Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).



		

	

Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).


 

Σοφία Νικολαΐδου: Τσαμπουκάς


Σοφία Νικολαΐδου

 

Τσαμ­που­κὰς

 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ στάθηκε γιὰ τὴ Χα­ρὰ μοι­ραῖ­ος ἄν­τρας. Εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει κι ἄλ­λο­νε πρω­τύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­γά­πη χλια­ρή. Ἀ­πεί­ρα­χτη ἡ καρ­δού­λα της κοι­μό­ταν στὰ σκο­τει­νά της σπλά­χνα ἡ­συ­χα­σμέ­νη. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της μπῆ­κε μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω στὴ ζω­ή της. Ζή­σα­νε ἕ­ξι χρό­νια σφο­δροῦ ἔ­ρω­τα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­παν νὰ μεί­νου­νε μα­ζί, νὰ δοῦν πῶς μοιά­ζει. Βρή­κα­νε σπί­τι. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­θα­ρί­ζει ἡ Χα­ρὰ μὲ ζέ­ση. Νοι­κο­κυ­ρὰ μα­νια­κή, πρώ­τη φο­ρὰ ξε­δί­πλω­νε τὴν πα­στρι­κιά της χά­ρη. Στὸ πα­τρι­κὸ ὣς τὰ τριά­ντα της ἔμ­παι­νε κι ἔ­βγαι­νε σὰν ξέ­νη, δί­χως πο­τέ της νὰ τι­νά­ξει ξε­σκο­νό­πα­νο, νὰ πλύ­νει ἕ­να βρα­κί, νε­ρὸ νὰ βρά­σει. Πή­ρα­νε καὶ τὰ ἔ­πι­πλα. Κρε­βά­τι κι ἕ­ναν κα­να­πέ. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀρ­χί­σα­νε οἱ φί­λες της νὰ τὴν κεν­τοῦν μὲ σπόν­τες. Ξώ­πε­τσα στὴν ἀρ­χή, ὕ­στε­ρα χώ­να­νε στὸ κρέ­ας τὰ βε­λό­νια τους. Τὸν εἴ­δα­με τὸν Πα­να­γι­ώ­τη χθὲς μὲ κεί­νη τὴ μι­κρὴ ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μὰ τί ἔ­χεις πά­θει; Χά­ζε­ψες; Δὲ βλέ­πεις; Δὲν πί­στευ­ε κου­βέν­τα. Σχε­δί­α­ζε Χρι­στού­γεν­να κον­τά του. Δέν­τρο μὲ μπά­λες, φῶ­τα καὶ δω­ρά­κια, κά­λαν­τα στὸ σὶ-ντί, γα­λο­πού­λα μὲ κά­στα­να στὸ φοῦρ­νο. Βρά­δυ Νο­έμ­βρη, ἔ­τσι, δί­χως λό­γο, τὸ πιὸ πο­λὺ νὰ κά­νου­νε κου­βέν­τα, τὸν ρώ­τη­σε. Μα­σού­λα­γε φι­στί­κια ἀ­μί­λη­τος. Χέ­ρι στὴ φον­τα­νι­έ­ρα ἁ­πλω­μέ­νο, μοῦ­τρο σκυ­φτό, θαρ­ροῦ­σε θὰ πε­ρά­σει. Ἔ­γνε­φε ναὶ σὲ ὅ­λα. Τὸν ἄ­φη­σε, δὲ γί­νον­ταν ἀλ­λι­ῶς. Ἔλ­πι­ζε ὅ­μως καὶ πε­ρί­με­νε. Μά­θαι­νε πὼς αὐ­τὸς ἔ­κα­νε τὴ ζω­ή του. Φυ­ραί­να­νε τὰ ζου­με­ρὰ ψα­χνού­δια της μέ­ρα τὴ μέ­ρα, κύρ­τω­σε τὸ ψη­λὸ κορ­μί. Τώ­ρα περ­πά­τα­γε λο­ξὰ σὰν νὰ τὴν πλα­τσου­κώ­να­νε στὸν τοῖ­χο. Κλεί­στη­κε μέ­σα.

        Ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴ βρῆ­καν οἱ δι­κοί της στὸ κο­ρι­τσί­στι­κο κρε­βά­τι της, ξε­σα­λω­μέ­νη. Μπρού­μυ­τα, τὸ σῶ­μα φα­σκι­ω­μέ­νο στὰ σκε­πά­σμα­τα, ἔ­σπα­ζε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ σβερ­κά­κι της κι ὕ­στε­ρα στὸ στρῶ­μα τυ­ραν­νοῦ­σε τὸ μοῦ­τρο μὲ μα­νί­α. Ἄ­φρι­ζαν οἱ κραυ­γές της στὰ σεν­τό­νια, τὶς πλά­κω­νε ἐ­κεί­νη ἄ­λα­λη. Τὴν πή­ρα­νε μὲ τὸ κα­λό. Μὲ χά­δια ὅ­λο κι ἥ­συ­χες κου­βέν­τες, νὰ πα­ρα­χώ­σου­νε τὰ πά­θη της. Μό­νο ποῦ. Και­ρὸ δὲν ἄ­κου­γε κα­λὰ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­πρε­πε δυ­ὸ φο­ρὲς νὰ ποῦν τὸ ἴ­διο πρά­μα. Λὲς κι ἤ­τα­νε σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο.

        Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, κά­πνι­ζε στὴν κου­ζί­να ἀ­φη­ρη­μέ­νη. Κα­πνὸς πο­λύς, ἀ­νά­σα λι­γο­στὴ μὲς στὰ πνε­μό­νια της. Κού­φιο κορ­μί, αὐ­το­κόλ­λη­το, ξε­θυ­μα­σμέ­νη κόλ­λα. Στὸ δι­ά­ο­λο, ἔ­κα­νε μιά. Κι ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο στὴν πα­λά­μη της. Τσί­ρι­ξε τὸ κα­μέ­νο κρέ­ας. Στὸν τοῖ­χο τὸ βα­ροῦ­σε νὰ σω­πά­σει. Εἶ­χε και­ρὸ ν’ ἀ­κού­σει τὴ φω­νή της. Βρόν­τη­σε ἡ πόρ­τα πί­σω της. Βγῆ­κε ἔ­ξω, τσαμ­που­κα­λε­μέ­νη. Νὰ πά­ει στὰ ρου­χά­δι­κα τῆς γει­το­νιᾶς, νὰ ψω­νι­στεῖ. Βα­στοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λόλο­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999),  Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).


Στέλλα Τσιρέκα: Δανεική ζωή

tsirekastella-daneikizoi-eikona-02


Στέλ­λα Τσι­ρέ­κα

 

Δα­νει­κὴ ζω­ὴ

 

k-kappa-somataΑΘΙΣΑΝ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ στὸ γω­νια­κὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ τζα­μα­ρί­α ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

Τὸ λι­νὸ ἄ­σπρο τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο μὲ τὸ δι­α­κρι­τι­κὸ λευ­κὸ κέν­τη­μα καὶ τὸ γα­ρύ­φαλ­λο στὸ πορ­σε­λά­νι­νο βά­ζο προ­σέ­δι­δαν τὴν ψευ­δαί­σθη­ση μιᾶς σπι­τι­κῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας. Ἔ­τσι τὸ ἔ­νι­ω­θαν ἐ­ξάλ­λου καὶ οἱ δυ­ό τους αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ ἑ­στι­α­τό­ριο στὴν ἄ­κρη τοῦ πάρ­κου.

         Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι χρό­νια —τό­σα με­τροῦ­σε ἡ γνω­ρι­μί­α τους— τὸ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν κά­θε με­ση­μέ­ρι Πα­ρα­σκευ­ῆς. Τὸ τρα­πέ­ζι ἦ­ταν κρα­τη­μέ­νο πάν­τα γι’ αὐ­τὲς τὶς δυ­ό. Μό­νο γι’ αὐ­τὲς τὶς δυ­ό. Με­γά­λω­σαν μὲ τὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξε­προ­βό­δι­σαν τοὺς πα­λιοὺς ὑ­παλ­λή­λους καὶ ὑ­πο­δέ­χτη­καν τοὺς νέ­ους μέ­χρι ποὺ πά­λι­ω­σαν κι αὐ­τοί. Γεύ­τη­καν κά­θε πιά­το, ἤ­ξε­ραν ἀπ΄ ἔ­ξω τὴ μου­σι­κή, κά­θε ἦ­χος καὶ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τό­σο γνώ­ρι­μα ὅ­σο καὶ τὰ σπί­τια τους.

         Γνω­ρί­στη­καν σὲ μιὰ πα­ρου­σί­α­ση βι­βλί­ου ἑ­νὸς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου συγ­γρα­φέ­α τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ φρόν­τι­σαν νὰ γνω­ρί­σουν καὶ προ­σω­πι­κὰ κι ἀ­πὸ τό­τε ἔ­γι­ναν ἀ­χώ­ρι­στες.

         Τοὺς ἕ­νω­σε τὸ πά­θος τους γιὰ τὰ βι­βλί­α. Δη­μό­σιοι ὑ­πάλ­λη­λοι ἦ­ταν κι οἱ δυ­ὸ σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες χω­μέ­νες στὴ χαρ­τού­ρα καὶ τὴ γρα­φει­ο­κρα­τί­α. Χι­λιά­δες πο­λί­τες πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο τους κι ἐ­κεῖ­νες πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να τζά­μι δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν τὶς ὑ­πο­θέ­σεις γρή­γο­ρα καὶ τυ­πι­κά. Ἀ­νί­α καὶ πλή­ξη καὶ ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Ἀ­ριθ­μοί, ὑ­πο­γρα­φὲς καὶ τυ­πι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες.

