Ρένα Σαμαρᾶ-Μάινα: Φωτογραφίες γάμου


Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ-Μά­ϊ­να


Φω­το­γρα­φί­ες γά­μου


 ΠΡΩΤΟΣ ΜΟΥ ΑΝΤΡΑΣ ἦ­ταν ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸ χει­μώ­να φο­ροῦ­σε πάν­τα τρα­γιά­σκα καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ψά­θι­νο παναμά. Ἔ­χει τύ­πο, ἔ­λε­γαν οἱ φί­λες μου. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε πο­τὲ ἀ­σκε­πής, τὸ κε­φά­λι τὸ εἶ­χε πάν­τα κα­λυμ­μέ­νο, ὄ­χι γιὰ τὸ στύλ, ὅ­πως πί­στευ­αν οἱ φί­λες μου, μὰ μὴν καὶ φα­νεῖ ὁ τρι­χο­φά­γος. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε δι­α­φη­μί­σεις γιὰ σαμ­που­ὰν καὶ τζὲλ μαλ­λι­ῶν, ἔ­βα­ζε πάν­τα τὰ κλά­μα­τα. Κι ὕ­στε­ρα ἔ­βγα­ζε τὶς σχο­λι­κὲς φω­το­γρα­φί­ες καὶ χά­ζευ­ε μὲ τὶς ὧ­ρες τὰ μπου­κλά­κια του, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­τί­θα­σα μέ­σα στὰ μά­τια του. Ἡ πε­θε­ρά μου ἀ­κό­μα καὶ στὰ σα­ράν­τα του τὸν φώ­να­ζε σγου­ρο­μάλ­λη μου κι ἐ­γὼ με­τὰ βί­ας κρα­τοῦ­σα τὰ γέ­λια. Ἦ­ταν τό­σο ἀ­στεῖ­ος χω­μέ­νος στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ἐ­κεί­νη νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ ἀ­νύ­παρ­κτα μαλ­λιά. Ὅ­ταν πέ­θα­νε φύ­λα­ξα τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα τῶν ἀ­νύ­παρ­κτων μαλ­λι­ῶν του. Τὴν ἔ­βγα­λα με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­χρη­στί­ας ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι – ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἄρ­χι­σα τὶς χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες.

        Ὁ δεύ­τε­ρος ἄν­τρας μου μαλ­λιὰ εἶ­χε μπό­λι­κα. Ἀ­πὸ μυα­λὰ ἔ­πα­σχε. Ἀ­κα­τοί­κη­το τὸ ὄ­μορ­φο ξαν­θὸ κε­φά­λι του. Ὅ­ταν τὸν πρω­το­εῖ­δα —λί­γο με­τὰ ποὺ ἀ­νάρ­ρω­σα— εἶ­πα πὼς ἡ ζω­ή μοῦ χρω­στᾶ μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α. Τὸν παν­τρεύ­τη­κα μὲ δό­ξα καὶ τι­μή. Μὰ ἡ δι­κή του ἡ τι­μὴ ἦ­ταν ἄ­τι­μη. Τὶς νύ­χτες βο­λό­δερ­νε σὲ χαρ­το­παι­χτι­κὲς λέ­σχες καὶ τὶς μέ­ρες ση­μά­δευ­ε τρά­που­λες. Ἡ ζω­ή μου ἔ­γι­νε κό­λα­ση. Ἦρ­θαν μέ­ρες ποὺ δὲν εἴ­χα­με δραχ­μὴ οὔ­τε γιὰ ψω­μί. Κόν­τε­ψα νὰ ξε­που­λή­σω καὶ τὸν κῶ­λο μου γιὰ νὰ τὸν ξε­χρε­ώ­σω. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ξα­νά­βγα­λα ἀ­ραί­ω­ναν καὶ πά­λι. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν με­γά­λη μπά­ζα ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, τὸν φί­λη­σα σταυ­ρω­τά, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα στὸ κα­κὸ κι ἄλ­λα­ξα μέ­σα στὴ νύ­χτα τὴν κλει­δα­ριά. Τὸ μό­νο πού μοῦ ἔ­μει­νε ἀ­πὸ κεῖ­νον ἦ­ταν μιὰ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα.

        Ὁ τρί­τος μου ἄν­τρας εἶ­ναι γκέ­ι. Τὸ ξέ­ρω πὼς μὲ πῆ­ρε μό­νο γιὰ ξε­κάρ­φω­μα. Κα­θη­γη­τὴς στὸ σχο­λεῖ­ο, φι­λό­λο­γος, μὴ δί­νει δι­και­ώ­μα­τα. Κι ἡ δό­λια ἡ μά­να του, νὰ γλι­τώ­σει ἀ­πὸ τὰ σχό­λια τῶν φαρ­μα­κό­γλωσ­σων τῶν φι­λε­νά­δων της. Τί­μιος ὅ­μως, μοῦ ξη­γή­θη­κε σπα­θὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Στὸ σπί­τι ὅ­λα δου­λεύ­ουν ρο­λό­ι. Νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη, χα­μό­γε­λα, κα­τα­νό­η­ση κι ἀ­πο­δο­χή. Σὲξ δὲν κά­νου­με, ἀλ­λὰ σι­γὰ τὸ πρό­βλη­μα. Στὴν ἐμ­μη­νό­παυ­ση ἀρ­κοῦν τὰ χά­δια, τὰ φι­λιὰ καὶ δυ­ὸ κα­λὲς κου­βέν­τες. Τὰ κρύ­α χει­μω­νι­ά­τι­κα βρά­δια μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα μου καὶ παί­ζου­με ξε­ρὴ μὲ τὴ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα. Δὲν εἶ­ναι τε­λι­κὰ ἄ­πια­στη ἡ εὐ­τυ­χί­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ–Μά­ϊ­να. (Κο­μο­τη­νή, 1969). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, ἐρ­γά­ζε­ται γιὰ εἴκοσι ἑπτὰ χρό­νια στὴν φρον­τι­στη­ρια­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Τὰ τελευταῖα πέν­τε χρό­νια διοργάνωσε καὶ συντονίζει τὴν Λέ­σχη Φι­λα­να­γνω­σί­ας Κο­μο­τη­νῆς. Κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες.


 

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin): Ὁ Τζόκεϊ μου


Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin)


Τζό­κε­ΐ μου

(My Jockey)


’ ΑΡΕΣΕΙ νὰ δου­λεύ­ω στὰ Ἐ­πεί­γον­τα – ὅ­πως καὶ νά ‘χει, γνω­ρί­ζεις ἄν­τρες ἐ­κεῖ. Πραγ­μα­τι­κοὺς ἄν­τρες, ἥ­ρω­ες. Πυ­ρο­σβέ­στες καὶ τζό­κε­ϊ. Ἔρ­χον­ται συ­νέ­χεια στὰ Ἐ­πεί­γον­τα. Οἱ τζό­κε­ϊ ἔ­χουν ὑ­πέ­ρο­χες ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες. Σπᾶ­νε κό­κα­λα συ­νέ­χεια ἀλ­λὰ τὰ μπαν­τά­ρουν ὅ­πως-ὅ­πως καὶ ξα­να­τρέ­χουν στὴν ἑ­πό­με­νη κούρ­σα. Οἱ σκε­λε­τοί τους μοιά­ζουν μὲ δέν­τρα, μὲ ἀ­να­συ­ναρ­μο­λο­γη­μέ­νους βρον­τό­σαυ­ρους. Μὲ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­βα­στια­νοῦ.

        Ἐ­γὼ ἀ­να­λαμ­βά­νω τοὺς τζό­κε­ϊ για­τί μι­λά­ω ἱ­σπα­νι­κὰ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι Με­ξι­κά­νοι. Ὁ πρῶ­τος τζό­κε­ϊ ποὺ γνώ­ρι­σα ἦ­ταν ὁ Μου­νιόθ. Θε­έ μου. Γδύ­νω ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἀν­θρώ­πους καὶ δὲν εἶ­ναι σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση, μοῦ παίρ­νει κά­ποι­α λε­πτά. Ὁ Μου­νιὸθ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ἐ­κεῖ, ἀ­ναί­σθη­τος, Ἀζ­τέ­κος θε­ὸς σὲ μι­νι­α­τού­ρα. Ἐ­πει­δὴ τὰ ροῦ­χα του ἦ­ταν πο­λύ­πλο­κα, ἔ­νι­ω­θα λὲς καὶ ἐ­κτε­λοῦ­σα ἕ­να πο­λυ­σύν­θε­το τε­λε­τουρ­γι­κό. Ἐ­κνευ­ρι­στι­κό, κα­θὼς χρει­ά­στη­κε πο­λὺς χρό­νος, ὅ­πως στὸν Μι­σί­μα ὅ­που χρει­ά­ζον­ται τρεῖς σε­λί­δες γιὰ νὰ βγά­λει τὸ κι­μο­νό της μιὰ κυ­ρί­α. Τὸ βα­θυ­πόρ­φυ­ρο σα­τὲν που­κά­μι­σό του εἶ­χε πολ­λὰ κουμ­πιὰ κα­τὰ μῆ­κος τοῦ ὤ­μου καὶ σὲ κά­θε μι­κρο­σκο­πι­κὴ μαν­σέ­τα· τὸ παν­τε­λό­νι του ἔ­σφιγ­γε μὲ πε­ρί­πλο­κο δέ­σι­μο κορ­δο­νι­ῶν, πραγ­μα­τι­κοὺς προ-κο­λομ­βια­νοὺς κόμ­πους. Οἱ μπό­τες του μύ­ρι­ζαν κο­πριὰ καὶ ἱ­δρώ­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὲς καὶ λε­πτο­κα­μω­μέ­νες σὰν τῆς Στα­χτο­πού­τας. Κι αὐ­τὸς συ­νέ­χι­ζε νὰ κοι­μᾶ­ται, ἕ­νας μα­γε­μέ­νος πρίγ­κι­πας.

        Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ξυ­πνή­σει, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει τὴ μη­τέ­ρα του. Δὲν κρα­τοῦ­σε τὸ χέ­ρι μου, ὅ­πως κά­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­σθε­νεῖς, ἀλ­λὰ γαν­τζώ­θη­κε στὸν λαι­μό μου, κλαί­γον­τας μὲ ἀ­να­φι­λη­τὰ Mama­cita! Mama­cita! (1) Ἡ μό­νη πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­φή­σει τὸν δρα Τζόν­σον νὰ τὸν ἐ­ξε­τά­σει ἦ­ταν νὰ τὸν κρα­τά­ω στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ νὰ τὸν κου­νά­ω σὰν μω­ρό. Ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος σὰν παι­δὶ ἀλ­λὰ δυ­να­τός, μυ­ώ­δης. Ἕ­νας ἄν­τρας στὴν ἀγ­κα­λιά μου. Ὀ­νει­ρε­μέ­νος ἄν­τρας; Ὀ­νει­ρε­μέ­νο μω­ρό;

        Ὁ δρ Τζόν­σον σφούγ­γι­σε τὸ μέ­τω­πό μου κα­θὼς με­τέ­φρα­ζα. Εἶ­χε στὰ σί­γου­ρα σπα­σμέ­νη κλεί­δα, του­λά­χι­στον τρί­α σπα­σμέ­να πλευ­ρά, πι­θα­νῶς καὶ δι­ά­σει­ση. Ὄ­χι, εἶ­πε ὁ Μου­νιόθ. Ἔ­πρε­πε νὰ τρέ­ξει στὶς αὐ­ρια­νὲς κοῦρ­σες. Πή­γαι­νέ τον γιὰ ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, εἶ­πε ὁ δρ Τζόν­σον. Ἐ­φό­σον δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­πλώ­σει στὸ φο­ρεῖ­ο τὸν κου­βά­λη­σα στὸν δι­ά­δρο­μο, σὰν τὸν Κὶνγκ-Κόνγκ. Ἔ­κλαι­γε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, τὰ δά­κρυ­ά του μού­σκε­ψαν τὸ στῆ­θος μου.

        Πε­ρι­μέ­να­με τὸν χει­ρι­στὴ τοῦ ἀ­κτι­νο­λο­γι­κοῦ μη­χα­νή­μα­τος στὸν σκο­τει­νὸ θά­λα­μο. Τὸν κα­θη­σύ­χα­ζα ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να μ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Cal­mate, lin­do, calma­te. De­spa­cio… de­spa­cio(2). Σι­γὰ… σι­γά. Ἡ­σύ­χα­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­φυ­σά­ει καὶ νὰ ρου­θου­νί­ζει ἁ­πα­λά. Χά­ι­δε­ψα τὴν ἐ­ξαί­σια πλά­τη του. Ρί­γη­σε καὶ τρε­μού­λια­σε σὰν τὴ ρά­χη ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου που­λα­ριοῦ. Ἦ­ταν θαυ­μά­σιο.


(1) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Μα­νού­λα μου! Μα­νού­λα μου!
(2) ἱσπα­νικὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο: Ἠ­ρέ­μη­σε, ὀ­μορ­φού­λη, ἠ­ρέ­μη­σε.


Πηγή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Τζό­κε­ΐ μου» («My Jockey») δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Berkeley Monthly (1983) καὶ πε­ρι­λαμ­βα­νό­ταν στὶς συλ­λο­γές: Phan­tom Pain (Tom­bou­ctou Books – 1984) καὶ Ho­me­sick ( Black Spar­row Press – 1990). Σή­με­ρα πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ A Ma­nual for Clea­ning Wo­men (Farrar, Straus and Giroux – August 2015).Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ μὲ τί­τλο Ὁ­δη­γί­ες γιὰ οἰ­κια­κὲς βο­η­θούς σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Κα­τε­ρί­νας Σχι­νᾶ γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Στε­ρέ­ω­μα (1η ἔκ­δο­ση Νο­έμ­βριος 2018).

Λουτσία Μπερλίν (Lucia Berlin), (12 Νοεμβρίου 1936-12 Νοεμβρίου 2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της δὲν ἦ­ταν εὐ­ρέ­ως γνω­στή, ὡ­στό­σο εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ἀλ­λὰ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νο κοι­νό. Ἀ­πέ­κτη­σε ξαφ­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ φή­μη ἕν­τε­κα χρό­νια με­τὰ τὸν θά­να­τό της, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 2015, ὅ­ταν οἱ ἐκ­δό­σεις Farrar, Straus and Giroux ἐ­ξέ­δω­σαν μί­α συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των σὲ ἕ­ναν τό­μο, A Manual for Cleaning Women, μὲ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Stephen Emerson. Μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν εὐ­πώ­λη­των τοῦ New York Times καὶ μέ­σα σὲ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­φε­ρε νὰ ση­μει­ώ­σει με­γα­λύ­τε­ρες πω­λή­σεις ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να βι­βλί­α της μα­ζί. Ἐ­πί­σης, μπῆ­κε στὸν κα­τά­λο­γο τῶν 10 κα­λύ­τε­ρων βι­βλί­ων τοῦ 2015 τοῦ New York Times Book Review καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Kirkus.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ. κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.


