Ἕλενα Πέγκα: Mickael


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Μickael


ΕΝ ΤΟΝ ΗΞΕΡΑ. Ἦ­ταν ὁ τα­ξι­θέ­της σὲ ἕ­να ἐ­ναλ­λα­κτι­κὸ σι­νε­μὰ στὸ Βό­ρει­ο Λον­δί­νο. Εἶ­χα πά­ει μό­νη μου ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴν Pina Bausch, νὰ δῶ σὲ βίν­τε­ο πα­ρα­στά­σεις της. Ἔ­παι­ζε τὸ «Cafe Muler». Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φος, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ προ­βο­λή, πή­γα­με μα­ζὶ στὸ δι­πλα­νὸ μπὰρ γιὰ ἕ­να πο­τό. Μὲ φλέρ­τα­ρε, ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στα μα­ζί του, τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου. Μὲ πῆ­ρε τὴν ἄλ­λη μέ­ρα καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω τὰ με­σά­νυ­χτα, στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης, στὸ Hackney. Δέ­χτη­κα. Τὸ Hackney εἶ­ναι κα­κὴ γει­το­νιά, φτω­χὴ καὶ ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ τὸ με­τρὸ τοῦ Λον­δί­νου κλεί­νει με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὑ­πάρ­χουν λε­ω­φο­ρεῖ­α. Μό­νο μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πὸ κεῖ στὸ κέν­τρο ὅ­που ἔ­με­να. Ἤ­μουν μό­νη στὸ Λον­δί­νο, δὲν δού­λευ­α, καὶ ἡ συγ­κά­τοι­κός μου ἔ­λει­πε σὲ δι­α­κο­πές. Δὲν εἶ­χα ἄλ­λους φί­λους ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή, καὶ δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ δώ­σω σὲ κα­νέ­ναν λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὸ τί ἔ­κα­να, ποῦ πή­γαι­να, μὲ ποι­όν. Στὸ τη­λέ­φω­νο μοῦ ζή­τη­σε νὰ φο­ρέ­σω κά­τι σέ­ξυ, νὰ πῶ τὸ ὄ­νο­μά μου στὸν πορ­τι­έ­ρη τοῦ πάμπ, ἐ­κεῖ­νος θὰ μὲ πε­ρί­με­νε μέ­σα.

       Ἔ­τσι ἔ­κα­να. Χά­ρη­κε ὅ­ταν μὲ εἶ­δε. Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου βέ­βαι­ος πῶς θὰ ἐρ­χό­μουν. Μοῦ πα­ρήγ­γει­λε μί­α μπί­ρα καὶ ἕ­να δι­πλὸ οὐ­ΐσκυ. Ὅ,τι ἔ­πι­νε καὶ κεῖ­νος. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἦ­ταν ἠ­θο­ποι­ός, πὼς καὶ οἱ δύ­ο γο­νεῖς του εἶ­χαν σκο­τω­θεῖ σὲ αὐ­το­κι­νη­τι­κὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, καὶ πὼς εἶ­χε με­γα­λώ­σει μὲ ἕ­ναν φί­λο τοῦ πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­πί­σης, πρό­σφα­τα εἶ­χε πε­θά­νει. Δὲν θυ­μᾶ­μαι νὰ τοῦ μί­λη­σα γιὰ μέ­να. Στὶς τρεῖς τὸ πρω­ῒ τὸ πὰμπ ἔ­κλει­σε. Ἔ­ξω στὸ δρό­μο ἔ­κα­νε κρύ­ο. Μοῦ εἶ­πε πὼς ἔ­χει, τὰ κλει­διὰ ἑ­νὸς δια­με­ρί­σμα­τος ἑ­νὸς φί­λου του ποὺ ἔ­λει­πε, καὶ πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με ἐ­κεῖ περ­πα­τών­τας. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν κον­τά. Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲν εἶ­χε δι­κό του σπί­τι. Ἔ­με­νε ἀ­πὸ δῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ, σὲ φί­λους. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ πα­ρα­μεί­νει στὸ Λον­δί­νο. Θὰ πή­γαι­νε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μό­λις εἶ­χε τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο. Περ­πα­τή­σα­με σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, χω­ρὶς ἀν­θρώ­πους καὶ χω­ρὶς αὐ­το­κί­νη­τα. Θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὡ­ραί­α νύ­χτα, βλέ­πα­με τὰ σπί­τια, τοὺς κή­πους, τοὺς φρά­χτες, σκο­τει­νὰ καὶ μυ­στη­ρι­ώ­δη, ἔ­τσι ὅ­πως πο­τὲ δὲν εἶ­ναι μέ­σα στὴ μέ­ρα. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δὲν ἦ­ταν κον­τά. Περ­πα­τή­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ βρι­σκό­μα­σταν, ἐ­κεῖ­νος μὲ πή­γαι­νε δε­ξιά, ἀ­ρι­στε­ρά, εὐ­θεί­α, πά­νω, κά­τω.

       Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν σὲ ἕ­να κτί­ριο ὑ­πὸ κα­τα­σκευ­ή, μι­σὸ χτι­σμέ­νο, μι­σὸ για­πί. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν εἶ­χε ξα­νάρ­θει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά. Ξε­κλεί­δω­σε μιὰ πόρ­τα καὶ μπή­κα­με σὲ ἕ­ναν χῶ­ρο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ κου­ζί­να. Ἦ­ταν μιὰ κου­ζί­να ποὺ εἶ­χε ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων καὶ ἕ­να στρω­μέ­νο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἐ­κεῖ βγά­λα­με τὰ ροῦ­χα μας. Μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του καὶ μοῦ εἶ­πε: «Θέ­λω νὰ μπῶ μέ­σα σου ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ἀ­νοίγ­μα­τα τοῦ σώ­μα­τός σου, θέ­λω νὰ μπῶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ μὲ θέ­λεις νὰ μπῶ καὶ ἀ­πὸ κεῖ ποὺ δὲν μὲ θέ­λεις, θέ­λω νὰ σοῦ προ­κα­λέ­σω πό­νο, νὰ σὲ δῶ νὰ πο­νᾶς, νὰ σὲ δῶ σὲ ἔκ­στα­ση, μί­λη­σέ μου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μί­λα μου, συ­νέ­χεια, χω­ρὶς δι­α­κο­πή, μὴ στα­μα­τᾶς, μί­λα μου, ὅ,τι σοῦ ἔρ­χε­ται, πὲς σὲ μέ­να ὅ,τι θὰ ἔ­λε­γες σὲ κεῖ­νον ποὺ ἀ­γα­πᾶς, ὅ­λα, θέ­λω νὰ σὲ ἀ­κού­σω νὰ τὰ λές.» Τοῦ μί­λη­σα, δι­στα­χτι­κά, ἐ­πι­θε­τι­κά, βί­αι­α, τρυ­φε­ρά, πο­λὺ ἁ­πα­λά, ὅ­πως ἤ­θε­λα. Ὅ­πως μοῦ ζή­τη­σε.



Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Λίλη Μιχαηλίδου: Γυάλινος δίσκος


Λί­λη Μι­χα­ηλί­δου


Γυ­ά­λι­νος δί­σκος


[…Τὸ ἄγγιγμα ἑ­νὸς πο­λύ­τι­μου βι­βλί­ου ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε γιὰ τὸν Μέντελ

ὅ,­τι γιὰ κά­ποι­ον ἄλ­λο ἡ συ­νεύ­ρε­ση μὲ μιὰ γυ­ναί­κα…]


Στέ­φαν Τσβά­ιχ

Ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης Μέν­τελ


ΑΘΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ἀπὸ τὸν πάγ­κο, ἀ­νά­με­σα στὰ ρά­φια τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Ὑ­πο­λο­γί­ζω τὸ ὕ­ψος του, ἕ­να καὶ ἑ­βδο­μήν­τα πέν­τε, ἴ­σως καὶ ὀ­γδόν­τα, λε­πτός, κα­στα­νὰ μαλ­λιὰ ἕ­ως τοὺς ὤ­μους· κά­ποι­ες στιγ­μὲς τοῦ­φες ξε­φεύ­γουν καὶ πέ­φτουν στὸ πρό­σω­πό του, τὶς παίρ­νει ἁ­πα­λὰ καὶ τὶς στε­ρε­ώ­νει πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἀ­φτιά. Τὰ μά­τια του ἔ­χουν τὴν σπιρ­τά­δα τῆς νι­ό­της καὶ ἐκ­πέμ­πουν τὴ σι­γου­ριὰ πὼς κα­τέ­χουν αὐ­τὸ ποὺ κοι­τά­ζουν. Οἱ κι­νή­σεις του γρή­γο­ρες, σβέλ­τες σὰν θε­ρι­στῆ· τὰ δά­χτυ­λά του μὲ μα­ε­στρί­α χα­ϊ­δεύ­ουν τὰ πλῆ­κτρα τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ, ὅ­πως θὰ χά­ι­δευ­αν ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο σῶ­μα, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να δί­νει πλη­ρο­φο­ρί­ες στοὺς πε­λά­τες γιὰ τὸ ποῦ θὰ βροῦν, ποι­ὸ βι­βλί­ο.

        Ἀ­παν­τᾶ σὲ ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ βι­βλί­α, γιὰ συγ­γρα­φεῖς, γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, γιὰ συγ­γράμ­μα­τα, ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες, ὁ­δη­γούς, λε­ξι­κά· ση­κώ­νε­ται πά­ει στὰ ρά­φια, προ­σθέ­τει νέ­α βι­βλί­α, με­τα­κι­νεῖ τὰ πα­λιά. Τὸ ὅ­λο πα­ρου­σι­α­στι­κό του μοιά­ζει μὲ ἐ­ξώ­φυλ­λο ἑ­νὸς ἄλ­λου βι­βλί­ου ποὺ δὲν τὸ βρί­σκεις στὰ ρά­φια, οὔ­τε εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο γιὰ δι­ά­βα­σμα.

        Ἀ­πὸ μι­κρὸς μπαι­νό­βγαι­νε σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ γεύ­ση τῶν βι­βλί­ων. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει, βρῆ­κε ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ ζη­τοῦ­σε. Ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­γά­πη καὶ ἡ ἔ­γνοι­α του, προ­σέ­δι­δε στὰ βι­βλί­α μιὰ δι­κή τους, ξε­χω­ρι­στὴ ζω­ή. Τὶς ὧ­ρες ἐρ­γα­σί­ας δὲν ἦ­ταν μό­νος, ἔ­νι­ω­θε ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω του· οἱ πε­λά­τες δὲν στα­μα­τοῦ­σαν νὰ μπαι­νο­βγαί­νουν, νὰ ψά­χνουν, νὰ ρω­τοῦν, νὰ δι­α­βά­ζουν, νὰ ἀ­γο­ρά­ζουν, νὰ πα­ραγ­γέλ­νουν, νὰ συ­ζη­τοῦν, νὰ ἀ­να­λύ­ουν, νὰ ἀ­πορ­ρο­φοῦν καὶ νὰ χορ­ταί­νουν μὲ νέ­ες καὶ πα­λι­ὲς ἐκ­δό­σεις, ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζαν. Τὰ βι­βλί­α, ἔ­λε­γε, συν­δέ­ουν τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο κό­σμο, τοὺς βο­η­θοῦν νὰ ξε­περ­νοῦν τὴ γεύ­ση τοῦ ἐ­φή­με­ρου καὶ τῆς λή­θης.

        Κά­θο­μαι στὸ κα­φὲ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου. Εἶ­ναι γε­μά­το κό­σμο ποὺ ρου­φά­ει κι ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὸν κα­φὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­τι τὰ βι­βλία. Παίρ­νω ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ φυλ­λο­με­τρῶ, μὰ τὰ μά­τια μου εἶ­ναι στραμ­μέ­να πά­νω του. Κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, μὲ κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ μὲ νό­η­μα· συ­νε­χί­ζει τὴ δου­λειά του. Ὁ κό­σμος πε­ρι­μέ­νει οὐ­ρὰ στὸ τα­μεῖ­ο, ὄ­χι γιὰ πο­λύ, για­τί ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­ται γρή­γο­ρα. Ἀ­νά­με­σά τους μιὰ νε­α­ρή, μὲ μα­κριὰ ἴ­σια μαλ­λιά, τζίν, πα­πού­τσια πά­νι­να, τα­γά­ρι σταυ­ρω­τὸ στὸν ὦ­μο της.

        Τὰ μά­τια του πέ­φτουν πά­νω της, αὐ­τὴ κοκ­κι­νί­ζει, δὲν εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἡ σει­ρά της, αὐ­τὸς βι­ά­ζε­ται νὰ τε­λει­ώ­σει μὲ τοὺς πε­λά­τες μπρο­στά της, τὸ βλέ­πω στὶς κι­νή­σεις καὶ στὰ δά­χτυ­λά του στὸ τα­μεῖ­ο. Φτά­νει ἡ σει­ρά της, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δὲν θέ­λει νὰ τε­λει­ώ­σει, τὸ βλέμ­μα του τὴ χα­ϊ­δεύ­ει, τὰ μά­γου­λά της κοκ­κι­νί­ζουν ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μα­ζὶ μὲ τὰ βι­βλί­α, τῆς βά­ζει στὴν τσάν­τα κι ἕ­να χαρ­τά­κι, ἴ­σως τὸ τη­λέ­φω­νό του, σκέ­φτο­μαι.

        Ἡ νε­α­ρή τὰ παίρ­νει καὶ κά­θε­ται στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα μου. Βγά­ζει ἕ­να-ἕ­να τὰ βι­βλί­α ποὺ ἀ­γό­ρα­σε, τὰ φυλ­λο­με­τρᾶ, τὰ ξα­να­βά­ζει στὴν τσάν­τα. Στὸ χέ­ρι της εἶ­ναι τώ­ρα τὸ χαρ­τά­κι τοῦ βι­βλι­ο­πώ­λη. Μὲ γρή­γο­ρη κί­νη­ση βά­ζω τὰ γυα­λιά μου, τὸ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι σω­στό, μὰ κά­τι μὲ σπρώ­χνει νὰ κοι­τά­ξω τὸ ση­μεί­ω­μα, «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη» γρά­φει, ἡ καρ­διά μου σκιρ­τά­ει λὲς καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νο γιὰ μέ­να. Μὲ συγ­κί­νη­σε, πρῶ­τα ἡ χει­ρο­νο­μί­α μὲ τὸ χαρ­τὶ καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα «εἶ­σαι ὄ­μορ­φη». Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη νέ­οι ρο­μαν­τι­κοὶ στὶς μέ­ρες μας; Σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χουν, νὰ ποὺ τὸ βλέ­πω μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια.