         Γι’ αὐ­τὸ ἀ­γά­πη­σαν τὰ βι­βλί­α. Ἄλ­λος κό­σμος. Ζω­ή, κί­νη­ση καὶ δρά­ση. Καὶ συ­ναί­σθη­μα. Πο­λὺ συ­ναί­σθη­μα. Τὰ ρού­φη­ξαν. Δι­ά­βα­ζαν ἀ­κα­τά­σχε­τα κι οἱ δυ­ό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν πα­ρου­σιά­σεις γιὰ κά­θε τί και­νού­ριο ποὺ ἐκ­δί­δον­ταν, ἔ­βλε­παν τὶς βι­βλι­ο­κρι­τι­κές, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα ἢ ται­νί­ες ποὺ βα­σί­στη­καν σὲ βι­βλί­α…

         Κι ὕ­στε­ρα τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ στρογ­γυ­λὸ τρα­πε­ζά­κι γί­νον­ταν ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Συ­ζη­τή­σεις ἐ­πὶ συ­ζη­τή­σε­ων καὶ ἀ­να­λύ­σεις ἐ­πὶ ἀ­να­λύ­σε­ων. Σκέ­ψεις ποὺ γέν­νη­σε ἡ ἀ­νά­γνω­ση καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ποὺ δι­έ­γει­ρε. Περ­νοῦ­σαν ὧ­ρες μι­λών­τας γιὰ ἥ­ρω­ες φαν­τα­στι­κοὺς μπο­ρεῖ καὶ ὑ­παρ­κτοὺς σὰν νὰ τοὺς γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ και­ρό, σὰν νὰ ἦ­ταν γεί­το­νες, φί­λοι, συ­νά­δελ­φοι, σύν­τρο­φοι. Σάν… Τοὺς εἶ­χαν με­λε­τή­σει τό­σο κα­λὰ ποὺ πάν­τα κά­τι και­νού­ριο ἔ­βρι­σκαν νὰ ποῦν γι’ αὐ­τούς. Τοὺς σύγ­κρι­ναν μὲ ἄλ­λους ἥ­ρω­ες πα­λι­ό­τε­ρους, ποῦ ἔ­μοια­ζαν, ποῦ ξε­χώ­ρι­ζαν, ποιόν προ­τι­μοῦ­σαν, τί θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νες ἂν ἦ­ταν στὴ θέ­ση τους. Ἄν…

         Περ­νοῦ­σαν ὧ­ρες μέ­χρι ποὺ σου­ρού­πω­νε καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νες πλή­ρω­ναν τὸ λο­γα­ρια­σμὸ —πάν­τα ἡ κα­θε­μιὰ τὰ δι­κά της πλὴν ἐ­ξαι­ρε­τι­κῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων— καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νες ἀ­πο­χαι­ρε­τι­όν­του­σαν καὶ χώ­ρι­ζαν τρα­βών­τας ἡ κα­θε­μιὰ γιὰ τὸ σπί­τι της.

         Σή­με­ρα ἦ­ταν μιὰ τέ­τοι­α ξε­χω­ρι­στὴ μέ­ρα. Ἡ Φλώ­ρα ἔ­κλει­νε τὰ ἑ­ξῆν­τα της. Συν­τα­ξι­οῦ­χος πιὰ ποῦ κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ γι­ορ­τά­σει; Στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της στέ­κι μὲ τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της φί­λη. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε κρύ­ο ποὺ πε­ρό­νια­ζε τὰ κό­κα­λα καὶ ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ἔ­ρι­χνε ἕ­να ψι­λό­βρο­χο ποὺ δὲν ἔ­λε­γε νὰ στα­μα­τή­σει. Λι­γο­στοὶ ἦ­ταν οἱ δι­α­βά­τες ποὺ δι­έ­σχι­ζαν βι­α­στι­κὰ τὸ πάρ­κο σχε­δὸν τρέ­χον­τας μὲ ἀ­νοι­χτὲς τὶς ὀμ­πρέ­λες τους.

         Ἡ Φλώ­ρα πα­ράγ­γει­λε μιὰ ζε­στὴ σού­πα γιὰ νὰ στυ­λω­θεῖ. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα ἔ­νι­ω­θε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, δυ­σφο­ρί­α σχε­δὸν κι ὁ και­ρὸς χει­ρο­τέ­ρευ­ε τὴ δι­ά­θε­σή της. Στὰ ἑ­ξη­κο­στά της γε­νέ­θλια εἶ­χε ἀ­νάγ­κη νὰ μεί­νει μό­νη της, νὰ κά­νει τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῆς δι­κῆς της ζω­ῆς.

         Ἡ Εὐ­αν­θί­α μᾶλ­λον δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σε. Τῆς ἔ­δω­σε τὸ δῶ­ρο της τυ­λιγ­μέ­νο μὲ σα­τὲν χαρ­τὶ καὶ δι­α­κρι­τι­κὸ φι­όγ­κο. Δὲ χρει­α­ζό­ταν καὶ με­γά­λη φαν­τα­σία νὰ κα­τα­λά­βει κα­νεὶς τί ἦ­ταν. Ἕ­να βι­βλί­ο δι­α­λεγ­μέ­νο προ­σε­κτι­κὰ ἀ­πὸ εἰ­δι­κὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο. Σί­γου­ρα ἔ­ψα­ξε πο­λὺ γιὰ νὰ τὸ βρεῖ.