Μαρία Ἀ. Ἰωάννου: Καλοτζαίρι στὸ χωριό

Μα­ρί­α Ἀ. Ἰ­ω­άν­νου


Κα­λο­τζαί­ρι στὸ χω­ριὸ


Ο ΠΕΤΑΛΛΙ κρέμ­με­ται σὰν στραμ­που­λι­σμέ­νος ἀ­στρά­γα­λος, ὁ ἄ­νε­μος τὸν σπρώ­χνει πρὸς τὴ μιὰ πλευ­ρά, κά­τι μπαί­νει ἀ­πό­το­μα στὰ ρου­θού­νια του, κά­ποι­ος μό­λις ἔψη­σε κουλ­λού­ρι, πρέ­πει νὰ τὸ βι­δώ­σει μό­λις πά­ει πί­σω, «σκα­το­πε­τάλ­λι», νὰ τὸ στε­ρε­ώ­σει, εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο, λακ­κού­βα, «ὤπ», ἀ­ρι­στε­ρὴ στρο­φή, ἂν ὅ­μως πά­ει πί­σω θὰ τὸν σπά­σει στὸ ξύ­λο, δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, θὰ τὸν σπά­σει στὸ ξύ­λο, θὰ τοῦ ἀ­νοί­ξει τὰ μυα­λά, μό­λις τὸν δεῖ μπρο­στά του, θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα, τὴν κα­ρέ­κλα ποὺ ἔ­κα­με ὁ μα­κα­ρί­της ὁ παπ­ποῦς, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ μα­λά­κας θὰ ἔ­χει γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη θὰ τοῦ σπά­σει τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ παπ­ποῦ στὸ κε­φά­λι, κι ὁ παπ­ποῦς τὸ ἴ­διο θὰ ἔ­κα­μνε ἂν ζοῦ­σε, νὰ πε­θά­νει, «νὰ κορ­τώ­σει νοῦ­ρον», νὰ στα­μα­τή­σει ἡ μά­να του νὰ τοῦ τρίφ­κει τὰ σώ­βρα­κα, τὰ σκα­τά, «νὰ πε­θά­νει, μάμ­μα, νὰ πε­θά­νει πέρ­κι ἡ­συ­χά­σου­με», ἄλτ, κλει­στὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς Λί­νας, τί μαλ­λιά, ἀ­τέ­λει­ω­τα, πά­λι τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε χτές, τὸν σέ­νια­ρε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κόλ­λη­σε τὰ μμάθ­κια της πά­νω του, τοῦ ση­κώ­θη­κε, δὲν μπό­ρε­σε νὰ συγ­κρα­τη­θεῖ, τῆς ἔ­παι­ξε τὸ κου­δού­νι κι ἐ­κεί­νη στα­μά­τη­σε τὸ χτέ­νι­σμα, τὸν κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸν κα­θρέ­φτη, τὰ δόν­τια της με­γά­λα, κά­τα­σπρα, χεί­λη ζου­με­ρά, τό­σο ζου­με­ρὰ ποὺ τ’ ἄ­κου­σε ἀ­π’ τὸν δρό­μο, πρώ­τη φο­ρὰ τοῦ ’­στει­λε φι­λί, «κάτ­τε, ππίσ­σι­ι­ι­ι­ι»*, ἡ Λί­να, ἡ Λί­να χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιὰ της τὴν ἴ­δια ὥ­ρα κά­θε μέ­ρα, ἔ­χει πάν­τα τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νοι­κτό, χά­νε­ται μέ­σα στὰ μμάθ­κια της, μέ­σα στὰ μαλ­λιά της, μιὰ μέ­ρα θὰ κά­μει τὸ βῆ­μα, θὰ τὴ ζη­τή­σει κι ἄς μὴν τὸν θέ­λουν, «ὤπ», ἄλ­λη λα­κού­βα, στρο­φή, μό­νο νὰ δου­λέ­ψει λί­γο ἀ­κό­μα στὶς στα­φί­δες, νὰ μα­ζέ­ψει λε­φτὰ καὶ θὰ πά­ει νὰ τὴ ζη­τή­σει, «σκα­το­πε­τάλ­λι, ἄν­τε­ξε», ἄς τὸν θκι­ώ­ξουν μὲ τὸ κυ­νη­γε­τι­κό, θὰ τὸν σκο­τώ­σει τὸν μα­λά­κα, μιὰ μέ­ρα θὰ τὸν σκο­τώ­σει κι ἂς τὸν πά­ρουν φυ­λα­κή, «νὰ φύ­ει τού­τη ἡ ρε­τσι­νιὰ ποὺ πά­νω μου, ὁ γιὸς τοῦ πελ­λοῦ, ὁ γιὸς τοῦ με­θύ­στα­κα», κά­μνει ὅ,τι μπο­ρεῖ, «σκα­το­πε­τάλ­λι», θέ­λει βί­δω­μα, κι­νεῖ­ται χω­ρὶς σπόν­δυ­λο ἐ­δῶ καὶ μέ­ρες, κά­μνει ὅ,τι μπο­ρεῖ, κά­μνει ὅ,τι μπο­ρεῖ, πό­σο ν’ ἀλ­λά­ξει γιὰ νὰ τὸν συμ­πα­θή­σουν, ἔ­κο­ψε τὰ μαλ­λιά του, ἀ­γό­ρα­σε και­νού­ρια ροῦ­χα, βο­η­θᾶ τὶς γει­τό­νισ­σες, μὰ ὁ πα­πὰς τῆς Λί­νας πάν­τα τὸν βλέ­πει μὲ τὸ μι­σό του, κά­θε­ται στὸ τρα­κτέρ του καὶ τὸν καρ­φώ­νει μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μαθ­κιοῦ, βα­σι­λιάς, «ὤπ», στρο­φή, ὅ­μως θὰ τὸν συμ­πα­θή­σει ποῦ θὰ πά­ει, θὰ ξε­χά­σει πὼς εἶ­ναι ὁ γιὸς τοῦ με­θύ­στα­κα, θὰ τὸν δεῖ γιὰ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι, «ἔ­ε­ε», κορ­μός, δὲν τοῦ ἔ­μει­νε μυα­λὸ μ’ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει, τὸ πε­τάλ­λι ἐ­πα­να­στά­τη­σε, κι­νεῖ­ται με­θυ­σμέ­νο, θέ­λουν φού­σκω­μα καὶ τὰ λά­στι­χα, νὰ κό­ψει τα­χύ­τη­τα κα­λύ­τε­ρα, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σπί­τι σῶ­ος καὶ ἀ­βλα­βής, γε­ρός, δυ­να­τός, νὰ προ­λά­βει νὰ ζη­τή­σει τὴ Λί­να σὲ γά­μο, νὰ σώ­σει ἐ­πι­τέ­λους τὴ μά­να του, τὸν χρει­ά­ζε­ται, τὸν χρει­ά­ζε­ται, «ναί, μάμ­μα, ἐν ζή­τη­μα ζω­ῆς τζαὶ θα­νά­του», νὰ στα­μα­τή­σουν οἱ σοῦ­ζες, τὰ δι­α­λυ­μέ­να τι­μό­νια, τὰ σκα­το­πε­τάλ­λια, τὸν χρει­ά­ζε­ται, ὁ κό­σμος, ἡ Λί­να, ἡ μά­να του, προ­πάν­των ἡ μά­να του· τὸ πρω­ί, στὸ βά­θος τοῦ δι­α­δρό­μου, ἡ μύ­τη της ἔ­στα­ζε σὰν κόκ­κι­νο κε­ρί.


* «κάτ­τε, ππίσ­σι­ι­ι­ι­ι»: «γά­τε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ».



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­α Ἀ. Ἰ­ω­άν­νου (Λε­με­σός). Σπού­δα­σε Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Η.Β. (King’s College London, University of Reading) καὶ ὁ­λο­κλήρωσε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (University of Winchester, Vice-Chancellor’s Excellence in Research Award 2019). Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο Ἡ γι­γαν­τια­ία πτώ­ση μιᾶς βλε­φα­ρί­δας (Γα­βρι­η­λί­δης, 2011) ἔ­λα­βε τὸ Βρα­βεῖ­ο Πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου Λο­γο­τέ­χνη (Κρα­τι­κὰ Βρα­βεῖ­α Λο­γο­τε­χνί­ας Κύ­πρου), ἐ­νῶ τὸ Κα­ζά­νι (Νε­φέ­λη, 2015) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ου Λο­γο­τέ­χνη 2016 (ἑλ­λη­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κλε­ψύ­δρα/Ἔ­να­στρον). Μι­κρὸ-δι­η­γή­μα­τά της με­τα­φρά­στη­καν σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες καὶ βρα­βεύ­τη­καν σὲ δι­α­γω­νι­σμούς. Τὸ 2019, τὸ δι­ή­γη­μά της Pillars προ­τά­θη­κε ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Sand (Βε­ρο­λί­νο) γιὰ νὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Best Small Fictions (ΗΠΑ), ἐ­νῶ τὸ πα­ρα­μύθι της Ἡ Μύ­γα κι ἡ Κα­νά­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐ­κδό­σεις Πα­τά­κη.


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz): Χίλιες και δύο νύχτες


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz)


Χί­λι­ες καὶ δύ­ο νύ­χτες

(Mil y dos noches)


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ στὸ τέ­λος της ἡ χι­λι­ο­στὴ καὶ μιὰ νύ­χτα, ἡ Σε­χρα­ζάντ, κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὶς τό­σες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σει ἕ­να τέ­λος σὲ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­φή­γη­σης ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς ἄν­τρα ποὺ κά­θε βρά­δυ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος χω­ρὶς νὰ τῆς δί­νει ἄ­φε­ση.

Νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ πα­λά­τι. Ἀ­φοῦ τρι­γυρ­νοῦ­σε γιὰ ὧ­ρες ἔ­φιπ­πη, φτά­νον­τας στὰ βου­νὰ βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο στὴν κα­λύ­βα ἑ­νὸς βο­σκοῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­σφα­λὴς πιά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε πιὸ πο­λύ. Τὰ πρω­ι­νὰ θὰ ἔ­γρα­φε τὴν πρώ­τη της νου­βέ­λα καὶ τὰ βρά­δια, θὰ ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα της τὴν ρυθ­μι­κὴ κί­νη­ση ἑ­νὸς ἄν­τρα, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες νύ­χτες πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἀ­πο­χῆς.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez: Anto­lo­gía del mi­cror­re­la­to espa­ñol (1906-2011), el cu­arto gé­nero nar­rativo, Cá­tedra Le­tras His­pánicas

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz) γεν­νή­θη­κε τὸ 1957 στὴν πό­λη Κάν­τιθ τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος Φι­λο­σο­φί­ας καὶ δι­δά­κτωρ Φι­λο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σε­βίλ­λης. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ γυ­μνά­σιο καὶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι συν­το­νι­στὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ κέν­τρου τῆς Τε­του­ὰν καὶ μέ­λος τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ἐ­πι­τε­λεί­ου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σε­βίλ­λης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ πα­ρα­κά­τω βι­βλί­α: La luna azul. Cuentos desde Tetúan (2005), Letras minúsculas y coda (2009), Cronicas de reojo (2011) κ.ἄ. καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἐ­πί­σης γρά­φει μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Μαθήματα τανγκό


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Μαθήματα τανγκό

(Tango Lessons)


ΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ στὸ Μαν­χά­ταν, ὅ­που κά­πο­τε πη­γαῖ­ναν οἱ Λα­τί­νοι γιὰ χο­ρό. Εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ ἔ­χει μιὰ φτω­χὴ με­τα­νά­στρια ἀ­πὸ τὸ Που­έρ­το Ρί­κο ἢ τὸν Ἅ­γιο Δο­μί­νι­κο ἢ τὸ Με­ξι­κό, μπὰς καὶ βγά­λει κά­να φράγ­κο γιὰ τὴν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς της, ἀλ­λὰ ἔ­φτια­ξε ἕ­να τό­σο γα­μά­το μπάρ, ποὺ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τὸ ἐκ­θεί­α­σαν στὸν χρό­νο ποὺ κά­νει μιὰ σπί­θα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μὲ ὀ­χτὼ μπο­φὸρ καὶ ἔ­τσι τώ­ρα, στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες συ­χνά­ζει ὅ­λος ὁ κα­λὸς κό­σμος τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­πὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ ἀ­φή­νουν τὴ βα­ρε­τὴ κα­φε­τέ­ρια τῆς ἑ­ται­ρεί­ας τους σὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νο­ξύ­στες γιὰ νὰ πιοῦν μιὰ μπί­ρα στῆς Ντο­λό­ρες, ἕ­ως φοι­τη­τὲς καὶ φοι­τή­τρι­ες, ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κο­τή­των, ποὺ θέ­λουν νὰ μά­θουν τὰ μυ­στι­κὰ τοῦ ταν­γκό, γιὰ νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν κά­ποι­α γκό­με­να ἢ γκό­με­νο στὴν πα­τρί­δα. Για­τί πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, στῆς Ντο­λό­ρες λει­τουρ­γεῖ μιὰ σχο­λὴ χο­ροῦ. Ὄ­χι σὰν τὶς ἄλ­λες, ὅ­που πᾶς καὶ φο­ρᾶς τὴ στο­λὴ καὶ τὰ εἰ­δι­κὰ πα­πού­τσια σου καὶ μα­θαί­νεις βῆ­μα-βῆ­μα ἐ­πὶ μῆ­νες ἕ­ναν ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο χο­ρὸ γιὰ νὰ κο­κο­ρευ­τεῖς σὲ κά­ποι­ο πάρ­τι ἀ­πο­φοί­των ἢ μιὰ βρα­διὰ τῆς τά­ξης σου ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Στῆς Ντο­λό­ρες μά­θαι­νες ἐ­κεῖ, στὴ σκη­νή, ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια, στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς χυ­μέ­νης μπί­ρας, τοῦ κα­πνοῦ, τῆς τη­γα­νί­λας ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να καὶ στὰ μουγ­κρη­τὰ κά­ποι­ου τε­λει­ω­μέ­νου ποὺ ξέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν πῆ­ρε πο­τέ. Στῆς Ντο­λό­ρες, ἔμ­παι­νες μέ­σα, ἔ­λε­γες τί μπί­ρα θέ­λεις, ἂν καὶ πάν­τα ἴ­δια γεύ­ση εἶ­χε, καὶ με­τὰ πή­γαι­νες καὶ δι­ά­λε­γες ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πε­λι­ὲς ποὺ θὰ ἦ­ταν ἡ δα­σκά­λα σου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἢ ὅ­ποι­ο βρά­δυ ἐρ­χό­σουν, ἂν ἄν­τε­χες ἢ ἂν δὲν ἦ­ταν πι­α­σμέ­νη. Τὴ σή­κω­νες πά­νω μὲ ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο κι ἐ­κεί­νη σὲ γρά­πω­νε σφι­χτὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὸν κῶ­λο, γιὰ νὰ σὲ πε­ρι­φέ­ρει μὲ μα­ε­στρί­α στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Ἱ­σπα­νί­α ἢ ὅ­που ἀλ­λοῦ χο­ρεύ­ε­ται ταν­γκὸ καὶ νὰ σὲ κά­νει νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι ἤ­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­τι πρὶν λί­γο ἤ­σουν χω­μέ­νος σὲ ἔγ­γρα­φα, σὲ ἐρ­γα­σί­ες φοι­τη­τῶν, σὲ μιὰ κου­ζί­να, σὲ ἕ­να αἰ­δοῖ­ο ἢ στὸν σκου­πι­δό­το­πο τοῦ μυα­λοῦ σου.

        Τὸ βρά­δυ ποὺ πῆ­γα συ­στη­μέ­νος στῆς Ντο­λό­ρες εἶ­χα πι­εῖ τρεῖς μπί­ρες τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φο, εἶ­χα δι­ορ­θώ­σει λο­γο­κλεμ­μέ­νες ἐρ­γα­σί­ες, εἶ­χα γνω­ρί­σει τὴν και­νού­ρια μου συ­νερ­γά­τι­δα, εἶ­χα κολ­λή­σει στὴν κί­νη­ση καὶ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει τρεῖς φο­ρὲς νὰ γυ­ρί­σω πί­σω. Χαί­ρο­μαι ποὺ δὲν τὸ ἔ­κα­να. Χαί­ρο­μαι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴν Πι­λάρ. Χαί­ρο­μαι ποὺ ἐ­ξέ­λι­ξα τὴ ζω­ή μου χο­ρεύ­ον­τας. Για­τί ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ χο­ρεύ­τρια, ἦ­ταν τυ­φώ­νας… Σα­ρω­τι­κὴ καὶ πάν­τα φευ­γά­τη, σοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ χό­ρευ­ες καὶ σοῦ ἔ­παιρ­νε τὴν καρ­διὰ καὶ τὸ μυα­λό. Ἂν ἤ­σουν τυ­χε­ρὸς ἄ­κου­γες καὶ κά­να γλυ­κό­λο­γο, μὰ ἂν τολ­μοῦ­σες νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σεις, χα­νό­ταν λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Σὲ πα­ρα­τοῦ­σε στὴ σκη­νὴ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας τῆς Ντο­λό­ρες καὶ δὲν τὴν ξα­νά­βλε­πες ὅ­λο το βρά­δυ. Τὴ μό­νη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἔ­κα­να καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι χο­ρεύ­ει πο­λὺ ὡ­ραί­α, ἔ­μει­να νὰ κά­νω τὸ σκιά­χτρο μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να γιὰ νὰ φεύ­γουν τὰ κο­ρά­κια, ἡ κα­κο­τυ­χί­α καὶ οἱ ἀρ­νη­τι­κές μου σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί συ­νέ­βη. Εἶ­χα τό­σα πολ­λὰ νὰ πῶ στὴν Πι­λάρ, μὰ οἱ λέ­ξεις μου ἔ­με­ναν πάν­τα κρε­μα­σμέ­νες στὰ χεί­λη, ἀ­φοῦ κυ­ρί­ως δὲν ἤ­θε­λα νὰ χα­θεῖ. Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε νὰ μά­θω ταν­γκό. Τί νὰ τὸ κά­νω ἄλ­λω­στε στὴν τά­ξη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ ξυ­πνή­σω κά­να βα­ρι­ε­στη­μέ­νο φοι­τη­τή. Τί νὰ τὸ κά­νω; Εἶ­χε πε­ρά­σει ὁ και­ρὸς ποὺ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα μὲ τὸ σῶ­μα. Τώ­ρα τὸ μυα­λὸ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε. Ὁ ἔ­ρω­τας ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ προ­έ­κτα­ση τῶν σκέ­ψε­ών σου. Ὅ­σο πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρες καὶ γο­η­τευ­τι­κές, τό­σο πιὸ πο­λὺ φλό­γα βγά­ζει τὸ σῶ­μα σου. Σὰν τὴν Πι­λάρ. Σὰν τὸν χο­ρό της. Σὰν ἐ­μέ­να ποὺ ἀ­φη­νό­μουν στὰ χέ­ρια της νὰ μὲ μά­θει ταν­γκό. Νὰ μὲ μά­θει νὰ ζῶ, τὸ ἔ­λε­γα στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου κα­θὼς ἔ­φευ­γα. Τέ­τοι­α θὰ τῆς ἔ­λε­γα, ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, μὰ ἔ­τρε­μα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­κλει­να τὰ μά­τια καὶ μὲ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θί­σμα­τα καὶ τὰ ἁ­πλω­μέ­να πό­δια καὶ τὶς φω­νὲς ὅ­σων μᾶς κοι­τοῦ­σαν. Ἐ­κεί­νη πε­τοῦ­σε κι ἐ­γὼ ἔ­σερ­να τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια μου στὸ πά­τω­μα ἀ­πὸ κά­τω της. Ναί, ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν γιὰ λι­γό­ψυ­χους καὶ ρι­ψά­σπι­δες. Δὲν τὴν ἄγ­γι­ζα πιὰ στὸν ὦ­μο ὅ­ταν ἔμ­παι­να μέ­σα. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Ἡ Πι­λὰρ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στά μου σὰν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸς καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ μου­σι­κὴ χα­νό­ταν στὸ σκο­τά­δι λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἀ­φή­νον­τάς με ἔ­ρη­μο νὰ δι­ψά­ω γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ νε­ρό, οὔ­τε γιὰ μπί­ρα.

        Ἤ­θε­λε κό­τσια νὰ ἀ­γα­πή­σεις τὴν Πι­λάρ. Ἤ­θε­λε καὶ πο­λὺ ἀλ­κο­όλ. Μά, κυ­ρί­ως κό­τσια. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πραγ­μα­τι­κὲς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μα­θαί­νουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις. Δὲν κα­τα­λή­ξα­με πο­τὲ σὲ κά­ποι­ο κρε­βά­τι μὲ τὴν Πι­λάρ. Δὲν τῆς μί­λη­σα πο­τὲ ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ τὸ προ­τεί­νω. Ἔ­πλε­κε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ δι­κά μου κι ἔ­παιρ­να αἷ­μα, καρ­διά, φω­νή, φῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φλέ­βες της ποὺ δι­α­γρά­φον­ταν στὰ λευ­κά της χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, γιὰ μιὰ ὥ­ρα κά­θε βρά­δυ ἐ­πὶ τρεῖς μῆ­νες. Στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες. Ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Κά­η­κε ἕ­να με­ση­μέ­ρι ἀ­πὸ φω­τιὰ στὴν κου­ζί­να.

