες νὰ μι­λή­σω μὲ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, για­τὶ εἴ­χα­με τοὺς δι­κούς μας χω­ρι­σμούς. Ἄρ­χι­ζα νὰ τὴν ξε­χνά­ω, μά­λι­στα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ στα­μα­τή­σω νὰ κά­νω τὸν κα­θα­ρι­στή, σύν­το­μα θὰ ἐ­νη­μέ­ρω­να σχε­τι­κὰ καὶ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη. Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κός της τά­φος δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ τί­πο­τε.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ τη­λέ­φω­νο. «Ἔ­λα.»

       «Ἔ­στω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά», μοῦ εἶ­πε ὁ Ἰ­ά­κω­βος.

       «Δὲ βα­ρι­έ­σαι», σκέ­φτη­κα. «Ἴ­σως ἔ­χει πλά­κα.»

       Κα­βά­λη­σα τὴ θρυ­λι­κὴ Yamaha μου καὶ πῆ­γα, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, στὸ λό­φο τοῦ Φι­λο­πάπ­που. Ἦ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μαρ­τί­ου, τὸ ζω­δια­κὸ φῶς εἶ­χε πέ­σει ἤ­δη στοὺς βρά­χους. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μὲ τὸν Ἰ­ά­κω­βο ἦρ­θαν σὰ νὰ τοὺς πή­γαι­ναν στὴν κρε­μά­λα. Ἀ­φοῦ μοῦ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νή­κου­στη πρό­τα­σή τους, γέ­λα­σα ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ καὶ μᾶλ­λον προ­σβλή­θη­καν. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρα ποι­όν ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο νὰ λυ­πη­θῶ, τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ἢ τὸν Ἰ­ά­κω­βο; Πῆ­ρα τὸ κρά­νος καὶ ση­κώ­θη­κα. Ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ στὸ γυ­μνὸ λό­φο.

       «Εἶ­ναι με­ρι­κοὶ λό­φοι ποὺ δὲ χρει­ά­ζον­ται ἀ­να­δά­σω­ση», εἶ­πα. «Χρει­ά­ζον­ται ἀ­ναν­θρώ­πω­ση.» Μὲ κοί­τα­ξαν ἀ­μή­χα­να. Φό­ρε­σα μὲ ψυ­χραι­μί­α τὸ κρά­νος καὶ ἀ­νέ­βη­κα στὴ μη­χα­νή. Μὲ κοι­τοῦ­σαν σα­στι­σμέ­νοι καὶ ἀ­μί­λη­τοι. Τοὺς προ­σπέ­ρα­σα κι ἔ­φυ­γα. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἦρ­θε ἔν­τρο­μη νὰ μὲ βρεῖ.

       «Ἀ­πει­λεῖ ὅ­τι θὰ μὲ σκο­τώ­σει, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε. «Θὰ γί­νει ἡ σκιά μου. Σῶ­σε με.»

       «Βλέ­πε­τε πολ­λὴ τη­λε­ό­ρα­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρι­ζώ­νον­τας χορ­τά­ρια, κι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα χα­μο­γέ­λα­σε μὲ πό­νο. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πάν­τα τὴν εἰ­ρω­νευ­ό­μουν. Συ­νέ­χι­σα νὰ ξε­ρι­ζώ­νω χορ­τά­ρια, ἔ­λει­πε μό­νο ἡ κά­με­ρα νὰ μᾶς ἀ­πα­θα­να­τί­σει.

       «Σπα­τα­λι­έ­σαι, Ἐ­ρι­έτ­τα», τῆς εἶ­πα. «Ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγαί­νει ἔ­τσι.»

       «Πο­τέ σου δὲ μὲ δι­εκ­δί­κη­σες!»