         Ἤ­δη ἀ­νέ­λυ­ε τὴν ὑ­πό­θε­ση στὴ Φλώ­ρα ἀ­να­φέ­ρον­τας ἕ­να σω­ρὸ πα­ρά­πλευ­ρες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τῆς τὴ θύ­μι­ζαν. Ἡ Φλώ­ρα με­τὰ βί­ας τὴν ἄ­κου­γε. Τὸ βλέμ­μα της καρ­φώ­θη­κε στὸ πάρ­κο. Μιὰ ψη­λό­λι­γνη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα χο­ρο­πη­δοῦ­σε γε­λών­τας γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να παγ­κά­κι γιὰ νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὸν ἀ­γα­πη­μέ­νο της ποὺ ἔ­τρε­χε στὸ κα­τό­πι της. Τὰ μα­κριὰ κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά της βρέ­χον­ταν, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲ φαί­νον­ταν νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο παλ­τὸ της ξε­κούμ­πω­το ἀ­νέ­μι­ζε σὰν ἄ­λι­κο λά­βα­ρο χα­ρί­ζον­τας χρῶ­μα στὸ μουν­τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὁ νε­α­ρὸς τὴν ἅρ­πα­ξε κι ἑ­νώ­θη­καν οἱ δυ­ό τους σὲ ἕ­να πα­θι­α­σμέ­νο φι­λὶ ποὺ ἀ­ψη­φοῦ­σε τὸ κρύ­ο, τὴ βρο­χή, τὸν χῶ­ρο καὶ τὸν χρό­νο.

         — Τί λὲς κι ἐ­σύ; ἡ φω­νὴ τῆς Εὐ­αν­θί­ας τὴν ἐ­πα­νέ­φε­ρε στὴ δι­κή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

         Ἀ­νά­δευ­ε σι­ω­πη­ρὴ τὴ σού­πα της. Στὸν ὑ­γρὸ χυ­λὸ σχη­μα­τί­στη­κε μιὰ δί­νη, πη­χτὴ καὶ λι­πα­ρή.

         — Μ’ αὐ­τὰ καὶ μ’ αὐ­τὰ ξε­χά­σα­με νὰ ζή­σου­με, κα­τά­φε­ρε νὰ ψελ­λί­σει ἡ Φλώ­ρα χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα της. Δὲν τόλ­μη­σε νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τὴ φί­λη της. Δὲν τόλ­μη­σε ν’ ἀν­τι­κρί­σει τὸν κα­θρέ­φτη της.

         Βα­ριὰ σι­ω­πὴ ἔ­πε­σε. Μό­νο το κου­τά­λι ἀ­κού­στη­κε κα­θὼς δι­α­πέ­ρα­σε τὸ πα­χὺ ὑ­γρὸ κι ἔ­φτα­σε στὸν πά­το τοῦ πιά­του.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στέλ­λα Τσι­ρέ­κα (Κο­ζά­νη, 1971). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δα­σκά­λα στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση ἐ­πὶ 17 χρό­νια. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς. Εἶ­ναι φοι­τή­τρια στὸ Β’ ἔ­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλώ­ρι­νας. Τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ γρά­φει ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Βου­λιῶ


basilopouloufoteini-boulio-eikona-03


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου

 

Βου­λιῶ


Στὸν Γι­ῶρ­γο Γάβ­βα­ρη

02-HttaΒΟΥΛΙΩ ἦ­ταν ὁ στά­βλος μας. Ἐ­κεῖ δέ­να­με τὶς γί­δες. «Πα­λι­ό­τε­ρα καὶ τὸν Ντο­ρή μας» ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης μου, μ’ ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μὸ πάν­τα. Ἡ Βου­λι­ῶ ἦ­ταν τε­ρά­στια. Ὁ πιὸ με­γά­λος στά­βλος ποὺ εἶ­χα δεῖ πο­τέ. Εἶ­χε κι ἕ­να με­σο­πά­τω­μα. Καὶ μιὰ μι­σο­ξερ­χα­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη σκά­λα. Αὐ­τοῦ πά­νου ἤ­τα­νε ὁ σα­νὸς γιὰ νὰ μὴν τὸν φτά­νου­νε τὰ ζων­τα­νά.

       Πα­λι­ό­τε­ρα ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σαν τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους ὅ­λα τα ζευ­γά­ρια τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ κά­ποι­οι πιὸ μα­κρι­νοὶ συγ­γε­νεῖς.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ στά­βλος ἄ­δεια­ζε ἀ­π’ τὰ ζων­τα­νά, ποὺ ξε­ρο­στα­λιά­ζα­νε στ’ ἀ­γιά­ζι ἢ στέλ­νον­ταν σὲ γει­το­νι­κὰ σπί­τια ἂν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν χιο­νιᾶς, στρώ­νον­ταν δυ­ὸ τρεῖς μπά­λες σα­νὸς κι ἀ­πὸ πά­νου τὰ νυ­φι­ά­τι­κα χα­σέ­νια σεν­τό­νια καὶ νιὰ χού­φτα ρύ­ζι. Τό ’­χαν δι­α­λέ­ξει για­τὶ δὲν ἀ­κούμ­πα­γε σ’ ἄλ­λο σπί­τι —πράγ­μα σπά­νιο γιὰ τὸ χω­ριό, ὅ­που ὅ­λοι μοι­ρα­ζόν­του­σαν τὸ με­σό­τοι­χο γιὰ λό­γους οἰ­κο­νο­μί­ας— κι ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θ’ ἄ­κου­γε τὶς ἀρ­χι­κὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῆς νύ­φης, ἔ­πει­τα τὶς κραυ­γὲς πό­νου τῆς πρώ­της φο­ρᾶς καὶ κα­τό­πιν τὰ βογ­κη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς. Τό ’­χαν ἀ­κό­μα δι­α­λέ­ξει για­τὶ τ’ ἄ­χυ­ρο θ’ ἀγ­κά­λια­ζε καὶ θὰ ζέ­σται­νε τοὺς νι­ό­παν­τρους ἐ­ρα­στὲς καὶ θὰ ρού­φα­γε τὰ ἐ­ρω­τό­λο­γα καὶ τὶς φω­νές τους.