        Πῆ­γα ἕ­να βρά­δυ τὴν Κά­θριν σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γει­το­νιὰ στὴ δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ό μας. Ἡ Πι­λὰρ μοῦ ἔ­μα­θε νὰ ἀ­γα­πά­ω καὶ νὰ εἶ­μαι σύν­τρο­φος, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς;


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton): Παραδείσια Πουλιά


Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton)


Πα­ρα­δεί­σια Πουλιά

(Pasarea Paradisului)


 ΣΙΝΙΟΡΑ ἤ­τα­νε πάν­το­τε τρε­λή, ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ με­τα­κό­μι­σε στὸ ἄ­δει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ ἀ­πο­κά­τω ὀ­ρό­φου, πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Ἄρ­χι­σε ὅ­μως ν’ ἀ­κού­γε­ται πιὸ λο­γι­κὴ στὸν Νούν­τσιο, τώ­ρα ποὺ κι αὐ­τὸς πά­ει νὰ τρε­λα­θεῖ. Τοῦ ἔ­δει­ξε τὴ συλ­λο­γή της ἀ­πὸ εἴ­δη συλ­λε­κτι­κά: ἕ­ναν κα­θα­ρι­στὴ πί­πας ποὺ τὸν ἔ­λε­γε «τὸ ὅ­πλο τῆς Ἄν­νι Ὄ­ου­κλυ»· μιὰ πι­νέ­ζα ποὺ τὴν ἔ­λε­γε «τὸ κα­πέ­λο τοῦ Ἄμ­πυ Λίν­κολν»· ἕ­να νύ­χι ποὺ τὸ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸ πλευ­ρὸ τοῦ δι­α­ό­λου». Κα­θη­με­ρι­νὰ ἔ­παιρ­νε κα­θέ­να ἀν­τι­κεί­με­νο καὶ τὸ ξε­σκό­νι­ζε ἀ­πὸ κά­τω μ’ ἕ­να μο­νὸ φτε­ρὸ στρου­θο­κα­μή­λου, ποὺ τὸ φύ­λα­γε δι­πλω­μέ­νο σ’ ἕ­να βα­ζά­κι ἀ­πὸ μπι­σκό­τα σκύ­λου. Πα­ρέ­δι­δε στὸν Νούν­τσιο μα­θή­μα­τα στὸ ψεύ­τι­κο ξυ­λό­φω­νό της —μιὰ ντου­ζί­να πα­ραλ­λα­γὲς στὸ «Tu vuo fa l’Ame­ri­cano»— καὶ με­τέ­φρα­ζε τὰ «πα­ρα­λει­πό­με­να τοῦ δι­κα­στη­ρί­ου» τῶν σκυ­λι­ῶν τῆς γει­το­νιᾶς.

        Τοῦ Νούν­τσιο τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴ Σι­νι­ό­ρα, βα­σι­κὰ για­τὶ τοῦ ἔ­φτια­χνε γλυ­κὰ σάν­του­ιτς, ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ‘φτια­χνε ἡ γυ­ναί­κα του κα­θώς, ὅ­πως ἔ­λε­γε, κά­νου­νε τὰ δά­χτυ­λα νὰ κολ­λᾶ­νε, κι ὅ,τι πιά­νει στὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς μέ­ρας νὰ κολ­λά­ει ἀ­πά­νω του, ὥ­σπου νὰ γί­νει μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια μὲ τὰ δέ­κα πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­κα­νε με­τὰ τὸ κο­λα­τσιό.

        Τώ­ρα τοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­κό­μα καὶ νὰ κά­θε­ται μὲ τὴ Σι­νι­ό­ρα στὸν κῆ­πο, κι ἄς ἔ­νι­ω­θε τὰ ἐ­νή­λι­κα παι­διά του καὶ τὸ ταί­ρι τους —καὶ τὴ γυ­ναί­κα του— νὰ κά­νου­νε «τσκ τσκ» πί­σω ἀ­π’ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ δεύ­τε­ρου, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἡ Σι­νι­ό­ρα θὰ κα­θό­τα­νε στὴν ἀγ­κα­λιά του, θὰ τοῦ πλη­σί­α­ζε τὸ πο­τή­ρι μὲ τὴ λε­μο­νά­δα στὸ στό­μα καὶ θὰ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στ’ αὐ­τὶ τὴ ρου­μά­νι­κη λέ­ξη γιὰ κά­θε λου­λού­δι στὸν κῆ­πο.


Zambilă, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε.


                        Gălbenele.


                                    Floarea-soarelui.


                                                Pa-sa-re-a pa-ra-di-su-lu-i.


Ὁ­που­δή­πο­τε κι ἂν τοῦ ’­δει­χνε, ὁ Νούν­τσιο ἔ­βλε­πε μο­νά­χα πι­κρα­λί­δες καὶ τοὺς πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους λε­κέ­δες ποὺ χα­ρα­κτή­ρι­ζαν τὴ μι­κρού­λα, του­βλο­χτι­σμέ­νη αὐ­λή του – ἤ­ξε­ρε ὅ­μως πώς, μὲ λί­γη πί­στη, καὶ μὲ τὸ χρό­νο, καὶ μὲ ὅ­ρα­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἰ­δεῖ καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα μὲ τὴν ἴ­δια κα­θα­ρό­τη­τα, ὅ­πως κι ἡ Σι­νι­ό­ρα:


        οἱ μί­σχοι τους οἱ λε­πτοί—


              καὶ τ’ ἀν­θο­βό­λη­μά τους σὰ φω­το­βο­λί­δα—


                    καὶ τὰ χεί­λια τους τὰ βα­θιά, τὰ βι­ο­λε­τιά.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση The Cincinnatti Review, 13.03.2019

(https://www.cincinnatireview.com/micro/micro-pasarea-paradisului-birds-of-paradise-by-molia-dumbleton/)

Μόλια Ντάμπλετον (Molia Dumbleton) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἔρ­γα της σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Sean O’Faolain Story Prize καὶ μὲ τὸ Columbia Journal Winter Fiction Award. Ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των πε­ρι­λή­φθη­κε στὴν τε­λι­κὴ λί­στα γιὰ τὸ Iowa Short Fiction Award (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel): Συνομοταξία


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel)


Συ­νο­μο­τα­ξί­α

(Phylum)


ΜΟΥΝ ΤΟ ΕΙΔΟΣ τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βα­ζε νὰ τοῦ κα­θα­ρί­ζουν τ’ αὐ­τιά. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν κα­θό­λου οἱ σκύ­λοι. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με στὸ σπί­τι ἑ­νὸς δρό­μου ποὺ εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἀ­σφάλ­του. Σοῦ εἶ­πα τὴ γνώ­μη μου γιὰ σέ­να. Σοῦ εἶ­πα νὰ μὴ μ’ ἐ­νο­χλεῖς. Τὸ σπί­τι δὲν σοῦ ἀ­νῆ­κε. Ὁ ἐν λό­γῳ δρό­μος πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Εἶ­χε μιὰ μυ­ρω­διὰ σὰν ἀν­τι­γριπ­πι­κὸ σι­ρό­πι. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ἐ­κεῖ ποὺ μέ­νω νὰ μυ­ρί­ζει ὄ­μορ­φα.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πή­γαι­νε σὲ συ­σκέ­ψεις ἐρ­γα­σί­ας. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε τὸ τυ­ρὶ γκούν­τα. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα δί­πλα σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ντε­λι­κα­τέ­σεν. Ἔ­κλε­βα χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι σου. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἀ­πε­χθα­νό­σουν τὸ ντύ­σι­μό μου. Ξε­γλι­στροῦ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὶς νύ­χτες καὶ πή­γαι­να στὸ Χάρ­λεμ. Βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν πό­λε­ων εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι μπο­ροῦν νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν παν­τοῦ καὶ νὰ μὴν τοὺς πά­ρουν εἴ­δη­ση. Ξέ­ρα­με ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο δι­ευ­κό­λυ­νε τὸ παι­χνί­δι. Μᾶς ἄ­ρε­σε ποὺ παι­ζό­ταν ἕ­να παι­χνί­δι.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ εὐ­χα­ρί­στως κο­λυμ­ποῦ­σε σὲ πι­σί­νες ξε­νο­δο­χεί­ων. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ εὐ­χα­ρί­στως ἄ­κου­γε στὸ ρά­διο θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Δὲν εἴ­χα­με παι­διά. Ἔ­βα­ζες ν’ ἀ­κού­σεις Μό­τσαρτ καὶ Μπὰχ κι ἔ­λε­γες ὅ­τι σοῦ ἄ­ρε­σε ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κι ἐ­σὺ ἤ­ξε­ρες ὅ­τι δὲν ξέ­ρεις ἄλ­λους συν­θέ­τες. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ὁ Τζὼν Λέν­νον. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι συν­θέ­της. Ποι­ὸς τὸ λέ­ει;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω ἀρ­γὰ τὶς νύ­χτες κι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­ό­ταν τρα­βοῦ­σε τὰ μαλ­λιά του καὶ γο­νά­τι­ζε κι ἔ­κλαι­γε. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ ἔ­δι­νε στὴν ἀ­να­κύ­κλω­ση ὅ,τι σκου­πί­δια εἶ­χε, ἐ­πει­δὴ ἡ σκέ­ψη ὅ­τι σι­γὰ-σι­γὰ σκό­τω­να τὸν πλα­νή­τη μ’ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ βγά­λω τὰ λυσ­σα­κά μου. Ἤ­μα­σταν προ­σκολ­λη­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο κυ­ρί­ως ἀ­πὸ φό­βο.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­βλε­πε μιὰ πα­ρέ­λα­ση ἀ­πὸ ἐ­λέ­φαν­τες, γά­τες κι ἀ­γρι­ο­γού­ρου­να. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­κο­βε τὸ φα­γη­τό του σὲ πολ­λὰ μι­κρὰ κομ­μά­τια, ἔ­τσι ὥ­στε οἱ μπου­κι­ὲς ποὺ ἔ­τρω­γε ἦ­ταν σὰν στα­φί­δες. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο οἴ­κη­μα στὸ Βερ­μόντ. Ξέ­ρα­με κι οἱ δυ­ό μας ὅ­τι οἱ συ­ζη­τή­σεις δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό μας ση­μεῖ­ο. Κά­πο­τε δὲν μοῦ μί­λη­σες γιὰ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο. Σοῦ φαί­νε­ται πο­λὺ με­γά­λο δι­ά­στη­μα;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ σκά­λι­ζε πέ­τρες κι ἔ­φτια­χνε βέ­λη, ποὺ μα­γεί­ρευ­ε φί­δια κι ἔ­στρε­φε μὲ νο­σταλ­γί­α τὸ βλέμ­μα στὸ οὐ­ρα­νό. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πι­πι­λοῦ­σε ἄ­χυ­ρα καὶ μα­γεί­ρευ­ε με­γά­λες πο­σό­τη­τες φα­γη­τοῦ γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­λων. Ξα­πλώ­να­με στὴν ἀμ­μου­διὰ μιᾶς μα­κρι­νῆς πα­ρα­λί­ας μέ­χρι νὰ σα­πί­σου­με. Τὸ δέρ­μα μας ἔ­λι­ω­νε καὶ τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια μας ἄ­σπρι­ζαν στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ τέ­λος τὰ μι­κρὰ παι­διὰ ἔρ­χον­ταν κι ἔ­παι­ζαν μα­ζί τους. Τὸ κά­στρο τῶν ὀ­στῶν μας εἶ­χε γύ­ρω του μιὰ τά­φρο καὶ τὸ φεγ­γά­ρι ἀ­νέ­βα­ζε τὴν πλημ­μύ­ρα τῆς θά­λασ­σας τό­σο κον­τά μας, ποὺ τὸ νε­ρὸ χτυ­ποῦ­σε τὴν πύ­λη τοῦ λει­ψά­νου μας. Ἤ­θε­λες νὰ φύ­γεις καὶ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σεις τὸ φεγ­γά­ρι. Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε νὰ πα­ρα­μεί­νω στὴν ἀμ­μου­διά. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α σου ἀ­πο­δεί­χτη­κε χω­ρὶς νό­η­μα για­τί στὸ τέ­λος μᾶς πῆ­ρε καὶ τοὺς δυ­ὸ ἡ θά­λασ­σα.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Bomb (08.02.2018):