        Ἡ κο­πέ­λα δι­πλώ­νει τὸ χαρ­τά­κι καὶ τὸ βά­ζει στὸ τα­γά­ρι της. Ση­κώ­νει τὰ μά­τια νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Δὲν ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Τὸν ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα της. Τὸν εἶ­δε στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ μιὰ κο­πέ­λα κα­τε­βά­ζον­τας βι­βλί­α ἀ­πὸ τὰ ψη­λὰ ρά­φια. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκά­λα, τὴν παίρ­νει πα­ρά­με­ρα, τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ τῆς δί­νει στὰ πε­τα­χτὰ ἕ­να φι­λί. Ἡ νε­α­ρὴ δί­πλα μου πα­γώ­νει. Στὰ μά­τια της ἄ­να­ψε μιὰ ἔκ­πλη­ξη ἀ­νά­μει­κτη μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ξα­να­βγά­ζει τὸ χαρ­τὶ ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα, τὸ τσα­κί­ζει στὴ χού­φτα της, ση­κώ­νε­ται καὶ τὸ πε­τά­ει πά­νω στὸν πάγ­κο, δί­πλα στὴν τα­μεια­κὴ μη­χα­νή. Ὥ­σπου νὰ ψά­ξω νὰ δῶ ποῦ ἦ­ταν ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, ἡ κο­πέ­λα εἶ­χε ἤ­δη βγεῖ στὸ δρό­μο.

        Ἔ­νι­ω­σα κά­τι νὰ σπά­ει μὲ πά­τα­γο, σὰν ἕ­νας γυ­ά­λι­νος δί­σκος μὲ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου, νὰ πέ­φτει στὸ μαρ­μά­ρι­νο πά­τω­μα καὶ τὰ κομ­μά­τια τους νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται σὲ ὅ­λο το χῶ­ρο τοῦ κα­φέ…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λη Μι­χα­η­λί­δου (Λευ­κω­σί­α). Ποί­η­ση. Πε­ζο­γρα­φί­α. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ πό­λη δὲν θέ­λει συ­στά­σεις (Με­λά­νι, ἀ­φη­γή­μα­τα, 2011). Ποι­ή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Κύ­προ καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.


Νάγια Κουτρουμάνη: Ἡ κρουαζιέρα


Νά­για Κου­τρου­μά­νη


Ἡ κρουαζιέρα


 ΗΛΙΟΣ ΕΔΥΕ καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες κοι­τά­ζον­τας τὸν ἴ­διο οὐ­ρα­νό. Τὰ σύν­νε­φα δὲν κου­νι­όν­του­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν μεί­νει κολ­λη­μέ­να στὸ τα­βά­νι, ἄλ­λα στρογ­γυ­λά, ἄλ­λα τε­τρά­γω­να, ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­κλει­ναν οἱ ἑ­ται­ρεῖ­ες καὶ κο­πά­δια κου­στου­μι­ῶν κα­τέ­βαι­ναν τὴν ὄ­χθη, σὰν μιὰ πο­λι­τι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση πιγ­κου­ί­νων. Μπλὲ καὶ γκρὶ κου­στού­μια μὲ πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες γύ­ρω ἀ­πὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νους λαι­μοὺς ποὺ λα­χτα­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­πιοῦν δρο­σε­ρὲς γου­λι­ὲς μπύ­ρας ἀ­πὸ τὰ πὰμπ τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Εἶ­χε κρύ­ο ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα καὶ οἱ ἀ­νά­σες τους ἔ­βγαι­ναν σὰν ξε­φυ­σή­μα­τα μι­κρῶν δρά­κων, ἑ­νώ­νον­ταν κά­που κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι τους καὶ πέ­φτα­νε βα­ρι­ὲς πά­νω στὸν πά­γο ποὺ εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ στὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα τῆς ὄ­χθης.

          Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­νῶ ἔ­πλε­ε ἀ­νά­σκε­λα πά­νω στὸ νε­ρό, τὸ ἕ­να χέ­ρι της μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο καὶ χο­ρευ­τι­κὸ σὰ φτε­ρού­γα κύ­κνου, τὸ ἄλ­λο πι­α­σμέ­νο μέ­σα στὴ χον­τρή, μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα, φυ­λα­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ βρεγ­μέ­νο μαλ­λί, ἄ­βου­λο νὰ προ­βά­λει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀν­τί­στα­ση. Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα ξε­κά­θα­ρα, για­τί τὰ μά­τια της ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτα στὸ φῶς καὶ στὴν κί­νη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τά­με­ση. Ἀλ­λὰ πα­ρ’ ὅ­λες τὶς εἰ­κό­νες καὶ τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κά­νει τὶς δου­λει­ὲς τῆς Κυ­ρια­κῆς. Δὲν εἶ­χε βά­λει μπου­γά­δα, δὲν εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ντου­λά­πια τῆς κου­ζί­νας, δὲν εἶ­χε τι­νά­ξει τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ, δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας οὔ­τε εἶ­χε σφουγ­γα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε μα­γει­ρέ­ψει. Δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὶς πα­τά­τες, δὲν τὶς εἶ­χε βά­λει προ­σε­κτι­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μπού­τι τοῦ ἀρ­νιοῦ, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­χε ρί­ξει ἁ­λά­τι οὔ­τε ρί­γα­νη οὔ­τε εἶ­χε στύ­ψει λε­μό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ λί­πος καὶ τὸ λά­δι. Ὁ φοῦρ­νος ἦ­ταν σβη­στός. Καὶ τό­σο κρύ­ος ὅ­σο τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

          Τὸ πο­τά­μι τὴν με­τέ­φε­ρε ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ δε­ξιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι του­ρι­στῶν ποὺ κοί­τα­ζαν τὰ νε­ρά, τὴν εἶ­δε. Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε μιὰ κραυ­γὴ καὶ ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὰ κου­στού­μια, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄλ­λοι χω­ρίς, ἔ­στρε­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους κα­τα­πά­νω της. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μὴν τῆς εἶ­χε φύ­γει τὸ μέ­ι­καπ ποὺ κά­λυ­πτε τὴ χλω­μή της ὄ­ψη καὶ τῆς ἔ­δι­νε λί­γο χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα.

          Τὸ πλῆ­θος ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει καὶ νὰ τὴν δεί­χνει μὲ ἀ­πρέ­πεια. Τῆς θύ­μι­σε πῶς οὔρ­λια­ζε κι ἐ­κεῖ­νος τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν γαύ­γι­σμα λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου, ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε ρά­ψει τὴν τρύ­πα στὴν κάλ­τσα του. Εἶ­χε δί­κιο νὰ ἐ­κνευ­ρι­στεῖ. Τῆς τὸ εἶ­χε πεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη, μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της, τὸ ξέ­χα­σε. Τοῦ ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, για­τί κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τὴ φω­νή του, ὅ­τι τὸ λα­ρύγ­γι του εἶ­χε στε­γνώ­σει. Τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε πά­νω της. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, μὲ τὴ θερ­μο­κρα­σί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Ἄρ­χι­σε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ ντου­λά­πια πί­σω της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε, θὰ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ, θὰ ἔ­βλε­πε τη­λε­ό­ρα­ση καὶ θὰ ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν ὅ­πως ἔ­κα­νε τό­σες φο­ρές. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν τῆς πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, ὅ­τι θὰ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι ποὺ φύ­λα­γε τὰ μα­χαί­ρια, θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ πιὸ κο­φτε­ρό, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸ θε­ω­ρεῖ δι­κό της, τὸ μα­χαί­ρι ποὺ παίρ­νει μα­ζί της ἀ­κό­μη καὶ στὶς δι­α­κο­πὲς καὶ θὰ τὴν ἔ­σκι­ζε παν­τοῦ, μὲ τέ­τοι­α ἀ­κρί­βεια, ποὺ τῆς θύ­μι­σε τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­κα­νε στὸ χοι­ρι­νὸ μπού­τι γιὰ νὰ βά­λει μέ­σα το ἀ­ρω­μα­τι­κό της βού­τυ­ρο μὲ δεν­τρο­λί­βα­νο καὶ θυ­μά­ρι.

          Αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­δι­κη­μέ­νη, για­τὶ τὸν φρόν­τι­ζε τρί­α χρό­νια τώ­ρα μὲ ὅ­λη της τὴν ἀ­γά­πη. Τὸν φι­λοῦ­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ραί­ω­ναν τὰ μαλ­λιά του, τοῦ ἔ­φτια­χνε τὸν για­κά, τὸν χά­ι­δευ­ε ὅ­πο­τε κα­θό­ταν δί­πλα της. Συ­νή­θως ἐ­κεῖ πά­νω στὸν κα­να­πέ, βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

          Καὶ τώ­ρα, νὰ ποὺ πλέ­ει πά­νω στὸ κρύ­ο νε­ρό, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν κρου­α­ζι­έ­ρα ποὺ τῆς εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ. Ἐ­νο­χλεῖ­ται ποὺ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα ποὺ πο­τὲ δὲν φο­ρά­ει ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ καὶ ποὺ ἕ­να σω­ρὸ ἄ­γνω­στοι τὴ δεί­χνουν καὶ φω­νά­ζουν. Κά­νει τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει. Κα­μώ­νε­ται πὼς δὲν τοὺς βλέ­πει καὶ κοι­τά­ζει τὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να καὶ ἀ­κού­νη­τα. Κα­θὼς ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ βά­φει ρὸζ καὶ βι­ο­λε­τιά, τῆς φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­λα ἡ­συ­χά­ζουν. Ὅ­τι ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι ὁ πα­φλα­σμὸς πά­νω στὸ σῶ­μα της. Ἕ­νας ρυθ­μὸς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὸς καὶ σί­γου­ρος, ποὺ τὴν ἀ­να­κου­φί­ζει, κα­θὼς σι­γὰ-σι­γὰ τὸ πο­τά­μι τὴ σπρώ­χνει πρὸς τὴν ξη­ρά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νά­για Κου­τρου­μά­νη
 (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον καὶ τὸ Books Journal καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Πλανόδιον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ‘14 καὶ Hotel Χά­ο­ς, ( Πα­τά­κη).



		

	

Ἀναστασία Ἀμανατίδου: Ἐκεῖνος μπορεῖ

 

  Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου

Ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ


ΕΛΕΙ ΝΑ ΤΟΝ πλη­γώ­σει μὲ μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη μα­νί­α. Ὄ­χι, δὲν τῆς φτά­νει λί­γο αἱ­μα­τά­κι, μιὰ γρα­τσου­νιὰ ποὺ θὰ κλεί­σει σὲ δυ­ό-τρεῖς μέ­ρες, ὄ­χι, μὲ τί­πο­τα δὲ θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ κά­τι τέ­τοι­ο. Θέ­λει νὰ τὸν σπά­σει, νὰ τὸν δεῖ ρη­μαγ­μέ­νο νὰ σέρ­νε­ται στὸ laminate πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Τὴν ἐ­ξορ­γί­ζει ποὺ τὴν κοι­τᾶ μ’ αὐ­τὰ τὰ μά­τια. Δὲν θέ­λει ἄλ­λο νὰ τὴν ἀ­κουμ­πᾶ μ΄ αὐ­τὰ τὰ χέ­ρια, ὅ­λο ἔν­νοι­α, μ’ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά. Φω­νά­ζει πὼς τὸν βα­ρέ­θη­κε ἡ ψυ­χή της, πὼς σκέ­φτε­ται τὸν πρώ­ην της (κι ἄς μὴν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια), πὼς εἶ­ναι κα­κὸς ἐ­ρα­στής. Ἐ­σὺ φταῖς ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ σ’ ἀ­γα­πῶ, τοῦ λέ­ει. Μὰ τὸν ζη­λεύ­ει φρι­κτά, για­τί ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ, καὶ γί­νε­ται ἔ­ξαλ­λη. Οὐρ­λιά­ζει πὼς τὸν σι­χαί­νε­ται, πὼς θὰ χα­ρεῖ πά­ρα πο­λὺ ἂν τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ, πὼς προ­τι­μᾶ νὰ πε­θά­νει μό­νη πα­ρὰ νὰ γε­ρά­σει μα­ζί του.

           Ὅ­ταν ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα, οὔ­τε ποὺ γύ­ρι­σε νὰ κοι­τά­ξει τὰ χα­λά­σμα­τα. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μιὰ φρι­κτὴ σκέ­ψη τὴν ἔ­κα­νε νὰ στρα­βο­πα­τή­σει: ἐ­κεῖ­νος μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει τὴν ἀ­πώ­λεια.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­να­στα­σί­α Ἀ­μα­να­τί­δου (Κα­στο­ριά, 1987). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Δι­δά­σκει στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο Ὁ­δὸς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἀρ. 2 (ἐκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να, 2013).



		

	

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος: Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων



Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος


Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων


ΟΣΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Ἔ­χω ἀ­πα­σχο­λη­θεῖ σὲ πολ­λὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ἕ­να σω­ρό, ὅ­μως ἀ­πεί­ρως ἀ­νευ­θυ­νό­τε­ρα, κα­νέ­να δὲν ἀ­παι­τοῦ­σε ὅ­σα ἀ­παι­τεῖ τοῦ­το ἐ­δῶ. Εὐ­λυ­γι­σί­α. Φαν­τά­ζε­στε κα­θα­ρι­στὴ ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι σὲ θέ­ση, μὲ κρύ­ο ἢ λι­ο­πύ­ρι, νὰ χο­ρο­πη­δά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα καὶ στὶς λοι­πὲς μαρ­μά­ρι­νες κα­τα­σκευ­ές; Μυι­κὴ δύ­να­μη. Πο­τὲ λί­γδα καὶ βρό­μα δὲ βγῆ­καν ἀ­πὸ ἕ­να πει­σμα­τά­ρι­κο μάρ­μα­ρο μο­νά­χα μὲ κου­βεν­τού­λα. Ὑ­πο­μο­νή. Τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὅ­που ἐρ­γά­ζο­μαι δι­α­θέ­τει δαι­δα­λώ­δη μνη­μεῖ­α, πε­ρί­τε­χνα στο­λι­σμέ­να, καὶ τὸ κα­θέ­να θέ­λει τὴ λε­πτο­δου­λειά του. Ἐ­δῶ ἕ­νας μη­τρο­πο­λί­της μὲ τὴ μί­τρα του, πα­ρα­κα­λῶ πα­ρα­κα­λῶ, κι ἐ­κεῖ ἕ­νας πα­ρα­ση­μο­φο­ρε­μέ­νος στρα­τη­γὸς μὲ τὸ σει­ρά­διό του, γιὰ νὰ μὴ μι­λή­σω πε­ρὶ ἐ­πι­φα­νῶν πο­λι­τι­κῶν. Ἂν τύ­χει κα­μιὰ κό­ρη; Ἐ­κεῖ σᾶς θέ­λω. Ἡ με­γα­λο­πρέ­πεια στὸν τά­φο! Οὔ­τε τῆς Κλυ­ται­μνή­στρας. Αὐ­τὴ στὸ κά­τω κά­τω τὸ ἔ­λε­γε. «Δὲν εἶ­μαι κό­ρη, βρὲ παι­διά.» Ἐξ οὗ καὶ ὁ τε­ρά­στιος θο­λω­τός.