       Καὶ τί δὲ θά ’­χε ἀ­κού­σει αὐ­τὸ τὸ σπι­τά­κι!

       Τὴ Δευ­τέ­ρα τὸ σεν­τό­νι ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ μα­τω­μέ­νο. Πό­σα κο­κό­ρια εἶ­χαν σφα­χτεῖ, για­τὶ τὸ ἄγ­χος τοῦ γαμ­προῦ ἦ­ταν με­γά­λο ἢ ὁ ἔν­τι­μος πρό­τε­ρος βί­ος τῆς νύ­φης δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο ἔν­τι­μος! Ξέ­ρω καὶ τρα­γι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Μιᾶς νύ­φης τὸ σεν­τό­νι βά­φτη­κε μὲ αἷ­μα χυ­μέ­νο ἀ­π’ τὸν κομ­μέ­νο της λαι­μό. Τὴν ἔ­σφα­ξε ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­δερ­φός της σὰν κο­κό­ρι, ὅ­ταν ὁ γαμ­πρὸς τοὺς ἔ­στει­λε τὸ χα­σὲ κά­τα­σπρο, μή­νυ­μα γιὰ τὶς πομ­πὲς τῆς κό­ρης.

       Αὐ­τὰ ἤ­ξε­ρα γιὰ τὴ Βου­λι­ῶ. Ὅ­τι ὁ στά­βλος μας ἤ­τα­νε τὸ σπι­τά­κι τῆς πρώ­της νύ­χτας κι ὅ­τι ὁ με­γά­λος μου ὁ μπάρ­μπας ἔ­βα­λε τέ­λος σ’ αὐ­τὴ τὴν πα­ρω­δί­α. «Μὴν τολ­μή­σε­τε» εἶ­πε «νὰ στα­θεῖ­τε ἀ­πό­ξω καὶ μὴν ψά­ξε­τε γιὰ σεν­τό­νια κι αἵ­μα­τα… Σᾶς ἔ­σφα­ξα.» Κι ἐ­πει­δὴ ἤ­τα­νε κομ­μα­τά­κι ντρέ­ου­ρος κι ὅ,τι ἔ­λε­γε τὸ ἐν­νο­οῦ­σε, δὲν τολ­μή­σα­νε νὰ συ­νε­χί­σουν τὸ ἔ­θι­μο.

       Με­τὰ τὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ στά­βλου, ἔ­μα­θα ὅ­τι κά­πο­τε ἦ­ταν σπί­τι, τὸ σπί­τι τῆς Βου­λι­ῶς. Μιᾶς ἀ­γράμ­μα­της, ἁ­πλῆς κι ἁ­γνῆς γυ­ναί­κας. Ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, μὲ μιὰ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ τὴν αὐ­λα­κώ­νει κα­θη­μερ­νὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ ξε­ρο­βό­ρι κι ἡ ἀ­γρο­τιά.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος —ὁ ἄν­τρας της— δὲν τά ’­βλε­πε αὐ­τά. Ἀλ­λι­ῶς, δὲ θὰ ’­φευ­γε μα­κριά της, γιὰ τὴν ξέ­νη χώ­ρα χω­ρὶς μιὰ στερ­νὴ κου­βέν­τα, ἕ­να στερ­νὸ ἀγ­κά­λια­σμα, ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό. Οὔ­τε λό­γος γιὰ δά­κρυ­α. Τὰ δά­κρυ­α δὲν ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἄν­τρες.

       Κι ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, οὔ­τε φω­νὴ οὔ­τε ἀ­κρό­α­ση. Οὔ­τε ἕ­να ἔμ­βα­σμα, ὅ­πως στὶς ἄλ­λες ποὺ οἱ ἄν­τρες τους εἴ­χα­νε πά­ει στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε ἕ­να γράμ­μα νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι κα­λά, οὔ­τε κὰν δυ­ὸ ξε­ρὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­κου­γε ὅ­τι γύ­ρι­σε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τί­να —πράγ­μα ποὺ μό­νο τρεῖς φο­ρὲς ἔ­ζη­σε στὸ βί­ο της (βλέ­πεις, ἡ χώ­ρα ἦ­ταν τό­σο μα­κρι­νὴ μὲ ἐ­λά­χι­στους με­τα­νά­στες ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά, με­τρη­μέ­νους στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ)— ἔ­τρε­χε μὲ τὰ πό­δια ὁ­λά­κε­ρα χι­λι­ό­με­τρα γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἴ­δα­νε τὸν ἄν­τρα της, ἂν εἶ­ναι κα­λά, ἂν τῆς στέλ­νει χαι­ρε­τί­σμα­τα. Εὐ­τυ­χῶς, ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ της τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ δι­α­κρί­νει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ με­τὰ βί­ας κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σο­πα­γω­μέ­να τους χα­μό­γε­λα. Φυ­σι­κὰ καὶ ρώ­τα­γε γιὰ τὴν ὑ­γεί­α της καὶ τῆς ἔ­στελ­νε χαι­ρε­τί­σμα­τα. «Νά κι αὐ­τὸ τὸ ξομ­πλια­στὸ μαν­τί­λι ποὺ φο­ροῦ­νε οἱ γυ­ναῖ­κες τῶν Ἀρ­γεν­τί­νων στὴν τρα­χη­λιὰ σὰν πᾶ­νε στὴν ἐκ­κλη­σά τους, μοῦ τό ’­δω­κε γιὰ σέ­να» τῆς εἶ­πε κά­πο­τε ἕ­νας με­τα­νά­στης.