https://bombmagazine.org/articles/phylum

Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Belly Up, ἡ ὁ­ποί­α βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο 2018 Believer Book Award καὶ ἡ ὁ­ποί­α με­τα­φρά­ζε­ται ἤ­δη στὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Tin Hou­se, Con­jun­ctions, BombVi­ce, Noon, καὶ Guer­ni­ca. Ἔ­χει λά­βει χο­ρη­γί­ες καὶ ὑ­πο­τρο­φί­ες ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα καὶ πα­νε­πι­στή­μια. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν προ­τα­θεῖ γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Pushcart. Ζεῖ στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Πλα­νόδι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flo­wer (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.


 

Σωτήρης Παστάκας: Ἀνιχνευτής Νικόλ


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Ἀνιχνευτής Νικόλ


ΙΧΕ ΚΛΕΙΣΕΙ ΡΑΝΤΕΒΟΥ γιὰ νὰ δῶ τὴν κό­ρη του, Νι­κόλ, στὴ Γ’ Λυ­κεί­ου, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ἦρ­θε μό­νος του. Βι­α­στι­κός, ἀ­μή­χα­νος, φαι­νό­ταν πὼς ἦ­ταν σκα­στὸς ἀ­πὸ τὴ δη­μό­σια ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν ὁ­ποί­α δού­λευ­ε. Μοῦ ζή­τη­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρύ­ο νε­ρὸ καὶ λί­γο με­τὰ νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν του­α­λέ­τα μου. Ἤ­θε­λε μιὰ ἀ­πάν­τη­ση ἢ μᾶλ­λον ἕ­ναν ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὸ λό­γο γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς κό­ρης του. Ἡ ὁ­ποί­α μό­λις γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν 5η Πα­νελ­λή­νια Ναυ­το­προ­σκο­πι­κὴ Regatta στὰ Κα­λὰ Νε­ρά, στὸ Πή­λιο, ἔ­σπευ­σε νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει πὼς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ μιὰ ἀ­νι­χνευ­τή. Τὴν εἶ­χε ἀ­πο­μο­νώ­σει τὸ βρά­δυ στὴ σκη­νὴ καὶ τὸ εἰ­δύλ­λιο ἀ­να­πτύ­χθη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ μα­θή­μα­τα κω­πη­λα­σί­ας μὲ τὴ μυ­θι­κὴ Ἀρ­γὼ καὶ τὴν ἐκ­δρο­μὴ μὲ τὸν Μου­τζού­ρη ὣς τὶς Μη­λι­ές. Κοι­τά­ζον­ταν στὰ μά­τια ὅ­ταν περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὴν Ἄ­νω Γα­τζέ­α, τὴν Ἁγία Τριά­δα, τὸν Ἅ­γιο Ἀ­θα­νά­σιο Πι­να­κά­των καὶ τὰ Ἀρ­γυ­ρέ­ϊ­κα. Στὴ γέ­φυ­ρα τοῦ Ἐ­βα­ρί­στο ντὲ Κί­ρι­κο, πά­νω ἀ­πὸ τὸν χεί­μαρ­ρο Τα­ξιά­ρχη, ἔ­δω­σαν αἰ­ώ­νιο ὅρ­κο ἀ­γά­πης. Στὶς Μη­λι­ές, ἡ Νι­κὸλ ἀ­γό­ρα­σε στὴν κα­λή της ἕ­να δα­κτυ­λι­δά­κι ἀ­πὸ χρω­μα­τι­σμέ­νο μέ­ταλ­λο καὶ μιὰ ψεύ­τι­κη κί­τρι­νη χάν­τρα.

        Δὲν ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἔ­λε­γε στὸν πα­τέ­ρα της τὶς ἐ­ρω­τι­κές της κα­τα­κτή­σεις. Τοῦ τὰ ἔ­λε­γε ὅ­λα ἀ­π’ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ «φα­σώ­θη­κε» στὰ δώ­δε­κα μὲ μιὰ συμ­μα­θή­τριά της. Εἶπε πὼς ἐ­πέ­με­νε νὰ παίρ­νει μα­ζί της μιὰ ἄλ­λη φι­λε­να­δί­τσα, σὲ ὅ­λες τὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἐ­ξορ­μή­σεις. Πὼς πέ­ρυ­σι τὸν ἀ­νάγ­κα­ζε νὰ τὴν πη­γαί­νει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ γει­το­νι­κὴ πό­λη νὰ συ­ναν­τή­σει ἕ­να κο­ρί­τσι, με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴ Νι­κόλ, ποὺ τὸ εἶ­χε γνω­ρί­σει μέ­σω Φέισμπουκ. Ἡ ἀρ­χι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ πα­τέ­ρα ἦ­ταν ἂν «εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ μιὰ κό­ρη νὰ πε­ρι­γρά­φει τὴ σε­ξου­α­λι­κή της ζω­ὴ στὸν πα­τέ­ρα της». Τοῦ ἀ­πάν­τη­σα μὲ μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση: «Θὰ προ­τι­μού­σα­τε μᾶλ­λον νὰ μὴ γνω­ρί­ζε­τε τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ζω­ὴ τῆς κό­ρης σας, γιὰ νὰ εἶ­στε ἥ­συ­χος;»

        Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ἄρ­χι­σαν νὰ πέ­φτουν βρο­χή: εἶ­ναι λε­σβί­α ἢ δὲν εἶ­ναι; Μή­πως εἶ­ναι μπα­ϊ­σέ­ξου­αλ; Μὴν τυ­χὸν καὶ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται ἁ­πλῶς ἡ Νι­κόλ, ὅ­πως κά­νουν ὅ­λα τὰ κο­ρί­τσια τῆς ἡ­λι­κί­ας της; Ἕ­να κο­ρί­τσι στὰ δε­κα­ε­φτά του δὲν εἶ­ναι φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ νὰ «κά­νει ἐμ­πει­ρί­ες»;