       Τὸ πιὸ λι­τὸ μνῆ­μα ἀ­π’ ὅ­σα κα­θα­ρί­ζω εἶ­ναι τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­λε μέ­σον γιὰ νὰ γί­νω κα­θα­ρι­στὴς τά­φων. Εἶ­ναι μη­τέ­ρα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας καὶ πε­θε­ρὰ τοῦ Ἰ­ά­κω­βου, τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στη­σα ἄ­θε­λά μου κε­ρα­σφό­ρο. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὴ γνω­ρι­μί­α μου μὲ τὴν κό­ρη τους, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη βρῆ­κε στὸ πρό­σω­πό μου τὸν κα­τάλ­λη­λο ἄν­θρω­πο, ὥ­στε νὰ συν­τη­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­πι­βλέ­πει τὰ πα­ρα­χω­μέ­να πα­ρελ­θόν­τα τους. Δέ­χτη­κα χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, για­τὶ ἤ­μουν ἄ­νερ­γος. Τὸ μπὰρ στὸν Πει­ραι­ά, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­μουν ὡς πορ­τι­έ­ρης, εἶ­χε κλεί­σει τὸ ἴ­διο κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της του ἔ­φυ­γε ἔ­ξαφ­να γιὰ τὴ Βρα­ζι­λί­α. Ὅ­λοι τὸν νο­μί­ζα­με γιὰ ἕ­ναν μι­κρὸ το­κο­γλύ­φο, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε κά­ποι­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νε­πί­ση­μους πε­λά­τες τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξύ­πνη­σε μέ­σα του ὁ πα­λαι­ὸς ναυ­τι­κός, καὶ ἔ­φυ­γε νὰ δεῖ τὰ βα­πό­ρια μὲ ἄλ­λο μά­τι. Ἀ­στάθ­μη­τοι πα­ρά­γον­τες.

       Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κὸς τά­φος τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης εἶ­ναι ἕ­να κου­τὶ μι­σο­χω­μέ­νο στὴ γῆ, σὰν ἀ­πο­θή­κη πυ­ρο­μα­χι­κῶν, καὶ μέ­σα του ἔ­χει τέσ­σε­ρις θῆ­κες. Ὅ­λα ἄ­σπρα. Ἡ ἁ­γνό­τη­τα στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Ἔ­ξω ἀ­πὸ με­ρι­κὰ κι­λὰ κό­κα­λα εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Ἔ­χει χρό­νια νὰ θά­ψουν κά­ποι­ον, ἀλ­λὰ ὁ φόρ­τος ἐρ­γα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­τος. Τὸν τά­φο τὸν κλη­ρο­νό­μη­σε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἀ­πὸ μιὰ θεί­α της, ποὺ δὲν ἄ­φη­σε παι­διά, νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος, νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ πε­ρι­βάλ­λον. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ζων­τα­νὴ μέ­νει στὸ Βο­τα­νι­κό, ἀλ­λὰ πε­θα­μέ­νη τί καὶ τί δὲ θὰ ἔ­χει στὸ πλά­ι της!

       Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς προ­σαρ­μο­στι­κό­τη­τάς μου, συ­νή­θι­σα γρή­γο­ρα στὴν και­νούρ­για μου δου­λειὰ καὶ τὴν ἐ­ξα­σκῶ εὐ­συ­νεί­δη­τα. Ἔ­μα­θα νὰ μὴν ἀ­να­τρι­χιά­ζω μὲ τὶς ὀ­ρέ­ξεις τῶν θλιμ­μέ­νων συγ­γε­νῶν, καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὴ δου­λειά μου. Ἔ­τσι, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, δύ­ο χρό­νια με­τά, εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες μου, καὶ πα­ρὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς κό­ρης της καὶ τὴ φυ­γὴ τοῦ γαμ­προῦ της στὴ Λῆ­μνο, μοῦ δεί­χνει τὴν ἴ­δια ἐμ­πι­στο­σύ­νη.

       Πα­λαι­ό­τε­ρα, ἔ­τσι ὅ­πως ξε­βρό­μι­ζα τὰ ἄ­χρω­μα μάρ­μα­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ γί­νει τῆς κα­κο­μοί­ρας στὴν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, κα­θὼς θὰ μᾶς ξερ­νᾶ­νε τὰ σκου­λή­κια καὶ τὰ μα­μού­νια. Γι’ αὐ­τό, μα­κά­ρι­ζα τοὺς πνιγ­μέ­νους, τοὺς κα­μέ­νους καὶ τοὺς πον­τι­κο­φα­γω­μέ­νους. Μὲ τὰ χρό­νια μοῦ γεν­νή­θη­κε ἡ πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ ἀ­νά­στα­ση θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ σ’ ἕ­να στά­διο, μὲ­ς ἀ­πὸ τὶς νό­τες καὶ τοὺς στί­χους μιᾶς συ­ναυ­λί­ας, κα­θὼς στὸ γρα­σί­δι θὰ καί­γον­ται χει­ρό­γρα­φα γιὰ προ­δο­μέ­νες ἀ­γά­πες.

       Τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ μνῆ­μα τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης θὰ ὑ­πο­δε­χτεῖ τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς μὲ κε­νό. Ἢ ὄ­χι; «Ἐ­ρι­έτ­τα, ἐ­σὺ εἶ­σαι;»

       Πέ­ρα­σαν ἕ­ξι μῆ­νες ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, χω­ρὶς νὰ μά­θου­με νέ­α της. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, ἀ­φοῦ δή­λω­σε τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς γει­το­νιᾶς της, ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος, πρὶν ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Λῆ­μνο, τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὰ ἔ­βα­λε μα­ζί της. Τῆς εἶ­πε πὼς τό­σα χρό­νια κα­μω­νό­ταν ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πά­ει ἐ­πει­δὴ τὴ γέ­μι­ζε δῶ­ρα κι ἐ­πει­δὴ τὴν ἄ­φη­νε νὰ κομ­πο­δέ­νει τὴ μι­κρὴ σύν­τα­ξή της. Με­τὰ τὴν ἔ­βρι­σε, για­τί ἀμ­φό­τε­ροι τὸ θε­ω­ροῦ­σαν βρι­σιά, ὅ­τι εἶ­ναι τσά­τσα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἐμ­βέ­λειας.

       «Ἄ­κου τσά­τσα!» εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἔ­ξαλ­λη, ὅ­ταν μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καὶ πρό­σθε­σε: «Ὁ πα­λι­άν­θρω­πος! Μὲ σύγ­χυ­σε τό­σο πο­λύ, Ἀλ­κί­νο­ε, ποὺ νό­μι­ζα ὅ­τι θὰ μοῦ ’ρ­θει ἐγ­κε­φα­λι­κό. Εὐ­τυ­χῶς, ποὺ ξε­κουμ­πί­στη­κε!»

       «Ἐ­σεῖς τί τοῦ εἴ­πα­τε;» τὴ ρώ­τη­σα χω­ρὶς νὰ μὲ νοιά­ζει.

       «Ὅ­τι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἄ­κου­σα στὸ μπά­νιο νὰ μι­λά­ει μὲ τὸ σα­πού­νι, ἀ­πὸ τό­τε κα­τά­λα­βα πό­σο λα­πὰς ἦ­ταν.»

       Τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ἀ­να­κοι­νώ­σει στὴ γυ­ναί­κα του ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χει πλέ­ον νὰ τὸν ἀ­πα­τᾶ, ὅ­τι φεύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ὅ­τι θὰ γυ­ρί­σει μό­νο σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἴ­διος ἠ­ρε­μή­σει. Ἦ­ταν ὅ,τι ἡ­ρω­ι­κό­τε­ρο εἶ­χε πρά­ξει ἕ­ως τό­τε ὁ κα­χε­κτι­κὸς σα­ραν­τά­ρης. Ὡ­στό­σο, ἡ πα­θη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἠτ­το­πά­θεια τοῦ ταί­ρια­ζαν κα­λύ­τε­ρα, κα­νεὶς δὲν πε­ρί­με­νε πα­ρό­μοι­α ἐ­νέρ­γεια ἀ­πὸ μέ­ρους του. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ χρό­νος ποὺ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἔ­χει ἐ­ρα­στή, ὥ­στε θε­ω­ρού­σα­με πὼς τὸ ἔ­χει πα­ρα­δε­χτεῖ. Ἔ­φυ­γε γκα­ζώ­νον­τας μὲ νεῦ­ρο τὸ χι­λιά­ρι θα­λασ­σὶ αὐ­το­κί­νη­τό του, λὲς καὶ βι­α­ζό­ταν νὰ προ­λά­βει τὰ βεν­ζι­νά­δι­κα ἀ­νοι­χτά.

       Πέν­τε μέ­ρες με­τά, γύ­ρι­σε, ἀλ­λὰ βέ­βαι­α δὲ βρῆ­κε τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ σπί­τι. Μά­λω­σε πά­λι μὲ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη καὶ κα­τό­πιν ἦρ­θε σ’ ἐ­μέ­να. Μοῦ χτυ­ποῦ­σε γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὸ κου­δού­νι. Ἡ μού­ρη του ἦ­ταν κλα­μέ­νη, ἀλ­λὰ δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα δι­ό­λου. Ἔ­τσι ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν. Μοῦ ζή­τη­σε κα­φέ. Τοῦ ἔ­φτια­ξα. Μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ ξε­χά­σω τὶς θυ­ελ­λώ­δεις συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἤ­ρε­μα μοῦ ζή­τη­σε νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σω τί συμ­βαί­νει.

       «Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε τὸ βρά­δυ τοῦ τσα­κω­μοῦ σας», εἶ­πα στὸν Ἰ­ά­κω­βο, δη­λώ­νον­τας ἄ­γνοι­α γιὰ τὸ ποῦ βρί­σκε­ται ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα. «Πέν­τε μέ­ρες ἔ­χω νὰ μά­θω νέ­α της.» Δὲ μὲ πί­στε­ψε. Ἀ­γρί­ε­ψε καὶ φώ­να­ξε ὅ­τι κά­που τὴν κρύ­βω.

       «Κα­λό μου παι­δί, ἡ­σύ­χα­σε», τοῦ εἶ­πα, ἂν καὶ μὲ περ­νοῦ­σε δέ­κα χρό­νια. «Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα δὲν εἶ­ναι ἐ­δῶ», τὸν δι­α­βε­βαί­ω­σα γα­λή­νια.

       «Καὶ ποῦ εἶ­ναι;»

       Θέ­λη­σα ν’ ἀ­στει­ευ­τῶ: «Σὲ θυ­ρί­δα, στὴν τρά­πε­ζα Πί­στε­ως. Νὰ ψά­ξω γιὰ τὸ κλει­δί.» Ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λος. Δὲν ἦ­ταν φαί­νε­ται ὥ­ρα γι’ ἀ­στεῖ­α. Οὔρ­λια­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε κω­λό­παι­δα, ὅ­τι θέ­λου­με νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σου­με, κι ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες στὴν ἤ­δη κλα­μέ­νη μού­ρη του κλαί­γον­τας μὲ λυγ­μούς. Κόν­τευ­αν με­σά­νυ­χτα, ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω. Μὲ πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι της μιὰ φοι­τή­τρια τῆς Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν. Γιὰ νὰ τὸν κα­θη­συ­χά­σω, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὸ βί­τσιο του μὲ τοὺς ὅρ­κους. Τό­σο ὁ ἴ­διος ὅ­σο καὶ ἡ Ἐ­ριέτ­τα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ση­μα­δια­κὰ λό­για, δού­λευ­αν πο­λὺ τοὺς ὅρ­κους.

       «Στὴ ζω­ὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας», εἶ­πα σο­βα­ρός. «Δὲν ξέ­ρω ποῦ εἶ­ναι.» Πράγ­μα­τι, ὁ Ἰ­ά­κω­βος κα­τα­πρα­ΰν­θη­κε. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε. Ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­φυ­γε, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ νὰ πά­ει στὸν ἐ­ρα­στή της! Τὰ μά­τια του ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ, τοῦ ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα.

       Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι ἡ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας, ὅ­σο νὰ πεῖς, μὲ εἶ­χε ἀ­να­στα­τώ­σει. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἐ­κεί­νης τῆς μέ­ρας, με­τὰ τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κα­λα­μα­ρά­κια μὲ ρύ­ζι, λό­γω σα­ρα­κο­στῆς, ποὺ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, καὶ τὸ γλυ­κὸ κρα­σὶ ποὺ ἤ­πια­με, εἶ­πα στὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ὅ­τι ἡ σχέ­ση μας μὲ κού­ρα­σε καὶ ὅ­τι θὰ στα­μα­τοῦ­σα ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι εἶ­μαι ἀν­τί­θε­τος στὰ ἐ­ρω­τι­κὰ τρί­γω­να. Ἦ­ταν κο­ρυ­φαί­α μέ­ρα γιὰ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, κι ἐ­πει­δὴ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ βί­ω­νε σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νὰ τέ­τοι­ας φύ­σης πε­ρι­στα­τι­κά, βρέ­θη­κε σὲ ἀ­χα­λι­να­γώ­γη­τη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σύγ­κρου­ση. Ἀ­να­με­νό­με­να. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη δὲν κα­τά­λα­βε τὴ δι­ά­θε­ση τῆς κό­ρης της. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γε, πῆ­γε στὴν ἀ­δελ­φή τους στὰ Σε­πό­λια. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἂν καὶ συγ­κα­τοι­κοῦ­σε μὲ τὸ ζευ­γά­ρι, δὲν ἀ­να­μει­γνυ­ό­ταν στοὺς τσα­κω­μούς του. Δὲ θὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ θὰ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε πό­σο κω­μι­κός, συ­χνά, εἶ­ναι ὁ θε­σμὸς τοῦ γά­μου. Ἕ­να πα­ρά­πο­νο μό­νο εἶ­χε: πὼς ὀ­κτὼ χρό­νια τώ­ρα δὲν τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει ἕ­να ἐγ­γο­νά­κι.

       Ἀ­κό­μη ἀ­πο­ρῶ, για­τί στὴν ἀρ­χὴ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ ἔ­κρυ­ψε τὸ γά­μο της. Εἶ­χα κοι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἄλ­λες παν­τρε­μέ­νες, καὶ αὐ­τὸ τὸ λέ­ω μο­νά­χα ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, καὶ δὲ θὰ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σε μί­α πα­ρα­πά­νω. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ και­ρό, ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α πρώ­ην ἄν­τρας της, ὅ­τι μέ­νουν μα­ζὶ μέ­χρι νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ δι­α­ζύ­γιό τους καὶ ὅ­τι μέ­χρι τό­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, για­τὶ τά­χα ὁ Ἰ­ά­κω­βος πά­σχει ἀ­πὸ καρ­κί­νο τῶν πνευ­μό­νων. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὰ ψέ­μα­τα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας μοῦ ἔ­κα­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρο κέ­φι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, καὶ ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τὸ σπα­ραγ­μὸ τοῦ ἀ­τυ­χοῦς ζεύ­γους.

       Οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες ἀ­νῆ­καν στὰ ἰ­σχυ­ρὰ ὅ­πλα τοῦ Ἰ­ά­κω­βου γιὰ τὴν εὐ­ά­λω­τη ψυ­χὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας. Σὲ κά­ποι­ον τσα­κω­μό τους καὶ πρὶν τὸν ἀ­ναγ­καῖ­ο ὀ­λι­γό­ω­ρο χω­ρι­σμὸ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, τὴν ἔ­πει­σε ὅ­τι σὲ ἕ­ξι μῆ­νες θὰ πε­θά­νει καὶ τῆς ζή­τη­σε νὰ μὴ φύ­γει μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της, ἀλ­λὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ κά­νει πρῶ­τα σ’ ἐ­κεῖ­νον τὰ σα­ράν­τα καὶ ὕ­στε­ρα ἂς πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Γιὰ νὰ τὴν πεί­σει, τῆς ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ πό­σο τὴ βο­ή­θη­σε στὴ ζω­ή της, κα­θὼς καὶ τὸν ὅρ­κο αἰ­ώ­νιας συμ­βί­ω­σης ποὺ κά­πο­τε τοῦ εἶ­χε δώ­σει. Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συ­νό­δευ­σε μὲ μουρ­μου­ρη­τὸ καὶ πα­ρα­κά­λια.

       Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­ά­κω­βος δὲν ἐρ­χό­ταν νὰ μὲ βρεῖ στὴ δου­λειά μου καὶ νὰ μοῦ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα πῆ­ρε θάρ­ρος. Τὴ βό­λευ­ε τὸ δι­πλὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη στὸν Ἰ­ά­κω­βο ὅ­τι δὲν τὴν πι­στεύ­ει τὴν ἀρ­ρώ­στια του, δὲν πι­στεύ­ει ὅ­τι θ’ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ τῆς κο­πα­νά­ει ὅ­τι τὴ βο­ή­θη­σε πο­λὺ στὴ ζω­ή της, θὰ ἔ­με­νε κον­τά του φέρ­νον­τας κι ἐ­μέ­να στὸ σπί­τι, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἦ­ταν τε­ρά­στιο. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος συμ­φώ­νη­σε. Κάλ­λιο πέν­τε καὶ στὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ τὴ συμ­φω­νί­α τους, μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω τί μὲ θέ­λουν. Εἶ­χα ἀρ­κε­τὲς μέ­ρες νὰ μι­λή­σω μὲ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, για­τὶ εἴ­χα­με τοὺς δι­κούς μας χω­ρι­σμούς. Ἄρ­χι­ζα νὰ τὴν ξε­χνά­ω, μά­λι­στα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ στα­μα­τή­σω νὰ κά­νω τὸν κα­θα­ρι­στή, σύν­το­μα θὰ ἐ­νη­μέ­ρω­να σχε­τι­κὰ καὶ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη. Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κός της τά­φος δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ τί­πο­τε.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ τη­λέ­φω­νο. «Ἔ­λα.»

       «Ἔ­στω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά», μοῦ εἶ­πε ὁ Ἰ­ά­κω­βος.

       «Δὲ βα­ρι­έ­σαι», σκέ­φτη­κα. «Ἴ­σως ἔ­χει πλά­κα.»

       Κα­βά­λη­σα τὴ θρυ­λι­κὴ Yamaha μου καὶ πῆ­γα, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, στὸ λό­φο τοῦ Φι­λο­πάπ­που. Ἦ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μαρ­τί­ου, τὸ ζω­δια­κὸ φῶς εἶ­χε πέ­σει ἤ­δη στοὺς βρά­χους. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μὲ τὸν Ἰ­ά­κω­βο ἦρ­θαν σὰ νὰ τοὺς πή­γαι­ναν στὴν κρε­μά­λα. Ἀ­φοῦ μοῦ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νή­κου­στη πρό­τα­σή τους, γέ­λα­σα ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ καὶ μᾶλ­λον προ­σβλή­θη­καν. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρα ποι­όν ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο νὰ λυ­πη­θῶ, τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ἢ τὸν Ἰ­ά­κω­βο; Πῆ­ρα τὸ κρά­νος καὶ ση­κώ­θη­κα. Ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ στὸ γυ­μνὸ λό­φο.

       «Εἶ­ναι με­ρι­κοὶ λό­φοι ποὺ δὲ χρει­ά­ζον­ται ἀ­να­δά­σω­ση», εἶ­πα. «Χρει­ά­ζον­ται ἀ­ναν­θρώ­πω­ση.» Μὲ κοί­τα­ξαν ἀ­μή­χα­να. Φό­ρε­σα μὲ ψυ­χραι­μί­α τὸ κρά­νος καὶ ἀ­νέ­βη­κα στὴ μη­χα­νή. Μὲ κοι­τοῦ­σαν σα­στι­σμέ­νοι καὶ ἀ­μί­λη­τοι. Τοὺς προ­σπέ­ρα­σα κι ἔ­φυ­γα. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἦρ­θε ἔν­τρο­μη νὰ μὲ βρεῖ.

       «Ἀ­πει­λεῖ ὅ­τι θὰ μὲ σκο­τώ­σει, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε. «Θὰ γί­νει ἡ σκιά μου. Σῶ­σε με.»

       «Βλέ­πε­τε πολ­λὴ τη­λε­ό­ρα­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρι­ζώ­νον­τας χορ­τά­ρια, κι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα χα­μο­γέ­λα­σε μὲ πό­νο. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πάν­τα τὴν εἰ­ρω­νευ­ό­μουν. Συ­νέ­χι­σα νὰ ξε­ρι­ζώ­νω χορ­τά­ρια, ἔ­λει­πε μό­νο ἡ κά­με­ρα νὰ μᾶς ἀ­πα­θα­να­τί­σει.

       «Σπα­τα­λι­έ­σαι, Ἐ­ρι­έτ­τα», τῆς εἶ­πα. «Ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγαί­νει ἔ­τσι.»

       «Πο­τέ σου δὲ μὲ δι­εκ­δί­κη­σες!»

       «Ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα σου; Τς τς τς τς, τί θὰ πεῖ ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ποὺ μ’ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε;»

       Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι της ἕ­να γράμ­μα, μοῦ τὸ ἔ­δω­σε κι ἔ­φυ­γε βι­α­στι­κή. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γρα­φε, για­τί δὲν τὸ δι­ά­βα­σα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ προ­η­γού­με­να ποὺ εἶ­χα δι­α­βά­σει θὰ πρέ­πει νὰ μι­λοῦ­σε γι’ ἀ­γά­πες καὶ πό­θους.

       Οἱ ζω­ές μας εἶ­χαν γί­νει σκο­τσέ­ζι­κο ντούς. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα μέ­να­με δί­χως συ­ναι­σθή­μα­τα, μο­νά­χα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε σὲ πα­ρά­λο­γο κυ­νη­γη­τό. Κρε­βά­τια, τσα­κω­μοί, χω­ρι­σμοί. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα κυ­νη­γοῦ­σε καὶ κυ­νη­γι­ό­ταν μέ­χρι τὴ μέ­ρα ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σφρα­γί­ζον­τας τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἦ­ταν ἀ­πρό­σμε­νο τέ­λος, ἀλ­λὰ ἴ­σως ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο τέ­λος. Γιὰ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς ἐκ­δο­χές. Μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς εἶ­ναι πὼς βρί­σκε­ται σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε Ἀλ­κί­νο­ος οὔ­τε Ἰ­ά­κω­βος οὔ­τε ζω­ὴ οὔ­τε θά­να­τος.