       Καὶ σὰ γύ­ρι­σε ὁ­λό­χα­ρη μὲ τὸ μαν­τί­λι μπουρ­λι­α­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της, οἱ χω­ρια­νές της κά­να­νε πὼς χα­ρή­κα­νε μὲ τὴ χα­ρά της καὶ πο­τὲ κα­μιά τους δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους π’ ἀ­κου­γόν­τα­νε, ὅ­τι τά­χα­τες ὁ προ­κομ­μέ­νος της εἶ­χε φκιά­σει και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Ἀρ­γεν­τί­να μὲ μιὰ ντό­πια κι εἶ­χαν καὶ παι­διά.

       Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ὄ­ξω —το­ξω­τε­ρι­κὸ— ὅ­λο καὶ γέ­μι­ζε τὸ σπί­τι της μὲ κά­να ξε­ρὸ πα­ξι­μά­δι, κά­να μά­τσο ρί­γα­νη, κά­να πε­ρισ­σευ­ού­με­νο ζαρ­ζα­βα­τι­κό, ποὺ οἱ γει­τό­νισ­σες πα­ρὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους στε­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ παι­διά τους, γρι­κών­τας τὴν ἐ­ρη­μιά της. Νι­ώ­θα­νε τύ­ψεις, ἀλ­λὰ καὶ τυ­χε­ρὲς μέ­σα στὴ φτώ­χεια τους μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χα­σαν τὸ ταί­ρι τους στὴν ξε­νι­τιά. Αὐ­τὲς του­λά­χι­στον καὶ νὰ κοι­μόν­τα­νε νη­στι­κὲς θὰ χόρ­ται­ναν μὲ μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ ἀγ­κα­λιά.

       Οἱ τύ­ψεις συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς Βου­λι­ῶς. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ δι­ά­λε­ξαν νὰ στέλ­νουν στὴ Βου­λι­ῶ τὰ νι­ό­παν­τρα ζευ­γά­ρια τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους. Νι­ώ­θα­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πο­τί­ζουν τὸ στε­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα σπί­τι, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ μὲ τὰ δι­ψα­σμέ­να ζων­τα­νά τους.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Γιάννης Ήλ. Παππᾶς: Ὁ δεκατριάρης

pappasgiannis-odekatriaris-eikona-03


Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς


Ὁ δε­κα­τριά­ρης


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΓΩ, ΚΥΡ’ ΑΣΤΥΝΟΜΕ, γεν­νή­θη­κα τὸ 1959, σὲ ἕ­να πα­ρα­θα­λάσ­σιο χω­ριό, κον­τὰ στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα. Στὰ χω­ριά, ὅ­πως ξέ­ρεις, ὅ­λοι ἔ­χου­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι τους. Ἐ­μέ­να μὲ φώ­να­ζαν ὁ «δε­κα­τριά­ρης». Για­τί; Για­τί κά­πο­τε εἶ­χα πιά­σει ἕ­να δε­κα­τριά­ρι στὸ Προ­πό, μὴ φαν­τα­στεῖς πολ­λὰ λε­φτά,  καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἔ­παι­ζα μπὰς καὶ πιά­σω τὰ πολ­λὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Θὰ πέ­σει ἔ­λε­γα, ποῦ θὰ μοῦ πά­ει. Ἔ­τσι μοῦ βγῆ­κε τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Πολ­λοί, ἀ­πὸ τό­τε, μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν κι­ό­λας. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Πολ­λὲς φο­ρὲς τά ’­παιρ­να στὸ κρα­νί­ο καὶ τσα­κω­νό­μου­να.

         Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά μου ἦ­ταν ψα­ράς. Ἀ­πὸ μι­κρὸς στὴ θά­λασ­σα. Τὴ δου­λειὰ τὴν ἔ­μα­θα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου.

         Δὲν ἤ­θε­λα τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ νὰ εἶ­μαι μέ­σα στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ ψα­ρεύ­ω. Νὰ πε­τᾶ­νε πά­νω μου οἱ γλά­ροι καὶ νὰ μὲ χτυ­πά­ει ἡ ἁρ­μύ­ρα στὸ πρό­σω­πο.

         Τὸ σχο­λεῖ­ο δὲν μ’ ἄ­ρε­σε. Δὲν μὲ χώ­ρα­γε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν μ’ ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ πει­θαρ­χί­α, οἱ φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν δά­σκα­λο.