        Ἔ­βα­λα ἀ­νά­χω­μα τὴν ἰ­α­τρι­κὴ κα­τά­τα­ξη τῶν νό­σων: ἀ­πὸ τὰ μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80 ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α ἔ­πα­ψε πιὰ νὰ εἶ­ναι ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς Ψυ­χι­α­τρι­κῆς. Οἱ ψυ­χί­α­τροι ποὺ δα­πα­νοῦ­σαν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν τά­ξη ἄ­το­μα μὲ ἀ­πο­κλί­νου­σες σε­ξου­α­λι­κὲς συμ­πε­ρι­φο­ρὲς ξο­δεύ­ουν πλέ­ον τὸν χρό­νο τους πη­γαί­νον­τας γιὰ κυ­νή­γι ἢ σκαρ­φα­λώ­νουν στὸν Ὄ­λυμ­πο. Φυ­σι­κά, θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τοῦ πῶ σί­γου­ρα μιὰ ἐ­κτί­μη­ση ἂν τὴν ἔ­βλε­πα, δι­ε­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὴ σύμ­φω­νη γνώ­μη της, στὸ ἰ­α­τρεῖ­ο μου. Θὰ ἐ­κτι­μοῦ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν βαθ­μὸ λει­τουρ­γι­κό­τη­τάς της, τὴν ἀ­πό­δο­ση δη­λα­δὴ στὰ μα­θή­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου. «Ὅ­λοι οἱ κα­θη­γη­τὲς μᾶς δί­νουν συγ­χα­ρη­τή­ρια, για­τρέ. Ἡ Νι­κὸλ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πι­με­λὴς καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ­πό­τε ἔ­κρι­να πὼς ἡ Νι­κὸλ ζοῦ­σε μιὰ χα­ρὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α της καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ πα­ρέμ­βω. Μό­νον ἂν ὑ­πῆρ­χε ἔκ­πτω­ση τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας στὶς κα­θη­με­ρι­νές της ἀ­σχο­λί­ες, θὰ εἶ­χε νό­η­μα νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ μα­ζί της καὶ νὰ τῆς ἁ­πα­λύ­νω τὸ ἄγ­χος, ὅ­πως πρέ­πει νὰ κά­νω μὲ ὅ­λους τους νευ­ρω­σι­κοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Καὶ τοῦ τὸ εἶ­πα.

        Ἔ­φυ­γε πε­πει­σμέ­νος πὼς γιὰ τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α τῆς κό­ρης του φταῖ­νε οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς σει­ρὲς καὶ τὰ πρω­ι­νά­δι­κα ποὺ ἔ­χουν γε­μί­σει «τοι­ού­τους», ἡ Ἀν­τὲλ Ἑ­ξαρ­χό­που­λος καὶ οἱ σε­ξου­α­λι­κὲς προ­τι­μή­σεις τοῦ πρω­θυ­πουρ­γοῦ τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου Ξα­βι­ὲ Μπε­τέλ. Φυ­σι­κά, ὅ­πως τὸ πε­ρί­με­να, δὲν τη­λε­φώ­νη­σε πο­τὲ νὰ κλεί­σει ραν­τε­βοὺ γιὰ μιὰ δεύ­τε­ρη ἐ­πί­σκε­ψη.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó): Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος



Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó)


Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος

(Sant Valentí)


ΑΝΤΡΑΣ ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μου­σεῖ­ο καὶ κά­θε­ται σὲ ἕ­να παγ­κά­κι στὴν πλα­τεί­α ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Στὸ μου­σεῖ­ο, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε ἕ­να σχέ­διο τοῦ Μα­νό­λο Οὐγ­κέ, γνώ­ρι­σε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ βλέμ­μα κα­θα­ρό, βα­θὺ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς καὶ σκέ­φτη­κε πὼς αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἐ­ρω­τευ­τεῖ. Ἐ­πί­σης σκέ­φτη­κε πὼς δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει σ’ ἐ­κεί­νη. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ὁ τρό­πος ποὺ μι­λά­ει. Ὅ­ση ὥ­ρα μί­λη­σαν στὸ μου­σεῖ­ο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τὸ προ­φα­νές, οὔ­τε ἀ­πήγ­γει­λε κά­ποι­α δογ­μα­τι­κὴ θε­ω­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν, τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­πὸ μα­κριά, μέ­χρι ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ μπαί­νει σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τώ­ρα πε­ρι­μέ­νει.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ εἶ­χε ἕ­να προ­αί­σθη­μα: δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ βρεῖ τὴ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του. Ἀ­πὸ μω­ρὸ κοί­τα­ζε μὲ πό­θο τὰ πό­δια τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ μὲ τὰ ἄ­σπρα καλ­τσά­κια καὶ κά­τι μέ­σα του τοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ δρό­μος θὰ ἦ­ταν δύ­σβα­τος. Κυ­ρί­ως ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε μιὰ ξε­κά­θα­ρη ἰ­δέ­α γιὰ τὸ πῶς ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του, οὔ­τε ἂν (ὄν­τως) ὑ­πῆρ­χε. Δὲν εἶ­χε προ­τι­μή­σεις. Δὲν τὴ φαν­τα­ζό­ταν οὔ­τε ψη­λὴ οὔ­τε κον­τή, οὔ­τε ξαν­θιὰ οὔ­τε με­λα­χρι­νή. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ χα­ζή, ὅ­πως θέ­λουν ὁ­ρι­σμέ­νοι. Ὅ­ταν ἦ­ταν πέν­τε χρο­νῶν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν κό­ρη αὐ­τῶν ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ἀ­γό­ρα­ζε τὰ μο­λύ­βια, τὶς γό­μες, τὶς πέ­νες, τὶς γρα­φί­δες, τὸ με­λά­νι καὶ τὰ σπι­ρὰλ τε­τρά­δια. Προ­φα­νῶς, δὲν τῆς εἶ­πε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας κρυ­φὸς ἔ­ρω­τας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνά­ει τὶς νύ­χτες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του· ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ὅ­ταν σκέ­φτε­ται τὴ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, σκέ­φτε­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­μως, αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο τὸ πού­λη­σαν, ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ δὲν ἔ­μα­θε πο­τὲ ξα­νὰ νέ­α τους. Τὴ νο­σταλ­γοῦ­σε. Σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε νέ­α της, ἀ­π’ ὅ­σο ὅ­ταν τὴν εἶ­χε μπρο­στά του καὶ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τῆς κά­νει ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ξα­νὰ μέ­χρι τὰ ὀ­χτώ του. Τό­τε τὸ ἀ­γνο­οῦ­σε, ἀλ­λὰ θὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἐ­ρω­τευ­ό­ταν. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ φί­λη τῆς με­γα­λύ­τε­ρης ἀ­δελ­φῆς του, ποὺ συ­χνὰ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τους γιὰ παι­χνί­δι. Αἰ­σθα­νό­ταν ἔ­νο­χος ποὺ εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ: τοῦ φαι­νό­ταν προ­δο­σί­α πρὸς τὸ κο­ρί­τσι τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου. Ἡ φί­λη τῆς ἀ­δελ­φῆς του πρέ­πει νὰ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ δώ­δε­κα κι ἐ­κεῖ­νος, ἕ­να ἀ­γό­ρι ὀ­χτὼ χρο­νῶν, δὲν εἶ­χε κα­μί­α πι­θα­νό­τη­τα. Ἴ­σως ὅ­ταν με­γά­λω­νε καὶ ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ τώ­ρα ἔ­μοια­ζε μὲ ἄ­βυσ­σο μει­ω­νό­ταν… Ὕ­στε­ρα τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας μὲ ἑ­κα­τὸ τὴν ὥ­ρα, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. Τώ­ρα εἶ­ναι ἤ­δη δε­κα­εν­νιά. Εἶ­ναι ἐ­νή­λι­κας ἐ­δῶ καὶ ἕ­να χρό­νο. Ἕ­να χρό­νο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γί­νει εἴ­κο­σι. Εἴ­κο­σι! Πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ ὅ­τι θὰ τὰ ἔ­φτα­νε, αὐ­τός, ποὺ με­τα­ξὺ δώ­δε­κα καὶ δε­κα­τεσ­σά­ρων εἶ­χε μιὰ μυ­στι­κι­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ πέ­θαι­νε πρὶν τὰ εἴ­κο­σι: σὲ δυ­στύ­χη­μα μὲ αὐ­το­κί­νη­το ἢ μὲ μη­χα­νὴ ἢ του­λά­χι­στον θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­ρί­α του εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Δὲν θὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ πο­τὲ ξα­νά; Ἐ­δῶ καὶ δέ­κα χρό­νια δὲν ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ κι ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­πο­λεῖ τὶς νύ­χτες ἀ­γρύ­πνιας ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του. Ἴ­σως ἡ ἐ­νη­λι­κί­ω­ση νὰ ση­μαί­νει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό. Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, συλ­λο­γί­ζε­ται, ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δεῖγ­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι για­τί ἀ­να­πο­λεῖ κά­τι ποὺ σύμ­φω­να μὲ τὴ λο­γι­κὴ εἶ­ναι τό­σο ζο­φε­ρό. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ αἰ­σθά­νε­ται ἄ­δει­ος; Για­τί δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ Μάρ­τα, ἐ­κεί­νη τὴν κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μά­θη­μα σχε­δί­ου; Δὲν τῆς λεί­πουν οἱ ἀ­ρε­τές. Ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἐ­λατ­τώ­μα­τα ποὺ τὰ συγ­χω­ρεῖ κα­νείς. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα: στὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα συγ­χω­ροῦν­ται. Αὐ­τὸ σκέ­φτη­κε ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­α­κό­ψει μα­ζί της. Ἀλ­λὰ για­τί νὰ συγ­χω­ρή­σει τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα καὶ ὄ­χι ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης; Ἂν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­γα­πή­σει κά­ποι­α, ἂν ἀ­γά­πη ση­μαί­νει πράγ­μα­τι αὐ­τὸ ποὺ φαν­τά­ζε­ται, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν ἀ­σή­μαν­τα ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν. Εἶ­ναι ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κή. Εἶ­ναι ὅ­μως καὶ θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ Νέ­ους εἶ­ναι θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Νέ­ους ἔ­χει τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­νη­θι­σμέ­νη· οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ δὲν ἔ­χει σκε­φτεῖ κά­τι πρω­τό­τυ­πο. Αὐ­τὸ τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι (λό­γῳ ἀ­να­σφά­λειας) γί­νε­ται ἐ­πι­θε­τι­κή. Μὲ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­χνά­ζουν στὶς ντι­σκο­τὲκ καὶ ποὺ μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα καὶ μὲ τὴ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σὼν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες. Τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα τὴ δη­μι­ουρ­γοῦν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας καυ­στι­κὲς φρά­σεις, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νες, πάν­τα ἕ­τοι­μες νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν ὅ­που νά ’­ναι. Καὶ ἡ Τέ­σα; Ἡ Τέ­σα εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνη, εὐ­φυ­ής, δι­α­σκε­δα­στι­κή. Καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο, ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ στὴν ἄλ­λη, καὶ ξέ­ρουν, χω­ρὶς νὰ ποῦν λέ­ξη, ἀ­πὸ τὴ λάμ­ψη στὰ μά­τια, τί σκέ­φτον­ται, ποι­όν κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Στὸ κρε­βά­τι, ἐ­πί­σης, ται­ριά­ζουν κα­τα­πλη­κτι­κά. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­μως, εἶ­ναι ἕ­να κα­κο­μα­θη­μέ­νο κο­ρί­τσι ποὺ κα­τε­βά­ζει μοῦ­τρα ὅ­ταν δὲν τῆς κά­νεις τὸ χα­τί­ρι. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι τεμ­πέ­λα καὶ περ­νά­ει τὴ μέ­ρα της ξα­πλω­μέ­νη στὸν κα­να­πέ, κα­πνί­ζον­τας νω­χε­λι­κὰ ἕ­να τσι­γά­ρο ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ. Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πὸ τὴν Ἄ­να ποὺ συ­νε­χῶς κά­τι κά­νει. Εἶ­ναι ἕ­να δυ­να­μὸ πού σοῦ με­τα­δί­δει τὸ κέ­φι της γιὰ ζω­ή. Ἀλ­λὰ ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐ­λάτ­τω­μα τῆς Ἄ­να; Ὅ­τι εἶ­ναι κτη­τι­κὴ ὅ­πως κα­μιὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­χει γνω­ρί­σει, ὅ­τι τοὺς μῆ­νες ποὺ ἔ­βγαι­ναν τοῦ ἔ­κα­νε ἔ­λεγ­χο μέ­ρα-νύ­χτα καὶ ὅ­τι πάν­τα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο ὅ­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ἐ­κεί­νη. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπά­θη­σε. Τὴν ἐ­κτι­μά­ει, τοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀλ­λὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει, νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει… Καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ψά­χνει ἄ­πια­στα ἰ­δα­νι­κά. Δὲν εἶ­ναι τό­σο ἠ­λί­θιος ὥ­στε νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ βρεῖ κά­ποι­α χω­ρὶς ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἂν ἀ­γα­πᾶς ἀ­λη­θι­νά, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα μέ­νουν φυ­λαγ­μέ­να σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ δὲν βγαί­νουν ὅ­λη τὴν ὥ­ρα στὴν ἐ­πι­φά­νεια. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Ὅ­πως προ­σπά­θη­σε νὰ ἀ­γα­πή­σει τὴν Τέ­σα, τὴ Νέ­ους καὶ τὴ Μάρ­τα. Θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Ἐ­πει­δὴ θὰ ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπα­θεῖ, δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει. Για­τί δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σὰν ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται; Ἡ Σέ­φα (μιὰ ἄλ­λη κο­πέ­λα ἄ­ξια νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἔ­ρω­τα ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἔ­χει μιὰ στα­λιὰ μυα­λὸ) τοῦ λέ­ει πὼς σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ παι­δι­κὸ τραῦ­μα. Πὼς δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ ἔ­δει­ξε ἀρ­κε­τὴ ἀ­γά­πη οὔ­τε ἡ μη­τέ­ρα του οὔ­τε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­πως εἶ­ναι. Ἄλ­λη πρω­τό­τυ­πη ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τῆς Κού­κι, ἡ ὁ­ποί­α τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα, πρὶν τὸ τε­λι­κὸ ἀν­τί­ο, τοῦ εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συμ­βαί­νει εἶ­ναι ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­γα­πή­σει κα­μί­α ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πά­ει μό­νο τὸν ἑ­αυ­τό του. Για­τί εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­γω­ι­στὴς ποὺ δὲν ἀ­ξί­ζει τὴν ἀ­γά­πη τῶν γυ­ναι­κῶν ποὺ τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Ἄ, τί φο­βε­ρὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἂν βέ­βαι­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό! Καὶ ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λο: πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Για­τί ἄ­ρα­γε ὅ­λες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­ο ἀ­χα­λί­νω­το πά­θος; Για­τί ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νος νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, κα­τ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές;