       Ὅ­σοι νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Λα­χαί­νουν κά­τι μυ­στή­ρι­ες ἐ­κτα­φές, μὲ τὶς κα­τσα­ρί­δες νὰ πε­τά­γον­ται τρο­μο­κρα­τη­μέ­νες, ποὺ σοῦ παίρ­νουν τὴν ψυ­χὴ νὰ τὴν πᾶ­νε πα­ρέ­α μὲ τὸ νε­κρό, πέ­ρα στὰ λι­βά­δια μὲ τ’ ἀ­σφο­δέ­λια, ὅ­πως λέ­ει ὁ ποι­η­τὴς τῆς «Λή­θης». Νὰ ψα­χου­λεύ­εις στ’ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να ὑ­φά­σμα­τα νὰ βρεῖς κό­κα­λα καὶ κο­κα­λά­κια, σὰ νὰ κα­θα­ρί­ζεις φα­κή, νὰ κα­ρα­δο­κεῖς τὴν ἄ­λι­ω­τη σάρ­κα καὶ κά­θε τό­σο νὰ φω­νά­ζεις: «Στῆ­θος;» «Ἐν­τά­ξει». «Ἄ­κρα;» «Ἐν­τά­ξει». «Λε­κά­νη;» «Ἀ­να­λό­γως προ­σόν­των». Ἀ­πὸ πά­νω σου νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄλ­λες σάρ­κες, ἕ­τοι­μες κά­θε στιγ­μὴ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Νὰ βα­στᾶ­νε μιὰ μπου­κά­λα κρα­σὶ στὸ χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ψη­τό, καὶ νὰ τοὺς τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τό­τε εἶ­ναι πού σου ἔρ­χε­ται νὰ ψά­ξεις κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σκαμ­μέ­νο λάκ­κο γι’ ἀ­πο­γε­μέ­να κό­κα­λα.



Πη­γή: περ. Πλα­νό­διον, τχ. 19, Δεκέμβριος 1993.

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας (1986-1988) καὶ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο “Σπου­δὲς στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ” (2004-2009). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­πο­κεν­τρω­μέ­νη Δι­οί­κη­ση Ἀτ­τι­κῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ τρί­α πρῶ­τα μέ­ρη τῆς τε­τρα­λο­γί­ας μὲ τὸν τί­τλο Τὸ Τυ­χαῖ­ο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἐ­νέ­δρα (νου­βέ­λες, ἔκδ. Μαν­δρα­γό­ρας, 2008).


Φωτεινὴ Τέντη: Ὁ Βάθρακας



Φωτεινὴ Τέντη


Ὁ Βά­θρα­κας


Η ΜΠΑΛΑ προ­σγει­ώ­θη­κε πά­νω στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες. Ὁ πε­ρι­πτε­ρὰς φω­νά­ζει ἔ­ξαλ­λος. Μα­ζὶ μὲ τὴν «Ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ» καὶ τὰ «Νέ­α», τὸ πε­ζο­δρό­μιο γε­μί­ζει μὲ κου­τά­κια κα­ρα­μέ­λες, τσί­χλες καὶ γλει­φι­τζού­ρια σὲ σχῆ­μα κό­κο­ρα. «Ἦ­ταν γκόλ», φω­νά­ζω στὸ Θα­νά­ση καὶ με­τὰ πλα­κω­νό­μα­στε στὸ ξύ­λο. «Πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ τοῦ­βλο», ὁ Θα­νά­σης ἴ­σα ποὺ ἀ­κού­γε­ται, τοῦ σφίγ­γω τὸ σα­γό­νι. Μὲ κλω­τσά­ει στὸ κα­λά­μι, λύ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου, πέ­φτου­με κά­τω καὶ κυ­λι­ό­μα­στε στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἡ Χαλ­κί­δος καί­ει, εἶ­ναι κα­τα­κα­λό­και­ρο, ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν κα­τα­λα­βαί­νου­με. Μᾶς χω­ρί­ζουν οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, «Ρὲ σεῖς, πρέ­πει νὰ πά­ρου­με τὴν μπά­λα, θὰ τὸν σκο­τώ­σει ὁ πα­τέ­ρας του τὸ Σω­τή­ρη, ἂν τὴν χά­σει». Κοι­τα­ζό­μα­στε, κοι­τα­ζό­μα­στε καὶ μὲ τὸ Θα­νά­ση, ποι­ός θὰ πά­ει στὸ πε­ρί­πτε­ρο; «Εἶ­ναι ἡ σει­ρά σου» λέ­ει ὁ Σω­τή­ρης. Τὸ σκέ­φτο­μαι καὶ λέ­ω «Ἐν­τά­ξει, πᾶ­με». Τὸ πε­ρί­πτε­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τὸ ἔ­χει ὁ «Βά­θρα­κας», ἔ­τσι τὸν ξέ­ρα­με, για­τὶ τὸ σου­λού­πι του ἦ­ταν σὰν βα­τρά­χου καὶ τὸ κα­νο­νι­κό του ὄ­νο­μα τὸ εἴ­χα­με ξε­χά­σει. Στη­νό­μα­στε ὅ­λοι μα­ζὶ μπρο­στά του, ἐ­γὼ στὴ μέ­ση καὶ οἱ ἄλ­λοι ἕ­ξι πί­σω καὶ γύ­ρω μου, σὰν σω­μα­το­φύ­λα­κες ἕ­να πράγ­μα. Ὁ Βά­θρα­κας κρα­τά­ει τὴν μπά­λα καὶ πε­ρι­μέ­νει. Κα­τε­βά­ζω μέ­χρι τὰ γό­να­τα τὸ σορ­τσά­κι τῆς Μάν­τσε­στερ ποὺ φο­ρά­ω. Μα­ζὶ καὶ τὸ σώ­βρα­κο. Οἱ ἄλ­λοι μὲ κα­λύ­πτουν νὰ μὴν φαί­νο­μαι στὴ Χαλ­κί­δος. Ὁ Βά­θρα­κας καρ­φώ­νει τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ βλέμ­μα του, τὰ μά­τια του πε­τά­γον­ται σὰν τοῦ βα­τρά­χου, μπο­ρεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ τοῦ κόλ­λη­σαν τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Στὸ λε­πτὸ ἀ­πά­νω, ση­κώ­νω τὸ σορ­τσά­κι κι ἐ­κεῖ­νος μοῦ πε­τά­ει τὴν μπά­λα. Τὴν ἁρ­πά­ζου­με μα­ζὶ καὶ μιὰ χού­φτα κα­ρα­μέ­λες καὶ τρέ­χου­με στὸ αὐ­το­σχέ­διο τέρ­μα ποὺ ἔ­χου­με φτιά­ξει μὲς στὴ μέ­ση του δρό­μου. Πρέ­πει νὰ προ­πο­νη­θοῦ­με για­τὶ αὔ­ριο ἔ­χου­με μὰτς μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς πά­νω γει­το­νιᾶς.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Φωτεινὴ Τέντη. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ δι­α­δι­κτυα­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ καὶ Fractal, ὅ­πως καὶ στὶς ἱ­στο­σε­λί­δες Bookpress, Eyelands καὶ 25η ὥ­ρα. Δι­ή­γη­μά της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἔν­τυ­πη συλ­λο­γὴ τῶν δι­α­κρι­θέν­των τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ δι­η­γή­μα­τος ποὺ δι­ορ­γά­νω­σαν τὸ 2015 οἱ ἐκ­δό­σεις «Μω­ρα­ΐ­τη» καὶ «Ἐν­τύ­ποις».



		

	

Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).