         Πολ­λὲς φο­ρὲς τό ’­σκα­γα καὶ πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα. Μὲ ἕ­να ἀγ­κί­στρι, νὰ κά­θο­μαι ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες. Τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Ἔ­χω φά­ει πο­λὺ ξύ­λο. Ἤ­θε­λε νὰ σπου­δά­σω, νὰ φύ­γω ἀ­πὸ δῶ. «Ἡ θά­λασ­σα» μοῦ ‘λέ­γε «δὲν ἔ­χει ψω­μί. Κοί­τα νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα καὶ νὰ φύ­γεις, νὰ ρί­ξεις μαύ­ρη πέ­τρα πί­σω σου».  Δὲν τὸν ἄ­κου­σα.

         Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ στρα­τό, σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα. Ἐ­πει­δὴ ἤ­μουν κα­λὸς στὴ δου­λειά μου, ἀ­πό­κτη­σα δι­κό μου κα­ΐ­κι καὶ ψά­ρευα σ’ ὅ­λο τὸ Ἰ­ό­νιο. Ἡ δου­λειὰ πή­γαι­νε κα­λά. Εἶ­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κα­ΐ­κια στὴν πε­ρι­ο­χή.

         Παν­τρεύ­τη­κα καὶ νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κα. Πῆ­ρα κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ κι αὐ­τὴ ἐρ­χό­ταν καὶ βο­η­θοῦ­σε στὸ κα­ΐ­κι. Μα­ζὶ συ­νέ­χεια. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα πο­λύ. Κά­να­με καὶ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λὰ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴν μέ­ρα ποὺ ἕ­νας πού­στης πα­ρα­βί­α­σε τὸ στὸπ καὶ τὴ χτύ­πη­σε. Σκο­τώ­θη­κε στὸν τό­πο. Δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε. Εἶ­χε πά­ει στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα νὰ πά­ρει πά­γο γιὰ τὰ ψά­ρια καὶ τὴν σκό­τω­σε ὁ ἄ­τι­μος.

         Τὸ σὸκ ἦ­ταν με­γά­λο. Ἀ­πὸ τὴν μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη, ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου. Ἔ­πα­θαν τὰ νεῦ­ρα μου. Τὸ κα­τα­λά­βαι­να ὅ­τι κά­τι γι­νό­ταν. Ἔ­βλε­πα ἐ­φιά­λτες. Δαί­μο­νες ἔρ­χον­­ταν στὸν ὕ­πνο μου καὶ στὸ ξύ­πνιο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ  μὲ ξε­κά­νουν. Ὅ­μως ἐ­γὼ εἶ­χα πά­ρει τὰ μέ­τρα μου. Εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὸ εἶ­χα πάν­το­τε μα­ζί μου.

         Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Ἔ­παιρ­να χα­πά­κια. Ἠ­ρε­μι­στι­κά. Ἔ­τσι μοῦ ’­λε­γε ὁ για­τρός. Ἀν­τὶ νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ω, χει­ρο­τέ­ρευ­α. Προ­σπά­θη­σα νὰ συ­νε­χί­σω τὴ δου­λειά.  Εἶ­χα δυ­ὸ στό­μα­τα νὰ θρέ­ψω.

         Εἶ­χαν πε­ρά­σει πε­ρί­που 10 χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­πρε­πε καὶ ‘γὼ νὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Ἄν­τρας ἤ­μου­να. Εἶ­χα ἀ­νάγ­κες. Τὰ παι­διὰ δὲν τὸ κα­τα­λά­βαι­ναν.

         Σ’ ἕ­να κω­λόμ­πα­ρο στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα, γνώ­ρι­σα μιὰ βουλ­γά­ρα. Μπαρ­γού­μαν. Ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα. Ψη­λή, ξαν­θιὰ μὲ κά­τι με­γά­λα βυ­ζιά. Τά ’­παι­ξα. Κά­θε βρά­δυ ἐ­κεῖ. Μέ­χρι ποὺ τὴν πή­δη­ξα. Ἀ­πὸ τό­τε γί­να­με ἀ­χώ­ρι­στοι. Τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κα ὁ μα­λά­κας καὶ τά ’­δω­σα ὅ­λα. Τὴν σπί­τω­σα κι­ό­λας. Μοῦ ’­φα­γε πολ­λὰ φράγ­κα ἡ κα­ρι­ό­λα.

         Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­λὰ μα­ζί μου, μὲ πέ­τα­ξε σὰν τὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ μὲ βλέ­πει. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­μα­θα ὅ­τι τὴν πη­δοῦ­σε ἄλ­λος τώ­ρα.

         Πῆ­γα καὶ τοῦ ’­κα­ψα τὸ μη­χα­νά­κι, τοῦ πού­στη. Νὰ μά­θει. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καὶ τὸ σκυ­λί του. Γαύ­γι­ζε. Τό ΄κά­ψα κι αὐ­τό.

         Πρὶν λί­γες μέ­ρες μὲ κά­λε­σε ὁ εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ μοῦ ’­λε­γε μα­λα­κί­ες. Ὅ­τι εἶ­χα πά­ει, λέ­ει, στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο καὶ εἶ­χα κά­νει ζη­μι­ὲς καὶ κά­τι τέ­τοι­α. Ἐ­γὼ δὲν θυ­μό­μου­να τί­πο­τα γιὰ ζη­μι­ές. Ἁ­πλὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἦ­ταν κον­τὰ στὸ σπί­τι μου καὶ πή­γαι­να κα­μιὰ φο­ρὰ ν’ ἀ­νά­ψω ἕ­να κε­ρὶ στὴν μά­να καὶ στὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ἦ­ταν θαμ­μέ­νοι ἐ­κεῖ.