       «Ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα σου; Τς τς τς τς, τί θὰ πεῖ ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ποὺ μ’ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε;»

       Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι της ἕ­να γράμ­μα, μοῦ τὸ ἔ­δω­σε κι ἔ­φυ­γε βι­α­στι­κή. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γρα­φε, για­τί δὲν τὸ δι­ά­βα­σα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ προ­η­γού­με­να ποὺ εἶ­χα δι­α­βά­σει θὰ πρέ­πει νὰ μι­λοῦ­σε γι’ ἀ­γά­πες καὶ πό­θους.

       Οἱ ζω­ές μας εἶ­χαν γί­νει σκο­τσέ­ζι­κο ντούς. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα μέ­να­με δί­χως συ­ναι­σθή­μα­τα, μο­νά­χα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε σὲ πα­ρά­λο­γο κυ­νη­γη­τό. Κρε­βά­τια, τσα­κω­μοί, χω­ρι­σμοί. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα κυ­νη­γοῦ­σε καὶ κυ­νη­γι­ό­ταν μέ­χρι τὴ μέ­ρα ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σφρα­γί­ζον­τας τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἦ­ταν ἀ­πρό­σμε­νο τέ­λος, ἀλ­λὰ ἴ­σως ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο τέ­λος. Γιὰ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς ἐκ­δο­χές. Μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς εἶ­ναι πὼς βρί­σκε­ται σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε Ἀλ­κί­νο­ος οὔ­τε Ἰ­ά­κω­βος οὔ­τε ζω­ὴ οὔ­τε θά­να­τος.

       Ὅ­σοι νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Λα­χαί­νουν κά­τι μυ­στή­ρι­ες ἐ­κτα­φές, μὲ τὶς κα­τσα­ρί­δες νὰ πε­τά­γον­ται τρο­μο­κρα­τη­μέ­νες, ποὺ σοῦ παίρ­νουν τὴν ψυ­χὴ νὰ τὴν πᾶ­νε πα­ρέ­α μὲ τὸ νε­κρό, πέ­ρα στὰ λι­βά­δια μὲ τ’ ἀ­σφο­δέ­λια, ὅ­πως λέ­ει ὁ ποι­η­τὴς τῆς «Λή­θης». Νὰ ψα­χου­λεύ­εις στ’ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να ὑ­φά­σμα­τα νὰ βρεῖς κό­κα­λα καὶ κο­κα­λά­κια, σὰ νὰ κα­θα­ρί­ζεις φα­κή, νὰ κα­ρα­δο­κεῖς τὴν ἄ­λι­ω­τη σάρ­κα καὶ κά­θε τό­σο νὰ φω­νά­ζεις: «Στῆ­θος;» «Ἐν­τά­ξει». «Ἄ­κρα;» «Ἐν­τά­ξει». «Λε­κά­νη;» «Ἀ­να­λό­γως προ­σόν­των». Ἀ­πὸ πά­νω σου νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄλ­λες σάρ­κες, ἕ­τοι­μες κά­θε στιγ­μὴ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Νὰ βα­στᾶ­νε μιὰ μπου­κά­λα κρα­σὶ στὸ χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ψη­τό, καὶ νὰ τοὺς τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τό­τε εἶ­ναι πού σου ἔρ­χε­ται νὰ ψά­ξεις κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σκαμ­μέ­νο λάκ­κο γι’ ἀ­πο­γε­μέ­να κό­κα­λα.



Πη­γή: περ. Πλα­νό­διον, τχ. 19, Δεκέμβριος 1993.

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας (1986-1988) καὶ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο “Σπου­δὲς στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ” (2004-2009). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­πο­κεν­τρω­μέ­νη Δι­οί­κη­ση Ἀτ­τι­κῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ τρί­α πρῶ­τα μέ­ρη τῆς τε­τρα­λο­γί­ας μὲ τὸν τί­τλο Τὸ Τυ­χαῖ­ο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἐ­νέ­δρα (νου­βέ­λες, ἔκδ. Μαν­δρα­γό­ρας, 2008).