       Ἐ­νῶ σκέ­φτε­ται ὅ­λα αὐ­τά, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βλέ­πει πὼς ἡ κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μου­σεῖ­ο βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ στρί­βει στὴ γω­νί­α. Ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­νε­ται μ’ ἕ­να σάλ­το. Τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ. Στα­δια­κὰ μι­κραί­νει τὴν ἀ­πό­στα­ση. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν κοι­τά­ζει, κα­θὼς ἐ­κεί­νη περ­πα­τά­ει μπρο­στά του, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρό τοῦ ἀ­ρέ­σει καί, ἀ­π’ ὅ,τι πα­ρα­τή­ρη­σε στὸ μου­σεῖ­ο, μᾶλ­λον κι ἐ­κεί­νης πρέ­πει νὰ τῆς ἀ­ρέ­σει. Κι ἂν αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια; Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ πί­σω της, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς. Θὰ ἀρ­κοῦ­σε ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο της γιὰ νὰ γυ­ρί­σει.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Τὸ Για­τί γιὰ Κα­θε­τὶ (με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου, ἔκδ. Μιχ. Σι­δέ­ρης, Ἀ­θή­να, 2016).

Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitanta-sis contes. Τὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου ἔ­χει Μά­στερ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔρ­γα τῶν Λόρ­κα, Βι­τά­λε, Πα­λό­μας, Φραμ­πέ­τι, Νε­ου­μαν.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας

(Историята на един жест)


ΤΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ, μοῦ ἔ­τυ­χε κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα νὰ δῶ του­λά­χι­στον ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ζή­τη­σα φω­τιά, δὲν εἶ­χε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τὸ τσι­γά­ρο της, ἐ­νῶ πιὸ πρὶν ρού­φη­ξε βα­θιὰ γιὰ νὰ φουν­τώ­σει ἡ κά­φτρα του. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χα ξε­χά­σει αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ – ρού­φηγ­μα, πλη­σί­α­σμα τῶν προ­σώ­πων, ἄγ­γιγ­μα τῶν δα­κτύ­λων, γρή­γο­ρη ἀν­ταλ­λα­γὴ βλεμ­μά­των… Πα­λιά, ἔ­τσι ἀ­νά­βα­νε τσι­γά­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους καὶ στὶς ται­νί­ες. Οἱ πρῶ­τοι ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, οἱ δεύ­τε­ροι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ συν­θη­μα­τι­κό, ἂν εἶ­ναι κα­τά­σκο­ποι, ἢ γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν, ἂν πά­λι τὸ ἔρ­γο ἦ­ταν γαλ­λι­κό.

       Ὁ χρό­νος γιὰ ν’ ἀ­νά­ψεις ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι γύ­ρω στὰ 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τῶν δύ­ο τσι­γά­ρων δη­μι­ουρ­γεῖ γέ­φυ­ρα, βολ­τα­ϊ­κὸ τό­ξο. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις κά­ποι­ον ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ καὶ νὰ μὴ νι­ώ­σεις κά­τι. Ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι θέ­μα ἀ­πό­στα­σης. Πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια σί­γου­ρα θὰ κα­ψου­ρευ­ό­μουν (τὸ ρῆ­μα εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, ἂν καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο), ὅ­μως τώ­ρα δυ­σκο­λεύ­ο­μαι καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ μα­ζὶ μὲ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο μου τσι­γά­ρο. Γερ­νά­ω.


Υ.Γ.

       Θυ­μή­θη­κα, ὅ­τι στὸν στρα­τὸ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λό­κλη­ρη τε­λε­τή, φτι­αγ­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Πῶς ὁ νέ­ος θὰ ζη­τοῦ­σε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὴν «πα­λι­ο­σει­ρά». Ὁ­ρί­στε, μὲ ποιά πα­ρω­χη­μέ­νη φρά­ση: «Σύν­τρο­φε, πα­λαι­ὲ στρα­τι­ώ­τη, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ πλη­σιά­σω τὴ φλο­γώ­δη εὐ­τυ­χί­α σας, δί­χως νὰ σᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σω.» Ὁ­ποί­α με­γα­λει­ώ­δης τα­πεί­νω­ση.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 53-54.

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)