         Ἀ­πὸ και­ρὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν Μπαρ­μπα-Κώ­στα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ ἤ­θε­λαν τὸ κα­κό μου. Ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. Εἶ­χα φτιά­ξει λί­στα μὲ ὅ­λους τοὺς δαί­μο­νες. Θὰ τοὺς κα­θά­ρι­ζα ὅ­λους, ἕ­ναν ἕ­ναν.

         Ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ βρά­δυ, τοῦ ’­στη­σα καρ­τέ­ρι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ κά­τι φυλ­λω­σι­ές. Δὲν μὲ κα­τά­λα­βε. Κι ὅ­ταν μὲ προ­σπέ­ρα­σε πῆ­γα ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸν χτύ­πη­σα μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σες φο­ρές. Μοῦ εἶ­παν με­τὰ ὅ­τι ἦ­ταν 13.

          Πῆ­γα σπί­τι, πλύ­θη­κα, ἔ­κα­ψα τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ πα­πού­τσια. Πέ­τα­ξα τὸ μα­χαί­ρι.

         Πῆ­γα γιὰ ὕ­πνο.

         Τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή, πε­τά­χτη­κα δί­πλα νὰ παί­ξω ἕ­να προ­πό. Ἐ­κεῖ ἦρ­θαν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ μ’ ἔπια­σαν. Δὲν ξέ­ρω για­τί.

         Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πρό­λα­βα νὰ παί­ξω. Ἴ­σως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ ἔ­πι­α­να τὸ δε­κα­τριά­ρι.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς (Ἄρ­τα, 1962). Με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ἦ­ταν συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἑ­λί­τρο­χος καὶ ἐκ­δό­της καὶ διευ­θυν­τὴς τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­πο­λι­τι­σμός. Πρῶτο του βι­βλί­ο Στὴν ἄκρη τοῦ ὀνεί­ρου (ποί­η­ση, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2008).



		

	

Μαρία Μήτσορα: Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


mitsoramaria-toakatoikitosoma-eikona-06


Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα


Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


Στὸν Θ. Κ.


T-[Tay]-SomataΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει. Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του, προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν, τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες. Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον, ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται, ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ, ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη. Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν, ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της, μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ. Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο ἀ­κό­μα στά­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει ποι­ὲς ὧ­ρες πη­γαί­νει ἀγ­γλι­κά. Εἰ­σπνέ­ουν μα­ζί, μα­ζὶ ἀ­δειά­ζουν τὰ πνευ­μό­νια τους, ὅ­λα ἀρ­γὰ καὶ κρυ­φά. Κυ­ρί­ως κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Σὲ λί­γο μιὰ μι­κρὴ κοι­νὴ τρε­μού­λα. Μὲ τὴ γω­νί­α τοῦ μα­τιοῦ γνω­ρί­ζει μο­νά­χα μί­αν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὸ κα­φὲ κο­τλὲ παν­τε­λό­νι. Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ σέ­να κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα, καὶ χρει­ά­ζε­ται προ­σπά­θεια γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Μὲ δυ­σκο­λί­α ση­κώ­νε­ται ἀ­πο­στρέ­φον­τας πάν­τα το πρό­σω­πό της, πα­τά­ει τὸ κου­δού­νι καὶ κα­τε­βαί­νει.

       Ὁ πρῶ­τος της ἔ­ρω­τας τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴ στά­ση. Ἔ­χει ἤ­ρε­μα γα­λα­νὰ μά­τια. Τὴν ἁρ­πά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ση­κώ­νον­τας τὴν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ὑ­πάρ­χει ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ βι­α­σύ­νη στὸ σῶ­μα του καὶ τό­τε ἐ­κεί­νη σκέ­φτε­ται κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα. Ἔ­πει­τα τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὸ μπρά­τσο κι ἀρ­χί­ζουν νὰ περ­πα­τᾶ­νε, νὰ μι­λᾶ­νε, νὰ γε­λᾶ­νε, ἐ­νῶ τὸ μυα­λό της μὲ δυ­σκο­λί­α ξε­μου­διά­ζει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014)

Μαρία Μήτσορα (Ἀθήνα). Πεζογραφία. Διήγημα, Μυθιστόρημα. Σπού­δασε Κοινωνιολογία στὸ Παρίσι (Σορβόννη καὶ Vincennes). Ἔχει ταξιδέψει ἀπὸ τὸν Πολικὸ Κύκλο ἕως τὴν Ἀϊτή, ἀπὸ τὸ Πεκίνο μέχρι τὴ Νικαράγουα τῶν Σαντινίστας, τὸν Ὀρινόκο καὶ τὴ Σάντα Φὲ ντὲ Μπογκοτά. Πρῶτο της βι­βλίο Σκόρπια δύναμη (μυθιστόρημα, ἐκδ. Ὀδυσσέας). Τελευταῖο της βι­βλίο Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014).